1917.07.27
1,886 rows · 14,761 words · 188 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7Η
ΠΕΜΠΤΗ 27 ΙΟΥΛΙΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παπαποστόλου ζητεῖ δίμηνον ἄδειαν. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 542 νόμου «περὶ συστάσεως ἐλεγκτηρίου ἐκκαθαρίσεως τῶν δαπανῶν πολέμου καὶ τῶν δαπανῶν ἐνεστῶτος ἔτους». 2) «Περὶ ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων διὰ προμηθείας γενομένας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ πολέμου». —Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ ἱδρύσεως θεσμοῦ ἀμίσθων ἐπιτίμων συμβούλων Πρεσβειῶν» καὶ 2) «Περὶ ἱδρύσεως ἐμμίσθου Γενικοῦ Προξενείου ἐν Ἀδδὶς Ἀμπέμπα τῆς Ἀβησσυνίας».
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§4Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶχον τὴν τιμήν, κ. Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐρώτημα διὰ τοῦ ὁποίου παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβεν ἢ σκέπτεται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις προκειμένου περὶ τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος.
§5Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά της, προέβη εἰς διαβήματα παρὰ ταῖς Συμμάχοις Κυβερνήσεσιν, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον τὰ μέτρα τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας τὰ ὁποῖα ἔχουσι λάβει ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν ὡς πρὸς τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ ὅτι ἡ Σύμμαχος Κυβέρνησις τῆς Ἀγγλίας, συνδεδεμένη διὰ συμβάσεως ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ τι παρὰ τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἀλλὰ τοιαύτην παρατήρησιν τυχὸν ποιούμενος θὰ ἐλησμόνει ὅτι διὰ Κράτη καὶ λαοὺς πειθαρχικούς, οἷος εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὁ λαὸς ὁ Ἀγγλικός, μόνον ἡ σύστασις μιᾶς Κυβερνήσεως ὅτι πρέπει νὰ γίνουν οἰκονομίαι, καὶ οἰκονομίαι αὐστηραί, εἶναι ἐπαρκής, ὥστε ὅλοι, ἀπὸ τοῦ μεγαλυτέρου μέχρι τοῦ μικροτέρου, νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν σύστασιν ταύτην. Τὸν κίνδυνον τοῦτον ἠθέλησε νὰ ἀπομακρύνῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν διαβημάτων εἰς τὰ ὁποῖα προέβη. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπέβλεψε μετὰ συμπαθείας πρὸς τὴν σύστασιν καὶ μεσολάβησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξαχθῇ σταφὶς ἐξ Ἑλλάδος εἰς Ἀγγλίαν («Εὖγε! Εὖγε!»). Τὸ διάβημα τοῦτο ἠκολούθησεν ἕτερον, διὰ τοῦ ὁποίου παρεκαλεῖτο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὅπως παράσχῃ καὶ εὐκολίας διὰ τὴν μετακόμισιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν λύεται διὰ μόνης τῆς ἐξαγωγῆς. Ἡ παραγωγὴ θὰ ἀνέλθῃ ἐφέτος, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχομεν, εἰς τὰ 280 ἑκατομμύρια. Ἀφίνω τὸ ἀπόθεμα τὸ ὁποῖον μένει κατ’ ἔτος καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἐτῶν ἤδη, ὡς γνωστόν, ἤρχισε νὰ βιομηχανοποιῆται ἐν τῇ Χώρᾳ. Ὅσον λοιπὸν καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῶν κατοίκων τῶν Συμμάχων Χωρῶν θὰ ἀπαιτήσουν μέγα ποσὸν σταφιδοκάρπου, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἄνω τῶν 80 ἑκατομμυρίων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαχθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ἔστρεψε τὴν προσοχήν της καὶ ἀλλαχοῦ καὶ προσπαθεῖ ὅπως ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ἐπιτύχωμεν μεγαλυτέραν κατανάλωσιν καὶ ἐν τῇ Χώρᾳ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως εἰδικωτέρας λεπτομερείας περὶ τούτου νὰ μὴ ἀνακοινώσω. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νὰ καθεύδωμεν καὶ ἐπὶ ῥόδων. Ὅπως εἶναι τὰ πράγματα, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἀνησυχῶμεν, διότι εὑρισκόμεθα ὄντως πρὸ περιορισμοῦ τῆς καταναλώσεως. Ἡ Κυβέρνησις ὁπωσδήποτε θὰ προσπαθήσῃ ὅπως τὸ ἐθνικὸν τοῦτο προϊὸν καταναλωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐφέδρων ἰατρῶν ὁ κ. Μανασάκης ἔχει τὸν λόγον.
§7Μ. ΜΑΝΑΣΑΚΗΣ. Οἱ αἰτοῦντες ὑπηρέτησαν κατὰ τοὺς δύο πολέμους, εἴτε ὡς κληρωτοὶ εἴτε ὡς ἐθελονταί. Ἦσαν δὲ τότε φοιτηταί, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἀπέκτησαν τὸ δίπλωμά των καὶ ἐσχάτως ἀπέκτησαν καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ ἐξασκεῖν τὸ ἐπάγγελμά των. Σήμερον λοιπὸν καλοῦνται ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ ἂν δὲν ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς βαθμός, θὰ ὑπηρετήσουν ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται. Διὰ τοῦτο παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ ἡμεῖς παρακαλοῦμεν ἐκ μέρους αὐτῶν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταταγῶσιν οὗτοι ὡς ἀνθυπίατροι, διότι ἄλλως θὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς ἁπλοῖ στρατιῶται ὑπὸ τὰς διαταγὰς ἀνθυπιάτρων καὶ ὑπιάτρων, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως ὑπηρέτησαν εἰς τοὺς πολέμους, καίτοι νεώτεροι αὐτῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἁλιβιζᾶτος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§9Ν. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Συνενώνω καὶ ἐγὼ τὴν σύστασίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόνοιαν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοκκινάκης.
§11Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ υἱοθετήσῃ τὸ αἴτημα ἵνα μὴ προσγίνῃ ἀδικία εἰς αὐτοὺς τοὺς νέους.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακλαμπανάκης.
§13Μ. ΣΑΚΛΑΜΠΑΝΑΚΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν, διότι εἶναι δικαιοτάτη ἡ αἴτησις.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος ἀπευθύνει ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ Ὑπουργόν. Προσκαλεῖται νὰ τὴν ἀναπτύξῃ.
§15Π. ΦΛΩΡΟΣ. Τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Ἠπείρου, κ. Ὑπουργέ, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἄγονα ἀπὸ ἀπόψεως σιτοπαραγωγῆς. Εἴθισται δὲ ἀπὸ σειρᾶς πολλῶν δεκάδων ἐτῶν νὰ τροφοδοτοῦνται κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν δι’ ὅλον τὸ ἔτος. Τὰ μέρη ταῦτα εἶναι τὸ Μέτσοβον, τὸ Ζαγόριον καὶ περὶ τὰ εἴκοσι χωρία τῆς ἐπαρχίας Κονίτσης. Εἰς τὰς προμηθείας των δὲ ταύτας προέβαινον κατὰ τοὺς μῆνας αὐτοὺς καθότι βραδύτερον, ἐπερχομένου τοῦ χειμῶνος καὶ διακοπτομένης τῆς συγκοινωνίας, δὲν δύνανται νὰ προμηθεύωνται τὰ τρόφιμά των. Παρακαλῶ λοιπὸν ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, ὅπως λάβητε πάντα τὰ μέτρα, οὕτως ὥστε ὁ κόσμος ἐκεῖνος νὰ μὴ στερηθῇ τοῦ ἄρτου του, ἀποκλειόμενος ὑπὸ τοῦ χειμῶνος. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ μεταγωγικὰ μέσα, κατόπιν τῶν ἐπανειλημμένων ἐπιτάξεων, εἶναι ἐλάχιστα, ὥστε πρέπει νὰ ἔχουν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ὅπως προμηθευθῶσι τὸν ἀναγκαιοῦντα δι’ ὅλον τὸ ἔτος σῖτον.
§16Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ὅ,τι μέτρον ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπὲρ τῆς αὐταρκείας τῆς Ἠπείρου ἐλήφθη. Τὰς ἰδιαιτέρας συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ἐπισιτιστικῶς ἡ Ἤπειρος τὰς γνωρίζω καὶ θὰ δώσω τὰς καταλλήλους ὁδηγίας διὰ τὴν ἔγκαιρον προμήθειαν τῶν κατοίκων ὅσον ἀφορᾷ τὰ σιτηρὰ ἐκ τῶν γειτονικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκρίζας ἀπευθύνει παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως διατάξῃ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξ ἐπιτάξεων ζώων καθυστερουμένων.
§18Ι. ΓΚΡΙΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί μέρα ἔλαβεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§19Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς πρὸς τὰς παλαιὰς ἐπιτάξεις τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ δυσχερές, διότι τὸ ποσὸν αὐτῶν εἶναι ἀρκετὰ σεβαστόν. Ὡς πρὸς τὰς νέας ὅμως ἐπιτάξεις ἤδη ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις ἐν Θεσσαλονίκῃ διὰ Διατάγματος ἔλαβε τὸ μέτρον ὥστε νὰ πληρώνωμεν ἀμέσως ἅμα τῇ παραδόσει τοῦ ἐπιτασσομένου ζώου. Καὶ ὄχι μόνον τὸ μέτρον τοῦτο ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἔδωκεν ὁδηγίας ὥστε ἡ τιμὴ τοῦ ἐπιτασσομένου ζώου νὰ εἶναι πάντοτε ἡ πραγματική. Διὰ τὰς μελλούσας ἐπιτάξεις ἐπίσης θὰ ληφθῶσιν ἀνάλογα μέτρα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν ἐὰν καὶ ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς μεγαλυτέραν παραγωγὴν ξυλανθράκων καὶ καυσίμου ὕλης (ξύλων) οὕτως ὥστε νὰ ἐλαττωθοῦν αἱ μέγισται τιμαί των, ἅτε τιμωμένων τῶν ξυλανθράκων 45 καὶ τῶν ξύλων 15 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§21Π. ΦΛΩΡΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, τὸ κρίσιμον τῆς καταστάσεως ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως, φαντάζεσθε δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν ἑκάστου οἰκογενειάρχου, ἀγοράζοντος τοὺς ξυλάνθρακας 45 λεπτὰ καὶ τὰ ξύλα πρὸς 15 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Εἶχεν ἀναγραφῆ, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ξύλευσις καὶ ἀνθρακοποίησις ἐκ τῶν δασῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦτο ἵνα ἀνακουφισθῇ ὁ λαός. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν κρίσιν ἥτις ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον καὶ ἐνεργήσητε ὅπως τὰ προϊόντα ταῦτα ἀποκτήσουν μίαν λογικὴν τιμήν, θὰ πράξητε θεάρεστον ἔργον.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔχομεν λάβει πρόνοιαν ὅπως παρέχωνται εὐκόλως ἄδειαι ὑλοτομίας ἐκ δασῶν τοῦ Δημοσίου, εἰς τρόπον ὥστε καὶ αὐτάρκεις νὰ γίνωμεν εἰς ξυλάνθρακας καὶ αἱ τιμαί των νὰ εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν δημιουργηθεῖσαν εἰς ὅλα τὰ εἴδη.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδάκης παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ λιμένος Σητείας, ἐὰν ὠνομάσθη ἐλεύθερος λιμὴν καὶ ἐὰν τὰ ἀτμόπλοια Πανταλέοντος θὰ προσεγγίζωσιν εἰς Σητείαν κατὰ τὰς εἰς Ἀλεξάνδρειαν καὶ ἐκ ταύτης πλόας των.
§24Ν. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα ἀφορᾷ, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως δοθῶσι πληροφορίαι περὶ τοῦ λιμένος Σητείας, ἐὰν δηλ. ὁ λιμὴν οὗτος ἠλευθερώθη τοῦ ἀποκλεισμοῦ καὶ ἔχει ἐλευθέραν ἐπικοινωνίαν. Ἡμεῖς ἀνηγγείλαμεν εἰς τὰ Προξενεῖα....
§25Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅπως ἔλαβα εὐκαιρίαν καὶ ἄλλοτε νὰ σᾶς εἴπω, οἱ ἔλεγχοι ἤρθησαν θεωρητικῶς, ἀλλὰ πρακτικῶς ἀπαιτεῖται καιρός. Διὰ τὴν ἐπικοινωνίαν ὅμως τῶν ἐμπορευμάτων οὐδεμία δυσκολία παρέχεται.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐὰν ἀπεφάσισε νὰ διορίσῃ Πρόξενον ἐν Ἀδδὶς Ἀμπέμπα τῆς Ἀφρικῆς, ἔνθα χιλιάδων Ἑλλήνων τὰ συμφέροντα μένουσιν ἀπροστάτευτα.
§27Π. ΦΛΩΡΟΣ. Τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1916, ἐξ ἀφορμῆς ἐπιστολῆς ἐξ Ἀβησσυνίας, φερούσης 15 ὑπογραφὰς Ἑλλήνων ἐγκατεστημένων ἐν Ἀδδὶς Ἀμπέμπα, ἐγένετο ἡ σύστασις πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν ὅπως ἱδρυθῇ Προξενεῖον, καθόσον τὰ συμφέροντα αὐτῶν ἔμενον ἀπροστάτευτα. Ἡ τότε Κυβέρνησις λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασίν των, ἀπέστειλεν ἐπιθεωρητὴν καὶ ἐμελέτησε τὴν κατάστασιν. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τελευταίως ἔλαβον ἔγγραφον τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἀβησσυνίας, εἰς τὸ ὁποῖον μοὶ γνωρίζουν ὅτι τὰ συμφέροντά των ἔμενον ἀπροστάτευτα, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅπως ἐπισπεύσῃ τὸν διορισμὸν Προξένου, ὅστις ἀναμφιβόλως πολυτίμους ὑπηρεσίας θὰ παράσχῃ εἰς τοὺς ἐκεῖ ὁμογενεῖς.
§28Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις προέβη ἤδη εἰς τὴν κατάλληλον ἐνέργειαν ὅπως θεραπεύσῃ τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύετε, προέβη δὲ καὶ εἰς τὸν διορισμὸν ἀμίσθου Προξένου. Ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ἔτι μᾶλλον ἐξεδηλώθη διὰ τῆς σημερινῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως Γενικοῦ Προξενείου. Καὶ τοῦτο διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ πληρεστέρα προστασία τῶν συμφερόντων τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ τὰ ὁποῖα δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ἔμενον ἀπροστάτευτα. Σημειωτέον ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε λάβει μέριμναν διὰ τὸ ζήτημα· ἄλλως τε καὶ αἱ ξέναι Κυβερνήσεις εἶχον λάβει μέριμναν διὰ τὴν προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐγκρίνῃ τὸ ὡς ἄνω νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γόντικας παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἃς δύναται πληροφορίας σχετικῶς μὲ τὴν ἀναγραφεῖσαν εἰς τὸν Τύπον σύναψιν δανείου παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ Γερμανικῶν Τραπεζῶν.
§30Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐρωτήσεώς μου.
§31Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μόλις ἀνέλαβον τὰ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ ποῖαι αἱ ἀνειλημμέναι ὑπ’ αὐτοῦ ὑποχρεώσεις. Ἐν τῇ ἐρεύνη ταύτῃ εὗρον παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ τηρούμενον βοηθητικὸν βιβλίον, εἰς οὐδεμίαν λογιστικὴν συνάφειαν εὑρισκόμενον μὲ τὰ βιβλία τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ὑπὸ τὸν τίτλον «Καταθέσεις τοῦ Δημοσίου παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ πρὸς 1%». Ὁ λογαριασμὸς οὗτος, ὡς παρετήρησα, εὑρίσκετο πιστωμένος μὲ διάφορα ποσὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐπλήρωσεν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ ποσὰ ταῦτα ἦσαν πολὺ ἀνώτερα τῶν καταθέσεων τοῦ Δημοσίου, παρετήρησα ὅτι ἠναγκάσθησαν ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ χρεώσωσι τὸν λογαριασμὸν αὐτὸν μὲ 73.600.000 περίπου ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐκκρεμεῖς ἐξωτερικοὶ λογαριασμοί». Ἐζήτησα παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων ἀμέσως ἐξηγήσεις περὶ τῶν λογαριασμῶν τούτων, οὐδεὶς ὅμως ἐξ αὐτῶν ἦτο εἰς θέσιν νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίαν τινά· πάντες μοὶ εἶπον ὅτι ἔλαβον ἁπλῶς διαταγὴν ὅπως ἐγγράφωσι τὰ ἀνωτέρω ποσὰ εἰς χρέωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁσάκις δὲ ἐζήτησαν πληροφορίας τοῖς ἐδίδετο ἀπάντησις ὅτι δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει αὐτό. Ἐζήτησα ἐπίσης ὅπως ἀνεύρω ἐν τῷ Ἀρχείῳ ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς τὰς ἀναφερθείσας ἐγγραφάς, ἀλλὰ οὔτε ἐν τῷ Ἀρχείῳ τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου οὔτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν εὑρέθη τι σχετικόν. Ἠναγκάσθην τότε νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ νὰ λάβω τὰς δεούσας πληροφορίας περὶ τῶν ἐγγραφῶν τούτων. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μοὶ παρέδωκε πράγματι ἀντίγραφα ἐπιστολῶν ἀνταλλαγεισῶν μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ ἐπιστολαὶ αὗται οὔτε πρωτοκολλημέναι εἶναι οὔτε τὴν σφραγῖδα τοῦ Ὑπουργείου φέρουσιν. Ἐκ τούτων προκύπτει ὅτι ἐπὶ Κυβερνήσεως Σκουλούδη–Γούναρη συνήφθησαν μετὰ τοῦ Οἴκου Bleichroder ἐν Βερολίνῳ δύο δάνεια ἐκ 40 ἑκατομμυρίων μάρκων ἕκαστον, ἤτοι 80 ἑκατομμυρίων ἐν συνόλῳ, μὲ τόκον 6% καὶ πληρωτέα τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης. Ἐκ τῶν δανείων τούτων, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὸ μὲν πρῶτον συνήφθη κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου τοῦ 1916, τὸ δὲ δεύτερον κατὰ τὰ μέσα Ἀπριλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Ἐκτὸς ὅμως τῶν δύο τούτων δανείων, ἅτινα ἐπραγματοποιήθησαν καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἀναφέρω κατωτέρω, ἐξ ἄλλων ἐγγράφων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν φαίνεται ὅτι κατὰ τὸν Ἰανουάριον 1917 συνομολογήθη καὶ ἕτερον δάνειον, ἐκ 40 ἑκατομμυρίων ἀκόμη μάρκων, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς μὲ τὰ ἀνωτέρω ὅρους, ὑπὸ τοῦ ὑπὸ τὸν πρώην καθηγητὴν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὰ παραχωρηθέντα ὅθεν ὑπὸ τῆς Γερμανίας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δάνεια ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 120 ἑκατομμυρίων μάρκων, ἀδιάφορον ἂν ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως τῶν συνομολογησάντων ταῦτα ἐπραγματοποιήθησαν μόνον τὰ 80 ἑκατομμύρια. Δέον νὰ σημειωθῇ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἀνεμίχθη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο μόνον ὅπως ἐκτελέσῃ τραπεζιτικὴν πρᾶξιν. Κατὰ πόσον δὲ ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτας πράξεις, τοῦτο δὲν εἶναι ἐξεταστέον σήμερον. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἀνάγκη νὰ δηλωθῇ ὅτι αἱ πράξεις αὗται, κατόπιν τῆς ἐπελθούσης πολιτικῆς μεταβολῆς, δὲν θίγουσιν οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῆς τότε Κυβερνήσεως τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως μετατρέψῃ τὸ ἐν Γερμανίᾳ συναφθὲν εἰς μάρκα δάνειον εἰς δραχμάς, δυνάμει τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ. Δηλαδὴ τὰ δύο δάνεια, ἐκ 40 ἑκατομμυρίων μάρκων ἕκαστον, κατετέθησαν ἐν Γερμανίᾳ παρὰ τῷ Οἴκῳ Bleichröder εἰς πίστωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις, συμφώνως τῷ νόμῳ ΓΧΜΒʹ ἐξέδωκε τραπεζογραμμάτια —ὑπολογισθέντος τοῦ μάρκου πρὸς 0,92 τῆς δραχμῆς— ἅτινα ἐτέθησαν ὑπὸ τῆς Τραπέζης εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ἡ Τράπεζα ἐζήτησε καὶ ἔλαβε τὴν διαβεβαίωσιν τῆς τότε Κυβερνήσεως Σκουλούδη–Γούναρη ὅτι αἱ πράξεις αὗται ἀφορῶσιν ἀποκλειστικῶς τὸ Κράτος καὶ οὐχὶ τὴν Τράπεζαν, ἥτις μόνον ὡς μεσάζουσα διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης παρενέβη. Ἐπίσης ἀνέλαβε τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τῆς Τραπέζης τὴν εὐθύνην διὰ πᾶσαν ζημίαν ἥτις ἤθελε προκύψει εἰς τὸ μέλλον ἐκ τῆς τυχὸν ὑποτιμήσεως τοῦ μάρκου. Ὡς ἐκ τούτου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει ἐντελῶς ὑπεύθυνον ἀπέναντί της τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἐθεώρησεν ὡς καθῆκόν της νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ χρέος τοῦτο, ἀφοῦ τῷ ὄντι κατεβλήθησαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τὰ ἀναληφθέντα ποσά, ἀδιάφορον ἂν ταῦτα ἐδαπανήθησαν καλῶς ἢ κακῶς, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εὑρίσκεται πληρέστατα ἐξησφαλισμένη. Ἐπανερχόμενος νῦν εἰς τὴν εὐθύνην τῆς τότε Κυβερνήσεως τῶν Σκουλούδη–Γούναρη, παρατηρῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐθεώρησεν ἐντελῶς περιττὸν διὰ τὴν συνομολόγησιν ἑνὸς τόσον μεγάλου δανείου, ἐθεώρησε, λέγω, περιττὸν ὄχι μόνον νὰ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ τοῦτο εἰς αὐτήν. Ἀπέφυγε δὲ νὰ ἀναγράψῃ καὶ εἰς τὸν ὑποβληθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1916 τὰ συνομολογηθέντα δάνεια. Οὕτω δὲ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν των ψευδῆ Προϋπολογισμὸν καὶ ἀπέκρυψαν ἐν ἐπιγνώσει καὶ ἐκ προθέσεως τὴν ἐκ Γερμανίας εἰσροὴν χρήματος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητα καὶ ἄλλα δύο γεγονότα: Πρῶτον ὅτι ἡ Κυβέρνησις Σκουλούδη–Γούναρη, καθ’ ὃν χρόνον ἐλάμβανε τὰ ἀνωτέρω χρήματα ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, συγχρόνως ἐζήτει ἐπιμόνως νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὰς Δυτικὰς Δυνάμεις δάνειον 120.000.000 φράγκων, καὶ δεύτερον ὅτι ἡ ἐποχὴ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δευτέρου Γερμανικοῦ δανείου ἐκ 40 ἑκατομμυρίων μάρκων συμπίπτει σχεδὸν μὲ τὴν ἐποχὴν τῆς παραδόσεως τοῦ Ροῦπελ. (Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προκαλοῦν ζωηρὰς ἐκδηλώσεις διαμαρτυριῶν ἐκ μέρους τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἐναντίον τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον, ἐπικρατεῖ δὲ ἡ φωνὴ περὶ παραπομπῆς των εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον).
§32Γ. ΠΩΠ. Διὰ τὴν συνομολόγησιν τῶν δανείων τούτων ἐγένετο τυχὸν πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης;
§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὰς πληροφορίας ἃς ἔχει ἡ Κυβέρνησις —καὶ δύναται νὰ ἔχῃ ἀπὸ ἓν τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου— τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ τότε δὲν ἐγνώριζε τίποτε.
§34Γ. ΠΩΠ. Ἀπηύθυνα τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν καὶ ἤμην πεπεισμένος περὶ τῆς ἀπαντήσεως, διότι καὶ ἄλλο μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι οὐδέποτε εἶχε λάβει γνῶσιν τῶν δανείων τούτων.
§35Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρξε βεβαίως ἀναλυτικὴ καὶ δηλωτικὴ τῶν πραγμάτων, ὅπως ἔλαβον ταῦτα χώραν. Καὶ ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς θὰ ἔχῃ τὴν ἀντίληψιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἔξω αὐτῆς ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ πράγματα νὰ τερματισθοῦν μὲ αὐτὴν τὴν ἁπλῆν συζήτησιν. Ἀσχέτως πρὸς τὴν γνώμην ἣν ἔχει ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Τραπέζης διὰ τὰ διαπραχθέντα, εὐθύνης τὴν ὁποίαν δὲν θέλω ἐν τῷ παρόντι νὰ ἀμφισβητήσω, διότι δὲν ἔχω πρόχειρα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα κατέχει ἡ Κυβέρνησις, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφον τῆς ἐπιστολῆς ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὴν Τράπεζαν, μνημονεῦον ὁλόκληρον τὸ περιεχόμενον καὶ ἔχον, εἰ δυνατόν, καὶ τὸ αὐτὸ σχῆμα.
§36Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατέθεσα ἀντίγραφον.
§37Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τότε ἐπιφυλάσσομαι εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, μετατρεπομένης τῆς ἐρωτήσεως εἰς ἐπερώτησιν, ὄχι διότι εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ διὰ τὴν εὐθύνην ἣν ὑπεδήλωσα, ἐπιφυλάσσομαι, λέγω, νὰ προκαλέσω συζήτησιν, ἀφοῦ λάβω γνῶσιν τῶν σχετικῶν στοιχείων.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαμάνος.
§39Δ. ΖΑΜΑΝΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν θὰ σιωπήσῃ ὁ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμος. Τὰ τριάκοντα ἀργύρια τὰ ἔλαβεν ὁ Ἰούδας παραδίδων τὸν Χριστόν. Τὰ 80.000.000 μάρκων ἐδίδοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη–Σκουλούδη....
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. 120.000.000.
§41Δ. ΖΑΜΑΝΟΣ. Δὲν ἐδόθησαν τὰ 40.000.000. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ μάθῃ αὔριον διὰ ποίων χρημάτων συνετηρεῖτο ἡ ἐπιστράτευσις καθ’ ἣν στιγμὴν παρεδίδετο τὸ Ροῦπελ καὶ ἡ Μακεδονία εἰς τοὺς Βουλγάρους, διὰ ποίων χρημάτων συνετηροῦντο οἱ Σύνδεσμοι οἱ καλούμενοι τῶν «Ἐπιστράτων». Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ μάθῃ τὸ τίμημα τῶν πυροβόλων τῆς Καβάλλας, τῶν πυρομαχικῶν καὶ τῶν ἐφοδίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ....
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὴν ἀκηδίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.
§43Δ. ΖΑΜΑΝΟΣ. ... Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ μάθῃ διὰ ποίων χρημάτων οἱ ὑπεύθυνοι Κυβερνῆται ἐδηλητηρίαζον τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, ὅπως θὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ ποίας ῥάβδου ἐκτυπᾶτο ὁ ἐθνικὸς ἐγκέφαλος. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, Κύριοι, θὰ θελήσῃ αὔριον νὰ μάθῃ ἐπίσης ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων ἐὰν οἱ ἔνοχοι τῆς μὴ προστασίας τῶν συμφερόντων του θὰ τιμωρηθῶσι καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τὴν ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατάπληξιν (Χειροκροτήματα).
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὄχι βεβαίως ὡς ἀντιπροσωπεύων τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ θέλω νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν» νόμου δὲν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δικαίωμα τῆς Βουλῆς (Χειροκροτήματα).
§45Λ. ΝΑΚΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν ἢ νὰ γίνῃ διακοπὴ διὰ νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν. (Ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ἀργυρός. Ἐπακολουθεῖ θόρυβος).
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχει τὸν λόγον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἀργυρός;
§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ναί, ναί.
§49ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§50Λ. ΝΑΚΟΣ. Νὰ πάῃ στὴ Σόφια.
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κάτω, Βούλγαρε!
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§53Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἀνῆλθον τὸ βῆμα προκληθείς. Ἅμα τῇ ἐμφανίσει μου ἐξερράγη θόρυβος διὰ νὰ ὑποδεχθῇ τὴν ἐμφάνισίν μου (Θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐζήτησε τὴν γνώμην ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐν τῇ ἐκτιμήσει δὲ τῶν φρονημάτων τῆς Βουλῆς μοὶ ἐχορήγησε τὸν λόγον· ἀλλὰ μόλις ἠθέλησα νὰ ἐπιχειρήσω νὰ ὁμιλήσω, ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωσε νέον θόρυβον, θόρυβον ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται τελείως τῶν ὁρίων τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐπρεπείας (Θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, ἀναφέρομαι εἰς διακοπὰς αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἴσως ἠκούσθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν (Θόρυβος) καὶ ὅταν ἐξεφράσθην ἐν τῇ Βουλῇ....
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον.
§55Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τότε αὐτὴν τὴν Βουλὴν ὅτι ἐξηνέχθη ἐναντίον μου ὕβρις βαρυτάτη καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμόν. Προεκλήθην καὶ ἔλαβον τὸ θάρρος νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα. Μοὶ ἐδόθη ὁ λόγος καὶ ὅταν ἐπεχείρησα νὰ ὁμιλήσω ἐξηνέχθησαν φράσεις αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἠκούσθησαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, φράσεις αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν περιποιοῦν τιμὴν εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτήν. Δηλῶ λοιπὸν ὅτι, προκληθείς, ἔχω ὅλον τὸ θάρρος νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἐλευθερίας αὐτοῦ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης.
§57Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ὁ κ. Πρόεδρος ἦτο ἔξω τοῦ Κανονισμοῦ ὅταν ἐζήτησε τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. συνάδελφος,— λυποῦμαι δὲ πολὺ διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προσδώσω τὸ ἐπίθετον αὐτὸ —ἀλλά, ἐκτιμήσας προσηκόντως τὴν περίστασιν καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ λαβόντα χώραν γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνατρέπουσι πᾶσαν ἠθικήν, ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Ἀργυρὸν νὰ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ ὁμιλήσῃ. Οὐχ ἧττον ὅμως οἱ κοινοβουλευτικοὶ κανόνες, τῶν ὁποίων φαίνεται τόσον ζηλωτὴς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐπέτρεψαν τὴν παράστασιν τοιούτων ὄντων (Χειροκροτήματα). Εἶναι πολὺ λυπηρόν, Κύριοι, διότι ἀλήθειαι ὠμαί, ἀλλὰ ἀλήθειαι πάντοτε, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθὲς μόλις ἐξήγγειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπῆρξαν ἱκαναὶ νὰ δώσουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ ἐννοήσωσιν ὁποῖον ρόλον παίζουσιν ἐνταῦθα καὶ ὅτι εἶναι πρόσωπα ἀνοχῆς, τῆς μᾶλλον οἰκτείρμονος. Πρόκειται, Κύριοι, ἁπλούστατα περὶ προδοτῶν (χειροκροτήματα), τοὺς ὁποίους ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐθιμοτυπία ἀνέχεται. Θὰ ἤθελον νὰ διατυπώσω τὴν παράκλησιν ὅπως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας τῆς πλειονοψηφίας εἶναι ὀλιγώτερον φειδωλοὶ εἰς παροχὰς δικαιωμάτων πρὸς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι χθὲς συνελήφθησαν ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας ἐπὶ προδοσίᾳ κατὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ λόγῳ τῆς βουλευτικῆς αὐτῶν ἀσυλίας ἀφέθησαν ἐλεύθεροι.
§58Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν εἶναι προδόται αὐτοί, εἶναι Βούλγαροι καὶ ἅμα εἶδον τοὺς Βουλγάρους τοὺς τὰ παρέδωσαν ὅλα!
§59Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ....
§60ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κάθησε κάτω. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§61Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Πολὺ καλά, Κύριοι.
§62Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα· ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις.
§64Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἐξηντλήθη· ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§65Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἶναι ἐπερώτησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος τοῦ κ. Βασιλακάκη καὶ ἑπομένως δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξε. Συνεχίζεται ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν συζήτησις. Ὁ κ. Κουτσοπέταλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶ Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον δὲν καταβάλλεται εἰς τοὺς πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐξομοιουμένους στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους ὅ,τι δικαιοῦνται οὗτοι λαμβάνειν διὰ τοῦ ἀπὸ 4 Ἰουλίου 1917 Ν. Δ. (πίναξ Βʹ) δι’ ἐπίδομα συσσιτίου καὶ ἀντίτιμον ἡμερησίας τροφῆς.
§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω, κ. Πρόεδρε, τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης τοῦ κ. βουλευτοῦ καὶ τὸν παρακαλῶ ὅπως λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γερμανὸς ἐρωτᾷ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τίνα ἀπόφασιν ἔλαβε περὶ ἀποζημιώσεως τῶν κτηματιῶν ἐκείνων εἰς τὰ κτήματα τῶν ὁποίων (ἐν Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ) ἐγένετο ἐπίταξις εἰδῶν νομῆς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐδόθησαν αἱ προσωριναὶ ἀποδείξεις ὑπὸ τῶν διενεργησάντων τὴν ἐπίταξιν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἐπρόφθασαν κατόπιν, ὡς ἐκ τῆς ἐσπευσμένης ἀναχωρήσεως τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων ἐκεῖθεν, νὰ ἀνταλλάξωσι τὰς προσωρινὰς ἀποδείξεις μὲ κανονικὰς τοιαύτας, οὐδὲ καὶ σήμερον εἶναι δυνατὸν τοῦτο ἕνεκα τῆς ἀπωλείας κατὰ τὸ πλεῖστον τῶν ἀρχείων τῶν στρατιωτικῶν ἐκείνων Σωμάτων.
§69Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποζημιωθῶσι γαιοκτήται τινές, εἰς τὰ κτήματα τῶν ὁποίων ἐγένετο ἐπίταξις διαφόρων εἰδῶν νομῆς. Πρόκειται περὶ κτηματιῶν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Ὅταν ἐγένετο ἡ ἐπιστράτευσις, οἱ ἁρμόδιοι ἀξιωματικοί, οἱ ἐνεργήσαντες τὰς στρατιωτικὰς ἐπιτάξεις, παρέδωσαν εἰς τοὺς ὑποστάντας τοιαύτας προσωρινὰς ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀντηλλάσσοντο βραδύτερον δι’ ὁριστικῶν. Ἐπελθούσης ὅμως τῆς εἰσβολῆς τῶν Βουλγάρων, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἠναγκάσθη νὰ φύγῃ καὶ οἱ κάτοχοι τῶν ἐπιταχθέντων εἰδῶν δὲν ἐπρόφθασαν νὰ λάβουν τὰς τοιαύτας ὁριστικὰς ἀποδείξεις ἵνα νομιμοποιηθῶσιν. Ὑπάρχουσι δὲ πολλοὶ τῆς κατηγορίας αὐτῆς κάτοικοι τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, οἵτινες ἤδη δὲν δύνανται νὰ νομιμοποιηθῶσι παρὰ διὰ νομοθετικῆς πράξεως. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εἶναι καιρὸς—καὶ παρῆλθεν ἓν ἔτος ἔκτοτε—νὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν, δεδομένου ὅτι τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα χρειάζονται δὲν εἶναι μεγάλα, πρόκειται δὲ περὶ ἀνθρώπων οἵτινες, ἐγκαταλείψαντες τὰ κτήματά των καὶ τὰς ἐργασίας των, στεροῦνται ἤδη τῶν πάντων.
§70Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι βεβαίως ἄξιοι πολλῆς συμπαθείας οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, τῶν ὁποίων ἡ περιουσία ἐπετάχθη καὶ οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἀποζημιωθῶσιν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, νὰ νομιμοποιηθῶσι, μελετᾶται ἤδη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ νομιμοποίησις αὕτη νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ νομοθετικοῦ μέτρου.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις ἀναβάλλονται δι’ αὔριον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται....
§72Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ καταθέσω νομοσχέδιά τινα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§74Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι βουλευταί, ὑποβάλλω πρὸς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ ὑπηρεσιῶν τῶν μηνῶν Ἰουνίου καὶ Ἰουλίου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1917». Δηλαδὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται ὅπως παραχωρηθῶσι δύο δωδεκατημόρια διὰ τοὺς δύο τούτους μῆνας. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διότι ἀληθῶς εὑρισκόμεθα εἰς μίαν τοιαύτην λογιστικὴν ἀνωμαλίαν, ὁμοίαν τῆς ὁποίας σπανίως θὰ εὑρέθῃ Κράτος. Καὶ τοῦτο διότι εἰς μὲν τὰς Χώρας αἵτινες ὑπήγοντο εἰς τὴν Προσωρινὴν Κυβέρνησιν ἰσχύει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1917; κατατεθεὶς παρ’ αὐτῆς καὶ δημοσιευθεὶς ἤδη, εἰς δὲ τὸ λοιπὸν Κράτος ἰσχύει, δυνάμει νομοθετικοῦ διατάγματος, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1916, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκδίδονται δωδεκατημόρια. Εἰς ὅλην ὅμως αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν προσετέθη καὶ νέα τοιαύτη ἐκ τῆς ἱδρύσεως τῶν δύο νέων Ὑπουργείων, τοῦ τῆς Περιθάλψεως καὶ τοῦ τῆς Γεωργίας, τὰ ὁποῖα σήμερον διαχειρίζονται πιστώσεις αἵτινες ἀνῆκον εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα. Δυστυχῶς, Κύριοι, δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ καταρτίσω τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1917. Ἤλπιζον ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο ταχέως· ἀλλ’ ἡ μεγίστη χρηματικὴ ἀνωμαλία καὶ ἀκαταστασία, ἡ ἐκ μέρους τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων ἐπιδειχθεῖσα ἔλλειψις πάσης σκέψεως διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἔχουσιν ἐπιφέρει τοιαύτην χαώδη οἰκονομικὴν καὶ λογιστικὴν κατάστασιν, ὥστε εἶναι δυσχερέστατον νὰ συλλέξῃ τις στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ καταρτίσῃ Προϋπολογισμόν. Φροντίζω ὅμως περὶ τούτου, ἐλπίζω δὲ μετά τινας ἑβδομάδας νὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1917. Διὰ νὰ λειτουργήσωσιν ὅμως καλῶς αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ὑποβάλλω τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσῃ τὸ δικαίωμα ὅπως δαπανήσω δύο δωδεκατημόρια ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1916 τοῦ ἰσχύοντος σήμερον, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅπως διὰ τὰς ἀνειλημμένας ὑπὸ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως καὶ μὴ ἐκκαθαρισθείσας εἰσέτι δαπάνας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν προβλέπει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1916, ἀλλ’ ὁ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, λέγω, ἡ Βουλὴ ὅπως δαπανήσω δύο δωδεκατημόρια, μεταφέρω δὲ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῆς Περιθάλψεως καὶ τῆς Γεωργίας τὰς ἀναγκαιούσας εἰς αὐτὰ πιστώσεις ἐκ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων εἰς τὰ ὁποῖα ὑπήγοντο αὗται μέχρι τοῦδε. Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπείγει πολύ, διότι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἰουλίου καὶ εἶναι ἀνάγκη ὅπως πληρωθοῦν οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἐνεργηθοῦν καὶ ἄλλαι τινὲς δαπάναι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον καὶ νὰ παραπέμψῃ τοῦτο ἀμέσως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ καταρτίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν σχετικὴν ἔκθεσίν της, οὕτως ὥστε τὸ νομοσχέδιον νὰ τύχῃ τὸ ταχύτερον τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν ταύτην).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς κατέθεσε τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Μαρτίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ συντάξεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῶν οἰκοδομῶν 1912–1921» καὶ 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Αὐγούστου 1916 Β. Διατάγματος «περὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων τῶν οἰκοδομῶν καὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἔτους 1916 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων καὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευμάτων τῆς τριετίας 1913–1915 ἐπὶ ἓν ἔτος». Παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Ἐμμέσων καὶ Ἀμέσων Φόρων Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Περιθάλψεως Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§77Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέρχεται αὔξησις τῶν ἐπιδομάτων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων (Χειροκροτήματα).
§78Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τῶν στρατευομένων ἐφέδρων, λέγετε. Ἡ λέξις αὕτη πρέπει νὰ ἐξαγνισθῇ.
§79Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Κατὰ τὸν νόμον 676, ψηφισθέντα τῷ 1915, μὴ ἐφαρμοσθέντα ὅμως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὑπῆρχεν ἡ ἑξῆς κλίμαξ πληρωμῆς τῶν ἐπιδομάτων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐφέδρων: Ἕν μέλος τῆς οἰκογενείας λαμβάνει 60 λεπτὰ ἡμερησίως, δύο μέλη 80, τρία μέλη 1 δραχμὴν ἀδιακρίτως ἡλικίας· ἐκεῖθεν καὶ ἄνω προστίθενται 20 λεπτὰ κατ’ ἄτομον. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν σχεδίου νόμου ἐπέρχεται ἡ ἑξῆς αὔξησις εἰς τὴν αὐτὴν κλίμακα: Εἰς τὴν μονομελῆ οἰκογένειαν, ἀντὶ τῶν 60 λεπτῶν, παρέχονται 80, εἰς τὴν διμελῆ 1.05, εἰς τὴν τριμελῆ 1.30, ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι τέκνα τοῦ ἐφέδρου, τότε προστίθενται 40 λεπτὰ ἐπὶ πλέον κατ’ ἄτομον. Τοιουτοτρόπως διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν σχεδίου νόμου ἐπέρχεται αὔξησις κατὰ 30 καὶ 32%, καὶ ὅπου ὑπάρχουσι τέκνα τοῦ ἐφέδρου κατὰ 75%.
§80Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὰ τέκνα τῶν στρατευομένων ἐφέδρων λαμβάνουν, κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, 20 λεπτὰ· τώρα θὰ λαμβάνουν 40 λεπτά, ὥστε, προκειμένου περὶ τῶν τέκνων τῶν ἐφέδρων, ἐπέρχεται διπλασιασμὸς ἀκριβῶς τοῦ ἐπιδόματος.
§81Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴ ὅπως κηρύξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατεπεῖγον, καθόσον ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1ης Αὐγούστου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν κήρυξιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς κατεπείγοντος; (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Περιθάλψεως).
§83Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἕτερον σχέδιον νόμου «περὶ πληρωμῆς τῶν καθυστερουμένων ἐπιδομάτων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1915». Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι τὰ ἐπιδόματα τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐφέδρων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐπληρώθησαν εἰμὴ κατ’ ἐλάχιστον μόνον. Οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀναβιβάζουσι τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ εἰς 50.000.000 δραχ. τοὐλάχιστον.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ μάρκα τί ἔγιναν;
§85Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησε καθῆκον τιμῆς καὶ ὑποχρέωσιν πρὸς τὰς δυστυχεῖς ἐκείνας οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων ὅπως καταβάλῃ ταῦτα καθ’ ὃν τρόπον καθορίζει τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι βουλευταί, ἡ κακοῦργος ἐπιστράτευσις τοῦ 1915 πρὸς ἕνα καὶ μόνον ἀπέβλεψε σκοπόν· πῶς νὰ δολοφονήσῃ τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα καὶ νὰ καταστήσῃ ἄμαχον καὶ ἀνυπόληπτον διεθνῶς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοιουτοτρόπως μίαν ξένην πολιτικήν, ξένην πρὸς τὰς παραδόσεις καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἐνηρμονίζοντο καὶ οἱ ἀπολυταρχικοὶ πόθοι τοῦ καταλυθέντος καθεστῶτος. Πῶς μετεχειρίσθησαν τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1915 οἱ ἰθύνοντες τὴν πολιτικὴν ἐκείνην οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ. Στρατιωτικοὶ ἄνδρες, ἐπὶ ἐννέα μῆνας καταβασανίζοντες τοὺς στρατιώτας, ἐδίδασκον αὐτοὺς ἀντιστρατιωτικὴν πολιτικὴν καὶ ἀντὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσωσιν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, εἰς τὰ πεδία τῆς δόξης, τοὺς ὡδήγησαν, ἀόπλους δυστυχῶς, πρὸς τὴν Σόφιαν καὶ τὸ Γκαίρλιτς. Ἀλλ’ ἐνῷ, ὡς ἀντελήφθητε, διεχειρίσθησαν δεκάδας ἑκατομμυρίων καὶ ἔδωκαν παχεῖς μισθοὺς καὶ ἐπιμίσθια, ἐν τούτοις ἐστέρησαν τοῦ ἐπιδόματος τὰς οἰκογενείας τῶν ἐφέδρων! Εἴμεθα ὅλοι ἐν Ἀθήναις ὅταν αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπιστράτων, συνωθούμεναι ἔξωθεν τῶν Ὑπουργείων, ἀπεδιώκοντο κατὰ βαρβαρώτατον τρόπον ὑπὸ τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ παρέστημεν εἰς τὸ θέαμα πείνης οἰκτρᾶς, τὴν ὁποίαν ἡ τότε Κυβέρνησις, ἔχουσα εἰς τὴν διάθεσίν της ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, δὲν ἐσκέφθη νὰ μετριάσῃ, ἀνακουφίζουσα οὕτω τὴν θέσιν τῶν δυστυχῶν ἐκείνων πλασμάτων. Ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, κύριοι βουλευταί, δὲν ἀπέθανεν, οὔτε κἂν ἐλιποθύμησεν. Ἡ μεγάλη χειρονομία τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων ἀπέδειξεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον οἱ ἐν Ἀθήναις ἀντιπρόσωποι τοῦ Γερμανισμοῦ ἠθέλησαν νὰ ἀποδείξουν ὡς προδότην τῶν ἱερωτέρων αὑτοῦ παραδόσεων (Χειροκροτήματα). Ἐντὸς διαστήματος μικροτέρου ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐχρειάσθη ὅπως καταστραφῇ ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ἐντὸς ὀλίγου διαστήματος, προσέτρεξαν ὑπὸ τὴν φωνὴν τοῦ Κυβερνήτου μετὰ πάσης προθυμίας 70 χιλιάδας ἀλκίμων ἀνδρῶν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Δὲν ὑποθέτω νὰ συνετελέσθη ποτὲ ἐπιστράτευσις ὑπὸ ὡραιοτέρους οἰωνούς, ὑφ’ οὓς συνετελέσθη ἡ ἐπιστράτευσις τῆς Νέας Ἑλλάδος. Αἱ γυναῖκες, αἱ μητέρες καὶ αἱ ἀδελφαὶ τῶν ἐφέδρων ὁδηγοῦσαν τοὺς συζύγους, τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφούς αὐτῶν μετὰ χαρᾶς εἰς τὰ συντάγματα, ὅταν ἐκλήθησαν οὗτοι ὑπὸ τὰς σημαίας. Αἱ ὁδοὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων, δι’ ὧν διήρχοντο οἱ ἔφεδροι, ἦσαν πλήρεις μύρτων καὶ ρόδων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπάτουν οἱ στρατιῶται μεταβαίνοντες εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν μὲ τὸ μειδίαμα εἰς τὰ χείλη καὶ μὲ τὴν κεφαλὴν ὑψηλά. Καὶ μὲ τὸ μειδίαμα αὐτὸ καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν ἀπέπλυναν διὰ τοῦ αἵματός των τὴν ἀτιμίαν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ ἔγραψαν τὰς ἐνδοξοτέρας σελίδας τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας. Δὲν ἔχομεν, κύριοι βουλευταί, καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι καὶ τὰ λοιπὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καλούμενα νὰ ἀποκαταστήσουν πλήρως τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἑλληνικῶν ὅπλων, θὰ ἀποδειχθῶσιν ἐφάμιλλοι ἀδελφοὶ τῶν μαχομένων ἐναντίον τῶν προαιωνίων ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ οἱ ἥρωες αὐτοὶ ἂς εἶναι βέβαιοι ὅτι ἐμπιστεύονται τὰς οἰκογενείας των εἰς χεῖρας οὐχὶ ἀστόργου μητρυιᾶς, ἀλλὰ εἰς μητρικὴν μέριμναν φιλοστόργου Πολιτείας. Ἔχω, Κύριοι, νὰ προσθέσω καί τι πλέον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Εἰς τὸν μαχόμενον ἤδη Στρατόν μας ὑπηρετοῦσι καὶ ὁπλῖται, τῶν ὁποίων αἱ οἰκογένειαι εὑρίσκονται, ὡς ἐκ τῶν πολεμικῶν γεγονότων, εἰς ἀποκεκλεισμένα μέρη. Ἐπὶ τοῦ παρόντος μᾶς εἶναι δυσχερὲς νὰ ἐπικοινωνήσωμεν μετ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πληρωμῆς τῶν καθυστερουμένων ἐπιδομάτων» μᾶς παρέχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ βεβαιώσωμεν τούτους ὅτι εὐθὺς ὡς αἱ περιστάσεις μᾶς ἐπιτρέψωσι νὰ ἐπικοινωνήσωμεν μετὰ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ θεωρήσῃ ζήτημα τιμῆς νὰ προβῇ εἰς ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς πρὸς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐφέδρων ἐκείνων («Εὖγε! Εὖγε!»). Ἤδη λαμβάνω τὴν τιμήν, Κύριοι, νὰ καταθέσω καὶ τρίτον σχέδιον νόμου «περὶ περιθάλψεως τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου». Θὰ ἦτο βεβαίως ἀτελὴς καὶ ἄδικος ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας, ἐὰν αὕτη περιωρίζετο μόνον εἰς τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὁπλῖται ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατεύματος. Μεγαλυτέρα καὶ στοργικωτέρα πρέπει νὰ εἶναι ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας καὶ διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν οἱ ὁποῖοι εἴτε εὗρον ἔνδοξον θάνατον εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν εἴτε ἔλαβον τραύματα ἐν πολέμῳ καὶ κατέστησαν ἐκ τούτων ἀνίκανοι νὰ ἐργασθῶσι μετὰ τὴν ἀφυπηρέτησίν των ἐκ τῶν τάξεων τοῦ Στρατοῦ. Οἱ κείμενοι περὶ συντάξεων νόμοι μεριμνῶσι περὶ τῶν οἰκονομικῶν θυσιῶν τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ ὑπὲρ Πατρίδος παθόντες, ἀλλ’ οἱ περὶ συντάξεων νόμοι ἐν τῇ ἰσότητι ἔχουν καὶ ἀνισότητας. Δὲν ἔχουν ὅσην θὰ ἔπρεπεν ἐπέκτασιν ἐπὶ τῶν μελῶν τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ ἢ καταστάντων ἀνικάνων. Ὑπὸ τῶν κειμένων περὶ συντάξεων νόμων λαμβάνεται λ.χ. ὑπ’ ὄψιν μόνον ὁ βαθμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἐν σμικροτάτῳ δὲ μέτρῳ ἡ ὕπαρξις ἢ μὴ τέκνων. Ἔργον δικαιοσύνης ἑπομένως ἦτο ὅπως τὰ κενὰ ταῦτα τοῦ νόμου συμπληρωθῶσι. Καὶ ἱδρύθη διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 22 Μαΐου 1913 ὀργανισμὸς ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐπιτροπὴ περιθάλψεως θυμάτων πολέμου». Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος ἐκείνου συνεστάθη παρομοία Ἐπιτροπὴ καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ κατὰ τὴν 10ην Μαρτίου 1917. Προκειμένου ἤδη νὰ ρυθμισθῇ ἡ ἐν ἑνότητι ἐνέργεια τῶν δύο τούτων Ἐπιτροπῶν, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐχουσῶν ἀποστολήν, ἐπίκαιρον θεωροῦμεν νὰ ρυθμίσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τὸν σκοπιμώτερον τρόπον, ὅστις, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, συνίσταται εἰς τὸν ἐφεξῆς χαρακτηρισμὸν τοῦ ἔργου τῶν Ἐπιτροπῶν ὡς δημοσίας ὑπηρεσίας, χωρὶς ὅμως νὰ στερηθῇ τὸ ἔργον τοῦτο τῆς συμβολῆς τῆς Ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου ἐξασφαλίζονται ὅλα τὰ ἐκ τῆς συνεργασίας διακεκριμένων μελῶν τῆς παρ’ ἡμῖν κοινωνίας ἀγαθὰ καὶ ἐπιτυγχάνεται ἡ ταχυτέρα καὶ κανονικωτέρα λειτουργία τοῦ ἔργου, συγχρόνως δὲ καὶ πληρέστερος ὁ ἔλεγχος. Ὑποβάλλω ἐπίσης τέταρτον καὶ τελευταῖον σχέδιον νόμου «περὶ ἱδρύσεως Πατριωτικοῦ Ἱδρύματος Περιθάλψεως». Θὰ ἐπικαλεσθῶ ἐπ’ ὀλίγον τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀκούσῃ αὕτη πῶς προήχθημεν εἰς τὴν σκέψιν τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἠκούσατε πάντες ὅτι ἐν Ἀθήναις συνέστη κατὰ τὸ 1914 σωματεῖον ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Πατριωτικὸς Σύνδεσμος τῶν Ἑλληνίδων». Ὁ σύνδεσμος οὗτος ἐνεφανίσθη εἰς τὰς ἀρχὰς ὡς σωματεῖον ἀναγνωρισθὲν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοδικείου, μολονότι πόρρω ἀπεῖχεν ὅπως πληροῖ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ τοῦτο διότι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐξέλεξεν οὐχὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ συνδέσμου, ἀλλὰ ἡ ἰσόβιος καὶ ἀμετάβλητος πρόεδρος αὐτοῦ, ἡ τέως Βασίλισσα. Δὲν ἐπλήρου ὅμως τὸ σωματεῖον τοῦτο καὶ δι’ ἄλλους ἀκόμη λόγους τὰς διατάξεις τοῦ σχετικοῦ νόμου. Τὸ σωματεῖον συνεκέντρωσεν ὑπ’ αὐτὸ πλεῖστα σωματεῖα, ὡς τὸν «Ἐρυθρὸν Σταυρὸν» καὶ ἀπερρόφησαν ἄλλα, ὡς τὸ «Οἰκονομικὸν Συσσίτιον». Τὸ προεδρεῖον τοῦ σωματείου τούτου ἤσκησεν ἐν τῇ διοικήσει αὐτοῦ ἀπολυταρχίαν, διασκελίζον πάντα νόμιμον φραγμόν, δίδον παράδειγμα τῆς παραβάσεως τῶν νόμων, βοηθοῦν τεχνηέντως τὴν στερέωσιν τοῦ ἐπιστρατικοῦ καθεστῶτος καὶ κατέληξε νὰ γίνῃ ὄργανον τῶν ἐπιστράτων καὶ νὰ καταστήσῃ ὀργάνωσιν αὐτῶν τὸν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας συσταθέντα «Πατριωτικὸν Σύνδεσμον τῶν Ἑλληνίδων». Εὐθὺς ὡς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβε, Κύριοι, τὴν Ἀρχὴν παρέστη πρὸ μεγίστης οἰκονομικῆς ἐνδείας τοῦ λαοῦ ἀμφοτέρων τῶν πόλεων καὶ δύναταί τις εἰπεῖν ὅτι ὁ βαθμὸς αὐτῆς ἀπετέλει κίνδυνον διασαλεύσεως καὶ τῆς δημοσίας τάξεως. Ὅταν ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι τὰ λειτουργοῦντα οἰκονομικὰ συσσίτια τοῦ «Πατριωτικοῦ Συνδέσμου» διέτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ κλείσουν, ἐλλείψει πόρων, ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ μάλιστα νὰ προκαταβάλῃ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν χρήματα ὅπως μὴ ἀνακοπῇ ἡ λειτουργία τῶν συσσιτίων. Ἦτο ὅμως φυσικὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐρευνήσῃ τὰ κατὰ τὸ σωματεῖον τοῦτο καὶ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐνδεικνυομένων μέτρων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Περιθάλψεως ἀπετάθη πρὸς ἔγκριτον μέλος τῆς Βουλῆς καὶ δύο διακεκριμένους ἐπιστήμονας, οἵτινες, συνελθόντες εἰς Ἐπιτροπήν, συνέταξαν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν μετὰ τῆς ἐμῆς νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἤχθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου καθορίζοντος τὰ περὶ τοῦ σωματείου, ὡς θέλω κατωτέρω ἀναπτύξει. Κύριοι βουλευταί, ὁ «Πατριωτικὸς Σύνδεσμος τῶν Ἑλληνίδων» ἀπὸ σωματεῖον, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἐξειλίχθη εἰς ὀργάνωσιν ἐπικίνδυνον διὰ τὸ Κράτος. Τὸν Ἰούλιον τοῦ 1916, ὅτε ἔληξεν ἡ ἐπιστράτευσις, τὸ σωματεῖον τοῦ «Πατριωτικοῦ Συνδέσμου» ὠργάνωσεν ὑπηρεσίαν ἐπιστράτων (Αἴσθησις!). Συμπίπτει δὲ περιέργως ἡ ὀργάνωσις αὐτὴ μὲ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ ἀγῶνος τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Καὶ ἀρχίζει μία ἐξαιρετικὴ μέριμνα τοῦ συνδέσμου ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ μηνῶν ἦσαν ἁπλοῖ ἰδιῶται. Τὴν 28 Σεπτεμβρίου 1916 στέλλεται εἰς τὸν «Πατριωτικὸν Σύνδεσμον τῶν Ἑλληνίδων», κατὰ πρόσκλησιν αὐτοῦ, ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, δωρεὰ ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων δρ. 9.500. Ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἀνοίγεται τὴν αὐτὴν ἡμέραν χωριστὴ πίστωσις 15.000 δραχ. Τὴν 16 Δεκεμβρίου 1916 ἐκφράζεται ἡ ὑψηλὴ ἐπιθυμία τῆς τέως Βασιλίσσης ὅπως καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια πρὸς ἀνακούφισιν τῶν λαϊκῶν τάξεων διὰ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας πρὸς βοήθειαν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁποίων ἀναλαμβάνει νὰ ἐξακριβώσῃ μέλος τοῦ συνδέσμου ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ Ἐπιτελείου. Ἐπακολουθεῖ ἡ παρὰ τὸ καταστατικὸν καὶ παρὰ τὸν νόμον ἀποπομπὴ τῶν ἐν Ἀθήναις κυριῶν τῶν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως συνδεομένων μὲ τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα. Ἡ ἀποπομπὴ ἐπιτυγχάνεται εἴτε διὰ τῆς μεθόδου τῆς παραιτήσεως εἴτε δι’ ἁπλῆς διαταγῆς πρὸς ὑποβολὴν παραιτήσεως. Ἐννοεῖται ὅτι εἰς τὴν μέριμναν ἡ ὁποία ἐλαμβάνετο περὶ τῶν ἐπιστράτων ὁ σύνδεσμος εἶχεν ἀποκλείσει σκληρότατα κάθε συνδρομῆς τοὺς δυστυχεῖς πρόσφυγας Θράκης καὶ Μικρᾶς Ἀσίας. Ὡς εἶπον, ὁ σύνδεσμος οὗτος κατέστη ἐν τῇ ἐξελίξει του ἀπὸ τοῦ 1915 μέχρι σήμερον μία ὀργάνωσις ἐπιστρατική, ἀποτελοῦσα κίνδυνον τῆς δημοσίας τάξεως. Ἀλλὰ μικρὸν κατὰ μικρὸν ἤρχισαν νὰ σφαγιάζωνται καὶ αἱ ἐξουσίαι τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις Λάμπρου, ἄνευ Βουλῆς καὶ ἄλλης οὐδεμιᾶς ἐξουσιοδοτήσεως, ὑπέβαλε πρὸς τὸ Στέμμα Νομοθετικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐφορολογεῖτο ἀπηνῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὸ δὲ προϊὸν τῆς φορολογίας ταύτης εἰσήρχετο εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ «Πατριωτικοῦ Συνδέσμου». Τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα, φέρον χρονολογίαν 7 Μαρτίου 1917, ἐπέβαλε τὸ «ἔνσημον κοινωνικῆς προνοίας». Καὶ ἐπακολουθεῖ, Κύριοι, μία φορολογία ἀγριωτάτη, ἐπιβληθεῖσα διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, φορολογία τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, φορολογία ἥτις ἐσκόπει τὴν αὔξησιν τῶν πόρων ἑνὸς σωματείου, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τῆς τέως Βασιλίσσης, χωρὶς νὰ λογοδοτῇ ἀπολύτως πουθενά. Ὑπολογίζονται εἰς 2.000.000 τὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας ἐκείνης ἔσοδα τὸ πρῶτον ἔτος, ἡ δὲ ἔκθεσις ἡ συνοδεύσασα τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα ἀνέφερε μεταξὺ ἄλλων ὅτι ἡ Ἑλλὰς τοιουτοτρόπως θὰ ἀνυψωθῇ πλήρως εἰς τὸ ἠθικὸν ἐπίπεδον τῶν πεπολιτισμένων λαῶν! Κύριοι βουλευταί, τὴν κατάστασιν αὐτὴν δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἀφήσῃ περαιτέρω, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον μετὰ τὴν ἐκ τοῦ σωματείου ἀποχώρησιν τῆς ἰσοβίου προέδρου καὶ μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Διοικητικοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου τὸ σωματεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ. Ἡ ἔρευνα τῶν πεπραγμένων ἀπέδειξεν ὅτι ὁ σύνδεσμος ὀφείλει περὶ τὸ ἑκατομμύριον, ἔχει δὲ ὡς ἐνεργητικὸν περιουσίαν συνισταμένην εἰς ἔπιπλα καὶ σκεύη μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰς 2.000 δραχμῶν. Εἰς ἐπίμετρον εὑρέθημεν ὑπὸ τὸ κράτος καὶ μιᾶς ἐκβιάσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη ἐνώπιον τοιούτου χάους, προσέβαινεν εἰς τὸ κλείσιμον τοῦ συνδέσμου, θὰ ἀφίνοντο ὄπισθεν αὐτοῦ χιλιάδες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐτρέφοντο ἐκ τῶν συσσιτίων. Εἰς 52 χιλ. ὑπολογίζονται αἱ μερίδες τὰς ὁποίας ἔχομεν μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι εὑρέθημεν πρὸ ἑνὸς ἐκβιασμοῦ, ὅστις μᾶς ἠνάγκασε νὰ προσέλθωμεν ἀμέσως ἐπίκουροι διὰ γενναίου χρηματικοῦ ποσοῦ καὶ οὕτω ἐξακολουθήσουν λειτουργοῦντα ὡρισμένα παραρτήματα τοῦ συνδέσμου, τὸ κλείσιμον τῶν ὁποίων θὰ ἐπέφερε κοινωνικὸν κλονισμόν. Μετὰ τὴν πρόχειρον ταύτην διόρθωσιν τῶν πραγμάτων, ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, ἐσκέφθη νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ σωματείου καὶ τὴν ἀνασύστασιν αὐτοῦ ὑπὸ ἄλλο ὄνομα καὶ ὑπὸ ἄλλο, φυσικά, πρόγραμμα. Ὁ νέος ὀργανισμὸς συνδυάζει τὴν κρατικὴν ἐνεργὸν ἐποπτείαν μὲ τὴν ἰδιωτικήν, ἰδίᾳ τὴν γυναικείαν δρᾶσιν ἐν ὡρισμένῃ σφαίρᾳ, πλήρους δηλ. αὐτοβουλίας, εἰς τρόπον ὥστε τὸ συμφυὲς πρὸς τοιαύτας ὀργανώσεις ἀποκεντρωτικὸν σύστημα νὰ μὴ ὑφίσταται μείωσιν πέρα ὡρισμένου μέτρου, ὅπερ εἶναι αὐτονόητον λόγῳ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως καὶ τῆς ἁπανταχοῦ ἐκδηλουμένης ἀποκεντρωτικῆς τάσεως τῶν ἐμπολέμων Κρατῶν. Γίνεται ἐν ἄλλοις λόγοις τὸ σωματεῖον ἵδρυμα, ἱδρυτὴς τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ Κράτος καὶ ἱδρυτικὴ πρᾶξις αὐτὸς ὁ νόμος. Προικοδοτεῖται ἀπὸ τὸ Κράτος, χωρὶς νὰ ἀποκλείωνται καὶ ἰδιωτικαὶ εἰσφοραί, τὰς ὁποίας καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχε. Ἑδρεύει ἐν Ἀθήναις καὶ ἀποτελεῖ χωριστὸν ἀπὸ τὸ Δημόσιον νομικὸν πρόσωπον, μὲ αὐτοτελὲς ταμεῖον, μὲ διοίκησιν ὑπὸ ἀμίσθου Συμβουλίου. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ καὶ θὰ λάβῃ πλήρη γνῶσιν τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας νομίζει ὅτι δέον τὸ ἵδρυμα τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ καλύτερον. Κύριοι βουλευταί, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιδιώκεται ἡ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Κράτους ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Κοινωνίας ἀφ’ ἑτέρου ἁρμονικὴ ἀμφοτέρων συνεργασία πρὸς προστασίαν τῶν ἐνδεῶν τάξεων καὶ ἐπὶ πλέον πρὸς ἀνακούφισιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, διότι εἰς ἀρωγὴν καὶ τῶν ἐπιστράτων ἔρχεται τὸ σωματεῖον τοῦτο. Καλούμεθα, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν παραβιασθεῖσαν ἀκεραιότητα τοῦ Κράτους, τὴν διασπασθεῖσαν ἑνότητα τῆς φυλῆς, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἐπαναφέρωμεν τὴν ἐλαττωθεῖσαν ἐμπιστοσύνην καὶ ἀγάπην τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Κράτος, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἴμεθα ἴσοι καὶ ὄχι, ὅπως ἐπεχείρησαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ καταλυθέντος καθεστῶτος νὰ ἐμφανίσουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διῃρημένον. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὑπάρχει πρότασις δέκα βουλευτῶν, οἵτινες παρακαλοῦσι νὰ προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 10 ἐπερώτησις τοῦ κ. Βασιλακάκη.
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι. Τὴν Δευτέραν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σοκόλης.
§89Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ εἰς ἕν ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὴν Κέρκυραν, ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθὼς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκαν πρὸς τὴν Βουλὴν μερικὰς ἐξηγήσεις. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ὅμως νὰ ἐπανέλθω καὶ ζητήσω ἀκόμη περισσοτέρας ἐξηγήσεις, διότι πρόκειται περὶ προσώπων τὰ ὁποῖα ἀπηλάθησαν ἐκ Κερκύρας ὄχι μόνον ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, νὰ κάμω μίαν εἰσήγησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω ὅπως ἀκούσητε εὐμενῶς. Εἰς τὴν Κέρκυραν, ὅπως καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑπτάνησον καὶ εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν γωνίαν, ὑπάρχει ἀκράτητος ὁ πατριωτισμός, ἐκδηλούμενος παλαιόθεν εἰς τὴν Κέρκυραν ὑπὸ τὴν μορφήν δημοτικῶν ᾀσμάτων, τὰ ὁποῖα ᾄδουσιν οἱ διάφοροι ὅμιλοι, περιερχόμενοι τὰ χωρία. Πρόκειται δηλ. περὶ μέρους τὸ ὁποῖον ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀκράτητον ἐνθουσιασμὸν καὶ ἑπομένως ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ προσέξωμεν ἰδιαιτέρως, ἔχοντες τοῦτο ὡς δεδομένον, τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἔτυχε τῆς ἐλευθερίας του παρ’ εὐεργέτιδος Μεγάλης Δυνάμεως. Ὅταν, Κύριοι, ἡ Μεγάλη εὐεργέτις αὕτη Δύναμις τῶν Ἡνωμένων Βασιλείων τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἀπεφάσισε νὰ δώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸ Ἑπτανησιακὸν Κράτος, εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ζῶμεν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Ἀγγλίας, ἀπολαμβάνοντες πλήρη ἐλευθερίαν· ἐν τούτοις οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν ἐπαύσαμεν νὰ ἔχωμεν ὡς ὄνειρον τὴν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος ἕνωσιν. Ἡ ἕνωσις ἐγένετο, οἱ πόθοι τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ ἐξεπληρώθησαν ἅπαντες. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητος καὶ τῆς ἀδελφότητος, ὑφ’ ἃς διεβιοῦμεν, εἴδομεν ἐν Ἑπτανήσῳ ἐφαρμοσθείσας κατὰ πρῶτον παρὰ τῶν Γάλλων, καὶ ἡ Γαλλία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία μᾶς ἔφερε τὰς μεγάλας αὐτῆς ἰδέας. Ὅταν μετὰ τὴν Συνθήκην τοῦ Κάμπο Φόρμιο κατελύθη ὁ δεσποτισμὸς καὶ ἡ τυραννία, ἡ Ἑπτάνησος εἶδε τὴν ἐλευθερίαν, τῆς ὁποίας ἀπὸ πεντακοσίων ἐτῶν ἐστερεῖτο. Ἐννοεῖται ὅτι κατόπιν τοιούτων ἀναμνήσεων, ὅταν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, κατελήφθη ἡ Κέρκυρα ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ, οὐδεὶς ᾐσθάνθη οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον βάρος, διότι ἅπαντες εἴμεθα εὐνοϊκῶς διατεθειμένοι καὶ δὲν ἐφοβούμεθα τίποτε παρὰ τῆς Δυνάμεως ἐκείνης, ἡ ὁποία μᾶς ἔφερε τὴν ἐλευθερίαν. Οὐδὲν βάρος ἠσθάνθη ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή. Οἱ Κερκυραῖοι, καίτοι εἶδον τὴν πατρίδα των καταλαμβανομένην παρὰ ξένων πλὴν ἀδελφῶν στρατευμάτων, οὐδόλως ἐφοβήθησαν. Ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι δὲν ᾐσθάνθημεν μὲν οὐδὲν βάρος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ αἰσθανθῶμεν εἰς τὴν ψυχὴν προκειμένου περὶ μιᾶς τῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων, ἐξεπλάγημεν ὅμως ὅταν μίαν πρωΐαν εἴδομεν ὅτι αἱ Γαλλικαὶ Ἀρχαὶ ἐζήτησαν τὴν ἀπέλασιν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἀναπολογήτως, χωρὶς κἂν νὰ ἐρευνηθῇ διατὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπελαύνονται, ἀφοῦ οὐδεὶς ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν γένει τῇ Ἑπτανήσῳ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἐχθρὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔφερον τὴν ἐλευθερίαν. Ἑπομένως ἔδει νὰ ἐξετασθῇ εἰς ποίας εἰσηγήσεις ὑπείκουσαι αἱ Γαλλικαὶ Ἀρχαὶ ἐζήτησαν τὴν ἀπέλασιν Ἑλλήνων πολιτῶν. Καὶ δυστυχῶς, Κύριοι, ἐμφανίζονται τὰ προσωπικὰ πάθη καὶ μίση. Τὸ πρᾶγμα μετ’ ἐκπλήξεως τὸ παρετηρήσαμεν, διότι ἡμεῖς οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ Θεοτοκικὸν κόμμα, οἱ ὁποῖοι ἐδείξαμεν πάντοτε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ὅτι γνωρίζομεν νὰ ἀντιπολιτευώμεθα, ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ποτὲ τοιοῦτον παράπονον ἐκ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ὅταν δὲ εἴδομεν ἀντιπροσώπους τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ζητοῦντας τὴν ἀπέλασιν Ἑλλήνων πολιτῶν....
§90Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε βουλευτά, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰ πράγματα. Οὐδεμία καταγγελία ἐγένετο, οὔτε καταδίωξις. Τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ποτὲ δὲν προέβη εἰς καταδιώξεις τοιούτου εἴδους καὶ ποτὲ δὲν θὰ ἐπιχειρήσῃ τοιαύτας. Ἰδίως ὅταν πρόκειται περὶ ἀναμίξεως καὶ ξένων. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προέβαινεν εἰς τοιαύτας καταγγελίας, θὰ ἔπραττε τοῦτο χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς ξένους.
§91Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Βλέπετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν ἐπροσέξατε εἰς τὴν διατύπωσίν μου· δὲν πρόκειται περὶ καταγγελιῶν...
§92Σ. ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΣ. Εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῶν Ἰταλικῶν συμφερόντων... (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§93Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι ἐντροπή σας, κ. βουλευτά, νὰ λέγητε τοιαῦτα πράγματα. Εἶναι μάρτυς αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος μᾶς συνεχάρη διὰ τὴν πολιτικὴν ἡμῶν καὶ σεῖς τολμᾶτε νὰ λέγητε τοιαύτας κατηγορίας. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§94Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ μὴ ἀναμιγνύουν ξένους Δυνάμεις εἰς τὰς συζητήσεις. Εἶναι ὄχι μόνον ζήτημα ἁβρότητος, ἀλλὰ καὶ ἐθνικοῦ συμφέροντος νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται ὀνόματα ξένων Δυνάμεων, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων.
§95Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ εἶχον λεχθῆ ταῦτα ἐδῶ, ἰδίως τὸ τελευταῖον, ἀφοῦ μάλιστα βλέπομεν ὅτι ἡ Ἰταλία ἐγκαταλείπει τὴν παλαιάν της πολιτικήν.
§96Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε βουλευτά, μετὰ τὰ λεχθέντα νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ πλέον λόγος ἐνταῦθα περὶ αὐτοῦ.
§97Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ εἴπω τι τὸ κακόν· ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξακολουθήσω διὰ ν’ ἀκουσθῇ τὸ καλόν. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν μᾶς βεβαιοῖ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν —καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν εἰς τὴν παρεχομένην πληροφορίαν— ὅτι δὲν ἐγένετο ἐπέμβασις κομματικὴ διὰ τὰς ἐξορίας αὐτάς, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ φροντίσῃ ὄχι μόνον διὰ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν Ἀθήναις καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ ἐνέργεια τὴν ὁποίαν ὑπεδείξατε ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ ὅπως εὐαρεστούμενος φροντίσῃ καὶ διὰ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξόριστα εἰς τὴν Μπιζέρταν, πρόσωπα τῶν ὁποίων ἡ κατηγορία συνίσταται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι εἶχον ἓν ἐπάγγελμα ὅπερ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὕποπτον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτον. Τῶν προσώπων αὐτῶν δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει τὰ ὀνόματα.
§98Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τῶν περισσότερον τὰ γνωρίζω.
§99Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δύναμαι νὰ δώσω καὶ ἐγὼ τὰ ὀνόματα τῶν λοιπῶν καὶ εὐελπιστῶ ὅτι θὰ φροντίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔλθουν πάντες εἰς τὸν τόπον των. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ τὸν παρακαλέσω καὶ διὰ τὸν δήμαρχον Ἀργοστολίου, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Ὑπέβαλε καὶ αὐτὸς αἴτησιν καὶ παρακαλῶ νὰ εὑρεθῇ μία λύσις καὶ δι’ αὐτόν, ὡς ἐπίσης καὶ διὰ τὸν δήμαρχον Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐπανῆλθεν.
§100Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ σᾶς εἶμαι πολὺ ὑπόχρεως, κ. βουλευτά, ἐὰν μοὶ δώσητε τὸν κατάλογον αὐτῶν τῶν ὀνομάτων, διότι ἴσως εἶναι μερικὰ ὀνόματα τὰ ὁποῖα μᾶς ἔχουσι διαφύγει. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν νὰ ὑποβάλωσι τὰς αἰτήσεις των ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Βεβαιῶ δὲ τὸν κ. βουλευτὴν ὅτι τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ τὴν τηρήσωμεν διὰ τὰ πρόσωπα αὐτά, εἴτε εἰς τὸ ἐσωτερικὸν εὑρίσκονται εἴτε εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἐπερωτᾷ τὸν κ. Λ. ἐπὶ τῶν Δημοσίων Κτημάτων καὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν διὰ τὴν κτηματικὴν διαφορὰν μεταξὺ Δημοσίου καὶ Π. Κοντοσταύλου ἐπὶ τῆς λίμνης Δύστου, διότι, κακῶς καὶ χαριστικῶς ὑπὲρ τοῦ Κοντοσταύλου ἐνεργησάντων τῶν Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ 4 Αὐγούστου 1915 μέχρι σήμερον, ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τὰ 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§102Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπερωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Δημοσίων Κτημάτων καὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸν διὰ ξένην ἁμαρτίαν, διαπραχθεῖσαν ὑπὸ τῶν προκατόχων του. Πρόκειται περὶ τῆς περιβοήτου καταστάσης ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ ἀπὸ τοῦ 1911 Λίμνης Δύστου τῆς Εὐβοίας. Οἱ πέριξ τῆς λίμνης κατοικοῦντες γεωργικοὶ πληθυσμοὶ ὑπέβαλον δύο αἰτήσεις· μίαν ἀπὸ 9 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1915, ἤτοι πρὸ διετίας, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ζητήσαντες τὴν ἀποξήρανσιν αὐτῆς, ἀφοῦ ὑπάρχῃ καὶ τὸ σχετικὸν σχεδιάγραμμα τῆς λίμνης, κατόπιν τῆς γενομένης ἐν ἔτει 1910 μελέτης ἐπιτοπίως ὑπὸ τοῦ σταλέντος ὑδραυλικοῦ μηχανικοῦ ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ δευτέραν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ζητοῦντες τὸν κανονισμὸν τοῦ περιουσιακοῦ ζητήματος αὐτῆς, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς ὁ κ. Ρέπουλης, ὅστις καὶ ἔδωκε τὴν δέουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Διὰ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς, ὡς εἶπον, οἱ κάτοικοι ἐζήτησαν νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας τῆς λίμνης, ἡ ὁποία, ὡς ἔλεγον ἐν τῇ αἰτήσει των, ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, πρῶτον διότι ὁ Κοντόσταυλος δὲν ἠγόρασε λίμνην ἀπὸ τὸν Τοῦρκον πασᾶν, ἀλλὰ μόνον γαίας καὶ βουνά,—διότι οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐπώλουν τὰς λίμνας, ἐπειδή, κατὰ τὸ Ὀθωμανικὸν Δίκαιον, αἱ λίμναι ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος—τὸ ἀναφερόμενον δὲ εἰς τὸ χοτζέτι τοῦ Κοντοσταύλου περὶ λίμνης εἶναι πλαστόν· δεύτερον διότι ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἥτις λέγει ὅτι αἱ μεγάλαι λίμναι ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος· καὶ τρίτον διότι οἱ τριγύρω τῆς λίμνης ταύτης οἰκοῦντες γέροντες χωρικοὶ μαρτυροῦσιν ὅτι ἡ λίμνη πρὸ 60 ἐτῶν δὲν ἦτο παρὰ μικρὰ κοιτὶς ὑδάτων, μὴ ὑπερβαίνουσα κατ’ ἔκτασιν τὰ 500 στρέμματα, ἐνῷ σήμερον ὑπερβαίνει τὰς 8 χιλιάδας στρέμματα. Ὅλη ἡ ἔκτασις τῶν 7.500 στρεμμάτων, ἡ ἀκάλυπτος, ἦτο ἐθνικὴ γῆ, μοναστηριακὴ μάλιστα, ἣν ἐκαλλιέργουν οἱ πέριξ οἰκοῦντες. Τὰ ὕδατα τῆς μικρᾶς τότε λίμνης διέρρεον ὑπογείως πρὸς τὸν Εὐβοϊκὸν κόλπον ἀπὸ χαράδρας κοινῶς καλουμένας «καταβόθρας», δηλαδὴ στοὰς ὑπαρχούσας εἰς τὰ διπλανὰ ὄρη, καὶ ἐκ τῶν στοῶν αὐτῶν κατεβυθίζετο τὸ ὕδωρ τῆς λίμνης καὶ ἐχάνετο εἰς τὸν Εὐβοϊκὸν κόλπον. Ἀλλ’ αἱ στοαὶ αὗται μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, ἐκ τῆς ἰλύος, ἀπεκλείσθησαν καὶ ἤρχισε πλέον τὸ ὕδωρ νὰ καταλαμβάνῃ τὴν πέριξ πεδιάδα, ἥτις δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸν Κοντόσταυλον. Ἀλλ’ οὗτος, ἐπειδὴ παρέκειτο τὸ τσιφλίκι του, ἐθεώρησεν ὠφέλιμον δι’ αὑτὸν νὰ σφετερισθῇ ὁλόκληρον τὴν καλυφθεῖσαν ὑπὸ τῶν ὑδάτων ἔκτασιν ὡς ἰδικήν του· σφετεριστὴς ἄρα τῆς λίμνης καὶ ἅρπαξ αὐτῆς ὁ Κοντόσταυλος καὶ ὄχι ἰδιοκτήτης. Ταῦτα ἔλεγον οἱ κάτοικοι εἰς τὴν αἴτησίν των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ διὰ τὴν κακὴν τύχην τῶν χωρικῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, τὸν κ. Ρέπουλην, παραιτηθείσης τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1915, διεδέχθη ὁ κ. Δραγούμης, ὁ ἐπικληθεὶς παρὰ τῆς Ἐπαναστάσεως «μαῦρος γέρος», ὁ δωρητὴς —κατὰ τὸ στάδιον τῆς ὑπουργίας του τοῦ 1915— τῶν Μακεδονικῶν τσιφλικίων εἰς τοὺς Ὀθωμανούς. Αὐτὸς ὁ γερωμαρτωλὸς κατώρθωσε νὰ καταβαραθρώσῃ τὴν ὑπόθεσίν μας αὐτήν. Ἤθελον λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας νὰ φέρῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον.
§103Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Σήμερον ἀπεστάλη ὁ φάκελλος εἰς τὴν Βουλήν.
§104Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ φακέλλου αὐτοῦ, ἀλλά, κ. Ὑπουργέ, προέχει σήμερον τὸ ζήτημα τῆς καλλιεργείας τῆς λίμνης αὐτῆς, τῶν ἕνεκα τῆς μεγάλης κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ξηρασίας ἀποξηρανθεισῶν γαιῶν αὐτῆς. Αὗται αἱ γαῖαι, αἱ ἤδη μόναι των ἀποξηρανθεῖσαι, ὑπερβαίνουσι τὰς τρεῖς χιλιάδας στρέμματα, εἶναι δὲ αὗται γῆ τῆς ἐπαγγελίας, καὶ θ’ ἀποδώσωσιν, ἂν καλλιεργηθῶσι τώρα, ἓν ὁλόκληρον Ἀμερικανικὸν σιτοφορτίον. Ἐπειδὴ δέ, κ. Ὑπουργέ, διεκδικεῖ δικαιώματα ἐπὶ τῆς λίμνης καὶ ὁ Π. Κοντόσταυλος καὶ ἡμεῖς, παρακαλοῦμεν νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ὁ Ἔφορος Καρυστίας ἢ ὁ μηχανικὸς Καρυστίας καὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τοὺς πέριξ οἰκοῦντας χωρικούς, κατόπιν δηλώσεων, νὰ προβῶσιν οὗτοι εἰς τὴν ἄμεσον καλλιέργειαν τῶν ἀγρῶν αὐτῶν.
§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου, οὗτινος τὴν ἀποστολὴν εἰς τὴν Βουλὴν διέταξα σήμερον, νὰ στέρξῃ ὅπως μὴ ἀποσταλῇ ὁ φάκελλος οὗτος, ἀλλὰ νὰ μοὶ προσκομισθῇ ἵνα τὸν μελετήσω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τὸν βεβαιῶ δὲ ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ σφετερισμὸς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, θὰ ληφθῇ πᾶσα φροντὶς ὅπως διασωθῇ αὕτη.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοκόλης ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν παρὰ τῶν Ἰταλῶν σύλληψιν τοῦ ἱστιοφόρου «Ἅγιος Σπυρίδων» εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ Αὐλῶνος.
§107Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡ ἱστορία τοῦ πλοίου αὐτοῦ εἶναι παλαιά. Ὅταν ἤρχισεν ὁ ἀποκλεισμὸς συνελήφθησαν διάφορα πλοιάρια, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι προσεπάθησαν νὰ διασπάσωσι τὸν ἀποκλεισμόν. Ἡ Κυβέρνησις τότε τῆς Δυνάμεως, αἱ Ἀρχαὶ τῆς ὁποίας συνέλαβον τὰ ἐν λόγῳ πλοιάρια, ἐδικαιολόγησε τὴν σύλληψιν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἐγκαίρως εἶχε γνωστοποιηθῆ ὁ ἀποκλεισμὸς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπιμένως τὰ ἰδικά της πλοῖα, ἐνεργήσαντα τὴν σύλληψιν, εὑρίσκοντο ἐν πλήρει τάξει. Ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οὐδεμία γνωστοποίησις πρὸς τοὺς πλοιάρχους ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι τὰ πληρώματα τῶν πλοιαρίων εὑρέθησαν πρὸ ἐκπλήξεως ὅταν ἤκουσαν ὅτι ὑπῆρχεν ἀποκλεισμός. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὰ πλοιάρια ἐκεῖνα ἐπωλήθησαν καὶ τὸ ἐμπόρευμά των κατέστη λεία πολέμου. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπεύθυνος τῆς συλλήψεως τῶν πλοίων αὐτῶν, καὶ ἑπομένως τῆς στερήσεως τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν, εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἀνεκοίνωσεν ἐγκαίρως εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους τὸν ἀρξάμενον ἀποκλεισμόν, νομίζω ὅτι εἶναι ὑπόχρεως αὕτη ν’ ἀποζημιώσῃ αὐτούς. Ἐὰν συμβαίνῃ τὸ ἐναντίον, τότε βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἐν καιρῷ τῷ δέοντι πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης. Θὰ παρακαλέσω ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως λάβῃ πρόνοιαν.
§108Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἱστιοφόρου «Ἅγιος Σπυρίδων» καί τινων ἄλλων μικρῶν ἀτμοπλοίων καὶ ἱστιοφόρων, συλληφθέντων παρὰ τῶν πλοίων τῶν Συμμάχων Μεγάλων Δυνάμεων, εἶναι ὑπόθεσις πολὺ παλαιά, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἔφθασεν εἰς τὸ στάδιον εἰς τὸ ὁποῖον αἱ διαπραγματεύσεις δὲν δύνανται νὰ δώσουν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ὁ «Ἅγιος Σπυρίδων» συνελήφθη, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ Ἀδριατικοῦ καὶ μετεφέρθη εἰς λιμένα τινὰ τῆς Ἰταλίας. Ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, εἰδοποίησε διὰ τῆς διπλωματικῆς καὶ τῆς προξενικῆς ὁδοῦ τὸν ἐνδιαφερόμενον πλοιοκτήτην ὅπως διορίσῃ οὗτος πληρεξούσιόν του ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν Λειῶν. Δυστυχῶς τὸ Δικαστήριον τῶν Λειῶν ἀπεφάνθη ὅτι ἡ σύλληψις καλῶς ἐγένετο καὶ ἑπομένως ἡ κατάσχεσις ἦτο ὁριστική. Ἀποβαίνει λοιπὸν ἀδύνατον πλέον οἱονδήποτε διάβημα παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ, ἡ ὁποία, δυνάμει τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, προέβη εἰς κατάσχεσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπομένει εἰς παρομοίας ὑποθέσεις εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἐὰν ὁ ἐνδιαφερόμενος εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἠδικήθη παρὰ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Λειῶν, νὰ ὑποβάλῃ ὑπόμνημα, καὶ ἂς εἶναι βέβαιος ὅτι ἡ Κυβέρνησις λίαν εὐμενῶς θὰ τὸ ἐξετάσῃ· ἐὰν δὲ πεισθῇ αὕτη ὅτι ἐγένετο ἀδικία, τότε θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπιτύχῃ διεθνῶς τὴν ἄσκησιν τῆς ἐφέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν Λειῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς Χάγης. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, θὰ λυθοῦν εἰς τὸ τέλος τοῦ πολέμου, διότι αἱ ἀποφάσεις καταδίκης λειῶν, αἱ ὁποῖαι ἴσως δὲν ἐγένοντο κανονικῶς, ἀνέρχονται εἰς ἑκατοντάδας, ἴσως εἰς χιλιάδας, καὶ εἶναι πολλὰ Κράτη τὰ ὁποῖα διὰ νὰ ἔχωσι τὴν ἡσυχίαν τῶν ἀπέναντι τῶν ὑπηκόων των θέλουσι ζητήσει, εἰ δυνατόν, νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον αὐτό. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνοχὴν τοῦ Δημοσίου, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου, καὶ αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐξεταστέον. Δύναμαι ὅμως ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ Κυβέρνησις εἶχε σπεύσει, ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ ἀποκλεισμοῦ, νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν τὴν δέουσαν δημοσιότητα. Ὥστε ἐκ μέρους της δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμέλεια δυναμένη νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς βάσις εὐθύνης. Δὲν ἀποκλείεται ὅμως νὰ ἐμεσολάβησε τὸ ἑξῆς: ἡ διεθνὴς ἀγγελία νὰ μὴ εἶχε φθάσει ἐγκαίρως εἰς γνῶσιν τῶν ἐνδιαφερομένων. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι μία περίπτωσις ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν Λειῶν ἐκ μέρους τοῦ Ἀνωτάτου Διεθνοῦς Δικαστηρίου τῆς Χάγης.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Α. Σιδέρης καὶ Α. Κουριὲλ ἐπερωτῶσι τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν ἀληθεύῃ ὅτι ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις τῆς Ρωσσικῆς Δημοκρατίας δὲν ἀναγνωρίζει τὸ σημερινὸν ἐν Ἑλλάδι καθεστὼς καὶ ἰδίᾳ τὴν ἀνάρρησιν τοῦ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου, θεωροῦσα τὸ σημερινὸν καθεστὼς ὡς λίαν πρόσκαιρον καὶ μεταβατικὸν καὶ ἀναμένουσα τὴν δι’ Ἐθνοσυνελεύσεως ἔκφρασιν τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔτι δὲ ἐὰν ὑπάρχῃ τις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ποία, ἀξιοῦσα τὴν ὕπαρξιν βασιλικοῦ θεσμοῦ ἐν Ἑλλάδι.
§110Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπερώτησις αὕτη τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι βεβαίως ἐξαιρετικῆς σημασίας. Ὑπάρχουσιν αὐθεντικαὶ πληροφορίαι αἱ ὁποῖαι ἐπιβεβαιοῦσι τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον καθορίζω ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου. Πλὴν τούτου ὅμως ὑπάρχουσι καὶ δύο ἐπίσημα γεγονότα τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὴν ἀλήθειαν αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν μου. Τὰ γεγονότα ταῦτα εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἱ δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσσίας Therechensko, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὀλίγον μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Jonnart ἐν Ἑλλάδι. Ἐπίσης καὶ τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Ρωσσικῆς Δημοκρατίας, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰουλίου. Ἡ ἐνταῦθα ἐκδιδομένη σοσιαλιστικὴ ἐφημερὶς «Ἐργατικὸς Ἀγὼν» δημοσιεύει ἀκριβῶς σήμερον τὰς δηλώσεις αὐτὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσσίας. Ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἐξιστορεῖ τὸ πῶς ἐγένετο ἡ μεταβολὴ ἐν Ἑλλάδι, καταλήγει εἰς τὰς ἑξῆς σκέψεις, προκειμένου περὶ Ἑλλάδος: (Ἀναγινώσκει) «Τὰ γεγονότα ἔβαινον μετὰ μεγίστης ταχύτητος καὶ ἡ κατάστασις ἐπεδεινοῦτο. Συνεπείᾳ τούτου μεταξὺ τῶν ὑπευθύνων προσώπων τῶν Συμμαχικῶν Κυβερνήσεων ἐγένοντο ἀλλεπάλληλοι ἀνταλλαγαὶ γνωμῶν ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων ἐν Ρώμῃ, Φόλξτων, Ἁγ. Ἰωάννῃ καὶ Λονδίνῳ.... Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς τελευταίας ἀποφάσεως τῆς ἐν Λονδίνῳ συσκέψεως... ἡμεῖς ἐξεφράσαμεν κρίσεις τινὰς καὶ παρατηρήσεις... καθὼς καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μὴ προαποφασισθῇ τὸ ζήτημα τῆς Κυβερνήσεως ἥτις πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἐν Ἑλλάδι. Ἡμεῖς ἐνεμείναμεν καὶ θὰ ἐμμείνωμεν ἐπὶ τῆς ἀντιλήψεως ὅτι ἡ λύσις αὐτῶν τῶν ζητημάτων πρέπει νὰ ἀφεθῇ εἰς αὐτὸν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐθνικῆς αὐτοβουλίας». Πλὴν τούτου ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνακοίνωσις ἐκείνη ἐκ μέρους τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ἡ γενομένη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἰουλίου, ἥτις καὶ αὐτή, ἐξιστοροῦσα τὰ περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ τέως Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλοῖ ὅτι ἡ λύσις αὕτη δὲν προῆλθεν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν θέλει ποσῶς νὰ ὑπεραμυνθῇ τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ἐπρόβλεψε ἀκριβῶς διὰ μίαν τοιαύτην παρεξήγησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνταῦθα ἐκ μέρους τοῦ Μοναρχικοῦ κόμματος. Λέγει ὅτι: (ἀναγινώσκει) «ἡ ἐλευθέρα Ρωσσία, ἀπολυτρωθεῖσα τοῦ δυναστικοῦ ζυγοῦ, μετὰ συμπαθείας ἀποβλέπει εἰς ἀνάλογον πρὸς τὴν Ρωσσίαν καὶ ἐν Ἑλλάδι λύσιν». Ὥστε αἱ δύο δηλώσεις αὗται, τὰ δύο ἐπίσημα ταῦτα γεγονότα, τῶν δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ ἀνακοινωθέντος τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοιαῦτα ὥστε νὰ ἐπιβεβαιοῦν τὴν αὐθεντικὴν ἄλλως τε πληροφορίαν τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τὴν ὁποίαν διετύπωσα ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου. Εἶναι ὅμως καὶ τόσον σπουδαῖα, ὥστε βεβαίως θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀφήσουν ἀσυγκίνητον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅστις ἐπανεστάτησε καὶ ἐζήτησεν ὄχι μόνον τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον τόσον τυραννικῶς ἐβάρυνεν ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐκρίζωσιν — εἶναι ἡ φράσις τὴν ὁποίαν περιεῖχον ὅλαι αἱ δηλώσεις καὶ διαμαρτυρίαι τῶν μερῶν τῆς ἐπαναστατησάσης Ἑλλάδος — τὴν ἐκρίζωσιν τῆς Δυναστείας καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, λέγω, ὁ ὁποῖος ἐξεδήλωσε τρανῶς τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ τὴν ἐξεδήλωσεν ὄχι μόνον εἰς τὰ ἐπαναστατημένα ταῦτα μέρη, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅλων τῶν γωνιῶν τοῦ Ἐξωτερικοῦ, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀσυγκίνητος πρὸ τῶν δηλώσεων αὐτῶν τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως, ὅταν μάλιστα αἱ δηλώσεις αὗται τόσον διαφωνοῦν πρὸς τὴν σήμερον κρατοῦσαν ἐν Ἑλλάδι κατάστασιν. Εἶναι ἀκόμη ἔναυλος ἡ ἠχὼ τῶν διαμαρτυριῶν, τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ, καὶ ἐν Κρήτῃ, καὶ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ διετύπωσεν ἐναντίον τοῦ πρώην καθεστῶτος. Εἶδεν εἰς τὸ πρώην καθεστὼς ὄχι μίαν διάφορον πολιτικὴν ἐν τῇ ἐξωτερικῇ κατευθύνσει τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μίαν ἀληθῆ τυραννίαν, ἡ ὁποία κατεπάτει τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐπανεστάτησεν ὄχι μόνον ἵνα μεταβληθῇ ἡ κατεύθυνσις αὐτοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ νὰ δώσῃ μίαν λύσιν ὁριστικὴν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων. Ἀπῄτει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἐκρίζωσιν τῆς Δυναστείας, ἀπῄτει τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἐζήτει ἵνα ἡ Ἐπανάστασις τῆς Θεσσαλονίκης, ἐρχομένη εἰς Ἀθήνας, αὐτὴν τὴν λύσιν δώσῃ καὶ αὐτὴν νὰ ἐπιβάλῃ. Καὶ πραγματικῶς ἐδέχθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαθιδρυθῇ εἰς Ἀθήνας μία τοιαύτη προσωρινὴ κατάστασις καὶ ἕνα τοιοῦτον προσωρινὸν καθεστὼς τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε σκοπὸν νὰ στρέψῃ τὴν κατεύθυνσιν, νὰ ἀνοίξῃ τὴν ὁδὸν ἐκείνην, διὰ μέσου τῆς ὁποίας θὰ ἐπραγματοποιοῦντο οἱ πόθοι του, τοὺς ὁποίους ἀείποτε μὲν ᾐσθάνθη, ἐσχάτως δέ, λόγῳ τῶν τελευταίων γεγονότων, θεωρεῖ δι’ ἑαυτὸν ἀνάγκην ἀδυσώπητον. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν δὲν εἶναι σαφεῖς, ὑπεδήλουν αἱ δηλώσεις τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται περὶ μιᾶς καταστάσεως προσωρινῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ρυθμίσῃ ὁριστικῶς ἡ Ἐθνοσυνέλευσις. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνυπομόνως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιμένει τὴν ὁριστικὴν αὐτὴν λύσιν τῆς τυραννικῆς καταστάσεως καὶ προσδοκᾷ ἄρδην μεταβολὴν τῶν πραγμάτων, ἕνας ἴσως φόβος ἀνακύπτει, ὁ φόβος νὰ χάσῃ τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον σήμερον ἀγωνίζεται, καὶ τοῦτο διότι, ὡς ἀκούεται δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἡ ἐγκαθίδρυσις τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας εἶναι μία λύσις ἀντιτιθεμένη εἰς τὰ συμφέροντα μερικῶν Δυνάμεων. Πολλοὶ μάλιστα, καίτοι πεπεισμένοι περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, ἐν τούτοις ὑποψιάζονται μήπως πραγματικῶς ἡ λύσις αὐτὴ προσκρούει εἰς γεγονότα τινὰ τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰ συμφέροντα τῶν ξένων Δυνάμεων. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐπερωτήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ἐὰν ἔχονται ἀληθείας ταῦτα καὶ ἂν αἱ ἐν λόγῳ σκέψεις τῆς Ρωσσικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀληθεῖς· διότι τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς βλέπει διανοιγομένην μίαν μεγάλην λεωφόρον πρὸς πραγμάτωσιν τῶν ἐπιθυμιῶν του, βλέπει τὴν μεγάλην Ρωσσικὴν Δημοκρατίαν τείνουσαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν χεῖραν, ἵνα τὸν ὁδηγήσῃ, ἀγωνιζόμενον ὑπὲρ τῶν δημοκρατικῶν αὐτοῦ ἰδεῶν, εἰς τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐπόθησεν οὗτος. Ὅταν λοιπὸν τοιαῦτα γεγονότα μεσολαβοῦν, ὅταν τοιαῦται δηλώσεις δημοσιεύονται ἐκ μέρους ἐπισήμων προσώπων, ἐκ μέρους αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσσίας, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀπαιτήσῃ νὰ μάθῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸ καθῆκον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ πληροφορηθῇ ἐπισήμως ἐὰν πράγματι ταῦτα ἀληθεύουσι καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ μία Μεγάλη Δύναμις, ἡ ὁποία δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ σημερινὸν καθεστώς, διότι εἶναι ἀντίθετον ἀκριβῶς πρὸς τὴν ἀντίληψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ θέλει νὰ τὸν ὁδηγήσουν εἰς τὴν λύσιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀείποτε ἐπόθησεν ἐν τῇ μεγάλῃ αὐτοῦ σταδιοδρομίᾳ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, Κύριοι, οὐδέποτε ὑπῆρξε λαὸς μὴ δημοκρατικός. Καὶ ἐν τῇ ἀρχαιότητι καὶ κατὰ τοὺς μέσους χρόνους καὶ τελευταῖον κατὰ τοὺς ἀγῶνας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ἀείποτε ἀπέβλεψεν εἰς τὴν δημοκρατικὴν αὐτοῦ ὀργάνωσιν. Ἐπαναστατήσας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τῆς Τουρκικῆς τυραννίας καὶ ἐνωτιζόμενος τῶν μεγάλων ἀρχῶν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐγκαθίστα κατὰ τὸ 1821 πολίτευμα ἐντελῶς δημοκρατικόν. Μόλις ἀπαλλαγεὶς τῆς δουλείας, ἠσπάζετο τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐπιδαύρου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίγραφον τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος τοῦ 1791. Ἐὰν βραδύτερον ἐπεκράτησαν ἄλλαι σκέψεις, ἐὰν βραδύτερον συμφέροντα τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἰδίως τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, ἥτις, κατεπτοημένη ἐκ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, βεβαίως ἐφοβεῖτο πολὺ νὰ ἴδῃ ἐγκαινιαζόμενον τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα εἰς ἄλλα μέρη, ἐάν, λέγω, ἐπεκράτησαν νεώτεραι σκέψεις, ὥστε νὰ στερήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἐὰν ἡ τότε ἀπολυταρχικὴ Ρωσσία, μέλος τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, ἐπρωτοστάτησε μεταξὺ τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα σφοδρότερον ἐπολέμουν τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς, σήμερον ἡ Ρωσσία, ἡ μεγάλη Δημοκρατία, βλέπομεν ἐκ τῶν δηλώσεων τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τείνει τὴν χεῖρα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἵνα ὁδηγήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν μεγάλην οἰκογένειαν τῶν δημοκρατικῶν Ἐθνῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπόθησε πάντοτε νὰ περιληφθῇ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§112Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν πρώτην ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ἐὰν δηλ. εἶναι ἀληθὲς ὅτι μία τῶν Μεγάλων Δυνάμεων δὲν ἀναγνωρίζει τὸ νέον καθεστώς, εἶναι ἀρνητική. Οὐδεμία Δύναμις ὑπάρχει μὴ ἀναγνωρίζουσα τὸ ἐν Ἑλλάδι καθεστώς. Τώρα ἡ ἀναγνώρισις αὕτη, ὅπως ἡ ἀναγνώρισις ἡ παρεχομένη ἐκ μέρους τῶν ἄλλων Προστατίδων Μεγάλων Δυνάμεων, δὲν ἔχει ἀπολύτως καμμίαν ἔννοιαν στερήσεως, μειώσεως, περιορισμοῦ τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θεσσαλονίκης βουλευτής, ἐὰν ὑπάρχῃ τις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ποία, ἀξιοῦσα τὴν ὕπαρξιν τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ ἐν Ἑλλάδι, νομίζω μόνον ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἐρωτήματος ἀρκεῖ ἵνα ἐννοήσῃ πᾶς τις ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τοιοῦτον ἐρώτημα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουριὲλ ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐρωτήσεως.
§114Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Διὰ τοῦ πρώτου μέρους τῆς ἐπερωτήσεώς μας, κ. Ὑπουργέ, ἐζητήσαμεν νὰ μάθωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ Δύναμις, ὡς ἡ Ρωσσικὴ Δημοκρατία, ἥτις δὲν ἀναγνωρίζει τὸ σημερινὸν καθεστώς. Ὅταν ὅμως λέγωμεν «καθεστώς», ἐννοοῦμεν τὸ σήμερον ἰσχῦον Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων; Αὐτὸ τὸ καθεστὼς εἶμαι σύμφωνος ὅτι ἡ Ρωσσία τὸ ἀναγνωρίζει. Ἀλλὰ τὸ ἀναγνωρίζει μέχρι τῆς ἐκδηλώσεως τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ ὁριστικοῦ πολιτεύματος τὸ ὁποῖον θέλει νὰ προσδοθῇ εἰς τὴν Χώραν. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐρωτῶ καὶ πάλιν: Αὐτὸ τὸ καθεστὼς τὸ ἀναγνωρίζει ὡς ὁριστικόν; Διότι αἱ πράξεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἡ Κυβέρνησις σημαίνουν ὅτι τὸ σημερινὸν καθεστὼς θὰ εἶναι ὁριστικόν.
§115Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμα προηγουμένως ἔχω νὰ προσθέσω μίαν λέξιν: Λέγων «καθεστὼς» ἐννοῶ τὴν ὕπαρξιν ἐν τῇ Ἀρχῇ ἑνὸς κόμματος μὲ ἓν σύνολον θεσμῶν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιδέρης.
§117Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἔμεινα ὅμως ἐξ αὐτῶν πλήρως ἱκανοποιημένος. Διότι πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Διεμορφώθη ἓν καθεστώς· ἀλλὰ βεβαίως τὸ καθεστὼς αὐτὸ ἐπὶ τοσοῦτον δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἐρωτῶ: Αὐτὸ τὸ καθεστὼς ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τῆς Ρωσσικῆς Δημοκρατίας ὡς καθεστὼς πρόσκαιρον καὶ μέλλον νὰ δώσῃ τὴν κατεύθυνσιν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Δημοκρατίαν ἢ ὄχι; Περὶ τούτου πρόκειται. Δὲν ἀμφισβητεῖται ὅτι τὸ σημερινὸν καθεστὼς δὲν ἀναγνωρίζεται. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: τὸ καθεστὼς τοῦτο τὸ ἀναγνωρίζει ἡ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις ὡς καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἔδωσεν ἡ Ἐπανάστασις, τὸ θεωρεῖ δηλ. ὡς ἀποτελοῦν τὴν ὁριστικὴν λύσιν τῆς Ἐπαναστάσεως ἢ εἶναι καθεστὼς τὸ ὁποῖον μέλλει ν’ ἀνοίξῃ τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν πραγμάτωσιν τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Διότι καθεστὼς τὸ ὁποῖον οὕτω τερματίζει τὴν Ἐπανάστασιν βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῆς Ρωσσικῆς Δημοκρατίας.
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Φρονεῖτε ὅτι ἡ Ρωσσία θὰ ἐπέμβῃ ἵνα μεταβάλῃ τοὺς θεσμοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ;
§119Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Λέγω ὅτι ἡ Ρωσσία, ἀκριβῶς ἵνα μὴ ἐπέμβῃ διὰ νὰ μεταβάλῃ τοὺς θεσμούς, δὲν θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ σημερινὸν καθεστὼς ὡς ὁριστικόν. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἡ Ρωσσικὴ Δημοκρατία, —καὶ τὸ ἀνακοινωθὲν τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα αὐτὸ ἀναφέρει,—εἶμαι βέβαιος, λέγω, ὅτι ἡ Ρωσσικὴ Δημοκρατία ποθεῖ νὰ δοθῇ καὶ ἐν Ἑλλάδι λύσις ἀνάλογος πρὸς ἐκείνην ἥτις ἐδόθη ἐν Ρωσσίᾳ καὶ ἐννοεῖ νὰ παρέμβῃ καὶ παρεμβαίνει ἵνα ἀσφαλισθῇ μόνον ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ οὐχὶ ξένα συμφέροντα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν. Ὁ κ. Κουτσοπέταλος συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ λύσις τοῦ μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας Κωπαΐδος καὶ καλλιεργητῶν ζητήματος.
§121Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν σύστασιν, κ. Πρόεδρε, εἰς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, διότι ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἀφοῦ μάλιστα συμβαίνει ὥστε νὰ συντρέχωσι πολλαὶ ἁρμοδιότητες. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῆς ἐκ μέρους τῶν παραγωγῶν καταβολῆς τοῦ μισθώματος τῶν γαιῶν Κωπαΐδος πρὸς τὴν Ἑταιρείας κινδυνεύει ἡ Κυβέρνησις νὰ γίνῃ Ἐπιμηθεύς, περελκύουσα τὴν λύσιν αὐτοῦ, ἐνῷ ὁ ἁλωνισμὸς εὑρίσκεται περὶ τὸ τέλος του. Ἂς μὴ λησμονῇ ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἔχει τὸ δικαίωμα τόσον ἐκ τῆς γεν. Συμβάσεως ὅσον καὶ ἐκ τῶν εἰδικῶν νὰ ἐπεμβαίνῃ ἅμα τῷ ἁλωνισμῷ, καὶ εὐθὺς ὡς ὁ καλλιεργητὴς δὲν καταβάλῃ τὸ μίσθωμα νὰ λαμβάνῃ ἔναντι αὐτοῦ τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον τῇ ἀνήκει. Συμβαίνει δὲ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ κάτι χειρότερον· ἡ Ἑταιρεία λαμβάνει αὐτοδυνάμως ὡς μίσθωμα ὅ,τι νομίζει ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ, οὕτω δὲ λύεται τὸ ζήτημα πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ἀπόφασιν περὶ αὐτοῦ. Κατὰ τὸν Αὔγουστον, Κύριοι, τοῦ παρελθόντος ἔτους ἡ Ἑταιρεία ἠξίωσε τὴν σύνταξιν συμβολαίου μὲ νέους ὅρους, βαρυτέρους καὶ ἀδίκους, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν καλλιεργητῶν. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἔχοντες ἀνάγκην τῶν ἀγρῶν, ἐδέχθησαν τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς. Ἐπῆλθεν ὅμως ἐξέγερσις εἰς ὅλους τοὺς πληθυσμούς. Ὅλοι ἀπέσχον τῆς ἐργασίας, ἀπέσχον δὲ καὶ τί ἄλλο; οἱ ὁποῖοι συνεβλήθησαν μὲ τὴν Ἑταιρείαν. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἐξέδωκε νομοθετικὸν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγόρευε τὴν λόγῳ τῆς λήξεως τῆς μισθώσεως ἔξωσιν καὶ ἐκ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος αὐτοῦ οἱ καλλιεργηταὶ ἀνέλαβον ἐκ νέου τὴν καλλιέργειαν τῆς Κωπαΐδος. Ἡ Ἑταιρεία ὅμως σήμερον —ἰσχυούσης καὶ πάλιν τῆς πρὸ τῆς 5ης Αὐγούστου 1916 συμβάσεως— ἀξιοῖ νὰ εἰσπράξῃ μίσθωμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς νέας συμβάσεως, δηλ. τῆς μετὰ τὴν 5ην Αὐγούστου 1916, γενικῶς, ἤτοι καὶ ἀπὸ τοὺς συμβληθέντας καὶ ἀπὸ τοὺς μὴ συμβληθέντας. Ἐνῷ δηλ. ἡ παλαιὰ σύμβασις ὑποχρεώνει τοὺς καλλιεργητὰς νὰ πληρώνουν 32%, νῦν πληρώνουσιν οὗτοι 40%. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ λύσουν τὰ δικαστήρια, διότι ἅμα ἡ Ἑταιρεία εἰσπράξῃ τὸ ποσοστὸν αὐτό, τὸ εἰσέπραξε· δὲν χωρεῖ τίποτε. Ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως εἶναι τοιοῦτος ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέμβωσι τὰ δικαστήρια. Ἁλωνίζεται ὁ καρπὸς καὶ ἡ Ἑταιρεία, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων συμβολαίων, εἰσπράττει τὸ ἀναλογοῦν πρὸς τὸ μίσθωμα ποσοστὸν καὶ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι οὐδὲ κἂν συνεβλήθησαν μετ’ αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι εἶναι μισθωταὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παλαιῶν μισθωτηρίων. Ἀλλὰ καίτοι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καὶ δι’ ἐκείνους ἀκόμη οἱ ὁποῖοι συνέταξαν νέα μισθωτήρια δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ Σύμβασις, —ἔχομεν δὲ ἀναπτύξει εἰς τὰς σχετικὰς αἰτήσεις τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ συμβληθέντες ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας Συμβάσεως δὲν ὑποχρεοῦνται εἰς καταβολὴν τοῦ μισθώματος, — ἐν τούτοις δὲν χωρεῖ προσφυγὴ εἰς τὰ δικαστήρια. Τοῦτο ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, δὲν σημαίνει ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν συνεβλήθησαν μὲ τὴν Ἑταιρείαν ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ μισθώματος. Κατὰ ποῖον δίκαιον καὶ κατὰ ποίαν λογικὴν θὰ καταβάλουσιν αὐτὸ ἐπὶ τῇ βάσει Συμβάσεως εἰς ἣν οὐδὲ κἂν μετέσχον; Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος διὰ νὰ μὴ πιέζῃ ἡ Ἑταιρεία ἀδίκως πληθυσμοὺς ἀπὸ τοὺς ὁποίους μετ’ ὀλίγον θὰ ζητήσωμεν πολλά.
§122Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τὸ ζήτημα χωρίζεται εἰς δύο· εἰς τὸ παρὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τὸ παρὸν γνωρίζετε ὅτι ἐξεδόθη Διάταγμα τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῖ τὴν Ἑταιρείαν νὰ σεβασθῇ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν.
§123Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος συνεβλήθησαν καὶ ἔπειτα ἀπέσχον.
§124Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐπιφυλάσσομαι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον αὐτό, νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν μελέτην τοῦ σχετικοῦ φακέλλου. Εἰς ἐκείνους ὅμως οἱ ὁποῖοι δὲν συνεβλήθησαν μετὰ τῆς Ἑταιρείας καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους θέλει αὕτη, μετὰ τὸ διάταγμα, νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα, δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι, ἐξακριβουμένων τοιούτων περιστατικῶν, ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ βραδύνῃ, διότι ἀληθῶς δὲν εἶναι ἀνεκτὸν ἡ Ἑταιρεία νὰ πιέζῃ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ καταφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ὑποχρεώσεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀνειλημμέναι διὰ διεθνοῦς πράξεως παρέχουν τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι δὲν θὰ ἐπεκταθῇ τὸ περὶ οὗ πρόκειται διάταγμα. Ἡ δὲ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν νομίζει ὅτι δύναται νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑπὸ τῆς προκατόχου της παρασχεθείσας ὑποσχέσεις καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι διατεθειμένη νὰ τὰς σεβασθῇ. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὑπόσχεται ὅτι θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως καὶ ὅτι, χωρὶς νὰ ἀποστῇ τῆς ὑποσχέσεως τῆς δοθείσης ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, θὰ προσπαθήσῃ νὰ κάμῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς.
§125Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιδιωχθῇ εἶναι ἡ ριζικὴ λύσις τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν θεωρῶ εὐκολωτάτην.
§126Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγὼ ὑπόσχομαι νὰ ἐνεργήσω καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως καὶ νὰ ζητήσω μάλιστα καὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ διακόψαντος κ. βουλευτοῦ.
§127Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τὰς πράξεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι εἶχε μίαν τακτικὴν ὁδὸν δι’ ὅλας τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους· διότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι μεγαλυτέραν δημοκοπίαν ἀπὸ τὴν ἀσκηθεῖσαν εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην ἐκ μέρους τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος, δὲν ἐγνώρισα ποτὲ εἰς τὴν ζωήν μου. Εἶχε βεβαιώσει ἡ τότε Κυβέρνησις δι’ ἐπισήμου ἀνακοινώσεως ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος τὸ ἔλυσεν ὁριστικῶς, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔπαυσεν ὑφιστάμενον ὑπὸ τὴν νέαν ὄψιν τὴν ὁποίαν παρουσιάζουν οἱ τελευταῖοι ὅροι τῆς Ἑταιρείας, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἐκανόνισεν ὁριστικῶς· καὶ ἀντὶ τούτου, ὄχι μόνον ἐδέσμευσε καὶ τὰς μελλούσας Κυβερνήσεις εἰς τὰς ἐνεργείας των ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀλλὰ ἐδέσμευσε καὶ τούτους κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύνανται σήμερον νὰ ὑπεκφύγουν. Δὲν ἔχω ἄλλο τίποτε νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρὰ νὰ λάβῃ μέτρα συμβιβαστικά, διότι μόνον συμβιβαστικὴ λύσις χωρεῖ μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ καλλιεργητῶν. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν παραγόντων δὲν ὑπάρχει ἐμπόλεμος κατάστασις, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐκ τῶν πραγμάτων συμμαχία κεφαλαίου καὶ ἐργασίας, ἡ ὁποία πρέπει καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἰσχύσῃ πρὸς εὐόδωσιν καὶ τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Ἑταιρεία, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουν οἱ καλλιεργηταί.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλδῆς ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Περιθάλψεως διατί ἔπαυσεν ἡ ἐξέλεγξις τοῦ γραφείου τῶν προσφύγων Μυτιλήνης.
§129Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Εἰς τὴν Μυτιλήνην, κ. Πρόεδρε, ἔχει ἐγκατασταθῇ μέγα μέρος προσφύγων, εἶναι γνωστὸν δὲ ὅτι διὰ τὴν περίθαλψιν τῶν προσφύγων τούτων τὸ Δημόσιον δαπανᾷ μηνιαίως ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν. Δυστυχῶς τὰ τῆς διαχειρίσεως ἡ κοινωνία Μυτιλήνης ἤρχισεν ἀπὸ πολλοῦ νὰ ὑποπτεύεται ὅτι δὲν διεξάγονται καλῶς. Κατὰ τὸν Νοέμβριον μάλιστα τοῦ παρελθόντος ἔτους ὁ τότε Κυβερνητικὸς ἀντιπρόσωπος, συνεπείᾳ τῶν ὑπονοιῶν αὐτῶν καὶ τῆς ἐξεγέρσεως τῆς δημοσίας γνώμης, εἶχε καταρτίσει μίαν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθεσε τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως. Ἡ ἐξέλεγξις ἤρχισεν ἀπὸ τὸν μῆνα Μάϊον τοῦ 1916,—διότι σχετικὰ μὲ τὰς προηγουμένας χρήσεις εὑρίσκοντο παρὰ τῇ Κυβερνήσει Ἀθηνῶν— ἀπὸ τὰ πρῶτα δὲ βήματα τοῦ ἐλέγχου τούτου ἀπεδείχθη δυστυχῶς ὅτι ἡ δημοσία γνώμη δὲν ἠπατᾶτο. Παρουσιάσθη κατάχρησις χιλιάδων δραχμῶν, προκαλέσασα τὴν ἐπέμβασιν καὶ τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς καὶ τὴν φυλάκισιν τῶν ὑπολόγων, ἤτοι τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γραφείου τῶν προσφύγων καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν πληρωμῶν ὑπαλλήλου. Παραδόξως ὅμως μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν αὐτήν, ἐνῷ πᾶς τις περιέμενε συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐξελέγξεως ὄχι μόνον τῆς μέχρι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν προηγουμένων χρήσεων, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρχισε λειτουργοῦν τὸ γραφεῖον τῶν προσφύγων Μυτιλήνης, ἐν τούτοις ἐσταμάτησεν ἡ ἐξέλεγξις πρὸς κοινὴν κατάπληξιν. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐὰν γνωρίζει τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ σταματήσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐξελέξεως, τὸ ὁποῖον μάλιστα εἶχε φέρει εἰς φῶς τὰς ἀποκαλύψεις τῶν καταχρήσεων, καὶ συνάμα νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι γενικὴ εἶναι ὄχι παντὸς πολίτου, ἀλλὰ καὶ τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως πρέπει νὰ γενικευθῇ, ἀφοῦ ἅπαξ εὑρέθημεν πρὸ καταχρήσεων, νὰ ἀρχίσῃ δηλ. ἀφ’ ἧς ἱδρύθη τὸ γραφεῖον τῆς περιθάλψεως τῶν προσφύγων Μυτιλήνης.
§130ΣΠ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Λέσβου ὅτι πρόκειται περὶ καταχρήσεων μεγάλων εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Γραφείου τῶν προσφύγων Μυτιλήνης. Δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα ὡς φαίνεται ἐκ τῆς ἐντυπώσεως τῶν λόγων σας. Εἰδικῶς περὶ τῆς καταχρήσεως τὴν ὁποίαν ἀναφέρατε, σᾶς λέγω ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς πρόσφυγος ὑπαλλήλου τῆς περιθάλψεως ὀνόματι Φρονιμοπούλου, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἐκ Μυτιλήνης, ἐκ μέρους πολιτευομένων, ὄχι ἴσως ἀνηκόντων εἰς τὴν πρώτην γραμμήν, ἀλλὰ ἀναμιγνυομένων ὁπωσδήποτε εἰς τὰ τοῦ τόπου, ὑπῆρχε, λέγω, ἡ πληροφορία ὅτι ἦτο λευκὴ περιστερά, κατ’ ἄλλους δὲ ἔνοχος καταχρήσεων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχω νὰ κάμω τίποτε παρὰ νὰ τηλεγραφήσω εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως προβῇ εἰς τὴν λῆψιν καταλλήλων μέτρων. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μοῦ ὑπέβαλε μίαν ἔκθεσιν εἰς τὴν ὁποίαν μοῦ ἀνέφερεν ὅτι ὁ ὑπάλληλος Φρονιμόπουλος εἶναι καταχραστής. Ἔσπευσα ἀμέσως νὰ τὸν ἀπολύσω καὶ νὰ τὸν παραδώσω εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῆς ἐνοχῆς καὶ περὶ τῆς ἐξελέξεως δὲν ἔχω, ὡς δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐβράδυνεν αὕτη. Πρώτην φορὰν ἀκούω τοῦτο· θὰ ζητήσω ὅμως πληροφορίας παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου. Τὸ κατ’ ἐμέ, γνωρίζω ὅτι ἡ ὑπόθεσις εὑρίσκεται δικαίως εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης. Ἀπεστάλη προσέτι καὶ εἰδικὸς ἐπιθεωρητής, ὅστις ἀνέφερεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία λειτουργεῖ ἤδη ἄριστα καὶ δὲν ὑπάρχουσι παράπονα. Τώρα ὑμεῖς ἔχετε λόγους νὰ πιστεύετε ὅτι ἐν τῇ διαχειρίσει σημειοῦνται ἀνωμαλίαι. Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ ἀπαντήσω.
§131Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἡ ἐπερώτησίς μου, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἀφορᾷ τὴν σημερινὴν κατάστασιν, δὲν ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τοῦ διαδεχθέντος τὸν ὑπόλογον καὶ ἐν φυλακαῖς εὑρισκόμενον διευθυντὴν τῆς ὑπηρεσίας τῶν προσφύγων· ἀφορᾷ ἐκείνην τὴν διαχείρισιν.
§132ΣΠ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐξακολουθοῦν αἱ ἀνωμαλίαι;
§133Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ποσῶς· δὲν ἐξεφράσθην ἴσως καλῶς. Τὸ ἐρώτημά μου εἶναι ἐὰν τὸ ἔργον τῆς ἐξελέγξεως ἐσταμάτησε καὶ διὰ ποίους λόγους· δι’ αὐτὸ ἀνεφέρθην πρὸς ὑμᾶς. Θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ ὑποβάλω πρότασιν ὅπως γενικευθῇ ἡ ἐξέλεγξις, ἐξικνουμένη μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἱδρύσεως τοῦ Γραφείου τῶν προσφύγων.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλδῆς ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν....
§135Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἂς ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε, διότι ἐπέρασεν ἡ ὥρα.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ἀργυρὸς ἐπερωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης διατί τὴν 3ην ἱσταμένου μηνὸς Ἰουλίου αἱ ἀστυνομικαὶ Ἀρχαὶ τῆς Σπάρτης συνέλαβον τὸν ἐξ Ἰωαννίνων βουλευτὴν τῆς 31 Μαΐου κ. Κ. Καζαντζῆν, ἐνῷ εἶχεν ἤδη ἐκδοθῆ πρὸ ἡμερῶν τὸ Β. Διάταγμα τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὴν τρέχουσαν Σύνοδον. Διατί αἱ αὐταὶ Ἀρχαὶ καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον συνέλαβον τὸν δεκαεξαετῆ μαθητὴν Εὐάγγελον Ἀργυρόν, παρεστάθη δὲ ἡ σύλληψις αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν Σπάρτης ὡς καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις ὡς σύλληψις τοῦ ἐπερωτῶντος βουλευτοῦ Σερρῶν; Διατί εἰς τὰς αὐτὰς Ἀρχὰς Σπάρτης καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ὡς ἄνω ἡμέραν εἶχε δοθῆ ἐντολὴ νὰ συλλάβουν τὸν ἐπερωτῶντα βουλευτήν, καθ’ ἃ ἀνεκοινώθη εἰς αὐτὸν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νομάρχου Λακωνίας, ἐγένετο δὲ οὕτως ἀπόπειρα πρὸς σύλληψιν αὐτοῦ;
§137Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπερώτησις, ὅπως εἶναι διατετυπωμένη, περιέχει θέμα πολιτικῆς συζητήσεως, ἐὰν δὲ πράγματι ἤθελον νὰ προκαλέσω διὰ τοῦ θέματος τούτου πολιτικὴν συζήτησιν, θὰ παρεκάλουν νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησις δι’ ἄλλην ἡμέραν. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ ἐλέγχου, πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἐπαναφορᾶς, διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐπερωτήσεως, ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν ἀπεπειράθην νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας. Τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπερωτήσεως.....
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπατε ὅτι ἀναβάλλετε.
§139Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Δὲν ἀναβάλλω. Πρόκειται νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν ἐπὶ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι γνωρίζει. Μνημονεύω περιστάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν βουλευταὶ τῆς Συνόδου ταύτης, συγκεκλημένης ἤδη, ἐξ αὐτῶν ὁ μὲν συνελήφθη κατὰ τοῦ ἄλλου δὲ ἐγένετο ἀπόπειρα συλλήψεως. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ διάταξις Συνταγματική, οἵα ἡ περὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας, νὰ θεωρηθῇ ἐν ἀργίᾳ. Ἐπειδὴ συμβαίνει, κ. Πρόεδρε, νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δὲν προσέρχονται εἰς τὴν Βουλὴν διότι σκέπτονται ὅτι ἡ ἀσυλία δὲν εἶναι σεβαστή, ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, — δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι θὰ τὸ πράξῃ, —νὰ δηλώσῃ ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου χώρου ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία εἶναι σεβαστή.
§140Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπερωτᾷ ὁ κ. βουλευτὴς διὰ ποῖον λόγον συνελήφθη ὁ συνάδελφός του κ. Καζαντζῆς ἐν Σπάρτῃ καὶ διὰ ποῖον λόγον ἐπιζητεῖται ἡ σύλληψις τοῦ ἰδίου. Εἶναι δίκαιον νὰ δοθῇ ἀπάντησις εἰς τὸν κ. βουλευτὴν διὰ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ διὰ ποῖον λόγον ἠναγκάσθη ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία νὰ προβῇ εἰς τὴν σύλληψιν τοῦ συναδέλφου του κ. Καζαντζῆ καὶ ποῖοι λόγοι ἠνάγκασαν αὐτὴν νὰ ἐπιζητῇ τὴν σύλληψιν τοῦ ἰδίου. Πρὸ ὀλίγου χρόνου συνέβη ἐν Σπάρτῃ στάσις τις. Δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον εὑρίσκοντο ἐκεῖ.
§141Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε;
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§143Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης)... ὁ κ. Καζαντζῆς καὶ ὁ κ. Ἀργυρός. Τίνα ἀπέφευγον καὶ τί ἐπεδίωκον μεταβάντες ἐκεῖ δὲν ἐξετάζω· ἀλλ’ ὁ νομάρχης Λακωνίας τηλεγραφεῖ τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Σήμερον συνελήφθησαν καὶ πρόκειται νὰ ἀποσταλῶσιν αὐτόθι τέως βουλευταὶ Σερρῶν Καζαντζῆς καὶ Ἀργυρός, οἵτινες, καταφυγόντες ἀπό τινος ἐνταῦθα, περιήρχοντο τὸν νομὸν πρὸς σκοποὺς ἐξεγέρσεως τοῦ λαοῦ κατὰ καθεστῶτος. Ὡσαύτως, συλληφθέντες, ἀπελάθησαν 20 ἀλῆται στρατολογηθέντες ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, οἵτινες, ὄργανον ἄλλων, ἐπειράθησαν νὰ δημιουργήσωσι ταραχάς». Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο μοὶ διεβίβασε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀμέσως διέταξα τὸν εἰσαγγελέα Σπάρτης νὰ προβῇ εἰς τὴν σύλληψιν τῶν κ.κ. Καζαντζῆ καὶ Ἀργυροῦ, καθόσον ἔναρξις τῆς Συνόδου δὲν εἶχε γίνει εἰσέτι. Ἔναρξις ἐγένετο τὴν 12 Ἰουλίου ἐ.ἔ., κατὰ δὲ τὸ Σύνταγμα μόνον διαρκούσης τῆς Συνόδου δὲν συλλαμβάνονται οἱ βουλευταί. Ἠδύνατο ἑπομένως ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία νὰ διώξῃ καὶ συλλάβῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, ἐγκαταλείψαντες τὸν τόπον των, κατέφυγον εἰς Σπάρτην διὰ νὰ ἐξεγείρουν τοὺς πολίτας εἰς στάσιν κατὰ τοῦ καθεστῶτος (Χειροκροτήματα). Καὶ ἂν ἐνόμισαν οὗτοι ὅτι, ὄντες βουλευταὶ καὶ καλυπτόμενοι ὑπὸ τῆς ἀσυλίας, ἠδύναντο εἰς τὸ ἀπομεμακρυσμένον ἐκεῖνο ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, φεύγοντες τὸν τόπον των, ἀφοῦ καλῶς ἐδιόρθωσαν τὸν νομὸν τὸν ὁποῖον ἐξεπροσώπουν, καλυπτόμενοι ὑπὸ τῆς ἀσυλίας, λέγω, ἠδύναντο νὰ ἐξεγείρωσιν ἐκεῖ εἰς στάσιν τὸν λαόν, ἐπλανήθησαν, διότι ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία δὲν τοὺς ἐκάλυπτε. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἠδύνατο ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία, ἐὰν ἐφορῶντο οὗτοι ἐγκληματοῦντες ἐπ’ αὐτοφώρῳ, νὰ τοὺς συλλάβῃ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ Σύνοδος δὲν εἶχεν ἀρχίσει, οὐδὲν Σύνταγμα οὐδενὸς Κράτους, καὶ τοῦ πλέον φιλελευθέρου, δὲν ἐσκέφθη ποτὲ νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλαμβανομένους ὡς ἐγκληματοῦντας. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον συνελήφθη ὁ κ. Καζαντζῆς, ὁ δὲ κ. Ἀργυρὸς κατώρθωσε νὰ διαφύγῃ τὴν σύλληψιν καὶ νὰ εὑρίσκεται ἐδῶ. Ἐὰν ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία, ὡς ἐλπίζω, ἤθελε ζητήσει διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἤθελον ἀμέσως προσκομίσει ἔγγραφον καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἔδιδε τὴν ἄδειαν ἵνα συντροφεύσῃ καὶ ὁ κ. Ἀργυρὸς τὸν κ. Καζαντζῆν (Χειροκροτήματα).
§144Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἤκουσα φράσιν περὶ στάσεως ἐν Σπάρτῃ. Ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ τὸν διακόψω καὶ νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἐπετράπη. Παρακαλῶ καὶ ἤδη, πρὶν ἢ ἀρχίσω τὸν λόγον, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δηλώσῃ περὶ ποίας στάσεως καὶ ποίας ἐποχῆς ἔκαμε λόγον.
§145Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπόπειρα στάσεως καὶ θορύβων, ἡ ὁποία δὲν κατώρθωσε νὰ τελεσφορήσῃ.
§146Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ποίαν ἐποχὴν ἐγένετο ἡ ἀπόπειρα αὕτη τῆς στάσεως;
§147Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸ τῆς συλλήψεως τοῦ κ. Καζαντζῆ καὶ πρὸ τῆς ἀποπείρας τῆς συλλήψεως τῆς ἰδικῆς σας.
§148Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἡ μὲν ἀπόπειρα τῆς συλλήψεώς μου ἐγένετο τὴν 3ην τοῦ μηνὸς τούτου, ἡ κίνησις δὲ ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς στασιαστικὴ ἔλαβε χώραν εἰς Σπάρτην τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐγνώσθησαν τὰ τελευταῖα σοβαρὰ γεγονότα ἐν Ἀθήναις.
§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἐγυρεύατε εἰς Σπάρτην;
§150Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω.
§151Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐφύγατε ἀπὸ τὴν Τρίπολιν καὶ ἐπήγατε εἰς τὴν Σπάρτην εἰς τὰς 29 ἢ 30.
§152Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ κίνησις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς στασιαστική, μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν συνελήφθη ὁ κ. Καζαντζῆς, ἐγὼ δὲν ἐδραπέτευσα....
§153ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ εἶσθε συνηθισμένος.
§154Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Παρενεβάλλετο χρόνος τοὐλάχιστον πλέον τοῦ ἑνὸς μηνός.
§155Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀπὸ τῆς Τριπόλεως ἐπήγατε εἰς τὴν Σπάρτην.
§156Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Εἶναι κατηγορούμενος διὰ προδοτικὸν ἔγκλημα καὶ ἔχει τὸ θάρρος νὰ ὁμιλῇ· δὲν εἶναι Ἕλλην αὐτός. Εἶναι μεγάλη ἡ ἀνοχή μας· ἔχομεν καὶ νεῦρα (Θόρυβος καὶ διμαρτυρίαι).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι.
§158Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἶσθε δολοφόνος καὶ σεῖς καὶ ὁ Καζαντζῆς (Θόρυβος).
§159Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς γεννᾷ τὴν ἀπορίαν τῆς Βουλῆς, ἐρωτώσης τί ἤθελον εἰς τὴν Σπάρτην. Ἀπαντῶ· εἰς τὴν Σπάρτην ἀνεχώρησα ἐξ Ἀθηνῶν τὴν 1 Μαΐου. Γεγονότα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξακριβωθῶσι δι’ ὅλης τῆς πόλεως τῆς Σπάρτης καὶ δι’ ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου εἰς τὸ ὁποῖον μετέβην νὰ παραθερίσω....
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἠθέλατε εἰς τὴν Σπάρτην;
§161Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Θὰ μὲ ἀφήσετε νὰ ὁμιλήσω; Θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω καὶ αὐτό, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἀνοχὴν νὰ ἀκούσῃ πληροφορίας.
§162Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνεδριάζατε μετὰ τῶν ἐπιστράτων.
§163Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἀπαντῶ καὶ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Φικιώρην νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς ἐν Μαγούλᾳ, χωρίῳ ἐγγύτατα τῆς πόλεως τῆς Σπάρτης κειμένῳ, νὰ ἐρωτήσῃ, λέγω, τοὺς αὐτόθι συγγενεῖς του ἐὰν ἀπὸ τῆς 2ας Μαΐου δὲν ἐγκατεστάθην ἐν Μαγούλᾳ καὶ δὴ ἐν οἰκίᾳ τῆς ὁποίας ὅλη ἡ πολιτικὴ ἱστορία συνδέεται μετὰ τοῦ κ. Φικιώρη, ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Ι. Μπούρα. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐγένετο ἔρευνα ἐν τῇ κατοικίᾳ μου διὰ νὰ φανῇ ποῖοι ἦσαν οἱ σύντροφοί μου εἰς τὴν Σπάρτην καὶ εἰς τὸ ταξεῖδιόν μου αὐτὸ τοῦ παραθερισμοῦ.
§164Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ὁ Καζαντζῆς!
§165Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Διὰ νὰ ἐννοηθῇ ποῖος ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἐν Σπάρτῃ διαμονῆς μου, θὰ ἐξέθετον εἰς τὴν Βουλήν....
§166Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Τί εἶναι αὐτά; Τί ἐπῆγες ἐκεῖ;...(Θόρυβος).
§167Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. Φίλιον διὰ νὰ εἴπω κάτι τι τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον προσωπικὸν καὶ ἰδιαίτερον. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου—δύναμαι νὰ καυχηθῶ ἐπὶ τῇ πενίᾳ μου— ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου εἰς βάρος τοῦ πτωχοῦ μου προϋπολογισμοῦ, προϋπολογισμοῦ συνισταμένου εἰς τὴν βουλευτικὴν ἐπιχορήγησίν μου....
§168ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὰ μάρκα τοῦ Σέγκ!
§169Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. ... εἰς βάρος, λέγω, τοῦ πενιχροῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ μου ἐπεκάθησεν ἡ συντήρησις δύο προσφύγων ἐκ Καβάλλας. Στηριζόμενος εἰς φιλίαν μακροχρόνιον ἐξ Ἀμερικῆς μετὰ τοῦ κ. Μπούρα καὶ συναντηθεὶς ἐνταῦθα μετ’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον γνωρίζει ὁ κ. Φικιώρης, τοῦ νομομηχανικοῦ Λακωνίας—δὲν ἔχω οὐδένα λόγον νὰ ἀποκρύψω τὴν ἰδιότητά του— συναντηθείς, λέγω, μετ’ αὐτοῦ, ἐζήτησα, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ μείνω εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀδελφοῦ του Ι. Μπούρα.
§170Ν. ΤΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τί μᾶς ἐνδιαφέρουν αὐτά· θὰ δώσῃς λόγον εἰς τὴν Δικαιοσύνην.
§171Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἔλεγον ὅτι ὁ κύριος σκοπὸς ἦτο νὰ διατρίψω ἐκεῖ ἵνα ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τοῦ βάρους τοῦ ἐνοικίου τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπηυξήθη κατόπιν τῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν δύο προσφύγων.
§172Ν. ΤΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αὐτὰ εἶναι οἰκογενειακῆς φύσεως.
§173Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω ταῦτα εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, διότι προεκλήθην ἀπὸ βαρυτάτης ἀπευθύνσεως παρὰ τοῦ κ. Φίλιου.
§174Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἡ θέσις σου ἦτο ἐν Μακεδονίᾳ· νὰ προτάξῃς τὸν πατριωτισμόν σου καὶ τὸ στῆθός σου, ἀρνησίπατρι!
§175Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἀνεχώρησα ἐξ Ἀθηνῶν τὴν 1ην Μαΐου καὶ ἔφθασα τὴν 2αν Μαΐου. Πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς Σπάρτην ὁ κ. Καζαντζῆς εὑρίσκετο εἰς Ἰωάννινα. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ δηλώσω, μὲ βαθεῖαν τιμήν μου δι’ αὐτό, ὅτι μετὰ τοῦ κ. Καζαντζῆ συνδέομαι διὰ μακροχρονίου ἐξ Ἀμερικῆς ἔτι φιλίας.
§176Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Μετὰ δολοφόνων εἶναι τιμή σου ποὺ συνδέεσαι; Εἶσαι καὶ σὺ δολοφόνος!
§177Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. «Ὅμοιος ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει».
§178Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ὁ κ. Καζαντζῆς εὑρίσκετο εἰς Ἰωάννινα μέχρι τῆς καταλήψεως αὐτῶν ὑπὸ τῶν Ἰταλικῶν στρατευμάτων, ἀναχωρήσας δὲ ἐκεῖθεν, καθ’ ὁδὸν ἔλαβε γνῶσιν τῶν γεγονότων ἐν Ἀθήναις καὶ διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας, μετέβη εἰς τὴν Πελοπόννησον.
§179Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Σεῖς ἐπήγατε μὲ τὸν Καζαντζῆν, διότι ὑπεθέτατε ὅτι, ἀφοῦ εἰς τὴν Πελοπόννησον εἶναι πολλοὶ μετανάσται, θὰ κατωρθώνατε νὰ τοὺς ἐξεγείρετε.
§180Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει νὰ εὑρίσκωμαι τὸν Μάϊον εἰς τὴν Σπάρτην καὶ ὁ κ. Καζαντζῆς εἰς τὰ Ἰωάννινα. Οὗτος ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀνησυχίας ὅτι ἦτο ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον τῶν ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν ἐζήτησε νὰ μάθῃ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς Σπάρτην. Τοῦ ἔγραψα —τὸ γράμμα μου εὑρίσκεται εἰς χεῖράς του καὶ ἔχει γνῶσιν ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ— νὰ ἔλθῃ εἰς Σπάρτην καὶ εἰς Μαγούλαν καὶ θὰ περάσωμεν ὡραῖα εἰς τὸν Μιστρᾶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ πραγματικὰ γεγονότα, διαψεύδοντα ῥιζικῶς τὴν μομφὴν ὅτι ἐν συνδυασμῷ καὶ ἀπὸ κοινοῦ καὶ ταυτοχρόνως μετέβημεν μετὰ τοῦ κ. Καζαντζῆ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ Μαΐου εἰς Πελοπόννησον πρὸς ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ. Θὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἡ Σύνοδος ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, μετὰ τὴν σύγκλησιν κακῶς ἐγένετο ἀπόπειρα συλλήψεως. Εἴχετε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσίαν εἰς χεῖράς σας νὰ ζητήσετε νὰ μὲ καταδιώξουν.
§181Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ζητεῖ τὴν ἄδειαν καὶ ὄχι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἔχῃ ἀφορμὴν νὰ πιστεύῃ ὅτι εἶσθε συνένοχος καὶ ζητηθῇ ἡ ἄδεια, θὰ δώσωμεν αὐτήν.
§182Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ὁ κ. Καζαντζῆς, ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνώμην ἣν ἔχετε, ὅτι εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἀπηλευθερωμένος καί, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ὄχι λόγῳ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, ἀλλὰ κατόπιν οὐσιαστικῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως.
§183Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Χαίρω πολύ.
§184Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον. Παρακαλῶ μόνον νὰ προσέξητε εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεώς μου, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται λόγος περὶ συλλήψεως μαθητοῦ δεκαεξαετοῦς ὁ ὁποῖος παρεστάθη ὡς Ἀργυρὸς καὶ περιήγετο ἀνὰ τὴν Σπάρτην καὶ τὰς Ἀθήνας.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖ ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 10 διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν;
§186Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν συναινέσῃ ἡ Βουλή, ν’ ἀναβληθοῦν αἱ λοιπαὶ ἐπερωτήσεις· ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων δὲν θ’ ἀπαιτήσῃ πολὺν χρόνον. (Ἡ Βουλὴ, ἐρωτωμένη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
—Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἐν Λυῶνι τῆς Γαλλίας ἐκπαιδευομένων φοιτητῶν τῆς ἰατρικῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ «περὶ Στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ» νόμου κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου 344 τοῦ ἔτους 1914 «περὶ συστάσεως Στρατιωτικοῦ Σχολείου Εὐελπίδων καὶ λόχου ὑποψηφίων μαθητῶν Στρατιωτικοῦ Σχολείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 19 Ἰουνίου 1917 «περὶ μισθώσεως οἰκημάτων διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου Περιθάλψεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 δύο Β. Διαταγμάτων «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου ΓΡΞΕʹ «περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους» καὶ «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ νόμου ΓϠΟΓʹ «περὶ δικηγόρων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1917 περὶ περιθάλψεως τῶν προσφύγων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β. Διατάγματος περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀπολύσεως δικαστικῶν τινων λειτουργῶν καὶ ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς εἰδῶν τινων τῶν Μονοπωλίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως καὶ περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 14 Ἰουνίου 1917 «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Περιθάλψεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου Β. Διατάγματος «περὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Διατάγματος «περὶ ἀναστολῆς κατὰ τὸ ἔτος 1917 τῆς ἰσχύος τοῦ ΡΠΑʹ νόμου τοῦ ἔτους 1851 «περὶ δικαστικῶν διακοπῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β.Δ. «περὶ ἀναψηλαφήσεως πειθαρχικῶν ἀποφάσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ χορηγήσεως ἀμνηστείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ἀντικειμένου ὑπάρχοντος ἀναγεγραμμένου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 μ.μ.).