1920.02.04
2.080 στίχοι · 15.712 λέξεις · 142 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36η
τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1920
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(ὥρα 5.25′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ πωληταὶ κοσμημάτων, ἀδαμαντοπῶλαι, χρυσοχόοι καὶ ἀργυροχόοι, ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ αὐξήσεως τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς ἐπὶ τῶν εἰδῶν τοῦ ἐμπορίου καὶ φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ὁ Γεώργιος Σκουλούδης, πατὴρ τοῦ ἀποθανόντος πρωτοδίκου Ἐμμανουὴλ Σκουλούδη, παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ταχέως τὸ ἀφορὸν αὐτὸν νομοσχέδιον. Ὁ κ. Δημ. Βρατσᾶνος, πρώην βουλευτής, ὑποβάλλει ὑπόμνημα τῶν Ψαριανῶν σχετικὸν μὲ τοπικά τινα ζητήματα τῶν Ψαρῶν. Οἱ κάτοικοι Ἀγουλινίτσης, παρακαλοῦσιν ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ πρὸ τοῦ 1901 ὑπάρχουσα συγκοινωνία ἡ διακοπεῖσα διὰ τῆς κατασκευῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ὁ ἐκ Λαμίας Λουκᾶς Ξυνός, ἀπόστρατος λοχαγός, παρακαλεῖ ὅπως διαταχθῇ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ τὴν συμπλήρωσιν τῶν καταθέσεών του. Ὁ Θεμιστοκλῆς Μπαμίχας βουλευτὴς Β. Ἠπείρου, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῶν ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ ἀνωμάλων γεγονότων. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Νικολαΐδης καὶ Ν. Γαρδικιώτης ὑποβάλλουσιν ἑκάτερος τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσλήψεως ἐκτάκτου διοικητικοῦ καὶ τεχνικοῦ προσωπικοῦ κλπ.». Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας ὑγείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ΓΤΝΔʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3354) τοῦ 1910 καὶ ΓΠΝΘʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3959) τοῦ 1911 «περὶ Νοσοκομείου Ἀνδρέου Συγγροῦ».
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Οἱ κ. κ. Θ. Γοῦσκος, καὶ Γ. Καρπετόπουλος ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐὰν σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς ἀπόλυσιν τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐφέδρων ἀπολυθεισῶν κλάσεων, τῶν κρατουμένων εἰσέτι ὡς μὴ ὤφειλε, πρὸς ἔκτισιν ποινῆς ἕνεκα λιποταξίας, λαβούσης χώραν μετὰ τὴν ἀνακωχήν. Πρόκειται περὶ ἐφέδρων ὑπηρετησάντων κατὰ τὰς ἐπιστρατεύσεις τῆς τελευταίας δεκαετίας. Εἶνε σκληρὸν νὰ ὑπηρετῶσιν ἀκόμη ἐνῷ εἶνε οἰκογενειάρχαι καὶ πολλὰς ζημίας καὶ ταλαιπωρίας ὑπέστησαν μέχρι τοῦδε.
§3Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς οἰκείας κλάσεως ἐξυπηρέτησις ὑπὸ τῶν ἐφέδρων τῶν μὴ προσμετρουμένων ὡς χρόνου στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἡμερῶν ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου «περὶ Στρατολογίας». Ἡ τροποποίησις τῶν νομίμων αὐτῶν διατάξεων δὲν θεωρεῖται σκόπιμος ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν καὶ πότε σκέπτεται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνανέωσιν τῶν ἐγγραφῶν κατὰ τὰ ἔτη 1917–1918 καὶ ἐφ’ ἑξῆς εἰς τοὺς φοιτητὰς τοὺς ἐσχάτως ἀπολυθέντας ἐκ τοῦ στρατοῦ, οἵτινες κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ὑπηρέτουν ὡς ἔφεδροι ἐν τῷ μετώπῳ καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνανεώσουν τὰς ἐγγραφάς των.
§5Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Διὰ τοὺς στρατευθέντας ἐπετράπη καὶ διετάχθησαν τὰ δέοντα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Νοταρᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἀποστολάς, αἵτινες γίνονται ἑκάστοτε διὰ τὸ μέτωπον, θὰ συμπεριλαμβάνωνται οἱ ὀρφανοὶ πατρὸς μονογενεῖς καὶ λοιποί, οἵτινες ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ζώνην. Καὶ ἄν δὲν συμπεριλαμβάνωνται, παρακαλεῖ νὰ διαταχθῶσιν οἱ κ. κ. Διοικηταὶ τῶν Ἐμπέδων σωμάτων, ὅπως μὴ στέλλωσι καὶ αὐτούς. Ἐπίσης ἄν καὶ πότε σκέπτεται νὰ προβῇ εἰς μονιμοποιήσεις τῶν εἰς τοὺς τελευταίους πίνακας φερομένων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Τέλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατὶ δὲν ἀποστρατεύει τοὺς ἐφέδρους τῆς κλάσεως 1914 τῶν αὐτοκινήτων, οἵτινες, ὡς γνωρίζει, ἐκλήθησαν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἕξ μῆνας πρὸ τῶν ἄλλων, ἤδη πρέπει νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τῶν συνηλικιωτῶν των; Βεβαιοῖ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ὄχι μόνον τοὺς τῆς κλάσεως 1914 δύναται νὰ ἀποστρατεύσῃ ἀλλὰ καὶ τοὺς τῆς κλάσεως 1915 χωρὶς νὰ δημιουργηθῶσι κενά. Εἶνε περιττὸν ἄλλως τε νὰ ἐργάζωνται σωφὲρ ἐκτὸς τῶν στρατιωτικῶν αὐτοκινήτων.
§7Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Λόγῳ τῶν ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῶν Σωμάτων τῆς Στρατιωτικῆς ζώνης ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς ἐνισχύσεως τῶν Σωμάτων τούτων δι’ ὅλων τῶν ἐν τῇ ζώνῃ τοῦ Ἐσωτερικοῦ ὁπωσδήποτε εὑρισκομένων ὁπλιτῶν καὶ τῆς ἀνακλήσεως πρὸς τοῦτο πάντων τῶν ὁπωσδήποτε ἀπεσπασμένων καὶ αὐτῶν τῶν ἐν ἀναστολῇ προσελεύσεως διατελούντων ὁπλιτῶν τῶν κλάσεων 1918, 1919 καὶ 1920, ἀνεβλήθη προσωρινῶς ἡ ἀποστολὴ εἰς ἀόριστον ἄδειαν τῶν ἀπαλλαγέντων μέχρις οὗ αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἐπιτρέψωσι τὴν πραγματοποίησιν ταύτης.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δ. Πετρακάκος καὶ Γ. Σπηλιόπουλος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἄν καὶ ποία ἐγένετο σκέψις διὰ τὴν προαγωγὴν ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν μεταβάντων εἰς Γκαῖρλιτς, οἱ ὁποῖοι ἀποδειχθέντες ἀμέτοχοι πάσης εὐθύνης ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν.
§9Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Οἱ ἐκ Γκαῖρλιτς ἐπανελθόντες ἀξιωματικοί, συμφώνως τῷ νόμῳ ἐτάχθησαν ἕκαστος εἰς τὴν οἰκείαν σειρὰν καὶ ὅσων κατὰ τοὺς ἑκάστοτε μέχρι τοῦδε προβιβασμοὺς ἤρχετο ἡ σειρά, προήχθησαν. Τοῦτο θέλει συμβῇ καὶ εἰς τοὺς ἑκάστοτε προβιβασμούς, ἀναλόγως τῆς θέσεως ἣν οὗτοι κέκτηνται.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δ. Πετρακάκος καὶ Γ. Σπηλιόπουλος, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, δυνάμει τίνος κατηγορίας ἀπελύθη τῶν τάξεων τῆς χωροφυλακῆς ὁ πρώην ἐνωμοτάρχης Κωνστ. Πατσατζῆς, διότι, ὡς γνωρίζουσιν, οὗτος εἶχε πολλάκις προτάξει τὸ στῆθός του, ἐξοντώσας ληστοφυγοδίκους, νὰ κατατεθῇ δὲ καὶ ὁ σχετικὸς φάκελλος εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ ἀφορῶν τὴν ἀπόλυσίν του.
§11Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὁ πρώην ἐνωμοτάρχης Κωνσταντῖνος Πατσατζῆς ἀπελύθη τῶν τάξεων τῆς Χωροφυλακῆς δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς συσταθέντος διὰ τοῦ ἀπὸ 24 Νοεμβρίου 1917 Β. Δ. εἰδικοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Τὰ στοιχεῖα ἐφ’ ὧν τὸ Συμβούλιον τοῦτο στηριχθὲν ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του ταύτην, εἶναι ὅτι οὗτος ὑπηρετῶν κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1917 ὡς Ἀστυνομικὸς Σταθμάρχης Φιγαλίας ἐν Ζούρτσῃ τῆς Ὀλυμπίας, τὴν ἑσπέραν τῆς 15ης τοῦ ἰδίου ὡς ἄνω μηνὸς παρέβη ἐκ προθέσεως τὸ καθῆκον του ἐπιτρέψας ὑπὸ τὰ ὄμματά του νὰ λάβῃ χώραν τὸ ἀδίκημα τῆς ἀδίκου ἐπιθέσεως ἐναντίον τοῦ Συμβολαιογράφου τῆς κωμοπόλεως ταύτης ξυλοκοπηθέντος ἐκ μέρους τοῦ πρώην Προέδρου τοῦ αὐτόθι συλλόγου ἐπιστράτων. Διὰ τὴν παράβασίν του ταύτην ἐνηργήθη εὐρεῖα ἔνορκος προανάκρισις ἥτις ἐβεβαίωσε τὴν παράβασιν ταύτην ὅτι δηλαδὴ οὗτος καίτοι τὸ ἀδίκημα ἦτο ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ ἔλαβε χώραν ὑπὸ τὰ ὄμματά του,οὐδὲν ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων του ἀπέρρεεν ἐνήργησε, μάλιστα κατὰ τὴν προανάκρισιν οὗτος προέτεινε καὶ διαφόρους μάρτυρας ὑπερασπίσεως πρὸς ἐξέτασιν τῶν ὁποίων ἐπεστράφη ἡ δικογραφία εἰς τὸν ἐνεργήσαντα τὴν προανάκρισιν καὶ ἐνεργήθη ἐκ δευτέρου καὶ ἑτέρα συμπληρωματικὴ ἀνάκρισις ἐξετασθέντων καὶ τούτων καὶ ἀνασυνταχθέντος νέου ἐξαγομένου, ὅπερ ὅμως οὐδόλως διέψευσε τὰ πράγματα ὡς ἀνωτέρω ἐκτίθενται ταῦτα. Πλὴν τῶν ἀνωτέρω ὅμως καὶ ἔκθεσις περὶ τῆς πολιτείας ἐν γένει ἀπὸ ὑπηρεσιακῆς ἀπόψεως ὑπάρχει, ὑποβληθεῖσα τότε εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο, ἐναντίον του ἐκ μέρους τῆς προϊσταμένης του τότε Ἀστυνομικῆς Διευθύνσεως Μεσσηνίας δι’ ἧς ἐκθέσεως οὗτος χαρακτηρίζεται ὡς λίαν μεροληπτικῶς διαχειρισθεὶς τὴν ὑπηρεσίαν του.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον δὲν κατεβλήθησαν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἐπιταχθεισῶν οἰκιῶν παρὰ τοῦ 10ου πεζικοῦ συντάγματος Κερκύρας ἐν Κάτω Ἀχαΐᾳ τὰ καθυστερούμενα ἐνοίκια τοῦ ἔτους 1916.
§13Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Προκειμένου περὶ ἐπιτάξεων κτιρίων, ἂν αὗται εἰσὶ κανονικαὶ αἱ ἀποζημιώσεις καταβάλλονται, συμφώνως πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου ΑΜΦΓʹ διατεταγμένα ἄνευ ἀναμίξεώς τινος τοῦ Ὑπουργείου. Ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται περὶ ἐπιτάξεων ἀκανονίστως ἐνεργηθεισῶν, ὁπότε εἶναι εὐνόητον ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὰ ὀνόματα τῶν παραπονουμένων, ἵνα δώσωμεν διαταγὰς πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν ἀποζημιώσεών των. Εἶναι ὅμως ἀπορίας ἄξιον πῶς μετὰ τριετίαν ὅλην ἐνεθυμήθησαν οὗτοι νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων αὐτοῖς.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπαβασιλείου, παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατὶ ἡ Στρατολογία ἀρνεῖται νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν βʹ σειρὰν ἐφεδρείας ἔφεδρον στρατιώτην, ὡς ἔχοντα ἀδελφὸν φονευθέντα ἐν πολέμῳ (κατὰ τὸν Ἑλληνοβουλγαρικὸν πόλεμον), ἰσχυριζομένη ὅτι μετέφερε πρεσβύτερον ἀδελφὸν εἰς τὴν βʹ σειρὰν ἐφεδρείας ὡς πατέρα τεσσάρων ζώντων τέκνων, ἐνῷ κυρίως μετέφερε τοῦτον, διότι ἦτο πατὴρ 4 τέκνων· τὸν δὲ ἐπικαλούμενον τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ εὐεργέτημα, ὡς ἔχοντα ἀδελφὸν ἕτερον θανόντα ἐν πολέμῳ ἀρνεῖται νὰ μεταφέρῃ καίτοι εἶνε συγχρόνως ὁ μόνος προστάτης χήρας μητρὸς καὶ ἀδελφὸς ἀνηλίκων.
§15Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὸν Νόμον 1049 τὸ εὐεργέτημα τῆς μεταφορᾶς εἰς τὴν βʹ σειρὰν ἐφεδρείας ἀνήκει εἰς τὸν πρεσβύτερον ἀδελφόν, ἐφ’ ὅσον δὲ οὗτος δι’ ἄλλην αἰτίαν μετεφέρθη εἰς ταύτην, δὲν δύναται νὰ μεταβιβάσῃ τὰ δικαιώματά του εἰς ἕτερον ἀδελφὸν καὶ οὕτω ἐκ τῆς αὐτῆς οἰκογενείας νὰ μεταφερθῶσι δύο ἀδελφοὶ εἰς τὴν βʹ σειρὰν ἐφεδρείας.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετρίδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Διὰ τίνα λόγον δὲν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον «περὶ τῶν ἐξ Ἀμερικῆς ἀνυποτάκτων». 2) Διὰ τίνα λόγον δὲν ἀπελύθησαν εἰσέτι οἱ πρωτότοκοι ὀρφανοὶ καὶ ἐν γένει προστάται οἰκογενειῶν, καὶ 3) Τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ περὶ τῶν ἐν Ἀμερικῇ ἀδηλώτων ἵνα διευκολυνθῇ ἡ ἐπάνοδος αὐτῶν εἰς τὴν πατρίδα ὡς καὶ ἡ στράτευσις αὐτῶν.
§17Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνυποτάκτων τοῦ Ἐξωτερικοῦ καταρτισθὲν κατετέθη εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν. 2. Ἡ προθεσμία πρὸς ἐγγραφὴν τῶν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ διαμενόντων ἀδηλώτων παρετάθη μέχρι τέλους Ἀπριλίου ἐ. ἔ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Α. Θανόπουλος καὶ Π. Πετρίδης ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν διατὶ δὲν διαβιβάζονται αἱ γνωματεύσεις τῶν Β. Ἐπιτρόπων ἰδίᾳ τῆς 2ας Μεραρχίας, ὑπὸ τοῦ τμήματος τῆς Δικαιοσύνης τοῦ Ὑπουργείου, πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν Β. Χαρίτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πλείστων στρατιωτικῶν, οἵτινες πράγματι ἐτιμωρήθησαν αὐστηρότατα ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων ἰδίᾳ Στρατοδικείων.
§19Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Πᾶσαι αἱ δικογραφίαι αἱ μετὰ γνωμοδοτήσεως τῶν Β. Ἐπιτρόπων πρὸς ἀπονομὴν Χάριτος εἰς ὁπλίτας διαβιβάζονται τακτικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ ἀπομένουσαι ἐκκρεμεῖς εἰς τὴν Διεύθυνσιν Δικαιοσύνης προσάγονται πρὸς εἰσήγησιν καὶ ὑπογραφήν, ἀλλ’ ἐλλείψει χρόνου, λόγῳ τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς μεγάλης ἐργασίας, ἀναβάλλεται ἐπί τινας ἡμέρας ἡ ὑπογραφὴ τινῶν ἐξ αὐτῶν μεθ’ ἣν θὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Φλῶρος καὶ Ε. Χατζῆς παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν σκέπτεται νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὰς κρατούσας διατάξεις καὶ τοὺς ἐκ τῶν ἡμετέρων βίᾳ στρατευθέντας καὶ ὑπηρετήσαντας ἐν τῷ Τουρκικῷ στρατῷ καὶ ἐπανελθόντας ἐν Ἠπείρῳ.
§21Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Οἱ εἰς τὸν Τουρκικὸν Στρατὸν ὑπηρετήσαντες καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, δὲν θεωροῦνται ὡς ἐκπληρώσαντες τὰς στρατιωτικάς των ὑποχρεώσεις τοῦ ἡμετέρου Στρατοῦ, καθόσον τοῦτο δὲν ἐκρίθη σκόπιμον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος ἐρωτᾷ τὸν ἴδιον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διατὶ καθυστεροῦνται εἰς ἰδιώτας ἐν Ἄργει, Ναυπλίῳ καὶ Κορινθίᾳ ἐνοίκια οἰκημάτων ἐπιταχθέντων ὑπὸ στρατιωτικῶν ἀρχῶν ὡς καὶ τὸ ἀντίτιμον νομῶν ἐπίσης ἐπιταχθεισῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1915 μέχρι σήμερον; Ἐπανειλημμέναι ἀναφοραί των οὐδόλως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν.
§23Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἄν μὲν πρόκειται περὶ ἐπιτάξεων, τὰ τυχὸν καθυστερούμενα δὲν εἶναι ἐνοίκια ἀλλ’ ἀποζημιώσεις ἐξ ἐπιτάξεως, καταβαλλόμεναι δι’ ἐνταλμάτων τῶν ἁρμοδίων κατὰ τόπους Ἐπιμελητειῶν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εἰσφορῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τὸ Ὑπουργεῖον. Ἄν δὲ πρόκειται περὶ ἐνοικιάσεων, νομιμοποιηθεισῶν διὰ συμβολαίων, ἡ τυχὸν καθυστέρησις ἐνοικίων μόνον ἐξ αἰτήσεων τῶν ἐνδιαφερομένων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν αὐτοῦ ἵνα διατάξῃ τὴν πληρωμήν. Ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν ἐρωτήσεων, μόνον ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένων στοιχείων εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ συγκεκριμμένη ἀπάντησις. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν καθυστέρησιν τοῦ ἀντιτίμου τῆς ἐπιταχθείσης νομῆς ἐν Ἄργει, Ναυπλίῳ καὶ Κορινθίᾳ, ἄν τοιούτων ἐπιτάξεων καθυστερεῖται ἡ πληρωμὴ τοῦτο ἀποδοτέον εἰς αὐτοὺς τούτους τοὺς δικαιούχους μὴ ἐνεργήσαντας διὰ τὴν πληρωμήν των, ὅτι ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν ὁρίζει (δηλαδὴ) μὴ ἐπιζητήσαντες τὴν πληρωμὴν μέσῳ 1) τοῦ Δημάρχου ἢ Προέδρου Κοινότητος 2) ἐκτιμητικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ 3) ἐπιταξάσης Στρατιωτικῆς Ἀρχῆς. Ἄν δὲ προῆλθον εἰς τὰς ἐνεργείας ταύτας δέον νὰ καταστῇ γνωστὸν τῷ Ὑπουργείῳ ποῦ ἔχουν καταλήξει τὰ στηρίζοντα τὴν ἀπαίτησιν ἑκάστου δικαιούχου δικαιολογητικά, παρακολουθουμένης τῆς τύχης αὐτῶν παρ’ ἑκάστου τούτων μὴ ὄντως τοῦ τοιούτου ἐφικτοῦ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ἄνευ τοῦ τοιούτου στοιχείου. Ἐν τούτοις διὰ σημερινῆς διαταγῆς του τὸ Ὑπουργεῖον διατάσσει τὸ Βʹ Σῶμα Στρατοῦ ὅπως ἐκδώσῃ τὰς σχετικὰς διαταγὰς πρός τε τὰς ὑπ’ αὐτῷ Ἐπιμελητείας καὶ ἁρμοδίαν ἐκτιμητικὴν ἐπιτροπήν, περὶ ταχίστης ἐκκαθαρίσεως τυχὸν ὑφισταμένων ἐκκρεμῶν παρ’ αὐταῖς τοιούτων ἀπαιτήσεων.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἄν πρόκειται νὰ εἰσηγηθῇ σχέδιον νόμου ῥυθμίζον τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκομένων ὑποχρέων.
§25Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Τὸ εἰς τὴν Βουλὴν κατατεθὲν νομοσχέδιον, ρυθμίζει τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκομένων ἀνυποτάκτων.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπαβασιλείου παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατὶ δὲν πληρώνονται οἱ ἰδιοκτῆται Λαυρίου διὰ τὰ ἐνοίκια τῶν ὑπὸ τῶν Ρώσσων προσφύγων καταληφθέντων οἰκημάτων, ἐν ᾧ ταῦτα κατελήφθησαν ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ ἤδη εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν.
§27Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ ζητήσω σχετικὰς πληροφορίας καὶ θὰ διατάξω τὰ δέοντα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτεται νὰ δώσῃ ἀναστολὴν εἰς τοὺς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντας μαθητὰς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ὅπως ἔπραξε καὶ διὰ τοὺς ἐκ Μακεδονίας καταγομένους.
§29Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τοῦ παρόντος οὐδεμία σκέψις ἐγένετο περὶ χορηγήσεως ἀναστολῆς εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν Γυμνασίων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀρθείσης κατόπιν νεωτέρας ἀποφάσεως καὶ τῆς εἰς τοὺς μαθητὰς Μακεδονίας χορηγηθείσης τοιαύτης ὡς καὶ πάσης ἀναστολῆς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἄν καὶ ποῖον μέτρον θὰ ληφθῇ διὰ τὰς ἐτησίας καὶ διδακτορικὰς ἐξετάσεις τῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὑπηρετούντων εἰσέτι ἐφέδρων φοιτητῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1916 καὶ ἐντεῦθεν τῶν προσχωρησάντων εἰς τὸ κίνημα, μὴ ὑποστάντων οὔτε τὰς ἐτησίας, οὔτε τὰς διδακτορικὰς αὐτῶν ἐξετάσεις.
§31Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐκ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἀπελύθησαν τῶν τάξεων τοῦ Στρατοῦ διὰ τῆς χορηγήσεως ἀναστολῆς προσελεύσεως οἱ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς καὶ οἱ τοῦ Φυσικοῦ καὶ Χημικοῦ Τμήματος τῆς Σχολῆς τῶν Φυσικομαθηματικῶν μέχρι τῆς κλάσεως 1918 συμπεριλαμβανομένης, ἐφόσον ἦσαν ἐγγεγραμμένοι μέχρι τῆς 23ης Ἰουνίου 1918, ἤδη δὲ οἱ τῶν κλάσεων 1918, 1919 καὶ 1920. Οἱ περὶ ὧν πρόκειται φοιτηταί, ἄν ὑπάγονται εἰς τὴν ἀνωτέρω κατηγορίαν, δύνανται νὰ τύχωσιν ἀναστολῆς, ἄλλως οὐχί.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Παπαμιχελάκης παρακαλεῖ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατὶ μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἐλήφθη οὐδεμία μέριμνα διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν φιλελευθέρων ὑπαξιωματικῶν τοῦ Γκαῖρλιτς, οἵτινες, ὡς γνωστὸν, ὑπέστησαν τόσας καταδιώξεις, τόσας φυλακίσεις διὰ τὰ φιλελεύθερα αἰσθήματά των, ἐνῷ οἱ τέως συνάδελφοί των ἔχουν προαχθῆ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ.
§33Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Διὰ τοὺς ἐκ Γκαῖρλιτς ἐπανελθόντας οὐδεμία εὐθύνη ἐζητήθη. Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης δὲ ἀνακρίσεως οὐδαμοῦ ἀπεδείχθη ὅτι οὗτοι ὑπέστησαν καταδιώξεις καὶ φυλακίσεις διὰ τὰ φιλελεύθερα φρονήματα, ὡς συνέβη διὰ τοὺς ἀξιωματικούς. Ἐφόσον δὲ ὑπαξιωματικοὶ λαβόντες μέρος εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις δὲν προήχθησαν, διότι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει προαγωγὴν ὑπαξιωματικῶν ἢ μόνον ἐπὶ διακεκριμένῃ πράξει, δὲν ὑπῆρχε λόγος διὰ τοὺς ἐν Γκαῖρλιτς διαμένοντας νὰ ληφθῇ ἰδιαιτέρα πρόνοια. Ἤδη κατηρτίσθη σχέδιον νόμου ἐπιτρέποντος τὴν προαγωγὴν τῶν ἱκανῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν μὴ προαχθέντων εἰς ὃν θέλουσι συμπεριληφθῇ καὶ οἱ ἱκανοὶ ἐκ τῶν τοῦ Γκαῖρλιτς.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ποίους λόγους τὴν ἐπιοῦσαν ἀκριβῶς τῶν βεβαιώσεών του, ὅτι θὰ προέβαινεν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀπαλλαγέντων, ἀνεκάλεσε τούτους σύμπαντας ἐκ τῆς ζώνης τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἵνα προφανῶς τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Γεν. Στρατηγείου.
§35Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν εἰς τὴν ζώνην τῶν ἐπιχειρήσεων λόγῳ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῶν Σωμάτων ἀναστελλομένης τῆς ἀπολύσεώς των πρὸς τὸ παρόν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διά τινα λόγον, ἐνῷ δὲν προήχθη ἕνεκα παραλείψεως ὁ μόνος προσχωρήσας εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἄμυναν μόνιμος ἀνθυπίατρος Κ. Ἀλεξανδρόπουλος— οὔτε κατὰ τὴν 12ην Ἰανουαρίου 1917, ὅτε προήχθησαν ἐν τῷ στρατῷ τῆς Ἀμύνης ἰατροὶ εἰς ἐπιάτρους, ἀλλ’ οὔτε καὶ κατὰ τὴν 2αν Μαρτίου 1917, ὅτε προήχθησαν παρὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Κυβερνήσεως οἱ ὁμοιόβαθμοι ἀνθυπίατροι Λέκας καὶ Μιχαλόπουλος—εἰς ὑπιάτρους κατὰ παράλειψιν ἐκτελέσεως ἀποφάσεως τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, περὶ ταὐτοχρόνου ὑποχρεωτικῆς προαγωγῆς, τῶν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Ἀμύνῃ ὑπηρετούντων —δὲν ἀναγνωρίζεται σήμερον τὸ δίκαιόν του— καὶ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ προαγωγή του ἀπὸ μιᾶς τῶν δύο ἀνωτέρω ἡμερομηνιῶν ὁπότε ἐδικαιοῦτο νὰ προαχθῇ.
§37Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Οἱ παρὰ τῆς ἐν Ἀθήναις Κυβερνήσεως προαχθέντες κατὰ τὴν 2αν Μαρτίου τοῦ 1917 ἀνθυπίατροι εἰς Ὑπιάτρους Λέκκας Ἰωάννης καὶ Μιχαλόπουλος Ἰωάν. ἐτύγχανον ἀρχαιότεροι τοῦ Ἀνθυπιάτρου Ἀλεξανδροπούλου Κωνσταντίνου. Ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις εἶχε λάβει τὸ μέτρον νὰ προάγῃ ἑκάστοτε, ὁσάκις ἐν Ἀθήναις ἐγίνοντο προαγωγαὶ νεωτέρων τῶν τοῦ Στρατοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, συνεπῶς οὐδὲν ἀδίκημα ἐγένετο εἰς τὸν Ἀλεξανδρόπουλον ἀφοῦ οἱ ἀνωτέρω ἀναφερόμενοι ἦσαν ἀρχαιότεροί του, ὅσον ἀφορᾷ τὸ διότι δὲν προήχθη τὴν 12 Ἰανουαρίου τοῦτο οὐδὲν δικαίωμα παραπόνων παρέχει αὐτῷ, καθόσον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὔτε ὀργανισμὸς Στρατοῦ ὑπῆρχε ἐν τῇ Προσωρινῇ Κυβερνήσει οὔτε κεναὶ θέσεις πρὸς πλήρωσιν ἀλλὰ καὶ προαγωγαὶ ἐγένοντο κατὰ βούλησιν τῆς ὑπηρεσίας πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν της.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Παπαδάκης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν εἰς τοὺς ἀνακληθέντας ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐκ Γκαῖρλιτς ἐπανελθόντας καὶ ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 9 Φεβρουαρίου 1919, ὑπ’ ἀριθ. 1729 Ν. Διατάγματος καὶ ἐὰν μὴ παρακαλεῖ ὅπως ἐφαρμοσθῶσι καὶ δι’ αὐτούς.
§39Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Οἱ ἐκ Γκαῖρλιτς ἀξιωματικοὶ οἱ ἀνακληθέντες εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, ἀνεκλήθησαν, εἴτε κατόπιν ἀποφάσεως Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου εἴτε ἀπ’ εὐθείας, συνεπείᾳ σχετικῆς προτάσεως τοῦ ἐνεργήσαντος τὰς ἀνακρίσεις. Δι’ ἑκάστην τῶν ἀνωτέρω κατηγοριῶν ἐφαρμόζονται ἴδιαι διατάξεις τῶν νόμων 1729 καὶ 1801.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Παπαβασιλείου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ νοσοκομείου τῶν λοιμωδῶν νόσων ἐν Ἀθήναις». Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Λαμίας Κ. Κρόνου.
§41Ν. ΞΗΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ τῶν 100 χιλ. ὀκάδων βρώμης τὴν ὁποίαν ἐπώλησεν ὁ ἐκ Λαμίας Κ. Κρόνος εἰς τὸ δημόσιον διὰ στρατιωτικὰς ἀνάγκας.
§42Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ κ. Πρόεδρε.
§43Ν. ΞΗΡΟΣ. Τέσσαρας ἀναφορὰς κύριε Ὑπουργὲ ἔχει κάμει καὶ διαρκῶς τὰ χαρτιὰ του χάνονται.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χρυσοστάλης ὅπως ὑποβάλλῃ καὶ ἀναπτύξῃ παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τῶν τελειοφοίτων τῆς Ἰατρικῆς.
§45Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχω ὅλας τὰς ἀπαντήσεις ἐγγράφους εἰς διπλοῦν καὶ θὰ τὰς καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ὅσοι ἔχουσι παράπονα μετὰ τὰς ἀπαντήσεις ἄς ἐγγραφῶσιν καὶ πάλιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον.
§47Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παράκλησις τῶν τελειοφοίτων τῆς Ἰατρικῆς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν μίαν παράτασιν, διότι πρόκειται νὰ δώσουν ἐξετάσεις ἐντὸς μηνός. Εἶναι 5 ἢ 6 τὸν ἀριθμόν.
§48Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Προσωρινῶς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυρέλλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων Θηβῶν.
§50Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τῶν Θηβῶν, κύριε Πρόεδρε, μοῦ ἀπέστειλε, ἀναφορὰν διὰ τῆς ὁποίας παραπονεῖται ὅτι τὸ τμῆμα τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ τὸ συνδέον τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον γίνονται αἱ ἐκφορτώσεις καὶ φορτώσεις τῶν ἐμπορευμάτων μὲ τὴν δημοσίαν ὁδὸν εὑρίσκεται εἰς κακὰ χάλια, καὶ μὴ θεωρήσητε ὑπερβολὴν ἄν σᾶς εἴπω ὅτι δὲν παρέρχεται ἡμέρα χωρὶς νὰ γίνῃ δυστύχημα. Προχθὲς ἀνετράπη ἕνα κάρρο. Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ τὸ ταχύτερον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Δεμεστίχου τῶν Καλαβρύτων.
§52Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ψήφισμα τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Δεμεστίχου τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων δι’ οὗ παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ φροντίσῃ ὅπως ἡ γέφυρα Ἀγριοποτάμου, ἥτις ὑπέστη καταστροφὴν ἐκ κεραυνῶν, ἐπιδιορθωθῇ. Πρόκειται περὶ γεφύρας δι’ ἧς ἐπικοινωνοῦσι πολλαὶ ἐπαρχίαι, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν 200 χιλ. δρχ. καὶ θὰ εἶναι τερατῶδες δι’ ὀλίγα χρήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ ἐπισκευή, νὰ καταστραφῇ ἕν μέγα ἔργον.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων κοινότητος Ρεβενίων–Ζαγορίου.
§54Π. ΦΛΩΡΟΣ. Νὰ διαβιβασθῇ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν μὲ τὴν παράκλησιν νὰ θεραπεύσῃ τὸ ταχύτερον τὰ ζητήματα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐρωτᾶται ἄν σκέπτεται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνανέωσιν τῶν ἐγγραφῶν διὰ τὰ ἔτη 1917 καὶ 1918.
§56Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Διὰ τοὺς στρατευθέντας ἐπετράπη, διὰ τοὺς ἄλλους ὑπεβλήθη νομοσχέδιον.
§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις». Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον)
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§59Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Ἔχω τὴν τιμὴν, κύριοι, νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ διοικήσεως τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους». Εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ κυβερνητικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πολλοῦ καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ τοῦ 1917 ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος ὁ εἰσάγων αὐτονομίαν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων. Αἱ περιστάσεις ὅμως, ἡ πεῖρα τῶν πραγμάτων καὶ τὰ φῶτα τῶν ξένων, τὰ ὁποῖα ἐπικαλέσθημεν ἐνέδειξαν τὰς μεταβολὰς, αἵτινες εἰσάγονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἰσηγοῦμαι εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἰσχύων νόμος καθιστᾷ πράγματι αὐτόνομον τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων, ἐξαρτωμένων ὅμως ὀπωσδήποτε ἀπὸ τὸ Κράτος ἡ δὲ ἐξάρτησις εἶναι φανερωτέρα εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν σιδηροδρόμων ἀποτελεῖ παράρτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατ’ ἀνάγκην καὶ ἐπιδρᾷ. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ κατὰ μέρος μόνον τῶν διατάξεών του καὶ τοῦτο ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἑταιρικοῦ διοικητικοῦ συστήματος διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐπεμβάσεως. Διότι εἰς στιγμὴν ἀνεπαρκείας τῶν μεταφορικῶν μέσων εἰς ἀνωμαλίας διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν σιδηροδρόμων, ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ὑφισταμένου ὀργανισμοῦ εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῶν εἶναι αὐτονόητον ὅτι θὰ ἐπηύξανε τὰς ἀνωμαλίας καὶ ἐξ ἄλλου αἱ Μακεδονικαὶ γραμμαὶ, αἵτινες περιλαμβάνοντο εἰς τὸ σύμπλεγμα, τοῦ ὁποίου τὴν διοίκησιν ἀνέθετε ὁ νόμος εἰς τὸ Κράτος κατείχοντο, κατέχονται δὲ καὶ ἀκόμη, ὑπὸ τῶν Συμμάχων. Ἡ ἀνεπάρκεια τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας τῆς σιδηροδρομικῆς ὤθησεν ἄλλως τε τὸ Κράτος καὶ εἰς ἐπίταξιν τοῦ σιδηροδρόμου τῆς Πελοποννήσου, τὸν ὁποῖον διῴκησε κατὰ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐνεφανίζοντο χωρὶς νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ μεταβάλῃ οὐσιωδῶς τὸν ἐσωτερικὸν αὐτοῦ ὀργανισμόν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγω συνιστᾶται ἴδιον νομικὸν πρόσωπον δημοσίου δικαίου ὑπὸ τὸ ὄνομα «Σιδηρόδρομοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους» εἰς ὃ περιέρχεται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἅπαν τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους, ἡ διοίκησις δὲ τοῦ νομικοῦ τούτου προσώπου καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν σιδηροδρόμων, τελοῦσα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ὑποβάλλονται εἰς τὰς διατάξεις, αἵτινες ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§60Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Εἶναι προωρισμένοι εἰς ἐξαγοράν.,
§61Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Θὰ φθάσω ἐκεῖ, προκαταβολικῶς ὅμως ἐπὶ τούτου δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν σιδηροδρόμων ἀνήκει ἤδη εἰς τὸ Κράτος, δὲν θὰ ἀπομείνῃ δέ, κυρίως εἰπεῖν παρὰ ἡ γραμμὴ τοῦ Σ.Π.Α.Π, τὴν τύχην τῆς ὁποίας θὰ ἀποφασίσωμεν ἀφ’ οὗ ἐνδειχθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων ποία ὁριστικὴ ἐπιβάλλεται τελικὴ λύσις εἰς τὸ σύνολον τούτων.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ Βορειοδυτικός;
§63Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὁ Βορειοδυτικὸς καὶ ὁ Θεσσαλικὸς δὲν ἀνήκουσι εἰς τὸ Κράτος. Αὐτὸ εἶναι τῆς περαιτέρω μερίμνης καὶ ἀποφάσεως τοῦ Κράτους. Τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηροδρόμων τούτων τῶν περιερχομένων εἰς τὴν Διοίκησιν τοῦ Κράτους ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ἑξῆς γραμμῶν: (ἀναγινώσκει): 1) Πειραιῶς–Δεμερλῆ– Παπαπούλι, μετὰ τῶν διακλαδώσεων Χαλκίδος, Στυλίδος, Δεμερλῆ. 2) Παπούλι–Πλατὺ μετὰ τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς ἀπὸ τῆς γεφύρας τοῦ Ἀξιοῦ εἰς Τοψίν. 3) Θεσσαλονίκης– Μοναστηρίου. 4) Θεσσαλονίκης–Σκοπίων. 5) Θεσσαλονίκης–Δεδεαγάτς. 6) Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἐπίταξις αὐτοῦ, ἡ ὡρισμένη εἰς ἕξ ἀκόμη μῆνας μετὰ τὴν σύναψιν τῆς εἰρήνης. 7) Ἐκ τῶν γραμμῶν αἵτινες ἤθελον περιέλθει εἰς τὸ Κράτος δι’ ἐξαγορᾶς. 8) Ἐκ τῶν γραμμῶν ὧν ἡ ἐκμετάλλευσις ἤθελον ἀναληφθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ λογαριασμὸν Ἑταιρείας τινός. καὶ 9) Ἐκ τῶν γραμμῶν, αἵτινες ἤθελον περιέλθει ὁπωσδήποτε ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὸ Κράτος». Τὸ μεγαλύτερον καὶ τὸ περισσότερον ἐνδιαφέρον τὴν Βουλὴν σήμερον εἶναι νὰ μάθῃ τοῦτο: Δίκτυον σιδηροδρομικὸν εἶναι τὸ τῶν Μακεδονικῶν σιδηροδρόμων. Αἱ γραμμαὶ αὗται εἶναι τρεῖς. Πρῶτον ἡ γραμμὴ Θεσσαλονίκης– Δεδεαγάτς, ἡ ὁποία εἶχε κατασκευασθῇ ὑπὸ Γάλλων καὶ ἀνήκει εἰς τὴν Γαλλικὴν Ἑταιρείαν. Ἔχομεν ἤδη ὄχι ἁπλῶς διαπραγματευθῇ ἀλλ’ ἀπολήξει εἰς συμφωνίαν ἐξαγορᾶς τῆς γραμμῆς ταύτης, τὴν ἀξίαν τῆς ὁποίας ἐκπροσωποῦν μετοχαὶ 15.000.000, ἥτις γραμμὴ ὅμως ἐπιβαρύνεται καὶ δι’ ἀντιστοίχου ποσοῦ ἀντιπροσωπευομένου ὑπὸ ὁμολογιῶν, τὸ ὁποῖον ποσὸν ἀνέρχεται περὶ τὰ 60. ἑκατομ. περίπου. Ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι σχεδὸν συντετελεσμένη, εἶναι ὅμως πολύπλοκον τὸ ζήτημα καὶ καθορίζονται ἤδη ἐν Παρισίοις, ὅπου ἐδόθη καὶ εἰδικὴ ἐντολὴ ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, ὅροι τινὲς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἀκόμη διακανονισθῆ. Τὸ τμῆμα τοῦτο ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους τῆς γραμμῆς ταύτης εἶναι περὶ τὰ 75 χιλιόμετρα, ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου ἐδάφους τοῦ συνόλου τοῦ μεγάλου δικτύου τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων, οἱ ὁποῖοι κατεσκευάσθησαν ὑπὸ Ἑταιρείας τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ βαρῶνος Χίλστ, σκοπὸν δὲ εἶχε μᾶλλον πολιτικὴν παρὰ οἰκονομικὴν ἐκμετάλλευσιν, σκοπὸν τὸν ὁποῖον εὐτυχῶς ἐπρόλαβε νὰ ματαιώσῃ ὁ πόλεμος τοῦ 1912, διότι ἡ κατασκευὴ διὰ τῶν Αὐστριακῶν ἐκείνων κεφαλαίων τῶν γραμμῶν, αἵτινες ἀπέληγον εἰς Μακεδονίαν, ἀπέβλεπεν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Αὐστρίας. Ἐπίσης δὲν ἦτο ξένος ὁ σκοπὸς καὶ τῆς ἄλλης γραμμῆς πρὸς τὴν πολιτικήν, τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου, 220 χιλιόμετρα ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 200 εἶναι ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους μέχρι τοῦ κέντρου. Ἡ γραμμὴ αὕτη κατεσκευάσθη ὑπὸ Γερμανικῆς Ἑταιρείας, ἥτις ὅμως ἕν ἔτος πρὸ τοῦ πολέμου—ἴσως δὲ τοῦτο εἶναι ἐνδεικτικὸν τῶν προβουλευμάτων τῆς Αὐστρογερμανικῆς πολιτικῆς—εἶχε παραχωρήσει τὴν γραμμὴν αὐτὴν εἰς τὴν Αὐστρίαν. Τὰς τρεῖς αὐτὰς γραμμὰς εἴχομεν ἐπιτάξει τὸ 1915 πρὸ τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀποβιβάσεως τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων. Ἀτυχῶς τὰ μεσολαβήσαντα πολιτικὰ γεγονότα παρέσχον τὴν αἰτίαν, ὥστε νὰ ἀναγκασθοῦν νὰ καταλάβουν τὰς γραμμὰς ταύτας οἱ Σύμμαχοι, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων εὑρίσκονται καὶ μέχρι σήμερον, κατέστησαν δὲ στρατιωτικὴν διοίκησιν, τηροῦντες καὶ ἴδιον λ)σμὸν ἐκμεταλλεύσεως. Διὰ τὴν μίαν ἐκ τῶν τριῶν τούτων γραμμῶν Θεσσαλονίκης–Δεδεαγάτς, ὡς εἶπον, ἔχομεν φθάσῃ ἤδη εἰς σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης, καλουμένη νὰ τὴν κυρώσῃ, Τῶν δύο ἄλλων γραμμῶν ἀναμένομεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν ἀπόδοσιν ὑπὸ τῶν Συμμάχων. Δύναμαι δὲ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρὶν ἢ παραιτηθῇ ὁ Κλεμανσὼ εἶχε δώση διαταγὴν ὅπως παραδοθῶσιν αἱ γραμμαὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τὸ Κράτος τοιουτοτρόπως θὰ εἶναι κάτοχον τοῦ ὅλου σχεδίου συμπλέγματος τοῦ σιδηροδρόμου τὸ ὁποῖον ἀνέφερον πρὸς ὑμᾶς. Ἐννοεῖται ὅτι διὰ νὰ γίνωμεν κάτοχοι τῶν γραμμῶν Θεσσαλονίκης–Γουμενίτσης, δηλ. Θεσσαλονίκης–Σκοπίων, καὶ ἀναφέρω τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον σταματοῦν τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, καὶ Θεσσαλονίκης–Κένελυ, πρέπει νὰ πληρώσωμεν εἰς τὸ Γενικὸν Ταμεῖον ἀποζημίωσιν, διότι αἱ γραμμαὶ αὐταὶ ἀνῆκον εἰς κράτη ἐχθρικά, τὸ κεφάλαιον δέ, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρισθῇ ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωμεν, πρέπει νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ σχετίζεται πρὸς μέτρα ὑπὲρ τοῦ προσωπικοῦ τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, περιλαμβάνει καὶ ποσὸν 8.000.000 μέχρι 9.000.000 περίπου, τὸ ὁποῖον εἶχε χορηγηθῆ ὑπὸ τοῦ βαρώνου Χίρστ ὑπὲρ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῶν σιδηροδρόμων ἐκείνων καὶ τὸ ὁποῖον προνοοῦμεν ὅπως μὴ ἀπολεσθῇ, ἀλλ’ ἀναληφθῇ τοὐλάχιστον καθ’ ἣν ἀναλογίαν ἀνήκει εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπαλλήλους καὶ προικισθῇ τὸ Ταμεῖον Συντάξεων αὐτῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρισθῇ. Ἴσως πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων ἀνήκουν καὶ αἱ γραμμαὶ Δεδεαγάτς–Κων)πόλεως καὶ Δεδεαγάτς–Λουλὲ Μπουργάς, τῶν ὁποίων ἡ περαιτέρω τύχη εἶναι ἄδηλος καὶ τῶν ὁποίων τὴν περαιτέρω τύχην πάντες ἐδῶ εὐχόμεθα ὁμοίαν. Εἶπον ὅτι εἰς τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηροδρόμων, τῶν ὁποίων τὴν διοίκησιν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος, ἀνήκει καὶ ἡ γραμμὴ τοῦ ΣΠΑΠ, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει τὸ ἐκ τῆς ἐπιτάξεως δικαίωμα, τὶ θὰ γίνῃ κατόπιν διὰ τὴν γραμμὴν ἐκείνην; Ἐπειδὴ ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας λέγω ὅτι δύο λύσεις ἐνδείκνυνται, ἢ ἐξαγορὰ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχομεν δικαίωμα, ληξάσης τῆς 30 ετίας, ἤ, ἐὰν θεωρηθῇ συμφεροτέρα, ἡ ἐνοικίασις ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς Ἑταιρείας. Πάντως ὅ,τι προϋποθέτει, εἶναι ὅτι καὶ ἡ γραμμὴ αὐτὴ θὰ περιληφθῇ εἰς τὸ σύμπλεγμα, τοῦ ὁποίου τὴν διοίκησιν ἀναλαμβάνει τὸ κράτος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι διάφορος μετέπειτα καὶ ἡ τύχη τοῦ Θεσσαλικοῦ, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μία γραμμὴ μικρά, ὅπως αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὴν Θεσσαλίαν, αὐτοδιοίκητος καὶ νὰ δύναται νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν ὅλην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν προσδοκῶμεν καὶ ἐπιζητοῦμεν. Δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν κίνησιν τῆς χώρας ὁ σιδηρόδρομος Θεσσαλίας ἐφ’ ὅσον θὰ ἀφεθῇ νὰ διοικῆται ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων ὑπὸ μιᾶς ἑταιρείας. Οὐδὲ καὶ ἡ τύχη τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Θεσσαλικοῦ σιδηροδρόμου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸ μέλλον διάφορος τῆς τύχης τῆς γενικῆς τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, περὶ τῆς ὁποίας προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Τί θὰ ἀποφασισθῇ τελικῶς ὡς πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν σιδηροδρόμων δὲν θὰ ἦτο πολὺ ἂν ἔλεγον ὅτι δὲν εἶνε ἀκόμη γνωστόν· δηλαδὴ ἂν θὰ ἀποφασισθῇ καὶ ἡ ἄμεσος ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμετάλλευσις, ἢ ἂν θὰ ἀποφασισθῇ ἡ ἐπὶ ὡρισμένῃ ἀμοιβῇ παραχώρησις τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑταιρείας. Τὸ ζήτημα τοῦτο συζητεῖται καὶ ἀλλαχοῦ. Ἐν Γαλλίᾳ τελευταῖον φαίνεται ὅτι ἀπέληξαν εἰς τὸ δεύτερον σύστημα τοῦ νὰ καταστήσωσι Ἑταιρίας συνενδιαφερομένας εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἡ ὁποία πάντοτε θὰ γίνεται διὰ λ)σμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν εὑρῆκαν ἐκεῖ σκόπιμον καὶ νὰ διοικῆται αὕτη ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐν Γαλλίᾳ ἴσως καὶ ἕνεκα τῶν περιστάσεων εἶχον ἀποτελέσματα οἰκονομικὰ τῆς ἀμέσου ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμεταλλεύσεως ὀλίγον πονηρά, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ διαχείρισις τῶν σιδηροδρόμων ἀπέληξεν εἰς ἔλλειμμα 2,000,000,000 περίπου, προβλέπεται δὲ μεγαλύτερον ἴσως κατὰ ἥμισυ δισεκατομμύριον τὸ ἔλλειμμα τὸ πραγματικόν. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἡ μέλλουσα, ἡ οἰκονομικὴ ἀπόδοσις τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι δὲν εἶνε εὐχάριστος. Πράγματι καὶ ἐδῶ ἔχομεν ἐλλείμματα νὰ ἀντικρύσωμεν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Ἔλλειμμα ἔχομεν εἰς τὴν ΣΠΑΠ περὶ τὰς 500,000 δρ. ἔλλειμμα ἔχομεν εἰς τὸν Λαρισσαϊκὸν περὶ τὰ 2,000,000 δραχμῶν. Ἐλλείμματα ὅμως, ἅτινα ὀφείλονται εἰς τοὺς ἑξῆς λόγους: πρῶτον εἰς αὐξήσεις τῶν μισθοδοσιῶν τοῦ προσωπικοῦ, δεύτερον εἰς ἔλλειψιν ὑλικῶν πρὸς τὴν ἀναγκαίαν ἐκμετάλλευσιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἴσως δὲ καὶ ἄν μόνον τὸ ὑλικὸν τὸ ἐκμεταλλεύσιμον ὑπῆρχεν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, δὲν συνυπῆρχον δὲ καὶ οἱ ἄλλοι ἐπιβαρυντικοὶ λόγοι, τοὺς ὁποίους θὰ ἀναφέρω, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἐλλείμματος, ἢ τοὐλάχιστον δὲν θὰ εὑρισκόμεθα ἔναντι αἰσθητοῦ ἐλλείματος· διότι πλὴν τῆς ἐλλείψεως ὑλικοῦ ἐκμεταλλευσίμου, ὑλικοῦ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας μεταφορῶν, εἴχομεν καὶ ἐπιβάρυσιν αἰσθητοτάτην ἐκ τῆς καυσίμου ὕλης. Ἐπὶ τῆς ὅλης δαπάνης τοῦ σιδηροδρόμου τὰ 45% ἐκπροσωποῦν τὴν καύσιμον ὕλην οὕτως, ὥστε ἐπὶ προϋπολογισμοῦ τοῦ Σιδηροδρόμου Λαρίσσης 30 ἑκατομμυρίων τὰ 13½ ἑκατομμύρια εἶναι διὰ καύσιμον ὕλην. Ἐνῷ ὑπάρχει ἀνεπάρκεια μέσων κινήσεως τὰ τιμολόγια δὲν ὑπέστησαν ἀνάλογον αὔξησιν, μόνον εἰς ἰδικά τινα τιμολόγια ἐπῆλθον αὐξήσεις καὶ εἰς ἐκεῖνα ἴσως ὄχι ἀνάλογος πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν εἰδῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπεβλέπουν τὰ εἰδικὰ τιμολόγια. Προσθέτω δέ, ὅτι εἰς τὸν σιδηρόδρομον Λαρίσσης συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν καὶ μία ἄλλη σημαντικωτάτη αἰτία ὁ σχεδὸν διπλασιασμὸς τοῦ προσωπικοῦ. Ὅλα ταῦτα ἀποδεικνύουν, ὅτι ὅταν καταστοῦν οἱ σιδηρόδρομοι αὐτοὶ ὑλικῶς ἐπαρκεῖς πρὸς τὸν προορισμὸν των οὐδένα φόβον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ἀλλ’ ὅτι δήποτε ἂν ἤθελεν ἀποφασισθῆ διὰ τὸ μέλλον καὶ εἰδικῶς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων, ἂν τουτέστιν αὕτη πρέπῃ ἢ δὲν πρέπει νὰ ἀσκῆται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Κράτους ἢ ἐμμέσως διὰ παραχωρήσεως ἅμα πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ἐνδείκνυται σήμερον ἡ ἑνοποίησις. Τὴν ἑνοποίησιν ταύτην ἐπιβάλλουν ἀνάγκαι πολλαί. Ἡ ἀνάγκη βελτιώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τῶν γραμμῶν, τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται νὰ ἐπιχειρήσουν αἱ ἑταιρίαι δι’ οἰκονομικὴν ἀνεπάρκειαν. βʹ) Ἡ ἀνάγκη ὀργανώσεως καὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχουν αἱ ἑταιρίαι διὰ πολλοὺς λόγους. γʹ) Ἀνάγκη τιμολογίων καὶ οἰκονομικῶν ὅρων ἐκμεταλλεύσεως, οἱ ὁποῖοι οὔτε οἱ προσήκοντες οὔτε ἑνιαῖοι εἶναι σήμερον. Εἶναι δὲ ἀνάγκη καὶ οἱ ὅροι αὐτοὶ τῆς τεχνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἐκμεταλλεύσεως νὰ ἑνοποιηθῶσι καὶ τὰ τιμολόγια. Συχνὰ ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ἐρωτήσεις ἀπευθυνομένας πρὸς ἐμὲ ὡς προϊστάμενον τῆς ὑπηρεσίας τῶν Μεταφορῶν, πῶς δὲν κατορθοῦται νὰ συμπίπτουν οὔτε κἂν τὰ δρομολόγια τοῦ Θεσσαλικοῦ πρὸς τὰ τοῦ Λαρισσαϊκοῦ. Σήμερον ὑπάρχουν τόσα διαμερίσματα εἰς τὴν κίνησιν τῶν διαφόρων γραμμῶν ὅσαι ὑπάρχουν καὶ αἱ μεσολαβοῦσαι ἑταιρεῖαι. Ἀπὸ Καλαμῶν μέχρι Καρδίτσης, καὶ λαμβάνω αὐτὴν τὴν γραμμὴν διότι ὁ ἐκ Καρδίτσης κ. βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, μεσολαβοῦν τρεῖς διάφοροι κανονισμοὶ τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, τῶν Λαρισσαϊκοῦ καὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ. Ἠρώτα χθὲς ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Γκλαβᾶς πῶς δὲν κατορθοῦται νὰ ἐπιτευχθῇ ἐπὶ τέλους ἡ ἁπλουστάτη συμφωνία διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς μεταφορᾶς τῶν ἐμπορευμάτων, ἐφ’ ὅσον τοιαύτη ἀνισότης, τοιαύτη ἀνωμαλία ὑπάρχει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν πληροῦσαν πλήρως τὰς ἀνάγκας. Αἱ ἐλλείψεις τῶν γραμμῶν εἶναι σοβαρόταται, δὲν δύνανται αὗται ν’ ἀντέχωσιν ὑπὸ βάρος μέγα, ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς μέλλοντες νὰ ἔχωμεν συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Εὐρώπης ν’ ἀφήσωμεν τὰς γραμμὰς εἰς οἵαν εἶναι κατάστασιν. Δὲν ὑπάρχουν σταθμοί, δὲν ὑπάρχουν μηχανοστάσια, δὲν ὑπάρχουν κτίρια διὰ τὰ πρόσωπα, δὲν ὑπάρχει τροχαῖον ὑλικόν. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι ἀπαιτοῦσι βεβαίως χρῆμα ὄχι μικρόν, ὑπολογίσατε δέ, ὅτι ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν θ’ ἀπαιτήσῃ περὶ τὰ 120–150 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιβαρύνουν ὄχι τὸ Κράτος, τὴν ἐπιχείρησιν, διότι εἰς τοῦτο κυρίως ὀφείλει νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή, ὅτι καθίσταται αὐτοτελὴς μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταστῇ καὶ αὐτάρκης ἡ οἰκονομικὴ αὐτοτέλεια τῶν σιδηροδρόμων. Θὰ ὑφίστανται πάντως αἱ δαπάναι, ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι αἱ δαπάναι αὗται θὰ εἶναι παραγωγικαί, διότι ὁ Σιδηρόδρομος Λαρίσσης, οὔτε καμμία ἄλλη γραμμὴ δὲν θὰ ἔχῃ τὰς πενιχρὰς ἀποδόσεις τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον, ἐὰν πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ τοιαῦται ἀνάγκαι τῆς ἐγκαταστάσεως δι’ ἀρτιωτέρας καὶ ἐπαρκεστέρας πρὸς τὴν κίνησιν τὴν καθημερινήν, τόσῳ τῶν προσώπων, ὅσῳ τῶν ἐμπορευμάτων, εἰδικώτερον τῶν ἐμπορευμάτων. Τὸ σύνολον τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους ἀνέρχεται σήμερον εἰς 2100 χιλιόμετρα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω, ὅτι θὰ φθάσωσι ταχέως τὰς 3,000 δεδομένης καὶ τῆς παραχωρήσεως τῶν γραμμῶν τῶν Μακεδονικῶν. Θὰ ἐκούραζον τὴν Βουλήν, ἐὰν εἰσερχόμην εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω τὴν γνώμην καὶ αὐτὸ θὰ πείσῃ πάντας, ὅτι διὰ τῶν εἰσαγομένων μέτρων τῆς κινήσεως θὰ καταστήσωμεν πραγματικῶς βιωσίμους, ὄχι μόνον οἰκονομικῶς αὐτάρκεις, ἀλλὰ καὶ αὐτοτελεῖς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῶν τὰς γραμμὰς αὐτάς. Ἀλλ’ ἐλαχίστην σημασίαν θὰ εἶχεν, ἵνα μὴ εἴπω καμμίαν σχεδὸν σημασίαν, οἱαδήποτε φροντὶς καὶ πρόνοια περὶ τοῦ ἀψύχου ὑλικοῦ τῶν σιδηροδρόμων, ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνηται πρόνοια περὶ τοῦ ἐμψύχου ὑλικοῦ τῶν σιδηροδρόμων. Ἀκούοντες, κύριοι, παράπονα διὰ τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπηρεσιῶν, θίγετε ἐν μέρει καὶ τὴν προσωπικὴν αὐτῶν κατάστασιν καὶ ὅμως, δὲν λέγω ὑπερβολήν, λέγω, ὅτι δικαιούμεθα νὰ καυχώμεθα διὰ τὴν προσωπικὴν κατάστασιν τῶν σιδηροδρόμων, συγκρίνοντες αὐτὴν πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν προσωπικὴν πολλῶν σιδηροδρόμων ἀσυγκρίτως καὶ πολὺ κάλλιον ὠργανωμένων ἀπὸ ἡμᾶς. Οὔτε πολλοστημόριον αὐτῶν ὅσα γίνωνται ἀλλοῦ δὲν γίνεται ἐνταῦθα, τοῦτο δὲ παρατηρεῖται καὶ ὑπὸ τῶν ξένων, ὅσοι εἰλικρινεῖς εἶχον τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσωσι τὴν γνώμην των περὶ τῆς διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν εὑρίσκουν συγκρίνοντες τὸ προσωπικὸν τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων πρὸς τὸ προσωπικὸν ἄλλων κρατῶν. Προσωπικὸν τὸ ὁποῖον εἶνε τόσον μᾶλλον ἀξιοθαύμαστον, καθόσον προέρχεται ἐκ τῶν πενεστέρων καὶ μᾶλλον ἀμορφώτων τάξεων, κατορθῶσαν νὰ αὐτομορφωθῇ καὶ διατηρήσῃ τὴν ὑπόληψιν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων εἰς ὅ σημεῖον εὑρίσκεται σήμερον χάρις εἰς τὰς ἐμφύτους ἑλληνικὰς ἀρετάς, τὴν φιλοτιμίαν τὴν ἀτομικὴν ἀλλὰ καὶ τὴν φιλοτιμίαν τὴν ἐθνικήν. Δριμυτάτας ἐγκυκλίους ἀπηύθυναν ἀλλαχοῦ Ὑπουργοὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων, στιγματίζουσαι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνεφάνισεν ἡ ὑπηρεσία τῶν σιδηροδρόμων, ἐν ᾧ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ὁμολογήσωμεν ἔπαινον ὀφειλόμενον. Διὰ νὰ ὀργανώσωμεν προσηκόντως καὶ τὰ τῆς τεχνικῆς ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς προσωπικῆς λειτουργίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπηρεσιῶν, ἐκαλέσαμεν ἀποστολὴν ξένων, καὶ δὴ γαλλικήν. Ἡ γαλλικὴ αὕτη ἀποστολὴ θὰ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ 45–50 πρόσωπα περίπου, διαφόρων βαθμῶν ἐννοεῖται, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ηὐτυχήσαμεν νὰ στέρξῃ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ τὸν κ. Μορὼ. Ὁ Γάλλος οὗτος ἀρχιμηχανικὸς ἔδωκε τρανώτατα δείγματα τῆς ὑπηρεσιακῆς του ἱκανότητος, διευθύνας καὶ ἐπιβλέπων τὴν διοίκησιν ὄχι μόνον τῆς ἐσωτερικῆς σιδηροδρομικῆς ζώνης ἐν Γαλλίᾳ ἀλλὰ καὶ τῆς πολεμικῆς, ταχθεὶς ἐπὶ τούτῳ εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Φώς. Ἔρχεται δὲ πράγματι ἐμπνεόμενος ὄχι μόνον ὑπὸ αἰσθημάτων φιλίας πρὸς τὴν χώραν ἡμῶν, ἀλλὰ ἐμπνευσμένος καὶ ὑπὸ ἀτομικῆς φιλοδοξίας ὅπως συνδέσῃ τὸ ὄνομά του πρὸς τὴν προαγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων. Θὰ ἴδητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ἐφ’ ἅπαξ ἐκδοθησομένου ἐντὸς ἕξ μηνῶν τὸ πολὺ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου θέλει χωρισθῇ κατὰ κατηγορίας κοινῶς καὶ ὁμοιομόρφως διὰ πάσας τὰς γραμμὰς ἡ διαίρεσις τῶν ὑπηρεσιῶν, ἡ ἱεραρχικὴ τάξις, ὁ ὀργανισμὸς καὶ ἡ κλῖμαξ τῶν μισθοδοσιῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους, ὁ δὲ προσδιορισμὸς τῆς μισθοδοσίας ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑφιστάμενον προσωπικόν, θὰ ἰσχύσῃ ἀναδρομικῶς ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου. Διὰ τὰς μισθοδοσίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων ἐθεωρήσαμεν δίκαιον νὰ προέλθωμεν εἰς αὐξήσεις, ὁ τελευταῖος ὅμως κανονισμὸς τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν φαίνεται ὅτι θὰ ὑπερβῇ τὸ ὅριον εἰς τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον ἔχωμεν φθάσει. Ἀλλὰ ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἡ βελτίωσις καὶ μόνον αὕτη, ἡ ὁποία θὰ προσεπέλθῃ πρὸς τὴν ἐπελθοῦσαν ἤδη εἰς τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἔδει νὰ καινοτομήσωμεν οὕτως ὥστε νὰ συνδέσωμεν κατά τι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τῶν σιδηροδρόμων, πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τουτέστι τῶν σιδηροδρόμων. Ἐκαινοτομήσαμεν δηλαδὴ εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων συμμέτοχον τῶν κερδῶν τῆς σιδηροδρομικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἡ συμμετοχὴ αὐτῶν ὁρίζεται κατὰ τὰς διαφόρους δυναμένας νὰ ἐμφανισθῶσι περιπτώσεις, ἀπὸ 10 μέχρις 20 τοῖς ἑκατόν. Τὰ μέτρα δὲ τὰ ὁποῖα λαμβάνονται διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης εἶναι τοιαῦτα ὥστε νὰ ἐξασφαλίζουν κέρδος καὶ διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν ἀφέθημεν ὅμως οὔτε εἰς τὴν προσδοκίαν, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν βεβαιότητα ταύτην τοῦ μέλλοντος ἀλλὰ θεωροῦντες πιθανὴν τὴν μὴ ἀπόδοσιν κέρδους εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπιχειρήσεως κατὰ τοῦ διαγραφομένου ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τρόπου, ὡρίσαμεν ὅτι τὸ μερίδιον ἑκάστου ὑπαλλήλου ἐν τῇ συμμετοχῇ τῶν κερδῶν ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ εἶναι μεγαλύτερον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μισθοῦ. Ἀλλὰ ἡ πρόνοια ἡμῶν πρὸς βελτίωσιν καὶ ἐξασφάλισιν τῆς βιωτικῆς τύχης τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων δὲν σταματᾷ οὔτε εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Γνωρίζει ἡ Βουλὴ ὅτι αἱ Ἑταιρεῖαι αἱ σιδηροδρομικαὶ μετροῦν βίον εἴκοσι ἢ τριάκοντα ἐτῶν. Τὰ ἐμφανιζόμενα ἤδη ταμεῖα συντάξεως σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἀρτιπαγῆ ὀφειλόμενα δὲ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν ἐπιμονὴν αὐτῶν τούτων τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐπάλαισαν ἐπὶ πολὺ ἵνα κάμψουν ἐπιμονὴν τῶν τότε Κυβερνήσεων. Καὶ λέγω τοῦτο διότι εἶχον τὴν τύχην νὰ μετάσχω καὶ ἐγὼ τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον ὁρίσει ὑπάλληλοι τοῦ ΣΠΑΠ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθεσαν τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Ταμείου συντάξεων αὐτῶν. Δοκιμάσαμεν δὲ ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι ἀγῶνα ἀληθῆ μέχρι τελευταίας στιγμῆς ἵνα κάμψωμεν ἐπὶ τέλους τὰς Ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων νὰ στέρξωσι εἰς πενιχροτάτην εἰσφορὰν διὰ τὸ Ταμεῖον ἐκεῖνο συντάξεων. Ἡ ὀργάνωσις ὅμως ἑνὸς ταμείου συντάξεων ὑπαλλήλων δὲν εἶνε ἔργον εὐχερές, ἀπαιτεῖ πρὸ πάντων εἰδικότητα. Πεῖραν τῆς τύχης τοιούτων ταμείων ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἐδῶ. Ὁ δὲ Γάλλος εἰδικὸς τὸν ὁποῖον ἐκαλέσαμεν ἐπὶ τούτῳ εὗρεν ὅτι διὰ νὰ συστηθῇ ταμεῖον συντάξεως σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων ἱκανὸν νὰ ἀσφαλίσῃ σύνταξιν ἐπαρκῆ καὶ ἀνάλογον πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ ὑπαλλήλου, δέον αἱ εἰσφοραὶ νὰ ὁρισθῶσι εἰς 18%. Τοῦτο τὸ ποσοστὸν ὁρίζει καὶ τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης, ὄχι ἐλπίζω, ἀλλὰ μετὰ πεποιθήσεως ἀναγγέλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ὑποβάλωμεν αὐτό. Ἐκ τῶν 18% ὁρίζει τὸ 13% ὡς εἰσφορὰν τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιχείρησις θὰ ἀσκῆται ὑπὸ τοῦ Κράτους ὡς, φυσικά, εἰσφορὰ τοῦ Κράτους εἰς βάρος τῆς ἐπιχειρήσεως εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς μισθοδοσίας λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ βάρος τοῦ 5% διὰ τοὺς σιδηροδρομικοὺς ὑπαλλήλους, ὥστε παρεχόμενον ὑπ’ αὐτῆς νὰ μὴ ἐλαττώνῃ αἰσθητῶς τὸν μισθόν. Ταμεῖον ὅμως συντάξεων σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων δὲν πρέπει νὰ σημαίνῃ πρόνοια μόνον δι’ ἐκείνους, οἵτινες θὰ ὑπάρξωσιν εἰς τὸ μέλλον τοιοῦτοι οἵτινες ἀπὸ μικροῦ μὲν μόνον χρόνου ὑπηρετοῦν, πρέπει νὰ σημαίνῃ πρόνοια καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς παλαιούς. Καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ ὅλη δυσχέρεια τῆς ὀργανώσεως. Τοιοῦτον ταμεῖον συντάξεων πρέπει νὰ προνοῇ περὶ παροχῆς συντάξεως καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς παλαιούς, ὑπολογιζομένης διὰ χρόνον ὑπηρεσίας ἀρχόμενον ἀφ’ ἧς εἰσέλθωσι αὐτοὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Οὕτω ὑπολογίζων ὁ Μορὼ εὑρίσκει ὅτι διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν του τὸ ἵδρυμα τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων οὕτω εὐρέως, δέον νὰ αὐξηθῇ διὰ 15.000.000 περίπου. Εἰς τὰ 15.000.000 ταῦτα ἑκατομμύρια ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ὑπελόγισα 120–150,000,000 πρὸς θεραπείαν ὅλων τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν. Ἔχομεν δὲ τὴν ἐλπίδα προκειμένου εἰδικώτερον περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν σιδηροδρομικῶν τῶν Μακεδονικῶν ὅτι θὰ ἀναλάβωμεν καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἑκατομμυρίων τὸ ἐκ τῆς παροχῆς τοῦ Βαρόνου Χίλστ, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τοὺς Ἕλληνας ὑπαλλήλους τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων. Τοιαύτην ὀργάνωσιν ρυθμίζει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὀργάνωσιν καὶ μέτρα βελτιώσεως ὑλικῶς, ὀργάνωσιν καὶ μέτρα βελτιώσεως τεχνικῶς, ὀργάνωσιν εἰς μέτρα βελτιώσεως προσωπικοῦ, ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οὕτω ὀργανούμενοι οἱ Ἑλληνικοὶ σιδηρόδρομοι θὰ παρουσιάζουν καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν τὸ κράτος ἡμῶν ἀντάξιον τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας διατάξεων τινων τοῦ νόμου 1865, «περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων» Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ χρησιμοποιήσεως τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαθεσίμων τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ τοῦ ἔτους 1920». Ὁ κ. Λαγοπάτης ἔχει τὸν λόγον.
§65Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς». Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἴσως χρειασθῆ νὰ λάβω καὶ ἐγὼ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὸν λόγον, ἵνα συζητήσω ἐν λεπτομερείᾳ. Σήμερον ἐνόμισα ὅτι θὰ μὲ συνεχωρεῖτο νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν καινοτομιῶν, τὰς ὁποίας ἔσχε τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἔκρινεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι πρέπει νὰ προτείνῃ ἵνα καταστῇ τὸ νομοσχέδιον ἀρτιώτερον, προπάντων δὲ νὰ εἶναι μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὴν ἰδέαν περὶ οἰκογενείας, ἡ ὁποία κρατεῖ ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένον ξενισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπολύτως δύνανται νὰ εἶναι ὀρθοί, οἱ ὁποῖοι παρ’ ἡμῶν θὰ διατηρήσωσιν τὸ κρατοῦν περὶ δικαίου αἴσθημα. Τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ρυθμίσει τῆς διαδοχῆς ἀκολουθεῖ τὸ σύστημα τῶν πατριῶν, τῶν γενεῶν, τῆς ὁποίας ἡ βάσις εἶναι οἱ γεννήτορες καὶ οἱ κατιόντες τῶν κατιόντων, εἶναι «κλάντοι» αὐτοκαλούμενοι ὑπὸ τὸν περιορισμὸν πάντοτε ὅτι οἱ ἐγγύτεροι ἀποκλείουν τοὺς ἀπωτέρους. Τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει πολλὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισε καὶ πρὸ πάντων τὸ πλεονέκτημα ὅτι στηρίζεται ἐπὶ παγίων ἀρχῶν φυσικῶν καὶ παρέχει τὴν εὐκαιρίαν ὁ νόμος νὰ καθίσταται ἁπλούστερος καὶ εὐρυθμότερος. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ συστήματος τούτου εἰσάγεται καὶ μία καινοτομία ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει ἐπιφυλάξεις τινάς. Τοιουτοτρόπως ὅταν δὲν ὑφίστανται κατιόντες καλοῦνται οἱ γονεῖς καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, καὶ τὰ τέκνα τῶν τέκνων, τὰ ὁποῖα ὅμως ἀποκλείονται ἐφόσον ζοῦν οἱ γονεῖς, ἐνῷ κατὰ τὸ κρατοῦν σύστημα ἤδη, τὸ ἀπορρέον ἐκ τῶν νόμων τοῦ Ἰουστινιανοῦ, καλοῦνται οἱ γονεῖς μετὰ τῶν ἀδελφῶν τῶν ἀποθανόντων. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει ἐπιφυλάξεις διότι ἐκράτησε παρ’ αὐτῇ ἡ γνώμη ὅτι τὸ κρατοῦν σύστημα εἶναι δικαιότερον καὶ ὅτι πρέπει ἡ Πολιτεία μετὰ περισσοτέρας στοργῆς νὰ ἀποβλέπει εἰς τοὺς ἐπερχομένους καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἀπερχομένους. Κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ νομοσχέδιον καινοτομεῖ ἐπὶ τούτων κεφαλαιωδῶς τῶν σημείων: Πρῶτον ἀναγνωρίζει ἀμοιβαῖον δικαίωμα κληρονομικὸν ἐπὶ τῶν συζύγων. Θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἐξάρω τὴν ὀρθότητα τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς, διότι περισσότερον θὰ ἔπρεπε νὰ διερμηνεύσῃ τὴν ἔκπληξιν τὴν κρατοῦσαν παρ’ ἡμῖν καὶ ἥτις μέχρι τοῦδε δὲν ἐννοήθη πῶς ἐνῷ ὁ γάμος κατέστησεν τόσον ἱερὸν τὸν δεσμὸν τῶν συζύγων, ὡς ἕνωσιν θείου καὶ ἀνθρωπίνου δικαίου ὡς καὶ συνένωσιν αὐτοῦ εἰς σάρκα μίαν ὡς λέγει τὸ Ρωμαϊκὸν δίκαιον καὶ χίλια δύο πράγματα ἐν τούτοις λυομένου διὰ τοῦ θανάτου τοῦ γάμου ἀποξενοῦται ὁ ζῶν τῶν συζύγων καὶ τῶν τοῦ διακόσμου τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τμῆμα τῆς ὑπάρξεως. Δευτέρα καινοτομία ἔχομεν τὴν ἐπίκληρον διαδοχὴν κατὰ τὸ Ἰουστινιάνειον δίκαιον τὸ περιοριζόμενον μέχρι τετάρτου βαθμοῦ. Ὁ περιορισμὸς εἶναι ἐνδεδειγμένος κατ’ ἀρχὴν ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ μεταπηδήσωμεν εἰς τὴν ἄλλην ἀκρότητα. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει καὶ μίαν ἄλλην τροπολογίαν, ἀφοῦ ἐλήφθη πρόνοια περὶ δημιουργίας ἀμοιβαίου κληρονομικοῦ δικαιώματος τῶν συζύγων θὰ ἔπρεπε νὰ θεραπευθῇ καὶ ἄλλο τι ἄτοπον. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον, ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐδημιουργήθη τότε καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐπηρεάζει τὴν πολιτείαν, παρέχει κωλύμματα γάμου, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εὑρίσκουν δικαιολογίαν τινὰ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει. Κατ’ ἐξοχὴν δὲ σήμερον ὅτε πρέπει νὰ τελοῦνται γάμοι τὰ κωλύμματα ταῦτα ὄχι μόνον εἶναι ἀδικαιολόγητα ἀλλὰ καὶ ἐγκληματικά, ἀκριβῶς διότι τοιαύτην ἔκτασιν ἔλαβε ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ἐπειδὴ αἱ κοινωνικαὶ συνθῆκαι ἦσαν ἄλλαι. Καὶ ἐνῷ γίνονται γάμοι μεθ’ ὅλα τὰ κωλύμματα τῶν λόγων τῆς συγγενείας ἡ πολιτεία μόνον δὲν καταδιώκει τὴν συμβίωσιν ταύτην ὡς ἀθέμιτον, οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἀναγνωρίζει τοὐλάχιστον εἰς τοὺς ἔχοντας ἔννομον συμφέρον, εἰς τοὺς διεκδικοῦντας τὴν κληρονομίαν τῶν συζύγων, τοὺς τοιούτους γάμους νὰ κηρύσσουν ἀκύρους καὶ τὰ τέκνα νόθα, ὄχι νόθον διότι εἰς τὰ νόθα τέκνα ἀναγνωρίζουν κληρονομικὸν δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἰδίας μητρός. Οἱ τοιοῦτοι γάμοι δὲν ἀναγνωρίζονται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς πολιτείας ἡ ὁποία τόσον ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ἠθικὴν καὶ πρὸς τὴν ἔννομον τάξιν. Ἄλλο ἄρθρον καὶ ἄλλη ἀντίφασις, ἐφ’ ὅσον οἱ γάμοι αὐτοὶ ἐπιτρέπονται ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας, εὐλογοῦνται καὶ διὰ τῆς εὐλογίας ὁ γάμος κηρύσσεται μυστήριον καθ’ ὅν τρόπον τὸ ἀποδέχονται, εἰς τὸ μυστήριον αὐτὸ δὲν ἀποδίδουν καμμίαν ἀξίαν καὶ μόνον τοὺς συγχωροῦμεν τὴν συμβίωσιν τῶν συζύγων. Ἐνόμισε λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι θὰ κριθῇ προσηκόντως παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη της, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια περὶ τῶν τοιούτου εἴδους γάμων, οἱ ὁποῖοι ἠμπορεῖ νὰ εἰπῇ κανεὶς, εἶναι ἴσοι πρὸς τοὺς ὑπὸ τὴν εὐλογίαν τῶν ἀρχιερέων καὶ τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας γινομένους, νὰ ἔχουν νόμιμον κληρονομικὸν δικαίωμα οἷον ἔχουν καὶ οἱ ἐκ νομίμου γάμου. Ὑπολείπονται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἀποτελοῦσαν τὴν σύνταξιν ἡ ὁποία καταγίνεται εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, νὰ τροποποιήσῃ καὶ τὸ τοῦ γάμου δίκαιον ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ τὸ ἀποκαθάρῃ τῶν ἀφορήτων αὐτῶν κωλυμμάτων. Ὡσαύτως καὶ μίαν ἄλλην τροπολογίαν ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλλῃ τὸ κληρονομικὸν δικαίωμα ἄνωθεν, καὶ νὰ τερματίζεται εἰς τοὺς προπάππους καὶ προμάμμας καὶ τῶν κατιόντων εἰς τοὺς πρώτους ἐξαδέλφους, εἰς τοὺς ἐγγόνους τῶν ἀποβιούντων μέχρι τετάρτου βαθμοῦ μεθ’ ὅ καλεῖται τὸ δημόσιον. Ἡ Ἐπιτροπὴ νομίζει ὀρθὸν νὰ μὴ καλεῖται τὸ δημόσιον, νὰ καλεῖται ὁ δῆμος καὶ ἡ κοινότης κατὰ ἰσημερία, πρὸς κατασκευὴν κοινωφελῶν ἔργων. Ἡ Ἐπιτροπὴ νομίζει ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Γεωργίας, οἱ κέρβεροι τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ, γνωρίζῃ ὅτι τὸ ἐκ τῶν κληρονομιῶν ἔσοδον εἶναι ἀσήμαντον ἐνῷ διὰ τὰς κοινότητας ἢ τοὺς δήμους ἐφ’ ὅσον μάλιστα ταῦτα ἤθελον προορισθῇ διὰ κοινωφελῆ ἀποκλειστικῶς ἔργα, εἶναι σημαντικά. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν τὴν διετύπωσε ὑπὸ τὸν περιορισμὸν ὅτι ἔχει πεποίθησιν ὅτι πρόκειται περὶ ὀργανώσεως νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ διατάξεις ξένας πρὸς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ, ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν καὶ ἄν νομίζῃ ὀρθὴν τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβάλλῃ νομοσχέδιον ἵνα τὰ ἐντεῦθεν ἔσοδα τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων προορίζονται ἀποκλειστικῶς διὰ κοινωφελεῖς σκοπούς. Αὐταὶ εἶναι αἱ κεφαλαιώδεις τροπολογίαι τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἡ Ἐπιτροπὴ. Δὲν παραλείπω καθῆκον, κύριοι, περατῶν τὸν λόγον μου, νὰ ἀναφέρω τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἠσχολήθη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὴν ἐντεῦθεν πεποίθησιν ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη ἐν ἡμῖν ὅτι καὶ τὸ λοιπὸν ἔργον θὰ εἶναι ἐξ ἴσου κοινωφελές.
§66Ν. ΞΗΡΟΣ. Τῶν συζύγων τὸ κληρονομικὸν δικαίωμα πῶς τὸ ἔχετε;
§67Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Σᾶς εἶπον. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνέταξε τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅ μετὰ τὸν τέταρτον βαθμὸν οἱ σύζυγοι ἔχουν κληρονομικὸν δικαίωμα ἐὰν συντρέχουν μετὰ κατιόντων μέχρι τετάρτου, ἐὰν συντρέχουν μετ’ ἄλλων κληρονόμων μέχρι τοῦ ἡμίσεως, ἄν δὲν συντρέχουν ἄλλοι κληρονόμοι ἐπὶ τοῦ ὅλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐτροποποίησε μετὰ ταῦτα τὸ νομοσχέδιον, ὁσάκις ὑπάρχει ἔλλειψις κληρονόμου καὶ ἡ κληρονομία ὁλόκληρος νὰ περιέρχεται εἰς τὸν σύζυγον καὶ ὑπερβαίνει τὰς 500.000 δραχμῶν διὰ τὸ ὑπόλοιπον τὸ Δημόσιον ἔχει προσωπικὴν ἀπαίτησιν διὰ τὸ ἥμισυ, καὶ διὰ τὸ ποσοστὸν τοῦτο προτείνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἔχῃ ἀπαίτησιν ὁ Δῆμος καὶ ἡ Κοινότης.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως συνεργείου ἐν Π. Ναυστάθμῳ».
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου παρέσδεισαν μερικὰ τυπογραφικὰ λάθη καὶ πρέπει νὰ γίνῃ μία ἐπανόρθωσις.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἀγροτικοῦ νόμου». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ὁπλιτῶν ἐν τῇ Χωροφυλακῇ καὶ παροχῆς χορηγήματος εἰς μὴ μονιμοποιημένους». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μηχανοδηγῶν αὐτοκινήτων, πλοίων καὶ πλοιαρίων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς πλημμυροπαθῶν χωρίων ἀπὸ καταβολῆς φόρου δεκάτης 1919, ἀπαλλαγῆς ἐνοικιαστῶν τινων δεκάτης διαφόρων χρήσεων καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἀπαλλαγῶν 842, 1238 καὶ 1639 νόμων κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ΓΩΝΕʹ περὶ συνδρομῶν καὶ ἑτέρων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὡς αὗται ἐτροποποιήθησαν διὰ τοῦ ΔΠʹ νόμου κλπ. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς χρησιμοποιήσεως δημοσίων, κοινοτικῶν ἢ ἰδιωτικῶν τόπων διὰ διαφημίσεις». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῆς εἰς τὴν Ἑταιρείαν διαχειρίσεως τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου χρέους Ὑπεγγύων προσόδων παρεχομένης ἀμοιβῆς, διὰ τὴν μεταφοράν, πώλησιν καὶ διαχείρισιν τοῦ ἅλατος ἐν τῷ Παλαιῷ Βασιλείῳ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ναυτικῶν ἀκολούθων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ 306 νόμου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν προβιβασμῶν αὐτῶν».
§71Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω διὰ τὸ ἑξῆς κύριε Ὑπουργέ. Νὰ δώσητε μίαν θέσιν ταγματάρχου εἰς τὸν κλάδον τῶν φαρμακοποιῶν, διότι εὑρίσκονται 20 ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ φαρμακοποιοῦ.
§72Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ καθ’ ὅ φαρμακοποιὸς συνηγορῶ.
§73Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ὄχι, διότι ὁ κλάδος τῶν φαρμακοποιῶν εἶναι πολὺ μικρὸς· τί θὰ τὸν κάμωμεν τὸν ταγματάρχην. Οὔτε τμῆμα φαρμακευτικὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὑπάρχει.
§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον)
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 26 Σεπτεμβρίου 1919 «περὶ ἐπισκευῶν τῶν κολληγικῶν οἰκιῶν».
§76Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Ὑπάρχει μία τροπολογία τὴν ὁποίαν δὲν δέχομαι. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας εἰς τὸν χημικὸν Ι. Π. Δοανίδην». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνάψεως συμβάσεως πρὸς ἀγορὰν ἱστορικῶν ἐγγράφων τοῦ κ. Ι. Βλαχογιάννη». Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§78Γ. ΠΩΠ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω εὐθὺς ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου γνώμας καὶ παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ παράσχω καὶ ἐξηγήσεις καὶ πληροφορίας νεωτέρας πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Πρόκειται περὶ τῆς γνωστῆς συμβάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἀρχείων τοῦ Κράτους, λαμπρὸς κατὰ τὰ ἄλλα ὑπάλληλος κ. Βλαχογιάννης, πωλεῖ εἰς τὸ δημόσιον ἀντὶ 165 χιλιάδων δραχμῶν καί τινα λεπτὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνεῦρε ὡς βεβαιοῖ αὐτὸς οὗτος πωλούμενα μὲ τὴν ὀκᾶν. Ἐλέχθη ἄν τὰ ἔγγραφα ταῦτα διὰ δημοπρασίας τὰ ἐπώλησεν τὸ Κράτος καὶ συνεπῶς ἐστερήθη ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τῆς κυριότητος. Τοῦτο εἶναι ἀνακριβές. Ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἀπεδείχθη ὅτι αἱ δημοπρασίαι ἐγένοντο μόνον ἐπὶ ἐντύπων, οὐδέποτε δὲ ἐπὶ χειρογράφων. Δεύτερον τὰ ἔγγραφα αὐτὰ προέρχονται ἐκ κλοπῶν αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον χώραν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὰ ἄλλα ἱδρύματα. Καὶ τὸ σπουδαιότερον εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἡ ἀπόπειρα πρὸς πώλησιν τῶν ἐγγράφων τούτων καὶ ἡ δημιουργία ἀγοραπωλησίας μεταξὺ ἑνὸς ἀνωτάτου ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους ἀμειφθέντος διὰ τὴν εἰδικότητα αὐτήν, καθόσον πρὸς ἴδιον αὐτοῦ ὄφελος ἐδημιουργήθησαν τὰ γενικὰ ἀρχεῖα τοῦ Κράτους, ὑπαλλήλου ἔχοντος μισθὸν τμηματάρχου τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, ἀποδεικνύει ὅτι προϋπῆρξε προσπάθεια δημιουργίας τῆς ἀγοραπωλησίας ἥτις σήμερον ἔρχεται ὡς σύμβασις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ προσπάθεια αὕτη ἐγένετο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη πληροφορηθεῖσα ὅτι κάτι ἔκτροπον ὑπῆρχεν εἰς πάντα ταῦτα, καθόσον ἐγένετο παράβασις τοῦ νόμου 380 περὶ ἱδρύσεως γενικῶν ἀρχείων τοῦ Κράτους ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ἀρχείων, ἐδίστασε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγοράν. Νέα ὅμως καταγγελία γενομένη ἀπέδειξεν ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου 380 περιέπεσεν εἰς παραπτώματα, τὰ ὁποῖα δυνάμει αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου οὐχὶ μόνον ἀποστεροῦσιν αὐτὸν τῆς ἰδιοκτησίας, τῶν ἐγγράφων τούτων, ἀλλὰ συγχρόνως συνεπάγονται ποινικὴν δίωξιν αὐτοῦ καὶ πάντων τῶν μετ’ ἐκείνου συμπραττόντων, συγχρόνως δὲ καὶ τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς θέσεώς του. Ἡ Κυβέρνησις Σκουλούδη ἐννοοῦσα νὰ ὑποστηρίξῃ διὰ πάσης θυσίας ἄνδρα ὁ ὁποῖος μετὰ ζήλου ὑπηρέτει τὸ Κράτος, δὲν ἠθέλησεν ἐν τούτοις νὰ ἀναλάβῃ καὶ προσωπικὴν εὐθύνην ἐκ τοιαύτης πράξεως καὶ ἰδιαίτατα ἐκ τῆς νέας καταγγελίας ἥτις θὰ ἠνάγκαζεν αὐτὴν εἰς ποινικὴν δίωξιν καὶ ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Ἀπηυθύνθησαν λοιπὸν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους. Καὶ τῆς ἐκθέσεως ταύτης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς γνώμης του, βεβαιότατα, καὶ εἶμαι ἀκραδάντως περὶ τούτου πεπεισμένος, δὲν εἶχεν καμμίαν γνῶσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι γνωρίζω τὸν ἄνδρα καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐὰν εἶχεν γνῶσιν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ καθ’ ὃν τρόπον ὑπεστήριξεν ἐνώπιον ὑμῶν, κ. βουλευταί, τὴν ἀγοραπωλησίαν ταύτην, ἀπὸ ἄλλης ἠθικῆς σκέψεως ἐκεῖνος ὁρμώμενος. Καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἐὰν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ἔφθανον μέχρις αὐτοῦ ὅσα ἡ ἱστορία τῶν ἐγγράφων τούτων καταδεικνύει καὶ ὅσα ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐμφαίνονται, θὰ ἐτηλεγράφη ἵνα ἀποσυρθῇ νομοσχέδιον διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὁποίου ἄκων πλέον ἀναλαμβάνει βαρεῖαν εὐθύνην. Ἀλλ’ εἶμαι ἐπίσης πεπεισμένος καὶ ἔχω καὶ πάντα λόγον νὰ πιστεύω ὅτι οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶχεν γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ὅταν συνωμολόγησε τὴν ἀγοραπωλησίαν καὶ ὑπέγραφε τὴν σύμβασιν. Εἶμαι δὲ πεπεισμένος περὶ τούτου διότι λαμβάνει γνῶσιν ταύτης ἴσως μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ μάλιστα ἡμέρας τινὰς μετὰ ταῦτα, θὰ ἐσκέφθη ὅτι οὐχὶ μόνον ἰδίαν εὐθύνην, ἀλλὰ καὶ εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀναλαμβάνει ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον προσωρινῶς τοὐλάχιστον, μέχρις ὅτου ζητηθῇ καὶ ἡ γνώμη ἐκείνου ὅστις κατ’ οὐσίαν εἶναι ἠθικὸς εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ Κυβέρνησις Σκουλούδη διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ αὐτῆς κ. Μιχελιδάκη συνεπείᾳ τῆς γενομένης καταγγελίας, ἀπηύθυνε ἐρώτημα πρὸς τὸν Νομικὸν Σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου μὲ τὴν ἐντολὴν ἵνα τὸ ἐρώτημα ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν ἐμφανῆ πρόθεσιν ὅπως εἰ δυνατὸν ἡ ἀπόφασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ γίνεται λόγος περὶ τῶν δημοσίων αὐτῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ἀπὸ τὰς φυλακάς, ἀπὸ τὸ πρόστιμον καὶ ἀπὸ τὴν ἀπόλυσιν. Ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἐγγράφων τούτων θὰ καταστήσῃ σαφεστάτας καὶ πρὸς ὑμᾶς, κ. βουλευταί, τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ τὴν γενομένην παράβασιν. Τὸ ἔγγραφον ἐρωτᾷ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει) Ὁ περὶ ἱδρύσεως τῶν ὑπηρεσιῶν ἀρχείων τοῦ Κράτους νόμος 380, διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ 14 τάσσει προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ πρὸ αὐτοῦ κεκτημένοι δημόσια ἔγγραφα ἀνήκοντα εἰς τὰ ἐν ἄρθρῳ 2 κατανομαζόμενα δημόσια ἀρχεῖα, ὀφείλουσι νὰ τὰ δηλώσωσι πρῶτον εἰς τὸν Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων Ἀρχείων, ὑποβάλλοντες ἀκριβῆ κατάλογον αὐτῶν εἰς διπλοῦν. Κατωτέρω διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὁρίζεται ὅτι παρελθούσης τῆς προθεσμίας ταύτης, πάντα τὰ μὴ δηλωθέντα θεωροῦνται ὡς προελθόντα εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους. Τὸ ἐρώτημα τοῦτο ὁ Νομικὸς Σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἀπηύθυνε καθ’ ἣν εἶχε διαταγὴν πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἥτις διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 25 ἐγγράφου αὐτῆς τῆς 24 Φεβρουαρίου 1916 ἀπαντᾷ κατὰ πλειονοψηφίαν τὰ ἑξῆς: Ὅτι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου 380 γενικῶς ὁρίζεται ὅτι πᾶς κάτοχος ἀρχαίων ἐγγράφων, πρὸ τοῦ νόμου τούτου κεκτημένων, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ταῦτα εἰς τὸν Διευθυντὴν τῶν Δημοσίων Ἀρχείων, ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ὑποβάλλων ἀκριβῆ κατάλογον αὐτῶν—περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ προσωπικὸν τῶν Γενικῶν Ἀρχείων ἐν οἷς καὶ ὁ Διευθυντὴς αὐτοῦ.—Τῆς ὑποχρεώσεως δὲ ταύτης δὲν ἀπαλλάσσει αὐτοὺς ἡ ἐν ἄρθρῳ 17 διάταξις ἥτις ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει). «Τῆς ὑποχρεώσεως δὲ ταύτης δέον νὰ συμπεριληφθῇ........κλπ. Τουτέστιν ἡ πλειοψηφία τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἀπαντᾷ εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος θέλει διὰ παντὸς τρόπου νὰ περισώσῃ πλέον ἀπὸ τῆς θέσεώς του τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς εἶναι διώξιμος, ὅτι παρέβη ποινικὰς τοῦ νόμου διατάξεις καὶ ὅτι ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ διώξῃ αὐτόν, νὰ φυλακίσῃ αὐτὸν καὶ ἐν τέλει νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Ἡ δὲ μειοψηφία τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἀποφεύγουσα νὰ ἐπεκταθῇ εἰς λεπτομερείας λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη εἶχεν, ὡς εἶπον, πάντα λόγον νὰ προστατεύσῃ τὸν Βλαχογιάννην, προφανῶς δὲ διὰ τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας του, καὶ ἠθέλησε ν’ ἀποφύγῃ τὴν ποινικὴν δίωξιν διατάξας ἐν τῷ μεταξὺ τὸν Βλαχογιάννην νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ καὶ ὑποβάλλῃ τὸν κατάλογον τοῦτον, καὶ παριδὼν τὴν διάταξιν ταύτην τῶν γενικῶν ἀρχῶν συνετήρησε τοῦτον εἰς τὴν θέσιν του. Ἀλλὰ δὲν ἐπροχώρησε εἰς τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως πρὸς ἀγορὰν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα πάντως ἦσαν ἔγγραφα σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον 380 εἴτε καλῇ τῇ πίστει ἐγένετο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο, εἶνε κακῇ τῇ πίστει.......
§79Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μήπως ἐτροποποιήθη ὁ νόμος αὐτός;
§80Γ. ΠΩΠ. Σεῖς θὰ τὸ γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν φαντάζομαι. Ἀλλοίμονον ἄν ἑκάστοτε προκειμένου περὶ παραβάσεων ποινικῶν διατάξεων ἑνὸς νόμου, ἄν ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη καὶ δὲν ἐξετελέσθη κακῶς, νὰ παρεμβαίνῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ νὰ τροποποιῇ τὰς διατάξεις ταύτας καὶ νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν διὰ τῆς πλειοψηφίας εἰς Σῶμα ἀμνηστεῦον. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ὁ διακόψας με νὰ σκέπτηται οὕτως. Ταῦτα εἶναι, κ. Βουλευταί, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν ἔβλεπον τὸ Κράτος ν’ ἀμείβῃ πᾶσαν ἐργασίαν πνευματικὴν καὶ πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς πνευματικὴν πρόοδον, θὰ εἶμαι δὲ ἐγὼ πρῶτος, ἐὰν ἐκομίζετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐδίδετο δωρεά τις πέραν τῆς θέσεως καὶ τοῦ μισθοῦ τοῦ Βλαχογιάννη ὡς τίμημα ἐκτιμήσεως ἐργασίας ὑπ’ αὐτοῦ γενομένης, τὸ ὁποῖον θὰ ἐψήφιζον τοῦτο, διότι εἰργάσθη καὶ συνέλεξε τὰ ἐξαλειφθέντα καὶ διασπαρέντα καὶ διασκορπισθέντα ἀπὸ ἀνευλαβεῖς ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας πολύτιμα ἔγγραφα. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ τοῦτο χωρὶς νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναβάλῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀμοιβῆς εἰς τὸν Βλαχογιάννην διὰ τὴν ἐργασίαν τὴν γενομένην ὑπ’ αὐτοῦ, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ ἀντιταχθῶ, διότι θὰ εἶναι ὑπόθεσις ἐκτιμήσεως τῆς ἐργασίας τῆς πνευματικῆς τῆς καταβαλλομένης ὑπὲρ ἑνὸς πνευματικοῦ σκοποῦ καὶ ἰδίως ὑπὲρ τῶν ἀρχείων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς συμβολὴ εἰς τὴν ἱστορίαν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ ψῆφος ἡ ἐμὴ θὰ εἶνε πάντοτε ψῆφος ἀρνήσεως ὁσάκις κομίζονται τοιαύτης σημασίας νομοσχέδια συγκαλύψεως προθέσεως δωρεᾶς.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§82Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι βουλευταί, τὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔθιξε διὰ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος σχετικῶς μὲ τὴν ὑπὸ ψήφισιν σύμβασιν μετὰ τοῦ κ. Βλαχογιάννη εἶναι δύο, καθὼς ἀντελήφθην ἐγώ, πρῶτον ἠμφισβήτησε τὸ κῦρος τῆς ἀποκτήσεως τῶν ἀρχείων τούτων ἀπὸ τὸν κ. Βλαχογιάννη, ἰσχυρισθεὶς ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀνῆκον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, ἐκλάπησαν δέ .........
§83Γ. ΠΩΠ. Ὄχι ἐκλάπησαν, ἴσως ἐκλάπησαν, ἴσως εὑρέθησαν τυχαίως, ἴσως ἠρπάγησαν.
§84Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁμολογῶ ὅτι τὴν λέξιν «ἐκλάπησαν» δὲ τὴν εἴπατε. Οὐχὶ νομίμως ἐξέφυγαν τῆς κατοχῆς τοῦ Κράτους καὶ περιῆλθον εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε διὰ μέσου ἄλλων εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Βλαχογιάννη καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει νόμιμος τρόπος ἀποκτήσεως αὐτῶν, καὶ δεύτερον ἄν ἦσαν κτήματα τοῦ Βλαχογιάννη, ἐπελθόντος τοῦ νόμου 380 καὶ μὴ πληρωθεισῶν τῶν προϋποθέσεων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος οὗτος παρέχει, ὅπως ὁ ἰδιώτης ἢ ὁ ὑπάλληλος τῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους δύναται νὰ πωλήσῃ πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς τὰ Ἀρχεῖα αὐτοῦ τὰ εἰς χεῖρας αὐτοῦ εὑρισκόμενα ἔγγραφα, ὅτι ἐξέπεσε καὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἄν τυχὸν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ 1ον μέρος, τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ κ. συναδέλφου νομίζω ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπέδειξε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὅτι ἐξέφυγον τὰ ἔγγραφα ταῦτα οὐχὶ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ ἀπὸ τῶν Ἀρχείων τοῦ Κράους, ἀλλὰ ὡς ἔχει τὸ ἱστορικὸν τῆς ἀπαντήσεως, τῆς ἰδιωτικῆς συλλογῆς τοῦ Βλαχογιάννη ἀποδεικνύεται ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, ὅτι δηλαδὴ νομίμως ταῦτα ἐξέφυγον ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ Δημοσίου καὶ περιῆλθον εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ κ. Βλαχογιάννη. Τὸ ἱστορικὸν ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἀρχείων τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως.
§85Γ. ΠΩΠ. Μὰ δὲν ἀγοράζετε μόνον αὐτό.
§86Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Καὶ περὶ τῶν ἀρχείων τῶν πρώτων, τῶν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν.
§87Γ. ΠΩΠ. Ἐν τῷ καταλόγῳ ἀναφέρονται ὁλόκληρος ἡ σειρὰ τῶν πρακτικῶν τῆς Γερουσίας, ὁλόκληρος ἡ σειρὰ τῶν πρακτικῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἀρχείων τῆς ἐπαναστάσεως, πρόκειται περὶ ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐδῶ εἰς τὰ ὑπόγεια τῆς Βουλῆς μέχρι πρὸ 15 ἐτῶν, αὐτὰ δὲ ἀναφέρονται ἐν τῷ καταλόγῳ.
§88Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Λοιπὸν τὰ ἀρχεῖα τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, καθὼς καὶ τὰ ἀρχεῖα τῶν κατόπιν Γραμματειῶν τῶν Ὑπουργείων ἐλλείψει χώρου καὶ ἐλλείψει πάσης προνοίας ἐκ μέρους τῆς πολιτείας κατετέθησαν τὰ μὲν τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1833, καὶ δὴ μετέπειτα κατὰ μεταγενεστέραν ἐποχὴν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Καθ’ ὅσον παρήρχοντο τὰ ἔτη κατὰ τοσοῦτον τὰ ὑπὸ τῶν διαφόρων ὑπουργείων καὶ διαφόρων ὑπηρεσιῶν κατατιθέμενα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀρχεῖα ηὔξανον καὶ ἦλθεν ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐλλείψει χώρου δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ κρατῇ καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκποίησιν αὐτῶν. Ἐν ἔτει 1855 ἕν μέρος ἐκ τῶν ἀρχείων τῶν συγκεντρωμένων εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μετεφέρθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνταῦθα ἐταξινομήθησαν καὶ μελετηθέντα κατετάχθησαν εἰς τὴν βιβλιοθήκην καὶ ὑπάρχουσι. Τὸ ὑπόλοιπον ἤρχισαν νὰ τὸ πωλῶσιν, νὰ τὸ πωλοῦν τμηματικῶς εἰς διαφόρους παλαιοπώλας, οἱ ὁποῖοι μετεπώλουν αὐτὸ κατόπιν εἰς διαφόρους παντοπώλας. Ὁ κ. Βλαχογιάννης ἤρχισε νὰ συλλέγῃ καὶ ἀπὸ τοὺς παλαιοπώλας καὶ ἀπὸ τοὺς παντοπώλας τὰ διάφορα ἔγγραφα τὰ εἰς αὐτοὺς πωληθέντα ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἤρχισε διὰ τοῦ τύπου νὰ ψέγῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διὰ τὴν τοιαύτην πρᾶξιν του. Ὁ τότε πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου χολωθεὶς διὰ τὴν ἐπίθεσιν τοῦ τύπου ἐκάλεσε τὸν διευθυντήν τοῦ ἐν Φαλήρῳ χαρτοποιείου καὶ ἐπώλησεν εἰς αὐτὸν τὸ μέγιστον μέρος τῶν τοιούτων ἀρχείων. Πληροφορηθεὶς τοῦτο ὁ Βλαχογιάννης ἔσπευσεν εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ χαρτοποιείου καὶ παρέλαβεν, ἀγοράσας ἐκεῖθεν, μέγα ποσὸν τῶν πωληθέντων ἐγγράφων, τοὐλάχιστον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον ἱστορικὴν ἀξίαν κατὰ τὸν κ. Βλαχογιάννην. Οὕτω κατήρτισε ὁ Βλαχογιάννης τὴν ἰδιωτικὴν αὐτοῦ συλλογὴν τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὡς ἰδιωτικὴν περιουσίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ μέτρα περὶ ἐθνικοῦ ἀρχείου, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰσηγηθεῖσα τὸν νόμον ἐκεῖνον ἦτο ἐν πλήρει γνώσει ὅτι ὁ κ. Βλαχογιάννης εἶχεν εἰς τὴν κατοχὴν αὐτοῦ πλῆρες ἀρχεῖον ἀποτελούμενον ἀπὸ ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια ἔγγραφα. Μία ἀπόδειξις τούτου εἶνε αὐτὸ τὸ κείμενον τοῦ νόμου 280, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀγορὰ ὄχι μόνον ἰδιωτικῶν ἀλλὰ καὶ δημοσίων ἐγγράφων. Ἄρα ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισαν ὅτι εἶνε δυνατὸν νομίμως νὰ ὑπάρχωσι εἰς χεῖρας ἰδιώτου ἔγγραφα ἐπίσημα καὶ ἐπέτρεψε τὴν ἀγορὰν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ κράτους. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἐξεδόθη ἔντυπον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει συλλογὴν ἐγγράφων καὶ εἰς τὸ ἔντυπον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκυκλοφόρησε τότε ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναφέρεται ἐν περιλήψει ὄχι μόνον ἡ ὕπαρξις τῶν ἐγγράφων ἀλλὰ καὶ ἡ πηγὴ ἐκ τῆς ὁποίας ἤντλησεν ὁ κ. Βλαχογιάννης. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ἐκείνου ὁ βουλευτὴς κ. Νᾶκος ὑπέμνησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἠρώτησεν ἄν ἔχῃ γνῶσιν ὅτι ὁ κ. Βλαχογιάννης εἶνε κύριος πολυτιμωτάτης συλλογῆς καὶ ἄν δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέριμνα διὰ τοῦ νόμου ὅπως ἀγορασθῇ ἡ συλλογὴ αὕτη καὶ γίνῃ κτῆμα τοῦ κράτους. Ὁ δὲ βουλευτὴς κ. Καντιάνης προσέθηκεν ὅτι ὁ κ. Βλαχογιάννης ζητεῖ διὰ τὴν συλλογὴν αὐτὴν τὸ ποσὸν δραχμῶν 150.000. Ὁ κ. Βενιζέλος ἐδήλωσεν ὅτι εἶνε ἐν γνώσει τῆς ὑπάρξεως τῆς συλλογῆς ταύτης ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ὁρίσῃ ἐπιτροπὴν καὶ ἐκείνη νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν, διότι εἶνε ἐπικίνδυνον ἡ Βουλὴ νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν. Ταῦτα ἀναφέρονται εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως ἐκείνης καὶ ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταί, ἐν ᾧ τοσοῦτον καθαρὰ εἶνε δεδηλωμένη ἡ ὕπαρξις τῆς συλλογῆς αὐτῆς, ἐν ᾧ ἐλάμβανε γνῶσιν ἡ Βουλὴ τοσοῦτον σαφῶς τῆς ὑπάρξεως τῆς συλλογῆς ταύτης, εἶνε δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς προερχόμενα ἐκ κλοπῆς τὰ ἔγγραφα αὐτά, ὡς μὴ νομίμως κεκτημένα; Τὸ ἀληθὲς εἶνε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσαν καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ὅτι τὸ κράτος θεωρῆσαν ἄχρηστα τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὰ ἀρχεῖα αὑτοῦ, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ τὰ πωλήσῃ, τὰ ἐπώλησε καὶ ἑπομένως ἀπηλλοτριώθησαν αὐτά, ἡ δὲ Βουλὴ λαμβάνουσα γνῶσιν μετὰ δεκαετηρίδα ὅλην ἀνεγνώρισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρχωσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διακηρύττει ταῦτα ἰδιωτικὰ καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ σύμβασιν. Ὁ κ. Βλαχογιάννης διωρίσθη διευθυντὴς τῶν γενικῶν ἀρχείων τοῦ Κράτους τὴν 11 Φεβρουαρίου 1915, ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του, δηλαδὴ μόλις ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν ὑποβάλλει αἴτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῆς ὁποίας ἀναφέρει ὅτι εἶνε κάτοχος μεγάλης συλλογῆς ἱστορικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐρωτᾷ ἐὰν δὲν ἔπρεπεν, ὡς κατηρτίσθη αὕτη, νὰ τὴν καταθέσῃ παρὰ τοῖς γενικοῖς ἀρχείοις τοῦ κράτους ἐν ἰδίῳ χώρῳ ἤ ἄν ἔπρεπε νὰ ἀποξενωθῇ αὐτῆς καταθέτων αὐτὴν εἰς χεῖρας τρίτου. Ἡ κυβέρνησις ἀπαντᾷ, ὅτι ἡ συλλογὴ πρέπει νὰ κατατεθῇ ἐν ἰδιαιτέρῳ χώρῳ παρὰ τοῖς γενικοῖς ἀρχείοις τοῦ κράτους, νὰ σφραγισθῇ μέχρις ὅτου ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς καταγραφῆς καὶ τῆς ἀγορᾶς. Ἔλαβε γνῶσιν ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀρχείων τοῦ Κράτους τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ ἀπήντησε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ Βλαχογιάννης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ μὲν Ἐπιτροπὴ ὅτι θὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν διαταγὴν αὐτὴν εὐθὺς ὡς κατορθώσῃ νὰ παρασκευάσῃ τὸν κατάλληλον χῶρον πρὸς τοποθέτησιν τῆς σειρᾶς αὐτῆς τῶν ἐγγράφων κεχωρισμένως, διότι τοῦτο εἶπε τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ δὲ κ. Βλαχογιάννης ὅτι ἀποδέχεται τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου καὶ θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα εὐθὺς ὡς κληθῇ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀρχείων, δηλῶν ρητῶς ὅτι ἐννοεῖ βεβαίως ὅτι ἡ παράδοσις τῶν ἐγγράφων του πρὸς φύλαξιν αὐτῶν δὲν σημαίνει καὶ ἀπαλλοτρίωσιν τῆς κυριότητος αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἦτο καὶ περιττόν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔκαμε ρητὴν τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ αὐτὸς νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους, ἄν ἡ συνέπεια τῆς τοιαύτης καταθέσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὡς ἀπώλεια τῆς κυριότητός του ἐπὶ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις Σκουλούδη οὐχὶ ἐν τῇ μερίμνῃ ὅπως περιφρουρήσῃ ὑπάλληλον προσενεγκόντα πολὺ μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ κράτος, ὡς πλανηθεὶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλ’ ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτῆς ὅπως ἀποξενώσῃ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀπομακρύνῃ αὐτῆς πολίτην ἐγνωσμένον διὰ τὰ φιλελεύθερα αὐτοῦ φρονήματα, ἀνεζήτησε τρόπον νόμιμον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπολύσῃ τὸν κ. Βλαχογιάννην ἀπὸ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν μόλις κατώρθωσε νὰ λάβῃ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου ἀπὸ τὰ πράγματα. Καὶ ὁ κ. Μιχελιδάκης ἐνόμισεν ὅτι εὗρε τὸν τρόπον τῆς νομίμου ἀπολύσεως τοῦ κ. Βλαχογιάννη, διότι τυπικῶς ἐν τῷ μεταξὺ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀκριβῶς ἔληγεν ἡ ἐτησία προθεσμία, τὴν ὁποίαν ἔτασσεν ὁ νόμος περὶ καταθέσεως καὶ δηλώσεως τῶν ἀρχείων, ἐνόμισεν ὅτι εὗρε νόμιμον τρόπον ἀπολύσεως τοῦ κ. Βλαχογιάννη, ὡς μὴ τηρήσαντος τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἵνα ὑποβάλῃ λεπτομερῆ κατάλογον τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, διότι ὁ κ. Βλαχογιάννης δὲν ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ ἔχῃ κατάλογον 51.000 ἐγγράφων. Καὶ ἀπηύθυνε τὸ γνωστὸν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσε πρὸς ὑμᾶς ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, πρὸς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐρωτῶν αὐτὸ οὐχὶ ἂν ὑπῆρχε τρόπος, ἵνα παραμείνῃ ὁ κ. Βλαχογιάννης, ἀλλ’ ἄν ὑπῆρχε τρόπος ἵνα τὸν ἀπολύσῃ. Καὶ εἶνε ἀληθὲς ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου θέλουσα ἴσως νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἀπήντησεν ὅτι πραγματικῶς ἡ μὴ τήρησις τῶν διατυπώσεων αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ κ. Βλαχογιάννη δίδει χώραν καὶ ἀποτελεῖ νόμιμον λόγον πρὸς ἀπόλυσιν αὐτοῦ, ὑπῆρξεν ὅμως καὶ μειοψηφία ἡ ὁποία ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρίδῃ τὸ ἐπισήμως λαβὸν χώραν γεγονός, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ λαμβάνουσα γνῶσιν τῆς ὑπάρξεως τῆς συλλογῆς καὶ γνωρίζουσα ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον πρὸς ὑμᾶς, τὰ λαβόντα χώραν ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ, ἔγραψε πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἀρχείων καὶ εἶπεν ὅτι ἐπιτρέπει τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν παρ’ αὐτῇ καὶ ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀπαντήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι δὲν εἶχε χῶρον καὶ ἀνέμενεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ εὕρῃ χῶρον ὅπως κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα παρ’ αὐτῇ. Καὶ ἡ μειοψηφία τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἔχουσα γνῶσιν ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐτόλμησε νὰ διατυπώσῃ τὴν γνώμην της καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἐφ’ ὅσον οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ κ. Βλαχογιάννη μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ τῶν ἀρχείων, βεβαίως ὁ κ. Βλαχογιάννης δὲν ἐγένετο ἔνοχος ἀπολύσεως αὐτοῦ, διότι μόνον περὶ ἀπολύσεως αὐτοῦ ἐπρόκειτο, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ διώξεως ποινικῆς. Ἡ μειοψηφία αὕτη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου φαίνεται ὅτι εἰς τὸν κ. Μιχελιδάκην, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔδωκε καὶ χαρακτηρισμὸν προσωπικόν, ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζω, ἔδωκεν ἀφορμὴν ἵνα μὴ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσῃ τὴν γνώμην αὐτὴν καὶ ἐκάλεσε καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοὺς συνεβουλεύθη ἂν πράγματι ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ ἀπολύσῃ τὸν κ. Βλαχογιάννην ἢ ἄν πρέπῃ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας. Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν, εἶπον εἰς τὸν κ. Μιχελιδάκην ὅτι δὲν ἵσταται νομικῶς ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν μᾶλλον ὀρθὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας. Καὶ τοῦτο ἠναγκάσθη νὰ πράξῃ ὁ κ. Μιχελιδάκης καὶ ὁ κ. Βλαχογιάννης δὲν ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἱστορία τῆς γνώμης τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ αὐτὴ εἶνε ἡ ἱστορία τοῦ νομικοῦ τρόπου τῆς κτήσεως τοῦ ἀρχείου τούτου παρὰ τοῦ κ. Βλαχογιάννη. Ὅπως εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν πρόκειται παρὰ περὶ ἐκτελέσεως ἀποφάσεως, ἡ ὁποία εἶχε ληφθῇ κατ’ οὐσίαν καθ’ ὃν χρόνον ὁ σχετικὸς νόμος προετάθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀποφάσεως, τῆς ὁποίας καὶ τότε ἔλαβε γνῶσιν ἡ Βουλή, ὅπως ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ. Ἑπομένως νομίζω λίαν δεδικαιολογημένον τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ ὅπως ψηφισθῇ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§90Γ. ΠΩΠ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας τοὐλάχιστον ἐμὲ δὲν μὲ κατέστησε σοφώτερον εἰς γνώσεις. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐπὶ τῶν δύο σημείων, τὰ ὁποῖα ἔθιξα. Τὸ ἕν σημεῖον εἶνε αἱ ἀντιρρήσεις περὶ τοῦ ἄν νομίμως ἢ ὄχι κατέχῃ ὁ κ. Βλαχογιάννης τὴν συλλογὴν τῶν ἐγγράφων. Τὸ δεύτερον σημεῖον εἶνε ἄν ὁ κ. Βλαχογιάννης συνεμορφώθη πρὸς ῥητὴν διάταξιν τοῦ σχετικοῦ νόμου καὶ ἄν μὴ συμμορφωθεὶς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην ἐξέπεσε τοῦ δικαιώματος νὰ κατέχῃ τὰ ἔγγραφα αὐτά. Ἐπὶ τοῦ πρώτου σημείου περιωρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀναγομένων εἰς τοὺς χρόνους τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι ταῦτα ἐπωλοῦντο μὲ τὴν ὀκᾶν ἐπὶ τῇ διαταγῇ τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ θέσῃ χεῖρα καὶ ἐπὶ ἑνὸς φακέλλου, ἵνα πωλήσῃ αὐτὸν χωρὶς πρῶτον νὰ ὑπάρξῃ ἐπίσημος πρᾶξις. Ὤφειλε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀντὶ νὰ ἀναπολήσῃ τὴν ἱστορίαν τῶν πραγμάτων νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα τὰ κατακυροῦντα τὴν ἱστορίαν. Ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ φέρῃ ἐνώπιον ἡμῶν ἵνα μᾶς πείσῃ —πρῶτος δὲ μετὰ πάσης χαρᾶς θὰ ἐπειθόμην—τὸ πρακτικὸν τῆς δημοπρασίας, διὰ τῆς ὁποίας εἷς ἀνώτατος λειτουργὸς τοῦ Κράτους κατέχων καὶ δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐξῆγε καὶ ἐπώλει.
§91Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριε συνάδελφε, ἀπὸ τὸ ἔτος 1855, νομίζω, ὅτι ἐπωλήθησαν. Θέλετε νὰ σᾶς φέρω πρακτικὸν δημοπρασίας τοῦ ἔτους 1855;
§92Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ πρακτικὸν τῆς δημοπρασίας μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, παρακαλῶ νὰ ζητηθῇ εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ κ. Βλαχογιάννη, ἴσως εὑρεθῇ ἐκεῖ καὶ οὕτως νὰ πιστοποιήσωμεν τὸ κῦρος τῆς ἄλλης ἀγορᾶς. Ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν συμβαίνει τοιοῦτον τι πρόκειται νὰ ἀφήσωμεν ἄνευ ἐρεύνης τὸ θέμα καὶ διὰ τὸ ἔργον τοῦτο, ἔχομεν νέαν σειρὰν ἐγγράφων. Εἶνε τὰ ἔγγραφα τὰ πωληθέντα προσφάτως κατ’ αὐτὰς ταύτας τὰς βεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Γερουσίας καὶ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ἐν τῇ Βουλῇ. Πῶς ἐπωλήθησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα; Ἐὰν ἐπωλήθησαν διὰ δημοπρασίας, βεβαίως θὰ ὑπάρχῃ πρακτικὸν δημοπρασίας. Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπῆρξε πρόεδρος Βουλῆς, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπῆρξε Διευθυντὴς τῶν Γραφείων καὶ τῶν ἀρχείων τῆς Βουλῆς ὁ ὁποῖος νὰ ἐπώλησε τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἄνευ δημοπρασίας, διότι ὅλη ἡ σειρὰ τῶν ὑπαλλήλων τούτων τῆς Βουλῆς τῶν ἀπὸ 30ετίας τοὺς ὁποίους καὶ ἀπὸ φήμης καὶ ἀπὸ προσωπικῆς γνωριμίας πάντες ἐξετιμήσαμεν μέχρι σήμερον, ἦσαν ἀνίκανοι νὰ μετάσχωσι πράξεως ποινικῶς διωξίμου, οἵα θὰ ἦτο ἡ ἐξαγωγὴ ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ πώλησις μὲ τὴν ὀκᾶν ἐγγράφων τῆς Βουλῆς ἄνευ δημοπρασίας, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν θὰ ἦτο ἁπλῆ ὑπεξαίρεσις, ἀλλὰ θὰ ἦτο χυδαία ὑπεξαίρεσις. Καὶ ἑπομένως ἔχω τὴν ἀξίωσιν διὰ τὸ μέρος τοῦτο τοὐλάχιστον τῶν ἐγγράφων νὰ κομισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ πρακτικὸν τῆς δημοπρασίας, ἵνα ὄντως πεισθῶμεν ὅτι οὕτω νομίμως περιῆλθον εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ κ. Βλαχογιάννη τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Παρακαλῶ δὲ κ. Πρόεδρε, ἄν δὲν πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν αʹ ἀνάγνωσιν, νὰ ζητηθῇ διὰ τῆς ὑπηρεσίας ἡ κατάθεσις τῶν πρακτικῶν τῆς δημοπρασίας ὅλων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς. Τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον τιμῆς καὶ μέρος τῆς αὐθαιρέτου ἐξουσίας ἑνὸς Προέδρου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, θὰ θελήσητε νὰ φέρετε εἰς φῶς τὶ ἔπραξαν οἱ προκάτοχοι ὑμῶν, ἐὰν οὗτοι ἀθετοῦντες τὰ καθήκοντα αὐτῶν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν φύλαξιν πολυτίμων ἐγγράφων ἐπέτρεπον εἰς ὑπαλλήλους αὐτῶν ἢ ἔδιδον διαταγὰς νὰ πωλῶσι ταῦτα, κλέπτοντες ἐκ τῶν ἀρχείων, μὲ τὴν ὀκᾶν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ δεύτερον μέρος, ἀφοῦ ἔχομεν κατὰ τὸ ἔτος 1855 ἕνα Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου......
§93Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Δὲν ἔγινε μία πώλησις, ἐπανειλημμέναι πωλήσεις.
§94Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω τὴν πρώτην, τοῦ 1855. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ ἡλικία τοῦ κ. Βλαχογιάννη εἶνε πολὺ νεωτέρα τῶν ἐγγράφων καὶ συνεπῶς δὲν εἶνε ὁ κ. Βλαχογιάννης, ὁ ὁποῖος ἔκαμε παρατηρήσεις πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ τὴν πώλησιν, ἀλλὰ πρὸς ἄλλον Πρόεδρον, πωλοῦντα τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ χαρτοποιεῖον. Ὡς δὲ γνωρίζετε, χαρτοποιεῖον ἐν Ἑλλάδι πρὸ ὀλίγων δεκαετηρίδων ἔχει ἱδρυθῇ καὶ συνεπῶς οὐδόλως παράδοξον ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἢ τοὐλάχιστον τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἀνεμίχθησαν, νὰ ὑπάρχουν καὶ σήμερον ἀκόμη. Εἶνε δὲ ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐὰν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοῦ 1855, ἂς μὲ συγχωρήσῃ ἡ μνήμη του, δὲν ἦτο τόσον εὐλαβὴς πρὸς τοὺς νόμους, ὡς ἠθέλησε νὰ τὸν παραστήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πρὸ 10 ἐτῶν ἀναμφισβητήτως εἶχε γνῶσιν καὶ τῆς θέσεως αὐτοῦ καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του. Ἑπομένως θὰ ὑπάρχῃ πρακτικὸν δημοπρασίας. Παρακαλῶ συνεπῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸ πρακτικὸν τοῦτο τῆς δημοπρασίας τῆς πωλήσεως εἰς τὸ χαρτοποιεῖον μὲ τὴν ὀκᾶν τῶν δημοσίων ἐγγράφων, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ τρίτον μέρος. Ἀφοῦ οἱ Πρόεδροι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἦτο ἀνάγκη νὰ καταδειχθῶσι, ἵνα ὁ Βλαχογιάννης πωλήσῃ τὰ ἔγγραφα μετὰ μείζονος θάρρους καὶ ἀξιοπρεπείας, ὡς ἐστερημένοι πάσης εὐλαβείας πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἦτο ἀνάγκη, καὶ χάριν τοῦ αὐτοῦ πωλητοῦ, νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νομικὸν συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἡ πλειοψηφία εἶνε ἀνίκανος νὰ κρίνῃ τὰ πράγματα συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον, ἀλλ’ εἶνε πλειοψηφία νομικοῦ συμβουλίου συρομένου ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν, ἵνα ἐκπληροῖ οὐχὶ τὸ θέλημα τοῦ νόμου, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ ἵνα ἐκπληροῖ τὰς ἐπιταγὰς τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέμεινεν ἠθικόν, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν τῷ νομικῷ Συμβουλίῳ εἶνε ἡ μειοψηφία, καὶ ἡ μειοψηφία αὐτή, ἀναγινώσκω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Βλαχογιάννη, εἶχεν ὑποδείξῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὅτι ὑπῆρχε τρόπος ἵνα μὴ ἀπολύσῃ τὸν ὑπ’ ἐκεῖνον προστατευόμενον ὑπάλληλον. Διότι ἡ μειοψηφία τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον διεσύρθη τὴν ἑσπέραν ταύτην κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὴν μειοψηφίαν αὐτὴν τὴν ἐδημιούργησεν εἷς προστάτης αὐτοῦ ἀγαθὸς ἀνήρ, τίμιος ἀνήρ, συμπονῶν πρὸς τοὺς πάσχοντας καὶ μὴ θέλων νὰ ἀπολύσῃ τὸν Βλαχογιάννην καὶ νὰ διώξῃ αὐτὸν ποινικῶς, ἐδημιούργησε μειοψηφίαν ἵνα ἔχῃ στήριγμα καὶ διετήρησε αὐτὸν ἐν τῇ θέσει. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὸ πρωτοφανὲς φαινόμενον ἕν νομικὸν συμβούλιον διὰ πράξεως αὐτοῦ, ἀποτελούσης μήνυσιν ἐναντίον ἀνωτάτου ὑπαλλήλου, νὰ προκαλῇ ὄχι πλέον τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, βλέπομεν τὸ νομικὸν τοῦτο συμβούλιον προπηλακιζόμενον ἵνα εὑρεθῇ ἕν στήριγμα ὑπὲρ τοῦ προστατευομένου καὶ ἑπομένως ἐντίθεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καθῆκον, ἐπικαλοῦμαι δὲ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι πάντες θὰ συμφωνήσητε ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως καὶ ἐρωτηθῇ ἐκ νέου τὸ νομικὸν συμβούλιον νὰ ἀποφανθῇ ἄν ὀρθῶς γίνεται ἡ σύμβασις καὶ ὀρθῶς τὸ Κράτος ἀγοράζει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ ἀνήκουσι. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα. Καλεῖται λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ πρακτικὰ τῶν δημοπρασιῶν τῆς πωλήσεως δημοσίων ἐγγράφων καὶ νὰ ἀποστείλῃ ἐρώτημα πρὸς τὸ νομικὸν συμβούλιον ἵνα ἴδωμεν ἄν τὸ νομικὸν συμβούλιον εἶνε δοῦλον τοῦ ἑκάστοτε κρατοῦντος ἢ εἶνε, ὅπως καὶ πιστεύω, πρόσωπον κατ’ ἐξοχὴν ἠθικόν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§96Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως δὲν εἶμαι τόσον λόγιος ὥστε νὰ γνωρίζω τὴν ἀξίαν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας συνάδελφος εἶνε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ πολὺ καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θέλω νὰ παρατηρήσω καὶ κατεδείχθη ἐκ τῆς προχθὲς γενομένης συζητήσεως καὶ τῆς σήμερον, εἶνε ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν παρ’ οὐδενός, νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ νομιμότης τῆς κατοχῆς τῶν ἐγγράφων ἐκ μέρους τοῦ κατέχοντος καὶ πωλοῦντος ταῦτα σήμερον. Ἐὰν ποτὲ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἀνῆκον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἢ εἰς ἰδιωτικὰς Σχολὰς ἔπαυσαν νὰ ἀνήκουν κατὰ νομικὸν ἀξίωμα ἀφ’ ἧς τὸ Δημόσιον ἐστερήθη τῆς κατοχῆς αὐτῶν. Ἐὰν ἐστερήθη τῆς κατοχῆς εἴτε διὰ δημοπρασίας εἴτε διὰ κλοπῆς, εἴτε διότι αὐτὰ τὰ ἐθεώρησε ἄχρηστα καὶ τὰ ἀπέρριψεν, ἐκεῖνος ὅστις κατώρθωσεν εἴτε δι’ ἀγορᾶς εἴτε διὰ περισυλλογῆς ἐν τοῖς ὁδοῖς νὰ συλλέξῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ὄχι μόνον εἶνε κάτοχος τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ἀλλὰ εἶνε καὶ ἄξιος συγχαρητηρίων διὰ τὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμε. Ἡ σήμερον ἀναπτυσσομένη θεωρία ὅτι τὰ ἔγγραφα ἀνήκουσιν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου καὶ μετὰ τὴν στέρησιν τῆς κατοχῆς, λέγω, ὅτι τὸ πρῶτον ἐμφανίζεται ἐν τῇ Βουλῇ ἐνῷ οὐδέποτε εἰς τὸ παρελθὸν προκειμένου περὶ αὐτῶν τούτων τῶν ἐγγράφων ἦλθεν εἰς τὴν διάνοιαν, εἴτε τῆς κυβερνήσεως, εἴτε τῆς παρούσης, εἴτε ἄλλης ἀρχῆς, ὥστε νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν κυριότητα καὶ τὴν κατοχὴν τοῦ Βλαχογιάννη. Δὲν εἶνε ἡ περίοδος καὶ τὸ γνωρίζει ὁ κ. Συνάδελφος πολὺ καλλίτερον ἐμοῦ ὡς περισσότερον καταγινόμενος, δὲν εἶνε ἡ περίοδος τοῦ 1913 καὶ 1914, καθ’ ἣν ἐμφανίζεται ὁ Βλαχογιάννης κάτοχος τῆς συλλογῆς αὐτῆς; Ἀπὸ τὸ 1892 μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει τόμος ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τὸ Ἀρχεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ἐκεῖ δὲ ἔχει γράψει αὐτὸς ὁ Βλαχογιάννης ὅτι εἶναι κάτοχος συλλογῆς βιβλίων καὶ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς πωλεῖ σήμερον, κακίζει τὰς τότε διαφόρους ἀρχὰς ὅτι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα διεσπάρησαν καὶ ὅτι αὐτὸς κατώρθωσε νὰ τὰ περισυλέξῃ καὶ νὰ τὰ ταξινομήσῃ ὥστε ἐν γνώσει ἦσαν καὶ ἡ Εἰσαγγελία καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ αἱ ἀστυνομίαι καὶ ὡς εἶπον προχθὲς ὅλαι αἱ ἀρχαί. Ἀπὸ τοῦ 1892 ὑπάρχει εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς τόμος ἐν τῷ ὁποίῳ ὁμιλεῖ περὶ τῆς συλλογῆς αὐτῆς καὶ θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του κάτοχον διὰ τῆς ἐκδόσεως δὲ αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἐδαπάνησεν ὁ Δῆμος Ἀθηναίων ἀρκετὸν ποσόν, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Δήμαρχος Μερκούρης, τὸν ὁποῖον ἐξυμνεῖ ὁ Βλαχογιάννης, διότι ἐδαπάνησε διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ τόμου αὐτοῦ διὰ τὸ Ἀρχεῖον τῶν Ἀθηνῶν. Μετὰ τοῦτο ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἀρχείων τοῦ Κράτους, ἀπὸ τότε καὶ καὶ πλέον, ἀφ’ ἧς ἐγένετο νόμος δυνάμει τοῦ ὁποίου τοποθετοῦνται τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἰς τὰ ἐπίσημα ἀρχεῖα τοῦ Κράτους, ἀπὸ τότε βεβαίως πᾶν ἔγγραφον ἐξερχόμενον ἐκ τῶν ἀρχείων εἶνε προϊὸν κλοπῆς. Λέγω μετὰ λύπης μου ὅτι μέχρι τοῦ 1914 δὲν ὑπῆρχε νόμος καίτοι νόμος περὶ γενικοῦ ἀρχείου τοῦ Κράτους ὑπῆρξεν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Καποδιστρίου. Ὁ Καποδίστριας ἐν τῇ σμικρότητι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους εἶχε τότε καὶ ἐμερίμνα καὶ ἐπρονόει περὶ τῆς ὅλης τότε ἐποχῆς ἐπρονόησε καὶ περὶ ἱδρύσεως γενικοῦ ἀρχείου τοῦ Κράτους, τότε μόνος του. Μετὰ τὸν Καποδίστριαν ἐξέλιπεν τὸ γενικὸν ἀρχεῖον τοῦ Κράτους. Καταργηθέντος τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ συνεπῶς τῆς συστάσεως γενικοῦ ἀρχείου δυνάμει νόμου πάλιν μετεβιβάσθησαν ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ μέχρι τότε ὑπάρχοντα εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἵνα φυλάσσωνται ἐκεῖ καὶ ἐκεῖθεν ἔλαβον τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος.
§97Γ. ΠΩΠ. Δὲν τὴν γνωρίζω. Νὰ μοὶ δώσητε τὸ πρακτικὸν τῆς δημοπρασίας.
§98Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ δημοπρασίας.
§99Γ. ΠΩΠ. Τὰ ἐπωλοῦσαν μὲ τὴν ὀκᾶν.
§100Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι ἐγὼ τὴν μαρτυρίαν σας ἐὰν εἰς διάφορα παντοπωλεῖα δὲν συναντήσατε τοιαῦτα.
§101Γ. ΠΩΠ. Πῶς; Ὑπάρχει καὶ ποινικὴ ἀγωγή, ὑπάρχουν ἀστυνομικαὶ διατάξεις.
§102Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον εἶνε νὰ φυλάττωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, μετὰ τοῦτον εἰς τὸ γενικὸν ἀρχεῖον.
§103Γ. ΠΩΠ. Αὐτὰ ἐπωλήθησαν.
§104Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα.
§105Γ. ΠΩΠ. Πῶς ἐπωλήθησαν; ἢ τὰ ἔκλεπτεν μὲ τὸν κλητῆρα ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου ἢ διὰ δημοπρασίας.
§106Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπωλοῦντο, ὡς πᾶν ἀνάξιον πρᾶγμα ὅταν πρόκειτα νὰ μεταφερθῇ ἀρχεῖον, τὰ περνοῦσι δωρεὰν καὶ τὰ πωλοῦν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἴχατε τὴν ὑπομονὴν οὔτε σεῖς, οὔτε ἐγὼ νὰ κατατρίψητε τὸν βίον σας εἰς τὴν περισυλλογὴν αὐτῶν, εὑρέθη ὁ συλλέκτης αὐτῶν τῶν ἐγγράφων. Ὑπάρχει δὲ καὶ τόμος εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς περὶ αὐτῶν. Βεβαίως ἐθεώρησα ἐπαινετὴν τὴν πρᾶξιν ἐκείνου ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ περισυλλέξῃ αὐτά, διότι τὰ πλεῖστα, ἐὰν ὄχι ὅλα, ἀποτελοῦσι διὰ τὴν ἱστορίαν πολύτιμον θησαυρὸν τοῦ τόπου μας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλω νὰ ἀντικρούσω ὅτι ἡ νομιμότης, ἡ κατοχὴ καὶ ἡ κυριότης τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ Βλαχογιάννη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ παρ’ οὐδενὸς ὅπως καὶ ἠμφισβητήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶνε νόμιμος κάτοχος ὁ Βλαχογιάννης καὶ ὡς τοιοῦτον τὸν ἀνεγνώρισεν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰσηγήσατο τὸν νόμον περὶ γενικοῦ ἀρχείου τοῦ Κράτους καὶ ἐψήφισεν ἐὰν ἴδῃ τις τὴν ἔκθεσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ θὰ ἴδῃ ὅτι ἐκτὸς αὐτῆς ἀναφέρεται ῥητῶς ὅτι ὁ Βλαχογιάννης εἶνε κάτοχος συλλογῆς ἐγγράφων κλπ. καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὴν τὴν προμήθειαν διωρίσθη καὶ γενικὸς διευθυντὴς τῶν ἀρχείων τοῦ Κράτους, διότι δὲ διωρίσθη γενικὸς Διευθυντὴς δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν κανεὶς νὰ ἀπωλέσῃ τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν. Καὶ θὰ ἠρώτων ἐὰν δὲν διορίζετο γενικὸς Διευθυντὴς τῶν ἀρχείων τοῦ Κράτους αὐτὴ ἡ περιουσία θὰ ὑφίστατο εἰς αὐτὸν ἢ ὄχι; ἐδικαιοῦτο νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ κανείς, ἐὰν ἐδικαιοῦτο θὰ τὴν εἶχεν ἀφαιρέσῃ; Αὐτὸς εἶνε νόμιμος κάτοχος καὶ κύριος, ἄλλως ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν ἐγὼ κρίνων ἀναρμόδιον ἐμαυτόν, τὴν ἁρμοδιότητα τὴν ἔχουσι οἱ εἰδικοὶ καὶ νομίζω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκ Καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἀπεφάνθη, ἐγὼ δὲ ἢ θὰ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην τῶν ἀποτελεσάντων τὴν Ἐπιτροπὴν ἢ ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω ἐμαυτὸν ἀναρμόδιον νὰ ἀποφανθῶ περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο μέρος, βεβαίως ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐγένετο διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Βλαχογιάννη. Ἀλλὰ θὰ ἠρώτων διατί ἀπορεῖτε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀκολουθεῖ τὴ γνώμην τῆς πλειοψηφίας;
§107Γ. ΠΩΠ. Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι σᾶς εἶπον διὰ νὰ περιφρουρήσῃ ἕνα πιστὸν θεράποντα.
§108Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐνῷ δὲν κατηγοροῦμεν τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, πῶς κατηγορεῖται ἕνα Ὑπουργόν;
§109Γ. ΠΩΠ. Γνωρίζω ὅτι τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἰσχυρίσθη ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἠκολούθησε τὴν πλειοψηφίαν......
§110Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου ὡς μεροληπτήσαντος ὑπὲρ τοῦ Βλαχογιάννη.
§111Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἀνέγνωσα τὰ ἔγγραφα.
§112Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δικαίωμά σας εἶνε δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐγγράφων. Ὁ τότε Ὑπουργὸς καὶ οἱ ἄλλοι δὲν ἔκαμαν ἄλλο παρὰ νὰ πωλᾶνε ὅπως ἐπούλησαν. Λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἠκολούθησε τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας τοῦ συμβουλίου, θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν περιορίζεται ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου μόνον συμβουλευτικὴ εἶναι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορήσετε τὸν τότε Ὑπουργὸν εἴτε τὸν σημερινὸν ὅτι δὲν ἠκολούθησε τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τοῦ νομικοῦ συμβουλίου οὔτε νὰ εἰπῆτε ὅτι δὲν ἠκολούθησε τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας. Εἶναι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἀκοληθήσῃ ὅποιαν γνώμην θέλει.
§113Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§114Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν ὅταν καὶ ἄν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας, ἢ ἡ γνώμη τῆς μειοψηφίας, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ ἀκούσῃ καμμίαν γνώμην, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀκούσῃ τὴν συνείδησίν της καὶ ἐφ’ ὅσον τῆς λέγω ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ εἶναι ὀρθὴ καὶ εἶναι συμφέρον τοῦ Κράτους νὰ ἀποζημιώσῃ τὸ ἔργον τοῦ Βλαχογιάννη καὶ τὸν ζῆλον τὸν ὁποῖον κατέβαλλε διὰ τὴν συλλογὴν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν καὶ ἐφ’ ὅσον θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀπόκτημα διὰ τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἄν νομίζῃ ὅτι δὲν συμφέρει ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους νὰ τὰ ἀγοράσῃ τὸ Ἑλληνικὸν κράτος, νὰ τὸ ἀπορρίψῃ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§116Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐξέλεξε πολὺ κακὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ μᾶς παράσχῃ τὰς ὡραίας αὐτὰς στιγμὰς καὶ ὡμίλησε μὲ ἐπιχειρήματα θαυμάσια καὶ εὐγλωττότατα, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸν βοηθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ ὁ καλύτερος δικηγόρος εἰς μίαν ὑπόθεσιν κακὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τίποτε διότι ἡ ὑπόθεσις εἶνε καταδικασμένη. Καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν γνωμοδότησιν τοῦ νομικοῦ συμβουλίου καὶ ἴδετε μὲ πόσα ἐπιχειρήματα ἔρχεται καὶ λέγει ὅτι συντρέχουν λόγοι ὄχι μόνον νὰ μὴ ἀποζημιωθῇ διὰ τὸ ἔργον του ὁ Βλαχογιάννης ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ ἀπολυθῇ διότι δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον διότι εἶναι ἐν τάξει ὁ κ. Βλαχογιάννης μὲ τὸν τύπον τοῦ νόμου.
§117Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι τύπος, εἶναι ἡ οὐσία τοῦ νόμου.
§118Ν. ΞΗΡΟΣ. Καὶ ἑπομένως εὑρίσκονται ἐν ἀδίκῳ οἱ μειοψηφοῦντες σύμβουλοι τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω ποῖοι εἶναι. Ἀλλὰ κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο ἡ γνωμοδότησις τοῦ νομικοῦ συμβουλίου ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν διὰ τὸν Ὑπουργόν; ὁ κ. Μιχελιδάκης εἶπε ὄχι, εἰς τὰ 1916 τὸν Φεβρουάριον καὶ εἶπε ὅτι εἶναι ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ ὄχι τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμε ὁ κ. Βλαχογιάννης πῶς περιῆλθον εἰς τὴν κατοχήν του αὐτὰ ἀποδεικνύουν ὅτι εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἀλλὰ τὸ περιεργότερον εἶναι τοῦτο ὅτι ἀποδίδετε εἰς τὴν κατοχὴν αὐτὴν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν ὅτι ἐκ κλοπῆς περιῆλθον εἰς αὐτόν, ὅτι ἐγένετο κάτοχος κλοπιμαίων ἐν γνώσει ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι πῶς μίαν ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν συλλέγει μόνος του ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα τὸ κράτος μόνον του ἐπώλησε δηλ. ἀπεξενώθη ἑκουσίως τῆς κατοχῆς καὶ τώρα ἔρχεται καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς νὰ τὰς ἀφυπνίσῃ καὶ νὰ τοὺς ὑποδείξῃ τὴν χρησιμότητα τῶν ἐγγράφων αὐτῶν καὶ εὑρισκόμεθα ἡμεῖς, εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὁ ὁποῖος τόσας πολυτίμους ὑπηρεσίας προσέφερε καὶ τοῦ λέγωμεν ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ τοῦ ἀρνηθῶμεν πᾶσαν ἀμοιβὴν διὰ τὸν κόπον τὸν ὁποῖον κατέβαλλε ἀλλὰ τολμῶμεν ἀκόμη ἀναμιμνησκόμενοι παλαιὰν ἐποχὴν τοῦ Δεληγιάννη οἱ ὁποῖοι ἐκόπτοντο προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος διεξονυχίζοντες δὲν ἠξεύρω τὶ καὶ νὰ εἰποῦμεν ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶσαι ἄξιος ἀμοιβῆς ἀλλὰ καὶ καταδιώξεως ποινικῶς καὶ σὺ ὁ ὁποῖος ἔκανες ὅτι δὲν ἔκανε τὸ ἐπίσημον κράτος πρέπει νὰ ῥιφθῇς εἰς τὰς φυλακὰς διὰ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ κράτους διότι τοῦ ἔκαμες τόσας ὑπηρεσίας.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Ἀργυρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§120Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν νομίζω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ αὐτὴ ἡ Βουλή, οὔτε πρέπει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.......
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ δὲν πρέπει; ἡ φράσις αὐτὴ δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὴ νὰ τὴν ἀνακαλέσετε, διότι προσβάλλει τὴν Βουλήν.
§122Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀφήσετε πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν ἐξακολουθήσετε ὅπως ἀρχίσατε δὲ σᾶς τὸ ἐπιτρέπω.
§124Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ποῖον τὸ ἄτοπον καὶ ποῖον τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν ἐν τῇ φράσει;
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ λέξις «πρέπει».
§126Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Τὴν γνώμην αὐτὴν ἐσχημάτισα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἔρριψα ἕν βλέμμα εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν καὶ ἐξεπλάγην ὅταν εἶδον εἰσηγούμενον Ὑπουργὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπικύρωσιν συμβάσεως ἀγορᾶς πραγμάτων, ἐγγράφων ἀνηκόντων εἰς τὸ δημόσιον ἐνῷ εἴμεθα ἐν πλήρῃ γνώσει τῆς ἱστορίας τῶν ἀρχείων καὶ τῆς ἱστορίας τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἀρχείων τοῦ κράτους, γνωρίζω ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἡ κοινὴ γνώμη ἐν Ἑλλάδι ὑποβάλλεται εἰς μεταβολὴν περὶ ἐκείνου τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον διατυμπανίζοντος εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα τὸ ἔργον τοῦ κ. Βλαχογιάννη. Δὲν ἔχω κανένα προσωπικὸν λόγον μαζύ του, δὲν ἔχω τὴν τιμὴν κἄν νὰ τὸν γνωρίζω ἀλλὰ ἐπιβάλλεται ὅταν ὁλόκληρος ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ γενικῶν ἀρχείων τοῦ κράτους ὁ ὁποῖος προβλέπει τὴν σημερινὴν σύμβασιν νομίζω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ Κυβερνόντες εὑρέθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐπιβολῆς τὴν ὁποίαν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐξασκῆ ὁ κ. Βλαχογιάννης. Ὅταν δὲ ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀποκαλύπτεται τόσον μακρά, περιπετειώδης καὶ δυσαναγνώριστος ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἡ ἱστορία τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα κατέχει ὁ κ. Βλαχογιάννης, διπλασιάζεται ἡ ἔκπληξίς μου ὅτι διὰ πέντε παραγράφων ἁπλῶν εἰσηγῆται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παρόμοιον σχέδιον νόμου, προτείνων εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀγοράσῃ τὸ κράτος τὰ ἴδια αὐτοῦ ἔγγραφα. Καὶ πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς τοὺς βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν γνῶσιν τῆς ἱστορίας αὐτῆς ὁ εἰσηγητὴς Ὑπουργός, δὲν ἠξίωσε νὰ δώσῃ τὴν καλυτέραν ἐξήγησιν πῶς ὁ κ. Βλαχογιάννης εὑρέθη κάτοχος αὐτῶν τῶν δημοσίων ἐγγράφων. Ὁ νόμος περὶ ἀρχείων τοῦ Κράτους ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ ἐπιβολῇ τῆς κοινωνίας ἐκ τῆς διαφημίσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ κ. Βλαχογιάννη, νομίζω δὲ ὅτι δὲν δύναται νὰ παροραθοῦν αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§128Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐκτιμήσω τὸν λόγον τῆς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀντιδράσεως ἐφ’ ὅσον ἅπαντες συμφωνοῦσιν εἰς τὸ σημεῖον ὅτι ἡ ἐργασία τοῦ κ. Βλαχογιάννη πρέπει νὰ ἀμειφθῇ. Γνωρίζω, κύριοι, κατὰ τίνα τρόπον συνελέγοντο τὰ ἔγγραφα αὐτά. Εἶναι ἀναντίρρητον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βλαχογιάννης, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶχε καταστῆ μανιακὸς μεταβαίνων ἀπὸ μπακάλικον εἰς μπακάλικον, ἀπὸ μάνδραν εἰς μάνδραν, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἀργυρὸς καὶ τὸ ὁποῖον τοῦ ἐφάνη περίεργον καὶ ἐξέπληξε, ὅτι εὑρέθησαν πολλὰ ἔγγραφα ὁμοῦ καὶ ἠγοράσθησαν τοῦ αὐτοῦ ἔτους εἶναι πολὺ φυσικόν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τὰ ἠγόραζεν ἕνας, τὰ ἐπήγαινεν εἰς μίαν μάνδραν ἡ ὁποῖα εὑρίσκεται εἰς τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς, ἐκεῖθεν δὲ μετέβαινον οἱ μικροπαντοπῶλαι ἢ ἄλλοι ἔχοντες ἀνάγκην τοιούτων ἐγγράφων καὶ ἠγόραζον αὐτά. Ἀπὸ αὐτὰς δὲ τὰς μάνδρας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκοντο κατὰ σωροὺς τὰ δημόσια ἔγγραφα ἐπρομηθεύοντο οἱ μπακάληδες.
§129Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Καὶ τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ θὰ τ’ ἀγοράσῃ τὸ κράτος ἀπὸ 5 δραχμάς.
§130Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐὰν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπωλήθη εἰς τὴν μάνδραν καὶ τὸ ὁποῖον τὸ δημόσιον δὲν ἐφρόντισε νὰ τὸ φυλάξῃ εἶχεν ἱστορικὴν ἀξίαν τοιαύτην εἰμποροῦσε νὰ τὸ ἀγοράσῃ καὶ 10 χιλ. φράγκα καὶ 50 χιλ. φράγκα. Ἐγὼ παρέστην μάρτυς μὲ τὸν Μωραϊτίνην τὸν ἀεροπόρον, ὁ ὁποῖος ἠγόρασε μίαν μικρὰν εἰκόνα ἀντὶ 5 δραχ. καὶ τὴν ἑπομένην τῷ προσέφερον 3 χιλ. δραχ. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀχαϊοήλιδος ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καλῶς κατέχονται ὑπὸ τοῦ κ. Βλαχογιάννη.......
§131Γ. ΠΩΠ. Ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν πῶς ἐξῆλθον τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἐκ τῶν δημοσίων γραφείων. Τὸ ἔγγραφον δὲν εἶναι ἀντικείμενον περιλαμβάνον τὰς ἰδέας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὸ δημιουργοῦν, εἶναι καὶ ὄγκος ὕλη, εἶναι χάρτης ὁ ὁποῖος διατιμᾶται εἰς χρῆμα. Ἐξῆλθον ὀκάδες ὁλόκληροι αἱ ὁποῖαι δὲν χωροῦσιν εἰς ἕν δωμάτιον, αἱ ὁποῖαι ἐπωλήθησαν χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν, πῶς ἐπωλήθησαν. Ζητοῦμεν τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ἵνα πεισθῶμεν, ὅτι ὄντως τὸ Δημόσιον εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ τῆς περιουσίας τὴν ὁποίαν κατεῖχεν, εἴτε ἀπὸ ἠλιθιότητα ἑνὸς ὑπαλλήλου ἐπώλησε τὴν ὕλην αὐτήν...
§132Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἔστω καὶ ἄν ἀκύρως ἐπωλήθησαν, ποῦ θὰ εὕρητε τὸν ὑπεύθυνον τώρα.
§133Γ. ΠΩΠ. Ἀγοράζωμεν ἔγγραφα τοῦ 1862, τὰ κλαπέντα δὲ δὲν ἔχουσι παραγραφῆ. Δὲν ἤκουσα ποτὲ ὅτι ἡ περιουσία τοῦ Δημοσίου ἀπαλλοτριοῦται, διότι περιῆλθεν εἰς χεῖρας τρίτου.
§134Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οἱ ἀντιλέγοντες ζητοῦν νὰ δοθῇ γεναιοτέρα ἐκ τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ δωρεὰ εἰς τὸν κ. Βλαχογιάννην, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ζητοῦν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ δικαστήριον ὡς ποινικῶς καταδιώξιμος καὶ δὴ εἰς τὰς φυλακάς. Ἐὰν δὲν ζητεῖτε αὐτὸ καὶ θεωρεῖτε, ὅτι νομίμως τὰ κατέχει ὁ κ. Βλαχογιάννης, διατὶ δὲν ἀφίνετε νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, παρὰ νὰ δοθῇ δωρεά. Διὰ ποῖον λόγον;
§135Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Βλαχογιάννη.
§136Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀφοῦ θεωρεῖτε, ὅτι τιμῆς ἕνεκεν πρέπει νὰ δοθῇ δωρεὰ ἐγὼ νομίζω, ὅτι γενναιότερον εἶναι νὰ ἀγοράσῃ τὸ κράτος τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας των.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Δέχεται ἡ βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον)
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Φεβρουρίου 1919 Β. Διατάγματος περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἀπὸ 21 Φεβρουαρίου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ προσωρινῆς ρυθμίσεως τῶν ἐργατικῶν σχέσεων ἐν τῇ καπνοβιομηχανίᾳ, ὡς τροποποιεῖται». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος ἐν Κρήτῃ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως τοπικῶν Ἐπιτροπῶν ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως δημοσίων τελωνειακῶν καταστημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανώσεως τῆς Διοικήσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου νόμου ΓΡϞΗʹ τῆς 6 Μαρτίου 1910». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως νέας προθεσμίας πρὸς ἀνανέωσιν καὶ προεξόφλησιν τῶν πρὸς τὸ δημόσιον παλαιῶν χρεῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξ ἀδιαθέτου κληρονομικῆς διαδοχῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Δ. «περὶ συγκλήσεως συμβουλίου Ἀντιστρατήγων πρὸς ἀναθεώρησιν πινάκων προβιβασμῶν καὶ συντάξεως συμπληρωματικῶν τοιούτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ προβιβασμοῦ ἀνθυπασπιστῶν ἀναπήρων ἕνεκα τραυμάτων, τοῦ παρόντος πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουλίου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ κανονισμοῦ σειρᾶς ἀρχαιότητος Εὐελπίδων ἀποφοίτων ἐκτάκτων ἐκπαιδευτικῶν οὐλαμῶν Θεσσαλονίκης τοῦ ἔτους 1916–1917». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Ἰουλίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ θρησκευτικῆς ὑπηρεσίας Στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουλίου 1919 Ν. Δ. «περὶ διαιρέσεως τῶν διαρκῶν στρατοδικείων εἰς δύο τμήματα». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Φεβρουαρίου 1919 Ν. Δ. «περὶ ἀξιωματικῶν παρανόμως ἀπουσιαζόντων εἰς τὸ ἐξωτερικόν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Δ. «περὶ προσθήκης διατάξεων Στρ. Ποιν. Νομοθεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 27 Αὐγούστου 1919 Ν. Δ. «περὶ προσθήκης εἰδικῶν διατάξεων εἰς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 1227 καὶ 1791 Ν. Δ. καὶ ἀπὸ 4 Ὀκτωβρίου 1919 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 27 Αὐγούστου Ν. Δ. περὶ προσθήκης εἰδικῶν διατάξεων εἰς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 1726 καὶ 1791 π. ἔ. Ν. Διατάγματα». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Δ. «περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπῆς Οἰκονομιῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Δ. περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 130 καὶ 143 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ὑπ’ ἀριθ. 425». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος περὶ συμμετοχῆς καὶ ὑπολοχαγῶν διαχειρήσεως εἰς διαγωνισμὸν Λοχαγῶν Ἐπιμελητείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ἰουνίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου 1544 περὶ αὐξήσεως τοῦ ἡμερησίου ἐπιδόματος συσσιτίου ὁπλιτῶν τῆς ζώνης τοῦ Ἐσωτερικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος περὶ ἀποδοχῶν Ρώσσων Ἀξιωματικῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Στρατόν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Ἰουλίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ χορηγήσεως ἁπασῶν τῶν μερίδων τροφῆς εἰς χρῆμα εἰς τοὺς Ἀξιωματικοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς κατεχομένας πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Αὐγούστου 1919 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ ἀποδοχῶν Ἀξιωματικῶν κλπ. λαμβανόντων ἀναρρωτικὰς ἀδείας δι’ εἰδικὰς περιπτώσεις ἀσθενείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1465 νόμου «περὶ συστάσεως Στρατιωτικοῦ Σχολείου Ἐπιμελητείας καὶ Διαχειρίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1509». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων μελῶν τῆς Γαλλικῆς Στρατιωτικῆς Ἀποστολῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3ης Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 1611 «περὶ κανονισμοῦ εἰδικῶν ἡμερησίων ἐπιδομάτων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τῶν ἐν ἀλλοδαπῇ διαμενόντων ἢ διερχομένων στρατευμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ κανονισμοῦ ἡμερησίου ἐπιδόματος Ἀξιωματικῶν, Ἀνθυπασπιστῶν ὁπλιτῶν καὶ τῶν τούτοις ἐξομοιουμένων, Στρατοῦ Κατοχῆς Μικρᾶς Ἀσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ ἀποδοχῶν νοσηλευομένων πλέον τοῦ διμήνου Ἀξιωματικῶν, Ἀνθυπασπιστῶν καὶ τῶν τούτοις ἐξομοιουμένων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Β. Διατάγματος περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῶν παραλαβῆς ἀγοραζομένου ὑλικοῦ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τραυματισθέντων Ἀξιωματικῶν ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1916 ἕως 31 Μαΐου 1917, συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ 680 νόμου τοῦ 1915 ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ 911 τοῦ 1917». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10]13 Αὐγούστου 1919 Ν. Δ. περὶ τοῦ παρὰ τῇ Διευθύνσει Ἐλέγχου Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν Συμβουλίου Ἐλεγκτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον)
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Μ. Νεγροπόντης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ὑπηρεσίας συγκεντρώσεως καὶ ἐκκαθαρίσεως παρωχημένων δαπανῶν πολέμου». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ν. Πολίτης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν Ζωὴν χήραν Ἐφραΐμ Γκίνη». Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἕνεκεν τῶν ἀπόκρεω δὲν θὰ συνεδριάσωμεν, οὔτε αὔριον, οὔτε μεθαύριον. Θὰ συνεδριάσωμεν τὴν προσεχῆ Παρασκευήν, 7ην τρέχοντος καὶ ὥραν 5 μ. μ. καὶ θὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν Νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5ην μ. μ. τῆς προσεχοῦς Παρασκευῆς. (Ὥρᾳ 8.30 μ. μ.)