1917.08.01
2.058 στίχοι · 16.082 λέξεις · 145 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11Η
ΤΡΙΤΗ 1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6.20′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: —Ὁ Γ. Σιμιτζόπουλος ζητεῖ αὔξησιν τῆς πρὸς αὐτὸν ἀπονεμομένης συντάξεως. —Ὁ διευθυντὴς τῆς ἐν Τρικκάλοις ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Θάρρος» Κλειδονόπουλος διαμαρτύρεται διότι δὲν συλλαμβάνεται ὁ ἀρχιστασιαστὴς Μπούμπουρας. —Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κατάδικοι παρακαλοῦσιν ὅπως βελτιωθῇ ἡ θέσις των. —Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν Δημήτριος Ψάλτης παρακαλεῖ ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος «περὶ ἐνοικιοστασίου». —Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ζαρλῆς ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶς ἑξῆς νομοσχεδίων· 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16 Μαρτίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ συμψηφισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν δελτίων ἐπιτάξεως κτηνῶν κλπ.» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 Β.Δ. «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». —Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου νομοσχεδίου ὑποβάλλει τροπολογίαν καὶ ὁ βουλευτὴς κ. Β. Κυρέλος. —Αἱ Ἐπιτροπαὶ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. Λόγον κατέθεσαν τὰ σχέδια τῶν ἀπαντήσεών των, ἅτινα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. —Ὡσαύτως γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2466, 2467, 2468, 2469 καὶ 2470 Διαταγμάτων τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Προσωρινῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος» κατήρτισα ἐκ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Κασσαβέτη, Κ. Λιδωρίκη, Π. Μερλοπούλου, Ι. Ἀθανασάκη, Γ. Μαρῆ, Π. Ἀγγελίδου, Δ. Χατζηγιάννη, Α. Χωρέμη, Ι. Βαλαλᾶ, Θ. Παπαϊωάννου, Ι. Κανναβοῦ, Ι. Γκέκα, Θ. Φίλιου, Δ. Μπούσδρα, Α. Κόρακα, Α. Θανοπούλου, Γ. Γκάλκου, Ν. Γαρδικιώτη, Β. Κυρέλου, Α. Σιδέρη, Κ. Σοκόλη, Δ. Χρυσοστάλη, καὶ Ν. Ξηροῦ. —Ἡ ἐπὶ τῆς Περιθάλψεως Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «Περὶ πληρωμῆς τῶν καθυστερουμένων ἐπιδομάτων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων τῆς ἐπιστρατεύσεως 1915». 2) «Περὶ τῆς περιθάλψεως τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ παροχῆς περιθάλψεως εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ὑπηρετούντων ἀνδρῶν». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ περιθάλψεως τῶν προσφύγων». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 14 Ἰουνίου 1917 «περὶ μισθώσεως οἰκημάτων διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου Περιθάλψεως» καὶ 7) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Περιθάλψεως καὶ περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ». — Ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν τῶν μηνῶν Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1917» Κοινοβουλευτικὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. — Ὡσαύτως ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «Περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1917 τῆς 28 Μαρτίου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ κανονισμοῦ τῶν δικαιολογητικῶν τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ εἰδικῇ ἀποστολῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστελλομένων». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16 Μαρτίου 1917 Β.Δ. «περὶ συμψηφισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν δελτίων ἐπιτάξεως κτηνῶν, ὀχημάτων, καὶ σαγῶν εἴς τινα τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον χρεῶν». — Ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἐπὶ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1917 Ν.Δ. «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 505 «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ΔΡΟΗʹ (4178)». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Μαρτίου 1917 Β.Δ. «περὶ συντάξεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῶν οἰκοδομῶν 1912–1921» καὶ 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Αὐγούστου 1916 Β.Δ. «περὶ βεβαιώσεως τῶν φόρου τοῦ οἰκοδομῶν καὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ 1916 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων καὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευμάτων τῆς τριετίας 1913–1915 ἐπὶ ἓν ἔτος». — Ὡσαύτως αἱ ἁρμόδιαι Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ ὑποβάλλουν τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «Περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς εἰδῶν τινων τοῦ Μονοπωλίου». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 29 Ἰουνίου 1917 «περὶ καταργήσεως διατάξεως τοῦ νόμου «περὶ πωλήσεως κινίνης». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 4 Ἰουνίου 1917 ὑπ’ ἀριθ. 2718 Διατάγματος τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν τῶν χρήσεων 1914, 1915 καὶ 1916» καὶ 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς χάρτου πρὸς τύπωσιν ἐφημερίδων». — Ὡσαύτως ἡ διαρκὴς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει πρότασιν «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς» καὶ τὴν ἐπὶ ταύτης ἔκθεσίν της. — Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν Στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1916» καὶ 2) «Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν Στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1917». —Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀναθέσεως εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους τῶν καθηκόντων τῶν ταμιῶν ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων ἐν γένει τῶν ἑταιρειῶν». —Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 530 «περὶ μεταλλευτικῆς ἐρεύνης τῶν Νέων Χωρῶν ἐπὶ μίαν διετίαν» καὶ 2) «Περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2584 τῆς 24 Μαΐου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν φυλάκων ἁλυκῶν». —Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5 καὶ 7 τοῦ νόμου 178 «περὶ ἀποστολῆς ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς ἐκπαίδευσιν». 2) «Περὶ καθορισμοῦ χρόνου ἐνάρξεως τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ Στρατοῦ καὶ Ναυτικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης» καὶ 3) «Περὶ προβιβασμοῦ μονίμων καὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ μονίμου καὶ τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπασπιστοῦ».
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
—Ὁ κ. Ν. Παπαδάκης ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰς τῶν Ἐμ. Διαλινάκη, κατοίκου Νεαπόλεως Κρήτης, καὶ Ἐμ. Κορνηλάκη, κατοίκου Ἁγίου Στεφάνου Σητείας, καὶ ἀναπτύξῃ ταύτας.
§3Ν. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καταθέτω μίαν ἀναφορὰν τοῦ Ἐμ. Διαλινάκη, δικηγόρου, παθόντος ἡμιπληγίαν, καταστάντος ἀνικάνου καὶ ζητοῦντος ἤδη περίθαλψιν, καὶ ἑτέραν τοῦ Ἐμ. Κορνηλάκη ὅστις, τραυματίας τῶν δύο ἐνδόξων πολέμων, ἐτραυματίσθη ὡσαύτως τώρα εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, ἀπώλεσεν εἰς αὐτὸν τὸν ἀδελφόν του καὶ εἶναι προστάτης τριῶν ἀνηλίκων τέκνων καὶ μιᾶς γραίας μητρός. Ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Βουλήν, ζητεῖ τώρα μικρὰν περίθαλψιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χρυσοστάλης ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν ἀδελφῶν Μπότση καὶ Ν. Πετρογιάννη, κατοίκων Ἀλιβερίου, περὶ ἀναθεωρήσεως δικῶν αἰσχροκερδείας.
§5Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ δικασταὶ Χαλκίδος, δὲν θὰ εἴπω βαρεῖαν φράσιν, ἐὰν εἴπω ὅτι πρὸ δύο–τριῶν μηνῶν, πρὶν ἢ ὑμεῖς ἀναλάβητε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, δικάζοντες τοὺς ἐμπόρους ἐπὶ αἰσχροκερδείᾳ, κυριολεκτικῶς τοὺς ἐλήστευον. Τοιαῦται ἦσαν αἱ καταδίκαι ὥστε ἐξήγειρον τὴν κοινὴν γνώμην σύμπασαν, καίτοι ἀληθῶς καταφερόμεθα κατὰ τῶν αἰσχροκερδούντων. Διὰ δύο σάκκους ἀλεύρων, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, πωληθέντας πρὸς μίαν δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν ἀντὶ τῶν 95 λεπτῶν τῆς διατιμήσεως, ἤτοι διὰ κέρδος ἐπὶ πλέον δραχμῶν 7 κατὰ σάκκον τῶν 70 ὀκάδων κατεδικάσθησαν οἱ ἀδελφοὶ Μπότση εἰς 2000 δραχμῶν πρόστιμον, διότι οἱ κύριοι δικασταὶ πρὶν καθήσουν ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἕδρας ἠρώτων ὁποῖος εἶναι ὁ κατηγορούμενος κατὰ τὸ πολιτικὸν φρόνημα καὶ ὁποίαν περιουσίαν κέκτηται οὗτος. Φρίκη, κύριοι βουλευταί, ὅτι διὰ δύο σάκκους ἀλεύρων, ἤτοι διὰ κέρδος 14 δραχμῶν ἐν συνόλῳ κατεδικάσθησαν οἱ ἀδελφοὶ Μπότση εἰς 2000 δραχμῶν πρόστιμον. Αὐστηρότης Δικαιοσύνης φθάνουσα μέχρι σκληροτάτης ἀδικίας, τελουμένης ἐπ’ ὀνόματι τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἄλλος, ὁ Πετρογιάννης, ἐξ Ἀλιβερίου, ἔμπορος καὶ αὐτός, κατεδικάσθη ὁ τάλας εἰς 500 δραχμῶν πρόστιμον διὰ 100 δράμια τυροῦ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπώλησε, ναί, Κύριοι, δὲν ἐπώλησεν! Ἐπῆγεν ὁ Εἰρηνοδίκης Ἀλιβερίου μαζὶ μὲ τὸν ἀστυνόμον καὶ μὲ τὸν εἰσπράκτορα καὶ τὸν ἠρώτησαν: πόσο τὸ τυρί;—Τόσον, τοὺς ἀπαντᾷ ἐκεῖνος. Δὲν ἠγόρασαν, ἀλλ’ ἀπῆλθον καὶ κατήγγειλαν τὸν ἔμπορον διὰ πρᾶξιν μὴ συντελεσθεῖσαν. Προσεκλήθη εἰς τὸ δικαστήριον ὁ ἀτυχὴς ἔμπορος, ὁ μὴ πωλήσας κἂν τυρόν, καὶ κατεδικάσθη εἰς 500 δραχμῶν πρόστιμον. Πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῶσι, κ. Ὑπουργέ, αἱ ἀποφάσεις αὗται αἱ καταφώρως ἄδικοι καὶ τυραννικαί.
§6Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τοὺς νόμους, ἀναθεώρησις δὲν ἐπιτρέπεται. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ εἶναι νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναφορὰς ταύτας καὶ ἂν συντρέχουν λόγοι χάριτος, νὰ τοῖς δοθῇ χάρις! (Ἱλαρότης).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 3 ἀναβάλλεται, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. —Ὁ κ. Ι. Βαλαλᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν καὶ ἐκθέσεων τὰς ὁποίας κατέχει ἡ Κυβέρνησις, ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσβολῆς οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ Δράμας καὶ ἰδιαιτέρως τῆς πόλεως Καβάλλας.
§8Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἔγγραφα αὐτὰ θὰ κατατεθοῦν ὅσον οὔπω μετὰ τῶν ἄλλων διπλωματικῶν ἐγγράφων.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀγγελίδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ἑξῆς: Διὰ Β. Διατάγματος τῆς 25ης Μαρτίου 1914, 25 περίπου ἀξιωματικοὶ διαφόρων ὅπλων προήχθησαν ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, διὰ τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν κατὰ τοὺς πολέμους καθ’ οὓς εἶχον ἀνακληθῆ εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν. Εἰς τούτους, καταβαλόντας τὸ ἀντίτιμον τῆς δευτέρας μετοχῆς, τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ, ἐχορήγει ἐπὶ δύο συνεχῆ ἔκτοτε ἔτη τὸ διπλοῦν μέρισμα, ὡς καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικούς. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους τὸ Ταμεῖον ἔπαυσε χορηγοῦν αὐτοῖς τὸ μέρισμα τοῦτο, διότι δὲν προέβλεπε δῆθεν περὶ αὐτοῦ τὸ καταστατικόν του, τὸ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1854 χρονολογούμενον, καὶ ἐζήτησε πρὸς τοῦτο νομοθετικὸν διακανονισμόν. Παρακαλεῖ ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν ὅπως, εὐαρεστούμενος, πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν θεωρῇ δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ διατάξῃ τὸ ἐν λόγῳ Ταμεῖον ὅπως ἐξακολουθήσῃ καταβάλλον τὸ φυσικὸν καὶ ἀπαραίτητον μέρισμα εἰς τοὺς ἀνωτέρω πτωχοὺς ἀξιωματικούς, δικαιουμένους εἰς τοῦτο ἀναντιρρήτως, ἄν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ δι’ ὑπηρεσίαν ἐν πολέμῳ κτηθεὶς βαθμὸς πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ χαίρῃ ἴσων τουλάχιστον δικαιωμάτων τοῦ δι’ ὑπηρεσίας ἐν εἰρήνῃ κτηθέντος τοιούτου.
§10Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ φροντίσω δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἔλαβα ἤδη γνῶσιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Μ. Σφακιανάκης καὶ Μ. Κοθρῆς παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἀπεφάσισεν ὁριστικῶς νὰ ἐπιτάξῃ τὰ χαρούπια τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει εἶναι ἐπάναγκες νὰ κανονισθῶσιν ἀμέσως καὶ λεπτομερῶς τὰ τῆς ἐπιτάξεως ταύτης, διότι ἡ συγκομιδὴ τῶν χαρουπίων ἤρχισεν ἤδη εἴς τινα μέρη, ἐντὸς δὲ τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Αὐγούστου ἀρχίζει καὶ εἰς τὰ λοιπά. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἠξεύρωσιν ἀπὸ τοῦδε οἱ ἔμποροι εἰς ποίαν τιμὴν θὰ πληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτοὺς τὰ χαρούπια καὶ εἰς ποίαν τιμὴν οὗτοι νὰ πληρώνωσιν ὑποχρεωτικῶς τὰ χαρούπια ταῦτα εἰς τοὺς παραγωγούς. Κατὰ τὴν γνώμην τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἡ λογικὴ τιμὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἐφέτος πρέπει νὰ πληρωθῶσι τὰ χαρούπια εἰς τοὺς παραγωγοὺς εἰς τὰ κεντρικὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀποστέλλῃ πλοῖα διὰ νὰ παραλαμβάνῃ τὰ χαρούπια ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους, εἶναι εἴκοσι λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ τὰ χαρούπια εἰς τοὺς ἐμπόρους πρὸς 26 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ἕξ λεπτῶν, τὰ μὲν δύο θὰ εἶναι διὰ κέρδος, φόρον καὶ ἐνοίκιον ἀποθηκῶν διὰ 4 μῆνας, τὰ δὲ λοιπὰ τέσσαρα διὰ φόρον δεκάτης καὶ τελωνείου 11% καὶ δι’ ἔξοδα ἐργατῶν, σάκκων καὶ φορτηγίδων μέχρι τῆς πλευρᾶς τοῦ πλοίου. Εἰς δὲ τὰ ἀπόκεντρα μέρη οἱ ἔμποροι δέον νὰ πληρώνωσι τὰ χαρούπια εἰς τοὺς παραγωγοὺς πρὸς 19 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, τοῦ λεπτοῦ τῆς διαφορᾶς χρησιμεύοντος διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ τὰ ἀπόκεντρα παράλια εἰς τὰ κεντρικά, ἔνθα θὰ ἀποθηκεύωνται τὰ χαρούπια. Μετὰ παρέλευσιν δὲ 4 μηνῶν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ μεταξὺ δὲν παραλάβῃ τὰ χαρούπια, δέον νὰ πληρώνῃ τὴν ἀξίαν αὐτῶν εἰς τοὺς κατόχους καὶ συνάμα ἀνάλογον ἔκτοτε ἐνοίκιον. Προσέτι ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ ὁρίσῃ τίνα παράλια σημεῖα θεωρεῖ κεντρικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνῃ τὰ χαρούπια, διὰ νὰ ἠξεύρωσιν οἱ ἀγορασταὶ τῶν χαρουπίων ἔμποροι ποίαν τιμὴν θὰ πληρώνωσιν εἰς τὰ διάφορα μέρη τὰ χαρούπια καὶ ἀπὸ τίνα παράλια σημεῖα πρέπει νὰ μεταφέρωσιν αὐτὰ εἰς τὰ κεντρικὰ μέρη, ὁπόθεν ἡ Κυβέρνησις θὰ παραλαμβάνῃ τὰ χαρούπια.
§12Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ἀγοράσῃ ἢ ἐπιτάξῃ τὰ χαρούπια εἰς τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν περίπου ἀνέφερον οἱ συνάδελφοι καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ τροφὴν τῶν ζώων. Ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα διὰ τὴν συγκέντρωσίν των θὰ ληφθῶσιν ἐντὸς τοῦ πρώτου δεκαπενθημέρου τοῦ παρόντος μηνός. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἐξόδων εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος διὰ τὴν φόρτωσιν καὶ τὴν περισυλλογὴν αὐτῶν, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπωμέν τι τὸ συγκεκριμένον, διότι ὁ καθορισμὸς αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ. Πιστεύω ὅμως ὅτι, λόγῳ τῶν προσόδων, ἡ τιμὴ τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε δὲν ἀφίσταται τῆς τιμῆς ἡ ὁποία θὰ πραγματοποιηθῇ. Ὡς πρὸς τὰ σημεῖα συγκεντρώσεως, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο καθορίζεται εἰς τὰ συμβόλαια μὲ τοὺς ἐργολήπτας.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ καὶ τῆς Αὐταρκείας Ὑπουργὸν ἂν δὲν θεωρῇ ὑπεράγαν ὑπερβολικὴν τὴν τιμὴν τῶν μακαρονίων, ὁρισθεῖσαν, ὡς γνωστόν, κατ’ ὀκᾶν εἰς 2.80 δραχ.
§14Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) ἂν ἐπελήφθη ἡ Δικαιοσύνη τῆς γνωστῆς πρὸς τὸν στρατηγὸν Κόρακαν ἐπιστολῆς καὶ 2) ποῖον τὸ πόρισμα τῶν ἐνεργειῶν της, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνακοίνωσις δὲν δυσχεραίνει τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως.
§16Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπελήφθην τῆς ἐρεύνης, δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀνακοινώσω τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων, ἀλλὰ πρέπει νὰ πιστεύητε ὅτι, ἐξ ὅσων δύναμαι νὰ γνωρίζω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ ὁ ἔνοχος.
§17Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὑπάρχει πράγματι ἡ πλαστὴ ἐπιστολή αὕτη;
§18Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω ἀκόμη τίποτε.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ι. Γκέκας καὶ Π. Ἀγγελίδης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔχῃ γνῶσιν ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ λειβαδίου τοῦ χωρίου Χατζήμισι, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Βάλτος, ἐξοργισθεὶς ἐκ τῆς ἐδῶ ἀφίξεως ἐπιτροπῆς τῶν χωρικῶν ὅπως παραστήσῃ αὐτῇ τὰ ἐκ τῆς μισθώσεως προσβαλλόμενα δίκαιά των, ἐξεδίωξε τὰ ζῷά των, ἀρνούμενος ἐπὶ οἱαδήποτε ἀμοιβῇ νὰ δεχθῇ αὐτά, τῆς κοινότητος δὲ στερουμένης ἄλλου λειβαδίου, διατρέχουν κίνδυνον νὰ ἀπωλεσθῶσιν ἅπαντα, καί, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν, εἰς ποίας ἐνεργείας προέβη. Ἀναβάλλεται, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. — Ὁ κ. Π. Βουρλούμης ὑπομιμνήσκει εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὴν μελέτην τῆς διανοίξεως τῶν αὐλάκων οἵτινες ὑπῆρχον ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἰς τὸν Κάμπον τῆς Ἠλείας καὶ οἵτινες ἐπιχωσθέντες ἐξ ἀμελείας μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διευκολύνουσι τὸν σχηματισμὸν ἑλῶν ἀποδεκατιζόντων τὰς κοινότητας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καθιστῶσιν ἀδρανῆ ἢ ἄκαρπα ἐδάφη πλουσιώτατα, δυνάμενα νὰ σιτίσωσιν ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν καὶ τοὺς γείτονας αὐτῆς. Τὴν ἀπαιτηθησομένην δαπάνην προθύμως θέλουσι καταβάλει δι’ εἰδικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν τοπικῶς παραγομένων προϊόντων αὐτοὶ οὗτοι οἱ κάτοικοι καὶ ἑπομένως δὲν ζητοῦσι θυσίας ἀπὸ τὸ Κράτος, ἀλλὰ τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ συνδρομὴν καὶ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν τεχνικῶν αὐτοῦ ὀργάνων.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἤδη διετάχθη ὁ νομομηχανικὸς Ἀχαϊοήλιδος νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ πληροφορήσῃ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν αὐλάκων, ὑποβάλῃ δὲ ἔκθεσιν καὶ προϋπολογισμὸν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐρωτήσεως, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον κ. βουλευτὴν ὅτι ἑτοιμάζεται νομοθετικὴ ἐργασία σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ προσεχῶς θὰ ὑποβληθῇ τὸ κατάλληλον νομοσχέδιον.
§21Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἔδωσεν εἰς ἡμᾶς. Εἶναι οἰκτρὸν τὸ θέαμα· ἀπὸ ἑνὸς αἰῶνος, ἐλευθέρα ἤδη ἡ ἐπαρχία αὕτη, εἶναι εἰς χειροτέραν κατάστασιν ἀφ’ ἧς εὑρίσκετο ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Ἔργα ἅτινα εἶχον συντελεσθῆ ἐπὶ Τουρκοκρατίας, τὸ ἐλεύθερον Κράτος τὰ ἀφῆκε νὰ καταστραφῶσι καὶ οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι κυλύουν τὸν λίθον τοῦ Σισύφου. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ Κράτος ἑκάστοτε ὑπέσχετο νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ἥτις ἔχει εὐρύτατον γεωργικὸν πρόγραμμα, θὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα.
§22Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας, αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις ἀναβάλλονται, συμφώνως δὲ πρὸς τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§24Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελίδης ἔχει τὸν λόγον.
§26Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τόσον ἐγὼ ὅσον καὶ πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀνεγνώσαμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας δημοσίευμά τι τὸ ὁποῖον φέρεται ὡς ἀπάντησις τῆς μειονοψηφίας εἰς τὸν Λόγον τοῦ Στέμματος. Ἐπιθυμοῦμεν, κ. Πρόεδρε, νὰ μᾶς πληροφορήσητε ἐὰν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐδόθη πρὸς δημοσίευσιν ἐκ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν ἐξῆλθεν ἐκ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, διότι ἐδημοσιεύθη πρὸ τῆς καταθέσεως εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἡ κατάθεσις τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἐγένετο ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν στιγμὴν καθ’ ἣν καὶ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ. Διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος δὲν ἔχω οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν.
§28Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἔπραξε διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον τόσον ἐγὼ ὅσον καὶ πλεῖστοι ἐκ τῶν συναδέλφων μου....
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι, ὅλοι.
§30Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. ... θεωροῦμεν αὐτόχρημα προδοτικόν, διότι νομίζομεν ὅτι εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δημοσιεύωνται ἔγγραφα ἅτινα ἔχουσιν ἀποτελέσματα ἀντεθνικά. Φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παραπέμψῃ τοὺς κυρίους αὐτοὺς ἐπὶ παραβάσει τῶν διατάξεων «περὶ λογοκρισίας».
§31Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ κρίσις περὶ τῶν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. Λόγον περιεχομένων δύναται νὰ γίνῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τὴν ὡρισμένην διὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίληψίν του καὶ ἡ μειονοψηφία τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ τὴν ἰδικήν της· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώμαλον, εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἀπεφασίσθη ὅπως μὴ δημοσιεύωνται τὰ ἐν τῇ Βουλῇ παρὰ μόνον τὰ διὰ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν παρεχόμενα—καὶ τοῦτο διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία κρίσις εἰς τὰς δημοσιεύσεις τῶν ἐφημερίδων—ἐν τούτοις ἡ ἐν λόγῳ ἀπάντησις ἐδημοσιεύθη κατὰ τρόπον ἀποδεικνύοντα ὅτι ἐπιδιώκονται ὄντως ἀντίθετοι σκοποί. Τὸ Αʹ Σῶμα Στρατοῦ μὲ εἰδοποίησεν ὅτι προέβη εἰς δίωξιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρῶτοι προέβησαν εἰς τὴν ἐν λόγῳ δημοσίευσιν, ἀποτελοῦσαν παραβίασιν τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως. Ἀλλὰ θὰ διωχθῶσιν ὅμως συγχρόνως καὶ ἐκεῖναι ἐκ τῶν ἄλλων πρωϊνῶν ἐφημερίδων αἱ ὁποῖαι ἐδημοσίευσαν σχετικὰ δημοσιεύματα. Ἐλπίζω ὅτι τὸ στρατιωτικὸν δικαστήριον θὰ ἐφαρμόσῃ αὐστηρότατα τὸν νόμον ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρῶτοι ἐδημοσίευσαν τὸ ἐν λόγῳ ἔγγραφον, ἐπιεικέστερον δὲ προκειμένου περὶ τῶν πρωϊνῶν ἐφημερίδων, αἵτινες ἐδημοσίευσαν μόνον περιλήψεις.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λυκουρέζος.
§33Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πάντοτε ἤμην εἰλικρινὴς καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ δημοσίευσις τῆς ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας πρὸ τῆς καταθέσεώς της ἐν τῷ Προεδρείῳ, ἦτο πρᾶξις παράτυπος. Ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Μπουσίου καὶ τοῦ κ. Λόντου, καὶ ἰδιαίτατα ἐγώ, εἴχομεν τὴν συναίσθησιν ὅτι δέον ν’ ἀποφευχθῇ οἱαδήποτε ἀνακοίνωσις, ἐφροντίσαμεν δέ, ἰδίᾳ εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν....
§34Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ....
§35Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὅ,τι θέλετε νὰ μοὶ εἴπητε· θὰ ἀπαντήσω ἀμέσως καὶ μάλιστα εἰλικρινῶς.
§36Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν εἶπον τίποτε.
§37Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὅταν ὅμως ἐξήλθομεν ἐκ τοῦ δωματίου, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς εἶχε καλέσει ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, βεβαιωθεῖτε ὅτι παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἐν ἐκπλήξει μεγίστη εἴδομεν τὴν ἔκθεσίν μας δημοσιευομένην εἰς τὸν Τύπον. Ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος ἠσθάνθη τὴν μεγαλυτέραν στενοχωρίαν βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἤμην ἐγώ· μάρτυρες εἶναι οἱ κύριοι συνάδελφοι.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὸ ἔδωκε;
§39Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ τὸ εἴπω ἀμέσως.
§40Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω λόγους νὰ ἀμφιβάλλω.
§41Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶμαι ὑπερβέβαιος περὶ τούτου. Τί συνέβη θὰ εἴπω ἀμέσως. Εἷς τῶν κυρίων δημοσιογράφων παρεπλάνησεν ἕνα τῶν κυρίων συναδέλφων, τὸν κ. Λόντον.
§42Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατ’ ἐξοχὴν ἐπικίνδυνοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι.
§43Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔχω, κ. Πρόεδρε, πικροτάτην πεῖραν αὐτῶν καὶ ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ λαμβάνω πάντοτε ὅλα τὰ προφυλακτικὰ μέτρα, βεβαιωθεῖτε δὲ ὅτι τὰ ἔλαβον καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν μέχρις ὑπερβολῆς. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι τὸν κ. Λόντον τὸν παρεπλάνησεν εἷς τῶν δημοσιογράφων, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὸν λόγον του ὅτι δὲν θὰ κάμῃ χρῆσιν καθ’ ὅσον δὲν εἶχε κατατεθῆ τὸ σχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ δημοσιογράφος ὅμως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Λόντος, κατεχράσθη τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον ἔδωκε. Τόσην, Κύριοι, ἠσθάνθην ἐντύπωσιν διὰ τὴν παρατυπίαν αὐτήν, ὥστε ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ σπεύσω νὰ συναντήσω τὸν κ. Ρακτιβὰν καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτό, παρεκάλεσα δὲ αὐτὸν νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ἔρευναν ἐπὶ τῆς δημοσιεύσεως. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει ἄλλον χαρακτῆρα καὶ κατὰ πόσον ἔχει τὴν κακότητα τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ ὁ κ. συνάδελφος.
§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι θὰ διαταχθῇ ἡ τιμωρία καὶ τῶν ἐφημερίδων τῆς πλειονοψηφίας, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσίευσαν αὐτό· δὲν ἔχω νὰ κάμω διάκρισιν.
§45Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, ἀλλὰ ὑπερθεματίζω καὶ θὰ χειροκροτήσω πρῶτος ἐγὼ ὅταν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνητε ἐφαρμόζωνται εἰς ὅλους.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§47Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι βουλευταί, νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11ης Ἰουλίου ἐ.ἔ. νομοθετικοῦ ἢ μᾶλλον ἀναγκαστικοῦ τῆς Κυβερνήσεως Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Ἐπέπρωτο δυστυχῶς, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐκτροχίασις ἡ ἐμφανισθεῖσα κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους τοῦ πολιτειακοῦ ὀργανισμοῦ νὰ μὴ ἀφήσῃ ἀμόλυντον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία, ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ καὶ τῶν διατάξεων αὐτῆς, τάσσεται ἐντελῶς ξένη πρὸς τὰς πολιτικὰς διαμάχας καὶ περιφρουρεῖται τελείως ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως. Εὑρέθησαν Ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι, ἐπιλήσμονες τελείως ἀποδειχθέντες τοῦ ὕψους τῆς θέσεώς των εἰς ἣν τοὺς ἔταξαν ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Πολιτεία, ἐνόμισαν ὅτι τοῖς ἐπετρέπετο νὰ ὑποστηρίξωσι μίαν τῶν διαμαχομένων πολιτικῶν μερίδων καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸν βόρβορον τῆς πολιτικῆς ἐμπαθείας πρὸς ἐπιδίωξιν σκοπῶν οἱ ὁποῖοι ἔτεινον εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀπόψεων τῆς ἑτέρας τῶν μερίδων. Καὶ εὑρέθησαν δυστυχῶς καὶ οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἀνωτάτην ἐκκλησιαστικὴν ἐξουσίαν, ὅ τε πρόεδρος καὶ τὰ μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι, ἀψηφοῦντες θεμελιώδη ἀποστολικὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος εἰς πάντα κληρικὸν καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τοὺς Ἐπισκόπους ἀπαγορεύει πᾶσαν ἀνάμιξιν εἰς πολιτικὴν φροντίδα, καὶ ἀπαγγέλλει ἐναντίον τῶν παραβατῶν τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, τὴν τῆς καθαιρέσεως, εὑρέθησαν, λέγω, τοιοῦτοι ἱεράρχαι οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν εἰς ἑαυτοὺς νὰ καταστήσωσι τὴν Ἐκκλησίαν ὄργανον τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ὀρέξεων καὶ παθῶν. Καὶ ἀναδιφήσαντες εἰς σελίδας ἀπηρχαιομένας ἑνὸς ἀπαισίου μεσαιωνικοῦ καθεστῶτος καὶ ἀνασκάψαντες θεσμὸν τὸν ὁποῖον κατεδίκασαν οἱ αἰῶνες καὶ ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀπεφάσισαν καὶ ἐπέβαλλον τὴν ἀπαισίαν τιμωρίαν τοῦ ἀναθέματος εἰς τὸν ἡγέτην τοῦ ἐθνικοῦ κινήματος, ὁ ὁποῖος ἐκάλει τὰ εὐγενέστερα τέκνα τῆς Ἑλλάδος εἰς ὑποστήριξιν τοῦ πατρίου ἐδάφους, τὸ ὁποῖον μολύνει ὁ ποῦς τοῦ προαιωνίου ἐχθροῦ (Χειροκροτήματα). Καὶ τὸ σύνθημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔδωσαν οἱ ἀνώτατοι ἡγέται τῆς Ἐκκλησίας, ἐνεκολπώθησαν καὶ ἠσπάσθησαν οἱ πλεῖστοι τῶν κατὰ τόπους Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν μάλιστα ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπερακοντίσωσι τοὺς πρώτους ἐν τῇ ἁμίλλῃ ἵνα καταλάβωσιν ἐπίζηλον θέσιν καὶ ἀπακτήσωσιν ἐμπιστοσύνην παρ’ αὐτῇ. Καὶ δὲν περιωρίσθησαν οἱ Ἱεράρχαι οὗτοι μόνον εἰς τὸ νὰ μιμηθῶσι τὸ παράδειγμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ νὰ ἐπαναλάβωσι τὴν βδελυρὰν πρᾶξιν τοῦ ἀναθέματος, ἀλλὰ κατῆλθον εἰς δημοσιογραφικὸν ἀγῶνα καὶ ἐκήρυξαν ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος καὶ ἐφιλοτέχνησαν πᾶσαν λέξιν διὰ νὰ χαρακτηρίσωσι τὸ ἐθνικὸν κίνημα καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ. Δὲν εἶναι παράδοξον βεβαίως ὅτι, κατόπιν τῆς τοιαύτης ἀπαισίας διαγωγῆς τὴν ὁποίαν ἔδειξαν οἱ ἀνώτατοι ἐκκλησιαστικοὶ ἡγέται καὶ οἱ κατὰ τόπους Ἱεράρχαι, δὲν εἶναι, λέγω, παράδοξον τὸ ἀηδὲς θέαμα τὸ ὁποῖον ἐδείκνυον οἱ κατώτεροι κληρικοί, οἱ ὁποῖοι, σύροντες τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος, ἐνόμισαν ὅτι δύνανται νὰ εἶναι ὄργανα ἀναισχύντου προπαγάνδας καὶ νὰ κατέλθουν εἰς μίαν κακοήθη διαπάλην. Αἱ πράξεις αὗται τῶν Ἱεραρχῶν, ἰδίᾳ καὶ κυρίως τῆς ἀνωτάτης Ἀρχῆς τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἑπόμενον ὅτι κατέρριψαν τελείως τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅτι ἐξηυτέλισαν τὸ ποιμαντορικὸν γόητρον τῶν Ἱεραρχῶν, ὅτι ἐμείωσαν τὸ αἴσθημα τῶν χριστιανῶν. Καὶ πρὸ τῆς καταστάσεως ταύτης ἡ Πολιτεία δὲν ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ μείνῃ ἀδιάφορος. Ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ ἐπειγόντως τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ μολυνθέντος ἐδάφους καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτοῖς θέσιν. Δι’ ὃ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἐκ τῶν πρώτων αὐτῆς καθηκόντων ἦτο νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς ἀποκάθαρσιν τοῦ ἐδάφους. Ἀποτέλεσμα τῶν τοιούτων σκέψεων εἶναι ἡ ἔκδοσις τοῦ ἀναγκαστικοῦ διατάγματος τῆς 11 Ἰουλίου ἐ.ἔ., διὰ τοῦ ὁποίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπεδιώχθη νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἄμεσος ἀποκάθαρσις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἀντικατάστασις τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἵδρυσις Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ δωσιδικήσωσι διὰ τὰς παρανόμους αὐτῶν πράξεις οἱ ὡς εἴρηται προηγουμένως παρεκτραπέντες Ἐπίσκοποι καὶ Ἀρχιερεῖς. Τρεῖς εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὸ ἀναγκαστικὸν τοῦτο διάταγμα. Πρώτη ἡ ἀφορῶσα τὴν ἀντικατάστασιν τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, τὸν Καταστατικὸν τῆς Ἱερᾶς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ θητεία τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου λήγει τὴν 31 Αὐγούστου. Ἀνασταλείσης τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου, ἐπετράπη ὅπως οἱ τέως Συνοδικοὶ ἀπαλλαγῶσι τῶν καθηκόντων καὶ πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναπλήρωσιν αὐτῶν, ἐγένετο ἐλαφρά τις τροποποίησις τοῦ Καταστατικοῦ Νόμου, ὁρίσασα ὅτι ἡ ἀναπλήρωσις ἐνεργεῖται δι’ Ἱεραρχῶν ἐν ἀνάγκῃ οὐχὶ κατὰ τάξιν τῶν πρεσβείων τῆς ἀρχιερωσύνης, ἀλλὰ κατ’ ἐκλογήν. Ἡ διάταξις τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος Νόμου ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου γίνεται κατὰ τάξιν τῶν πρεσβείων τῆς ἀρχιερωσύνης, δὲν εἶναι διάταξις ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ πρὸς θεμελιώδη τινὰ ἀρχὴν τῶν ἱερῶν κανόνων. Καὶ τούτου ἀπόδειξις εἶναι ὅτι εἰς τὰ διάφορα Ὀρθόδοξα Κράτη κατὰ διάφορον τρόπον ἐρρύθμισαν τὰ τῆς συγκροτήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Οὕτω ἐν Τουρκίᾳ, ἐν τῇ κλίμακι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, δὲν ἐλήφθησαν οὐδέποτε ὑπ’ ὄψιν τὰ πρεσβεῖα τῆς ἀρχιερωσύνης, ἀλλ’ ἡ συγκρότησις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐνεργεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σειρᾶς τὴν ὁποίαν κατέχουσιν οἱ διάφοροι θρόνοι ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῇ ἐκκλησιαστικῇ, ἐπὶ τῇ βάσει δηλ. τοῦ Συνταγματίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς σειρᾶς αὐτῆς τοῦ Συνταγματίου, ἐκράτησεν ἐν Τουρκίᾳ ἡ ἀρχὴ τῆς «ἀριστήνδην» συγκροτήσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία συγκρότησις συνίσταται εἰς τὴν κατ’ ἐκλογὴν κλῆσιν ὡρισμένων Ἱεραρχῶν πρὸς κατάρτισιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μὴ τηρουμένης τῆς σειρᾶς τοῦ Συνταγματίου. Ἐν Ρωσσίᾳ ἔτι περισσότερον, διότι κρατεῖ ἡ κλῆσις «ἀριστήνδην» οὐ μόνον Ἐπισκόπων, ἀλλὰ καὶ ἀνωτέρων κληρικῶν διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Οὕτω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων αὐτῶν κατηρτίσθη καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ πρὸς κύρωσιν ὑποβαλλομένου νομοθετικοῦ διατάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ ἀναπλήρωσις τῶν μελῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἄνευ τῆς τηρήσεως τῆς σειρᾶς τῶν πρεσβείων τῆς ἀρχιερωσύνης. Ἡ ἐνέργεια αὕτη ἐπεβάλλετο καὶ ἐκ τοῦ λόγου ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν παρεκτραπέντων Ἀρχιερέων προήρχοντο, ὡς γνωστόν, ἐκ τῶν Ἐπισκόπων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ ἑπομένως δὲν ὑπολείπεται ἀρκετὸς ἀριθμὸς ὥστε νὰ τηρηθῇ ἡ σειρὰ τῶν πρεσβείων τῆς ἀρχιερωσύνης. Δευτέρα θεμελιώδης διάταξις τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν κατάρτισιν Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ δωσιδικήσουν οἱ ἐγκληματίσαντες Ἀρχιερεῖς καὶ Ἐπίσκοποι. Ὅπως γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχομεν σύστημα τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ κανονίσει τὰ τῆς ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου ἐν Ἑλλάδι. Ὑπάρχουσιν ἐλλειπεῖς καὶ ἀτελεῖς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐγκατεσπαρμέναι εἰς τὸν Καταστατικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Νόμον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων λειτουργεῖ ἡ σχετικὴ δικαστικὴ δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας. Τὰς ἐλλείψεις ταύτας ἀνεγνώρισεν ἤδη ἡ Πολιτεία καὶ διὰ νόμου ἐκδοθέντος πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐσχημάτισε νομοπαρασκευαστικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἀφορωσῶν τὴν Ἐκκλησίαν διατάξεων. Ἕν τῶν κυριωτέρων μελημάτων τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἦτο ἡ ὀργάνωσις τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαστηρίου. Δὲν ἐδόθη βεβαίως καιρός, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ σκέψις περὶ ἀμέσου ἐφαρμογῆς τῶν σχεδίων τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκπονήσει ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη. Δὲν ἦτο δὲ τοῦτο δυνατὸν καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, ὅτι, ὡς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, οἱ πλεῖστοι τῶν Ἐπισκόπων ἔχουσι ἐγκληματίσει, δὲν ὑπολείπεται δὲ ἐκ τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἀριθμὸς ἐπαρκὴς ὥστε, εἴτε κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἴτε κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἐκπονηθέντος νομοσχεδίου, νὰ καταρτισθῇ Δικαστήριον Ἐκκλησιαστικόν. Ἔπρεπεν ἄρα διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τοὺς Ἐπισκόπους τῶν Νέων Χωρῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οὗτοι Ἀρχιερεῖς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἐν τῇ συνεχείᾳ τῶν σκέψεων τούτων γεννᾶται βεβαίως τὸ ἐρώτημα ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται σκέψις καὶ περὶ χειραφετήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν. Ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως, Κύριοι, δὲν θὰ παρουσιάζοντο κωλύματα πρὸς ἐπιδίωξιν ἑνὸς τοιούτου μέτρου, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπάρχει ἡ κατ’ ἀρχὴν συναίνεσις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προηγουμένη πρᾶξις καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐν τούτοις ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἔπρεπε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς χειραφετήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐπεδιώχθη λοιπὸν μέση λύσις, ὁ καταρτισμὸς μιᾶς 14μελοῦς Ἐπιτροπῆς ἐξ Ἱεραρχῶν καὶ τῶν Νέων Χωρῶν. Ὁ τοιοῦτος θεσμὸς ἀνταποκρίνεται πρὸς τοὺς κειμένους κανόνας, διότι ἐθεωρήθη ὅτι δικαστήριον τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιληφθῇ δίκης κατ’ Ἀρχιερέων, δυνάμενον νὰ ἐπιβάλῃ καὶ τὴν ποινὴν τῆς καθαιρέσεως, ἔδει νὰ παρέχῃ ἐγγυήσεις. Τοιοῦτον δὲ δικαστήριον εἶναι καὶ τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον τὸ ὁποῖον ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ λειτουργεῖ, δεκατετραμελὲς δικαστήριον τὸ ὁποῖον κρίνει, δικάζει, τιμωρεῖ, καὶ καθαιρεῖ τοὺς Ἀρχιεπισκόπους. Ἡ συμμετοχὴ Ἐπισκόπων τῆς Νέας Ἑλλάδος εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο πρὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς χειραφετήσεως δὲν ἀντίκειται οὐδόλως εἰς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, διότι πλεῖστα ὑπάρχουσι παραδείγματα ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ ἱστορίᾳ, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκλέγονται Ἐπίσκοποι ἐκ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν πρὸς συγκρότησιν δικαστηρίου. Ἐθεωρήθη μάλιστα ὅτι καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἡ ἐνέργεια αὕτη δὲν ἀντίκειται πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν ἱερῶν κανόνων, διὰ τὸν λόγον ὅτι τὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου τούτου, τυγχάνοντα Ἐπίσκοποι μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὴν ἰδίαν μετὰ τῶν ὑποδίκων Ἐκκλησίαν, παρέχουσι περισσοτέρας ἐγγυήσεις διὰ τὴν καλυτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καθότι δὲν συνδέονται διὰ συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας πρὸς τοὺς ὑποδίκους. Τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ παραπέμπωνται οἱ πλημμελήσαντες Ἐπίσκοποι. Ἡ τρίτη διάταξις ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνεται ἡ πλήρωσις τῶν ὁπωσδήποτε κενουμένων ἢ ἐνδεχομένως δημιουργουμένων θέσεων, ὡς καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς Ἐπιβολῆς εἰς τοὺς Ἐπισκόπους ποινῶν ἐκ μέρους τοῦ δικαστηρίου. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐπιτρέπεται ὅπως Ἐπίσκοπος τῶν Νέων Χωρῶν, παραιτούμενος ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐκλεγῇ εἰς ἄλλην ἐπισκοπικὴν ἕδραν χηρεύουσαν. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναί τι τὸ καινοφανές, διότι καὶ ἄλλοτε τοῦτο ἀκριβῶς ἐγίνετο. Ἐπετράπη δηλαδὴ διὰ νόμου ὅπως Κρῆτες Ἐπίσκοποι διορισθῶσιν εἰς χηρευούσας ἐπισκοπὰς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ καταστῶσιν Ἐπίσκοποι ἐν ἐνεργείᾳ. Τοιοῦτον εἶναι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, Κύριοι, τὸ ἀναγκαστικὸν διάταγμα τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἐκ τῶν πραγμάτων ὑποχρεωμένη νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ τούτου τὴν κύρωσιν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ δέ, ὅπως ἐξέθεσα καὶ ὅπως εἶναι ἀντιληπτόν, δὲν συγχωρεῖται παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος αὐτῆς, ἀλλὰ παρίσταται ἀνάγκη ὅπως τὸ διάταγμα τοῦτο λάβῃ τὴν μορφὴν νόμου, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως συναινέσῃ νὰ κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον. (Χειροκροτήματα).
§48Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Νὰ καθιερώσητε τὸ μεταθετόν, κ. Ὑπουργέ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἂν δέχεται τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν ταύτην).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Θ. Γοῦσκος.
§51Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, σκοπὸς τῆς ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ ὁποία σήμερον πρόκειται νὰ συζητηθῇ εἶναι ὅπως δώσω ἀφορμὴν νὰ ἀποκαλυφθῶσι τὰ αἴσχη καὶ οἱ βανδαλισμοὶ καὶ τὰ ὄργια τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν κατὰ τὴν 18ην καὶ 19ην Νοεμβρίου εἰς βάρος τῶν φιλελευθέρων πολιτῶν, τῶν πολιτῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν, πιστεύουν καὶ θὰ πιστεύουν εἰς τὴν ἰδεολογίαν τὴν ἐθνικήν, τῆς ὁποίας ἀρχηγὸς τετιμημένος εἶναι ὁ ἡμέτερος Πρόεδρος. Οἱ καννίβαλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀφῆκαν τίποτε ἀνύβριστον, τίποτε ἀσυκοφάντητον καὶ διὰ τοῦ Τύπου καὶ διὰ τοῦ λόγου ἠθέλησαν διὰ τῶν πράξεών των αὐτῶν νὰ σβύσωσι τὸ κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης, σκοπὸς τοῦ ὁποίου ἦτο νὰ ἀποπλύνῃ τὸ αἶσχος τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ προσάψουν κατὰ τῆς Ἑλλάδος οἱ ἰθύνοντες μέχρι τοῦδε τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας ταύτας τῶν καννιβάλων τοῦ Νοεμβρίου ἐπρωτοστάτησε δυστυχῶς καὶ πάλιν ἡ γνωστὴ μερὶς τοῦ Τύπου. Ἐνεφανίσθησαν πάλιν ἐφημερίδες αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφῆκαν ὕβριν τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ἐκτοξεύσουν κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφῆκαν συκοφαντίαν τὴν ὁποίαν νὰ μὴ σπείρωσιν. Ὑπῆρξεν ἐφημερὶς ἐνταῦθα, ἡ «Ἀλήθεια», Κύριοι, ἡ ὁποία ἔγραψε περὶ τοῦ τετιμημένου ναυάρχου ἡμῶν....
§52Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μεγάλη τιμὴ νὰ τὴν ἀναφέρητε κἄν.
§53Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Πρόκειται περὶ συναδέλφου, Κύριοι, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καυτηριασθῇ μία τοιαύτη πρᾶξις ὀργάνου τῆς Δημοσίας Γνώμης κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ ναυάρχου μας Κουντουριώτη. Οἱ ἄνθρωποι τῆς 18ης καὶ 19ης Νοεμβρίου ἔστησαν ἐνέδραν κατὰ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔστησαν ἐνέδραν κατὰ τῶν ἀδελφῶν Γάλλων, οἱ ὁποῖοι ἐπρωτοστάτησαν πάντοτε εἰς πᾶν ὅ,τι ἦτο συμφέρον εἰς τὰς ἐθνικὰς ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως μᾶς εἴπῃ ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἐν σχέσει πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν τοῦ Νοεμβρίου, ὄχι μόνον ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὠργίασαν κατὰ τῶν φιλελευθέρων καὶ οἱ ὁποῖοι μένουν ἀκόμη ἀτιμώρητοι. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ἔδρασαν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, διότι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν μέχρι σήμερον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῆ.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§55Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐνόμισα, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὑπὲρ τῶν θυμάτων τῶν ἀποφράδων ἐκείνων ἡμερῶν τοῦ Νοεμβρίου, τῶν θυμάτων τὰ ὁποῖα, σημειωτέον, οὐδὲν ἄλλο ἔγκλημα διέπραξαν εἰμὴ μόνον ὅτι παρέμειναν πιστὰ εἰς τὴν πολιτικὴν ἰδεολογίαν τοῦ μεγάλου αὐτῶν πολιτικοῦ ἀνδρός. Θὰ ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, βήματος μικροῦ μὲν ἐν τῇ ὁράσει, ἀλλὰ μεγάλου ἐν τῇ ἰδεολογίᾳ, θὰ διατυπώσω, λέγω, τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὰ εὐγενῆ καὶ ἡρωϊκὰ τέκνα τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, τὰ ὁποῖα, ἀνύποπτα, προσεβλήθησαν ἐξ ἐνέδρας καὶ ἐδολοφονήθησαν προδοτικῶς ὑπὸ τῶν μισθοφόρων τοῦ Κάϊζερ καὶ τῶν ὀργάνων τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως (Χειροκροτήματα). Ἔπρεπε, κύριοι βουλευταί, διὰ τοῦ τιμίου αὐτῶν αἵματος νὰ βαφῶσι μὲ χρῶμα ἐρυθρὸν τὰ πέδιλα μιᾶς ἀδελφῆς ἑνὸς Πρώσσου Καλιγούλα, ἑνὸς τυράννου ἡγεμόνος (Χειροκροτήματα). Ὑποκλιθῶμεν, κύριοι βουλευταί, πρὸ τῶν τιμίων τούτων θυμάτων τοῦ καθήκοντος καὶ ἂς χύσωμεν δάκρυα ὡς φόρον ὑπερτάτης εὐγνωμοσύνης, διότι διὰ τοῦ θανάτου αὐτῶν ἀπεδόθησαν εἰς ἕνα λαὸν αἱ ἐλευθερίαι αἱ πολιτικαὶ καὶ ἀτομικαὶ τὰς ὁποίας ἐγωπαθὴς ἡγεμὼν ἐσφετερίσθη (Χειροκροτήματα). Εἶμαι πεπεισμένος ἀδιστάκτως ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἀνεγείρῃ μαυσωλεῖον εἰς τοὺς ἐλευθερωτάς της. Εἴδομεν χθὲς ἔτι, κύριοι συνάδελφοι, συνηγόρους τοῦ καταλυθέντος καθεστῶτος. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτοὺς τοὺς κυρίους: Ποῖον ἐκπροσωπεῖτε ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι ὁμιλεῖτε ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ; Τί ζητεῖτε ὑμεῖς ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων τῆς ζωῆς, παράξενα ὄντα; (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶσθε τάχα ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, τὰς ἐθνικῶς πενθίμους, τὰς πρὸ τοῦ 1912, δὲν εἶσθε τάχα ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι ὅταν εὑρίσκεσθο ἐκτὸς τῆς Αὐλῆς ἐφέρετε τὸν ἐρυθρὸν σκοῦφον τοῦ Ροδεσπιέρου καὶ ὅταν εἰσήρχεσθο εἰς τοὺς αὐλικοὺς προθαλάμους ἐφέρετε τὴν εὐτελῆ λιβρέαν τοῦ ταπεινοῦ αὐλοκόλακος; Δὲν εἶσθε τάχα ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι ὅτε ἐπανήλθετε ἐκ Λαρίσσης κατὰ τὸ 1897 ἐφωνάζετε εἰς τοὺς δρόμους ἔξαλλοι ὅτι προδίδεσθε παρὰ τῆς Αὐλῆς; Καὶ κατόπιν πῶς ἐγίνεσθε Ἡρακλεῖς τοῦ Στέμματος; (Χειροκροτήματα).
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ σχέδιον ἐπέτυχε τότε, κ. συνάδελφε.
§57Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶχον, Κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ὅτι τὸ πρῶτον εἰσῆλθον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ 1897 ἀπέτυχον καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν γραμμὴν εἰς τὴν ἐνεργὸν πολιτικήν. Ἔδει λοιπὸν νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξαν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ κόσμου. Ὁ Ὀλιβιὲ μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, κύριοι βουλευταί, ἀπέτυχε καὶ ἀπεσύρθη. Ὁ Κρίσπη μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς Μαρσάδας ἀπεσύρθη τῆς πολιτικῆς. Μόνον οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς δὲν ἔχουν συνείδησιν τῶν πράξεων αὐτῶν, μόνον, λέγω, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐλησμόνησαν τὴν ἀποστολήν των καὶ εἰς κάθε ἐθνικὴν κρίσιν παρουσιάζονται ὡς ἐθνικοὶ ἀμύντορες. Εἶναι ἀληθές, καὶ τὸ ἐπέκρινα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1909 ὑπῆρξεν ἐπιεικής. Ἔδει τότε ἡ πλατεῖα τοῦ Συντάγματος, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, νὰ μεταβληθῇ εἰς πλατεῖαν τῆς Γρέβης. Ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν πυραμίδας ἀπὸ κεφαλάς. Ἔπρεπε νὰ πέσωσι κεφαλαί, διότι τότε καὶ μόνον θὰ ἐξυγιαίνετο ὁ Τόπος ἐκ τῶν πολιτικῶν αὐτῶν καθαρμάτων. Ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι δὲν ἐπράχθη τότε ἔχω ἀδίστακτον τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει γίνει σήμερον καὶ ὅτι ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία δὲν δύναται ν’ ἀφήσῃ τοὺς κυρίους αὐτοὺς ἀτιμωρήτους, δὲν θέλει ἐπιτρέψει νὰ κινῆται ἡ κεφαλὴ αὐτῶν ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτῶν. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τοὺς κυρίους αὐτούς. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον καὶ πρὸς ὑμᾶς ὅτι, ἐὰν ἔπεσαν τὰ θύματα τῶν ἀποφράδων ἐκείνων ἡμερῶν τοῦ Νοεμβρίου πιστὰ εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτῶν ἰδεολογίαν, βεβαίως ἐπιβάλλονται εἰς πάντας ἡμᾶς ὑποχρεώσεις, Κύριοι, ἱεραί. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς, ἅμα τῇ ὁρκωμοσίᾳ της, ἐνόμισεν ὅτι εἶχεν ὑπέρτατον καθῆκον νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως τὸ διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστέλλετο ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν. Καὶ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως ἐχειροκροτήθη ὑπὸ συμπάσης τῆς κοινωνίας, ἐχειροκροτήθη καὶ ὑπὸ τῆς ὑγιεστέρας δικαστικῆς μερίδος.
§58Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ.
§59Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη τοῦ Τόπου ἡμῶν ὄχι μόνον δὲν ἐπροστάτευσε τοὺς πολίτας, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ ἐπαγίδευσεν αὐτούς. Καὶ πάντες ἐνθυμεῖσθε τὸ ἀνακοινωθὲν ἐκεῖνο τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου τρεῖς φρουροὶ τοῦ Νόμου ἔμενον νυκτός τε καὶ ἡμέρας εἰς τὸ «Πανελλήνιον» ἵνα πᾶς πολίτης ἀδικούμενος διαμαρτύρεται. Ἦτο παγὶς τοῦτο, διότι διὰ τοῦ μέσου αὐτοῦ οὐδὲν ἄλλο ἐσκοπεῖτο εἰμὴ μόνον ὁ ἀφοπλισμὸς τῶν τιμίων πολιτῶν καὶ ὁ ἐξοπλισμὸς διὰ δολοφόνων ὅπλων τῶν μπράβων καὶ καμμοριστῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ὄχι μόνον δὲν ἐπροστάτευσεν ἡ Δικαιοσύνη τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ συνέπραξεν εἰς τὰς εἰδεχθεῖς ἐγκληματικὰς πράξεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς βάρος τῶν εὐϋπολήπτων πολιτῶν. Καί, ὡς ἐνθυμεῖσθε, δικασταί, κατόπιν τῆς διαπράξεως τῶν εἰδεχθῶν ἐκείνων ἐγκλημάτων, ἐγύριζον τοὺς δρόμους καὶ ἔσφιγγον τὰ ματωμένα χέρια τῶν δολοφόνων. Εἶμαι γνώστης ὑποθέσεως —καὶ τοῦτο γνωρίζουν οἱ ἐξ Ἠλείας ἔντιμοι συνάδελφοι— καθ’ ἣν Πρόεδρος, δικάζων τοὺς πολίτας, ἠρώτα εὐθὺς ἀμέσως ὡς ὁ κατηγορούμενος ἐκάθητο εἰς τὸ ἐδώλιον αὐτοῦ, ἠρώτα, λέγω, τὸν μηνυτὴν καὶ τοὺς μάρτυρας, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Κράτους ἢ ὄχι. Καὶ λέγων Κράτος ἠννόει ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἠκολούθει τὸ καθεστώς· διότι ἐὰν δὲν ἠκολούθει τὸ καθεστὼς θὰ ἦτο ὀπαδὸς τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Οὕτω πως ἀπενέμετο ἡ Δικαιοσύνη κατὰ τὸν ζοφερὸν καὶ ἀπαίσιον ἐκεῖνον χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκυριάρχει ἡ βία καὶ ὁ τρόμος κατὰ τῶν φιλελευθέρων πολιτῶν. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν διέπει τὰ στήθη μου τὸ προσωπικὸν πάθος ἐναντίον οὐδενὸς ἐκ τῶν δικαστῶν. Εἶχον τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν αὐτοῦ νὰ παραπεμφθῶμεν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ καὶ τότε μόνον ἐλευθεροκοινωνήσαμεν ὅταν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς ἀπεφάσισαν νὰ μᾶς ἐλευθερώσουν.
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος ἦτο ὁ δικαστής;
§61Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μὴ θίγωμεν προσωπικὰ ζητήματα. Ἀλλὰ ὀλιγώτερα, Κύριοι, τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔπραξεν ἡ Διοίκησις. Ἡ Διοίκησις ἡ ἀστυνομική, ἡ Διοίκησις ἡ στρατιωτική. Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἄλλας συλλήψεις ἐξετέλει ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ —ἡ τότε ὑποτιθεμένη Δικαστικὴ Ἀρχὴ— καὶ ἄλλας συλλήψεις ἐνήργει ἡ Διοικητικὴ Ἀρχή.
§62Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν ἦσαν Ἀρχαί· ἦσαν μέλη ἐγκληματικῆς συμμορίας.
§63Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἦσαν καμμορισταί. Θὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ περιστατικὸν τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς Πάτρας, ὅτε οἱ διάφοροι ἐκεῖνοι Ἡρακλεῖς καὶ μπράβοι τοῦ κόμματος τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Ἐθνικοφρόνων ἔσπευδον εἰς τοὺς στρατῶνας τῶν Πατρῶν ἵνα παραλάβωσιν ὅπλα. Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἷς ἐπίστρατος λοχίας, Δημόπουλος ὀνόματι, ἔμενεν εἰς τὸ ζαχαροπλαστεῖον ὅτε διῆλθεν ἐκεῖθεν ὁ ταγματάρχης κ. Λιδωρίκης. Εἰς παρατήρησιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ὅτι δὲν ἦτο στάσις αὕτη τὴν ὁποίαν ἐτήρει ὁ λοχίας καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπέλθῃ, ὁ Δημόπουλος ἀπήντησεν ὅτι ἦτο ἐπίστρατος καὶ ὅτι αὐτὸς τοῦ ἔδωσε τὰ γαλόνια. Ἀμέσως δὲ ῥίπτει δύο πυροβολισμοὺς κατὰ τοῦ ταγματάρχου. Ὁ λοχίας συνελήφθη, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀντὶ τῆς φυλακῆς, περιήγετο πανηγυρικῶς εἰς τὰς ὁδοὺς παρὰ τῶν ἐπιστράτων, συνευωχουμένου καὶ τοῦ κ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας. Οὕτω, κύριοι βουλευταί, ἠννόει ἡ Διοίκησις τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Τοιαύτην Διοίκησιν ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἀποκαθάρῃ. Ἐπὶ τοιούτων ὀργάνων πρέπει νὰ πέσῃ ἀμείλικτος ὁ πέλεκυς τῆς κυβερνητικῆς ἀντιλήψεως, διότι οὕτω θὰ παραδειγματισθῶσιν ὅσοι τυχὸν θὰ διαχειρίζωνται τὰς δημοσίας λειτουργίας εἰς τὸ μέλλον. Μετὰ τῶν ἐπιστράτων συνελάμβανον ἀποφάσεις, μετ’ αὐτῶν συνεσκέπτοντο, αὐτοὶ ἦσαν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἡμέρας. Πᾶς βενιζελικός, προδότης. Καὶ εἶμαι πεπεισμένος ἀδιστάκτως ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων θὰ ἀποκαθάρῃ τὸ ἄγος τὸ διοικητικόν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀτιμίαν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Διοίκησιν. Ἀλλὰ μήπως τάχα εἶχεν ὀλιγώτερα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διὰ τὸν Κλῆρον; Οἱ κύριοι οὗτοι, ἀπὸ τοῦ κ. Λάμπρου, κηρύσσοντος τὸ πολιτικὸν εὐαγγέλιον τοῦ «Γυιοῦ τοῦ Ἀητοῦ....».
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! Ἆ!
§65Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. ... μέχρι τῆς δημοσιογραφίας ἐξήσκουν πολιτικὴν πρὸς δηλητηρίασιν τῆς φρονηματικῆς ἐκδηλώσεως τοῦ λαοῦ. Ἔγραφεν Ἱεράρχης....
§66Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τιμόθεος ὀνόματι.
§67Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εὐλαβοῦμαι τὴν ἁγνότητα τῶν χειλέων μου καὶ δὲν τὴν ἀναφέρω.... Ἔγραφεν Ἱεράρχης ὅτι βενιζελισμὸς σημαίνει ἀντιχριστιανισμός, βενιζελισμὸς σημαίνει αἵρεσις, σημαίνει ἔγκλημα, σημαίνει προδοσίαν καὶ συνίστα εἰς τὸ χριστεπώνυμον κοινὸν νὰ ἀπέχῃ πάσης ἐπικοινωνίας μετὰ βενιζελικῶν, ὡς προδοτῶν, διότι τὸ μόλυσμα τῆς βενιζελίτιδος εἶναι δυνατὸν νὰ μεταδοθῇ ἐκ τῆς ἐπικοινωνίας μετὰ βενιζελικῶν ἐπὶ τῶν μὴ βενιζελικῶν. Αὐτοὶ δυστυχῶς εἶναι, Κύριοι, οἱ Ἱεράρχαι τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος. Ἔχω πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων θὰ θελήσῃ διὰ γενναίας ἐκκαθαρίσεως νὰ ἐξαγνίσῃ τὸ ἐκκλησιαστικὸν τοῦτο ἄγος, διότι ἀληθῶς ἡ Ἐκκλησία ἢ μᾶλλον οἱ Ἱεράρχαι αὐτῆς ὠργίασαν, λησμονήσαντες τὰ καθήκοντά των. Ἀλλὰ μήπως τάχα εἶπεν ὀλιγώτερα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς ἀπὸ τοῦ ὁποίου περισσότερα ἀνέμενεν ἡ Ἑλληνικὴ φυλή; Μήπως ὀλιγώτερα, λέγω, διέπραξε τὸ ἵδρυμα ἐκεῖνο ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἐξέλθωσι Τυρταῖοι διὰ νὰ ἐμπνεύσωσι τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν καὶ ὅμως ἐβγῆκαν δηλητηριασταὶ τῆς ἐθνικῆς καὶ φρονηματικῆς ἐκδηλώσεως; Τί νὰ εἴπω, Κύριοι, διὰ τὸ πράγματι ἔκβρασμα τῆς κοινωνικῆς σαιπηδόνος; Τί νὰ εἴπω διὰ τὸν γελωτοποιὸν τοῦ Βασιλέως καὶ τὸν μαστροπὸν τῆς Αὐλῆς; Τί νὰ εἴπω, Κύριοι, διὰ τὸν παραχαράκτην ἐκεῖνον ἱστορικόν, τὸν τραγικὸν διδάσκαλον; Τί νὰ εἴπω, Κύριοι, διὰ τὸν ἱδρυτὴν τέλος τῶν ψυγείων εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας; (Χειροκροτήματα). Δοῦλος τῆς Αὐλῆς, ἐξυπηρέτησε τὴν ἄτιμον ἐκείνην πολιτικὴν καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἐξυπηρέτησε....
§68Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐκαπηλεύθη, ὅπως καὶ τὰ ἀρχαῖα.
§69Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὁ μακαρίτης Φιντικλῆς, ἄλλοτε καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὅταν ἠτένισε τὴν οἰκίαν Λάμπρου, εἶπε φιλοσοφῶν: «Ἰδοὺ αὐτὴ ἀπ’ τὰ κόκκαλα βγαλμένη τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά!» (Χειροκροτήματα). Ἀπὸ τὸν σοφὸν ἐκεῖνον διδάσκαλον κλαίουν αἱ βιβλιοθῆκαι τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅταν ἦτο πρόεδρος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ ἐξασκήσῃ πίεσιν ἐπὶ τῶν λειτουργῶν τῆς στοιχειώδους καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐξέδωκε τὰς περιφήμους «Ἀναμνήσεις τοῦ Βορρᾶ» καὶ τὰς ἀπέστειλεν εἰς τοὺς προϊσταμένους τῶν σχολείων ἀντὶ ἑνὸς πενταδράχμου, αὐτοὶ δὲ τὰς ἐπώλησαν εἰς τοὺς ὑποδεεστέρους καὶ οὕτω συνελέγησαν γενναῖα ποσά. Φαντασθῆτε, κύριοι βουλευταί, διατελῶν πρόεδρος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐξέδωκε τὰς ἀναμνήσεις διὰ νὰ συλλήσῃ πτωχοὺς διδασκάλους. Αὐτοί, Κύριοι, ἦσαν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευσαν διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη. Ἀλλὰ μήπως τάχα καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ὑστέρησαν εἰς τὴν δηλητηρίασιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονηματισμοῦ; Ἀντὶ νὰ μεταβληθῶσιν εἰς Τυρταίους καὶ νὰ ἀφυπνίσωσι τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, δυστυχῶς ὑπῆρξαν οἱ συμπληρωταὶ τῆς δηλητηριάσεως τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος. Ὡμίλουν περὶ τῶν 41, ὡμίλουν διὰ τὰ δακρυγόνα, διὰ τὰ ἀσφυξιογόνα, ὡμίλουν διὰ τὰ ὑποβρύχια. Μάλιστα δέ, Κύριοι, κάποιος καθηγητὴς ἐν Πάτραις, ὀνόματι Λιβαδᾶς, μέλος τῆς Γερμανικῆς προπαγάνδας, δημιουργήσας ἐκεῖ δῆθεν Ἀκαδημίαν Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν, ἔφερε τὸν χερσαῖον ναύαρχον, τὸν κ. Γούδαν, νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ὑποβρυχίων. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, διὰ νὰ καταπλήξῃ τὴν κοινωνίαν, διὰ νὰ δηλητηριάσῃ, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ καταστείλῃ πᾶσαν ὁρμὴν καὶ πάντα ἐνθουσιασμὸν πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο διὰ τὰ τιμιώτερα καὶ τὰ μεγάλα πεπρωμένα τῆς φυλῆς μας. Ἀπαξάπαντες οἱ πολῖται ἔχουσι καθῆκον, κύριοι βουλευταί, νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἀναμείνωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς Δικαιοσύνης μόνον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τῶν ἐκκαθαρίσεων, τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πλανώμεθα, καὶ πλανώμεθα οἰκτρῶς. Πάντες οἱ πολῖται ἔχουσι καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ἐπιβεβλημένην, νὰ παράσχωσι πᾶσαν τὴν συνδρομὴν αὐτῶν εἰς τὸ δυσχερὲς ἔργον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς Δικαιοσύνης, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἀναμείνωμεν μόνον ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν ἀντίληψιν νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν Δικαιοσύνην, εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι ἡ ἐγχείρησις δὲν θὰ εἶναι τόσον βαθεῖα ὥστε νὰ ἀποκοπῇ ἡ δικαστικὴ σηπεδὼν ἵνα σωθῇ τὸ ὅλον δικαστικὸν Σῶμα. Ἀλλ’ ὅταν πλέον ὁμιλῶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὁμιλῶ καὶ ἀποτείνομαι πρὸς ἐκκεκαθαρισμένην Δικαιοσύνην. Ἡ Δικαιοσύνη ἔχει καθῆκον ὄχι νὰ τιμωρήσῃ μόνον τοὺς διαπράξαντας τὰς εἰδεχθεῖς καὶ ἀποτροπαίας ἐγκληματικὰς πράξεις· ἡ Δικαιοσύνη πρὸ παντὸς ἔχει καθῆκον νὰ βάλῃ τὸ χέρι αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἠθικῶν αὐτουργῶν τῶν πράξεων ἐκείνων. Διότι, ὅταν, κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν 18ην καὶ 19ην Νοεμβρίου, ἐξεδόθη διὰ τῶν ἐφημερίδων ἀνακοινωθὲν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξεφράζοντο συγχαρητήρια πρὸς τὸν Στρατὸν καὶ τὸν Στόλον διὰ τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ἀνδρείαν, ὅταν, Κύριοι, εἰς ἐπίσημα ἱδρύματα εἰς διαφόρους προσλαλιὰς ἐλέγετο ὅτι ἡ μάχη τῆς 18ης καὶ 19ης Νοεμβρίου εἶναι ἀνωτέρα τῆς μάχης τοῦ Μάρνη καὶ τοῦ Βερντὲν —καὶ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας τὸ γνωρίζει— ὅταν, λέγω, τοιαῦται σκέψεις ἐξεδηλοῦντο, ἔχει ὑποχρέωσιν αὐτεπαγγέλτως ἡ Δικαιοσύνη νὰ βάλῃ τὸ χέρι της ἐπὶ τῶν ἠθικῶν αὐτουργῶν τῶν πράξεων τούτων. Δὲν σημαίνει, Κύριοι, τίποτε διὰ τὴν Δικαιοσύνην ἐὰν τιμωρηθῶσιν οἱ διάφοροι Καμαρινοί, διότι τοιαῦτα ἐκβράσματα, ὅταν ὑπάρχῃ τὸ χρυσίον καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ κατάλληλοι, δύνανται νὰ δημιουργήσωσι μίαν χειροτέραν αὔριον. Ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ θέσῃ τὸ χέρι αὐτῆς πρὸ παντὸς εἰς τοὺς ὑποκινητάς, εἰς τοὺς δημιουργοὺς τῶν ἐγκληματικῶν αὐτῶν πράξεων. Εἰσεπράχθησαν, Κύριοι, ἀπὸ τὰς Πάτρας 75.000 δραχμαί, εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὴν Ἀμαλιάδα 45.000 δραχμαί, εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὸ Αἴγιον 25.000 δραχμαὶ κατὰ τρόπον ἄτιμον καὶ ἐκβιαστικόν. Τί ἔγιναν τὰ χρήματα αὐτά; Καὶ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς περιστατικόν. Ὑπῆρξε μοίραρχος ὁ ὁποῖος ἐν Ἀμαλιάδι ἐκάλει τοὺς πάντας καὶ τοὺς ἔλεγεν ὅτι τοὺς ζητεῖ ἡ ἀστυνομία. Ἔσπευδον οἱ δυστυχεῖς, κατὰ τὰς ἀπαισίας ἐκείνας ἡμέρας, περίτρομοι, πεφοβισμένοι, ὠχροὶ καὶ παραπαίοντες, ἀλλ’ ἔχοντες εἰς τὴν ψυχήν των τὸν Βενιζελισμόν, — διότι ἐφρόνουν ὅτι ὁ Βενιζελισμὸς εἶναι ἡ ἐκπροσώπησις τῶν ἰδανικῶν των, εἶναι ἡ ἐκπροσώπησις τῶν ὀνείρων των τῶν ἐθνικῶν, εἶναι ἡ μεγαλειώδης ἐκπροσώπησις τῶν μεγάλων ὀνείρων τῆς φυλῆς,— ἔσπευδον, λέγω, περίτρομοι οἱ πολῖται εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ὅπου τοὺς ἔλεγεν ὁ μοίραρχος: «Ἔχετε τριῶν λεπτῶν προθεσμίαν, νὰ καταθέσετε χιλίας δραχμάς, διότι οὕτως ἀπεφάσισεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπὴ τῶν ἐπιστράτων».
§70Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οὗτος δὲν ἐτέθη οὔτε εἰς διαθεσιμότητα.
§71Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι εἰς τὸν συνάδελφον κ. Βουρλούμην ἐπῆγε μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῶν ἐπιστράτων καὶ τῷ εἶπεν: «Ἔχομεν κανονίσῃ νὰ πληρώσῃς 4000 δραχμάς». Κατέθεσεν ὁ κ. Βουρλούμης τὰς 4000 δρ. ἀλλ’ εἶχε τὴν εὐτυχῆ πρόνοιαν νὰ πάρῃ τὴν σχετικὴν ἀπόδειξιν καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἀποταθῇ —εἶναι ἤδη καιρὸς— εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον, κύριοι βουλευταί, ἐκυριάρχει ὁ τρόμος καὶ ἡ βία εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Φιλελευθέρων πολιτῶν. Συνεπῶς θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταβάλῃ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς καὶ ὅλην τὴν ἁγνότητα τῆς θελήσεώς του ὅπως ἀποκαθάρῃ τὴν Δικαιοσύνην. Ἐν ταὐτῷ ὅμως θὰ τὸν παρακαλέσω ὅπως στρέψῃ τὴν προσοχὴν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν ἠθικῶν αὐτουργῶν τῶν ἐγκληματικῶν αὐτῶν τάξεων καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὸν ἀχρεῖον ἐκεῖνον βαρῶνον, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀπῆλθε τῶν Ἀθηνῶν, εἶπεν εἰς δημοσιογραφικὴν συνέντευξιν, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἕνα ἀπέραντον καταγώγιον, εἰς τὸ ὁποῖον οὔτε ἡ γυνὴ ἔχει τιμήν, οὔτε ὁ σύζυγος ὑπόληψιν.
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ αὐτοὺς ποὺ ἐγνώρισεν, εἶχε δίκαιον.
§73Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Βεβαίως δι’ αὐτοὺς τὸ εἶπε. Πρέπει λοιπὸν ἡ Δικαιοσύνη νὰ στραφῇ κατὰ τῶν ἠθικῶν αὐτουργῶν. Ἀλλ’ ἐὰν λέγω ταῦτα διὰ τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν κοινωνίαν, δὲν ἔπαυσα νὰ πιστεύω, Κύριοι, ὅτι ἄμεσοι ὑποχρεώσεις ἐπιβάλλονται καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὡς πολίτης ἐλευθέρας πλέον Ἐπικρατείας, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, λέγω ὅτι ἐπιβάλλονται καὶ εἰς ἡμᾶς ὑποχρεώσεις διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν πλέον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔσυραν τὴν Πολιτείαν εἰς τὸ αἶσχος, εἰς τὴν ἀτιμίαν, εἰς τὴν προδοσίαν. Ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, τὸ ζήτημα τῆς παραπομπῆς τῶν ἐνόχων εἰς εἰδικὸν δικαστήριον δὲν εἶναι ζήτημα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶναι τῆς Βουλῆς. Ἔχομεν πάντες ὑποχρέωσιν ἵνα συνέλθωμεν καὶ ὑποβάλωμεν τὴν σχετικὴν πρότασιν, καὶ ἔχω πεποίθησιν ἀδίστακτον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δώσῃ διὰ τῆς ἐμπνεύσεως αὐτῆς τὴν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὴν Χώραν εἰς κατωφέρειαν τοιαύτην ὥστε ἴσως θὰ καθίστων τὴν Ἑλλάδα χειροτέραν ἐκείνης διὰ τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1915. «Προσέξατε, —ἔλεγε τότε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης,— προσέξατε· σᾶς παραδίδομεν Ἑλλάδα μεγάλην. Προσέξατε, ὅταν θὰ συμπληρωθῇ ἡ ἑκατονταετηρὶς μὴ τὴν ἔχητε μέχρι τῆς Ἐλασσῶνος». Τοιαύτην, Κύριοι, Ἑλλάδα, ἂν δὲν παρενέβαινεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Φυλῆς, ἀσφαλῶς θὰ εἴχομεν ἐξ αἰτίας τῶν κυρίων αὐτῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ὑποχρέωσιν πάντες ἡμεῖς νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν σχετικὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον τῶν κυρίων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσωμεν πρὸς πάντας τοὺς παθόντας, πρὸς τὰ θύματα τῶν ἀποφράδων ἐκείνων ἡμερῶν τοῦ Νοεμβρίου, νὰ ὑποβάλουν τὰς σχετικὰς αἰτήσεις πρὸς παροχὴν ἀδειῶν συντηρητικῆς κατασχέσεως ἐπὶ τῆς περιουσίας τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ πρωτουργοὶ τῆς καταστροφῆς των. Διότι καὶ ὁ τέως, ἤδη δὲ ἔκπτωτος Βασιλεὺς ἔχει περιουσίαν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἔχων τὴν φυσιογνωμίαν προφητικὴν ἀλλ’ ὄχι καὶ πολιτικὴν σκέψιν προϊοῦσαν ἐσχατόγηρος κ. Σκουλούδης δὲν εἶναι πτωχός. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐν ὀλίγοις, κύριοι βουλευταί. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ἀδίστακτον ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μὲ περιβάλῃ διὰ τῆς ἐπιεικείας αὐτῆς, ἂν δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνταποκριθῶ ἀπολύτως εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὴν αἰσθηματολογίαν αὐτῆς. Οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ εἴπω ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἶπεν ὁ Λυσίας: «Ἀκηκόατε, ἑωράκατε, πεπόνθατε, ἔχετε, δικάζετε» (Χειροκροτήματα).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμάτης.
§75Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς ἀντικρύσας ἐπανειλημμένως τὸν θάνατον καὶ δυνηθεὶς νὰ ἐπιζήσω τῶν Νοεμβριανῶν καννιβαλισμῶν, νὰ χαιρετίσω πρὸ παντὸς σᾶς τοὺς γνησίους ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους καὶ τὸν μέγαν Ἀρχηγόν μας, χάρις εἰς τὸν ὁποῖον ἐσώθημεν (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἐμέ, ἓν τῶν θυμάτων τῶν καννιβαλισμῶν τούτων, νὰ ἐκθέσω διὰ ζώσης ὅσα ὁ ἴδιος ἀντελήφθην ἐκ τῶν γενομένων κατὰ τὰς ἀπαισίας ἐκείνας ἡμέρας τῆς ὀργιασάσης ἀπολυταρχίας, τῶν ὁποίων ἡ ἔκθεσις πρὸς ὑμᾶς νομίζω ὅτι δὲν περιττεύει, ἀφοῦ πολλοὶ μὲν ἐξ ὑμῶν εἶσθε μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν, συμμετέχοντες τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, οἱ δὲ ἄλλοι εἴτε ἀπουσιάζατε τῶν Ἀθηνῶν ἐξ ἄλλων ἀσχολιῶν, εἴτε εἴχατε τὴν εὐτυχίαν νὰ διαφύγητε τοῦ συστηματικοῦ τούτου καὶ ἀνηκούστου διωγμοῦ καὶ νὰ μὴ ἔχητε ἀκριβῆ τὴν εἰκόνα τῶν γενομένων. Ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ παράσχῃ τὴν ἄδειαν νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τῶν γενομένων κατὰ τὴν 17ην Νοεμβρίου. Τὴν ἑσπέραν τῆς 17ης Νοεμβρίου ὁ Σύλλογος τῶν Ἐπιστράτων Πλάκας ἀνεκήρυξεν ἐπίτιμον αὐτοῦ μέλος, ποῖον; Τὸν Βασιλέα! Τί ἐσήμαινε τοῦτο εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσητε, ἐννοοῦντες πόσον ἐβάρυνε κατ’ ἐκείνην ἰδίως τὴν στιγμὴν ἡ ἀνεπιφύλακτος ὑπὸ τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως υἱοθέτησις τοῦ ἔργου τῶν ἐπιστράτων....
§76Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς ὅλων τῶν γενομένων.
§77Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἡ Μεγαλειότης του ηὐδόκησε ν’ ἀποδεχθῇ ἐπισήμως τὴν τιμὴν καὶ ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ διακηρυχθῇ εἰς τὰ τέσσαρα ἄκρα τῶν Ἀθηνῶν ὅτι ἔγινεν ἐπίτιμον μέλος τοῦ Ἐπιστρατικοῦ Συλλόγου Πλάκας! Τοῦτο διετυμπάνισε τὴν ἑπομένην ὅλος ὁ Τύπος, ὄχι βεβαίως ὁ Φιλελεύθερος. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἔχω, Κύριοι, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅτι οἱ Σύλλογοι τῶν Ἐπιστράτων ὑφίστανται τυπικῶς ....
§78Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Τυπικῶς; Ὑφίστανται οὐσιαστικῶς.
§79Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τυπικῶς δὲν ὑφίστανται· δὲν γνωρίζω ἂν ὑφίστανται οὐσιαστικῶς.
§80Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἡ διάλυσις τῶν Συλλόγων τούτων ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως. Περὶ τούτου προβλέπει τὸ ἄρθρον 1 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 31 τοῦ νόμου «περὶ Σωματείων», ἐπιτρέπον τὴν δικαστικὴν διάλυσιν παντὸς Σωματείου, ἐκτραπέντος τῶν σκοπῶν δι’ οὓς ἀνεγνωρίσθη δικαστικῶς ὡς Σωματεῖον. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι, κατόπιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως προκειμένου περὶ διαλύσεως τοῦ «Πατριωτικοῦ Συνδέσμου τῶν Ἑλληνίδων», δύνασθε καὶ ὑμεῖς νὰ εἰσαγάγητε εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου διαλύοντος ἀπ’ εὐθείας τοὺς Ἐπιστρατικοὺς τούτους Συλλόγους καὶ ἀποκαθιστῶντος καὶ κατὰ τοῦτο τὴν ἠρεμίαν ἐν τῇ Χώρᾳ.
§81Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ ἀνεγνωρισμένα Σωματεῖα. Ἦσαν συμμορίαι.
§82Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Συνεστήθησαν δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ ἀνεγνωρίσθησαν ὡς Σύλλογοι Ἀλληλοβοηθείας, ἐξετράπησαν ὅμως τοῦ σκοποῦ των καὶ δύνανται νὰ διαλυθοῦν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου «περὶ Σωματείων». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, εἶναι ἀστεῖον νὰ ἀναμένωμεν προτάσεις Εἰσαγγελέων καὶ νὰ ἀναμένωμεν τὴν ἔκδοσιν δικαστικῶν ἀποφάσεων περὶ διαλύσεως· ἐνῷ ἡ τοιαύτη διάλυσις δύναται νὰ ἐπέλθῃ ταχύτερον διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὁρίσῃ καὶ τὴν τύχην τῆς περιουσίας αὐτῶν, μεταβιβάζων αὐτὴν εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Περιθάλψεως συνιστώμενον «Πατριωτικὸν Ἵδρυμα Περιθάλψεως». Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἀφήγησιν τῶν Νοεμβριανῶν ἐκτρόπων, ζητῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ συγχωρήσῃ τὴν νευρικὴν ὑπερέντασιν εἰς τὴν ὁποίαν μὲ φέρει ἡ ἀνάμνησις αὐτῶν, καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ μετ’ ἐπιεικείας τὴν προσπάθειάν μου ὅπως συγκρατήσω τὴν εὔλογον ἄλλως συγκίνησιν τὴν ὁποίαν μοὶ προξενεῖ ἡ ἀνάμνησις τῶν ἀπαισίων ἐκείνων γεγονότων. Ἡ τότε λοιπὸν Κυβέρνησις, διὰ νὰ παραπλανήσῃ τὴν Κοινὴν Γνώμην καὶ ἀφήσῃ τοὺς Φιλελευθέρους ἕρμαιον εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐπιστρατικῶν ὀρδῶν, ἐξέδωκεν ἀνακοινωθὲν συνιστῶσα εἰς τὸν λαὸν νὰ ἡσυχάσῃ, ἐνῷ ἐξ ἄλλου οὐδὲν ἔπραξεν ὅπως εἰλικρινῶς προσπαθήσῃ νὰ ἀποφύγῃ τὴν σύρραξιν πρὸς τοὺς ἀνέκαθεν σωτῆρας τῆς φυλῆς μας, τοῦ καὶ πρὸ ὀλίγου ἔτι συνδραμόντας τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς ἀνάκτησιν τῶν πολιτικῶν του ἐλευθεριῶν. Τουναντίον δι’ ὅλων αὐτῆς τῶν παρασκηνιακῶν ἐνεργειῶν προητοίμαζε τὴν δολοφονικὴν ἐπίθεσιν καὶ ἐναντίον τῶν ἀγημάτων τῶν Γαλλικῶν καὶ Ἀγγλικῶν πλοίων καὶ ἐναντίον ἡμῶν τῶν ἐν Ἀθήναις Φιλελευθέρων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ εἴχομεν τὴν τόλμην νὰ συστήσωμεν καὶ διὰ τοῦ Τύπου τὴν ἀποσόβησιν τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς, εἰς ἣν ὡδήγουν αἱ τοιαῦται τῆς Κυβερνήσεως ἀνεπίσημοι ἐνέργειαι, καὶ νὰ διακηρύξωμεν τὰς ὀλεθρίας διὰ τὸ Ἔθνος συνεπείας μιᾶς συρράξεως πρὸς τὰς ἀνέκαθεν Προστάτιδας τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεις, ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ προγραφῶμεν ὑπ’ αὐτῆς καὶ τῶν ὑπὸ τὰς διαταγάς της ἐπιστρατικῶν ὀρδῶν. Διότι, συγχρόνως μὲ τὰς καθησυχαστικὰς πρὸς τὸ κοινὸν διαβεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῆς Σύλλογοι τῶν Ἐπιστράτων εἶχον ἐπικηρύξει τὰς κεφαλὰς τῶν ἐν Ἀθήναις Φιλελευθέρων. Οὕτως ἡ κεφαλὴ τοῦ Μπενάκη εἶχεν ἐπικηρυχθῆ ἀντὶ 7.000 δρ., ἡ κεφαλὴ τοῦ ὑποφαινομένου ἀντὶ 9.000 δρ., ἡ κεφαλὴ τοῦ Ζυμβρακάκη ἀντὶ 7.000 δρ., καὶ αἱ κεφαλαὶ ἄλλων ἀντὶ ἄλλων ποσῶν. Αὕτη ἦτο ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἐν Ἀθήναις Φιλελευθέρων, αὕτη ἦτο ἡ ἀπάντησις της εἰς τὰς διαμαρτυρίας ἡμῶν διὰ τὴν ἐθνικὴν καταστροφὴν εἰς ἣν ἀσφαλῶς θὰ ὡδήγει τὸ Ἔθνος ἡ πρὸς τὰς Προστάτιδας Δυνάμεις σύρραξις (Αἴσθησις). Ἦλθε, Κύριοι, ἡ 18η Νοεμβρίου. Ὁ κόσμος τῶν Φιλελευθέρων, δηλαδὴ τὸ πλεῖστον τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, διετέλουν ἐν ἀγωνιώδει ἀναμονῇ· πλὴν δὲν εἶχεν ἀποβάλει τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀπεφεύγετο ἡ σύρραξις. Ἡ ἐλπὶς ὅμως αὕτη διεψεύσθη. Περὶ ὥραν 11ην π.μ. τῆς 18ης Νοεμβρίου ἐπῆλθεν ἡ πρὸς τὰ ἀποβιβασθέντα Γαλλικὰ καὶ Ἀγγλικὰ ἀγήματα σύρραξις, κατόπιν διαταγῶν. Περὶ τούτου ὑπάρχουσιν ἀψευδεῖς μαρτυρίαι αἱ φωτογραφίαι τῶν διαταγῶν ἐν αἷς φαίνονται οἱ μεταδόντες ταύτας πρὸς τοὺς ἐκτελεστὰς αὐτῶν, εὑρισκόμεναι εἰς χεῖρας εὐγενοῦς ἀνδρός, τοῦ διακεκριμένου ἐπιστήμονος καὶ ἐθνικοῦ μάρτυρος ἰατροῦ κ. Σκεύου Ζερβοῦ. Καὶ ἐδολοφονήθησαν, κατόπιν τοιούτων διαταγῶν, οἱ εὐεργέται ἡμῶν εἰς τὴν Ἀκρόπολιν, εἰς τὸ μέρος δηλαδὴ ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἀκόμη ὁ ὑπὸ τῶν προγόνων μας ἱδρυθεὶς ναὸς τῆς σοφίας καὶ τῆς ἐλευθερίας. Δὲν ἦσαν βεβαίως Ἕλληνες οἱ τολμήσαντες νὰ ἐπιτεθῶσι δολοφονικῶς κατὰ τῶν εὐεργετῶν τῆς φυλῆς μας· ἦσαν Βούλγαροι, ἦσαν ἀσυνείδητα καὶ ἐξωνημένα ὄργανα ἄλλων, μὴ Ἑλλήνων (Χειροκροτήματα). Ἡ δρᾶσις τῶν τεράτων τούτων διετυμπανίσθη καὶ διεφημίσθη ὡς ἐθνικὴ νίκη ὑπὸ τοῦ ἐξωνημένου Τύπου, ὅστις καὶ μόνος παρέμεινε μετὰ τοὺς Νοεμβριανοὺς καννιβαλισμοὺς· καὶ ἦτο πράγματι τοιαύτη εἰς τὰ ὄμματα τοιούτων ἀνθρωπίνων τεράτων, τὰ ὁποῖα ἦσαν καὶ οἱ μόνοι συντελεσταὶ αὐτῆς. Διότι ὀφείλω νὰ διακηρύξω πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν, ὅτι ἡ μεγίστη πλειονότης αὐτῶν ὑπῆρξεν ὅλως ἀμέτοχος τῶν γενομένων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκτελεστὰς μόνον τὰ μίσθαρνα ὄργανα (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐπῆλθον, Κύριοι, τὴν ἑσπέραν τῆς 18ης Νοεμβρίου τὰ γνωστὰ γεγονότα τῆς διεξαγωγῆς τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τοῦ Γάλλου ναυάρχου Φουρνὲ καὶ τοῦ Βασιλέως.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ τέως Βασιλέως.
§84Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Τοῦ ἐξορίστου Βασιλέως, τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως. Τὴν ἑπομένην πρωΐαν ἡ Κυβέρνησις ἄφησε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι τὰ πράγματα διωρθώθησαν. Ὁ Τύπος ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐδέχθη νὰ δώσῃ 6 πυροβολαρχίας καὶ ὁ κόσμος ἐπανῆλθεν εἰς τὰ ἔργα του. Δὲν παρῆλθεν ὅμως χρόνος πολὺς καὶ ἤρχισαν πυροβολισμοὶ εἰς τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς καὶ βαθμηδὸν εἰς ὁλόκληρον τὴν πόλιν, ἀνὰ τὴν ὁποίαν διεχύθησαν πυροβολοῦντα τὰ μίσθαρνα ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐνήργουν ἐπὶ τῇ βάσει ἐμπιστευτικῶν διαταγῶν τῶν Ἀρχῶν καὶ ἐτρομοκράτησαν τὴν πόλιν. Ἀμέσως δὲ τότε, ἐπὶ τῇ ψευδεῖ ἐπινοήσει, ἣν εἶχον προετοιμάσει, ὅτι δῆθεν οἱ Φιλελεύθεροι ἐπυροβόλουν ἀπὸ τὰς οἰκίας των, ἤρχισαν τοῦ δολοφονικοῦ των ἔργου καὶ τῆς διαρπαγῆς τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν καταστημάτων τῶν Βενιζελικῶν. Εἰς τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς διηρπάγη κατὰ πρῶτον ἡ οἰκία τοῦ Γεωργούλη, κατόπιν δὲ ἦλθεν ἡ σειρά μου. Τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐπίστρατοι, συνοδευόμενοι ὑπὸ ὀργάνων τῆς Χωροφυλακῆς, ἦλθον καὶ κατώπτευσαν τὴν οἰκίαν μου τὴν ὁποίαν εἶχον προσημάνει δι’ ἐρυθρῶν σημείων, ὅπως καὶ ὅλων τῶν Βενιζελικῶν κατὰ τῶν ὁποίων εἶχε προσχεδιασθῆ ἐπίθεσις. Μετὰ τέταρτον τῆς ὥρας εἰδοποιήθην παρὰ τῆς ὑπηρεσίας μου ὅτι ἐφάνη στρατιωτικὴ δύναμις. «Τί ἔχει νὰ κάμῃ μὲ ἐμένα;» εἶπον. Ἐν τούτοις ἀπὸ ὡς ἐξ ἐνστίκτου πρόνοιαν, ἔκλεισα τὸ σπίτι καὶ περιωρίσθην μετὰ τῆς οἰκογενείας μου, τῶν ἓξ τέκνων μου, τῆς γυναικός μου, τῆς πενθερᾶς μου, τοῦ ἀδελφοῦ μου, καὶ τῆς ὑπηρεσίας μου εἰς ἓν δωμάτιον τοῦ κάτω πατώματος. Τότε ἤκουσα καμμιὰ δεκαριὰ πυροβολισμοὺς καὶ συγχρόνως ἤρχισεν ἡ ἐπιδρομὴ τῶν ἀνθρωπομόρφων θηρίων κατὰ τῆς οἰκίας μου. Τὸ τί ἐπηκολούθησε τότε ἀδυνατῶ νὰ σᾶς περιγράψω. Ἡ οἰκία μου ἐβάλλετο διὰ πυρῶν ὁμαδὸν καὶ τρομακτικῶν συμπυροκροτήσεων ἐξ ὅλων τῶν διευθύνσεων. Θὰ ἐρρίφθησαν ἐναντίον τῆς οἰκίας μου ἄνω τῶν πέντε χιλιάδων πυροβολισμῶν. Ὁ κρότος τῶν πυροβολισμῶν καὶ τῶν σπαζομένων θυρῶν, παραθύρων, καὶ τζαμιῶν ἐνέσπειρε τὸν πανικόν, καὶ τὰ κλάμματα καὶ οἱ θρῆνοι τῶν ἀθώων παιδίων μου συνταράσσουν καὶ τώρα ἀκόμη τὴν ψυχήν μου. Οὐδέποτε θὰ λησμονήσω τὰς σπαρακτικὰς φωνὰς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τῶν παιδίων μου, ἐπικαλουμέναν τὴν βοήθειάν μου. Δὲν ἔμεινεν οὔτε πόρτα, οὔτε παραθυρόφυλλον, οὔτε τζάμι, ὡς δύναται πᾶς μεταβαίνων εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ποικίλης οἰκίαν μου νὰ ἴδῃ ἀκόμη καὶ σήμερον. Εὑρισκόμεθα πάντες ἀλλόφρονες ἐκ τοῦ τρόμου, ἡ δὲ σύζυγός μου εἶχε πέσει λιπόθυμος, ὅτε αἴφνης ἠκούσαμεν δαιμονιώδεις κρότους εἰς τὴν ἐξώθυραν καὶ εἴδομεν τὰς ὀρδὰς τῶν ἐπιστράτων διαρρηγνυούσας τὴν θύραν καὶ εἰσελαύνοντας 50, 100 —δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ πόσους ἀκριβῶς— ναύτας, ἐπιστράτους καὶ χωροφύλακας καὶ ζητοῦντας νὰ ἐκπορθήσουν τὸ φρούριον καὶ συλλάβουν τὸν ἐν αὐτῷ λῃστήν, εἰς τὸ σπίτι τοῦ ὁποίου δὲν εὗρον, παρ’ ὅλην τὴν ἀναστάτωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμαν, ἐρευνήσαντες παντοῦ καὶ πάντα, οὔτε ὅπλα οὔτε ἄλλο τι παρὰ μόνον εἰκόνας τῶν στασιαστῶν!... ἤτοι τοῦ Βενιζέλου, τοῦ Κουντουριώτου, τοῦ Δαγκλῆ καὶ ἐμοῦ. Καὶ ἄλλοι μὲν ἐπεδόθησαν, ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς ἐρεύνης διὰ τὴν ἀνακάλυψιν ὅπλων, εἰς λεηλασίαν τῆς οἰκίας μου, ἄλλοι δὲ ἐπετέθησαν ἀγρίως ἐναντίον μου. Ὁ ἕνας μὲ ἐκτύπα εἰς τὴν κεφαλήν, ὁ ἄλλος μὲ ἐλόγχιζεν εἰς τὸν λαιμὸν καὶ εἰς τὰ πλευρά. Ἰδέτε (δεικνύει τὰ τραύματα· ἕνα εἰς τὴν κεφαλὴν διὰ λόγχης, ἕτερον διὰ τοῦ ὑποκοπάνου ὅπλου εἰς τὴν κεφαλήν, ἕτερον διὰ τῆς λόγχης εἰς τὸ πλευρόν, καὶ ἕτερον διὰ λόγχης εἰς τὸν θώρακα). Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησαν εἰς τὴν κατ’ ἐμοῦ μόνον ἐπίθεσιν. Ἐπετέθησαν ὁμοίως καὶ κατὰ τῶν ὀδυρομένων τέκνων μου, τῆς γυναικός μου, καὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου καὶ ἐκτύπων αὐτοὺς διὰ τῶν ὑποκοπάνων τῶν ὅπλων· ἐτραυμάτισαν δὲ δεινῶς τὸν ἀδελφόν μου. Ἐξ ἄλλου οἱ τραπέντες εἰς τὴν λεηλασίαν τῆς οἰκίας μου διέρρηξαν ἑρμάρια, γραφεῖα κλπ., συνέτριψαν ὡς βάνδαλοι τὰ ἔπιπλα αὐτῆς, δὲν ἀφῆκαν οὐδὲν ἐκ τῶν ἐπίπλων καὶ τῶν ἐνδυμάτων τῆς οἰκογενείας μου τὸ ὁποῖον ἢ νὰ μὴ καταστρέψουν ἢ νὰ μὴ διαρπάσουν καὶ ἀφήρεσαν ὅλα τὰ διαμαντικά, χρήματα 4600 δραχ. μετρητάς, 84 ὁμολογίας τῶν 600 ἑκατομμυρίων, 18 λαχειοφόρους τῶν 100 δραχμῶν ἑκάστην, ἀρκετὰς λίρας καὶ κάμποσα εἰκοσάφραγκα, καὶ πᾶν ἐν γένει χρηματικόν μου ἀποταμίευμα 25ετοῦς ἐντίμου ἐργασίας. Μετὰ τὸ πέρας τῆς λῃστρικῆς ταύτης ἐπιδρομῆς, ὅτε μὲ ἔσυρον ἔξω τῆς οἰκίας μου, ὄργανον τῆς ἐξουσίας ἔβγαλε τὸ περίστροφόν του, τὸ ἀκούμβησεν εἰς τὴν κεφαλήν μου καὶ ἐπυροβόλησε. Μία ἐξ ἐνστίκτου κλίσις τῆς κεφαλῆς μου μὲ ἔσωσεν (Αἴσθησις). Ἔρρηξα φωνὴν διαμαρτυρίας πρὸς διερχομένην περίπολον ναυτῶν, συνοδευομένην ὑπὸ χωροφυλάκων, ἀλλ’ ἀντὶ βοηθείας προεκάλεσε τὰς ἐπιθέσεις τῶν ἀποτελούντων αὐτήν, οἱ ὁποῖοι ἐφώναζον: «Προδότη! Εἶσαι φίλος τοῦ Βενιζέλου, εἶσαι φίλος τοῦ Κουντουριώτη!» Τὸ τί ἔγινεν ἀπὸ τῆς οἰκίας μου μέχρι τοῦ σταθμοῦ τοῦ Μοναστηρακίου εἶναι ἀδύνατον νὰ λεχθῇ. Τὰ ὄργανα τῆς τάξεως ἦσαν τοποθετημένα καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ, δι’ ἧς διῆλθον, τόσον τακτικῶς, τόσον ἐπιτηδείως....
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γερμανικώτατα!
§86Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἢ μᾶλλον ἐπιτελικώτατα, συντρέχοντα καὶ συμβοηθοῦντα τοὺς ἐναντίον μου προπηλακισμοὺς τῶν ἐπιστρατικῶν ὀρδῶν. Ὅταν ἔφθασα εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ Μοναστηρακίου, εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀντικρύσω ἀξιωματικὸν τοῦ Ναυτικοῦ, φίλον μου μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἔλθει μὲ τὸν ναύαρχον Κουντουριώτην εἰς τὸ χωριό μου καὶ ἐγὼ εἶχον στρώσει τὸν δρόμον των μὲ ἄνθη διὰ νὰ τοὺς ὑποδεχθῶ. Μόλις μὲ ἀντίκρυσε, μοῦ ἔσυρε τὸν μύστακα, μὲ ἔπτυσε κατὰ πρόσωπον, καὶ ἐφώναξεν: «Ἄτιμε, προδότα, εἶσαι φίλος τοῦ Βενιζέλου, τοῦ Κουντουριώτη· ἀκολουθεῖς τοὺς προδότας». Ἐγὼ τοῦ παρετήρησα: «Δὲν εἶσαι φίλος μου; Δὲν ἦλθες μὲ τὸν ναύαρχον εἰς τὸ σπίτι μου; Δὲν σὲ ἔχω φιλοξενήσει; Δὲν μὲ ἐψήφισες εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ δὲν ἀκολουθεῖς τὴν πολιτικήν μου;» —«Ἄτιμε, προδότα», μοῦ ἐπανέλαβε....
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς ὀνομάζεται;
§88Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Σακελλαρίου· εὑρίσκεται τώρα εἰς τὰς φυλακάς. Διατάσσει αὐτὸς τότε τοὺς ἐπιστράτους καὶ ναύτας νὰ μᾶς σύρουν πρὸς τὸ ὑπόγειον διὰ νὰ μᾶς τουφεκίσουν. Οἱ ναῦται καὶ ἐπίστρατοι γεμίζουν ἐκεῖ τὰ ὅπλα των καὶ μᾶς σύρουν διὰ νὰ μᾶς τελειώσουν. Δὲν παρέλειψε δὲ ὁ κ. ὑποπλοίαρχος νὰ διατάξῃ καὶ τὸν σταθμάρχην ὅπως δείξῃ μέρος διὰ νὰ σκάψουν τὸν λάκκον μας. Ὁ ἀγαθὸς σταθμάρχης διαμαρτύρεται, ἀλλ’ αὐτοὶ ἐπιμένουν. Ἐγὼ τότε τοὺς λέγω: «Εἶσθε κύριοι τοῦ σώματός μου, ἀλλ’ ὄχι τῆς ψυχῆς μου. (Χειροκροτήματα). Σκοτῶστέ με ἐπὶ τέλους! Μὴ λησμονεῖτε ὅμως ὅτι ἔχετε νὰ δώσητε λόγον. Ἐγὼ καὶ ὁ ἀδελφός μου θὰ πέσωμεν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ τάφου μας θὰ βλαστήσῃ τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας καὶ θὰ κατισχύσουν αἱ φιλελεύθεροί μας ἰδέαι». (Χειροκροτήματα). Αὐτοὶ δὲν ἔδιδον προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους μου. Εἶχον μαζύ μου ἕνα σταυρόν· ἐπερίμενα τὸν θάνατόν μου. Ἐξήγαγον τὸν σταυρὸν καὶ τοὺς εἶπον: «Δὲν σᾶς φοβοῦμαι, ἔχω μαζύ μου τὸν Θεόν». Ἡ θέα τοῦ σταυροῦ τοὺς ἔκαμε νὰ διστάσουν· ἐκείνην δὲ τὴν στιγμὴν κατέφθασε τὸ τραῖνον καὶ ἐξῆλθον ἐπιβάται, πολλοὶ τῶν ὁποίων ἐφώναζον τὸ ὄνομά μου. Τότε ἀμέσως οἱ καννίβαλοι ἀναφωνήσαντες «κόσμος! κόσμος!» μᾶς εἰσήγαγον κλωτσηδὸν εἰς μίαν ἀποθήκην τοῦ σταθμοῦ. Ἐπηκολούθησαν τότε, ὡς φαίνεται, μεταξὺ των συμβούλια ἐπὶ συμβουλίων —διότι ἤκουον φωνὰς ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ τὸ Ἐκτελεστικόν, τὸ Λαϊκὸν Δικαστήριον, ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς Ἔσλιν— καὶ ἐν τέλει ἐκρίθη ἀπὸ τὸν κ. ὑποπλοίαρχον ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον ἀντὶ νὰ ἀποτελειώσουν ἐκεῖ τὸ ἔργον νὰ μὲ ἀποστείλουν δι’ ἀναφορᾶς εἰς τὸ Φρουραρχεῖον διὰ τὰ περαιτέρω. Διατάσσει λοιπὸν ὁ κ. ὑποπλοίαρχος τὴν μεταφοράν μας ὑπὸ συνοδείαν 20 ναυτῶν καὶ ἐπιστράτων ἐνόπλων εἰς τὸ Φρουραρχεῖον. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ του δέ, ὡς κατακλεῖδα, ἀναφέρει ὅτι εἴμεθα ἐκ τῶν φανατικωτέρων ὀπαδῶν τῆς τάξεως τῶν στασιαστῶν, τῶν κοινωνιολόγων, τῶν Βενιζελικῶν. Τὸ τί ἐσήμαινον αὐτά, ἐφάνη μετ’ ὀλίγον ὅταν ἐπήγαμεν εἰς τὸ Φρουραρχεῖον. Ἐκεῖ ἀντίκρυσα ἐξερχόμενον τὸν συνάδελφον κ. Ρακτιβάν, ὁ ὁποῖος ἀφίνετο τότε ἐλεύθερος καὶ ὁ ὁποῖος φυσικὰ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ τίποτε ὑπὲρ ἐμοῦ. Ἐγένετο τότε συμβούλιον μεταξὺ τῶν φρουραρχικῶν τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ δι’ ἐμὲ καὶ ἦλθεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν εἰσβαλόντων εἰς τὴν οἰκίαν μου λοχίας ἐπίστρατος Κούτρας, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ μὲ παραλάβῃ, ἰσχυρισθεὶς ὅτι, κατὰ τὰς διαταγὰς τὰς ὁποίας εἶχεν, ἔπρεπε νὰ μὲ ὁδηγήσῃ εἰς τὸ Ὑποφρουραρχεῖον, ὅπερ ἐσήμαινεν ὅτι εἶχε διαταγὰς νὰ μὲ φονεύσῃ καὶ ἦτο περιττὴ ἄλλη διαδικασία. Εὐτυχῶς παρουσιάσθη εἷς λοχαγός, ὁ ὁποῖος μὲ ἐλυπήθη, εἰς τὴν κατάστασιν ποὺ μὲ ἔβλεπε. «Ὄχι —εἶπεν— ἐγὼ θὰ τὸν στείλω εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν». Εἰς τὸ Φρουραρχεῖον εἶδον, οἰκτρὸν τὴν θέαν καὶ τὴν ὄψιν, τὸν δυστυχῆ Μπουλαχάνην, οἰκτρῶς μουγκρίζοντα. Ἐπιέζετο καὶ ἐβασανίζετο διὰ νὰ ὑπογράψῃ τὴν γνωστὴν ἀποκηρυκτικὴν ἐπιστολὴν ἐναντίον τοῦ κ. Ἐλ. Βενιζέλου. Ὁμοίως καὶ ἄλλους ἐπιλέκτους πολίτας εἰς κακὰ χάλια. Πρὸ τῶν βασάνων ἐκείνων ἐφρικίασα καὶ τοῖς εἶπον: «Τελειώσατέ με· δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις...» Ἐκ τοῦ Φρουραρχείου μᾶς ὡδήγησαν, σιδηροδεσμίους πάντοτε, εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ὅπου ἄρχεται ἡ δρᾶσις τῆς Εἰσαγγελικῆς Ἐξουσίας. Ἡμεῖς εἴμεθα ἄοπλοι· τὰ ὄργανα τῆς τάξεως εἶχον ἐπαναστατήσει ἐναντίον τῶν οἰκοκυραίων καὶ νομοταγῶν πολιτῶν, διότι ἦσαν Βενιζελικοί. Ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία, καὶ ἑπομένως ἡ Εἰσαγγελία, ἠδύνατο καὶ εἶχε τὰ μέσα, ἐὰν πράγματι ἤθελε, νὰ ἐπιβληθῇ κατὰ τῶν παρεκτραπέντων ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας. Ἀνέμενον ἑπομένως τὴν ἀποτελεσματικήν τῆς παρέμβασιν. Εἰσῆλθον εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Εἰσαγγελέως — καὶ τοῦτο κατόπιν ἐμποδίων, διότι παρενέβη καὶ πάλιν ὁ ἤδη γνωστός σας ἐπίστρατος λοχίας Κούτρας, ζητῶν νὰ μὲ παραλάβῃ...
§89ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἔγινεν αὐτός;
§90Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Συνελήφθη πρό τινος.
§91ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλ’ ἀφέθη ἐλεύθερος.
§92Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἀφέθη ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὸν συνέλαβον ἐγὼ ὁ ἴδιος κατόπιν. Τόσον δὲ συνησθάνετο τὸ ἔγκλημά του, ὥστε, ὅταν τὸν συνέλαβον, μοῦ εἶπε: «Μὴ μὲ σκοτώσῃς!» Ἐνόμιζεν ὁ ἄθλιος ὅτι θὰ ἐγινόμην ἴσος μὲ αὐτόν! Εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Εἰσαγγελέως ρηγνύω φωνὴν διαμαρτυρίας διὰ τὰς γενομένας ἐν τῇ οἰκίᾳ μου λεηλασίας καὶ διαρπαγὰς καὶ διὰ τοὺς ἐναντίον ἐμοῦ καὶ τῶν οἰκείων μου καννιβαλισμοὺς τῶν ἐπιστρατικῶν ὀρδῶν καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν συμπραττόντων ὀργάνων τῆς τάξεως. «Διατί μὲ ἐφέρατε ἐδῶ, —ἐρωτῶ— τί συμβαίνει;». Καμμία ἀπάντησις δὲν δίδεται εἰς τὰς διαμαρτυρίας μου· ἐνῷ ὁ Κούτρας, κύριος τῆς καταστάσεως καὶ ἐντὸς τοῦ εἰσαγγελικοῦ γραφείου, ἀποτείνεται πρὸς τὸν Λιβιερᾶτον καὶ τοῦ λέγει: «Θὰ τοὺς ὁδηγήσω ἐγώ· ἔχω διαταγὰς ἐμπιστευτικάς, τὰς ὁποίας θὰ ἐκτελέσω». Διαμαρτύρομαι πρὸς τὸν Ἀντεισαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Ρωμανὸν παρουσίᾳ τῶν Ἀντεισαγγελέων Ροζάκη καὶ Βωβοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν βωβοὶ εἰς τὰς διαμαρτυρίας μου. Διαμαρτύρομαι, ἀλλ’ οἱ κ.κ. Ἀντεισαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι κάθηνται καὶ σήμερον ἔτι ἐν Ἀθήναις εἰς τὰς αὐτὰς θέσεις, οὐδεμίαν προσοχὴν δίδουν εἰς τὰς διαμαρτυρίας μου, αἱ ὁποῖαι, ἂν μή τι ἄλλο, ὤφειλον τοὐλάχιστον νὰ προκαλέσουν, ἂν μὴ τὴν παρέμβασίν των, τοὐλάχιστον ἁπλοῦν βλέμμα συμπαθείας πρὸς ἡμᾶς, πάσχοντας ὅσα ἔβλεπον ὅτι ἐπάσχομεν. Ἀλλ’ οἱ κύριοι ἐκεῖνοι οὐδόλως συνεκινήθησαν καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέχεται ἀκόμη αὐτοὺς παραμένοντας ἐνταῦθα καὶ πῶς δὲν ἐκκαθαρίζει τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἀθηνῶν ἐκ τῆς ἐνταῦθα παρουσίας τοιούτων προσώπων, παραβλέπων τὰς ὑπὲρ αὐτῶν τυχὸν ἐκδηλωθείσας συμπαθείας, ἂν ὄντως τοιαῦται ἐξεδηλώθησαν ὑπὲρ αὐτῶν.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτοὶ ἦσαν ξένοι πρὸς τὰ γενόμενα.
§94Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἀρκεῖ ἡ βεβαίωσις ὅτι δὲν ἔκαμον τίποτε πρὸς προστασίαν σου, ὅτι δὲν διεμαρτυρήθησαν, ὅτι, ἀπαθεῖς, ἐθεῶντο τοὺς ἀνηκούστους καννιβαλισμοὺς διὰ νὰ εἶναι ἀνάξιοι δικαστικοὶ λειτουργοί.
§95Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Διεμαρτυρήθην λοιπὸν ἐντονώτατα καὶ εἶπον ὅτι καὶ ἐγὼ ἀποτελῶ μέλος τοῦ δικαστικοῦ κόσμου, ὅτι εἶμαι δικηγόρος. «Προστατεύσατε, τοὐλάχιστον —τοὺς εἶπον —τὴν ζωὴν τῶν παιδίων μου!». Καὶ ἔμειναν, Κύριοι, βωβοί. Κυρίαρχος ἦτο ὁ Λιβιερᾶτος.
§96Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἦτο καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν παρών;
§97Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὄχι. Μόνον ὁ Ἀντεισαγγελεὺς Ρωμανός. Ζητῶ λοιπὸν βοήθειαν, φωνάζω, διότι —σημειώσατε— ἐπόνουν δεινῶς ἀπὸ τὰ τραύματα καὶ ἤμουν αἱμόφυρτος ἐγὼ καὶ ὁ ἀδελφός μου· καμμία ἀπάντησις, καμμία βοήθεια.
§98Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τί ἤθελεν ὁ Λιβιερᾶτος εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν;
§99Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὡδηγήθην, κ. συνάδελφε, εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Πρωτοδικῶν. Ὑπηγόμην ὡς δικηγόρος εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ μὲ ὡδήγησαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὅπου, ὡς προεῖπον, παρευρίσκετο καὶ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ρωμανός. Ἠρώτησα κατ’ ἐπανάληψιν: «Διατί κρατοῦμαι, ποία κατηγορία μὲ βαρύνει;» Ἀντὶ δὲ πάσης ἄλλης ἀπαντήσεως, ὡδηγήθην εἰς τὸ παράπλευρον δωμάτιον. Ἀνέμενον νὰ εὕρω ἐκεῖ κάποιαν ἄνεσιν· καὶ ἐκεῖ ὅμως παρέστην πρὸ τοῦ οἰκτροῦ θεάματος σωρείας βασανισμένων ἀνθρώπων. Ἄλλοι μὲ ἐπιδέσμους εἰς τὴν κεφαλήν, ἄλλοι μὲ σπασμένο τὸ χέρι, ἄλλοι μὲ σπασμένο τὸ ποδάρι, μουγκρίζοντες, βογκῶντες, στενάζοντες. Ἦσαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Μπενάκη. Κυττάζω μὲ τὸν ἀδελφόν μου τοὺς δυστυχεῖς τούτους ἀνθρώπους καὶ περιμένω εἰς μάτην τὴν ἀντίληψιν τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας ὑπὲρ ὅλων ἡμῶν. Ὁ κ. ὅμως Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως εἰς τὰς διαμαρτυρίας μου, διατάσσει τὴν μεταφοράν μας εἰς τὰ μπουδρούμια τῆς Ἀστυνομίας. Τὸ τί ἦσαν τὰ μπουδρούμια αὐτὰ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν καὶ τί ἐγένετο εἰς αὐτὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς περιγράψω. Παντὸς εἴδους ὄργανα δῆθεν τῆς τάξεως, χωροφύλακες, ἐνωμοτάρχαι, ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ ἐπίστρατοι ἐνασκοῦντες ὡσαύτως ἀστυνομικὰ καθήκοντα, ἤρχισαν κατὰ τὴν εἰς αὐτὰ ἄφιξίν μας νὰ μᾶς πτύουν κατὰ πρόσωπον: «Βενιζέλο ἠθέλατε, ἔ; Τώρα θὰ ἰδῆτε!». Καὶ ὑπὸ τοιούτους προπηλακισμοὺς ἐσπρωχνόμεθα πρὸς τὰ μπουντρούμια. Ἐκεῖ συναντῶ τὸν πρώην βουλευτὴν κ. Μπιράκην, ἕνα δυστυχῆ γέροντα, ὁ ὁποῖος εἶχε συλληφθῆ εἰς τὸ Μαροῦσι τὸ Σάββατον ὡς πυροβολῶν τὴν Παρασκευὴν κατὰ τοῦ παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν μαχομένου στρατοῦ, ἐνῷ ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν τῆς Παρασκευῆς εὑρίσκετο εἰς τὸ Μαροῦσι. Οἱ δυστυχεῖς ἀπετείνοντο πρὸς ἐμέ, ὡς πρὸς δικηγόρον, ζητοῦντες τὴν συνδρομήν μου, τὴν ὁποίαν, ὡς ἐννοεῖτε, δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ τοῖς παράσχῃ ἄνθρωπος χρήζων ὁμοίας συνδρομῆς. Μετά τινα χρόνον ἐλέχθη μεταξὺ τῶν φρουρῶν μας ὅτι πρόκειται νὰ μᾶς παραλάβῃ τὸ τάγμα ἀσφαλείας. Τί ἦτο αὐτὸ τὸ τάγμα δὲν σᾶς τὸ λέγω ἐγώ· ἂς τὸ ἐξακριβώσητε μόνοι σας. Ἀγόμεθα λοιπὸν σιδηροδέσμιοι, 27 ἐν ὅλῳ ἄτομα, ἔξω εἰς τὴν αὐλὴν καὶ ἀναμένομεν νὰ μᾶς παραλάβῃ τὸ περίφημον αὐτὸ τάγμα. Ἐμείναμεν ἐκεῖ ἐπὶ 1½ ὥραν ἀναμένοντες, ὑποφέροντες τὰ πάνδεινα ἐκ τῶν πόνων τῶν τραυμάτων μας, αἱμόφυρτοι, ἀσκεπεῖς καὶ ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἀτμοσφαιρικὰς προσβολὰς καὶ ὑποστάντες πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ σωματικὴν ἔρευναν, ὁ πραγματικὸς σκοπὸς τῆς ὁποίας ἦτο νὰ μᾶς ἐλαφρύνουν ἀπὸ τὰ πορτοφόλια μας, τὰ ὡρολόγιά μας, τὰς καδένας μας. Εὐτυχῶς τὸ τάγμα ἀσφαλείας ἦτο ἀπησχολημένον ἀλλαχοῦ καὶ εἰδοποίησεν ὅτι εἶχεν ἄλλην ἐπείγουσαν ἐργασίαν καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ μᾶς παραλάβῃ ἡ Χωροφυλακή. Περὶ ὥραν λοιπὸν πρώτην μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἐν τρομακτικῇ συνοδείᾳ ὡδηγήθημεν ἀπὸ τὴν ὁδὸν Πατησίων καὶ τὴν λεωφόρον Πανεπιστημίου, ὅπου ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς συνοδείας ἔλαβε διαταγὰς ἀπὸ ἐκεῖ σταματισμένον αὐτοκίνητον νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὰ μπουνδρούμια τῶν Κεντρικῶν Ἐνωμοτιῶν. Τὸ τί ἐπεράσαμεν ἐκεῖ μόνον ὁ ἐπισκεφθεὶς καὶ παραμείνας εἰς αὐτά, ὅπως παρεμείναμεν ἡμεῖς, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὸ κράτος ἐκείνης τῆς καταστάσεως, δύναται νὰ ἀντιληφθῇ. Καθ’ ὅλην τὴν νύκτα 27 ἄνθρωποι ἐμείναμεν εἰς τὸν στενὸν ἐκεῖνον χῶρον, μὴ δυνάμενοι νὰ κινηθῶμεν καὶ νὰ ἀναπνεύσωμεν. Μὲ ἐλυπήθησαν μερικοὶ καὶ προσεπάθησαν νὰ μὲ περιθάλψουν. Μόνον ἡ Ἐξουσία δὲν συνεκινεῖτο καὶ εἰς τὴν αἴτησίν μου νὰ μοῦ στείλῃ ἰατρὸν μοῦ ἐδίδετο ἡ εἰρωνικὴ ἀπάντησις: «Καὶ ἰατρὸς σοῦ χρειάζεται; Μέσα! Κάτω!». Εἶχα τὴν ἁπλότητα νὰ διαμαρτυρηθῶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Κεντρικῶν Ἐνωμοτιῶν δι’ ἀναφορᾶς μου, ἐξέθηκα τὰ γεγονότα, ἠρώτων διατί κρατοῦμαι, καὶ ἐζήτουν καὶ ἰατρόν. Ἡ ὑποβολὴ ὅμως τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐξήγειρε τὸν θυμὸν τοῦ γενναίου διοικητοῦ, ὅστις διέταξε νὰ μοὶ ἀπαγορευθῇ ἡ τροφὴ καὶ τὰ κλινοσκεπάσματα! Εἶχε τότε τὴν ἀτυχίαν νὰ ζητήσῃ νὰ μὲ ἴδῃ ὁ ἕτερος ἀδελφός μου Σπῦρος — ἐπέτυχεν ἄδειαν πρὸς τοῦτο τοῦ Ἀντεισαγγελέως Λιβιεράτου, ἐν ᾗ ἀνεγράφετο ὅτι «ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ἕλληνα Σπῦρον Σταμάτην νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς ἀδελφούς του» — εἶχε, λέγω, τὴν ἀτυχίαν ὁ εἰρημένος ἀδελφός μου νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ. Καὶ λέγω ἀτυχίαν διότι, ἀφοῦ ἦλθε καὶ μᾶς εἶδε, μόλις ἐξήρχετο, συλλαμβάνεται καὶ αὐτὸς καὶ ὁδηγεῖται εἰς τὰ Παραπήγματα. Κατ’ εὐτυχίαν του ὅμως, κατόπιν παρεμβάσεως ἑνὸς τῶν ἐπιστράτων μεθ’ οὗ εἶχε συμπέσει νὰ συμπολεμήσῃ κατὰ τὸν Ἑλληνοβουλγαρικὸν πόλεμον, δὲν ὡδηγήθη εἰς τὸ μικρὸν Φρουραρχεῖον, ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπου κατόπιν τὸν συνήντησα διὰ νὰ διαπομπευθῶμεν μαζί. Καὶ ἐμείναμεν, Κύριοι, εἰς τὰς Κεντρικὰς Ἐνωμοτίας νήστεις, ἐλεεινοί, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἰατρικῆς ἀντιλήψεως, ὁπότε κατ’ ἐξαίρεσιν ἐγὼ ὡδηγήθην ὅπως κρατηθῶ εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, τῆς ὁποίας τὰ γύρωθεν δωμάτια εἶχον μεταβληθῆ εἰς νέαν Βαστίλλην, εἰς τόπον μαρτυρίου. Ὡδηγήθην δὲ ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν νύκτωρ, ἵνα ὑποστῶ καὶ ἐγὼ τὴν διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν διοργανωθεῖσαν διαπόμπευσιν καὶ διακριθῶ κατὰ ταύτην, ὡς ἔγραψαν τότε αἱ ἐφημερίδες. Ὁ διοικῶν τὴν νέαν ταύτην Βαστίλλην ὑποπλοίαρχος μὲ ἐτοποθέτησεν εἰς τὸ δωμάτιον τῆς Βιβλιοθήκης ἐν μέσῳ 150 ὁμοιοπαθῶν, τραυματιῶν, αἱμοφύρτων ἐλεεινῶς, τοὺς ὁποίους ὕβριζον καὶ ἐπροπηλάκιζον αὐτὰ τὰ δῆθεν ὄργανα τῆς τάξεως, τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας. Κατ’ ἐξαίρεσιν δι’ ἐμὲ ἐτάχθη καὶ φρουρὰ ἐκ πέντε ἀνδρῶν διὰ νὰ μὴ μοῦ ἐπιτραπῇ ἐπικοινωνία μετ’ οὐδενὸς ἐκ τῶν προδοτῶν! Παρήλθε τέλος καὶ ἡ νὺξ ἐκείνη ἡ μαρτυρικὴ καὶ τὴν ἑπομένην 21 Νοεμβρίου ἐγένετο ἡ προετοιμασία διὰ τὴν διαπόμπευσιν....
§100Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Οἱ τότε βουλευταὶ διεμαρτυρήθησαν δι’ αὐτό;
§101Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τοὺς κυρίους, (δεικνύει πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν) δὲν ἀφορᾷ ἐμέ. Πρὸ τῆς διαπομπεύσεως ταύτης ἐπέτυχα ἐπὶ τέλους νὰ μὲ στείλουν εἰς τὸν σταθμὸν τῶν Πρώτων Βοηθειῶν ὑπὸ συνοδείαν 18 ἐν ὅλῳ ναυτῶν —τοὺς ἐμέτρησα— καὶ ἐκεῖ εὑρέθη κάποιος ἰατρός, δυστυχῶς δὲν τὸν γνωρίζω, ὅστις, ἀφοῦ ἐξήτασε τὰ τραύματά μου εἶπε φανερά: «Ἐὰν 10 λεπτὰ ἀργότερον ἤρχετο, θὰ ἀπέθαινεν ἀπὸ γάγγραιναν!» Δὲν ἠξεύρω ποῖος ἦτο ὁ ἰατρός. Ἐπεζήτησα νὰ τὸν ἴδω διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσω, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν κατώρθωσα νὰ τὸν εὕρω. Καὶ ἐπηκολούθησε, Κύριοι, ἡ ἱστορικὴ ἐκείνη διαπόμπευσις, τὴν ὁποίαν προητοίμαζον, τὸ οἰκτρὸν καὶ ἄγριον ἐκεῖνο θέαμα! Σιδηροδέσμιοι ὡδηγήθημεν ἀπὸ τῶν προπυλαίων τῆς Βουλῆς πρὸ τῶν παρατεταγμένων ὀρδῶν τῶν ἐπιστράτων παρουσίᾳ πάντων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν τότε Εἰσαγγελέων, τινὲς μάλιστα εἰς τοιοῦτον βαθμὸν στενὰ πρὸς ἀλλήλους δεμένοι, ὥστε τὸ δέσιμον νὰ φθάνῃ μέχρι πληγῆς. Πᾶσα περιγραφὴ τοῦ οἰκτροῦ τούτου θεάματος δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ εἰκόνα, τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς διὰ τὴν ἱστορίαν τῆς ὀργιασάσης Νοεμβριανῆς ἀπολυταρχίας διεφύλαξεν ὁ κινηματογράφος! Τὸ βδελυρὸν θέαμα τῆς διαπομπεύσεώς μας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐναμίλλως συνέπραττον τὰ δῆθεν ὄργανα τῆς τάξεως καὶ αἱ ὀρδαὶ τῶν ἐπιστράτων καὶ τῶν ἄλλων κοινωνικῶν ἐκβρασμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον στρατολογήσει ὡς συμβοηθούς των οἱ τρομοκράται τοῦ Νοεμβρίου, προεκάλεσε τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν μόνον ὁ τρόμος συνεκράτει· ἔκαμε δὲ ὥστε ἀντιπρόσωπος ξένης Δυνάμεως νὰ χαρακτηρίσῃ ἐν ἐπιστολῇ πρὸς τὸν κ. Ράλλην τὴν γενομένην διαπόμπευσιν ὡς «ἀχαρακτηρίστου κτηνωδίας». Δὲν ἦτο φυσικὰ δυνατὸν εἰς ἐμέ, ὑφ’ ἃς περιστάσεις ἐτέλουν, ὑβριζόμενος, προπηλακιζόμενος, ὠθούμενος, νὰ συγκρατήσω τὴν γενικὴν ἐντύπωσιν, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν ἀνεμένατε ἀπὸ ἐμὲ πλήρη τὴν περιγραφὴν τῶν γενομένων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἷς ὀδοντοϊατρὸς τῆς Αὐλῆς μετέσχεν ἐνεργῶς τῆς κατ’ ἐμοῦ προσωπικῆς ἐπιθέσεως, ὅτι ἄλλοι ἐφώναζον, ἄλλοι παρώρμων εἰς ἐπιθέσεις ἐναντίον μου καὶ ἐναντίον τῶν ἄλλων μεθ’ ὧν συνεβάδιζον, ὅτι δὲ τὸ μαρτύριον αὐτὸ ἐξηκολούθησε καθ’ ὅλην τὴν ὁδὸν Σταδίου, τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς, μέχρι τοῦ Παλαιοῦ Στρατῶνος. Ὅταν τέλος ἐφθάσαμεν ἐκεῖ, ἐμπρὸς εἰς τὰ σιδηρᾶ κάγκελα τῆς φυλακῆς αὐτῆς, ἐνομίσαμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι τὰ μαρτύριά μας θὰ ἔπαυον. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ εὑρέθημεν πρὸ ἑνὸς ἄλλου ὀργάνου τῆς τρομοκρατούσης Ἐξουσίας, τοῦ περιφήμου Δεπάστα, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ἀποτελειώσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶχον τελειώσει οἱ ἄλλοι.
§102Α. ΡΕΒΙΝΘΗΣ. Τὸν ἀπεφυλάκισαν ἐν τούτοις.
§103Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Μάλιστα, τὸν ἀπεφυλάκισαν.
§104Α. ΡΕΒΙΝΘΗΣ. Ὑπεβλήθη μήνυσις κατ’ αὐτοῦ.
§105Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Δεκαεπτὰ μηνύσεις.
§106Λ. ΝΑΚΟΣ. Χρειάζονται μηνύσεις δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα; Εἶναι ἀπελπισία!
§107Α. ΡΕΒΙΝΘΗΣ. Σκοτῶστέ τον σεῖς καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖος θὰ ἔλθῃ νὰ σᾶς πιάσῃ. Ἐγὼ θὰ τὸν ἐσκότωνα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά!...
§109Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἤρχισε νὰ ἐπιτίθεται καθ’ ἡμῶν διὰ ροπάλου καὶ ἐτραυμάτισεν 26. Φωνάζω τότε πρὸς τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν: «Τί κατάστασις εἶναι αὐτή;» Καὶ γίνεται μία συμπλοκὴ μεταξὺ ἐπιστάτου καὶ Δεπάστα, μεθ’ ἣν τέλος ἔφυγεν ὁ Δεπάστας.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δυνατώτερα.
§111Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Συγγνώμην, Κύριοι, τὰ κτυπήματα μοῦ ἔφερον καὶ μίαν ἐλαφρὰν κώφευσιν. Εἴμεθα, Κύριοι, οἰκτρὰ πτώματα. Μᾶς ἀπηγόρευσαν πᾶσαν ἐπικοινωνίαν. Ἐκεῖ ἐμάθαμεν ὅτι εἴμεθα ἔνοχοι ἐσχάτης προδοσίας. Μετὰ πέντε δὲ ἢ ἓξ ἡμέρας, ὅτε ἐκλήθημεν ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν πρὸς ἀπολογίαν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν ποία εἶναι ἡ κατηγορία ἡμῶν, μᾶς εἶπεν ὅτι κατηγορούμεθα ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, ἐπὶ ἀποπείρᾳ φόνου, ὅτι ἐπυροβολήσαμεν κατὰ τοῦ μαχομένου στρατοῦ παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν, ὅτι συνεπείᾳ τῶν πυροβολισμῶν τούτων ὑπεβοηθήσαμεν τὴν εἰσβολὴν τῶν ξένων στρατευμάτων καὶ ὅτι προεκαλέσαμεν ἐμφύλιον πόλεμον! Πρὸ τῆς τοιαύτης κατηγορίας διεμαρτυρήθημεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν ἐντόνως καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν ἂν λειτουργῇ ἡ Δικαιοσύνη καὶ πῶς ἐπιτρέπει νὰ γίνουν τοιαῦτα ὄργια ἐναντίον φιλησύχων πολιτῶν. Αἱ διαμαρτυρίαι καὶ αἱ φωναί μου ἀπηυθύνοντο εἰς ὦτα μὴ θέλοντα ν’ ἀκούσωσιν. Ἡ Δικαιοσύνη τότε ἐξετέλει τὰς διαταγὰς τῆς ἀπολυταρχίας καὶ οὔτε κἂν ἤθελε νὰ μᾶς ἀκούσῃ.
§112Λ. ΝΑΚΟΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Πρόεδρος;
§113Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. Χατζᾶκος.
§114Λ. ΝΑΚΟΣ. Τὸν γνωρίζω καὶ αὐτὸν καὶ τὸν ἀδελφόν του.
§115Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων, ἐνῷ εἴχομεν μάρτυρας τοὺς ὁποίους ἐπροτείναμεν διὰ νὰ βεβαιώσουν τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἴχομεν πυροβολήσει καὶ ὅτι εἴμεθα κεκλεισμένοι εἰς τὸ σπίτι μας, δὲν ἠρκεῖτο εἰς τὰς μαρτυρίας αὐτάς, ἀλλ’ ἐπεζήτει διὰ πάσης θυσίας τὰς μαρτυρίας γυναικῶν ἐπιστράτων καὶ ἄλλων ἀλητῶν καὶ προσεπάθει διὰ παντὸς μέσου νὰ δημιουργήσῃ ἐνοχὴν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ. Ὅταν δὲ ἐτελείωσεν ἡ ἀπολογία μας καί, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κρατήσῃ ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν δικαιοσύνη, ἐστείλαμεν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν νὰ μάθωμεν ἐὰν ἐστάλη ἡ δικογραφία πρὸς γνωμοδότησιν περὶ τῆς προφυλακίσεως ἢ μὴ ἡμῶν, ἐμάθομεν ἐκεῖ ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ σταλῇ ἡ δικογραφία! Εἴμεθα ἔνοχοι ἐσχάτης προδοσίας διότι εἶχε προαποφασισθῆ νὰ χαρακτηρισθῶμεν ὡς τοιοῦτοι, ἀνεξαρτήτως πάσης ἀνακρίσεως. Ἐπηκολούθησε, Κύριοι, κατόπιν μαρτύριον δικαστικόν, μαρτύριον τοιοῦτον τὸ ὁποῖον ἀδυνατῶ νὰ σᾶς περιγράψω. Τὸ μαρτύριον συνεχίζετο εἰς τὰς φυλακάς. Ἠλλάσσοντο αἱ φρουραὶ τὴν νύκτα, καὶ τοῦτο ἐγίνετο διὰ νὰ μὴ μᾶς ἀφίνουν ποτὲ εἰς ἡσυχίαν. Ἤρχοντο τὴν νύκτα καὶ μᾶς ἐξύπνων διὰ νὰ μᾶς ἐπιθεωρήσουν, πράγματι δὲ διὰ νὰ μᾶς τρομοκρατοῦν. Εἴχομεν καταντήσει νευρικοί, σχεδὸν φρενοπαθεῖς. Εἷς μάλιστα ἐκ τῶν τότε κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὸ Φρενοκομεῖον. Αὐτὴ ἦτο ἡ τότε κατάστασις καὶ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀντίληψις ἐκ μέρους οὐδενὸς ἐκ τῶν ἐντεταλμένων τὴν προστασίαν τῶν πολιτῶν. Μετὰ 18 ἡμερῶν φυλάκισιν εἰς τὸν Παλαιὸν Στρατῶνα ἐθεώρησαν προσῆκον —δὲν ἠξεύρω διατί— νὰ μᾶς στείλουν εἰς τὰς φυλακὰς Ἀβέρωφ. Εἰς τὰς φυλακὰς Ἀβέρωφ ἡμεῖς ἐνεκλείσθημεν εἰς τὸ παράρτημα, διότι ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα, καὶ ἐμέναμεν ἐκεῖ ἀποκεκλεισμένοι. Μεθ’ ἡμέρας πολλὰς ἐπετράπη ἡ ἐπικοινωνία, ἀλλὰ καὶ τότε τὰ ὄργανα τῆς φυλακῆς διετέλουν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν ἐπιστρατικῶν ὀρδῶν. Ὁ διευθυντὴς κ. Γιάνναρος δὲν παρέλειπε καμμίαν εὐκαιρίαν νὰ διαδηλῇ τὰς φιλοβασιλικὰς τάσεις του καὶ νὰ μᾶς ὑποχρεῇ τακτικῶς νὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ νὰ ἀναφωνῶμεν «ζήτω ὁ Βασιλεύς!». Καὶ τὸ λέγω, Κύριοι, πρὸς τιμὴν τῶν κρατουμένων εἰς τὸ παράρτημα, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τούτων ἐφώναξε «ζήτω ὁ Βασιλεύς». Αὐτὸ ἐξηρέθισε τὸν κύριον διευθυντὴν καὶ διέταξε τὴν κράτησιν ἑνὸς ἢ δύο ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς ἀπειθαρχίας. Ὅταν τέλος ἐκοινοποιήθη ἡ νότα τῶν Δυνάμεων, ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία μετεχειρίσθη πᾶν μέσον διὰ νὰ δηλώσωμεν διὰ μιᾶς ἀναφορᾶς ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἐλευθερωθῶμεν διὰ τῆς νότας τῶν Δυνάμεων, ἀλλὰ νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Ὁ κ. Γιάνναρος ἦτο ἐκτελεστὴς τῶν τοιούτων διαταγῶν καὶ ἐκάλεσε τοὺς ἀδυνατωτέρους τὸν χαρακτῆρα καὶ προσεπάθει διὰ πάσης πιέσεως νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὑπογραφὴν τῆς δηλώσεως ταύτης. Παρευρισκόμην καὶ ἐγὼ ἐκεῖ εἰς τὸ ἐπισκεπτήριον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, διότι ἦτο ἡμέρα ἐπισκέψεως, καὶ ἐτόλμησα νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἐν λόγῳ διευθυντὴν ὅτι ἦτο ἐντεταλμένος νὰ διευθύνῃ μόνον τὸ κατάστημα καὶ ὄχι νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τοιαῦτα ζητήματα. Ἤκουσα δέ, Κύριοι, τότε ἀπὸ αὐτὸν δριμὺ κατηγορητήριον, διότι ἤμην βουλευτὴς τῆς 31 Μαΐου καὶ ἐψήφισα τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ τὸν πόλεμον. Καὶ τὸν ἔβαλα μὲν τότε εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλ’ ἀναμένω τὴν βραδυὰν αὐτὴν νὰ τὸν βάλῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν θέσιν ποὺ τοῦ ἀνήκει, κατόπιν μάλιστα τῆς μηνύσεως τοῦ κ. Μπουλαχάνη. Ἐλησμόνησα, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω ἀκόμη σχετικῶς μὲ ἐμὲ καὶ τὰ γεγονότα ὅτι, ὅταν μετέβημεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν πρὸς ἀπολογίαν, εἶχον τὴν τύχην νὰ ἴδω συρόμενον ἐκεῖ καὶ τὸν τέταρτον ἀδελφόν μου Ἀθανάσιον. Διότι εἶχον στείλει μίαν πυροβολαρχίαν ὑπὸ τὸν συνταγματάρχην Εὐριπαῖον εἰς τὸ χωριό μου, εἶχε δὲ τὴν τιμὴν ἡ ἰδιαιτέρα μου πατρὶς νὰ ἔχῃ φρούραρχον συνταγματάρχην καὶ ὁ φρούραρχος αὐτὸς ἦτο ἐντεταλμένος νὰ φρουρήσῃ τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου. Ὁ κ. φρούραρχος, ἐπειδὴ ὁ ἀδελφός μου εἶχεν εἰς τὸ γραφεῖον του τὴν εἰκόνα τοῦ Βενιζέλου καὶ τοῦ Κουντουριώτη καὶ ἐπειδὴ εἶχεν ἕνα γκρᾶ, κατόπιν ἀδείας, ἐθεώρησε τοῦτον ἐπικίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ δι’ ἐμπιστευτικοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον παραδίδω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰ περαιτέρω, διέταξε τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην ἐνωμοτάρχην Στραπατσάκην νὰ τὸν συλλάβῃ καὶ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Κατόπιν ὅλων τούτων μᾶς λέγουν ὅτι χρειάζονται μηνύσεις δὰ τὰ ἐγκλήματα αὐτά, ἂν καὶ μέχρι τοῦδε ἔχουν ὑποβληθῆ ἄνευ ἀποτελέσματος σωρεῖαι μηνύσεων. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀναμένω ἀπὸ αὐτὸν νὰ μὴ βραδύνῃ νὰ διατάξῃ εὐρυτάτας ἀνακρίσεις πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων, δότι, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτοι, πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν κατ’ αὐτῶν τὴν πυγμὴν τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἔχει ἐπιβάλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν εὐλόγως ἐξαίρεται ὡς δεινὸς πυγμάχος. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι τὰ γενόμενα ἀφεώρων παράβασιν ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἕνας Πράσινος, ὅστις εἶχε τὸ ὑποδηματοποιεῖόν του παρὰ τὸν Δικηγορικὸν Σύλλογον, συνελήφθη, ἐφονεύθη καὶ ἔμεινεν ἄταφος ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Χρειάζονται μηνύσεις δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα;
§116Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἐξ ἀποκαλύψεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐὰν ἠθέλατε νὰ ἐνεργήσητε κατόπιν ἀποκαλύψεων, δὲν θὰ ἐφθάνατε εἰς ἀποτέλεσμα. Ὅστις γνωρίζει γεγονός, ὀφείλει νὰ τὸ καταθέσῃ. Ὅστις δὲν θέλει νὰ τιμωρηθοῦν οἱ ἔνοχοι, ὑποστηρίζει ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐξ ἐπαγγέλματος καταδίωξις. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. συνάδελφε, νὰ καταθέσητε ὄχι μόνον σεῖς, ἀλλὰ καὶ πᾶς ὁ γνωρίζων πραγματικὰ ἐγκλήματα ἢ περιστατικὰ νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν.
§117Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Δὲν κάμνω νομίζω τίποτε ἄλλο ἀπ’ αὐτό, ἀπασχολῶν ἐπὶ τόσην ὥραν ὑμᾶς. Ὀφείλω ὅμως νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς πλέον τῶν 2.000 μηνύσεων, εὑρίσκονται δὲ μηνύσεις ἀπρωτοκόλλητοι ἀκόμη. Μήνυσις ἀπὸ τὴν 9ην Ἰουλίου εἶναι ἀκόμη ἀπρωτοκόλλητος. Ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία πρέπει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐνεργήσῃ ἀποτελεσματικῶς διὰ νὰ καθησυχάσῃ ἡ ἐν εὐλόγῳ ἐξεγέρσει τελοῦσα Κοινὴ γνώμη καὶ ἱκανοποιηθῇ τὸ δεινῶς διὰ τῶν καννιβαλισμῶν τῆς καταλυθείσης ἀπολυταρχίας προσβληθὲν περὶ δικαίου αἴσθημα τῶν πολιτῶν. Καὶ ἔρχεται καὶ ἄλλο ἔγκλημα κατόπιν. Μετὰ τὴν ἀποφυλάκισιν ὁ τότε Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας μᾶς εἶπεν ὅτι «ηὐδόκησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἐλευθέρους, ἀλλὰ θὰ σᾶς συστήσωμεν —εἶπε— νὰ μὴ σᾶς βλέπουν τὰ μάτια τοῦ κόσμου», νὰ φύγωμεν δηλαδὴ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Καὶ ἔφυγον ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν παραλίαν τῆς Σαλαμῖνος συντετριμμένος ὑλικῶς καὶ σωματικῶς. Ζητοῦντες λοιπὸν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων, δὲν ζητοῦμέν τι ὑπερβολικὸν καὶ ἀκατόρθωτον. Ζητοῦμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ὄχι μόνον ἐπιβεβλημένην κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, ἀλλὰ καὶ στοιχειώδη ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἐγγύησιν τῆς παγιώσεως τοῦ νέου καθεστῶτος. Ἂς μὴ λησμονήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁ Τύπος μᾶς ἀπεκάλει ἀναρχικούς, συνωμότας καὶ συνίστα καὶ τὸ μποϋκοτάρισμα καὶ ἡμῶν. Πρέπει, Κύριοι, νὰ τιμωρηθῶσιν αὐστηρῶς οἱ ἐγκληματίαι τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, διότι ἐτελέσθησαν πράγματι τότε ἀνοσιουργήματα τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Νόμου, πολλοὶ δὲ παθόντες κατήντησαν ἤδη ἐκ τῶν κακώσεων φρενοπαθεῖς. Ζητοῦμεν τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ τὴν πλήρη ἱκανοποίησιν τοῦ ἀνηκούστως προσβληθέντος δικαίου· τὴν ἀποκατάστασιν τέλος τῆς δεινῶς δοκιμασθείσης οἰκογενειακῆς μας ἡσυχίας. Ἕν τῶν τέκνων μου, Κύριοι, ὅταν ἠθέλαμεν ν’ ἀναχωρήσωμεν ἐκ Σαλαμῖνος διὰ νὰ ἔλθωμεν εἰς Ἀθήνας, ἐξερράγη εἰς λυγμοὺς λέγον εἰς ἐμέ: «Μὴ πᾶμε, μπαμπᾶ, στὰς Ἀθήνας, διότι θὰ μᾶς σκοτώσουν». Τοιοῦτος πανικὸς συνέχει ἀκόμη, Κύριοι, τὰ ἀθῶα παιδιά μου. Ἀπευθύνω λοιπὸν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν θέλῃ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους ὡς Κράτους, ἐὰν θέλῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς μεγάλης πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη καὶ τὴν ὁποίαν πράγματι συντόνως ἐπιδιώκει, ἂν θέλῃ τὴν παγίωσιν τοῦ νέου καθεστῶτος, νὰ ἐπιβάλῃ δικαιοσύνην καὶ νὰ καταφέρῃ τὴν πυγμὴν τοῦ νόμου τάχιστα ἐναντίον τῶν πάσης κατηγορίας ἐνόχων τῶν ἀποτροπαίων ἐγκλημάτων τῆς καταλυθείσης ἀπολυταρχίας (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§119Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ φρικαλεότητες αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἦσαν ἄγνωστοι εἰς τοὺς πολλούς. Ἀλλὰ ἡ ἐξιστόρησις αὐτῶν ἦτο εὔλογον νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν συγκίνησιν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, εὐλογώτερον δὲ ὁ ἀγορεύων νὰ εἶναι κατειλημμένος ὑπὸ τῆς ὀδύνης ὑπὸ τῆς ὁποίας συνέχεται, διότι αὐτός, ὡς παθών, παρέστη μάρτυς τῶν φρικαλέων αὐτῶν σκηνῶν. Δὲν εἶναι μόνον τὰ συμβάντα ἐν Ἀθήναις. Καὶ εἰς ἄλλας περιφερείας τῆς Ἑλλάδος ἔλαβον χώραν σκηναὶ φρίκης παρόμοιαι, ἴσως δὲ καὶ ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος δὲν εἶναι ξένος πάσης συγκινήσεως διὰ παρόμοια συμβάντα. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, μόνον μετὰ συγκινήσεως κρίνοντες, νὰ προβῶμεν εἰς λῆψιν τῶν ἀναγκαίων μέτρων πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, εὐθὺς ὡς συνεκροτήθη, ὑπέβαλε διάταγμα, ἔξω πάσης συνταγματικῆς τάξεως, καὶ ἐζήτησε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀναλαμβάνουσα αὐτὴ τὴν σοβαρὰν εὐθύνην τῆς καταπατήσεως τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῶν πράξεών της ὑπὸ τῆς συγκληθησομένης Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐὰν προέβη εἰς τὸ διάβημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, προέβη ἀκριβῶς διότι εἶχε τὴν γνώμην ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς δὲν ἐδείχθη κατὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας ἀξία τῆς θέσεως αὐτῆς, δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὸν προορισμόν της, καὶ ὅτι πολλοὶ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἐξέπεσαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ γίνουν συνένοχοι τῶν ὀργάνων τῆς τυραννίδος. Μόλις δὲ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔστρεψα τὴν προσοχήν μου πρὸς τὰ ὄργανα τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ἀπελύθησαν ἀμέσως ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν —τοῦ ὁποίου μνείαν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος— ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, δύο Ἀντεισαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τρεῖς ἀνακριταί, ἅπαντες ἐκ τῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ ὑπηρετούντων, ἐκτὸς τῶν ὀκτὼ Ἀρεοπαγιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον.
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι καὶ ἄλλοι πολλοί.
§121ΦΩΝΑΙ. Εἶναι πολὺ ὀλίγοι αὐτοί.
§122Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἤθελον νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην διότι ἐξ ὅλων τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δύο καὶ μόνον Ἀντεισαγγελεῖς Πρωτοδικῶν δὲν ἔλαβον τὴν τύχην τῶν ἄλλων, δὲν ἐκρίθησαν ἄξιοι ἐκκαθαρίσεως. Οἱ Ἀντεισαγγελεῖς δὲ οὗτοι εἶναι οἱ κ.κ. Βωβὸς καὶ Ροζάκης. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου. Οἱ κ.κ. Βωβὸς καὶ Ροζάκης ἐξεδιώχθησαν ἐντεῦθεν ὑπὸ τῆς τυραννίδος διότι δὲν ἐγένοντο ὄργανα αὐτῆς. Ἂν τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἐκίνησαν τὴν γλῶσσαν ὑπὲρ τοῦ κ. συναδέλφου, δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν μετεφέρθη οὗτος εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, παρίσταντο ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ δικαστικοὶ οὗτοι λειτουργοὶ ἐπόνεσαν διὰ τὰ γενόμενα κατὰ τοῦ κ. συναδέλφου. Καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν αὐτὴν διότι ὅλη ἡ δικαστικὴ αὐτῶν δρᾶσις ἐν Ἀθήναις μαρτυρεῖ ὅτι ἐπόνουν δι’ ὅλα τὰ πραξικοπήματα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, διότι, ἂν δὲν ἐπόνουν, ἤθελον παραμείνει ἐδῶ ὡς ὄργανα τῆς τυραννίδος καὶ ἤθελον ζητήσει ἀμοιβᾶς. Δὲν συνέβη ὅμως τοιοῦτόν τι· ἐξεδιώχθησαν ἐντεῦθεν καὶ ἐξεδιώχθησαν ὡς μὴ δεχθέντες νὰ γίνωσιν ὄργανα τῆς τότε κρατούσης καταστάσεως. Καὶ ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, λαβὼν ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπηρεσίαν των, οὐ μόνον διετήρησεν αὐτοὺς εἰς τὸ Σῶμα, ἀλλὰ καὶ διὰ Β. Διατάγματος τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε, μετέθεσεν αὐτοὺς εἰς Ἀθήνας. Ἔχω, Κύριοι, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὅτι πάντα δικαστικὸν λειτουργὸν ὁ ὁποῖος κατώρθωσε κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, καθ’ ἃς ἡ τυραννίς, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Βασιλέα, ἐζήτει ὅπως οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ μεταβληθῶσιν εἰς εὐτελῆ αὐτῆς ὄργανα, ἔχω, λέγω, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὅτι πάντα δικαστικὸν λειτουργόν, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ ἔχῃ τὸ ψυχικὸν σθένος νὰ ἀντιταχθῇ ὁπωσδήποτε ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἠρνήθη νὰ γίνῃ ὄργανον τῆς τυραννίδος, θὰ τὸν προστατεύσω, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν ὀλίγον σθένος δὲν προστατευθῶσι. Δὲν θὰ εὕρωμεν τότε ἴχνος Δικαιοσύνης ἐπὶ ὁλόκληρον γενεάν. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, τὴν ψυχολογικὴν στιγμὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν....
§123Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὰς ἐφημερίδας τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, θὰ ἴδητε ὅτι αὐτοὶ ἐστέλλοντο καὶ ἐξετέλουν ἔργα ἀλλότρια τῶν καθηκόντων των. Δὲν εἶχον ψυχικὸν σθένος διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶσι, δὲν εἶχον αἴσθημα νὰ ζητήσωσι νὰ μὴ γίνουν ὄργανα.
§124Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω διὰ ποίους ὁμιλεῖτε· δι’ αὐτοὺς τοὺς δύο; Αὐτοὶ οἱ δύο Ἀντεισαγγελεῖς ἔπραξαν ὅ,τι ἀνθρωπίνως ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωσιν ἐν ἐκείνῃ τῇ ψυχολογικῇ στιγμῇ καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δίκαιον νὰ ἔχωσι τὴν τύχην τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἀποδεχθέντες νὰ γίνωσιν ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τῶν δύο δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ὅσον ἀφορᾷ τώρα τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐν γένει τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, ἔχω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐξακολουθεῖ αὕτη. Τὸ ἔργον ὅμως δὲν εἶναι βεβαίως εὐχερὲς δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους καλεῖτε ἐπ’ αὐτό, ὡς εἶναι εὐχερὲς νὰ λέγητε «προβῆτε εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν». Καὶ δὲν εἶναι εὐχερὲς ἔτι μᾶλλον ὅταν ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ προβῶμεν εἰς γενναίαν ἐκκαθάρισιν μετὰ τάχους καὶ σπουδῆς. Ἐάν, Κύριοι, ἔχωμεν προορισμὸν νὰ ἀποκαθάρωμεν τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, μὴ λησμονῶμεν ὅμως ὅτι ὡς ἐπικεφαλίδα εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀδικήσωμεν κανένα. Τὸ σάρωθρον τῆς ἐκκαθαρίσεως....
§125Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§126Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης)..... Τὸ σάρωθρον τῆς ἐκκαθαρίσεως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρασύρῃ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν μετέσχον εἰς τὰς ἀτασθαλίας τοῦ παρελθόντος. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω τοῦτο, ὡς ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω κατηγορηματικῶς ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔσφαλλον θὰ περισωθῇ. Παραπονεῖται ὁ συνάδελφος —δὲν τὸν ἀδικῶ— ὅτι μέχρις ὥρας δὲν εἶδε τὴν κίνησιν τὴν προσήκουσαν εἰς δίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν. Φρονῶ, Κύριοι, —καὶ πρὸς τὴν γνώμην μου ταύτην ἔχω λόγους νὰ πιστεύω ὅτι συμφωνοῦσι καὶ ἄλλοι— φρονῶ, λέγω, ὅτι ἐὰν μετὰ σπουδῆς ἤθελε κινηθῆ ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ θὰ ὑπῆρχε φόβος ὅτι αἱ ἀνακρίσεις δὲν θὰ περιέπιπτον εἰς καλὰς χεῖρας. Ἐφ’ ὅσον διατελοῦμεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐκκαθαρίσεως, πρέπει νὰ εἴμεθα ἐφεκτικώτεροι. Ὅπου ἀποκαθαίρεται ἡ Δικαιοσύνη καὶ ἐγκαθίστανται δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀποστέλλονται ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ἐκεῖ ἡ κίνησις καὶ γοργὴ καὶ ζωηροτέρα εἶναι. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι δισταγμοὶ περὶ τὴν ἐμπιστοσύνην ἔναντι τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀναλάβει τὰς ἀνακρίσεις καὶ τὴν δίωξιν τῶν ἐγκληματησάντων, ἡ σπουδὴ ἀπὸ μέρους τῶν κυρίων συναδέλφων εἶναι σπουδὴ ἀδικαιολόγητος. Θέλετε τὴν ἐκκαθάρισιν; Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν· καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὴν ἐκκαθάρισιν θὰ ἐπακολουθήσῃ ἀμέσως ἡ δίωξις, δίωξις ὅμως ἀσφαλής, δίωξις ἀξία ἐμπιστοσύνης. Ἡ Δικαιοσύνη τότε ἀποκαθαιρομένη, ἡ Δικαιοσύνη ἡ πραγματική, ἡ Δικαιοσύνη τὴν ὁποίαν θὰ δημιουργήσῃ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων θὰ ἐκτελέσῃ πλήρως τὸ καθῆκόν της· θὰ διώξῃ τὰ ἐγκλήματα καὶ θὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἐνόχους. Μὴ ζητεῖτε δικαιοσύνην ἀπὸ τοὺς ἐγκληματήσαντας, μὴ ζητεῖτε δικαιοσύνην ἀπὸ τοὺς πεπωρωμένους τὴν συνείδησιν, μὴ ζητεῖτε δικαιοσύνην ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς τυραννίας. Ἔχετε ὑπομονήν. Τὴν ὑπομονὴν ὅμως αὐτὴν δὲν τὴν ἔχετε· καὶ δὲν τὴν ἔχετε εὐλόγως, διότι πονεῖτε, διότι ἐπάθατε. Τὴν ἔχει ὅμως τὴν ὑπομονὴν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, διότι ὀφείλει νὰ τὴν ἔχῃ.
§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τὰ ὄργια τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐν Πρεβέζῃ ἀπὸ τὸν Ἀρβανίτην καὶ τὸν Μακρῆν.
§128Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑποβολῆς μηνύσεων, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Γκλαβᾶς συνεβούλευσε τοὺς πολίτας νὰ συνδράμωσι τὴν Κυβέρνησιν, καταθέτοντες ὅλα τὰ πραγματικὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατ’ αὐτῶν. Τὴν αὐτὴν συμβουλὴν ἀνέμενον καὶ ἀπὸ τὸν κ. βουλευτὴν Ἀττικοβοιωτίας. Διότι ἂν κατ’ ἀρχὴν οἱ δισταγμοὶ τῶν πολιτῶν, διατελούντων ἀκόμη ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου καὶ τοῦ τρόμου, ἦσαν δεδικαιολογημένοι, ἤδη, ἐφόσον ἀποκαθαίρονται αἱ ἐξουσίαι, ἐφόσον ἐκλείπουσι τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα ἐνέπνεον τὸν τρόμον, ἐφόσον φαίνεται καθαρὰ ὅτι ἐπανῆλθε τὸ κράτος τοῦ νόμου, ὁ φόβος πλέον τῶν πολιτῶν εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι ἀδικαιολόγητος ὁ φόβος παντὸς πολίτου, ὁ φόβος τοῦ φιλελευθέρου πολίτου εἶναι μᾶλλον ἀδικαιολόγητος. Ἀξιῶ ἀπὸ τοὺς φιλελευθέρους πολίτας μεῖζον θάρρος καὶ καλῶ αὐτοὺς νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῶν ἐξουσιῶν καὶ νὰ καταθέτωσι διὰ πάντα, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵσταται, τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν· μὲ τὰ κρυφομιλήματα, μὲ τὰ ἰδιαίτερα, μὲ τὰς συστάσεις δὲν διεξάγονται ἀγῶνες (Χειροκροτήματα). Μόνον μὲ τὴν κεφαλὴν ὑψηλὰ θὰ διεξαχθῶσιν οἱ ἀγῶνες. Ἕκαστος θὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην καὶ τῶν λόγων του καὶ τῶν πράξεών του. Ὁ προσερχόμενος διὰ νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν, βεβαίως φέρει εὐθύνην· ἀλλ’ εἶναι ἄξιοι τιμῆς οἱ τοιαύτην εὐθύνην ἀναλαμβάνοντες.
§129Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐμήνυσε καὶ ὁ κ. Μπενάκης τὸν Ὑψηλάντην, ἀλλ’ οὗτος μένει ἥσυχος, ὁδηγῶν τὰ ἄλογα τῆς ἁμάξης τοῦ Βασιλέως.
§130Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν δὲν ἐσπεύδατε, θὰ ἠκούατε ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Ἐπεδόθη μήνυσις ὑπὸ τοῦ κ. Μπενάκη, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο μόνον. Ἀπῃτεῖτο νὰ σταλῇ καὶ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μετὰ μέρους τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἰωαννίνων πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα διὰ νὰ σταλῇ —ὅπερ καὶ ἐγένετο αὐθωρεὶ— ἡ σχετικὴ δικογραφία πρὸς τὸ Αʹ Σῶμα Στρατοῦ. Σεῖς, κ. συνάδελφε, ὡς νομικὸς δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε ὅτι, κηρυχθέντος τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου ἐν τῷ νομῷ Ἀττικῆς, δὲν δύναται πλέον ἄλλος νὰ ἐπιληφθῇ διώξεως πλὴν τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης.
§131Λ. ΝΑΚΟΣ. Συλλαμβάνονται χωρικοὶ καὶ φυλακίζονται καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῇ ὁ Ὑψηλάντης;
§132Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν, ἐὰν τὸ μέτρον ὅπερ νομίζετε ὡς ὀρθὸν εἶναι καὶ πράγματι ὀρθόν. Ἡ Κυβέρνησις δηλαδὴ δὲν νομίζει ὅτι δύναται νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς συλλήψεως ὡρισμένων προσώπων ἄνευ δικαστικῆς παρεμβάσεως.
§133Λ. ΝΑΚΟΣ. Μετὰ τὰ γενόμενα, βεβαίως· διὰ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ τάξις.
§134Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν πάσῃ περιπτώσει σᾶς πληροφορῶ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἅμα δεχθεὶς τὴν μήνυσιν, διεβίβασεν αὐτὴν πρὸς τὸ Σῶμα Στρατοῦ ἵνα ἐνεργήσῃ αὐτὸ τὴν δίωξιν. Διὰ νὰ καθησυχάσωσι δὲ οἱ κ.κ. βουλευταὶ καὶ οἱ πολῖται καὶ διὰ νὰ γνωρίζωσι ποῦ πρέπει ἐφεξῆς νὰ ἀπευθύνωνται ὑπομιμνήσκω ὅτι τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ Διάταγμα τῆς κηρύξεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου δὲν διώκονται ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς Ἀττικῆς ὑπὸ τῆς Πολιτικῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Στρατιωτικῆς Ἀρχῆς, ἥτις εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἐπὶ τούτῳ κληθεῖσα, ταχύτερον θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν Πολιτικὴν Δικαιοσύνην, εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ αὐτή, ἀποκαθαιρομένη ἐντὸς ὀλίγου, θὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμόν της καὶ θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν περιωπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἐπόθησε νὰ εὑρίσκεται ἡ Πολιτεία, ὅταν περιέβαλλεν αὐτὴν διὰ τόσων προνομιῶν, καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξέπεσε δυστυχῶς ἐπὶ τόσον, ὥστε νὰ ὁμιλῶμεν καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλοῦμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμάτης.
§136Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς Ἀντεισαγγελεῖς Βωβὸν καὶ Ροζάκην, ὅτι παρίσταντο κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας βωβοί. Καὶ ἴσως μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ αὐτῶν τὴν ἀναρμοδιότητά των ἀπέναντι ἐμοῦ ὡς δικηγόρου. Ἀλλ’ ἀγνοεῖ ὅτι ἀνετέθη εἰς αὐτοὺς νὰ διεξάγωσιν ἐρεύνας εἰς οἰκίας Βενιζελικῶν, τὰς ὁποίας, ἐπικαλοῦμαι τὰς ἐφημερίδας τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὰς «Ἀθήνας», διετυμπάνισεν ὁ Τύπος; Τί ἔπραξαν οἱ κύριοι αὐτοὶ ὥστε νὰ ἀξιοῦν νὰ εὑρίσκωνται ἀκόμη ἐνταῦθα; Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πότε διετάχθη ἡ μετάθεσις αὐτῶν εἰς τὴν Λάρισσαν καὶ ἂν μετέβησαν ἐκεῖ, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν εἶναι οὗτοι ἄξιοι οἱασδήποτε ὑποστηρίξεως ἢ ἐπιεικείας, διότι δὲν ἐστάθησαν καθόλου εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐκτιμῶ πολὺ καὶ ὑπολήπτομαι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ διδάξῃ αὐτὸς τοὺς ὡς ἄνω κυρίους, τοὺς ἐπιλήσμονας τῶν καθηκόντων των ἀποδειχθέντας, ὅτι ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων των δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀτιμώρητος.
§137Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀπαλλάσσετε τοὺς ἄλλους ὅταν ὁμιλεῖτε διὰ δύο ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὸ καθῆκόν των, ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ τιμῶνται.
§138Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω ποία συμπάθεια σᾶς κινεῖ ὑπὲρ τῶν κυρίων αὐτῶν.
§139Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁμιλῶ ὑπὲρ ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους ὁ Δούσμανης ἐνέδυσε καὶ ἔστειλεν εἰς τὴν Δράμαν.
§140Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Μὴ ἀναλαμβάνετε τὴν ὑπεράσπισίν των.
§141Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα. Πλεῖστοι ὅσοι ὑπέβαλον μηνύσεις, ὡς ἐβεβαίωσα ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὑπάρχει σωρεία μηνύσεων εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν. Βεβαίως δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου τὰ περαιτέρω. Συνεβούλευσα πάντα παθόντα νὰ καταγγείλῃ. Ὀφείλω ὅμως καὶ ὡς νομικὸς νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα δὲν ἀπαιτοῦσιν ἔγκλησιν ἵνα διωχθῶσιν, ἀλλὰ διώκονται αὐτεπαγγέλτως καὶ ὅτι ὀφείλει ἡ ἀνάκρισις νὰ βεβαιώνῃ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα καὶ νὰ ἀνευρίσκῃ τοὺς ἐνόχους (Χειροκροτήματα).
§142Δ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτερματίσθη ἡ συζήτησις; ἡ ὁποία δὲν ἦτο γενικευμένη. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐπερωτήσεων καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλή; (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
—Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Ὑπηρεσιῶν τοῦ μηνὸς Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου τῆς χρήσεως τοῦ 1917». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Γʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ χρονολογίαν 8 Ἰουλίου 1917 νομοθετικοῦ διατάγματος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου 1916 νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ παρατάσεως ἐπὶ ἓν εἰσέτι ἔτος τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 670 «περὶ προσωρινῆς ῥυθμίσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ ἰδιοκτητῶν τσιφλικίων καὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν κλπ.» καὶ «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ αὐτοῦ νόμου μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1918». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 204 τῆς 25 Μαρτίου 1914». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνακλήσεως τῶν ἀπολύσεων καὶ περὶ μονιμοποιήσεως καὶ διακανονισμοῦ τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων κλάδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν προσληφθέντων ὑπὸ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Ν.Δ. τῆς 10 Ἰουλίου 1913 «περὶ διακανονισμοῦ τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Κρητικῆς Χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ἐμμίσθων προξενικῶν Ἀρχῶν ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ΧΝϚʹ νόμου, ὡς μετερρυθμίσθη διὰ διαφόρων νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2466, 2467, 2468, 2469 καὶ 2470 Διαταγμάτων τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Προσωρινῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἀποζημιώσεων εἰς τοὺς ἐκ τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπαγομένων ἐμμίσθων ὑπαλλήλων ὑποστάντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἕνεκα λόγων ἀνωτέρας βίας, ὑλικὰς ζημίας ἀποχρώντως βεβαιωμένας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β.Δ. τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ παροχῆς περιθάλψεως εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ὑπηρετούντων ἀνδρῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1917 τῆς 28 Μαρτίου Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ κανονισμοῦ τῶν δικαιολογητικῶν τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ εἰδικῇ ἀποστολῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστελλομένων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1916 Β.Δ. «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 732 «περὶ δικαιοστασίου καὶ ἐνοικιοστασίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2601 τῆς 26 Μαΐου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 522 «περὶ τοῦ καπνοῦ τῶν Νέων Χωρῶν καὶ τῆς φορολογίας αὐτοῦ καὶ περὶ μονοπωλίων» εἰς τὰς λοιπὰς Νέας Χώρας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ περιθάλψεως τῶν θυμάτων πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ πληρωμῆς τῶν καθυστερουμένων ἐπιδομάτων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1915». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ Θεσσαλονίκης εἰς Ἀθήνας μετακληθέντων ὑπαλλήλων τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Ἰουλίου 1917 Β.Δ. «περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως 1916 καὶ 1917 τοῦ ὑπὸ τὴν Προσωρινὴν Κυβέρνησιν τῆς Θεσσαλονίκης διατελέσαντος τμήματος τοῦ Κράτους κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 16 Ἰανουαρίου καὶ 4 Ἀπριλίου 1917 δύο Β.Δ. δι’ ὧν ἐκανονίσθη προσωρινῶς ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Ὑπηρεσιῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1917 καὶ ἐχορηγήθησαν ἓξ δωδεκατημόρια πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Ὑπηρεσιῶν τῶν ἓξ πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1917». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β.Δ. «περὶ ἐκτελέσεως ὡς νόμου τοῦ Κράτους τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2425 τῆς 14 Μαΐου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ συνομολογήσεως προσωρινοῦ δανείου μέχρι ποσοῦ 25.000.000 δραχμῶν κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Μαΐου 1917 Β.Δ. δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχ. 100.000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1917». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 μ.μ.).