1917.07.12
183 rows · 2,090 words · 7 turns
§0ΔΙΑΤΑΓΜΑ
«Περὶ ἀνακλήσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1915 Β. Δ. «περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς Κʹ Περιόδου» καὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς τῆς Κʹ Περιόδου εἰς δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον».
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Προτάσει τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνακαλοῦμεν τὸ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1915 Β. Διάταγμα «περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς Κʹ Περιόδου», ὡς παρὰ τὸ Σύνταγμα ἐκδοθέν. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Συντάγματος, καλοῦμεν τὴν Βουλὴν τῆς Κʹ Περιόδου εἰς δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον τὴν δωδεκάτην Ἰουλίου 1917. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ Διάταγμα τοῦτο. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ἰουνίου 1917.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ
Ὁ Πρόεδρος
ΕΛΕΥΘ. Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ
Τὰ μέλη Νικολ. Πολίτης, Ἰω. Τσιριμῶκος, Ἐμμ. Ρέπουλης Δ. Δίγκας, Μιλτ. Νεγρεπόντης, Κ. Σπυρίδης, Ἀλ. Παπαναστασίου, Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος, Σπυρ. Σίμος, Παῦλος Κουντουριώτης, Λεων. Ἐμπειρῖκος Σημείωσις. Τοῦ ἀνωτέρω Διατάγματος, δημοσιευθέντος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 126 (τεῦχος Αʹ) τῆς 30 Ἰουνίου 1917 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, προτάσσεται ἡ ἑξῆς αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου:
ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΑΤΕ,
Συνεπὴς πρὸς τὰς συνταγματικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις ἡ Κυβέρνησις, ὑποβάλλει εὐλαβῶς ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος τὸ Διάταγμα δι’ οὗ ἀνακαλεῖται τὸ ἀπὸ 29 Ὀκτωβρίου 1915 Β. Διάταγμα «περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς Κʹ Περιόδου», ὡς κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος ἐκδοθέν, καλεῖται δὲ ἡ Βουλὴ ἐκείνη εἰς δευτέραν τακτικὴν Σύνοδον. Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἔχει ἀληθῶς παρομοίαν ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἡμῶν ἱστορίᾳ. Ἀλλ’ ἂν αἱ συνθῆκαι ὑφ’ ἃς ἐρρυθμίσθη ἡ λῆξις τῆς προηγηθείσης πολιτειακῆς κρίσεως δὲν ἐπιτρέπουν τὴν ἄμεσον ἀπὸ τοῦδε προσφυγὴν εἰς Ἐθνοσυνέλευσιν, ἥτις, ἐν ὀνόματι τῆς Λαϊκῆς κυριαρχίας, νὰ στερεώσῃ τὸ πολίτευμα ἐπὶ τῶν ἀληθινῶν αὐτοῦ βάσεων καὶ νὰ θέσῃ τὴν ὁριστικὴν ἀφετηρίαν τῆς νέας περιόδου εἰς ἣν εἰσερχόμεθα, ἡ ὑποχρέωσις ἐξ ἄλλου τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ συνταγματικὸν καθεστὼς ἐπιβάλλει τὴν ἄμεσον αὐτοῦ ἀποκατάστασιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Λαϊκῆς θελήσεως καὶ τῶν πολιτικῶν παραδόσεων τῆς Χώρας. Τοῦτο δὲ σημαίνει ἡ ἀνάκλησις τοῦ Διατάγματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς Κʹ Περιόδου. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν», δὲν ἐνυπάρχει εἰς αὐτὴν μόνον τὴν φράσιν, ἀπολύτως λαμβανομένην. «Ὁ Βασιλεὺς — ὁρίζει τὸ ἄρθρον 44 — δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι νόμοι». Ἡ δὲ ἔννοια τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως προκύπτει κατάδηλος καὶ ἐκ τῆς κυριωτάτης διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν (ἄρθρον 21): «Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους, ἐνεργοῦνται δὲ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα», ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν εἰδικωτέρων διατάξεων, αἵτινες διαγράφουσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος ἐν σχέσει πρὸς τὴν Βουλήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, διατάξεων τὰς ὁποίας ἐκύρωσε καὶ πολυετὴς λειτουργία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι. Οὕτω (ἄρθρον 38): «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ἅπαξ μόνον νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ἐργασίας τῆς βουλευτικῆς Συνόδου, εἴτε ἀναβάλλων τὴν ἔναρξιν, εἴτε διακόπτων τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῆς. Ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ ὑπὲρ τὰς τριάκοντα ἡμέρας, οὐδὲ νὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὴν βουλευτικὴν Σύνοδον ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς». Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐθεσπίσθη οὐχὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ διὰ περίπτωσιν προσωρινῆς κυβερνητικῆς ἀνάγκης, μὴ δυναμένης ἄλλως νὰ ἐξοικονομηθῇ. Ἐν περιπτώσει δὲ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τὸ Σύνταγμα ὥρισεν (ἄρθρον 37) ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως «πρέπει νὰ διαλαμβάνῃ συγχρόνως καὶ τὴν σύγκλησιν τῶν μὲν ἐκλογέων ἐντὸς τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν, τῆς δὲ Βουλῆς ἐντὸς τριῶν μηνῶν». Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ μάλιστα, θεωροῦσα τὴν ὑπάρχουσαν πρότερον προθεσμίαν τῶν δύο μηνῶν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ τῶν τριῶν διὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς «ὑπεράγαν μακρὰν καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας», ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὴν μὲν πρώτην εἰς ἕνα μῆνα, τὴν δὲ δευτέραν εἰς δύο, ἐγένετο δὲ δεκτὴ ἡ τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως καὶ τῶν τριῶν μηνῶν, ἕνεκα λόγων τεχνικῶν, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως πρὸς ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ διὰ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον πρὸς ἐκδίκασιν αὐτῶν. Αἱ διατάξεις αὗται ἀποδεικνύουν πόσον φειδωλὴ προσεπάθησε νὰ εἶναι ἡ Λαϊκὴ κυριαρχία, προκειμένου νὰ καθορίσῃ τὰ παρεχόμενα εἰς τὸ Στέμμα δικαιώματα ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Καὶ τὸ ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν πρὶν ἢ αὕτη καταρτισθῇ εἰς Σῶμα, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐκδηλωθεῖσαν κυβερνητικὴν θέλησιν. Ἡ διάταξις περὶ διαλύσεως δὲν θεσπίζει, κυρίως εἰπεῖν, βασιλικὸν δικαίωμα ἀλλ’ ὑποχρέωσιν μᾶλλον τοῦ Στέμματος ἀποτελεῖ, ἐνεργοῦντος ὡς ὀργάνου τῆς Πολιτείας ἐντὸς τῶν τεθειμένων εἰς αὐτὸ ὁρίων. Διότι δὲν ἐτέθη ὡς μέσον ἐξουδετερώσεως καὶ συντριβῆς τῆς διὰ τῶν ἐκλογῶν ἐκδηλουμένης Λαϊκῆς θελήσεως· ἐτέθη, τοὐναντίον, ὡς μέσον ἐκκλήσεως πρὸς τὸν κυρίαρχον, ὅπως οὗτος ἐκφράζῃ τὴν κυβερνητικήν του θέλησιν, μέσον δι’ οὗ διατηρεῖται πάντοτε ἐν ἁρμονίᾳ ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται χρῆσις ἢ ὅταν ἡ ὑπάρχουσα Βουλὴ ἔπαυσε νὰ εἰκονίζῃ τὸ δημόσιον φρόνημα, ἢ ὅταν δὲν δύναται νὰ δώσῃ βιώσιμον Κυβέρνησιν, ἢ ἡ ἐνδεδειγμένη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας Κυβέρνησις θεωρῇ ὅτι ὀφείλει νὰ ἀναβαπτισθῇ μετὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν κολυμβήθραν τῆς Λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης, ὅπως ἀντλήσῃ νέον κῦρος πρὸς τὰ ἔργα της. Διαλύεται δὲ ἡ Βουλὴ ἐὰν εὑρίσκεται ἐν διαφωνίᾳ οὐχὶ πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, διότι τούτου ἡ θέλησις καὶ οὐχὶ τοῦ Στέμματος ρυθμίζει τὴν πολιτικὴν τῶν κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων. Ἐὰν ἄλλως ἐφηρμόζετο ἡ περὶ διαλύσεως διάταξις τοῦ Συντάγματος, θὰ ἀντέβαινεν οὐχὶ μόνον πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις τὰς ὁποίας ἀνεφέραμεν, ἀλλὰ πρὸς αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἥτις εἶναι ἡ Λαϊκὴ κυριαρχία. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 δὲν ἦτο ὅσον τὸ νῦν φιλελεύθερον. Χαρακτηρίζον τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως «ἱερόν», οὔτε ὅτι «ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ Ἔθνους», ὥριζεν, οὔτε ὅτι «ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ νόμοι», οὔτε ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἀποφασίζεται ὑπὸ μόνης τῆς Βουλῆς, ἄνευ συμμετοχῆς τοῦ Βασιλέως, ὡς ὁρίζει τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, τὸ ἱδρυμένον ἐπὶ τῆς Λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἄφινε δὲ νὰ θεωρῆται ὅτι ἡ κυριαρχία ἑδρεύει εἰς τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ὅμως ἤρκεσεν ἡ αὐθαίρετος χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως ὑπὸ τοῦ τότε Βασιλέως καὶ ἡ προσπάθεια ἵνα δι’ αὐτῆς καὶ τῶν ἐκλογικῶν ἐπεμβάσεων ἀπορροφήσῃ τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, κατασκευάζων αὐτὴν σύμφωνον πρὸς τὰς ἰδίας του προσωπικὰς θελήσεις, ἤρκεσεν ἡ τοιαύτη χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως νὰ προκαλέσῃ τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1862. Τὴν διαφορὰν τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ἀπ’ ἐκεῖνο ἀποδίδει ἄριστα ὁ δοθεὶς ἐπιστημονικὸς χαρακτηρισμός, καθ’ ὃν ἡ Ἑλλάς, κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ἀπετέλει: «περιωρισμένην Μοναρχίαν», ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἀποτελεῖ «Δημοκρατίαν περιωρισμένην», Δημοκρατίαν μετὰ κληρονομικοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Γεώργιος, δίδων τὸν ὅρκον ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τὴν 19 Ὀκτωβρίου 1863, ἔλεγε διὰ τῆς πρὸς αὐτὴν προκηρύξεως: «ἀναβαίνω τὸν θρόνον, ἐφ’ ὃν μὲ ἐκάλεσεν ἡ ψῆφος ὑμῶν...», ἀναγνωρίζων ὅτι ἐξελέγη Βασιλεὺς κυριαρχικῇ θελήσει τοῦ Ἔθνους. Εἰς δὲ τὰς βασιλευομένας κοινοβουλευτικὰς Πολιτείας, εἰς τὰς βασιλευομένας τουτέστι Δημοκρατίας, ἐκεῖ ὅπου τὸ Σύνταγμα δὲν παρεχωρήθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἐπεβλήθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἑρμηνευτὴς τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι τὸ Στέμμα, ἀλλ’ ὁ λαός, τουτέστιν ὁ κυρίαρχος ἱδρυτὴς αὐτοῦ. Οὔτε πρέπει νὰ παραπλανᾷ ἡ ἀνάγνωσις τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ὥστε νὰ ἑρμηνεύωνται μεμονωμένως ἓν ἕκαστον καὶ ἀπολύτως, κατὰ τὴν γραμματικὴν αὐτῶν ἔννοιαν. Ποία δὲ ἡ ἑρμηνεία, ποία ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, διεκήρυξε μὲν μία μεταπολίτευσις, ἀποδεικνύει δὲ ἡ ἔκτοτε πολιτικὴ ἱστορία τῆς Χώρας. Καὶ ὁ βασιλεὺς Γεώργιος, εὑρεθεὶς κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς βασιλείας του ἐνώπιον ἀνωμάλου πολιτικῆς καταστάσεως, ἔκαμε πλημμελῆ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, παρέχων αὐτὴν εἰς Κυβερνήσεις τῆς ἰδίας του ἐκλογῆς. Ἀλλὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἐξήγειρε τὴν κοινὴν γνώμην, καίτοι μὴ ὥριμον πολιτικῶς ὅσον σήμερον καὶ μολονότι ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τοῦ συστήματος καθ’ ὃ διελύθη ἡ Βουλὴ τῆς Κʹ Περιόδου, Βουλὴ ἐκλεγεῖσα ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἐγκριθεῖσαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ πολιτικὴν καὶ διαλυθεῖσα εὐθὺς ὡς ἐπεχείρησε νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτήν, κατὰ παράδειγμα μοναδικὸν εἰς τὸν ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως πολιτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος δὲν ἐβράδυνε νὰ ἀντιληφθῇ ποῖα ὅρια διέγραφεν εἰς τὸ Στέμμα τὸ πολίτευμα εἰς ὃ ὡρκίσθη καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας τῆς ὁποίας ἐβασίλευεν. Ἐπὶ μακρὰν δὲ σειρὰν ἐτῶν, καθ’ ὅλον τὸν μετέπειτα βίον, παρέσχεν ἑαυτὸν ὑπόδειγμα συνταγματικοῦ Βασιλέως λαοῦ κυριάρχου, ὑπόδειγμα πράγματι Ἀνωτάτου Ἄρχοντος βασιλευομένης Δημοκρατίας. Ἡ τοιαύτη ἐξέλιξις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος παρέχει καὶ τὴν μεγαλυτέραν στερέωσιν εἰς τὸν Θρόνον, διατηροῦσα τὴν λειτουργίαν τῶν ἐξουσιῶν αὐτοῦ ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ. Οὔτε εἶναι μόνον καὶ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς εἰς τὸ τοιοῦτο πολίτευμα ἡ ψήφισις νόμων καὶ ἡ ἔγκρισις τῶν ἐτησίων φόρων, ἀλλ’ ἡ διηνεκὴς κατεύθυνσις τῶν Κυβερνήσεων κατὰ τὴν ἐθνικὴν ἐπιθυμίαν καὶ θέλησιν, ἥτις ρυθμίζει καὶ τὴν πρὸς αὐτὰς ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος. Ἀτυχῶς, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐσημειώθη συστηματικὴ παρέκκλισις ἀπὸ τῆς τοιαύτης κατευθύνσεως ἐξ ὠθήσεων διδομένων ὑπὸ τοῦ Στέμματος, περιβαλλομένου ὑπὸ ὀλεθρίων Συμβούλων. Ἡ τοιαύτη παρέκκλισις ἔφερε καὶ εἰς τὸν ἐκτροχιασμὸν τῆς αὐθαιρέτου καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς Κʹ Περιόδου. Πῶς εἶχεν ἐκλεγῆ ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν εἶναι ἄγνωστον. Αἱ κυβερνητικαὶ συκοφαντίαι καὶ ἡ προβολὴ τοῦ Στέμματος ὑπὸ ἀναξίων αὐτοῦ Συμβούλων εἰς τὴν ἐκλογικὴν κονίστραν, ὡς ἀντιμετώπου τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἠνάγκασαν τοῦτον νὰ ἀπόσχῃ τοῦ ἀγῶνος προσωπικῶς ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸ Στέμμα. Καὶ ὅμως, παρὰ τὴν τοιαύτην ἀποχήν, καὶ παρ’ ὅλας τὰς ἀπακολουθησάσας κυβερνητικὰς ἐπεμβάσεις, καὶ τὴν ἀνευλαβῆ ἐκμετάλλευσιν καὶ αὐτῆς τῆς ἀσθενείας τοῦ Βασιλέως, καὶ παρ’ ὅλον τὸ δίλημμα τὸ ὁποῖον οἱ τοιοῦτοι ἐκμεταλλευταὶ ἠγωνίζοντο νὰ θέσουν ὡς τελικὸν ἐπίγραμμα τοῦ ἀγῶνος, παριστάνοντες τοῦτον ὡς μέλλοντα νὰ κρίνῃ καὶ αὐτὴν τὴν ἐν Ἑλλάδι τύχην τοῦ Βασιλέως, ὁ λαὸς δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποφανθῇ πανηγυρικῶς καὶ δι’ ὀγκώδους πλειονοψηφίας ὅτι προκρίνει τὴν πολιτικὴν τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο ἀπεφάνθη ὁ λαὸς ἐν τῷ κυριαρχικῷ του δικαιώματι, καὶ ἐκλήθη ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἐγκριθεῖσαν πολιτικήν, καὶ ἐνέκρινεν ἡ Βουλὴ τὴν πολιτικὴν ταύτην, τὸ Στέμμα ἐξαναγκάζει τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην εἰς παραίτησιν, ἵνα φθάσῃ ἀμέσως κατόπιν καὶ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, περιϋβρισθείσης μάλιστα κατὰ τρόπον ἐκθέσαντα καὶ τὸν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὀφειλόμενον ὑπὸ τοῦ Στέμματος σεβασμόν. Εὑρέθημεν οὕτω καὶ εὑρισκόμεθα ἔκτοτε ἐνώπιον ἀνατροπῆς τῆς Λαϊκῆς κυριαρχίας, ὥστε νὰ περιέλθωσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶσι καὶ αὐταὶ αἱ Προστάτιδες τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεις καὶ ἐγγυήτριαι τοῦ Συντάγματος ὑπὲρ τῶν καταπατηθέντων δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ. Τὴν ἀνατροπὴν ταύτην καλούμεθα ἤδη, μετὰ τὰ τελευταῖα γεγονότα, νὰ ἐπανορθώσωμεν, ἀποκαθιστῶντες τὸ Σύνταγμα ἐπὶ τοῦ θεμελίου τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἀπαραίτητος δὲ πρὸς τοῦτο, ὑπὸ τὰς ὑφισταμένας συνθήκας, ἐνέργεια εἶναι ἡ ἀνάκλησις τοῦ Διατάγματος δι’ οὗ διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη καὶ ἡ πρόσκλησις αὐτῆς εἰς τὰ ἔργα της.
ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΑΤΕ,
Ἡ τοιαύτη ἀποκατάστασις ἐγκαινιάζει τὴν νέαν ὑπὸ τὴν Ὑμετέραν Βασιλείαν πολιτικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπισφραγίσῃ καὶ θὰ στερεώσῃ ἡ ἐν τῇ εὐθέτῳ ὥρᾳ κληθησομένη Ἐθνοσυνέλευσις. Ἡ δὲ ὑπογραφὴ τοῦ Διατάγματος τούτου ὑπὸ τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος θὰ ἀποτελέσῃ τὴν εὐέλπιδα ἀπαρχὴν εἰς τὴν περίοδον ταύτην ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Θρόνου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Ἰουνίου 1917.
ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ
Ὁ Πρόεδρος
ΕΛΕΥΘ. Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ
Τὰ μέλη Νικόλ. Πολίτης, Ἰω. Τσιριμῶκος, Ἐμμ. Ρέπουλης, Δ. Δίγκας, Μιλτ. Νεγρεπόντης. Κ. Σπυρίδης, Ἀλ. Παπαναστασίου, Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος,
Σπυρ. Σίμος, Παῦλος Κουντουριώτης, Λεων. Ἐμπειρῖκος
ΠΡΑΚΤΙΚΟΝ ΕΝΑΡΞΕΩΣ
ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΗΣ Βʹ ΣΥΝΟΔΟΥ–ΤΗΣ Κʹ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
Ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου, συνελθόντων τῶν κ.κ. βουλευτῶν τὴν 12 Ἰουλίου 1917, κατὰ τὴν διὰ τοῦ προγράμματος ὁρισθεῖσαν ὥραν 10 π.μ., κατέλαβον τὰς ἕδρας τοῦ μὲν προσωρινοῦ Προέδρου ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Κων. Ἀλαβάνος, πρῶτος κατὰ τάξιν ἐκλογῆς ἐκ τῶν Ἀντιπροέδρων τῆς παρελθούσης Συνόδου, τῶν δὲ Γραμματέων οἱ κ. κ. Βασ. Κυρέλλος, βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ Παναγ. Φλέσσας, βουλευτὴς Μεσσηνίας. Ταυτοχρόνως προσῆλθον ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ αἱ πολιτικαὶ καὶ στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ τῆς πρωτευούσης. Μεθ’ ὃ ὁ αἰδεσιμώτατος ἀρχιμανδρίτης κ. Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ἐτέλεσε μετὰ τῶν παρ’ αὐτῷ ἱερέων καὶ διακόνων τὸν εἰθισμένον ἁγιασμόν, ἁγιάσας καὶ εὐλογήσας τούς τε κ.κ. βουλευτὰς καὶ τὸ Βουλευτήριον. Ἀκολούθως ἐκηρύχθη ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως. (Ὥρα 10.30′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς Β. Διάταγμα: (Ἀναγι-
νώσκει)
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύσσομεν τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βʹ τακτικῆς Συνόδου τῆς Κʹ βουλευτικῆς περιόδου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνακοινώσει τὸ παρὸν Διάταγμα εἰς τὴν Βουλὴν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰουλίου 1917.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
ΕΛΕΥΘ. Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ μὴ ὁρκισθέντες κ.κ. βουλευταὶ νὰ προσέλθωσιν ὅπως δώσωσι τὸν ὅρκον.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχουσι.
§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχεται ὅπως ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προεδρείου ὁρισθῇ εἰς ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλατε ὑμεῖς κρίνει ὅτι ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν ταύτην).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10.45′ π.μ.)