| 332 | 1915 | τόννοι | 3933 καὶ 975 χλγρ. | |
| 333 | 1916 | τόννοι | 5302 | |
| 334 | 1917 | τόννοι | 1769 καὶ 840 χλγρ. |
1920.05.08
2,525 rows · 18,768 words · 1 table · 160 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60ὴ
τῆς 8ης Μαΐου 1920
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
§2Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε μετὰ λύπης μου παρετήρησα ὅτι διετυπώθησαν κακῶς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ λειτουργίας τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ δώσατε εἰς τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅσας διορθώσεις ἔχετε νὰ κάμητε καὶ θέλουσιν διορθωθῇ τὰ πρακτικὰ συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις σας. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ διορθούμενα συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ. Συμφώνως τῇ ἐξουσιοδοτήσει τῆς Βουλῆς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ἰταλικοῦ Κοινοβουλίου τὸ ἀκόλουθον τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Ἐξοχώτατον κ. Πρόεδρον Ἰταλικοῦ Κοινοβουλίου Ρώμην Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐψήφισεν ὁμοθύμως ὅπως ἐκφράσω εἰς τὴν Ἰταλικὴν Βουλὴν τὰ θερμὰ συλλυπητήρια της διὰ τὸν πρόωρον θάνατον τοῦ Μεγάλου Ἰταλοῦ Πατριώτου καὶ ἐνθέρμου φιλέλληνος Λεωνίδα Μπισσολάττη». Θ. Σοφούλης Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ ἐκ Κιοπεκλῆ (Φαρσάλων) Νικολέτα χήρα Παπαδημητρίου Δουδούτση, φονευθέντος ὑπὸ Κομιτατζήδων Βουλγάρων, παρακαλεῖ, ὅπως αὐξηθῇ εἰς 100 δραχμὰς ἡ τριακοντάδραχμος σύνταξίς της. Ὁ ἐξ Ἀταλάντης Λοκρίδος Κωνσταντῖνος Λάμπρου, τέως εἰσπράκτωρ φόρου ἰχθύων ἐν τῇ Λίμνῃ Ἀχινοῦ Ἀνατ. Μακεδονίας παρακαλεῖ ὅπως ἀνακληθῇ ἡ ἀπόλυσίς του. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν:
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν κατοίκων Παλαιῶν Φωκῶν.
§4Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ἐντολὴν ἐκ μέρους τῆς δημογεροντίας Παλαιῶν Φωκῶν ἀφοῦ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην των, διότι ἡ πατρὶς των ἀπηλευθερώθη νὰ διατυπώσω μὲ ὅλην τὴν ὀφειλομένην εὐλάβειαν τὴν παράκλησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις εὐαρεστηθῇ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν δύο φορὲς πρόσφυγες, μίαν ἐδῶ καὶ μίαν ἐκεῖ εἰς τὴν πατρίδα των, στέγην καὶ μεριμνήσῃ ὅπως ἐπισκευασθῶσιν αἱ οἰκίαι των, αἱ ὑπάρχουσαι ἀκόμη οἰκίαι, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ κατοικήσουν ἐν αὐταῖς, καθ’ ὅσον διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν πατωμάτων καὶ τῶν στεγῶν ἀπὸ μέρους τῶν Τούρκων καὶ τῶν Γερμανῶν περιῆλθον εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. Σήμερον στεγάζονται καὶ εἰς σκηνάς, τὰς ὁποίας παρεχώρησεν εἰς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὑποφέρουν πολὺ οἱ ἄνθρωποι. Ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου ὑπὲρ αὐτῶν.
§5Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ διαβιβασθῇ ἡ αἴτησις εἰς τὸν Ὕπατον Ἁρμοστήν, ἵνα μεριμνήσῃ ἡ Διοίκησις ἐκεῖ.
§6Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἴσως θὰ χρειασθῇ καὶ χρηματικὴ ἐπικουρία, δὲν εἶνε ζήτημα πολὺ μεγάλης δαπάνης.
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη θὰ εὑρεθῶσιν ἐκεῖ καὶ τὰ χρήματα. Ὅθεν ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει εἰς τὸν Ὕπατον Ἁρμοστήν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ἐκεῖνος, δὲν λύονται αὐτὰ τὰ ζητήματα ἀπ’ ἐδῶ, ἀλλ’ ἐκεῖ ἐπιτοπίως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρλῆς ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ ἐν Βόλῳ «Συνδέσμου Καταστηματαρχῶν Κουρέων».
§9Ν. ΖΑΡΛΗΣ. Οἱ κουρεῖς τοῦ Βόλου δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας παρακαλοῦσιν, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ Κυριακῆς ἀργίας ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐργασίμων ὡρῶν, διότι αἱ ἤδη ὡρισμέναι δὲν ἐπιτρέπουν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐργασθῶσι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπασιᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας περὶ τῶν μονιμοποιηθέντων ἐκτάκτων ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων.
§11Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶνε ἐγγεγραμμένη ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μοὶ εἶπεν ὅτι ἔχει ἑτοίμην τὴν ἀπάντησιν. Ὥστε ἄς τὴν ἀνακοινώσῃ νὰ ἡσυχάσουν καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι.
§12Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ γεγονὸς εἶνε ὡς πρὸς τοὺς μονιμοποιηθέντας αὐτοὺς ὅτι κατὰ τὸν νόμον δὲν ὑπολογίζεται ὁ χρόνος ὁ πρὸ τῆς μονιμοποιήσεως διὰ τὴν ἀνάληψιν μισθοῦ, τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ὁ χρόνος τῆς ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ὑπηρεσίας ὑπολογίζεται ἀφ’ ἧς ἐμονιμοποιήθησαν. Περὶ αὐτοῦ ὑπάρχει ρητὴ διάταξις. Ἑπομένως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τίποτε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀκράτας.
§14Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ διαβιβάσω δι’ ὑμῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀκράτας, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι, ὅπως λάβῃ μέριμναν καὶ διορθώσῃ τὴν μόνην δημοσίαν ὁδὸν τῆς κωμοπόλεως Ἀκράτας καὶ τῆς παραλίας καὶ τοῦ σταθμοῦ, τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη εἶναι προφανής. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς δημοσίας ταύτης ὁδοῦ τῆς Ἀκράτας, συμφώνως μὲ τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων.
§15Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μάλιστα. Παρακαλῶ νὰ μοῦ σταλῇ ἡ ἀναφορά.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Παπαδάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ ποῖον λόγον δὲν περιελήφθησαν πάντες οἱ ὑπενωμοτάρχαι εἰς τὸν νόμον περὶ παροχῆς χρηματικοῦ βοηθήματος, ἐπίσης, ἐὰν δύνανται νὰ μονιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν Χωροφυλακὴν ὄχι μόνον οἱ ἔγγαμοι ὑπενωμοτάρχαι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄγαμοι, ὅπως εἶναι ἄλλωστε ὀρθὸν καὶ δίκαιον.
§17Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς μὲ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, λέγει ὅτι τὸ ἐπίδομα δίδεται εἰς ὁπλίτας τῆς Χωροφυλακῆς, τοὺς ἐφέδρους τοὺς ἀνήκοντας εἰς ἡλικίας μὴ στρατευθείσας γενικῶς. Εἰς ὅλους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ἐδόθη τὸ ἐπίδομα. Ἔχω καὶ ἓν ἄλλο ἐρώτημα: διατὶ μονιμοποιοῦνται οἱ ἔγγαμοι καὶ ὄχι οἱ ἄγαμοι; Ὑποθέτω ὅτι θέλει νὰ εἴπῃ τὸ ἀντίθετον. Διὰ τοὺς ἐγγάμους ὑπενωμοτάρχας ὑπάρχει ρητὴ ἀπαγορευτικὴ διάταξις, ἑπομένως συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν αὐτὴν μονιμοποιοῦνται μόνον οἱ ἄγαμοι καὶ ὄχι οἱ ἔγγαμοι.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρλῆς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἂν θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ σταθμοῦ Λαρίσσης τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσσης καὶ βʹ ὅπως τὰ δρομολόγια τοῦ Θεσσαλικοῦ σιδηροδρόμου ἐναρμονισθῶσι μετὰ τοῦ ἀνωτέρω σιδηροδρόμου.
§19Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα τὸ ζήτημα μελετᾶται καὶ θὰ ληφθῇ ἐν καιρῷ ἡ σχετικὴ ἀπόφασις.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαζαχαρίου παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖα μέτρα ἔλαβε κατὰ τοῦ ταχυδρομικοῦ ὑπαλλήλου Σωχοῦ Παναγοπούλου, ὅστις ἀφοῦ διὰ τῆς μεθόδου τῶν δανείων ἥρπασε παρὰ τῶν κατοίκων περὶ τὰς χιλίας δραχμὰς, τέλος ἔκλεψε τὸν ἵππον τοῦ πτωχοῦ ἀγροτικοῦ διανομέως καὶ ἔφυγεν εἰς Θεσσαλονίκην ἐξακολουθῶν νὰ εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Κράτους.
§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δίδω ἔγγραφον τὴν ἀπάντησιν. Ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν καὶ πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον.
§22Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ἔχω νὰ προσθέσω κατ’ αὐτοῦ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι, ἀφ’ οὗ ἔλαβε τὸν ἵππον τοῦ ἀγροτικοῦ διανομέως, ἐπὶ 7 ἢ 8 ἡμέρας ἕνεκα τῆς ἀνωτέρας βίας δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ οὗτος τὰ καθήκοντά του.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τὸν ἐκαλέσαμεν εἰς ἀπολογίαν.
§24Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται νὰ χάσῃ καὶ τὸν μισθὸν αὐτοῦ. Πρέπει νὰ πληρωθῇ καὶ διὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ τὸ ταχυδρομεῖον, διότι τὸν ἵππον του τὸν εἶχε πάρῃ ὁ ἀνώτερός του καὶ ἐδαπάνησε καὶ 200 δραχμάς.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἶνε ἄλλο ζήτημα αὐτό. Δὲν τὸ εἰξεύρομεν.
§26Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§27Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Πολὺ καλά.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐρωτᾶται ἐὰν θὰ ἐπαναρχίσῃ καὶ πάλιν ἡ λειτουργία τοῦ τηλεφώνου μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Βόλου.
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ πρὶν ἢ ἔλθωσι τὰ σχετικὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα ἀναμένονται.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Δαγκλῆς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν ἔλαβεν ἀπόφασιν καὶ μέτρα περὶ συντηρήσεως τοῦ Ὀθωμανικοῦ σχολείου ἐν Πρεβέζῃ.
§31Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριε συνάδελφε, ἡ κατάληψις τοῦ χωρίου Μύτικα–Μιχαλίτσι πιθανὸν νὰ ἔγινεν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἐκεῖθεν δύνασθε νὰ λάβητε σχετικὰς πληροφορίας. Δύναμαι νὰ δώσω γενικὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐλήφθησαν τὰ ἑξῆς μέτρα σχετικῶς πρὸς τὸ σχολεῖον τὸ Ὀθωμανικόν. Διὰ τὴν κατηγορίαν τῶν βακουφικῶν κτημάτων συνετάχθη ἐγκύκλιος καὶ ὑπεγράφη ὑπὸ τῶν δύο Ὑπουργείων. Συνεστήθησαν ἐπιτροπαὶ εἰς τὴν ἕδραν ἑκάστης ἐπαρχίας, ὅπως ἐξετάσουν τὰ εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ἀνήκοντα κτήματα καὶ ἀποδοθῶσι ταῦτα εἰς τὰς κοινότητας. Σχετικῶς δὲ πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν Μουσουλμάνων ἐπίσης παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι διὰ νομοσχεδίου ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν λαμβάνεται σχετικὴ μέριμνα.
§32Π. ΦΛΩΡΟΣ. Δαπάνῃ καταβαλλομένη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου βεβαίως.
§33Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἰς τὸ βʹ ἐρώτημα ἀπαντῶ ὅτι τὸ κτίριον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἡ ἐρώτησίς σας αὕτη, δὲν ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλ’ εἰς τινα Μουσουλμάνον καὶ ἕνεκα τούτου δὲν εἶνε δυνατὸν ἐπὶ ἀλλοτρίου κτήματος νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐπισκευαί. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον τῆς Ἁγιᾶς τῆς περιφερείας Μαργαριτίου διετάχθη ὁ ἁρμόδιος νομομηχανικὸς καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς ὅπως μεταβῶσιν ἐπὶ τόπου καὶ ὑποβάλωσι τὴν σχετικὴν μελέτην ἐπισκευῆς.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ παρακαλεῖ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐλήφθη πρόνοια περὶ τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῆς Δυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας τῶν ἐκτὸς τῆς Ἑλληνικῆς ζώνης καὶ δὴ πρὸς βορρᾶν αὐτῆς κατοικούντων.
§35Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται περὶ τοῦ Ἀδραμιττικοῦ κόλπου, κ. Πρόεδρε, καὶ ἰδίως περὶ τῶν πληθυσμῶν τῶν Δαρδανελλίων, ἐπειδὴ αὐτοὶ ἔχουν, ὡς γνωρίζετε, ἐξωσθῆ πρὸ τῆς 1ης Αὐγούστου 1914. Εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται δυσχέρειαν λόγῳ τῆς λεπτότητος τοῦ θέματος, νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, δὲν ἐπιμένω.
§36Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θεωρῶ ὅτι εἶνε ἄξιον προσοχῆς τὸ ζήτημα καὶ νομίζω ὅτι ἔχομεν εἰς χεῖρας μας κἄποιο ὅπλον, ἐναντίον τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴν ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου. Ὅπως γνωρίζετε, μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους ἠναγκάσθημεν, ἄκοντες νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέτρον τῶν ἀντιποίνων κατὰ τῆς Τουρκίας, ἡ ὁποία ἔξωσε τοὺς ὁμογενεῖς πληθυσμοὺς καὶ κατέσχε τὰς περιουσίας αὐτῶν καὶ τοὺς ἔστειλε ἐδῶ. Τότε προέβημεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς εἰς κατάσχεσιν τῶν περιουσιῶν τῶν μουσουλμανικῶν. Σήμερον μὲ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Μικρασιατικοῦ καὶ Θρακικοῦ ζητήματος, εἴμεθα πολὺ εὐτυχεῖς διότι θὰ δυνηθῶμεν ἀπέναντι τῶν Μουσουλμάνων συμπολιτῶν μας νὰ τοὺς ἀποδώσωμεν τὰς περιουσίας των, ἀλλὰ προτίθεμαι νὰ κρατήσω τὰς περιουσίας τῶν Ὀθωμανῶν ὑπηκόων, μέχρις ὅτου ἤθελε ρυθμισθῆ τὸ ζήτημα τὸ ἐνδιαφέρον αὐτοὺς τοῦ Ἀδραμμυτικοῦ κόλπου καὶ εἴς τινας ἄλλας. Νομίζω ὅτι εἶνε ἀρκετὴ ἐγγύησις αὐτή, τὴν ὁποίαν ἔχομεν.
§37Γ. ΠΩΠ. Ἤθελα τοῦτο διὰ τὸ θέμα τῆς παλιννοστήσεως αὐτῶν, ἐπειδὴ κατὰ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, ἡ παλιννόστησις ἀφορᾷ τοὺς ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1914 ἐπανακάμπτοντας.........
§38Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἴδιον μέσον ἔχομεν, θὰ ἀξιώσωμεν νὰ ἐπιστρέψουν ἐκεῖνοι καὶ ἀναλάβουν τὰς περιουσίας των καὶ θὰ δώσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τοὺς Μουσουλμάνους τὰς περιουσίας των.
§39Γ. ΠΩΠ. Ἄς ἐλπίσωμεν ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη θὰ ὑποβοηθήσῃ τὸ ἔργον σας.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐρωτᾶται τίνα μέτρα ἔλαβε διὰ τὸν ἀπότακτον ἀξιωματικὸν ὑπηρετοῦντα νῦν εἰς τὴν χαρτογραφικὴν ὑπηρεσίαν Κωνστ. Ἀθανασίου.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μετὰ μεγάλης ἐκπλήξεως ἔμαθον καὶ ἐγὼ τὴν κακὴν συμπεριφορὰν ἄλλων ἀξιωματικῶν καὶ ἔχω διατάξει τὰ δέοντα. Εἰδικῶς διὰ τὸν ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸν διετάχθησαν ἀνακρίσεις παρηγγέλθη δὲ καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπόθεσιν διὰ τὴν ταχεῖαν περάτωσιν αὐτῆς.
§42Δ. ΠΑΖΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰς πληροφορίας, ἅς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δώσῃ, παρακαλῶ δὲ καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὅλων τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, εἰς τῶν ὁποίων τὰς ὑπηρεσίας ἔχουν τυχὸν παρεισφρύσει τοιοῦτοι ἀξιωματικοί, νὰ λάβουν τὰ ἀνάλογα μέτρα, διότι ἀπότακτοι ἀξιωματικοὶ τυχόντες τοιαύτης εὐμενείας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων ἐπιδεικνύουσι στάσιν τοιαύτην, ἡ ὁποία τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιδιώκει παρὰ τὴν ἐπιβουλὴν τῆς ἐλευθερίας τῆς προσωπικῆς, πράγματα, τὰ ὁποῖα μόνον ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν δεκτά.
§43Δ. ΜΕΛΦΟΣ. Μετὰ τὴν πρᾶξιν του αὐτὴν ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος δὲν συνελήφθη, ἀλλὰ ἀφέθη νὰ ἀποδράσῃ. Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω ἐπὶ πλέον νὰ ἐπιστηθῇ περισσότερον ἡ προσοχὴ ὑμῶν, καθόσον δὲν πρόκειται μόνον ὅτι ὁ ραπισθεὶς ἦτο ἀντιπρόεδρος τοῦ συλλόγου τῶν Φιλελευθέρων ἐν Σέρραις, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἦτο εἷς ἐκ τῶν σπουδαίων ἐθνικῶν ἐργατῶν τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος, ἀνὴρ 70 ἐτῶν, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὸ ράπισμα, τὸ ὁποῖον κατηνέχθη ἐναντίον αὐτοῦ, κατηνέχθη ἐναντίον τοῦ συλλόγου τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς ἰδέας τοῦ Ἐθνικοῦ ἀγῶνος.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐρωτᾶται ἐὰν ἐξεδόθησαν τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα κηρύσσοντα ἀπαλλοτριωτέα τὰ ἀγροτικὰ κτήματα, τσιφλίκια καὶ μὴ τῆς Ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ κλπ.
§45Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ἐξεδόθησαν ἤδη ἀρκετὰ Διατάγματα, ἀναμένονται δὲ αἱ σχετικαὶ μελέται ἵνα ἐκδοθῶσι καὶ ἄλλα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐρωτᾶται, ἐὰν εἰς τὸ ὑποβληθησόμενον νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ ὅλων ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους θὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ Ἱερεῖς καὶ οἱ Ἱεροψάλται.
§47Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὄχι.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρλῆς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας πότε θέλει εἰσαγάγῃ πρὸς ἐπιψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τοῦ κλάδου τῆς Ἀγροφυλακῆς μὴ ἐκπληρούσης σήμερον παντελῶς τὸν προορισμόν της, ἰδίᾳ ἐν Θεσσαλίᾳ.
§49Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Δὲν κατηρτίσθη ἀκόμη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον καταρτίζεται ὅμως, ὡς ἐδήλωσα καὶ ἄλλοτε, ἵνα ἀποτελεσθῇ νόμος ἐνιαῖος.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) Ἐὰν ὁ ἐργολάβος τῆς ἁλυκῆς Πολυχνίτου (Λέσβου) ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε πρὸς ἐκτέλεσιν νέων ἔργων καὶ πρὸς συντήρησιν τῶν παλαιῶν τοιούτων. 2) Ποῦ ὀφείλεται ἡ κακίστη ποιότης τοῦ ἅλατος τῆς περυσινῆς παραγωγῆς κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ προηγούμενα ἔτη. 3) Πόσον ἐστοίχισε τὸ ἅλας τῆς ἐν λόγῳ ἁλυκῆς κατὰ τὰ ἔτη 1915–1916 καὶ 1917 ὅτε ἡ ἐκμετάλλευσις γίνεται ἐργολαβικῶς. 4) Ποῦ ὀφείλεται ἡ κατὰ 3.000.000 ὀκάδες ἐλάττωσις τῆς περυσινῆς παραγωγῆς, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔτος 1917 καίτοι, δαπάναις τοῦ Δημοσίου ἔχουσιν ἔκτοτε τοποθετηθῆ δύο νέαι πετρελαιομηχαναὶ μετὰ μεγάλων ἀντλιῶν καὶ κατεσκευάσθησαν τρία νέα μεγάλα ἁλοπήγια καὶ συνεπῶς ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ ἡ παραγωγή.
§51Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἡ ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου τῆς ἁλυκῆς Πολυχνίτου ἐκτέλεσις τῶν διὰ τῆς διακηρύξεως ἐπιβαλλομένων νέων ἔργων, βαίνει κανονικῶς. Ἅπαντα τὰ ἔργα ταῦτα δέον νὰ ἔχωσι συμπληρωθῇ ἐντὸς διετίας ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς ἐργολαβίας, ἥτις μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς καλλιεργείας τοῦ ἔτους 1921 καὶ ἐλπίζεται ὅτι θὰ ἔχουσι συντελεσθῇ ἐμπροθέσμως. Ἐπίσης ἡ συντήρησις τῶν παλαιῶν ἔργων, οὐδεμίαν μέχρι τοῦδε ἔδωκεν ἀφορμὴν κατὰ τοῦ ἐργολάβου. 2) Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ποιότητα τοῦ ἅλατος τῆς περυσινῆς παραγωγῆς τῆς ἁλυκῆς Φάντης, σημειοῦμεν ὅτι αἱ περὶ αὐτῆς πληροφορίαι τοῦ κ. βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, καθ’ ὅσον ἐκ τῆς ὑπὸ μεταλλειολογικοῦ ἐργαστηρίου γενομένης ἀναλύσεως, προέκυψεν ὅτι ἡ ποιότης τοῦ ἅλατος τούτου εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους. Ὁπωσδήποτε θὰ μειωθῇ ἡ ἐξακρίβωσις ὡς πρὸς τοῦτο τῶν πληροφοριῶν τοῦ κ. βουλευτοῦ. 3) Ἡ δαπάνη παραγωγῆς τοῦ ἅλατος τῆς ἁλυκῆς Πολυχνίτου κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1908 ἀνῆλθεν εἰς 7 δραχ. περίπου κατὰ τόννον, κατὰ τὸ ἔτος 1916 ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 7,10 περίπου κατὰ τόννον καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1917 δραχ. 21,75 περίπου κατὰ τόννον. Ἡ ἐργολαβικὴ τιμὴ παραγωγῆς ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 16,70 κατὰ τόννον. 4) Ἡ παραγωγὴ τοῦ ἔτους 1919 δὲν εἶναι κατωτέρα τῆς παραγωγῆς τῶν ἐτῶν 1915, 1916 καὶ 1917 καθ’ ὅσον ἡ μὲν παραγωγὴ τοῦ ἔτους 1919 παρὰ τὰς δυσμενεῖς καιρικὰς συνθήκας καὶ τὴν βλάβην τῆς πετρελαιομηχανῆς ἐπί τι διάστημα τῆς καλλιεργείας θὰ ὑπερβῇ τοὺς 5312 τόννους ἐνῷ ἡ παραγωγὴ τῶν ἐτῶν 1915, 1916, καὶ 1917 ἔχει ὡς ἑξῆς:
| 1915 | τόννοι | 3933 καὶ 975 χλγρ. |
| 1916 | τόννοι | 5302 |
| 1917 | τόννοι | 1769 καὶ 840 χλγρ. |
Ἐκ τῶν ἄνω ἐξάγεται ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ 1919 ὑπῆρξεν ἀνωτέρα τῶν ἐτῶν 1915 καὶ 1917, ἴση δὲ σχεδὸν πρὸς τὴν τοῦ 1916 καὶ τοῦτο παρὰ τὰς δυσμενεῖς καιρικὰς συνθήκας κατὰ τὸ 1919. 4) Ἐκ τῶν πετρελαιομηχανῶν, ἅς ἀναφέρει ὁ κ. βουλευτής, ἡ μία μόνον ἐλειτούργησε κατὰ τὸ 1919 ὑποστᾶσα βλάβην ἐκ τῆς συνεχοῦς λειτουργίας. Ἡ δευτέρα μόλις πρό τινος ἐγκατεστάθη μὴ παραληφθεῖσα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς παραλαβῆς ἐν λειτουργίᾳ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Καρπετόπουλος καὶ Δ. Γκλαβᾶς παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἄν σκέπτηται περὶ ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἀμοιβῆς τῶν μονίμων ὑπαξιωματικῶν.
§53Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἡ ὑπηρεσία ἀναγνωρίζει τὸ σκόπιμον τῆς καλλιτερεύσεως τοῦ Σώματος τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ μελετᾷ τὸ ζήτημα, ὅπως ληφθῇ μέριμνα κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§54Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπαναλαμβάνων τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο καὶ πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ἐπιφυλάσσεται διὰ τοὺς μονίμους ὑπαξιωματικοὺς νὰ μεριμνήσῃ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὀργανισμοῦ, δηλαδὴ μᾶς ἀφίνει νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ δὲν θὰ ἐνδιαφέρῃ τὸν εὐθὺς χρόνον, ἀλλὰ τὸν ἀπώτερον. Ἡμεῖς ἐρωτῶμεν τοῦτο, ἐὰν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ πῶς εἶνε δυνατὸν τώρα νὰ σκέπτεται ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν μονίμων ὑπαξιωματικῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ δὲν σκέπτεται ὅπως ἐσκέφθη διὰ τοὺς ἀξιωματικούς. Διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἔλαβε μέριμναν ὅπως εἶχεν ὑποχρέωσιν πολὺ ἐγκαίρως, ἐβελτίωσε τὴν κατάστασιν των καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ὑλικῆς, μισθοδοσίας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ μόνιμος ἐπιλοχίας τοῦ στρατοῦ λαμβάνει μισθὸν 120 δραχμὰς ἀπέναντι 190, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὁ ἁπλοῦς χωροφύλαξ, δὲν ἔλαβε μέριμναν. Οἱ ἐρωτῶντες τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀκριβῶς ἡμεῖς ἐπιζητοῦμεν νὰ τὸν ὠθήσωμεν ὅπως λάβῃ πρόνοιαν συντομώτερον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δέχηται ὅτι ἕνας ὑπαξιωματικὸς μόνιμος ὅπως ὁ λοχίας καὶ πρὸ παντὸς ὁ ἐπιλοχίας, ὁ ὁποῖος δὲν διαιτᾶται εἰς τὸν στρατόν, ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ ζήσῃ μία οἰκογένεια μὲ 120 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Διατὶ αὐτὴ ἡ διάκρισις; Διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς δικαίως ἀπεφάσισε καὶ τοὺς ἐδιπλασίασεν εὐθὺς ἀμέσως τὴν μισθοδοσίαν, διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἀναβάλλει διὰ τὸν ἀπώτερον χρόνον, διότι ὁ καταρτισμὸς καὶ ἡ ψήφισις τοῦ ὀργανισμοῦ δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα λύονται εὐκόλως, ἔχουσιν ἀνάγκην μακροῦ, μακροτάτου χρόνου. Ὑποθέτω ὅτι γεννᾶται τὸ ἐρώτημα πῶς κατὰ τὸν μακρὸν αὐτὸν χρόνον, θὰ ζήσωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὅταν τὸ κράτος αὐτὸ εὗρεν ὅτι ἕνας χωροφύλαξ δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἐὰν δὲν ἔχῃ 190 δραχμὰς τὸν μῆνα, πῶς εὑρίσκει τὸ κράτος ὅτι ἕνας ὑπαξιωματικὸς οἰκογενειάρχης δύναται νὰ ζήσῃ μὲ 120 δραχμὰς τὸν μῆνα; Αὐτὸ εἶνε ἡ ὑλικὴ ἄποψις. Ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως θὰ ἐπεβάλλετο νὰ σπεύσῃ νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔχομεν ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι ἐν διαστήματι 2, 3 ἢ 4. ἐτῶν ἔλαβον τέσσαρας βαθμοὺς ἐνῷ ὑπάρχουσι μόνιμοι ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ προσέφερον πάρα πολλὰ διὰ τὴν δημιουργίαν τὴν ἐπιτυχῆ τῆς σημερινῆς καταστάσεως ἀπὸ ἀπόψεως πολεμικῆς καὶ δι’ αὐτοὺς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιφιλάσσεται νὰ λάβῃ πρόνοιαν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ παραιτηθῇ τῆς τοιαύτης ἰδέας καὶ νὰ σπεύσῃ τὸ ταχύτερον νὰ ἱκανοποιήσῃ ἀπὸ ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς ἀπόψεως αὐτοὺς τοὺς ὑπαξιωματικούς, ἐὰν δὲ δὲν πράξῃ τοῦτο καὶ ἀφίσῃ νὰ χρονίζεται βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος.
§55Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δύο λέξεις, θὰ ὑπερθεματίσω καὶ ἐγὼ εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου. Πρό τινος εἶχεν ὑποβληθῆ, κ. Ὑπουργέ, πρότασις ἐπὶ προαγωγὴ τοῦ ἐπιλοχίου τοῦ 12ου πεζικοῦ Συντάγματος Σπηλιοτοπούλου. Ὑπεβλήθη δυστυχῶς ἀπὸ τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς ὁ σχετικὸς πίναξ ἐπὶ διακεκριμένῃ πράξει μετὰ τὴν 30 Μαρτίου τοῦ 1918, διότι συμφώνως μὲ τὸν νόμον, αἱ προαγωγαὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς ἀνθυπασπιστὰς ἦσαν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τώρα τὶ θὰ γίνῃ διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Φρονῶ ὅτι εἶνε δίκαιον νὰ ἀρθῇ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸν ὑπαξιωματικὸν αὐτόν.
§56Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἀπαντῶν ἐδήλωσα ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ καλλιτερεύσεως τῆς τύχης τῶν ὑπαξιωματικῶν, προκειμένου δὲ περὶ γενικωτέρων μέτρων αὐτὰ συμβαδίζουσι μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος, δὲν ἀποκλείεται δὲ καὶ τὸ ὅτι δὲν θὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς αὐτῶν, ἀλλὰ σήμερον δὲν δύναμαι νὰ κάμω δήλωσιν ποῖα εἶνε τὰ μέτρα αὐτά.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Δαγκλῆς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κατόπιν τῶν ἀλλεπαλλήλων καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν διαβεβαιώσεών του περὶ προσεχοῦς ἀπολύσεως τῶν μόνων υἱῶν ὀρφανῶν πατρός, νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν καὶ πότε σκέπτεται τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν.
§58Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἶχον κάμει τὴν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι προηγεῖται ἡ ἀπόλυσις τῆς τάξεως αὐτῆς τῶν ἀπαλλαγέντων καὶ εἶχε γίνει ἔναρξις ἐκτελέσεως διὰ τοὺς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐξωτερικῷ εὑρισκομένους, ἀλλ’ ἠναγκάσθην νὰ ἀναστείλω αὐτὴν ὅταν μετεβλήθησαν αἱ περιστάσεις, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ σταλῶσιν ἐνισχύσεις εἰς τὸ Μέτωπον. Πάντως ἔχω ὑπ’ ὄψει μου νὰ τοὺς ἀπολύσω πολὺ σύντομα.
§59Γ. ΠΩΠ. Καὶ διὰ τοὺς ἐθελοντάς.
§60Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς Στρατιωτικῶν). Μάλιστα. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου.
§61Δ. ΔΑΓΚΛΗΣ. Νὰ προηγηθῇ ἡ ἡλικία τοῦ 1915.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὰ ἑξῆς: Αἱ νῆσοι Λῆμνος καὶ Ἅγιος Εὐστράτιος ὑπήγοντο μέχρι τοῦ 1917 στρατολογικῶς εἰς τὸ 7ον Στρατολογικὸν Γραφεῖον ἐν Καβάλλᾳ, τοῦ ὁποίου τὰ ἀρχεῖα κατεστράφησαν μετὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Γερμανοβουλγάρων. Τούτου δὲ ἕνεκα, οἱ ἐκ τῶν νήσων τούτων καταγόμενοι στρατιῶται δὲν φέρονται ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Ἀρχιπελάγους, ὅπερ ἀρνεῖται νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς πιστοποιητικὰ ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὰς στρατιωτικὰς των ὑποχρεώσεις κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1915. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πῶς σκέπτεται νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, τὸ ὁποῖον τόσον ἀδικεῖ τοὺς ἐνδιαφερομένους στρατιώτας.
§63Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς Στρατιωτικῶν). Συνεπείᾳ ἀναγκῶν ληφθεισῶν ἐν Μ. Ἀσίᾳ ἀνέστειλα τὴν διάταξιν τῆς ἐκδόσεως τοιούτων πιστοποιητικῶν. Προσεχῶς ὅμως θέλει ληφθῆ μέριμνα ὅπως τάχιστα δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ ἐκδίδωνται τοιαῦτα πιστοποιητικά.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Μ. Νεγροπόντης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας διὰ τὴν κατοχὴν σιγαροχάρτου τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». Ὁ κ. Σ. Σῖμος (Ὑπουργὸς Περιθάλψεως) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου 2051 κυρωθέντος Ν. Διατάγματος τῆς 1 Αὐγούστου 1919 «περὶ ἱδρύσεως ὀρφανοτροφείου καὶ οἰκοτροφείου ὑπὲρ ὀρφανῶν καὶ ἀπόρων μαθητῶν ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ.» Ὁ κ. Ἀ. Παπαναστασίου (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 2031» καί. 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1443 «περὶ λογιστικοῦ γραφείου παρὰ τῷ τμήματι τῶν ἐπιταγῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει τὸν λόγον.
§65Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ἀνωτάτης Σχολῆς ἐμπορικῶν σπουδῶν». Θὰ ἦτο ἴσως ἀρκετὸν νὰ ἐξαγγείλω ἁπλῶς τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ καταστήσω περιττὴν πᾶσαν εἰσήγησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σκοπιμότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὑπάρχει βεβαίως οὐδεὶς ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅστις πλειστάκις νὰ μὴ ἀνεγνώρισε τὴν ἐν Ἑλλάδι ἔλλειψιν ἑνὸς τοιούτου ἀνωτέρου ἐκπαιδευτικοῦ ἱδρύματος, καὶ ὅστις σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξαπλούμεθα ἐπὶ πέντε Θαλασσῶν, ἡ Ἀνωτάτη Σχολὴ Ἐμπορικῶν σπουδῶν, ἀποτελεῖ μεταξὺ τόσων ἄλλων κυβερνητικῶν φροντίδων, ἕν ἐπεῖγον, ἐπίκαιρον καὶ ἐκτάκτως σημαντικὸν ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς μας Οἰκονομίας καθῆκον. Ἡ Ἐμπορικὴ ἐπιστήμη, διότι περὶ τοιαύτης πρόκειται, πρὸ τῶν νέων ὅρων τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς παγκοσμίου ἐπικοινωνίας, ὁσημέραι εὐρύνεται, καλεῖ δὲ μεταξὺ τῶν πιστῶν της οὐ μόνον τὸν μεγαλέμπορον ἀλλὰ καὶ τὸν βιομήχανον, τὸν Τραπεζίτην, τὸν ἐμπορικὸν ἀκόλουθον, τὸν Ἀνώτερον Διοικητικὸν ὑπάλληλον, πάντα τέλος προοριζόμενον νὰ θέσῃ εἰς κίνησιν τοὺς διέποντας τὴν παραγωγὴν καὶ ἀνταλλαγὴν γνωστοὺς ὅσον καὶ ἀδήλους νόμους. Ὁπόσον ἡ διάδοσις τοιούτων ἐμπορικῶν φώτων κατενοήθη ἀλλαχοῦ, ἀρκεῖ παραλείπων τὰ μεγαλείτερα κράτη, ν’ ἀναφέρω μόνον τὴν Ἑλβετίαν ὅπου λειτουργοῦσι 7 σχολαὶ Ἀνωτάτης Ἐμπορικῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ ἡρωϊκὸν Βέλγιον ἀριθμοῦν 9 τοιαῦτα ἱδρύματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ Ἀνώτατον Ἰνστιτοῦτον τοῦ Ἐμπορίου τῆς Ἀμβέρσης ἱδρυθὲν τῷ 1852. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας σήμερον, ἐξεπονήθη μετὰ μεγάλης ἐπιμελείας, δύναμαι νὰ εἴπω μετ’ ἰδιαιτέρας στοργῆς. Ἐν τῇ λιτότητι τῶν εὐαρίθμων διατάξεών του, θ’ ἀνεύρετε ὅλα τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα, τὰ ἐξασφαλίζοντα τὴν κανονικήν, πλὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν καὶ πρόοδον τῆς Σχολῆς. Ὁ διαπρεπὴς καθηγητὴς ἐν Λωζάνῃ κ. Παγιάρ, παρέσχεν ἡμῖν ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ ὀργανισμοῦ τὴν πολύτιμον συμβουλήν του, θὰ παρακολουθήσῃ δὲ μέχρι τέλους τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Ἡ διάρκεια τῶν σπουδῶν ὡρίσθη τριετής. Ἡ σχολὴ θέλει λειτουργήσει προσωρινῶς ἐν Ἀθήναις τῆς ὁριστικῆς της ἕδρας μελλούσης νὰ προσδιορισθῇ βραδύτερον ἀναλόγως τῶν διδακτικῶν ἀξιώσεων, ἅς δύνανται νὰ ὑποβάλλουν καὶ ἕτεραι σεβασταὶ ἐμπορικαὶ ἑστίαι τοῦ Βασιλείου. Ζητῶ τὴν ἄδειαν ν’ ἀπαριθμήσω μεταξὺ τῶν κυριωτέρων, τινὰ τῶν διδαχθησομένων ἐν τῇ Σχολῇ ταύτῃ μαθημάτων. Λογιστικὴ θεωρητικὴ καὶ ἐφηρμοσμένη, Ἐμπορικὴ Οἰκονομία, στατιστική, οἰκονομικὴ Γεωγραφία, ἐμπορικόν, βιομηχανικὸν καὶ ναυτικὸν δίκαιον, οἰκονομικὰ μαθηματικά, ἐμπορευματολογία, μεταφοραὶ καὶ τιμολόγια, ἐμπορική, πολιτικὴ καὶ τελωνειακὴ νομοθεσία, πολιτικὴ οἰκονομία, δημοσιονομία, διεθνὲς δίκαιον, ξέναι γλῶσσαι, στενογραφία. Διὰ τῆς ἱδρύσεως μιᾶς τοιαύτης σχολῆς ἐπιστεγάζεται τὸ ἄχρι τοῦδε χαῖνον οἰκοδόμημα τῆς ἐμπορικῆς μας ἐκπαιδεύσεως, ὁλόκληρος δὲ ὁ νεαρὸς Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς θὰ δύναται εἰς τὸ ἑξῆς νὰ τραπῇ ὑπερήφανος καὶ εὔελπις πρὸς τὴν νέαν αὐτήν, εὐρυτάτην οἰκονομικὴν λεωφόρον. Προοιωνίζομαι ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς Ἀνωτάτης ταύτης ἐμπορικῆς Σχολῆς, τὰ μεγαλείτερα ἀγαθά, διὰ τὴν χαρακτηριστικὴν ἰδιοφυΐαν καὶ ἐπιχειρηματικότητα τοῦ Ἕλληνος. Ὑποβάλλω ἐπίσης, σχέδιον νόμου, «περὶ ὑποθηκικῶν Τραπεζῶν» οὗτινος τὸ ἐπεῖγον κατεδείχθη ἰδιαζόντως ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ταχείας ἀνοικοδομήσεως τῆς Θεσσαλονίκης. Βεβαίως ἀπετέλει μέγα κενὸν ἐν Ἑλλάδι ἡ ἔλλειψις νόμου ἐπιτρέποντος καὶ ρυθμίζοντος τὴν ἔκδοσιν ὑποθηκογράφων, τὴν δημιουργίαν δηλονότι ἐμπορευσίμων ἀξιῶν μὲ ἀφετηρίαν καὶ βάσιν, τὴν ὑποθηκικὴν πίστιν. Ἡ ἔλλειψις αὕτη ἐμφανίζεται πλέον αἰσθητή, ὅταν ἀναλογισθῇ τις ὅτι ἡ ἐμπορική μας ναυτιλία, παρέμεινεν ἄχρι τῆς ὥρας ἐστερημένη ἑνὸς τόσον σπουδαίου πιστωτικοῦ ἐφοδίου. Εἶναι γνωστὴ ἡ ὤθησις, ἣν ἔδωσεν ἀλλαχοῦ, ἰδίᾳ ἐν Ὁλλανδίᾳ, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορικοῦ στόλου, ἡ ἔκδοσις τοιούτων ὁμολογιῶν, πρὸς εὐκολωτέραν παροχὴν ναυτικῶν δανείων, ἐπὶ ὑποθήκῃ ὡς καὶ ἡ δημιουργία ἀπεράντων συνοικισμῶν, ἵνα μὴ εἴπω πόλεων, ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, ὀφειλομένη εἰς τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαίων οἰκοδομικῶν μέσων. Τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, ἐβασίσθη κατὰ πολὺ ἐπὶ τοῦ ἀναλόγου Γερμανικοῦ νόμου τῆς 13ης Ἰουλίου 1899 ἐπιτρέπει δὲ τὴν ἔκδοσιν ὑποθηκογράφων εἰς τραπεζιτικὰς ἐπιχειρήσεις, ὧν τὸ καταβεβλημένον κεφάλαιον ἀνέρχεται τοὐλάχιστον εἰς δέκα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Συναφὲς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι καὶ ἕτερον τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1023, περὶ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως ἀσφαλείας». Ἡ ὑπάρχουσα ἀνάγκη ἀνεγέρσεως κατοικιῶν ἐπιβάλλει τῷ ὄντι, τροποποίησιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἐπιτρέπουσαν εἰς ἀσφαλιστικὰς ἐπιχειρήσεις, νὰ διαθέτωσι τὰ ὡς ἐγγύησιν τοποθετούμενα ποσὰ τόσον εἰς ἀκίνητα, ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους, ὅσον καὶ εἰς ὁμολογίας, ὑποθηκικῶν τραπεζῶν. Τέλος, οὐχὶ ἄσχετον πρὸς τὰ δύο τελευταῖα νομοσχέδια, εἶναι καὶ τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ὑποβάλλω, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1308 περὶ ἐμπορικῶν χρηματιστηρίων. Διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης, θὰ ἐπιτρέπεται μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ οἰκείου Συμβουλίου ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ὑποθηκικῶν ὁμολογιῶν Ἑλληνικῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ἐξαιρετικῶς καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς διὰ τὰς λοιπὰς ἀξίας ὑπολοιπομένης προθεσμίας. Ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ, λαμβάνεται ὡσαύτως πρόνοια ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις παλαιοῦ πόθου τῶν μελῶν τοῦ Χρηματιστηρίου Ἀθηνῶν, ἀφορῶντος τὴν ἀπόκτησιν Χρηματιστηριακοῦ μεγάρου, ἄνευ οὐδεμιᾶς, ὡς θὰ ἴδητε, συμμετοχῆς ἢ δαπάνης τοῦ Δημοσίου. Αὐτὰ εἶναι τὰ τρία νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τὰ ἄνω νομοσχέδια ἐνισχύεται διὰ τῶν κ.κ. Α. Μπασιᾶ, Ν. Ζαρλῆ, Ι. Μανέτα καὶ Π. Ἀγγελίδου. Αἱ ἐπὶ τῶν Ἀμέσων καὶ Ἐμμέσων φόρων, Δημοσίας Ἀσφαλείας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας καὶ Συγκοινωνίας Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων. 1) «Περὶ αὐξήσεως συντελεστῶν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, δωρεῶν καὶ προικῶν». 2) «Περὶ αὐξήσεως τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγραφομένης πιστώσεως διὰ τὰς δαπάνας τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς λειτουργίας τοῦ νοσοκομείου ἡ «Σωτηρία». 3) «Περὶ ἐκποιήσεως ἀκινήτου τῆς Ἱστορικῆς καὶ Ἐθνολογικῆς Ἑταιρείας». 4) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐργατικῶν τινῶν νόμων» καὶ 5) «Περὶ παραχωρήσεως ἐκμεταλλεύσεως τῶν ὑδραυλικῶν δυνάμεων τοῦ προνομίου χειμάρρου Γλαύκου καὶ τῶν παραχειμάρρων αὐτοῦ.»
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Δ. Χρυσοστάλης ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, διατὶ δὲν κατέθεσεν εἰσέτι τὸ ἀπὸ 15ης Ἀπριλίου ζητηθὲν ἀντίγραφον περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἐν Ἀλιβερίῳ τσιφλικίου «Δύστος».
§67Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ μίαν παράνομον κατ’ ἐμὲ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον του. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ἐλέγχου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἰσηγηθῶ τὰ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς πῶς ἔχει. Εἰς τὴν Εὔβοιαν, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὑπάρχουν περὶ τὰ 40 καὶ πλέον τσιφλίκια ἐκτάσεως ὑπὲρ τὰς 100.000 στρεμμάτων. Ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ ἀγροτικὸς νόμος οἱ γαιοκτήμονες τῶν τσιφλικίων ἔσπευσαν, τοὐλάχιστον τῆς ἀνατολικῆς Εὐβοίας, νὰ ἐκποιήσουν τὰ τσιφλίκια των, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ὄχι ἐν τάξει εὑρισκόμενον, εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν τσιφλικίων ἐκείνων. Ἀλλὰ τοῦτο τέλος ἐγένετο, οὐχ’ ἧττον τὸ κακὸν ἐξακολουθεῖ ἀκόμη, νὰ γίνεται. Εἰς τὸ Ἀλιβέριον ὑπάρχει τσιφλίκιον καλούμενον «Δῦστος» ἐκτάσεως περὶ τὰ 22.000 στρέμματα. Ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ τσιφλικίου αὐτοῦ ἐπώλησεν ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος μέχρις ἐφέτος ἐκτάσεις ἀξίας 1.700.000 δραχμῶν ἀποστραγγίσας τὰ πέριξ χωρία τοῦ τόπου μας οἰκονομικῶς. Δὲν ἀφῆκεν χρῆμα εἰς κανένα ἐκ τῶν τοκιστῶν καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν χωρικῶν τῶν δυναμένων νὰ ἔχωσι χρήματα, διότι ἔσπευσαν οἱ ἔχοντες ἀνάγκην κτημάτων πατεῖς με πατῶ σε ν’ ἀγοράσουν ἐκ τῶν πωλουμένων ἑκουσίως τσιφλικίων, ἀλλὰ παρανόμως πωλουμένων. Ἀπετάνθημεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εὑρίσκονται αἱ αἰτήσεις ὅλων τῶν καταρτισθέντων ἐκεῖ γεωργικῶν συνεταιρισμῶν σωρηδὸν Οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο. Τέλος μετὰ πολλοῦ κόπου καὶ βασάνων ἐφρόντισαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ κατώρθωσαν νὰ δημοσιευθῇ εἰς τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως 1074 τῆς 3 Ἀπριλίου 1919 ἡ ἀπαλλοτρίωσις τοῦ Τσιφλικίου «Δῦστος». Ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπαλλοτρίωσις αὐτή, ἐστάλη τὸ συνεργεῖον τῶν μηχανικῶν, ἀλλ’ ἀντεστάθησαν οἱ δικηγόροι τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ὅτι αὐτὸ δὲν καλλιεργεῖται ἐπὶ μορτῇ, ὅτι δὲν εἶναι τσιφλίκιον, ἐνῷ ὑπάρχει βιβλιάριον τοῦ ἰδιοκτήτου τὸ ὁποῖον λέγει «τὸ τσιφλίκιόν μου Δύστος ἀπὸ τὸ ἔτος 1912 ὅτε δὲν ἐπερίμενε ὁ ἄνθρωπος ὅτι θὰ ἐγένετο ἀπαλλοτρίωσις». Ἐστάλη, ἐπαναλέγω, τὸ συνεργεῖον τῶν μηχανικῶν, καταμετρήσεις ἐγένοντο, τὸ σχεδιάγραμμα εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἐστάλη ὁ γεωπόνος, ἐξετίμησε τὴν ποιότητα τῆς γῆς, ἐστάλη δεύτερος γεωπόνος, διότι ἀντεστάθη καὶ πάλιν ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ὁ δεύτερος ἐξετίμησε αὐστηρότερον τοῦ πρώτου καὶ ἐπροχώρησαν τὰ πράγματα εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὁπότε ἐσχάτως ἐψηφίσθη ὁ ἀγροτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος συνίστα ἐπιτροπὰς εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα τῶν Νομῶν. Δὲν ἔμενε τίποτε ἄλλο ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας νὰ συστήσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία θὰ διένειμε τὸ τσιφλίκιον εἰς τοὺς πέριξ οἰκοῦντας γεωργικοὺς συνεταιρισμούς. Ἀλλ’ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ πάλιν κατέφυγε, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε πρόσωπον νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ὅ ἀντιδραστικός, κατέφυγεν εἰς μέσα φοβερὰ καὶ δυνατά· ἐπεστράτευσε καὶ Ὑπουργοὺς ἀκόμη, ἐν ἐνεργείᾳ καὶ δρῶντας Ὑπουργοὺς καὶ μετέβησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας νὰ παρακαλέσωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας—καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του—ὁ Καφαντάρης ὁ Εὐρυτὰν λέγει, κύριοι, θὰ καλέσω τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἁρμοδίους τοὺς σταλέντας πρὸς ἐπιθεώρησιν καὶ νὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ οἱ δικηγόροι του καὶ ἂν οἱ ὑπάλληλοι εἴπωσιν, ὅτι αὐτὸ τὸ τσιφλίκιον εἶναι ἑκουσίως ἀπαλλοτριωτέον δὲν ἔχω παρὰ νὰ ὑπογράψω τὴν ἄδειαν τῆς ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως. Ἐκάλεσε τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς εἶπε, τὶ ἐκάματε; Εἶχον γίνει τρία συμβούλια τῶν δημοσίων κτημάτων διὰ τὸ τσιφλίκιον αὐτὸ καὶ δὲν κατέληγον εἰς ἀποτέλεσμα κατόπιν τῶν ἰσχυρῶν μέσων τὰ ὁποῖα διέθετεν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ τσιφλικίου. Δὲν κατέληγον, διότι ἐὰν κατέληγον, θὰ ἔδιδον τὸ δίκαιον ὑπὲρ τῶν γεωργικῶν συνεταιρισμῶν. Οἱ ὑπάλληλοι εἶπον, ὅτι τὸ τσιφλίκιον ὄχι μόνον καλλιεργεῖται ἐπὶ μορτῇ, ἀλλ’ ἐπὶ μορτῇ τοῦ χειρίστου εἴδους. Ὅλα αὐτὰ ἐλέχθησαν παρουσίᾳ ὅλων καὶ ὁ κ. Καφαντάρης κατόπιν τούτων δὲν ὑπέγραψεν καὶ τοὺς λέγει, ὅτι κατόπιν τῆς ἀπαντήσεως τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω ἄδειαν ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὶ πρέπει νὰ γίνῃ; Τὰ συμβόλαια δὲν συνετάχθησαν, διότι ὑπάρχει ὁ ἀπαγορευτικὸς νόμος, ὁ 1659, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει εἰς τοὺς συμβολαιογράφους νὰ προβαίνωσιν εἰς σύνταξιν συμβολαίων πωλητηρίων, ἐὰν δὲν προηγῆται ἄδεια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τοὺς λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἀφοῦ ὁ συμβολαιογράφος Ἀλιβερίου δὲν συντάσσει τὰ συμβόλαια, ἀποτανθῆτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς του τοὺς συμβολαιογράφους νὰ διατάξῃ αὐτοὺς νὰ ὑπογράφουν τὰ συμβόλαια. Καὶ ἔτσι τοὺς ἐξεφορτώθη. Ἔρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ζητοῦσιν ἄδειαν, καὶ ζητοῦσιν νὰ διαταχθῇ ὡρισμένως εἷς ἐκ τῶν συμβολαιογράφων, ὁ διωρισμένος παρ’ αὐτοῦ τοῦ πρώην ἰδιοκτήτου τοῦ τσιφλικίου, τοῦ ὁποίου συμβολαιογράφου ὁ πατὴρ ὑπῆρξεν ἐπιστάτης τοῦ τσιφλικίου τοῦ ἰδίου καὶ ὁ ὁποῖος συμβολαιογράφος εἶναι οἰκόσιτος τοῦ ἰδιοκτήτου. Κάμνει μίαν αἴτησιν ὁ συμβολαιογράφος καὶ λέγει, νὰ μοῦ δώσητε τὴν ἄδειαν κλπ. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον χωρὶς νὰ ἔχῃ λόγον παρεμβάσεως ἀπαντᾷ, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσῃ, ἀπαντᾷ εἰς τὸν συμβολαιογράφον, κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, εἰς ὃ εἶχεν ἀποστείλει προηγουμένως ἔγγραφον, ἐὰν καλλιεργῆται ἐπὶ μορτῇ, καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Ὑπουργείου ἦτο, ὅτι ὄχι μόνον δὲν καλλιεργεῖται ἐπὶ μορτῇ, ἀλλ’ ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ διαδικασία τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἀπαντᾷ εἰς τὸν συμβολαιογράφον Ταμιναῖον κ. Παλαιολόγον ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπανειλημμένως μετέβησαν ἐκεῖ ἐπιθεωρηταὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας ἐπανειλημμένως τὸ συμβούλιον τῶν δημοσίων κτημάτων δὲν ἀπεφάνθη, ἐὰν καλλιεργῆται ἐπὶ μορτῇ ἢ ὄχι, ἀφίεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Συμβολαιογράφου, ἵνα συντάξῃ τὰ συμβόλαια καὶ νὰ κρίνῃ, ἐὰν καλλιεργῆται ἐπὶ μορτῇ ἢ ὄχι. Προκειμένου, κύριοι, περὶ πωλήσεως 1½ ἑκατομ. εἷς συμβολαιογράφος τοιοῦτος δύναται νὰ τὴν πετάξῃ τὴν θέσιν του καὶ νὰ εἴπῃ, καλλιεργεῖται ἐπὶ μορτῇ. Ἔρχονται οἱ ἀδικηθέντες, οἱ ἀποκλεισθέντες εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ διαμαρτύρονται. Καὶ ὁ συμβολαιογράφος δὲν λαμβάνει τίποτε ὑπ’ ὄψιν. Καὶ τουλάχιστον κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω καὶ τοῦτο, νὰ ἦσαν ἐκ τῶν ἡμετέρων, καίτοι ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς τὸ κόμμα σας ἀλλ’ ἀνήκω εἰς τὴν πολιτικήν σας καὶ ἡ τύχη ποῦ θὰ πάρῃ σᾶς θὰ πάρῃ καὶ μένα, ἀλλ’ εἶναι ὅλοι ἀντιδραστικοὶ καὶ μέχρι σήμερον ἐξακολουθοῦν ἀντιδρῶντες. Αὐτὸς ὁ πρόεδρος τῶν ἐπιστράτων ὁ δημοδιδάσκαλος ὁ Πᾶνος ἔχει 100 χιλ. δραχμ., διότι σεῖς τὸν ἐξωρίσατε ἀλλὰ τοῦ ἐκάματε ἕνα μεγάλο καλὸ διότι τὸν ἀνέλαβε ὑπὸ τὴν προστασίαν του ὁ τσιφλικοῦχος αὐτός. Εἶπον, κύριοι, ὅτι τὸ συμβούλιον τῶν δημοσίων κτημάτων ἐπανειλημμένως συνελθὸν δὲν ἀπεφάσισεν ἂν ὄντως καλλιεργεῖται ἐπὶ μορτῇ ἢ ὄχι καὶ τοῦτο διότι ἐπιέζετο ἀπὸ τὰ ἰσχυρὰ μέσα, διότι ἄλλως θὰ ἀπεφάσιζεν ὅτι καλλιεργεῖται ἐπὶ μορτῇ ὅπως τὸ εἶπον ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου οἱ ὑπάλληλοι. Καὶ ὅμως ἀφίεται ὁ συμβολαιογράφος νὰ κρίνῃ. Οἱ χωρικοὶ διαμαρτύρονται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατόπιν τῶν παραστάσεων μου ἔστειλε τηλεγράφημα καὶ καθιστᾷ προσεκτικὸν τὸν συμβολαιογράφον. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὸν συμβολαιογράφον τηλεγραφικῶς νὰ συντάσσῃ συμβόλαια.
§68Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Αὐτὸ ἂν τὸ ἔκανε ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἦτο παράνομον.
§69Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Λέγουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ἄν καὶ τοῦτο ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ κτῆμα καλλιεργεῖται ἐπὶ μορτῇ, τὰ συντασσόμενα συμβόλαια εἶναι ἄκυρα. Ὡραῖα μὰ τὴν ἀλήθεια. Ἀφ’ οὗ θὰ ἀναστατωθῇ ὅλος ὁ κόσμος, θὰ γίνουν 500 δάνεια, θὰ ἔλθωμεν μεθαύριον καὶ θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἀγοράσαντας, δὲν εἶσθε κύριοι τῶν ἀγρῶν τοὺς ὁποίους ἠγοράσατε, παρανόμως, ἠγοράσατε, ἐπιστρέψατε τὰ χρήματα 1½ ἑκατομμύριον. Φαντασθῆτε τὶ ἀναστάτωσις θὰ ἐπέλθῃ, ἐνῷ θὰ προελαμβάνοντο τὰ πράγματα μόνον μὲ μίαν διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τουλάχιστον τώρα νὰ τὴν στείλῃ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§71Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι διότι ὁ κ. συνάδελφος ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον μὲ ἀπησχόλησε κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ τὸ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τύπον παραπόνου κατ’ ἐμοῦ καὶ τὸ παράπονόν του μόνον ἠδύνατο νὰ συγκεντρωθῇ εἰς τοῦτο ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ μὲ παρασύρῃ εἰς πρᾶξιν παράνομον, διότι ἐζήτει νὰ διατάξω τὸν συμβολαιογράφον νὰ μὴ συντάσσῃ συμβόλαια διότι τὰ κτήματα καλλιεργοῦνται ἐπὶ μορτῇ, ἐγὼ δὲ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπον εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι ἁρμόδιον νὰ ἀποφανθῇ κατὰ πόσον ἦσαν ἀπαλλοτριωτέα εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, μοὶ ἀπήντησεν ὅτι δὲν εἰμπορεῖ νὰ δώσῃ γνώμην, διότι δὲν γνωρίζει ἂν καλλιεργῆται ἐπὶ μορτῇ ἢ ὄχι, διότι δὲν ἀπεφάνθη τὸ συμβούλιον τῶν κτημάτων. Τότε εἶπον εἰς τὸν συμβολαιογράφον ὅτι ὁ νόμος λέγει ὅτι δὲν δύνασαι νὰ συντάσσῃς συμβόλαια ἂν καλλιεργῆται ἐπὶ μορτῇ τὸ κτῆμα, διότι εἶναι ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τοῦτο, ἂν δὲν καλλιεργεῖται ἐπὶ μορτῇ δύνασαι νὰ συντάξῃς, πάντοτε δὲ νὰ ὑπομνήσῃς εἰς τοὺς συμβαλλομένους ὅτι τὸ συμβόλαιον θὰ εἶναι ἄκυρον ἂν τὸ Συμβούλιον τῶν κτημάτων ἀποδεχθῇ ὅτι τὸ κτῆμα καλλιεργεῖται ἐπὶ μορτῇ. Ἔκαμον τοῦτο ἴσως χωρὶς νὰ εἶναι προσῆκον νὰ τὸ κάμω, διότι ὁ συμβολαιογράφος ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ τὸν νόμον, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ κ. συναδέλφου ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω μίαν γνώμην νὰ ἐνισχύσω τὸν συμβολαιογράφον καὶ ἀφ’ οὗ ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας μετὰ τοῦτο τὸ ἔκαμον.
§72Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὑπὸ τὴν πίεσιν ἐμοῦ;
§73Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὰς παραστάσεις.
§74Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ σᾶς παρεκάλεσα νὰ στείλητε τὸ πρῶτον ἔγγραφον.
§75Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μὲ παρεκαλέσατε ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, τινὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν συμβολαιογράφον.
§76Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Τὸ πρῶτον ἔγγραφον θεωρῶ ἀδικαιολόγητον.
§77Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅταν αὐτὸς συνέταξε συμβόλαιον ἦλθε παραπονούμενος ὁ κ. συμβολαιογράφος καὶ μοῦ ἔδωκε καὶ ἀναφορὰν ἀπὸ μέρους χωρικῶν τινῶν. Καὶ προέβην εἰς ἄμεσον ἐνέργειαν καὶ ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν συμβολαιογράφον ὅτι οἱ χωρικοὶ παραπονοῦνται διὰ τὸ τοιοῦτον ὅτι τὰ κτήματα τάδε καλλιεργοῦνται ὑπὸ τῶν μορτητῶν καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας. Καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ἔρχεται ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἤλεγξε τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔκαμε τοιαύτην ἐνέργειαν.
§78Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Νὰ παύσῃ πρὸς στιγμήν.
§79Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νὰ μὴ συντάσσῃ συμβόλαια;
§80Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς συνεμορφώθη πρὸς τὸν νόμον.
§81Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Νὰ παύσῃ προσωρινῶς.
§82Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς θὰ παύσῃ προσωρινῶς; Τότε ἀκριβῶς θὰ ἦτο ἄξιος ἐλέγχου ὁ Ὑπουργός.
§83Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἄν ἔλεγον τοῦτο εἰς τὸν συμβολαιογράφον: παῦσε νὰ συντάσσῃς συμβόλαια, τότε θὰ ἤμην ὑπόδικος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§85Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁμολογῶ κατὰ παράβασιν γνώμης ὑποστηριχθείσης καὶ παρ’ ἐμοῦ ὅτι οἱ πληρεξούσιοι τῶν ἐνδιαφερομένων δὲν ἔχουσι γνώμην ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ προσωπικὸν διὰ τοῦτο θὰ λάβω τὸν λόγον. Ὁ χαριτόβρυτος συνάδελφος κ. Χρυσοστάλης, ὁ πολὺ ἀγαθός, ἀλλὰ καὶ ἐπαγγελματικῶς ὄχι τόσον πολὺ φιλάνθρωπος πρὸς τοὺς συμπολίτας του ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν φαρμακευτικῶν του καθηκόντων, διότι ἔχω εἰς χεῖράς μου ἀναφορὰς τῶν συμπολιτῶν του καταγγελλόντων αὐτὸν διὰ πωλήσεις τῶν φαρμάκων εἰς τιμὰς λίαν ἀφθάστους ἀπὸ τὰ πτωχὰ βαλάντια τῶν συμπολιτῶν του, ὁ χαριτόβρυτος συνάδελφος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῶν δικαίων τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ὁποίου ὀφείλουν χρήματα, σκέπτονται ἵνα προσχωρήσουν εἰς τὰς τάξεις ἐκείνου τοῦ ὁποίου τὴν ἐπάνοδον μεταξὺ τῶν ἄλλων συνεργατῶν του περιμένει καὶ ὁ κ. Χρυσοστάλης.........
§86Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Πόσον ἀπατᾶσθε!
§87Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ μόνη ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ δώσω εἰς τὸν χαριτόβρυτον, ἐπαναλαμβάνω, συνάδελφον εἶναι ἡ μέχρι τοῦδε συμπεριφορά μου, ἡ μέχρι τοῦδε πολιτική, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα καὶ τὴν ὁποίαν θέλω ὑποστηρίξει διὰ πάσης μου ψυχῆς καὶ δυνάμεως πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ μεγαλείου τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ μου. Ἑπομένως τῇ ἣν κρατῶ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως συμφώνως μὲ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἔθεσα δὲν εἰσέρχομαι.
§88Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος μὲ κατηγόρησε προσωπικῶς ὡς πωλοῦντα φάρμακα εἰς μεγάλας τιμάς. Εἶνε πασίγνωστον ἀνὰ τὴν Εὔβοιαν ὅτι τὸ φαρμακεῖόν μου κατέχει τὴν ἀρίστην θέσιν, ὅτι διεξάγω τὰς ἐργασίας ἀνιδιοτελέστατα καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ἀγαπητότατος καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὴν Βουλὴν ὡς μόνος ἀνεξάρτητος βουλευτὴς καὶ ὄχι ὡς Καραπανικὸς ἢ ὡς Βενιζελικός. Τὴν θέσιν μου ἐδῶ τὴν καθορίζουν ἐκεῖνοι καὶ πάντοτε φιλελεύθερα ἐργάζομαι δι’ αὐτούς.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, νὰ διατάξῃ τὴν δημοπρασίαν τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ Καλαβρύτων–Πριόλια–Σκοπετοῦ, ἀφοῦ ἡ μελέτη ἔχει γίνει καὶ ὁ συμπληρωματικὸς προϋπολογισμὸς ἐγένετο καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§90Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ πιστεύσῃ κανείς, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐφόσον ἐξακολουθητικῶς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων καὶ ἰδίως διὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ὅτι ἡ ἐπαρχία αὕτη μετεβλήθη εἰς κῆπον Ἐδὲμ ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας, διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συμπαρεδρεύω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν καταβάλλων τὸ ἐπ’ ἐμοὶ πάσας τὰς δυνάμεις μου διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶναι ὅμως ἀληθές, κύριοι βουλευταί, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπεσκέφθησαν τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων ὅτι ἡ ἐπαρχία αὕτη ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας εὑρίσκεται εἰς πρωτογόνον κατάστασιν, ὅτι ἡ ἐπαρχία αὕτη, ἡ ὁποία ἔχει ἔκτασιν ἀνωτέραν τῶν δύο ἄλλων ἐπαρχιῶν Πατρῶν καὶ Αἰγιαλείας, εὑρίσκεται εἰς πρωτογόνον κατάστασιν, ὅτι ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων τῆς ὁποίας ἄλλωστε τὸ περίφημον Ταμεῖον ὁδοποιΐας εἶχε ἐνισχυθῆ, ὅτι εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν ὥστε ἄν τις ἐπισκεφθῇ τὴν ἐπαρχίαν ταύτην θὰ πεισθῇ ἀκραδάντως ὅτι εἶχε ἀποσπασθῇ ἡ ἐπαρχία αὕτη ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπον τμῆμα τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ ὅτι οὐδέποτε ἡ εὐεργετικὴ χεὶρ τῆς Πολιτείας ἐδαψίλευσε τὸ εὐεργέτημα τῆς συγκοινωνίας ἐπ’ αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὸν πυρῆνα μιᾶς χώρας καὶ ἑνὸς τόπου πολιτισμένου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐπαρχία αὕτη παρουσίασε τὴν εἰς πολιτικὴν κονίστραν καὶ τὸν πολιτικὸν βίον πολλὰ τέκνα πολιτικά, τὰ ὁποῖα κατέλαβον τὴν ὑψίστην θέσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπὸ λεπτότητα ἴσως δὲν ἠθέλησαν νὰ δείξωσιν τὴν στοργὴν ἐκείνην ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Ἐγένετο ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ Διακοφτοῦ μέχρι Καλαβρύτων ἀποστάσεως 5 χιλιομέτρων ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ὁ ὁποῖος ἠθέλησεν, ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Δυστυχῶς λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ συγκοινωνία ἐλειτούργει κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀπὸ Διακοφτοῦ μέχρι Καλαβρύτων δὲν ἐξυπηρέτει οὐδαμῶς τὸ ἐσωτερικόν της καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ὁδὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι καλλίτερον ἦτο νὰ μὴ ἐγίνετο ἡ ὁδὸς αὕτη, διότι τότε θὰ ἐγίνετο ἡ ὁδὸς Πατρῶν–Καλαβρύτων καὶ θὰ ἐπεκοινώνει ὅλον τὸ ἐσωτερικὸν τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς. Εἶναι δύο μεγάλαι ἀρτηρίαι. Ἡ ἀρτηρία Καλαβρύτων–Τριπόλεως καὶ Καλαβρύτων–Πύργου. Αἱ μελέται ἔχουσι γίνει τῶν τμημάτων αὐτῶν ἀπὸ ἕνα Γάλλον μηχανικόν. Τελευταίως δὲ ἤρχισε κάποια ἐργασία ἀφοῦ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἡ μελέτη αὕτη ἔμεινε χωρὶς νὰ γίνῃ καμμία ἐπ’ αὐτῆς ἐργασία. Ἤρχισεν ἀπὸ Τριπόλεως καὶ προχωρεῖ πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἀλλὰ καθυστερεῖ τὸ ἄλλο τμῆμα Καλαβρύτων διὰ Μαζέϊκα–Τρίπολιν, κεντρικὴ ὁδὸς καὶ μεγάλη ἀρτηρία, ἡ ὁποία ἂν δὲν ἐξυπηρετήσῃ τὰ πολλαπλᾶ τῆς ἐπαρχίας συμφέροντα, πάντως θὰ ἐξυπηρετήσῃ αὐτὰ κατὰ ἕνα οἱονδήποτε τρόπον. Δυστυχῶς καίτοι δεκαετία ὁλόκληρος παρῆλθε, καίτοι ἡ ἀσθενής μου φωνὴ μὲ τὰς μικράς μου δυνάμεις δὲν ἔλειψε νὰ ψάλῃ εἰς τραγοῦδι πλέον τὴν κατάστασιν, δυστυχῶς ἡ πολιτεία ἀνάλγητος δὲν θέλει νὰ συγκινηθῇ καὶ νὰ δείξῃ τὸ παραμικρότερον ἐνδιαφέρον. Δὲν ἔδειξεν οὔτε τὴν παραμικροτέραν στοργὴν διὰ τὸν τόπον αὐτόν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἕτερον τμῆμα, τὸ τμῆμα Καλαβρύτων Πριόλια–Σκοπετοῦ. Ἐὰν γίνουν αἱ δύο μεγάλαι αὗται ἀρτηρίαι θὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ συγκοινωνία τῆς ἐπαρχίας μεγάλως. Εἴχομεν τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἀποκτήσωμεν συγκοινωνίαν λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι ὅλα μέρη ὀρεινὰ καὶ βραχώδη, ἐὰν ρίψῃ τις ἓν βλέμμα εἰς ὀρεινότερα μέρη τῆς χώρας εἰς τὴν Ἀρκαδία, τὸ Μεσολόγγι θὰ ἴδῃ, ὅτι αὐτὰ ἀπέκτησαν συγκοινωνίαν ἐπαρκῆ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς συγκοινωνίας νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἡ ὑπηρεσία ἀσχοληθῇ μὲ τὰς ὑποδειχθείσας αὐτὰς γραμμάς.
§91Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. βουλευτήν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία ἔμεινεν ἀνάλγητος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ὁδοὶ ἔγιναν ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Καλάβρυτα, ἑτέρα ἀπὸ τὸ μέρος τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας, διετάχθη δὲ καὶ ἡ μελέτη ἀπὸ τὰ Μαζέϊκα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτής, διετάχθη ὁ ἐπιθεωρητὴς νὰ κάμῃ τὴν ἀναγνώρισιν ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας λαμβάνομεν μέριμναν δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὕρηται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὁποίου θὰ καταρτισθῇ εἰδικὸν ταμεῖον μὲ εἰδικοὺς πόρους καὶ οὕτω θὰ ἐξυπηρετηθοῦν ὅλαι αἱ ἀνάγκαι.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Καραπᾶνος, Λ. Χρηστόπουλος, Κ. Ἀλαβάνος, κλπ. συνιστῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως μεριμνήσωσι διὰ τοὺς στρατευσίμους φοιτητάς, οἵτινες ὑπηρετοῦν ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ πλέον ὡς τίμιοι στρατιῶται τοῦ μεγαλείου τῆς Πατρίδος, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς αʹ) νὰ ἀνανεώσωσι ἀτελῶς τὰς ἐγγραφάς των, τῶν ἐτῶν 1917 –1918–1919–1920, διότι καὶ ὀλίγοι εἶναι καὶ εἶναι ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς νὰ ἐγγραφῶσι λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν καὶ τῆς σημερινῆς οἰκονομικῆς δυσχερείας, καὶ βʹ) ἵνα συγχωνευθῶσιν αἱ τμηματικαὶ αὐτῶν ἐξετάσεις εἰς τὰς ἐπὶ πτυχίῳ εἰς ἐκείνας τῶν Σχολῶν, εἰς ἃς εἶναι δυνατόν. Νομίζουσι δὲ ὅτι εἶναι δικαιότατον νὰ γίνῃ μία μικρὰ θυσία, καθ’ ὅσον καθημερινῶς καταφθάνουσι ἐπιστολαὶ ἐκ τοῦ Μετώπου παραπονουμένων διὰ τὰ ἀνωτέρω.
§93Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ζητεῖται ἀναστολή, ἀλλὰ ἀτέλεια ἐγγραφῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπεβλήθη καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν. Δυστυχῶς πρόκειται περὶ ποσοῦ οὐχὶ μικροῦ, ἀνερχομένου εἰς 1800000 δραχμὰς καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐσκέφθη, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον ὴν δαπάνην αὐτήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα περὶ τῆς τῶν ἐξετάσεων τῶν τμηματικῶν τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ φοιτητῶν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποβαλλομένην σύστασιν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς Συγκοινωνίας Ἀκράτας–Ζαρούχλας, ἵνα οὕτω καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ δάσους Νωνάκριδος, ἐξ’ οὗ πολλὰ ἑκατομμύρια θὰ ὠφεληθῇ τὸ Κράτος.
§95Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, πρόκειται περὶ τοῦ δάσους Νωνάκριδος. Εἶναι τὸ πολυτιμότερον ἴσως δάσος τοῦ Κράτους, εἶναι τὸ δάσος τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς εἰδικοὺς ἐκμεταλλευόμενον θὰ δώσῃ ἑκατομμύρια ὅλα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἡ συγκοινωνία ὅμως δυστυχῶς ἀπὸ Ἀκράτας εἰς Ζαρούχλαν δι’ ἧς δύναται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ δάσους δὲν ὑπάρχει. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἵνα συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας μεριμνήσῃ διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ διότι καὶ ἡ συγκοινωνία ἀσφαλῶς ἐξυπηρετεῖται καὶ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐνισχύεται σπουδαίως.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γοῦσκος ἐπερωτᾷ τοὺς κ. κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, διατὶ ἀπηγορεύθη ἡ εἰς τὸν ἐν Ἀγγλίᾳ οἶκον Μάζα καὶ Σία Λίμεντετ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα μεταχειρισμένων μὲν ἀλλ’ ἐπιδιορθωμένων καὶ ἀπολελυμασμένων ἀρβυλῶν τοῦ Ἀγγλικοῦ Στρατοῦ αἵτινες θὰ πωληθῶσιν ἐν Ἑλλάδι πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἐργατικῶν τάξεων, ἀδυνατουσῶν νὰ εὕρουν εὐθηνὴν ὑπόδυσιν, ἐνῷ τοῦ αὐτοῦ εἴδους ὑποδήματα ἐκ τοῦ αὐτοῦ οἴκου Μάζα ἐπρομηθεύθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ Στρατοῦ μας.
§97Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὰ παράπονα διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν ταύτην μοὶ ἐγένοντο γνωστά, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν τοιούτων μεταχειρισμένων ἀρβυλῶν.
§98Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ καταλάβω, διατὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπέτρεψε τὴν εἰσαγωγὴν ὁμοίων ἀρβυλῶν διὰ τὴν χρῆσιν τῶν Στρατοῦ.
§99Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δ. Γκλαβᾶς, Ε. Βελλιανίτης, Ν. Γερμανός, Κ. Ζαβιτζιάνος, Π. Πολυχρονιάδης, Π. Μεντζελόπουλος καὶ ἕτεροι δέκα βουλευταὶ συνιστῶσιν εἰς τοὺς Α. Ε. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως λάβωσι πρόνοιαν περὶ τῶν ἀρχειοφυλάκων, οἵτινες μένουσιν ἄνευ προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἀπὸ τοῦ 1916 καὶ ὅπως τύχωσι προαγωγῆς συμφώνως ἄλλως τε πρὸς τὸν νόμον 1763 τῆς 23 Μαρτίου τοῦ 1919 καὶ διὰ τοὺς ὁποίους αἱ διάφοροι προϊστάμεναι τούτων ὑπηρεσίαι ἔχουν γνωματεύσει κατ’ ἐπανάληψιν εὐφήμως περί τε τῆς στρατιωτικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς μορφώσεώς των.
§101Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Γνωσταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας προσέφερε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸ τμῆμα τῶν ἀρχειοφυλάκων, ἑπομένως φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον πρὸς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ δοθῇ κἄποια διέξοδος ἠθικὴ καὶ ὑλική. Δίκαιον εἶναι νὰ λαμβάνωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ὅτε πλέον τοῖς ἀνοίγεται ἡ θύρα πρὸς τὴν στρατολογίαν. Σημειώσατε δέ, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι φοιτηταί, δι’ ὃ εἶμαι βέβαιος, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ θὰ συνταχθῇ μὲ αὐτὴν τὴν παράκλησιν.
§102Π. ΦΛΩΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπογραμμίζω τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Γκλαβᾶ λεχθέντα.
§103Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς αὐτοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέχουν, ἀνεγνώρισαν αὐτὴ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐσκέφθη περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. Αὐτὴ δὲ ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ ξενικὴ ἀποστολὴ ἔφθασαν μέχρι τοῦ νὰ ὑποδείξωσι διατυποῦσαι καὶ σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος περὶ γραφείων καὶ ἀρχειοφυλάκων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν μελέτην, τὴν ὁποίαν ἔχει συντάξει ἡ ξένη ἀποστολὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν γραφέων, οἵτινες προάγονται μόνον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ καλοῦνται ἀρχειοφύλακες.
§104Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πάντως κ. πρόεδρε θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει πᾶσα μεταβολή, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ὑποδειχθῇ ἐξ ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης. Δὲν πρόκειται περὶ ἀδικήματος, διότι οἱ καταταγέντες εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ κατετάχθησαν τῇ οἰκείᾳ αὐτῶν θελήσει ἐπὶ τῇ βάσει ὅρων τοὺς ὁποίους ἐγνώριζον ἐκ τῶν προτέρων.
§105Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι, κ. Ὑπουργέ, οἰκείᾳ θελήσει κατατάσσονται, ἀλλὰ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ τερματίζωνται εἰς ἕνα βαθμόν, διότι δὲν εἶνε οὐδὲ διὰ τὸ συμφέρον τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους.
§106Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς Στρατιωτικῶν). Τονίζω ὅμως ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ καλλιτερεύσῃ ἑκάστοτε ἡ θέσις τῶν ἀξιωματικῶν, ἐφ’ ὅσον οὐδεμία ὑπηρεσιακὴ ἀνάγκη ὑπάρχει. Ἐὰν ὅπως εἴπετε, ὑπάρχῃ μελέτη τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς περὶ καλλιτερεύσεως τῆς θέσεως τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων, αὐτὴ θὰ μελετηθῇ.
§107Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐπιθυμοῦμεν.
§108Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον κ. Ὑπουργέ.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Α. Χριστόπουλος καὶ Π. Ἀραβαντινὸς συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως διατάξῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Στυμφαλίας–Φενεοῦ.
§110Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλάκις ἔλαβον τὴν ἀφορμὴν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ καὶ σήμερον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπανέλθω διὰ νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Στυμφαλίας–Φενεοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργός, τοῦ ὁποίου ἡ ἰδιαιτέρα ἐπαρχία γειτνιάζει πρὸς τοὺς δήμους ἐκείνους, εἶνε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τοὺς ὅρους τοὺς ἰδιαιτέρους καὶ τὰς συνθήκας τὰς δυσμενεῖς, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ ἄνθρωποι τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἑπομένως δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν σκοπιμότητα ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπεῖγον τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου. Ἐφ’ ὅσον δὲ οἱ δῆμοι οὗτοι συνδέονται ἀναποσπάστως καὶ μετὰ τοῦ Ἄργους καὶ μετὰ τοῦ δήμου Νεμέας βεβαίως θὰ ἐξυπηρετηθοῦν ἀκόμη περισσότερον. Οὕτω δὲ θὰ δώσωμεν ζωὴν εἰς πληθυσμοὺς οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑνὸς λόγῳ ἐλλείψεως συγκοινωνίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου λόγῳ τῶν λιμνῶν Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ ἔχουν καταδικασθῆ εἰς ἀφάνειαν καὶ μαρασμόν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἀπάντησιν.
§111Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ δίκαιον τοῦ δρόμου αὐτοῦ πραγματικῶς εἶνε τόσον μέγα, ὥστε καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου ἡ γλῶσσα ἔχει μαλλιάσει κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον. Ὁ δρόμος ἔχει ἤδη κατασκευασθῆ ἐν μέρει. Τὸ ἑξῆς περίεργον συνέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας. Ἀρχίζει ἡ συγκοινωνία τῆς παραλίας πρὸς τοὺς ὀρεινοὺς δήμους ἀπὸ τρία διάφορα σημεῖα καὶ σταματᾷ εἰς τὸ μέσον. Ἔχει ἀρχίσει ἕν τμῆμα δρόμου ἀπὸ Νεμέας εἰς Στυμφαλίαν καὶ ἔχει σταματήσῃ εἰς τὸ μέσον. Ἕτερον τμῆμα ἀπὸ Κιάτου καὶ ἔχει σταματήσει εἰς τὴν Στυμφαλίαν καὶ ἕτερον τμῆμα τὸ ὁποῖον ἀρχίζει ἀπὸ τὸ Ξυλόκαστρον πηγαίνει ἕως τὰ Τρίκκαλα. Δίκαιον εἶνε ὅλοι αὐτοὶ οἱ δρόμοι νὰ τελειώσουν καὶ ἔτσι θὰ ἱκανοποιοῦντο οἱ κάτοικοι τῶν ὀρεινῶν δήμων Κορινθίας, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται τὴν βάσανον τοῦ Ταντάλου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο πλησίον τῶν φαγητῶν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὰ φάγῃ. Ἔχουν ἀρχίσει τρεῖς δρόμοι, μὲ τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν συνδέονται. Εἶνε λοιπὸν ἀνάγκη νὰ λυθῇ τὸ ταχύτερον αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας. Ἀναγνωρίζω πληρέστατα τὴν ἀνάγκην ὅπως οἱ δῆμοι αὐτοὶ Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ συνδεθῶσι μετὰ τῆς Νεμέας καὶ ἀποκτήσωσι οἱ δῆμοι οὗτοι συγκοινωνίαν ἐφ’ ὅσον ἔχουν συναλλαγὰς μὲ τὸ Ἄργος καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχουν συναλλαγὰς μὲ τὴν παραλίαν. Ἐπὶ πλέον δὲ ὀφείλει ἡ ὁδὸς αὐτὴ νὰ προχωρήσῃ καὶ μέχρι τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, Λεβιδίου, διὰ παρεκκλίσεως, διότι αἱ συναλλαγαὶ εἶνε μετὰ τοῦ Ὀρχομενοῦ. Διατὶ νὰ εἶνε ἀποκεκλεισμένοι ἐκεῖ ὡς εἰς μίαν νῆσον οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ μὴ συγκοινωνοῦν διόλου μὲ τὸν πολιτισμόν; Τὸ δίκαιον αὐτῶν εἶνε πολὺ μεγάλο, ὥστε πραγματικὴν λύπην αἰσθάνομαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω τὸ πρᾶγμα. Ἀξίζει πᾶσαν θυσίαν τὸ ζήτημα, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπαρχία μου δὲν εἶνε ἐκ τῶν πτωχοτέρων, ἀλλ’ εἰσφέρει πολλὰ εἰς τὸ δημόσιον.
§112Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἀναγνωρίζω τὰς ὑφισταμένας συγκοινωνιακὰς ἀνάγκας τῆς Στυμφαλίας καὶ Φενεοῦ καὶ παρακαλῶ νὰ ἔχουν οἱ κ. κ. βουλευταὶ ἐμπιστοσύνην ὅτι θέλω ἐπιμεληθῆ τῆς κατασκευῆς τοῦ τμήματος τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ζητηθείσας ἄλλας ὁδοὺς τούτων θέλει συντελεσθῆ ἡ κατασκευὴ διὰ τῶν αὐτῶν κατὰ νομοὺς ἱδρυθησομένων ταμείων ὁδοποιΐας.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καραϊσκάκης συνιστᾷ ὅπως προκειμένου νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ ζήτημα τῆς χαράξεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Ἰωαννίνων–Αὐλῶνος ἡ Κυβέρνησις ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος καὶ μὴ παρίδῃ τὰ ἀναμφισβήτητα πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ μέσῳ Δεμερλῆ–Καλαμπάκας Ἰωαννίνων μέχρις Αὐλῶνος χάραξις.
§114Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι κ. Ὑπουργὲ πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπερωτηθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου τοῦ νομοῦ Ἄρτης περὶ τοῦ ζητήματος τῆς χαράξεως τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Αὐλῶνος εὐμενῶς ἤκουσα αὐτὸν συστήσαντα τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα.
§115Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως ἐπίσης εὐμενῶς θὰ ἀκούσῃ καὶ ὑμᾶς ὑποστηρίζοντας τὴν ἀντίθετον ἄποψιν.
§116Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ στόμα μου τὸ ἐπήρατε κ. Πρόεδρε.
§117Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ οἱ μηχανικοὶ καὶ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία θὰ ἔχουν τὸν τελευταῖον λόγον, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς εἴπουν ἀπὸ ποῦ θὰ συμφέρῃ γενικώτερον νὰ γίνῃ. Βεβαίως θὰ ὑπάρχουν διάφορα συμφέροντα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν νὰ κάνωμεν εἶναι νὰ ζυγίσωμεν τὰ συμφέροντα αὐτά, καὶ νὰ ἴδωμεν ποῦ εἶναι τὸ γενικώτερον συμφέρον.
§118Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸ θέμα εἶναι εὐρύτατον καὶ ἀρκούντως σοβαρόν, εἶναι δὲ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος.
§119Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή.
§120Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἀναμφιβόλως δὲ δὲν εἶναι ζήτημα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον........
§121Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Ὄχι.
§122Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον καὶ μερικαὶ ἀντιλήψεις νὰ ἐξετίθεντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δεδομένου ὅτι δύναταί τις νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τεχνικῆς. Ἡ χάραξις μιᾶς οἱασδήποτε σιδηροδρομικῆς γραμμῆς σκοπὸν κύριον ἔχει τὴν ὅσον ἔνεστιν ταχυτέραν διεκπεραίωσιν τοῦ ταξειδεύοντος, ἀπὸ τοῦ σημείου τῆς ἀναχωρήσεως, μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἀφίξεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυριωτέρα βάσις τῆς χαράξεως γραμμῆς σιδηροδρομικῆς καὶ ἐν γένει βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας. Συνεπῶς προκειμένου νὰ χαραχθῇ γραμμὴ ἡ ὁποία θὰ ἐξυπηρετήσῃ οὐ μόνον τὴν ταχυτέραν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῆς ἀφετηρίας Πειραιῶς καὶ τοῦ τέρματος τῆς Αὐλῶνος, Νοτίου καὶ Δυτικῆς Εὐρώπης μετὰ τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῶν ἀπωτέρων Ἀνατολικῶν Χωρῶν, δέον νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πρῶτον λόγον ποία εἶνε ἐκείνη ἡ συντομωτέρα ὁδὸς ἡ ἄγουσα εἰς τὰ δύο ταῦτα σημεῖα καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ παρίδωμεν τοπικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα καὶ δή, εὐρύτερον καὶ ἐπιστημονικώτερον. Ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος θὰ ηὐχόμην ὅπως, εἰ δυνατόν, ἡ συζήτησις ἐγίνετο οὕτως, ὥστε νὰ ἠκούοντο αἱ γνῶμαι ἀμφοτέρων τῶν ἀπόψεων, καὶ ἐμορφοῦτο, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τῶν προτέρων μία ἰδέα θετικωτέρα περὶ τῆς συμφεροτέρας λύσεως τοῦ ζητήματος, οὕτως ὥστε, ὅταν ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μελετᾷ ἤδη τὸ ζήτημα, δυνηθῇ ἀσφαλέστερον νὰ κριθῇ περὶ τῆς προτιμητέας λύσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἤδη πρὸ ἡμερῶν ἐλέχθη ὅτι σκοπιμωτέρα θὰ ἦτο ἡ μέσῳ Καρπενησίου διάβασις τῆς γραμμῆς. Πᾶς τις ἐξετάζει ἁπλῶς τὸν χάρτην, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς καταμετρήσεις, χωρὶς νὰ εἶναι εἰδικὸς καὶ πολὺ περὶ τὰ τοιαῦτα, ἀμέσως θὰ ἀντιληφθῇ ὅτι ἡ συντομωτέρα καὶ ἐπωφελεστέρα χάραξις γραμμῆς ἑνούσης τὴν Αὐλῶνα μετὰ τῆς Ἑλλάδος εἶνε ἡ μέσῳ τῆς Καλαμπάκας καὶ Βορειοδυτικῆς Μακεδονίας. Αὕτη εἶναι ἡ συντομωτέρα, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιμένωμε, εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν, διότι εἰς τὴν σύμβασιν ὁρίζεται ὅπως ἡ γραμμὴ διέλθῃ ἐξ Ἰωαννίνων καὶ συνεπῶς μία τοιαύτη ἐπωφελεστέρα ὄντως χάραξις γραμμῆς μέσῳ βορειοδυτικῆς Μακεδονίας δὲν δύναται νὰ μελετηθῇ σοβαρῶς, διότι πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν τῶν ὁρίων τῆς συμβάσεως. Ὥστε τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θὰ ἐξετάσω ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον τὸ ζήτημα τῆς χαράξεως τῆς γραμμῆς μέσῳ Καλαμπάκας–Μετσόβου–Ἰωαννίνων. Ἐλέχθη ὅτι ἡ γραμμὴ αὐτὴ εἶνε μακροτέρα τῆς ἑτέρας. Δὲν γνωρίζω πῶς ἐλέχθη τοῦτο καὶ τί ἠννόουν οἱ ὑποστηρίζοντες τοῦτο. Ἠννόουν χάραξιν μήκους ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Αὐλῶνος, ἢ ἀπὸ τοῦ σημείου τῆς διασταυρώσεως, δηλ. ἀπὸ τοῦ Δεμερλῆ μέχρι Αὐλῶνος; Ἀλλὰ λησμονοῦσιν οἱ κ.κ. συνάδελφοι ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη παρουσιάζει ἕτερον μέγα πλεονέκτημα, ὅτι ἔχομεν ἑτοίμην ἤδη γραμμὴν μέχρι Καλαμπάκας, ὥστε διὰ τὴν ταχυτέραν ἔναρξιν τῆς συγκοινωνίας δὲν ὑπολείπεται εἰμὴ τὸ τμῆμα Καλαμπάκας–Αὐλῶνος καὶ οὕτω συντομεύεται κατὰ ἔτος ὁλόκληρον ἴσως ἡ ἔναρξις συγκοινωνίας Αὐλῶνος–Πειραιῶς.
§123Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ Δεμερλῆ εἰς Καλαμπάκαν οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι στενοί.
§124Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὸν Νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας, πολὺ δικαίως, ἀλλ’ ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δέον νὰ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ δύο γνῶμαι. Ἡ μέσῳ Καλαμπάκας χάραξις παρέχει τὰ πλεονεκτήματα, διότι πρόκειται περὶ χαραχθείσης ἤδη γραμμῆς, συνεπῶς καθίσταται ταχυτέρα ἡ κατασκευή, πρόκειται δὲ περὶ ὑπερτάτων ἐμπορικῶν συμφερόντων μεταξὺ τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀνατολῆς. Αὐτὰ ἐν συντόμῳ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς χαράξεως. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς συγκοινωνίας, πρὸς τὶ εἷς ἐπιχειρῶν ταξείδιον ἐκ τῆς δυτικῆς Εὐρώπης πρὸς ἀνατολὰς νὰ ἀναγκασθῇ, ἀποβιβαζόμενος εἰς Αὐλῶνα, νὰ ἀνέλθῃ πρῶτα πρὸς τὸ Καρπενῆσι καὶ κατόπιν νὰ κατέβῃ πάλι κάτω νὰ φθάσῃ εἰς Πειραιᾶ; Διὰ τὶ νὰ κάμῃ τόσον γῦρον; Ἐνῷ μέσῳ Καλαμπάκας θὰ εὑρίσκεται πολὺ συντομώτερον εἰς Θεσσαλονίκην.
§125Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Πελοποννήσιος;
§126Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς Πελοποννήσου θὰ ἐξυπηρετηθῇ διὰ συμπληρώσεως τοῦ δικτύου τῶν βορειοδυτικῶν σιδηροδρόμων. Ὡς γνωστὸν ἡ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη χάραξις τῆς γραμμῆς Μεσολογγίου– Ἀγρινίου, ἀπέβλεπεν εἰς τὴν προέκτασιν τῆς γραμμῆς ταύτης μέχρις Ἄρτης. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐξυπηρετήσητε τὸν τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, ἡ συντομωτέρα ὁδὸς δὲν εἶναι νὰ ἔλθουν εἰς Πειραιᾶ, ἀλλ’ ἀποβιβαζόμενοι εἰς Κρυονέρι νὰ μεταβῶσιν κατ’ εὐθεῖαν δι’ Ἰωαννίνων εἰς Αὐλῶνα. Συνεπῶς καὶ νὰ μὴ γίνῃ ἡ αὐτὴ γραμμὴ καὶ νὰ ἀπεφασίζετο ὅπως εὐκταῖον εἶναι νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ, διότι ὄντως θὰ εἶνε ἐπιζήμιος ἡ τοιαύτη ἀπόφασις, ἀλλὰ καὶ τοιαύτη ἀπόφασις ἐὰν ἐλαμβάνετο, πάντως δὲν θὰ ἐξυπηρέτει τὸν σκοπὸν περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν, διότι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων θὰ ἐξυπηρετηθῶσιν μόνον ἐὰν ἐξυπηρετηθῇ, τὸ δίκτυον τῶν βορειοδυτικῶν σιδηροδρόμων, δηλαδὴ ἡ γραμμὴ Ἀργυροκάστρου εἰς Πρέβεζαν, δι’ αὐτῆς τῆς διακλαδώσεως τῆς γραμμῆς θὰ δύνανται νὰ ἐπικοινωνῶσι καὶ νὰ ἔχωσι τὴν διασταύρωσιν εἰς Ἰωάννινα. Ὁμιλῶ περὶ μεγάλης ἀρτηρίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἑνώσῃ τὸ Ἀδριατικὸν Πέλαγος μετὰ τοῦ Ἰονίου πελάγους, τῆς διώρυγος τῆς μεγάλης, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ταχυτέραν ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑψίστων οἰκονομικῶν συμφερόντων. Τὴν διώρυγα ταύτην τὴν ἀποκαλῶ ὄντως ἐπὶ τὸ παραστατικώτερον. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ τὴν χαράξωμεν διὰ μεγάλης τεθλασμένης γραμμῆς μέσῳ ὀρέων καὶ φαράγγων καὶ νὰ ὑπερπηδήσωμεν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἀπωτέρω ἀρχαιότητος οὐδέποτε ἀναφέρεται, οὐδέποτε διάβασις τοιαύτης γραμμῆς οὔτε εἰς πολεμάρχας, οὔτε εἰς ἄλλους, μεγάλης ὁδοῦ συγκοινωνίας οὐδέποτε παρετηρήθη. Διὰ νὰ ἐπέλθῃ συγκοινωνία τις ταχεῖα μεταξὺ Καρπενησίου καὶ Ἄρτης, πάντως διὰ νὰ ἐπικοινωνήσητε μεταξὺ Καρπενησίου καὶ Ἄρτης θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ κατέλθητε εἰς τὸν ποταμὸν Ἀχελῶον, νὰ φθάσητε μέχρι τῆς γεφύρας τῆς ἁμαξητῆς τοῦ Ἀχελώου καὶ νὰ ἀνέλθητε πρὸς βορρᾶν. Ἐὰν θεωρῆτε ἱκανὴν τὴν χάραξιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς διὰ μέσου ἀποκρήμνων ὀρέων, σιδηροδρομικῆς γραμμῆς καὶ δὴ πλάτους γραμμῆς, ἡ ὁποία δέον νὰ ἐξυπηρετῇ συγκοινωνίαν ταχεῖαν, ἐὰν θέλετε νὰ ἀνεβάσητε σιδηρόδρομον εἰς ὑψόμετρον 700–800 μέτρων, εἰς τὸ ὁποῖον μόνον ὀδοντωτοὶ ἀνέρχονται, ἐὰν θέλετε νὰ ἀναβιβάσητε διεθνῆ σιδηρόδρομον πλάτους 1.45 εἰς τὰ μεγάλα ὄρη ὁμολογουμένως θὰ ἐκτελεσθῇ ἕν θαῦμα μέγα ὅπως ἡ διάβασις τῶν Ἄλπεων ὑπὸ τοῦ Ἀννίβα πρὸς τὴν βόρειον Ἰταλίαν. Πάντως ὅμως λογικῶς ἐξεταζόμενον τὸ πρᾶγμα δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς. Κατ’ ἀνάγκην τὸ θέμα, κυρίως, εἶνε τοσοῦτον βαρὺ ὥστε διαφεύγει τῆς ἁρμοδιότητος τῆς αἰθούσης ταύτης, ὥστε νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς λεπτομερείας διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐπιχείρημά του. Ἕνα καὶ μόνον ἔχω νὰ εἴπω.
§127Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τὶ ἐπιδιώκετε, νὰ μὴ γίνῃ καθόλου ἡ μελέτη;
§128Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Θέλετε ἕνα συμπέρασμα τῆς ὅλης ὁμιλίας μου, θὰ εἴπω ἀμέσως. Εἶπον ἐὰν τὰς ὀλίγας ταύτας συστάσεις ποιοῦμαι πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι ὅτι θᾶττον ἢ βράδιον θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, μὲ ἐρωτήσατε καὶ σᾶς ἀπαντῶ. Διὰ λόγους τεχνικοὺς καὶ ταχυτέρας ἐνάρξεως τῆς συγκοινωνίας καὶ διὰ λόγους οἰκονομικοὺς ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη γραμμὴ κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον ἀντίληψιν καὶ μελέτην, τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἶνε ὅτι δεδομένου ὅτι εἶνε ὑποχρεωτικὸν νὰ διέλθῃ ἡ γραμμὴ ἐξ Ἰωαννίνων, αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, εἶνε ὑποχρεωτικόν, μία φορὰν λοιπὸν διὰ διακλαδώσεως δύναται νὰ περάσῃ, ἀλλὰ τεχνικῶς εἶναι ἐλαττωματική. Ἐγένετο τὸ λάθος, τεχνικῶς εἶνε ἀποκρουστέον. Διὰ τῆς διακλαδώσεως τῶν Ἰωαννίνων προχωρῶν πρὸς τὴν βορειοδυτικὴν Μακεδονίαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἢ ἐν τῇ ΒΔ. Μακεδονίᾳ διὰ διακλαδώσεως δύναται νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν Φλώριναν, θὰ ἑνωθῇ διὰ διακλαδώσεως μέχρι Ἀργυροκάστρου. Ἡ μόνη λύσις εἶναι, ὅτι πάντως ἡ γραμμή, ὅπως χαράσσηται δὲν ἐξυπηρετεῖ πλήρως τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, διότι ναὶ μὲν δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετῇ προχείρως ζητήματα συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν πληθυσμῶν Αἰτωλοακαρνανίας καὶ δύο ἑτέρων Νομῶν, ἀλλὰ τὴν γενικὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ Ἀνατολικοῦ μετώπου καὶ τοῦ Δυτικοῦ δὲν δύναται νὰ τὴν ἐπιτύχῃ. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐὰν ἔχομεν ἕνα χάρτην θὰ τὸν ἐβλέπομεν. Ἀλλὰ τελευταίως κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐπεξεργαζόμεθα τὸν χάρτην λόγῳ τῶν πολιτικῶν γεγονότων καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς Ἕλληνος καὶ εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς θὰ εἶναι τὸ σχῆμα τῆς Ἑλλάδος.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τελειώσωμεν, διότι ἔτσι δὲν θὰ τελειώσωμεν.
§130Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Μάλιστα. Λοιπὸν κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐὰν ἡ σύμβασις ἡ συνταχθεῖσα τῆς προμελέτης τοῦ ζητήματος θέτῃ ὡς ὅρον, τὴν διάβασιν ἐξ Ἰωαννίνων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ λύσις ἡ ἐνδεδειγμένη εἶναι ἡ ἑξῆς: εἶναι ὅτι ἡ γραμμὴ τοῦ πλάτους τῶν διεθνῶν γραμμῶν, ἐὰν χαραχθῇ μέσῳ Ἰωαννίνων καὶ ἔπειτα διέλθῃ διὰ Μετσόβου ἐκεῖ εἶναι ὀρεινὰ μέρη, ἡ ἀπόστασις δὲ δὲν εἶναι παρὰ τεσσαράκοντα χιλιομέτρων, δὲν πρόκειται περὶ 150 χιλιομέτρων.
§131Ι. ΠΙΣΠΙΡΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνωσι δύο σήραγγες, τῶν ὁποίων τὴν ἀσφάλειαν δὲν ἀναλαμβάνουσιν οἱ μηχανικοί.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§133Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐὰν γίνωσι δύο σήραγγες δι’ αὐτὴν τὴν γραμμὴν Μετσόβου κλπ. διὰ τὴν ἄλλην γραμμὴν Λιανοκλάδη, Ἄρτης κτλ. θὰ γίνωσι 102, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γίνωσι 150 σήραγγες καὶ 150 γέφυρες μικραὶ καὶ μεγάλαι, πῶς θὰ τελειώσωμεν τὸ ἔργον καὶ πῶς θὰ δυνηθῇ ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν; Θὰ ἔχωμεν τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα μὲ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Λαρίσσης. Τότε ὑπῆρξεν ἀντίδρασις, συνεστήθη μὲν ἐξ εἰδικῶν ἐπιτροπή, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ γνώμη των, διότι, ὡς ἄνθρωποι ὑφίσταντο διαφόρους ἐπιδράσεις, ὅ,τι δὲ ἐγένετο τότε ποὺ ἐπιέσθησαν οἱ εἰδικοὶ διὰ τὴν χάραξιν τῆς γραμμῆς, τὸ ἴδιον θὰ ὑποστῶμεν καὶ τώρα. Ἔχομεν τὴν γραμμὴν Ἀθηνῶν–Λαρίσσης, ἡ ὁποία εἶναι ἐλαττωματική, δὲν δύναται δὲ νὰ συντομευθῇ ἡ ἀπόστασις εἰς ἕξ ὥρας, εἶναι δὲ καὶ ἐπικίνδυνος ἡ γραμμὴ εἰς τὴν Ὄθρυν, ἐνῷ ὑπῆρχεν ἡ διάβασις δι’ Ἁλμυροῦ καὶ Θερμοπυλῶν καὶ Στυλίδος καὶ τὸ ταξείδιον θὰ ἐγίνετο ἐντὸς 4 ὡρῶν. Αὐτὸ τὸ σφάλμα τοῦ παρελθόντος νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ πληθυσμοὶ Αἰτωλοακαρνανίας, Ἄρτης, Πρεβέζης, Ἠπείρου στεροῦνται ἐντελῶς συγκοινωνίας, ἀλλὰ ταύτην τὴν συγκοινωνίαν θὰ τὴν ἐξυπηρετήσῃ ἡ συμπλήρωσις τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς τῆς Β.Δ. Ἑλλάδος, καὶ τότε θὰ γίνεται τὸ ταξείδιον ἀπὸ Πελοποννήσου πρὸς δυτικὴν Εὐρώπην θὰ διέρχεται μέσῳ Πατρῶν καὶ ἔτσι ὅλα τὰ μέρη θὰ τύχουν συγκοινωνίας. Νὰ γίνῃ ἐπίσης χάραξις σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Λιανοκλαδίου Καλαμπάκας διὰ τὴν ἐπικοινωνίαν καὶ σιδηροδρομικὴν γραμμὴν νὰ διέρχεται πλησίον τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ. Διότι καὶ ἄλλη γραμμὴ εἶναι τὰ 75% ὀρεινή. Συνεπῶς ἡ Θεσσαλία θὰ ἐξυπηρετηθῇ διὰ τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσσης. Λέγουν ὅτι αἱ γραμμαὶ εἶναι διαφόρου πλάτους, τὸ τοιοῦτον εἶναι γνωστὸν ἀλλὰ ἂς ἐξετάσωμεν ποῖα πλεονεκτήματα παρουσιάζει ἡ χάραξις αὐτὴ καὶ ποία ἐλαττώματα ἡ γραμμὴ Λιανοκλαδίου μέχρι Καλαμπάκας. Ἀπὸ Καλαμπάκας μέχρι Δεμερλῆ ἡ γραμμὴ εἶναι χαραγαγμένη καὶ ἡ χώρα εἶνε πεδινή. Εἶναι θαῦμα πῶς δὲν ἔχομεν καταστροφὰς εἰς τὴν γραμμὴν αὐτήν. Ἑπομένως ἐπιβάλλεται ἡ διαπλάτυνσις τῆς γραμμῆς ἀπὸ Καλαμπάκας μέχρι Δεμερλῆ καὶ κατόπιν μέχρι Βόλου διὰ τὴν ἐμπορικὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς ἀπαραιτήτου ἐπικράσεώς της, θὰ δυνηθῶμεν τότε νὰ ταξειδεύωμεν ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Αὐλῶνος καὶ πρὸς δυτικὴν Εὐρώπην καὶ ἀπὸ δυτικῆς Εὐρώπης μέχρι Παρισίων συντομώτατον ἴσως ἐντὸς δύο ἐτῶν. Ἂν ὅμως ἡ γραμμὴ δὲν γίνῃ διὰ Καλαμπάκας καὶ μεταβληθῇ ὁ σιδηρόδρομος εἰς ἀεροπλάνον θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἴδωμεν τὴν γραμμὴν ταύτην διαιωνιζομένην ἐπ’ ἄπειρον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν γνώμην μου ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα κατόπιν μελέτης τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰ ἑξῆς: Ἡ Βουλὴ μετὰ μακρὰν καὶ πειστικὴν συζήτησιν κατέληξεν εἰς τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπόδειξιν ὅπως τὸ ταχύτερον μεταρρυθμιζομένου τοῦ στρατολογικοῦ συστήματος ἱδρυθῶσιν εἰς ἁπάσας τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν στρατολογικὰ γραφεῖα καὶ παραρτήματα αὐτῶν, ὁ δὲ τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν προσωρινὸς κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ἀποδοχήν. Ἐντὸς ὀλίγου θὰ προσέλθῃ νέα κλάσις πρὸς κατάταξιν. Καιρὸς εἶναι ὅπως ἐνσαρκωθῇ ἡ μεταρρύθμισις αὕτη. Ἂς ἀναλογισθῇ τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι πλὴν ὅλων τῶν εὐνοήτων ταλαιπωριῶν τῶν κληρωτῶν καὶ ἐφέδρων Λακώνων ὑποχρεουμένων ὅπως προσέρχωνται εἰς τὸ Ναύπλιον, ἡ Σπάρτη, τὸ κλασσικώτερον τῆς ἀνθρωπότητος στρατόπεδον, δὲν ἔχει οὔτε ἕνα στρατιώτην; Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1915 διαμαρτύρεται καὶ ἐλπίζει τέλος ἐπὶ τὴν προσήκουσαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνώρισιν ἵνα τὸ τε Λακωνικὸν ὄγδοον σύνταγμα καὶ τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον διὰ τοὺς Λάκωνας, ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν Σπάρτην.
§135Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶνε ἡ στιγμὴ κατάλληλος διὰ τὴν ἵδρυσιν στρατολογικοῦ γραφείου καὶ τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τοῦ συντάγματος. Τὸ ζήτημα θὰ μελετηθῇ.
§136Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Συνῄνεσεν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν.
§137Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπάρχουν δυσχέρειαι διὰ τὸν στρατωνισμὸν καὶ τὴν πρόσκλησιν τῶν κληρωτῶν. Πρέπει νὰ μετατρέψωμεν ὁλόκληρον τὸ στρατολογικὸν σύστημα. Ἀργότερον ὅταν θὰ δυνηθῶμεν νὰ μετατρέψωμεν τὸ σύστημα θὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ὅπως ἐμφυσήσῃ τὴν ἀναγκαίαν ὤθησιν πρὸς τὴν φρικωδῶς καρκινοβατοῦσαν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκδόσεως τῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἢ ἐνισχύσῃ ταύτην, ἂν τὸ προσωπικὸν εἶναι ἀνεπαρκές, ὁ κόσμος γογγύζει. Περυσιναὶ τριμηνίαι εἶνε ἀπλήρωτοι, καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις τοὐλάχιστον εἰς τὴν Λακωνίαν, οὐδεὶς προσφέρῃ τὴν οἰκίαν του πρὸς μίσθωσιν. Ὁ Λυκοῦργος Μπαρελάκης εἰς τὴν Ἀρεόπολιν λ. χ. ματαίως ἀναζητεῖ τὴν πρώτην τριμηνίαν 1919. Αὐτὸς οὗτος πρὸ μηνῶν ἀνεζήτησεν τὰ σχετικὰ ἐντάλματα, καὶ τοῦ εἶπον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ἐστάλησαν. Οὐδέποτε ἔφθασαν εἰς τὸ Ταμεῖον Γυθείου. Ὁμοίως οἱ ἀδελφοὶ Πετράκη, ἐκμισθώσαντες τὴν οἰκίαν των πρὸς χρῆσιν τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου Γεωργιτσίου, ματαίως ἀναμένουν τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1919. Διὰ τοιούτων μικροκρουσμάτων ἐδημιουργήθη ἡ φήμη, ὅτι τὸ Δημόσιον εἶνε...κακοπληρωτής.
§139Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Αἱ σχετικαὶ ἐντολαί, τὰς ὁποίας ἀναφέρετε εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας ἔχουν ἐκδοθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀλλ’ ἐσταμάτησεν ἡ περαιτέρω διεκπεραίωσις αὐτῶν ἐν τῷ λογιστικῷ τμήματι συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ζητοῦντος τὴν ἀποστολὴν αἰτήσεως.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος συνιστᾷ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν 1) τὴν προαγωγὴν τοῦ ταχ. καὶ τηλ. Γραφείου Ἀρεοπόλεως εἰς βʹ τάξεως, 2) εἰς τὸ Β. Δ. «περὶ συστάσεως νέων τηλεφωνικῶν γραμμῶν τῆς 23 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. δὲν περιλαμβάνονται ἡ κωμόπολις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Λακεδαίμονος, εἶνε δὲ δίκαιον νὰ διαταχθῇ καὶ ἐκεῖ ἡ ἐγκατάστασις τηλεφωνικῆς γραμμῆς ἀδαπάνου ἄλλως τε. 3) Ἡ κοινότης Καρύτσας–Γερονθρῶν ἔχει ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ συστάσεως τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας, συνιστᾶται ἡ μελέτη καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῆς γραμμῆς ὡς λίαν ἐξυπηρετικῆς διά τε τοὺς κατοίκους καὶ τὸ δημόσιον κλπ.
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψει μου τὰς συστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ θὰ διατάξω τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ ταχύτερον τὴν αʹ καὶ βʹ σύστασιν ὡς πρὸς τὴν γʹ δὲ σύστασιν κλπ. ὅτι μελετᾶται τὸ ζήτημα τοῦτο.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου 1919 Ν.Δ. περὶ τυχόντων ἀναβολῆς προσελεύσεως εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ κλπ. Δημοσίων πολιτικῶν ὑπαλλήλων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν συνοικισμῶν Παλαιᾶς Κουτσούφλιανης καὶ Παλαιᾶς Σμόλιας εἰς τὸν Νομὸν Τρικκάλων καὶ τῆς ἐδαφικῆς ἐκτάσεως Ἀρμπορίση ἢ Μεσαρᾶς Καλαρρυτῶν εἰς τὸν Νομὸν Ἄρτης». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου ἐπὶ τοῦ χεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 595». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ΓΨΛʹ καὶ 479 «περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ναυτικῆς Ἀεροπορικῆς Ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς ὑπὲρ τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου Παμίσου φορολογίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ἀποδόσεως λογαριασμοῦ διὰ τὴν πληρωμὴν ἐφεδρικῶν ἐπιδομάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Τμήματος προστασίας χηρῶν καὶ ὀρφανῶν πολέμου τῆς διαλυθείσης Ἑνώσεως τῶν Ἑλληνίδων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Νόμου 2057 τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1920 «περὶ ἀναθέσεως τῆς ἐκτελέσεως τῶν περὶ περιθάλψεως διατάξεων τῶν προσφύγων τοῦ Νόμου 752 τοῦ κυρώσαντος τὸ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1917 Ν. Διάταγμα «περὶ περιθάλψεως προσφύγων καὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 26 Ἀπριλίου π. ἔ. Νομ. Διατάγματος «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς παρεχομένης εἰς τοὺς πρόσφυγας περιθάλψεως καὶ εἰς ἄλλας κατηγορίας προσφύγων καὶ ἀναξιοπαθούντων, ὡς καὶ παντὸς ἑτέρου Νομ. Διατάγματος ἢ καὶ Νόμου συναφοῦς μὲ τὴν περίθαλψιν προσφύγων, εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητὰς καὶ ἄλλα Κυβερνητικὰ ὄργανα τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταβολῆς τῶν ποσοστῶν τῆς φορολογίας τῶν δημοσίων θεαμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς διὰ μελέτην σιδηροδρομικῆς γραμμῆς χορηγηθείσης ὑπὸ τοῦ νόμου 163 πιστώσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ εἰσαγωγῆς χάρτου ἄνευ ὑδατίνων σημείων πρὸς τύπωσιν ἐφημερίδων καὶ ἐπιστημονικῶν περιοδικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν)
§143Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§144Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλετε νὰ σχηματισθῇ μία Ἐπιτροπὴ ἵνα τὸ μελετήσῃ;
§145Γ. ΠΩΠ. Ναί, ἀλλὰ ἀπὸ ἀνθρώπους γνωρίζοντας τὰ θέματα καὶ νὰ παρίστασθε καὶ σεῖς.
§146Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐκ Καυκάσου προσφύγων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως δανείων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους εἰς ὁμογενεῖς μονίμως ἐγκατεστημένους ἐν τῇ Δυτικῇ Θράκῃ. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1406 «περὶ διδασκαλείου τῆς Γυμναστικῆς».
§148Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ ἄρθρον 1ον διαγράφεται διότι ἐλήφθη πρόνοια δι’ ἄλλου νομοσχεδίου. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον τροπολογημένον).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Βαρβακείου Λυκείου». Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Σ. Παπαβασιλείου ἔχει τὸν λόγον.
§150Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὑπὸ τὸν μετριόφρονα τίτλον: «σχέδιον νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Βαρβακείου Λυκείου» ἐγκρύπτεται ὁλόκληρος ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμισις ἐκ τῶν οὐσιωδεστάτων. Πρόκειται περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ρεαλισμοῦ εἰς τὴν παρ’ ἡμῖν Μέσην Ἐκπαίδευσιν. Τοῦ ρεαλισμοῦ, δηλαδὴ τῆς γενικῆς ἐκείνης μορφώσεως, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης, παραλλήλως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν νεωτέρων γλωσσῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν κλασσικισμόν, ὁ ὁποῖος ἄρχει ἀποκλειστικῶς τὴν σήμερον εἰς τὰ σχολεῖα μας καὶ ὁ ὁποῖος βάσιν ἔχει τὰς ἀρχαίας γλώσσας τῶν Ἑλληνικῶν καὶ Λατινικῶν. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ρεαλισμοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως οὗτος εἶναι εἰσηγμένος καὶ εἰς ἄλλα πεπολιτισμένα κράτη ἀπὸ πολλοῦ, εἶνε μία ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισαν αἱ ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐντεῦθεν Κυβερνήσεις εἰσαγαγοῦσαι εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι καὶ νὰ ψηφισθῶσι. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη ἐκείνη ἐξεδηλώθη ἰδίᾳ εἰς τὰ Κράτη τῆς Δύσεως, καὶ πρωτίστως ἐν Γερμανίᾳ, τῇ κοιτίδι τοῦ ρεαλισμοῦ. Συνεπείᾳ δηλαδὴ τῆς ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ παρελθόντος αἰῶνος κολοσσιαίας προόδου τῆς ἐπιστήμης, ἐπῆλθεν ἀντίστοιχος ἀνάπτυξις τῆς Γερμανικῆς Βιομηχανίας, ἡ ὁποία ἠλλοίωσε τὰς συνθήκας τοῦ βίου. Τὰ βιομηχανικὰ καὶ ἐν γένει τὰ τεχνικὰ ἐπαγγέλματα ἀνῆλθον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ ἐδέησε νὰ ληφθῇ μέριμνα καὶ ἐν τῇ προπαιδεύσει αὐτῶν, ἐν τῇ Μέσῃ Ἐκπαιδεύσει, ὁπότε ἐκρίθη ἀπαραίτητον νὰ καλλιεργηθῶσιν ἐν αὐτῇ εὐρύτερον ἡ ἐπιστήμη, παρ’ αὐτὴν δὲ αἱ νεώτεραι γλῶσσαι νὰ καλλιεργηθῇ τοὐτέστι, καὶ ἡ ρεαλιστικὴ κληθεῖσα μόρφωσις ὡς ἀνταποκρινομένη εἰς τὰ ἐπαγγέλματα ἐκεῖνα πολὺ καλλίτερον ἢ ἡ κλασσική, ἡ ὁποία ἦρχεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ σχολεῖα, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἦτο ἀκατάλληλος εἰς τὸ νὰ μορφώσῃ τοὺς νέους, τοὺς προωρισμένους διὰ τὰ εἰρημένα ἐπαγγέλματα καθὸ μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς πραγματικὰς συνθήκας τοῦ βίου. Πρὸς τὰ κλασσικὰ λοιπὸν ἢ φιλολογικὰ γυμνάσια (Gymnasien), τὰ ὁποῖα διετηρήθησαν, ἐδημιουργήθησαν ἐν Γερμανίᾳ, ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ 1892, καὶ τὰ κληθέντα ρεαλιστικά (Oberrealschulen) (ἐκ τοῦ res = πρᾶγμα, ὡς λαμβάνοντα ὑπ’ ὄψει τὰς πραγματικὰς συνθήκας τοῦ βίου), ἔτι δὲ καὶ μικτὰ Γυμνάσια (Realgymnasien) ἤτοι κράμα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν τύπων Γυμνασίων. Βραδύτερον οἱ τρεῖς οὗτοι τύποι Γυμνασίων τῶν ὁποίων ἕκαστος ἀπετέλει ἴδιον σχολεῖον συνηνώθησαν πολλαχῶς εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ σχολεῖον τὸ κληθὲν μεταρρυθμισμένον Γυμνάσιον (Seformgymnasium), τοῦ ὁποίου αἱ κατώτεραι τάξεις ἦσαν κοιναὶ δι’ ὅλους τοὺς μαθητάς, ἀπὸ δὲ τῶν μέσων ἐτριχοτομεῖτο ἡ μόρφωσις εἰς τοὺς τρεῖς ἐκείνους κλάδους, ἕνα τῶν ὁποίων ἔδει νὰ ἀκολουθήσῃ κατ’ ἐκλογὴν ἕκαστος μαθητής. Τὸ Γερμανικὸν τοῦτο σύστημα ἐμιμήθησαν κατόπιν καὶ ἄλλα κράτη, ἡ Γαλλία τῷ 1902, ἡ Δανία τῷ 1903, ἡ Σουηδία τῷ 1905 καὶ οὕτω καθεξῆς: Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δὲν ὑστερήσαμεν εἰς μέριμναν περὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ παρ’ ἡμῖν, τοῦ αὐτοῦ συστήματος, ὡς δὲ προεῖπον, αἱ ἀπὸ εἰκοσαετίας κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, προσεπάθησαν τὸ τοιοῦτον ἀλλὰ ματαίως. Ἡ πρώτη ἀπόπειρα ἐγένετο τῷ 1899, Πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀειμνήστου Θεοτόκη, Ὑπουργοῦντος δὲ ἐπὶ τῆς Παιδείας τοῦ Ἀθανασίου Εὐταξία, ἡ δευτέρα ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, Ὑπουργοῦντος τοῦ Ἰωάννου Τσιριμώκου, ἡ δὲ τρίτη ἐπὶ Πρωθυπουργίας τοῦ Στεφάνου Σκουλούδη, ὑπουργοῦντος τοῦ Ἀνδρέου Μιχελιδάκη. Ἀλλὰ πᾶσαι αὗται οἱ ἀπόπειραι παρέμειναν ἁπλαῖ μόνον προσπάθειαι, τῶν οἰκείων νομοσχεδίων μὴ συζητηθέντων κἄν, ἕνεκα λόγων φύσεως γενικωτέρας πολιτικῆς. Τὴν σήμερον ἐπανερχόμεθα πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ μεταρρυθμιστικὸν ἔργον. Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπῆρξεν σωφρονέστερος τῶν προκατόχων του, περὶ τὰ μέτρα πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο πλέον. Ἡ πεῖρα δηλαδὴ εἶχε διδάξει, ὅτι τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια, ἀπαιτοῦντα εὐρεῖαν συζήτησιν καὶ ἠρεμίαν σκέψεως, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται ἐν οὕτως ἀνωμάλοις πολιτικαῖς περιστάσεσιν, ἡ ψυχολογία τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι κατάλληλος πρὸς τοιαύτας συζητήσεις. Ἔγνω λοιπόν, καὶ δικαίως, νὰ τεμαχίσῃ τὴν ὅλην μεταρρύθμισιν καὶ νὰ τὴν παρουσιάσῃ εἰς πλείονα, οἱονεὶ αὐτοτελῆ, ἀλλὰ σχέσιν πρὸς ἄλληλα ἔχοντα νομοσχέδια, ἵνα οὕτω καταστῇ εὐχερεστέρα ἡ ἐπιψήφισις αὐτῶν. Ἐσκέφθη δὲ μάλιστα νὰ παρουσιάσῃ ἔστιν ὅτε αὐτὰ καὶ ὑπὸ συγκεκαλυμμένον τίτλον διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ὡς τοῦτο συμβαίνει διὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐκ πρώτης ὄψεως ἀφορᾷ τὸ Βαρβάκειον Λύκειον, μετατρεπόμενον δι’ αὐτοῦ εἰς πρότυπον ρεαλιστικὸν γυμνάσιον, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου νομοσχεδίου—τοῦ σπουδαιοτάτου ἐξ ὅλων τῶν ὑποβληθέντων κατὰ τὴν περίοδον ταύτην—τὸ ἄρθρον 8 χορηγεῖ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύῃ καὶ ἄλλα τοῦ αὐτοῦ τύπου Γυμνάσια, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ νὰ μετατρέπῃ εἰς τοιαῦτα ἐκ τῶν κλασσικῶν, εἰσάγων οὕτω τὴν ρεαλιστικὴν μόρφωσιν εἰς τὴν παρ’ ἡμῖν Μέσην Ἐκπαίδευσιν. Ὁ οὕτω εἰσαγόμενος ρεαλισμὸς δὲν ἀντιστοιχεῖ, κατὰ τὴν ἐξωτερικὴν αὐτοῦ παράστασιν, πρὸς τὸν τύπον τῶν μεταρρυθμισμένων Γυμνασίων, ὁ ὁποῖος εἶνε τελειότερος καὶ οἰκονομικώτερος τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντισταχθῇ πρὸς αὐτόν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἀκόμη ἕνα ἑνιαῖον κύκλον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ὁπόταν καταργήσωμεν, ὡς ἐπιτρέπεται, τὸν διπλοῦν κύκλον τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου καὶ τοῦ Γυμνασίου καὶ θεσπίσωμεν ἕν, ἑξατάξιον ἔστω, Γυμνάσιον, τότε δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν καὶ τύπον τοῦ μεταρυθμισμένου Γυμνασίου, μερίζοντες τὴν μόρφωσιν κατὰ τὰς ἀνωτέρας τάξεις. Ἀλλ’ ἡ ἀτελὴς ἐξωτερικὴ παράστασις τοῦ εἰσαγομένου ρεαλισμοῦ εἶνε τὸ ὀλιγώτερον κακόν. Τὸ περισσότερον κακὸν εἶνε ἡ ἐσωτερικὴ αὐτοῦ φύσις. Διότι ὁ εἰσαγόμενος ρεαλισμὸς δὲν εἶνε ἄρτιος. Δὲν ἀντιστοιχεῖ δηλαδὴ πρὸς τὸν ἀκέραιον ρεαλιστικὸν τύπον τῶν Γερμανικῶν καὶ λοιπῶν τῆς ἀλλοδαπῆς Γυμνασίων, ἀλλὰ πρὸς τὸν μικτόν, τὸν ἡμιρεαλιστικὸν δηλαδὴ ἡμικλασσικόν, ἢ ἀκριβέστερον εἰπεῖν ἀντιστοιχεῖ δηλαδὴ πρὸς τὸν ἀκέραιον ἐνδιάμεσον τύπον κλασσικοῦ καὶ μικτοῦ Γυμνασίου ἔνθα συνετῶς συντρέχει ὁ κλασσικισμός. Ὁπότε ὁ κλασσικισμὸς καὶ πάλιν κυριαρχεῖ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν. Τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θεσπίζει διὰ τὰ ρεαλιστικὰ Γυμνάσια δύο μόνον θέσεις φυσικῶν, ὅ. ἔστι. Καθηγητῶν τῆς Ἐπιστήμης, ἔναντι τριῶν θέσεων φιλολόγων καὶ δύο μαθηματικῶν. Ἡ δυσαναλογία αὐτὴ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Καθηγητῶν τῆς ἐπιστήμης, ἔναντι τοῦ τῆς φιλολογίας καὶ τῶν μαθηματικῶν καταφαίνεται ἔτι μᾶλλον, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἀντιστοίχως πρὸς τὸ παρὸν καὶ συναφῶς πρὸς αὐτὸ ὑποβληθέν, ἤδη δὲ ἀκριβῶς προχθὲς ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Διδασκαλείου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως», διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύεται ἓν πρότυπον κλασσικὸν Γυμνάσιον, ὅπως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μετατρέπεται τὸ Βαρβάκειον Λύκειον εἰς πρότυπον, ρεαλιστικὸν τοιοῦτον. Ἐν ἄρθρῳ δηλαδὴ 5 τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου θεσπίζονται διὰ τὸ πρότυπον κλασσικὸν Γυμνάσιον 6 θέσεις φιλολόγων ἔναντι δύο θέσεων μαθηματικῶν καὶ μιᾶς μόνον φυσικοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀντιστοιχεῖ ὁ εἰσαγόμενος ρεαλισμὸς οὐδὲ πρὸς τὸν μικτὸν κἄν τύπον τῶν ἀλλοδαπῶν Γυμνασίων, ἂν κρίνωμεν ἐκ τῶν μεταρρυθμιστικῶν νομοσχεδίων τοῦ 1913, τὰ ὁποῖα εἶνε κατ’ οὐσίαν τὰ αὐτὰ μὲ τὰ παρόντα, ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἔσχον τὸν αὐτὸν οὐσιωδῶς μὲ τὸν σημερινὸν συντάκτην. Ἀλλ’ ἀντιστοιχεῖ ὡς προεῖπον, πρὸς ἕνα ἐνδιάμεσον μεταξὺ μικτῶν καὶ κλασσικῶν Γυμνασίων τύπον· ἐν τῷ ὁποίῳ κυριαρχεῖ ὁ κλασσικισμός. Ἐκ τῆς Εἰσηγητικῆς δηλαδὴ ἐκθέσεως τῶν νομοσχεδίων τοῦ 1913 ἐμφαίνεται σαφῶς ὅτι καὶ τὸ ρεαλιστικὸν Γυμνάσιον θὰ φέρῃ χαρακτῆρα κλασικιστικόν. Ἰδοὺ αἱ σχετικαὶ περικοπαί: «Ἡ ὅλη ἡμῶν ἐκπαίδευσις θὰ διατηρήσῃ χαρακτῆρα ἀνθρωπιστικὸν (κλασικιστικὸν Σ. Π.), ἀφοῦ καὶ ἐν τῷ πραγματικῷ (ρεαλιστικῷ Σ. Π.) τμήματι θὰ γίνεται λίαν ἐπαρκὴς διδασκαλία τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, τέρμα τῆς ὁποίας θὰ εἶνε ἡ ἀπὸ τῶν πηγῶν γνῶσις τοῦ ἀρχαίου κόσμου». (Γενικὴ Εἰσηγητικὴ ἔκθεσις εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια [σελ. 28 τοῦ τεύχους τοῦ 1913.]). «Ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα τῶν Γυμνασίων ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι ἐκ τῶν δύο κλασσικῶν γλωσσῶν καὶ λογοτεχνιῶν, ἡ μὲν ἀρχαία ἑλληνικὴ θὰ διδάσκηται κατ’ ἔκτασιν καὶ κατὰ βάθος εἰς ἀμφότερα τὰ τμήματα καὶ τὸ φιλολογικὸν κλασσικὸν ΣΠ.) καὶ τὸ πραγματικὸν (ρεαλιστικὸν Σ.Π.) μὲ διαφορὰν μόνον ὀλίγων ὡρῶν ἐν τῷ δευτέρῳ, ἡ δὲ λατινικὴ θὰ διδάσκται μόνον ἐν τῷ φιλολογικῷ τμήματι ἀλλὰ μὲ περισσοτέρας ὥρας ἢ νῦν». (Αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως σελὶς 61 τοῦ τεύχους τοῦ 1913). Τὰς περικοπὰς ταύτας συμπληροῖ τὸ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν καταρτισθὲν καὶ ἐν τῷ φύλλῳ τῆς 3 Ἀπριλίου 1914, τῆς ἐφημερίδος «Νέα Ἑλλὰς» δημοσιευθέν, ἐν ἀλληλουχίᾳ ἡμιεπισήμων ἄρθρων διασαφηνιζόντων τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα ὡρολόγιον τῶν μαθημάτων τοῦ ρεαλιστικοῦ Γυμνασίου. Εἰς τὸ ὡρολόγιον τοῦτο παρατηροῦμεν, ὅτι εἰς τὰς 4 ἀνωτέρας τάξεις τοῦ προταθέντος τότε ἑξαταξίου Γυμνασίου, τὰς ἀποτελούσας τὸν ρεαλιστικὸν αὐτοῦ κλάδον ἡ μὲν ἐπιστήμη ἐφέρετο μὲ 6 ὥρας διδασκαλίας κατὰ τάξιν καὶ καθ’ ἑβδομάδα (ἀκριβέστερον εἰπεῖν μὲ σχεδὸν 6) τὰ δ’ ἑλληνικὰ μὲ 8. Ὁ κλασσικισμὸς λοιπὸν ἦτο κυρίαρχος καὶ ἐν τῷ ρεαλιστικῷ οἴκῳ. Ματαίως ἀναζητεῖ τις ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ τὴν ἐξήγησιν τοῦ τοιούτου ἀνίσου καὶ ἐπιζημίου μέτρου. Τὴν ἀνευρίσκει ὅμως εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1913, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, εἶνε τὸ αὐτὸ κατ’ οὐσίαν μὲ τὸ παρόν, καὶ τὸ ὁποῖον λέγει που: «Ἡ ἀνωτάτη γενικὴ μόρφωσις ἀνέκαθεν μέν, μάλιστα δὲ ἀπὸ τῶν χρόνων τῆς ἀναγεννήσεως καὶ ἑξῆς, ἐθεωρήθη ὡς καὶ διὰ τῶν ἄλλων μὲν ἐπιστημῶν ἀλλὰ κυριώτατα διὰ τῆς ἐκμαθήσεως τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς καὶ λατινικῆς καὶ τῆς μελέτης τῶν ἔργων τῶν κλασσικῶν λογοτεχνῶν καὶ ἐπιγνώσεως τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ παρεχομένη». (Γενικὴ ἔκθεσις εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια σελ. 8–9 τοῦ τεύχους τοῦ 1913). Καὶ κατωτέρω: «Σχολεῖον ἀνωτέρας μορφώσεως ἄνευ σπουδῆς ἐπαρκοῦς (ἐν σελ. 28 τοῦ τεύχους λέγει: «λίαν ἐπαρκοῦς»,) τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ μελέτης τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ νοηθῇ παρ’ ἡμῖν, ἁπλούστατα, διότι καὶ ὁ ἀρχαῖος Ἑλληνικὸς πολιτισμὸς μετὰ πασῶν τῶν ἐκδηλώσεων αὐτοῦ ἀνήκει εἰς τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν πολιτισμόν» (σελ. 16 τοῦ τεύχους τοῦ 1913). Δύο λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1913, διὰ τοὺς ὁποίους τάσσεται ὁ κλασσικισμὸς ὑπεράνω τοῦ ρεαλισμοῦ ἐν τῷ ἰδίῳ τούτῳ οἴκῳ: πρῶτον, διότι ὁ κλασσικισμὸς ἐθεωρήθη ἀνέκαθεν ὡς ἡ ἀνωτάτη γενικὴ μόρφωσις, καὶ δεύτερον διότι ἀνήκει εἰς τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν πολιτισμόν. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι τελείως ἀστήρικτοι. Πρῶτον διότι ὁ κλασσικισμὸς δὲν εἶνε ἀνωτέρα μόρφωσις τοῦ ρεαλισμοῦ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι ἡ φιλολογία, ἡ βάσις τοῦ κλασσικισμοῦ, ἀποτείνεται πρὸς τὸ αἴσθημα, ἐνῷ ἡ ἐπιστήμη, τὸ στήριγμα τοῦ ρεαλισμοῦ, εἰς τὸν νοῦν, ὁ δὲ νοῦς ἵσταται εἰς ὑψηλοτέραν βαθμίδα ἐξελίξεως ἢ τὸ αἴσθημα. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνωτάτη μόρφωσις ἂν ἦτο ὁ κλασσικισμός, πάλιν δὲν θὰ ἦτο τοῦτο λόγος, ὅπως οὐδὲ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τὸ τοιοῦτον συμβαίνει, ὅπου εἰς τὰ ρεαλιστικὰ Γυμνάσια ἀπηλείφθησαν τελείως αἱ ἀρχαῖαι γλῶσσαι Λατινικὴ καὶ Ἑλληνική. Ἡ Λατινική, ἡ ὁποία παρὰ τοῖς Γάλλοις καὶ αὐτοῖς τοῖς Γερμανοῖς ἐπέχει τὴν αὐτὴν σχεδὸν θέσιν οἵαν καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ Ἑλληνική. Καὶ ἀπηλείφθησαν μὲ τὴν ἐπιδοκιμασίαν μάλιστα τῶν ἐκεῖ κλασσικιστῶν, καίτοι καὶ τούτων φρονούντων ὅτι ἡ κλασσικὴ μόρφωσις εἶνε ἡ ἀνωτάτη πασῶν. Καὶ δεύτερον, διότι ὁ ἑλληνικὸς κλασσικισμὸς ἀνήκει μὲν εἰς τὸν Ἐθνικὸν ἡμῶν πολιτισμόν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δέον νὰ καλλιεργῶμεν αὐτὸν μετὰ τῆς αὐτῆς σχεδὸν ἐντάσεως εἰς τὰ ρεαλιστικὰ σχολεῖα, μεθ’ ἧς τὸ πράττομεν καὶ εἰς τὰ κλασσικά. Οὐδεὶς βεβαίως πρέπει νὰ εἶνε τῆς γνώμης, ὅτι δέον νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὰ ρεαλιστικά μας ἱδρύματα, ὅπως ἀπηλείφθη ἡ λατινικὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἀπὸ τὰ Εὐρωπαϊκά... Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο ἄκρον εἶνε βεβαίως ὑπερβολή, τὸ τῆς ἐντατικῆς δηλαδὴ καλλιεργείας τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης εἰς τὰ ρεαλιστικά μας ἱδρύματα. Ἐνδιαφέρει κ. Βουλευταί, νὰ μάθωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πόσας ὥρας ἐπιστημονικῶν (φυσιογνωστικῶν) μαθημάτων ἀναγράφει τὸ πρόγραμμα τοῦ γερμανικοῦ ρεαλιστικοῦ Γυμνασίου (Oberrealschule), τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς εἰσάγομεν διὰ τοῦ ὧδε νομοσχεδίου. Παρατηροῦμεν ὅτι ἀναγράφει 6 ὥρας κατὰ τάξιν καὶ καθ’ ἑβδομάδα εἰς τὰς τέσσαρας ἀνωτέρας αὐτοῦ τάξεις, τὰς ἀντιστοιχούσας πρὸς τὸ ἡμέτερον εἰσαγόμενον ρεαλιστικὸν Γυμνάσιον, ἀναγράφει δηλαδὴ τὸν ἀριθμὸν ἀκριβῶς, τὸν ὁποῖον ἐσημείωσε καὶ τὸ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1913 προμνησθὲν πρόγραμμα τοῦ ρεαλιστικοῦ Γυμνασίου. Ἀλλὰ τότε θὰ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ τὸ ἐρώτημα: ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς ὡρῶν τῆς Ἐπιστήμης εἰς τὰ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου θεσπιζόμενα ρεαλιστικὰ Γυμνάσια εἶνε ὁ αὐτὸς ἀκριβῶς μὲ τὸν τῶν γερμανικῶν ρεαλιστικῶν Γυμνασίων, τὶ βλάπτει ἄν ἡμεῖς θεσπίσωμεν εἰς τὰ ἱδρυόμενα ρεαλιστικὰ Γυμνάσια ἀριθμὸν ὡρῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἴσον σχεδὸν πρὸς τὸν τῶν κλασικῶν Γυμνασίων; Βλάπτει κατὰ τοῦτο, καθόσον, ἄν ὁ ἀριθμὸς ἐκεῖνος τῶν 6 ὡρῶν τῆς Ἐπιστήμης ἐκρίθη παρὰ τῶν εἰδημόνων προπολεμικῶς ὡς ἀνεπαρκὴς ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀριθμὸν ὡρῶν τῶν ἄλλων μαθημάτων, τὴν σήμερον ὅμως εἶνε καὶ ἀπολύτως μικρός. Καὶ συνεπῶς, ἄν ἡ αὔξησις τῶν ὡρῶν ἐθεωρήθη προπολεμικῶς ἀναγκαία, τὴν σήμερον εἶνε ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη. Τὴν σήμερον ἀληθῶς ἐγείρονται τὰ ἔθνη ἐκ τοῦ παγκοσμίου πολέμου, ὅπως ὁ βαρέως νοσήσας ἐκ τῆς κλίνης. Ὁ ἀσθενὴς ἔχει ἀνάγκην τονωτικῆς τροφῆς, ἀποφεύγει δ’ ἐπιμελῶς πᾶσαν ἄλλην ἀσχολίαν. Οὕτω καὶ τὰ Ἔθνη. Τονωτικὴ τροφὴ δι’ αὐτὰ εἶνε ἡ Βιομηχανία, ἡ Γεωργία τὸ ἐμπόριον, καὶ τούτων τὴν ἐντατικωτάτην καλλιέργειαν ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ λαοὶ νὰ ἐπιδιώξωσιν, ἄν θέλωσι ν’ ἀποτρέψωσιν ἀπ’ αὐτῶν τὴν οἰκονομικὴν καταστροφὴν καὶ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς ὁμαλωτέρας συνθήκας τοῦ βίου. Ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἡ ὑλικὴ αὕτη μέριμνα περὶ αὐτοσυντηρήσεως τῶν λαῶν θὰ εἶνε ἡ μοναδικὴ σχεδὸν ἀσχολία αὐτῶν, πᾶσα δ’ ἄλλη ἀσχολία: ἡ καλλιέργεια τοῦ ὡραίου, ἡ ὁποία καλλύνει τὸν βίον, καὶ ἡ ἔρευνα τοῦ ἀληθοῦς, ἡ ὁποία ἐξυψοῖ αὐτόν θὰ εὑρίσκονται εἰς ὅλως δευτερεύουσαν μοῖραν. Ἀλλ’ ἡ ἐντατικωτάτη ἐκείνη καλλιέργεια τοῦ Ἐθνικοῦ πλούτου τῶν λαῶν φέρει ἀναγκαίως εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τὰ ὄργανα αὐτῆς, ἤτοι τὰ βιομηχανικὰ καὶ ἐν γένει τὰ τεχνικὰ ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα πάλιν ἀπαιτοῦσι μίαν ἐπιστημονικὴν (φυσιογνωστικὴν) προπόνησιν ἐν τῇ γυμνασιακῇ προμορφώσῃ, ἡ ὁποία συνεπῶς ἀξιοῖ σήμερον ἐντατικωτάτην τῶν 6 ὡρῶν καλλιέργειαν τοῦ ρεαλισμοῦ. Καὶ ἰδοὺ διατὶ ὁ ἀριθμὸς ἐκεῖνος τῶν 6 ὡρῶν καλλιεργείας τῆς Ἐπιστήμης εἶνε ἀπολύτως μικρὸς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ καθόλου ἀριθμὸς τῶν ὡρῶν διδασκαλίας τοῦ προγράμματος δὲν εἶνε δυνατὸν ν’ αὐξηθῇ, ἔφθασε δὲ μάλιστα εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ, ἕπεται ἀναγκαίως ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐπιστημονικῶν μαθημάτων, εἴτε ἐν σχέσει πρὸς τ’ ἄλλα μαθήματα λαμβανομένη, εἴτε ἀπολύτως, δὲν δύναται ἄλλως νὰ γείνῃ παρὰ διὰ τῆς ἀντιστοίχου ἐλαττώσεως τῶν ὡρῶν ἄλλων μαθημάτων, καὶ δέον νὰ ἴδωμεν, ποῖα εἶνε τὰ μαθήματα ταῦτα. Ἀλλὰ θὰ σᾶς γεννηθῇ προηγουμένως ἡ ἀπορία, κ. Βουλευταί, πῶς μία τόσον μεγάλη ἀνάγκη ἐπιστημονικῆς μορφώσεως εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Μέσης ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐγένετο αἰσθητὴ εἰς τοὺς ἁρμοδίους ἐκπαιδευτικοὺς κύκλους. Τὸ πρᾶγμα εἶνε ἁπλοῦν. Οἱ ἰθύνοντες τὰ τῆς Παιδείας ἡμῶν δὲν ἔχουσιν σαφῆ ἀντίληψιν τῆς σπουδαιότητος τῆς ἐπιστήμης, ὅτι ἐκ τῆς Φυσιογνωσίας, ὡς μέσου μορφώσεως τῶν μαθητῶν, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς παρούσας μεταπολεμικὰς συνθήκας. Διότι παρὰ τοὺς κύκλους τούτους δὲν ὑπάρχει πρᾶγμα ἀξιοθρήνητον—οὐδεὶς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπιστήμης (Φυσιογνωσίας). Τὸ δωδεκαμελὲς Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ἀποτελεῖται ἐκ δέκα φιλολόγων καὶ δύο μαθηματικῶν, οὐδενὸς δὲ φυσικοῦ, ὅ ἐστὶν ἀντιπροσώπου τῆς Ἐπιστήμης. Οὐδόλως λοιπὸν ἄπορον ἄν παραγνωρίζεται καὶ παραγκωνίζεται ἡ ἐπιστήμη. Οἱ φιλόλογοι καὶ μαθηματικοὶ ἐκεῖνοι τοῦ Συμβουλίου, αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς ἄριστοι εἰς τὸ εἶδος των δὲν ἔχουσι κῦρος προκειμένου νὰ κρίνωσι περὶ τῆς μορφωτικῆς ἀξίας τῆς Ἐπιστήμης. Τοῦτο συνέβαινε καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Οὕτω δὲν εἶνε μακρὰν ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φυσικοί, ἐξερχόμενοι τοῦ Πανεπιστημίου, διωρίζοντο κατὰ νόμον Ἑλληνοδιδάσκαλοι, ὑποχρεωμένοι νὰ διδάσκωσι μαθήματα ἀλλότρια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐσπούδασαν. Καὶ σήμερον ἀκόμη ὑπάρχουσι πλεῖστοι φυσικοὶ ὡς Ἕλληνες διδάσκαλοι. Ἀντιστρόφως δὲ ἕως χθὲς ἀκόμη ἐχρησιμοποιοῦντο φιλόλογοι πρὸς διδασκαλίαν φυσικῶν μαθημάτων, παρὰ τὴν ὕπαρξιν ἐνίοτε Καθηγητῶν τῶν Φυσικῶν εἰς τὸ αὐτὸ Γυμνάσιον εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετίθεντο ἀλλότρια τοῦ εἴδους των μαθήματα, καθ’ ὅλον ἀνεξήγητον καὶ παράλογον τρόπον. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπίσημον πρόγραμμα τῶν μαθημάτων τοῦ 1906 εἶνε καὶ τοῦτο τρανὴ ἀπόδειξις τῆς ἀγνοίας τῶν ἰθυνόντων ἐκπαιδευτικῶν κύκλων περὶ τῆς ἀξίας τῆς ἐπιστημονικῆς μορφώσεως ἐν τοῖς σχολείοις. Οὕτω τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ὡς ἑξῆς ὁρίζει τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ὀφέλειαν τῶν φυσιογνωστικῶν μαθημάτων τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως. «τὴν ὑπὸ τοῦ μαθητοῦ πρόσκλησιν τῶν ἀναγκαιοτάτων διὰ πᾶσαν ἐν τῷ βίῳ θέσιν γνώσεων ἐκ τοῦ κλάδου τοῦ ἐπιστητοῦ καὶ τὴν δι’ ἀκριβοῦς παρατηρήσεως ἀνάπτυξιν τῶν αἰσθήσεων, μάλιστα δὲ τῆς ὁράσεως». Τελεία λοιπὸν ἄγνοια τῆς πλουτολογικῆς καὶ κοινωνικῆς σημασίας τῆς Ἐπιστήμης, τελεία πρὸ παντὸς ἄγνοια τῆς παιδαγωγικῆς αὐτῆς ἀξίας, ὡς μέσου ἀναπτύξεως τῶν προσόντων τοῦ νοῦ καὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ μαθητοῦ, τελεία ἀκόμη ἄγνοια καὶ τῆς ἰδεολογίας αὐτῆς ὡς βάσεως τῆς ἐρεύνης τοῦ ἀληθοῦς, καὶ γενικώτερον τῆς νεωτέρας φιλοσοφίας, ἡ ὁποία εἶνε ὅ,τι ὑψηλότερον ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἀνθρώπινος νοῦς τοῦ ἀληθοῦς ἡ καλλιέργεια τοῦ ὁποίου, εἶνε ἄγνωστος εἰς τὰ σχολεῖά μας, καὶ δὲν ἐνδιαφέρει ἀκόμη τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς κύκλους. Ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως τῶν ἰθυνόντων ἐκπαιδευτικῶν κύκλων περὶ τῆς μορφωτικῆς ἀξίας τῆς ἐπιστήμης προέρχεται καὶ ἡ ὀνομασία, τὴν ὁποίαν δίδει τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς τὰ ρεαλιστικὰ Γυμνάσια, ἀποκαλοῦν αὐτὰ ἐν τε τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει καὶ ἐν τῷ κειμένῳ αὐτοῦ (ἄρθρ. 8) πρακτικὰ καὶ προορίζον αὐτὰ «νὰ ἀποτελέσωσι τὸ κέντρον τῆς μορφώσεως δι’ ὅλους ἐκείνους οἵτινες προορίζονται διὰ τὰ πρακτικὰ καλούμενα ἐπαγγέλματα» κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν. Βεβαίως ὁ προορισμὸς διὰ τὰ Ἐπαγγέλματα ταῦτα εἶνε εἷς κύριος σκοπὸς τῆς ἐπιστημονικῆς μορφώσεως. Ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὁ μοναδικός. Διότι παραλλήλως πρὸς αὐτὸν δέον νὰ καλλιεργεῖται ἡ ἐπιστήμη εἰς τὰ σχολεῖα καὶ χάριν τῆς παιδαγωγικῆς της ἀξίας, καὶ πρωτίστως, δύναμαι νὰ προσθέσω, χάριν τῆς ἀξίας ταύτης. Διὸ καὶ ἡ ὀνομασία πρακτικὰ Γυμνάσια, ἣν τὸ νομοσχέδιον ἀποδίδει εἰς τὰ ρεαλιστικά, εἶνε ἀκατάλληλος, μὴ ἀνταποκρινομένη εἰς τὸν παιδαγωγικὸν χαρακτῆρα τῶν ἱδρυμάτων τούτων. Οἱ Γερμανοὶ ἄλλως τε, παρὰ τῶν ὁποίων ἐδανείσθημεν τὰ τοιαύτης φύσεως Γυμνάσια, δὲν ἀποκαλοῦσιν αὐτὰ πρακτικὰ (praktisch) ἀλλὰ ρεαλιστικὰ (realistisch) ὡς λαμβάνοντα ὑπ’ ὄψιν τὰς πραγματικὰς (res realia) συνθήκας τοῦ βίου. Καὶ ναὶ μὲν αἱ πραγματικαὶ συνθῆκαι τοῦ βίου εἶνε ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρὸ παντὸς πρακτικαί, ἀλλ’ ἡ ὀνομασία ρεαλιστικὸς καθὸ περιεκτικωτέρα τῆς ὀνομασίας πρακτικὸς ἐγκλείει καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς πρακτικότητος καὶ τὴν τῆς παιδαγωγικῆς μορφώσεως, δηλαδὴ τῆς ἀναπτύξεως τῶν φυσικῶν δώρων τοῦ μαθητοῦ, πρὸ παντὸς τῆς κρίσεως καὶ λογικῆς του καὶ τῶν ἀτομικῶν προσόντων τοῦ χαρακτῆρος του, διὰ τὴν ὁποίαν μάλιστα τόσον πολὺ κατάλληλος εἶνε ἡ ἐπιστήμη, ὡς περὶ τούτου θὰ ἐπανέλθω κατωτέρω. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1913 ὀνόμαζεν ὀρθώτερον τὰ ρεαλιστικὰ Γυμνάσια πραγματικά, μεταφράζον ἐπὶ λέξει τὸν γερμανικὸν (ἢ μᾶλλον τὸν λατινικὸν) ὅρον realistisch. Ἀπεκάλει δὲ τὰ κλασικὰ γυμνάσια ἀνθρωπιστικά, μεταφράζων ἐπίσης ἐπὶ λέξει τὸν γερμανικὸν (ἢ μᾶλλον τὸν λατινικὸν ὅρον) Rumanistisch. Ἄλλα καὶ ἡ ὀνομασία «πραγματικὰ» εἶνε ἀκατάλληλος, καθόσον ἐμποιεῖ τὴν ἐντύπωσιν, ὡς ἐὰν τὰ κλασικὰ Γυμνάσια ἦσαν τάχα ὑποθετικὰ (ἡ λέξις ἄλλως τε «πραγματισμός», ἀντὶ τοῦ ρεαλισμοῦ θὰ συνέχεε τοῦτον μὲ τὸ ὑπὸ τὸ ὄνομα πραγματισμὸς γνωστὸν φιλοσοφικὸν σύστημα τοῦ James καὶ ἄλλως), ἡ δὲ ὀνομασία «ἀνθρωπιστικὰ» εἶνε ἐντελῶς ἀκαλαίσθητος μετάφρασις καὶ συνεπῶς ἀποκρουστέα. Ἀφοῦ οἱ ξένοι, οὐ μόνον οἱ Γερμανοὶ ἀλλὰ καὶ οἱ Γάλλοι, (οἱ ὁποῖοι λέγουσι: les rwalistes τά ρεαλιστικὰ μαθήματα, les humanites τὰ κλασικὰ μαθήματα) ἀφίνουν ἀμετάφραστον εἰς τὴν γλῶσσαν των τὸν λατινικὸν ὅρον, διατὶ καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ διατηρήσωμεν αὐτὸν καὶ νὰ μὴ ἀποκαλέσωμεν τὰ σχολεῖα: ρεαλιστικὰ καὶ κλασσικά; Ἐπανέρχομαι τώρα, κ. βουλευταί, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐξοικονομήσεως τοῦ χρόνου πρὸς αὔξησιν τῶν ὡρῶν διδασκαλίας τῶν ἐπιστημονικῶν ἢ φυσιογνωστικῶν μαθημάτων, περὶ τῶν ὁποίων εἶπον, ὅτι αἱ ὧραι διδασκαλίας δέον νὰ αὐξηθῶσι δαπάναις τῶν ὡρῶν ἄλλων μαθημάτων, διότι τὸ σημερινὸν ὡρολόγιον μὲ τὰς 34 καὶ 35 ὥρας αὐτοῦ διδασκαλίας κατὰ τάξιν καὶ καθ’ ἑβδομάδα παριστᾶ τὸ μέγιστον ὅριον ἡμερησίας διδακτικῆς ἐκτάσεως τοῦ μαθητοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ὑπερβῶμεν. Ἐγὼ δὲ μάλιστα, ἐπαναλαμβάνω, φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ ὑπερέβημεν, διὸ καὶ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1914 ἐπ’ εὐκαιρία ἐκπαιδευτικοῦ τινος νομοσχεδίου (;) ἐτόνισα παρεμπιπτόντος, ὅτι τὸ ὅριον ἐκεῖνο, ἔπρεπε νὰ εἶνε 30 ὧραι. Ὑπῆρξα δὲ κατόπιν εὐτυχής; βλέπων ὅτι ἔτη τινὰ βραδύτερον τὰ καντόνια τῆς Γενεύης προῆλθεν εἰς τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν καὶ περιώρισε τὸν ἡμερήσιον ἐκεῖνον χρόνον διδασκαλίας εἰς 30 ὥρας. Εἶνε λοιπὸν ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον νὰ περικόψωμεν ὥρας ἄλλων μαθημάτων, ὅπως αὐξήσωμεν τὰς ἐπιστημονικάς. Τοιαῦτα μαθήματα εἶνε φέρ’ εἰπεῖν τὰ μαθηματικά, τὰ ὁποῖα διδάσκονται κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου μὲ ὑπερβολικὸν ἀριθμὸν ὡρῶν, ἡ ἱστορία ἡ ὁποία καὶ αὕτη δέον νὰ περιορισθῇ, ἐφ’ ὅσον διδάσκεται κυρίως ὡς μία διαδοχὴ πολέμων καὶ δυναστειῶν, ὡς πραγμάτων δηλαδή, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν μόρφωσιν παρέχουσιν ἀλλὰ τοὐναντίον συντελοῦσι πολλαχῶς εἰς μίαν ἐσφαλμένην ἀντίληψιν τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἐξελίξεως, τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσιάζει ἡ ἀληθὴς εἰκὼν τῆς παγκοσμίου ἱστορίας. Ἀλλὰ τοιοῦτον περιοριστέον μάθημα εἶνε προπαντὸς ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν διδασκόμεθα σήμερον μὲ ὑπερβολικὸν ἀριθμὸν ὡρῶν, χωρὶς κἄν νὰ κατορθώνωμεν νὰ τὴν μανθάνωμεν, καὶ τῆς ὁποίας δυνάμεθα καὶ πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ὥρας διδασκαλίας ἄνευ βλάβης τῆς ἐξ αὐτῆς ὠφελείας τῶν μαθητῶν (περὶ τῆς λατινικῆς γλώσσης δὲν κάμνω λόγον, διότι αὕτη ἀφῃρέθη ἀπὸ τὸ ρεαλιστικὸν πρόγραμμα τοῦ 1913, εὐχῆς δὲ ἔργον θὰ ἦτο, ἄν περιωρίζετο εἰς ἐλάχιστα πράγματα, εἰς τὸ κλασικόν). —Ἀληθῶς εἶνε ἀνάγκη νὰ τονίσω, ὅτι δὲν χρειαζόμεθα 8 ὥρας κατὰ τάξιν καὶ καθ’ ἑβδομάδα, ὅσας ὥριζε τὸ ρεαλιστικὸν πρόγραμμα τὸ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1913 ἀπορρεῦσαν, ἵνα μάθωμεν τὰ ἑλληνικὰ (γλῶσσαν καὶ πολιτισμὸν) εἰς τὰ ρεαλιστικὰ Γυμνάσια, καὶ κατ’ ἰσχυρότερον λόγον δὲν χρειαζόμεθα 9½ ὥρας, ὅσας θὰ διδασκόμεθα εἰς τὰ σημερινὰ (κλασικὰ) Γυμνάσια. Ὑποθέτω, ὅτι σήμερον μανθάνουσιν εἰς τὸ σχολεῖον τὰ ἑλληνικὰ κἄτι καλλίτερον παρὰ εἰς τὴν μαθητικήν μου ἐποχήν, ἀφοῦ δὲ τότε τὰ ἐδιδασκόμεθα ἐπὶ 12 ὥρας κατὰ τάξιν καὶ καθ’ ἑβδομάδα, ἐνῷ σήμερον χρησιμοποιοῦνται μόνον 9½, εἶνε φανερόν, ὅτι δὲν εἶνε ὁ μακρὸς χρόνος τῆς διδασκαλίας, ὁ ὁποῖος ἐπιφέρει τὴν μάθησιν. Ἐπειδὴ δὲ καὶ αἱ 9½ ἐκεῖναι ὧραι εἶνε ὑπερβολικὸς ἀριθμός, διότι δὲν ὑπάρχει γλῶσσα ἐν τῷ κόσμῳ, εἴτε ζωντανὴ εἴτε νεκρά, ἡ ὁποία ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν νὰ ἀπασχολῇ 9½ ὥρας διδασκαλίας καθ’ ἑβδομάδα, χωρὶς κἄν νὰ μανθάνεται ἀπὸ τοὺς μαθητάς, φθάνομεν εἰς τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅτι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν μανθάνομεν τὰ ἑλληνικὰ εἰς τὰ σχολεῖα εἶνε τὸ ἀμέθοδον τῆς διδασκαλίας. Αὐτὸς ἄλλως τε εἶνε καὶ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν μανθάνομεν ἐκεῖ, οὔτε τὰ Λατινικὰ οὔτε τὰ Γαλλικά. Ποῖος εἶνε ὁ ἀμέθοδος ἐκεῖνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν μανθάνομεν τὰ Ἑλληνικά; Πρῶτον, διότι θέτομεν τὸ κέντρον τοῦ βάρους τῆς ὅλης διδασκαλίας τῶν Ἑλληνικῶν, οὐχὶ ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς τὸν πολιτισμόν, τὸν ὁποῖον πλέον παραμελοῦμεν, ἀλλ’ εἰς τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν σχεδὸν μόνον θεραπεύομεν. Καὶ θεραπεύομεν πάλιν τὴν γλῶσσαν οὐχὶ ὡς τοιαύτην, ἀλλ’ ὡς γραμματικοὺς καὶ συντακτικούς, κανόνας, τοὺς ὁποίους ἀποχωρίζομεν ἀπὸ τοῦ σώματος τῆς γλώσσης καὶ προσπαθοῦμεν νὰ ἐκμάθωμεν ὡς ἐνσυνειδήτως γνώσεις ὑπὸ τὸ περιληπτικὸν ὄνομα Γραμματική. Καὶ οὕτω καθίσταται ἡ Γραμματικὴ τὸ κέντρον τοῦ βάρους τῆς ὅλης διδασκαλίας τῶν ἑλληνικῶν. Τοῦτο, καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημον ὁμολογίαν τῶν ἰθυνόντων ἐκπαιδευτικῶν κύκλων. Ἀπερρόφησε καὶ κατέπνιξε, λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τῶν νομοσχεδίων τοῦ 1913, πᾶσαν πραγματικὴν γνῶσιν ἡ γραμματική, ἡ λυδία λίθος τῆς πνευματικῆς ἀξίας διὰ πάντας τοὺς Ἕλληνας διδασκάλους πάσης βαθμίδος». Τὸ ἀποτέλεσμα εἶνε ὅτι οὔτε τὴν ἀρχαίαν ἡμῶν γλῶσσαν μανθάνομεν, ἀφοῦ οἱ ἐνσυνείδητοι ἐκεῖνοι γραμματικοὶ κανόνες δὲν εἶνε ἱκανοὶ νὰ μᾶς τὴν μάθωσιν, οὔτε τὸν ἀρχαῖον, ἡμῶν πολιτισμόν, ἀφοῦ ζητοῦμεν νὰ γνωρίσωμεν αὐτὸν ἐκ τοῦ πρωτοτύπου τῶν συγγραφῶν ἐστὶν ἐκ τῆς ἀρχαίας γλώσσης, τὴν ὁποίαν ἀγνοοῦμεν. Ἂν ἐπιχειροῦμεν νὰ περιορίσωμεν, εἰς τὸ κατώτατον ὅριον τὰς ἐνσυνειδήτας ἐκείνας γραμματικὰς γνώσεις, ἢ ἄν ἐπιχειροῦμεν νὰ μανθάνωμεν τὴν γραμματικὴν ἀσυνειδήτως, ἀσυναισθήτως, σὺν τῷ σώματι δηλαδὴ τῆς γλώσσης διὰ τῆς ἀπ’ εὐθείας ἀναγνώσεως καὶ κατανοήσεως ἐκ μεταφράσεως τῶν ἀρχαίων συγγραφῶν ἄν δὲ συγχρόνως περιωρίζαμεν τὴν ἐκ τοῦ πρωτοτύπου γνῶσιν εἰς τοὺς πεζοὺς ἀττικοὺς συγγραφεῖς (τοὐλάχιστον διὰ τοὺς μαθητὰς τοὺς μὴ διὰ τὴν φιλολογίαν προοριζομένους) διὰ δέ, τοὺς λοιποὺς συγγραφεῖς ἐκάμνομεν χρῆσιν μεταφράσεων εἰς τὴν μητρικὴν ἡμῶν γλῶσσαν, οὐ μόνον θὰ ἐμανθάνομεν καὶ γλῶσσαν καὶ πολιτισμόν, τὰ ὁποῖα δὲν μανθάνομεν τώρα, ἀλλὰ θὰ περιορίζομεν αἰσθητῶς καὶ τὸν χρόνον τῆς διδασκαλίας τῶν Ἑλληνικῶν καὶ εἰς μάθησιν καὶ εἰς οἰκονομίαν χρόνου. Τὸ κέρδος λοιπὸν θὰ ἦτο διπλοῦν: θὰ ἠδυνάμεθα δὲ τότε νὰ αὐξήσωμεν τὰς ὥρας διδασκαλίας τῆς ἐπιστήμης εἴτε ἀπολύτως, εἴτε ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἄλλα μαθήματα, καὶ συνεπῶς καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν αὐτῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Παραδεχόμενοι τώρα κ. βουλευταὶ τὴν πρότασίν μου περὶ αὐξήσεως τῶν ὡρῶν διδασκαλίας τῆς ἐπιστήμης, καὶ ἐνδεχομένης καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Καθηγητῶν αὐτῆς ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ, θὰ ὑπεθέτετε, ὅτι τὸ ζήτημα μας θὰ ἐλύετο, καὶ ὅτι τὰ πράγματα θὰ ἐτίθεντο εἰς τὴν θέσιν των. Οὐδαμῶς. Θὰ ἐπήρχετο μὲν βελτίωσις, διότι θὰ ἐνεπλουτίζετο τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων εἰς γονίμους ἐπιστημονικὰς γνώσεις, δαπάναις στείρων γραμματικῶν κανόνων, ἀλλὰ τὸ κέρδος θὰ συνίστατο μόνον εἰς γνώσεις. Ἀλλ’ ἡ ἀπόκτησις γνώσεων δὲν εἶναι τὸ μοναδικὸν ἀντικείμενον τοῦ σχολείου. Δὲν εἶνε κἄν τὸ κύριον ἀντικείμενον αὐτοῦ. Τὸ κύριον ἀντικείμενον τοῦ σχολείου εἶνε ἢ ἔπρεπε νὰ εἶνε ἡ ἀνάπτυξις τῶν χρησίμων ψυχικῶν δυνάμεων τοῦ μαθητοῦ, ὃ ἐστὶ τῶν φυσικῶν αὐτοῦ δώρων. Ἐξ ὅλων ὅσα διδάσκονται εἰς τὸ Γυμνάσιον, λέγει ὁ διακεκριμένος Γάλλος Ἀκαδημαικὸς le Châtelier, τίποτε ἀπολύτως δὲν εἶνε ὠφέλιμον αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Κάθε ἀντικείμενον σπουδῆς δὲν ἔχει ἀξίαν εἰμὴ μόνον διὰ τῆς ἐπιδράσεως τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ ἀναπτύξεως τῶν ψυχικῶν δυνάμεων». «Κάθε γνῶσις, λέγει ὁ διαπρεπὴς φυσιολόγος καὶ πανεπιστημιακὸς Καθηγητὴς Verworn, εἶνε αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν νεκρὸν κεφάλαιον, ἐφ’ ὅσον δὲν τίθεται εἰς ἐνέργειαν διὰ πνευματικῆς δράσεως καὶ δὲν χρησιμοποιεῖται πρὸς δημιουργίαν νέων ἐκπολιτιστικῶν ἀξιῶν. Λέγουσιν αἱ γνώσεις εἶνε δύναμις. Ἐγὼ λέγω: ἡ σκέψις εἶνε δύναμις». Ἀκόμη θεωρεῖται, λέγει μίαν τῶν μεγαλειτέρων αὐθεντιῶν τῆς Γερμανίας προκειμένου περὶ ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων ὁ καθηγητὴς Kerschensteiner, ἡ τέχνη τοῦ μανθάνειν ἡ μήτηρ πασῶν τῶν τεχνῶν, πάρα πολὺ ὡς ἡ τέχνη τοῦ ἐν τῇ μνήμῃ ἀποθηκεύειν. Ἀλλ’ ἡ ἡ τέχνη τοῦ μανθάνειν δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν τέχνην τοῦ σκέπτεσθαι. Χάριν τοῦ σκέπτεσθαι μανθάνομεν καὶ διδάσκομεν. Ἐκεῖνος δὲ μόνον ἀπήλαυσεν ὑψηλὴν ἀγωγήν, ὅστις εἶνε κύριος ἐν τῇ τέχνῃ τοῦ σκέπτεσθαι, ὁ ὁποῖος ζῇ ἐν τῇ λογικῇ ἐλευθερίᾳ». Ἡ μόρφωσις, λέγει ὁ πρό τινων ἐτῶν ἀποθανὼν κορυφαῖος γερμανὸς παιδαγωγὸς Paulsen, δὲν συνίσταται εἰς τὴν ἀπόκτησιν γνώσεων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀπόκτησιν ζώσης δυνάμεως πρὸς ἐπίγνωσιν καὶ ἐνέργειαν». Αἱ γνώσεις λοιπὸν δὲν ἔχουσι πλήρη ἀξίαν διὰ τὸν μαθητήν, παρὰ μόνον ἐὰν χρησιμοποιοῦνται πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν χρηστῶν ψυχικῶν αὐτοῦ δυνάμεων, τῶν φυσικῶν δηλαδὴ δώρων, τὰ ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος, φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ ἔμφυτα καὶ ἐν σπέρματι γεννώμενος εἰς τὸν κόσμον. Εἶνε δὲ ἡ καλλιέργεια τῶν δώρων τούτων πολύτιμον ἐφόδιον τοῦ μαθητοῦ διὰ τὸν μετέπειτα βίον του, πολυτιμώτερον καὶ τῶν γνώσεων αὐτῶν τούτων, τὰς ὁποίας ἀποκομίζει ἀπὸ τὸ σχολεῖον. Διότι γνώσεις κτῶνται καὶ εἰς τὸν μετέπειτα βίον, ἐνῷ ἄνευ τῶν δώρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κυρίως ἐν τῷ σχολείῳ καλλιεργοῦνται, δὲν δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ ὁ μαθητὴς ἐν τῷ κατόπιν σταδίῳ του. Τὰ δῶρα ταῦτα, ἤτοι τὰ προσόντα τοῦ νοῦ: κρίσις καὶ λογική, τὰ ἀτομικὰ προσόντα τοῦ χαρακτῆρος: πρωτοβουλία θέλησις, παρατηρητικότης, αὐτοκυβέρνησις, ἐνεργητικότης, κλπ., τὰ κοινωνικὰ προσόντα τοῦ χαρακτῆρος: ἀλληλεγγύη, κοινωνικὴ εὐθύνη, κοινωνικὴ πειθαρχία κλπ. εἶνε ἡ μετέπειτα περιουσία του, ἡ μετέπειτα δόξα του. Ἀλλὰ τὰ δῶρα ταῦτα ἀποτελοῦσι καὶ ἐθνικὸν κεφάλαιον, διότι τὰ μὲ αὐτὰ πεπροικισμένα ἄτομα τῆς κοινωνίας ἀποτελοῦσι τὰ ἐπίλεκτα αὐτῆς μέλη, τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται τοῦ λαοῦ εἰς τοὺς διαφόρους κοινωνικοὺς κλάδους καὶ ὁδηγοῦσιν αὐτὸν εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμόν. Εἶνε λοιπὸν ἀπαραίτητον νὰ χρησιμοποιοῦμεν τὰς γνώσεις τοῦ σχολείου πρὸς καλλιέργειαν τῶν ψυχικῶν ἐκείνων δυνάμεων τοῦ μαθητοῦ, οὐδεμία δὲ ἄλλη γνῶσις εἶνε καταλληλοτέρα πρὸς τοῦτο ὅσον αἱ ἐπιστημονικαί, καταλλήλως μεταδιδόμεναι. Καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ μεγάλη ἀξία τοῦ ῥεαλισμοῦ, μεγαλυτέρα καὶ τοῦ πρακτικοῦ σκοποῦ, τῆς προμορφώσεως δηλαδὴ διὰ τὰ βιομηχανικὰ ἐπαγγέλματα, ὅν ἐπιδιώκει, ἀξία, ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο ἀντιληπτή, εἰς τοὺς παρ’ ἡμῖν ἰθύνοντας ἐκπαιδευτικοὺς κύκλους, οὐδὲ ἐπαρκῶς ἀντιληπτὴ ἐν αὐτῇ τῇ Δύσει. Διὸ καὶ ὁ ἐκεῖ ῥεαλισμὸς δὲν ἐπήνεγκε τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον μεταφυτεύομεν σήμερον ἐκ Γερμανίας διὰ τοῦ ὧδε νομοσχεδίου, ὅπως πρὸ πολλοῦ τὸ μεταφύτευσαν ἐκεῖθεν καὶ οἱ Γάλλοι καὶ ἄλλα Κράτη, δὲν ἐτελεσφόρησεν ἐν Γερμανίᾳ, τῇ κοιτίδι του, ἀλλ’ οὐδὲ ἐν Γαλλίᾳ, οὐδὲ εἰς ἄλλα Κράτη, διότι δὲν ἐχρησιμοποιήθη εἰς αὐτὰ καὶ πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν φυσικῶν δώρων τοῦ μαθητοῦ. Διὰ νὰ ἴδετε, κ. Βουλευταί, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ῥεαλισμοῦ ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα εἰσήχθη οὗτος τῷ 1902, σᾶς ἀναφέρω ἐγκύρους τινὰς κρίσεις ἐπ’ αὐτῶν. Οὕτως ὡς ἑξῆς ἐκφράζεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ ἄλλοτε ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐν Γαλλίᾳ κ. Berthelot ἐπ’ εὐκαιρίᾳ μιᾶς ἐκπαιδευτικῆς ἐρεύνης (enquête), τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐνεργήσει ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ παγκοσμίου πολέμου. «Ἀντὶ νὰ περιορισθῶσιν, λέγει ὁ Berthelot, εἰς τὸ νὰ ἄρωσι τὰς ἐλλείψεις τῆς κλασικῆς ἐκπαιδεύσεως, παρέθηκαν νέαν ἐκπαίδευσιν (τὸν ῥεαλισμὸν δηλαδὴ Σ. Π.) κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν αὐτῆς. Ἕν εἶδος πλαστογραφίας. Τὸ νέον τοῦτο κατασκεύασμα δὲν ἐκαινοτόμησεν εἰς τίποτε, δὲν ἐθεράπευσε τίποτε. Μᾶς ἐμφανίζεται μὲ τὰς αὐτὰς ἐλλείψεις, μὲ τὰς ὁποίας καὶ τὸ παλαιόν: τὸ αὐτὸ παραφόρτωμα τῶν προγραμμάτων (ἀφῄρεσαν μὲν τὰς νεκρὰς γλώσσας· ἀλλὰ προσέθηκαν τὰς νεωτέρας, τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, τὴν πολιτικὴν οἰκονομίαν κλπ.) Τὸ αὐτὸ σύστημα διδασκαλίας, τὸ ἐπιβάλλον ἴσην προσπάθειαν εἰς ἄνισα πνεύματα. Ἡ αὐτὴ ἀποτυχία εἰς τὰ ἀποτελέσματα. Ἡ αὐτὴ παραγωγὴ ἀναξιοτήτων». Ἰδοὺ τὶ λέγει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος εἰς τὴν αὐτὴν ἔρευναν καὶ ὁ διακεκριμένος Γάλλος ἐπιθεωρητὴς τῆς ἐκπαιδεύσεως κ. Jackemart. Ἡ νεωτέρα Μέση Ἐκπαίδευσις (enseignement secondaire moderne) (οὕτω πῶς ἀποκαλοῦσιν οἱ Γάλλοι τὸν ῥεαλισμὸν Σ. Π.), εἶνε ἕν πρόσφατον δημιούργημα, ἀφοῦ χρονολογεῖται ἀπὸ 7 ἢ 8 μόνον ἐτῶν, τοῦ ὁποίου εἶνε ἀκόμη δύσκολον νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ φοβώμεθα, ὅτι, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως περὶ τῆς ὁποίας ἀσχολούμεθα, τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα δὲν θὰ εἶνε αἰσθητῶς καλλίτερα ἀπὸ τὰ τῆς πρωτοτόκου ἀδελφῆς της. Ἡ νεωτέρα ἐκπαίδευσις δὲν εἶνε σχεδὸν τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ κλασικὴ ἐκπαίδευσις, ἀπηλλαγμένη τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τῶν λατινικῶν, καὶ ἐνδυναμωμένη ὀλίγον τι διὰ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν νεωτέρων γλωσσῶν». Ἰδοὺ καὶ μία πρόσφατος γνώμη (1917) τοῦ διακεκριμένου Γάλλου Καθηγητοῦ Léon Juillet: ......ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ νέοι κύκλοι (οἱ ῥεαλιστικοὶ δηλαδὴ κλάδοι τοῦ Λυκείου Γυμνασίου Σ. Π.), ἂν καὶ χορηγοῦσι πολὺ μεγαλειτέραν θέσιν εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν Ἐπιστημῶν, παράγουσι ἀποφοίτους τοῦ Γυμνασίου μὲ ἐπιστημονικὸν πνεῦμα πολὺ ὀλιγώτερον ἀνεπτυγμένον καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι ἐσύγγισαν τὴν μάθησιν μὲ τὴν διάπλασιν τοῦ νοῦ, θέλοντες δὲ νὰ ἐπιδιώξωσι τὸ πρακτικῶς ὠφέλιμον, τὸ ὁποῖον ὅμως βεβαίως δὲν ἐπέτυχον ἐμείωσαν τὴν γενικὴν μόρφωσιν». Ἰδοὺ καὶ μία ἄλλη ἐπίσης πρόσφατος κρίσις (1917) ἐπὶ τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἀποτελεσμάτων τοῦ ῥεαλισμοῦ ὑπὸ τοῦ μνησθέντος Γάλλου ἀκαδημαϊκοῦ le Châtelier. Ἡ ἐπιστημονικὴ διδασκαλία ἐν τῇ Μέσῃ Ἐκπαιδεύσει πρὸ πολλοῦ ἤρχισε νὰ ὀπισθοδρομῇ, ἡ δὲ δῆθεν μεταρρύθμισις τοῦ 1902 (δι’ ἧς εἰσήχθη ὁ ῥεαλισμὸς εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Γαλλίας Σ. Π.) τῇ κατήνεγκε τὸ τελευταῖον πλῆγμα. Ἐφαντάσθησαν ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς διδασκαλίας ταύτης ἦτο νὰ ἀποθέσωμεν εἰς τὴν μνήμην τῶν μαθητῶν ὅσον οἷον τε περισσοτέρας ὠφελίμους γνώσεις, καὶ τὴν κατηύθυναν ἀποκλειστικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, παραμελοῦντες τέλος τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πνεύματος. Εἶνε ἀπαραίτητον νὰ ἀνακρούσωμεν βιαίως πρύμναν καὶ νὰ θέσωμεν ὡς ἀρχήν, ὅτι ἐξ ὅλων ὅσα διδάσκονται εἰς τὸ Γυμνάσιον τίποτε ἀπολύτως δὲν εἶνε ὠφέλιμον αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Κάθε ἀντικείμενον σπουδῆς δὲν ἔχει ἀξίαν παρὰ διὰ τῆς ἐπιδράσεως, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν ψυχικῶν δυνάμεων». Ἰδοὺ τέλος καὶ μία τοῦ αὐτοῦ ζητήματος γνώμη, τοῦ «Συλλόγου τῶν Πολιτικῶν μηχανικῶν τῆς Γαλλίας, ἐνεχθεῖσα τὸ θέρος τοῦ 1917 ἔναντι πρὸς τὸν Γάλλον Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας ὑπομνήματι περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς ἐν Γαλλίᾳ τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως συνταχθέντι κατόπιν ἐπανειλημμένων συνεδρίων τοῦ Συλλόγου τῆς πρώτης τοῦ ὁποίων προΐστατο αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς. «Ὁ Σύλλογος ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν προγραμμάτων τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν διὰ τῆς υἱοθετήσεως ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀναπτύξωσι τὴν προσωπικὴν προσπάθειαν καὶ τὸ πνεῦμα πρωτοβουλίας τοῦ μαθητοῦ). Ἀπέτυχε λοιπὸν ὁ ρεαλισμὸς ἐν Γαλλίᾳ, διότι αἱ ἐπιστημονικαὶ γνώσεις δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ψυχικῶν προσόντων τοῦ μαθητοῦ. Ἀλλὰ οὐδὲ ἐν Γερμανίᾳ, τῇ κοιτίδι τοῦ ρεαλισμοῦ, ηὐδοκίμησεν οὗτος δεόντως, ὡς προεῖπον. Οὕτω, τὰς παραμονὰς τοῦ παγκοσμίου πολέμου τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἐκεῖ ζήτημα εἶχε καταστῇ τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας. Ἐπιδιώκετο ἡ μεταβολὴ τοῦ κρατοῦντος συστήματος τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἄρθρα δ’ ἐπὶ ἄρθρων ἐδημοσιεύοντο εἴς τε τὸν περιοδικὸν καὶ τὸν ἡμερήσιον τύπον, σύλλογοι ἐπὶ τούτῳ συνεκροτοῦντο, ὑπάρχοντες σύλλογοι συνεκαλοῦντο, διαλέξεις ἐπὶ διαλέξεων ἐγένοντο. Διὰ νὰ ἴδητε δὲ κ. βουλευταί, εἰς τί, μεταξὺ ἄλλων, ἀφεώρα ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἐκείνη κίνησις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπήν τινα μιᾶς εἰσηγήσεως γενομένης ἔν τινι ἐκπαιδευτικῷ συνεδρίῳ, συγκληθέντι ἐν Βερολίνῳ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1911, εἰς ὃ παρεκάθησαν ἀντιπρόσωποι διαφόρων ἐκπαιδευτικῶν συλλόγων καὶ ἄλλαι Γερμανικαὶ κορυφαί, ὡς ὁ Ostwald, ὁ Bolsche, ὁ Petzoldt, κ.τ.λ. Ὡς ἕν ἀρχαϊκὸν κτίριον μὲ πολὺ μετρίας σχετικῶς ξένας ἐπισκευὰς ἵσταται τὸ σχολεῖον ξένον ἀκόμη καὶ παραδοξόμορφον ἐν τῷ μέσῳ τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος. Εἰς τὰ κύρια του χαρακτηριστικὰ παρέμεινε πιστὸν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ σχολαστικισμοῦ, ἀπὸ τοῦ ὁποίου καὶ ἐπήγασε. Τὸ πνεῦμα τοῦτο βαρύνει ὡς ἐφιάλτης οὐ μόνον ἐπὶ τοῦ μαθητοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ διδασκάλου. Διότι μικρὰ πράγματα μεταβάλομεν, ἂν μόνον θέτωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μάθημα ὡς πρωτεῦον ἢ δευτερεῦον, ἂν τάσσωμεν εἰς δευτέραν μοῖραν τὰς ἀρχαίας γλώσσας ἀπέναντι τῶν νεωτέρων καὶ τῆς ἐπιστήμης. Τὸ ζήτημα κεῖται φρονῶ οὐχὶ ὡς τὸ τί μανθάνωμεν, ἀλλ’ εἰς τὸ πῶς μανθάνομεν». Οὐχὶ λοιπὸν τὸ τὶ μανθάνομεν, δηλαδὴ αἱ γνώσεις, κλασικαὶ ἢ ρεαλιστικαί, εἶνε τὸ οὐσιῶδες, ἀλλὰ τὸ πῶς μανθάνομεν, δηλαδὴ ὁ τρόπος καθ’ ὃν μεταδίδονται αὗται. Διότι ἐκ τοῦ καταλλήλου τρόπου τῆς μεταδόσεως τῶν γνώσεων— καὶ προσθέτως καὶ πρωτίστως τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων— ἐξαρτᾶται ἡ ἀνάπτυξις τῶν ψυχικῶν προσόντων τῶν φυσικῶν δώρων τοῦ μαθητοῦ. Ἐκ πάντων λοιπὸν τούτων προκύπτει ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν —ρεαλιστικὸν σύστημα ἀπέτυχεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διότι δὲν ἐχρησιμοποιήθη πρὸς καλλιεργειακῶν φυσικῶν δώρων τοῦ μαθητοῦ. Ἂν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς δὲν ἐφαρμώσαμεν αὐτὸ καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτο, τὸ σύστημα τοῦτο θέλει ἀποτύχει καὶ παρ’ ἡμῖν. Ποῖος τώρα εἶναι ὁ κατάλληλος ἐκεῖνος τρόπος τῆς μεταδόσεως τῶν ἐπιστημονικῶν (οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν) γνώσεων, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναπτύσσονται τὰ φυσικὰ δῶρα, τὰ ψυχικὰ προϊόντα τοῦ μαθητοῦ; Ἡ ἡμετέρα ἐκπαίδευσις δὲν γνωρίζει ἄλλον τρόπον παρὰ τὸ βιβλίον καὶ τὸν διδάσκαλον, δηλαδὴ τὴν ἀποστήθισιν, τὴν ἀπομνημόνευσιν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἐν μέρει δὲ καὶ ἐν Γερμανίᾳ. Ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης μνημονικῆς ὡς τὴν ἀπεκάλεσαν μεθόδου εἶναι γνωστά: αἱ γνώσεις πλήττουσαι καὶ ἐπὶ πολὺ τὸν ἐγκέφαλον, λησμονοῦνται μετ’ οὐ πολύ. Τοῦτο γνωρίζομεν ἐκ τῆς ἰδίας πείρας καὶ ἐκ τῆς παρατηρήσεως. Οἱ μαθηταὶ π.χ. ἐξερχόμενοι τοῦ Γυμνασίου, λησμονοῦσι, μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων μηνῶν τὰς πλείστας τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας ἐκεῖ ἀπέκτησαν. Ἀλλ’ ἔτι σπουδαιότερον: ἡ μνημονικὴ ἐκείνη μέθοδος, εἶναι μία παθητικὴ λῆψις γνώσεων, ἄνευ ἀντιδράσεως τρόπον τινὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ἄνευ δηλαδὴ ἀντενεργείας τοῦ μαθητοῦ καὶ διεγέρσεως τῶν ψυχικῶν αὐτοῦ δυνάμεων περὶ τὴν ἀπόκτησιν τῶν γνώσεων, ὁπότε διὰ τῆς μεθόδου ταύτης δὲν δύνανται νὰ ἀναπτυχθῶσι τὰ ψυχικὰ προσόντα τοῦ μαθητοῦ. Διὸ καὶ ὑπῆρξε μία ἀποκάλυψις διά τοὺς Γάλλους, ὡς ὡμολόγησαν οἱ ἴδιοι, ὁπόταν εἷς Γάλλος σοφός, ὁ Omer Buyse, Διευθυντὴς τῆς Ἀνωτέρας τεχνικῆς Σχολῆς τοῦ charleroy, ἔσχε πρὸ ἐτῶν, τὴν εὐτυχῆ ἔμπνευσιν νὰ ὑπάγῃ εἰς Ἀμερικὴν καὶ νὰ σπουδάσῃ ἐπιτοπίως τὸν τρόπον τῆς μορφώσεως καὶ ἀγωγῆς τῶν Ἀμερικανῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐδημοσίευσε περισπούδαστον ἔργον. Προέκυψεν, ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ ἐκπαιδεύονται μὲ ὅλως διάφορον σύστημα τοῦ τῶν Γάλλων, σύστημα τὸ ὁποῖον ἤρξαντο ἀπὸ καιροῦ ἐφαρμόζοντες κατ’ ἀπομίμησιν ἐκείνων καὶ οἱ Γερμανοί. Κατὰ τὸ ἀμερικανικὸν τοῦτο σύστημα τὸ κύριον ἔργον ἔχει ἡ ἰδία πεῖρα τοῦ μαθητοῦ, τὸ δὲ βιβλίον καὶ ὁ διδάσκαλος συμπληρωματικὴν μόνον θέσιν κατέχουσιν. Ὑπὸ τὴν καθοδηγίαν δηλαδὴ τοῦ διδασκάλου καὶ τὴν ἐπικουρίαν τοῦ βιβλίου ὁ μαθητὴς παρατηρεῖ καὶ ἐρευνᾷ ὁ ἴδιος τὰ ἀντικείμενα, τὰ φαινόμενα, τοὺς φυσικοὺς νόμους καὶ πειραματίζεται ὁ ἴδιος ἐπ’ αὐτῶν, ἐνώπιον συλλογῶν, ἐντὸς μουσείων, ἐντὸς ἐπὶ τούτῳ κήπων, ἐν ἐκδρομαῖς, δηλαδὴ ἐν αὐτῇ τῇ φύσει, ἐντὸς ἐπιστημονικῶν καὶ τεχνικῶν ἐργαστηρίων, διὰ κινηματογραφικῶν καὶ ἄλλων προβολῶν, κ.τ.λ. Τοιουτοτρόπως ὁ μαθητὴς λαμβάνει ἐξ ἰδίας δράσεως ἢ ἐνεργείας ἀντίληψιν τῶν γνώσεων, ἀσκεῖ οἱονεὶ ἕνα ἔλεγχον ἐπ’ αὐτῶν, κατακτᾷ τρόπον τινὰ αὐτὰς ἀντὶ ἁπλῶς νὰ τὰς ἀποκτᾷ. Αὐτενεργῶν οὕτω καὶ οὐχὶ παθητικῶς ἢ μηχανικῶς δεχόμενος τὰς γνώσεις, ὅπως διὰ τῆς μεθόδου τοῦ βιβλίου, μορφώνει τὴν κρίσιν, τὴν λογικήν του, ἀσκεῖ τὴν παρατηρητικότητά του, ἀποκτᾷ μίαν πρωτοβουλίαν, μίαν δημιουργικότητα καὶ πρωτοτυπίαν, ἀσκεῖται εἰς μίαν αὐτοκυβέρνησιν. Τὰ ψυχικὰ δὲ ἀκριβῶς ταῦτα χαρίσματα διακρίνουσι τὸν Ἀμερικανόν, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζει, ὡς γνωστὸν μία καταπλήσσουσα πρωτοβουλία καὶ πρωτοτυπία, μία ἔκτακτος δραστηριότης καὶ ἐπιχειρηματικότης καί μία θέλησις τοῦ μὴ ὑποχωρεῖν πρὸ οὐδενὸς κωλύματος πρὸ τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, μία αὐτοδιοίκησις ἢ αὐτοκυβέρνησις, κατὰ τὴν ὁποίαν συνηθίζει ὁ Ἀμερικανὸς νὰ στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἰδίων ἑαυτοῦ δυνάμεων καὶ νὰ μὴ προστρέχῃ εἰς τὴν βοήθειαν τῶν ἄλλων—χαρίσματα, τὰ ὁποῖα πάντα ὀφείλονται κατὰ μέγιστον μέρος εἰς τὸν διὰ τῆς ἰδίας πείρας ἐκεῖνον τρόπον τῆς μορφώσεως καὶ ἀγωγῆς τῶν Ἀμερικανῶν. Καὶ εἶνε ἀκριβῶς τὰ χαρίσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ βιομηχανικὰ καὶ τεχνικὰ ἐν γένει ἐπαγγέλματα διὰ τὸν νέον τὸν προωρισμένον εἴτε ὡς ἐπιχειρηματίαν, εἴτε ὡς βιομήχανον, εἴτε ὡς μηχανικόν, εἴτε ὡς ἔμπορον ἐν τῇ καλλιεργείᾳ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ τὴν σήμερον καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀποτελοῦσα ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὴν μοναδικὴν σχεδὸν ἀσχολίαν τῶν λαῶν. Ἀλλ’ εἶνε ἀκριβῶς καὶ τὰ χαρίσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλλείπουσι δυστυχῶς ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ὡς τοῦτο ἔλαβον ἀφορμὴν ἄλλοτε νὰ ἀναπτύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. (Ἡ οἰκεία ἀγόρευσίς του ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα «Ἐμπρὸς» τῆς 7 Δεκεμβρίου 1914 καὶ εἰς τὴν Ἐφημερίδα «Ἀκρόπολιν» τῆς 9 Δεκεμβρίου 1914). Ἀλλὰ καὶ ἄλλα προσόντα τοῦ χαρακτῆρος, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν κοινωνικὰ ὡς ἐξυπηρετοῦντα κατ’ ἄμεσον τρόπον τὴν κοινωνίαν, ἐμμέσως δὲ καὶ τὸ ἄτομον, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦμεν νὰ ὀνομάσωμεν ἀτομικά, ὡς ἐξυπηρετοῦντα ἀμέσως τὸ ἄτομον, ἐμμέσως δὲ τὴν κοινωνίαν δύνανται νὰ ἀναπτύξωσι καίτοι εἰς πολὺ ὀλιγώτερον βαθμόν, αἱ ἐπιστημονικαὶ γνώσεις, διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἰδίας πείρας μεταδιδόμεναι, ἤτοι προσόντα ἀλληλεγγύης καὶ εὐθύνης. Τίνα τώρα μέτρα λαμβάνει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς διὰ τῆς ἰδίας τοῦ μαθητοῦ πείρας μεθόδου διδασκαλίας, τῆς πειραματικῆς μεθόδου, ὡς τὴν ἀπεκάλεσαν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν μνημονικὴν μέθοδον, τὴν μέθοδον τοῦ βιβλίου καὶ τοῦ διδασκάλου; Ἐν ἄρθρ. 5 τὸ νομοσχέδιον συνιστᾷ ἐργαστήρια πειραματικῆς φυσικῆς, χημείας, φυσικῆς ἱστορίας, καὶ χειροτεχνίας μετὰ τῶν οἰκείων θέσεων ἐπιμελητῶν, τὰ ὁποῖα εἶνε προορισμένα πρὸς «ἐργαστηριακὴν ἐξέτασιν καὶ τῶν μαθητῶν καὶ τῶν ἀσκουμένων λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως» ὡς λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποθέτω δέ, ὅτι τοιαῦτα ἐργαστήρια θὰ συσταθῶσι καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἱδρυθησόμενα ῥεαλιστικὰ Γυμνάσια ἄλλως τε εἰς παρομοίου εἴδους μερίμνας δὲν ὑστέρησαν οὐδὲ κατὰ τὸ παρελθόν. Τὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρ. 4 τοῦ περὶ διδακτικῶν βιβλίων νόμου 847 τοῦ 1917 ἐκδοθέντα Β. Διατάγματα τῆς 8 Φεβρουαρίου καὶ 17 Σεπτεμβρίου 1918 προνοοῦσι περὶ ἐφοδιασμοῦ τῶν σχολείων τῆς Δημοτικῆς καὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως διὰ τοιούτων ὀργάνων (ἐργαλείων, ὑλικῶν συλλογῶν, προβολῶν, σχημάτων, πινάκων εἰκόνων). Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ποῖοι Καθηγηταὶ θὰ διδάξωσι τὴν πειραματικὴν μέθοδον μὲ τὰ ἀντικείμενα αὐτά. Τὸ ἄρθρ. 4 τοῦ νομοσχεδίου προνοεῖ περὶ τῶν προσόντων τῶν Καθηγητῶν, οὐδεμία δὲ ἀμφιβολία, ὅτι τὰ διορισθησόμενα πρόσωπα θὰ εἶναι ἐκλεκτά. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ποῦ καὶ πότε ἐδιδάχθησαν τὰ πρόσωπα ταῦτα τὴν πειραματικὴν μέθοδον, διὰ νὰ ἐφορμόσωσιν αὐτὴν εἰς τοὺς μαθητάς; Ἡ μέθοδος αὕτη εἶνε ἄγνωστος εἰς τοὺς Καθηγητάς μας, ἄγνωστος δὲ καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ ὁποῖον τοὺς καταρτίζει. Οἱ Καθηγηταὶ τῆς ἐπιστήμης ἐξῆλθον ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον διὰ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὡς Ἑλληνοδιδάσκαλοι, διδάσκοντες δ’ οὕτω ἀλλότρια τοῦ κύκλου των μαθήματα ἀπέμαθον καὶ τὰ ἰδικά των. Οἱ νέοι ἐξερχόμενοι Καθηγηταὶ εἶνε κἄτι καλλίτεροι ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ μὲ τὸν ἴδιον τρόπον κατηρτισμένοι. Τὸ πολὺ πολὺ λοιπὸν θὰ χρησιμοποιοῦνται τὰ ἐργαστήρια καὶ ὄργανα ἐκεῖνα πρὸς ἁπλῆν ἐπίδειξιν εἰς τοὺς μαθητάς, ἢ πρὸς ἐκτέλεσιν κανενὸς πειράματος ἐκ μέρους τοῦ Καθηγητοῦ ἐνώπιον τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ θεῶνται μακρόθεν. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν διδασκάλους τῆς πειραματικῆς μεθόδου, καὶ πρέπει νὰ τοὺς δημιουργήσωμεν. Ἓν μέσον πρὸς τοῦτο θὰ ἦτο ἡ πρόσκλησις τῶν Καθηγητῶν τῆς Ἐπιστήμης εἰς Ἀθήνας κατὰ τὰς θερινὰς διακοπάς, ὅπως λαμβάνωσι μαθήματα πειραματικῆς μεθόδου παρὰ τῶν Πανεπιστημιακῶν Καθηγητῶν. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἶνε ῥιζικόν. Εἰσηγήθην ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ ἀγόρευσίς μου αὕτη ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις» τῆς 29 Δεκεμβρίου 1914) ἕν ἀποτελεσματικώτερον, τὸ ὁποῖον προὐτάθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὸ νὰ διορίσωμεν εἰς ἑκάστην ἕδραν τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ὅσαι καταρτίζουσι Καθηγητάς, καὶ ἀνὰ ἕνα ἔκτακτον, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ δώσωμεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἐξετάσεως τῶν φοιτητῶν κ.τ.λ. οἷα ἔχει καὶ ὁ τακτικός. Οἱ φοιτηταὶ θὰ ἐξέλεγον τότε εἰς τὴν ἀκρόασίν των ἐκεῖνον ἐκ τῶν δύο κατὰ προτίμησιν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ἐδιδάσκοντο καλλίτερον. Θὰ ἐπήρχετο οὕτω μία ἅμιλλα μεταξὺ τῶν δύο Καθηγητῶν περὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ τρόπου τῆς διδασκαλίας των, ἡ ὁποία δὲν ὑφίσταται τώρα καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς ὁποίας εἶνε τὸ αἴτιον τῆς ἐλαττωματικῆς καὶ ὀπισθοδρομικῆς διδασκαλίας τοῦ πανεπιστημίου. Τοσοῦτον δὲ μᾶλλον θὰ ἐπήρχετο ἡ ἅμιλλα, ἡ ὁποία θὰ ἦγε βαθμηδὸν εἰς τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, καθόσον ἡ φοίτησις θὰ συνοδεύετο καὶ μὲ ὑλικὸν ἐλατήριον διὰ τὸν Καθηγητήν. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς γενικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰδικώτερον τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἄρθρ. 4 καὶ 8 αὐτοῦ. Ἐπεθύμουν ἀκόμη νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν ἄρθρ. 2 καὶ 5. Διὰ τοῦ ἄρθρ. 2 ἐδαφ. 1 θεσπίζονται εἰσιτήριοι ἐξετάσει διὰ τὴν εἴσοδον εἰς τὸ Βαρβάκειον Λύκειον, καὶ συνεπῶς καὶ εἰς τὰ μετ’ ὀλίγον ἱδρυθησόμενα ῥεαλιστικὰ Γυμνάσια. Διατί; Δὲν συντρέχει κανεὶς πρὸς τοῦτο λόγος, δὲν γνωρίζω δὲ καὶ κανὲν ῥεαλιστικὸν Γυμνάσιον τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου παρόμοιον πρᾶγμα νὰ συμβαίνῃ. Αἱ εἰσιτήριοι ἐξετάσεις εἶνε περιορισμός, ἂν δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ προϋπῆρχον, θὰ ἔπρεπε νὰ τὰς καταργήσωμεν ἀκριβῶς διὰ νὰ προσελκύσωμεν ὅσον οἷον περισσότερους μαθητὰς εἰς τὸν ῥεαλισμόν, τῆς καλλιεργείας τοῦ ὁποίου τόσην ἀνάγκην ἔχομεν σήμερον. Διὰ τοῦ ἄρθρ. 5 ἐδαφ. 2 ἀνατίθεται ἡ διεύθυνσις τῶν Βιβλιοθηκῶν τοῦ Βαρβακείου Λυκείου εἰς ἕνα τῶν φιλολόγων, πρᾶγμα ἐντελῶς ἀνάποδον. Διότι αἱ βιβλιοθῆκαι αὗται, καθὸ φυσικῷ τῷ λόγῳ ῥεαλιστικαί, θὰ ἔπρεπε νὰ διευθύνωνται ἀπὸ φυσικοὺς καὶ ὄχι ἀπὸ φιλολόγους. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγει ῥεαλισμόν, ἀλλ’ ἡμιρεαλισμόν, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὁποίου θέτει μάλιστα τὸν κλασικισμόν, καὶ ἴσως οὗτος εἶναι ὁ λόγος τοῦ ἀνωτέρου μέτρου. Οὐχ’ ἧττον, ἐπειδὴ πρόκειται καὶ περὶ ῥεαλισμοῦ ἂς μὴ ἀποκλεισθῶσι καὶ οἱ φυσικοί, ὡς οὐδὲ οἱ λοιποὶ Καθηγηταί, τῆς διευθύνσεως τῶν Βιβλιοθηκῶν. Περαίνων τὴν ἀγόρευσίν μου ἀνακεφαλαιῶ: Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει πλημμελῆ ῥεαλισμὸν, κρᾶμα ῥεαλισμοῦ καὶ κλασσικισμοῦ, μὲ προεξάρχοντα μάλιστα κλασσικισμόν. Καίτοι ζῶμεν εἰς τὴν ῥεαλιστικωτέραν περίοδον, τὴν ὁποίαν ἐγνωρίσατέ ποτε ὁ ἀνθρώπινος πολιτισμὸς καθ’ ἣν ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἐποχὴν ἔχομεν ἀνάγκην γνησίας καὶ ἐντατικῆς ῥεαλιστικῆς μορφώσεως διὰ νὰ προσαρμοσθῶμεν εἰς ἐπιτακτικὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ παγκόσμιος πόλεμος καὶ τὸ μεταπολεμικὸν καθεστώς. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ἀκόμη νὰ ἀποσπασθῶμεν τῆς ῥουτίνας τοῦ κλασσικισμοῦ, τοῦ κλασσικισμοῦ δηλαδὴ τῆς Γραμματικῆς, καὶ νὰ θεσπίσωμεν ἄρτια ῥεαλιστικὰ σχολεῖα. Ἡ κληρονομικότης ἐπὶ τοῦ προκειμένου βαρύνει ἀκόμη ἐφ’ ἡμῶν κατὰ τρόπον ὅλως ἐπιζήμιον. Ἀλλὰ κοντὰ εἰς τὸν ἄρτιον ῥεαλισμὸν, χρειαζόμεθα καὶ τρόπον κατάλληλον τῆς μεταδόσεως αὐτοῦ, δηλαδὴ μέθοδον πειραματικὴν, τῆς ὁποίας στερούμεθα τώρα, καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας δὲν λαμβάνομεν καμμίαν ῥιζικὴν μέριμναν. Διότι ὁ ῥεαλισμὸς δὲν ὠφελεῖ μόνον εἰς γνώσεις, ἀλλὰ — πρὸ παντὸς — καὶ εἰς ἀνάπτυξιν τῶν ψυχικῶν προσόντων, ἡ ὁποία εἶνε πολυτιμωτέρα τῶν γνώσεων καὶ ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς καταλλήλου μεταδόσεως τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων. Ὅθεν ζητῶ: 1) Νὰ εὐνοηθῶσι περισσότερον αἱ θέσεις τῆς φυσικῆς ἐν τῷ ἄρθρ. 4 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀντιστοίχως τὰ φυσιογνωστικὰ μαθήματα ἐν τῷ προγράμματι. 2) Νὰ προσκαλῶνται κατὰ τὰς θερινὰς διακοπὰς εἰς Ἀθήνας οἱ φυσικοὶ (οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ Καθηγηταί, διότι ἐπὶ πάντων τῶν μαθημάτων δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ πειραματικὴ μέθοδος) ὅπως διδάσκωνται παρὰ τῶν Πανεπιστημιακῶν Καθηγητῶν τὴν μέθοδον ταύτην ἵνα ἐφαρμόζωσι αὐτὴν εἰς τοὺς μαθητάς. 3) Νὰ παραχωρηθῇ θέσις καὶ εἰς ἀντιπροσώπους τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. 4) Νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ μέριμνα ὅπως οἱ ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Διδασκαλείου τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐξερχόμενοι Καθηγηταὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καταρτίζωνται παρὰ τῶν οἰκείων Καθηγητῶν διὰ τῆς πειραματικῆς μεθόδου, ἵνα ἐφαρμόζουσιν αὐτὴν εἰς τοὺς μαθητάς. 5) Νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ εἰσιτήριοι ἐξετάσεις ἀπὸ τοῦ ἄρθρ. 2 ἐδαφ. 1 καὶ 6) Νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «φιλόλογοι» ἀπὸ τοῦ ἄρθρ. 5 ἐδαφ. 2.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§152Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν θὰ ἀπαντήσω, κύριοι βουλευταί, διὰ μακρῶν εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ, συνάδελφος ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Εἶνε πρόδηλον ὅτι εἰς ἕν ἐκπαιδευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει συνολικὴν διάρκειαν σπουδῶν 11 ἔτη καὶ μόνον, εἶνε ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εἶνε ἕν πραγματικὸν γυμνάσιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶνε δυνατὸν νὰ φέρῃ τοὺς καρποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκωμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ὅπως καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ἀπησχόλησεν ἐπὶ πολὺ τὴν Κυβέρνησιν ὡς βεβαίως θὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ μὲ τὴν συζήτησιν ῥιζικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὡς εἶπον, μεταρρυθμίζομεν τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ Βαρβακείου λυκείου οὕτως ὥστε ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ὑπάρχον ἐκπαιδευτικὸν σύστημα νὰ εἶνε δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμὸν αὐτοῦ. Ἐν μέσῳ τῶν ὁρίων τούτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιβάλλει ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι, ἐπεθύμουν νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ῥιζικωτέραν μεταβολήν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐζήτησεν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν φιλολογίας καὶ τῶν καθηγητῶν τῶν Μαθηματικῶν καὶ τῶν Φυσικῶν. Εἶπεν ὅτι εὑρίσκει μέγαν τὸν ἀριθμὸν τῶν Φιλολόγων καθηγητῶν.
§153Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν εἶπον μέγαν τὸν ἀριθμὸν τῶν φιλολόγων εἶπον μικρὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν Φυσικῶν.
§154Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἰς ἀπάντησιν ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον, ὅτι οἱ Φιλόλογοι παρ’ ἡμῖν δὲν εἶνε καθηγηταὶ μόνον τῆς κλασικῆς φιλολογίας, ἀλλ’ εἶναι καὶ καθηγηταὶ τῆς ἱστορίας, εἶνε καὶ καθηγηταὶ τῶν Φιλοσοφικῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὑπολογίσωμεν ὅτι ἐκ τῶν τριῶν καθηγητῶν εἷς τοὐλάχιστον θὰ εἶνε διὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς ἱστορίας καὶ τῶν φιλοσοφικῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶνε δυνατὸν παρὰ νὰ θεωρηθοῦν ἀπαραίτητα μαθήματα, ἐννοεῖται ὅτι ἔχομεν ἀναλογίαν δύο φιλολόγων ἀπέναντι δύο μαθηματικῶν καὶ δύο Φυσικῶν. Νομίζω ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶνε ἐπαρκής, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχομεν ἕν Γυμνάσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει τεσσάρων ἐτῶν καὶ μόνον σπουδὰς ἤτοι τετρατάξιον. Αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καθηγητῶν πέραν τοῦ ὁρίου τούτου θὰ ἐπέφερε τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς κατανομῆς τῶν μαθημάτων, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀναφερόμενος εἰς τὸ πρόγραμμα τὸ δημισιευθὲν κατὰ τὸ 1913.
§155Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. 1914.
§156Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδόλως τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο πρόκειται νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τοῦ ὡρολογίου τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον θὰ δημοσιευθῇ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου γινομένου νόμου, διότι θὰ συνταχθῇ νέον ὡρολόγιον πρόγραμμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔλλειψιν τοῦ εἰδικοῦ προσωπικοῦ καταλλήλου διὰ νὰ διδάξῃ εἰς πραγματικὰ γυμνάσια καὶ νὰ ἐκπληροῖ τὸν προορισμὸν τοῦ Γυμνασίου, δὲν εἶνε δυνατὸν παρὰ τὸ πνεῦμα σύμφωνος πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον. Καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὸν σχέδιον. Βεβαίως ἡ ῥιζικωτέρα θεραπεία, ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, θὰ γίνῃ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον ὁπότε οἱ καθηγηταὶ τῶν μαθηματικῶν καὶ φυσικῶν πρέπει νὰ παρασκευάζωνται ἐντὸς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ νὰ μὴ κατατρίχωνται εἰς ξένα καθήκοντα. Πρέπει ἡ μόρφωσις αὐτῶν νὰ εἶνε τελεία καὶ πλήρης. Μεγαλύτερον ἀποτέλεσμα θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος προβλέπει καὶ περὶ ἄλλων ζητημάτων καὶ περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῶν σπουδῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ εἰς τὰς Σχολὰς αὐτάς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν εἰσιτηρίων ἐξετάσεων ἔχω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν σχολεῖον μέσης ἐκπαιδεύσεως ἑπταετοῦς διαρκείας σπουδῶν, δὲν εἶνε δυνατὸν εἰς τὰ Πραγματικὰ Γυμνάσια, τὰ ὁποῖα προϋποθέτουν μαθητὰς καὶ φυσικῶν δυνάμεων μεγαλυτέρων, ἀλλὰ καὶ μορφώσεως πληρεστέρας νὰ δεχθῶμεν τοὺς ὁπωσδήποτε ἀποφοιτῶντας ἐκ τῶν Γυμνασίων ἀλλὰ θὰ δεχθῶμεν ἐκ τῶν ἀποφοίτων ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ παρουσιάζουν τὰ φυσικὰ προτερήματα καὶ τὴν μόρφωσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ πεποίθησις, ὅτι θὰ εἶνε δυνατὸν νὰ παρακολουθῶσιν εὐδοκίμως τὰ μαθήματα τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου καὶ τὰ πέραν τῆς προβλέψεως, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ διδασκαλεῖον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Εἶνε ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον μελέτης, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται σήμερον νὰ λυθῇ. Αὗται εἶναι αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ δώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ἐγκριθείσης συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γαλατάκη καὶ τῆς Ἀγγλοελληνικῆς Ἑταιρείας Λευκολίθου. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινοῦ Κανονισμοῦ καὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν τῆς χρήσεως 1920–1921 καὶ περὶ χορηγήσεως τριῶν δωδεκατημορίων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως ταύτης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μελέτης ὑδραυλικῶν δυνάμεων Μακεδονίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον)
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5 μ. μ. μεθαύριον. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)