Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Κ · Session Β› Sitting 21

1917.08.13

5,384 rows · 42,328 words · 1 table · 105 turns

Date
1917.08.13
Presidency
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Π. ΣΟΦΟΥΛΗ
Period
Κ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1929)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21Η

ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1917

Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ

(Ὥρᾳ 5.5′ μ.μ.).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: — Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κομοστάδιον τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος παρακαλοῦσιν ὅπως μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ διανείμῃ εἰς αὐτούς, ὄντας ἀκτήμονας, τσιφλίκιά τινα. —Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Δραχμάνι–Δομοκοῦ ζητοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ παρεμποδισθῇ ἡ πώλησις τοῦ κτήματος Δραχμάνι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως διὰ τὴν συσταθησομένην ἕδραν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Λονδίνου», παρακαλῶν τὴν Βουλὴν ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον). — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Δαζέας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἐνοικιαστῶν φόρου δεκάτης καὶ ἄλλων διαφόρων φόρων καὶ προσόδων χρήσεως 1915 καὶ 1916 κλπ.». —Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Βασιλακάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 86 τοῦ ὑπ’ ἀρ. 425 νόμου».

Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν

ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ

ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναβληθῶσι, κύριε Πρόεδρε.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται.

Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν

ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ

ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β. Διατάγματος περὶ χορηγήσεως ἀμνηστείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἱδρύσεως Γραφείου Λογοκρισίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Συγκοινωνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς Διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατηρήσεως καὶ κατατάξεως τῶν παρὰ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως προσωρινῶς διορισμένων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀφομοιώσεως πρὸς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τοῦ Στρατοῦ, στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 276, περὶ ἱδρύσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1916». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1917». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἐξαναγκασθέντων εἰς παραίτησιν ἀξιωματικῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ περὶ τῶν διὰ τὴν προσχώρησιν εἰς αὐτὴν παθόντων». (Ἀναγιγνώσκονται καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–2).

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (Ἀναγιγνώσκει).

§5Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω ὑποβάλει μετὰ τῶν κ.κ. Γ. Μυλωνογιάννη καὶ Γ. Μαρκαντωνάκη τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη κατ’ ἀρχὴν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. (Ἀναγιγνώσκει τὴν τροπολογίαν).

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγιγνώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΔΞΗʹ τῆς 6 Ὀκτωβρίου 1912 περὶ ἀναστολῆς παραγραφῶν προθεσμιῶν καὶ δικαστικῶν ἐν γένει πράξεων ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως». Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγιγνώσκεται).

§8Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία μου.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγιγνώσκεται ἡ τροπολογία). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ρακτιβὰν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγιγνώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου νόμου).

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δικαιολογήσεως ἀπολλυμένων ἐν πολέμῳ χρημάτων ἢ δικαιολογητικῶν δαπανῶν Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας αἰτίᾳ θανάτου ἢ ἀνωτέρας βίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ἰουνίου 1917 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος διατάξεών τινων τοῦ νόμου 484 «περὶ συστάσεως Σώματος Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Μαρτίου 1917 Ν. Διατάγματος περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας διὰ τὸν διορισμὸν ἄνευ διαγωνισμοῦ τοῦ διευθύνοντος προσωπικοῦ τῶν φυλακῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ 680 νόμου τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1915 καὶ ἀναθεωρήσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τεθέντων εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀκινήτων τῶν Νέων Χωρῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 173 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως περὶ παροχῆς ἐπιμισθίου εἰς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, εἰς οὓς ἀνατίθεται προσωρινῶς ἐκτὸς τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ ἑτέρα δημοσία ὀργανικὴ ὑπηρεσία». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1380 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ νόμου ΒΥΛʹ τῆς 13 Δεκεμβρίου 1896 «περὶ ἐξόδων μεταφορᾶς καὶ ἀποστολῆς δημοσίων πραγμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2712 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ καθορισμοῦ τοῦ πενταλέπτου ὡς τῆς ἐλαχίστης νομισματικῆς μονάδος εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1173 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ παροχῆς ἀποζημιώσεως εἰς Ὑπουργοὺς ἢ Συμβούλους, ἐξερχομένους εἰς περιοδείαν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2043 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 30 Μαρτίου 1917 Συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης Κρήτης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 745 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ νόμου 425 «περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ» καὶ ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων καὶ προσωρινῶν δημοσίων ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1375 ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐφαρμογῆς τῆς προσωρινῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ διὰ τὴν χρῆσιν 1917 καὶ περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν τῶν δηλώσεων ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ μεγάλων ζώων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δασμολογικῶν μεταβολῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2690 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ χορηγίας προκαταβολῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὰς Ἀνωτάτας Διευθύνσεις». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 299 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ συντάξεων καὶ ἀποζημιώσεων τῶν πληρωμάτων καὶ ἀξιωματικῶν τῶν ἐπιτάκτων πλοίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων αʹ) τῆς Διευθύνσεως τοῦ Δικαστικοῦ, βʹ) τῶν Νομικῶν Συμβούλων καὶ γʹ) τῶν παρὰ ταῖς οἰκονομικαῖς ἐφορίαις δικαστικῶν ἀντιπροσώπων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓΥΠΗʹ (3488) «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Β. Ναυστάθμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτιμήσεως τῆς ἱκανότητος καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ χαρακτῆρος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ προβιβασμοῦ αὐτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κεχορηγημένης προκαταβολῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΝΖʹ τοῦ ἔτους 1911 «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως διαγωνισμοῦ πρὸς πλήρωσιν θέσεων μονίμων ἀνθυπολοχαγῶν Μεταγωγικοῦ καὶ μεταξὺ τῶν ἐφέδρων κλάσεων 1913α καὶ 1913β». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ ναυτικῶν μέτρων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ παρόντος πολέμου καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ προσθέτου μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κλπ. τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐκυρώθη τὸ ἀπὸ 24 Ὀκτωβρίου 1916 (ὑπ’ ἀριθ. 287) Διάταγμα τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ καταθέσεως εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον τοῦ Δημοσίου τῶν χάριν τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀγῶνος ἀποστελλομένων χρηματικῶν ποσῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐπὶ τῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀπαντήσεως συζήτησιν. Ὁ κ. Κ. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§12Κ. ΜΕΛΑΣ. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, νὰ μὴ φεισθῇ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὀνομάτων, προκειμένου νὰ προβῇ εἰς ἀποκαλύψεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέφερε χθές, ὅτι ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως, μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν συζητήσει μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξήνεγκε τὸν τρομακτικὸν ἀφορισμὸν κατὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅτι δὲν μᾶς χρειάζεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξ ὑπερβολικῆς λεπτότητος, δὲν ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως καὶ νομίζω ὅτι τὸ κενὸν αὐτὸ πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, διότι πολλοὶ διηρωτῶντο ποῖος ἦτο αὐτὸς ὁ ἀντιπρόσωπος. Τὸ κενὸν αὐτὸ θὰ τὸ συμπληρώσω ἐγώ, δηλῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτὸς ἦτο ὁ ὑπαρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ Ἰωάννης Μεταξᾶς, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης λόγον ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ γνώμην καὶ νὰ ἐπιρρίψῃ ἑνὶ ἑκάστῳ τὰς εὐθύνας αἵτινες τὸν βαρύνουν καὶ προκειμένου νὰ συγκροτηθῇ Εἰδικὸν Δικαστήριον, νὰ ἐκτεθῶσι σαφῶς τὰ πράγματα, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τὰς εὐθύνας ἑκάστου.

§13Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς ἀποκαλύψεις περὶ τῆς προδοτικῆς ἀποστολῆς τοῦ πρίγκηπος Νικολάου εἰς Πετρούπολιν.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον. (Ραγδαῖα χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων ὑποδέχονται τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνερχόμενον ἐπὶ τοῦ βήματος).

§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν, διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀλλοτρίωσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης ἀπὸ τοῦ Ἡγέτου τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐπωφεληθέντες τῶν πολεμικῶν γεγονότων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐζήτησαν νὰ παραστήσουν τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μὲν χαρίσματα ἄλλα, ἀλλ’ ἔχει τὸ δυστύχημα διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ εἶναι πολεμοχαρής, νὰ ἀρέσκεται εἰς τὰ αἵματα καὶ νὰ εἶναι εἷς φαντασιόπληκτος, πιστεύων εὐκόλως ὅτι ἠμπορεῖ δι’ ὀλίγων νὰ κατορθώσῃ μεγάλα. Ἔλαβα, κύριοι βουλευταί, ἀφορμὴν ἄλλοτε, ὅτε μὲ κατηγόρουν ὅτι ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Βουλγαρίας ἔγινε παρὰ τὴν θέλησίν μου, νὰ κάμω τὴν ὁμολογίαν ὅτι ὄχι μόνον ἐκεῖνος ὁ πόλεμος ἔγινε παρὰ τὰς εὐχάς μου — ὄχι δὲ βέβαια παρὰ τὰς προσδοκίας μου, οὐδὲ παρὰ τὰς ἑτοιμασίας μου — ἀλλὰ καὶ ὁ πρῶτος πόλεμος, ὁ κατὰ τῆς Τουρκίας. Καὶ ἔλαβα τότε ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ποῦ εἶχα φθάσει διὰ νὰ κατορθώσω νὰ διευθετήσω τὸ μᾶλλον φλέγον ζήτημα ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα μᾶς ἐχώριζαν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, τὸ Κρητικόν. Εἶχα φθάσει νὰ προτείνω εἰς τὴν Πύλην, ἀντὶ τῶν ὀνομαστικῶν ἐπικυριαρχικῶν δικαιωμάτων της, καὶ τὴν πληρωμὴν μικροῦ φόρου ὑποτελείας, ἵνα ἀναγνωρίσῃ εἰς τοὺς Κρῆτας βουλευτὰς τὸ δικαίωμα νὰ συνεδρεύουν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ. Ἐζήτουν ν’ ἀποφύγω τότε τὸν πόλεμον, ὄχι διότι δὲν ἐνόμιζον ὅτι τὰ Ἔθνη εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ κατέλθουν εἰς πόλεμον ὅταν πρόκειται περὶ Ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, ἀλλὰ διότι ἐθεώρουν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο ἀκόμη τότε ἐπαρκῶς παρεσκευασμένη κατὰ τὸ διετὲς μόλις διάστημα τῆς ἀναγεννήσεώς της, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ μετὰ πλήρους πεποιθήσεως καὶ ἀσφαλείας τὰς περιπτώσεις τὰς πολεμικάς. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος ἔγινε, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἔγινε δυνατὸν νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τὸ Κρητικόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι τὰ ἄλλα Βαλκανικὰ Κράτη εἶχον ἀποφασίσει νὰ πολεμήσουν κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ εἰς ἡμᾶς δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μείνωμεν εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀπαθεῖς θεαταί. Ἀλλὰ καὶ ὁ δεύτερος πόλεμος ἐγένετο παρὰ τὰς εὐχάς μου, κύριοι βουλευταί. Προσεπάθησα εἰλικρινέστατα νὰ τὸν ἀποφύγω, καὶ κατηγορήθην δέ, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν πολλάκις, ὅτι ἠθέλησα νὰ τὸν ἀποφύγω, καὶ μοῦ εἶπον: «εἰς σὲ δὲν ἀνήκει οὐδεμία τιμὴ διὰ τὰς ἐπιτυχίας τοῦ δευτέρου πολέμου, εἶσαι ξένος πρὸς αὐτόν», ἀδιάφορον ἂν τὸν προητοίμασα καὶ διπλωματικῶς καὶ στρατιωτικῶς, ὥστε, ἀφοῦ κατέστη ἀναπότρεπτος, ν’ ἀποβῇ καθ’ ὅλας τὰς πιθανότητας εὐτυχής, ὅπως καὶ ἀπέβη πράγματι. Εἰς ἡμᾶς θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθῶ, ὅπως καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διατὶ ἐγὼ τόσον εἰλικρινῶς προσεπάθουν ν’ ἀποφύγω τὸν δεύτερον πόλεμον, τὸν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Ἐπεζητεῖτο νὰ παρασταθῇ τότε ὅτι ἐγὼ μόνος ἀπέστεργα τὸν πόλεμον, διότι ἐφοβούμην τὴν ἔκβασιν αὐτοῦ, ἐνῷ τάχα τὸν πόλεμον ἐκεῖνον ἐπέσπευδεν ὁ Βασιλεὺς καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον, διὰ νὰ συναχθῇ τὸ συμπέρασμα ὅτι ὅλη ἡ τιμὴ διὰ τὰς ἐπιτυχίας τοῦ πολέμου ἐκείνου ἀνῆκεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ οὐδεμία εἰς τὸν πολιτικὸν ἡγέτην. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διακηρύξω ὅτι οὐδεμία ποτὲ ἐπῆλθε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διαφωνία μεταξὺ Στέμματος καὶ στρατιωτικῶν κύκλων ἀφ’ ἑνός, καὶ Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑτέρου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας πολιτικήν. Καὶ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπῆλθεν οὐδεμία διαφωνία, ἦτο διότι καὶ οἱ στρατιωτικοὶ κύκλοι δὲν ἦσαν καθόλου ἥσυχοι διὰ τὴν πιθανὴν ἔκβασιν τοῦ πολέμου ἐκείνου. Ὅτε ἐν Θεσσαλονίκῃ, καλέσας τὸν ἐν Βελιγραδίῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὴν τῆς Σερβίας, κατώρθωσα νὰ ὑπογραφῇ ἡ συμμαχικὴ Συνθήκη μετὰ τῆς Σερβίας, ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸ Ἐπιτελεῖον, ἔλεγον: Καὶ τώρα, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμμαχικῆς Συνθήκης μὲ τὴν Σερβίαν, τί νομίζετε; Ποῖαι εἶναι αἱ πιθανότητες τῆς νίκης, ἐὰν φθάσωμεν εἰς πόλεμον;» Καὶ μοὶ ἀπήντησε τὸ Ἐπιτελεῖον, ὅτι «δυνάμεθα νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν νίκην μὲ ἐλπίδας 60%». Ἐννοεῖτε τώρα πῶς ἕνας ὑπεύθυνος Κυβερνήτης μιᾶς Χώρας δὲν ὤφειλε νὰ σπεύδῃ εἰς πόλεμον, τοῦ ὁποίου αἱ πιθανότητες τῆς νίκης, καὶ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμμαχίας μὲ τὴν Σερβίαν, εἶχον τόσον στενὸν περιθώριον. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἄλλος λόγος, πολὺ σπουδαιότερος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου προσεπάθουν νὰ ἀποφύγω τὸν νέον πόλεμον. Ὑπῆρχεν ὁ λόγος, ὅτι καλῶς ἐγνώριζα ὅτι τὰ ἐν τῇ Βαλκανικῇ ζητήματα ἔθιγον κύρια συμφέροντα μεγάλων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων. Δὲν ἦτο μυστικὸν ὅτι ἀντιμέτωπος τῆς συμμάχου ἡμῶν, τῆς Σερβίας, συμμάχου πρὸς τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσαμεν ὅτι μᾶς ἐπεβάλλετο νὰ συνάψωμεν καὶ συμμαχίαν εὐρυτέρας ἐκτάσεως, ἦτο μία μεγάλη Δύναμις, ἡ Αὐστροουγγαρία. Ἐὰν δὲν ἐγνωρίζαμεν τότε τὰ βραδύτερον ἀποκαλυφθέντα ἐν τῷ Ἰταλικῷ Κοινοβουλίῳ περὶ προτάσεως τῆς Αὐστρίας πρὸς τὴν Ἰταλίαν ὅπως ἐπιτρέψῃ αὕτη τὴν ἐπίθεσιν τῆς πρώτης κατὰ τῆς Σερβίας, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ὅτι διαταράσσονται οἱ ὅροι τῆς μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Αὐστρίας συμμαχίας, τὸ διῃσθανόμεθα ὅμως. Ἤδη, διαρκοῦντος τοῦ πρώτου Βαλκανικοῦ πολέμου, ἡ ἀνησυχία ἡμῶν ἦτο διηνεκής, μήπως εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον ἴδωμεν αἰφνιδίως προβάλλουσαν τὴν Αὐστροουγγαρίαν, ἀντιμέτωπον, ἂν ὄχι ὅλων τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, ἀλλὰ τοῦ ἑνὸς τοὐλάχιστον τῶν Συμμάγων, τῆς Σερβίας. Ἐννοεῖτε, ἑπομένως, πόσον ἐπιβλητικὸν ἦτο εἰς τὸν Ἡγέτην, τὸν ὑπευθύνως ἰθύνοντα τὰς τύχας τῆς Χώρας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, νὰ προσπαθῇ νὰ ἀποφύγῃ διὰ παντὸς τρόπου ἕνα πόλεμον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐνδεδειγμένον, ὁ ὁποῖος ἦτο βέβαιον σχεδόν, ὅπως ἀπεδείχθη δυστυχῶς ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἔφερε γενικωτέραν ἐπέμβασιν Εὐρωπαϊκήν. Ἐπίστευα λοιπόν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς εἰρηνικὴν διευθέτησιν μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ὅτι ἠδυνάμεθα ἐν τῷ παρόντι νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ταῦτα, ἐπιτυγχάνοντες μίαν οὐσιωδεστάτην μεγέθυνσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀποβλέποντες εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς συμπήξεως μιᾶς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδειχθῇ κατορθωτή, ὁπότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀδιαφορήσωμεν ἂν ἡ ἔκτασις τοῦ ἐδάφους μας ἦτο κατὰ 8 ἢ 10 χιλιάδας τετραγωνικὰ χιλιόμετρα μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα, ἐφ’ ὅσον θὰ κατωρθοῦτο διὰ τῆς συμπήξεως τῆς Ὁμοσπονδίας νὰ δημιουργηθῇ ἐκ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν μία μεγάλη δύναμις, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἢ — ὅπερ ἀτυχῶς πιθανώτερον — ἡ Βουλγαρικὴ βουλιμία θὰ ἀπεδεικνύετο ἀκόρεστος, ἐπιδιώκουσα μέχρι τέλους νὰ καθέξῃ τὴν ὅλως ὑπερέχουσαν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀείποτε ἀπέβλεπεν ἐν τοῖς Βαλκανίοις, ὁπότε ὁ πόλεμος θὰ ἐπεβάλλετο μετὰ 3, 4, 5 ἢ 6 — δὲν δύναμαι ἀκριβῶς νὰ ὁρίσω πόσα — ἔτη, ὁπότε Ἑλλὰς καὶ Σερβία, μεγεθυνθεῖσαι διὰ τοῦ κατὰ τῆς Τουρκίας πολέμου πολὺ περισσότερον παρὰ ἡ Βουλγαρία, θὰ εἶχον διαθέσιμον στρατιωτικὴν δύναμιν πολὺ ἀνωτέραν, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν τῆς Βουλγαρίας, παρ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ παρατάξωσι κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1913. Αὐταὶ ἦσαν αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ὤθουν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ὅπως εἰλικρινῶς προσπαθῇ κατὰ πάντα τρόπον νὰ ἀποφύγῃ τὸν δεύτερον πόλεμον. Ἀλλὰ νομίζω εὔθετον, παρουσιαζομένης τῆς εὐκαιρίας ταύτης, νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλο τι γεγονός, μὴ γνωστόν, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ κριθῇ ἀκριβέστερον ὁ πολεμοχαρὴς ἢ μὴ χαρακτὴρ τοῦ Ἡγέτου τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Εἴχομεν ἤδη νικήσει τὴν Βουλγαρίαν καὶ ὁ Βασιλεὺς αὐτῆς ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν μακαρίτην Κάρολον τῆς Ρουμανίας, ζητῶν ἀνακωχὴν καὶ τὴν μεσολάβησιν αὐτοῦ πλησίον τῶν ἄλλων συμμάχων ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνακωχὴ αὕτη διὰ ν’ ἀρχίσουν ἀμέσως αἱ διαπραγματεύσεις τῆς εἰρήνης. Ὁ Βασιλεὺς Κάρολος ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον, συνιστῶν τὴν συνομολόγησιν ἀνακωχῆς, ὁ δὲ Βασιλεὺς μοῦ ἀνεκοίνωσεν ἐν Χατζῆ–Μπεϊλὶκ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ζητῶν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν δοτέαν εἰς αὐτὸ ἀπάντησιν, ἀλλὰ προσθέτων ὅτι λόγοι στρατιωτικοὶ ἐπιβάλλουν νὰ μὴ διακοπῶσιν αἱ ἐχθροπραξίαι, ἀλλὰ νὰ συνεχισθοῦν διαρκουσῶν τῶν διαπραγματεύσεων τῆς εἰρήνης. Ἀπήντησα ὅτι ἡ ἀντίληψις ἡ ἐμὴ εἶναι ἐντελῶς διάφορος· ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Βασιλεὺς τῆς Ρουμανίας παρεμβαίνει συνιστῶν τὴν σύναψιν ἀνακωχῆς διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν διαπραγματεύσεων τῆς εἰρήνης, θὰ ἦτο κατ’ ἐξοχὴν ἀντιπολιτικὸν ἐὰν ἀπεκρούομεν τὴν μεσολάβησιν ταύτην καὶ δὲν ἐπιτυγχάνομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν πρὸ παντὸς νὰ ἐπιδιώκωμεν, ὅπως ἐπιτύχωμεν, δηλαδὴ τὴν εὐμενῆ στάσιν τῆς Ρουμανίας κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς εἰρήνης ἀπέναντι τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Προσέθετον δὲ ὅτι ἡ ἀπάντησις, κατ’ ἐμέ, ἔπρεπε νὰ εἶναι αὕτη περίπου: «Καίπερ γνωρίζων τὴν Βουλγαρικὴν κακοπιστίαν καὶ μὴ δυνάμενος παντάπασι νὰ πιστεύσω ὅτι εὑρίσκομαι ἀπέναντι πραγματικῆς αἰτήσεως εἰρήνης καὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ἥττης, θεωρῶ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ δεχθῶ τὴν μεσολάβησιν τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, πεποιθὼς ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ Αὐτῆς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα θὰ εὕρωσι δίκαιον παραστάτην κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς εἰρήνης». Ἀλλὰ προσέθετον ἀκόμη ὅτι δὲν ἐννοῶ εἰς τί θὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι περαιτέρω θυσίαι αἵματος καὶ περαιτέρω διακινδυνεύσεις, ἀφοῦ ἡ μὲν ἄφιξις μέχρι τῆς Σόφιας ἦτο χαλεπώτατον ἔργον, αἱ δὲ ἰδικαί μας ἐδαφικαὶ διεκδικήσεις ἐκαλύπτοντο διὰ τῶν μέχρι τότε νικῶν, αἵτινες καὶ ὑπερέβαλλον μάλιστα αὐτάς. Προσέθετον ὅμως ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποκύψω, ἐάν, ἀφοῦ ταῦτα ἐκθέσω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Βασιλέως Ἀρχιστρατήγου, εὕρισκον αὐτὸν ἐπιμένοντα, ὅτι στρατιωτικοὶ λόγοι ἐπέβαλλον τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐχθροπραξιῶν. Ἡ γνώμη μου ἡ πολιτικὴ δὲν ὑπερίσχυσεν· ἐπεκράτησαν αἱ στρατιωτικαὶ ἀντιλήψεις. Καὶ ὅτε διῆλθον διὰ τοῦ Χατζῆ– Μπεϊλίκ, μεταβαίνων εἰς Βουκουρέστιον, ἐζήτησα καὶ πάλιν νὰ μεταπείσω τοὺς στρατιωτικοὺς ἀρχηγούς, λέγων: «Δὲν βλέπω τίνα λόγον ἔχουν αἱ περαιτέρω ἐχθροπραξίαι, δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονήσητε καὶ τὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκωμαι ἐν Βουκουρεστίῳ, ἅμα, φθάνων ἐκεῖ, δὲν κατορθώσω νὰ ἀποδεχθῶ ἐνδεχομένην σύστασιν τοῦ Βασιλέως Καρόλου περὶ τῆς ἀνακωχῆς». Ἡ ἀπάντησις ἦτο ἐκ νέου κατηγορηματική, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὰ στρατιωτικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος ἐπιτρέπουσι τὴν σύναψιν ἀνακωχῆς. Ἔπρεπε καὶ πάλιν νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν στρατιωτικὴν ταύτην ἀντίληψιν. Ἔφθασα εἰς Βουκουρέστιον. Ἀπὸ Χατζῆ–Μπεϊλὶκ μέχρι Βουκουρεστίου ἐκάμομεν, νομίζω, 36 ὥρας καὶ ἐκεῖ μόνον κατώρθωσα νὰ ἀρθῶσιν αἱ στρατιωτικαὶ ἀντιλήψεις καὶ νὰ προσαρμοσθῶσι πρὸς τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδεικνύοντο ὅτι ἦσαν ἀπολύτως ἐπιβεβλημέναι, ὄχι μόνον ἀπὸ πολιτικῆς καὶ διπλωματικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ στρατιωτικῆς καθαρῶς ἀπόψεως. Ἐφθάσαμεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου. Ἔχετε δημοσιευμένα ὄχι ἐκ τῶν Βίβλων, ἀλλὰ ἐκ τῶν ἐφημερίδων, τὰ τότε διαμειφθέντα ἐν σχέσει πρὸς τὸ Δεδεαγάτς, τὴν Μάκρην καὶ τὸ Πόρτο–Λάγο, μὲ βλέπετε δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς λέγοντα ἕως ποῦ δύνανται νὰ φθάσωσιν αἱ διεκδικήσεις μας, ἕως ποῦ ἠδύναντο νὰ ὑποστηριχθῶσιν αἱ ἀξιώσεις μας. Ἀλλ’ ἴσως οἱ κατηγοροῦντες με ὡς πολεμοχαρῆ, δύνανται νὰ μὲ κατηγορήσουν διότι ἐπέμεινα διὰ τὴν Καβάλλαν εἰς τὸ Βουκουρέστιον, διότι δὲν ἔκαμα αὐτὴν τὴν ὑποχώρησιν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὄχι διότι δὲν ἤμην δικαιολογημένος ἀπέναντι τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω ἐάν, θυσιάζων τὴν Καβάλλαν, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπιτύχω τὴν εἰρήνην εἰς τὰ Βαλκάνια. Ἐὰν ἐγνώριζα τοῦτο, δὲν διστάζω καὶ τώρα νὰ εἴπω ὅτι θὰ τὴν ἐθυσίαζα. Ἀλλ’ ἐγνώριζον ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν θὰ ἐπετύγχανον θυσιάζων τὴν Καβάλλαν, παρὰ μόνον νὰ ἐξάψω τὴν Βουλγαρικὴν βουλιμίαν ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἰσχυροτέρα ὅπως ἀσφαλέστερον ἐπιτεθῇ καθ’ ἡμῶν, ὅταν θὰ ἐπήρχετο ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐπιτεθῇ. Ἐὰν λοιπὸν ἐπέμεινα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Καβάλλας, ὅπως ἐπέμεινα, τὸ ἔπραξα διότι οὐδεμία θυσία τῆς Καβάλλας ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀποτροπὴν νέων πολέμων καὶ νέων κινδύνων. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ποῖος ὑπῆρξεν ὁ Βασιλικὸς Λόγος, μὲ τὸν ὁποῖον ἤνοιξεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1913, ἡ συγκληθεῖσα μετὰ τοὺς δύο Βαλκανικοὺς πολέμους. Ἐπέμεινα καὶ ἔθεσα εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θεωρεῖ ὅτι ἐπραγματοποίησε σχεδὸν καθολοκληρίαν τὸ Ἐθνικόν της πρόγραμμα. Ἔθηκα τοῦτο εἰς τὰ χείλη τοῦ Βασιλέως, καίτοι ἔχων διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ἀκόμη εὐρυτάτας βλέψεις, διότι πεποιθότως ἐφρόνουν ὅτι συμφέρον ἡμῶν Ἐθνικὸν ἐπέβαλλε νὰ ἐξασφαλίσωμεν, ὅσον ἀπὸ ἡμᾶς ἐξηρτᾶτο, μακρὰν περίοδον εἰρήνης. Θὰ ηὐχόμην νὰ ἀνεβάλλετο ἡ λύσις τῶν λοιπῶν Ἐθνικῶν ζητημάτων ἐπὶ ὁλόκληρον γενεάν. Ἐπὶ ὁλόκληρον γενεὰν θὰ εἶχε νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἐντατικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ διαπλασθέντος Κράτους καὶ, ἀναπτυσσομένη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, θὰ ἠδύνατο εἴτε νὰ ἐλπίσῃ εἰς διαβίωσιν τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ ὑπὸ καθεστὼς ἀνεκτόν, εἴτε νὰ εἶναι βεβαία, ὅτι ἐπιστάσης τῆς ὥρας τῆς καταρρεύσεως τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, θὰ προέβαλλεν εἰς τὸ μέσον Ἑλλὰς ἰσχυρά, δυναμένη νὰ λύσῃ αὐτοδυνάμως τὰ λοιπὰ αὐτῆς Ἐθνικὰ ζητήματα (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι). Ἐνθυμηθῆτε ἀκόμη, κύριοι, τὴν διαλλακτικότητά μου εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς Συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν. Ἐνθυμηθῆτε ποῖα κεφάλαια κατηγορίας διετυπώθησαν ἐναντίον μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ἐδείχθην εἰς τόσον σημεῖον διαλλακτικός. Ἐνθυμηθῆτε ἀκόμη τὴν διαλλακτικότητά μου εἰς τὸ ζήτημα τὸ Βορειοηπειρωτικόν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς Σάσωνος, διὰ τὴν ὁποίαν μὲ ἐνεκάλουν, σκεπτόμενοι καὶ εἰς εἰδικὸν νὰ μὲ παραπέμψουν δικαστήριον, διότι ἐθυσίαζα τὰ ἐπὶ τῆς Σάσωνος ἰδανικά μας δικαιώματα, διὰ νὰ ἐπιτύχω τὴν εἰρήνην, τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Ἀλλά, κύριοι, οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοι ἡμῶν εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν μᾶς ἐννοοῦν. Δὲν ἐννοοῦν πῶς δύναται νὰ συμβιβάζηται αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ φιλειρηνικόν, αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ διαλλακτικόν, μετὰ τῆς σταθερᾶς ἀποφάσεως νὰ μὴ θυσιασθῇ ποτὲ κανὲν ζωτικὸν συμφέρον, τοῦ ὁποίου ἡ προστασία καὶ ἡ ὑπεράσπισις εἶναι δυνατή (Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα). Οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν συγχύζουσι τὴν ἔννοιαν τῆς φιλειρηνικότητος πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ψοφοδεοῦς, τοῦ μικροψύχου. Ἐὰν ἔδειξα ὅλην τὴν διαλλακτικότητα εἰς τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις, δὲν ἐδίστασα, ὅταν ἐνεφανίσθησαν οἱ διωγμοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου ἐν Τουρκίᾳ, νὰ ἀπευθύνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τελεσίγραφον πρὸς τὴν Τουρκίαν, διὰ νὰ ὑποδείξω ὅτι, ἐὰν δὲν ἔπαυον οἱ διωγμοί, τοῦτο θὰ προεκάλει πόλεμον πρὸς αὐτήν· διότι ἐπίστευα τότε ὅτι ἡ Ἑλλάς, οἵα ἦτο στρατιωτικῶς καὶ μὲ τὸ κῦρος τὸ Εὐρωπαϊκόν, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἦτο εἰς θέσιν τότε νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὴν Τουρκίαν μὲ τὴν γλῶσσαν μὲ τὴν ὁποίαν ὡμίλησα καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ποτὲ δὲν θὰ ἐσκέπτοντο τοῦ παρελθόντος οἱ ἄνθρωποι ὅτι θὰ ἦτο ἡ Ἑλλὰς εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσῃ (Ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα). Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐὰν ὡμίλησα τότε μὲ τὴν σταθερὰν ἐκείνην γλῶσσαν, δὲν τὸ ἔπραξα ἐν στιγμῇ παραφορᾶς ἢ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ μετὰ σκέψιν ὥριμον καὶ κατόπιν μελέτης τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος. Διότι τότε οἱ στρατιωτικοὶ κύκλοι, οἱ ὁποῖοι βραδύτερον ἐνεφάνισαν ὅλους τοὺς κινδύνους καθ’ οἱασδήποτε κινήσεως τῆς Ἑλλάδος, οἱ στρατιωτικοὶ κύκλοι ἦσαν σύμφωνοι ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν τὸν πόλεμον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἐφ’ ὅσον εἴχομεν διὰ τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων τὴν ὑπεροπλίαν καὶ ἔπρεπε νὰ προλάβωμεν ἡμεῖς νὰ μὴ κατορθώσῃ νὰ ἀποκτήσῃ αὐτὴν ἡ Τουρκία. Ἡ σταθερὰ ἐκείνη γλῶσσα ἔφερε τὰ ἀποτελέσματά της. Δὲν ἐπέτυχε μόνον νὰ ἀνεχθῇ ἡ Τουρκία τὰ ἀντίποινα, τῶν ὁποίων ἐκάμαμεν χρῆσιν ἐν Ἑλλάδι διὰ νὰ καλύψωμεν μέρος τῶν ζημιῶν αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὰς περιουσίας τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Μικρασιατικοῦ, ἀλλὰ περιωρίσθη τὸ κακὸν τότε καὶ ὁ Μέγας Βεζύρης ἐζήτησε νὰ συναντηθῶμεν διὰ νὰ ἀποπειραθῶμεν διευθέτησίν τινα τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν ἤμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν, παρέχοντες πᾶσαν ἱκανοποίησιν εἰς τὴν εὐθιξίαν τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, ἀλλὰ σώζοντες τὸν πυρῆνα καὶ τὸν καρπὸν τῶν ἀληθῶς Ἐθνικῶν συμφερόντων. Δυστυχῶς ἐπῆλθε τότε ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ὅστις δὲν ἄφησε νὰ γίνῃ ἡ συνέντευξις ἐκείνη· διότι μᾶς κατέλαβεν εἰς τὸ μέσον τοῦ ταξειδίου. Ἐκεῖ, ἐν Μονάχῳ εὑρισκόμενος, ἔλαβα τὴν εἴδησιν τοῦ τελεσιγράφου τοῦ Αὐστριακοῦ καὶ τῆς ἐκρήξεως τοῦ πολέμου μεταξὺ Αὐστρίας καὶ Σερβίας· ἐκεῖ ἔλαβα καὶ τὴν ἐρώτησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πάσιτς περὶ τῆς στάσεως τὴν ὁποίαν θὰ ἐτήρει ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, ἡ ὁποία εἶναι δημοσιευμένη εἰς τὴν Λευκὴν Βίβλον, καὶ ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε ἔχουσι δημοσιευθῆ, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνετε πόσον ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ὑπῆρξε σταθερὰ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἐν προκειμένῳ. Ἐδηλώσαμεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἰς τὴν Σερβίαν ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν πόλεμον πρὸς τὴν Αὐστρίαν, ἔχομεν ἀνάγκην εὐρυτέρων πληροφοριῶν καὶ κατόπιν τούτων θὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ἀπαντήσεως ἡ ὁποία θὰ δοθῇ, ὅσον ἀφορᾷ δὲ ἐνδεχομένην ἐπίθεσιν τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας, ἡμεῖς θὰ εὑρισκόμεθα παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς συμμάχου, κρατοῦντες τὸν κοινὸν ἀντίπαλον εἰς στάσιν εὐλαβείας. Δὲν νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρέπει νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης καὶ τῶν ἐπικρίσεων καὶ τῶν δικολαδικῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ἐζήτησαν νὰ πορισθῶσιν ἐξ αὐτῆς. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ κρίνω τὰ τῆς Σερβικῆς συμμαχίας καὶ ἐκεῖ νομίζω ὅτι θὰ ὁμιλήσω μᾶλλον προσηκόντως περὶ τοῦ θέματος. Ἔχω μόνον νὰ εἴπω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν ρύθμισιν τῆς θέσεως ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ ἐκραγέντος Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἦτο πολὺ φυσικὸν οἱ ὑπέχοντες τότε τὴν εὐθύνην τῆς Ἀρχῆς νὰ αἰσθάνωνται ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῶν βαρυτάτας τὰς εὐθύνας. Ἐβλέπομεν τὸ ἔργον ἡμῶν, τὸ ἔργον τῶν δύο νικηφόρων πολέμων μας, τιθέμενον καὶ πάλιν ὑπὸ συζήτησιν. Ἠσθανόμεθα καλῶς ὅλους τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους θὰ ἀντιμετωπίζομεν. Καὶ τοὺς κινδύνους τούτους διέβλεπα, ἐγὼ τουλάχιστον, ὄχι τόσον εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ νὰ ἐμπλακῶμεν εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Βουλγαρίας, ἐπιτιθεμένης τότε κατὰ τῆς Σερβίας, ὅσον εἰς ἐνδεχομένην συνεννόησιν Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας, ὅπως, ἐπωφελούμεναι ἀκριβῶς τῆς Εὐρωπαϊκῆς συρράξεως, ἐπιπέσουν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, πλούσια ἤδη ἐχούσης ἐδάφη, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο, νικῶσαι αὗται, νὰ διανεμηθῶσι μεταξὺ αὐτῶν. Διανομὴ τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας καὶ τῶν Νήσων ἦτο πραγματικῶς λεία, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὰς μᾶλλον παραβόλους ἀξιώσεις τοῦ τε Βουλγαρικοῦ καὶ τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους. Καὶ δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι διῆλθον πολλὰς νύκτας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ὕπνος ἐπῆλθε βραδύτατα, διότι διαρκὴς ἦτο ἡ ἀνησυχία τοῦ πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν δυσχέρειαν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε καθ’ ἡμῶν μετὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, δυσχέρειαν συνισταμένην εἰς τοῦτο: Ὅτι ὁ μὲν ἐπίσημος σύμμαχος ἡμῶν, ἡ Σερβία, ἀπησχολημένη εἰς τὸν μεγάλον Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, οὐσιαστικῶς δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐπικουρήσῃ ἡμᾶς σοβαρῶς εἰς ἐνδεχομένην Τουρκοβουλγαρικὴν καθ’ ἡμῶν ἐπίθεσιν, ἕτερον δὲ Κράτος, τὸ ὁποῖον ὑπεῖχεν, ἂν ὄχι τυπικάς, ἀλλ’ ἠθικὰς ὑποχρεώσεις, νὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν Συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, ἦτο ἀπησχολημένον καὶ ἐκεῖνο ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, θὰ ἐθεώρει ὅτι θίγονται ζωτικὰ συμφέροντά του, διὰ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν καθ’ ἡμῶν ἐπίθεσιν Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι, ἀρχομένου τοῦ πολέμου, ἡ Γερμανία εἶχε πωλήσει εἰς τὴν Τουρκίαν — δῆθεν πωλήσει — εἶχεν ἀντικαταστήσει διὰ τῆς Τουρκικῆς τὴν σημαίαν τῶν πολεμικῶν πλοίων της «Γκαῖμπεν» καὶ «Μπρεσλάου», τὰ ὁποῖα κατώρθωσαν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰ στενὰ τῶν Δαρδανελλίων. Ὁπωσδήποτε ἡ Τουρκία διέθετε καὶ τὴν δύναμιν αὐτὴν εἰς ἐνδεχόμενον καθ’ ἡμῶν ναυτικὸν πόλεμον, ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ κατάσχεσις τοῦ «Σουλτὰν Σελήμ», πλοίου τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ παράδοσις κατὰ Νοέμβριον, δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐνεργηθῆ ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας, ἡ ἰσορροπία τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας εἴχομεν κατορθώσει νὰ ἀσφαλίσωμεν διὰ τῆς ἀποκτήσεως τῶν δύο Ἀμερικανικῶν πλοίων, ἀνετρέπετο ἐντελῶς καθ’ ἡμῶν καὶ μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας θὰ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον Τουρκίας, ἡ ὁποία ναυτικῶς θὰ ἦτο πολὺ ἰσχυροτέρα ἡμῶν. Τότε, κύριοι, περὶ τὴν 10ην Αὐγούστου, νομίζω, ἠξίωσα καὶ ἐπέτυχα τὴν ἐξουσιοδότησιν ὅπως δηλώσω, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ὄχι ἁπλῶς μνήμων τῶν ὅσων ὤφειλεν εἰς τὰς Ἐγγυητρίας Μεγάλας Δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ ἀκριβῆ ἔχουσα, κύριοι, ἐπίγνωσιν τῶν ζωτικῶν αὑτῆς ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐννοεῖ ὅτι ἡ θέσις αὐτῆς εἶναι παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως καὶ ὅτι, ἐνῷ ἐν τῷ πολέμῳ τῷ διεξαγομένῳ μετοχὴ αὐτῆς στρατιωτικὴ δὲν θὰ ἦτο δυνατή, ἀφοῦ οὔτε πρὸς βοήθειαν τῆς Σερβίας ἦτο δυνατὴ ἕνεκα τοῦ κινδύνου τοῦ Βουλγαρικοῦ, οὔτε πολὺ ὀλιγώτερον δι’ ἀποστολῆς στρατοῦ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐν τούτοις θεωρεῖ καθῆκον αὑτῆς ἡ Ἑλλὰς νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Συνεννόησιν, ὅτι, ἐὰν ἡ Τουρκία ἐξέλθῃ εἰς πόλεμον κατ’ αὐτῆς, ἡ Ἑλλὰς θέτει εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Δυνάμεων ὁλόκληρον τὴν στρατιωτικὴν αὑτῆς καὶ ναυτικὴν δύναμιν εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν πάντοτε τῆς ἐξασφαλίσεως ἡμῶν ἀπὸ τοῦ Βουλγαρικοῦ κινδύνου. Κατεκρίθην, κύριοι, ὅτι ἄνευ ἀνάγκης ἔκαμα τοιαύτας δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ἐδέσμευον ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, κατεκρίθην ἀκόμη καὶ διότι ἔκαμα αὐτὰς τὰς δηλώσεις, χωρὶς κἂν νὰ παζαρεύσω πρότερον μὲ τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ ἀμοιβαί, τὰς ὁποίας θὰ ἐλαμβάνομεν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θὰ μετείχομεν μετ’ αὐτῶν τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας.

§16Γ. ΠΩΠ. Νέα δηλαδὴ ἀκόμη ἀθέτησις ἀναληφθείσης ὑποχρεώσεως ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλλάδος;

§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Ταῦτα θὰ ἐκθέσω ἀνακοινῶν τὸ ἐπεισόδιον Κάρ. Ἡ δὲ ἐπιστολή μου πρὸς τὸν Βασιλέα, τῆς 25ης Αὐγούστου, ἡ ὁποία ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν, ἐκθέτει πάντα ταῦτα.

§18Γ. ΠΩΠ. Τὴν διατύπωσιν, οὕτω γενομένην, πρώτην φορὰν τὴν ἀκούομεν.

§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλά, κύριοι, ποῖος σώφρων Κυβερνήτης τῆς Χώρας θὰ ἐδίσταζε τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ προβῇ εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως; Καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, ἴσως ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη ἐγένετο πρὸ τῆς μάχης τοῦ Μάρνη, ἢ μᾶλλον ἐγένετο καθ’ ὃν χρόνον διεξήγετο ἡ μάχη, ἡ ὁποία κατόπιν ἔλαβε τὸ ὄνομα τοῦτο, ὅταν οἱ Γερμανοὶ εἶχον φθάσει εἰς Κομπιένην. Ἐπέμενα δὲ τότε νὰ κάμω τὴν δήλωσιν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ἀναμείνω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μάχης ἐκείνης, διότι ἀκριβῶς ἤθελον νὰ ἐπιτύχω ὅπως μὴ ὑποτεθῇ, ἐὰν ἡ μάχη αὕτη ἀπέβαινε κατὰ τῶν Γερμανῶν, ὅτι ἐπῆγα εἰς βοήθειαν τῶν νικητῶν, ἀλλ’ ὅτι ἠθέλησα νὰ δείξω ποῖον εἶναι τὸ βαθὺ αἴσθημα τῆς Χώρας καὶ τῶν κυβερνώντων αὐτήν (χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι), ποῖον εἶναι τὸ βαθὺ αἴσθημα αὐτῆς καὶ τῶν κυβερνητῶν αὐτῆς περὶ τῆς ἀλληλεγγύης, περὶ τῆς συμπτώσεως τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλληνικῶν πρὸς τὰ Ἀνατολικὰ ἢ κυρίως πρὸς τὰ Αἰγαιοπελαγιτικὰ συμφέροντα τῶν δύο Δυτικῶν Δυνάμεων. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικριθῇ, κύριοι, ἐνέργεια τοιαύτη διὰ τὸν σκεπτόμενον, ὅτι τῆς Τουρκίας μετεχούσης τοῦ πολέμου, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ οὐδετέρα, ἀφοῦ μὲ τὴν Τουρκίαν εἶχεν ἕνα ἐκκρεμῆ πόλεμον, τὸν πόλεμον διὰ τὰς Νήσους, τὸν ὁποῖον συμφέρον εἶχε νὰ διεξαγάγῃ μετὰ τόσον ἰσχυρῶν συμμάχων, καὶ ἀφοῦ, ἐὰν ἡμεῖς δὲν μετείχομεν τοῦ πολέμου, εἰς τὸν ὁποῖον μετεῖχεν ἡ Τουρκία, ἐὰν μὲν ἡ Τουρκία ἐνίκα, ἀποτέλεσμα τῆς νίκης της θὰ ἦτο ἡ ἐντελὴς καταστροφὴ τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ ἀφαίρεσις τῶν Νήσων, τῶν παρὰ τὴν Μικρασιατικὴν παραλίαν κειμένων, παρὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δὲ ἡ Τουρκία ἡττᾶτο, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ὅτι ἡ ρύθμισις τοῦ Μικρασιατικοῦ ζητήματος θὰ ἐγίνετο ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν ἐπίδρασιν τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ; Θὰ ἦτο λοιπὸν μωρὸς ὁ Κυβερνήτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔκαμνεν ὅ,τι ἔκαμα ἐγὼ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Καὶ ἐὰν ὑπῆρξε διαφωνία καὶ ἀμφισβήτησις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἂν ἡ διαφωνία αὕτη ἐξέλιπε διὰ τὸ κῦρος καὶ τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀνεγνώριζε τὸ Στέμμα ὅτι εἶχον παρὰ τῷ λαῷ, ὥστε νὰ μὴ ἐτόλμα νὰ ἐκδηλώσῃ διαφωνίαν, ἡ ἀντίθετος γνώμη ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τοῦ πολέμου, ἂν ὄχι καὶ πρότερον, εἶχον τάξει ἑαυτοὺς οὐσιαστικῶς πρὸς ἐκεῖνον τὸν συνδυασμὸν τῶν Δυνάμεων, πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν εἶχε τίποτε τὸ κοινὸν ὁ Ἑλληνισμός. Πρὸς τὸν συνδυασμόν, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκοντο ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀντιμέτωποι τοῦ ἄλλου συνδυασμοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ὅλα τὰ συμφέροντά μας μᾶς ὤθουν. Ἀλλά, κάμνων τὴν δήλωσιν ἐκείνην πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, δὲν ἀπέβλεπον μόνον πῶς θὰ ἀντιμετωπίσω τὸν Τουρκικὸν κίνδυνον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν Βουλγαρικόν. Ἡ Βουλγαρία ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τοῦ πολέμου ἐφάνη ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ διέπραττεν, ὡς κατὰ τὸ 1913, νέα κολοσσιαῖα σφάλματα, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐξέλθῃ ηὐξημένη ἐκ τοῦ πολέμου, εἴτε ἐν μετοχῇ μετὰ τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν καὶ νίκῃ αὐτῶν, ὁπότε θὰ ὑπερεξωγκοῦτο εἰς Βουλγαρίαν κολοσσιαίαν, ὡς τὴν βλέπομεν ἐπὶ τοῦ χάρτου τὸν ὁποῖον ἔχει σήμερον χαράξει αὐτή, εἴτε ἐξερχομένη ὑπὲρ τῆς Ἀντὰντ καὶ πλουσιοπαρόχως ἀμειβομένη παρ’ αὐτῆς εἰς βάρος τῆς Σερβίας καὶ τῆς Τουρκίας, εἴτε καὶ μένουσα οὐδετέρα, ὁπότε θὰ ἐξησφάλιζεν ἐπιτυχίας πρὸς τὸ Σερβικὸν μέρος, διότι ἡ Σερβία ἔδιδεν ἀνέκαθεν τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ Βαρδάρ, καὶ ἐπιτυχίας κατὰ τῆς Τουρκίας ἐν περιπτώσει νίκης τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως. Ἔβλεπα λοιπόν, ὅτι ἀσχέτως πρὸς πάντα κίνδυνον ἄμεσον κατὰ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπετύχομεν ἐκ τῶν δύο πολέμων, ἀσυνέτως, λέγω, πρὸς πάντα ἄμεσον κίνδυνον, εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ πέρας τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου θὰ ἐσημείου μίαν αὔξησιν τοῦ κυριωτάτου ἀνταπαιτητοῦ ἡμῶν εἰς τὴν Βαλκανικὴν Χερσόνησον, τῆς Βουλγαρίας. Δὲν θὰ ἀπέστεργον, βεβαίως, αὔξησίν τινα εὔλογον, αὔξησιν τοιαύτην, ἥτις νὰ μὴ ταράττῃ οὐσιωδῶς τὴν ἰσοσταθμοῦσαν πλάστιγγα τῆς ἰσορροπίας τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, οἵα διεμορφώθησαν ταῦτα διὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου. Ἀλλὰ εἶχον καθῆκον νὰ μὴ ἀνεχθῶ ὅπως τὰ πράγματα οὕτω κυβερνηθῶσιν, ὥστε εἰς τὸ τέλος τοῦ πολέμου νὰ ἀνατραπῇ ῥιζικῶς ἡ ἰσορροπία τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, διὰ τῆς ὑπερεξογκώσεως τῆς Βουλγαρίας, ἐνῷ θὰ παρέμενεν ἡ Ἑλλὰς τοιαύτη, οἵα ἦτο καὶ πρὸ τοῦ πολέμου. Ἐπεζήτουν, κύριοι, στενὴν ἐπαφὴν πρὸς τὰς Δυνάμεις ἐκείνας, πρὸς τὰς ὁποίας μᾶς ἔφερον καὶ αἱ παραδόσεις καὶ τὰ ζωτικὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἐπεζήτουν στενὴν ἐπαφὴν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς στενῆς ἐπαφῆς ποῖον ὑπῆρξε; Ὑπῆρξε τοῦτο: Ὅτι, πρὶν ἢ ἀκόμη ἡ Τουρκία ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος, διὰ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν πόλεμον πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις μοὶ ἐδήλου ὅτι ὁ Ἀγγλικὸς στόλος δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Τουρκικὸν νὰ ἐξέλθῃ τῶν Δαρδανελλίων καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο εἰδικῶς νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Ἑλλάδος (Χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ φρενιτιώδεις ζητωκραυγαί). Οἱ σήμερον ψυχρῶς κρίνοντες τὰ πράγματα, μετὰ τὴν τροπὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβον, θὰ ἀποδίδουν μικρὰν σημασίαν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτήν. «Καὶ τί σημαίνει; θὰ λέγουν. Μήπως ἐκινδυνεύσαμεν ἀπὸ τοὺς Τούρκους διαρκοῦντος τοῦ πολέμου;» Ἀλλὰ μεταφερθῆτε εἰς τὴν ἐποχὴν ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ, ἵνα ἴδητε ποία πολιτικὴ ἐπιτυχία ἦτο ἡ ἐπιτευχθεῖσα διὰ τῆς δηλώσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις μᾶς ἐπέτρεψε νὰ κοιμώμεθα ἥσυχοι καὶ νὰ μὴ φοβούμεθα ἐκ τῆς Τουρκικῆς κατὰ θάλασσαν ὑπεροπλίας, οὔτε μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ «Σουλτὰν–Σελίμ», ἀφοῦ ἡ Ἀγγλία ἐδήλου ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ἔξοδον τοῦ Τουρκικοῦ στόλου ἐκ τῶν Δαρδανελλίων. Ἀλλὰ διὰ τῆς πολιτικῆς μου αὐτῆς, διὰ τῆς δηλώσεώς μου αὐτῆς πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ἐπέτυχον ὀλίγον βραδύτερον καὶ μίαν ἄλλην πολύτιμον ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἐπιτυχίαν, τὴν ὁποίαν ἀνάξιοι διάδοχοι ἡμῶν ἐθυσίασαν ὕστερον. Ἐπέτυχον, κύριοι, τῇ συναινέσει τῶν τριῶν Προστατίδων Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, καὶ τῆς Ἰταλίας ἀκόμη, τὴν ἀνακατάληψιν τῆς Β. Ἠπείρου διὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, μὲ τὴν συμφωνίαν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ μετέβαινεν εἰς Β. Ἤπειρον ὑφ’ οὓς ὅρους θὰ μετέβαινον καὶ οἱ Ἰταλοὶ εἰς Αὐλῶνα, διὰ νὰ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Ἀλβανίας ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Εἰρήνης (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι). Οἱ διάδοχοί μας ἠθέλησαν καὶ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτὴν νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν, ὅταν, κληθέντες εἰς τὴν Ἀρχὴν κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1915, ἠδυνήθησαν διὰ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1915 νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τοὺς βουλευτὰς τῆς Βορείου Ἠπείρου. Καὶ ἐδήλου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι τὸ Βορειοηπειρωτικὸν ζήτημα εἶναι λελυμένον καὶ ἡ Ἰταλία ἀναγνωρίζει τὴν λύσιν αὐτὴν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἔλεγε ταῦτα, ἵνα ἀναγκασθῇ μετὰ 48 ὥρας, προσκαλούμενος ἀπὸ τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἰταλίας, νὰ δηλώσῃ ὅτι τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμές. Καὶ ἔλεγε ταῦτα, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος κατὰ τὸν ἐνασκηθέντα τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὴν προσωρινήν, ἂς ἐλπίσωμεν, ἀπώλειαν τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ἀλλὰ δὲν ἐπετύχομεν μόνον ταῦτα διὰ τῆς δηλώσεώς μου κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1915 πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως. Χωρὶς νὰ ἔχω οὐδεμίαν ρητὴν δήλωσιν καὶ χωρὶς νὰ ἔχω οὐδένα κἂν ὑπαινιγμὸν περὶ τούτου, διὰ τῆς πολιτικῆς διαισθήσεως ἠνόουν, ἤμην βέβαιος, ἤμην πεπεισμένος, ὅτι μὲ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν θὰ εἶχον εἰς τὸ τέλος τοῦ πολέμου καὶ ἓν ἄλλο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ πολυτιμότατον, τὴν Κύπρον, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσοσταθμίσῃ ἐν πολλῷ ἢ μικρῷ μέτρῳ τὴν αὔξησιν τὴν ὁποίαν ἔβλεπα ἐρχομένην, τὴν αὔξησιν τῆς Βουλγαρίας. Ὅτι δὲ αἱ προβλέψεις μου καὶ αἱ πεποιθήσεις μου δὲν ἦσαν πεπλανημέναι, ἀπεδείχθη ὀλίγον βραδύτερον, ὅτε μᾶς προσεφέρθη ἡ Κύπρος καὶ τὴν ἀπέκρουσαν οἱ Κυβερνοσωτῆρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης (Χειροκροτήματα ραγδαῖα).

§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἶσχος! Αἶσχος!

§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι, εἶχον ἐπιτύχει τὴν ἐξουσιοδότησιν τοῦ Στέμματος ἵνα προβῶ εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην, ὁ τότε Βασιλεύς, μόλις τὸν εἶχον ἀφήσει ἐγὼ καὶ μετέβη πλησίον του ὁ κ. Στρέϊτ ἢ ὁ στρατηγὸς Δούσμανης, ἐξέχασε τὸ τί εἴπομεν, ἤλλαξε γνώμην καί, ἐνῷ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἐνθυμῆται τὸ πρᾶγμα ἐκ τοῦ ὅτι μετὰ 5 ἢ 6 ἡμέρας ἐλάμβανε διὰ τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας τηλεγράφημα τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνόμενον καὶ ἐκδηλοῦν τὰ αἰσθήματα τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας καὶ τὰς εὐχαριστίας αὐτοῦ, διότι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν ἐδίστασεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ταχθῇ μὲ τὸ μέρος εἰς ὃ εὑρίσκετο ἡ Ἀγγλία, ὁ τότε Βασιλεὺς ἐλησμόνησε, φαίνεται, τὰ συμφωνηθέντα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἦσαν ἀντίθετα πρὸς τὰς ἐνδομύχους σκέψεις αὐτοῦ, καὶ ὅτε, συνεπείᾳ τῆς δηλώσεως ἡμῶν ἐκείνης τὸ Ἀγγλικὸν Ναυαρχεῖον ἀνέθηκεν εἰς τὸν Ναύαρχον Κὰρ νὰ ζητήσῃ νὰ συνενοηθῇ μετὰ τοῦ Ἐπιτελείου μας ὅπως μελετηθῇ καὶ ἐκπονηθῇ σχέδιον ἐνδεχομένης ἐπιθέσεως καὶ καταλήψεως τῆς Χερσονήσου τῆς Καλλιπόλεως, ἤκουεν ὁ Ναύαρχος Κὰρ ἀπὸ τὸν Βασιλέα: «Διατί ὅλ’ αὐτά; Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κάμω πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας!» Προσέθετεν ὅμως πρὸς τὸν Ναύαρχον Κὰρ ὁ τότε Βασιλεύς: «Ξέρεις βέβαια ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος μοῦ ἔχει ὁμιλήσει δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ἐπιμένει, ἀλλ’ εἰς ἕνα πρᾶγμα ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἂν ἡ Τουρκία μᾶς κάμῃ πόλεμον καὶ θελήσετε σεῖς νὰ μᾶς βοηθήσετε, ἐγὼ θὰ δεχθῶ τὴν βοήθειάν σας». Δὲν εἶναι ὑπερβολή, κύριοι, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω· προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν τότε Βασιλέα. Ὁ δὲ Ναύαρχος Κὰρ ἠναγκάσθη νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Βασιλέα ἐὰν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἀνακοινώσῃ ταῦτα ὡς ἀπάντησίν του καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀπήντησε: «Σᾶς ἐξουσιοδοτῶ νὰ τὰ ἀνακοινώσετε εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησίν σας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας — τὸ ἐνεθυμεῖτο ἀκόμη τότε ὅτι ἦτο συνταγματικὸς Ἄρχων, διότι ἡ ἐποχὴ τῶν Σωτήρων δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη — ὅτι πρέπει νὰ περάσετε νὰ ἰδῆτε τὸν Πρωθυπουργόν, διὰ νὰ ἐγκρίνῃ τὸ τηλεγράφημά σας, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταλῇ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεώς του ἡ ἀπάντησις αὕτη». Εἰς τὸν Ναύαρχον Κὰρ ἐδήλωσα τότε ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν δύναται νὰ σταλῇ, διότι δὲν τὴν ἐγκρίνω, ἀπηύθυνα δὲ τότε πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας καὶ τῆς ὁποίας παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μερικὰς περικοπάς, διότι καταντᾷ ἀληθῶς ἀπίστευτον ὅ,τι εἶπεν ὁ Βασιλεύς. «Ἔρχομαι μαζύ σας, ἀλλὰ μόνον ἂν ἡ Τουρκία μοῦ κάμῃ πόλεμον καὶ θελήσετε νὰ μὲ βοηθήσετε, ὁπότε σᾶς κάμνω αὐτὴν τὴν τιμὴν νὰ δεχθῶ τὴν βοήθειάν σας!»

§22Δ. ΖΑΜΑΝΟΣ. Ἦτο γιὰ δέσιμο.

§23Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ τί ἔγραφον πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν 25ην Αὐγούστου 1914 (ἀναγινώσκει): Μετὰ τὰς κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος γενομένας ἐκ μέρους μου δηλώσεις πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως καὶ τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος τηλεγραφήματα, δὲν νομίζω ὅτι ἡ σημερινὴ ἀπάντησις Ὑμῶν εἰς τὸ νέον διάβημα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως (Ναυαρχείου) ἠδύνατο νὰ εἶναι ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀρνεῖται νὰ πολεμήσῃ κατὰ τῆς Τουρκίας, ἐφ’ ὅσον πρώτη ἡ Τουρκία δὲν ἐπιτεθῇ κατ’ αὐτῆς. Ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Ὑμ. Μεγαλειότητα, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ ἀχθῶμεν εἰς ἐπιθετικὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἐξησφαλισμένην τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλγαρίας ἢ τὴν ἀπόλυτον τοὐλάχιστον οὐδετερότητα. Ἀλλὰ τὸ νὰ δηλοῦμεν ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει, οὐδὲ καὶ τῆς προϋποθέσεως ταύτης ὑπαρχούσης, εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ πολεμήσωμεν τὴν Τουρκίαν, πρίν ἢ αὕτη μᾶς ἐπιτεθῇ, τοῦτο ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Διότι δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα. Ἡ Τουρκία διεξάγει πρὸ πολλοῦ καθ’ ἡμῶν πόλεμον ἀκήρυκτον». Καὶ ἐξακολουθῶ ἐκθέτων ὅλους τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ μᾶς πείθουν ὅτι ἔχομεν ἐκκρεμῆ πόλεμον πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ συνεχίζω (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἐφ’ ὅσον παρουσιάζεται ἡ ἄποψις διεξαγωγῆς πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας μετὰ πολλῶν καὶ ἰσχυρῶν συμμάχων, θὰ ἀπορρίψωμεν τὴν εὐκαιρίαν ταύτην διὰ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διεξαγάγωμεν τὸν πόλεμον τοῦτον μόνοι ἄνευ συμμάχων καὶ ἄνευ φίλων;» Καὶ κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἀρνούμενοι κατ’ ἀρχὴν καὶ ὑφ’ οἱασδήποτε προϋποθέσεις τὴν σύμπραξίν μας εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, δὲν ἀποφεύγομεν τὸν πόλεμον, ἀλλ’ ἀναβάλλομεν ἁπλῶς αὐτόν. Καὶ δὲν τὸν ἀναβάλλομεν κἂν ἐπὶ πολύ. Ἡ Τουρκία εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ ν’ ἀποστρατευθῇ πρὶν λύσῃ καὶ τοὺς μεθ’ ἡμῶν λογαριασμούς της». Καὶ περαιτέρω ἐξηγῶ τί θὰ συνέβαινε (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ποία ἡ προτιμητέα ὁδὸς εἶναι ἀπολύτως προφανές. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ὅπερ νομίζω συγχύζει τὰ πράγματα καὶ γεννᾷ ἐν τῷ πνεύματι τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος καὶ τοῦ κ. Στρέϊτ τάσεις ἀντιθέτους πρὸς τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποστηριζομένας, εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ μὴ δυσαρεστήσωμεν τὴν Γερμανίαν, ἀναλαμβάνοντες πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας ἐν συμπράξει μετὰ ἐχθρικῶν πρὸς αὐτὴν Δυνάμεων». Αὐτὸ ἦτο. Τὸ πρᾶγμα τὸ ἠσθανόμην, καίτοι δὲν εἶχα ἀκόμη εἰς χεῖράς μου τὰς ἀποδείξεις. Ἂν βεβαίως ἦτο εἰς γνῶσιν μου τότε τὸ τηλεγράφημα τὸ σταλὲν πρὸς τὸν Γερμανὸν Αὐτοκράτορα διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, φυσικὰ θὰ ἤξευρον ὅτι ἐλέγετο δι’ αὐτοῦ καθαρά, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἔκαμνε πόλεμον ὁ τότε Βασιλεὺς κατὰ τῶν συμμάχων τοῦ Αὐτοκράτορος, ἐκτὸς ἂν τοῦ ἐπιτεθοῦν αὐτοί. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας εἶχον λάβει γνῶσιν καὶ μετ’ ἐμοῦ συνεφωνήθη ποία ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἀπάντησις — καὶ ἡ ἀπάντησις αὕτη θὰ ἦτο ὅτι θὰ ἐμένομεν οὐδέτεροι, θὰ ἐλέγομεν μάλιστα «ἐπὶ τοῦ παρόντος», διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβωμεν ὑποχρέωσιν καὶ διὰ τὸ μέλλον — τὸ τηλεγράφημα ἐν τούτοις διετυπώθη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀπεστάλη χωρὶς νὰ λάβω γνῶσιν αὐτοῦ, διότι, ἐννοεῖτε ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ ἂν ἐπερνοῦσε ἀπὸ τὰ χέρια μου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Ρέπουλης, ἡ ἐνέργεια τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο καθαρὰ κατάχρησις τῆς πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνης μου. Ἀλλ’ ἡ κατάχρησις αὕτη δὲν ἦτο οὔτε ἡ πρώτη, οὔτε ἡ μόνη. Ἀλλὰ ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Βασιλέα μανθάνετε καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν, ὅτι ὁ τότε πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας ἐν Ἀθήναις δὲν ἀπέκρυπτε πρὸς ἡμᾶς ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἡ Γερμανία, ἐν ἁρμονίᾳ σήμερον πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Αὐστρίας, προτίθεται, ἂν ἡ ἐπικράτησις αὐτῆς ἐν τῷ πολέμῳ εἶναι πλήρης, νὰ δημιουργήσῃ μεγάλην Βουλγαρίαν, ἐκτεινομένην μέχρι τῆς Ἀδριατικῆς, ἵνα χρησιμοποιήσῃ αὐτὴν κατὰ τοῦ Σλαυϊσμοῦ, μετὰ τὴν πρόσφατον Γερμανικὴν ἀνακάλυψιν ὅτι οἱ Βούλγαροι δὲν εἶναι Σλαῦοι, ἀλλὰ Τάρταροι». Καὶ προσέθετον ἀκόμη πρὸς τὸν Βασιλέα (Ἀναγινώσκει): «Διατί λοιπὸν θὰ δειχθῶμεν τόσον εὐλαβεῖς πρὸς τὴν Δύναμιν, ἥτις ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐκ παντὸς τρόπου ἐνίσχυσιν τῶν δύο κυριωτάτων ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ — Βουλγάρων καὶ Τούρκων — καὶ διατί θ’ ἀδιαφορήσωμεν πρὸς τὰς Δυνάμεις ἐκείνας, αἵτινες, ἀφοῦ ἐδημιούργησαν καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν ἐπροστάτευσαν τὴν Ἑλλάδα, εἶναι καὶ σήμερον διατεθειμέναι, ἐὰν προσβληθῶμεν ὑπὸ τῆς Τουρκίας, νὰ εὑρεθοῦν εἰς τὸ πλευρόν μας;» Καὶ προσέθετον ἐν τέλει τῆς ἐπιστολῆς, ὅτι «ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου». Ἐννοεῖται ὅτι ἡ παραίτησίς μου δὲν ἐγένετο δεκτή, ὅτι τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ δὲν ἐστάλη καὶ ὅτι ὁ Ναύαρχος Κὰρ παρεπέφθη εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον διὰ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς μελέτης τῆς ἐπιχειρήσεως. Ὀλίγον βραδύτερον ἀπεχώρει ὁ κ. Στρέϊτ τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι διὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦ τότε Βασιλέως πρὸς τὸν Κάϊζερ, τοῦ ὁποίου δὲν εἶχον γνῶσιν, ὡς εἶπον, ἀλλὰ δι’ ἄλλας κακοπιστίας, τὰς ὁποίας μετῆλθε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέλος, εἰσηγούμενος καὶ προφορικῶς καὶ δι’ ὑπομνημάτων, τῶν ὁποίων δὲν εἶχον γνῶσιν, πρὸς τὸν Βασιλέα γνώμας πολιτικῆς ἀντιθέτου τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας εἶχε τὴν τιμὴν νὰ εἶναι μέλος.

§24Γ. ΠΩΠ. Πῶς δὲν τὸν ἐβγάλατε καὶ ἀπὸ τὸν Θρόνον ἐγγύς;

§25Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ τὸ δικαίωμα θὰ μᾶς τὸ δώσῃ μόνον τὸ νέον Σύνταγμα. Οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπώσω ἐγὼ τότε τοιαύτην ἀξίωσιν πρὸς τὸν τότε Βασιλέα Κωνσταντῖνον, μετὰ τοὺς δύο πολέμους.

§26Γ. ΠΩΠ. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ σπεύδω νὰ κάμωμεν τὸ νέον Σύνταγμα.

§27Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτά, κύριοι, ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς μου, διὰ τῆς ὁποίας, ἅμα τῇ ἐνάρξει σχεδὸν τοῦ πολέμου, σαφῶς ἔτασσον τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὸ μέρος τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν ταῦτα μόνον, κύριοι. Βραδύτερον ὀλίγον εἶχον κατορθώσει νὰ ἐκμαιεύσω τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπὶ τῆς Δυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Καὶ δὲν θὰ εἴπω, κύριοι, ὑπερβολήν, ἐὰν σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Σὲρ Ἔδουαρδ Γκρέϋ, ὁμιλοῦντος περὶ ἐδαφικῶν παραχωρήσεων σπουδαιοτάτων εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἦτο δι’ ἐμὲ ἡμέρα χαρᾶς οὐχὶ μικροτέρας τῆς ἡμέρας τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου. Διότι, ἂν τὴν Συνθήκην αὐτὴν προεξώφλουν αἱ διαπραγματεύσεις, τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐπήρχετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὅλως ἀπροσδοκήτως καὶ δι’ ἐμὲ ἀκόμη. Καὶ ὅσοι ἐγνώριζον ποία ἦτο ἡ Ἑλλάς, ὄχι στρατιωτικῶς μόνον, ἀλλὰ ποία ἦτο κυρίως ψυχικῶς ἐν τῇ ἀντιλήψει αὐτῶν τῶν κυβερνητῶν της, ὅταν πρὸ 3–4 μόλις ἐτῶν εἶχον ἔλθει ἐδῶ ἵνα ἀναλάβω τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ὅσοι ἐγνώριζον ταῦτα, ἔβλεπον ποῖο ἦτο τὸ καταπληκτικὸν ἅλμα, τὸ ὁποῖον εἶχε συντελεσθῆ εἰς τὸ βραχὺ αὐτὸ διάστημα τοῦ χρόνου, ὥστε νὰ φθάσῃ ἡ μικρὰ ἀκόμη Ἑλλάς, ἡ τόσον περιφρονημένη πρὸ μικροῦ ἀκόμη Ἑλλάς, νὰ καταλάβῃ θέσιν Δυνάμεως ἰσοτίμου πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἐν τῇ ρυθμίσει τῆς τύχης τῆς Τουρκίας, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὸ μῆλον τῆς ἔριδος ἐπὶ αἰῶνας μεταξὺ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων (Χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαί). Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἔλαβα τὰς ὑποσχέσεις ἐκείνας περὶ τῶν Μικρασιατικῶν ἀνταλλαγμάτων καὶ ὅταν τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψίς μου περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, τί βλέπετε ἐκ τῆς ὅλης ἱστορίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Μήπως εἴδετε τὸν πολεμοχαρῆ καὶ τὸν φαντασιόπληκτον Βενιζέλον ἀναλαμβάνοντα τὴν πανοπλίαν τοῦ Ἄρεως, ἐξερχόμενον εἰς πόλεμον, διὰ νὰ κατακτήσῃ τοὺς λειμῶνας αὐτούς, τοὺς ὁποίους τοῦ ἔδειξεν ὁ Σὲρ Ἔδουαρδ Γκρέϋ; Ὄχι. Βλέπετε μετὰ πόσης περισκέψεως κρίνονται τὰ πράγματα. Ἐπιδιώκεται ὅπως πλασθῶσιν οἱ ὅροι τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπισχνουμένων παραχωρήσεων. Ἐπιδιώκεται ἡ σύμπραξις τῆς Ρουμανίας καί, ταύτης μὴ ἐπιτυγχανομένης, ἐπιδιώκεται ἡ σύμπραξις τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἐπειδὴ αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄνευ παραχωρήσεων, φθάνει ὁ πολιτικὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὴν σκληρὰν ἀκόμη θυσίαν μέρους τοῦ ἐδάφους τῆς Χώρας, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν τόσον κολοσσιαίως ἀνώτερα ἀπὸ τὰς θυσίας αἱ ὁποῖαι ἐπεβάλλοντο. Ἀλλ’ οὔτε διαπραγματεύσεις κἂν ἔγιναν διὰ τὴν μελετηθεῖσαν ἐκείνην παραχώρησιν, διότι, ὅπως ἄλλοτε ἐξήγησα, ἡ ἀναγγελία τῆς συνάψεως δανείου τῆς Βουλγαρίας ἐκ 500 ἑκατομμυρίων εἰς τὰς ἀγορὰς Βερολίνου καὶ Βιέννης ἐφώτισεν ἡμᾶς ὅτι ἡ Βουλγαρία ἦτο ὁριστικῶς πλέον προσανατολισμένη πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ἐνεμείναμεν λοιπὸν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀρχικὴν πολιτικήν, τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, τὴν πολιτικὴν ὅμως τῆς ὑποσχέσεως ὅτι, ἐάν ποτε αἱ Δυνάμεις θὰ μᾶς ἐνόμιζον χρησίμους εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, θὰ μᾶς διέθετον ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις πάντοτε τὰς ὁποίας εἴχομεν θέσει, ὅτι ἡμεῖς θὰ ἤμεθα εἰς τὴν διάθεσίν των. Καὶ ἔρχεται τότε ἡ ἀναγγελία τῆς ἐπιχειρήσεως κατὰ τῶν Δαρδανελλίων. Ὄχι τῆς κυρίας ἐπιχειρήσεως, ἥτις, ὡς ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ἔγινε τὴν 6ην Μαρτίου, ἀλλὰ τῆς προκαταρκτικῆς προσβολῆς κατὰ τῶν ἐξωτερικῶν φρουρίων τῶν Δαρδανελλίων. Εὐθύς, κύριοι, ἅμα τῷ ἀκούσματι ὅτι ἐπιχειρεῖται ἡ ἐπίθεσις αὕτη, εὐθὺς κατέληξα εἰς τὴν σταθερὰν πεποίθησιν, ὅτι ἐνώπιον ἡμῶν παρουσιάζετο μία εὐκαιρία διὰ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὰς ὑπεσχημένας σπουδαιοτάτας ἐδαφικὰς παραχωρήσεις ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, ἄνευ ὅμως τῶν κινδύνων ἐκείνων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους μᾶς ἐδίδοντο ἀρχικῶς αἱ παραχωρήσεις αὗται, δηλαδὴ τῆς προελάσεως τοῦ στρατοῦ μας μέχρι τοῦ Δουνάβεως πρὸς βοήθειαν τῆς Σερβίας. Ἐννόησα ὅτι ἡ ἐπιχείρησις τῶν Δαρδανελλίων εἶχεν ἀνάγκην ἀποβατικοῦ στρατοῦ, ἐφαίνετο δὲ ὅτι ὁ ἀποβατικὸς στρατὸς δὲν ἦτο πρόχειρος εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐνεργοῦντος στόλου. Τὸν ἀποβατικὸν ὅθεν τοῦτον στρατὸν ἐπρότεινα εἰς τὸ Στέμμα τότε νὰ παράσχῃ ἡ Ἑλλάς. Καὶ ἐζήτησα ὅπως ἐπιστρατεύσωμεν ἓν Σῶμα στρατοῦ καὶ ἀποστείλωμεν αὐτὸ εἰς Δαρδανέλλια καὶ μετάσχωμεν τοῦ πολέμου πρὸς τὴν Τουρκίαν διὰ τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς τῶν Δαρδανελλίων, τῶν περαιτέρω ἀνηκόντων εἰς τὰς Δυνάμεις, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέκλειε καὶ περαιτέρω συμμετοχὴν ἡμῶν εἰς τὸν πόλεμον, ἐὰν ἡ ἐπιχείρησις αὕτη παρέσυρε τὴν Βουλγαρίαν πρὸς τὸ μέρος τῆς Συνεννοήσεως. Διότι, παρ’ ὅλον τὸ δάνειον τῶν 500 ἑκατομμυρίων, τὸ συνομολογηθὲν ἐν Βερολίνῳ καὶ Βιέννῃ, ἡ Βουλγαρία ἦτο ἱκανὴ νὰ καταπροδώσῃ τοὺς τότε φίλους της καὶ νὰ στραφῇ μὲ τὸ μέρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ τῇ ὑπέσχοντο μεγαλείτερα ὠφελήματα. Κατὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, κατὰ τῆς πολιτικῆς ταύτης ἐνεφανίσθη πολέμιον τὸ Ἐπιτελεῖον. Τὸ Ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξυπηρέτει, ὡς ἀπεδείχθη ἐξ ὅλης τῆς περαιτέρω πορείας τῶν πραγμάτων, Γερμανικὴν καθαρῶς πολιτικήν, τὸ Ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐκεῖ διὰ νὰ ματαιώνῃ κάθε προσπάθειαν οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ εὑρεθῇ ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν Γερμανίαν, τὸ Ἐπιτελεῖον ἀντετάχθη κατὰ τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς καὶ ἀντετάχθη ὄχι μόνον διὰ στρατιωτικοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους καθαρῶς πολιτικούς, λέγον, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου χθές, «τί μᾶς ἑλκύει πρὸς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, τί κοινὸν κυνὶ καὶ βαλανείῳ, τί ἔχομεν νὰ κάμωμεν ἐκεῖ;» Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔφθασεν ἡ Γερμανικὴ πολιτικὴ τοῦ Ἐπιτελείου, ὥστε νὰ ἀρνῆται ὁλόκληρον τὴν ὑπόστασιν ἡμῶν τὴν Ἐθνικήν. Ὁ τελευταῖος, βέβαια, ὁ ὁποῖος δὲν παρεγνώριζε τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας θὰ ἀντεμετωπίζομεν διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ διπλασιασμοῦ τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἤμην ἐγώ. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος ὁ Βαλκανικὸς εἶχεν ἀποδείξει ὅτι τὸ Ἔθνος ἐνέκλειε μεγάλην ζωτικότητα καὶ ἐὰν νέα ἐγένετο ἐπίκλησις πρὸς ὅλα τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶχα οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ κατωρθώναμεν νὰ διοργανώσωμεν καὶ τὰς χώρας αὐτὰς καὶ νὰ δημιουργήσωμεν μετὰ μικρόν, σύμφωνα μὲ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας εἴχομεν μετὰ τὸ 1909, ἓν μέγα καὶ πλούσιον καὶ ἀληθῶς νεωτεριστικὸν Κράτος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ ζητωκραυγαί). Ἀλλὰ μοὶ ἀντέταξαν καὶ ἄλλο: «Τί θέλεις νὰ ὑπάγωμεν ἐκεῖ εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν νὰ διπλασιάσωμεν τὴν Ἑλλάδα, ὅταν, μεταβαίνοντες ἐκεῖ, θὰ ἔχωμεν δίπλα μας τόσας μεγάλας Δυνάμεις, θὰ ἔχωμεν τοὺς Ρώσσους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔφθανον διὰ τῆς νοτίου πλευρᾶς τοῦ Εὐξείνου εἰς Κωνσταντινούπολιν, θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὸν νότον τὴν Ἰταλίαν καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖον ἄλλον, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἄμυνά μας, ὡσὰν ἡ συνύπαρξις τῶν μικρῶν μετὰ τῶν μεγάλων Κρατῶν νὰ μὴ ἀσφαλίζεται διὰ τῆς ἰσορροπίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν συνδυασμῶν. Κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, κύριοι, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ κάμω μίαν ἄλλην ἀποκάλυψιν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως, ἐν μέτρῳ τινὶ βεβαίως. Τὸ Ἐπιτελεῖον ἦτο ἐναντίον πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν, ὁ Βασιλεὺς ἦτο ἐναντίος πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν. Ἐζήτησα τότε νὰ ἴδω τὸν Βασιλέα καὶ πάλιν διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐκόμιζον πρὸς αὐτὸν τὸ τρίτον ὑπόμνημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ μηδέποτε δημοσιευθέν, μήτε δυνάμενον δυστυχῶς νὰ δημοσιευθῇ. Ἐκόμιζον τὸ τρίτον ὑπόμνημα καὶ τὸν παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ τὸ ἀναγνώσω, διότι εὑρίσκετο ἐκεῖ ἐκτεθειμένη ἐν ἀκριβείᾳ καὶ σειρᾷ ὅλη ἡ ἐπιχειρηματολογία, ἡ ὁποία ἐπέβαλλε, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν. Ἀνέγνωσα τὸ ὑπόμνημα. Εἶδα ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἦτο τεταραγμένος. Διότι πρέπει νὰ τοῦ κάμω αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην, νὰ εἴπω ὅτι σπανιώτατα δὲν ἐπείθετο μέχρι τέλους, ὁσάκις εὑρίσκετο ἀπέναντί μου. Ἦτο τόση ἡ συγκίνησις, μὲ τὴν ὁποίαν ὡμίλησα πρὸς τὸν Βασιλέα, ἦσαν τόσα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐν τῷ ὑπομνήματι ἐκείνῳ ἐξετίθεντο, ὥστε ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος προδήλως, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἀποδεικνύεται ἐξ ὅλης τῆς ἀλληλουχίας τῶν γεγονότων, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ πρὸς αὐτὸν ἀντιμέτωπος, ἐκτὸς ἂν ἀπ’ εὐθείας ἓν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν προσέβαλλεν αὐτόν, ὁ Βασιλεὺς μοὶ εἶπεν ἐν πολλῇ συγκινήσει, ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς: «Καλὰ λοιπόν, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ». Δηλαδὴ ἐνέκρινεν. Ἀλλ’ ἐξερχόμενος τοῦ Βασιλικοῦ θαλάμου, φθάνω εἰς τὸ Ὑπασπιστήριον καὶ εὑρίσκω ἐνώπιόν μου τὸν κ. Ἰωάννην Μεταξᾶν, τότε ἀρχηγεύοντα τοῦ Ἐπιτελείου, ὅστις μοὶ δίδει ἕνα φάκελλον καὶ μοὶ λέγει: «Κύριε Πρόεδρε, αὐτὴ εἶναι ἡ παραίτησίς μου· δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ μένω Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, ἐφ’ ὅσον ἀποφασίζεται πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐγκρίνω». Ἡ ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως ἐντύπωσίς μου ὑπῆρξε συγκλονιστική, ὄχι τόσον διὰ τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὴν στρατιωτικὴν μόρφωσιν τοῦ κ. Μεταξᾶ, ἀλλὰ διότι ἤρχισα ν’ ἀντιλαμβάνωμαι ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἀντιλήψεις ἐπηρέαζον τὰς στρατιωτικὰς ἀντιλήψεις, διότι ἐφοβούμην ὅτι τὸ ἀντιπειθαρχικὸν κίνημα τοῦ Ἐπιτελάρχου, ὅστις πολλὰ σπουδάσας ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἔμαθεν ὅτι ἡ πρώτη ἀρετὴ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ πειθαρχία, ἠδύνατο νὰ φέρῃ κλονισμὸν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην διὰ τὴν περαιτέρω διαχείρισιν τῶν Ἐθνικῶν πραγμάτων. Ὅτε δὲ κατῆλθον κάτω καὶ ἔμαθον ὅτι αἱ ἐφημερίδες εἶχον δημοσιεύσει ἤδη τὴν παραίτησιν, τότε ἐννόησα ἐνώπιον ποίας καταστάσεως εὑρισκόμην. Ὁ Ἐπιτελάρχης κατεπάτει πάντα κανόνα πειθαρχικόν, διότι τὸ Ἐπιτελεῖον δὲν εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἐκτελέσεις εὐθύνεται. Ἀλλὰ τὸν πόλεμον τὸν ἀποφασίζουν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὄχι τὸ Ἐπιτελεῖον. Ἀλλ’ ἡ παραγνώρισις τοῦ καθήκοντος τοῦ Ἐπιτελάρχου ἐδημιούργει κίνδυνον, διότι τοῦτο θὰ ἐγίνετο γνωστὸν εἰς τὴν Σόφιαν, ἡ ὁποία θὰ ἐγνώριζεν οὕτω ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον ἐθεώρει τόσον κινδυνώδη τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἂν ἀπέστελλεν ἓν Σῶμα στρατοῦ εἰς τὴν Καλλίπολιν, ὥστε ὁ Ἀρχηγὸς αὐτοῦ νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς ἀντιπειθαρχικῆς αὐτῆς παραιτήσεως. Ἀπηύθυνα τότε ἀμέσως πρὸς τὸν Βασιλέα ἐπιστολήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλεγον: «Μεγαλειότατε, ὁ κ. Μεταξᾶς μοὶ ἐπέδωκε τὴν παραίτησιν αὐτοῦ· θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε νὰ συγκληθῇ κύριον Συμβούλιον τῶν πρώην Πρωθυπουργῶν ὑπὸ τὴν προεδρείαν σας, διὰ ν’ ἀκουσθῇ ὅλων τούτων ἡ γνώμη περὶ τοῦ ζητήματος». Ἐκάλεσα τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος ὅπως ἀκουσθοῦν ὅλαι αἱ γνῶμαι. Ὁ κ. Ράλλης καὶ ὁ κ. Δραγούμης ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς γνώμης μου. Ὁ Θεοτόκης εἶπε νὰ κληθῇ ὁ Ἐπιτελάρχης ὁ παλαιὸς διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ οὕτω ἀπεφασίσθη νὰ συγκροτηθῇ καὶ δεύτερον Συμβούλιον τοῦ Στέμματος. Ἐσκέφθην τότε, κύριοι, ὅπως ἐπιτύχω τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς μου, ἀφαιρῶν ἀπὸ τοὺς ἀντιτασσομένους κατ’ αὐτῆς κάθε ἔδαφος, ἀφαιρῶν κάθε πρόφασιν καὶ κάθε ἀντίρρησιν, ἐσκέφθην νὰ ὑποβιβάσω τὴν δύναμιν, τῆς ὁποίας τὴν διάθεσιν ἐζήτουν, καὶ νὰ εἴπω: «Κύριοι, φωνάζετε ὅτι, ἐὰν στείλω ἓν Σῶμα στρατοῦ, τὰ τέσσαρα τὰ ὁποῖα ὑπολείπονται δὲν θὰ εἶναι ἀρκετὰ νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸν Βουλγαρικὸν κίνδυνον· δὲν ζητῶ παρὰ μίαν μεραρχίαν». Εἶχα δ’ ἐπιτύχει ἀπὸ τοῦ Ἐπιτελάρχου νὰ γνωμοδοτήσῃ δι’ ἐκθέσεώς του ὅτι ἡ μία αὕτη μεραρχία ἠδύνατο ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς συγκροτήσεως μιᾶς ἐφεδρικῆς μεραρχίας, οὕτως ὥστε θὰ ἔμενε διαθέσιμος κατὰ ἐνδεχομένης ἐπιθέσεως ἐκ Βουλγαρίας ὁλόκληρος ἡ ἀρχικὴ δύναμις τῶν 15 μεραρχιῶν, μὲ μόνην διαφορὰν ὅτι ἡ μία ἐξ αὐτῶν θὰ ἦτο, ἀντὶ ἐνεργοῦ, ἐφεδρική. Καὶ λέγω λοιπὸν εἰς τὸ δεύτερον Συμβούλιον τοῦ Στέμματος: «Κύριοι, ἰδοὺ ποῦ περιορίζω τὴν πρότασίν μου. Ζητῶ μόνον μίαν μεραρχίαν διὰ νὰ μετάσχῃ ἡ Ἑλλὰς τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς». Καὶ ὅλοι ἀποφαίνονται ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὀφείλει νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεώς μου. Ὁ Θεοτόκης λέγει: «Κύριοι, γνωρίζετε τὰς ἰδικάς μου ἰδέας, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι αἱ ἰδέαι μου ὄχι μόνον δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀπηρχαιωμέναι, ἀλλὰ καὶ δὲν τὰς ἀσπάζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ἑπομένως ἡ Μεγαλειότης του δὲν δύναται νὰ στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι, ἐὰν θέλῃ νὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλην πολιτικήν, δύναται νὰ εὕρῃ ἐμὲ διατεθειμένον νὰ ἀναλάβω τὴν ἐφαρμογήν της». Ἐννοεῖται ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Θεοτόκη ὅλοι ἀπήλθομεν τοῦ Συμβουλίου πεπεισμένοι ὅτι τὸ ζήτημα ἐτελείωσεν, ὅτι θὰ ἐξηρχόμεθα καὶ θὰ μετείχομεν τῆς ἐπιχειρήσεως διὰ τῆς μιᾶς τοὐλάχιστον μεραρχίας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ὅστις εἶπε τότε: «Μεγαλειότατε, τολμήσατε, τολμήσατε», εἰς ἐμὲ δέ, τὸν ὁποῖον εἰς τὸ πρῶτον Συμβούλιον εἶδε μετά τινος ἐνδοιασμοῦ ἐπιζητοῦντα καὶ τὰς γνώμας τῶν ἄλλων: «Κύριε Πρωθυπουργέ, εἶπε, ἔχετε καθῆκον νὰ προχωρήσετε», ἐξηγῶν τὴν ὑστέραν παλινωδίαν του, λέγει ὅτι δὲν ἤξευρε τότε ὅτι θὰ βυθισθῶσι κάμποσα καράβια καὶ δὲν ἤξευρεν ὅτι ἡ Ρωσσία δὲν ἤθελε νὰ μετάσχωμεν τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ ὅτι ἡ Γαλλία ἤθελε νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν. Δυστυχῶς εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὴν συμμετοχήν μας εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων ἡ ἐν Ρωσσίᾳ Κοινὴ Γνώμη, ἡ ὁποία ἐπηρεάζει καὶ τὴν Ρωσσικὴν Κυβέρνησιν, δὲν τὴν ἔβλεπε μετὰ ὄμματος εὐμενοῦς, οὐδέποτε ὅμως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν εἴμεθα δεκτοὶ εἰς τὸ νὰ μετάσχωμεν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν. Τοὐναντίον ὑπάρχει τηλεγράφημα τοῦ κ. Ρωμάνου, δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν παραίτησίν μου, ἀναγγέλλον ὅτι ἡ Γαλλία ἐπέτυχε τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ρωσσίας εἰς τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων, χωρὶς οὐδένα ὅρον, χωρὶς δηλαδὴ τὸν ὅρον τοῦ νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Γερμανίας. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀκριβῆ. Ἐὰν ἀσχοληθῶ περὶ τὴν ψυχολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ βραδύτερον, ἴσως εἴπω τί ἐσκέπτετο καὶ διατὶ ἤλλαξε γνώμην. Κύριοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διεδέχθησαν ἡμᾶς τότε, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον νὰ ἐφαρμόσουν ἀντίθετον πολιτικὴν πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχον εἰσηγηθῆ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι περιεστοίχισαν ἔκτοτε τὸ Στέμμα, βαῖνον πρὸς τὴν κατάλυσιν σαφῶς τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δεσποτισμοῦ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὑπαίτιοι ὅλων τῶν συμφορῶν, αἵτινες ἔκτοτε ἐπῆλθον ἢ ἐπεκρεμάσθησαν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐκεῖνοι ἠξίωσαν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸν τίτλον τοῦ «Σωτῆρος», διότι, ἀπομακρυνθέντος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τῆς Ἀρχῆς κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915, ἔσωσαν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ καταστροφῆς. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἐγένετο εἰς Βουλὴν ἄλλην, τὴν Ἀγγλικήν, συζήτησις περὶ τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων, συνεστήθη ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, κύρους ὁποῖον ἔχουν αἱ Ἀγγλικαὶ ἀνακριτικαὶ ἐπιτροπαί, ἡ ὁποία ἐζήτησε τὰς αἰτίας τῆς ἀποτυχίας τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων καὶ ἔφερε τὸ πόρισμα αὐτῆς, ἰδίως τοῦ πρώτου μέρους μέχρι τοῦ Μαΐου, εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ μελετῶν τὰ πορίσματα τῆς ἐκθέσεως ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς μανθάνει ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἠκολούθει, ἐὰν ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς ἠκολούθει τὴν πολιτικὴν ἥν εἶχε καθῆκον νὰ ἀκολουθήσῃ, ὄχι ἁπλῶς διότι τὴν ἐνεδείκνυεν ἡ Κυβέρνησις τῆς πλειοψηφίας τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν καλοπίστως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐνεδοίαζε πρὸ τοῦ δημοσίου φρονήματος τῆς Χώρας, ἐὰν ἠκολούθει τὴν πολιτικὴν αὐτὴν καὶ δὲν ἐγίνετο ὄργανον τῆς Γερμανικῆς πολιτικῆς ὁ Μεταξᾶς, ἵνα ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του καὶ δημιουργήσῃ τοὺς στιγμιαίους ἐκείνους ἐνδοιασμούς, καὶ ἂν ἐχρησιμοποιεῖτο διὰ τὴν ἐπιχείρησιν ἓν Σῶμα στρατοῦ, ἢ καὶ μεραρχία ἀκόμη ἐπὶ τέλους, ἡ κατάληψις τῆς Καλλιπόλεως θὰ ἦτο τὸ εὐκολώτερον στρατιωτικὸν κατόρθωμα, θὰ εὑρισκόμεθα δὲ μετὰ πέντε ἡμέρας ἀπὸ τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως μὲ ἐπιστρατευμένον τὸ Σῶμα στρατοῦ, τοῦ ὁποίου ἐζήτουν τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ μετὰ ἄλλας ἐννέα ἡμέρας, μὲ τὸ πλῆθος τῶν μέσων τὰ ὁποῖα διεθέταμεν ἡμεῖς καὶ οἱ Σύμμαχοι, μὲ τὸ Σῶμα αὐτὸ τοῦ στρατοῦ, εἴτε καὶ τὴν μεραρχίαν, ἐπὶ τῆς Χερσονήσου τῆς Καλλιπόλεως, εὑρισκομένης ἀφυλάκτου, ἀφρουρήτου, ἀνοχυρώτου. Αὐτὰ ἀποδεικνύουν αἱ ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι κατετέθησαν εἰς ἄλλην Βουλήν, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τοῦ κύρους ἐκείνου, μετὰ τοῦ ὁποίου τοιαῦτα ζητήματα συζητοῦνται εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Βουλήν. Καὶ οἱ ἀξιώσαντες ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸν τίτλον τῶν «Σωτήρων» εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνεταφίασαν τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ τὰς μεγάλας ἐλπίδας τοῦ Ἔθνους καὶ τὴν ἐπέκτασιν αὐτοῦ πρὸς ἀνατολάς (Χειροκροτήματα). Ἐάν, κύριοι, εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην δὲν ἀντετάσσετο ἡ ὑπόκωφος καὶ ἡ φανερὰ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία ἀντετάχθη, εἰς τὴν Χερσόνησον τῆς Καλλιπόλεως θὰ εὑρίσκετο ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς περὶ τὸ τέλος τοῦ Φεβρουαρίου 1915, κατὰ τὴν ἰδικήν μας χρονολογίαν, καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἀγγλικῆς, ὅτι μετὰ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα βραδύτερον ἐγένετο ἡ ὀχύρωσις τῆς Καλλιπόλεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν κατωρθώθη ὕστερον μὲ 100,000 καὶ 200,000 στρατοῦ ἀπέναντι ὀχυρώσεως γενομένης ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς στρατιωτικῆς τέχνης, ἦτο ὄχι ἁπλῶς κατορθωτόν, ἀλλὰ παιγνίδι διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, ὁπότε ὀξέως διέγνωσα τὰ πράγματα καὶ συνεβούλευσα τὴν ἐπιχείρησιν ἐκείνην καὶ ὅτε ἡ Χερσόνησος τῆς Καλλιπόλεως καὶ ἀνοχύρωτος ἦτο καὶ σχεδὸν ἀφρούρητος. Ἐὰν ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη δὲν ἐματαιοῦτο, θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Χερσόνησον τῆς Καλλιπόλεως περὶ τὰ τέλη Φεβρουαρίου ἢ ἀρχὰς Μαρτίου. Ἀλλὰ πρὸ τῆς παρελεύσεως 10–15 ἡμερῶν μέρος τοῦ στρατοῦ τῆς Καλλιπόλεως, ἐὰν μετέβαινεν ἰδίως Σῶμα στρατοῦ, θὰ εὑρίσκετο εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐγκαταλελειμμένην παρὰ τῶν Τούρκων (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Κύριοι, γνωρίζετε ποίαν σημασίαν ἔχει εἰς τοὺς πολέμους ὁ αἰφνιδιασμός. Ἐὰν ὁ πρώην Βασιλεὺς δὲν ἐδείκνυεν ἀπροθυμίαν ὅπως μελετηθῇ ἡ ἐπιχείρησις τῶν Δαρδανελλίων ἤδη ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον του δὲν παρεῖχον ἀφορμὰς εἰς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως νὰ ἔχωσιν ὑπόπτως πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι ἄλλως τε ἦτο πάνδημον μυστικὸν ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ἀκόλουθοι τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Βουλγαρίας ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ πολέμου «ἐποιοῦντο τὰς διατριβάς», ἵνα τὸ εἴπω εἰς τὴν καθαρεύουσαν, εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον, πρᾶγμα ὅπερ ἐξένιζε τοὺς ἄλλους, καὶ ἐὰν δὲν ἐπήρχοντο οἱ λόγοι τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν Ναύαρχον Κάρ, οἵτινες ηὔξησαν τὴν δυσπιστίαν, οὗ ἕνεκα, ἐνῷ κατ’ Αὔγουστον μᾶς ἐζήτουν νὰ μελετήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων, τὸν Φεβρουάριον καὶ τὸν Μάρτιον τὴν ἐπεχείρουν χωρὶς ν’ ἀπευθυνθοῦν πρὸς ἡμᾶς διὰ νὰ μᾶς ζητήσουν τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἀπόβασιν στρατεύματα, καὶ τοῦτο προδήλως διότι δὲν μᾶς εἶχαν ἐμπιστοσύνην, φοβούμενοι μήπως τό Ἐπιτελεῖον μας προαναγγείλῃ εἰς τοὺς ἐχθροὺς τὴν ἐπιχείρησιν, ἐὰν λοιπὸν ὅλα ταῦτα δὲν ἐνεφιλοχώρουν καὶ ἐὰν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἡ ἐγκαινιασθεῖσα πολιτικὴ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐφηρμόζετο εἰλικρινῶς ὑπὸ ὅλων τῶν παραγόντων, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Ὅτι ἡ ἐπιχείρησις τῶν Δαρδανελλίων θὰ ἐμελετᾶτο ἐν πλήρει μυστικότητι καὶ ὅτι, προτοῦ γίνῃ καὶ ἡ πρώτη ἐπίθεσις ἐκεῖ κατὰ τῶν ἐξωτερικῶν φρουρίων τῶν Δαρδανελλίων, αἰφνιδίως μίαν χαραυγὴν θὰ εὑρίσκετο ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀποβιβασμένος εἰς Καλλίπολιν, ὅπου θὰ εὕρισκεν εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς Χερσονήσου δύναμιν 6,000 μόνον Τουρκικοῦ στρατοῦ, ὄχι συγκεντρωμένου, ἀλλὰ εἰς τὰ διάφορα φρούρια κατανεμημένου! Ἐννοεῖτε δὲ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία θὰ παρήγετο εἰς Κωνσταντινούπολιν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως δὲν ἠδύνατο νὰ πέσῃ ἡ Καλλίπολις καὶ νὰ κρατηθῇ ἡ Κωνσταντινούπολις ὑπὸ τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ κατάληψις τῆς Καλλιπόλεως θὰ ἔφερε τὴν ἐκκένωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης μετὰ τῆς Τουρκίας τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐὰν ἦτο δυνατὴ ἡ ὑπογραφὴ εἰρήνης. Διότι, κύριοι, δὲν ἔχω ἀνάγκην παρὰ νὰ σᾶς ἀνακοινώσω ὀλίγα τηλεγραφήματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, σύγχρονα ἀκριβῶς μὲ τὴν πρώτην ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ἐξωτερικῶν φρουρίων τῶν Δαρδανελλίων, καὶ τὰς εἰδήσεις αἱ ὁποῖαι ἐστέλλοντο εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς σκέπτεται νὰ μετάσχῃ καὶ ν’ ἀποστείλῃ στρατόν. (Ἀναγινώσκει): Ἀριθ. 1726 (Ἐμπιστευτικὸν) Ἐν Πέρᾳ, τῇ 14 Φεβρουαρίου 1915. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν Τουρκικαὶ καὶ Γερμανικαὶ Τράπεζαι εἰδοποιήθησαν μεταφέρωσι χρυσὸν εἰς Ἰκόνιον. Μεταφορὰ ἤρξατο ἤδη. Μεταφέρουσιν ὡσαύτως ἀρχεῖα. (Ὑπ.) ΤΣΑΜΑΔΟΣ» «Ἐν Πέραν, τῇ 16 Φεβρουαρίου 1915, ὥρα 10 μ.μ. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν Ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ Κωνσταντινούπολις· ἡ ἡμέρα ἀναχωρήσεως δὲν ὡρίσθη. Ὁ πρεσβευτὴς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι θὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα καὶ ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Αὐστροουγγαρίας καὶ ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας δὲν θὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Κωνσταντινούπολιν, εἰμὴ μετὰ τῶν Τουρκικῶν στρατευμάτων. Μὲ πληροφοροῦσιν ὅτι ὁ Σύνδεσμος «Ἕνωσις–Πρόοδος» ἐν σημερινῇ συνεδρίᾳ ἀπεφάσισεν ἀντίστασιν μέχρις ἐσχάτων. Αὐτοκρατορικὸς Ἰραδὲς ἀναβάλλει τὴν Βουλὴν μέχρι τῆς 15 Σεπτεμβρίου. (Ὑπ.) ΤΣΑΜΑΔΟΣ» «Φιλιππούπολις, 17 Φεβρουαρίου 1915, ὥρα 8.30′ μ.μ. Πληροφοροῦμαι ὅτι ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴς τῆς Αὐστρίας ἐτηλεγράφησε πρὸς τὸν ἐνταῦθα πρόξενον Αὐστρίας ἵνα μεριμνήσῃ ὅσον τάχιστα περὶ ἐξευρέσεως οἰκίας ἐν Φιλιππουπόλει χάριν τῆς ὁσονούπω ἀφικνουμένης οἰκογενείας του. Ἀνεκοινώθη εἰς Πρεσβείαν Σόφιας. (Ὑπ.) ΜΠΑΡΑΚΛΗΣ» «Σόφια, 22 Φεβρουαρίου 1915 Ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Βουλγαρίας ἐν Κωνσταντινουπόλει, ζητήσας παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του ὁδηγίαν ἐὰν ἔδει ἐν ἐνδεχομένῃ περιπτώσει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν εἰς Ἰκόνιον, προσεκλήθη ὅπως ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ παράσχῃ προφορικῶς πληροφορίας ἐπὶ τῆς καταστάσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Βουλγαρίας διέψευσε τὴν ὕπαρξιν ὑπουργικῆς κρίσεως. (Ὑπ.) ΝΑΟΥΜ» Αὐτὴ ἦτο, κύριοι, ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις ἐν Κωνσταντινουπόλει, αὐταὶ ἦσαν αἱ σκέψεις αἱ κρατοῦσαι εἰς κύκλους ἐπισήμους ἐν Κωνσταντινουπόλει πρὶν ἢ καταληφθῇ ἡ Καλλίπολις, καὶ φαντάζεσθε ἐὰν ἔχω δίκαιον ὑποστηρίζων μετὰ πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἀποστολὴ τότε τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Καλλίπολιν καὶ ἡ κατάληψις αὐτῆς θὰ ἔφερεν ὄχι μόνον τὴν κυριαρχίαν τῶν Στενῶν καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν μεταβίβασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ εἰς Κωνσταντινούπολιν...

§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μόνου;

§29Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως μετ’ ἀγημάτων Ἀγγλογαλλικῶν... ὄχι διὰ νὰ διεκδικήσῃ πολιτικὰ καὶ ἐδαφικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ ἠσφάλιζε τὴν λύσιν ἐκείνην τοῦ ζητήματος τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν Στενῶν, ἡ ὁποία ἦτο ἀνέκαθεν ἡ ἀρίστη τῶν λύσεων ὄχι μόνον ἀπὸ καθαρᾶς διεθνοῦς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, τῆς διεθνοποιήσεως τῶν Στενῶν, ἡ ὁποία λύσις ἴσως εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν φθάνει σήμερον καὶ τὸ μέγα Ρωσσικὸν Ἔθνος μετὰ τὴν ἐκδημοκράτησιν αὐτοῦ (Χειροκροτήματα). Ἐπειδὴ γίνεται λόγος ἐν τῷ τηλεγραφήματι τοῦ κ. Φραντζῆ περὶ ἐνδεχομένης συνάψεως εἰρήνης ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας, θὰ μοῦ εἴπουν βεβαίως οἱ ἀντίπαλοί μου: «Μά, λοιπόν, δὲν ἦτο πιθανόν, ἀφοῦ θὰ ἐπηγαίνατε εἰς τὴν Καλλίπολιν, ἀφοῦ θὰ ἐπηγαίνατε εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ γίνῃ εἰρήνη καὶ νὰ μὴν πάρῃς τὰ Μικρασιατικὰ ἀνταλλάγματα;» Καὶ αὐτὸ ἦτο πιθανόν· διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐσκέφθην ποτὲ νὰ ζητήσω νὰ μοῦ ὑποσχεθοῦν καὶ τὴν διάλυσιν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, συμμετέχων εἰς τὸν πόλεμον μὲ μίαν μόνον μεραρχίαν. Ἂν διὰ γενικώτερα Εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα ἐπεβάλλετο μία εἰρήνη μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ ἂν ἔβλεπα ὅτι τὸ Ἔθνος, ὡς ἐκ τῆς ἐκ τῶν πολέμων κοπώσεως, ἀπέστεργεν ἐνεργοτέραν μετοχὴν εἰς τὸν πόλεμον, δὲν θὰ ἐδίσταζα καὶ αὐτὴν νὰ δεχθῶ. Θὰ μοὶ ἦτο ἀρκετὸν ἂν διὰ τῆς δράσεως τῆς Ἑλλάδος μετέβαινον εἰς Καλλίπολιν, μετέβαινον εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἐρρύθμιζον καὶ διὰ τῆς Ἑλληνικῆς σπάθης καὶ διὰ τῆς Ἑλληνικῆς συμπράξεως, ἂν ὄχι τῆς πρωτοβουλίας, τὸ ζήτημα τῶν Στενῶν καὶ ἐκανόνιζον καὶ τὴν τύχην τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ, χωρὶς νὰ ἀποκλείεται ὅτι ἠμποροῦσαν καὶ περισσότερα νὰ γίνουν, νὰ πάρωμεν καὶ τὰς παραχωρήσεις, ἂν ἠθέλομεν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς περαιτέρω ἐνέργειαν, ἡ ὁποία θὰ προεκάλει φυσικὰ καὶ περαιτέρω θυσίας. Τίνα ἀποτελέσματα, κύριοι βουλευταί, θὰ εἶχε τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς περαιτέρω ἐκβάσεως τοῦ πολέμου δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀναπτύξω περισσότερον. Ἡ Τουρκία θὰ ἐξεμηδενίζετο, ἡ Ρωσσία θὰ ἀνεφωδιάζετο διὰ θαλάσσης καὶ δὲν θὰ ὑφίστατο τὴν ἐπίθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1915, ἕνεκα ἐλλείψεως πολεμικῶν ἐφοδίων. Ἡ Ρωσσία ἀκόμη θὰ ἐξῆγε τὸν σῖτον της εἰς τὰς συμμάχους Χώρας. Ἡ Βουλγαρία, ἡ ὁποία εἶχεν ἤδη κανονίσει τὴν πολιτικήν της πρὸς τὴν Γερμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, ὅπως ἡμεῖς εἴχαμεν κανονίσει πρὸς τὴν Συνεννόησιν, ἡ Βουλγαρία ἔχουσα πρὸς τὰ νῶτα της τὸν Ἑλληνικὸν Στρατὸν καὶ ἐπὶ πλέον καὶ Γαλλικὸν καὶ Ἀγγλικὸν στρατόν, ἐννοεῖτε ἂν θὰ ἐτόλμα νὰ ἐξήρχετο εἰς πόλεμον. Τοιαύτη δὲ ἐνέργεια τῆς Ἑλλάδος καὶ τοιαύτη ἐπιτυχία δὲν θὰ ἐξύψου μόνον τὸ πολιτικὸν γόητρον αὐτῆς, δὲν θὰ παρεῖχε μόνον εἰς ἡμᾶς κατὰ πᾶσαν πιθανότητα καὶ τὰς ἐδαφικὰς παραχωρήσεις τῆς Μ. Ἀσίας, ἀλλὰ καὶ θὰ συνετέλει εἰς ἐκπληκτικὴν βράχυνσιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Ἐάν, κύριοι, τὸ πλῆγμα κατεφέρετο τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ τῆς πυγμῆς τῆς Ἑλλάδος, τὸ πλῆγμα θὰ ἦτο τόσον δεινὸν διὰ τὴν Γερμανίαν, ὥστε αὕτη, χωρὶς νὰ ἐλπίζῃ πλέον τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μεγαλεπηβόλου σχεδίου τοῦ σιδηροδρόμου Ἀμβούργου–Βαγδάτης, θὰ ἔχανε τὴν Ἀνατολὴν καὶ δὲν εἶχε βεβαίως νὰ ἐλπίσῃ τίποτε ἀπὸ τὴν Δύσιν.

§30Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγραφε καὶ ὁ Χάρδεν.

§31Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Φαντασθῆτε δὲ ποῖον κῦρος καὶ γόητρον θὰ εἶχεν ἡ Ἑλλὰς φθάνουσα διὰ δράσεώς της εἰς τοιαῦτα ἐκπληκτικὰ κοσμοϊστορικὰ ἀποτελέσματα, τῆς βραχύνσεως κατὰ ἔτος τοῦ πολέμου (Χειροκροτήματα). Κύριοι, οἱ Σωτῆρες τῆς Ἑλλάδος, ἅμα ἡ ἐπιχείρησις ἀπέτυχεν, εἶπον ὅτι ἔσωσαν τὴν Ἑλλάδα, διότι ἀπεδείχθη ἡ ἐπιχείρησις μὴ ἐπιτυχοῦσα. Ἀλλά, κύριοι, θὰ ἐννοήσητε πόσον καλῆς πίστεως ἀντίπαλοι εἶναι ὅταν, συζητοῦντες τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, τὴν συζητοῦν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἔδιδεν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἐφαρμοζομένη, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον διότι ἀκριβῶς δὲν ἐφηρμόσθη! Καὶ μᾶς λέγουν: «Βλέπετε ὅτι ἡ ἐπιχείρησις ἀπέτυχεν». Ἀπέτυχε βεβαίως, διότι ἀκριβῶς ἡ ἄμεσος καὶ κεραυνοβόλος σύμπραξις τῆς Ἑλλάδος ἄνευ ἀντιδράσεων, ἐπιτελικῶν καὶ ἄλλων, αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη δυναμένη νὰ φέρῃ τὴν ἐπιτυχίαν. Οἱ δὲ Σωτῆρες οἱ σημερινοὶ δὲν διαφέρουν καθόλου ἀπὸ τοὺς Σωτῆρας ἐκείνους τοὺς ἄλλους, τοὺς ὁποίους θὰ εἴχομεν ἐὰν κατὰ τὸ 1912, ὅτε ἐπρότεινα τὴν συμμετοχὴν ἡμῶν εἰς τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον εἶχον ἀποφασίσει τὰ δύο ἄλλα Βαλκανικὰ Κράτη, ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, ὅστις ἦτο ἐναντίον τοῦ πολέμου ἐκείνου, ὡμοίαζεν ἔστω καὶ πόρρωθεν τοῦ υἱοῦ του, καὶ ἤθελε νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ αὐτὸς πολιτικὴν ἰδίαν καὶ ἔλεγεν: «Ἐγὼ δὲν θέλω πόλεμον, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ συμπράξω μετὰ τῆς Σερβίας καὶ Βουλγαρίας εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀφοῦ τοὐλάχιστον δὲν μοῦ ἔχετε καθαρισμένον τὸ ζήτημα τοῦ τί θὰ πάρωμεν ἔπειτα». Ὑποθέσατε ὅτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ὡμοίαζε πρὸς τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφιβάλλῃ τις ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη θὰ ἐκρίνετο ὡς πολιτικὴ σωφρονεστάτη καὶ ὅτι ἡ κατηγορία ὅτι εἶμαι φαντασιόπληκτος καὶ πολεμοχαρὴς θὰ μοὶ ἐδίδετο δικαιότατα καὶ θὰ ἔλεγεν ὁ κόσμος: «Βεβαίως ἔχει δίκαιον ὁ καϋμένος ὁ Βασιληᾶς· δὲν ἐκανονίσαμεν τοὐλάχιστον τί θὰ πάρωμεν!» Φαντασθῆτε δὲ τώρα ποῖαι ἠδύναντο νὰ ἐπέλθουν συνέπειαι ἐκ τῆς μὴ μετοχῆς ἡμῶν εἰς τὸν κατὰ τῆς Τουρκίας πόλεμον. Συνεπείᾳ τῆς ἀδρανείας τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου ἡ Τουρκία θὰ κατώρθωνε νὰ μεταφέρῃ τὸν Μικρασιατικόν της στρατὸν εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν καὶ πιθανῶς νὰ καταβάλῃ τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Βουλγαρίαν. Ποῖος θὰ ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐσυμμάζευε τοὺς σωτῆρας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλεγον: «Βλέπετε, ὁ καϋμένος ὁ Βασιληᾶς τί ἔκαμε; Μᾶς ἐγλύτωσε! Βλέπετε αὐτὸν τὸν Βενιζέλον τὸν θεοπάλαβον, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέμου, διὰ νὰ μᾶς καταστρέψῃ, ἐνῷ ἦτο προφανὲς ὅτι ἡ Τουρκία θὰ ἐνίκα» — διότι ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔλεγον τοῦτο, ὁ δὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει στρατιωτικὸς ἀκόλουθος τῆς Ρωσσίας ἐπληροφόρει ὅτι ἡ Τουρκία θὰ παρέτασσεν 900 χιλιάδας στρατοῦ. Σᾶς κάμνω αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ σᾶς καταδείξω πόσον ὀλίγον σοβαροὶ εἶναι οἱ ἀντίπαλοί μας, οἵτινες, ἐπαναλαμβάνω, θέλουν νὰ κρίνουν τὰ ἀποτελέσματα τῆς μὴ ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς μας μὲ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον διότι ἀκριβῶς δὲν ἐφηρμόσθη καὶ διότι δὲν ἄφησαν νὰ ἐφαρμοσθῇ (Χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαί). Κύριοι! Ὁ Βασιλεὺς ὁ τότε, ἀφοῦ πρὸς στιγμὴν εἶχε παρασυρθῆ παρ’ ἐμοῦ καὶ μοῦ εἶχε δώσει καὶ τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς μου, συνεκρατήθη βραδύτερον. Περιεστοίχισαν αὐτὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν περιεστοίχιζον καὶ ἔφθασε πλέον ὄχι μόνον κατὰ τῆς γνώμης ἐμοῦ νὰ ἀντιταχθῇ, ὁ ὁποῖος ἐξεπροσώπουν τότε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Χώρας, ἀλλὰ ἔφθασε καὶ νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς γνώμης ὅλης τῆς Χώρας, διότι, ὅπως ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς, τὴν γνώμην αὐτὴν συνέστησαν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἀκολουθήσῃ ὅλοι οἱ πολιτικοὶ παράγοντες, οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης τοὐλάχιστον γνωστοὶ εἰς τὴν Χώραν. Καὶ θὰ μᾶς εἴπουν τώρα οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικόν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διέλυσε τὴν Βουλὴν τότε καὶ ἀνέθηκε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν κ. Γούναρην, σεβόμενος τὸ Σύνταγμα, ἀκριβῶς καθ’ ὃν τρόπον ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος εἶχε διαλύσει κατ’ ἐπανάληψιν Βουλάς, ἀναθέσας ὅμως αὐτὸς τὴν Κυβέρνησιν ὄχι κἂν εἰς μειονοψηφοῦντας, ἀλλ’ εἰς Κυβερνήσεις Ὑπηρεσιακάς, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεδίωξε νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ δημόσιον φρόνημα. Ἀλλὰ τίνας ἐνδείξεις εἶχεν ὁ πρώην Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ὅτι τὰ ὑποστηριζόμενα ὑπ’ ἐμοῦ ἦσαν ἀντίθετα πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὅταν ὅλους τοὺς ἄλλους πολιτικοὺς Ἡγέτας τοῦ ἔφερα κατ’ ἀντιμωλίαν εἰς συζήτησιν ἐνώπιόν του καὶ τοῦ εἶπον ὅτι ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ Βενιζέλος, πρέπει νὰ τὰ ἐκτελέσῃ, διότι ὁ Βενιζέλος ἔχει μαζύ του τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ὁ Βασιλεὺς ἐκείνην τὴν στιγμήν, καλῶν τὸν κ. Γούναρην καὶ δωροδοκῶν αὐτόν, δίδων δηλαδὴ εἰς αὐτὸν τὸ ρουσφέτι τῆς χρίσεώς του εἰς ἀρχηγὸν κόμματος καὶ ἐπιτυγχάνων νὰ ἀναλάβῃ οὗτος τὴν Κυβέρνησιν, ἐφήρμοζε τὸ πολίτευμα, ἢ τὸ εἶχεν ἤδη κατακουρελιάσει; Καὶ ὅμως, κύριοι, ἡ νομιμοφροσύνη μου ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε οὔτε ἠμφισβήτησα κἂν εἰς τὸν Βασιλέα, τὴν πρώτην φοράν, τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, οὔτε παρεπονέθην διὰ τὸ πρᾶγμα, οὔτε ἐγώ, οὔτε οἱ φίλοι μου. Ἔβλεπα περίπου ποῦ ἐφερόμεθα, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐξαπολύσω μίαν τρικυμίαν εἰς τὸ Ἐθνικὸν πέλαγος, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐφαίνετο γαληνιαῖον καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου μόλις ἤρχιζαν νὰ διαγράφωνται ἐλαφραί τινες πτυχαί. Ἀπεμακρύνθην τῆς Ἐξουσίας ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐναντίον τῆς γνώμης αὐτῶν τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων μου, κατὰ ἐφαρμογὴν προσωπικῆς πολιτικῆς τοῦ Στέμματος, ἐμπνεομένης ἔξωθεν τῆς Ἑλλάδος, ἀπεμακρύνθην τῆς Ἀρχῆς, ἔχων μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης μὲ τὸ μέρος μου σχεδὸν τὴν παμψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπεισοδιακῶς καὶ ὡς ἐν παρενθέσει θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὀλίγον πρὸ τῆς κρίσεως ἐκείνης ὁ κ. Δ. Γούναρης μοῦ διεμήνυσε διά τινος φίλου του, μέσῳ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ρέπουλη, ἐὰν θὰ ἐδεχόμην ὅπως εἰς τοὺς συνδυασμούς μου ἐν Ἑλλάδι περιλάβω ἓξ–ἑπτὰ φίλους του, διὰ νὰ κατορθωθῇ οὕτω ἡ ἐπιτυχία αὐτῶν. Καὶ ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Γούναρην διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν: «Διατί μόνον ἓξ ἢ ἑπτὰ καὶ διατί ὄχι ὁλόκληρον τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον χρειάζεται εἰς τὸν κ. Γούναρην διὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχὴν ἐν περιπτώσει ἀποχωρήσεώς μου;» Τοῦ ἐδήλωσα λοιπόν, ἐνῷ ἐζήτησεν ἓξ ἢ ἑπτά, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ περιλάβω εἰς τοὺς συνδυασμούς μου ἐννέα βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν οἱ μέλλοντες ν’ ἀποτελέσωσι τὴν μέλλουσαν Κυβέρνησιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου φρονήματος τότε, ὥστε ὁ κληθεὶς ν’ ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχήν, ὡς πιστεύων δῆθεν ὅτι εἶχε μαζύ του τὸν λαόν, μοὶ ἐζήτει δεκαπέντε ἢ εἴκοσιν ἡμέρας πρότερον νὰ περιλάβω εἰς τοὺς συνδυασμούς μου τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ ἦσαν ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἀριθμόν τινα βουλευτῶν. Τοῦτο δὲ ἀνέφερα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δείξω εἰς τὴν Βουλὴν πόσον βαρεῖα εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, δεχθέντος μετὰ 15 ἡμέρας ν’ ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχὴν καὶ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ εἰκαζομένῃ διαστάσει τοῦ δημοσίου φρονήματος πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησίν μου. Κλείει, κύριοι, ἡ παρένθεσις, τὴν ὁποίαν ἤνοιξα διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεμακρύνθην τῆς Ἀρχῆς, εἶχα μαζύ μου ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἢ τοὐλάχιστον τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν αὐτοῦ. Διὰ νὰ λυθῇ ἡ κρίσις ἡ Ὑπουργικὴ παρῆλθον τέσσαρες ἡμέραι. Τὴν 21ην παρῃτήθην, τὴν 25ην ὡρκίσθη ἡ νέα Κυβέρνησις. Λοιπὸν ἡ νομιμοφροσύνη τοῦ οὑτωσὶ ἀπομακρυνομένου τῆς Ἀρχῆς πολιτικοῦ ἀνδρὸς ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ὅταν ἐγνώσθη ἡ παραίτησις, περὶ τὴν 6ην ὥραν μ.μ. καὶ ἐπληροφορούμην ὅτι ἡτοιμάζετο μία κολοσσιαία διαδήλωσις εἰς τὴν πόλιν μας διὰ νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς παραιτήσεώς μου, καλῶ ἀμέσως τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοὺς διατάσσω νὰ ἐκδώσωσι διάταξιν, ἀπαγορεύουσαν πᾶσαν συνάθροισιν διαρκούσης τῆς κρίσεως. Ἔμεινα ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας, ἔχων τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως εἶπα καὶ πάλιν, ἐν μεγίστῃ πλειονοψηφίᾳ μὲ τὸ μέρος μου, καὶ δὲν ἀφῆκα νὰ γίνῃ καμμία διαδήλωσις εἰς κανὲν μέρος τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ μικρά, οὐδὲ μεγάλη. Καὶ οὕτω, κύριοι, ὁ πολιτευτὴς Πατρῶν, ὁ ζητῶν νὰ στηρίξῃ τοὺς ἓξ ἢ ἑπτὰ φίλους του εἰς τοὺς συνδυασμοὺς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀνέλαβεν εἰς τὴν κρισιμωτάτην ἐκείνην περίοδον τῶν ἐθνικῶν μας πραγμάτων νὰ δεχθῇ τὴν κληρονομίαν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔχοντος μὲ τὴν γνώμην του καὶ τὴν γνώμην ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν τῆς Χώρας, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν Ἀρχήν. Κύριοι, δὲν γνωρίζω πρᾶξιν πολιτικοῦ ἀνδρός, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ καταδικασθῇ αὐστηρότερον ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν. Ἡ Κυβέρνησις ὁπωσδήποτε συνεκροτήθη, δηλαδὴ συνεκροτήθη μία φαινομενικὴ τοῦ λοιποῦ Κυβέρνησις, συνεκροτήθη μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἦτο ὁμοίωμα Κυβερνήσεως καὶ τὴν ὁποίαν ἠνείχοντο οἱ ἐκ τῶν παρασκηνίων δρῶντες, οἱ καὶ ἀποτελοῦντες τὴν ἀληθῆ Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ἡ ὁποία τοὺς Ὑπουργοὺς μετεχειρίζετο ὡς νευρόσπαστα καὶ ἡ ὁποία διὰ τοῦ φιλικοῦ της Τύπου ἀνεκάλει ἑκάστοτε εἰς τὴν τάξιν τὴν φαινομενικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, κύριοι, ἡ φαινομενική, γνωρίζω ὅτι ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ δὲν ἦτο καθόλου ὁμογενής. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐφέρετο εἰς συνέχισιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων. Λέγω εἰς συνέχισιν, διότι προχθές, κατά τινα διακοπήν, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπιχείρησις τῶν Δαρδανελλίων διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν ἦτο πλέον δυνατὴ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ἀφοῦ μετά τινα χρόνον ἡ Χερσόνησος τῆς Καλλιπόλεως ὠχυρώθη. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς περιστατικῆς, ἂς τὴν εἴπωμεν οὕτω, πολιτικῆς. Ἀλλὰ τὴν ἄλλην πολιτικήν, τὴν βάσιν ἔχουσαν εὐμενεστάτην πρὸς τὴν Ἀντὰντ οὐδετερότητα, μετὰ σταθερᾶς ἀποφάσεως νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν Βουλγαρικὴν κατὰ τῆς Σερβίας ἐπίθεσιν, ἠσπάσθησαν εἰλικρινῶς ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἄλλα πολιτικὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, κύριοι, εὑρισκόμεθα ἐν καταπτώσει πολιτεύματος, ὄχι μόνον διότι ἀπεμακρύνθη ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὄχι μόνον διότι ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις μὴ ἔχουσα ὁμογένειαν ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὄχι μόνον διότι παρὰ τὴν Κυβέρνησιν τὴν φαινομενικὴν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἡ πραγματικὴ τῶν παρασκηνίων Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον· διότι ὁ μικροπολιτικός, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο θεμιτὸν νὰ δημιουργήσῃ διωγμὸν καθ’ ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ Κόμματος. Κύριοι! Μετὰ τοὺς κόπους, τοὺς ἐκ τῆς μακρᾶς παραμονῆς εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐπὶ πέντε ἔτη καὶ τὰς συγκινήσεις τῶν πολέμων, ἔχων ἀνάγκην μικρᾶς ἀναπαύσεως, ἐξέδραμον εἰς Σπέτσας μετὰ τὴν ἀποχώρησιν ἐκ τῆς Ἀρχῆς καὶ ὅταν ἐπέστρεψα εἶχεν ἐκδοθῆ ἀστυνομικὴ διαταγὴ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ ἀποβίβασις εἰς Πειραιᾶ εἰς τὸν χθεσινὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἐδέησε ν’ ἀποβιβασθῶ εἰς τὸ Φάληρον. Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον ἐτελεῖτο ἡ Ἐθνικὴ ἑορτὴ καὶ ὁ ἴδιος Πρωθυπουργός, ὅστις ἔπρεπε νὰ παραστῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἑορτὴν καὶ ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ τὴν κεκανονισμένην θέσιν ἐν αὐτῇ, δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταβῇ εἰς αὐτὴν καὶ ἐξεπολιόρκησαν καὶ τὸν οἶκον του. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάπτωσις τοῦ πολιτεύματος, ἥτις ἦτο ἐμφανὴς ἔκτοτε. Ὁπωσδήποτε δὲν ἐτολμᾶτο ἀκόμη ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς πλήρης παραβίασις τοῦ πολιτεύματος καί, ἂν παρετάθησαν προθεσμίαι τινὲς συνταγματικαί, τοῦτο ἰσχυρίζονται ὅτι ἔγινε διὰ τὴν μὴ ὕπαρξιν ἐκλογικῶν καταλόγων· δὲν θέλω νὰ πολυπραγμονήσω ἐπὶ τοῦ πράγματος. Αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν τέλος τὴν 31ην Μαΐου, γνωρίζετε ὑπὸ ποίας περιστάσεις. Γνωρίζετε ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἠναγκάσθη ν’ ἀποχωρήσῃ τοῦ ἀγῶνος, γνωρίζετε ὅτι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἐξαπελύθησαν οἱ πράκτορες τῆς Αὐλῆς, θέτοντες τὸ ζήτημα μεταξὺ Βασιλέως καὶ Βενιζέλου, μεταξὺ πολέμου καὶ εἰρήνης. Καὶ ὅμως, ἐνῷ αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ἐν ἀπουσίᾳ ἐμοῦ, ὁ λαὸς ἀπεδοκίμαζε τὸν πρῶτον Σωτῆρα καὶ ἐνέκρινε τὴν πολιτικήν μου καὶ ἐπανέφερε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μὲ 123 βουλευτὰς ἐκ τῶν 184 βουλευτῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Χωρίζω τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς Νέας, διότι γνωρίζετε τί ἔγινεν εἰς τὴν Μακεδονίαν ὑπὸ τοῦ χερσαίου Ναυάρχου, εἰς ὃν ἀνετέθη νὰ μαγειρεύσῃ τὰς ἐν Μακεδονίᾳ ἐκλογὰς καὶ ὅστις ὠργάνωσεν αὐτὰς δι’ ἀνηκούστων ἐπεμβάσεων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐνῷ ὅλοι οἱ ἔντιμοι ἄνθρωποι δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν ὅτι, ἐὰν τὰς ἐκλογὰς τὰς ἔκαμνε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐν πλήρει ἀμεροληψίᾳ, τὸ Κόμμα τοῦτο θὰ κατήγαγε πλήρη θρίαμβον ἐν Μακεδονίᾳ, δὲν κατώρθωσε νὰ περισώσῃ ἐκεῖ παρὰ 4 μόνον βουλευτὰς ἐκ τῶν 73. Ὁπωσδήποτε, ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν 310 βουλευτῶν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐπέτυχεν 184 ἐν ὅλῳ ἕδρας, ἀπέναντι 126 ἑδρῶν, ἃς ἐκέρδισαν ὅλα ὁμοῦ τὰ ἀντίθετα κόμματα. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ ἐζητήθη νὰ παρασταθῇ ὡς μία ἀπόδειξις ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἶχεν ὀλιγωτέραν πλειονοψηφίαν παρὰ πρίν. Καὶ τί μὲ τοῦτο, ἐὰν κατωρθώθη ὑπὸ τοιούτους ὅρους διὰ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, διὰ τοιαύτης ἐκμεταλλεύσεως κάθε πράγματος, ἐὰν κατωρθώθη ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ πλειονοψηφία δὲν ἦτο τόσον μεγάλη ὅσον πρὸ τριετίας, τί σημαίνει ἆρά γε τοῦτο; Μήπως διὰ τούτου ἡ ἐπιβολὴ τῆς πλειονοψηφίας ἦτο ὀλιγώτερον ἐνδεδειγμένη; Μήπως ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ ἐμφανέστερον πλέον τὸ πρόσωπον Μονάρχου, στηριζόμενος εἰς τὸ ὅτι ἐπέτυχε διὰ τῆς πρώτης διαλύσεως νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐλπίζων νὰ ἐπιτύχῃ περαιτέρω ὑποβιβασμὸν αὐτῆς διὰ δευτέρας διαλύσεως καὶ περαιτέρω διὰ τρίτης καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς; (Ἱλαρότης). Ἀλλά, κύριοι, αἱ ἐκλογαὶ διεξάγονται, τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θριαμβεύει καὶ ὅμως οἱ ἀποδοκιμασθέντες πολιτικοί, ἡ ἀποδοκιμασθεῖσα Κυβέρνησις δὲν σπεύδει νὰ καταλίπῃ τὴν Ἀρχήν, ἀποφεύγουσα τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἐπεσώρευσεν ἐφ’ ἑαυτῆς, ἀλλὰ μένει εἰς τὴν Ἀρχὴν καθ’ ὅλον τὸν Ἰούλιον καὶ μέχρι τῆς 10ης Αὐγούστου. Παραμένει εἰς τὴν Ἀρχὴν 70 ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογάς.

§32Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ραδιουργοῦσα καὶ ἐξαγοράζουσα τοὺς βουλευτάς.

§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν ἐζητοῦμεν νὰ λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα ἀπομακρυνομένης ἐκ τῆς Ἀρχῆς τῆς ἀποδοκιμασθείσης Κυβερνήσεως, μᾶς ἐπρόβαλλαν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐκινδύνευε ν’ ἀποθάνῃ ἐὰν ἐκάλει εἰς τὴν Ἀρχὴν τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὑπεβάλλετο εἰς τὸν κόπον νὰ συζητήσῃ μετ’ αὐτοῦ τὰ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως. Εἰς ταῦτα ἡμεῖς ἀπηντῶμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα προενόησε περὶ τῆς περιπτώσεως, ἐπιτρέπον τὴν σύστασιν Ἀντιβασιλείας. Ἀλλὰ οἱ σωτῆρες καὶ παρασωτῆρες καὶ ὅλοι οἱ Αὐλόδουλοι, οἱ ὁποῖοι ἐνήργουν εἰς τὴν καταπάτησιν τοῦ πολιτεύματος καὶ εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς τυραννίδος ἐν Ἑλλάδι, ὅλοι ἐξηγέρθησαν, καὶ αὐτὸς ὁ ταραξίας ἀναρχικός, ὁ χθὲς ἀγορεύσας ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ἔφθασε νὰ δώσῃ συνέντευξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὠνόμασεν ἀνίερον καὶ βλάσφημον σκέψιν τὴν ἀξίωσιν ἡμῶν περὶ λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος διὰ τῆς συστάσεως Ἀντιβασιλείας πρὸς λύσιν τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος καὶ ἐχαρακτήρισε περαιτέρω τὴν ἀξίωσιν ταύτην ὡς ἀνευλαβές, ἀνόσιον, ἀπρεπὲς καὶ ἄνανδρον κίνημα. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὴν γλῶσσαν τοῦ τότε κυβερνητικοῦ καὶ Αὐλικοῦ Τύπου. Ἄνευ τινὸς περικαλύμματος ἔγραφεν: «Ὁ Βενιζέλος δὲν δύναται νὰ κληθῇ, διότι ἡ πολιτική του δὲν ἐγκρίνεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως». Καὶ ἄνθρωποι ἀξιοῦντες νὰ θεωρῶνται πολιτικοὶ καὶ κοινοβουλευτικοὶ ἔμειναν εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἄλλοι ἐζήτουν νὰ λάβουν αὐτὰ καὶ ἄλλοι περιέπαιζαν, ὅπως ὁ κ. Ράλλης, ταῦτα, διὰ νὰ ἐγγράψωσι προσημείωσιν εἰς τὴν πρόσκλησίν των εἰς τὴν Ἀρχήν, δεχόμενοι νὰ ὑβρίζεται οὕτω ὁ λαὸς καὶ τὸ πολίτευμα νὰ καταρρακοῦται. «Δὲν θὰ κληθῇ, ἔλεγον, ὁ ἐκλεκτὸς τῆς πλειονοψηφίας, διότι ὁ Βασιλεύς, ἔχων ἄλλην γνώμην, δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ». Τέλος τὴν 10ην Αὐγούστου ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἀναλαμβάνει καὶ πάλιν τὴν Ἀρχήν, ἀφοῦ ἐβολιδοσκοπήθησαν τὰ πράγματα καὶ ἐθεωρήθη ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τότε Γερμανικῆς προπαγάνδας, τῆς ὑπὸ τὸν βαρῶνον Σέγκ, ἐργαζόμενον ὑπὸ τὴν προστασίαν, δυστυχῶς — ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω — ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν τότε βασιλέων, ἐκρίθη, λέγω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τότε προπαγάνδας τῆς Γερμανίας δὲν ἦσαν ἀκόμη τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐνθαρρύνωσι τὸν Βασιλέα νὰ ρίψῃ τὸ χειρόκτιον κατὰ τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἐθεώρησεν ἐπικίνδυνον τὸ Στέμμα ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νὰ μὴ μὲ καλέσῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, γνωρίζον ὅτι ἤμην ἕτοιμος νὰ ἀναλάβω καὶ πάλιν τὴν ἡγεσίαν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων· δὲν ἐτόλμησε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἀγῶνα, Μὲ ἐκάλεσε λοιπὸν τὴν 10ην Αὐγούστου καὶ μοὶ ἀνέθεσε τὴν Ἀρχήν, ἀλλ’ ὄχι διὰ νὰ συνεργασθῇ μετ’ ἐμοῦ εἰλικρινῶς, ὄχι διὰ νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν ἐκ τῆς θέσεώς του ἐπιβεβλημένην ἀρωγήν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὲ ἐπιβουλευθῇ. Ἐκαλούμην τὴν 10ην Αὐγούστου καὶ εἰς τὸν Βασιλέα τότε ἐξέθετα τὴν πολιτικήν μου καὶ ἔλεγα ὅτι, φυσικά, περὶ Δαρδανελλίων δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος, ἐπανερχόμεθα ὅμως εἰς τὴν ἀρχικὴν πολιτικὴν καὶ ἐμμένομεν εἰς τὰς βάσεις τὰς χαραχθείσας ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κυριωτάτη τῶν ὁποίων ἦτο ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ συντρίψῃ τὴν Σερβίαν. Καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐνέκρινε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην καὶ ἐγὼ ἠρχόμην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔκαμνα σχετικὰς δηλώσεις καὶ ἀνεκοίνουν ὡς ὑπεύθυνος Κυβερνήτης τῆς Χώρας καὶ εἰς τὴν Σερβίαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας Δυνάμεις, καὶ τὰς τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, ὅτι ἡ πολιτική μου εἶναι αὐτὴ καὶ δὲν θ’ ἀνεχθῶ οὐδεμίαν ἐπίθεσιν τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐγὼ ἔλεγον καὶ ταῦτα διετύπουν ὡς ἐπίσημον πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Τουρκία καὶ ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Γερμανία ἐγνώριζον ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἄλλη παρὰ ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐξήγγειλεν ὁ ὑπεύθυνος Κυβερνήτης, ὁ ἔχων τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Χώρας καὶ ὁ ἔχων τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν φαινομενικὴν τοῦ Στέμματος. Πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ πάλιν τὴν Ἀρχήν, τὸ Στέμμα ἐν γνώσει — δὲν τὸ ἔχω ἀποδεδειγμένον, ἀλλὰ τὸ θεωρῶ πιθανώτατον ἐκ πολλῶν λόγων τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Γούναρη, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ Πρόεδρος τῆς φαινομενικῆς Κυβερνήσεως, ἦτο καὶ μέλος τῆς ἐκ τῶν παρασκηνίων δρώσης πραγματικῆς τοιαύτης — τὸ Στέμμα, ἐν γνώσει τοῦ Προέδρου τῆς φαινομενικῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀνακοινώσει πρὸς τὰς Δυνάμεις ταύτας, ὅτι ἀδιαφορεῖ πλέον διὰ τὴν Συνθήκην πρὸς τὴν Σερβίαν καὶ ἀφίνει ἐλευθέραν τὴν Βουλγαρίαν νὰ ἐπιπέσῃ κατ’ αὐτῆς καὶ ὅτι ἐντεῦθεν οὐδένα κίνδυνον ἔχει νὰ φοβῆται ἡ Βουλγαρία εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς της, συνισταμένης εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς ἡγεμονίας ἐπὶ τοῦ Αἵμου.

§34Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδὲν μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐγίνωσκε τοιαύτην ἀνακοίνωσιν.

§35Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὰ ἄλλα μέλη πῶς τὸ γνωρίζετε;

§36Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διασαφίζων τὴν πληροφορίαν μου, δηλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι εἰς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὐδέποτε ἀνεκοινώθη τοιοῦτον τι παρὰ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις πιθανὸν νὰ ἐγνώριζε τοιοῦτον διάβημα.

§37Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Εἶσθε οἱ γυρολόγοι.

§38Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἐκφράζω μίαν πεποίθησιν· δὲν ἔχω ἀποδείξεις ὑλικάς. Πεποίθησιν ὅμως, τὴν ὁποίαν συγκομίζω ἐκ τῶν σχέσεων αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μεταξὺ τοῦ Προέδρου αὐτῆς καὶ τῆς πραγματικῆς Κυβερνήσεως, τῆς δρώσης ἐκ τῶν παρασκηνίων. Εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ ὅτι εὑρέθη ἐν ἀγνοίᾳ ὁ κ. Γούναρης προσωπικῶς τῆς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἔχομεν τηλεγράφημα τοῦ κ. Ψύχα ἐκ Βουκουρεστίου τῆς 17 Ἰουλίου, λέγον: «Ὁ Ἄγγλος συνάδελφός μου μοὶ εἶπεν ὅτι, κατὰ θετικὰς πληροφορίας, ἡ Γερμανία διεβεβαίωσε κατηγορηματικῶς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Σόφιας ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ οὐδετερότης εἶναι ὁριστικῶς ἐξησφαλισμένη καὶ ἐν περιπτώσει ἀκόμη ἐπιθέσεως τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας». Ἀλλὰ ἔχετε καὶ τὴν δήλωσιν τοῦ Ραδοσλαύωφ πρὸς τοὺς φίλους του τῆς 13 Σεπτεμβρίου. Ὁ κ. Πανουργιᾶς, ἐπιτετραμμένος, τηλεγραφεῖ ἐκ Νύσσης: «Ὁ ὑφυπουργὸς μοὶ εἶπε πρὸ μικροῦ ὅτι ὁ ἐν Σόφιᾳ πρέσβυς τὸν πληροφορεῖ ὅτι ὁ Ραδοσλαύωφ ἐδήλωσεν ἐσχάτως εἰς τοὺς πολιτικοὺς φίλους του, ὅτι ἡ Βουλγαρία δὲν ἔχει νὰ φοβῆται τίποτε, διότι ἔχει ἐπισήμους διαβεβαιώσεις ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Ρουμανία θὰ μείνωσιν οὐδέτεραι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε προσβάλει ἡ Βουλγαρία τὴν Σερβίαν, ἥτις, προσβαλλομένη ὑπὸ τῆς Γερμανίας καὶ Αὐστρίας, θὰ μείνῃ ἀπομεμονωμένη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς βλέψεις της. Πρέσβυς Δυνάμεως ἐν Σόφιᾳ ἐπεβεβαίωσεν εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Σερβίας τὴν εἴδησιν ταύτην». Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον. Βραδύτερον, ὅτε διεξήχθη ἡ σχετικὴ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ κατηγόρησα τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ὡς δώσασαν τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ὁ κ. Γούναρης δὲν ἀνεγνώρισε μὲν τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ καὶ δὲν τὸ ἠμφισβήτησε κατηγορηματικῶς. Βραδύτερον δέ, ὅτε διὰ τοῦ «Κήρυκος» διεξήγαγον συζήτησιν περὶ τούτου πρὸς τοὺς ἀντιπάλους, τὸ «Ἑσπερινὸν Νέον Ἄστυ», ὄργανον τότε τοῦ κ. Γούναρη, ρητῶς ἀνεγνώρισεν ὅτι ἡ Γερμανία καὶ ἡ Βουλγαρία ἐγνώριζον ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἀποφασισμένη νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὴν Ἑλληνοσερβικὴν Συνθήκην. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἤδη, κύριοι: Πῶς θὰ κριθῇ ἡ πολιτικὴ τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος μετὰ 70 ἐπὶ τέλους ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν ἀπεφάσισε ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ν’ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸ τὴν Ἀρχήν, ἐζήτησε δὲ νὰ μάθῃ τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος τούτου, τὸ ἐμάνθανε καὶ τὸ ἐπεδοκίμαζε, καὶ ἀπέκρυπτεν ἀπὸ αὐτὸ ὅτι ἡ ἐπιδοκιμασία ἦτο φαινομενικὴ καὶ ὅτι ὅταν θὰ ἤρχετο ὁ κόμπος εἰς τὸ χτένι θὰ ἀπεδεικνύετο ὅτι δὲν ὑπῆρχε συμφωνία; Πῶς θὰ ἐκτιμήσητε τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τοῦ τότε Βασιλέως;

§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄτιμον! Ἄτιμον!

§40Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλά, κύριοι, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἠθικὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐνεργείας αὐτῆς τοῦ τότε Βασιλέως ἀπέναντι τοῦ Πρωθυπουργοῦ του, σᾶς ἐρωτῶ: Ἡ ἐνέργειά του ἀποτελεῖ ἢ δὲν ἀποτελεῖ κουρέλιασμα ἐντελῶς τοῦ πολιτεύματος, ὅταν ὁ Βασιλεὺς πλέον, εἴτε μόνος, εἴτε ἐν συμπράξει μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἤδη ἀποδοκιμασθείσης διὰ τῶν ἐκλογῶν, προέρχεται εἰς δηλώσεις τοιαύτας πολιτικάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν γνωστὴν πολιτικὴν τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῶν ἐκλογῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν ταύτην; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἔλλειψις καλῆς πίστεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάλει ὁ Βασιλεύς, δὲν εἶναι μόνον τὸ κουρέλιασμα τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελοῦσι τοιαῦται δηλώσεις, γενόμεναι μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Πῶς θὰ κρίνετε τὴν συμπεριφορὰν αὐτὴν τοῦ Στέμματος ἀπέναντι τῆς συμμάχου Σερβίας; Ἀποτελεῖ τοῦτο ἢ δὲν ἀποτελεῖ μίαν πρᾶξιν προδοσίας πρὸς τὴν σύμμαχον ἡμῶν Σερβίαν; Τίς ὑπῆρχε λόγος ἐκ τῶν προτέρων νὰ διαβεβαιώσωμεν τὰς Κεντρικὰς Δυνάμεις ὅτι δύνανται νὰ συντρίψουν τὸν ἐν τῇ Βαλκανικῇ σύμμαχον, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ ἀντιταχθῶμεν; Καὶ πῶς θὰ ἐκτιμήσητε ἀκόμη τὴν συμπεριφορὰν τοῦ τότε Βασιλέως, ὅταν μετὰ τὴν ἄνοδόν μου εἰς τὴν Ἀρχὴν ἔρχεται ὁ πρεσβευτὴς τῆς Σερβίας κ. Μπαλούχτσιτς καὶ μοῦ ἀνακοινοῖ τηλεγράφημα τοῦ κ. Πάτσιτς, ἐρωτῶντος τίνα γνώμην θὰ εἴχομεν ἡμεῖς ἐπὶ τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσιν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἐν Σερβίᾳ κύκλους, ὅπως ἡ Σερβία ἐπωφεληθῇ τὸ ἀνετοιμοπόλεμον καὶ εἰσέλθῃ εἰς Βουλγαρίαν καὶ προκαταλάβῃ τὴν ἐπιστράτευσιν αὐτῆς, ὅταν, λέγω, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Σερβίας μοῦ ἔκαμε τὴν ἐρώτησιν καὶ ἐπεφυλάχθην νὰ ἀπαντήσω μετὰ συνεννόησιν πρὸς τὸν Βασιλέα, τὸν βλέπω ἔπειτα τὸν Βασιλέα, τοῦ ἀνακοινῶ τὸ διάβημα τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Σερβίας καὶ μοῦ λέγει ὅτι θεωρεῖ καλλίτερον νὰ μὴ ἐπιτεθοῦν οἱ Σέρβοι κατὰ τῶν Βουλγάρων, διότι ἡ συμμαχία μας ἦτο ἀμυντική, καὶ ἂν οἱ Σέρβοι ἤθελον πρῶτοι νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τῶν Βουλγάρων, τότε εἶναι ζήτημα ἂν ἡμεῖς ὑποχρεούμεθα νὰ τοὺς βοηθήσωμεν εἰς τοιοῦτον πόλεμον, πῶς θὰ χαρακτηρίσητε αὐτὴν τὴν πολιτικήν, ὅταν δίδωμεν τοιαύτην γνώμην, ἐνῷ συγχρόνως εἰδοποιοῦμεν τὸν κοινὸν ἐχθρόν, ὅπως ἐπιπέσῃ κατὰ τοῦ συμμάχου μας, τὸν ὁποῖον κρατοῦμεν ἐν πλάνῃ, ἐνῷ θὰ κατώρθωνεν ἴσως νὰ σωθῇ τοὐλάχιστον διὰ τῆς ἀπηλπισμένης ἐκείνης προληπτικῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Βουλγαρίας; Ἐφ’ ὅσον, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἠπείλει σταθερῶς ὅπως ἔπραττεν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, καὶ τοὐλάχιστον διὰ τῶν φαινομενικῶν δηλώσεων τῆς διαδεχθείσης αὐτὴν Κυβερνήσεως μέχρι τινὸς χρόνου, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς σταθερῶς ἐνέμενεν εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτήν, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, ἡ Βουλγαρία δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐπιτεθῇ. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλγαρία ἐγνώριζεν ὅτι θὰ ἀντεπιτεθῶμεν κατ’ αὐτῆς, δὲν θὰ προέβαινεν ἀσφαλῶς εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Σερβίας. Θέλω μόνον νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἡ πεποίθησίς μου ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ ἐδίσταζε παρὰ πολὺ νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλά, ἀσχέτως περὶ τοῦ ποίαν γνώμην ἔχετε ὑμεῖς περὶ τοῦ πράγματος, σᾶς ἐρωτῶ: Ἦτο ἢ δὲν ἦτο εἷς ἀνασταλτικὸς χαλινὸς κατὰ τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Σερβίας ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας ὁ φόβος ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἐπιτεθῆ κατὰ τῆς Βουλγαρίας; Τίνα λόγον εἴχομεν, αὐτὸν τὸν ἀνασταλτικὸν χαλινόν, νὰ τὸν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν; Ἐπιτρέψαντες, κύριοι, καὶ διευκολύναντες τὴν ἀνάμιξιν τῆς Βουλγαρίας εἰς τὸν πόλεμον, ὅπως ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας — ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, μὲ ὅλην τὴν ἐπισημότητα τῆς θέσεώς μου — κατεπροδίδομεν ὄχι ἁπλῶς τὴν σύμμαχόν μας Σερβίαν, κατεπροδίδομεν τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, τὰ ζωτικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐξυπηρετοῦμεν μόνον τὰ καθαρῶς ξένα, τὰ Γερμανικὰ συμφέροντα (Χειροκροτήματα). Ἀφίνοντες τὴν Βουλγαρίαν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, καθιστῶμεν τὸν ὄλεθρον τῆς συμμάχου μας ἀπολύτως βέβαιον. Καὶ μόνον τοῦτο, τὸ γεγονὸς τῆς κατασυντριβῆς τῆς Σερβίας, ἦτο πλῆγμα τεράστιον, πλῆγμα μέγα κατὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι μόνον ἂν ἀπὸ τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου ἔφευγεν ἡ Σερβία, καὶ χωρὶς ν’ ἀλλοιωθοῦν οἱ ἄλλοι ὅροι τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, μόνη ἡ συντριβὴ τῆς Σερβίας ἀνέτρεπε τὴν ἰσορροπίαν τῶν δυνάμεων ἐν τῇ Βαλκανικῇ καὶ καθίστα τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν ἄλλων Δυνάμεων, καὶ ἰδίᾳ ἀπέναντι τοῦ κληρονομικοῦ ἡμῶν ἀνταπαιτητοῦ, ὑποδεεστέραν. Ἡ ὕπαρξις Σερβίας ἰσχυρᾶς ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ ἦτο κεφάλαιον καὶ Ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπαίσχυντον κατεστρέψαμεν ἡμεῖς αὐτοί. Ἀλλ’ ἡ ζημία τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων δὲν ἦτο αὕτη μόνη, ἡ προερχομένη ἐκ τῆς κατασυντρίψεως τῆς συμμάχου ἡμῶν Σερβίας. Ἦτο καὶ ἄλλη, θετική, προφανής, σαφής, προβάλλουσα καταπληκτικῶς καὶ ἐμφανῶς εἰς κάθε ἕνα, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ ἐθελοτυφλῇ. Καταστροφὴ τῆς Σερβίας, συμπράξει τῆς Βουλγαρίας, ἐξησφάλιζε τὴν πραγματοποίησιν τῶν μᾶλλον παραβόλων ἀξιώσεων τῆς Βουλγαρίας ἐπὶ τῆς ἡγεμονίας εἰς τὸν Αἷμον. Κατασύντριψις τῆς Σερβίας, συμπράξει τῆς Βουλγαρίας, ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ὅπως γνωρίζετε ἤδη, πρὸ δύο περίπου ἐτῶν, δεκαὲξ νέους νομοὺς καὶ ὀγδοήκοντα ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας προσετέθησαν βραδύτερον οἱ νομοὶ Πρισρένης καὶ Πριστίνης. Δεκαοκτὼ ὅλους νομοὺς ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τῶν ὅσων θὰ δώσῃ ἡ Δοβρουτσᾶ, ἴσως καὶ ἡ Ἀλβανία, δι’ ἐξόδου εἰς τὴν Ἀδριατικήν. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταί: Ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ Στέμματος καὶ τῶν ἀνεπισήμων συμβούλων του, ἡ ἐνέργεια αὕτη ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίθεσις τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας, ἀσχέτως πρὸς τὴν συμμετοχὴν ἡμῶν εἰς τὸν πόλεμον, ἐπετρέπετο; Ἐπετρέπετο νὰ λεχθῇ ἐκ τῶν προτέρων πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ὅτι θὰ ἐμένομεν ἀδιάφοροι; Ἡ πολιτικὴ τοῦ Στέμματος ἦτο πολιτικὴ εὐμενοῦς οὐδετερότητος πρὸς τὴν Σερβίαν, ἢ πολιτικὴ προδοσίας πρὸς αὐτήν;

§41ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προδοσίας! Προδοσίας!

§42Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐρωτῶ: Ἦτο ἐκείνη πολιτικὴ Ἑλληνική, πολιτικὴ Ἑλληνικὴ ἔστω καὶ φιλοβουλγαρίζουσα, ἢ ἦτο πλέον καθαρῶς πολιτικὴ ξένη, πολιτικὴ ἀντεθνική, πολιτικὴ Βουλγαρικὴ ἢ Γερμανική; Τί ὑπεχρέου τὸ Στέμμα, τί ὑπεχρέου τὸν ἔκπτωτον Βασιλέα νὰ δώσῃ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτήν, πρὶν ἀκόμη γίνῃ ἡ ἐπίθεσις; Ἐρωτῶ, καὶ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς ὑπαιτίους, οὐδέποτε ἐδόθη ἀπάντησις. Διατί τὸ ἔλεγον ἐκ τῶν προτέρων; Διατί νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἐπίθεσιν ἐκ τῆς Βουλγαρίας; Καὶ ἐρωτῶ: Τί, ἐπὶ τέλους, ἀντάλλαγμα ἔλαβαν διὰ τὴν ἀτιμίαν αὐτήν; Ποῦ εἶναι, ἐπὶ τέλους, τὰ τριάκοντα ἀργύρια τῆς προδοσίας; Οὔτε τὰ ἀνταλλάγματα, κύριοι, βλέπομεν, οὔτε τὰ ἀργύρια τῆς προδοσίας. Τὸ ἐλατήριον ἦτο ἓν καὶ μόνον: «Ἡ Γερμανία ὑπὲρ πᾶν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ». Αὐτὸ ἦτο τὸ μόνον ἐλατήριον, αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ τοῦ Στέμματος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἡ Γερμανία εἶχε συμφέρον νὰ συντρίψῃ τὴν Σερβίαν, διὰ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἡ Γερμανία εὕρισκε πρόσκομμα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀπειλήν, ὄχι εἰς τὴν μετοχήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἁπλῆν ἀπειλὴν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἔπρεπε τὸ πρόσκομμα τοῦτο νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν, νὰ τὸ θέσωμεν ἐκποδών, μὴ δυνάμενοι καὶ μὴ τολμῶντες νὰ ταχθῶμεν φανερὰ πρὸς τὸ μέρος τῆς Γερμανίας, διότι ἐφοβούμεθα ἐσωτερικὴν ἐξέγερσιν καὶ μᾶς ἐπτόουν τὰ τηλεβόλα τοῦ Ἀγγλογαλλικοῦ στόλου.

§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψετε εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους νὰ δώσωσιν ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου;

§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει κανεὶς δυστυχῶς, ὁ ὁποῖος ν’ ἀναλαμβάνῃ τὰς εὐθύνας.

§45Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀπευθύνεσθε εἰς ἐμέ.

§46Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δικαίῳ τῷ λόγῳ.

§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξακολουθήσω τὴν παρατήρησιν. Ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ δώσωσιν ἐξηγήσεις, διατί ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἔχουν;

§48Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπαντῶν εἰς τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Καφαντάρη, εἶπεν ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ.

§49Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι. Εἶπον ὅτι ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν συγκαταλέγῃ καὶ ἐμὲ εἰς τοὺς ὑπευθύνους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1915 καὶ μοὶ εἶπεν «ὄχι».

§50Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον γνώμην καὶ λέγω πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας: «Δὲν εἶσθε σεῖς ἐν τῷ δικαίῳ τῷ λόγῳ, διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἶσθε ὁ μόνος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος ὑπεστηρίξατε τὴν παράδοσιν τοῦ Ροῦπελ».

§51Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπατᾶσθε.

§52Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ τοιαύτην, κύριοι, κατάστασιν πραγμάτων, ἀγνοουμένην, φυσικά, παρ’ ἐμοῦ, ἀποκρυπτομένην ὑπὸ τοῦ τότε Βασιλέως, ἀναλαμβάνω τὴν Ἀρχήν. Σπεύδω, ὅπως εἶπον, νὰ κάμω τὰς δηλώσεις μου εἰς τὴν Βουλήν, νὰ κάμω τὰς δηλώσεις μου εἰς τὴν Σερβίαν καὶ τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ἀλλὰ σπεύδω νὰ κάμω τὰς δηλώσεις μου καὶ πρὸς τὴν Γερμανίαν, λέγων: «Ἡ προϋπόθεσις ἐνδεχομένης ἐπιθέσεως τῶν συνδυασμένων Αὐστρογερμανικῶν δυνάμεων κατὰ τῆς Σερβίας, δὲν παύει νὰ ἀπασχολῇ ζωηρῶς τὴν Βασιλικὴν Κυβέρνησιν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἐκδηλουμένης προσεγγίσεως τῆς Βουλγαρίας πρὸς τὰς Κεντρικὰς Αὐτοκρατορίας. Ἐὰν ἡ προσέγγισις αὕτη εἶχεν ὡς μόνον ἀποτέλεσμα τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθέρας διόδου τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων διὰ τῆς Βουλγαρίας, οὐδένα λόγον θὰ εἴχομεν ὅπως ἀνησυχοῦμεν. Ἀλλ’ ἐάν, ἐπωφελουμένη τῆς ἀφίξεως τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων, ἡ Βουλγαρία ἐπεχείρει νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν ἀπαθεῖς ἐνώπιον τοῦ ἐνδεχομένου πιθανῆς συντριβῆς τῆς συμμάχου μας παρὰ τῆς Βουλγαρίας. Ἀφιεμένης κατὰ μέρος τῆς ἐκτάσεως τῶν ἐκ τῆς συμμαχίας ὑποχρεώσεών μας, τὸ ζωτικὸν ἡμῶν συμφέρον μᾶς ἐπιβάλλει νὰ πράξωμεν τὸ πᾶν ὅπως προλάβωμεν τὴν Βουλγαρικὴν νίκην, ἧς ἀκολούθως, θᾶττον ἢ βράδιον, θὰ εἴμεθα τὰ πρῶτα θύματα. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀναμφιβόλως πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ διάφορα ταῦτα ἐνδεχόμενα, ἀποφασίζουσα τὴν διὰ τῆς Βουλγαρίας ἐκστρατείαν. Θὰ ἦτο ἐν τούτοις καλὸν νὰ ἐπωφεληθῆτε καταλλήλου εὐκαιρίας, ἵνα ἐκθέσητε ἐκ νέου τὰς ἰδέας ταύτας, ὡς προσωπικάς σας γνώμας, λέγοντες ὅτι αὗται ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἐν τῇ Χώρᾳ ἐπικρατοῦν φρόνημα. Νομίζομεν ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει συμφέρον νὰ ἐκραγῇ Βαλκανικὸς πόλεμος καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιθυμοῦσα ὅπως ἡ Ἑλλὰς μὴ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος. Δυνάμεθα κατόπιν τούτου νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι, ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, καὶ ἐν ᾗ ἔτι περιπτώσει διωργανοῦτο ἡ ἐκστρατεία τῆς Ἀνατολῆς, θὰ ἀσκήσῃ ἅπασαν τὴν ἐπιρροὴν αὐτῆς ὅπως συγκρατήσῃ τὴν Βουλγαρίαν, ἀποτρέπουσα αὐτὴν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, καὶ ἐξασφαλίσῃ οὕτω τὴν διατήρησιν τῆς ἡσυχίας εἰς τὰ ἡμέτερα σύνορα». Ἐννοεῖτε μὲ ποῖον σαρκασμὸν καὶ μυκτηρισμὸν ὁ κ. Γιάγκος θὰ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι καὶ ὁ πρεσθευτής μας δὲν ἦτο εἰς γνῶσιν τῶν τεκταινομένων καὶ τὸ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον. Ἕνα μῆνα μόλις μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς ἀνεκοινοῦτο ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ ἡμῶν ἐν Σόφιᾳ κ. Ναούμ, ὅτι ἡ Βουλγαρία ἀπεφάσισε τὴν μερικὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ στρατοῦ αὑτῆς. Ἀνῆλθον εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ἐζήτησα, ἂν ἐπιβεβαιωθῇ ἡ εἴδησις, νὰ ἐπιστρατεύσωμεν ἀμέσως τὰ δύο ἐν Μακεδονίᾳ Σώματα στρατοῦ, τὸ τρίτον καὶ τὸ τέταρτον, τὰ ὁποῖα καὶ πρὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἦσαν ἐνισχυμένα, κατὰ τὴν στρατιωτικὴν γλῶσσαν, καὶ δύο μεραρχίαι των ἦσαν ἐπιστρατευμέναι, ἡ μιὰ ἐντελῶς καὶ ἡ δευτέρα μερικῶς. Ἐζήτησα λοιπὸν ὅπως ἐπιστρατευθῶσι τὰ δύο Σώματα ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως τῆς Βουλγαρίας, πρὸς ἀσφάλειαν ἡμῶν. Ἡ πρότασίς μου ἐγένετο δεκτή. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν ἐπιοῦσαν ἦλθε τηλεγράφημα τοῦ κ. Ναούμ, ἀγγέλλον ὅτι ἡ Βουλγαρία ἐκήρυξε γενικὴν ἐπιστράτευσιν. Τὸ τηλεγράφημα ἔφθασε, νομίζω, περὶ τὴν 9½ τῆς πρωΐας. Ὁ Βασιλεὺς εὑρίσκετο εἰς Δεκέλειαν. Ἐζήτησα τηλεφωνικῶς νὰ μὲ δεχθῇ, διὰ νὰ τοῦ ἀνακοινώσω τὴν εἴδησιν τῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς Βουλγαρίας καὶ τοῦ ὑποβάλω Διάταγμα γενικῆς πλέον Ἑλληνικῆς ἐπιστρατεύσεως. Δὲν μὲ ἐδέχθη ἀμέσως· μὲ ἐδέχθη εἰς τὰς 5 μ.μ. (Αἴσθησις). Ἐκάλεσα προηγουμένως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐμείναμεν σύμφωνοι, καὶ ἀνέθηκα εἰς τὸν συνάδελφον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀντιστράτηγον Δαγκλῆν νὰ καλέσῃ τὸν Ἐπιτελάρχην καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν τὴν σύνταξιν τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐγὼ θὰ ἀνηρχόμην εἰς τὰς 5 μ.μ., ὁ κ. Δαγκλῆς θὰ ἀνήρχετο μετὰ 1 καὶ ½ ὥραν, ὅτε ἐγὼ θὰ εἶχα περατώσει τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ θὰ εἶχεν ἕτοιμον τὸ Διάταγμα πρὸς ὑπογραφήν. Ἀλλ’ ὅταν εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μερικῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ περὶ γενικῆς, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον Βουλγαρικῆς ἐπιστρατεύσεως γενικῆς, τότε ἀπεκαλύφθησαν οἱ σκοποὶ καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ Βασιλέως. Δὲν μοῦ εἶπε, βεβαίως, ὅτι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ βοηθήσωμεν τὴν Σερβίαν· αὐτὸ δὲν ἐτόλμησε νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ, διότι ἤξευρε πολὺ καλὰ ὑπὸ ποίους ὅρους ὑπεγράφη ἡ Συνθήκη αὐτὴ καὶ πόσον σαφὴς ἦτο ἡ ὑποχρέωσις ἡμῶν νὰ βοηθήσωμεν τὴν Σερβίαν καὶ εἰς Εὐρωπαϊκὸν καθαρῶς πόλεμον, ἀλλὰ μοὶ εἶπεν: «Ἠξεύρετε, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ βοηθήσωμεν τὴν Σερβίαν, διότι ἡ Γερμανία θὰ νικήσῃ, καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ νικηθῶ!» Ἀνέπτυξα κατὰ πρῶτον λόγον τὴν στρατιωτικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Ἐπέστησα, ἑπομένως, τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν τοπικῶν ὅρων τῆς Βαλκανικῆς, ἐπέστησα τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος, ἐπέστησα τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ἐλλείψεως μέσων συγκοινωνίας ἐν τῇ Χερσονήσῳ τῇ Βαλκανικῇ καὶ ὑπεστήριξα ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἐλπίδα τὴν σοβαράν, ἐὰν ἡμεῖς ἐπιτιθέμεθα κατὰ τῶν Βουλγάρων, προκειμένου νὰ ἐπιτεθῶσιν οὗτοι ἀπὸ ἑνὸς μετώπου κατὰ τῶν Σέρβων, ὑπῆρχε πιθανότης, μὲ τὸ ἠθικὸν τὸ ἀκμαῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς καὶ τὸ πεπτωκὸς ἠθικόν, τὸ ἐκ τῆς προσφάτου ἥττης, τοῦ Βουλγαρικοῦ, ὑπῆρχε πᾶσα πιθανότης ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν νίκην κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν καὶ ἄφιξιν ἡμῶν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Βουλγαρίας. Ἀνέφερα εἰς αὐτὸν τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζεν ἤδη, ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶχε μόνον 400 βολὰς κατὰ τηλεβόλον, ὅσαι δὲν φθάνουν οὐδὲ δι’ ἁπλῆν σοβαρὰν σημερινὴν μάχην, ὥστε, ἂν κατωρθοῦμεν ἐπὶ ἕνα μῆνα νὰ προλάβωμεν τὴν κατασυντριβὴν τῆς Σερβίας, θὰ ἠδυνάμεθα ἄνευ σοβαρᾶς ἀντιστάσεως νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Σόφιαν. Ἀλλὰ εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι, καὶ ἂν δὲν κατορθώσωμεν νὰ συντρίψωμεν ἐγκαίρως τὴν Βουλγαρίαν, θὰ φθάσωμεν ὅμως, διατηροῦντες τὴν ἐπαφήν μας μετὰ τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ καί, ὑποχωροῦντος τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ ἐνώπιον ἀνωτέρας Γερμανικῆς πιέσεως, θὰ φθάσωμεν εἰς ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς θὰ ἐξετείνετο ἀπὸ τῶν συνόρων μας τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας διὰ τῆς κοιλάδος τῆς Στρωμνίτσης πρὸς τὸ Κριβολὰκ καὶ Τέτοβον, θὰ ἐφθάνομεν εἰς τοιαύτην γραμμήν, πέραν τῆς ὁποίας πρόοδος Αὐστρογερμανικὴ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατος, ἐκ μηχανικῶν λόγων. Διότι, γνωρίζετε, κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἀνεφοδιασμοῦ τοῦ σημερινοῦ πολέμου. Μία σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἁπλῆ, ὅπως εἶναι αἱ τοῦ Βαλκανικοῦ μετώπου, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξυπηρετήσῃ στρατὸν περισσότερον τῶν 120 ἕως 130 χιλιάδων ἀνδρῶν. Τούτου λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει, ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν νὰ συγκεντρώσωσιν εἰς τὸ μέτωπον τοῦτο καὶ ἐφοδιάσωσι στρατὸν οὐχὶ ἀνώτερον ἀπὸ τὸν ἰδικόν μας καὶ τὸν Σερβικόν, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸν Ἀγγλογαλλικόν, ὁ ὁποῖος βαθμιαίως θὰ ἤρχετο, ἀλλ’ οὔτε ἴσον κἄν πρὸς τὰ ⅔ αὐτοῦ. Θὰ μοὶ εἴπητε: Καὶ διατί αὐτοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐφοδιάσωσι στρατὸν ἴσον πρὸς τὸν ἰδικόν σας, ἀλλὰ μόνον τὰ δύο τρίτα, ἐνῷ σεῖς ἠδύνασθε νὰ ἐφοδιάσητε περισσότερον στρατόν; Διότι ὁ στρατὸς τῶν Βουλγάρων εἶχε πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτοῦ μίαν σιδηροδρομικὴν γραμμήν, τὴν γραμμὴν τοῦ Βαρδάρ, καὶ ἑτέραν γραμμὴν ἴσως, τὴν γραμμὴν Σόφιας–Φιλιππουπόλεως, ἐνῷ ἡμεῖς εἴχομεν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος τρεῖς σιδηροδρομικὰς γραμμάς, εἴχομεν ἑπομένως μίαν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν πλειοτέραν ἐκείνων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Τὸ κέντρον τοῦ ἐφοδιασμοῦ διὰ τοὺς ἀντιπάλους μας ἦτο ἡ Βουδαπέστη, ἐνῷ τὸ κέντρον ἡμῶν ἦτο εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Τότε δέ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὑποβρυχιακοῦ πολέμου ἦσαν ἐντελῶς ἀσήμαντα καὶ δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψει, ἀπὸ δὲ τοῦ κέντρου τοῦ ἐφοδιασμοῦ ἡμῶν, τῆς Θεσσαλονίκης, πρὸς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ὥρισα ὡς γραμμὴν ἐνδεχομένης ὑποχωρήσεως τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ καὶ ἡμῶν, ἡ ἀπόστασις εἶναι πολὺ μικροτέρα παρὰ ἡ ἀπόστασις πρὸς τὴν Βουδαπέστην, ἐνῷ συγχρόνως ἦτο δυνατὴ ἡ κατασκευὴ πλειόνων ὁδῶν ἁμαξιτῶν καθέτων πρὸς τὸ μέτωπον ἡμῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύναντο κάλλιστα νὰ ἐξυπηρετῶνται τὸ στράτευμα τὸ Ἑλληνικὸν καὶ τὸ Σερβικόν. Ἔλεγα λοιπὸν εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι ἡ Γερμανία, καὶ ἂν εἶχε διαθέσιμα 5 ἑκατομμύρια στρατοῦ εἰς ἄλλα μέτωπα, δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ φέρῃ ἐδῶ, ἑπομένως ὁ φόβος τοπικῆς ἡμῶν ἥττης ἦτο ἀδικαιολόγητος καὶ οὐδεὶς ὑπῆρχε φόβος νὰ ὑποστῶμεν τὴν τύχην τοῦ Βελγίου, μὲ τὴν ὁποίαν ἠπείλουν τὴν δημοσίαν γνώμην οἱ τοῦ Ἐπιτελείου. Ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ συζήτησις ἀπεδεικνύετο δυστυχῶς ἀτελεσφόρητος. Ἐπιχειρήματα δὲν μοὶ ἀντετάσσοντο, ἀλλὰ τὸ λέϊτ μοτὶβ ἦτο πάντοτε ἕν: «Δὲν θέλω νὰ λάβω μέρος, θὰ ἡττηθῶμεν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, δὲν θέλω νὰ λάβω μέρος». Ἠναγκάσθην τότε νὰ προβάλω τὸ βαρὺ πυροβολικόν, νὰ μεταχειρισθῶ τὰ ἡρωϊκὰ φάρμακα, καὶ εἶπα: «Μεγαλειότατε, δὲν κατώρθωσα νὰ σᾶς πείσω, λυποῦμαι πολύ, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω, ὡς ἀντιπρόσωπος τὴν στιγμὴν ταύτην τῆς Λαϊκῆς Κυριαρχίας, ὅτι δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ διαφωνήσετε πρὸς ἐμὲ τὴν φορὰν αὐτήν. Ὁ λαὸς διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαΐου ἐνέκρινε τὴν πολιτικήν μου, μοὶ παρέσχε τὴν ἐμπιστοσύνην του. Ἐγνώριζε δέ, ὅτι ἡ βάσις τῆς πολιτικῆς μου ἦτο νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ συντρίψῃ τὴν Σερβίαν, διὰ νὰ ὑπεροξογκωθῇ καὶ συντρίψῃ καὶ ἡμᾶς αὔριον. Δὲν δύνασθε λοιπὸν τὴν στιγμὴν αὐτὴν ν’ ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ἐκτὸς ἐὰν ἀποφασίσετε νὰ θέσετε κατὰ μέρος τὸ πολίτευμα, ὁπότε ὀφείλετε νὰ τὸ εἴπητε σαφῶς δι’ ἑνὸς Διατάγματος, καταργοῦντες τὸ πολίτευμα καὶ ἀναλαμβάνοντες τὰς εὐθύνας». Μοῦ εἶπεν: «Ἠξεύρετε, ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑπακούω εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν ὅταν πρόκειται διὰ τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα τῆς Χώρας, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται διὰ τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, τὰ μεγάλα Ἐθνικὰ ζητήματα, θεωρῶ ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἓν πρᾶγμα εἶναι σωστὸν ἢ ὅτι δὲν εἶναι σωστόν, ὀφείλω νὰ ἐπιμείνω νὰ γίνῃ ἢ νὰ μὴ γίνῃ, διότι ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ» (Ζωηροτάτη αἴσθησις). Ἐννοεῖτε ποία ἡ ἐντύπωσις ἥτις παρήχθη ἐν ἐμοί. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἕνα αἴσθημα ὀδυνηρὸν μὲ κατέλαβε καὶ μὲ τὰς χεῖρας ἡνωμένας ἐκίνησα μελαγχολικῶς τὴν κεφαλὴν καὶ εἶπα: «Ἀλλοίμονον! εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῆς θεωρίας τῆς ἐλέῳ Θεοῦ βασιλείας! Δυστυχὴς Ἑλλάς!» Εἶπα δὲ μετ’ ὀλίγον εἰς τὸν Βασιλέα: «Ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις δὲν δύναμαι ν’ ἀναλάβω ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος, ἀφοῦ δὲ ἐπέστησα τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, εἶμαι διατεθειμένος νὰ δώσω τὴν παραίτησίν μου καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν δεχθῆτε». Τότε ὁ τέως Βασιλεὺς μοὶ λέγει: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτηθῆτε τώρα, ἀφοῦ ἡ Βουλγαρικὴ ἐπιστράτευσις ἐκηρύχθη χθές; Ὅπως γνωρίζετε, εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις δὲν πρέπει νὰ ἀργοποροῦμεν οὔτε 24 ὥρας». Τότε τοῦ λέγω: «Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν διαδόχων μου θὰ εἶναι πολιτικὴ ἐπιστρατεύσεως. Ἐγὼ θεωρῶ ὅτι θὰ εἶναι τοιαύτη, διότι ὅσον καὶ ἂν ἐγκαταλείψητε τὴν Σερβίαν, δὲν γνωρίζετε τί δύναται νὰ γίνῃ, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον δὲν ἀσφαλισθῆτε ὅτι ἡ Βουλγαρία δὲν θὰ ἐπιτεθῇ πρῶτον καθ’ ἡμῶν. Δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ ἐπιβάλω πολιτικὴν εἰς τοὺς διαδόχους μου. Δὲν δύναμαι νὰ προβῶ εἰς τοιοῦτον σοβαρὸν μέτρον. Καλέσατε ἀμέσως τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν ὅπως ὁρκισθῇ, ἔστω καὶ μὲ τέσσαρας Ὑπουργοὺς προσωρινῶς, καὶ δὴ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καλέσατέ την ἀμέσως τὸ ἑσπέρας καὶ κοινοποιήσατε τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ὑπογράψω τοιοῦτον Διάταγμα, ἀφοῦ ὑπέβαλα παραίτησιν». Καὶ μοὶ λέγει τότε: «Καὶ ἐπὶ τέλους, ποῖος μᾶς βεβαιοῖ ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας; Δυνατὸν νὰ τηρήσῃ ἔνοπλον οὐδετερότητα (ἐνθυμεῖσθε ὅτι τοῦτο ἐλέγετο τότε) καὶ πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπιτεθῇ ἡ Βουλγαρία κατὰ τῆς Σερβίας, ὅτε αἴρεται ἡ διαφωνία καὶ δύνασθε νὰ ἐξακολουθήσητε παραμένοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐφαρμόζοντες τὴν πολιτικήν σας». Μὲ ἔπεισεν οὕτω νὰ παραμείνω καὶ ὑπογράψω τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐνῷ, ὡς ἀπεδεικνύετο ἐκ τῶν ὑστέρων, εἶχεν ἤδη δώσει ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις του πρὸς τὸν Κάϊζερ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ κτυπήσῃ τοὺς συμμάχους του. Σᾶς ἀφίνω νὰ ἐκτιμήσητε τώρα τὴν εὐθύτητα τοῦ Βασιλέως ἐκείνου πρὸς τὸν ὑπεύθυνον τότε Πρωθυπουργόν, τὸν ὁποῖον ἐξηπάτα ὅτι δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς γνώμης αὐτῆς.

§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔκαμε καὶ τὸ ἀνακοινωθέν.

§54Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Τὸ ὅτι ὅμως δὲν ἤμην ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ Στέμμα, τοῦτο τὸ ἐγνώριζεν ὅλος ὁ κόσμος. Ὁ Τύπος, ἔχων τὰς πληροφορίας του ἐκ τοῦ Ἐπιτελείου, ἔγραφε τὴν πρωΐαν ὅτι ὁ Βασιλεὺς μὲ τὸν Βενιζέλον δὲν εἶναι σύμφωνος καθ’ ὅλα, ἔγραφεν ὅτι, ἐνῷ ὁ Βασιλεὺς θέλει τὴν ἐπιστράτευσιν διὰ τὴν ἄμυναν, ὁ Βενιζέλος τὴν θέλει διὰ τὸν πόλεμον. Ἀνέρχομαι τότε τὴν ἑπομένην ἡμέραν τεταραγμένος εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ λέγω εἰς τὸν Βασιλέα: «Μεγαλειότατε, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Ἐπιτελείου εἶναι ἀνυπόφορος· διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ ὑπογράψητε τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, δὲν δύναται τὸ Ἐπιτελεῖον νὰ λέγῃ εἰς τὸν Τύπον τὸν ἀντιβενιζελικὸν καὶ Αὐλικὸν νὰ γράφῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα γράφει, διότι ἐξασθενεῖ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Νὰ προσκαλέσητε τὸν Ἐπιτελάρχην καὶ νὰ τακτοποιήσητε τὴν γλῶσσαν τῶν Αὐλικῶν. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτρέψητε ἐπίσης νὰ δημοσιευθῇ καὶ τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦτο, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγω ὅτι «τὸ Στέμμα εὑρέθη σύμφωνον μὲ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύγκλησιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν μέλλουσαν πολιτικήν». Διότι μόνον ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἔλεγον εἰς τὸν Βασιλέα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ δύναμις ἐκφοβιστικὴ κατὰ τῶν Βουλγάρων. Καὶ ἐνέκρινε τὸ ἀνακοινωθὲν ὁ Βασιλεύς. Ἐγὼ δὲ ὁ ἀφελὴς ἐπίστευα ὅτι δυνατὸν νὰ ἔχουν σημασίαν τινὰ αὐτά, μὴ γνωρίζων μέχρι τῆς ὥρας ποῖαι διαβεβαιώσεις εἶχον δοθῆ εἰς τὴν Γερμανίαν. Σημειωτέον, κύριοι, ὅτι διὰ τὸ πολεμικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλει, τὸ ζήτημα τῆς ὑποχρεώσεως ἡμῶν πρὸς βοήθειαν τῆς Σερβίας, ὁ Βασιλεύς, ὅταν ἐπεκαλέσθην τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐκλογῶν, οὔτε κἂν διενοήθη νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι ἠμφισβήτει τοῦτο. Ὄχι. Αὐτὸ εἶναι εὕρημα τῶν σωτήρων. Ὁ Βασιλεὺς οὔτε τὴν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν τῆς Σερβικῆς Συνθήκης ἠμφισβήτησεν, οὔτε τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, ἀλλ’ ἔλεγεν ὅτι «αὐτὸ δὲν δεσμεύει ἐμέ, παρὰ μόνον διὰ τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα καὶ ὄχι διὰ τὰ ἐξωτερικά». Ἦτο ἐμφανές, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶχε μεταβληθῆ εἰς Μονάρχην ἐλέῳ Θεοῦ. Ἀλλά, διαρκούσης τῆς συζητήσεως διὰ τὴν βοήθειαν ὑπὲρ τῆς Σερβίας, ἦλθεν εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνακινήσει τὸ Ἐπιτελεῖον, ὑποστηρίζον ὅτι ἡ Σερβία δὲν ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ, ὡς ὑπεχρεοῦτο ἐκ τῆς στρατιωτικῆς Συμβάσεως, 150,000 μαχητῶν εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Βουλγαρίας. Χωρὶς καθόλου νὰ ἐξετάσω ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη ὑποχρέωσις τῆς Σερβίας, εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα: «Δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῇ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, καὶ ἀκόμη περισσότερον, διὰ νὰ αὐξηθῇ οὐσιωδῶς ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἡμῶν καὶ τῶν Σέρβων καὶ δι’ ἐπικουρίας Ἀγγλογάλλων, δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν τοὺς Ἀγγλογάλλους, μήπως ἠδύναντο νὰ μᾶς δώσουν αὐτοὶ 150,000 λόγχας; Διότι, ἂν τὰς δώσουν αὐτοί, τότε θὰ ἔχωμεν μὲ τὰς 200,000 λόγχας τῶν Σέρβων καὶ τὰς 150,000 ἰδικάς μας, 500,000 λόγχας, ἤτοι 800 περίπου χιλιάδας στρατοῦ, δὲν δύνανται δὲ οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ Αὐστρογερμανοὶ νὰ στρέψωσιν οὔτε τὸ ἥμισυ ἀπέναντί μας». Ὁ Βασιλεὺς εἶπε: «Βέβαια, ἀλλὰ νὰ ἀποστείλωσιν ὄχι ἀποικιακὸν στρατόν, ἀλλὰ Μητροπολιτικόν». Δὲν λέγω τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐδέχθη τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐὰν μᾶς δώσουν 150,000 μαχητὰς οἱ Ἀγγλογάλλοι, νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος. Ὁ ἄνθρωπος ἦτο ἀποφασισμένος ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ ἐξέλθῃ. Ἀλλ’ εὑρισκόμενος ἐνώπιον αὐτῆς τῆς ἐρωτήσεως, δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ μοῦ εἴπῃ: «Μὴ τὸ κάνῃς». Ἐγὼ ἀνεχώρησα περὶ τὴν 6 καὶ ¼–6½ μ.μ. ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα, ἐνῷ ὁ κ. Δαγκλῆς εἰσήρχετο ἵνα ὑπογραφῇ τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐπέστρεψα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὰς 7 μ.μ. καὶ ἐτηλεφώνησα εἰς τοὺς πρεσβευτὰς τῆς Συνεννοήσεως νὰ ἔλθουν εἰς συνάντησίν μου ἐπειγόντως, ὅτε δὲ ἦλθον τοῖς ἀνήγγειλα ὅτι ὑπογράφεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν Διάταγμα ἐπιστρατεύσεως, τὸ ὁποῖον δημοσιεύεται ἀπόψε, ἀλλὰ διὰ τὴν περαιτέρω πορείαν μας μοῦ ἀναγκαιοῖ νὰ γνωρίζω ἐὰν αἱ Δυνάμεις θὰ ἦσαν διατεθειμέναι ν’ ἀναπληρώσωσιν αὐταὶ τὰς 150,000 λόγχας, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς Συνθήκης μὲ τὴν Σερβίαν ὑποχρεοῦται ἡ Σερβία νὰ διαθέσῃ πρὸς πόλεμον κατὰ τῆς Βουλγαρίας. Οἱ πρέσβεις μοὶ ὑπεσχέθησαν νὰ τηλεγραφήσουν καὶ ἀμέσως ἔστειλαν τηλεγράφημα ἐξαιρέτως ἐπεῖγον καὶ μοὶ προσέθηκαν ὅτι θὰ μοὶ ἀνακοινώσωσι τὴν ἀπάντησιν. Τοῦτο ἐγένετο περὶ τὴν 8ην μ.μ. Τὴν 8ην καὶ ¼ ὅμως φθάνει ὁ κ. Μερκάτης καὶ μοὶ λέγει ὅτι ἔχει τηλεφώνημα τοῦ Βασιλέως νὰ μὲ παρακαλέσῃ νὰ μὴ κάμω τὸ διάβημα αὐτὸ πρὸς τὴν Ἀντάντ. Τοῦ ἀπήντησα: «Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀνακοινώσητε πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι τὸ διάβημα ἐγένετο ἤδη. Σᾶς παρακαλῶ μάλιστα νὰ προσθέσητε ὅτι, καὶ ἂν δὲν τὸ εἶχον κάμει, δὲν θὰ ἠμποδιζόμην νὰ τὸ κάμω ἐκ τῆς γνώμης τοῦ Βασιλέως, διότι, ὡς ὑπεύθυνος Κυβερνήτης, ἔχω ἀνάγκην νὰ γνωρίζω ἐὰν εἶναι διατεθειμέναι αἱ Δυνάμεις νὰ μοῦ παράσχουν τὴν συνδρομὴν αὐτήν, διὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν ἰδεῶν μου». (Εὖγε! Εὖγε!) Μετὰ 48 ὥρας ἡ ἀπάντησις τῶν Δυνάμεων ἦλθεν, ὅτι αἱ Δυνάμεις εἶναι διατεθειμέναι νὰ δώσουν τὰς αἰτηθείσας λόγχας Μητροπολιτικοῦ στρατοῦ, ὥριζαν δὲ καὶ τὰς προθεσμίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ ἤρχετο ὁ στρατὸς οὗτος. Ὅταν ἦλθεν ἡ ἀπάντησις τῶν Δυνάμεων, τὴν ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν Βασιλέα, ὁ δὲ Βασιλεὺς μοῦ εἶπε: «Παρακαλῶ νὰ εἰπῆτε εἰς τοὺς κ.κ. πρέσβεις, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλγαρία δὲν ἐπιτίθεται κατὰ τῆς Σερβίας καὶ ἑπομένως δὲν δημιουργεῖται ἡ ὑποχρέωσις ἡμῶν ὅπως ἐξέλθωμεν τῆς οὐδετερότητος, δὲν πρέπει νὰ ἀποσταλοῦν τὰ στρατεύματα ταῦτα — τῶν ὁποίων ἡ ἑτοιμασία πρὸς ἀποστολὴν εἶχεν ἀρχίσει ἀμέσως — διότι ἡ ἄφιξίς των ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους θὰ ἀπετέλει παραβίασιν τῆς οὐδετερότητος, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν ἀκόμη, νὰ μὴ ἐπιτεθῇ ἡ Βουλγαρία κατὰ τῆς Σερβίας». Ἀνεκοίνωσα τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Βασιλέως πρὸς τοὺς πρέσβεις. Ἐτηλεγράφησαν αὐτήν. Ἀλλὰ μοῦ ἔφεραν νέαν ἀπάντησιν τῶν Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἔλεγον ὅτι «διέταξαν νὰ ἀναχωρήσουν τὰ στρατεύματά των — σημειωτέον ὅτι εἶχον ἀναχωρήσει ἀπ’ ἐδῶ πλησίον, ἀπὸ τὸν Μοῦδρον καὶ ἀπὸ τὴν Μασσαλίαν — τὰ ὁποῖα καὶ κατευθύνονται πρὸς τὴν Ἑλλάδα. «Τὴν στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν — ἔλεγον αἱ Δυνάμεις — μᾶς δηλοῖτε ὅτι ἡ πολιτική σας εἶναι ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλγαρία ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, θ’ ἀντεπιτεθῆτε κατὰ τῆς Βουλγαρίας τασσόμενοι παρὰ τὸ πλευρόν μας ὡς σύμμαχοι, δὲν βλέπομεν διατὶ πρέπει νὰ καθυστερήσῃ ἡ ἄφιξις τῶν ἐπικουρικῶν δυνάμεων, ἀφοῦ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ μείνῃ ἡ Βουλγαρία ἐν ἐνόπλῳ οὐδετερότητι, ἀλλὰ θὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, καὶ θὰ μᾶς εἴπητε τότε εὐχαριστῶ, διότι, ἀντὶ νὰ ἀναμένετε ἐπικουρίας, θὰ τὰς ἔχετε ἑτοίμους. Ἀναλαμβάνομεν πρὸς τοῦτο πᾶσαν εὐθύνην». Τοῖς εἶπον ὅτι εἶναι πολὺ σωστὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα μοῦ λέγουν, δὲν δύναμαι νὰ ἀμφισβητήσω ὅτι μοῦ ἀρέσουν καὶ ἐμὲ παρὰ πολύ, ἀλλὰ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς οὐδετερότητος τῆς τυπικῆς, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν θὰ γίνῃ ἡ ἐπίθεσις «ἑπομένως σᾶς ἀνακοινῶ ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀποβιβάσεως αὐτῆς τῶν στρατευμάτων, ὡς ἀποτελούσης τῆς πράξεως αὐτῆς παραβίασιν τῆς οὐδετερότητός μας». «Καλά, μοῦ εἶπον, πολὺ καλά, θὰ διαμαρτυρηθῆτε, ἀλλὰ ἐλπίζομεν ὅτι ἡ συμπεριφορά σας θὰ εἶναι ὄχι ἐχθρική, ἀλλὰ φιλική». «Φιλικωτάτη, ἀπήντησα. Ὄχι μόνον δὲν θὰ εὑρεθῆτε εἰς τόπον ἐχθρικόν, ἀλλὰ μετὰ τὰς διαμαρτυρίας, θὰ σᾶς παράσχωμεν ὅλας τὰς δυνατὰς εὐκολίας ἀποβιβάσεως, στρατωνισμοῦ καὶ λοιπάς». Εἶδα τὸν Βασιλέα καὶ ἀνεκοίνωσα εἰς αὐτὸν ταῦτα. Ὁ δὲ Βασιλεὺς μοὶ εἶπεν: «Ἔχει καλῶς, παρακαλῶ μόνον ἡ διαμαρτυρία σας νὰ εἶναι ὁπωσδήποτε ἔντονος». «Ἔντονος, λέγω, ναί, μέχρις ἑνὸς σημείου ὅμως, διότι, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ τί ὑποκρύπτεται ἀπὸ κάτω, δὲν δύναται νὰ εἶναι παρὰ πολὺ ἔντονος, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ εἶναι μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει νὰ εἶναι ἔντονος, ἀλλὰ συνάμα καὶ σοβαρά». Σημειωτέον, κύριοι, ὅτι ἡ ἀποβίβασις τῶν Ἀγγλογαλλικῶν στρατευμάτων, περὶ τῆς ὁποίας τόσα ἐλέγοντο καὶ ἡ ὁποία ἐχρησίμευσεν ὡς ὅπλον μέγα εἰς χεῖρας τῶν σωτήρων, ἤρχισε γινομένη μετὰ τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ τῆς Ἀρχῆς. Πολλοὶ δὲν τὸ γνωρίζουσιν, εἴτε δὲν τὸ ἐνθυμοῦνται. Ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὁπότε ἀνεκοίνωσα τὴν διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει τὸ Σάββατον, ἡ συζήτησις, λέγω, ἐγένετο τὴν Δευτέραν. Καὶ τὴν Τρίτην προσεκαλούμην ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἠναγκαζόμην νὰ παραιτηθῶ καὶ πάλιν, διότι δὲν ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν πολιτικήν μου. Τὴν Τρίτην τὸ πρωῒ ὑπέβαλα τὴν παραίτησίν μου, τὴν Τρίτην τὸ ἀπόγευμα ἔγινεν ἡ νέα Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην καὶ τὴν Τρίτην εἰς τὰς 6 μ.μ. ἤρχισεν ἡ ἀποβίβασις τῶν Ἀγγλογαλλικῶν στρατευμάτων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Λέγω αὐτά, ὄχι διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι εἶχα τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Βασιλέως. Θὰ ἦτο κατώτερον τῆς θέσεώς μου αὐτό. Ἄλλως τε ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ Βασιλεὺς — διότι ὁ Τύπος ἔλεγεν ὅτι ἦτο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀποβιβάσεως — ἔδωσε συνέντευξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐβεβαίωσεν ὅτι τὸ ἐγνώριζεν. Ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω μόνον ὅτι διὰ τὴν πολιτικήν μου ἡ ἄφιξις τῶν Ἀγγλογάλλων ἦτο ἕνα κεφάλαιον ἐκ τῶν οὐσιωδεστάτων. Ἐγὼ ἐπήγαινα διὰ πόλεμον κατὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ εἶχον ἀποφασίσει, ἐὰν ἡ Βουλγαρία ἐπετίθετο κατὰ τῆς Σερβίας, νὰ πολεμήσω. Ἐγὼ εἶχα συμφέρον, πλὴν τῶν 150.000 Ἑλληνικῶν λογχῶν καὶ τῶν 200.000 Σερβικῶν, νὰ ἔχω ἄλλας 150 χιλιάδας Ἀγγλογαλλικοῦ στρατοῦ. Συνεπῶς ἦτο ἐνέργεια πολιτικὴ ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἰδικῆς μου πολιτικῆς, ναὶ ἢ ὄχι; Αὐτὸ ἦτο πρόσκομμα βεβαίως, ἦτο κἄτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἠνώχλει τὴν πολιτικὴν τῶν ἀντιπάλων μου. Ἀλλὰ διὰ τὴν πολιτικὴν τῶν ἀντιπάλων δὲν ἦτο καθῆκον μου νὰ μεριμνήσω, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον εἶμαι ἐν τῷ δικαίῳ, διότι, ἀφοῦ ἐγὼ ἀπεχώρησα ἐκ τῆς Ἀρχῆς καὶ ἐκεῖνοι εἶχον ἀντίθετον πολιτικήν, ἠδύναντο νὰ καλέσουν τὸν διοικητὴν τοῦ Γʹ Σώματος Στρατοῦ κ. Μοσχόπουλον καὶ νὰ εἴπουν δι’ αὐτοῦ πρὸς τοὺς Ἀγγλογάλλους: «Τὰ πράγματα ἤλλαξαν, ὁ Βενιζέλος ἔφυγε, δὲν θὰ βοηθήσωμεν τὴν Σερβίαν, δὲν μᾶς χρειάζεσθε, παρακαλοῦμεν νὰ μὴ ἀποβιβασθῆτε». Ἀντὶ τούτου, ὁ κ. Ζαΐμης ὑπεσχέθη εἰς αὐτοὺς ὅτι θὰ τοῖς παράσχῃ ὅλας τὰς εὐκολίας. Καὶ ἂν ὁ κ. Ζαΐμης ἦτο Κυβέρνησις κατ’ ἐπίφασιν, διότι ἡ ἀληθὴς Κυβέρνησις ἦτο τὸ Ἐπιτελεῖον, διατί τὸ Ἐπιτελεῖον δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἀφοῦ συμφέρον τῆς Γερμανίας ἦτο νὰ μὴ ἀποβιβασθοῦν οἱ Ἀγγλογάλλοι; Διότι, ἀπῃσχολημένοι ἐντελῶς εἰς τὰ πολιτικὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἀσχοληθῆ, δὲν ἐλογάριαζαν πλέον τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα καὶ οὐδεὶς ἐμερίμνα, ἅμα ἔφυγεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, τὸ τί ἐγίνετο τὸ καράβι εἰς τὴν φουρτοῦναν.

§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, διὰ ν’ ἀναπαυθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§56Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγον, κύριε Πρόεδρε.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. (Ὥρᾳ 8.45′ μ.μ.).

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ

(Ὥρᾳ 9.45′ μ.μ.).

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα Συνεδρίασις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.

§59Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν συνεχίσω τὴν ὁμιλίαν μου, κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελον, ἐπανερχόμενος εἰς τὰ λεχθέντα, νὰ προσθέσω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπέμνησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ρακτιβάν, μέλος τοῦ τότε Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὅτε ἀνέλαβον τὴν Ἀρχὴν τὸν Αὔγουστον τοῦ 1915, εἰς τὸν Βασιλέα τὸν τότε ὑπέβαλον ἐγγράφως τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔκαμνα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς πολιτικῆς μου, καὶ ἐπεστράφησαν ἐγκεκριμέναι. Ἐνθυμεῖσθε τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία προεκλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβῶς ἐξ ἀφορμῆς τῆς διαμαρτυρίας, τὴν ὁποίαν διετύπωσα κατὰ τῆς ἐπικειμένης τότε ἀποβάσεως τῶν Ἀγγλογάλλων. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἠναγκάσθην, ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν τοῦ τότε βουλευτοῦ Κερκύρας, τοῦ μακαρίτου Θεοτόκη, ἐρωτῶντος τί θὰ ἔκαμνα ἐάν, σπεύδων εἰς βοήθειαν τῆς Σερβίας, συνήντων Γερμανικὰ στρατεύματα, νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ δώσω, καὶ τοῦτο κατέστησεν ἀδύνατον τὴν ἐπὶ πλέον παραμονήν μου εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Προσεκλήθην τὴν ἐπιοῦσαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅστις μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν συμμερίζεται τὴν πολιτικήν μου. Τοῦ ἐδήλωσα ὅτι θὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου, διότι δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἠδυνάμην νὰ ἐγείρω Συνταγματικὸν ἀγῶνα τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Μὲ ἐπέκριναν, κύριοι βουλευταί, διότι παρητήθην τότε τῆς Ἀρχῆς. Μ’ ἐθεώρησαν συνυπεύθυνον τῆς γενομένης καταπατήσεως τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν τῆς Χώρας. Ἐνόμισαν ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα ἀναθέτει εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων τὴν περιφρούρησιν αὐτοῦ, πρωτίστως ὑποχρέους πρὸς τοῦτο θεωρεῖ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ ὅτι ἐγὼ ὤφειλα, τότε τουλάχιστον, ἀφοῦ δὲν τὸ ἔπραξα τὸν Φεβρουάριον, ν’ ἀντισταθῶ μὴ παραιτούμενος, θεωρῶν τὸν Βασιλέα ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος, ἐκτὸς τοῦ Νόμου καὶ τῶν ἐλευθεριῶν, ἀναλαμβάνων ἑπομένως ὑπ’ εὐθύνην μου τὴν προάσπισιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Τόπου καὶ τὴν καταπολέμησιν τῆς Τυραννίας. Ἀλλ’ οἱ διατυποῦντες τὴν κατηγορίαν ταύτην φαίνονται πρὸ παντὸς ἀψυχολόγητοι. Εἷς ἄνθρωπος, κύριοι, δὲν μεταβάλλεται ἐντὸς ὀλίγων στιγμῶν, οὔτε ἐντὸς 24 ὡρῶν, ἀπὸ Κυβερνήτου μιᾶς Χώρας μὲ ἓν καθεστὼς κανονικόν, εἰς Ἀρχηγὸν Ἐπαναστάσεως. Πρὶν ἢ ὡριμάσῃ εἰς τὴν διάνοιαν καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ Κυβερνήτου ἡ ἰδέα τῆς Ἐπαναστάσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ κἄποια ἐξέλιξις, ἡ ὁποία δὲν συντελεῖται πάντως ἐντὸς ὀλίγων στιγμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μία κατηγορία, ἡ ὁποία μοὶ ἀποτείνεται λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἐδείχθην ἄνθρωπος τῶν ταχειῶν ἀποφάσεων, θὰ εἶχα, κύριοι, ν’ ἀπαντήσω ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἦτο ἀδύνατον εἰς ἐμὲ νὰ μετέλθω ἄλλην πολιτικὴν ἐκείνης τὴν ὁποίαν μετῆλθον. Ἦτο ἀδύνατον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ν’ ἀναλάβω τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Χώρας. Ἀγὼν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Χώρας κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην θὰ προεκάλει ἐμφύλιον πόλεμον. Δὲν λέγω ὅτι ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, ὅσον μέγα κακὸν καὶ ἂν εἶναι, δὲν εἶναι ὀλιγώτερον κακὸν ἀπὸ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐλευθεριῶν ἑνὸς Λαοῦ καὶ ὅτι ὁ ἐμφύλιος πόλεμος δὲν εἶναι ἄξιον τίμημα τῆς προασπίσεως τῶν ἐλευθεριῶν μιᾶς Χώρας. Ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνάψῃ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον. Εἴχομεν ἐπιστρατευθῆ, ἐπιστρατευμένη δὲ ἦτο καὶ ἡ Βουλγαρία. Ἂν τὸν ἐπιστρατευθέντα στρατὸν διῃροῦμεν εἰς Βασιλικὸν ἢ Τυραννικὸν καὶ εἰς στρατὸν Ἐθνικόν, διὰ νὰ ἀρχίσωμεν τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, ἦτο προφανὲς τί θὰ συνέβαινεν. Ἡ Βουλγαρία, ἐπωφελουμένη τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, θὰ εἰσέβαλλεν εἰς Μακεδονίαν, θὰ συνέτριβε τὸν ἀλληλομαχοῦντα στρατόν μας, θὰ κατελάμβανεν ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ ἀκολούθως, ἀπερίσπαστος ἀπὸ πάσης ἀνησυχίας πρὸς νότον, θὰ ἐστρέφετο πρὸς τὴν Σερβίαν, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς τῶν ἀντιπάλων αὐτῆς ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ καὶ ἐγκαθιδρύσεως τῆς πλήρους ἡγεμονίας της. Θὰ ἦτο ἑπομένως πολιτικὸν ἔγκλημα ἐκ μέρους μου, ἐὰν ἐπροκάλουν ἐμφύλιον ῥῆξιν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καὶ δὲν ἔκαμα τοῦτο, διότι ἁπλῶς θὰ συνετέλουν ὅπως ἐμφανισθῶσιν ἐνωρίτερον αἱ καταστροφαί, αἱ ὁποῖαι πάντως θὰ ἐπήρχοντο καὶ ἄνευ τούτου, καὶ ἡ εὐθύνη διὰ τὴν ἐθνικὴν καταστροφὴν εἰς τὰ ὄμματα τῆς δημοσίας γνώμης θὰ ἔπιπτεν ἐπὶ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Θὰ ἔλεγαν ὅλοι: «Βλέπετε τί ἔκαμεν ὁ Βενιζέλος; Δὲν ἐκάθητο ἥσυχος, ἔστω καὶ ἂν κατεπατεῖτο τὸ Σύνταγμα! Ἡ κατάστασις ἦτο κρίσιμος καὶ ἔπρεπε νὰ καθήσῃ ἥσυχος. Ἰδοὺ τί προεκάλεσε διὰ τῆς σπουδῆς του. Οἱ Βούλγαροι, ἐπωφελούμενοι τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, εἰσέβαλον εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ μᾶς ἐπῆραν τὰς χώρας μας, συντρίψαντες τὸν στρατόν μας!» Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ γίνω ἐγὼ ὁ αἴτιος τοιούτου ἐγκλήματος, ὥστε νὰ ἐπισπεύσω τὴν καταστροφὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς θὰ ἐπήρχετο καὶ ἄνευ τούτου. Τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων διεδέχθη τότε ἡ Κυβέρνησις τῶν Προέδρων τῶν Σωτήρων, ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην. Διὰ τὸν κ. Ζαΐμην εἶχον ὁμιλήσει πάντοτε μετὰ πολλῆς εὐλαβείας καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν θέλω νὰ παραγνωρίσω τὰ χαρίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα κοσμεῖται, εἰς ἕνα Τόπον, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς, εἰς κανένα ἂς μὴ κακοφανῇ, πάσχει ἀπὸ μίαν παροδικὴν λειψανδρίαν. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τοῦ κ. Ζαΐμη, δεχθέντος τὴν Ἀρχὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἵνα ἀθετήσῃ τὴν Συνθήκην πρὸς τὴν Σερβίαν, εἶναι κολοσσιαία. Ὁ κ. Ζαΐμης εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν Ἑλληνικὴν θὰ μείνῃ, ἀτυχῶς δι’ αὐτόν, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ καταπροδώσαντος τὴν ὑπογραφὴν τῆς Ἑλλάδος! Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ μὲ τὸ ζήτημα τῆς Συνθήκης. Ἡ Βουλὴ ἤδη διεφωτίσθη πλήρως ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων συναδέλφων καὶ ἀπὸ τὰς διακοπάς, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἠναγκάσθην νὰ κάμω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτήν. Γνωρίζει ἤδη ὅτι ἡ Συνθήκη ἦτο γενική, ὄχι ἁπλῶς Βαλκανική, ὅτι ἑπομένως οἱ ὑποστηρίξαντες ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα ὅτι δὲν ὑπεχρεούμεθα νὰ προστρέξωμεν εἰς βοήθειαν τῆς Σερβίας, ὅταν ἡ Βουλγαρία ἐπετίθετο κατ’ αὐτῆς, ὡς σύμμαχος τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Αὐστρίας, ἐζήτησαν νὰ ἐγκολάψουν μέγα στίγμα ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ἐν γνώσει. Ἐν γνώσει ἐζήτουν οἱ ἔνοχοι νὰ ἐπιθέσουν τὸ στίγμα τοῦτο ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς Ἑλλάδος. Διότι ὁ μὲν Βασιλεὺς ἐγνώριζε τὰ πάντα, ἦτο αὐτὸς ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ὁποίου εἶχε συγκροτηθῆ τὸ Συμβούλιον τὸ Ὑπουργικόν, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισε νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν Σερβικὴν ἀπαίτησιν, δὲν δύναμαι δὲ νὰ δεχθῶ τοὺς ἄλλους, καὶ δὴ τὸν κ. Ζαΐμην, Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς μὴ εὐθυνόμενον ἐπὶ τῷ ὅτι δὲν ἐγνώριζε. Διότι πρὸς τὸν γνωρίζοντα ἐξομοιοῦται καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ἀλλὰ δὲν ἔμαθε, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ μάθῃ. Γνωρίζω ὅτι, ὅταν ἐζητήθη διὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου νὰ διαφωτισθῇ ὁ κ. Ζαΐμης, νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχή του ἐπὶ ὅλων τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον, ἐζήτησε νὰ «μὴ χάσῃ τὸν καιρόν του ἀσχολούμενος εἰς τοιαῦτα πράγματα», διότι ἔλεγε: «Τίνα χρησιμότητα θὰ εἶχεν αὐτό, ἀφοῦ εἶχεν ἔλθει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀκριβῶς ἵνα μὴ ἐφαρμόσῃ τὴν Συνθήκην;» Ἡ εὐθύνη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέτησαν τὴν Συνθήκην, θὰ ἦτο εὐθύνη τρομερά, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ ὑποχρέωσις ἡμῶν ὅπως σπεύσωμεν εἰς βοήθειαν τῆς Σερβίας δὲν ἦτο ἄλλη παρὰ ἡ προερχομένη ἐκ τῆς Συνθήκης. Ἐὰν εἰς τὰ μεγάλα Κράτη δύναται νὰ ἀποτολμᾶται ἀκινδύνως ἡ ἀθέτησις Συνθηκῶν, ἡ διατύπωσις τῶν θεωριῶν περὶ παληοχάρτων καὶ κουρελοχάρτων, ὅπως ἀνέπτυξε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς τὰ μικρὰ Κράτη. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰ μικρὰ Κράτη νὰ κάμνουν μεγάλας ἀτιμίας. Ἡ μεγίστη δὲ ἀτιμία, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ πράξῃ ἓν Κράτος, εἶναι ἡ ἀθέτησις τῆς ὑποσχέσεως ὅτι θὰ βοηθήσῃ ἕτερον Κράτος, ἀφοῦ διὰ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ ὑπόσχεσιν ἀμοιβαιότητος. Ἀλλ’ ἠδύναντο τουλάχιστον οἱ σωτῆρες νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς δημοσίας γνώμης μὲ τὴν κακοήθη ταπεινὴν ἐκείνην δικαιολογίαν, ἣν οἱ κοινοὶ ἀχρεῖοι ὀφειλέται τολμῶσι πολλάκις νὰ προβάλλωσιν, ὅταν τοὺς ὑπενθυμίσουν τὰς ἐγγράφους ὑποσχέσεις των, λέγοντες: «ἔγραψα, ξέγραψα», καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο. Ἀλλὰ δὲν ἔχουσι κἂν αὐτὴν τὴν κακοήθη καὶ ταπεινὴν δικαιολογίαν νὰ προβάλωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνεκόλαψαν τὸ στίγμα τῆς ἀτιμίας εἰς τὸ μέτωπον αὐτοῦ. Προδίδοντες τὴν Σερβίαν, κατεπρόδιδον συγχρόνως καὶ τὴν Ἑλλάδα, προδίδοντες τὴν Σερβίαν καὶ ἐπιτρέποντες εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ καταστρέψῃ αὐτὴν καὶ ἐγκαθιδρύσῃ εἰς τὴν Βαλκανικὴν τὴν ἡγεμονίαν της, ἐπρόδιδον συγχρόνως καὶ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐγνώριζαν καλῶς ὅτι, ἂν διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας, πληρώνων τὰς πρὸς αὐτὸν ὑπηρεσίας τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, ἀπεφάσιζε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλγαρίαν νὰ μᾶς ἐπιτεθῇ διὰ νὰ μᾶς ἀφαιρέσῃ τὴν Μακεδονίαν, οὐδεμία δύναμις ἀνθρωπίνη θὰ ὑπῆρχε νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς Βουλγάρους, ἀφοῦ ἐξωγκοῦντο — καὶ θὰ ἐξωγκοῦντο κατασυντρίβοντες τὴν Σερβίαν — νὰ μᾶς ἀπωθήσουν ὄχι μόνον μέχρι τοῦ Στρυμῶνος, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς Οἴτης. Αὐτὰ τὰ ἐγνώριζον, διότι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν θὰ ἠδύνατο σοβαρῶς καὶ καλοπίστως νὰ ἰσχυρισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Χώρας, ὅτι ἐπίστευον ὅτι οἱ Βούλγαροι, μεγεθυνόμενοι εἰς βάρος τῆς Σερβίας, ἴσως καὶ τῆς Ρουμανίας καὶ τῆς Τουρκίας, ἤθελον χορτάσει καὶ ἤθελον ζήσει πλέον ἀδελφικῶς μεθ’ ἡμῶν, μεταβαλλόμενοι ἀπὸ λύκων εἰς ἄκακα ἀρνία. Κανεὶς δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν πείσῃ ὅτι τὸ πιστεύει καὶ ὁ ἴδιος. Ἐκεῖνοι λοιπὸν οἱ ὁποῖοι κατεπρόδωσαν τὴν πρὸς τὴν Σερβίαν Συνθήκην κατεπρόδωσαν συγχρόνως καὶ τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ καὶ ἠνέχθησαν νὰ δημιουργηθῇ εἰς τὴν Βαλκανικὴν Χερσόνησον κατάστασις, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἰσοδύναμος πρὸς τὸν ἐνταφιασμὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Θὰ εἴπω ἀκόμη καὶ ἄλλο τι. Ἐκεῖνοι οἱ κακοήθεις, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐσκέπτοντο ὅπως οἱ κοινοὶ ἀχρεῖοι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, θὰ ἠμποροῦσε ἴσως κανεὶς νὰ σκεφθῇ ὅτι θὰ ἔλεγαν: «Μὰ τί θέλετε νὰ σᾶς κάμωμεν; Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τουλάχιστον ἀποφεύγομεν τὸν πόλεμον». Ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο βδελυρόν, ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον θὰ κατέρριπτεν εἰς τὴν δημοσίαν συνείδησιν Ἕλληνα πολιτικὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος θὰ ἐτόλμα οὕτως ἀσυστόλως νὰ τὸ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς δημοσίας γνώμης, ἀλλ’ ἐπιχείρημα τέλος πάντων, τὸ ὁποῖον, ὑποτιθεμένου ὅτι ὁ δηλητηριασμὸς ὁ ἐπελθὼν διὰ τῆς Γερμανικῆς προπαγάνδας εἶχε κατορθώσει νὰ διαφθείρῃ τὸν ὅλον Ἑλληνισμόν, ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ κἄποιαν ἀξίαν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου. Ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἐγνώριζον οἱ μετελθόντες τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ὅτι δὲν ἐκέρδιζαν ἕνα πόλεμον, ἐγνώριζαν ὅτι μόνον τὸν ἀνέβαλλον, ἀνέβαλλον τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον θὰ μᾶς ἔκαμνεν ἡ Βουλγαρία, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρρίψωσι τόσον τὸ Ἔθνος ψυχικῶς, ὥστε νὰ παραχωρήσῃ τοῦτο ἄνευ πολέμου εἰς τοὺς Βουλγάρους ὅλην τὴν χώραν μέχρι τῆς Οἴτης. Ἐγνώριζαν λοιπὸν ὅτι δὲν ἐκέρδιζαν ἕνα πόλεμον, ἐγνώριζαν ὅτι τὸν ἀνέβαλλον μόνον καὶ δι’ ὀλίγα μόνον ἔτη, διὰ νὰ τὸν διεξαγάγωσιν ὕστερον ὑπὸ τοὺς χειρίστους ὅρους διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὑπὸ τοὺς ἀρίστους δὲ διὰ τοὺς ἀνταπαιτητὰς ἡμῶν. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι, πῶς μετῆλθον τὴν πολιτικὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν περιεκάλυψαν μὲ τὸ ὄνομα τῆς οὐδετερότητος καὶ ἡ ὁποία ἦτο πράγματι πολιτικὴ ἀπεμπολήσεως ἐθνικῶν συμφερόντων χάριν ἁπλῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν Γερμανικῶν κοσμοκρατορικῶν τάσεων. Ἂς ἴδωμεν πῶς ἐφήρμοσαν τὴν πολιτικὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐνεφάνιζον δημοσίᾳ ὡς πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, πολιτικὴν ὀλεθρίαν κατὰ τὰ τελικὰ ἀποτελέσματα, ἐὰν σκοπὸν εἶχον νὰ διατηρηθῇ μέχρι τέλους τοῦ πολέμου ἐν οὐδετερότητι ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ πολιτικήν, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ συγκομίσῃ ἀπὸ τοῦ νῦν τουλάχιστον καὶ διὰ τὸ μέλλον συνεπείας πολὺ μικροτέρας, ἀνυπολογίστως μικροτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας συνεκόμισαν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὴν ἐμφάνισιν τῆς Κυβερνήσεως Ζαΐμη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἐνθυμῆσθε καὶ κἄποιαν πρὸς Δημόνικον παραίνεσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς τὴν ἐμφανισθεῖσαν ἐνώπιόν σας Κυβέρνησιν. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μέρος τι τῶν ὅσων εἶπα τότε. Ἀφοῦ μετὰ 22 μῆνας ἔχομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσωμεν τὰ μεγάλα Ἐθνικὰ ζητήματα, θεωρῶ καθῆκον νὰ ἐξηγήσω ὅλα τὰ σημεῖα ὅσα εἶναι ἀνάγκη, διότι ἀπευθύνομαι καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ διαφωτίσω αὐτὸν καὶ παράσχω ὅλα τὰ σημεῖα τῆς πλήρους διαφωτίσεως. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί τοὺς εἶπα τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἀφοῦ τοὺς ἀνεκοίνωσα τὰς βλέψεις τοῦ Στέμματος, ἀφοῦ τοὺς εἶπα ὅτι ἔπαυσαν νὰ ἀποτελοῦν Βουλήν, ἀλλὰ μόνον Σύλλογον προκρίτων — μόνον δὲ τώρα ἀποτελοῦμεν ἀληθῆ Βουλήν, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρρῶν βουλευτὴς θέλει νὰ μᾶς κάμῃ καὶ Συντακτικὴν Βουλήν.— Ἀφοῦ τοὺς ἀνεκοίνωσα ἐκεῖνα, τοὺς εἶπα τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι τὴν Χώραν, καὶ προσέθηκα: «Ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν πραγμάτων ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔκρινεν ἐπιβεβλημένον νὰ μετάσχῃ εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ εἰς περίπτωσιν ἀκόμη συμμετοχῆς τῆς Βουλγαρίας εἰς αὐτόν, συνέστησα τοῦτο. Ὅτι ἡ οὐδετερότης ἡμῶν δύναται νὰ ἐμφανίζεται καὶ ὡς φιλικὴ πρὸς τὴν ἑτέραν τῶν ὁμάδων, ἂν ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς συμμαχίας ἡμῶν μετὰ τῆς Σερβίας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ οὐδετερότης ἡμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν ἀνέκαθεν παρὰ νὰ εἶναι φιλικὴ καὶ εὔνους. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ οὐδετερότης ἡμῶν ἡ ἔνοπλος ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι ἀπὸ διαθέσεως καὶ συμφώνως πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ψυχὴν εὔνους πρὸς τὸ ἕτερον μέρος, ἔργῳ ὅμως καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματός της ἡ οὐδετερότης ἡμῶν δὲν εἶναι παρὰ ἀποκλειστικῶς ὠφέλιμος εἰς τὸν ἀντίθετον συνδυασμόν. Καὶ θέλοντες, κύριοι, καὶ ἂν δὲν εἴχομεν εἰλικρινεῖς διαθέσεις οὐδετερότητος, τὰς ὁποίας δὲν ἀμφισβητῶ καθόλου, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἠθέλομεν τυχὸν νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν ἕτερον συνδυασμὸν μείζονα συνδρομήν, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ἄλλο τι νὰ πράξωμεν πέραν τούτου τὸ ὁποῖον πράττομεν. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς ἐμμονῆς αὐτῆς τῆς ἐνδεχομένης ἐν τῇ οὐδετερότητι μέχρι τέλους θέλει παράσχει εἰς τὸν Αὐστρογερμανικὸν συνδυασμόν, ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι μεγάλη καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι εὔλογον καὶ φυσικὸν ὅτι πρέπει νὰ τύχῃ ἀναλόγων ἀνταλλαγμάτων. Ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν ἕτερον συνδυασμόν, διότι θὰ ἐξετιθέμεθα οὕτως εἰς τὴν μῆνιν τοῦ ἄλλου. Δὲν εἶμαι καθόλου σύμφωνος εἰς τοῦτο. Ἐὰν ἐξετιθέμεθα εἰς τὴν μῆνιν τοῦ ἑτέρου συνδυασμοῦ, τηροῦντες εὐμενῆ οὐδετερότητα μέχρι τέλους καὶ ἐνδεχομένως μὴ σπεύδοντες εἰς βοήθειαν τῆς Σερβίας, δὲν θὰ ἐκτεθῶμεν, διότι προσφέροντες τὰς ὑπηρεσίας αὐτὰς ἀθελήτως εἰς τὸν ἕτερον συνδυασμὸν ἐφροντίσαμεν νὰ λάβωμεν ἀνταλλάγματα· ἡ μῆνις αἰτίαν θὰ εἶχεν ὄχι διότι ἠθελήσαμεν νὰ ἐκπορισθῶμεν ὠφέλειάν τινα ἐκ τῆς πολιτείας ἡμῶν ταύτης, ἣν νομίζομεν, κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπιβάλλουν τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Θὰ ἔλεγα λοιπόν, ὅτι, ἂν τοιαύτη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τέλους ἤθελε διαρρυθμισθῆ ἐκ τῶν πραγμάτων, θὰ εἶναι ἐπιβεβλημένον ὅπως ἐκπορισθῇ τὸ Κράτος τὰς ὠφελείας ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπορισθῇ ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει, οὐχὶ διότι θέλει νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν ἕνα συνδυασμόν, ἀλλὰ διότι νομίζει ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὰ ἴδια συμφέροντα. Εἶναι καθημερινὸν τὸ φαινόμενον τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐν πολέμῳ, μένοντα οὐδέτερα χάριν ἰδίων συμφερόντων, ἀσφαλίζουν ἀνταλλάγματα καὶ διὰ τὴν οὐδετερότητα καὶ μόνην. Ἀλλὰ ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀνταλλάγματα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνόμιζα ἐπιβεβλημένον ὅπως φροντίσωμεν ν’ ἀσφαλίσωμεν; Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ἐν τούτῳ, ὅτι τὴν ἐπιδίωξιν τῶν ἀνταλλαγμάτων τούτων θὰ ἤθελα καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον, ὅπως διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ καὶ ὑπ’ εὐθύνην τῶν ἁρμοδίων διομολογηθῇ, διότι καὶ ἡ εὐθύνη διὰ τοιαύτας συνεννοήσεις καὶ διὰ τὰ τυχὸν ἀποτελέσματα αὐτῶν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ γνωρίζω ὅτι ἡ παροῦσα τοὐλάχιστον Κυβέρνησις δὲν θὰ ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ τοιαύτας εὐθύνας, ὅπως ἐπιρρίψῃ αὐτὰς ἀλλαχοῦ. Θὰ ἔλεγα λοιπὸν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις πρὸς τὸν συνδυασμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον, ἔστω καὶ ἀθελήτως, θὰ ἐξυπηρετοῦμεν διὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς μας, πρῶτον μὲν διὰ νὰ μάθωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα ἡ Βουλγαρία πρόκειται νὰ λάβῃ διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον, διότι ἡ γνῶσις τούτου δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὑμᾶς ὡς στοιχεῖον ἀσφαλὲς ἵνα κρίνητε ἂν αἱ ἀνησυχίαι καὶ οἱ φόβοι τοὺς ὁποίους ἔχω εἶναι τοσοῦτον βάσιμοι, ὡς ἐγὼ φρονῶ, ἢ εἶναι ὑπερβολικῶς χρωματισμένοι. Δεύτερον διὰ νὰ καθορισθῶσιν ἀσφαλέστερον τὰ ἀνταλλάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβωμεν ἡμεῖς, ἡ ἐπέκτασις δηλαδὴ πρὸς τὴν Νότιον Ἀλβανίαν, ἡ παραχώρησις τῶν κλειδῶν τῆς Δοϊράνης–Γευγελῆς, τὰς ὁποίας ἄλλως τε νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ σπεύσωμεν νὰ καταλάβωμεν ἐγκαίρως, μὴ ἀναβάλλοντες τοῦτο μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου. Τρίτον θὰ ἐζήτουν, ὅπως ἡ ἐγγύησις διὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Χώρας μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ὁπότε θὰ εἶναι ἐλαχίστης ἀξίας, ἀλλὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ σειράν τινα ἐτῶν, ἂς εἴπω μίαν δεκαετίαν, ὥστε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τοῦ πολέμου νὰ μὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀγωνίαν τρίτου πολέμου καθ’ ἡμῶν, μονομαχίας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, ἵνα μᾶς δοθῇ καὶ ὁ χρόνος διὰ ν’ ἀναπτύξωμεν καὶ ὀργανώσωμεν καὶ τοὺς πόρους τῶν νέων ἡμῶν κτήσεων καὶ τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ὥστε ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν μονομαχίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ διεξαχθῇ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς γείτονος Χώρας, ἄνευ πλέον φίλων καὶ ἄνευ συμμάχων. Θὰ ἔλεγα ἀκόμη ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον καὶ ἀνάλογον πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας παρέχομεν τηροῦντες μέχρι τέλους οὐδετερότητα, ἐὰν ἐζητοῦμεν ὅπως διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς Αὐστρίας καὶ Γερμανίας ἐπιβληθῇ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν τῶν δύο Χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ ἐκτάσεως πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιομέτρων πρόκειται νὰ συνορεύουν τοῦ λοιποῦ, ὅπως οἱ μὲν Βουλγαρικοὶ πληθυσμοί, οἱ ζῶντες ἀκόμη ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους μεταφερθῶσιν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, οἱ δὲ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοί, οἱ ζῶντες ἀκόμη καὶ μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς καταστροφὰς ἐν Βουλγαρίᾳ, μεταφερθῶσιν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Θὰ ἦτο τοῦτο, κύριοι, μία ἐκ τῶν καλλιτέρων ἐγγυήσεων ὅτι τὸ καθεστὼς τὸ Βαλκανικόν, οἷον θὰ προήρχετο ἐκ τοῦ παρόντος πολέμου, ἀναγνωρίζεται ὁπωσδήποτε εἰλικρινῶς ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων Κρατῶν καὶ τοὐλάχιστον θὰ ἔλειπεν ἀπὸ τὸν ἀντίπαλον τὸ μέγα ἐπιχείρημα ὅτι ἀγωνίζεται πρὸς πραγματοποίησιν ἀξιώσεων, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται τάχα ἐπὶ ἐθνολογικῆς βάσεως. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι, ἂν οὐδὲ τοῦτο ἤθελε γίνει, ἐὰν ἠθέλομεν ἀφεθῆ φερόμενοι ὑπὸ τῶν περιστάσεων νὰ φθάσωμεν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ εἰς διαρρύθμισιν τῶν Βαλκανικῶν πραγμάτων, οἵαν ἐγὼ τὴν προβλέπω ἀσφαλῆ, μὲ τὴν ἰσορροπίαν τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου ἀνατραπεῖσαν, μὲ Βουλγαρίαν οὐσιωδῶς ἰσχυροτέραν τῆς Ἑλλάδος, θὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἀγωνίαν τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς διὰ τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναποφεύκτου συγκρούσεως, ἡ ὁποία θὰ καταστήσῃ ἀβίωτον τὸν βίον τῆς Χώρας ταύτης. Δὲν θέλω, κύριοι, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, τὴν τόσον ἐπίσημον, νὰ ὑπάρξω πικρὸς πρὸς οὐδένα, δὲν ποθῶ νὰ παρεξηγηθῶ, ἂν εἴπω πρὸς ὑμᾶς: Προσέξατε ποίαν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων παρέλαβε παρ’ ὑμῶν τὴν Ἑλλάδα καὶ ποίαν τὴν παραδίδει πρὸς ὑμᾶς· προσέξατε μήπως τὴν παραδώσητε βραδύτερον ἐλάσσονα». Ἀλλ’ αἱ παραινέσεις αὗται, κύριοι, ἀπηυθύνοντο εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων. Ἐὰν μετήρχοντο ἀληθῶς οὐδετερόφιλον πολιτικήν, θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει ὅλας τὰς συστάσεις αὐτάς, τὰς ὁποίας τοὺς ἔκαμα. Δὲν τὰς ἔλαβον ὅμως, ἀκριβῶς διότι δὲν μετήρχοντο οὐδετερόφιλον πολιτικήν, μετήρχοντο ἁπλῶς Γερμανικὴν πολιτικήν. Καὶ δὲν εἶναι ἀκατανόητον μόνον, ὅτι δὲν ἐπρονόησαν περὶ ὅσων τότε συνέστησα εἰς αὐτοὺς νὰ προνοήσουν· εἶναι ἀκατανόητον ἀκόμη πῶς δὲν ἐπρονόησαν, καταπροδίδοντες τὸν σύμμαχόν μας, ἐπιτρέποντες εἰς τὸν κληρονομικὸν ἐχθρὸν νὰ συντρίψῃ αὐτὸν καὶ ὑπεραυξηθῇ ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ, πῶς δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἐξασφαλίσωσι τοὐλάχιστον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅταν ἤμεθα πάνοπλοι, τὸ ἀλύμαντον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἐν πάσῃ περιπτώσει. Ἀφοῦ, κύριοι, ἀπεμακρύνθην τῆς Ἀρχῆς διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ Στέμμα τὴν προσωπικήν του πολιτικήν, καὶ ἡ ἀληθὴς Κυβέρνησις τῆς Χώρας, τὸ Ἐπιτελεῖον, ἐγνώριζεν ὅτι οἱ Ἀγγλογάλλοι ἤρχιζαν τὴν ἡμέραν τῆς ἀποχωρήσεώς μου τὸ ἀπόγευμα νὰ ἀποβιβάζωνται, ἀφοῦ ἐγνώριζεν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ διατυπώσῃ ἡ νέα Κυβέρνησις ἀντίρρησίν τινα κατὰ τῆς ἀποβιβάσεως τῶν Ἀγγλογάλλων, ὅτι ἑπομένως θὰ ἤρχετο εἰς στρατὸς Ἀγγλογαλλικὸς εἰς τὴν Θεσσαλονίκην διὰ νὰ σπεύσῃ εἰς βοήθειαν τῶν Σέρβων, ἀφοῦ τοῦτο ἐγνώριζεν ἡ ἀληθὴς Κυβέρνησις, τὸ Ἐπιτελεῖον, καὶ διεκήρυττε παντοῦ — καὶ εἰς τοῦτο εἶχε δίκαιον — ὅτι ἡ βοήθεια τοῦ Ἀγγλογαλλικοῦ στρατοῦ, μετὰ τὴν καταπρόδοσιν ἐκ μέρους μας τῆς Σερβίας, θὰ ἔφθανε βραδέως καὶ δὲν θὰ ἐπρολάμβανε τὴν καταστροφὴν τῆς Σερβίας, δὲν ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ προβλέψῃ ὅτι ἐπερχομένης ὀπισθοχωρήσεως τῶν Ἀγγλογάλλων, ἐξαναγκαζομένων εἰς τοῦτο ὑπὸ τῆς πιέσεως τῶν ἐχθρῶν των, ἡ Χώρα ἡμῶν θὰ ἀπέβαινε πεδίον πολέμου; Δὲν ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ γνωρίζῃ τὸ Ἐπιτελεῖον ὅτι, ἐὰν οἱ Ἀγγλογάλλοι, ὑποχωροῦντες ὠχυροῦντο περὶ τὴν Θεσσαλονίκην, ἀποτελοῦντες ἀπειλὴν τοῦ δεξιοῦ τῆς Γερμανοβουλγαρικῆς παρατάξεως, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ ζητήσουν οἱ τελευταῖοι νὰ εἰσελάσουν ἵνα τοὺς ἐκδιώξουν ἐκ Θεσσαλονίκης; Ἀφοῦ ταῦτα ἐγνώριζαν, διατί δὲν ἐφρόντιζαν τοὐλάχιστον νὰ συνομολογήσωσι κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὅτε εἶχαν εἰς χεῖρας των ἐπιστράτευσιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν κινήσεών των, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθουν οἱ Γερμανοβούλγαροι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος; Καὶ ἐὰν μὲ τὴν Γερμανικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἤσκουν, δὲν τοῖς ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογήσωσι τοιαύτην ὑποχρέωσιν τῆς Γερμανίας διὰ τὰ Γερμανικὰ στρατεύματα, διατί τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν ἤσκουν ὄχι μόνον Γερμανικήν, ἀλλὰ καὶ Βουλγαρικὴν πολιτικήν, διατί τοὐλάχιστον δὲν ἐπρονόησαν ὅπως ἐξασφαλισθοῦν ὅτι δὲν θὰ γίνῃ εἰσβολὴ καὶ προέλασις Βουλγαρικῶν στρατευμάτων ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους; Ποία εἶναι ἡ ἐξήγησις τῶν ἀποριῶν τούτων; Τί ἀπαντοῦν οἱ κατηγορούμενοι εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα; Ὡμίλησα ἐν τούτῳ περὶ τῆς εὐθύνης, περὶ τῶν ἐγκλημάτων τοῦ Ἐπιτελείου. Δὲν ὡμίλησα περὶ εὐθύνης ἐν τούτῳ τῆς Κυβερνήσεως Ζαΐμη. Ὁ κ. Ζαΐμης, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐρχόμενος, καὶ ἂς εἴπω δὰ καὶ τὸν χαρακτηρισμόν, μοιραῖος Πρωθυπουργός, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδῃ πάντα ταῦτα καὶ τὰ μελετήσῃ. Δὲν θεωρῶ διὰ τοῦτο ὑπεύθυνον ἐκεῖνον. Πρέπει μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, ἀφοῦ ὑπῆρξα αὐστηρὸς εἰς τὸ νὰ τὸν κακίσω, ὅπου ἐνόμισα ὅτι ἦτο κακιστέος, ὅτι ἡ κατ’ ἐπίφασιν Κυβέρνησις Ζαΐμη, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον πρόκειται προσωπικῶς περὶ τοῦ κ. Ζαΐμη, ὁ ὁποῖος ἦτο Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤσκει ἀληθῶς φιλευθετέραν πολιτικήν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς παραμονῆς του εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐπὶ ἕνα μῆνα αἱ σχέσεις μας μὲ τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως ὑπῆρξαν ὁμαλώταται, καίτοι δὲ ὁ κ. Ζαΐμης ἦτο ὁ καταπατήσας τὴν Συνθήκην τὴν συμμαχικήν, καὶ χρήματα ἐδόθησαν ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως εἰς αὐτὸν καὶ πᾶσα ἐπεδείχθη εὐμένεια πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του. Ἀλλὰ διὰ τοῦτον ἀκριβῶς τὸν λόγον ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη ἦτο Κυβέρνησις ἀπαρέσκουσα εἰς τὴν πραγματικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ πραγματικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔστεργε τὸν τοιοῦτον σχηματισμὸν τῆς φαινομενικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ζαΐμης ἐφαίνετο ἄνθρωπος διατεθειμένος μὲν νὰ ἐξυπηρετήσῃ μετά τινος, θὰ εἴπω, Αὐλικῆς εὐκαμψίας τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ δὲν ἦτο διατεθειμένος παντάπασι νὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος κακῆς πίστεως. Διὰ τοῦτο δὲν ἔμενεν ἢ νὰ παραιτηθῇ ἐκ τῆς θέσεώς του ὁ κ. Ζαΐμης. Καὶ ὅταν ἔγινεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ἐπεισόδιον Γιαννακίτσα, ἡ παρασκηνιακὴ Κυβέρνησις ὤθησε τὰ πράγματα εἰς τὰ ἄκρα, ἵνα ἀπομακρυνθῇ οὗτος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμεῖσθε τὸ ἐπεισόδιον. Ὁ ἀπροκαλύπτως ἐμφανιζόμενος δεσποτισμὸς δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν ὕβριν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνταῦθα διὰ τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Στέμματος, ἀλλ’ ἐπηύξησε τὴν ὕβριν καὶ ἐδιπλασίασεν αὐτὴν διὰ τῆς περιβολῆς τοῦ ὑβρίσαντος Ὑπουργοῦ μὲ ἀνώτατον Αὐλικὸν ἀξίωμα. Ἐνθυμεῖσθε ποία κατεβλήθη εἰλικρινὴς προσπάθεια ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως μεθ’ ὅλον τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο μὴ ὠθήσωσι τὰ πράγματα εἰς διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐδηλώσαμεν ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀνασυνεκροτεῖτο ἄνευ τοῦ ὑβρίσαντος Ὑπουργοῦ, θὰ ἤμεθα πρόθυμοι νὰ συνεργασθῶμεν μετ’ αὐτῆς ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐδηλώσαμεν ὅτι, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις συνεκροτεῖτο μετὰ τοῦ ὑβριστοῦ Ὑπουργοῦ, ἤμεθα διατεθειμένοι νὰ μὴ προσέλθωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τῶν φίλων της νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν κατεπειγόντων νομοσχεδίων. Ἡ ψήφισις θὰ ἐγίνετο ἐντὸς 10–15 ἡμερῶν καὶ ἡ Βουλὴ ἠδύνατο συνταγματικῶς νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της ἐπὶ ἓν ἔτος, μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1916. Ἀλλ’ ὅλαι αἱ δηλώσεις καὶ αἱ ἐνέργειαι ἡμῶν αὗται ἐθράσυνον μᾶλλον ἀντὶ νὰ συγκρατήσουν τὸν δεσποτισμὸν εἰς τὸν κατήφορον ὅπου ἐφέρετο. Ὅλα αὐτὰ ἐθεωροῦντο ὄχι προσπάθειαι πρὸς ἀποτροπὴν ἐπιτάσεως τοῦ κακοῦ, ὄχι προσπάθειαι ὅπως μὴ φθάσωσι τὰ πράγματα εἰς τὰ ἔσχατα, ἀλλ’ ὡς ἀδυναμία πολιτική, ὡς μία ἀνασκόπησις καθαρῶς κομματική, ἡ ὁποία σκοπὸν εἶχε νὰ προλάβῃ ἐκλογὰς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, διότι αἱ ἐκλογαί, γινόμεναι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους ἔμελλον νὰ τὰς κάμουν, ἐθεωροῦντο ὡς ἀσφαλίζουσαι εἰς αὐτοὺς τὴν ἐπιτυχίαν. Ἐφρόντισα νὰ γνωρίσω εἰς τοὺς ὑπευθύνους ὅτι, ἐὰν προβῶσι μέχρι διαλύσεως τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν θὰ προσέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἐνόμισα ὅτι ἦτο καθῆκον μου νὰ διαμηνύσω πρὸς αὐτοὺς διά τινος τότε φίλου μου, σήμερον λιποτάκτου, ὅτι ἡ μὴ προσέλευσις εἰς τὰς ἐκλογὰς ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ Κόμματος σεβομένου ἑαυτό, εἶναι πρᾶξις, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὰς συνεπείας, ἃς εἶχε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1910 ἡ ἀποχὴ τῶν παλαιῶν κομμάτων. Ἡ πρᾶξις τῆς μὴ προσελεύσεως εἰς τὰς ἐκλογὰς ἔθετε καθαρῶς τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικόν, τὸ ζήτημα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, τὸ ζήτημα μεταξὺ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τοῦ Στέμματος, ζήτημα, τοῦ ὁποίου δὲν ἠθέλομεν μὲν τότε νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν λύσιν, δι’ οὓς λόγους ἐξήγησα πρὸ μικροῦ, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπεδιώκομεν ἐν καιρῷ τὴν λύσιν. Οἱ μικροὶ καὶ ταπεινοί μας ἀντίπαλοι τὰ ἐδέχθησαν καὶ αὐτὰ μὲ μειδιάματα. Εἶπον: «Ἆ! μᾶς τὰ λέγει διὰ νὰ μᾶς φοβίσῃ, ἐνῷ ἤδη εἶναι καιρὸς νὰ συντρίψωμεν αὐτὸν καὶ νὰ ἔχωμεν πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διακανονίσωμεν τὰς ἐνεργείας μας ὅπως θέλομεν ἡμεῖς». Καὶ οὕτως ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις τῶν νέων σωτήρων ὑπὸ ἀρχηγὸν τὸν Ἀρχισωτῆρα, οἱ ὁποῖοι κατεκυλίσθησαν μέχρι τοῦ ὀνείδους, τοῦ αἴσχους καὶ τῆς προδοσίας τοῦ Ροῦπελ. Ἐκλήθη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τῶν γερόντων, ὅπως ὠνομάσθη — δὲν δύναται δὲ ἡ ὀνομασία αὕτη ἐκ μέρους μου νὰ ἔχῃ καμμίαν κακὴν ἔννοιαν, διότι δυστυχῶς καὶ ἐγὼ εἶμαι γέρων, ὥστε δὲν τὸ λέγω μὲ ἔννοιαν ὑβριστικὴν (γέλωτες) — ἐκλήθη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τῶν γερόντων διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ δῆθεν τὴν λεγομένην οὐδετερόφιλον πολιτικήν, καὶ ὁ κ. Σκουλούδης, διὰ νὰ ρίψῃ στάχτη στὰ μάτια τῶν Φράγκων, ἔκαμε τὰς γνωστὰς δηλώσεις του, ὡς λέγει ἡ τηλεγραφικὴ ἐγκύκλιος τοῦ κ. Σκουλούδη τῆς 26 Αὐγούστου πρὸς τοὺς ἐν Παρισίοις, Ρώμῃ καὶ Πετρουπόλει πρεσβευτάς: «Ὁμιλοῦντες πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν θέλετε εὐαρεστηθῆ νὰ δώσητε αὐτῷ ἐκ μέρους μου τὴν κατηγορηματικωτέραν διαβεβαίωσιν περὶ τῆς σταθερᾶς ἡμῶν ἀποφάσεως, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὴν οὐδετερότητα ἡμῶν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς εἰλικρινεστέρας εὐμενείας πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως. Εὐαρεστηθῆτε νὰ προσθέσητε, ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις υἱοθετεῖ τὰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις τοῦ κ. Ζαΐμη περὶ τῆς φιλικῆς στάσεως τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ Συμμαχικῶν στρατευμάτων καὶ ὅτι ἔχει ἀρκοῦσαν συνείδησιν τῶν ἀληθῶν αὐτῆς συμφερόντων καὶ τοῦ τί ὀφείλει εἰς τὰς Προστάτιδας τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεις, ἵνα μὴ παρεκκλίνῃ δι’ ὅλον τὸν κόσμον τῆς χαραχθείσης πολιτικῆς, ἐλπίζει δὲ κατόπιν τούτου ὅτι τὰ αἰσθήματα τῆς φιλίας τῶν Δυνάμεων τούτων πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἐν οὐδεμιᾷ στιγμῇ θέλουσιν ἐπηρεασθῇ ὑπὸ κακοβούλων καὶ ὑποβολιμαίων εἰδήσεων, αἵτινες τίθενται σκοπίμως ἐν κυκλοφορίᾳ ἐπὶ τῷ ματαίῳ σκοπῷ νὰ ψυχράνωσι τὰς ἀγαθὰς σχέσεις τῆς Συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ἑλλάδος». Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς ἐγκυκλίου αὐτῆς ἀπετέλει ἐρωτικὰς ντεκλαρασιόν (Γέλωτες). Ἀλλὰ τὰς πρώτας δηλώσεις διεδέχθησαν αἱ δεύτεραι γκάφαι του ἀμέσως. Δὲν ἐπέρασαν ὀλίγαι ἡμέραι καί, ὑποχωροῦντος τοῦ Ἀγγλογαλλικοῦ στρατοῦ, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦ τί θὰ ἐγίνετο ὅταν θὰ ὑπεχώρουν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ οἱ Σέρβοι. Καὶ ὁ κ. Σκουλούδης εἰς μίαν τῶν συναντήσεων αὐτοῦ πρὸς ἕνα τῶν πρέσβεων τῆς Συνεννοήσεως, ἔλεγεν: «Ἠξεύρετε, ἂν ὑποχωρήσουν οἱ Σέρβοι, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς συλλάβωμεν!» Καὶ τοῦ ἔλεγεν ὁ πρεσβευτής: «Πῶς εἶναι δυνατόν; Εἶναι σύμμαχοί σας, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τηρήσητε εὐμενεστάτην οὐδετερότητα· ἔπειτα οἱ Σέρβοι εἶναι σύμμαχοί μας καὶ ἡμεῖς ἤλθομεν ἐδῶ τῇ συγκαταθέσει σας». Καὶ ὁ κ. Σκουλούδης ἀπήντα: «Καὶ εἰς σᾶς θὰ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν τὸ ἴδιον!» Συζήτησις ἐγεννήθη ἂν εἶπε «θὰ ἔπρεπε» ἢ «θὰ κάμωμεν» τὸ ἴδιον, ἀλλ’ ἐννοεῖτε ποίαν σημασίαν εἶχε τὸ πρᾶγμα, ὅπως καὶ ἂν τὸ εἶπε. Σᾶς ἀφίνω νὰ ἐννοήσητε ποία ἐντύπωσις παρήχθη καὶ ποῖαι ἔμελλον νὰ καταστῶσιν αἱ σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως τῶν γερόντων πρὸς τὴν ὁμάδα τῆς Συνεννοήσεως, ἐνῷ, ὅπως σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ, ἔδιδε τὴν διαβεβαίωσιν τῆς διατηρήσεως τῆς εἰλικρινεστέρας εὐμενείας πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως. Καὶ ὅταν τοῦ ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει διὰ τοὺς Σέρβους καὶ αὐτὴ ἡ πολιτεία του ἡ μεταγενεστέρα δὲν συμβιβάζεται καθόλου μὲ τὴν ὑπεσχημένην εὐμενῆ οὐδετερότητα, ὁ κ. Σκουλούδης ἐλησμόνησεν ὅλα ὅσα εἶχεν εἴπει ἐν ἀρχῇ καὶ παρετήρησε μετ’ ὀργῆς: «Τί μοῦ ὁμιλεῖτε περὶ εὐμενοῦς οὐδετερότητος; Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω πολλῶν εἰδῶν οὐδετερότητας, ἠξεύρω μόνον δύο εἰδῶν: τὴν οὐδετερότητα τὴν ἑκουσίαν καὶ τὴν οὐδετερότητα τὴν ἀναγκαστικήν». Καὶ ἐλησμόνει ὅτι εἶχεν ὑποσχεθῆ ὄχι ἁπλῆν οὐδετερότητα, οὐδὲ ἁπλῶς εὐμενῆ, ἀλλὰ εἰλικρινέστατα εὐμενῆ. Ἐνόμισεν ὅτι ἤρκει νὰ εἴπῃ τοῦτο τὴν πρώτην ἡμέραν καὶ νὰ κάμῃ ὅ,τι τοῦ ἤρεσε τὰς ἄλλας, διότι ὑπέθετε, φαίνεται, ὅτι θὰ ἐλησμονοῦντο αἱ πρῶται δηλώσεις του καὶ οὕτω δὲν θὰ ἐπήρχετο κανὲν ἐπιβλαβὲς ἀποτέλεσμα, μὴ ἐννοῶν ὅτι θὰ ἐγίνετο ἀφορμὴ νὰ ἐκπέσῃ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, εἰς ὃ σημεῖον ἐξέπεσεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν Κυβέρνησιν τῶν γερόντων.

§60Γ. ΠΩΠ. Οὐδετερότης τοῦ γήρατος (Γέλωτες).

§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν γερόντων προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Τὴν διάλυσιν ταύτην ἐζήτησαν νὰ δικαιολογήσουν οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἀπὸ τὰ ἑδώλια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Σᾶς εἶπον: «Διατί δὲν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ διάλυσις;» Ἀλλὰ διελύθη ἡ Βουλὴ διότι ἐξεδηλώθη πραγματικῶς δυσαρμονία μεταξὺ τῆς χθὲς ἐκλεγείσης Βουλῆς καὶ τῆς δημοσίας γνώμης; Περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀσχοληθῶ πολύ, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου τὸ ἐξήντλησε χθές. Ἔχω μόνον ἀνάγκην νὰ εἴπω ὅτι, ὅταν ὁ Ὕπατος Ἁρμοστὴς τῶν Δυνάμεων ἐν τῷ ἐγγράφῳ του πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην λέγῃ ὅτι ἡ Βουλὴ διελύθη δὶς εἰς βραχύτατον διάστημα χρόνου, δὲν ἐννόει ὅτι τοῦτο ἀπετέλει παραβίασιν τοῦ Συντάγματος τὸ νὰ διαλύεται ἡ Βουλὴ εἰς βραχύτατον διάστημα χρόνου ἐκ δευτέρου, ἀλλ’ ἐννόει ὅτι εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος ὅταν διαλύεται ἡ Βουλὴ πρὸς ἐπιβολὴν τῆς αὐτῆς πολιτικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο καὶ ἡ πρώτη διάλυσις, ἡ ὁποία ἀπέτυχε, διότι ὁ λαὸς ἀπεφάνθη ἀντιθέτως. Βεβαίως τὸ παράδειγμα τοῦ 1910 δὲν ἔχει καμμίαν ὁμοιότητα πρὸς τὸ παρόν. Εἰς τὰ 1910 ἔγινεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, διότι, ἀφοῦ ἐκ κοινῆς συνεννοήσεως ὅλων τῶν παραγόντων τῆς Χώρας, τῶν λαϊκῶν καὶ τοῦ Βασιλικοῦ, ἀπεφασίσθη ἡ συγκρότησις Διπλῆς Βουλῆς διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἀπέδωσαν αἱ ἐκλογαὶ Βουλὴν δυναμένην νὰ δώσῃ βιώσιμον Κυβέρνησιν. Ἡ τότε δὲ Κυβέρνησις, ἀφοῦ μάλιστα ἔτυχε καὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης, διέλυσε τὴν Βουλήν, διὰ νὰ καταρτισθῇ νέον Σῶμα, μὲ τὸ ὁποῖον νὰ ἠμπορῇ νὰ συνεργασθῇ. Τίνα σχέσιν ἔχει τοῦτο μὲ τὴν θρασεῖαν ἐπιβουλὴν κατὰ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ὅταν ὁ Βασιλεὺς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1915, μὴ θέλων νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν Συνθήκην καὶ μὴ θέλων νὰ παραβλάψῃ τὴν Γερμανικὴν πολιτικήν, ἀπεφάσισε νὰ διαλύσῃ ἐκ δευτέρου τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι διὰ νέων ἐκλογῶν θὰ κατώρθωνε νὰ ἐπιτύχῃ ἔγκρισιν τῆς πολιτικῆς του, ἀφοῦ τῶν ἐκλογῶν γινομένων ὑπὸ γενικὴν ἐπιστράτευσιν, ἡ Ἐξουσία εἶχεν εἰς χεῖρας της ὅλα τὰ μέσα ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της; Ποῖα δὲ ἦσαν τὰ μέσα ταῦτα; Τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον τὸ Ἐπιτελεῖον, ἡ ἄλλη ἀληθὴς Κυβέρνησις, εἶχεν εἰς χεῖρας του 300,000 ἐκλογέων, τὸ ἥμισυ δηλαδὴ τῶν μετεχόντων εἰς τὰς ἐκλογὰς Ἑλλήνων πολιτῶν, καὶ ἔχον εἰς χεῖρας του τὸ ἥμισυ τῶν ἐκλογέων ἐκάλει ἡμᾶς νὰ προσέλθωμεν εἰς τὰς ἐκλογάς, ἀφοῦ ἦτο ἀποφασισμένον κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν εἰς μὲν τοὺς φίλους αὐτῶν νὰ δώσουν ἀδείας διὰ ν’ ἀσκήσουν τὸ ἐκλογικόν των δικαίωμα, τοὺς δὲ ἰδικούς μας νὰ τοὺς κρατήσουν εἰς τοὺς στρατῶνας διὰ νὰ μὴ ψηφίσουν. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἦσαν ἀληθὴς μυκτηρισμὸς αἱ ἐκλογαὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἶχε δικαίωμα νὰ ὀνομάσῃ κωμῳδίαν τὴν ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν καὶ καθῆκον ν’ ἀρνηθῇ νὰ προσέλθῃ εἰς αὐτάς. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν περαιτέρω, Κύριοι, τὴν ἐφαρμογὴν τῆς λεγομένης οὐδετεροφίλου, πράγματι δὲ Γερμανικῆς πολιτικῆς. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς τοὺς ἐπιστράτους καὶ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν ἔλεγον ὅτι, ἅμα διεξαχθῶσιν αἱ ἐκλογαί, ἡ ἐπιστράτευσις ἡμῶν θ’ ἀρθῇ. «Ὁ Βενιζέλος ἔφυγε τώρα, αὐτὸς ἔκαμε τὴν ἐπιστράτευσιν, ὁ μαχαιροβγάλτης, ἤθελε νὰ ὠθήσῃ τὸν λαὸν νὰ χύσῃ αἷμα· τώρα ποὺ ἀπηλλάγημεν ἀπ’ αὐτόν, θὰ σᾶς ἀπολύσωμεν νὰ πᾶτε εἰς τὰ σπίτια σας»! Ἀλλὰ αἱ ἐκλογαὶ διεξάγονται, ἀλλὰ οἱ Ἀγγλογάλλοι ὑποχωροῦν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ ἐμφανίζεται ἡ ἀπειλὴ τῆς εἰσβολῆς τῶν Γερμανοβουλγάρων. Ἔχετε εἰς χεῖρας σας τὴν ὑπ’ ἀριθ. 633, τῆς 26 Ἰανουαρίου 1916, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐμπιστευτικὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ἐπιτελείου, διατάσσοντος τὰς μεραρχίας καὶ τὰ Σώματα στρατοῦ νὰ ἀφήσουν νὰ εἰσέλθουν οἱ Βούλγαροι χωρὶς νὰ ἀντιταχθῇ καμμία ἀντίστασις. Ἡ ἀπόφασις τῆς μὴ ἀντιτάξεως ἀντιστάσεως ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐδόθησαν διαταγαί, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ εἰσβολὴ τῶν Βουλγάρων. Μετὰ τοιαύτην δὲ ἀπόφασιν ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ εἴσοδος τῶν Βουλγάρων, τίνα εἶχε πλέον σκοπὸν ἡ διατήρησις τῆς ἐπιστρατεύσεως; Καὶ ἤδη ἔχω δικαίωμα νὰ θεωρήσω τὴν ἀπουσίαν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐκ τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὡς μίαν καθαρὰν φυγομαχίαν (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Εἶναι καθαρὰ φυγομαχία, διότι ἐγνώριζεν ὅτι θὰ τοῦ ἐζήτουν λόγον ὄχι μόνον διὰ τὸ Ροῦπελ, ἀλλὰ κυρίως διὰ τὴν διαιώνισιν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Διότι ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, κύριοι, ἠγωνία τὸ Ἔθνος λέγον: «Τί μᾶς θέλετε καὶ μᾶς κρατεῖτε; Τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ διατήρησις τῆς ἐπιστρατεύσεως;» Καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν σωτήρων τὰς μὲν οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων ἄφινε πεινώσας, δυστυχούσας, ἐκτεθειμένας εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους τῆς δυστυχίας, κινδύνους φυσικούς, κινδύνους ἠθικούς, ἐκράτει δὲ τὸν ἐπιστρατευμένον λαόν, καὶ θὰ τὸν ἐκράτει ἴσως ἀκόμη ποῖος ἠξεύρει μέχρι πόσων μηνῶν βραδύτερον, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ Νότα τῶν Δυνάμεων τὴν 8 Ἰουνίου νὰ ἀξιώσῃ τὴν διάλυσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως ταύτης. Δὲν διέλυσαν τὴν ἐπιστράτευσιν, παρὰ ὅταν ἐξηναγκάσθησαν. Διατί; Διετήρουν αὐτὴν πρὸς τίνα σκοπόν; Διατί διετήρησαν μίαν ἐπιστράτευσιν, ἡ ὁποία εἰς κατανάλωσιν ὑλικοῦ ἐπιστρατεύσεως καὶ δαπάνας διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῆς ἐστοίχισεν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ὑπὲρ τὰ 300 ἑκατομμύρια δραχμῶν; Διατί διετήρησαν τὴν ἐπιστράτευσιν ἐπὶ 9–10 μῆνας καὶ τὴν διέλυσαν ὅταν ἐξηναγκάσθησαν, ὅταν ἡ ζημία εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως αὐτῆς δύναται νὰ ὑπολογισθῇ εἰς ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον καὶ ἀπὸ τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐστοίχισεν εἰς τὸ Κράτος; Διατί διετήρησαν μίαν ἐπιστράτευσιν, ἐπενεγκόντες ζημίαν τοσαύτην μὲν ὑλικὴν εἰς τὸ Κράτος, πολὺ δὲ μεγαλειτέραν εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τῆς Χώρας διὰ τῆς ἀποσπάσεως 300 χιλιάδων ἀνδρῶν ἀπὸ τὰ ἔργα αὐτῶν τὰ παραγωγικά, ἵνα τοὺς ρίψουν ἀσκόπως εἰς τοὺς στρατῶνας; Διατί διετήρησαν μίαν ἐπιστράτευσιν ἐπὶ 9–10 μῆνας, ὅταν δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ κτυπήσουν οὔτε τοὺς Γερμανούς, οὔτε τοὺς Βουλγάρους, διεμαρτύροντο δὲ πάντοτε ὅταν τοὺς ἀπεδίδετο ἡ ἰδέα ἡ κακοῦργος νὰ κτυπήσουν τοὺς Ἄγγλους καὶ τοὺς Γάλλους; Εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀπηυθύνετο πανταχόθεν ἀγωνιωδῶς πρὸς τοὺς Γέροντας, οὐδεμία, κύριοι, μέχρι σήμερον ἐδόθη ἀπάντησις! Ὁ «Κῆρυξ», διερμηνεύων τότε ἐγκύρως τὰς γνώμας τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, δι’ ἐπανειλημμένων ἄρθρων ἔθηκε τὸ ζήτημα, ἐρωτῶν διατί διατηρεῖται ἡ ἐπιστράτευσις. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλλων ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι ἔθετον τὸ αὐτὸ ἐρώτημα, διότι θὰ μοῦ ἀναγνωρίσητε ὅτι ὑπῆρχε κἄποιο περισσότερον κῦρος εἰς τὰ ἐρωτήματα τὰ τιθέμενα ὑπὸ τοῦ «Κήρυκος», διότι οὗτος ἐξεπροσώπει τὰς γνώμας ἑνὸς μεγάλου Κόμματος, ἔξω μάλιστα τῆς Βουλῆς εὑρισκομένου. Ἐπηρώτων λοιπὸν διὰ τοῦ «Κήρυκος»: «Διατί κρατεῖτε τὴν ἐπιστράτευσιν;» Καμμία ἀπάντησις! Ἀλλὰ τοὺς ἔλεγα τότε: «Διατί, ἀπαίσιοι ἄνθρωποι, διατί ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ θέλετε νὰ κρατήσετε ἐν ἐπιστρατεύσει τὸν στρατόν, διατί δὲν κρατεῖτε, ἐπιστρατευόμενα μόνον, τὸ τρίτον καὶ τὸ τέταρτον Σῶμα στρατοῦ, τὰ Μακεδονικά, ἔστω καὶ τὸ 5ον τῆς Ἠπείρου, τὸ ὁποῖον εἶχε μεταφερθῆ εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἀλλὰ συγχρόνως κρατεῖτε ἐν ἐπιστρατεύσει καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον Σῶμα, τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν Πατρῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν μεταφερθῆ εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ δὲν εἶναι συγκεντρωμένα στρατηγικῶς;» Διότι ἡ ἐπιστράτευσις, κύριοι, ἀξίαν ἔχει ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ καὶ νὰ συνοδευθῇ ἀμέσως ὑπὸ τῆς λεγομένης στρατιωτικῆς συγκεντρώσεως, ἡ ὁποία, συγκεντροῦσα τὸν στρατόν, ἔχει αὐτὸν ἕτοιμον νὰ βαδίσῃ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἐπιτευχθοῦν οἱ σκοποί, διὰ τοὺς ὁποίους ἔγινεν ἡ ἐπιστράτευσις. Ἐπιστράτευσις ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιστρατεύεται ὅλος ὁ πληθυσμὸς μιᾶς Χώρας καὶ μένει εἰς τὰς συνήθεις φρουράς του, χωρὶς στρατηγικὴν συγκέντρωσιν, εἶναι μία αἵρεσις στρατιωτική, διὰ τὴν ὁποίαν σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ κρέμασμα τῶν Ἐπιτελῶν μας θὰ ἦτο τιμωρία πολὺ μικρά (Ζητωκραυγαὶ καὶ χειροκροτήματα). Ἡ ἐπιστράτευσις, κύριοι, σκοπὸν ἔχει νὰ φέρῃ εἰς τὰ συντάγματα, εἰς τὰς μονάδας τοῦ στρατεύματος, τοὺς ἐφέδρους, νὰ ἐνδύσῃ αὐτούς, νὰ ὁπλίσῃ αὐτοὺς καὶ νὰ συγκροτήσῃ ὅλας τὰς Ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἐν πολέμῳ σύνθεσιν τοῦ Στρατοῦ, νὰ κάμῃ τὰς ἀναγκαίας ἐπιτάξεις διὰ νὰ ὀργανώσῃ τὰς Ὑπηρεσίας αὐτάς, καὶ ὅταν ὀργανωθῶσιν αἱ Ὑπηρεσίαι, τότε θὰ ἀρχίσῃ ἡ μεταφορά. Τὸ πρῶτον μέρος εἶναι ὑπόθεσις συντελουμένη, κατὰ Κράτη, εἰς 3 ἡμέρας, εἰς 5 εἰς 6· ὅσα Κράτη ἔχουσι τοὺς λεγομένους ὀρεινοὺς σχηματισμούς, ἔχουν μακροτέραν ἐπιστράτευσιν, ὅσα ἀρκοῦνται εἰς τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τὰ αὐτοκίνητα, συντελοῦν τὴν ἐπιστράτευσίν των ταχύτερον. Τὸ πρῶτον Σῶμα στρατοῦ, τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τὸ δεύτερον, τῶν Πατρῶν, μὲ δύναμιν 90 χιλιάδων ἀνδρῶν, εἶχαν ἐπιστρατευθῆ, οἱ ἄνδρες εἶχαν μεταβῆ εἰς τὰ συντάγματα, εἶχαν ἐνδυθῆ τὴν στολήν, εἶχαν παραλάβει τὰ ὅπλα των, εἶχαν ἐπιταχθῆ τῶν πολιτῶν τὰ κτήνη, τὰ κάρρα, καὶ τὰ δύο αὐτὰ Σώματα ἔμεναν εἰς τὰς ἕδρας των. Τί ἐχρησίμευεν αὐτὴ ἡ ἐπιστράτευσις; Δηλαδή, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι οἱ οὐδέτεροι Κυβερνῆται μας ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθωσι τῆς οὐδετερότητος, δὲν θὰ ἐχρειάζοντο πλέον τῶν ἕξ ἡμερῶν ἵνα ἐπιστρατεύσωσι καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον Σῶμα στρατοῦ. Διατί τὰ εἶχον ἐπιστρατευμένα χωρὶς νὰ κάμουν τὴν στρατηγικήν των συγκέντρωσιν; Βεβαίως πολλάκις ὀλίγων ὡρῶν ταχύτης εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πολέμου ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι δίδει εἰς τὸν ἕτερον τῶν ἀντιπάλων τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐπιθέσεως. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, δὲν ἐπρόκειτο διὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπιστρατεύσεως νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ τίς θὰ ἦτο ὁ ἀμυνόμενος στρατὸς καὶ τίς ὁ ἐπιτιθέμενος. Ὑπῆρχον ἤδη δύο στρατοὶ ἀντιμέτωποι εἰς τὰ σύνορά μας, ὁ Ἀγγλογαλλικὸς ἀφ’ ἑνός, ὁ Βουλγαρογερμανικὸς ἀφ’ ἑτέρου, ἡμεῖς δὲ ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν τὴν ἐπιστράτευσιν ἔχοντες τὴν προκάλυψιν πλήρη. «Διατί λοιπόν, τοὺς ἠρώτων, κρατεῖτε τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1ου καὶ 2ου Σώματος στρατοῦ;» Οὐδεμία ἀπάντησις. Ἀλλὰ τοὺς ἔλεγα ἐπὶ πλέον: «Δὲν ἔχετε καλέσει ἀκόμη τὰς ἡλικίας τοῦ 1915 καὶ 1916. Διατί δὲν καλοῦνται αἱ ἡλικίαι αὐταί; Θὰ σᾶς δώσουν 50 χιλιάδας ἀνδρῶν καὶ θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀπολύσητε δέκα ἴσως καὶ δώδεκα ἡλικίας ἐκ τῶν παλαιοτέρων». Καὶ τοὺς ἔλεγα ἀκόμη: «Διατί δὲν καλεῖτε τὰς ἡλικίας τῶν ἀγυμνάστων τῶν νέων χωρῶν, διὰ νὰ ἀντικαταστήσητε δι’ αὐτῶν ἄλλας ἡλικίας, ὥστε νὰ κατορθώσητε νὰ περιορίσητε τὰς ἐπιστρατευμένας ἡλικίας εἰς τοὺς νεαρωτέρους;» Οὐδεμία ἀπάντησις, οὐδεμία δικαιολογία.

§62Γ. ΠΩΠ. Οὔτε εἰς τὰς ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι τοῖς ἀπηυθύνοντο ἐν τῇ Βουλῇ ἔδιδον ἀπάντησιν.

§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔδιδον ἀπάντησιν, διότι τοὺς ἦτο ἀδύνατον νὰ δώσουν τοιαύτην, καθόσον δὲν ἠδύναντο νὰ ὁμολογήσουν τοὺς σκοπούς, δι’ οὓς ἐκράτουν τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἡ ἐπιστράτευσις ἡ γενικὴ τοὺς ἦτο ἀναγκαία, διότι αὕτη ἐδικαιολόγει τὴν ἀπονομὴν τῶν προσθέτων ἐπιδομάτων εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἐνόμιζον δὲ ὅτι διὰ τοῦ μέσου αὐτοῦ θὰ εἶχον εὐμενεστέρους τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ στράτευμα. Μοῦ εἶπαν ὅτι γράψας αὐτὸ ὕβρισα τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ἦτο τοῦτο τόσον μικρόν, τόσον ταπεινόν, ὥστε δὲν ἐνόμισα ἀναγκαῖον οὔτε νὰ ἀπαντήσω. Ἀλλὰ δὲν ἦτο αὐτὸ μόνον. Ἔχοντες τὴν γενικὴν ἐπιστράτευσιν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσουν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸν Στρατιωτικὸν Νόμον. Καὶ ἐσκόπουν νὰ τὸν ἐφαρμόσουν, ἀλλ’ ὑπῆρχε κἄποια δυσκολία, κἄποια ἀντίδρασις, διότι αἱ Δυνάμεις δὲν ἐφάνησαν διατεθειμέναι νὰ δεχθῶσιν, ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος ἐπεβάλλετο ἐξ ἐξωτερικῶν ἢ στρατιωτικῶν λόγων καὶ ἔλεγαν εἰς τοὺς σωτῆρας ὅτι θὰ ἔκαμναν καλὰ νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσουν· καὶ δὲν τὸν ἐφήρμοσαν, διότι ἐφοβοῦντο τὴν σύστασιν τῶν Δυνάμεων, ἀλλὰ τὸν εἶχαν πάντοτε ὡς φόβητρον καὶ ὅταν θὰ ἤρχοντο εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰς Δυνάμεις, θὰ ἐφήρμοζον αὐτόν. Ἀλλ’ εἶχε καὶ ἄλλον σκοπὸν ἡ ἐπιστράτευσις. Αὕτη παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον νὰ ἁρπάζῃ εἰς πᾶσαν στιγμὴν τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ τοὺς πετᾷ ἀπὸ τὸ ἓν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς Ἑλλάδος. Ἄνευ ἐπιστρατεύσεως, τὰς μεταθέσεις ἐνεργεῖ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων, εἶναι δὲ τοῦτο μία ἐγγύησις ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ μετατεθῇ αὐθαιρέτως, ἐνῷ ἐπὶ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ἔχει εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον, ὡς ὅπλον, τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστέλλῃ ἐξ Ἀθηνῶν εἰς τὰ ἀπώτατα σημεῖα τοῦ Κράτους πάντα ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐτόλμα νὰ δείξῃ τάσεις τινὰς ἀνεξαρτησίας πνεύματος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὰ μόνον. Ἐπεδίωκον ἀκόμη οἱ ἀνόσιοι αὐτοὶ ἄνθρωποι οἱ Γέροντες καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον, ἐπεδίωκον διὰ τῆς παρατάσεως τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως νὰ κάμψουν σωματικῶς καὶ ψυχικῶς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ νὰ τὸν καταστήσουν ἀνίκανον νὰ ἐξεγερθῇ ποτέ, ὅπως τοῖς ζητήσῃ λόγον. Αὐτὸ ἐπεδίωκον διὰ τῆς παρατάσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπὶ δεκάμηνον. Ἐπεδίωκον ἀκόμη νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ διὰ τὴν διδασκαλίαν τὴν ἄτιμον, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τοὺς στρατῶνας, διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ ἀπαλλοτριώσουν, ἂν ἦτο δυνατόν, ὅπως εἶπα καὶ πρὸ ὀλίγου, τὸν λαὸν ἀπὸ τὸν ἐκλεκτόν του, τὸν λαὸν ἀπὸ τὸ Κόμμα, πρὸς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο προσηλωμένος ἐπὶ τόσον χρόνον. Ἀντὶ νὰ διδάσκεται εἰς τοὺς στρατιώτας τὸ φρόνημα τὸ γενναῖον, ἀντὶ νὰ διδάσκεται εἰς τοὺς στρατιώτας ἡ ἀνάγκη τῆς θυσίας τοῦ ἀτομικοῦ σαρκίου διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑψηλῶν ἰδεωδῶν τῆς Πατρίδος, εἰς τοὺς στρατιώτας ἐδιδάσκετο, κατὰ τὰς ἐπιταγὰς τοῦ Ἐπιτελείου, ἡ δειλία, ἐδιδάσκετο ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἐκπληρώσεως παντὸς ὑψηλοῦ καθήκοντος, ἐδιδάσκετο ἡ ἀποστροφὴ πρὸς πᾶσαν γενναίαν πρᾶξιν, ἐδιδάσκετο διαρκῶς καὶ ἀεννάως ὅτι, ἐὰν μένουν εἰς τοὺς στρατῶνας, μένουν διότι τοὺς ἐκάλεσεν ὁ Βενιζέλος καὶ πρέπει καλὰ νὰ τὸ ἐννοήσουν αὐτὸ καὶ καλὰ νὰ τὸ βάλουν εἰς τὴν ψυχήν των, ὥστε, ὅταν θὰ φύγουν διὰ νὰ πᾶνε εἰς τὰ σπίτια των, νὰ τὸ ἐνθυμοῦνται καὶ αὐτὸ νὰ λέγουν εἰς τοὺς γονεῖς των καὶ αὐτὸ νὰ λέγουν εἰς τοὺς ἀδελφούς των. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐργασία ἡ ὁποία ἐγίνετο εἰς τοὺς στρατῶνας. Βεβαίως δὲν λέγω ὅτι δὲν ὑπῆρχον καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ αὐτὴ ἦτο γενικῶς ἡ ἐργασία ἡ γινομένη εἰς τοὺς στρατῶνας κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Ἐπιτελείου τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Βεβαίως ἡ ἐσωτερικὴ αὕτη ἄποψις εἶναι ἴσως ἐπαρκὴς διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν παράτασιν αὐτὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἀλλ’ οἱ ἐφαρμόζοντες τὴν λεγομένην οὐδετερότητα, πράγματι δὲ Γερμανικὴν πολιτικήν, ἐπεδίωκον καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα· ἐγνώριζαν ὅτι ὁ πόλεμος ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ μακρός· ἐγνώριζαν ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὅσον καὶ ἂν ἐφαντάζοντο ὅτι τὸ ὑπονόμευσαν, εἶχεν ἀκόμη βαθυτάτας τὰς ῥίζας του εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἐφοβοῦντο λοιπὸν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν μήπως ἐπέλθῃ κἄποια μεταβολὴ περιστάσεων καὶ ἡ Ἑλλὰς δυνηθῇ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν πόλεμον· αὐτοὶ δέ, ἐφαρμόζοντες Γερμανικὴν πολιτικήν, ἤθελαν νὰ φέρουν τὴν Ἑλλάδα εἰς σημεῖον ὥστε, ὑπὸ οἱασδήποτε περιστάσεις, καὶ τὰς ἀρίστας ἀκόμη, νὰ μὴ δύναται σωματικῶς καὶ ψυχικῶς νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέμου. Ἤθελαν νὰ προσφέρουν καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν Γερμανὸν Αὐτοκράτορα καὶ πρὸς τοὺς συμμάχους αὐτοῦ κληρονομικούς μας ἐχθρούς. Κύριοι, μόνον ἀφοῦ συνετελέσθη ἡ ἀποστράτευσις ἠναγκάσθησαν νὰ μᾶς εἴπουν εἰς τί τὴν ἐχρησιμοποίησαν, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μετέβαινον εἰς τοὺς οἴκους των οἱ ἀποστρατευόμενοι, ἔπρεπε νὰ δώσουν δικαιολογίαν τινά. Ἀκούσατε δὲ τί ἔγραφεν ὁ Τύπος των (ἀναγινώσκει): «Μὴ δυνάμενοι—λέγει—νὰ γνωρίζουν (οἱ ἀντιπολιτευόμενοι) ποίους πολιτικοὺς σκοποὺς σοβαροὺς καὶ ἐθνικωτάτους ἐξυπηρέτει ἡ ἐπιστράτευσις, ἐπίστευον ἐν τῇ στενότητι τῶν ἀντιλήψεών των ὅτι αὕτη μόνον τὴν ἐξυπηρέτησιν κομματικῆς πολιτικῆς εἶχεν ὡς ἀποστολήν. Δὲν ἠδύναντο νὰ εἴδουν ὅτι, εἰς τὴν σημερινὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὑπὸ τὰ ὅπλα παραμονὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ προσηρμόζετο εἰς τὴν ἐπίτευξιν ἄλλων σκοπουμένων καθαρῶς Ἑλληνικῶν καὶ γνησίως ἐθνικῶν». Αὐτὴ ἦτο μία ἀπάντησις. Καὶ ἄλλη (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ἀποστρατεύσεως ἡ Ἑλλὰς ἐπαναλαμβάνει τὸν ὁμαλὸν (!) καὶ κανονικόν της βίον. Οἱ λόγοι τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐξέλιπον, ἐπιτυχόντος τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἰσχύουσα πολιτικὴ διετήρησε τὴν ἐπιστράτευσιν». Ποίου σκοποῦ;

§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ Γούναρη.

§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Καὶ περαιτέρω (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ἀποστρατεύσεως ἡ Ἑλλὰς μεριμνᾷ περὶ ἑαυτῆς καὶ τακτοποιεῖ τὰ τοῦ οἴκου της. Περισυλλέγεται». Οἴμοι τῆς περισυλλογῆς! Καὶ ἄλλη ἀπάντησις (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὀφείλουσα νὰ σιωπᾷ χάριν αὐτῶν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς κανένα διατί διετήρει τὴν ἐπιστράτευσιν». Εἰς κανένα. Οὔτε καὶ εἰς τὸν λαόν. Αὐταὶ ἦσαν αἱ συνταγματικαί των ἀντιλήψεις. Sic volo, sic jubeo. Αὐταὶ ἦσαν αἱ ἀπαντήσεις, κύριοι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, ὁσάκις ἐπεζήτει τὸ καθεστὼς τῶν Γερόντων νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς σκοποὺς τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἀλλά, κύριοι, ἀφοῦ διετήρουν τὴν ἐπιστράτευσιν, διατί τοὐλάχιστον δὲν ἐχρησιμοποίησαν αὐτὴν πρὸς ἐπιτυχίαν σκοποῦ τινος; Ἐξήγησα ἤδη προηγουμένως τίνα ἀνταλλάγματα ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχουν παρὰ τῶν Γερμανῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ ἀνταλλάγματα ταῦτα οὔτε ἐσκέφθησαν κἂν νὰ ζητήσουν διὰ νὰ μὴ φέρουν εἰς δύσκολον θέσιν αὐτούς, διατί τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ὠξύνθη τὸ ζήτημα τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ, δὲν ἐστράφησαν μίαν φορὰν πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας διὰ νὰ τοῦ εἴπουν: «Γνωρίζετε ἐπὶ τέλους ὅτι τὸ μαχαῖρι ἔφθασε ἕως τὸ κόκκαλο;» Διατί δὲν ἐσκέφθησαν τοὐλάχιστον διὰ τὴν προστασίαν τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ Ἑλληνισμοῦ; Διότι ἔχετε, κύριοι, ἐνώπιόν σας τὴν ἀπόδειξιν ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πρωτοβουλία τῶν διωγμῶν τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι καθαρῶς Γερμανική. Διατί λοιπόν, ἀφοῦ διετήρουν τὴν ἐπιστράτευσιν, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ φωνή των μεῖζον τι κῦρος, διατί δὲν ἠξίουν τοὐλάχιστον τὴν φειδὼ πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ὁμογενεῖς πληθυσμούς; Διατί ἔδιδον τὰ πάντα, καὶ ὄχι μόνον οὐδὲν ἔλαβον, ἀλλ’ οὔτε ἐζήτησαν κἂν τίποτε ὡς ἀντάλλαγμα; Διατί ἄλλο, παρὰ διότι ἤσκουν Γερμανικὴν πολιτικήν; Καὶ τῆς Γερμανικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, κύριοι, ἔχομεν καὶ ἄλλας ἀποδείξεις. Εἰς τοὺς Ἀγγλογάλλους ἐν ἀρχῇ δὲν ἐπετρέψαμεν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ Σερβικὸν ἔδαφος διὰ τῆς κοιλάδος τοῦ Ἀξιοῦ, τόσον δὲ πολὺ ἐνεμένομεν εἰς τοῦτο, ὥστε, ὅταν οἱ Ἄγγλοι ἐζήτησαν νὰ χρησιμοποιήσουν τὸν σιδηρόδρομον Θεσσαλονίκης–Δεδεαγὰτς πρὸς ἀποστολὴν ἐπικουριῶν διὰ τὰ στρατεύματα αὐτῶν ἐν Δοϊράνῃ, προεβλήθη ὅτι ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, μὴ ἀκολουθῶν τὴν κοιλάδα τοῦ Ἀξιοῦ, δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν καὶ ὅτι πρέπει νὰ σταλῶσι τὰ στρατεύματα διὰ τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων, οἱ ὁποῖοι, ἐννοεῖται, ἦσαν ἀπερροφημένοι εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν Γάλλων, καὶ παρῆλθον οὕτω 24 ὧραι, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ ἐν Δοϊράνῃ Ἀγγλικὰ στρατεύματα ἔμειναν ἄνευ ἐπικουριῶν, ἕως οὗ ὑπέκυψε τὸ Ἐπιτελεῖον καὶ ἐπέτρεψε νὰ διέλθουν τὰ στρατεύματα καὶ διὰ τοῦ Ἑνωτικοῦ σιδηροδρόμου. Ἀφοῦ δὲ οὕτω ἐσκέπτοντο ὡς πρὸς τοὺς Ἀγγλογάλλους, διατί τοὐλάχιστον δὲν συνωμολογήθη ὅτι ἡ εἰσβολὴ ἡ ἐνδεχομένη τῶν Γερμανοβουλγάρων θὰ γίνῃ ὁμοίως διὰ τῆς κοιλάδος τοῦ Ἀξιοῦ, ὥστε νὰ ἀσφαλισθῇ ἀπὸ τῆς εἰσβολῆς καὶ ἡ Ἀνατολικὴ καὶ ἡ Δυτικὴ Μακεδονία καὶ νὰ μὴ γίνῃ ἡ ὅλη Μακεδονία θέατρον πολέμου; Διατί; Διότι ἤσκουν Γερμανικὴν πολιτικήν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν, κύριοι, ὅτι ἤσκουν οὐχὶ οὐδετερόφιλον πολιτικήν, ἀλλὰ Γερμανικὴν πολιτικήν, ξένην πολιτικήν. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ μεταφερθῇ ὁ Σερβικὸς στρατός, ὁ ἀνασυγκροτηθεὶς ἐν Κερκύρᾳ, εἰς Μακεδονίαν, ἐνθυμεῖσθε ποία ἀντίστασις ἀντετάχθη κατὰ τῆς διόδου αὐτοῦ διὰ ξηρᾶς. Ἐζήτησαν νὰ ἐμποδίσουν διὰ παντὸς τρόπου τὴν μεταφορὰν τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ, ὄχι μόνον διὰ νὰ εἶναι αὕτη βραδυτέρα, ἀλλὰ καὶ ἐπικινδυνοτέρα. Μετήρχοντο καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ Γερμανικὴν πολιτικήν. Καὶ ἐπειδὴ Γερμανικὰ συμφέροντα ἐπέβαλλον νὰ μὴ μεταφερθῶσιν οἱ Σέρβοι διὰ ξηρᾶς, χρησιμοποιοῦντες τὸ σιδηροδρομικόν μας δίκτυον, δὲν ἐπέτρεψαν τὴν μεταφορὰν ταύτην. Καὶ δὲν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις τῶν Γερόντων ὅτι μετὰ τὸ ὄνειδος, τὸ ὁποῖον προσήφθη διὰ τὴν ἀθέτησιν τῶν συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων, μετὰ τὸ μῖσος, τὸ ὁποῖον ἦτο φυσικὸν νὰ γεννηθῇ εἰς τὴν ψυχὴν τῶν συμμάχων μας, συμφέρον ὑπέρτατον εἴχομεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῆς παρουσιασθείσης εὐκαιρίας διὰ νὰ προσφέρωμεν μικράν τινα ὑπηρεσίαν εἰς τὸ σύμμαχον ἡρωϊκὸν Ἔθνος, ὅπως ἀμβλύνωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν δημιουργηθεῖσαν ἀντίθεσιν. Ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἐζήτησαν νὰ ἐπιτύχουν, ἀλλ’ ἐζήτησαν νὰ ἀνορύξουν βαθύτερον τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐχώριζεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τὸ φίλον Σερβικὸν Ἔθνος. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐγίνοντο κατὰ τὸν Ἀπρίλιον, ὀλίγον χρόνον ὕστερον, κατὰ τὸν Μάϊον, παρεδίδετο τὸ Ροῦπελ. Καὶ πρέπει νὰ μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι οἱ Ἀγγλογάλλοι, ἀνατινάξαντες ἀπὸ μηνῶν τὴν γέφυραν τοῦ Δεμὶρ–Ἱσσάρ, εἶχον ἐκδηλώσει σαφῶς καὶ κατὰ τρόπον στρατιωτικῶς ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον νὰ ἐνεργήσωσι πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐπιθετικὴν στρατιωτικὴν ἐπιχείρησιν. Ἐγνώριζαν οἱ Γερμανοὶ ὅτι, ἀνατινάξαντες οἱ Ἀγγλογάλλοι τὴν γέφυραν καὶ μὴ ἀπασχολούμενοι νὰ ἀποκαταστήσωσιν αὐτήν, οὐδένα σκοπὸν εἶχον νὰ προελάσωσι πρὸς τὰ ἐκεῖ· ἡ κατάληψις ἑπομένως τοῦ Ροῦπελ ὑπὸ τῶν Βουλγάρων ἐγένετο οὐχὶ ὡς πρᾶξις ἀμυντική, ἀλλ’ ὡς πρᾶξις ἐπιθετική. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι βέβαιος, ἀφοῦ δὲν ἔχω ἀποδείξεις, ἀλλὰ διατί, ἀφοῦ τὸ ἔχω εἰς τὴν ψυχήν μου νὰ μὴ τὸ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς: ὅτι κρίνω πιθανὸν ὅτι ἡ πρωτοβουλία τῆς παραδόσεως τοῦ Ροῦπελ εἶναι ἰδέα Ἑλληνική, δῆθεν Ἑλληνικὴ δηλαδή, ὅτι ἦτο ἰδέα τοῦ Ἐπιτελείου, διὰ νὰ ἰσορροπηθῇ ἡ ἐνίσχυσις, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχον οἱ Ἀγγλογάλλοι διὰ τῆς ἀφίξεως τῶν Σερβικῶν στρατευμάτων, διὰ τῆς παραδόσεως τοῦ Ροῦπελ πρὸς τοὺς Γερμανοβουλγάρους, διὰ νὰ ἀπειλοῦν ἐκεῖθεν οὗτοι τὰ πλευρὰ τῆς παρατάξεως τῆς Ἀγγλογαλλικῆς. Ἐνθυμεῖσθε δέ, ὅταν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξηγείρετο ἡ δημοσία γνώμη καὶ ἠρώτα «διατί παρεδώσατε τὸ Ροῦπελ», ποία ἦτο ἡ ἀπάντησίς των; «Τί ἠθέλετε νὰ κάμωμεν; Οἱ Γερμανοὶ ἦσαν ἀποφασισμένοι νὰ προχωρήσουν, διετάξαμεν ἀντίστασιν, ἐρρίφθησαν καὶ μερικοὶ πυροβολισμοί, αὐτοὶ ἐπέμειναν νὰ προελάσουν, ἐὰν ἐπεμένομεν περισσότερον θὰ ἐξηρχόμεθα τῆς οὐδετερότητος, διότι θὰ μᾶς ἐκήρυττε τὸν πόλεμον ἡ Γερμανία, καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς θέλαμεν οὐδετερόφιλον πολιτικήν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ ἀνεχθῶμεν». Ἀλλὰ πόθεν, κύριοι, πόθεν ἡ ἀπόδειξις ὅτι ἡ παράδοσις τοῦ Ροῦπελ ἠξιοῦτο ἐπὶ ἀπειλῇ πολέμου; Καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν ἔγγραφα δημόσια, ἐκ τῶν ὁποίων γνωρίζομεν τί συνέβη, ποῖος ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῇ ὅτι, ἐὰν εἰς τοὺς Γερμανοὺς καὶ Βουλγάρους ἐλέγαμεν ὅτι τὰ φρούρια ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ὡπλίσαμεν ἐναντίον τοῦ γείτονος, τὰ φρούρια ἡμῶν — τῶν ὁποίων τὸ μυστικὸν ἐτηρεῖτο μετὰ τόσης εὐλαβείας, ὥστε ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, μεταβαίνοντες πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν φρουρίων, δὲν ἐγένοντο δεκτοί, ἵνα μὴ μάθωσι τὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ μηχανισμοῦ των, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦσαν κεκλημένοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐκεῖ — ἐὰν τοὺς ἐλέγαμεν ἀποφασιστικῶς ὅτι τὰ φρούρια ἡμῶν δὲν τὰ παραδίδομεν εἰς ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων τὰ ἔχομεν κατασκευάσει ἀκριβῶς, ποῖος θὰ πιστεύσῃ ὅτι οὗτοι θὰ ὤθουν τὰ πράγματα μέχρι πολέμου, διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν κατάληψιν τοῦ Ροῦπελ; Καὶ τέλος, ἐὰν ἀντέτασσον ἀντίστασιν πραγματικήν, καὶ ἔβλεπαν τοὺς Γερμανοὺς ἐπιμένοντας μέχρι τέλους, καὶ ἐὰν πραγματικῶς εὑρίσκοντο ἐνώπιον ἑνὸς τελεσιγράφου Γερμανικοῦ, θὰ ἠδύναντο τότε τοὐλάχιστον νὰ ὑποχωρήσουν, δικαιολογούμενοι ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν πολιτικήν των, τίποτε ἄλλο δὲν ἠδύναντο νὰ πράξουν. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ἔνδειξις ὅτι οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Βούλγαροι θὰ ἀπεφάσιζαν, ἐὰν τοὺς ἐλέγομεν ἀνδρικῶς ὅτι δὲν παραδίδομεν τὸ Ροῦπελ καὶ προτιμῶμεν νὰ φθάσωμεν μέχρι πολέμου δι’ αὐτό, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἔνδειξις ὅτι θὰ ἀπεφάσιζαν ὅτι ἡ κατάληψις τοῦ Ροῦπελ ἤξιζε νὰ ἐπιδιωχθῇ καὶ διὰ συγκρούσεως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἤδη ἔχομεν ἀποδείξεις πλήρεις τοῦ πῶς ἐγένοντο τὰ πράγματα. Ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν ὅτι οὐδεμία πίεσις ἠσκήθη προηγουμένως, ὅτι ἐστάλη μόνον μία ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν Μίρμπαχ, τὸν πρέσβυν τῆς Γερμανίας, καὶ ἄλλη μία ἀπὸ τὸν Πασσάρωφ, τὸν πρέσβυν τῆς Βουλγαρίας, πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, διὰ τῶν ὁποίων ἀνήγγελλον οἱ ἐπιστέλλοντες ὅτι ἔχουν ἀνάγκην νὰ καταλάβουν τὸ Ροῦπελ καὶ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Στρυμῶνος καὶ διεβεβαίουν ὅτι ἡ εἰσβολὴ αὕτη οὐδόλως θίγει τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα θὰ μείνουν σεβαστά. Καὶ ὁ κ. Σκουλούδης, λαμβάνων τὴν ἀνακοίνωσιν αὐτήν, σπεύδει νὰ ἀπαντήσῃ ὅτι λαμβάνει σημείωσιν τῶν ἐν αὐτῇ διαβεβαιώσεων, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν διπλωματικὴν γλῶσσαν σημαίνει «εἴμεθα σύμφωνοι». Ποῦ ἡ πίεσις; Ποῦ ἡ ἐκβίασις; Ἔχετε τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτοῦ λέγοντος, ὅτι οὐδεμία διαπραγμάτευσις προηγουμένως ἐγένετο καὶ ὅτι, καθ’ ἃ συνάγει, νομίζει ὅτι ἐπίκειται προέλασις εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Στρυμῶνος πρὸς κατάληψιν τοῦ Ροῦπελ. Διατί παρεδώσαμεν τὸ Ροῦπελ; Διότι ἠσκοῦμεν Γερμανικὴν πολιτικήν. Καὶ σκεφθῆτε, κύριοι, ποία πεποίθησις ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Γερμανίας, ποία πεποίθησις ἐπὶ τὴν δουλοφροσύνην ἡμῶν, εἴτε ἐπὶ τὴν πλήρη ὑποταγὴν ἡμῶν εἰς τὰ συμφέροντα τὰ Γερμανικά, ὅταν ἀπεφασίζετο ἡ προέλασις αὐτή, χωρὶς κανένα φόβον ὅτι ἠδύνατο αὕτη νὰ δημιουργήσῃ περιπλοκάς. Τοὺς εἶχαν πείσει ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ δεχθῇ τὰ πάντα πλέον, ὅτι τὸν εἶχαν δέσει χειροπόδαρα, διὰ νὰ τὸν παραδώσουν εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τοὺς συμμάχους της. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἀκόμη τὴν στιγμὴν αὐτήν: Ἐὰν δὲν ἤσκουν, οὐχὶ ἁπλῶς φιλουδετέραν, ἀλλὰ καθαρῶς Γερμανικὴν πολιτικήν, διατί, ὅταν τοῖς ἐζητήθη τὸ Ροῦπελ, δὲν ἠξίωσαν νὰ γίνῃ ἡ κατοχὴ διὰ Γερμανικῶν στρατευμάτων καὶ ὄχι Βουλγαρικῶν, μὲ τὸν πρόσθετον ὅρον τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ μὴ ἀνακοινώσουν εἰς τοὺς Βουλγάρους τὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ Ροῦπελ; Τουλάχιστον τὴν εὐλάβειαν αὐτὴν πρὸς τὸ εὔθικτον τῆς Ἑλληνικῆς γνώμης δὲν ἐσκέφθησαν οὔτε οἱ σωτῆρες, οὔτε τὸ Ἐπιτελεῖον, οὔτε ὁ τότε Βασιλεὺς νὰ ἐπιδείξουν; Διατί; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλουστάτη. Διότι, ἂν ἠξίουν τοιοῦτο τι, ἡ Γερμανία θὰ ἠναγκάζετο ν’ ἀπασχολήσῃ διὰ τὴν κατοχὴν τοῦ Ροῦπελ μίαν διλοχίαν καὶ ἓν τάγμα Γερμανικοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν προέβαλαν τοιαύτην ἀξίωσιν, διότι δὲν ἤθελαν νὰ πράξουν τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ εἶναι ἐνοχλητικὸν εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἀλλὰ διατί τουλάχιστον εἰς τὴν ἀπάντησίν του ὁ προϊστάμενος τῶν Γερόντων πρὸς τὸν Μίρμπαχ, ἀφοῦ ἐδήλου ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν διὰ τὴν κατάληψιν τοῦ Ροῦπελ, δὲν ἐζήτει τουλάχιστον ὡς ἀντάλλαγμα, ἀφοῦ τὸ Ροῦπελ εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι δὲν θέλουν εἰσέλθει οἱ Βούλγαροι εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν; Διατί δὲν τὸ ἐσκέφθησαν; Ποίαν ἐξήγησιν θὰ εὕρητε; Θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως: «Καὶ ἐὰν ἐδίδετο τοιαύτη ὑπόσχεσις, μήπως θὰ ἐτηρεῖτο;» Δὲν θὰ ἔδιδα βέβαια ἐγὼ μεγάλην σημασίαν εἰς τοιαύτην ὑπόσχεσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: «Διατί εἰς τὸ πνεῦμα τῶν Γερόντων, τοῦ Ἐπιτελείου, τοῦ τέως Βασιλέως, ἐὰν ἐσκέπτοντο Ἑλληνικῶς, δὲν ἐπῆλθε κἂν τοιαύτη σκέψις, νὰ ζητήσουν μίαν ὑπόσχεσιν περὶ μὴ εἰσβολῆς εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν;» Διότι ἤσκουν Γερμανικὴν καὶ οὐχὶ Ἑλληνικὴν φιλουδετέραν πολιτικήν.

§66Δ. ΠΑΖΗΣ. Παρὰ τοῦ ὑποδιοικητοῦ Δεμὶρ–Ἱσσάρ, τμήματος τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, Γεωργίου Ζώρα ἔμαθον ὅτι ὁ κ. Γούναρης διὰ κρυπτογραφικοῦ τηλεγραφήματος τῆς 17 Μαρτίου ἐτηλεγράφει: «Μὴ ἀνησυχῆτε διὰ τὴν κατάληψιν. Ἐπεδικάσθη ὁριστικῶς ἡ παράδοσις τοῦ Ροῦπελ εἰς τοὺς Γερμανοβουλγάρους καὶ ἐξουδετερώθη πᾶσα προέλασις τῶν Ἀγγλογάλλων. Εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα: Οἱ Μητροπολῖται Δεμὶρ–Ἱσσάρ, Δράμας καὶ Σερρῶν ἀπὸ κοινοῦ, ἀπηλπισμένοι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Γερόντων, διεμαρτυρήθησαν πρὸς τὸν Μεγαλειότατον. Ἡ ἀπάντησις δὲ ἐκ μέρους τοῦ κ. Γούναρη ἦτο ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχῇ ὁ πληθυσμὸς τῆς Μακεδονίας, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ δὲν ἤρχοντο οἱ Γερμανοβούλγαροι ὡς ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἡ παράδοσις τοῦ Ροῦπελ, κύριοι δὲν εἶναι ἐξεταστέα μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, δὲν ἀποτελεῖ μόνον τὴν ἐμφανεστέραν ἀπόδειξιν ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τὴν Γερμανικὴν καθαρῶς πολιτικὴν ἦσαν ἕτοιμοι νὰ θυσιάσουν τὰ πάντα, ἀρκεῖ νὰ ὠφελήσουν, ἢ τουλάχιστον νὰ μὴ παραβλάψουν τὰ Γερμανικὰ συμφέροντα. Ἐμφανίζει ἡ ὑπόθεσις αὕτη μίαν εἰκόνα καταπτώσεως ἐθνικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ μελετῶν τὰ ἔγγραφα τῆς Λευκῆς Βίβλου καταλαμβάνεται ἀπὸ ἐθνικὴν ἐντροπήν. Βλέπετε τὸν Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ψευσθῇ μὲ τὸν μᾶλλον ἀναίσχυντον τρόπον. Περιγράφει τὸ πῶς ἔγινεν ἡ κατάληψις, ἐκθέτων ὅτι αὕτη ἀπετέλει αἰφνιδιασμόν. Διαταγαὶ ἦσαν ν’ ἀντισταθῇ, τὸ φρούριον ἀντεστάθη, ἀλλ’ αὐτοὶ ἐπέμεναν· τί ἠθέλατε νὰ κάμωμεν, ἀφοῦ ἠθέλαμεν νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς πόλεμον μὲ τὴν Γερμανίαν; «Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, λέγει εἰς τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις του ὁ κ. Σκουλούδης, εὑρεθεῖσα ἡ Κυβέρνησις καὶ βλέπουσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀπόφασιν τῶν εἰσβαλόντων νὰ καταλάβωσι τὸ ὀχυρόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐνόπλου ἀντιστάσεως, δυναμένη ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ μεταβληθῇ εἰς γενικὴν σύρραξιν, θὰ ἦγεν εἰς ἔξοδον ἀπὸ τῆς πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος, τὴν ὁποίαν δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐγκαταλίπῃ, διέταξε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρῶτον μὲν τὴν παῦσιν τῆς ἀντιστάσεως, εἶτα δὲ ὅπως δηλωθῇ εἰς τὸν Γερμανὸν ἀρχηγὸν ὅτι ἀπέναντι τῆς γενικῆς εἰσβολῆς τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ ἐν τῇ στενωπῷ τοῦ Δεμὶρ–Ἱσσάρ, ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ ὀχυρόν, εἶναι ἠναγκασμένη ἡ φρουρὰ ν’ ἀποσυρθῇ τούτου». Καὶ προχωρεῖ περαιτέρω: «Οὕτω ἐγένετο ἡ κατάληψις τῶν στενῶν τοῦ Ροῦπελ». Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης καταδηλοῦται τὸ ἀβάσιμον τῶν ποικίλων φημῶν, αἵτινες ἐκυκλοφόρησαν σκοπίμως, ὅπως διαβάλωσι τὴν Ἑλλάδα ὡς δολίως πολιτευθεῖσαν πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Συνεννοήσεως καὶ μεροληπτικῶς ὑπὲρ τῶν ἀντιπάλων της». Καὶ κατωτέρω: «Ἀνάξια διαψεύσεως ἢ καὶ ἁπλῆς ἀπαντήσεως εἶναι τὰ ἐπιβούλως διαδοθέντα, ὅτι δῆθεν ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία, ἢ ἄλλη τις Ὑπηρεσία, ἦλθεν εἰς προσυνεννόησιν μετὰ τῶν Γερμανοβουλγάρων ὅπως παραδοθῇ τὸ Ροῦπελ. Οὐδεμία Ὑπηρεσία, εἴτε Ἐπιτελική, εἴτε ἄλλη, ἐνεργεῖ αὐτοβούλως, ἀλλὰ πᾶσαι ἐνεργοῦσιν ὑπὸ τὰς διαταγὰς καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως», τῆς «Γερμανικῆς» παρέλειψε μόνον νὰ εἴπῃ. Θὰ μοῦ εἴπητε: «Ναί, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τῶν Γερόντων ἔπρεπε νὰ κρύψῃ τὸ αἶσχος αὐτό, τὸ ὁποῖον διέπραξε συμφωνήσασα τὴν παράδοσιν τοῦ Ροῦπελ. Ἀπέναντι τῶν ξένων δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ τὸ εἴπῃ, διότι αὐτὸ θὰ ἐξετράχυνε τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας ἀρκετὰ εἶχεν ἐκτραχύνει ὁ Πρόεδρος τῶν γερόντων». Ἀλλ’ ἐρωτῶ: «Διατί ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις τῶν Γερόντων δὲν ἔκρινεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναβάλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐπί τινας ἡμέρας, ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ αὐτὰ τὰ ἀναίσχυντα ψεύδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς;

§68Γ. ΠΩΠ. Τοὐναντίον, ἤθελον συζήτησιν, ἐγὼ δέ, διαισθανόμενος ὅτι ὑπῆρχε κἄτι τι τὸ τραγικὸν ἐθνικῶς διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, τὴν ἰδίαν ἑσπέραν καθ’ ἣν κατήρξατο ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, παρεκάλεσα ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐτῆς θέσεως τὴν Κυβέρνησιν νὰ περατωθῇ τὴν ἰδίαν ἑσπέραν. Ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ παραταθῇ ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν ἐπὶ μακρότερον χρόνον ἡ συζήτησις, ἵνα φωτισθῇ ἐντελῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ταυτοχρόνως, ἐπειδὴ ἐξομολογούμεθα πάντες τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργός, γνωρίζων ὅτι θὰ ὡμίλουν καὶ ὅτι ἐπεφυλασσόμην νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι θὰ ἐπετιθέμην διὰ τὸ γεγονὸς ἄνευ στοιχείων, ἀλλὰ ἀπὸ καθαρῶς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, μὲ παρεκάλεσεν ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος καὶ χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων νὰ μὴ μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἀναλαμβανούσης τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐναντίον της διετυπώθησαν μετὰ ὕφους μετριοπαθοῦς ὑπὸ ῥητόρων τινῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδιαιτέρως ἐναντίον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὅστις δὲν παρακολουθεῖ τὰς ἐνταῦθα συνεδριάσεις, καὶ ἰδίως ἐναντίον τοῦ κ. Γούναρη. Ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ μὴ μετάσχω τῆς συζητήσεως καὶ συγχρόνως ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκεν ἀνανταπαντήτους τὰς μομφάς. Ἡ ἀλήθεια εἶναι αὕτη ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἀφηγήσεώς σας, ὅτι ἡ ἀπάντησις πρὸς φωτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δίδεται τὴν στιγμὴν ταύτην μόνον (Χειροκροτήματα).

§69Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐρωτῶ λοιπόν: Διατί δὲν διεκόπτοντο αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ τὰ ἀναίσχυντα αὐτὰ ψεύδη ἡ Κυβέρνησις; Διατί ἡ κατάπτωσις ἡ ἐθνικὴ ἐπιτείνεται δι’ ἄλλων ἐνεργειῶν τοῦ Προέδρου τῶν γερόντων; Διαμαρτύρεται οὗτος καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς συνενόχους του. Ἀπευθύνεται πρὸς τὰς ἐν Βερολίνῳ, Βιέννῃ καὶ Σόφιᾳ Πρεσβείας, μετὰ τῶν ὁποίων συνεφώνησε τὴν παράδοσιν, καὶ γράφει (Ἀναγινώσκει): «Ἡ εἰσβολὴ αὕτη ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἀντίκειται εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν μεταξὺ τῶν Γερμανοβουλγαρικῶν καὶ τῶν ἡμετέρων στρατιωτικῶν Ἀρχῶν συμφωνίαν, καθ’ ἣν τὰ στρατεύματα ἐκείνων, ἀπαλλαγέντα τῆς ὑποχρεώσεως νὰ τηρῶσι τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπὸ τῆς κινητοποιήσεως οὐδετέραν ζώνην, ἠδύναντο νὰ προελάσωσι μέχρι τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὑπερβῶσιν αὐτήν. Ἐνώπιον τῆς παραχθείσης, διὰ τῆς ἀνωτέρω ἐπιδρομῆς, συγκινήσεως, τόσον μεταξὺ τῶν πληθυσμῶν τῶν καταληφθέντων μερῶν, ὅσον καὶ παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀπευθύνῃ τὰς πλέον ἐντόνους διαμαρτυρίας πρός τε τὴν Αὐτοκρατορικὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὰς τῶν συμμάχων της, καὶ νὰ ἐπιμείνῃ ὅπως δοθῶσι διαταγαὶ διὰ τὴν ταχυτέραν ἐκκένωσιν τοῦ καταληφθέντος Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ὑπὸ τῶν Γερμανικῶν καὶ Βουλγαρικῶν στρατευμάτων. Εὐαρεστηθῆτε νὰ προβῆτε ἄνευ ἀναβολῆς εἰς ἐπίμονον ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο διάβημα παρὰ τῇ Κυβερνήσει παρ’ ᾗ εἶσθε διαπεπιστευμένος, καὶ μοὶ γνωρίσητε ἐπειγόντως τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ». Διατί τὸ ἐπαίσχυντον τοῦτο ἔγγραφον; Ποία ἦτο ἆρά γε ἡ ὑποδοχὴ ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας, τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Βουλγαρίας πρὸς τοὺς πρέσβεις ἡμῶν, ὅταν ἐπῆγαν νὰ ὁμιλήσουν αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, ἐνῷ αὐτοὶ ἤξευραν ὅτι αὐτὰ ἐγένοντο κατόπιν συμφωνίας; «Πῶς διαμαρτύρεσθε, θὰ εἶπαν, καὶ μάλιστα ἐντόνως, καὶ ζητεῖτε νὰ τὰ ἐκκενώσωμεν;» Ἡ ἐξήγησις εἶναι μία. Ἐχρειάζετο νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἐγένετο διαμαρτυρία, καὶ δὲν περιωρίσθησαν τοὐλάχιστον νὰ εἴπουν ὅτι διεμαρτυρήθησαν, ἀλλὰ διέπραξαν καὶ αὐτὴν τὴν πρόσθετον ἐπαίσχυντον πρᾶξιν, νὰ ἀπευθυνθῶσι πρὸς τοὺς συνενόχους των διὰ νὰ διαμαρτυρηθοῦν πρὸς αὐτούς. Καὶ δὲν ἀρκεῖται ὁ κ. Σκουλούδης εἰς ταῦτα καὶ μόνον· ἀπευθύνεται καὶ ἐδῶ πρὸς τὸν κ. Μίρμπαχ καὶ πρὸς τὸν κ. Πασσάρωφ, μὲ τοὺς ὁποίους ἀντήλλαξε τὰ ἔγγραφα καὶ ἔκαμε τὴν συμφωνίαν, καὶ τοὺς λέγει ὁ κ. Σκουλούδης (Ἀναγινώσκει): «Ἡ αἰφνιδία αὕτη εἰσβολὴ σημαντικῶν δυνάμεων ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, οὐ μόνον ἀποτελεῖ παραβίασιν τῆς οὐδετερότητος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀντίκειται προσέτι εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν μεταξὺ τῶν ἡμετέρων στρατιωτικῶν Ἀρχῶν καὶ τῶν Ἀρχῶν τοῦ Γερμανικοῦ καὶ τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ συμφωνίαν, καθ’ ἣν τὰ στρατεύματα τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, ἀπαλλαγέντα τῆς ὑποχρεώσεως νὰ τηρῶσι τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπὸ τῆς κινητοποιήσεως οὐδετέραν ζώνην, ἠδύναντο νὰ προελάσωσι μέχρι τῆς Ἑλληνικῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὑπερβῶσιν αὐτήν». Ὁμιλεῖ περὶ Γερμανικοῦ καὶ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ· εἶναι τρόπος ἐκφράσεως· δὲν ὑπῆρχε παρὰ εἷς Γερμανὸς ἀξιωματικός, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἦσαν Βούλγαροι. (Ἀναγινώσκει): «Ἐνώπιον τῆς τοιαύτης παραβιάσεως τῆς οὐδετερότητος καὶ τῆς παραχθείσης ἐξ αὐτῆς ζωηρᾶς συγκινήσεως, τόσον μεταξὺ τῶν πληθυσμῶν τῶν καταληφθέντων μερῶν, ὅσον καὶ παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι, μετὰ τῆς παρακλήσεως ὅπως διαβιβάσῃ τῇ Κυβερνήσει της, τὰς πλέον ἐντόνους διαμαρτυρίας τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐπιμείνω ὅπως τὰ Γερμανικὰ καὶ Βουλγαρικὰ στρατεύματα ἐκκενώσωσι τὸ ταχύτερον τὰ παρ’ αὐτῶν καταληφθέντα Ἑλληνικὰ ἐδάφη». Εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό, κύριοι, ὁ μὲν Πασσάρωφ ἀπήντησε προστατευτικῶς: «Μὴ φοβεῖσθε, δὲν θὰ σᾶς πειράξωμεν», ὁ δὲ Μίρμπαχ ἐσιώπησε περιφρονητικῶς. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς του νὰ καταδεχθῇ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ψευδόμενον καὶ καταισχύνοντα τὴν θέσιν καὶ τὸ ἀξίωμά του. Ἀληθῶς, κύριοι, οὐδέποτε Κράτος κατέπεσεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ἐξευτελισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον κατέρριψε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἡ Κυβέρνησις τῶν Γερόντων (Χειροκροτήματα). Ἀναγνώσατε τὴν Λευκὴν Βίβλον διὰ νὰ ἰδῆτε ποία ἦτο ἡ παραχθεῖσα ἐντύπωσις εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν Κρατῶν τῆς Συνεννοήσεως. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐκ τῆς αὐτῆς Βίβλου ἓν τηλεγράφημα τοῦ κ. Κορομηλᾶ, διὰ νὰ ἐξαγάγω ἐξ αὐτοῦ συμπεράσματά τινα (Ἀναγινώσκει): Ἐν Ρώμῃ, τῇ 17 Μαΐου 1916. Εἶδον προσωπικότητάς τινας ἀφ’ ἧς τὰ ἐξ Ἑλλάδος καὶ Σόφιας τηλεγραφήματα ἀνήγγειλαν τὴν ἐν χορδαῖς καὶ τυμπάνοις εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων εἰς τὸ ἡμέτερον ἔδαφος, καταλαμβανόντων τοὺς σταθμοὺς καὶ τὰ χωρία μας καὶ ἀκολουθούντων κατὰ πόδας τοὺς στρατιώτας μας, ἀποσυρομένους ἄνευ ἀντιστάσεως. Ἡ παραχθεῖσα ἐνταῦθα ἐντύπωσις εἶναι ἀξιοθρήνητος. Καὶ τοῦτο διότι ἐνθυμοῦνται τὴν γενομένην ἄλλοτε παρ’ ἡμῶν δήλωσιν, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἐπετρέπομεν εἰς τὸν κληρονομικόν μας ἐχθρόν, παρ’ οὗ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν ἢ δυστυχίας καὶ καταστροφάς, νὰ διέλθῃ τὰ σύνορά μας καὶ νὰ πατήσῃ ὡς κατακτητὴς τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος. Καὶ πολλοὶ διερωτῶνται ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν αἱ διαβεβαιώσεις μας; Οἱ δὲ Ἰταλοὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ πιστεύσωσιν ὅτι, ὡς ἐν Μακεδονίᾳ, οὕτω καὶ ἐν Ἠπείρῳ, θὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τοὺς Βουλγάρους, μετὰ ἢ ἄνευ τῶν Αὐστριακῶν, καὶ ὅτι κάλλιον εἶναι νὰ μὴ μᾶς λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψει, καὶ ἡμᾶς καὶ τὰς ἀπατηλὰς ὑποσχέσεις μας καὶ τὰς φαντασιώδεις ἐγγυήσεις μας. Ἡ Βουλγαρία, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς Γερμανὸν Στρατάρχην, ὅστις εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Βασιλεύς της, εἰσέβαλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ οἰωνούς, οὓς οὐδέποτε ἤθελε τολμήσει νὰ ὀνειρευθῇ. Δὲν θὰ ἀπέλθῃ ποτέ, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν δύναμιν νὰ τὸν ἐκδιώξωμεν ἐκ τοῦ ἐδάφους μας. Τὴν δύναμιν ὅμως ταύτην δὲν τὴν διαβλέπουσιν οὔτε ἐν τῇ βουλήσει μας οὔτε ἐν τῷ στρατῷ μας. Ἐὰν ἡττηθῇ, τοῦτο θὰ γίνῃ παρ’ ἄλλων ἢ παρ, ἡμῶν. Νικήτρια δέ, θὰ ἐμπήξῃ ἐκ νέου καὶ σταθερῶς τὴν σημαίαν της ἐπὶ αὐτῶν τούτων τῶν τόπων, οὓς ἐπότισε διὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ αἵματος τῶν παλαιῶν σφαγῶν της καὶ λίαν ἀπατηλὴ εἶναι ἡ ἐλπὶς ὅτι θὰ τὴν ἐξεδίωκον πρὸς ὄφελος ἐκείνων οἵτινες δὲν ἐπολέμησαν». Σᾶς ἀνέγνωσα, κύριοι, τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Κορομηλᾶ, διότι τοῦτο ἔχει σχέσιν μὲ τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ ἀπώλεια τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μετὰ δύο μῆνας, ἦτο συνέπεια καὶ αὐτὴ τῆς προδοσίας τοῦ Ροῦπελ. Ὅταν ταῦτα οὕτως εἶχον, ἦτο φυσικὸν ὅτι ἡ Ἰταλία, στρεφομένη πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις, μετὰ τῶν ὁποίων εἶχε συνομολογηθῆ ἡ σύγχρονος προέλασις τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων εἰς Βόρειον Ἤπειρον καὶ ἡ ἀποβίβασις τῶν Ἰταλικῶν εἰς Αὐλῶνα, κατώρθωσε νὰ πείσῃ αὐτὰς ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἀσφάλειαν τῶν στρατευμάτων της ὅσον ἀφορᾷ τὸν τομέα ἐκεῖνον, εἰς τὴν παρουσίαν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν. Καίτοι δὲν γνωρίζω βέβαια ποία ἀλληλογραφία διημείφθη μεταξὺ τῶν Δυνάμεων, δὲν ἔχω ὅμως οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤρχισεν ἡ ἐνέργεια ἐκείνη, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν ἀφαίρεσιν παρ’ ἡμῶν τῆς κατοχῆς τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ἀλλὰ δὲν εἶχε μόνην ταύτην τὴν συνέπειαν ἡ παράδοσις τοῦ Ροῦπελ. Ἡ παράδοσις τοῦ Ροῦπελ εἶχεν ἄμεσον συνέπειαν τὴν κήρυξιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου ἐν Μακεδονίᾳ ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Σαράϊγ, δηλαδὴ οὐσιαστικῶς τὴν κατάλυσιν τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας. Ἀλλ’ ὁ ἀπαίσιος Ἀρχηγὸς τῶν γερόντων δὲν κατέλυσε μόνον οὐσιαστικῶς τὴν Ἑλληνικὴν κυριαρχίαν ἐν Μακεδονίᾳ, δὲν ἀνῄρεσε μόνον τὴν Ἑλληνικὴν κατοχὴν ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ, πρὶν ἢ ἀπέλθῃ κακεῖν κακῶς διὰ τῆς Νότας τῆς 8 Ἰουνίου. Εἶχε κατορθώσει νὰ μὴ ἀφήσῃ τίποτε εἰς τὰ πόδια του εἰς τὸν Τόπον αὐτόν. Εἶχε κατορθώσει νὰ καταλύσῃ κάθε ἐλευθερίαν, ἀλλὰ καὶ κάθε ἐκδήλωσιν πολιτικοῦ φρονήματος, πλὴν τῆς διὰ τοῦ Τύπου. Τὴν γλῶσσαν τοῦ κυβερνητικοῦ καὶ Αὐλικοῦ Τύπου γνωρίζετε ὅλοι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Ἀπροκαλύπτως πλέον ἡ ἰδέα τοῦ Μοναρχισμοῦ ἀνεκηρύσσετο. Αἱ διαλέξεις τῶν Φιλελευθέρων ἀπηγορεύοντο ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς ἕνα μέγα Κόμμα πολιτικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἠμποδίζετο ἡ ἐπαφὴ αὐτοῦ μετὰ τοῦ λαοῦ, ἔστω καὶ διὰ τῆς ἐν περικλείστῳ χώρῳ ἐνεργείας διαλέξεων. Στρατιωτικὴ τρομοκρατία εἶχεν ἐγκαθιδρυθῆ. Ἐνθυμεῖσθε εἰς ἓν ρυπαρὸν φύλλον τὰ ἄρθρα ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀνάγκη εἰλικρινείας», τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσεν ἐγκρίσει ἢ τοὐλάχιστον ἀνοχῇ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς διερμηνεύοντα τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Στρατοῦ. Ἀκούσατε τί ἔγραφε μία ἄλλη ἐκ τῶν Ἐθνικοφρόνων ἐφημερίδων τότε (Ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον ἀσχολούμεθα νὰ πείσωμεν τὰς ἀνεπτυγμένας τάξεις, ἀλλὰ καὶ τὰς πολιτευομένας τοιαύτας, περὶ ἑνὸς νέου παράγοντος, ὅστις μετὰ τοὺς δύο μας πολέμους προσετέθη, ἀπαρατήρητος μέν, πραγματικώτατος ὅμως, εἰς τὴν ἐνεργοποίησιν τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ στρατιωτικὸς παράγων. Ὁ νέος οὗτος παράγων δὲν ἔδωσε μόνον ζωὴν καὶ ἰδιάζοντα βιταλισμὸν εἰς τὸν Βασιλικὸν παράγοντα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βενιζέλος ἐζήτησε νὰ ἐκμηδενίσῃ ἢ νὰ τὸν περιορίσῃ ἐντὸς τῶν ἀσφυκτικῶν συνταγματικῶν σπαργάνων, ἐντὸς τῶν ὁποίων τοῦ ἐπιτρέπεται καὶ ἕνας παλμὸς ἐλευθερίας μεταξὺ 999 παθητικῆς ζωῆς καὶ δουλείας. Ἀλλὰ ἐδημιούργησε μίαν ἠθικὴν μέν, πραγματικὴν ὅμως, δύναμιν εἰς τὸν Τόπον μας, ἥτις αὐτομάτως τρόπον τινὰ εἶναι προωρισμένη νὰ ἐπεμβαίνῃ ὁσάκις τὰ πολιτικὰ κόμματα φαίνωνται ἀνίσχυρα νὰ προστατεύσουν τὸν Τόπον αὐτὸν ἀπὸ κατακυλινδήματος εἰς πολιτικὴν καὶ πολιτειακὴν αὐτοκτονίαν». Ἀλλ’ ἔφθασεν ἡ κατάλυσις πάσης ἐννοίας ἐλευθερίας, κύριοι, ὥστε ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Γερόντων καὶ ὑπὸ Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸν ἀπόντα βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἔφθασε νὰ ἀπαγορεύῃ αὐτὰ ταῦτα τὰ μνημόσυνα ὑπὲρ τῶν νεκρῶν. Ἀκούσατε τί ἔγραφε μία ἐκ τῶν κυριωτέρων κυβερνητικῶν ἐφημερίδων ἐπ’ εὐκαιρίᾳ μνημοσύνου, τὸ ὁποῖον εἶχε γίνει ὑπὲρ τῶν σφαγιασθέντων προσφύγων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας κατὰ τοὺς διωγμοὺς τοὺς ἀνθελληνικοὺς τοῦ 1914 (Ἀναγινώσκει): «Ἡ διοργάνωσις μνημοσύνου ὑπὲρ θυμάτων τοῦ ἀλυτρώτου Ἑλληνισμοῦ ὑπὸ τοῦ Συλλόγου τοῦ μὴ ἐκπροσωποῦντος τὰ φρονήματα τοῦ προσφυγικοῦ πληθυσμοῦ, προδήλως ἀπέβλεπεν εἰς ἀπόπειραν, μωρὰν βεβαίως, ἀνταρσίας ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος». Τὸ μνημόσυνον εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὑπὲρ τῶν θυμάτων τῶν διωγμῶν εἶναι ἀπόπειρα ἀνταρσίας, ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ὑπενθυμίζει τὰς καταστροφὰς τῶν ὁμογενῶν μας. (Ἀναγινώσκει): «Εἴτε ἀνεπιγνώστως, εἴτε ἐν ἐπιγνώσει ἀπετολμήθη τοιαύτη ἀπόπειρα, φυσικὸν ἦτο νὰ προκαλέσῃ δικαίαν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ, ὅστις προσῆλθεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου διὰ νὰ συμμερισθῇ τὸν πατριωτικὸν πόνον τῶν ἀδελφῶν του. Ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς θρησκείας καὶ τῶν ἱερῶν τόπων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τοῦ Βενιζελικοῦ Κόμματος δικαίως ἐξώργισε τὸν Ἀθηναϊκὸν λαόν, ὅστις θὰ ἐτιμώρει σκληρῶς τοὺς ἐκμεταλλευτὰς τοῦ πατριωτικοῦ πόνου, ἐὰν ἐγκαίρως ἡ Ἀστυνομία δὲν ἐλάμβανε τὰ προσήκοντα μέτρα». Ἀλλὰ καὶ μνημόσυνον τοῦ Παλαιολόγου, διεξαγόμενον ἀπὸ εἰκοσαετίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐθεωρήθη κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὡς ἀπόπειρα κατὰ τοῦ καθεστῶτος, διότι ὑπενθύμιζεν εἰς ἡμᾶς χώρας καὶ τόπους, τοὺς ὁποίους εἴχομεν ἀποκηρύξει. Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τῶν Ἀθηνῶν δι’ ὑπομνήματός του πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων εἶχε δηλώσει ὅτι ἐξηκολούθει περιβάλλων αὐτὸν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν εἶχεν ἐπιδείξει πρὸς αὐτόν. Ἡ Κυβέρνησις τῶν σωτήρων διενήργησεν ἀνταναφορὰν ἐκ μέρους τῶν ἐμπορευομένων, ὅπως τοὺς ὠνόμαζον, διὰ νὰ εἴπουν τί: Ἡ ἀναφορὰ ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ ἔλεγε (ἀναγινώσκει): «Μόνη ἡ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Ἐθνικὴ ἐκπροσώπησις εἶναι ἀκραιφνῶς πατριωτικὴ καὶ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ ὑπολογισμοὺς τοῦ πολιτικοῦ καὶ κομματικοῦ συμφέροντος ὁμάδων καὶ ἀτόμων». Καὶ περαιτέρω, βλασφημίαι συνταγματικαί (ἀναγινώσκει): «Ὑπὲρ πάντα Νόμον καὶ ὑπὲρ πᾶν πολίτευμα τάσσομεν πάντες τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ, τοῦ ὅλου Ἔθνους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, τὴν σωτηρίαν αὐτῆς καὶ τὸ ἐθνικὸν μέλλον, ὅπερ ἀναθέτομεν εἰς τὰς δεξιὰς χεῖρας τοῦ Μεγάλου Βασιλέως μας, ὅστις εἶναι ὁ ἀληθὴς πατὴρ καὶ ὁ μόνος κύριος εἰς τὸν ἰδικόν μας Ἑλληνικὸν οἶκον». Αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις διετύπουν, κύριοι, πρῶτον μὲν διὰ νὰ ἐπιρρίπτωνται ἀνάνδρως πολιτικαὶ εὐθῦναι εἰς τὸν Βασιλέα, δεύτερον δὲ ἵνα προσφέρεται θυμίαμα πρὸς τὸν Βασιλέα, ἀναγνωριζομένου τούτου ὡς κυρίου τοῦ σπιτιοῦ μας. Ἄλλη ἐφημερίς, ἐκ τῶν ἐγκύρως διερμηνευουσῶν τὰς ἰδέας τότε τῶν γερόντων, ἐξηγοῦσα διατὶ ὁ Βασιλεὺς δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμοστέαν πολιτικήν, ἔγραφε (ἀναγινώσκει): «Διότι ἡ γνώμη τῶν λαῶν, προκειμένου περὶ τῶν πολιτικῶν τῶν Ἀρχηγῶν, δὲν ἐκδηλοῦται πάντοτε ὑπὸ συνθήκας ἐξασφαλιζούσας τὸ ἀλάθητον αὐτῆς, διὰ τὸ πολιτικὸν ἴνδαλμά της, ὡς ἐὰν ὁ λαὸς ὡρισμένης ἐποχῆς, ὡς συμβαίνει τώρα μὲ τὸν κ. Βενιζέλον, κατατρυχόμενος ὑπὸ ἀσθενείας, ἀντιπροσωπεύῃ πάντοτε τὸ συνολικὸν συμφέρον τῆς Φυλῆς, εἰς ἣν ἀνήκει, τὸ ὁποῖον συμφέρον δὲν συμπνίγεται μόνον εἰς τὸ παρόν, ἀλλ’ ἀπορρέει ἐξ ὁλοκλήρου παρελθόντος καὶ διήκει δι’ ὅλου τοῦ μέλλοντος τῆς Φυλῆς αὐτῆς». Βλέπετε εἰς ποίαν κατάπτωσιν ἔφθαναν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διὰ νὰ ἐξηγήσουν τὸν Μοναρχισμόν, ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες ἑκάστοτε ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Ἑλληνικοῦ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀξιῶμεν ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν καὶ τὴν Φυλήν, διότι εἶναι καὶ οἱ νεκροὶ οἱ πρὸ ἡμῶν καὶ οἱ μεθ’ ἡμᾶς μέλλοντες νὰ γεννηθοῦν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους, δι’ αὐτοὺς δὲ ἐγκυρότερος ἀντιπρόσωπος εἶναι ὁ Μονάρχης, παρὰ τὴν ψυχὴν ὁλοκλήρου λαοῦ. Ἡ ὅλη κατάστασις, κύριοι, ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθῆ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μὲ τοὺς ὑπερπλεονάζοντας κατασκόπους, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Τυραννίδος, τῆς ὁποίας ἀριστοτεχνικὴν εἰκόνα δίδει ὁ Ἀριστοτέλης εἰς τὰ «Πολιτικά» του. Καὶ οὕτω, κύριοι, φθάνομεν εἰς τὴν Νόταν τῆς 8ης Ἰουνίου. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὸ ζήτημα τὸ διεθνές, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Αἱ Δυνάμεις, ἱδρύσασαι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ἵδρυσαν ἀληθῶς ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον, ἀλλ’ ἐφρόντισαν νὰ προσθέσουν εἰς μὲν τὴν πρώτην πρᾶξιν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ὄθωνος ὅτι τὸ ἵδρυον ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον μοναρχικόν, εἰς δὲ τὴν δευτέραν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεξέτεινον τὴν ἐγγύησιν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ὅτι τὸ ἐγγυῶνται ὡς Κράτος μοναρχικόν, ἀνεξάρτητον καὶ συνταγματικόν. Ἡ ἐγγύησις αὐτὴ τῶν Δυνάμεων, κύριοι, παρέσχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα προστασίαν ἐπὶ ἕνα ὅλον αἰῶνα. Ποτὲ ἄλλοτε, πλὴν τῆς παρούσης περιστάσεως, συνολικὴ ἐξάσκησις τῶν ἐκ τῆς ἐγγυήσεως αὐτῆς ἀπορρεόντων δικαιωμάτων ὑπὲρ τῶν τριῶν Δυνάμεων δὲν ἐπαρουσιάσθη. Καὶ ὅπως ὀρθότατα εἶπεν ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν οὐδὲ κἂν ὑπῆρχον τὰ κείμενα αὐτὰ τῶν Συνθηκῶν, καὶ ἐὰν δὲν ἦσαν αὐταὶ αἱ εὐεργέτιδες καὶ ἐγγυήτριαι καὶ προστάτιδες Δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, εἶχον δὲ ἁπλῶς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πολέμου μὲ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἔχουν καὶ εὑρίσκοντο ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἡμῶν καὶ ἔβλεπον ἕνα Βασιλέα, ἀσκοῦντα τὴν Ἀρχὴν ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς δημοκρατικοῦ Συντάγματος, νὰ μεταβάλλεται εἰς ἕνα Τύραννον καὶ νὰ καταδιώκῃ ἓν μέγα μέρος τοῦ λαοῦ του καὶ νὰ μεταβάλλῃ αὐτὸν εἰς δοῦλον, νὰ ἐφαρμόζῃ πολιτικήν, κατὰ τῆς ὁποίας ἐξηγείρετο ἡ δημοσία συνείδησις καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐκλογῶν καὶ νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, νομίζετε ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τὰ κείμενα τῶν Συνθηκῶν, αἱ Δυνάμεις αὐταὶ δὲν θὰ ἐζήτουν νὰ ἀσκήσουν τὴν εὐεργετικὴν ἐπίδρασίν των ὑπὲρ τῶν ἀγωνιζομένων ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας; Διότι κατὰ παράδοξον διαστροφὴν ἀντιλήψεων, ἡ ὁποία ἐκινδύνευσε νὰ δημιουργήσῃ δύο Ἑλλάδας ἐντὸς τοῦ Κράτους αὐτοῦ, ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς διαμαρτύρεται διότι φρονεῖ ὅτι ἡ ἐπέμβασις τῶν Δυνάμεων ἠσκήθη κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου οἱ κυβερνῆται πρέπει νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμουν ὅσα ἔκαμνεν ὁ κ. Σκουλούδης, νὰ καταλύουν δηλαδὴ πᾶσαν ἐλευθερίαν καὶ πᾶσαν ἔκφρασιν γνώμης, καὶ ὅταν τοῖς παρατηρήσῃ κανεὶς ὅτι κάμνουν κακά, ν’ ἀπαντοῦν: «Ἄ! μὴ θίγεις τὴν ἐλευθερίαν μου». Ἡ Κυβέρνησις τῶν Γερόντων, καὶ πρὸ πάντων ὁ Ἀρχηγὸς αὐτῆς, φαίνεται ὅτι συνέλαβε πρὸς στιγμὴν καὶ τὴν ἀνοσίαν σκέψιν τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῶν Δυνάμεων. Εὐτυχῶς ὁ Βασιλεύς, σωφρονέστερος ἐν τούτῳ, δὲν παρεσύρθη οὐδὲ παρὰ τῆς φαινομενικῆς Κυβερνήσεώς του, τῆς τῶν γερόντων, οὐδὲ παρὰ τῆς ἄλλης, τῆς πραγματικῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἄλλως τε ὀφείλω νὰ ἐξαιρέσω κατὰ τὴν περίστασιν αὐτήν, ὡς μὴ δυνάμενον βεβαίως ποτὲ νὰ εἰσηγηθῇ καὶ γνώμην ἀντιστάσεως, τὸν Γερμανοέλληνα μυστικοσύμβουλον. Τούτου ἡ γνώμη ἐπεκράτησε καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ Νότα. Τὸν κ. Σκουλούδην διεδέχθη ὁ κ. Ζαΐμης, ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς Κυβέρνησις παρέμεινεν ἡ αὐτή, ἡ ἐμφανίσασα καὶ τὴν ὀργάνωσιν τῶν ἐπιστράτων καὶ ἡ παρατείνασα ἐγκληματικῶς τὴν ἐπιστράτευσιν. Ὁ δὲ Βασιλεύς, ὁ τότε, παρουσίασε τὸ λυπηρὸν θέαμα τῆς ὑποβιβάσεως τοῦ Στέμματος μέχρι τῶν ἐπιστρατικῶν συλλόγων, εἰς τὰ τηλεγραφήματα τῶν ὁποίων ἐπιδεικτικῶς ἀπήντα, ὡς εἰς ἐκεῖνο λ.χ., τὸ ὁποῖον ἔλεγε χαρακτηριστικῶς, ὅτι οἱ τηλεγραφοῦντες εἶναι ἕτοιμοι παρὰ τὸ πλευρόν του νὰ πέσουν, ὅπως συντρίψουν τούς τε ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικοὺς ἐχθρούς του. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν ὀργάνωσιν αὐτήν, κύριοι, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἐμφάνισιν αὐτὴν τοῦ Στέμματος ὡς ἡγουμένου τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος κατὰ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, μεθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐμφάνισιν, ὅλαι αἱ προεκλογικαὶ ἐνδείξεις ἐτεκμηρίουν ἧτταν τρομερὰν τοῦ Μοναρχισμοῦ. Ὑπελογίζετο ὅτι ἐκ τῶν 146 βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους ἔδιδεν ἡ Νέα Ἑλλάς, οὔτε ἕνα ἴσως δὲν θὰ ἐκέρδιζεν ὁ Μοναρχισμός. Ἀπὸ δὲ τὴν Π. Ἑλλάδα, εἰς μὲν τὴν Λάρισσαν οὐδένα ἐπίσης ἤλπιζεν, εἰς δὲ τὴν Ἀττικὴν δὲν εἶχε νὰ ἐλπίζῃ οὐδὲ πλειονοψηφίαν, εἰς τὴν Ἀχαϊοήλιδα ὁμοίως οὐδὲ πλειονοψηφίαν· δὲν ἐννοῶ ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θὰ ἔφερε πλήρεις τοὺς συνδυασμούς, ἀλλὰ θὰ ἐκέρδιζεν ἐν Ἀττικῇ μὲν τὰ ¾ τῶν ἑδρῶν, ἐν Ἀχαϊοήλιδι δὲ τὰς ἡμισείας τοὐλάχιστον. Πλειονοψηφίαν δὲν θὰ εἶχεν οὔτε εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, οὔτε εἰς τὴν Ζάκυνθον, οὔτε εἰς τὰς Κυκλάδας, θὰ ἠδύνατο δὲ ἀσφαλῶς νὰ ἐπιτύχῃ εἰς Ἀρκαδίαν, εἰς Λακωνίαν καὶ θὰ ἔφερε πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Ἀργολιδοκορινθίαν καὶ Φθιωτιδοφωκίδα, ἐνῷ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας θὰ διεξήγετο ὁ ἀγὼν ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν θὰ ἔφερε 200 περίπου Φιλελευθέρους κατὰ 100 Ἀντιφιλελευθέρων βουλευτῶν. Αὐτὴ ἦτο ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν παρουσίαζε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ μελέτη τῆς ἐκλογικῆς καταστάσεως ἐν Ἑλλάδι, καὶ τότε προσῆλθον ἐπίκουροι οἱ Βούλγαροι, εἰσβαλόντες καὶ εἰς τὴν Ἀνατολικὴν καὶ τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν, διὰ νὰ καταστήσουν τὴν ἐν Μακεδονίᾳ ἐκλογὴν ἀδύνατον. Δὲν ἔχω ἀπόδειξιν καὶ οὔτε δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἰλικρινῶς πιστεύω ὅτι τοὺς ἐκάλεσαν οἱ σωτῆρες καὶ διὰ τοῦτο εἰσῆλθον· ἀλλ’ ἡ πορεία τῶν πραγμάτων ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἀποκλείεται ἡ ὑπόνοια ἢ μᾶλλον ἡ πιθανότης, ὅτι ἐξεφράσθη ἐπιθυμία, ἥτις συνέπεσε καὶ μὲ τὸ στρατιωτικὸν συμφέρον τῶν Βουλγάρων, νὰ εἰσέλθουν οὗτοι εἰς τὴν Ἀνατολικὴν καὶ τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν. Μήπως ἀπέκρυπτον οἱ σωτῆρες κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν εὐχὴν καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ νὰ φθάσουν οἱ Βούλγαροι μέχρι τῆς Κοζάνης καὶ τῆς Λαρίσσης, καὶ διατί ὄχι μέχρις Ἀθηνῶν; Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι, δὲν ἔχω στοιχεῖα διὰ ν’ ἀποδείξω τὴν κατηγορίαν, οὔτε δύναμαι νὰ διατυπώσω μετὰ πεποιθήσεως ὅτι οὗτοι προσεκάλεσαν τοὺς Βουλγάρους, διετύπωσα ἤδη τὴν ἀποδεδειγμένην κατηγορίαν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον συνεφώνησαν τὴν παράδοσιν τοῦ Ροῦπελ, δὲν ἐπέμειναν νὰ συμφωνήσουν τοὐλάχιστον ὅτι δὲν θὰ προήλαυνεν ὁ Βουλγαρικὸς στρατὸς εἰς Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν. Μόνον δὲ ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ εἰσβολὴ εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ ἤρχισαν ἀμέσως οἱ βουλγαρισμοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους περιγράφει ἡ ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ δημοσιευομένη ἀναφορὰ τοῦ τότε Ἀνωτέρου Διοικητοῦ τῆς Χωροφυλακῆς ἐν Μακεδονίᾳ, ἡ δὲ δημοσία γνώμη ἤρχισε συγκινουμένη, ἀπετάθησαν οἱ ἐν Ἀθήναις ἀσκοῦντες τὴν Γερμανικὴν πολιτικὴν πρὸς τὸ Βερολῖνον, ζητοῦντες κἄποιαν βοήθειαν, διὰ νὰ μὴ εἰσέλθουν οἱ Βούλγαροι τοὐλάχιστον εἰς τὰς Σέρρας, Δράμαν καὶ Καβάλλαν, διὰ νὰ μετριασθῇ οὕτω κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ συγκίνησις τῆς Κοινῆς Γνώμης. Καὶ τὸ Γερμανικὸν Στραταρχεῖον παρέσχεν αὐτὸ τὸ ψίχουλον εἰς ἀντάλλαγμα ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ ἐδόθη ἔγγραφον τοῦ Μίρμπαχ, βεβαιοῦν ὅτι δὲν θὰ εἰσήρχοντο τὰ Βουλγαρικὰ στρατεύματα οὔτε εἰς τὴν Δράμαν, οὔτε εἰς τὴν Καβάλλαν, οὔτε εἰς τὰς Σέρρας, εἰς οὐδεμίαν δηλαδὴ τῶν πόλεων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Τὸ ἔγγραφον δὲν τὸ εἶδα· τὸ ἔγγραφον εἶδεν ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ ἔγγραφον ἀναφέρεται εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ δὲν ἀνευρίσκεται. Δὲν ὑποθέτω βέβαια ὅτι ἡ ἐξαφάνισίς του ὀφείλεται εἰς δόλον, οὔτε ὑπόνοια κἂν ἠμπορεῖ περὶ τούτου νὰ διατυπωθῇ· ὑπάρχει, ἄλλως τε, εἰς τὸ πρωτόκολλον τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ ἐν περιλήψει, προκύπτει δὲ καὶ ἐκ μεταγενεστέρου ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν Λευκὴν Βίβλον. Ἀλλ’ ἐνῷ δίδονται αἱ ὑποσχέσεις αὐταὶ καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, μὲ τὴν ἀφέλειαν διὰ τὴν ὁποίαν τὸν μέμφομαι, ἔσπευσε νὰ στηριχθῇ εἰς τὰς διαβεβαιώσεις αὐτάς, διὰ νὰ ἀποτρέψῃ τοὺς κατοίκους τῆς Καβάλλας νὰ ἀποκομίσωσι τὰ καπνά των, ἑκατομμυρίων ἀξίας, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκεῖ, λέγων εἰς αὐτοὺς ὅτι δὲν ἔχομεν κανένα φόβον διότι ἔχομεν τὰς ἐπισημοτέρας διαβεβαιώσεις, ἡ ἐκ τῶν διαβεβαιώσεων τούτων ἀσφάλεια δὲν διήρκεσε περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι διαρκοῦσι τὰ ρόδα. Καὶ ὅ,τι, κύριοι, εἶναι χαρακτηριστικὸν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, εἶναι ὅτι, ὅτε διεμαρτυρόμεθα πρὸς τὴν Γερμανίαν διὰ τὴν ἀθέτησιν τῆς ὑποσχέσεως αὐτῆς, τῆς ἐγγράφου, κύριοι, τῆς κατηγορηματικῆς, ὅτι δὲν θὰ εἰσήρχοντο οἱ Βούλγαροι εἰς τὰς τρεῖς πόλεις τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, μᾶς ἐδίδετο ἡ ἑπομένη ἐκπληκτικὴ ἀπάντησις (Ἀναγινώσκει): «Ὁ Κόμης Von Mirbach Hartt πρὸς τὸν κ. Ἀλ. Ζαΐμην. Κύριε Πρόεδρε, ἀναφερόμενος εἰς τὰς ἀνακοινώσεις, εἰς ἃς ὁ κ. Καρατζᾶς εὐηρεστήθη νὰ προβῇ, ἐξ ὀνόματος ὑμῶν, τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος, ὅτι ἡ κατάστασις ἐν τῷ διαμερίσματι τῆς Καβάλλας μετεβλήθη ἔκτοτε ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα παρέδωκαν οἰκείᾳ αὐτῶν βουλήσει τὰ φρούρια καὶ τὰς πυροβολαρχίας, περὶ ὧν πρόκειται, εἰς τοὺς Βουλγάρους». Ἔγγραφον, κύριοι, ἀποτελοῦν νέον ράπισμα κατὰ τῆς εὐπιστίας τῶν σωτήρων καὶ δεικνῦον τίνα ἀξίαν ἔχουν αἱ Γερμανικαὶ ὑποσχέσεις. Ἐνῷ παραπονούμεθα διότι ἀφῆκαν ἐναντίον γραπτῶν ὑποσχέσεων νὰ εἰσέλθουν οἱ Βούλγαροι, μᾶς ἀπαντοῦν: «Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ παραπονῆσθε, αὐτοὶ δὲν εἰσῆλθον διὰ τῆς βίας, σεῖς παρεδόθητε μόνοι σας». Καὶ δὲν δύναμαι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου νὰ εἴπω ὅτι πράγματι παρεδόθημεν μόνοι μας· παρεδόθημεν διότι, πειθόμενοι εἰς τὰς ὑποσχέσεις, ἀφήσαμεν νὰ μᾶς περισφίξουν οἱ Βούλγαροι καὶ νὰ γίνωμεν ὑποχείριοί των. Ὥστε ὑπάρχει ἐδῶ μία περιφρόνησις πρὸς τὰς ἐγγράφους ὑποσχέσεις, μία ἐπανάληψις τῆς ἀντιλήψεως περὶ κουρελοχάρτου τῶν Συνθηκῶν, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ συμφέροντα τῆς Γερμανίας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι ὑπεράνω πάντων, ἀντιτίθενται εἰς τὰς δοθείσας ὑποσχέσεις. Ἀλλ’ ὁμιλῶν περὶ τῆς παραδόσεως τῆς Καβάλλας καὶ τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἀφθόνου, τὸ ὁποῖον εὑρέθη ἐκεῖ, ἔχω νὰ διατυπώσω ἓν ἄλλο κεφάλαιον κατηγορίας, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν βουλευτῶν, ἡ ὁποία ἀσχολεῖται εἰς τὴν σύνταξιν τῆς προτάσεως τοῦ κατηγορητηρίου, δὲν θὰ παρίδῃ ἐπίσης. Ἀφοῦ ἀπεστρατεύσαμεν τὸν στρατόν, μὴ θέλοντες ἐξ ἀρχῆς νὰ τηρήσωμεν μερικὴν ἐπιστράτευσιν καὶ μὴ ἀποπειραθέντες κἂν νὰ ἴδωμεν ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ κρατήσωμεν μερικὴν ἐπιστράτευσιν μετὰ τὴν Νόταν τῆς 8 Ἰουνίου, ἀφήκαμεν δὲ ἀφύλακτον τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, ἐνῷ ἐγνωρίζαμεν ὅτι ὁ κληρονομικός μας ἐχθρὸς ἦτο ἐπιστρατευμένος ὄχι πλέον πρὸ τῶν συνόρων μας, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς αὐτῶν, διατί οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ἐπιτελείου δὲν διέθετον καὶ ὀλίγον τινὰ χρόνον πρὸς ἄσκησιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἦσαν ἐμπεπιστευμένα εἰς αὐτούς, διὰ νὰ σκεφθοῦν καὶ εἰσηγηθοῦν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀπεσύρομεν τὸν στρατὸν ἡμῶν ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀφήσωμεν πολεμικὸν ὑλικὸν παρὰ τὰ σύνορά μας ἀπέναντι ἐχθροῦ ἐπιστρατευμένου καὶ ἔχοντος τὸν στρατόν του εἰς ἐμπόλεμον δύναμιν; Πῶς αὐτὴ ἡ στοιχειωδεστέρα σκέψις δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τῶν Ἐπιτελῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Καὶ οὕτω, κύριοι, ἐχάσαμεν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὸ ⅕ τοῦ ὑλικοῦ τῆς ἐπιστρατεύσεώς μας, ἐν πολλοῖς δὲ ὡς πρὸς τὸ πυροβολικὸν πολὺ μεγαλειτέραν ἀναλογίαν, ἐχάσαμεν δὲ πλὴν τούτου βαρέα πυροβόλα εἰς ἀριθμὸν μεγάλον, ἢ σχεδὸν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν βαρέων πυροβόλων μας, τὰ ὁποῖα εἴχομεν ἐκεῖ συγκεντρώσει διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν τῶν φρουρίων τῆς Καβάλλας. Ἀλλ’ ἂν τὸ πολεμικὸν τοῦτο ὑλικὸν ἡ τύφλωσις τῶν τότε ὑπευθύνων ἄφησε νὰ καταλάβῃ ὁ κληρονομικὸς ἐχθρός, τὸν στρατὸν ἡμῶν, ἓν ὁλόκληρον Σῶμα στρατοῦ, δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, οἱ ὑπεύθυνοι τῆς πολιτικῆς ἐκείνης τῆς ἐγκληματικῆς, πῶς κατωρθώθη ὁ στρατὸς αὐτὸς νὰ εὑρεθῇ αἰχμάλωτος εἰς τὴν Γερμανίαν; Τίνι δικαίῳ οἱ Γερμανοὶ ἐκράτησαν ὡς αἰχμάλωτον ἓν Σῶμα στρατοῦ Ἑλληνικοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ἐκείνην, πιεζόμενος ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, περισφιγγόντων τὴν πόλιν, ἐζήτησε προστασίαν παρ’ αὐτῶν; Μήπως ἤμεθα ἐχθροὶ καὶ εὑρισκόμεθα εἰς πόλεμον πρὸς αὐτούς, διὰ νὰ μᾶς καταστήσουν αἰχμαλώτους; Καὶ τοῦτο μόνον, ὕστερον ἀπὸ τὰς παρασχεθείσας πρὸς αὐτὸ ἐκπληκτικὰς ὑπηρεσίας, δύναται νὰ ἐξηγήσῃ τὴν περιφρόνησιν, τὴν δικαίαν, ἣν ἠσθάνετο τὸ Κράτος τὸ μιλιταριστικὸν πρὸς τὸ Κράτος τὸ ἰδικόν μας, πρὸς τὸ Κράτος τῶν Σωτήρων. Ἀλλὰ ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις τῶν κυβερνητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπέναντι τῆς παραβιάσεως τῶν θεμελιωδεστέρων κανόνων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ αὐτοῦ, ὅταν ὁ στρατὸς τοῦ Κάϊζερ συνελάμβανεν αἰχμαλώτους στρατιώτας τοῦ Γερμανοῦ Στρατάρχου, ὅστις εἶχε κάμει τὸ πᾶν ἵνα ἐξυπηρετήσῃ αὐτὸν ἐπὶ θυσίᾳ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων; Κύριοι, δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ ἀρχεῖα οὔτε τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, οὔτε τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ὑπάρχει, λέγω, οὔτε ἴχνος κἂν διαμαρτυρίας, ἥτις νὰ ἐτολμήθη νὰ διατυπωθῇ κατὰ τῆς παραδόξου αὐτῆς αἰχμαλωσίας ἑνὸς Σώματος Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἴχνος ἐνεργείας διὰ νὰ ζητήσουν νὰ μᾶς ἀποδώσουν τὸν αἰχμαλωτισθέντα στρατόν μας. Τὸ μὲν ὑλικὸν πολέμου μᾶς τὸ ἐπῆραν οἱ Βούλγαροι, θὰ ἔπρεπε δὲ νὰ ἦσαν μωροὶ διὰ νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸν Φερδινάνδον νὰ τοὺς τὸ ἐπιστρέψῃ. Ἀλλὰ τὸν στρατόν μας, 8,000 στρατοῦ, τὸν ὁποῖον μετέφεραν εἰς Γερμανίαν, λόγῳ μὲν διὰ νὰ τὸν ξενίσουν, πράγματι δὲ διὰ νὰ τὸν κρατήσουν αἰχμάλωτον εἰς Γκέρλιτς διατί δὲν εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις τῶν Σωτήρων διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπελευθέρωσίν του; Καὶ διατί ὁ τότε Ἕλλην Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων καὶ Γερμανὸς Στρατάρχης δὲν ἀπηυθύνετο εἰς τὸν Κάϊζερ, τὸν γυναικάδελφόν του, διὰ νὰ τοῦ ἀποδώσῃ τὸν στρατόν; Διατί δὲν τοῦ ἔλεγε: «Μήπως εἶμαι εἰς πόλεμον μαζύ σου; Μήπως δὲν ἐξυπηρέτησα τὰ Γερμανικὰ συμφέροντα; Διατί κρατεῖς τὸν στρατόν μου αἰχμάλωτον;» Νομίζω ὅτι τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν πλέον μαύρων σελίδων τῆς ἱστορίας τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν διεμαρτυρήθησαν διὰ τὴν παρὰ πάντα νόμον αἰχμαλωσίαν στρατοῦ, διότι ἔχαιρον βλέποντες ἀφανιζομένην τὴν Ἑλλάδα. Αὐτοὶ θὰ ηὔχοντο νὰ γίνῃ αἰχμάλωτος καὶ ὁ ἄλλος Ἑλληνικὸς στρατός, διὰ νὰ εἶναι βέβαιοι, ὡς εἶπον, ὅτι μὲ οἱανδήποτε τροπὴν τῶν πραγμάτων ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο ἄοπλος καὶ ἀνίκανος πρὸς προάσπισιν ἑαυτῆς καὶ βλάβην τῶν Γερμανικῶν συμφερόντων. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, πρὶν ἢ ἐγκαταλείψω τὴν ζοφερὰν ταύτην σελίδα, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω πόσον ἀποτελεσματικὴ ὑπῆρξεν ἡ ὅλη ἐργασία πρὸς καταστροφὴν τοῦ φρονήματος ἑνὸς μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί ἔγραφε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς εἰσβολῆς τῶν Βουλγάρων εἰς Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ τῆς ἐξόδου τῶν πληθυσμῶν, ἥτις ἐγένετο πρὸς τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν, τὴν ὁποίαν περιγράφει τόσον τραγικῶς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἀνωτέρου Διοικητοῦ τῆς Χωροφυλακῆς Μακεδονίας τὸ δημοσιευόμενον εἰς τὴν Λευκὴν Βίβλον, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί ἔγραφεν ἓν τῶν ὀργάνων τῆς τότε Κυβερνήσεως (Ἀναγινώσκει): «Ὅλα τὰ τραγικὰ φαινόμενα ἔχουν καὶ τὴν κωμικήν των ὄψιν. Οὕτω καὶ ἡ Γερμανοβουλγαρικὴ εἰσβολὴ εἰς Μακεδονίαν. Ἐνώπιον εἰσελαυνόντων ξένων φεύγουν πανταχόθεν καὶ ἔκφρονες ἐκ τρόμου πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην ὅλοι οἱ κατάσκοποι, οἱ καταδόται, οἱ χαφιέδες, οἱ αὐτοσχέδιοι ἔμποροι, ὅλα αὐτὰ ἐπὶ τέλους τὰ Βενιζελικὰ καθάρματα, τὰ παράσιτα τοῦ Γαλλικοῦ Στρατηγείου, τὰ ὁποῖα σκορπισθέντα ἐκ Θεσσαλονίκης πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις ἐπίεζον καὶ ἐτυρράνουν τοὺς Μακεδονικοὺς πληθυσμούς. Ἡ φανταστικὴ εἰς τρέξιμον φυγή των φαίνεται ὅτι εἶναι ἐξόχως κωμικὸν θέαμα». Οἱ Ἕλληνες τῆς Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς Μακεδονίας, φεύγοντες πρὸ τῆς καθόδου τῶν Βουλγάρων, ἐχαρακτηρίζοντο μὲ αὐτὰ τὰ χρώματα! Οὔτε οἱ Βούλγαροι, κύριοι, εἶχον χαρακτηρίσει τὴν παρομοίαν φυγὴν τοῦ 1913 τῶν πληθυσμῶν ὡς «ἐξόχως κωμικὸν θέαμα»· τραγικὸν τὸ ἐθεώρουν καὶ αὐτοί. Καὶ οἱ Βουλγαροέλληνες τῶν Ἀθηνῶν, διαφθαρέντες, ὡς διεφθάρησαν, ἀπὸ τὴν Τυραννίδα, κατώρθωσαν νὰ χαρακτηρίσουν ὡς ἐξόχως κωμικὸν θέαμα τὴν φυγὴν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων. Καὶ ὠνόμασαν τοὺς φεύγοντας «καθάρματα» ἀνήκοντα εἰς μίαν μόνον πολιτικὴν μερίδα.

§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 5 λεπτά.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρα 12.45′ π.μ.).

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ

(Ὥρα 1.5′ π.μ.).

§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα Συνεδρίασις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§73Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί. Ἐφ’ ὅσων εἶπα τελευταίως θὰ μοῦ συγχωρήσητε μίαν ἐπανόρθωσιν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Καραπάνος ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Καλογεροπούλου ἔκαμε διάβημα πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ παραδοθέντος στρατοῦ μας. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ὅτι τὸν στρατὸν αὐτὸν θεωρεῖ ὡς «internée», ὑπὸ περιορισμόν. Γνωρίζετε ὅτι, ἂν ἐν πολέμῳ ὁ στρατὸς ἑνὸς τῶν ἐμπολέμων Κρατῶν εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἔδαφος Κράτους οὐδετέρου, ἔχει καθῆκον τὸ οὐδέτερον Κράτος νὰ τὸν περιορίσῃ. Ὁ κ. Καραπάνος ἀνταπήντησεν ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο παράδοξον, διότι μέχρι τοῦδε ἐγνώριζεν ὅτι ἐμπόλεμος στρατὸς κρατεῖται ὑπὸ οὐδετέρου Κράτους ὡς «internée», ὄχι δὲ καὶ οὐδέτερος στρατὸς ὑπὸ ἐμπολέμου. Τὰ πράγματα ἔμειναν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Παραμένει δὲ ἡ ἀπορία, πῶς δὲν κατώρθωσεν ὁ Γερμανὸς Στρατάρχης, ὅστις ἦτο καὶ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, πῶς δὲν κατώρθωσεν, ἀπευθυνόμενος ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν Γερμανὸν Αὐτοκράτορα, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Καὶ μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος τῆς Ρουμανίας.

§74Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν;

§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁρίστε.

§76Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν ὑπῆρχεν ὡρισμένη ἀπάντησις καὶ ὅτι τότε ἐξηκολούθησαν αἱ διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἠρνήθη τὴν ἀπόδοσιν, ἀλλὰ ὑπὸ ὅρους τινάς.

§77Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἡ ἀνάμνησις ἡ ἰδική μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι διαυγής.

§78Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι τὰ στρατεύματα δὲν ἐπανῆλθον καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἔφυγεν ἡ Κυβέρνησίς σας, ἡ Κυβέρνησις Λάμπρου δὲν ἔκαμεν οὐδὲν διάβημα περὶ τούτου. Καὶ φθάνομεν οὕτω εἰς τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος τῆς Ρουμανίας. Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἔλεγαν οἱ περὶ τὸ Ἐπιτελεῖον, οἱ ἀποτελοῦντες δηλαδὴ τὴν ἀληθῆ Κυβέρνησιν, ὅτι, ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ρουμανία, τότε θὰ ἐξέλθωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Καὶ ὅμως τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ὅτι, καὶ ἀφοῦ ἡ Ρουμανία ἐξῆλθεν, ἡμεῖς ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐννοούσαμεν νὰ ἐξέλθωμεν, διότι εἴχομεν δώσει ρητὴν ὑπόσχεσιν νὰ μὴ ἐξέλθωμεν. Ἀπευθύνομαι τότε πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην διὰ νὰ δηλώσω πρὸς αὐτὸν ὅτι, μετὰ τὴν ἔξοδον τῆς Ρουμανίας ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἡ ὁποία αἴρει καὶ τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα τῶν περὶ τὸ Ἐπιτελεῖον, μετά, πρὸ παντός, τὴν εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων εἰς τὴν Μακεδονίαν, μετὰ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ στρατοῦ μας, μετὰ τὴν ἀθέτησιν τῆς ἐγγράφου ὑποσχέσεως τῆς Γερμανίας ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθουν οἱ Βούλγαροι εἰς Σέρρας, Δράμαν καὶ Καβάλλαν, ἐγὼ θεωρῶ ὅτι αἴρονται πλέον οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι μὲ συνεκράτησαν ἕως τότε ἀπὸ τῆς ἀναλήψεως τοῦ ἀγῶνος κατὰ τοῦ Δεσποτισμοῦ. Διεμήνυσα ἑπομένως εἰς τὸν κ. Ζαΐμην ὅτι τὸν ἐξουσιοδοτῶ νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι, ἂν καὶ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἐμμείνῃ εἰς τὴν αὐτὴν πολιτικήν, ἐγὼ εἶμαι ἀποφασισμένος οὐχὶ νὰ ἀναλάβω ἀγῶνα ἐσωτερικόν, ἀγῶνα ἐμφυλίου πολέμου, ἀλλὰ νὰ προβῶ εἰς τὸν διχασμὸν τοῦ Κράτους καὶ νὰ ζητήσω νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἦτο διατεθειμένον νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀναγκαίας θυσίας διὰ νὰ ἀποτραπῶσιν οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησεν ἡ Γερμανικὴ πολιτική. Ὁ κ. Ζαΐμης συνωμίλησε μετὰ τοῦ Βασιλέως, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῆς εἰσβολῆς ἰδίως τῶν Βουλγάρων εἰς τὴν Καβάλλαν, καὶ ἐκ τῆς ἐξόδου τῆς Ρουμανίας ἦτο ζωηρά, ὁ Βασιλεύς, κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο καλὸν νὰ κερδίσῃ ὀλίγον χρόνον. Διὰ τοῦτο ἐξουσιοδότησε τελικῶς, ὄχι ἀρχῆθεν, ἀλλὰ μετὰ τέσσαρας ἢ πέντε ἡμέρας, τὸν κ. Ζαΐμην νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐξουσιοδοτεῖ τὸν κ. Ζαΐμην νὰ ἀρχίσῃ διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως περὶ τῶν ὅρων τῆς ἐξόδου. Ἀρχικῶς ἐζήτησε νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τῶν ἐκλογῶν, τὰς ὁποίας ἤθελε νὰ διεξαγάγῃ τότε διὰ νὰ κερδίσῃ δύο μῆνας καιρόν. Ἐτέθη ὅμως κατὰ μέρος αὐτό, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ γίνουν ἐκλογαὶ μὲ τοὺς Βουλγάρους εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἐξουσιοδοτήθη λοιπὸν νὰ προβῇ ὁ κ. Ζαΐμης εἰς τὰς ἀναγκαίας διαπραγματεύσεις καὶ νὰ μὲ κρατῇ ἐνήμερον, ὄχι βέβαια ὡς Ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν δὲν μοῦ ἀνεγνώριζεν, ἀλλὰ ὡς Ἀρχηγὸν μεγάλου πολιτικοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου διηρμήνευεν αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Δὲν παρῆλθον παρὰ ὀλίγαι ἡμέραι καὶ ὅταν ἡ ὁρμὴ ἡ πατριωτικὴ ἀξιωματικῶν τινων ἐν Μακεδονίᾳ, ὁδηγουμένων ὑπὸ τῆς καρδίας καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ νοῦ, ἤγαγεν αὐτοὺς προώρως εἰς τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης, ἀποτέλεσμα δὲ τοῦ κινήματος αὐτοῦ ὑπῆρξεν ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἑδρεύουσα ἑνδεκάτη μεραρχία δὲν ἠθέλησε νὰ μετάσχῃ τοῦ κινήματος καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτῆς, ἐλθόντες εἰς Ἀθήνας, παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ὅταν αὐτὰ ἐγένοντο, ὁ τότε Βασιλεὺς ὑπέθεσεν ὅτι ἡ συγκίνησις τῆς Κοινῆς Γνώμης ἦτο παροδικὴ καὶ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ μεταβάλωμεν πολιτικήν, ἀπεφάσισε, κατ’ ἀθέτησιν τῆς ὑποσχέσεως, τῆς δοθείσης πλέον διὰ τοῦ κ. Ζαΐμη, νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν παλαιὰν πολιτικήν. Οὕτω ὁ κ. Ζαΐμης ἀπεμακρύνθη καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν ἡ ὑπὸ τὸν κ. Καλογερόπουλον Κυβέρνησις. Ἐγνώριζα ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καλογεροπούλου ἤρχετο μὲ πρόγραμμα νὰ συνεχίσῃ, ἐὰν ἦτο δυνατόν, τὰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν Δυνάμεων τῆς Ἀντὰντ πρὸς ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Ἀλλ’ ἐγνώριζα ἀσφαλῶς πλέον ὅτι καὶ ὁ κ. Καλογερόπουλος θὰ ἔπιπτε θῦμα τῆς πραγματικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι θὰ ἐχρησίμευε μόνον διὰ νὰ ποικίλλωνται τὰ καθ, ἡμᾶς, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ οὐδεμία μεταβολὴ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τότε ἀπεφάσισα νὰ γίνω ἐπαναστάτης. Κύριοι, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξηγήσω εἰς ὑμᾶς ποία πάλη καὶ πόσον μακρὰ καὶ πόσον περιπετειώδης διεξήχθη ἐν τῇ ψυχῇ μου, πρὶν ἢ ἀποφασίσω νὰ γίνω καὶ πάλιν ἐπαναστάτης, νὰ γίνω Ἀρχηγὸς κινήματος ἐπαναστατικοῦ. Ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κανείς μας δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος, ἀφοῦ καὶ ὁ Θεάνθρωπος ἀκόμη, πρὸ τοῦ Σταυροῦ εὑρεθείς, κατελήφθη ὑπ’ αὐτῆς, ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία μὲ ὤθει πρὸς τὴν ἰδέαν ὅτι, ἐκτελέσας τὸ καθῆκον μου ὅσον ἠδυνάμην, πράξας ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τῶν κειμένων νόμων, ἵνα σώσω τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν καταστροφήν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐφέρετο, ἠδυνάμην νὰ θεωρήσω ὅτι ἐξεπληρώθη πλήρως τὸ καθῆκον μου, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον εἶχα τὴν συναίσθησιν ὅτι εἶχα προσφέρει κἄποιας ὑπηρεσίας εἰς τὸν Τόπον, ὑπερβαινούσας τὸν μέσον ὅρον τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας κάθε πολίτης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Πατρίδα του, καὶ ἑπομένως ὅτι ἠδυνάμην νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τοῦτο, ἀφοῦ ἡ πολιτεία τῶν ἀντιπάλων ἔφερε τὰ πράγματα μέχρι λύσεως, ἡ ὁποία θὰ ἔφερε τὴν πλήρη ἐπαλήθευσιν τῶν προβλέψεών μου. Ἦσαν καὶ ἄλλοι λόγοι, πλὴν τῆς ἀνθρωπίνης αὐτῆς ἀδυναμίας, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαμναν νὰ ἐνδοιάζω. Μὴ γινόμενος διὰ πρώτην φορὰν ἐπαναστάτης, ἀλλὰ πολλοστὴν — δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν (παρατεταμένα χειροκροτήματα) — ἐγνώριζα πόσον ἐπικίνδυνον πρᾶγμα εἶναι αἱ ἐπαναστάσεις, ποῖος εἶναι ὁ διηνεκὴς κίνδυνος νὰ ἐκφυλισθῶσιν αὗται εἰς ἀναρχίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ σκοποὶ τῆς ἐπαναστάσεως δὲν δύνανται φυσικὰ παρὰ νὰ ναυαγήσουν. Ἀπέβλεψα, ἐξ ἄλλου, εἰς τὴν ἡλικίαν μου, ἡ ὁποία πλέον δὲν ἦτο ἡ ἡλικία ἡ συνήθης διὰ τοὺς ἐπαναστατικοὺς ἀγῶνας. Μὲ ἐφόβιζαν ἐπὶ πλέον τὰ ἀποτελέσματα τῆς δηλητηριάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε φέρει εἰς τὴν ψυχὴν μέρους τοῦ λαοῦ ἡ Γερμανικὴ προπαγάνδα, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ λέγω: ἂς θεωρήσω ὅτι τὸ καθῆκον μου ἦτο νὰ πράξω ὅ,τι ἦτο ἐπιβεβλημένον ἐντὸς τῶν νόμων καὶ ὅτι ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους δὲν ἦτο καθῆκον μου νὰ προβῶ καὶ περαιτέρω, καταλύων δηλαδὴ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, καταλύων τὴν θεσπισμένην κατάστασιν, διὰ νὰ φροντίσω νὰ δημιουργήσω μίαν νέαν κατάστασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ προσπαθήσω νὰ ἀντιμετωπίσω τὴν ἐπερχομένην καταστροφήν. Μίαν ἡμέραν, κύριοι, μὲ ἐπεσκέφθη εἷς ἐκ τῶν νῦν συναδέλφων μου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν μεγάλων ἐργατῶν τῆς παραγούσης πλοῦτον Ἑλλάδος, τῆς ναυτιλλομένης Ἑλλάδος. Ἦτο οὗτος ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι συχνότερον μὲ ἐπεσκέπτοντο, διὰ νὰ μὲ ὠθοῦν εἰς ἐνέργειαν. Μὲ ἐπεσκέφθη λοιπόν, καὶ χωρὶς νὰ φαίνεται ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς ὡρισμένον σκοπόν, μοῦ διηγήθη μίαν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμνε πρὸ μικροῦ ὁ κουρεύς του. Κατὰ τὸν ἐν λόγῳ συνάδελφόν μου, ὁ κουρεύς του ἦτο τρομερὰ Βενιζελικός. Τοῦ ἔλεγε δέ: «Κύριε Ἐμπειρῖκε, ἡμεῖς ἐδῶ οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι λέγομεν ὅτι ἔχει μίαν μεγάλην εὐθύνην, ἐκτὸς τοῦ Βασιλέως, καὶ ὁ Βενιζέλος». Ἐπὶ ἐρωτήσει δὲ τοῦ κ. Ἐμπειρίκου κατὰ τί εὐθύνεται ὁ Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται, φωνάζει, σχίζεται, ὁ κουρεὺς ἀπήντησε: «Μά, ὁ Βενιζέλος μᾶς λέγει ὅτι πηγαίνομεν εἰς καταστροφήν. Αἴ, λοιπόν, ἀφοῦ πηγαίνομεν εἰς καταστροφήν, διατί νὰ μὴ ἐμποδίσωμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;» Τοῦ λέγει ὁ κ. Ἐμπειρῖκος: «Καὶ διατί δὲν κυττάζετε νὰ τὸ ἐμποδίσετε;» «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κάμωμεν, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ κουρεύς. Ἐφ’ ὅσον ὁ Βενιζέλος ὑπάρχει καὶ ζῇ, δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τέτοιο πρᾶγμα. Διότι ὁ καθένας σκέπτεται ὅτι, ἀφοῦ ὁ Βενιζέλος, ποὺ βλέπει καλλίτερα τὰ πράγματα, κάθεται ἥσυχος, θὰ πῇ πῶς τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ. Ἐνῷ, ἂν ἔλειπε ὁ Βενιζέλος, τότε ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, ὁ λαὸς, θὰ ἐκυττάζαμε πῶς μπορούσαμε νὰ σώσωμε τὸν Τόπο ἀπὸ τὴν καταστροφή». Ἡ ὁμιλία αὐτὴ δὲν φαίνεται, κύριοι, ἔχουσα μεγάλην σημασίαν. Καὶ ὅμως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι ὑπῆρξε δι’ ἐμέ συγκλονιστικὴ ἡ ἐξ αὐτῆς ἐντύπωσις. Καί, μόλις ἔφυγε ὁ συνάδελφός μου, ἔλεγα κατ’ ἐμαυτὸν, ὅτι πράγματι ὁ κουρεὺς αὐτὸς ὁμιλεῖ σωστὰ καὶ οἱ ἐνδοιασμοί μου ὅπως ἐκπληρώσω μέχρι τέλους τὸ καθῆκον μου, γινόμενος καὶ ἐπαναστάτης, πρέπει νὰ λείψουν, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ ὀφείλωνται εἰς ἐγωϊστικὰ καθαρῶς ἐλατήρια. Ἔλεγα εἰς τὸν ἑαυτόν μου: Κύριε, ἔχων σὺ συγκεκομισμένον ἐκ πολλῶν ἀγώνων καὶ πολλῶν ἐπιτυχιῶν ἕνα κεφάλαιον ὄχι σύνηθες, δὲν θέλεις νὰ τὸ διακινδυνεύσῃς καὶ συλλογίζεσαι ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ καθήσῃς ἥσυχος, περιμένων τὰ πράγματα νὰ ἀποδείξουν ὅτι εἶχες δίκαιον, διὰ νὰ ἔχῃς τὴν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν ὅτι προεῖδες τὰ πράγματα, καὶ λησμονεῖς ὅτι ἀφίνεις οὕτω μέχρι τέλους νὰ ἐπέλθῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἴσως, ἂν ὄχι βεβαίως, ἠδύνασο νὰ ἐμποδίσῃς, τὸ ὁποῖον πάντως σοῦ ἐπιβάλλεται νὰ ἐπιχειρήσῃς νὰ ἐμποδίσῃς (Χειροκροτήματα). Ἐζήτησα τότε νὰ ἴδω καὶ τὸν Ναύαρχον Κουντουριώτην, οὗτινος τὰς ἰδέας ἐγνώριζα ἐξ ἀνακοινώσεων κοινῶν φίλων καὶ τοῦ ἰδίου κ. συναδέλφου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα. Τὸν Ναύαρχον Κουντουριώτην εἶδα ὄχι μόνον διατεθειμένον νὰ μετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ ὠθοῦντα εἰς αὐτὸν καὶ λέγοντα καὶ βεβαιοῦντα μετὰ κύρους — διότι ὑπῆρξε μέλος μιᾶς ἢ δύο τῶν τελευταίων Κυβερνήσεων τῶν σωτήρων, ἐπιτεταγμένος ἀπὸ τὸν τότε Βασιλέα ὡς Ἀρχηγὸν τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Στόλου — καὶ πεπεισμένον ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπροδίδετο καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἀσκουμένη ἦτο Γερμανικὴ καὶ ὅτι ἦτο αἶσχος εἰς ἡμᾶς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ δεχώμεθα αὐτὴν μέχρι τέλους ἀδιαμαρτύρητοι. Καὶ ἡ γνώμη αὕτη τοῦ Ναυάρχου καὶ ἡ συνεργασία αὐτοῦ ἐξήλειψαν καὶ τοὺς τελευταίους ἐνδοιασμούς μου. Σὰν χθὲς πρὸ 11 μηνῶν ἀνεχώρουν ἐκ Φαλήρου καὶ σὰν σήμερον ἐκηρύσσετο ἐν Κρήτῃ ἡ Ἐπανάστασις. Κατέβαλλα πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως εἰς τὸ κίνημα ἡμῶν μὴ δοθῇ χαρακτὴρ οὔτε ἀμέσου ἐμφυλίου πολέμου, οὔτε πρὸ πάντων ἀντιδυναστικοῦ κινήματος. Ἐφρόντισα, ἐν Κρήτῃ ἀκόμη, νὰ διακηρύξω ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ κατὰ τὴν ὑστάτην ταύτην στιγμήν, ἐὰν τὸ Στέμμα θέλῃ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Ἔθνους χαραχθεῖσαν πολιτικήν, νὰ γίνωμεν οὐραγοὶ τοῦ Στέμματος. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, ὅτι τοῦτο πράττων καὶ μὴ θέλων νὰ δώσω ἀντιδυναστικὸν χαρακτῆρα εἰς τὸ κίνημα, δὲν ἐσκεπτόμην κομματικῶς, δὲν τὸ ἔπραττα διότι εἰς τὰ μέρη ὅπου ἐπήγαινα διὰ νὰ κηρύξω τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ἐπαναστάσεως, μοῦ ἐχρησίμευε τοῦτο. Τοὐναντίον, ὅσοι μὲ ἠκολούθησαν εἶδον ὅτι, ὅπου κατέστελλον τὰς ὁρμὰς τὰς ἀντιδυναστικάς, ἔρριπτον πάγον ψυχρότητος εἰς τὰς ψυχάς. Καὶ ὅμως ἐθεώρησα ὅτι μοῦ ἐπεβάλλετο τοῦτο, διότι οὔτε εἰς καμμίαν ἄλλην κρίσιμον ἐποχήν, οὔτε πολὺ περισσότερον εἰς αὐτήν, ἠδυνάμην νὰ ἐνθυμηθῶ τὸν Ἀρχηγὸν Κόμματος, τὸν μεριμνῶντα περὶ τοῦ Κόμματος, ἀλλὰ τὸν Ἀρχηγὸν Κόμματος, τὸν μεριμνῶντα ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους (Χειροκροτήματα). Δὲν θέλω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι διετήρουν πολλὰς ἐλπίδας, ὅτι ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁ τότε Βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ συνετισθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀποκλείσω καὶ τὴν ἐλπίδα αὐτήν, σκεπτόμενος ὅτι οἱ περὶ αὐτὸν τὸν ἐβεβαίουν ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐξερριζώθη, ἐτάφη, δὲν ἔχει δύναμιν καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἐνέμενε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἰς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθει, ὅτε ὅμως ἐτελοῦντο γεγονότα ἐμφανῶς καταδεικνύοντα ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀντεπροσώπευε μίαν μεγάλην καὶ κολοσσιαίαν ἀκόμη ἐν τῷ Τόπῳ δύναμιν, δὲν ἦτο ἀπίθανον ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην θὰ ἐσυνετίζετο, ἂν ὄχι ἐξ ἄλλων λόγων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐξ ἀνασκοπήσεως πρὸς τὸ συμφέρον τὸ Δυναστικόν. Καὶ φαίνεται, ἂν αἱ πληροφορίαι μου ἐκ καλῶν, ἂν ὄχι ἐπισήμων, πηγῶν, εἶναι ἀκριβεῖς, φαίνεται ὅτι ὑπῆρξαν στιγμαί, κατὰ τὰς ὁποίας τοιαύτη τις ἰδέα ἐπεκράτησεν, ἢ τοὐλάχιστον συνεζητήθη, διῆλθε διὰ τοῦ πνεύματος τοῦ Βασιλέως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, οὕτως ἐνεργῶν, ἤθελα νὰ ἐπιτύχω, ἦτο ἡ ταχίστη ἀνασύνδεσις τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἑνοποίησις αὐτοῦ, ὅπως ὁ ἐξωτερικὸς ἀγὼν διεξαχθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἑνιαίου. Ἐγνώριζα καλὰ ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀγῶνος, ἀλλ’ ἠδυνάμην κάλλιστα ν’ ἀναβάλω τὸν ἐσωτερικὸν ἀγῶνα, ἐφ’ ὅσον ἠδυνάμην νὰ ἐπιτύχω τὴν ἀνασύνδεσιν τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ ριφθῶμεν εἰς τὸν ἐξωτερικὸν ἀγῶνα πάντες ἡνωμένοι. Ὅτι δὲ διῆλθε διὰ τοῦ πνεύματος τοῦ Βασιλέως ἡ ἰδέα ὅτι ἠδύνατο νὰ προσχωρήσῃ εἰς τοιαύτην πολιτικήν, τὸ συνάγω ἐκ τοῦ ὅτι ὁ φίλος μου βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας κ. Διαμαντίδης μοῦ ἐτηλεγράφει, δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν εἰς Κρήτην ἄφιξίν μου, διά τινος τῶν Πρεσβειῶν κρυπτογραφικῶς, ὅτι ὁ κ. Σκουμπουρδῆς, ὑπασπιστὴς τοῦ τότε καὶ νῦν Βασιλέως, μετέβη καὶ τὸν ἐπεσκέφθη καὶ τοῦ εἶπεν, ὄχι ὅτι εἶναι ἐντεταλμένος τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ὅτι ἐθεώρει ἀναγκαῖον νὰ μάθῃ καὶ παρεκάλει τὸν κ. Διαμαντίδην νὰ τοῦ προμηθεύσῃ τὴν πληροφορίαν αὐτήν, τί θὰ ἐσκεπτόμην ἐγὼ ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Βασιλεὺς θὰ ἀπεφάσιζε νὰ συγκροτήσῃ νέαν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς τῆς οὐδετερότητος παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντάντ, θὰ ἠξίουν — ἠρώτα ὁ κ. Σκουμπουρδῆς — νὰ ἔχω τὴν προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔλεγεν ὅτι θὰ ἐγίνετο Κυβέρνησις Οἰκουμενική, ἢ θὰ ἠρκούμην ὅπως εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν μετάσχουν φίλοι μου τινες. Καὶ ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Διαμαντίδην, ὅπως ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κ. Σκουμπουρδῆν, ὅτι, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἤθελε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τὴν ἐγκριθεῖσαν διὰ τῆς ψήφου τῆς 31ης Μαΐου καὶ τῶν ἐπανειλημμένων ψηφοφοριῶν τῆς ἀληθοῦς Βουλῆς, ὄχι τοῦ ὁμοιώματος Βουλῆς, ἐγὼ ὄχι μόνον δὲν θὰ ἠξίουν νὰ προεδρεύσω τῆς συγκροτηθησομένης ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔκρινα σκόπιμον νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύω δι’ ἄλλων φίλων μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, διότι ἐνόμιζα ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ παράσχω μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας, ἂν ἔμενα ἐκτὸς τῆς Ἐξουσίας, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ Ἀρχηγὸς παρέχων ἀμέριστον τὴν ὑποστήριξίν μου πρὸς τὴν ὁπωσδήποτε συγκροτηθησομένην Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Ἐθνικῆς πολιτικῆς (Χειροκροτήματα). Ἀτυχῶς τοιαύτη σκέψις, ἂν διῆλθε σοβαρῶς διὰ τοῦ πνεύματος τοῦ Βασιλέως, ὑπῆρξε παροδικὴ ὅλως καὶ ἐπανήλθομεν πάλιν, ἢ ἐνεμείναμεν μᾶλλον, εἰς τὰς σκέψεις τὰς σταθερὰς τῆς Γερμανικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοζον. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καλογεροπούλου δὲν εἶχε πλέον θέσιν, διότι δὲν ἠμποροῦσε τὸ παιγνίδι νὰ παίζεται ἐπὶ πλειότερον χρόνον πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, καὶ τότε ἐπῆλθεν ἡ νέα κυβερνητικὴ μεταβολή, διὰ νὰ ἀνέλθουν εἰς τὴν Ἐξουσίαν — ἐπιτρέψατέ μου τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπα καὶ ἄλλοτε — τὰ πολιτικὰ καθάρματα, τὰ ὁποῖα κατήσχυναν τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὰς σκηνὰς τῆς 18ης καὶ 19ης Νοεμβρίου (Χειροκροτήματα). Δὲν θὰ κάμω κανένα λόγον περὶ τῶν γεγονότων τῆς 18ης καὶ 19ης Νοεμβρίου, κύριοι βουλευταί. Θέλω μόνον νὰ εἴπω ὅτι ἀφ’ ἧς ἐγνώσθησαν ἐν Θεσσαλονίκῃ τὰ γεγονότα τῆς 19ης Νοεμβρίου, εἰς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Ἐπαναστάσεως ἐπῆλθε μεταβολὴ οὐσιώδης. Μέχρις ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἤμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀνεχθῶμεν καὶ περαιτέρω ὡς Βασιλέα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατέλιπε τὸν Θρόνον του διὰ νὰ γίνῃ Ἀρχηγὸς ἑνὸς Κόμματος, ἀναβάλλοντες τὴν λύσιν τῶν ἐσωτερικῶν ζητημάτων διὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον. Ἀπὸ τῶν γεγονότων ὅμως τῆς 19ης Νοεμβρίου ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ ἀνεχθῶμεν, ὅπως παραταθῇ ἡ ἀναγνώρισις ἐκ μέρους ἡμῶν ὡς Βασιλέως ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν κατῆλθε μόνον τοῦ Θρόνου διὰ νὰ γίνῃ Ἀρχηγὸς Κόμματος, ἀλλὰ καὶ ἠνέχθη, ἐγκαθιστῶν Κυβέρνησιν ἐκ πολιτικῶν καθαρμάτων, νὰ περιαγάγῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν καταισχύνην τῶν γεγονότων τῆς 19ης Νοεμβρίου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων καὶ ζητωκραυγαί). Καὶ ἐπειδή, κύριοι, εἰς τὴν πολιτικήν μου ἔγνων πάντοτε, καὶ εἰς τὰς ἐσωτερικάς μου σχέσεις τὰς πρὸς τὸ Στέμμα καὶ εἰς τὰς πρὸς τὸν λαὸν καὶ τὰς πρὸς τοὺς φίλους μου, ὡς Ἀρχηγοῦ Κόμματος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐξωτερικάς μου σχέσεις νὰ εἶμαι εἰλικρινής, εἶχα δὲ δώσει διαβεβαιώσεις ἐπανειλημμένας πρότερον πρὸς τὰς ξένας Κυβερνήσεις ὅτι τὸ κίνημα δὲν ἔχει χαρακτῆρα ἀντιδυναστικόν, ἔσπευσα, πλὴν μιᾶς ἐπισήμου διαμαρτυρίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης πρὸς πάσας τὰς Δυνάμεις καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀπεκηρύττομεν ὄχι τοὺς κυβερνήτας, ἀλλὰ τοὺς κυβερνῶντας (les gouvernants) ἐν Ἀθήναις, ἔσπευσα δι’ ἰδιαιτέρου τηλεγραφήματος πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ γνωρίσω ὅτι κάθε δεσμὸς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου ἐκόπη, ὅτι δὲ ἦτο ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναγνωρίσωμεν περαιτέρω τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον ὡς Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, ἀφ’ ἧς οὗτος ἐξέπεσεν ἀπὸ Ἀρχηγὸν τοῦ Κράτους εἰς Ἀρχηγὸν Κόμματος, ἐπαναστατοῦντα μετὰ τῶν λοιπῶν Ἐξουσιῶν διὰ νὰ συντρίψῃ καὶ ἐξοντώσῃ τὸ ἀντίπαλον κόμμα. Ὀλίγον βραδύτερον, καταστάσης δυνατῆς τῆς κινητοποιήσεως, συνεκροτήθη ἡ στρατιωτικὴ δύναμις τῆς Νέας Ἑλλάδος, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον ὅτι ἀπετέλεσε στρατόν, ὡραιότερον τοῦ ὁποίου δὲν εἶχεν ἴδει ποτὲ ἡ Ἑλλάς (Χειροκροτήματα). Λέγων ταῦτα, κύριοι, ποτὲ δὲν εἶχον φαντασθῆ ὅτι εἰς τὴν ψυχὴν Ἕλληνος ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ αἴσθημα πικρίας καὶ λύπης. Ἐνόμιζα ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες, οἱωνδήποτε πολιτικῶν φρονημάτων, θὰ ἦσαν ὑπερήφανοι, μανθάνοντες ὅτι τὸ Ἔθνος, καὶ μετὰ τὸν διχασμὸν καὶ μετὰ τὴν δηλητηρίασιν τῆς Γερμανικῆς προπαγάνδας, κατώρθωσε νὰ συγκροτήσῃ στρατὸν 60,000 ἀνδρῶν, τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, ὡραιότερον δὲν εἶχεν ἴδει ποτὲ ἡ Ἑλλάς. Καὶ ὅμως εἷς ἐκ τῶν Σωτήρων, ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθές, μὲ πνεῦμα μικροπολιτικοῦ, ἠθέλησε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν βεβαίωσίν μου ἐκείνην διὰ νὰ φέρῃ, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νέαν διάστασιν μεταξὺ τῶν στρατῶν τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος, οἵτινες ἀποτελοῦν σήμερον τὸν ἕνα στρατὸν τῆς μιᾶς Ἑλλάδος. Βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ὁ στρατὸς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἶχε πρὸς στιγμὴν λησμονήσει τὸν ἐθνικὸν αὑτοῦ χαρακτῆρα, ἵνα ὑποβιβασθῇ εἰς δυναστικὸν στρατόν, ἡ διαίρεσις μεταξὺ τῶν δύο στρατῶν ἦτο ἀναπόδραστος. Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν ἐπρόκειτο περὶ δύο στρατῶν, στρατολογουμένων ἐκ διαφόρων περιφερειῶν, ἀφοῦ ὁ στρατὸς τῆς Νέας Ἑλλάδος περιελάμβανε μεγάλην ἀναλογίαν ἐθελοντῶν ἐκ τῆς Παλαιᾶς. Δὲν ἐπρόκειτο ἑπομένως περὶ διαιρέσεως τοπικῆς, ἀλλὰ περὶ διαιρέσεως ἀντιλήψεων τῶν δύο τμημάτων τοῦ Ἐθνικοῦ στρατοῦ, καὶ ταύτης παροδικῶς. Διότι κανεὶς δὲν ἐσκέφθη ποτὲ νὰ ἀρνηθῇ ἢ νὰ ὑποτιμήσῃ τὰ κλέη του καὶ τὰς δάφνας, τὰς ὁποίας ὁ στρατὸς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἔδρεψεν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν κατὰ τοὺς ἐνδόξους πολέμους μας τοῦ 1912 καὶ 1913. Ἀκριβῶς δὲ διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι εὐθὺς ὡς ἀφαιρεθῇ ἡ κακοποιὸς ἐπίδρασις, ἡ ὁποία ἐξησκεῖτο ἄνωθεν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, ἀκριβῶς διότι πιστεύω ὅτι τὸ στρατευόμενον Ἔθνος, ἡ στρατευομένη Ἑλλάς, δύναται καὶ πάλιν νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέμου παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Μεγάλων Στρατιωτικῶν Ἐθνῶν μετὰ πλήρους πεποιθήσεως ἐπὶ τοῦ στρατοῦ της, δι’ αὐτὸ καὶ ἐπαναστάτης ἐγενόμην, ὀργανώσας νέον στρατὸν καὶ ἤδη ζητῶν τὴν ἀνασυγκρότησιν καὶ πάλιν τοῦ ἄλλου στρατοῦ τοῦ παλαιμάχου, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὰς κακοποιοὺς ἐπιδράσεις, θὰ διαπράξῃ οὗτος πάλιν, ὅπως κατὰ τοὺς προσφάτους πολέμους, ἔργα γενναῖα καὶ μεγάλα, θὰ γράψῃ σελίδας νέας δόξης καὶ θὰ ἐπιτελέσῃ ἔργα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν, παρ’ ὅλας τὰς καταστροφάς, νὰ περισώσωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἀκόμη νὰ περισωθῇ καὶ νὰ καταστήσωμεν καὶ πάλιν τὴν Ἑλλάδα ἄξιον μέλος τῆς οἰκογενείας τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Συνεκροτήσαμεν λοιπὸν τὸν στρατόν μας καὶ ἐπεζητήσαμεν καὶ ἐπετύχομεν τὴν ἐπέκτασιν ἡμῶν καὶ εἰς τὰς λοιπὰς νήσους. Ἀλλὰ παρὰ τὴν ἐπέμβασιν τῶν Δυνάμεων καὶ παρὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν φίλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταδιωχθῆ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἔγκλειστοι εἰς τὰς φυλακὰς ὡς συνωμόται κατὰ τοῦ καθεστῶτος, ἐγνωρίζομεν καθ’ ἡμέραν ὅτι καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα οἱ φίλοι ἡμῶν ὑφίσταντο μαρτύρια ἀληθοῦς διωγμοῦ. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, συναισθανομένους ἤδη ὅτι εἴχομεν πρὸς τὸ μέρος ἡμῶν τὴν δύναμιν, ὄχι ἁπλῶς τὴν ἠθικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑλικήν, τὴν στρατιωτικήν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς τὴν ἰδέαν τοῦ ν’ ἀφήσωμεν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα τοὺς φίλους ἡμῶν ἕρμαιον εἰς τοὺς διωγμοὺς τοῦ ἐγκαθιδρυθέντος Δεσποτισμοῦ, ἕρμαιον εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τῶν πολιτικῶν καθαρμάτων, καὶ νὰ μὴ ζητήσωμεν νὰ σπεύσωμεν εἰς βοήθειαν αὐτῶν. Ἐβλέπομεν, ἄλλως τε, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, μὲ ὅλην τὴν δρᾶσιν τὴν θαυμαστὴν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἀμύνης, δὲν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ὑπερασπίσωμεν δυστυχῶς καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν διεκδικήσεων τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν παρὰ τῶν Δυνάμεων νὰ ἀρθῇ, εἰ δυνατόν, ἡ οὐδετέρα ζώνη καὶ ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς ὅπως, τιθέμενοι ἀντιμέτωποι πρὸς τὸν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι Κρατικὸν ὀργανισμόν, τερματίσωμεν τὸν διχασμὸν τοῦ Κράτους, ἀνασυγκροτοῦντες ἐγκαίρως τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα. Ἐζητήσαμεν κατὰ δεύτερον λόγον, ἐὰν δὲν ἤθελαν τοῦτο νὰ πράξουν, νὰ ἐπιτρέψουν τοὐλάχιστον εἰς ἡμᾶς νὰ τὴν ἄρωμεν προσωρινῶς, ὅπως κριθῇ τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλίας. Διότι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἠθέλομεν νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Κυβέρνησιν τὴν διάθεσιν τῶν σιτηρῶν τῆς Θεσσαλίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ προέλασις ἡμῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἡ ἄφιξις μέχρι τῆς Οἴτης θὰ ἔκαμνε τὸ καθεστὼς ἐδῶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν καθαρμάτων, ὅπως εἶπα, νὰ ἐκπέσῃ ἔτι περισσότερον, καὶ ἡ κατάπτωσις αὕτη θὰ ἐπέφερεν ἄνευ πολλῶν κλονισμῶν τὴν ἐπέκτασιν τῆς Ἐξουσίας ἡμῶν εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα. Αἱ Δυνάμεις οὔτε τὸ ἓν ἐδέχθησαν, οὔτε τὸ ἄλλο. Οὔτε τὴν ἄρσιν δηλαδὴ τῆς οὐδετέρας ζώνης, οὔτε τὴν ἐπέκτασιν τῆς Ἐξουσίας ἡμῶν εἰς Θεσσαλίαν. Ἀνέλαβον μόνον νὰ μεταβοῦν οὗτοι εἰς Θεσσαλίαν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς αἰτήσεως ἡμῶν, ὑποθέτω, λαβοῦσαι ἀφορμήν, ἀνεθεώρησαν τὰς περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος ἀποφάσεις των καὶ γνωρίζουσαι πλέον ὅτι ἡ Νέα Ἑλλὰς, ἡ μετ’ αὐτῶν συναγωνιζομένη, αὐτὴ ἡ ὀργανώσασα Κράτος ἐν Θεσσαλονίκῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ πλέον τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον, ἔφθασαν εἰς τὰς ἀποφάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἔφθασαν, ὅπως, ἐπεμβαίνουσαι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Συνθηκῶν καὶ τῆς ἐγγυήσεως τῆς δοθείσης ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ὡς Συνταγματικόν, ζητήσουν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Καὶ οὕτως ἐπῆλθεν ἡ κάθοδος ἡμῶν εἰς Ἀθήνας, ἡ ἕνωσις τῆς ὅλης Ἑλλάδος καὶ ἡ ἀνάληψις τῆς Ἐξουσίας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης. Κάποιος ἐκ τῶν ῥητόρων παρεπονέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τὴν ἐπέμβασιν τῶν Δυνάμεων καὶ ἀφῆκε νὰ πιστευθῇ ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ παρέμβασις αὕτη, τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ ἀντιστῇ κατὰ τοῦ Κράτους τῆς Θεσσαλονίκης, ἔστω καὶ ἂν ἤρετο ἡ οὐδετέρα ζώνη καὶ οἱ δύο ὀργανισμοὶ ἐτίθεντο ἀντιμέτωποι. Τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἔγινεν ἡ κάθοδος ἡμῶν, τὸ Κράτος τῆς Θεσσαλονίκης εἶχε στρατὸν 60 χιλιάδων ἀνδρῶν, ὠργανωμένον καλῶς εἰς τρεῖς μεραρχίας καὶ μίαν τετάρτην, τὴν τῶν Κυκλάδων καὶ Ἰονίων νήσων, ἑτοίμην πρὸς ἄμεσον ὀργάνωσιν, ἀνδρῶν ἑτοίμων νὰ ἀντιμετωπίσωσι πᾶσαν θυσίαν διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τοὺς σκοποὺς τοὺς ὑψηλούς, τοὺς ὁποίους ἐπεδίωκον, ἐνῷ τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν διέθετε δύναμιν οὐδὲ πόρρωθεν ἀνάλογον. Εἶχε κατορθώσει τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν νὰ διαλύσῃ τὸν στρατὸν διὰ τῶν ἰδίων σφαλμάτων. Ἀλλ’ εἶχε κατορθώσει πρὸ πάντων νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸ πλεῖστον τῶν τότε στρατιωτῶν τὴν ἰδέαν ὅτι καμμία δυστυχία δὲν εἶναι μεγαλειτέρα δι’ ἕνα πολίτην, παρὰ τὴν θυσίαν τοῦ ἐγώ του, χάριν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Πατρίδος. Ὅστις δὲ θέλει νὰ κρίνῃ τὰ πράγματα ἀπροκαλύπτως, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ κατανίκησις τοῦ καθεστῶτος τοῦ Ἀθηναϊκοῦ, μὲ τὴν Κυβέρνησιν τῶν καθαρμάτων, ἦτο ἔργον ἁπλοῦ στρατιωτικοῦ περιπάτου διὰ τὸ κυβερνητικὸν καθεστὼς τῆς Θεσσαλονίκης. Εἶπα ταῦτα, διότι δὲν θέλω νὰ πιστευθῇ ἐνταῦθα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι, ἐὰν ἔλειπεν ἡ βαθεῖα αὐτὴ συναίσθησις, θὰ ἠδυνάμην νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὰς Ἀθήνας χειραγωγηθεὶς ἀπὸ ξένην Δύναμιν, ὁσονδήποτε φιλικήν, ὁσονδήποτε προστάτιδα, ὁσονδήποτε ἐγγυήτριαν. Ἀλλ’ ἤλθομεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἡ Ἐπανάστασις ἐθριάμβευσεν, ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναγνωρίσωσι τοῦτο καὶ οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν, ἀλλὰ μᾶς λέγουν: «Διατί ἐφέρατε τὴν Βουλὴν τῆς 31ης Μαΐου;» Μᾶς δέχονται ὡς Κυβερνήτας, μᾶς ἀναγνωρίζουν, μᾶς ἀνέχονται, ἂν θέλετε, ἀλλὰ μᾶς λέγουν «διατί ἐφέρατε τὴν Βουλὴν τῆς 31ης Μαΐου, διατί δὲν κυβερνᾶτε χωρὶς καμμίαν Βουλὴν» καὶ ἀποροῦν διατί, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τῶν πολιτικῶν καθαρμάτων ἠνείχετο νὰ κυβερνᾷ χωρὶς Βουλήν, δὲν δεχόμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ κυβερνῶμεν ὁμοίως. Δὲν ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ δεχθῶ ὅπως κυβερνήσω τὴν Χώραν ἄνευ λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, δὲν ἠδυνάμην συγχρόνως νὰ σκεφθῶ ὅπως διεξαγάγω ἐν τῷ παρόντι ἀμέσως ἐκλογάς, — οὐδείς, ἄλλως τε, ἐσκέφθη νὰ ὑποστηρίξῃ κἂν τὸ δυνατὸν τῆς ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ ἀμέσου διεξαγωγῆς ἐκλογῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ κλῆσις τῆς Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου ἦτο ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη καὶ ἐπιβεβλημένη λύσις τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εὑρίσκεται καλῶς σήμερον εἰς τὰ ἑδώλιά της, καὶ ἡ παροῦσα Βουλή, ἐξ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἀπορρέει, καλῶς εὑρίσκεται εἰς τὰ ἑδώλιά της. Καὶ ὑπομιμνήσκω ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἔπαυσε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μὴ ἀναγνωρίζον τὸ πραξικόπημα τὸ Βασιλικὸν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου. Δὲν κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 6ης Δεκεμβρίου καὶ κρίνοντες βραδύτερον ἐπιβεβλημένην πρᾶξιν τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰς ἐπαναληπτικὰς ἐκλογάς, ρητῶς ἐδηλοῦμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν διὰ τῆς συμμετοχῆς μας εἰς τὰς ἐκλογὰς ν’ ἀναλάβωμεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ ὁμοίωμα αὐτὸ τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνεγνωρίζομεν. Ἦτο λοιπὸν ἀπαραγνώριστον τὸ δικαίωμα ἡμῶν νὰ θεωρήσωμεν τὴν πρᾶξιν τὴν Βασιλικὴν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου ὡς πρᾶξιν ἔκθεσμον, ὡς πρᾶξιν ἀντισυνταγματικήν, ὡς πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Βασιλεύς, θέτων κατὰ μέρος τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἠννόει νὰ συγκεντρώσῃ εἰς ἑαυτὸν ὅλην τὴν δύναμιν, διὰ νὰ γίνῃ βασιλεὺς ἐλέῳ Θεοῦ. Ἡ κλῆσις τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου δὲν θὰ κριθῇ, ὅπως κρίνονται αἱ ὑποθέσεις εἰς τὰ δικαστήρια. Δὲν θὰ κριθῇ δικαστικῶς. Ἡ κλῆσις τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου θὰ κριθῇ ὡς πρᾶξις πολιτική. Ἡ Βουλὴ ἐκλήθη, διότι τὰ δύο καθεστῶτα, ὅταν ἀπεφάσισαν τὴν ἀνασύνδεσιν τοῦ Κράτους εἰς ἕν, ρητῶς συνεφώνησαν ὅτι ἡ ἀνασύνδεσις θὰ γίνῃ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον, κύριοι, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐὰν ἐφρόνουν δυνατὴν τὴν ἄμεσον διεξαγωγὴν ἐκλογῶν, θὰ ἐπέμενα, μὴ στέργων νὰ ἀναλάβω ἄνευ τούτου τὴν Ἀρχήν, θὰ ἐπέμενα ὅπως συγκληθῇ ἡ Βουλὴ τῆς 31ης Μαΐου, διὰ νὰ συνεχίσῃ τὰ ἔργα αὐτῆς, διὰ νὰ συνεχίσῃ, θὰ ἔλεγα, καὶ τὴν συνεδρίασιν τῆς 31ης Ὀκτωβρίου 1915 (Χειροκροτήματα). Θὰ ἐπέμενα εἰς τὴν σύγκλησιν αὐτῆς ὅπως ἐργασθῇ ἐπί τινα τοὐλάχιστον χρόνον, διὰ νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος ἕν προηγούμενον ἐμφανές, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον ὡς δίδαγμα (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐπεσκέφθητε τὸ μέγαρον τοῦ Οὐενστμίνστερ, ὅπου συνεδριάζουν αἱ δύο Ἀγγλικαὶ Βουλαί, θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ἅμα διέλθητε τὴν μεγάλην εἴσοδον πρὸς τὰ ἀριστερά, ὑπάρχει μία πλάξ, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶναι κεχαραγμένα μὲ ἔκτυπα γράμματα καὶ ἐμφανῆ, ταῦτα περίπου, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰς λέξεις ἀκριβῶς, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοιά των: «Ἐδῶ ἀπεκεφαλίσθη Κάρολος ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας, διότι ἐπεβούλευσε καὶ ἐνοσφίσθη τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ». (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ὁσάκις ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας μεταβαίνῃ εἰς τὸ μέγαρον τοῦ Οὐενστμίνστερ, διὰ νὰ κηρύξῃ τὴν ἔναρξιν καὶ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῶν Βουλῶν, διέρχεται ἀκριβῶς διὰ τοῦ μέρους, ὅπου εἶναι ἡ πλὰξ αὐτή, καὶ παρέρχεται πρὸ αὐτῆς βλέπων τὰ ἐπ’ αὐτῆς γράμματα. Καὶ τοῦτο γίνεται ἔκτοτε ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυν αἰῶνας, διότι οἱ λαοὶ ἀκριβῶς οἱ ἄξιοι ἐλευθερίας, οἷος εἶναι ὁ Ἀγγλικὸς λαός, δὲν ἐννοοῦν νὰ λησμονοῦν τὰ διδάγματα τὰ ἐκ τῆς ἱστορίας των καὶ χρησιμοποιοῦν αὐτὰ διὰ τὰς μελλούσας γενεάς. Ἐγὼ δὲ προτίθεμαι νὰ προτείνω εἰς τὴν συγκληθησομένην Ἐθνοσυνέλευσιν, ὅπως ἐπὶ πλακός, ἡ ὁποία θὰ ἐτίθετο ἴσως ἐκεῖ (δεικνύει) ἀπέναντι τοῦ Προεδρείου, ἢ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελε κρίνει σκόπιμον ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπή, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι ἔναντι τοῦ ἐρχομένου ἐνταῦθα Βασιλέως, ὅταν ἔρχεται νὰ κηρύξῃ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, γραφῶσι περίπου ταῦτα: «Ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, διαλύσας ἐκ δευτέρου τὴν Βουλὴν τοῦ 1915, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ προσωπικὴν πολιτικήν, αὐτὸς μὲν ἐξέπεσε τοῦ Θρόνου, ἡ δὲ διαλυθεῖσα Βουλή, συγκληθεῖσα καὶ πάλιν, ἐσυνέχισε τὰς συνταγματικὰς ἐργασίας της». (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ ἐκ τῶν θεωρείων). Κύριοι, οἱ ἀσπασθέντες τὴν Γερμανικὴν πολιτικὴν ἐν Ἑλλάδι ἐπεδίωξαν νὰ πείσουν τὸν λαὸν ὅτι ἡ διαφωνία αὐτῶν πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων συνίστατο εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐζήτει νὰ ἐφαρμόσῃ πολιτικὴν ῥιζοσπαστικήν, ἐπιδιώκουσαν μὲν τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐθνικῶν πόθων, ἀλλὰ συνεπαγομένην καὶ κινδύνους. Ἐκεῖνοι δὲ ἐζήτουν τάχα νὰ ἐφαρμόσουν συντηρητικὴν πολιτικήν, διὰ τῆς ὁποίας ἐγκατελείπετο μὲν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ πραγματοποίησις τῶν ἐθνικῶν πόθων, ἀλλ’ ἠσφαλίζοντο τὰ κεκτημένα καὶ ἀπεφεύγετο ὁ πόλεμος. Ὄχι, κύριοι, δὲν ἦτο τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐχώριζε τὴν μίαν πολιτικὴν ἀπὸ τὴν ἄλλην. Πόσον ὀλίγον ῥιζοσπαστικὴ ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων ἀπέδειξα ἤδη ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, πόσον δὲ ὀλίγον συντηρητικὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀκολουθηθεῖσα Γερμανικὴ πολιτικὴ ἀπέδειξαν αὐτὰ τὰ πράγματα. Διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς τίποτε δὲν συνετηρήθη. Οὔτε τὰ κεκτημένα ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ καὶ Βορείῳ Ἠπείρῳ ἐσώσαμεν, οὔτε τὴν ἰσορροπίαν τῆς Βαλκανικῆς, ἡ ὁποία ἀνετράπη ἐπὶ βλάβῃ ἡμῶν ὑπὲρ τοῦ κληρονομικοῦ ἡμῶν ἀντιπάλου, οὔτε τὰς φρικαλεότητας τοῦ πολέμου ἀπεφύγαμεν. Ἡ ἐφαρμοσθεῖσα Γερμανικὴ πολιτική, ἀποσκοποῦσα ἁπλῶς εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν Γερμανικῶν συμφερόντων, ἠνέχθη καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε τοὐλάχιστον ν’ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὴν Χώραν τὰς συμφορὰς τοῦ πολέμου. Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἐγνώριζεν ὅτι, ἐπιτρέπουσα τὴν ἀποβίβασιν τῶν Ἀγγλογάλλων ἐν Θεσσαλονίκῃ, μὴ σπεύδουσα δὲ συγχρόνως εἰς βοήθειαν τῶν Σέρβων, θὰ μετέφερε τὸ θέατρον τοῦ πολέμου ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τοῦ Μακεδονικοῦ, καὶ τὸ ἠνέχθη χωρὶς κἂν νὰ προσπαθήσῃ ν’ ἀποτρέψῃ τοῦτο, διότι ἡ προσπάθεια θὰ ἔβλαπτε τὰ Γερμανικὰ συμφέροντα. Ἐὰν ἡ πολιτικὴ αὐτὴ δὲν ἐφηρμόζετο, ἠκολουθεῖτο δὲ ἡ πολιτικὴ ἡμῶν, ὄχι μόνον οὐδέποτε θὰ εἰσέβαλλον οἱ ἐχθροὶ εἰς τὸ ἔδαφός μας καὶ ἂν δὲν ἐνικῶμεν τοὺς Βουλγάρους, ἀλλὰ καὶ θὰ κατείχομεν ἀκόμη καὶ τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Βόρειον Ἤπειρον καὶ τὴν Κύπρον, ἡ ὁποία μᾶς προσεφέρθη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀδύνατον ἀκόμη ὑπόθεσιν νίκης τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης θὰ προσήρχετο μὲ ἀλύμαντον τὸ ἐθνικόν της ἔδαφος, ηὐξημένον μάλιστα αὐτὸ διὰ τῆς Κύπρου, παραστατουμένη ἀπὸ πέντε καὶ ἤδη ἓξ Δυνάμεις μεγάλας. Ἡ ἀντίθετος πολιτική, κύριοι, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὀνομάζεται συντηρητικὴ πολιτική, ὑπῆρξε δὲ ἁπλῶς πολιτικὴ ἐγκαταλείψεως καὶ ἀπεμπολήσεως κάθε πολιτικοῦ συμφέροντος καὶ κάθε ἐθνικοῦ ἰδεώδους (Χειροκροτήματα). Θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ ἐπὶ τέλους συντηρητικὴ πολιτικὴ ἐάν, καίπερ προδίδουσα τὴν συμμαχικὴν Συνθήκην πρὸς τὴν Σερβίαν, ἐφρόντιζε, τηροῦσα εὐμενεστάτην πάντως ἀπέναντί της οὐδετερότητα, νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὐλάχιστον ὅσα πολλάκις ὑπέδειξα, τὸ ἀλύμαντον δηλαδὴ τοῦ ἐθνικοῦ ἐδάφους, τὴν μὴ ὑπερεξόγκωσιν τῆς Βουλγαρίας, τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν, τὴν διάσωσιν τοῦ Μικρασιατικοῦ, Θρακικοῦ καὶ Μακεδονικοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν φειδὼ τοῦ ἐμπορικοῦ μας στόλου καὶ τὴν ἐπὶ δεκαετίαν μετὰ τὸν πόλεμον ἐγγύησιν τῆς ἀκεραιότητός μας. Καὶ ταῦτα πάντα, κύριοι, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν ἦσαν κατορθωτά, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἐν ἀρχῇ εἰς χεῖρας της μίαν γενικὴν ἐπιστράτευσιν, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ τοὐλάχιστον διὰ τὰς ἐπιτυχίας αὐτάς. Ἐγώ, κύριοι, καὶ ἂν τοιαύτη ἠκολουθεῖτο πολιτική, θὰ ἤμην δριμὺς κατήγορος αὐτῆς, διότι θὰ μὲ ἐξήγειρεν ἡ ἰδέα ὅτι ἠτιμάσθη ἡ Ἑλλὰς ἀθετήσασα τὰς ὑποχρεώσεις της, καὶ διότι διὰ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἐδημιουργεῖτο θέσις πάντως ὑποδεὴς ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας. Ἀλλὰ θὰ ἀνεγνώριζα πάντως ὅτι ἔχω ἐνώπιόν μου συντηρητικὴν πολιτικήν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ἐν προκειμένῳ, αὐτὴ ἡ λεγομένη συντηρητικὴ πολιτική, τί συνετήρησε καὶ τί, τοὐναντίον, δὲν ἀπεμπόλησεν; Ἡ δεκάμηνος ἐπιστράτευσις, ἡ εἰσβολὴ τῶν Βουλγάρων εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, ἡ λεηλασία τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας, ἡ αἰχμαλωσία ἑνὸς Σώματος στρατοῦ, ταῦτα πάντα δὲν ἰσοδυναμοῦν μὲ ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον; Ἡ ἐξόντωσις τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, δὲν ἰσοδυναμοῦν καθ’ ἑαυτὰς μὲ ἄλλον ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον; Ἡ δὲ ταπείνωσις κάθε γενναίου φρονήματος, ἡ ἔμπνευσις φόβου καὶ δειλίας, ἡ ἐμβολὴ τῆς ἰδέας ὅτι ὄχι μόνον νέα αὔξησις τοῦ Κράτους ἦτο ἄχρηστος καὶ ἐπικίνδυνος, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἡ ἐκ τῶν Βαλκανικῶν ἤδη πολέμων προελθοῦσα ἦτο ἐπιζημία καὶ δὲν μᾶς ἔμελλεν ἂν τὴν ἐχάναμεν, ἀρκεῖ τὸ ἔργον τοῦ μισητοῦ ἀντιπάλου ν’ ἀπεδεικνύετο μὴ βιώσιμον, δὲν ἰσοδυναμοῦν καὶ αὐτὰ μὲ ἕνα ἄλλον ἀτυχῆ πόλεμον; Ἦτο λοιπὸν συντηρητικὴ καὶ μὴ πολεμικὴ πολιτικὴ ἐκείνη ἡ ὁποία ἠκολουθεῖτο ὑπὸ τῶν Σωτήρων, ἡ ὁποία ἔφερε τὰς συμφορὰς τριῶν ἀτυχῶν πολέμων καὶ ἡ ὁποία ἀφίνει ἐκκρεμῆ ἀκόμη τὸν τελευταῖον, τὸν πρὸς τὴν μεγεθυνθεῖσαν Βουλγαρίαν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐπρόκειτο νὰ συντριβῇ ὁριστικῶς; Δὲν μετῆλθον λοιπόν, καὶ πάλιν λέγω, συντηρητικὴν πολιτικήν, μετῆλθον πολιτικὴν Γερμανικήν, συγκομίζοντες μόνον τὴν περιφρόνησιν καὶ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐξυπηρέτουν. Ἔχασαν δὲ τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Βόρειον Ἤπειρον, δὲν ἐδέχθησαν τὴν Κύπρον, ἔμειναν ἄνευ φίλων, ἄνευ συμμάχων, ἔξω τοῦ αὐριανοῦ Συνεδρίου τῆς Εἰρήνης, ὅπου θὰ συμπαραστοῦν ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς Βαλκανικῆς, ὅπου ἡ Σερβία θὰ ἠδύνατο, ἐπικαλουμένη τὴν ἀθέτησιν τῆς πρὸς αὐτὴν Συνθήκης ἡμῶν ὡς ἕνα ἐκ τῶν λόγων τῆς καταστροφῆς της, νὰ τύχῃ διὰ τοῦτο ἀνταλλαγμάτων εἰς βάρος ἡμῶν. Καὶ συνεκόμισαν διὰ τῆς λεγομένης συντηρητικῆς πολιτικῆς των ἐρείπια στρατιωτικά, ἐρείπια ἠθικά, ἐρείπια πολιτικά, διὰ νὰ ὑποκύψωμεν αὔριον ἀσφαλέστερον εἰς τὸ πλῆγμα, τὸ ὁποῖον ὁριστικῶς θὰ μᾶς καταφέρῃ ἡ ὑπερεξογκωθεῖσα Βουλγαρία. Αὐτὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα, κύριοι, τῆς πολιτικῆς τῶν Σωτήρων. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ Ἡγέτης αὐτοῦ. Καὶ αὐτὰ μᾶς κατέστησαν ἐπαναστάτας· καὶ αὐτὰ μᾶς ἤγαγον εἰς δημιουργίαν δευτέρου Κράτους καὶ εἰς τὴν συγκρότησιν νέου Ἐθνικοῦ στρατοῦ. Καὶ δι’ αὐτῶν ἐπετύχομεν τὴν κατάλυσιν τοῦ Δεσποτισμοῦ καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος καὶ τὴν ἐπιβολὴν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἐνέκρινεν ἐπανειλημμένως, ὄχι μόνον ἀπ’ εὐθείας διὰ τῆς ἐτυμηγορίας του τῆς 31ης Μαΐου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ψηφοφοριῶν τῶν νομίμων αὐτοῦ ἀντιπροσώπων. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσῃ τις: Μήπως ἆρά γε εἶναι ἀκόμη δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς πολιτικῆς ταύτης ὑφ’ οὓς ἀρχικῶς ἐνεφανίζετο ὅρους; Δὲν τυφλώττω, κύριοι, πρὸς τὴν εἰκόνα, ἡ ὁποία παρίσταται ἐνώπιόν μου. Ὅ,τι ἐφοβούμην, καταλείπων τὴν Ἀρχὴν τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915, ἀτυχῶς συνετελέσθη. Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1917 δὲν ὁμοιάζει οὐδὲ πόρρωθεν πρὸς τὴν Ἑλλάδα τοῦ 1915, τὴν ὁποίαν τοὺς παρεδώσαμεν τότε. Οἱ ἀσκήσαντες τὴν Γερμανικὴν πολιτικὴν δύνανται νὰ καυχῶνται δι’ ἀποτυχίας ἀληθῶς καταπληκτικάς, τὰς ὁποίας ἔσχον. Βλέπω τὴν σύμμαχον ἡμῶν Σερβίαν κατεστραμμένην σήμερον, ἔστω καὶ ἂν ἡ καταστροφὴ εἶναι προσωρινή, ὡς εἶμαι βέβαιος, διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ αὐτὴν ἡ ἀποκατάστασις τῆς πλήρους τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Βλέπω τὴν Βουλγαρίαν ὑπερεξυγκωμένην, ἑτοίμην νὰ ἐπιπέσῃ καθ’ ἡμῶν αὔριον διὰ νὰ μᾶς συντρίψῃ καὶ μᾶς ὑποτάξῃ. Βλέπω τὴν ἐσωτερικὴν φαυλοκρατίαν ἀναστᾶσαν ἐκ νεκρῶν μὲ νέαν ὁρμὴν καὶ νέον σθένος. Βλέπω τὰ οἰκονομικὰ ἐρείπια, βλέπω τὸν Βασιλικὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος σχεδὸν ἐν διαλύσει. Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1917 οὔτε ἐδαφικῶς, οὔτε ψυχικῶς, οὔτε οἰκονομικῶς, οὔτε στρατιωτικῶς, οὔτε πολιτικῶς ὁμοιάζει τὴν Ἑλλάδα τοῦ 1915. Καὶ ὅμως μεθ’ ὅλους τούτους τοὺς μειονεκτικοὺς ὅρους ἡ αἰσιοδοξία μου δὲν μὲ ἀπολείπει (Χειροκροτήματα). Ἔθνος, τὸ ὁποῖον διῆλθε διὰ τόσων δοκιμασιῶν ἐπὶ τρεῖς ὅλας χιλιετηρίδας, χωρὶς νὰ ἐξαφανισθῇ, Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐσημείωσε καὶ χθὲς ἀκόμη τοὺς θριάμβους τοῦ 1912 καὶ 1913, Ἔθνος, τὸ ὁποῖον καὶ προδοθὲν ὑπὸ τῶν ἀρχόντων του, κατώρθωσε νὰ ἀνεύρῃ ἐν ἑαυτῷ ἀρκοῦσαν ἠθικὴν δύναμιν διὰ νὰ δημιουργήσῃ νέον Κράτος καὶ νὰ συγκροτήσῃ νέον στρατὸν καὶ νὰ γράψῃ, ὡς πολλάκις εἶπα, τινὰς τῶν λαμπροτέρων σελίδων τῆς στρατιωτικῆς μας ἱστορίας, τοιοῦτο Ἔθνος εἶμαι ἀσαλεύτως πεπεισμένος ὅτι ἐγκρύπτει ἀκόμη ἐν ἑαυτῷ ἀρκετὴν ζωτικότητα ὅπως καὶ κατὰ τὴν ὑστάτην ταύτην στιγμὴν ἐπιτύχῃ τὴν σωτηρίαν του (Χειροκροτήματα). Κύριοι! Τὸ Ἔθνος γνωρίζει ὅτι οὐδέποτε ὑπεσχέθην εἰς αὐτὸ ἀνέφικτα πράγματα. Τὸ Ἔθνος γνωρίζει, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα κατώτερος τῶν πρὸς αὐτὸ ἐπαγγελιῶν μου. Μετέχοντες τοῦ παγκοσμίου πολέμου, παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν δημοκρατικῶν Ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα συνήγειραν εἰς κοινὸν ἀγῶνα, εἰς μίαν ἀληθῶς ἱερὰν συμμαχίαν, αἱ κοσμοαυτοκρατορικαὶ ἀξιώσεις τῆς Γερμανίας, τῆς ὁποίας πελάται εἶναι οἱ δύο κληρονομικοί μας ἐχθροί, δὲν θὰ ἀνακτήσωμεν μόνον τὰ ἀπολεσθέντα ἐθνικά μας ἐδάφη, δὲν θὰ ἀποκαταστήσωμεν μόνον τὴν ἐθνικήν μας τιμήν, δὲν θὰ προστατεύσωμεν μόνον τελεσφόρως τὰ ἐθνικά μας συμφέροντα εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης καὶ δὲν θὰ ἀσφαλίσωμεν μόνον τὸ ἐθνικόν μας μέλλον, ἀλλὰ καὶ θὰ ἀποτελέσωμεν ἄξιον μέλος τῆς οἰκογενείας τῶν ἐλευθέρων ἐθνῶν, τὴν ὁποίαν θὰ ὀργανώσῃ τὸ Συνέδριον τοῦτο, καὶ θὰ παραδώσωμεν εἰς τὰ τέκνα μας Ἑλλάδα, ὁποίαν τὴν ὠνειρεύθησαν αἱ παρελθοῦσαι γενεαί, τῶν ὁποίων δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δειχθῶμεν ἀνάξιοι κληρονόμοι, καὶ ὁποίαν τὴν προδιεγράψαμεν ἡμεῖς αὐτοὶ διὰ τῶν προσφάτων θριάμβων τοῦ 1912 καὶ 1913 (Ραγδαῖα χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, τοὺς ἐγγεγραμμένους μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ παραιτηθῶσι καὶ νὰ θεωρηθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις.

§80ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη.

§82Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Δηλῶ ὅτι κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θέλω ὑπερψηφίσει τῆς Κυβερνήσεως.

§83Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος, καὶ διότι ἐγκρίνω ταύτην πλήρως, ὡς σύμφωνον πρὸς τὴν παρ’ ἐμοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν διεξαχθεῖσαν τοιαύτην, καὶ διότι, διατελούσης τῆς Χώρας εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἐπιβάλλεται εἰς πάντας νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ δυσχερὲς αὐτῆς ἔργον καὶ ἐμψυχώσωμεν τὸ κοινὸν φρόνημα διὰ τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα, τὴν περὶ οὗ συζήτησιν ἐθεώρουν ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις ἄκαιρον καὶ ἀσύμφορον.

§84Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἄρτης τὴν ἀποδέχομαι πλήρως· καὶ ἀποδέχομαι αὐτήν, διότι εὐθὺς ὡς ἐξερράγη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος ἐνόμισα ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ἐπέτασσεν εἰς αὐτὴν νὰ συνταυτίσῃ τὴν τύχην της μετὰ τῆς τύχης τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως. Τὴν γνώμην μου ταύτην ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὅτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος. Καὶ ἤδη τῆς Ἑλλάδος ἐξελθούσης εἰς πόλεμον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι θέλω παράσχει ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην (Χειροκροτήματα).

§85Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Καίτοι ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ παρελθόντος ἔτους εὑρίσκομαι ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὡς πρός τινας ἐνεργείας αὐτοῦ, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω ὅτι, εὑρισκόμενος πρὸ ζητήματος ἔχοντος τὸν χαρακτῆρα ζητήματος ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, θέλω ὁλοψύχως ὑπερψηφίσει αὐτῆς, καὶ τοῦτο διότι διὰ τῆς ψήφου ταύτης, τοῦτο μὲν ἐγκρίνεται ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ὡς ἐπιβεβλημένην ἐθεώρουν, τοῦτο δὲ ἐνισχύεται εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς ἡ μόνη ἁρμοδία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς κατὰ τὸ διάστημα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ὁριστικῶς δημιουργηθείσης καταστάσεως. Εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος ἐκτιμήσῃ βαθέως καὶ εἰλικρινῶς τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ ἐξαιρετικῶς κρίσιμον τῶν περικυκλουσῶν ἡμᾶς περιστάσεων. Τούτου γενομένου, πάντες θέλομεν πεισθῆ ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμὴ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ἐπιβάλλεται ἄοκνος ἐργασία, λήθη τοῦ παρελθόντος καί τινες ὑποχωρήσεις. Διὰ τούτου καὶ μόνον, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀποβῇ δυνατὸν εἰς τὸ Ἔθνος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς ἐκ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως δυναμένους νὰ προκύψωσι κινδύνους. Οὕτω καὶ μόνον ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι ἐκ τοῦ διεξαγομένου μεγάλου ἀγῶνος τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θὰ ἐξέλθῃ νικηφόρον (Χειροκροτήματα). Ἡ ψῆφος ὅμως, τὴν ὁποίαν δίδω τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐννοῶ ὅτι μὲ καθιστᾷ ἀλληλέγγυον ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν καὶ πολεμικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς γνώμης μου.

§86Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ χθεσινῇ ἀγορεύσει μου, κύριε Πρόεδρε, διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τὰς σκέψεις μου καὶ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καὶ περὶ τῆς ἐξωτερικῆς καταστάσεως, κατέληξα δὲ συμπερασματικῶς εἰς τὴν δήλωσιν ὅτι, καίτοι εἶμαι ἀνεξάρτητος βουλευτής, ἐν τούτοις αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντρέξω μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις τὸν ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος ἀπεκδύεται. Συνεπὴς εἰς τὴν ἀντίληψίν μου ταύτην, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν (Χειροκροτήματα).

§87Σ. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη ἀπὸ τῆς χθεσινῆς ἑσπέρας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δηλῶ ὅτι τάσσομαι παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλω παράσχει τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὴν ὑποστήριξίν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπικράτησιν τῆς πολιτικῆς της, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.

§88Χ. ΜΕΪΝΤΑΝΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶμαι βουλευτὴς Ζαϊμικός, ἀκολουθῶν τὰ φρονήματα καὶ τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς τοῦ κ. Ζαΐμη. Αἱ ἀρχαί μου αὐταὶ μοῦ ἐπιβάλλουν νὰ ὑποστηρίξω καὶ νὰ δώσω ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι φρονῶ ὅτι πᾶσα ἀντίδρασις εἰς τὸ πολεμικὸν αὐτῆς ἔργον εἶναι ἔγκλημα κατὰ τῆς Πατρίδος (Χειροκροτήματα).

§89Μ. ΚΟΛΩΝΙΑΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶμαι ὅμως ἐκ τῶν ὑπευθύνων διὰ τὰ λάθη. Δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὸ ὑποχρεωτικὸν τοῦ συμμαχικοῦ ὅρου τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας Συνθήκης, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν τότε νὰ γνωρίζω τοῦτο, μὴ καταστάσης δυνατῆς τῆς καταθέσεως τῆς Συνθήκης, διότι ἄλλως, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ συνεφώνουν νὰ θυσιασθῇ ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ σαρκίου (Χειροκροτήματα). Ἤδη δηλῶ ὅτι θέλω παράσχει ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην μου εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκομένης τῆς Πατρίδος μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς τιμῆς, θὰ καταβάλω δὲ καὶ πᾶσαν προσπάθειαν καὶ θὰ ὑποστηρίξω παντὶ σθένει τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως (Εὖγε! Χειροκροτήματα).

§90Π. ΦΛΩΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνήκων καὶ πρὶν εἰς τὰς τάξεις τῶν Φιλελευθέρων ὡς φίλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, συνετέλεσα διὰ τῆς ἐφημερίδος μου, τῆς ἐκδιδομένης ἐν Κονίτσῃ, ὑπὲρ τῆς κατισχύσεως τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πάντοτε συνηγόρησα. Καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς 31ης Μαΐου μὲ ἐξέλεξεν ὡς Βενιζελικὸν τρίτον βουλευτήν. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς μου, λόγοι ἰδιαίτεροι μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀπόσχω, διότι εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἐλέγξω ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος προσέβαλε τὴν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν ἐν τῇ πατρίδι μου, διὰ τῆς ἐφημερίδος. Τούτου ἕνεκεν δὲν ἐπέμενον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὸν συνδυασμόν. Πολλάκις εἰργάσθην ὑπὲρ τῶν Βενιζελικῶν καὶ ἐδῶ καὶ ἐν τῇ Ἠπείρῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν Λαμίᾳ, ὅταν τρία ἐπίλεκτα μέλη αὐτῆς ὡδηγοῦντο δέσμια εἰς τὰς φυλακάς, καὶ ἐνταῦθα ὅταν ἔσπαζαν τὰ κεφάλια τῶν Βενιζελικῶν. Θὰ ἦτο περιττὴ ἡ ἐξήγησις αὕτη, ἀλλ’ ἐπειδὴ παρεκλήθην ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων, δηλῶ ὅτι ἤμην, εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι Βενιζελικὸς (Χειροκροτήματα).

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς πόρισμα τῆς συζητήσεως ὑποβάλλεται ἡ ἀκόλουθος πρότασις (Ἀναγινώσκει): «Περατωθείσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἡ Βουλή, διακηρύττουσα τὸν ἱερὸν χαρακτῆρα τῶν διεθνῶν Συμβάσεων καὶ τὰς ἀπέναντι τῆς Σερβίας συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος, ἀπευθύνουσα ἀδελφικὸν χαιρετισμὸν εἰς τὸ ἡρωϊκὸν Σερβικὸν Ἔθνος καὶ πεποιθυῖα ὅτι τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον εἶναι ἕτοιμον εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως μετέχον τοῦ παγκοσμίου ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν πολέμου παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων Κρατῶν, ἀποκαταστήσῃ τὴν ἐθνικὴν τιμήν, ἀνακτήσῃ τὰ ἀπολεσθέντα ἐθνικὰ ἐδάφη καὶ προασπίσῃ ἐν γένει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐγκρίνει τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τούτῳ Ἐπιτροπῆς, προβαίνουσα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν».

§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε. Αὐτὴν τὴν πρότασιν, ὅπως διετυπώθη, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην ψήφου ἐμπιστοσύνης καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς πολιτικήν, διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Τοῦτο δὲν κωλύει τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι μεθ’ ἡμῶν σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐγκρίνουν τὴν ἐξωτερικήν μας πολιτικήν, νὰ ὑπερψηφίσουν τὸ δεύτερον μόνον μέρος τῆς προτάσεως, ἥτις πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἀναλόγως.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. ΠΩΠ ἔχει τὸν λόγον.

§94Γ. ΠΩΠ. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐκινδύνευον νὰ κατηγορηθῶ ὡς ἔνοχος ἐγκλήματος ἐσχάτης προδοσίας, εἶχον τὸ θάρρος νὰ διακηρύξω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς Βουλῆς καὶ ἔξω γράφων, ὅτι, προκειμένου ποτὲ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς ἀγῶνα, ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνδεδειγμένη ἵνα διευθύνῃ τὰς τύχας αὐτῆς θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις, ἣν θὰ ἀπέδιδε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἔλεγον δὲ τοῦτο, διότι εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι τὰ πολιτικὰ Κόμματα ἐν κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσιν ἀποτελοῦσιν ἐθνικὰ κεφάλαια, αἱ δὲ ὑπηρεσίαι, ἃς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων παρέσχεν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἀντίληψιν ὑπηρεσίας τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν ἰδέας, πρὸς τοὺς μεγάλους νῦν συμμάχους ἡμῶν, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῶσι, καὶ θὰ ἀποδοθῶσιν οὐχὶ πρὸς ἐκείνους οἵτινες παρέσχον ταύτας, ἀλλὰ πρὸς τὴν Πατρίδα αὐτῶν, χάριν τῆς ὁποίας καὶ τὰς παρέσχον. Καὶ ἑπομένως ἡ ψῆφος ἡ ἐμή, προκειμένου περὶ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολεμικοῦ ἔργου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, εἶναι ψῆφος συνειδήσεως καὶ εἶναι ψῆφος τιμῆς ἐναρέτου πολίτου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης οὐδὲ ὑποστάλαγμα ὑπονοίας ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀντιπολιτευόμενοι παρίσταντο ἐνταῦθα, δύνανται νὰ ἐκπροσωπῶσί τι, ὅταν φυγομαχοῦντες ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των. Ἄς σημειωθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ εἷς ἔστω τοιοῦτος (χειροκροτήματα), πλὴν τῶν ἐνόχων καὶ τῶν κατηγορουμένων, ὅστις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης κατὰ τὴν τοιαύτην κρίσιμον τῆς Πατρίδος περίοδον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις νομίμως εὑρίσκεται διευθύνουσα τὰς τύχας τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ ἀποχώρησις τῆς μερίδος ἐκείνης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχε τὴν δικονομικὴν ἔννοιαν κατηγορουμένων, οἵτινες ἐξέρχονται εὐπρεπῶς ἵνα ἐπανέλθωσι καὶ ἀκούσωσι τὴν καταδίκην αὐτῶν ἢ τὴν ἀθώωσιν, βεβαίως ὀρθῶς οἱ κατηγορούμενοι ἔπραξαν καὶ δὲν ἐνεφανίσθησαν ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκείνη, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ μετέχω, τῆς ὁποίας φίλοι τινὲς ἀτυχῶς δὲν δύνανται νὰ παραστῶσι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ—εἶναι δὲ πιθανὸν τὰ ὀνόματα αὐτῶν νὰ σημειωθῶσιν ὡς ἀποχωρησάντων λόγῳ ἀποδοκιμασίας ἢ μὴ πόθῳ παροχῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν—ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκείνη, ἐκπροσωπουμένη τὴν στιγμὴν ταύτην— ὑπὸ ἐντολῆς δοθείσης εἰδικῶς ὑπὸ τῶν ἀπόντων φίλων—παρ’ ἐμοῦ, θεωρεῖ καθῆκον της νὰ διακηρύξῃ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς σύμπας πρὸς ἓν ἀποβλέπει μόνον, πρὸς τὴν νίκην, πρὸς τὴν νίκην τὴν μεγάλην, τὴν ταχεῖαν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ πᾶσα ψυχικὴ καὶ ὑλικὴ θυσία ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (χειροκροτήματα), Μετὰ τὰς ἀποκαλύψεις αἵτινες βαθύτατα μᾶς συνεκίνησαν, τὰς γενομένας χθὲς ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, σήμερον δὲ ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν νίκην ταύτην θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴχομεν ταχυτέραν, ὀφείλομεν ὅμως σήμερον νὰ σπεύσωμεν νὰ συναντήσωμεν αὐτήν, κηρύσσοντες πρὸς τοὺς μεγάλους ἡμῶν συμμάχους καὶ πρὸς τοὺς συμμάχους ἐκείνους, οἵτινες ὑπέστησαν δεινὰ καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀπουσίας ἡμῶν, ὅτι θὰ ἀναπληρώσωμεν διὰ τῶν θυσιῶν τῶν μεγάλων καὶ διὰ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ μας τὴν ἀργοπορίαν μας ἐκείνην (Χειροκροτήματα). Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, θὰ ἠδυνάμην ἴσως ἐγώ, ἐξ ὅλων ἐκείνων οἵτινες εἶχον δισταγμοὺς καὶ ἐνδοιασμούς, νὰ διατυπώσω παράπονον ὅτι μόνον εἰς τὴν πολιτικήν μου διαίσθησιν ἀφιέμην ἐγὼ καὶ ἄλλοι πολῖται ἵνα ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τῆς ἀληθείας. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς διαισθήσεως ἐκείνης, ὅταν ἀπεκαλεῖτο προδοτικὸν τὸ κίνημα τῆς σωτηρίας, τὸ ἐλέγομεν κίνημα ἀντιβουλγαρικόν. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἠθέλομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν μαχομένην νὰ δώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ ἀντιβουλγαρικοῦ κινήματος, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ περισώσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὄντως καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Θεσσαλονίκης ἤθελε νὰ περισώσῃ μέχρι τῆς 19ης Νοεμβρίου. Θὰ ἠδυνάμην νὰ διατυπώσω τὸ παράπονον ἐξ ὀνόματος πάντων ἐκείνων, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἔπρεπεν ἐνωρίτερον νὰ ριφθῶσιν εἰς φῶς καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν Ἕλλην πολίτης, ὅστις δὲν θὰ ἔσπευδεν ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἀνατρέψῃ τὰ ἀνατραπέντα, ἵνα ταχύτερον ἐκτελέσῃ τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον (Χειροκροτήματα). Νέα νῦν παρέχεται ἱστορικὴ ἀπόδειξις ὅτι μόνον εἰς κοινοβουλευτικὰ καὶ ἐλεύθερα πολιτεύματα ἀναλάμπει ἡ ἀλήθεια καὶ τὴν ἐλευθερίαν τὴν πραγματικὴν τῆς ψυχῆς καὶ τῆς γλώσσης παρέχουσι μόνον αἱ μετεπαναστατικαὶ περίοδοι· διότι ἐξηπατήθη χυδαίως ὁ λαός, ὡς ἀπεκαλύφθη κατὰ τὰς δύο αὐτὰς ἡμέρας. Εἶδε καὶ ὁ ὀφθαλμὸς ὁ ἰδικός μου, ἤκουσε καὶ ἡ ἀκοὴ ἡ ἰδική μου καὶ προσήγγισεν ἡ ψυχὴ καὶ ἡ διάνοιά μου πρὸς τοὺς Αὐλικοὺς ἐκείνους κύκλους καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶδον τὴν εὐτέλειαν πολλάκις ἐμφανιζομένην ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς οἰκειότητος, εἶδον πολλάκις ἐμφανιζομένην τὴν θρασύτητα ὑπὸ τὴν χρυσοκέντητον μορφὴν τοῦ ἡρωϊσμοῦ, τὴν ταπείνωσιν ὡς ἀφοσίωσιν καὶ εἶδον εἰς τὴν πολύκρουνον πηγὴν πάσης διαφθορᾶς, νὰ διαρρέωσι χαρακτῆρες καὶ νὰ καταπνίγωνται ἄνθη εὐγενῆ καὶ εὐγενεῖς ἰδέαι. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι οὔτε ἐπίστευον τοιαύτην κατάπτωσιν ψυχῆς, ὥστε πολῖται Ἕλληνες, περιφρουροῦντες Θρόνον καὶ Στέμμα, ἐγγύτατα πρὸς αὐτὸ εὑρισκόμενοι, παρουσιαζόμενοι ὡς μυσταγωγοὶ τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος, θὰ εἶχον τὴν οἰκτράν, τὴν προκαλοῦσαν σιχαμὸν κατάπτωσιν, νὰ λησμονῶσιν ὅτι εἶναι Ἕλληνες πολῖται. Πάντα ταῦτα ἀπεκαλύφθησαν ἤδη ἐνώπιον ἡμῶν, θὰ ἀποκαλυφθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ θὰ δηλωθῇ ὅτι ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης, προκειμένης ἐνισχύσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν ἀγῶνα, δὲν ὑπάρχει Συμπολίτευσις, δὲν ὑπάρχει Ἀντιπολίτευσις, ὑπάρχει μόνον μία ἰδέα, ἡ ἰδέα τῆς νίκης, τῆς νίκης τῶν μεγάλων συμμάχων μας, τῶν ἐγγὺς ἡμῶν εὑρισκομένων συμμάχων μας, τῆς ἀποκαταστάσεως πάσης ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, χάριν τοῦ ὁποίου ἡμεῖς, οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν, εἴμεθα ἕτοιμοι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης πρὸς πᾶσαν θυσίαν αἵματος καὶ ψυχῆς (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. ΣΙΔΕΡΗΣ ἔχει τὸν λόγον.

§96Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, προκειμένου περὶ ζητήματος ψήφου ἐμπιστοσύνης, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἑτέρου συναδέλφου μου. Εἶναι γνωστὴ ἡ διαφορά, ἥτις διακρίνει τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ τὰς ἀντιλήψεις ἡμῶν ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν τῷ οἰκονομικῷ καὶ ἐν τῷ πολιτικῷ πεδίῳ. Ἐν τούτοις ἐβεβαιώσαμεν καὶ ἄλλοτε ὅτι τὸ προέχον σήμερον ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτε συνέβη ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν ὅτι, θεωροῦντες τὰς ἐκλογὰς ἀντισυνταγματικάς, δὲν λαμβάνομεν μέρος. Καὶ ὄχι μόνον ἐθεωρήσαμεν τὰς ἐκλογὰς ἀντισυνταγματικὰς καὶ δὲν ἐλάβομεν μέρος εἰς αὐτάς, ἀλλὰ καὶ διεμαρτυρήθημεν κατ’ αὐτῶν. Ἠγωνίσθημεν κατὰ τοῦ τέως Μοναρχισμοῦ καὶ ἔσχομεν δυστυχῶς βαρέα τὰ πλήγματά του. Χωρὶς ἡ ψῆφος μας αὕτη νὰ σημαίνῃ ἀναγνώρισιν ἐν γένει τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, παρέχομεν σήμερον ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ θρίαμβον τοῦ νέου καθεστῶτος ἀπέναντι τοῦ καταδεδικασμένου ὡς ἀπολυταρχικοῦ πεσόντος καθεστῶτος καὶ συγχρόνως ὅπως ἐνισχύσωμεν τὸν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης ἀγῶνα, ὃν μετὰ τῶν δημοκρατικῶν Ἐθνῶν διεξάγει σήμερον ἡ Ἑλλάς· διότι, ἐὰν εἴμεθα πολέμιοι τῆς δουλώσεως ἀτόμων εἰς μίαν τάξιν τῆς κοινωνίας, εἴμεθα πολὺ μᾶλλον ἀντίθετοι πρὸς τὴν δούλωσιν ὁλοκλήρων Ἐθνῶν εἰς μίαν τάξιν Δυναστικὴν καὶ Στρατοκρατικήν, οἵα ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία σήμερον θέλει νὰ ὑποδουλώσῃ τὸν Κόσμον. Οὕτω μετὰ τῶν ἐπιφυλάξεών μας καὶ ὡς πρὸς τὰ μέτρα διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου, οἰκονομικὰ καὶ φορολογικά, καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ πολέμου τούτου, παρέχομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἀγῶνος τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας καὶ πρὸς ἐπικράτησιν τῶν μεγάλων δημοκρατικῶν ἀρχῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων μάχονται τὰ μεγάλα Ἔθνη τῆς Δύσεως (Χειροκροτήματα).

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, ὡς ἐτροποποιήθη, ἔχει ὡς ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Περατωθείσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἡ Βουλή, διακηρύττουσα τὸν ἱερὸν χαρακτῆρα τῶν διεθνῶν Συμβάσεων καὶ τὰς ἀπέναντι τῆς Σερβίας συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος, ἀπευθύνουσα ἀδελφικὸν χαιρετισμὸν εἰς τὸ ἡρωϊκὸν Σερβικὸν Ἔθνος καὶ πεποιθυῖα ὅτι τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον εἶναι ἕτοιμον εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως μετέχον τοῦ παγκοσμίου ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν πολέμου παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων Κρατῶν, ἀποκαταστήσῃ τὴν ἐθνικὴν τιμήν, ἀνακτήσῃ τὰ ἀπολεσθέντα ἐθνικὰ ἐδάφη καὶ προασπίσῃ ἐν γένει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐγκρίνει τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τούτῳ Ἐπιτροπῆς, ἐκφράζουσα πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν ὡς ἔχει λέγουσι «Ναί». Οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «Ὄχι». Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Ν. Ξηρὸς καὶ Ι. Φαρμάκης. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Ἐνεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Ξηροῦ καὶ Ι. Φαρμάκη, τοῦ κ. Γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ.κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας καὶ κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Δ. Τσιτσάρας Παναγ. Ἀραβαντινὸς Ν
Νικ. Χρυσόγελος Ν Περικλ. ΜεντζελόπουλοςΝ
Ἰωάννης Τρικούπης Ν Νικ. Δημητρακόπουλος
Ἰωάννης Χριστοδουλιάς Νικ. Τριανταφυλλᾶκος
Ἀλέξ. Γρίβας Ν Βασίλ. Τουρκοβασίλης
Νικόλαος Στρᾶτος Σπυρίδων Τσακόπουλος
Ἰωάννης Φαρμάκης Ν Χαρ. Βοζίκης
Γεώργιος Καφαντάρης Ν Ἀλέξ. Παπαναστασίου ἄρ.
Ἰωάννης Καναβὸς Ν Νικ. Βάρβογλης
Δημήτριος Κατσάνος Ἐπαμ. Δεληγιάννης
Γεώργιος Τσακανίκας Ν Ἀριστομένης Χηνιάδης
Παναγ. Τσαλδάρης Ἰωάν. Μπακόπουλος
Γεώργ. Καρπετόπουλος Ν Ἰωάννης Μανέττας Ν
Σπυρίδων Δεληγιάννης Τρ. Λαμπρόπουλος
Ἐμμαν. Ρέπουλης ἄρ.Ἀλέξανδρος Καραπᾶνος Ν
Ἀθανάσ. Χριστόπουλος Ν Περικλῆς Καραπᾶνος Ν
Θεόδ. Φαρμακόπουλος Ἀντώνιος Γαρουφαλιᾶς Ν
Παναγ. Πετρίδης Ν Κωνστ. Οἰκονομίδης Ν
Γεράσ. Νοταρᾶς Ν Δ. Ράλλης
Δημήτριος Τερζάκης Ν Γ. Παπαβασιλείου
Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἄρ.Μιχ. Μακράκης Ν
Λ. Τσουκαλᾶς Δημ. Ἀναγνωστάκης Ν
Μ. Νεγροπόντης ἄρ.Γεώργιος Μαρῆς Ν
Δ. Διαμαντίδης Ν Γεώργιος Κοκκινάκης Ν
Κ. Ρακτιβὰν Ν Μιχ. Σακλαμπάνης Ν
Π. Λαγοπάτης Ν Μιχ. Μανασάκης Ν
Ν. Οἰκονόμου Ν Ἀθαν. Ζητάκης Ν
Ι. Μπρισιμιτζάκης Ν Γεώργ. Χατζηγεωργίου
Λ. Κουτσοπέταλος Ν Νικόλαος Γερμανὸς
Δ. Σωτηρίου Ν Χασὰν Μεχμὲτ Ἀλῆ Βέης
Γ. Σταμάτης Ν Θεόδ. Χατζηδημητρίου Ν
Λ. Νάκος Ν Κωνστ. Πλατσούκας Ν
Κ. Στρατούλης Ν Ἀθανάσιος Καλιδόπουλος
Β. Κυρέλλος Ν Δημήτρ. Λόντος
Δ. Κατσίνας Ν Ἄγγελος Παπαζαχαρίου
Σπ. Σῖμος ἄρ.Ἀναστ. Σιὸρ–Μανωλάκης Ν
Γ. Καζανόβας Ν Δαυΐδ Ματαλὼν
Α. Ἀναστασιάδης Ν Ἰωσὴφ Μαλάχ
Ι. Ἀθανασάκης Ν Δημήτρ. Λύγδας Ν
Ν. Ἀνδρεαδάκης Ν Κίρκος Κότσανος
Παναγ. Ζαΐμης Μιλτ. Ζαφειρόπουλος
Λ. Ροῦφος Κανακάρης Χαϊρὲτ Σακὴρ Βέης Ν
Γεώργ. Κρεστενίτης Μαυρίκιος Κοφίνας Ν
Δημήτριος Γούναρης Χρῆστος Χατζηλάζαρος Ν
Βασίλειος Ροῦφος Ἀριστοτέλης Σίδερης Ν
Χρῆστος Μεϊντάνης Ν Κωνσταντ. Ζήσης
Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος ἄρ.Σιρὶ Σαλῆ Βέης
Κωνστ. Γόντικας Ν Χαὴμ Κοὲν Ν
Ἀριστέδ. Πετμεζᾶς Ν Δημήτρ. Τζαλόπουλος
Διονύσ. Γκλαβᾶς Ν Ἀλβέρτος Κουριὲλ Ν
Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν Κωνστ. Παζαρέντζος Ν
Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ἀλῆ Δεμὶρ Βέης Ν
Παν. Βουρλούμης Ν Ἀλῆ Βεχὴτ Βέης Ν
Νικόλ. Συριόπουλος Ν Γρηγόριος Σαραφιανὸς Ν
Πολυχρ. Πολυχρονιάδης Ν Μουσταφᾶ Ὀσμὰν
Γεώργιος Ἀργυρόπουλος Ν Ἰωάννης Πέγιος Ν
Κωνστ. Φέσσας Ἀρὶφ Μουσταφᾶ Ν
Χασὰν Ἰμβραὴμ Χαλὴλ Παναγ. Δαγκλῆς Ν
Χαφοὺζ Μεχμὲτ Φερὴτ Κωνστ. Μελᾶς Ν
Χισαμεντὶν Σαΐτ Βέης Παναγ. Φλῶρος Ν
Νικόλ. Τερμετζῆς Ν Γεώργιος Γκάλκος Ν
Μιχαὴλ Κολοκύθας Εὐάγγ. Χατζῆς Ν
Θεοφάνης Πανταζῆς Σταῦρος Γερομίχας Ν
Γρηγ. Γρηγοριάδης Τιμολ. Μπότσαρης Ν
Κεμαλεδὶν Σαλῆ Βέης Γρηγ. Τσόχας Ν
Γεώργιος Γοργίας Κ. Καζαντζῆς
Ἰσμαὴλ Χουσεΐν Νικόλ. Βλαχλίδης Ν
Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ἰωάννης Πισπιρῆς Ν
Νικόλ. Γιαννάκης Δ. Κίγκος
Μιχαὴλ Στεφανίδης Κωνστ. Σοκόλης
Γεώργιος Ἀβέρωφ Εὐθ. Βελλιανίτης Ν
Μιχαὴλ Κακαρᾶς Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
Δημήτρ. Χρυσοστάλης Ν Κωνστ. Ζαβιτσιᾶνος Ν
Ἰωάννης Βογιατζῆς Δημήτριος Κόλλας
Θρασύβ. Παπαστρατῆς Ν Ἀναστ. Σκιαδαρέσης
Ἰωάννης Μπουρνιᾶς Ν Σπυρ. Βαλαωρίτης
Ζήσης Ἰατροῦ Γουλ. Σκάρπας
Στυλιανὸς Πνευματικὸς Ν Ἀλέξ. Γιαννουλᾶτος Ν
Ἰωάννης Βοῦλτσος Νικόλ. Ἀλεβιζᾶτος Ν
Ροβέρτος Ρώμας Σπ. Φωκᾶς Κοσμετᾶτος Ν
Θεόδωρος Γοῦσκος Ν Μ. Ἄν. Καβαλλιεράτος
Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Ν Γεώργ. Καραπαναγιώτης Ν
Ἀθ. Μπασιᾶς Τυπάλδος Κ. Λουκουρέζος
Βικ. Χαριτᾶτος Τυπάλδος Γ. Καντιάνης
Κωνστ. Οἰκονομίδης Ν Κ. Κουμουνδοῦρος
Ἰωάννης Ἀντωνιάδης Π. Φλέσσας Ν
Γεώργιος Μπούσιος Ρ. Μοσχούλας
Ζουλφικὰρ Ἀκὴφ Βέης Ν Π. Μποῦτος
Κόντσα Χουσεΐν Νεντὶμ Ν Α. Περρωτῆς
Νικόλαος Γκιουλέκας Ν Κ. Φωτόπουλος
Λουτφῆ Ὀμὲρ Ν Ἀθ. Κριμπᾶς
Θεόδωρος Κωτσύλας Ν Γ. Σπηλιόπουλος
Ἀριστείδης Ζάχος Ἠλ. Πανταζόπουλος
Δημ. Οἰκονόμου Μ. Δαζέας Ν
Σπυρ. Εὐθυμιάδης Γεώργ. Παλαμάρας Ν
Λεων. Ἐμπειρῖκος ἄρ.Π. Μερλόπουλος Ν
Τριαντάφυλλος Παπαδὰμ Δημήτριος Δαγκλῆς Ν
Κωνστ. Καλομενόπουλος Ν Γεώργιος Γερογιάννης Ν
Σταμ. Βαφειαδάκης Ν Βασίλειος Μπάλκος Ν
Φρ. Βάλληνδας Ἐμμαν. Τσουδερὸς Ν
Σωκρ. Παπαβασιλείου Ν Γεώργ. Ἀνδρεαδάκης Ν
Βασίλ. Μαρκεζίνης Βασίλ. Σκουλᾶς Ν
Νικόλαος Καμπάνης Μανοῦσος Βελουδάκης Ν
Δημήτρ. Ζαμάνος Ν Μιχαὴλ Παπαμιχελάκης Ν
Κωνστ. Ἀλαβάνος Ν Κωνστ. Παπαϊωάννου Ν
Γεώργ. Γαϊτάνος Ν Θεμιστ. Σοφούλης Ν
Ἀντώνιος Ρεβίνθης Ν Γεώργ. Νικολαΐδης Ν
Ἰωάννης Μαραγκός Ν Χαράλ. Παμφίλης Ν
Δημήτρ. Πετρακάκος Ἰωάννης Ἀλεξανδρίδης Ν
Παναγιώτης Κοσσονάκος Δημοσθ. Χατζηλαζάρου Ν
Πέτρος Μαυρομιχάλης Δημήτρ. Πάζης Ν
Γεώργιος Φικιώρης Ν Δημήτρ. Δίγκας ἄρ.
Παναγ. Πετροπουλάκης Ἀχιλλεὺς Μαλαμίδας
Νικόλ. Τσιριγώτης Δημοσθ. Μέλφος Ν
Μιχαὴλ Στελλάκης Ἰωάννης Δέλλιος
Πέτρος Βαρβιτσιώτης Θωμᾶς Τικόπουλος
Δημήτρ. Χατζηγιάννης Ν Ἀθανάσιος Ἀργυρὸς
Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν Πέτρος Γκίνης Ν
Κωνστ. Σπυρίδης ἄρ.Νικόλ. Λεωνίδας
Ἰωάννης Γκέκας Ν Χρῆστος Χατζηπέτρος
Δημήτρ. Σαμσαρέλος Ν Κωνστ. Τερτίπης
Νικόλ. Ζαρλῆς Ν Γεώργιος Καραϊσλάκης
Μιλτιάδης Μπουφίδης Ἀπόστ. Ἀλεξανδρῆς
Γεώργιος Βλάχος Ν Θεόδωρος Φίλιος Ν
Πελοπίδας Ἀγγελίδης Ν Δημήτρ. Μαλλιόπουλος
Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Σωτήριος Χατζηγάκης Ν
Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν Νικόλαος Γαρδικιώτης Ν
Μιλτ. Δεληγιάννης Ν Κωνστ. Σταμούλης
Ἀνδρέας Κόρακας Ν Ἀλκιβιάδης Θανόπουλος Ν
Ἰωάννης Γιαμούζης Ν Ἀλέξ. Παπαποστόλου
Μιχαὴλ Καταπότης Ν Δημήτρ. Μπούσδρας Ν
Μιχαὴλ Σφακιανάκης Ν Ἀθανάσιος Μιαούλης Ν
Μιχαὴλ Κοθρῆς Ν Ἰάκωβος Τομπάζης Ν
Νικόλ. Παπαδάκης Ν Ἰωάννης Μάνος Ν
Γρ. Βαμβούρης Ν Ἰωάννης Τσιριμῶκος ἄρ.
Ν. Παρίτσης Ν Νικόλαος Βελέντζας
Ἀλ. Μητρέλιας Ν Ἀθανάσιος Εὐταξίας
Ἰω. Καραμήτσας Σπυρίδων Τράκας Ν
Ἀπ. Σιφναῖος Ν Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
Ἀν. Παπαγεωργίου Ν Μιλτιάδης Κολώνιας Ν
Γεώργιος Καλδῆς Ν Νικόλαος Ξηρὸς Ν
Χρ. Βασιλακάκης Ν Ἰωάννης Γκρίζας
Κωνστ. Λιδωρίκης Ν Κυριᾶκος Μητσοτάκης Ν
Ἰωάννης Ξηρὸς Ν Γεώργ. Μυλωνογιάννης Ν
Κωνστ. Χαιρόπουλος Ἰωσὴφ Λεκανίδης Ν
Λάζαρος Χατζῆ Τύπε Ν Χαράλ. Πλουμιδάκης Ν
Σῖμος Λιούμπης Ἀριστείδης Κριάρης Ν
Εὐάγγελος Φιλιππίδης Ν Ἀλέξανδρος Χωρέμης Ν
Διονύσιος Ἐξάρχου Ν Χριστόφ. Ροδοκανάκης Ν
Ἰωάννης Βαλαλᾶς Ν Λεων. Καλβοκορέσης Ν
Ἀλῆ Φερὴτ Ν Θεόδ. Πετροκόκκινος Ν
Ἰωάννης Δραγούμης Ἀλέξ. Κανάρης Ν
Ἐμμανουὴλ Θεοδωρίδης Ν Γεώργιος Πὼπ Ν
Γεώργ. Μαρκαντωνάκης Ν

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή (ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 188· εἶπον «Ναὶ» 178, εἶπον «Ὄχι» οὐδεὶς καὶ ἠρνήθησαν ψῆφον οἱ κ.κ. Ὑπουργοί (Χειροκροτήματα). Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας:

§100ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει): Βασιλεῦ Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων τῆς 31ης Μαΐου, ἥτις σὺν τῇ ἀποκαταστάσει τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος ἀνέλαβε τὴν ἄσκησιν τῆς ἀνηκούσης εἰς αὐτὴν νομίμου ἐξουσίας, χαιρετίζει τὴν εἰς τὸν Θρόνον ἄνοδον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος ὡς τὸ αἴσιον γεγονός, δι’ οὗ ἐτέθη τέρμα εἰς τὴν ζοφερὰν περίοδον τῆς μοναρχικῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς διαιρέσεως. Ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Θρόνου ἀνάρρησις Ὑμῶν, κατόπιν τῆς παραιτήσεως τοῦ τέως Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου Γεωργίου, θέλει χρησιμεύσει ὡς ἀπαρχὴ νέας καὶ εὐτυχοῦς Ἐθνικῆς σταδιοδρομίας, οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἀποβλέπουσι μετ’ ἀπολύτου ἠρεμίας εἰς τὴν περαιτέρω ἀνέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας, καὶ διακαῶς εὔχονται, ὅπως ἀρθῶσι τὸ ταχύτερον οἱ λόγοι οἱ μὴ ἐπιτρέποντες τὴν ἄμεσον σύγκλησιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις θέλει διαχαράξει ὁριστικῶς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, κατὰ τρόπον σύμφωνον πρὸς τὴν δημοκρατικὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους καὶ μετὰ σαφηνείας ἀποκλειούσης ἐνδεχομένην ἐν τῷ μέλλοντι καταστρατήγησιν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν διὰ παρερμηνείας τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Διότι ἐκ τῆς προσφάτου πείρας κατεδείχθη ὅτι δὲν εἶνε περιττὴ οὔτε ἄσκοπος πᾶσα ἐγγύησις τείνουσα εἰς περιφρούρησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἄνευ τῆς ὁποίας οὔτε ἀτομικὴ καὶ κοινωνικὴ εὐημερία δύναται νὰ νοηθῇ, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς χώρας δὲν εὑρίσκεται ἐν ἀσφαλείᾳ, ἐφ’ ὅσον τὴν τύχην αὐτῆς δύνανται νὰ ρυθμίσωσιν ἀντιλήψεις ἀλλότριοι καὶ ἀντίθετοι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. Δὲν δύναται δὲ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ εἰ μὴ νὰ διακηρύξῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὅτι ἐν κανονικῇ λειτουργίᾳ τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐπιβληθεῖσα εἰς τὴν χώραν ἐξωτερικὴ πολιτική, ἥτις, ἀπομακρύνασα τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς φυσικῆς της θέσεως παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Προστατίδων Δυνάμεων καὶ τῆς συμμάχου Σερβίας, ἐξέθεσεν εἰς τοὺς σοβαρωτέρους τῶν κινδύνων τὴν Ἐθνικὴν ἡμῶν αὐτοτέλειαν. Ἂν δὲ κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἀπεσοβήθησαν οἱ κίνδυνοι οὗτοι, ὀφείλουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ ὑπομνήσωσι μετ’ εὐγνώμονος συγκινήσεως ὅτι τὸ ἔργον ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς μερίδος ἐκείνης τοῦ λαοῦ, ἥτις, διατηρήσασα ἄσβεστον καὶ ἐνεργὸν τὴν πίστιν αὑτῆς πρὸς τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ἱερὰς ὑποχρεώσεις, θέσασα ὑπεράνω πάσης ὑστεροβούλου προσωπικῆς ὑποτελείας, ἔφερεν εἰς φῶς τὸ Ἐθνικὸν Κίνημα, καὶ συνέπηξε τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ἥτις ἐμπράκτως διετράνωσεν ἅπαξ ἔτι ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ἐδάφους τὰς ἀναλλοιώτους ἀρετὰς τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀσμένως ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀνακλήσεως τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῶν Κρατῶν τῆς ἐμπολέμου ὁμάδος, εἰς ἣν καταλέγονται καὶ οἱ κληρονομικοὶ τοῦ γένους ἡμῶν ἐχθροί. Διὰ τοῦ διαβήματος τούτου, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν ἐπισφράγισιν τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος, καὶ ἐν τῇ ἐξωτερικῇ ἐμφανίσει τῆς χώρας, τὸ Κράτος ἑνιαῖον εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐνδεδειγμένην Ἐθνικὴν κατεύθυνσιν, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπανευρίσκει τὴν προσήκουσαν θέσιν ἐν μέσῳ τῆς χορείας τῶν δημοκρατικῶν Ἐθνῶν, τῶν μαχομένων κατὰ τοῦ δεσποτισμοῦ καὶ τῆς ἀπολυταρχίας. Λογίζεται δὲ εὐτυχὴς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δυναμένη νὰ παράσχῃ τὴν ἔγκυρον διαβεβαίωσιν, ὅτι ἡ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου ἀπήχησις εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην ὑπῆρξε μία καὶ ὁμόφωνος, διαπιστοῦσα τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς ἡ χώρα εἶνε ἕτοιμος νὰ παρατάξῃ συμπαγεῖς καὶ ἀκεραίας τὰς δυνάμεις της χάριν τοῦ Ἐθνικοῦ Μεγαλείου. Ἐνισχύουσι δὲ ἔτι μᾶλλον τὸ δημόσιον φρόνημα τὰ ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν ἐπιτευχθέντα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Ἐθνικῆς πολιτικῆς εὐοίωνα ἀποτελέσματα, δικαιοῦντα πᾶσαν αἰσιόδοξον πρόβλεψιν διὰ τὴν εὐκταίαν ἐπίλυσιν τῶν Ἐθνικῶν ζητημάτων ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς εἰρήνης, χάρις εἰς τὰς εὐμενεῖς διαθέσεις τῶν ἰσχυρῶν Συμμάχων καὶ προστατῶν, ἃς θέλουσι κραταιώσει ἀκόμη πλειότερον ἐν τῷ μέλλοντι οἱ κοινοὶ ἡμῶν ἀγῶνες καὶ θυσίαι. Ἐν πλήρει διατελοῦσα ἐπιγνώσει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τῶν πολλαπλῶν καὶ μεγάλων δυσχερειῶν, ἃς θέλει ἀντιμετωπίσει ἡ κυβέρνησις ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ πολυσχιδοῦς καὶ ὄντως χαλεποῦ ἔργου, ὅπερ ἀνέλαβε νὰ φέρῃ εἰς πέρας, μετὰ προθυμίας θέλει παράσχει ἀμέριστον τὴν συνδρομήν της εἰς πᾶσαν κυβερνητικὴν προσπάθειαν, τείνουσαν εἰς εὐόδωσιν τῶν Ἐθνικῶν σκοπῶν καὶ ἐσωτερικὴν ἀνόρθωσιν, προσπάθειαν ἥτις ἀπαραίτητον ἔχει προϋπόθεσιν τὴν ἐξασφάλισιν καὶ ἑδραίωσιν τοῦ νέου καθεστῶτος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δὲ ταύτην δὲν ἀμφιβάλλει ἡ Βουλὴ ὅτι θέλει παταχθῆ μετὰ σταθερότητος οἱαδήποτε ἀπόπειρα πρὸς ὑπονόμευσιν τῆς καθεστηκυίας τάξεως, τῆς ἑδραζομένης ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθερίας. Διότι ἂν μετὰ συμπαθείας ὀφείλῃ τις νὰ ἀποβλέψῃ πρὸς τοὺς προκινδυνεύοντας κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος, καὶ παρὰ τὰ κελεύσματα ἀκόμη τῆς ἀρχῆς, εἶνε ἀντιθέτως ἀσυγχώρητος ἡ ἐπιείκεια πρὸς τοὺς ἐπιζητοῦντας νὰ καταλύσωσι τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας καὶ νὰ παραλύσωσι τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ πολέμου. Δὲν ἀρκεῖ ἐν τούτοις ἡ ἐξασφάλισις μόνη τῆς Πολιτείας· ἀπαραίτητος εἶνε καὶ ἡ ἐξυγίανσις αὐτῆς. Καὶ διὰ τοῦτο τῆς πλήρους ἔτυχεν ἐπιδοκιμασίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἡ πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ γοήτρου τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ τοσοῦτον ἀμαυρωθέντος ἐξ ὑπαιτιότητος μερίδος τινὸς τοῦ κλήρου, πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ τὰ περὶ ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος καὶ τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων μέτρα αὐτῆς, μέτρα ἐξαιρετικῆς ἀναντιρρήτως καὶ προσκαίρου φύσεως, ἐπιβαλλόμενα οὐχ ἧττον ἐκ λόγων ἀναποτρέπτου ἀνάγκης καὶ χρησιμότητος μεγίστης. Ὑπέρποτε νῦν παρέχεται ἡ εὐκαιρία πρὸς ριζικὴν καὶ ἐπωφελῆ ἐκκαθάρισιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἀπὸ στοιχείων ἀποδειχθέντων ἀναξίων τῆς δημοσίας ἐντολῆς, ἣν περιεβλήθησαν, καὶ ἐπιζημίων εἰς τὴν κοινωνίαν. Καθόσον, πλὴν τῶν στενῶν ὑπηρεσιακῶν προσόντων, ἡ Πολιτεία κατέχει σήμερον ἀρτίαν τὴν εἰκόνα τοῦ χαρακτῆρος, τοῦ ἠθικοῦ σθένους καὶ τῶν ἐν γένει ἀντιλήψεων ἑκάστου ἐκ τῶν λειτουργῶν αὐτῆς. Μετὰ προθυμίας καὶ συντόνου προσοχῆς θέλει ἐπιληφθῆ ἡ Βουλὴ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθησομένων νομοθετικῶν μέτρων, τῶν ἀποσκοπούντων εἰς πλήρωσιν τῶν παντοειδῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας, δημοσίων καὶ κοινωνικῶν. Εὐάρεστον ἐπροξένησεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐντύπωσιν ἡ ἐπαγγελία, καθ’ ἣν ἡ κυβέρνησις ἐν τῇ δημοσιονομικῇ της πολιτικῇ θέλει ἀκολουθήσει τὰς ἀρχὰς τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης, ἀναζητοῦσα τοὺς ἀπαραιτήτους νέους πόρους κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὰς εὐπορούσας τάξεις, ἰδίως δὲ ἐκείνας, αἵτινες οὐ μόνον ζημίας δὲν ὑπέστησαν ἐκ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἔκτακτα κέρδη ἐξ αὐτῆς ἠρύσθησαν. Μετ’ ἰδιαιτέρας συμπαθείας θέλει ἀποβλέψει ἡ Βουλὴ πρὸς τὰ μέτρα τῆς κυβερνήσεως, τὰ ἐπιδιώκοντα τὴν ἀνακούφισιν τῶν δεινῶς ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας δοκιμαζομένων ἀπόρων τάξεων, δὲν δύναται δὲ ἢ μετ’ ἀληθοῦς εὐφροσύνης νὰ χαιρετίσῃ τὴν λαμβανομένην περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας πρόνοιαν, ἥτις ἀσφαλίζει τὴν ἀναγκαίαν εἰς τὰς γεωργικὰς οἰκογενείας ἐπάρκειαν, ἡ ἔλλειψις τῆς ὁποίας ἐχρησίμευσε μέχρι τοῦδε ὡς ἡ κυριωτέρα καὶ ἀμεσωτέρα αἰτία τῆς μεταναστεύσεως. Βασιλεῦ, Δὲν παραγνωρίζει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὴν κρισιμότητα τῶν περιστάσεων, ἃς καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ ἐμπόλεμος ἤδη Χώρα ἡμῶν, οὔτε ὑποτιμᾷ τὴν σοβαρότητα τῶν θυσιῶν, ἃς ὑπαγορεύει τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς σωτηρίας τῆς Πατρίδος. Ἀλλ’ ἀτενίζει μετ’ ἐλπίδων καὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ μέλλον, καὶ συμμερίζεται πληρέστατα τὴν αἰσιοδοξίαν, ἥτις ἤρχισε νὰ ἀναθάλλῃ εἰς τὴν δημοσίαν συνείδησιν ἀπὸ τῆς παλινορθώσεως τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος. Ὑπὸ τὴν χειραγωγίαν τοῦ λαοπροβλήτου καὶ μεγαλεπηβόλου κυβερνήτου της ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀκολουθήσει τὴν ὁδόν, ἣν χαράσσει πρὸ αὐτῆς ἡ Ἐθνικὴ τιμή, τὰ ὕψιστα φυλετικά της συμφέροντα καὶ τὰ δημοκρατικά της ἰδεώδη, καὶ ἑνιαία καὶ ἀκλόνητος θὰ ἀποδυθῇ εἰς τοὺς ἀγῶνας, οἵτινες θὰ ἀποδώσωσιν εἰς τὰ ὅπλα της τὴν γνώριμον εἰς αὐτὰ λάμψιν. Γινώσκει δὲ σήμερον ὅτι δὲν θὰ ἀποβῶσιν ἄκαρποι οἱ ἀγῶνές της οὗτοι. Ἐν ἀρρήκτῳ ἤδη δεσμῷ μετὰ τῶν πατροπαραδότων φίλων καὶ συμμάχων της θὰ δυνηθῇ νὰ ἀσφαλίσῃ χάρις εἰς προσκαίρους θυσίας τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἱστορικῶν της δικαίων, ὅπως ἀπηλλαγμένη τοῦ λοιποῦ ἐξωτερικῶν περισπασμῶν, ἐπιδοθῇ ἐν γαλήνῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐσωτερικῆς περισυλλογῆς καὶ ἀναπτύξεως διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ ἀκεραίαν τὴν ἐκπολιτιστικὴν ἀποστολήν, ἥτις ἀπετέλεσεν ἀείποτε τὸν κλῆρον καὶ τὸ καύχημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καθ’ ὅλην τὴν μακραίωνα ἱστορικήν του σταδιοδρομίαν. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἰλικρινεῖς ἐκφράζει, Βασιλεῦ, εὐχὰς ὑπὲρ μακροημερεύσεως τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος. Εἴθε ἐπὶ τῆς Ὑμετέρας Βασιλείας νὰ ἀναγράψῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος σελίδας δόξης καὶ εὐημερίας τοῦ Γένους ἡμῶν.

§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ σχέδιον διὰ πλειονοψηφίας).

§102ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Βασιλεῦ Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἀπολύτου εὐλαβείας τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Θρόνον καὶ τὴν Ἐθνικὴν Δυναστείαν, ἧς ἡ ἔνδοξος καὶ ἐθνωφελὴς δρᾶσις καὶ ἡ ἀπαραμείωτος προσήλωσις εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος προεκάλεσε πάντοτε τὴν ὁλόψυχον ἀφοσίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν διαφορὰ ἀντιλήψεων περὶ τὴν τηρητέαν πολιτικὴν κατεύθυνσιν ἔσχεν ὡς ἀκολούθημα, ἵνα μερὶς τοῦ πολιτευομένου καὶ στρατευομένου λαοῦ ἀποστῇ τοῦ νομίμου καθεστῶτος καὶ ἐπιβληθῇ — ὑπὸ τὰς γνωστὰς συνθήκας — εἰς τμῆμα τῆς Χώρας, τοῦτο δὲν ἀπετέλεσε πραγματικὸν διχασμὸν τῆς ἑνιαίας καὶ ἀδιαιρέτου Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ἡ δὲ κατ’ ἐπέκτασιν συντελεσθεῖσα ἐπιβολὴ τῆς μερίδος ταύτης ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ Κράτους δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὴν θεμελιώδη ἔννοιαν τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ καὶ τὴν ἀνεπηρέαστον λειτουργίαν τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος. Ἡ παρέμβασις δύο Μεγάλων Δυνάμεων — διεκδικουσῶν δικαίωμα ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ὄντος ἀπολύτως ἀνεξαρτήτου — ἀντιτίθεται πρὸς τὰ πασίδηλα αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ πρὸς τὴν ἀντίληψιν του περὶ τῶν κυριαρχικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων. Ἡ πολιτεία τῆς κυβερνήσεως ἐν τῷ συνόλῳ της ἀντιτίθεται πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν αὐτῆς περὶ ἐκκλήσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ὅπως ἀναθεωρήσῃ αὕτη τὸ πολίτευμα διασαφηνίζουσα θετικώτερον τὴν ἔκτασιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Λαοῦ καὶ καθορίζουσα τὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα λειτουργίαν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Ἡ ἀνάκλησις τοῦ Β. Διατάγματος περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου 1915 — διαλύσεως γενομένης τῇ ἐνασκήσει Βασιλικῆς προνομίας, συμφώνως πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ἣν ἐπηκολούθησεν ἡ νόμιμος ἐκλογὴ νέας Βουλῆς — ἀποτελεῖ κατάδηλον παραβίασιν τοῦ πολιτεύματος καὶ πρωτοφανὲς γεγονὸς ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἱστορίᾳ τῶν συνταγματικῶς κυβερνωμένων Κρατῶν. Ἡ διὰ Β. Διατάγματος ἀναστολὴ τῆς περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν συνταγματικῆς διατάξεως ἀποτελεῖ ἐπίσης παραβίασιν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἀντιποίησιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Λαοῦ. Οὐδόλως δὲ δικαιολογεῖται ἡ ἐνέργεια αὕτη διὰ τῆς παρατόλμου προεξοφλήσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς προαγγελλομένης Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἡ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ῥιπτομένη μομφή, συνοδευομένη μὲ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καταστατικοῦ νόμου περὶ αὐτοδιοικήσεως αὐτῆς, μὲ τὸν ἐξακολουθοῦντα εἰσέτι διωγμὸν Μητροπολιτῶν, Ἐπισκόπων καὶ λοιπῶν κληρικῶν καὶ μὲ τὴν αὐθαίρετον διευθέτησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, τόσον τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅσον καὶ τῆς οὕτω ἀπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου χειραφετηθείσης Ἐκκλησίας τῶν νέων Χωρῶν, ἀποτελεῖ ἄλλην παραβίασιν συνταγματικῆς διατάξεως, κυρούσης τὸ ἀπαρασάλευτον τῶν ἀποστολικῶν καὶ Συνοδικῶν Κανόνων καὶ τῶν ἱερῶν παραδόσεων τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως. Ἡ ἀναστολὴ ὡσαύτως τῶν περὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διατάξεων καὶ ἡ ἐπακολουθήσασα ἀθρόα ἀπόλυσις δημοσίων λειτουργῶν ὡς καὶ ἡ εἰς διαθεσιμότητα θέσις πλείστων ἀνωτέρων καὶ ἀνωτάτων ἔτι ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσση, ἔχουσαι ὡς γνώμονα τὴν ἀντίθεσιν, ἥτις προέκυψεν ἐκ τῆς παραμονῆς αὐτῶν ἐν τῇ εὐόρκῳ ἐκπληρώσει τῶν ἀπέναντι τοῦ νομίμου καθεστῶτος καθηκόντων των, οὐδόλως δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς συντελοῦσαι εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ ἐξυγίανσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Τοὐναντίον, τείνουσιν εἰς πλήρη διατάραξιν τῆς πολιτειακῆς συνοχῆς καὶ εἰς τὴν ἐξαφάνισιν πάσης ἰδέας περὶ πειθαρχίας πρὸς τὸ ἑκάστοτε κυβερνητικὸν καθεστώς, ἀντίκεινται δὲ καὶ πρὸς τὴν περὶ τούτου πρὸ τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ 1909 σταθερῶς ἐκπεφρασμένην βούλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, κυρωθεῖσαν διὰ σχετικῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Καὶ αἱ ἀθρόαι ἐπίσης συλλήψεις, φυλακίσεις καὶ ἀπελάσεις ἀξιωματικῶν καὶ πολιτῶν, ἐν οἷς καὶ πολιτευόμενοι καὶ ἐν ἐνεργείᾳ βουλευταί, χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, ἀποτελοῦσι καταπάτησιν τῶν περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας συνταγματικῶν διατάξεων. Ἡ μικρὸν μετὰ τοὺς δύο ἀπελευθερωτικοὺς ἡμῶν πολέμους ἐπελθοῦσα εὐρωπαϊκὴ σύρραξις, ἐπεκταθεῖσα βαθμηδὸν καὶ εἰς τὰς γειτνιαζούσας πρὸς τὸ ἡμέτερον Κράτος Χώρας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσῃ αὐτὸ ἀδιάφορον. Τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, ἡ περιφρούρησις τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, οἱ συμμαχικοὶ δεσμοὶ καὶ λόγοι γενικώτεροι, ἱστορικοὶ καὶ γεωγραφικοί, κατέστησαν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἐξ ἀρχῆς τοῦ πολέμου ἄκρως λεπτὴν καὶ δυσχερῆ. Ἀλλὰ τὸ μέγεθος τοῦ διεξαγομένου πολέμου, ὅμοιον τοῦ ὁποίου δὲν μνημονεύει ἡ ἱστορικὴ παράδοσις, ὡς πρὸς τὸ πλῆθος τῶν ἀντιμαχομένων, τὴν πρωτοφανῆ καὶ τέως ἄγνωστον χρῆσιν τεχνικῶν μέσων καὶ τὴν εἰς ἄφθαστον τελειότητα ἐξιχθεῖσαν πολεμικὴν ἐν γένει παρασκευήν, ἐπέβαλλεν εἰς τὴν μικράν, ἐκ δύο πολέμων κεκμηκυῖαν καὶ σχετικῶς ἀπαράσκευον Ἑλλάδα, περίσκεψιν καὶ ἐπιφύλαξιν, καθόσον μάλιστα ἡ διάρκεια καὶ ὁ τρόπος τῆς λήξεως τῆς γιγαντομαχίας ταύτης δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορισθῶσι. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ Ἑλλὰς συμφώνως πρὸς τὴν δεδηλωμένην γνώμην τοῦ Λαοῦ, ὤφειλε νὰ μείνῃ οὐδετέρα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐθίγοντο καίρια ἐδαφικὰ ἢ ἐθνικὰ συμφέροντά της καὶ ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς ἀνελίξεως τοῦ πολέμου δὲν ἠπειλοῦντο κίνδυνοι πραγματικοί, εἴτε εἰς τὸ παρὸν εἴτε εἰς τὸ μέλλον ἀναφερόμενοι, ἢ τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον δὲν παρουσιάζοντο αἱ συνθῆκαι καὶ προϋποθέσεις, αἵτινες θὰ παρεῖχον εἰς τὴν συμμετοχὴν ἀπόψεις καὶ ἐλπίδας ἐπιτυχίας, ἢ θὰ συνετῆγον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συμμαχικοῦ πρὸς τὴν Σερβίαν ὅρου. Ἡ ἐκδηλωθεῖσα ὅμως καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου εἰς τὸ ἔσχατον τῆς ἀκρότητος ὅριον ἐξιχθεῖσα ἐσωτερικὴ ἀντίθεσις καὶ διαίρεσις, προκληθεῖσα ὑπὸ τῶν κηρυχθέντων ὑπὲρ τῆς ἀμέσου εἰς τὴν παγκόσμιον σύρραξιν ἐπεμβάσεως, καὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς ἐπεδιώχθη ἡ ἐπικράτησις τῆς πολιτικῆς ταύτης, ἐδημιούργησαν τοσαύτας ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς παρεξηγήσεις, προστριβὰς καὶ ἐπικινδύνους περιπλοκάς, ὥστε νὰ περιέλθῃ τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος εἰς ψυχικὴν ἐξάντλησιν καὶ ὑλικὴν ἀδυναμίαν διὰ τὴν εἰς τὸν διεξαγόμενον ἀγῶνα συμμετοχήν του, ὅτε ἤθελεν αὕτη ἀποβῆ ἀναγκαία ὑπὲρ τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἡ ὑπὸ τὰς γνωστὰς συνθήκας ἐπελθοῦσα ἤδη κατίσχυσις τοῦ σημερινοῦ κυβερνητικοῦ καθεστῶτος ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, πρὸ τῆς ὁποίας τὸ Ἔθνος θέλει ἐπιτελέσει τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκόν του. Εὔχεται ἡ Βουλή, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἐξέλθῃ καὶ ἐκ τῆς παρούσης σοβαρᾶς κρίσεως ψυχικῶς καὶ ὑλικῶς ἀκμαία καὶ ἰσχυρά, διατηροῦσα τὴν ἐδαφικὴν ἀκεραιότητα τοῦ σημερινοῦ Κράτους, ἐπιτυγχάνουσα τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαίων Ἐθνικῶν βλέψεών της καὶ πρὸ παντὸς ἀνακτῶσα πλήρη καὶ ἀπόλυτον τὴν ἀνεξαρτησίαν της, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε κατόπιν ἐνδόξων καὶ μοναδικῶν εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ κόσμου ἀγώνων, ἐλευθέρα, ὅπως κανονίζῃ ἀνεπηρεάστως τὰ καθ’ ἑαυτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπαραγράπτων καὶ διεθνῶς ἀνεγνωρισμένων κυριαρχικῶν δικαιωμάτων της.

§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπαράδεκτον. Ἀπαράδεκτον. (Ἀπορρίπτεται τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας).

§104ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κ. Πρόεδρε.

§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ.μ. σήμερον. (Ὥρᾳ 3 π.μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21Η
2ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1917
3Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
4(Ὥρᾳ 5.5′ μ.μ.).
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά.
7(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς
8προηγουμένης συνεδριάσεως).
9Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι:
10— Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κομοστάδιον τῆς ἐπαρχίας
11Φθιώτιδος παρακαλοῦσιν ὅπως μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ
12διανείμῃ εἰς αὐτούς, ὄντας ἀκτήμονας, τσιφλίκιά τινα.
13—Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Δραχμάνι–Δομοκοῦ ζητοῦσιν ὅ-
14πως ληφθῇ μέριμνα καὶ παρεμποδισθῇ ἡ πώλησις τοῦ κτήμα-
15τος Δραχμάνι.
16Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑποβάλλει σχέδιον
17νόμου «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως διὰ τὴν συσταθησομένην
18ἕδραν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Λονδίνου», παρακαλῶν τὴν Βου-
19λὴν ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
20(Κηρύσσεται κατεπεῖγον).
21— Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Δαζέας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ
22τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἐνοικιαστῶν φόρου δεκάτης
23καὶ ἄλλων διαφόρων φόρων καὶ προσόδων χρήσεως 1915 καὶ
241916 κλπ.».
25—Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Βασιλακάκης ὑποβάλλει πρότασιν
26νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 86 τοῦ ὑπ’
27ἀρ. 425 νόμου».
28Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
29ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
30ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
31§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναβληθῶσι, κύριε Πρόεδρε.
32§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται.
33Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
34ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
35ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
36Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως
37καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Στρατιωτικὴν
38Δικαιοσύνην».
39(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
40— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
41κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β. Διατάγματος περὶ
42χορηγήσεως ἀμνηστείας».
43(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
44— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
45κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἱδρύσεως Γρα-
46φείου Λογοκρισίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ Συγκοινωνίας».
47(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
48— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
49τῆς Διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ».
50(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
51— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
52διατηρήσεως καὶ κατατάξεως τῶν παρὰ τῆς Προσωρινῆς Κυ-
53βερνήσεως προσωρινῶς διορισμένων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων
54καὶ ὑπηρετῶν».
55(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
56— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
57ἀφομοιώσεως πρὸς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τοῦ Στρα-
58τοῦ, στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων».
59(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
60— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
61συμπληρώσεως τῶν διατάξεων περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιω-
62ματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ».
63(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
64— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
65ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς
66Ἐθνικῆς Οἰκονομίας».
67(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
68— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
69συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου
70276, περὶ ἱδρύσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας».
71(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
72— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
73δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1916».
74(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
75— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
76δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1917».
77(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
78— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
79τῶν ἐξαναγκασθέντων εἰς παραίτησιν ἀξιωματικῶν τῆς Ἐ-
80θνικῆς Ἀμύνης καὶ περὶ τῶν διὰ τὴν προσχώρησιν εἰς αὐτὴν
81παθόντων».
82(Ἀναγιγνώσκονται καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–2).
83§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (Ἀναγιγνώσκει).
84§5Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω ὑποβά-
85λει μετὰ τῶν κ.κ. Γ. Μυλωνογιάννη καὶ Γ. Μαρκαντωνάκη
86τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη κατ’ ἀρχὴν ὁ κ.
87Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
88(Ἀναγιγνώσκει τὴν τροπολογίαν).
89§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακα-
90λοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
91Βουλὴ παρεδέχθη.
92(Ἀναγιγνώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρ-
93θρα τοῦ νομοσχεδίου).
94§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται.
95— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
96κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ
97μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΔΞΗʹ τῆς 6
98Ὀκτωβρίου 1912 περὶ ἀναστολῆς παραγραφῶν προθεσμιῶν
99καὶ δικαστικῶν ἐν γένει πράξεων ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως».
100Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγιγνώσκεται).
101§8Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ
102ὑπ’ ὄψει ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία μου.
103§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
104(Ἀναγιγνώσκεται ἡ τροπολογία).
105Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ρακτιβὰν παρα-
106καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
107Βουλὴ παρεδέχθη.
108(Ἀναγιγνώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρ-
109θρα τοῦ σχεδίου νόμου).
110§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται.
111— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
112δικαιολογήσεως ἀπολλυμένων ἐν πολέμῳ χρημάτων ἢ δικαιο-
113λογητικῶν δαπανῶν Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας αἰτίᾳ θανά-
114του ἢ ἀνωτέρας βίας».
115(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
116— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
117κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ἰουνίου 1917 Νομοθετικοῦ Διατάγμα-
118τος «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος διατάξεών τινων τοῦ νόμου
119484 «περὶ συστάσεως Σώματος Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης».
120(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
121— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
122κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Μαρτίου 1917 Ν. Διατάγματος περὶ πα-
123ρατάσεως τῆς προθεσμίας διὰ τὸν διορισμὸν ἄνευ διαγωνισμοῦ
124τοῦ διευθύνοντος προσωπικοῦ τῶν φυλακῶν».
125(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
126— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
127τροποποιήσεως τοῦ 680 νόμου τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1915 καὶ
128ἀναθεωρήσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τεθέντων εἰς δια-
129θεσιμότητα ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν».
130(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
131— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
132ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀκινήτων τῶν Νέων Χωρῶν».
133(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
134— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
135ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
136173 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως περὶ παρο-
137χῆς ἐπιμισθίου εἰς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, εἰς οὓς ἀνατί-
138θεται προσωρινῶς ἐκτὸς τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ
139ἑτέρα δημοσία ὀργανικὴ ὑπηρεσία».
140(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
141— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
142ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1380 Διατάγ-
143ματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ καταργήσεως καὶ
144ἀντικαταστάσεως τοῦ νόμου ΒΥΛʹ τῆς 13 Δεκεμβρίου 1896
145«περὶ ἐξόδων μεταφορᾶς καὶ ἀποστολῆς δημοσίων πραγμάτων».
146(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
147— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
148ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
1492712 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ κα-
150θορισμοῦ τοῦ πενταλέπτου ὡς τῆς ἐλαχίστης νομισματικῆς
151μονάδος εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου».
152(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
153— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
154ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
1551173 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ πα-
156ροχῆς ἀποζημιώσεως εἰς Ὑπουργοὺς ἢ Συμβούλους, ἐξερχο-
157μένους εἰς περιοδείαν».
158(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
159— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
160ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
1612043 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ κυ-
162ρώσεως τῆς ἀπὸ 30 Μαρτίου 1917 Συμβάσεως μετὰ τῆς Τρα-
163πέζης Κρήτης».
164(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
165— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
166ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
167745 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ ἐ-
168φαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ νόμου 425 «περὶ
169στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ» καὶ ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων
170καὶ προσωρινῶν δημοσίων ὑπαλλήλων».
171(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
172— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
173καταργήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1375 ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου 1917
174Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης».
175(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
176— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
177ἐφαρμογῆς τῆς προσωρινῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτη-
178νῶν καὶ διὰ τὴν χρῆσιν 1917 καὶ περὶ παρατάσεως τῶν προ-
179θεσμιῶν τῶν δηλώσεων ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ μεγάλων
180ζώων».
181(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
182— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
183δασμολογικῶν μεταβολῶν».
184(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
185— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
186ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
1872690 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ χο-
188ρηγίας προκαταβολῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν
189καὶ τὰς Ἀνωτάτας Διευθύνσεις».
190(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
191— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
192ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
193299 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ συν-
194τάξεων καὶ ἀποζημιώσεων τῶν πληρωμάτων καὶ ἀξιωματικῶν
195τῶν ἐπιτάκτων πλοίων».
196(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
197— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
198προσόντων τῶν ὑπαλλήλων αʹ) τῆς Διευθύνσεως τοῦ Δικα-
199στικοῦ, βʹ) τῶν Νομικῶν Συμβούλων καὶ γʹ) τῶν παρὰ ταῖς
200οἰκονομικαῖς ἐφορίαις δικαστικῶν ἀντιπροσώπων».
201(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
202— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
203συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓΥΠΗʹ (3488) «περὶ ὀργανισμοῦ
204τοῦ Β. Ναυστάθμου».
205(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
206— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
207ἐκτιμήσεως τῆς ἱκανότητος καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ χαρακτῆρος
208τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ
209περὶ προβιβασμοῦ αὐτῶν».
210(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
211— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
212αὐξήσεως τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κεχορηγημέ-
213νης προκαταβολῆς».
214(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
215— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
216τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΝΖʹ τοῦ ἔτους 1911 «περὶ ὀργα-
217νισμοῦ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιο-
218σύνης».
219(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
220— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
221ἐπεκτάσεως διαγωνισμοῦ πρὸς πλήρωσιν θέσεων μονίμων ἀν-
222θυπολοχαγῶν Μεταγωγικοῦ καὶ μεταξὺ τῶν ἐφέδρων κλάσεων
2231913α καὶ 1913β».
224(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
225— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
226κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ
227ναυτικῶν μέτρων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ παρόντος πολέμου
228καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων».
229(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
230— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
231κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ
232προσθέτου μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κλπ. τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ
233καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων».
234(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
235— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
236κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐ-
237κυρώθη τὸ ἀπὸ 24 Ὀκτωβρίου 1916 (ὑπ’ ἀριθ. 287) Διά-
238ταγμα τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ
239καταθέσεως εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον τοῦ Δημοσίου τῶν χά-
240ριν τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀγῶνος ἀποστελλομένων χρηματικῶν πο-
241σῶν».
242(Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
243§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐπὶ τῆς εἰς τὸν Βα-
244σιλικὸν Λόγον ἀπαντήσεως συζήτησιν.
245Ὁ κ. Κ. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
246§12Κ. ΜΕΛΑΣ. Ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀπευθύνω πα-
247ράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,
248προκειμένου νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν
249Βασιλικὸν Λόγον, νὰ μὴ φεισθῇ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὀνομά-
250των, προκειμένου νὰ προβῇ εἰς ἀποκαλύψεις.
251Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέφερε χθές, ὅτι ἀντι-
252πρόσωπος τοῦ Βασιλέως, μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
253Στρατιωτικῶν, ἐν συζητήσει μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
254βερνήσεως ἐξήνεγκε τὸν τρομακτικὸν ἀφορισμὸν κατὰ τῆς Μι-
255κρᾶς Ἀσίας, ὅτι δὲν μᾶς χρειάζεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐ-
256σωτερικῶν, ἐξ ὑπερβολικῆς λεπτότητος, δὲν ἀνέφερε τὸ ὄνομα
257τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως καὶ νομίζω ὅτι τὸ
258κενὸν αὐτὸ πρέπει νὰ συμπληρωθῇ, διότι πολλοὶ διηρωτῶντο
259ποῖος ἦτο αὐτὸς ὁ ἀντιπρόσωπος. Τὸ κενὸν αὐτὸ θὰ τὸ συμπλη-
260ρώσω ἐγώ, δηλῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτὸς ἦτο
261ὁ ὑπαρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχα-
262νικοῦ Ἰωάννης Μεταξᾶς, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης λόγον ἔκαμεν
263ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρα-
264καλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου ἡ Βουλὴ
265νὰ σχηματίσῃ γνώμην καὶ νὰ ἐπιρρίψῃ ἑνὶ ἑκάστῳ τὰς εὐθύνας
266αἵτινες τὸν βαρύνουν καὶ προκειμένου νὰ συγκροτηθῇ Εἰδικὸν
267Δικαστήριον, νὰ ἐκτεθῶσι σαφῶς τὰ πράγματα, ὥστε νὰ γνω-
268ρίζῃ ἡ Βουλὴ τὰς εὐθύνας ἑκάστου.
269§13Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον
270τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς ἀποκαλύψεις περὶ τῆς προδο-
271τικῆς ἀποστολῆς τοῦ πρίγκηπος Νικολάου εἰς Πετρούπολιν.
272§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν
273λόγον.
274(Ραγδαῖα χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ἔκ τε τῆς
275αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων ὑποδέχονται τὸν κ. Πρωθυ-
276πουργὸν ἀνερχόμενον ἐπὶ τοῦ βήματος).
277§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν,
278διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀλλοτρίωσιν τῆς Κοι-
279νῆς Γνώμης ἀπὸ τοῦ Ἡγέτου τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων,
280ἐπωφεληθέντες τῶν πολεμικῶν γεγονότων τῶν τριῶν τελευ-
281ταίων ἐτῶν, ἐζήτησαν νὰ παραστήσουν τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ κόμ-
282ματος τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ἕνα ἄν-
283θρωπον, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μὲν χαρίσματα ἄλλα, ἀλλ’ ἔ-
284χει τὸ δυστύχημα διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ εἶναι πολεμοχα-
285ρής, νὰ ἀρέσκεται εἰς τὰ αἵματα καὶ νὰ εἶναι εἷς φαντασιό-
286πληκτος, πιστεύων εὐκόλως ὅτι ἠμπορεῖ δι’ ὀλίγων νὰ κατορ-
287θώσῃ μεγάλα. Ἔλαβα, κύριοι βουλευταί, ἀφορμὴν ἄλλοτε,
288ὅτε μὲ κατηγόρουν ὅτι ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Βουλγαρίας ἔ-
289γινε παρὰ τὴν θέλησίν μου, νὰ κάμω τὴν ὁμολογίαν ὅτι ὄχι
290μόνον ἐκεῖνος ὁ πόλεμος ἔγινε παρὰ τὰς εὐχάς μου — ὄχι
291δὲ βέβαια παρὰ τὰς προσδοκίας μου, οὐδὲ παρὰ τὰς ἑτοιμα-
292σίας μου — ἀλλὰ καὶ ὁ πρῶτος πόλεμος, ὁ κατὰ τῆς Τουρ-
293κίας. Καὶ ἔλαβα τότε ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν
294ποῦ εἶχα φθάσει διὰ νὰ κατορθώσω νὰ διευθετήσω τὸ μᾶλλον
295φλέγον ζήτημα ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα μᾶς ἐχώριζαν ἀπὸ τὴν
296Τουρκίαν, τὸ Κρητικόν. Εἶχα φθάσει νὰ προτείνω εἰς τὴν
297Πύλην, ἀντὶ τῶν ὀνομαστικῶν ἐπικυριαρχικῶν δικαιωμάτων
298της, καὶ τὴν πληρωμὴν μικροῦ φόρου ὑποτελείας, ἵνα ἀναγνω-
299ρίσῃ εἰς τοὺς Κρῆτας βουλευτὰς τὸ δικαίωμα νὰ συνεδρεύουν
300ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ. Ἐζήτουν ν’ ἀποφύγω τότε τὸν πό-
301λεμον, ὄχι διότι δὲν ἐνόμιζον ὅτι τὰ Ἔθνη εἶναι ὑποχρεωμέ-
302να νὰ κατέλθουν εἰς πόλεμον ὅταν πρόκειται περὶ Ἐθνικῆς ἀ-
303ποκαταστάσεως, ἀλλὰ διότι ἐθεώρουν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο
304ἀκόμη τότε ἐπαρκῶς παρεσκευασμένη κατὰ τὸ διετὲς μόλις
305διάστημα τῆς ἀναγεννήσεώς της, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ μετὰ
306πλήρους πεποιθήσεως καὶ ἀσφαλείας τὰς περιπτώσεις τὰς
307πολεμικάς.
308Ἀλλ’ ὁ πόλεμος ἔγινε, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἔγινε δυνατὸν
309νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τὸ Κρητικόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι τὰ
310ἄλλα Βαλκανικὰ Κράτη εἶχον ἀποφασίσει νὰ πολεμήσουν
311κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ εἰς ἡμᾶς δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ
312μείνωμεν εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀπαθεῖς θεαταί.
313Ἀλλὰ καὶ ὁ δεύτερος πόλεμος ἐγένετο παρὰ τὰς εὐχάς
314μου, κύριοι βουλευταί. Προσεπάθησα εἰλικρινέστατα νὰ τὸν ἀ-
315ποφύγω, καὶ κατηγορήθην δέ, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν πολ-
316λάκις, ὅτι ἠθέλησα νὰ τὸν ἀποφύγω, καὶ μοῦ εἶπον: «εἰς σὲ
317δὲν ἀνήκει οὐδεμία τιμὴ διὰ τὰς ἐπιτυχίας τοῦ δευτέρου πο-
318λέμου, εἶσαι ξένος πρὸς αὐτόν», ἀδιάφορον ἂν τὸν προητοί-
319μασα καὶ διπλωματικῶς καὶ στρατιωτικῶς, ὥστε, ἀφοῦ κα-
320τέστη ἀναπότρεπτος, ν’ ἀποβῇ καθ’ ὅλας τὰς πιθανότητας εὐ-
321τυχής, ὅπως καὶ ἀπέβη πράγματι.
322Εἰς ἡμᾶς θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθῶ, ὅπως καὶ εἰς τὸν
323Ἑλληνικὸν λαόν, διατὶ ἐγὼ τόσον εἰλικρινῶς προσεπάθουν
324ν’ ἀποφύγω τὸν δεύτερον πόλεμον, τὸν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν.
325Ἐπεζητεῖτο νὰ παρασταθῇ τότε ὅτι ἐγὼ μόνος ἀπέστεργα τὸν
326πόλεμον, διότι ἐφοβούμην τὴν ἔκβασιν αὐτοῦ, ἐνῷ τάχα τὸν
327πόλεμον ἐκεῖνον ἐπέσπευδεν ὁ Βασιλεὺς καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον,
328διὰ νὰ συναχθῇ τὸ συμπέρασμα ὅτι ὅλη ἡ τιμὴ διὰ τὰς ἐπιτυ-
329χίας τοῦ πολέμου ἐκείνου ἀνῆκεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ οὐδε-
330μία εἰς τὸν πολιτικὸν ἡγέτην. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ
331διακηρύξω ὅτι οὐδεμία ποτὲ ἐπῆλθε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
332διαφωνία μεταξὺ Στέμματος καὶ στρατιωτικῶν κύκλων ἀφ’
333ἑνός, καὶ Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑτέρου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπέναντι
334τῆς Βουλγαρίας πολιτικήν. Καὶ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν
335ἐπῆλθεν οὐδεμία διαφωνία, ἦτο διότι καὶ οἱ στρατιωτικοὶ κύ-
336κλοι δὲν ἦσαν καθόλου ἥσυχοι διὰ τὴν πιθανὴν ἔκβασιν τοῦ
337πολέμου ἐκείνου. Ὅτε ἐν Θεσσαλονίκῃ, καλέσας τὸν ἐν Βε-
338λιγραδίῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν ἐν Ἀθήναις
339πρεσβευτὴν τῆς Σερβίας, κατώρθωσα νὰ ὑπογραφῇ ἡ συμμα-
340χικὴ Συνθήκη μετὰ τῆς Σερβίας, ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ἀπευθυνό-
341μενος πρὸς τὸ Ἐπιτελεῖον, ἔλεγον: Καὶ τώρα, μετὰ τὴν ὑ-
342πογραφὴν τῆς συμμαχικῆς Συνθήκης μὲ τὴν Σερβίαν, τί νο-
343μίζετε; Ποῖαι εἶναι αἱ πιθανότητες τῆς νίκης, ἐὰν φθάσω-
344μεν εἰς πόλεμον;» Καὶ μοὶ ἀπήντησε τὸ Ἐπιτελεῖον, ὅτι «δυ-
345νάμεθα νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν νίκην μὲ ἐλπίδας 60%».
346Ἐννοεῖτε τώρα πῶς ἕνας ὑπεύθυνος Κυβερνήτης μιᾶς Χώ-
347ρας δὲν ὤφειλε νὰ σπεύδῃ εἰς πόλεμον, τοῦ ὁποίου αἱ πιθανό-
348τητες τῆς νίκης, καὶ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμμαχίας
349μὲ τὴν Σερβίαν, εἶχον τόσον στενὸν περιθώριον. Ἀλλ’ ὑπῆρχε
350καὶ ἄλλος λόγος, πολὺ σπουδαιότερος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου προ-
351σεπάθουν νὰ ἀποφύγω τὸν νέον πόλεμον. Ὑπῆρχεν ὁ λόγος,
352ὅτι καλῶς ἐγνώριζα ὅτι τὰ ἐν τῇ Βαλκανικῇ ζητήματα ἔ-
353θιγον κύρια συμφέροντα μεγάλων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων.
354Δὲν ἦτο μυστικὸν ὅτι ἀντιμέτωπος τῆς συμμάχου ἡμῶν,
355τῆς Σερβίας, συμμάχου πρὸς τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσαμεν ὅτι μᾶς
356ἐπεβάλλετο νὰ συνάψωμεν καὶ συμμαχίαν εὐρυτέρας ἐκτά-
357σεως, ἦτο μία μεγάλη Δύναμις, ἡ Αὐστροουγγαρία. Ἐὰν δὲν
358ἐγνωρίζαμεν τότε τὰ βραδύτερον ἀποκαλυφθέντα ἐν τῷ Ἰτα-
359λικῷ Κοινοβουλίῳ περὶ προτάσεως τῆς Αὐστρίας πρὸς τὴν
360Ἰταλίαν ὅπως ἐπιτρέψῃ αὕτη τὴν ἐπίθεσιν τῆς πρώτης κατὰ
361τῆς Σερβίας, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ὅτι διαταράσσονται οἱ ὅροι
362τῆς μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Αὐστρίας συμμαχίας, τὸ διῃσθανό-
363μεθα ὅμως.
364Ἤδη, διαρκοῦντος τοῦ πρώτου Βαλκανικοῦ πολέμου, ἡ ἀ-
365νησυχία ἡμῶν ἦτο διηνεκής, μήπως εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον
366ἴδωμεν αἰφνιδίως προβάλλουσαν τὴν Αὐστροουγγαρίαν, ἀντι-
367μέτωπον, ἂν ὄχι ὅλων τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, ἀλλὰ τοῦ ἑ-
368νὸς τοὐλάχιστον τῶν Συμμάγων, τῆς Σερβίας. Ἐννοεῖτε, ἑ-
369πομένως, πόσον ἐπιβλητικὸν ἦτο εἰς τὸν Ἡγέτην, τὸν ὑπευ-
370θύνως ἰθύνοντα τὰς τύχας τῆς Χώρας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
371νην, νὰ προσπαθῇ νὰ ἀποφύγῃ διὰ παντὸς τρόπου ἕνα πόλεμον,
372ὁ ὁποῖος ἦτο ἐνδεδειγμένον, ὁ ὁποῖος ἦτο βέβαιον σχεδόν, ὅπως
373ἀπεδείχθη δυστυχῶς ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ
374ἔφερε γενικωτέραν ἐπέμβασιν Εὐρωπαϊκήν.
375Ἐπίστευα λοιπόν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ἐκεῖνα
376τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, διὰ νὰ φθάσωμεν
377εἰς εἰρηνικὴν διευθέτησιν μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ὅτι ἠδυνά-
378μεθα ἐν τῷ παρόντι νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ταῦτα, ἐπιτυγχάνοντες
379μίαν οὐσιωδεστάτην μεγέθυνσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀποβλέ-
380ποντες εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς συμπήξεως μιᾶς Βαλκανι-
381κῆς Ὁμοσπονδίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδειχθῇ κατορθωτή, ὁπό-
382τε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀδιαφορήσωμεν ἂν ἡ ἔκτασις τοῦ ἐδάφους
383μας ἦτο κατὰ 8 ἢ 10 χιλιάδας τετραγωνικὰ χιλιόμετρα με-
384γαλειτέρα ἢ μικροτέρα, ἐφ’ ὅσον θὰ κατωρθοῦτο διὰ τῆς συμ-
385πήξεως τῆς Ὁμοσπονδίας νὰ δημιουργηθῇ ἐκ τῶν Βαλκανι-
386κῶν Κρατῶν μία μεγάλη δύναμις, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ
387προστατεύῃ τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἢ — ὅπερ ἀτυχῶς πιθανώ-
388τερον — ἡ Βουλγαρικὴ βουλιμία θὰ ἀπεδεικνύετο ἀκόρεστος,
389ἐπιδιώκουσα μέχρι τέλους νὰ καθέξῃ τὴν ὅλως ὑπερέχουσαν
390θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀείποτε ἀπέβλεπεν ἐν τοῖς Βαλκανίοις,
391ὁπότε ὁ πόλεμος θὰ ἐπεβάλλετο μετὰ 3, 4, 5 ἢ 6 — δὲν δύ-
392ναμαι ἀκριβῶς νὰ ὁρίσω πόσα — ἔτη, ὁπότε Ἑλλὰς καὶ Σερ-
393βία, μεγεθυνθεῖσαι διὰ τοῦ κατὰ τῆς Τουρκίας πολέμου πολὺ
394περισσότερον παρὰ ἡ Βουλγαρία, θὰ εἶχον διαθέσιμον στρα-
395τιωτικὴν δύναμιν πολὺ ἀνωτέραν, ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν τῆς
396Βουλγαρίας, παρ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ πα-
397ρατάξωσι κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1913.
398Αὐταὶ ἦσαν αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ὤθουν τὴν Κυβέρνησιν ἐ-
399κείνην ὅπως εἰλικρινῶς προσπαθῇ κατὰ πάντα τρόπον νὰ ἀ-
400ποφύγῃ τὸν δεύτερον πόλεμον.
401Ἀλλὰ νομίζω εὔθετον, παρουσιαζομένης τῆς εὐκαιρίας
402ταύτης, νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλο τι γεγονός, μὴ
403γνωστόν, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ κριθῇ ἀκριβέστερον ὁ πολεμοχαρὴς
404ἢ μὴ χαρακτὴρ τοῦ Ἡγέτου τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέ-
405ρων. Εἴχομεν ἤδη νικήσει τὴν Βουλγαρίαν καὶ ὁ Βασιλεὺς αὐ-
406τῆς ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν μακαρίτην Κάρολον τῆς Ρουμανίας,
407ζητῶν ἀνακωχὴν καὶ τὴν μεσολάβησιν αὐτοῦ πλησίον τῶν ἄλ-
408λων συμμάχων ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνακωχὴ αὕτη διὰ ν’ ἀρχί-
409σουν ἀμέσως αἱ διαπραγματεύσεις τῆς εἰρήνης. Ὁ Βασιλεὺς
410Κάρολος ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον, συνι-
411στῶν τὴν συνομολόγησιν ἀνακωχῆς, ὁ δὲ Βασιλεὺς μοῦ ἀνεκοί-
412νωσεν ἐν Χατζῆ–Μπεϊλὶκ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ζητῶν τὴν
413γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν δοτέαν εἰς αὐτὸ ἀ-
414πάντησιν, ἀλλὰ προσθέτων ὅτι λόγοι στρατιωτικοὶ ἐπιβάλλουν
415νὰ μὴ διακοπῶσιν αἱ ἐχθροπραξίαι, ἀλλὰ νὰ συνεχισθοῦν διαρ-
416κουσῶν τῶν διαπραγματεύσεων τῆς εἰρήνης. Ἀπήντησα ὅτι ἡ
417ἀντίληψις ἡ ἐμὴ εἶναι ἐντελῶς διάφορος· ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν
418ὁ Βασιλεὺς τῆς Ρουμανίας παρεμβαίνει συνιστῶν τὴν σύνα-
419ψιν ἀνακωχῆς διὰ τὴν ἔναρξιν τῶν διαπραγματεύσεων τῆς εἰ-
420ρήνης, θὰ ἦτο κατ’ ἐξοχὴν ἀντιπολιτικὸν ἐὰν ἀπεκρούομεν
421τὴν μεσολάβησιν ταύτην καὶ δὲν ἐπιτυγχάνομεν ἐκεῖνο τὸ ὁ-
422ποῖον ὠφείλομεν πρὸ παντὸς νὰ ἐπιδιώκωμεν, ὅπως ἐπιτύχω-
423μεν, δηλαδὴ τὴν εὐμενῆ στάσιν τῆς Ρουμανίας κατὰ τὰς δια-
424πραγματεύσεις τῆς εἰρήνης ἀπέναντι τῶν Ἑλληνικῶν συμ-
425φερόντων. Προσέθετον δὲ ὅτι ἡ ἀπάντησις, κατ’ ἐμέ, ἔπρεπε
426νὰ εἶναι αὕτη περίπου: «Καίπερ γνωρίζων τὴν Βουλγαρικὴν
427κακοπιστίαν καὶ μὴ δυνάμενος παντάπασι νὰ πιστεύσω ὅτι
428εὑρίσκομαι ἀπέναντι πραγματικῆς αἰτήσεως εἰρήνης καὶ ἀ-
429ναγνωρίσεως τῆς ἥττης, θεωρῶ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ δε-
430χθῶ τὴν μεσολάβησιν τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, πεποι-
431θὼς ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ Αὐτῆς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα θὰ
432εὕρωσι δίκαιον παραστάτην κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς
433εἰρήνης». Ἀλλὰ προσέθετον ἀκόμη ὅτι δὲν ἐννοῶ εἰς τί θὰ
434ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι περαιτέρω θυσίαι αἵματος καὶ περαι-
435τέρω διακινδυνεύσεις, ἀφοῦ ἡ μὲν ἄφιξις μέχρι τῆς Σόφιας ἦτο
436χαλεπώτατον ἔργον, αἱ δὲ ἰδικαί μας ἐδαφικαὶ διεκδικήσεις
437ἐκαλύπτοντο διὰ τῶν μέχρι τότε νικῶν, αἵτινες καὶ ὑπερέβαλ-
438λον μάλιστα αὐτάς. Προσέθετον ὅμως ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος
439νὰ ὑποκύψω, ἐάν, ἀφοῦ ταῦτα ἐκθέσω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Βασι-
440λέως Ἀρχιστρατήγου, εὕρισκον αὐτὸν ἐπιμένοντα, ὅτι στρα-
441τιωτικοὶ λόγοι ἐπέβαλλον τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐχθροπρα-
442ξιῶν.
443Ἡ γνώμη μου ἡ πολιτικὴ δὲν ὑπερίσχυσεν· ἐπεκράτησαν αἱ
444στρατιωτικαὶ ἀντιλήψεις. Καὶ ὅτε διῆλθον διὰ τοῦ Χατζῆ–
445Μπεϊλίκ, μεταβαίνων εἰς Βουκουρέστιον, ἐζήτησα καὶ πάλιν
446νὰ μεταπείσω τοὺς στρατιωτικοὺς ἀρχηγούς, λέγων: «Δὲν
447βλέπω τίνα λόγον ἔχουν αἱ περαιτέρω ἐχθροπραξίαι, δὲν πρέ-
448πει δὲ νὰ λησμονήσητε καὶ τὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν
449θὰ εὑρίσκωμαι ἐν Βουκουρεστίῳ, ἅμα, φθάνων ἐκεῖ, δὲν κα-
450τορθώσω νὰ ἀποδεχθῶ ἐνδεχομένην σύστασιν τοῦ Βασιλέως
451Καρόλου περὶ τῆς ἀνακωχῆς». Ἡ ἀπάντησις ἦτο ἐκ νέου κα-
452τηγορηματική, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὰ στρατιωτικὰ
453συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος ἐπιτρέπουσι τὴν σύναψιν ἀνακωχῆς.
454Ἔπρεπε καὶ πάλιν νὰ ὑποκύψω εἰς τὴν στρατιωτικὴν ταύτην
455ἀντίληψιν. Ἔφθασα εἰς Βουκουρέστιον. Ἀπὸ Χατζῆ–Μπεϊλὶκ
456μέχρι Βουκουρεστίου ἐκάμομεν, νομίζω, 36 ὥρας καὶ ἐκεῖ μό-
457νον κατώρθωσα νὰ ἀρθῶσιν αἱ στρατιωτικαὶ ἀντιλήψεις καὶ
458νὰ προσαρμοσθῶσι πρὸς τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι
459ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδεικνύοντο ὅτι ἦσαν ἀπολύτως ἐπιβε-
460βλημέναι, ὄχι μόνον ἀπὸ πολιτικῆς καὶ διπλωματικῆς, ἀλλὰ
461καὶ ἀπὸ στρατιωτικῆς καθαρῶς ἀπόψεως.
462Ἐφθάσαμεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς Συνθήκης τοῦ
463Βουκουρεστίου. Ἔχετε δημοσιευμένα ὄχι ἐκ τῶν Βίβλων, ἀλλὰ
464ἐκ τῶν ἐφημερίδων, τὰ τότε διαμειφθέντα ἐν σχέσει πρὸς τὸ
465Δεδεαγάτς, τὴν Μάκρην καὶ τὸ Πόρτο–Λάγο, μὲ βλέπετε δὲ
466ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς λέγοντα ἕως ποῦ δύνανται νὰ φθά-
467σωσιν αἱ διεκδικήσεις μας, ἕως ποῦ ἠδύναντο νὰ ὑποστηρι-
468χθῶσιν αἱ ἀξιώσεις μας. Ἀλλ’ ἴσως οἱ κατηγοροῦντες με ὡς
469πολεμοχαρῆ, δύνανται νὰ μὲ κατηγορήσουν διότι ἐπέμεινα διὰ
470τὴν Καβάλλαν εἰς τὸ Βουκουρέστιον, διότι δὲν ἔκαμα αὐτὴν
471τὴν ὑποχώρησιν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑ-
472ποχωρήσω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ὄχι διότι δὲν ἤμην δικαιο-
473λογημένος ἀπέναντι τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἀλλὰ διότι δὲν ἠ-
474δυνάμην νὰ γνωρίζω ἐάν, θυσιάζων τὴν Καβάλλαν, θὰ ἠδυ-
475νάμην νὰ ἐπιτύχω τὴν εἰρήνην εἰς τὰ Βαλκάνια. Ἐὰν ἐγνώ-
476ριζα τοῦτο, δὲν διστάζω καὶ τώρα νὰ εἴπω ὅτι θὰ τὴν ἐθυσία-
477ζα. Ἀλλ’ ἐγνώριζον ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν θὰ ἐπετύγχανον θυ-
478σιάζων τὴν Καβάλλαν, παρὰ μόνον νὰ ἐξάψω τὴν Βουλγαρι-
479κὴν βουλιμίαν ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἰσχυροτέρα ὅπως ἀσφαλέστερον
480ἐπιτεθῇ καθ’ ἡμῶν, ὅταν θὰ ἐπήρχετο ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁ-
481ποῖον θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ μᾶς ἐπιτεθῇ. Ἐὰν λοιπὸν
482ἐπέμεινα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Καβάλλας, ὅπως ἐπέμεινα, τὸ
483ἔπραξα διότι οὐδεμία θυσία τῆς Καβάλλας ἠδύνατο νὰ χρη-
484σιμεύσῃ πρὸς ἀποτροπὴν νέων πολέμων καὶ νέων κινδύνων.
485Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ποῖος ὑπῆρξεν ὁ Βασιλικὸς Λόγος, μὲ
486τὸν ὁποῖον ἤνοιξεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1913, ἡ συγκληθεῖσα μετὰ
487τοὺς δύο Βαλκανικοὺς πολέμους. Ἐπέμεινα καὶ ἔθεσα εἰς τὴν
488πρώτην παράγραφον τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θεω-
489ρεῖ ὅτι ἐπραγματοποίησε σχεδὸν καθολοκληρίαν τὸ Ἐθνικόν
490της πρόγραμμα. Ἔθηκα τοῦτο εἰς τὰ χείλη τοῦ Βασιλέως,
491καίτοι ἔχων διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ἀκόμη εὐρυτάτας βλέψεις,
492διότι πεποιθότως ἐφρόνουν ὅτι συμφέρον ἡμῶν Ἐθνικὸν ἐπέ-
493βαλλε νὰ ἐξασφαλίσωμεν, ὅσον ἀπὸ ἡμᾶς ἐξηρτᾶτο, μακρὰν
494περίοδον εἰρήνης. Θὰ ηὐχόμην νὰ ἀνεβάλλετο ἡ λύσις τῶν
495λοιπῶν Ἐθνικῶν ζητημάτων ἐπὶ ὁλόκληρον γενεάν. Ἐπὶ ὁ-
496λόκληρον γενεὰν θὰ εἶχε νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἐν-
497τατικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ διαπλασθέντος Κράτους καὶ, ἀναπτυσ-
498σομένη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, θὰ ἠδύνατο εἴτε νὰ ἐλπίσῃ εἰς
499διαβίωσιν τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ ὑπὸ καθεστὼς ἀνεκτόν,
500εἴτε νὰ εἶναι βεβαία, ὅτι ἐπιστάσης τῆς ὥρας τῆς καταρρεύ-
501σεως τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, θὰ προέβαλλεν εἰς τὸ μέσον
502Ἑλλὰς ἰσχυρά, δυναμένη νὰ λύσῃ αὐτοδυνάμως τὰ λοιπὰ αὐ-
503τῆς Ἐθνικὰ ζητήματα (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
504Ἐνθυμηθῆτε ἀκόμη, κύριοι, τὴν διαλλακτικότητά μου εἰς
505τὰς διαπραγματεύσεις τῆς Συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν. Ἐνθυμη-
506θῆτε ποῖα κεφάλαια κατηγορίας διετυπώθησαν ἐναντίον μου
507ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ἐδείχθην εἰς τόσον σημεῖον
508διαλλακτικός. Ἐνθυμηθῆτε ἀκόμη τὴν διαλλακτικότητά μου
509εἰς τὸ ζήτημα τὸ Βορειοηπειρωτικόν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς Σά-
510σωνος, διὰ τὴν ὁποίαν μὲ ἐνεκάλουν, σκεπτόμενοι καὶ εἰς
511εἰδικὸν νὰ μὲ παραπέμψουν δικαστήριον, διότι ἐθυσίαζα τὰ ἐπὶ
512τῆς Σάσωνος ἰδανικά μας δικαιώματα, διὰ νὰ ἐπιτύχω
513τὴν εἰρήνην, τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους.
514Ἀλλά, κύριοι, οἱ πολιτικοὶ ἀντίπαλοι ἡμῶν εἶμαι βέβαιος
515ὅτι δὲν μᾶς ἐννοοῦν. Δὲν ἐννοοῦν πῶς δύναται νὰ συμβιβάζηται
516αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ φιλειρηνικόν, αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ διαλλακτι-
517κόν, μετὰ τῆς σταθερᾶς ἀποφάσεως νὰ μὴ θυσιασθῇ ποτὲ κα-
518νὲν ζωτικὸν συμφέρον, τοῦ ὁποίου ἡ προστασία καὶ ἡ ὑπερά-
519σπισις εἶναι δυνατή (Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα). Οἱ ἀντί-
520παλοι ἡμῶν συγχύζουσι τὴν ἔννοιαν τῆς φιλειρηνικότητος πρὸς
521τὴν ἔννοιαν τοῦ ψοφοδεοῦς, τοῦ μικροψύχου. Ἐὰν ἔδειξα ὅλην
522τὴν διαλλακτικότητα εἰς τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις,
523δὲν ἐδίστασα, ὅταν ἐνεφανίσθησαν οἱ διωγμοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ
524στοιχείου ἐν Τουρκίᾳ, νὰ ἀπευθύνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
525τελεσίγραφον πρὸς τὴν Τουρκίαν, διὰ νὰ ὑποδείξω ὅτι, ἐὰν
526δὲν ἔπαυον οἱ διωγμοί, τοῦτο θὰ προεκάλει πόλεμον πρὸς αὐ-
527τήν· διότι ἐπίστευα τότε ὅτι ἡ Ἑλλάς, οἵα ἦτο στρατιωτικῶς
528καὶ μὲ τὸ κῦρος τὸ Εὐρωπαϊκόν, τὸ ὁποῖον εἶχεν, ἦτο εἰς θέ-
529σιν τότε νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὴν Τουρκίαν μὲ τὴν γλῶσσαν μὲ
530τὴν ὁποίαν ὡμίλησα καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ποτὲ δὲν θὰ ἐσκέπτον-
531το τοῦ παρελθόντος οἱ ἄνθρωποι ὅτι θὰ ἦτο ἡ Ἑλλὰς εἰς θέ-
532σιν νὰ ὁμιλήσῃ (Ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα).
533Καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν,
534ὅτι ἐὰν ὡμίλησα τότε μὲ τὴν σταθερὰν ἐκείνην γλῶσσαν, δὲν
535τὸ ἔπραξα ἐν στιγμῇ παραφορᾶς ἢ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου
536ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ μετὰ σκέψιν ὥριμον καὶ κατόπιν με-
537λέτης τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος. Διότι τότε οἱ στρατιωτι-
538κοὶ κύκλοι, οἱ ὁποῖοι βραδύτερον ἐνεφάνισαν ὅλους τοὺς κιν-
539δύνους καθ’ οἱασδήποτε κινήσεως τῆς Ἑλλάδος, οἱ στρατιω-
540τικοὶ κύκλοι ἦσαν σύμφωνοι ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ προκαλέσωμεν
541τὸν πόλεμον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἐφ’ ὅσον εἴχομεν διὰ τῶν πο-
542λεμικῶν ἡμῶν πλοίων τὴν ὑπεροπλίαν καὶ ἔπρεπε νὰ προλά-
543βωμεν ἡμεῖς νὰ μὴ κατορθώσῃ νὰ ἀποκτήσῃ αὐτὴν ἡ Τουρ-
544κία. Ἡ σταθερὰ ἐκείνη γλῶσσα ἔφερε τὰ ἀποτελέσματά της.
545Δὲν ἐπέτυχε μόνον νὰ ἀνεχθῇ ἡ Τουρκία τὰ ἀντίποινα, τῶν
546ὁποίων ἐκάμαμεν χρῆσιν ἐν Ἑλλάδι διὰ νὰ καλύψωμεν μέρος
547τῶν ζημιῶν αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὰς περιουσίας τοῦ πληθυ-
548σμοῦ τοῦ Μικρασιατικοῦ, ἀλλὰ περιωρίσθη τὸ κακὸν τότε καὶ
549ὁ Μέγας Βεζύρης ἐζήτησε νὰ συναντηθῶμεν διὰ νὰ ἀποπει-
550ραθῶμεν διευθέτησίν τινα τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν ἤμεθα
551διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν, παρέχοντες πᾶσαν ἱκανοποίησιν
552εἰς τὴν εὐθιξίαν τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, ἀλλὰ σώζοντες τὸν
553πυρῆνα καὶ τὸν καρπὸν τῶν ἀληθῶς Ἐθνικῶν συμφερόντων.
554Δυστυχῶς ἐπῆλθε τότε ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ὅστις δὲν
555ἄφησε νὰ γίνῃ ἡ συνέντευξις ἐκείνη· διότι μᾶς κατέλαβεν εἰς
556τὸ μέσον τοῦ ταξειδίου. Ἐκεῖ, ἐν Μονάχῳ εὑρισκόμενος, ἔ-
557λαβα τὴν εἴδησιν τοῦ τελεσιγράφου τοῦ Αὐστριακοῦ καὶ τῆς
558ἐκρήξεως τοῦ πολέμου μεταξὺ Αὐστρίας καὶ Σερβίας· ἐκεῖ ἔ-
559λαβα καὶ τὴν ἐρώτησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πάσιτς περὶ τῆς
560στάσεως τὴν ὁποίαν θὰ ἐτήρει ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τοῦ Εὐρω-
561παϊκοῦ πολέμου. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, ἡ ὁποία εἶναι δημοσιευ-
562μένη εἰς τὴν Λευκὴν Βίβλον, καὶ ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων, τὰ
563ὁποῖα ἔκτοτε ἔχουσι δημοσιευθῆ, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνετε
564πόσον ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ὑπῆρξε σταθερὰ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέ-
565λους ἐν προκειμένῳ. Ἐδηλώσαμεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς
566εἰς τὴν Σερβίαν ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸν πόλεμον πρὸς τὴν Αὐ-
567στρίαν, ἔχομεν ἀνάγκην εὐρυτέρων πληροφοριῶν καὶ κατόπιν
568τούτων θὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ἀπαντήσεως ἡ ὁποία θὰ δοθῇ,
569ὅσον ἀφορᾷ δὲ ἐνδεχομένην ἐπίθεσιν τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς
570Σερβίας, ἡμεῖς θὰ εὑρισκόμεθα παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς συμμά-
571χου, κρατοῦντες τὸν κοινὸν ἀντίπαλον εἰς στάσιν εὐλαβείας.
572Δὲν νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρέπει νὰ ὁμιλήσω
573περὶ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης καὶ τῶν ἐπικρίσεων καὶ τῶν
574δικολαδικῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ἐ-
575ζήτησαν νὰ πορισθῶσιν ἐξ αὐτῆς. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν
576θὰ κρίνω τὰ τῆς Σερβικῆς συμμαχίας καὶ ἐκεῖ νομίζω ὅτι θὰ
577ὁμιλήσω μᾶλλον προσηκόντως περὶ τοῦ θέματος. Ἔχω μόνον
578νὰ εἴπω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν
579ρύθμισιν τῆς θέσεως ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ ἐκραγέντος Εὐρωπαϊ-
580κοῦ πολέμου, ἦτο πολὺ φυσικὸν οἱ ὑπέχοντες τότε τὴν εὐθύνην
581τῆς Ἀρχῆς νὰ αἰσθάνωνται ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῶν βαρυτάτας
582τὰς εὐθύνας.
583Ἐβλέπομεν τὸ ἔργον ἡμῶν, τὸ ἔργον τῶν δύο νικηφόρων
584πολέμων μας, τιθέμενον καὶ πάλιν ὑπὸ συζήτησιν. Ἠσθανόμε-
585θα καλῶς ὅλους τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους θὰ ἀντιμετω-
586πίζομεν. Καὶ τοὺς κινδύνους τούτους διέβλεπα, ἐγὼ τουλάχι-
587στον, ὄχι τόσον εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ νὰ ἐμπλακῶμεν εἰς
588πόλεμον κατὰ τῆς Βουλγαρίας, ἐπιτιθεμένης τότε κατὰ τῆς
589Σερβίας, ὅσον εἰς ἐνδεχομένην συνεννόησιν Βουλγαρίας καὶ
590Τουρκίας, ὅπως, ἐπωφελούμεναι ἀκριβῶς τῆς Εὐρωπαϊκῆς
591συρράξεως, ἐπιπέσουν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, πλούσια ἤδη ἐχού-
592σης ἐδάφη, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο, νικῶσαι αὗται, νὰ διανεμηθῶ-
593σι μεταξὺ αὐτῶν. Διανομὴ τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας καὶ
594τῶν Νήσων ἦτο πραγματικῶς λεία, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἱκα-
595νοποιήσῃ καὶ τὰς μᾶλλον παραβόλους ἀξιώσεις τοῦ τε Βουλ-
596γαρικοῦ καὶ τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους.
597Καὶ δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι διῆλθον πολλὰς
598νύκτας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ὕπνος ἐπῆλθε βραδύτατα, διότι
599διαρκὴς ἦτο ἡ ἀνησυχία τοῦ πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν
600δυσχέρειαν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε καθ’ ἡμῶν μετὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν
601πόλεμον, δυσχέρειαν συνισταμένην εἰς τοῦτο: Ὅτι ὁ μὲν ἐπί-
602σημος σύμμαχος ἡμῶν, ἡ Σερβία, ἀπησχολημένη εἰς τὸν με-
603γάλον Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, οὐσιαστικῶς δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ
604ἐπικουρήσῃ ἡμᾶς σοβαρῶς εἰς ἐνδεχομένην Τουρκοβουλγαρι-
605κὴν καθ’ ἡμῶν ἐπίθεσιν, ἕτερον δὲ Κράτος, τὸ ὁποῖον ὑπεῖχεν,
606ἂν ὄχι τυπικάς, ἀλλ’ ἠθικὰς ὑποχρεώσεις, νὰ ἐνδιαφέρεται
607διὰ τὴν Συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, ἦτο ἀπησχολημένον καὶ
608ἐκεῖνο ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
609ἐλπίσωμεν ὅτι, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, θὰ ἐθεώρει ὅτι θίγον-
610ται ζωτικὰ συμφέροντά του, διὰ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν καθ’ ἡ-
611μῶν ἐπίθεσιν Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας.
612Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι, ἀρχομένου τοῦ πολέμου, ἡ Γερμα-
613νία εἶχε πωλήσει εἰς τὴν Τουρκίαν — δῆθεν πωλήσει — εἶ-
614χεν ἀντικαταστήσει διὰ τῆς Τουρκικῆς τὴν σημαίαν τῶν πο-
615λεμικῶν πλοίων της «Γκαῖμπεν» καὶ «Μπρεσλάου», τὰ ὁποῖα
616κατώρθωσαν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰ στενὰ τῶν Δαρδανελλίων.
617Ὁπωσδήποτε ἡ Τουρκία διέθετε καὶ τὴν δύναμιν αὐτὴν εἰς ἐν-
618δεχόμενον καθ’ ἡμῶν ναυτικὸν πόλεμον, ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ κατά-
619σχεσις τοῦ «Σουλτὰν Σελήμ», πλοίου τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ
620γίνῃ ἡ παράδοσις κατὰ Νοέμβριον, δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐνεργηθῆ
621ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας, ἡ ἰσορροπία τῶν δυνάμεων, τὰς ὁ-
622ποίας εἴχομεν κατορθώσει νὰ ἀσφαλίσωμεν διὰ τῆς ἀποκτή-
623σεως τῶν δύο Ἀμερικανικῶν πλοίων, ἀνετρέπετο ἐντελῶς
624καθ’ ἡμῶν καὶ μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας θὰ εὑρισκόμεθα ἐνώ-
625πιον Τουρκίας, ἡ ὁποία ναυτικῶς θὰ ἦτο πολὺ ἰσχυροτέρα
626ἡμῶν.
627Τότε, κύριοι, περὶ τὴν 10ην Αὐγούστου, νομίζω, ἠξίωσα
628καὶ ἐπέτυχα τὴν ἐξουσιοδότησιν ὅπως δηλώσω, ὅτι ἡ Ἑλλάς,
629ὄχι ἁπλῶς μνήμων τῶν ὅσων ὤφειλεν εἰς τὰς Ἐγγυητρίας Με-
630γάλας Δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ ἀκριβῆ ἔχουσα, κύριοι, ἐπίγνωσιν
631τῶν ζωτικῶν αὑτῆς ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐννοεῖ ὅτι ἡ θέσις αὐ-
632τῆς εἶναι παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως
633καὶ ὅτι, ἐνῷ ἐν τῷ πολέμῳ τῷ διεξαγομένῳ μετοχὴ αὐτῆς
634στρατιωτικὴ δὲν θὰ ἦτο δυνατή, ἀφοῦ οὔτε πρὸς βοήθειαν τῆς
635Σερβίας ἦτο δυνατὴ ἕνεκα τοῦ κινδύνου τοῦ Βουλγαρικοῦ, οὔ-
636τε πολὺ ὀλιγώτερον δι’ ἀποστολῆς στρατοῦ εἰς τὴν Γαλλίαν,
637ἐν τούτοις θεωρεῖ καθῆκον αὑτῆς ἡ Ἑλλὰς νὰ δηλώσῃ πρὸς
638τὴν Συνεννόησιν, ὅτι, ἐὰν ἡ Τουρκία ἐξέλθῃ εἰς πόλεμον κατ’
639αὐτῆς, ἡ Ἑλλὰς θέτει εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Δυνάμεων ὁλό-
640κληρον τὴν στρατιωτικὴν αὑτῆς καὶ ναυτικὴν δύναμιν εἰς πό-
641λεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν πάντοτε τῆς
642ἐξασφαλίσεως ἡμῶν ἀπὸ τοῦ Βουλγαρικοῦ κινδύνου.
643Κατεκρίθην, κύριοι, ὅτι ἄνευ ἀνάγκης ἔκαμα τοιαύτας δη-
644λώσεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ἐδέσμευον ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς
645Συνεννοήσεως, κατεκρίθην ἀκόμη καὶ διότι ἔκαμα αὐτὰς τὰς
646δηλώσεις, χωρὶς κἂν νὰ παζαρεύσω πρότερον μὲ τὰς Δυνάμεις
647τῆς Συνεννοήσεως ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ ἀμοιβαί, τὰς ὁποίας θὰ
648ἐλαμβάνομεν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θὰ μετείχομεν μετ’ αὐτῶν
649τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας.
650§16Γ. ΠΩΠ. Νέα δηλαδὴ ἀκόμη ἀθέτησις ἀναληφθείσης ὑ-
651ποχρεώσεως ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλλάδος;
652§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Ταῦτα θὰ
653ἐκθέσω ἀνακοινῶν τὸ ἐπεισόδιον Κάρ. Ἡ δὲ ἐπιστολή μου
654πρὸς τὸν Βασιλέα, τῆς 25ης Αὐγούστου, ἡ ὁποία ἀνεκοινώθη
655εἰς τὴν Βουλήν, ἐκθέτει πάντα ταῦτα.
656§18Γ. ΠΩΠ. Τὴν διατύπωσιν, οὕτω γενομένην, πρώτην φορὰν
657τὴν ἀκούομεν.
658§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλά, κύριοι, ποῖος
659σώφρων Κυβερνήτης τῆς Χώρας θὰ ἐδίσταζε τὴν στιγμὴν ἐ-
660κείνην νὰ προβῇ εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας ἀπέναντι τῶν Δυ-
661νάμεων τῆς Συνεννοήσεως; Καὶ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι,
662ἴσως ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη ἐγένετο πρὸ τῆς μάχης τοῦ Μάρνη,
663ἢ μᾶλλον ἐγένετο καθ’ ὃν χρόνον διεξήγετο ἡ μάχη, ἡ ὁποία
664κατόπιν ἔλαβε τὸ ὄνομα τοῦτο, ὅταν οἱ Γερμανοὶ εἶχον φθά-
665σει εἰς Κομπιένην. Ἐπέμενα δὲ τότε νὰ κάμω τὴν δήλωσιν
666αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ἀναμείνω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μάχης ἐκείνης,
667διότι ἀκριβῶς ἤθελον νὰ ἐπιτύχω ὅπως μὴ ὑποτεθῇ, ἐὰν ἡ
668μάχη αὕτη ἀπέβαινε κατὰ τῶν Γερμανῶν, ὅτι ἐπῆγα εἰς βοή-
669θειαν τῶν νικητῶν, ἀλλ’ ὅτι ἠθέλησα νὰ δείξω ποῖον εἶναι τὸ
670βαθὺ αἴσθημα τῆς Χώρας καὶ τῶν κυβερνώντων αὐτήν (χει-
671ροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι), ποῖον εἶναι τὸ βαθὺ αἴσθημα
672αὐτῆς καὶ τῶν κυβερνητῶν αὐτῆς περὶ τῆς ἀλληλεγγύης,
673περὶ τῆς συμπτώσεως τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλληνικῶν πρὸς
674τὰ Ἀνατολικὰ ἢ κυρίως πρὸς τὰ Αἰγαιοπελαγιτικὰ συμφέ-
675ροντα τῶν δύο Δυτικῶν Δυνάμεων.
676Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικριθῇ, κύριοι, ἐνέργεια τοιαύ-
677τη διὰ τὸν σκεπτόμενον, ὅτι τῆς Τουρκίας μετεχούσης τοῦ
678πολέμου, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ οὐδετέρα, ἀφοῦ
679μὲ τὴν Τουρκίαν εἶχεν ἕνα ἐκκρεμῆ πόλεμον, τὸν πόλεμον διὰ
680τὰς Νήσους, τὸν ὁποῖον συμφέρον εἶχε νὰ διεξαγάγῃ μετὰ τό-
681σον ἰσχυρῶν συμμάχων, καὶ ἀφοῦ, ἐὰν ἡμεῖς δὲν μετείχομεν
682τοῦ πολέμου, εἰς τὸν ὁποῖον μετεῖχεν ἡ Τουρκία, ἐὰν μὲν ἡ
683Τουρκία ἐνίκα, ἀποτέλεσμα τῆς νίκης της θὰ ἦτο ἡ ἐντελὴς
684καταστροφὴ τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ ἀφαίρεσις
685τῶν Νήσων, τῶν παρὰ τὴν Μικρασιατικὴν παραλίαν κειμέ-
686νων, παρὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δὲ ἡ Τουρκία ἡττᾶτο, τὸ ἀπο-
687τέλεσμα θὰ ἦτο ὅτι ἡ ρύθμισις τοῦ Μικρασιατικοῦ ζητήματος
688θὰ ἐγίνετο ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν ἐπίδρασιν τοῦ Κράτους τοῦ
689Ἑλληνικοῦ; Θὰ ἦτο λοιπὸν μωρὸς ὁ Κυβερνήτης ἐκεῖνος, ὁ
690ὁποῖος δὲν θὰ ἔκαμνεν ὅ,τι ἔκαμα ἐγὼ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐ-
691κείνην. Καὶ ἐὰν ὑπῆρξε διαφωνία καὶ ἀμφισβήτησις κατὰ τὴν
692ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἂν ἡ διαφωνία αὕτη ἐξέλιπε διὰ τὸ κῦ-
693ρος καὶ τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
694νην ἀνεγνώριζε τὸ Στέμμα ὅτι εἶχον παρὰ τῷ λαῷ, ὥστε νὰ
695μὴ ἐτόλμα νὰ ἐκδηλώσῃ διαφωνίαν, ἡ ἀντίθετος γνώμη ἠδύ-
696νατο νὰ γεννηθῇ μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς πρώτης
697στιγμῆς τοῦ πολέμου, ἂν ὄχι καὶ πρότερον, εἶχον τάξει ἑαυ-
698τοὺς οὐσιαστικῶς πρὸς ἐκεῖνον τὸν συνδυασμὸν τῶν Δυνάμεων,
699πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν εἶχε τίποτε τὸ κοινὸν ὁ Ἑλληνισμός.
700Πρὸς τὸν συνδυασμόν, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκοντο ὅλοι οἱ ἐχθροὶ
701τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀντιμέτωποι τοῦ ἄλλου συνδυασμοῦ, πρὸς
702τὸν ὁποῖον ὅλα τὰ συμφέροντά μας μᾶς ὤθουν.
703Ἀλλά, κάμνων τὴν δήλωσιν ἐκείνην πρὸς τὰς Δυνάμεις
704τῆς Συνεννοήσεως, δὲν ἀπέβλεπον μόνον πῶς θὰ ἀντιμετωπί-
705σω τὸν Τουρκικὸν κίνδυνον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν Βουλγαρικόν.
706Ἡ Βουλγαρία ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τοῦ πολέμου ἐφάνη
707ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ διέπραττεν, ὡς κατὰ τὸ 1913, νέα κολοσ-
708σιαῖα σφάλματα, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἐξέλθῃ ηὐξημένη ἐκ τοῦ
709πολέμου, εἴτε ἐν μετοχῇ μετὰ τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν
710καὶ νίκῃ αὐτῶν, ὁπότε θὰ ὑπερεξωγκοῦτο εἰς Βουλγαρίαν κο-
711λοσσιαίαν, ὡς τὴν βλέπομεν ἐπὶ τοῦ χάρτου τὸν ὁποῖον ἔχει
712σήμερον χαράξει αὐτή, εἴτε ἐξερχομένη ὑπὲρ τῆς Ἀντὰντ καὶ
713πλουσιοπαρόχως ἀμειβομένη παρ’ αὐτῆς εἰς βάρος τῆς Σερ-
714βίας καὶ τῆς Τουρκίας, εἴτε καὶ μένουσα οὐδετέρα, ὁπότε θὰ
715ἐξησφάλιζεν ἐπιτυχίας πρὸς τὸ Σερβικὸν μέρος, διότι ἡ Σερ-
716βία ἔδιδεν ἀνέκαθεν τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τοῦ Βαρδάρ, καὶ ἐ-
717πιτυχίας κατὰ τῆς Τουρκίας ἐν περιπτώσει νίκης τῆς Τρι-
718πλῆς Συνεννοήσεως.
719Ἔβλεπα λοιπόν, ὅτι ἀσχέτως πρὸς πάντα κίνδυνον ἄμεσον
720κατὰ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπετύχομεν ἐκ τῶν δύο πολέμων, ἀ-
721συνέτως, λέγω, πρὸς πάντα ἄμεσον κίνδυνον, εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι
722τὸ πέρας τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου θὰ ἐσημείου μίαν αὔξησιν
723τοῦ κυριωτάτου ἀνταπαιτητοῦ ἡμῶν εἰς τὴν Βαλκανικὴν Χερ-
724σόνησον, τῆς Βουλγαρίας. Δὲν θὰ ἀπέστεργον, βεβαίως, αὔ-
725ξησίν τινα εὔλογον, αὔξησιν τοιαύτην, ἥτις νὰ μὴ ταράττῃ
726οὐσιωδῶς τὴν ἰσοσταθμοῦσαν πλάστιγγα τῆς ἰσορροπίας τῶν
727Βαλκανικῶν Κρατῶν, οἵα διεμορφώθησαν ταῦτα διὰ τῆς Συν-
728θήκης τοῦ Βουκουρεστίου. Ἀλλὰ εἶχον καθῆκον νὰ μὴ ἀνεχθῶ
729ὅπως τὰ πράγματα οὕτω κυβερνηθῶσιν, ὥστε εἰς τὸ τέλος τοῦ
730πολέμου νὰ ἀνατραπῇ ῥιζικῶς ἡ ἰσορροπία τῆς Συνθήκης τοῦ
731Βουκουρεστίου, διὰ τῆς ὑπερεξογκώσεως τῆς Βουλγαρίας,
732ἐνῷ θὰ παρέμενεν ἡ Ἑλλὰς τοιαύτη, οἵα ἦτο καὶ πρὸ τοῦ πο-
733λέμου.
734Ἐπεζήτουν, κύριοι, στενὴν ἐπαφὴν πρὸς τὰς Δυνάμεις ἐ-
735κείνας, πρὸς τὰς ὁποίας μᾶς ἔφερον καὶ αἱ παραδόσεις καὶ
736τὰ ζωτικὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἐπεζήτουν στενὴν ἐπαφὴν
737καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς στενῆς ἐπαφῆς ποῖον ὑπῆρξε; Ὑπῆρξε
738τοῦτο: Ὅτι, πρὶν ἢ ἀκόμη ἡ Τουρκία ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερό-
739τητος, διὰ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν πόλεμον πρὸς τὰς Δυνάμεις
740τῆς Συνεννοήσεως, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις μοὶ ἐδήλου ὅτι ὁ
741Ἀγγλικὸς στόλος δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Τουρκικὸν νὰ ἐ-
742ξέλθῃ τῶν Δαρδανελλίων καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο εἰδικῶς νὰ ἐπι-
743τεθῇ κατὰ τῆς Ἑλλάδος (Χειροκροτήματα παρατεταμένα
744καὶ φρενιτιώδεις ζητωκραυγαί).
745Οἱ σήμερον ψυχρῶς κρίνοντες τὰ πράγματα, μετὰ τὴν τρο-
746πὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβον, θὰ ἀποδίδουν μικρὰν σημασίαν εἰς τὴν
747ἐπιτυχίαν αὐτήν. «Καὶ τί σημαίνει; θὰ λέγουν. Μήπως ἐκιν-
748δυνεύσαμεν ἀπὸ τοὺς Τούρκους διαρκοῦντος τοῦ πολέμου;»
749Ἀλλὰ μεταφερθῆτε εἰς τὴν ἐποχὴν ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ,
750ἵνα ἴδητε ποία πολιτικὴ ἐπιτυχία ἦτο ἡ ἐπιτευχθεῖσα διὰ τῆς
751δηλώσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις μᾶς ἐπέτρεψε
752νὰ κοιμώμεθα ἥσυχοι καὶ νὰ μὴ φοβούμεθα ἐκ τῆς Τουρκικῆς
753κατὰ θάλασσαν ὑπεροπλίας, οὔτε μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ «Σουλ-
754τὰν–Σελίμ», ἀφοῦ ἡ Ἀγγλία ἐδήλου ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ἔ-
755ξοδον τοῦ Τουρκικοῦ στόλου ἐκ τῶν Δαρδανελλίων.
756Ἀλλὰ διὰ τῆς πολιτικῆς μου αὐτῆς, διὰ τῆς δηλώσεώς μου
757αὐτῆς πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ἐπέτυχον ὀλί-
758γον βραδύτερον καὶ μίαν ἄλλην πολύτιμον ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος
759ἐπιτυχίαν, τὴν ὁποίαν ἀνάξιοι διάδοχοι ἡμῶν ἐθυσίασαν ὕστε-
760ρον. Ἐπέτυχον, κύριοι, τῇ συναινέσει τῶν τριῶν Προστατίδων
761Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, καὶ τῆς Ἰταλίας ἀκόμη, τὴν
762ἀνακατάληψιν τῆς Β. Ἠπείρου διὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ,
763μὲ τὴν συμφωνίαν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ μετέβαινεν
764εἰς Β. Ἤπειρον ὑφ’ οὓς ὅρους θὰ μετέβαινον καὶ οἱ Ἰταλοὶ
765εἰς Αὐλῶνα, διὰ νὰ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τῆς Ἠπείρου
766καὶ τῆς Ἀλβανίας ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Εἰρήνης (Χειροκρο-
767τήματα καὶ ἐπευφημίαι). Οἱ διάδοχοί μας ἠθέλησαν καὶ τὴν
768ἐπιτυχίαν αὐτὴν νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν, ὅταν, κληθέντες εἰς τὴν
769Ἀρχὴν κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1915, ἠδυνήθησαν διὰ τῶν ἐκ-
770λογῶν τοῦ 1915 νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τοὺς
771βουλευτὰς τῆς Βορείου Ἠπείρου. Καὶ ἐδήλου ὁ Πρόεδρος τῆς
772Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι τὸ Βορειοηπειρωτικὸν
773ζήτημα εἶναι λελυμένον καὶ ἡ Ἰταλία ἀναγνωρίζει τὴν λύσιν
774αὐτὴν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἔλεγε ταῦτα, ἵνα ἀναγκασθῇ
775μετὰ 48 ὥρας, προσκαλούμενος ἀπὸ τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἰ-
776ταλίας, νὰ δηλώσῃ ὅτι τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμές. Καὶ ἔλεγε
777ταῦτα, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος
778κατὰ τὸν ἐνασκηθέντα τρόπον, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὴν προσωρινήν,
779ἂς ἐλπίσωμεν, ἀπώλειαν τῆς Βορείου Ἠπείρου.
780Ἀλλὰ δὲν ἐπετύχομεν μόνον ταῦτα διὰ τῆς δηλώσεώς μου
781κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1915 πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοή-
782σεως. Χωρὶς νὰ ἔχω οὐδεμίαν ρητὴν δήλωσιν καὶ χωρὶς νὰ
783ἔχω οὐδένα κἂν ὑπαινιγμὸν περὶ τούτου, διὰ τῆς πολιτικῆς
784διαισθήσεως ἠνόουν, ἤμην βέβαιος, ἤμην πεπεισμένος, ὅτι μὲ
785τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν θὰ εἶχον εἰς τὸ τέλος
786τοῦ πολέμου καὶ ἓν ἄλλο τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ πολυτιμότα-
787τον, τὴν Κύπρον, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσοσταθμίσῃ ἐν πολλῷ
788ἢ μικρῷ μέτρῳ τὴν αὔξησιν τὴν ὁποίαν ἔβλεπα ἐρχομένην,
789τὴν αὔξησιν τῆς Βουλγαρίας. Ὅτι δὲ αἱ προβλέψεις μου καὶ
790αἱ πεποιθήσεις μου δὲν ἦσαν πεπλανημέναι, ἀπεδείχθη ὀλίγον
791βραδύτερον, ὅτε μᾶς προσεφέρθη ἡ Κύπρος καὶ τὴν ἀπέκρου-
792σαν οἱ Κυβερνοσωτῆρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης (Χειροκροτή-
793ματα ραγδαῖα).
794§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἶσχος! Αἶσχος!
795§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι,
796εἶχον ἐπιτύχει τὴν ἐξουσιοδότησιν τοῦ Στέμματος ἵνα προβῶ
797εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην, ὁ τότε Βασιλεύς, μόλις τὸν εἶχον ἀ-
798φήσει ἐγὼ καὶ μετέβη πλησίον του ὁ κ. Στρέϊτ ἢ ὁ στρατη-
799γὸς Δούσμανης, ἐξέχασε τὸ τί εἴπομεν, ἤλλαξε γνώμην καί,
800ἐνῷ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἐνθυμῆται τὸ πρᾶγμα ἐκ τοῦ ὅτι
801μετὰ 5 ἢ 6 ἡμέρας ἐλάμβανε διὰ τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ τῆς
802Ἀγγλίας τηλεγράφημα τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας ἀπ’ εὐ-
803θείας πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνόμενον καὶ ἐκδηλοῦν τὰ αἰσθήματα
804τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας καὶ τὰς εὐχαριστίας αὐτοῦ, διότι
805εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν ἐδίστασεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ταχθῇ μὲ
806τὸ μέρος εἰς ὃ εὑρίσκετο ἡ Ἀγγλία, ὁ τότε Βασιλεὺς ἐλησμό-
807νησε, φαίνεται, τὰ συμφωνηθέντα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἦσαν ἀντί-
808θετα πρὸς τὰς ἐνδομύχους σκέψεις αὐτοῦ, καὶ ὅτε, συνεπείᾳ
809τῆς δηλώσεως ἡμῶν ἐκείνης τὸ Ἀγγλικὸν Ναυαρχεῖον ἀνέ-
810θηκεν εἰς τὸν Ναύαρχον Κὰρ νὰ ζητήσῃ νὰ συνενοηθῇ μετὰ
811τοῦ Ἐπιτελείου μας ὅπως μελετηθῇ καὶ ἐκπονηθῇ σχέδιον ἐν-
812δεχομένης ἐπιθέσεως καὶ καταλήψεως τῆς Χερσονήσου τῆς
813Καλλιπόλεως, ἤκουεν ὁ Ναύαρχος Κὰρ ἀπὸ τὸν Βασιλέα:
814«Διατί ὅλ’ αὐτά; Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κάμω πόλεμον κα-
815τὰ τῆς Τουρκίας!» Προσέθετεν ὅμως πρὸς τὸν Ναύαρχον
816Κὰρ ὁ τότε Βασιλεύς: «Ξέρεις βέβαια ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος
817μοῦ ἔχει ὁμιλήσει δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ἐπιμένει, ἀλλ’
818εἰς ἕνα πρᾶγμα ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἂν ἡ Τουρκία μᾶς
819κάμῃ πόλεμον καὶ θελήσετε σεῖς νὰ μᾶς βοηθήσετε, ἐγὼ θὰ
820δεχθῶ τὴν βοήθειάν σας».
821Δὲν εἶναι ὑπερβολή, κύριοι, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω· προκύ-
822πτει ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην νὰ ἀ-
823πευθύνω πρὸς τὸν τότε Βασιλέα. Ὁ δὲ Ναύαρχος Κὰρ ἠναγ-
824κάσθη νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Βασιλέα ἐὰν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἀνακοι-
825νώσῃ ταῦτα ὡς ἀπάντησίν του καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀπήντησε:
826«Σᾶς ἐξουσιοδοτῶ νὰ τὰ ἀνακοινώσετε εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὴν
827Κυβέρνησίν σας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας — τὸ ἐ-
828νεθυμεῖτο ἀκόμη τότε ὅτι ἦτο συνταγματικὸς Ἄρχων, διότι ἡ
829ἐποχὴ τῶν Σωτήρων δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη — ὅτι πρέπει νὰ
830περάσετε νὰ ἰδῆτε τὸν Πρωθυπουργόν, διὰ νὰ ἐγκρίνῃ τὸ τη-
831λεγράφημά σας, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταλῇ ἄνευ τῆς ἐγκρί-
832σεώς του ἡ ἀπάντησις αὕτη».
833Εἰς τὸν Ναύαρχον Κὰρ ἐδήλωσα τότε ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕ-
834τη δὲν δύναται νὰ σταλῇ, διότι δὲν τὴν ἐγκρίνω, ἀπηύθυνα δὲ
835τότε πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’
836ὄψει σας καὶ τῆς ὁποίας παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς
837ἀναγνώσω μερικὰς περικοπάς, διότι καταντᾷ ἀληθῶς ἀπί-
838στευτον ὅ,τι εἶπεν ὁ Βασιλεύς. «Ἔρχομαι μαζύ σας, ἀλλὰ μό-
839νον ἂν ἡ Τουρκία μοῦ κάμῃ πόλεμον καὶ θελήσετε νὰ μὲ βοη-
840θήσετε, ὁπότε σᾶς κάμνω αὐτὴν τὴν τιμὴν νὰ δεχθῶ τὴν βοή-
841θειάν σας!»
842§22Δ. ΖΑΜΑΝΟΣ. Ἦτο γιὰ δέσιμο.
843§23Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ τί ἔγραφον
844πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν 25ην Αὐγούστου 1914 (ἀναγινώσκει):
845Μετὰ τὰς κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειό-
846τητος γενομένας ἐκ μέρους μου δηλώσεις πρὸς τοὺς ἀντιπρο-
847σώπους τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως καὶ τὰ ἀνταλλαγέντα με-
848ταξὺ τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ὑμ. Μεγαλειότη-
849τος τηλεγραφήματα, δὲν νομίζω ὅτι ἡ σημερινὴ ἀπάντησις Ὑ-
850μῶν εἰς τὸ νέον διάβημα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως (Ναυ-
851αρχείου) ἠδύνατο νὰ εἶναι ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀρνεῖται νὰ πολεμήσῃ
852κατὰ τῆς Τουρκίας, ἐφ’ ὅσον πρώτη ἡ Τουρκία δὲν ἐπιτεθῇ
853κατ’ αὐτῆς.
854» Ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Ὑμ. Μεγαλειό-
855τητα, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ ἀχθῶμεν εἰς ἐπιθετικὸν
856πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἐξησφαλι-
857σμένην τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλγαρίας ἢ τὴν ἀπόλυτον τοὐλά-
858χιστον οὐδετερότητα. Ἀλλὰ τὸ νὰ δηλοῦμεν ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ
859περιπτώσει, οὐδὲ καὶ τῆς προϋποθέσεως ταύτης ὑπαρχούσης,
860εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ πολεμήσωμεν τὴν Τουρκίαν, πρίν ἢ
861αὕτη μᾶς ἐπιτεθῇ, τοῦτο ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὰ καλῶς
862ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους.
863» Διότι δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα. Ἡ Τουρκία διεξάγει πρὸ
864πολλοῦ καθ’ ἡμῶν πόλεμον ἀκήρυκτον».
865Καὶ ἐξακολουθῶ ἐκθέτων ὅλους τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἔ-
866πρεπε νὰ μᾶς πείθουν ὅτι ἔχομεν ἐκκρεμῆ πόλεμον πρὸς τὴν
867Τουρκίαν καὶ συνεχίζω (ἀναγινώσκει):
868«Καὶ ἐφ’ ὅσον παρουσιάζεται ἡ ἄποψις διεξαγωγῆς πολέ-
869μου κατὰ τῆς Τουρκίας μετὰ πολλῶν καὶ ἰσχυρῶν συμμάχων,
870θὰ ἀπορρίψωμεν τὴν εὐκαιρίαν ταύτην διὰ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς
871τὴν ἀνάγκην νὰ διεξαγάγωμεν τὸν πόλεμον τοῦτον μόνοι ἄνευ
872συμμάχων καὶ ἄνευ φίλων;»
873Καὶ κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἀρνούμενοι κατ’ ἀρχὴν
874καὶ ὑφ’ οἱασδήποτε προϋποθέσεις τὴν σύμπραξίν μας εἰς πόλε-
875μον κατὰ τῆς Τουρκίας, δὲν ἀποφεύγομεν τὸν πόλεμον, ἀλλ’
876ἀναβάλλομεν ἁπλῶς αὐτόν. Καὶ δὲν τὸν ἀναβάλλομεν κἂν
877ἐπὶ πολύ. Ἡ Τουρκία εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν θὰ θελήσῃ ν’ ἀ-
878ποστρατευθῇ πρὶν λύσῃ καὶ τοὺς μεθ’ ἡμῶν λογαρια-
879σμούς της».
880Καὶ περαιτέρω ἐξηγῶ τί θὰ συνέβαινε (ἐξακολουθεῖ ἀνα-
881γινώσκων): «Ποία ἡ προτιμητέα ὁδὸς εἶναι ἀπολύτως προ-
882φανές. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ὅπερ νομίζω συγχύζει τὰ πράγματα καὶ
883γεννᾷ ἐν τῷ πνεύματι τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος καὶ τοῦ κ.
884Στρέϊτ τάσεις ἀντιθέτους πρὸς τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποστηριζομένας,
885εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ μὴ δυσαρεστήσωμεν τὴν Γερμανίαν,
886ἀναλαμβάνοντες πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας ἐν συμπράξει
887μετὰ ἐχθρικῶν πρὸς αὐτὴν Δυνάμεων».
888Αὐτὸ ἦτο. Τὸ πρᾶγμα τὸ ἠσθανόμην, καίτοι δὲν εἶχα ἀκόμη
889εἰς χεῖράς μου τὰς ἀποδείξεις. Ἂν βεβαίως ἦτο εἰς γνῶσιν
890μου τότε τὸ τηλεγράφημα τὸ σταλὲν πρὸς τὸν Γερμανὸν Αὐ-
891τοκράτορα διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, φυσικὰ θὰ
892ἤξευρον ὅτι ἐλέγετο δι’ αὐτοῦ καθαρά, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περι-
893πτώσει θὰ ἔκαμνε πόλεμον ὁ τότε Βασιλεὺς κατὰ τῶν συμμά-
894χων τοῦ Αὐτοκράτορος, ἐκτὸς ἂν τοῦ ἐπιτεθοῦν αὐτοί. Ἀλλ’
895ἐνῷ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας
896εἶχον λάβει γνῶσιν καὶ μετ’ ἐμοῦ συνεφωνήθη ποία ἔπρεπε νὰ
897δοθῇ ἀπάντησις — καὶ ἡ ἀπάντησις αὕτη θὰ ἦτο ὅτι θὰ ἐμέ-
898νομεν οὐδέτεροι, θὰ ἐλέγομεν μάλιστα «ἐπὶ τοῦ παρόντος»,
899διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβωμεν ὑποχρέωσιν καὶ διὰ τὸ
900μέλλον — τὸ τηλεγράφημα ἐν τούτοις διετυπώθη ὑπὸ τοῦ
901τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀπεστάλη χωρὶς νὰ λά-
902βω γνῶσιν αὐτοῦ, διότι, ἐννοεῖτε ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τοῦ τη-
903λεγραφήματος αὐτοῦ ἂν ἐπερνοῦσε ἀπὸ τὰ χέρια μου κατὰ τὴν
904ἐποχὴν ἐκείνην. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Ρέπουλης, ἡ ἐνέργεια τοῦ τότε
905Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο καθαρὰ κατάχρησις τῆς πρὸς
906αὐτὸν ἐμπιστοσύνης μου. Ἀλλ’ ἡ κατάχρησις αὕτη δὲν ἦτο
907οὔτε ἡ πρώτη, οὔτε ἡ μόνη.
908Ἀλλὰ ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Βασιλέα μανθά-
909νετε καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν, ὅτι ὁ τότε πρεσβευτὴς τῆς
910Γερμανίας ἐν Ἀθήναις δὲν ἀπέκρυπτε πρὸς ἡμᾶς ὅτι (ἀνα-
911γινώσκει) «ἡ Γερμανία, ἐν ἁρμονίᾳ σήμερον πρὸς τὰς σκέ-
912ψεις τῆς Αὐστρίας, προτίθεται, ἂν ἡ ἐπικράτησις αὐτῆς ἐν τῷ
913πολέμῳ εἶναι πλήρης, νὰ δημιουργήσῃ μεγάλην Βουλγαρίαν,
914ἐκτεινομένην μέχρι τῆς Ἀδριατικῆς, ἵνα χρησιμοποιήσῃ αὐ-
915τὴν κατὰ τοῦ Σλαυϊσμοῦ, μετὰ τὴν πρόσφατον Γερμανικὴν ἀ-
916νακάλυψιν ὅτι οἱ Βούλγαροι δὲν εἶναι Σλαῦοι, ἀλλὰ Τάρταροι».
917Καὶ προσέθετον ἀκόμη πρὸς τὸν Βασιλέα (Ἀναγινώ-
918σκει):
919«Διατί λοιπὸν θὰ δειχθῶμεν τόσον εὐλαβεῖς πρὸς τὴν Δύ-
920ναμιν, ἥτις ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐκ παντὸς τρόπου ἐνίσχυσιν τῶν
921δύο κυριωτάτων ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ — Βουλγάρων καὶ
922Τούρκων — καὶ διατί θ’ ἀδιαφορήσωμεν πρὸς τὰς Δυνάμεις
923ἐκείνας, αἵτινες, ἀφοῦ ἐδημιούργησαν καὶ εἰς πᾶσαν περίστα-
924σιν ἐπροστάτευσαν τὴν Ἑλλάδα, εἶναι καὶ σήμερον διατεθει-
925μέναι, ἐὰν προσβληθῶμεν ὑπὸ τῆς Τουρκίας, νὰ εὑρεθοῦν εἰς
926τὸ πλευρόν μας;»
927Καὶ προσέθετον ἐν τέλει τῆς ἐπιστολῆς, ὅτι «ὑπὸ τοιούτους
928ὅρους ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου».
929Ἐννοεῖται ὅτι ἡ παραίτησίς μου δὲν ἐγένετο δεκτή, ὅτι τὸ
930τηλεγράφημα αὐτὸ δὲν ἐστάλη καὶ ὅτι ὁ Ναύαρχος Κὰρ πα-
931ρεπέφθη εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον διὰ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς μελέτης
932τῆς ἐπιχειρήσεως. Ὀλίγον βραδύτερον ἀπεχώρει ὁ κ. Στρέϊτ
933τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι διὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦ τότε Βασι-
934λέως πρὸς τὸν Κάϊζερ, τοῦ ὁποίου δὲν εἶχον γνῶσιν, ὡς εἶ-
935πον, ἀλλὰ δι’ ἄλλας κακοπιστίας, τὰς ὁποίας μετῆλθε κατὰ
936τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέλος, εἰσηγούμενος
937καὶ προφορικῶς καὶ δι’ ὑπομνημάτων, τῶν ὁποίων δὲν εἶχον
938γνῶσιν, πρὸς τὸν Βασιλέα γνώμας πολιτικῆς ἀντιθέτου τῆς
939Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας εἶχε τὴν τιμὴν νὰ εἶναι μέλος.
940§24Γ. ΠΩΠ. Πῶς δὲν τὸν ἐβγάλατε καὶ ἀπὸ τὸν Θρόνον ἐγγύς;
941§25Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ τὸ δικαίωμα
942θὰ μᾶς τὸ δώσῃ μόνον τὸ νέον Σύνταγμα. Οὔτε ἦτο δυνατὸν
943νὰ διατυπώσω ἐγὼ τότε τοιαύτην ἀξίωσιν πρὸς τὸν τότε Βα-
944σιλέα Κωνσταντῖνον, μετὰ τοὺς δύο πολέμους.
945§26Γ. ΠΩΠ. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ σπεύδω νὰ κάμωμεν τὸ νέον
946Σύνταγμα.
947§27Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτά, κύριοι, ἦσαν
948τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς μου, διὰ τῆς ὁποίας, ἅμα τῇ
949ἐνάρξει σχεδὸν τοῦ πολέμου, σαφῶς ἔτασσον τὴν Ἑλλάδα πρὸς
950τὸ μέρος τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως ὑπὸ ὡρισμένας
951προϋποθέσεις. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν ταῦτα μόνον, κύριοι. Βραδύτε-
952ρον ὀλίγον εἶχον κατορθώσει νὰ ἐκμαιεύσω τὴν ἀναγνώρισιν
953τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπὶ τῆς Δυτικῆς Μικρᾶς
954Ἀσίας. Καὶ δὲν θὰ εἴπω, κύριοι, ὑπερβολήν, ἐὰν σᾶς βεβαιώ-
955σω ὅτι ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν ἔλαβον τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Σὲρ Ἔ-
956δουαρδ Γκρέϋ, ὁμιλοῦντος περὶ ἐδαφικῶν παραχωρήσεων σπου-
957δαιοτάτων εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἡ ἡμέρα ἐ-
958κείνη ἦτο δι’ ἐμὲ ἡμέρα χαρᾶς οὐχὶ μικροτέρας τῆς ἡμέρας
959τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου. Διότι, ἂν
960τὴν Συνθήκην αὐτὴν προεξώφλουν αἱ διαπραγματεύσεις, τὸ
961τελευταῖον τοῦτο ἐπήρχετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὅλως ἀπροσ-
962δοκήτως καὶ δι’ ἐμὲ ἀκόμη.
963Καὶ ὅσοι ἐγνώριζον ποία ἦτο ἡ Ἑλλάς, ὄχι στρατιωτικῶς
964μόνον, ἀλλὰ ποία ἦτο κυρίως ψυχικῶς ἐν τῇ ἀντιλήψει αὐτῶν
965τῶν κυβερνητῶν της, ὅταν πρὸ 3–4 μόλις ἐτῶν εἶχον ἔλθει
966ἐδῶ ἵνα ἀναλάβω τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ὅσοι ἐγνώριζον
967ταῦτα, ἔβλεπον ποῖο ἦτο τὸ καταπληκτικὸν ἅλμα, τὸ ὁποῖον
968εἶχε συντελεσθῆ εἰς τὸ βραχὺ αὐτὸ διάστημα τοῦ χρόνου, ὥ-
969στε νὰ φθάσῃ ἡ μικρὰ ἀκόμη Ἑλλάς, ἡ τόσον περιφρονημένη
970πρὸ μικροῦ ἀκόμη Ἑλλάς, νὰ καταλάβῃ θέσιν Δυνάμεως ἰσο-
971τίμου πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἐν τῇ ρυθμίσει τῆς τύχης
972τῆς Τουρκίας, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὸ μῆλον τῆς ἔριδος ἐπὶ
973αἰῶνας μεταξὺ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων (Χειροκροτήμα-
974τα καὶ ζητωκραυγαί). Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἔλαβα τὰς ὑπο-
975σχέσεις ἐκείνας περὶ τῶν Μικρασιατικῶν ἀνταλλαγμάτων καὶ
976ὅταν τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψίς μου περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν,
977τί βλέπετε ἐκ τῆς ὅλης ἱστορίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Μήπως
978εἴδετε τὸν πολεμοχαρῆ καὶ τὸν φαντασιόπληκτον Βενιζέλον
979ἀναλαμβάνοντα τὴν πανοπλίαν τοῦ Ἄρεως, ἐξερχόμενον εἰς
980πόλεμον, διὰ νὰ κατακτήσῃ τοὺς λειμῶνας αὐτούς, τοὺς ὁ-
981ποίους τοῦ ἔδειξεν ὁ Σὲρ Ἔδουαρδ Γκρέϋ; Ὄχι. Βλέπετε μετὰ
982πόσης περισκέψεως κρίνονται τὰ πράγματα. Ἐπιδιώκεται ὅ-
983πως πλασθῶσιν οἱ ὅροι τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπισχνουμένων
984παραχωρήσεων. Ἐπιδιώκεται ἡ σύμπραξις τῆς Ρουμανίας
985καί, ταύτης μὴ ἐπιτυγχανομένης, ἐπιδιώκεται ἡ σύμπραξις
986τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἐπειδὴ αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ
987ἄνευ παραχωρήσεων, φθάνει ὁ πολιτικὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
988ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὴν σκληρὰν ἀκόμη θυσίαν μέρους τοῦ ἐ-
989δάφους τῆς Χώρας, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα
990ἦσαν τόσον κολοσσιαίως ἀνώτερα ἀπὸ τὰς θυσίας αἱ ὁποῖαι ἐ-
991πεβάλλοντο. Ἀλλ’ οὔτε διαπραγματεύσεις κἂν ἔγιναν διὰ τὴν
992μελετηθεῖσαν ἐκείνην παραχώρησιν, διότι, ὅπως ἄλλοτε ἐξή-
993γησα, ἡ ἀναγγελία τῆς συνάψεως δανείου τῆς Βουλγαρίας ἐκ
994500 ἑκατομμυρίων εἰς τὰς ἀγορὰς Βερολίνου καὶ Βιέννης ἐ-
995φώτισεν ἡμᾶς ὅτι ἡ Βουλγαρία ἦτο ὁριστικῶς πλέον προσα-
996νατολισμένη πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο.
997Ἐνεμείναμεν λοιπὸν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀρχικὴν πολιτικήν,
998τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, τὴν πολιτικὴν ὅμως τῆς
999ὑποσχέσεως ὅτι, ἐάν ποτε αἱ Δυνάμεις θὰ μᾶς ἐνόμιζον χρη-
1000σίμους εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, θὰ μᾶς διέθετον
1001ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις πάντοτε τὰς ὁποίας εἴχομεν θέ-
1002σει, ὅτι ἡμεῖς θὰ ἤμεθα εἰς τὴν διάθεσίν των. Καὶ ἔρχεται
1003τότε ἡ ἀναγγελία τῆς ἐπιχειρήσεως κατὰ τῶν Δαρδανελλίων.
1004Ὄχι τῆς κυρίας ἐπιχειρήσεως, ἥτις, ὡς ἀνέφερεν ὁ ἀξιό-
1005τιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ἔγινε τὴν 6ην Μαρτίου, ἀλλὰ
1006τῆς προκαταρκτικῆς προσβολῆς κατὰ τῶν ἐξωτερικῶν
1007φρουρίων τῶν Δαρδανελλίων. Εὐθύς, κύριοι, ἅμα τῷ ἀκού-
1008σματι ὅτι ἐπιχειρεῖται ἡ ἐπίθεσις αὕτη, εὐθὺς κατέληξα εἰς
1009τὴν σταθερὰν πεποίθησιν, ὅτι ἐνώπιον ἡμῶν παρουσιάζετο
1010μία εὐκαιρία διὰ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὰς ὑπεσχημένας σπου-
1011δαιοτάτας ἐδαφικὰς παραχωρήσεις ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, ἄνευ
1012ὅμως τῶν κινδύνων ἐκείνων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους μᾶς ἐδίδοντο
1013ἀρχικῶς αἱ παραχωρήσεις αὗται, δηλαδὴ τῆς προελάσεως τοῦ
1014στρατοῦ μας μέχρι τοῦ Δουνάβεως πρὸς βοήθειαν τῆς Σερ-
1015βίας. Ἐννόησα ὅτι ἡ ἐπιχείρησις τῶν Δαρδανελλίων εἶχεν ἀ-
1016νάγκην ἀποβατικοῦ στρατοῦ, ἐφαίνετο δὲ ὅτι ὁ ἀποβατικὸς
1017στρατὸς δὲν ἦτο πρόχειρος εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐνεργοῦντος
1018στόλου. Τὸν ἀποβατικὸν ὅθεν τοῦτον στρατὸν ἐπρότεινα εἰς τὸ
1019Στέμμα τότε νὰ παράσχῃ ἡ Ἑλλάς.
1020Καὶ ἐζήτησα ὅπως ἐπιστρατεύσωμεν ἓν Σῶμα στρατοῦ καὶ
1021ἀποστείλωμεν αὐτὸ εἰς Δαρδανέλλια καὶ μετάσχωμεν τοῦ πο-
1022λέμου πρὸς τὴν Τουρκίαν διὰ τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς τῶν
1023Δαρδανελλίων, τῶν περαιτέρω ἀνηκόντων εἰς τὰς Δυνάμεις,
1024τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέκλειε καὶ περαιτέρω συμμετοχὴν ἡμῶν εἰς
1025τὸν πόλεμον, ἐὰν ἡ ἐπιχείρησις αὕτη παρέσυρε τὴν Βουλγαρίαν
1026πρὸς τὸ μέρος τῆς Συνεννοήσεως. Διότι, παρ’ ὅλον τὸ δάνειον
1027τῶν 500 ἑκατομμυρίων, τὸ συνομολογηθὲν ἐν Βερολίνῳ καὶ
1028Βιέννῃ, ἡ Βουλγαρία ἦτο ἱκανὴ νὰ καταπροδώσῃ τοὺς τότε
1029φίλους της καὶ νὰ στραφῇ μὲ τὸ μέρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ
1030τῇ ὑπέσχοντο μεγαλείτερα ὠφελήματα.
1031Κατὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, κατὰ τῆς πολιτικῆς ταύ-
1032της ἐνεφανίσθη πολέμιον τὸ Ἐπιτελεῖον. Τὸ Ἐπιτελεῖον, τὸ
1033ὁποῖον ἐξυπηρέτει, ὡς ἀπεδείχθη ἐξ ὅλης τῆς περαιτέρω πο-
1034ρείας τῶν πραγμάτων, Γερμανικὴν καθαρῶς πολιτικήν, τὸ
1035Ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐκεῖ διὰ νὰ ματαιώνῃ κάθε
1036προσπάθειαν οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠ-
1037δύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ εὑρεθῇ ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν Γερμανίαν,
1038τὸ Ἐπιτελεῖον ἀντετάχθη κατὰ τῆς ἐπιχειρήσεως αὐτῆς καὶ
1039ἀντετάχθη ὄχι μόνον διὰ στρατιωτικοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ
1040λόγους καθαρῶς πολιτικούς, λέγον, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος
1041συνάδελφός μου χθές, «τί μᾶς ἑλκύει πρὸς τὴν Μικρὰν Ἀ-
1042σίαν, τί κοινὸν κυνὶ καὶ βαλανείῳ, τί ἔχομεν νὰ κάμωμεν ἐ-
1043κεῖ;» Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔφθασεν ἡ Γερμανικὴ πολι-
1044τικὴ τοῦ Ἐπιτελείου, ὥστε νὰ ἀρνῆται ὁλόκληρον τὴν ὑπό-
1045στασιν ἡμῶν τὴν Ἐθνικήν. Ὁ τελευταῖος, βέβαια, ὁ ὁποῖος
1046δὲν παρεγνώριζε τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας θὰ ἀντεμετωπί-
1047ζομεν διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ διπλασιασμοῦ τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἤ-
1048μην ἐγώ. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος ὁ Βαλκανικὸς εἶχεν ἀποδείξει ὅτι
1049τὸ Ἔθνος ἐνέκλειε μεγάλην ζωτικότητα καὶ ἐὰν νέα ἐγένετο
1050ἐπίκλησις πρὸς ὅλα τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶχα οὐδε-
1051μίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ κατωρθώναμεν νὰ διοργανώσωμεν καὶ
1052τὰς χώρας αὐτὰς καὶ νὰ δημιουργήσωμεν μετὰ μικρόν, σύμ-
1053φωνα μὲ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας εἴχομεν μετὰ τὸ 1909,
1054ἓν μέγα καὶ πλούσιον καὶ ἀληθῶς νεωτεριστικὸν Κράτος.
1055(Χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ ζητωκραυγαί).
1056Ἀλλὰ μοὶ ἀντέταξαν καὶ ἄλλο: «Τί θέλεις νὰ ὑπάγωμεν
1057ἐκεῖ εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν νὰ διπλασιάσωμεν τὴν Ἑλλάδα,
1058ὅταν, μεταβαίνοντες ἐκεῖ, θὰ ἔχωμεν δίπλα μας τόσας μεγά-
1059λας Δυνάμεις, θὰ ἔχωμεν τοὺς Ρώσσους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔφθα-
1060νον διὰ τῆς νοτίου πλευρᾶς τοῦ Εὐξείνου εἰς Κωνσταντινού-
1061πολιν, θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τὸν νότον τὴν Ἰταλίαν καὶ δὲν ἠξεύρω
1062ποῖον ἄλλον, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἄμυνά μας,
1063ὡσὰν ἡ συνύπαρξις τῶν μικρῶν μετὰ τῶν μεγάλων Κρατῶν
1064νὰ μὴ ἀσφαλίζεται διὰ τῆς ἰσορροπίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν συν-
1065δυασμῶν.
1066Κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, κύριοι, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ
1067κάμω μίαν ἄλλην ἀποκάλυψιν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐκπτώ-
1068του Βασιλέως, ἐν μέτρῳ τινὶ βεβαίως. Τὸ Ἐπιτελεῖον ἦτο ἐ-
1069ναντίον πρὸς τὴν ἐπιχείρησιν, ὁ Βασιλεὺς ἦτο ἐναντίος πρὸς
1070τὴν ἐπιχείρησιν. Ἐζήτησα τότε νὰ ἴδω τὸν Βασιλέα καὶ πά-
1071λιν διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐκόμιζον πρὸς αὐ-
1072τὸν τὸ τρίτον ὑπόμνημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ μηδέποτε δη-
1073μοσιευθέν, μήτε δυνάμενον δυστυχῶς νὰ δημοσιευθῇ. Ἐκόμι-
1074ζον τὸ τρίτον ὑπόμνημα καὶ τὸν παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ
1075νὰ τοῦ τὸ ἀναγνώσω, διότι εὑρίσκετο ἐκεῖ ἐκτεθειμένη ἐν ἀ-
1076κριβείᾳ καὶ σειρᾷ ὅλη ἡ ἐπιχειρηματολογία, ἡ ὁποία ἐπέβαλ-
1077λε, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν ἐπιχεί-
1078ρησιν. Ἀνέγνωσα τὸ ὑπόμνημα. Εἶδα ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἦτο τετα-
1079ραγμένος. Διότι πρέπει νὰ τοῦ κάμω αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην,
1080νὰ εἴπω ὅτι σπανιώτατα δὲν ἐπείθετο μέχρι τέλους, ὁσάκις
1081εὑρίσκετο ἀπέναντί μου. Ἦτο τόση ἡ συγκίνησις, μὲ τὴν ὁ-
1082ποίαν ὡμίλησα πρὸς τὸν Βασιλέα, ἦσαν τόσα τὰ ἐπιχειρήματα
1083τὰ ὁποῖα ἐν τῷ ὑπομνήματι ἐκείνῳ ἐξετίθεντο, ὥστε ὁ Βασι-
1084λεύς, ὁ ὁποῖος προδήλως, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἀ-
1085ποδεικνύεται ἐξ ὅλης τῆς ἀλληλουχίας τῶν γεγονότων, ἀπὸ
1086τῆς πρώτης στιγμῆς εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς τὸν Αὐτοκράτορα τῆς
1087Γερμανίας ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ πρὸς αὐτὸν ἀντιμέτωπος, ἐκτὸς
1088ἂν ἀπ’ εὐθείας ἓν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν προσέβαλλεν αὐ-
1089τόν, ὁ Βασιλεὺς μοὶ εἶπεν ἐν πολλῇ συγκινήσει, ἐνθυμοῦμαι ἀ-
1090κριβῶς: «Καλὰ λοιπόν, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ». Δηλαδὴ ἐ-
1091νέκρινεν.
1092Ἀλλ’ ἐξερχόμενος τοῦ Βασιλικοῦ θαλάμου, φθάνω εἰς τὸ
1093Ὑπασπιστήριον καὶ εὑρίσκω ἐνώπιόν μου τὸν κ. Ἰωάννην Με-
1094ταξᾶν, τότε ἀρχηγεύοντα τοῦ Ἐπιτελείου, ὅστις μοὶ δίδει ἕνα
1095φάκελλον καὶ μοὶ λέγει: «Κύριε Πρόεδρε, αὐτὴ εἶναι ἡ πα-
1096ραίτησίς μου· δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ μένω Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπι-
1097τελείου, ἐφ’ ὅσον ἀποφασίζεται πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν
1098ἐγκρίνω». Ἡ ἐκ τῆς ἀνακοινώσεως ἐντύπωσίς μου ὑπῆρξε
1099συγκλονιστική, ὄχι τόσον διὰ τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχον
1100εἰς τὴν στρατιωτικὴν μόρφωσιν τοῦ κ. Μεταξᾶ, ἀλλὰ διότι
1101ἤρχισα ν’ ἀντιλαμβάνωμαι ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἀντιλήψεις ἐπη-
1102ρέαζον τὰς στρατιωτικὰς ἀντιλήψεις, διότι ἐφοβούμην ὅτι τὸ
1103ἀντιπειθαρχικὸν κίνημα τοῦ Ἐπιτελάρχου, ὅστις πολλὰ σπου-
1104δάσας ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἔμαθεν ὅτι ἡ πρώτη ἀρετὴ τοῦ στρα-
1105τοῦ εἶναι ἡ πειθαρχία, ἠδύνατο νὰ φέρῃ κλονισμὸν εἰς τὴν
1106Κοινὴν Γνώμην διὰ τὴν περαιτέρω διαχείρισιν τῶν Ἐθνικῶν
1107πραγμάτων. Ὅτε δὲ κατῆλθον κάτω καὶ ἔμαθον ὅτι αἱ ἐφη-
1108μερίδες εἶχον δημοσιεύσει ἤδη τὴν παραίτησιν, τότε ἐννόησα
1109ἐνώπιον ποίας καταστάσεως εὑρισκόμην. Ὁ Ἐπιτελάρχης κα-
1110τεπάτει πάντα κανόνα πειθαρχικόν, διότι τὸ Ἐπιτελεῖον δὲν
1111εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνή-
1112σεως. Μόνον διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἐκτελέσεις εὐθύνεται.
1113Ἀλλὰ τὸν πόλεμον τὸν ἀποφασίζουν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὄχι
1114τὸ Ἐπιτελεῖον. Ἀλλ’ ἡ παραγνώρισις τοῦ καθήκοντος τοῦ
1115Ἐπιτελάρχου ἐδημιούργει κίνδυνον, διότι τοῦτο θὰ ἐγίνετο
1116γνωστὸν εἰς τὴν Σόφιαν, ἡ ὁποία θὰ ἐγνώριζεν οὕτω ὅτι τὸ
1117Ἐπιτελεῖον ἐθεώρει τόσον κινδυνώδη τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος
1118ἂν ἀπέστελλεν ἓν Σῶμα στρατοῦ εἰς τὴν Καλλίπολιν, ὥστε ὁ
1119Ἀρχηγὸς αὐτοῦ νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς ἀντιπειθαρχικῆς αὐτῆς
1120παραιτήσεως.
1121Ἀπηύθυνα τότε ἀμέσως πρὸς τὸν Βασιλέα ἐπιστολήν, εἰς
1122τὴν ὁποίαν ἔλεγον: «Μεγαλειότατε, ὁ κ. Μεταξᾶς μοὶ ἐπέδω-
1123κε τὴν παραίτησιν αὐτοῦ· θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δεχθῆτε νὰ
1124συγκληθῇ κύριον Συμβούλιον τῶν πρώην Πρωθυπουργῶν ὑπὸ
1125τὴν προεδρείαν σας, διὰ ν’ ἀκουσθῇ ὅλων τούτων ἡ γνώμη
1126περὶ τοῦ ζητήματος». Ἐκάλεσα τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμμα-
1127τος ὅπως ἀκουσθοῦν ὅλαι αἱ γνῶμαι. Ὁ κ. Ράλλης καὶ ὁ κ.
1128Δραγούμης ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς γνώμης μου. Ὁ Θεοτόκης
1129εἶπε νὰ κληθῇ ὁ Ἐπιτελάρχης ὁ παλαιὸς διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἡ
1130γνώμη αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ οὕτω ἀπεφασίσθη νὰ συγ-
1131κροτηθῇ καὶ δεύτερον Συμβούλιον τοῦ Στέμματος. Ἐσκέφθην
1132τότε, κύριοι, ὅπως ἐπιτύχω τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς
1133μου, ἀφαιρῶν ἀπὸ τοὺς ἀντιτασσομένους κατ’ αὐτῆς κάθε ἔ-
1134δαφος, ἀφαιρῶν κάθε πρόφασιν καὶ κάθε ἀντίρρησιν, ἐσκέφθην
1135νὰ ὑποβιβάσω τὴν δύναμιν, τῆς ὁποίας τὴν διάθεσιν ἐζήτουν,
1136καὶ νὰ εἴπω: «Κύριοι, φωνάζετε ὅτι, ἐὰν στείλω ἓν Σῶμα
1137στρατοῦ, τὰ τέσσαρα τὰ ὁποῖα ὑπολείπονται δὲν θὰ εἶναι ἀρ-
1138κετὰ νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸν Βουλγαρικὸν κίνδυνον· δὲν ζητῶ
1139παρὰ μίαν μεραρχίαν». Εἶχα δ’ ἐπιτύχει ἀπὸ τοῦ Ἐπιτελάρ-
1140χου νὰ γνωμοδοτήσῃ δι’ ἐκθέσεώς του ὅτι ἡ μία αὕτη μεραρχία
1141ἠδύνατο ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς συγκροτήσεως μιᾶς ἐφεδρι-
1142κῆς μεραρχίας, οὕτως ὥστε θὰ ἔμενε διαθέσιμος κατὰ ἐνδε-
1143χομένης ἐπιθέσεως ἐκ Βουλγαρίας ὁλόκληρος ἡ ἀρχικὴ δύ-
1144ναμις τῶν 15 μεραρχιῶν, μὲ μόνην διαφορὰν ὅτι ἡ μία ἐξ αὐ-
1145τῶν θὰ ἦτο, ἀντὶ ἐνεργοῦ, ἐφεδρική.
1146Καὶ λέγω λοιπὸν εἰς τὸ δεύτερον Συμβούλιον τοῦ Στέμ-
1147ματος: «Κύριοι, ἰδοὺ ποῦ περιορίζω τὴν πρότασίν μου. Ζητῶ
1148μόνον μίαν μεραρχίαν διὰ νὰ μετάσχῃ ἡ Ἑλλὰς τῆς ἐπιχει-
1149ρήσεως αὐτῆς». Καὶ ὅλοι ἀποφαίνονται ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὀφεί-
1150λει νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεώς μου.
1151Ὁ Θεοτόκης λέγει: «Κύριοι, γνωρίζετε τὰς ἰδικάς μου ἰ-
1152δέας, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι αἱ ἰδέαι μου ὄχι μόνον
1153δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀπηρχαιωμέναι, ἀλλὰ καὶ δὲν
1154τὰς ἀσπάζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ἑπομένως ἡ Μεγα-
1155λειότης του δὲν δύναται νὰ στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι, ἐὰν θέλῃ
1156νὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλην πολιτικήν, δύναται νὰ εὕρῃ ἐμὲ διατε-
1157θειμένον νὰ ἀναλάβω τὴν ἐφαρμογήν της». Ἐννοεῖται ὅτι μετὰ
1158τὴν δήλωσιν τοῦ Θεοτόκη ὅλοι ἀπήλθομεν τοῦ Συμβουλίου πε-
1159πεισμένοι ὅτι τὸ ζήτημα ἐτελείωσεν, ὅτι θὰ ἐξηρχόμεθα καὶ
1160θὰ μετείχομεν τῆς ἐπιχειρήσεως διὰ τῆς μιᾶς τοὐλάχιστον
1161μεραρχίας.
1162Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ὅστις εἶπε τότε:
1163«Μεγαλειότατε, τολμήσατε, τολμήσατε», εἰς ἐμὲ δέ, τὸν ὁ-
1164ποῖον εἰς τὸ πρῶτον Συμβούλιον εἶδε μετά τινος ἐνδοιασμοῦ ἐ-
1165πιζητοῦντα καὶ τὰς γνώμας τῶν ἄλλων: «Κύριε Πρωθυπουρ-
1166γέ, εἶπε, ἔχετε καθῆκον νὰ προχωρήσετε», ἐξηγῶν τὴν ὑστέ-
1167ραν παλινωδίαν του, λέγει ὅτι δὲν ἤξευρε τότε ὅτι θὰ βυθι-
1168σθῶσι κάμποσα καράβια καὶ δὲν ἤξευρεν ὅτι ἡ Ρωσσία δὲν ἤ-
1169θελε νὰ μετάσχωμεν τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ ὅτι ἡ Γαλλία ἤ-
1170θελε νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον κατὰ τῶν Κεντρικῶν Αὐτο-
1171κρατοριῶν.
1172Δυστυχῶς εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὴν συμμετοχήν μας εἰς τὴν
1173ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων ἡ ἐν Ρωσσίᾳ Κοινὴ Γνώμη, ἡ
1174ὁποία ἐπηρεάζει καὶ τὴν Ρωσσικὴν Κυβέρνησιν, δὲν τὴν ἔ-
1175βλεπε μετὰ ὄμματος εὐμενοῦς, οὐδέποτε ὅμως ἐδήλωσεν ὅτι
1176δὲν εἴμεθα δεκτοὶ εἰς τὸ νὰ μετάσχωμεν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν.
1177Τοὐναντίον ὑπάρχει τηλεγράφημα τοῦ κ. Ρωμάνου, δύο ἢ τρεῖς
1178ἡμέρας μετὰ τὴν παραίτησίν μου, ἀναγγέλλον ὅτι ἡ Γαλλία
1179ἐπέτυχε τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ρωσσίας εἰς τὴν συμμετοχὴν
1180τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων, χωρὶς
1181οὐδένα ὅρον, χωρὶς δηλαδὴ τὸν ὅρον τοῦ νὰ κηρύξωμεν τὸν
1182πόλεμον κατὰ τῆς Γερμανίας. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀκριβῆ. Ἐὰν
1183ἀσχοληθῶ περὶ τὴν ψυχολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς
1184βουλευτοῦ βραδύτερον, ἴσως εἴπω τί ἐσκέπτετο καὶ διατὶ
1185ἤλλαξε γνώμην.
1186Κύριοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διεδέχθησαν ἡμᾶς τότε, ἐκεῖνοι οἱ
1187ὁποῖοι ἀνέλαβον νὰ ἐφαρμόσουν ἀντίθετον πολιτικὴν πρὸς ἐ-
1188κείνην τὴν ὁποίαν εἶχον εἰσηγηθῆ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι περιεστοί-
1189χισαν ἔκτοτε τὸ Στέμμα, βαῖνον πρὸς τὴν κατάλυσιν σαφῶς
1190τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δεσποτισμοῦ, ἐ-
1191κεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ὑπαίτιοι ὅλων τῶν συμφορῶν, αἵτι-
1192νες ἔκτοτε ἐπῆλθον ἢ ἐπεκρεμάσθησαν κατὰ τῆς Ἑλλάδος,
1193ἐκεῖνοι ἠξίωσαν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸν τίτλον τοῦ «Σωτῆρος», διότι,
1194ἀπομακρυνθέντος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τῆς Ἀρ-
1195χῆς κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915, ἔσωσαν τὴν Ἑλλάδα
1196ἀπὸ καταστροφῆς.
1197Ἀλλ’ ἔκτοτε ἐγένετο εἰς Βουλὴν ἄλλην, τὴν Ἀγγλικήν,
1198συζήτησις περὶ τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων, συνε-
1199στήθη ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, κύρους ὁποῖον ἔχουν αἱ Ἀγγλι-
1200καὶ ἀνακριτικαὶ ἐπιτροπαί, ἡ ὁποία ἐζήτησε τὰς αἰτίας τῆς
1201ἀποτυχίας τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων καὶ ἔφερε τὸ
1202πόρισμα αὐτῆς, ἰδίως τοῦ πρώτου μέρους μέχρι τοῦ Μαΐου,
1203εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ μελετῶν τὰ πορίσματα τῆς ἐκθέσεως ταύ-
1204της τῆς ἐπιτροπῆς μανθάνει ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἠκολούθει, ἐὰν
1205ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς ἠκολούθει τὴν πολιτικὴν ἥν εἶχε καθῆ-
1206κον νὰ ἀκολουθήσῃ, ὄχι ἁπλῶς διότι τὴν ἐνεδείκνυεν ἡ Κυβέρ-
1207νησις τῆς πλειοψηφίας τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι πολι-
1208τικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν καλο-
1209πίστως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐνεδοίαζε πρὸ τοῦ δημοσίου φρονήμα-
1210τος τῆς Χώρας, ἐὰν ἠκολούθει τὴν πολιτικὴν αὐτὴν καὶ δὲν
1211ἐγίνετο ὄργανον τῆς Γερμανικῆς πολιτικῆς ὁ Μεταξᾶς, ἵνα
1212ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του καὶ δημιουργήσῃ τοὺς στιγμιαίους
1213ἐκείνους ἐνδοιασμούς, καὶ ἂν ἐχρησιμοποιεῖτο διὰ τὴν ἐπιχεί-
1214ρησιν ἓν Σῶμα στρατοῦ, ἢ καὶ μεραρχία ἀκόμη ἐπὶ τέλους, ἡ
1215κατάληψις τῆς Καλλιπόλεως θὰ ἦτο τὸ εὐκολώτερον στρα-
1216τιωτικὸν κατόρθωμα, θὰ εὑρισκόμεθα δὲ μετὰ πέντε ἡμέρας
1217ἀπὸ τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως μὲ ἐπιστρατευμένον
1218τὸ Σῶμα στρατοῦ, τοῦ ὁποίου ἐζήτουν τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ
1219μετὰ ἄλλας ἐννέα ἡμέρας, μὲ τὸ πλῆθος τῶν μέσων τὰ ὁποῖα
1220διεθέταμεν ἡμεῖς καὶ οἱ Σύμμαχοι, μὲ τὸ Σῶμα αὐτὸ τοῦ στρα-
1221τοῦ, εἴτε καὶ τὴν μεραρχίαν, ἐπὶ τῆς Χερσονήσου τῆς Καλλι-
1222πόλεως, εὑρισκομένης ἀφυλάκτου, ἀφρουρήτου, ἀνοχυρώτου.
1223Αὐτὰ ἀποδεικνύουν αἱ ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι κατετέθησαν εἰς
1224ἄλλην Βουλήν, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τοῦ κύρους ἐκείνου, μετὰ
1225τοῦ ὁποίου τοιαῦτα ζητήματα συζητοῦνται εἰς τὴν Ἀγγλικὴν
1226Βουλήν. Καὶ οἱ ἀξιώσαντες ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸν τίτλον τῶν «Σω-
1227τήρων» εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνεταφίασαν τὴν
1228στιγμὴν ἐκείνην καὶ τὰς μεγάλας ἐλπίδας τοῦ Ἔθνους καὶ
1229τὴν ἐπέκτασιν αὐτοῦ πρὸς ἀνατολάς (Χειροκροτήματα).
1230Ἐάν, κύριοι, εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην δὲν
1231ἀντετάσσετο ἡ ὑπόκωφος καὶ ἡ φανερὰ ἀντίδρασις, ἡ ὁποία
1232ἀντετάχθη, εἰς τὴν Χερσόνησον τῆς Καλλιπόλεως θὰ εὑρί-
1233σκετο ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς περὶ τὸ τέλος τοῦ Φεβρουαρίου
12341915, κατὰ τὴν ἰδικήν μας χρονολογίαν, καὶ ἀποδεικνύεται
1235ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἀγγλικῆς, ὅτι μετὰ ἕνα ὁλόκληρον
1236μῆνα βραδύτερον ἐγένετο ἡ ὀχύρωσις τῆς Καλλιπόλεως.
1237Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν κατωρθώθη ὕστερον μὲ 100,000 καὶ
1238200,000 στρατοῦ ἀπέναντι ὀχυρώσεως γενομένης ὑπὸ τῆς
1239Γερμανικῆς στρατιωτικῆς τέχνης, ἦτο ὄχι ἁπλῶς κατορθωτόν,
1240ἀλλὰ παιγνίδι διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν κατὰ τὰς πρώτας
1241ἡμέρας, ὁπότε ὀξέως διέγνωσα τὰ πράγματα καὶ συνεβούλευ-
1242σα τὴν ἐπιχείρησιν ἐκείνην καὶ ὅτε ἡ Χερσόνησος τῆς Καλ-
1243λιπόλεως καὶ ἀνοχύρωτος ἦτο καὶ σχεδὸν ἀφρούρητος.
1244Ἐὰν ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη δὲν ἐματαιοῦτο, θὰ εὑρισκόμεθα
1245εἰς τὴν Χερσόνησον τῆς Καλλιπόλεως περὶ τὰ τέλη Φεβρουα-
1246ρίου ἢ ἀρχὰς Μαρτίου. Ἀλλὰ πρὸ τῆς παρελεύσεως 10–15
1247ἡμερῶν μέρος τοῦ στρατοῦ τῆς Καλλιπόλεως, ἐὰν μετέβαινεν
1248ἰδίως Σῶμα στρατοῦ, θὰ εὑρίσκετο εἰς Κωνσταντινούπολιν,
1249ἐγκαταλελειμμένην παρὰ τῶν Τούρκων (Χειροκροτήματα
1250παρατεταμένα).
1251Κύριοι, γνωρίζετε ποίαν σημασίαν ἔχει εἰς τοὺς πολέμους
1252ὁ αἰφνιδιασμός. Ἐὰν ὁ πρώην Βασιλεὺς δὲν ἐδείκνυεν ἀπρο-
1253θυμίαν ὅπως μελετηθῇ ἡ ἐπιχείρησις τῶν Δαρδανελλίων ἤδη
1254ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον του
1255δὲν παρεῖχον ἀφορμὰς εἰς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως νὰ
1256ἔχωσιν ὑπόπτως πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι
1257ἄλλως τε ἦτο πάνδημον μυστικὸν ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ἀκόλου-
1258θοι τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Βουλγαρίας ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ
1259πολέμου «ἐποιοῦντο τὰς διατριβάς», ἵνα τὸ εἴπω εἰς τὴν κα-
1260θαρεύουσαν, εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον, πρᾶγμα ὅπερ ἐξένιζε τοὺς ἄλ-
1261λους, καὶ ἐὰν δὲν ἐπήρχοντο οἱ λόγοι τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν
1262Ναύαρχον Κάρ, οἵτινες ηὔξησαν τὴν δυσπιστίαν, οὗ ἕνεκα,
1263ἐνῷ κατ’ Αὔγουστον μᾶς ἐζήτουν νὰ μελετήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ
1264τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων, τὸν Φεβρουάριον καὶ τὸν
1265Μάρτιον τὴν ἐπεχείρουν χωρὶς ν’ ἀπευθυνθοῦν πρὸς ἡμᾶς διὰ
1266νὰ μᾶς ζητήσουν τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἀπόβασιν στρατεύματα,
1267καὶ τοῦτο προδήλως διότι δὲν μᾶς εἶχαν ἐμπιστοσύνην, φοβού-
1268μενοι μήπως τό Ἐπιτελεῖον μας προαναγγείλῃ εἰς τοὺς ἐχ-
1269θροὺς τὴν ἐπιχείρησιν, ἐὰν λοιπὸν ὅλα ταῦτα δὲν ἐνεφιλοχώ-
1270ρουν καὶ ἐὰν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἡ ἐγκαινιασθεῖσα πολιτικὴ τοῦ
1271Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐφηρμόζετο εἰλικρινῶς ὑπὸ ὅ-
1272λων τῶν παραγόντων, ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Ὅτι ἡ
1273ἐπιχείρησις τῶν Δαρδανελλίων θὰ ἐμελετᾶτο ἐν πλήρει μυ-
1274στικότητι καὶ ὅτι, προτοῦ γίνῃ καὶ ἡ πρώτη ἐπίθεσις ἐκεῖ κα-
1275τὰ τῶν ἐξωτερικῶν φρουρίων τῶν Δαρδανελλίων, αἰφνιδίως
1276μίαν χαραυγὴν θὰ εὑρίσκετο ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀποβιβα-
1277σμένος εἰς Καλλίπολιν, ὅπου θὰ εὕρισκεν εἰς ὅλην τὴν ἔκτα-
1278σιν τῆς Χερσονήσου δύναμιν 6,000 μόνον Τουρκικοῦ στρατοῦ,
1279ὄχι συγκεντρωμένου, ἀλλὰ εἰς τὰ διάφορα φρούρια κατανεμη-
1280μένου! Ἐννοεῖτε δὲ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία θὰ παρήγετο εἰς
1281Κωνσταντινούπολιν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἀπὸ στρατιωτικῆς
1282ἀπόψεως δὲν ἠδύνατο νὰ πέσῃ ἡ Καλλίπολις καὶ νὰ κρατηθῇ
1283ἡ Κωνσταντινούπολις ὑπὸ τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος
1284ὅτι ἡ κατάληψις τῆς Καλλιπόλεως θὰ ἔφερε τὴν ἐκκένωσιν
1285τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης
1286μετὰ τῆς Τουρκίας τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐὰν ἦτο δυνατὴ ἡ ὑ-
1287πογραφὴ εἰρήνης. Διότι, κύριοι, δὲν ἔχω ἀνάγκην παρὰ νὰ
1288σᾶς ἀνακοινώσω ὀλίγα τηλεγραφήματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,
1289σύγχρονα ἀκριβῶς μὲ τὴν πρώτην ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ἐξωτε-
1290ρικῶν φρουρίων τῶν Δαρδανελλίων, καὶ τὰς εἰδήσεις αἱ ὁ-
1291ποῖαι ἐστέλλοντο εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς
1292σκέπτεται νὰ μετάσχῃ καὶ ν’ ἀποστείλῃ στρατόν. (Ἀναγινώ-
1293σκει):
1294Ἀριθ. 1726 (Ἐμπιστευτικὸν)
1295Ἐν Πέρᾳ, τῇ 14 Φεβρουαρίου 1915.
1296Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν
1297Τουρκικαὶ καὶ Γερμανικαὶ Τράπεζαι εἰδοποιήθησαν μετα-
1298φέρωσι χρυσὸν εἰς Ἰκόνιον. Μεταφορὰ ἤρξατο ἤδη. Μεταφέ-
1299ρουσιν ὡσαύτως ἀρχεῖα.
1300(Ὑπ.) ΤΣΑΜΑΔΟΣ»
1301«Ἐν Πέραν, τῇ 16 Φεβρουαρίου 1915, ὥρα 10 μ.μ.
1302Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν
1303Ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ Κωνσταντινούπο-
1304λις· ἡ ἡμέρα ἀναχωρήσεως δὲν ὡρίσθη. Ὁ πρεσβευτὴς τῶν
1305Ἡνωμένων Πολιτειῶν μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι θὰ παραμείνῃ ἐν-
1306ταῦθα καὶ ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Αὐστροουγγαρίας καὶ ὁ πρε-
1307σβευτὴς τῆς Γερμανίας δὲν θὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Κωνσταν-
1308τινούπολιν, εἰμὴ μετὰ τῶν Τουρκικῶν στρατευμάτων. Μὲ πλη-
1309ροφοροῦσιν ὅτι ὁ Σύνδεσμος «Ἕνωσις–Πρόοδος» ἐν σημερινῇ
1310συνεδρίᾳ ἀπεφάσισεν ἀντίστασιν μέχρις ἐσχάτων. Αὐτοκρατο-
1311ρικὸς Ἰραδὲς ἀναβάλλει τὴν Βουλὴν μέχρι τῆς 15 Σεπτεμ-
1312βρίου.
1313(Ὑπ.) ΤΣΑΜΑΔΟΣ»
1314«Φιλιππούπολις, 17 Φεβρουαρίου 1915, ὥρα 8.30′ μ.μ.
1315Πληροφοροῦμαι ὅτι ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτὴς τῆς
1316Αὐστρίας ἐτηλεγράφησε πρὸς τὸν ἐνταῦθα πρόξενον Αὐστρίας
1317ἵνα μεριμνήσῃ ὅσον τάχιστα περὶ ἐξευρέσεως οἰκίας ἐν Φιλιπ-
1318πουπόλει χάριν τῆς ὁσονούπω ἀφικνουμένης οἰκογενείας του.
1319Ἀνεκοινώθη εἰς Πρεσβείαν Σόφιας.
1320(Ὑπ.) ΜΠΑΡΑΚΛΗΣ»
1321«Σόφια, 22 Φεβρουαρίου 1915
1322Ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Βουλγαρίας ἐν Κωνσταντινουπό-
1323λει, ζητήσας παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του ὁδηγίαν ἐὰν ἔδει ἐν
1324ἐνδεχομένῃ περιπτώσει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν Ὀθωμανικὴν Κυ-
1325βέρνησιν εἰς Ἰκόνιον, προσεκλήθη ὅπως ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ πα-
1326ράσχῃ προφορικῶς πληροφορίας ἐπὶ τῆς καταστάσεως. Ὁ Ὑ-
1327πουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Βουλγαρίας διέψευσε τὴν ὕ-
1328παρξιν ὑπουργικῆς κρίσεως.
1329(Ὑπ.) ΝΑΟΥΜ»
1330Αὐτὴ ἦτο, κύριοι, ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις ἐν Κωνσταν-
1331τινουπόλει, αὐταὶ ἦσαν αἱ σκέψεις αἱ κρατοῦσαι εἰς κύκλους
1332ἐπισήμους ἐν Κωνσταντινουπόλει πρὶν ἢ καταληφθῇ ἡ Καλλί-
1333πολις, καὶ φαντάζεσθε ἐὰν ἔχω δίκαιον ὑποστηρίζων μετὰ πε-
1334ποιθήσεως ὅτι ἡ ἀποστολὴ τότε τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς
1335Καλλίπολιν καὶ ἡ κατάληψις αὐτῆς θὰ ἔφερεν ὄχι μόνον τὴν
1336κυριαρχίαν τῶν Στενῶν καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Κωνσταν-
1337τινουπόλεως καὶ τὴν μεταβίβασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ εἰς
1338Κωνσταντινούπολιν...
1339§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μόνου;
1340§29Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως μετ’ ἀγημά-
1341των Ἀγγλογαλλικῶν... ὄχι διὰ νὰ διεκδικήσῃ πολιτικὰ καὶ
1342ἐδαφικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ διὰ
1343νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ ἠσφάλιζε τὴν λύσιν ἐκείνην τοῦ ζητή-
1344ματος τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν Στενῶν, ἡ ὁποία
1345ἦτο ἀνέκαθεν ἡ ἀρίστη τῶν λύσεων ὄχι μόνον ἀπὸ καθαρᾶς
1346διεθνοῦς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, τῆς
1347διεθνοποιήσεως τῶν Στενῶν, ἡ ὁποία λύσις ἴσως εἶναι ἐκείνη,
1348εἰς τὴν ὁποίαν φθάνει σήμερον καὶ τὸ μέγα Ρωσσικὸν Ἔθνος
1349μετὰ τὴν ἐκδημοκράτησιν αὐτοῦ (Χειροκροτήματα). Ἐπειδὴ
1350γίνεται λόγος ἐν τῷ τηλεγραφήματι τοῦ κ. Φραντζῆ περὶ ἐν-
1351δεχομένης συνάψεως εἰρήνης ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας, θὰ μοῦ
1352εἴπουν βεβαίως οἱ ἀντίπαλοί μου: «Μά, λοιπόν, δὲν ἦτο πιθα-
1353νόν, ἀφοῦ θὰ ἐπηγαίνατε εἰς τὴν Καλλίπολιν, ἀφοῦ θὰ ἐπη-
1354γαίνατε εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ γίνῃ
1355εἰρήνη καὶ νὰ μὴν πάρῃς τὰ Μικρασιατικὰ ἀνταλλάγματα;»
1356Καὶ αὐτὸ ἦτο πιθανόν· διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐσκέφθην ποτὲ
1357νὰ ζητήσω νὰ μοῦ ὑποσχεθοῦν καὶ τὴν διάλυσιν τῆς Ὀθωμα-
1358νικῆς Αὐτοκρατορίας, συμμετέχων εἰς τὸν πόλεμον μὲ μίαν
1359μόνον μεραρχίαν. Ἂν διὰ γενικώτερα Εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα
1360ἐπεβάλλετο μία εἰρήνη μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ ἂν ἔβλεπα ὅτι
1361τὸ Ἔθνος, ὡς ἐκ τῆς ἐκ τῶν πολέμων κοπώσεως, ἀπέστεργεν
1362ἐνεργοτέραν μετοχὴν εἰς τὸν πόλεμον, δὲν θὰ ἐδίσταζα καὶ
1363αὐτὴν νὰ δεχθῶ. Θὰ μοὶ ἦτο ἀρκετὸν ἂν διὰ τῆς δράσεως τῆς
1364Ἑλλάδος μετέβαινον εἰς Καλλίπολιν, μετέβαινον εἰς Κων-
1365σταντινούπολιν, ἐρρύθμιζον καὶ διὰ τῆς Ἑλληνικῆς σπάθης
1366καὶ διὰ τῆς Ἑλληνικῆς συμπράξεως, ἂν ὄχι τῆς πρωτοβου-
1367λίας, τὸ ζήτημα τῶν Στενῶν καὶ ἐκανόνιζον καὶ τὴν τύχην
1368τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ, χωρὶς νὰ ἀποκλείεται ὅτι
1369ἠμποροῦσαν καὶ περισσότερα νὰ γίνουν, νὰ πάρωμεν καὶ τὰς
1370παραχωρήσεις, ἂν ἠθέλομεν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς περαιτέρω ἐ-
1371νέργειαν, ἡ ὁποία θὰ προεκάλει φυσικὰ καὶ περαιτέρω θυσίας.
1372Τίνα ἀποτελέσματα, κύριοι βουλευταί, θὰ εἶχε τοιαύτη ἐ-
1373νέργεια τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς περαιτέρω ἐκβάσεως τοῦ πο-
1374λέμου δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀναπτύξω περισσότερον. Ἡ
1375Τουρκία θὰ ἐξεμηδενίζετο, ἡ Ρωσσία θὰ ἀνεφωδιάζετο διὰ θα-
1376λάσσης καὶ δὲν θὰ ὑφίστατο τὴν ἐπίθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη
1377κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1915, ἕνεκα ἐλλείψεως πολεμικῶν ἐφο-
1378δίων. Ἡ Ρωσσία ἀκόμη θὰ ἐξῆγε τὸν σῖτον της εἰς τὰς συμ-
1379μάχους Χώρας. Ἡ Βουλγαρία, ἡ ὁποία εἶχεν ἤδη κανονίσει
1380τὴν πολιτικήν της πρὸς τὴν Γερμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, ὅ-
1381πως ἡμεῖς εἴχαμεν κανονίσει πρὸς τὴν Συνεννόησιν, ἡ Βουλ-
1382γαρία ἔχουσα πρὸς τὰ νῶτα της τὸν Ἑλληνικὸν Στρατὸν καὶ
1383ἐπὶ πλέον καὶ Γαλλικὸν καὶ Ἀγγλικὸν στρατόν, ἐννοεῖτε ἂν
1384θὰ ἐτόλμα νὰ ἐξήρχετο εἰς πόλεμον. Τοιαύτη δὲ ἐνέργεια τῆς
1385Ἑλλάδος καὶ τοιαύτη ἐπιτυχία δὲν θὰ ἐξύψου μόνον τὸ πολι-
1386τικὸν γόητρον αὐτῆς, δὲν θὰ παρεῖχε μόνον εἰς ἡμᾶς κατὰ πᾶ-
1387σαν πιθανότητα καὶ τὰς ἐδαφικὰς παραχωρήσεις τῆς Μ. Ἀ-
1388σίας, ἀλλὰ καὶ θὰ συνετέλει εἰς ἐκπληκτικὴν βράχυνσιν τοῦ
1389Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Ἐάν, κύριοι, τὸ πλῆγμα κατεφέρετο
1390τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ τῆς πυγμῆς τῆς Ἑλλάδος, τὸ πλῆγ-
1391μα θὰ ἦτο τόσον δεινὸν διὰ τὴν Γερμανίαν, ὥστε αὕτη, χωρὶς
1392νὰ ἐλπίζῃ πλέον τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μεγαλεπηβόλου
1393σχεδίου τοῦ σιδηροδρόμου Ἀμβούργου–Βαγδάτης, θὰ ἔχανε
1394τὴν Ἀνατολὴν καὶ δὲν εἶχε βεβαίως νὰ ἐλπίσῃ τίποτε ἀπὸ τὴν
1395Δύσιν.
1396§30Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγραφε καὶ ὁ Χάρδεν.
1397§31Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Φαντασθῆτε δὲ ποῖον
1398κῦρος καὶ γόητρον θὰ εἶχεν ἡ Ἑλλὰς φθάνουσα διὰ δράσεώς
1399της εἰς τοιαῦτα ἐκπληκτικὰ κοσμοϊστορικὰ ἀποτελέσματα,
1400τῆς βραχύνσεως κατὰ ἔτος τοῦ πολέμου (Χειροκροτήματα).
1401Κύριοι, οἱ Σωτῆρες τῆς Ἑλλάδος, ἅμα ἡ ἐπιχείρησις ἀ-
1402πέτυχεν, εἶπον ὅτι ἔσωσαν τὴν Ἑλλάδα, διότι ἀπεδείχθη ἡ ἐ-
1403πιχείρησις μὴ ἐπιτυχοῦσα.
1404Ἀλλά, κύριοι, θὰ ἐννοήσητε πόσον καλῆς πίστεως ἀντίπα-
1405λοι εἶναι ὅταν, συζητοῦντες τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, τὴν συζη-
1406τοῦν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἔδι-
1407δεν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἐφαρμοζομένη, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
1408συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον διότι ἀκριβῶς δὲν ἐφηρμόσθη!
1409Καὶ μᾶς λέγουν: «Βλέπετε ὅτι ἡ ἐπιχείρησις ἀπέτυχεν». Ἀ-
1410πέτυχε βεβαίως, διότι ἀκριβῶς ἡ ἄμεσος καὶ κεραυνοβόλος
1411σύμπραξις τῆς Ἑλλάδος ἄνευ ἀντιδράσεων, ἐπιτελικῶν καὶ
1412ἄλλων, αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη δυναμένη νὰ φέρῃ τὴν ἐπιτυχίαν. Οἱ
1413δὲ Σωτῆρες οἱ σημερινοὶ δὲν διαφέρουν καθόλου ἀπὸ τοὺς Σω-
1414τῆρας ἐκείνους τοὺς ἄλλους, τοὺς ὁποίους θὰ εἴχομεν ἐὰν κα-
1415τὰ τὸ 1912, ὅτε ἐπρότεινα τὴν συμμετοχὴν ἡμῶν εἰς τὸν πό-
1416λεμον, τὸν ὁποῖον εἶχον ἀποφασίσει τὰ δύο ἄλλα Βαλκανικὰ
1417Κράτη, ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, ὅστις ἦτο ἐναντίον τοῦ πολέ-
1418μου ἐκείνου, ὡμοίαζεν ἔστω καὶ πόρρωθεν τοῦ υἱοῦ του, καὶ ἤ-
1419θελε νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ αὐτὸς πολιτικὴν ἰδίαν καὶ ἔλεγεν: «Ἐγὼ
1420δὲν θέλω πόλεμον, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ συμπράξω μετὰ τῆς
1421Σερβίας καὶ Βουλγαρίας εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀ-
1422φοῦ τοὐλάχιστον δὲν μοῦ ἔχετε καθαρισμένον τὸ ζήτημα τοῦ
1423τί θὰ πάρωμεν ἔπειτα». Ὑποθέσατε ὅτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος
1424ὡμοίαζε πρὸς τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμ-
1425φιβάλλῃ τις ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη θὰ ἐκρίνετο ὡς πολιτικὴ σω-
1426φρονεστάτη καὶ ὅτι ἡ κατηγορία ὅτι εἶμαι φαντασιόπληκτος
1427καὶ πολεμοχαρὴς θὰ μοὶ ἐδίδετο δικαιότατα καὶ θὰ ἔλεγεν ὁ
1428κόσμος: «Βεβαίως ἔχει δίκαιον ὁ καϋμένος ὁ Βασιληᾶς· δὲν
1429ἐκανονίσαμεν τοὐλάχιστον τί θὰ πάρωμεν!» Φαντασθῆτε δὲ
1430τώρα ποῖαι ἠδύναντο νὰ ἐπέλθουν συνέπειαι ἐκ τῆς μὴ μετο-
1431χῆς ἡμῶν εἰς τὸν κατὰ τῆς Τουρκίας πόλεμον. Συνεπείᾳ τῆς
1432ἀδρανείας τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου ἡ Τουρκία θὰ κατώρθωνε
1433νὰ μεταφέρῃ τὸν Μικρασιατικόν της στρατὸν εἰς τὴν Εὐρω-
1434παϊκὴν Τουρκίαν καὶ πιθανῶς νὰ καταβάλῃ τὴν Σερβίαν καὶ
1435τὴν Βουλγαρίαν. Ποῖος θὰ ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐσυμμά-
1436ζευε τοὺς σωτῆρας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλεγον:
1437«Βλέπετε, ὁ καϋμένος ὁ Βασιληᾶς τί ἔκαμε; Μᾶς ἐγλύτωσε!
1438Βλέπετε αὐτὸν τὸν Βενιζέλον τὸν θεοπάλαβον, ὁ ὁποῖος ἤ-
1439θελε νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέμου, διὰ νὰ μᾶς καταστρέψῃ, ἐνῷ
1440ἦτο προφανὲς ὅτι ἡ Τουρκία θὰ ἐνίκα» — διότι ὅλοι οἱ στρα-
1441τιωτικοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔλεγον τοῦτο, ὁ δὲ ἐν Κωνσταν-
1442τινουπόλει στρατιωτικὸς ἀκόλουθος τῆς Ρωσσίας ἐπληροφό-
1443ρει ὅτι ἡ Τουρκία θὰ παρέτασσεν 900 χιλιάδας στρατοῦ. Σᾶς
1444κάμνω αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ σᾶς καταδείξω πόσον ὀλίγον
1445σοβαροὶ εἶναι οἱ ἀντίπαλοί μας, οἵτινες, ἐπαναλαμβάνω, θέλουν
1446νὰ κρίνουν τὰ ἀποτελέσματα τῆς μὴ ἐφαρμοσθείσης πολιτικῆς
1447μας μὲ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον διότι ἀκριβῶς δὲν
1448ἐφηρμόσθη καὶ διότι δὲν ἄφησαν νὰ ἐφαρμοσθῇ (Χειροκροτή-
1449ματα καὶ ζητωκραυγαί).
1450Κύριοι! Ὁ Βασιλεὺς ὁ τότε, ἀφοῦ πρὸς στιγμὴν εἶχε πα-
1451ρασυρθῆ παρ’ ἐμοῦ καὶ μοῦ εἶχε δώσει καὶ τὴν ἐξουσιοδότησιν
1452νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς μου, συνεκρατήθη
1453βραδύτερον. Περιεστοίχισαν αὐτὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν περιε-
1454στοίχιζον καὶ ἔφθασε πλέον ὄχι μόνον κατὰ τῆς γνώμης ἐμοῦ
1455νὰ ἀντιταχθῇ, ὁ ὁποῖος ἐξεπροσώπουν τότε τὴν πλειονοψηφίαν
1456τῆς Χώρας, ἀλλὰ ἔφθασε καὶ νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς γνώμης
1457ὅλης τῆς Χώρας, διότι, ὅπως ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς, τὴν γνώμην
1458αὐτὴν συνέστησαν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἀκολουθήσῃ ὅλοι οἱ πο-
1459λιτικοὶ παράγοντες, οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης τοὐλάχι-
1460στον γνωστοὶ εἰς τὴν Χώραν. Καὶ θὰ μᾶς εἴπουν τώρα οἱ ἀ-
1461σχοληθέντες εἰς τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικόν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς
1462διέλυσε τὴν Βουλὴν τότε καὶ ἀνέθηκε τὴν Κυβέρνησιν εἰς
1463τὸν κ. Γούναρην, σεβόμενος τὸ Σύνταγμα, ἀκριβῶς καθ’ ὃν
1464τρόπον ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος εἶχε διαλύσει κατ’ ἐπανάληψιν
1465Βουλάς, ἀναθέσας ὅμως αὐτὸς τὴν Κυβέρνησιν ὄχι κἂν εἰς
1466μειονοψηφοῦντας, ἀλλ’ εἰς Κυβερνήσεις Ὑπηρεσιακάς, διὰ
1467τῶν ὁποίων ἐπεδίωξε νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ δημόσιον φρόνημα.
1468Ἀλλὰ τίνας ἐνδείξεις εἶχεν ὁ πρώην Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος
1469ὅτι τὰ ὑποστηριζόμενα ὑπ’ ἐμοῦ ἦσαν ἀντίθετα πρὸς τὰς ἀξιώ-
1470σεις τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὅταν ὅλους τοὺς ἄλλους πολιτικοὺς
1471Ἡγέτας τοῦ ἔφερα κατ’ ἀντιμωλίαν εἰς συζήτησιν ἐνώπιόν του
1472καὶ τοῦ εἶπον ὅτι ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ Βενιζέλος, πρέ-
1473πει νὰ τὰ ἐκτελέσῃ, διότι ὁ Βενιζέλος ἔχει μαζύ του τὸν Ἑλ-
1474ληνικὸν λαόν; Ὁ Βασιλεὺς ἐκείνην τὴν στιγμήν, καλῶν τὸν
1475κ. Γούναρην καὶ δωροδοκῶν αὐτόν, δίδων δηλαδὴ εἰς αὐτὸν
1476τὸ ρουσφέτι τῆς χρίσεώς του εἰς ἀρχηγὸν κόμματος καὶ ἐπι-
1477τυγχάνων νὰ ἀναλάβῃ οὗτος τὴν Κυβέρνησιν, ἐφήρμοζε τὸ
1478πολίτευμα, ἢ τὸ εἶχεν ἤδη κατακουρελιάσει; Καὶ ὅμως, κύ-
1479ριοι, ἡ νομιμοφροσύνη μου ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε οὔτε ἠμφισβή-
1480τησα κἂν εἰς τὸν Βασιλέα, τὴν πρώτην φοράν, τὸ δικαίωμα
1481τῆς διαλύσεως, οὔτε παρεπονέθην διὰ τὸ πρᾶγμα, οὔτε ἐγώ,
1482οὔτε οἱ φίλοι μου. Ἔβλεπα περίπου ποῦ ἐφερόμεθα, ἀλλὰ δὲν
1483ἠθέλησα νὰ ἐξαπολύσω μίαν τρικυμίαν εἰς τὸ Ἐθνικὸν πέλα-
1484γος, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐφαίνετο γαλη-
1485νιαῖον καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου μόλις ἤρχιζαν νὰ διαγράφωνται ἐ-
1486λαφραί τινες πτυχαί. Ἀπεμακρύνθην τῆς Ἐξουσίας ἐναντίον
1487τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐναντίον τῆς γνώμης αὐ-
1488τῶν τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων μου, κατὰ ἐφαρμογὴν προσω-
1489πικῆς πολιτικῆς τοῦ Στέμματος, ἐμπνεομένης ἔξωθεν τῆς
1490Ἑλλάδος, ἀπεμακρύνθην τῆς Ἀρχῆς, ἔχων μέχρι τῆς στιγ-
1491μῆς ἐκείνης μὲ τὸ μέρος μου σχεδὸν τὴν παμψηφίαν τοῦ Ἑλ-
1492ληνικοῦ λαοῦ.
1493Ἐπεισοδιακῶς καὶ ὡς ἐν παρενθέσει θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὀλίγον
1494πρὸ τῆς κρίσεως ἐκείνης ὁ κ. Δ. Γούναρης μοῦ διεμήνυσε διά
1495τινος φίλου του, μέσῳ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ρέ-
1496πουλη, ἐὰν θὰ ἐδεχόμην ὅπως εἰς τοὺς συνδυασμούς μου ἐν
1497Ἑλλάδι περιλάβω ἓξ–ἑπτὰ φίλους του, διὰ νὰ κατορθωθῇ οὕ-
1498τω ἡ ἐπιτυχία αὐτῶν. Καὶ ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Γούναρην διὰ
1499τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν: «Διατί μόνον ἓξ ἢ ἑπτὰ
1500καὶ διατί ὄχι ὁλόκληρον τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον χρειάζεται
1501εἰς τὸν κ. Γούναρην διὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀναλάβῃ τὴν
1502Ἀρχὴν ἐν περιπτώσει ἀποχωρήσεώς μου;» Τοῦ ἐδήλωσα λοι-
1503πόν, ἐνῷ ἐζήτησεν ἓξ ἢ ἑπτά, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ περιλάβω
1504εἰς τοὺς συνδυασμούς μου ἐννέα βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν
1505οἱ μέλλοντες ν’ ἀποτελέσωσι τὴν μέλλουσαν Κυβέρνησιν. Αὐ-
1506τὴ ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου φρονήματος τότε, ὥστε ὁ
1507κληθεὶς ν’ ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχήν, ὡς πιστεύων δῆθεν ὅτι εἶχε
1508μαζύ του τὸν λαόν, μοὶ ἐζήτει δεκαπέντε ἢ εἴκοσιν ἡμέρας
1509πρότερον νὰ περιλάβω εἰς τοὺς συνδυασμούς μου τὰ πρόσωπα
1510ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τῷ ἦσαν ἀπολύτως ἀναγκαῖα διὰ νὰ εἰσέλθῃ
1511εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἀριθμόν τινα βουλευτῶν. Τοῦτο δὲ ἀνέφερα
1512μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δείξω εἰς τὴν Βουλὴν πόσον βαρεῖα
1513εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, δεχθέντος μετὰ 15 ἡμέ-
1514ρας ν’ ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχὴν καὶ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ
1515τῇ εἰκαζομένῃ διαστάσει τοῦ δημοσίου φρονήματος πρὸς τὴν
1516τότε Κυβέρνησίν μου. Κλείει, κύριοι, ἡ παρένθεσις, τὴν ὁποίαν
1517ἤνοιξα διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁ-
1518ποίαν ἀπεμακρύνθην τῆς Ἀρχῆς, εἶχα μαζύ μου ὁλόκληρον
1519τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἢ τοὐλάχιστον τὴν μεγάλην πλειονοψη-
1520φίαν αὐτοῦ.
1521Διὰ νὰ λυθῇ ἡ κρίσις ἡ Ὑπουργικὴ παρῆλθον τέσσαρες ἡ-
1522μέραι. Τὴν 21ην παρῃτήθην, τὴν 25ην ὡρκίσθη ἡ νέα Κυβέρ-
1523νησις. Λοιπὸν ἡ νομιμοφροσύνη τοῦ οὑτωσὶ ἀπομακρυνομένου
1524τῆς Ἀρχῆς πολιτικοῦ ἀνδρὸς ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ὅταν ἐ-
1525γνώσθη ἡ παραίτησις, περὶ τὴν 6ην ὥραν μ.μ. καὶ ἐπληροφο-
1526ρούμην ὅτι ἡτοιμάζετο μία κολοσσιαία διαδήλωσις εἰς τὴν
1527πόλιν μας διὰ νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς παραιτήσεώς μου,
1528καλῶ ἀμέσως τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τὸν Διευ-
1529θυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοὺς διατάσσω νὰ ἐκδώσωσι διά-
1530ταξιν, ἀπαγορεύουσαν πᾶσαν συνάθροισιν διαρκούσης τῆς κρί-
1531σεως. Ἔμεινα ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας, ἔχων τὸν Ἑλληνικὸν
1532λαόν, ὅπως εἶπα καὶ πάλιν, ἐν μεγίστῃ πλειονοψηφίᾳ μὲ τὸ
1533μέρος μου, καὶ δὲν ἀφῆκα νὰ γίνῃ καμμία διαδήλωσις εἰς κα-
1534νὲν μέρος τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ μικρά, οὐδὲ μεγάλη. Καὶ οὕτω,
1535κύριοι, ὁ πολιτευτὴς Πατρῶν, ὁ ζητῶν νὰ στηρίξῃ τοὺς ἓξ ἢ
1536ἑπτὰ φίλους του εἰς τοὺς συνδυασμοὺς τοῦ Κόμματος τῶν Φι-
1537λελευθέρων, ἀνέλαβεν εἰς τὴν κρισιμωτάτην ἐκείνην περίο-
1538δον τῶν ἐθνικῶν μας πραγμάτων νὰ δεχθῇ τὴν κληρονομίαν
1539τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔχοντος μὲ τὴν γνώμην του
1540καὶ τὴν γνώμην ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν τῆς Χώρας,
1541καὶ νὰ δεχθῇ τὴν Ἀρχήν.
1542Κύριοι, δὲν γνωρίζω πρᾶξιν πολιτικοῦ ἀνδρός, ἡ ὁποία νὰ
1543δύναται νὰ καταδικασθῇ αὐστηρότερον ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐνέρ-
1544γειαν. Ἡ Κυβέρνησις ὁπωσδήποτε συνεκροτήθη, δηλαδὴ συ-
1545νεκροτήθη μία φαινομενικὴ τοῦ λοιποῦ Κυβέρνησις, συνεκροτή-
1546θη μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἦτο ὁμοίωμα Κυβερνήσεως καὶ
1547τὴν ὁποίαν ἠνείχοντο οἱ ἐκ τῶν παρασκηνίων δρῶντες, οἱ καὶ
1548ἀποτελοῦντες τὴν ἀληθῆ Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ἡ ὁποία
1549τοὺς Ὑπουργοὺς μετεχειρίζετο ὡς νευρόσπαστα καὶ ἡ ὁποία
1550διὰ τοῦ φιλικοῦ της Τύπου ἀνεκάλει ἑκάστοτε εἰς τὴν τάξιν
1551τὴν φαινομενικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, κύριοι,
1552ἡ φαινομενική, γνωρίζω ὅτι ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ δὲν ἦτο
1553καθόλου ὁμογενής. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐφέρετο
1554εἰς συνέχισιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευ-
1555θέρων. Λέγω εἰς συνέχισιν, διότι προχθές, κατά τινα διακο-
1556πήν, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπιχείρησις τῶν Δαρδα-
1557νελλίων διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν ἦτο πλέον δυνατὴ μετὰ τὴν ἀ-
1558ποχώρησιν τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ἀφοῦ μετά
1559τινα χρόνον ἡ Χερσόνησος τῆς Καλλιπόλεως ὠχυρώθη. Ἀλλὰ
1560δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς περιστατικῆς, ἂς
1561τὴν εἴπωμεν οὕτω, πολιτικῆς. Ἀλλὰ τὴν ἄλλην πολιτικήν,
1562τὴν βάσιν ἔχουσαν εὐμενεστάτην πρὸς τὴν Ἀντὰντ οὐδετερό-
1563τητα, μετὰ σταθερᾶς ἀποφάσεως νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν Βουλ-
1564γαρικὴν κατὰ τῆς Σερβίας ἐπίθεσιν, ἠσπάσθησαν εἰλικρινῶς
1565ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἄλλα πολιτικὰ μέλη
1566τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης,
1567κύριοι, εὑρισκόμεθα ἐν καταπτώσει πολιτεύματος, ὄχι μόνον
1568διότι ἀπεμακρύνθη ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστο-
1569σύνης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Κοινῆς Γνώμης, ὄχι μόνον διότι
1570ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις μὴ ἔχουσα ὁμογένειαν ἐπὶ τῆς ἐξω-
1571τερικῆς πολιτικῆς, ὄχι μόνον διότι παρὰ τὴν Κυβέρνησιν τὴν
1572φαινομενικὴν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ἡ πραγματικὴ τῶν
1573παρασκηνίων Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον· διότι ὁ
1574μικροπολιτικός, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν
1575ἐκείνην, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο θεμιτὸν νὰ δημιουργήσῃ διωγμὸν
1576καθ’ ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ Κόμματος.
1577Κύριοι! Μετὰ τοὺς κόπους, τοὺς ἐκ τῆς μακρᾶς παραμο-
1578νῆς εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐπὶ πέντε ἔτη καὶ τὰς συγκινήσεις τῶν
1579πολέμων, ἔχων ἀνάγκην μικρᾶς ἀναπαύσεως, ἐξέδραμον εἰς
1580Σπέτσας μετὰ τὴν ἀποχώρησιν ἐκ τῆς Ἀρχῆς καὶ ὅταν ἐ-
1581πέστρεψα εἶχεν ἐκδοθῆ ἀστυνομικὴ διαταγὴ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ
1582ἀποβίβασις εἰς Πειραιᾶ εἰς τὸν χθεσινὸν Πρωθυπουργὸν καὶ
1583ἐδέησε ν’ ἀποβιβασθῶ εἰς τὸ Φάληρον. Ὀλίγας ἡμέρας ὕστε-
1584ρον ἐτελεῖτο ἡ Ἐθνικὴ ἑορτὴ καὶ ὁ ἴδιος Πρωθυπουργός, ὅ-
1585στις ἔπρεπε νὰ παραστῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἑορτὴν καὶ ὁ ὁποῖος
1586ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ τὴν κεκανονισμένην θέσιν ἐν αὐτῇ, δὲν ἠ-
1587δυνήθη νὰ μεταβῇ εἰς αὐτὴν καὶ ἐξεπολιόρκησαν καὶ τὸν οἶκον
1588του. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάπτωσις τοῦ πολιτεύματος, ἥτις ἦτο ἐμ-
1589φανὴς ἔκτοτε. Ὁπωσδήποτε δὲν ἐτολμᾶτο ἀκόμη ἐκ τοῦ ἐμφα-
1590νοῦς πλήρης παραβίασις τοῦ πολιτεύματος καί, ἂν παρετάθη-
1591σαν προθεσμίαι τινὲς συνταγματικαί, τοῦτο ἰσχυρίζονται ὅτι
1592ἔγινε διὰ τὴν μὴ ὕπαρξιν ἐκλογικῶν καταλόγων· δὲν θέλω νὰ
1593πολυπραγμονήσω ἐπὶ τοῦ πράγματος.
1594Αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν τέλος τὴν 31ην Μαΐου, γνωρίζετε
1595ὑπὸ ποίας περιστάσεις. Γνωρίζετε ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμ-
1596ματος τῶν Φιλελευθέρων ἠναγκάσθη ν’ ἀποχωρήσῃ τοῦ ἀγῶ-
1597νος, γνωρίζετε ὅτι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἐξαπελύθησαν οἱ
1598πράκτορες τῆς Αὐλῆς, θέτοντες τὸ ζήτημα μεταξὺ Βασιλέως
1599καὶ Βενιζέλου, μεταξὺ πολέμου καὶ εἰρήνης. Καὶ ὅμως, ἐνῷ
1600αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ἐν ἀπουσίᾳ ἐμοῦ, ὁ λαὸς ἀπεδοκίμαζε
1601τὸν πρῶτον Σωτῆρα καὶ ἐνέκρινε τὴν πολιτικήν μου καὶ ἐπα-
1602νέφερε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μὲ 123 βουλευτὰς ἐκ
1603τῶν 184 βουλευτῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Χωρίζω τὴν
1604Παλαιὰν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς Νέας, διότι γνωρίζετε τί ἔγινεν
1605εἰς τὴν Μακεδονίαν ὑπὸ τοῦ χερσαίου Ναυάρχου, εἰς ὃν ἀνε-
1606τέθη νὰ μαγειρεύσῃ τὰς ἐν Μακεδονίᾳ ἐκλογὰς καὶ ὅστις ὠρ-
1607γάνωσεν αὐτὰς δι’ ἀνηκούστων ἐπεμβάσεων κατὰ τοιοῦτον τρό-
1608πον, ὥστε ἐνῷ ὅλοι οἱ ἔντιμοι ἄνθρωποι δύνανται νὰ βεβαιώ-
1609σωσιν ὅτι, ἐὰν τὰς ἐκλογὰς τὰς ἔκαμνε τὸ Κόμμα τῶν Φιλε-
1610λευθέρων ἐν πλήρει ἀμεροληψίᾳ, τὸ Κόμμα τοῦτο θὰ κατήγα-
1611γε πλήρη θρίαμβον ἐν Μακεδονίᾳ, δὲν κατώρθωσε νὰ περισώσῃ
1612ἐκεῖ παρὰ 4 μόνον βουλευτὰς ἐκ τῶν 73. Ὁπωσδήποτε, ἐκ τοῦ
1613ὅλου ἀριθμοῦ τῶν 310 βουλευτῶν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέ-
1614ρων ἐπέτυχεν 184 ἐν ὅλῳ ἕδρας, ἀπέναντι 126 ἑδρῶν, ἃς ἐ-
1615κέρδισαν ὅλα ὁμοῦ τὰ ἀντίθετα κόμματα. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ
1616ἐζητήθη νὰ παρασταθῇ ὡς μία ἀπόδειξις ὅτι τὸ Κόμμα τῶν
1617Φιλελευθέρων εἶχεν ὀλιγωτέραν πλειονοψηφίαν παρὰ πρίν.
1618Καὶ τί μὲ τοῦτο, ἐὰν κατωρθώθη ὑπὸ τοιούτους ὅρους διὰ πα-
1619ραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, διὰ τοιαύτης ἐκμεταλλεύσεως
1620κάθε πράγματος, ἐὰν κατωρθώθη ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ πλειο-
1621νοψηφία δὲν ἦτο τόσον μεγάλη ὅσον πρὸ τριετίας, τί σημαίνει
1622ἆρά γε τοῦτο; Μήπως διὰ τούτου ἡ ἐπιβολὴ τῆς πλειονοψη-
1623φίας ἦτο ὀλιγώτερον ἐνδεδειγμένη; Μήπως ὁ Βασιλεὺς ἠδύ-
1624νατο νὰ ἀναλάβῃ ἐμφανέστερον πλέον τὸ πρόσωπον Μονάρχου,
1625στηριζόμενος εἰς τὸ ὅτι ἐπέτυχε διὰ τῆς πρώτης διαλύσεως νὰ
1626ὑποβιβάσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐλπίζων νὰ
1627ἐπιτύχῃ περαιτέρω ὑποβιβασμὸν αὐτῆς διὰ δευτέρας διαλύσεως
1628καὶ περαιτέρω διὰ τρίτης καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς; (Ἱλαρότης).
1629Ἀλλά, κύριοι, αἱ ἐκλογαὶ διεξάγονται, τὸ κόμμα τῶν Φι-
1630λελευθέρων θριαμβεύει καὶ ὅμως οἱ ἀποδοκιμασθέντες πολιτι-
1631κοί, ἡ ἀποδοκιμασθεῖσα Κυβέρνησις δὲν σπεύδει νὰ καταλίπῃ
1632τὴν Ἀρχήν, ἀποφεύγουσα τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἐπεσώρευ-
1633σεν ἐφ’ ἑαυτῆς, ἀλλὰ μένει εἰς τὴν Ἀρχὴν καθ’ ὅλον τὸν Ἰού-
1634λιον καὶ μέχρι τῆς 10ης Αὐγούστου. Παραμένει εἰς τὴν Ἀρ-
1635χὴν 70 ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογάς.
1636§32Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ραδιουργοῦσα καὶ ἐξαγοράζουσα τοὺς
1637βουλευτάς.
1638§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν ἐζητοῦμεν
1639νὰ λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα ἀπομακρυνομένης ἐκ τῆς Ἀρ-
1640χῆς τῆς ἀποδοκιμασθείσης Κυβερνήσεως, μᾶς ἐπρόβαλλαν ὅτι
1641ὁ Βασιλεὺς ἐκινδύνευε ν’ ἀποθάνῃ ἐὰν ἐκάλει εἰς τὴν Ἀρχὴν
1642τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὑπεβάλλετο εἰς τὸν κό-
1643πον νὰ συζητήσῃ μετ’ αὐτοῦ τὰ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως.
1644Εἰς ταῦτα ἡμεῖς ἀπηντῶμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα προενόησε περὶ
1645τῆς περιπτώσεως, ἐπιτρέπον τὴν σύστασιν Ἀντιβασιλείας.
1646Ἀλλὰ οἱ σωτῆρες καὶ παρασωτῆρες καὶ ὅλοι οἱ Αὐλόδουλοι,
1647οἱ ὁποῖοι ἐνήργουν εἰς τὴν καταπάτησιν τοῦ πολιτεύματος καὶ
1648εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς τυραννίδος ἐν Ἑλλάδι, ὅλοι ἐξη-
1649γέρθησαν, καὶ αὐτὸς ὁ ταραξίας ἀναρχικός, ὁ χθὲς ἀγορεύσας
1650ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ἔφθασε νὰ δώσῃ συνέντευξιν, κατὰ τὴν
1651ὁποίαν ὠνόμασεν ἀνίερον καὶ βλάσφημον σκέψιν τὴν ἀξίωσιν ἡ-
1652μῶν περὶ λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος διὰ τῆς συστάσεως
1653Ἀντιβασιλείας πρὸς λύσιν τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος καὶ
1654ἐχαρακτήρισε περαιτέρω τὴν ἀξίωσιν ταύτην ὡς ἀνευλαβές,
1655ἀνόσιον, ἀπρεπὲς καὶ ἄνανδρον κίνημα. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι,
1656τὴν γλῶσσαν τοῦ τότε κυβερνητικοῦ καὶ Αὐλικοῦ Τύπου. Ἄ-
1657νευ τινὸς περικαλύμματος ἔγραφεν: «Ὁ Βενιζέλος δὲν δύνα-
1658ται νὰ κληθῇ, διότι ἡ πολιτική του δὲν ἐγκρίνεται ὑπὸ τοῦ
1659Βασιλέως». Καὶ ἄνθρωποι ἀξιοῦντες νὰ θεωρῶνται πολιτικοὶ
1660καὶ κοινοβουλευτικοὶ ἔμειναν εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν
1661καὶ ἄλλοι ἐζήτουν νὰ λάβουν αὐτὰ καὶ ἄλλοι περιέπαιζαν, ὅ-
1662πως ὁ κ. Ράλλης, ταῦτα, διὰ νὰ ἐγγράψωσι προσημείωσιν εἰς
1663τὴν πρόσκλησίν των εἰς τὴν Ἀρχήν, δεχόμενοι νὰ ὑβρίζεται
1664οὕτω ὁ λαὸς καὶ τὸ πολίτευμα νὰ καταρρακοῦται. «Δὲν θὰ
1665κληθῇ, ἔλεγον, ὁ ἐκλεκτὸς τῆς πλειονοψηφίας, διότι ὁ Βασι-
1666λεύς, ἔχων ἄλλην γνώμην, δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν
1667γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ». Τέλος τὴν 10ην Αὐγούστου ἡ
1668Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἀναλαμβάνει καὶ πάλιν τὴν
1669Ἀρχήν, ἀφοῦ ἐβολιδοσκοπήθησαν τὰ πράγματα καὶ ἐθεωρήθη
1670ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τότε Γερμανικῆς προπαγάνδας, τῆς
1671ὑπὸ τὸν βαρῶνον Σέγκ, ἐργαζόμενον ὑπὸ τὴν προστασίαν, δυ-
1672στυχῶς — ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω — ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν τότε
1673βασιλέων, ἐκρίθη, λέγω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τότε προ-
1674παγάνδας τῆς Γερμανίας δὲν ἦσαν ἀκόμη τοιαῦτα, ὥστε νὰ
1675ἐνθαρρύνωσι τὸν Βασιλέα νὰ ρίψῃ τὸ χειρόκτιον κατὰ τῆς
1676Κοινῆς Γνώμης. Ἐθεώρησεν ἐπικίνδυνον τὸ Στέμμα ἐκείνην
1677τὴν ἐποχὴν νὰ μὴ μὲ καλέσῃ εἰς τὴν Ἀρχήν, γνωρίζον ὅτι ἤ-
1678μην ἕτοιμος νὰ ἀναλάβω καὶ πάλιν τὴν ἡγεσίαν τοῦ κόμματος
1679τῶν Φιλελευθέρων· δὲν ἐτόλμησε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἀγῶνα,
1680Μὲ ἐκάλεσε λοιπὸν τὴν 10ην Αὐγούστου καὶ μοὶ ἀνέθεσε τὴν
1681Ἀρχήν, ἀλλ’ ὄχι διὰ νὰ συνεργασθῇ μετ’ ἐμοῦ εἰλικρινῶς,
1682ὄχι διὰ νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν ἐκ τῆς θέσεώς του ἐπιβεβλημένην
1683ἀρωγήν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὲ ἐπιβουλευθῇ.
1684Ἐκαλούμην τὴν 10ην Αὐγούστου καὶ εἰς τὸν Βασιλέα τότε
1685ἐξέθετα τὴν πολιτικήν μου καὶ ἔλεγα ὅτι, φυσικά, περὶ Δαρ-
1686δανελλίων δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος, ἐπανερχόμεθα ὅμως
1687εἰς τὴν ἀρχικὴν πολιτικὴν καὶ ἐμμένομεν εἰς τὰς βάσεις τὰς
1688χαραχθείσας ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κυριωτάτη τῶν ὁποίων
1689ἦτο ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ συντρίψῃ
1690τὴν Σερβίαν. Καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐνέκρινε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην
1691καὶ ἐγὼ ἠρχόμην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔκαμνα σχετικὰς δηλώ-
1692σεις καὶ ἀνεκοίνουν ὡς ὑπεύθυνος Κυβερνήτης τῆς Χώρας καὶ
1693εἰς τὴν Σερβίαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας Δυνάμεις, καὶ τὰς τῶν
1694Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, ὅτι ἡ πολιτική μου εἶναι αὐτὴ καὶ
1695δὲν θ’ ἀνεχθῶ οὐδεμίαν ἐπίθεσιν τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς
1696Σερβίας.
1697Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐγὼ ἔλεγον καὶ ταῦτα διετύπουν ὡς ἐπί-
1698σημον πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Τουρκία
1699καὶ ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Γερμανία ἐγνώριζον ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς
1700Ἑλλάδος εἶναι ἄλλη παρὰ ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐξήγγειλεν ὁ ὑ-
1701πεύθυνος Κυβερνήτης, ὁ ἔχων τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Χώρας
1702καὶ ὁ ἔχων τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν φαινομενικὴν τοῦ Στέμματος.
1703Πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ πάλιν
1704τὴν Ἀρχήν, τὸ Στέμμα ἐν γνώσει — δὲν τὸ ἔχω ἀποδεδειγ-
1705μένον, ἀλλὰ τὸ θεωρῶ πιθανώτατον ἐκ πολλῶν λόγων τοῦ
1706τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Γούναρη, ὁ ὁποῖος, ἂν
1707καὶ Πρόεδρος τῆς φαινομενικῆς Κυβερνήσεως, ἦτο καὶ μέλος
1708τῆς ἐκ τῶν παρασκηνίων δρώσης πραγματικῆς τοιαύτης —
1709τὸ Στέμμα, ἐν γνώσει τοῦ Προέδρου τῆς φαινομενικῆς Κυβερ-
1710νήσεως εἶχεν ἀνακοινώσει πρὸς τὰς Δυνάμεις ταύτας, ὅτι ἀ-
1711διαφορεῖ πλέον διὰ τὴν Συνθήκην πρὸς τὴν Σερβίαν καὶ ἀφί-
1712νει ἐλευθέραν τὴν Βουλγαρίαν νὰ ἐπιπέσῃ κατ’ αὐτῆς καὶ ὅτι
1713ἐντεῦθεν οὐδένα κίνδυνον ἔχει νὰ φοβῆται ἡ Βουλγαρία εἰς τὴν
1714ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς της, συνισταμένης εἰς τὴν ἀπόκτη-
1715σιν τῆς ἡγεμονίας ἐπὶ τοῦ Αἵμου.
1716§34Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδὲν μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐγίνωσκε
1717τοιαύτην ἀνακοίνωσιν.
1718§35Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τὰ ἄλλα μέλη
1719πῶς τὸ γνωρίζετε;
1720§36Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διασαφίζων τὴν πληροφορίαν μου, δηλῶ
1721πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι εἰς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον οὐδέποτε ἀ-
1722νεκοινώθη τοιοῦτον τι παρὰ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνή-
1723σεως, ὅστις πιθανὸν νὰ ἐγνώριζε τοιοῦτον διάβημα.
1724§37Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Εἶσθε οἱ γυρολόγοι.
1725§38Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπαναλαμβάνω νὰ
1726εἴπω ὅτι ἐκφράζω μίαν πεποίθησιν· δὲν ἔχω ἀποδείξεις ὑλι-
1727κάς. Πεποίθησιν ὅμως, τὴν ὁποίαν συγκομίζω ἐκ τῶν σχέ-
1728σεων αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Κυβερνή-
1729σεως ἐκείνης μεταξὺ τοῦ Προέδρου αὐτῆς καὶ τῆς πραγματι-
1730κῆς Κυβερνήσεως, τῆς δρώσης ἐκ τῶν παρασκηνίων. Εἶναι
1731ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ ὅτι εὑρέθη ἐν ἀγνοίᾳ ὁ κ. Γούναρης
1732προσωπικῶς τῆς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἔχομεν τηλεγράφημα τοῦ
1733κ. Ψύχα ἐκ Βουκουρεστίου τῆς 17 Ἰουλίου, λέγον: «Ὁ Ἄγ-
1734γλος συνάδελφός μου μοὶ εἶπεν ὅτι, κατὰ θετικὰς πληροφο-
1735ρίας, ἡ Γερμανία διεβεβαίωσε κατηγορηματικῶς τὴν Κυβέρ-
1736νησιν τῆς Σόφιας ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ οὐδετερότης εἶναι ὁριστι-
1737κῶς ἐξησφαλισμένη καὶ ἐν περιπτώσει ἀκόμη ἐπιθέσεως τῆς
1738Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας». Ἀλλὰ ἔχετε καὶ τὴν δή-
1739λωσιν τοῦ Ραδοσλαύωφ πρὸς τοὺς φίλους του τῆς 13 Σεπτεμ-
1740βρίου. Ὁ κ. Πανουργιᾶς, ἐπιτετραμμένος, τηλεγραφεῖ ἐκ
1741Νύσσης: «Ὁ ὑφυπουργὸς μοὶ εἶπε πρὸ μικροῦ ὅτι ὁ ἐν Σόφιᾳ
1742πρέσβυς τὸν πληροφορεῖ ὅτι ὁ Ραδοσλαύωφ ἐδήλωσεν ἐσχά-
1743τως εἰς τοὺς πολιτικοὺς φίλους του, ὅτι ἡ Βουλγαρία δὲν ἔ-
1744χει νὰ φοβῆται τίποτε, διότι ἔχει ἐπισήμους διαβεβαιώσεις ὅτι
1745ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Ρουμανία θὰ μείνωσιν οὐδέτεραι ἐν περιπτώ-
1746σει καθ’ ἣν ἤθελε προσβάλει ἡ Βουλγαρία τὴν Σερβίαν, ἥτις,
1747προσβαλλομένη ὑπὸ τῆς Γερμανίας καὶ Αὐστρίας, θὰ μείνῃ
1748ἀπομεμονωμένη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Βουλ-
1749γαρίαν νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς βλέψεις της. Πρέσβυς Δυνά-
1750μεως ἐν Σόφιᾳ ἐπεβεβαίωσεν εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Σερβίας τὴν
1751εἴδησιν ταύτην».
1752Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον. Βραδύτερον, ὅτε διεξήχθη ἡ
1753σχετικὴ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ κατηγόρησα τὴν
1754προκάτοχον Κυβέρνησιν ὡς δώσασαν τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην
1755εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ὁ κ. Γούναρης δὲν ἀνεγνώρισε μὲν τὸ
1756πρᾶγμα, ἀλλὰ καὶ δὲν τὸ ἠμφισβήτησε κατηγορηματικῶς.
1757Βραδύτερον δέ, ὅτε διὰ τοῦ «Κήρυκος» διεξήγαγον συζήτησιν
1758περὶ τούτου πρὸς τοὺς ἀντιπάλους, τὸ «Ἑσπερινὸν Νέον Ἄ-
1759στυ», ὄργανον τότε τοῦ κ. Γούναρη, ρητῶς ἀνεγνώρισεν ὅτι ἡ
1760Γερμανία καὶ ἡ Βουλγαρία ἐγνώριζον ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἡ
1761Ἑλλὰς ἦτο ἀποφασισμένη νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὴν Ἑλληνοσερβι-
1762κὴν Συνθήκην.
1763Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἤδη, κύριοι: Πῶς θὰ κριθῇ ἡ πολιτικὴ τοῦ
1764Βασιλέως, ὁ ὁποῖος μετὰ 70 ἐπὶ τέλους ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐ-
1765νεργείας τῶν ἐκλογῶν ἀπεφάσισε ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ κόμμα
1766τῶν Φιλελευθέρων καὶ ν’ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸ τὴν Ἀρχήν, ἐζή-
1767τησε δὲ νὰ μάθῃ τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος τούτου, τὸ ἐμάν-
1768θανε καὶ τὸ ἐπεδοκίμαζε, καὶ ἀπέκρυπτεν ἀπὸ αὐτὸ ὅτι ἡ ἐπι-
1769δοκιμασία ἦτο φαινομενικὴ καὶ ὅτι ὅταν θὰ ἤρχετο ὁ κόμπος
1770εἰς τὸ χτένι θὰ ἀπεδεικνύετο ὅτι δὲν ὑπῆρχε συμφωνία; Πῶς
1771θὰ ἐκτιμήσητε τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τοῦ τότε Βασιλέως;
1772§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄτιμον! Ἄτιμον!
1773§40Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλά, κύριοι, ἀ-
1774σχέτως πρὸς τὴν ἠθικὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐνεργείας αὐτῆς τοῦ
1775τότε Βασιλέως ἀπέναντι τοῦ Πρωθυπουργοῦ του, σᾶς ἐρωτῶ:
1776Ἡ ἐνέργειά του ἀποτελεῖ ἢ δὲν ἀποτελεῖ κουρέλιασμα ἐντε-
1777λῶς τοῦ πολιτεύματος, ὅταν ὁ Βασιλεὺς πλέον, εἴτε μόνος,
1778εἴτε ἐν συμπράξει μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς
1779ἤδη ἀποδοκιμασθείσης διὰ τῶν ἐκλογῶν, προέρχεται εἰς δη-
1780λώσεις τοιαύτας πολιτικάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν
1781γνωστὴν πολιτικὴν τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῶν
1782ἐκλογῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν
1783ταύτην;
1784Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἔλλειψις καλῆς πίστεως πρὸς τὴν
1785Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάλει ὁ Βασιλεύς, δὲν εἶναι μόνον
1786τὸ κουρέλιασμα τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελοῦσι τοι-
1787αῦται δηλώσεις, γενόμεναι μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ:
1788Πῶς θὰ κρίνετε τὴν συμπεριφορὰν αὐτὴν τοῦ Στέμματος ἀ-
1789πέναντι τῆς συμμάχου Σερβίας; Ἀποτελεῖ τοῦτο ἢ δὲν ἀπο-
1790τελεῖ μίαν πρᾶξιν προδοσίας πρὸς τὴν σύμμαχον ἡμῶν Σερ-
1791βίαν; Τίς ὑπῆρχε λόγος ἐκ τῶν προτέρων νὰ διαβεβαιώσωμεν
1792τὰς Κεντρικὰς Δυνάμεις ὅτι δύνανται νὰ συντρίψουν τὸν ἐν τῇ
1793Βαλκανικῇ σύμμαχον, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ ἀν-
1794τιταχθῶμεν; Καὶ πῶς θὰ ἐκτιμήσητε ἀκόμη τὴν συμπεριφορὰν
1795τοῦ τότε Βασιλέως, ὅταν μετὰ τὴν ἄνοδόν μου εἰς τὴν Ἀρ-
1796χὴν ἔρχεται ὁ πρεσβευτὴς τῆς Σερβίας κ. Μπαλούχτσιτς καὶ
1797μοῦ ἀνακοινοῖ τηλεγράφημα τοῦ κ. Πάτσιτς, ἐρωτῶντος τίνα
1798γνώμην θὰ εἴχομεν ἡμεῖς ἐπὶ τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι ἐπικρα-
1799τοῦσιν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἐν Σερβίᾳ κύκλους, ὅπως ἡ
1800Σερβία ἐπωφεληθῇ τὸ ἀνετοιμοπόλεμον καὶ εἰσέλθῃ εἰς Βουλ-
1801γαρίαν καὶ προκαταλάβῃ τὴν ἐπιστράτευσιν αὐτῆς, ὅταν, λέ-
1802γω, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Σερβίας μοῦ ἔκαμε τὴν ἐρώτησιν καὶ
1803ἐπεφυλάχθην νὰ ἀπαντήσω μετὰ συνεννόησιν πρὸς τὸν Βασι-
1804λέα, τὸν βλέπω ἔπειτα τὸν Βασιλέα, τοῦ ἀνακοινῶ τὸ διάβη-
1805μα τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Σερβίας καὶ μοῦ λέγει ὅτι θεωρεῖ καλ-
1806λίτερον νὰ μὴ ἐπιτεθοῦν οἱ Σέρβοι κατὰ τῶν Βουλγάρων,
1807διότι ἡ συμμαχία μας ἦτο ἀμυντική, καὶ ἂν οἱ Σέρβοι ἤθελον
1808πρῶτοι νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τῶν Βουλγάρων, τότε εἶναι ζήτη-
1809μα ἂν ἡμεῖς ὑποχρεούμεθα νὰ τοὺς βοηθήσωμεν εἰς τοιοῦτον
1810πόλεμον, πῶς θὰ χαρακτηρίσητε αὐτὴν τὴν πολιτικήν, ὅταν
1811δίδωμεν τοιαύτην γνώμην, ἐνῷ συγχρόνως εἰδοποιοῦμεν τὸν
1812κοινὸν ἐχθρόν, ὅπως ἐπιπέσῃ κατὰ τοῦ συμμάχου μας, τὸν ὁ-
1813ποῖον κρατοῦμεν ἐν πλάνῃ, ἐνῷ θὰ κατώρθωνεν ἴσως νὰ σωθῇ
1814τοὐλάχιστον διὰ τῆς ἀπηλπισμένης ἐκείνης προληπτικῆς ἐπι-
1815θέσεως κατὰ τῆς Βουλγαρίας;
1816Ἐφ’ ὅσον, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἠπείλει σταθερῶς ὅπως ἔπρατ-
1817τεν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, καὶ τοὐλάχι-
1818στον διὰ τῶν φαινομενικῶν δηλώσεων τῆς διαδεχθείσης αὐ-
1819τὴν Κυβερνήσεως μέχρι τινὸς χρόνου, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς στα-
1820θερῶς ἐνέμενεν εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτήν, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ
1821εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, ἡ Βουλ-
1822γαρία δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐπιτεθῇ. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι,
1823ἐὰν ἡ Βουλγαρία ἐγνώριζεν ὅτι θὰ ἀντεπιτεθῶμεν κατ’ αὐτῆς,
1824δὲν θὰ προέβαινεν ἀσφαλῶς εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Σερβίας.
1825Θέλω μόνον νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἡ πεποί-
1826θησίς μου ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ ἐδίσταζε παρὰ πολὺ νὰ τὸ πράξῃ.
1827Ἀλλά, ἀσχέτως περὶ τοῦ ποίαν γνώμην ἔχετε ὑμεῖς περὶ
1828τοῦ πράγματος, σᾶς ἐρωτῶ: Ἦτο ἢ δὲν ἦτο εἷς ἀνασταλτι-
1829κὸς χαλινὸς κατὰ τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Σερβίας ἐκ μέ-
1830ρους τῆς Βουλγαρίας ὁ φόβος ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἐπιτεθῆ
1831κατὰ τῆς Βουλγαρίας; Τίνα λόγον εἴχομεν, αὐτὸν τὸν ἀνα-
1832σταλτικὸν χαλινόν, νὰ τὸν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν;
1833Ἐπιτρέψαντες, κύριοι, καὶ διευκολύναντες τὴν ἀνάμιξιν
1834τῆς Βουλγαρίας εἰς τὸν πόλεμον, ὅπως ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς
1835Σερβίας — ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐ-
1836τοῦ, μὲ ὅλην τὴν ἐπισημότητα τῆς θέσεώς μου — κατεπροδί-
1837δομεν ὄχι ἁπλῶς τὴν σύμμαχόν μας Σερβίαν, κατεπροδίδομεν
1838τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, τὰ ζωτικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλά-
1839δος καὶ ἐξυπηρετοῦμεν μόνον τὰ καθαρῶς ξένα, τὰ Γερμανι-
1840κὰ συμφέροντα (Χειροκροτήματα).
1841Ἀφίνοντες τὴν Βουλγαρίαν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας,
1842καθιστῶμεν τὸν ὄλεθρον τῆς συμμάχου μας ἀπολύτως βέβαιον.
1843Καὶ μόνον τοῦτο, τὸ γεγονὸς τῆς κατασυντριβῆς τῆς Σερ-
1844βίας, ἦτο πλῆγμα τεράστιον, πλῆγμα μέγα κατὰ τῆς Ἑλλά-
1845δος, διότι μόνον ἂν ἀπὸ τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου ἔφευγεν
1846ἡ Σερβία, καὶ χωρὶς ν’ ἀλλοιωθοῦν οἱ ἄλλοι ὅροι τῶν Βαλκα-
1847νικῶν Κρατῶν, μόνη ἡ συντριβὴ τῆς Σερβίας ἀνέτρεπε τὴν
1848ἰσορροπίαν τῶν δυνάμεων ἐν τῇ Βαλκανικῇ καὶ καθίστα τὴν
1849θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν ἄλλων Δυνάμεων, καὶ ἰδίᾳ
1850ἀπέναντι τοῦ κληρονομικοῦ ἡμῶν ἀνταπαιτητοῦ, ὑποδεεστέραν.
1851Ἡ ὕπαρξις Σερβίας ἰσχυρᾶς ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ
1852ἦτο κεφάλαιον καὶ Ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιοῦτον τρό-
1853πον ἐπαίσχυντον κατεστρέψαμεν ἡμεῖς αὐτοί.
1854Ἀλλ’ ἡ ζημία τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων δὲν ἦτο αὕτη
1855μόνη, ἡ προερχομένη ἐκ τῆς κατασυντρίψεως τῆς συμμάχου
1856ἡμῶν Σερβίας. Ἦτο καὶ ἄλλη, θετική, προφανής, σαφής,
1857προβάλλουσα καταπληκτικῶς καὶ ἐμφανῶς εἰς κάθε ἕνα, ὁ ὁ-
1858ποῖος δὲν ἤθελε νὰ ἐθελοτυφλῇ. Καταστροφὴ τῆς Σερβίας,
1859συμπράξει τῆς Βουλγαρίας, ἐξησφάλιζε τὴν πραγματοποίη-
1860σιν τῶν μᾶλλον παραβόλων ἀξιώσεων τῆς Βουλγαρίας ἐπὶ τῆς
1861ἡγεμονίας εἰς τὸν Αἷμον. Κατασύντριψις τῆς Σερβίας, συμ-
1862πράξει τῆς Βουλγαρίας, ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ὅπως
1863γνωρίζετε ἤδη, πρὸ δύο περίπου ἐτῶν, δεκαὲξ νέους νομοὺς καὶ
1864ὀγδοήκοντα ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας προσετέθησαν βραδύτε-
1865ρον οἱ νομοὶ Πρισρένης καὶ Πριστίνης. Δεκαοκτὼ ὅλους νο-
1866μοὺς ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τῶν ὅ-
1867σων θὰ δώσῃ ἡ Δοβρουτσᾶ, ἴσως καὶ ἡ Ἀλβανία, δι’ ἐξόδου
1868εἰς τὴν Ἀδριατικήν.
1869Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταί: Ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ Στέμ-
1870ματος καὶ τῶν ἀνεπισήμων συμβούλων του, ἡ ἐνέργεια αὕτη
1871ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίθεσις τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερ-
1872βίας, ἀσχέτως πρὸς τὴν συμμετοχὴν ἡμῶν εἰς τὸν πόλεμον,
1873ἐπετρέπετο; Ἐπετρέπετο νὰ λεχθῇ ἐκ τῶν προτέρων πρὸς τὴν
1874Βουλγαρίαν ὅτι θὰ ἐμένομεν ἀδιάφοροι; Ἡ πολιτικὴ τοῦ
1875Στέμματος ἦτο πολιτικὴ εὐμενοῦς οὐδετερότητος πρὸς τὴν
1876Σερβίαν, ἢ πολιτικὴ προδοσίας πρὸς αὐτήν;
1877§41ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προδοσίας! Προδοσίας!
1878§42Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐρωτῶ: Ἦτο
1879ἐκείνη πολιτικὴ Ἑλληνική, πολιτικὴ Ἑλληνικὴ ἔστω καὶ φι-
1880λοβουλγαρίζουσα, ἢ ἦτο πλέον καθαρῶς πολιτικὴ ξένη, πολι-
1881τικὴ ἀντεθνική, πολιτικὴ Βουλγαρικὴ ἢ Γερμανική; Τί ὑπε-
1882χρέου τὸ Στέμμα, τί ὑπεχρέου τὸν ἔκπτωτον Βασιλέα νὰ δώ-
1883σῃ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτήν, πρὶν ἀκόμη γίνῃ ἡ ἐπίθεσις; Ἐ-
1884ρωτῶ, καὶ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ πρώτη
1885φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς ὑπαιτίους, οὐ-
1886δέποτε ἐδόθη ἀπάντησις.
1887Διατί τὸ ἔλεγον ἐκ τῶν προτέρων; Διατί νὰ ἐξασφαλίσω-
1888μεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἐπίθεσιν ἐκ τῆς Βουλγαρίας; Καὶ
1889ἐρωτῶ: Τί, ἐπὶ τέλους, ἀντάλλαγμα ἔλαβαν διὰ τὴν ἀτιμίαν
1890αὐτήν; Ποῦ εἶναι, ἐπὶ τέλους, τὰ τριάκοντα ἀργύρια τῆς προ-
1891δοσίας; Οὔτε τὰ ἀνταλλάγματα, κύριοι, βλέπομεν, οὔτε τὰ
1892ἀργύρια τῆς προδοσίας. Τὸ ἐλατήριον ἦτο ἓν καὶ μόνον: «Ἡ
1893Γερμανία ὑπὲρ πᾶν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ». Αὐτὸ ἦτο τὸ μόνον
1894ἐλατήριον, αὐτὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ τοῦ Στέμματος τὴν ἐποχὴν
1895ἐκείνην. Ἡ Γερμανία εἶχε συμφέρον νὰ συντρίψῃ τὴν Σερ-
1896βίαν, διὰ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Τουρ-
1897κίας. Ἡ Γερμανία εὕρισκε πρόσκομμα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀ-
1898πειλήν, ὄχι εἰς τὴν μετοχήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἁπλῆν ἀπειλὴν
1899τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἔπρεπε τὸ πρόσκομ-
1900μα τοῦτο νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν, νὰ τὸ θέσωμεν ἐκποδών, μὴ δυ-
1901νάμενοι καὶ μὴ τολμῶντες νὰ ταχθῶμεν φανερὰ πρὸς τὸ μέ-
1902ρος τῆς Γερμανίας, διότι ἐφοβούμεθα ἐσωτερικὴν ἐξέγερσιν
1903καὶ μᾶς ἐπτόουν τὰ τηλεβόλα τοῦ Ἀγγλογαλλικοῦ στόλου.
1904§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1905ἐπιτρέψετε εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους νὰ δώσωσιν ἐξηγή-
1906σεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου;
1907§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει κανεὶς
1908δυστυχῶς, ὁ ὁποῖος ν’ ἀναλαμβάνῃ τὰς εὐθύνας.
1909§45Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀπευθύνεσθε εἰς ἐμέ.
1910§46Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δικαίῳ τῷ λόγῳ.
1911§47Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξακολουθήσω
1912τὴν παρατήρησιν. Ἀφοῦ δὲν δύνανται νὰ δώσωσιν ἐξηγήσεις,
1913διατί ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἔχουν;
1914§48Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ
1915Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπαντῶν εἰς τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Κα-
1916φαντάρη, εἶπεν ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ.
1917§49Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι. Εἶπον ὅτι ἠρώτησα τὸν κ. Πρόε-
1918δρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν συγκαταλέγῃ καὶ ἐμὲ εἰς τοὺς ὑ-
1919πευθύνους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1915 καὶ μοὶ εἶπεν «ὄχι».
1920§50Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον γνώμην καὶ λέ-
1921γω πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας: «Δὲν εἶσθε
1922σεῖς ἐν τῷ δικαίῳ τῷ λόγῳ, διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἶσθε ὁ
1923μόνος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος ὑπεστηρίξατε τὴν παρά-
1924δοσιν τοῦ Ροῦπελ».
1925§51Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπατᾶσθε.
1926§52Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ τοιαύτην, κύ-
1927ριοι, κατάστασιν πραγμάτων, ἀγνοουμένην, φυσικά, παρ’ ἐμοῦ,
1928ἀποκρυπτομένην ὑπὸ τοῦ τότε Βασιλέως, ἀναλαμβάνω τὴν
1929Ἀρχήν. Σπεύδω, ὅπως εἶπον, νὰ κάμω τὰς δηλώσεις μου εἰς
1930τὴν Βουλήν, νὰ κάμω τὰς δηλώσεις μου εἰς τὴν Σερβίαν καὶ
1931τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ἀλλὰ σπεύδω νὰ κάμω τὰς
1932δηλώσεις μου καὶ πρὸς τὴν Γερμανίαν, λέγων: «Ἡ προϋπό-
1933θεσις ἐνδεχομένης ἐπιθέσεως τῶν συνδυασμένων Αὐστρογερμα-
1934νικῶν δυνάμεων κατὰ τῆς Σερβίας, δὲν παύει νὰ ἀπασχολῇ ζω-
1935ηρῶς τὴν Βασιλικὴν Κυβέρνησιν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς
1936ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἐκδηλουμένης προσεγγίσεως τῆς Βουλ-
1937γαρίας πρὸς τὰς Κεντρικὰς Αὐτοκρατορίας. Ἐὰν ἡ προσέγ-
1938γισις αὕτη εἶχεν ὡς μόνον ἀποτέλεσμα τὴν ἐξασφάλισιν τῆς
1939ἐλευθέρας διόδου τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων διὰ τῆς Βουλγα-
1940ρίας, οὐδένα λόγον θὰ εἴχομεν ὅπως ἀνησυχοῦμεν. Ἀλλ’ ἐάν,
1941ἐπωφελουμένη τῆς ἀφίξεως τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων, ἡ
1942Βουλγαρία ἐπεχείρει νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, δὲν θὰ ἠ-
1943δυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν ἀπαθεῖς ἐνώπιον τοῦ ἐνδεχομένου
1944πιθανῆς συντριβῆς τῆς συμμάχου μας παρὰ τῆς Βουλγαρίας.
1945Ἀφιεμένης κατὰ μέρος τῆς ἐκτάσεως τῶν ἐκ τῆς συμμαχίας
1946ὑποχρεώσεών μας, τὸ ζωτικὸν ἡμῶν συμφέρον μᾶς ἐπιβάλλει
1947νὰ πράξωμεν τὸ πᾶν ὅπως προλάβωμεν τὴν Βουλγαρικὴν νί-
1948κην, ἧς ἀκολούθως, θᾶττον ἢ βράδιον, θὰ εἴμεθα τὰ πρῶτα
1949θύματα. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀναμφιβόλως πρὸ
1950ὀφθαλμῶν τὰ διάφορα ταῦτα ἐνδεχόμενα, ἀποφασίζουσα τὴν
1951διὰ τῆς Βουλγαρίας ἐκστρατείαν. Θὰ ἦτο ἐν τούτοις καλὸν
1952νὰ ἐπωφεληθῆτε καταλλήλου εὐκαιρίας, ἵνα ἐκθέσητε ἐκ νέου
1953τὰς ἰδέας ταύτας, ὡς προσωπικάς σας γνώμας, λέγοντες ὅτι
1954αὗται ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἐν τῇ Χώρᾳ ἐπικρατοῦν φρόνημα.
1955Νομίζομεν ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει συμφέρον νὰ
1956ἐκραγῇ Βαλκανικὸς πόλεμος καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιθυμοῦ-
1957σα ὅπως ἡ Ἑλλὰς μὴ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος. Δυνάμεθα
1958κατόπιν τούτου νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι, ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, καὶ ἐν
1959ᾗ ἔτι περιπτώσει διωργανοῦτο ἡ ἐκστρατεία τῆς Ἀνατολῆς,
1960θὰ ἀσκήσῃ ἅπασαν τὴν ἐπιρροὴν αὐτῆς ὅπως συγκρατήσῃ τὴν
1961Βουλγαρίαν, ἀποτρέπουσα αὐτὴν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερ-
1962βίας, καὶ ἐξασφαλίσῃ οὕτω τὴν διατήρησιν τῆς ἡσυχίας εἰς τὰ
1963ἡμέτερα σύνορα».
1964Ἐννοεῖτε μὲ ποῖον σαρκασμὸν καὶ μυκτηρισμὸν ὁ κ. Γιάγ-
1965κος θὰ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ, ἐὰν ὑποτεθῇ
1966ὅτι καὶ ὁ πρεσθευτής μας δὲν ἦτο εἰς γνῶσιν τῶν τεκταινο-
1967μένων καὶ τὸ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον.
1968Ἕνα μῆνα μόλις μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς ἀνεκοι-
1969νοῦτο ὑπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ ἡμῶν ἐν Σόφιᾳ κ. Ναούμ, ὅτι ἡ Βουλ-
1970γαρία ἀπεφάσισε τὴν μερικὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ στρατοῦ αὑ-
1971τῆς. Ἀνῆλθον εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ἐζήτησα, ἂν ἐπιβεβαιω-
1972θῇ ἡ εἴδησις, νὰ ἐπιστρατεύσωμεν ἀμέσως τὰ δύο ἐν Μακεδο-
1973νίᾳ Σώματα στρατοῦ, τὸ τρίτον καὶ τὸ τέταρτον, τὰ ὁποῖα καὶ
1974πρὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἦσαν ἐνισχυμένα, κατὰ τὴν στρα-
1975τιωτικὴν γλῶσσαν, καὶ δύο μεραρχίαι των ἦσαν ἐπιστρατευ-
1976μέναι, ἡ μιὰ ἐντελῶς καὶ ἡ δευτέρα μερικῶς. Ἐζήτησα λοι-
1977πὸν ὅπως ἐπιστρατευθῶσι τὰ δύο Σώματα ἐν περιπτώσει ἐπι-
1978στρατεύσεως τῆς Βουλγαρίας, πρὸς ἀσφάλειαν ἡμῶν.
1979Ἡ πρότασίς μου ἐγένετο δεκτή. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν ἐπιοῦ-
1980σαν ἦλθε τηλεγράφημα τοῦ κ. Ναούμ, ἀγγέλλον ὅτι ἡ Βουλ-
1981γαρία ἐκήρυξε γενικὴν ἐπιστράτευσιν. Τὸ τηλεγράφημα ἔ-
1982φθασε, νομίζω, περὶ τὴν 9½ τῆς πρωΐας. Ὁ Βασιλεὺς εὑ-
1983ρίσκετο εἰς Δεκέλειαν. Ἐζήτησα τηλεφωνικῶς νὰ μὲ δεχθῇ,
1984διὰ νὰ τοῦ ἀνακοινώσω τὴν εἴδησιν τῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς
1985Βουλγαρίας καὶ τοῦ ὑποβάλω Διάταγμα γενικῆς πλέον Ἑλ-
1986ληνικῆς ἐπιστρατεύσεως. Δὲν μὲ ἐδέχθη ἀμέσως· μὲ ἐδέχθη
1987εἰς τὰς 5 μ.μ. (Αἴσθησις).
1988Ἐκάλεσα προηγουμένως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐμεί-
1989ναμεν σύμφωνοι, καὶ ἀνέθηκα εἰς τὸν συνάδελφον Ὑπουργὸν
1990τῶν Στρατιωτικῶν ἀντιστράτηγον Δαγκλῆν νὰ καλέσῃ τὸν
1991Ἐπιτελάρχην καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν τὴν σύνταξιν τοῦ Δια-
1992τάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐγὼ θὰ ἀνηρχόμην εἰς τὰς 5
1993μ.μ., ὁ κ. Δαγκλῆς θὰ ἀνήρχετο μετὰ 1 καὶ ½ ὥραν, ὅτε
1994ἐγὼ θὰ εἶχα περατώσει τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ θὰ εἶχεν ἕτοιμον
1995τὸ Διάταγμα πρὸς ὑπογραφήν.
1996Ἀλλ’ ὅταν εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ
1997μερικῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ περὶ γενικῆς, ἀφοῦ εὑρισκό-
1998μεθα ἐνώπιον Βουλγαρικῆς ἐπιστρατεύσεως γενικῆς, τότε ἀ-
1999πεκαλύφθησαν οἱ σκοποὶ καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ Βασιλέως. Δὲν
2000μοῦ εἶπε, βεβαίως, ὅτι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ βοηθήσω-
2001μεν τὴν Σερβίαν· αὐτὸ δὲν ἐτόλμησε νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ, διότι ἤ-
2002ξευρε πολὺ καλὰ ὑπὸ ποίους ὅρους ὑπεγράφη ἡ Συνθήκη αὐτὴ
2003καὶ πόσον σαφὴς ἦτο ἡ ὑποχρέωσις ἡμῶν νὰ βοηθήσωμεν τὴν
2004Σερβίαν καὶ εἰς Εὐρωπαϊκὸν καθαρῶς πόλεμον, ἀλλὰ μοὶ εἶ-
2005πεν: «Ἠξεύρετε, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ βοηθήσωμεν τὴν Σερβίαν,
2006διότι ἡ Γερμανία θὰ νικήσῃ, καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ νικηθῶ!»
2007Ἀνέπτυξα κατὰ πρῶτον λόγον τὴν στρατιωτικὴν ἄποψιν
2008τοῦ ζητήματος. Ἐπέστησα, ἑπομένως, τὴν προσοχήν του ἐπὶ
2009τῶν τοπικῶν ὅρων τῆς Βαλκανικῆς, ἐπέστησα τὴν προσοχήν
2010του ἐπὶ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος, ἐπέστησα
2011τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ἐλλείψεως μέσων συγκοινωνίας ἐν
2012τῇ Χερσονήσῳ τῇ Βαλκανικῇ καὶ ὑπεστήριξα ὅτι κατὰ τὴν
2013ἐμὴν πεποίθησιν, ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἐλπίδα τὴν σοβαράν, ἐὰν
2014ἡμεῖς ἐπιτιθέμεθα κατὰ τῶν Βουλγάρων, προκειμένου νὰ ἐπι-
2015τεθῶσιν οὗτοι ἀπὸ ἑνὸς μετώπου κατὰ τῶν Σέρβων, ὑπῆρχε
2016πιθανότης, μὲ τὸ ἠθικὸν τὸ ἀκμαῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Ἑλ-
2017ληνικὸς Στρατὸς καὶ τὸ πεπτωκὸς ἠθικόν, τὸ ἐκ τῆς προσφά-
2018του ἥττης, τοῦ Βουλγαρικοῦ, ὑπῆρχε πᾶσα πιθανότης ὅτι θὰ
2019ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν νίκην κατὰ τῶν Βουλγάρων καὶ θὰ
2020ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν καὶ ἄφιξιν ἡμῶν εἰς τὴν πρωτεύου-
2021σαν τῆς Βουλγαρίας.
2022Ἀνέφερα εἰς αὐτὸν τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζεν ἤδη,
2023ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶχε μόνον 400 βολὰς κατὰ τηλεβόλον, ὅσαι
2024δὲν φθάνουν οὐδὲ δι’ ἁπλῆν σοβαρὰν σημερινὴν μάχην, ὥστε,
2025ἂν κατωρθοῦμεν ἐπὶ ἕνα μῆνα νὰ προλάβωμεν τὴν κατασυντρι-
2026βὴν τῆς Σερβίας, θὰ ἠδυνάμεθα ἄνευ σοβαρᾶς ἀντιστάσεως
2027νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Σόφιαν. Ἀλλὰ εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα
2028ὅτι, καὶ ἂν δὲν κατορθώσωμεν νὰ συντρίψωμεν ἐγκαίρως τὴν
2029Βουλγαρίαν, θὰ φθάσωμεν ὅμως, διατηροῦντες τὴν ἐπαφήν
2030μας μετὰ τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ καί, ὑποχωροῦντος τοῦ Σερ-
2031βικοῦ στρατοῦ ἐνώπιον ἀνωτέρας Γερμανικῆς πιέσεως, θὰ
2032φθάσωμεν εἰς ἓν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς θὰ
2033ἐξετείνετο ἀπὸ τῶν συνόρων μας τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδο-
2034νίας διὰ τῆς κοιλάδος τῆς Στρωμνίτσης πρὸς τὸ Κριβολὰκ
2035καὶ Τέτοβον, θὰ ἐφθάνομεν εἰς τοιαύτην γραμμήν, πέραν τῆς
2036ὁποίας πρόοδος Αὐστρογερμανικὴ ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατος, ἐκ
2037μηχανικῶν λόγων. Διότι, γνωρίζετε, κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ
2038ἀνάγκαι τοῦ ἀνεφοδιασμοῦ τοῦ σημερινοῦ πολέμου. Μία σιδη-
2039ροδρομικὴ γραμμὴ ἁπλῆ, ὅπως εἶναι αἱ τοῦ Βαλκανικοῦ με-
2040τώπου, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξυπηρετήσῃ στρατὸν περισσότερον
2041τῶν 120 ἕως 130 χιλιάδων ἀνδρῶν. Τούτου λαμβανομένου ὑπ’
2042ὄψει, ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν νὰ
2043συγκεντρώσωσιν εἰς τὸ μέτωπον τοῦτο καὶ ἐφοδιάσωσι στρα-
2044τὸν οὐχὶ ἀνώτερον ἀπὸ τὸν ἰδικόν μας καὶ τὸν Σερβικόν, κα-
2045θὼς καὶ ἀπὸ τὸν Ἀγγλογαλλικόν, ὁ ὁποῖος βαθμιαίως θὰ ἤρ-
2046χετο, ἀλλ’ οὔτε ἴσον κἄν πρὸς τὰ ⅔ αὐτοῦ.
2047Θὰ μοὶ εἴπητε: Καὶ διατί αὐτοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐφοδιάσω-
2048σι στρατὸν ἴσον πρὸς τὸν ἰδικόν σας, ἀλλὰ μόνον τὰ δύο τρίτα,
2049ἐνῷ σεῖς ἠδύνασθε νὰ ἐφοδιάσητε περισσότερον στρατόν; Διότι
2050ὁ στρατὸς τῶν Βουλγάρων εἶχε πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτοῦ μίαν
2051σιδηροδρομικὴν γραμμήν, τὴν γραμμὴν τοῦ Βαρδάρ, καὶ ἑτέ-
2052ραν γραμμὴν ἴσως, τὴν γραμμὴν Σόφιας–Φιλιππουπόλεως,
2053ἐνῷ ἡμεῖς εἴχομεν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος τρεῖς σιδηροδρομικὰς
2054γραμμάς, εἴχομεν ἑπομένως μίαν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν
2055πλειοτέραν ἐκείνων.
2056Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Τὸ κέντρον τοῦ ἐφοδιασμοῦ διὰ
2057τοὺς ἀντιπάλους μας ἦτο ἡ Βουδαπέστη, ἐνῷ τὸ κέντρον ἡμῶν
2058ἦτο εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Τότε δέ, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὰ ἀπο-
2059τελέσματα τοῦ ὑποβρυχιακοῦ πολέμου ἦσαν ἐντελῶς ἀσήμαντα
2060καὶ δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψει, ἀπὸ δὲ τοῦ κέντρου τοῦ ἐφοδια-
2061σμοῦ ἡμῶν, τῆς Θεσσαλονίκης, πρὸς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν
2062ὥρισα ὡς γραμμὴν ἐνδεχομένης ὑποχωρήσεως τοῦ Σερβικοῦ
2063στρατοῦ καὶ ἡμῶν, ἡ ἀπόστασις εἶναι πολὺ μικροτέρα παρὰ ἡ
2064ἀπόστασις πρὸς τὴν Βουδαπέστην, ἐνῷ συγχρόνως ἦτο δυνατὴ
2065ἡ κατασκευὴ πλειόνων ὁδῶν ἁμαξιτῶν καθέτων πρὸς τὸ μέ-
2066τωπον ἡμῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύναντο κάλλιστα νὰ ἐξυπηρε-
2067τῶνται τὸ στράτευμα τὸ Ἑλληνικὸν καὶ τὸ Σερβικόν.
2068Ἔλεγα λοιπὸν εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι ἡ Γερμανία, καὶ ἂν εἶχε
2069διαθέσιμα 5 ἑκατομμύρια στρατοῦ εἰς ἄλλα μέτωπα, δὲν ἠδύ-
2070νατο νὰ τὰ φέρῃ ἐδῶ, ἑπομένως ὁ φόβος τοπικῆς ἡμῶν ἥττης
2071ἦτο ἀδικαιολόγητος καὶ οὐδεὶς ὑπῆρχε φόβος νὰ ὑποστῶμεν
2072τὴν τύχην τοῦ Βελγίου, μὲ τὴν ὁποίαν ἠπείλουν τὴν δημοσίαν
2073γνώμην οἱ τοῦ Ἐπιτελείου. Ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ συζήτησις
2074ἀπεδεικνύετο δυστυχῶς ἀτελεσφόρητος. Ἐπιχειρήματα δὲν μοὶ
2075ἀντετάσσοντο, ἀλλὰ τὸ λέϊτ μοτὶβ ἦτο πάντοτε ἕν: «Δὲν θέ-
2076λω νὰ λάβω μέρος, θὰ ἡττηθῶμεν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, δὲν
2077θέλω νὰ λάβω μέρος».
2078Ἠναγκάσθην τότε νὰ προβάλω τὸ βαρὺ πυροβολικόν, νὰ με-
2079ταχειρισθῶ τὰ ἡρωϊκὰ φάρμακα, καὶ εἶπα: «Μεγαλειότατε,
2080δὲν κατώρθωσα νὰ σᾶς πείσω, λυποῦμαι πολύ, ἀλλ’ ἔχω κα-
2081θῆκον νὰ σᾶς εἴπω, ὡς ἀντιπρόσωπος τὴν στιγμὴν ταύτην
2082τῆς Λαϊκῆς Κυριαρχίας, ὅτι δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ
2083διαφωνήσετε πρὸς ἐμὲ τὴν φορὰν αὐτήν. Ὁ λαὸς διὰ τῶν ἐκ-
2084λογῶν τῆς 31ης Μαΐου ἐνέκρινε τὴν πολιτικήν μου, μοὶ πα-
2085ρέσχε τὴν ἐμπιστοσύνην του. Ἐγνώριζε δέ, ὅτι ἡ βάσις τῆς πο-
2086λιτικῆς μου ἦτο νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ
2087συντρίψῃ τὴν Σερβίαν, διὰ νὰ ὑπεροξογκωθῇ καὶ συντρίψῃ καὶ
2088ἡμᾶς αὔριον. Δὲν δύνασθε λοιπὸν τὴν στιγμὴν αὐτὴν ν’ ἀπο-
2089μακρυνθῆτε ἀπὸ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ἐκτὸς ἐὰν ἀποφασί-
2090σετε νὰ θέσετε κατὰ μέρος τὸ πολίτευμα, ὁπότε ὀφείλετε νὰ
2091τὸ εἴπητε σαφῶς δι’ ἑνὸς Διατάγματος, καταργοῦντες τὸ πο-
2092λίτευμα καὶ ἀναλαμβάνοντες τὰς εὐθύνας».
2093Μοῦ εἶπεν: «Ἠξεύρετε, ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι εἶμαι ὑπο-
2094χρεωμένος νὰ ὑπακούω εἰς τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν ὅταν πρό-
2095κειται διὰ τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα τῆς Χώρας, ἀλλ’ ὅταν
2096πρόκειται διὰ τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, τὰ μεγάλα Ἐθνικὰ ζη-
2097τήματα, θεωρῶ ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἓν
2098πρᾶγμα εἶναι σωστὸν ἢ ὅτι δὲν εἶναι σωστόν, ὀφείλω νὰ ἐπι-
2099μείνω νὰ γίνῃ ἢ νὰ μὴ γίνῃ, διότι ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος ἀπέ-
2100ναντι τοῦ Θεοῦ» (Ζωηροτάτη αἴσθησις).
2101Ἐννοεῖτε ποία ἡ ἐντύπωσις ἥτις παρήχθη ἐν ἐμοί. Ἐνθυ-
2102μοῦμαι ὅτι ἕνα αἴσθημα ὀδυνηρὸν μὲ κατέλαβε καὶ μὲ τὰς χεῖ-
2103ρας ἡνωμένας ἐκίνησα μελαγχολικῶς τὴν κεφαλὴν καὶ εἶπα:
2104«Ἀλλοίμονον! εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῆς θεωρίας τῆς ἐλέῳ
2105Θεοῦ βασιλείας! Δυστυχὴς Ἑλλάς!» Εἶπα δὲ μετ’ ὀλίγον
2106εἰς τὸν Βασιλέα: «Ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις δὲν δύ-
2107ναμαι ν’ ἀναλάβω ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ πολιτεύματος, ἀφοῦ δὲ ἐ-
2108πέστησα τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, εἶμαι διατε-
2109θειμένος νὰ δώσω τὴν παραίτησίν μου καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ
2110τὴν δεχθῆτε».
2111Τότε ὁ τέως Βασιλεὺς μοὶ λέγει: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ
2112παραιτηθῆτε τώρα, ἀφοῦ ἡ Βουλγαρικὴ ἐπιστράτευσις ἐκηρύ-
2113χθη χθές; Ὅπως γνωρίζετε, εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις δὲν
2114πρέπει νὰ ἀργοποροῦμεν οὔτε 24 ὥρας».
2115Τότε τοῦ λέγω: «Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ὅτι ἡ πο-
2116λιτικὴ τῶν διαδόχων μου θὰ εἶναι πολιτικὴ ἐπιστρατεύσεως.
2117Ἐγὼ θεωρῶ ὅτι θὰ εἶναι τοιαύτη, διότι ὅσον καὶ ἂν ἐγκαταλεί-
2118ψητε τὴν Σερβίαν, δὲν γνωρίζετε τί δύναται νὰ γίνῃ, ἐφ’ ὅσον
2119τοὐλάχιστον δὲν ἀσφαλισθῆτε ὅτι ἡ Βουλγαρία δὲν θὰ ἐπιτεθῇ
2120πρῶτον καθ’ ἡμῶν. Δὲν δύναμαι ὅμως καὶ νὰ ἐπιβάλω πολι-
2121τικὴν εἰς τοὺς διαδόχους μου. Δὲν δύναμαι νὰ προβῶ εἰς τοιοῦ-
2122τον σοβαρὸν μέτρον. Καλέσατε ἀμέσως τὴν διάδοχον Κυβέρ-
2123νησιν ὅπως ὁρκισθῇ, ἔστω καὶ μὲ τέσσαρας Ὑπουργοὺς προ-
2124σωρινῶς, καὶ δὴ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καλέσατέ
2125την ἀμέσως τὸ ἑσπέρας καὶ κοινοποιήσατε τὸ Διάταγμα τῆς
2126ἐπιστρατεύσεως. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ὑπογράψω τοιοῦτον Διά-
2127ταγμα, ἀφοῦ ὑπέβαλα παραίτησιν».
2128Καὶ μοὶ λέγει τότε: «Καὶ ἐπὶ τέλους, ποῖος μᾶς βεβαιοῖ
2129ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας; Δυνατὸν νὰ
2130τηρήσῃ ἔνοπλον οὐδετερότητα (ἐνθυμεῖσθε ὅτι τοῦτο ἐλέγετο
2131τότε) καὶ πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπιτεθῇ ἡ Βουλγαρία κατὰ
2132τῆς Σερβίας, ὅτε αἴρεται ἡ διαφωνία καὶ δύνασθε νὰ ἐξακο-
2133λουθήσητε παραμένοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐφαρμόζον-
2134τες τὴν πολιτικήν σας». Μὲ ἔπεισεν οὕτω νὰ παραμείνω καὶ
2135ὑπογράψω τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐνῷ, ὡς ἀπε-
2136δεικνύετο ἐκ τῶν ὑστέρων, εἶχεν ἤδη δώσει ὅλας τὰς διαβε-
2137βαιώσεις του πρὸς τὸν Κάϊζερ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ κτυπήσῃ τοὺς
2138συμμάχους του.
2139Σᾶς ἀφίνω νὰ ἐκτιμήσητε τώρα τὴν εὐθύτητα τοῦ Βασι-
2140λέως ἐκείνου πρὸς τὸν ὑπεύθυνον τότε Πρωθυπουργόν, τὸν ὁ-
2141ποῖον ἐξηπάτα ὅτι δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς γνώμης αὐτῆς.
2142§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔκαμε καὶ τὸ ἀνακοινωθέν.
2143§54Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Τὸ ὅτι ὅ-
2144μως δὲν ἤμην ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ Στέμμα, τοῦτο τὸ ἐγνώρι-
2145ζεν ὅλος ὁ κόσμος. Ὁ Τύπος, ἔχων τὰς πληροφορίας του ἐκ
2146τοῦ Ἐπιτελείου, ἔγραφε τὴν πρωΐαν ὅτι ὁ Βασιλεὺς μὲ τὸν
2147Βενιζέλον δὲν εἶναι σύμφωνος καθ’ ὅλα, ἔγραφεν ὅτι, ἐνῷ ὁ
2148Βασιλεὺς θέλει τὴν ἐπιστράτευσιν διὰ τὴν ἄμυναν, ὁ Βενιζέ-
2149λος τὴν θέλει διὰ τὸν πόλεμον.
2150Ἀνέρχομαι τότε τὴν ἑπομένην ἡμέραν τεταραγμένος εἰς τὰ
2151Ἀνάκτορα καὶ λέγω εἰς τὸν Βασιλέα: «Μεγαλειότατε, ἡ
2152συμπεριφορὰ τοῦ Ἐπιτελείου εἶναι ἀνυπόφορος· διότι καθ’ ἣν
2153στιγμὴν ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ ὑπογράψητε τὸ Διάταγμα τῆς
2154ἐπιστρατεύσεως, δὲν δύναται τὸ Ἐπιτελεῖον νὰ λέγῃ εἰς τὸν
2155Τύπον τὸν ἀντιβενιζελικὸν καὶ Αὐλικὸν νὰ γράφῃ αὐτὰ τὰ ὁ-
2156ποῖα γράφει, διότι ἐξασθενεῖ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς ἐπιστρα-
2157τεύσεως. Νὰ προσκαλέσητε τὸν Ἐπιτελάρχην καὶ νὰ τακτο-
2158ποιήσητε τὴν γλῶσσαν τῶν Αὐλικῶν. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτρέψητε
2159ἐπίσης νὰ δημοσιευθῇ καὶ τὸ ἀνακοινωθὲν τοῦτο, ἐν τῷ ὁποίῳ
2160λέγω ὅτι «τὸ Στέμμα εὑρέθη σύμφωνον μὲ τὴν ὑπεύθυνον Κυ-
2161βέρνησιν ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύγκλησιν τῆς ἐπιστρατεύ-
2162σεως, ἀλλὰ καὶ τὴν μέλλουσαν πολιτικήν». Διότι μόνον ὑπ’
2163αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἔλεγον εἰς τὸν Βασιλέα, εἶναι δυνατὸν νὰ
2164ἀσκηθῇ δύναμις ἐκφοβιστικὴ κατὰ τῶν Βουλγάρων. Καὶ ἐνέ-
2165κρινε τὸ ἀνακοινωθὲν ὁ Βασιλεύς. Ἐγὼ δὲ ὁ ἀφελὴς ἐπίστευα
2166ὅτι δυνατὸν νὰ ἔχουν σημασίαν τινὰ αὐτά, μὴ γνωρίζων μέχρι
2167τῆς ὥρας ποῖαι διαβεβαιώσεις εἶχον δοθῆ εἰς τὴν Γερμανίαν.
2168Σημειωτέον, κύριοι, ὅτι διὰ τὸ πολεμικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον
2169μᾶς ἀπησχόλει, τὸ ζήτημα τῆς ὑποχρεώσεως ἡμῶν πρὸς βοή-
2170θειαν τῆς Σερβίας, ὁ Βασιλεύς, ὅταν ἐπεκαλέσθην τὴν ἐτυ-
2171μηγορίαν τῶν ἐκλογῶν, οὔτε κἂν διενοήθη νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι ἠμ-
2172φισβήτει τοῦτο. Ὄχι. Αὐτὸ εἶναι εὕρημα τῶν σωτήρων. Ὁ
2173Βασιλεὺς οὔτε τὴν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν τῆς Σερβικῆς Συνθή-
2174κης ἠμφισβήτησεν, οὔτε τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν, ἀλλ’ ἔλε-
2175γεν ὅτι «αὐτὸ δὲν δεσμεύει ἐμέ, παρὰ μόνον διὰ τὰ ἐσωτερικὰ
2176ζητήματα καὶ ὄχι διὰ τὰ ἐξωτερικά». Ἦτο ἐμφανές, ὅτι ὁ
2177Βασιλεὺς ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶχε μεταβληθῆ εἰς Μο-
2178νάρχην ἐλέῳ Θεοῦ.
2179Ἀλλά, διαρκούσης τῆς συζητήσεως διὰ τὴν βοήθειαν ὑπὲρ
2180τῆς Σερβίας, ἦλθεν εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν
2181ἀνακινήσει τὸ Ἐπιτελεῖον, ὑποστηρίζον ὅτι ἡ Σερβία δὲν ἠ-
2182δύνατο νὰ διαθέσῃ, ὡς ὑπεχρεοῦτο ἐκ τῆς στρατιωτικῆς Συμ-
2183βάσεως, 150,000 μαχητῶν εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Βουλγα-
2184ρίας. Χωρὶς καθόλου νὰ ἐξετάσω ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη ὑποχρέω-
2185σις τῆς Σερβίας, εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα: «Δὲν νομίζετε ὅτι
2186θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῇ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, καὶ ἀκόμη πε-
2187ρισσότερον, διὰ νὰ αὐξηθῇ οὐσιωδῶς ἡ στρατιωτικὴ δύναμις
2188ἡμῶν καὶ τῶν Σέρβων καὶ δι’ ἐπικουρίας Ἀγγλογάλλων, δὲν
2189νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν τοὺς Ἀγγλογάλλους, μή-
2190πως ἠδύναντο νὰ μᾶς δώσουν αὐτοὶ 150,000 λόγχας; Διότι,
2191ἂν τὰς δώσουν αὐτοί, τότε θὰ ἔχωμεν μὲ τὰς 200,000 λόγ-
2192χας τῶν Σέρβων καὶ τὰς 150,000 ἰδικάς μας, 500,000 λόγ-
2193χας, ἤτοι 800 περίπου χιλιάδας στρατοῦ, δὲν δύνανται δὲ οἱ
2194Βούλγαροι καὶ οἱ Αὐστρογερμανοὶ νὰ στρέψωσιν οὔτε τὸ ἥ-
2195μισυ ἀπέναντί μας». Ὁ Βασιλεὺς εἶπε: «Βέβαια, ἀλλὰ νὰ ἀ-
2196ποστείλωσιν ὄχι ἀποικιακὸν στρατόν, ἀλλὰ Μητροπολιτικόν».
2197Δὲν λέγω τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐ-
2198δέχθη τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἐὰν μᾶς δώσουν 150,000 μαχη-
2199τὰς οἱ Ἀγγλογάλλοι, νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος. Ὁ ἄν-
2200θρωπος ἦτο ἀποφασισμένος ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ ἐξέλθῃ.
2201Ἀλλ’ εὑρισκόμενος ἐνώπιον αὐτῆς τῆς ἐρωτήσεως, δὲν ἐνό-
2202μισεν ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ μοῦ εἴπῃ: «Μὴ τὸ κάνῃς».
2203Ἐγὼ ἀνεχώρησα περὶ τὴν 6 καὶ ¼–6½ μ.μ. ἀπὸ
2204τὰ Ἀνάκτορα, ἐνῷ ὁ κ. Δαγκλῆς εἰσήρχετο ἵνα ὑπογραφῇ τὸ
2205Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐπέστρεψα εἰς τὸ Ὑπουρ-
2206γεῖον εἰς τὰς 7 μ.μ. καὶ ἐτηλεφώνησα εἰς τοὺς πρεσβευτὰς
2207τῆς Συνεννοήσεως νὰ ἔλθουν εἰς συνάντησίν μου ἐπειγόντως,
2208ὅτε δὲ ἦλθον τοῖς ἀνήγγειλα ὅτι ὑπογράφεται αὐτὴν τὴν στιγ-
2209μὴν Διάταγμα ἐπιστρατεύσεως, τὸ ὁποῖον δημοσιεύεται ἀπόψε,
2210ἀλλὰ διὰ τὴν περαιτέρω πορείαν μας μοῦ ἀναγκαιοῖ νὰ γνω-
2211ρίζω ἐὰν αἱ Δυνάμεις θὰ ἦσαν διατεθειμέναι ν’ ἀναπληρώσω-
2212σιν αὐταὶ τὰς 150,000 λόγχας, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς Συνθήκης
2213μὲ τὴν Σερβίαν ὑποχρεοῦται ἡ Σερβία νὰ διαθέσῃ πρὸς πόλε-
2214μον κατὰ τῆς Βουλγαρίας. Οἱ πρέσβεις μοὶ ὑπεσχέθησαν νὰ
2215τηλεγραφήσουν καὶ ἀμέσως ἔστειλαν τηλεγράφημα ἐξαιρέτως
2216ἐπεῖγον καὶ μοὶ προσέθηκαν ὅτι θὰ μοὶ ἀνακοινώσωσι τὴν ἀ-
2217πάντησιν.
2218Τοῦτο ἐγένετο περὶ τὴν 8ην μ.μ. Τὴν 8ην καὶ ¼ ὅμως
2219φθάνει ὁ κ. Μερκάτης καὶ μοὶ λέγει ὅτι ἔχει τηλεφώνημα
2220τοῦ Βασιλέως νὰ μὲ παρακαλέσῃ νὰ μὴ κάμω τὸ διάβημα αὐτὸ
2221πρὸς τὴν Ἀντάντ. Τοῦ ἀπήντησα: «Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀνα-
2222κοινώσητε πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι τὸ διάβημα ἐγένετο ἤδη.
2223Σᾶς παρακαλῶ μάλιστα νὰ προσθέσητε ὅτι, καὶ ἂν δὲν τὸ εἶ-
2224χον κάμει, δὲν θὰ ἠμποδιζόμην νὰ τὸ κάμω ἐκ τῆς γνώμης
2225τοῦ Βασιλέως, διότι, ὡς ὑπεύθυνος Κυβερνήτης, ἔχω ἀνάγ-
2226κην νὰ γνωρίζω ἐὰν εἶναι διατεθειμέναι αἱ Δυνάμεις νὰ μοῦ
2227παράσχουν τὴν συνδρομὴν αὐτήν, διὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν ἰ-
2228δεῶν μου». (Εὖγε! Εὖγε!)
2229Μετὰ 48 ὥρας ἡ ἀπάντησις τῶν Δυνάμεων ἦλθεν, ὅτι αἱ
2230Δυνάμεις εἶναι διατεθειμέναι νὰ δώσουν τὰς αἰτηθείσας λόγ-
2231χας Μητροπολιτικοῦ στρατοῦ, ὥριζαν δὲ καὶ τὰς προθεσμίας,
2232ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ ἤρχετο ὁ στρατὸς οὗτος. Ὅταν ἦλθεν ἡ
2233ἀπάντησις τῶν Δυνάμεων, τὴν ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν Βασιλέα,
2234ὁ δὲ Βασιλεὺς μοῦ εἶπε: «Παρακαλῶ νὰ εἰπῆτε εἰς τοὺς κ.κ.
2235πρέσβεις, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλγαρία δὲν ἐπιτίθεται κατὰ τῆς
2236Σερβίας καὶ ἑπομένως δὲν δημιουργεῖται ἡ ὑποχρέωσις ἡμῶν
2237ὅπως ἐξέλθωμεν τῆς οὐδετερότητος, δὲν πρέπει νὰ ἀποστα-
2238λοῦν τὰ στρατεύματα ταῦτα — τῶν ὁποίων ἡ ἑτοιμασία πρὸς
2239ἀποστολὴν εἶχεν ἀρχίσει ἀμέσως — διότι ἡ ἄφιξίς των ἐπὶ
2240τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους θὰ ἀπετέλει παραβίασιν τῆς οὐδετε-
2241ρότητος, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν ἀκόμη, νὰ μὴ ἐπιτεθῇ ἡ Βουλγαρία
2242κατὰ τῆς Σερβίας».
2243Ἀνεκοίνωσα τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Βασιλέως πρὸς τοὺς πρέ-
2244σβεις. Ἐτηλεγράφησαν αὐτήν. Ἀλλὰ μοῦ ἔφεραν νέαν ἀπάν-
2245τησιν τῶν Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἔλεγον ὅτι «διέταξαν νὰ ἀνα-
2246χωρήσουν τὰ στρατεύματά των — σημειωτέον ὅτι εἶχον ἀνα-
2247χωρήσει ἀπ’ ἐδῶ πλησίον, ἀπὸ τὸν Μοῦδρον καὶ ἀπὸ τὴν Μασ-
2248σαλίαν — τὰ ὁποῖα καὶ κατευθύνονται πρὸς τὴν Ἑλλάδα.
2249«Τὴν στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν — ἔλεγον αἱ Δυνάμεις —
2250μᾶς δηλοῖτε ὅτι ἡ πολιτική σας εἶναι ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ
2251Βουλγαρία ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, θ’ ἀντεπιτεθῆτε κατὰ
2252τῆς Βουλγαρίας τασσόμενοι παρὰ τὸ πλευρόν μας ὡς σύμμα-
2253χοι, δὲν βλέπομεν διατὶ πρέπει νὰ καθυστερήσῃ ἡ ἄφιξις τῶν
2254ἐπικουρικῶν δυνάμεων, ἀφοῦ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ μείνῃ
2255ἡ Βουλγαρία ἐν ἐνόπλῳ οὐδετερότητι, ἀλλὰ θὰ ἐπιτεθῇ κατὰ
2256τῆς Σερβίας, καὶ θὰ μᾶς εἴπητε τότε εὐχαριστῶ, διότι, ἀντὶ
2257νὰ ἀναμένετε ἐπικουρίας, θὰ τὰς ἔχετε ἑτοίμους. Ἀναλαμβά-
2258νομεν πρὸς τοῦτο πᾶσαν εὐθύνην».
2259Τοῖς εἶπον ὅτι εἶναι πολὺ σωστὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα μοῦ λέγουν,
2260δὲν δύναμαι νὰ ἀμφισβητήσω ὅτι μοῦ ἀρέσουν καὶ ἐμὲ παρὰ
2261πολύ, ἀλλὰ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς οὐδετερότητος τῆς τυπικῆς,
2262τοὐλάχιστον μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν θὰ γίνῃ ἡ ἐπίθεσις
2263«ἑπομένως σᾶς ἀνακοινῶ ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρ-
2264τυρηθῶ κατὰ τῆς ἀποβιβάσεως αὐτῆς τῶν στρατευμάτων, ὡς
2265ἀποτελούσης τῆς πράξεως αὐτῆς παραβίασιν τῆς οὐδετερότη-
2266τός μας».
2267«Καλά, μοῦ εἶπον, πολὺ καλά, θὰ διαμαρτυρηθῆτε, ἀλλὰ
2268ἐλπίζομεν ὅτι ἡ συμπεριφορά σας θὰ εἶναι ὄχι ἐχθρική, ἀλλὰ
2269φιλική». «Φιλικωτάτη, ἀπήντησα. Ὄχι μόνον δὲν θὰ εὑρε-
2270θῆτε εἰς τόπον ἐχθρικόν, ἀλλὰ μετὰ τὰς διαμαρτυρίας, θὰ σᾶς
2271παράσχωμεν ὅλας τὰς δυνατὰς εὐκολίας ἀποβιβάσεως, στρα-
2272τωνισμοῦ καὶ λοιπάς».
2273Εἶδα τὸν Βασιλέα καὶ ἀνεκοίνωσα εἰς αὐτὸν ταῦτα. Ὁ δὲ
2274Βασιλεὺς μοὶ εἶπεν: «Ἔχει καλῶς, παρακαλῶ μόνον ἡ δια-
2275μαρτυρία σας νὰ εἶναι ὁπωσδήποτε ἔντονος». «Ἔντονος, λέ-
2276γω, ναί, μέχρις ἑνὸς σημείου ὅμως, διότι, λαμβανομένου ὑπ’
2277ὄψει τοῦ τί ὑποκρύπτεται ἀπὸ κάτω, δὲν δύναται νὰ εἶναι παρὰ
2278πολὺ ἔντονος, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ εἶναι μέχρις ἐκείνου
2279τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει νὰ εἶναι ἔντονος, ἀλλὰ συνά-
2280μα καὶ σοβαρά».
2281Σημειωτέον, κύριοι, ὅτι ἡ ἀποβίβασις τῶν Ἀγγλογαλλικῶν
2282στρατευμάτων, περὶ τῆς ὁποίας τόσα ἐλέγοντο καὶ ἡ ὁποία ἐ-
2283χρησίμευσεν ὡς ὅπλον μέγα εἰς χεῖρας τῶν σωτήρων, ἤρχισε
2284γινομένη μετὰ τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ τῆς Ἀρχῆς. Πολλοὶ
2285δὲν τὸ γνωρίζουσιν, εἴτε δὲν τὸ ἐνθυμοῦνται. Ἡ συζήτησις ἐν
2286τῇ Βουλῇ, ὁπότε ἀνεκοίνωσα τὴν διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν εἶ-
2287χον κάμει τὸ Σάββατον, ἡ συζήτησις, λέγω, ἐγένετο τὴν Δευ-
2288τέραν. Καὶ τὴν Τρίτην προσεκαλούμην ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ
2289ἠναγκαζόμην νὰ παραιτηθῶ καὶ πάλιν, διότι δὲν ἦτο σύμφωνος
2290μὲ τὴν πολιτικήν μου. Τὴν Τρίτην τὸ πρωῒ ὑπέβαλα τὴν πα-
2291ραίτησίν μου, τὴν Τρίτην τὸ ἀπόγευμα ἔγινεν ἡ νέα Κυβέρ-
2292νησις ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην καὶ τὴν Τρίτην εἰς τὰς 6 μ.μ. ἤρχι-
2293σεν ἡ ἀποβίβασις τῶν Ἀγγλογαλλικῶν στρατευμάτων εἰς τὴν
2294Θεσσαλονίκην.
2295Λέγω αὐτά, ὄχι διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι εἶχα τὴν συγκατάθεσιν
2296τοῦ Βασιλέως. Θὰ ἦτο κατώτερον τῆς θέσεώς μου αὐτό. Ἄλ-
2297λως τε ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ Βασιλεὺς — διότι ὁ Τύ-
2298πος ἔλεγεν ὅτι ἦτο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀποβιβάσεως — ἔδωσε συ-
2299νέντευξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐβεβαίωσεν ὅτι τὸ ἐγνώριζεν. Ἀλλὰ
2300θέλω νὰ εἴπω μόνον ὅτι διὰ τὴν πολιτικήν μου ἡ ἄφιξις τῶν
2301Ἀγγλογάλλων ἦτο ἕνα κεφάλαιον ἐκ τῶν οὐσιωδεστάτων.
2302Ἐγὼ ἐπήγαινα διὰ πόλεμον κατὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ εἶχον
2303ἀποφασίσει, ἐὰν ἡ Βουλγαρία ἐπετίθετο κατὰ τῆς Σερβίας, νὰ
2304πολεμήσω. Ἐγὼ εἶχα συμφέρον, πλὴν τῶν 150.000 Ἑλληνι-
2305κῶν λογχῶν καὶ τῶν 200.000 Σερβικῶν, νὰ ἔχω ἄλλας 150
2306χιλιάδας Ἀγγλογαλλικοῦ στρατοῦ. Συνεπῶς ἦτο ἐνέργεια πο-
2307λιτικὴ ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἰδικῆς
2308μου πολιτικῆς, ναὶ ἢ ὄχι; Αὐτὸ ἦτο πρόσκομμα βεβαίως, ἦτο
2309κἄτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἠνώχλει τὴν πολιτικὴν τῶν ἀντιπάλων
2310μου. Ἀλλὰ διὰ τὴν πολιτικὴν τῶν ἀντιπάλων δὲν ἦτο καθῆ-
2311κον μου νὰ μεριμνήσω, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον εἶμαι ἐν τῷ δικαίῳ,
2312διότι, ἀφοῦ ἐγὼ ἀπεχώρησα ἐκ τῆς Ἀρχῆς καὶ ἐκεῖνοι εἶχον
2313ἀντίθετον πολιτικήν, ἠδύναντο νὰ καλέσουν τὸν διοικητὴν
2314τοῦ Γʹ Σώματος Στρατοῦ κ. Μοσχόπουλον καὶ νὰ εἴ-
2315πουν δι’ αὐτοῦ πρὸς τοὺς Ἀγγλογάλλους: «Τὰ πράγ-
2316ματα ἤλλαξαν, ὁ Βενιζέλος ἔφυγε, δὲν θὰ βοηθήσωμεν
2317τὴν Σερβίαν, δὲν μᾶς χρειάζεσθε, παρακαλοῦμεν νὰ μὴ ἀπο-
2318βιβασθῆτε». Ἀντὶ τούτου, ὁ κ. Ζαΐμης ὑπεσχέθη εἰς αὐτοὺς
2319ὅτι θὰ τοῖς παράσχῃ ὅλας τὰς εὐκολίας. Καὶ ἂν ὁ κ. Ζαΐμης
2320ἦτο Κυβέρνησις κατ’ ἐπίφασιν, διότι ἡ ἀληθὴς Κυβέρνησις
2321ἦτο τὸ Ἐπιτελεῖον, διατί τὸ Ἐπιτελεῖον δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἀ-
2322φοῦ συμφέρον τῆς Γερμανίας ἦτο νὰ μὴ ἀποβιβασθοῦν οἱ Ἀγ-
2323γλογάλλοι; Διότι, ἀπῃσχολημένοι ἐντελῶς εἰς τὰ πολιτικὰ
2324ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἀσχοληθῆ, δὲν ἐλογάριαζαν πλέον τὰ
2325στρατιωτικὰ ζητήματα καὶ οὐδεὶς ἐμερίμνα, ἅμα ἔφυγεν ἡ Κυ-
2326βέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, τὸ τί ἐγίνετο τὸ καράβι εἰς
2327τὴν φουρτοῦναν.
2328§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε,
2329διὰ ν’ ἀναπαυθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
2330§56Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς διακόψωμεν ἐπ’ ὀλίγον, κύριε
2331Πρόεδρε.
2332§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν
2333ὥραν. (Ὥρᾳ 8.45′ μ.μ.).
2334ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
2335(Ὥρᾳ 9.45′ μ.μ.).
2336§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα Συνεδρία-
2337σις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν
2338λόγον.
2339§59Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν συνεχίσω τὴν
2340ὁμιλίαν μου, κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελον, ἐπανερχόμενος εἰς
2341τὰ λεχθέντα, νὰ προσθέσω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπέμνησεν ὁ
2342ἀξιότιμος συνάδελφος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Ρακτιβάν,
2343μέλος τοῦ τότε Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὅτε ἀνέλαβον τὴν
2344Ἀρχὴν τὸν Αὔγουστον τοῦ 1915, εἰς τὸν Βασιλέα τὸν τότε ὑ-
2345πέβαλον ἐγγράφως τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔκαμνα εἰς
2346τὴν Βουλὴν περὶ τῆς πολιτικῆς μου, καὶ ἐπεστράφησαν ἐγκε-
2347κριμέναι.
2348Ἐνθυμεῖσθε τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία προεκλήθη εἰς τὴν Βου-
2349λὴν ἀκριβῶς ἐξ ἀφορμῆς τῆς διαμαρτυρίας, τὴν ὁποίαν διε-
2350τύπωσα κατὰ τῆς ἐπικειμένης τότε ἀποβάσεως τῶν Ἀγγλο-
2351γάλλων. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἠναγκάσθην, ἀπαντῶν
2352εἰς ἐρώτησιν τοῦ τότε βουλευτοῦ Κερκύρας, τοῦ μακαρίτου
2353Θεοτόκη, ἐρωτῶντος τί θὰ ἔκαμνα ἐάν, σπεύδων εἰς βοήθειαν
2354τῆς Σερβίας, συνήντων Γερμανικὰ στρατεύματα, νὰ δώσω τὴν
2355ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ δώσω, καὶ τοῦτο κατέστησεν
2356ἀδύνατον τὴν ἐπὶ πλέον παραμονήν μου εἰς τὴν Ἐξουσίαν.
2357Προσεκλήθην τὴν ἐπιοῦσαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὅστις μοὶ ἐ-
2358δήλωσεν ὅτι δὲν συμμερίζεται τὴν πολιτικήν μου. Τοῦ ἐδήλω-
2359σα ὅτι θὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου, διότι δὲν ἐνόμιζον ὅτι
2360ἠδυνάμην νὰ ἐγείρω Συνταγματικὸν ἀγῶνα τὴν στιγμὴν ἐ-
2361κείνην.
2362Μὲ ἐπέκριναν, κύριοι βουλευταί, διότι παρητήθην τότε τῆς
2363Ἀρχῆς. Μ’ ἐθεώρησαν συνυπεύθυνον τῆς γενομένης καταπα-
2364τήσεως τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν τῆς Χώρας. Ἐνόμισαν ὅτι,
2365ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα ἀναθέτει εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλ-
2366λήνων τὴν περιφρούρησιν αὐτοῦ, πρωτίστως ὑποχρέους πρὸς
2367τοῦτο θεωρεῖ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας καὶ ὅτι ἐγὼ ὤφειλα,
2368τότε τουλάχιστον, ἀφοῦ δὲν τὸ ἔπραξα τὸν Φεβρουάριον, ν’ ἀν-
2369τισταθῶ μὴ παραιτούμενος, θεωρῶν τὸν Βασιλέα ἐκτὸς τοῦ
2370Συντάγματος, ἐκτὸς τοῦ Νόμου καὶ τῶν ἐλευθεριῶν, ἀναλαμ-
2371βάνων ἑπομένως ὑπ’ εὐθύνην μου τὴν προάσπισιν τῶν ἐλευθε-
2372ριῶν τοῦ Τόπου καὶ τὴν καταπολέμησιν τῆς Τυραννίας. Ἀλλ’
2373οἱ διατυποῦντες τὴν κατηγορίαν ταύτην φαίνονται πρὸ παντὸς
2374ἀψυχολόγητοι. Εἷς ἄνθρωπος, κύριοι, δὲν μεταβάλλεται ἐντὸς
2375ὀλίγων στιγμῶν, οὔτε ἐντὸς 24 ὡρῶν, ἀπὸ Κυβερνήτου μιᾶς
2376Χώρας μὲ ἓν καθεστὼς κανονικόν, εἰς Ἀρχηγὸν Ἐπαναστά-
2377σεως.
2378Πρὶν ἢ ὡριμάσῃ εἰς τὴν διάνοιαν καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ Κυβερ-
2379νήτου ἡ ἰδέα τῆς Ἐπαναστάσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ κἄ-
2380ποια ἐξέλιξις, ἡ ὁποία δὲν συντελεῖται πάντως ἐντὸς ὀλίγων
2381στιγμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς μία κα-
2382τηγορία, ἡ ὁποία μοὶ ἀποτείνεται λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἐδείχθην
2383ἄνθρωπος τῶν ταχειῶν ἀποφάσεων, θὰ εἶχα, κύριοι, ν’ ἀπαν-
2384τήσω ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἦτο ἀδύνατον εἰς ἐμὲ νὰ
2385μετέλθω ἄλλην πολιτικὴν ἐκείνης τὴν ὁποίαν μετῆλθον. Ἦτο
2386ἀδύνατον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ν’ ἀναλάβω τὸν ἀγῶνα ὑ-
2387πὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Χώρας. Ἀγὼν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν
2388τῆς Χώρας κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην θὰ προεκάλει ἐμφύλιον
2389πόλεμον. Δὲν λέγω ὅτι ὁ ἐμφύλιος πόλεμος, ὅσον μέγα κακὸν
2390καὶ ἂν εἶναι, δὲν εἶναι ὀλιγώτερον κακὸν ἀπὸ τὴν ἀφαίρεσιν
2391τῶν ἐλευθεριῶν ἑνὸς Λαοῦ καὶ ὅτι ὁ ἐμφύλιος πόλεμος δὲν εἶ-
2392ναι ἄξιον τίμημα τῆς προασπίσεως τῶν ἐλευθεριῶν μιᾶς Χώ-
2393ρας. Ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ κόμμα τῶν
2394Φιλελευθέρων δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνάψῃ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον.
2395Εἴχομεν ἐπιστρατευθῆ, ἐπιστρατευμένη δὲ ἦτο καὶ ἡ Βουλγα-
2396ρία. Ἂν τὸν ἐπιστρατευθέντα στρατὸν διῃροῦμεν εἰς Βασιλι-
2397κὸν ἢ Τυραννικὸν καὶ εἰς στρατὸν Ἐθνικόν, διὰ νὰ ἀρχίσωμεν
2398τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, ἦτο προφανὲς τί θὰ συνέβαινεν. Ἡ Βουλ-
2399γαρία, ἐπωφελουμένη τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, θὰ εἰσέβαλλεν
2400εἰς Μακεδονίαν, θὰ συνέτριβε τὸν ἀλληλομαχοῦντα στρατόν
2401μας, θὰ κατελάμβανεν ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδο-
2402νίαν καὶ ἀκολούθως, ἀπερίσπαστος ἀπὸ πάσης ἀνησυχίας πρὸς
2403νότον, θὰ ἐστρέφετο πρὸς τὴν Σερβίαν, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ
2404ἔργον τῆς καταστροφῆς τῶν ἀντιπάλων αὐτῆς ἐν τῇ Βαλκα-
2405νικῇ Χερσονήσῳ καὶ ἐγκαθιδρύσεως τῆς πλήρους ἡγεμονίας
2406της. Θὰ ἦτο ἑπομένως πολιτικὸν ἔγκλημα ἐκ μέρους μου, ἐὰν
2407ἐπροκάλουν ἐμφύλιον ῥῆξιν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καὶ δὲν ἔκαμα
2408τοῦτο, διότι ἁπλῶς θὰ συνετέλουν ὅπως ἐμφανισθῶσιν ἐνωρί-
2409τερον αἱ καταστροφαί, αἱ ὁποῖαι πάντως θὰ ἐπήρχοντο καὶ ἄ-
2410νευ τούτου, καὶ ἡ εὐθύνη διὰ τὴν ἐθνικὴν καταστροφὴν εἰς τὰ
2411ὄμματα τῆς δημοσίας γνώμης θὰ ἔπιπτεν ἐπὶ τοῦ κόμματος
2412τῶν Φιλελευθέρων. Θὰ ἔλεγαν ὅλοι: «Βλέπετε τί ἔκαμεν ὁ
2413Βενιζέλος; Δὲν ἐκάθητο ἥσυχος, ἔστω καὶ ἂν κατεπατεῖτο τὸ
2414Σύνταγμα! Ἡ κατάστασις ἦτο κρίσιμος καὶ ἔπρεπε νὰ κα-
2415θήσῃ ἥσυχος. Ἰδοὺ τί προεκάλεσε διὰ τῆς σπουδῆς του. Οἱ
2416Βούλγαροι, ἐπωφελούμενοι τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, εἰσέβαλον
2417εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ μᾶς ἐπῆραν τὰς χώρας μας, συντρί-
2418ψαντες τὸν στρατόν μας!»
2419Δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ γίνω ἐγὼ ὁ αἴτιος τοιούτου ἐγ-
2420κλήματος, ὥστε νὰ ἐπισπεύσω τὴν καταστροφὴν ἐκείνην, ἡ ὁ-
2421ποία ἀσφαλῶς θὰ ἐπήρχετο καὶ ἄνευ τούτου.
2422Τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων διεδέχθη τότε ἡ Κυ-
2423βέρνησις τῶν Προέδρων τῶν Σωτήρων, ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην. Διὰ
2424τὸν κ. Ζαΐμην εἶχον ὁμιλήσει πάντοτε μετὰ πολλῆς εὐλαβείας
2425καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν θέλω νὰ παραγνωρίσω τὰ χαρίσματα,
2426μὲ τὰ ὁποῖα κοσμεῖται, εἰς ἕνα Τόπον, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς, εἰς
2427κανένα ἂς μὴ κακοφανῇ, πάσχει ἀπὸ μίαν παροδικὴν λειψαν-
2428δρίαν. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τοῦ κ. Ζαΐμη, δεχθέντος τὴν Ἀρχὴν
2429κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἵνα ἀθετήσῃ τὴν Συνθήκην πρὸς
2430τὴν Σερβίαν, εἶναι κολοσσιαία. Ὁ κ. Ζαΐμης εἰς τὴν ἱστορίαν
2431τὴν Ἑλληνικὴν θὰ μείνῃ, ἀτυχῶς δι’ αὐτόν, μὲ τὸ ὄνομα τοῦ
2432καταπροδώσαντος τὴν ὑπογραφὴν τῆς Ἑλλάδος!
2433Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ μὲ
2434τὸ ζήτημα τῆς Συνθήκης. Ἡ Βουλὴ ἤδη διεφωτίσθη πλήρως
2435ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων συνα-
2436δέλφων καὶ ἀπὸ τὰς διακοπάς, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἠναγκάσθην
2437νὰ κάμω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευ-
2438τήν. Γνωρίζει ἤδη ὅτι ἡ Συνθήκη ἦτο γενική, ὄχι ἁπλῶς Βαλ-
2439κανική, ὅτι ἑπομένως οἱ ὑποστηρίξαντες ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα
2440ὅτι δὲν ὑπεχρεούμεθα νὰ προστρέξωμεν εἰς βοήθειαν τῆς Σερ-
2441βίας, ὅταν ἡ Βουλγαρία ἐπετίθετο κατ’ αὐτῆς, ὡς σύμμαχος
2442τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Αὐστρίας, ἐζήτησαν νὰ ἐγκολάψουν
2443μέγα στίγμα ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ἐν γνώσει. Ἐν γνώσει ἐζήτουν
2444οἱ ἔνοχοι νὰ ἐπιθέσουν τὸ στίγμα τοῦτο ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς
2445Ἑλλάδος.
2446Διότι ὁ μὲν Βασιλεὺς ἐγνώριζε τὰ πάντα, ἦτο αὐτὸς ὑπὸ
2447τὴν προεδρείαν τοῦ ὁποίου εἶχε συγκροτηθῆ τὸ Συμβούλιον τὸ
2448Ὑπουργικόν, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισε νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν Σερβι-
2449κὴν ἀπαίτησιν, δὲν δύναμαι δὲ νὰ δεχθῶ τοὺς ἄλλους, καὶ δὴ
2450τὸν κ. Ζαΐμην, Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν
2451τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς μὴ εὐθυνόμενον ἐπὶ τῷ ὅτι δὲν ἐγνώρι-
2452ζε. Διότι πρὸς τὸν γνωρίζοντα ἐξομοιοῦται καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁ-
2453ποῖος ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ἀλλὰ δὲν ἔμαθε, διότι δὲν ἠθέλησε
2454νὰ μάθῃ.
2455Γνωρίζω ὅτι, ὅταν ἐζητήθη διὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουρ-
2456γείου νὰ διαφωτισθῇ ὁ κ. Ζαΐμης, νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχή του
2457ἐπὶ ὅλων τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον, ἐζήτησε νὰ «μὴ
2458χάσῃ τὸν καιρόν του ἀσχολούμενος εἰς τοιαῦτα πράγματα»,
2459διότι ἔλεγε: «Τίνα χρησιμότητα θὰ εἶχεν αὐτό, ἀφοῦ εἶχεν ἔλ-
2460θει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀκριβῶς ἵνα μὴ ἐφαρμόσῃ τὴν Συν-
2461θήκην;»
2462Ἡ εὐθύνη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέτησαν τὴν Συνθήκην, θὰ
2463ἦτο εὐθύνη τρομερά, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ ὑποχρέωσις ἡμῶν ὅπως
2464σπεύσωμεν εἰς βοήθειαν τῆς Σερβίας δὲν ἦτο ἄλλη παρὰ ἡ
2465προερχομένη ἐκ τῆς Συνθήκης.
2466Ἐὰν εἰς τὰ μεγάλα Κράτη δύναται νὰ ἀποτολμᾶται ἀκιν-
2467δύνως ἡ ἀθέτησις Συνθηκῶν, ἡ διατύπωσις τῶν θεωριῶν περὶ
2468παληοχάρτων καὶ κουρελοχάρτων, ὅπως ἀνέπτυξε καὶ ὁ κ. Ὑ-
2469πουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς τὰ
2470μικρὰ Κράτη. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰ μικρὰ Κράτη
2471νὰ κάμνουν μεγάλας ἀτιμίας. Ἡ μεγίστη δὲ ἀτιμία, τὴν ὁ-
2472ποίαν δύναται νὰ πράξῃ ἓν Κράτος, εἶναι ἡ ἀθέτησις τῆς ὑ-
2473ποσχέσεως ὅτι θὰ βοηθήσῃ ἕτερον Κράτος, ἀφοῦ διὰ τὴν ὑ-
2474πόσχεσιν ταύτην ἔλαβε παρ’ αὐτοῦ ὑπόσχεσιν ἀμοιβαιότητος.
2475Ἀλλ’ ἠδύναντο τουλάχιστον οἱ σωτῆρες νὰ ἐμφανισθῶσιν
2476ἐνώπιον τῆς δημοσίας γνώμης μὲ τὴν κακοήθη ταπεινὴν ἐκείνην
2477δικαιολογίαν, ἣν οἱ κοινοὶ ἀχρεῖοι ὀφειλέται τολμῶσι πολλά-
2478κις νὰ προβάλλωσιν, ὅταν τοὺς ὑπενθυμίσουν τὰς ἐγγράφους
2479ὑποσχέσεις των, λέγοντες: «ἔγραψα, ξέγραψα», καὶ δὲν ἠξεύ-
2480ρω τί ἄλλο. Ἀλλὰ δὲν ἔχουσι κἂν αὐτὴν τὴν κακοήθη καὶ τα-
2481πεινὴν δικαιολογίαν νὰ προβάλωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν
2482ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνεκόλαψαν τὸ στίγμα τῆς ἀτιμίας εἰς τὸ μέ-
2483τωπον αὐτοῦ. Προδίδοντες τὴν Σερβίαν, κατεπρόδιδον συγχρό-
2484νως καὶ τὴν Ἑλλάδα, προδίδοντες τὴν Σερβίαν καὶ ἐπιτρέ-
2485ποντες εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ καταστρέψῃ αὐτὴν καὶ ἐγκαθι-
2486δρύσῃ εἰς τὴν Βαλκανικὴν τὴν ἡγεμονίαν της, ἐπρόδιδον συγ-
2487χρόνως καὶ τὸν Ἑλληνισμόν.
2488Ἐγνώριζαν καλῶς ὅτι, ἂν διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ὁ Αὐ-
2489τοκράτωρ τῆς Γερμανίας, πληρώνων τὰς πρὸς αὐτὸν ὑπηρε-
2490σίας τοῦ Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος, ἀπεφάσιζε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν
2491Βουλγαρίαν νὰ μᾶς ἐπιτεθῇ διὰ νὰ μᾶς ἀφαιρέσῃ τὴν Μακεδο-
2492νίαν, οὐδεμία δύναμις ἀνθρωπίνη θὰ ὑπῆρχε νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς
2493Βουλγάρους, ἀφοῦ ἐξωγκοῦντο — καὶ θὰ ἐξωγκοῦντο κατα-
2494συντρίβοντες τὴν Σερβίαν — νὰ μᾶς ἀπωθήσουν ὄχι μόνον μέ-
2495χρι τοῦ Στρυμῶνος, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς Οἴτης.
2496Αὐτὰ τὰ ἐγνώριζον, διότι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν θὰ ἠδύνατο σο-
2497βαρῶς καὶ καλοπίστως νὰ ἰσχυρισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ
2498ἐνώπιον τῆς Χώρας, ὅτι ἐπίστευον ὅτι οἱ Βούλγαροι, μεγεθυ-
2499νόμενοι εἰς βάρος τῆς Σερβίας, ἴσως καὶ τῆς Ρουμανίας καὶ
2500τῆς Τουρκίας, ἤθελον χορτάσει καὶ ἤθελον ζήσει πλέον ἀδελ-
2501φικῶς μεθ’ ἡμῶν, μεταβαλλόμενοι ἀπὸ λύκων εἰς ἄκακα ἀρ-
2502νία. Κανεὶς δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὴν
2503πείσῃ ὅτι τὸ πιστεύει καὶ ὁ ἴδιος.
2504Ἐκεῖνοι λοιπὸν οἱ ὁποῖοι κατεπρόδωσαν τὴν πρὸς τὴν Σερ-
2505βίαν Συνθήκην κατεπρόδωσαν συγχρόνως καὶ τὰ συμφέροντα
2506τὰ Ἑλληνικὰ καὶ ἠνέχθησαν νὰ δημιουργηθῇ εἰς τὴν Βαλκα-
2507νικὴν Χερσόνησον κατάστασις, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἰσοδύναμος πρὸς
2508τὸν ἐνταφιασμὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
2509Θὰ εἴπω ἀκόμη καὶ ἄλλο τι. Ἐκεῖνοι οἱ κακοήθεις, οἱ ὁ-
2510ποῖοι θὰ ἐσκέπτοντο ὅπως οἱ κοινοὶ ἀχρεῖοι, περὶ τῶν ὁποίων
2511ὡμίλησα, θὰ ἠμποροῦσε ἴσως κανεὶς νὰ σκεφθῇ ὅτι θὰ ἔλε-
2512γαν: «Μὰ τί θέλετε νὰ σᾶς κάμωμεν; Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον
2513τουλάχιστον ἀποφεύγομεν τὸν πόλεμον». Ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον
2514θὰ ἦτο βδελυρόν, ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον θὰ κατέρριπτεν εἰς τὴν
2515δημοσίαν συνείδησιν Ἕλληνα πολιτικὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος θὰ ἐ-
2516τόλμα οὕτως ἀσυστόλως νὰ τὸ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς δημο-
2517σίας γνώμης, ἀλλ’ ἐπιχείρημα τέλος πάντων, τὸ ὁποῖον, ὑπο-
2518τιθεμένου ὅτι ὁ δηλητηριασμὸς ὁ ἐπελθὼν διὰ τῆς Γερμανι-
2519κῆς προπαγάνδας εἶχε κατορθώσει νὰ διαφθείρῃ τὸν ὅλον Ἑλ-
2520ληνισμόν, ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ κἄποιαν ἀξίαν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ
2521κόσμου.
2522Ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἐγνώριζον οἱ μετελθόντες
2523τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ὅτι δὲν ἐκέρδιζαν ἕνα πόλεμον, ἐγνώριζαν
2524ὅτι μόνον τὸν ἀνέβαλλον, ἀνέβαλλον τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον
2525θὰ μᾶς ἔκαμνεν ἡ Βουλγαρία, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κα-
2526ταρρίψωσι τόσον τὸ Ἔθνος ψυχικῶς, ὥστε νὰ παραχωρήσῃ
2527τοῦτο ἄνευ πολέμου εἰς τοὺς Βουλγάρους ὅλην τὴν χώραν μέ-
2528χρι τῆς Οἴτης. Ἐγνώριζαν λοιπὸν ὅτι δὲν ἐκέρδιζαν ἕνα πό-
2529λεμον, ἐγνώριζαν ὅτι τὸν ἀνέβαλλον μόνον καὶ δι’ ὀλίγα μό-
2530νον ἔτη, διὰ νὰ τὸν διεξαγάγωσιν ὕστερον ὑπὸ τοὺς χειρίστους
2531ὅρους διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὑπὸ τοὺς ἀρίστους δὲ διὰ τοὺς ἀντα-
2532παιτητὰς ἡμῶν.
2533Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι, πῶς μετῆλ-
2534θον τὴν πολιτικὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν περιεκάλυψαν μὲ τὸ ὄ-
2535νομα τῆς οὐδετερότητος καὶ ἡ ὁποία ἦτο πράγματι πολιτικὴ
2536ἀπεμπολήσεως ἐθνικῶν συμφερόντων χάριν ἁπλῆς ἐξυπηρετή-
2537σεως τῶν Γερμανικῶν κοσμοκρατορικῶν τάσεων. Ἂς ἴδωμεν
2538πῶς ἐφήρμοσαν τὴν πολιτικὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐνεφάνιζον
2539δημοσίᾳ ὡς πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, πολιτικὴν ὀλεθρίαν
2540κατὰ τὰ τελικὰ ἀποτελέσματα, ἐὰν σκοπὸν εἶχον νὰ διατηρηθῇ
2541μέχρι τέλους τοῦ πολέμου ἐν οὐδετερότητι ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ
2542πολιτικήν, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ συγκομίσῃ ἀπὸ τοῦ νῦν του-
2543λάχιστον καὶ διὰ τὸ μέλλον συνεπείας πολὺ μικροτέρας, ἀνυ-
2544πολογίστως μικροτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας συνεκόμισαν.
2545Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὴν ἐμφάνισιν τῆς Κυβερνήσεως Ζαΐ-
2546μη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἐνθυμῆσθε καὶ κἄποιαν πρὸς Δη-
2547μόνικον παραίνεσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸς τὴν ἐμφανισθεῖσαν
2548ἐνώπιόν σας Κυβέρνησιν.
2549Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀ-
2550ναγνώσω μέρος τι τῶν ὅσων εἶπα τότε. Ἀφοῦ μετὰ 22 μῆνας
2551ἔχομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσωμεν τὰ μεγάλα Ἐθνικὰ ζη-
2552τήματα, θεωρῶ καθῆκον νὰ ἐξηγήσω ὅλα τὰ σημεῖα ὅσα εἶναι
2553ἀνάγκη, διότι ἀπευθύνομαι καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς τὸν Ἑλ-
2554ληνικὸν λαόν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ διαφωτίσω αὐτὸν καὶ παράσχω
2555ὅλα τὰ σημεῖα τῆς πλήρους διαφωτίσεως.
2556Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί τοὺς εἶπα τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἀφοῦ
2557τοὺς ἀνεκοίνωσα τὰς βλέψεις τοῦ Στέμματος, ἀφοῦ τοὺς εἶπα
2558ὅτι ἔπαυσαν νὰ ἀποτελοῦν Βουλήν, ἀλλὰ μόνον Σύλλογον
2559προκρίτων — μόνον δὲ τώρα ἀποτελοῦμεν ἀληθῆ Βουλήν, ὁ
2560δὲ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρρῶν βουλευτὴς θέλει νὰ μᾶς κάμῃ καὶ
2561Συντακτικὴν Βουλήν.— Ἀφοῦ τοὺς ἀνεκοίνωσα ἐκεῖνα, τοὺς
2562εἶπα τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι τὴν Χώραν, καὶ προ-
2563σέθηκα:
2564«Ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν πραγμάτων ἡ
2565Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔκρινεν ἐπιβεβλημένον νὰ μετάσχῃ εἰς τὸν
2566ἀγῶνα καὶ εἰς περίπτωσιν ἀκόμη συμμετοχῆς τῆς Βουλγαρίας
2567εἰς αὐτόν, συνέστησα τοῦτο. Ὅτι ἡ οὐδετερότης ἡμῶν δύνα-
2568ται νὰ ἐμφανίζεται καὶ ὡς φιλικὴ πρὸς τὴν ἑτέραν τῶν ὁμά-
2569δων, ἂν ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς συμμα-
2570χίας ἡμῶν μετὰ τῆς Σερβίας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ οὐδετερότης
2571ἡμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν ἀνέκαθεν παρὰ νὰ εἶναι φιλικὴ καὶ εὔ-
2572νους. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ οὐδετερότης ἡμῶν ἡ ἔνοπλος ἐξακολουθήσῃ
2573νὰ εἶναι ἀπὸ διαθέσεως καὶ συμφώνως πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν
2574Ψυχὴν εὔνους πρὸς τὸ ἕτερον μέρος, ἔργῳ ὅμως καὶ ἐκ τοῦ ἀ-
2575ποτελέσματός της ἡ οὐδετερότης ἡμῶν δὲν εἶναι παρὰ ἀπο-
2576κλειστικῶς ὠφέλιμος εἰς τὸν ἀντίθετον συνδυασμόν. Καὶ θέ-
2577λοντες, κύριοι, καὶ ἂν δὲν εἴχομεν εἰλικρινεῖς διαθέσεις οὐδε-
2578τερότητος, τὰς ὁποίας δὲν ἀμφισβητῶ καθόλου, ἐκ μέρους τῆς
2579Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἠθέλομεν τυχὸν νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν
2580ἕτερον συνδυασμὸν μείζονα συνδρομήν, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ἄλλο
2581τι νὰ πράξωμεν πέραν τούτου τὸ ὁποῖον πράττομεν. Λέγω τοῦ-
2582το διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς
2583ἐμμονῆς αὐτῆς τῆς ἐνδεχομένης ἐν τῇ οὐδετερότητι μέχρι τέ-
2584λους θέλει παράσχει εἰς τὸν Αὐστρογερμανικὸν συνδυασμόν, ἡ
2585ὑπηρεσία αὕτη εἶναι μεγάλη καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι εὔλο-
2586γον καὶ φυσικὸν ὅτι πρέπει νὰ τύχῃ ἀναλόγων ἀνταλλαγ-
2587μάτων.
2588» Ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς ν’ ἀπο-
2589βλέψωμεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν ἕτερον συνδυασμόν, διότι θὰ
2590ἐξετιθέμεθα οὕτως εἰς τὴν μῆνιν τοῦ ἄλλου. Δὲν εἶμαι καθό-
2591λου σύμφωνος εἰς τοῦτο. Ἐὰν ἐξετιθέμεθα εἰς τὴν μῆνιν τοῦ
2592ἑτέρου συνδυασμοῦ, τηροῦντες εὐμενῆ οὐδετερότητα μέχρι τέ-
2593λους καὶ ἐνδεχομένως μὴ σπεύδοντες εἰς βοήθειαν τῆς Σερ-
2594βίας, δὲν θὰ ἐκτεθῶμεν, διότι προσφέροντες τὰς ὑπηρεσίας αὐ-
2595τὰς ἀθελήτως εἰς τὸν ἕτερον συνδυασμὸν ἐφροντίσαμεν νὰ λά-
2596βωμεν ἀνταλλάγματα· ἡ μῆνις αἰτίαν θὰ εἶχεν ὄχι διότι ἠθε-
2597λήσαμεν νὰ ἐκπορισθῶμεν ὠφέλειάν τινα ἐκ τῆς πολιτείας ἡ-
2598μῶν ταύτης, ἣν νομίζομεν, κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερ-
2599νήσεως, ὅτι ἐπιβάλλουν τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Θὰ ἔ-
2600λεγα λοιπόν, ὅτι, ἂν τοιαύτη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως μέ-
2601χρι τέλους ἤθελε διαρρυθμισθῆ ἐκ τῶν πραγμάτων, θὰ εἶναι
2602ἐπιβεβλημένον ὅπως ἐκπορισθῇ τὸ Κράτος τὰς ὠφελείας ἐ-
2603κείνας, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπορισθῇ ἐκ τῶν ὑπη-
2604ρεσιῶν αὐτῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει, οὐχὶ διότι θέλει νὰ χρη-
2605σιμεύσῃ πρὸς τὸν ἕνα συνδυασμόν, ἀλλὰ διότι νομίζει ὅτι ἐξυ-
2606πηρετεῖ τὰ ἴδια συμφέροντα. Εἶναι καθημερινὸν τὸ φαινόμενον
2607τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐν πολέμῳ, μένοντα οὐδέτερα
2608χάριν ἰδίων συμφερόντων, ἀσφαλίζουν ἀνταλλάγματα καὶ διὰ
2609τὴν οὐδετερότητα καὶ μόνην. Ἀλλὰ ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀνταλ-
2610λάγματα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνόμιζα ἐπιβε-
2611βλημένον ὅπως φροντίσωμεν ν’ ἀσφαλίσωμεν;
2612» Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ἐν τούτῳ, ὅτι τὴν
2613ἐπιδίωξιν τῶν ἀνταλλαγμάτων τούτων θὰ ἤθελα καὶ δι’ ἄλλον
2614ἀκόμη λόγον, ὅπως διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ καὶ ὑπ’ εὐθύνην
2615τῶν ἁρμοδίων διομολογηθῇ, διότι καὶ ἡ εὐθύνη διὰ τοιαύτας
2616συνεννοήσεις καὶ διὰ τὰ τυχὸν ἀποτελέσματα αὐτῶν θὰ ἦτο
2617ὀρθὸν νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ γνωρίζω ὅτι ἡ πα-
2618ροῦσα τοὐλάχιστον Κυβέρνησις δὲν θὰ ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ τοιαύ-
2619τας εὐθύνας, ὅπως ἐπιρρίψῃ αὐτὰς ἀλλαχοῦ. Θὰ ἔλεγα λοιπὸν
2620ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπέλθῃ
2621συνεννόησις πρὸς τὸν συνδυασμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον, ἔστω καὶ
2622ἀθελήτως, θὰ ἐξυπηρετοῦμεν διὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς μας,
2623πρῶτον μὲν διὰ νὰ μάθωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἀνταλλάγματα τὰ
2624ὁποῖα ἡ Βουλγαρία πρόκειται νὰ λάβῃ διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς
2625τὸν πόλεμον τοῦτον, διότι ἡ γνῶσις τούτου δύναται νὰ χρησι-
2626μεύσῃ εἰς ὑμᾶς ὡς στοιχεῖον ἀσφαλὲς ἵνα κρίνητε ἂν αἱ ἀνη-
2627συχίαι καὶ οἱ φόβοι τοὺς ὁποίους ἔχω εἶναι τοσοῦτον βάσιμοι,
2628ὡς ἐγὼ φρονῶ, ἢ εἶναι ὑπερβολικῶς χρωματισμένοι. Δεύτερον
2629διὰ νὰ καθορισθῶσιν ἀσφαλέστερον τὰ ἀνταλλάγματα ἐκεῖνα,
2630τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβωμεν ἡμεῖς, ἡ ἐπέκτασις δηλαδὴ
2631πρὸς τὴν Νότιον Ἀλβανίαν, ἡ παραχώρησις τῶν κλειδῶν τῆς
2632Δοϊράνης–Γευγελῆς, τὰς ὁποίας ἄλλως τε νομίζω ὅτι ἔχο-
2633μεν καθῆκον νὰ σπεύσωμεν νὰ καταλάβωμεν ἐγκαίρως, μὴ ἀ-
2634ναβάλλοντες τοῦτο μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου. Τρίτον θὰ ἐ-
2635ζήτουν, ὅπως ἡ ἐγγύησις διὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Χώρας μὴ
2636περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ὁπότε θὰ εἶ-
2637ναι ἐλαχίστης ἀξίας, ἀλλὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ σειράν τινα ἐ-
2638τῶν, ἂς εἴπω μίαν δεκαετίαν, ὥστε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως
2639τοῦ πολέμου νὰ μὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀγωνίαν τρίτου πολέ-
2640μου καθ’ ἡμῶν, μονομαχίας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, ἵνα μᾶς δο-
2641θῇ καὶ ὁ χρόνος διὰ ν’ ἀναπτύξωμεν καὶ ὀργανώσωμεν καὶ τοὺς
2642πόρους τῶν νέων ἡμῶν κτήσεων καὶ τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν
2643δυνάμεις, ὥστε ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν μονομαχίαν ἐκείνην,
2644ἡ ὁποία πρόκειται νὰ διεξαχθῇ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς γείτονος
2645Χώρας, ἄνευ πλέον φίλων καὶ ἄνευ συμμάχων. Θὰ ἔλεγα ἀκό-
2646μη ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον καὶ ἀνάλογον πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τὰς
2647ὁποίας παρέχομεν τηροῦντες μέχρι τέλους οὐδετερότητα, ἐὰν
2648ἐζητοῦμεν ὅπως διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς Αὐστρίας καὶ Γερ-
2649μανίας ἐπιβληθῇ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν τῶν δύο Χω-
2650ρῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ ἐκτάσεως πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιομέ-
2651τρων πρόκειται νὰ συνορεύουν τοῦ λοιποῦ, ὅπως οἱ μὲν Βουλ-
2652γαρικοὶ πληθυσμοί, οἱ ζῶντες ἀκόμη ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐ-
2653δάφους μεταφερθῶσιν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, οἱ δὲ Ἑλληνικοὶ
2654πληθυσμοί, οἱ ζῶντες ἀκόμη καὶ μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς κατα-
2655στροφὰς ἐν Βουλγαρίᾳ, μεταφερθῶσιν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐ-
2656δάφους. Θὰ ἦτο τοῦτο, κύριοι, μία ἐκ τῶν καλλιτέρων ἐγγυή-
2657σεων ὅτι τὸ καθεστὼς τὸ Βαλκανικόν, οἷον θὰ προήρχετο ἐκ
2658τοῦ παρόντος πολέμου, ἀναγνωρίζεται ὁπωσδήποτε εἰλικρινῶς
2659ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων Κρατῶν καὶ τοὐλάχιστον θὰ ἔλειπεν
2660ἀπὸ τὸν ἀντίπαλον τὸ μέγα ἐπιχείρημα ὅτι ἀγωνίζεται πρὸς
2661πραγματοποίησιν ἀξιώσεων, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται τάχα ἐπὶ
2662ἐθνολογικῆς βάσεως.
2663» Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι, ἂν οὐδὲ τοῦτο ἤθελε
2664γίνει, ἐὰν ἠθέλομεν ἀφεθῆ φερόμενοι ὑπὸ τῶν περιστάσεων νὰ
2665φθάσωμεν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ εἰς
2666διαρρύθμισιν τῶν Βαλκανικῶν πραγμάτων, οἵαν ἐγὼ τὴν προ-
2667βλέπω ἀσφαλῆ, μὲ τὴν ἰσορροπίαν τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκου-
2668ρεστίου ἀνατραπεῖσαν, μὲ Βουλγαρίαν οὐσιωδῶς ἰσχυροτέραν
2669τῆς Ἑλλάδος, θὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἀγωνίαν τῆς ἐθνικῆς
2670ψυχῆς διὰ τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναποφεύκτου συγκρούσεως, ἡ ὁ-
2671ποία θὰ καταστήσῃ ἀβίωτον τὸν βίον τῆς Χώρας ταύτης.
2672» Δὲν θέλω, κύριοι, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, τὴν τόσον
2673ἐπίσημον, νὰ ὑπάρξω πικρὸς πρὸς οὐδένα, δὲν ποθῶ νὰ παρε-
2674ξηγηθῶ, ἂν εἴπω πρὸς ὑμᾶς: Προσέξατε ποίαν τὸ Κόμμα τῶν
2675Φιλελευθέρων παρέλαβε παρ’ ὑμῶν τὴν Ἑλλάδα καὶ ποίαν
2676τὴν παραδίδει πρὸς ὑμᾶς· προσέξατε μήπως τὴν παραδώσητε
2677βραδύτερον ἐλάσσονα».
2678Ἀλλ’ αἱ παραινέσεις αὗται, κύριοι, ἀπηυθύνοντο εἰς ὦτα
2679μὴ ἀκουόντων. Ἐὰν μετήρχοντο ἀληθῶς οὐδετερόφιλον πολι-
2680τικήν, θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει ὅλας τὰς
2681συστάσεις αὐτάς, τὰς ὁποίας τοὺς ἔκαμα. Δὲν τὰς ἔλαβον ὅ-
2682μως, ἀκριβῶς διότι δὲν μετήρχοντο οὐδετερόφιλον πολιτικήν,
2683μετήρχοντο ἁπλῶς Γερμανικὴν πολιτικήν. Καὶ δὲν εἶναι ἀ-
2684κατανόητον μόνον, ὅτι δὲν ἐπρονόησαν περὶ ὅσων τότε συνέ-
2685στησα εἰς αὐτοὺς νὰ προνοήσουν· εἶναι ἀκατανόητον ἀκόμη πῶς
2686δὲν ἐπρονόησαν, καταπροδίδοντες τὸν σύμμαχόν μας, ἐπιτρέ-
2687ποντες εἰς τὸν κληρονομικὸν ἐχθρὸν νὰ συντρίψῃ αὐτὸν καὶ
2688ὑπεραυξηθῇ ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ, πῶς δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἐξασφα-
2689λίσωσι τοὐλάχιστον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅταν ἤμεθα πά-
2690νοπλοι, τὸ ἀλύμαντον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἐν πάσῃ περι-
2691πτώσει.
2692Ἀφοῦ, κύριοι, ἀπεμακρύνθην τῆς Ἀρχῆς διὰ νὰ ἐπιβάλῃ
2693τὸ Στέμμα τὴν προσωπικήν του πολιτικήν, καὶ ἡ ἀληθὴς Κυ-
2694βέρνησις τῆς Χώρας, τὸ Ἐπιτελεῖον, ἐγνώριζεν ὅτι οἱ Ἀγ-
2695γλογάλλοι ἤρχιζαν τὴν ἡμέραν τῆς ἀποχωρήσεώς μου τὸ ἀ-
2696πόγευμα νὰ ἀποβιβάζωνται, ἀφοῦ ἐγνώριζεν ὅτι δὲν πρόκειται
2697νὰ διατυπώσῃ ἡ νέα Κυβέρνησις ἀντίρρησίν τινα κατὰ τῆς ἀ-
2698ποβιβάσεως τῶν Ἀγγλογάλλων, ὅτι ἑπομένως θὰ ἤρχετο εἰς
2699στρατὸς Ἀγγλογαλλικὸς εἰς τὴν Θεσσαλονίκην διὰ νὰ σπεύ-
2700σῃ εἰς βοήθειαν τῶν Σέρβων, ἀφοῦ τοῦτο ἐγνώριζεν ἡ ἀληθὴς
2701Κυβέρνησις, τὸ Ἐπιτελεῖον, καὶ διεκήρυττε παντοῦ — καὶ
2702εἰς τοῦτο εἶχε δίκαιον — ὅτι ἡ βοήθεια τοῦ Ἀγγλογαλλικοῦ
2703στρατοῦ, μετὰ τὴν καταπρόδοσιν ἐκ μέρους μας τῆς Σερβίας,
2704θὰ ἔφθανε βραδέως καὶ δὲν θὰ ἐπρολάμβανε τὴν καταστροφὴν
2705τῆς Σερβίας, δὲν ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ προβλέψῃ ὅτι ἐπερχο-
2706μένης ὀπισθοχωρήσεως τῶν Ἀγγλογάλλων, ἐξαναγκαζομένων
2707εἰς τοῦτο ὑπὸ τῆς πιέσεως τῶν ἐχθρῶν των, ἡ Χώρα ἡμῶν θὰ
2708ἀπέβαινε πεδίον πολέμου; Δὲν ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ γνωρίζῃ
2709τὸ Ἐπιτελεῖον ὅτι, ἐὰν οἱ Ἀγγλογάλλοι, ὑποχωροῦντες ὠχυ-
2710ροῦντο περὶ τὴν Θεσσαλονίκην, ἀποτελοῦντες ἀπειλὴν τοῦ δε-
2711ξιοῦ τῆς Γερμανοβουλγαρικῆς παρατάξεως, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ
2712φυσικὸν νὰ ζητήσουν οἱ τελευταῖοι νὰ εἰσελάσουν ἵνα τοὺς ἐκ-
2713διώξουν ἐκ Θεσσαλονίκης; Ἀφοῦ ταῦτα ἐγνώριζαν, διατί δὲν
2714ἐφρόντιζαν τοὐλάχιστον νὰ συνομολογήσωσι κατὰ τὰς ἡμέρας
2715ἐκείνας, ὅτε εἶχαν εἰς χεῖρας των ἐπιστράτευσιν καὶ τὴν ἐ-
2716λευθερίαν τῶν κινήσεών των, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθουν οἱ Γερμανο-
2717βούλγαροι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος;
2718Καὶ ἐὰν μὲ τὴν Γερμανικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἤσκουν, δὲν
2719τοῖς ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογήσωσι τοιαύτην ὑποχρέωσιν τῆς
2720Γερμανίας διὰ τὰ Γερμανικὰ στρατεύματα, διατί τοὐλάχιστον,
2721ἐὰν δὲν ἤσκουν ὄχι μόνον Γερμανικήν, ἀλλὰ καὶ Βουλγαρικὴν
2722πολιτικήν, διατί τοὐλάχιστον δὲν ἐπρονόησαν ὅπως ἐξασφαλι-
2723σθοῦν ὅτι δὲν θὰ γίνῃ εἰσβολὴ καὶ προέλασις Βουλγαρικῶν
2724στρατευμάτων ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους;
2725Ποία εἶναι ἡ ἐξήγησις τῶν ἀποριῶν τούτων; Τί ἀπαντοῦν οἱ
2726κατηγορούμενοι εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα; Ὡμίλησα ἐν τούτῳ
2727περὶ τῆς εὐθύνης, περὶ τῶν ἐγκλημάτων τοῦ Ἐπιτελείου. Δὲν
2728ὡμίλησα περὶ εὐθύνης ἐν τούτῳ τῆς Κυβερνήσεως Ζαΐμη. Ὁ
2729κ. Ζαΐμης, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐρχόμενος, καὶ ἂς εἴπω δὰ
2730καὶ τὸν χαρακτηρισμόν, μοιραῖος Πρωθυπουργός, δὲν ἦτο δυ-
2731νατὸν νὰ προΐδῃ πάντα ταῦτα καὶ τὰ μελετήσῃ. Δὲν θεωρῶ διὰ
2732τοῦτο ὑπεύθυνον ἐκεῖνον. Πρέπει μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, ἀφοῦ
2733ὑπῆρξα αὐστηρὸς εἰς τὸ νὰ τὸν κακίσω, ὅπου ἐνόμισα ὅτι ἦτο
2734κακιστέος, ὅτι ἡ κατ’ ἐπίφασιν Κυβέρνησις Ζαΐμη, ἐφ’ ὅσον
2735τοὐλάχιστον πρόκειται προσωπικῶς περὶ τοῦ κ. Ζαΐμη, ὁ ὁποῖος
2736ἦτο Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤσκει
2737ἀληθῶς φιλευθετέραν πολιτικήν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι
2738κατὰ τὸ διάστημα τῆς παραμονῆς του εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐπὶ ἕνα
2739μῆνα αἱ σχέσεις μας μὲ τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως ὑ-
2740πῆρξαν ὁμαλώταται, καίτοι δὲ ὁ κ. Ζαΐμης ἦτο ὁ καταπατή-
2741σας τὴν Συνθήκην τὴν συμμαχικήν, καὶ χρήματα ἐδόθησαν ἐκ
2742μέρους τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως εἰς αὐτὸν καὶ πᾶσα
2743ἐπεδείχθη εὐμένεια πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του. Ἀλλὰ διὰ τοῦ-
2744τον ἀκριβῶς τὸν λόγον ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη ἦτο Κυ-
2745βέρνησις ἀπαρέσκουσα εἰς τὴν πραγματικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ
2746πραγματικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔστεργε τὸν τοιοῦτον σχηματισμὸν
2747τῆς φαινομενικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ζαΐμης ἐφαίνετο ἄν-
2748θρωπος διατεθειμένος μὲν νὰ ἐξυπηρετήσῃ μετά τινος, θὰ εἴ-
2749πω, Αὐλικῆς εὐκαμψίας τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ
2750δὲν ἦτο διατεθειμένος παντάπασι νὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος κακῆς
2751πίστεως. Διὰ τοῦτο δὲν ἔμενεν ἢ νὰ παραιτηθῇ ἐκ τῆς θέσεώς
2752του ὁ κ. Ζαΐμης. Καὶ ὅταν ἔγινεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ἐπεισόδιον
2753Γιαννακίτσα, ἡ παρασκηνιακὴ Κυβέρνησις ὤθησε τὰ πράγμα-
2754τα εἰς τὰ ἄκρα, ἵνα ἀπομακρυνθῇ οὗτος τῆς Κυβερνήσεως.
2755Ἐνθυμεῖσθε τὸ ἐπεισόδιον. Ὁ ἀπροκαλύπτως ἐμφανιζόμενος
2756δεσποτισμὸς δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν ὕβριν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν-
2757ταῦθα διὰ τοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Στέμματος, ἀλλ’ ἐπηύξησε
2758τὴν ὕβριν καὶ ἐδιπλασίασεν αὐτὴν διὰ τῆς περιβολῆς τοῦ ὑ-
2759βρίσαντος Ὑπουργοῦ μὲ ἀνώτατον Αὐλικὸν ἀξίωμα. Ἐνθυμεῖ-
2760σθε ποία κατεβλήθη εἰλικρινὴς προσπάθεια ἐκ μέρους τοῦ
2761Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως μεθ’ ὅλον τὸ ἐπεισόδιον
2762ἐκεῖνο μὴ ὠθήσωσι τὰ πράγματα εἰς διάλυσιν τῆς Βουλῆς.
2763Ἐδηλώσαμεν ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀνασυνεκροτεῖτο ἄνευ τοῦ
2764ὑβρίσαντος Ὑπουργοῦ, θὰ ἤμεθα πρόθυμοι νὰ συνεργασθῶμεν
2765μετ’ αὐτῆς ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐδηλώσαμεν ὅτι, καὶ ἂν ἡ Κυβέρ-
2766νησις συνεκροτεῖτο μετὰ τοῦ ὑβριστοῦ Ὑπουργοῦ, ἤμεθα διατε-
2767θειμένοι νὰ μὴ προσέλθωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀφήσωμεν
2768τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τῶν φίλων της νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ψή-
2769φισιν τῶν κατεπειγόντων νομοσχεδίων. Ἡ ψήφισις θὰ ἐγίνετο
2770ἐντὸς 10–15 ἡμερῶν καὶ ἡ Βουλὴ ἠδύνατο συνταγματικῶς
2771νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της ἐπὶ ἓν ἔτος, μέχρι τοῦ Ὀκτω-
2772βρίου τοῦ 1916.
2773Ἀλλ’ ὅλαι αἱ δηλώσεις καὶ αἱ ἐνέργειαι ἡμῶν αὗται ἐθρά-
2774συνον μᾶλλον ἀντὶ νὰ συγκρατήσουν τὸν δεσποτισμὸν εἰς τὸν
2775κατήφορον ὅπου ἐφέρετο. Ὅλα αὐτὰ ἐθεωροῦντο ὄχι προσπά-
2776θειαι πρὸς ἀποτροπὴν ἐπιτάσεως τοῦ κακοῦ, ὄχι προσπάθειαι
2777ὅπως μὴ φθάσωσι τὰ πράγματα εἰς τὰ ἔσχατα, ἀλλ’ ὡς ἀδυ-
2778ναμία πολιτική, ὡς μία ἀνασκόπησις καθαρῶς κομματική, ἡ
2779ὁποία σκοπὸν εἶχε νὰ προλάβῃ ἐκλογὰς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐ-
2780κείνην, διότι αἱ ἐκλογαί, γινόμεναι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην,
2781καὶ ὑφ’ οὓς ὅρους ἔμελλον νὰ τὰς κάμουν, ἐθεωροῦντο ὡς ἀ-
2782σφαλίζουσαι εἰς αὐτοὺς τὴν ἐπιτυχίαν.
2783Ἐφρόντισα νὰ γνωρίσω εἰς τοὺς ὑπευθύνους ὅτι, ἐὰν προ-
2784βῶσι μέχρι διαλύσεως τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι
2785τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν θὰ προσέλθῃ εἰς τὰς ἐκλο-
2786γάς. Ἐνόμισα ὅτι ἦτο καθῆκον μου νὰ διαμηνύσω πρὸς αὐτοὺς
2787διά τινος τότε φίλου μου, σήμερον λιποτάκτου, ὅτι ἡ μὴ προ-
2788σέλευσις εἰς τὰς ἐκλογὰς ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ Κόμματος
2789σεβομένου ἑαυτό, εἶναι πρᾶξις, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὰς συ-
2790νεπείας, ἃς εἶχε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1910 ἡ ἀποχὴ τῶν
2791παλαιῶν κομμάτων. Ἡ πρᾶξις τῆς μὴ προσελεύσεως εἰς τὰς
2792ἐκλογὰς ἔθετε καθαρῶς τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικόν, τὸ ζή-
2793τημα τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, τὸ ζήτημα μεταξὺ τῆς λαϊκῆς
2794κυριαρχίας καὶ τοῦ Στέμματος, ζήτημα, τοῦ ὁποίου δὲν ἠθέλο-
2795μεν μὲν τότε νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν λύσιν, δι’ οὓς λόγους ἐξή-
2796γησα πρὸ μικροῦ, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπεδιώκομεν ἐν καιρῷ
2797τὴν λύσιν. Οἱ μικροὶ καὶ ταπεινοί μας ἀντίπαλοι τὰ ἐδέχθη-
2798σαν καὶ αὐτὰ μὲ μειδιάματα. Εἶπον: «Ἆ! μᾶς τὰ λέγει διὰ
2799νὰ μᾶς φοβίσῃ, ἐνῷ ἤδη εἶναι καιρὸς νὰ συντρίψωμεν αὐτὸν
2800καὶ νὰ ἔχωμεν πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διακανονί-
2801σωμεν τὰς ἐνεργείας μας ὅπως θέλομεν ἡμεῖς». Καὶ οὕτως ἐ-
2802σχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις τῶν νέων σωτήρων ὑπὸ ἀρχηγὸν
2803τὸν Ἀρχισωτῆρα, οἱ ὁποῖοι κατεκυλίσθησαν μέχρι τοῦ ὀνεί-
2804δους, τοῦ αἴσχους καὶ τῆς προδοσίας τοῦ Ροῦπελ.
2805Ἐκλήθη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τῶν γερόντων, ὅπως ὠνο-
2806μάσθη — δὲν δύναται δὲ ἡ ὀνομασία αὕτη ἐκ μέρους μου νὰ
2807ἔχῃ καμμίαν κακὴν ἔννοιαν, διότι δυστυχῶς καὶ ἐγὼ εἶμαι γέ-
2808ρων, ὥστε δὲν τὸ λέγω μὲ ἔννοιαν ὑβριστικὴν (γέλωτες) —
2809ἐκλήθη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τῶν γερόντων διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ
2810δῆθεν τὴν λεγομένην οὐδετερόφιλον πολιτικήν, καὶ ὁ κ. Σκου-
2811λούδης, διὰ νὰ ρίψῃ στάχτη στὰ μάτια τῶν Φράγκων, ἔκαμε
2812τὰς γνωστὰς δηλώσεις του, ὡς λέγει ἡ τηλεγραφικὴ ἐγκύ-
2813κλιος τοῦ κ. Σκουλούδη τῆς 26 Αὐγούστου πρὸς τοὺς ἐν Πα-
2814ρισίοις, Ρώμῃ καὶ Πετρουπόλει πρεσβευτάς: «Ὁμιλοῦντες
2815πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν θέλετε εὐαρεστηθῆ νὰ
2816δώσητε αὐτῷ ἐκ μέρους μου τὴν κατηγορηματικωτέραν δια-
2817βεβαίωσιν περὶ τῆς σταθερᾶς ἡμῶν ἀποφάσεως, ὅπως ἐξακο-
2818λουθήσωμεν τὴν οὐδετερότητα ἡμῶν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς εἰλι-
2819κρινεστέρας εὐμενείας πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως.
2820Εὐαρεστηθῆτε νὰ προσθέσητε, ὅτι ἡ νέα Κυβέρνησις υἱοθετεῖ
2821τὰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις τοῦ κ. Ζαΐμη περὶ τῆς φιλικῆς
2822στάσεως τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τῶν ἐν Θεσσα-
2823λονίκῃ Συμμαχικῶν στρατευμάτων καὶ ὅτι ἔχει ἀρκοῦσαν συ-
2824νείδησιν τῶν ἀληθῶν αὐτῆς συμφερόντων καὶ τοῦ τί ὀφείλει
2825εἰς τὰς Προστάτιδας τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεις, ἵνα μὴ παρεκ-
2826κλίνῃ δι’ ὅλον τὸν κόσμον τῆς χαραχθείσης πολιτικῆς, ἐλπίζει
2827δὲ κατόπιν τούτου ὅτι τὰ αἰσθήματα τῆς φιλίας τῶν Δυνάμεων
2828τούτων πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἐν οὐδεμιᾷ στιγμῇ θέλουσιν ἐπηρεα-
2829σθῇ ὑπὸ κακοβούλων καὶ ὑποβολιμαίων εἰδήσεων, αἵτινες τί-
2830θενται σκοπίμως ἐν κυκλοφορίᾳ ἐπὶ τῷ ματαίῳ σκοπῷ νὰ ψυ-
2831χράνωσι τὰς ἀγαθὰς σχέσεις τῆς Συνεννοήσεως μετὰ τῆς
2832Ἑλλάδος». Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς ἐγκυ-
2833κλίου αὐτῆς ἀπετέλει ἐρωτικὰς ντεκλαρασιόν (Γέλωτες).
2834Ἀλλὰ τὰς πρώτας δηλώσεις διεδέχθησαν αἱ δεύτεραι γκά-
2835φαι του ἀμέσως. Δὲν ἐπέρασαν ὀλίγαι ἡμέραι καί, ὑποχωροῦν-
2836τος τοῦ Ἀγγλογαλλικοῦ στρατοῦ, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τοῦ τί
2837θὰ ἐγίνετο ὅταν θὰ ὑπεχώρουν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ
2838οἱ Σέρβοι. Καὶ ὁ κ. Σκουλούδης εἰς μίαν τῶν συναντήσεων αὐ-
2839τοῦ πρὸς ἕνα τῶν πρέσβεων τῆς Συνεννοήσεως, ἔλεγεν: «Ἠ-
2840ξεύρετε, ἂν ὑποχωρήσουν οἱ Σέρβοι, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ
2841τοὺς συλλάβωμεν!» Καὶ τοῦ ἔλεγεν ὁ πρεσβευτής: «Πῶς εἶ-
2842ναι δυνατόν; Εἶναι σύμμαχοί σας, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τη-
2843ρήσητε εὐμενεστάτην οὐδετερότητα· ἔπειτα οἱ Σέρβοι εἶναι
2844σύμμαχοί μας καὶ ἡμεῖς ἤλθομεν ἐδῶ τῇ συγκαταθέσει σας».
2845Καὶ ὁ κ. Σκουλούδης ἀπήντα: «Καὶ εἰς σᾶς θὰ ἔπρεπε νὰ
2846κάμωμεν τὸ ἴδιον!» Συζήτησις ἐγεννήθη ἂν εἶπε «θὰ ἔπρεπε»
2847ἢ «θὰ κάμωμεν» τὸ ἴδιον, ἀλλ’ ἐννοεῖτε ποίαν σημασίαν εἶχε
2848τὸ πρᾶγμα, ὅπως καὶ ἂν τὸ εἶπε. Σᾶς ἀφίνω νὰ ἐννοήσητε
2849ποία ἐντύπωσις παρήχθη καὶ ποῖαι ἔμελλον νὰ καταστῶσιν
2850αἱ σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως τῶν γερόντων πρὸς τὴν ὁμάδα
2851τῆς Συνεννοήσεως, ἐνῷ, ὅπως σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ, ἔ-
2852διδε τὴν διαβεβαίωσιν τῆς διατηρήσεως τῆς εἰλικρινεστέρας
2853εὐμενείας πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως. Καὶ ὅταν
2854τοῦ ἐγένετο παρατήρησις, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει διὰ τοὺς
2855Σέρβους καὶ αὐτὴ ἡ πολιτεία του ἡ μεταγενεστέρα δὲν συμβι-
2856βάζεται καθόλου μὲ τὴν ὑπεσχημένην εὐμενῆ οὐδετερότητα, ὁ
2857κ. Σκουλούδης ἐλησμόνησεν ὅλα ὅσα εἶχεν εἴπει ἐν ἀρχῇ καὶ
2858παρετήρησε μετ’ ὀργῆς: «Τί μοῦ ὁμιλεῖτε περὶ εὐμενοῦς οὐ-
2859δετερότητος; Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω πολλῶν εἰδῶν οὐδετερότητας,
2860ἠξεύρω μόνον δύο εἰδῶν: τὴν οὐδετερότητα τὴν ἑκουσίαν καὶ
2861τὴν οὐδετερότητα τὴν ἀναγκαστικήν». Καὶ ἐλησμόνει ὅτι εἶ-
2862χεν ὑποσχεθῆ ὄχι ἁπλῆν οὐδετερότητα, οὐδὲ ἁπλῶς εὐμενῆ,
2863ἀλλὰ εἰλικρινέστατα εὐμενῆ. Ἐνόμισεν ὅτι ἤρκει νὰ εἴπῃ τοῦ-
2864το τὴν πρώτην ἡμέραν καὶ νὰ κάμῃ ὅ,τι τοῦ ἤρεσε τὰς ἄλλας,
2865διότι ὑπέθετε, φαίνεται, ὅτι θὰ ἐλησμονοῦντο αἱ πρῶται δηλώ-
2866σεις του καὶ οὕτω δὲν θὰ ἐπήρχετο κανὲν ἐπιβλαβὲς ἀποτέλε-
2867σμα, μὴ ἐννοῶν ὅτι θὰ ἐγίνετο ἀφορμὴ νὰ ἐκπέσῃ εἰς τὴν ἐκ-
2868τίμησιν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, εἰς ὃ σημεῖον ἐξέπεσεν ἡ
2869Ἑλλὰς κατὰ τὴν Κυβέρνησιν τῶν γερόντων.
2870§60Γ. ΠΩΠ. Οὐδετερότης τοῦ γήρατος (Γέλωτες).
2871§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἡ Κυβέρνησις
2872τῶν γερόντων προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Τὴν διά-
2873λυσιν ταύτην ἐζήτησαν νὰ δικαιολογήσουν οἱ λαβόντες τὸν λό-
2874γον ἀπὸ τὰ ἑδώλια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Σᾶς εἶπον: «Διατί
2875δὲν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ διάλυσις;» Ἀλλὰ διελύθη ἡ Βουλὴ
2876διότι ἐξεδηλώθη πραγματικῶς δυσαρμονία μεταξὺ τῆς χθὲς
2877ἐκλεγείσης Βουλῆς καὶ τῆς δημοσίας γνώμης; Περὶ τοῦ ζη-
2878τήματος αὐτοῦ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀσχοληθῶ πολύ, διότι ὁ
2879ἀξιότιμος συνάδελφός μου τὸ ἐξήντλησε χθές. Ἔχω μόνον ἀ-
2880νάγκην νὰ εἴπω ὅτι, ὅταν ὁ Ὕπατος Ἁρμοστὴς τῶν Δυνάμεων
2881ἐν τῷ ἐγγράφῳ του πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην λέγῃ ὅτι ἡ Βουλὴ διε-
2882λύθη δὶς εἰς βραχύτατον διάστημα χρόνου, δὲν ἐννόει ὅτι τοῦτο
2883ἀπετέλει παραβίασιν τοῦ Συντάγματος τὸ νὰ διαλύεται ἡ Βου-
2884λὴ εἰς βραχύτατον διάστημα χρόνου ἐκ δευτέρου, ἀλλ’ ἐννόει
2885ὅτι εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος ὅταν διαλύεται ἡ Βου-
2886λὴ πρὸς ἐπιβολὴν τῆς αὐτῆς πολιτικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγέ-
2887νετο καὶ ἡ πρώτη διάλυσις, ἡ ὁποία ἀπέτυχε, διότι ὁ λαὸς ἀ-
2888πεφάνθη ἀντιθέτως. Βεβαίως τὸ παράδειγμα τοῦ 1910 δὲν ἔ-
2889χει καμμίαν ὁμοιότητα πρὸς τὸ παρόν. Εἰς τὰ 1910 ἔγινεν ἡ
2890διάλυσις τῆς Βουλῆς, διότι, ἀφοῦ ἐκ κοινῆς συνεννοήσεως ὅ-
2891λων τῶν παραγόντων τῆς Χώρας, τῶν λαϊκῶν καὶ τοῦ Βασι-
2892λικοῦ, ἀπεφασίσθη ἡ συγκρότησις Διπλῆς Βουλῆς διὰ νὰ γίνῃ
2893ἡ ἀναθεώρησις τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἀπέδωσαν αἱ ἐκλογαὶ
2894Βουλὴν δυναμένην νὰ δώσῃ βιώσιμον Κυβέρνησιν. Ἡ τότε δὲ
2895Κυβέρνησις, ἀφοῦ μάλιστα ἔτυχε καὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης, διέ-
2896λυσε τὴν Βουλήν, διὰ νὰ καταρτισθῇ νέον Σῶμα, μὲ τὸ ὁποῖον
2897νὰ ἠμπορῇ νὰ συνεργασθῇ. Τίνα σχέσιν ἔχει τοῦτο μὲ τὴν θρα-
2898σεῖαν ἐπιβουλὴν κατὰ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ὅταν ὁ Βασι-
2899λεὺς κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1915, μὴ θέλων νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν
2900Συνθήκην καὶ μὴ θέλων νὰ παραβλάψῃ τὴν Γερμανικὴν πολι-
2901τικήν, ἀπεφάσισε νὰ διαλύσῃ ἐκ δευτέρου τὴν Βουλὴν μὲ τὴν
2902ἐλπίδα ὅτι διὰ νέων ἐκλογῶν θὰ κατώρθωνε νὰ ἐπιτύχῃ ἔγ-
2903κρισιν τῆς πολιτικῆς του, ἀφοῦ τῶν ἐκλογῶν γινομένων ὑπὸ
2904γενικὴν ἐπιστράτευσιν, ἡ Ἐξουσία εἶχεν εἰς χεῖρας της ὅλα
2905τὰ μέσα ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της; Ποῖα δὲ ἦσαν τὰ μέ-
2906σα ταῦτα; Τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον τὸ Ἐπιτελεῖον, ἡ
2907ἄλλη ἀληθὴς Κυβέρνησις, εἶχεν εἰς χεῖρας του 300,000 ἐκ-
2908λογέων, τὸ ἥμισυ δηλαδὴ τῶν μετεχόντων εἰς τὰς ἐκλογὰς
2909Ἑλλήνων πολιτῶν, καὶ ἔχον εἰς χεῖρας του τὸ ἥμισυ τῶν ἐκ-
2910λογέων ἐκάλει ἡμᾶς νὰ προσέλθωμεν εἰς τὰς ἐκλογάς, ἀφοῦ
2911ἦτο ἀποφασισμένον κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν εἰς μὲν
2912τοὺς φίλους αὐτῶν νὰ δώσουν ἀδείας διὰ ν’ ἀσκήσουν τὸ ἐκλο-
2913γικόν των δικαίωμα, τοὺς δὲ ἰδικούς μας νὰ τοὺς κρατήσουν
2914εἰς τοὺς στρατῶνας διὰ νὰ μὴ ψηφίσουν. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἦ-
2915σαν ἀληθὴς μυκτηρισμὸς αἱ ἐκλογαὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ
2916τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἶχε δικαίωμα νὰ ὀνομάσῃ κω-
2917μῳδίαν τὴν ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν καὶ
2918καθῆκον ν’ ἀρνηθῇ νὰ προσέλθῃ εἰς αὐτάς.
2919Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν περαιτέρω, Κύριοι, τὴν ἐφαρμογὴν
2920τῆς λεγομένης οὐδετεροφίλου, πράγματι δὲ Γερμανικῆς πο-
2921λιτικῆς. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς τοὺς ἐπιστράτους καὶ τοὺς
2922γονεῖς καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν ἔλεγον ὅτι, ἅμα διεξαχθῶσιν
2923αἱ ἐκλογαί, ἡ ἐπιστράτευσις ἡμῶν θ’ ἀρθῇ. «Ὁ Βενιζέλος ἔ-
2924φυγε τώρα, αὐτὸς ἔκαμε τὴν ἐπιστράτευσιν, ὁ μαχαιροβγάλ-
2925της, ἤθελε νὰ ὠθήσῃ τὸν λαὸν νὰ χύσῃ αἷμα· τώρα ποὺ ἀπηλ-
2926λάγημεν ἀπ’ αὐτόν, θὰ σᾶς ἀπολύσωμεν νὰ πᾶτε εἰς τὰ σπί-
2927τια σας»! Ἀλλὰ αἱ ἐκλογαὶ διεξάγονται, ἀλλὰ οἱ Ἀγγλο-
2928γάλλοι ὑποχωροῦν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ ἐμφανί-
2929ζεται ἡ ἀπειλὴ τῆς εἰσβολῆς τῶν Γερμανοβουλγάρων. Ἔχετε
2930εἰς χεῖρας σας τὴν ὑπ’ ἀριθ. 633, τῆς 26 Ἰανουαρίου 1916,
2931ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐμπιστευτικὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ἐπιτελείου,
2932διατάσσοντος τὰς μεραρχίας καὶ τὰ Σώματα στρατοῦ νὰ ἀ-
2933φήσουν νὰ εἰσέλθουν οἱ Βούλγαροι χωρὶς νὰ ἀντιταχθῇ καμμία
2934ἀντίστασις. Ἡ ἀπόφασις τῆς μὴ ἀντιτάξεως ἀντιστάσεως ὑ-
2935πῆρχε πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐδόθησαν
2936διαταγαί, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ εἰσβολὴ τῶν Βουλγάρων. Μετὰ
2937τοιαύτην δὲ ἀπόφασιν ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ εἴσοδος τῶν Βουλγά-
2938ρων, τίνα εἶχε πλέον σκοπὸν ἡ διατήρησις τῆς ἐπιστρατεύ-
2939σεως;
2940Καὶ ἤδη ἔχω δικαίωμα νὰ θεωρήσω τὴν ἀπουσίαν κατὰ τὴν
2941στιγμὴν ταύτην ἐκ τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς τοῦ ἀξιοτίμου
2942βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ὡς μίαν καθαρὰν φυγομαχίαν (Χειρο-
2943κροτήματα παρατεταμένα). Εἶναι καθαρὰ φυγομαχία, διότι ἐ-
2944γνώριζεν ὅτι θὰ τοῦ ἐζήτουν λόγον ὄχι μόνον διὰ τὸ Ροῦπελ,
2945ἀλλὰ κυρίως διὰ τὴν διαιώνισιν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Διότι
2946ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, κύριοι, ἠγωνία τὸ Ἔθνος λέγον: «Τί
2947μᾶς θέλετε καὶ μᾶς κρατεῖτε; Τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ διατήρησις
2948τῆς ἐπιστρατεύσεως;» Καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν σωτήρων τὰς
2949μὲν οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων ἄφινε πεινώσας, δυστυχού-
2950σας, ἐκτεθειμένας εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους τῆς δυστυχίας,
2951κινδύνους φυσικούς, κινδύνους ἠθικούς, ἐκράτει δὲ τὸν ἐπιστρα-
2952τευμένον λαόν, καὶ θὰ τὸν ἐκράτει ἴσως ἀκόμη ποῖος ἠξεύρει
2953μέχρι πόσων μηνῶν βραδύτερον, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ Νότα τῶν
2954Δυνάμεων τὴν 8 Ἰουνίου νὰ ἀξιώσῃ τὴν διάλυσιν τῆς ἐπιστρα-
2955τεύσεως ταύτης. Δὲν διέλυσαν τὴν ἐπιστράτευσιν, παρὰ ὅταν
2956ἐξηναγκάσθησαν. Διατί; Διετήρουν αὐτὴν πρὸς τίνα σκοπόν;
2957Διατί διετήρησαν μίαν ἐπιστράτευσιν, ἡ ὁποία εἰς κατανάλω-
2958σιν ὑλικοῦ ἐπιστρατεύσεως καὶ δαπάνας διὰ τὴν συντήρησιν
2959αὐτῆς ἐστοίχισεν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ὑπὲρ τὰ 300 ἑκα-
2960τομμύρια δραχμῶν; Διατί διετήρησαν τὴν ἐπιστράτευσιν ἐπὶ
29619–10 μῆνας καὶ τὴν διέλυσαν ὅταν ἐξηναγκάσθησαν, ὅταν ἡ
2962ζημία εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως αὐ-
2963τῆς δύναται νὰ ὑπολογισθῇ εἰς ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον καὶ
2964ἀπὸ τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐστοίχισεν εἰς τὸ Κράτος; Διατί
2965διετήρησαν μίαν ἐπιστράτευσιν, ἐπενεγκόντες ζημίαν τοσαύ-
2966την μὲν ὑλικὴν εἰς τὸ Κράτος, πολὺ δὲ μεγαλειτέραν εἰς τὴν
2967ἐθνικὴν οἰκονομίαν τῆς Χώρας διὰ τῆς ἀποσπάσεως 300 χι-
2968λιάδων ἀνδρῶν ἀπὸ τὰ ἔργα αὐτῶν τὰ παραγωγικά, ἵνα τοὺς
2969ρίψουν ἀσκόπως εἰς τοὺς στρατῶνας; Διατί διετήρησαν μίαν
2970ἐπιστράτευσιν ἐπὶ 9–10 μῆνας, ὅταν δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ κτυ-
2971πήσουν οὔτε τοὺς Γερμανούς, οὔτε τοὺς Βουλγάρους, διεμαρτύ-
2972ροντο δὲ πάντοτε ὅταν τοὺς ἀπεδίδετο ἡ ἰδέα ἡ κακοῦργος νὰ
2973κτυπήσουν τοὺς Ἄγγλους καὶ τοὺς Γάλλους;
2974Εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀπηυθύνετο πανταχόθεν
2975ἀγωνιωδῶς πρὸς τοὺς Γέροντας, οὐδεμία, κύριοι, μέχρι σήμε-
2976ρον ἐδόθη ἀπάντησις! Ὁ «Κῆρυξ», διερμηνεύων τότε ἐγκύρως
2977τὰς γνώμας τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, δι’ ἐπανειλημ-
2978μένων ἄρθρων ἔθηκε τὸ ζήτημα, ἐρωτῶν διατί διατηρεῖται ἡ
2979ἐπιστράτευσις. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλλων ἐφημερίδων, αἱ ὁ-
2980ποῖαι ἔθετον τὸ αὐτὸ ἐρώτημα, διότι θὰ μοῦ ἀναγνωρίσητε ὅτι
2981ὑπῆρχε κἄποιο περισσότερον κῦρος εἰς τὰ ἐρωτήματα τὰ τιθέ-
2982μενα ὑπὸ τοῦ «Κήρυκος», διότι οὗτος ἐξεπροσώπει τὰς γνώ-
2983μας ἑνὸς μεγάλου Κόμματος, ἔξω μάλιστα τῆς Βουλῆς εὑρι-
2984σκομένου. Ἐπηρώτων λοιπὸν διὰ τοῦ «Κήρυκος»: «Διατί κρα-
2985τεῖτε τὴν ἐπιστράτευσιν;» Καμμία ἀπάντησις! Ἀλλὰ τοὺς ἔ-
2986λεγα τότε: «Διατί, ἀπαίσιοι ἄνθρωποι, διατί ἐπὶ τέλους, ἀ-
2987φοῦ θέλετε νὰ κρατήσετε ἐν ἐπιστρατεύσει τὸν στρατόν, διατί
2988δὲν κρατεῖτε, ἐπιστρατευόμενα μόνον, τὸ τρίτον καὶ τὸ τέταρ-
2989τον Σῶμα στρατοῦ, τὰ Μακεδονικά, ἔστω καὶ τὸ 5ον τῆς Ἠ-
2990πείρου, τὸ ὁποῖον εἶχε μεταφερθῆ εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἀλλὰ
2991συγχρόνως κρατεῖτε ἐν ἐπιστρατεύσει καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ
2992δεύτερον Σῶμα, τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν Πατρῶν, τὰ ὁποῖα δὲν
2993ἔχουν μεταφερθῆ εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ δὲν εἶναι συγκεν-
2994τρωμένα στρατηγικῶς;» Διότι ἡ ἐπιστράτευσις, κύριοι, ἀξίαν
2995ἔχει ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ καὶ νὰ συνοδευθῇ ἀμέσως ὑπὸ τῆς
2996λεγομένης στρατιωτικῆς συγκεντρώσεως, ἡ ὁποία, συγκεν-
2997τροῦσα τὸν στρατόν, ἔχει αὐτὸν ἕτοιμον νὰ βαδίσῃ κατὰ τοῦ
2998ἐχθροῦ, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ἐπιτευχθοῦν οἱ σκοποί, διὰ τοὺς
2999ὁποίους ἔγινεν ἡ ἐπιστράτευσις. Ἐπιστράτευσις ὅμως, κατὰ
3000τὴν ὁποίαν ἐπιστρατεύεται ὅλος ὁ πληθυσμὸς μιᾶς Χώρας καὶ
3001μένει εἰς τὰς συνήθεις φρουράς του, χωρὶς στρατηγικὴν συγ-
3002κέντρωσιν, εἶναι μία αἵρεσις στρατιωτική, διὰ τὴν ὁποίαν σᾶς
3003βεβαιῶ ὅτι τὸ κρέμασμα τῶν Ἐπιτελῶν μας θὰ ἦτο τιμωρία
3004πολὺ μικρά (Ζητωκραυγαὶ καὶ χειροκροτήματα).
3005Ἡ ἐπιστράτευσις, κύριοι, σκοπὸν ἔχει νὰ φέρῃ εἰς τὰ συν-
3006τάγματα, εἰς τὰς μονάδας τοῦ στρατεύματος, τοὺς ἐφέδρους,
3007νὰ ἐνδύσῃ αὐτούς, νὰ ὁπλίσῃ αὐτοὺς καὶ νὰ συγκροτήσῃ ὅλας
3008τὰς Ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἐν πολέμῳ
3009σύνθεσιν τοῦ Στρατοῦ, νὰ κάμῃ τὰς ἀναγκαίας ἐπιτάξεις διὰ
3010νὰ ὀργανώσῃ τὰς Ὑπηρεσίας αὐτάς, καὶ ὅταν ὀργανωθῶσιν
3011αἱ Ὑπηρεσίαι, τότε θὰ ἀρχίσῃ ἡ μεταφορά. Τὸ πρῶτον μέρος
3012εἶναι ὑπόθεσις συντελουμένη, κατὰ Κράτη, εἰς 3 ἡμέρας, εἰς
30135 εἰς 6· ὅσα Κράτη ἔχουσι τοὺς λεγομένους ὀρεινοὺς σχηματι-
3014σμούς, ἔχουν μακροτέραν ἐπιστράτευσιν, ὅσα ἀρκοῦνται εἰς
3015τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τὰ αὐτοκίνητα, συντελοῦν τὴν ἐπιστρά-
3016τευσίν των ταχύτερον. Τὸ πρῶτον Σῶμα στρατοῦ, τῶν Ἀθη-
3017νῶν, καὶ τὸ δεύτερον, τῶν Πατρῶν, μὲ δύναμιν 90 χιλιάδων
3018ἀνδρῶν, εἶχαν ἐπιστρατευθῆ, οἱ ἄνδρες εἶχαν μεταβῆ εἰς τὰ
3019συντάγματα, εἶχαν ἐνδυθῆ τὴν στολήν, εἶχαν παραλάβει τὰ ὅ-
3020πλα των, εἶχαν ἐπιταχθῆ τῶν πολιτῶν τὰ κτήνη, τὰ κάρρα,
3021καὶ τὰ δύο αὐτὰ Σώματα ἔμεναν εἰς τὰς ἕδρας των. Τί ἐχρη-
3022σίμευεν αὐτὴ ἡ ἐπιστράτευσις; Δηλαδή, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ
3023ὅτι οἱ οὐδέτεροι Κυβερνῆται μας ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθωσι τῆς
3024οὐδετερότητος, δὲν θὰ ἐχρειάζοντο πλέον τῶν ἕξ ἡμερῶν ἵνα
3025ἐπιστρατεύσωσι καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον Σῶμα στρατοῦ.
3026Διατί τὰ εἶχον ἐπιστρατευμένα χωρὶς νὰ κάμουν τὴν στρατη-
3027γικήν των συγκέντρωσιν; Βεβαίως πολλάκις ὀλίγων ὡρῶν
3028ταχύτης εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πολέμου ἔχει μεγάλην σημασίαν,
3029διότι δίδει εἰς τὸν ἕτερον τῶν ἀντιπάλων τὴν πρωτοβουλίαν
3030τῆς ἐπιθέσεως. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, δὲν ἐ-
3031πρόκειτο διὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπιστρατεύσεως νὰ κανονισθῇ
3032τὸ ζήτημα τοῦ τίς θὰ ἦτο ὁ ἀμυνόμενος στρατὸς καὶ τίς ὁ ἐ-
3033πιτιθέμενος. Ὑπῆρχον ἤδη δύο στρατοὶ ἀντιμέτωποι εἰς τὰ
3034σύνορά μας, ὁ Ἀγγλογαλλικὸς ἀφ’ ἑνός, ὁ Βουλγαρογερμανι-
3035κὸς ἀφ’ ἑτέρου, ἡμεῖς δὲ ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν τὴν ἐπιστρά-
3036τευσιν ἔχοντες τὴν προκάλυψιν πλήρη. «Διατί λοιπόν, τοὺς
3037ἠρώτων, κρατεῖτε τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1ου καὶ 2ου Σώμα-
3038τος στρατοῦ;» Οὐδεμία ἀπάντησις. Ἀλλὰ τοὺς ἔλεγα ἐπὶ
3039πλέον: «Δὲν ἔχετε καλέσει ἀκόμη τὰς ἡλικίας τοῦ 1915 καὶ
30401916. Διατί δὲν καλοῦνται αἱ ἡλικίαι αὐταί; Θὰ σᾶς δώσουν
304150 χιλιάδας ἀνδρῶν καὶ θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀπολύσητε δέκα ἴσως
3042καὶ δώδεκα ἡλικίας ἐκ τῶν παλαιοτέρων». Καὶ τοὺς ἔλεγα
3043ἀκόμη: «Διατί δὲν καλεῖτε τὰς ἡλικίας τῶν ἀγυμνάστων τῶν
3044νέων χωρῶν, διὰ νὰ ἀντικαταστήσητε δι’ αὐτῶν ἄλλας ἡλι-
3045κίας, ὥστε νὰ κατορθώσητε νὰ περιορίσητε τὰς ἐπιστρατευ-
3046μένας ἡλικίας εἰς τοὺς νεαρωτέρους;» Οὐδεμία ἀπάντησις,
3047οὐδεμία δικαιολογία.
3048§62Γ. ΠΩΠ. Οὔτε εἰς τὰς ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι τοῖς ἀπηυ-
3049θύνοντο ἐν τῇ Βουλῇ ἔδιδον ἀπάντησιν.
3050§63Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔδιδον ἀπάν-
3051τησιν, διότι τοὺς ἦτο ἀδύνατον νὰ δώσουν τοιαύτην, καθόσον
3052δὲν ἠδύναντο νὰ ὁμολογήσουν τοὺς σκοπούς, δι’ οὓς ἐκράτουν
3053τὴν ἐπιστράτευσιν.
3054Ἡ ἐπιστράτευσις ἡ γενικὴ τοὺς ἦτο ἀναγκαία, διότι αὕτη
3055ἐδικαιολόγει τὴν ἀπονομὴν τῶν προσθέτων ἐπιδομάτων εἰς
3056τοὺς ἀξιωματικούς, ἐνόμιζον δὲ ὅτι διὰ τοῦ μέσου αὐτοῦ θὰ εἶ-
3057χον εὐμενεστέρους τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ στράτευμα. Μοῦ εἶ-
3058παν ὅτι γράψας αὐτὸ ὕβρισα τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ἦτο
3059τοῦτο τόσον μικρόν, τόσον ταπεινόν, ὥστε δὲν ἐνόμισα ἀναγ-
3060καῖον οὔτε νὰ ἀπαντήσω. Ἀλλὰ δὲν ἦτο αὐτὸ μόνον. Ἔχον-
3061τες τὴν γενικὴν ἐπιστράτευσιν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρ-
3062μόσουν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸν Στρατιωτικὸν Νόμον. Καὶ ἐ-
3063σκόπουν νὰ τὸν ἐφαρμόσουν, ἀλλ’ ὑπῆρχε κἄποια δυσκολία,
3064κἄποια ἀντίδρασις, διότι αἱ Δυνάμεις δὲν ἐφάνησαν διατεθει-
3065μέναι νὰ δεχθῶσιν, ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος ἐπεβάλλετο ἐξ
3066ἐξωτερικῶν ἢ στρατιωτικῶν λόγων καὶ ἔλεγαν εἰς τοὺς σω-
3067τῆρας ὅτι θὰ ἔκαμναν καλὰ νὰ μὴ τὸν ἐφαρμόσουν· καὶ δὲν
3068τὸν ἐφήρμοσαν, διότι ἐφοβοῦντο τὴν σύστασιν τῶν Δυνάμεων,
3069ἀλλὰ τὸν εἶχαν πάντοτε ὡς φόβητρον καὶ ὅταν θὰ ἤρχοντο εἰς
3070σύγκρουσιν πρὸς τὰς Δυνάμεις, θὰ ἐφήρμοζον αὐτόν. Ἀλλ’
3071εἶχε καὶ ἄλλον σκοπὸν ἡ ἐπιστράτευσις. Αὕτη παρεῖχε τὸ δι-
3072καίωμα εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον νὰ ἁρπάζῃ εἰς πᾶσαν στιγμὴν τοὺς
3073ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ τοὺς πετᾷ ἀπὸ τὸ ἓν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον
3074τῆς Ἑλλάδος. Ἄνευ ἐπιστρατεύσεως, τὰς μεταθέσεις ἐνερ-
3075γεῖ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων, εἶναι δὲ τοῦτο μία
3076ἐγγύησις ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ μετατεθῇ αὐθαιρέτως, ἐνῷ
3077ἐπὶ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ἔχει εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ Γενι-
3078κὸν Ἐπιτελεῖον, ὡς ὅπλον, τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστέλλῃ ἐξ Ἀ-
3079θηνῶν εἰς τὰ ἀπώτατα σημεῖα τοῦ Κράτους πάντα ἀξιωματι-
3080κόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐτόλμα νὰ δείξῃ τάσεις τινὰς ἀνεξαρτησίας
3081πνεύματος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὰ μόνον. Ἐπεδίωκον ἀκόμη οἱ
3082ἀνόσιοι αὐτοὶ ἄνθρωποι οἱ Γέροντες καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον, ἐπε-
3083δίωκον διὰ τῆς παρατάσεως τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως νὰ
3084κάμψουν σωματικῶς καὶ ψυχικῶς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ
3085νὰ τὸν καταστήσουν ἀνίκανον νὰ ἐξεγερθῇ ποτέ, ὅπως τοῖς
3086ζητήσῃ λόγον. Αὐτὸ ἐπεδίωκον διὰ τῆς παρατάσεως τῆς ἐπι-
3087στρατεύσεως ἐπὶ δεκάμηνον. Ἐπεδίωκον ἀκόμη νὰ χρησιμο-
3088ποιήσουν τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ διὰ τὴν διδασκαλίαν τὴν ἄτι-
3089μον, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τοὺς στρατῶνας, διὰ νὰ κατορθώ-
3090σουν νὰ ἀπαλλοτριώσουν, ἂν ἦτο δυνατόν, ὅπως εἶπα καὶ πρὸ ὀ-
3091λίγου, τὸν λαὸν ἀπὸ τὸν ἐκλεκτόν του, τὸν λαὸν ἀπὸ τὸ Κόμμα,
3092πρὸς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο προσηλωμένος ἐπὶ τόσον χρόνον.
3093Ἀντὶ νὰ διδάσκεται εἰς τοὺς στρατιώτας τὸ φρόνημα τὸ γεν-
3094ναῖον, ἀντὶ νὰ διδάσκεται εἰς τοὺς στρατιώτας ἡ ἀνάγκη τῆς
3095θυσίας τοῦ ἀτομικοῦ σαρκίου διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑψη-
3096λῶν ἰδεωδῶν τῆς Πατρίδος, εἰς τοὺς στρατιώτας ἐδιδάσκετο,
3097κατὰ τὰς ἐπιταγὰς τοῦ Ἐπιτελείου, ἡ δειλία, ἐδιδάσκετο ἡ ἀ-
3098ποφυγὴ τῆς ἐκπληρώσεως παντὸς ὑψηλοῦ καθήκοντος, ἐδιδά-
3099σκετο ἡ ἀποστροφὴ πρὸς πᾶσαν γενναίαν πρᾶξιν, ἐδιδάσκετο
3100διαρκῶς καὶ ἀεννάως ὅτι, ἐὰν μένουν εἰς τοὺς στρατῶνας,
3101μένουν διότι τοὺς ἐκάλεσεν ὁ Βενιζέλος καὶ πρέπει καλὰ νὰ
3102τὸ ἐννοήσουν αὐτὸ καὶ καλὰ νὰ τὸ βάλουν εἰς τὴν ψυχήν των,
3103ὥστε, ὅταν θὰ φύγουν διὰ νὰ πᾶνε εἰς τὰ σπίτια των, νὰ τὸ
3104ἐνθυμοῦνται καὶ αὐτὸ νὰ λέγουν εἰς τοὺς γονεῖς των καὶ αὐτὸ
3105νὰ λέγουν εἰς τοὺς ἀδελφούς των. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐργασία ἡ ὁ-
3106ποία ἐγίνετο εἰς τοὺς στρατῶνας. Βεβαίως δὲν λέγω ὅτι δὲν
3107ὑπῆρχον καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ αὐτὴ ἦτο γενικῶς ἡ ἐργασία ἡ
3108γινομένη εἰς τοὺς στρατῶνας κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Ἐπιτελείου
3109τὸν χρόνον ἐκεῖνον. Βεβαίως ἡ ἐσωτερικὴ αὕτη ἄποψις εἶναι
3110ἴσως ἐπαρκὴς διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν παράτασιν αὐτὴν τῆς ἐπι-
3111στρατεύσεως. Ἀλλ’ οἱ ἐφαρμόζοντες τὴν λεγομένην οὐδετε-
3112ρότητα, πράγματι δὲ Γερμανικὴν πολιτικήν, ἐπεδίωκον καὶ
3113ἓν ἄλλο πρᾶγμα· ἐγνώριζαν ὅτι ὁ πόλεμος ἦτο ἐνδεχόμενον
3114νὰ ὑπάρξῃ μακρός· ἐγνώριζαν ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέ-
3115ρων, ὅσον καὶ ἂν ἐφαντάζοντο ὅτι τὸ ὑπονόμευσαν, εἶχεν ἀκό-
3116μη βαθυτάτας τὰς ῥίζας του εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ
3117λαοῦ· ἐφοβοῦντο λοιπὸν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν μήπως ἐπέλ-
3118θῃ κἄποια μεταβολὴ περιστάσεων καὶ ἡ Ἑλλὰς δυνηθῇ νὰ
3119λάβῃ μέρος εἰς τὸν πόλεμον· αὐτοὶ δέ, ἐφαρμόζοντες Γερμα-
3120νικὴν πολιτικήν, ἤθελαν νὰ φέρουν τὴν Ἑλλάδα εἰς σημεῖον
3121ὥστε, ὑπὸ οἱασδήποτε περιστάσεις, καὶ τὰς ἀρίστας ἀκόμη,
3122νὰ μὴ δύναται σωματικῶς καὶ ψυχικῶς νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέ-
3123μου. Ἤθελαν νὰ προσφέρουν καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν ὑπη-
3124ρεσίαν πρὸς τὸν Γερμανὸν Αὐτοκράτορα καὶ πρὸς τοὺς συμμά-
3125χους αὐτοῦ κληρονομικούς μας ἐχθρούς.
3126Κύριοι, μόνον ἀφοῦ συνετελέσθη ἡ ἀποστράτευσις ἠναγκά-
3127σθησαν νὰ μᾶς εἴπουν εἰς τί τὴν ἐχρησιμοποίησαν, διότι τὴν
3128στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μετέβαινον εἰς τοὺς οἴκους των οἱ
3129ἀποστρατευόμενοι, ἔπρεπε νὰ δώσουν δικαιολογίαν τινά. Ἀ-
3130κούσατε δὲ τί ἔγραφεν ὁ Τύπος των (ἀναγινώσκει): «Μὴ δυ-
3131νάμενοι—λέγει—νὰ γνωρίζουν (οἱ ἀντιπολιτευόμενοι) ποίους
3132πολιτικοὺς σκοποὺς σοβαροὺς καὶ ἐθνικωτάτους ἐξυπηρέτει ἡ
3133ἐπιστράτευσις, ἐπίστευον ἐν τῇ στενότητι τῶν ἀντιλήψεών των
3134ὅτι αὕτη μόνον τὴν ἐξυπηρέτησιν κομματικῆς πολιτικῆς εἶ-
3135χεν ὡς ἀποστολήν. Δὲν ἠδύναντο νὰ εἴδουν ὅτι, εἰς τὴν σημε-
3136ρινὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὑπὸ τὰ ὅπλα παραμονὴ τοῦ
3137Ἑλληνικοῦ λαοῦ προσηρμόζετο εἰς τὴν ἐπίτευξιν ἄλλων σκο-
3138πουμένων καθαρῶς Ἑλληνικῶν καὶ γνησίως ἐθνικῶν».
3139Αὐτὴ ἦτο μία ἀπάντησις.
3140Καὶ ἄλλη (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ἀποστρατεύσεως ἡ
3141Ἑλλὰς ἐπαναλαμβάνει τὸν ὁμαλὸν (!) καὶ κανονικόν της βίον.
3142Οἱ λόγοι τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐξέλιπον, ἐπιτυχόντος τοῦ σκο-
3143ποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἰσχύουσα πολιτικὴ διετήρησε τὴν ἐπι-
3144στράτευσιν». Ποίου σκοποῦ;
3145§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ Γούναρη.
3146§65Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Καὶ πε-
3147ραιτέρω (ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ἀποστρατεύσεως ἡ Ἑλ-
3148λὰς μεριμνᾷ περὶ ἑαυτῆς καὶ τακτοποιεῖ τὰ τοῦ οἴκου της. Πε-
3149ρισυλλέγεται».
3150Οἴμοι τῆς περισυλλογῆς!
3151Καὶ ἄλλη ἀπάντησις (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἐπὶ τοῦ προ-
3152κειμένου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὀφείλουσα νὰ σιωπᾷ χάριν
3153αὐτῶν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
3154δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς κανένα διατί διετήρει τὴν ἐπιστράτευσιν».
3155Εἰς κανένα. Οὔτε καὶ εἰς τὸν λαόν. Αὐταὶ ἦσαν αἱ συνταγ-
3156ματικαί των ἀντιλήψεις.
3157Sic volo, sic jubeo.
3158Αὐταὶ ἦσαν αἱ ἀπαντήσεις, κύριοι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, ὁ-
3159σάκις ἐπεζήτει τὸ καθεστὼς τῶν Γερόντων νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς
3160σκοποὺς τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἀλλά, κύριοι, ἀφοῦ διετήρουν
3161τὴν ἐπιστράτευσιν, διατί τοὐλάχιστον δὲν ἐχρησιμοποίησαν αὐ-
3162τὴν πρὸς ἐπιτυχίαν σκοποῦ τινος; Ἐξήγησα ἤδη προηγουμέ-
3163νως τίνα ἀνταλλάγματα ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχουν παρὰ τῶν Γερ-
3164μανῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ ἀνταλλάγματα ταῦτα οὔτε ἐσκέφθησαν
3165κἂν νὰ ζητήσουν διὰ νὰ μὴ φέρουν εἰς δύσκολον θέσιν αὐτούς,
3166διατί τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ὠξύνθη τὸ ζήτημα τοῦ ἐν Τουρκίᾳ
3167Ἑλληνισμοῦ, δὲν ἐστράφησαν μίαν φορὰν πρὸς τὸν Αὐτοκρά-
3168τορα τῆς Γερμανίας διὰ νὰ τοῦ εἴπουν: «Γνωρίζετε ἐπὶ τέ-
3169λους ὅτι τὸ μαχαῖρι ἔφθασε ἕως τὸ κόκκαλο;» Διατί δὲν ἐ-
3170σκέφθησαν τοὐλάχιστον διὰ τὴν προστασίαν τοῦ ἐν τῇ Ἀνατο-
3171λικῇ Μακεδονίᾳ Ἑλληνισμοῦ; Διότι ἔχετε, κύριοι, ἐνώπιόν
3172σας τὴν ἀπόδειξιν ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων, τὰ ὁποῖα κατετέ-
3173θησαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πρωτοβουλία τῶν διωγμῶν τοῦ
3174Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι καθαρῶς Γερμανική. Διατί
3175λοιπόν, ἀφοῦ διετήρουν τὴν ἐπιστράτευσιν, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας
3176ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ φωνή των μεῖζον τι κῦρος, διατί δὲν ἠξίουν
3177τοὐλάχιστον τὴν φειδὼ πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους ὁμογενεῖς
3178πληθυσμούς; Διατί ἔδιδον τὰ πάντα, καὶ ὄχι μόνον οὐδὲν ἔλα-
3179βον, ἀλλ’ οὔτε ἐζήτησαν κἂν τίποτε ὡς ἀντάλλαγμα; Διατί
3180ἄλλο, παρὰ διότι ἤσκουν Γερμανικὴν πολιτικήν;
3181Καὶ τῆς Γερμανικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, κύριοι, ἔχομεν καὶ ἄλ-
3182λας ἀποδείξεις. Εἰς τοὺς Ἀγγλογάλλους ἐν ἀρχῇ δὲν ἐπετρέ-
3183ψαμεν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ Σερβικὸν ἔδαφος διὰ τῆς κοιλάδος
3184τοῦ Ἀξιοῦ, τόσον δὲ πολὺ ἐνεμένομεν εἰς τοῦτο, ὥστε, ὅταν οἱ
3185Ἄγγλοι ἐζήτησαν νὰ χρησιμοποιήσουν τὸν σιδηρόδρομον Θεσσα-
3186λονίκης–Δεδεαγὰτς πρὸς ἀποστολὴν ἐπικουριῶν διὰ τὰ στρα-
3187τεύματα αὐτῶν ἐν Δοϊράνῃ, προεβλήθη ὅτι ὁ σιδηρόδρομος οὗ-
3188τος, μὴ ἀκολουθῶν τὴν κοιλάδα τοῦ Ἀξιοῦ, δὲν δύναται νὰ
3189χρησιμοποιηθῇ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν καὶ ὅτι πρέπει νὰ στα-
3190λῶσι τὰ στρατεύματα διὰ τῶν Ἀνατολικῶν σιδηροδρόμων, οἱ
3191ὁποῖοι, ἐννοεῖται, ἦσαν ἀπερροφημένοι εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν
3192Γάλλων, καὶ παρῆλθον οὕτω 24 ὧραι, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ
3193ἐν Δοϊράνῃ Ἀγγλικὰ στρατεύματα ἔμειναν ἄνευ ἐπικουριῶν,
3194ἕως οὗ ὑπέκυψε τὸ Ἐπιτελεῖον καὶ ἐπέτρεψε νὰ διέλθουν τὰ
3195στρατεύματα καὶ διὰ τοῦ Ἑνωτικοῦ σιδηροδρόμου. Ἀφοῦ δὲ
3196οὕτω ἐσκέπτοντο ὡς πρὸς τοὺς Ἀγγλογάλλους, διατί τοὐλά-
3197χιστον δὲν συνωμολογήθη ὅτι ἡ εἰσβολὴ ἡ ἐνδεχομένη τῶν
3198Γερμανοβουλγάρων θὰ γίνῃ ὁμοίως διὰ τῆς κοιλάδος τοῦ Ἀ-
3199ξιοῦ, ὥστε νὰ ἀσφαλισθῇ ἀπὸ τῆς εἰσβολῆς καὶ ἡ Ἀνατολικὴ
3200καὶ ἡ Δυτικὴ Μακεδονία καὶ νὰ μὴ γίνῃ ἡ ὅλη Μακεδονία
3201θέατρον πολέμου; Διατί; Διότι ἤσκουν Γερμανικὴν πολιτικήν.
3202Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν, κύριοι, ὅτι ἤσκουν οὐχὶ
3203οὐδετερόφιλον πολιτικήν, ἀλλὰ Γερμανικὴν πολιτικήν, ξένην
3204πολιτικήν. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ μεταφερθῇ ὁ Σερβικὸς στρα-
3205τός, ὁ ἀνασυγκροτηθεὶς ἐν Κερκύρᾳ, εἰς Μακεδονίαν, ἐνθυ-
3206μεῖσθε ποία ἀντίστασις ἀντετάχθη κατὰ τῆς διόδου αὐτοῦ διὰ
3207ξηρᾶς. Ἐζήτησαν νὰ ἐμποδίσουν διὰ παντὸς τρόπου τὴν με-
3208ταφορὰν τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ, ὄχι μόνον διὰ νὰ εἶναι αὕτη
3209βραδυτέρα, ἀλλὰ καὶ ἐπικινδυνοτέρα. Μετήρχοντο καὶ ἐν τῷ
3210σημείῳ τούτῳ Γερμανικὴν πολιτικήν. Καὶ ἐπειδὴ Γερμανικὰ
3211συμφέροντα ἐπέβαλλον νὰ μὴ μεταφερθῶσιν οἱ Σέρβοι διὰ ξη-
3212ρᾶς, χρησιμοποιοῦντες τὸ σιδηροδρομικόν μας δίκτυον, δὲν ἐ-
3213πέτρεψαν τὴν μεταφορὰν ταύτην. Καὶ δὲν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρ-
3214νησις τῶν Γερόντων ὅτι μετὰ τὸ ὄνειδος, τὸ ὁποῖον προσήφθη
3215διὰ τὴν ἀθέτησιν τῶν συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων, μετὰ τὸ μῖ-
3216σος, τὸ ὁποῖον ἦτο φυσικὸν νὰ γεννηθῇ εἰς τὴν ψυχὴν τῶν συμ-
3217μάχων μας, συμφέρον ὑπέρτατον εἴχομεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν
3218τῆς παρουσιασθείσης εὐκαιρίας διὰ νὰ προσφέρωμεν μικράν
3219τινα ὑπηρεσίαν εἰς τὸ σύμμαχον ἡρωϊκὸν Ἔθνος, ὅπως ἀμβλύ-
3220νωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν δημιουρ-
3221γηθεῖσαν ἀντίθεσιν. Ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἐζήτησαν νὰ ἐπιτύ-
3222χουν, ἀλλ’ ἐζήτησαν νὰ ἀνορύξουν βαθύτερον τὸ χάσμα, τὸ ὁ-
3223ποῖον μᾶς ἐχώριζεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τὸ φίλον Σερβικὸν
3224Ἔθνος.
3225Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐγίνοντο κατὰ τὸν Ἀπρίλιον, ὀλίγον χρόνον
3226ὕστερον, κατὰ τὸν Μάϊον, παρεδίδετο τὸ Ροῦπελ. Καὶ πρέπει
3227νὰ μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι οἱ Ἀγγλογάλλοι, ἀνατινάξαντες
3228ἀπὸ μηνῶν τὴν γέφυραν τοῦ Δεμὶρ–Ἱσσάρ, εἶχον ἐκδηλώσει σα-
3229φῶς καὶ κατὰ τρόπον στρατιωτικῶς ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι
3230οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον νὰ ἐνεργήσωσι πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο
3231ἐπιθετικὴν στρατιωτικὴν ἐπιχείρησιν. Ἐγνώριζαν οἱ Γερμανοὶ
3232ὅτι, ἀνατινάξαντες οἱ Ἀγγλογάλλοι τὴν γέφυραν καὶ μὴ ἀ-
3233πασχολούμενοι νὰ ἀποκαταστήσωσιν αὐτήν, οὐδένα σκοπὸν εἶ-
3234χον νὰ προελάσωσι πρὸς τὰ ἐκεῖ· ἡ κατάληψις ἑπομένως τοῦ
3235Ροῦπελ ὑπὸ τῶν Βουλγάρων ἐγένετο οὐχὶ ὡς πρᾶξις ἀμυν-
3236τική, ἀλλ’ ὡς πρᾶξις ἐπιθετική. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι
3237βέβαιος, ἀφοῦ δὲν ἔχω ἀποδείξεις, ἀλλὰ διατί, ἀφοῦ τὸ ἔχω
3238εἰς τὴν ψυχήν μου νὰ μὴ τὸ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς: ὅτι κρίνω
3239πιθανὸν ὅτι ἡ πρωτοβουλία τῆς παραδόσεως τοῦ Ροῦπελ εἶναι
3240ἰδέα Ἑλληνική, δῆθεν Ἑλληνικὴ δηλαδή, ὅτι ἦτο ἰδέα τοῦ
3241Ἐπιτελείου, διὰ νὰ ἰσορροπηθῇ ἡ ἐνίσχυσις, τὴν ὁποίαν ἐπέ-
3242τυχον οἱ Ἀγγλογάλλοι διὰ τῆς ἀφίξεως τῶν Σερβικῶν στρα-
3243τευμάτων, διὰ τῆς παραδόσεως τοῦ Ροῦπελ πρὸς τοὺς Γερ-
3244μανοβουλγάρους, διὰ νὰ ἀπειλοῦν ἐκεῖθεν οὗτοι τὰ πλευρὰ τῆς
3245παρατάξεως τῆς Ἀγγλογαλλικῆς. Ἐνθυμεῖσθε δέ, ὅταν κατὰ
3246τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξηγείρετο ἡ δημοσία γνώμη καὶ ἠρώτα
3247«διατί παρεδώσατε τὸ Ροῦπελ», ποία ἦτο ἡ ἀπάντησίς των;
3248«Τί ἠθέλετε νὰ κάμωμεν; Οἱ Γερμανοὶ ἦσαν ἀποφασισμένοι
3249νὰ προχωρήσουν, διετάξαμεν ἀντίστασιν, ἐρρίφθησαν καὶ μερι-
3250κοὶ πυροβολισμοί, αὐτοὶ ἐπέμειναν νὰ προελάσουν, ἐὰν ἐπεμέ-
3251νομεν περισσότερον θὰ ἐξηρχόμεθα τῆς οὐδετερότητος, διότι θὰ
3252μᾶς ἐκήρυττε τὸν πόλεμον ἡ Γερμανία, καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς θέ-
3253λαμεν οὐδετερόφιλον πολιτικήν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ ἀ-
3254νεχθῶμεν».
3255Ἀλλὰ πόθεν, κύριοι, πόθεν ἡ ἀπόδειξις ὅτι ἡ παράδοσις τοῦ
3256Ροῦπελ ἠξιοῦτο ἐπὶ ἀπειλῇ πολέμου; Καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν ἔγ-
3257γραφα δημόσια, ἐκ τῶν ὁποίων γνωρίζομεν τί συνέβη, ποῖος
3258ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῇ ὅτι, ἐὰν εἰς τοὺς Γερμανοὺς καὶ Βουλ-
3259γάρους ἐλέγαμεν ὅτι τὰ φρούρια ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ὡπλίσαμεν
3260ἐναντίον τοῦ γείτονος, τὰ φρούρια ἡμῶν — τῶν ὁποίων τὸ μυ-
3261στικὸν ἐτηρεῖτο μετὰ τόσης εὐλαβείας, ὥστε ἀνώτεροι ἀξιω-
3262ματικοί, μεταβαίνοντες πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν φρουρίων, δὲν ἐ-
3263γένοντο δεκτοί, ἵνα μὴ μάθωσι τὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ μηχανισμοῦ
3264των, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦσαν κεκλημένοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐκεῖ —
3265ἐὰν τοὺς ἐλέγαμεν ἀποφασιστικῶς ὅτι τὰ φρούρια ἡμῶν δὲν
3266τὰ παραδίδομεν εἰς ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων τὰ ἔχομεν κα-
3267τασκευάσει ἀκριβῶς, ποῖος θὰ πιστεύσῃ ὅτι οὗτοι θὰ ὤθουν τὰ
3268πράγματα μέχρι πολέμου, διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν κατάληψιν τοῦ
3269Ροῦπελ; Καὶ τέλος, ἐὰν ἀντέτασσον ἀντίστασιν πραγματικήν,
3270καὶ ἔβλεπαν τοὺς Γερμανοὺς ἐπιμένοντας μέχρι τέλους, καὶ
3271ἐὰν πραγματικῶς εὑρίσκοντο ἐνώπιον ἑνὸς τελεσιγράφου Γερ-
3272μανικοῦ, θὰ ἠδύναντο τότε τοὐλάχιστον νὰ ὑποχωρήσουν, δι-
3273καιολογούμενοι ὅτι, σύμφωνα μὲ τὴν πολιτικήν των, τίποτε
3274ἄλλο δὲν ἠδύναντο νὰ πράξουν. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἐκ
3275τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ἔνδειξις ὅτι οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ
3276Βούλγαροι θὰ ἀπεφάσιζαν, ἐὰν τοὺς ἐλέγομεν ἀνδρικῶς ὅτι
3277δὲν παραδίδομεν τὸ Ροῦπελ καὶ προτιμῶμεν νὰ φθάσωμεν μέ-
3278χρι πολέμου δι’ αὐτό, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἔνδειξις ὅτι θὰ ἀ-
3279πεφάσιζαν ὅτι ἡ κατάληψις τοῦ Ροῦπελ ἤξιζε νὰ ἐπιδιωχθῇ
3280καὶ διὰ συγκρούσεως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν.
3281Ἀλλ’ ἤδη ἔχομεν ἀποδείξεις πλήρεις τοῦ πῶς ἐγένοντο τὰ
3282πράγματα. Ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν ὅτι οὐδεμία πίεσις ἠσκήθη
3283προηγουμένως, ὅτι ἐστάλη μόνον μία ἐπιστολὴ ἀπὸ τὸν Μίρμ-
3284παχ, τὸν πρέσβυν τῆς Γερμανίας, καὶ ἄλλη μία ἀπὸ τὸν Πασ-
3285σάρωφ, τὸν πρέσβυν τῆς Βουλγαρίας, πρὸς τὸν κ. Σκουλού-
3286δην, διὰ τῶν ὁποίων ἀνήγγελλον οἱ ἐπιστέλλοντες ὅτι ἔχουν
3287ἀνάγκην νὰ καταλάβουν τὸ Ροῦπελ καὶ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν
3288κοιλάδα τοῦ Στρυμῶνος καὶ διεβεβαίουν ὅτι ἡ εἰσβολὴ αὕτη
3289οὐδόλως θίγει τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, τὰ
3290ὁποῖα θὰ μείνουν σεβαστά. Καὶ ὁ κ. Σκουλούδης, λαμβάνων τὴν
3291ἀνακοίνωσιν αὐτήν, σπεύδει νὰ ἀπαντήσῃ ὅτι λαμβάνει ση-
3292μείωσιν τῶν ἐν αὐτῇ διαβεβαιώσεων, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν διπλω-
3293ματικὴν γλῶσσαν σημαίνει «εἴμεθα σύμφωνοι». Ποῦ ἡ πίεσις;
3294Ποῦ ἡ ἐκβίασις; Ἔχετε τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐν Βερολίνῳ
3295πρεσβευτοῦ λέγοντος, ὅτι οὐδεμία διαπραγμάτευσις προηγου-
3296μένως ἐγένετο καὶ ὅτι, καθ’ ἃ συνάγει, νομίζει ὅτι ἐπίκειται
3297προέλασις εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Στρυμῶνος πρὸς κατάληψιν
3298τοῦ Ροῦπελ.
3299Διατί παρεδώσαμεν τὸ Ροῦπελ; Διότι ἠσκοῦμεν Γερμανικὴν
3300πολιτικήν. Καὶ σκεφθῆτε, κύριοι, ποία πεποίθησις ἔπρεπε νὰ
3301ὑπάρχῃ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Γερμανίας, ποία πεποίθησις ἐπὶ
3302τὴν δουλοφροσύνην ἡμῶν, εἴτε ἐπὶ τὴν πλήρη ὑποταγὴν ἡμῶν
3303εἰς τὰ συμφέροντα τὰ Γερμανικά, ὅταν ἀπεφασίζετο ἡ προέ-
3304λασις αὐτή, χωρὶς κανένα φόβον ὅτι ἠδύνατο αὕτη νὰ δημιουρ-
3305γήσῃ περιπλοκάς. Τοὺς εἶχαν πείσει ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
3306θὰ δεχθῇ τὰ πάντα πλέον, ὅτι τὸν εἶχαν δέσει χειροπόδαρα,
3307διὰ νὰ τὸν παραδώσουν εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τοὺς συμμά-
3308χους της.
3309Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἀκόμη τὴν στιγμὴν αὐτήν: Ἐὰν δὲν ἤσκουν,
3310οὐχὶ ἁπλῶς φιλουδετέραν, ἀλλὰ καθαρῶς Γερμανικὴν πολι-
3311τικήν, διατί, ὅταν τοῖς ἐζητήθη τὸ Ροῦπελ, δὲν ἠξίωσαν νὰ
3312γίνῃ ἡ κατοχὴ διὰ Γερμανικῶν στρατευμάτων καὶ ὄχι Βουλ-
3313γαρικῶν, μὲ τὸν πρόσθετον ὅρον τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ μὴ
3314ἀνακοινώσουν εἰς τοὺς Βουλγάρους τὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ
3315Ροῦπελ; Τουλάχιστον τὴν εὐλάβειαν αὐτὴν πρὸς τὸ εὔθικτον
3316τῆς Ἑλληνικῆς γνώμης δὲν ἐσκέφθησαν οὔτε οἱ σωτῆρες, οὔ-
3317τε τὸ Ἐπιτελεῖον, οὔτε ὁ τότε Βασιλεὺς νὰ ἐπιδείξουν; Διατί;
3318Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλουστάτη. Διότι, ἂν ἠξίουν τοιοῦτο τι,
3319ἡ Γερμανία θὰ ἠναγκάζετο ν’ ἀπασχολήσῃ διὰ τὴν κατοχὴν
3320τοῦ Ροῦπελ μίαν διλοχίαν καὶ ἓν τάγμα Γερμανικοῦ στρατοῦ,
3321καὶ δὲν προέβαλαν τοιαύτην ἀξίωσιν, διότι δὲν ἤθελαν νὰ πρά-
3322ξουν τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ εἶναι ἐνοχλητικὸν εἰς τὴν Γερ-
3323μανίαν.
3324Ἀλλὰ διατί τουλάχιστον εἰς τὴν ἀπάντησίν του ὁ προϊστά-
3325μενος τῶν Γερόντων πρὸς τὸν Μίρμπαχ, ἀφοῦ ἐδήλου ὅτι δὲν
3326ἔχει ἀντίρρησιν διὰ τὴν κατάληψιν τοῦ Ροῦπελ, δὲν ἐζήτει
3327τουλάχιστον ὡς ἀντάλλαγμα, ἀφοῦ τὸ Ροῦπελ εἶναι τὸ κλειδὶ
3328τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι δὲν θέ-
3329λουν εἰσέλθει οἱ Βούλγαροι εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν;
3330Διατί δὲν τὸ ἐσκέφθησαν; Ποίαν ἐξήγησιν θὰ εὕρητε; Θὰ μοὶ
3331εἴπητε ἴσως: «Καὶ ἐὰν ἐδίδετο τοιαύτη ὑπόσχεσις, μήπως θὰ
3332ἐτηρεῖτο;» Δὲν θὰ ἔδιδα βέβαια ἐγὼ μεγάλην σημασίαν εἰς
3333τοιαύτην ὑπόσχεσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: «Διατί εἰς τὸ πνεῦμα τῶν
3334Γερόντων, τοῦ Ἐπιτελείου, τοῦ τέως Βασιλέως, ἐὰν ἐσκέ-
3335πτοντο Ἑλληνικῶς, δὲν ἐπῆλθε κἂν τοιαύτη σκέψις, νὰ ζητή-
3336σουν μίαν ὑπόσχεσιν περὶ μὴ εἰσβολῆς εἰς τὴν Ἀνατολικὴν
3337Μακεδονίαν;» Διότι ἤσκουν Γερμανικὴν καὶ οὐχὶ Ἑλληνικὴν
3338φιλουδετέραν πολιτικήν.
3339§66Δ. ΠΑΖΗΣ. Παρὰ τοῦ ὑποδιοικητοῦ Δεμὶρ–Ἱσσάρ, τμήμα-
3340τος τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, Γεωργίου Ζώρα ἔμαθον ὅτι
3341ὁ κ. Γούναρης διὰ κρυπτογραφικοῦ τηλεγραφήματος τῆς 17
3342Μαρτίου ἐτηλεγράφει: «Μὴ ἀνησυχῆτε διὰ τὴν κατάληψιν.
3343Ἐπεδικάσθη ὁριστικῶς ἡ παράδοσις τοῦ Ροῦπελ εἰς τοὺς
3344Γερμανοβουλγάρους καὶ ἐξουδετερώθη πᾶσα προέλασις τῶν
3345Ἀγγλογάλλων.
3346Εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα: Οἱ Μητροπολῖται Δεμὶρ–Ἱσσάρ,
3347Δράμας καὶ Σερρῶν ἀπὸ κοινοῦ, ἀπηλπισμένοι ἀπὸ τὴν Κυ-
3348βέρνησιν τῶν Γερόντων, διεμαρτυρήθησαν πρὸς τὸν Μεγαλειό-
3349τατον. Ἡ ἀπάντησις δὲ ἐκ μέρους τοῦ κ. Γούναρη ἦτο ὅτι δὲν
3350πρέπει νὰ ἀνησυχῇ ὁ πληθυσμὸς τῆς Μακεδονίας, διότι ἡ Κυ-
3351βέρνησις εἶχε λάβει ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ δὲν ἤρχοντο
3352οἱ Γερμανοβούλγαροι ὡς ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
3353§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλ’ ἡ παράδοσις
3354τοῦ Ροῦπελ, κύριοι δὲν εἶναι ἐξεταστέα μόνον ἀπὸ τῆς ἀπό-
3355ψεως ταύτης, δὲν ἀποτελεῖ μόνον τὴν ἐμφανεστέραν ἀπόδειξιν
3356ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τὴν Γερμανικὴν καθαρῶς πολιτικὴν
3357ἦσαν ἕτοιμοι νὰ θυσιάσουν τὰ πάντα, ἀρκεῖ νὰ ὠφελήσουν, ἢ
3358τουλάχιστον νὰ μὴ παραβλάψουν τὰ Γερμανικὰ συμφέροντα.
3359Ἐμφανίζει ἡ ὑπόθεσις αὕτη μίαν εἰκόνα καταπτώσεως ἐθνι-
3360κῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ μελετῶν τὰ ἔγγραφα τῆς Λευκῆς Βί-
3361βλου καταλαμβάνεται ἀπὸ ἐθνικὴν ἐντροπήν. Βλέπετε τὸν
3362Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐμφανιζόμενον ἐνώ-
3363πιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ψευσθῇ μὲ τὸν μᾶλλον ἀναίσχυντον
3364τρόπον. Περιγράφει τὸ πῶς ἔγινεν ἡ κατάληψις, ἐκθέτων ὅτι
3365αὕτη ἀπετέλει αἰφνιδιασμόν. Διαταγαὶ ἦσαν ν’ ἀντισταθῇ, τὸ
3366φρούριον ἀντεστάθη, ἀλλ’ αὐτοὶ ἐπέμεναν· τί ἠθέλατε νὰ κά-
3367μωμεν, ἀφοῦ ἠθέλαμεν νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς πόλεμον μὲ τὴν
3368Γερμανίαν; «Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, λέγει εἰς τὰς πρὸς
3369τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις του ὁ κ. Σκουλούδης, εὑρεθεῖσα ἡ
3370Κυβέρνησις καὶ βλέπουσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀπόφασιν τῶν εἰσ-
3371βαλόντων νὰ καταλάβωσι τὸ ὀχυρόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ἡ ἐξα-
3372κολούθησις τῆς ἐνόπλου ἀντιστάσεως, δυναμένη ἀπὸ στιγμῆς
3373εἰς στιγμὴν νὰ μεταβληθῇ εἰς γενικὴν σύρραξιν, θὰ ἦγεν εἰς
3374ἔξοδον ἀπὸ τῆς πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος, τὴν ὁποίαν δὲν
3375ἐννοεῖ νὰ ἐγκαταλίπῃ, διέταξε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρα-
3376τιωτικῶν πρῶτον μὲν τὴν παῦσιν τῆς ἀντιστάσεως, εἶτα δὲ
3377ὅπως δηλωθῇ εἰς τὸν Γερμανὸν ἀρχηγὸν ὅτι ἀπέναντι τῆς
3378γενικῆς εἰσβολῆς τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ ἐν τῇ στενωπῷ τοῦ
3379Δεμὶρ–Ἱσσάρ, ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ ὀχυρόν, εἶναι ἠ-
3380ναγκασμένη ἡ φρουρὰ ν’ ἀποσυρθῇ τούτου». Καὶ προχωρεῖ πε-
3381ραιτέρω: «Οὕτω ἐγένετο ἡ κατάληψις τῶν στενῶν τοῦ Ροῦ-
3382πελ». Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης καταδηλοῦται τὸ ἀβάσιμον τῶν
3383ποικίλων φημῶν, αἵτινες ἐκυκλοφόρησαν σκοπίμως, ὅπως δια-
3384βάλωσι τὴν Ἑλλάδα ὡς δολίως πολιτευθεῖσαν πρὸς τὰ συμ-
3385φέροντα τῆς Συνεννοήσεως καὶ μεροληπτικῶς ὑπὲρ τῶν ἀντι-
3386πάλων της». Καὶ κατωτέρω: «Ἀνάξια διαψεύσεως ἢ καὶ ἁ-
3387πλῆς ἀπαντήσεως εἶναι τὰ ἐπιβούλως διαδοθέντα, ὅτι δῆθεν
3388ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία, ἢ ἄλλη τις Ὑπηρεσία, ἦλθεν εἰς
3389προσυνεννόησιν μετὰ τῶν Γερμανοβουλγάρων ὅπως παραδοθῇ
3390τὸ Ροῦπελ. Οὐδεμία Ὑπηρεσία, εἴτε Ἐπιτελική, εἴτε ἄλλη,
3391ἐνεργεῖ αὐτοβούλως, ἀλλὰ πᾶσαι ἐνεργοῦσιν ὑπὸ τὰς διαταγὰς
3392καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως», τῆς «Γερμανικῆς» πα-
3393ρέλειψε μόνον νὰ εἴπῃ.
3394Θὰ μοῦ εἴπητε: «Ναί, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τῶν Γερόντων
3395ἔπρεπε νὰ κρύψῃ τὸ αἶσχος αὐτό, τὸ ὁποῖον διέπραξε συμφωνή-
3396σασα τὴν παράδοσιν τοῦ Ροῦπελ. Ἀπέναντι τῶν ξένων δὲν ἦτο
3397ὀρθὸν νὰ τὸ εἴπῃ, διότι αὐτὸ θὰ ἐξετράχυνε τὰς σχέσεις, τὰς
3398ὁποίας ἀρκετὰ εἶχεν ἐκτραχύνει ὁ Πρόεδρος τῶν γερόντων».
3399Ἀλλ’ ἐρωτῶ: «Διατί ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις
3400τῶν Γερόντων δὲν ἔκρινεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναβάλῃ τὰς ἐργα-
3401σίας τῆς Βουλῆς ἐπί τινας ἡμέρας, ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀ-
3402νάγκην νὰ εἴπῃ αὐτὰ τὰ ἀναίσχυντα ψεύδη ἐνώπιον τῆς
3403Βουλῆς;
3404§68Γ. ΠΩΠ. Τοὐναντίον, ἤθελον συζήτησιν, ἐγὼ δέ, διαισθα-
3405νόμενος ὅτι ὑπῆρχε κἄτι τι τὸ τραγικὸν ἐθνικῶς διὰ τὴν ὑπό-
3406θεσιν αὐτήν, τὴν ἰδίαν ἑσπέραν καθ’ ἣν κατήρξατο ἡ συζήτη-
3407σις ἐν τῇ Βουλῇ, παρεκάλεσα ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐτῆς θέσεως
3408τὴν Κυβέρνησιν νὰ περατωθῇ τὴν ἰδίαν ἑσπέραν. Ἓν ἐκ τῶν
3409μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἦτο ἀνάγκη
3410νὰ παραταθῇ ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν ἐπὶ μακρότερον χρόνον ἡ
3411συζήτησις, ἵνα φωτισθῇ ἐντελῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὀφείλω
3412νὰ προσθέσω ταυτοχρόνως, ἐπειδὴ ἐξομολογούμεθα πάντες τὴν
3413ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργός, γνωρίζων ὅτι θὰ
3414ὡμίλουν καὶ ὅτι ἐπεφυλασσόμην νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὴν Κυβέρ-
3415νησιν καὶ ὅτι θὰ ἐπετιθέμην διὰ τὸ γεγονὸς ἄνευ στοιχείων,
3416ἀλλὰ ἀπὸ καθαρῶς Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, μὲ παρεκάλεσεν ἐν
3417ὀνόματι τῆς Πατρίδος καὶ χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων
3418νὰ μὴ μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἀναλαμβανούσης τῆς Κυβερ-
3419νήσεως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐναντίον της
3420διετυπώθησαν μετὰ ὕφους μετριοπαθοῦς ὑπὸ ῥητόρων τινῶν τῆς
3421Βουλῆς, καὶ ἰδιαιτέρως ἐναντίον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας
3422βουλευτοῦ, ὅστις δὲν παρακολουθεῖ τὰς ἐνταῦθα συνεδριάσεις,
3423καὶ ἰδίως ἐναντίον τοῦ κ. Γούναρη. Ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ
3424μὴ μετάσχω τῆς συζητήσεως καὶ συγχρόνως ἡ Κυβέρνησις ἀ-
3425φῆκεν ἀνανταπαντήτους τὰς μομφάς. Ἡ ἀλήθεια εἶναι αὕτη
3426ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἀφηγήσεώς σας, ὅτι ἡ
3427ἀπάντησις πρὸς φωτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δίδεται τὴν
3428στιγμὴν ταύτην μόνον (Χειροκροτήματα).
3429§69Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐρωτῶ λοιπόν:
3430Διατί δὲν διεκόπτοντο αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ εὑ-
3431ρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ τὰ ἀναίσχυντα αὐτὰ ψεύδη ἡ
3432Κυβέρνησις; Διατί ἡ κατάπτωσις ἡ ἐθνικὴ ἐπιτείνεται δι’
3433ἄλλων ἐνεργειῶν τοῦ Προέδρου τῶν γερόντων; Διαμαρτύρε-
3434ται οὗτος καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς συνενόχους του. Ἀπευθύνεται
3435πρὸς τὰς ἐν Βερολίνῳ, Βιέννῃ καὶ Σόφιᾳ Πρεσβείας, μετὰ
3436τῶν ὁποίων συνεφώνησε τὴν παράδοσιν, καὶ γράφει (Ἀναγι-
3437νώσκει):
3438«Ἡ εἰσβολὴ αὕτη ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἀντίκειται εἰς
3439τὴν ἐπελθοῦσαν μεταξὺ τῶν Γερμανοβουλγαρικῶν καὶ τῶν ἡμε-
3440τέρων στρατιωτικῶν Ἀρχῶν συμφωνίαν, καθ’ ἣν τὰ στρατεύ-
3441ματα ἐκείνων, ἀπαλλαγέντα τῆς ὑποχρεώσεως νὰ τηρῶσι τὴν
3442ὁρισθεῖσαν ὑπὸ τῆς κινητοποιήσεως οὐδετέραν ζώνην, ἠδύ-
3443ναντο νὰ προελάσωσι μέχρι τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀλλὰ
3444χωρὶς νὰ ὑπερβῶσιν αὐτήν. Ἐνώπιον τῆς παραχθείσης, διὰ
3445τῆς ἀνωτέρω ἐπιδρομῆς, συγκινήσεως, τόσον μεταξὺ τῶν πλη-
3446θυσμῶν τῶν καταληφθέντων μερῶν, ὅσον καὶ παρὰ τῇ Κοινῇ
3447Γνώμῃ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις ὀ-
3448φείλει νὰ ἀπευθύνῃ τὰς πλέον ἐντόνους διαμαρτυρίας πρός τε
3449τὴν Αὐτοκρατορικὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὰς
3450τῶν συμμάχων της, καὶ νὰ ἐπιμείνῃ ὅπως δοθῶσι διαταγαὶ διὰ
3451τὴν ταχυτέραν ἐκκένωσιν τοῦ καταληφθέντος Ἑλληνικοῦ ἐ-
3452δάφους ὑπὸ τῶν Γερμανικῶν καὶ Βουλγαρικῶν στρατευμάτων.
3453Εὐαρεστηθῆτε νὰ προβῆτε ἄνευ ἀναβολῆς εἰς ἐπίμονον ὑπὸ τὸ
3454πνεῦμα τοῦτο διάβημα παρὰ τῇ Κυβερνήσει παρ’ ᾗ εἶσθε δια-
3455πεπιστευμένος, καὶ μοὶ γνωρίσητε ἐπειγόντως τὸ ἀποτέλεσμα
3456αὐτοῦ».
3457Διατί τὸ ἐπαίσχυντον τοῦτο ἔγγραφον; Ποία ἦτο ἆρά γε ἡ
3458ὑποδοχὴ ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερ-
3459μανίας, τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Βουλγαρίας πρὸς τοὺς πρέ-
3460σβεις ἡμῶν, ὅταν ἐπῆγαν νὰ ὁμιλήσουν αὐτὴν τὴν γλῶσσαν,
3461ἐνῷ αὐτοὶ ἤξευραν ὅτι αὐτὰ ἐγένοντο κατόπιν συμφωνίας;
3462«Πῶς διαμαρτύρεσθε, θὰ εἶπαν, καὶ μάλιστα ἐντόνως, καὶ ζη-
3463τεῖτε νὰ τὰ ἐκκενώσωμεν;» Ἡ ἐξήγησις εἶναι μία. Ἐχρειά-
3464ζετο νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἐγένετο δια-
3465μαρτυρία, καὶ δὲν περιωρίσθησαν τοὐλάχιστον νὰ εἴπουν ὅτι
3466διεμαρτυρήθησαν, ἀλλὰ διέπραξαν καὶ αὐτὴν τὴν πρόσθετον ἐ-
3467παίσχυντον πρᾶξιν, νὰ ἀπευθυνθῶσι πρὸς τοὺς συνενόχους των
3468διὰ νὰ διαμαρτυρηθοῦν πρὸς αὐτούς. Καὶ δὲν ἀρκεῖται ὁ κ.
3469Σκουλούδης εἰς ταῦτα καὶ μόνον· ἀπευθύνεται καὶ ἐδῶ πρὸς
3470τὸν κ. Μίρμπαχ καὶ πρὸς τὸν κ. Πασσάρωφ, μὲ τοὺς ὁποίους
3471ἀντήλλαξε τὰ ἔγγραφα καὶ ἔκαμε τὴν συμφωνίαν, καὶ τοὺς
3472λέγει ὁ κ. Σκουλούδης (Ἀναγινώσκει):
3473«Ἡ αἰφνιδία αὕτη εἰσβολὴ σημαντικῶν δυνάμεων ἐπὶ Ἑλ-
3474ληνικοῦ ἐδάφους, οὐ μόνον ἀποτελεῖ παραβίασιν τῆς οὐδετερό-
3475τητος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀντίκειται προσέτι εἰς τὴν ἐπελ-
3476θοῦσαν μεταξὺ τῶν ἡμετέρων στρατιωτικῶν Ἀρχῶν καὶ τῶν
3477Ἀρχῶν τοῦ Γερμανικοῦ καὶ τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ συμφω-
3478νίαν, καθ’ ἣν τὰ στρατεύματα τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν,
3479ἀπαλλαγέντα τῆς ὑποχρεώσεως νὰ τηρῶσι τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπὸ
3480τῆς κινητοποιήσεως οὐδετέραν ζώνην, ἠδύναντο νὰ προελάσω-
3481σι μέχρι τῆς Ἑλληνικῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀλλὰ χωρὶς
3482νὰ ὑπερβῶσιν αὐτήν». Ὁμιλεῖ περὶ Γερμανικοῦ καὶ Βουλγα-
3483ρικοῦ στρατοῦ· εἶναι τρόπος ἐκφράσεως· δὲν ὑπῆρχε παρὰ εἷς
3484Γερμανὸς ἀξιωματικός, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἦσαν Βούλγαροι. (Ἀ-
3485ναγινώσκει): «Ἐνώπιον τῆς τοιαύτης παραβιάσεως τῆς οὐ-
3486δετερότητος καὶ τῆς παραχθείσης ἐξ αὐτῆς ζωηρᾶς συγκινή-
3487σεως, τόσον μεταξὺ τῶν πληθυσμῶν τῶν καταληφθέντων με-
3488ρῶν, ὅσον καὶ παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλά-
3489δος, ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι, μετὰ τῆς
3490παρακλήσεως ὅπως διαβιβάσῃ τῇ Κυβερνήσει της, τὰς
3491πλέον ἐντόνους διαμαρτυρίας τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως
3492καὶ νὰ ἐπιμείνω ὅπως τὰ Γερμανικὰ καὶ Βουλγαρικὰ στρατεύ-
3493ματα ἐκκενώσωσι τὸ ταχύτερον τὰ παρ’ αὐτῶν καταληφθέντα
3494Ἑλληνικὰ ἐδάφη». Εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό, κύριοι, ὁ μὲν Πασ-
3495σάρωφ ἀπήντησε προστατευτικῶς: «Μὴ φοβεῖσθε, δὲν θὰ σᾶς
3496πειράξωμεν», ὁ δὲ Μίρμπαχ ἐσιώπησε περιφρονητικῶς. Διότι
3497δὲν ἦτο δυνατὸν ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς του νὰ καταδεχθῇ
3498ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τοιοῦ-
3499τον τρόπον ψευδόμενον καὶ καταισχύνοντα τὴν θέσιν καὶ τὸ ἀ-
3500ξίωμά του.
3501Ἀληθῶς, κύριοι, οὐδέποτε Κράτος κατέπεσεν εἰς τὸ ση-
3502μεῖον τοῦ ἐξευτελισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον κατέρριψε τὸ Ἑλληνικὸν
3503Κράτος ἡ Κυβέρνησις τῶν Γερόντων (Χειροκροτήματα). Ἀ-
3504ναγνώσατε τὴν Λευκὴν Βίβλον διὰ νὰ ἰδῆτε ποία ἦτο ἡ παρα-
3505χθεῖσα ἐντύπωσις εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν Κρατῶν τῆς Συ-
3506νεννοήσεως. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐκ τῆς
3507αὐτῆς Βίβλου ἓν τηλεγράφημα τοῦ κ. Κορομηλᾶ, διὰ νὰ ἐ-
3508ξαγάγω ἐξ αὐτοῦ συμπεράσματά τινα (Ἀναγινώσκει):
3509Ἐν Ρώμῃ, τῇ 17 Μαΐου 1916.
3510» Εἶδον προσωπικότητάς τινας ἀφ’ ἧς τὰ ἐξ Ἑλλάδος καὶ
3511Σόφιας τηλεγραφήματα ἀνήγγειλαν τὴν ἐν χορδαῖς καὶ τυμ-
3512πάνοις εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων εἰς τὸ ἡμέτερον ἔδαφος, κα-
3513ταλαμβανόντων τοὺς σταθμοὺς καὶ τὰ χωρία μας καὶ ἀκολου-
3514θούντων κατὰ πόδας τοὺς στρατιώτας μας, ἀποσυρομένους ἄ-
3515νευ ἀντιστάσεως. Ἡ παραχθεῖσα ἐνταῦθα ἐντύπωσις εἶναι ἀ-
3516ξιοθρήνητος. Καὶ τοῦτο διότι ἐνθυμοῦνται τὴν γενομένην ἄλ-
3517λοτε παρ’ ἡμῶν δήλωσιν, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἐπετρέπομεν εἰς τὸν
3518κληρονομικόν μας ἐχθρόν, παρ’ οὗ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναμέ-
3519νωμεν ἢ δυστυχίας καὶ καταστροφάς, νὰ διέλθῃ τὰ σύνορά
3520μας καὶ νὰ πατήσῃ ὡς κατακτητὴς τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος.
3521Καὶ πολλοὶ διερωτῶνται ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν αἱ διαβεβαιώ-
3522σεις μας; Οἱ δὲ Ἰταλοὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ πιστεύσωσιν ὅτι, ὡς
3523ἐν Μακεδονίᾳ, οὕτω καὶ ἐν Ἠπείρῳ, θὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς
3524τοὺς Βουλγάρους, μετὰ ἢ ἄνευ τῶν Αὐστριακῶν, καὶ ὅτι κάλ-
3525λιον εἶναι νὰ μὴ μᾶς λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψει, καὶ ἡμᾶς καὶ τὰς
3526ἀπατηλὰς ὑποσχέσεις μας καὶ τὰς φαντασιώδεις ἐγγυήσεις
3527μας. Ἡ Βουλγαρία, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς Γερμανὸν Στρατάρ-
3528χην, ὅστις εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Βασιλεύς της, εἰσέβαλεν εἰς τὴν
3529Ἑλλάδα ὑπὸ οἰωνούς, οὓς οὐδέποτε ἤθελε τολμήσει νὰ ὀνει-
3530ρευθῇ. Δὲν θὰ ἀπέλθῃ ποτέ, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν δύναμιν νὰ
3531τὸν ἐκδιώξωμεν ἐκ τοῦ ἐδάφους μας. Τὴν δύναμιν ὅμως ταύ-
3532την δὲν τὴν διαβλέπουσιν οὔτε ἐν τῇ βουλήσει μας οὔτε ἐν τῷ
3533στρατῷ μας. Ἐὰν ἡττηθῇ, τοῦτο θὰ γίνῃ παρ’ ἄλλων ἢ παρ,
3534ἡμῶν. Νικήτρια δέ, θὰ ἐμπήξῃ ἐκ νέου καὶ σταθερῶς τὴν ση-
3535μαίαν της ἐπὶ αὐτῶν τούτων τῶν τόπων, οὓς ἐπότισε διὰ τοῦ
3536Ἑλληνικοῦ αἵματος τῶν παλαιῶν σφαγῶν της καὶ λίαν ἀπα-
3537τηλὴ εἶναι ἡ ἐλπὶς ὅτι θὰ τὴν ἐξεδίωκον πρὸς ὄφελος ἐκείνων
3538οἵτινες δὲν ἐπολέμησαν».
3539Σᾶς ἀνέγνωσα, κύριοι, τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Κορομηλᾶ,
3540διότι τοῦτο ἔχει σχέσιν μὲ τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ ἀπώλεια
3541τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μετὰ δύο μῆνας, ἦτο
3542συνέπεια καὶ αὐτὴ τῆς προδοσίας τοῦ Ροῦπελ. Ὅταν ταῦτα
3543οὕτως εἶχον, ἦτο φυσικὸν ὅτι ἡ Ἰταλία, στρεφομένη πρὸς τὰς
3544ἄλλας Δυνάμεις, μετὰ τῶν ὁποίων εἶχε συνομολογηθῆ ἡ σύγ-
3545χρονος προέλασις τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων εἰς Βόρειον
3546Ἤπειρον καὶ ἡ ἀποβίβασις τῶν Ἰταλικῶν εἰς Αὐλῶνα, κα-
3547τώρθωσε νὰ πείσῃ αὐτὰς ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ
3548τὴν ἀσφάλειαν τῶν στρατευμάτων της ὅσον ἀφορᾷ τὸν τομέα
3549ἐκεῖνον, εἰς τὴν παρουσίαν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν. Καίτοι δὲν
3550γνωρίζω βέβαια ποία ἀλληλογραφία διημείφθη μεταξὺ τῶν Δυ-
3551νάμεων, δὲν ἔχω ὅμως οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἀπὸ τῆς στιγ-
3552μῆς ἐκείνης ἤρχισεν ἡ ἐνέργεια ἐκείνη, ἡ ὁποία κατέληξεν
3553εἰς τὴν ἀφαίρεσιν παρ’ ἡμῶν τῆς κατοχῆς τῆς Βορείου Ἠ-
3554πείρου.
3555Ἀλλὰ δὲν εἶχε μόνην ταύτην τὴν συνέπειαν ἡ παράδοσις
3556τοῦ Ροῦπελ. Ἡ παράδοσις τοῦ Ροῦπελ εἶχεν ἄμεσον συνέπειαν
3557τὴν κήρυξιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου ἐν Μακεδονίᾳ ὑπὸ τοῦ
3558στρατηγοῦ Σαράϊγ, δηλαδὴ οὐσιαστικῶς τὴν κατάλυσιν τῆς
3559Ἑλληνικῆς κυριαρχίας. Ἀλλ’ ὁ ἀπαίσιος Ἀρχηγὸς τῶν γε-
3560ρόντων δὲν κατέλυσε μόνον οὐσιαστικῶς τὴν Ἑλληνικὴν κυ-
3561ριαρχίαν ἐν Μακεδονίᾳ, δὲν ἀνῄρεσε μόνον τὴν Ἑλληνικὴν
3562κατοχὴν ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ, πρὶν ἢ ἀπέλθῃ κακεῖν κακῶς διὰ
3563τῆς Νότας τῆς 8 Ἰουνίου. Εἶχε κατορθώσει νὰ μὴ ἀφήσῃ τί-
3564ποτε εἰς τὰ πόδια του εἰς τὸν Τόπον αὐτόν. Εἶχε κατορθώσει
3565νὰ καταλύσῃ κάθε ἐλευθερίαν, ἀλλὰ καὶ κάθε ἐκδήλωσιν πο-
3566λιτικοῦ φρονήματος, πλὴν τῆς διὰ τοῦ Τύπου. Τὴν γλῶσσαν
3567τοῦ κυβερνητικοῦ καὶ Αὐλικοῦ Τύπου γνωρίζετε ὅλοι κατ’ ἐ-
3568κείνην τὴν ἐποχήν. Ἀπροκαλύπτως πλέον ἡ ἰδέα τοῦ Μοναρ-
3569χισμοῦ ἀνεκηρύσσετο. Αἱ διαλέξεις τῶν Φιλελευθέρων ἀπη-
3570γορεύοντο ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς
3571ἕνα μέγα Κόμμα πολιτικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ
3572εἰς τὴν Βουλήν, ἠμποδίζετο ἡ ἐπαφὴ αὐτοῦ μετὰ τοῦ λαοῦ,
3573ἔστω καὶ διὰ τῆς ἐν περικλείστῳ χώρῳ ἐνεργείας διαλέξεων.
3574Στρατιωτικὴ τρομοκρατία εἶχεν ἐγκαθιδρυθῆ. Ἐνθυμεῖσθε εἰς
3575ἓν ρυπαρὸν φύλλον τὰ ἄρθρα ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀνάγκη εἰλι-
3576κρινείας», τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσεν ἐγκρίσει ἢ τοὐλάχιστον ἀνο-
3577χῇ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς διερμηνεύοντα τὰς
3578ἀντιλήψεις τοῦ Στρατοῦ. Ἀκούσατε τί ἔγραφε μία ἄλλη ἐκ
3579τῶν Ἐθνικοφρόνων ἐφημερίδων τότε (Ἀναγινώσκει):
3580«Ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον ἀσχολούμεθα νὰ πείσωμεν τὰς ἀνε-
3581πτυγμένας τάξεις, ἀλλὰ καὶ τὰς πολιτευομένας τοιαύτας,
3582περὶ ἑνὸς νέου παράγοντος, ὅστις μετὰ τοὺς δύο μας πολέμους
3583προσετέθη, ἀπαρατήρητος μέν, πραγματικώτατος ὅμως, εἰς
3584τὴν ἐνεργοποίησιν τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος.
3585Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ στρατιωτικὸς παράγων. Ὁ νέος οὗτος πα-
3586ράγων δὲν ἔδωσε μόνον ζωὴν καὶ ἰδιάζοντα βιταλισμὸν εἰς τὸν
3587Βασιλικὸν παράγοντα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Βενιζέλος ἐζήτησε νὰ
3588ἐκμηδενίσῃ ἢ νὰ τὸν περιορίσῃ ἐντὸς τῶν ἀσφυκτικῶν συνταγ-
3589ματικῶν σπαργάνων, ἐντὸς τῶν ὁποίων τοῦ ἐπιτρέπεται καὶ ἕ-
3590νας παλμὸς ἐλευθερίας μεταξὺ 999 παθητικῆς ζωῆς καὶ δου-
3591λείας. Ἀλλὰ ἐδημιούργησε μίαν ἠθικὴν μέν, πραγματικὴν ὅ-
3592μως, δύναμιν εἰς τὸν Τόπον μας, ἥτις αὐτομάτως τρόπον τινὰ
3593εἶναι προωρισμένη νὰ ἐπεμβαίνῃ ὁσάκις τὰ πολιτικὰ κόμματα
3594φαίνωνται ἀνίσχυρα νὰ προστατεύσουν τὸν Τόπον αὐτὸν ἀπὸ κα-
3595τακυλινδήματος εἰς πολιτικὴν καὶ πολιτειακὴν αὐτοκτονίαν».
3596Ἀλλ’ ἔφθασεν ἡ κατάλυσις πάσης ἐννοίας ἐλευθερίας, κύ-
3597ριοι, ὥστε ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Γερόντων καὶ ὑπὸ Ὑπουρ-
3598γὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸν ἀπόντα βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ἔ-
3599φθασε νὰ ἀπαγορεύῃ αὐτὰ ταῦτα τὰ μνημόσυνα ὑπὲρ τῶν νε-
3600κρῶν. Ἀκούσατε τί ἔγραφε μία ἐκ τῶν κυριωτέρων κυβερνη-
3601τικῶν ἐφημερίδων ἐπ’ εὐκαιρίᾳ μνημοσύνου, τὸ ὁποῖον εἶχε γί-
3602νει ὑπὲρ τῶν σφαγιασθέντων προσφύγων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας
3603κατὰ τοὺς διωγμοὺς τοὺς ἀνθελληνικοὺς τοῦ 1914 (Ἀναγι-
3604νώσκει): «Ἡ διοργάνωσις μνημοσύνου ὑπὲρ θυμάτων τοῦ ἀ-
3605λυτρώτου Ἑλληνισμοῦ ὑπὸ τοῦ Συλλόγου τοῦ μὴ ἐκπροσωποῦν-
3606τος τὰ φρονήματα τοῦ προσφυγικοῦ πληθυσμοῦ, προδήλως ἀ-
3607πέβλεπεν εἰς ἀπόπειραν, μωρὰν βεβαίως, ἀνταρσίας ἐναντίον
3608τοῦ καθεστῶτος». Τὸ μνημόσυνον εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὑπὲρ τῶν
3609θυμάτων τῶν διωγμῶν εἶναι ἀπόπειρα ἀνταρσίας, ἁπλῶς καὶ
3610μόνον διότι ὑπενθυμίζει τὰς καταστροφὰς τῶν ὁμογενῶν μας.
3611(Ἀναγινώσκει): «Εἴτε ἀνεπιγνώστως, εἴτε ἐν ἐπιγνώσει ἀ-
3612πετολμήθη τοιαύτη ἀπόπειρα, φυσικὸν ἦτο νὰ προκαλέσῃ δι-
3613καίαν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ, ὅστις προσῆλθεν εἰς τὸν ναὸν τοῦ
3614Ἁγίου Κωνσταντίνου διὰ νὰ συμμερισθῇ τὸν πατριωτικὸν πό-
3615νον τῶν ἀδελφῶν του. Ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς
3616θρησκείας καὶ τῶν ἱερῶν τόπων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τοῦ Βενι-
3617ζελικοῦ Κόμματος δικαίως ἐξώργισε τὸν Ἀθηναϊκὸν λαόν,
3618ὅστις θὰ ἐτιμώρει σκληρῶς τοὺς ἐκμεταλλευτὰς τοῦ πατριω-
3619τικοῦ πόνου, ἐὰν ἐγκαίρως ἡ Ἀστυνομία δὲν ἐλάμβανε τὰ προ-
3620σήκοντα μέτρα». Ἀλλὰ καὶ μνημόσυνον τοῦ Παλαιολόγου, διε-
3621ξαγόμενον ἀπὸ εἰκοσαετίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐθεωρήθη κατὰ
3622τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὡς ἀπόπειρα κατὰ τοῦ καθεστῶτος, διότι ὑπεν-
3623θύμιζεν εἰς ἡμᾶς χώρας καὶ τόπους, τοὺς ὁποίους εἴχομεν ἀ-
3624ποκηρύξει.
3625Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τῶν Ἀθηνῶν δι’ ὑπομνήματός του
3626πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων εἶχε δηλώσει ὅτι ἐξη-
3627κολούθει περιβάλλων αὐτὸν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν
3628ἀνέκαθεν εἶχεν ἐπιδείξει πρὸς αὐτόν. Ἡ Κυβέρνησις τῶν σω-
3629τήρων διενήργησεν ἀνταναφορὰν ἐκ μέρους τῶν ἐμπορευομέ-
3630νων, ὅπως τοὺς ὠνόμαζον, διὰ νὰ εἴπουν τί: Ἡ ἀναφορὰ ἀ-
3631πηυθύνετο πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ ἔλεγε (ἀναγινώσκει): «Μό-
3632νη ἡ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Ἐθνικὴ ἐκπροσώπησις εἶναι ἀκραι-
3633φνῶς πατριωτικὴ καὶ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ ὑπολογισμοὺς τοῦ πο-
3634λιτικοῦ καὶ κομματικοῦ συμφέροντος ὁμάδων καὶ ἀτόμων». Καὶ
3635περαιτέρω, βλασφημίαι συνταγματικαί (ἀναγινώσκει): «Ὑ-
3636πὲρ πάντα Νόμον καὶ ὑπὲρ πᾶν πολίτευμα τάσσομεν πάντες τὸ
3637συμφέρον τοῦ λαοῦ, τοῦ ὅλου Ἔθνους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πα-
3638τρίδος, τὴν σωτηρίαν αὐτῆς καὶ τὸ ἐθνικὸν μέλλον, ὅπερ ἀνα-
3639θέτομεν εἰς τὰς δεξιὰς χεῖρας τοῦ Μεγάλου Βασιλέως μας,
3640ὅστις εἶναι ὁ ἀληθὴς πατὴρ καὶ ὁ μόνος κύριος εἰς τὸν ἰδικόν
3641μας Ἑλληνικὸν οἶκον». Αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις διετύπουν,
3642κύριοι, πρῶτον μὲν διὰ νὰ ἐπιρρίπτωνται ἀνάνδρως πολιτικαὶ
3643εὐθῦναι εἰς τὸν Βασιλέα, δεύτερον δὲ ἵνα προσφέρεται θυμίαμα
3644πρὸς τὸν Βασιλέα, ἀναγνωριζομένου τούτου ὡς κυρίου τοῦ
3645σπιτιοῦ μας. Ἄλλη ἐφημερίς, ἐκ τῶν ἐγκύρως διερμηνευου-
3646σῶν τὰς ἰδέας τότε τῶν γερόντων, ἐξηγοῦσα διατὶ ὁ Βασιλεὺς
3647δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν ὡς πρὸς τὴν ἐ-
3648φαρμοστέαν πολιτικήν, ἔγραφε (ἀναγινώσκει): «Διότι ἡ γνώ-
3649μη τῶν λαῶν, προκειμένου περὶ τῶν πολιτικῶν τῶν Ἀρχηγῶν,
3650δὲν ἐκδηλοῦται πάντοτε ὑπὸ συνθήκας ἐξασφαλιζούσας τὸ ἀ-
3651λάθητον αὐτῆς, διὰ τὸ πολιτικὸν ἴνδαλμά της, ὡς ἐὰν ὁ λαὸς
3652ὡρισμένης ἐποχῆς, ὡς συμβαίνει τώρα μὲ τὸν κ. Βενιζέλον,
3653κατατρυχόμενος ὑπὸ ἀσθενείας, ἀντιπροσωπεύῃ πάντοτε τὸ συ-
3654νολικὸν συμφέρον τῆς Φυλῆς, εἰς ἣν ἀνήκει, τὸ ὁποῖον συμφέ-
3655ρον δὲν συμπνίγεται μόνον εἰς τὸ παρόν, ἀλλ’ ἀπορρέει ἐξ ὁ-
3656λοκλήρου παρελθόντος καὶ διήκει δι’ ὅλου τοῦ μέλλοντος τῆς
3657Φυλῆς αὐτῆς».
3658Βλέπετε εἰς ποίαν κατάπτωσιν ἔφθαναν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ
3659διὰ νὰ ἐξηγήσουν τὸν Μοναρχισμόν, ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡμεῖς
3660οἱ ζῶντες ἑκάστοτε ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Ἑλληνικοῦ δὲν ἠμ-
3661ποροῦμεν νὰ ἀξιῶμεν ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν καὶ τὴν Φυλήν,
3662διότι εἶναι καὶ οἱ νεκροὶ οἱ πρὸ ἡμῶν καὶ οἱ μεθ’ ἡμᾶς μέλλον-
3663τες νὰ γεννηθοῦν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους, δι’ αὐτοὺς δὲ ἐγκυ-
3664ρότερος ἀντιπρόσωπος εἶναι ὁ Μονάρχης, παρὰ τὴν ψυχὴν ὁ-
3665λοκλήρου λαοῦ. Ἡ ὅλη κατάστασις, κύριοι, ἡ ὁποία εἶχε δη-
3666μιουργηθῆ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μὲ τοὺς ὑπερπλεονάζοντας κα-
3667τασκόπους, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Τυραννίδος, τῆς ὁποίας ἀ-
3668ριστοτεχνικὴν εἰκόνα δίδει ὁ Ἀριστοτέλης εἰς τὰ «Πολιτικά»
3669του. Καὶ οὕτω, κύριοι, φθάνομεν εἰς τὴν Νόταν τῆς 8ης Ἰου-
3670νίου. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὸ ζήτημα τὸ
3671διεθνές, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Αἱ Δυ-
3672νάμεις, ἱδρύσασαι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ἵδρυσαν ἀληθῶς
3673ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον, ἀλλ’ ἐφρόντισαν νὰ προσθέσουν εἰς
3674μὲν τὴν πρώτην πρᾶξιν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ὄθωνος ὅτι τὸ
3675ἵδρυον ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον μοναρχικόν, εἰς δὲ τὴν δευτέ-
3676ραν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεξέτεινον τὴν ἐγγύησιν κατὰ τὴν
3677ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ὅτι τὸ ἐγγυῶνται ὡς Κρά-
3678τος μοναρχικόν, ἀνεξάρτητον καὶ συνταγματικόν. Ἡ ἐγγύησις
3679αὐτὴ τῶν Δυνάμεων, κύριοι, παρέσχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα προ-
3680στασίαν ἐπὶ ἕνα ὅλον αἰῶνα. Ποτὲ ἄλλοτε, πλὴν τῆς παρούσης
3681περιστάσεως, συνολικὴ ἐξάσκησις τῶν ἐκ τῆς ἐγγυήσεως αὐ-
3682τῆς ἀπορρεόντων δικαιωμάτων ὑπὲρ τῶν τριῶν Δυνάμεων δὲν
3683ἐπαρουσιάσθη. Καὶ ὅπως ὀρθότατα εἶπεν ὁ συνάδελφός μου Ὑ-
3684πουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν οὐδὲ κἂν ὑπῆρχον τὰ κεί-
3685μενα αὐτὰ τῶν Συνθηκῶν, καὶ ἐὰν δὲν ἦσαν αὐταὶ αἱ εὐεργέ-
3686τιδες καὶ ἐγγυήτριαι καὶ προστάτιδες Δυνάμεις τῆς Ἑλλά-
3687δος, εἶχον δὲ ἁπλῶς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πο-
3688λέμου μὲ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἔχουν καὶ εὑρίσκοντο ἐπὶ
3689τοῦ ἐδάφους ἡμῶν καὶ ἔβλεπον ἕνα Βασιλέα, ἀσκοῦντα τὴν
3690Ἀρχὴν ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς δημοκρατικοῦ Συντάγματος, νὰ με-
3691ταβάλλεται εἰς ἕνα Τύραννον καὶ νὰ καταδιώκῃ ἓν μέγα μέ-
3692ρος τοῦ λαοῦ του καὶ νὰ μεταβάλλῃ αὐτὸν εἰς δοῦλον, νὰ ἐ-
3693φαρμόζῃ πολιτικήν, κατὰ τῆς ὁποίας ἐξηγείρετο ἡ δημοσία
3694συνείδησις καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἐκδήλωσιν τῆς
3695λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐκλογῶν καὶ νὰ
3696ἰσχυρίζεται ὅτι αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, νο-
3697μίζετε ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τὰ κείμενα τῶν Συνθηκῶν, αἱ
3698Δυνάμεις αὐταὶ δὲν θὰ ἐζήτουν νὰ ἀσκήσουν τὴν εὐεργετικὴν
3699ἐπίδρασίν των ὑπὲρ τῶν ἀγωνιζομένων ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας;
3700Διότι κατὰ παράδοξον διαστροφὴν ἀντιλήψεων, ἡ ὁποία ἐκιν-
3701δύνευσε νὰ δημιουργήσῃ δύο Ἑλλάδας ἐντὸς τοῦ Κράτους αὐ-
3702τοῦ, ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς διαμαρτύρεται διότι φρονεῖ
3703ὅτι ἡ ἐπέμβασις τῶν Δυνάμεων ἠσκήθη κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν
3704τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου οἱ κυβερνῆται πρέπει νὰ ἔ-
3705χουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμουν ὅσα ἔκαμνεν ὁ κ. Σκουλούδης,
3706νὰ καταλύουν δηλαδὴ πᾶσαν ἐλευθερίαν καὶ πᾶσαν ἔκφρασιν
3707γνώμης, καὶ ὅταν τοῖς παρατηρήσῃ κανεὶς ὅτι κάμνουν κακά,
3708ν’ ἀπαντοῦν: «Ἄ! μὴ θίγεις τὴν ἐλευθερίαν μου».
3709Ἡ Κυβέρνησις τῶν Γερόντων, καὶ πρὸ πάντων ὁ Ἀρχηγὸς
3710αὐτῆς, φαίνεται ὅτι συνέλαβε πρὸς στιγμὴν καὶ τὴν ἀνοσίαν
3711σκέψιν τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῶν Δυνάμεων. Εὐτυχῶς ὁ Βα-
3712σιλεύς, σωφρονέστερος ἐν τούτῳ, δὲν παρεσύρθη οὐδὲ παρὰ τῆς
3713φαινομενικῆς Κυβερνήσεώς του, τῆς τῶν γερόντων, οὐδὲ παρὰ
3714τῆς ἄλλης, τῆς πραγματικῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἄλλως τε ὀφεί-
3715λω νὰ ἐξαιρέσω κατὰ τὴν περίστασιν αὐτήν, ὡς μὴ δυνάμενον
3716βεβαίως ποτὲ νὰ εἰσηγηθῇ καὶ γνώμην ἀντιστάσεως, τὸν Γερ-
3717μανοέλληνα μυστικοσύμβουλον. Τούτου ἡ γνώμη ἐπεκράτησε
3718καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ Νότα.
3719Τὸν κ. Σκουλούδην διεδέχθη ὁ κ. Ζαΐμης, ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς
3720Κυβέρνησις παρέμεινεν ἡ αὐτή, ἡ ἐμφανίσασα καὶ τὴν ὀργά-
3721νωσιν τῶν ἐπιστράτων καὶ ἡ παρατείνασα ἐγκληματικῶς τὴν
3722ἐπιστράτευσιν. Ὁ δὲ Βασιλεύς, ὁ τότε, παρουσίασε τὸ λυπη-
3723ρὸν θέαμα τῆς ὑποβιβάσεως τοῦ Στέμματος μέχρι τῶν ἐπι-
3724στρατικῶν συλλόγων, εἰς τὰ τηλεγραφήματα τῶν ὁποίων ἐπι-
3725δεικτικῶς ἀπήντα, ὡς εἰς ἐκεῖνο λ.χ., τὸ ὁποῖον ἔλεγε χαρα-
3726κτηριστικῶς, ὅτι οἱ τηλεγραφοῦντες εἶναι ἕτοιμοι παρὰ τὸ
3727πλευρόν του νὰ πέσουν, ὅπως συντρίψουν τούς τε ἐξωτερικοὺς
3728καὶ ἐσωτερικοὺς ἐχθρούς του. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν ὀργάνω-
3729σιν αὐτήν, κύριοι, καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἐμφάνισιν αὐτὴν τοῦ Στέμ-
3730ματος ὡς ἡγουμένου τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος κατὰ τοῦ Κόμμα-
3731τος τῶν Φιλελευθέρων, μεθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐμφάνισιν, ὅλαι
3732αἱ προεκλογικαὶ ἐνδείξεις ἐτεκμηρίουν ἧτταν τρομερὰν τοῦ
3733Μοναρχισμοῦ. Ὑπελογίζετο ὅτι ἐκ τῶν 146 βουλευτῶν, τοὺς
3734ὁποίους ἔδιδεν ἡ Νέα Ἑλλάς, οὔτε ἕνα ἴσως δὲν θὰ ἐκέρδι-
3735ζεν ὁ Μοναρχισμός. Ἀπὸ δὲ τὴν Π. Ἑλλάδα, εἰς μὲν τὴν
3736Λάρισσαν οὐδένα ἐπίσης ἤλπιζεν, εἰς δὲ τὴν Ἀττικὴν δὲν εἶχε
3737νὰ ἐλπίζῃ οὐδὲ πλειονοψηφίαν, εἰς τὴν Ἀχαϊοήλιδα ὁμοίως
3738οὐδὲ πλειονοψηφίαν· δὲν ἐννοῶ ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέ-
3739ρων θὰ ἔφερε πλήρεις τοὺς συνδυασμούς, ἀλλὰ θὰ ἐκέρδιζεν
3740ἐν Ἀττικῇ μὲν τὰ ¾ τῶν ἑδρῶν, ἐν Ἀχαϊοήλιδι δὲ τὰς ἡ-
3741μισείας τοὐλάχιστον. Πλειονοψηφίαν δὲν θὰ εἶχεν οὔτε εἰς
3742τὴν Κεφαλληνίαν, οὔτε εἰς τὴν Ζάκυνθον, οὔτε εἰς τὰς Κυ-
3743κλάδας, θὰ ἠδύνατο δὲ ἀσφαλῶς νὰ ἐπιτύχῃ εἰς Ἀρκαδίαν,
3744εἰς Λακωνίαν καὶ θὰ ἔφερε πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Ἀργολιδο-
3745κορινθίαν καὶ Φθιωτιδοφωκίδα, ἐνῷ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας
3746θὰ διεξήγετο ὁ ἀγὼν ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ
3747ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν θὰ ἔφερε 200 περίπου Φιλελευθέρους
3748κατὰ 100 Ἀντιφιλελευθέρων βουλευτῶν. Αὐτὴ ἦτο ἡ εἰκών,
3749τὴν ὁποίαν παρουσίαζε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ μελέτη τῆς
3750ἐκλογικῆς καταστάσεως ἐν Ἑλλάδι, καὶ τότε προσῆλθον ἐπί-
3751κουροι οἱ Βούλγαροι, εἰσβαλόντες καὶ εἰς τὴν Ἀνατολικὴν καὶ
3752τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν, διὰ νὰ καταστήσουν τὴν ἐν Μακεδο-
3753νίᾳ ἐκλογὴν ἀδύνατον. Δὲν ἔχω ἀπόδειξιν καὶ οὔτε δύναμαι νὰ
3754εἴπω ὅτι εἰλικρινῶς πιστεύω ὅτι τοὺς ἐκάλεσαν οἱ σωτῆρες καὶ
3755διὰ τοῦτο εἰσῆλθον· ἀλλ’ ἡ πορεία τῶν πραγμάτων ἦτο τοιαύτη,
3756ὥστε νὰ μὴ ἀποκλείεται ἡ ὑπόνοια ἢ μᾶλλον ἡ πιθανότης, ὅτι
3757ἐξεφράσθη ἐπιθυμία, ἥτις συνέπεσε καὶ μὲ τὸ στρατιωτικὸν συμ-
3758φέρον τῶν Βουλγάρων, νὰ εἰσέλθουν οὗτοι εἰς τὴν Ἀνατολικὴν
3759καὶ τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν. Μήπως ἀπέκρυπτον οἱ σωτῆρες
3760κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν εὐχὴν καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ νὰ φθά-
3761σουν οἱ Βούλγαροι μέχρι τῆς Κοζάνης καὶ τῆς Λαρίσσης, καὶ
3762διατί ὄχι μέχρις Ἀθηνῶν;
3763Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι, δὲν ἔχω στοιχεῖα διὰ ν’ ἀποδείξω τὴν κα-
3764τηγορίαν, οὔτε δύναμαι νὰ διατυπώσω μετὰ πεποιθήσεως ὅτι οὗ-
3765τοι προσεκάλεσαν τοὺς Βουλγάρους, διετύπωσα ἤδη τὴν ἀποδε-
3766δειγμένην κατηγορίαν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον συνεφώνησαν τὴν πα-
3767ράδοσιν τοῦ Ροῦπελ, δὲν ἐπέμειναν νὰ συμφωνήσουν τοὐλάχιστον
3768ὅτι δὲν θὰ προήλαυνεν ὁ Βουλγαρικὸς στρατὸς εἰς Ἀνατολικὴν
3769Μακεδονίαν. Μόνον δὲ ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ εἰσβολὴ εἰς τὴν Ἀνατο-
3770λικὴν Μακεδονίαν καὶ ἤρχισαν ἀμέσως οἱ βουλγαρισμοὶ ἐκεῖνοι,
3771τοὺς ὁποίους περιγράφει ἡ ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ δημοσιευομένη
3772ἀναφορὰ τοῦ τότε Ἀνωτέρου Διοικητοῦ τῆς Χωροφυλακῆς ἐν
3773Μακεδονίᾳ, ἡ δὲ δημοσία γνώμη ἤρχισε συγκινουμένη, ἀπετάθη-
3774σαν οἱ ἐν Ἀθήναις ἀσκοῦντες τὴν Γερμανικὴν πολιτικὴν πρὸς
3775τὸ Βερολῖνον, ζητοῦντες κἄποιαν βοήθειαν, διὰ νὰ μὴ εἰσέλθουν
3776οἱ Βούλγαροι τοὐλάχιστον εἰς τὰς Σέρρας, Δράμαν καὶ Καβάλ-
3777λαν, διὰ νὰ μετριασθῇ οὕτω κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ συγκίνησις τῆς
3778Κοινῆς Γνώμης. Καὶ τὸ Γερμανικὸν Στραταρχεῖον παρέσχεν
3779αὐτὸ τὸ ψίχουλον εἰς ἀντάλλαγμα ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁ-
3780ποίας εἶχε λάβει ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ ἐδόθη ἔγγραφον τοῦ Μίρμ-
3781παχ, βεβαιοῦν ὅτι δὲν θὰ εἰσήρχοντο τὰ Βουλγαρικὰ στρατεύ-
3782ματα οὔτε εἰς τὴν Δράμαν, οὔτε εἰς τὴν Καβάλλαν, οὔτε εἰς τὰς
3783Σέρρας, εἰς οὐδεμίαν δηλαδὴ τῶν πόλεων τῆς Ἀνατολικῆς
3784Μακεδονίας. Τὸ ἔγγραφον δὲν τὸ εἶδα· τὸ ἔγγραφον εἶδεν ὁ
3785συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ ἔγγραφον
3786ἀναφέρεται εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτε-
3787ρικῶν, ἀλλὰ δὲν ἀνευρίσκεται. Δὲν ὑποθέτω βέβαια ὅτι ἡ ἐξα-
3788φάνισίς του ὀφείλεται εἰς δόλον, οὔτε ὑπόνοια κἂν ἠμπορεῖ περὶ
3789τούτου νὰ διατυπωθῇ· ὑπάρχει, ἄλλως τε, εἰς τὸ πρωτόκολ-
3790λον τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ ἐν περιλήψει, προκύπτει δὲ καὶ ἐκ
3791μεταγενεστέρου ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν Λευκὴν
3792Βίβλον. Ἀλλ’ ἐνῷ δίδονται αἱ ὑποσχέσεις αὐταὶ καὶ ὁ κ. Ζαΐ-
3793μης, μὲ τὴν ἀφέλειαν διὰ τὴν ὁποίαν τὸν μέμφομαι, ἔσπευσε
3794νὰ στηριχθῇ εἰς τὰς διαβεβαιώσεις αὐτάς, διὰ νὰ ἀποτρέψῃ
3795τοὺς κατοίκους τῆς Καβάλλας νὰ ἀποκομίσωσι τὰ καπνά των,
3796ἑκατομμυρίων ἀξίας, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκεῖ, λέγων εἰς αὐτοὺς
3797ὅτι δὲν ἔχομεν κανένα φόβον διότι ἔχομεν τὰς ἐπισημοτέρας
3798διαβεβαιώσεις, ἡ ἐκ τῶν διαβεβαιώσεων τούτων ἀσφάλεια δὲν
3799διήρκεσε περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι διαρκοῦσι τὰ ρόδα. Καὶ ὅ,τι,
3800κύριοι, εἶναι χαρακτηριστικὸν εἰς τὴν προκειμένην περίστα-
3801σιν, εἶναι ὅτι, ὅτε διεμαρτυρόμεθα πρὸς τὴν Γερμανίαν διὰ τὴν
3802ἀθέτησιν τῆς ὑποσχέσεως αὐτῆς, τῆς ἐγγράφου, κύριοι, τῆς
3803κατηγορηματικῆς, ὅτι δὲν θὰ εἰσήρχοντο οἱ Βούλγαροι εἰς
3804τὰς τρεῖς πόλεις τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, μᾶς ἐδίδετο
3805ἡ ἑπομένη ἐκπληκτικὴ ἀπάντησις (Ἀναγινώσκει):
3806«Ὁ Κόμης Von Mirbach Hartt πρὸς τὸν κ. Ἀλ. Ζαΐμην.
3807» Κύριε Πρόεδρε, ἀναφερόμενος εἰς τὰς ἀνακοινώσεις, εἰς
3808ἃς ὁ κ. Καρατζᾶς εὐηρεστήθη νὰ προβῇ, ἐξ ὀνόματος ὑμῶν,
3809τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν
3810τῆς Ὑμετέρας Ἐξοχότητος, ὅτι ἡ κατάστασις ἐν τῷ διαμε-
3811ρίσματι τῆς Καβάλλας μετεβλήθη ἔκτοτε ἐκ τοῦ γεγονότος
3812ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα παρέδωκαν οἰκείᾳ αὐτῶν βου-
3813λήσει τὰ φρούρια καὶ τὰς πυροβολαρχίας, περὶ ὧν πρόκειται,
3814εἰς τοὺς Βουλγάρους».
3815Ἔγγραφον, κύριοι, ἀποτελοῦν νέον ράπισμα κατὰ τῆς εὐπι-
3816στίας τῶν σωτήρων καὶ δεικνῦον τίνα ἀξίαν ἔχουν αἱ Γερμα-
3817νικαὶ ὑποσχέσεις. Ἐνῷ παραπονούμεθα διότι ἀφῆκαν ἐναντίον
3818γραπτῶν ὑποσχέσεων νὰ εἰσέλθουν οἱ Βούλγαροι, μᾶς ἀπαν-
3819τοῦν: «Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ παραπονῆσθε, αὐτοὶ δὲν εἰσῆλ-
3820θον διὰ τῆς βίας, σεῖς παρεδόθητε μόνοι σας». Καὶ δὲν δύνα-
3821μαι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου νὰ εἴπω ὅτι πράγματι παρεδόθημεν
3822μόνοι μας· παρεδόθημεν διότι, πειθόμενοι εἰς τὰς ὑποσχέσεις,
3823ἀφήσαμεν νὰ μᾶς περισφίξουν οἱ Βούλγαροι καὶ νὰ γίνωμεν ὑ-
3824ποχείριοί των. Ὥστε ὑπάρχει ἐδῶ μία περιφρόνησις πρὸς τὰς
3825ἐγγράφους ὑποσχέσεις, μία ἐπανάληψις τῆς ἀντιλήψεως περὶ
3826κουρελοχάρτου τῶν Συνθηκῶν, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν κατὰ τὴν
3827ὁποίαν τὰ συμφέροντα τῆς Γερμανίας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶ-
3828ναι ὑπεράνω πάντων, ἀντιτίθενται εἰς τὰς δοθείσας ὑποσχέ-
3829σεις.
3830Ἀλλ’ ὁμιλῶν περὶ τῆς παραδόσεως τῆς Καβάλλας καὶ τοῦ
3831πολεμικοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἀφθόνου, τὸ ὁποῖον εὑρέθη ἐκεῖ, ἔχω νὰ
3832διατυπώσω ἓν ἄλλο κεφάλαιον κατηγορίας, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω
3833ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν βουλευτῶν, ἡ ὁποία ἀσχολεῖται εἰς τὴν
3834σύνταξιν τῆς προτάσεως τοῦ κατηγορητηρίου, δὲν θὰ παρίδῃ
3835ἐπίσης. Ἀφοῦ ἀπεστρατεύσαμεν τὸν στρατόν, μὴ θέλοντες ἐξ
3836ἀρχῆς νὰ τηρήσωμεν μερικὴν ἐπιστράτευσιν καὶ μὴ ἀποπειρα-
3837θέντες κἂν νὰ ἴδωμεν ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ κρατήσωμεν μερικὴν
3838ἐπιστράτευσιν μετὰ τὴν Νόταν τῆς 8 Ἰουνίου, ἀφήκαμεν δὲ
3839ἀφύλακτον τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, ἐνῷ ἐγνωρίζαμεν
3840ὅτι ὁ κληρονομικός μας ἐχθρὸς ἦτο ἐπιστρατευμένος ὄχι πλέον
3841πρὸ τῶν συνόρων μας, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς αὐτῶν, διατί οἱ ἄνθρω-
3842ποι τοῦ Ἐπιτελείου δὲν διέθετον καὶ ὀλίγον τινὰ χρόνον πρὸς
3843ἄσκησιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἦσαν ἐμπεπιστευ-
3844μένα εἰς αὐτούς, διὰ νὰ σκεφθοῦν καὶ εἰσηγηθοῦν πρὸς τὸν Ὑ-
3845πουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, τὴν στιγ-
3846μὴν καθ’ ἣν ἀπεσύρομεν τὸν στρατὸν ἡμῶν ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖ-
3847νο, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀφήσωμεν πολεμικὸν ὑλικὸν παρὰ τὰ σύ-
3848νορά μας ἀπέναντι ἐχθροῦ ἐπιστρατευμένου καὶ ἔχοντος τὸν
3849στρατόν του εἰς ἐμπόλεμον δύναμιν; Πῶς αὐτὴ ἡ στοιχειωδε-
3850στέρα σκέψις δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τῶν Ἐπιτελῶν καὶ τοῦ
3851Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν;
3852Καὶ οὕτω, κύριοι, ἐχάσαμεν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὸ ⅕ τοῦ
3853ὑλικοῦ τῆς ἐπιστρατεύσεώς μας, ἐν πολλοῖς δὲ ὡς πρὸς τὸ
3854πυροβολικὸν πολὺ μεγαλειτέραν ἀναλογίαν, ἐχάσαμεν δὲ πλὴν
3855τούτου βαρέα πυροβόλα εἰς ἀριθμὸν μεγάλον, ἢ σχεδὸν ὁλό-
3856κληρον τὸ ποσὸν τῶν βαρέων πυροβόλων μας, τὰ ὁποῖα εἴχο-
3857μεν ἐκεῖ συγκεντρώσει διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν τῶν φρουρίων τῆς
3858Καβάλλας.
3859Ἀλλ’ ἂν τὸ πολεμικὸν τοῦτο ὑλικὸν ἡ τύφλωσις τῶν τότε
3860ὑπευθύνων ἄφησε νὰ καταλάβῃ ὁ κληρονομικὸς ἐχθρός,
3861τὸν στρατὸν ἡμῶν, ἓν ὁλόκληρον Σῶμα στρατοῦ, δὲν μοὶ λέ-
3862γετε, παρακαλῶ, οἱ ὑπεύθυνοι τῆς πολιτικῆς ἐκείνης τῆς ἐγ-
3863κληματικῆς, πῶς κατωρθώθη ὁ στρατὸς αὐτὸς νὰ εὑρεθῇ αἰχ-
3864μάλωτος εἰς τὴν Γερμανίαν; Τίνι δικαίῳ οἱ Γερμανοὶ ἐκρά-
3865τησαν ὡς αἰχμάλωτον ἓν Σῶμα στρατοῦ Ἑλληνικοῦ, ὁ ὁποῖος
3866τὴν στιγμὴν ἐκείνην, πιεζόμενος ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, περι-
3867σφιγγόντων τὴν πόλιν, ἐζήτησε προστασίαν παρ’ αὐτῶν; Μή-
3868πως ἤμεθα ἐχθροὶ καὶ εὑρισκόμεθα εἰς πόλεμον πρὸς αὐτούς,
3869διὰ νὰ μᾶς καταστήσουν αἰχμαλώτους; Καὶ τοῦτο μόνον, ὕ-
3870στερον ἀπὸ τὰς παρασχεθείσας πρὸς αὐτὸ ἐκπληκτικὰς ὑπη-
3871ρεσίας, δύναται νὰ ἐξηγήσῃ τὴν περιφρόνησιν, τὴν δικαίαν, ἣν
3872ἠσθάνετο τὸ Κράτος τὸ μιλιταριστικὸν πρὸς τὸ Κράτος τὸ ἰ-
3873δικόν μας, πρὸς τὸ Κράτος τῶν Σωτήρων.
3874Ἀλλὰ ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις τῶν κυβερνητῶν τῆς ἐποχῆς
3875ἐκείνης ἀπέναντι τῆς παραβιάσεως τῶν θεμελιωδεστέρων κα-
3876νόνων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ αὐ-
3877τοῦ, ὅταν ὁ στρατὸς τοῦ Κάϊζερ συνελάμβανεν αἰχμαλώτους
3878στρατιώτας τοῦ Γερμανοῦ Στρατάρχου, ὅστις εἶχε κάμει τὸ
3879πᾶν ἵνα ἐξυπηρετήσῃ αὐτὸν ἐπὶ θυσίᾳ τῶν Ἑλληνικῶν συμφε-
3880ρόντων;
3881Κύριοι, δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ ἀρχεῖα οὔτε τοῦ Ὑπουργείου
3882τῶν Ἐξωτερικῶν, οὔτε τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν,
3883δὲν ὑπάρχει, λέγω, οὔτε ἴχνος κἂν διαμαρτυρίας, ἥτις νὰ ἐτολ-
3884μήθη νὰ διατυπωθῇ κατὰ τῆς παραδόξου αὐτῆς αἰχμαλωσίας ἑ-
3885νὸς Σώματος Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἴχνος ἐνερ-
3886γείας διὰ νὰ ζητήσουν νὰ μᾶς ἀποδώσουν τὸν αἰχμαλωτισθέν-
3887τα στρατόν μας. Τὸ μὲν ὑλικὸν πολέμου μᾶς τὸ ἐπῆραν οἱ
3888Βούλγαροι, θὰ ἔπρεπε δὲ νὰ ἦσαν μωροὶ διὰ νὰ ζητήσουν ἀπὸ
3889τὸν Φερδινάνδον νὰ τοὺς τὸ ἐπιστρέψῃ. Ἀλλὰ τὸν στρατόν μας,
38908,000 στρατοῦ, τὸν ὁποῖον μετέφεραν εἰς Γερμανίαν, λόγῳ
3891μὲν διὰ νὰ τὸν ξενίσουν, πράγματι δὲ διὰ νὰ τὸν κρατήσουν
3892αἰχμάλωτον εἰς Γκέρλιτς διατί δὲν εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις
3893τῶν Σωτήρων διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπελευθέρωσίν του; Καὶ
3894διατί ὁ τότε Ἕλλην Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων καὶ Γερμανὸς
3895Στρατάρχης δὲν ἀπηυθύνετο εἰς τὸν Κάϊζερ, τὸν γυναικά-
3896δελφόν του, διὰ νὰ τοῦ ἀποδώσῃ τὸν στρατόν; Διατί δὲν τοῦ
3897ἔλεγε: «Μήπως εἶμαι εἰς πόλεμον μαζύ σου; Μήπως δὲν ἐξυ-
3898πηρέτησα τὰ Γερμανικὰ συμφέροντα; Διατί κρατεῖς τὸν στρα-
3899τόν μου αἰχμάλωτον;» Νομίζω ὅτι τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἐκ
3900τῶν πλέον μαύρων σελίδων τῆς ἱστορίας τῶν δύο τελευταίων
3901ἐτῶν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν διεμαρτυρήθησαν διὰ τὴν παρὰ
3902πάντα νόμον αἰχμαλωσίαν στρατοῦ, διότι ἔχαιρον βλέποντες ἀ-
3903φανιζομένην τὴν Ἑλλάδα. Αὐτοὶ θὰ ηὔχοντο νὰ γίνῃ αἰχμά-
3904λωτος καὶ ὁ ἄλλος Ἑλληνικὸς στρατός, διὰ νὰ εἶναι βέβαιοι,
3905ὡς εἶπον, ὅτι μὲ οἱανδήποτε τροπὴν τῶν πραγμάτων ἡ Ἑλλὰς
3906θὰ ἦτο ἄοπλος καὶ ἀνίκανος πρὸς προάσπισιν ἑαυτῆς καὶ βλά-
3907βην τῶν Γερμανικῶν συμφερόντων. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ
3908μοὶ ἐπιτρέψητε, πρὶν ἢ ἐγκαταλείψω τὴν ζοφερὰν ταύτην σε-
3909λίδα, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω πόσον ἀποτελεσματικὴ ὑπῆρξεν ἡ
3910ὅλη ἐργασία πρὸς καταστροφὴν τοῦ φρονήματος ἑνὸς μέρους
3911τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τί ἔγραφε τὴν ἐπιοῦ-
3912σαν τῆς εἰσβολῆς τῶν Βουλγάρων εἰς Ἀνατολικὴν Μακε-
3913δονίαν καὶ τῆς ἐξόδου τῶν πληθυσμῶν, ἥτις ἐγένετο πρὸς τὴν
3914Δυτικὴν Μακεδονίαν, τὴν ὁποίαν περιγράφει τόσον τραγικῶς
3915τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἀνωτέρου Διοικητοῦ τῆς Χωροφυλακῆς Μα-
3916κεδονίας τὸ δημοσιευόμενον εἰς τὴν Λευκὴν Βίβλον, νὰ σᾶς ἀ-
3917ναγνώσω τί ἔγραφεν ἓν τῶν ὀργάνων τῆς τότε Κυβερνή-
3918σεως (Ἀναγινώσκει):
3919«Ὅλα τὰ τραγικὰ φαινόμενα ἔχουν καὶ τὴν κωμικήν των
3920ὄψιν. Οὕτω καὶ ἡ Γερμανοβουλγαρικὴ εἰσβολὴ εἰς Μακεδο-
3921νίαν. Ἐνώπιον εἰσελαυνόντων ξένων φεύγουν πανταχόθεν καὶ
3922ἔκφρονες ἐκ τρόμου πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην ὅλοι οἱ κατάσκο-
3923ποι, οἱ καταδόται, οἱ χαφιέδες, οἱ αὐτοσχέδιοι ἔμποροι, ὅλα
3924αὐτὰ ἐπὶ τέλους τὰ Βενιζελικὰ καθάρματα, τὰ παράσιτα τοῦ
3925Γαλλικοῦ Στρατηγείου, τὰ ὁποῖα σκορπισθέντα ἐκ Θεσσαλο-
3926νίκης πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις ἐπίεζον καὶ ἐτυρράνουν τοὺς
3927Μακεδονικοὺς πληθυσμούς. Ἡ φανταστικὴ εἰς τρέξιμον φυγή
3928των φαίνεται ὅτι εἶναι ἐξόχως κωμικὸν θέαμα».
3929Οἱ Ἕλληνες τῆς Ἀνατολικῆς καὶ Δυτικῆς Μακεδονίας,
3930φεύγοντες πρὸ τῆς καθόδου τῶν Βουλγάρων, ἐχαρακτηρίζον-
3931το μὲ αὐτὰ τὰ χρώματα!
3932Οὔτε οἱ Βούλγαροι, κύριοι, εἶχον χαρακτηρίσει τὴν παρο-
3933μοίαν φυγὴν τοῦ 1913 τῶν πληθυσμῶν ὡς «ἐξόχως κωμικὸν
3934θέαμα»· τραγικὸν τὸ ἐθεώρουν καὶ αὐτοί. Καὶ οἱ Βουλγαροέλ-
3935ληνες τῶν Ἀθηνῶν, διαφθαρέντες, ὡς διεφθάρησαν, ἀπὸ τὴν
3936Τυραννίδα, κατώρθωσαν νὰ χαρακτηρίσουν ὡς ἐξόχως κωμι-
3937κὸν θέαμα τὴν φυγὴν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων. Καὶ ὠνόμασαν
3938τοὺς φεύγοντας «καθάρματα» ἀνήκοντα εἰς μίαν μόνον πολιτι-
3939κὴν μερίδα.
3940§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 5 λεπτά.
3941§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.
3942(Ὥρα 12.45′ π.μ.).
3943ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
3944(Ὥρα 1.5′ π.μ.).
3945§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα Συνεδρία-
3946σις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρακαλεῖ-
3947ται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
3948§73Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί.
3949Ἐφ’ ὅσων εἶπα τελευταίως θὰ μοῦ συγχωρήσητε μίαν ἐπανόρ-
3950θωσιν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Καραπάνος
3951ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Καλογεροπούλου ἔκαμε διάβημα πρὸς
3952τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ παραδοθέν-
3953τος στρατοῦ μας. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ὅτι τὸν
3954στρατὸν αὐτὸν θεωρεῖ ὡς «internée», ὑπὸ περιορισμόν. Γνω-
3955ρίζετε ὅτι, ἂν ἐν πολέμῳ ὁ στρατὸς ἑνὸς τῶν ἐμπολέμων Κρα-
3956τῶν εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἔδαφος Κράτους οὐδετέρου, ἔχει καθῆκον
3957τὸ οὐδέτερον Κράτος νὰ τὸν περιορίσῃ. Ὁ κ. Καραπάνος ἀν-
3958ταπήντησεν ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο παράδοξον, διότι μέχρι τοῦδε
3959ἐγνώριζεν ὅτι ἐμπόλεμος στρατὸς κρατεῖται ὑπὸ οὐδετέρου
3960Κράτους ὡς «internée», ὄχι δὲ καὶ οὐδέτερος στρατὸς ὑπὸ
3961ἐμπολέμου. Τὰ πράγματα ἔμειναν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Παρα-
3962μένει δὲ ἡ ἀπορία, πῶς δὲν κατώρθωσεν ὁ Γερμανὸς Στρατάρ-
3963χης, ὅστις ἦτο καὶ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, πῶς δὲν κατώρ-
3964θωσεν, ἀπευθυνόμενος ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν Γερμανὸν Αὐτο-
3965κράτορα, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρα-
3966τοῦ. Καὶ μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος
3967τῆς Ρουμανίας.
3968§74Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ
3969δώσω μίαν πληροφορίαν;
3970§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁρίστε.
3971§76Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐ-
3972τοῦ δὲν ὑπῆρχεν ὡρισμένη ἀπάντησις καὶ ὅτι τότε ἐξηκολού-
3973θησαν αἱ διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ἡ
3974ὁποία δὲν ἠρνήθη τὴν ἀπόδοσιν, ἀλλὰ ὑπὸ ὅρους τινάς.
3975§77Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἡ
3976ἀνάμνησις ἡ ἰδική μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι διαυγής.
3977§78Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἀποτέλεσμα εἶ-
3978ναι ὅτι τὰ στρατεύματα δὲν ἐπανῆλθον καὶ ὅτι, ἀφοῦ ἔφυγεν ἡ
3979Κυβέρνησίς σας, ἡ Κυβέρνησις Λάμπρου δὲν ἔκαμεν οὐδὲν διά-
3980βημα περὶ τούτου.
3981Καὶ φθάνομεν οὕτω εἰς τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος
3982τῆς Ρουμανίας. Ὅλοι ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἔλεγαν οἱ περὶ τὸ Ἐπι-
3983τελεῖον, οἱ ἀποτελοῦντες δηλαδὴ τὴν ἀληθῆ Κυβέρνησιν, ὅτι,
3984ὅταν ἀποφασίσῃ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ρουμανία, τότε θὰ ἐξέλθωμεν καὶ
3985ἡμεῖς ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Καὶ ὅμως τὰ πράγματα ἀπέδει-
3986ξαν ὅτι, καὶ ἀφοῦ ἡ Ρουμανία ἐξῆλθεν, ἡμεῖς ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ
3987ἐννοούσαμεν νὰ ἐξέλθωμεν, διότι εἴχομεν δώσει ρητὴν ὑπόσχε-
3988σιν νὰ μὴ ἐξέλθωμεν. Ἀπευθύνομαι τότε πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην
3989διὰ νὰ δηλώσω πρὸς αὐτὸν ὅτι, μετὰ τὴν ἔξοδον τῆς Ρουμα-
3990νίας ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἡ ὁποία αἴρει καὶ τὸ τελευταῖον
3991ἐπιχείρημα τῶν περὶ τὸ Ἐπιτελεῖον, μετά, πρὸ παντός, τὴν
3992εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων εἰς τὴν Μακεδονίαν, μετὰ τὴν αἰχ-
3993μαλωσίαν τοῦ στρατοῦ μας, μετὰ τὴν ἀθέτησιν τῆς ἐγγράφου
3994ὑποσχέσεως τῆς Γερμανίας ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθουν οἱ Βούλγαροι
3995εἰς Σέρρας, Δράμαν καὶ Καβάλλαν, ἐγὼ θεωρῶ ὅτι αἴρονται
3996πλέον οἱ ὅροι, οἱ ὁποῖοι μὲ συνεκράτησαν ἕως τότε ἀπὸ τῆς ἀ-
3997ναλήψεως τοῦ ἀγῶνος κατὰ τοῦ Δεσποτισμοῦ. Διεμήνυσα ἑπο-
3998μένως εἰς τὸν κ. Ζαΐμην ὅτι τὸν ἐξουσιοδοτῶ νὰ ἀνακοινώσῃ
3999πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι, ἂν καὶ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους ἐμμείνῃ
4000εἰς τὴν αὐτὴν πολιτικήν, ἐγὼ εἶμαι ἀποφασισμένος οὐχὶ νὰ ἀ-
4001ναλάβω ἀγῶνα ἐσωτερικόν, ἀγῶνα ἐμφυλίου πολέμου, ἀλλὰ νὰ
4002προβῶ εἰς τὸν διχασμὸν τοῦ Κράτους καὶ νὰ ζητήσω νὰ μὲ ἀ-
4003κολουθήσῃ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἦτο διατεθειμένον νὰ ἀντιμε-
4004τωπίσῃ τὰς ἀναγκαίας θυσίας διὰ νὰ ἀποτραπῶσιν οἱ κίνδυ-
4005νοι, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησεν ἡ Γερμανικὴ πολιτική. Ὁ κ.
4006Ζαΐμης συνωμίλησε μετὰ τοῦ Βασιλέως, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὰς
4007πρώτας ἡμέρας ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῆς εἰσβολῆς ἰδίως τῶν Βουλ-
4008γάρων εἰς τὴν Καβάλλαν, καὶ ἐκ τῆς ἐξόδου τῆς Ρουμανίας
4009ἦτο ζωηρά, ὁ Βασιλεύς, κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, ἐνόμισεν
4010ὅτι ἦτο καλὸν νὰ κερδίσῃ ὀλίγον χρόνον. Διὰ τοῦτο ἐξουσιο-
4011δότησε τελικῶς, ὄχι ἀρχῆθεν, ἀλλὰ μετὰ τέσσαρας ἢ πέντε
4012ἡμέρας, τὸν κ. Ζαΐμην νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ἐ-
4013ξέλθῃ ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐξου-
4014σιοδοτεῖ τὸν κ. Ζαΐμην νὰ ἀρχίσῃ διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν
4015Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως περὶ τῶν ὅρων τῆς ἐξόδου. Ἀρ-
4016χικῶς ἐζήτησε νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν τῶν ἐκλογῶν, τὰς ὁποίας
4017ἤθελε νὰ διεξαγάγῃ τότε διὰ νὰ κερδίσῃ δύο μῆνας καιρόν.
4018Ἐτέθη ὅμως κατὰ μέρος αὐτό, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ
4019γίνουν ἐκλογαὶ μὲ τοὺς Βουλγάρους εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἐ-
4020ξουσιοδοτήθη λοιπὸν νὰ προβῇ ὁ κ. Ζαΐμης εἰς τὰς ἀναγκαίας
4021διαπραγματεύσεις καὶ νὰ μὲ κρατῇ ἐνήμερον, ὄχι βέβαια ὡς
4022Ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν δὲν μοῦ ἀνεγνώριζεν,
4023ἀλλὰ ὡς Ἀρχηγὸν μεγάλου πολιτικοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου
4024διηρμήνευεν αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Δὲν παρῆλθον παρὰ ὀλίγαι
4025ἡμέραι καὶ ὅταν ἡ ὁρμὴ ἡ πατριωτικὴ ἀξιωματικῶν τινων ἐν
4026Μακεδονίᾳ, ὁδηγουμένων ὑπὸ τῆς καρδίας καὶ τοῦ πατριωτι-
4027σμοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ νοῦ, ἤγαγεν αὐτοὺς προώ-
4028ρως εἰς τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης, ἀποτέλεσμα δὲ τοῦ κινή-
4029ματος αὐτοῦ ὑπῆρξεν ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἑδρεύου-
4030σα ἑνδεκάτη μεραρχία δὲν ἠθέλησε νὰ μετάσχῃ τοῦ κινήματος
4031καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτῆς, ἐλθόντες εἰς Ἀθήνας, παρουσιά-
4032σθησαν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ὅταν αὐτὰ ἐγένοντο, ὁ τότε
4033Βασιλεὺς ὑπέθεσεν ὅτι ἡ συγκίνησις τῆς Κοινῆς Γνώμης ἦτο
4034παροδικὴ καὶ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ μεταβάλωμεν πολιτικήν,
4035ἀπεφάσισε, κατ’ ἀθέτησιν τῆς ὑποσχέσεως, τῆς δοθείσης πλέον
4036διὰ τοῦ κ. Ζαΐμη, νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν παλαιὰν πο-
4037λιτικήν. Οὕτω ὁ κ. Ζαΐμης ἀπεμακρύνθη καὶ ἦλθεν εἰς τὴν
4038Ἀρχὴν ἡ ὑπὸ τὸν κ. Καλογερόπουλον Κυβέρνησις. Ἐγνώριζα
4039ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καλογεροπούλου ἤρχετο μὲ πρόγραμ-
4040μα νὰ συνεχίσῃ, ἐὰν ἦτο δυνατόν, τὰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν
4041Δυνάμεων τῆς Ἀντὰντ πρὸς ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐ-
4042δετερότητος. Ἀλλ’ ἐγνώριζα ἀσφαλῶς πλέον ὅτι καὶ ὁ κ.
4043Καλογερόπουλος θὰ ἔπιπτε θῦμα τῆς πραγματικῆς Κυβερνή-
4044σεως καὶ ὅτι θὰ ἐχρησίμευε μόνον διὰ νὰ ποικίλλωνται τὰ καθ,
4045ἡμᾶς, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ οὐδεμία μεταβο-
4046λὴ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τότε ἀπεφάσισα νὰ
4047γίνω ἐπαναστάτης.
4048Κύριοι, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξηγήσω εἰς ὑμᾶς ποία πάλη
4049καὶ πόσον μακρὰ καὶ πόσον περιπετειώδης διεξήχθη ἐν τῇ ψυ-
4050χῇ μου, πρὶν ἢ ἀποφασίσω νὰ γίνω καὶ πάλιν ἐπαναστάτης,
4051νὰ γίνω Ἀρχηγὸς κινήματος ἐπαναστατικοῦ. Ἡ ἀνθρωπίνη ἀ-
4052δυναμία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κανείς μας δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος,
4053ἀφοῦ καὶ ὁ Θεάνθρωπος ἀκόμη, πρὸ τοῦ Σταυροῦ εὑρεθείς, κα-
4054τελήφθη ὑπ’ αὐτῆς, ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία μὲ ὤθει πρὸς τὴν
4055ἰδέαν ὅτι, ἐκτελέσας τὸ καθῆκον μου ὅσον ἠδυνάμην, πράξας
4056ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τῶν κειμένων νόμων, ἵνα σώσω τὸ Κρά-
4057τος ἀπὸ τὴν καταστροφήν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐφέρετο, ἠδυνάμην
4058νὰ θεωρήσω ὅτι ἐξεπληρώθη πλήρως τὸ καθῆκον μου, τόσῳ
4059μᾶλλον, καθόσον εἶχα τὴν συναίσθησιν ὅτι εἶχα προσφέρει κἄ-
4060ποιας ὑπηρεσίας εἰς τὸν Τόπον, ὑπερβαινούσας τὸν μέσον ὅρον
4061τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας κάθε πολίτης εἶναι ὑποχρεωμένος
4062νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Πατρίδα του, καὶ ἑπομένως ὅτι ἠδυνά-
4063μην νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τοῦτο, ἀφοῦ ἡ πολιτεία τῶν ἀντιπάλων ἔ-
4064φερε τὰ πράγματα μέχρι λύσεως, ἡ ὁποία θὰ ἔφερε τὴν πλήρη
4065ἐπαλήθευσιν τῶν προβλέψεών μου. Ἦσαν καὶ ἄλλοι λόγοι,
4066πλὴν τῆς ἀνθρωπίνης αὐτῆς ἀδυναμίας, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαμναν
4067νὰ ἐνδοιάζω. Μὴ γινόμενος διὰ πρώτην φορὰν ἐπαναστάτης,
4068ἀλλὰ πολλοστὴν — δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν (πα-
4069ρατεταμένα χειροκροτήματα) — ἐγνώριζα πόσον ἐπικίνδυνον
4070πρᾶγμα εἶναι αἱ ἐπαναστάσεις, ποῖος εἶναι ὁ διηνεκὴς κίνδυ-
4071νος νὰ ἐκφυλισθῶσιν αὗται εἰς ἀναρχίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ
4072σκοποὶ τῆς ἐπαναστάσεως δὲν δύνανται φυσικὰ παρὰ νὰ ναυα-
4073γήσουν. Ἀπέβλεψα, ἐξ ἄλλου, εἰς τὴν ἡλικίαν μου, ἡ ὁποία
4074πλέον δὲν ἦτο ἡ ἡλικία ἡ συνήθης διὰ τοὺς ἐπαναστατικοὺς ἀ-
4075γῶνας. Μὲ ἐφόβιζαν ἐπὶ πλέον τὰ ἀποτελέσματα τῆς δηλη-
4076τηριάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε φέρει εἰς τὴν ψυχὴν μέρους τοῦ
4077λαοῦ ἡ Γερμανικὴ προπαγάνδα, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ λέγω: ἂς
4078θεωρήσω ὅτι τὸ καθῆκον μου ἦτο νὰ πράξω ὅ,τι ἦτο ἐπιβεβλη-
4079μένον ἐντὸς τῶν νόμων καὶ ὅτι ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους δὲν
4080ἦτο καθῆκον μου νὰ προβῶ καὶ περαιτέρω, καταλύων δηλαδὴ
4081τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, καταλύων τὴν θεσπισμένην κατάστα-
4082σιν, διὰ νὰ φροντίσω νὰ δημιουργήσω μίαν νέαν κατάστασιν,
4083διὰ τῆς ὁποίας νὰ προσπαθήσω νὰ ἀντιμετωπίσω τὴν ἐπερχο-
4084μένην καταστροφήν.
4085Μίαν ἡμέραν, κύριοι, μὲ ἐπεσκέφθη εἷς ἐκ τῶν νῦν συνα-
4086δέλφων μου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν μεγάλων ἐργατῶν τῆς πα-
4087ραγούσης πλοῦτον Ἑλλάδος, τῆς ναυτιλλομένης Ἑλλάδος.
4088Ἦτο οὗτος ἐκ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι συχνότερον μὲ ἐπεσκέ-
4089πτοντο, διὰ νὰ μὲ ὠθοῦν εἰς ἐνέργειαν. Μὲ ἐπεσκέφθη λοιπόν,
4090καὶ χωρὶς νὰ φαίνεται ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς ὡρισμένον σκοπόν,
4091μοῦ διηγήθη μίαν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμνε πρὸ μικροῦ
4092ὁ κουρεύς του. Κατὰ τὸν ἐν λόγῳ συνάδελφόν μου, ὁ κουρεύς
4093του ἦτο τρομερὰ Βενιζελικός. Τοῦ ἔλεγε δέ: «Κύριε Ἐμπει-
4094ρῖκε, ἡμεῖς ἐδῶ οἱ ἁπλοῖ ἄνθρωποι λέγομεν ὅτι ἔχει μίαν με-
4095γάλην εὐθύνην, ἐκτὸς τοῦ Βασιλέως, καὶ ὁ Βενιζέλος». Ἐπὶ
4096ἐρωτήσει δὲ τοῦ κ. Ἐμπειρίκου κατὰ τί εὐθύνεται ὁ Βενιζέ-
4097λος, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται, φωνάζει, σχίζεται, ὁ κουρεὺς ἀ-
4098πήντησε: «Μά, ὁ Βενιζέλος μᾶς λέγει ὅτι πηγαίνομεν εἰς κα-
4099ταστροφήν. Αἴ, λοιπόν, ἀφοῦ πηγαίνομεν εἰς καταστροφήν,
4100διατί νὰ μὴ ἐμποδίσωμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;» Τοῦ λέγει ὁ κ.
4101Ἐμπειρῖκος: «Καὶ διατί δὲν κυττάζετε νὰ τὸ ἐμποδίσετε;»
4102«Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κάμωμεν, τοῦ ἀπαντᾷ ὁ κουρεύς.
4103Ἐφ’ ὅσον ὁ Βενιζέλος ὑπάρχει καὶ ζῇ, δὲν δυνάμεθα νὰ κάμω-
4104μεν τέτοιο πρᾶγμα. Διότι ὁ καθένας σκέπτεται ὅτι, ἀφοῦ ὁ Βε-
4105νιζέλος, ποὺ βλέπει καλλίτερα τὰ πράγματα, κάθεται ἥσυχος,
4106θὰ πῇ πῶς τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ γίνῃ. Ἐνῷ, ἂν ἔλειπε ὁ Βε-
4107νιζέλος, τότε ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, ὁ λαὸς, θὰ ἐκυττάζαμε πῶς
4108μπορούσαμε νὰ σώσωμε τὸν Τόπο ἀπὸ τὴν καταστροφή».
4109Ἡ ὁμιλία αὐτὴ δὲν φαίνεται, κύριοι, ἔχουσα μεγάλην σημα-
4110σίαν. Καὶ ὅμως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι ὑ-
4111πῆρξε δι’ ἐμέ συγκλονιστικὴ ἡ ἐξ αὐτῆς ἐντύπωσις. Καί, μό-
4112λις ἔφυγε ὁ συνάδελφός μου, ἔλεγα κατ’ ἐμαυτὸν, ὅτι πράγμα-
4113τι ὁ κουρεὺς αὐτὸς ὁμιλεῖ σωστὰ καὶ οἱ ἐνδοιασμοί μου ὅπως
4114ἐκπληρώσω μέχρι τέλους τὸ καθῆκον μου, γινόμενος καὶ ἐπα-
4115ναστάτης, πρέπει νὰ λείψουν, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ ὀφείλωνται
4116εἰς ἐγωϊστικὰ καθαρῶς ἐλατήρια. Ἔλεγα εἰς τὸν ἑαυτόν μου:
4117Κύριε, ἔχων σὺ συγκεκομισμένον ἐκ πολλῶν ἀγώνων καὶ πολ-
4118λῶν ἐπιτυχιῶν ἕνα κεφάλαιον ὄχι σύνηθες, δὲν θέλεις νὰ τὸ
4119διακινδυνεύσῃς καὶ συλλογίζεσαι ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ κα-
4120θήσῃς ἥσυχος, περιμένων τὰ πράγματα νὰ ἀποδείξουν ὅτι εἶ-
4121χες δίκαιον, διὰ νὰ ἔχῃς τὴν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν ὅτι προεῖ-
4122δες τὰ πράγματα, καὶ λησμονεῖς ὅτι ἀφίνεις οὕτω μέχρι τέ-
4123λους νὰ ἐπέλθῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἴσως, ἂν ὄχι βεβαίως, ἠ-
4124δύνασο νὰ ἐμποδίσῃς, τὸ ὁποῖον πάντως σοῦ ἐπιβάλλεται νὰ ἐ-
4125πιχειρήσῃς νὰ ἐμποδίσῃς (Χειροκροτήματα).
4126Ἐζήτησα τότε νὰ ἴδω καὶ τὸν Ναύαρχον Κουντουριώτην,
4127οὗτινος τὰς ἰδέας ἐγνώριζα ἐξ ἀνακοινώσεων κοινῶν φίλων
4128καὶ τοῦ ἰδίου κ. συναδέλφου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα. Τὸν
4129Ναύαρχον Κουντουριώτην εἶδα ὄχι μόνον διατεθειμένον νὰ με-
4130τάσχῃ τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ ὠθοῦντα εἰς αὐτὸν καὶ λέγοντα
4131καὶ βεβαιοῦντα μετὰ κύρους — διότι ὑπῆρξε μέλος μιᾶς ἢ
4132δύο τῶν τελευταίων Κυβερνήσεων τῶν σωτήρων, ἐπιτεταγμέ-
4133νος ἀπὸ τὸν τότε Βασιλέα ὡς Ἀρχηγὸν τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ
4134Στόλου — καὶ πεπεισμένον ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπροδίδετο καὶ ὅτι
4135ἡ πολιτικὴ ἡ ἀσκουμένη ἦτο Γερμανικὴ καὶ ὅτι ἦτο αἶσχος εἰς
4136ἡμᾶς καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ δεχώμεθα αὐτὴν μέχρι τέ-
4137λους ἀδιαμαρτύρητοι. Καὶ ἡ γνώμη αὕτη τοῦ Ναυάρχου καὶ
4138ἡ συνεργασία αὐτοῦ ἐξήλειψαν καὶ τοὺς τελευταίους ἐνδοια-
4139σμούς μου. Σὰν χθὲς πρὸ 11 μηνῶν ἀνεχώρουν ἐκ Φαλήρου
4140καὶ σὰν σήμερον ἐκηρύσσετο ἐν Κρήτῃ ἡ Ἐπανάστασις. Κατέ-
4141βαλλα πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως εἰς τὸ κίνημα ἡμῶν μὴ δοθῇ
4142χαρακτὴρ οὔτε ἀμέσου ἐμφυλίου πολέμου, οὔτε πρὸ πάντων
4143ἀντιδυναστικοῦ κινήματος. Ἐφρόντισα, ἐν Κρήτῃ ἀκόμη, νὰ
4144διακηρύξω ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ κατὰ τὴν ὑστάτην ταύτην
4145στιγμήν, ἐὰν τὸ Στέμμα θέλῃ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Ἔ-
4146θνους χαραχθεῖσαν πολιτικήν, νὰ γίνωμεν οὐραγοὶ τοῦ Στέμ-
4147ματος. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, ὅτι τοῦτο πράτ-
4148των καὶ μὴ θέλων νὰ δώσω ἀντιδυναστικὸν χαρακτῆρα εἰς τὸ
4149κίνημα, δὲν ἐσκεπτόμην κομματικῶς, δὲν τὸ ἔπραττα διότι εἰς
4150τὰ μέρη ὅπου ἐπήγαινα διὰ νὰ κηρύξω τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Ἐ-
4151παναστάσεως, μοῦ ἐχρησίμευε τοῦτο. Τοὐναντίον, ὅσοι μὲ ἠ-
4152κολούθησαν εἶδον ὅτι, ὅπου κατέστελλον τὰς ὁρμὰς τὰς ἀντι-
4153δυναστικάς, ἔρριπτον πάγον ψυχρότητος εἰς τὰς ψυχάς. Καὶ
4154ὅμως ἐθεώρησα ὅτι μοῦ ἐπεβάλλετο τοῦτο, διότι οὔτε εἰς καμ-
4155μίαν ἄλλην κρίσιμον ἐποχήν, οὔτε πολὺ περισσότερον εἰς αὐ-
4156τήν, ἠδυνάμην νὰ ἐνθυμηθῶ τὸν Ἀρχηγὸν Κόμματος, τὸν με-
4157ριμνῶντα περὶ τοῦ Κόμματος, ἀλλὰ τὸν Ἀρχηγὸν Κόμματος,
4158τὸν μεριμνῶντα ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Ἔ-
4159θνους (Χειροκροτήματα).
4160Δὲν θέλω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι διετήρουν πολλὰς ἐλπί-
4161δας, ὅτι ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁ τότε Βασιλεὺς
4162ἠδύνατο νὰ συνετισθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην ν’ ἀποκλείσω καὶ
4163τὴν ἐλπίδα αὐτήν, σκεπτόμενος ὅτι οἱ περὶ αὐτὸν τὸν ἐβεβαίουν
4164ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐξερριζώθη, ἐτάφη, δὲν ἔ-
4165χει δύναμιν καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ἐνέμενε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐ-
4166κείνης εἰς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθει, ὅτε ὅμως ἐ-
4167τελοῦντο γεγονότα ἐμφανῶς καταδεικνύοντα ὅτι τὸ Κόμμα
4168τῶν Φιλελευθέρων ἀντεπροσώπευε μίαν μεγάλην καὶ κολοσ-
4169σιαίαν ἀκόμη ἐν τῷ Τόπῳ δύναμιν, δὲν ἦτο ἀπίθανον ὅτι τὴν
4170στιγμὴν ἐκείνην θὰ ἐσυνετίζετο, ἂν ὄχι ἐξ ἄλλων λόγων, ἀλλὰ
4171τοὐλάχιστον ἐξ ἀνασκοπήσεως πρὸς τὸ συμφέρον τὸ Δυναστι-
4172κόν. Καὶ φαίνεται, ἂν αἱ πληροφορίαι μου ἐκ καλῶν, ἂν ὄχι ἐ-
4173πισήμων, πηγῶν, εἶναι ἀκριβεῖς, φαίνεται ὅτι ὑπῆρξαν στιγ-
4174μαί, κατὰ τὰς ὁποίας τοιαύτη τις ἰδέα ἐπεκράτησεν, ἢ τοὐλά-
4175χιστον συνεζητήθη, διῆλθε διὰ τοῦ πνεύματος τοῦ Βασιλέως.
4176Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, οὕτως ἐνεργῶν, ἤθελα νὰ ἐπιτύχω, ἦτο ἡ
4177ταχίστη ἀνασύνδεσις τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἑνοποίησις αὐτοῦ, ὅπως ὁ
4178ἐξωτερικὸς ἀγὼν διεξαχθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἑνιαίου. Ἐγνώριζα
4179καλὰ ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀγῶνος, ἀλλ’ ἠδυνά-
4180μην κάλλιστα ν’ ἀναβάλω τὸν ἐσωτερικὸν ἀγῶνα, ἐφ’ ὅσον
4181ἠδυνάμην νὰ ἐπιτύχω τὴν ἀνασύνδεσιν τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος
4182καὶ ριφθῶμεν εἰς τὸν ἐξωτερικὸν ἀγῶνα πάντες ἡνωμένοι.
4183Ὅτι δὲ διῆλθε διὰ τοῦ πνεύματος τοῦ Βασιλέως ἡ ἰδέα ὅτι
4184ἠδύνατο νὰ προσχωρήσῃ εἰς τοιαύτην πολιτικήν, τὸ συνάγω ἐκ
4185τοῦ ὅτι ὁ φίλος μου βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας κ. Διαμαντί-
4186δης μοῦ ἐτηλεγράφει, δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν εἰς Κρή-
4187την ἄφιξίν μου, διά τινος τῶν Πρεσβειῶν κρυπτογραφικῶς,
4188ὅτι ὁ κ. Σκουμπουρδῆς, ὑπασπιστὴς τοῦ τότε καὶ νῦν Βασι-
4189λέως, μετέβη καὶ τὸν ἐπεσκέφθη καὶ τοῦ εἶπεν, ὄχι ὅτι εἶναι
4190ἐντεταλμένος τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ὅτι ἐθεώρει ἀναγκαῖον νὰ
4191μάθῃ καὶ παρεκάλει τὸν κ. Διαμαντίδην νὰ τοῦ προμηθεύσῃ
4192τὴν πληροφορίαν αὐτήν, τί θὰ ἐσκεπτόμην ἐγὼ ἐν ᾗ περιπτώ-
4193σει ὁ Βασιλεὺς θὰ ἀπεφάσιζε νὰ συγκροτήσῃ νέαν Κυβέρνη-
4194σιν, ὅπως ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς τῆς οὐδετερότητος παρὰ τὸ πλευ-
4195ρὸν τῆς Ἀντάντ, θὰ ἠξίουν — ἠρώτα ὁ κ. Σκουμπουρδῆς —
4196νὰ ἔχω τὴν προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔλεγεν ὅτι θὰ
4197ἐγίνετο Κυβέρνησις Οἰκουμενική, ἢ θὰ ἠρκούμην ὅπως εἰς τὴν
4198Κυβέρνησιν αὐτὴν μετάσχουν φίλοι μου τινες. Καὶ ἀπήντησα
4199εἰς τὸν κ. Διαμαντίδην, ὅπως ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κ. Σκουμ-
4200πουρδῆν, ὅτι, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἤθελε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολι-
4201τικὴν τὴν ἐγκριθεῖσαν διὰ τῆς ψήφου τῆς 31ης Μαΐου καὶ τῶν
4202ἐπανειλημμένων ψηφοφοριῶν τῆς ἀληθοῦς Βουλῆς, ὄχι τοῦ ὁ-
4203μοιώματος Βουλῆς, ἐγὼ ὄχι μόνον δὲν θὰ ἠξίουν νὰ προεδρεύ-
4204σω τῆς συγκροτηθησομένης ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ Κυβερνή-
4205σεως, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔκρινα σκόπιμον νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύω
4206δι’ ἄλλων φίλων μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, διότι ἐνόμιζα
4207ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ παράσχω μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας, ἂν ἔ-
4208μενα ἐκτὸς τῆς Ἐξουσίας, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύ-
4209σεως, ἀλλ’ Ἀρχηγὸς παρέχων ἀμέριστον τὴν ὑποστήριξίν μου
4210πρὸς τὴν ὁπωσδήποτε συγκροτηθησομένην Κυβέρνησιν διὰ τὴν
4211ἐφαρμογὴν τῆς Ἐθνικῆς πολιτικῆς (Χειροκροτήματα).
4212Ἀτυχῶς τοιαύτη σκέψις, ἂν διῆλθε σοβαρῶς διὰ τοῦ πνεύ-
4213ματος τοῦ Βασιλέως, ὑπῆρξε παροδικὴ ὅλως καὶ ἐπανήλθο-
4214μεν πάλιν, ἢ ἐνεμείναμεν μᾶλλον, εἰς τὰς σκέψεις τὰς σταθε-
4215ρὰς τῆς Γερμανικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοζον. Ἡ Κυ-
4216βέρνησις τοῦ κ. Καλογεροπούλου δὲν εἶχε πλέον θέσιν, διότι
4217δὲν ἠμποροῦσε τὸ παιγνίδι νὰ παίζεται ἐπὶ πλειότερον χρόνον
4218πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, καὶ τότε ἐπῆλθεν ἡ
4219νέα κυβερνητικὴ μεταβολή, διὰ νὰ ἀνέλθουν εἰς τὴν Ἐξου-
4220σίαν — ἐπιτρέψατέ μου τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπα καὶ ἄλ-
4221λοτε — τὰ πολιτικὰ καθάρματα, τὰ ὁποῖα κατήσχυναν τὸν
4222πολιτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὰς
4223σκηνὰς τῆς 18ης καὶ 19ης Νοεμβρίου (Χειροκροτήματα).
4224Δὲν θὰ κάμω κανένα λόγον περὶ τῶν γεγονότων τῆς 18ης
4225καὶ 19ης Νοεμβρίου, κύριοι βουλευταί. Θέλω μόνον νὰ εἴπω
4226ὅτι ἀφ’ ἧς ἐγνώσθησαν ἐν Θεσσαλονίκῃ τὰ γεγονότα τῆς 19ης
4227Νοεμβρίου, εἰς τὴν κατεύθυνσιν τῆς Ἐπαναστάσεως ἐπῆλθε
4228μεταβολὴ οὐσιώδης. Μέχρις ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἤμεθα δια-
4229τεθειμένοι νὰ ἀνεχθῶμεν καὶ περαιτέρω ὡς Βασιλέα ἐκεῖνον,
4230ὁ ὁποῖος κατέλιπε τὸν Θρόνον του διὰ νὰ γίνῃ Ἀρχηγὸς ἑνὸς
4231Κόμματος, ἀναβάλλοντες τὴν λύσιν τῶν ἐσωτερικῶν ζητημά-
4232των διὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον. Ἀπὸ τῶν γεγονότων
4233ὅμως τῆς 19ης Νοεμβρίου ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ ἀνεχθῶμεν,
4234ὅπως παραταθῇ ἡ ἀναγνώρισις ἐκ μέρους ἡμῶν ὡς Βασιλέως
4235ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν κατῆλθε μόνον τοῦ Θρόνου διὰ νὰ γίνῃ
4236Ἀρχηγὸς Κόμματος, ἀλλὰ καὶ ἠνέχθη, ἐγκαθιστῶν Κυβέρ-
4237νησιν ἐκ πολιτικῶν καθαρμάτων, νὰ περιαγάγῃ τὴν Ἑλλάδα
4238εἰς τὴν καταισχύνην τῶν γεγονότων τῆς 19ης Νοεμβρίου.
4239(Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων
4240καὶ ζητωκραυγαί).
4241Καὶ ἐπειδή, κύριοι, εἰς τὴν πολιτικήν μου ἔγνων πάντοτε,
4242καὶ εἰς τὰς ἐσωτερικάς μου σχέσεις τὰς πρὸς τὸ Στέμμα καὶ
4243εἰς τὰς πρὸς τὸν λαὸν καὶ τὰς πρὸς τοὺς φίλους μου, ὡς Ἀρχη-
4244γοῦ Κόμματος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐξωτερικάς μου σχέσεις νὰ
4245εἶμαι εἰλικρινής, εἶχα δὲ δώσει διαβεβαιώσεις ἐπανειλημμέ-
4246νας πρότερον πρὸς τὰς ξένας Κυβερνήσεις ὅτι τὸ κίνημα δὲν
4247ἔχει χαρακτῆρα ἀντιδυναστικόν, ἔσπευσα, πλὴν μιᾶς ἐπισήμου
4248διαμαρτυρίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως
4249τῆς Θεσσαλονίκης πρὸς πάσας τὰς Δυνάμεις καὶ διὰ τῆς ὁ-
4250ποίας ἀπεκηρύττομεν ὄχι τοὺς κυβερνήτας, ἀλλὰ τοὺς κυβερ-
4251νῶντας (les gouvernants) ἐν Ἀθήναις, ἔσπευσα δι’ ἰδιαιτέ-
4252ρου τηλεγραφήματος πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν
4253νὰ γνωρίσω ὅτι κάθε δεσμὸς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Βασιλέως
4254Κωνσταντίνου ἐκόπη, ὅτι δὲ ἦτο ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς νὰ ἀνα-
4255γνωρίσωμεν περαιτέρω τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον ὡς Βασι-
4256λέα τῶν Ἑλλήνων, ἀφ’ ἧς οὗτος ἐξέπεσεν ἀπὸ Ἀρχηγὸν τοῦ
4257Κράτους εἰς Ἀρχηγὸν Κόμματος, ἐπαναστατοῦντα μετὰ τῶν
4258λοιπῶν Ἐξουσιῶν διὰ νὰ συντρίψῃ καὶ ἐξοντώσῃ τὸ ἀντίπαλον
4259κόμμα.
4260Ὀλίγον βραδύτερον, καταστάσης δυνατῆς τῆς κινητοποιή-
4261σεως, συνεκροτήθη ἡ στρατιωτικὴ δύναμις τῆς Νέας Ἑλλά-
4262δος, περὶ τῆς ὁποίας εἶπον ὅτι ἀπετέλεσε στρατόν, ὡραιότερον
4263τοῦ ὁποίου δὲν εἶχεν ἴδει ποτὲ ἡ Ἑλλάς (Χειροκροτήματα).
4264Λέγων ταῦτα, κύριοι, ποτὲ δὲν εἶχον φαντασθῆ ὅτι εἰς τὴν
4265ψυχὴν Ἕλληνος ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ αἴσθημα πικρίας καὶ
4266λύπης. Ἐνόμιζα ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες, οἱωνδήποτε πολιτικῶν
4267φρονημάτων, θὰ ἦσαν ὑπερήφανοι, μανθάνοντες ὅτι τὸ Ἔθνος,
4268καὶ μετὰ τὸν διχασμὸν καὶ μετὰ τὴν δηλητηρίασιν τῆς Γερ-
4269μανικῆς προπαγάνδας, κατώρθωσε νὰ συγκροτήσῃ στρατὸν
427060,000 ἀνδρῶν, τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, ὡραιότερον δὲν
4271εἶχεν ἴδει ποτὲ ἡ Ἑλλάς. Καὶ ὅμως εἷς ἐκ τῶν Σωτήρων, ὁ
4272βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθές, μὲ
4273πνεῦμα μικροπολιτικοῦ, ἠθέλησε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν βε-
4274βαίωσίν μου ἐκείνην διὰ νὰ φέρῃ, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νέαν διά-
4275στασιν μεταξὺ τῶν στρατῶν τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλ-
4276λάδος, οἵτινες ἀποτελοῦν σήμερον τὸν ἕνα στρατὸν τῆς μιᾶς
4277Ἑλλάδος. Βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ὁ στρατὸς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλά-
4278δος εἶχε πρὸς στιγμὴν λησμονήσει τὸν ἐθνικὸν αὑτοῦ χαρακτῆ-
4279ρα, ἵνα ὑποβιβασθῇ εἰς δυναστικὸν στρατόν, ἡ διαίρεσις μετα-
4280ξὺ τῶν δύο στρατῶν ἦτο ἀναπόδραστος. Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν
4281ἐπρόκειτο περὶ δύο στρατῶν, στρατολογουμένων ἐκ διαφόρων
4282περιφερειῶν, ἀφοῦ ὁ στρατὸς τῆς Νέας Ἑλλάδος περιελάμ-
4283βανε μεγάλην ἀναλογίαν ἐθελοντῶν ἐκ τῆς Παλαιᾶς. Δὲν ἐ-
4284πρόκειτο ἑπομένως περὶ διαιρέσεως τοπικῆς, ἀλλὰ περὶ διαι-
4285ρέσεως ἀντιλήψεων τῶν δύο τμημάτων τοῦ Ἐθνικοῦ στρατοῦ,
4286καὶ ταύτης παροδικῶς. Διότι κανεὶς δὲν ἐσκέφθη ποτὲ νὰ ἀρ-
4287νηθῇ ἢ νὰ ὑποτιμήσῃ τὰ κλέη του καὶ τὰς δάφνας, τὰς ὁποίας
4288ὁ στρατὸς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἔδρεψεν εἰς τὰ πεδία τῶν
4289μαχῶν κατὰ τοὺς ἐνδόξους πολέμους μας τοῦ 1912 καὶ 1913.
4290Ἀκριβῶς δὲ διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι εὐθὺς ὡς ἀφαιρεθῇ
4291ἡ κακοποιὸς ἐπίδρασις, ἡ ὁποία ἐξησκεῖτο ἄνωθεν ἐπὶ τοῦ
4292στρατοῦ, ἀκριβῶς διότι πιστεύω ὅτι τὸ στρατευόμενον Ἔθνος,
4293ἡ στρατευομένη Ἑλλάς, δύναται καὶ πάλιν νὰ μετάσχῃ τοῦ
4294πολέμου παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Μεγάλων Στρατιωτικῶν Ἐ-
4295θνῶν μετὰ πλήρους πεποιθήσεως ἐπὶ τοῦ στρατοῦ της, δι’ αὐ-
4296τὸ καὶ ἐπαναστάτης ἐγενόμην, ὀργανώσας νέον στρατὸν καὶ
4297ἤδη ζητῶν τὴν ἀνασυγκρότησιν καὶ πάλιν τοῦ ἄλλου στρατοῦ
4298τοῦ παλαιμάχου, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐλευθερωθῇ
4299ἀπὸ τὰς κακοποιοὺς ἐπιδράσεις, θὰ διαπράξῃ οὗτος πάλιν, ὅ-
4300πως κατὰ τοὺς προσφάτους πολέμους, ἔργα γενναῖα καὶ μεγά-
4301λα, θὰ γράψῃ σελίδας νέας δόξης καὶ θὰ ἐπιτελέσῃ ἔργα, διὰ
4302τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν, παρ’ ὅλας τὰς καταστροφάς, νὰ
4303περισώσωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἀκόμη νὰ περισωθῇ καὶ νὰ κα-
4304ταστήσωμεν καὶ πάλιν τὴν Ἑλλάδα ἄξιον μέλος τῆς οἰκογε-
4305νείας τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. (Παρατεταμένα χειροκρο-
4306τήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
4307Συνεκροτήσαμεν λοιπὸν τὸν στρατόν μας καὶ ἐπεζητήσαμεν
4308καὶ ἐπετύχομεν τὴν ἐπέκτασιν ἡμῶν καὶ εἰς τὰς λοιπὰς νήσους.
4309Ἀλλὰ παρὰ τὴν ἐπέμβασιν τῶν Δυνάμεων καὶ παρὰ τὴν ἀ-
4310πόλυσιν τῶν φίλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταδιωχθῆ, οἱ ὁ-
4311ποῖοι ἦσαν ἔγκλειστοι εἰς τὰς φυλακὰς ὡς συνωμόται κατὰ
4312τοῦ καθεστῶτος, ἐγνωρίζομεν καθ’ ἡμέραν ὅτι καθ’ ὅλην τὴν
4313Ἑλλάδα οἱ φίλοι ἡμῶν ὑφίσταντο μαρτύρια ἀληθοῦς διωγμοῦ.
4314Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον
4315εἰς ἡμᾶς, συναισθανομένους ἤδη ὅτι εἴχομεν πρὸς τὸ μέρος
4316ἡμῶν τὴν δύναμιν, ὄχι ἁπλῶς τὴν ἠθικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑλι-
4317κήν, τὴν στρατιωτικήν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ κανεὶς ἀπὸ
4318ἡμᾶς τὴν ἰδέαν τοῦ ν’ ἀφήσωμεν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα τοὺς
4319φίλους ἡμῶν ἕρμαιον εἰς τοὺς διωγμοὺς τοῦ ἐγκαθιδρυθέντος
4320Δεσποτισμοῦ, ἕρμαιον εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκεί-
4321νης τῶν πολιτικῶν καθαρμάτων, καὶ νὰ μὴ ζητήσωμεν νὰ
4322σπεύσωμεν εἰς βοήθειαν αὐτῶν. Ἐβλέπομεν, ἄλλως τε, ὅτι ἡ
4323ἔλλειψις τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, μὲ ὅλην τὴν δρᾶσιν τὴν θαυ-
4324μαστὴν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἀμύνης, δὲν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ὑπε-
4325ρασπίσωμεν δυστυχῶς καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ καθ’ ὅλην
4326τὴν ἔκτασιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν διεκδικήσεων τὰ ἐθνικὰ συμ-
4327φέροντα. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν παρὰ τῶν Δυνάμεων νὰ ἀρθῇ,
4328εἰ δυνατόν, ἡ οὐδετέρα ζώνη καὶ ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς ὅπως, τι-
4329θέμενοι ἀντιμέτωποι πρὸς τὸν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι Κρατι-
4330κὸν ὀργανισμόν, τερματίσωμεν τὸν διχασμὸν τοῦ Κράτους, ἀ-
4331νασυγκροτοῦντες ἐγκαίρως τὴν ἐθνικὴν ἑνότητα. Ἐζητήσα-
4332μεν κατὰ δεύτερον λόγον, ἐὰν δὲν ἤθελαν τοῦτο νὰ πράξουν,
4333νὰ ἐπιτρέψουν τοὐλάχιστον εἰς ἡμᾶς νὰ τὴν ἄρωμεν προσωρι-
4334νῶς, ὅπως κριθῇ τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλίας. Διότι, ἀφ’ ἑνὸς
4335μὲν δὲν ἠθέλομεν νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Κυβέρ-
4336νησιν τὴν διάθεσιν τῶν σιτηρῶν τῆς Θεσσαλίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ
4337ἐγνωρίζομεν ὅτι ἡ προέλασις ἡμῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἡ
4338ἄφιξις μέχρι τῆς Οἴτης θὰ ἔκαμνε τὸ καθεστὼς ἐδῶ τῆς Κυ-
4339βερνήσεως τῶν καθαρμάτων, ὅπως εἶπα, νὰ ἐκπέσῃ ἔτι περισ-
4340σότερον, καὶ ἡ κατάπτωσις αὕτη θὰ ἐπέφερεν ἄνευ πολλῶν
4341κλονισμῶν τὴν ἐπέκτασιν τῆς Ἐξουσίας ἡμῶν εἰς τὴν ἄλλην
4342Ἑλλάδα. Αἱ Δυνάμεις οὔτε τὸ ἓν ἐδέχθησαν, οὔτε τὸ ἄλλο.
4343Οὔτε τὴν ἄρσιν δηλαδὴ τῆς οὐδετέρας ζώνης, οὔτε τὴν ἐπέκ-
4344τασιν τῆς Ἐξουσίας ἡμῶν εἰς Θεσσαλίαν. Ἀνέλαβον μόνον
4345νὰ μεταβοῦν οὗτοι εἰς Θεσσαλίαν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς αἰτήσεως ἡ-
4346μῶν, ὑποθέτω, λαβοῦσαι ἀφορμήν, ἀνεθεώρησαν τὰς περὶ τοῦ
4347Ἑλληνικοῦ ζητήματος ἀποφάσεις των καὶ γνωρίζουσαι πλέον
4348ὅτι ἡ Νέα Ἑλλὰς, ἡ μετ’ αὐτῶν συναγωνιζομένη, αὐτὴ ἡ ὀρ-
4349γανώσασα Κράτος ἐν Θεσσαλονίκῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ
4350πλέον τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον, ἔφθασαν εἰς τὰς ἀποφάσεις,
4351εἰς τὰς ὁποίας ἔφθασαν, ὅπως, ἐπεμβαίνουσαι ἐπὶ τῇ βάσει
4352τῶν Συνθηκῶν καὶ τῆς ἐγγυήσεως τῆς δοθείσης ὑπ’ αὐτῶν εἰς
4353τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ὡς Συνταγματικόν, ζητήσουν τὴν
4354ἀπομάκρυνσιν τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Καὶ οὕτως ἐπῆλ-
4355θεν ἡ κάθοδος ἡμῶν εἰς Ἀθήνας, ἡ ἕνωσις τῆς ὅλης Ἑλλάδος
4356καὶ ἡ ἀνάληψις τῆς Ἐξουσίας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς
4357Θεσσαλονίκης.
4358Κάποιος ἐκ τῶν ῥητόρων παρεπονέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
4359του διὰ τὴν ἐπέμβασιν τῶν Δυνάμεων καὶ ἀφῆκε νὰ πιστευθῇ
4360ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ παρέμβασις αὕτη, τὸ Κράτος τῶν Ἀ-
4361θηνῶν θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ ἀντιστῇ κατὰ τοῦ Κράτους τῆς Θεσ-
4362σαλονίκης, ἔστω καὶ ἂν ἤρετο ἡ οὐδετέρα ζώνη καὶ οἱ δύο ὀρ-
4363γανισμοὶ ἐτίθεντο ἀντιμέτωποι. Τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἔγινεν ἡ
4364κάθοδος ἡμῶν, τὸ Κράτος τῆς Θεσσαλονίκης εἶχε στρατὸν 60
4365χιλιάδων ἀνδρῶν, ὠργανωμένον καλῶς εἰς τρεῖς μεραρχίας
4366καὶ μίαν τετάρτην, τὴν τῶν Κυκλάδων καὶ Ἰονίων νήσων, ἑ-
4367τοίμην πρὸς ἄμεσον ὀργάνωσιν, ἀνδρῶν ἑτοίμων νὰ ἀντιμετω-
4368πίσωσι πᾶσαν θυσίαν διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τοὺς σκοποὺς τοὺς ὑψη-
4369λούς, τοὺς ὁποίους ἐπεδίωκον, ἐνῷ τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν
4370κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν διέθετε δύναμιν οὐδὲ πόρρωθεν
4371ἀνάλογον. Εἶχε κατορθώσει τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν νὰ δια-
4372λύσῃ τὸν στρατὸν διὰ τῶν ἰδίων σφαλμάτων. Ἀλλ’ εἶχε κα-
4373τορθώσει πρὸ πάντων νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸ πλεῖστον τῶν τότε
4374στρατιωτῶν τὴν ἰδέαν ὅτι καμμία δυστυχία δὲν εἶναι μεγαλει-
4375τέρα δι’ ἕνα πολίτην, παρὰ τὴν θυσίαν τοῦ ἐγώ του, χάριν τῶν
4376γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Πατρίδος. Ὅστις δὲ θέλει νὰ
4377κρίνῃ τὰ πράγματα ἀπροκαλύπτως, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ κατανίκησις
4378τοῦ καθεστῶτος τοῦ Ἀθηναϊκοῦ, μὲ τὴν Κυβέρνησιν τῶν κα-
4379θαρμάτων, ἦτο ἔργον ἁπλοῦ στρατιωτικοῦ περιπάτου διὰ τὸ
4380κυβερνητικὸν καθεστὼς τῆς Θεσσαλονίκης.
4381Εἶπα ταῦτα, διότι δὲν θέλω νὰ πιστευθῇ ἐνταῦθα οὐδ’ ἐπὶ
4382στιγμὴν ὅτι, ἐὰν ἔλειπεν ἡ βαθεῖα αὐτὴ συναίσθησις, θὰ ἠδυ-
4383νάμην νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὰς Ἀθήνας χειραγωγηθεὶς ἀπὸ ξέ-
4384νην Δύναμιν, ὁσονδήποτε φιλικήν, ὁσονδήποτε προστάτιδα, ὁ-
4385σονδήποτε ἐγγυήτριαν. Ἀλλ’ ἤλθομεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἡ Ἐ-
4386πανάστασις ἐθριάμβευσεν, ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναγνωρίσωσι
4387τοῦτο καὶ οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν, ἀλλὰ μᾶς λέγουν: «Διατί ἐφέ-
4388ρατε τὴν Βουλὴν τῆς 31ης Μαΐου;» Μᾶς δέχονται ὡς Κυβερ-
4389νήτας, μᾶς ἀναγνωρίζουν, μᾶς ἀνέχονται, ἂν θέλετε, ἀλλὰ
4390μᾶς λέγουν «διατί ἐφέρατε τὴν Βουλὴν τῆς 31ης Μαΐου,
4391διατί δὲν κυβερνᾶτε χωρὶς καμμίαν Βουλὴν» καὶ ἀποροῦν διατί,
4392ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τῶν πολιτικῶν καθαρμάτων ἠνείχετο νὰ
4393κυβερνᾷ χωρὶς Βουλήν, δὲν δεχόμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ κυβερνῶ-
4394μεν ὁμοίως. Δὲν ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ δεχθῶ ὅπως κυβερνήσω
4395τὴν Χώραν ἄνευ λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, δὲν ἠδυνάμην συγ-
4396χρόνως νὰ σκεφθῶ ὅπως διεξαγάγω ἐν τῷ παρόντι ἀμέσως
4397ἐκλογάς, — οὐδείς, ἄλλως τε, ἐσκέφθη νὰ ὑποστηρίξῃ κἂν
4398τὸ δυνατὸν τῆς ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ ἀμέσου διεξαγωγῆς ἐκ-
4399λογῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ κλῆσις τῆς Βουλῆς τῆς 31
4400Μαΐου ἦτο ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη καὶ ἐπιβεβλημένη λύσις τοῦ
4401κυβερνητικοῦ ζητήματος τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἡ παροῦσα Κυ-
4402βέρνησις εὑρίσκεται καλῶς σήμερον εἰς τὰ ἑδώλιά της, καὶ ἡ
4403παροῦσα Βουλή, ἐξ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἀπορρέει, καλῶς εὑρί-
4404σκεται εἰς τὰ ἑδώλιά της. Καὶ ὑπομιμνήσκω ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγ-
4405μὴν ἔπαυσε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων μὴ ἀναγνωρίζον τὸ
4406πραξικόπημα τὸ Βασιλικὸν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς
440731 Μαΐου. Δὲν κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 6ης Δεκεμ-
4408βρίου καὶ κρίνοντες βραδύτερον ἐπιβεβλημένην πρᾶξιν τὴν
4409συμμετοχὴν εἰς τὰς ἐπαναληπτικὰς ἐκλογάς, ρητῶς ἐδηλοῦ-
4410μεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν διὰ τῆς συμμε-
4411τοχῆς μας εἰς τὰς ἐκλογὰς ν’ ἀναλάβωμεν τὴν ὑποχρέωσιν
4412νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ ὁμοίωμα αὐτὸ τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν
4413δὲν ἀνεγνωρίζομεν. Ἦτο λοιπὸν ἀπαραγνώριστον τὸ δικαίωμα
4414ἡμῶν νὰ θεωρήσωμεν τὴν πρᾶξιν τὴν Βασιλικὴν τῆς διαλύ-
4415σεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου ὡς πρᾶξιν ἔκθεσμον, ὡς
4416πρᾶξιν ἀντισυνταγματικήν, ὡς πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Βα-
4417σιλεύς, θέτων κατὰ μέρος τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἠννόει νὰ
4418συγκεντρώσῃ εἰς ἑαυτὸν ὅλην τὴν δύναμιν, διὰ νὰ γίνῃ βασι-
4419λεὺς ἐλέῳ Θεοῦ. Ἡ κλῆσις τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου
4420δὲν θὰ κριθῇ, ὅπως κρίνονται αἱ ὑποθέσεις εἰς τὰ δικαστήρια.
4421Δὲν θὰ κριθῇ δικαστικῶς. Ἡ κλῆσις τῆς Βουλῆς τῆς 31ης
4422Μαΐου θὰ κριθῇ ὡς πρᾶξις πολιτική. Ἡ Βουλὴ ἐκλήθη, διότι
4423τὰ δύο καθεστῶτα, ὅταν ἀπεφάσισαν τὴν ἀνασύνδεσιν τοῦ Κρά-
4424τους εἰς ἕν, ρητῶς συνεφώνησαν ὅτι ἡ ἀνασύνδεσις θὰ γίνῃ
4425ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους.
4426Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον, κύριοι, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν,
4427ὅτι καὶ ἐὰν ἐφρόνουν δυνατὴν τὴν ἄμεσον διεξαγωγὴν ἐκλο-
4428γῶν, θὰ ἐπέμενα, μὴ στέργων νὰ ἀναλάβω ἄνευ τούτου τὴν
4429Ἀρχήν, θὰ ἐπέμενα ὅπως συγκληθῇ ἡ Βουλὴ τῆς 31ης Μαΐου,
4430διὰ νὰ συνεχίσῃ τὰ ἔργα αὐτῆς, διὰ νὰ συνεχίσῃ, θὰ ἔλεγα,
4431καὶ τὴν συνεδρίασιν τῆς 31ης Ὀκτωβρίου 1915 (Χειροκρο-
4432τήματα). Θὰ ἐπέμενα εἰς τὴν σύγκλησιν αὐτῆς ὅπως ἐργασθῇ
4433ἐπί τινα τοὐλάχιστον χρόνον, διὰ νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν πολιτι-
4434κὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος ἕν προηγούμενον ἐμφανές, τὸ ὁ-
4435ποῖον νὰ χρησιμεύῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον ὡς δίδαγμα (Χειρο-
4436κροτήματα).
4437Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐπεσκέφθητε τὸ μέγαρον τοῦ Οὐενστ-
4438μίνστερ, ὅπου συνεδριάζουν αἱ δύο Ἀγγλικαὶ Βουλαί, θὰ ἐνθυ-
4439μεῖσθε ὅτι, ἅμα διέλθητε τὴν μεγάλην εἴσοδον πρὸς τὰ ἀρι-
4440στερά, ὑπάρχει μία πλάξ, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶναι κεχαραγμένα
4441μὲ ἔκτυπα γράμματα καὶ ἐμφανῆ, ταῦτα περίπου, δὲν ἐνθυ-
4442μοῦμαι τὰς λέξεις ἀκριβῶς, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοιά των:
4443«Ἐδῶ ἀπεκεφαλίσθη Κάρολος ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας,
4444διότι ἐπεβούλευσε καὶ ἐνοσφίσθη τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἀγγλι-
4445κοῦ λαοῦ». (Εὖγε! εὖγε! καὶ χειροκροτήματα παρατεταμέ-
4446να). Ὁσάκις ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας μεταβαίνῃ εἰς τὸ μέ-
4447γαρον τοῦ Οὐενστμίνστερ, διὰ νὰ κηρύξῃ τὴν ἔναρξιν καὶ τὴν
4448λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῶν Βουλῶν, διέρχεται ἀκριβῶς διὰ τοῦ
4449μέρους, ὅπου εἶναι ἡ πλὰξ αὐτή, καὶ παρέρχεται πρὸ αὐτῆς
4450βλέπων τὰ ἐπ’ αὐτῆς γράμματα. Καὶ τοῦτο γίνεται ἔκτοτε
4451ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυν αἰῶνας, διότι οἱ λαοὶ ἀκριβῶς οἱ ἄξιοι ἐ-
4452λευθερίας, οἷος εἶναι ὁ Ἀγγλικὸς λαός, δὲν ἐννοοῦν νὰ λη-
4453σμονοῦν τὰ διδάγματα τὰ ἐκ τῆς ἱστορίας των καὶ χρησιμο-
4454ποιοῦν αὐτὰ διὰ τὰς μελλούσας γενεάς. Ἐγὼ δὲ προτίθεμαι
4455νὰ προτείνω εἰς τὴν συγκληθησομένην Ἐθνοσυνέλευσιν, ὅπως
4456ἐπὶ πλακός, ἡ ὁποία θὰ ἐτίθετο ἴσως ἐκεῖ (δεικνύει) ἀπέναν-
4457τι τοῦ Προεδρείου, ἢ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελε κρίνει σκόπιμον ἡ ἁρ-
4458μοδία ἐπιτροπή, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι ἔναντι τοῦ ἐρχομένου ἐν-
4459ταῦθα Βασιλέως, ὅταν ἔρχεται νὰ κηρύξῃ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐρ-
4460γασιῶν τῆς Βουλῆς, γραφῶσι περίπου ταῦτα: «Ὁ Βασιλεὺς
4461Κωνσταντῖνος, διαλύσας ἐκ δευτέρου τὴν Βουλὴν τοῦ 1915,
4462διὰ νὰ ἐπιβάλῃ προσωπικὴν πολιτικήν, αὐτὸς μὲν ἐξέπεσε τοῦ
4463Θρόνου, ἡ δὲ διαλυθεῖσα Βουλή, συγκληθεῖσα καὶ πάλιν, ἐσυ-
4464νέχισε τὰς συνταγματικὰς ἐργασίας της». (Χειροκροτήματα
4465παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).
4466Κύριοι, οἱ ἀσπασθέντες τὴν Γερμανικὴν πολιτικὴν ἐν Ἑλ-
4467λάδι ἐπεδίωξαν νὰ πείσουν τὸν λαὸν ὅτι ἡ διαφωνία αὐτῶν
4468πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων συνί-
4469στατο εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐζήτει νὰ
4470ἐφαρμόσῃ πολιτικὴν ῥιζοσπαστικήν, ἐπιδιώκουσαν μὲν τὴν
4471πραγματοποίησιν τῶν ἐθνικῶν πόθων, ἀλλὰ συνεπαγομένην
4472καὶ κινδύνους. Ἐκεῖνοι δὲ ἐζήτουν τάχα νὰ ἐφαρμόσουν συντη-
4473ρητικὴν πολιτικήν, διὰ τῆς ὁποίας ἐγκατελείπετο μὲν ἐπὶ τοῦ
4474παρόντος ἡ πραγματοποίησις τῶν ἐθνικῶν πόθων, ἀλλ’ ἠσφα-
4475λίζοντο τὰ κεκτημένα καὶ ἀπεφεύγετο ὁ πόλεμος.
4476Ὄχι, κύριοι, δὲν ἦτο τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐχώριζε τὴν μίαν πο-
4477λιτικὴν ἀπὸ τὴν ἄλλην. Πόσον ὀλίγον ῥιζοσπαστικὴ ὑπῆρξεν
4478ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων ἀπέδειξα
4479ἤδη ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, πόσον δὲ ὀλίγον συντηρητικὴ ὑ-
4480πῆρξεν ἡ ἀκολουθηθεῖσα Γερμανικὴ πολιτικὴ ἀπέδειξαν αὐτὰ
4481τὰ πράγματα. Διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς τίποτε δὲν συνετη-
4482ρήθη. Οὔτε τὰ κεκτημένα ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ καὶ Βο-
4483ρείῳ Ἠπείρῳ ἐσώσαμεν, οὔτε τὴν ἰσορροπίαν τῆς Βαλκανι-
4484κῆς, ἡ ὁποία ἀνετράπη ἐπὶ βλάβῃ ἡμῶν ὑπὲρ τοῦ κληρονομι-
4485κοῦ ἡμῶν ἀντιπάλου, οὔτε τὰς φρικαλεότητας τοῦ πολέμου ἀ-
4486πεφύγαμεν.
4487Ἡ ἐφαρμοσθεῖσα Γερμανικὴ πολιτική, ἀποσκοποῦσα ἁπλῶς
4488εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν Γερμανικῶν συμφερόντων, ἠνέχθη καὶ
4489τὴν ἀπώλειαν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Βο-
4490ρείου Ἠπείρου. Ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε τοὐλάχιστον ν’ ἀπο-
4491τρέψῃ ἀπὸ τὴν Χώραν τὰς συμφορὰς τοῦ πολέμου. Ἡ πολι-
4492τικὴ ἐκείνη ἐγνώριζεν ὅτι, ἐπιτρέπουσα τὴν ἀποβίβασιν τῶν
4493Ἀγγλογάλλων ἐν Θεσσαλονίκῃ, μὴ σπεύδουσα δὲ συγχρόνως
4494εἰς βοήθειαν τῶν Σέρβων, θὰ μετέφερε τὸ θέατρον τοῦ πο-
4495λέμου ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τοῦ Μακεδονικοῦ, καὶ τὸ ἠνέχθη χω-
4496ρὶς κἂν νὰ προσπαθήσῃ ν’ ἀποτρέψῃ τοῦτο, διότι ἡ προσπά-
4497θεια θὰ ἔβλαπτε τὰ Γερμανικὰ συμφέροντα.
4498Ἐὰν ἡ πολιτικὴ αὐτὴ δὲν ἐφηρμόζετο, ἠκολουθεῖτο δὲ ἡ
4499πολιτικὴ ἡμῶν, ὄχι μόνον οὐδέποτε θὰ εἰσέβαλλον οἱ ἐχθροὶ
4500εἰς τὸ ἔδαφός μας καὶ ἂν δὲν ἐνικῶμεν τοὺς Βουλγάρους,
4501ἀλλὰ καὶ θὰ κατείχομεν ἀκόμη καὶ τὴν Ἀνατολικὴν Μακε-
4502δονίαν καὶ τὴν Βόρειον Ἤπειρον καὶ τὴν Κύπρον, ἡ ὁποία
4503μᾶς προσεφέρθη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀδύνατον ἀκόμη ὑπόθεσιν
4504νίκης τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ Συνέ-
4505δριον τῆς Εἰρήνης θὰ προσήρχετο μὲ ἀλύμαντον τὸ ἐθνικόν
4506της ἔδαφος, ηὐξημένον μάλιστα αὐτὸ διὰ τῆς Κύπρου, παρα-
4507στατουμένη ἀπὸ πέντε καὶ ἤδη ἓξ Δυνάμεις μεγάλας.
4508Ἡ ἀντίθετος πολιτική, κύριοι, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
4509ὀνομάζεται συντηρητικὴ πολιτική, ὑπῆρξε δὲ ἁπλῶς πολιτι-
4510κὴ ἐγκαταλείψεως καὶ ἀπεμπολήσεως κάθε πολιτικοῦ συμφέ-
4511ροντος καὶ κάθε ἐθνικοῦ ἰδεώδους (Χειροκροτήματα).
4512Θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ ἐπὶ τέλους συντηρητικὴ πολιτικὴ
4513ἐάν, καίπερ προδίδουσα τὴν συμμαχικὴν Συνθήκην πρὸς τὴν
4514Σερβίαν, ἐφρόντιζε, τηροῦσα εὐμενεστάτην πάντως ἀπέναντί
4515της οὐδετερότητα, νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὐλάχιστον ὅσα πολλάκις
4516ὑπέδειξα, τὸ ἀλύμαντον δηλαδὴ τοῦ ἐθνικοῦ ἐδάφους, τὴν μὴ
4517ὑπερεξόγκωσιν τῆς Βουλγαρίας, τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πλη-
4518θυσμῶν, τὴν διάσωσιν τοῦ Μικρασιατικοῦ, Θρακικοῦ καὶ Μα-
4519κεδονικοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν φειδὼ τοῦ ἐμπορικοῦ μας στόλου
4520καὶ τὴν ἐπὶ δεκαετίαν μετὰ τὸν πόλεμον ἐγγύησιν τῆς ἀκε-
4521ραιότητός μας. Καὶ ταῦτα πάντα, κύριοι, οὐδεὶς δύναται νὰ
4522ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν ἦσαν κατορθωτά, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἐν
4523ἀρχῇ εἰς χεῖρας της μίαν γενικὴν ἐπιστράτευσιν, τὴν ὁποίαν
4524ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ τοὐλάχιστον διὰ τὰς ἐπιτυχίας
4525αὐτάς. Ἐγώ, κύριοι, καὶ ἂν τοιαύτη ἠκολουθεῖτο πολιτική, θὰ
4526ἤμην δριμὺς κατήγορος αὐτῆς, διότι θὰ μὲ ἐξήγειρεν ἡ ἰδέα
4527ὅτι ἠτιμάσθη ἡ Ἑλλὰς ἀθετήσασα τὰς ὑποχρεώσεις της, καὶ
4528διότι διὰ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἐδημιουργεῖτο θέσις πάντως ὑπο-
4529δεὴς ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας. Ἀλλὰ θὰ ἀνεγνώριζα πάν-
4530τως ὅτι ἔχω ἐνώπιόν μου συντηρητικὴν πολιτικήν. Ἀλλ’ ἐπα-
4531ναλαμβάνω, κύριοι, ἐν προκειμένῳ, αὐτὴ ἡ λεγομένη συντηρη-
4532τικὴ πολιτική, τί συνετήρησε καὶ τί, τοὐναντίον, δὲν ἀπεμπό-
4533λησεν; Ἡ δεκάμηνος ἐπιστράτευσις, ἡ εἰσβολὴ τῶν Βουλγά-
4534ρων εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, ἡ λεηλασία τῆς Ἑλ-
4535ληνικῆς Μακεδονίας, ἡ αἰχμαλωσία ἑνὸς Σώματος στρατοῦ,
4536ταῦτα πάντα δὲν ἰσοδυναμοῦν μὲ ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον; Ἡ ἐξόν-
4537τωσις τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ
4538τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, δὲν ἰσοδυναμοῦν καθ’ ἑαυτὰς
4539μὲ ἄλλον ἕνα ἀτυχῆ πόλεμον; Ἡ δὲ ταπείνωσις κάθε γενναίου
4540φρονήματος, ἡ ἔμπνευσις φόβου καὶ δειλίας, ἡ ἐμβολὴ τῆς ἰ-
4541δέας ὅτι ὄχι μόνον νέα αὔξησις τοῦ Κράτους ἦτο ἄχρηστος
4542καὶ ἐπικίνδυνος, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἡ ἐκ τῶν Βαλκανικῶν ἤδη πολέ-
4543μων προελθοῦσα ἦτο ἐπιζημία καὶ δὲν μᾶς ἔμελλεν ἂν τὴν ἐ-
4544χάναμεν, ἀρκεῖ τὸ ἔργον τοῦ μισητοῦ ἀντιπάλου ν’ ἀπεδεικνύε-
4545το μὴ βιώσιμον, δὲν ἰσοδυναμοῦν καὶ αὐτὰ μὲ ἕνα ἄλλον ἀτυχῆ
4546πόλεμον; Ἦτο λοιπὸν συντηρητικὴ καὶ μὴ πολεμικὴ πολιτικὴ
4547ἐκείνη ἡ ὁποία ἠκολουθεῖτο ὑπὸ τῶν Σωτήρων, ἡ ὁποία ἔφερε
4548τὰς συμφορὰς τριῶν ἀτυχῶν πολέμων καὶ ἡ ὁποία ἀφίνει ἐκ-
4549κρεμῆ ἀκόμη τὸν τελευταῖον, τὸν πρὸς τὴν μεγεθυνθεῖσαν
4550Βουλγαρίαν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐπρόκειτο νὰ συντρι-
4551βῇ ὁριστικῶς;
4552Δὲν μετῆλθον λοιπόν, καὶ πάλιν λέγω, συντηρητικὴν πολι-
4553τικήν, μετῆλθον πολιτικὴν Γερμανικήν, συγκομίζοντες μόνον
4554τὴν περιφρόνησιν καὶ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐξυπηρέτουν. Ἔ-
4555χασαν δὲ τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Βόρειον Ἤ-
4556πειρον, δὲν ἐδέχθησαν τὴν Κύπρον, ἔμειναν ἄνευ φίλων, ἄνευ
4557συμμάχων, ἔξω τοῦ αὐριανοῦ Συνεδρίου τῆς Εἰρήνης, ὅπου θὰ
4558συμπαραστοῦν ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς Βαλκανικῆς, ὅπου ἡ Σερβία
4559θὰ ἠδύνατο, ἐπικαλουμένη τὴν ἀθέτησιν τῆς πρὸς αὐτὴν Συν-
4560θήκης ἡμῶν ὡς ἕνα ἐκ τῶν λόγων τῆς καταστροφῆς της, νὰ
4561τύχῃ διὰ τοῦτο ἀνταλλαγμάτων εἰς βάρος ἡμῶν.
4562Καὶ συνεκόμισαν διὰ τῆς λεγομένης συντηρητικῆς πολιτι-
4563κῆς των ἐρείπια στρατιωτικά, ἐρείπια ἠθικά, ἐρείπια πολι-
4564τικά, διὰ νὰ ὑποκύψωμεν αὔριον ἀσφαλέστερον εἰς τὸ πλῆγμα,
4565τὸ ὁποῖον ὁριστικῶς θὰ μᾶς καταφέρῃ ἡ ὑπερεξογκωθεῖσα
4566Βουλγαρία.
4567Αὐτὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα, κύριοι, τῆς πολιτικῆς τῶν
4568Σωτήρων. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ
4569τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ Ἡγέτης αὐτοῦ. Καὶ αὐτὰ
4570μᾶς κατέστησαν ἐπαναστάτας· καὶ αὐτὰ μᾶς ἤγαγον εἰς δη-
4571μιουργίαν δευτέρου Κράτους καὶ εἰς τὴν συγκρότησιν νέου Ἐ-
4572θνικοῦ στρατοῦ. Καὶ δι’ αὐτῶν ἐπετύχομεν τὴν κατάλυσιν τοῦ
4573Δεσποτισμοῦ καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πο-
4574λιτεύματος καὶ τὴν ἐπιβολὴν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὁ
4575λαὸς ἐνέκρινεν ἐπανειλημμένως, ὄχι μόνον ἀπ’ εὐθείας διὰ
4576τῆς ἐτυμηγορίας του τῆς 31ης Μαΐου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ψη-
4577φοφοριῶν τῶν νομίμων αὐτοῦ ἀντιπροσώπων.
4578Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσῃ τις: Μήπως ἆρά γε εἶναι ἀκόμη δυνα-
4579τὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς πολιτικῆς ταύτης ὑφ’ οὓς ἀρχικῶς ἐνεφα-
4580νίζετο ὅρους;
4581Δὲν τυφλώττω, κύριοι, πρὸς τὴν εἰκόνα, ἡ ὁποία παρίστα-
4582ται ἐνώπιόν μου.
4583Ὅ,τι ἐφοβούμην, καταλείπων τὴν Ἀρχὴν τὸν Σεπτέμβριον
4584τοῦ 1915, ἀτυχῶς συνετελέσθη. Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1917 δὲν ὁ-
4585μοιάζει οὐδὲ πόρρωθεν πρὸς τὴν Ἑλλάδα τοῦ 1915, τὴν ὁ-
4586ποίαν τοὺς παρεδώσαμεν τότε. Οἱ ἀσκήσαντες τὴν Γερμανικὴν
4587πολιτικὴν δύνανται νὰ καυχῶνται δι’ ἀποτυχίας ἀληθῶς κατα-
4588πληκτικάς, τὰς ὁποίας ἔσχον.
4589Βλέπω τὴν σύμμαχον ἡμῶν Σερβίαν κατεστραμμένην σήμε-
4590ρον, ἔστω καὶ ἂν ἡ καταστροφὴ εἶναι προσωρινή, ὡς εἶμαι βέ-
4591βαιος, διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ αὐτὴν ἡ ἀποκατάστασις τῆς πλή-
4592ρους τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος (Παρατεταμένα χειροκροτήμα-
4593τα). Βλέπω τὴν Βουλγαρίαν ὑπερεξυγκωμένην, ἑτοίμην νὰ ἐ-
4594πιπέσῃ καθ’ ἡμῶν αὔριον διὰ νὰ μᾶς συντρίψῃ καὶ μᾶς ὑπο-
4595τάξῃ. Βλέπω τὴν ἐσωτερικὴν φαυλοκρατίαν ἀναστᾶσαν ἐκ νε-
4596κρῶν μὲ νέαν ὁρμὴν καὶ νέον σθένος. Βλέπω τὰ οἰκονομικὰ ἐ-
4597ρείπια, βλέπω τὸν Βασιλικὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος σχεδὸν
4598ἐν διαλύσει.
4599Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1917 οὔτε ἐδαφικῶς, οὔτε ψυχικῶς, οὔτε
4600οἰκονομικῶς, οὔτε στρατιωτικῶς, οὔτε πολιτικῶς ὁμοιάζει τὴν
4601Ἑλλάδα τοῦ 1915.
4602Καὶ ὅμως μεθ’ ὅλους τούτους τοὺς μειονεκτικοὺς ὅρους ἡ
4603αἰσιοδοξία μου δὲν μὲ ἀπολείπει (Χειροκροτήματα).
4604Ἔθνος, τὸ ὁποῖον διῆλθε διὰ τόσων δοκιμασιῶν ἐπὶ τρεῖς
4605ὅλας χιλιετηρίδας, χωρὶς νὰ ἐξαφανισθῇ, Ἔθνος, τὸ ὁποῖον
4606ἐσημείωσε καὶ χθὲς ἀκόμη τοὺς θριάμβους τοῦ 1912 καὶ 1913,
4607Ἔθνος, τὸ ὁποῖον καὶ προδοθὲν ὑπὸ τῶν ἀρχόντων του, κατώρ-
4608θωσε νὰ ἀνεύρῃ ἐν ἑαυτῷ ἀρκοῦσαν ἠθικὴν δύναμιν διὰ νὰ δη-
4609μιουργήσῃ νέον Κράτος καὶ νὰ συγκροτήσῃ νέον στρατὸν καὶ
4610νὰ γράψῃ, ὡς πολλάκις εἶπα, τινὰς τῶν λαμπροτέρων σελί-
4611δων τῆς στρατιωτικῆς μας ἱστορίας, τοιοῦτο Ἔθνος εἶμαι ἀ-
4612σαλεύτως πεπεισμένος ὅτι ἐγκρύπτει ἀκόμη ἐν ἑαυτῷ ἀρκετὴν
4613ζωτικότητα ὅπως καὶ κατὰ τὴν ὑστάτην ταύτην στιγμὴν ἐ-
4614πιτύχῃ τὴν σωτηρίαν του (Χειροκροτήματα).
4615Κύριοι! Τὸ Ἔθνος γνωρίζει ὅτι οὐδέποτε ὑπεσχέθην εἰς
4616αὐτὸ ἀνέφικτα πράγματα.
4617Τὸ Ἔθνος γνωρίζει, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα κατώτερος τῶν
4618πρὸς αὐτὸ ἐπαγγελιῶν μου.
4619Μετέχοντες τοῦ παγκοσμίου πολέμου, παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν
4620δημοκρατικῶν Ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα συνήγειραν εἰς κοινὸν ἀγῶνα,
4621εἰς μίαν ἀληθῶς ἱερὰν συμμαχίαν, αἱ κοσμοαυτοκρατορικαὶ ἀ-
4622ξιώσεις τῆς Γερμανίας, τῆς ὁποίας πελάται εἶναι οἱ δύο κλη-
4623ρονομικοί μας ἐχθροί, δὲν θὰ ἀνακτήσωμεν μόνον τὰ ἀπολε-
4624σθέντα ἐθνικά μας ἐδάφη, δὲν θὰ ἀποκαταστήσωμεν μόνον τὴν
4625ἐθνικήν μας τιμήν, δὲν θὰ προστατεύσωμεν μόνον τελεσφόρως
4626τὰ ἐθνικά μας συμφέροντα εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Εἰρήνης καὶ
4627δὲν θὰ ἀσφαλίσωμεν μόνον τὸ ἐθνικόν μας μέλλον, ἀλλὰ καὶ
4628θὰ ἀποτελέσωμεν ἄξιον μέλος τῆς οἰκογενείας τῶν ἐλευθέρων
4629ἐθνῶν, τὴν ὁποίαν θὰ ὀργανώσῃ τὸ Συνέδριον τοῦτο, καὶ θὰ
4630παραδώσωμεν εἰς τὰ τέκνα μας Ἑλλάδα, ὁποίαν τὴν ὠνει-
4631ρεύθησαν αἱ παρελθοῦσαι γενεαί, τῶν ὁποίων δὲν ἠμποροῦμεν
4632νὰ δειχθῶμεν ἀνάξιοι κληρονόμοι, καὶ ὁποίαν τὴν προδιεγρά-
4633ψαμεν ἡμεῖς αὐτοὶ διὰ τῶν προσφάτων θριάμβων τοῦ 1912 καὶ
46341913 (Ραγδαῖα χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ἐκ τῆς
4635αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
4636§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, τοὺς ἐγ-
4637γεγραμμένους μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ
4638παραιτηθῶσι καὶ νὰ θεωρηθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις.
4639§80ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
4640§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη.
4641§82Γ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Δηλῶ ὅτι κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ.
4642Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θέλω ὑπερψηφίσει τῆς Κυβερ-
4643νήσεως.
4644§83Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι θὰ δώσω ψῆ-
4645φον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτι-
4646κὴν τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος, καὶ
4647διότι ἐγκρίνω ταύτην πλήρως, ὡς σύμφωνον πρὸς τὴν παρ’ ἐ-
4648μοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν διεξαχθεῖσαν τοιαύτην,
4649καὶ διότι, διατελούσης τῆς Χώρας εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν,
4650ἐπιβάλλεται εἰς πάντας νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς
4651τὸ δυσχερὲς αὐτῆς ἔργον καὶ ἐμψυχώσωμεν τὸ κοινὸν φρόνημα
4652διὰ τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει εἰς
4653τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐπιφυλάσσομαι δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐσωτε-
4654ρικὸν ζήτημα, τὴν περὶ οὗ συζήτησιν ἐθεώρουν ὑπὸ τὰς παρού-
4655σας περιστάσεις ἄκαιρον καὶ ἀσύμφορον.
4656§84Α. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. βου-
4657λευτὴς Ἄρτης τὴν ἀποδέχομαι πλήρως· καὶ ἀποδέχομαι αὐ-
4658τήν, διότι εὐθὺς ὡς ἐξερράγη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος ἐνόμισα
4659ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ἐπέτασσεν εἰς αὐτὴν νὰ συν-
4660ταυτίσῃ τὴν τύχην της μετὰ τῆς τύχης τῶν Δυνάμεων τῆς
4661Συνεννοήσεως. Τὴν γνώμην μου ταύτην ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῷ
4662Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὅτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος.
4663Καὶ ἤδη τῆς Ἑλλάδος ἐξελθούσης εἰς πόλεμον, εἶμαι ὑπο-
4664χρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι θέλω παράσχει ψῆφον ἐμπιστοσύ-
4665νης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην (Χειροκροτήματα).
4666§85Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Καίτοι ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ παρελ-
4667θόντος ἔτους εὑρίσκομαι ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸ κόμμα τῶν Φι-
4668λελευθέρων ὡς πρός τινας ἐνεργείας αὐτοῦ, αἰσθάνομαι τὴν
4669ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω ὅτι, εὑρισκόμενος πρὸ ζητήματος ἔχον-
4670τος τὸν χαρακτῆρα ζητήματος ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρ-
4671νησιν τῶν Φιλελευθέρων, θέλω ὁλοψύχως ὑπερψηφίσει αὐτῆς,
4672καὶ τοῦτο διότι διὰ τῆς ψήφου ταύτης, τοῦτο μὲν ἐγκρίνεται
4673ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Εὐ-
4674ρωπαϊκοῦ πολέμου ὡς ἐπιβεβλημένην ἐθεώρουν, τοῦτο δὲ ἐ-
4675νισχύεται εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς ἡ μόνη ἁρμοδία διὰ τὴν ἐφαρμο-
4676γὴν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς κατὰ τὸ
4677διάστημα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ὁριστικῶς δημιουργη-
4678θείσης καταστάσεως.
4679Εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ὁλόκληρον
4680τὸ Ἔθνος ἐκτιμήσῃ βαθέως καὶ εἰλικρινῶς τὴν σοβαρότητα
4681καὶ τὸ ἐξαιρετικῶς κρίσιμον τῶν περικυκλουσῶν ἡμᾶς περι-
4682στάσεων. Τούτου γενομένου, πάντες θέλομεν πεισθῆ ὅτι ἦλθεν
4683ἡ στιγμὴ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι ἐπιβάλλεται ἄοκνος ἐργασία,
4684λήθη τοῦ παρελθόντος καί τινες ὑποχωρήσεις. Διὰ τούτου καὶ
4685μόνον, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀποβῇ δυνατὸν εἰς τὸ Ἔθνος νὰ ἀν-
4686τιμετωπίσῃ τοὺς ἐκ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως δυνα-
4687μένους νὰ προκύψωσι κινδύνους.
4688Οὕτω καὶ μόνον ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι ἐκ τοῦ διεξαγομένου με-
4689γάλου ἀγῶνος τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θὰ ἐξέλθῃ νικηφόρον
4690(Χειροκροτήματα). Ἡ ψῆφος ὅμως, τὴν ὁποίαν δίδω τὴν
4691στιγμὴν ταύτην, ἐννοῶ ὅτι μὲ καθιστᾷ ἀλληλέγγυον ὡς πρὸς
4692τὴν ἐξωτερικὴν καὶ πολεμικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως,
4693ἀλλ’ οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς γνώμης μου.
4694§86Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ χθεσινῇ ἀγορεύσει μου,
4695κύριε Πρόεδρε, διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τὰς σκέψεις μου καὶ
4696περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καὶ περὶ τῆς ἐξωτερικῆς καταστάσεως,
4697κατέληξα δὲ συμπερασματικῶς εἰς τὴν δήλωσιν ὅτι, καίτοι
4698εἶμαι ἀνεξάρτητος βουλευτής, ἐν τούτοις αἰσθάνομαι τὴν ὑπο-
4699χρέωσιν νὰ συντρέξω μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις τὸν ἀγῶνα,
4700εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος ἀπεκδύεται. Συνεπὴς εἰς τὴν ἀντί-
4701ληψίν μου ταύτην, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ψῆφον ἐμπι-
4702στοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν (Χειροκροτήματα).
4703§87Σ. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, κατόπιν
4704τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη ἀπὸ τῆς χθεσινῆς ἑσπέρας
4705ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιο-
4706τίμου κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δηλῶ ὅτι
4707τάσσομαι παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλω πα-
4708ράσχει τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὴν ὑποστήριξίν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν
4709πρὸς ἐπικράτησιν τῆς πολιτικῆς της, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἡ
4710ὁποία ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
4711§88Χ. ΜΕΪΝΤΑΝΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, εἰς
4712τὴν Βουλὴν ὅτι εἶμαι βουλευτὴς Ζαϊμικός, ἀκολουθῶν τὰ φρο-
4713νήματα καὶ τὰς πολιτικὰς ἀρχὰς τοῦ κ. Ζαΐμη. Αἱ ἀρχαί μου
4714αὐταὶ μοῦ ἐπιβάλλουν νὰ ὑποστηρίξω καὶ νὰ δώσω ἀμέριστον
4715τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι φρονῶ ὅτι
4716πᾶσα ἀντίδρασις εἰς τὸ πολεμικὸν αὐτῆς ἔργον εἶναι ἔγκλημα
4717κατὰ τῆς Πατρίδος (Χειροκροτήματα).
4718§89Μ. ΚΟΛΩΝΙΑΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς τάξεις
4719τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶμαι ὅμως ἐκ τῶν ὑπευθύνων διὰ
4720τὰ λάθη. Δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὸ ὑποχρεω-
4721τικὸν τοῦ συμμαχικοῦ ὅρου τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας
4722Συνθήκης, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν τότε νὰ γνωρίζω τοῦτο, μὴ κατα-
4723στάσης δυνατῆς τῆς καταθέσεως τῆς Συνθήκης, διότι ἄλλως,
4724κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖ-
4725νος, ὁ ὁποῖος θὰ συνεφώνουν νὰ θυσιασθῇ ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους
4726διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ σαρκίου (Χειροκροτήματα).
4727Ἤδη δηλῶ ὅτι θέλω παράσχει ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύ-
4728νην μου εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκομένης τῆς
4729Πατρίδος μου εἰς τὴν ὁδὸν τῆς τιμῆς, θὰ καταβάλω δὲ καὶ
4730πᾶσαν προσπάθειαν καὶ θὰ ὑποστηρίξω παντὶ σθένει τὴν εὐό-
4731δωσιν τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως (Εὖγε! Χειροκροτήματα).
4732§90Π. ΦΛΩΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνήκων καὶ πρὶν εἰς τὰς
4733τάξεις τῶν Φιλελευθέρων ὡς φίλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
4734κονομικῶν, συνετέλεσα διὰ τῆς ἐφημερίδος μου, τῆς ἐκδιδομέ-
4735νης ἐν Κονίτσῃ, ὑπὲρ τῆς κατισχύσεως τοῦ Κόμματος τῶν
4736Φιλελευθέρων, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πάντοτε συνηγόρησα. Καὶ ἡ
4737ἐκλογὴ τῆς 31ης Μαΐου μὲ ἐξέλεξεν ὡς Βενιζελικὸν τρίτον
4738βουλευτήν. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς μου, λόγοι ἰ-
4739διαίτεροι μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀπόσχω, διότι εἶχον τὸ θάρρος νὰ
4740ἐλέγξω ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος προσέβαλε τὴν Ἑλληνικὴν
4741Διοίκησιν ἐν τῇ πατρίδι μου, διὰ τῆς ἐφημερίδος. Τούτου ἕ-
4742νεκεν δὲν ἐπέμενον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὸν συνδυασμόν. Πολλάκις
4743εἰργάσθην ὑπὲρ τῶν Βενιζελικῶν καὶ ἐδῶ καὶ ἐν τῇ Ἠπείρῳ,
4744ἀλλὰ καὶ ἐν Λαμίᾳ, ὅταν τρία ἐπίλεκτα μέλη αὐτῆς ὡδηγοῦν-
4745το δέσμια εἰς τὰς φυλακάς, καὶ ἐνταῦθα ὅταν ἔσπαζαν τὰ κε-
4746φάλια τῶν Βενιζελικῶν. Θὰ ἦτο περιττὴ ἡ ἐξήγησις αὕτη,
4747ἀλλ’ ἐπειδὴ παρεκλήθην ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων, δηλῶ ὅτι
4748ἤμην, εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι Βενιζελικὸς (Χειροκροτήματα).
4749§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς πόρισμα τῆς συζητήσεως ὑποβάλλε-
4750ται ἡ ἀκόλουθος πρότασις (Ἀναγινώσκει):
4751«Περατωθείσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς
4752τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἡ Βουλή, διακηρύττουσα τὸν ἱερὸν χα-
4753ρακτῆρα τῶν διεθνῶν Συμβάσεων καὶ τὰς ἀπέναντι τῆς Σερ-
4754βίας συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος, ἀπευθύνουσα ἀ-
4755δελφικὸν χαιρετισμὸν εἰς τὸ ἡρωϊκὸν Σερβικὸν Ἔθνος καὶ πε-
4756ποιθυῖα ὅτι τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον εἶναι ἕτοιμον εἰς πᾶσαν θυ-
4757σίαν, ὅπως μετέχον τοῦ παγκοσμίου ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν
4758λαῶν πολέμου παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων Κρατῶν, ἀ-
4759ποκαταστήσῃ τὴν ἐθνικὴν τιμήν, ἀνακτήσῃ τὰ ἀπολεσθέντα ἐ-
4760θνικὰ ἐδάφη καὶ προασπίσῃ ἐν γένει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα,
4761ἐγκρίνει τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον τῆς πλειο-
4762νοψηφίας τῆς ἐπὶ τούτῳ Ἐπιτροπῆς, προβαίνουσα εἰς τὴν Ἡ-
4763μερησίαν Διάταξιν».
4764§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε. Αὐ-
4765τὴν τὴν πρότασιν, ὅπως διετυπώθη, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν δεχθῇ
4766ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην ψήφου ἐμπιστο-
4767σύνης καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῆς πολιτικήν, διότι μὴ λη-
4768σμονῶμεν ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν
4769Λόγον. Τοῦτο δὲν κωλύει τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
4770δὲν εἶναι μεθ’ ἡμῶν σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν πολι-
4771τικήν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐγκρίνουν τὴν ἐξωτερικήν μας πολιτι-
4772κήν, νὰ ὑπερψηφίσουν τὸ δεύτερον μόνον μέρος τῆς προτάσεως,
4773ἥτις πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἀναλόγως.
4774§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. ΠΩΠ ἔχει τὸν λόγον.
4775§94Γ. ΠΩΠ. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐκινδύ-
4776νευον νὰ κατηγορηθῶ ὡς ἔνοχος ἐγκλήματος ἐσχάτης προδο-
4777σίας, εἶχον τὸ θάρρος νὰ διακηρύξω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
4778τῆς Βουλῆς καὶ ἔξω γράφων, ὅτι, προκειμένου ποτὲ νὰ ἐξέλθῃ ἡ
4779Ἑλλὰς εἰς ἀγῶνα, ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνδεδειγμένη ἵνα διευθύ-
4780νῃ τὰς τύχας αὐτῆς θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις, ἣν θὰ ἀπέδιδε τὸ
4781κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἔλεγον δὲ τοῦτο, διότι εἶχον καὶ
4782ἐγὼ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι τὰ πολιτικὰ Κόμματα ἐν
4783κοινοβουλευτικοῖς Κράτεσιν ἀποτελοῦσιν ἐθνικὰ κεφάλαια, αἱ
4784δὲ ὑπηρεσίαι, ἃς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων παρέσχεν ἐν
4785συνδυασμῷ πρὸς τὰς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἀντίληψιν ὑπηρε-
4786σίας τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν ἰδέας, πρὸς τοὺς μεγάλους νῦν συμ-
4787μάχους ἡμῶν, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῶσι, καὶ
4788θὰ ἀποδοθῶσιν οὐχὶ πρὸς ἐκείνους οἵτινες παρέσχον ταύτας,
4789ἀλλὰ πρὸς τὴν Πατρίδα αὐτῶν, χάριν τῆς ὁποίας καὶ τὰς πα-
4790ρέσχον. Καὶ ἑπομένως ἡ ψῆφος ἡ ἐμή, προκειμένου περὶ τῆς
4791διεξαγωγῆς τοῦ πολεμικοῦ ἔργου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ταύ-
4792της, εἶναι ψῆφος συνειδήσεως καὶ εἶναι ψῆφος τιμῆς ἐναρέ-
4793του πολίτου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς αἰθούσης
4794ταύτης οὐδὲ ὑποστάλαγμα ὑπονοίας ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀν-
4795τιπολιτευόμενοι παρίσταντο ἐνταῦθα, δύνανται νὰ ἐκπροσωπῶ-
4796σί τι, ὅταν φυγομαχοῦντες ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των. Ἄς
4797σημειωθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ εἷς ἔστω τοιοῦτος (χειρο-
4798κροτήματα), πλὴν τῶν ἐνόχων καὶ τῶν κατηγορουμένων, ὅ-
4799στις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης κατὰ τὴν
4800τοιαύτην κρίσιμον τῆς Πατρίδος περίοδον πρὸς τὴν Κυβέρνη-
4801σιν, ἥτις νομίμως εὑρίσκεται διευθύνουσα τὰς τύχας τοῦ Κρά-
4802τους. Ἐὰν ἡ ἀποχώρησις τῆς μερίδος ἐκείνης τῆς Ἀντιπολι-
4803τεύσεως εἶχε τὴν δικονομικὴν ἔννοιαν κατηγορουμένων, οἵτι-
4804νες ἐξέρχονται εὐπρεπῶς ἵνα ἐπανέλθωσι καὶ ἀκούσωσι τὴν κα-
4805ταδίκην αὐτῶν ἢ τὴν ἀθώωσιν, βεβαίως ὀρθῶς οἱ κατηγορού-
4806μενοι ἔπραξαν καὶ δὲν ἐνεφανίσθησαν ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἡ Ἀντι-
4807πολίτευσις ἐκείνη, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ μετέχω, τῆς ὁποίας
4808φίλοι τινὲς ἀτυχῶς δὲν δύνανται νὰ παραστῶσι τὴν ἑσπέραν
4809ταύτην ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ—εἶναι δὲ πιθανὸν τὰ ὀνόματα αὐτῶν
4810νὰ σημειωθῶσιν ὡς ἀποχωρησάντων λόγῳ ἀποδοκιμασίας ἢ
4811μὴ πόθῳ παροχῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν—ἡ Ἀν-
4812τιπολίτευσις ἐκείνη, ἐκπροσωπουμένη τὴν στιγμὴν ταύτην—
4813ὑπὸ ἐντολῆς δοθείσης εἰδικῶς ὑπὸ τῶν ἀπόντων φίλων—παρ’
4814ἐμοῦ, θεωρεῖ καθῆκον της νὰ διακηρύξῃ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
4815σύμπας πρὸς ἓν ἀποβλέπει μόνον, πρὸς τὴν νίκην, πρὸς τὴν
4816νίκην τὴν μεγάλην, τὴν ταχεῖαν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ πᾶσα ψυ-
4817χικὴ καὶ ὑλικὴ θυσία ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (χει-
4818ροκροτήματα), Μετὰ τὰς ἀποκαλύψεις αἵτινες βαθύτατα
4819μᾶς συνεκίνησαν, τὰς γενομένας χθὲς ἀπὸ μέρους τοῦ κ.
4820Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, σήμερον δὲ ἀπὸ μέρους τοῦ
4821κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν νίκην ταύτην θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴ-
4822χομεν ταχυτέραν, ὀφείλομεν ὅμως σήμερον νὰ σπεύσω-
4823μεν νὰ συναντήσωμεν αὐτήν, κηρύσσοντες πρὸς τοὺς μεγά-
4824λους ἡμῶν συμμάχους καὶ πρὸς τοὺς συμμάχους ἐκείνους, οἵ-
4825τινες ὑπέστησαν δεινὰ καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀπουσίας ἡμῶν, ὅτι
4826θὰ ἀναπληρώσωμεν διὰ τῶν θυσιῶν τῶν μεγάλων καὶ διὰ τοῦ
4827ἐνθουσιασμοῦ μας τὴν ἀργοπορίαν μας ἐκείνην (Χειροκρο-
4828τήματα).
4829Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, θὰ ἠδυνάμην ἴσως ἐγώ, ἐξ ὅλων
4830ἐκείνων οἵτινες εἶχον δισταγμοὺς καὶ ἐνδοιασμούς, νὰ διατυ-
4831πώσω παράπονον ὅτι μόνον εἰς τὴν πολιτικήν μου διαίσθησιν
4832ἀφιέμην ἐγὼ καὶ ἄλλοι πολῖται ἵνα ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν
4833τῆς ἀληθείας. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς διαισθήσεως ἐκείνης, ὅταν
4834ἀπεκαλεῖτο προδοτικὸν τὸ κίνημα τῆς σωτηρίας, τὸ ἐλέγομεν
4835κίνημα ἀντιβουλγαρικόν. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἠθέλομεν εἰς τὴν
4836Ἑλλάδα τὴν μαχομένην νὰ δώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ ἀντιβουλ-
4837γαρικοῦ κινήματος, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ περισώσωμεν ἐκεῖνα τὰ
4838ὁποῖα ὄντως καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Θεσσαλονίκης ἤθελε νὰ
4839περισώσῃ μέχρι τῆς 19ης Νοεμβρίου. Θὰ ἠδυνάμην νὰ διατυ-
4840πώσω τὸ παράπονον ἐξ ὀνόματος πάντων ἐκείνων, ὅτι αὐτὰ τὰ
4841ὁποῖα ἐλέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἔπρεπεν ἐνωρίτερον νὰ
4842ριφθῶσιν εἰς φῶς καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν
4843Ἕλλην πολίτης, ὅστις δὲν θὰ ἔσπευδεν ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἀνατρέ-
4844ψῃ τὰ ἀνατραπέντα, ἵνα ταχύτερον ἐκτελέσῃ τὸ πρὸς τὴν Πα-
4845τρίδα καθῆκον (Χειροκροτήματα). Νέα νῦν παρέχεται ἱστο-
4846ρικὴ ἀπόδειξις ὅτι μόνον εἰς κοινοβουλευτικὰ καὶ ἐλεύθερα πο-
4847λιτεύματα ἀναλάμπει ἡ ἀλήθεια καὶ τὴν ἐλευθερίαν τὴν πραγ-
4848ματικὴν τῆς ψυχῆς καὶ τῆς γλώσσης παρέχουσι μόνον αἱ με-
4849τεπαναστατικαὶ περίοδοι· διότι ἐξηπατήθη χυδαίως ὁ λαός, ὡς
4850ἀπεκαλύφθη κατὰ τὰς δύο αὐτὰς ἡμέρας. Εἶδε καὶ ὁ ὀφθαλ-
4851μὸς ὁ ἰδικός μου, ἤκουσε καὶ ἡ ἀκοὴ ἡ ἰδική μου καὶ προσήγ-
4852γισεν ἡ ψυχὴ καὶ ἡ διάνοιά μου πρὸς τοὺς Αὐλικοὺς ἐκείνους
4853κύκλους καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶδον τὴν εὐτέλειαν πολλάκις ἐμ-
4854φανιζομένην ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς οἰκειότητος, εἶδον πολλάκις
4855ἐμφανιζομένην τὴν θρασύτητα ὑπὸ τὴν χρυσοκέντητον μορφὴν
4856τοῦ ἡρωϊσμοῦ, τὴν ταπείνωσιν ὡς ἀφοσίωσιν καὶ εἶδον εἰς τὴν
4857πολύκρουνον πηγὴν πάσης διαφθορᾶς, νὰ διαρρέωσι χαρακτῆ-
4858ρες καὶ νὰ καταπνίγωνται ἄνθη εὐγενῆ καὶ εὐγενεῖς ἰδέαι.
4859Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι οὔτε ἐπίστευον τοιαύτην κατάπτωσιν ψυ-
4860χῆς, ὥστε πολῖται Ἕλληνες, περιφρουροῦντες Θρόνον καὶ
4861Στέμμα, ἐγγύτατα πρὸς αὐτὸ εὑρισκόμενοι, παρουσιαζόμενοι
4862ὡς μυσταγωγοὶ τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος, θὰ εἶχον τὴν οἰκτράν,
4863τὴν προκαλοῦσαν σιχαμὸν κατάπτωσιν, νὰ λησμονῶσιν ὅτι εἶ-
4864ναι Ἕλληνες πολῖται. Πάντα ταῦτα ἀπεκαλύφθησαν ἤδη ἐ-
4865νώπιον ἡμῶν, θὰ ἀποκαλυφθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ
4866καὶ θὰ δηλωθῇ ὅτι ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης, προκειμένης ἐ-
4867νισχύσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν ἀγῶνα, δὲν ὑπάρχει Συμπο-
4868λίτευσις, δὲν ὑπάρχει Ἀντιπολίτευσις, ὑπάρχει μόνον μία ἰ-
4869δέα, ἡ ἰδέα τῆς νίκης, τῆς νίκης τῶν μεγάλων συμμάχων μας,
4870τῶν ἐγγὺς ἡμῶν εὑρισκομένων συμμάχων μας, τῆς ἀποκατα-
4871στάσεως πάσης ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος
4872τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, χάριν τοῦ ὁποίου ἡμεῖς, οἱ ἀδελφοὶ ἡ-
4873μῶν καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν, εἴμεθα ἕτοιμοι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύ-
4874της πρὸς πᾶσαν θυσίαν αἵματος καὶ ψυχῆς (Παρατεταμένα
4875χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
4876§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. ΣΙΔΕΡΗΣ ἔχει τὸν λόγον.
4877§96Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, προκειμένου περὶ ζητή-
4878ματος ψήφου ἐμπιστοσύνης, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δικαιολο-
4879γήσω τὴν ψῆφον καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἑτέρου συναδέλφου μου. Εἶ-
4880ναι γνωστὴ ἡ διαφορά, ἥτις διακρίνει τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ
4881τὰς ἀντιλήψεις ἡμῶν ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως
4882καὶ ἐν τῷ οἰκονομικῷ καὶ ἐν τῷ πολιτικῷ πεδίῳ. Ἐν τούτοις
4883ἐβεβαιώσαμεν καὶ ἄλλοτε ὅτι τὸ προέχον σήμερον ζήτημα εἶ-
4884ναι τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτε
4885συνέβη ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς ἐδηλώσαμεν ὅτι, θεω-
4886ροῦντες τὰς ἐκλογὰς ἀντισυνταγματικάς, δὲν λαμβάνομεν μέ-
4887ρος. Καὶ ὄχι μόνον ἐθεωρήσαμεν τὰς ἐκλογὰς ἀντισυνταγμα-
4888τικὰς καὶ δὲν ἐλάβομεν μέρος εἰς αὐτάς, ἀλλὰ καὶ διεμαρτυ-
4889ρήθημεν κατ’ αὐτῶν. Ἠγωνίσθημεν κατὰ τοῦ τέως Μοναρχι-
4890σμοῦ καὶ ἔσχομεν δυστυχῶς βαρέα τὰ πλήγματά του.
4891Χωρὶς ἡ ψῆφος μας αὕτη νὰ σημαίνῃ ἀναγνώρισιν ἐν γένει
4892τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, παρέχομεν σήμερον ψῆφον ἐμ-
4893πιστοσύνης πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ θρίαμβον τοῦ νέου καθεστῶτος
4894ἀπέναντι τοῦ καταδεδικασμένου ὡς ἀπολυταρχικοῦ πεσόντος
4895καθεστῶτος καὶ συγχρόνως ὅπως ἐνισχύσωμεν τὸν ὑπὲρ τῆς
4896ἐθνικῆς ἀμύνης ἀγῶνα, ὃν μετὰ τῶν δημοκρατικῶν Ἐθνῶν
4897διεξάγει σήμερον ἡ Ἑλλάς· διότι, ἐὰν εἴμεθα πολέμιοι τῆς
4898δουλώσεως ἀτόμων εἰς μίαν τάξιν τῆς κοινωνίας, εἴμεθα πολὺ
4899μᾶλλον ἀντίθετοι πρὸς τὴν δούλωσιν ὁλοκλήρων Ἐθνῶν εἰς
4900μίαν τάξιν Δυναστικὴν καὶ Στρατοκρατικήν, οἵα ἡ Γερμανία,
4901ἡ ὁποία σήμερον θέλει νὰ ὑποδουλώσῃ τὸν Κόσμον.
4902Οὕτω μετὰ τῶν ἐπιφυλάξεών μας καὶ ὡς πρὸς τὰ μέτρα
4903διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου, οἰκονομικὰ καὶ φορολογικά,
4904καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ πολέμου τούτου, παρέχομεν εἰς τὴν Κυ-
4905βέρνησιν ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἀγῶνος
4906τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας καὶ πρὸς ἐπικράτησιν τῶν μεγάλων
4907δημοκρατικῶν ἀρχῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων μάχονται τὰ μεγάλα
4908Ἔθνη τῆς Δύσεως (Χειροκροτήματα).
4909§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, ὡς ἐτροποποιήθη, ἔχει ὡς ἑ-
4910ξῆς (Ἀναγινώσκει):
4911«Περατωθείσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως
4912εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἡ Βουλή, διακηρύττουσα τὸν
4913ἱερὸν χαρακτῆρα τῶν διεθνῶν Συμβάσεων καὶ τὰς ἀπέ-
4914ναντι τῆς Σερβίας συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλά-
4915δος, ἀπευθύνουσα ἀδελφικὸν χαιρετισμὸν εἰς τὸ ἡρωϊκὸν Σερ-
4916βικὸν Ἔθνος καὶ πεποιθυῖα ὅτι τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον εἶναι ἕ-
4917τοιμον εἰς πᾶσαν θυσίαν, ὅπως μετέχον τοῦ παγκοσμίου ὑπὲρ
4918τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν πολέμου παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Συμ-
4919μάχων Κρατῶν, ἀποκαταστήσῃ τὴν ἐθνικὴν τιμήν, ἀνακτήσῃ
4920τὰ ἀπολεσθέντα ἐθνικὰ ἐδάφη καὶ προασπίσῃ ἐν γένει τὰ ἐ-
4921θνικὰ συμφέροντα, ἐγκρίνει τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν
4922Λόγον τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τούτῳ Ἐπιτροπῆς, ἐκφρά-
4923ζουσα πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν».
4924Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν ὡς ἔχει λέγουσι
4925«Ναί».
4926Οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «Ὄχι».
4927Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Ν. Ξη-
4928ρὸς καὶ Ι. Φαρμάκης.
4929Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
4930(Ἐνεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία
4931ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν
4932βουλευτῶν κ.κ. Ν. Ξηροῦ καὶ Ι. Φαρμάκη, τοῦ κ. Γραμ-
4933ματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ.κ. βουλευτῶν κα-
4934τὰ περιφερείας καὶ κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφο-
4935φορίας:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4936Δ. Τσιτσάρας Παναγ. Ἀραβαντινὸς Ν
4937Νικ. Χρυσόγελος Ν Περικλ. ΜεντζελόπουλοςΝ
4938Ἰωάννης Τρικούπης Ν Νικ. Δημητρακόπουλος
4939Ἰωάννης Χριστοδουλιάς Νικ. Τριανταφυλλᾶκος
4940Ἀλέξ. Γρίβας Ν Βασίλ. Τουρκοβασίλης
4941Νικόλαος Στρᾶτος Σπυρίδων Τσακόπουλος
4942Ἰωάννης Φαρμάκης Ν Χαρ. Βοζίκης
4943Γεώργιος Καφαντάρης Ν Ἀλέξ. Παπαναστασίου ἄρ.
4944Ἰωάννης Καναβὸς Ν Νικ. Βάρβογλης
4945Δημήτριος Κατσάνος Ἐπαμ. Δεληγιάννης
4946Γεώργιος Τσακανίκας Ν Ἀριστομένης Χηνιάδης
4947Παναγ. Τσαλδάρης Ἰωάν. Μπακόπουλος
4948Γεώργ. Καρπετόπουλος Ν Ἰωάννης Μανέττας Ν
4949Σπυρίδων Δεληγιάννης Τρ. Λαμπρόπουλος
4950Ἐμμαν. Ρέπουλης ἄρ.Ἀλέξανδρος Καραπᾶνος Ν
4951Ἀθανάσ. Χριστόπουλος Ν Περικλῆς Καραπᾶνος Ν
4952Θεόδ. Φαρμακόπουλος Ἀντώνιος Γαρουφαλιᾶς Ν
4953Παναγ. Πετρίδης Ν Κωνστ. Οἰκονομίδης Ν
4954Γεράσ. Νοταρᾶς Ν Δ. Ράλλης
4955Δημήτριος Τερζάκης Ν Γ. Παπαβασιλείου
4956Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἄρ.Μιχ. Μακράκης Ν
4957Λ. Τσουκαλᾶς Δημ. Ἀναγνωστάκης Ν
4958Μ. Νεγροπόντης ἄρ.Γεώργιος Μαρῆς Ν
4959Δ. Διαμαντίδης Ν Γεώργιος Κοκκινάκης Ν
4960Κ. Ρακτιβὰν Ν Μιχ. Σακλαμπάνης Ν
4961Π. Λαγοπάτης Ν Μιχ. Μανασάκης Ν
4962Ν. Οἰκονόμου Ν Ἀθαν. Ζητάκης Ν
4963Ι. Μπρισιμιτζάκης Ν Γεώργ. Χατζηγεωργίου
4964Λ. Κουτσοπέταλος Ν Νικόλαος Γερμανὸς
4965Δ. Σωτηρίου Ν Χασὰν Μεχμὲτ Ἀλῆ Βέης
4966Γ. Σταμάτης Ν Θεόδ. Χατζηδημητρίου Ν
4967Λ. Νάκος Ν Κωνστ. Πλατσούκας Ν
4968Κ. Στρατούλης Ν Ἀθανάσιος Καλιδόπουλος
4969Β. Κυρέλλος Ν Δημήτρ. Λόντος
4970Δ. Κατσίνας Ν Ἄγγελος Παπαζαχαρίου
4971Σπ. Σῖμος ἄρ.Ἀναστ. Σιὸρ–Μανωλάκης Ν
4972Γ. Καζανόβας Ν Δαυΐδ Ματαλὼν
4973Α. Ἀναστασιάδης Ν Ἰωσὴφ Μαλάχ
4974Ι. Ἀθανασάκης Ν Δημήτρ. Λύγδας Ν
4975Ν. Ἀνδρεαδάκης Ν Κίρκος Κότσανος
4976Παναγ. Ζαΐμης Μιλτ. Ζαφειρόπουλος
4977Λ. Ροῦφος Κανακάρης Χαϊρὲτ Σακὴρ Βέης Ν
4978Γεώργ. Κρεστενίτης Μαυρίκιος Κοφίνας Ν
4979Δημήτριος Γούναρης Χρῆστος Χατζηλάζαρος Ν
4980Βασίλειος Ροῦφος Ἀριστοτέλης Σίδερης Ν
4981Χρῆστος Μεϊντάνης Ν Κωνσταντ. Ζήσης
4982Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος ἄρ.Σιρὶ Σαλῆ Βέης
4983Κωνστ. Γόντικας Ν Χαὴμ Κοὲν Ν
4984Ἀριστέδ. Πετμεζᾶς Ν Δημήτρ. Τζαλόπουλος
4985Διονύσ. Γκλαβᾶς Ν Ἀλβέρτος Κουριὲλ Ν
4986Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν Κωνστ. Παζαρέντζος Ν
4987Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ἀλῆ Δεμὶρ Βέης Ν
4988Παν. Βουρλούμης Ν Ἀλῆ Βεχὴτ Βέης Ν
4989Νικόλ. Συριόπουλος Ν Γρηγόριος Σαραφιανὸς Ν
4990Πολυχρ. Πολυχρονιάδης Ν Μουσταφᾶ Ὀσμὰν
4991Γεώργιος Ἀργυρόπουλος Ν Ἰωάννης Πέγιος Ν
4992Κωνστ. Φέσσας Ἀρὶφ Μουσταφᾶ Ν
4993Χασὰν Ἰμβραὴμ Χαλὴλ Παναγ. Δαγκλῆς Ν
4994Χαφοὺζ Μεχμὲτ Φερὴτ Κωνστ. Μελᾶς Ν
4995Χισαμεντὶν Σαΐτ Βέης Παναγ. Φλῶρος Ν
4996Νικόλ. Τερμετζῆς Ν Γεώργιος Γκάλκος Ν
4997Μιχαὴλ Κολοκύθας Εὐάγγ. Χατζῆς Ν
4998Θεοφάνης Πανταζῆς Σταῦρος Γερομίχας Ν
4999Γρηγ. Γρηγοριάδης Τιμολ. Μπότσαρης Ν
5000Κεμαλεδὶν Σαλῆ Βέης Γρηγ. Τσόχας Ν
5001Γεώργιος Γοργίας Κ. Καζαντζῆς
5002Ἰσμαὴλ Χουσεΐν Νικόλ. Βλαχλίδης Ν
5003Γεώργιος Μπαλτατζῆς Ἰωάννης Πισπιρῆς Ν
5004Νικόλ. Γιαννάκης Δ. Κίγκος
5005Μιχαὴλ Στεφανίδης Κωνστ. Σοκόλης
5006Γεώργιος Ἀβέρωφ Εὐθ. Βελλιανίτης Ν
5007Μιχαὴλ Κακαρᾶς Θεόδ. Βελλιανίτης Ν
5008Δημήτρ. Χρυσοστάλης Ν Κωνστ. Ζαβιτσιᾶνος Ν
5009Ἰωάννης Βογιατζῆς Δημήτριος Κόλλας
5010Θρασύβ. Παπαστρατῆς Ν Ἀναστ. Σκιαδαρέσης
5011Ἰωάννης Μπουρνιᾶς Ν Σπυρ. Βαλαωρίτης
5012Ζήσης Ἰατροῦ Γουλ. Σκάρπας
5013Στυλιανὸς Πνευματικὸς Ν Ἀλέξ. Γιαννουλᾶτος Ν
5014Ἰωάννης Βοῦλτσος Νικόλ. Ἀλεβιζᾶτος Ν
5015Ροβέρτος Ρώμας Σπ. Φωκᾶς Κοσμετᾶτος Ν
5016Θεόδωρος Γοῦσκος Ν Μ. Ἄν. Καβαλλιεράτος
5017Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Ν Γεώργ. Καραπαναγιώτης Ν
5018Ἀθ. Μπασιᾶς Τυπάλδος Κ. Λουκουρέζος
5019Βικ. Χαριτᾶτος Τυπάλδος Γ. Καντιάνης
5020Κωνστ. Οἰκονομίδης Ν Κ. Κουμουνδοῦρος
5021Ἰωάννης Ἀντωνιάδης Π. Φλέσσας Ν
5022Γεώργιος Μπούσιος Ρ. Μοσχούλας
5023Ζουλφικὰρ Ἀκὴφ Βέης Ν Π. Μποῦτος
5024Κόντσα Χουσεΐν Νεντὶμ Ν Α. Περρωτῆς
5025Νικόλαος Γκιουλέκας Ν Κ. Φωτόπουλος
5026Λουτφῆ Ὀμὲρ Ν Ἀθ. Κριμπᾶς
5027Θεόδωρος Κωτσύλας Ν Γ. Σπηλιόπουλος
5028Ἀριστείδης Ζάχος Ἠλ. Πανταζόπουλος
5029Δημ. Οἰκονόμου Μ. Δαζέας Ν
5030Σπυρ. Εὐθυμιάδης Γεώργ. Παλαμάρας Ν
5031Λεων. Ἐμπειρῖκος ἄρ.Π. Μερλόπουλος Ν
5032Τριαντάφυλλος Παπαδὰμ Δημήτριος Δαγκλῆς Ν
5033Κωνστ. Καλομενόπουλος Ν Γεώργιος Γερογιάννης Ν
5034Σταμ. Βαφειαδάκης Ν Βασίλειος Μπάλκος Ν
5035Φρ. Βάλληνδας Ἐμμαν. Τσουδερὸς Ν
5036Σωκρ. Παπαβασιλείου Ν Γεώργ. Ἀνδρεαδάκης Ν
5037Βασίλ. Μαρκεζίνης Βασίλ. Σκουλᾶς Ν
5038Νικόλαος Καμπάνης Μανοῦσος Βελουδάκης Ν
5039Δημήτρ. Ζαμάνος Ν Μιχαὴλ Παπαμιχελάκης Ν
5040Κωνστ. Ἀλαβάνος Ν Κωνστ. Παπαϊωάννου Ν
5041Γεώργ. Γαϊτάνος Ν Θεμιστ. Σοφούλης Ν
5042Ἀντώνιος Ρεβίνθης Ν Γεώργ. Νικολαΐδης Ν
5043Ἰωάννης Μαραγκός Ν Χαράλ. Παμφίλης Ν
5044Δημήτρ. Πετρακάκος Ἰωάννης Ἀλεξανδρίδης Ν
5045Παναγιώτης Κοσσονάκος Δημοσθ. Χατζηλαζάρου Ν
5046Πέτρος Μαυρομιχάλης Δημήτρ. Πάζης Ν
5047Γεώργιος Φικιώρης Ν Δημήτρ. Δίγκας ἄρ.
5048Παναγ. Πετροπουλάκης Ἀχιλλεὺς Μαλαμίδας
5049Νικόλ. Τσιριγώτης Δημοσθ. Μέλφος Ν
5050Μιχαὴλ Στελλάκης Ἰωάννης Δέλλιος
5051Πέτρος Βαρβιτσιώτης Θωμᾶς Τικόπουλος
5052Δημήτρ. Χατζηγιάννης Ν Ἀθανάσιος Ἀργυρὸς
5053Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν Πέτρος Γκίνης Ν
5054Κωνστ. Σπυρίδης ἄρ.Νικόλ. Λεωνίδας
5055Ἰωάννης Γκέκας Ν Χρῆστος Χατζηπέτρος
5056Δημήτρ. Σαμσαρέλος Ν Κωνστ. Τερτίπης
5057Νικόλ. Ζαρλῆς Ν Γεώργιος Καραϊσλάκης
5058Μιλτιάδης Μπουφίδης Ἀπόστ. Ἀλεξανδρῆς
5059Γεώργιος Βλάχος Ν Θεόδωρος Φίλιος Ν
5060Πελοπίδας Ἀγγελίδης Ν Δημήτρ. Μαλλιόπουλος
5061Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν Σωτήριος Χατζηγάκης Ν
5062Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν Νικόλαος Γαρδικιώτης Ν
5063Μιλτ. Δεληγιάννης Ν Κωνστ. Σταμούλης
5064Ἀνδρέας Κόρακας Ν Ἀλκιβιάδης Θανόπουλος Ν
5065Ἰωάννης Γιαμούζης Ν Ἀλέξ. Παπαποστόλου
5066Μιχαὴλ Καταπότης Ν Δημήτρ. Μπούσδρας Ν
5067Μιχαὴλ Σφακιανάκης Ν Ἀθανάσιος Μιαούλης Ν
5068Μιχαὴλ Κοθρῆς Ν Ἰάκωβος Τομπάζης Ν
5069Νικόλ. Παπαδάκης Ν Ἰωάννης Μάνος Ν
5070Γρ. Βαμβούρης Ν Ἰωάννης Τσιριμῶκος ἄρ.
5071Ν. Παρίτσης Ν Νικόλαος Βελέντζας
5072Ἀλ. Μητρέλιας Ν Ἀθανάσιος Εὐταξίας
5073Ἰω. Καραμήτσας Σπυρίδων Τράκας Ν
5074Ἀπ. Σιφναῖος Ν Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
5075Ἀν. Παπαγεωργίου Ν Μιλτιάδης Κολώνιας Ν
5076Γεώργιος Καλδῆς Ν Νικόλαος Ξηρὸς Ν
5077Χρ. Βασιλακάκης Ν Ἰωάννης Γκρίζας
5078Κωνστ. Λιδωρίκης Ν Κυριᾶκος Μητσοτάκης Ν
5079Ἰωάννης Ξηρὸς Ν Γεώργ. Μυλωνογιάννης Ν
5080Κωνστ. Χαιρόπουλος Ἰωσὴφ Λεκανίδης Ν
5081Λάζαρος Χατζῆ Τύπε Ν Χαράλ. Πλουμιδάκης Ν
5082Σῖμος Λιούμπης Ἀριστείδης Κριάρης Ν
5083Εὐάγγελος Φιλιππίδης Ν Ἀλέξανδρος Χωρέμης Ν
5084Διονύσιος Ἐξάρχου Ν Χριστόφ. Ροδοκανάκης Ν
5085Ἰωάννης Βαλαλᾶς Ν Λεων. Καλβοκορέσης Ν
5086Ἀλῆ Φερὴτ Ν Θεόδ. Πετροκόκκινος Ν
5087Ἰωάννης Δραγούμης Ἀλέξ. Κανάρης Ν
5088Ἐμμανουὴλ Θεοδωρίδης Ν Γεώργιος Πὼπ Ν
5089Γεώργ. Μαρκαντωνάκης Ν
5090§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς
5091ἀπαντᾷ).
5092Ἄρχεται ἡ διαλογή.
5093(Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
5094§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή (ἀναγινώσκει):
5095Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 188· εἶπον «Ναὶ» 178, εἶπον «Ὄχι»
5096οὐδεὶς καὶ ἠρνήθησαν ψῆφον οἱ κ.κ. Ὑπουργοί (Χειροκροτή-
5097ματα).
5098Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον τὸ
5099σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας:
5100§100ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει):
5101Βασιλεῦ
5102Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων τῆς 31ης Μαΐου, ἥτις σὺν τῇ
5103ἀποκαταστάσει τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος ἀνέλαβε τὴν ἄσκη-
5104σιν τῆς ἀνηκούσης εἰς αὐτὴν νομίμου ἐξουσίας, χαιρετίζει τὴν
5105εἰς τὸν Θρόνον ἄνοδον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος ὡς
5106τὸ αἴσιον γεγονός, δι’ οὗ ἐτέθη τέρμα εἰς τὴν ζοφερὰν περίο-
5107δον τῆς μοναρχικῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς διαιρέ-
5108σεως. Ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Θρόνου ἀνάρρησις Ὑ-
5109μῶν, κατόπιν τῆς παραιτήσεως τοῦ τέως Βασιλέως καὶ τοῦ
5110Διαδόχου Γεωργίου, θέλει χρησιμεύσει ὡς ἀπαρχὴ νέας καὶ
5111εὐτυχοῦς Ἐθνικῆς σταδιοδρομίας, οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔ-
5112θνους ἀποβλέπουσι μετ’ ἀπολύτου ἠρεμίας εἰς τὴν περαιτέρω
5113ἀνέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας, καὶ διακαῶς εὔχονται,
5114ὅπως ἀρθῶσι τὸ ταχύτερον οἱ λόγοι οἱ μὴ ἐπιτρέποντες τὴν
5115ἄμεσον σύγκλησιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις θέλει διαχα-
5116ράξει ὁριστικῶς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, κατὰ τρόπον
5117σύμφωνον πρὸς τὴν δημοκρατικὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους καὶ
5118μετὰ σαφηνείας ἀποκλειούσης ἐνδεχομένην ἐν τῷ μέλλοντι
5119καταστρατήγησιν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν διὰ παρερμηνείας
5120τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Διότι ἐκ τῆς προσφάτου πεί-
5121ρας κατεδείχθη ὅτι δὲν εἶνε περιττὴ οὔτε ἄσκοπος πᾶσα ἐγ-
5122γύησις τείνουσα εἰς περιφρούρησιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας,
5123ἄνευ τῆς ὁποίας οὔτε ἀτομικὴ καὶ κοινωνικὴ εὐημερία δύναται
5124νὰ νοηθῇ, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς χώρας δὲν εὑρί-
5125σκεται ἐν ἀσφαλείᾳ, ἐφ’ ὅσον τὴν τύχην αὐτῆς δύνανται νὰ
5126ρυθμίσωσιν ἀντιλήψεις ἀλλότριοι καὶ ἀντίθετοι πρὸς τὸ συμ-
5127φέρον τοῦ Ἔθνους. Δὲν δύναται δὲ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ εἰ μὴ
5128νὰ διακηρύξῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὅτι ἐν κανονικῇ λει-
5129τουργίᾳ τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ
5130ἐπικρατήσῃ ἡ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐπιβληθεῖσα εἰς
5131τὴν χώραν ἐξωτερικὴ πολιτική, ἥτις, ἀπομακρύνασα τὴν Ἑλ-
5132λάδα ἀπὸ τῆς φυσικῆς της θέσεως παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν
5133Προστατίδων Δυνάμεων καὶ τῆς συμμάχου Σερβίας, ἐξέθε-
5134σεν εἰς τοὺς σοβαρωτέρους τῶν κινδύνων τὴν Ἐθνικὴν ἡμῶν
5135αὐτοτέλειαν. Ἂν δὲ κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἀπεσοβήθησαν οἱ κίν-
5136δυνοι οὗτοι, ὀφείλουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ ὑπο-
5137μνήσωσι μετ’ εὐγνώμονος συγκινήσεως ὅτι τὸ ἔργον ὀφείλεται
5138εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς μερίδος ἐκείνης τοῦ λαοῦ, ἥτις,
5139διατηρήσασα ἄσβεστον καὶ ἐνεργὸν τὴν πίστιν αὑτῆς πρὸς τὴν
5140ἐλευθερίαν καὶ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ἱερὰς ὑποχρεώσεις, θέ-
5141σασα ὑπεράνω πάσης ὑστεροβούλου προσωπικῆς ὑποτελείας,
5142ἔφερεν εἰς φῶς τὸ Ἐθνικὸν Κίνημα, καὶ συνέπηξε τὴν στρατιω-
5143τικὴν δύναμιν, ἥτις ἐμπράκτως διετράνωσεν ἅπαξ ἔτι ἐπὶ τοῦ
5144Μακεδονικοῦ ἐδάφους τὰς ἀναλλοιώτους ἀρετὰς τῆς Ἑλλη-
5145νικῆς φυλῆς.
5146Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀσμένως ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀνα-
5147κλήσεως τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῶν Κρατῶν
5148τῆς ἐμπολέμου ὁμάδος, εἰς ἣν καταλέγονται καὶ οἱ κληρονο-
5149μικοὶ τοῦ γένους ἡμῶν ἐχθροί. Διὰ τοῦ διαβήματος τούτου,
5150ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν ἐπισφράγισιν τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος, καὶ
5151ἐν τῇ ἐξωτερικῇ ἐμφανίσει τῆς χώρας, τὸ Κράτος ἑνιαῖον
5152εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐνδεδειγμένην Ἐθνικὴν κατεύθυνσιν, καὶ
5153ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπανευρίσκει τὴν προσήκουσαν θέσιν ἐν μέ-
5154σῳ τῆς χορείας τῶν δημοκρατικῶν Ἐθνῶν, τῶν μαχομένων
5155κατὰ τοῦ δεσποτισμοῦ καὶ τῆς ἀπολυταρχίας. Λογίζεται δὲ
5156εὐτυχὴς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία δυναμένη νὰ παράσχῃ τὴν
5157ἔγκυρον διαβεβαίωσιν, ὅτι ἡ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου ἀπήχησις
5158εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην ὑπῆρξε μία καὶ ὁμόφωνος, διαπι-
5159στοῦσα τὴν προθυμίαν, μεθ’ ἧς ἡ χώρα εἶνε ἕτοιμος νὰ παρα-
5160τάξῃ συμπαγεῖς καὶ ἀκεραίας τὰς δυνάμεις της χάριν τοῦ
5161Ἐθνικοῦ Μεγαλείου. Ἐνισχύουσι δὲ ἔτι μᾶλλον τὸ δημόσιον
5162φρόνημα τὰ ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν ἐπιτευχθέντα ἐκ τῆς
5163ἐφαρμογῆς τῆς Ἐθνικῆς πολιτικῆς εὐοίωνα ἀποτελέσματα,
5164δικαιοῦντα πᾶσαν αἰσιόδοξον πρόβλεψιν διὰ τὴν εὐκταίαν ἐπί-
5165λυσιν τῶν Ἐθνικῶν ζητημάτων ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς εἰρήνης,
5166χάρις εἰς τὰς εὐμενεῖς διαθέσεις τῶν ἰσχυρῶν Συμμάχων καὶ
5167προστατῶν, ἃς θέλουσι κραταιώσει ἀκόμη πλειότερον ἐν τῷ
5168μέλλοντι οἱ κοινοὶ ἡμῶν ἀγῶνες καὶ θυσίαι.
5169Ἐν πλήρει διατελοῦσα ἐπιγνώσει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία
5170τῶν πολλαπλῶν καὶ μεγάλων δυσχερειῶν, ἃς θέλει ἀντιμετω-
5171πίσει ἡ κυβέρνησις ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ πολυσχιδοῦς καὶ ὄν-
5172τως χαλεποῦ ἔργου, ὅπερ ἀνέλαβε νὰ φέρῃ εἰς πέρας, μετὰ
5173προθυμίας θέλει παράσχει ἀμέριστον τὴν συνδρομήν της εἰς
5174πᾶσαν κυβερνητικὴν προσπάθειαν, τείνουσαν εἰς εὐόδωσιν τῶν
5175Ἐθνικῶν σκοπῶν καὶ ἐσωτερικὴν ἀνόρθωσιν, προσπάθειαν ἥτις
5176ἀπαραίτητον ἔχει προϋπόθεσιν τὴν ἐξασφάλισιν καὶ ἑδραίωσιν
5177τοῦ νέου καθεστῶτος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δὲ ταύτην δὲν ἀμφι-
5178βάλλει ἡ Βουλὴ ὅτι θέλει παταχθῆ μετὰ σταθερότητος οἱαδή-
5179ποτε ἀπόπειρα πρὸς ὑπονόμευσιν τῆς καθεστηκυίας τάξεως,
5180τῆς ἑδραζομένης ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθερίας. Διότι ἂν
5181μετὰ συμπαθείας ὀφείλῃ τις νὰ ἀποβλέψῃ πρὸς τοὺς προκιν-
5182δυνεύοντας κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος, καὶ παρὰ τὰ κε-
5183λεύσματα ἀκόμη τῆς ἀρχῆς, εἶνε ἀντιθέτως ἀσυγχώρητος ἡ
5184ἐπιείκεια πρὸς τοὺς ἐπιζητοῦντας νὰ καταλύσωσι τὰς λαϊκὰς
5185ἐλευθερίας καὶ νὰ παραλύσωσι τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας πρὸς
5186ἀποφυγὴν τοῦ πολέμου.
5187Δὲν ἀρκεῖ ἐν τούτοις ἡ ἐξασφάλισις μόνη τῆς Πολιτείας·
5188ἀπαραίτητος εἶνε καὶ ἡ ἐξυγίανσις αὐτῆς. Καὶ διὰ τοῦτο τῆς
5189πλήρους ἔτυχεν ἐπιδοκιμασίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους
5190ἡ πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ γοήτρου τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ το-
5191σοῦτον ἀμαυρωθέντος ἐξ ὑπαιτιότητος μερίδος τινὸς τοῦ κλή-
5192ρου, πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ τὰ περὶ ἀναστολῆς
5193τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος καὶ τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων
5194ὑπαλλήλων μέτρα αὐτῆς, μέτρα ἐξαιρετικῆς ἀναντιρρήτως καὶ
5195προσκαίρου φύσεως, ἐπιβαλλόμενα οὐχ ἧττον ἐκ λόγων ἀναπο-
5196τρέπτου ἀνάγκης καὶ χρησιμότητος μεγίστης. Ὑπέρποτε νῦν
5197παρέχεται ἡ εὐκαιρία πρὸς ριζικὴν καὶ ἐπωφελῆ ἐκκαθάρισιν
5198τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἀπὸ στοιχείων ἀποδειχθέντων ἀναξίων
5199τῆς δημοσίας ἐντολῆς, ἣν περιεβλήθησαν, καὶ ἐπιζημίων εἰς
5200τὴν κοινωνίαν. Καθόσον, πλὴν τῶν στενῶν ὑπηρεσιακῶν προσόν-
5201των, ἡ Πολιτεία κατέχει σήμερον ἀρτίαν τὴν εἰκόνα τοῦ χαρα-
5202κτῆρος, τοῦ ἠθικοῦ σθένους καὶ τῶν ἐν γένει ἀντιλήψεων ἑκά-
5203στου ἐκ τῶν λειτουργῶν αὐτῆς.
5204Μετὰ προθυμίας καὶ συντόνου προσοχῆς θέλει ἐπιληφθῆ ἡ
5205Βουλὴ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθησομένων νομοθετι-
5206κῶν μέτρων, τῶν ἀποσκοπούντων εἰς πλήρωσιν τῶν παντοει-
5207δῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας, δημοσίων καὶ κοινωνικῶν. Εὐάρε-
5208στον ἐπροξένησεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐντύπωσιν ἡ ἐπαγγελία, καθ’
5209ἣν ἡ κυβέρνησις ἐν τῇ δημοσιονομικῇ της πολιτικῇ θέλει ἀκο-
5210λουθήσει τὰς ἀρχὰς τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης, ἀναζητοῦσα
5211τοὺς ἀπαραιτήτους νέους πόρους κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὰς
5212εὐπορούσας τάξεις, ἰδίως δὲ ἐκείνας, αἵτινες οὐ μόνον ζημίας
5213δὲν ὑπέστησαν ἐκ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, ἀλλὰ καὶ
5214ἔκτακτα κέρδη ἐξ αὐτῆς ἠρύσθησαν.
5215Μετ’ ἰδιαιτέρας συμπαθείας θέλει ἀποβλέψει ἡ Βουλὴ πρὸς
5216τὰ μέτρα τῆς κυβερνήσεως, τὰ ἐπιδιώκοντα τὴν ἀνακούφισιν
5217τῶν δεινῶς ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας δοκιμαζομένων ἀπό-
5218ρων τάξεων, δὲν δύναται δὲ ἢ μετ’ ἀληθοῦς εὐφροσύνης νὰ
5219χαιρετίσῃ τὴν λαμβανομένην περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτη-
5220μόνων καλλιεργητῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας πρόνοιαν, ἥτις ἀσφα-
5221λίζει τὴν ἀναγκαίαν εἰς τὰς γεωργικὰς οἰκογενείας ἐπάρ-
5222κειαν, ἡ ἔλλειψις τῆς ὁποίας ἐχρησίμευσε μέχρι τοῦδε ὡς ἡ
5223κυριωτέρα καὶ ἀμεσωτέρα αἰτία τῆς μεταναστεύσεως.
5224Βασιλεῦ,
5225Δὲν παραγνωρίζει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὴν κρισιμό-
5226τητα τῶν περιστάσεων, ἃς καλεῖται νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ ἐμπό-
5227λεμος ἤδη Χώρα ἡμῶν, οὔτε ὑποτιμᾷ τὴν σοβαρότητα τῶν θυ-
5228σιῶν, ἃς ὑπαγορεύει τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς σωτηρίας τῆς
5229Πατρίδος. Ἀλλ’ ἀτενίζει μετ’ ἐλπίδων καὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς
5230τὸ μέλλον, καὶ συμμερίζεται πληρέστατα τὴν αἰσιοδοξίαν, ἥτις
5231ἤρχισε νὰ ἀναθάλλῃ εἰς τὴν δημοσίαν συνείδησιν ἀπὸ τῆς
5232παλινορθώσεως τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος. Ὑπὸ τὴν χειρα-
5233γωγίαν τοῦ λαοπροβλήτου καὶ μεγαλεπηβόλου κυβερνήτου της
5234ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀκολουθήσει τὴν ὁδόν, ἣν χαράσσει πρὸ αὐτῆς
5235ἡ Ἐθνικὴ τιμή, τὰ ὕψιστα φυλετικά της συμφέροντα καὶ τὰ
5236δημοκρατικά της ἰδεώδη, καὶ ἑνιαία καὶ ἀκλόνητος θὰ ἀποδυθῇ
5237εἰς τοὺς ἀγῶνας, οἵτινες θὰ ἀποδώσωσιν εἰς τὰ ὅπλα της τὴν
5238γνώριμον εἰς αὐτὰ λάμψιν. Γινώσκει δὲ σήμερον ὅτι δὲν θὰ
5239ἀποβῶσιν ἄκαρποι οἱ ἀγῶνές της οὗτοι. Ἐν ἀρρήκτῳ ἤδη δε-
5240σμῷ μετὰ τῶν πατροπαραδότων φίλων καὶ συμμάχων της θὰ
5241δυνηθῇ νὰ ἀσφαλίσῃ χάρις εἰς προσκαίρους θυσίας τὴν ἐκπλή-
5242ρωσιν τῶν ἱστορικῶν της δικαίων, ὅπως ἀπηλλαγμένη τοῦ
5243λοιποῦ ἐξωτερικῶν περισπασμῶν, ἐπιδοθῇ ἐν γαλήνῃ εἰς τὸ
5244ἔργον τῆς ἐσωτερικῆς περισυλλογῆς καὶ ἀναπτύξεως διὰ νὰ
5245ἐκπληρώσῃ ἀκεραίαν τὴν ἐκπολιτιστικὴν ἀποστολήν, ἥτις ἀπε-
5246τέλεσεν ἀείποτε τὸν κλῆρον καὶ τὸ καύχημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
5247καθ’ ὅλην τὴν μακραίωνα ἱστορικήν του σταδιοδρομίαν.
5248Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἰλικρινεῖς ἐκφράζει, Βασιλεῦ,
5249εὐχὰς ὑπὲρ μακροημερεύσεως τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος.
5250Εἴθε ἐπὶ τῆς Ὑμετέρας Βασιλείας νὰ ἀναγράψῃ τὸ Ἑλληνι-
5251κὸν Κράτος σελίδας δόξης καὶ εὐημερίας τοῦ Γένους ἡμῶν.
5252§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
5253(Γίνεται δεκτὸν τὸ σχέδιον διὰ πλειονοψηφίας).
5254§102ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας ἔχει ὡς
5255ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
5256Βασιλεῦ
5257Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν διαβεβαίωσιν τῆς
5258ἀπολύτου εὐλαβείας τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Θρόνον καὶ τὴν
5259Ἐθνικὴν Δυναστείαν, ἧς ἡ ἔνδοξος καὶ ἐθνωφελὴς δρᾶσις καὶ
5260ἡ ἀπαραμείωτος προσήλωσις εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ συνταγματι-
5261κοῦ ἡμῶν πολιτεύματος προεκάλεσε πάντοτε τὴν ὁλόψυχον
5262ἀφοσίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
5263Ἐὰν διαφορὰ ἀντιλήψεων περὶ τὴν τηρητέαν πολιτικὴν
5264κατεύθυνσιν ἔσχεν ὡς ἀκολούθημα, ἵνα μερὶς τοῦ πολιτευομέ-
5265νου καὶ στρατευομένου λαοῦ ἀποστῇ τοῦ νομίμου καθεστῶτος
5266καὶ ἐπιβληθῇ — ὑπὸ τὰς γνωστὰς συνθήκας — εἰς τμῆμα
5267τῆς Χώρας, τοῦτο δὲν ἀπετέλεσε πραγματικὸν διχασμὸν τῆς
5268ἑνιαίας καὶ ἀδιαιρέτου Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ἡ δὲ κατ’
5269ἐπέκτασιν συντελεσθεῖσα ἐπιβολὴ τῆς μερίδος ταύτης ἐπὶ τοῦ
5270συνόλου τοῦ Κράτους δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν θέλησιν
5271τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, τὴν θεμελιώδη ἔννοιαν τῆς ἀνεξαρτη-
5272σίας αὐτοῦ καὶ τὴν ἀνεπηρέαστον λειτουργίαν τοῦ ἐλευθέρου
5273ἡμῶν πολιτεύματος.
5274Ἡ παρέμβασις δύο Μεγάλων Δυνάμεων — διεκδικουσῶν
5275δικαίωμα ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κρά-
5276τους, ὄντος ἀπολύτως ἀνεξαρτήτου — ἀντιτίθεται πρὸς τὰ
5277πασίδηλα αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ πρὸς τὴν ἀντί-
5278ληψιν του περὶ τῶν κυριαρχικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων.
5279Ἡ πολιτεία τῆς κυβερνήσεως ἐν τῷ συνόλῳ της ἀντιτίθε-
5280ται πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν αὐτῆς περὶ ἐκκλήσεως εἰς τὴν Ἐθνι-
5281κὴν κυριαρχίαν, ὅπως ἀναθεωρήσῃ αὕτη τὸ πολίτευμα διασα-
5282φηνίζουσα θετικώτερον τὴν ἔκτασιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιω-
5283μάτων τοῦ Λαοῦ καὶ καθορίζουσα τὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα λει-
5284τουργίαν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας.
5285Ἡ ἀνάκλησις τοῦ Β. Διατάγματος περὶ διαλύσεως τῆς Βου-
5286λῆς τῆς 31ης Μαΐου 1915 — διαλύσεως γενομένης τῇ ἐνα-
5287σκήσει Βασιλικῆς προνομίας, συμφώνως πρὸς τὸ γράμμα καὶ
5288πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ἣν ἐπηκολούθησεν ἡ νόμιμος
5289ἐκλογὴ νέας Βουλῆς — ἀποτελεῖ κατάδηλον παραβίασιν τοῦ
5290πολιτεύματος καὶ πρωτοφανὲς γεγονὸς ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ
5291ἱστορίᾳ τῶν συνταγματικῶς κυβερνωμένων Κρατῶν.
5292Ἡ διὰ Β. Διατάγματος ἀναστολὴ τῆς περὶ ἰσοβιότητος τῶν
5293δικαστικῶν λειτουργῶν συνταγματικῆς διατάξεως ἀποτελεῖ
5294ἐπίσης παραβίασιν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἀντιποίησιν τῶν κυ-
5295ριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Λαοῦ. Οὐδόλως δὲ δικαιολογεῖται
5296ἡ ἐνέργεια αὕτη διὰ τῆς παρατόλμου προεξοφλήσεως τῆς ἀπο-
5297φάσεως τῆς προαγγελλομένης Ἐθνοσυνελεύσεως.
5298Ἡ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ῥιπτομένη μομφή, συνοδευομένη
5299μὲ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καταστατικοῦ νόμου περὶ αὐτοδιοικήσεως
5300αὐτῆς, μὲ τὸν ἐξακολουθοῦντα εἰσέτι διωγμὸν Μητροπολιτῶν,
5301Ἐπισκόπων καὶ λοιπῶν κληρικῶν καὶ μὲ τὴν αὐθαίρετον διευ-
5302θέτησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, τόσον τῆς Αὐτοκε-
5303φάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅσον καὶ τῆς οὕτω ἀπὸ τοῦ
5304Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου χειραφετηθείσης Ἐκκλησίας τῶν
5305νέων Χωρῶν, ἀποτελεῖ ἄλλην παραβίασιν συνταγματικῆς δια-
5306τάξεως, κυρούσης τὸ ἀπαρασάλευτον τῶν ἀποστολικῶν καὶ
5307Συνοδικῶν Κανόνων καὶ τῶν ἱερῶν παραδόσεων τῆς Ὀρθοδό-
5308ξου ἡμῶν πίστεως.
5309Ἡ ἀναστολὴ ὡσαύτως τῶν περὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων
5310ὑπαλλήλων διατάξεων καὶ ἡ ἐπακολουθήσασα ἀθρόα ἀπόλυσις
5311δημοσίων λειτουργῶν ὡς καὶ ἡ εἰς διαθεσιμότητα θέσις πλεί-
5312στων ἀνωτέρων καὶ ἀνωτάτων ἔτι ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ
5313τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσση, ἔχουσαι ὡς γνώμονα τὴν ἀντί-
5314θεσιν, ἥτις προέκυψεν ἐκ τῆς παραμονῆς αὐτῶν ἐν τῇ εὐόρκῳ
5315ἐκπληρώσει τῶν ἀπέναντι τοῦ νομίμου καθεστῶτος καθηκόν-
5316των των, οὐδόλως δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς συντελοῦσαι εἰς
5317τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ ἐξυγίανσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Τοὐ-
5318ναντίον, τείνουσιν εἰς πλήρη διατάραξιν τῆς πολιτειακῆς συνο-
5319χῆς καὶ εἰς τὴν ἐξαφάνισιν πάσης ἰδέας περὶ πειθαρχίας πρὸς
5320τὸ ἑκάστοτε κυβερνητικὸν καθεστώς, ἀντίκεινται δὲ καὶ πρὸς
5321τὴν περὶ τούτου πρὸ τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ 1909 σταθερῶς ἐκ-
5322πεφρασμένην βούλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, κυρωθεῖσαν διὰ
5323σχετικῆς συνταγματικῆς διατάξεως.
5324Καὶ αἱ ἀθρόαι ἐπίσης συλλήψεις, φυλακίσεις καὶ ἀπελάσεις
5325ἀξιωματικῶν καὶ πολιτῶν, ἐν οἷς καὶ πολιτευόμενοι καὶ ἐν ἐνερ-
5326γείᾳ βουλευταί, χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ νόμιμοι διατυπώσεις,
5327ἀποτελοῦσι καταπάτησιν τῶν περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ
5328βουλευτικῆς ἀσυλίας συνταγματικῶν διατάξεων.
5329Ἡ μικρὸν μετὰ τοὺς δύο ἀπελευθερωτικοὺς ἡμῶν πολέμους
5330ἐπελθοῦσα εὐρωπαϊκὴ σύρραξις, ἐπεκταθεῖσα βαθμηδὸν καὶ εἰς
5331τὰς γειτνιαζούσας πρὸς τὸ ἡμέτερον Κράτος Χώρας δὲν ἦτο
5332δυνατὸν νὰ ἀφήσῃ αὐτὸ ἀδιάφορον. Τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας,
5333ἡ περιφρούρησις τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, οἱ συμμαχικοὶ δε-
5334σμοὶ καὶ λόγοι γενικώτεροι, ἱστορικοὶ καὶ γεωγραφικοί, κατέ-
5335στησαν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἐξ ἀρχῆς τοῦ πολέμου ἄκρως
5336λεπτὴν καὶ δυσχερῆ.
5337Ἀλλὰ τὸ μέγεθος τοῦ διεξαγομένου πολέμου, ὅμοιον τοῦ
5338ὁποίου δὲν μνημονεύει ἡ ἱστορικὴ παράδοσις, ὡς πρὸς τὸ πλῆ-
5339θος τῶν ἀντιμαχομένων, τὴν πρωτοφανῆ καὶ τέως ἄγνωστον
5340χρῆσιν τεχνικῶν μέσων καὶ τὴν εἰς ἄφθαστον τελειότητα ἐξι-
5341χθεῖσαν πολεμικὴν ἐν γένει παρασκευήν, ἐπέβαλλεν εἰς τὴν
5342μικράν, ἐκ δύο πολέμων κεκμηκυῖαν καὶ σχετικῶς ἀπαρά-
5343σκευον Ἑλλάδα, περίσκεψιν καὶ ἐπιφύλαξιν, καθόσον μάλιστα
5344ἡ διάρκεια καὶ ὁ τρόπος τῆς λήξεως τῆς γιγαντομαχίας
5345ταύτης δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορισθῶσι.
5346Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ Ἑλλὰς συμφώνως πρὸς τὴν δεδηλωμένην
5347γνώμην τοῦ Λαοῦ, ὤφειλε νὰ μείνῃ οὐδετέρα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐθί-
5348γοντο καίρια ἐδαφικὰ ἢ ἐθνικὰ συμφέροντά της καὶ ἐφ’ ὅσον
5349ἐκ τῆς ἀνελίξεως τοῦ πολέμου δὲν ἠπειλοῦντο κίνδυνοι πραγ-
5350ματικοί, εἴτε εἰς τὸ παρὸν εἴτε εἰς τὸ μέλλον ἀναφερόμενοι, ἢ
5351τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον δὲν παρουσιάζοντο αἱ συνθῆκαι καὶ προϋ-
5352ποθέσεις, αἵτινες θὰ παρεῖχον εἰς τὴν συμμετοχὴν ἀπόψεις καὶ
5353ἐλπίδας ἐπιτυχίας, ἢ θὰ συνετῆγον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συμ-
5354μαχικοῦ πρὸς τὴν Σερβίαν ὅρου.
5355Ἡ ἐκδηλωθεῖσα ὅμως καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου εἰς τὸ ἔσχα-
5356τον τῆς ἀκρότητος ὅριον ἐξιχθεῖσα ἐσωτερικὴ ἀντίθεσις καὶ
5357διαίρεσις, προκληθεῖσα ὑπὸ τῶν κηρυχθέντων ὑπὲρ τῆς ἀμέσου
5358εἰς τὴν παγκόσμιον σύρραξιν ἐπεμβάσεως, καὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς
5359ἐπεδιώχθη ἡ ἐπικράτησις τῆς πολιτικῆς ταύτης, ἐδημιούργη-
5360σαν τοσαύτας ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικὰς παρεξηγήσεις, προσ-
5361τριβὰς καὶ ἐπικινδύνους περιπλοκάς, ὥστε νὰ περιέλθῃ τὸ
5362Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος εἰς ψυχικὴν ἐξάντλησιν καὶ ὑλικὴν ἀδυ-
5363ναμίαν διὰ τὴν εἰς τὸν διεξαγόμενον ἀγῶνα συμμετοχήν του, ὅτε
5364ἤθελεν αὕτη ἀποβῆ ἀναγκαία ὑπὲρ τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων.
5365Ἡ ὑπὸ τὰς γνωστὰς συνθήκας ἐπελθοῦσα ἤδη κατίσχυσις
5366τοῦ σημερινοῦ κυβερνητικοῦ καθεστῶτος ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑλ-
5367λάδα τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, πρὸ τῆς ὁποίας τὸ Ἔθνος
5368θέλει ἐπιτελέσει τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκόν του.
5369Εὔχεται ἡ Βουλή, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἐξέλθῃ καὶ ἐκ τῆς παρού-
5370σης σοβαρᾶς κρίσεως ψυχικῶς καὶ ὑλικῶς ἀκμαία καὶ ἰσχυρά,
5371διατηροῦσα τὴν ἐδαφικὴν ἀκεραιότητα τοῦ σημερινοῦ Κράτους,
5372ἐπιτυγχάνουσα τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαίων Ἐθνικῶν βλέ-
5373ψεών της καὶ πρὸ παντὸς ἀνακτῶσα πλήρη καὶ ἀπόλυτον τὴν
5374ἀνεξαρτησίαν της, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε κατόπιν ἐνδόξων καὶ
5375μοναδικῶν εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ κόσμου ἀγώνων, ἐλευθέρα, ὅπως
5376κανονίζῃ ἀνεπηρεάστως τὰ καθ’ ἑαυτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπα-
5377ραγράπτων καὶ διεθνῶς ἀνεγνωρισμένων κυριαρχικῶν δικαιω-
5378μάτων της.
5379§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπαράδεκτον. Ἀπαράδεκτον.
5380(Ἀπορρίπτεται τὸ σχέδιον τῆς μειονοψηφίας).
5381§104ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κ. Πρόεδρε.
5382§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη
5383τὴν 5.30′ μ.μ. σήμερον.
5384(Ὥρᾳ 3 π.μ.).