1917.07.31
1,279 rows · 10,134 words · 62 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10Η
ΔΕΥΤΕΡΑ 31 ΙΟΥΛΙΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: — Οἱ οἰνοπαραγωγοὶ Σάμου παρακαλοῦσιν ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος «περὶ φορολογίας τῶν μικρῶν ἀμβύκων». — Οἱ τραυματίαι τῶν πολέμων 1912–1913 παρακαλοῦσιν ὅπως αὐξηθῇ ἡ εἰς αὐτοὺς παρεχομένη σύνταξις. — Ἡ ἐξ Ἀθηνῶν Κυριακούλα χήρα τοῦ πολιτικοῦ συνταξιούχου Θεοφίλου Φραγκοπούλου καὶ μήτηρ τοῦ ἐν Μακεδονίᾳ φονευθέντος ὑπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Σπυρ. Φραγκοπούλου παρακαλεῖ ὅπως αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς της. — Οἱ πληρεξούσιοι τῶν οἰκογενειῶν Ρασὶτ Σουλεϊμάν, Ἀχμὲτ Δουρτζῆ, καὶ Σαλαχεδὶν Δουρτζῆ παρακαλοῦσιν ὅπως ἀποδοθῶσιν αὐτοῖς τὰ κτήματά των. — Ἡ Ἀδαμαντία χήρα Π. Κωνσταντινίδου, στρατιωτικοῦ κτηνιάτρου, παρακαλεῖ ὅπως αὐξηθῇ ἡ εἰς αὐτὴν παρεχομένη σύνταξις. — Οἱ ἀνίκανοι συνταξιοῦχοι τραυματίαι τῶν πολέμων 1912 –1913 παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπ’ αὐτῶν ὑποδεικνυόμενα μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Λαμπρινόπουλος ζητεῖ μηνιαίαν ἀπουσίας ἄδειαν λόγῳ ἀσθενείας. Ὡσαύτως 15θήμερον τοιαύτην ζητοῦν οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Ἀθανασάκης καὶ Α. Σιὸρ Μανωλάκης. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, αἱ ἄδειαι χορηγοῦνται). — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Βουρλούμης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». — Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τῶν λογαριασμῶν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου». — Οἱ κ.κ. Π. Καραπᾶνος, βουλευτὴς Ἄρτης, καὶ Γ. Μαρῆς, βουλευτὴς Ἡρακλείου, ὑπέβαλον διαφόρους αἰτήσεις πρὸς κατάθεσιν διπλωματικῶν ἐγγράφων ἀφορώντων τὴν παράδοσιν τοῦ Ροῦπελ καὶ ἐν γένει τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, συμφώνως πρὸς τὰς αἰτήσεις τῶν κ.κ. βουλευτῶν, τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα θὰ καταθέσῃ οὗτος ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Ξηρὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν.
§3Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ ὑπέβαλον ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσι τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως αὐτῶν, προσέτι δὲ παραπονοῦνται ὅτι τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον αὐθαιρέτως ὅλως περικόπτει τὰ μερίσματα αὐτῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰς μετοχὰς τὰς ὁποίας εἶχον δικαίωμα νὰ ἔχωσι. Δηλαδὴ οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ προαχθέντες ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου εἶχον δικαίωμα νὰ ἔχωσι δύο μετοχάς· καὶ ἐνῷ εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ἐλάμβανον μέρισμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο μετοχῶν, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ νόμου ἐκέκτητο, ἐσχάτως, αὐθαιρέτως ὅλως, τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον περιώρισε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τῶν μετοχῶν καὶ οἱ ἐν λόγῳ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι μέρισμα μόνον ἐπὶ μιᾶς μετοχῆς. Ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετος, μὴ στηριζομένη εἰς κανένα νόμον, τοὐναντίον δὲ θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ὀλίγον ληστρικὴ εἰς βάρος τῶν μετόχων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα μεριμνήσῃ ὥστε νὰ διαταχθῇ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον νὰ πληρώσῃ τὰς καθυστερουμένας τριμηνίας, νὰ παύσῃ δὲ ἐκβιάζον τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ὑπογράφωσι δηλώσεις ὅτι παραιτοῦνται τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν καὶ ὅτι δέχονται νὰ λάβωσι μόνον τὴν μίαν τριμηνίαν ἀπὸ τὰς καθυστερουμένας. Αἱ βιωτικαὶ ἀνάγκαι εἶναι τοιαῦται ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπωσιν ἀστεῖα εἰς βάρος οἰκογενειῶν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν Πατρίδα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καταπότης καὶ λοιποὶ παρακαλοῦσι τοὺς κ.κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Δικαιοσύνης Ὑπουργοὺς νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν διατί δὲν ἐξεδόθη μέχρι σήμερον τὸ κανονιστικὸν Διάταγμα τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ΔΞΓʹ (ὑπ’ ἀριθ. 4063) τῆς 18 Φεβρουαρίου 1912 προβλέπει ἐν ἄρθρῳ 6ῳ ἐδ. γʹ δι’ ἔξοδα ἡμεραργίας, ἔξοδα μεταβάσεως καὶ διαμονῆς τῶν πραγματογνωμόνων ἰατρῶν.
§5Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Περὶ τῶν ἀμοιβῶν τῶν πραγματογνωμόνων ἰατρῶν ὁμιλεῖ ἓν Διάταγμα τοῦ 1835, τὸ ὁποῖον ὁρίζει λίαν ἐξευτελιστικὰς ἀμοιβὰς, διότι δίδει, κατὰ ἀρχαιοτάτην ἀντίληψιν, δύο δραχμὰς κατ’ ἐπίσκεψιν εἰς τοὺς χειρουργοὺς καὶ τρεῖς εἰς τοὺς παθολόγους ἰατρούς, ὁδοιπορικὰ δὲ πεντήκοντα λεπτὰ καθ’ ὥραν. Κατὰ τὸ 1912, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς τότε Βουλῆς νόμος «περὶ ἀσκήσεως ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος ἐν Ἑλλάδι», ὅστις ἐν ἄρθρῳ 6 ἐδ. γʹ προβλέπει ὅτι θὰ ἐκδοθῇ κανονιστικὸν Διάταγμα τὸ ὁποῖον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συνημμένου εἰς τὸν νόμον πίνακος, θὰ ἐκανόνιζε τὰ δικαιώματα τῶν ἰατρῶν ἰατροδικαστῶν. Τὸ Διάταγμα ὅμως τοῦτο δὲν ἐξεδόθη μέχρι σήμερον, καίτοι παρῆλθε πενταετία. Ἐρωτῶ· μήπως ὑπάρχει κανὲν κώλυμα; Κύριοι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων διετηρήθη εἰς τὴν Ἀρχὴν μέχρι τοῦ 1915 καὶ ἔπρεπε τὸ Διάταγμα νὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ. Δὲν γνωρίζω διατί δὲν ἐξεδόθη· εἶναι ὅμως ἀδικία τὰ δικαιώματα τῶν ἰατρῶν ἰατροδικαστῶν νὰ κανονίζωνται εἰσέτι συμφώνως πρὸς τὸ Διάταγμα τοῦ 1835, τὸ ὁποῖον ἔχει ὅλως διόλου ἐξευτελισμένας τιμάς, αἵτινες δυνατὸν ἴσως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ἦσαν ἱκανοποιητικαί, ἀλλὰ σήμερον βεβαίως δὲν εἶναι τοιαῦται. Προκειμένου δὲ νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα, θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἑξῆς συστάσεις: Εἰς τὸν πίνακα ὁ ὁποῖος συνοδεύει τὸν νόμον ΔΞΓʹ γίνεται λόγος περὶ νεκροψιῶν καὶ νεκροτομῶν, ἐκτελουμένων ὑπὸ ἰατρῶν κατὰ παραγγελίαν ἰδιωτῶν, καὶ ὁρίζεται ἀμοιβὴ ἀπὸ 100–300 δραχμῶν. Ὁ πίναξ ἐκεῖνος, καίτοι εἶναι πιστὴ σχεδὸν ἀντιγραφὴ τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος ἔχει ψηφισθῆ ἐν Γαλλίᾳ περὶ τῶν δυστυχημάτων τῶν ἐργατῶν, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐδῶ ἀνάγκας καὶ τοὺς ἐδῶ ὅρους, ἀλλ’ ὁρίζει ἀμοιβὰς ἀληθῶς ὑπερβολικάς. Οὕτως εἰς ἓν ἄρθρον τοῦ νόμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει ἐπισυναφθῆ ὁ πίναξ, ὁρίζεται ὅτι ἡ ἀμοιβὴ κανονίζεται ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἐκείνου ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν ἰατροδικαστικὴν πρᾶξιν, προκειμένου δὲ περὶ ἀπόρων, λαμβάνεται τὸ κατώτατον ὅριον τῆς ἀμοιβῆς. Εἶναι ὅμως ὅλως διόλου ἀπαράδεκτον καὶ ἐντελῶς ἄδικον πρᾶγμα, ἀπὸ τὸν ὅλως ἄπορον νὰ λαμβάνωνται, προκειμένου περὶ νεκροτομῆς ἐπὶ παραδείγματι, 100 δραχμαί. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ἐν Κρήτῃ ἐνομοθέτησε σχετικῶς πρὸς τὴν ἀμοιβὴν τῶν ἰατροδικαστῶν, ὥρισε τὴν ἀμοιβὴν τῆς νεκροτομῆς ἀπὸ 50–100 δραχ. Θὰ ἠδύνατο κάλλιστα τὸ αὐτὸ ὅριον νὰ ὁρισθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα. Διὰ δὲ τοὺς ὅλως ἀπόρους καὶ ἐφωδιασμένους μὲ δελτίον πενίας νὰ πληρώνουν οἱ δῆμοι. Ἐπίσης παρουσιάζεται καὶ μία ἄλλη ἀτέλεια, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰατρῶν. Ὁ πραγματογνώμων ἰατρὸς διὰ νὰ πληρωθῇ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του, ἐπισυνάπτει δύο ἀντίγραφά της, τὰ στέλλει εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ ἐκεῖθεν στέλλονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ἔγκρισιν. Ἐπειδὴ ὅμως συνήθως οἱ ἰατροὶ δὲν ἔχουσι καὶ ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς διεκπεραίωσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ δικαιώματα αὐτῶν παραγράφονται. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν ὅπως εἰς τὸ ἐκδοθησόμενον Διάταγμα ὁρισθῇ, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτὰ θὰ ἐγκρίνωνται ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ θὰ πληρώνωνται ἀπὸ τὸ πλησιέστερον ταμεῖον. Τὸ ζήτημα, κ. Ὑπουργέ, ἀφορᾷ ὁλόκληρον ἐπαγγελματικὴν τάξιν καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ σπεύσητε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ σχετικοῦ Διατάγματος.
§6Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐρωτήματος τῶν κ.κ. βουλευτῶν καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν πληροφορίαν ἐπὶ τῶν λόγων δι’ οὓς ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα. Ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἔφερεν ἔγγραφον τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, φέρον χρονολογίαν 7 Ἀπριλίου 1917, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Ἰατροσυνέδριον ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον σχέδιον Διατάγματος κανονίζοντος τὰς ἀμοιβὰς τῶν ἰατρῶν. Τὸ σχέδιον τοῦτο ἔλαβον πρὸ ὀλίγων μόλις στιγμῶν, ἐκ τῆς ἐρωτήσεως δὲ τοῦ κ. βουλευτοῦ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ τὸ μελετήσω συντόμως ὥστε νὰ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα σύμφωνον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν ἰατρῶν καὶ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῶν πολιτῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ λοιποὶ βουλευταὶ παραιτοῦνται. Οἱ κ.κ. Δ. Κίγκος κλπ. ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς διασαλευθείσης τάξεως ἐν Ἠπείρῳ, ἰδίᾳ δὲ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὁδῷ Ἰωαννίνων–Ἄρτης–Πρεβέζης, ὅπου πολλὰ καὶ ἐπανειλημένα κρούσματα λῃστείας καὶ φόνοι ἔλαβον χώραν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπουσιάζει· ἑπομένως ἀναβάλλεται. — Ὁ κ. Χατζηγιάννης παρακαλεῖ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσουν τὴν Βουλὴν πόσοι ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐργατῶν–θεριστῶν ἀπεστάλησαν κατὰ Μάϊον 1917 εἰς Θεσσαλίαν ἐξ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐὰν καὶ πῶς ἐχρησιμοποιήθησαν καὶ εἰς βάρος τίνος ταμείου ἐκαλύφθησαν αἱ δαπάναι τῆς ἀποστολῆς καὶ διατροφῆς αὐτῶν.
§8Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Εἰς τὸ Ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου δὲν ὑπάρχει πληροφορία τις σχετική. Ὁ κ. Διευθυντὴς μὲν ἐπληροφόρησεν ὅτι ὁ προκάτοχός του ἀπέστειλεν ὡρισμένον ἀριθμὸν ἐργατῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, τοὺς ὁποίους ἀνέλαβε νὰ πληρώνῃ ὁ Σύλλογος τῶν Κτηματιῶν.
§9Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ λάβω πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος διὰ τὸ ὁποῖον ἔκαμα τὴν σχετικὴν ἐρώτησιν, ἔπραξα τοῦτο διότι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἀληθῶς σκανδαλώδους, περὶ ὑποθέσεως ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ὁρμαθοῦ τῶν κακουργημάτων τῶν πρακατόχων Κυβερνήσεων. Κατὰ μῆνα Μάϊον τοῦ 1917, ἐνῷ εἶναι πασίγνωστον ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ὁ θερισμὸς γίνεται δι’ ὡρισμένων μηχανῶν, ἐνῷ οὐδείς, οὔτε οἱ κτηματίαι, ἐζήτησε τὴν ἀποστολὴν ἐργατῶν πρὸς θερισμόν, ἐν τούτοις ἀπεστάλησαν, ἔχοντες ἐπὶ κεφαλῆς ἕνα λοχαγόν, περὶ τοὺς χιλίους ἄεργοι τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν, ἀληθεῖς ἀλῆται, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἰδέαν δὲν εἶχον τοῦ θερισμοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς μυρίας προέβησαν ἀθεμίτους πράξεις. Καθ’ ἡμέραν ἐγίνετο συναγερμὸς αὐτῶν ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Λαρίσσης, ὁπόθεν ἐπήγαινον οὗτοι ὡς ἐπιδρομεῖς εἰς τοὺς φούρνους καὶ εἰς τὰ ἄλλα καταστήματα. Ἐτολμήσαμεν νὰ ἐρωτήσωμεν μερικοὺς ἐξ αὐτῶν τὸν σκοπὸν τῆς ἀφίξεώς των. Καὶ μᾶς ἀπήντησαν: «Μᾶς ἔφεραν νὰ θερίσουμε».—«Μά, ξέρετε θερισμόν;» ἠρωτήσαμεν ἡμεῖς. —«Ὄχι—μᾶς ἀπήντησαν—νὰ ἐρωτήσετε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔφεραν...». Κύριοι βουλευταί, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπεστάλησαν διὰ νὰ ἀποτελέσωσι κίνδυνον κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῆς ἐσοδείας τῆς Θεσσαλίας...
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀποσταλέντων; Εἴπατε πὼς ἦτο εἷς λοχαγός;
§11Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ λοχαγὸς ἐκεῖνος ὀνομάζεται Γαβαλιᾶς. Κύριοι βουλευταί, αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπός των καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ μετὰ προσοχῆς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι δύναται ν’ ἀπαγγελθῇ κατηγορία κατὰ τῶν ὑπευθύνων τῆς σκανδαλώδους ταύτης ὑποθέσεως.
§12Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μήπως ἦσαν μαζὺ καὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ;
§13Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα· ἦτο καὶ κάποιος ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουρλούμης παρακαλεῖ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ληφθέντα μέτρα πρὸς ἀσφάλειαν τῶν ἐξαγομένων Ἑλληνικῶν εἰδῶν κατὰ τῶν κινδύνων θαλάσσης καὶ πολέμου, δεδομένου ὅτι αἱ ἀλλοδαπαὶ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι ἢ δὲν ἀσφαλίζουσι ποσῶς τοὺς κινδύνους τούτους ἢ ἀξιοῦσιν ὑπέρογκα ἀσφάλιστρα.
§15Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ν’ ἀνακοινώσῃ...
§16Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Πρόκειται περὶ ἀσφαλείας ἐμπορευμάτων. Δὲν εἶναι ζήτημα ἐπισιτισμοῦ.
§17Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τότε ἂς ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§18Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὑπάρχει νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀναμείνητε.
§19Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος.
§20Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Πρόκειται νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον σύστημα.
§21Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον σύστημα εἶναι ἀνεπαρκές, διότι μετεβλήθησαν οἱ ἀρχικοὶ ὅροι τῶν ἀσφαλειῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως διαπραγματεύσεις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Ἀγγλίας πρὸς καθορισμὸν τῶν τοιούτων ἀσφαλειῶν καὶ νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις διπλωματικῶς νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα ὥστε καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ περιληφθῇ εἰς τὰς Δυνάμεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι θὰ τύχωσι προνομίων. Δι’ αὐτὸ ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, κ. Ὑπουργέ· πρέπει νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι. Δὲν ἔχομεν σήμερον τὴν εὐκολίαν νὰ μεταφέρωμεν τὰ Ἑλληνικὰ εἴδη. Ὅταν τύχῃ ἓν ἀτμόπλοιον, θὰ εἶναι δῶρον Θεοῦ.
§22Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ νομοσχέδιον, κ. βουλευτά, εἶναι ἕτοιμον καὶ αἱ παρατηρήσεις σας θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλαλᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν καὶ ἐκθέσεων τὰς ὁποίας κατέχει ἡ Κυβέρνησις ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσβολῆς οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ Δράμας καὶ ἰδιαιτέρως τῆς πόλεως Καβάλλας. Ἀναβάλλεται κατόπιν τῆς σχετικῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσα ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως. Ὁ κ. Καραπαναγιώτης ἐρωτᾷ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἄν, καὶ μετὰ τὰς τελευταίας δοκιμασίας εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη τὸ πρὸς αὐτοθυσίαν ψυχικὸν σθένος μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1912 ἐπιδειχθεῖσαν ὑπὸ τῶν δημοδιδασκάλων ἐν ἐπιστρατεύσει θαυμαστὴν πολιτείαν, δὲν ὑφίσταται ἐπιτακτικὴ ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ νὰ προνοήσωσι περὶ μειώσεως τῆς ἀθλιότητος τοῦ βίου ἐν τῇ ὁποίᾳ διατελοῦσιν οἱ πρωτεργάται οὗτοι τῆς ἐθνικῆς τιμῆς.
§24Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ν’ ἀπαντήσωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὸ ὁποῖον κρίνω πολὺ σοβαρὸν διὰ τὰς παρούσας περιστάσεις.
§25Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Διατί ἀναμιγνύετε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν;
§26Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γερμανίας ἐξέδωκεν ἡμερησίαν διαταγὴν διὰ τῆς ὁποίας ἐξέφρασε τὰς εὐχαριστίας του πρὸς τὸν διδασκαλικὸν κλάδον. Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι προσεχωρήσαμεν εἰς τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἄνευ τῶν δημοδιδασκάλων δὲν ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸν ἀγῶνα. Καὶ διὰ τοῦτο σήμερον διεκτραγῳδοῦμεν τὴν ἀθλιότητα τῆς θέσεώς των καὶ ζητοῦμεν τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς των.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παρίτσης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ὅπως, εὐαρεστούμενος, δηλώσῃ ποίας διαταγὰς ἔδωκεν ὅπως ἀποσταλῶσιν ἐπειγόντως πρὸς τοὺς πεινῶντας πληθυσμοὺς τῆς Μυτιλήνης ἐπαρκῆ σιτηρὰ καὶ ἂν γνωρίζῃ εἰς ποῖον βαθμὸν ἀπελπισίας εὑρίσκονται οἱ κάτοικοι, ἀγνοοῦντες πῶς καὶ πόθεν νὰ προμηθευθῶσι τὸν ἄρτον των.
§28Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Ἵνα μὴ ἀπασχολῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν, ἐν συντόμῳ θ’ ἀναφέρω ὅτι αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας τελευταίως ἔλαβον εἶναι δυσάρεστοι. Ἐσημειώθησαν δὲ καὶ θάνατοι ἐν Μυτιλήνῃ ἐξ ἀσιτίας, ἔλαβον δὲ χώραν ἐπεισόδια τὰ ὁποῖα ὁ κ. Κυβερνητικὸς ἀντιπρόσωπος ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Αἱ ἀποστολαὶ τὰς ὁποίας κατ’ ἀραιὰ διαλείμματα ἐνήργησε τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἱκαναὶ ἵνα ἀποσοβήσωσι τὴν φοβερὰν πεῖναν. Δὲν μὲ διαφεύγουν αἱ δυσχέρειαι τῆς ἀποστολῆς, ἀλλ’ ἀκριβῶς αἱ δυσχέρειαι αὗται πρέπει νὰ πείσωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι πρέπει ν’ ἀποσταλῇ ἀρκετὴ ποσότης τροφίμων διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐκεῖ σχετικὴ τοὐλάχιστον ἐπάρκεια.
§29Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἀπεστάλησαν ἤδη 850 τόννοι, δηλαδή, ἀναλόγως πρὸς τὰς περιστάσεις, ποσὸν ἀρκετόν.
§30Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Κατὰ τὰς εἰδήσεις αἱ ὁποῖαι ἦλθον προχθὲς τὸ Σάββατον σιτάρι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει.
§31Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἡ ἀποστολὴ ἐγένετο ἤδη.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπαναγιώτης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν τὸ συμφέρον τῆς ἐπιστρατεύσεως ἑκάστοτε δὲν ὑπαγορεύει νὰ ληφθῇ νομοθετική τις πρόνοια πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς θέσεως τῶν ἐμποροϋπαλλήλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπιστρατεύσεως δὲν γίνονται δεκτοὶ εἰς τὰ καταστήματα ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀπεμάκρυνεν αὐτοὺς, ἀμέμπτως βιοπαλαίοντας, ἡ φωνὴ τῆς Πατρίδος.
§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Διατί ἐμὲ ἐρωτᾷ πάντοτε ὁ κ. Καραπαναγιώτης; Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔπρεπε νὰ ἀποταθῇ.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν πρόκειται νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπιτυχόντων ὑποψηφίων διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων καὶ μὴ εἰσελθόντων λόγῳ τοῦ περιωρισμένου ἀριθμοῦ τῶν εἰσαχθέντων.
§35Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἐρώτησις αὕτη βεβαίως μὲ ἀφορᾷ, ἔχω δὲ νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν ἠμπόρεσαν νὰ εἰσέλθωσι πέρυσι δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν ἐφέτος χωρὶς νὰ ὑποστῶσι νέον διαγωνισμόν.
§36Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν διετυπώθη καλῶς ἡ ἐρώτησις, κ. Πρόεδρε. Ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσακτέων ὡρίσθη εἰς ἑξήκοντα· ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἐὰν πρόκειται ν’ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτός.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀλλάζει τότε τὸ ζήτημα καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἐξετάσω πρὶν ἀπαντήσω.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιαούλης ἐρωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας ἐὰν θὰ λάβωσι νομοθετικὸν μέτρον πρὸς ἀνακούφισιν τῶν λόγῳ τῆς καταστάσεως ζημιωθέντων ἐνοικιαστῶν τοῦ δημοτικοῦ ἢ λιμενικοῦ φόρου κατὰ τὸ ἔτος 1916–1917. Παρόμοιον μέτρον ἐλήφθη, ὡς γνωστόν, διὰ τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν δημοτικῶν καὶ λιμενικῶν φόρων κατὰ τὸ ἔτος 1914–1915, εἶναι δὲ δίκαιον νὰ ληφθῇ καὶ διὰ τοὺς ἐν λόγῳ ἐνοικιαστὰς οἱ ὁποῖοι μεγάλως ἔχουν ζημιωθῆ.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἀπήντησα εἰς ὁμοίαν ἐρώτησιν ὅτι θέλω λάβει τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας, αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις ἀναβάλλονται. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§41Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κύριοι βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας». Ἡ ἀνάγκη τοῦ νέου ὀργανισμοῦ δὲν εἶναι ἁπλῆ συνέπεια τῆς ἀποκοπῆς δύο σπουδαιοτάτων τμημάτων, τῆς Γεωργίας καὶ τῶν Δασῶν, καὶ τῆς ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὸ ἀρτισύστατον Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἀλλὰ καὶ μία ἀνάγκη ἐκ τῆς πείρας τῆς ἐξελίξεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν πρὸς πληρεστέραν διάπλασιν τῶν ὑπολειπομένων κλάδων. Τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἐπέσυρεν ἐν πρώτοις εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων πλουτοπαραγωγικῆς τῆς Χώρας κλάδων, ὁ τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα πρὸς τοῦτο θὰ ὑποβληθῶσι, λαμβάνεται ἤδη μέριμνα πρὸς παρακολούθησιν τῶν διαφόρων ἐμπορικῶν συμβάσεων, τοῦ ἐλέγχου τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν Ἐμπορικῶν Ἐπιμελητηρίων, τῆς ἐπαγρυπνήσεως ἐπὶ τῆς ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως κλπ. Οὕτω δὲ τὸ ἄχρι τοῦδε τμῆμα Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας διαιρεῖται εἰς δύο, προστιθεμένου εἰς τὸ τμῆμα Βιομηχανίας καὶ βιομηχανικοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἡ δημιουργία τοιαύτης ἐπιθεωρήσεως ἔρχεται νὰ πληρώσῃ, Κύριοι, σημαντικώτατον κενόν, τὴν παρακολούθησιν τουτέστι τῆς βιομηχανικῆς ζωῆς τῆς Χώρας, τὴν ἄχρι τοῦδε ἐλλείπουσαν ἀπογραφὴν αὐτῆς καὶ τὴν παροχὴν εἰς τὸ κέντρον ὅλων τῶν πληροφοριῶν περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς βιομηχανίας μας. Διὰ νὰ κατανοηθῇ ἡ σοβαρότης τοῦ συνιστωμένου θεσμοῦ ἀρκεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι ἐν Βουλγαρίᾳ, Χώρᾳ ἥτις ἀριθμεῖ βίον μόλις ὀλίγων ἐτῶν, ὑπάρχουσι 16 τοιοῦτοι ἐπιθεωρηταί. Εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν αὐτὴν τῆς βιομηχανίας θὰ ὑπαχθῇ καὶ ἡ μέριμνα καὶ παρακολούθησις τῆς χειροτεχνίας καὶ τῆς οἰκοτεχνίας δύο κλάδων οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἰδιωτικῇ των ἐμφανίσει παρ’ ἡμῖν δὲν ὑστέρησαν βεβαίως, ἔχουν ὅμως ἀνάγκην ἰδιαιτέρας χειραγωγίας, ὅπως δυνηθῶσι καὶ παράσχωσι θετικὰ ἀποτελέσματα. Αἱ λοιπαὶ μεταρρυθμίσεις, Κύριοι, τοῦ ὀργανισμοῦ συνίστανται εἰς προσθήκας τινὰς τὰς ὁποίας ἡ ἐξέλιξις τῆς ὑπηρεσίας ἐπιβάλλει, ὡς λ.χ. ἡ Διεύθυνσις τῶν Μεταλλείων ἐνισχύεται διὰ τῆς δημιουργίας ὀρυκτολογικοῦ καὶ πετρολογικοῦ ἐργαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἔχει σπουδαιοτάτην ἀποστολὴν διὰ τὴν περαιτέρω γεωλογικὴν μελέτην τῆς Χώρας, εἰς τὸ τμῆμα τῆς Στατιστικῆς προσαρτᾶται ἡ ὑπηρεσία τῆς στατιστικῆς τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου ἡ ὁποία ὑπήγετο μέχρι τοῦδε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, κλπ. Ἐπίσης διὰ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ καταργοῦνται διάφοροι διατάξεις, κατεσπαρμέναι εἰς πλεῖστα νομοθετήματα καὶ ἀφορῶσαι εἰς τὸ ὑπαλληλικὸν προσωπικόν, τίθενται δὲ διατάξεις ὁμοιομορφίας δι’ ἅπαντας. Ὁμοίως ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, Κύριοι, σχέδιον νόμου «περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». Κρίνω περιττὸν νὰ ἐξάρω τὴν σημασίαν τοῦ μεγάλου τούτου κλάδου τῆς ἐθνικῆς μας ζωῆς, τὰ πρῶτά του ἐπίπονα βήματα, τὸ ἐπακολουθῆσαν ἁλματικὸν μεγαλεῖον, ὡς καὶ τὰς δυσμενεῖς συνθήκας ὑφ’ ἃς σήμερον ἀγωνίζεται. Κοινὴ πεποίθησις ἀπὸ πολλῶν χρόνων ἐπικρατεῖ ὅπως τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, ἀνδρωθὲν καὶ περιαχθὲν εἰς περιωπήν, ἐξ ἧς πλειότερα δύναταί τις νὰ ἐλπίζῃ, περιέλθῃ εἰς περιβάλλον μὴ ἐπιφορτισμένον μὲ πολεμικὰς φροντίδας, ἀλλά, καλούμενον λόγῳ τῆς ἀποστολῆς του, νὰ δώσῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν τοῦτον παράγοντα ὁλόκληρον τὴν ἠθικὴν ἀντίληψιν τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ ἀντίληψις αὕτη εἶναι σήμερον τόσῳ μᾶλλον ἐπείγουσα ὅσῳ μυρίαι παρουσιάζονται αἱ δυσχέρειαι διὰ τὴν ἀναδημιουργίαν τοῦ τόσον δοκιμασθέντος ναυτικοῦ μας ὑπὸ ἀπηνοῦς ἐχθροῦ, ὅστις, χωρὶς κἂν ν’ ἀναμείνῃ τὴν κήρυξιν πολέμου, μετὰ περισσῆς λύσσης ἔβαλεν ἐναντίον τῶν ἐμπορικῶν μας σκαφῶν. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς ὃ θὰ ὑπάγεται ἡ διοίκησις τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ὁ κατ’ ἐξοχὴν οἰκονομικὸς οὗτος παράγων ὤφειλε νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλή, ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου, Βιομηχανίας κλπ. Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν παραπέμπεται τὸ νομοσχέδιον «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας» παρακαλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐνισχυθῇ διὰ τῶν κ.κ. Κ. Μελᾶ, Κ. Γόντικα, Ι. Μανέτα, Ι. Βαλαλᾶ καὶ Ν. Ζαρλῆ, ἡ δὲ ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, εἰς τὴν ὁποίαν, ὡς ἁρμοδίαν, παραπέμπεται τὸ δεύτερον τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, διὰ τῶν κ.κ. Ι. Μάνου, Ι. Βαλαλᾶ, Κ. Καλομενοπούλου καὶ Α. Τ. Μπασιᾶ. (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἐπέκτασις τῆς ἰσχύος πέντε διαταγμάτων ἐκδοθέντων ἐν Θεσσαλονίκῃ ὑπὸ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφορώντων εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, (παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ), τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ζήτημα μόνον τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ καὶ ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, διότι ὁ χρόνος δὲν συνεχώρησε τὸν καταρτισμὸν μακρᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἄλλως τε στερούμεθα τῆς ὑπάρξεως στατιστικῶν δεδομένων περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑλλάδι καὶ τῆς συγκρίσεως πρὸς ἄλλα Ἔθνη καὶ δὴ ὅμορα πρὸς ἡμᾶς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, λέγω, νὰ κάμω μικρὰν ἀνάπτυξιν τῶν γενικῶν γραμμῶν αἱ ὁποῖαι διήκουσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Γνωρίζετε, Κύριοι, ἀπὸ μακρὰς συζητήσεις, διεξαγομένας ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐν τῷ πολιτικῷ καὶ ἐπιστημονικῷ κόσμῳ τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα — τὸ ὁποῖον μέχρι τινὸς ἦτο ἀγροτικὸν Θεσσαλικὸν ζήτημα — εἰς τί συνίστατο. Ἐκτάσεις μεγάλαι, ἀπαρτίζουσαι τὰ ⅔, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ 1916, ὁπότε ἐγένετο ἡ πρώτη σοβαρὰ ἔρευνα τοῦ ζητήματος, τὰ ⅔, λέγω, περίπου τῆς Θεσσαλικῆς γῆς, ἀνῆκον εἰς μεγάλους ἰδιοκτήτας, οἵτινες, ἀπουσιάζοντες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τῶν κτημάτων των, ἄφινον τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτῶν εἰς ἐπιστάτας καὶ ἐνοικιαστάς, οἵτινες τὴν μὲν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος ἀτελέστατα ἐνήργουν, παντοειδῶς δέ, καὶ πολυτρόπως ἐπίεζον τοὺς καλλιεργητὰς καὶ μορτίτας, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως, κατὰ τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τοῦ θεσμοῦ, δὲν ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἁπλοῖ ἡμερομίσθιοι ἐργάται, ἀλλ’ εἶχον δικαιώματα βαθύτερα, δικαιώματα ἱστορικὰ ἐπὶ τῆς γῆς τὴν ὁποίαν ἐκαλλιέργουν. Μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, οἱ γενόμενοι ἰδιοκτῆται τῶν μεγάλων ἐκείνων ἰδιοκτησιῶν, κατ’ ἔκτασιν μόνον καλλιεργουμένων, ἐμερίμνησαν ὥστε νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν σχέσιν αὐτῶν τὴν νομικὴν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς τῆς γῆς διὰ τῆς συνάψεως μισθωτηρίων συμβολαίων. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον μετέτρεψαν τὴν σχέσιν τῆς μορτῆς τὴν ἰδιώνυμον, ἡ ὁποία — τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει σημασίαν σήμερον — κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν, βεβαίως μετεῖχε δικαιώματος ἐμπραγμάτου φύσεως, μετέτρεψαν, λέγω, τὴν σχέσιν τῆς μορτῆς εἰς σχέσιν ἁπλῆς μισθώσεως καὶ ἐκεῖνος ὅστις εἶχε γεννηθῆ ἐν τῷ κτήματι, εἶχεν ἴδει τοὺς γονεῖς του νὰ θάπτωνται ἐν τῷ κτήματι, εἶχε συνηθίσει νὰ θεωρῇ ὅτι τὸ κτῆμα ἀνήκει εἰς αὐτόν, ὅπως ἀνήκει εἴς τινα ἰδιοκτησία τὴν ὁποίαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐκαλλιέργησαν οἱ γονεῖς καὶ πρόγονοι αὐτοῦ, ἔβλεπεν ἑαυτὸν μετατιθέμενον εἰς τάξιν ἁπλοῦ μισθωτοῦ καὶ δυναμένου νὰ ἐκδιωχθῇ δι’ ἁπλῆς διαδικασίας ἐνώπιον τοῦ Προέδρου. Ἡ ἔρις ἔκτοτε καὶ ἡ ἐχθροπάθεια μεταξὺ τῶν δύο τάξεων, τῆς τάξεως, Κύριοι, τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς τάξεως τῆς ἐργασίας, ἐγένετο ἀληθῶς ὀξυτάτη. Οἱ καλλιεργηταὶ ἐθεώρουν ἐχθρὸν αὐτῶν ἐκεῖνον ὅστις ἠδύνατο νὰ ἐπισείῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους, τὴν σπάθην τῆς ἐξώσεως, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἔξωσις ἐγέννα διαταραχὰς τῆς δημοσίας τάξεως τοιαύτας ὥστε οὐδὲ ὁ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς ἦτο ἱκανοποιημένος ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Ἠγέρθη ζήτημα οἰκονομικόν, ζήτημα κοινωνικόν, καὶ ζήτημα δημοσίας τάξεως, ζήτημα τὸ ὁποῖον ἠνάγκαζε τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ μὴ δύνανται νὰ σκεφθῶσι διὰ τὴν καλυτέραν ἐκμετάλλευσιν τῆς γῆς καὶ ἠνάγκαζε τοὺς καλλιεργητὰς νὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὸ κτῆμα ὡς κτῆμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ ἐξωσθῶσι καὶ νὰ μὴ φροντίζωσιν ὥστε διὰ βελτίονος καλλιεργείας νὰ αὐξήσωσι τὰς προσόδους του καὶ νὰ καταστήσωσι καὶ τὸν κοινωνικὸν πλοῦτον μείζονα. Εἶναι ἀληθές, ἐὰν δώσῃ τις πίστιν —καὶ δὲν ἔχω λόγον νὰ μὴ δώσω πίστιν εἰς περιγραφὰς ἐπισήμων καὶ ἀνεπισήμων προσώπων ἐπισκεφθέντων τὰ μέρη ἐκεῖνα— εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ πίεσις ἡ ὁποία ἐξησκεῖτο μετέβαλλε τὸν μορτίτην εἰς πρόσωπον ὀλίγον ἀπέχον τοῦ ἀρχαίου δουλοπαροίκου. Ἀληθῶς δὲν ἦτο ὁ μορτίτης ἐργάτης κοινός, τὸν ὁποῖον εὐκόλως δύναταί τις νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τῆς ἐργασίας του καὶ νὰ τὸν ρίψῃ εἰς ἄλλην ἐργασίαν. Ἀπεσπᾶτο ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κτήματος, μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε συνδεθῆ αὐτὸς καὶ οἱ πρόγονοί του, τὸ ὁποῖον εἶχον ποτίσει μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου των ἐπὶ μακρότατα ἔτη. Καὶ μόνον ὅστις δὲν συνανεστράφη καὶ δὲν ἐπλησίασε τὴν γεωργικὴν τάξιν δύναται νὰ ἀγνοῇ πόσον ζωηρὸς εἶναι ὁ ἔρως ὃν αἰσθάνεται ὁ γεωργὸς πρὸς τὸ κτῆμα τὸ ὁποῖον καλλιεργεῖ καὶ πόσον δυσκόλως δύναταί τις, χωρὶς νὰ τρέξῃ τὸν κίνδυνον τοῦ μαρασμοῦ, νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὸ κτῆμα ἐκεῖνο καὶ νὰ ἐργασθῇ ἀλλοῦ ὡς ἡμερομίσθιος ἐργάτης («Εὖγε, εὖγε!»). Ἀλλά, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ πίεσις ἐκείνη εἰς πολλὰ μέρη, καθ’ ἃ μαρτυροῦσι συμβόλαια ἀρχαιότερα τοὐλάχιστον, ἐξησκεῖτο κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἐπέβαλλε καὶ ἀγγαρείαν καὶ δουλείαν προσωπικὴν ἀκόμη εἰς τοὺς μορτίτας. Ἐὰν ἀναγνώσῃ τις τὰ περιεχόμενα τοιούτων συμβολαίων, θὰ ἴδῃ ὅτι εἶχον νομικῶς, οἰκονομικῶς τὸ αὐτὸ περιεχόμενον τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τοὺς δουλοπαροίκους νὰ ἐξεγερθοῦν κατὰ τὴν μετὰ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν περίοδον καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν ἀπὸ τῶν ὀνύχων τῶν φεουδαρχῶν. Παρετηρήθησαν πολλάκις καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας καὶ πολιτικὸς ἐκβιασμὸς ἠσκεῖτο κατὰ τοῦ μορτίτου, διότι συνέπεσεν εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν νὰ κοινοποιηθῶσι κατὰ ἑκατοντάδας αἰτήσεις περὶ ἐξώσεως καὶ νὰ ἐξασκῆται οὕτω ψυχολογικὴ βία ἐπὶ τοῦ μορτίτου διὰ νὰ ἐξαναγκάζηται νὰ σύρηται ὄπισθεν τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ νὰ ἀπαρνῆται τὴν πολιτικὴν αὑτοῦ ὕπαρξιν. Ἐνῷ δὲ οἱ λόγοι οὗτοι εἶχον ἐγείρει τὸ χάος καὶ τὴν ἐχθρότητα τὴν ἄσβεστον μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τοῦ μορτίτου, δὲν ἔπασχον αἱ τάξεις αὗται μόνον, ἀλλ’ ἔπασχε καὶ ἡ καθόλου οἰκονομία τῆς Χώρας, διότι κατελείπετο τελείως ἀνεπίδεκτος βελτιώσεως ἡ γεωργικὴ καλλιέργεια. Ἡ ἐχθρότης αὕτη, ἡ ἀβεβαιότης περὶ τοῦ τί γενήσεται αὔριον, ἡ ἀπὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν γεννηθεῖσα, καθ’ ἃς ὑπεστηρίζετο ὅτι πρέπει νὰ φθάσωμεν μέχρι τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος, ὁ μαρασμὸς ὁ ψυχικὸς εἰς τὸν ὁποῖον διετέλει ὁ μορτίτης, ὁ φόβος εἰς τὸν ὁποῖον διετέλει ὁ ἰδιοκτήτης, ὅλα αὐτὰ συνετέλεσαν ὥστε οὐδὲ ὁ εἷς νὰ σκέπτηται περὶ μείζονος ἀποδόσεως τῆς γῆς διὰ τῆς προσωπικῆς αὑτοῦ καλλιεργείας, βέβαιος ὢν ὅτι τὸ κέρδος τῶν κόπων αὐτοῦ θὰ εἶχεν ἄλλος, ὅστις, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν του, κατὰ τὴν ψυχικήν του διαίσθησιν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἄλλος ἐκαλλιέργει ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν· ἀλλὰ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἠννόει νὰ βελτιώσῃ τὴν καλλιέργειαν διὰ τῶν νεωτέρων ἐπιστημονικῶν μεθόδων, διότι τὰ ἔξοδα θὰ ἀπέδιδον ποσοστὸν περισσότερον, τοῦ ὁποίου ὅμως θὰ μετεῖχε καὶ ὁ μορτίτης, ὁ μὴ ἐργαζόμενος διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ μείζονος τούτου ποσοστοῦ. Κατήντησε, μὲ τὴν πάροδον τῶν ἐτῶν, καὶ αἱ δύο τάξεις νὰ ποθῶσι μίαν οἱανδήποτε λύσιν· καὶ οἱ μορτῖται, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, ἀλλὰ λύσιν ὁριστικὴν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐνῷ μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας ὑπῆρχον τινὲς ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους ἔπρεπε νὰ ἀποφευχθῇ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας δεκάδας ἐτῶν, καὶ ἰδίᾳ μετὰ τὴν ἐργασίαν τὴν γενομένην κατὰ τὸ 1896, ἐπεδιώκετο πανταχόθεν ὁ διακανονισμὸς τοῦ ζητήματος τούτου κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον. Ἐγκατελείφθη ἡ ἰδέα ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὸν διακανονισμὸν τοῦτον, καὶ ἐγκατελείφθη ὀρθῶς· διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνεφανίσθη ὑπὸ ὀξυτέραν ἢ ἠπιωτέραν μορφὴν καὶ εἰς ἄλλα Κράτη γεωργικά, δὲν ἐδίστασαν δὲ οὐδαμοῦ νὰ δεχθῶσι τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους διὰ τὴν λύσιν των. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὅμοια Κράτη Βαλκανικά, ἀλλὰ δύναταί τις, ἀρχίζων ἀπὸ τῆς φιλελευθέρας Ἀγγλίας, ὅπου ὁ πολὺς Γλάδστων ἔδωκε ριζικωτάτην λύσιν ἐπὶ ζητήματος ὁμοίου πρὸ τριῶν περίπου δεκαετηρίδων, δύναταί τις, λέγω, διασχίζων ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην, νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς Χώρας τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου, μέχρι τῆς Ἰαπωνίας ἀκόμη, καὶ νὰ ἴδῃ καὶ ἐκεῖ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν αὐτὴν περίπου μορφήν. Πανταχοῦ ἠναγκάσθη τὸ Κράτος νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ δώσῃ τὴν ὁριστικὴν τομήν. Αὐτῆς τῆς σκέψεως, ὅτι ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους ἦτο ἀναγκαία, ἐπακολούθημα ἦτο ἡ ἵδρυσις τοῦ λεγομένου Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου. Ἀλλὰ ριζικωτέρα ἀκόμη ἦτο ἡ μακρὰ συζήτησις ἡ γενομένη κατὰ τὴν Βουλὴν τὴν Ἀναθεωρητικὴν τοῦ 1911 καὶ καταλήξασα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔδει καὶ συνταγματικῶς ἀκόμη νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει κώλυμα διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν καὶ τὸν τεμαχισμὸν αὐτῶν πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας. Ἕτερον ὅμως συμπέρασμα τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους ὑπῆρξεν ὅτι διὰ νομοθετήματος εἰδικοῦ ἀπηγορεύθη εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν νὰ θεωρῇ τὸν μορτίτην ὡς ἁπλοῦν μισθωτήν, τῆς δὲ ἀρχῆς τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους συμπέρασμα ὑπῆρξε καὶ ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς τῷ 1914, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ πραγματικὴ κατάστασις καὶ ἡ νομικὴ σχέσις ἥτις ὑφίστατο μεταξὺ τῶν σχετιζομένων μὲ τὰ τσιφλίκια ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἐτακτοποιοῦντο. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι γνωστὸν ὅτι τόσον ἐπεβλήθη εἰς τὴν συνείδησιν τῶν σχετιζομένων μὲ τὰ τσιφλίκια, ὥστε ἐδόθη παράτασις. Παραλλήλως ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἐμερίμνησεν ὥστε νὰ ἱδρυθῶσι μικραὶ ἰδιοκτησίαι ἐν Θεσσαλίᾳ. Οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, ὅτε ἀπηλευθεροῦντο νέαι Ἑλληνικαὶ Χῶραι. Ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ τῇ Ἠπειρωτικῇ γῇ ἡ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν τις ἀπεκόμιζεν ἦτο ἐντύπωσις μελαγχολίας. Ἔβλεπέ τις κατασκηνώματα τὰ ὁποῖα δὲν ἤξιζον νὰ φέρωσι τὸ ὄνομα οἰκίσκου, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐδὲν διέφερον τῶν ἐνδιαιτημάτων, ὅπου ἔμενον τὰ ζῷα. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ μαστίζονται ὑπὸ ἀθλιότητος, ἀνωτέρας πάσης περιγραφῆς. Εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους δὲν ἀπεδόθη ἐλευθερία, διότι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτῶν κατ’ οὐδὲν ἐβελτιώθη. Ἐξηκολούθησαν νὰ δουλεύωσι, δίκην ἀλητῶν ἂν μὴ ζώων. Συνέτεινε καὶ τὸ φαινόμενον τῆς ἀπουσίας τοῦ ἰδιοκτήτου, τὸ φαινόμενον τοῦτο τὸ καταστρεπτικὸν διὰ τὴν γεωργικὴν πρόοδον. Οἱ ἰδιοκτῆται τῆς Θεσσαλίας ἦτο ζήτημα ἐὰν μετέβαινον ἐπί τινας μῆνας εἰς τὰ κτήματά των. Σπανιώτατα ἐπεσκέπτοντο αὐτά· ἀπέμενεν ὁ ἐνοικιαστὴς ὡς διαχειριστὴς τῶν ἰδιοκτησιῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου πλούτου. Εἶναι λυπηρὸν τὸ θέαμα τῶν κτημάτων, ἐντελῶς ἀκαλλιεργήτων, πλησίον τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν καὶ ὅπου ἡ συγκοινωνία ἦτο πυκνή. Ἐπεβάλλετο λοιπὸν νὰ μὴ ἀφεθῶσι τὰ πάντα μοιρολατρικῶς εἰς ἐξέλιξιν οἱανδήποτε. Τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ μεριμνήσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι λόγοι ἐπέβαλλον ἀκόμη ζωηροτέραν τὴν σκέψιν καὶ τὴν μέριμναν τοῦ Κράτους, τὸ ἐπεῖγον δηλαδὴ τῆς ρυθμίσεως τῆς ἀγροτικῆς κτήσεως, κατὰ τὴν Τουρκικὴν νομοθεσίαν, ἢ ἀκριβέστερον τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς κατὰ τὴν Τουρκικὴν ἀντίληψιν νομίμου ἐξουσιάσεως ἐπὶ τῶν γαιῶν, τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν τοιούτων σχέσεων εἰς σχέσεις ἀναγνωριζομένας ὄχι ἁπλῶς κατὰ τὴν Τουρκικὴν δικαστικὴν ἀντίληψιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τὴν Εὐρωπαϊκήν. Ἔδει νὰ καταστῶσι τὰ κτήματα ταῦτα κτήματα πλήρους καὶ τελείας ἰδιοκτησίας καὶ δοθῶσιν ὅλα τὰ δικαιώματα εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, ὡς ἀναγνωρίζονται εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Περὶ τούτου θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περαιτέρω, λέγω ὅμως νῦν ὅτι καθῆκον ἦτο νὰ λάβῃ τὸ Κράτος ἄμεσον φροντίδα τόσον διὰ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ὅσον καὶ διὰ τὰς γαίας αἱ ὁποῖαι περιῆλθον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἐνῷ προηγουμένως ἀνῆκον εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ αἱ ὁποῖαι ὀρθὸν ἦτο νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας. Ἀφοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, Κύριοι, εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης ἐστερεώθη ἡ ἰδέα ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐπεδέχετο ἀναβολήν, ἠρωτᾶτο κατὰ ποίαν μέθοδον θὰ ἐπήρχετο ἡ λύσις ἡ καλυτέρα, ἀλλὰ καὶ ταχυτέρα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν μικρῶν ἰδιοκτητῶν. Ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις τῆς Θεσσαλονίκης ἐθεώρησεν ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἱδρυθῇ εἰδικὴ ὑπηρεσία, Ἀνωτάτη Διεύθυνσις, ἡ ὁποία ν’ ἀπασχοληθῇ ἀποκλειστικῶς μὲ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Μετὰ πάροδον ὀλίγων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Διευθύνσεως ἐκείνης ἐκυρώθησαν τὰ σχέδια τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπεκτείνῃ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἡ μόνη μέθοδος, διὰ τῆς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἦτο καθ’ ἡμᾶς ἡ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐπὶ ἀποζημιώσει δι’ ὁμολογιῶν τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων διάφοροι νόμοι ἐψηφίσθησαν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ὅπου ἐπραγματοποιήθη ὁ λεγόμενος ἐσωτερικὸς ἀποικισμός, ὅπου δηλαδὴ προσπαθοῦν, κατατεμαχίζοντες τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν, νὰ ἱδρύσωσι μικράς, εἴτε διὰ λόγους κοινωνικοὺς εἴτε διὰ λόγους οἰκονομικοὺς εἴτε διὰ λόγους ἐθνικούς. Ἡ μέθοδος ἡ ὁποία ἠκολουθεῖτο καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀλλαχοῦ ἦτο περίπου ἡ ἑξῆς: Ἀπηλλοτριοῦτο τὸ κτῆμα, εἴτε ἑκουσίως εἴτε ἀναγκαστικῶς, σημειωτέον ὅτι εἰς πολλὰ ἤδη Κράτη ἔφθασαν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ δὴ Κράτη φιλελεύθερα. Μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἐγίνετο καταμέτρησις καὶ κατετεμαχίζετο τὸ κτῆμα εἰς πλείονας ἰδιοκτησίας, ἑκάστη δὲ ἰδιοκτησία παρεχωρεῖτο, συνήθως διὰ κλήρου, εἰς τὸν καλλιεργητήν, ὁ ὁποῖος ἐγίνετο οὕτω μικρὸς ἰδιοκτήτης. Ἡ μέθοδος ἦτο κατ’ ἐξοχὴν βραδεῖα καὶ χρήζει πολλοῦ προσωπικοῦ γεωμετρῶν. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι οὐδεμίαν ἀναβολὴν τὸ πρᾶγμα ἐδέχετο, ὥστε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν βραδυτάτην ταύτην μέθοδον, ἀλλ’ οὔτε καὶ γεωμετρικὸν προσωπικὸν ἔχομεν ἐπαρκές, οὐδὲ ἠδυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐπαρκὲς γεωμετρικὸν προσωπικὸν ἐπὶ σειρὰν ἀκόμη ἐτῶν. Διὰ τοῦτο εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλον τρόπον πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος, Ἡ μέθοδος τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις εἶναι πρωτότυπος ἐν τῇ λύσει τῶν τοιούτων ζητημάτων, εἶναι μέθοδος, ἡ ὁποία, ἐὰν θέλετε, ἔχει τὴν ἀρχήν της εἰς παλαιὰν ἀλλὰ καὶ ἀκλόνητον συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τρέφει πρὸς τὴν ἰδέαν τῶν συνεταιρισμῶν.
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῶν συνεταιρισμῶν;
§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μάλιστα. Εἶχον, Κύριοι, πάντοτε τὴν γνώμην, ἀντιθέτως πρὸς ὅ,τι ἐπεκράτει εἰς ἄλλους κύκλους, πολιτικοὺς καὶ τραπεζικούς, ὅτι οἱ συνεταιρισμοὶ ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχωσι καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρξε μέρος τῆς γῆς εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐπέτυχον. Ἐνθυμοῦμαι τὴν κατάπληξιν, ἣν ᾐσθάνθην, ὅταν ἤκουσα ἀνωτάτους ἰθύντορας τραπεζικοῦ τινος ἱδρύματος νὰ μοὶ λέγωσι μετ’ ἀπορίας, ὅτι δὲν φαντάζονται πῶς εἶναι δυνατὸν φερέγγυοι, ἑνούμενοι πρὸς ἀλλήλους νὰ ἀποτελέσωσι φερεγγυότητα.
§47Γ. ΠΩΠ. Οἱ σύμβουλοι τῶν Τραπεζῶν.
§48Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἠγνόουν οἱ ἐντεταλμένοι τὴν τραπεζικὴν ὑποστήριξιν τῶν συνεταιρισμῶν, ἠγνόουν μίαν πεῖραν μακροτάτων ἐτῶν. Ἀλλ’ ὅ,τι τοῖς ἐφαίνετο ἀπορία, τοῦτο ἔχει ἀποδειχθῆ πλέον ἐκ μακρᾶς ἐφαρμογῆς ὡς ἀξίωμα οἰκονομικόν, ἔχει ἀποδειχθῆ πλέον διὰ πειραμάτων οἰκονομικῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται πλέον καμμία ἀμφιβολία. Θὰ ἐπετρέπετο ἀμφιβολία δι’ ἀφηρημένα δόγματα, ὅταν ὅμως ἰδέαι οἰκονομικαὶ ἐδοκιμάσθησαν καὶ ἔφερον ἀποτελέσματα, μόνον ὁ πυρρηνιστὴς δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ. Καὶ οἱ τοιοῦτοι δὲν εἶναι οἱ καταλληλότεροι διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ θεωρηθῶ ἔχων ὑπερβάλλουσάν τινα αἰσιοδοξίαν, δύναμαι νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν τελευταίως ἔλαβον. Ἐψηφίσθη ἐσχάτως, οὐχὶ τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, νόμος, δι’ οὗ τὸ Κράτος ἠγγυᾶτο εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν διὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἤθελε δώσει ἡ Τράπεζα εἰς γεωργοὺς καὶ κτηματίας. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔδωκε τοιαῦτα δάνεια εἰς συνεταιρισμούς, εἰς ἄτομα, φερέγγυα, κατὰ τὴν κρίσιν της. Αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔλαβον εἶναι ὅτι τὰ πρὸς ἄτομα δάνεια ἐπαρουσίασαν καθυστέρησιν 25%, τὰ πρὸς συνεταιρισμοὺς δάνεια οὐδεμίαν παρουσίασαν καθυστέρησιν («Εὖγε, εὖγε!». Χειροκροτήματα). Μετὰ τὴν παρένθεσιν ταύτην, συνεχίζων, λέγω ὅτι ἀπασχολούμενος μὲ τὸ ἀγροτικὸν πρόβλημα συνέλαβα τὴν ἰδέαν ὅπως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὸ κτῆμα, ἀντὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἕκαστος ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, μετὰ κατατεμαχισμὸν τοῦ κτήματος, ὅπου ἔζων ὡς καλλιεργηταί, ἐγκατασταθῶσιν ὁμαδόν, νομικώτερον, ὡς ὁμὰς δικαίου, ὡς οἰκονομικὴ πρὸ πάντων ὁμάς, ὡς συνεταιρισμός. Ἐν τῇ ἑνώσει ὑπάρχει ἡ ἰσχὺς καὶ οὕτως ἰσχυροὶ οἱ πρώην ἀσθενεῖς καλλιεργηταὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθωσι κατὰ τῶν τρικυμιῶν τῶν οἰκονομικῶν. Ἡ ἰδέα μου αὕτη ἔσχεν ἐπίρρωσιν ἀπὸ πεῖραν γενομένην ἐπὶ παρεμφερῶν σχέσεων εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν διαφέρουν οὔτε κατὰ τὰς οἰκονομικὰς οὔτε κατὰ τὰς γεωργικὰς συνθήκας τοῦ ἡμετέρου. Δηλαδὴ εἰς τὴν Ρουμανίαν καὶ Βουλγαρίαν προώδευσαν πολὺ συνεταιρισμοὶ καλλιεργητῶν, γενόμενοι ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν καθοδήγησιν τοῦ Κράτους, πρὸς μίσθωσιν μεγάλων ἀγροτικῶν κτημάτων. Ἐπληρώνετο τὸ μίσθωμα τακτικά, προήγετο ἡ καλλιέργεια καὶ ἡ ἐπιτυχία τῶν τοιούτων μισθωτικῶν συνεταιρισμῶν ὑπῆρξεν ἀξία ἀληθῶς θαυμασμοῦ. Καὶ ἐάν —εἶπε καθ’ ἑαυτὸν ὁ συντάκτης τοῦ Διατάγματος ἐκείνου τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως —συνεταιριζόμενοι οἱ καλλιεργηταὶ πληρώνουν κατ’ ἔτος, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, τὸ μίσθωμα ἀνελλιπῶς, διὰ τίνα λόγον νὰ μὴ πιστεύω ὅτι θὰ πληρώνουν τακτικὰ ὄχι μίσθωμα, ἀλλὰ τοκοχρεωλύσιον, ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ὥστε, μετὰ ἔτη, νὰ γίνωσιν αὐτοὶ οἱ ἀπόλυτοι κύριοι καὶ ἐξουσιασταὶ τῆς γῆς τὴν ὁποίαν καλλιεργοῦν; (Χειροκροτήματα). Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀποφεύγομεν τὴν βραδεῖαν λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὸ κτῆμα, ἀπαλλοτριούμενον ἀναγκαστικῶς, παραχωρεῖται ἀμέσως εἰς τὸν συνεταιρισμὸν τῶν καλλιεργητῶν, ἤτοι προσθήκη ἀναφεραμένη ἐν τῷ Διατάγματι, ὡς δυναμένων νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν αὐτῷ. Εἰς τὸν συνεταιρισμὸν τοῦτον, ὡς ὁλότητα, μεταβιβάζεται τὸ κτῆμα, καὶ ὁ συνεταιρισμὸς θὰ ἔχῃ νὰ πληρώνῃ πλέον πρὸς τὸ Κράτος τόκον, ὅσον θὰ πληρώνῃ τὸ Κράτος πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, θὰ γίνῃ δὲ μετά τινα ἔτη κύριος τοῦ κτήματος. Ἐξ ἄλλου καὶ πρὸ τῆς ἐν τῷ Διατάγματι τεθειμένης 30ετίας οἱ εὐημερήσοντες συνεταιρισμοὶ δύνανται νὰ ἐξοφλήσουν τὴν ὀφειλήν των πρὸς τὸ Κράτος, ὅπως δύνανται οὗτοι καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐπιμεληθῶσι τὴν μεταξὺ τῶν μελῶν διανομὴν τοῦ κοινῶς παραχωρηθέντος κτήματος, ἀπαρτιζομένων τοιουτοτρόπως τεμαχισμένων μικρῶν ἰδιοκτησιῶν. Ἐλπίζω μάλιστα ὅτι θὰ πράξωσι τοῦτο. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι πλείονες ἐξ αὐτῶν θὰ ἀποβλέψωσι νὰ γίνωσιν ἀτομικοὶ ἰδιοκτῆται, ἀτομικοῦ χωριστοῦ κέρδους τοῦ ὅλου κτήματος. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται, τῶν ὁποίων ἀναγκαστικῶς θὰ ἀπαλλοτριωθῶσι τὰ κτήματα. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, καὶ τοῦτο μόνον δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ λύσις ἣν δίδομεν εἶναι ριζοσπαστική. Ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ἦτο ἐπιβεβλημένη. Εἶναι μέτρον κοινόν, δὲν εἶναι μέτρον ριζοσπαστικόν. Τὴν ἐφαρμόζουν διὰ λόγους κοινωνικῆς ὠφελείας Κράτη ἀπολυταρχικὰ καὶ Κράτη φιλελεύθερα ἐξ ἴσου. Ὅταν ἐφαρμόζεται ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ὡς μέτρον κοινωνικόν, διὰ νὰ ἀνοιγῇ ἕνας δρόμος ἢ μία πλατεῖα, πρὸς ἐξωραϊσμὸν μιᾶς κοινότητος, διατί ἆρά γε θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφύγῃ τις αὐτὴν προκειμένου περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν καλλιεργητῶν; Ἐὰν θεωρῆται τὸ μέτρον σύνηθές τι, προκειμένου νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ἄνεσιν καὶ τὴν τέρψιν ἐν τῷ βίῳ τῷ κοινωνικῷ ἑνὸς δήμου ἢ μιᾶς κοινότητος, διατί, προκειμένου νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν καὶ ἄνεσιν μιᾶς ὁλοκλήρου κοινωνίας, θὰ ἐθεωρεῖτο ριζοσπαστικόν; Νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ὑπερβολικόν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν μέθοδον τῆς ἀποζημιώσεως, ἡ λύσις ἡμῶν εἶναι, ὁμολογουμένως, ριζοσπαστική. Διότι εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἀπαλλοτριουμένων κτημάτων δίδομεν, ἀντὶ μετρητῶν νομισμάτων, ὁμολογίας ἠγγυημένας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Λέγω ὅτι ἡ λύσις εἶναι ριζοσπαστική· ὄχι πρωτότυπος. Δὲν ὑπάρχει Κράτος ἐπιληφθὲν τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ὅπερ νὰ μὴ ἀντιμετώπισε μοιραίως τὸ δίλημμα ὅτι, ἢ ἔπρεπε διὰ τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν τοῦ Κράτους νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ ἔπρεπε νὰ ἀπόσχῃ παντελῶς τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος. Καὶ δὲν ὑπάρχει, λέγω, οὐδὲ ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον, ἀντιμετωπίσαν ἀγροτικὸν ζήτημα, νὰ μὴ ἐστάθη σταθερῶς ἐπὶ τῆς λύσεως τῆς δι’ ὁμολογιῶν ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν. Θὰ ἤθελέ τις ἴσως, Κύριοι, παρατηρήσει· ἀλλ’ ἔχομεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως καί, ἐφ’ ὅσον δὲν δηλώνει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀναστέλλει τὴν ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς αὐτό, πρέπει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ Συντάγματος ἡ διδομένη λύσις. Ἰδού, Κύριοι, ἡ σειρὰ τῶν σκέψεων ἡ ὁποία μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν προσκρούομεν εἰς τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς λύσεως ταύτης. Τὸ Σύνταγμα ἀληθῶς λέγει ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ἀνακύπτει ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: Ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα νὰ εἶναι εἰς χρήματα μετρητὰ ἡ ἀποζημίωσις καὶ δὲν δύναται νὰ συνίσταται εἰς ἄλλην τινὰ ἀξίαν ἰσοδύναμον; Ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν γενικήν, καθ’ ἣν, ὅταν λέγωμεν ἀποζημίωσιν, ἐννοοῦμεν ὅτι πρέπει εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ ζημιουμένου νὰ ἐπέλθῃ μία ἀναπλήρωσις τοιαύτη ὥστε ἡ οἰκονομική του κατάστασις νὰ μείνῃ ἀμείωτος ἢ ἐννοεῖ νὰ δοθῇ νόμισμα τρέχον ὡς ἀντίτιμον τοῦ ἀπαλλοτριουμένου κτήματος; Ὑπάρχουσι Συντάγματα, Κύριοι, ἰδίᾳ ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις, ἅτινα εἰς τὰς διατάξεις τὰς προνοούσας περὶ ἀπαλλοτριώσεως διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, ἀναγράφουν ρητῶς ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις δέον νὰ γίνηται προηγουμένῃ ἀποζημιώσει εἰς τὸ τρέχον νόμισμα τοῦ Κράτους. Ὑπάρχουσι καὶ Συντάγματα, ὅπως τὸ ἡμέτερον, ἅτινα δὲν λέγουσι περὶ τούτου τίποτε. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ νόμους, οὓς ἐφαρμόζομεν ἀπὸ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, χωρὶς οὐδεὶς νὰ τοὺς προσβάλῃ ὡς ἀντισυνταγματικούς, νόμους οἵτινες ἐπιτρέπουσι νὰ γίνηται ἡ ἀποζημίωσις κτημάτων ἀπολλοτριουμένων διὰ δημοσίαν ἀνάγκην οὐχὶ εἰς χρῆμα, ἀλλ’ εἰς ἰσάξιον πρὸς τοῦτο. Ἔχομεν ἕνα νόμον, λειτουργοῦντα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, καὶ δὴ κατόπιν τῶν δύο Συνταγμάτων, τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1864, τὸν νόμον «περὶ ἀνταλλαγῆς οἰκοπέδων Πατρῶν». Ὅμοιος εἶναι ὁ νόμος «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν οἰκοπέδων τῶν πόλεων». Κατὰ τοὺς νόμους τούτους ὁ ζημιούμενος, διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἰδιοκτησίας του διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν, λαμβάνει πάλιν οἰκόπεδον εἰς ἀντικατάστασιν τῆς ζημίας τῆς ἐπελθούσης. Λαμβάνοντες λοιπὸν ταῦτα τὰ δύο προηγούμενα, ἀγόμεθα εἰς τὸ γενικὸν συμπέρασμα ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐννοεῖ, λέγον ἀποζημίωσιν, τὴν ἀποζημίωσιν τὴν συνισταμένην ἀποκλειστικῶς εἰς νόμισμα. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἤθελεν ὑποθέτῃ τις ὅτι τὸ Σύνταγμα ἔχει τὴν ἀντίληψιν τῆς εἰς νόμισμα ἀποζημιώσεως, θὰ ἐθεωρεῖτο ἆρά γε παράνομος ἡ ἀποζημίωσις ἥτις θὰ ἐγίνετο εἰς χαρτονόμισμα ἔχον ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς θὰ δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τοιοῦτό τι. Καὶ τί εἶναι τὸ χαρτονόμισμα τὸ ἔχον ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Εἶναί τι ἄνευ ἐσωτερικῆς ἀξίας, ἔχει μόνον τὴν ἀξίαν ἣν τῷ δίδει ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους καί, ἐν μέρει, τὸ κάλυμμα, τὸ ἀντίκρυσμα τὸ οἰκονομικὸν τὸ ὁποῖον ὑπάρχει διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν, ἐὰν καὶ ὅταν αὕτη ἐπιτραπῇ. Βεβαίως δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι αἱ ὁμολογίαι ἃς δίδομεν εἶναι νόμισμα, ὅπως τὸ χαρτονόμισμα, ἀλλὰ θέλω νὰ τονίσω ὅτι τοιαῦται ὁμολογίαι, περιβαλλόμεναι μὲ τὰ προνόμια, τὰ ἐν τῷ Διατάγματι τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως ὁριζόμενα, κατ’ ἐλάχιστον διαφέρουσι τοῦ χαρτονομίσματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν ἀξίαν αὐτῶν. Διότι τὰς ὁμολογίας, Κύριοι, ταύτας περιεβάλομεν δι’ ἐγγυήσεων ἐξαιρετικῶν, ὅμοιαι πρὸς τὰς ὁποίας δὲν ἐδόθησαν, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον γνωρίζω, εἰς οὐδὲν Κράτος μετελθὸν τὴν πολιτικὴν τῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ τῆς ἐκδόσεως ὁμολογιῶν. Εἰς τὴν Ρουμανίαν ἤδη ἀπὸ τοῦ 1864 διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ πολλοῦ Κούζα, Διατάγματος, ὡς γνωρίζετε, πραξικοπηματικοῦ, γενομένου ἐναντίον τῆς βουλήσεως τῶν δύο Βουλῶν, ὡρίσθη ὅτι ἡ ἀποζημίωσις ἡ δοτέα εἰς τοὺς ἀπαλλοτριουμένους θὰ συνίστατο εἰς κοινοτικὰς ὁμολογίας. Ἐξέδιδε δηλαδὴ τὸ χωρίον, τὸ λαμβάνον τὸ κτῆμα, ὁμολογίας, τὸ δὲ Κράτος παρενέβαινε μόνον διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς εἰσπράξεως τῶν προσόδων τῶν ἐξασφαλιζουσῶν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ὁμολογιῶν τούτων. Εἰς ἄλλα δὲ Κράτη ἐδόθησαν ὁμολογίαι ἁπλαῖ τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἔχωσιν εἰδικὰς ἐγγυήσεις περὶ τῆς κανονικῆς πληρωμῆς των. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις Θεσσαλονίκης καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι νῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, αἱ πρὸς ἀποζημίωσιν διδόμεναι ὁμολογίαι ἔχουσι περιφρουρηθῆ ἀπὸ εἰδικὰς ἐγγυήσεις. Καὶ δὴ αἱ εἰσπράξεις τὰς ὁποίας τὸ Κράτος θὰ κάμνῃ ἀπὸ τοὺς συνεταιρισμούς, τοὺς ἀποκτῶντας τὰ ἀπαλλοτριούμενα κτήματα, θὰ χρησιμεύσουν ὡς εἰδικὴ παρακαταθήκη, ἵνα δι’ αὐτῶν ἐξυπηρετῆται ἡ τακτικὴ καὶ ἀνελλιπὴς πληρωμὴ τῶν ὁμολογιῶν. Ὁ ὑπάλληλος, ὁ εἰσπράττων τὰς δόσεις ἀπὸ τοὺς συνεταιρισμούς, δὲν θὰ δύναται νὰ τὰς θίξῃ, οὐδὲ κατὰ διαταγὴν Ὑπουργοῦ δὲν θὰ δύναται νὰ τὰς χρησιμοποιήσῃ εἰμὴ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ τοκοχρεωλυσίου τῶν ὁμολογιῶν τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Τὸ Κράτος ἐγγυᾶται ἐπὶ πλέον διὰ πᾶν τυχὸν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ προκύψῃ καὶ τὸ ὁποῖον, κατ’ ἀνθρωπίνους ὑπολογισμούς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πολὺ μεγάλου. Ἀλλὰ τὸ Κράτος περιέβαλλε τὰς ὁμολογίας ταύτας καὶ μὲ ἄλλα προνόμια, δι’ ὧν ἀληθῶς μετατρέπονται σχεδὸν εἰς νόμισμα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω, διότι θεωρῶ ὅτι εἶναι τὸ πλέον ἐνδιαφέρον μέρος, τινὰ τῶν προνομίων τούτων. Τὰς ὁμολογίας ταύτας παραδέχονται ἀντὶ νομίσματος ὁσάκις ἀγοράζονται κτήματα τοῦ Κράτους, ὁσάκις ἐπενδύονται ὀρφανικαὶ ἢ πτωχευτικαὶ περιουσίαι. Τὸ προνόμιον τοῦτο, Κύριοι, εἶναι τόσον οὐσιῶδες, ἔχει τόσην οἰκονομικὴν ἀξίαν, ὥστε δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς τὰς πλείστας τῶν Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι ζητοῦν προνόμια ἀπὸ τὰ Κράτη, τῶν ἐκδοτικῶν ἢ τῶν Τραπεζῶν τῆς κτηματικῆς πίστεως, θεωρεῖται ἓν τῶν μεγαλυτέρων ἀνταλλαγμάτων, ἅτινα δύναται νὰ δώσῃ τὸ Κράτος. Δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, κατὰ τὴν τελευταίαν διαπραγμάτευσιν τὴν γενομένην πρὸς σύναψιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ Διοικητὴς ὁ τότε ἐπέμενε, τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅπως παράσχωμεν τὸ προνόμιον τοῦτο, καὶ ἠρνήθημεν ἡμεῖς διότι ἐγνωρίζομεν ὁπόσον σπουδαῖον ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς καὶ ὁπόσον κερδοφόρον εἶναι τὸ προνόμιον τοῦτο. Ὁσάκις λοιπόν, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν περὶ ὀρφανῶν ἢ περὶ πτωχεύσεως νόμων, οἱ διαχειριζόμενοι τὴν περιουσίαν ὀφείλουν νὰ τὴν καταθέσουν, δύνανται νὰ ἐνδύσωσι τὰ χρήματα, ἄνευ εὐθύνης ἀστικῆς ἢ ἄλλης, εἰς τοιαύτας ὁμολογίας, καὶ οὕτω νὰ ἐξασφαλίζουν τόκον 6% ἐτησίως, ἐνῷ, ἐὰν κατέθετον τὰ χρήματα εἰς Τραπέζας, ὁ τόκος θὰ ἦτο ἢ μηδὲν ἢ πολὺ μικρότερος τῶν 6%. Ἐπίσης κηδεμὼν ἐκκειμένης κληρονομίας, ἔχων εἰς χεῖράς του μετρητὰ χρήματα, δύναται νὰ ἐνδύσῃ ταῦτα εἰς τοιαύτας ὁμολογίας. Ἐπίσης, ὁσάκις ἀσφαλιστικὴ ἑταιρεία πρόκειται νὰ καταθέσῃ ἢ τὴν ἐγγύησιν ἢ μέρος τῶν εἰσπράξεών της, ἐπιτρέπεται νὰ καταθέσῃ εἰς ὁμολογίας τὰ ποσὰ ταῦτα. Ἀλλὰ καὶ παντὸς εἴδους ἐγγύησις διδομένη ἀπὸ ὑπάλληλον ἢ ἰδιώτην πρὸς τὸ Δημόσιον, τοὺς δήμους, τὰ ἀγαθοεργὰ ἱδρύματα ἢ πρόσωπα δημοσίου δικαίου, παντὸς εἴδους ἐγγύησις ἢ διαχείρισις περιουσίας ξένης, εἴτε διότι πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ σύμβασίς τις, ἐπιτρέπεται νὰ ἐνδυθῇ διὰ τῶν ὁμολογιῶν τούτων. Καὶ ἐπιτρέπεται, ὡς εἶπον, νὰ χρησιμοποιῶνται αἱ ὁμολογίαι αὗται ἀντὶ νομίσματος ὁσάκις τὸ Δημόσιον ἐκθέτῃ εἰς πλειστηριασμὸν κτήματά του. Ὅπως ὡς νόμισμα τὰς μεταχειριζόμεθα, οὕτω καὶ ὡς νόμισμα τὰς δεχόμεθα (Χειροκροτήματα).
§49Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ἰδιωτικὴ κυκλοφορία;
§50Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Αἱ ὁμολογίαι θὰ εἶναι εἰς τὸν κομιστήν, ὥστε καὶ αὐτὴ ἐπιτρέπεται ἀναμφισβητήτως. Νομίζω ὅτι μετὰ τοῦτο, μόνον ὁ μὴ θέλων τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐλάβομεν ὅλα τὰ μέτρα τὰ δυνατὰ ὥστε ὁ ἰδιοκτήτης — τοῦ ὁποίου, εἰρήσθω, ἡ ἀποζημίωσις θὰ ὁρισθῇ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, λαμβάνονται δὲ ὅλαι αἱ προφυλάξεις διὰ δημοσιεύσεων, ὅπως μηδεὶς ἔχων δικαιώματα ζημιωθῇ — ὥστε ὁ ἰδιοκτήτης νὰ λάβῃ, εἰς ἀντικατάστασιν, εἰσόδημα καλύτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον τοῦ ἔδιδε τὸ κτῆμα. Τῷ ὄντι διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, τοὺς ἀπουσιάζοντας ἐκ τῶν κτημάτων των, εἰσόδημα 6%, ὅταν λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ καταχρήσεις τῶν ἐνοικιαστῶν, τῶν ἐπιστατῶν καὶ ποικίλαι ἄλλαι ἐπιδράσεις μειοῦσαι τὸ εἰσόδημα τοῦ κτήματος, τὸ νὰ λάβωσιν 6% ἠγγυημένον ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ἀσφαλές, 6% μὴ ὑποκείμενον εἰς ἀτμοσφαιρικὰς μεταβολὰς καὶ καιρικὰς ἐπιδράσεις, μὴ ὑποκείμενον εἰς κλοπὰς καὶ καταχρήσεις ἐνοικιαστῶν καὶ ἐπιστατῶν, εἶναι, νομίζω, ἀληθὲς ἀντιστάθμισμα. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον, Κύριοι, χωρίζομεν μέρος τοῦ κτήματος καὶ δίδομεν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τοὺς ἐνοικοῦντας ἐν αὐτῷ. Δὲν προτιθέμεθα νὰ κατακερματίσωμεν τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν· θέλομεν ἁπλῶς νὰ ἱδρύσωμεν καὶ μικράς. Ἐπιθυμοῦμεν δὲ νὰ συμβιώσῃ παραλλήλως πρὸς αὐτὴν ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία. Δὲν παραγνωρίζομεν τὰς ἀρετὰς τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας, ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται οἱ μεγάλοι ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀπέναντι αὐτῆς. Λέγω τὰ καθήκοντα. Εἶναι ἀπηρχαιωμένη καὶ ἐσφαλμένη ἡ ἰδέα ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῆς γῆς ἔχουσι μόνον δικαιώματα. Εἶναι πολὺ ἀπηρχαιωμένον τὸ λόγιον ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸ «jus utendi et abutendi». Ἡ νεωτέρα ἐξέλιξις τῶν κοινωνικῶν ἀντιλήψεων ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς, ἐπιβάλλει εἰς τὸ Κράτος, ἵνα πείσῃ ἢ πιέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς, νὰ μεταχειρίζηται τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν ἔτυχε νὰ ἔχῃ ἢ ἀπέκτησε δι’ ἰδίου κόπου, ὄχι κατὰ τὴν ἀρέσκειαν τῶν προσώπων, ἀλλὰ κατὰ τρόπον πρόσφορον διὰ τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν κοινωνικὴν ὁλοκλήρου τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα). Οὕτως εὐελπιστοῦμεν ὅτι ἀπολυτροῦμεν καὶ τὸν ἰδιοκτήτην ἀπὸ τοὺς δεσμοὺς τοῦ μορτίτου. Οἱ ἰδιοκτῆται θὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν τοῦ μέρους τῆς γῆς, ὅπερ ὁριστικῶς θὰ καταλειφθῇ εἰς αὐτούς. Θὰ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς διδάσκαλοι καὶ παιδαγωγοὶ τῶν παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν ἐργαζομένων συνεταιρισμῶν. Καὶ θὰ δύνανται οὕτως οἱ μικροὶ καὶ μεγάλοι ἰδιοκτῆται, ἐν ἁρμονικῇ γειτονίᾳ, νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν μείζονα αὔξησιν τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας τῆς Χώρας. Ἐξ ἄλλου ἡ Πολιτεία δὲν θὰ μείνῃ ἀδιάφορος διὰ τοὺς συνεταιρισμοὺς οὓς ἱδρύει, γνωρίζουσα ὅτι τὸ πρόσωπον τοῦ ἰδιοκτήτου, ἂν εἰς περιστάσεις τινὰς ὑπῆρξε πιεστικὸν κατὰ τῶν καλλιεργητῶν, ὑπῆρξαν περιστάσεις, ἀγνοῶ ἂν περισσότεραι ἢ ὀλιγώτεραι, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπῆρξαν καὶ κηδεμονευτικοὶ ἐπ’ αὐτῶν. Ὁ τσιφλικιοῦχος οὐχὶ ἅπαξ ἔδιδε σπόρον εἰς τὸν ἀτυχήσαντα καλλιεργητήν, μεριμνῶν περὶ αὐτοῦ. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ μέσον τὸν τσιφλικιοῦχον καὶ ἀφήσητε κατεσπαρμένους τοὺς ἀδυνάτους καλλιεργητάς, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀντεπεξέλθωσι κατὰ τῆς νέας καταστάσεως. Ἀλλ’ ἑνοῦντες αὐτοὺς εἰς μίαν δύναμιν καὶ ἕνωσιν, εἰς ἕνα συνεταιρισμόν, ἀντικαθιστᾶτε διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ τὴν ἀντιλήψεως τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία θὰ παρέχῃ, τὴν μέριμναν τοῦ καλοῦ, τοῦ ἐπιμελοῦς, τοῦ φιλανθρώπου ἰδιοκτήτου. Ὁ συνεταιρισμὸς θὰ προαγάγῃ ἑαυτὸν καὶ τὰ μέλη. Θὰ κάμῃ τὸν καλλιεργητὴν νὰ μεταμορφώσῃ εἰς ἐντατικὴν τὴν καλλιέργειαν διὰ τῆς χρήσεως τῶν μέσων τῆς νεωτέρας γεωργικῆς ἐπιστήμης. Ὑπὸ τῆς Πολιτείας δὲ ποδηγετούμενος, ἥτις διαρκῆ ἐποπτείαν θὰ ἔχῃ ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ δυνηθῇ ὁ μορτίτης, τὸ μέλος τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἀναπνέων τεχνικῶς, —ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασιν αὐτήν,— τὰ ἀγαθὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἐθισθῇ πρὸς αὐτά. Καὶ ὅταν ἀπελευθερωθῇ ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς ὁδηγίας τῆς Πολιτείας, θὰ δύναται μόνος, ἰσχυρὸς πλέον, νὰ διεξαγάγῃ νικηφόρως τὸν ἀγῶνα τοῦ βίου. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ Κερκύρας μὲ φέρει εἰς τὸ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι μία νέα πρόνοια, ἣν ἐλάβομεν διὰ τὴν τύχην τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, εἶναι ἡ πρόνοια τῆς ἱδρύσεως τοῦ λεγομένου οἰκογενειακοῦ κτήματος ἐν Ἑλλάδι. Ἄλλοτε, κατὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, οἱ μικροὶ ἰδιοκτῆται, λαμβάνοντες τεμάχιον γῆς, δὲν ἐπροστατεύθησαν δεόντως ὑπὸ τῆς Πολιτείας, περιέπεσαν δὲ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τοὺς ὄνυχας τῶν τοκογλύφων τοῦ χωρίου καὶ μετεβλήθησαν εἰς εἵλωτας καὶ δουλοπαροίκους, θητεύοντας πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐτησίων τόκων τοκογλυφικῶν χρεῶν. Γενομένης δὲ συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐθεώρει προσῆκον διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ὑπερχρεώσεως τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, νὰ ἀκολουθηθῇ ἡ κατεύθυνσις τοῦ homestad, τοῦ οἰκογενειακοῦ κτήματος. Ἐθεωρήσαμεν προσῆκον νὰ ἐφαρμόσωμεν κατὰ πρῶτον τὸν θεσμὸν τοῦτον νῦν, ἐκ τῆς ἀφορμῆς τῆς δημιουργίας νέων μικρῶν ἀγροτικῶν ἰδιοκτησιῶν ἐν Ἑλλάδι.
§51Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν εἰς ὅλους γενικώτερον, ἀφορμῆς δοθείσης.
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ θεσμὸς συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι κτήματα μικρᾶς ἰδιοκτησίας, ἀγροτικὰ εἴτε καὶ ἀστικά, δὲν ὑπόκεινται εἰς ὑποθήκευσιν ἢ κατάσχεσιν, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον δὲν ὑπόκεινται εἰς τεμαχισμὸν μεταξὺ τῶν κληρονόμων. Διότι ὁ κατακερματισμὸς μεταξὺ τῶν κληρονόμων ἐπιφέρει τοιαύτην τὴν κονιοποίησιν, ὡς λέγεται, τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνθέξωσιν ἐπὶ πολὺ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἀγῶνα οἱ μικροὶ καὶ ἀσθενεῖς ἰδιοκτῆται, καὶ παραδίδονται μοιραίως ἕρμαια εἰς τοὺς ὄνυχας τοῦ ἐνεδρεύοντος τοκογλύφου. Ὅσοι ἐγνώρισαν τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος, θὰ παρετήρησαν ὅτι εἰς ἕκαστον χωρίον δύο ἢ τρεῖς ἀσκοῦντες, σχεδὸν μονοπωλιακῶς ἐπί τινα σειρὰν ἐτῶν, τὸ ἔργον τοῦ τοκιστοῦ, κατώρθωσαν νὰ ἔχωσιν ὑποδούλους ὁλοκλήρους τὰς ἰδιοκτησίας. Δὲν ἀπέκτησαν ταύτας νομικῶς, ἀλλὰ τὰς ἀπέκτησαν κυριαρχικῶς, οἰκονομικῶς. Ἐὰν ἠθέλομεν νῦν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον ἐν ὁλοκλήρῳ τῇ Ἑλλάδι, θεσμὸν εἰς τὸν ὁποῖον τείνουσι σήμερον καὶ ὅσα Κράτη δὲν ἔχουσιν αὐτόν, θὰ εἴχομεν ἴσως νὰ προσκρούσωμεν εἰς ἀόριστα αἰσθήματα, εἰς ἀορίστους ἐλπίδας, εἰς ἐλπίδας κληρονομίας, διότι τὰ τέκνα τοῦ ἰδιοκτήτου συνειργάζοντο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετ’ αὐτοῦ καὶ ἔχουσι τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀποκτήσωσι καὶ αὐτὰ ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴν πατρικὴν γῆν. Ἐὰν ὁ νομοθέτης διὰ μιᾶς κόψῃ τὰς ἐλπίδας ἐκείνας τὸ πρᾶγμα θὰ εἶναι σκληρόν. Δὲν λέγω ὅτι ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ, ἐὰν κοινωνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλῃ τοῦτο, ἀλλὰ λέγω ὅτι θὰ ἔχῃ νὰ προσκρούσῃ εἰς τοιαῦτα αἰσθήματα. Ἐνῷ εἰς τὰ χωρία, ὅπου νῦν τὸ πρῶτον δημιουργοῦμεν μικρὰς ἰδιοκτησίας, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς ὅ,τι εἰς ὁμοίας περιστάσεις ἔκαμαν ἄλλα Κράτη διὰ τὰς μικρὰς ἰδιοκτησίας. Πρέπει νὰ τὰς περιφρουρήσωμεν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τοῦ τοκιστοῦ, πρέπει νὰ τὰς περιφρουρήσωμεν καὶ ἀπὸ τῆς συνήθους διὰ τῆς κληρονομίας τεμαχίσεως, ἵνα μένουν οἰκονομικαὶ μονάδες, οἰκονομικὰ κύτταρα ἰσχυρά, δυνάμενα νὰ δίδωσιν οἰκονομικὴν πρόοδον, ἀλλὰ καὶ κοινωνικῶς καὶ ἐθνικῶς νὰ εἶναι χρήσιμα, ὡς στοιχεῖα συντηρητικὰ καὶ ὡς μέσον ἀμύνης ἐν ὥρᾳ κινδύνου. Τοιοῦτο, Κύριοι, εἶναι τὸ σύστημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζονται τὰ τέσσαρα ἐκ τῶν Διαταγμάτων, ἅτινα, ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου προσαρτώμενα, τίθενται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ θὰ ἀπασχοληθῇ καὶ μὲ ἄλλο ζήτημα, μὲ τὸ ζήτημα τῆς μετατροπῆς τῶν ἐννόμων σχέσεων ἐπὶ τῶν δημοσίων, πρώην τουρκικῶν, γαιῶν εἰς σχέσεις καθαρᾶς ἰδιοκτησίας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐκουράσθη, θὰ ἤθελον νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ὀλίγον ἀκόμη. (Ὄχι, ὄχι!). Κατὰ τὴν Ὀθωμανικὴν δικανικὴν ἀντίληψιν, Κύριοι, αἱ ἀσκεπεῖς γαῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος παραχωρεῖ ἐπ’ αὐτῶν ἓν δικαίωμα καρπώσεως, ἓν δικαίωμα ἐμφυτεύσεως, τὸ ὁποῖον οἱ μεταφρασταὶ τοῦ Κώδικος τοῦ Ὀθωμανικοῦ ὀνομάζουσιν «ἐξουσίαν». Τί διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τοῦ ἔχοντος τὸ δικαίωμα τοῦτο; Εἶδον κάπου ἀναγραφὲν ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἰδανική. Δὲν εἶναι ἰδανική. Ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα ἐξουσιάσεως, ἐκ παραχωρήσεως τῆς δημοσίας Ἀρχῆς, δὲν δύναται, κατὰ τὴν Τουρκικὴν νομοθεσίαν, νὰ κτίσῃ ἐπὶ τοῦ κτήματος τοῦ ἀσκεποῦς ἄνευ ἀδείας τῆς Ἀρχῆς, νὰ φυτεύσῃ ἄνευ ἀδείας τῆς Ἀρχῆς, δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ χώματα τοῦ κτήματός του ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Ἀρχῆς, δὲν δύναται νὰ μεταβιβάσῃ τὸ δικαίωμά του εἰς τρίτον ἄνευ ἀδείας τῆς Ἀρχῆς, δὲν δύναται νὰ τὸ διαθέσῃ ἐν διαθήκῃ, ἐὰν δὲ ἀπέθνησκεν, ἀδιάθετον, μόνον οἱ ἀδελφοί του ἢ ὁ σύζυγος ἢ ἡ σύζυγος εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ἐξ ἀδιαθέτου κληρονομίας ἢ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἐπ’ ἀνταλλάγματι νέον χαρτί, νέον ταπί. Ἐπὶ πλέον δὲν εἶχεν ὁ ἐξουσιαστὴς τὸ δικαίωμα νὰ ἀφήσῃ ἀκαλλιέργητον τὸ κτῆμά του, ἄνευ ὑπερμέτρως δεδικαιολογημένου κωλύματος, διότι ἄλλως ἔχανε τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον ἐπανήρχετο, πλῆρες καὶ ἐλεύθερον, εἰς τὸ Κράτος. Βεβαίως οὔτε γεωργικὴ πίστις, οὔτε τὰ παρακόλουθα τῆς γεωργικῆς πίστεως, οὔτε οἰκονομικαὶ ἐνισχύσεις τῶν γεωργῶν διὰ συνεταιρισμῶν ἢ ἄλλως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἐὰν τὰ κατὰ τὸν Τουρκικὸν νόμον δικαιώματα δὲν ἤθελον ρυθμισθῆ κατά τινα ἑλληνικωτέραν καὶ εὐρωπαϊκωτέραν ἀντίληψιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἠκολούθησαν καὶ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα συνέπεσε νὰ συναντήσωσι κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν γαίας τοιαύτας, γαίας δημοσίας, τὰς λεγομένας ἐραζὶ–ἐμεριγιέ. Ἡ Ρουμανία, καταλαβοῦσα τὴν νέαν Δοβρουτσᾶν, εὑρῆκε τοιαύτας γαίας ἐν αὐτῇ καὶ τὸ περιωρισμένον δικαίωμα ὅπερ εἶχε διατηρήσει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ Τουρκικὸν Κράτος ἐξετιμήθη ἐκεῖ ὡς ἰσάξιον πρὸς τὸ ⅓ τῆς ἀξίας τῶν γαιῶν. Ἔλαβεν αὐτὴ τὸ ⅓ καὶ παρεχώρησε τὰ ⅔ ὡς καθαρὰν ἰδιοκτησίαν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦταν πρότερον ἁπλοῖ ἐξουσιασταί. Ἡμεῖς ἐπροκρίναμεν ἐπιεικεστέραν ἐκτίμησιν. Ἀπετιμήσαμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ὡς ἴσα μόνον μὲ τὸ ⅕ τῆς ἀξίας τῆς γῆς καὶ ἐδέχθημεν, κρατοῦντες διὰ τὴν ἵδρυσιν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν τὸ ⅕, ἐδέχθημεν, λέγω, νὰ καταστήσωμεν κατὰ τὰ λοιπὰ ⅘ ἰδιοκτήτας ἀπολύτους τοὺς πρώην ἐξουσιαστάς. Τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατορθωθῇ τοῦτο, ἀλλὰ παραλλήλως πρὸς τὴν μέριμναν ταύτην ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐμερίμνησεν ὥστε καὶ ἡ Δεκάτη νὰ ὑποβιβασθῇ ἐπὶ τῶν τοιούτων κτημάτων, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι καὶ ἡ Δεκάτη εἶναι ἀντάλλαγμα τὸ ὁποῖον πρὸς τὸ κυρίαρχον Κράτος ἔδιδεν ὁ κατέχων τὴν ἐξουσίαν. Ἐλήφθη καὶ ἕτερον μέτρον νομοθετικόν, τὸ τελευταῖον, ὀφειλόμενον εἰς ἐπιθυμίαν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ παραχωρηθῇ εἰς τοὺς ἀγωνιστὰς (τοὺς λαβόντας τὸν Πολεμικὸν Σταυρὸν δι’ ἡρωϊκὰς πράξεις... (Χειροκροτήματα) κτῆμα ἐν Μακεδονίᾳ. Λαμβάνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅλα τὰ μέτρα, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποκατάστασις τῆς στρατιωτικῆς αὐτῆς λεγεῶνος παρὰ τὰ σύνορα τῆς Πατρίδος (Χειροκροτήματα). Τοιαῦτα, Κύριοι, ἐν περιλήψει τὰ Διατάγματα, ἅτινα ἐξεδόθησαν ἐν Θεσσαλονίκῃ, καὶ ταῦτα ὑποβάλλονται νῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Ἀναγνωρίζω ὅτι μόνον ἓν Διάταγμα καὶ μόνον, εἷς νόμος δὲν λύει ἓν ζήτημα τόσον σπουδαῖον. Ἀπομένει ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ ἐπὶ τῶν γεωργικῶν ζητημάτων, ἰδίᾳ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς γεωργικῆς οἰκονομίας, ἀποδίδει τοὺς καρπούς της εἰς χρόνον ὄχι πολὺ ἐγγύς. Βεβαίως ἡ βάσις τῶν νομοσχεδίων καὶ ἡ τάσις ἡμῶν ὑπῆρξε νὰ συντάμωμεν εἰς τὸ κατώτερον δυνατὸν ὅριον τὴν ἐφαρμογήν. Ἠρχίσαμεν τὰ προκαταρκτικὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἐν Μακεδονίᾳ. Ἀλλ’ οἱ καρποὶ οἱ ἀναγόμενοι εἰς τὴν γεωργικὴν οἰκονομίαν, δὲν ἀποδίδονται, ὡς εἶπον, τάχιστα. Δύναταί τις νὰ διορθώσῃ ἓν ἄρθρον τῆς πολιτικῆς δικονομίας καὶ νὰ παύσῃ ταχέως τὸ ἄτοπον καθεστὼς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν, ἀλλὰ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα δὲν εἶναι δεκτικὰ τόσον ταχείας διευθετήσεως. Ἀναγνωρίζω ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τοὺς σκοποὺς τῆς γεωργικῆς μας πολιτικῆς πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν καὶ πολλαπλασιάσωμεν τὴν γεωργικήν μας ἐκπαίδευσιν, νὰ φροντίσωμεν περὶ ἔργων ἀντιπλημμυρικῶν καὶ ἀρδευτικῶν, ἐπὶ πλέον νὰ φροντίσωμεν διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν, τὰ ὁποῖα οὐ μόνον μαστίζουσι τὸν κάτοχον, ἀλλὰ καὶ στεροῦν τὴν παραγωγὴν τῆς Χώρας ἐκτάσεων τὰ μάλιστα εὐφόρων. Ἀλλὰ ταῦτα, ὑπὸ τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα, εἶναι μέτρα δυσχερέστερα. Τὸ ζήτημα, ὅπως παρουσιάζεται ἐνώπιον ὑμῶν διὰ τῶν πέντε τούτων νομοσχεδίων, ἀποτελεῖ ἁπλῶς τὴν βάσιν τῆς ρυθμίσεως τοῦ ὅλου ἀγροτικοῦ ζητήματος. Δὲν εἶναι ἡ ρύθμισις, ἀλλ’ εἶναι ἡ βάσις τῆς ρυθμίσεως. Ἐνόμισεν ὁ ὁμιλῶν ἐνώπιον ὑμῶν, ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Θεσσαλονίκης ὅτι ἀποτελοῦν τὴν λύσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις ἦτο ἡ σχετικῶς καλυτέρα, ἡ ταχυτέρα, ἡ, ὑπὸ τὰς ὑπαρχούσας συνθήκας, δυνατή. Ἂν ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν νομίσῃ ὅτι δὲν ἐσφάλαμεν εἰς τὰς ἀντιλήψεις ἡμῶν, θὰ μᾶς δώσῃ τὴν βοήθειάν της ὥστε νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον. Ἂν ἡ Βουλὴ εὕρῃ ὅτι ὑπάρχουσι σημεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συμπληρωθῶσι, θὰ μᾶς συνδράμῃ εἰς τὸ νὰ τὰ συμπληρώσωμεν. Ἓν μόνον, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης κυλίεται εἰς τὸ αἷμα καὶ παλαίει ὑπὲρ τῶν αἰωνίων ἀρχῶν τῆς ἰσότητος, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐλευθερίας, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν εἰς τοὺς ἀγρότας ἐκείνους, οἵτινες ἐμεγαλούργησαν κατὰ τὸ 1912 καὶ 1913 καὶ ἔπλεξαν τὸν στέφανον τῆς δόξης τῆς Ἑλλάδος, εἰς τοὺς ἀγρότας ἐκείνους θὰ ἀποταθῶμεν ἐκ νέου ἵνα ζητήσωμεν νέας θυσίας, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλευθερίαν τὴν οὐσιαστικήν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τοὺς ἀφήσωμεν οἰκονομικῶς ὑποδούλους (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§53Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ ἀγόρευσις εἰς βιβλιάριον καὶ νὰ διανεμηθῇ εἰς τὴν ὕπαιθρον Χώραν τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι τὸ εὐαγγέλιον τῆς γεωργίας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§55Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως ἐμμίσθων προξενικῶν Ἀρχῶν ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς». Ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἐξηγήσω τὴν ὑψίστην σημασίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν τύχην νὰ κατέχῃ μίαν πλουσιωτάτην καὶ μεγάλης σημασίας ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἀποικίαν πέραν τοῦ Ὠκεανοῦ. Τετρακόσιαι χιλιάδες περίπου Ἑλληνικῶν ψυχῶν ζῶσιν ὑπὸ τὸ πολίτευμα τῆς ἐλευθέρας καὶ μεγάλης Δημοκρατίας τῆς Ἀμερικῆς. Ἐπωφελοῦνται ἐκτάκτου φιλοξενίας διὰ νὰ πλουτίσουν, νὰ προαχθοῦν, νὰ τελειοποιηθοῦν. Ἐκ τῆς ἐργασίας των προκύπτει μεγάλη πρακτικὴ καὶ ἠθικὴ ὠφέλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον, Κύριοι, πῶς Χώρα ὅπως ἡ Ἑλλάς, ἔχουσα τοιαύτην ἀποικίαν, δὲν ἐσκέφθη μέχρι τοῦδε νὰ λάβῃ φροντίδα καὶ νὰ δαπανήσῃ καὶ τὸν ἐλάχιστον ὀβολὸν ὑπὲρ τῶν πολυπληθῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι βιοῦσι μακρὰν ἡμῶν. Τοῦτο δὲ εἶναι ἰδιαιτέρας ἀπορίας ἄξιον, διότι ἐπανειλημμένως ἐζητήθη παρὰ τῶν ἐκεῖ σωματείων καὶ ἐπιτροπῶν ὅπως ληφθῇ τοιαύτη μέριμνα. Μόνη ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων μετὰ τοὺς δύο ἐνδόξους πολέμους, ὅτε οἱ ἐξ Ἀμερικῆς Ἕλληνες εἶχον διασχίσει τὸν Ὠκεανὸν διὰ νὰ δώσουν τρανώτατα δείγματα τῆς πατριωτικῆς των ἀφοσιώσεως καὶ ἐνεργείας, ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἕνα ἐκ τῶν καλυτέρων προξενικῶν ὑπαλλήλων διὰ νὰ ἐξετάσῃ τίνι τρόπῳ θὰ ἠδύνατο νὰ διοργανωθῇ ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία. Τὸ πόρισμα τῆς μελέτης τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τούτου ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἐσκόπευε νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὅτε ἐξερράγη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος. Ἔκτοτε, δυστυχῶς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ νομοθέτημα τοιαύτης σημασίας ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐβίωσεν ἡ Ἑλλὰς καὶ τὸ Κοινοβούλιόν της. Ἐν τούτοις κατὰ τὴν ἀντισυνταγματικὴν Βουλὴν ἡ τότε Κυβέρνησις, χρησιμοποιροῦσα τὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων προετοιμασθεῖσαν ἐργασίαν, ὑπέβαλε τὸ σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον εἶχεν ἔκτοτε καταρτισθῆ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐκ τῆς μελέτης εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν μέλη τινὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἡ νῦν Κυβέρνησις ἤντλησε μερικὰ ὠφέλιμα στοιχεῖα πρὸς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ οἰκονομία τούτου εἶναι ἡ ἑξῆς: Συνιστῶνται τρία Γενικὰ Προξενεῖα εἰς τὰ κυριώτερα κέντρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην, εἰς τὸν Ἅγιον Φραγκῖσκον καὶ εἰς τὸ Σικάγον. Συνιστῶνται ἐπίσης δύο Προξενεῖα, εἰς τὴν Βοστώνην καὶ τὴν Νέαν Ὀρλεάνην. Πρὸς τὸ παρὸν δὲν κρίνεται σκόπιμον νὰ ἱδρυθῶσιν ἄλλαι προξενικαὶ ἔμμισθοι ἕδραι. Εἰς τὰ πέντε αὐτὰ κέντρα εὑρίσκονται περίπου τὰ ¾ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, περὶ τὰς 300 χιλιάδας Ἑλλήνων. Τὸ προτεινόμενον σύστημα δὲν ἀποκλείει τὴν λειτουργίαν ἀμίσθων προξενικῶν Ἀρχῶν εἰς ἄλλα κέντρα. Ἡ ἀνάγκη δὲ τῆς ὑπάρξεως τοιούτων ἀμίσθων προξενικῶν Ἀρχῶν εἶναι μεγάλη καὶ τὸ ἐννοεῖ πᾶς τις ὅταν ἠξεύρῃ ὅτι ὑπάρχουσι πλέον τῶν 60 βιομηχανικῶν, ἐμπορικῶν, ναυτικῶν κέντρων, ἐχόντων ἕκαστον 1000–1500 Ἑλλήνων. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον προσδιορίζει τὴν δικαιοδοσίαν τῶν νέων προξενικῶν Ἀρχῶν καὶ ὑποδεικνύει ποῖα θὰ εἶναι τὰ κυριώτατα τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Βεβαίως ἂν ἤθελέ τις νὰ ὀργανώσῃ κἄτι τι τὸ ἄρτιον, ἂν ἤθελε νὰ δώσῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας τῆς Ἀμερικῆς τρανώτατον δεῖγμα τῆς ἐκτιμήσεως τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῶσι περισσότεραι Ἀρχαὶ καὶ νὰ δαπανηθῶσι περισσότερα· ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον προτείνεται ἀπαιτεῖ μίαν δαπάνην ἡ ὁποία, ὅταν συντελεσθῇ πλήρως ἡ λειτουργία τῶν πέντε προξενικῶν αὐτῶν Ἀρχῶν καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν προξενικῶν ἐπιθεωρήσεων, θὰ ἀνέλθῃ εἰς 280.000 φρ. ἐτησίως. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη θὰ καλυφθῇ καὶ θὰ μείνουν καὶ σπουδαῖα περισσεύματα διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Προβλέπεται πράγματι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ εἴσπραξις διαφόρων πόρων, μεταξὺ τῶν ὁποίων πεντάδραχμον τέλος τῶν πιστοποιητικῶν ἰθαγενείας. Ὅταν οἱ Ἕλληνες τῆς Ἀμερικῆς πεισθῶσιν ὅτι οἱ πρόξενοι οἱ ἀποστελλόμενοι παρ’ ἡμῶν ἐκεῖ ἔρχονται διὰ νὰ τοὺς βοηθήσουν, νὰ τοὺς προστατεύσουν, νὰ τοὺς περιποιηθοῦν, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι δὲν θὰ διστάσωσι νὰ πληρώσωσιν αὐτὴν τὴν μικρὰν συνδρομὴν διὰ νὰ ἔχωσι τόσῳ μεγάλην προστασίαν. Ἂν δὲ ὑποθέσωμεν ὅτι ἔστω καὶ τὸ ἥμισυ τῶν Ἑλλήνων πληρώσῃ τὸ προβλεπόμενον τέλος τῶν πιστοποιητικῶν ἰθαγενείας, θὰ ἔχωμεν ἀμέσως εἴσπραξιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου κατ’ ἔτος. Τῶν εἰσπράξεων τούτων τὸ Δημόσιον δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπωφεληθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐκτὸς τῆς καλύψεως τῶν προξενικῶν δαπανῶν, τὸ νομοσχέδιον προβλέπει τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς Ἐθνικοῦ Ταμείου παρὰ τῇ ἐν Βασιγκτῶνι Πρεσβείᾳ. Καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην ἤντλησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκ παρατηρήσεων μελῶν τῆς ἀντισυνταγματικῆς Βουλῆς, περὶ ἧς ὡμίλουν πρὸ ὀλίγου. Προορισμὸς τοῦ Ἐθνικοῦ τούτου Ταμείου εἶναι νὰ ἔρχηται ἀρωγὸν εἰς τὰ σωματεῖα, τὰ πολυπληθῆ ἤδη ἐν Ἀμερικῇ, τὰ ὁποῖα τῇ ἐνεργείᾳ, τῇ συνδρομῇ καὶ προστασίᾳ τῶν προξένων θὰ γίνουν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι πολυπληθέστερα. Θὰ λαμβάνεται οὕτω πρακτικώτερον καὶ μεθοδικώτερον φροντὶς διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν μεταναστῶν, ὅταν φθάνωσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν, διὰ τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν εἰς τὰ διάφορα ἐργοστάσια, ὅταν ζητῶσιν ἐργασίαν, διὰ τὴν περίθαλψιν αὐτῶν, ὅταν ἀσθενοῦν ἢ εὑρίσκωνται ἄνευ ἐργασίας, διὰ τὴν ἵδρυσιν σχολῶν, ἐκκλησιῶν, ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, ἐκπολιτιστικῶν ἑταιρειῶν πρὸς διάδοσιν τῶν γραμμάτων καὶ τῶν ὡραίων Τεχνῶν (Χειροκροτήματα). Τοιουτοτρόπως οἱ Ἕλληνες τῆς Ἀμερικῆς θέλουσι καλύτερον διατηρήσει τὰ πάτρια ἤθη καὶ αἰσθήματα καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν γενέτειραν εὐθὺς ὡς αἱ περιστάσεις θὰ τὸ ἐπέτρεπον (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦτο παρέχονται διάφοροι πόροι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ ¼ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῶν πιστοποιητικῶν ἰθαγενείας. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου μόνον ἐκ τῆς πηγῆς ταύτης θὰ εἰσέρχηται ἐτησίως εἰς τὸ Ταμεῖον ποσὸν 250.000 δραχμῶν. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ διαφόρους ἄλλους πόρους. Εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ ἐφαρμογὴ ἐν Ἀμερικῇ, θὰ ἐπιτύχῃ πλήρως. Ἡ πεῖρα θὰ μᾶς ἀποδείξῃ ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἐλλείψεις του καὶ τότε θὰ ἐπιφέρωμεν τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ φιλοδοξήσωμεν σύστημα ἀπὸ τοῦδε ἄρτιον καὶ ν’ ἀναμείνωμεν πρὸς τοῦτο νέας μελέτας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν νὰ ἱδρύσωμεν ἐμμίσθους προξενικὰς Ἀρχὰς ὅπως ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸ πατριωτικὸν ἔργον τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον. Ἐλπίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, κηρυσσόμενον κατεπεῖγον, θέλει τύχει τῆς ὑμετέρας ἐγκρίσεως ἵνα δυνηθῶμεν ν’ ἀναγγείλωμεν εἰς τοὺς ἐν Ἀμερικῇ Ἕλληνας ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, συγκροτηθεῖσα κατόπιν μιᾶς Ἐπαναστάσεως καὶ ἔχουσα νὰ σκεφθῇ περὶ τόσων σπουδαίων καὶ ζωτικῶν ζητημάτων, ἐθεώρησεν ὡς ἓν ἐκ τῶν πρωτίστων μελημάτων της νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τῆς τύχης καὶ εὐημερίας τοῦ ἐν Ἀμερικῇ Ἑλληνισμοῦ (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅπως τὸ ὑπ’ αὐτοῦ κατατεθὲν νομοσχέδιον κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅπως καταρτίσω τὴν Ἐπιτροπὴν ἥτις θὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ πρὸ ὀλίγου κατατεθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας νομοσχέδιον, καὶ τὴν ὁποίαν θ’ ἀνακοινώσω αὔριον. (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναβάλλεται.
§60Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν θὰ ἐπρόκειτο ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων συζήτησις, θὰ ἐπρότεινον ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διότι δὲν θέλω νὰ νομισθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων θὰ ἤθελε νὰ καταναλώσῃ τὸν διὰ τὰς ἐπερωτήσεις προωρισμένον χρόνον. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων.
§61Γ. ΠΩΠ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8.15′ μ.μ.).