1918.12.07
3.021 στίχοι · 23.702 λέξεις · 192 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46Η
τῆς 7 Δεκεμβρίου 1918
ΠΡΟΕΔΡΙΑ κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 4. 45′ π. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ἡ ἐν Βόλῳ ἑδρεύουσα Παγκαπνεργατικὴ Ὁμοσπονδία παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰτήματά της, σκοποῦντα τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τοῦ καπνεργάτου. — Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Σιδηροδρόμου Θεσσαλίας, ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα σχετικῶς μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου μισθολογίου των. — Ὁ Παμφοιτητικὸς Σύλλογος παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἰτήματά τινα αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν φοιτητῶν. — Οἱ καπνοβιομήχανοι Θεσσαλίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁ φόρος ἐπὶ τῶν μηχανοποιήτων σιγαρέτων μὴ ὑπερβῇ τὸν ἐπὶ τῶν χειροποιήτων. — Ὁ εἰς Ὕδραν ἐκτοπισθεὶς Δημ. Ζούλας παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ ἄδεια, ἵνα ἐρχόμενος εἰς Ἀθήνας προμηθευθῇ εἴδη τινὰ ἅτινα τῷ ἀναγκαιοῦσιν. — Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν ἐν Σάμῳ μοναστηριακῶν κτημάτων παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια καὶ ἀπαγορευθῇ εἰς τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἐπιτροπὴν νὰ κηρύσσῃ αὐτοὺς ἐκπτώτους ἄνευ δικαστικῆς ἐπεμβάσεως. — Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Κορίνθου διαμαρτύρεται κατὰ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἠλεκτροφωτισμοῦ τῆς πόλεως διὰ τὴν νέαν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ρεύματος. — Οἱ συμβολαιογράφοι Πελοποννήσου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπονεμηθῇ αὐτοῖς τὸ δικαίωμα συντάξεως. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Πισπιρῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τῶν καθαρῶν κερδῶν.» — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Τερζάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 972 καὶ τοῦ νόμου 1466 «περὶ Δημοσίων Ἔργων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Σφακιανάκης, Μ. Μακράκης, Β. Σκουλᾶς, Γ. Κοκκινάκης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Καταπότης καὶ Ν. Παπαδάκης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 54 ὁδοῦ τῆς προσηρτημένης τῷ πίνακι τοῦ νόμου 1074 π. ἔτους». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Κοκκινάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νόμων». — Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων ΑΥϞΔʹ καὶ ΑΥϞΒʹ «περὶ διοικήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα καταλειφθείσης εἰς τὸ ἔθνος περιουσίας». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Ι. Τσιριμῶκος ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ ἀσφαλείας κινδύνων πολέμου» καὶ 2) «Περὶ ἀναστολῆς τῆς προθεσμίας τῶν μισθώσεων ἀγροτικῶν κτημάτων ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ κατὰ τὴν ἐν ἔτει 1916 κατάληψιν αὐτῶν ὑπὸ τῶν Βουλγάρων». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Ι. Τσιριμῶκος ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 8 Ν)βρίου 1917 «περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀγροτικῶν ἀκινήτων καλλιεργουμένων ἐπὶ μορτῇ ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 13 Ὀ)βρίου 1918 «περὶ καλλιεργείας καπνοῦ» ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Ν. Διατάγματος τῆς 14 Νοεμβρίου 1918». 3) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων τῆς Γεωργικῆς ὑπηρεσίας ΓϠΚʹ τοῦ 1911 καὶ 214, 217,246, 260, 301 καὶ 489 τοῦ 1914». 4) «Περὶ ἀνωτέρας δασολογικῆς σχολῆς». 5) «Περὶ ἱδρύσεως Ἀνωτέρας Γεωπονικῆς Σχολῆς» καὶ 6) «Περὶ λογιστῶν τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν». —Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Μ. Νεγροπόντης, ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας συμφωνίας «περὶ παρατάσεως τοῦ μεταξὺ τῶν δύο τούτων κρατῶν ὑφισταμένου συμβατικοῦ καθεστῶτος». —Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Πετρακάκος, Γ. Σταμάτης καὶ Α. Θανόπουλος, ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 911». —Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Ι. Τσιριμῶκος, ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) «Περὶ μονομαχίας» καὶ 2) «Περὶ ἱκανοποιήσεως τοῦ ἀδικηθέντος καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ἐξυβρίσεων ἐν γένει καὶ περὶ τύπου νόμου καὶ τοῦ ἄρθρου 690 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». —Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ἀλαβάνος, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1222». —Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Πολυχρονιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 972α περὶ Δημοσίων Ἔργων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Οἱ κ. κ. Δ. Χρυσοστάλης, Γ. Πὼπ, Γ. Καρπετόπουλος καὶ Ι. Γκέκας ἐπερωτῶσι τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τίνα λόγον δὲν ἀνεκλήθησαν εἰσέτι ἐκ τῆς ἀπελάσεως οἵ τε πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ἐν ἀπελάσει εὑρισκόμενοι. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον.
§4Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καιρὸς εἶναι ἤδη ὁπότε ἐθριάμβευσεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ Ἔθνος ὅλον καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς σύμπας εὑρίσκεται εἰς μεγάλην ψυχικὴν χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν, εἶναι ἐπίκαιρον καὶ τὸ ἐπίκαιρον πάντα ἔχει μεγάλην χάριν, τώρα ὁπότε ἐθνικῶς ἑορτάζομεν ἑορτὴν ἑορτῶν καὶ πανηγυρίζομεν πανήγυριν πανηγύρεων νὰ συγχωρήσωμεν ἀλλήλους οἱ Ἕλληνες διὰ τὰ κατὰ τὸ στάδιον τοῦ πολέμου πολιτικὰ παραπτώματα καὶ νὰ περιπτυχθῶμεν ἀλλήλους· Τώρα, ὁπότε ἄγομεν Πάσχα ἐθνικόν, ἂς ἀσπασθῶμεν ἀλλήλους. Πρῶτοι ἡμεῖς οἱ νικηταὶ ἂς τείνωμεν χεῖρα φιλικὴν πρὸς τοὺς ἀντιφρονήσαντας πρὸς ἡμᾶς, πρὸς τοὺς ἀπατηθέντας τοὺς παραπλανηθέντας, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους ἰδίᾳ τοὺς ἀπὸ αὐτόβουλον κακοβουλίαν καθ’ ἡμῶν ὁρμηθέντας καὶ καθ’ ἡμῶν καὶ τῆς Ἐθνοσωτηρίου πολιτικῆς μας ἀντιδράσαντας διὰ νὰ ἐπέλθῃ οὕτω ἡ Ἐθνικὴ εἰρήνη, ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ γαλήνη. Οὐδὲν ἀδίκημα, οὐδεμία τυραννία πολιτικὴν ἔχουσα ἀφορμὴν ἂς μὴ ταράσσῃ ἐφεξῆς τὴν ἐθνικήν μας χαράν, οὐδὲν νέφος μελανὸν ἂς μὴ σκιάσῃ ἐφεξῆς τὸν περίλαμπρον ἤδη καταστάντα ἐθνικόν μας ὁρίζοντα, τὸν ὁποῖον ἐκαθάρισεν ἀπὸ τὰ σκοτεινά, ἀπὸ τὰ μαῦρα, ἀπὸ τὰ βαρύνοντα μέχρι ἀποπνιγμοῦ τὴν ἀτμόσφαιραν νέφη τοῦ Κωνσταντινικοῦ καθεστῶτος, ἐκαθάρισαν λέγω, αἱ νοεραὶ ἀστραπαὶ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου καὶ τῶν συνυπουργῶν τοῦ κ. Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τοῦ ὁποίου ὁ νοερὸς φωτοβόλος ἥλιος μεσουρανεῖ καὶ λάμπει ἤδη εἰς τὸ αἰθριάζον τὸ γαλανὸν καὶ φωτόλουστον πανελλήνιον ἐθνικὸν στερέωμα. Ὑπὸ αὐτὰς τὰς ὡραίας ἐθνικὰς περιστάσεις εὑρισκόμενοι, ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, δὲν εἶναι ἄδικον ἐν ᾧ ἡμεῖς ἄγομεν μέσῳ χαρμοσύνων ἡμερῶν νὰ εὑρίσκωνται κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας συνάδελφοι ὁμαίμονες Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑποφέρουν δεινῶς, μακρὰν τῶν ἑστιῶν των μέσῳ χειμῶνος καὶ ἀσθενειῶν, αἱ δὲ οἰκογένειαί των νὰ ὑποφέρουν κλαίουσαι καὶ ὀδυρόμεναι καθημερινῶς διὰ τὴν ἀπορφάνισιν, διότι σχεδὸν ἀπορφάνισις αὕτη εἶναι τῶν προστατῶν των; Δὲν εἶναι ἴδιον, Κύριοι, πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν αὐτό. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ εἶναι γενναία, εὐγενής, φυσικῶς πλασμένη νὰ συγχωρῇ, νὰ συμπονῇ καὶ νὰ συμπάσχῃ πρὸς τοὺς ἀδυνάτους. Δὲν ἔχετε περὶ αὐτοῦ νὰ ἀμφιβάλλητε, διότι ὅλοι σας αὐτὴν τὴν ψυχὴν τὴν ἔχετε μέσα σας. Πλὴν δὲ τούτου ρίψατε νοερῶς βλέμμα πρὸς τὸν χθὲς ἀκόμη λήξαντα πόλεμον, ὅπου θὰ ἴδητε τὰ ἀθάνατα εὐζωνάκια πολεμοῦντα καὶ κυνηγοῦντα τοὺς προαιωνίους ἐχθρούς μας τοὺς Βουλγάρους, ὅταν ὅμως τοὺς ἔβλεπον μὲ ἀναπεπταμένας τὰς χεῖρας νὰ ζητοῦν παρ’ αὐτῶν ἔλεος, ἄφηνον κάτω τὰ ὅπλα καὶ ἔδιδον πᾶσαν πρὸς τοὺς ἐχθροὺς συνδρομήν, ἐκένωνον τὰ σακκίδιά των ἀπὸ τὰς τροφὰς καὶ τὰ ὑδροδοχεῖά των ἀπὸ πᾶν τονωτικόν, τὸ ὁποῖον εἶχον μαζύ των πολλοὶ δὲ ἐκ τῶν εὐζώνων, ὡς ἀναφέρουν οἱ δημοσιογράφοι, ἔπαιρναν ἐπὶ τῶν ὤμων τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς μετέφερον εἰς τὰ χειρουργεῖα διὰ νὰ σωθοῦν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀθάνατος Ἑλληνικὴ ψυχή. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἂς ἔλθωμεν νὰ εἴπωμεν καὶ τοῦ στραβοῦ τὸ δίκηο. Ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἕν πρόγραμμα ὁπωσδήποτε νὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἐθνοσωτήριος πολιτική της, ἔπρεπε πᾶν ἐμπόδιον ἐκ τοῦ μέσου νὰ ἀρθῇ καὶ πολὺ καλὰ πράξασα ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἀπέστειλε τῇδε κἀκεῖσε τοὺς ἀντιδρῶντας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ τοὺς ἀπεμάκρυνε ἀπὸ τοῦ πλησίον κύκλου τῆς δράσεώς των· καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ ἴδιοι οἱ ἐξόριστοι, ἂν δὲ τὸ ὡμολόγουν παρῃσία, ἀλλὰ μεταξύ τους καὶ καθ’ ἑαυτοὺς θὰ ἔλεγον τότε ὅτι δίκαια ἔπασχον, ἂν ἦσαν ἄνθρωποι μὲ νοῦν, διότι ἐγνώριζαν τὶ θὰ ἔκαμνον αὐτοὶ ἐὰν ἔμειναν πλησίον τῶν οἰκογενειῶν των καὶ τοῦ ἐπαρχιακοῦ κύκλου τῆς δράσεώς των, καὶ οἱ ἴδιοι οἱ συγγενεῖς των ὡμολόγουν, ὅτι δίκαια ἔπασχον οἱ ἐξόριστοι προστάται των ἐν ὅσῳ ἐξηκολούθει ὁ πόλεμος· καὶ ἡ κοινὴ γνώμη σύμπασα ἔλεγε τότε, καλὰ σᾶς ἔκαμαν κατεργαρέοι καὶ σᾶς ἔδιωξαν, διότι, ἂν ἦσθε ἐδῶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις σας ἕκαστος, ποιὸς ξέρει πόσα θὰ ἐκάνατε ἀκόμη ὅμοια μὲ τὰ Λαμιακὰ καὶ Θηβαϊκὰ πατριωτικὰ ἐγκλήματα. Ἀλλ’ ἤδη λήξαντος τοῦ πολέμου διερωτῶνται αὐτοὶ οἱ κακόμοιροι οἱ ἴδιοι οἱ ἐξόριστοι, διὰ ποῖον λόγον παραμένουσιν ἀκόμη ἐν τῇ ἐξορίᾳ, αἱ δὲ οἰκογένειαι τῶν περισσοτέρων ἀσχάλλουν καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἀκόμη ἤρχισε νὰ ὀγκοῦται καὶ νὰ συμπαθῇ πρὸς αὐτούς, ὡς ἀδικοπαθοῦντας· καὶ σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, τὶ θὰ βλάψουν ἐρχόμενοι οἱ ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν ἐξορίαν των τὸ σημερινὸν καθεστὼς καὶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν; Τὶ θὰ πράξουν καὶ κατὰ τίνος θὰ τὸ πράξουν; Φοβεῖσθε μήπως κατακρίνουν τὴν πολιτικήν σας; Ἀλλ’ ἡ πολιτική σας κατέστη ἀπρόσβλητος εἰς ἐπικρίσεις ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Διατὶ δὲν ἀφήνετε αὐτὰ τὰ ἄθλια θύματα τοῦ Κωνσταντινικοῦ καθεστῶτος, αὐτὰ τὰ πανάθλια θύματα, τὰ ὁποῖα παρεσύρθησαν, ἐγοητεύθησαν καὶ ἐθαμβώθησαν ἀπὸ μίαν βασιλικὴν πορφύραν, πέριξ τῆς ὁποίας περιεστρέφοντο, ὅπως τὰ πτερωτὰ ἐκεῖνα ἔντομα, ἅτινα περιφέρονται πέριξ ἀνημμένης λυχνίας μέχρις ὅτου κατακαίωνται. Οὕτω κατεκάησαν καὶ αὐτοὶ, καὶ κατέκαυσαν οἱ ἄθλιοι καὶ τὴν βασιλικὴν πορφύραν πέριξ τῆς ὁποίας περιεστρέφοντο. Ἀλλ’ ἂν ἀνοίξουν τὸ στόμα των νὰ ἐπικρίνουν τὴν πολιτικὴν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τίνα ἐπιχειρήματα θὰ φέρουν; Καὶ οἱ κέραμοι τῶν οἰκιῶν των—ἂν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καταφερθοῦν καὶ ἀντείπουν — καὶ οἱ κέραμοι ὅλοι θὰ πέσουν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των. Οὔτε λοιπὸν πολιτικῶς, οὔτε κομματικῶς ἔχει νὰ βλαφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἐκ τῆς ἐξορίας των. Κύριε Ἀντιπρόεδρε, κύριοι Ὑπουργοί, ἀκούσατε· ἐμαρτυρήσατε, ἐβασανίσθητε ὅταν ἐξήλθατε εἰς ἐκεῖνο τὸ ἐθνοσωτήριον κίνημα, εἰς τὸ ὁποῖον κατεφύγετε εἰς τὸ ὁποῖον ὅσοι συνεπάθουν εἰς τὴν πολιτικήν σας νοερῶς σᾶς παρηκολούθησαν, ὑπέστητε ἐμπαιγμοὺς καὶ λοιδορίας ἀπὸ τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν, τοὺς ὁποίους ἐβλέπομεν μὲ ὀδύνην τῆς ψυχῆς μας ὅσοι φίλοι τῆς πολιτικῆς σας ἐμείναμεν τότε ἐδῶ· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐτραβήξατε ἦσαν ἐν μέρει ὅμοια μὲ τὰ μαρτύρια τοῦ Θεανθρώπου μὲ τοὺς ἐμπαιγμοὺς καὶ τὰς λοιδορίας ἃς ὑπέστη Ἐκεῖνος, ἀλλ’ ὅπως Ἐκεῖνος ἀνέστη μετὰ τὸν μαρτυρικόν του θάνατον καὶ ἔσωσε τὸν κόσμον ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ ὀλέθρου, ἐφ’ ὧν τότε ἐφέρετο ὁ κόσμος, οὕτω καὶ σεῖς μετὰ τὰ ἐν Θεσσαλονίκῃ μαρτύριά σας ἐπανελθόντες θείᾳ συνάρσει ἐνταῦθα ἀνεστήθητε πολιτικῶς καὶ ἀναστάντες ἐσώσατε τὸ Ἔθνος καὶ ἀνεστήσατε αὐτὸ μαζύ σας καὶ ἐσώσατε, λέγω, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον τότε ἐφέρετο ἐν καλπασμῷ πρὸς τὴν καταστροφήν. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος διὰ τοῦτο θὰ σᾶς εὐγνωμονῇ ἰσοβίως καὶ ἡ Ἱστορία ἀναμφιβόλως θὰ γράψῃ ὅτι σεῖς κατὰ τὸ στάδιον τῆς δράσεως ταύτης ὑπήρξατε ὄντως σωτῆρες τοῦ Ἑλληνισμοῦ (εὖγε καὶ χειροκροτήματα) καὶ ἐπράξατε ἔργον μεγαλουργόν. Ἀλλ’ ἴδιον τῶν μεγαλουργῶν ψυχῶν εἶναι ἡ συγγνώμη, ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ γενναιοφροσύνη. Αἱ μικραὶ μόνον ψυχαὶ ἐκδικοῦνται. Προσδοκῶ λοιπὸν ὅτι θὰ εἰσακουσθῇ παρ’ ὑμῶν ἡ φωνή μου, ἡ πρὸς ὑμᾶς φιλικωτάτη μου φωνὴ, ἡ ἀδόλως πρὸς ὑμᾶς φιλικὴ φωνὴ, διότι γνωρίζετε ὅτι οὐδεὶς ἄλλος δεσμὸς μὲ συνδέει πρὸς ὑμᾶς, οὔτε ἔχω ἀνοίξει μὲ ὑμᾶς δοῦναι καὶ λαβεῖν κομματικὸν, ἀλλ’ ἁπλῶς εἶμαι φίλος ὑμῶν, διότι ἤρεσεν εἰς ἐμὲ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ὑμῶν, τὴν ὁποίαν πιστῶς ἠκολούθησα ἀνέκαθεν καὶ ἣν ὁ Θεὸς μὲ ἠξίωσε νὰ ἴδω πραγματοποιουμένην, ὅ,τι λοιπὸν προσδοκῶ εἶναι ὅτι μετ’ ἐμὲ, κατερχόμενον τοῦ βήματος τούτου, θὰ ἀνέλθῃ εἰς αὐτὸ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ τὴν μελῳδικὴν φωνήν του θὰ ἀνακηρύξῃ ἀνὰ τὸ Πανελλήνιον, ὅτι ἀφίενται αἱ ἁμαρτίαι τῶν ἀπελαθέντων καὶ ὅτι θὰ διαταχθῇ νὰ ἐπανέλθωσιν οὗτοι τάχιστα εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ ὅτι ἀκόμη πρέπει νὰ ἐξοβελισθῇ ἀπὸ τὴν χώραν τῶν ἑλληνικῶν νόμων ὁ νόμος αὐτὸς ὁ ἀπαίσιος περὶ ἀπελάσεως. Πρέπει ἀκόμη ἀπὸ τοῦδε ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ, ἐπανερχομένου καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἀμνηστείας, τὴν ὁποίαν νὰ δώσῃ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἐγκληματίας, τοὺς εὑρισκομένους ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ τοὺς ἐν προφυλακίσει τοιούτους διατελοῦντας. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι κατὰ τὸ στάδιον τοῦ πολέμου οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐδικάσθησαν ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων αὐστηρότατα. Εἶμαι βέβαιος λοιπὸν ὅτι εὐθὺς ὡς ἔλθῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ σπεύσῃ νὰ ἀμνηστεύσῃ αὐτοὺς καὶ οὕτω θὰ ἀποδείξητε ὅτι ὁ τίτλος τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων δὲν εἶναι λέξις κενή, ἀλλ’ ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὄντως φιλεῖ, ἀγαπᾷ καὶ λατρεύει τὴν ἐλευθερίαν (χειροκροτήματα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§6Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο ἄνευ οὐδενὸς ἀπολύτως σκοποῦ ἂν ἠθέλομεν ἀσχοληθῆ ἐξετάζοντες τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσθη τὸ ἀληθῶς ἄκρως αὐστηρὸν μέτρον τῆς ἀπελάσεως. Τὸ μέτρον αὐτὸ τὸ προληπτικόν, τὸ ὁποῖον ἐνεῖχε τὴν προσωρινότητα, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκλείψῃ εὐθὺς ὡς ἤθελον ἐκλείψει οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες, οἱ ἐπιβαλόντες αὐτό. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ εἶναι μεταξὺ ἡμῶν οὐδεὶς ὁ ὁποῖος νὰ ἀμφιβάλῃ ὅτι οἱ λόγοι ἐξέλιπον καὶ ὅτι τὸ μέτρον πρέπει νὰ παύσῃ. Ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μέχρι τέλους καὶ μετ’ εὐμενείας ἠκολούθησαν πολιτικὴν κατεύθυνσιν ἄλλην, παρ’ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐμφανίζει σήμερον τὴν Ἑλλάδα, νικήτριαν μὲ δικαιώματα νικητοῦ πλησίον τῶν Συμμάχων καὶ ὄχι Ἑλλάδα ἐπαιτοῦσαν ἀμφίβολον ἐλεημοσύνην, ὅλοι ὅσοι ἐνοστάλγησαν τὴν ἐκπεσοῦσαν κατάστασιν, κεῖνται νικημένοι. Ἡ ἐπικρατήσασα κατάστασις, ἂν πραγματικῶς θέλει ν’ ἀποβῇ ἐξυπηρετικὴ τοῦ τόπου, πρέπει νὰ θελήσῃ νὰ πεισθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ θέλοντες ἢ οἱ δυνάμενοι νὰ πλήξωσι τὸ στερεωθὲν Κράτος, τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν πρῶτον αὐτὸ νὰ λησμονήσῃ τὰ σφάλματα καὶ τὴν πλάνην τῶν ἄλλων, τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γεφυρώσῃ τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ διάφορος πολιτικὴ ἀντίληψις. Ἡ λησμοσύνη τοῦ παρελθόντος θὰ εἶναι τὸ μεγαλύτερον καὶ τὸ στερεώτερον ἔρεισμα μιᾶς ἀναδημιουργίας, διὰ τὴν ὁποίαν χρειάζεται κοινὴ καὶ ἀδιαίρετος προσπάθεια. Ἡ νίκη τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἶναι νίκη ἐθνική, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔχουσι δικαιώματα ὅλοι ἀνεξαιρέτως, μὴ ἐξαιρουμένων μηδ’ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ἐστράφησαν ἢ ἐπλανήθησαν. Τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λησμονήσῃ τὰ πάντα. Ἐπιβάλλεται ἡ γενναιοφροσύνη τοῦ Κράτους, ἡ γενναιοφροσύνη δὲ διὰ τοὺς νικητὰς καθιστᾷ ὡραιοτέραν τὴν νίκην, ἐνῷ συγχρόνως δὲν ἀφίνει ἄνευ διδαγμάτων καὶ τοὺς ἀπατηθέντας ἢ ὁπωσδήποτε σφάλαντας. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι οὔτε ἡ Βουλή, οὔτε ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ διάφορον ἀντίληψιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ ἀνακαλέσῃ τοὺς ὁπωσδήποτε ἀπελαθέντας διὰ τοὺς ὁποίους, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀπέλασις κατέστη ἀληθὲς μαρτύριον, καθόσον οὗτοι ὑπετιμήθησαν κατὰ τρόπον ἀδικαιολόγητον, ἐκεῖ ὅπου ἀπηλάθησαν καὶ εἰς τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον, ἡ Κυβέρνησις ἐστέρησε νὰ παράσχῃ ὅ,τι ὑπεσχέθη, διότι τοὺς ἀφῆκεν ἐκεῖ ἐκτεθειμένους εἰς τὰ ὄμματα τῶν κατοίκων καὶ εἰς τὴν περιφρόνησιν αὐτῶν. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὑπάρχουν ἀπελαθέντες, οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνουν τὸ ἐπίδομα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπρονόησεν ἡ Κυβέρνησις.
§7Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Πῶς δὲν τὸ λαμβάνουν;
§8Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα δὲν τὸ λαμβάνουν. Ὑπάρχουν καὶ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ἀπελαθέντες, οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνουν οὔτε πεντάραν καὶ οὐδεὶς ἐσκέφθη πῶς θὰ ζήσουν ἐκεῖ ὅπου ἀπηλάθησαν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι. Εἶμαι βέβαιος ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν αὐτῶν ἀφόρητον καὶ ἐξευτελιστικήν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἐπισήμως βεβαιωμένον ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται ἐντελῶς χρημάτων ἢ ἄλλης περιουσίας καὶ πεινῶσι κυριολεκτικῶς Οἱ λόγοι οὗτοι, θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι θὰ ἐνισχύσωσι περισσότερον τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ ἀντιλήψεως πολιτικῆς, ἵνα αὕτη σπεύσῃ νὰ ἀνακαλέσῃ τοὺς ἀπελαθέντας, ἀλλὰ συγχρόνως ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σκεφθῇ, πότε θὰ εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος νὰ ἀμνηστεύσῃ τόσον τοὺς τιμωρηθέντας ὅσον καὶ τοὺς ὑπὸ κατηγορίαν διατελοῦντας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§10Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Διὰ νὰ κριθῇ ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡ ἐπερώτησις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, πρέπει νὰ ἀναμνησθῶμεν τὴν ὅλην ἐξέλιξιν τῶν πραγμάτων ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἐνθυμεῖται καὶ ἡ Κοινωνία ὁλόκληρος, ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι τοῦ χαιρετισμοῦ τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Λαὸν τῶν Ἀθηνῶν αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν καθ’ ἣν ἐπεκοινώνησεν μετ’ αὐτοῦ. Ἐνθυμεῖται ἐπίσης ὁλόκληρος ἡ Κοινωνία ποία ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεώς της, ἕως οὗ ἐδόθη εἰς αὐτὴν ἀφορμὴ νὰ μετέλθῃ τὰ αὐστηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μετῆλθεν. Δὲν ἐδιστάσαμεν μάλιστα νὰ διακηρύξωμεν ὅτι ἠρχόμεθα ἐκ Θεσσαλονίκης κομισταὶ ἐλαίας. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡμεῖς ἐλέγομεν ὅτι ἐκομίζομεν ἐλαίαν, εὑρισκόμεθα ἀπέναντι κινημάτων στασιαστικῶν καὶ ἐπαναστατικῶν. Εἰς τὴν Τρίπολιν μᾶς ἀπεδόθη ὁ χαιρετισμὸς δι’ ἑνὸς κινήματος στασιαστικοῦ, ἀπειλοῦντος νὰ συγκλονίσῃ ὁλόκληρον τὸ καθεστώς, ὄχι κυβερνητικὸν μόνον καθεστὼς, ἀπειλοῦντος νὰ συγκλονίσῃ τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἐρείπια εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπρόφθασε, χάριτι Θείᾳ, νὰ σωρεύσῃ ἡ καταλυθεῖσα ἐκείνη πολιτεία. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐν τούτοις παρὰ τὴν στάσιν τῆς Τριπόλεως—ἐγὼ μάλιστα θὰ ἔλεγον παρὰ καὶ τὴν πίεσιν τῆς Κοινωνίας ὁλοκλήρου, τῆς φιλελευθέρας τουλάχιστον Κοινωνίας— ἡ Κυβέρνησις εἰς οὐδὲν προέβη μέτρον αὐστηρὸν διώξεως, κατ’ οὐδενὸς ἄλλου, πλὴν τῶν ἐνόχων τῆς στάσεως ἐκείνης. Ὄχι δὲ μόνον τοῦτο. Ὅτε ἠλπίζομεν εὑρισκόμενοι ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὅτι θὰ ἐπανηρχόμεθα ἡμέραν τινὰ εἰς Ἀθήνας, πιστεύοντες ἀκραδάντως ἐπὶ τὸ ἀγαθὸν τέλος τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν, οὐχὶ ἅπαξ μόνον ἐξέφρασα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοὺς φόβους ὑπὸ τῶν ὁποίων κατειχόμην, ὅτι κατὰ τὴν ἐπάνοδον ἡμῶν εἰς Ἀθήνας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγκρατήσωμεν τὴν τάξιν ἐντὸς τῶν ὁρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελε νὰ τὴν συγκρατήσῃ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἐφοβούμην ὅτι, ὅσῃ καὶ ἂν ἦτο ἡ δύναμις ἡμῶν ἡ στρατιωτική, ὅτι ὅσος καὶ ἂν ἦτο ὁ φόβος τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν, δὲν θὰ κατορθώναμεν νὰ συγκρατήσωμεν τὸν κόσμον τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκσπάσῃ τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο τῆς ἀντεκδικήσεως, τὸ τόσον φυσικὸν καὶ τόσον εὔλογον, τὸ ὁποῖον εἶχον γεννήσῃ οἱ διωγμοὶ οἱ κορυφωθέντες εἰς τὰς ἀγρίας ἐκείνας σκηνὰς τῆς 18ης Νοεμβρίου. Δὲν διστάζω δὲ νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶχον ὑποδείξῃ ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην μεγάλης ἀστυνομικῆς δυνάμεως ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, διὰ νὰ συγκρατήσωμεν τοὺς φίλους ἡμῶν ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀντεκδικήσεως. Εὐτυχῶς τὰ πράγματα μὲ διέψευσαν. Τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ὅτι ὁ κόσμος τῶν Φιλελευθέρων δὲν διεκρίνετο ἀπὸ τὸν ἄλλον ἐκεῖνον κόσμον—καὶ ἐννοῶ τὸν συρφετὸν τὸν διαδραματίσαντα ὅσα διεδραμάτισε—δὲν διεκρίνετο ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, ἀπὸ τὴν ἀντίθεσιν μόνον πολιτικῶν φρονημάτων, διεκρίνετο ἀπὸ εὐρυτέραν ἀντίθεσιν, ἀπὸ ἀντίθεσιν ψυχῆς (Χειροκροτήματα). Αἱ ἐντολαὶ δὲ ἡμῶν πρὸς τὰς Ἀρχὰς, ὅπως ἐπιστήσουν τὴν προσοχὴν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, ἵνα μὴ τολμήσῃ κανεὶς ἐκ τῶν ὁπωσδήποτε ἀδικηθέντων ἢ μὴ ἀδικηθέντων γενικῶς, μηνιόντων κατὰ τῶν ὀργάνων τοῦ καταλυθέντος καθεστῶτος καὶ διαπράξῃ αὐθαιρεσίαν τινά. Αἱ ἐντολαί λέγω, ἡμῶν καὶ αἱ συστάσεις ἐχρησίμευσαν εἰς τὸ νὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι καταστάσεως ἥτις ἐπαρουσίαζε τοὺς Φιλελευθέρους πολίτας, τοὺς ὀπαδοὺς δηλαδὴ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τυγχάνοντας πολὺ μικροτέρας εὐμενείας ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν, παρ’ ὅσην εὕρισκον οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν. Καὶ τοῦτο ηὐχαρίστει ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς δὲν ἐπανήλθομεν, ὡς εἶπον, ἐκδικηταί, ἐπανήλθομεν ἀποκαταστάται τοῦ νόμου καὶ τοῦ πολιτεύματος. Διὰ τοῦτο θὰ παρετήρουν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Εὐβοίας, ὁ ὁποῖος ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὴν συγγνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ὑφίσταται ζήτημα ἐπιεικείας καὶ συγγνώμης. Ἡμεῖς δὲν ἐδιώξαμεν διὰ νὰ ἐκδικηθῶμεν, ἡμεῖς δὲν ἐδιώξαμεν ἁπλῶς ἀντιφρονοῦντας, διότι δὲν συνεμερίζοντο τὰς πολιτικὰς ἡμῶν πεποιθήσεις· ἀντιφρονοῦντες πρὸς ἡμᾶς ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι, ὑπῆρχον οἱ μὴ συμμεριζόμενοι ἀπ’ ἀρχῆς τὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ ἐπολιτεύοντο μόνον, ἆρα ἀντεπολιτεύοντο μόνον ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος. Δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ διώξωμεν ἐκείνους οἵτινες δὲν συνεμερίζοντο τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς πεποιθήσεις τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ ἄλλης πεποιθήσεως, ἐκείνους οἵτινες οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν ἢ νὰ διακηρύττουν τὰς γνώμας των, τοὺς δισταγμούς των, τοὺς φόβους των ἴσως ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Οὐδὲν ἀπολύτως δικαίωμα εἴχομεν ἐκδικήσεως. Ἡ ἐκδίκησις εἶνε μέτρον αὐθαίρετον, ἀνάρμοστον εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν Κράτους εὐνομουμένου, πολλῷ μᾶλλον ἀνάρμοστον εἰς Κυβέρνησιν Φιλελευθέρων ἀρχῶν. Ποῖα μέτρα ἐλάβομεν ἡμεῖς; Μέτρα ἁπλουστάτης προνοίας πρὸς τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἀνέφερον τὰ γενόμενα ἐν Τριπόλει, εἶπον δὲ ποίαν ὑφίστατο πίεσιν ἡ Κυβέρνησις ἐκ μέρους τῶν εὐκολώτερον πτοουμένων στοιχείων τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, ἰδίως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ποίαν πίεσιν ὑφίστατο ὅπως ἐπεκτείνῃ τὸ μέτρον τῶν ἀπελάσεων διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ τάξις κατὰ πάσης ἀποπείρας ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος. Διότι ἐφοβοῦντο τὰς ἐνεργείας τῶν ἐχθρῶν τοῦ καθεστῶτος, ἐχθρῶν τοῦ ἀγαθοῦ τῆς Ἑλλάδος, χάριν συναισθημάτων, μοχθηρίας καὶ εὐτελοῦς δουλείας. (Χειροκροτήματα) Ἀνθιστάμεθα ἐν τούτοις κατὰ τῶν τοιούτων συστάσεων, πλειστάκις δὲ ἐγένετο συζήτησις εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι πλειστάκις ἐγένοντο εἰσηγήσεις τοιούτων συστάσεων, ἐνθυμοῦμαι δὲ ἐγὼ ἰδίως τοῦτο, εἰς τοὺς ὤμους τοῦ ὁποίου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διότι ἀπουσίαζεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἐβάρυνον ὁπωσδήποτε περισσότερον αἱ εὐθύναι, τὰς ὁποίας ἀνελάμβανεν ἡ Κυβέρνησις τηροῦσα τοιαύτην στάσιν ἀνοχῆς ἀπέναντι τῶν διαδιδόντων ὅσα διέδιδον καὶ τῶν ἀπειλούντων ὅσα ἠπείλουν. Καὶ ποῦ περιωρίσθημεν; Ἐπειδὴ ἐπέκειτο ἡ ἐπιστράτευσις, καθῆκον στοιχειώδους προνοίας ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς Προέδρους τῶν Συλλόγων τῶν ἐπιστράτων διότι ἠθέλομεν νὰ διασώσωμεν ἀπὸ περαιτέρω δηλητηρίασιν τὴν ψυχὴν τοῦ μέλλοντος νὰ στρατευθῇ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ψυχὴ ἀληθῶς ἀπεδείχθη πόσον ὑγιὴς εἶναι κατὰ βάσιν καὶ κατὰ θεμέλιον εἰς τὸ μέτωπον τοῦ πολέμου. (Χειροκροτήματα). Ἐλάβομεν δὲ τὸ μέτρον νὰ ἀπομακρύνωμεν τοὺς προέδρους καὶ ἐξ ἐκείνους ἐκ τῶν συμβούλων τῶν ἐπιστρατικῶν Συλλόγων οἵτινες αὐθαδέστερον εἶχον ἐξυπηρετήσει τὸ σύστημα ἐκεῖνο τῆς διαφθορᾶς, τὸ ἀπαίσιον ἐκεῖνο σύστημα τὸ ὁποῖον ὠργάνωσε μία σπεῖρα πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν, ἥτις ἀνέλαβε νὰ διδάξῃ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ ρίπτῃ τὰ ὅπλα ἐνώπιον τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος καὶ νὰ ἐγείρῃ αὐτὰ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων προσφύγων. Ἐγένοντο τότε αἱ πρῶται ἀπελάσεις. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ ὅτι εἶνε πολὺ πιθανὸν μεταξὺ τῶν ἀπελαθέντων νὰ ὑπῆρχον καὶ πολλοὶ ἀδίκως ἀπελαθέντες, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἐξακριβώσῃ δικαστικῶς, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὅλην ἀλήθειαν περὶ τῶν καταγγελλομένων καθ’ ἑνὸς ἑκάστου. Φυσικὸν ἦτο ὅτι εἶχε θέσει γενικάς τινας ἀρχάς, γενικάς τινὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας ἐθεώρει ὅτι ἔδει νὰ φέρουν οἱ ἀπελατέοι. Διεδίδετο τότε εἰς τὰς Ἀθήνας, τὸ γνωρίζει ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἀνεκοινοῦντο δὲ καὶ εἰς ἡμᾶς, φῆμαι ἀλλεπάλληλοι εἰσήρχοντο διὰ νὰ μᾶς βεβαιώσουν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι μελετωμένου κινήματος ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι οὐδέποτε ἐφανταζόμην ὅτι καθ’ ἣν ὥραν εὑρισκόμεθα ὑπὸ νέον καθεστὼς, ὅτι καθ’ ἣν ὥραν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων, πολεμοῦσα ὄχι μόνον ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῆς ὑπάρξεως, ἡ ὁποία διέτρεξε καὶ αὐτὴ κίνδυνον, ὡς ἀπέδειξαν τὰ ἐπελθόντα γεγονότα, ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε ἐφανταζόμην, ἄνδρες οἵτινες εἴτε πολιτικῶς εἶχον φθάσει εἰς περιωπὴν μέχρι τοῦ νὰ διευθύνουν τὰ Κοινὰ, εἴτε στρατιωτικῶς, εἶχον φθάσει ἐπίσης εἰς περιωπὴν ἀνωτέρα τῆς ὁποίας δὲν ὑπῆρχε δι’ αὐτοὺς, οὐδέποτε ἐφανταζόμην ὅτι εἰς στιγμὰς τοιαύτας θὰ ὑπῆρχον πράγματι οἱ μελετῶντες καὶ ὀργανοῦντες κίνημα, μέλλον νὰ ἀποσυνθέσῃ στρατιωτικῶς τὴν Ἑλλάδα ἵνα τὴν παραδώσουν εἰς τὴν βουλιμίαν τῶν ἐχθρῶν αὐτῆς. Καὶ ὅμως ἐπηκολούθησε τὸ κίνημα τῆς Λαμίας καὶ συνέχεια αὐτοῦ τὸ κίνημα τῶν Θηβῶν. Ὑπάρχει τις, ὁ ὁποῖος νὰ νομίζῃ ὅτι Κυβέρνησις μὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ μωροὺς ἢ ἀσυνειδήτους θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ προβῇ εἰς συλλήψεις καὶ ἀπελάσεις εἰς εὐρυτάτην κλίμακα μέχρι τοῦ ἄκρου ὁρίου, ὅπου ἐξικνοῦντο αἱ ὑπόνοιαι ὅλων τῶν ὑποστηριζόντων αὐτήν; Καὶ ὅμως καὶ τότε διεγράφη στενώτατος ὁ κύκλος τῶν ἀπελάσεων προκειμένου νὰ θιχθῶσι αἱ τάξεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου. Ἐν τῷ μεταξὺ ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν συνάδελφόν μου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, εἰπόντα ὅτι οἱ ἀπελαθέντες ἐγκατελείφθησαν εἰς τὴν τύχην των. Πρέπει νὰ δηλώσω ὅτι ὅταν ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς ἀπελάσεως ἀπεφασίσθη ταὐτοχρόνως τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἔρχηται ἀρωγὸς οἰκονομικῶς κατὰ τὴν κοινωνικὴν θέσιν ἑνὸς ἑκάστου εἰς ὅλους τοὺς ἀπελαθέντας. Βέβαια εἶναι πολὺ πιθανόν, δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ ὅτι συνέβησαν ἴσως ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος· ἀλλὰ θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ καταγγελθοῦν ὡρισμένα γεγονότα, διὰ νὰ γνωρίσῃ ἡ Κυβέρνησις ποῦ ὑπῆρξαν οἱ καταχρασθέντες τὸ ἐπίδομα τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ στερήσαντες αὐτὸ τοὺς δικαιουμένους.
§11Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ καταχρήσεων, πρόκειται περὶ στερήσεως. Σᾶς εἶπα ὡρισμένως εἰς τὴν Νάξον, ὅπου γνωρίζω πολὺ καλά, ὅτι ἄνθρωποι ἀπελαθέντες πρὸ 7 μηνῶν δὲν εἶχον λάβει παρὰ ἓν ἢ δύο ἐπιδόματα.
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι δὲν εἶναι αἱ πληροφορίαι σας ἀκριβεῖς, διότι εἶχον ἀφορμὴν νὰ πληροφορηθῶ ἐγώ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Νάξον, ὅτι τακτικὰ ἐπληρώνοντο ἐκεῖ τὰ ἐπιδόματα.
§13Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπετάθην εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ὁποία ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἔσπευσε νὰ ἐνεργήσῃ ἀμέσως.
§14Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Λέγω πιθανὸν νὰ συνέβησαν, ὅπως πολλὰ ἄτοπα συμβαίνουν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν συνέβησαν καθυστερήσεις ἢ παραλείψεις, τοῦτο ὅμως δὲν ἀποδεικνύει πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο θέλω νὰ ἐξηγήσω. Τὶ μᾶλλον ἀποδεικνύει τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως; Ἐξετάσατε τοὺς ἐπισκεφθέντας τὴν Σκῦρον, τὴν Ὕδραν, τὰς Σπέτσας, τόπους διαμονῆς ἀπελαθέντων. Ἐρωτήσατε τὸν Ναύαρχον κ. Κουντουριώτην ποίας διαμαρτυρίας δὲν εἶχεν ἐξ Ὕδρας, ἐρωτήσατε ἐμέ, καίτοι μὴ βουλευτὴν Σπετσῶν, ποίας διαμαρτυρίας εἶχον ἐκ Σπετσῶν περὶ τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία εἶχεν ἀφεθῇ εἰς τοὺς διαμένοντας ἐκεῖ, τὴν ὁποίαν δὲ οἱ φίλοι ἡμῶν ἐθεώρουν ἐπικίνδυνον εἰς τὸ φρόνημα τῶν φιλελευθέρων πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐπῆλθον τὰ πολεμικὰ γεγονότα. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας εἶπεν: «ἑορτὴ ἑορτῶν καὶ πανήγυρις πανηγύρεων, ἂς ἀσπασθῶμεν ἀλλήλους καὶ ἂς συγχωρήσωμεν». Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, πρόκειται ἆραγε περὶ συγγνώμης; Πρὸ ἡμερῶν τινων ἐξ ἀφορμῆς σχετικῆς ἐρωτήσεως βουλευτοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης εἶχον δηλώσει ὅτι ταχέως ἀνακαλοῦνται καὶ ταχέως θὰ ἀνακληθοῦν οἱ ἀπελαθέντες. Ὀφείλω δὲ σήμερον νὰ ἀνακοινώσω καὶ λεπτομερέστερον τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Λυποῦμαι ὅτι παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας παρακλήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα πρὸς τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, δὲν κατώρθωσα νὰ ἔχω μέχρι τῆς ὥρας ταύτης πίνακας ἐμφαίνοντας τὸ σύνολον τῶν πολιτικῶν τῶν τελούντων ἐν ἀπελάσει, καθὼς καὶ τῶν στρατιωτικῶν. Δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω ὅτι βέβαια ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐξαγγέλλει ἡ φαντασία τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται περὶ χιλιάδων. Θὰ προσέθετον μάλιστα ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοῦ ἀνεκοίνωσεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς κατὰ προσέγγισιν ἀκριβεῖς, τὸ σύνολον τῶν ἐν ἀπελάσει πολιτῶν θὰ κυμαίνεται περὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν 700, μέγα δὲ μέρος αὐτοῦ, ἂν μὴ τὸ πλεῖστον, δὲν εὑρίσκεται πλέον εἰς τοὺς τόπους, ὅπου εἶχον ἀπελαθῆ διότι ἐζήτησαν ἄδειαν ἥτις τοὺς ἐδόθη καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς πατρίδας των, ἀκριβῶς διότι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, ὡς ὀρθότατα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀργολίδος, ὅτι οὐδένα κίνδυνον διέτρεχε τὸ καθεστὼς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ δηλ. ἀκόμη ὅτι δὲν εἰσέδυσε τὸ φῶς εἰς τὴν σκοτίαν τῆς ψυχῆς των. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδένα ληξάσης τῆς ἀδείας του ἀπέστειλε καὶ πάλιν εἰς τὸν τόπον τῆς ἐξορίας του, ἂς εἴπω ἐξορίας. Ἐξακολουθοῦμεν μάλιστα καὶ θὰ ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐδῶ πάντας τοὺς τελοῦντας ἐν ἀπελάσει, οἵτινες ἐξηκολούθουν νὰ ἐπιδεικνύουν τὰ ἀντιδραστικὰ φρονήματα, διότι ὑπῆρξαν θύματα ἄλλων. Ὄχι δὲ μόνον τοῦτο ἀλλὰ προκειμένου καὶ περὶ ἐκείνων τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς χαρακτηρίζομεν θύματα, διότι ἀληθῶς θύματα ὑπῆρξαν, ἐσκέφθημεν, ὅτι μεγάλη κατηγορία τοιούτων κατεδικάσθη ἤδη ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου καὶ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου συμβουλίου αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν αἱ καταδικαστικαὶ μὲ τὴν πρόθεσιν, ὅπως πάντες ὅσοι δὲν κατεδικάσθησαν ὡς διαπράξαντες ἀδίκημα ἐναντίον ἰδιωτῶν σοβαρὸν ἀδίκημα ἐναντίον τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλὰ κατεδικάσθησαν ἄλλοι μέν, διότι ἔψαλλον τὸ περίφημον ἐκεῖνο τραγοῦδι, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀντικαταστήσει τόσον ἱεροσύλως τὸν ἐθνικόν μας ὕμνον ἐδῶ, ἄλλοι διότι ἠκούσθησαν ἐξυβρίζοντες τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· συνέβησαν μάλιστα καὶ ὑπερβολαὶ καθὼς ἔν τινι ἐπαρχίᾳ τὴν ὁποίαν ὑπερβολὴν ὅταν ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἔμεινε κατάπληκτος, ἐγερθεὶς ἐκ τῆς ἀγανακτήσεως καὶ οὐδέποτε δεχθεὶς ὡς ἄξιον κολασμοῦ τὸ νὰ μὴ ψαλῇ τὸ τραγοῦδι, τὸ ὁποῖον ἡ λαϊκὴ μοῦσα ἔκαμεν ὑπὲρ αὐτοῦ, εἴτε καὶ τὸ νὰ ἐκφράζεται τις ἐναντίον αὐτοῦ. Ἐπειδὴ εἶναι πολὺ πιθανὸν διὰ τοιαῦτα μηδαμηνὰ παραπτώματα χαρακτηριζόμενα ὡς βυσοδολογήματα κατὰ τοῦ καθεστῶτος, νὰ ἔχουν τινὲς καταδικασθῇ, ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ μελετηθῶσιν αἱ τοιαῦται καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις πρὸς ἀπονομὴν χάριτος. Ἔχει δὲ καὶ ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης τῶν σχετικῶν δικογραφιῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ ἀποδώσῃ πραγματικὴν δικαιοσύνην. Τὸ μέτρον τῆς ἀνακλήσεως ἐκ τῆς ἀπελάσεως τὸ ὁποῖον ἐλήφθη διὰ τοὺς πολιτικοὺς τὸ αὐτὸ μέτρον ἔχει ἀποφασισθῇ καὶ διὰ τοὺς στρατιωτικούς, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ μέχρι τινὸς ὁρίου, τοῦ ὁρίου τὸ ὁποῖον χωρίζει τὰ θύματα ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τοὺς παρασύραντας εἰς τὸν κατήφορον τῆς ἐθνικῆς τυφλώσεως. Θὰ ἐρωτηθῶ ἴσως: καὶ νομίζετε λοιπὸν ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι, πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί, πρέπει νὰ μένωσι, καὶ ἐπὶ πόσον ἆρά γε θεωρεῖτε ὅτι πρέπει νὰ μένωσι, μακρὰν τῆς πατρίδος των ἢ μᾶλλον τῶν ἑστιῶν των; Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ λησμονεῖτε τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, τὸ ὁποῖον ὑπέχει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τὴν τήρησιν τῆς ὅλης τάξεως, μήτε τὴν ὑπό τινα ἔποψιν μεταβατικήν, θὰ ἐτόλμων νὰ εἴπω, κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα πολιτικῶς. Καὶ λέγω μεταβατικὴν δεδομένου ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον Κυβερνήσεως ἐπαναστατικῆς, καὶ μέλλομεν νὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον Ἐθνοσυνελεύσεως. Δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο, ὅπως συναισθανομένη τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἔχει, καὶ σκεπτομένη ὅτι ὀφείλει νὰ παραδώσῃ εἰς χεῖρας τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως Κράτος εὑρισκόμενον ἐν ἀσφαλείᾳ, δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν τολμῶ νὰ προβῶ καὶ μέχρι ἀποφάσεως διὰ τῆς ὁποίας ὑποπτεύει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσῃ ἴσως κίνδυνον εἰς τὴν κατάστασιν. Θὰ μὲ ἐρωτήσητε ποῖοι εἶναι οἱ κίνδυνοι; Ὤ, βέβαια, ὄχι τῆς διασαλεύσεως τοῦ καθεστῶτος διὰ τῆς κομματικῆς ἀντιδράσεως! Οὔτε τὸ καθεστὼς ἔχει τοιαύτην ἀδυναμίαν, οὔτε ἐκεῖνοι τοιαύτην δύναμιν. Ἐὰν δὲν ἐφοβούμεθα διασάλευσιν τοῦ καθεστῶτος καὶ πρὶν συντελεσθῶσι τὰ μεγάλα ἐθνικὰ γεγονότα, καθ’ ὃν χρόνον ἠπείλουν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται σήμερον τὴν ἐπιείκειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἠπείλουν τὴν διασάλευσιν καὶ τὴν ἀνατροπήν, διακηρύττοντες ὅτι ἀνέμενον τὴν ἡμέραν τῆς πτώσεως τῶν Παρισίων διὰ νὰ πανηγυρίσουν ὄχι τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, ἀλλὰ τὴν πτῶσιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν δὲν ἐφοβούμεθα τοιαύτην διασάλευσιν τότε, πολλῷ μᾶλλον δὲν ἔχομεν λόγους νὰ φοβούμεθα σήμερον. Ἀλλ’ οἱ ὁμιλοῦντες περὶ τάξεως δὲν ὑποθέτω ὅτι λησμονοῦσι τὸ σύνολον τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους παντοῦ τελεῖ σήμερον ἡ δημοσία τάξις. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας συνάδελφος, ὅτι ἐδῶ ἀπαιτεῖται πλέον ἡ συνένωσις ὅλων τῶν ἀγαθῶν στοιχείων τοῦ τόπου, οὐδεὶς τὸ ἀρνεῖται· οὔτε ἡμεῖς ἐρχόμεθα λέγοντες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἀποτελεσθῇ μόνον ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων! Ἀλλὰ πάντως θὰ ἔχωσι τὰς αὐτὰς προθέσεις καὶ διαθέσεις. Δὲν γνωρίζω δὲ ἂν οἱ παρουσιασθέντες τόσον πρόθυμοι νὰ θυσιάσουν τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, νὰ θυσιάσουν τὸ ἐλεύθερον Πολίτευμα τῆς Χώρας εἰς τοὺς πόδας ἑνὸς Θρόνου, οἱ πρόθυμοι νὰ βλέπουν τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον μεταβαλλομένην εἰς μίαν γιρλάνδαν ἑνὸς ἱματίου, δὲν γνωρίζω ἐὰν δὲν εἶναι ἐπίσης ἱκανοὶ τινὲς ἐξ αὐτῶν νὰ τραποῦν ἄλλην σήμερον ὁδόν, ἐναντίαν τῆς πρώτης, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ κορέσουν τὰ πάθη των. Δὲν ἐξαγγέλω ταύτην τὴν στιγμὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως ὁριστικήν, ὡς πρὸς τὴν κατηγορίαν ταύτην, τῆς ἀνωτέρας δηλαδὴ τάξεως, τῶν ἐν ἀπελάσει διατελούντων. Θέλω νὰ εἴπω μόνον, ὅτι ἂν διὰ τὰς ἄλλας κατηγορίας ἔχομεν φθάσει εἰς ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζομεν, δὲν δύναμαι, ὅμως, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης, νὰ εἴπω καὶ πότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἥτις θὰ ἐπέτρεπε νὰ ἀνακληθοῦν καὶ οἱ ἀρχηγοί, οἱ δημιουργοὶ τῆς ὅλης ἐκείνης καταστάσεως ἐκ τῆς ἀπελάσεως. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν λησμονεῖ τὰς ἀρχάς της καὶ δὲν λησμονεῖ, ὅτι εἶναι Κυβέρνησις Φιλελευθέρων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ παρίδῃ καὶ μίαν ἄλλην δύναμιν, ὑπερτέραν τῆς δυνάμεως τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν, τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς! Εἴμεθα κατ’ ἀρχήν, εἴμεθα κατὰ ψυχὴν ἐπιεικεῖς τόσον, ὥστε ἐνίοτε νὰ ὑπερβαίνωμεν καὶ τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον καθορίζει εἰς ἡμᾶς ἡ κυβερνητικὴ εὐθύνη, ἡ συνείδησις τῶν κυβερνητικῶν ὑποχρεώσεων. Διότι ἐὰν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὡς ἰδιώτης δικαίωμα εἶχε νὰ εἶναι ἐπιεικὴς εἰς οἷαν ἔντασιν φθάνει ἡ ψυχή του, ὡς Κυβερνήτης ὅμως, ὅταν πρόκειται νὰ ἐξασκήσῃ τὴν φιλανθρωπίαν διαχειριζόμενος ἀρχήν, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διαχειρίζηται κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἰδίας του ψυχῆς, ἀλλ’ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποτάσσῃ τὰ προσωπικὰ συναισθήματα εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ κυβερνήτου. Εὔχομαι, ὅπως ἡ πρόνοια αὕτη τοῦ κυβερνήτου — νὰ εἴπω ἆρά γε καὶ ὅτι ἐλπίζω; — δώσῃ ταχέως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῇ στηριζομένη νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ἡ κατηγορία αὕτη παρεγράφη καὶ δέον νὰ ἀνακληθῶσιν οὗτοι ταχέως ἐκ τοῦ τόπου τῆς ἐξορίας. (Χειροκροτήματα).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§16Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελοῦσιν ἀπάντησιν ἱκανοποιοῦσαν καὶ τὸ δημόσιον αἴσθημα καὶ τὸ αἴσθημα αὐτῆς ταύτης ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις ὑπῆρχεν ἡ μορφὴ ἀσκούσης ἐλέγχου, τοῦτο ἠδυνήθην νὰ κρίνω ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἀπαντήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἀτυχῶς εἰς ἐμέ, τὰ προάστεια οἰκοῦντα, δὲν ἐπέτρεψαν ἐξ ἰδιοτροπίας τῆς συγκοινωνίας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας νὰ φθάσω ἐγκαίρως εἰς τὴν τοσοῦτον σοβαρὰν συζήτησιν. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ ἐλέγχου, ἐπρόκειτο περὶ συστάσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ συστάσεως, ἥτις ἴσως διὰ πρώτην φορὰν ἀνταπεκρίνοντο πρὸς αὐτὸν τοῦτο τὸν ὁρισμὸν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δηλοῦντος, ὅτι ὁσάκις πρόκειται περὶ δημοσίας τινὸς ὠφελείας ἢ περὶ συμφέροντος τοῦ Κράτους εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ βουλευτοῦ, ἵνα προβαίνῃ εἰς συστάσεις πρὸς τὴν ὑπεύθυνον τῆς Χώρας Κυβέρνησιν. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐλέγχου, διότι δὲν θέλομεν ἡμεῖς, οἵτινες ἐρχόμεθα, ὅπως συνηγορήσωμεν ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καλῶς ἢ κακῶς, ἀδιάφορον, διώκονται ἢ ἐδιώχθησαν, δὲν θέλομεν νὰ ἀσκήσωμεν τὸν ἔλεγχον, διότι ποθοῦμεν νὰ ἴδωμεν τὸ παρελθὸν ὁλόκληρον νὰ καλύψῃ ἡ λήθη, εἶναι δὲ ἡ λήθη τοῦ παρελθόντος ὁ ἄριστος καὶ ὁ εἰλικρινέστερος τῶν συμβιβασμῶν. Δὲν θέλομεν νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὸ παρελθὸν, διότι γνωρίζομεν καὶ οἱ ἐγγύτερον πρὸς τὸ ἓν μέρος καὶ οἱ ἐγγύτερον πρὸς τὸ ἕτερον εὑρισκόμενοι ὑπὸ ποίας ἀληθῶς δυσχερείας διέρχεται καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῆς ἑκάστοτε ἀνάγκης νὰ προβαίνῃ αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις, τὰς ὑπερβασίας τῆς ὁποίας ἀνεγνώρισε καὶ πρὸ τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ἐποιήσατο λόγον ὁ ὑπεύθυνος ἀντιπρόσωπος ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Δὲν θέλομεν νὰ μεταβάλωμεν κατ’ οὐδὲν συνιστῶντες τὴν ὑπόθεσιν εἰς ἔλεγχον, διότι θὰ ἦτο ἔξω ἀληθῶς τῆς πραγματικότητος ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἤθελε νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν μελλοντικὴν αὐτῆς ἀπόφασιν ἐπὶ πράξεων, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἐδημιούργησε καὶ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο ἄνευ λογοδοτήσεως μείζονος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελε νὰ ποιήσητε αὐτοβούλως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐλέγχοντος. Δὲν θέλομεν νὰ ἐλέγξωμεν, διότι εἶναι εὐχερέστερον τὸ ἔδαφος τοῦ ἐλέγχου τούτου παρέχον εὐρὺ τὸ στάδιον εἰς ἐκεῖνον ὅστις θὰ ἤθελε στηριχθῆ εἰς τὸ δόγμα περὶ ἐλευθερίας καὶ ἰσότητος νὰ ἀναφέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ περὶ ψυχικῶν διαθέσεων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξ ὀνόματος πλέον τῆς Κυβερνήσεως, κυρῶν οὕτω, ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ ἔλεγχος. Δὲν ἥρμοζε κἂν νὰ γίνῃ ἔλεγχος ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι ἔλεγχος τοιοῦτος θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκλειφθῇ ὡς χυδαία πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις ἀνθρώπων δεινοπαθούντων, ὡς προσπάθεια οὐχὶ καταπαύσεως τῆς πυρᾶς τοῦ μίσους, ἀλλ’ ὡς ὑποδαυλισμὸς νέων παθῶν ἐπὶ τῇ προϋποθέσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀρνητικὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἀξιώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν καὶ ζητοῦν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν κρατουμένων καὶ τὴν ἐπαναφορὰν εἰς τὰς ἑστίας των τῶν διωκομένων. Ποιούμεθα σύστασιν, ἀλλ’ οὐχὶ σύστασιν καθ’ ὃν τρόπον ἐποιήσατο φαίνεται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Εὐβοίας, δὲν ζητοῦμεν οὔτε τὴν ἐπιείκειαν, οὔτε τὴν συγγνώμην, διότι ἡμεῖς ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλομεν νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν ἀληθῶς ἐγκληματίαι ἔναντι τῆς ἰδίας αὐτῶν πατρίδος. Θέλομεν, ὅπως οἱ πλανηθέντες, ἐπιθυμοῦμεν, ὅπως ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων ἔρριψεν ἐπὶ μῆνας ἤδη βασανιζομένους εἰς τὰς φυλακὰς ἐν προφυλακίσει καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη, κύριε Πρόεδρε, ἐκδοθῇ δικαστική τις ἀπόφασις, ἔρριψε, λέγω, εἰς τὰς φυλακὰς αὐτοὺς βασανιζομένους καὶ κρατουμένους εἰσέτι ἐπὶ σειρὰν ὁλοκλήρων μηνῶν χωρὶς οὐδεμία ἀπόφασις νὰ ἐκδοθῇ περὶ αὐτῶν, θέλομεν τὴν ἰσότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες εὑρισκόμενοι εἰς ἐξορίαν, ἀδιάφορον ὀλίγοι ἢ πολλοί, ἔχουσι τὴν ψυχικὴν διάθεσιν, ἵνα ἐμφανισθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς ἡνωμένη ἐνώπιον τοῦ ἐπικειμένου διεθνοῦς συνεδρίου, ἡνωμένη αὐτῶν πρωτοστατούντων, διότι οὕτω θὰ δυνηθῇ ὁλοκληρωτικῶς ἡ χώρα ἡμῶν νὰ ἐμφανισθῇ καὶ τῶν οὕτω πραττόντων τὸ ἔργον θὰ εἶναι ἀληθὴς ὑπηρεσία καὶ θὰ εἶναι τοῦτο ἀληθὴς συγκάλυψις τοῦ τυχὸν παραπτώματος, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν πλανώμενοι κατὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν πατρίδος. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁμιλῶν ἡμέραν τινὰ πρὸς συνάδελφον ἐκ Τρικκάλων, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, παρετήρησεν εἰς αὐτόν, ὅτι ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐλέγχου θεμάτων ἀναγομένων εἰς τὴν διοίκησιν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς βουλευτὰς, πάντοτε μὲν, ἰδιαίτατα δὲ νῦν, ἵνα ἐμφανίζουσι τὴν Ἑλλάδα ἀπολύτως ἐν κακῇ διοικήσει εὑρισκομένην, διότι τὸ τοιοῦτον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ ἐπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς διεθνοῦς θέσεως τῆς Ἑλλάδος, ἥτις εὐχόμεθα, ἐλπίζομεν, εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ταχέως θὰ κριθῇ, ἵνα καὶ ἄλλους κακοδιοικηθέντας ἀδελφοὺς διευθύνει πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς εὐνομίας. Ἐγὼ προσθέτω καὶ ἄλλο τι, προσθέτω, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον τοῦ Κράτους, ἵνα ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ διεθνὲς Συνέδριον ἐμφανισθῇ ὡς διῃρημένη, ὡς ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ τὸ σπέρμα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ σπέρμα ἔστω τῆς ὑπονοίας ὅτι δύνανται νὰ βυσσοδομηθῶσι γεγονότα τοιαῦτα ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν, ὥστε νὰ παραστήσουν τὸ Κράτος, ὅπερ θὰ κληθῇ, ἵνα ἄλλους καθοδηγήσῃ πρὸς τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν τάξιν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὰς ἀνωμαλίας. Θέλομεν ἵνα ἡ Κυβέρνησις περιστείλῃ τὰς ἐσωτερικὰς ταύτας ἀνωμαλίας. Εὐτυχῶς ὁ λαὸς ἐφύλαξε τὴν χώραν ἡμῶν ἀπὸ τοῦ κοινωνικοῦ μπολσεβικισμοῦ καὶ εἶναι τοῦτο μέγα ἐπιχείρημα διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐμφανιζομένην ἐνώπιον τοῦ διεθνοῦς Συνεδρίου, ἵνα ἐπιδιώξῃ τὴν ἀνάθεσιν εἰς αὐτὴν τοῦ ἔργου τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐκπολιτισμοῦ. Ἐπιθυμῶ, κύριοι βουλευταί, ὅπως κατανοηθῇ τοῦτο, ὅτι θὰ εἶναι μέγα ἀληθῶς τὸ ἔργον ἀπὸ μέρους ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅταν ἐμφανισθῇ ἡ Ἑλλὰς παρασκευασμένη ψυχικῶς ἀπολύτως καὶ ἐν ἀπολύτῳ ὁμονοίᾳ ἐν περιφρονημένῃ ἔστω τινι ἐλαχίστων ἀνθρώπων μειοψηφίᾳ, ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου τῆς εἰρήνης ὡς παρασκευασμένη εὐθὺς ἅμα τῇ ἐπανόδῳ τῆς διεθνοῦς τάξεως, οὐχὶ νὰ περιστείλῃ ἐσωτερικὰς διαμάχας, ἀλλ’ ἵνα στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς πρὸς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, πρὸς τὰ ὁποῖα θὰ κληθῇ ἵνα διαδεχθῇ διὰ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς εὐνομίας διοίκησιν ἀπαισίων τυράννων ἔξω τοῦ πολιτισμοῦ εὑρισκομένων. Ὑπὸ τῆς ἐννοίας ταύτης ἤθελον ἀκριβῶς νὰ συστήσω, ἵνα πραγματοποιηθῶσιν ὅσα ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰσηγήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πραγματοποιηθῶσι ταχέως, ὥστε ὄντως τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κατακυρωθῶσιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος διοικήσεις νέων Ἑλληνικῶν ἐπίσης χωρῶν, νὰ εἶναι πανέτοιμος ἐν ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ, ὅπως ἀπὸ τοῦ ἐλευθέρου τούτου Κράτους τοῦ παρουσιασθησομένου ἐν ἰσοπολιτείᾳ δώσῃ μετὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν ἰσονομίαν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς νέους Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς. (Χειροκροτήματα).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§18Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὅτε κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὁ νόμος ὑπ’ ἀριθ. 55, κατὰ τὴν συζήτησιν δηλαδή, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινάς, καὶ ἀνεμνήσθην τότε ὅτι παρόμοιος νόμος πρὸ 2½ χιλιάδων ἐτῶν εἰσήχθη ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, ὑπέμνησα δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ οἰκτρὸν τέρμα τοῦ νόμου ἐκείνου, καταδικασθέντος διὰ τῆς γενικῆς ἐξεγέρσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τότε ἀπαντῶν εἰς τὰς παρατηρήσεις μου, εἶπεν ὅτι, ἀναγνωρίζει τὸν νόμον αὐτὸν ὡς συχαμερὸν ἀδίκημα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι τὴν φράσιν αὐτὴν μετεχειρίσθη, ἀλλὰ ἐνόμισε, προσέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ περιστάσεις τὰς ὁποίας διερχόμεθα καὶ ἡ προστασία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐπιβάλλουσι τὴν λῆψιν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὅσον τραχέα καὶ ἂν παρίστανται εἶναι δικαιολογημένα ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, Διὰ νὰ εἶμαι κύριοι δίκαιος καὶ ἀμερόληπτος εἰς τὴν κρίσιν μου ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸν συχαμερὸν αὐτὸν πράγματι νόμον δὲν ἦσαν ἀδικαιολόγητοι.
§19Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἦτο σωτήριος νόμος.
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι λίαν ἄστοχος ἡ φράσις «συχαμερός».
§21Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Οὕτω τὸν ὠνόμασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§22Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοιαύτην λέξιν μετεχειρίσθη.
§23Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν τὸν προσονομάζω ἐγὼ οὕτως. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι συνομολογῶ ὅτι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸν νόμον ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων τὰς ὁποίας ἐκέκλητο νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἦσαν λόγοι ἔχοντες βασιμότητα. Ὁ νόμος ὅμως ἐν τῇ ἐκτελέσει του περιπεσὼν εἰς τὰ κατώτερα ὄργανα περιῆλθεν εἰς πλήρη παραγνώρισιν τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ προορισμοῦ διὰ τὸν ὁποῖον προωρίσθη, διότι ἂν θελήσῃ τις νὰ ἐξετάσῃ τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου θὰ ἴδῃ ὅτι βεβαίως τὰ κατώτερα ὄργανα εἴτε παραπλανηθέντα ἐξ εἰσηγήσεων ἀνθρώπων προκαλουμένων ἐκ τοπικῶν ἀντιθέσεων, εἴτε ἐξ εἰσηγήσεων ἀνθρώπων ὁδηγουμένων ἐξ ἐπαγγελματικῶν ἀντιζηλιῶν εἰσηγήθησαν τὴν ἀπέλασιν προσώπων τὰ ὁποῖα εἰς πᾶν ἄλλο ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἢ εἰς τὴν ἀντίδρασιν τοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων. Ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω δύο μόνον προχειρότατα παραδείγματα, ὅτι καὶ σήμερον ἔτι ἐν Αἰγίνῃ εὑρίσκεται εἷς γέρων Λάκων 70 ἐτῶν μετὰ τῆς συζύγου του καὶ τῶν τέκνων του.
§24Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔπρεπε καὶ σεῖς νὰ εἶσθε ἐκεῖ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε κ. Φίλιο. Καθήσατε κάτω.
§26Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔτσι ἐλέγατε καὶ διὰ κἄποιον ἐνωμοτάρχην, ὅτι δὲν εἶχε προαχθῆ καὶ ἔγινε τὸ σκάνδαλον. Ἐζητούσατε νὰ τὸν ἐξεγείρητε κατὰ τοῦ καθεστῶτος. Ἔπρεπε καὶ σεῖς νὰ εὑρίσκεσθε ἐν ἐξορίᾳ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, καθήσατε κάτω. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§28Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι ἐν Αἰγίνῃ εὑρίσκεται εἷς Λάκων γέρων 70 ἐτῶν μετὰ τῆς γραίας συζύγου του καὶ τῶν τριῶν τέκνων του, τὸ μεγαλύτερον τῶν ὁποίων εἶναι 7 ἐτῶν.
§29Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἔθεσαν ὅλα τὰ ζητήματα εἰς τὴν θέσιν των, καὶ μετὰ τὴν πλήρη ἐπιδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις λεπτομερειῶν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ μέτρου ἀπελάσεως δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καταπράϋνσιν τῆς ὅλης ψυχικῆς διαθέσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς ὑπόθαλψιν ἐρεθισμοῦ. Νομίζω ὅτι, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὅλοι ἐπιφυλάξεις καὶ νὰ συστήσωμεν τὸ ταχύτερον τὴν λῆψιν τῶν μέτρων τῆς ἄρσεως τῆς ἀπελάσεως, ἀλλ’ εἰσερχόμενοι εἰς λεπτομερείας δὲν ὠφελοῦμεν τίποτε ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους ἐνδιαφερόμεθα ἅπαντες.
§30Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὰς ὑποδείξεις· δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔρχομαι νὰ ἐλέγξω τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλουν τινὲς τῶν συναδέλφων νὰ ἀφήσουν νὰ τελειώσω τὴν ὁμιλίαν μου διότι θὰ ἐπείθοντο ὅτι τοὐναντίον μάλιστα. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μετριάσῃ τὴν σκληρότητα τοῦ νόμου· ἔχω καὶ προσωπικῶς τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὅτε ἐπεσκέφθην ἐπανειλημμένως τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἔσχον εὐμενεστάτην ἀκρόασιν εἰς τὰς παραστάσεις τὰς ὁποίας ἐποιησάμην πρὸς αὐτούς. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, πρόκειται περὶ πλάνης τῶν κατωτέρων ὀργάνων τὰς ὁποίας ἐδημιούργησαν τοπικαὶ ἀντιθέσεις καὶ ὡς ἐκ τούτου εὑρίσκονται σήμερον ἐν ἀπελάσει, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπραξαν οὐδὲν τὸ κακόν. Ἐπὶ τούτου θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐξακρίβωσις ἐν γένει τῶν πραγμάτων, ὁ ἔλεγχος ἐν γένει τῶν γενομένων ἀπελάσεων θὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκ πλάνης ἀπηλάθησαν. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ὄντως ὑπῆρξαν κακοποιοὶ οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀντέδρασαν, δι’ αὐτοὺς οὐδεὶς θὰ φέρῃ ἀντίρρησιν εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ μέτρου τούτου τῆς ἀπελάσεως. Ἐὰν δὲ ἠθέλησα νὰ ἐπαναφέρω τὸ παράδειγμα ἐκεῖνο ὁ λόγος ἦτο οὐχὶ ἐλέγχου ἀλλὰ ἵνα καταδείξω τὴν πλάνην, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ὑποστηρίξω, ἡ ὁποία ἐγένετο δημιουργὸς ἀδικημάτων. Καὶ χωρὶς νὰ καταφύγω εἰς ἄλλα παραδείγματα ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ κυρίου Λαγοπάτη, ὁ ὁποῖος γνωρίζει περίπτωσιν μιᾶς παρομοίας πλάνης διὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ ἴδιος ᾐσθάνθη ἀγανάκτησιν. Νομίζω ὅτι αἱ πλάναι αἱ παρακολουθήσασαι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, αἱ ἐξουδετερώσασαι τὸν πραγματικὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ νόμος καὶ τὸν προορισμὸν τὸν ὁποῖον ἦτο προωρισμένη νὰ ἐκτελέσῃ ἡ δικαιοσύνη πάντοτε, νομίζω, λέγω, ὅτι αἱ πλάναι ἤρθησαν καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἰδιαιτέραν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως. Δικαιοῦμαι πάντως νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἰδιαιτέραν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, πολὺ περισσότερον δὲ σήμερον ὅτε τὰ γεγονότα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸν νόμον ὑπηγόρευσαν ἐξέλιπον ἐντελῶς. Ἡ ἐπιστράτευσις συνετελέσθη τελείως, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπετέλεσε καὶ πάλιν θριαμβευτικῶς τὸ καθῆκόν του, καὶ ἤδη βαίνομεν πρὸς τὴν ἀποστράτευσιν ὥστε θὰ ἔδει νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποκατασταθῇ μία γενικὴ ὁμόνοια. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἰσηγηθῶ τὴν γνώμην μου ταύτην καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν ἐὰν νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ συντείνῃ εἰς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβῃ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§32Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν ὡμίλησεν ὄχι μόνον περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν ἀπελάσει, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διατελοῦσι προφυλακισμένοι, τῶν ὁποίων ὅμως δὲν περαιοῦνται εὐκόλως αἱ ὑποθέσεις. Δὲν γνωρίζω ποῖοι εἶναι οὗτοι καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ μᾶς διευκολύνῃ δίδων σημείωσιν τῶν ὀνομάτων αὐτῶν· ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει θέλει συστηθῆ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς, ὅπως ἀπολυθῶσιν, ἐπ’ ἐγγυήσει, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ἐπιτρέπει τοῦτο, πάντες οἱ ἐπὶ μακρὸν χρόνον κρατούμενοι, ἐὰν δὲ ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπῃ τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν θὰ συστηθῇ νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν περαίωσιν τῶν ὑποθέσεών των τὸ ταχύτερον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§34Γ. ΠΩΠ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν γενομένην δήλωσιν. Θὰ προσπαθήσω δὲ τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὅπως ὑποβάλλω κατάλογον ὅλων ἐκείνων, οἵτινες ὑπὸ τοῦ νόμου δικαιούμενοι νὰ ἀφεθῶσιν ἐπὶ ἐγγυήσει κρατοῦνται ἔτι ἐν ταῖς φυλακαῖς προφανῶς, λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐνώπιον τῶν στρατοδικείων. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ὅλως ἔκτακτος ἡ περίστασις αὕτη, καθ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τοῦ Στρατιωτικοῦ νόμου καὶ προκειμένου περὶ πολιτικῶν ὑποθέσεων ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσιν, ἀπαγορεύει ὅμως ταύτην, ὅταν εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἰσηγηθῇ μέτρον ἐξαιρετικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ὑπὸ ἐγγύησιν ἀπόλυσις νὰ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ μέτρου νομικοῦ ἢ διοικητικοῦ, καθ’ ὃ δικαίωμα, ἔχουσιν οἱ διάφοροι κατηγορούμενοι, καὶ οὕτως ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς οἰκογενείας των κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, κατὰ τὰς ὁποίας γεννᾶται ὁ Θεὸς τῆς ἐπιεικείας καὶ τῆς συγγνώμης, ἀλλὰ καὶ θὰ περατωθῇ καὶ ἡ ἀνάστασις ὁλοκλήρου τοῦ Γένους.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§36Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβη πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ὑπάρχει στάδιον οὔτε συζήτησις, οὔτε ἀναπτύξεως εὐρείας τοῦ θέματος, οὔτε διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα. Ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα καθορίσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἀντίληψιν, ἀφ’ ἧς ἀγώμεθα καὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζοντες τὴν ἀνάγκην τοῦ τερματισμοῦ τῶν ληφθέντων ἀπειλητικῶν μέτρων. Ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺν χρόνον ὁμιλῶν ἐν πόνῳ ψυχῆς περὶ γενναιοψυχίας καὶ πολὺ δικαίως. Ὁ κ. Πρόεδρος διέκοψεν αὐτὸν λέγων, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πόνῳ ψυχῆς, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐκδικήτρια καὶ οὔτε ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὄχι περὶ Κυβερνήσεως ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ οὔτε ἐν χώρᾳ τινὶ κατοικουμένῃ ὑπὸ τῆς φυλῆς τῆς Ζαχάρας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διαπνέεται ὑπὸ πνεύματος ἐκδικητικοῦ. Ἀναμφισβητήτως ὁ νόμος ὑπῆρξε νόμος πολιτικῆς ἀνάγκης καὶ ὡς τοιοῦτον ἐχαρακτήρισεν αὐτὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐζήτει τὴν ψήφισίν του ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀκριβῶς ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς τὴν ἀνάγκην τοῦ τερματισμοῦ τῶν ληφθέντων μέτρων, οὐχὶ ἐκ γενναιοψυχίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀντεκλήσεως, ὅτι ἡ δικαιολογικὴ ἀνάγκη αὐτοῦ παρῆλθεν Ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπῆρξεν, ἵνα παραστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀδιατάρακτον ἀπὸ πάσης ταραχῆς εἴτε συγκινήσεως, ἡ ὁποία νὰ ἐξήγειρεν εἰς περαίωσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως ἢ τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Σήμερον ὁ ἀγὼν ὁ στρατιωτικὸς ἐπεραιώθη, σήμερον ἡ Ἑλλὰς καὶ οἱ σύμμαχοι ἡμῶν εὑρίσκονται ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐξετάσεως τῶν συνεπειῶν τοῦ στρατιωτικοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν πορισμάτων τοῦ πολέμου, εὑρίσκονται εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι προεκλογικὸν τῆς τελευταίας εἰρήνης. Συνεπῶς δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ τῶν μέτρων ἐκείνων, ἅτινα μόνον σκοπὸν εἶχον τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῆς πρὸς πόλεμον παρασκευῆς. Εἶναι λοιπὸν μία βάσις αὕτη, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος εἶπε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὡρισμένας κατηγορίας τὰς μᾶλλον ἀκινδύνους τὰς κατηγορίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται, ὡς πλανηθέντες, θέλει σπεύσει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαναφέρῃ. Εἶπε προσέτι, ὅτι θὰ γίνῃ χρῆσις τοῦ προνομίου τῆς χάριτος δι’ ὅλους ἐκείνους, τῶν ὁποίων αἱ δικογραφίαι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν ὑπόκεινται εἰς ἀδικίας κοινοῦ δικαίου. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐχάρη ὁλοκληρωτικῶς ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ ἀγγελίᾳ ταύτῃ. Ἐπεθύμουν, ὅμως ἡ Κυβέρνησις νὰ προχωρήσῃ ταχέως καὶ τερματίσῃ τὸ ζήτημα, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸν δισταγμὸν αὐτοῦ εἰς τὸ τελευταῖον μέτρον τῆς ὅλης ἀφέσεως δικαιολογεῖ ἐκ τῆς ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Συντακτικὴν ἐξουσίαν τὴν ὅλην Ἑλλάδα ἀδιατάρακτον.
§37Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Εἶπον, ὅτι θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ ἐν συνειδήσει τῆς εὐθύνης της, ὅπως τηρήσῃ τὴν τάξιν ἐν τῷ φόβῳ οἱωνδήποτε συνεπειῶν, θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ οὖσα Κυβέρνησις προελθοῦσα ἐξ ἐπαναστάσεως ἀναμένω τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν θ’ ἀνατεθῶσιν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις προσέθηκα ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπολιτεύθη οὕτως, ἐδήλωσε δὲ τὴν ἀπόφασιν, ὡς πρὸς τὰς ἄλλας τάξεις προσθέσας, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀνακοινώσω ἀπόφασιν, ὡς πρὸς τὴν ἄλλην κατηγορίαν καὶ εἶπον, ὅτι εὔχομαι νὰ δυνηθῶ ταχέως νὰ ἀνακοινώσω καὶ δι’ αὐτήν.
§38Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ὡμίλησα περὶ δισταγμοῦ, Εἰς τὰς σκέψεις ταύτας τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχω νὰ προσθέσω ἐνισχυτικὰς ὑπὲρ τῆς ταχείας ἄρσεως τοῦ δισταγμοῦ τὰς ἑξῆς σκέψεις. Τὰ μέτρα τῆς ἀπελάσεως ἐλήφθησαν βεβαίως, ὑπὸ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἐξετελέσθησαν ὅμως παρ’ ὀργάνων κατωτέρων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν παντὶ καὶ πάντοτε καὶ μέχρι τῆς τελευταίας λεπτομερείας νὰ παρακολουθηθοῦν ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς ἐξουσίας, ἀκριβῶς δὲ ἄτοπα συνέβησαν πολλὰ ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ μέτρου τούτου, ὑπὸ τῶν κατωτέρων ὀργάνων καὶ τὰ ἄτοπα ταῦτα ἔσπευσαν ἐν πλήρει φιλαληθείᾳ καὶ εἰλικρινείᾳ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οὔτε ἦτο δυνατὸν ἡ πολιτεία καὶ μάλιστα διοικουμένη ὑφ’ οὕς ὅρους διῳκεῖτο κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ Ἑλλὰς ἕνεκα τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν γεγονότων, νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἡ ἄσκησις ἐποπτείας μέχρι τοῦ κατωτάτου ὀργάνου ἑκάστης ἐξουσίας, χωρὶς δὲ νὰ θέλω νὰ ψέξω, οὔτε νὰ ἐλέγξω, καὶ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός μου, δι’ οὗ ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, θέλω νὰ ἐξαγάγω ἓν συμπέρασμα, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἐθισθέντα καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ ἀπελάσεων, νόμου ὅστις τὴν ἐκτέλεσιν δὲν περιέβαλε διὰ τοῦ κύρους τῆς παρεμβάσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, εἰθίσθησαν συγχρόνως εἰς ὑπερβάσεις ἢ μᾶλλον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ αὐθαιρέτως δρῶντος, τοῦ εὐκόλως ὑποπτεύειν, τοῦ ἐκτελεῖν οὐχὶ μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς καὶ διὰ τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν καταδιώκεταί τις, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κοινωνικὴν θέσιν καὶ τὴν κοινωνικὴν ἱεραρχίαν, τὴν ὁποίαν πάντοτε αἱ ἀρχαὶ ἐσεβάσθησαν καὶ πρέπει νὰ σέβωνται εἰς πᾶν κράτος πεπολιτισμένον. Φοβοῦμαι καὶ τὴν σκέψιν ταύτην ἀντιτάσσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, φοβοῦμαι δ’ ὅτι τὸ τέρμα τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ κανονισθῶσιν ἐν τῷ συνεδρίῳ τῆς εἰρήνης, θὰ σημειωθῇ διὰ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἀγῶνος τῆς ἐσωτερικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς χώρας, τοῦ ἀγῶνος τοῦ προπαρασκευαστικοῦ καὶ τοῦ συντελεστικοῦ τῶν ἐκλογῶν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ τις ἐν τῇ χώρᾳ, ὅστις θὰ ἀσχολήσῃ τὸν νοῦν αὐτοῦ ἵνα σκεφθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ ἐκλογαὶ αἱ μέλλουσαι νὰ ἀποδώσωσι τὴν ὁριστικὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ὁριστικὴν σύνταξιν ἐν τῇ χώρᾳ, δὲν θὰ εἶναι ἐκλογαί, τὰς ὁποίας θὰ διέπῃ ἐλευθερία ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, ἀκριβῶς δὲ ἐν ᾧ οὐδεὶς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἄλλως πως θὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐκλογαί, εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἔργον οὐχὶ πολιτικοῦ προγράμματος, ἀλλὰ τιμῆς τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας εἶναι, ἵνα αἱ ἐκλογαὶ διεξαχθῶσιν ἐν ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ, ἐν ἀπολύτῳ τάξει, πρὸς ἀπόδοσιν τῆς ὁριστικῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς ἀληθοῦς βουλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις εἶναι ὁ κυρίαρχος ἐν τῇ χώρᾳ.
§39Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Νὰ μὴ ἀνησυχῆτε, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θὰ σᾶς δώσῃ πλήρη ἐλευθερίαν.
§40Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Περὶ αὐτοῦ εἶμαι βέβαιος. Εἶναι δὲ ἀνάγκη ἀκριβῶς ἵνα ἐθισθῶσιν ἀπὸ τοῦδε τὰ κατώτερα ὄργανα περὶ τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀτομικῶν τούτων ἐλευθεριῶν, διότι ἀκριβῶς, ἐπαναλαμβάνω τὰ μέτρα ταῦτα τὰ ἐξαιρετικά, τῶν ὁποίων τὴν ἐφαρμογὴν προὐκάλεσεν ἡ ἀνάγκη ἡ ἐξωτερικὴ τὰ μέτρα ταῦτα εἴθισαν τὰ κατώτερα ὄργανα εἰς ὑπερβασίας, ἀκριβῶς δὲ ἡ βάσις εἶναι ὁ μετριασμὸς καὶ ἡ παῦσις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ διαπαιδαγώγησις τῶν κατωτέρων ὀργάνων εἶναι ἀπαραίτητος, διότι μόνον ὅταν ἐθισθῶσι τὰ κατώτερα ὄργανα νὰ σέβωνται τοῦ πολίτου τὴν ἐλευθερίαν, θὰ ἐθισθῇ καὶ ὁ πολίτης νὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ πλήρει ἐπιγνώσει, ὅτι εἶναι ἐλεύθερος πολίτης.
§41Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐδώσατε σεῖς μαθήματα.
§42Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶσαι ἀναρμόδιος νὰ μὲ διακόπτῃς. Φρονῶ δέ, ὅτι τὸ προμήνυμα τῶν ἐκλογῶν μετὰ τὸν τερματισμὸν τῆς εἰρήνης εἶναι καὶ ἡ μεγαλυτέρα ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν ἔχει μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἡ χώρα ὁλόκληρος, ὅτι οὐδεμία εἶναι δυνατὸν παρ’ οὐδενὸς νὰ γίνῃ ἀπόπειρα οὐδὲ σοβαρὰ οὐδὲ ἀστεία διαταραχῆς τῆς τάξεως.
§43Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Δὲν εἴμεθα συνειθισμένοι νὰ βγαίνωμε μὲ ἔκνομα μέσα βουλευταί.
§44Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λέγω, ὅτι τὸ προμήνυμα καὶ ὁ προάγγελος τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς πάσης ἀποπείρας καὶ τῆς ἀστειοτέρας διαταραχῆς, διότι ὁ πολίτης, ὅστις ἔχει ἐλευθέραν τὴν διαχείρισιν τῆς ψήφου του, ἐν τῇ πλήρει συναισθήσει τῆς ἐλευθερίας του οὐδέποτε ἤθελε σκεφθῆ νὰ προβῇ εἰς ἔκνομα μέτρα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§46Κ. ΜΕΛΑΣ. Ἤθελον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν προλαλήσαντα, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος διὰ νὰ μὴ εἴπω τὸ θράσος νὰ συστήσῃ σεβασμὸν τῶν κατωτέρων ὀργάνων, νὰ τῷ ὑπενθυμήσω, ὅτι ὅταν ἦτο Ὑπουργὸς αὐτὸς ἀπεκλείσθη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ δὲν τοῦ ἐπετράπη νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Μητρόπολιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλομενόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§48Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον, ὄχι διὰ νὰ συντελέσω εἰς τὴν παράτασιν τῆς συζητήσεως ταύτης, καθ’ ὅσον ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμὲ ἡ εἰσήγησις τῆς συζητήσεως θὰ παρεκάλουν τοὺς ἀξιοτίμους ἐξ Εὐβοίας καὶ Ἀργολιδοκορινθίας συναδέλφους νὰ μὴ εἰσαγάγωσι τοιαύτην ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τὴν εἰσήγαγον καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπήντησε καὶ ἔθεσε τὸ ζήτημα. Καὶ πάλιν, κ. Πρόεδρε, ἐνόμιζον ὅτι ἐσταμάτησα ἕως ἐδῶ, ἀφοῦ ὅμως ἐπροχώρησεν ἡ συζήτησις συναισθάνομαι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἀτομικῶς ὅτι ἔχω μίαν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω δύο λέξεις πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς συζητήσεως ταύτης. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῶν πολιτευομένων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦν τὴν τιμὴν, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθ’ ἣν ὁ σεβαστὸς ἡμῶν ἀρχηγὸς μετὰ τοῦ ναυάρχου Κουντουριώτου ἀνύψωσαν τὴν σημαίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐτηλεγράφησα καὶ διεδήλωσα, ὅτι εἶμαι ὁ ταπεινότατος στρατιώτης, ἀλλὰ συμμορφούμενος πρὸς τὸ πνεῦμα, πρὸς τὴν γνώμην, πρὸς τὰς διαθέσεις τοῦ ἀρχηγοῦ ἐν τῷ κύκλῳ τῆς δράσεώς μου, συνέστησα καὶ ἐφήρμοσα τὴν πολιτικὴν τῆς ἄκρας ἐπιεικείας πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἴτε διεφώνουν, εἴτε ἐτύφλωττον, εἴτε ἐπείσμονον. Τούτῳ τῷ λόγῳ καὶ συνεπὴς πρὸς τὰς ἀτομικάς μου διαθέσεις καὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀρχηγοῦ μας, θὰ ἤθελον νὰ ἑνωθῶ μὲ τὴν γνώμην καὶ μὲ τὴν πρότασιν τῶν κυρίων συναδέλφων, καὶ νὰ διακηρύξω, ὅτι πρέπει ὡς τάχιον νὰ σπεύσῃ ἡ Πολιτεία νὰ ἀπελευθερώσῃ, νὰ χαρίσῃ, νὰ λησμονήσῃ. Τοῦτο, κ. Πρόεδρε, θὰ εἶναι ἡ χαρά μου, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἡ χαρὰ μόνον ἐμοῦ, καὶ δὲν θὰ εἶχε καμμίαν ἀξίαν τὸ πρᾶγμα. Λυποῦμαι ὅμως, καὶ λυποῦμαι κατὰ μείζονα λόγον, καθόσον μεταξὺ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ψυχράνῃ ἡ γνώμη μου, εὑρίσκονται καὶ ἄτομα, τὰ ὁποῖα καταλέγονται μεταξὺ τῶν φίλων μου. Ἔγιναν, κ. Πρόεδρε, τόσα καὶ τόσα ἔγιναν κ. συνάδελφοι τόσα καὶ τόσα, καὶ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ἄνθρωποι τιμηθέντες ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, αὐτὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τόσον ἐπιεικῶς ἐκρίθησαν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα μετὰ τοσαύτης ἐπιεικείας συζητεῖ ἡ Βουλὴ, δὲν ἦλθον διὰ τῆς ὑπογραφῆς των, δὲν ἦλθον ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἀνεγνώρισα, ὅτι ἔχουσι πολιτικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ τὸ Ἔθνος προῆλθε, δὲν ἦλθον καὶ ἀνεγνώρισαν ὅτι ὡς πολιτικοὶ ἐπλανήθησαν; Αὐτὸ τὸ παράπονον ἔχει ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Τὸ πεῖσμα, κύριοι, ἄγει μερικοὺς ἀνθρώπους, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τυφλώσεως, ὥστε ὕστερον ἀπὸ τόσα γεγονότα, ὕστερα ἀπὸ ἕνα διαφωτισμὸν τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀποστέργουν εἴτε εἰς τὴν γνώμην τῆς ἀπελάσεως, εἴτε εἰς τὴν γνώμην τῆς ἐλευθέρας δράσεως καὶ νὰ μὴ ἀνοίξωσι τὸ ὄνομά των νὰ διαδηλώσωσι τὴν πλάνην των. Αὐτὸ τὸ παράπονον κ. Πρόεδρε, ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαδηλώσω, ὄχι διὰ νὰ ἐπιδεινώσω τὴν θέσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι βασανίζονται καὶ προκαλοῦσι τὸν οἶκτον, ἀλλὰ νὰ ὑπενθυμίσω τὸ ὅτι «πάσχετε καὶ τὸ κακὸν πάσχετε ἐξ ἰδίας ὑμῶν ὑπαιτιότητος». Ἂς εὐχηθῶμεν μόνον εἰλικρινῶς τὸ διάβημα νὰ καταστήσῃ περιττὴν τὴν ἐπανάληψιν τοιαύτης συζητήσεως ἐνταῦθα. (Χειροκροτήματα).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λόντος ἔχει τὸν λόγον.
§50Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Θὰ ζητήσω τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὀλίγα μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου αὑτῆς ἐδήλωσεν ὅτι κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐζητήθη ὑπὸ ἐξαιρετικῶς ὅλως συνθήκας καὶ ἔλαβε τὸ ὅπλον ἀπὸ τὴν Βουλήν. Βεβαίως ὑπῆρξαν βουλευταὶ τῆς πτέρυγος ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι προῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ νὰ προσθέσωσιν ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐὰν δὲ ἔφερον τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, τοῦτο ἐγένετο διότι εἰς τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων, ἦτο τὸ ζήτημα τοῦτο μόνον, ὅτι ἔπρεπε νὰ συντελέσωσιν, οὕτως ὥστε μετὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν γεγονότων τοῦ παρελθόντος, ἀφ’ ἧς ἐφθάσαμεν εἰς τὸν ἱστορικὸν σταθμὸν τῆς σήμερον, ἔφερον τὸ ζήτημα ὥστε νὰ συντελέσωσι νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἑνότης, οὕτω δὲ ἡ Ἑλλὰς νὰ εἶναι ἑτοίμη νὰ ἀντιμετωπίσῃ τόσα προβλήματα κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν ἐποχήν. Οὗτος ἦτο ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς ἀπελάσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ὅτι εἶναι καιρός, διδούσης τὸ σύνθημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ἑνότητος, ὅλων τῶν πολιτῶν ἀνεξαρτήτως τοῦ παρελθόντος, οὕτως ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ βαδίσῃ τὸν δρόμον της.
§51Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἱκανοὶ οἱ 10 προδόται νὰ ἀνακόψουν τὸν δρόμον της.
§52Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐλέχθησαν τόσα πολλά, κύριοι βουλευταί, ὥστε δὲν θὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς πλειότερον, θέλω μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ εἰδικῆς κλάσεως ἀπελαθέντων, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει ἰδιαιτέρα μνεία νὰ γίνῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐξεδίδετο καὶ ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος περὶ ἀπελάσεως, ἴσως ἐγένοντο καὶ ἀδικίαι τινές. Λέγων δὲ ταῦτα εἶχεν βεβαίως ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀπελάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἰς τὸν πυρετόν, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον, ἐλήφθησαν καὶ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπετέλεσαν ἀδικήματα. Ἀλλ’ ὅμως αἱ ἀπελάσεις ἐγένοντο καὶ παρ’ ἄλλων ἀρχῶν χάριν ἀσφαλείας τῶν Συμμαχικῶν στρατευμάτων, ἀπελάθησαν δηλαδὴ πολῖται, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς τόπον πλησίον τῶν Συμμαχικῶν στρατευμάτων καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ σήμερον ἐξακολουθοῦν νὰ διατελῶσιν ἐν ἀπελάσει, γενομένῃ ὑπὸ τῶν Συμμαχικῶν στρατευμάτων. Κύριοι, ἐφ’ ὅσον ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἐγένοντο ἀδικήματα ἐνταῦθα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πυρετοῦ τῆς ἀπελάσεως, εἶναι φυσικώτατον ὅτι ἄνθρωποι ξένοι πρὸς τὸν τόπον καὶ μὴ γνωρίζοντες τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα ἐπακριβῶς ἦτο εὐκολώτατον νὰ περιπέσωσιν εἰς πλάνην καὶ νὰ ἀπελάσωσιν ἀναιτίους ἀνθρώπους. Περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἤδη πρόκειται, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν ἀπελάσει παρὰ τῶν ξένων ἀρχῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν ὅπως εἰσηγηθῇ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς τῶν Συμμάχων, οὕτως ὥστε καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις λάβῃ τὴν ἀπόφασιν ὅπως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐπαναφέρῃ τοὺς ὑπ’ αὐτῆς ἀπελαθέντας, συγχρόνως ληφθῇ μέριμνα καὶ περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπηλάθησαν ὑπὸ τῶν Συμμάχων πρὸς ἀσφάλειαν τῶν Συμμαχικῶν στρατευμάτων καὶ ἐπανέλθωσι καὶ οὗτοι εἰς τὰς ἑστίας των. Οὕτω δὲ θὰ κατορθωθῇ ὥστε νὰ γεφυρωθῇ τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ ἡ Ἑλλὰς ἡνωμένη πλέον νὰ βαδίσῃ πρὸς τὸν δρόμον τῆς προόδου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαζαχαρίου ἔχει τὸν λόγον.
§54Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Μετὰ τὰς τόσον εὐχαρίστους ἀνακοινώσεις τοῦ κ. ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐν ἀπελάσει διατελούντων, νομίζω περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Μίαν μόνον παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ τελευταῖος προλαλήσας συνάδελφος, νὰ παρακαλέσω δηλαδὴ καὶ πάλιν τὸν κ. Ἀντιπρόεδρος, ὅπως γίνῃ ἡ δέουσα ἐνέργεια παρὰ τοῖς Συμμάχοις ἵνα ὅσοι εἶναι ἐν Μάλτᾳ, Μυτιλήνῃ καὶ εἰς ἄλλα μέρη καὶ οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ πολὺ δυσχερεῖς περιστάσεις παράσχουν ἐλευθερίαν εἰς αὐτούς.
§55Α. ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΤΟΣ. Καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶνε εἰς τὴν Κορσικήν;
§56Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ταύτην μόνον τὴν παράκλησιν εἶχον νὰ ὑποβάλλω.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§58Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀναγνωρίζω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ ζήτημα ὅπως ἐτέθη δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ εἶναι ζήτημα Κυβερνητικοῦ ἐλέγχου, ζήτημα ἀντιπολιτεύσεως, παρὰ μόνον ζήτημα συμπολιτεύσεως. Τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐθεώρησε καλὸν νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν θέσιν της καὶ διὰ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς πολιτικῆς της, αὐτὸ τὸ μέτρον μόνον οἱ προσκείμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ δικαιοῦνται—ὅσον ἀφορᾷ τὴ ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἐκτέλεσιν αὐτοῦ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ τεθῇ εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ—μόνον, λέγω, οἱ προσκείμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ, δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ αὐτὴν ὅπως θεωρήσῃ τὸ ζήτημα ὡς λῆξαν ἢ ὄχι εἴτε ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ, εἴτε ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας διὰ τὰς ὁποίας καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἄτομα ἀδικηθέντα ἐν τῷ γενικῷ αὐτῷ μέτρῳ, καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ διὰ τοῦ συνολικοῦ αὐτοῦ τρόπου εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἶνε ζήτημα λεπτομερειῶν τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διακανονίσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ κατ’ ἰδίαν. Ἐὰν ἀπεφάσισα ἑπομένως νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ σᾶς ἐνοχλήσω ἐπ’ ὀλίγα λεπτά, τὸ ἔκαμα μόνον καὶ μόνον διότι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησε καλὸν νὰ κάμῃ μίαν ἀντιδιαστολὴν μεταξὺ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς ἀντιδράσεως. Ἀπὸ πέρυσι ἀκόμη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐτέθη ἐνώπιόν μας τὸ ζήτημα: ποία εἶνε ἡ προέλευσις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἡ ἀρχικὴ αὐτῆς προέλευσις, καθὼς συμφωνοῦμεν ὅλοι, εἶνε ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαΐου 1915, ἐξ ὧν προέκυψεν ἡ παροῦσα Βουλή. Ἐπανελθοῦσα ὅμως ἡ Κυβέρνησις κατόπι διετοῦς ἀπουσίας εἰς τὴν ἀρχὴν ἐδήλωσεν ἐπιπροσθέτως: Μὴ λησμονῆτε ὅτι εἶμαι καὶ προϊόν ἐπαναστάσεως. Καὶ τὴν δήλωσιν ταύτην ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχετε ἀντίρρησιν;
§60Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἀπεδέχθην καὶ τὴν δευτέραν ταύτην ἄποψιν ὡς ὀρθήν Τώρα πρόκειται νὰ καθορισθῇ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀντιδράσεως. Βεβαίως γνωρίζετε ὅλοι σας καθὼς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ὅτι δὲν εἶνε ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, οἱ προσερχόμενοι τοὐλάχιστον εἰς τὴν Βουλὴν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶνε δηλαδὴ ὅλοι οἱ Βουλευταὶ συμπολιτευόμενοι, ὑπάρχουσι καὶ ὀλίγοι ἀντιπολιτευόμενοι. Αὐτοὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταὶ ἐὰν κατώρθωσαν ἢ δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐμφανίσωσιν ὠργανωμένη ἀντιπολίτευσιν, ἀντιπολίτευσιν ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ ὁμιλῇ ὡς ἀντιπολίτευσις, εἶνε ζήτημα ἕτερον. Τώρα πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Πρόκειται νὰ χαρακτηρισθῇ αὐτὴ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐν σχέσει πρὸς τὴν συμπολίτευσιν. Πρόκειται νὰ καθορισθῇ ὁ ρόλος τὸν ὁποῖον νομίζει ὅτι δικαιοῦται ἔστω καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἀπὸ τώρα—ἀφήνω τὸ παρελθὸν— νὰ παίξῃ ἡ συμμετοχὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν Ἐθνικοῖς ζητήμασι πολὺ σπουδαιοτέρους τῶν νῦν συζητουμένων, ἐὰν δηλαδὴ ἡ ἐμφάνισις τῆς ἀντιπολιτεύσεως θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ θεωρεῖται ὑπὸ τύπον ἀντιθέσεως πρὸς συμπολίτευσιν ἢ ὑπὸ τύπον ἀντιθέσεως πρὸς ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπαναστατικὸν καθεστώς. Διότι ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ δευτέρα αὕτη ἄποψις, τότε—καὶ δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ ἐλέγξω κανένα—κινδυνεύει φυσικῶς κάθε ἀντιπολιτευόμενος Βουλευτὴς, ἐφόσον βεβαίως ἀντιπολιτεύεται πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν νὰ παρεξηγηθῇ καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντιδραστικός.
§61Γ. ΠΩΠ. Ἆ! Πῶς;
§62Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἰδική μου ἀντίληψις. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀντιπολίτευσις ἄνευ παρεξηγήσεως τοιαύτης, θὰ εἶναι δυνατὸν ὑπὸ δύο προϋποθέσεις. Ἢ νὰ προέλθῃ ἡ ἀντιπολίτευσις αὕτη ἐκ τῶν στελεχῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἢ νὰ προσέλθῃ προηγουμένως εἰς τὸ ἐπαναστατικὸν καθεστὼς καὶ ἔπειτα νὰ κάμῃ ἀντιπολίτευσιν.
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ἀπὸ τὰς κάλπας.
§64Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν θὰ τὰ ἔλεγον δὲ αὐτὰ, ἀλλὰ ἀπεφάσισα νὰ τὰ εἴπω διὰ μίαν καὶ μόνην αἰτίαν. Διότι πρόκειται κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς προσεχεῖς συνεδριάσεις νὰ συζητηθοῦν, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πορεία τῶν πραγμάτων, θέματα πολὺ σημαντικώτερα ἀπὸ τὸ ζήτημα τὸ σημερινὸν καὶ τῶν ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα καθημερινῶς διεκπεραιοῖ ἡ Βουλὴ, πρόκειται λοιπὸν νὰ καθορισθῇ ἡ θέσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομιζομένης ἀντιδράσεως κατὰ τοῦ καθεστῶτος. Καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, οὐχὶ μόνον τώρα, ἀλλὰ ἀπὸ πέρυσιν, ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀναλήψεως τῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους αὐτῆς, ἐσχημάτισα τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν καὶ προσεπάθησαν, ἐν τῷ στενῷ βεβαίως κύκλῳ τῶν γνωριμιῶν μου, νὰ μεταδώσω, τοὐλάχιστον ὅπου ἠδυνάμην, ὅτι: ἀντίδρασις κατὰ τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος ἦτο πραγματικῶς καὶ λογικῶς ἀδύνατος, ἑπομένως δὲ καὶ ἐθνικῶς ἀσύμφορος. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν δὲν τὴν κάμω ὡς σημερινήν, ἀλλ’ ὡς ἐξ ἀρχῆς σχηματισθεῖσαν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν δὲν μοῦ ἐδόθη ἄλλοτε εὐκαιρία νὰ εἴπω. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἐγὼ ἀτομικῶς οὔτε ἐν τῷ στενῷ κύκλῳ τῶν γνωριμιῶν μου, νὰ διαβεβαιώσω τὴν Κυβέρνησιν ὅτι αὐτὴ ἡ ἀντίληψις εἶναι γενικὴ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος εἴτε ἐκ πλάνης, εἴτε ἐκ πεποιθήσεως, εἴτε ἐξ ἄλλων αἰτίων, δὲν ἐτάχθη εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος. Ἑπομένως πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ οὐχὶ μόνον ὁ κίνδυνος τῶν παρεξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐδῶ μέσα ἐκ μέρους συναδέλφων καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι καὶ μεγάλην σημασίαν, ἀλλὰ καὶ ὁ κίνδυνος ὁ οὐσιαστικώτερος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ παραβλάψῃ καὶ αὐτὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὁ κίνδυνος τῆς διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἄνευ συμμετοχῆς εἰς τὰς συζητήσεις αὐτὰς ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ δεχθῇ ὡς πᾶσα ἀντιπολίτευσις, ὅρια εἰς τὰς ἀντιλήψεις της, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν, καθὼς γνωρίζετε, μιᾶς Κυβερνήσεως, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ πολιτειακὸν καθεστώς. Καὶ παράδειγμα εἶναι ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦσι καθημερινῶς περὶ δημοκρατικοῦ καθεστῶτος, οἱ ὁποῖοι τὰς γνώμας των τὰς ἐκφέρουν πολὺ ἐλευθέρως, χωρὶς νὰ προξενοῦν καμμίαν δυσαρέσκειαν καὶ χωρὶς νὰ θεωρῶνται ὡς ἀντιδραστικοί. Εἶναι τοῦτο μία ἰδεολογία. Ἀλλ’ ἀκριβῶς δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων ἀντιθέσεων, αἱ ὁποῖαι εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις οὐ μόνον ἐπιτρέπονται, ἀλλὰ ἐπιβάλλονται, διὰ νὰ λειτουργῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Σήμερον εἶναι ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις. Τὰ ὅρια εἰς τὰς ἀντιπολιτεύσεις θὰ θέσῃ ἡ συμπολίτευσις. Ἐὰν ἡ Συμπολίτευσις ἐξακολουθῇ νὰ θεωρῇ ἑαυτὴν ὡς ἐπαναστατικὸν καθεστώς, ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ θέσῃ χαλινὸν εἰς τὸ στόμα της, ἐπὶ δὲ τῶν συζητήσεων τῶν γενικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἢ αὔριον θὰ ἔλθωσιν ὑπὸ συζήτησιν, θὰ δυσκολευθῇ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀντιλήψεών της.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν σᾶς ἠμπόδισε κανεὶς.....
§66Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δικαιοῦσθε νὰ λέγητε κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας; Πῶς δὲν ἔρχονται ὅλοι νὰ συμφωνήσουν μαζύ μας; Ἴσως ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ βεβαίως ἡ διακήρυξις αὐτῆς τῆς πλάνης δὲν θέλετε νὰ γίνῃ διὰ τρόπου πᾶν ἄλλο ἢ εἰλικρινοῦς; Καὶ ἂν ὑπάρξωσι τοιαῦται ἐκδηλώσεις, ἐγὼ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι σεῖς οἱ ἴδιοι ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸν χαρακτῆρα πάντοτε τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον κάμνει τὴν διακήρυξιν τῆς πλάνης καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι: ἔστω καὶ ἂν φρονῆτε σεῖς ὅτι εὑρίσκεται εἰς πλάνην, ἐμμένει εἰς τὴν πλάνην αὐτήν, δὲν θὰ εἶσθε εὐχαριστημένοι ἐκ τοῦ δηλοῦντος κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν πλάνην του, κατὰ τρόπον δηλαδὴ μὴ ἐμποιοῦντα οὐδὲ εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην. Πρόκειται λοιπὸν ἡ δήλωσις τῆς πλάνης νὰ προκληθῇ ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἐκ τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως. Ὅταν ἐγὼ κατορθώσω νὰ ἐκφράσω ὅλα τὰ αἰσθήματά μου καὶ τὰς σκέψεις μου καὶ ἐπ’ αὐτῶν λάβω τὴν ἰδικήν σας προσήκουσαν ἀπάντησιν καὶ σκεφθῶ εὐσυνειδήτως, τότε μόνον θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἰπῶ ἂν ἐπλανήθην ἢ ὄχι.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε θέτετε ἐν ἀμφιβόλῳ ἀκόμη τὴν συμφέρουσαν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§68Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Μόνον περὶ ἐξωτερικοῦ ζητήματος δὲν θὰ τῷ ἐπιτρέψωμεν νὰ ὁμιλήσῃ, διότι περὶ αὐτοῦ ἡ γνώμη σας κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Ἔθνους, οὔτε πρέπει νὰ ἔχητε τὴν γνώμην σεῖς οὔτε σήμερον οὔτε αὔριον.
§69Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ ἤθελα νὰ καθορισθῇ. Ἐφ’ ὅσον σεῖς νομίζετε ὅτι κάθε βουλευτὴς καὶ ὄχι μόνον κάθε βουλευτὴς ἀλλὰ καὶ κάθε πολίτης, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς τὸ πλευρὸν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως...
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητοῦμεν ἐπὶ ὡρισμένης ἐπερωτήσεως, μοῦ φαίνεται δὲ ὅτι αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας διατυπώνετε πᾶν ἄλλο ἢ ὠφελοῦν ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους ὁμιλεῖτε.
§71Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτῶν, δὲν ἔχω καμμίαν ἐντολὴν νὰ ὁμιλήσω διὰ τοὺς ἀπελαθέντας.
§72Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος διότι εἶναι ζήτημα γενικῆς πολιτικῆς.
§73Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἀντελήφθητε, ὅτι ἅπασα ἡ Βουλὴ κατ’ ἐξαίρεσιν καὶ ἴσως διὰ πρώτην φορὰν σᾶς παρακολουθεῖ μετὰ προσοχῆς, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι, ὡς ἠρχίσατε πραγματικῶς ἐθέσατε τὰ ζητήματα εἰς μίαν βάσιν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἔχω νὰ σᾶς δηλώσω τὰ ἑξῆς, ὅτι προκειμένου περὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐλευθέρας χρήσεως τοῦ λόγου, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ βουλευτής, ὅστις νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἐτερματίσθη διὰ τοῦ θριάμβου τῆς πολιτικῆς τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ οἰκτροῦ ναυαγίου τῆς ἀντιθέτου, θὰ εἴχατε τὴν ὑποχρέωσιν σεῖς, ὁ ὁποῖος κατάγεσθε ἐξ ὑποδούλου μέρους νὰ ἐμφανισθῆτε, ὅπως κατὰ τὸ 1866 ἐνεφανίσθη ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως τῆς Πρωσσίας καὶ ἐζήτησε συγγνώμην ἀπὸ τὸν Βίσμαρκ, διότι ὑπεστήριξε πολιτικὴν ἀντίθετον τῆς ἰδικῆς του, ὁ δὲ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐχειροκροτεῖτο. Ἐὰν ἐπράττετε τοῦτο, νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι θὰ εἴμεθα καθ’ ὅλα σύμφωνοι. (Χειροκροτήματα).
§74Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶχον καμμίαν ἀξίωσιν νὰ εὑρεθῶμεν καθ’ ὅλα σύμφωνοι, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐθεώρησα, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλετο, ἵνα καθορίσω τὴν μέλλουσαν ἐνταῦθα παρουσίαν μου καὶ τὸν τρόπον τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, νὰ ζητήσω τὴν διελεύκανσιν τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, πῶς ἐννοεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις.
§75Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερον. Διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ὅμως ζήτημα εἴθισται τῇ Βουλῇ, ὁσάκις ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσαν, ὅτι εἶναι ἀσύμφορον νὰ συζητηθῶσι τὰ θέματα ταῦτα, ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ δέχηται. Ἐὰν θέλητε ὅμως νὰ συζητήσητε δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ.
§76Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ καθορίσῃ τὴν συζήτησιν τῶν ἐξωτερικῶν θεμάτων, ἀλλὰ πρέπει νὰ κάμῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τὴν ἑξῆς καθαρὰν διάκρισιν, ὅτι δὲν δέχεται νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ὡς ἀντίδρασιν.
§77Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιδρᾷ.
§78Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐδῶ δὲ σχετίζεται ἡ ἀγόρευσίς μου μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως, διότι μεταξὺ τῶν ἀπελαθέντων καὶ ἐπανελθόντων ἢ διατελούντων εἰσέτι ἐν ἀπελάσει, ὡς καὶ μεταξὺ τῶν μηδόλως ἐκτοπισθέντων ἀντιθέτων σας, ὑπάρχουν πάντοτε οἱ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ἄξιοι ἀπελάσεως, λόγῳ διαφορᾶς ἀντιλήψεων. Ὑπάρχουν ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τῆς Κυβερνήσεως παρατηροῦμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀντίθεσις γνωμῶν. Ὅταν τεθοῦν πρὸ ἡμῶν τὰ ζητήματα, τὰ ἐθνικά, οὐχὶ ὅπως διεξήχθησαν μέχρι σήμερον αἱ ἐπ’ αὐτῶν συζητήσεις, οὐχὶ ὅπως διεχειρίσθη μέχρι σήμερον τὴν πολιτικήν του τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων πρὸς ἐπικράτησιν....
§79Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι πρὸς κομματικήν, ἀλλὰ πρὸς ἐθνικήν.
§80Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μάλιστα, δέχομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων εἶχεν ἐθνικὴν ἀντίληψιν καὶ διὰ νὰ πραγματευθῇ αὐτὴν μετῆλθεν ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν εἰς τὸ σημερινὸν ἀποτέλεσμα. Αὐτὰ τὰ εἴπαμεν πέρυσιν. Πρόκειται τώρα, ὅπου ἐφθάσαμεν εἰς ἓν τέρμα νὰ μάθωμεν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐννοῇ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ νὰ δρᾷ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως· διότι ὡς ἀντιπολίτευσιν δὲν δύνασθε νὰ χαρακτηρίσητε μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὀλίγοι κατ’ ἀριθμόν, συνέπραξαν ἀμέσως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τέως καθεστῶτος. Ὡς ἀντιπολίτευσιν θὰ χαρακτηρίσητε καὶ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἐν τῷ τέως καθεστὼς καὶ δὲν συνέπραξαν μαζύ σας, ἵνα σᾶς βοηθήσουν, διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὸ τέρμα, ὅπου ἐφθάσατε. Ἐφ’ ὅσον δὲ χαρακτηρίζετε τὴν ἀντιπολίτευσιν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀπὸ γενικωτάτης ἀπόψεως, βεβαίως κινδυνεύουν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν σας, νὰ σᾶς παρακολουθήσουν εἰς τὸ κίνημα, νὰ χαρακτηρισθοῦν καὶ αὐτοὶ ὡς συνυπεύθυνοι πολιτικῶς μὲ τοὺς ὑπευθύνους προκατόχους σας ἐν τῇ Κυβερνήσει....
§81Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Θὰ ἐπιθυμοῦσα σαφέστερον νὰ ἐκφρασθῆτε, διὰ νὰ ἴδωμεν τί θέλετε.
§82Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Λέγω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὰ διανοήματά της διὰ τοῦ λόγου....
§83Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐδῶ ὑπάρχει ἀνεγεγραμμένη συζήτησις περὶ τῶν ἀπελαθέντων. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς θέλει νὰ εἴπῃ, ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι ὅσοι ὁμολόγησαν τὴν πλάνην των, κακῶς ἔκαμαν καὶ ἐπιθυμεῖ ἐλευθέραν συζήτησιν.
§85Γ. ΠΩΠ. Ἐν ὀνόματι καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀντίδρασις καὶ ἡ ὁποία ἀντιλαμβάνηται πότε μία ἀντιπολίτευσις εἶναι ἀντίδρασις καὶ πότε μία ἀντιπολίτευσις ἐπιτελεῖ εὐόρκως τὸ καθῆκον της, ἀπευθύνω ἐρώτημα εἰς τὸν κύριον συνάδελφον, ἔχετε λογαριασμοὺς μὲ αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς φυλακισμένους καὶ ἐξορίστους, τῶν ὁποίων τὴν θέσιν, βεβαιωθεῖτε, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ ἐπιβαρύνετε, διότι ἐὰν ἀφεθῇ ἡ γνώμη, ὅτι ἐκεῖνοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἤλθομεν ἡμεῖς ἐν τῇ αἰθούσῃ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν πρόνοιαν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς διώρισαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑμᾶς καὶ συναδέλφους τινὰς συνηγοροῦντας καὶ μεταβληθέντας, ἀκούσατε, διότι εἶσθε ἀγαθῆς φύσεως ἀνὴρ καὶ ἀνήκετε εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι θύματα μιᾶς πολιτικῆς, τῆς ὁποίας, ἀτυχῶς, ὡς ἀγωνισθέντες ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κοινοβουλίῳ ἠκολουθήσατε, ἵνα τὰ ἐθνικὰ δίκαια ὑποδουλώσητε εἰς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους τόσον αἷμα ἐχύθη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίδρασις, ποία δὲ εἶναι ἑκάστου ἡ ἀντίδρασις ἡ συνείδησις του τὸ γνωρίζει.
§86Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ εἶναι, ὅτι ἤθελον νὰ καθορισθῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐὰν εἶναι δυνατὸν εἰς ἕνα βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος δὲν κατώρθωσε νὰ πείσῃ ἑαυτὸν νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τεθῇ παρὰ τὸ πλευρόν της.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον δὲν μᾶς χωρίζει τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα.
§88Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλώσατε μὲ δύο λέξεις καὶ ἀφήσατε τὰ νομοσχέδια κτλ. ἐπὶ τῶν ὁποίων γίνεται συζήτησις, 2 παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6 κλπ. Ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ὅλους τοὺς Ἕλληνας εἶναι, ἐὰν εἶσθε εὐχαριστημένος μὲ τὴν τροπὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ἢ ὄχι. Αὐτὸ θέλω νὰ μᾶς εἴπητε. Θέλω νὰ μᾶς πῆτε ἐὰν εἶσθε εὐχαριστημένος.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν.
§90Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅτι ἀναγνωρίζετε, ὅτι ἡ αἰσία τροπὴ ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, μοὶ εἴπητε ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, εἴπατε ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν τύχην, εἰς τὸν θεὸν τῆς Ἑλλάδος, εἴπατε πρὸς θεοῦ, ὅτι εἶσθε εὐχαριστημένος. (Χειροκροτήματα).
§91Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἷς βουλευτὴς ἔχει συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτας πολιτικὰς δηλώσεις πρὶν ἢ ἀκούσῃ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Καθὼς γνωρίζετε δὲ ἕως τώρα, ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων συζητήσεων, ἡ Κυβέρνησις τοὐλάχιστον δὲν ἐθεώρησε συμφέρον νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ προκαλέσωσιν ἐκ μέρους μας ἀναλόγους ἀπαντήσεις, ὅπως προβάλῃ ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· ἐὰν δὲν θέλητε νὰ μὲ ἐννοήσητε.
§92Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀνεκτήσαμεν τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, δὲν θεωρεῖτε εὐχάριστον τοῦτο;
§93Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ὅ,τι δὲν ἐπήραμεν θὰ τὸ κόψωμεν ἀπὸ σᾶς.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἐπετευχθέντα νὰ εἴπῃ ὁ κ. βουλευτής.
§95Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῶν δηλώσεων τῶν δικῶν μου, οὔτε ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἑρμηνεύσητε σεῖς ὅσα εἶπον, τὰ ὁποῖα εἶναι γεγραμμένα εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά.
§96Π. ΓΚΙΝΗΣ. Ζητοῦν οἱ κύριοι νὰ ὑποδείξωσιν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἢ μᾶλλον μέρος αὐτῆς εἶναι ἄρρωστον καὶ ἔχει ἀνάγκην ἀναρρώσεως. Ἤθελον παρακαλέσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ πραξικοπήσῃ ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν ὁμιλοῦντα καὶ ἀπὸ ἄλλους, διότι ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀκόμη θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι περισσότερον ἄρρωστοι. Δὲν εἶναι ἡ παροῦσα στιγμὴ κατάλληλος νὰ μελετηθῶσι τὰ αἴτια. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, θὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ.
§97Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς... (Θόρυβος).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, κ. βουλευτά.
§99Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ ἤθελον νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ καθορίσῃ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὡς ἀντιπολιτευόμενοι βουλευταὶ κατὰ τὰς ἐφεξῆς συζητήσεις.
§100Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Τὰ ὅρια τῆς συζητήσεως τὰ κανονίζει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τούτοις ἔδωκε πολλάκις δείγματα περὶ τῆς ἀπεριορίστου ἐλευθερίας τοῦ λόγου τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καθορίζηται ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐξῆλθεν ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ θέματος τούτου, θέλων νὰ συζητήσῃ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πολιτικῆς καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς προέβη εἰς ἐπανειλημμένας παρατηρήσεις.
§101Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Σεῖς ἀνοίξατε τὸ θέμα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κολώνιας ἔχει τὸν λόγον.
§103Μ. ΚΟΛΩΝΙΑΣ. Μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κ. συναδέλφου, δὲν εὑρίσκω ὅτι ὑπάρχει λόγος διὰ νὰ ἐκφέρω τὰς γνώμας μου. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ κάμω διὰ τὴν κυβέρνησιν, περὶ μιᾶς κατηγορίας ἀπελαθέντων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο λόγος. Εἶναι 4–5 κρατούμενοι ὑπὸ τῶν Γαλλικῶν ἀρχῶν ἐν Μυτιλήνῃ. Περὶ τούτων ἡ Κυβέρνησις παρακαλῶ νὰ φροντίσῃ διὰ νὰ ἀπολυθῶσι ἀφοῦ μάλιστα δὲν ὑπάρχει καὶ μήνυσις ἐναντίον αὐτῶν.
§104Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Προκειμένου περὶ τῶν ἐν Μυτιλήνῃ κρατουμένων γνωρίζει ὁ κ. βουλευτὴς, ἀφ’ ἧς ἤλθομεν ἐν Ἀθήναις πόση προσπάθεια κατέβαλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακαλῆς, ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τί γνωρίζει ἐν σχέσει μὲ τὸ δημοσιευθὲν εἰς Ἀθηναϊκὰς ἐφημερίδας περὶ ὑπομνήματος, ὅπερ οἱ Ἰταλοὶ προετοίμασαν, τὰς ὑπογραφὰς Ἰταλῶν κατοίκων Κερκύρας, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ προσάρτησις τῆς Κερκύρας εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ἐπίσης τί γνωρίζει περὶ τῆς ἀποβάσεως νέων Ἰταλικῶν στρατευμάτων ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἂν φρονῇ ὅτι δέον νὰ παύσουν αἱ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἐγκαταστάσεις στρατευμάτων, αἵτινες δὲν δικαιολογοῦνται πλέον ἐκ τοῦ σκοποῦ τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων.
§106Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔχει, ὅτι εἶναι ἀκριβῆ τὰ ἐν τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀναφερόμενα, ὡς δημοσιευθέντα εἰς Ἀθηναϊκὰς ἐφημερίδας. Ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις οὐδένα φόβον ἔχει, ὅτι εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθοῦν τὰ ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἀναφερόμενα. (Χειροκροτήματα)
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§108Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι πολὺ εὐχάριστοι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Τὸ ζήτημα ἐνεφανίσθη κυρίως συνεπείᾳ τῶν τελευταίων δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἰταλίας, καθὼς καὶ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τιτόνι, ὅστις ἐπανέφερε τὸ θεωρούμενον, ὡς ἀποθανὸν πλέον καὶ τελευτῆσαν ζήτημα τῶν στενῶν τῆς Κερκύρας ἐπὶ τοῦ τάπητος, ὡς ἕν ἐκ τῶν δικαίων τῆς Ἰταλίας. Ἐννοεῖται ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ἔληξε πλέον ὁ πόλεμος καὶ ἐμφανίζονται κριταὶ τῶν δικαίων τῶν λαῶν ὅλοι οἱ μεγάλοι μαχηταὶ καὶ νικηταὶ αὐτοῦ τοῦ πολέμου, ἐννοεῖται λέγω, ὅτι τὰ δίκαια τῶν διαφόρων λαῶν θὰ κριθῶσιν ἐφ’ ὅσον εἶναι δίκαια καὶ οὐχὶ ἐφ’ ὅσον παρίστανται ἁπλῶς ὡς τοιαῦτα. Οὐδεμία δύναται νὰ χωρήσῃ ἀμφιβολία περὶ τούτων, διότι ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς δίκαια ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἕκαστος θὰ προβάλῃ ὡς τοιαῦτα, δὲν γνωρίζω τότε εἰς ὁποίαν δύσκολον θέσιν θέλουσιν εὑρεθῆ ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἀποφασίσουν περὶ τὴν τύχην τῆς ἀνθρωπότητος. Ἀλλὰ δὲν μᾶς δίδει βεβαίως μέγα θάρρος, διὰ τὸ ζήτημα τῶν δικαίων αὐτῶν, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐμφανίζονται. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸ ὑπόμνημα τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, τὸ δημοσιευθὲν κατὰ τὸ τέλος τῶν νικηφόρων ἡμῶν πολέμων τοῦ 1912–1913 καὶ τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη ἐν Ἑλληνικῇ μεταφράσει εἰς τὴν «Ἐφημερίδα» τῆς 12ης καὶ 13ης Μαρτίου 1914. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ μελετήσωμεν τοῦτο βλέπομεν ἀκριβῶς ὅτι θέλει νὰ παραστῇ ὡς κίνδυνος αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς τῆς ὑποστάσεως τῆς Ἰταλίας τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας, ἐφόσον αἱ δύο του πλευραί, τὰ δύο του ἄκρα κατέχονται παρὰ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς Δυνάμεως αὐτὴ δὲ ἡ δύναμις εἶναι ἡ Ἑλλάς. Δὲν ἀρκεῖ κατὰ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ἡ οὐδετεροποίησις τῶν στενῶν τῆς Κερκύρας, ἵνα λείψῃ ὁ κατὰ τῆς Ἰταλίας κίνδυνος. Ἀπαιτεῖται, ὅπως τὴν μίαν τῶν πλευρῶν κατέχῃ ἕτερον Κράτος καὶ οὐχὶ τὸ Ἑλληνικόν. Μᾶς δίδει δὲ μίαν περίεργον ἀντίληψιν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐννοεῖ τὴν βάσιν τῶν συνθηκῶν, τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν, τὴν τήρησιν τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος δίδεται ἀπὸ Κράτος εἰς Κράτος, τὸ Ἰταλικὸν ἐκεῖνο ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀρκεῖται εἰς συνθήκας διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ οὐδετεροποίησις, ἀλλὰ θέλει κατοχήν. Ποίας ἰδέας περὶ τῶν συνθηκῶν ἔχουν οἱ Μεγάλοι ἡμῶν Σύμμαχοι, πολλάκις κατεδείχθη ἐν τοῖς πράγμασι, ὅτι ἐλέχθη καὶ πολλάκις ἐπανελήφθη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τὸ εἴπωμεν. Ἀλλ’ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας εἶναι ἐπικίνδυνον διὰ τὴν Ἰταλίαν προκαλοῦσι σήμερον τὸ μειδίαμα, ἂν παρατηρηθῇ, ὅτι ἐκ τῆς ἐξελίξεως τοῦ τελευταίου πολέμου τὸ ὑποβρύχιον καὶ τὸ ἀεροπλάνον κατέδειξαν τοιαύτην δρᾶσιν, ὥστε πλεῖστοι ὅροι τοῦ πολέμου ν’ ἀνατρέπωνται, ἐν τούτοις δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει διότι ἐλησμονήθη, ὅτι εἰς τὰ 1912 καὶ 1913 δὲν ὑπῆρχον τοὐλάχιστον τελειοποιημένα, ὅπως ἐμφανίζονται σήμερον. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐμποιεῖ ἔκπληξιν πῶς εἶναι δυνατὸν ἓν ὑπόμνημα πολεμικὸν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ ὅρους ὅλως διόλου διαφορετικοὺς τῶν νῦν ὑφισταμένων, ἐμφανίζεται καὶ σήμερον ἀκριβῶς, ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ μιᾶς εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς. Τίθεται, ὡς λόγος τὸ ὅτι τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας ἀπετέλεσε πάντοτε τὸν κίνδυνον κατὰ τῆς Ἰταλίας, τὰ δὲ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ ὑπόμνημα, τὰ ἱστορικά, διὰ νὰ βεβαιώσουν τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ πραγματικόν, κατὰ τὴν Ἰταλικὴν ἀντίληψιν, εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὸ ἐναντίον, ὅτι δηλαδὴ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετεχειρίσθησαν τὰ στενὰ τῆς Κερκύρας καὶ ἐπεκαλέσθησαν λόγους ὑπὲρ αὐτῶν, δὲν τοὺς ἐπεκαλέσθησαν, διότι ἐπιβουλεύθησαν τὴν ἰδίαν αὐτῶν χώραν, ἀλλὰ τὴν ἐπεκαλέσθησαν, διότι ἐπρόκειτο περὶ κατακτήσεως τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Οὕτω ἡ ἀναφερομένη κατάκτησις τῆς Κερκύρας περὶ Τεύκλας βασιλίσσης τῶν Ἰλλυριῶν, ἐν Ἀνατολῇ καὶ διὰ τὴν Ἀνατολὴν οὐδαμῶς ἐνήργει ἀσφαλῶς κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐστρέφετο. Ὅταν μᾶς ἀναφέρουν, ὅτι ἡ κατοχὴ τῆς Κερκύρας καὶ τῶν στενῶν της παρὰ τῆς Βενετικῆς δημοκρατίας ηὐνόησε τὴν ἐπιστρατείαν τοῦ Μοροζίνη ἐν Πελοποννήσῳ κατὰ τὰ τέλη τῆς 17ης ἑκατονταετηρίδος, βεβαίως δὲν λέγω τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἔβλαψε τὴν Ἰταλίαν. Ὅταν ἀναφέρωσι τὴν κατοχὴν τῆς Κερκύρας, παρὰ τοῦ στρατηγοῦ τότε Ναπολέοντος Βοναπάρτου, ὁ ὁποῖος μετεχειρίσθη τὰς Ἰονίους νήσους κατὰ τὴν ἔκθεσίν του πρὸς τὸ Διευθυντήριον τῶν Παρισίων, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὴν τυχὸν κατάρρευσιν τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἤθελε ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἶναι πλησίον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ αὐτὸς τὰς Γαλλικὰς τότε ἰδέας περὶ κτήσεως μέρους τῆς Αὐτοκρατορίας αὐτῆς, βεβαίως δὲν μᾶς λέγει τι τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ κίνδυνον τῆς Ἰταλίας ἀλλὰ τουναντίον ἀφορᾷ κίνδυνον κατακτητικὸν Ἑλληνικῆς γῆς. Δὲν ἀναφέρεται ἐν τούτοις ἡ παρὰ τῶν Νορμανδῶν κατάκτησις τῆς Κερκύρας, τελευτῶντος τοῦ 11ου αἰῶνος, διὰ τὴν κατὰ τοῦ Δυρραχίου ἐκστρατείαν, διότι προὐχώρησαν οἱ πειραταὶ ἐκεῖνοι μέχρι Καστορίας, καταφανῶς δὲ ἐκ τούτου φαίνεται τί σημαίνει κατοχὴ τῆς Κερκύρας διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀντιθέτως οὐδεμία γίνεται ἱστορικὴ μνεία εἰς τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ περὶ τῶν ἐκστρατειῶν αἱ ὁποῖαι ἐστράφησαν κατὰ τῆς Ἰταλίας ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων καὶ δὲν ἀγνοεῖ τοῦτο οὐδεὶς διότι εἰς καμμίαν τῶν ἐκστρατειῶν αὐτῶν αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς ἠπείλησαν τὴν κατοχὴν τῆς Ἰταλίας καὶ ἐπέτυχον αὐτὴν καὶ οὐδένα ἀπολύτως ρόλον, οὐδὲν ἀπολύτως πρόσωπον ἔπαιξαν ἡ Κέρκυρα καὶ τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐκστρατείαν τῶν Ἀθηναίων ἐπὶ Σικελίαν κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸν πόλεμον ἡ ὁποία ἀπέβλεπε εἰς τὴν κατοχὴν τῆς Σικελίας καὶ διὰ τῆς Σικελίας εἰς τὴν κατοχὴν τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς· οὐδαμῶς ἀναφέρεται ἡ Κέρκυρα. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐκστρατείαν τοῦ Πύρρου τῆς Ἠπείρου ἐναντίον τῶν Ρωμαίων· ἀπέβλεπεν ὁ Πύρρος εἰς τὸ Ἰταλικὸν ἔδαφος οὐδαμῶς ἐχρησιμοποίησε τὴν Κέρκυραν οὔτε τὰ στενά της. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰς ἐκστρατείας τοῦ Βελισσαρίου καὶ τοῦ Ναρσῆ ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορος ἡμῶν Ἰουστινιανοῦ ἀρχομένου τοῦ 6ου αἰῶνος. Ὁ Βελισσάριος κατέλαβε τὴν Σικελίαν καὶ χρησιμοποιήσας ταύτην ὡς ὁρμητήριον ἐξεστράτευσε ἐναντίον τῆς Ἀφρικῆς διὰ νὰ ὑποτάξῃ τοὺς Βανδήλους, κατόπιν δὲ στραφεὶς κατὰ τῆς Ἰταλίας ὑπέταξε τὸ μεγαλύτερον μέρος αὐτῆς. Ὁ Ναρσῆς ὑπέταξε τὴν Ἰταλίαν ἀργότερον, οὐδαμῶς εἰς τὰς ἐκστρατείας αὐτὰς ἐχρησιμοποιήθη ἡ Κέρκυρα. Καὶ ἐρωτᾶται σήμερον ἐρχόμεθα νὰ εἴδωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κέρκυρα ἡ ὁποία ἀπετέλεσε πάντοτε τὸ ὁρμητήριον παντὸς ἐπιδρομέως ἐναντίον τῆς Ἑλληνίδος γῆς, ἰδιαίτατα δὲ ἐναντίον τῆς Ἀνατολικῆς ἡμῶν αὐτοκρατορίας ἡ Κέρκυρα σήμερον γίνεται προσπάθεια νὰ παρασταθῇ ὅτι ἀποτελεῖ τὸν κατ’ ἐξοχὴν κίνδυνον διὰ τὸ κράτος διὰ τὸ ὁποῖον δὲν θέλομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εἴμεθα φίλοι καὶ δὲν ζητοῦμεν ἄλλο ἢ νὰ ἀρθῶσιν αἱ παρεξηγήσεις αἱ ὁποῖαι μέχρι τῆς στιγμῆς ὑπάρχωσι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον βλέπομεν ἐν τοῖς λόγοις ἐπιζητούμενον χωρὶς δυστυχῶς νὰ τὸ βλέπωμεν καὶ εἰς τὰ ἔργα πραγματοποιούμενον. Ἀλλὰ πῶς δὲν θὰ ὑπῆρχον αὐταὶ αἱ περίεργοι φῆμαι, αἱ ἀδέσποτοι διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὸν κόσμον εἰς τοιαύτην ψυχολογικὴν κατάστασιν, ὥστε μόνον οὐχὶ νὰ γίνωνται πιστευταί, τοὐλάχιστον νὰ φαίνωνται ὡς τοιαῦται. Ἑπομένως ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ὁποῖος δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀσκῶν βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς. Ὅπου δήποτε ἐμφανίζονται Ἑλληνικὰ συμφέροντα κατὰ σύμπτωσιν μοιραίαν ἐμφανίζονται πάντοτε καὶ Ἰταλικὰ ἐτρεπόμεθα πρὸς τὴν Ἤπειρον, τὴν ἀπεκαλέσαμεν καὶ Βόρειον ἀκόμη, ἠθελήσαμεν νὰ διαιρέσωμεν τὸ ἀδιαίρετον, τὸ διηρέσαμεν καὶ αὐτὸ χάριν εὐνοίας πρὸς τὴν πολιτικὴν μιᾶς Μεγάλης Δυνάμεως. Καὶ εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον κατὰ χάριν διηρέσαμεν, εὑρέθη ὅτι διεπράξαμεν λάθος, διότι ἡ διαίρεσις ἐπέφερεν ἀφορμὴν πρὸς ἐπέμβασιν, ἐπέμβασιν ἡ ὁποία εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα ἄλλας φήμας, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι βεβαίως νὰ δεχθῶ, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἔφθασαν εἰς τὰ ὦτα τῶν ἁρμοδίων ἐπισήμων κύκλων, οὗτοι διεδήλωσαν τὴν ὀδύνην αὑτῶν τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθησαν, διότι διεδόθησαν τοιαῦτα πράγματα περὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου, βιαιοπραγίαι δηλαδὴ Ἰταλικαί. Ἑπομένως ἀφοῦ οἱ ἐπίσημοι κύκλοι ἐξέφρασαν τὴν ὀδύνην αὐτῶν, ὄχι ὅταν συνέβαινον τὰ γεγονότα, ἀλλ’ ὅταν διεδόθησαν, ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ τὴν συμμερισθῶμεν τοὐλάχιστον νὰ τοῖς ὑπενθυμίσωμεν ὅτι κἄτι ἠσθάνθημεν καὶ ἡμεῖς πρὸ τοῦ αἰσθανθῶσιν οὗτοι ὀδύνην. Διότι ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ Σῶμα συμμετέχει τῆς ὀδύνης των, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ θελήσω κἂν νὰ τὸ δεχθῶ, ἀλλ’ ἀντιπαρέρχομαι δηλῶν ὅτι, δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον νὰ μᾶς ἀφήσουν ἡσύχους. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἡμεῖς ἐπεκτάσεως ἐκεῖ ὅπου ἴσως ἐθνικὰ ἰδεώδη θὰ ἠδύναντο νὰ μᾶς ὠθήσουν. Οὐχὶ δὲν ἀναμιγνυόμεθα εἰς αὐτά. Ὁ Ἑλληνισμὸς, τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα εἶναι ζήτημα ἐὰν ἔχῃ ὅρια κύριοι. Εἶναι ζήτημα ἂν ἔχῃ τοιαῦτα μέχρι ποῦ ταῦτα φθάνουσιν, διότι ἐὰν γνωρίζωμεν ἀπὸ ποῦ ἀρχίζουν, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῇ ποτὲ ποῦ φθάνουν, οὔτε ἔχει ὅρια τὸ ἀπεριόριστον. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ μέσῳ ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, ἐν τῷ μέσῳ ὁμογενῶν ἡμῶν ἐμφανίζονται στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι νὰ παραστήσωσι, ἐμφυλλοχωροῦσι ξένα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλουσι κἂν νὰ θεωρῶσιν ὡς ἑλληνικὰ ἐδάφη αἰωνίως τοιαῦτα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰ πραγματικὰ περιστατικά. Καὶ πρὸς τοῦτο ἂς ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο, προκειμένου τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ ζητήματος τῆς Βορείου Ἠπείρου ἡ περίφημος περιοδεία τῶν ἀντιπροσώπων τῶν μεγάλων Δυγόμενων, ὅτε ὁ εἷς ἀντιπρόσωπος τῶν δύο ἀντάξια συμφέροντα ἐχουσῶν συμμάχων ὅμως τότε δυνάμεων εἰσήρχοντο ἀπὸ τὸ παράθυρον καὶ ἄλλος ἀπὸ τὴν στέγην διότι ὁ εἷς εἶχε συμφέρον ἡ οἰκογένεια νὰ φαίνηται πῶς εἶναι Ἑλληνική, ὁ ἄλλος Ἀλβανικὴ καὶ ὁ ἄλλος Μωαμεθανική, χωρὶς νὰ θέλω λέγω νὰ ἀναμιχθῶ, δικαιούμεθα, νομίζω, νὰ ζητῶμεν μόνον νὰ μᾶς ἀφήσουν ἡσύχους, σήμερον ὅτε ἡμεῖς δὲν ἀποβλέπομεν εἰς κατακτήσεις. Ἐν τῇ μακροτάτῃ ἡμῶν ἱστορικῇ διαδρομῇ δὲν κατεκτήσαμεν ποτὲ κανένα δὲν ὑπεδουλώσαμεν ποτὲ κανένα, μετὰ τὸν ἐκπολιτισμὸν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, διαρκούσης τῆς Ἀνατολικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐπὶ χίλια καὶ πλέον ἔτη ἐλεύθεροι καὶ πεντακόσια περίπου ἔτη δοῦλοι συμμετείχομεν τῆς δουλείας συμμετείχομεν καὶ τῆς ἐλευθερίας μετ’ ἄλλων λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, τοὺς ὁποίους οὐδέποτε ὑπεδουλώσαμεν οὔτε κἂν ἐξελληνίσαμεν, ἁπλῶς μόνον ἐξεχριστιανίσαμεν, ἐξεπολιτίσαμεν. Διότι τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα δὲν ἔχει ἀνάγκην προπαγάνδας, δὲν χρειάζεται τὰ στοιχεῖα τῆς ἐξαπλώσεως τῶν ἰδεῶν του διὰ παντὸς μέσου τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφερεν ἡ Δύσις καὶ ἅτινα τόσον ἐπιτηδείως ἡ Ρώμη ἐκαλλιέργησεν. Ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου μέχρι σήμερον, μόνον ἐξεπολιτίσαμεν τοὺς λαούς, πολεμοῦντες κατὰ τῶν ἐπιδρομῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἀμυνόμενοι πρὸς τὴν ὑπονομεύουσαν ἡμᾶς Δύσιν. Ὥστε χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἰσαχθῶ εἰς τὰς λεπτομερείας χωρὶς νὰ προσέξω εἰς τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο περὶ τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας ἐδημιούργησαν χωρὶς νὰ θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει ὅτι ἠπειλεῖτο ἐκτὸς τῆς Ἰταλίας καὶ ἡ σύμμαχος Αὐστρία καὶ ὁ Γερμανικὸς στόλος, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο εἰς τὸ Ἀδριατικόν, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ὑπολογίσω ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ὅπως τὴν ἀνέφερεν καὶ τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ εἶναι μία μετρία ναυτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία μόνη της δὲν εἶνε ἐπίφοβος, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ καταστῇ τοιαύτη, ἐφ’ ὅσον εἶναι σύμμαχος μετ’ ἄλλης Δυνάμεως, τώρα ὅπως εἶναι τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ τερματισθέντος τοῦ πολέμου, ὅτε συμμάχου ἡμῶν, ἡ κατοχὴ τῆς Κερκύρας ἢ τοῦ στενοῦ αὐτῆς οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει διὰ τὴν Ἰταλίαν ἥτις μόνον ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν ἀπειλεῖται, διὸ καὶ ἐλήθη τῶν συνθηκῶν. Ἑπομένως νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον ἴσως δὲ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι καὶ πρέπον νὰ ἔλθῃ τοιοῦτον ζήτημα ἀπὸ στόματος μάλιστα ἑνὸς ἐπισήμου προσώπου τὸ ὁποῖον ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν διώκησε τὰ ἐξωτερικὰ τῆς Ἰταλίας πράγματα. Κίνδυνος ἐκ μέρους τῆς θαλασσοκρατείρας ὑπάρχει ἀπὸ τὴν Μάλταν, ὑπάρχει ἀπὸ τὴν Μπιζέρταν, τὰ στενὰ τῆς Κερκύρας οὐδεμίαν ἀπολύτως σημασίαν ἔχουσιν Ἐὰν μόνον ἓν ζήτημα εἶναι ἀκριβῶς τὸ ὅτι παραπάνω τῆς Κερκύρας πρόκειται ὁ Αὐλών. Ἥτις εἶνε καὶ αὐτὴ ζήτημα Ἑλληνικὸν ὅμως. Εἶναι ἀνάγκη φαίνεται νὰ λησμονήσωμεν τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἔθεσεν ἡ Μεγάλη Ἀμερικανικὴ Συμπολιτεία καὶ τὰς ὁποίας ἀπεδέχθησαν τὰ σύμμαχα Κράτη εἶναι περίστασις νὰ λησμονήσωμεν ὅτι μαχόμεθα ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῶν ἐθνικοτήτων τὴν ὁποίαν οἱ Ἰταλοὶ ἐδημιούργησαν διότι τοὺς συνέφερεν τότε τοὺς ἐμιμήθημεν δὲ καὶ ἡμεῖς διότι ἦτο Ἰταλικὴ ἰδέα, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὴν ἐπιρροὴν τὴν ὁποίαν ὁ τόπος ἐκεῖνος πνευματικῶς καὶ ἐπικοινωνιστικῶς εἶχεν ἄλλοτε μὲ ἡμᾶς· συνεπάσχομεν τότε μὲ τὰ δεινά τους, συνεπολεμοῦμεν ἐναντίον τῶν τυράνων τους ὄχι ὅμως βεβαίως ἵνα τοὺς ἴδωμεν ἐπιζητῶντας νὰ μεταβληθῶσι αὐτοὶ εἰς τυράνους. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κατελύεται μία Αὐστρία, καταλύεται εἰς ἐπίφοβος κατακτητὴς τοῦτο δὲν γίνεται διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἕτερος, ὄχι βεβαίως ἵνα τὴν ἑπομένην τῆς εἰρήνης ἀρχίσωσιν οἱ ἐξοπλισμοὶ, ἀρχίσωσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ τερατώδη πράγματα τὰ ὁποῖα εἴδομεν εἰς τὸ παρελθόν, χάριν τῆς προστασίας τῆς ἀρχῆς τῶν ἐθνικοτήτων ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀμύνονται μόνον ἐν τοῖς λόγοις ἀλλὰ δυστυχῶς διαψεύδωνται ἐν τοῖς πράγμασι. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ εἶμαι δριμὶς, διότι εὑρισκόμεθα ἀκριβῶς εἰς τὸ τέρμα, εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ δικαστηρίου τὸ ὁποῖον ἔθηκεν ὡς βάσιν τὰς μεγάλας, τὰς ὑψηλὰς αὐτὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἐπὶ αἰῶνας μάτην οἱ λαοὶ ἀνέμενον νὰ ἴδωσι πραγματοποιούμενοι. Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι πρὸ τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ Ἰταλικὰ δίκαια βεβαίως, ἀλλὰ πρῶτον θὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς δίκαια καὶ ὅταν ἀναγνωρισθῶσιν ὡς τοιαῦτα τότε βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν. Ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ ζητοῦμεν καὶ δι’ ἡμᾶς. Ἔχομεν δὲ τὴν ἀξίωσιν ὅτι θὰ ἀκουσθῶμεν καὶ πρέπει δὲ νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἰταλικὸς λαὸς ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ δὲν ἔχῃ ἐχθρόν, ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ δὲν ἔχῃ ἐπίβουλον ἐναντίον του. Δὲν ἐλησμονήσαμεν βεβαίως τὴν Μεγάλην Ἑλλάδα, δὲν ἐλησμονήσαμεν τὴν Ραβένναν οὔτε τὸ θέμα τῆς Κογγιβαρδίας μὲ τὴν Βέρτυ, ὄχι, ἀλλ’ αὐταὶ εἶναι ἱστορικαὶ ἀναμνήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχηται μίαν ἀφορμὴν ἔτι μᾶλλον μεγαλυτέρας συνδέσεως μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Τὸ νὰ θέλωσι νὰ ὑποδαυλίζωσι πάθη καὶ μίση εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας τὰ πτερὰ τῆς εἰρήνης ἁπλώνονται γενικῶς ἐπὶ τοῦ κόσμου σύμπαντος, τὸ τοιοῦτον νομίζω, ὅτι οὐχὶ μόνον εἶναι ἀντικανονικὸν, καὶ ἄδικον ἀλλὰ περιπλέον καὶ ἀντιπατριωτικόν. Εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας ἔχωμεν ὅλοι τὴν πρόθεσιν ν’ ἀσπασθῶμεν ἀλλήλους, εἰλικρινῶς, δεδομένου ὅτι οἱ λαοὶ δὲν ζητοῦσιν τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον νὰ ζήσωσιν καὶ νὰ ζήσωσιν ἐλεύθεροι ὑπὸ τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὴν φυλήν, ὑπὸ τὰ γράμματα ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν. Ἡ Ἰταλία ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ ἄλλην μορφήν, ὑπὸ ἄλλην ἐκπαίδευσιν ὑπὸ ἄλλα γράμματα, ἴσως νὰ εἶναι ἐπιτηδεία καὶ χρήσιμος διὰ βαρβάρους λαοὺς καὶ ἀπολιτίστους ἀλλὰ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸν διδάξαντα καὶ ἐκπολιτίσαντα τοὺς Ἰταλοὺς ἀποτελοῦσιν ἔναυσμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ καταπατήσωμεν, νὰ κατασβέσωμεν παρὰ νὰ τὸ ἀφήσωμεν ν’ ἀνάψῃ διὰ νὰ ἐκραγῇ τρομερὰ πυρκαϊά. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτζιᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§110Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἀνέμενον τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἵνα ἡσυχάσω ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς νήσου Κερκύρας καθ’ ὅσον ἦτο ἀδύνατον νὰ πιστεύσω εἰς διαδόσεις τῶν τριόδων καὶ τοῦτο διότι φαίνεται ἀπολύτως ἀδύνατον τὸ Ἰταλικὸν κράτος νὰ φθάσῃ εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε νὰ ἐπιδιώξῃ οἱουσδήποτε τίτλους ἐπὶ κράτους καὶ λαοῦ μὲ τὸν ὁποῖον οὐδὲν τὸ συνδέει, καὶ τοῦτο ἐναντίον τοῦ δικαίου τῶν ἐθνοτήτων ἐναντίον τοῦ δικαιώματος τῶν λαῶν νὰ κανονίζωσι μόνοι τὴν τύχην των χάριν τοῦ ὁποίου ἐπολέμησεν ἡ Ἰταλία ἐν συμμαχίᾳ μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο δὲ θὰ ἦτο ἐναντίον καὶ τῶν παραδόσεων τῆς χώρας καὶ τῶν παραδόσεων τῆς Κερκύρας ἡ ὁποία ἀπὸ ἀρχῆς μέχρι τέλους δὲν ἐπετέλει ἢ ἕνα ἀγῶνα ἑλληνικὸν καὶ μόνον ἑλληνικόν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§112Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει διὰ τὴν νῆσον Κέρκυραν, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὅλα τὰ διαδοθέντα περὶ ἐνεργειῶν ὄχι ἐπισήμων ἰταλικῶν, ἀλλὰ ἐνεργειῶν ἴσως ὀργάνων προπαγανδιστικῶν ἐν Κερκύρᾳ, ὅτι ὅλα τὰ σπερμολογήματα ταῦτα ἦσαν ἀκριβῆ καὶ ὅτι οὐδ’ ὁ ἐλάχιστος ὑφίσταται κίνδυνος, ὅτι εἶνε δυνατὴ οἱαδήποτε κατεύθυνσις τῆς ἰταλικῆς πολιτικῆς νὰ προβῇ εἰς διεκδίκησιν ἐπὶ τῆς νήσου Κερκύρας. Ἀλλὰ ζήτημα γεννᾶται σήμερον. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως οὐχὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς νήσου Κερκύρας, ἀλλὰ διὰ τὰ ζητήματα τὰ συνδεόμενα μὲ τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σοκόλης, ὅστις τόσον εὐγλώττως καὶ ἐμπεριστατωμένως ἀνέπτυξε τὸ θέμα, ἐμνήσθη δημοσιεύματος, τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα ἐν ἔτει 1914. Ἦτο τοῦτο ὁλόκληρον ὑπόμνημα τοῦ Ἰταλικοῦ ἐπιτελείου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὑπεστηρίχθη ἀξίωσις τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τοῦ Λονδίνου τοῦ κληθέντος νὰ διευθετήσῃ τὰ πορίσματα τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου, ἡ ἀξίωσις, λέγω, τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς οὐδετερότητος τῶν στενῶν τῆς Κερκύρας. Τὸ Ἰταλικὸν τοῦτο ὑπόμνημα ἔθηκε τὴν βάσιν τῆς ἰταλικῆς ἀξιώσεως ἐπὶ τοῦ κινδύνου τὸν ὁποῖον διέτρεξεν ἢ ἤθελε διατρέξει ἡ Ἰταλία ἕνεκεν τῶν στενῶν, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ καταστῶσιν ὁρμητήριον ἐχθρικῶν στόλων, ἀπειλούντων τὴν ἀσφάλειαν τῶν πολεμικῶν της λιμένων καὶ ἰδίως τοῦ στενοῦ τοῦ Ὀτράντο, στόλων ἐχθροῦ, ὅστις θὰ ἦτο κύριος τῶν στενῶν τῆς Κερκύρας πολεμικῶς παρασκευσμένων». Μεγάλη ἔκπληξις ἐγεννήθη τότε, ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ ὑπόμνημα, ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι διέτρεχε κίνδυνον ἡ Ἰταλικὴ χερσόνησος ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου. Ὑπετέθη ὅτι ἐμωράνθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, μόλις ἀπαρτισθὲν ἐκ 5.000.000 ψυχῶν τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν οὐδὲν πρὸς δυσμὰς νὰ διεκδικήσῃ, ἀλλὰ ἀπέβλεπε μόνον πρὸς Ἀνατολὰς καὶ πάντοτε πρὸς Ἀνατολὰς ἐμωράνθη νὰ διαπράξῃ τοιαύτην ἐνέργειαν ὥστε νὰ ἀνταπεξέλθῃ διὰ τοῦ στόλου του κατὰ τῶν στόλων τῆς Ἰταλίας. Καὶ τίνας δυνάμεις εἶχε νὰ παρατάξῃ ἡ Ἑλλὰς ἐναντίον τῆς ἰταλικῆς ἰσχύος; Ἀλλὰ τὸ ὑπόμνημα, ἀφοῦ ἐξεδήλου τοὺς κινδύνους τοὺς ἐκ τῆς Ἑλλάδος, προσέθετε τοὺς κινδύνους τοὺς ἐκ τῶν ἐνδεχομένων συμμάχων τῆς Ἑλλάδος, Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο διετυποῦτο, ἡ Ἰταλία εὑρίσκετο ἐντεταγμένη ἐν τῇ Τριπλῇ κεντρικῇ συμμαχίᾳ, ἦτο δὲ ἐξ ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς καὶ ἐκ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τῆς χώρας ἐνδεδειγμένον, ὅτι τῆς Ἑλλάδος ἡ θέσις ἦτο παρὰ τὸ πλευρὸν ἐκείνων τῶν Δυνάμεων, αἵτινες κρατοῦσι ναυτικῶς τῆς Μεσογείου. Ρητῶς δὲ τὸ ὑπόμνημα ὑπεδήλου τοὺς κινδύνους, οὓς ἡ Γαλλία ἀπὸ Μπιζάρτας καὶ ἡ Ἀγγλία ἀπὸ Μάλτας θὰ κατήρτιζον εἰς τὸ στενὸ τῆς Κερκύρας ἐν συμμαχικῇ πράξει μετὰ τῆς Ἑλλάδος βάσιν ναυτικὴν καὶ ὁρμητήριον, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀπεκλείετο ἡ Ἀδριατικὴ θάλασσα. Ἀλλὰ σήμερον ἡ Ἰταλία εἶνε ἐντεταγμένη εἰς τὸ στρατόπεδον τὸ ναυτικὸν τὸ κρατοῦν τὴν κυριαρχίαν τῆς θαλάσσης ἐν τῷ κόσμῳ, ἔχει καταλελυμένην τῆς αὐτοκρατορίαν τῆς Αὐστρίας καὶ ἐνῷ κυριαρχεῖ ἡ Ἰταλία τῆς μιᾶς πλευρᾶς, σήμερον ἐξέλιπεν ἀπὸ τῆς ἀνατολικῆς ἀκτῆς τοῦ Ἀδριατικοῦ ἐκείνη ἡ Δύναμις, ἥτις εἶχε τὰ ἀνώτερα ὁρμητήρια ἐν τῷ Ἀδριατικῷ. Σήμερον λοιπὸν ἐν τῇ Ἀδριατικῇ κυρίαρχος καὶ μόνη εἶνε αὐτὴ ἡ δύναμις ἡ Ἰταλική. Ἐνόσῳ δὲ ἡ Ἀδριατικὴ θάλασσα εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ Ἰταλικοῦ στόλου καὶ ἐνόσῳ εἶνε σύμμαχος μετὰ τῶν ἄλλων ναυτικῶν Δυνάμεων καὶ ἐν συμμαχίᾳ ἥτις λόγῳ τῶν συνολικῶν γεγονότων τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν ὅρων, οἵτινες συνεφωνήθησαν μετὰ τῶν συμμάχων, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ διαρρηχθῇ οὔτε ἐντὸς 5 οὔτε ἐντὸς δέκα ἐτῶν, ἀλλὰ θὰ διανύσῃ τὸ στάδιον μιᾶς γενεᾶς τοὐλάχιστον, οἱ κίνδυνοι οὗτοι εἶνε ἕωλοι. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα τότε παρετάσσοντο, οὐχὶ βεβαίως καὶ τότε ἐκ τῶν πραγμάτων στηριζόμενα, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε παρετάσσοντο ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα ἀπώλεσαν καὶ τὴν φαινομενικὴν αὐτῶν βάσιν. Ἀλλὰ σήμερον τί ὑπάρχει ὄπισθεν τῆς ἀνάγκης τῆς οὐδετερότητος τῶν στενῶν τῆς Κερκύρας; Συζητῶ, κύριοι, τὸ θέμα καὶ ζητῶ τὴν συγγνώμην τῆς Βουλῆς, διότι τὴν ἀπασχολῶ, ἀλλὰ τὸ θέμα εἶνε σπουδαιότατον, ἡ σπουδαιότης δὲ δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὸ ὅ,τι πάντες γινώσκομεν διὰ τὰς ἰταλικὰς διεκδικήσεις. Ἀλλὰ σήμερον ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Γερουσίας προσωπικότης περιφανεστάτη τῆς Ἰταλικῆς Γερουσίας, ὁ κ. Τιττόνι, ὅστις ὑπῆρξεν εἷς τῶν περινουστέρων διπλωματῶν ἐν μέσῳ τῆς πλειάδος τῶν ἐξοχοτήτων, τὰς ὁποίας διαθέτει πάντοτε ἡ ἰταλικὴ διπλωματία, ἀλλ’ ἐδείχθη ἅμα καὶ εἰς τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν ἀκραιφνὴς φίλος τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εἰδικῶς μάλιστα ἐμνήσθη ὁ ἴδιος ὅτι κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐξελίξεως τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος ὑπῆρξε ὁ Τιττόνι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἀμέσου ἑνώσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἀκριβῶς δὲ διότι ἐμνήσθη ὁ ἴδιος τοῦ ἱστορικοῦ τούτου γεγονότος καὶ ἀκριβῶς διότι ἐξεδήλωσε φιλελληνισμὸν εἰς περιστάσεις καθ’ ἃς δὲν ὑπῆρχε σύγκρουσις τῶν ἰταλικῶν συμφερόντων πρὸς τὰ ἑλληνικά, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἡ γνώμη αὐτοῦ ἔχει περισσοτέραν ἀξίαν, διότι ἀποδεικνύει ὅτι ἐν τῇ ἰταλικῇ ψυχῇ εἶνε τοιαύτη ἡ σοβαρότης τῆς ἀξιώσεως ταύτης ἐπὶ τῶν Ἠπειρωτικῶν ἐδαφῶν, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ πάντοτε ἀγαπήσαντες τὴν Ἑλλάδα πολιτευόμενοι τῆς Ἰταλίας αἴρουσι πᾶσαν συμπάθειαν πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀπέναντι τῆς ἀξιώσεως ταύτης τῆς Ἰταλικῆς. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἀποδίδω ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὴν γνώμην τοῦ Τιττόνι. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ἐξεδηλώθη ἡ ἀνάγκη τῆς οὐδετεροποιήσεως τῶν στενῶν καὶ ἐγείρεται τὸ ζήτημα τί ἐστὶν ἡ οὐδετεροποίησις τῶν στενῶν; Ἡ οὐδετεροποίησις γινώσκουσιν ὅλοι καὶ οἱ ἄκροις δακτύλοις ἁψάμενοι τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ὅτι διενεργεῖται κατὰ τρόπον ἁπλούστατον, διὰ διεθνοῦς συμβάσεως διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται διεθνὴς δουλεία εἰς τὸ μέρος τὸ οὐδετεροποιούμενον. Ἀκριβῶς δὲ τοιαύτη σύμβασις ὑπῆρξεν ἡ μεταξὺ Ἀγγλίας, ὡς παραχωρούσης, καὶ Ρωσσίας, Γαλλίας Ἑλλάδος, Πρωσσίας καὶ Αὐστροουγγαρίας σύμβασις, δι’ ἧς παρεχωρήθησαν αἱ Ἰόνιοι νῆσοι καὶ καθωρίσθη εἰς τὴν Κέρκυραν διεθνὴς δουλεία οὐδετερότητος, ἤτοι ὅτι δὲν θὰ ἀποτελέσῃ ὁρμητήριον πολεμικὸν ἐναντίον οἱουδήποτε. Μήπως ἆρά γε περὶ τούτου πρόκειται σήμερον; Μήπως ζητοῦσι τὴν ἐξουδετέρωσιν τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας διὰ διεθνοῦς συμβάσεως; Ὑποθέτω ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν δυσπιστίαν τὴν ὁποίαν θὰ ἐξεδήλωνα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πολιτικὴν μία τοιαύτη ἀξίωσις διεθνοῦς συμβάσεως ἐξουδετερώσεως τῶν στενῶν, προκειμένου νὰ ἀποφύγῃ προστριβὰς πρὸς φίλον καὶ σύμμαχον Κράτος θὰ ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τοιαύτην διεθνῆ δουλείαν διὰ τὸν μὴ ἐξοπλισμὸν τῶν στενῶν. Καὶ ὑποθέτω καὶ δι’ ἄλλον λόγον ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ τρελλαθῇ νὰ γίνῃ ἀντίπαλος τῆς Ἰταλίας οὐδὲ διαθέτει κἄν τόσον ἰσχυρὰς δυνάμεις ὥστε νὰ διαθέτῃ δύο ὁρμητήρια ναυτικὰ ἓν πρὸς ἀνατολὰς ὅπου εἶνε ἡ ἐνέργειά της, καὶ ἕτερον πρὸς δυσμὰς ὅπου δὲν θὰ εἶνε ἡ ἐνέργειά της. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται δυστυχῶς περὶ τοιαύτης ἐξουδετερώσεως τῶν στενῶν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐξουδετερώσεως τῶν στενῶν τῆς Κερκύρας ὑποκρύπτεται ἡ ἀξίωσις τῆς παραχωρήσεως τῆς Βορείου Ἠπείρου εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος. Κατὰ συνέπειαν ὁλόκληρος ὁ διεθνὴς αὐτὸς ὅρος ὑποκρύπτει οὐδὲν ἕτερον ἢ σφαγιασμὸν ἀκραιφνοῦς Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, ὅστις καλεῖται ὅπως μὴ κἄν ταχθῇ ὑπὸ τὴν πεπολιτισμένην σημαίαν τῆς Ἰταλίας ἀλλ’ ἵνα ταχθῇ ὑπὸ τὴν λίαν πεπολιτισμένην σημαίαν τῆς ἀνυπάρκτου ἔτι Ἀλβανικῆς πολιτείας. Τὸ ζήτημα, Κύριοι τῆς Βορείου Ἠπείρου εἶνε ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἓν νόσημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, νόσημα ἐκ τοῦ ὁποίου πάσχουν ὄχι μόνον οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες ψυχικῶς, ἀλλὰ πάσχουν δεινὰ μέγιστα καὶ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι τῆς Βορείου Ἠπείρου ἀπὸ τὸ 1914. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς προήλασε πρὸς τὸ Ἀργυρόκαστρον καὶ τὸ Δέλβινον κατέχων πρότερον τὴν Χειμάρραν, καὶ διέγραψε τὰ ὅρια τῆς Βορείου Ἠπείρου διὰ τῆς στρατιωτικῆς αὐτοῦ κατοχῆς κατὰ τὸ 1913, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤρξαντο αἱ ἀντιρρήσεις δύο μεγάλων Δυνάμεων τῆς μὲν Ἰταλίας ἀξιούσης ὑπὲρ τῆς Ἀλβανίας τὰ μέχρι τῆς Βορείας Ἠπείρου τὰ πρὸς τὴν Ἀδριατικὴν μὲ τὸ σχετικὸν χίντερλαντ, τῆς δὲ Αὐστρίας διὰ τὴν περιφέρειαν τῆς Κορυτσᾶς. Ἐλύθησαν ὅλα τὰ ζητήματα τὰ Ἑλληνικὰ ἐν τῷ συνεδρίῳ τοῦ Λονδίνου, ἀλλ’ ἡ Ἰταλία καὶ Αὐστρία τότε συνησπισμέναι διὰ τῆς εὐτάξεως αὐτῶν ἐν τῇ τριπλῇ Συμμαχίᾳ, ἥτις πρὸ τοῦ πολέμου εἶχεν εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ζητημάτων τὴν διπλωματικὴν ὑπεροχήν, κατώρθωσαν ἵνα τὸ ζήτημα τῆς Βορείου Ἠπείρου λάβῃ τροπήν, τὸ μὲν ἀποκλειστικῶς κατὰ τῆς Ἑλλάδος, τὸ δὲ νὰ ἀνατεθῇ εἰς κρίσιν τῆς ὁποίας οἱ ὅροι διεγράφησαν τοιοῦτοι ἵνα μὴ εἶναι δυνατὸν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀποφανθῇ ἡ διεθνὴς διπλωματία. Ἡ πρώτη ἀπόφασις τοῦ συνεδρίου τοῦ Λονδίνου ὑπῆρξε καταδικαστικὴ κατὰ τῆς Κορυτσᾶς, διότι ἐπεδίκασεν αὐτὴν παραχρῆμα εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Καθωρίσθη δὲ ὅτι ἡ λοιπὴ περιφέρεια θὰ τεθῇ ὑπὸ ἐξελεγκτικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν ἐπιτοπίαν οὐχὶ περὶ τῆς ἐθνολογικῆς ὑποστάσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐθνογραφικῆς καταστάσεως. Καθώρισε δ’ ἡ διπλωματία, ὅτι τὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς ἐθνογραφικῆς καταστάσεως ἐννοεῖ συναγομένην ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γλώσσης τῆς λαλουμένης ἐν τῷ οἴκῳ, παριδοῦσα ἐντελῶς ποῖοι εἶναι οἱ συντελεσταὶ οἱ ἐκδηλοῦντες τὴν ἐθνικὴν βούλησιν; ὅτι συντελεστής δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα ἡ λαλουμένη ἐν τῷ οἴκῳ, διότι τότε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐγὼ διὰ τὴν πρὸ ἐμοῦ γεννεὰν θὰ ἀνήκωμεν ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν Ἀλβανικὴν συμπολιτείαν καθόσον ἐν τῷ οἴκῳ ἡμῶν ὡμιλεῖτο ἡ Ἀλβανικὴ καὶ ὅλοι δὲ οἱ κατοικοῦντες ἔνδον τῆς Ἀττικῆς θὰ διεξεδικοῦντο ὑπὸ τῆς Ἀλβανίας καὶ οἱ Ὑδραῖοι καὶ οἱ Σπετσιῶται οἵτινες ἐδημιούργησαν ὡς πρόμαχοι τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος θὰ διεξεδικοῦντο καὶ οὗτοι ἵνα προσαρτηθῶσιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Δὲν εἶνε λοιπὸν αὐτὴ ἡ βάσις ἥτις ἔπρεπε νὰ τεθῇ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἐθνολογικῆς ὑποστάσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Βάσις πρὸς τοιαύτην ἐξακρίβωσιν ἔπρεπε νὰ εἶνε ἡ ἐθνικὴ τῶν κατοίκων συνείδησις, ἔπρεπε νὰ εἶνε ἡ γλῶσσα ἡ λαλουμένη οὐχὶ ἐν τῷ οἴκῳ καὶ ἐν τῷ μαγειρείῳ, ἀλλ’ ἡ λαλουμένη ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, εἰς τὸ σχολεῖον ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ διάδοσιν ὑψηλοτέρων ἰδεῶν, ἡ γλῶσσα δὲ αὕτη ἡ κρατοῦσα ὑπῆρξε, ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνική, ἡ γλῶσσα εἰς ἣν ἐξεπαιδεύθησαν ἀποκλειστικῶς, τὴν ὁποίαν ἔμαθον εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, εἰς τὴν ὁποίαν ἐχειραγωγήθησαν διὰ τῶν ἀποστόλων τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχείων, ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦντες ἠσθάνοντο ὅτι ἦσαν Ἕλληνες, ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν μόνην συνησθάνοντο ὡς ἐνδεικνύουσαν τὸν ἐθνισμόν των. Τὴν γλῶσσαν ταύτην, Κύριοι τὴν ἀπέκλεισαν καὶ κατὰ περίεργον σύμπτωσιν ἐνῷ τὴν ἀπέκλεισαν ἀπὸ τὴν ἐθνολογικὴν ἐξέτασιν τῆς Βορείας Ἠπείρου πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς Ἑλληνικῆς ὑποστάσεως καθώρισαν ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ἐλαχίστων Ρουμάνων οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν ἐν τῇ Βορείᾳ Ἠπείρῳ θὰ ἐξητάζετο ἡ ἐθνική των συνείδησις. Ἦτο λοιπὸν προφανὲς ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὑπογραφῆς, διότι διὰ τοὺς ὀλίγους Ρουμάνους οἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσωσι πληθυσμὸν δυνάμενον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ συνείδησιν ὡς πλειονοψηφία δι’ αὐτοὺς ἀπεδέχοντο ὡς βάσιν τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν ἵνα παραχωρήσωσι αὐτοῖς τὰ προνόμοια τὰ κοινοτικά, προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ πληθυσμοῦ ὁ ὁποῖος ἀπετέλει τὴν πλειοψηφίαν ἠρνοῦντο τὸ ἐθνολογικὸν κριτήριον καὶ ἐπέβαλον ὡς κριτήριον τὴν γλῶσσαν τοῦ μαγειρείου καὶ τοῦ πλυντηρίου. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγένετο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας, ὅτι ὅταν μετέβη ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Βορείαν Ἤπειρον ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ τὴν ἐθνογραφικὴν ὑπόστασιν τότε ἐπήδων διὰ τοῦ παραθύρου εἰς τὰς οἰκίας οἱ διάφοροι ἀντιπρόσωποι οὐχὶ διότι ἐδίωκεν ὁ εἷς τὸν ἕτερον ἀλλὰ διότι προσεπάθησαν ὅλοι κρύφα εἰσερχόμενοι εἰς τοὺς οἴκους νὰ βεβαιωθῶσι ποία ἦτο ἡ λαλουμένη γλῶσσα τὴν ὥραν καθ’ ἣν εἰσήρχοντο τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς καθόσον ἐφοβοῦντο μήπως ὡμίλουν Ἑλληνιστὶ διὰ νὰ ἀπατήσωσι δημοσίᾳ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐνῷ πράγματι ὡμίλουν ἐν τῷ οἴκῳ αὐτῶν τὴν Ἀλβανικήν. Ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἐξετάσεως ταύτης ἐγένετο τὸ πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας, τὸ ὁποῖον προσεπεκύρωσε τὴν Βορείαν Ἤπειρον εἰς τὴν Αὐτόνομον Ἀλβανίαν μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας τὰς διακοινώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπέμενεν ἐρρωμένως — καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμήν της — καὶ μετὰ πάσης δεξιότητος ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὡς κριτήριον τῆς ἐθνολογικῆς ὑποστάσεως ἡ Ἐθνικὴ συνείδησις τῶν Ἠπειρωτῶν. Ἀλλ’ ὅταν τὸ συνέδριον τῆς Φλωρεντίας ἐδημοσίευσε τὸ σφαγιαστικὸν αὐτοῦ πρωτόκολλον ἐπῆλθε τιμωρὸς ἡ θεία δίκη διὰ χειρὸς τῶν ἰδίων Ἠπειρωτῶν. Ὅσοι ἦσαν τότε εἰς τὴν Βουλὴν ἐνθυμοῦνται τὰς γενομένας συζητήσεις ἀλλ’ ἐνθυμοῦνται καὶ τὰς γενομένας πράξεις· ἐδημιούργησαν πολιτείαν οἱ ἴδιοι μὴ βοηθούμενοι παρ’ οὐδενὸς διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δεσμευμένη διὰ τῶν διεθνῶν ὑποχρεώσεων ἀλλὰ δεσμευμένη καὶ διὰ τοῦ ὅρου τὸν ὁποῖον ἔταξαν εἰς αὐτὴν αἱ Μ. Δυνάμεις ὅτι ἤθελον προσκυρωθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Μυτιλήνη ἡ Χίος ἡ Σάμος καὶ αἱ Βόρειοι Σποράδες ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὴν περὶ Βορείας Ἠπείρου ἀπόφασιν τοῦ Φλωρεντινοῦ πρωτοκόλλου, οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς Βορειοηπειρώτας συνδρομήν. Ἀλλὰ διὰ τῶν τοπικῶν δυνάμεών των οὗτοι, καὶ βοηθούμενοι δι’ ἀνεπαρκῶν ἐξ Ἑλλάδος ἰδιωτικῶν εἰσφορῶν ἵδρυσαν τὴν Αὐτόνομον Πολιτείαν τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ ἠγωνίσθησαν κρατερῶς ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς των ὑποστάσεως, ἕως οὗ τῇ μεσολαβήσει τῶν Μ. Δυνάμεων ἐπῆλθε ἡ συμφωνία τῆς Κερκύρας κατὰ τὸν Μάϊον 1914 δι’ ἧς ὑπήχθη μὲν εἰς τὸ Ἀλβανικὸν ἡ Βόρειος Ἤπειρος, ἀλλ’ ἀνεγνωρίσθη συγχρόνως ὡς αὐτόνομον τμῆμα τούτου ἔχον ἰδίαν καὶ αὐθυπόστατον ἐθνικὴν συνείδησιν. Κατὰ τὴν νεωτέραν ταύτην διεθνῆ συμφωνίαν, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐλέγχου τῆς Ἀλβανικῆς ἡγεμονίας, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀλβανικῆς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ κυβερνῶντες τὴν Βόρειον Ἤπειρον καθώρισαν ὅτι ὑπάγεται μὲν ἡ Βόρειος Ἤπειρος εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος, ἀλλ’ ἀναγνωρίζεται ἀφ’ ἑτέρου ὡς Βόρειος Ἤπειρος καὶ ὄχι ὡς Νότιος Ἀλβανία. Προσθέτως δὲ ἀναγνωρίζεται ἡ Βόρειος Ἤπειρος ὡς τμῆμα μὲν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους, ἀλλὰ μὲ προνόμια αὐτονομιακά, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑπέρτερα ὅλων τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ στηρίζουσι τὴν ἐθνικὴν Ἑλληνικὴν ὕπαρξιν τῆς Βορείου Ἠπείρου. Καθωρίσθη ὡς βάσις τοῦ συμβιβασμοῦ ἡ συγκρότησις ἐπιτοπίας χωροφυλακῆς, ὅτι ἡ Ἀλβανικὴ χωροφυλακὴ δὲν θὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον, ὅτι ἡ διοίκησις θὰ ἐνεργῆται διὰ συμβουλίων, ὧν τὰ ⅔ θὰ εἶνε μέλη αἱρετὰ ὑπὸ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις θὰ εἶναι Ἑλληνική, τῆς διδασκαλίας τῆς Ἀλβανικῆς περιοριζομένης, ὡς προσθέτου εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Οἱ ὅροι οὗτοι μετ’ ἄλλων πολλῶν, ἐξησφάλισαν τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν τῶν Βορειοηπειρωτῶν καὶ καθώρισαν τὴν Βόρειον Ἤπειρον ὡς ἓν κεχωρισμένον καὶ ἀναπόσπαστον τμῆμα τῆς Ἀλβανίας, ἔχον καὶ δικαιούμενον νὰ διατηρῇ ἰδίαν ἐθνικὴν συνείδησιν, διάφορον ἀπὸ τὴν τοῦ λοιποῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Ἡ συμφωνία αὕτη δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο εἰμὴ ἐθνολογικὴ κατάργησις τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη τὸ πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας. Ταῦτα πάντα, κύριοι, εἶναι ὑπέρτερα παντὸς δημοψηφίσματος καὶ ὑπέρτερα πάσης ἄλλης ἐθνολογικῆς ἐξακριβώσεως. Καθ’ ὃν χρόνον ἐλαμβάνοντο ὑπὸ τῶν Δυνάμεων τὰ μέτρα τῆς ἐθνολογικῆς ἐξακριβώσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Βορ. Ἠπείρου, καθωρίζετο συγχρόνως οἱαδήποτε τάσις πολιτικῶν ἐκδηλώσεων ἢ δημοψηφίσματος τοῦ πληθυσμοῦ ἀπαγορεύεται, ἐγένετο δὲ τοῦτο ἀκριβῶς διότι ἐπεζητεῖτο ὁ ἀποκλεισμὸς πάσης ἐκδηλώσεως τεινούσης πρὸς πραγματικὴν ἐπαλήθευσιν τῆς ἐθνικῆς αὐτόθι συνειδήσεως. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἔνθα ἀπεκλείσθη τὸ δημοψήφισμα, ἐκεῖ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ὡμίλησεν ὑπερόχως διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως καὶ ὑπὲρ τὸ δημοψήφισμα διὰ σφαιριδίων ἦλθεν εἰς φῶς καὶ ἐπεκράτησε τὸ δημοψήφισμα τῶν σφαιρῶν. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα κύριοι συνάδελφοι.
§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει παρακάτω!
§114Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θέλετε νὰ κανονίσητε τὸν λόγον μου σεῖς; Αἱ θύραι εἶνε ἀνοικταὶ ἂν δὲν σᾶς ἀρέσουν. Πρὸ τοῦ Συνεδρίου τῆς Εἰρήνης, κύριοι συνάδελφοι, προβάλλεται ἡ συνθήκη συμμαχίας μεταξὺ Ἰταλίας καὶ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως. Κατὰ τὴν συνθήκην ταύτην, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἔχουσι καθορισθῆ δύο βάσεις. Ἡ μία ἀσφαλίζουσα ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἓν τμῆμα τῆς Βορ. Ἠπείρου ἡ ἑτέρα καθιστῶσα ἀντικείμενον συζητήσεως τὸ ἕτερον τμῆμα. Ἡ συνθήκη αὕτη ἐδημοσιεύθη ἀπὸ τοῦ 1917, καθώρισε δὲ ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις συναινεῖ ὅπως ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσσία διαθέσωσιν ὑπὲρ τῆς Σερβίας καὶ τῆς Ἑλλάδος τὰ βόρεια καὶ νότια τμήματα τῆς Ἀλβανίας πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἐθνικῶν ἀξιώσεων τῶν δύο Κρατῶν. Συγχρόνως δὲ καθώρισεν, ὅτι τὰ ὅρια τοῦ αὐτονόμου Ἀλβανικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργηθῇ, θὰ συμβαδίζωσι πρὸς τὰ ὅρια τῆς Σερβίας καὶ τῆς Ἑλλάδος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε κατὰ τὸ ἀνατολικὸν αὐτῶν τμῆμα νὰ ἔχωσιν ἐπαφὴν ἐπὶ τῆς ἀνατολικῆς ὄχθης τῆς λίμνης Ἀχρίδος. Ἡ τοιαύτη πρὸς ἀνατολὰς ὁροθεσία ἐξασφαλίζει ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος τὸ τμῆμα τῆς Κορυτσᾶς, ὅπερ κεῖται πρὸς νότον τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἀλλ’ ἐνῷ καθωρίσθη ὁριστικῶς ἡ ἀνατολικὴ ἀφετηρία τοῦ ὁρίου, δι’ ἣν δὲν ἐνδιαφέρετο κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἡ Ἰταλία, ἀλλὰ μόνον ἡ Αὐστρία, ἔμεινεν ἀκαθόριστος ἡ δυτικὴ ἀφετηρία τοῦ ὁρίου, ἥτις περιλαμβάνει τὰ διαμερίσματα Ἀργυροκάστρου, Δελβίνου καὶ Χειμάρρας. Τούτων δὲ τὴν προσάρτησιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἐπιζητεῖ σήμερον ἡ Ἰταλία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στρατηγικῶν σημείων, ἤτοι ἐπιζητεῖ ἵνα ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἐξουδετερώσεως τῶν στενῶν τῆς Κερκύρας προσαρτηθῶσι τὰ διαμερίσματα ταῦτα εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἐρωτῶ λοιπόν. Εἶναι δυνατὸν σήμερον, ἐπὶ τῇ βάσει ἀξιώσεων στρατηγικῶν σημείων νὰ ὑποταχθῇ ἐλεύθερος πληθυσμὸς ἀντιτασσόμενος ριζικῶς ἐναντίον τῆς τοιαύτης ὑποταγῆς καὶ μάλιστα εἰς Κράτος τρίτον, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ ὑπὸ τὸν διεθνῆ ἔλεγχον, τὸν Εὐρωπαϊκόν, πρὸς ἀσφάλειαν τῆς τάξεως τοῦ ἰδίου του πληθυσμοῦ; Ὁ κ. Ἄσκουϊθ ἦτο πρωθυπουργὸς ἐν Ἀγγλίᾳ, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις, ἡ Δημοκρατικὴ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ἐξέθηκε πρόγραμμα ἀναγνωρίσεως τῶν ἐθνικῶν δικαίων ὅλων τῶν Λαῶν, καὶ πρόγραμμα ἐναντίον τῆς κατακρατήσεως ξένων ἐδαφῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἰσήχθη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλὴν καὶ ἐζητήθη ἡ γνώμη τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ τοιούτου Ρωσσικοῦ προγράμματος. Ὁ κ. Ἄσκουϊθ τότε εἶπε τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει)· Ἐπιτρέπεται προσάρτησις ξένης Χώρας ὑπὸ μόνας τὰς περιπτώσεις τῆς χειραφετήσεως λαῶν καταπιεσθέντων ὑπὸ τοῦ δεσποτισμοῦ, τῆς ἑνώσεως ἐθνοτήτων τεχνητῶς ἀποχωρισμένων, τῆς ἀνάγκης κατοχῆς στρατηγικῶν θέσεων»; Αἱ δύο πρῶται περιπτώσεις στηρίζουσι τὸν Ἑλληνικὸν τίτλον, διότι πρόκειται περὶ ἀποδόσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα τοῦ βορειοηπειρωτικοῦ πληθυσμοῦ, ὅστις ἀπηλευθερώθη διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ Τουρκικοῦ δεσποτισμοῦ καὶ εἶνε τεχνητῶς ἀποκεχωρισμένος ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τρίτη περίπτωσις εἶνε ἡ τῶν στρατηγικῶν σημείων. Λέγει δὲ περὶ ταύτης τὰ ἑξῆς ὁ κ. Ἄσκουϊθ (ἀναγινώσκει): «Δὲν θὰ ἀναζητήσω συγκεκριμένα παραδείγματα τοιούτων προσαρτήσεων ἐφ’ ὅλου τοῦ θεάτρου τοῦ σημερινοῦ πολέμου, ἀλλὰ παρόμοιαι μεταβιβάσεις κυριαρχιῶν ἢ ἐδαφῶν δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσιν ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς διατηρήσεως στρατηγικῶν θέσεων, ἀνεγνωρισμένων ὡς ἀπαραιτήτων οὐχὶ πρὸς ἐπίθεσιν, ἀλλὰ πρὸς προστασίαν καὶ ἄμυναν ἐναντίον μελλούσης ἐπιθέσεως. Ποιοῦμαι εἰδικῶς τὴν τοιαύτην ἐπιφύλαξιν. Τοιαῦται προσαρτήσεις δὲν εἶνε δεδικαιολογημέναι, πλὴν ἂν ἡ κτηθεῖσα πεῖρα ἐν τῷ πολέμῳ ἀποδεικνύῃ ὅτι ἕνεκα τῆς μὴ κατοχῆς τῶν στρατηγικῶν τούτων θέσεων, εὑρίσκεσθε πάντοτε ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν εἰσβολῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ σύρητε τὸ ξίφος, τοῦθ’ ὅπερ θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν. Αἱ τρεῖς αὗται μορφαὶ προσαρτήσεως εἰσὶ τελείως νόμιμοι καὶ ὅταν ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ζητῇ ὅπως συμφωνήσωμεν μετ’ αὐτῆς κατὰ τῶν προσαρτήσεων, ἀναμφιβόλως ἐννοεῖ τὰς προσαρτήσεις ὑπὸ τὴν τετάρτην ἔννοιαν τῆς λέξεως, ἤτοι τὴν τῶν κατακτήσεων ἐπὶ σκοπῷ ἐπεκτάσεως τοῦ ἐδάφους καὶ οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς μεγεθύνσεως. Φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόσωπόν τι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἢ ἐν τῇ Χώρᾳ ταύτῃ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπίσης Δύναμίς τις μεταξὺ τῶν Συμμάχων, ἥτις θὰ ἦτο διατεθειμένη ὅπως ἐφαρμόσῃ ἢ δικαιολογήσῃ τὴν προσάρτησιν οὕτως ἐννοουμένην». Αὐτὴ εἶνε ἡ γνώμη τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου ἤρξατο ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, καὶ σήμερον ἡγουμένου τῆς Ἀγγλικῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἐρωτᾶται: Εἶνε ἡ Κέρκυρα στρατιωτικὸν σημεῖον ἢ μᾶλλον εἶναι σημεῖον ὅπως τὸ Στενὸν τῆς Κερκύρας ἢ ἡ Βόρειος Ἤπειρος, ἐκ τῶν ὁποίων εἶνε δυνατὸν ἡ ἄμυνα τῆς Ἰταλίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος νὰ κινδυνεύσῃ; Τὴν ἀπάντησιν εἰς τοῦτο, ἔδωκεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας διὰ τῶν ἱστορικῶν παραδειγμάτων, καὶ ἐγὼ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀσφαλείας εὐρέων συνόρων εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ ἱδρυθῇ Ἀλβανικὴν Ἡγεμονίαν, ἀλλὰ πρόκειται ἀσφαλέστερον περὶ ἐγκαταστάσεως ἐμμέσου Ἰταλικῆς ἐν γένει κατοχῆς ἐν τῷ χίντερλαντ τῆς Ἠπείρου, διότι μὴ λησμονεῖται ὅτι, ἐὰν ἱδρυθῇ αὐτόνομος Ἀλβανία καὶ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὅλα ἡ συνθήκη συμμαχίας μεταξὺ Συνεννοήσεως καὶ Ἰταλίας, κατὰ ρητὸν ἄρθρον τῆς συνθήκης ταύτης, τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τῆς Αὐτονόμου Ἀλβανίας θὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας. Κατὰ συνέπειαν ἡ δημιουργία αὐτονόμου Ἀλβανίας καὶ ἡ ὑπὸ τὴν διεθνῆ ἐξωτερικὴν παράστασιν διαχείρισις τῶν συμφερόντων αὐτῆς ὑπὸ τῆς Ἰταλίας δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο εἰμὴ ἐγκατάστασις νέας Δυνάμεως ἐν τοῖς Βαλκανίοις, Δυνάμεως στηριζομένης ἐπὶ εὐρέως βάθρου καὶ μελλούσης νὰ μεταβάλῃ τὴν ἰσορροπίαν τῶν Βαλκανικῶν Δυνάμεων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶνε κατάκτησις καὶ ὡς τοιαύτη πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ ὑπὸ τῆς λοιπῆς Εὐρώπης. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐθεώρησα, κύριοι, ὀρθὸν καὶ καθῆκον ὅπως, ἀφοῦ δημοσίᾳ γίνονται αἱ συζητήσεις αὗται ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ καὶ τῇ Ἰταλικῇ Γερουσίᾳ, μὴ μείνῃ τὸ πρᾶγμα ἀδιαμαρτύρητον ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Γιγνώσκομεν ὅλοι τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξάγονται αἱ διπλωματικαὶ συζητήσεις ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς λεπταῖς περιστάσεσιν πρὸ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα. Ἐνώπιον τοῦ Διεθνοῦς Συνεδρίου, πρὸ τοῦ ὁποίου ἐμφανιζόμεθα σήμερον δὲν εἶνε δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἐκπροσωπῇ κατὰ κῦρος ἔστω καὶ κατὰ τεκμήριον τὴν Ἐθνικὴν ψυχὴν, δὲν εἶνε δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας νὰ λαλήσῃ καὶ νὰ εἴπῃ δημοσίᾳ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρὸς συνδρομὴν τῆς Χώρας ἐν ὀνόματι τῆς Κοινῆς Γνώμης λαλοῦσιν αἱ ἀντιπολιτεύσεις. Ἔλαβον λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὡς ἔλαβεν αὐτὸν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς ἀκουσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται πᾶς Ἕλλην, καὶ ἵνα οἱ λόγοι ἡμῶν ἀποτελέσωσι τὸ μέτρον τῆς σφυγμομετρήσεως τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς δυσθυμίας δι’ ὅσα πέριξ τῶν Ἑλληνικῶν Ἐθνικῶν διεκδικήσεων καὶ οὐχὶ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐξ Ἰταλίας πράττονται καὶ λέγονται. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον σπείρονται διχόνοιαι καὶ ζιζάνια μεταξὺ τῶν δύο Λαῶν. Ἔχομεν πᾶσαν ἐπιθυμίαν, ἀλλὰ καὶ πάντα πόθον, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νέαν ὁδὸν τὴν ὁποίαν θὰ χαράξῃ τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης. Χειροκροτοῦμεν μετὰ τοῦ Ἰταλικοῦ Λαοῦ, διότι συνδέουσιν ἡμᾶς κοινοὶ πόθοι ἐλευθερίας καὶ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν συνειθήσαμεν νὰ ἀποκαλῶμεν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους ἀδελφούς. Τοῦτο εἶναι ὁ ἐγκάρδιος πόθος παντὸς Ἕλληνος. Ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου ὁ πόθος ὁ Ἑλληνικὸς εὑρίσκει διεκδίκησιν δικαίων Ἑλληνικῶν, καὶ ἀντίθεσιν κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων, ἐκεῖ παύει, ἀναστέλλεται ὁ Ἐθνικὸς πόθος καὶ μεταβάλλεται εἰς Ἐθνικὸν πόνον. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐξ Ἰταλίας πάντοτε ἐξεδηλώθη μία παρεξήγησις. Καθ’ ἣν ὥραν ἐξ Ἑλλάδος ἐξεπέμποντο τὰ τηλεγραφήματα τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, τοῦ πόθου καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν Ἰταλίαν καὶ τὸν Ἰταλικὸν Λαὸν, ἐξ Ἰταλίας ἐξεπέμποντο τηλεγραφήματα συνδέοντα τὴν Ρώμην μετὰ τῶν Ἀθηνῶν. Τοιοῦτος σύνδεσμος αἰσθημάτων δὲν ὑπῆρξε ποτέ, καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν κατὰ βάσιν πλάνην εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, προκειμένου περὶ τῆς κοινότητος τῶν αἰσθημάτων. Μεταξὺ Ρώμης καὶ Ἀθηνῶν δὲν ὑπῆρξε συναίσθημα ἀλληλεγγύης καὶ ἐλευθερίας, ἀλλὰ ἀπέναντι τῆς Ρώμης ἐγεννήθη μόνον τὸ συναίσθημα τοῦ πόνου τοῦ ἀγωνιζομένου ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας του καὶ τοῦ κατακτηθέντος ἀπέναντι τοῦ κατακτητοῦ. Ἡ Ρώμη δὲν προσέφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐλευθερίαν, ἀλλ’ ἦλθε καὶ κατέκτησεν αὐτήν, κατέκτησε Χώραν πεπολιτισμένην, ἥτις μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἐκράτει τὴν δᾶδαν καὶ τὰ σκῆπτρα τοῦ πολιτισμοῦ, ὥστε οὐ μόνον νὰ διασπείρῃ τοῦτον εἰς τὴν Δύσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου νὰ γίνῃ ὁ φορεὺς τοῦ πολιτισμοῦ εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν. Ἡ Ρώμη κατέκτησε τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν, τὰς Πολιτείας τὰς Ἑλληνικάς, ἡ Ρώμη κατέλυσε καὶ ὅλας τὰς Πολιτείας τὰς Μεταλεξανδριανάς. Ἡ Ρώμη λοιπὸν δὲν συνδέεται μετὰ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος δι’ ἀναμνήσεων ἀλληλεγγύης ἐλευθερίας. Τοιαύτη εἶνε ἡ ἀλληλεγγύη τῶν αἰσθημάτων μεταξὺ Ρώμης καὶ Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀλληλεγγύη τῶν αἰσθημάτων μεταξὺ Ρώμης καὶ Ἀθηνῶν, ὑπάρχει ὅμως μία ἄλλη ἀλληλεγγύη αἰσθημάτων μεταξὺ Ἑλάδος καὶ Ἰταλίας, ἀλληλεγγύη πλέον ἐλευθερίας, καὶ τοιαύτη εἶνε ἡ ἀλληλεγγύη μετὰ τῶν αἰσθημάτων τοῦ Γαριβάλδη καὶ τοῦ Μαντζίνι, τῆς ἐκπροσωπουμένης διὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ μεγάλου Καβοὺρ, τοῦ δημιουργοῦ αὐτοῦ τῆς μεγάλης Ἰταλίας, τῆς Ἰταλίας τοῦ μεγάλου Βασιλέως αὐτῆς Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, ὡς καὶ τοῦ νῦν ἐπίσης μεγάλου Βασιλέως αὐτῆς Βίκτωρος Ἐμμανουήλ. Μετὰ τῆς Ἰταλίας ταύτης συνδέουσι τὴν Ἑλλάδα αἰσθήματα ἀλληλεγγύης ἐλευθερίας, διότι καὶ ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν ἄλλο ἐζήτησε καὶ ζητεῖ παρὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν δούλων τέκνων αὐτῆς, οὐδὲ ἔχει σκοποὺς κατακτητικοὺς, οὐδὲ ἰμπεριαλιστικούς. Μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος τῆς ἀγωνιζομένης ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ὑποδούλων τέκνων της καὶ τῆς Ἰταλίας τῆς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἀγωνισθείσης καὶ ἀγωνιζομένης ὑπάρχουσιν αἰσθήματα ἀλληλεγγύης, δὲν συνδέει ὅμως τὴν Ἑλλάδα οὐδεὶς δεσμὸς πρὸς ἐκείνας τῶν ἀναμνήσεων τῆς Ἰταλικῆς πολιτικῆς, αἱ ὁποῖαι εἶνε ἀναμνήσεις κατακτήσεως. Ἐκφράζω τὸν πόνον ὅλων ἡμῶν καὶ ἐλπίζω ἢ μᾶλλον πιστεύω μετὰ βεβαιότητος, ὅτι οἱ Φιλελεύθεροι ἄνδρες οἱ παριστάμενοι ἐν τῷ Ἰταλικῷ Κοινοβουλίῳ καὶ τῇ Γερουσίᾳ καὶ τὸ σύνολον τῶν ἀντιλήψεων, τὰς ὁποίας οἱ Ἰταλοὶ ἀντιπρόσωποι ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Εἰρήνης, θὰ προσκομίσωσι πρὸς συζήτησιν μετὰ Συμμάχων καὶ φίλων μεγάλων, μεγαλειτέρων ἢ αὐτοὶ κατ’ ἰσχὺν ὑλικήν, ἀλλ’ ἐμπεποτισμένων ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς ἐλευθερίας, θὰ εἶναι ἀντιλήψεις αἴρουσαι ἀπὸ τοῦ μέσου τὰ ζιζάνια καὶ τὰς παρεξηγήσεις τῶν ἐπιρροῶν, αἵτινες σπείρουσι τὴν ἔχθραν. Ἐπιθυμοῦμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἀφοῦ ἀποκτήσωμεν τὰ δίκαια ἡμῶν νὰ διανύσωμεν ἕνα βίον ἀνεπηρέαστον ἀπὸ ἐχθρότητας πρὸς ξένους, βίον ἐκπολιτιστικὸν, βίον περισυλλογῆς τῶν Ἐθνικῶν δυνάμεων. Ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ ὑπάρχει χῶρος δι’ ὅλους, μεγάλους καὶ μικροὺς καὶ οὔτε τὸ Ἰταλικὸν ἐμπόριον, οὔτε ἡ Ἰταλικὴ βιομηχανία, οὔτε τὰ Ἰταλικὰ ὑλικὰ συμφέροντα θὰ εὕρουν τοὺς Ἕλληνας ἀντιρρόπους καὶ ἐχθροὺς, τοὐναντίον θὰ τοὺς εὕρουν τείνοντας φιλίαν χεῖρα καθ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀγῶνας. Δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ βλάψωμεν, οὔτε νὰ ἀπειλήσωμεν. Δυστυχῶς λόγῳ πληθυσμοῦ καὶ δυνάμεως ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν Ἰταλίαν. Καὶ δι’ αὐτὸ πᾶς τις ἐκφράζει πόνον ὅταν ἐξ Ἰταλίας διαλαλοῦνται οἱ κίνδυνοι, ὅτι ἐν τῇ Ἑλλάδι θὰ εὕρωσιν ἐχθρόν, ναυτικὸν ἢ στρατιωτικόν. Ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ὑποστῇ ἀδίκημα ἐν τῇ ἐλευθερώσει τῶν τέκνων της, θὰ κρύψῃ τὸν πόνον της. Θὰ πονέσῃ, ἀλλὰ θὰ κρύψῃ τὸν πόνον της. Δὲν δύναται νὰ πλήξῃ καθ’ ὃν τρόπον πλήττει σήμερον ἡ Ἰταλία. Ὑπάρχει ὅμως ἐν τῷ κόσμῳ ἀνωτέρα τις δύναμις, ἥτις, εἴτε ὑπὸ τῆς θρησκείας καλεῖται Θεία πρόνοια, εἴτε ὑπὸ τῶν φιλοσόφων καλεῖται ἀνώτερον Ὄν, ἑδράζεται ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ ἐπὶ τῆς νεμέσεως. Ἡ δύναμις αὕτη παρουσιασθεῖσα εἰς ὅλας τὰς ἐπικαίρους στιγμὰς ἀτόμων καὶ κοινωνιῶν καὶ Κρατῶν, συνέτριψε θεμέλια πολὺ ἰσχυρώτερα τοῦ θεμελίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ξένης γῆς ζητοῦσιν οἱ Ἰταλοὶ ἰμπεριαλισταὶ νὰ ἱδρύσωσι. Τὴν δύναμιν ταύτην εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ ἀναγκασθῇ νὰ ἐπικαλεσθῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή. Ἀλλ’ ὅταν ἴδῃ τὰ τέκνα αὐτῆς σφαγιαζόμενα, θὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ ταύτην ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ δικαίου. (Ραγδαῖα χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης ἔχει τὸν λόγον.
§116Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶχον τὴν γνώμην κ. Πρόεδρε, ὅτι ζητήματα, ὡς τὸ παρόν, δὲν ἔπρεπε νὰ φέρωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ δημιουργοῦνται οὕτω ζητήματα, ἐνῷ τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουν. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ὑπὸ τῶν κ. κ. συναδέλφων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι αἱ διάφοροι φῆμαι περὶ καταλήψεως τῆς Κερκύρας, οὐδένα φόβον ἐπροκάλεσεν εἰς ἐμὲ, καὶ τοῦτο, διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἐγένετο εἷς πόλεμος καὶ ἐθυσιάσθησαν ἑκατομμύρια ὑπάρξεων ἀνθρωπίνων, ἵνα ἀπελευθερωθοῦν ὑπόδουλοι Λαοί, πῶς λοιπὸν σήμερον ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Εἰρήνης, ἔνθα θὰ πρυτανεύῃ ἡ δικαιοσύνη, θὰ ὑπαχθῇ ἐλεύθερος Λαὸς ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν Ἔθνους, οὐδὲν δικαίωμα ἔχοντος ἐπὶ τῆς Κερκύρας; Πάντες γνωρίζομεν τοὺς ἀγῶνας τῶν Ἑπτανησίων τοὺς ὑπερανθρώπους, ὅπως ἐπιτύχωσιν τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσίν των καὶ τοὺς ἀγῶνας τούτους πρωτίστως γνωρίζει τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος, ὅπερ καὶ τὴν πρωτεύουσαν γνώμην θὰ ἔχῃ ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Εἰρήνης. Ἐντεῦθεν ἡ πεποίθησίς μου, ὅτι οὐδεὶς ἀπολύτως κίνδυνος δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τῆς τύχης τῆς Κερκύρας. Ἀλλ’ ἂν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης ἤθελεν ἐπιβραβεύσῃ ἀνοσίους πόθους Κράτους ἄλλου, τότε νὰ εἶσθε βέβαιοι, κύριοι βουλευταί, καὶ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Κερκυραϊκοῦ λαοῦ, οὗτινος τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἰδέας καλῶς γνωρίζω, θέλει παραδώσει τὴν περικαλλῆ Κέρκυραν εἰς ἐρείπια καὶ οὐδένα Κερκυραῖον ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς Ἰταλικῆς Κυριαρχίας (χειροκροτήματα).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§118Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν προλαλησάντων συναδέλφων μου, ἵνα ὑπενθυμίσω ἕνα σπουδαῖον παράγοντα, παράγοντα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδραζόμενοι ἡμεῖς, δυνάμεθα νὰ ἀποκρούσωμεν πάντα φόβον, ὅπως ἀποκρούω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ πάντα φόβον, περὶ τυχὸν κινδύνων ἐπικειμένων ἐκ μέρους τῆς Ἰταλίας ἐπὶ τῆς Κερκύρας. Ὁ παράγων οὗτος, κύριοι βουλευταί, εἶναι ὁ ἰταλικὸς λαός. Δὲν εἶναι τυχαῖον, εἶναι σπουδαῖον, κύριοι βουλευταί, τὸ γεγονός, ὅτι αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι, αἱ τόσον ἐπικίνδυνοι πράγματι διὰ τὴν Κέρκυραν, δὲν ἐγένοντο ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐν τῇ Ἰταλικῇ Γερουσίᾳ. Δὲν εἶναι τυχαῖον τοῦτο, εἶναι πολὺ σημαντικόν. Ὅταν κύριοι οἱ τεσσεροὶ (!) ἐκεῖνοι μπολσεβίκοι ἐδημοσίευσαν τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας ἡ Ἰταλία εἶχε συνάψῃ μὲ τὰς ἄλλας Δυνάμεις τῆς Ἀντάντ, αἵτινες περιεῖχον βλέψεις ἐπὶ μερῶν Ἑλληνικῶν, ἐγένοντο, κύριοι βουλευταί, τοιαῦται διαμαρτυρίαι καὶ τοιοῦτος θόρυβος, ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ καὶ τῷ Ἰταλικῷ κοινῷ, ὥστε πραγματικῶς δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐκ τοῦ θορύβου ἐκείνου ἐτάφησαν πραγματικῶς αἱ βλέψεις αὐταὶ τῆς Ἰταλίας. Καὶ τὸν θόρυβον αὐτὸν δὲν ἐδημιούργησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὴν Ἰταλίαν ἐν τῇ Κονσούλτα, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν τὸ σοσιαλιστικὸν κόμμα τῆς Ἰταλίας. Σαράντα βουλευταί, οἵτινες ἐκπροσωποῦν τὸ σοσιαλιστικὸν κόμμα ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ διεμαρτυρήθησαν κατ’ ἐκείνων τῶν βλέψεων. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι τὴν περίφημον ἐκείνην ἀγόρευσιν τοῦ συντρόφου μου σοσιαλιστοῦ Λαμπριόλα, ὁ ὁποῖος οἱονεὶ προκαλῶν, ἐκθέτων τὴν Ἰταλικὴν πολιτικήν, ἔλεγεν εἰς αὐτήν, πῶς τολμᾷς διὰ τῶν πολιτικῶν σου ἀνδρῶν, νὰ λέγῃς, ὅτι ἔλαβες μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, ἵνα ὑποστηρίξῃς τὰ δίκαια τῶν μικρῶν ἐθνῶν καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος διὰ τῶν συνθηκῶν παρουσιάζεις βλέψεις αἵτινες πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ὑποστήριξις τῶν μικρῶν Ἐθνῶν; Καὶ τὸ σοσιαλιστικὸν κόμμα ἐδημιούργησε τοιοῦτον θόρυβον ἐντὸς τῆς Ἰταλίας, ὥστε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι οὐσιαστικῶς αἱ βλέψεις αὐταὶ ἐτάφησαν ὁριστικῶς. Καὶ εἶναι τοῦτο τὸ σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐξάρω τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῇ Βουλῇ, θέλω νὰ ἐξάρω, ὅτι ἡ Νέμεσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ συνάδελφός μας εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ ἰταλικὸς λαός, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν θὰ συγχωρήσῃ ποτὲ εἰς τοὺς κυβερνήτας αὐτοῦ νὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ ἔχωσι βλέψεις ἐπὶ χωρῶν μὴ Ἰταλικῶν. Καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅτι τὸ σοσιαλιστικὸν ἰταλικὸν κόμμα ἤγειρε τὴν σημαίαν τῆς ἀντιδράσεως κατὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς, εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἐξάρω, ὀφείλω νὰ σημειώσω ἐπίσης, ὅτι εἶναι εἷς παράγων, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλουν τὰ ἔθνη νὰ ἀποβλέψουν. Ὁ παράγων οὗτος εἶναι αὐτὴ ἡ λαϊκὴ ἰδεολογία. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄλλως. Ὅπου τὸ πολιτειακὸν σύστημα ἀνάγει εἰς κύριον παράγοντα πράγματι τὸν λαόν, ἡ λαϊκὴ ἰδεολογία εἶναι ἀσφάλεια διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν πάντων τῶν ἐθνῶν. Διὰ τοῦτο, βλέπετε τὰς χώρας αὐτὰς καὶ ἰδίως Γαλλίαν καὶ Ἀμερικήν, διότι αὐταὶ εἶναι δημοκρατικαὶ χῶραι, νὰ εἰσηγῶνται τὰ δόγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν σήμερον διὰ πάντας τὸ νεώτερον δημόσιον δίκαιον τῶν ἐθνῶν, καὶ τὰ ὁποῖα πρώτη εἰσηγήθη ἡ Δημοκρατικὴ Ρωσσία. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς νομίζομεν καὶ ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ σύστημά τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαφυλάξῃ κάλλιον παντὸς ἄλλου συστήματος τὴν ἐλευθερίαν τὴν ἐθνικήν, εἶναι τὸ σύστημα τὸ δημοκρατικόν, ἡ λαϊκὴ δημοκρατία. Δὲν εἶναι μικρὸν κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο μόνον. Ἡ διαμαρτυρία τοῦ σοσιαλιστικοῦ Ἰταλικοῦ κόμματος δὲν εἶναι διαμαρτυρία, ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσετε, βλέποντες τὰ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου εἶναι μικρὸν ἀκόμη τὸ σοσιαλιστικὸν κόμμα, εἶναι διαμαρτυρία ὄχι χιλιάδων, οὔτε ἑκατοντάδων χιλιάδων, ἀλλ’ ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων καὶ διαμαρτυρία, ἡ ὁποία ἀκριβῶς, διότι προέρχεται ἐκ μερίδος, ἥτις ὑποστηρίζει πάντοτε τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην, ἔκαμε τοιαύτην ἐντύπωσιν εἰς τὴν Ἰταλίαν. Καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, εἶναι συμπτωματικὸν τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Τιτόνι δὲν ἐξέφρασεν, ὅσα ἐξέφρασεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ πρὸς τὴν Γερουσίαν, πρὸς τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκπροσωπεῖ κἄπως τοὐλάχιστον τὰς λαϊκὰς ἀντιλήψεις, ἀλλὰ τὰς δυναστικάς, πλουτοκρατικὰς καὶ ἰμπεριαλιστικὰς καὶ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐπιβάλῃ τὰς γνώμας του εἰς τὸν ἰταλικὸν λαόν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον θὰ εὕρῃ ἐνώπιόν του τὴν δύναμιν τοῦ λαοῦ. Μόνον ἀπὸ τὰς ἀστικὰς Κυβερνήσεις δύνασθε νὰ φοβῆσθε, ἀπὸ τοὺς λαοὺς ποτέ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀμφιβάλητε περὶ τούτου. Ἐὰν σήμερον ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν κατὰ τῆς Ρωσσίας ἐκστρατείαν, δὲν τὸ ἐδήλωσεν εἰμὴ πιεζομένη ἀπὸ τὸ κόμμα τοῦτο ἐξεγειρομένου τῇ βάσει τοῦ ἰδίου δικαίου, τοῦ αὐτοκαθορισμοῦ τῶν ἐθνῶν, ὡς ἀποκρούοντος πᾶσαν ἀνάμιξιν, κατοχήν, ἐπέμβασιν ἐπὶ ξένων χωρῶν, εἴτε Ἑλληνικῶν εἴτε Ρωσσικῶν, κλπ.
§119Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἔχει ἄλλην ὑστεροβουλίαν.
§120Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἴσως δὲν γνωρίζετε τὰ ἰταλικὰ πράγματα καὶ ἰδίως τὰ σοσιαλιστικά, τὰ ὁποῖα λόγῳ τῆς ἰδιότητός μου παρακολουθῶ. Θὰ σᾶς πληροφορήσω ὅμως τοῦτο, ὅτι αἱ προσεχεῖς ἰταλικαὶ ἐκλογαὶ καθ’ ὅλην τὴν Ἰταλίαν προμηνύωσι θρίαμβον ἀσφαλῆ τῶν δημοκρατικῶν καὶ σοσιαλιστικῶν στοιχείων. Τὸν θρίαμβον τοῦτον περιμένω ταχύ. Οὕτω μόνον θὰ διασκεδασθῇ ἀσφαλῶς καὶ πᾶς φόβος περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§122Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶχε γραφῆ ἐν τῷ τύπῳ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ εἰσηγηθῇ νομοσχέδιον περὶ μονομαχίας. Νομίζω, ὅτι ἀντιπροσωπεύω τὴν γνώμην καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων, ἐὰν παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν.
§123Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶχον καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ εἰσηγηθῶ νομοσχεδίου τροποποιοῦν τὰς διατάξεις περὶ μονομαχίας καὶ συμφώνως μὲ τὸ νομοσχέδιον ἐτροποποιοῦντο αἱ διατάξεις περὶ ἐξυβρίσεως. Νομίζω, ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμὴ τῆς προόδου αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς. Ἀλλ’ ἐσκέφθην, ὅτι καὶ εἰς τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μεθ’ ὅλων τῶν συναδέλφων, ὅτι εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε νὰ ἀπασχοληθῶμεν μὲ τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα νομοσχέδια.
§124Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἔχει συζήτησιν.
§125Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἕτοιμον, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ ὑποβάλω, δηλῶ δέ, ὅτι δὲν θέλω ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Ἂς κρίνῃ ἡ Βουλή.
§126Γ. ΠΩΠ. Ἐφ’ ὅσον, κ. Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις εἰσηγήθη διὰ τοῦ τύπου καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει νομοσχέδιον παρεσκευασμένον διὰ λόγους, οἵτινες θὰ ἐρευνῶνται ἀναμφιβόλως ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως σκόπιμον ὅπως ἑρμηνευθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι μόνον διὰ τῆς συζητήσεως θὰ ἴδωμεν μέχρι τίνος σημείου θὰ ἐπιτρέπηται ἡ μονομαχία, μέχρι τίνος σημείου δύναται νὰ καταργηθῇ ἢ μήπως εἶναι ἀνάγκη διατηρήσεως ἢ νὰ καταργηθῇ ἀπολύτως αὕτη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπέβαλλεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ μονομαχίας».
§128Γ. ΠΩΠ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφίνῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκθέτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκπροσωπῶν καὶ τὴν θέλησιν τῶν κ. συναδέλφων μου, παρακαλῶ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§129ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, καὶ θὰ προτιμηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσαυξήσεως ἀμέσων τινῶν φόρων καὶ ἀπαλλαγῶν ἐκ φόρων».
§131Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφίζεται εἰς τὸ σύνολον.
§133Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ γνωρίζω. Θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Λιδωρίκη. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ κ. βουλευτὴς, ἐξιστόρησε τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ χωρικοὶ μὴ δυνάμενοι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, ὅπου συχνὰ τοὺς μεταφέρωσιν οἱ χωροφύλακες εἰς μεγάλας ἀποστάσεις. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του, ὅτι διὰ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, λαμβάνεται πρόνοια περὶ αὐτοῦ καὶ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν, νὰ διορίζῃ καὶ ἄλλους ὑπαλλήλους ἢ προέδρους κοινοτήτων ὡς δημοσίους εἰσπράκτορας μὲ ποσοστόν. Ὥστε θὰ παύσῃ αὐτό.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου «περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογίας τῶν κληρονομιῶν, δωρεῶν, προικῶν καὶ κερδῶν λαχείων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ Διεθνοῦς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου 1918 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ προσωρινῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐκτάκτων κερδῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιδιδομένων δηλώσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν Ὑπουργῶν». Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§135Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω νὰ ὑποβάλω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις πρὸς τὴν Βουλήν. Προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν, θὰ ἐκπλαγῆτε ὅτι ὁμιλεῖ ἀντιπολιτευόμενος καθ’ ὃν τρόπον θὰ ὁμιλήσῃ, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ προβῇ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν Ὑπουργῶν, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ προβῇ γενναιότατα. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προβῇ γενναιότατα εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἀφ’ ἧς ἐγένετο ὁ πρῶτος νόμος περὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἡ πολιτικὴ ἀνανδρία ὅλων τῶν πολιτευομένων τῆς Ἑλλάδος, πτοημένων πρὸ τῆς τυχὸν συκοφαντίας καὶ δυσφημήσεως παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ, ὅτι πέρνουν πολλά, συνετέλεσε νὰ τὸ γελοιοποιήσῃ. Τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπετέλεσεν ἕν πρόσκομμα τῶν ἀποδοχῶν τῶν κατωτέρων καὶ τὸ χείριστον ὅλων εἶναι, ὅτι ἀπετέλεσε κατὰ τὴν γνώμην μου μίαν αἰτίαν μεγίστων ζημιῶν διὰ τὸν τόπον. Διότι, κύριοι, ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ εἷς δημόσιος λειτουργὸς, εἰς Ὑπουργὸς κλέπτης, εἶναι ὀλιγωτέρα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ εἷς Ὑπουργὸς, μὴ δυνάμενος νὰ παρακολουθήσῃ ὄχι μόνον τὸν Ὑπουργικὸν βίον, ἀλλὰ καὶ τὰ μετέπειτα πράγματα τῆς Πολιτείας. Αὐτὸ εἶναι τὸ μαρτύριον, τὸ ὁποῖον ὑφιστάμεθα ὅλοι πρὸς ζημίαν τοῦ Κράτους.
§136Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἡ αὔξησις γίνεται χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ οὐχὶ διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν κλοπήν.
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι περὶ κλοπῆς δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἡ ζημία, ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ ἐκ τῆς μὴ παρακολουθήσεως τοῦ ἐπιμελοῦς ἔργου τοῦ πολιτικοῦ εἴτε ἐκ τῆς ἀμαθείας εἶναι μεγαλείτερον ἀπὸ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ Ὑπουργός κλέπτης. Διὰ τοῦτο τοὺς πολιτευτὰς ἀνερχομένους εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ μὴ τοὺς συντρίβωμεν, διότι ἐξερχόμενοι τῆς Ὑπουργικῆς θέσεως ἀνατρέχουν εἰς τὸ ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον εἶχον πρὸ τῆς Ὑπουργίας των, ὄχι διότι δὲν ἔχουσι μόνον νὰ ζήσωσιν, ἀλλὰ διότι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωσι χρέη, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν ὡς Ὑπουργοί, δανειζόμενοι, διότι δὲν ἐπαρκοῦσιν αἱ ἀποδοχαὶ αἱ Ὑπουργικαὶ πρὸς κάλυψιν τῶν ἀξιώσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ ἀξιώματος. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ἀφοῦ παρῆλθον πεντήκοντα ἔτη καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τῶν ἀποδοχῶν ἐκ τοῦ φόβου τῶν παρεξηγήσεων καὶ τῶν κακοβουλιῶν παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν νὰ τολμήσουν τοῦτο ἄς ἀποσοβηθῇ διὰ τοῦ μέλλοντος νέας δοκιμασίας πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ δικαίου. Ἀφ’ ἧς ἐγένετο τὸ πρῶτον βῆμα, πρέπει νὰ γίνῃ γενναῖον, διότι τὸ ποσὸν τῶν 1500 δραχμῶν δι’ ἕνα Ὑπουργὸν εἶναι τι ἀστεῖον. Εἷς μόνον ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκην παραστάσεως κοινωνικῆς ὄχι μόνον ἐπὶ τοὺς κοινωνικοὺς ὅρους τοὺς σημερινοὺς, οὔτε δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ μὲ 2000 δραχμὰς, ὅταν δὲ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι καὶ οἰκογενειάρχης καὶ τοῦτο εἶναι τὸ συνήθως συμβαῖνον κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐπαρκέσῃ μὲ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτήν. Θέλετε τὸν Ὑπουργὸν ἅμα τῇ παρόδῳ ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἀνόδου του εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς προεξοφλήσεις γραμματίων εἰς τὰς τραπέζας, διότι ἐκεῖ καταλήγουν καὶ νὰ καταγίνηται κατόπιν ἀπερχόμενος τοῦ Ὑπουργείου νὰ πηγαίνῃ νὰ πληρώνῃ τὰ ἐλλείματά του. Αὐτὸ πρέπει νὰ λείψῃ εἰς τὸ μέλλον. Δὲν πρέπει ὁ Ὑπουργὸς κατερχόμενος τοῦ ἀξιώματός του νὰ σπεύδῃ πρὸς περισυλλογὴν τῶν οἰκονομικῶν του ἐρειπίων, εἶναι ἀνάγκη ἡ ἐν γένει παράστασις τῶν Ὑπουργῶν νὰ εἶναι ἀξία τοῦ ἀξιώματός των καὶ ἡ παράστασις αὕτη νὰ γίνηται ἐκ τῶν παρεχομένων ὑπὸ τῆς πολιτείας καὶ ὄχι νὰ ζητῆται ἐκ τῶν ἰδίων. Ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ δέχηται νὰ συγκαλῇ τοὺς ὑπαλλήλους του εἰς ἑσπερίδας καὶ νὰ ἐπικοινωνῇ μετ’ αὐτῶν. Σήμερον ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει κανένας τρόπος, καμμία μέθοδος, ἐξ ἐκείνων ποῦ τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν ἔξω ὅπως ἐπικοινωνοῦν μετὰ τῶν διανοουμένων τῆς πολιτείας εἰς ἐπισήμους ὑποδοχάς. Τοῦτο εἶναι ἡ δημοκρατικὴ ἀξίωσις καὶ ἡ ἀξίωσις τῶν δημοκρατικῶν πολιτευμάτων αὕτη. Ὁ Ὑπουργὸς τουλάχιστον ὀφείλει νὰ συγκεντρώνῃ τοὺς διανοουμένους τοὐλάχιστον τοῦ κλάδου του καὶ νὰ ἐπικοινωνῇ μετ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ταῦτα ἀπαιτοῦν δαπάνας καὶ τὰς δαπάνας ταύτας δὲν πρέπει νὰ τὰς συνεισφέρῃ ἐκ τῶν ἰδίων. Ὁ Ὑπουργὸς ἀρκεῖ, ὅτι συνεισφέρει τὴν φαιὰν οὐσίαν, τὴν ἐγκεφαλικήν. Τὸ ἄτοπον τοῦτο κατεδιώκετο κατὰ τὸ παρελθὸν καθ’ ὃ συνέβαινε νὰ ἐκλέγωνται ὡς Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, οἱ δυνάμενοι νὰ δεχθῶσι καὶ οὐχὶ οἱ ἀριστεῖς, τοῦτο δὲ ἐδημιούργησε καὶ τὸ ἀκόμη ἀτοπώτερον, ὅτι οἱ διάφοροι πολιτικοὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παρακολουθήσωσι καὶ νὰ μελετήσωσι τὰ ἐξωτερικὰ διπλωματικὰ πράγματα, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐχόντων ἀνεπαρκῆ τὰ μέσα ἐσκέφθη, ὅτι θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦτο βλέπομεν Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν τοὺς πρωθυπουργοὺς ἢ ἑτέρους οὐχὶ τοὺς διανοητικοὺς καλλιτέρους, ἀλλὰ μόνον τοὺς ἔχοντας οἰκονομικὴν ἀνεξαρτησίαν.
§138Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη ὅλων.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ὑποβάλλετε πρότασιν περὶ αὐξήσεως;
§140Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως ὑποβάλλω πρότασιν ρητήν.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§142Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ. Ἐπρόκειτο περὶ μέτρου ὁριστικοῦ τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἄξιον συζητήσεως, πάντως ὅμως καὶ τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι προσωρινὸν. Δὲν νομίζομεν δέ, ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ κανονίσωμεν ζήτημα τόσον θεμελιῶδες ἐφ’ ὅσον θὰ εὑρεθῶμεν ὅλοι μεθαύριον ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἡ ὁποία προτίθεται, ὅτι ἐν τῇ μερίμνῃ, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναλάβῃ διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν πραγμάτων τοῦ πολιτεύματος καὶ δὲν θὰ παραλείψῃ φυσικὰ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα ὁριστικῶς νὰ κανονίσῃ.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα τῆς Βουλῆς, ἐγὼ νομίζω, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν καὶ ἐὰν δεχθῇ.......
§144Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐγὼ θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι συνταγματικὸν προκειμένου περὶ μισθοῦ δὲν δύναται νὰ προέλθῃ ἡ πρότασις ἐκ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ κατέφερεν πλῆγμα κατὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι θὰ ἐφαίνετο, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκ συμπαιγνίας προέβη εἰς τὴν αὔξησιν, πρᾶγμα, ὅπερ θὰ ἐμείωνε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§145Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἄρω τὴν ἐντύπωσιν τῆς συμπαιγνίας, διότι ἀκριβῶς ὑποβάλλω ἐγὼ τὴν πρότασιν, ὁ ὁποῖος δὲν δύναμαι νὰ κατηγορηθῶ, ὅτι ἐκ συμπαιγνίας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἐπρότεινα.
§146Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον μεταρρυθμισμένον καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτὸν ὅπως ἔχει. Δεκτόν (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ στ. βʹ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΓΡʹΓʹ τῆς 13 Ἰουλίου 1905 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ συντάξεων νόμων». Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§149Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὰ περὶ συντάξεως εἶναι εἰς λαβυρινθώδη κατάστασιν καὶ χαώδη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσθέσωμεν καὶ ἕτερον εἰς τὸ 1ον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ καταστήσῃ ἀκόμη δυσχερεστέραν τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τῶν δημοσίων ταμείων καὶ λέγει τὰ ἑξῆς: Εἰς τὸ 1ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τροποποιεῖται ὁ νόμος τοῦ 1905. Αὐτὴ ἡ ἀναδρομικὴ ἰσχὺς ἔχει τοιοῦτον βάθος καὶ τοιοῦτον ὕψος ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ τεθῇ ἓν ὅριον εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ λάβουν καὶ οἱ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐκκαθαρισθέντες δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ ζητήσουν μετὰ δεκαετίαν ἢ εἰκοσαετίαν τὴν τροποποίησιν τῆς συντάξεώς των. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐν τῇ μερίμνῃ του ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου θὰ θέση μίαν τάξιν καὶ ἓν ὅριον.
§150Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ τεθῇ ἓν ἔτος, θέλετε;
§151Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προσετέθη μετὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκον κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, θὰ ἐπεθύμουν μίαν ἐξήγησιν· ἡ ἐφαρμογὴ τῆς φορολογίας, θὰ ἰσχύῃ πρὸ δύο ἐτῶν ἢ ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν;
§152Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ δύο ἐτῶν.
§153Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον 2, ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ, εἶπον, ὅτι εἶχεν ἑρμηνευτικὴν ἀξίαν ἑρμηνείας νομοθεσίας, καὶ ἑρμηνεύει τὸν πάγιον νόμον περὶ συντάξεων σύμφωνα πρὸς τὴν παγίαν ἀντίληψιν τῶν δικαστηρίω καὶ τῶν ὁποίων ἀποφάσεις σᾶς ἔδωκα πρὸς μελέτην, ἵνα ἄρωμεν τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας παρεμβάλει μόνον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὄχι τὰ δικαστήρια, ἐὰν βάλωμεν ἀπὸ δύο ἐτῶν, ἀφαιροῦμεν ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὰ δικαστήρια τὸ ἔδιδον.
§154Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ θέσωμεν ἕνα ὅριον νὰ μὴ ἔλθουν ὅλοι οἱ συνταξιοῦχοι πρὸ 15 ἐτῶν νὰ δύνανται νὰ ζητοῦν ἀναθεώρησιν χωρὶς νὰ ἔχουν τὰ στοιχεῖα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ κρίνῃ, διότι πλέον δὲν τὰ ἔχῃ τὰ χαρτιά.
§155Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ διατύπωσις, γίνεται, νομίζω, πρόχειρος καὶ θὰ ἦτο καλὸν νὰ μὴ προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ τὸ φέρωμεν αὔριον. Ἐγὼ δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν διατύπωσιν.
§156Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ΑΚΑʹ τοῦ 1882 «περὶ Νομικῶν Συμβούλων». Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§158Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ νομικῶν συμβούλων ἔχει καὶ σκοπιμότητα. Εἶναι εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος μετὰ πάσης ἐπιτυχίας ἐφαρμόζεται ἀπὸ πεντηκονταετίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δημοσίων συμφερόντων παρὰ τοῦ νομικοῦ Συμβουλίου, σώματος κατ’ ἐξοχὴν ἀποκεντρωτικοῦ σκοποῦντος τὴν προστασίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἤθελα νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ 4ου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον καθορίζει διευθυντὴν ἐν τῷ νομικῷ Συμβουλίῳ ἓν σώματι τελείως ἀποκεντρωτικῷ καὶ μὲ χροιὰν δικαστικήν.
§159Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει θέσις διευθυντοῦ. Τὸ ἀπήλειψα τὸ 4ον ἄρθρον.
§160Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τότε ἔχει καλῶς.
§161Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου προκειμένου περὶ αἰτήσεων προβιβασμοῦ, αἱ ὁποῖαι παραπέμπονται εἰς τὸ νομικὸν Συμβούλιον, ὑποθέτω, ὅτι τὸ ἑξάμηνον χρονικὸν διάστημα εἶναι πολὺ διὰ νὰ ἀπαντήσουν ἐπὶ μιᾶς αἰτήσεως καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μειώσῃ τὸ χρονικὸν διάστημα.
§162Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ πολὺ λέγω 6 μῆνες, διότι ὑπάρχουν ὑποθέσεις, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει ὁ νομικὸς σύμβουλος νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ. Βεβαίως ἡ ὑπηρεσία θὰ ἀποφασίζῃ τὸ ταχύτερον, δι’ αὐτὸ ἔθεσα ἓν ὅριον τὸ πολὺ 6 μῆνας.
§163Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐπίσης τὸ 2ον ἄρθρον, ὅπου λέγει ὁ νομικὸς σύμβουλος λαμβάνει ἄδειαν δίμηνον πρέπει νὰ διορθωθῇ.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχεται ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τελωνοφυλακῆς». Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§167Ε. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ μίαν σύστασιν. Νὰ δεχθῇ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τελωνοφύλακας ἐν καιρῷ πολέμου. Σήμερον ἐὰν τοὺς μετατοπίσητε εἶναι ὡσὰν νὰ τοὺς λέγητε νὰ παραιτηθῶσι. Σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πάρετε ἀπὸ τὴν Σάμον ἕνα τελωνοφύλακα καὶ νὰ τὸν πᾶτε εἰς τὴν ἄλλην ἄκρην. Ὁ μισθός του δὲν τὸν φθάνει οὔτε νὰ συντηρηθῇ καὶ καλὸν εἶναι ὅσον διαρκῆ ἡ κατάστασις αὐτὴ νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσητε τὸν νόμον αὐτόν.
§168Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ τεθῇ μέχρι πέρατος τοῦ πολέμου.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ;
§170ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀναθέσεως τῆς διεξαγωγῆς τῶν δικῶν καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ Γῆν Στρατοῦ εἰς τὸν Νομικὸν Σύμβουλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 816 τῆς 31ης Αὐγούστου 1917 περὶ τῆς Διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ καὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος, Γερμανίας, Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, Αὐστρίας, Βελγίου, Χιλῆς, Δανίας, Ἰσημερινοῦ, Ἱσπανίας, Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας, Γουατεμάλας, Ἰταλίας, Λιμπερίας, Μονακό, Κάτω Χωρῶν, Ρωσσίας Σερβίας καὶ Ἑλβετίας, ὑπογραφείσης ἐν Παρισίοις τῇ 25 Ὀκτωβρίου 1913 Διεθνοῦς Συμβάσεως «περὶ ἱδρύσεως Διεθνοῦς Συνδέσμου τῆς ὥρας». Ὁ κ. Σοκόλης ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§172Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅπως εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐμφανίζει ἓν ζήτημα διπλωματικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχῃ μεγάλας συνεπείας εἰς τὸ μέλλον, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸ προσέξητε. Νομίζω, δὲ ὅτι πιθανὸν νὰ ἔχω δίκαιον. Εἰς τὰ 1913 ὑπεγράφη αὐτὴ ἡ σύμβασις μεταξὺ Κρατῶν ἔνια τῶν ὁποίων εἶναι σήμερον ἐμπόλεμα πρὸς ἡμᾶς, ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Γερμανία, ἑπομένως τίθεται τὸ ζήτημα ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται σήμερον, μὴ ὑπογραφείσης τῆς εἰρήνης, σύμβασις μεταξὺ τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐμπόλεμα. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι λελυμένον, ὅτι ὁ πόλεμος καταργεῖ τὰς συνθήκας, καταργεῖ τὰς συμβάσεις καὶ ἑπομένως ἐπὶ τοῦ προκειμένου μία σύμβασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κυρωθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα ἐνέχει θεωρητικὴν σημασίαν, ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς ἔχει καὶ πρακτικήν, διότι ἐξαιρετικῶς ἐν ᾧ ὁ πόλεμος κατήργησεν ἁπάσας τὰς συνθήκας καὶ ἁπάσας τὰς συμβάσεις, κατ’ ἐξαίρεσιν ὑπάρχει μία συνθήκη, ἡ ὁποία συναφθεῖσα μεταξὺ τῶν ἓξ μεγάλων Δυνάμεων ἀφ’ ἑνός, καὶ τῆς Τουρκίας ἀφ’ ἑτέρου ἀφορῶσα δὲ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἡ τῆς Κωνσταντινουπόλεως τῆς 6)18 Σεπτεμβρίου 1827, ἡ σύμβασις αὕτη ὑφίσταται παρὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα παρὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ παρὰ τὴν ἀπουσίαν δύο ἀντιπροσώπων τῆς Δ.Ο.Ε. τοῦ τῆς Γερμανίας καὶ τοῦ τῆς Αὐστρίας. Ἑπομένως ἐὰν ἡμεῖς ψηφίσωμεν μίαν τοιαύτην σύμβασιν, ὡς αὐτὴν τὴν ὁποίαν ὑποβάλλετε σήμερον, δημιουργοῦμεν ἓν προηγούμενον, ὅτι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὁ πόλεμος δὲ κατήργησε τὰς συνθήκας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς συμφέρει. Ἀφίνω, ὅτι διατρέχετε τὸν κίνδυνον νὰ ὑποπέσητε εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου 1070 καὶ νὰ παραπεμφθῆτε εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον καὶ σεῖς καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ὡς συνεργαζομένη μετὰ ὑπηκόων ξένου κράτους, μετὰ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα εἰς πόλεμον (ἱλαρότης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν νὰ τὸ ἀποσύρητε, ἰδίως διὰ τὸ ζήτημα τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς.
§173Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἐξήτασα, ὄχι δι’ ἰδίας μου ἐργασίας, διότι ὁμολογῶ, ὅτι δὲν παραμένουσιν εἰς τὴν μνήμην μου αἱ γνώσεις τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἡ ὑπηρεσία λέγει ὅτι αἱ συμβάσεις δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καταργοῦνται ὡς πρὸς τὰ κράτη, πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκεται τις εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν.
§174Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι κατηργημέναι ipso jure.
§175Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἂς ἀναβληθῇ.
§176Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ ζήτημα ἔχει σημασίαν καὶ διὰ τὴν προστασίαν τῶν βιομηχανικῶν σημάτων, διὰ τὴν προστασίαν τῶν ὁποίων καίτοι πολλάκις ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ Ὑπουργείου, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ προστατευθῶσι τὰ σήματα τῶν ἐμπολέμων κρατῶν, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀπήντησε. Καὶ σημειώσατε, ὅτι ὁ γραμματεὺς τοῦ δικαστηρίου δὲν ἀρνεῖται τὴν παραδοχὴν τῆς καταθέσεως τοῦ σήματος, ἀλλὰ τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ δικηγόρος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ παραστῇ καὶ ὑπογράψῃ τὴν κατάθεσιν; Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἡ Ἀγγλία τὰς συμβάσεις τῶν ἐμπολέμων κατήργησε καὶ ὄχι μόνον προστασία τῶν βιομηχανικῶν σημάτων δὲν ὑφίσταται, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν ἀναγνωρίζεται.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς ἀναστολῆς διατάξεών τινων τῆς Σταφιδικῆς Συμβάσεως τῆς 8 Ἰουλίου 1905». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 17 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἀναγκαστικοῦ Διατάγματος «περὶ ἱδρύσεως Διδασκαλείου θηλέων ἐν Κοζάνῃ».
§178Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Τὸν λόγον παρακαλῶ κ. Πρόεδρε.
§179Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὁ κ. συνάδελφος θέλει νὰ ζητήσῃ τὴν ἵδρυσιν τοιούτου διδασκαλείου ἐν Μυτιλήνῃ. Ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἔλλειψις Διδασκαλείων ἡ ὁποία θὰ ἀγάγῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν λῆψιν γενικωτέρου μέτρου ὁπότε θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ Μυτιλήνη.
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1394 νόμου «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νέου σχεδίου τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου πόλεως Θεσσαλονίκης».
§182Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ κ. Σίδερης ἠρώτησε διὰ ποῖον λόγον ἐπιβάλλονται περιορισμοὶ διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν οἰκιῶν εἰς τὸ μὴ καὲν μέρος. Πρόκειται περὶ τῶν τμημάτων τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ σχεδίου γνωρίζομεν ὅτι δὲν θέλουσι προορισθῆ διὰ τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν. Πρέπει λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ τεθῇ περιορισμός.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ρυμοτομίας ἐν τῷ ἀποτεφρωθέντι τμήματι τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΔΝΔʹ τοῦ 1912 ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου 423 τοῦ 1914». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συστάσεως ἐμμίσθου Προξενείου ἐν Παρισίοις». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐμποροπλοιάρχων ἐπὶ συμμαχικῶν πλοίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διορισμοῦ ἰδίων Ἐπιθεωρητῶν διὰ τὰ Μουσουλμανικὰ σχολεῖα τῆς Νέας Ἑλλάδος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1918 «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐδαφίου 11 τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ νόμου 1073». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 10ης Σεπτεμβρίου 1918 περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 670 «περὶ προσωρινῆς ρυθμίσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ τσιφλικίων καὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1916». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐπὶ σκοπῷ ἱδρύσεως ἢ ἐπεκτάσεως νεκροταφείων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1439 περὶ δοκιμασίας πρὸς μονιμοποίησιν προσωρινῶν ἐπιθεωρητῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ ἀποδοχῶν τῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Χωροφυλακῆς ἀποσπασθέντων ὑποδεκανέων καὶ στρατιωτῶν τῶν ἀπογραφῶν 1912 καὶ 1914 κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν ἐκ τῆς Βουλγαρικῆς εἰσβολῆς τοῦ Αὐγούστου 1916 καταστραφέντων ἀρχείων τῶν δικαστικῶν γραφείων τῶν περιφερειῶν τῶν Πρωτοδικείων Σερρῶν, Δράμας καὶ Καβάλλας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως καὶ χορηγήσεως πιστώσεως διὰ τὴν προσθήκην ὀρόφου ἐν τῷ Κεντρικῷ Καταστήματι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐν Ἀθήναις Εἰρηνοδικείου καὶ Πταισματοδικείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπογραφῆς ἀνυπογράφων ποινικῶν ἀποφάσεων, βουλευμάτων καὶ πρακτικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατατάξεως ἐν τῷ πολεμικῷ Ναυτικῷ τεσσάρων ἀρχειοφυλάκων».
§186Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἀποσύρεται αὐτὸ κ. Πρόεδρε.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· ἀποσύρεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταβολῆς διατάξεων τῶν νόμων «περὶ τελῶν χαρτοσήμου, μονοπωλείων κλπ.» (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τμήματος Δημοσιότητος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος νόμου 971 τοῦ 1917». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου ἐκκαθαρίσεως καὶ ἐξοφλήσεως τῶν ὀφειλομένων ἀπαιτήσεων παρὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐκμισθώσεως ἢ ἐπιτάξεως πλωτῶν ἐν γένει μέσων κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Αὐγούστου 1918 Νομοθετικοῦ Διατάγματος καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως πανεπιστημιακῶν νόμων».
§188Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἐὰν δὲν θεωρεῖται ἐνδεδειγμένον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ συμπληρώσεως τῶν δύο ἑδρῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, τοιαύτη ὥστε νὰ δύνασθε ἀπ’ εὐθείας νὰ προβῆτε εἰς τὴν συμπλήρωσιν;
§189Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν δυνάμεθα κατὰ τὴν κύρωσιν ἑνὸς Νομοθετικοῦ Διατάγματος νὰ θίξωμεν ζητήματα ἀφορῶντα τὸν ὀργανικὸν νόμον. Τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κατσάνου ἀποδέχομαι.
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποστολῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν διοικητικῶν ὑπαλλήλων πρὸς θεωρητικὴν καὶ πρακτικὴν ἄσκησιν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1273 τῆς 10 Ἀπριλίου 1918 περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς τοῦ Ποινικοῦ Μητρώου ἐν τοῖς δικαστηρίοις». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 173 καὶ 223 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 16 Νοεμβρίου 1918 «περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Ἀνατολικῆς Μακεδονίας πρὸς ἔκδοσιν ἀδειῶν ὑλοτομίας τῶν περιφερειῶν Σερρῶν, πλὴν Θάσσου» (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνταλλαγῆς τῆς χρήσεως οἰκίας τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ πόλει τῆς Ζακύνθου πρὸς ἄλλην οἰκίαν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1350 «περὶ ὑποχρεωτικῆς σπορᾶς νομῆς διὰ στρατιωτικὰς ἀνάγκας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 747 περὶ Ἀγροφυλακῆς Διατάγματος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Κρήτης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νόμου «περὶ ἀναστολῆς διατάξεών τινων τοῦ νόμου 513 τοῦ 1914 περὶ προαγωγῆς τῆς σηροτροφίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῶν εἰς ἐπαιτείαν, ἀλητείαν κλπ. ἐκδότων ἀνηλίκων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀλητείας καὶ ἐπαιτείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§191ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις κύριε Πρόεδρε. Νὰ λυθῇ.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 8.10′ μ. μ.).