1920.02.03
1,620 rows · 12,090 words · 120 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35η
τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1920
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(ὥρα 5 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§4Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 5ου ἄρθρου τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου εἶχον ὑποβάλλει μίαν τροπολογίαν ὅπως τὰ εἰσοδήματα τοῦ ⅕ τῶν δημοσίων γαιῶν καθὼς καὶ τὸ τίμημα τοῦ ⅕ τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον, παραχωρηθῇ ὡς εἰσφορὰ παρὰ τοῦ δημοσίου εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ δημοσίων γαιῶν καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Τοιοῦτον ὅμως δὲν ἀναγράφεται· ἔχει τελικῶς παραλειφθῇ πράγμα οὐσιωδέστατον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγουν τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκει): Ἐπὶ τοῦ 5 ἄρθρου ποιοῦνται παρατηρήσεις οἱ κ. κ. Γ. Καλδῆς....................κ.λ.π.».
§6Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Μὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὰ εἰσοδήματα καθὼς καὶ τὸ τίμημα τοῦ ⅕ ἐκ τῶν δημοσίων γαιῶν τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὸ δημόσιον τὸ ⅕ αὐτὸ δοθῇ εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου.
§7Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Αὐτὸ τὸ ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγώ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Πολὺ καλά. Θὰ διορθωθῇ.
§9Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Καί αἱ συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁμοῦ καὶ τοῦ κ. Βαλαλᾶ ἐπὶ τοῦ 41 ἄρθρου τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου δὲν διετυπώθησαν καθόλου. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ὅτι αἱ μικροϊδιοκτησίαι αἱ κάτω τῶν 200 στρεμμάτων νὰ μὴ ἐπιβαρύνωνται μὲ τὸ ⅕ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε νὰ ἐξετάσῃ μετὰ μεγάλης εὐμενείας τὸ ζήτημα καὶ ἐφαίνετο ἀποδεχόμενος τὴν ἄποψίν μας.
§10Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παρατήρησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι εὐμενῶς φυσικὰ δέχεται τὰς παρατηρήσεις ἀλλὰ μὴ δυνάμενος νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς συνηθείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμβάλλῃ τροποποιήσεις εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§11Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Τοιοῦτον τι ὅμως δὲν ἀναφέρεται.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῆς Ὑγιεινῆς ἔχει τὸν λόγον.
§13Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ (Ὑφυπουργὸς Ὑγιεινῆς). Ἀνέγνωσα εἰς τὴν «Πατρίδα» μετ’ ἀπορίας, τὴν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀκαρνανίας βουλευτοῦ κ. Τρικούπη περὶ τῶν μελῶν τῆς ἐν Κυδωνίαις ἀποστολῆς τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ. Δὲν ὑπῆρχε καμμία ἐρώτησις ἢ ἐπερώτησις τοιαύτη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ διὰ τοῦτο ἀπῆλθον ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν. Ὁ κ. Τρικούπης ἐζήτησε πρὸ πολλοῦ καιροῦ τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν Σμύρνῃ. Καὶ τὸ πόρισμα ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἔγγραφα σχετικὰ κατετέθησαν πρὸ δύο μηνῶν καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἔλαβε γνῶσιν, παρέλαβε τὴν δικογραφίαν ὅλην, τὴν ἐξήτασε καὶ τὴν ἐπανέφερε εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἄν ἐπιθυμῇ νὰ ἀποδώσῃ μομφὴν εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν ἢ εἰς τὸν Ἐρυθρὸν Σταυρὸν εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀπαντήσωμεν, ἀλλά, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γράφωνται τοιαῦται μομφαί. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης ἔχει τὸν λόγον.
§15Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶχα ζητήσει πρὸ καιροῦ τὴν κατάθεσιν παρὰ τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῆς Ὑγιεινομίας σχετικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα μοὶ κατετέθησαν ἀτελῆ. Ἐζήτησα τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο. Δὲν πρέπει λοιπὸν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς νὰ διαψεύδῃ τὸν βουλευτὴν διότι ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ἀποδίδω τὰ ἴσα. Ὁ φάκελλος κατετέθη ἀλλὰ δὲν κατετέθη ἡ δικογραφία. Ζητῶ τὴν κατάθεσιν τῆς δικογραφίας.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ν. Πολίτης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τῆς Γενεύης τῆς 6ης Ἰουλίου 1916 περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν τραυματιῶν καὶ ἀσθενῶν τῶν ἐν πολέμῳ στρατευμάτων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Σταμάτης, Λ. Χριστόπουλος, Δ. Ἀναγνωστάκης, Α. Βαλσαμάκης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀξιωματικῶν μηχανικῶν».
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς 30 Ἰανουαρίου. (Ἀναγινώσκονται ὡσαύτως καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς 31 Ἰανουαρίου).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ρεβενίων–Ζαγορίου, παρακαλοῦσι νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ διορθώσεως τοῦ ἐκεῖ σχολείου. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Σκληβαίνης ὑποστάντες ζημίας λόγῳ καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους, παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀνακουφίσεως αὐτῶν. Οἱ ἱεροψάλται Λαρίσης παρακαλοῦσιν νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. Ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης βουλευτὴς Δαυὶδ Ματαλών, ἐξ ὀνόματος τῶν ἐκεῖ Ἰσραηλιτῶν διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν παραχώρησιν τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων Πρωτοδίκου Νικολάου, παρέχοντος πλείστας δυσκολίας διὰ τὴν παραχώρησιν αὐτῶν. Ὁ Σύνδεσμος τῶν καπνεργατῶν Χανίων παρακαλεῖ ὅπως γίνωσι δεκτὰ τὰ ὑποβληθέντα αἰτήματα ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐργατικὰ νομοσχέδια. Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν Πολύκαρπος Φωτεινός, πρώην ὑπαξιωματικὸς τοῦ Π. Ναυτικοῦ, παρακαλεῖ ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ Ναυτικῶν Συντάξεων καὶ τῷ χορηγηθῇ σύνταξίς τις. Οἱ κάτοικοι τῶν ἐν Ἀθήναις συνοικιῶν Λεβίδου, Κάτω Πατήσια καὶ Λυσιατρείου παρακαλοῦσιν ὅπως τροποποιηθῇ τὸ δρομολόγιον τοῦ τοπικοῦ τραίνου. Ὁ ἐν Γλουνίτσῃ τῆς Λοκρίδος Νικόλαος Βαγενᾶς, πατὴρ τοῦ ἐν Γκαίρλιτς ἀποθανόντος στρατιώτου Ἰωάννου Βαγενᾶ, παρακαλεῖ ὅπως ὁ ἕτερος τῶν δύο ὑπηρετούντων υἱῶν του μεταφερθῇ εἰς τὴν βʹ σειρὰν ἐφεδρείας. Αἱ ἁρμόδιαι κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαὶ Ναυτικῶν, Ἐκπαιδευτικῶν κλπ. ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων. «Περὶ ἀπονομῆς τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ναυάρχου εἰς τὸν ἀντιναύαρχον Παῦλον Κουντουριώτην». «Περὶ συστάσεως τοπικῶν Ἐπιτροπῶν ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως δημοσίων τελωνειακῶν καταστημάτων». «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανώσεως τῆς Διοικήσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου νόμου ΓΡϞΗʹ τῆς 6 Μαρτίου 1910». «Περὶ Ναυτικῶν ἀκολούθων». «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 306 νόμου περὶ τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν προβιβασμῶν αὐτῶν». «Περὶ παροχῆς ἀδείας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ Ἐθνικοῦ λιγνιτωρυχείου Μπανίτσης». «Περὶ ἀναστυλώσεως, ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως ἀρχαίων καὶ μεσαιωνικῶν μνημείων καὶ περὶ προστασίας Βυζαντινῶν καὶ Μεσαιωνικῶν Ἔργων Τέχνης». «Περὶ ἐκτάκτου εἰσφορᾶς ἐκ δρ. 394.000 εἰς τὸ ἀρχαιολογικὸν ταμεῖον κατὰ τὸ ἔτος 1919». «Περὶ Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας». «Περὶ μονιμοποιήσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεως τοῦ Νόμου ΓΩΚΓʹ καὶ ΓΩΚΕʹ». «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων 1242α «περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως» καὶ 1242β «περὶ Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». «Περὶ μεταφορᾶς καὶ ἐπανιδρύσεως τῆς ἐν Ἡρακλείῳ Ἑνετικῆς Πύλης τοῦ Ἁγίου Γεωργίου». «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 1304 «περὶ ἱδρύσεως Λαογραφικοῦ Ἀρχείου». «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 220 καὶ 1383 «περὶ ἱστορικοῦ λεξικοῦ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης». «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νόμου ΒΤϞΖʹ περὶ ὑπηρετῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων». «Περὶ παροχῆς προσθέτου ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὸ κατὰ τὸ ἔτος 1919 συγκροτηθὲν ἐκπαιδευτικὸν συνέδριον». «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1198 περὶ πληρωμῆς ὁδοιπορικῶν ἐξόδων εἰς τοὺς μετατιθεμένους ἢ ἀποσπωμένους λειτουργοὺς τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1000 περὶ μεταθέσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». «Περὶ πληρωμῆς καθυστερουμένων ἀποδοχῶν ὑπεραρίθμων τινῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». «Περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεως ἐκ δραχ. 28 χιλ. πρὸς κάλυψιν τῶν κατὰ τὸν νόμον 1194 ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων» καὶ «Περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων καὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν σχολείων».
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Θ. Βελλιανίτης ἐπὶ ἀναφορᾶς ἀποστράτου ἀνθυπολοχαγοῦ Κρητικοῦ Δ. Γεωργίου.
§20Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὴν ἀναφορὰν τὴν ὁποίαν κατέθεσα εἰς τὸ προεδρεῖον περὶ τοῦ ἀποστράτου ἀνθυπολοχαγοῦ Γ. Κρητικοῦ ὅστις κυριολεκτικῶς ἀξιοπαθῇ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψει καὶ ληφθῇ μία μέριμνα περὶ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Μ. Παπασπυροπούλου.
§22Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Βεβαίως θὰ εἶχε τις καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐξάρῃ τὸ ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Περιθάλψεως, ὅστις διὰ τῆς ἀκαταβλήτου προσπαθείας ἐξυπηρέτησε τὸ ἔργον τῆς ἀποστρατεύσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ζητεῖται ὅπως τὸ σχετικὸν πολεμικὸν ἐπίδομα δοθῇ καὶ εἰς τοὺς κληρωτοὺς τοῦ 1919 καὶ 1920. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πρόκειται περὶ ὑπηρετούντων τὴν θητείαν των, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ συνέβη εἰς τοὺς κληρωτοὺς τοῦ 1917 καὶ 1918. Ἐπὶ πλέον οἱ γονεῖς τῶν κληρωτῶν τοῦ 1919 καὶ 1920 εἶναι ἐλάχιστοι, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἔχουσι παιδιὰ κατωτέρας ἡλικίας. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι ἔχουσι στείλῃ εἰς τὸν στρατὸν τὰ πρῶτα των παιδιά, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ στήριγμα πάσης τῆς οἰκογενείας.
§23Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς Περιθάλψεως). Μοῦ δίδετε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἄλλα ἐρωτήματα. Ζητεῖτε νὰ ἐφαρμοσθῇ μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ δίκαιον. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Οἱ κληρωτοὶ τοῦ 1917 καὶ 1918 δὲν ἔλαβον ἐπίδομα εἰμὴ ὡς εἰσῆλθον εἰς τὴν τάξιν τῆς Ἐφεδρείας. Τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ διὰ τοὺς κληρωτοὺς τοῦ 1919 καὶ 1920. Οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ἐλήφθη παρόμοιον μέτρον διὰ τοὺς κληρωτούς. Πρόκειται περὶ στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως κανονικῆς καὶ οὐδεὶς νόμος ἐπιτρέπει τὴν πληρωμὴν ἐπιδόματος.
§24Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ μίαν ἄλλην παράκλησιν. Μία κοινότης ἔξωθεν τῶν Πατρῶν παρακαλεῖ δι’ ἀναφορᾶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἀποστείλῃ μηχανικὸν διὰ νὰ μελετήσῃ καὶ εὕρῃ μέρος κατάλληλον γεωλογικῶς διὰ νὰ οἰκοδομήσωσι τὸ ἐκ σεισμῶν καταστραφὲν χωρίον της.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γερμανὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Δ. Παπαθεωδώρου.
§26Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων Θεσσαλονίκης καὶ τῶν ἠλεκτροτεχνιτῶν οἱ ὁποῖοι εὐγνωμονοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὴν ὑπὲρ αὐτῶν μέριμναν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπὶ τῇ διαδόσει ὅτι πρόκειται πάλιν οἱ τροχιόδρομοι νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν φοβούμενοι τὴν ἐπάνοδον τοῦ πρώην καθεστῶτος ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει. Ἐπίσης ὑποβάλλω ἀναφορὰν πτωχοῦ χωρικοῦ ἐκ Χαλκιδικῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας τοῦ ὁποίου τὸ ζῷον ἐφονεύθη ἀπὸ στρατιωτικὸν αὐτοκίνητον καὶ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ, οὐδεμία δὲ ἀποζημίωσις τοῦ ἐδόθη.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς Κοινότητος Ἀλιβερίου.
§28Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἡ ὁδὸς ἀπὸ Ἀλιβερίου εἰς Κύμην ἔχει ἀπὸ 4 ἐτῶν νὰ συντηρηθῇ ἕνεκα δὲ τῶν τελευταίων βροχῶν 200 καὶ περιπλέον κάρρα διέρχονται τὴν ὁδὸν αὐτὴν κατεστραμμένην ἐντελῶς. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅπως μεριμνήσῃ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἰδικώτερον παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ σχέδιον νόμου περὶ συντάξεων τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων.
§30Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Θὰ ὑποβληθῇ, πιστεύω δὲ ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης, ἐλπίζω δὲ ὅτι αὔριον, ὁπότε πιθανὸν θὰ εἰσηγηθῶ σχέδιον νόμου περὶ διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων, θὰ κάμω λόγον καὶ εὐρύτερον, ἵνα παράσχω καὶ εὐρυτέρας πληροφορίας. Ὅ,τι δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἀπὸ τοῦδε εἶναι ὅτι λαμβάνονται μέτρα τοιαῦτα, ὥστε ὄχι μόνον νὰ ἱκανοποιηθῶσι τὰ αἰτήματα τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ βάσεων αἱ ὁποῖαι ἐγγυῶνται πλήρη τὴν ἱκανοποίησιν καὶ τῶν δικαίων αὐτῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ε. Χατζῆς καὶ Π. Φλῶρος, παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν σκέπτεται νὰ λάβῃ περιοριστικὰ μέτρα κατὰ τῶν ἐν Ἰωαννίνοις διαφόρων ἀρχῶν, αἵτινες ἀδικαιολογήτως διασπαθίζουσι τὸ δημόσιον χρῆμα, ἐγκαθιστῶντες τὰ γραφεῖα των εἰς διάφορα οἰκήματα μὲ μεγάλα ἐνοίκια, ἐνῷ ἠδύναντο πολλαὶ τούτων νὰ ἐξυπηρετηθῶσι ἐν τῷ μεγάρῳ τοῦ Γενικοῦ Δικαστηρίου, ὅπερ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἐστέγαζεν ἁπάσας τὰς ἀρχάς.
§32Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Θέλει ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Ἀγγελίδης, Γ. Σταμάτης, Δ. Γκλαβᾶς, Π. Πετρίδης, Α. Ἀναστασιάδης, Δ. Σωτηρίου, καὶ Ν. Γερμανός, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε ὅσον ἀφορᾷ τοὺς στρατευθέντας φοιτητὰς διὰ τὴν συγχώνευσιν τῶν ἐξετάσεων αὐτῶν εἰς τὰς ἐπὶ πτυχίῳ διὰ τὰ Ἀκαδημαϊκὰ ἔτη 1917–1918 καὶ 1918–1919, ὡς καὶ διὰ τὴν ἀτέλειαν τῶν ἐγγραφῶν αὐτῶν διὰ τὰ Ἀκαδημαϊκὰ ἔτη 1918–1919 καὶ 1919–1920, καὶ οἵτινες ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπηρετῶσι ὑπὸ τὰς σημαίας, ἐγκαταλείψαντες ἀπὸ διετίας περίπου τὰ Πανεπιστημιακὰ βάθρα, νομίζουσι δὲ ὅτι εἶναι δίκαιον, καθόσον οἱ περισσότεροι τούτων εὑρίσκονται ἐν μετώπῳ καὶ θέλουσι ἀνακουφισθῇ ἐπὶ τέλους.
§34Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὑπεγράφη καὶ δημοσιεύεται διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται τὰ τῆς ἀνανεώσεως καὶ ἐγγραφῆς τῶν στρατευθέντων φοιτητῶν ὡς καὶ τῶν ἐξετάσεων αὐτῶν. Συγχώνευσις τῶν ἐξετάσεων δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι κανεὶς δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι διήκουσαν τὰ μαθήματα καὶ ὅτι ἐπέδειξαν τὴν προσήκουσαν ἐπιμέλειαν πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ διπλώματος.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς, παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἐλήφθησαν διὰ τὴν βατὴν ὁδὸν Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων, ἥτις κατέστη ἀδιάβατος.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐδόθη πίστωσις 109.890 δραχ. διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ὁδῶν Διακοφτοῦ–Καλαβρύτων–Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων–Κερτέζης.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς, παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνες οἱ λόγοι οἱ κωλύοντες τὴν Ἑταιρείαν ΣΠΑΠ καθὼς καὶ τὴν Ἑταιρείαν Λαρισσαϊκοῦ, ὥστε νὰ μὴ συνάπτεται μεταξύ των σύμβασις μεταβιβάσεως ἐμπορευμάτων ἐκ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἑτέραν καὶ οὕτω νὰ διευκολύνεται τὸ ἐμπόριον τῆς Πελοποννήσου.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ἐγώ, ἡ Διεύθυνσις Μεταφορῶν.
§39Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Διεξάγονται συνεννοήσεις, τὸ πρᾶγμα ἔχει προσκρούσει εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν κομίστρων, ἐλπίζω δὲ ὅτι λίαν ταχέως θὰ τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δ. Πετρακάκος καὶ Γ. Σπηλιόπουλος, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἄν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔλαβε ἀπόφασίν τινα περὶ χορηγήσεως δανείων ἐνυποθήκων ἢ ὑφ’ οἱουσδήποτε ἄλλους ἀσφαλιστικοὺς ὅρους ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Καληδώνος, τὸ ὁποῖον, ἕνεκεν τῆς γνωστῆς καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους, κινδυνεύει νὰ παρασυρθῇ ὁλόκληρον εἰς τὸ δημιουργηθὲν ἐκ τῆς καθιζήσεως χάος.
§41Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Θὰ κατατεθῇ προσεχῶς νομοσχέδιον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βασιλακάκης, ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας πότε ἐπὶ τέλους θὰ ἀρχίσουν αἱ ἐργασίαι διὰ τὴν λεωφόρον Ἐρεσσοῦ–Τελεννίτων (Λέσβου).
§43Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἡ μελέτη κατηρτίσθη καὶ ἔχει τεθῇ ὑπὸ ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος μόλις τελειώσῃ θὰ γίνῃ ἡ ἔναρξις τοῦ ἔργου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βασιλακάκης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς πορείας τῶν ἐργασιῶν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸς ἣν παρεπέμφθη ἡ πρότασις νόμου «περὶ Διοικητικῆς Ἀποκεντρώσεως» τῶν βουλευτῶν Ἀρχιπελάγους, δεδομένου ὅτι αἱ ἐπαρχίαι καὶ ἰδίως τῶν Νέων Χωρῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθοῦν ὡς διοικοῦνται σήμερον.
§45Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀπήντησα προχθὲς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ μιᾶς διακοπῆς.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θανόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἄν θὰ ὑποβληθῇ πρὸς ἐπιψήφισιν νομοσχέδιον ρυθμίζον τὴν συντήρησιν τῶν Γυμνασίων τοῦ Κράτους, καὶ καταργοῦν τὰ δημοσυντήρητα τοιαῦτα, διότι τὰ ἐν Καρδίτσῃ τοὐλάχιστον καταβαλλόμενα ὑπὸ τῶν μαθητῶν δίδακτρα ἰσοῦνται πρὸς τὰ τοῦ Πανεπιστημίου.
§47Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κατετέθη σχετικὸν νομοσχέδιον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Π. Φλῶρος καὶ Ε. Χατζῆς, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα ἀπόφασιν ἔλαβεν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν κατοίκων Φρατσανῶν τοῦ Παγωνίου τῆς Ἠπείρου, ζητούντων τρεῖς χιλιάδας δραχμῶν πὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ σχολείου των.
§49Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἀπήντησα πρὸ μηνὸς καὶ πλέον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος, παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ διὰ τίνα λόγον κρατεῖται εἰσέτι ἐν τῇ ἀπελάσει ὁ πολιτευτὴς κ. Χρῆστος Μητσόπουλος. Οἱ μετ’ αὐτοῦ συναπελαθέντες ἐπανῆλθον πρὸ πολλοῦ. Ἢ μήπως ὑπάρχουσιν πρόσθετοι ἐπιβαρυντικοὶ λόγοι καὶ τίνες;
§51Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν κρατεῖται· εὑρίσκεται ἐν Ἰταλίᾳ.
§52Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἄρατε τὴν πρᾶξιν τῆς ἀπελάσεως διὰ νὰ ἐπανέλθῃ.
§53Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἔχει ἀρθῇ πρὸ πολλοῦ ὡς πρὸς ὅλους τοὺς συμπεριλαμβανομένους εἰς αὐτὸν τὸν κατάλογον ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1919.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἄν ἡ παρατηρουμένη εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἔλλειψις γυμνασίων δὲν θὰ ἠδύνατο ἔν τινι μέτρῳ νὰ ἐθεραπεύετο ἄν τὸ μάθημα τῆς γυμναστικῆς ἀνετίθετο ἐπὶ ἐπιμισθίῳ εἰς τοὺς ἐκ τῶν διδασκάλων καθηγητῶν χρηματίσαντας ἐφέδρους ἀξιωματικούς.
§55Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐλλείψει γυμναστῶν ἀνατίθεται εἰς δημοδιδασκάλους καὶ κατὰ προτίμησιν εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος, ὑποβάλλει τὸ ἑξῆς ἐρώτημα πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ Δημόσιον παρεχώρησε εἰς ὡρισμένην ἑταιρείαν τὰ αὐτοκίνητα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Ἠπείρου, ἐν ᾧ ἦτο λογικόν, ὡς πρώτιστον ὅρον, νὰ θέσῃ τὴν ὑποχρεωτικὴν μεταφορὰν ἀπὸ Πρεβέζης εἰς Ἰωάννινα τοῦ Ταχυδρομείου, ἐν τούτοις ὅλως παραδόξως βλέπομεν, ὅτι διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 124640 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας προκηρύσσεται δημοπρασία διὰ τὸ Ταχυδρομεῖον Ἠπείρου μὲ πρώτην προσφορὰν δραχμῶν 3 χιλιάδων μηνιαίως. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν προελήφθη μία τοιαύτη ἄσκοπος δαπάνη.
§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀπήντησα ἐγγράφως.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν φυλακισθέντων διὰ τὴν ληστοσυμμορίαν Βλάχου.
§59Π. ΦΛΩΡΟΣ. Ὑπὸ τῶν ἐν Ἰωαννίνοις ἀρχῶν ἀπὸ πολλῶν μηνῶν κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς πλεῖστοι χωρικοὶ ἐπὶ ὑποθάλψει τῆς ληστοσυμμορίας Βλάχου. Ἐξοντωθείσης ταύτης ἐσχάτως, θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι οἱ ἄνω χωρικοί, διότι εἶναι εὐνόητον ὅτι ἄκοντες πολλάκις ὑπέθαλπον ληστάς. Λαμβάνω ὅθεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Δικαιοσύνης ἵνα εὐαρεστούμενοι διατάξωσι δεόντως νὰ ἐλευθερωθῶσιν οἱ φυλακισμένοι χωρικοί, διότι ἀκουσίως των πολλάκις ὑποθάλπουν ληστάς.
§60Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Διέταξα τὴν ἐπίσπευσιν τῶν ἀνακρίσεων.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς, παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν τίνα μέτρα ἔλαβε ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου του κατόπιν τῶν πλημμυρῶν τοῦ ποταμοῦ Γλαύκου τῶν Πατρῶν καὶ κατόπιν τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα ἀναφορῶν τῶν κτηματιῶν Πατρῶν.
§62Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἡ διευθέτησις τοῦ χειμάρρου Γλαύκου περιελήφθη εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐκτελεστέων ἐργασιῶν, μηχανικὸς δὲ τῆς νεοσυσταθείσης εἰδικῆς ὑδραυλικῆς ὑπηρεσίας ἔλαβε ἐπὶ τόπου ἅπαντα τὰ στοιχεῖα μελέτης διευθετήσεως καὶ ὑδροδυναμικῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ χειμάρρου ἥτις μελέτη καταρτίζεται, ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλο τι ἢ διὰ τῶν περιωρισμένων πιστώσεων καὶ τοῦ ἐλαχίστου τεχνικοῦ προσωπικοῦ ὅπερ κατὰ Νόμον διαθέτει, νὰ ἐκτελῇ τὰ ἀναγκαῖα πρόχειρα ἔργα πρὸς πρόληψιν τῶν ἀμεσωτέρων κινδύνων ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς ἐρωτᾷ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Δικαιοσύνης, ἄν ἀπεπληρώθη τὸ ἐκ τῶν ὑδραγωγείων Χαλκίδος χρέος καὶ ἄν ἐτακτοποιήθησαν οἱ σχετικοὶ λογαριασμοὶ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐξακολουθήσῃ διατιθέμενον τὸ αὐτὸ μέρισμα ἐκ τῶν εἰσπράξεων Πορθμοῦ διὰ τὴν ὕδρευσιν τῆς Χαλκίδος, ἡ ὁποία ὑποφέρει ἐκ λειψυδρίας, καὶ παραχωρεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ ὑπάρχοντος ὕδατος ἐκ τῶν ὑδραγωγείων εἰς τὸν σιδηρόδρομον.
§64Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἔδωσα ἔγγραφον ἀπάντησιν.
§65Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Εὐρίπου· εἶναι εἰσπράξεις αἱ ὁποῖαι πληρώνονται ἀπὸ τὴν πόλιν Χαλκίδος. Ὑποβάλλω παράκλησιν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ζητήσῃ τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ ἐκπνεύσαντος νόμου διότι τὸ δάνειον τὸ ἐξοφληθὲν διὰ τὸ ὑδραγωγεῖον Χαλκίδος ἐξωφλήθη ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Πορθμοῦ τὰ ὁποῖα εἶναι χρήματα τῶν πολιτῶν τῆς Χαλκίδος. Εἶναι δίκαιον λοιπόν, ἀφοῦ προέρχονται ἀπὸ χρήματα τοιαῦτα, νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ παρακρατῇ τὸ δημόσιον αὐτὰς τὰς εἰσπράξεις διὰ τὴν ὕδρευσιν τῆς πόλεως ἀφοῦ μάλιστα ἀπὸ τὸ ὑδραγωγεῖον ἐκεῖνο ὑδρεύεται καὶ ὁ σιδηρόδρομος. Εἶναι δικαιοτάτη ἡ ἀξίωσις αὐτή, καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν μελετήσητε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δ. Πετρακάκος καὶ Γ. Σπηλιόπουλος, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἄν εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὴν νῆσον Ἴμβρον ὑπάρχει ἀπὸ διετίας πταισματοδίκης, ἐκτελῶν καὶ ἔργα Εἰρηνοδίκου, καὶ συμβολαιογράφου, καὶ ἔχων μόνον προσὸν ὅτι εἶναι ἀπόφοιτος σχολαρχείου, καὶ τί ἐνήργησε τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὰς ἐπανειλημμένας ἀναφοράς, τῶν κατοίων παραπονεθέντων.
§67Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πταισματοδίκης Ἴμβρου εἶναι ὁ γραμματεὺς Πταισματοδικείου. Ὅταν ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις διώκει τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων δὲν ἐφηρμόζετο, οὔτε τὰ προσόντα ἦσαν τὰ αὐτά. Εἶχε λοιπὸν διορισθῆ ἔκτοτε καὶ παρέμεινεν ἐκεῖ ὡς γραμματεὺς τοῦ Πταισματοδικείου. Ἤδη ἐγένετο τοποθέτησις Εἰρηνοδίκου καὶ ἐτέθη καὶ ἐρώτημα μεταθέσεως του, ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ν. Γερμανὸς καὶ Γ. Χατζηγεωργίου, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ πρὸ τριῶν περίπου μηνῶν μετάβασις εἰς Θεσσαλονίκην τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Δημοσίας Ὑγείας κ. Χωματιανοῦ σκοπὸν εἶχε τὴν ἐξακρίβωσιν διαφόρων κατηγοριῶν δημοσιευθεισῶν καὶ ἐν τῷ τύπῳ κατὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ διευθύνοντος αὐτόθι τῆς Δημοσίας Ὑγείας, ὡς καὶ κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Νοσοκομείου Ἀφροδισιακῶν νοσημάτων καὶ ποῖα τὰ περίσματα τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος ὑπὸ τοῦ κ. Χωματιανοῦ.
§69Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς τὸν τύπον καὶ ἀνὰ τὰ στόματα πάντων ἐφέρετο, καὶ ἐγράφησαν πολλὰ καὶ διάφορα ἐναντίον τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὑγειονομικῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἐναντίον τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ νοσοκομείου τῶν ἀφροδισιακῶν νοσημάτων. Ἐννοεῖται ὅτι ἦσαν πολὺ ἐπιλήψιμοι αἱ ἀποδιδόμεναι κατηγορίαι, καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἀνέμενε κἄποιαν διάψευσιν ἢ τέλος πάντων κἄποιαν ἐξήγησιν. Βεβαίως οὐδεὶς εἶχε τὴν πρόθεσιν ν’ ἀποδώσῃ μομφὴν κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας Θεσσαλονίκης, ἐν τούτοις ὅμως, ἐπειδὴ ἐγένοντο παράπονα, καὶ ἐπειδὴ κατόπιν τούτων μετέβη εἰς Θεσσαλονίκην ὁ διευθυντὴς τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Χωματιανὸς, ἐνόμισαν ὅτι ἡ μετάβασίς του ἦτο νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ καταγγελλόμενα γεγονότα καὶ ν’ ἀποδειχθῇ κατὰ πόσον ἦτο ἔνοχος ἡ ὑπηρεσία ἢ ὄχι. Ἐν τούτοις μολονότι παρῆλθον πολλοὶ μῆνες ἀπὸ τῆς μεταβάσεως τοῦ κ. Χωματιανοῦ ἐκεῖ καὶ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὸν τύπον, ἡ Κοινωνία καὶ ὁ κόσμος ἐν γένει δὲν γνωρίζει τί συμβαίνει, ποῖα τὰ πορίσματα τῆς ἐξετάσεως, καθόσον ὁ κ. Χωματιανὸς ἔφυγε χωρὶς νὰ κάμῃ οὐδὲ νύξιν. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§70Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν μετάβασις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Χωματιανοῦ εἰς Θεσσαλονίκην ἀπέβλεπεν εἰς διοικητικὴν ἔρευναν τῶν αὐτόθι ὑγειονομικῶν καταστημάτων, ἀποτέλεσμα δ’ αὐτῆς ἦτο ἡ ἀντικατάστασις ὁλοκλήρου τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Συφιλιδικοῦ νοσοκομείου.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ν. Γερμανὸς καὶ Α. Παπαζαχαρίου ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διατί τὰ εἰσαγόμενα κτήνη τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν Συμμάχων ἦσαν ἕως τῆς 6ης Δεκεμβρίου 1919 ἀτελῆ, ἤδη ἐπιβαρύνθησαν διὰ φόρου 10% ἐπὶ τῆς ἀξίας των, ἐνῷ ὁ νόμιμος φόρος τοῦ δασμολογίου εἶναι δραχμαὶ 29;
§72Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διότι διὰ τοῦ νόμου 1941 τῇ αἰτήσει τῶν Συμμάχων ἅπαντα τὰ εἴδη τὰ πωλούμενα ὑπὸ τῶν Συμμάχων ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν 10% ἐπὶ τῆς ἀξίας των, καὶ ἑπομένως καὶ τὰ ζῶα ὑποβάλλονται εἰς τοῦτον.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κιούρκα ὁ κ. Μπρισιμιτζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§74Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κιούρκων παραπανοῦνται ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ δάσους τῆς περιφερείας των καὶ ὁ ἐπιστάτης αὐτοῦ ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι πρόκειται καὶ ἐκεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος ἤρχισαν ὑπὸ τὴν δικαιολογίαν τοῦ καθαρισμοῦ νὰ ἀποκόπτωσι ὁλόκληρα πεῦκα καὶ νὰ ἀφαιροῦσι καὶ τοὺς φλοιοὺς τὰ ὁποῖα πωλοῦσιν πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ δάσους ὡς καὶ τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας ἐκείνης. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν λοιπὸν ἂν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀποστείλῃ ἕνα εἰδικὸν ὑπάλληλον νὰ ἴδῃ τὴν κατάστασιν καὶ νὰ προλάβῃ τὴν τελείαν καταστροφήν.
§75Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἵνα τὴν μελετήσω καὶ διατάξω τὴν σχετικὴν ἐνέργειαν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀργυρὸς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν νομίζει ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀπονεμηθῇ χάρις εἰς τὸν ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κρατούμενον κατάδικον Τσιριγώτην, ἀφοῦ πάντες οἱ συγκαταδικασθέντες μετ’ αὐτοῦ πολῖται τῆς ἐπαρχίας ἔτυχον ἤδη χάριτος πρὸ πολλοῦ.
§77Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ Λεωνίδας Τσιριγώτης υἱὸς τοῦ Τσιριγώτου εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὰς φυλακὰς Αἰγίνης. Ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἦτο ἐκεῖ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐλήφθη δι’ αὐτὸν τὸ μέτρον τῆς ἀπονομῆς Β. Χάριτος, ἐὰν δὲ δὲν ἐλήφθη τοῦτο, θὰ συνίστων νὰ ληφθῇ. Ἡ αἴτησίς μου καὶ ἡ αἴτησις τοῦ κρατουμένου στηρίζεται εἰς τὴν βάσιν ὅτι δέον νὰ τηρηθῇ τὸ ἴδιον μέτρον ἰσότητος καὶ δι’ ὅλους τοὺς συγκατηγορουμένους. Ὡς γνωρίζετε εἰς Σπάρτην κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νέου καθεστῶτος εἶχον γίνῃ μερικαὶ σκηναί, λόγῳ τῶν ὁποίων ἀρκετοὶ συνελήφθησαν, ἐφυλακίσθησαν καὶ πολλοὶ ἐδικάσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν, ἀλλ’ ὅλοι αὐτοὶ σήμερον ἔχουσιν ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν των. Ὁ υἱὸς Τσιριγώτης παραμένει εἰς τὰς φυλακάς. Εἶνε ἔργον δικαιοσύνης, λόγῳ ἰσότητος ν’ ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς αὐτὸν ἡ Χάρις. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι θὰ εὕρισκε ἠχὼ ἡ σύστασίς μου θὰ ἤθελον ν’ ἀπευθύνω τὴν παράκλησίν μου στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ λόγου τῆς ἰσότητος νὰ ἐπεκτείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ μέτρον τῆς Χάριτος καὶ ἐπὶ τοῦ πατρὸς Τσιριγώτη ἀνδρὸς γέροντος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὰς φυλακὰς ὑφιστάμενος ὅλας τὰς κακουχίας.
§78Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος δὲν ἔχει μόνον ἀφορμὴν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς δικαζομένους, τοῦτο εἶνε ἔργον τῆς δικαιοσύνης, τὰ δικαστήρια καλοῦνται νὰ ἀπονείμωσι δικαιοσύνην ἐν ἴσῳ μέτρῳ, διότι εἶνε ἐνδεχόμενον νὰ μετάσχουν εἰς τὴν πρᾶξιν πολλὰ πρόσωπα ἀλλ’ ὄχι ἐν ἴσῳ μέτρῳ. Ἀλλ’ ἡ ἀπονομὴ χάριτος ἐπέρχεται καὶ ἐξ ἄλλων αἰτιῶν. Ἐὰν αἴφνης ἐν τῇ φυλακῇ ἐδεινοπάθησε πρόσωπόν τι καὶ παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν ἵνα μὴ ἀποθάνῃ ἐν ταῖς φυλακαῖς. Δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω τὴν αἴτησιν τῶν κατηγορουμένων περὶ ὧν πρόκειται, διότι δὲν γνωρίζω ἂν ὑπέβαλον αἴτησιν περὶ χάριτος.
§79Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αἰτήσεως.
§80Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν δὲν ὑπέβαλον αἴτησιν περὶ χάριτος τότε δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω, διότι ἔδωκα ἐντολὴν νὰ ἐξετασθῶσι πρῶτον αἱ αἰτήσεις τῶν φυλακισμένων περὶ χάριτος διότι ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ ἐγκαθειργμένος ἐν ταῖς φυλακαῖς σπεύδει νὰ ζητήσῃ χάριν παρὰ τοῦ Βασιλέως διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον. Ὁ ἀδιαφορῶν περὶ ἑαυτοῦ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἀξίωσιν νὰ μεριμνήσῃ ἡ πολιτεία πρώτη περὶ τοῦ ἀδιαφοροῦντος καὶ ἔπειτα περὶ ἐκείνου ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν αἴτησιν.
§81Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ πληροφορηθῶ δι’ αὐτόν· καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας διὰ τοὺς ἄλλους καταδικασθέντας ἔχει ὑποβληθῆ αἴτησις περὶ χάριτος, ἀποβαίνει λοιπὸν πολὺ λυπηρὸν ἂν δι’ αὐτὸν δὲν ὑπεβλήθη. Ἐλέχθη ὅτι ὁ πατὴρ καὶ ὁ υἱὸς Τσιριγώτης ἔδειξαν μεγαλυτέραν κακότητα.......
§82Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον αὐτό, εἶπον ὅτι εἰς μίαν πρᾶξιν ἐγκληματικὴν δύνανται νὰ μετάσχωσι πλείονα πρόσωπα καὶ νὰ μετάσχωσι κατὰ βαθμὸν διάφορον· δύνανται νὰ μετάσχωσι πολλὰ πρόσωπα καὶ ἡ κακότης τοῦ ἑνὸς νὰ εἶναι μείζονος βαθμοῦ ἀπὸ τὴν κακότητα τῶν ἄλλων.
§83Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Τὸ μέτρον τῆς κακότητος μᾶς τὸ δίδει ἡ ποινὴ τοῦ δικαστηρίου.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Σταμάτης καὶ Δ. Κατσίνας παρακαλοῦσι τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) Ἐὰν ἐγένοντο ἀνακρίσεις πρὸς καθορισμὸν τῶν εὐθυνῶν διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν σύγκρουσιν ἥτις ἔλαβε χώραν τὴν 3 Νοεμβρίου π. ἔ. ἐντὸς τοῦ σταθμοῦ Μπράλλου τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων μεταξὺ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 54 στρατιωτικῆς μὲ ἀπολυομένους ἐφέδρους ἁμαξοστοιχίας καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 57 ἐπίσης στρατιωτικῆς ἁμαξοστοιχίας, ἐκ τῆς ὁποίας συγκρούσεως ἐφονεύθησαν δύο ἔφεδροι καὶ ἐτραυματίσθησαν πολλοί, ἐν οἷς καὶ οἱ μηχανοδηγοὶ καὶ οἱ θερμασταί, καὶ τίνα διοικητικὰ καὶ ποινικὰ μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τοῦ ὑπαιτίου τῆς συγκρούσεως, καὶ 2) ἐὰν ὁ κανονισμὸς τῆς κινήσεως τῶν Ἑλληνκῶν σιδηροδρόμων διαλαμβάνῃ τι σχετικὸν πρὸς πρόληψιν τοιούτων συγκρούσεων καὶ τῶν συνεπεία τούτων δυστυχημάτων.
§85Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἡ ἐν λόγῳ σύγκρουσις ἔλαβε πράγματι χώραν ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐπερωτήσει, τῶν ὑπευθύνων παρεπεμφθέντων εἰς τὸ ἁρμόδιον πειθαρχικὸν Συμβούλιον ὅπερ ὅμως δὲν ἐξέδωκε εἰσέτι ἀπόφασιν καθόσον ἐζήτησε νὰ ἐνεργηθῶσι συμπληρωματικαὶ ἀνακρίσεις πρὸς πλήρη διαφώτισιν τῆς ὑποθέσεως, δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς σοβαρωτάτων ποινῶν. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐπελήφθη τακτικῶν ἀνακρίσεων καὶ ἡ Εἰσαγγελικὴ Ἀρχή. Πρὸς πρόληψιν τῶν τοιούτων δυστυχημάτων ὑπάρχουσι πρὸ τῆς εἰσόδου καὶ ἐξόδου ἑκάστου σταθμοῦ εἰδικὰ σήματα χειριζόμενα παρὰ αὐτῷ καὶ ἅτινα ἀναλόγως τῆς θέσεώς των ἐπιτρέπουσι τὴν εἴσοδον τῶν ἁμαξοστοιχιῶν ἐν τοῖς σταθμοῖς ἢ διατάσσουσιν τὴν στάθμευσιν τῶν ἁμαξοστοιχιῶν ἐκτὸς αὐτῶν. Ἡ λειτουργία τῶν ἐν λόγῳ σημάτων περιγράφεται ἐν λεπτομερείᾳ ἐν τοῖς Κανονισμοῖς.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Σταμάτης, καὶ Δ. Κατσίνας παρακαλοῦσι τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) Ἐὰν ἐγένοντο ἀνακρίσεις διὰ τὴν σύγκρουσιν τῆς ταχείας ἁμαξοστοιχίας καὶ ἑτέρας ἐμπορικῆς τοιαύτης τοῦ Λαρισσαϊκοῦ Σιδηροδρόμου, ἡ ὁποῖα ἔλαβεν χώραν κατὰ τὴν αὐτὴν διεύθυνσιν πέραν τοῦ Σταθμοῦ Σκαρμίτσης τὴν 14ην Αὐγούστου ἐ. ἔ. διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐνῷ ἡ προπορευομένη ἁμαξοστοιχία ἠναγκάσθη νὰ σταματήσῃ συνεπείᾳ βλάβης τῆς ἀτμομηχανῆς της, δὲν ἐκαλύφθη ποσῶς ὑπὸ τῶν κανονικῶν σημάτων κατὰ τῆς ἀκολουθούσης εἰς 10′ λεπτῶν ἀπόστασιν ἐμπορικῆς εἰς τρόπον ὥστε αὕτη ἐπέπεσεν κατὰ τῆς προπορευομένης ἁμαξοστοιχίας προξενήσασα αὐτῇ ἀρκετὰς ζημίας, εὐτυχῶς ἄνευ θυμάτων, καὶ τίνα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τῆς ὑπαιτίου τῆς συγκρούσεως, 2) Ἐὰν ὁ κανονισμὸς τῆς κινήσεως τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων διαλαμβάνει τί σχετικὸν ὥστε νὰ τηρῆται ἡ κανονικὴ ἀπόστασις μεταξὺ δύο ἑπομένων ἁμαξοστοιχιῶν πρὸς πρόληψιν συγκρούσεων καὶ δυστηχυμάτων ἢ ὄχι.
§87Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἡ ἐν λόγῳ σύγκρουσις, ἔλαβε χώραν τὴν 12 πρὸς 13 Αὐγούστου π. ἔ. εἰς τὸ χιλιόμετρον 273 μεταξὺ Κουρνόβου καὶ Στύρφακα, τῶν ὑπαιτίων τιμωρηθέντων ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου, ἤτοι τοῦ μὲν μηχανοδηγοῦ τῆς ἐμπορικῆς ἁμαξοστοιχίας διὰ τριμήνου ἀργίας ὡς μὴ σταθμεύσαντος ἐγκαίρως, τοῦ δὲ τροχοπεδητοῦ τῆς ἐν ἀμηχανίᾳ ἁμαξοστοιχίας διὰ μηνιαίας ἀργίας ὡς μὴ καλύψαντος κανονικῶς τὴν ἁμαξοστοιχίαν του. 2) Ὁ κανονισμὸς καθορίζει ὅτι δύο ἁμαξοστοιχίαι βαίνουσαι κατὰ τὴν αὐτὴν φορὰν δέον ν’ ἀπέχωσι κατ’ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα 10′.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§89Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, πρὶν προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀποδοχῶν, ἀδειῶν καὶ συντάξεως τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως».
§90Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ὑπ’ ἀριθ.35.
§91Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ δώσω ἐγὼ μίαν ἐξήγησιν. Συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἰς πρώτην συζήτησιν, ἐδήλωσα ὅτι ἡ ἐπίσπευσις ὅπως ψηφισθῇ πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον «περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας» ἔπρεπε νὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς δημοδιδασκάλους, διότι ἐξ αὐτοῦ καταφαίνεται ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν ἂν τὸ ἔδαφος τὸ οἰκονομικὸν δύναται νὰ ἀναλάβῃ ἐκτὸς τῶν ὅσων ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα ὑπὲρ τῶν δημοδιδασκάλων. Ἡ ἡμετέρα πολιτεία γενικῶς ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι πράγματι ἐνδιαφέρεται δι’ αὐτὴν ἐὰν δὲν παρεῖχε πᾶσαν ὑποστήριξιν εἰς τοὺς λειτουργοὺς αὐτῆς. Ἡ παρατηρουμένη ἀναβολὴ πάντως θὰ εἶνε ὑπὲρ τῶν δημοδιδασκάλων. Τὰ νομοσχέδια αὐτὰ περὶ τῶν λειτουργῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς δημοτικῆς φορολογίας εἶνε ἀλληλένδετα· πρόκειται τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς φορολογίας, ἀνεβλήθη διὰ σήμερον ἴσως ἀναβληθῇ δι’ αὔριον διότι πρόκειται νὰ συνταχθῶσιν ἀναγκαῖοι πίνακες. Ἅμα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς δημοτικῆς φορολογίας θὰ ἐπακολουθήσῃ ἀμέσως τὸ ἄλλο.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§93Κ. ΜΕΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητηθῇ τηλεγραφικῶς λογοδοσία τῆς δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν συσταθείσης Ἐπιτροπῆς ἐν Σάμῳ πρὸς διαχείρησιν ποσοῦ περίπου 130.000 δραχμῶν προελθόντος ἐκ πλεονασμάτων κατὰ τὴν πώλησιν τοῦ σίτου ἐπὶ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως καὶ διατεθέντος διὰ τὴν ἀνέγερσιν φθισιατρείου. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ τὴν πληροφορίαν ἐὰν εἶνε ἀληθὲς ὅτι ὁ γενικὸς διοικητὴς ἠθέλησε νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο δι’ ἄλλον σκοπὸν χάριν τοῦ νοσοκομείου καὶ διατὶ δὲν ἐξετελέσθη μέχρι τοῦδε ὁ σκοπὸς ἐνῷ ἡ φυματίωσις τόσον ἔχει ἐξαπλωθῇ ἐν Σάμῳ ὑπάρχουσι δὲ μοναὶ ἔρημοι μοναχῶν δυνάμεναι κάλλιστα μὲ τὸ χρῆμα αὐτὸ νὰ διασκευασθοῦν εἰς σανατόρια.
§94Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι 130,000 δραχμῶν ἀλλὰ 250,000 εἶνε κατετεθειμέναι εἰς τὴν τράπεζαν προερχόμεναι ἐκ τῶν πλεονασμάτων τῆς πωλήσεως τοῦ σίτου ἐπὶ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ διατεθῇ διὰ τὸν σκοπὸν δι’ ὃν εἶνε προωρισμένον ψηφιζομένου τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Φικιώρης καὶ Δ. Πετρακᾶκος ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἐπὶ τῶν δικῶν κατὰ τοῦ ἐπισκόπου Μονεμβασίας καὶ Λακεδαίμονος Γερμανοῦ Τρωϊανοῦ ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου.
§96Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ διότι δὲν ἐμελετήθησαν τὰ ἔγγραφα.
§97Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἰς τὸ Γραφεῖον εἶνε καὶ ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἀναγνώσητε.
§98Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Τὰ ἔχετε σεῖς καὶ δὲν ἔλαβον γνῶσιν.
§99Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Εἴχετε καιρὸν νὰ τὰ ἀναγνώσητε, ἀλλὰ θὰ τὰ ἀκούσητε καὶ ἐντεῦθεν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Φικιώρη.
§101Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως μὴ μοῦ ἀπευθυνθῇ καμμία διακοπή, διότι ἀτυχῶς ἔχω μειωμένην τὴν ἀκοὴν καὶ δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως. Συγχρόνως δὲ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ὑπομονὴν ὑμῶν, διότι ἴσως ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον φέρω ἐνώπιον ὑμῶν, φανῇ μακρόν, ἀλλ’ εἶνε ἀναγκαιότατον νὰ γίνῃ ἡ ἀνάπτυξις αὕτη, ὅπως γνωρίσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁποία εἶνε ἡ κατάστασις τῆς Ἐκκλησίας. Ἕν ἐκ τῶν μεγαλυτέρων ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἐπίστευσα ὅτι ἐπέφερεν ὁ πολιτικὸς ἐκτροχιασμὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀπολυταρχίας τοῦ Κωνσταντίνου, ἦτο καὶ ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐπιμεληθῇ καὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ Κλήρου ἀπὸ τῶν σεσηπότων αὐτοῦ μελῶν, ἰδίως εἰς τὸ σῶμα τὸ κεντρικόν, τῶν ἀρχιερέων. Ἐπεδίωξε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις διὰ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, προλαμβάνουσα τὴν ἐπικειμένην ψήφισιν νομοσχεδίου, συνταχθέντος παρ’ Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶχε συστηθῇ πρότερον, μεταξὺ ἀρχιερέων καὶ ἄλλων ἀσχολουμένων περὶ τὰ Ἐκκλησιαστικά. Δυστυχῶς τὸ Ἀνώτατον αὐτὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον ἀπέδειξε πληρεστάτην χρεωκοπίαν τοῦ Κλήρου διὰ τοιαῦτα ζητήματα καὶ τὸν κλονισμὸν τῆς πεποιθήσεως καὶ τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν ἐπὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ ἡ κατάστασις αὕτη. Ἡ Ἐπισκοπὴ Μονεμβασίας καὶ Λακεδαίμονος ἔτυχε νὰ ἔχῃ Ἐπίσκοπον τὸν Σεβασμιώτατον Γερμανὸν Τρωϊανὸν. Οὗτος εἶνε ἀληθὲς ὅτι εἶνε ἐξόχου μορφώσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ μόρφωσίς του ὅλη αὐτὴ ἀντὶ νὰ τραπῇ πρὸς τὴν βελτίωσιν τῶν τῆς Ἐκκλησίας ἐτράπη ὅλως τὴν ἐναντίαν ὁδόν. Ἐνόμισεν ὅτι ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν ὡς πιστωταὶ γενικῶς, δύνανται οἱ Ἐπίσκοποι, οἱ Ἀρχιερεῖς νὰ διαπράττουν τὰ πάντα ἀποινεί. Ἠκολούθησεν ὁδὸν καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὴν ἁρμόζουσαν πρὸς τὸ Κράτος, τὴν ὁποίαν τὸ ἀξίωμά του ἐπιβάλλει. Ἐφ’ ὅσον ἐπροχώρει ἡ ὑπηρεσία τῆς Ἐπισκοπῆς καταφαίνοντο τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ κοινωνικά. Ἐλέγοντο πολλὰ περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπίστευον ὅτι ὅλα αὐτὰ δυνατὸν νὰ μὴ ἦσαν καὶ ἀκριβῆ, νὰ ἦσαν ὑπερβολαί. Ἐν τούτοις ἡ διαγωγή του καὶ μάλιστα ἡ διαμονή του ἡ συχνὴ ἐν Ἀθήναις, τὴν ὁποίαν ἐπεζήτει διὰ παντὸς τρόπου καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐκηρύχθη καὶ ἀμείλικτος ἐχθρὸς τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν κρατήσῃ ὡς Συνοδικὸν κατὰ τὸ 1912 ἐνταῦθα, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸν βίον, τὸν ὁποῖον συνήθιζε, ἀπέδειξεν ὅτι ἦτο ἀνάξιος καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἐντείνω τὴν προσοχήν μου ὅπως συλλέξω πληροφορίας, ἂν πράγματι αἱ διαδόσεις αὐταὶ ἦσαν ἀληθεῖς. Κατὰ τὸ 1915 καὶ 1916 ἔμαθόν τινα ἔκτροπα τοῦ ἀκολάστου βίου του ἐν Ἀθήναις, τὸν ὁποῖον διῆγε, καὶ ἐζήτησα διὰ τῆς Ἀστυνομίας ἀκόμη νὰ ἐξακριβώσω τὴν ἀλήθειαν τούτων δι’ ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλήψεως, διότι ἐνόμισα ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς κανένα γνωρίζοντα τὴν τοιαύτην διαγωγὴν ἑνὸς ἀρχιερέως νὰ μένῃ ἀπαθὴς καὶ νὰ μὴ προσπαθῇ νὰ ἀποκαθάρῃ τὴν Κλῆρον ἀπὸ τοιούτων Ἀρχιερέων. Ἐπῆλθεν ὅμως ἡ Ἀντεπανάστασις, ὡς ὀρθώτατα καὶ προσφυέστατα τὴν ἀπεκάλεσεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν φιλελευθέρων καὶ ἐφύγομεν ἐντεῦθεν. Ὅταν ἐπανήλθομεν, ἤκουσα πλέον καὶ ἀνάμιξιν αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ μέχρι σημείου ἀνυποφόρου. Ἐνεθυμήθην ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1913 ἀκόμη, κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1913, ὅτε ὁ Ἀρχηγὸς τῶν φιλελευθέρων καὶ Πρόεδρος καὶ τότε τῆς Κυβερνήσεως διεπραγματεύετο ἐν Βουκουρεστίῳ τὴν Συνθήκην τὴν διπλασιάσασαν τὴν Ἑλλάδα, αὐτὸς ἕνεκα τῆς ἀφορμῆς τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἐκράτησαν αὐτὸν ὡς Συνοδικὸν ἐνταῦθα, περιώδευεν ἀνὰ τὰ χωρία τῆς Ἐπισκοπῆς του, ἐκήρυττε κατηγορίας φοβερὰς κατὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τῶν τοιούτων ὁμιλιῶν του ἐν χωρίῳ Βαρβίσῃ Λακεδαίμονος, ὅπου παρευρέθη Ἐφέτης ἐγένετο αὐτήκοος. Ἀκούσατε, κύριοι βουλευταί, ὁπότε κατηγορούμενος ἦτο ὁ σεβασμιώτατος ἐπίσκοπος Λακεδαίμονος. Ἐρωτᾶται ὁ ἐφέτης αὐτὸς παρὰ τοῦ διεξάγοντος τὰς ἀνακρίσεις κατὰ τὸ πρῶτον Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον, ἐρωτᾶται: (ἀναγινώσκει) «Ἄκουσες νὰ λέγῃ ὁ Δεσπότης..............κλπ» Βλέπετε ὁ σεβασμιώτατος αὐτὸς μετὰ πόσης ἐμπαθείας ἐξυβρίζει τὸν Βενιζέλον, διαπραγματευόμενον τὴν Συνθήκην τὴν διπλασιάσασαν τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν ἐπανήλθομεν ἐκ Θεσσαλονίκης, ἐνεθυμήθην καὶ αὐτὸν διὰ τὴν συμμετοχήν του εἰς τὸ ἀνάθεμα τὸ γενόμενον τῇ πρωτοβουλίᾳ μάλιστα αὐτοῦ, καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους περιοδεύων εἰς διαφόρους ἐκκλησίας ἀπήγγειλε, ὀνομάζων τὸν μεγάλον ἀρχηγόν μας προδότην, καὶ ἐνόμισα ὅτι μοῦ ἐπιβάλλετο νὰ τὸν καταγγείλω διὰ τῆς ἰδίας μου ὑπογραφῆς. Καὶ ὄχι μόνον δι’ αὐτάς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἄλλας πράξεις, τὰς ὁποίας θὰ ἀκούσητε καὶ θὰ καταπλαγῆτε. Παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ ἐφέτης αὐτὸς εἶνε ἀδελφός μου, καὶ πρώτης τάξεως Β. Ἐπίτροπος τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ. Ἐνηργήθη ἀνάκρισις τότε διὰ τὸ ἀνάθεμα καὶ διὰ τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν, ἀπαγγέλων λόγους ἐν ἐκκλησίαις, μάλιστα κατὰ τὴν 21 Μαΐου 1917, δηλ. κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ ἐκπτώτου, Ἐξετάζονται μάρτυρες, ὁ Ξύδης, δικηγόρος, καὶ καταθέτει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «εἶνε γνωστὸν εἰς τοὺς ἐνταῦθα.....κλπ». Εἶναι πολλὰ ἀκόμη, δὲν ἐπιμένω εἰς ὅλα. Ξένοι μάρτυρες καθήμενοι ὁμολογοῦσιν ἐνόρκως καθὼς ὁ Παναγιώτης Μαστρογιαννόπουλος, τὸ ἐπάγγελμα καθηγητὴς τῶν Θρησκευτικῶν ἐν Σπάρτῃ. Καθηγητής, δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀξιοπιστίαν του. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτοί. Ἠρνεῖτο εἰς τοὺς Βενιζελικοὺς τοὺς ἀπόρους, ἠρνεῖτο νὰ συμπεριλάβῃ αὐτοὺς εἰς τὰ συσσίτια καὶ ἀπέθανον ἀπὸ μίαν οἰκογένειαν δύο, καὶ μάρτυς εἶναι αὐτὸς ὁ πατὴρ Ἀνδρέας Στρατηγόπουλος. Καὶ θὰ ἴδετε διὰ ποίαν εὐτελῆ αἰτίαν, μὲ ποίαν οὐτιδανότητα ἐφέρθη πρὸς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, ὄχι διὰ τὰ φρονήματά του ἀλλὰ διὰ τὴν ἀργυρολογίαν του. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ξένος εἰς τὴν Σπάρτην ἐκ Φιλιατρῶν τῆς Τριφυλίας κατάγεται, λεπτουργὸς τὸ ἐπάγγελμα εἰς τοὺς ναοὺς διὰ τὰ στασίδια καὶ ἄλλας ἐργασίας. Ἐρωτᾶται εἶνε ἀληθές, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος Τρωϊανὸς ἀνεμιγνύετο εἰς τὴν πολιτικήν; Μάλιστα, ἀπαντᾶ, οὗτος. Τὸ θηρίον αὐτὸ ὁ Ἐπίσκοπος. Ὅταν ἔφθασεν ἡ εἴδησις εἰς τὴν Σπάρτην περὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ἐκπτώτου ἔνοπλα στίφη 500 καὶ πλέον ἀνδρῶν εἰσῆλθον εἰς τὴν Σπάρτην ἐκ προσυνεννοήσεως ἐν Τριπόλει μετὰ τοῦ Παπούλια καὶ ἄλλων διὰ νὰ ἐγκαθιδρύσωσιν, νὰ καταλύσωσι τὸ νέον καθεστὼς καὶ ἐν ἀδυναμίᾳ, νὰ ἐγκαθιδρύσωσι αὐτονομίαν ἐν Πελοποννήσῳ. Ὁ Δεσπότης, τὰ ἔνοπλα αὐτὰ πλήθη ἐξῆλθεν καὶ τὰ ηὐλόγει καὶ τὰ ἠρέθιζε ἐναντίον τῶν Βενιζελικῶν οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν νὰ πάρουν τὰ ὄρη ἵνα μὴ συγκρουσθῶσιν μεταξὺ των καθὼς ὁμολογεῖ αὐτόπτης μάρτυς τῶν σκηνῶν. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἀρνήσεως νὰ παράσχῃ τρόφιμα εἰς τοὺς Βενιζελικοὺς σᾶς ἀναφέρω ὅτι δὲν τὸ ἔπραξε τότε μόνον, τὸ ἔπραξε καὶ κατὰ τοὺς πολέμους τοῦ 1912–13. Τότε συνεστήθησαν ἐπιτροπαὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐπισκόπου πρὸς συλλογὴν ἐράνων καὶ παροχὴν βοηθημάτων εἰς τοὺς παθόντας. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον μαρτυρίαν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι προσῆλθον ἐνώπιον του νὰ ζητήσωσι βοήθειαν καὶ τοὺς εἶπε ὅτι πήγαινετε εἰς τὸν Βενιζέλον, ποῦ ἔστειλε τὰ παιδιά σας νὰ σκοτωθοῦν εἰς τὸν πόλεμον νὰ σᾶς δώσῃ. Ἔκτοτε βλέπετε πόσον ἦτο σκληρὸς ἀπέναντι τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων τῶν ὁποίων τὰ τέκνα ἔχυσαν τὸ αἷμά των διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸς δεσπότης. Ἀλλὰ ἔχετε ἀκούσῃ ἀπάντησιν ἐρωτῶ ὑμᾶς, οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν οἱοσδήποτε ἄνθρωπος ὄχι χριστιανός, ἔχετε ἀκούσῃ τοιαύτην ἀπάντησιν, τοιαύτην βαρβαρότητα; (ἀναγινώσκει). Ἀκούσατε ἄλλον, καθηγητήν, τί ἤκουσε ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ τοῦ ἐπισκόπου κατὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήρχοντο τὰ ἔνοπλα στίφη εἰς τὴν πόλιν πρὸς κατάλυσιν τοῦ νέου καθεστῶτος καὶ ἐγκατάστασιν αὐτονομίας ἐν Πελοποννήσῳ. Ὀνομάζεται Μιχαὴλ Δαμάνης, ξένος πρὸς τὴν Σπάρτην. (ἀναγινώσκει τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ). Νὰ μοῦ παραχωρήσητε τὴν ὑπομονὴν σας διότι θὰ ἀκούσητε πράγματα τὰ ὁποῖα, τί νὰ σᾶς εἴπω, δὲν εὑρίσκω τὴν κατάλληλον λέξιν περὶ τοῦ μητροπολίτου καὶ τῶν ἀποτελούντων τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον καὶ νὰ καταγγείλω. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς ὑμᾶς εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ ἀνάγκη χάριν αὐτῆς τῆς πολιτείας, τῆς ἐκκλησίας, νὰ καταργηθῇ ἀμέσως διὰ νόμου τὸ Ἀνώτατον Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον καὶ νὰ στέλλωνται αὐτοὶ οἱ κύριοι νὰ δικάζωνται ἐνώπιον ἐφετῶν ἢ τῶν ἀρεοπαγιτῶν ἀλλ’ οὐδέποτε παρὰ τῶν συναδέλφων των οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν κρίσιν των ἐνθυμοῦνται τὴν ἀδελφότητά των καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ αὐτὰ διαπράττουν. Ἀκούσατε τί λέγει εἰς τὴν Κασσανὴν ὁ ἐπίσκοπος τὴν ἡμέραν ἐκείνην ποῦ εἰσήλασαν τὰ πλήθη εἰς τὴν πόλιν «ἕνα ἀπόγευμα τοῦ παρελθόντος Μαΐου κατηρχόμην τὴν μεγάλην ὁδὸν.............κλπ.» Εἶχε ὁ δεσπότης ὅπλα, κύριοι βουλευταί, καὶ τοῦ ἀπεστέλλοντο ἀπὸ τὸ Ἐπιτελεῖον καὶ ἐξοπλίζοντο ἀπὸ αὐτὰ οἱ ἐπίστρατοι καὶ μετὰ τοσαύτας μαρτυρίας ἐν τούτοις ἔρχεται τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον τὸ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου.......
§102Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Μά καὶ αὐτὸς τὰ ἴδια ἔκανε.
§103Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Παραδέχθη ὅλα αὐτὰ ὡς γενόμενα εἰς τὸ σκεπτικὸν τῆς ἀποφάσεως του, ἐπειδὴ ἐκ τῆς διαδικασίας προέκυψεν ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἐτέλεσεν δημοσίᾳ εἰς τὴν Σπάρτην τὴν 18 Νοεμβρίου τοῦ 1916 ἀντιχριστιανικόν, ἀντιορθόδοξον κίνημα καὶ ἀνάθεμα. Καὶ ἔρχεται τὸ τελευταῖον ἐκδοθὲν ἀνακοινωθὲν δι’ οὗ τὸ δικαστήριον ἐκ φιλανθρωπίας πρὸς τὸν κύριον αὐτὸν, τὸν ἐτιμώρησε μὲ 6μηνον μόνον ἀργίαν. Τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον ὑπερέβη δηλαδὴ τὰ παλαιὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων. Αὐτὰ εἶναι τὰ γενόμενα. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Καὶ τότε τιμωρεῖ διὰ μετρίαν σύγχυσιν ἑξάμηνον ἀργίαν, ἐνῷ καθῄρεσεν ἄλλους ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι ἀπέναντι αὐτοῦ εἶναι ἅγιοι. Ἡ ἐπισκοπικὴ περιφέρεια του εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως ἐξανέστη, ἔκαμε τηλεγραφήματα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ ἐζήτησαν ὅπως τοιοῦτος Δεσπότης νὰ μὴ πατήσῃ ἐκεῖ, διότι ἔπρεπε νὰ ἐκτίσῃ τὴν ἑξάμηνον ἀργίαν, ἐκτὸς δὲ τούτου ἐδόθη καταγγελία κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, ἐπὶ ἀντιστάσει κατὰ τοῦ καθεστῶτος, ἐπὶ ὑποκινήσει τῶν πολιτῶν εἰς ἀμοιβαίαν ἐχθροπάθειαν καὶ διχόνοιαν, ἐξεδόθη ἔνταλμα προφυλακίσεως κατ’ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Εἰσηγητοῦ τοῦ Στρατοδικείου. Τὴν ἑξάμηνον ἀργίαν κατώρθωσε διὰ μυρίων πλαγίων μέσων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιτηδειότατος νὰ ἀποφεύγῃ. Διέμενεν δὲ ὄχι ἐκεῖ ὅπου ὥρισε τὸ δικαστήριον, ἀλλ’ εἰς τὴν Σαλαμῖνα, ὁπόθεν ἐδραπέτευσε καὶ ποῦ νομίζετε ὅτι ἤρχετο; Βδελύσσομαι νὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ θὰ τὸ εἴπω. Ἤρχετο εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν ἀκολαστόν του βίον. Καὶ ἐδέησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας συνεπείᾳ παραστάσεών μου παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διετάχθη ὁ ἀστυνόμος κ. Μαρούδας, τὸ λαγωνικὸν αὐτὸ τῆς ἀστυνομίας νὰ ἐξακριβώσῃ τί συμβαίνει. Ὁ Μαρούδας μετὰ πάροδον μηνῶν, ὧν ἔλαβεν ἀνάγκην πρὸς ἐξακρίβωσιν, ἰδοὺ τί ἐκθέτει πρὸς τὴν προϊσταμένην του ἀρχήν. (ἀναγινώσκει).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προχωρῆτε περαιτέρω· νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν αὐτό.
§105Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ παύσω, τὸ κάμνω, ἀλλὰ μάθετε ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος κατήγγειλα διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου αὐτόν, νομίζω, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς χριστιανὸς καὶ ὡς φιλελεύθερος νὰ τὸν καταγγείλω, ἵνα προσδώσω κῦρος εἰς τὴν τοιαύτην κατηγορίαν. Δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω μετὰ τοιαῦτα τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου. Βεβαίως, καίτοι ἐξεδόθη τοιαύτη ἐγὼ δὲν εἶμαι ψευδομηνυτής. Ἀφήσατέ με λοιπὸν ἐλεύθερον νὰ ἐξακολουθήσω. (ἀναγινώσκει) «Συνέζη μετ’ αὐτῆς κατὰ τρόπον ἀναξιοπρεπῆ.......κλπ.» Τοιαῦτα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τοιαύτη ἡ διαγωγὴ τοῦ Ἐπισκόπου. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, ἀφοῦ μάλιστα εἴδομεν, ὅτι Μητροπολίτης, ὁ καὶ Πρόεδρος τοῦ Ἐκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, ἦλθε ὁ σεβασμιώτατος Μελέτιος Μεταξάκης, τοῦ ὁποίου τὴν πρώτην ὁμιλίαν, ὅτε ἀνέλαβε τὸν Μητροπολιτικὸν Θρόνον ἀναγινώσκων εὑρισκόμενος ἐν Σπάρτῃ, ἔσπευσα καὶ τηλεγραφικῶς νὰ τὸν συγχαρῶ διὰ τοιαύτην ὁμιλίαν διὰ τὴν ἄνοδόν του εἰς τὸν θρόνον καὶ νὰ εἴπω, τοιοῦτος ἔπρεπεν ἡμῖν ἀρχιερεύς. Πόσον ὅμως ἐπλανήθην. Τότε κατενόησα, πόσον ἁπλοϊκὸς ἤμην πιστεύων εἰς τοὺς λόγους καὶ μὴ ἀναμένων τὰ πράγματα. Μοὶ ἐγένετο δίδαγμα, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς πάντας, οὐδέποτε νὰ πιστεύουν τοὺς λόγους, ἀλλὰ τὰς πράξεις. Τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ, ἀφοῦ συνέλεξα ὅλας τὰς πληροφορίας διὰ τὰς κατηγορίας τὰς ὁποίας τοῦ ἀπέδωκα, συνέταξα μακροτάτην μήνυσιν πολυσέλιδον καὶ λεπτομερεστάτην μὲ ὅλας τὰς πράξεις του τὰς σχετικὰς πρὸς τὴν Πολιτείαν, πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, πρὸς τὴν Κοινωνίαν μὲ μάρτυρας καὶ ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἔδωκα τὴν μήνυσιν καὶ συνεστήθη νέον Ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον, διωρίσθη ἀνακριτὴς ὁ Σεβασμιώτατος Δημητριάδης καὶ ἀπεστάλη πρὸς ἀνάκρισιν. Ὁ Σεβασμιώτατος Σπάρτης εὑρισκόμενος τότε εἰς τὰς φυλακὰς δυνάμει τοῦ ἐντάλματος τοῦ Εἰσηγητοῦ τοῦ στρατοδικείου, ἵνα δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, δὲν ἐτέθη εἰς τὰς φυλακὰς, τῷ παρεχωρήθη ὡς ἔμαθον μετὰ ταῦτα, μερίμνῃ τοῦ σεβασμιωτάτου μητροπολίτου, οἴκημα νὰ μένῃ. Ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος τὸν ἐπεσκέφθη ἐπὶ δίωρον μείνας μαζύ του ἦτο ὁ σεβασμιώτατος μητροπολίτης, Πρόεδρος Συνόδου καὶ Πρόεδρος τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἔμελλεν νὰ δικάσῃ αὐτόν. Ἀκούσας τοῦτο ἔμεινα κατάπληκτος, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου νὰ ἐπισκέπτηται τὸν κατηγορούμενον τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ δικάσῃ. Δὲν ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω, ἔσπευσα νὰ ἐξακριβώσω τὴν ἀλήθειαν τοῦ πράγματος καὶ ἐβεβαιώθην ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν Μητρόπολιν. Δὲν ἀντέσχον, κ. κ. βουλευταί, καὶ τοῦ ἔκαμα τὰς παρατηρήσεις, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι κατάστασις, τοῦ ἐπεκαλέσθην ἂν ὄχι τὴν ἐκκλησιαστικὴν του σχέσιν, τοὐλάχιστον τὴν θέσιν τοῦ φιλελευθέρου. Διότι ὁ τόπος αὐτὸς τόν ἀνεβίβασεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ μητροπολίτου Ἀθηνῶν. Οὔτε φωνή, οὔτε ἀκρόασις. Ἐξηκολούθουν αἱ ἐπισκέψεις. Ἡ ἀρχὴ ἡ στρατιωτική, ἡ ἐπιτετραμένη τὴν προφυλάκισιν αὐτοῦ ἠδιαφόρει. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ δώσω προσοχήν, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν τὸν καταδιώκω δι’ ἄλλους λόγους καὶ ὅτι ζητῶ νὰ τὸν ἐξοντώσω. Ἐπειδὴ ἐμάνθανον, ὅτι ἔχει καὶ ἀνάγκην θεραπείας λόγῳ παθήσεως τῶν ὀφθαλμῶν του δὲν ἐζήτησα, ὅπως ἠδυνάμην, δικαιώματι τοῦ πολίτου, ν’ ἀναφερθῶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δείξῃ τὴν δύναμιν τοῦ νόμου, νὰ τὸν θέσῃ αὐτὸν ἐκεῖ ὅπου θέτει ὅλους τοὺς πολίτας. Διότι εἴδομεν πολὺ ἀνωτέρους τούτου ὑποδίκους μετὰ πολλῆς δυσκολίας νὰ ἐπιτρέπουν εἰς αὐτοὺς νὰ διέρχωνται χρόνον τινὰ νοσηλείας εἰς τὰ νοσοκομεῖα. Αὐτὸς κατώρθωνε δι’ ἐπεμβάσεως πάντοτε τοῦ μητροπολίτου νὰ μένῃ κατ’ οἶκον καὶ νὰ περιφέρεται εἰς τὴν πόλιν ὑπόδικος δυνάμει ἐντάλματος, κατηγορούμενος ἐπὶ στάσει, ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, ἐπὶ ὑποκινήσει τῶν πολιτῶν εἰς ἀμοιβαίαν ἐχθροπάθειαν, ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ καθεστῶτος κατὰ τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῇ. Ἐτελείωσεν ἡ ἀνάκρισις. Ἀλλὰ πρὶν τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις οἱ συγγενεῖς τοῦ ἐπισκόπου καὶ οἱ ἰδικοί του εἶχον ἐξασφαλίσει τὴν ἀθώωσίν του. Δημοσίᾳ ἔλεγον, ἂς εἶναι καλὰ ὁ Μελέτιος. Δὲν ἐδίστασα πλέον κ. κ. βουλευταί, ν’ ἀπευθυνθῶ δι’ ἐπιστολῆς μου πρὸς τὸν μητροπολίτην διὰ νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις αὐτή. Ἀνεφέρθην καὶ τοῦ λέγω, καλά, δὲν θέλετε ὡς μητροπολίτης, ὡς πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου νὰ παύσητε τὰς ἐπισκέψεις, τοὐλάχιστον δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος χυδαιότατα ἐξύβρισε τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὑπεκίνησε τοὺς πολίτας εἰς τοιαύτην στάσιν καὶ εἰς τοιαύτην ἐχθροπάθειαν, ὑπεκίνησε τοὺς πολίτας νὰ ἐπαναφέρουν τὸν ἔκπτωτον, αὐτὸ τοὐλάχιστον δὲν σᾶς ἀναγκάζει νὰ ἐντραπῆτε ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο; Τίποτε, ὅλα αὐτὰ ὅλα μάταια. Ἀρχίζει ἡ συζήτησις. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀναγινώσκω καὶ κουράζω περισσότερον τὴν Βουλήν, θὰ σᾶς εἴπω περιλήψεις τῶν μαρτυριῶν καὶ ὅποιος ἐπιθυμεῖ δὲν ἔχει ἢ νὰ διαβάσῃ τὴν δικογραφίαν. Τοῦ ἀπεδίδοντο διὰ τῆς μηνύσεώς μου κατηγορίαι, πρῶτον διὰ τὴν πολιτικήν, ἠκούσατε τί ἔκαμεν, εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Δὲν ἔκαμεν ἄλλος, ὅσα ἔκαμεν αὐτός, ἐκτὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐσκότωνον τοὺς ἀνθρώπους τὴν 18 Νοεμβρίου. Τὸν εἶχα καταγγείλει διὰ παρανόμους ἐράνους ἀναγκαστικῶς μεταξὺ τῶν ἱερέων καὶ τῶν πολιτῶν. Προέβαλεν, ὅτι θέλει νὰ κάνῃ ἀνδριάντα τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου. Ἄλλοτε, ὅτι θέλει νὰ κάμῃ ἕνα πολυτελὲς δῶρον, διότι διὰ τὸν ἀνδριάντα συνεστήθη Ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπέβαλεν εἰς τοὺς ἱερεῖς νὰ ἀφήνῃ ἕκαστος δι’ ἐπισκοπεῖον καὶ αὐτὸς δικαιολογεῖται ὅτι ἠγόρασε τὸ ἐπισκοπεῖον ἐπ’ ὀνόματί του μὲν ἀλλὰ διὰ νὰ μένῃ ὡς Ἐπισκοπή. Παρανόμως εἰσέπραξε τὰ χρήματα ἀλλὰ τέλος πάντων τὰ ἐχρησιμοποίησε. Μετέρχεται τὸν πράκτορα ἁγιογράφων καὶ ἀρχιτεκτόνων ἐπισκευῶν ναῶν. Ἀπῄτει ἀπὸ τὰ ἐκκλησιαστικὰ συμβούλια νὰ κάμνουν τὰς εἰκόνας εἰς ὡρισμένον πατριώτην του καὶ κατὰ τὰς καταθέσεις μαρτύρων ἔβλεπον φράγκους καὶ ὄχι ἁγίους τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας καὶ δὲν τὰς ἐδέχοντο, τιμωρία τότε τῶν ἱερέων ἄνευ ἀποφάσεως Ἐπισκοπῆς, κλείσιμο τῶν ναῶν διότι ἔτσι τὸ ἤθελε. Περιοδεύων ἐπίτηδες κατ’ ἔτος πρὸς ἀργυρολογίαν, ἐπέβαλλεν εἰς τὰ Ἐκκλησιαστικὰ Συμβούλια νὰ τὸν καλοῦν εἰς λειτουργίαν διὰ νὰ πάρῃ 100–200 δρ. ὅπου ἠρνοῦντο ἐτιμώρει τὸν ἱερέα καὶ ἔκλειε τὸν ναόν. Ὑπάρχουν μαρτυρίαι ὅτι προεκάλεσε λειτουργίαν ἐνώπιον τριῶν ἀνθρώπων. Ἐγκαινίασε ὅλα τὰ ἐξωκλήσια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον προσυμφωνῶν 500–600 δρ. Εἰς ἕνα χωριὸ παρήγγειλε ἀπὸ τὸ ἄλλο νὰ ἐγκαινιάσῃ τὸν ἰδικόν τους καὶ τοὺς ἐζήτησε 250 δρ. Οἱ ἄνθρωποι ἐπῆραν τὸ ποσὸν ποῦ εἶχαν ἀπὸ τὸ ταμεῖον καὶ ἔλειπα, 25 δρ. πάρτε αὐτά, ἐλᾶτε καὶ σᾶς δίνομε τὰ ὑπόλοιπα. Νὰ πᾶτε νὰ δανεισθῆτε ἔξω διότι ἀλλοῦ μὲ ἐγέλασαν γιὰ νὰ μὴ τὰ πάρω μπροστά. Ἀξιοπρέπεια ἀρχιερέως. Ὑπεχρέωνε τοὺς ναοὺς νὰ ψωνίζουν ἀπὸ ὡρισμένους ἐμπόρους καθὼς καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν ἱερέων. Ἐπῆγε νὰ κάμῃ ἐγκαίνια. Ἀφ’ ἑσπέραν κάμνουν λειτουργίαν καὶ ἑτοιμάζουν τὰ ἅγια λείψανα, τὸ πρωΐ ἂν δὲν τοῦ ἐπήγαιναν τὰ χρήματα τὰ ἄφηνε ὅλα μάρμαρο καὶ ἔφευγε. Σωρεία τοιούτων. Ὁ κ. Παπαϊωάννου, νομάρχης, συνέπεσε νὰ εἶναι εἰς μίαν μονὴν τοῦ Ταϋγέτου. Ὁ δεσπότης ἐπέρασε καὶ παρήγγειλε νὰ περάσῃ νὰ λειτουργήσῃ. Ὁ ἡγούμενος τοῦ λέγει. «Δεσπότη μου δὲν εἶναι ἀνάγκη. Τὰ λέγει αὐτὰ ὁ νομάρχης Ἔχομεν τὰς χειροτονίας—θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ὅτε συνέλεγον τὰς πληροφορίας μου μοῦ παρουσιάσθη ἕνας ἡγούμενος ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ὡς ἔμαθον μετὰ ταῦτα διωκόμενος ὑπὸ τῶν Πατριαρχείων διὰ τὴν αἰσχράν του διαγωγήν, τὸν ἔκαμεν ὁ Σεβασμιώτατος ἡγούμενον, ἀλλὰ εἰς τὴν μοιρασιὰ τὰ ἐχάλασε διότι φαίνεται εἶχεν βιβλίον καὶ ἤξευρε τὰς χειροτονίας, τὰς ἐπὶ χρήμασι γενομένας καὶ τὰ ἐγκαίνια. Μπορεῖς, τοῦ λέγω, δέσποτά μου, νὰ μοῦ δώσῃς σημείωσιν καὶ μοῦ εἶπεν εἰς ἐρώτησίν μου ἄν ἠμπορεῖ νὰ βεβαιώσῃ «βέβαια νὰ μὲ βάλῃς μάρτυρα». Ἐδῶ εἶναι κατάλογος ἐγκαινίων ἀπὸ ἐκεῖ χειροτονιῶν μὲ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἔδιδε. Τὸ ζήτημα τῆς δωροδοκίας εἶναι δύσκολο νὰ ἀποδειχθῇ διότι γίνεται ἰδιαιτέρως καὶ ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον — ὁ δωροδοκῶν νὰ μὴ τιμωρεῖται. Κατήγγειλα τὴν πρᾶξιν, ἐξητάσθη ὁ ἡγούμενος Λαμπίδης καὶ ἀρνεῖται, ἀλλ’ ἐγὼ εἶχα ἀναφέρει ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως νὰ ἐξετασθῶ κατ’ ἀντιπαράστασιν. Μὲ εἰδοποιεῖ ὁ ἀνακριτὴς καὶ μὲ καλεῖ κατ’ ἀντιπαράστασιν. Εἰς τὴν κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασιν ὁ κατηγορούμενος ἦλθε τρέμων. Ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν ἐβλέπατε, κύριοι Βουλευταί, τὴν στιγμὴν ἐκείνην τῆς κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξετάσεως θὰ οἰκτείρατε τὸν ἄνθρωπον. Τρέμων λοιπὸν λέγει εἰς τὸν ἀνακριτὴν ὅτι τὰ σημειώματα εἶναι ἰδικά του μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὰ ποσὰ δὲν τὰ ἔβαλα ἐγώ. Τὰ ὀνόματα ὅλα τὰ ἔβαλεν αὐτὸς ἀλλὰ τὰ ποσὰ δὲν εἶναι ἰδικά του. Λέγω τοῦ ἀνακριτοῦ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ διατάξητε πραγματογνωμοσύνην. Διατάσσει πραγματογνωμοσύνην καὶ διορίζονται πραγματογνώμονες ὁ κ. Τσούντας, καθηγητὴς Πανεπιστημίου ὁ κ. Βολίδης καὶ ὁ κ. Θεοτοκᾶτος. Παραλαμβάνουν οἱ κύριοι αὐτοὶ τοὺς καταλόγους ἔχοντας τὴν βεβαίωσιν περὶ τοῦ εἴδους τῆς γραφῆς καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἡ ὁμολογία τοῦ καλογήρου καὶ ἐξετάζουσι καταληπτῶς καὶ εὑρίσκουν ὅτι (ἀναγινώσκει). «Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.....κλπ». Ἐγὼ λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ καταγγείλω αὐτὸν ὑπευθύνως, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μάλιστα τὸ ἐπῆρεν ὡς ἐπιχείρημα τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον. Ἀλλὰ δύναται μὲ τὰς τοιαύτας καταθέσεις νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ἐδῶ οἱαδήποτε; Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνον ἡ ἀπόδειξις αὕτη; Εἶναι μάρτυρες πολλοὶ βεβαιοῦντες τὰ γεγονότα καὶ δι’ ἐξετάσεως κατ’ ἀντιπαράστασιν καὶ τῶν ὁποίων τὰς καταθέσεις δὲν ἀναγινώσκω, ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ. Σημειώσατε ὅτι εἰς ὅλην τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ καλεῖται μὲ τὸ ὄνομα Βλαχοδημητρᾶκος· Βλαχοδημητρᾶκος δέ, κύριοι Βουλευταὶ σᾶς γνωρίζω ὅτι ἦτο εἷς διάσημος ληστοφυγόδικος. Ἐπίσης καὶ ποινὰς ἱερέων ἄνευ ἐπισκοπικῆς ἀποφάσεως ἐξέδωκε, διότι μὲ ὅλην τὴν αὐθαιρεσίαν τὸν πῆρε ἕνα ἱερέα ἀπὸ τὴν Μονήν καὶ τὸν ἔστειλε νὰ κάμῃ ποινὴν εἰς τὴν δεῖνα Μονὴν χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀπόφασις. Ἠκολούθει δηλ. Κωνσταντινικὴν πολιτικήν, ἀπολύτως ἀπολυταρχικήν. Ἐπίσης ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἀνεκαλύφθησαν καὶ ἄλλα, ὅτι αἴφνης ἔκαμεν ἑσπερίδας στὸ σπῆτι του, εἰς τὰς ὁποίας ἔπαιζε μπακαρᾶ. Ἄλλη ἱστορία λέγει ὅτι καὶ ἐν μέθῃ διατελῶν ἐπετέθη κατὰ γυναικῶν. Μεθ’ ὅλα ταῦτα ὅμως ἔρχεται τὸ Δικαστήριον καὶ διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς του, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὴ ἡ ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου, ὡσὰν νὰ τοῦ εἶπε νὰ συντάξῃ ὁ ἴδιος τὴν ἀπόφασίν του, λέγει ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶνε τίποτε. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ ἀκολάστου βίου, ἀφοῦ ἀπεδείχθη ὅτι ἐδῶ κατώκει εἰς οἴκους ἀνοχῆς καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλην τὴν Κοινωνίαν, διότι τοῦτο μοῦ τὸ εἶπαν ἄνθρωποι εὐυπόληπτοι καὶ νομάρχαι καὶ συνταγματάρχαι καὶ τότε μόνον καὶ ἐγὼ ἀπεφάσισα νὰ τὸν καταγγείλω, ἐδέχθη μὲν τὸ Δικαστήριον, ἀλλ’ εἶπε ὅτι δὲν ἐγνώριζε ποῖοι κατώκουν μέσα! Βλέπετε δὲν εἶχον σημάδια, τώρα ἔβαλαν καὶ σημάδια στὰ πήτια αὐτὰ καὶ φανάρια κόκκινα, καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεώς του τὸ Δικαστήριον θεωρεῖ ὅτι ὅλα αὐτὰ προεκάλεσαν σκανδαλισμόν, διὰ τὸν ὁποῖον σκανδαλισμὸν τοῦ ἐπέβαλε τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως, ὅτι διὰ τὰς πράξεις αὐτὰς ἐγεννήθη σκανδαλισμός. Τοῦ εἶπε δηλ. κύτταξε ἀπὸ δῶ καὶ πέρα νὰ τα κάμνῃς μὲ καλύτερον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ φαίνωνται καὶ νὰ μὴ γεννῶσι σκάνδαλον. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατακλείς. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι σᾶς ἐκούρασα, διότι ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ἀκούσητε ὅλα αὐτὰ καὶ ἄν δὲν σᾶς εἶχον κουράσει, ἤθελον νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὴν κατάθεσιν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας κ. Παπαοικονόμου, ἄν καὶ κατώρθωσεν ὁ ἐπίσκοπος οὗτος μὲ χίλια δύο μέσα νὰ πείσῃ καὶ νὰ ἐξετασθῇ πάλιν διὰ δευτέραν φορὰν ὁ κ. Παπαοικονόμου, συμπληρωματικῶς φαίνεται, καὶ ὁ ὁποῖος μετέβαλεν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον ὀλίγον τὴν κατάθεσίν του. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν ἀποκλεισμὸν μερικῶν πραγμάτων ἐκ μέρους τοῦ κ. Παπαοικονόμου τὰ πράγματα εἶναι ἀποδεδειγμένα. Μετὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τὸν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων ὅτι τοῖς εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ λάβωσι μέτρα ἀνάλογα τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Πρῶτον νὰ περιορίσωσι τὰς ἀτασθαλίας τὰς καθημερινῶς ἀναφερομένας ἐν τῇ Μητροπόλει Ἀθηνῶν, διότι τοῦτο βαρύνει ἡμᾶς, κύριοι βουλευταί, ἡμᾶς τοὺς φιλελευθέρους δὲν τὸ λέγω διότι πρέπει οἱ φιλελεύθεροι νὰ εἶνε κατήγοροι, τὸ λέγω διότι οἱ φιλελεύθεροι ἔχουσι καθῆκον, πᾶσαν παρεκτροπὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ αὐτῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑπαλλήλων ἀκόμη, αὐτοὶ νὰ τὴν καταδιώκουν διὰ νὰ παύσουν καὶ τὰ σχόλια ἐπὶ τοιούτων πράξεων εἰς βάρος ἡμῶν. Μετὰ τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἡ κυβέρνησις νὰ λάβῃ κατὰ τῶν τοιούτων ἀρχιερέων πρέπει καὶ τάχιστα νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταργήσῃ τὸ Νομοθετικὸν ἐκεῖνο Διάταγμα, περὶ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου καὶ νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς νὰ δικάζωνται ὄχι παρὰ συναδέλφων των ἀλλὰ παρ’ ἐφετῶν ἢ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ἐφ’ ὅσον τὸ δικαστήριον δὲν νομίζει ὅτι προσβάλλονται τὰ δημόσια ἤθη ἄλλως ποτὲ δὲν θὰ ἴδωμεν καταδικαζόμενον ἀρχιερέα διὰ τοιαύτας πράξεις. Προσθέτω καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον παρέλειψα. Ὁ ἐξ Εὐβοίας βουλευτὴς κ. Παπαστρατῆς εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, παρόντος τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον ἀπέρριψε μήνυσιν πρὸ πάσης ἀνακρίσεως, διότι τὴν μήνυσιν εἶχεν ὑποβάλλει κἄποιος ἔχων εἰς βάρος του καταδικαστικὴν ἀπόφασιν. Τοῦτο ἀκούσας ὁ πράγματι φιλελεύθερος, ὁ ἐπιθυμῶν πράγματι τὴν διευθέτησιν ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων, ἐταράχθη καὶ εἶπε, πῶς εἶνε δυνατὸν αὐτό, αὐτὸ εἶνε παράνομον. Ἀλλά, κύριοι, εὑρέθη ὁ λόγος αὐτὸς ὅτι ἡ μήνυσις ὑπεβλήθη παρὰ ἀνθρώπου ἔχοντος κἄποιαν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν εἰς τὴν ράχιν του καὶ ὅταν συνῆλθε τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἵνα ὁρίσῃ τὸν ἔκτακτον ἀνακριτήν, ὑπῆρξε φαίνεται μέλος τοῦ συμβουλίου τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὤχ ἀδελφέ, αὐτὴ ἡ μήνυσις πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ, ἔτσι θὰ δώσωμεν δικαίωμα εἰς τοὺς πολίτας νὰ ἔρχωνται νὰ καταγγέλλουν τοὺς δεσποτάδες καὶ νὰ χάνεται ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ κλήρου. Φαντασθῆτε ὅτι καὶ τὴν ὑπογραφήν μου ὡς βουλευτοῦ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, φαντασθῆτε πῶς σκέπτωνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ δικάζουν τὰς πράξεις τῶν συναδέλφων των. Τελειώνω τὸν λόγον μου μὲ τὴν σύστασιν αὐτὴν πρὸς τὴν κυβέρνησιν. Δὲν μοῦ μένει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἐμὲ θὰ διαδεχθῇ ἄλλος συνάδελφος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου πρὸς ὑπεράσπισιν αὐτοῦ, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναγνώσῃ ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῷ ὑπέβαλον καὶ κατόπιν νὰ μοῦ εἴπῃ ἄν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τοιοῦτον ἀρχιερέα. Ὁ κ. συνάδελφος ἐν τῇ καταθέσει του ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ ὅτι πολιτικοὶ λόγοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ τὸν καταγγείλω, εἶνε ἀληθὲς ὅτι ἐγὼ συνεδεόμην μετὰ τοῦ ἐπισκόπου αὐτοῦ οἰκειότατα μάλιστα πρὶν μάθω αὐτόν. Ἀπὸ τοῦ 1913 ὅτε ἐξύβρισε τὸν Βενιζέλον εἰς τὴν Καρδίτσαν, ἀπὸ τότε διέκοψα πᾶσαν σχέσιν μετ’ αὐτοῦ, ἀπὸ τότε συνέλεξα τὰς πληροφορίας περὶ αὐτοῦ. Δὲν εἶνε ἀκριβὲς ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει εἰς τὴν κατάθεσίν του, ὅτι ὅσοι συνειργάσθημεν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαΐου συνεσκέφθημεν καὶ εἴπομεν περὶ τοῦ ἐπισκόπου Γυθείου ὅτι δύναται νὰ προέλθῃ εἰς παρεκτροπὰς πολιτικάς, ἀλλὰ δὲν ἀνέφερεν καμμίαν παρεκτροπὴν ἠθικὴν τοῦ σεβασμιωτάτου ἐπισκόπου Οὔτε περὶ τοῦ ἐπισκόπου Γυθείου ἐκάμαμεν λόγον οὔτε περὶ αὐτοῦ, διότι ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ ἄς γίνῃ γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι οὐδέποτε ἐζήτησα τὴν ὑποστήριξιν τοῦ κλήρου, οὔτε θὰ τὴν θελήσω. Διαδίδουν ὅτι ὅταν ὑπάγῃ αὐτὸς ὁ δεσπότης κάτω θὰ κάμῃ δὲν ἠξεύρω τι, δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε, ἀλλὰ καὶ ἄν κάμῃ ἐγὼ θὰ τὸν θέσω εἰς τὴν θέσιν του εἰς τὴν ὁποίαν δὲν τὸν ἔθεσεν τὸ ἐπισκοπικὸν δικαστήριον. Δὲν τὸν ἐσυλλογίσθην λοιπόν, οὔτε αὐτὸν οὔτε τὸν τοῦ Γυθείου, οὔτε θὰ τὸν συλλογισθῶ. Δὲν ἐσημείωσα καὶ τοῦτο, ὅτι ἀκόμη διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν, ἀπηλλάγη ὑπὸ τοῦ στρατοδικείου διὰ βουλεύματος μόνον διὰ τὴν ἐπὶ προδοσίᾳ κατηγορίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπηλλάγησαν καὶ οἱ βουλευταὶ Λακωνίας εἰσαχθέντες εἰς τὸ στρατοδικεῖον διὰ στάσιν καὶ πρόκλησιν τῶν πολιτῶν εἰς διχόνοιαν. Διὰ τὰς ἄλλας κατηγορίας παρεπέμφθη εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ ὑφίσταται ἐκκρεμὴς ἡ κατηγορία. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει ἐφ’ ὅσον διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν νὰ τολμήσῃ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Σπάρτην. Προὐκάλεσεν διὰ τῶν Ἡγουμένων του καὶ διὰ τῶν Ἐφημερίων του, οἱ ὁποῖοι ἅμα εἶδον ἀπὸ τὴν πρώτην ἀπόφασιν ὅτι ὁ Δεσπότης δὲν ἐτιμωρήθη, ἐτρομοκρατήθησαν, ὅτι θὰ ὑπάγῃ πάλιν ἐκεῖ νὰ τοὺς στέλλῃ εἰς τιμωρίας καὶ νὰ τοὺς ἔχῃ ὑποχειρίους, προὐκάλεσεν ἀναφορὰς ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Εἶχον τὴν ὑπομονὴν νὰ κάμω μίαν στατιστικήν. Ἔλαβον 9 ἀναφοράς, 9 κοινοτήτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοῦ δήμου Σπάρτης, καὶ εἶνε κοινότητες εἰς τὴν ἐπισκοπήν του 26. Ὁ πληθυσμὸς ὁ ἄρρεν τῆς ἐπισκοπῆς του εἶνε 39,000 κατὰ τὴν ἀπογραφήν. Ἔλαβεν ὑπογραφὰς ὁ Σεβασμιώτατος ὑπὲρ ἑαυτοῦ 6,291, ἐπὶ πληθυσμοῦ ἀρρένων 39.000. Ἀφίνω δὲ νὰ ὑπολογίσητε πῶς λαμβάνονται αἱ ὑπογραφαὶ αὐταί. Πάντως πολιτεύεσθε καὶ γνωρίζετε πῶς λαμβάνονται αἱ ὑπογραφαὶ αὐταί. Ἀλλ’ ἔκαμα λάθος. Αἱ κοινότητες αὐταί, αἱ ὁποῖαι μὲ τὸν δῆμον Σπάρτης ἔδωσαν ὑπογραφάς, ἔχουν πληθυσμὸν 6,291 καὶ ἐπῆρεν ὑπογραφὰς ἀπὸ αὐτὰς ὁ Σεβασμιώτατος 562. Ἐδῶ εἶνε τὰ χαρτιά, Καὶ μὲ τὰς 562 αὐτὰς ὑπογραφὰς τὰς ὑφαρπασθείσας διὰ τῆς διασκορπίσεως τῶν Ἡγουμένων καὶ ἐφημερίων φίλων του ἀπὸ 11 κοινότητας ἀριθμούσας 6,300 ἄρρενας καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπισκοπὴν του ἀριθμοῦσαν ἄρρενας 39,000 μὲ αὐτὰς τὰς 562 ὑπογραφὰς ζητῇ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Σπάρτην διὰ νὰ ἐμβάλῃ πάλιν τὴν κοινωνίαν ἐκεῖ καὶ τὸν λαὸν εἰς νέα σκάνδαλα καὶ νέας ταραχάς. Ἴσως μοὶ παρατηρηθῇ ὅτι δὲν παρουσιάζομεν ἄλλας ὑπογραφὰς κατ’ αὐτοῦ. Δὲν ἐπεδίωξα τοῦτο, δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐπιδιώξω νὰ πάρω ὑπογραφὰς κατ’ αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ οὐδὲ τὸ 1% τοῦ ἐκεῖ πληθυσμοῦ. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχω τοιαῦτα δοκουμέντα ἐναντίον του, διατὶ νὰ πάρω ὑπογραφάς; Δὲν τὴν μετέρχομαι ποτὲ αὐτὴν τὴν τέχνην, τὴν διὰ τῆς συλλογῆς ὑπογραφῶν κατηγορίαν. Προσθέτω καὶ τοῦτο ἀκόμη. Ἔχει ἀντιπρόσωπόν του ἐν Σπάρτῃ ἐν τῇ Ἐπισκοπῇ του ἕνα Ἡγούμενον, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰς βάρος του καταδικαστικὴν ἀπόφασιν τοῦ Στρατοδικείου ἐπὶ δυσμενείᾳ. Δυστυχῶς ἐπιεικέστατα κατεδικάσθη, χάριν πολιτευομένου Φιλελευθέρου ἐπεμβάντος ὑπὲρ αὐτοῦ, εἰς ἑνὸς μηνὸς μόνον φυλάκισιν, οὐχ’ ἧττον εἶνε καταδικαστικὴ ἀπόφασις, ἐπὶ δυσμενείᾳ κατὰ τοῦ καθεστῶτος. Τὸν ἡγούμενον τοῦτον διατηρεῖ ἀντιπρόσωπον, ἐπειδὴ δὲν ἠμπορεῖ αὐτὸς νὰ ὑπάγῃ εἰς Σπάρτην, καὶ ἠξεύρετε πόσα ὄργια κάμνει; Φοβερά! Ἀνεφέρθην ἐπανειλημμένως, ἐστάθη ἀδύνατον, εἰς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην νὰ ζητήσῃ τὴν ἀντικατάστασίν του δι’ ἄλλου. Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Δὲν εἰσακούομαι. Ἐξακολουθεῖ νὰ ὀργιάζῃ. Ἐκδίδεται Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσεται ἡ καταδίκη του εἰς ἄλλην μεγαλυτέραν ποινήν. Στέλλεται τὸ Διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὸν Ἐπίσκοπον δὲν τὸ ἐκτελεῖ, διότι εἶνε ὁ Λαμπίρης ἐκεῖ. Δὲν ἐκτελεῖται τὸ Διάταγμα τοῦτο διότι θὰ ἀποκαλυφθοῦν αἱ φοβεραὶ καταχρήσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων θὰ καθήσῃ εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου. Αὐτά, κύριοι βουλευταί, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ τὰ κάμω γνωστὰ εἰς ὑμᾶς, καθῆκον ὄχι μόνον πρὸς τὴν πολιτείαν καὶ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ὡς εἶπον, ὡς πρὸς ἐμὲ αὐτόν, διότι εἶπον, παρήγγειλα εἰς τὸν Μητροπολίτην ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτόν, ἄν σεῖς ἐκδώσητε τοιαύτην ἀπόφασιν, νὰ μὴ τὴν φέρω ἐνώπιον τῆς Κοινῆς γνώμης καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψω σεῖς νὰ εἴπητε ὅτι εἶμαι ψευδομηνυτής. Ἐὰν εἶμαι ψευδομηνυτὴς ὁρίστε, ἄς κάμῃ καταγγελίαν ὅτι τὸν κατήγγειλα ψευδῶς. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ σᾶς ἐκούρασα καὶ παραχωρῶ τὸ βῆμα εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον μὲ τὴν θερμὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ ἄλλην ἡμέραν, ἀφ’ οὗ ἀναγνώσω τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ὑπερασπίσεώς του διότι—ἀτυχῶς δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ τὸν ἀκούσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἕνεκα τῆς βαρυκοΐας μου—νὰ ἀνασκευάσω αὐτὸν ἵνα μὴ πάθω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπαθον κατὰ Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ 1915, ὅτε ἐζήτουν πληροφορίας καὶ κατηγόρουν ἕνα κύριον Μεσσαλᾶν Συνταγματάρχην διὰ καταχρήσεις φοβεράς, τὰς ὁποίας διέπραξε κατὰ τοὺς πολέμους τοῦ 1912 καὶ 1913 καὶ ἦλθεν ὁ αὐτὸς ἔντιμος κ. συνάδελφος καὶ ὑπερήσπισεν αὐτόν, ἀλλὰ δὲν τὸν ἤκουσα. Μετὰ ταῦτα, ὅταν ἔμαθον τὰ λεχθέντα, ἀτυχῶς ἐπῆλθε τὸ γεγονὸς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως. Πιστεύω ὅμως ὅτι τώρα θὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς ἄλλην ἡμέραν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.
§107Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶνε τόσον προχωρημένη ἡ ὥρα καὶ ἡ εὐλάβειά μου πρὸς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ὑπῆρξε πάντοτε τόσον μεγάλη, ὥστε δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω παρὰ ἐπὶ βραχύ. Ἀπό τινων ἡμερῶν, μὲ συνοπτικὰς περιόδους, συζητοῦνται ἐνώπιον ὑμῶν ζητήματα Ἐκκλησιαστικά, ἀπόψε εὐρύτερον καὶ πρέπει νὰ τὰ διαιρέσωμεν εἰς δύο γενικὰς γραμμὰς· εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ἐπιστημονικήν, ἅς εἴπω οὕτως, καὶ εἰς τὴν γραμμὴν τὴν προσωπικήν. Ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ἀμφιβάλλω, ἀπὸ ἀγαθοῦ συνειδότος, ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ ἀπόψε ὅπως ὡμίλησεν, ἵνα τονίσῃ τὴν ἀνάγκην πρὸς μίαν ἐκκαθάρισιν τοῦ Κλήρου, καὶ εἶπεν ὅτι ὡς πρὸς τὸν κλῆρον τῶν ἀνωτέρων ἀσχέτως πρὸς πρόσωπα, εἶνε ἀνάγκη νὰ εἰσηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἀδικήματα τὰ ἐκκλησιαστικὰ νὰ ἀφαιρεθῶσι ἀπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, νὰ καταργηθῇ τὸ Ἀνώτατον Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον, καὶ νὰ δικάζωνται παρὰ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη εἶνε ἐντελῶς καινοφανὴς καὶ ἀντιεπιστημονική. Δὲν εἶνε δυνατὸν δὲ νὰ πραγματοποιηθῇ οὐδὲ παρὰ τῆς Βουλῆς τῆς παρούσης, οὐδὲ παρ’ οἱουδήποτε σώματος ἔχοντος δύναμιν Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδὲ παρὰ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἄνευ κινδύνου μεγάλου ἐκκλησιαστικοῦ σχίσματος. Ὥστε τὸ ζήτημα αὐτὸ μένει διὰ τὸ μέλλον, ἄς συζητηθῇ εἰς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καίτοι εἴμεθα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εἶνε ἐντελῶς ἀντικοινοβουλευτικὸν νὰ ἔρχεται πρὸ τοῦ Κοινοβουλίου ὑπόθεσις κατηγορίας κατὰ Ἐπισκόπου καταλήξασα εἰς ἀπόφασιν ἀθωωτικήν, νὰ ἀπασχολῆται ἡ Βουλή, ἐπὶ ἀποφάσεως ἀθωωτικῆς, ὅταν μάλιστα τυγχάνει ὁ ἀπασχολῶν αὐτὴν νὰ εἶνε καὶ μηνυτής. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ μεταβάλληται εἰς βῆμα δικηγορικὸν καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶνε ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ φέρωμεν ἐδῶ τὰς ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ὅταν αἱ ὑποθέσεις αὗται ἐπεραιώθησαν ὑπὸ δικαστικῶν, τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ εὐλαβούμεθα, καὶ ἄν δὲν θέλομεν νὰ τοὺς εὐλαβούμεθα ὀφείλομεν νὰ μὴν τοὺς διαπομπεύωμεν διότι ὑπονομευόωμεν τὴν πίστιν ἡμῶν. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὁμιλῶμεν οὕτω ἐναντίον αὐτῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις, ὅστις τὸν Μητροπολίτην θεωρεῖ ὡς οὐχὶ ἄξιον τῆς θέσεώς του, εἶμαι καὶ ἐγώ, ἀλλὰ πάντοτε εὐλαβοῦμαι τὴν θέσιν αὐτοῦ. Καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἔχω δὲ ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσω χάριν τοῦ κύρους αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὕτως ἐρχόμενοι νὰ συζητῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ δὲν κάμνομεν ἄλλο παρὰ νὰ ὑπονομεύωμεν τὴν πίστιν ἡμῶν καὶ τὴν θρησκείαν ἡμῶν καὶ νὰ κλονίζωμεν εἰς τὴν συνείδησίν του λαοῦ τὴν ἀφοσίωσιν αὐτοῦ πρὸς τὴν Πίστιν καὶ νὰ δημιουργοῦμεν τοὺς μεγαλυτέρους κινδύνους.
§108Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ὅταν ἀποκαλύπτωνται τὰ κακῶς ἔχοντα καὶ ὅταν ἀποκόπτωνται τὰ σεσηπότα, τότε ἐπέρχεται ἡ θεραπεία.
§109Γ. ΠΩΠ. Ὅλοι οἱ ὑπάρχοντες Ἐπίσκοποι εἶνε σκεύη τῆς ἐκλογῆς σας. Σεῖς τοὺς ἐφέρατε.
§110Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἐπισκόπου Λακεδαίμονος ἔχω νὰ παρατηρήσω ταῦτα. Ὁ ἐπίσκοπος οὗτος ὑπέστη τὴν φανατικωτέραν δίωξιν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἱεράρχας, οἱ ὁποῖοι κατηγορήθησαν. Ἔχει τρεῖς ὑποθέσεις. Ἡ πρώτη τοῦ ἀναθέματος ἐξεδικάσθη καὶ ἐτιμωρήθη διὰ 6μήνου παύσεως. Ἐπὶ τῆς δευτέρας ὑποθέσεως ἐξεδόθη παμψηφεὶ ἀθωωτικὴ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιστοποιήθη ὅτι οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας δὲν ἦσαν παρὰ ψευδομάρτυρες. Ὁ Σεβασμιώτατος Σπάρτης εἶνε εἷς ἐκ τῶν ὀλίγων πεφωτισμένων καὶ μὲ εὐρυτάτην μόρφωσιν. Ἀλλὰ ἔχομεν καὶ τρίτην ὑπόθεσιν, πρέπει δὲ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ ὅτι εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ ὁ κ. συνάδελφος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μεταβῇ εἰς Καλάμας, ὅπου ἐκρατεῖτο ἡ ὑπόθεσις, ὅτι δὲ ὁ Βασ. Ἐπίτροπος καὶ ὁ Εἰσηγητὴς ἀπήλαξαν αὐτὸν παμψηφεὶ τῆς ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ κατηγορίας. Ἄλλη ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις δὲν ὑπάρχει.
§111Γ. ΠΩΠ. Περὶ τῆς ἀνηθικότητός του τί λέγετε;
§112Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἔργα ψευδομαρτύρων, πιστοποιηθέντα ὑπὸ 13 Ἱεραρχῶν. Ἐφόσον ἔχω ἀπόφασιν 13 ἱεραρχῶν, δὲν εἶνε δυνατὸν παρὰ νὰ τὴν σεβασθῶ καὶ νὰ διακηρύξω ὅτι πρέπει νὰ εἶνε σεβαστὴ εἰς πάντας.
§113Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ὁ κ. Μαρούδας λέγει τὸ ἀντίθετον.
§114Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Εἶνε ἀνήκουστον νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀποφάσεις δικαστηρίων νὰ ἀναιρῶνται ἀπὸ ἐκθέσεις ἀστυνομικῶν ὀργάνων.
§115Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἔχετε νὰ μᾶς πῆτε τίποτε ἄλλο συγκεκριμμένως; Ἀφῆστε τὰς θεωρίας.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§117Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ παρακολουθήσω τὸν πρῶτον ἐκ τῶν προλαλησάντων εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, τὰς ἀναφερομένας εἰς τὴν οὐσίαν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ πράξω τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι θὰ εἶνε ἐπικίνδυνον εἰς ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν αὐτὴν νὰ ἐπιζητήσῃ νὰ ἐκφέρῃ κρίσιν καὶ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἐπὶ ἐκδοθείσης δικαστικῆς ἀποφάσεως, χωρὶς νὰ ἴδῃ καὶ ἀκούσῃ παρελαύνοντας πρὸ αὐτῆς ὅλους τοὺς μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι παρήλασαν καὶ πρὸ τοῦ δικαστηρίου, νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς αὐτοὺς ὅλας τὰς ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐχρησίμευον πρὸς λύσιν ἀμφιβολιῶν γενομένων κατὰ τὴν ἀποδεικτικὴν διαδικασίαν, χωρὶς ἐπὶ πλέον νὰ ἀκούσῃ τὸν κατηγορούμενον ἀπολογούμενον ἐνώπιον αὐτῆς. Οἱ ὅροι αὐτοὶ εἶναι στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτησεν ὁ νόμος ὡς ἀπαραιτήτους προϋποθέσεις τῆς ἐκδόσεως δικαστικῆς ἀποφάσεως ποινικῆς. Θὰ ἀποφύγω ἑπομένως τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας καὶ τῶν λεπτομερειῶν καὶ θὰ περιορισθῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς δύο κυρίως σημεῖα: πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τὸ μὴ σκόπιμον τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραπτωμάτων τῶν ἱερέων καὶ δεύτερον ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικὴν μορφὴν τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας ἐξέδωκεν τὸ Ἀνώτατον τοῦτο Δικαστήριον ἐν συνόλῳ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὁποίαν μορφὴν θὰ ἐπιζητήσω νὰ ἐξετάσω ἄν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ μορφὴ εἰς τὸ Ἀνώτατον Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον ὅτι ἐκ προθέσεως ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει ἔκρινεν τὰ γεγονότα καὶ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν ἐνώπιον αὐτοῦ. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς συγκροτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου ὡς εἶχον τὴν τιμὴν καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπεκύρωσε τὸ Ν. Διάταγμα νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἄν δὲν ἀπατῶμαι εἶπον ὅτι μεταγενεστέρως ἐπεβάλλετο τοῦτο ἐξ αὐτῶν τῶν ἱερῶν κανόνων. Οἱ ἱεροὶ κανόνες τῆς ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ Σύνταγμα κατὰ τὸ ὁποῖον διοικεῖται ἡ Ἐκκλησία καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομακρυνθῶμεν χωρὶς νὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον, ὅτι ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ θεμελιώδεις θρησκευτικὰς διατάξεις, οἱ κανόνες αὐτοὶ ὁρίζουσιν ὅτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ παραπτώματα τῶν ἱερέων δικάζονται ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον ἐκ δώδεκα ἀρχιεπισκόπων μετὰ τοῦ Προέδρου ἀποτελούμενον. Εἶναι δυνατὸν ἐπίσης νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι τὰ δικαστικὰ παραπτώματα καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἄποψιν εἶχε δεχθῇ ὁ καταστατικὸς νόμος τῆς Ἑλλάδος νὰ δικάζονται καὶ κατὰ τὴν ἄλλην σύνοδον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅταν ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ἐλθοῦσα ἐκ Θεσσαλινίκης ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων ἐν ὅλῃ τῇ Ἑλλάδι ἐνθυμεῖσθε εἰς ποίαν κατάστασιν εὗρε τὰ τῆς ἐκκλησίας ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ἀρχιερέων ἐνόμισαν ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ κατέλθωσιν ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ ἀξιώματος, εἰς ὅ ἡ ἐκκλησία καὶ ὁ νόμος τοὺς εἶχε τάξει καὶ νὰ παρακολουθῶσι τὰς διαμάχας τὰς πολιτικὰς καθ’ ὅλην τὴν ἁμαρτωλὴν προηγουμένην ἐποχήν. Ἐλάχιστοι, μετρούμενοι εἰς τὰ δάκτυλα, ἦσαν οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον κατορθώσει νὰ συμμετάσχωσιν εἰς τὸ τότε τελεσθὲν ἀνάθεμα, ἑπομένως ἐπεβάλλετο ἡ ἐξεύρεσις ἑνὸς τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ Ἀνώτατον Ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον συμμετεχόντων τῶν ὑπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων προβλεπομένων δεκατριῶν ἀρχιερέων, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δικάσῃ, κατὰ τὴν ἁμαρτωλὴν ἐκείνην ἐποχήν, τὰ διαπραχθέντα ἐκκλησιαστικὰ παραπτώματα. Ἐφόσον δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τῶν ἀρχιερέων εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα κατ’ ἀνάγκην προσεφύγαμεν εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα καὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης ἀπόρροια ἦτο ἡ ψήφισις τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος, ἵδρυσε τὸ Ἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον τῇ συμμετοχῇ τῶν ἀρχιερέων τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος. Τὸ Ἀνώτατον τοῦτο Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον δὲν εἶναι τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον φέρονται πρὸς ἐκδίκασιν πᾶσαι αἱ παραβάσεις τῶν ἀρχιερέων, οὔτε πρέπει νὰ νομισθῇ ὅτι οἱ ἀρχιερεῖς ὑπολαύουσιν ἰδιαιτέρας τινὸς διαδικασίας ἐν Ἑλλάδι καὶ ὑπαγόμενοι διὰ τὰ παραπτώματα καὶ πλημμελήματα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου. Ὁ νόμος καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς πολίτας Ἕλληνας ὑπήγαγεν εἰς τὸ ἀπόλυτον κῦρος τῆς δικαιοδοσίας τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ ὅλως διακεκριμένα παραπτώματα ἀπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου εἶναι τὰ ἐκκλησιαστικὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα παρεμπιπτόντως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικασθῶσιν ἀπὸ τὰ κοινὰ δικαστήρια, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἑπομένως ἡ δικαιοδοσία ἡ συσταθεῖσα διὰ τοῦ νόμου τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου δὲν ἦτο διάφορος ἀπ’ αὐτήν, τουτέστιν ἦτο περιωρισμένη μὲ τὴν ἐκδίκασιν τῶν καθαρῶς ἐκκλησιαστικῶν παραπτωμάτων τῶν ἀρχιερέων. Δύο εἶνε αἱ περίοδοι κατὰ τὰς ὁποίας ἐλειτούργησε τὸ Ἀνώτατον Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον. Ἡ πρώτη εἶνε ἅμα τῇ συστάσει κατὰ τὸ 1918 καὶ ἡ δευτέρα ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ νεοδιορισθέντος Μητροπολίτου Ἀθηνῶν κατὰ τὸ 1919. Τὸ ἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ περίοδον περιωρίσθη σχεδὸν ἀποκλειστικῶς μὲ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραπτωμάτων τῶν ἀρχιερέων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὸν χαρακτῆρα ἀναμίξεως εἰς τὴν πολιτικήν, ἐν τῇ ὁποία ἀναμίξει περιελήφθη καὶ τὸ παράπτωμα τοῦ τελεσθέντος ἀναθέματος. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τὸ Ἀνώτατον Ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ ὅτι δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτοῦ, διότι ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τρεῖς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις εἰς καθαιρέσεις, τουτέστιν ἐπιβολὴν τῆς ἐσχάτης ἐκκλησιαστικῆς ποινῆς καὶ ὀκτὼ ἀποφάσεις ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ Ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος, τουτέστιν τῆς μετὰ τὴν καθαίρεσιν δευτέρας ἐκκλησιαστικῆς βαρείας ποινῆς. Βεβαίως ὑπῆρξαν μεταξὺ τῶν ἀποφάσεων τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου καί τινες αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐπιεικέστεραι ἐν σχέσει πρὸς ἄλλας. Ὑπῆρξαν ἐπίσκοποι τελέσαντες τὸ ἀνάθεμα, οἱ ὁποῖοι ἕνεκεν τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθησαν τότε δὲν ἐκρίθησαν ἐξ ἴσου ἔνοχοι ὑπὸ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου τοῦ ἀνωτάτου μὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐτιμωρήθησαν μὲ τὴν ποινὴν τῆς ἐκπτώσεως καὶ μὲ ἄλλους οἱ ὁποῖοι ἐτιμωρήθησαν μὲ τὴν τῆς προσκαίρου ἀργίας. Εἰς τὴν δευτέραν ταύτην κατηγορίαν ἐθεωρήθη ὑπαγόμενος καὶ ὁ ἐπίσκοπος Σπάρτης Τρωϊανὸς καίτοι ἐτέλεσε τὸ ἀνάθεμα, διότι ἔκρινε τὸ δικαστήριον ὅτι τὸ περιβάλλον τῆς κοινωνίας τῆς Σπάρτης ἐντὸς τοῦ ὁποίου εὑρέθη ἦτο τοιοῦτον, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποστῇ τὴν ἐπίδρασιν αὐτοῦ καὶ ἕνεκα τούτου ἐθεώρησεν ὅτι συνέτρεχεν ἡ ἐλαφρυντικὴ περίπτωσις, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν ποινὴν τῶν ἕξ μηνῶν. Ἔπρεπε νὰ ἐκδώσῃ ὁμοίαν ἀπόφασιν, ἀλλὰ τοῦτο εἶνε ζήτημα ἐκτιμήσεως καὶ ἀφέθη εἰς τὸ δικαστήριον. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸ τεκμήριον ἐξ ὅλων τῶν ἀποφάσεων ὅτι ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτοῦ δὲν νομίζω ὅτι καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ἐνεφυλλοχώρησε πλάνη εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἐκ προθέσεως ἐξέδωκε τοιαύτην ἀπόφασιν ποινῆς ἕξ μηνῶν, κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον τὸ Ἀνώτατον ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον. Εἶνε ἀληθὲς ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰ πολιτικῆς φύσεως παραπτώματα τῶν ἀρχιερέων ἐμπνέονται ἀπὸ γενικωτέρας τινος ἐπιεικείας, διότι αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκλήθη νὰ δικάσῃ τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς ἦσαν μεταβεβλημέναι κατὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν περίοδον. Μεταξὺ τῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ δικασθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον ἦτο καὶ ἡ δευτέρα κατηγορία κατὰ τοῦ ἐπισκόπου Σπάρτης, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ εἰς ἀνάμιξιν πολιτικῆς διαμάχης, ἀλλὰ καθαρῶς κοινὰ ἐγκλήματα. Δύναμαι νὰ εἴπω ἐν συνόλῳ ὅτι αἱ κατηγορίαι κακῶς εἰσήχθησαν ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου, ἔπρεπε νὰ δικασθῶσιν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Διότι ἐὰν πράγματι ὁ ἐπίσκοπος ἐδωροδοκήθη διὰ νὰ χειροτονήσῃ τινα, ἐὰν πράγματι ἐξύβρισε κηρύσσων τὸν λόγον τοῦ θεοῦ, ἐὰν πράγματι ἔλαβε χρήματα διὰ νὰ ἐγκαινιάσῃ ὡρισμένον ναὸν ἢ ἠρνήθη τὴν τέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ διὰ νὰ ἐγκαινιάσῃ ἕτερον καὶ ἄλλα παραπλήσια κεφάλαια τῆς κατηγορίας, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, ἐὰν ἀποδίδωνται τοιαῦται κατηγορίαι νομίζω ὅτι ὑπάρχουν στοιχεῖα παραβάσεως τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ οἱ θεωρούμενοι παραβάται τιμωροῦνται ὑπὸ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Τότε θὰ ὑπῆρχε περίπτωσις νὰ ἐπιβληθῇ ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου ποινή. Λέγω τοῦτο ὄχι διότι νομίζω ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων ἦτο ἀποκλειστικὴ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, διότι ὑπῆρχε βεβαίως καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράβασις, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ πολιτική, ἀλλ’ ὀρθὸν εἶνε αἱ τοιούτου εἴδους παραβάσεις νὰ δικάζωνται πρῶτον ἀπὸ τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, διότι αὐτὰ ἔχουσιν ὀργανωμένην ἱεραρχίαν δικαστικήν, ἔχουσι συγκεκριμένα καθήκοντα καὶ δὲν προσκρούουν τὰ δικαστικὰ πρὸς τὰ ἐκκλησιαστικά. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αἱ κατηγορίαι ἤχθησαν ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου, ὅπερ ἐνήργησεν ἀνακρίσεις, ἐξετίμησε τὰς ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι προσήχθησαν ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἀπεδείχθη γενικῶς ἡ κατηγορία. Χωρὶς νὰ θελήσω νὰ παρεκλίνω ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐν ἀρχῇ τῶν δηλώσεών μου τούτων προέβην πρὸς τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως δηλ. ἄν πρόκειται περὶ ἐκτιμήσεως τῆς ὑποθέσεως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκ μέρους τοῦ δικαστηρίου ἢ πρόκειται ἐκ προθέσεως, ἀναφέρω ὅτι μία τῶν περιπτώσεων τοῦ κατηγορητηρίου ἦτο ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Γερμανὸς Σπάρτης ἔλαβε χρήματα διὰ τὴν χειροτονίαν δύο ἱερέων, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἔδωσε ὁ κ. Συνάδελφος. Οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας κατέθεσαν ὅτι δύο ἡμέρας πρίν, νὰ χειροτονηθῇ ὁ ἱερεὺς αὐτὸς ἢ μᾶλλον ὁ γαμβρὸς του τοῦ ἱερέως, ἐδανείσθη 2.000 δραχ. ἑπομένως αἱ δραχμαὶ αὐταὶ ἐχρησίμευσαν ὡς δωροδοκία τοῦ ἐπισκόπου Σπάρτης. Τὸ γεγονὸς ὅτι δύο ἡμέρας πρὸ τῆς χειροτονήσεως ἐδανείσθη τὸ ποσὸν τῶν 2.000 δραχ. ἀπέδειξεν ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ ἔλαβε διὰ τὴν ἀγορὰν κτημάτων, δὲν ἀπεδείχθη ὅτι ἐδόθη εἰς τὸν ἐπίσκοπον. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἐξ οἱωνδήποτε ἄλλων τεκμηρίων νὰ ἐξαγάγουν ἀντίθετον συμπέρασμα, εἶναι ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω γνώμην διότι νομίζω ὅτι διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἐξ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀκούσωμεν ὅλους τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας καὶ τῆς ὑπερασπίσεως καὶ τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀσφαλῆ γνώμην, ἄν ἐξ ἄλλων στοιχείων δύναται νὰ ἐξαγάγῃ κανεὶς ὅτι τὰ χρήματα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτο ἐδανείσθησαν. Τὸ δικαστήριον ἐπέβαλλε τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως ὄχι διότι πᾶσαι αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἐν τῇ μηνύσει ἔλαβον πράγματι χώραν καὶ ὅτι ἐδημιουργήθη σκάνδαλον. Τὸ δικαστήριον ἐδέχθη ὅτι δὲν ἔλαβον χώραν αἱ ἀποδοθεῖσαι κατηγορίαι ἀλλὰ μόνον διὰ μίαν περίπτωσιν τὴν ἑξῆς, ὅτι μὴ προσερχόμενος πρὸς ἐγκαινίασιν τριῶν ναῶν δὲν ἐδήλωσε πρὸς τὸ κοινὸν τοῦτο ἀδικαιολογήτως, διὰ τὴν παράλειψιν τῆς πράξεως ταύτης ὅτι δὲν ἐδήλωσε ὅτι ἀπέχει λόγῳ τῆς ἀσθενείας του καὶ ἀφῆκε ἑπομένως νὰ λέγωνται εἰς βάρος του ὅτι τὸ πράττῃ διότι δὲν τοῦ ἐμέτρησαν χρήματα, διὰ τῆς διαγωγῆς του ταύτης ἐδέχθη τὸ δικαστήριον ὅτι ἐγέννησε σκάνδαλον καὶ διὰ τὸ σκάνδαλον τοῦτο τοῦ ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν αὐτὴν τῆς ἐπιπλήξεως. Συνεπῶς, κ. βουλευταί, νομίζω καὶ πάλιν ὅτι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον σοβαρᾶς συζητήσεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ ἀλλοία ἀπόφασις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς. Διότι καὶ ἄν δεχθῶμεν ὅτι τὸ Ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον δὲν ἐδίκασε τιμίως, ὑπάρχουσι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις εἰς τὸ στρατοδικεῖον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εἰσήχθησαν αἱ ἄλλαι κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπετελοῦνται ἀπὸ θρησκευτικὰ ἀδικήματα, περὶ τῶν ὁποίων εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ἕνεκα τοῦ ζητήματος τῆς συναδελφότητος πρὸς τὸν κατηγορούμενον δὲν ἐξετέλεσαν οἱ δικασταὶ τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ἕν σημεῖον εἶναι ἄξιον ἰδιαιτέρας συζητήσεως τὸ θιχθὲν ὑπὸ τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν προλαλησάντων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἐκηρύχθησαν ὁριστικαὶ καὶ ἀνέκκλητοι, μὴ ὑπαγόμεναι εἰς οὐδὲν ἔνδικον μέσον ἀναθεωρήσεως. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐτηρήθη μέχρι σήμερον διότι γνωρίζομεν πάντες ποῖα ἦσαν τὰ ἐγκλήματα καὶ αἱ παραβάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκλήθη νὰ δικάσῃ τὸ Ἀνώτατον δικαστήριον καὶ ποῖον συμφέρον εἶχε καὶ ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐκδικασθοῦν αἱ παραβάσεις καὶ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα τὸ ταχύτερον τελεσιδίκως διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ εἰρήνη καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὴν πολιτείαν. Ἀλλ’ ἤδη βεβαίως οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν τοιαύτην διάταξιν, οἱ ἐξαιρετικοί, δὲν ὑφίστανται διαρκῶς εἰς τὴν πολιτείαν καὶ τούτου ἀπόδειξιν ἔχομεν τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἡ ὁποῖα δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραβάσεις αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὴν τοιαύτην διατύπωσιν τοῦ νόμου καὶ ἑπομένως εἶνε ἄξιον μελέτης τὸ ζήτημα ἐὰν σήμερον ἐπιβάλεται τροποποίησις τοῦ νόμου κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου νὰ μὴ εἶναι τελεσίδικοι ἀλλὰ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ ἔνδικον μέσον ἀναθεωρήσεως. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω καὶ μίαν δήλωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ τελευταῖον θιχθὲν ὑφ’ ἑνὸς τῶν προλαλησάντων ζητήματος, τοῦ ἀδυνάτου δηλαδὴ τῆς ἐπανόδου τοῦ τέως ἐπισκόπου Σπάρτης εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ αἱ πρῶται παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεδείχθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς μίαν καταδικαστικὴν ἐναντίον αὐτοῦ ἀπόφασιν, ἀλλὰ καὶ αἱ δύο ἄλλαι κατηγορίαι ὁσαιδήποτε καὶ ἄν εἶναι αἱ ἀποδείξεις καὶ αἱ ἐνδείξεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, ἐδημιούργησαν μίαν ἀτμόσφαιραν δυσμενῆ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὐτοῦ ἐπαρχίᾳ καὶ εἶναι ζήτημα ἄν καὶ κατὰ πόσον ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐπίσκοπον ἡ ἐνάσκησις τῶν καθηκόντων του. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἡ κυβέρνησις θέλει λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ζητήματος, διοικητικῶς ἐπεμβαίνουσα.
§118Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἐὰν ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Σπάρτης καὶ ὅλοι οἱ φιλελεύθεροι πολῖται εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐπισκόπου καὶ διὰ τηλεγραφήματος ἐζήτησαν τὴν παραμονήν του.
§119Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τηλεγράφημά σας τῆς 19ης Νοεμβρίου 1916 πρὸς τὸν «Χρόνον» «Πρωτοστατοῦντος Σεβασμιωτάτου Μονεμβασίας ................. .............................. ὑπογραφή. Δ. Πετρακᾶκος.».
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. Ἀναβάλλονται αἱ λοιπαὶ ἐπερωτήσεις. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 8.30′ μ. μ.)