1919.12.09
3.127 στίχοι · 24.054 λέξεις · 281 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14η
τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1919
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγιγνώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ Ἄννα χήρα Ν. Παπαδοπούλου, φονευθέντος ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, καὶ μήτηρ τοῦ ἀποθανόντος ὑπαλλήλου τῶν Τ. Τ. Τ., παρακαλεῖ ὅπως τῇ χορηγηθῇ μηνιαῖον ἐπίδομα. Ὁ βουλευτὴς Λυκοῦργος Τσουκαλᾶς, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπὸ διετίας ἀπέλασίν του. Οἱ ἐν Ναυπάκτῳ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, παρακαλοῦσιν ὅπως βελτιωθῇ ἡ σύνταξίς των. Ὁ ἐκ Λεονταρίου, Ἀπόστολος Ἰθωμίτης ἐφευρέτης στρατιωτικοῦ αὐτομάτου ἐπαναληπτικοῦ τυφεκίου μεγάλης δυνάμεως, ζητεῖ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας. Οἱ Πρωτοδίκαι Βερροίας παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, αἱ ἀντιλήψεις τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ συναδέλφων των, προκειμένης τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας των. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Εὔας τῆς Μεσσήνης, παρακαλοῦσι νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ψήφισμα τῆς ΙΙ. Ἑνώσεως τῶν Δημοδιδασκάλων προκειμένου νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ Συνεταιρισμὸς Μπάκλαλη, παρακαλεῖ ὅπως γίνωσι νόμος τοῦ Κράτους αἱ ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις τῶν ἀγροτῶν περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων. Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, ζητεῖ ὅπως βελτιωθῇ ἡ σύνταξις καὶ αὐτῶν καὶ ἡ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀποβιωσάντων τοιούτων. Ἡ ἐκ Κισσάμου, Κρήτης, Μαρία χήρα Στελ. Μαραγκάκη στρατιώτου τορπιλλισθέντος ὑπὸ Γερμανικοῦ ὑποβρυχίου, παρακαλεῖ νὰ τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. Ὁ Ἀσημάκης Πριγόπουλος, ὑπογραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Καλαβρύτων παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ γίνωσι καὶ οἱ ὑπογραμματεῖς ἔμμισθοι. Ἡ Πανελλήνιος Δημοδιδασκαλικὴ Ἕνωσις, ζητεῖ βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν δημοδιδασκάλων, οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲ Διαβολιτσίου καὶ Ἀχλαδοκάμπου ὅπως τροποποιηθῇ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν νομοσχέδιον. Οἱ Ταχ. καὶ Τηλ. ὑπάλληλοι τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεώς των. Ὁ κ. Κ. Σπυρίδης (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) καταθέτει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ 184 νόμου «περὶ Ἐμπορικῶν καὶ Βιομηχανικῶν Ἐπιμελητηρίων». 2) «Περὶ ἐκκαθαρίσεως ἐχθρικῶν περιουσιῶν καὶ συμψηφισμοῦ ἐχθρικῶν χρεῶν». 3) «Περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν». 4) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 181 «περὶ ἀποστολῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ὑποτρόφων πρὸς εἰδικὰς σπουδάς». 5) «Περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν καθηγητῶν πρὸς διδασκαλίαν τῶν ξένων γλωσσῶν ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς σχολαῖς». 6) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ ἀναγραφῆς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας 45.000 δραχμῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ Ζαππείου Μεγάρου καὶ κήπου». 7) «Περὶ μηχανοδηγῶν αὐτοκινήτων, πλοίων καὶ πλοιαρίων». 8) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΒΩΜΔʹ «περὶ περιθάλψεως τῶν ἐν τοῖς μεταλλείοις καὶ μεταλλουργείοις παθόντων καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου ΓϠΠΑʹ (3981) τῆς 7ης Ἰανουαρίου 1912 καὶ 9) «Περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ὑδραυλικῶν δυνάμεων τοῦ παρὰ τὰς Πάτρας χειμάρου Γλαύκου καὶ τῶν παραχειμάρων αὐτοῦ». Ὁ κ. Μ. Νεγροπόντης (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καταθέτει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1555 «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, καὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους». 2) «Περὶ ἀνεγέρσεως ἀποθηκῶν πυρείων ἐν Πειραιεῖ, καὶ περὶ κατασκευῆς τῶν ἐν Πειραιεῖ κεντρικῶν ἀποθηκῶν πετρελαίου τοῦ Δημοσίου» καὶ 3) «Περὶ συστάσεως ἐν Πειραιεῖ Κεντρικῆς ἀποθήκης κινίνης καὶ σακχαρίνης τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης δραχμῶν 1.850.000 δι’ οἰκοδομικὰ ἔργα τοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου». Ὁ κ. Ἀθ. Μιαούλης (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ πληρωμῆς ἐξόδων νοσηλείας ἀνδρῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ νοσηλευθέντων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ». 2) «Περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1919 Ν. Διατάγματος περὶ μισθώσεως οἰκημάτων κλπ. καὶ διὰ τὸ Π. Ναυτικόν». 3) «Περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀχρήστων ὑλικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ». 4) «Περὶ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῆς Ναυτικῆς Βρεττανικῆς ἀποστολῆς». 5) «Περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸ Διεθνὲς Ὑδρογραφικὸν γραφεῖον». 6) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ΓΩΝΕʹ νόμου «περὶ συνδρομῶν καὶ ἑτέρων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὡς ἐτροποποιήθησαν διὰ τοῦ ΔΠʹ νόμου κλπ.». 7) «Περὶ διαφόρων διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων ἁπωσδήποτε ἀπομακρυνομένους» καὶ 8) «Περὶ συστάσεως βαθμοῦ ναύτου τηλεγραφητοῦ καὶ περὶ ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν». Ὁ κ. Κ. Ρακτιβὰν (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια. 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1787 τῆς 26 Ἀπριλίου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1370 τῆς Ἀπριλίου 1918 νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ΓΡΞΕʹ τοῦ 1906 καὶ ΔΣΓʹ τοῦ 1913» καὶ 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1456 τῆς 12 Ἰουνίου 1918 Ν. Διατάγματος «περὶ παροχῆς χρηματικοῦ βοηθήματος εἰς ἀποπεμπομένους ἐκ τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς ἀνθυπασπιστὰς καὶ ὁπλίτας. Ὁ κ. Ἀθ. Μιαούλης (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια. 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Ἰουλίου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ συστάσεως Ναυτικῆς βάσεως ἐν Κωνσταντινουπόλει κλπ.». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Αὐγούστου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ προσλήψεως παρὰ τῇ Βρεττανικῇ Ναυτικῇ Ἀποστολῇ 10 ὑπαξιωματικῶν Βρεττανῶν ὅπως ὑπηρετήσωσι παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Ναυτικῇ Ἀεροπορικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἡμερησίου ἐπιδόματος αὐτῶν». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου 1919 Νομ. Διατάγματος περὶ προσθήκης δευτέρας παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου 548 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Π. Ναυστάθμου». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Ἰουνίου Ν. Δ. «περὶ μετατάξεως εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον ἀρχειοφυλάκων τοῦ Π. Ναυτικοῦ διπλωματούχων Ἐμπορικῶν Σχολῶν καὶ ἀπὸ 25 Ἰουνίου 1919 ὁμοίου περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀνωτέρω». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Ἰουλίου 1919 Ν. Δ. «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον 1735». 6) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Σεπτεμβρίου 1919 Νομ. Διατάγματος «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ 1761 νόμου περὶ ἐκτελέσεως καὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου 1315». 7) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Δ. τῶν ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων καὶ δικαστικῶν πράξεων ἀμφοτέρων τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων τῶν Ναυτικῶν Ἐπιτάξεων». 8) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Δ. «περὶ προσθέτου μισθοῦ τῶν ἀρχικελευστῶν, κελευστῶν, ὑποκελευστῶν κλπ.» καὶ 9) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Σεπτεμβρίου 1919 Νομ. Διατάγματος «περὶ προσλήψεως διαρκοῦντος τοῦ παρόντος πολέμου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, γυναικῶν νοσοκόμων κλπ.». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Κ. Ρακτιβὰν ἀνακοινοῖ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐξεδόθη, ἀπουσιαζούσης τῆς Βουλῆς, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1768 τῆς 27 Μαρτίου 1919 Ν. Διάταγμα, «περὶ παρατάσεως τῆς διὰ τοῦ νόμου 1222 τοῦ 1918 τεταγμένης προθεσμίας πρὸς ἀπόκτησιν ἀδείας ἐξασκήσεως τῶν ἰατρικῶν ἐπαγγελμάτων». Ὁ βουλευτὴς ἐκ Χανίων κ. Α. Κριάρης, ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀποδοχῶν συντάξεων κλπ. τοῦ προσωπικοῦ τῶν σχολείων τῆς Δημοτ. Ἐκπαιδεύσεως». Ἡ τακτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἰς ἣν παρεπέμφθησαν τὰ νομοσχέδια: 1) «Περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν». 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 184 περὶ Ἐμπορικῶν καὶ Βιομηχανικῶν Ἐπιμελητηρίων». 3) «Περὶ ἐκκαθαρίσεως ἐχθρικῶν περιουσιῶν καὶ συμψηφισμοῦ ἐχθρικῶν χρεῶν». 4) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 181 «περὶ ἀποστολῆς εἰς ἀλλοδαπὴν ὑποτρόφων πρὸς εἰδικὰς σπουδὰς» καὶ 5) «Περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν καθηγητῶν πρὸς διδασκαλίαν τῶν ξένων γλωσσῶν ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς σχολαῖς». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνισχύεται διὰ τῶν ἑξῆς προσθέτων μελῶν: Α. Ἀναστασιάδη, Π. Ἀραβαντινοῦ, Ι. Βαλαλᾶ, Κ. Γόντικα, Δ. Ζαμάνου, Ν. Ζαρλῆ, Γ. Μαρῆ καὶ Ν. Ξηροῦ. Ἡ τακτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ὑδραυλικῶν δυνάμεων τοῦ παρὰ τὰς Πάτρας χειμάρου Γλαύκου καὶ τῶν παραχειμάρων αὐτοῦ», ὡς καὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μηχανοδηγῶν αὐτοκινήτων πλοίων καὶ πλοιαρίων», ἐνισχύεται διὰ τῶν ἑξῆς προσθέτων μελῶν: Κ. Γόντικα, Δ. Διαμαντίδη, Χ. Μεϊντάνη, Θ. Μπασιᾶ, Π. Πολυχρονιάδη, Ι. Βαλαλᾶ, Θ. Κωτούλα. Ἡ τακτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Μαΐου ἐ. ἔ. Ν. Δ. «περὶ ἀναγραφῆς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας 45 000 δραχμῶν πρὸς συντήρησιν τοῦ Ζαππείου Μεγάρου καὶ κήπου», ἐνισχύεται διὰ τῶν ἑξῆς προσθέτων μελῶν: Α. Τ. Μπασιᾶ, Α. Ἀναστασιάδη, Ν. Ζαρλῆ, Κ. Σταμούλη καὶ Α. Θανοπούλου. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς πρὸς ποινικὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Ι. Γιαμούζη. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς). Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπολογισμοῦ καὶ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπή, ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: «Περὶ διαθέσεως ἐκ τῶν δημοσίων προσόδων τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Μεσολογγίου ἰχθυοτροφείων καὶ ἁλυκῶν ὑπὲρ τῶν ὑγιεινῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου τούτου». «Περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ 1608 νόμου «περὶ ἱδρύσεως ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ δανείων». «Περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας τοῦ προληπτικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 7 Αὐγούστου 1919 «περὶ ἐκτυπώσεως τῶν ἐντύπων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας». «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 7 Αὐγούστου 1919 «περὶ προσλήψεως δώδεκα ἐκτάκτων ὑπαλλήλων διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ἐκκρεμῶν κτηματικῶν ὑποθέσεων». «Περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 31 Μαΐου 1919 «περὶ αὐξήσεως τῶν τροφείων τῶν ἐν ἀλλοδαπῇ ὑποτρόφων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας». «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Μαΐου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 1038 «περὶ προστασίας τῶν ζώων». «Περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 26 Ἰουλίου καὶ 28 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν καὶ τῶν ἀπαιτήσεων καὶ δικαιωμάτων τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ταμίας» καὶ «περὶ προσλήψεως εἴκοσι προσωρινῶν ὑπαλλήλων τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου πρὸς δοκιμασίαν». «Περὶ κυρώσεως καὶ διορθώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ διαχειρίσεως τῶν δασῶν καὶ φορολογίας δασικῶν προϊόντων». «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν. Διατάγματος «περὶ δανείων ἐπὶ ἐνεχύρῳ καπνοῦ τῶν Νέων Χωρῶν, χορηγουμένων ὑπὸ τῆς Ἐθνιῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Ἰουνίου 1919 Ν. Διατάγματος «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὰ ἄρθρα 12 καὶ 46 τοῦ 747 Διατάγματος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Κρήτης «περὶ ἀγροφυλακῆς». «Περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 31 Ἰουλίου καὶ 23 Σεπτεμβρίου 1919 Νομοθ. Διαταγμάτων «περὶ μέσων γεωργικῶν σχολῶν». «Περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Νομοθ. Διατάγματος τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουνίου 1919 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1687 περὶ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς τοπικῆς δασικῆς ὑπηρεσίας». «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1917 Νομοθ. Διατάγματος «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 1645 καὶ περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Ἀνατολικῆς Μακεδονίας πρὸς ἔκδοσιν ἀδειῶν ὑλοτομίας κλπ.». «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1919 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 242 τῆς 17 Ἀπριλίου 1914 «περὶ ἀποστολῆς εἰς Ἑσπερίαν ὑποτρόφων τοῦ Κράτους πρὸς σπουδὴν Κτηνιατρικῆς». «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1919 Νομοθ. Διατάγματος «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν κατόχων σφαζομένων ζώων ἕνεκα τῆς πανώλους». «Περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθ. Διατάγματος τῆς 14 Ἰουνίου 1919 «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 1073». «Περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθ. Διατάγματος τῆς 19 Αὐγούστου 1918 «περὶ καταθέσεως τῶν εἰς τὸ Κράτος περιερχομένων κληροδοσιῶν καὶ δωρεῶν κλπ. εἰς τὸ ταμεῖον παρακαταθηκῶν καὶ δανείων». «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ἰουλίου 1919 Νομοθ. Διατάγματος «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων περὶ τοπογραφικῆς ὑπηρεσίας τῆς Διευθύνσεως Κτημάτων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας». «Περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 30 Μαρτίου καὶ 28 Σεπτεμβρίου 1919 Νομοθ. Διαταγμάτων «περὶ πωλήσεως ζώων καὶ λοιπῶν γεωργικῶν ἐφοδίων ἄνευ δημοπρασίας ἀπ’ εὐθείας εἰς καλλιεργητάς». «Περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τοπογραφικὰς ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας» καὶ «Περὶ κυρώσεως τοῦ Νομ. Διατάγματος τῆς 7 Αὐγούστου 1919 «περὶ ἰσχύος τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου 7 τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ νόμου 1073». Ἡ ἐπὶ τῆς Περιθάλψεως κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: «Περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ προσθηκῶν εἰς τοὺς νόμους 1681 καὶ 1682 «περὶ προστασίας τῶν εἰς ἐπαιτείαν, ἀλητείαν κλπ. ἐκδότων ἀνηλίκων καὶ περὶ ἀλητείας καὶ ἐπαιτείας». «Περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, ἀμοιβῆς καὶ ἀποζημιώσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως καὶ ἰατρῶν τῆς Ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τῶν προσφύγων». Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως ἀντιφυματικῶν ἰατρείων, νοσοκομείων καὶ Σανατορίων».
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Ι. Φαρμάκης, ἵνα καταθέσῃ ἀναφορὰν τῆς ἐξ Ἀγρινίου χήρας Παναγιώτου.
§3Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν κύριοι βουλευταί, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως μίαν ἀναφορὰν τῆς χήρας Παναγιώτου ἐκ τῆς πόλεως τοῦ Ἀγρινίου. Δὲν θὰ ἀποπειραθῶ δι’ ὡραίων λόγων νὰ ἀναπτύξω τὸ ἱερὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ ἡ ἀναφερομένη, διότι ἡ ἱστορία τοῦ ἀπαγχονισθέντος υἱοῦ τῆς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν τῶν Σερρῶν, εἶναι ἀρκετή, ἵνα προκαλέσῃ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς αἰτουμένης. Κατὰ τὸ 1906, ὅταν διεξήγετο ἐν Μακεδονίᾳ ὁ ἀγὼν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Βουλγαρικῆς φυλῆς, ὁ Νικ. Παναγιώτου ἐξ Ἀγρινίου εἶχε μεταβῇ ἐκεῖ, ἵνα ὑποστηρίξῃ διὰ τῆς ζωῆς του τὰ ἐθνικὰ δικαιώματα καὶ συλληφθεὶς εἰς μάχην τινὰ Τουρκικοῦ ἀποσπάσματος ἀπηγχονίσθη εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῶν Σερρῶν, ἐγκαταλείψας μίαν χήρα μητέρα, ἡ ὁποία λαμβάνει μόλις 20 δραχμὰς κατὰ μῆνα ἐπίδομα, καὶ ὡς μὲ πληροφορεῖ συμπολίτης, ὁ ὁποῖος ἐπεσκέφθη αὐτὴν καὶ ὑπέβαλε πρὸς ἐμὲ τὴν ἀναφοράν της, ζῇ εἰς μίαν τρώγλην, διότι ἐξεδιώχθη ἀπὸ τὴν κατοικίαν, ἔνθα κατῴκει, μὴ ἔχουσα νὰ πληρώσῃ οὐδ’ αὐτὸ τὸ ἐνοίκιον. Ἡ ἀναφερομένη ζητεῖ ἓν μηνιαῖον βοήθημα τοὐλάχιστον 100 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Εἶναι γραῖα, τῆς ὑπολείπονται ἐλάχιστα ἔτη εἰς τὴν ζωὴν καὶ κρίνω εὔλογον καὶ δίκαιον νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς της.
§4Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Πόθεν λαμβάνει τὸ ἐπίδομα τῶν 20 δραχμῶν; Ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἢ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Περιθάλψεως;
§5Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Ἀναφέρει, ὅτι λαμβάνει ἐπίδομα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως.
§6Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Τότε σᾶς παρακαλῶ κ. Πρόεδρε, στείλατε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως αὐξηθῇ τὸ ἐπίδομα.
§7Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παραδώσω τὴν ἀναφοράν, διότι εἶχον κάμῃ ἄλλοτε τοιαύτην σύστασιν, ἀλλ’ εἶχεν ἀποβῆ ματαία.
§8Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν ἐπιτροπὴν ἐκ νέου.
§9Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ φέρω τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλήν.
§10Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Κριάρης, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναστείλῃ ἀναφοράν.
§12Α. ΚΡΙΑΡΗΣ. Καταθέτω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κακοδικίου Σελίνου, περὶ κατασκευῆς τηλεφωνικοῦ γραφείου εἰς Κακοδίκι καὶ παρακαλῶ νὰ δοθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§14Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Οἱ ἐξ ἀλλοδαπῆς ἐπιστρέφοντες ἀνυπότακτοι ὑποβάλλουν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἧς παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς στρατιωτικῆς θητείας ἐπὶ χρηματικῷ ἀνταλλάγματι. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, ἀφ’ οὗ μελετηθῇ τὸ πρᾶγμα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μαραγκός, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῆς χήρας Φιωράκη Γαρουφαλιᾶς.
§16Ι. ΜΑΡΑΓΚΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῆς χήρας Φιωράκη Γαρουφαλιᾶς. Ἡ χήρα αὐτὴ εἶναι μητέρα τοῦ ἀποβιώσαντος Εὐαγγέλου Φιωράκη, μηχανικοῦ ὑπηρετήσαντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων ἐν Κρήτῃ. Ἀπέθανε καταλιπὼν τὴν μητέρα του χήραν καὶ τόσας ἀδελφὰς ὀρφανάς. Ἡ οἰκογένεια αὕτη ἔχει ἀνάγκην μιᾶς συνδρομῆς καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ λάβῃ ἕν μέτρον ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας αὐτῆς.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτεται νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν ἀρδευτικῶν ὑδάτων Γλαύκου καὶ τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῶν ἐν Πάτραις κηπουρῶν κυρίως πρὸς τοῦτο ἐνδιαφερομένων.
§18Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου ταῦτα, ὡς σύστασιν καὶ ὑπόσχομαι νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν θὰ λάβω μέτρα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ἀργυρόπουλος, ὅτι νόμος, ὁ ὁποῖος γεννᾷ τὸ σκάνδαλον αὐτὸ ἐψηφίσθη τῇ φροντίδι τῶν ἐνδιαφερομένων βουλευτῶν Πατρῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ι. Λεκανίδης, Γ. Μυλωνογιάννης, Κ. Μητσοτάκης, Χ. Πλουμιδάκης, Α. Κριάρης καὶ Ε. Θεοδωρίδης ἐρωτῶσι διὰ τὰ ἑξῆς. Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1110 Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ 1206 νόμου καὶ κατόπιν διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 1404 ἐγένοντο μονιμοποιήσεις εἰς ἅπαντα ἀνεξαιρέτως τὰ στρατιωτικὰ σώματα καὶ εἰς αὐτὸ τὸ φαρμακευτικόν, εἰς δὲ τὴν χωροφυλακὴν οὐδεμία. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταστήσῃ γνωστὸν τὸν λόγον τῆς διακρίσεως ταύτης.
§20Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Διότι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀφορῶσι τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν λοιπῶν ὅπλων δὲν ἀφορῶσι καὶ τὴν χωροφυλακήν, ἡ ὁποία ὑπόκειται εἰς ἄλλους νόμους. Εἶπον πρὸ ἡμερῶν, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει ἀνάγκην μελέτης, καὶ πρὸς τοῦτο θὰ συνεννοηθῶ μὲ τὴν Ἰταλικὴν ἀποστολήν, ὅπως λάβω τὰς σχετικὰς ἀποφάσεις.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ε. Θεοδωρίδης, Χ. Πλουμιδάκης, Α. Κριάρης, Ι. Λεκανίδης, Γ. Μυλωνογιάννης καὶ Κ. Μητσοτάκης, παρακαλοῦσι τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Περιθάλψεως νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον ἐξεδόθη ἐγκύκλιος, δι’ ἧς ἀπηγορεύθη ἡ παροχὴ ἐπιδομάτων εἰς τοὺς στρατευσίμους τῶν κλάσεων 1919 καὶ 1920 τοὺς μεταφερομένους ἕνεκεν ἐξαιρετικῶν διατάξεων τοῦ Στρατολογικοῦ νόμου εἰς τὴν ἐφεδρείαν, καὶ διατηρουμένων τῶν διαφόρων κλάσεων τῆς ἐφεδρείας.
§22Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐκανονίσθη ἤδη καὶ ἀπήντησα κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δ. Πάζης, Ν. Τερμεντζῆς, Ι. Ἀλεξανδρίδης, Γ. Γοργίας, Θ. Τικόπουλος καὶ Δ. Μέλφος, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πότε σκέπτεται νὰ ἀπολύσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας ἐξ Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ὀρφανοὺς καὶ προστάτας οἰκογενειῶν κληρωτοὺς 1919 καὶ 1920, τῶν ὁποίων ἡ τρίμηνος ὑπηρεσία συνεπληρώθη.
§24Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἀπαλλαγέντες τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας θὰ ἀπαλλαγῶσιν εὐθύς, ὡς ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑπηρεσίας καὶ οἱ συνάδελφοί των τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Πρὸς τὸ παρὸν δὲν ὑπάρχει σκέψις ἀπολύσεως.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐὰν σκοπῇ καὶ πότε, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τοῦ κλάδου τῶν ἀνθυπολοχαγῶν ἀρχειοφυλάκων καὶ ἀνθυπασπιστῶν γραφέων, ἀφ’ οὗ μάλιστα ἅπαντες οἱ κλάδοι στρατιωτικοί τε καὶ πολιτικοὶ ἐβελτιώθησαν, πλὴν τοῦ κλάδου τούτου τῶν γραφέων.
§26Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅταν ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Παπαμιχελάκης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τῆς διαχειρίσεως, καθ’ ὅσον οὗτοι ἐκτὸς τῆς πανθομολογουμένης μορφώσεως, τὴν ὁποίαν κέκτηνται, προέρχονται ἐκ σωμάτων, ἐξ ὧν, ἐὰν δὲν ἀπεσπῶντο εἰς τὸ σῶμα τῆς διαχειρίσεως, θὰ ἠκολούθουν τὴν τύχην ἄλλων συναδέλφων των καὶ θὰ εἶχον ἤδη καὶ οὗτοι ἀσφαλῶς μονιμοποιηθῆ.
§28Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα, θὰ ὑποβληθῇ λίαν προσεχῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ν. Τερμεντζῆς καὶ Γ. Γοργίας παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἔληξαν αἱ μετὰ τῆς ξένης Ἑταιρείας διαπραγματεύσεις διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Δράμας–Καβάλλας, πόθεν θὰ διέρχηται ἡ γραμμὴ αὕτη καὶ ἂν ἐνεκρίθη σχέδιον ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων τοιούτων, πότε ὑπολογίζει, ὅτι θὰ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι, καὶ ἐντὸς πόσου χρονικοῦ διαστήματος θὰ ἀποπερατωθῶσιν.
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ἐγώ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δ. Πάζης, Ν. Τερμεντζῆς, Γ. Γοργίας, Ι. Ἀλεξανδρίδης, Θ. Τικόπουλος καὶ Δ. Μέλφος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἕως πότε θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ παρατηρουμένη τηλεγραφικὴ ἀνωμαλία Ἀθηνῶν–Μακεδονίας, καὶ ἂν γνωρίζῃ ὅτι πλεῖστα τηλεγραφήματα ἐξ Ἀθηνῶν φθάνουσιν εἰς Θεσσαλονίκην μετὰ τέσσαρας καὶ πέντε ἡμέρας.
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διετάχθη ἡ ἐπισκευὴ τῶν γραμμῶν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαλλιόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβε πρόνοιαν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς παρὰ τῷ χωρίῳ Καλαμβρελίῳ τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, καὶ ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ἰνοχόου ἡμιτελοῦς γεφύρας, ἥτις κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ ὁλοτελῶς.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διέταξα νὰ ὑποβληθῇ προϋπολογισμὸς ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρλῆς παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Πρόεδρον Κυβερνήσεως, Ὑπουργὸν Συγκοινωνίας καὶ Ὑπουργὸν Ἐπισιτισμοῦ, νὰ πληροφορήσουν τὴν Βουλὴν πότε θὰ διατάξουν τὴν περαιτέρω ἐξακολούθησιν τῆς οἰκοδομήσεως τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου πόλεως Βόλου, μένοντος ἡμιτελοῦς ἀπὸ δωδεκαετίας καὶ κινδυνεύοντος νὰ καταστραφῇ λόγῳ τῆς μὴ στεγάσεως αὐτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα δύνανται νὰ διατεθῶσι διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ καὶ ἑκατὸν χιλιάδες δραχ. κατατεθειμέναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ προερχόμεναι ἐκ περισσευμάτων τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βόλου κατὰ τὰ ἔτη 1918–1919 καὶ αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ θὰ διατεθῶσι δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δι’ ἀνάγκας γενικὰς τοῦ Βόλου καὶ τοῦ Πηλίου.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διὰ τὸ δικαστικὸν μέγαρον διετάξαμεν τὴν ἐπίσπευσιν τῶν ἐργασιῶν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρλῆς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: 1) Πότε θὰ ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ τοῦ τμήματος Πηλίου τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Μηλεῶν–Τσαγκαράδος, ἀφοῦ ὑπάρχει διαθέσιμος ἡ πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένη δαπάνη, ἡ δὲ μελέτη αὐτῆς ἐτελείωσε πρὸ πολλῶν μηνῶν. 2) Ποῖα μέτρα θὰ λάβῃ διὰ τὴν ἐν γένει συγκοινωνίαν τοῦ Πηλίου, εὑρισκομένην ἐν ἀθλιεστάτῃ καταστάσει, ἀμέσως μὲν δι’ ἐπισκευῆς τῶν βατῶν ὁδῶν, προσεχῶς δὲ δι’ ἁμαξιτῶν τοιούτων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων μάλιστα πολλὰ προϊόντα τοῦ Πηλίου τὸν χειμῶνα, μὴ δυνάμενα νὰ μεταφερθῶσι καταστρέφονται.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διετάχθη κατασκευὴ δι’ ἓν τμῆμα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Εὐθυμιάδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: 1) Ἐὰν ἀπεφάσισεν ἐπὶ τέλους νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἐπανειλημμένως δοθεῖσαν ὑπόσχεσίν του περὶ ταχείας κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Καλαμπάκας–Γρεβενῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἀρτηρίαν τῆς συγκοινωνίας ὁλοκλήρου τῆς Νοτιοδυτικῆς Μακεδονίας. 2) Ἐὰν διέταξε τὴν ταχεῖαν ἐπισκευὴν τῆς ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Καλαμπάκας–Γρεβενῶν παρὰ τὸ Ἐλευθεροχώριον ἑτοιμορρόπου παλαιᾶς γεφύρας, πρὸς πρόληψιν τῆς ἐπικειμένης καταρρεύσεως. 3) Διατὶ δὲν ἐπισπεύδεται ἡ κατασκευὴ τῆς ἐπὶ τοῦ Ἁλιάκμονος ποταμοῦ παρὰ τὴν Λειψίσταν γεφύρας, ἐνῷ τὸ ἀπαιτούμενον ὑλικὸν εἶναι ἕτοιμον ἀπὸ πολλοῦ.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς τοὺς ἁρμοδίους μηχανικούς, ὅπως ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέσεις των.
§41Σ. ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ. Τὸ Κράτος εἰσπράττει 8.000.000 ἀπὸ τὰς δύο ἐπαρχίας καὶ δὲν ἐξετέλεσε μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἔργον. Δὲν ἔχομεν οὐδόλως συγκοινωνίαν.
§42Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ κάμητε ἐπερώτησιν.
§43Σ. ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ. Παραπονοῦνται ὅλοι οἱ κάτοικοι, τουλάχιστον τὰς γεφύρας, πῶς θὰ συγκοινωνῶσιν; Καὶ ὅταν ἐρωτῶμεν μὴ ὀργίζεσθε.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ σεῖς νὰ μὴ ὀργίζεσθε. Μὴ ἐξάπτεσθε, κ. βουλευτά. Οἱ κ. κ. Ν. Τερμεντζῆς, Γ. Γοργίας, Δ. Πάζης, Δ. Μέλφος, Θ. Τικόπουλος καὶ Ι. Ἀλεξανδρίδης, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ δαπανηθέντος ποσοῦ, ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας μέχρι σήμερον διὰ τὰς ἐπισκευὰς τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Δράμας–Καβάλλας, ἀναγνωρίζῃ ὅτι παρὰ τὸ δαπανηθὲν χρῆμα, ὁ δρόμος οὗτος εὑρίσκεται πάντοτε ἐν οἰκτρᾷ καταστάσει καὶ ὅτι τελευταίως κατέστη σχεδὸν ἀδιάβατος. Τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ, δεδομένου ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι, ὡς γνωστόν, ἡ μόνη ἀρτηρία ἡ συνδέουσα τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας μετὰ τῆς Καβάλλας.
§45Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ὁδοῦ ταύτης διεθέσαμεν 500.000 δραχμῶν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, ὁ λογαριασμὸς δὲν ἐδόθη ἀκόμη καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Πάντως δὲν ἐδαπανήθη ὁλόκληρον τὸ ποσόν, ἐκτὸς τούτου ἐχορηγήθησαν καὶ ἄλλαι 200.000 δραχμαί.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τερμετζῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§47Ν. ΤΕΡΜΕΝΤΖΗΣ. Εἶναι γνωστή, κύριοι βουλευταί, ἡ μεγάλη σημασία τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Δράμας–Καβάλλας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἀρτηρίαν, τὴν συνδέουσαν τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Α. Μακεδονίας μετὰ τῆς Καβάλλας. Ἑπομένως, θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Φρονῶ ὅμως, ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας δὲν εἶναι τόσον σαφεῖς καὶ ἀκριβεῖς, διότι διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ δρόμου Δράμας–Καβάλλας ἐνεκρίθη πίστωσις 500.000 δραχμῶν κατ’ ἀρχὰς καὶ ἑτέρα μετ’ ὀλίγον ἐκ 200.000 δραχμῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 700.000 δραχμαί.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶπον 500.000 καὶ 200.000 κατόπιν.
§49Ν. ΤΕΡΜΕΝΤΖΗΣ. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 700.000 δραχμῶν ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ ἐδαπανήθησαν κατ’ ἐγκύρους καὶ ἀσφαλεῖς πληροφορίας μου δραχμαὶ 500–530 χιλιάδες ἐπεσκευάσθησαν δὲ ἐν ὅλῳ 6–7 χιλιόμετρα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἐπειδὴ δὲν ἐφρόντισαν νὰ διατηρήσωσι δεόντως, κατεστράφησαν καὶ πάλιν καταντήσαντα εἰς τὴν αὐτὴν οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται καὶ τὰ ἄλλα 32 χιλιόμετρα. Ἐκ τῆς ἐγκριθείσης λοιπὸν πιστώσεως ἀπέμειναν περίπου 170.000 δραχμαὶ καὶ ἡ Γενικὴ Διοίκησις τῆς Α. Μακεδονίας προσπαθεῖ νὰ ἐπισκευάσῃ τὰ ὑπόλοιπα τοῦ δρόμου ἐκ 32 χιλιομέτρων μὲ τὸ ποσὸν τοῦτο. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, ἀφοῦ διὰ τὰ 6 μόνον χιλιόμετρα ἐδαπανήθησαν 530.000 δραχμαί; Τώρα πῶς καὶ ποῦ κατώρθωσαν νὰ σπαταλήσουν τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν ἠξεύρω καὶ δι’ αὐτὸ ὑπέβαλον τὸ ἐρώτημά μου.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ πίστωσις ἐχορηγήθη εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν ἐπειδὴ ἡ δημοπρασία διὰ νόμου ἦτο ἀδύνατος, δὲν ἐδόθη λογαριασμός, ἐπειδὴ δὲ ἔχετε τοιαύτας ἀμφιβολίας θὰ ζητήσω πληροφορίας. Πανταχόθεν ἐκφράζονται εὐχαὶ καὶ ἐπιθυμίαι νὰ κάμωμεν εὐκολίας εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητὰς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἐξαίρεσιν.
§51Ν. ΤΕΡΜΕΝΤΖΗΣ. Παρῆλθον κύριοι βουλευταὶ 15 ὁλόκληροι μῆνες καὶ δὲν ἐπεσκευάσθησαν παρὰ μόνον 6 χιλιόμετρα καὶ ταῦτα καταστραφέντα ἐκ νέου ὡς εἶπον. Καθημερινῶς ἅμαξαι καὶ αὐτοκίνητα συντρίβονται ἢ τὸ ὀλιγώτερον ὑφίστανται βλάβας σοβαράς, οἱ δὲ ἐπιβαίνοντες συνεπαρχιῶταί μου ἀναγκάζονται ὑπὸ βροχὴν καὶ μὲ λάσπην νὰ φορτώνουν πολλάκις τὰς ἀποσκευάς των καὶ νὰ κάμουν πορείαν 10 15 χιλιομέτρων διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὸ σημεῖον τοῦ προορισμοῦ των. Φαντασθῆτε, Κύριοι βουλευταί, τὴν δικαίαν τῶν συμπολιτῶν μου ἀγανάκτησιν ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη χωρὶς νὰ δίδεται ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς δρόμον ὁ ὁποῖος ἐξυπηρετεῖ στρατιωτικῶς μὲν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἐμπορικῶς δὲ τὰ περίχωρα καὶ ἐν γένει τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας.
§52Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας ἂν θέλετε.
§53Ν. ΤΕΡΜΕΝΤΖΗΣ. Τελευταίως συνέπεσε νὰ εὑρίσκεται ἐνταῦθα ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Διοικήσεως κ. Νικολόπουλος, ὅστις βεβαιώσας τὰς πληροφορίας μου, ἐδήλωσεν εἰς ἐμὲ ὅτι τὰ πράγματα ἔχουν καθ’ ὃν τρόπον τὰ ἐξέθεσα καὶ ὅτι ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκονται ἐργολάβοι ἀναλαμβάνοντες τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὑπολοίπων 32 χιλιομέτρων μὲ καθυσήχασε μὲ τὴν βεβαίωσιν πῶς ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἀπεφάσισε νὰ ἐπιτάξῃ τοὺς ἐργολάβους τῶν μερῶν ἐκείνων διὰ νὰ ἐργασθοῦν εἰς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος δρόμον. Ἀφίνω τώρα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ κρίνῃ ἂν τὸ μέτρον τοῦτο τῆς Γεν. Διοικήσεως εἶναι λογικόν, δίκαιον, ἐφαρμόσιμον καὶ ἱκανὸν νὰ καθησυχάσῃ τοὺς συμπολίτας μου ἐπιθυμοῦντας νὰ ἴδωσιν ταχέως τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἁμαρτωλῆς ἐπισκευῆς ὁλοκλήρου τῆς ὁδοῦ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Μ. Δαζέας καὶ Π. Μερλόπουλος ὑποβάλλουσι ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Μεσσήνης περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ ποταμῷ Παμίσῳ δι’ ἃ ἐδαπανήθη ποσὸν 1 ἑκατομμυρίου καὶ παρακαλοῦσι νὰ ληφθῇ μέριμνα διότι τὰ ἔργα αὐτὰ θὰ καταστραφῶσι ταχέως ὡς παραμένοντα ἀδιόρθωτα.
§55Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κύριοι, ὑποβάλλω ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Μεσσήνης. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰδικὸς νόμος διὰ τὰ ἔργα ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθη ἀπὸ χρόνου ἔχουσιν ἤδη δαπανηθῇ ὑπὲρ τὸ 1.000.000 καὶ πλέον εἰμπορεῖ νὰ εἰπῇ κανείς. Ἀπὸ χρόνου ὅμως πολλοῦ ἔχουσιν μείνῃ τὰ ἔργα ἐκεῖνα εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὥστε βαίνουσιν εἰς τὴν καταστροφὴν ἕνεκα τῶν συντελεσθεισῶν πλημμυρῶν. Ἤδη φρονῶ ὅτι εἶναι καιρὸς ἀφοῦ ἐπεκαλέσθητε καὶ μηχανικοὺς διασήμους ἐξ Εὐρώπης εἶναι καιρὸς νὰ μεριμνήσετε τάχιστα νὰ γίνῃ ἡ μελέτη τῆς καταστάσεως ὅπως σωθῶσιν ὄχι μόνον τὰ ἔξοδα ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὰς συχνὰς πλημμύρας ἐκ τῶν ὁποίων αἱ ζημίαι των εἶναι καθαραὶ καὶ ὑπερβαίνουν τὸ 1½ ἑκατομμύριον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψει του τὴν ἀναφοράν μου ταύτην.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§57Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ ἔργα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἢ τοὐλάχιστον ὑπὸ μελέτην. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναφοράν, ἡ ὁποία ἀνακοινώθη εἰς τὴν Βουλήν, αὕτη ὀφείλεται εἰς μίαν παρεξήγησιν. Διότι ἐδήλωσε μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐδόθη πίστωσις 20.000 δραχμῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων ἀλλὰ ἡ πίστωσις δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔργα περὶ τῶν ὁποίων ἀναφέρονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι ἐκτὸς τῆς πιστώσεως τῶν 20.000 δραχμῶν παρηγγέλθη ἡ σύνταξις προϋπολογισμοῦ καὶ μελέτης διὰ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἄλλων ἔργων ὄχι ἐν ᾧ τόπῳ ἐχρησιμοποιήθη ἡ πίστωσις τῶν 20.000 δραχμῶν ἀλλ’ ἐν τῇ Μακαρίᾳ πεδιάδι. Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ τῆς πιστώσεως τῶν 20.000 δραχμῶν ἡ ὁποία καλῶς ἐδόθη διὰ τὴν ἐκτέλεσιν προσωρινῶν μέτρων πρὸς ἀποφυγὴν μελλουσῶν ζημιῶν, ἀλλὰ περὶ ἐκτελέσεως ἐπειγόντων ἔργων τοῦ ὅλου σχεδίου τῶν ὑδραυλικῶν ἐν τῇ Μακαρίᾳ πεδιάδι καὶ δὴ παρὰ τὴν πόλιν τῆς Μεσσήνης. Πρόκειται περὶ ἔργων τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλίσωσιν τὴν μέλλουσαν ἐσοδείαν τοῦ ἀραβοσίτου ἀλλὰ κυρίως τὴν ἐσοδείαν διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ καυχᾶται τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ὅτι αὐτὸ πρῶτον ἐδημιούργησε ταύτην ἐν τῇ Μεσσηνίᾳ, τὴν ἐσοδείαν τῆς ὀρυζοσπορᾶς, ἡ ὁποία παρασκευάζει πλοῦτον ἐθνικὸν ὄχι μόνον ἡ Μεσσηνία, ἀλλὰ πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀνυπολογίστου ἀξίας. Διότι κατὰ τὴν πρώτην ἀπόπειραν γενομένην πέρυσι εἴχομεν ἀπόδοσιν 400 μέχρι 450 κατὰ στρέμμα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ θησαυρὸν διὰ τὴν χώραν. Εἰς τοῦτο ἀποβλέπουσι οἱ κάτοικοι ἀναφερόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ὑπουργὸν, νὰ διαταχθῇ σύντομος ἡ ἐκτέλεσις τῶν προχείρων τούτων ἔργων, ὥστε τὸ πολὺ μέχρι τοῦ προσεχοῦς Ἀπριλίου νὰ εἶναι τελειωμένα διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐσοδεία τοῦ ἀραβοσίτου καὶ τῆς ὀρύζης. Μετὰ τὴν περυσινὴν ἐπιτυχίαν κατὰ τὰς δηλώσεις τῶν γαιοκτημόνων θὰ καλλιεργηθῇ ἐφέτος μεγαλειτέρα ἔκτασις, πλέον τῶν 300 στρεμμάτων καὶ εἰς τὸ μέλλον πολλαπλασία. Εἰς τοῦτο λοιπὸν ἀποβλέπουσι οἱ κάτοικοι ζητοῦντες τὴν ἐπικουρίαν τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐνισχύσῃ αὐτοὺς μὴ δαπανῶσα ἐξ ἰδίων ἀλλὰ ἐκ τοῦ ταμείου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Θὰ ἤθελον λοιπὸν ἀκούῃ ὅπως διαταχθῇ ἡ κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἀξίας 100.000 δραχμῶν καὶ διαταχθῇ συντομώτατα ἡ χορηγία τῆς πιστώσεως ταύτης.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ν. Τερμεντζῆς καὶ Ι. Γοργίας ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας α) πότε θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πρὸ πέντε περίπου μηνῶν ληφθεῖσα ἀπόφασις περὶ ἐγκαταστάσεως τηλεφωνικοῦ κέντρου ἐν τῇ κωμοπόλει Τσατάλτζης β) ἂν ἐγένετο ἡ δέουσα μελέτη διὰ τὴν κατασκευὴν ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἐκτάσεως 2–3 χιλιομέτρων ἐν τῇ αὐτῇ κωμοπόλει καὶ γ) ἂν ἐπίσης ἐγένετο ἡ δέουσα μελέτη διὰ τὴν κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων κλπ.
§59Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τσατάλισαν ὑπάρχει τηλεφωνικὸν γραφεῖον, δὲν ἤρχισε ὅμως ἡ λειτουργία του ἀκόμη ἀλλὰ ἁπλῶς συνεστήθη. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἔργα διετάχθη ὁ Γενικὸς Διοικητὴς νὰ γίνωσι αἱ δέουσαι μελέται.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Πισπιρῆς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας καὶ ἀποστολῆς τοῦ καλωδίου διὰ τὸ πορθμεῖον ἐπὶ τοῦ Ἀράχθου. Καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν ἐπετεύχθη εἰσέτι, παρακαλεῖ αὐτὸν, ὅπως συνεχίζων τὸ ὅπερ μέχρι τοῦδε ἐπεδείξατο περὶ τούτου ἐνδιαφέρον, ἐπισπεύσῃ τὴν ἀποστολὴν τοῦ καλωδίου διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ πορθμείου. Διότι ὡς γνωστόν, πᾶσαι οἱ ἐπὶ τῆς δυτικῆς κλιτύος τοῦ Πίνδου Κοινότητες, ἐν πλήρει ἀποκλεισμῷ ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ Ἀράχθου εὑρισκόμεναι, ὑφίστανται τὰ πάνδεινα, μὴ δυνάμεναι νὰ προμηθεύωνται οὔτε τρόφιμα, οὔτε ἄλλα χρειώδη, ἀλλ’ οὐδὲ ἰατρὸν νὰ μετακαλέσωσιν ἢ φάρμακα νὰ προμηθευθῶσιν ἐξ Ἰωαννίνων.
§61Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐστάλη τὸ καλώδιον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χρυσοστάλης ἐρωτᾷ τοὺς κ. κ. Πρόεδρον τῆς Α.Δ.Μ. καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διατὶ δὲν ἀπολύουσι τοὺς ἀποστρατευθέντας ἀνθρακωρύκτας ἐργάτας Κύμης καὶ Ἀλιβερίου;
§63Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Μελετᾶται τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρλῆς, παρακαλεῖ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσουν τὴν Βουλὴν, ποῖα μέτρα ἔλαβον ἢ θὰ λάβωσιν ὅπως παύσῃ ἡ ἀπό τινος χρόνου παρατηρουμένη εἰς τὰ διενεργοῦντα τὴν ἀκτοπλοΐαν τοῦ Κράτους καὶ δὴ Πειραιῶς — Βόλου ἐμπορικὰ ἀτμόπλοια, κλοπὴ παρ’ ἀγνώστων εἰς ἐμπορεύματα, τρόφιμα καὶ ἄλλα εἴδη ἐπιβατῶν αὐτῶν.
§65Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Διετάχθησαν αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των πρὸς πρόληψιν παρομοίων κλοπῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Θ. Φίλος, Κ. Σταμούλης καὶ Α. Θαμόπουλος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατὶ δὲν κατεσκευάσθη ἡ γέφυρα Σωτῆρος.
§67Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ μελέτη τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπεβλήθη καὶ θὰ ληφθῇ ἡ σχετικὴ ἀπόφασις, ὅπως ἀρχίσῃ τὸ ἔργον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βαλαλᾶς ἐρωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Γεωργίας ἐὰν πρόκειται ταχέως νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς ρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῶν κοινοτικῶν βοσκῶν. Τὸ καθιερωθὲν σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ περισσεύματος τῶν βοσκῶν τούτων, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν δίδει εἰς τὸ Κράτος ἀξιολόγους εἰσπράξεις γεννᾷ ἄπειρα παράπονα καὶ στενοχωρίας εἰς τοὺς κατοίκους. Πολλαχοῦ συμβαίνει νὰ ἐνοικιάζονται ὡς κοινοτικαὶ βοσκαὶ οἱ ἐν ἀγραναπαύσει ἀγροὶ, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται ταλαιπωροῦνται σπουδαίως μέχρις οὗ ἀναγνωρισθοῦν τὰ δικαιώματά των. Προέκυψεν ζημία ἐκ τῶν μέτρων τούτων εἰς βάρος τῶν κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ὠφελοῦντο ἐκ τῶν βοσκῶν τούτων, εἰσπράττουσαι μισθώματα κατὰ συναίνεσιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀγρῶν.
§69Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπάρχει νομοσχέδιον ἕτοιμον, ὅπερ θὰ φέρω μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας πρὸς ρύθμισιν τοῦ περὶ οὗ ζητήματος.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Κ. Ἀλαβάνος καὶ Κ. Καλομενόπουλος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν σκέπτεται νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν κοινοτικῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ κατέστη προβληματικὴ, ὡς ἐκ τοῦ γλίσχρου τοῦ μισθοῦ τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ τοῦ νόμου. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἐνῷ οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοὺς ἀνθρώπους τούτους, ἀφ’ ἑτέρου ἐπεβαρύνθησαν οὗτοι διὰ προσθέτων ὑπηρεσιῶν τῆς Περιθάλψεως καὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος.
§71Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου νὰ προκαλέσω τὴν νομοθετικήν του λύσιν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαλλιόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατὶ δὲν ἐκδικάζονται παρὰ τῆς Νομαρχίας Τρικκάλων οἱ ἀπὸ 8–10 ἐτῶν ἐκκρεμεῖς ἀπολογισμοὶ τοῦ Δήμου Καρδίτσης, ἐξ ὧν ἐξαρτῶνται πλεῖστα συμφέροντα τοῦ τε δήμου τούτου καὶ πολλῶν ἰδιωτῶν.
§73Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀληθῶς ὑπάρχει καθυστέρησις. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀληθεύουν ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτὴς, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα εἶναι, ὅτι ὑπάρχει καθυστέρησις ὀφειλομένη εἰς ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ. Διέταξα τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐργασίας καὶ εἰς τὰς Νομαρχίας καὶ ὅπου ἀλλοῦ ὑπάρχει ὁμοία καθυστέρησις, διότι εἰς πολλὰς Νομαρχίας παρετηρήθη καθυστέρησις ὀφειλομένη εἰς τὰς περιστάσεις, καὶ ἐν γένει εἰς ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ. Ἄλλοι Νομάρχαι εἶναι ἐν τάξει, ὅπως ὁ Νομάρχης Κερκύρας, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ ἀναφέρω εὐφήμως, διότι τοῦ ἐξέφρασα καὶ εὐαρέσκειαν.
§74Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀρκετὸν τὸ προσωπικὸν τῆς δημαρχίας καὶ εἶναι καὶ 3 ἔτη καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ δοθῇ μία διαταγὴ ἐπείγουσα νὰ ἐπιτευχθῶσιν οἱ ἀπολογισμοί.
§75Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ διαταγὴ ἐδόθη.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Γ. Καλδῆς, Α. Παπαγεωργίου, Α. Σηφναῖος καὶ Γ. Βαμβούρης ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας πότε ἐπὶ τέλους θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀπὸ μηνῶν διακεκομμένη ἀτμοπλοϊκὴ συγκοινωνία τῶν νήσων Τενέδου, Ἴμβρου, Ἁγίου Εὐστρατίου καὶ Σαμοθράκης, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ μὲ τὴν γενομένην ἀπόλυσιν τόσων ἡλικιῶν οἱ ἐκ τῶν νήσων τούτων ἀπολυόμενοι στρατιῶται ἀδυνατοῦσι νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰς ἑστίας των.
§77Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἔχουσι τρεῖς μῆνας νὰ περάσωσι βαπόρια καὶ μένουσιν ἀποκεκλεισμένοι ὅλοι οἱ ἀπολυόμενοι στρατιῶται εἰς τὴν Μυτιλήνην ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετρίδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργόν..........
§79Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχω καταθέσει ἔγγραφον ἀπάντησιν.
§80Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ κύρωσις τοῦ ψηφίσματος ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἡ προσφυγὴ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου.
§81Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐξετασθῇ προηγουμένως ἡ προσφυγή.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐρωτᾶται τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ ὅπως ἀποδοθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις τῶν διαφόρων ὑπολόγων.
§83Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ διασαφηνισθῇ ἡ ἐρώτησις.
§84Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Ὑπάρχουν διάφοροι ὑπόλογοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταθέσει ἐγγυήσεις συμφώνως μὲ τὸν νόμον, αὐτοὶ εἶχον ὑποβάλῃ ὅλα τὰ δικαιολογητικά των εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Κανάκη ὑποθέτω, ἀλλὰ κατὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἀρχείων ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἀπωλέσθησαν τὰ ἔγγραφα. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐνόμισεν, ὅτι τὸ προχειρότερον μέσον εἶναι νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν καὶ νὰ κατάσχῃ τὰς ἐγγυήσεις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἐντεῦθεν παραπονοῦνται οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνουσιν ἀπὸ ἑνὸς ἔτους τοὺς τόκους.
§85Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Α. Κριάρης καὶ Ε. Θεοδωρίδης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς.
§87Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τὸ ζήτημα ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὁπλίτας θὰ ὑποβάλω προσεχῶς νομοσχέδιον αὐξήσεως.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Χατζῆς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ ποῖον λόγον, ἐνῷ ὑπάρχει ἐν Ἰωαννίνοις τὸ μέγαρον τοῦ πρώην Τουρκικοῦ Δικαστηρίου, ὅπερ δύναται νὰ στεγάσῃ ἀνέτως καὶ ἀξιοπρεπῶς, ἂν ὄχι ὅλας πάντως ὅμως τὰς πλείστας τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, αὗται ἐγκατέλειψαν τοῦτο ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην ἐγκαθιστάμεναι εἰς ἰδιωτικὰ οἰκήματα, ἐπερχομένης, ὡς ἐκ τούτου καὶ ὑλικῆς ζημίας εἰς τὸ δημόσιον καὶ μεγάλης ἀνωμαλίας εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαφόρων ὑποθέσεων, καθ’ ὅσον ἀναγκάζονται οἱ πολῖται νὰ περιτρέχωσι τὰ διάφορα ἄκρα τῆς πόλεως. Συνεπῶς ποῖα μέτρα θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἄρσιν τῆς ἀνωμαλίας ταύτης;
§89Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Πρώτην φορὰν λαμβάνω γνῶσιν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κοφίνας ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ σοβαροῦ καὶ ἐπείγοντος ζητήματος, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀντίρρησιν.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Νὰ ὁμιλήσῃ.
§92Μ. ΚΟΦΙΝΑΣ. Κύριοι βουλευταί. Ἀνήκουστα εἶναι τὰ κακουργήματα, ἅτινα διαπράττονται εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Εὐρώπην ἐκ μέρους τῶν Πολωνῶν καὶ Οὐκρανῶν, κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἡ ἀνθρωπίνη συνείδησις ἐξανίσταται. Ὁλόκληρος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς διαμαρτύρεται. Ἐν Γαλλίᾳ ἰδιαιτέρως αἱ μεγαλύτεραι κορυφαὶ εἰς τὰ γράμματα καὶ τὰς ἐπιστήμης, ἐποιήσαντο πρὸ ἡμερῶν ἔκκλησιν πρὸς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅπως ὑψώσῃ φωνὴν διαμαρτυρίας καὶ εἰς τὰ κοινοβούλια ἀκόμη, διὰ τὰς σφαγάς, λεηλασίας, ἐμπρησμούς, οἵτινες διαπράττονται ἐκ μέρους τῶν εἰρημένων λαῶν ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν. Συμμαχικαὶ ἐπιτροπαὶ μετέβησαν ἐπὶ τόπου καὶ ἰδίοις ὄμμασιν ἀντελήφθησαν τὴν τραγικότητα τῆς καταστάσεως καὶ τὴν ἐβεβαίωσαν. Καὶ ἐγὼ, ὡς Ἕλλην βουλευτὴς θεωρῶ ἐπιβεβλημένον μοι καθῆκον, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαμαρτυρηθῶ πρὸς ἅπαντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον ἐν ὀνόματι τῆς ἀνθρωπίνης ἀλληλεγγύης διὰ τὰ διαπραττόμενα ταῦτα φοβερὰ ἐγκλήματα καὶ βασανιστήρια κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἐκ μέρους τῶν ἀνωτέρω λαῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ πόνου τούτου τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, ἔχω σύμφωνον ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τῶν αἰσθημάτων τούτων τῆς Βουλῆς, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ γίνῃ ὁ διερμηνεύς, πρὸς ἅπαντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον. (Χειροκροτήματα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§94Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ τελικὴ ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. βουλευτής, δέον νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὰ ξένα κοινοβούλια διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι πλήρως σύμφωνος πρὸς τὴν διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ κ. βουλευτής, διὰ τὰ διαπραττόμενα κακουργήματα εἰς τὰ διάφορα τμήματα τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀκόμη ἀναρχία, ὁσάκις δὲ καὶ παρουσιάσθη εὐκαιρία κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διαμονῆς τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἐμοῦ ἐν Παρισίοις, ἐξεφράσαμεν τὴν συμπάθειαν ταύτην καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ συνδυάσωμεν τὰς ἐνεργείας μας μὲ τὰς ἐνεργείας τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν Ἰσραηλιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι θύματα τῆς ἀναρχίας αὐτῆς. Ἠξεύρετε, κύριοι, μετὰ πόσης συμπαθείας ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἔχει πάντοτε παρακολουθήσει τὰ ζητήματα τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ κόσμου, οὐ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν διαβιοῦντας, ἀλλὰ καὶ τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν τῶν Ἰσραηλιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιζητοῦσι καὶ λίαν δικαίως νὰ ἔχωσι μίαν τελειωτικὴν ἀποκατάστασιν εἰς τὴν Παλαιστίνην. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρείᾳ ταύτῃ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξεν ὁ κ. βουλευτής, μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως θέλει αὕτη τὸ πράξει. (Χειροκροτήματα).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§96Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον, κ. βουλευταί, γνῶσιν τῆς ἐπικλήσεως, τὴν ὁποίαν διαπρεπέστατοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Γαλλικοῦ πνεύματος καὶ τῆς παγκοσμίου ἐπιστήμης ἀπηύθυναν πρὸς τὰ κοινοβούλια τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἐπικαλούμενοι τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἀλληλεγγύης τῶν λαῶν ὑπὲρ τῶν διωκομένων Ἰουδαίων. Ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος, κ. Πρόεδρε, ὅπως ἐξ ὀνόματός της διαβιβάσητε τὴν εὐχὴν καὶ τὴν δήλωσιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πάντοτε συνεπάθησε καὶ παρακολουθῇ μετὰ μεγίστου ἐνδιαφέροντος τὴν τύχην τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Δὲν πράττει δὲ τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, οὔτε ἀπὸ συμπτώσεως, οὔτε εἰς ἐπίδειξιν ὀψίμου τινὸς ἀγάπης καὶ στοργῆς πρὸς τὸ Ἰουδαϊκὸν ἔθνος. Εἶναι τοῦτο μία παράδοσις, παράδοσις χριστιανικὴ τὴν ὁποίαν καθαγίασεν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, λέγων «οὐκ ἔστι Ἰουδαῖος ἢ Ἕλλην, ἀλλὰ πάντες ὅσοι ἐσμὲν ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ὑπῆρξεν πάντοτε πιστὸν εἰς τὰς παραδόσεις του, ὑπῆρξε πάντοτε σύμφωνον πρὸς τὰς ἰδέας τῆς ἀνθρωπίνης ἀλληλεγγύης. Καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων πράξασα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔπραξε ὅ,τι ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν παράδοσις μέχρι τῶν ἡμερῶν τούτων ἐπέβαλεν ἡμῖν. Ὁλόκληρος καὶ σύμπασα ἡ Βουλὴ ἐκφράζουσα τὰς συμπαθείας αὐτῆς ὑπὲρ τῶν Ἰουδαίων εὔχεται ὄντως ὑπὲρ ταχείας ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῶν εἰς τὴν Παλαιστίνην.
§97Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Μετὰ τῶν ἀνωτέρω κ. κ. προλαλησάντων συμφωνεῖ καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων.
§98Μ. ΚΟΦΙΝΑΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμε.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Γ. Ἀργυρόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατὶ δὲν κατετέθη ἡ δικογραφία κατὰ τοῦ δευτεροβαθμίου καθηγητοῦ Λαμπροπούλου, ἥτις ἐζητήθη ἀπὸ τῆς 23 παρελθόντος μηνός.
§100Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κατατίθεται.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σπηλιόπουλος ἐπερωτᾷ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κακοδιοίκησιν τῆς χώρας.
§102Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης περιέμενον τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ κανονισθῇ ἡ μορφὴ τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Δυστυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπουσιάζει. Ἐν τούτοις ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν.
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σεῖς ἐὰν θέλετε. Σεῖς.
§104Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπανέλθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γρήγορα....
§105Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον δὲν ἔχει δικαίωμα, ἀλλ’ οὐδ’ εἶναι εἰς αὐτὴν ἐπιτετραμμένον νὰ ζητήσῃ ν’ ἀναβληθῇ ὁ ἔλεγχος τῆς πολιτείας αὐτῆς, καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν συζήτησιν ταύτην. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξέφρασε καὶ δυσφορίαν διὰ τὴν βραδύτητα τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, διότι ἐπεθύμει τὸν ἔλεγχον τῆς Διοικήσεως, διότι πάντοτε ὁ ἔλεγχος ὁ ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἶναι σκοπιμώτατος καὶ πραγματικώτερος τοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διότι γίνεται ἐπὶ ὡρισμένων πράξεων καὶ παραλείψεων τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δύναται καὶ εὐχερέστερον νὰ ἀπαντᾷ καὶ τὰ πράγματα τίθενται εἰς τὴν θέσιν των. Ἡμεῖς ἑπομένως ἐπιθυμοῦμεν νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις. Δὲν πρόκειται βεβαίως ἡμεῖς νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διαπραγματευθῇ τὴν ἐπερώτησίν του ὁ κ. βουλευτής, διότι ἄλλως τε ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν κἄν, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἐπὶ τίνων θεμάτων ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ καὶ διατὶ θεωρεῖται ἀπαραιτήτως ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἀφορᾷ τὸν κ. βουλευτήν. Ἀλλ’ ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μολονότι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἐθνική, τὴν ὁποίαν δὲν προέβλεπε διὰ σήμερον, πάντως ὅμως προέβλεπεν ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ταύτης, μολονότι, λέγω, ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν νὰ ἀναχωρήσῃ παρὰ τὸ βάρος καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἄλλων φροντίδων, διὰ τὰς ὁποίας εἶχε νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐλησμόνησε καὶ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ᾐσθάνθη ἀληθινὴν λύπην, διότι δὲν ἠδύνατο ἐπὶ 24 ὥρας ἢ τοὐλάχιστον ἐπὶ 12 ὥρας νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀναχώρησίν του διὰ νὰ παραστῇ εἰς τὴν συζήτησιν. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν εἶχον νὰ κάμω ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς βέβαια δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκβιάσωμεν τὸν κ. βουλευτὴν εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλὰ δηλῶ, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὕτη καὶ ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ.
§106Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς λύπης, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι δὲν παρίσταται εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, διακρίνω τὴν διακαῆ καὶ ζωηρὰν ἐπιθυμίαν, ὅπως παραστῇ. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§108Γ. ΠΩΠ. Προφανῶς ὁ κ. συνάδελφος ἐπίστευσεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κριθῇ φυγομαχῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην καὶ νὰ θέλῃ ν’ ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας αὐτοῦ, ὅτι δηλ. θέλων νὰ μὴ ἐξασκήσῃ ἔλεγχον ἐπωφελὴθη τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἀναπτύξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅσα σοβαρὰ νομίζει περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἂς εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἡ ὑπόνοια αὕτη οὔτε πρὸς τὸ ἓν μέρος τῆς Βουλῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφυλοχωρήσῃ, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης εἶναι δυνατόν. Θὰ εἴπω ὅτι ἡ λύπη τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν θὰ παρίσταται κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἡμᾶς τουλάχιστον τὴν ἑσπέραν ταύτην ὡς ἀφετηρία ἄλλων σκέψεων αἵτινες τείνουσιν εἰς ἀνατροπὴν τῆς συζητήσεως. Συνδέονται πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ὅλου ζητήματος τοῦ ἐξωτερικοῦ. Δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ τεθῶσι ὑπὸ τὴν παγκόσμιον κρίσιν τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα θέλει ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ περισπάσῃ τὴν δημοσίαν ἀντίληψιν εἰς ζητήματα ἐσωτερικά. Νομίζει ἡ ἀντιπολίτευσις ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας κατὰ τὰς ὁποίας κρίνεται ἡ τύχη αὐτὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὀφείλει νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς δημοσίας γνώμης τὴν προσοχὴν ἐκεῖ ἔνθα τὸ πρόβλημα πρόκειται νὰ λυθῇ. Καὶ θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς ὅτι ἐντεῦθεν μία εἶναι ἡ ἐπιφερομένη εὐχὴ, ὅπως ἡ νίκη ἐπιστέψῃ τὸν ἀγῶνα διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠναγκάσθη νὰ ἀναχωρήσῃ.
§109Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δὲν νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον κεῖται ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Βουλῆς εἶναι ζήτημα κρίσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὅταν ὑπέβαλεν ὁ κ. βουλευτὴς τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ καὶ ὅταν ἡ ἐπερώτησις ἀνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἶχεν γνῶσιν ὁ κ. βουλευτὴς τοῦ συνόλου τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτοῦ ὅτι ἀποφεύγουν τὸν ἔλεγχον διότι δὲν θέλουν νὰ περισπᾶται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καθ’ ὃν χρόνον μέγιστα ἐθνικὰ συμφέροντα κρίνονται. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ καλυφθῇ ὑπὸ οἱανδήποτε νίκην διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον. Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς θέλῃ νὰ ἀποσύρῃ τὴν ἐπερώτησίν του δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν ἡμεῖς τὴν συζήτησιν ἐπερωτήσεως του, ἐγὼ εἶχον τοῦτο μόνον νὰ δηλώσω, διότι ἐπὶ τέλους ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκφράζει ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην αὐτῆς διὰ τῆς συζητήσεως δεδικαιολογημένως ἢ ἀδικαιολογήτως συντελεῖτε ὥστε νὰ ἐπισωρεύεται ὁμίχλη ἡ ὁποία κινεῖται νὰ παρακωλύσῃ τὴν κοινὴν γνώμην ὡς πρὸς τὴν ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς κατάστασιν. Τὴν ὁμίχλην λοιπὸν ταύτην δὲν τὴν ἐφέραμεν ἡμεῖς καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἐθνικὴν νὰ τὴν διαλύσωμεν, ἐὰν δὲ πρόκειται ὁ κ. βουλευτὴς νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα διὰ νὰ συντρίψῃ τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ τὸ θίξῃ. Ἀπὸ τοιαύτης ἀντιλήψεως ὁρμώμενος εἶπον ὅτι, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ γνώμην κατὰ τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκβιάσῃ τὴν συζήτησιν ἐὰν ὁ ὑποβάλλων αὐτὴν τὴν ἀποσύρῃ.
§110Γ. ΠΩΠ. Πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. συνάδελφος παρακαλῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις διότι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως. Δὲν ἐλησμόνησε κανεὶς κ. Πρόεδρε, δὲν ἐλησμόνησεν οὔτε ὁ κ. συνάδελφος ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν οὔτε ἐγὼ οὔτε ἄλλος τις ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶπε πρὸς ἡμᾶς· προσέξατε κύριοι, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θίγονται μὲ ὑπέρμετρον ἐλευθερίαν ζητήματα ἐσωτερικῆς διοικήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωσι παρεξηγήσεις αἱ δὲ παρεξηγήσεις ἐκεῖναι νὰ θίξωσιν ὑποθέσεις ἐθνικάς. Καὶ εἶχεν δίκαιον λέγων τοῦτο.
§111Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐφρόνουν καὶ φρονῶ πάντοτε εἶναι ὅτι ὁ ἔλεγχος ὁ ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχει ὅρια τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ διαγράφωμεν. Ὅταν ἡ συζήτησις τῶν δημοσίων ὑποθέσεων ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας ἀποβαίνει πάντοτε ἐπιβλαβὴς καὶ εἶπον τότε μήπως ἡ συζήτησις ἡ ὁποία σκοπὸν εἶχε τὴν ἀποτροπὴν ζημίας, ἀποβῇ πρόξενος ζημίας πολὺ μεγαλυτέρας. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένος ὁ ἔλεγχος ἐν τῇ Βουλῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας, ὑποθέτω δὲ ὅτι τοῦτο προσδοκᾷ ἡ Βουλὴ καὶ πᾶς τις τὸ προσδοκᾷ ἐφόσον πρόκειται περὶ ἐλέγχου πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ὑπερβασιῶν τῆς Κυβερνήσεως.
§112Γ. ΠΩΠ. Συνεχίζων, λέγω, ὅτι ἀκριβῶς τοῦτο ἠθέλησεν ἡ ἀντιπολίτευσις ν’ ἀποφύγῃ, ὅτι ἀκριβῶς δὲν ἠθέλησε νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ οὔτε τὸ δίκαιον οὔτε τὴν ἀλήθειαν καθ’ ὃν τρόπον περιπίπτει εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς. Ἀλλὰ συγχρόνως εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν περιέπεσεν καὶ ἄλλο τι ἡ θέσις ἡ ἐξωτερικὴ τῆς χώρας ἀνήκει εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ὁλοκληρωτικῶς διευθύνει τὴν ἐξωτερικὴ κατάστασιν, καὶ ὅστις ἐπέτρεψε τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως. Εἶναι δὲ φυσικόν, διότι εἶναι ἴδιον παντὸς γενναίου ἀνδρός, ὅταν αὐτὸς διευθύνει ὑπηρεσίαν τινά, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ἐλέγχοντας μείζονα ἐλευθερίαν ἐλέγχου ἢ ἄλλος τις. Ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ πολίτης ἐκεῖνος, ὁ μὴ λαβὼν γνῶσιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων αὐτῶν, περὶ τὰ ὁποῖα ὁ ἔλεγχος στρέφεται, εἶναι ἀπὼν τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ θέλετε ἡμεῖς νὰ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην νὰ θίξωμεν τὸ ἔργον τὸ ἐθνικὸν εἰς τὰς παραμονὰς τῆς λύσεως αὐτοῦ καὶ νομίζετε, ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι εὐχάριστον; Καὶ νομίζετε ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο εὐχάριστον καθ’ ἣν στιγμὴν γίνονται διαπραγματεύσεις, περὶ τῆς τύχης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, νὰ διετυμπανίζετο ἔξω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον περὶ ἐσωτερικὰ ζητήματα τυρβάζει, περὶ ἐσωτερικὰ ζητήματα ἀσήμαντα ἢ σημαντικά; Καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀληθῶς ἐπικουρία πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐργάζονται ὑπὲρ τῆς λύσεως τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, ἐὰν ἀπεστέλλετο ἐντεῦθεν ἡ δήλωσις, ὅτι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁμόφωνος καὶ ὁμόψυχος ἀναμένει τὸ ἄγγελμα τῆς λύσεως τῶν Ἑλληνικῶν ὑποθέσεων; Πρὸς τοιαύτην ἰδέαν, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐπικουροῦμεν; καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅσα εἶπον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος καθ’ ὃν τρόπον αὐτὴ ἐννοεῖ, ἡμεῖς ἀπαλλασσόμεθα πάσης εὐθύνης· ἀλλ’ ἔχομεν τὴν συνείδησιν, ὅτι τὰ προσωπικὰ καὶ τὰ ἐσωτερικὰ ὀφείλουν νὰ κατασιγάσουν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ νίκη ἴσως πτερυγίζει περὶ τὴν Ἑλληνικὴν πατρίδα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρωτίστως εἶναι δικαίωμα τοῦ ἐπερωτῶντος. Ὁ κ. Σπηλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§114Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι βαθύτατα, ὅτι ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα ἐγὼ ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ λάβῃ ἡ συζήτησις τοιαύτας διαστάσεις μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἀντιπροέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔλαβε τόσον τρομακτικὰς διαστάσεις.
§116Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, αἱ γνῶμαι καὶ ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ὁ κ. Πὼπ δὲν ἀνταποκρίνονται τὸ παράπαν πρὸς τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς μου. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ὅταν ἀπηύθυνα τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἐπερώτησις περιέχει θέματα θίγοντα βαθύτατα καὶ καιριότατα τὴν πολιτείαν ὅλων τῶν Ὑπουργῶν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁρίστε.
§118Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν εἶχον ἀνάγκην νὰ λάβῃ γνῶσιν ἀμέσως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ ἀποβλέπων, ὡς εἶπον εἰς κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀλλ’ ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως.
§119Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ γνῶσιν, ὄχι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§120Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἀποσύρω τὴν ἐπερώτησιν.
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι, ὄχι. Νὰ τὴν ἀναπτύξητε.
§122Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρει ὁ κ. βουλευτὴς τὴν ἐπερώτησιν.
§124Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ὁ τελευταῖον ὁμιλήσας συνεμερίζετο τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Ψαρρῶν, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω ἀκόμη περισσότερον, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. βουλευτὴν νὰ μὴ ἀποσύρῃ τὴν ἐπερώτησιν, διότι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ψαρρῶν τὶ ἐξεδήλωσε πρὸς τὴν Βουλήν; Ἐξεδήλωσεν ἐπίκρισιν περὶ σοβαρῶν πραγμάτων ἐπιβαρυνόντων τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὁποίων δὲν συμφέρει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ ἔλεγχος. Καὶ τότε θὰ ἠρώτων ἐγὼ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Ψαρρῶν· Εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπὶ στιγμήν, ὑπὸ τὸ βάρος τοιαύτης ὑπονοίας, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ, ὅτι προσφέρει ὑπηρεσίαν, διότι τάχα δὲν συμφέρει νὰ γνωσθῶσι ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος αἱ παρανομίαι τῆς Κυβερνήσεως; Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζω τὶ εἶχεν ἐν νῷ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐπέμεινα διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἑρμηνεύω τὰς γνώμας τοῦ συνόλου τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§126Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἀλλὰ δυστυχῶς, εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως πρὶν ἢ τὴν ἀναπτύξει ὁ κ. βουλευτής. Ὁ κ. βουλευτὴς δηλοῖ, ὅτι ἀποσύρει τὴν ἐπερώτησιν. Ὅ,τι ὀφείλω νὰ δηλώσω εἶναι τοῦτο· ἀποκρούω πάσει δυνάμει τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. βουλευτοῦ ἐκ Ψαρρῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἐπερώτησις ἀποσύρεται, σημαίνει, ὀφείλει νὰ σημαίνῃ, ὅτι μέχρι σήμερον τοὐλάχιστον δὲν ἔχει σαφῆ γνῶσιν τῆς καταστάσεως καὶ διὰ τοῦτο ἀποσύρει αὐτήν. (Χειροκροτήματα).
§127Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καίτοι εἶμαι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε, μίαν φορὰν ποὺ ὡμίλησε περὶ κανονισμοῦ ὁ κ. συνάδελφος, νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν. Τὴν ἐπερώτησιν τὴν θεωρῶ ὅτι ὁ βουλευτὴς Ἠλείας τὴν διετύπωσεν, ὡς διετυπώθη σκοπίμως, ἀορίστως, ἵνα ἀποσυρθῇ ὅπως ἀποσύρεται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Δὲν διατρέχουν κανένα κίνδυνον οὐδὲ ἡ πατρίς, οὐδὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν οἱ ἐπερωτῶντες ἔχουν τὶ νὰ ἐλέγξουν, ὀφείλουν καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ κάμουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀκούσῃ τὸν ἔλεγχον κατὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος καὶ οὐχὶ τὰ ἄτομα. Λέγω δέ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐπερώτησις διετυπώθη ἀορίστως, ἐπίτηδες διὰ νὰ μὴ γίνῃ ὁ ἔλεγχος ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ γίνωνται τὰ σπερμολογήματα ὅσα γίνονται ἐκτὸς τῆς Βουλῆς.
§128Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος λοιπόν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου.
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁρίστε, ὁρίστε.
§130Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ πολύ, κύριοι βουλευταί, ἐν πάσῃ ἠρεμίᾳ νὰ διεξαγάγωμεν τὴν συζήτησιν.
§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁρίστε· ὁρίστε.
§132Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1910 εἰσελθὼν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ἔχων πλήρη ἀντίληψιν τοῦ ὕψους τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον κατέχω, οὐδένα ποτὲ ἀπεδοκίμασα ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἢ ῥητῶς ἢ σιωπηρῶς, ἀλλὰ πάντοτε κοσμίως καὶ εὐπρεπῶς παρηκολούθησα τὰς συζητήσεις. Λοιπὸν ἀξιῶ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου παρακολουθήσωσι κατὰ τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πιστεύω ὅτι διὰ γλώσσης κοινοβουλευτικῆς, κοσμίας καὶ εὐπρεποῦς θὰ διατυπώσω, ἃς ἔχω νὰ διατυπώσω γνώμας καὶ ἀσκήσω τὸν προσήκοντα ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ πάσης ἄλλης ὁμιλίας ἐπὶ τοῦ θέματος, κύριοι βουλευταί, δηλῶ, ὅτι ὁ ἔλεγχος θὰ εἶναι γενικὸς καὶ εἰδικός, ἂν καὶ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ γενικὸς ἔλεγχος καὶ ἡ μνεία συγκεκριμμένων γεγονότων ἀποδεικνύουν τὴν βασιμότητα τοῦ γενικοῦ ἐλέγχου τοῦ δὲ εἰδικοῦ παρέλκει, καθ’ ὅσον μετὰ τὴν δικαστικὴν ὁμολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῆς κοινῆς γνώμης, ὁμολογήσας τὴν κακοδιοίκησιν τῆς χώρας......
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποίαν κακοδιοίκησιν;
§134Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως, κύριοι. Μὴ διακόπτετε παρακαλῶ. Ἂν διακόψητε, θὰ κατέλθω τοῦ βήματος. Ἂν θέλετε τὸν ἔλεγχον πρέπει νὰ ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε. Ἄλλως σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ κατέλθω ἀμέσως.
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁρίστε, ὁρίστε.
§136Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφωνῶ μάλιστα, κύριοι, ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν τῆς κακότητος καὶ μὲ ἡμᾶς τοὺς ζωγράφους καὶ μὲ πολλοὺς ἀπὸ σᾶς τοὺς κριτάς. Ἑπομένως ἐμὲ θὰ ἤρκει ἡ ὁμολογία αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποστηρίξω τὸν γενικὸν ἔλεγχον καὶ νὰ ζητήσω εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον, ὁ ὁποῖος εἶπε «πότε ἔκαμε τὴν ὁμολογίαν αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; «Ὅταν ἐπανῆλθεν ἀπὸ τὸ Παρίσι διὰ τῶν δηλώσεων τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἀπὸ τοῦ ξενοδοχείου, εἰπὼν τὰ ἑξῆς: «Εἶναι καλλιτέρα ἡ διοίκησις ἀπὸ ὅ,τι τὴν ζωγραφίζουν οἱ ἐχθροί μου καὶ τὴν κρίνουν οἱ φίλοι μου» τὸ ὁποῖον μεθερμηνευόμενον εἰς τὴν Ἑλληνικήν, σημαίνει «εἶναι μὲν κακὴ ἡ διοίκησις ἀλλὰ ὄχι καὶ τόσον κακὴ ὅσον τὴν θέλουν οἱ ζωγράφοι». Θὰ ἦτο λίαν ἀφελές, κύριοι βουλευταί, ἐὰν διὰ τοῦ ἐλέγχου τὸν ὁποῖον θὰ ἀσκήσω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς πολιτικήν, ἐσκόπουν νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι ἔκδηλον ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον, νὰ γνωρίσω δηλ. εἰς αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴν κακοδιοίκησιν καὶ ἐσωτερικὴν κακοδαιμονίαν τῆς χώρας γνωστὴν ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, τοῖς πᾶσι. Ἐὰν ἑπομένως, κύριοι, ἐλέγχω τὴν Κυβέρνησιν, πράττω τοῦτο κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχήν, διὰ νὰ καθορίσω τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης τὴν ὁποίαν ὑπέχει, τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἐγκαίρως ὑπέδειξα εἰς αὐτὴν καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγκαίρως ἐπίσης ἐνέγραψα προσημείωσιν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἴσως δικαιοῦμαι πλειότερον παντὸς ἄλλου ἐξ ὑμῶν νὰ ζητήσω λογοδοσίαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ τελεσθέντα ἔκτροπα. Διότι εἰς ἐμὲ ἔλαχεν ὁ κλῆρος κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1917, ὅτε τὸ πρῶτον ἤρχιζεν ἐργαζομένη ἡ Βουλὴ αὕτη, εἰς νεκρῶν κατὰ τοὺς μὲν εἰς νεκροφάνειαν κατὰ τοὺς δὲ ἀνάστασιν, νὰ κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου καὶ νὰ διαγράψω μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας δυστυχῶς τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ προκύψουν καὶ προέκυψαν ἐκ τῆς ἀναστολῆς καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὰς παρατάσεις τοῦ χρόνου τῆς ἀναστολῆς τῶν νόμων περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν συνταγματικῶν ἐκείνων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι προασπίζουσι καὶ θωρακίζουσι τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Τῆς ἀναστολῆς ἡ ὁποία ἀφύπνησε τὰ ληθαργοῦντα καὶ ἐθεράπευσε τὰ θανασίμως πληγέντα ὑπὸ τοῦ ἐπαναστατικοῦ μένους.....
§137Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἀφήναμε τὸν Μεϊντάνη.
§138Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἠξεύρητε ὅτι ἕκαστος ἔσφαλε. Πολλάκις κύριοι βουλευταί, μοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ πλειστάκις ἐπιέσθην νὰ ἀσκήσω ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀνατροπὴν τῶν ὅρων τοῦ προπολεμικοῦ πολιτικοῦ καὶ δημοσίου ἡμῶν βίου ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι δὲν ἦτο τότε ἐπιτετραμμένον καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ προσοχὴ τοῦ Ἔθνους σύμπαντος ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐστραμμένη καὶ ἦτο πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλ’ ἤδη ὅμως, ὅτε ὁ φραγμὸς οὗτος ἤρθη καὶ τὸ παρανομεῖν καὶ τὸ ἐκφαυλίζειν καὶ τὸ διαρπάζειν ἀποτελεῖ σύστημα, ἀποτελεῖ καθεστώς, ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ μὴν ἀφήσω νὰ τερματίσῃ τὸν πρόσθετον αὑτῆς βίον ἡ Βουλὴ αὐτὴ χωρὶς νὰ ἐγείρω φωνὴν ζωηρᾶς διαμαρτυρίας.
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ εἰσέλθετε εἰς τὸ θέμα.
§140Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ μὴ διακόπτουν τὸν ρήτορα, ἀλλὰ νὰ ἀφήσουν νὰ κανονίσῃ αὐτὸς τὸν τρόπον τῆς ὁμιλίας του.
§141Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἠξεύρετε ὅτι ἑκάστη λέξις ἐξερχομένη τοῦ στόματός μου εἶναι ζυγισμένη.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ διαρπάζειν καὶ ἐκφαυλίζειν; Σᾶς προειδοποιῶ ὅτι ἐὰν ἐξακολουθήσητε κατὰ τὸν τόνον αὐτόν, θὰ ἀσκήσω καὶ ἐγὼ τὰ δικαιώματά μου.
§143Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ λέξις ἦτο ἄσκοπος. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι τὸ καθῆκον μου ἐπέβαλε νὰ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρίας καὶ νὰ ἐκφράσω ὅλην τὴν θλῖψιν μου καὶ τὴν δυσφορίαν διὰ τὰ τελεσθέντα. Καὶ τοσοῦτον μᾶλλον, κύριοι, ἡ λύπη μου αὕτη εἶναι ζωηρά, καθόσον ἀρνηθεῖσα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν παροχὴν εὐκολιῶν ἠδυνήθη ἵνα ὑπερκάμψῃ καὶ ἀντικαταστήσῃ τὴν δύναμιν τῆς πολιτικῆς ἰδέας, συνετέλεσεν ὥστε ὄχι μόνον τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 νὰ ἀνατραπῇ πρόρριζα, τὸ περίλαμπρον ἐκεῖνο ἔργον, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς μίαν ἐκ τῶν ἀγορεύσεών του κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ὁμιλίας του λίαν φιλοστόργως ἐθώπευσε καὶ εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ τοσαύτην ἀπέδωσα σημασίαν ὥστε νὰ θεωρῶ τοῦτο ἔτι μεῖζον ἐνῷ ἦτο ἰσοδύναμον πρὸς πᾶσαν ἐξωτερικὴν ἐπιτυχίαν. Διότι ἂν αὕτη, κύριοι, ἐπεξέτεινε τὴν χώραν, ἐκεῖνο ἐξησφάλισε τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι δὲ τοῦτο ἀναμφισβήτητον. Κρείτων καὶ προτιμοτέρα ἡ χώρα ἡ ἔχουσα περιωρισμένα γεωγραφικὰ ὅρια, ἀλλὰ εὐνομουμένη καὶ συνεπῶς εὐημεροῦσα, παρὰ μεγάλη, δυσνομουμένη καὶ φθίνουσα. (Διαμαρτυρίαι ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξηγήσητε τοὺς λόγους σας αὐτούς.
§145Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξηγηθῶ κ. Πρόεδρε, λέγω ὅτι εἶναι προτιμωτέρα ἡ χώρα ἡ ἔχουσα περιορισμένα γεωγραφικὰ ὅρια ἀλλὰ εὐνομουμένη καὶ εὐπραγοῦσα ἀπὸ τὴν ἔχουσαν ἀπέραντα γεωγραφικὰ ὅρια καὶ φθίνουσαν.
§146Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡμεῖς θὰ τὴν μεγαλώσωμε καὶ χωρὶς νὰ θέλητε.
§147Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε μὲ θίγετε βαθύτατα καὶ μὲ ἀδικεῖτε, διότι δὲν μὲ γνωρίζετε. Ἐὰν ἡ ὑπερηφάνειά μου τὸ ἐπέτρεπε θὰ σᾶς ἀνέφερα κἄτι τι ὁπότε θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἀνακαλέσητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε, διότι θὰ ἐβλέπατε εἰς ποῖον ὕψος συνειδήσεως καὶ φιλοπατρίας ἵσταμαι. Τοῦτο δύναμαι νὰ ἀποδείξω εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ ὅτι λέγω, τὸ λέγω ἐκ τοῦ πόθου νὰ διορθωθῇ ἡ κατάστασις καὶ ὄχι ἐκ τοῦ ἀθλίου πείσματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Μὲ ἀγνοεῖτε κύριοι, καὶ διότι μὲ ἀγνοεῖτε ἔχετε τὴν προκατάληψιν ὅτι ὁμιλῶ ἀπὸ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν μὲ ἐγνωρίζατε δὲν θὰ διεκόπτατε καθόλου. Ὅταν κύριοι, ὕβρισε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πολιτικός μου φίλος τὸν ἐρράπισα καίτοι ἤμην φίλος πολιτικὸς τοῦ κ. Δημητρακοπούλου, τὸν ἐρράπισα διότι ἡ συνείδησίς μου δὲν μοὶ ἐπέτρεπε νὰ δεχθῶ νὰ ἐγκολάπτηται στίγμα πρὸς πάντα Ἕλληνα πολιτικὸν κατὰ μείζονα δὲ λόγον πρὸς πολιτικὸν τῆς περιωπῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατιθεμένα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ ὅταν οἱ ἐπίστρατοι ἐδίωκον τοὺς ὑπαλλήλους ὁ ἀδελφός μου ἔθεσε τὸ πιστόλι εἰς τὸ αὐτὶ τοῦ προέδρου αὐτῶν χάριν τῆς τάξεως.
§148Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πάντα ταῦτα κ. βουλευτά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξάρωσι τὴν συμπεριφοράν, τὴν ὁποίαν ὑπεμνήσατε. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ σᾶς ὑπομνήσω εἶναι ὅτι ἀπὸ μιᾶς τετραετίας ἀνεπτύχθη εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ δόγμα τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος, ἀνεπτύχθη αὐτὸ ὑπὸ μιᾶς μερίδος, ἡ ὁποία τὰ πάντα ἔπραξε διὰ νὰ ἀποτρέψῃ τὴν μεγάλην Ἑλλάδα. Θὰ ἦτο θλιβερὸν τὸ δόγμα αὐτὸ νὰ εὕρῃ ἀπήχησιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἦτο δὲ δυνατὸν ἡ φρᾶσις σας αὐτὴ νὰ μὴ διερμηνευθῇ ἄλλως παρὰ ὡς ἀπήχησις αὐτοῦ τοῦ δόγματος καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον διὰ τῆς διακοπῆς μου νὰ σᾶς καταστήσω προσεκτικούς, ὥστε νὰ διαστείλητε κατὰ τὸν σαφέστερον δυνατὸν τρόπον τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἐδώσατε διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ σύγχισις.
§149Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔδωσα τὴν ἐξήγησιν· ἐὰν θέλητε νὰ ἐξέλθητε τῶν στενῶν ὁρίων τῆς λογικῆς, πρέπει νὰ δεχθῆτε ὅτι θέλετε χώραν περικλείουσαν ὅλον τὸν κόσμον ἢ μικροτέραν ........
§150Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡμεῖς θέλομεν τὴν ἐλευθερίαν ὅλων τῶν ὑποδούλων καὶ ἀντὶ νὰ σφάζωνται οἱ Ἕλληνες τῆς Θράκης ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους καὶ οἱ Ἕλληνες Μικρασιᾶται ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐπροτιμήσαμεν καὶ προτιμῶμεν τὴν ἐλευθέρωσιν τῶν ἀδελφῶν μας, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἰδικάς σας, νὰ κακοδιοικηθοῦν. (Χειροκροτήματα).
§151Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω εἰς αὐτὸ καὶ δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω. Θέλω νὰ ἀποδείξω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ εὐνομία. Εἶναι σχῆμα λόγου· ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τὸ εἶπον.
§152Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αὐτὸ ἤθελον.
§153Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§154Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι σχῆμα λόγου, κύριοι, αὐτό; Ὄχι μόνον, κύριοι, συνετέλεσε τὸ αἴσθημα τῆς εὐνομίας καὶ ἰσότητος τῶν δύο αὐτῶν κεφαλαιωδῶν πολιτικῶν ἀρχῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ πολιτικὴ καὶ κανονικὴ πρόοδος ἐλευθέρου Κράτους, ὄχι μόνον ἡ τάσις πρὸς συναλλαγὴν ἐκδηλωθείσης ζωηρῶς εἰς τὰ ὄργανα τῆς πολιτείας, ὄχι μόνον ἡ ὑπηρεσιακὴ συνείδησις κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν νὰ μὴ ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της, τὸ δὲ χαράκωμα, τὸ ὁποῖον ἀνήγειρεν ἡ ἀνορθωτικὴ συνείδησις τῆς χώρας, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἠμύνετο σταθερῶς καὶ εὐστόχως ἡ ὑπαλληλικὴ ἀναμόρφωσις, ἀλλὰ καὶ ἡ καθόλου εἰκών, τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει ἡ ἐσωτερικὴ διοίκησις τῆς χώρας εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παρέχῃ πολλοὺς φόβους καὶ νὰ δημιουργῇ πολλὰς ἀνησυχίας, ἐὰν εἶναι εὔκολον ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εὐχερῶς καὶ ταχέως εἰς τὴν ὁδὸν τῆς εὐνομίας καὶ ἰσότητος τὴν ὁποίαν διήνοιξεν ἡ ἀνορθωτικὴ ἰδέα καὶ διεμόρφωσεν ἡ ἐπανάστασις. Καὶ δύναμαι νὰ ἀποδείξω κύριοι, εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγκαίρως ὑπέμνησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀνελάμβανεν ἀπέναντι τοῦ ἔργου τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 ἀναστέλλουσα τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν κατάστασιν ταύτην μεταβάλλουσα, ἐὰν θὰ δυνηθῇ νὰ βελτιώσῃ ἐπικαλουμένη τὰς διεθνεῖς ἀνωμαλίας καὶ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, διότι κατ’ ἐμὲ, κύριε, εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὰς ἀξιώσεις αὐτὰς κατὰ τρόπον, καὶ τοῦτο ποιεῖν καὶ τοῦτο μὴ ἀφιέναι. Δὲν ὑπῆρχεν ὅμως ἡ καλὴ θέλησις, ἔλλειψεν ἡ δύναμις τῆς ἐμπράκτου ἐκδηλώσεως. Διὰ νὰ ἀποδείξω δὲ ὅτι ἐγκαίρως ὑπέδειξα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἀνελάμβανε διὰ τῆς ἀναστολῆς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὸν ἐπίλογον τῆς κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1917 ἀγορεύσεώς μου, κατὰ τὴν ὁποίαν διεξετραγώδησα καὶ ἐξῆρον τὴν καταστροφήν, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ἡ ἀναστολὴ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον καὶ ἐν γένει, κατέληξα εἰπὼν τὰ ἑξῆς: «Ἄν καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἵτινες ἐξέθρεψαν ταῦτα πάντα.....». Εἶπον τότε, κύριοι, διὰ τὴν ἀνασυστατικὴν ὀργάνωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐννόει μὲν διὰ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς μεγάλου ἐθνικοῦ μεγαλείου καὶ ἀβεβαίου τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως κατὰ τὴν προφητείαν μου συνέτεινεν καὶ εἰς τὴν καταστροφὴν ἑνὸς κρατικοῦ ἀγαθοῦ βεβαίου καὶ ἀσφαλοῦς· Εἰς τὴν Βουλὴν ἐναπόκειται νὰ κρίνῃ ἂν ἁπλῶς ἐπροφήτευσα ἢ ἁπλῶς παρερμήνευσα ἢ ἂν κατεβλήθη φιλότιμος προσπάθεια ἀπὸ μέρους ὀργάνου τινὸς τῆς πολιτείας διὰ νὰ ἐκτιμηθοῦν αἱ προβλέψεις μου αὐταὶ κατὰ τὴν ἔκτασιν καὶ διαβάθμισιν. Καὶ τοιοῦτοι, κύριοι, ὄχι μόνον προλέγουν τὰ μέλλοντα νὰ συμβῶσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως σύντονος προκαλεῖται, τώρα ἔκκλησιν ποιοῦμαι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ νὰ δείξῃ πρὸς τὴν μητέρα ὁποίαν στοργὴν ἐδείκνυε καὶ πρὸς τὴν θυγατέρα. Ἡ δὲ Κυβέρνησις εἴτε διότι δὲν ἠθέλησεν εἴτε διότι ἠδράνησεν εἴτε διότι ἠμέλησε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της καὶ ἐπιβάλλῃ τὴν νόμιμον θέλησίν της, νὰ δείξῃ τὸ ἀνάστημά της καὶ προβάλῃ τὴν πυγμήν της διὰ νὰ προλάβῃ τὰ γεννηθέντα ἔκτροπα, δὲν νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶχον ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀκεραία; Εἶπον ἀρχομένου τοῦ λόγου μου, ὅτι θὰ κάμω γενικὸν καὶ εἰδικὸν ἔλεγχον. Καὶ εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ πιστευθῇ, ὅτι λαὸς ὡς ὁ Ἑλληνικός, πολιτικῶς ἐνάγωγος, πολιτικῶς εὐπειθής, εὐπειθέστατος, εἰς τὸ νὰ κυβερνᾶται, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν θὰ ἠκολούθη τὴν ὁδὸν τῆς εὐνομίας καὶ θὰ ἦτο συνεπὴς εἰς τὸν νόμον καὶ τὰ κελεύσματα τοῦ νόμου ἂν ἔβλεπε τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας ἐκτελοῦντα ἀδυσωπήτως, ἀντὶ νὰ παραβαίνουν τοὺς νόμους; Ὄχι δὲν εἶναι δυνατόν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελα κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν—εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ—εἶναι τοῦτο· ὅτι ἐμείωσαν καὶ ἔκαμψαν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς περιφρούρησιν τῶν πολιτικῶν ἀγαθῶν καὶ τῆς πολιτικῆς εὐκοσμίας τῆς χώρας ἀφ’ ἑνὸς τὰ ἄσπονδα μίση τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησε ὁ ὀξύτατος ἐσωτερικὸς ἀνταγωνισμὸς τῶν ἀντιμαχομένων μερίδων, ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἐπιρεασμὸς τὸν ὁποῖον ἤσκησεν ἐπὶ τῆς βουλευτικῆς καὶ τῆς κυβερνητικῆς Ψυχῆς, ἀληθῶς ἀξιέπαινος καὶ ἀληθῶς ἄξιος ἐξάρσεως πολιτικὴ τῶν φίλων της εἰς τὸ τῆς Θεσσαλονίκης κίνημα, εἰς τὸν καθόλου ἀγῶνα τὸν ὁποῖον διεξήγαγε. Αὕτη εἶναι ἡ αἰτία τῆς ψυχικῆς ἀδυναμίας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν. Καὶ θὰ μᾶς ἀντιταχθῇ τὸ ἐπιχείρημα, διατὶ παραπονεῖσθε; Δὲν βλέπετε τὶ ἐτελέσθη καὶ τὶ τελεῖται εἰς τὰς ξένας χώρας καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὰς Βαλκανικάς, ἕνεκα τῶν διαφόρων ἀνωμαλιῶν καὶ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως; Καὶ εἰς τὸ ἐπιχείρημα ἀπαντῶ ἐκ προκαταβολῆς, στερούμεθα ἀτυχῶς τοῦ μεγάλου τηλεσκοπίου, δι’ οὗ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν τὶ ἐτελέσθη καὶ τὶ τελεῖται εἰς τὰς ξένας χώρας. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ....
§155Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχετε τὸν Τύπον τῶν ξένων Μεγάλων Δυνάμεων ὁ ὁποῖος καθημερινῶς καταγγέλλει τὰς ἀτασθαλίας τῆς Διοικήσεως.
§156Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ποῖα καὶ πόσα ἐγένοντο. Δὲν γνωρίζομεν τοῦτο καὶ συγχρόνως ποῖαι αἱ πολιτικαὶ ἐσωτερικαὶ συνθῆκαι εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, ποῖα τὰ πολιτικὰ ἤθη, ποία ἡ πολιτικὴ ἀγωγή. Ἡμεῖς ἓν μόνον γνωρίζομεν, ὅπερ ἔχομεν ἀποδεδειγμένον, καὶ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ χιλιάκις ὡμολογήθη, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πολιτικῶς εὐάγωγος, πολιτικῶς εὐπειθής, ἐν τούτοις κυβερνᾶται μετὰ πάσης δεινοπαθείας, κακοδαιμονίας καὶ κακοδιοικήσεως προερχομένης ἐκ κυβερνητικῆς πράξεως ἢ παραλείψεως· τοῦτο βαρύνει μόνον τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ γενικωτέρου τούτου λόγου βαρυκέφαλος ἴσως ὤν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποίαν σχέσιν ἔχουν αἱ διηνεκεῖς ἀνωμαλίαι καὶ αἱ ἐμπόλεμοι καταστάσεις μὲ τὴν συνείδησιν τῶν ὀργάνων τῆς πολιτείας, τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ Προέδρου καὶ παντὸς ἄλλου ὀργάνου αὐτῆς. Ποῖα ἐμπόδια παρεμβάλλουσι εἰς τὴν ἔνορκον ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῶν ὀργάνων τῆς πολιτείας ἡ κλαγγὴ τῶν ὅπλων καὶ ὁ κρότος τῶν τηλεβόλων; Ἐκεῖ πόλεμος, ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ καθῆκον του, ὁ Ὑπουργὸς ἐπίσης. Διότι ἂν θελήσωμεν νὰ δικαιολογήσωμεν—ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι ἡ ἀντίληψις ἡ ἰδική μου στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας—ὅτι ὑπῆρξαν ἔκτροποι ἐνέργειαι τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, τὴν παρεκτροπὴν αὐτήν, ἐπικαλούμενοι τὰς διεθνεῖς ἀνωμαλίας καὶ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, τότε διατὶ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον νὰ μὴ εἴπωμεν εἰς ἕνα ἐγκληματίαν, κλέπτην, π. χ. ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται μέσα εἰς ἕνα μαγαζί, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔξω αὐτοῦ γίνεται συμπλοκὴ καὶ κλέπτει, ὅταν ἔπειτα συλαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν καὶ ἐρωτᾶται διατὶ τὸν συλλαμβάνουν, ὅτι εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ ἀπαντᾷ, διότι ἀπ’ ἔξω τσακώθηκαν. Εἶναι αὐτὸς κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ὁ τρόπος αὐτῶν τοῦ σκέπτεσθαι. Ὁ αὐτὸς τρόπος εἶναι καὶ ἐδῶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, δὲν θεωρῶ ὅμως σοβαρὸν τὸ ἐπιχείρημά σας. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἐθεώρησα σοβαρόν, κύριοι, εἶναι τοῦτο, καὶ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡμολογήθη ἡ κακοδιοίκησις, ἀδιάφορον ἂν τὴν ἐδέχθη εἰς ἐλάχιστον βαθμόν, ἐνῷ ἡμεῖς τὴν δεχόμεθα εἰς μεγαλύτερον βαθμόν, τὸ μόνον ἐπιχείρημα ἦτο κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου νὰ φέρῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανερχόμενος ἐκ τῆς ξένης καὶ ἐκ τοῦ συνεδρίου τῆς εἰρήνης εἰς τὸ ὁποῖον διεξήγαγεν ἀληθῶς τὸν ἀκανθωδέστερον καὶ δεινότερον ἀγῶνα πρὸς ὑπεράσπισιν καὶ ἱκανοποίησιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων νὰ φέρῃ τὸ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου ἐναγωνίως ἀναμενόμενον καὶ ὑπὸ τοῦ ἀνταποκριτοῦ τῆς Ἑστίας ἐκ Παρισίων ἐπιμόνως προαγγελθὲν φραγγέλιον διὰ νὰ φραγγελίσῃ ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπαίτιοι τῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἤθελεν, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς εὐθύνης ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα πρὸς δικαιολογίαν τουλάχιστον τῆς καταστάσεως! νὰ εἴπῃ πρὸς ἐμὲ καὶ τούτου ἀπουσιάζοντος ἀναμένων νὰ εἴπῃ πρὸς ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: Κύριοι βουλευταί, ἀναγνωρίζομεν τὴν κακοδιοίκησιν καὶ ἂν θέλητε τὴν ἀναγνωρίζομεν καὶ εἰς ὃν βαθμὸν τὴν δέχεσθε σεῖς, ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι εἴμεθα μία ἐπανάστασις, δὲν δυνάμεθα νὰ βαδίζωμεν εὐρύθμως καὶ πρέπει οἱ κύριοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν μειοψηφίαν νὰ ὑφίστανται ἀγογγύστως τὰς συνεπείας της. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο εἶναι δύσκολον καὶ ὡς ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον διὰ νὰ ἀποφύγω τὸν εἰδικὸν ἔλεγχον ἐδέχθην ὡς βάσιν τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ὑποστηρίξω γενικὸν ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τούτοις ὅμως δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἀσκήσω καὶ τὸν εἰδικὸν ἔλεγχον μὲ τὴν παράκλησιν πρὸς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς ὅτι ὅσαι τῶν πληροφοριῶν αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ πηγὰς βασίμους, ἀπὸ πρόσωπα ἀπέναντι τῶν ὁποίων εἶμαι ἐκτεθειμένος νὰ μὴ ἐπιμένωσιν νὰ ἀναφέρω τὰς πηγὰς ἐκ τῶν ὁποίων ἠρύσθην αὐτάς. Ἐὰν ἦτο ἐδῶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἐδεχόμην εὐχαρίστως νὰ ἐμπιστευθῶ καὶ τὰ πρόσωπα ἵνα ἀνακαλύπτων τὴν ἀλήθειαν ἀποδώσῃ τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. Εἶναι, κύριοι, καλυτέρα ἡ διοίκησις ἀπ’ ὅτι τὴν ζωγραφίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅταν ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν διαπομπεύεται δημοσίᾳ καθ’ ὃν τρόπον θὰ εἴπω; Προκειμένου κοινότης τις νὰ κάμῃ προσωρινὰ μέτρα—τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἐξετασθῇ ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον, ἀλλὰ πρὸς ἄλλο σημεῖον—συνέρχονται 5–10 πολῖται δημοσίᾳ καὶ λέγουσιν· τότε νὰ κάμωμεν τὴν ἀγωγήν—τὸ ἤκουσα ἐγὼ καὶ παρεξετράπην κατὰ τρόπον ἥκιστα εὐπρεπῆ,—ἐὰν μᾶς ὑποσχεθῇ ὁ Βενιζελικὸς κομματάρχης ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης θὰ μᾶς ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν ὑπὲρ ἡμῶν. Οἱ ἄλλοι δύο εἶπον τὸν εὑρήκαμεν τὸν κομματάρχην καὶ ἔκαμε τὴν ἀγωγήν. Αὐτὸ εἶναι τῆς ἀμέσου ἀντιλήψεώς μου. Δὲν πιστεύω νὰ φαντάζησθε ὅτι μπορεῖ κανεὶς βουλευτὴς νὰ λέγῃ ἀναληθῆ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἅμα ἀνέγραψαν αἱ ἐφημερίδες, κύριοι, ὅτι θὰ κάμω ἐπερώτησιν κατέκλυσαν αἱ ἐπιστολαὶ τὸ γραφεῖόν μου ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος περὶ παρανομιῶν. Ὅμως κύριοι, διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 ἀνεστηλώθη ἡ πεποίθησις τῶν πολιτῶν εἰς τοὺς νόμους τοὐναντίον διὰ τῆς ἐπαναστάσεως αὐτῆς ἀπωλέσθη ἡ πεποίθησις τῶν πολιτῶν ἐπὶ τῆς εὐνομίας τῆς χώρας. Πεποίθησις τῶν πολιτῶν εἶναι ὅτι οἱ νόμοι δὲν λειτουργοῦν ἀπὸ τῆς ἰδίας τῶν ἐμπνεύσεως ἀλλὰ κατ’ ἐπιταγήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγιστον κακόν. Τοῦτο, κύριοι, ἐδημιούργησεν ἡ ἀναστολὴ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, τῆς ὁποίας τὰ κακὰ δὲν ἔσπευσε ἡ Κυβέρνησις νὰ περιστείλῃ τουλάχιστον.
§157Ε. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ δικαστήριον τὶ ἔκαμε;
§158Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔφυγα ἔκτοτε καὶ δὲν εἰξεύρω, διότι σᾶς εἶπα ὅτι τοὺς ἐξύβρισα εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον.
§159Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ αἰτιάσεις σας στρέφονται κατὰ τῶν πολιτῶν οἱ ὁποῖοι εἶχον αὐτὴν τὴν γνώμην.
§160Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέμενα αὐτὴν τὴν ἀντίρρησιν. Ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, δὲν θὰ ἐτόλμων οἱ πολῖται, ὅπως δὲν ἐτόλμων μετὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ σᾶς βεβαιῶ ἐν πάσῃ τιμῇ ὅτι ἐπὶ ἓν ἔτος ἠγνόουν ποῖος ἦτο ὁ Εἰρηνοδίκης καὶ ποῖος ὁ ἀστυνόμος εἰς τὴν πατρίδα μου, διότι οἱ πολῖται τότε εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι λειτουργοῦν οἱ νόμοι. Τὶ γίνεται ὅμως τώρα ὅπου ἔχουν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξ ἄλλων καταστάσεων καὶ ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν ὑφίστανται τὴν ἐπίδρασιν καὶ πῶς δικαιολογεῖται αὐτὴ ἡ μεταβολὴ τῆς ψυχολογίας τοῦ λαοῦ;
§161Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἄν ἐξετάσητε εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα τὴν Τρίπολιν τὴν πελατείαν τῶν ἐκεῖ δικηγόρων θὰ ἴδητε τίνα ἀντίληψιν εἶχον οἱ πολῖται καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἀκόμη τοῦ 1911, 1912 διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν εἶχεν ἐκλείψει τὸ αἴσθημα ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπηρεάζηται ἡ δικαιοσύνη καὶ διὰ τοῦτο προσέτρεχον ἀθρόοι εἰς δικηγόρους μετριωτάτους δι’ ὑποθέσεις σοβαρωτάτας. Σᾶς φέρω τὸν Νομόν μας ὡς παράδειγμα διότι πρόκειται περὶ τοῦ πλέον ἀμερολήπτως διοικουμένου νομοῦ ἀπὸ ἀπόψεως δικαστικῆς.
§162Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, κύριοι, καλυτέρα ἡ διοίκησις ὅταν δικαστὴς κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1918, ἐξετέλει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ καθήκοντα ἀνακριτοῦ, μεταβαίνει εἰς τὸ Βʹ. Ἀστυνομικὸν Τμῆμα ὅπου ἐκρατεῖτο ὁ κατηγορούμενος Οἰκονόμου πρώην σιδηροδρομικὸς σταθμάρχης κατηγορούμενος ἐπὶ ἀποπείρᾳ δωροδοκίας ἀστυνομικοῦ ὀργάνου καὶ λέγει ὁ κατηγορούμενος εἰς τὸν συνήγορόν του: Κύριε συνήγορε, σὲ παρακαλῶ πολὺ νὰ συνεννοηθῇς μὲ τὸν Α δικαστὴν διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν ὑπεράσπισιν. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην φθάνει καὶ ὁ δικαστὴς εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα καὶ ἀπέρχεται μαζὺ μὲ τὸν συνήγορον καὶ κανονίζουν τὴν ὑπεράσπισιν.
§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ ὀνόματα, τὰ ὀνόματα.
§164Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀναφέρω, κύριοι, πρόσωπα καὶ πράγματα ἰδιαιτέρως.
§165Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τί ἰδιαιτέρως; Πρέπει νὰ πῆτε εἰς τὴν Βουλὴν ὀνόματα.
§166Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι, κ. Ἀραβαντινέ, νὰ δώσω πρόσωπα καὶ πράγματα εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς ἄν ἐπιμένητε. (Θόρυβος).
§167Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται ἕνας βουλευτὴς νὰ τὰ λέγῃ.
§168Ι. ΜΑΡΑΓΚΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἀρχόμενος τοῦ λόγου του ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι κάθε λόγος του εἶναι ζυγισμένος, θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι ἕως τώρα εἴδομεν ἀρκετὰ ἀζύγιστα ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ὀνόματα (Θόρυβος).
§170Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε. (Κωδωνοκρουσίαι· ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
§171Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὄχι ὑμᾶς, διότι σᾶς βλέπω κρούοντα διαρκῶς τὸν κώδωνα, ἀλλὰ τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ μὴ προβαίνουν εἰς τοιαύτας διακοπάς. Αἱ διακοπαὶ πρὸς τὸν ἀγορεύοντα γίνονται, διὰ νὰ τοῦ ζητηθῇ μία πληροφορία, μία ἐξήγησις, αἱ διακοπαὶ μὲ παρεμβολὰς καὶ ἀντιελέγχου τρόπον τινά, συντελοῦν εἰς τὴν παρέλκυσιν καὶ συσκότισιν τῆς ὑποθέσεως καὶ δύνανται νὰ δώσουν ἀφορμὴν δικαίων παραπόνων ἐκ μέρους τοῦ κ. βουλευτοῦ.
§172Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Παρακαλῶ....
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς, ἐκτός, ἂν ἐπιτρέπῃ ὁ ἀγορεύων.
§174Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπιτρέπει ὁ κ. συνάδελφος. Ἤθελα νὰ εἴπω καὶ παρὰ τὴν σύστασιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, ὅτι δὲν εἶναι ἐπερώτησις, αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται, ὅταν ὁ κ. συνάδελφος τὰ καταγγελλόμενα γεγονότα ἐπιφυλάσσεται νὰ τὰ ἀνακοινώσῃ μυστικῶς εἰς τὸν ἐλεγχόμενον Ὑπουργὸν καὶ δὲν τὰ λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀκούσῃ περὶ ποίων πρόκειται καὶ νὰ μὴ δημιουργηθῇ πεποίθησις, ὅτι ὅλον τὸ δικαστικὸν σῶμα ἀποτελεῖται ἀπὸ τοιούτους ἀνθρώπους.
§175Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Δὲν φέρουν τὴν εὐθύνην μόνοι οἱ Ὑπουργοί, φέρει τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, διότι ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου μας στηρίζομεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως αὐτὰ μᾶς θίγουν ὅλους καὶ ἂν ἐνδιαφέρησθε σεῖς διὰ τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἡμεῖς περισσότερον. Σᾶς παρακαλοῦμεν λοιπὸν νὰ τὰ εἰπῆτε καὶ θὰ μᾶς προσφέρητε μεγάλην ὑπηρεσίαν.
§176Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ παρηκολουθήσατε.
§177Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος.
§178Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναφέρω εἰδικὰς περιστάσεις. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου τί εἶπον; Ὄτι ἡ κακοδαιμονία τῆς χώρας .........
§179Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Προεδρεύοντα τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἓν καὶ μόνον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ παραπονεῖται εὐλόγως κατὰ τῶν διακοπτόντων κ. κ. βουλευτῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι καὶ ἐγὼ ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἰδέας ἐμπνέομαι, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ κατασταθῇ τόσον ὁ ἔλεγχος ἀπαραίτητος ὅταν ἔρχονται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς λόγια μυστικά, καὶ ἀόριστα χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ πρόσωπα, λόγια τριόδων; Τότε τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἦτο παρὰ ἓν βῆμα συκοφαντιῶν ἀοριστοτάτων. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, χάριν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας του δὲν θὰ διστάσῃ νὰ εἴπῃ ποῦ ἔμαθε τὰ ζητήματα ταῦτα.
§180Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπα ὅτι διστάζω;
§181Ι. ΓΚΕΚΑΣ. ... διότι ἄλλως θὰ σημαίνει ὅτι ἔρχεται μὲ πρόθεσιν νὰ εἴπῃ ὄχι ἀοριστολογίας ἀλλὰ συκοφαντίας. (Θόρυβος).
§182Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ ἀνάξιον ἐμαυτοῦ νὰ ἀπαντήσω εἰς μίαν τοιαύτην διακοπήν. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, ὑβριζόμενος νὰ προχωρήσω.
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, ἐξακολουθήσατε.
§184Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐξακολουθήσατε, σᾶς παρακαλῶ.
§185Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑβρίζωμαι. Δι’ αὐτὸ ἤθελα νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Πρωθυπουργός· συκοφάντης δὲν εἶμαι ἐγὼ καὶ θὰ σοῦ ἀποδείξω ποῖος εἶμαι.
§186Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. βουλευτὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, διότι ἡ βάσις τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Ψαρρῶν ὅτι δὲν θεωρεῖ ἐπιτετραμμένην τοιαύτην συζήτησιν ἐν ὥρᾳ κρισίμῳ διὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν ζητήματα, ἂν εἶναι ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τουλάχιστον. Τὸ ἐθνικὸν ζήτημα ἦτο ἤδη ἐκκρεμές, ὅταν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κατέθετε εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἐνεγράφετο εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἡ ἐπερώτησίς του.
§187Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὀνόματα καὶ πράγματα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἤθελα νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατὶ δὲν τὰ ἀναφέρατε;
§189Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὴν σειρὰν γίνεται ὁ ἔλεγχος.
§190Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τὰ ἑξῆς. Ἐὰν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἶναι ἐντεταλμένον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὅμως ὑποχρέωσιν ὅπως μὴ ἀφήνῃ νὰ ἐκτρέπηται ἡ συζήτησις εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε σκόπιμον. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι διακρίνουν πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας ἢ νομίζουν, ὅτι πολλὰ σημεῖα τῆς ἀγορεύσεώς των δὲν εἶναι ἀκριβῆ, δύνανται νὰ ζητήσωσι τὸν λόγον κατόπιν καὶ νὰ ὁμιλήσωσιν, ἵνα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διεξαχθῇ κανονικῶς ἡ συζήτησις. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποδείξω εἰς τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀφήσωσι τὸν κ. βουλευτὴν νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του καὶ διὰ ν’ ἀκούσωμεν τί θέλει νὰ εἴπῃ, ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀποφεύγει ἡ Κυβέρνησις τὸν ἔλεγχον.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε βουλευτά, νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν ἀγόρευσίν σας.
§192Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον, κ. Πρόεδρε, καὶ ἀπέρχομαι τῆς Βουλῆς.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἰσχυρίζεσθε λοιπὸν ὅτι σᾶς στεροῦμεν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου.
§194Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν ὁ κ. Γκέκας.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκέκας λέγων συκοφαντίας δὲν ἠννόει τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Σπηλιοπούλου, ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰς τοὺς δρόμους διαδίδονται καὶ ὁ κ. βουλευτὴς τὰ διαβιβάζει ἐδῶ χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ μᾶς ἀναφέρῃ καὶ τὰς πηγὰς, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ ἔμαθεν.
§196Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδήλωσεν ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι διατεθειμένος νὰ καταγγείλῃ τὰ ὀνόματα καὶ νὰ δώσῃ ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν τὰς πηγάς, νομίζω ὅτι οὐ μόνον ἐπερίττευεν οὐδὲ ἦτο ἡ προσήκουσα γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ ἀνήκουστος ἦτο ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. συναδέλφου.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς λέγετε τώρα βαρύτερα πράγματα. Ἐγὼ νομίζω ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, ὅτι δὲν ἀφεώρων τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Γκέκα τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Σπηλιοπούλου, δύναται ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ἔλθῃ νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§198Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κατ’ ἐπανάληψιν ἐδήλωσεν ὅτι θὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν προσώπων καὶ τὰ ἔγγραφα, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. συναδέλφου δὲν ὑπῆρξεν ἐντελῶς ἡ πρέπουσα.
§199Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὀφείλω, κύριοι, ἐκ καθήκοντος νὰ δώσω ἐξήγησίν τινα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. βουλευτὴς ὁ προαγορεύσας, πιθανόν, ὡς ἡ Βουλὴ ἀντελήφθη, νὰ ἐπεδίωκε νὰ εὕρῃ ἀφορμὴ νὰ παύσῃ τὴν συζήτησιν ἢ ἵνα φανῇ συνεπὴς καὶ πρὸς τὴν ἀρχικῶς ὑποβληθεῖσαν παράκλησίν του περὶ παραιτήσεως τῆς ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν διετύπωσεν.
§200Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὄχι, δὲν φρονῶ αὐτό.
§201Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τόσο πολὺ ἤμην καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τόσον πολὺ ἤθελον ν’ ἀκούσω τὸν κ. βουλευτήν, ὥστε ἐπειδὴ δὲν ἠκούετο καλῶς, ἴσως λόγῳ τῆς καταστάσεως τῶν ὤτων μου καὶ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν συνήθως κάθημαι, παρεκάλεσα κλητῆρα καὶ μοῦ παρεχώρησεν ἕδραν καὶ ἐκάθησα ἐγγὺς τοῦ Προεδρείου, ἵνα ἀκούω προσεκτικώτερον. Ἐνέτεινα τὴν δύναμιν τῶν αὐτιῶν μου ὁλόκληρον, προσεπάθησα ἐδῶ, νὰ ἴδω τὶ τὸ μεμπτὸν οἱασδήποτε Κυβερνητικῆς πράξεως καὶ δὲν ἀντελήφθην τίποτα, ἀλλὰ ὅταν ὁ κ. βουλευτὴς ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ εἴπῃ, ὅτι (θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ ὅ,τι εἴπω νὰ τὸ ἔχω μυστικόν, ἴσως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸν αἰσίως ταξιδεύοντα εἰς Παρισίους, θὰ ἔκαμνον τὴν θυσίαν αὐτὴν νὰ τοῦ τὰ ἐμπιστευθῶ, ἀλλὰ πρὸς σᾶς, πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, δὲν ἔχω τὸ θάρρος καὶ τὴν γενναιότητα ἐπὶ τέλους νὰ τὰ ἀνακοινώσω) καὶ ἐκμεταλλευόμενος φαίνεται αὐτὴν συνεταράχθην κύριοι, μὲ ὅλην τὴν πρεσβυτικήν μου ἡλικίαν, ἠσθάνθην κάτι τι νὰ δονῇ τὴν ψυχὴν καὶ τὰ νεῦρα μου, ἠγέρθην τῆς ἕδρας ἐκείνης, ἵνα μὴ θεωρηθῶ οὐχὶ κανονικῶς ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Προεδρείου, καὶ κατῆλθον οὐχὶ βεβαίως διὰ νὰ μεμφθῶ, ὄχι βεβαίως διὰ νὰ ὑβρίσω, δὲν διενοήθην ποτὲ τοιοῦτον τι, ἄλλως τε οὔτε ἐγνώρισα ποτὲ τὸν κ. συνάδελφον, ἂν καὶ παρακαθήμεθα ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ ἠγέρθην ἀκριβῶς, ἵνα ἀμυνθῶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἀμυνθῶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἔχω. Καὶ τὶ παρατηρήσεις ἔκαμα εἰς τὸν κ. βουλευτήν; ὅτι, κύριε, δὲν δύνασθε νὰ φέρητε τὰς τῶν τριόδων συκοφαντίας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν δύνασθε, οὔτε ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ἐμπιστεύεσθε τὴν Βουλήν· ἀνέφερον δὲ τὴν λέξιν «συκοφαντίαν» ὡς θρύλον τῶν τριόδων. Καὶ τὶ εἶναι, κύριοι, τὸ λεγόμενον, ὅταν δύο χωρικοὶ εἰς ἄγνωστον χωριό, πιθανὸν νὰ εἶναι λῃσταί, πιθανὸν ζωοκλέπται, πιθανὸν πλαστογράφοι, πιθανὸν καὶ ἐξαίρετοι καὶ ἐντιμότατοι τῶν πολιτῶν, συνεζήτουν; Αὐτὴν τὴν λέξιν εἶπον καὶ συνεζήτουν περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ κάμωμεν ὡρισμένον ἔλεγχον καὶ νὰ σεβώμεθα τὴν Βουλὴν καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐστενοχωρήθη. Αἴ! κύριοι, εἶχε τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. βουλευτὴς νὰ σεβασθῇ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Αἱ παρατηρήσεις λοιπὸν τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. βουλευτήν, ἐσκόπουν τὴν ἐπαναφορὰν αὐτοῦ εἰς τὴν κανονικήν τοῦ ἐλέγχοντος θέσιν, καὶ τὴν ἀνύψωσιν τῆς βουλευτικῆς ἕδρας καὶ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος· διότι πιθανόν, βουλευτής τις—χωρὶς καὶ νὰ ἐκληφθῇ μὲ τοῦτο ὅτι θέλω νὰ μεμφθῶ τὴν Βουλήν—θέλων νὰ καταπέσῃ ἡ συζήτησις ἵνα μὴ παρουσιάσῃ σοβαρὸν ἔλεγχον, ἐπεθύμει ἴσως νὰ ἀφίνετο ἐλεύθερος ὁ ὁμιλῶν. Ἐπανειλημμένως δὲ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ σεβασμοῦ βεβαίως πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ρηθείσης αἰτίας, ἐπροκάλεσε τὸν ρήτορα.
§202Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἀντιλήψεώς σας!
§203Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν εἶπον διὰ σᾶς καὶ τὴν Κυβέρνησιν κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ δι’ ἕνα ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε τὴν κατάπτωσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Εἰς ἕνα, πιθανῶς καὶ εὐλόγως θὰ ἐγεννᾶτο ἡ ἰδέα ὅτι ἀφίνεται ὁ κ. βουλευτὴς νὰ παραβαίνῃ πάντα κανόνα ἐξυπηρετικὸν τοῦ ἐλέγχου καὶ νὰ ἐπιτίνεται, λόγῳ τῆς ἐκ τῆς καταστάσεως περιφρονήσεως, τὸ ἱερὸν τοῦτο δικαίωμα. Ὅταν εἷς ἐλέγχων βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀποδειχθῇ οὐδὲν λέγων ἢ λέγων μὴ ἀκριβῆ ἢ πράγματα ἀόριστα καταρρίπτοντα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, βεβαίως δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ τις θέλων νὰ φιλοδοξήσῃ τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα διατυπώσῃ ἔλεγχον. Ἡ παρατήρησίς μου λοιπὸν πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἦτο φιλικωτάτη, εἶχε σκοπὸν νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ νὰ ἐκπληρώσῃ ἀξιοπρεπέστερον καὶ σοβαρώτερον διὰ τὴν Βουλὴν τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἐπεδίωξεν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν φράσιν περὶ συκοφαντίας νομίζω ὅτι ὑπέπεσεν εἰς ὅλης τῆς Βουλῆς τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ φέρωνται τῶν τριόδων αἱ συκοφαντίαι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Τὸ εἶπον τοῦτο καὶ θὰ τὸ λέγω ἐνόσῳ ἡ πνοὴ ὑπάρχει εἰς τὰ χείλη μου, διότι τοῦτο νομίζω σκέπτεται καὶ φρονεῖ ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα ἐγώ, καὶ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἔδωκεν ὁ κ. Γκέκας ζήτημα παρεξηγήσεως δὲν ὑφίσταται. (Ὁ κ. Σπηλιόπουλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§205Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὁ κ. Γκέκας δὲν ἔδωσε ἢ μόνον ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως ἥτις ἐγένετο ὑπ’ αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. βουλευτήν. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως....
§206ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶσαι ἀνεξάρτητος.
§207Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἀνεξάρτητος εἶμαι ἀλλὰ πάντοτε εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀνήκω. Λοιπὸν ἡ θέσις εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ ὑπὸ συζήτησιν ἐπερώτησις, ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν ἀρχηγοῦ ὁ ὁποῖος νὰ δώσῃ τὴν κατεύθυνσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ θέμα σοβαρώτατον ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἦλθε προπαρασκευασμένος διότι ἐνομίζομεν ὅτι ὁ προλαλήσας θὰ ἦτο κάτοχος πολλῶν πραγμάτων. Ἐὰν εἴχομεν ἀρχηγὸν θὰ μᾶς προσεκάλει αὐτὸς θὰ μᾶς ἔλεγεν, ἔλθετε νὰ συσκεφθῶμεν διότι σπουδαῖον θέμα, τὸ θέμα τῆς ἐσωτερικῆς κακοδιοικήσεως, πρόκειται νὰ συζητηθῇ. Θὰ συνεσκεπτώμεθα, ἕκαστος θὰ ἔφερε τὰς γνώμας του καὶ θὰ ἐξέθετε τὰς ἀντιλήψεις του στηριζόμενος ἐπὶ πραγμάτων. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ἀρχηγὸς καὶ διὰ τοῦτο σήμερον ἡ ἀντιπολίτευσίς μας μᾶς προσκαλεῖ εἰς μάχην μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἀρχηγοῦ σας. Μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἀρχηγοῦ σας θὰ ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω πολλὰ γεγονότα καὶ πρῶτον ὅσα ἔλαβον χώραν μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς μονιμότητος καὶ εἰς τὸ διάστημα μέχρις ὅτου ἐπανέλθῃ ἡ μονιμότης. Περὶ αὐτοῦ μάλιστα εἶχον ὑποβάλλει ἐπερώτησιν καὶ ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὰς ὁποίας πολλὰ θὰ μάθετε. Θὰ σᾶς ἀναφέρω γεγονότα διὰ τὸν προκάτοχον τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ τῆς σήμερον, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἴδητε ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ἐνόσω δὲν διηυθύνετο ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Π. Βουρλούμην, δὲν ἔπρεπε νὰ λέγετε Ὑπουργεῖον (Θόρυβος). Τὶ θὰ ἐβλέπατε καὶ τὶ θὰ ἴδητε. (Διαμαρτυρίαι).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν ἐπερώτησίν σας διὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην. Ἀνωμάλως ἐλάβατε τὸν λόγον καὶ ἀνωμάλως ἐξακολουθεῖτε νὰ ὁμιλῆτε.
§209Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ἀφήσατέ τον νὰ ὁμιλήσῃ.
§210Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Μάλιστα κ. συνάδελφε, εἶσθε κατηγορούμενος (Θόρυβος). Σὲ κατηγορῶ κ. Ἐμπειρῖκε (διαμαρτυρίαι).
§211Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Κατηγορεῖ τὸν κ. Ἐμπειρῆκον ὁ ὁποῖος ἐτροφοδότησεν ὅλον τὸν κόσμον.
§212Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς δὲν θέλει νὰ ἀναπτύξῃ σήμερον τοὺς λόγους του. Ὁ κ. Χρυσοστάλης μοὶ εἶναι πολὺ συμπαθής, φοβοῦμαι ὅμως ὅτι ἔπαθεν ὅ,τι ἔπαθεν ὁ κ. προλαλήσας ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι δυστυχῶς πλέον μέλος τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ὅμως ὑπεύθυνος νὰ λογοδοτήσω καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. βουλευτὴν ἵνα μὴ πάθῃ ὅ,τι ὁ προλαλήσας· νὰ διατυπώσῃ μίαν ἐπερώτησιν ὡρισμένην καὶ νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ μὲ εὕρῃ πρόθυμον νὰ λογοδοτήσω ἐπὶ ὅλων. Διότι σᾶς βεβαιῶ κ. συνάδελφε, ὅτι λόγῳ τοῦ θορύβου ὁ ὁποῖος ἐγίνετο δὲν ἤκουσα τίποτε ἀπὸ ὅσα εἴπατε καὶ θὰ ἐπεθύμουν πολύ, νὰ λάβετε τὸν λόγον καὶ ἐκθέσετε τὰς ἀντιλήψεις σας διὰ νὰ τὰς ἀκούσω.
§213Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων ὀφείλει νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέλος ὁ κ. βουλευτής, διότι πρόκειται πάντοτε περὶ πράξεων Ὑπουργοῦ διὰ τὰς ὁποίας κατὰ κανόνα ὑπάρχει ἡ ἀλληλεγγύη τῆς Κυβερνήσεως.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§215Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος. Ἐγγεγραμμένος ἦτο μόνον ὁ κ. Σπηλιόπουλος.
§217Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις κ. Πρόεδρε.
§218Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Ἂν πρόκειται νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας, τότε δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμὲ νὰ σπεύσω νὰ λάβω τὸν λόγον. Παραχωρῶ τὸν λόγον εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς.
§219Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα. Ἔχω τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§221Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριοι, ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας, ἡ ὁποία παρουσιάζεται, διὰ νὰ ὁμιλήσω δι’ ἓν ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ἐπιφέρῃ κἄτι τι τὸ πολὺ σοβαρὸν καὶ ἴσως νὰ μὴ εἶναι καὶ διορθώσιμον. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ παγκόσμιος πόλεμος ἐτελείωσεν, ἐνεφανίσθησαν γεγονότα πραγματικά, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἐκ τῶν προτέρων ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολογίσῃ. Ἓν τῶν γεγονότων αὐτῶν ἦτο τὸ κλείσιμον τοῦ λιμένος τῆς Τεργέστης. Ἡ Τεργέστη ὁ μέγας ἐκεῖνος διεθνὴς διαμετακομιστικὸς λιμὴν ἔπαυσε πλέον νὰ εἶναι ὁ διαμετακομιστικὸς λιμὴν ὁ ἀποκλειστικὸς τῆς τέως Δυαδικῆς Μοναρχίας καὶ ἑνὸς μεγάλου μέρους τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, κατέστη δὲ εἷς ἐκ τῶν πολλῶν Ἰταλικῶν λιμένων, ἐγγὺς μάλιστα ἑνὸς λιμένος, ὡς ἡ Βενετία, ὅστις ἔχει μεγίστην ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ὁ λιμὴν τῆς Τεργέστης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ. Ἐζητεῖτο ὁ ἀντικαταστάτης τοῦ λιμένος τῆς Τεργέστης. Τὸ ἐμπόριον καὶ ἰδίως τὸ ἐμπόριον τὸ Ἑλληνικὸν διεῖδεν ποῖος ἦτο ὁ λιμὴν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐνδεδειγμένος νὰ διαδεχθῇ τὴν Τεργέστην καὶ ἔσπευσε ἀθρόως νὰ φέρῃ τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσουν τὴν βάσιν τοῦ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου. Καὶ ἐμφανίζεται ὁ Πειραιεὺς μέγιστος λιμὴν μὲ μόνα τὰ τεχνικὰ μέσα τὰ ὁποῖα παρεῖχον οἱ Ἑλληνικοὶ λιμένες. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ κατηγορήσωμεν κανένα, διότι τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐνεφανίσθη ἀπροόπτως. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ παράσχωμεν εὐκολίας εἰς τὸ νὰ καταστῇ ὁ Πειραιεὺς ὁ διαμετακομιστικὸς λιμὴν τῆς Ἀνατολῆς ἐνεφανίσθησαν δύο στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔκαμαν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ συσσωρεύσωσι δυσκολίας, ἵνα ἐμποδίσωσι τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μεγάλου καὶ σοβαρωτάτου τούτου γεγονότος. Τὰ δύο ταῦτα στοιχεῖα εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
§222Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Εἶναι σχετικόν;
§223Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα, κ. Ἀντιπρόεδρε. Νομίζω τοὐλάχιστον. Τὸ ζήτημα τοῦ συναλλάγματος καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Πειραιῶς, νομίζω, ὅτι εἶναι ζητήματα κακοδιοικήσεως. Ἐὰν τὰ νομίζετε ἄσχετα, παραιτοῦμαι· νομίζω ὅμως, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ζήτημα εἶναι τόσον σοβαρόν.
§224Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὄχι, παρακαλῶ. Αἱ συνέπειαι τοῦ ἐκτροχιασμοῦ αὐτοῦ τῆς συζητήσεως ὀφείλονται εἰς τὸν κακὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπελήφθημεν τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως· διότι οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ ἡ Βουλὴ ἦτο εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ποῖα θέματα ἐπρόκειτο νὰ πραγματευθῇ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας. Μίαν φορὰν καὶ ἕνα καιρὸν αἱ συζητήσεις αὗται ἤρχοντο ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αἱ Κυβερνήσεις εὑρίσκοντο ἀπαράσκευοι ὅπως ἀπαντήσωσι, καὶ αἱ συζητήσεις ἀνεβάλλοντο διὰ νὰ ἐπακολουθήσωσιν ἄλλαι ἐπερωτήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἑτοίμη πρὸς ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἐγένετο εἷς κανονισμὸς ὀφειλόμενος καὶ αὐτὸς εἰς τὸ φῶς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὸν τρόπον τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῆς ὑποβολῆς τῶν ἐπερωτήσεων. Τί προϋποθέτει ὁ κανονισμὸς αὐτός; Γνῶσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ θέματος. τὸ ὁποῖον θὰ ἐλέγξῃ ὁ ἐπερωτῶν βουλευτής. Πρὸ μικροῦ ἠκούσαμεν μίαν συζήτησιν. Θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ μετὰ τὸ πέρας τῶν ἀγορεύσεων τῶν κυρίων βουλευτῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔλαβε τὸν λόγον. Ὑπέθεσα ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συνεχίσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσσηνίας καὶ νὰ εἴπῃ ὡρισμένα τινὰ γεγονότα ἢ τοὐλάχιστον νὰ ζητήσῃ πληροφορίας σχετικὰς πρὸς θέματα ἀναγόμενα εἰς τὴν γενικότητα τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσσηνίας. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐπιλαμβάνεται ἤδη ἄλλου θέματος.
§225Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι συνέπεια. Πρόκειται περὶ κακοδιοικήσεως.
§226Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὁ κ. βουλευτὴς ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦ συναλλάγματος. Ἄλλος τις βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ φέρῃ τὸ θέμα δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ ἐπὶ ποίας ἄλλης ἀντιλήψεως.
§227ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ διαζυγίου.
§228Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὄχι, θέμα ἀφορῶν τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων πραγμάτων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως φθάνομεν εἰς ἀδιέξοδον καὶ θὰ ἐπακολουθοῦν πολλὰ ἄτοπα. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ διαμαρτύρεται ὁ κ. βουλευτὴς Κερκύρας ὡς διεμαρτυρήθη καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσηνίας, ὅτι τῷ ἀφαιρεῖται ὁ λόγος, δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, κ. Πρόεδρε, νὰ σταματήσῃ ὁ κ. βουλευτὴς Κερκύρας. Μάλιστα θὰ παρεκάλουν ὅπως παραβιάζοντες ὑμεῖς ὡς Πρόεδρος τὸν Κανονισμὸν ἀφήσητε τὸν κ. βουλευτὴν Κερκύρας νὰ πραγματευθῇ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν φέρει ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσῃ ἢ νὰ ἐπιφυλαχθῇ. Πάντως ὅμως πρόκειται σήμερον νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος ῥητῶς ὁρίζει (ἀναγνώσκει) «Ἡ ἐπερώτησις σκοποῦσα τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως συνίσταται εἰς τὴν ἔρευναν τῶν αἰτίων ἢ τοῦ σκοποῦ Κυβερνητικῆς τινος πράξεως ἢ παραλείψεως. Γίνεται δὲ παρὰ παντὸς βουλευτοῦ εἴτε μετὰ τὰς ἀνωτέρω διατυπώσεις, εἴτε ἀπ’ εὐθείας, γνωστοποιοῦντος τοῦτο τοῦ προτιθεμένου νὰ ἐπερωτήσῃ βουλευτοῦ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅστις τηρεῖ ἴδιον βιβλίον καὶ ἐγγράφει κατὰ σειρὰν τοὺς γνωστοποιοῦντας καὶ τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως ὡρισμένως διατυπούμενον». Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθῇ σαφέστερον. Ἐν τούτοις ἂς ἐξακολουθήσῃ ὁ κ. βουλευτής.
§229Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Ἀντιπρόεδρε, εὑρίσκομαι ἐν πλήρει καὶ ἀπολύτῳ τάξει μὲ τὸν Κανονισμόν. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους μου καὶ κατόπιν θὰ μοῦ ἀπαντήσετε. Ἐνεγράφη εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐπερωτήσεων πρώτη ἐπερώτησις φύσεως γενικωτάτης, ἡ ὁποία ἀκριβῶς, ὡς διετυπώθη, ἐνέχει ἐντὸς αὐτῆς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶνε δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι σχετικῶς πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἡ τοιαύτη ἐπερώτησις κακῶς ἐνεγράφη ἐν ταῖς ἐπερωτήσεσιν, αὐτὸ δὲν εἶναι λάθος ἰδικόν μου. Ἐγὼ λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὴν γενικότητα τῆς ἐπερωτήσεως δύναμαι νὰ ἐπιληφθῶ οἱουδήποτε θέματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ πράξεις ἢ παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμιλῶν δὲ περὶ συναλλάγματος ὁμιλῶ ἀκριβῶς περὶ πράξεων καὶ περὶ παραλείψεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ὑπάρχωσι δεύτεραι σκέψεις, αἱ δεύτεραι σκέψεις πιθανὸν νὰ εἶναι σοφώτεραι· αὐταὶ αἱ δεύτεραι σκέψεις δὲν ἀφορῶσιν ἡμᾶς, ἀφορῶσιν ὑμᾶς.
§230Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς παρακαλῶ ἐγώ, νὰ ὁμιλήσετε.
§231Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Καὶ ἐγὼ σᾶς παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσετε.
§232Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν φαντάζομαι βεβαίως ὅτι ἠμπορεῖ νὰ νομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐξ ἀπροόπτου τὸ ἐπιλαμβάνομαι, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀκόμη παρηκολούθησε προσωπικῶς τὸ ζήτημα εἰς τὸ συνέδριον τοῦ συναλλάγματος καὶ ἑπομένως εἶναι ἐν πλήρει γνώσει ὅλων τῶν θεμάτων καὶ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ κατηγορηθῶ ὅτι ἐξ ἀπροόπτου τὸ ἐπιλαμβάνομαι. Λοιπὸν ἔχομεν μετὰ τὸν πόλεμον αὐτὸν κατ’ εὐτυχίαν ἓν νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ ἡμετέρου νομίσματος ἀπὸ ὅσα ἔχουν πολλὰ κράτη, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ εὐχάριστον σημεῖον ἀντὶ νὰ διευθυνώμεθα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συναλλάγματος νὰ τὸ διευθύνωμεν ἡμεῖς. Καὶ ἐρωτᾶται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐντεταλμένοι νὰ διευθύνωσι πλέον, καὶ οὐχὶ νὰ διευθύνωνται, τὸ συνάλλαγμα τὸ ἐξωτερικόν, τὶ ἔπραξαν πρὸς τοῦτο; Ἔχομεν ἐν πρώτοις πέρυσι μίαν ἐμφάνισιν ἀπότομον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἀναμιγνύεται εἰς τὸ χρηματιστήριον ἀποτόμως μὲ κίνδυνον μέγιστον νὰ παρεξηγηθῇ παρ’ ὅλας τὰς ἁγνὰς προθέσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ καὶ ἐγὼ πρῶτος ἀναγνωρίζω, καὶ ἔχομεν ἀμέσως μίαν ἀπότομον κατάπτωσιν τῶν ἀξιῶν τῶν χρηματιστηριακῶν· κατάπτωσιν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ φυσικὰ νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ ὁποία ἐπῆλθε τάχιστα. Πρὸς ποῖον σκοπόν; ἡ ὁποία ἐπῆλθε τεχνητή, πρὸς τίνα σκοπόν; Διὰ νὰ ἐμφανισθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Χρηματιστήριον περιφρουρούμενον ἀπὸ χωροφύλακας διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὰς πράξεις τὰς χρηματιστικάς, ὡς ἂν εἶχον ἀνάγκην οἱ χρηματισταὶ νὰ φρουρηθῶσιν ἀπὸ χωροφύλακας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκεῖ ἐπαίζοντο τὰ συμφέροντα οὐχὶ τῶν χρηματιστῶν ἀλλὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος οὔτε κἂν προσήγγιζεν εἰς τὸ χρηματιστήριον. Ἔχομεν λοιπὸν μίαν τοιαύτην ἐπέμβασιν, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω ποίας ζημίας εἶχε.
§233Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὁμιλῆτε περὶ τοῦ προπαρελθόντος Ἰουνίου;
§234Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα, μήπως αἱ ζημίαι παύουν νὰ εἶναι ζημίαι; Ἔχομεν τώρα τὸ ζήτημα τοῦ συναλλάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον τελευταίως ἐμφανίζεται καὶ ὁ συνδυασμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνός, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑτέρου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων τίθενται περιορισμοὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον, διότι ἐτέθησαν μέγιστοι περιορισμοὶ εἰς τὴν ἀγοραπωλησίαν τοῦ συναλλάγματος. Ἐὰν παρακολουθήσωμεν τὴν διακύμανσιν, θὰ ἴδωμεν ὅτι αὕτη ἔφθασεν νὰ εἶναι φανταστική. Τελευταίως, κατὰ Νοέμβριον, ἔχομεν μίαν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν ἀγορὰν συναλλάγματος ἐξωτερικοῦ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς παροχῆς μιᾶς προμηθείας ½%. Ἐνῷ δὲ ἐγένοντο αἱ πράξεις αἱ χρηματιστικαὶ καὶ ἐπωλήθη συνάλλαγμα ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μίαν ὡραίαν πρωΐαν ἐπὶ διαφόρῳ προφάσει, τὸ συνάλλαγμα ἐπὶ Ἀγγλίας, τὸ ὁποῖον ἐτιμᾶτο 23. 40, τὸ παρουσίασε 25,30 καὶ τότε μόνον ἀνεγνώρισε νὰ δώσῃ εἰς τὰς ἀγορὰς τὸ ἀντιστάθμισμα τὸ ὁποῖον αὕτη εἶχε. Εἶναι παρόντες πολλοὶ τραπεζῖται καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ Κυκλάδων, ἐὰν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω, δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Καὶ ὅλας αὐτὰς τὰς ζημίας ἀπὸ τὴν διακύμανσιν τοῦ συναλλάγματος ποῖος τὰ ὑφίσταται; Βεβαίως ὄχι τὸ ἐμπόριον. Τὰς ζημίας τὰς πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι ὁ ἔμπορος, ὅταν γνωρίζει ὅτι ἡ λίρα εἰς κάθε στιγμὴν μπορεῖ νὰ πάῃ ἀπὸ 23, 24, προκαταβολικῶς τὴν βάζει 25 καὶ αὐτὴν τὴν διαφορὰν τὴν πληρώνει ὁ λαός. Τὶ ἐγένετο εἰς τὸν Πειραιᾶ κύριοι; Ἑκατομμύρια ἐμπορευμάτων συνεσωρεύθησαν. Οὐδεὶς δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔκαμε πᾶν ὅτι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατόν. Ἐγέμισε τὸν Πειραιᾶ ἀπὸ προχείρους ἀποθήκας, εἰς τὰς ὁποίας συνεσωρεύθησαν τὰ ἐμπορεύματα καὶ ἐδημιούργησε προσωπικὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν. Πολὺ σωστά. Ἀλλὰ παραλλήλως μὲ τὰ μέτρα αὐτά, τὶ ἄλλο ἐγένετο; Ἐμφανίζεται τὸ σπουδαιότερον ζήτημα τῆς ὑπερημερίας. Εἴχομεν μίαν τιμὴν νομίζω 1 λεπτοῦ ἢ 2 λεπτῶν κατὰ σάκκον, εἰς διάστημα 8 ἡμερῶν, ἐφάνη ἀποθηκεύουσα τὰ ἐμπορεύματα εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ἡ Ἀγγλία ἐν Λονδίνῳ ἐδιπλασίασε τὸ τέλος αὐτό. Ἔπρεπε νὰ τὸ διπλασιάσωμεν καὶ ἡμεῖς. Τὸ ἐτριπλασιάσαμεν. Ἐθέσαμεν μάλιστα καὶ περιορισμούς· μετὰ 8 ἡμέρας αὐξάνεται τὸ τέλος, μετὰ 15 πάλιν αὐξάνεται, καὶ μετὰ ἄλλας ὀλίγας ἡμέρας πάλιν αὐξάνεται, καὶ καταντᾷ 150 σάκκοι τῶν 50 ὀκάδων ἐμπορεύματος μένοντος ἐν ὑπερημερίᾳ ἐπὶ 45 ἡμέρας εἰς τὰς ἀποθήκας, νὰ πληρώνῃ 750 δραχμὰς τέλη ὑπερημερίας. Διότι τὸ ἔκαμεν ἡ Ἀγγλία, πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς; Ἀλλ’ ἡ Ἀγγλία δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ δημιουργήσῃ λιμένας. Ἡμεῖς ἔχομεν τοιαύτην ἀνάγκην καὶ παραλλήλως μὲ τὰς εὐκολίας τὰς ὁποίας ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε καθῆκον νὰ μὴ παράσχῃ ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰ δυσχερείας διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν. Διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τις ἐμπόρευμα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀθρόως ἔφθασαν εἰς τὸν Πειραιᾶ, δι’ ὡρισμένα προϊόντα ἀπαιτεῖται ἄδεια τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐπισιτισμοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ δὲν ἐδυσκολεύετο πραγματικῶς, ἐφόσον ὑπῆρχον ἐμπορεύματα, νὰ παρέχῃ ἀδείας. Ἀλλὰ πῶς ἦτο δυνατὸν τὸ ἐμπόριον αὐτὸ νὰ διεξαχθῇ τὴν στιγμὴν ποῦ εἴχομεν τὰς δυσχερείας τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου τοῦ συναλλάγματος; Ἔρχεται ἓν πλοιάριον ἀπὸ τὴν Μ. Ἀσίαν, τὸ ὁποῖον κομίζει τρόφιμα. Τὸ πλοιάριον αὐτὸ ἐπ’ ἀνταλλαγῆς τῶν τροφίμων τὰ ὁποῖα φέρει, ἔχει ἀνάγκην ἄλλων προϊόντων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸν Πειραιᾶ. Τὰ προϊόντα αὐτά, κύριοι, τὸ πλοιάριον αὐτὸ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τὰ ἀγοράσῃ ἐὰν δὲν εἶχεν τραπεζιτικὴν ἐγγύησιν ἀπὸ τὸ μέρος ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀπέπλευσεν, καὶ τότε μόνον ἐπετρέπετο ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἐμπορευμάτων. Προσέξατε δὲ καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ νόμισμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώνεται αὐτή ἡ τραπεζιτικὴ ἐγγύησις, ἦτο πᾶν ἄλλο ἢ τὸ Ἑλληνικόν. Ἐζητεῖτο τραπεζιτικὴ ἐγγύησις εἰς συνάλλαγμα ἐξωτερικοῦ, ἀπεκλείετο δὲ ἀπὸ τὸν συνδυασμὸν αὐτὸν ἡ Ἑλληνικὴ δραχμή, τὸ ὑγιέστερον τῶν νομισμάτων καὶ τοῦτο, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν ἐν Μ. Ἀσίᾳ μέγαν ἀριθμὸν στρατιωτῶν καὶ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι φυσικὰ ἐξοδεύουν δραχμάς, τὰς ὁποίας θὰ ἦτο πολὺ εὐκολώτερον εἰς τὸ ἐμπόριον νὰ προμηθευθῇ διὰ νὰ τὰς ἀποστείλῃ πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἀξιοῦμεν ἀπὸ τοὺς ἐν Σμύρνῃ νὰ ἀγοράσουν συνάλλαγμα ἐπὶ Γαλλίας διὰ νὰ ἐξαγάγωσιν ἐμπορεύματα εἰς Πειραιᾶ. Καὶ τὸ συνάλλαγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος θὰ τὸ ἀγοράσῃ πολὺ ὀλιγώτερον, ἔχει νὰ ὑποστῇ τὴν ζημίαν τὴν ἐκεῖ, καὶ τὴν ζημίαν τὴν ἐδῶ ἐκ τῆς μετατροπῆς τοῦ συναλλάγματος αὐτοῦ εἰς δραχμὰς δεδομένου ὅτι μεταξὺ πωλήσεως καὶ ἀγορᾶς τοῦ συναλλάγματος ὑπάρχει μία σημαντικὴ διαφορά. Καὶ ἐρωτῶ, τὰ στοιχεῖα αὐτὰ εἶναι ἐνθαρρυντικὰ τῆς παγιώσεως ἑνὸς μεγάλου λιμένος, τοιούτου ὁποῖον ἡ τύχη μᾶς παρουσιάζει ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐμφανίσωμεν; Καὶ θὰ παρουσιασθῇ κύριοι ἄλλη τοιαύτη εὐκαιρία; Δὲν φρονῶ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ μᾶς εἴπῃ πολλὰς δικαιολογίας, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ζητῶ δικαιολογίας, ἐγὼ ζητῶ νὰ μοῦ εἴπετε, διὰ τίνα λόγον ἐμποδίζετε τὸν Πειραιᾶ νὰ γίνῃ ὁ πρῶτος λιμὴν τῆς Ἀνατολῆς, καὶ εἰς αὐτὸ δὲν δύνασθε νὰ ἀπαντήσετε, παρὰ μόνον νὰ δικαιολογήσετε τὰ μέτρα σας, καὶ ἐγὼ ζητῶ νὰ μοῦ εἴπητε, διατὶ ἐμποδίζετε τὸν Πειραιᾶ νὰ γίνῃ ὁ πρῶτος λιμὴν τῆς Ἀνατολῆς. Αὐτὸ σᾶς ἐρωτῶ.
§235Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ὁ πρῶτος λιμήν.
§236Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε ἐκ Κερκύρας, μὲ παρακολουθεῖτε;
§237Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶναι ὁ τρίτος λιμὴν τῆς Μεσογείου.
§238Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τώρα γίνεται ὁ πρῶτος; περὶ πρωτείων ὁμιλοῦμεν. Τὰ τριτεύοντα ἀνήκουσιν εἰς περασμένην ἐποχήν. Σημειώσατε δέ, κύριοι, ὅτι ἂν ἐπρόκειτο τοὐλάχιστον περὶ τῶν κυρίων προϊόντων, ὅπως τὰ χαρακτηρίζει τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, ἠδύνατο νὰ ὑπῆρχε κάποια δυσκολία, ἀλλ’ ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς ἐπλημμύρησεν ἀπὸ ἐμπορεύματα ὅσον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαχθῶσιν τὰ ἐμπορεύματα, διότι δὲν ὑπάρχει τραπεζιτικὴ ἐγγύησις. Φαντασθῆτε ἕνα βαρκάρι ἀπὸ τὴν Μ. Ἀσίαν νὰ θέλῃ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ 100 κουτιὰ σαρδέλες. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Τελωνείου καὶ τῆς ὑπερημερίας. Ἔρχεται ἓν ἀτμόπλοιον ἐκφορτώνεται· ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἷς σάκκος εἰσέλθῃ εἰς τὸ τελωνεῖον, θεωρεῖται ὑπηρεσιακῶς· ὅλα τὰ σακκιὰ τῆς αὐτῆς μάρκας εἰσῆλθον εἰς τὸ τελωνεῖον καὶ ἀρχίζει ἡ πληρωμὴ τῆς ὑπερημερίας καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ τελωνειακὴ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ παραδώσῃ αὐτά· εἶναι ἀνεφόρτωτα εἰς τὴν μαοῦνα, δὲν τὸ κατηγορῶ τοῦτο, διότι παρουσιάσθη ἀπότομος ἐργασία καὶ πραγματικῶς χρειάζεται ὑπεράνθρωπος δύναμις. Πηγαίνετε εἰς τὸ τελωνεῖον νὰ παραλάβετε ἐμπορεύματα, σᾶς δίδουν ἕνα σακκί, ἐδῶ εἶναι ὁ κ. Στρατούλης καὶ δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ, κυτάζει ὁ ὑπάλληλος ὅτι ἔχει ἀριθμὸν 292, ἀπὸ κάτω εἶναι Α ἢ Β, ἄλλη ἡ ποιότης τοῦ Α καὶ ἄλλη ἡ ποιότης τοῦ Β καὶ πηγαίνει ὁ ἀπαιτητὴς καὶ παίρνει τὴν αὐτὴν ποιότητα, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον βάζεται ἡ ὑπερημερία· διατί;
§239Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν δὲν εἴχομεν τὴν τελωνειακὴν ὑπερημερίαν ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν εἴπατε θὰ ἦτο δεκαπλασίως χειροτέρα. Δὲν ἔχομεν ἀποθήκας.
§240Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Νὰ φθάσωσιν ἕως τὸ Φάληρον αἱ ἀποθῆκαι. Τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκάμετε εἰς τὸν Πειραιᾶ εἶναι μέγα, προκειμένου νὰ τὸν κλείσετε, βεβαίως εἶναι προτιμώτερον νὰ φθάσετε εἰς τὸ Φάληρον καὶ τὰς Ἀθήνας. Δὲν εἶναι πρόφασις αὐτή. Τὸ ζήτημα ἐτέθη οὕτω. Ἐκάματε ἓν ἔργον μέγα μὲ ἀποθήκας, νὰ τὸ συμπληρώσητε, καὶ μὴ λέγετε ὅτι θὰ φθάσωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας αἱ ἀποθῆκαι, οὐδεμία δαπάνη, οὐδεμία ἐργασία θὰ εἶναι τόσον πολὺ μεγάλη, ὥστε νὰ ἰσοφαρίσῃ τὸ μέγεθος τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν θὰ προσέφερον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐὰν ἐκρατούσαμεν τὸν Πειραιᾶ.
§241Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔπρεπε νὰ τὰς φθάσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ 1890 τῆς ὁποίας εἶσθε μέλος.
§242Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι τὴν κυβερνᾶτε δέκα ἔτη τὴν Ἑλλάδα.
§243Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πολεμοῦμεν νὰ τὴν μεγαλώσωμεν.
§244Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Σᾶς συγχαίρομεν διὰ τὴν μεγέθυνσιν καὶ σᾶς ἐπικρίνομεν διότι δὲν κάμνετε....
§245Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅλα μαζί;
§246Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅλα. Ὅταν ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἔχετε ὑπεράνθρωπον ἀρχηγόν, μὴ σᾶς φαίνετο παράξενον ὅτι καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν ὄχι ὑπεράνθρωπα πράγματα. Ὥστε ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀλλάξῃ ἀπολύτως πολιτικήν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς περισσοτέρας λεπτομερείας, διότι τὸ θέμα εἶναι ἀνιαρόν, πρέπει νὰ τὸ μελετήσητε πολὺ καλά, ὅπως τὸ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἑπομένως ἀποφεύγω πολλὰς λεπτομερείας τῶν ὁποίων τὴν ἀπόρροιαν γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἐτόνισα τὰ πλέον κτυπητὰ σημεῖα τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὸν Πειραιᾶ καὶ φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἄμεσος ἐνέργεια νὰ ἀποδώσητε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὸ συνάλλαγμα. Ἐὰν ξένα κράτη ἐζήτησαν νὰ ἐπωφεληθῶσιν τῆς διὰ συναλλάγματος διαφορᾶς διὰ λόγους τοὺς ὁποίους γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ, εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν δὲν ὑπαγόμεθα ἡμεῖς διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ναυτιλίαν ἰδικήν της καὶ ἐμπόριον ἰδικόν της καὶ ἑπομένως δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀνάγκην νὰ κρατήσῃ τὸ βιδάνιον ἀπὸ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον περνᾷ ἀπὸ τὸ χέρι της. Τὸ ἔκαμεν ἡ Γαλλία, ἀλλ’ ἔχει τὸν λόγον της τὸν σοβαρόν, τὸ ἔκαμεν ἡ Ἰταλία, διότι ἔχει τὸν λόγον της, διότι τὸ ἔκαμαν αὐτὰ τὰ κράτη δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ ἀντιγράφωμεν ἀπὸ αὐτά. Ἔχετε ἀπόλυτον καθῆκον ν’ ἀφήσητε πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὸ συνάλλαγμα καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀφήσατε αὐτὸ καὶ διείδε μόνον του τὸ μεγαλεῖον τοῦ Πειραιῶς· ἄνευ τῆς παρεμβάσεώς σας ἴσως θὰ ἦτο ἡ κατάστασις καλλυτέρα, διότι δὲν θὰ ὑπῆρχον αὐτὰ τὰ ἐμπόδια, τὴν στιγμὴν δὲ καθ’ ἣν θὰ τὸ ἀφήσετε ἐλεύθερον θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη ἐργασία ἀπὸ μέρους ὑμῶν. Μία ἁπλῆ ἐπίβλεψις καὶ τὸ ἔργον συνετελέσθη. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῆς διακυμάνσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος θὰ ἔχετε ἀγωγὰς ἐναντίον τοῦ Δημοσίου διὰ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐπώλησεν ἡ Τράπεζα εἰς τιμὰς χαμηλάς. Τοὺς λόγους τῆς διακυμάνσεως τοὺς γνωρίζετε. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τρεῖς δραχμαὶ εἰς τὴν λίραν τὴν Ἀγγλικὴν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα πρὸ τοιούτων ὑπερτιμήσεων. Τὸ ἔργον λοιπόν, τὸ ὁποῖον σήμερον ἁπλῶς ὑπεβοηθήσατε ἀπὸ τὴν μίαν μεριά, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην προσπαθεῖτε νὰ μὴ τὸ βοηθήσετε ἔχετε καθῆκον χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Πειραιῶς καὶ τῆς πατρίδος μου τῆς Κερκύρας, ἡ ὁποία εἶναι ἀναμεμιγμένη, διότι εἶχε λιμένα Ἀλβανικὸν καὶ Δαλματικὸν καὶ τὴν ὁποίαν κατέστρεψε τὸ λαθρεμπόριον ποῦ ἐπηγαίνομεν εἰς τὴν Τράπεζαν Σκόδρας ἢ Δυρραχίου, καὶ μᾶς ἐμποδίζετε καὶ ἡμᾶς νὰ ἐργασθῶμεν. Καὶ ἐμποδίζουν καὶ ἡμᾶς. Ἔχετε καθῆκον νὰ ἀφίσετε αὐτὰ τὰ πράγματα. Νομίζω δὲ ὅτι ὁ ἔλεγχος καὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι εἶναι ἀόριστος. Σᾶς εἶπον καὶ περιμένω δικαιολογίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξελέγξητε τὴν ἀλήθειαν τῶν ὅσων εἶπον καὶ τὴν πραγματικότητα αὐτῶν, αὐτὸ τὸ θεωρῶ δύσκολον.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§248Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας ἐπὶ δύο ζητημάτων ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίως τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, πρῶτον διὰ τὸ συνάλλαγμα καὶ δεύτερον διὰ τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ὑπενθυμίσω καὶ λαϊκὴν παροιμίαν «θέλει καὶ τὴν κόττα χορτάτη καὶ τὴν πῆττα γεμάτη». Τὴν ἐλέγχει διὰ τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς, ὅτι ἐπέβαλλεν ὑπερβολικὰ τέλη ὑπερημερίας, ἀλλὰ τὶ θέλετε νὰ πράξωμεν κύριοι; Αὐξήσαμεν τὰς ἀποθήκας τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς ἀπὸ 5,000 τετραγωνικὰ μέτρα εἰς 20,000, διερρυθμίσαμεν τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν ἐν τῷ Κεντρικῷ Τελωνείῳ, ἐτριπλασιάσαμεν τὸ προσωπικὸν τοῦ Τελωνείου, κατελάβομεν ἀκόμη καὶ πλατείας διὰ στεγασμάτων, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν πληθώραν τῶν ἐμπορευμάτων. Καὶ ἐν τούτοις αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν πάντοτε γεμᾶται ὄχι μόνον, ἕνεκα τῆς πληθώρας τῶν ἐμπορευμάτων, ἀλλὰ καὶ διότι τινὲς τῶν εἰσαγωγέων ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶσιν ἀποθήκας, αἱ ὁποῖαι εἶχον προορισμὸν νὰ διέρχεται τὸ ἐμπόρευμα μὲ μίαν μικρὰν ἐν αὐταῖς παραμονήν, νὰ τὰς μεταχειρισθῶσιν, ὡς μονίμους τοιαύτας ἰδικάς των. Καὶ ἐνῷ κατέφθασαν χιλιάδες ἐπὶ χιλιάδων κόλλα ἐμπορευμάτων, καὶ ἐνῷ ἐξηγείρετο ὁ ἐμπορικὸς κόσμος, διότι τὰ νέα ἐμπορεύματα παρέμενον εἰς τὰς φορτηγίδας καὶ εἰς τὴν παραλίαν ἐκτεθειμένα ὁ κ. βουλευτὴς ἤθελε νὰ ἀφίσωμεν ἀνενοχλήτους τοὺς ἀπὸ μηνῶν κατέχοντας τὰς ἀποθήκας καὶ νὰ μὴ περιορίσωμεν τὴν προθεσμίαν τῆς ὑπερημερίας. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχω τὰς εὐχαριστίας τοῦ κ. βουλευτοῦ, διότι διὰ τῆς συντόνου καὶ — ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ εἴπω — παραδειγματικῆς εἰς τὰ χρονικὰ κατασκευῆς παρομοίων ἔργων, ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς συντομεύσεως τοῦ χρόνου καὶ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ τῶν ἐμπόρων, ὅπως παραλαμβάνωσι ταχύτερον τὰ ἐμπορεύματά των, ἐπετύχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν μετὰ ἐπιτυχίας ὅλην τὴν ἐξαιρετικὴν εἰσροὴν τῶν ἐμπορευμάτων, ἥτις ἦτο ἀπείρως πολλαπλασία πάσης προηγουμένης καὶ ἀνωτέρα πάσης προσδοκίας. Ἐπεκαλέσθη τὴν Ἀγγλίαν ὁ κ. βουλευτής, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐὰν δὲν παραληφθῇ ἕνα ἐμπόρευμα ἀπὸ τὸ Τελωνεῖον ἐντὸς 15 ἡμερῶν, τὸ βγάζουν εἰς τὸ ὕπαιθρον καὶ ἐκποιεῖται ἀμέσως. Εἰς τοιαύτην αὐστηρότητα ἔφθασαν ἐκεῖ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συναλλάγματος, εἶναι ζήτημα πολὺ δυσχερὲς καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἀφ’ οὗ μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία, νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπ’ ἀρκετόν. Ἐὰν ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1918 ὑπεβλήθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐσχηματίζετο εἰδικὴ ἐπιτροπὴ καὶ ἠμποδίζετο ἡ ἐλευθέρα ἐξαγωγὴ συναλλάγματος. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἦτο ἐντελῶς πρωτοβουλία τῆς Κυβερνήσεως, διότι μᾶς ἐδόθη, ὡς εἷς ἐκ τῶν ὅρων τῆς παραχωρήσεως τοῦ δανείου τῶν 750 ἑκατομμυρίων παρὰ τῶν συμμάχων. Ὡς ἐνθυμεῖσθε μᾶς παρεχωρήθη ὑπὸ τύπον πιστώσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ τραβήξωμεν, παρὰ μόνον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὰ διαθέσιμα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Δημοσίου ἤθελον εἰσιν κάτω τῶν 100.000.000 φράγκων. Ὑπῆρχε δὲ καὶ ἰδιαιτέρα δήλωσις τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας, ὅτι θὰ ἔχωμεν δικαίωμα νὰ σύρωμεν ἐπ’ αὐτῶν, ἐὰν τὰ ἀποθέματά μας ἤθελον ἐλλαττωθῆ εἰς Παρισίους καὶ Λονδῖνον κάτω τῶν 33.000.000 φράγκων εἰς ἕκαστον Κράτος, ἐζητήθη ὅμως νὰ θέσωμεν περιορισμοὺς ὅπως μὴ ἐπιτραπῇ ἡ εὔκολος διάθεσις τῶν διαθεσίμων μας καὶ τοιουτοτρόπως νὰ μὴ ἐποιούμεθα χρῆσιν τῶν πιστώσεων ταχέως. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ συναλλάγματος ὀργανώθη ἐπαρκῶς τότε καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐφάνη λίαν χρήσιμος. Ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἶχον ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὸ διάστημα τοῦ παγκοσμίου πολέμου καὶ λόγῳ τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς ἐλαττώσεως τῆς παραγωγῆς τοῦ κόσμου καὶ τῶν δυσκολιῶν τῶν συγκοινωνιῶν, ἐπραγματοποιήθη ρευστοποίησις εἰς μεγάλην ἔκτασιν τοῦ ἐμπορικοῦ ἀποθέματος τῆς χώρας. Οἱ λόγοι οὗτοι, ἀφ’ ἑνὸς καὶ αἱ τορπιλλίσεις μονάδων τοῦ ἐμπορικοῦ μας στόλου ἀφ’ ἑτέρου, συνετέλεσαν, ὥστε ἡ οἰκονομία τῆς χώρας νὰ συγκεντρώσῃ μεγάλα ἀποθέματα συναλλάγματος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὧν σημαντικὸν μέρος εἰσῆλθεν εἰς τὸν νόμον ΓΧΜΒʹ ἀποτελέσαν τὸ εἰς πρώτην συζήτησιν ἀντίκρυσμα, μέρους τῆς ἡμετέρας κυκλοφορίας. Οὐδεὶς ποτὲ ἀμφέβαλλεν, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου θὰ παρουσιάζετο ζήτησις τοῦ συναλλάγματος τούτου, ἐφ’ ὅσον θὰ παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ ρευστοποιηθέντος παραγωγικοῦ πλούτου. Ἐν τούτοις ἦτο ἐπίσης ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἐξάντλησις τῶν εἰς συνάλλαγμα ἀποθεμάτων τοὐλάχιστον τῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διαχειριζομένων, ἅτινα ἀπετέλουν ἐλάχιστον μέρος τοῦ ὅλου διαθεσίμου συναλλάγματος, τὰ ἀποθέματα ταῦτα λέγω, προσεδοκᾶτο, ὅτι θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει ὅτι κατὰ τὰς πανταχόθεν δοθείσας καὶ διδομένας πληροφορίας τὸ ἰσοζύγιον τοῦ συναλλάγματος τῆς χώρας δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι εὐνοϊκόν, καὶ ἑπομένως αἱ τακτικαὶ ἀνάγκαι τῆς εἰσαγωγῆς θὰ ἐκαλύπτοντο διὰ τοῦ συναλλάγματος τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου, τοῦ προϊόντος τῆς μεταναστεύσεως καὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Τὴν προσδοκίαν ὅμως ταύτην ἀνέτρεψαν ἄλλοι παράγοντες, οἵτινες ἐμεσολάβησαν ἐν τῷ μεταξὺ, δημιουργήσαντες πολλαπλᾶ αἴτια ταχείας φθορᾶς μεγάλου μέρους τῶν ἀποθεμάτων τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου ὁλοκλήρου δὲ τοῦ ἐπὶ Ἀμερικῆς ἐμπορικοῦ συναλλάγματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἀπαριθμήσω τὰ σπουδαιότερα τῶν αἰτίων τούτων. Ὀλίγον πρὸ τῆς ἀνακωχῆς ἡ διαρκῶς προϊοῦσα ὕψωσις τῶν τιμῶν τῶν ἐμπορευμάτων, ἐν Ἑλλάδι, λόγῳ τῆς μεγίστης ζητήσεως, ἥτις εἶχε δημιουργηθῆ, ἔστρεψε οὐ μόνον τὸν ἐμπορικὸν κόσμον ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἰδιώτας πρὸς ἀχαλίνωτον κερδοσκοπίαν ἐπὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου. Οὕτω κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀνακωχῆς ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία εὑρέθη ἐκτεθειμένη, λόγῳ τῆς ἀποκτήσεως μεγάλων ἐμπορικῶν ἀποθεμάτων εἴτε καὶ προαγορῶν διὰ Credits conformés. Εἶναι φανερόν, ὅτι ἅμα τῇ συνομολογήσει τῆς ἀνακωχῆς ἡ ἀξία τοῦ ἀποθέματος τούτου εὑρέθη αὐτοματικῶς μειωμένη, λόγῳ τῆς ἐκπτώσεως τῶν ναύλων καὶ τῶν ἀσφαλίστρων. Οὕτω ἐγεννήθη ἐμπορικὴ κρίσις, λαβοῦσα σχεδὸν μορφὴν πανικοῦ, ὅστις ἐκινδύνευσε νὰ παρασύρῃ καὶ Τραπεζικὰ ἱδρύματα, ἅτινα εἶχον ἀνοίξῃ Credits conformés μὲ μικρὰ περιθώρια. Συνεπείᾳ τῆς καταστάσεως ταύτης ὑπῆρξε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα ἐξαγωγὴ τῶν ἐμπορευμάτων τούτων εἰς τὰς γειτονικὰς χώρας. Αἱ χῶραι ὅμως αὗται εἶχον ἀσθενικὴν κυκλοφορίαν καὶ διετέλουν ὑπὸ περιορισμοὺς ἐξαγωγῆς κεφαλαίων, εἰς τρόπον, ὥστε εὑρέθη ἀπονεκρωμένον παρ’ αὐταῖς μέγα μέρος τῶν ἐθνικῶν κεφαλαίων, ὑποστὰν μάλιστα, λόγῳ μεταγενεστέρας πτώσεως τῶν συναλλαγμάτων τῶν χωρῶν τούτων καὶ σημαντικὴν ὑποτίμησιν. Ἀλλὰ ἡ ἀνοιχθεῖσα τοιαύτη ὁδὸς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον εἶχε τὸ ἀποτέλεσμα τὴν ἐξακολούθησιν τῆς αὐτῆς ἐκροῆς συναλλάγματος καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον. Δηλαδὴ κερδοσκόποι ξένοι ἤρχοντο εἰς Ἑλλάδα κομίζοντες μεγάλα ποσὰ ὑποτιμημένων χαρτονομισμάτων, ἅτινα εὕρισκον ἑτοίμους τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἁπλοϊκοὺς νὰ τὰ ἀγοράσωσιν ἀντὶ δραχμῶν, δι’ ὧν ἐπραγματοποιεῖτο ἐξαγωγὴ εἴτε ἐμπορευμάτων ἐξ Ἑλλάδος εἴτε χρυσοῦ, εἴτε ὑγιοῦς συναλλάγματος εἴτε καὶ αὐτουσίων δραχμῶν, αἵτινες μετέπειτα ἀπεστέλλοντο εἰς χρηματοδέματα ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν ἀγορῶν πρὸς ἀγορὰν ἐμπορευμάτων, ἅτινα τὸ μὲν ἀπετέλουν προϊόντα τῆς χώρας, τὸ δὲ προήρχοντο ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πληρωθέντα δι’ Ἀμερικανικοῦ συναλλάγματος. Εἶναι προφανὴς ἡ φθορὰ ἥτις προέκυψεν εἰς τὰ διαθέσιμα τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ ἐκ τοῦ λόγου τούτου, ἀκόμη περισσότερον ἐμφανὴς καθίσταται ἡ ζημία, ἣν ὑπέστη ἡ οἰκονομία τῆς χώρας γενομένη πιστοῦχος ἀγορῶν, ὧν τὸ νόμισμα ἐξακολουθητικῶς ἔκτοτε ὑποτιμᾶται. Ὑπολογίζω, ὅτι τὸ εἰς ἀρχικὸν κεφάλαιον, ὅπερ εὑρίσκεται διατεθειμένον εἴτε ὡς πίστωσις ἀποστηρημένη εἴτε ἐνδεδυμένον εἰς ξένα χαρτονομίσματα, φθάνει τὰ ἑξήκοντα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως εὑρεθεῖσα ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ περαιτέρω μέτρα περιοριστικὰ τοῦ συναλλάγματος ζητήσασα, ὅπως πᾶσα ἐξαγωγὴ συναλλάγματος ἐπιτρέπεται μόνον διὰ τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, προσέτι δὲ ἀπαιτήσασα, ὅπως διὰ πᾶσαν ἐξαγωγὴν ἐμπορευμάτων ἐξασφαλίζεται ἡ ἀντίστοιχος εἰσαγωγὴ ὑγιοῦς συναλλάγματος. Ἀλλὰ καὶ ὅλα ὅσα συνέβησαν δὲν θὰ ἐπηρέαζον σπουδαίως τὸ ἡμέτερον συνάλλαγμα, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ῥαγδαία καὶ ἀπροσδόκητος χαλάρωσις τοῦ ἀγγλικοῦ καὶ γαλλικοῦ συναλλάγματος ἀπέναντι τοῦ ἀμερικανικοῦ, πρὸς τὴν ἰσοτιμίαν, τοῦ ὁποίου ἐβασίζετο ἡ ῥύθμισις τοῦ Ἑλληνικοῦ συναλλάγματος. Εἶναι φανερόν, ὅτι ἡ τοιαύτη πτῶσις τοῦ Γαλλικοῦ καὶ Ἀγγλικοῦ συναλλάγματος ἐπενήργει διττῶς ἐπὶ τῆς ἡμετέρας κυκλοφορίας καὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ συναλλάγματος. Ἀφ’ οὗ ἡ τιμὴ τῆς δραχμῆς ἠκολούθει τὸ Ἀμερικανικὸν συνάλλαγμα ἦτο φυσικὸν ἡ πτῶσις τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ Γαλλικοῦ συναλλάγματος ἀπέναντι τοῦ Ἀμερικανικοῦ νὰ συνεπάγεται καὶ τὴν πτῶσιν αὐτῶν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ. Εἴδομεν λοιπὸν τὴν τιμὴν τῆς Ἀγγλικῆς λίρας καταπίπτουσαν σημαντικῶς. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς· οἱ κάτοχοι Ἀγγλικοῦ συναλλάγματος ἀντὶ νὰ προσφέρωσιν εἰς τὴν ἀγορὰν τὸ διεκράτουν ἀναμένοντες τὴν ἀπέναντι τῆς δραχμῆς βελτίωσιν τοῦ συναλλάγματος τούτου, καθ’ ὅσον οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τοὺς μεταπείσῃ, ὅτι ἡ πτῶσις τοῦ Ἀγγλικοῦ συναλλάγματος ἦτο καθαρῶς φυσιολογική. Ἐξ ἄλλου αἱ Τράπεζαι μηδὲ τῆς Ἐθνικῆς ἐξαιρουμένης ἔχουσαι ἀνάγκην φράγκων καὶ λιρῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συναλλαγῶν των καὶ τῆς πελατείας των, καὶ μὴ δυνάμεναι νὰ διαθέσωσι τὰς εἰς λίρας καὶ φράγκα ἀποθέματι αὐτῶν, ἅτινα εἶχον ἀποκτηθῇ εἰς πολὺ ἀνωτέρας τιμὰς, εἴτε μετέτρεπον δολλάρια εἰς φράγκα καὶ λίρας, εἴτε παρουσιάζοντο εἰς τὴν ἀγορὰν ζητηταὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ὅπερ καὶ τοι ὑπῆρχεν ἐν ἀφθονίᾳ ἐζητεῖτο παρὰ πάντων καὶ παρ’ ἐλαχίστων προσεφέρετο. Οὕτω ἐκαλεῖτο ὁ νόμος ΓΧΜΒʹ νὰ καλύψῃ ὅλην σχεδὸν τὴν ζήτησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος διὰ τῶν εἰς δολλάρια ἀποθεμάτων του. Οὕτω ἡ πολιτικὴ τῶν Τραπεζῶν δὲν ἐβοήθησε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς, ἣν μόνην ἐθεώρει ὀρθήν, τῆς παραμονῆς εἰς τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ δολλαρίου. Ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας ἦτο φυσικὸν νὰ ἐξαντληθῇ τὸ εἰς δολλάρια ἐμπορικὸν συνάλλαγμα τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου, εἰς τὸ ἐνεργητικόν, τοῦ ὁποίου παρέμεναν τριακόσια περίπου ἑκατομμύρια εἰς Ἀγγλικὸν καὶ Γαλλικὸν ἐμπορικὸν συνάλλαγμα καὶ ὁλόκληροι αἱ συμμαχικαὶ πιστώσεις μεταξὺ τῶν ὁποίων 50 ἑκατομμύρια δολλαρίων, ὧν τὴν χρησιμοποίησιν εἴχομεν ἐν τῷ μεταξὺ συζητήσει παρὰ τῇ Ἀμερικανικῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ δὲν εἴχομεν ἐπιτύχει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὴν συγκατάθεσιν. Διότι, ὡς γνωστόν, αἱ πιστώσεις τῶν συμμάχων κατὰ τὴν σχετικὴν σύμβασιν εἶναι πραγματοποιήσιμοι ἓξ μῆνας μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης ἢ καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας ταύτης, ἂν τὰ διαθέσιμα τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἤθελον κατέλθει κάτω τῶν 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην μὴ ὑπαρχόντων δολλαρίων ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νομίζουσα, ὅτι οὕτω ἔδει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἤρχισε ὑπερτιμῶσα τὴν τιμὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ συναλλάγματος, ἀντιστοίχως δὲ τῶν λοιπῶν συναλλαγμάτων ἑπομένως δὲ καὶ τοῦ δολλαρίου, ἀκολουθοῦσα τὴν ἀρχήν, ὅτι ὁ νόμος ΓΧΜΒʹ ἔδει νὰ διαθέτῃ τὸ παρ’ αὐτοῦ κατεχόμενον συνάλλαγμα εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἀποκτήσεως, καθ’ ὅσον ἄλλως θὰ προέκυπτε ζημία, λόγῳ τῆς εἰς δολλάρια τροπῆς Ἀγγλικῶν λιρῶν καὶ Γαλλικῶν φράγκων. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις φρονοῦσα, ὅτι μεταξὺ τῶν ξένων συναλλαγμάτων τὸ ὑγιέστερον ἦτο τὸ Ἀμερικανικὸν, καὶ στηριζομένη εἰς τὰ μεγάλα ἀποθέματα τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου, δὲν ἐδίστασε νὰ ἀναλάβῃ πᾶσαν ζημίαν τῆς τροπῆς τῶν ὑπαρχόντων φράγκων καὶ λιρῶν εἰς δολλάρια διὰ νὰ διακρατήσῃ τὴν ἀντιστοιχίαν τῆς δραχμῆς πρὸς τὸ δολλάριον μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ πραγματοποίησις τῆς Ἀμερικανικῆς πιστώσεως θὰ καθίστα διὰ μακρὸν χρόνον δυνατὴν τὴν εἰς δολλάρια ἐπάρκειαν τῆς χώρας. Ἀλλὰ τοιαύτη ἦτο ἡ ἐπίδρασις τοῦ ψυχολογικοῦ παράγοντος, λόγῳ τῆς ἐν τῷ μεταξὺ μικρᾶς χαλαρώσεως τῆς δραχμῆς ἀπέναντι τῆς φυσικῆς τιμῆς τῆς Ἀγγλικῆς λίρας, ὥστε πάντες οἱ ἔχοντες εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν Ἀγγλικὸν ἢ ἢ Ἀμερικανικὸν συνάλλαγμα, ἔπαυσαν ὁλοσχερῶς προσφέροντες αὐτὸ ἀναμένοντες μεθ’ ὑπομονῆς νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐπωφελούμενοι τῆς ὑψώσεως τῶν συναλλαγμάτων τούτων, ἣν ἐθεώρουν βεβαίαν. Οὕτω ὁ νόμος ΓΧΜΒʹ ἀπέμεινε, οὗτος ἄλλως τε ἦτο ὁ προορισμός του, ὁ μόνος ρυθμιστὴς καὶ παράγων τῆς προσφορᾶς συναλλάγματος, καλούμενος νὰ καλύψῃ μόνος ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Τριακόσια ὅλα ἑκατομμύρια διέθεσεν ὁ νόμος ΓΧΜΒʹ ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐξαντλήσεως τῶν δολλαρίων. Ἐκ τῆς τοιαύτης αἱμορραγίας τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ ἡ Κυβέρνησις ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι παρ’ ὅλα τὰ μεγάλα ἀποθέματα τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου, παρ’ ὅλην τὴν εὐνοϊκὴν θέσιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ συναλλάγματος, ὁ ψυχολογικὸς παράγων εἶχεν ἀποκτήσει τόσον μεγάλον συντελεστὴν, τὸ περιβάλλον καὶ ἡ ἐπὶ τὴν δραχμὴν πεποίθησις εἶχεν ἐπὶ τοσοῦτον φθαρῆ, ὥστε δὲν θὰ ἦτο εἰς αὐτὴν ἐπιτετραμμένον νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ὀρθόδοξον πολιτικήν της, φθείρουσα περαιτέρω τὰ ἀποθέματα τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου, ὅστις ἦτο φόβος νὰ ἐξασθενήσῃ εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον, καὶ ἑπομένως ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ προσαρμοσθῇ μᾶλλον πρὸς τὰ συντετελεσμένα καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ καθαρῶς ἐμπορικὴν θεραπείαν. Καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ μέτρον τῆς βελτιώσεως τοῦ Ἀγγλικοῦ συναλλάγματος ἀπέναντι τῆς δραχμῆς ἐπέτυχε, καθ’ ὅσον ἅμα τῇ ὑψώσει τῆς Ἀγγλικῆς λίρας μέχρι τοῦ ἀρτίου, οὐ μόνον ἔπαυσεν ἡ μεγάλη ζήτησις συναλλάγματος, ἀλλὰ καὶ τὰ εἰς λίρας ἀποθέματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἤρχισαν ἀνασχηματιζόμενα καὶ ἔφθασαν σήμερον εἰς 1.200.000 περίπου λιρῶν. Ἡ ἐφαρμοσθεῖσα κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίοδον πολιτικὴ ἔσχε τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἤρχισαν νὰ πείθωνται πάντες, ὅτι αἱ δυσκολίαι πρὸ τῶν ὁποίων εὑρέθη πρὸς στιγμὴν τὸ Ἑλληνικὸν συνάλλαγμα δὲν ἦσαν δυσκολίαι ριζικαί, ἀλλὰ δυσχέρεια ὀφειλόμεναι εἰς τὸν κλονισμὸν, ὃν ὑπέστη ἡ ἐπὶ τὴν δραχμὴν πεποίθησις. Διότι διὰ νὰ προσφέρεται συνάλλαγμα πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι χρειαζόμεθα κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίοδον, σημαίνει, ὅτι τὸ συνάλλαγμα ὑπῆρχεν. Ἀλλ’ ὅταν ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1918 εἰς τὴν Βουλὴν εἶπον, ὅτι τὰ ἀποθέματα εἰς συνάλλαγμα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν αὐξάνουν καὶ αὐξάνουν πολὺ, διότι ἰδίως ὅλος ὁ πλοῦτος ὁ ὑπάρχων εἰς ὑλικὰ, ἐμπορεύματα, πλωτά, ἐρευστοποιήθη. Ἔλεγον δὲ ὅτι βεβαίως μετὰ τὴν εἰρήνην θὰ ὑπάρχῃ πάλιν ὁ φόβος ἢ μᾶλλον ἡ ἐλπὶς, ὅτι ὁ διαθέσιμος οὗτος πλοῦτος θὰ μετετρέπετο εἰς εἴδη καὶ θὰ ἐλαττοῦντο τὰ διαθέσιμα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Οὕτω δὲ καὶ συνέβη. Κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ παρελθόντος ἔτους εὑρέθημεν ἐνώπιον μιᾶς μεγάλης ἐμπορικῆς κρίσεως. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου κατωρθώθη παρὰ τοῦ ἐμπορίου μας τοῦ τόσον δραστηρίου, παρ’ ὅλας τὰς δυσχερείας νὰ γίνῃ μία μεγίστη εἰσαγωγὴ ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πλεῖστον προερχόμενα ἐξ Ἱσπανίας ἦσαν, δυστυχῶς, οὐχὶ ἀρίστης ποιότητος καὶ ἠγοράσθησαν μὲ συνάλλαγμα Ἱσπανικὸν ἀρκετὰ ὑψωμένον. Ἀλλὰ μόλις ὑπεγράφη ἡ ἀνακωχὴ μὲ τὴν Γερμανίαν, ἐπῆλθεν ἔκπτωσις τῶν τιμῶν γενικῶς εἰς ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἐμπορευμάτων καὶ παρὰ τῷ ἐμπορικῷ κόσμῳ ἐνταῦθα ἐπῆλθεν ἀμέσως πανικὸς καὶ ἐζητήθη ἡ διὰ παντὸς τρόπου ἐξαγωγὴ ἐμπορευμάτων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁμολογῶ, καὶ θὰ τὸ ἐνθυμεῖται ὁ συνάδελφος κ. Ἀναστασιάδης, ὅτι ὅταν παρουσιάσθη καὶ εἰς ἐμὲ τὸ Προεδρεῖον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, προσεπάθησα νὰ τοὺς πείσω, ὅτι οἱ φόβοι των ἦσαν ἀβάσιμοι καὶ τοὺς ἐβεβαίωσα, ὅτι μετά τινας μῆνας θὰ ἔχωμεν ὕψωσιν πολὺ τῶν τιμῶν, ἀλλ’ ὁ πανικὸς ἦτο τοιοῦτος ὥστε ἠναγκάσθημεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐξαγωγὴν ἐμπορευμάτων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀνέλαβον δὲ καὶ προσωπικὴν εὐθύνην διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην. Τότε ἄπειρα ἐμπορεύματα ἐξήχθησαν εἰς τὴν Τουρκίαν, Σερβίαν, Ρουμανίαν καὶ Ρωσσίαν. Ἡ ἄδεια τῆς ἐξαγωγῆς ὅμως πρώτων τῶν ἐμπορευμάτων εἶχε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι ἐπέφερε τὴν ἐξαγωγὴν καὶ νεοεισελθόντων ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα πλέον δὲν εἶχον λόγους ἐξαγωγῆς ὡς τὰ πρῶτα. Ἀπέναντι τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν οἱ ἔμποροι δὲν ἠδύναντο νὰ εἰσπράξωσι νόμισμα ὑγιὲς, ἀλλὰ ρούβλια, λέϊ, δηνάρια κορῶνες, τὰ ὁποῖα εἰσαχθέντα εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπέφερον μεγίστας ζημίας. Ἀλλὰ καὶ πολλὰ τῶν ποσῶν τούτων εὑρέθησαν κεκλεισμένα εἰς διαφόρους χώρας. Ἡ Ρουμανία δὲν ἐπέτρεψεν τὴν ἐξαγωγὴν τῶν πιστώσεων τούτων, ὑπολογίζω δὲ ὅτι ἄνω τῶν 300.000.000 δραχμῶν εὑρίσκονται ἀποκλεισμένα εἰς ξένας χώρας καὶ ἰδίως εἰς Ρουμανίαν. Δὲν γνωρίζω ποῖον ποσὸν νομισμάτων ξένων εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι, ὑπολογίζω ὅμως ἄνω τῶν 500.000.000. Καὶ αἱ ζημίαι ἐκ τῶν νομισμάτων τούτων εἶναι παμμέγισται, ἠγοράσθησαν ρούβλια ἀντὶ λεπτῶν 40 καὶ 50 σήμερον δὲ ἔχουσι 3 καὶ 5 λεπτά. Ἀλλὰ τὸ ἐμπόριον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὠνομάσθη διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον, ἐπέφερε καὶ μίαν μεγάλην δυσχέρειαν, τὴν ἐξάντλησιν τῶν ἀποθεμάτων μας εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου πωλεῖ ἐπὶ πιστώσει, οἱονδήποτε δὲ ἐμπόρευμα ἀπὸ οἱονδήποτε Κράτος καὶ ἂν τὸ ἐξαγάγετε, θὰ τὸ πληρώσητε τοῖς μετρητοῖς. Τὸ μόνον Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐπώλησεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐμπορεύματα ἐπὶ πιστώσει εἶναι ἡ Ἑλλάς. Καὶ ἐνομίσθη οὕτω, ὅτι ἐξησφαλίσαμεν τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον. Καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς ἔχει μεγίστην πρόοδον. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ποτὲ ἕνα λιμένα, εἰς τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς, νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ μεγάλος διαμετακομιστικὸς λιμήν. Θὰ γίνῃ ἀφοῦ γίνωσι πολλὰ καὶ σημαντικὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐδόθη καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ἐλθοῦσα τὸ 1910 μετὰ μίαν ἐπανάστασιν εἶχεν ἓν μόνον ἔτος ἡσυχίας, διότι τὸ πρῶτον διετέθη διὰ νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγὰς τῆς ἐπαναστάσεως ἀφοῦ ἀπὸ τὸ 1912 ἤρχισεν ὁ πόλεμος καὶ ἔκτοτε εὑρισκόμεθα σχεδὸν διαρκῶς εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν. Ἀλλὰ μὲ ὅλα αὐτὰ δὲν ἐλησμόνησε τὸν Πειραιᾶ, ἀλλ’ ἔλαβε πάντα τὰ δυνατὰ προσωρινὰ μέτρα καὶ ἡτοίμασεν ὅλα τὰ σχέδια, ὥστε νὰ ἀρχίσουν ἀμέσως αἱ μεγάλαι ἐργασίαι τοῦ λιμένος. Ὅτι ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς δὲν ἀπέκτησε μεγάλην κίνησιν, ἕνεκα πραγματικοῦ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ τῶν πιστώσεων τὰς ὁποίας παρέσχον οἱ Ἕλληνες ἔμποροι, θὰ πεισθῆτε ἐὰν σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα: Εἰς τὸν Πειραιᾶ ἀνεγείραμεν ἀποθήκας, τινὲς τῶν ὁποίων εἶναι παραθαλάσσιοι, καί τινες εἰς τὸ ἐσωτερικὸν εἰς ἀπόστασιν 30 μέτρων. Τὸ ἐμπόριον προτιμᾷ νὰ θέσῃ τὰ ἐμπορεύματά του εἰς τὸ ὕπαιθρον παρὰ νὰ μεταφέρῃ εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἀποθήκας, διότι ἐπιβαρύνονται μὲ δαπάνην μεγαλειτέραν παρὰ ἂν ἀποθηκεύοντο εἰς τὴν προκυμαίαν. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τοιαύτας τελειότητας, ἵνα διευκολύνουν τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον, μὴ νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον· ἔχομεν ἐμπόριον τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὰς πιστώσεις μας εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὅπως ἐξήγησα εὑρισκόμεθα πρὸ μερικῶν ἐξαντλήσεων τῶν πιστώσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῆς εἰρήνης ἤρχισεν ἀμέσως νὰ ἐλαττώνῃ τὰ περιοριστικὰ μέτρα τοῦ συναλλάγματος. Ἡ ἐλάττωσις τῶν μέτρων ἐπηκολούθησεν μέχρι τοῦ Ἰουνίου ὁπότε συνέβησαν δύο γεγονότα. Πρῶτον μὲν παρετηρήσαμεν τὴν ἐλάττωσιν ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τοῦ ἐμπορίου, καὶ δεύτερον ἐπῆλθεν ἡ μεγίστη ἔκπτωσις τῆς τιμῆς τῆς λίρας καὶ τοῦ φράγκου ἔναντι τοῦ δολλαρίου ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἡ ἔκπτωσις αὐτὴ εἶχεν παρ’ ἡμῖν μεγίστην ἠθικὴν ἐπιρροὴν ἀφ’ ἑνός, καὶ πραγματικὰ ἀποτελέσματα ἀφ’ ἑτέρου. Ἡ μὲν ἠθικὴ ἐπιρροὴ ὑπῆρξεν ὅτι τὸ κοινὸν ἤρχισεν νὰ κλονίζεται γενικῶς εἰς τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀξίας τῶν νομισμάτων, ἀλλ’ εἶχεν καὶ μίαν μεγίστην πραγματικὴν ἐπιρροήν. Αἱ τράπεζαι ὅλαι μηδὲ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξαιρουμένης εἶχον μέγιστα ἀποθέματα εἰς λίρας καὶ φράγκα. Ἐκ τῆς ἐκπτώσεως ταύτης ἐπῆλθε εἰς αὐτοὺς ζημία τῶν ἀποθεμάτων. Ὁσάκις δὲ αὐταὶ εἶχον ἀνάγκην νὰ πωλήσουν λίρας δὲν τοὺς συνέφερε νὰ πωλῶσιν ἐκ τῶν ἀποθεμάτων των διότι τὰ ἀποθέματα τὰ ὁποῖα εἶχον ἐστοίχιζον περισσότερα τῆς τρεχούσης τιμῆς, καὶ τότε πρὸς ἀποφυγὴν ζημιῶν μετέτρεπον τὰ δολλάρια, τὰ ὁποῖα εἶχον ὡς ἀπόθεμα εἰς τὴν Ἀμερικὴν εἰς λίρας καὶ φράγκα τὰ ὁποῖα καὶ ἐπωλοῦσαν εἰς τὸ κοινόν· ἀλλ’ οὕτω ἐπῆλθε μία ταχίστη ἐξάντλησις τῶν ἀποθεμάτων μας εἰς δολλάρια. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι δὲν εὕρομεν τὴν ἀρκοῦσαν ὑποστήριξιν παρὰ τοῦ Τραπεζιτικοῦ κόσμου εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἤθελεν νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἰσοτιμίας πρὸς τὸ δολλάριον. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ἐφ’ ὅσον εἶχεν ἀποθέματα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δυνάμει τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν χαρτονομίσματα εἶχεν μίαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ κρατήσῃ τὴν ἰσοτιμίαν τῆς δραχμῆς πρὸς τὰ ὑγιέστερα νομίσματα. Σήμερον ὑγιὲς νόμισμα θεωρεῖται τὸ Ἀμερικανικόν, διότι εἶναι τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον ἔχει τὰ μεγαλύτερα ἀποθέματα χρυσοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τιμῆς ἀπολύτου τοῦ χρυσοῦ. Ὁ χρυσὸς ἔχει μίαν τιμὴν ἀγοραίαν, ἀλλὰ δὲν ἔχει δύναταί τις νὰ εἴπῃ, μίαν τιμὴν χρηματιστικήν.
§249Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι ἐμπόρευμα.
§250Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως. Τὸ ζήτημα τῆς ἐξαντλήσεως τῶν δολλαρίων συνέβη κατὰ τὰ τέλη Ἰουλίου. Ἡ Κυβέρνησις τότε δὲν προειδοποιήθη ἐγκαίρως οὔτε ἐζητήθη ἀπὸ αὐτὴν ἡ γνώμη τὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ, καὶ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ὡς εἶπον εἶχεν ἀποφασίσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ζημίαν ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο ἐκ τῶν διαθεσίμων τοῦ νόμου ΓΧΜΒ ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τῆς λίρας καὶ τοῦ φράγκου, ὑψώθη παρὰ τῶν Τραπεζιτῶν ἐκείνων τὸ δολλάριον κατὰ τὰς ἀρχὰς Αὐγούστου. Ἐπῆλθε τότε μία διαμαρτυρία τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἡ δήλωσις αὐτὴ ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν κάλυψιν τῆς ζημίας. Αἱ διαπραγματεύσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διήρκεσαν ἀρκετὸν χρόνον, καὶ ἐπὶ τέλους ἐφηρμόσθη ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀρτίου τοῦ δολλαρίου. Ἡ τιμὴ τῆς λίρας ἐκυμαίνετο τότε εἰς τὰ 23.40 καὶ ἔφθασεν μίαν ἡμέραν 22.80. Ἀλλ’ ὡς εἶπον ἡ ἠθικὴ ἐπιρροὴ ἐπέφερεν δυστυχῶς ἓν ἄλλο ἀποτέλεσμα λυπηρόν. Ἡ γενομένη ἐπ’ ὀλίγον ὕψωσις καὶ ἔκπτωσις τῆς δραχμῆς ἐδημιούργησεν εἰς τὸν κόσμον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ δραχμὴ δὲν εἶχεν τὴν πραγματικήν της ἀξίαν, ἀλλὰ διετηρεῖτο τεχνικῶς εἰς ἀνωτέραν, οὐδεμία δὲ προσφορὰ ἐγένετο ξένου συναλλάγματος καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πάντα τὰ πραγματικὰ ἀποθέματά μας ἐξηντλήθησαν. Δυστυχῶς δὲ ἐνῷ ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου ἐγένετο ἐνέργεια ὅπως αἱ Κυβερνήσεις δεχθῶσι νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ κάμωμεν ἄμεσον χρῆσιν τῶν πιστώσεών μας ἔναντι τῶν πρὸς ἡμᾶς δανείων ὧν κατὰ τὰς συμβάσεις ἃς δὲν δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν παρὰ ὅταν τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀποθέματά μας ἐλαττωθῶσι κάτω τῶν 100.000.000 ἢ 6 μῆνας μετὰ τὸν πόλεμον, δυστυχῶς μόνον πρὸ 15 ἡμερῶν ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ μᾶς ἀνοίξῃ πιστώσεις. Καὶ εὑρέθημεν εἰς ἐξάντλησιν τῶν ἀποθεμάτων μας ἐν ᾧ εἴχομεν πιστώσεις ἄνω τοῦ 1.200.000 .000. Καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν εἰς μίαν ἀδυναμίαν νὰ συγκρατήσωμεν τὴν ἀγορὰν νὰ ὑψώσωμεν τὴν τιμὴν τῆς λίρας ὁπότε εἴχομεν δικαίωμα νὰ χρησιμοποιήσωμεν εἰς τὸ ἄρτιον ἄλλην πίστωσιν ἔναντι δανείου χορηγηθέντος παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ στρατόν. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε λίαν εὐχάριστον, διότι ἀπὸ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἔγινεν ὁ ὑψωμὸς αὐτὸς οὐχὶ μόνον ἀνταπεκρίθημεν πρὸς ὅλας τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ πάλιν ἤρχιζον ἀνασχηματιζόμενα τὰ ἀποθέματα τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο σήμερον εἰς 1.200.000 λιρῶν. Ἐννοεῖται ὅτι βεβαίως ἐπέφερεν μίαν κατάστασιν ἀρκετὰ δυσάρεστον ἡ ὕψωσις τοῦ δολλαρίου πρὸ πάντων εἰς τὰς τιμὰς τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης τὰ ὁποῖα προμηθεύονται ἐξ Ἀμερικῆς καὶ βεβαίως ἐπέφερε μίαν ἐπιβάρυνσιν τῶν εἰδῶν τούτων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις παρηκολούθησε τὸ ζήτημα πάντοτε μετὰ μεγίστης προσοχῆς ἔλαβε δὲ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πολὺ ἐγκαίρως καὶ νομίζω ὅτι ἔπρεπεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ τύχῃ τοῦ ἐπαίνου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ εἶναι περιττὰ ἐδῶ, καὶ ὀρθὰ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ Γαλλίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη.
§251Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐπιμένω.
§252Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἐλάμβανον τὰ Κράτη αὐτὰ ἐγκαιρότερον τὰ μέτρα, νομίζω ὅτι θὰ ἦσαν εἰς καλητέραν θέσιν ἀπὸ ὅ,τι εἶναι σήμερον. Καὶ ἡ Ἀγγλία τὰ ἔλαβε τὰ μέτρα αὐτὰ καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχεν ἐπίσης σχεδὸν ἰσοτιμίαν τῆς λίρας καὶ ἐξακολουθῇ ἡ Ἀγγλία νὰ τὰ διατηρῇ καθὼς καὶ ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Γαλλία.
§253Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ γνωρίζω.
§254Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Χαίρω πολύ.
§255Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν συντρέχουν οἱ αὐτοὶ λόγοι.
§256Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βλέπετε ὅτι συντρέχουν οἱ ἴδιοι λόγοι, διότι ἂν δὲν εἴχομεν λάβει αὐτὰ τὰ μέτρα καὶ ἂν δὲν εἴχομεν ἐμποδίσει τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον θὰ εἶχον ἐξαντληθῆ ἐντελῶς τὰ ἀποθέματα καὶ δὲν θὰ εἴχετε τὴν δραχμὴν εἰς τὴν θέσιν ποῦ τὴν ἔχετε.
§257Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι λεωφόρος χρήματος. Ἐκεῖνα τὰ Κράτη ἔλαβον τὰ μέτρα αὐτὰ διὰ νὰ κρατήσουν τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον διωχετεύετο ἀλλοῦ· ἡμεῖς δὲν εἴμεθα λεωφόρος ποῦ βγαίνει χρῆμα καὶ ἑπομένως δὲν εἴχομεν ἀνάγκην τῶν μέτρων αὐτῶν.
§258Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑμεῖς ἐζητήσατε νὰ ἐπιτρέψωμεν τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον· πῶς θὰ γίνῃ αὐτὸ ἂν δὲν εἴμεθα λεωφόρος χρήματος. Ἠγοράζομεν ἐμπορεύματα τοῖς μετρητοῖς ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὰ ἐπωλούσαμεν εἰς τὴν Ρωσσίαν παίρνοντες ρούβλια ἢ πιστώσεις ἕως ποῦ θὰ ἔφθανε αὐτό; Ὡς εἶπον, κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἐπαίνου διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτήν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι ἂν ἡ δραχμὴ ἔχασε μέρος τῆς ἀξίας ἦτο ζήτημα ἐντελῶς παροδικόν, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἀπὸ γεγονότα ἐντελῶς ἀνεξάρτητα τῆς πραγματικῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς, ἐπῆλθεν ἕνεκα τοῦ μεγάλου διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τῆς λίρας καὶ τοῦ φράγκου. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν ἀξίαν τῆς δραχμῆς διότι ἡ πλάστιγξ τοῦ ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου εἶναι εὐνοϊκή.
§259Γ. ΠΩΠ. Τότε διατὶ δὲν ἐλαμβάνετε ἐγκαιρότερον τὸ μέτρον τῆς παρεμποδίσεως τοῦ ἐμπορίου αὐτοῦ;
§260Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν ἔπρεπε νὰ τὸ λάβω τὸ ἔλαβον. Καὶ ἐγὼ δὲν ἐθεώρουν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐμποδισθῇ τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον ὅταν ὅμως εἶδον τὴν μεγάλην ἔκτασιν τὸ ἠμπόδισα.
§261Γ. ΠΩΠ. Ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου διαβιβάζοντος ἐμπορεύματα καὶ λαμβάνοντος ἐμπορεύματα, τὸ πρᾶγμα εἶχε καλῶς, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου εἰς τὸ ὁποῖον ἐπληρώνομεν χρυσὸν καὶ ἐλαμβάνομεν λέϊ ἢ ρούβλια ἢ ἐκάμνομεν ὀφειλέτας τὸ καθῆκον τὸ στοιχειῶδες ἦτο αὐτό.
§262Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς ἐξήγησα, κύριε βουλευτά, ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη ἡ μεγίστη νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐξαγωγὴν διότι εἶχον συσσωρευθῆ πολλὰ ἐμπορεύματα ἀγορασθέντα εἰς ὑψωμένας τιμάς. Τὸ τοιοῦτον δὲ ἐγένετο κατὰ τὸν Ἰανουάριον Φεβρουάριον ἅμα δὲ ἐγένετο κατὰ τὸν Μάϊον ἀντιληπτὸς ὁ κίνδυνος ὃν διετρέχαμεν ἐλήφθησαν τὰ μέτρα τὰ περιοριστικὰ τοῦ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου. Ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἄφησε τὸ ἐμπόριον ἐλεύθερον ὅταν ἦτο μία ἀνάγκη, ὅταν δὲ ἀντελήφθη ὅτι τὸ πρᾶγμα καθίστατο ἐπικίνδυνον, τὸ περιώρισεν.
§263Γ. ΠΩΠ. Ἀφ’ οὗ τὴν ἐπάθαμε.
§264Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν δὲν ἐπαθαίναμε αὐτό, θὰ ἐπαθαίναμε χειρότερον.
§265Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὶ ἐπάθαμε;
§266Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω ὅλους τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ρούβλια καὶ λέϊ νὰ ἀποταθοῦν πρὸς ὑμᾶς διὰ νὰ τοὺς πληρώσητε τὴν διαφοράν.
§267Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶσθε ἁρμοδιώτερος σεῖς διότι ἔχετε πολὺ περισσότερα χρήματα.
§268Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκα εἶναι ἀρκεταί.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§270Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). ὑπενθυμίζομεν, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀρχὴν τῆς συνεχιζομένης ἐν ἐκτροχιασμῷ ἀπὸ τοῦ κανονισμοῦ συζητήσεως, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἀρκεσθῶ εἰς τὸν ἐπίλογον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν τελωνείων Πειραιῶς καὶ τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος, τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ δώσῃ, καὶ ἐπεδοκίμασεν ἡ Βουλὴ ὡς ἔδωκεν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει χάριτας, διότι ἐλθὼν ἵνα συνεχίσῃ συζήτησιν ἐπὶ ἐπερωτήσεως ἐλέγχου διοικητικῶν ἀτασθαλιῶν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περιλάβῃ εἰς τὸν κύκλον τοῦ ἐλέγχου ὄχι ζητήματα συναλλαγῆς, ἀλλὰ συναλλάγματος. (ἱλαρότης). Διαφέρουν δὲ νομίζω τὰ μὲν ἀπὸ τὰ δὲ, καὶ νὰ ἐλέγξῃ τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὃν τρόπον ἐπολιτεύθη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ συναλλάγματος καὶ δι’ ὃν τρόπον ἐπολιτεύθη προκειμένου περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς μεγεθύνσεως τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας δὲν ἀρκεῖται εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἐμεγέθυνε καὶ ἐμεγάλωνε τὴν Ἑλλάδα· ἀξιοῖ ἀπὸ αὐτὴν νὰ μεγαλώσῃ καὶ τὰ τελωνεῖα μὴ φιλοδοξῶν κἄν νὰ ἀφήσῃ εἰς τοὺς διαδόχους ταύτης, ἵνα αὐτοὶ μεγαλώσουν τὰ τελωνεῖα ἀφοῦ δὲν θὰ ἔχουν νὰ μεγαλώσουν τίποτε ἄλλο!
§271Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐμποδίζετε τὸν Πειραιᾶ νὰ αὐξηθῇ.
§272Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Μετά τινος λύπης, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Κερκύρας, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φιλοδοξεῖ νὰ μεγαλώσῃ αὐτὸς καὶ τὰ τελωνεῖα τῆς Ἑλλάδος, μὴ ἐννοῶν οὔτε κἄν αὐτὴν τὴν δόξαν ν’ ἀφήσῃ εἰς τοὺς διαδόχους του. Ἀλλ’ ἡ ὁμιλία τοῦ κ. βουλευτοῦ Κερκύρας δὲν ὑπῆρξε παρὰ μία ἐπὶ πλέον ἀπόδειξις τῶν αἰτιῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἀπέτυχεν ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν εἶχε προκαλέσει ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας διακόψας τὸν λόγον ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε μήτε νὰ ἐξακολουθῇ νὰ παρίσταται εἰς τὴν Βουλὴν, ἴσως θεωρηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένον καὶ ἀπάντησις εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὁμιλίας του, τὸ γενικόν, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ ἴδιος. Καὶ διὰ μὲν τὴν αἰτίαν τῆς διακοπῆς δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην ἐξηγήσεων πολλῶν, διότι τὰ πράγματα ἐξετυλίχθησαν ἐνώπιον ἡμῶν, ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν ὅλων, φανερώτατα δὲ προέκυψεν, ὅτι ἂν ὁ κ. βουλευτὴς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψῃ τὸν λόγον του, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐπερώτησις δὲν εἰσήχθη κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν κανονίζει ὁ κανονισμός, ἀλλ’ εἰσήχθη ἐν ἐκτροχιασμῷ, οὔτε καὶ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ προσηκόντως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἤκουσα τὸν κ. βουλευτὴν Ψαρρῶν προτείνοντα τὴν ἀναβολὴν, ὁμολογῶ, ὅτι ὑπώπτευσα, ὅτι ἐπεζήτει τὴν ἀναβολὴν οὐχὶ κυρίως δι’ ὃν λόγον προέβαλεν, ἀλλὰ διότι ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἀντιλήψει, τὴν ὁποίαν ἔχει, προεῖδε ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τοιουτοτρόπως νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐὰν δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ ἀναβολὴ τῆς προπαρελθούσης συνεδριάσεως ἕνεκα στιγμιαίας ἀπουσίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου τὴν παρουσίαν ἐπόθει ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσηνίας, καὶ ἂν δὲν συνέπιπτε νὰ ἀπουσιάζῃ καὶ σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμολογῶ, ὅτι ἴσως θὰ εἶχον τὸ θάρρος, νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Μεσσηνίας, καὶ ἂν ἤμην βουλευτὴς ἀνήκων εἰς τὴν πλειοψηφίαν θὰ τὸ ἔπραττον, νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Μεσσηνίας νὰ μὴ προβῇ εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως πρὶν διατυπώσῃ τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐσκόπει νὰ φέρῃ τὸν λόγον. Φυσικὸν, κύριοι, εἶναι, ὅταν βουλευτὴς καταγγέλων πράξεις καὶ ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως διὰ πρώτην φορὰν φερομένας εἰς γνῶσιν αὐτῆς, φυσικὸν εἶναι ὅτι ἕκαστος τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, θὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν—καὶ δὲν εὑρέθη κἂν σήμερον κανεὶς τῶν Ὑπουργῶν εἰς τοιαύτην θέσιν—νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ νὰ διατυπώσῃ τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως, ὅπως φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς ὅσα καλεῖται νὰ φέρῃ στοιχεῖα, δυνηθῇ δὲ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. βουλευτὴς ἤθελεν ἀσκήσει. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσηνίας δὲν ἐπρόφθασε κἂν νὰ ἔλθῃ εἰς καταγγελίαν ὡρισμένων τινῶν γεγονότων. Ὁ κ. βουλευτὴς Λαρίσσης, ἡ διακοπὴ τοῦ ὁποίου τελευταίου διακόψαντος ὑπῆρξεν ἡ τελευταία ἀφορμή, ὥστε νὰ μὴ συνεχίσῃ τὸν λόγον του ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσηνίας, ὁ κ. βουλευτὴς Λαρίσσης ὑπώπτευσεν, ἢ εἶπεν τοὐλάχιστον, ὅτι ὑπώπτευσεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠξίου παρὰ τοῦ ἐπερωτῶντος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν λόγον, διότι, ὡς εἶχεν ἀρχίσῃ αὐτόν, ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ τέλος ἐνώπιον πολλῶν καταγγελιῶν δι’ ὑπερβασίας, δὲν γνωρίζω τίνας εὐθυνούσας, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐντύπωσις θὰ ἦτο γενικὴ καὶ ἀόριστος ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἠξίωσε σαφῆ καὶ πραγματικὴν διατύπωσιν τῶν σκοπῶν τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσσηνίας. Ἀτυχῶς—καὶ ἐν εἰλικρινείᾳ λέγω ἀτυχῶς—ἡ συζήτησις δὲν ἐξηκολούθησεν. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἀνέφερε πράγματά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀφήσῃ ἄνευ διαμαρτυρίας. Ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτὴς ὅσα ὁμιλῶν πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς διοικήσεως, διὰ νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ἀποτελοῦσιν ὁμολογίαν κακοδιοικήσεως αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντος, ὅτι ἡ διοίκησις εἶναι καλλιτέρα παρ’ ὅσον τὴν θέλουν οἱ ἐχθροί μας καὶ τινες τῶν φίλων μας. Ἄρα, συνεπέρανεν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσηνίας, ἡ διοίκησις δὲν εἶναι ἀρίστη, δὲν εἶναι ὅπως πρέπει νὰ τὴν ἐπιθυμῶμεν. Βεβαίως ἡ διοίκησις δὲν εἶναι ὁποίαν τὴν ὠνειροπόλησεν καὶ ὁποίαν τὴν ἐπόθησε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ὅπου δὲ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. βουλευτὴς τὴν γνώμην μερίδος τινὸς τῶν Φιλελευθέρων διὰ νὰ ἐκδηλώσῃ τὸ συμπέρασμα, συμπέρασμα ἀστήρικτον, ὅτι αἱ ἐλλείψεις τῆς διοικήσεως δὲν παύουσι νὰ εὐθύνωσι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἡ γνώμη αὕτη ἀποτελεῖ τοὐναντίον τιμὴν τῶν ἀντιλήψεων, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Διότι ἂν εὐλόγως παρεπονήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοὺς φίλους ἐκείνους τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, οἵτινες καίτοι παρεσύροντο ἢ παρασύρονται ὑπὸ ὑπερβολῆς ἀντιλήψεων εἰς τὸ νὰ ἐλέγχωσι καὶ δημοσίᾳ ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι ὅπως πάντες ποθοῦμεν, ἐν τούτῳ ὅμως ἀκριβῶς ἀποδεικνύεται τὸ πῶς ποθεῖ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ πρωτίστως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ διοίκησις τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ τίνας εὐθύνει ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ μὴ καθ’ ὅλα τελείως εὐχάριστη; Ἄν διεξήγετο εὐρεῖα συζήτησις θὰ ἔλεγεν ἡ Κυβέρνησις τίνα εὐθύνει ἡ κατάστασις αὐτὴ ἡ μὴ τελείως εὐχάριστος. Καὶ βεβαίως θὰ ἐτολμῶμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι δύνανται ν’ ἀποδίδωσιν ταύτην εἰς οἱονδήποτε ἄλλον λόγον, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ τὴν στηρίξωσι μόνον εἰς τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς ἀδυναμίαν τῆς Κυβερνήσεως πολιτικήν. Αἱ προθέσεις τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐνεσαρκώθησαν ἀπὸ τοῦ 1910, ὄχι μόνον εἰς νόμους, ἀλλὰ καὶ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἵνα ἀποκατασταθῇ ἡ ἀπαράμιλλος ἐκείνη διοίκησις. Ἡ ἐφαρμογὴ δὲ τῶν νόμων ἀποτελεῖ τὴν ψυχὴν αὐτῶν διότι καὶ πρὸ τοῦ 1909 πολλοὶ ἔκειντο νόμοι ἄριστοι, δὲν ἦτο ὅμως ἄριστος καὶ ἡ ψυχὴ ἡ ἐμπνέουσα καὶ ἡ ἐφαρμόζουσα αὐτάς. Ὡς ἐτερματίσθη ἡ ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ δὲν ἐνδείκνυται κἂν ἡ παρ’ ἡμῶν ἀνάπτυξις τῶν ἀντιλήψεων τὰς ὁποίας ἔχομεν περὶ τῆς καταστάσεως, καὶ τῶν λόγων ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν βαδίζουν τὰ πράγματα ὡς ἄριστα, ὡς ἡ Κυβέρνησις εὔχεται καὶ ποθεῖ καὶ ἐργάζεται διὰ νὰ βαδίσουν. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι δὲν πρόκειται δὰ περὶ τοῦ κλονισμοῦ μόνον, τὸν ὁποῖον ἐπέφερεν ὁ πόλεμος, διὰ τῆς ἀραιώσεως τῶν τάξεων τῶν ὑπαλλήλων, τὰ κενὰ τῶν ὁποίων ἐπληρώθησαν δι’ ὑπαλλήλων ἐκτάκτων. Ἐλησμόνησεν ἀκόμη καὶ τὰς ἕνεκα τοῦ πολέμου προσθέτους ὑπηρεσίας τῶν ὁποίων ἡ ὀργάνωσις εἶναι προσωρινή, διότι εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ἡ ἀνάγκη τῶν περιστάσεων. Ἐλησμόνησεν ἀκόμη καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν, ἡ ὁποία ἠραίωσε τὰς τάξεις τῶν ὑπαλλήλων. Ἐλησμόνησεν ἐπὶ πᾶσι τὸν κυριώτατον λόγον, ἐλησμόνησε τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν παρελάβομεν, ἐλησμόνησε τὴν ψυχικὴν φθορὰν τὴν ὁποίαν ἐπέφερε τὸ ἀπεχθὲς καθεστώς, τὸ διαδεχθὲν εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ εἶπεν ὁ κ. βουλευτής: Κατελύσατε τὸ δικαίωμα τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Ναί, τὰ κατελύσαμεν προσωρινῶς. Ἀλλὰ ἦσαν πλέον ὀχυρώματα μονιμότητος ὑπαλλήλων, ὅπως μὴ ἐπιδρᾷ ἐπ’ αὐτῶν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἢ οἱαδήποτε ἄλλη ἔξωθεν αἰτία; Εἰς τὰ ὀχυρώματα ἐκεῖνα εἶχον ὑπεισέλθει ἡ βία, ὁ δεσποτισμός, ἡ διαφθορὰ καὶ ὁ ἐκφαυλισμός. Καὶ εἶχεν καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τῶν ὀχυρωμάτων, ὅπως ἀποβάλῃ ἐκεῖθεν πάντας ἐκείνους, οἵτινες εἶχον καταστῆ ἀνάξιοι τοιούτων ὀχυρωμάτων. (Χειροκροτήματα). Βεβαίως δὲν ἰσχυρίσθημεν ποτὲ ὅτι τὰ πάντα ἐπράχθησαν ἐν μέτρῳ ἀπολύτου δικαιοσύνης εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, διότι δὲν ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ πραχθῶσι. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ δυνάμενοι νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι ἴσως ἠδικήθησαν καὶ ὑπάλληλοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε νὰ θίξῃ ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐπίσης δυνάμενοι νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι ἀπέμειναν ἴσως καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ θίξῃ! (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἡ δὲ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἡ τοσοῦτον θαρραλέα καὶ εἰλικρινὴς τί ἄλλο δηλοῖ ἢ τὴν ἐμμονὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸ πρόγραμμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἦλθε τὸ πρῶτον εἰς τὴν ἀρχὴν, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἐφήρμοσεν, διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν ζηλευτὴν ἐκείνην διοίκησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε μέχρι τοῦ 1915, καὶ τὴν ὁποίαν κατέρριψαν ἐξ ὁλοκλήρου οἱ διάδοχοι τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης; Ἂν ἐλέγομεν πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ἂν ἐλέγομεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι τὰ πάντα εἶναι ὡς ἄριστα, δὲν θὰ ἐδίδομεν τὸ μέτρον τῶν ἀληθῶν ἡμῶν προθέσεων. Ἐλέγχονται δὲ αἱ Κυβερνήσεις καὶ δι’ ὅσα κακῶς πράττουν καὶ δι’ ὅσα κακῶς δὲν πράττουν ἐνῷ ὀφείλουν νὰ πράξουν, ἀλλ’ ἐλέγχονται, ἵνα εὑρεθῇ ἡ πηγάζουσα ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων εὐθύνη καὶ ἐπιρριφθῇ ἐπὶ τοῖς Ὑπουργοῖς, ἐφόσον ἀποδεικνύεται ὅτι βαρύνουν τοὺς κυβερνῶντας! Εἶπε δὲ ὁ κ. βουλευτής: ὁμολογήσατέ μας τοὐλάχιστον ὅτι εἶσθε κυβέρνησις ἐπαναστάσεως! Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἐταράχθην ἐπὶ τῆς θέσεώς μου τὴν στιγμὴν ἐκείνην, διότι ἡ ἐπανάστασις τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἦτο ἐπανάστασις ἀποβλέπουσα εἰς ἁρπαγὴν τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ἀγαθῶν αὐτῆς, ἦτο ἄμυνα κατὰ τοῦ φαύλου ἐκείνου καθεστῶτος, ἦτο ἐπανάστασις ἥτις ἦλθε καὶ κατέλυσε τὸ ἀπολυταρχικὸν ἐκεῖνο καθεστὼς τὸ μὴ στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, τὸ μὴ στηριζόμενον ἐπὶ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὸ νόμιμον καθεστώς, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ διασώσῃ τὴν τύχην τοῦ ἀπεμπολωμένου ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα). Ἐκ τῶν ἀπελθόντων δὲ εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1916 ἐὰν ἄλλως δὲν εἶχον νὰ θυσιάσωσι ἢ μᾶλλον δὲν εἶχον νὰ θέσωσιν ἐν κινδύνῳ παρὰ μόνον τὴν θέσιν αὐτῶν καὶ τὴν ζωήν των, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν θὰ εἶχον κἂν τὰ μέσα νὰ διεξάγωσιν ἐν ἐξορίᾳ, ὑπῆρχον ὅμως καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν ἐν κινδύνῳ ὄγκον περιουσιῶν χάριν τῆς ἰδέας τῆς πατρίδος, χάριν τῆς ἰδέας τοῦ ἑλληνισμοῦ! Αὐτὴ ἦτο ἡ σημασία τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία κατέστησε τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν τῆς Θεσσαλονίκης. Ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ἐζήτει θυσίας χωρὶς νὰ ἐπαγγέλλεται οὐδὲν ἄλλο εἰμὴ μόνον τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος τῆς χώρας διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν διάσωσιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα). Τοιαῦται ἐπαναστάσεις δὲν ἔχουν ἀνάγκην οἱουδήποτε ἄλλου ὑπολογισμοῦ πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῆς διοικήσεως τὴν ὁποίαν ἐπιζητοῦν οὔτε δύνανται νὰ σκέπτωνται συναλλακτικῶς κυβερνήσεις αἵτινες προέρχονται ἐκ τοιούτων ἐπαναστάσεων καὶ κατορθώνουν νὰ ἐπιβληθοῦν μὲ τὴν σημαίαν μὲ τὴν ὁποίαν ἐπεβλήθη ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη, στηριζομένη εἰς τὴν συνδρομὴν τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶπον δὲ ἀκριβῶς πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Ψαρρῶν, ὅτι εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων οὐδέποτε εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καλυφθῇ ὑπὸ τὴν νίκην καὶ νὰ ἀντιτάξῃ νίκην τὴν ἐξωτερικὴν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐσωτερικῆς αὐτοῦ πολιτικῆς. Ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνήσεων ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος διὰ τὴν κίνησιν τοῦ ὅλου κοινοβουλευτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ὁποῖον ἐννοεῖ τὸν ἔλεγχον τὸ πολίτευμα ἡμῶν εἶπον δι’ ἐλαχίστων πρὸς τὸν μὴ ἔχοντα ἄλλως τε ἀνάγκην νὰ ἀκούσῃ παρ’ ἐμοῦ κ. βουλευτὴν ἐκ Ψαρρῶν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως. Βεβαίως ὁ ἔλεγχος ὁ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἔχει τὰ ὅρια ἐκεῖνα ἅτινα διαγράφουν τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικά, τὰ ὁποῖα ὅμως συμπίπτουν πάντοτε πρὸς τὰ ὅρια τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας. Καὶ τοιουτοτρόπως ὀφείλει νὰ ἀσκῇ ἡ Βουλὴ αὐτόν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ δοθῇ περαιτέρω ἀφορμὴ γενικωτέρας συζητήσεως τοῦ θέματος τούτου. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. βουλευτής, ὁ διακόψας τὴν ἐπερώτησιν διότι ἀντελήφθη τὸ ναυάγιον αὐτῆς, ὅτι καὶ αὐτὸς θὰ θελήσῃ ἐφεξῆς νὰ διατυπώσῃ μᾶλλον ὡρισμένα ἐρωτήματα, θὰ θελήσῃ νὰ ζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν τὴν ἀπάντησιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Ὑπουργῶν, ὅπως δυνηθῇ καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐπαναλάβω πρὸς τὴν Βουλὴν εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων θὰ ἦτο ἀναξία τῆς πολιτικῆς της, θὰ ἦτο ἀναξία τῶν φιλελευθέρων ἀντιλήψεών της, ἀναξία καὶ τῆς σημερινῆς της θέσεως, ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον ἢ δι’ οἱουδήποτε τρόπου προσεπάθῃ νὰ παρακωλύσῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Θέλομεν ἔλεγχον διότι εἶναι γνωστὴ ἡ πολιτικὴ τῶν φιλελευθέρων· θέλομεν ἔλεγχον διότι ἐπικουρεῖ εἰς τὸ ἔργον τῆς κυβερνήσεως καὶ εἰς τὰς πράξεις αὐτῆς, θέλομεν τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικόν, τὸν προσήκοντα ἔλεγχον, διότι, ὡς εἶπον καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι κοινοβουλευτικὸς θεσμὸς καὶ ἡ θέσις καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ βουλευτοῦ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἀποτελεῖ δημοσίαν λειτουργίαν, ὀφείλει δὲ νὰ ῥυθμίζεται ἐν πλήρει συνειδήσει τῆς εὐθύνης τὴν ὁποίαν ἐπάγεται. Θέλομεν τὴν εἰσφορὰν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῷ ἐλέγχῳ, διότι ὁ ἔλεγχος θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ κράτους ἀνταξίαν τῆς προελεύσεως τῆς Κυβερνήσεως τῶν φιλελευθέρων, ἀνταξίαν τῶν μέχρι τοῦδε ἀγώνων, ἀνταξίαν καὶ τοῦ παρελθόντος τοῦ κόμματος τούτου, ἀλλὰ καὶ τῶν νέων προσδοκιῶν τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐπὶ μεγαλητέραν ἀκόμη Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§274Γ. ΠΩΠ. Συγγνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν κατὰ τοιαύτην ὥραν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ μακρόν. Ἔλαβον τὴν τιμὴν ἵνα προβῶ εἰς δηλώσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς γενικωτάτης ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν συνάδελφος τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶχε διατυπώσει. Καὶ ὅταν ἔλεγον ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω πρὸς ὑμᾶς, ἔλεγον ταῦτα οὐχὶ ἀπὸ συμφώνου μετ’ ἄλλων συναδέλφων ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ἀλλὰ τὰ ἔλεγον ἐν ἁγνῇ τῇ πίστει, ἐν ἁγνῇ τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς κοινῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως ὡμίλουν διότι ἀκριβῶς ἡ γενικότης τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει οὐδεμίαν εὐθύνην οὔτε ὁ ὑποβαλὼν αὐτὴν κ. βουλευτής, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἐδέχθη τὴν ἀναγραφήν της, ἔλεγον ὅτι τοιαύτη ἐπερώτησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας τὰ ὁποῖα θὰ ἔθετεν ἐν αὐτῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὰ ὅρια τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας τὰ ὁποῖα θὰ ἔθετεν ὁ ἐπερωτῶν καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ ἐπικουρήσωσι τὸ ἔργον αὐτοῦ. Ὁ κ. ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ὅτι ἄλλος τις σκοπὸς καὶ ἄλλη ὁρμὴ καθοδήγει τὰ βήματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, δὲν ἦτο κἂν δίκαιον. Ἐφρόνει ὁ κ. ἀντιπρόεδρος ὅτι ἦτο πιθανὸν ἀπὸ μέρους ἡμῶν νὰ ἐπιδιώκεται ὅπως ἐπιρριφθῇ σκιὰ ὑπονοίας τοσοῦτον βαρείας περὶ τῶν ἐσωτερικῶν τῆς χώρας πραγμάτων, ὥστε νὰ ἀποβῇ δεινοτέρα ἡ σιγὴ αὐτὴ τῆς ἀποκαλύψεως τῶν ὑπαρχόντων ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀποκρούομεν καὶ διαμαρτυρόμεθα διὰ τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν ἀπὸ μέρους τοῦ ἡγουμένου τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, τοῦ εἰσηγητοῦ σήμερον τῆς πλειοψηφίας. Εὐτυχῶς δὲ ἔφθασε μέχρις ἐμοῦ ἐγκαίρως ἡ διαμαρτυρία αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. ἀντιπροέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, βεβαιοῦντος ὅτι δὲν ἦτο ἐν νῷ αὐτοῦ τοιαύτη ἀντίληψις περὶ τῶν προθέσεων ἡμῶν. Ἀλλά, κύριοι, βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἐπιτρέπουσα τὴν ἄσκησιν ἐλέγχου ἐπὶ τόσον εὐρείας ἐπερωτήσεως εἶναι ὡσεὶ νὰ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, σᾶς ἀπαλλάσσομεν ἀπὸ τῆς εὐθύνης, ἀνέλθετε ἐπὶ τὸ βῆμα, διατυπώσατε ὅ,τι ἔχετε νὰ εἰπῆτε καὶ ἡμεῖς θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν. Θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τοῦτο πρὸς τὸν συνάδελφον ἐκ Μεσσηνίας, ὅστις προσωπικῶς ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην τοιαύτης πράξεως ἀλλὰ δὲν θὰ ἠδύνατο τοιαύτην ὑπόδειξιν νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς σύνολον ἀντιπολιτευτικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἀντίληψιν εὐθυνῶν καὶ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ καὶ ἔξω τοῦ κοινοβουλίου καὶ διεθνῶν εὐθυνῶν. Εἶχε δὲ ἡ ἀντιπολίτευσις ἀκεραίαν τὴν συνείδησιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμμείνῃ ἐντὸς τῶν χαρακωμάτων, ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα θὰ διέγραφεν ἡ κυβερνητικὴ ἀντίληψις, ἐν τῇ εὐρύτητι τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐλέγχου, ἐφ’ ὅσον εἶχεν ἐνώπιον αὐτῆς δύο δεδομένα, πρῶτον τὴν ὕπαρξιν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνου, ὅστις διεχειρίσατο ὁλόκληρον τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τῆς χώρας μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ κυρίων Ὑπουργῶν, καὶ ἦτο εὔλογον καὶ φυσικὸν διότι τιμῶμεν τὸν κ. ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἀποφεύγει τὰς εὐθύνας, θὰ διήνοιγεν εὐρύτερα τὰ ὅρια τῆς συζητήσεως ὁπότε ἀκουσίως ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θὰ πιστεύῃ ὅσα ἀληθῆ καὶ ὅσα δίκαια αὐτὴ ἐφρόνει. Ἀλλὰ συγχρόνως εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τὸν κ. ἀντιπρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἵνα ἀκριβῶς οὗτος κανονίσῃ τὰ ὅρια, διότι συμμετέχων τῆς ὅλης διοικήσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ καὶ τὰς λεπτομερείας τῆς διοικήσεως αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο ἔξω τῆς Ἑλλάδος ἀκουόμενα νὰ παράσχωσι τὴν ἐντύπωσιν κακῆς διοικήσεως, τοιαύτης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἄλλοτε ὁ κ. ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν ὅτι ὁ κίνδυνος θὰ ἀπέβαινεν, κίνδυνος ἐθνικός. Καὶ δὲν εἶπον ὅτι ἀναβάλλομεν ἐπ’ ἄπειρον τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοιαύτη ἐπ’ ἄπειρον ἀναβολὴ θὰ ἦτο ἄρνησις τοῦ ὅρκου, θὰ ἦτο ἄρνησις τοῦ καθήκοντος ἡμῶν. Εἶπον ὅτι ἀναβάλλομεν τὸν ἔλεγχον κατὰ χρονικὴν περίοδον κρισίμου ἐθνικῆς καταστάσεως, εἰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ἐνώπιον τῆς διπλωματικῆς τραπέζης πρόκειται νὰ χαραχθῶσι τὰ κέρδη τὰ πολεμικά, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν αἱ θυσίαι αἵματος καὶ ψυχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ ἔλεγχος ἀπὸ μέρους ἡμῶν δὲν θὰ ἀσκηθῇ. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ διατυπώσωμεν καὶ ἄλλην τινα σκέψιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος ὁ ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶχε προσκομίσῃ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἔγγραφα πραγματικά, εἶχε προσκομίσῃ ἀποδείξεις. Καὶ εἶπον πρὸς αὐτὸν ὅτι προθύμως πάντες οἱ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει θὰ ἐπικροτήσωσι τὸ ἔργον σου, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ διατυπώσωμεν ὡρισμένα καὶ ῥητὰ πράγματα, ὀφείλομεν νὰ ἀποφύγωμεν πρὸ παντὸς τὴν διατύπωσιν ἀοριστιῶν. Ὁ ἔλεγχος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, κάθε ἐξουσίας κυβερνητικῆς, δι’ ἀορίστων φράσεων, ὡς τὰ δύο παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐξέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἀπὼν συνάδελφός μου ἐκ Μεσσηνίας, ἦτο φυσικὸν καὶ ἦτο εὔλογον νὰ τύχωσι τῆς ἐντίμου διαμαρτυρίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσσης συναδέλφου κ. Γκέκα, τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχουσα ἀκεραίαν τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος αὐτῆς, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀποδεχθῇ καὶ ἐπικροτήσῃ (εὖγε). Ὁ ἔλεγχος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἔλεγχος ἐφημερίδων, δὲν εἶναι ἔλεγχος ψιθύρων εἶναι καταγγελία ῥητῶν καὶ καθωρισμένων γεγονότων. Εἶχε δὲ ὁ συνάδελφος γεγονότα.
§275Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διατὶ δὲν τὰ ἀνέφερεν;
§276Γ. ΠΩΠ. Καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἢ θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῶν γεγονότων αὐτῶν, ἢ δὲν θὰ προβῇ εἰς ἔλεγχον. Ἡ πρᾶξον ἄλλο τι ὀρθότερον καὶ δικαιότερον. Μὴ θελήσῃς νὰ διαταράξῃς τὸ σύνολον τῆς ἐξωτερικῆς ἐντυπώσεως περὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἐν Ἑλλάδι διοικήσεως κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας· διατύπωσον μίαν πρὸς μίαν τὰς ἐπερωτήσεις, ἵνα καὶ καιρὸν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ καὶ προσκομίσῃ τὰς ἀποδείξεις ἂν ἔχῃ τοιαύτας περὶ τοῦ ἐναντίον, καὶ ἵνα καὶ τὸ ἔργον τῆς ἀντιπολιτεύσεως εὑρεθῇ εἰς τὸ ὕψος οὐ μόνον τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν συνθηκῶν, τὰς ὁποίας εὐλαβεῖται πάντοτε, ὡς εὐλαβήθη καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Τοιαύτη, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξεν ἡ ἐκ τῆς σημερινῆς συζητήσεως ἐντύπωσις καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ὑποθέτω δέ, καὶ παρὰ τῇ πλειοψηφίᾳ. Ἐλπίζομεν ὅτι θὰ εἶναι εὐτύχημα ὅπως κατὰ τὸ μέλλον ἡ ἄσκησις τοῦ ἐλέγχου μὴ ἀφίεται ἐπὶ ἁπλῆς διατυπώσεως οὕτω γενικῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ νὰ ἀντιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁ ἀσκούμενος ἐπίσης ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔλεγχος ἀσκεῖται ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων, καὶ ὅτι οἱ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει συνάδελφοι ἐκτὸς τοῦ μόνου πρὸς ἐκείνην διαφωνήσαντος κ. βουλευτοῦ Μεσσηνίας εἶναι διατεθειμένοι οὕτω καὶ κατὰ τὸ μέλλον νὰ διατυπῶσι τὰς ἐγκλήσεις αὐτῶν. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον ἄλλο τι· συζητεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· εἶναι ἄρα δυνατὸν εἰς ἕνα βουλευτὴν νὰ προσκομίσῃ ἀποδείξεις τοιαύτης φύσεως, τόσον σοβαράς, χωρὶς οἱ προσκομίζοντες τὰς ἀποδείξεις ἐκείνας νὰ εἶναι πτοημένοι ἐκ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον φαντάζονται ἴσως ὅτι διατρέχουσι, καὶ εὐλόγως καὶ δικαίως τὸν φαντάζονται ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν; Καὶ ἐγείρεται τὸ μέγα τοῦτο πρόβλημα· πῶς θέλετε νὰ ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος εἰς ἀκέραιον, ἢ νὰ προσκομισθῶσιν ἀποδείξεις ὑπὸ παθόντων καθ’ ὃν τρόπον προσεκομίσθησαν καὶ εἰς ἐμέ, χωρὶς οἱ κακίζοντες τὴν Κυβέρνησιν πολῖται νὰ ἔχωσιν, ἀδιάφορον ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως, πάντοτε τὸν φόβον τὸν φυσικὸν καὶ τὸν ἀνθρώπινον, ὅτι πιθανὸν νὰ περιπέσωσιν εἰς δυσμένειαν οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, ἐχόντων τὸ μέσον ἵνα τὸν περιορισμὸν τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν ἀπεμποληθῶσιν ὑπὲρ ἀποκρύψεως παραβάσεων τοιούτων;
§277Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Οἱ τοιοῦτοι πολῖται εἶναι ἀνάξιοι νὰ εἶναι συνταγματικοὶ πολῖται. Πρέπει νὰ ἔχουν τὸ θάρρος νὰ καταγγέλλωσιν. Ἄλλως εἶναι χαμαιλέοντες.
§278Γ. ΠΩΠ. Οὕτως, κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ καὶ ἁρμονίᾳ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἡμῶν ἐργασίας. Δὲν θὰ ἐμφιλοχωρήσῃ καμμία παρεξήγησις ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ παράσχῃ ὄχι μόνον τὰ μέσα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐλέγχου διὰ τοῦ Τύπου, τὸν ὁποῖον ἤσκησε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτὴ αὕτη ἡ μερὶς τοῦ Τύπου τοῦ φιλελευθέρου, ἐλέγχου, ὅστις ἦτο μηδὲν ἔναντι ἐκείνων ἴσως, τὰ ὁποῖα θὰ διετύπου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας, ἀλλὰ θὰ προβῇ εἰς ἄλλο τι, θὰ προβῇ εἰς ἀπόλυτον ἀπόδοσιν τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ἵνα οὕτως διὰ τοῦ λαοῦ, διὰ τῆς δημοσίας συζητήσεως, διὰ τῶν προσωπικῶν μετὰ θάρρους καταγγελιῶν γίνῃ δυνατὸν μετὰ κύρους ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ προσκομίζωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταγγελίαι σοβαραί, καταγγελίαι ἄγουσαι εἰς ἔλεγχον σωτήριον, διότι ἀναμφισβητήτως ἄνευ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐλέγχου τούτου, ὅστις θὰ τείνῃ εἰς ρύθμισιν τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων, θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅταν ἔλαβον τὴν τιμὴν περὶ ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν νὰ ὁμιλῶ ὡς τότε, θὰ εἴπω ἐξακολουθήσατε νὰ διοικῆτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν Ἑλλάδα, δὲν θέλει ἡ ἀντιπολίτευσις καλύτερον σύμμαχον ἀπὸ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε διῳκήσατε (χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§279Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε δύο λέξεις.
§280ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις, ἐτελείωσεν.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5 μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 8,40′ μ. μ.)