1916.05.24
3,569 rows · 27,199 words · 148 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΝΔʹ.
ΤΗΣ 24 ΜΑΪΟΥ 1916
Προεδρία κ. Μ. ΘΕΟΤΟΚΗ.
(Ὥρα 6.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα. Οἱ εἰσαγωγεῖς Ἑλληνικῶν προϊόντων εἰς τὴν Ἀμερικὴν ζητοῦσι δι’ ἐπιτροπῆς των, νὰ μεριμνήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἄρσιν τῶν περιοριστικῶν μέτρων τῆς εἰσαγωγῆς. Ἡ Ἀρετὴ χήρα Θρασυβούλου Παπακωνσταντίνου, τῆς ὁποίας ὁ σύζυγος ἀπέθανεν, ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ, ὡς λοχίας, ζητεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Μεγάλης Γοτίστης τῆς Ἠπείρου παραπονοῦνται διὰ τὸν καταρτισμόν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου. Ὑποβολὴ παραπόνων τοῦ ἰατροῦ Ν. Μιχαλακέα. Ἐπίστρατοι μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Γυμνασίων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιτραπῇ νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις. Ἐπίστρατοι φοιτηταὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως τὰ ἑσπερινὰ ἀναγνωστήρια τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης λειτουργῶσι καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ ἔτους. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Βαψωρίου τοῦ Νομοῦ Φλωρίνης παραπονοῦνται κατὰ τοῦ δεκατιστοῦ, ὡς καταπιέζοντος αὐτούς. Οἱ ὑπογραμματεῖς καὶ δικαστικοὶ γραφεῖς τοῦ Πρωτοδικείου Γρεβενῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως αὐξηθῇ ὁ μισθός των. Ὁ λαὸς τῆς κοινότητος Καμινίων παρακαλεῖ, ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος τῆς κατασκευῆς τοῦ διδακτηρίου ἀρρένων Πιεράκος. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κιλελέρ, τῶν ὁποίων τὰ σιτηρὰ κατεστράφησαν ὑπὸ τῆς χαλάζης, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ αὐτῶν. Ἐπιτροπὴ Συνδέσμου καπνεργατῶν, Σωματείου κρεωπωλῶν καὶ ἄλλων, Καρδίτσης, παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῶσι σύντονα μέτρα ὑπὲρ τοῦ πεινῶντος ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ. Ὁ Πρόεδρος καὶ τὰ μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος Ἅγιος Φραγκίσκος, βαθέως εὐγνωμονοῦσι τὸν ἐκεῖ Πρόξενον Βαρσαρδάκην διὰ τὰ ἐθνικὰ αὐτοῦ φρονήματα, παρακαλοῦσι δὲ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, Βουλευτήν, νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν, ἥτις προέρχεται ἐκ τῶν αὐτῶν σκευωριῶν καὶ μηχανορραφιῶν, ὧν αὐτὸς καὶ ὁ Πρεσβευτὴς Κορομηλᾶς ὑπῆρξαν θύματα. Οἱ ἐν Κιλκὶς ἐγκατασταθέντες πρόσφυγες ἐκ Καυκάσου παραπονοῦνται κατὰ τῆς ὑποεπιτροπῆς τῶν προσφύγων Κιλκίς. Ὁ ἐκ Σαμαρίνης τῆς Μακεδονίας ὁπλαρχηγὸς Κ. Ρίζος ἢ Ξανθόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ μικρὰ σύνταξις. Οἱ ἐπιτηδευματίαι Κεφαλοβρύσου παρακαλοῦσιν, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀκύρωσις τῶν παρανόμως κατ’ αὐτῶν ἐκδοθεισῶν ἐκθέσεων περὶ παρανόμου δῆθεν ὑπ’ αὐτῶν ἀσκήσεως ἐπιτηδεύματος. Ἡ Σχολικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Κοινότητος Σκαλοχωρίου παρακαλεῖ, ὅπως ἀπολυθῇ ἐκ τοῦ στρατοῦ ὁ δημοδιδάσκαλος Θ. Παπαθανασίου μέχρι πέρατος τῶν μαθημάτων. Ἐπιτροπὴ ἐκ Καλαμῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν φόρων ἐπὶ διετίαν οἱ κάτοικοι τῶν ἐκ τῆς χαλάζης καταστραφέντων χωρίων Μπιζμπαρδίου καὶ Ἀριοχωρίου καὶ χορηγηθῇ δάνειον ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς αὐτούς. Ἐπιτροπὴ κατοίκων Ἀνθείας παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν φόρων ἐπὶ διετίαν οἱ κάτοικοι τῶν ἐκ τῆς χαλάζης καταστραφέντων χωρίων Ἀριοχωρίου, Βραχάταγα, Μπιζμάρδι καὶ Ἀνθείας, καὶ χορηγηθῇ εἰς αὐτοὺς δάνειον ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ Σωματεῖον τῶν τεχνητῶν μακαρονοποιΐας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν μελῶν αὐτοῦ, καθ’ ὅτι, ἕνεκεν τοῦ ἀκαταλλήλου τῆς ποιότητος τῶν ἀλεύρων τὰ ἐργοστάσια μακαρονοποιΐας ἔπαυσαν νὰ ἐργάζωνται. Ὁ ἐκ Σύρου καθολικὸς ἱερεὺς Μ. Ἀλτουδᾶς παρακαλεῖ, ὅπως διορίζωνται διδάσκαλοι τῶν δημοτικῶν σχολείων καὶ οἱ ἀπόφοιτοι τῆς καθολικῆς ἱερατικῆς σχολῆς. Ἐπιτροπὴ κατοίκων χωρίων Ἀριοχωρίου καὶ Βραχάταγα παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν φόρων ἐπὶ διετίαν οἱ κάτοικοι τῶν ἐκ τῆς χαλάζης καταστραφέντων χωρίων Ἀριοχωρίου, Βραχάταγα, καὶ Μπιζμπαρδίου, χορηγηθῇ δὲ δάνειον ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς αὐτούς. Ὁ Κ. Μήλιος παρακαλεῖ, ὅπως περιληφθῇ εἰς τὸ «περὶ ἁλυκῶν νομοσχέδιον» καὶ τὸ ἐν τῇ νήσῳ Μήλῳ ῥέον ἁλατοῦχον ὕδωρ. Κάτοικοι Μαργαριτίου παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῇ παράτασις πρὸς εἴσπραξιν κτηματικοῦ φόρου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Μεσσήνης ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς παρακαλεῖ, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ ἀναγκαιοῦσα πίστωσις πρὸς συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου. Κατάδικοι ἐν ταῖς ἐπανορθωτικαῖς φυλακαῖς Χαλκίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ «περὶ ἀναστολῆς τῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος καὶ ἐντεῦθεν ἐπιβεβλημένων ποινῶν» νομοσχέδιον. Οἱ πανδοχεῖς Θεσσαλονίκης, ὧν τὰ πανδοχεῖα ἐπετάχθησαν ὑπὸ τοῦ στρατοῦ, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως. Ὁ λαὸς Βρασιῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ ἐλαίου εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ μὴ ψηφισθῇ ἡ μελετωμένη νέα φορολογία αὐτοῦ. Οἱ γονεῖς τῶν ἐκ τοῦ Οὐλαμοῦ τῶν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν τοῦ Πυροβολικοῦ διαγραφέντων μαθητῶν, παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Ὁ Βουλευτὴς Βερροίας Ἀλῆ Δεμὲρ παραπονεῖται, διότι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ διαμαρτυρίαι τῶν κατοίκων Βερροίας καὶ διότι παρεβιάσθη ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία του. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Παπαγαγῶν ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου περὶ μὴ προσαρτήσεως τῆς Μονῆς Μακελλαρίας εἰς τὴν τῆς Ἁγίας Λαύρας. Οἱ Β. Δῶρος, Γ. Τσέλλος, Ε. Κωφός, Λ. Τσαμπούλους, κάτοικοι Ἐδέσσης, καὶ Δ. Σίσσας κάτοικος Βερροίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ πληρωθῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ Βʹ Πεζικοῦ Συντάγματος ἐπιταχθέντα ἐδώδιμα. Ἡ πρόσφυξ Αἰκατερίνη Ἰωαννίδου, μαθήτρια τοῦ Ἀρσακείου, ἀσθενὴς καὶ στερουμένη πόρων, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ μικρὸν χρηματικὸν βοήθημα δι’ ἐράνου τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Οἱ Πρόεδροι ὅλων τῶν Σωματείων Καβάλλας, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ τὸν ἐπισιτισμὸν τῆς πόλεως, διότι ἀπειλοῦνται ἔκτροποι σκηναί, ἕνεκα τῆς πείνης. Οἱ ναυαγοὶ «Ἑλένης» καὶ «Ρούμελης» Παντολέοντος, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα, διότι λοιμοκτονοῦσιν ἐν τῷ Λοιμοκαθαρτηρίῳ Σαλαμῖνος. Οἱ κάτοικοι Καρλοβασίων Σάμου ἐκφράζουσι τὴν ἀγανάκτησίν των κατὰ τοῦ Ἀθηναϊκοῦ Τύπου, ὡς δημοσιεύοντος ψευδεῖς εἰδήσεις κατ’ αὐτῶν καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα πρὸς τακτικὸν ἐπισιτισμὸν τῆς νήσου. Ὁ μαθητὴς τῆς Δασοκομικῆς Σχολῆς Βυτίνης Ἰωάννης Σπυρόπουλος ζητεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ ἀναβολὴ κατατάξεως πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς σπουδῆς του. Τὰ Ἐργατικὰ καὶ Ἐπαγγελματικὰ Σωματεῖα Βόλου, Λαρίσης καὶ Κοινοτήτων Πηλίου ὑποβάλλουσι διάφορα αἰτήματα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου. Ἡ ἐξ Ἄρτης Χρηστίνα χήρα Μιχαὴλ Κλεωνάκου, τῆς ὁποίας ὁ σύζυγος ἐφονεύθη κατὰ τὸν Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον, ὡς ἀνθυπασπιστής, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις λοχαγοῦ, ὡς ἔχοντος τοῦ συζύγου της 28ετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατεύματι. Παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑ ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγγραφῶν καὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων τῶν φοιτητῶν». Παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Β. Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΥ ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 617 περὶ ἀσκήσεως τῶν ἰατρικῶν ἐπαγγελμάτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». Παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Κ. ΚΥΡΙΤΣΗ ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεως ἐν τοῖς νόμοις ΔΝΔʹ καὶ 423 περὶ ἀπαλλαγῆς ἀγροτικῶν κτημάτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν βαρῶν». Παρὰ τῶν Βουλευτῶν κ. κ. ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗ καὶ Δ. ΚΑΖΑΚΗ ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ἐγγραφῆς καὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων τῶν φοιτητῶν. Παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Β. Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΥ ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ διαθέσεως ὑπὲρ τοῦ νοσοκομείου Χανίων τῶν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Μοναστηριακοῦ Ταμείου Χανίων καταβαλλομένων μέχρι τοῦδε ἐτησίως πρὸς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δρχ. 5.000». Παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗ ὑποβάλλεται τροποποίησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. ΚΑΖΑΚΗΣ, ΧΑΡΙΣΙΑΔΗΣ, ΣΤΟΥΓΙΑΝΝΑΚΗΣ, ΠΑΝΤΟΣ κλπ. ὑποβάλλουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ κωδικοποιηθέντος ὑπ’ ἀριθ. 425 νόμου περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Παρὰ Βουλευτῶν ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ». Παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Β. Ρ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΥ ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ συστάσεως Ἱερατικοῦ Ταμείου τοῦ Ἐνοριακοῦ Κλήρου Κρήτης». Ὁ Βουλευτὴς Κοζάνης κ. Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ἄδειαν ἀπουσίας ἑνὸς μηνός. Ἐπίσης ὁ Βουλευτὴς Χανίων κ. Ε. ΠΑΠΑΔΕΡΟΣ ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ἄδειαν ἑνὸς μηνός. Ἡ Βουλή, ἐρωτωμένη παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, παρέχει τὰς αἰτουμένας ἀδείας. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς συνεπληρώθη διὰ τοῦ κ. Α. Τ. ΜΠΑΣΙΑ. Ἐπίσης, ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν τῆς προτάσεως νόμου «περὶ κατασκευῆς κεντρικῆς λεωφόρου ἐν Ἀθήναις», συνεπληρώθη διὰ τοῦ κ. Φ. Μοσχούλα.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Κράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§3Π. ΚΡΑΛΛΗΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς ὁμιλίας μου, Κύριοι Βουλευταί, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μικρὰν παρέκβασιν, σχετικῶς μὲ κἄποιαν τάσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἡ ὁποία παρετηρήθη ἀπὸ καιροῦ, προκειμένου περὶ τῶν Βουλευτῶν τῶν Νέων Χωρῶν. Ἀγνοῶ καὶ ἐγώ, διατί, πολλάκις, παρεξηγοῦνται, οἱ θέλοντες νὰ ἔχωσιν ἰδίαν γνώμην. Ἴσως, ὑπάρχει κἄποια ἰδέα, ὅτι δὲν ἔχομεν ἴσα δικαιώματα... (Διαμαρτυρίαι).
§4Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τὰ λέγετε αὐτά;
§5Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγηται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, ὅτι ὑπάρχουσι Βουλευταί, ἔχοντες περισσότερα δικαιώματα. Ὅλοι εἴμεθα Βουλευταὶ τῆς ἐλευθέρας Πατρίδος, ἴσοι.
§6Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἡμεῖς, αὐτὸ ἀντιλαμβανόμεθα.
§7ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματά του.
§8Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο εἶναι ἀληθές. Ἀπὸ κανένα δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς δώσῃ τὴν θέσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἡ ὁποία μᾶς ἀνήκει. Διαδηλῶ, ὅτι ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ λέγωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ εἴπωμεν.
§9Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς δὲν εἶσθε τῶν Νέων Χωρῶν.
§10Π. ΚΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐγνώριζον οἱ Βουλευταὶ ποίας ἐπιθέσεις ὑφιστάμεθα πάντοτε ἡμεῖς, οἱ τῶν Νέων Χωρῶν, ἰδίως οἱ Βουλευταὶ Θεσσαλονίκης, ποίας ζημίας ἔχομεν ἀτομικάς, μέχρι ποίου σημείου ἔφθασαν νὰ μᾶς συκοφαντοῦν, καὶ νὰ μᾶς καταγγέλουν, ἀλλοία θὰ ἦτο ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἦτο ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις γνωρίζει, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ καταγγελίαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, γνωρίζει, ὅτι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, καὶ αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις, τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύομεν, τὸ θάρρος ν’ ἀντιστρατευθῶμεν ἐναντίον πάσης παρανομίας. Πλέον ἢ ἅπαξ αἱ ἐπαγγελματικαὶ ὀργανώσεις Θεσσαλονίκης ἠρνήθησαν νὰ ὑπακούσουν εἰς κελεύσματα τῶν ἰσχυρῶν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι οὐδέποτε δημιουργῶ ζητήματα ἐκ τοῦ μὴ ὄντος, καὶ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλήν, ὅσον τὸ δυνατόν, ὀλιγώτερον, καὶ σήμερον, ἐπίσης, θὰ εἴπω, ἄνευ περιστροφῶν, ὅ,τι ἀκριβῶς σκέπτομαι. Ὀφείλω ὅμως νὰ τονίσω, ὅτι βλέπω πολλούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ ὁμιλήσουν, ἀλλ’ ὁ φόβος μὴ τυχὸν παρεξηγηθῶσι καὶ ἡ διάφορος ἀντίληψις τῆς Βουλῆς τοὺς σταματοῦν. Ὀφείλω νὰ τοὺς εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπανέκαμψα ἐκ Μακεδονίας καὶ εἶδον κατὰ τίνα τρόπον σκέπτονται οἱ Βουλευταί, ὅτι εὑρίσκωνται ἐκεῖ καὶ ποῖος ὁ πόνος τοῦ λαοῦ. Τοῦτο πρέπει νὰ καταστῇ γνωστό, καὶ εἰς τοὺς Κυβερνήτας καὶ εἰς τὴν Βουλήν, διότι πάσχει μία ὁλόκληρος περιφέρεια τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἐπὶ τριετίαν δὲν εἶδεν ἡσυχίαν. Ἡμεῖς, κ. Βουλευταί, οἵτινες πρό τινων ἡμερῶν εὑρισκόμεθα εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ γνωρίζομεν τὴν δυσκολωτάτην θέσιν τοῦ λαοῦ μας, δὲν βλέπομεν νὰ ὑπάρχῃ καμμία ὠφέλεια, ἐὰν ἐπιρρίψωμεν τὰς εὐθύνας εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ὁμάδα τῶν ἐμπολέμων. Εἴμεθα Κράτος μικρὸν καὶ ὁ λαὸς θὰ ὑποστῇ ἀμέσως τὰς συνεπείας τῆς γνώμης, ἣν συνήθως ἐκφέρομεν ἐνταῦθα κατὰ τοῦ μὲν ἢ τοῦ δὲ συνδυασμοῦ. Ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχε γεγονότα, τὰ ὁποῖα τοῦ κατήγγειλα τηλεγραφικῶς. Πρὸς τί, λοιπόν, νὰ ἀπασχολούμεθα, ἐκπέμποντες μύδρους κατὰ τῶν ἐμπολέμων ὁμάδων καὶ ζητοῦντες εὐθύνας ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης; Μόλις ἤλθομεν ἐνταῦθα κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, γνωρίζοντες δ’ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι πλεῖστα ζητήματα εὑρίσκονται εἰς πολὺ κρίσιμον σημεῖον, ἐπανειλημμένως, ἐρωτήσαμεν τοὺς Κυβερνῶντας τὴν Χώραν, ποία ἦτο ἡ γνώμη των, τί ἐσκέπτοντο καὶ πῶς ἠδυνάμεθα νὰ ὁδηγήσωμεν τοὺς συμπολίτας μας τῆς περιφερείας ἐκείνης, ὅπως, κατὰ τὸ δυνατόν, ἐξασφαλίσωσιν, ἂν ὄχι τὸ πᾶν, ἀλλ’ ὅ,τι ἦτο δυνατόν, προχείρως. Ἐπανειλημμένως συνεσκέφθημεν μετ’ ἄλλων Μακεδόνων Συναδέλφων, καὶ τελευταίως, κατὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀπεστείλαμεν ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ σαφεῖς ἀπαντήσεις ἐπὶ ὡρισμένων σημείων, ἐκ τῆς ἀντιλήψεως δὲ τῆς ἰδιαιτέρας ταύτης ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεσκέφθη καὶ ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχομεν ἀποκομίσει τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδετερότης ἦτο, ὅπως ὅλοι τὴν ἔχομεν ἀντιληφθῆ, οὐδετερότητα ὑποστηριζομένην ὑπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Σήμερον βλέπομεν, ὅτι, πρὸ τῆς βίας, ἔκρινεν ἡ Κυβέρνησις σκόπιμον νὰ ὑποχωρήσῃ. Δὲν παραδέχομαι ὀρθὴν τὴν ἀντίληψιν ταύτην, ἐν τούτοις δὲν ἀντιλέγω, ἀφοῦ ὑπάρχει συμφωνία ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῆς ἁρμοδίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Ἀλλά, κατόπιν τούτων, προβάλλουσι δύο ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν δηλώσεις διὰ τὴν λύσιν των. Πῶς θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία τοῦ λαοῦ ἐκείνου καὶ ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα ἡ ἐπιστράτευσις ἢ ὄχι. Παρὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ λαοῦ μας, ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀρκεταὶ ἐγγυήσεις, καὶ ὅτι ὁ Μακεδονικὸς λαὸς δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχῇ. Ἀλλὰ γνωρίζομεν, ἐκ προηγουμένων γεγονότων, ὅτι εἰς τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν ἔδαφος εἰσῆλθον καὶ ἔνοπλα στίφη καὶ τακτικὰ σώματα στρατοῦ, τὰ ὁποῖα συνέλαβον πολίτας, τοὺς ὁποίους καὶ ἀπήγαγον καὶ ὑπάρχει κομβολόγιον ὁλόκληρον τοιούτων γεγονότων, διὰ τὰ ὁποῖα, δυστυχῶς, ἡ Κυβέρνησις, ναὶ μὲν ἔπραξε τὸ πᾶν, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε νὰ τοὺς διαφυλάξῃ, ἢ ἀπελευθερώσῃ καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν ὑπάρχουσι σήμερον ἐν τῇ ζωῇ. Ἐπίσης, ἐπὶ τοῦ πρώην Σερβικοῦ ἐδάφους συνελήφθησαν ἄνθρωποι, ἄξιοι πάσης ἐκτιμήσεως, ἀπήχθησαν ἄγνωστον ποῦ καὶ δὲν κατωρθώθη εἰσέτι ἡ ἀπελευθέρωσις αὐτῶν, εἰς ἄλλα δὲ μέρη, ἐντὸς αὐτῶν τῶν πόλεων, ἐφονεύθησαν ὁμογενεῖς. Ὅλα αὐτὰ εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζουσι τοὺς ἰδιαιτέρους ἀντιπροσώπους τῶν μερῶν ἐκείνων νὰ θέσωσι τὸ ἐρώτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· πῶς θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία τῶν Μακεδόνων, ὅταν ἐπὶ ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ ἐδάφους συνέβησαν τοιαῦτα, καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν κατώρθωσε; Προχθές, ἀκόμη, ἔντιμος ἱερωμένος ὁ Νικόδημος, ὅστις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ὄργανον ξένης προπαγάνδας, διότι εἶναι κληρικὸς καὶ γνωστὸς διὰ τὸν χαρακτῆρά του, ἀπῆλθεν ἐκ τοῦ Μοναστηρίου, ὅπου διέμενε, καὶ ἀγνοεῖται ἡ τύχη του. Ἤδη, ὅταν εἰσῆλθον οἱ Βούλγαροι καὶ κατέλαβον Ἑλληνικὰ ἐδάφη, ὅταν ἀρχίσουν τὰ πάθη λαμβάνοντα τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν τὰ πάθη τῶν ἐνόπλων στίφων, καὶ ἀρχίσῃ δῃουμένη καὶ καταστρεφομένη ἡ χώρα, ἡ ὁποία ὑπέστη ἤδη τὰς συνεπείας πολέμων καὶ ἐμπολέμου καταστάσεως, τὶς θὰ ἐγγυηθῇ διὰ τὴν χώραν αὐτήν; Ἔχομεν δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, προηγουμένας, ὅτι καὶ ἔγγραφοι ὑποσχέσεις καὶ συνθῆκαι πολλάκις δὲν ἰσχύουσι καὶ ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας τὸ δίκαιον κανονίζεται κατὰ τὸ συμφέρον τῶν ἰσχυρῶν. Λοιπόν, κατὰ τήν γνώμην ταύτην, πρέπει ὁ λαὸς νὰ φύγῃ ἀπ’ ἐκεῖ; Πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Μακεδονικὸν λαὸν σήμερον, ὅτι εὑρίσκεται ἐν κινδύνῳ καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ μὴ ὑποστῇ τὰς φοβερὰς συνεπείας; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα, τὸ σχετικὸν μὲ τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ λαοῦ τῆς Μακεδονίας. Ἔρχεται τὸ ἕτερον ἐρώτημα, τὸ ἐρώτημα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Βεβαίως, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἁρμόδιοι νὰ κρίνωμεν, διατὶ καὶ πῶς διατηρεῖται ἡ ἐπιστράτευσις. Ἀλλ’ ἡ δυστυχία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ πενία αὐτοῦ, δημιουργεῖ εἰς αὐτὸν δεινά. Πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν γνωρίζομεν τὶ ὑποφέρουν αἱ οἰκογένειαι ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι, ἐφ’ ὅσον ἔβλεπον κἄτι τι, ἕνα σκοπὸν τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὸν ὁποῖον ἀντελαμβάνετο ὁ καθείς, βεβαίως, δὲν θὰ ἐδυσανασχέτουν. Ὅταν ὅμως βλέπουν, ὅτι ὁ σκοπὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνετο καὶ ὁ ἁπλούστερος πολίτης, ἐξέλιπεν ἢ δὲν ἐξετελέσθη, δι’ οὕς βεβαίως λόγους γνωρίζουσιν οἱ ἁρμόδιοι, θά εἶναι λίαν ἀνακουφιστικὸν διὰ τὸν λαὸν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διατὶ συντηρεῖ τήν ἐπιστράτευσιν, ἢ ἄν σκέπτεται νὰ κάμῃ ἀποστράτευσιν. Εἶναι τῆς γνώμης, ἴσως, τινὲς τῶν Βουλευτῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φαίνωνται διαφωνοῦντες πρὸς τήν Κυβέρνησιν, ἢ μᾶλλον, κατὰ τήν γνώμην μου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τήν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης αὐτῶν καὶ νὰ λέγωσι τὰ πράγματα ὅπως ταῦτα ἔχουσι καὶ συμβαίνουσιν. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, ὡς καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι Συνάδελφοι, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο διαφωνοῦμεν. Σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἔχει μίαν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ζημία διὰ τήν Κυβέρνησιν, ἐὰν πέντε, δέκα, εἴκοσι, τριάκοντα Βουλευταὶ εἴπωσι τήν γνώμην των, καὶ ἡ γνώμη αὐτῶν συμπέσῃ νὰ εἶναι ἐναντία πρὸς τήν ἀντίληψιν, τήν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἴσως μάλιστα, θὰ ἦτο καὶ ὠφέλιμον, ἐὰν φανῇ τὶ σκέπτονται, πῶς κρίνουσι τὰ πράγματα καὶ ἐπὶ ποίων ζητημάτων καὶ βάσεων στηρίζονται οἱ ἔχοντες τοιαύτην ἀντίθετον γνώμην Βουλευταί. Ἴσως θὰ ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἀντιδράσεως αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἔχῃ περισσότερα ἐπιχειρήματα νὰ ἐπιτύχῃ ὠφελήματα ὑπὲρ τοῦ ἡμετέρου Ἔθνους, διότι, ὡς γνωρίζετε πάντες, οὐ μόνον ἐκ τῆς οὐδετερότητος δὲν ὠφελήθημεν, ἀλλ’ οὔτε ἐκ τῆς εὐμενοῦς οὐδετερότητος ὠφελήθημεν, ἐνῷ ἄλλα Ἔθνη ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς οὐδετερότητος μέγιστα ὠφελήθησαν.
§11Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατόπιν τῆς ἀναλυτικωτάτης ρητορικῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Στράτου κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν, βεβαίως, ὀλίγα θὰ εἶχέ τις νὰ προσθέσῃ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, τούτου ἕνεκα, ζητῶ τὴν συγγνώμην τῆς Βουλῆς, ἐὰν θὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπί τινα λεπτά. Θεωρῶ ὅμως καθῆκον παντὸς Ἕλληνος πολίτου, παντὸς Ἕλληνος Βουλευτοῦ, κατὰ μείζονα λόγον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκπέμψῃ τὴν διαμαρτυρίαν του διὰ τὰ γινόμενα, τόσον ἐκ τῆς μιᾶς, ὅσον καὶ ἐκ τῆς ἄλλης τῶν διαμαχομένων μερίδων. Βεβαίως, ἐὰν ἡ διαμαρτυρία μας ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσακουσθῇ, καὶ ἐὰν ἡ διαμαρτυρία μας εἶχε τὴν δύναμιν, ὥστε νὰ μεταπείσῃ ἑκάτερον συνδυασμὸν τῶν διαμαχομένων, βεβαίως, ἐπειδὴ αὕτη θὰ ἀπηυθύνετο, ἰδίως πρὸς τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, οὗτος καὶ μόνον θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀκούσῃ. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Πανευρωπαϊκοῦ πολεμικοῦ συναγερμοῦ, ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη αἰσθηματικῶς τεταγμένη παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς μιᾶς τῶν διαμαχομένων μερίδων, κατὰ τὴν γνώμην μου δέ, δὲν θὰ ἤργει ἡ νοερὰ αὕτη ὑποστήριξις πρὸς τὸν τοῦ ἀγῶνος τῆς Ἀντάντ, νὰ ἐλάμβανε καὶ τὴν στρατιωτικὴν μορφήν, ἐὰν μὴ ἡ Συνεννόησις ἐθεώρει τὴν Ἑλλάδα φέουδον τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐπὶ τὸν ὁποῖον ἐστήριξε τὴν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ἐφαρμοσθεῖσαν ἀτυχῆ πολιτικὴν αὐτῆς. «Ἡ Ἑλλὰς εἶμαι ἐγώ», εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὁ κ. Βενιζέλος, οὗτοι δὲ προσεποιήθησαν, ὅτι ἐπίστευσαν τὸ δόγμα τοῦ μεγάλου ἀνδρός. Ἔκτοτε, πᾶσαν παρεκτροπήν, πᾶσαν παρανομίαν, πρὸς τὰ ἄνω ἢ πρὸς τὰ κάτω κατευθυνομένην, πᾶσαν μεγαλοφυᾶ ἐπιβουλὴν κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους διενεργουμένην διὰ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ, οὐ μόνον ἐπεκρότησεν ἡ Συνεννόησις, ἀλλὰ καὶ ἐνεργῶς ἐπεβοήθησε διὰ διαφόρων μέσων, καὶ ἰδίως διὰ τοῦ σταγονομετρικοῦ σιτισμοῦ τῆς Χώρας ἡμῶν, προσπαθοῦσα νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν γνώμην τοῦ Παμβαλκανικοῦ μεγαλαϋδεάτου! Τὶς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι Βουλευταί, δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων μου; Καὶ τὶς ἐξ ὑμῶν καὶ ἐκτὸς ὑμῶν δύναται νὰ μὲ ἀντικρούσῃ, λέγοντα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρὸ πολλοῦ θὰ εἶχε ταχθῆ παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Συνεννοήσεως, ὠθουμένη ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, τὴν ζυμωθεῖσαν ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα μὲ τὴν ἰδέαν τῆς εὐγνωμοσύνης καὶ τῆς φυσικῆς ἀγάπης, πρὸς τὰ τρία Κράτη, τὰ ἀποτελοῦντα τὸν συνδυασμὸν τῆς Συνεννοήσεως; Καὶ τὶς ἐξ ὑμῶν, τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συμπαρεδρευόντων, καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης δημοκοπούντων, δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐξέλιξιν τῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Πανευρωπαϊκοῦ πολέμου ἐπισήμων διαπραγματεύσεων, τῶν ἑκάστοτε Κυβερνησάντων τὴν Χώραν ἡμῶν, ἐπὶ βάσεων διαφόρων μέν, ἀλλὰ πρὸς τὸ αὐτὸ φερουσῶν ἀποτέλεσμα· ἀρχικῶς αἱ βάσεις αὗται ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ εἶναι ἀρεσταὶ μόνον εἰς τὰς Δυνάμεις τῆς Ἀντάντ, ὄχι καὶ συμφέρουσαι διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀργότερον ὅμως αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἔλαβον τοιαύτην μορφήν, ὥστε, ἐὰν αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως ἐνέδιδον, βεβαίως, ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶχεν ἐξέλθει πρὸ πολλοῦ ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Ἀτυχῶς, αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως ἐπολιτεύθησαν κατὰ τοιοῦτον ἐχθρικὸν τρόπον, τείνουσαι εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν παντὸς παράγοντος τῆς Χώρας ἡμῶν, ὄχι διότι ἐπίστευσαν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο διατεθειμένη νὰ τοὺς ἐμπαίξῃ, ὅπως ἄλλα Βαλκανικὰ Κράτη τὰς ἐνέπαιξαν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ τὰς ἐμπαίζωσιν, ὄχι διότι ἐζήτησαν ἀπ’ αὐτῆς τὴν στρατιωτικὴν συνδρομὴν καὶ τὴν ἠρνήθη αὕτη, ὄχι διότι ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς δὲν ἦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τεταγμένος παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν, ἀλλά, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀρχίζοντες ἀπὸ τὸν Μέγαν αὐτοῦ Βασιλέα μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου, δὲν ἔκαμψε τὸν αὐχένα, ὑψῶν τὰς χεῖρας αὐτοῦ πρὸς τὸν Μεσίαν καὶ λέγων· «Μεγάθυμε ἄνερ, γένοιτο τὸ θέλημά σου!» Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἀντὰντ ἐπολιτεύθη μέχρι σήμερον ἀπέναντι ἡμῶν, καθ’ ὃν τρόπον ἐπολιτεύθη. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου, Κύριοι Βουλευταί. Ἀναπτύσσων τὴν γνώμην ταύτην, δὲν ἐσκόπουν, βεβαίως, νὰ μειώσω τὸν κ. Ἐλευθ. Βενιζέλον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκφράσω παράπονον πικρόν, παράπονον, τὸ ὁποῖον πᾶς Ἕλλην αἰσθάνεται εἰς τὴν ψυχήν αὐτοῦ, ὅτι αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, αἱ τόσον φιλικῶς διακείμεναι πρὸς τὴν Ἑλλάδα, αἱ Δυνάμεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εὗρον ἀνέκαθεν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν ἠχὼ τῶν δικαίων αὐτῶν, ἐπολιτεύθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον νῦν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὥστε νὰ μᾶς παρουσιάσουν τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον εἴδομεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τῆς συναρπαγῆς ὑπὸ τοῦ πλήθους τοῦ αὐτοκινήτου τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν καὶ τῶν θερμῶν ἐκδηλώσεων, τῶν ὁποίων ἔτυχον οὗτοι, αἵτινες ἐκδηλώσεις οὐδὲν ἄλλο σημαίνουσιν ἢ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐναντίον τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν παραίτιον τῆς τοιαύτης παραπλανήσεως καὶ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως καὶ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς δημοσίας γνώμης, δὲν ἔχω νὰ τονίσω, εἰ μὴ μόνον, ὅτι σήμερον, αἰσθανόμενος ὅτι ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ χάνει τὴν ἐμπιστοσύνην τόσον τῶν ἔσω, ὅσον καὶ τῶν ἔξω, ἐπὶ τὴν ὁποίαν ἐμπιστοσύνην πάντοτε ἐβασίσθη περισσότερον, παρεκτρέπεται καὶ παρεξετράπη μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ μὴ ἀπέχῃ πολὺ τῆς προδοσίας τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος του. Γίνεται παραίτιος ζημιῶν μεγίστων, τὰς ὁποίας ὅλοι ἡμεῖς γνωρίζετε καὶ πᾶς τις ἀντιλαμβάνεται. Οὐδεὶς οὐδέποτε εἰς οὐδένα πολιτικὸν ἄνδρα ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι ἠρνήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἀντιλήψεων αὐτοῦ. Ὅταν ὅμως αἱ ἀντιλήψεις αὗται ἰσοδυναμοῦσι πρὸς προδοσίαν, τότε τίθεται ἐπὶ τοῦ στόματός του τὸ φίμωτρον τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Μὲ πένθος παχὺ τὰς ἐφημερίδας αὐτοῦ περιτυλίσσει διὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ὁ δὶς τὴν Ἑλλάδα ἀποπειραθεὶς εἰς συμμαχίαν μετὰ τῆς Βουλγαρίας νὰ περιτυλίξῃ. Ἄρθρα δριμέα κατὰ παντὸς ὑπαγορεύει, διὰ τὴν ἐνδεχομένην μεγέθυνσιν τῆς Βουλγαρίας, ὁ τὴν δωρεὰν τῆς Καβάλλας, τῆς Δράμας καὶ τῆς λοιπῆς περιφερείας ὑπαγορεύσας. Θρηνεῖ διὰ τὴν Μακεδονίαν, ἥτις θὰ καταστῇ πεδίον μαχῶν, ὁ ἐπανειλημμένως θρηνήσας, διότι δὲν κατέστη ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος πεδίον πολέμου. Προφητείας περὶ ἐξαπατήσεως καὶ προφητείας περὶ ἀσκόπου πολιτικῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ποιεῖται διὰ τὴν μὴ τήρησιν τῶν ἐγγυήσεων ἐκ μέρους τῶν Βουλγάρων, ὁ προφητεύσας τὸν Ἑλληνοβουλγαρικὸν συνασπισμὸν εἰς Βαλκανικὴν Ὁμοσπονδίαν. Τὸ πολιτικὸν αὐτὸ θράσος ὁμολογῶ, ὅτι πτοεῖ. Ἀνακολουθία, παλιμβουλία καὶ δημοκοπία εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων...
§12Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀρνεῖται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του.
§13Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κατ’ ἐμέ, εἶναι ἐκτός, ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρίσκεται ἐνταῦθα. Ἀντιθέτως, ἡ πολιτικὴ τῶν ἀντιπάλων του ἐβασίσθη πάντοτε ἐπὶ τῆς πολυτίμου διὰ τὰς χαλεπὰς αὐτὰς ἡμέρας πατριωτικῆς ἐχεμυθείας καὶ ἐπὶ τῆς ἀθορύβου ἐργασίας πρὸς προαγωγὴν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Τὰς ἰδιότητας ταύτας τῶν ἀντιπάλων ἐκμεταλλευόμενος, κατορθώνει δημοκοπῶν νὰ συγκρατῇ μέρος τῆς δημοσίας γνώμης. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τοὺς ὀχλοκρατοῦντας ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποταθῶ πρὸς τοὺς Συναδέλφους, οἵτινες καὶ τὴν ἑσπέραν τῆς χθές, καὶ τῆς σήμερον διεμαρτυρήθησαν διὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Γερμανοβουλγάρων εἰς τὴν Μακεδονίαν. Βεβαίως, ἡ ὀδύνη, ἡ ὁποία κατέχει τὰς ψυχὰς ὅλων μας διὰ τὴν εἰσβολήν, εἶναι μεγάλη, μεγίστη, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἶναι παραδεδεγμένον ἀπὸ ὅλους τοὺς εὐσυνειδήτως ὀρθοφρονοῦντας, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἄλλη οἱαδήποτε λύσις, ἐφ’ ὅσον δὲν νομίζετε, ὅτι διὰ τῶν διαμαρτυριῶν αὐτῶν δὲν προάγετε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ διαμαρτυρία σας αὕτη ἔρχεται κατόπιν, κατ’ ἐμέ, τοὐλάχιστον, ἑορτῆς, διότι ὠφελεῖτε κατὰ τὴν πρώτην κατοχὴν ἐκ μέρους τῶν Ἀγγλογάλλων νὰ ἐκφράσητε τήν δυσφορίαν αὐτήν, τήν ὁποίαν σήμερον ἐξεφράσατε καὶ νὰ θρηνήσητε τότε τήν Μακεδονίαν, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι πρέπει νὰ περιοριζώμεθα εἰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις καὶ οὐχὶ εἰς λόγους. Ἰδού, ὅτι οἱ σύμμαχοι τῆς Ἀντὰντ διὰ τοῦ προσώπου τοῦ στρατηγοῦ αὐτῶν, ἔρχονται τὴν ἑπομένην τῆς εἰσβολῆς τῶν Γερμανοβουλγάρων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, νὰ μειώσωσι τὴν ὀδύνην, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διὰ τοῦ προσώπου τοῦ Ἀρχιστρατήγου τῶν Βαλκανικῶν στρατευμάτων, κηρύξαντος τὸν στρατιωτικὸν νόμον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Χώραν, τὴν ὁποίαν παριστᾷ ὡς ὑπ’ αὐτοῦ ἀμάχως κατακτηθεῖσαν, ἰδού, ὅτι ἔρχονται αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ ὑποβοηθήσωσι τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν νὰ ἐμπνευσθῇ ἀπὸ καρτερικότητα καὶ ἀπὸ τὴν ἀναγκαίαν πρὸς τὰς περιστάσεις ὑπομονὴν διὰ τὴν ἔκβασιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων. Ὅταν ἔχωμεν τοιούτους φίλους καὶ προστάτας, τί φοβούμεθα ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν; Κύριοι Βουλευταί, ἡ κατάστασις, ἡ δημιουργουμένη ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, περὶ τὴν Χώραν ἡμῶν, εἶναι τοιαύτη, ὥστε, νομίζω, ὅτι πᾶν ἀτομικόν, πᾶν τοπικὸν, πᾶν αἰσθηματικὸν κίνητρον τῆς ἀνθρωπίνης ἡμῶν ψυχῆς πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ δώσῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐθνικήν, τὴν Πανελλήνιον ἑνότητα, ἥτις δέον νὰ πλημμυρίσῃ τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Διὰ τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, διὰ τῆς ἀτομικῆς αὐτοθυσίας, θὰ τὸ κατορθώσωμεν, ὄχι μόνον νὰ ἀντιπαρέλθωμεν τῶν χαλεπῶν αὐτῶν ἡμερῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα καὶ βλέψεις νὰ περιαγάγωμεν, διότι, ὡς πάντες γνωρίζετε, ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ καθίσταται ἀκαταμάχητος, ὅταν εἶναι τονωμένη ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Πανελληνίου συναγερμοῦ. (Χειροκροτήματα)
§14Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ βῆμα δὲν μὲ φέρουσι, Κύριοι, αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλήν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάληψιν τοῦ φρουρίου Ροῦπελ ὑπὸ τῶν Γερμανοβουλγάρων καὶ πρὸς τὴν κήρυξιν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ὑπὸ τῶν Ἀγγλογάλλων ἐν Θεσσαλονίκῃ. Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρεμπίπτουσα, γενομένη καθ’ ὃν χρόνον ἠγόρευεν ὁ κ. Βουλευτὴς Φλωρίνης, δήλωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐξεφράσθη ἡ ὑπάτη δυσφορία τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ἐπὶ τῇ προσκλήσει τῶν Ἀγγλογάλλων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Προκειμένου περὶ μόνων τῶν πρώτων δηλώσεων, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ ἐπαρκῶς, ἐξητάσθη. Ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ γίνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διερμηνεὺς τοῦ πόνου καὶ τῆς ὀδύνης, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἀδιαιρέτως ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, δι’ ὅσα γίνονται ἐναντίον τοῦ Κράτους, ἐναντίον τῆς αὐτοτελείας ἡμῶν, τῆς ἀνεξαρτησίας ἡμῶν καὶ τῆς ἀσφαλείας ἡμῶν αὐτῆς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ δευτέρα φωνή. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, Κύριοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐσκεπτόμην τὸ παράπαν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ διακοπὴ ἐκείνη, ἡ βαρυσήμαντος, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, παρεισάγει εἰς τὴν συζήτησιν νέον στοιχεῖον, κατ’ ἐξοχὴν σημαντικόν, στοιχεῖον, πολλαπλῆν ἔχον τὴν σπουδαιότητα, στοιχεῖον ἀναγόμενον εἰς τὴν αἰτίαν ἢ μᾶλλον εἰς τὰς αἰτίας τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Δὲν εἶναι κρυπτὸν πλέον, ὅτι ἡ δήλωσις ἐκείνη, ἡ παρεμπίπτουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θίγουσα τὴν αἰτίαν τῶν συμφορῶν, κατὰ τῶν ὁποίων παλαίομεν, ἅπτεται τοῦ ζητήματος τῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ἐξ ὀνόματος τῆς ὁποίας ὡμίλει. Ἡ ἔρευνα δὲ τῶν αἰτίων τῆς καταστάσεως, εἰς ἥν περιήλθομεν, εἶναι ἐπιβεβλημένη, ὄχι τόσον διὰ τὸ ζήτημα τῶν εὐθυνῶν, ὅσον διότι εἶναι ἐλπίς, ἡ προσήκουσα τούτων διάγνωσις νὰ διανοίξῃ πλειότερον τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμῶν καὶ νὰ δείξῃ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἀνοίγει καὶ πρέπει νὰ ἀνοίξῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ παρεμπίπτουσα ἐκείνη δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν σημαντική. Ἀφέθη νὰ ἐννοηθῇ καὶ ἠνοήθη σαφῶς, ὅτι αἰτία ὅλων τῶν συμβαινόντων, αἰτία, ἕνεκεν τῆς ὁποίας ἡμεῖς, οὐδέτεροι ὄντες, δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀγαθὴν θέσιν τῶν ἄλλων οὐδετέρων, τῆς Ρουμανίας καὶ τῆς Ὁλλανδίας, τῶν ὁποίων εὐστόχως, κατ’ ἐμέ, ἀνεμνήσθη ὁ κ. Βουλευτὴς Φλωρίνης, εἶναι, ὅτι παρ’ ἡμῖν συνέβη τι τὸ ἔκτροπον, διότι ξένα στρατεύματα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐκλήθησαν εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν. Θεωρῶ, Κύριοι, εὔστοχον τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φλωρίνης, ἀμφιβάλλω ὅμως περὶ τῆς εὐστοχίας τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀμφιβάλλω περὶ τῆς εὐστοχίας αὐτῆς, καὶ ἡ ἀμφιβολία μου κεῖται ἔν τινι μέτρῳ ἐπὶ τῆς μονομερείας τῆς παρατηρήσεως. Καὶ ἵνα μὴ νομισθῇ, ὅτι σκοτεινῶς ὁμιλῶ, σπεύδω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ δηλώσω, ὅτι, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, κατ’ ἐμὴν βαθεῖαν πεποίθησιν, ἡ κατάστασις, εἰς ἥν εὑρισκόμεθα, ἡ τοσοῦτον ὀδυνηρά, ἡ τοσούτους ἐμφανίζουσα κινδύνους, ὑπάρχοντας ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐγκυμονουμένους ἐν τῷ μέλλοντι, ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι γέννημα κατὰ τὸ πλεῖστον ἢ μᾶλλον, καθ’ ὅλου τῆς ἰδίας ἡμῶν πολιτείας. Δὲν σκοπῶ διὰ τούτου νὰ δικαιολογήσω τὸ παράπαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἐναντίον ἡμῶν, σκοπῶ ἁπλῶς νὰ ἐξηγήσω αὐτά. Τὰ μέτρα αὐτὰ εἶναι πάντοτε καὶ παραμένουσι βίαια καὶ ἄδικα, ἀντιστρατευόμενα εἰς τοὺς θεμελιώδεις ἀνθρωπίνους νόμους τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐλευθερίας, τοὺς ὁποίους διαρκῶς ἐπικαλοῦνται οἱ μετερχόμενοι ταῦτα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ζήτημα. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν τοσοῦτον εὐλόγως καὶ δικαίως διαμαρτυρόμεθα ἐναντίον τῶν ξένων, εἶναι καιρὸς νὰ στραφῶμεν καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, ἵνα ἴδωμεν τί ἐπράξαμεν ἡμεῖς καὶ διατὶ ἐκρίθημεν ἄξιοι τοιαύτης καταδιώξεως. Τὸ ζήτημα αὐτό δὲν εἶναι χρήσιμον μόνον, διὰ νὰ καταμερισθῶμεν τὰς εὐθύνας, ἵνα μὴ ἐπιρρίπτωμεν τὰς εὐθύνας ἐκεῖ ὅπου δὲν ἀνήκουν ἀκέραιαι, ἀλλὰ κυρίως, θὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς καὶ διὰ νὰ μᾶς καθοδηγήσῃ καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἔχω τὴν γνώμην ἀκλόνητον, Κύριοι, ὅτι ὅσα σήμερον, ὡς ἀπρόοπτα βλέπομεν, ὅσα σήμερον, ὡς τρομερά καὶ τερατώδη, εὐλόγως καταδικάζομεν, τὰ πάντα εἶναι ἀναγκαῖα ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς, ἥν ἠκολούθησαν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου μέχρι σήμερον, ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ τὴν παροῦσαν, καὶ διὰ τὰς προηγουμένας αὐτῆς Κυβερνήσεις, ἡ ἐπισήμως δεδηλωμένη ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, ὑπῆρξεν ἡ οὐδετερότης. Καὶ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου μέχρι σήμερον δὲν μετεβλήθη ἡ ἐπίσημος πολιτικὴ τοῦ Κράτους. Ἀλλά, πέραν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, ἐδημιουργήθη ἄλλη πολιτική, ἄγνωστος εἰς τὸ Κράτος, ἄγνωστος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἄγνωστος εἰς τὴν Βουλήν, καθ’ ὅλας δὲ τὰς πιθανότητας ἄγνωστος καὶ ξένη πρὸς τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν συγκατάθεσιν καὶ τοῦ ἑτέρου πολιτειακοῦ παράγοντος. Αἱ Κυβερνήσεις διεχειρίσθησαν τήν πολιτικήν τήν ἐξωτερικήν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὑπὸ τήν ἐπίσημον καὶ δεδηλωμένην πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, ἔπλασαν καὶ ἰδίαν αὐτῶν πολιτικήν. Ἁπλῆ, Κύριοι, ἀναδρομὴ εἰς τὰ κυριώτατα γεγονότα, θέλει πείσῃ πάντα ἀδιστάκτως, ποία ἦτο ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, καὶ ὁποίαν ἀντελήφθησαν, πῶς ἠγνόησαν, καὶ πῶς ἐφήρμοσαν ταύτην, τὴν δεδηλωμένην πολιτικὴν τοῦ Κράτους, αἱ ἀλληλοδιάδοχοι Κυβερνήσεις. Ὅταν ἐξερράγη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ὀλίγας ἡμέρας μετὰ ταῦτα, τήν 17ην Σεπτεμβρίου 1914, ἡ τότε Κυβέρνησις, προέβη ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς ἐπισήμους δηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐχαράχθη ἡ πολιτική τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς ἐκραγείσης Εὐρωπαϊκῆς συρράξεως. Ὅσοι παρέστησαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἴδωσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ τὰ ἐπίσημα ἄλλωστε, ὅπου καταχωρίζονται αἱ ἐπὶ τούτου δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἔχουσιν ὑπ’ ὄψιν αὐτῶν ἐπαρκῶς καὶ σαφῶς χαραχθεῖσαν τότε τὴν πολιτικήν τοῦ Κράτους. Ἦτο δὲ αὕτη ἡ ἀπόλυτος οὐδετερότης, τονίζω τό πρᾶγμα, διότι δὲν ἦτο κἄν ἡ εὐμενὴς οὐδετερότης. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ τότε, ἀναγγέλλουσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐδήλωσεν εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ μείνῃ οὐδετέρα, προέβη εἰς ἐξηγήσεις σαφεῖς πρὸς τὸ Σῶμα τοῦτο, σαφεῖς ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀπολύτου οὐδετερότητος. Ἐξήγησεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ ὅσον ἔνεστι πληρέστερον τὰς ὀφειλομένας ὑποχρεώσεις, τὰς ἐπιβαλλομένου ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἐδήλωσε δὲ ἀκόμη, ὅτι καὶ ἡ δημοσία γνώμη, μεθ’ ὅλας τὰς συμπαθείας πρὸς τὴν ἑτέραν τῶν ἐμπολέμων ὁμάδων, οὐχ ἧττον ὅμως, ἀποδέχεται τὴν ἀντίληψιν τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, ἀκολουθούσης ἀπολύτου οὐδετερότητος πολιτικήν. Ἐξέφρασε μάλιστα ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως τὴν χαρὰν αὐτοῦ, διότι ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ρυθμίζουσα τὰς τύχας τῶν Κυβερνήσεων ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ὑπῆρξε σύμφωνος πρὸς τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν, ἀδιαφοροῦσα πρὸς τὰ ἴδια αὐτῆς αἰσθήματα. Καὶ ἔπραξε τοῦτο, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν τύπον· διότι ἐξέφρασε τὴν λύπην του, διότι δὲν ἐξυπηρέτει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, μετερχόμενος πολλάκις δριμείας ἐπιθέσεις κατὰ τῶν ἐμπολέμων. Αὕτη ὑπῆρξε, Κύριοι, ἡ δεδηλωμένη πολιτικὴ τοῦ Κράτους. Ἡ πολιτική, ἡ ὁποία ἀπὸ μέρους τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, διεδηλώθη πρὸς τὰς Δυνάμεις κατὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα, ἡ ὁποία ἐδηλώθη καὶ ἀνεπτύχθη πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ δι’ αὐτῆς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ἐκυρώθη παρὰ τοῦ Σώματος τούτου, αὐτή ἐκυρώθη παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἴσως πρὸς ἐπίρρωσιν τούτου, δὲν θὰ ἦτο περιττὸν νὰ μνησθῶ περιστάσεως, κατ’ ἐξοχὴν σημαντικῆς, κατ’ ἐξοχὴν σπουδαίας, ὑπὸ πλείονας ἐπόψεις· ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη δὲν ἦτο ὑπαγόρευσις τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀντιλήψεων μόνον ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως· ἦτο σκέψις καὶ πολιτικὴ πεποίθησις πάντων σχεδὸν τῶν πολιτικῶν παραγόντων τῆς Χώρας. Διότι συνέβη τότε, πρὶν ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπισήμως διαδηλωθῇ ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἀπέναντι τοῦ ἐκραγέντος Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, νὰ γίνῃ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἶχον συμβουλεύσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἔτυχε τότε δριμείας κατακρίσεως, κἄτι τι ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀποδεκτὸν βραδύτερον, παρ’ αὐτὸς τοῦ κατακρίναντος. Ἐκλήθησαν, δηλαδή, πρῶτον μὲν ὑπὸ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶτα δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ Στέμματος νὰ παράσχωσι τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τῆς τηρητέας πολιτικῆς ἀπέναντι τοῦ ἐκραγέντος πολέμου, ὅλοι οἱ πρώην Πρωθυπουργοί, οὕτω δὲ ἡ διαγραφεῖσα πολιτική, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἐξεπροσώπει κατὰ τὰς κοινοβουλευτικὰς συνθήκας καὶ κατὰ τὰς πολιτικὰς συνθήκας, τὸ σύνολον τῆς ἐθνικῆς ἀντιλήψεως, τὸ σύνολον τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις, Κύριοι, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, καὶ τοιαύτας γραμμὰς ἐχαράχθη ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους. Μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς ταύτης οὐδεμία ἠγγέλθη εἰς τὴν Βουλήν. Ὅτε, κατὰ τὴν 21ην Φεβρουαρίου 1915, ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἐδήλωσεν, ὅτι, ἐπελθούσης διαφωνίας μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις, ἦτο ἡ πρώτη στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ δι’ αὐτῆς ὁ λαὸς ἐμάνθανεν, ὅτι ὑπῆρξε σκέψις περὶ ἀπομακρύνσεως ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Δὲν ἐγνώριζεν ὅμως ποῦ ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία, τίνες λόγοι ὑπαγορεύουν τὴν ἐκ τῆς χαραχθείσης πολιτικῆς ἀπομάκρυνσιν, διότι δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἀκούσῃ ταύτην. Ἡ κρίσις ἐξερράγη ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐντὸς αὐτῆς δὲν ἀνεπτύχθη τι, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ μὴ κυρώσῃ, νὰ ἐπιδοκιμάσῃ, ἢ μὴ τὴν μεταβληθεῖσαν πολιτικὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἄλλως ἐξέπεσε τῆς ἀρχῆς. Ὅταν μετὰ τὰ μεσολαβήσαντα πολιτικὰ γεγονότα καὶ τὰς ἐπακολουθησάσας ἐκλογάς, ἐπανῆλθεν ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀρχήν, ἐδήλωσε καὶ πάλιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐδήλωσεν ἐπισήμως, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῶν περιστάσεων ἀναγκάζει αὐτὴν νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς τότε χαραχθείσης κατὰ Φεβρουάριον πολιτικῆς καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πολιτικήν, τὴν χαραχθεῖσαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον τοῦ 1914, ἤτοι, ὅταν ἐκηρύχθη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος...
§15Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἦτο εἰλικρινὴς ἡ δήλωσις.
§16Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν, λοιπόν, δεδηλωμένον σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ποία ἦτο ἡ ἐπίσημος πολιτικὴ τοῦ Κράτους καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρέμενεν εἰς τὴν ἀρχήν, κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιόδους. Πῶς ὅμως ἐφηρμόσθη αὕτη, Κύριοι; Πῶς ἐφηρμόσθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ ἐπισήμως δεδηλωμένη πολιτικὴ τῆς ἀπολύτου οὐδετερότητος; Ἁπλούστατα, μετεβλήθη εἰς εὐμενῆ οὐδετερότητα ἀρχικῶς, καὶ εἶτα κατελύθη ἐντελῶς ἡ οὐδετερότης. Θὰ ἦτο, βεβαίως, περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πραγμάτων γνωστῶν πλέον. Ἀρκοῦμαι νὰ ὑπομνήσω, — διότι ἐγένετο ἤδη χρῆσις τοῦ γεγονότος τούτου καὶ ἀκυρώθη τοῦτο διὰ τῆς σιωπῆς τῆς Κυβερνήσεως, — ὅτι, ἀρχομένου τοῦ Αὐγούστου 1914, ὅτε ἐκηρύχθη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ἡ τότε Κυβέρνησις, ἢ ἀκριβέστερον, ὁ Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἄνευ τῆς γνώμης καὶ ἄνευ τῆς γνώσεως κἄν οὔτε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὔτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, προέβη εἰς δήλωσιν ἀνεπιφύλακτον, ὅτι εἶναι ἑτοίμη εἰς τὸ πλευρὸν τῶν Δυνάμεων τῶν Συμμαχικῶν, ὅπως ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος. Κατ’ Αὔγουστον ἐγένοντο αἱ δηλώσεις αὗται, αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν πρώτην ἠθικὴν δέσμευσιν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῆς ὁποίας εὐλόγως ὑπελόγιζον πλέον αἱ Δυνάμεις αὗται. Κατ’ Αὔγουστον προσεφέρετο ἐπὶ πινακίου ἡ συμμαχία τῆς Ἑλλάδος, οὕτως εὐχερῶς καὶ αὐθαιρέτως, ἄνευ οὐδενὸς ὅρου καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως, ἐνῷ συγχρόνως, μετ’ ἀπόφασιν τοῦ τότε Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας καὶ μετὰ συγκατάθεσιν τοῦ Στέμματος, ἐχαράσσετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ τῶν κυβερνητικῶν δηλώσεων ἡ πολιτικὴ τῆς ἀπολύτου οὐδετερότητος. Δὲν θὰ παρακολουθήσω, Κύριοι, τὰς ἀντιλήψεις περὶ ἐξόδου ἢ μὴ ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος καὶ τὰς ἐπὶ τούτου ἐπακολουθησάσας διαπραγματεύσεις, διότι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ζήτημα ἐξεταστέον σήμερον· ἐν τῷ παρόντι θὰ περιορίσω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τῶν ὅρων καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐφηρμόσθη ἡ δεδηλωμένη πολιτικὴ τοῦ Κράτους, ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος· καὶ οὐχὶ περὶ τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ ὑπηγόρευον ἢ μὴ ὑπηγόρευον τὴν μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς ταύτης τοῦ Κράτους. Ἐξετάζω, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν μετεβλήθη κανονικῶς καὶ πολιτειακῶς, κατὰ τίνα τρόπον ἐφηρμόσθη. Βεβαίως, δὲν θὰ ἀποκαλύψω μυστικόν τι, ἐὰν εἴπω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος, ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀνετράπη τελείως, μετεβλήθη εἰς πολιτικὴν καταλύσεως τῆς οὐδετερότητος ὑπὲρ τῆς μιᾶς τῶν ἐμπολέμων ὁμάδων. Καταλύσεως τῆς οὐδετερότητος πλήρους, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔμενε μόνον τὸ ὄνομα, ἡ ἐμπόλεμος ἐμφάνισις καὶ ἡ ἀνάμιξις εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν Ἑλληνικῶν δυνάμεων. Ἡ πολιτικὴ τῆς ἀπολύτου οὐδετερότητος, ἡ ὁποία οὕτως ἐχαράχθη καὶ ἐκυρώθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν μετεβλήθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς πολιτικὴν εὐμενοῦς οὐδετερότητος. Ἂν τοῦτο μόνον ἐγίνετο, οὐδὲν θὰ εἶχε τὸ μεμπτόν. Πολιτικὴ εὐμενοῦς οὐδετερότητος δὲν θὰ εἶχε τίποτε τὸ ἀξιοκατάκριτον, ὅσον καὶ ἂν ἀπεμακρύνετο ἀπὸ τὰς δηλώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ὅσον καὶ ἂν ἀπεμακρύνετο ἀπὸ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε, συνεπείᾳ τῶν δηλώσεων, ἐκπεφρασμένην, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ μετ’ αὐτῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Οὐδεὶς θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ κατακρίνῃ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκείνην, ἐφόσον ἐπρόκειτο περὶ εὐμενοῦς οὐδετερότητος, ἐφόσον ἐπρόκειτο, τουτέστι, περὶ τῆς ἐκδηλώσεως τῶν εὐμενειῶν ἐκείνων, τῆς παροχῆς τῶν εὐκολιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας τὰ καθεστῶτα διεθνῆ νόμιμα ἀναγνωρίζουσιν εἰς τὰ οὐδέτερα Κράτη. Ὑπάρχουσιν ἄπειροι καὶ σημαντικώταται εὐκολίαι, ἀναγνωριζόμεναι ὑπὸ τῶν διεθνῶν νομίμων, τὰς ὁποίας δύνανται ἀκινδύνως νὰ παρέχωσι τὰ οὐδέτερα Κράτη εἰς τὸν ἕτερον τῶν ἐμπολέμων. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἡ εὐμένεια τῆς οὐδετερότητος μετεπλάσθη εἰς κατάλυσιν τῆς οὐδετερότητος, καὶ μετεπλάσθη κατὰ τρόπον ἀντικείμενον πρὸς τὸ πολίτευμα· ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν ἠρκεῖτο ἡ Ἑλληνικὴ εὐμένεια καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Χώρα νὰ παρέχῃ ὑπὲρ τῶν φίλων καὶ Συμμάχων ἡμῶν Σέρβων ὅλας τὰς πολυτίμους ἐκείνας εὐκολίας τοῦ λιμένος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὅλας τὰς ἄλλας συναφεῖς πρὸς αὐτόν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας παρεβιάζετο τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ὄχι μόνον διὰ τῆς Τενέδου, ὄχι μόνον διὰ τῆς Λήμνου καὶ τοῦ Μούδρου καὶ ἄλλων λιμένων, κατόπιν δὲ παρεδίδετο ἐπισημότερον ἔτι διὰ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τὸ Μακεδονικὸν ἔδαφος, δὲν εἴχομεν πλέον πολιτικὴν εὐμενοῦς οὐδετερότητος, εἴχομεν κατάλυσιν οὐδετερότητος, μὴ τηροῦσαν οὔτε τὰ προσχήματα. Τοιουτοτρόπως ἐπλάσθη διπλῆ ἐξωτερικὴ πολιτική. Μία ἡ ἐπίσημος, ἡ φανερά, ἡ δεδηλωμένη πολιτικὴ τοῦ Κράτους, καὶ μία ἄλλη, ἀφανής, ἀνεπίσημος πολιτική, ἄγνωστος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἴσως ἀπησχόλησα, Κύριοι, πολὺ τὴν Βουλήν, ὑπομιμνήσκων τὰ γεγονότα ταῦτα. Καὶ θὰ νομίσῃ τις ἴσως, ὅτι ἐσημείωσα αὐτά, ἵνα μεμφθῶ τῆς προγενεστέρας Κυβερνήσεως. Δὲν τὸ ἔπραξα διὰ τοῦτο, Κύριοι. Δὲν τὸ ἔπραξα, διότι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα κοινοβουλευτικῶς νὰ τὸ πράξω, κατὰ τὰς ἰδικάς μου πολιτικὰς καὶ κοινοβουλευτικὰς ἀντιλήψεις. Πρόκειται περὶ Κυβερνήσεως ἐκπτώτου, πρόκειται ἀκόμη περὶ πολιτικῶν ἀνδρῶν ἀπόντων ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν πρόκειται νὰ κριθῶσι καὶ οὔτε εἶναι προσῆκον νὰ κριθῶσιν οὗτοι.
§17Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ὥστε δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος περὶ τῶν πράξεων αὐτῶν.
§18Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εὐθύνη δὲν ἐκλείπει. Ἡ εὐθύνη ὑπάρχει πάντοτε καὶ πρέπει νὰ ζητῆται πάντοτε.
§19Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ κατορθώσω νὰ μαλάξω τὴν ψυχήν τοῦ κ. Συναδέλφου, ἐξανισταμένην, τόσον προώρως.
§20Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀρκετὰ μαλαγμένη, ἀλλὰ τόσην ὥραν ὁμιλεῖτε οὐχὶ περὶ πολιτικῆς, ἀλλὰ περὶ προσώπων νὰ μὴ γίνηται λόγος.
§21Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπάρξῃ ὑποθέτω εὐκαιρία ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καθ’ ἥν ὑπὸ τοὺς προσήκοντας ὅρους, θὰ ἐξετασθῶσι τὰ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην πρὸς ἀναζήτησιν εὐθυνῶν.
§22Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Εἴθε.
§23Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξακριβωθῇ τότε μέχρι τίνος σημείου δύναται νὰ εἶναι νοητή καὶ δύναται νὰ εἶναι ἐπιδοκιμαστέα καὶ παρὰ τῶν ἀντιφρονούντων ὅτι διαχείρισις ὡρισμένης πολιτικῆς ἐξωτερικῆς, ἀδιάφορον ἄν ὀρθῆς ἢ μὴ ὀρθῆς, διαχείρησις ὅμως γινομένη πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν τοῦ διαχειριζομένου ταύτην καὶ ἀπὸ τίνος σημείου παύει ἔχουσα καὶ τὴν ἐλαχίστην δικαιολογίαν. Θὰ ἐξετασθῇ τότε, ἀδιαφόρως τοῦ ζητήματος ἄν ἡ πολιτική, τήν ὁποίαν ἐσκόπει νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ τότε Κυβέρνησις ἦτο ἢ μὴ ὀρθή, ἄν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔθετο εἰς ἐφαρμογήν, ἦσαν τὰ προσήκοντα, τὰ σύμφωνα πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἦσαν τὰ ἐπιδοκιμαστέα, καὶ μέχρι τίνος σημείου ἦσαν τοιαῦτα· τότε θὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τίνος σημείου ἡ μεθοδολογία καὶ ἡ ἐφαρμογή τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους ἔπαυσε πλέον νὰ εἶναι πολιτικὴ διαχείρισις ἐκ μέρους ὑπευθύνων κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων, ἀπὸ ποίας στιγμῆς ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως ἡ διαχείρισις, καὶ παρὰ τὸ κείμενον πολίτευμα, καθίστατο διαχείρισις πολιτικὴ ἁπλῶν ἰδιωτῶν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως — καὶ τοῦτο, βεβαίως, ὁ διακόπτων προώρως Συνάδελφος ἐννοεῖ — διὰ τίνα λόγον ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν, ἐκθέτων ὅσα ἐξέθεσα, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω τοὺς τότε Κυβερνήτας; Ἔπραξα τοῦτο, Κύριοι, διότι ἔχω ἀνάγκην τῆς ἐξακριβώσεως τῶν τότε γενομένων, ὅπως ἐλέγξω τήν πολιτικήν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω τὶ παρέλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ πῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλαβε τὸ διεχειρίσθη. Θὰ ἦτο ἑπομένως ἄτοπον καὶ ἄδικον καὶ ἀτελές, ἐὰν προέβαινον εἰς ἔλεγχον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς πολιτικῆς της, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐξετάσω τὶ αὕτη παρέλαβε καὶ κατὰ τίνα τρόπον καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρέθη, ὅταν ἐκλήθη ἐν τῇ ἀρχῇ. Δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν νὰ εἴπω, Κύριοι, εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἅμα κληθεῖσα εἰς τὴν ἀρχήν, παρέλαβεν ἐπιβαρῆ πολιτικὴν κληρονομίαν. Παρέλαβε πολιτικὴν κληρονομίαν βεβαρυμένην ἄγαν, τὴν ὁποίαν κατέστησαν ἔτι βαρυτέραν ἡ μετὰ τὴν ἐκ τῆς ἀρχῆς ἀποχώρησις τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἡ στάσις αὐτῶν ὡς ἀντιπολιτευομένων. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τῆς πολιτείας, τήν ὁποίαν μετῆλθε, δὲν ἔκαμεν ὅ,τι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτήν, ὅπως ἐκκαθαρίσῃ τὴν ἐπιβαρῆ πολιτικὴν κληρονομίαν, ἡ ὁποία περιῆλθεν εἰς αὐτήν. Ἔκαμε τὸ πᾶν διὰ νὰ καταστήσῃ ταύτην βαρυτέραν, πολυπλοκωτέραν, δυσχερεστέραν. Τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τί ἀντὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, ἔπρεπε νὰ κάμῃ, ἔπραξε; Ποία πολιτικὴ ἐπεδεικνύετο εἰς αὐτήν καὶ ποία εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν; Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἰδιαίτατα ἐκείνη, ἡ ὁποία κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον ἐσχηματίσθη μετὰ τὴν δευτέραν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῆς ἀρχῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἶχεν ἐνώπιον αὐτῆς πλήρως κεκαθαρμένον, πλήρως πεφωτισμένον, θέλω νὰ εἴπω, τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐχάρασε τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, ὅσον καὶ ἂν ἦτο τοῦτο ἀνώμαλον καὶ ὀδυνηρόν. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔπρεπε νὰ ἐμφανίσῃ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν καὶ νὰ χαράξῃ σαφῶς καὶ ἀπὸ τοῦ εὐθέος τήν πολιτικὴν αὐτῆς ἀπέναντι τῶν ἐνδιαφερομένων Δυνάμεων. Δὲν λανθάνει ἴσως ὑμᾶς, Κύριοι, τὶ προτίθεμαι νὰ εἴπω διὰ ταύτην. Καὶ ἐνταῦθα ἀκριβῶς πρέπει νὰ μνησθῶ τῆς φράσεως καὶ τῆς διακοπῆς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας σαφῶς ὑπεδήλωσε καὶ σαφῶς ὑπέδειξεν οὗτος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀπέναντι στρατευμάτων τῶν Συμμάχων Δυνάμεων, προσκληθέντων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Εἶναι τοῦτο, Κύριοι, τὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀκούεται διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· ἀλλ’ εἶναί τι, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν ἀκούεται οὕτω διατυπούμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Καὶ εἶναι καθῆκον ἡμῶν καὶ ἦτο καθῆκον καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἔκτοτε νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Ὅλοι γνωρίζομεν πῶς συνεζητήθη ἀλλαχοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὅλοι γνωρίζομεν τὰς ἐπισήμους δηλώσεις, τὰς γενομένας καὶ ἐνώπιον τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς, καὶ ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς καὶ ἐνώπιον τῆς Ρωσσικῆς Βουλῆς. Ἐπισήμως ἐδήλωσαν αἱ ἐκεῖ Κυβερνήσεις καὶ ὑπευθύνως ἐδήλωσαν, ὅτι προσεκλήθησαν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀποσταλῶσι στρατεύματα εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐξ ἄλλου ἀντιθέτους δηλώσεις τῆς ὑπευθύνου Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔχομεν δηλώσεις ἀμφισβητούσας τὸ γεγονός. Ὅτε γενομένης ἐρωτήσεως σχετικῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἠρνήθη κατηγορηματικῶς τὸ γεγονός. Εἶπεν, ὅτι δὲν προσεκάλεσεν εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν τὰ στρατεύματα, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐβολιδοσκόπησε καὶ ἠθέλησε νὰ ἐξακριβώσῃ τὰς προθέσεις τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, τὶ θὰ ἔπραττον εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς, κρίνουσα ὡς ἐπιστάντα τὸν συμμαχικὸν ὅρον, ἤθελε προσφύγῃ εἰς αὐτάς, ζητοῦσα τὴν ἀποστολὴν στρατευμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπλήρουν τῶν συμμάχων Σέρβων τὴν ἐλλείπουσαν δύναμιν. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα καὶ τὰ γεγονότα προέκειντο ἐνώπιον τῆς νέας Κυβερνήσεως, ἅμα ὡς διεδέχθη ἐκείνην, ἀπομακρυνθεῖσαν τῆς ἀρχῆς. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ πρώτη πρᾶξις, τὴν ὁποίαν εἶχε νὰ κάμῃ ἡ νέα Κυβέρνησις, ἦτο νὰ καθαρίσῃ τὴν κατάστασιν ἀπὸ τὴν ἄποψιν ταύτην. Ἡ κατάστασις ἤθελεν ἐκκαθαρισθῆ δι’ εὐθείας καὶ ἀπροκαλύπτου ἐξηγήσεως, διὰ δηλώσεων σαφῶν καὶ ἀπεριφράστων ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς νέας Κυβερνήσεως ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου· διὰ σαφῶν ἐξηγήσεων πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ διὰ συζητήσεως ἐν ἀνάγκῃ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης τότε, ὅτε παρίστατο καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ παρόντος αὐτοῦ θὰ ἐξακριβοῦτο καὶ τὸ ζήτημα τῆς προσκλήσεως ἢ μὴ τῶν ξένων στρατευμάτων. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, τίνα χρησιμότητα εἶχε τοῦτο; Δὲν εἶχε χρησιμότητα διὰ νὰ ρυθμίσῃ, κατ’ ἐμέ, τὸ Κράτος τὴν πολιτικήν του, ἀναλόγως τῆς ἀληθείας ἢ μὴ ἀληθείας τοῦ πράγματος, ἀλλ’ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐμφανίσῃ τὸ Κράτος τὴν καλὴν αὐτοῦ πίστιν ἀπέναντι τῶν ἐμπολέμων Δυνάμεων· ἦτο ἀναγκαῖον διὰ συζητήσεως γενομένης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἀναγκασθῇ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἢ νὰ διαψεύσῃ τὰς Δυνάμεις, οὕτω δηλούσας, ἢ νὰ διαψεύσῃ ἑαυτήν. Ἐγώ, ὡς πολιτευόμενος, καὶ ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι οὕτω θὰ σκέπτεται πᾶς πολιτευόμενος καὶ πᾶς πολίτης Ἕλλην, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θεωρήσω ὡς ἀληθὲς μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλαι Κυβερνήσεις ἐβεβαίωσαν ἐνώπιον ξένων Βουλῶν, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐβεβαίωσεν ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Ὅτι, τουτέστι, δὲν προσεκλήθησαν τὰ ξένα στρατεύματα παρ’ αὐτῆς. Εἶχεν ἑπομένως ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ καθαρίσῃ διὰ πάσης θυσίας τὴν κατάστασιν διὰ σαφῶν ἐξηγήσεων τούτου τοῦ ζητήματος, διὰ σαφῶν δηλώσεων ἐπὶ τῆς παρ’ αὐτῆς τηρηθησομένης πολιτικῆς. Εἶχε δὲ ἀπέναντι αὐτῆς σαφῆ γεγονότα. Εἶχε σαφὲς ποία ἦτο ἡ δεδηλωμένη πολιτικὴ τοῦ Κράτους, εἶχε σαφὲς πῶς ἐνόησε καὶ πῶς ἐφήρμοσε ταύτην ἡ προκάτοχος αὐτῆς, εἶχεν, ἀκόμη, ὑπ’ ὄψει της καὶ αὐτὰς τὰς καταλήψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, διὰ τῆς καταλήψεως τῶν λιμένων τῶν νήσων καὶ εἶχον φθάσει μέχρι τῆς καταλήψεως τῆς Θεσσαλονίκης. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐκκαθαρίζουσα ἅμα τῇ ἀναλήψει τῆς ἀρχῆς τὴν κατάστασιν αὐτήν, θὰ ἠδύνατο καὶ θὰ ὤφειλεν ἀνενδότως νὰ ἐπιμένῃ εἰς ταύτην τὴν ἀντίληψιν. Ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, ἡ ἐπισήμως δηλωθεῖσα πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ υἱοθετηθεῖσα ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς ἀπολύτου οὐδετερότητος. Ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ τῆς πολιτικῆς ταύτης ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως ἐξετράπη τῆς ἀπολύτου οὐδετερότητος, ὑπῆρχον ὅρια ἐν τῇ παρεκτροπῇ ταύτῃ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐγκρίνῃ καὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ· ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἔκτασις πέραν τούτων, ὑπῆρχε καὶ ἐφαρμογή, τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρίσῃ. Ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο ἡ πολιτικὴ τῆς ἀπολύτου οὐδετερότητος, ἡ δεδηλωμένη ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ Κράτους νὰ ἐξελειχθῇ καὶ ἐξειλίχθη ὡς πολιτικὴ εὐμενοῦς οὐδετερότητος, ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ νέα Κυβέρνησις νὰ τὴν ἀναγνωρίσῃ καὶ νὰ τὴν συνεχίσῃ. Διότι ἡ προκάτοχος αὐτῆς, ἡ ὁποία διέπλασε τὴν ἀπόλυτον οὐδετερότητα εἰς εὐμενῆ οὐδετερότητα, ὄχι μόνον ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος ἐνήργησεν, ἀλλὰ καὶ ἀνταπεκρίθη εἰς τὰ ἀληθῆ αἰσθήματα καὶ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐλησμόνησε ποτὲ οὔτε τοὺς δεσμοὺς αὐτοῦ πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, οὔτε τὰς συμπαθείας καὶ τὰ κοινὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα συνδέουσιν αὐτὸν πρὸς τὸν Σερβικὸν λαόν. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ἀπομακρυνθῇ τῆς δεδηλωμένης πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος διὰ νὰ ἀκολουθήσῃ εὐμενῆ οὐδετερότητα, ἡ ὁποία παρεῖχεν εὐκολίας, εὐκολίας σπουδαιοτάτας πρὸς τὸν ἀγῶνα τῆς ἑτέρας τῶν ἐμπολέμων ὁμάδων, ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο καὶ ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων της, καὶ ἐντὸς τοῦ προσήκοντος. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ διάδοχος, ἐὰν δὲν ἀνεγνώριζε τὴν παρέκτασιν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, θὰ εὑρίσκετο ἐν ἀντιθέσει καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἴσως καὶ πρὸς τὰς Δυνάμεις ἐκείνας, πρὸς τὰς ὁποίας ἐγένοντο αἱ τῆς εὐμενοῦς οὐδετερότητος παραχωρήσεις. Διότι αἱ Κυβερνήσεις τῶν ἐμπολέμων Δυνάμεων δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωσι πῶς ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ διεχειρίσθη τὴν πολιτικήν, ἥν τῆς ἐνεπιστεύθη τὸ Κράτος, ἤρκει ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, ἀσκοῦσα τὰ δικαιώματα αὐτῆς, μετῆλθε τοιαύτην πολιτικήν, ἵνα τοιαύτη μεταδοθῇ καὶ εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν καὶ συνεχισθῇ παρ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ μόνον μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ ἡ νέα Κυβέρνησις. Πέραν τοῦ σημείου τούτου δὲν ὑπῆρχε πολιτικὴ τοῦ Κράτους, διότι πέραν τοῦ σημείου τούτου, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ εἰσόδου καὶ παραμονῆς ξένου στρατοῦ εἰς Ἑλληνικὸν ἔδαφος, δὲν ὑπῆρχε πολιτικὴ τοῦ Κράτους, δὲν ὑπῆρχε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πολιτικὴ Κυβερνήσεως, ὑπῆρχε πολιτικὴ ἀτόμων. Τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν ἀναγνωρίζει εἰς τὰς Κυβερνήσεις τοιαῦτα δικαιώματα καὶ τὸ πολίτευμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον κυβερνᾶται ὡρισμένον Κράτος, δὲν εἶναι ἄγνωστον οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄγνωστον εἰς τὰς Δυνάμεις τὰς ξένας καὶ εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις, τὰς ὁποίας συνάπτει ἑκάστη Κυβέρνησις, ἐκπροσωποῦσα τὸ Κράτος. Ἐὰν αἱ πράξεις αἱ κυβερνητικαὶ εἶναι καλαὶ ἢ κακαί, εἴτε συμπίπτουσι εἴτε ἀντιπίπτουσι πρὸς τὰς ζημίας τοῦ λαοῦ, ὑποχρεοῦσι καὶ δεσμεύουσι τὸ Κράτος, οὐδέποτε ὅμως ὑποχρεοῦσι τοῦτο οὐδ’ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν πράξεις, τὰς ὁποίας τὸ Πολίτευμα τῆς Χώρας ἔθετο ἐκτὸς τῆς Κυβερνητικῆς διαχειρίσεως. Ὑπὸ τοιαύτας ἐξηγήσεις εἶχον τήν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν κατάστασιν, προβάλλουσα, ἀφ’ ἑνὸς τὸ Πολίτευμα τῆς Χώρας, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὰς Κυβερνήσεις τοιαῦτα μέτρα, ἐξ ἄλλου, ἐμφανίζουσα τὴν ἀγαθὴν αὐτῆς πίστιν, διὰ συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐκάθαιρε τὸ ἔδαφος καὶ θὰ ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἡ συνεννόησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἄν ἐγένετο, ἦτο πολιτικὴ ἀτόμων, ὄχι μόνον ξένη πρὸς τὸ Πολίτευμα ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἀγνοουμένη ἀπὸ ὅλους τοὺς πολιτικοὺς παράγοντας τῆς Χώρας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, καὶ πρέπει καλῶς νὰ ἐννοηθῶ, ὅτι δὲν θίγω τὸ ζήτημα τῆς Κυβερνητικῆς διαχειρίσεως τῆς πολιτικῆς, εἴτε καλῆς, εἴτε κακῆς, εἴτε ἦτο σύμφωνος ἡ διάδοχος Κυβέρνησις πρὸς τὴν προκάτοχον, εἴτε δὲν ἦτο σύμφωνος. Περιορίζομαι ἁπλῶς εἰς τήν ἀντίληψιν ἐκείνην, εἰς τήν παρέκβασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς Κυβερνητικῆς διαχειρίσεως, οἵα εἶναι ἡ πρόσκλησις ξένων στρατευμάτων ἐν τῇ Χώρᾳ, ἡ ὁποία δὲν εἶναι διαχείρισις Κυβερνητική. Καὶ ἐν τῇ ἀντιλήψει ταύτῃ ἔχω τήν γνώμην ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ ἀρνουμένη τὴν ἀποβίβασιν, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν εἶχε γίνει, καίτοι εἶχε παρὰ τῶν ἀρχῶν καταληφθῇ ἡ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ ἐπιμείνῃ ἀνενδότως. Ἔχω ἀδιάσειστον τήν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τακτικὴν τοιαύτην καὶ ὑπὸ πολιτικήν τοιαύτην ἦτο ἀδύνατον, ὄχι δύσκολον, ἦτο ἀδύνατον αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως νὰ μὴ ἀνεγνώριζον τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος. Ἀκούω ψιθυρισμοὺς ἀπὸ τῶν Κυβερνητικῶν ἑδωλίων. Θὰ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς ὅσα οἱ ψιθυρισμοὶ ὑπονοοῦσι, διότι ἐγένοντο δῆλα καὶ προηγουμένως διὰ σαφῶν δηλώσεων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀδιάφορον, ἄν αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι ἀνετράπησαν τήν ἑπομένην δι’ ἐναντίων ἀνακοινωθέντων παρ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις κατέχεται, δυστυχῶς, ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν μετῆλθον καὶ μετέρχονται καθ’ ἡμῶν αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλλεν, ὄχι ἡ ἰδική μας μας ἀνεπάρκεια, περὶ τὴν διαχείρισιν, ὄχι τὰ σφάλματα ἡμῶν, ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι αὐτῶν καὶ μόναι αἱ ἀνάγκαι αὐτῶν. Κατέχεται ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ὅ,τι γίνεται, γίνεται ἀναγκαίως ἐξ ἰδίας αὐτῶν πρωτοβουλίας καὶ μόνον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ὅτι τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὰς ἀσυνέτους ἡμῶν προθυμοποιήσεις καὶ ἐν γένει εἰς τὴν κακὴν διαχείρισιν τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους ἀπὸ μέρους τῶν ὑπευθύνων Κυβερνητῶν. Κατεχομένη, ἄρα, ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τῆς ἰδέας αὐτῆς, εἶναι εὔλογον νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν θὰ ἤκουον ἡμᾶς ταῦτα λέγοντας, δὲν θὰ ἤκουον ἡμᾶς αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, προβάλλοντας τὸ Πολίτευμα τῆς Χώρας, δὲν θὰ ἠρκοῦντο, βλέποντες ἡμᾶς προβάλλοντας τὴν εὐθύτητα ἡμῶν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι πρόκειται περὶ διαχειρίσεως πολιτικῆς ἀτόμων, ἡ ὁποία εἶναι ξένη ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, ξένη ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ξένη ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἄλλου πολιτικοῦ παράγοντος’ ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐξεβίαζε τὸ Κράτος ἡμῶν, θὰ μετέβαλλε τὴν Χώραν ἡμῶν εἰς Βέλγιον. Διὰ τίνα λόγον; Διότι εἶχεν ἀνάγκην. Ἀντιτίθεμαι, Κύριοι, διαρρήδην κατὰ τῶν πολιτικῶν αὐτῶν ἀντιλήψεων, ἀντιτίθεμαι μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου καὶ τὴν ἐσωτερικήν μου πεποίθησιν. Ἀλλὰ δύναμαι, πρὶν ἢ ἀναπτύξω σαφέστερον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν λέγω, νὰ εἴπω εἰς τοὺς Κυβερνῶντας, ὅτι, ἂν τοιαύτην ἔχωσιν ἀντίληψιν, δὲν κάμνουσι τίποτε ἄλλο, παρὰ υἱοθετοῦσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τήν ὁποίαν διεδέχθησαν. Διότι, ὅταν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες οἱ συγκροτήσαντες τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐνόησαν τὰ σφάλματα, εἰς τὰ ὁποῖα περιῆλθον, ὅταν ἐννόησαν, ὅτι ἡ πολιτική, ἥν συνεβούλευσαν, ἦτο πολιτικὴ προωρισμένη νὰ συγκομίσῃ συμφορὰς εἰς τὴν Χώραν, ὅταν ἐπείσθησαν ὅτι οὐδένα πείθουσι περὶ τῶν ἐπαγγελιῶν, τὰς ὁποίας διετύπωσαν ἐν καιρῷ καὶ ἐξακολουθοῦσι διατυποῦντες, ἤλλαξαν σταθμόν, ἤλλαξαν βάσιν, ἤλλαξαν ὅπλα καὶ φαρέτραν. Ὅταν εἶδον τὰς συμφοράς, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἡ Χώρα, εἶπον, ἦτο ἑπόμενον τοῦτο. Ἔπρεπε νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἓν μικρὸν Κράτος, οἷον τὸ ἡμέτερον, κείμενον ἐκεῖ ὅπου κεῖται, δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς μίαν τοιαύτην πολεμικὴν σύγκρουσιν, εἰς μίαν τοιαύτην διεθνῆ πυρκαϊάν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀμέτοχον τοῦ πολέμου, ὑπῆρχον ἀνάγκαι γενικώτεραι νὰ ὑποταχθῇ καὶ νὰ μετάσχῃ εἰς τὸν πόλεμον, καὶ ἂν δὲν ὑπετάσσετο, ἑκουσίως, θὰ ὑπετάσσετο ἀκουσίως. Καὶ λέγουν, ἐξαίροντες τὴν πολιτικήν αὐτῶν πρόνοιαν. Ἰδού, ἡ πολιτική ἡμῶν ποία ἦτο’ ἦτο πολιτικὴ προνοίας, ἦτο πολιτικὴ προορατικότητος, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔμελλε, κατ’ ἀνάγκην, νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ γίνῃ, ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν Συμμάχων, ἐκεῖνα ἡμεῖς διεγνώσαμεν ἐγκαίρως καὶ εἴχομεν τὴν διπλωματικότητα, ὅ,τι θὰ ἐκάμνομεν ποτὲ ἄκοντες, ὅ,τι θὰ ὑφιστάμεθα πιεζόμενοι, αὐτὸ ἐγκαίρως καὶ ἐκ προνοίας νὰ τὸ διαπλάσσωμεν εἰς πολιτικὴν ἐλευθέραν, εἰς ἰδίαν πολιτικήν ἡμῶν ἰδεολογίαν καὶ νὰ τὸ ἐμφανίσωμεν ὡς πολιτικήν τοῦ Κράτους. Ἐὰν τοιαῦτα καὶ ὑμεῖς φρονεῖτε, ἀσπάζεσθε ξένην πολιτικήν. Δὲν θὰ εἶσθε διὰ τοῦτο ἀξιοκατάκριτοι, ἀλλὰ θὰ εἶσθε ἀξιοκατάκριτοι διὰ τὴν γνώμην τὴν ἀντίθετον, τήν ὁποίαν ἐγὼ πρεσβεύω καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπικαλοῦμαι τήν προσοχήν σας. Δὲν εἶναι τρόπος διατυπώσεως, Κύριοι, εἶναι βαθεῖα πεποίθησις ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων ἀρυσθεῖσα, ἐπὶ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων στηριζομένη, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ μετέλθωσι πολιτικὴν βίας καὶ νὰ μεταβάλωσιν οἱ ἰσχυροὶ τῆς Συνεννοήσεως εἰς Βέλγιον τὴν Ἑλλάδα, ἀρνουμένην ἀνενδότως καὶ ἀνθισταμένην νὰ ὑποκύψῃ ὄχι εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς πολιτικὴν ἀτόμων, οἵα ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς προσκλήσεως, ἐὰν ὄντως προσεκλήθησαν οἱ ξένοι εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ κανείς, ὅτι Κυβερνήσεις καὶ λαοὶ πεπολιτισμένοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκήρυξαν τὴν ἐλευθερίαν τῶν λαῶν καὶ ἀκολουθοῦσιν αὐτὴν ὡς δόγμα, ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωσι μέχρι τοιαύτης ἀπονοίας, ὥστε νὰ παραβιάσωσι πάντα θεῖον καὶ ἀνθρώπινον νόμον, διὰ νὰ μεταβάλωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς Βέλγιον καὶ νὰ ἐξαναγκάσωσιν αὐτὴν νὰ πολεμήσῃ ἄκουσα, ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ τοιαύτας συνθήκας. Τοῦτο ἄλλως τε θὰ ἀντέκειτο εἰς τὸ συμφέρον αὐτῶν, ἐὰν δὲν ἀντέκειτο, ὡς ἐγὼ πιστεύω, καὶ εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῶν. Καὶ ποῖον συμφέρον ἔχουν αἱ Δυνάμεις ἐκεῖναι εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς προστασίας τῆς ἐλευθερίας τῶν μικρῶν καὶ τῶν ἀδυνάτων, ποίαν σπουδαιότητα ἀποδίδουν διὰ τὰ ἴδια ἑαυτῶν συμφέροντα εἰς τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ὅλου ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον διεξάγουσιν, ἀποδεικνύει ἡ καθημερινὴ πολιτικὴ αὐτῶν, ἀποδεικνύουσιν αἱ αἰώνιοι δηλώσεις ἐνώπιον τῶν Βουλῶν αὐτῶν, ἀποδεικνύει ὅλη ἡ ἠθικὴ προπαγάνδα, τὴν ὁποίαν διεξάγουν δι’ ἑκατομμυρίων φυλλαδίων καὶ δημοσιευμάτων εἰς ὅλον τὸν κόσμον, διὰ νὰ στηρίξωσι τὰς ἀρχάς, ἐπὶ τῶν ὁποίων θεμελιοῦσι τὸν ἀγῶνα ὃν διεξάγουσι. Δύναταί τις νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι αἱ Δυνάμεις αὐταὶ καὶ οἱ λαοὶ αὐτοὶ θὰ ἤρχοντο κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀπροκάλυπτον νὰ ἀνατρέψουν τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ ἀγῶνος αὐτῶν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ λέγῃ πρὸς αὐτοὺς ἡ Γερμανία διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅ,τι λέγουν αὐτοὶ εἰς τοὺς Γερμανοὺς διὰ τὸ Βέλγιον; Δὲν τὸ πιστεύω. Καὶ ἄν ἡ συνείδησις αὐτῶν δὲν ἀντετίθετο, θὰ ὑπῆρχε τὸ πολιτικὸν συμφέρον αὐτῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀντετάσσετο εἰς τοιαύτην πολιτικήν. Τοῦτο εἶναι, λοιπόν, τὸ πρῶτον καὶ θεμελιῶδες σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἅμα ἀναλαβοῦσα τὴν ἀρχήν, ἐδέχθη καὶ μάλιστα ἀδιαμαρτυρήτως καὶ προθύμως νὰ συνεχίσῃ ὅλας τὰς παρεκτροπὰς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Καὶ μάλιστα, δύναμαι νὰ εἴπω, παρὰ τὰς ἐκπεφρασμένας γνώμας αὐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὴν παραμονὴν τῆς ἀναρρήσεώς των εἰς τὴν ἀρχήν, δηλαδή, κατὰ τὴν πρώτην εἴδησιν περὶ ἐπικειμένης καταλήψεως τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτε διεδηλώθησαν ὑπὸ πάντων σχεδὸν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῶν συγκροτούντων τὴν Κυβέρνησιν ταύτην αἱ γνῶμαι αὐτῶν περὶ τῆς καταλήψεως ἐκείνης. Ὑπὸ τοιαύτην δεδηλωμένην γνώμην καὶ ὑπὸ τοιοῦτον συνεπῶς ὑποδηλούμενον πρόγραμμα, ἐσχημάτισαν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Καὶ τὸ ἐλησμόνησαν τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο τὴν ἑπομένην ἀκριβῶς τῆς ἀνόδου αὐτῶν εἰς τὴν ἀρχήν. Πόσον δέ, Κύριοι, πεπλανημένη εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως κατὰ τῶν ὁποίων τοιαῦτα θὰ ἀντέτασσον, θὰ ἐπέβαλλον διὰ τῆς βίας ἴσως τὰς ἀξιώσεις των, καὶ θὰ ἦσαν ἀδιάφοροι πρὸς τοὺς ἰσχυρισμούς μας, ἀποδεικνύει ἡ ἐφεξῆς πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὴν πολιτικὴν τῶν Δυνάμεων αὐτῆς. Διότι δὲν εἶναι, Κύριοι, τὸ μυστικόν, ὅτι εἰς τόσα παράπονα, τὰ ὁποῖα εὐλόγως διαβιβάζει πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως δι’ ὅλας τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφιστάμεθα, ἡ Κυβέρνησις ἤκουε καὶ ἀκούει πάντοτε μίαν στερεότυπον ἀπάντησιν, ὅτι «σεῖς ὑπεσχέθητε εἰς ἡμᾶς αὐτὴν τήν πολιτικήν»· τήν ὑπεσχέθη καὶ τήν ἐφήρμοσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τήν συνεχίσατε ὑμεῖς, ἀναγνωρίσαντες τὴν πολιτικὴν ἐκείνην καὶ ὅλας τὰς συνεπείας τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Καὶ ὅταν, καθ’ ὃν χρόνον ἐλάμβανον χώραν αἱ καταλήψεις τῆς Μακεδονίας καὶ τὰ ἄλλα ἐκστρατευτικὰ μέτρα, ἡ Κυβέρνησις ἀσχάλλουσα καὶ πιεζομένη παρεπονεῖτο καὶ ἄφηνε διέξοδον εἰς τὴν κραυγήν τῆς ὀδύνης, κραυγὴν ὀδύνης, τὴν ὁποίαν ἄφηνεν ἀδιαίρετος ἡ Ἐθνικὴ ψυχή· ὅταν παρεπονεῖτο πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις καὶ προέβαλλεν ἀργὰ πλέον τοὺς κανόνας τῆς οὐδετερότητος καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀγωνίζονται, ἤκουε τὴν αὐτὴν στερεότυπον ἀπάντησιν. Προβάλλουσα τὰ δίκαια τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους, ἠμύνετο καὶ ἐπεκαλεῖτο τοὺς κανόνας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου· ἀλλ’ ἔλεγον πρὸς αὐτήν· «τί ἐπικαλεῖσθε τοὺς κανόνας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, τί ἐπικαλεῖσθε εὐμενῆ οὐδετερότητα καὶ χαράσσετε τὰ ὅρια τῆς εὐμενοῦς οὐδετερότητος, πέραν τῶν ὁποίων ἐκτείνεται ἡ κατάλυσις τῆς οὐδετερότητος; Σεῖς καὶ ἡμεῖς διεπλάσσαμεν νέαν κατάστασιν ἄγνωστον εἰς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον· τὴν κατάστασιν, ἣν ἐφήρμοσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι διεδέχθητε ἐκείνην καὶ ὑπεσχέθητε συνέχειαν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσατε καὶ σεῖς. Τί παραπονεῖσθε, λοιπόν, καὶ τί προβάλλετε τὸ Διεθνὲς Δίκαιον, τὸ ὁποῖον μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν κατελύθη ὑπὸ συμφωνιῶν;» Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ στερεότυπος ἀπάντησις, ἥτις ἐδόθη ἐνώπιον τῶν Βουλῆς τῆς Ἀγγλίας, τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ρωσσίας, αὐτὸ τονίζεται ἀπὸ ὅλα τὰ ἡμιεπίσημα φύλλα τοῦ Γαλλικοῦ καὶ Ἀγγλικοῦ τύπου. Ἐπαναλέγω, Κύριοι, καὶ ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει θεμελιῶδες σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ σχηματισμοῦ αὐτῆς δὲν ἀπεσάφησε τὴν θέσιν της καὶ τὴν πολιτικήν της καὶ δὲν ἀντετάχθη κατὰ τῆς ἀποβάσεως τῶν ξένων στρατευμάτων. Καὶ εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτῆς ὅλα τὰ ἐφόδια καὶ τὰ πολιτικά καὶ τὰ ἠθικά, ἵνα ἀντιταχθῇ τελεσφόρως. Μὴ εὑρισκόμενος ἐν τῇ Κυβερνήσει, δὲν εἶμαι, βεβαίως, εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ὅσα γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τῆς προσκλήσεως ἢ τῆς μὴ προσκλήσεως ξένων στρατευμάτων παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἴσως ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατήρξατο τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομίσῃ ἐνδεδειγμένον καὶ ἐπιβεβλημένον εἰς αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς σαφεῖς ἐξηγήσεις. Ἀλλ’ ὅ,τι ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐξ ἀνακοινώσεων, ἃς ἐδικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν παρὰ τῶν Κυβερνήσεων, συμπίπτει πολλάκις νὰ γνωρίζωμεν ἐξ ἀνακοινώσεων τοῦ ἀλλοδαποῦ τύπου. Καὶ χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀληθῆ ὅσα εἴδομεν ἐκεῖ, δυνάμεθα ὅμως νὰ διατυπώσωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ διατυπώσωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν μίαν ἀπορίαν, ἡ ὁποία ἠγέρθη εἰς ἡμᾶς, ὅτε ἐνώπιον τῆς Ἀγγλικῆς καὶ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τότε εἶχε δημοσιευθῆ εἰς τὸν Γαλλικὸν Τύπον πληροφορίαι κατὰ συνέχειαν, σημαντικαί, ἐὰν ἦσαν ἀληθεῖς, τῶν ὁποίων τὸ ἀκριβὲς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιζητῶν, πληροφορίαι, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ἁπλῶς προφορικαὶ καὶ αἱ ἰδιαίτεραι ἐκεῖναι συνεννοήσεις, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἔγγραφοι, ὑπῆρξαν καὶ ἔγγραφοι μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῶν Πρεσβευτῶν τῆς Συνεννοήσεως τῶν ἐν Ἀθήναις. Καὶ ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχει ἐπιστολὴ εἰς χεῖρας τῶν Κυβερνήσεων τῆς Συνεννοήσεως, ἐπιστολὴ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει ἡ συνεννόησις ἐκείνη καὶ βεβαιοῦται τοῦτο τὸ τερατῶδες, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ ἐπιστολῇ λέγεται, ὅτι διὰ τὴν συμφωνουμένην ἀπόβασιν τῶν ξένων στρατευμάτων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἁπλῆ διαμαρτυρία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἁπλῶς διὰ τὸν τύπον. Ἄν τοῦτο εἶναι ἀληθές, Κύριοι, δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι σχέδιον τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν σχετικὸν φάκελλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διανοηθῇ τις, εἰς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, ἤθελεν ὑποτεθῇ ἀκριβὲς τὸ πρᾶγμα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὸν σχετικὸν φάκελλον τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστολῆς, ἀδιάφορον, ἐὰν ὑπῆρξε τὸ διάβημα τοῦτο ἐπίσημον ἢ ὄχι. Ἓν τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἀκριβές, εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ ἀκολούθου φαινομένου, φαινομένου κατ’ ἐξοχὴν τερατώδους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀκριβῶς ἢ ἐπὶ ὅλων τῶν δεδομένων στηρίζω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ, καὶ δυστυχῶς δὲν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις. Τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1914 ἀρχικῶς, καὶ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915 ἐκ δευτέρου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ διεδηλοῦτο ἡ ἐπίσημος πολιτικὴ τοῦ Κράτους, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐνέκριναν, πλὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐκείνην, τήν ὁποίαν ἐνέκρινεν ἡ Βουλή, ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐνέκρινεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐκείνη πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀνεύθυνος πολιτειακὸς παράγων ἦτο σύμφωνος, πολιτικὴ τῆς ἀπολύτου οὐδετερότητος τῆς, ὅσον εὐγλώττως, τονισθείσης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μετὰ συμβουλῶν καὶ παραστάσεων καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς δημοσιογράφους. Κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1915 ἀνεγινώσκετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαμαρτυρία τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀπόβασιν τῶν ξένων στρατευμάτων καὶ διετυποῦντο ὅλαι αἱ ἀντιρρήσεις ἀπὸ μέρους τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν κατ’ αὐτῆς. Καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀκριβῶς ὑπῆρχεν — ἐὰν τὸ γεγονὸς εἶναι ἀληθές. — ὑπῆρχεν ἐπιστολὴ εἰς χεῖρας τῶν Κυβερνήσεων τῶν Δυνάμεων, διὰ τῆς ὁποίας ἐδίδετο ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι αὐτή ἡ διαμαρτυρία τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ καὶ θὰ ἀναγνώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αὐτὴ εἶναι ψευδὴς καὶ ποὺρ λὰ φόρμ. Ἐπιμένω, Κύριοι, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν θεμελιώδη ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους προῆλθεν εἰς τὴν ἀρχήν καὶ ἐκ τῆς πολιτικῆς, τήν ὁποίαν διεκήρυξε, νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν κατάστασιν, νὰ ἐκκαθαρίσῃ αὐτήν διὰ πάσης θυσίας καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐκείνης νὰ ἐμμείνῃ εἰς τήν πολιτικήν της καὶ νὰ ἐμμείνῃ ἀνενδότως. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐξηκολούθησε, δυστυχῶς, τήν πολιτικήν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη ἀδιαμαρτυρήτως τὰ ξένα στρατεύματα. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ συνεχίσῃ εὐμενῆ, ἀκόμη δὲ καὶ εὐμενεστάτην τήν οὐδετερότητα ὑπὸ τοιαύτην μορφήν, δηλαδή, μορφήν κατὰ τήν ὁποίαν, χωρὶς νὰ πολεμήσωμεν, κατέλυσαν τήν οὐδετερότητα ἡμῶν. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, καίτοι ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις κληθεῖσα καὶ ὑπὸ ἄλλο πρόγραμμα, ἠρκέσθη νὰ συνεχίσῃ τήν πολιτικήν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἐδανείσθη τήν πολιτικήν της, καὶ μετ’ αὐτῆς ἐδανείσθη καὶ τήν πλειοψηφίαν της καὶ τήν ὑποστήριξιν τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐδανείσθη αὐτήν καὶ ἔζησε διὰ νὰ καταλύσῃ καθ’ ὃν τρόπον κατέλυσε τὸν βίον ἐκ μιᾶς ὑπερευαισθησίας κοινοβουλευτικῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ καταλύσῃ τὸν σύνδεσμον ἐκεῖνον μὲ τήν πλειοψηφίαν, ἐὰν ὑπὸ τοιούτους προεβάλλετο ὅρους καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ στοιχίσῃ μὲ τήν συνέχειαν τῆς πρώην πολιτικῆς, τόν ὄλεθρον τῆς Χώρας. Ἔπρεπεν ἔκτοτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποφύγῃ τὸν παράνομον κοινοβουλευτικῶς σύνδεσμον καὶ τὸν ἀθέμιτον ἐκεῖνον συνοικισμόν, τὸν ὁποῖον συνῆψεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξεν αὐτό. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ παροῦσα, ἐξηκολούθησε τήν πολιτικήν ἐκείνην. Καὶ εἶναι τοῦτο μόνον, Κύριοι; Τοῦτο, βεβαίως, εἶναι τὸ κύριον καὶ τὸ θεμελιῶδες, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον. Τί ἄλλο εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις, ἡ γενικὴ ἐπιστράτευσις τῆς Χώρας, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἐννέα μηνῶν διατελοῦμεν; Τί ἄλλο εἶναι ἡ σύγκλησις ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἡ διατήρησις ὑπὸ τῆς παρούσης τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς Χώρας; Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διέταξε τήν γενικήν ἐπιστράτευσιν, ὑπηρετοῦσα τήν ἰδιαιτέραν αὐτῆς πολιτικήν. Ὄχι τήν πολιτικήν της τήν ἐπισήμως δεδηλωμένην, ἀλλὰ τήν πολιτικήν ἐκείνην τήν ἀνεπισήμως ἐφαρμοζομένην. Δὲν θὰ ἦτο ἀξία κατακρίσεως, προβαίνουσα εἰς οἱονδήποτε μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνόμιζεν ὑπηρετικὸν τῆς πολιτικῆς της, ἐφ’ ὅσον ἡ πολιτική, διὰ τήν ὁποίαν ἐλαμβάνετο τὸ τοιοῦτον μέτρον, ἐτύγχανε τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἁρμοδίων πολιτιακῶν παραγόντων τῆς Χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἡ γενικὴ ἐπιστράτευσις ὑπῆρξε συνέχεια τῶν μεθόδων ἐκείνων τῆς ἀφανοῦς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς εὐμενοῦς οὐδετερότητος ἀπετέλει ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἀπετέλει κατάλυσιν τῆς οὐδετερότητος καὶ ἔβαινεν εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἐμπολέμου ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἄνευ τῶν προϋποθέσεων ἐκείνων τὰς ὁποίας πρὸς τοῦτο ἔταξε τὸ Πολίτευμα. Ἐσκόπει τήν δέσμευσιν τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, οὐχὶ μόνον ἀπέναντι τοῦ δεσμεύοντος, τὸ ὁποῖον εἶναι νοητόν, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῶν διαδόχων Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι διάφορον ἤθελον ἔχει γνώμην περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Καὶ θὰ ἐδέσμευε τὰς διαδόχους Κυβερνήσεις, ὄχι κατὰ τρόπον σύμφωνον πρὸς τὸ Πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης θὰ ἦτο νοητόν. Διότι μία Κυβέρνησις, λειτουργοῦσα ἐντὸς τοῦ Πολιτεύματος, δύναται, κρίνουσα ὑπηρετικήν τήν πολιτικήν, νὰ δεσμεύῃ τὸ Κράτος διὰ τὸ μέλλον, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα κανεὶς νὰ παραπονεθῇ διὰ τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ πολιτική τῆς οὐδετερότητος, οἷα ἐγένετο ἀντιληπτὴ καὶ ἐφηρμόζετο, ἔτεινε νὰ δεσμεύσῃ τὰς διαδόχους Κυβερνήσεις, νὰ δεσμεύσῃ τὸ Κράτος εἰς ἰδίαν πολιτικὴν ἀντίληψιν, κατὰ τρόπον ἀντίθετον πρὸς τὸ Πολίτευμα καὶ δι’ ἰδιαιτέρων συνεννοήσεων, ἐὰν αὗται εἶναι ἀληθεῖς, δι’ ἰδιαιτέρων μεθόδων, ἐὰν καὶ αὗται ἀποδειχθῶσιν ἀληθεῖς. Μία ἐκ τῶν μεθόδων, μία ἐκδήλωσις τῆς πολιτικῆς τῆς ἀφανοῦς, ἦτο καὶ ἡ γενικὴ ἐπιστράτευσις. Ἡ γενική ἐπιστράτευσις ἐνεφανίσθη εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὄχι ὅταν ἀπεφασίσθη, ἔστω καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ μεταβολή τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Ἐάν εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ μεταβολή αὕτη, ἄν εἶχον κανονισθῆ αἱ προϋποθέσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ καθίστατο ἐμπόλεμος ἡ Ἑλλάς, ἄν εἶχον ταῦτα καθορισθῆ καθ’ ἥν στιγμήν ἐκηρύσσετο ἡ γενικὴ ἐπιστράτευσις, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο νοητόν δι’ ἐκείνην τήν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἀπεφασίσθη καὶ συνεκλήθη ἡ γενικὴ ἐπιστράτευσις, χωρὶς νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τίνα σκοπόν εἶχε καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ ἐπετέλει τὸν σκοπόν ἐκεῖνον. Παρεστάθη δὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς μέτρον ἀμύνης ἐναντίον τῆς ἐπιστρατευθείσης Βουλγαρίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο μέτρον ἀμύνης κατ’ ἐνδεχομένης ἐπιθέσεως τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι πολιτική ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος πρὸς ἀνάμιξιν εἰς τὴν Εὐρωπαϊκήν σύρραξιν, θὰ ἤρκει ἡ ἐπιστράτευσις τῶν σωμάτων τῶν στρατιωτικῶν τῆς Μακεδονίας. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτη ἦτο ἡ πολιτική ἐκείνη, τήν ὁποίαν δὲν προτίθεμαι νὰ ἐλέγξω, διότι δὲν ἐλέγχω ἀπελθούσας Κυβερνήσεις, ποία ὑπῆρξεν ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ ἡ πολιτική τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως; Ἐπεδοκίμασε τήν γενικήν ἐπιστράτευσιν ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐξηκολούθησε συνεχίζουσα αὐτήν ὡς Κυβέρνησις. Εἶναι δύσκολον, Κύριοι, εἶναι ἀδύνατον, κατ’ ἐμέ, νὰ ἐννοήσῃ τις ὑπὸ τήν πολιτικήν, τήν ὁποίαν ἐχάραξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τήν ὁποίαν ἐφήρμοσε μέχρι σήμερον, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατανοηθῇ τίς ὁ σκοπός καὶ τίς ἡ ἀποστολή τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς Χώρας. Ἐάν ἡ σύγκλησις τῆς ἐπιστρατεύσεως ἦτο ἕν ἀπὸ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον σκοπόν, ὄχι τήν ἐνεστῶσαν ρύθμισιν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τήν δέσμευσιν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς μὴ δεδηλωμένης πολιτικῆς, ἐπίσης ἦτο καὶ αὐτὸ νοητόν, διὰ τήν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι διὰ τήν διάδοχον Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία καὶ ἐν τούτῳ ἐξηκολούθησε τήν πολιτικήν τῆς προκατόχου; Ποῖον λόγον εἶχεν ὑπὸ τήν πολιτικήν, τήν ὁποίαν ἐφήρμοσε καὶ τήν ὁποίαν μέχρι σήμερον βλέπομεν ἐφαρμοζομένην, ἡ γενική ἐπιστράτευσις τῆς Χώρας; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ἢ ἐνόμιζεν, ὅτι θὰ ἐπιστῇ στιγμή — καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ἀπίθανον — κατὰ τήν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἐναντίον παντὸς ἐπιβουλεύοντος τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, εἴτε τήν ἐθνικήν κυριαρχίαν, μέτρα ἀμύνης, μέτρα ἀπαιτοῦντα γενικήν ἐπιστράτευσιν, δὲν ἦτο ἀνάγκη βέβαια νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐπιστράτευσις αὕτη ἀπὸ ἐννέα μηνῶν. Θὰ ἦτο δυνατὸν τήν στιγμήν καθ’ ἥν ἐκλήθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τήν ἀρχήν, τοιαύτην ἔχουσα πολιτικήν, τοιαῦτα σκεπτομένη, ἀκολουθοῦσα πολιτικήν, οἵαν ἠκολούθησε μέχρι σήμερον, νὰ διαλύσῃ τήν ἐπιστράτευσιν ἔκτοτε καὶ νὰ συγκαλέσῃ αὐτήν, ὅταν ἤθελε παραστῆ ἀνάγκη. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε καὶ ἐν τούτῳ τὴν πολιτικήν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν σταματᾷ ἐδῶ ἡ ἀδεξιότης τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, τῆς πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος. Μὲ τὰ σφάλματά της ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ νομισθῇ, ὅτι ἀθετεῖ καὶ τὰς ἰδίας αὐτῆς ὑποχρεώσεις. Διότι ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἐσχηματίσθη, προέβη νὰ ἐξηγήσῃ τὴν στάσιν αὐτῆς καὶ τὴν πολιτικήν αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ φίλου καὶ συμμάχου ἡμῶν Κράτους, ἀπέναντι τῆς Σερβίας. Καὶ διεδήλωσε τὴν πολιτικήν αὐτῆς καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ ἐπίθεσις τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας, γενομένη ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένετο, δὲν ἀποτελεῖ παραβίασιν ὅρου τῆς συνθήκης καὶ δὲν ἐπιβάλλει συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως βοηθήσῃ ἐνόπλως τὴν Σερβίαν. Ὅταν, Κύριοι, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῶν συμμαχικῶν ἡμῶν ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τῆς Σερβίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε ἀποτόμως ἐξερράγη ὑπὸ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔσπευσα νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν συνθήκην ἐκείνην, ἵνα συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς ἀπὸ κοινοῦ τὴν ὕπαρξιν ἢ μή τῶν ὑποχρεώσεών μας καὶ τὴν ἔκτασιν αὐτῶν. Ἡ συνθήκη ὅμως δὲν κατετέθη καὶ, ὅπως συνέβη καὶ περὶ ἄλλων, ἐλάβομεν γνῶσιν αὐτῆς ἐξ ἄλλων δημοσιεύσεων. Εἶμαι εἰς θέσιν ἤδη νὰ εἴπω, ὅτι συμμερίζομαι πλήρως τὴν ἀντίληψιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς συμμαχικὰς ἡμῶν ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς Σερβίας. Ἔχω περὶ τούτου πεποίθησιν ἀκλόνητον, Κύριοι, εἶναι δὲ φρονῶ ἀδύνατον οὐχὶ μόνον Ἕλλην πολιτευόμενος ἢ καὶ ἐπιστήμων, ἀλλὰ καὶ οἱοσδήποτε τοιοῦτος, ἀκόμη καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐνδιαφερομένου Κράτους οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ οἱ ἐπιστήμονες, ἀπροκαλύπτως κρίνοντες, νὰ αἰσθανθῶσι τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι συνθήκη, οἵα ὑπῆρξε μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Σερβίας, οὐδέποτε προβλέπει τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία παρουσιάσθη, ὅτι ἦτο συνθήκη καθαρῶς Βαλκανικῆς ὑποστάσεως, συνθήκη, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία παρουσιάσθη Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην εἶχον πάντες ἀντίληψιν, ἐνῷ αὕτη ἀνεγνωρίζετο καὶ ἔξω τῆς Ἑλλάδος, αἱ γενόμεναι ἐπ’ αὐτῆς δηλώσεις ἀρχικῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἔδωκαν ἀφορμὴν νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἠθέτει τὰς ὑποσχέσεις αὐτῆς, τὰς ὁποίας ἀρχικῶς ἀνεγνώρισε. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν κατηγοριῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι παρ’ ἄλλων πολιτικῶν ἀνδρῶν, παρ’ ἄλλων πολιτικῶν ὁμάδων ἐρρίφθησαν, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τῶν δηλώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἡ πρώτη Κυβέρνησις τοῦ Φεβρουαρίου, εἶχε προβῇ, ὑποσχομένη, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὰς συμμαχικὰς πρὸς τὴν Σερβίαν ὑποχρεώσεις. Βεβαίως, ἄλλα θὰ εἶχεν ἐν νῷ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐν τούτοις πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, ἴσως καὶ παρ’ αὐτῆς ταύτης, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ἡ δήλωσις ἐκείνη ἦτο ἄστοχος καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς παρεξηγήσεις καὶ τὰς αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καθ’ ἡμῶν, εἰς ὅλας τὰς καταγγελίας, ὅτι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσαμεν ὅλοι, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, καὶ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως...
§24Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὴν δήλωσιν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ σεβασθῇ τὰς συμμαχικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις, δὲν καθωρίζετο ὑπὸ ποίους ὅρους ἤθελον ὑπάρξῃ αἱ συμμαχικαὶ ὑποχρεώσεις. Οἱ ὅροι οὗτοι ἦσαν καθωρισμένοι ἐν τῇ συνθήκῃ. Ὅταν δὲ ὁμιλοῦμεν περὶ συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων, δηλαδή, περὶ ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουσιν ἐκ τῆς συνθήκης περὶ συμμαχίας, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ συνθήκη ἀφεώρα τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐνόπλου συνδρομῆς πρὸς τὴν σύμμαχον ἡμῶν κατὰ τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἤθελεν ὑπάρξῃ τοιαύτη ὑποχρέωσις. Ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ ἕτεραι ὑποχρεώσεις συμμαχικαὶ ἐκ τῆς συνθήκης ἀπορρέουσαι, ὑποχρεώσεις ὑφιστάμεναι καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἤθελεν ὑπάρχει ἡ συμμαχικὴ ὑποχρέωσις τῆς ἐνόπλου συνδρομῆς. Διότι, ὅταν ἐμπλακῇ εἰς πόλεμον ὁ ἕτερος τῶν συμμάχων, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις τοῦ ἑτέρου συμμάχου νὰ παράσχῃ ἔνοπλον συνδρομήν, ὑπάρχει ἐν τούτοις ἡ ὑποχρέωσις νὰ τηρήσῃ ἀπέναντι τοῦ οὕτω ἐμπλακέντος εἰς πόλεμον συμμάχου εὐμενῆ οὐδετερότητα καὶ ἑπομένως ἡ ὑποχρέωσις νὰ παράσχῃ τὰς εὐκολίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι περιλαμβανόμεναι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς οὐδετερότητος, παρεχόμεναι δέ, χαρακτηρίζουσι ταύτην ὡς εὐμενῆ. Αἱ εὐκολίαι αὗται διὰ μὲν τὰς ἄλλας Δυνάμεις παρεχόμεναι, θὰ ἀπετέλουν εὐμενῆ οὐδετερότητα, ἐξαρτωμένην ἐκ τῆς ἡμετέρας βουλήσεως. Πρὸς τὴν Σερβίαν ὅμως παρεχόμεναι, ἀπετέλουν ἐκπλήρωσιν συμμαχικῆς ὑποχρεώσεως. Δὲν ἦτο, λοιπόν, δυνατὸν ἐν τῇ δηλώσει τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ γεννήσῃ ἀμφιβολίαν περὶ τῶν διαθέσεων τῆς Ἑλλάδος, νὰ σεβασθῇ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, νὰ μὴ ποιήσητε μνείαν εἰδικήν, ὅτι θὰ μείνῃ πιστή εἰς τὰς ἐκ τῆς συνθήκης ὑποχρεώσεις. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τῆς ἀναγνωρίσεως ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἔξω τῆς συνθήκης, αἱ ὁποῖαι δὲν προεβλέποντο ὑπ’ αὐτῆς, εἶναι μεγίστη ἡ ἀπόστασις. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ ὑπὸ οὐδενός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δηλοῦσα, ὅτι θὰ σεβασθῇ τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις, ἠνόησε νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς συνθήκης, ὥστε μετὰ ταῦτα, ἀκολουθῶν τὴν τοιαύτην ἐκδοχήν, νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἐκπληροῖ τὰς συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις, ὅταν ἀρνῆται νὰ πράξῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι συμμαχικαὶ ὑποχρεώσεις. Βεβαίως, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ κατηγορήσωσι τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀθετοῦσαν τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, ὡς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ κατηγορήσωσιν αὐτήν δι’ οἱονδήποτε λόγον, δύνανται νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ οἱασδήποτε διαστροφῆς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι στεροῦνται παντὸς ἐπιχειρήματος καὶ ὅταν, ἀντὶ ἐπιχειρήματος, ἐπικαλοῦνται τόσον κατάδηλον διαστροφήν, δυνάμεθα ν’ ἀντιτάξωμεν εἰς αὐτούς, ὅτι οὐδὲν ἔχουσι πραγματικὸν ὑπὲρ τῆς γνώμης των ἐπιχείρημα ἄξιον καὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφεύγωσιν εἰς τοιαύτας διαστροφάς.
§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ διὰ διαστροφῶν, οὐδὲ θὰ ἦτο ἄξιον ἐμοῦ, ἄξιον ἀνδρὸς πολιτικοῦ οἱουδήποτε, νὰ καταφύγω εἰς διαστροφάς.
§26Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὑμῶν· γνωρίζετε τίνας ἐννοῶ.
§27Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§28Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν δυσκολεύομαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁπουδήποτε καὶ ἂν συναντᾶται ἡ διαστροφὴ αὐτή, πρέπει νὰ τύχῃ τῆς αὐτῆς ἀπαντήσεως παρὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου.
§29Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι διατεθειμένος, οὔτε ὑπῆρξα διατεθειμένος νὰ ἀμφισβητήσω τὰ λεχθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως τῶν προθέσεών σας. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι καὶ τότε θὰ εἶχε σχηματίσῃ γνώμην ὡρισμένην ἡ Κυβέρνησις, καὶ θὰ εἶχε τὰς γνώμας ἐκείνας τὰς ὁποίας αὐτήν τήν στιγμήν διετύπωσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν διετύπωσε σαφῶς τὰς γνώμας ἐκείνας· ὅτι ἔκαμε διατύπωσιν τοιαύτην, ὥστε ὄχι μόνον εἰς κακῆς πίστεως μελετητήν, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα καλῆς πίστεως ἤθελε δώσῃ ἀφορμὴν ἀμφιβολίας. Δὲν διετύπωσε τὰς ἰδέας του, ὄχι σαφῶς, ἀλλ’ οὔτε τὸ παράπαν ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς προϊστάμενος τῆς τότε Κυβερνήσεως. Διότι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται, τὸ ὁποῖον συνεκίνει καὶ τότε καὶ πάντοτε τήν δημοσίαν γνώμην, ἐνταῦθα ἰδίως, δὲν ἦτο τὸ ζήτημα τῶν δευτερευουσῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἀνεξαρτήτως συμμαχικῆς ὑποχρεώσεως ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε ἠρνήθη νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἐξεπλήρου τότε ἀπὸ πολλοῦ, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ θεμελιῶδες ἦτο, ἐὰν θὰ ἐλάμβανε τὰ ὅπλα ὑπέρ τῆς Σερβίας, ἄν προσεβάλλετο αὕτη ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας.
§30Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένετο ἡ δήλωσις, δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰς ὁποίας εἴπατε. Κατὰ τήν ἐποχήν ἐκείνην, τὸ ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἡ διαφωνία μεταξὺ τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς διαδεχθείσης αὐτήν, δὲν ἦτο τὸ ζήτημα τῆς ἐξόδου ὑπὲρ τῆς Σερβίας. Τὸ ζήτημα τῆς ἐξόδου ὑπὲρ τῆς Σερβίας εἶχεν ἐκκαθαρισθῆ τελείως ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἀρνηθῆ νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος ὑπὲρ τῆς Σερβίας. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο λελυμένον πρίν ἢ ἀνέλθομεν εἰς τήν Κυβέρνησιν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τήν διαφωνίαν μεταξὺ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀφεώρα οὐχὶ τήν ἔξοδον ὑπὲρ τῆς Σερβίας, ἀφεώρα ἐνέργειαν αὐτόβουλον, εἰς ἥν οὐδ’ ἐκαλούμεθα κἄν, ἀφεώρα ἐνέργειαν ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος εἰς ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία συνετελεῖτο εἰς ἑτέραν Χώραν, ἐπρόκειτο, δηλαδή, περὶ τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων. Δὲν ὑπῆρχε κατὰ τήν ἐποχήν ἐκείνην ζήτημα τῆς Σερβίας, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατόν νὰ γεννηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡμεῖς ἀπεδίδομεν εἰς τὰς συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις ἔννοιαν ἄλλην. Οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡμεῖς ἀπεδώσαμεν εἰς τήν συνθήκην ἔννοιαν εὐρυτέραν ἐκείνης, τήν ὁποίαν ἀπέδιδεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἥτις καὶ αὕτη εἶχε δηλώσει, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος, χάριν τῆς Σερβίας, ὀλίγον πρὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τήν ὁποίαν ἔπεσε. Διὰ τοῦτο τονίζω τοῦτο, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐξόδου ὑπὲρ τῆς Σερβίας δὲν ὑφίστατο οὐδ’ ἀπετέλει ἀντίθεσιν πολιτικῆς μεταξὺ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν. Ἑπομένως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμήν ἡ μνεία τῶν συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων εἰς παρεξήγησιν.
§31Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα τήν διακοπήν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν μὲ ἔπεισε. Βεβαίως, δὲν ἐγεννήθη ζήτημα διαδοχῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης διὰ τήν μή ἔξοδον ἢ τήν ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τῆς Σερβίας.
§32Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτον.
§33Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, δὲν ὑπῆρχε. Δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ μῆνα Φεβρουάριον ἁρμοδίως ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐκπληρώσεως ἢ μή τῶν συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων. Ἠθέλησα νὰ εἴπω μόνον ὅτι ἐγεννήθη, καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ ζητήματος ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τοῦτο τὸ ζήτημα ἀφεώρα τὸ ἀνακοινωθέν.
§34Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, δὲν ἐγεννήθη.
§35Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κακῶς, ἐπαναλαμβάνω. Δὲν ἦτο δυνατὸν, οὐδὲ νοητὸν νὰ γίνῃ δήλωσις ἐπίσημος ὅτι θὰ παρείχομεν ὅλας τὰς εὐκολίας, τὰς δευτερευούσας, αἱ ὁποῖαι παρήχοντο ἐκ τῆς συμμαχίας πρὸς τήν Σερβίαν, καὶ ὄχι τήν κυρίαν, τήν ἔνοπλον ὑποστήριξιν. Ἡ καταγγελία ἡ ἀτόπως ἀπευθυνθεῖσα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, ὅτι σκέπτεται νὰ ἀναιρέσῃ τὰς πρὸς τήν Σερβίαν συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις, μὴ ἐξερχομένη ἐκ τῆς οὐδετερότητος.
§36Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§37Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοῦτο ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπήντησε κατὰ τρόπον ἀδικαιολόγητον.
§38Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, δὲν ἀπήντησεν εἰς αὐτό.
§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω τήν γνώμην μου.
§40Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ.
§41Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς εἴπετε ὄχι, ἐγὼ βεβαιῶ τὸ ἀντίθετον.
§42Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ γνώμης, πρόκειται περὶ βεβαιώσεως γεγονότος. Εἴπατε, ὅτι ἀπηυθύνθη τοιαύτη καταγγελία πρὸς τήν Κυβέρνησιν· σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τοιαύτη καταγγελία δὲν ἀπηυθύνθη.
§43Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν νὰ ἀπευθυνθῇ;
§44Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σεῖς νὰ μᾶς εἴπητε.
§45Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἀπηυθύνθη καταγγελία ἀπὸ τοὺς ἐδῶ, εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ εἴχετε ἀνάγκην νὰ ἐμφανίσητε τήν καλήν σας πίστιν καὶ εἴπατε, ὅτι ἡμεῖς θὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις.
§46Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, πρόκειται περὶ γεγονότος καὶ ὄχι περὶ γνώμης, εἰς τήν ὁποίαν χωρεῖ διαφορά. Τήν ἡμέραν καθ’ ἥν ἐδημοσιεύθη τὸ ἀνακοινωθὲν, δηλαδὴ τήν ἡμέραν καθ’ ἥν ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τήν ἀρχήν, δὲν εἶχε διατυπωθῇ οὐδαμοῦ τοιαύτη καταγγελία.
§47Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε μᾶς δίδετε τήν διαβεβαίωσιν, ὅτι τότε, ἀφοῦ δὲν ἐγεννήθη ζήτημα ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τῆς Σερβίας, ὥστε νὰ ἀπαιτηθῇ ἡ δήλωσις καὶ τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς Κυβερνήσεως, ἐγεννήθη ὅμως ζήτημα ἐκπληρώσεως παρεμπιπτουσῶν κὶ δευτερευουσῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τήν Σερβίαν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀνακοινωθέντος;
§48Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, παρακαλῶ.
§49Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τήν γνώμην σας, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἀφήσατέ με νὰ προχωρήσω.
§50Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅταν εἶπον κἄτι τι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐννοηθῇ τὶ εἶπον καὶ ἐπὶ τούτου νὰ γίνῃ συζήτησις.
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐνόησα, δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις ὅμως, ἐκεῖ ὅπου θέλετε ὑμεῖς.
§52Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις, ἀναλαβοῦσα τήν ἀρχήν, εἶχε καθῆκον νὰ ποιήσηται δηλώσεις γενικὰς ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, τήν ὁποίαν ἐνόει νὰ μετέλθῃ. Ἡ πολιτική αὕτη ἦτο πολιτική οὐδετερότητος. Εἰς τήν πολιτικήν τῆς οὐδετερότητος ἠδύνατο νὰ τεθῶσι φυσικῶς ὅρια εὐρύτερα ἢ στενώτερα. Ἀναλαβόντες τὴν ἀρχήν καὶ ἀναλαβόντες αὐτήν ὑπὸ περιστάσεις ἐκτάκτως δυσμενεῖς καὶ ἐπιδεκτικὰς ποικίλλων παρεξηγήσεων, αἵτινες, ἀτυχῶς, καὶ ὑπεθάλποντο, καθῆκον εἴχομεν νὰ καταστήσωμεν δῆλον, ὅτι ἡ πολιτική ἡμῶν ἦτο ἡ πολιτική, ἡ προσήκουσα, πολιτική σεβομένη τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει ἡ Ἑλλάς. Ἐν τῇ γενικῇ, λοιπόν, ρήτρα, τήν ὁποίαν ἐθέσαμεν, εἴπομεν, ὅτι ἡ πολιτική ἡμῶν θὰ εἶναι τοιαύτη. Προέβημεν δὲ εἰς τήν δήλωσιν ταύτην, ὄχι διότι εἶχε γεννηθῆ καταγγελία παρά τινος, εἴτε ἔσωθεν, εἴτε ἔξωθεν περὶ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς ἡμῶν, ἀλλά, διότι ἀναλαμβάνοντες τήν ἀρχήν, ἐνομίσαμεν, ὅτι καθῆκον εἴχομεν, πρὸς ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως καὶ πρὸς πρόληψιν οἱασδήποτε παρερμηνείας τῶν διαθέσεων ἡμῶν, νὰ διαδηλώσωμεν ὁποία τις ἦτο ἡ πολιτική, τήν ὁποίαν θὰ μετειρχόμεθα. Ἄν παρελείπομεν τοῦτο, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κατακριθῶμεν ὡς ἀτελῆ ποιησάμενοι δήλωσιν καὶ ὡς ἐπιλήσμονες οὐσιώδους στοιχείου τῆς πολιτικῆς ἡμῶν. Ἵνα μὴ εἰς ταύτην τήν κατάκρισιν ὑποπέσωμεν, ἐμνημονεύσαμεν καὶ τοῦτο. Αὐτή εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀνακοινώσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῆς.
§53Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄν νομίσῃ ἀναγκαῖον νὰ μὲ διακόψῃ ἐκ νέου, νὰ ἐπιφυλάξῃ τὴν ἀπάντησιν αὐτοῦ, διότι εἶνε ἀδύνατον οὕτω νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. Ἤκουσα τὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀφωρμήθη καὶ δὲν ἐσκέφθην νὰ ἀμφισβητήσω αὐτάς, ἀλλὰ θεωρῶ οὐχ ἧττον καὶ τελείως ἀδικαιολόγητον τὸ ἀνακοινωθὲν καὶ μὴ δυνάμενον νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, παρ’ ἐκείνην τήν ὁποίαν ἐγώ εἶπον. Καὶ ἀτυχῶς. Διότι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον καθ’ ὅν ὡμίλει ἡ τότε Κυβέρνησις περὶ συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων ἀπέναντι τῆς Σερβίας, τήν στιγμήν ἐκείνην εἶχεν ἐμπλακῆ καὶ κατὰ τὰς γνώμας τὰς ὀρθάς, τὰς διατυπωθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τήν συγκρότησιν αὐτῆς τοῦ Σεπτεμβρίου, δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων. Ἐφ’ ὅσον κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον, ὁπότε ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ Σερβία εἶχεν ἐμπλακῆ εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις συμμαχικὸς ὅρου καὶ ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος, ἐκ τῆς οὐδετερότητος ὁθενδήποτε ἄν προσεβάλλετο ἡ Σερβία, δὲν ἐδικαιολογεῖτο ἀνακοινωθὲν, τὸ ὁποῖον ὡμίλει περὶ ἐκπληρώσεως συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων, ἵνα δοθῇ διὰ μακρῶν ἀγορεύσεων ἡ ἑρμηνεία, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν τήν ἔνοπλον προστασίαν τῆς Σερβίας, ἀλλὰ τήν παροχήν ἄλλων εὐκολιῶν, ἐγκειμένων εἰς τήν συνθήκην τῆς συμμαχίας, ἢ νὰ διατυπώσωμεν ἀπολύτους θεωρητικὰς γνώμας, ὅτι ἡμεῖς κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως καὶ τοῦ σεβασμοῦ τῶν συνθηκῶν ἐν γένει. Λέγω τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ κατακρίνω τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τήν ἀστοχίαν, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμήν νὰ ἀκουσθῶσιν ἐναντίον καὶ αὐτῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος ὅσα δὲν ἦτο εὔλογον νὰ ἀκουσθῶσιν. Ὑπέδειξα, Κύριοι Συνάδελφοι, κεφαλαιώδη σημεῖα τῆς διαχειρίσεως τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διαχειρίσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀνετράπη ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον. Θὰ ἦτο μακρόν καὶ ἀνιαρόν, ἴσως δὲ δὲν θὰ ἀνταπεκρίνετο εἰς τήν πρόθεσιν, τήν διάθεσιν καὶ τήν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποδείξῃ τις τόσα ἄλλα σημεῖα τῆς πολιτικῆς ταύτης, σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀστοχία τῆς Κυβερνήσεως ὑπερέβη πᾶν ὅριον, ἀστοχία περὶ τήν διαχείρισιν καὶ κατὰ πόσον συνέβαλλε καὶ αὕτη εἰς τὸ νὰ ὑφιστάμεθα, ὅσα δεινὰ ὑφιστάμεθα τώρα. Καὶ ἄν ἤρχιζέ τις ἀπὸ τῶν συνεντεύξεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη καὶ προέβαινε μέχρι τῆς τακτικῆς, τήν ὁποίαν ἠκολούθησε διὰ τοῦ τύπου, τοῦ διερμηνεύοντος τὰς γνώμας αὐτῆς, ἤθελεν ἴδει, ὅτι πολιτική οὐδετερότητος καὶ διαχείρισις στοιχειώδους ἀντιλήψεως καὶ ἐπιφυλάξεως, δὲν ὑπῆρξε παρὰ τῇ Κυβερνήσει. Δὲν προτίθεμαι νὰ κατακρίνω τήν μερίδα ἐκείνην τοῦ τύπου, ἡ ὁποία οὕτως ἢ ἄλλως ἀντελήφθη τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Ἀλλὰ κατακρίνω τήν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἠδυνήθη νὰ ἑρμηνεύσῃ τήν πολιτικήν τῆς οὐδετερότητος δι’ ὡρισμένων ὀργάνων τοῦ ἐγχωρίου Τύπου καὶ ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἥν παριστάμεθα ἐνώπιον ἑνὸς φαινομένου ἐκτρόπου, ἐνώπιον φαινομένου Κράτους ἔχοντος ἐπίσημον πολιτικήν αὐτοῦ τήν οὐδετερότητα καὶ μή ἔχοντος ὄργανα ἐν τῷ τύπῳ διερμηνεύοντα τήν πολιτικήν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἐφημερίδες δύνανται νὰ ἔχουν, καὶ ἴσως πρέπει νὰ ἔχωσι τὰς πολιτικὰς αὐτῶν ἀντιλήψεις καὶ ἐλευθέρως νὰ ὑπηρετῶσιν αὐτάς, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπικοινωνεῖ πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα κατὰ τὰς ὑπαρχούσας κοινοβουλευτικὰς καὶ πολιτικὰς ἀντιλήψεις διὰ τῶν ἐφημερίδων, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὰ ἴδια αὐτῆς ὄργανα, τὰ ἀπολύτως οὐδέτερα, τὰ ἐφαρμόζοντα καὶ διερμηνεύοντα τὰς γνώμας αὐτῆς, ἔστω καὶ οὐχὶ ἐπισήμως, εἰς ἐφαρμογήν τῆς πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος. Ἀλλ’ εἶναι τόσα τὰ σφάλματα τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς λεπτομερείαις, σφάλματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναταί τις νὰ μνημονεύσῃ, χωρὶς νὰ τρέξῃ τὸν κίνδυνον ἐκεῖνον, τόν ὁποῖον διέτρεξεν ἄλλος Συνάδελφος, ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φλωρίνης, νὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον νὰ ἀκούσῃ ὅσα ἤκουσε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, βεβαίως, νὰ δοθῶσι μαθήματα διπλωματικὰ καὶ διπλωματικῆς διαχειρίσεως πρὸς κανένα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τήν Κυβέρνησιν. Ὅμως ὑπάρχουν τόσον ἐξώφθαλμα τὰ σφάλματα αὐτῶν περὶ τήν διαχείρισιν, ὥστε δὲν γνωρίζω ἄν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωσιν ἄλλον τινὰ ἔχοντα τήν γνώμην, ὅτι δὲ ὀφείλονται εἰς τήν διαχείρισιν ταύτην ὅλαι αἱ προστριβαί, τὰς ὁποίας ἐπλήρωσε καὶ πληρώνει τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως. Ἀλλ’ ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἔστερξε τοῦτο ἀκούσασα ἡ Κυβέρνησις, ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ παράπονον ἐναντίον κόμματος μή ἐκπροσωπουμένου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· ἐναντίον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τήν προκάτοχον Κυβέρνησιν.
§54Λ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ ΡΟΥΦΟΣ. Ἐκπροσωπουμένου, ἀλλὰ μὴ ἐρχομένου.
§55Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλή ἦτο ἡ παρατήρησις. Παράπονον, ὅτι ἐδυσχέραινον ἀθεμίτως τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετῆλθον πολιτικήν πολεμίαν καὶ παρενέβαλλον εἰς τήν Κυβέρνησιν ὑπερτάτας δυσχερείας. Καὶ ἠκούσθη τὸ πρόσθετον παράπονον, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος νὰ προστατεύσῃ τήν Πολιτείαν ἀπέναντι τῶν ὑπερβασιῶν, ἀπέναντι παραβάσεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ἄν ταῦτα εἰσίν ἀληθῆ — καὶ εἰσίν ἐν πολλοῖς ἀληθῆ — αἰτιῶμαι καὶ δικαιοῦμαι νὰ αἰτιαθῶ αὐτήν τήν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι ἀξιοπρεπές, δὲν εἶναι κἄν ἴδιον Κυβερνήσεως νὰ παραπονῆται ἐναντίον τῆς τακτικῆς ὁμάδων μεγάλων ἢ μικρῶν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διαχειρίζεται τήν πολιτικήν τοῦ Κράτους, περιβαλλομένη ἀπὸ τήν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, περιβαλλομένη ἀπὸ τήν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, αὐτὸ τουτέστι τὸ Κράτος, δὲν ἠσθάνθη ἐν ἑαυτῇ τὴν δύναμιν νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀρωγὴν τῶν νομίμων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπῆρχε, κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς, παράβασις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου — καὶ ὑπῆρχον τοιαῦται, καὶ ὑπῆρξαν ἀληθῶς καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν περίοδον ἱκαναὶ τοιαῦται — ἡ Κυβέρνησις, λέγω, δὲν ἠσθάνθη τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτάς, ὡς Κράτος, καὶ ἠσθάνθη τήν δύναμιν τῆς ψυχῆς νὰ παραπονεθῇ, ὡς ὑφισταμένη ταύτην, ἐναντίον ὁμάδων μικρῶν ἢ μεγάλων. Καὶ διετυπώθη εἰς ἀντίρρησιν γενομένην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διετυπώθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπικροτούσης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς σιωπῆς αὐτῆς, διετυπώθη, λέγω, ἡ κατηγορία, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εἷς Εἰσαγγελεὺς τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὸ σθένος νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ποδοπατουμένους καὶ καταπατουμένους ὑπὸ τῶν ὁμάδων ἐκείνων. Θλίβομαι κατάκαρδα, ἀλλὰ δὲν ἐπιχειρῶ νὰ ἀντικρούσω τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου, ὁ ὁποῖος τὰς διετύπωσε. Θλίβομαι κατάκαρδα, διότι αἱ γνῶμαι αὐτοῦ, λεχθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἐπισήμου, παρῆλθον ἀδιαμαρτύρητοι ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκτιμῶ ὅλην τὴν λεπτότητα τῆς θέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὅμως ἦτο ἕως χθὲς Εἰσαγγελεὺς διὰ νὰ εἶναι ἴσως καὶ αὔριον τοιοῦτος. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἀπευθύνω αἰτίασιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καὶ δὲν διεμαρτυρήθη ἐναντίον τοιαύτης ἀδικίας, ἡ ὁποία ἀπηυθύνθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐλέχθη καὶ παρῆλθεν ἀδιαμαρτύρητον, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εἷς Εἰσαγγελεὺς τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Ποινικὸν Νόμον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ ἀληθές, Κύριοι. Δὲν ἔλειψεν ἡ δικαιοσύνη, δὲν ἔλειψαν οἱ Εἰσαγγελεῖς· ἔλειψεν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠσθάνθη ἐν ἑαυτῇ τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς, δὲν ἠσθάνθη τὸν ὄγκον τοῦ Κράτους ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῆς, ἵνα ἐπιβάλῃ τὸ κράτος τοῦ νόμου, ἵνα ἐπιβάλῃ τὰς θελήσεις της. Ἄλλως τε, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι ζητήματα τοιαῦτα καὶ ὑπερβασίαι τοιαῦται δὲν εἶναι, ἄν ζητήματα ἐφαρμογῆς Ποινικοῦ Νόμου. Ὑπάρχει τι ἐνίοτε ἀνώτερον καὶ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὑπάρχει τι ἀσκοῦν τὴν ἐπιβολήν του πολὺ ἰσχυρότερον ἐκείνου, ὑπάρχει ἡ δημοσία γνώμη, ὑπάρχει ἡ Κοινὴ Γνώμη. Αὕτη εἶναι ἡ μεγάλη διδάσκαλος καὶ τιμωρὸς πολιτικῶν ἀνοσιουργημάτων καὶ ὅταν ταῦτα δὲν προσβάλλουσι τὸν ποινικὸν νόμον, ἀκόμη δὲ περισσότερον, ὅταν καὶ τοῦτον προσβάλλωσι. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὑπῆρξεν αὕτη εἰς ὑμᾶς βοηθός, ἢ ἐκάματε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐπιβεβλημένα εἰς ὑμᾶς, ἢ παρελείπετε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀντεδεικνύοντο εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἔχητε ἐπίκουρον καὶ σύμμαχον ὑπὲρ ὑμῶν τὴν δημοσίαν γνώμην; Ἐὰν εἴπητε ναί, σημαίνει, ὅτι δὲν γινώσκετε ἐπαρκῶς τὴν κατάστασιν, δὲν γνωρίζετε, τί γύρω ὑμῶν συμβαίνει. Ἔλειψεν ἀφ’ ὑμῶν, Κύριοι, τὸ μέγα ἐκεῖνο ἐφόδιον, τὸ ὁποῖον κρατύνει τὰς κοινοβουλευτικὰς Κυβερνήσεις καὶ περιποιεῖ εἰς αὐτὰς ἀδιαφιλονίκητον κῦρος, ἀπροσμάχητον ἰσχὺν ἐναντίον ὅλων τῶν ὁμάδων, εἴτε μικρῶν, εἴτε μεγάλων, εἴτε εὐαρίθμων, εἴτε πολυαρίθμων. Ἔλειψεν ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ζωοποιός, ἔλειψε τὸ θάρρος ἐκεῖνο, ἀφ’ ὑμῶν, ἔλειψε τὸ ἐφόδιον ἐκεῖνο τὸ μέγα τὸ ἀπὸ τῆς δημοσίας γνώμης προερχόμενον καὶ ἔλειψε, διότι ἐκάματε, διαχειριζόμενοι ὄχι πλέον τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, διὰ νὰ χάσητε τὸ κῦρος αὐτῆς, ἵνα διαζευχθῆτε πρὸς τήν δημοσίαν γνώμην. Δὲν ἐκάματε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐπιβεβλημένα, ἵνα συνεννοηθῆτε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἵνα ἔχητε αὐτὸ τὸ μέγα πολιτικὸν ὅπλον. Καὶ ὅταν κατὰ τὸ οὗτον τρόπον διεζεύχθητε πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην, ἐχάσατε τὸ ἔνδυμα τῆς παρουσίας σας, τῆς ἐμφανίσεώς σας ἀπέναντι τῶν ξένων· συζητοῦντες τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ἐχάσατε τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς καὶ τῆς ἐπιβολῆς ἀπέναντι τῶν ἔσω. Καὶ οἱ ἔσω, μὴ ἔχοντες πλέον κανένα κίνδυνον νὰ διατρέξωσιν, ἴσως ἀπεθρασύνθησαν καὶ ὑπερεφαλάγγισαν ὑμᾶς. Δύνασθε νὰ φιλονεικήσητε ταῦτα πάντα, Κύριοι; Ἐὰν τὰ φιλονεικήσητε, σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχετε πλήρη τὴν διάγνωσιν τῆς καταστάσεως. Διότι, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας, εἰς τὰς ὁποίας ἐν ἀνάγκῃ θὰ ἠδυνάμην νὰ εἰσέλθω — καὶ ἐν ἀνάγκῃ θὰ εἰσέλθω — θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς. Πῶς ἐξηγεῖτε τὸ φαινόμενον αὐτό, νὰ ἔχητε καθ’ ὑμῶν τήν δημοσίαν γνώμην, νὰ ἔχητε — δὲν κάμνω ὑπερβασίαν τινά — τὴν ἐσωτερικήν γνώμην καθ’ ὑμῶν ἀκόμη καὶ τοῦ μεγίστου μέρους τῆς Βουλῆς; Πῶς συμβαίνει τοῦτο; Τήν στιγμήν κατά τήν ὁποίαν διαχειρίζεσθε τήν πολιτικήν τοῦ Κράτους ἐκείνην, τήν ὁποίαν, — θὰ τὸ εἴπω ἄνευ κινδύνου διαψεύσεως — τὰ 9) 10 τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιδοκιμάζουν, τήν πολιτικήν τοῦ Κράτους, τήν ἐπιδοκιμαζομένην, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τὰ 9) 10 τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἴπατε εἰς ἡμᾶς σεῖς. Πῶς κατωρθώσατε ἀπέναντι τοιαύτης παμψηφίας σχεδόν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, πῶς κατωρθώσατε σεῖς νὰ εὑρίσκεσθε μακρὰν τῆς δημοσίας συνειδήσεως, ἄνευ τοῦ ἠθικοῦ καὶ πολιτικοῦ τούτου ὅπλου, καὶ νὰ εὑρίσκεσθε εἰς τήν θέσιν ἐκείνην, τήν ὁποίαν καὶ ὑμεῖς εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς σας κατανοεῖτε καὶ ὅλοι ἐδῶ εἰς τήν αἴθουσαν κατανοοῦμεν; Πῶς κατωρθώσατε τοῦτο; Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία περὶ τῆς θέσεως εἰς τήν ὁποίαν εὑρίσκεσθε. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ ἔχῃ τὰς συμπαθείας αὐτοῦ, καὶ δύναται ἀναλόγως νὰ ἔχῃ μέχρις ὡρισμένου σημείου τοιαύτας πρὸς ὡρισμένον πολιτικὸν ἄνδρα μὴ εὑρισκόμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι πάντες βέβαιοι, καὶ ὅσοι ἑρμηνεύουν καὶ ὅσοι παρερμηνεύουν τήν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ὑπάρχουσι σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα σταματῶσιν αἱ πεποιθήσεις αὗται καὶ αἱ συμπάθειαι αὗται καὶ αἱ ὑποστηρίξεις αὗται. Οὐδέποτε θὰ πεισθῇ ἀπὸ πολιτικὸν ἀρχηγὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κάμῃ πόλεμον, ὅταν εἶναι πεπεισμένος, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι πεπεισμένος, ἐκ τῶν γνωμῶν τῶν ἁρμοδίων αὐτοῦ ἀρχῶν, ὅτι ὁ πόλεμος αὐτός, ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως θὰ ὁδηγήσῃ τήν Χώραν εἰς συμφοράς. Καὶ ἄν θὰ ἠκολούθει εἰς πᾶσαν ἐκδήλωσιν γνώμης τούς πολιτικοὺς ἐκείνους ἄνδρας, τήν στιγμήν κατὰ τήν ὁποίαν, παρά τήν γνώμην τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν, θὰ συνεβούλευον καὶ θὰ ὡδήγουν αὐτόν εἰς ἔξοδον, θὰ ἔβλεπον ἑαυτούς παρ’ ὅλων ἐγκαταλειπομένους. Ἀκολουθεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγούς καὶ πρέπει νὰ ἀκολουθῇ αὐτοὺς εἰς τὰς πολιτικὰς αὐτῶν γνώμας. Ἀλλ’ ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου δὲν εἶναι μόνον πολιτική πρᾶξις· δὲν εἶναι μόνον πολιτικὸς ὑπολογισμός. Εἶναι, βεβαίως πολιτική πρᾶξις, εἶναι πολιτικὸς ὑπολογισμός. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἄφρων ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχυρίζετο ὅτι εἶναι τοῦτο μόνον, καὶ ὅτι ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου δὲν εἶναι καὶ στρατιωτικὸς ὑπολογισμός. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρόσκειται εἰς τοὺς ἀρχηγούς τούς ὑπευθύνους τοῦ στρατεύματος, ἐφ’ ὅσον γνωρίζει, ὅτι ἔχει στράτευμα ὑπερόχως στρατηγούμενον, ἐφ’ ὅσον δὲν πείθεται, δὲν ἔχει λόγους νὰ πεισθῇ, ὅτι προδίδουσιν αὐτὸν οἱ ὑπευθύνως στρατηγοῦντες καὶ διευθύνοντες τὸ στράτευμα, ὅτι προδίδουσι τήν ἐθνικήν ὑπόθεσιν ἢ ὅτι εἶναι δειλοί· εἶναι ἀδύνατον νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ πολιτικὸν ἀρχηγὸν οἱονδήποτε εἰς δρᾶσιν πολεμικὴν καὶ νὰ πιστεύσῃ εἰς θριάμβους πολεμικούς. Εἶναι πλάνη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρερμηνεύοντες τὰ πολιτικὰ αἰσθήματα καὶ συγχέοντες αὐτὰ πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀντιλήψεις τῶν ὑπευθύνων κύκλων, νομίζουσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καθοδηγήσωσι διὰ μόνης τῆς ἀποφάσεως αὐτῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τοιαῦτα μέτρα, καὶ νομίζουσιν, ὅτι δύνανται, ὄχι μόνον πολιτικοὶ νὰ εἶναι, ἀλλὰ καὶ στρατιωτικοὶ ἀκόμη, προεξοφλοῦντες καὶ αὐτήν τήν ἔκβασιν τοῦ πολέμου, ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως. Ἀλλ’ ὅταν τοιαῦτα εἶναι τὰ πράγματα διὰ πάντα, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὰ ἀμερολήπτως, εἴπατε εἰς ἡμᾶς, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι. Πῶς κατωρθώσατε αὐτὸ τὸ μέγα κεφάλαιον τῆς λαϊκῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία αὐτὰ αἰσθάνεται καὶ αὐτὰ πιστεύει, πῶς κατωρθώσατε τὸ κεφάλαιον αὐτὸ νὰ τὸ ἔχητε πολέμιον, ἄν ὄχι πολέμιον ἀσυμπαθὲς, ἀλλὰ ἁπλῶς ἀδιάφορον, ὥστε Κυβέρνησις ὄντες μὲ τοιαῦτα ἐφόδια νὰ παραπονῆσθε καθ’ ὁμάδων, καὶ ἄτονοι, ἄψυχοι, ἄνευροι, ἄξιοι νὰ ὑπερφαλαγγισθῆτε ἀπὸ αὐτούς; Ἡ μόνη δικαιολογία, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐξήγησις, καὶ ἂς τήν εἴπω ἐγώ, τοῦ καμάτου τῆς Κ)σεως, τῆς δειλίας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑπερφαλαγγίσθη ἀπὸ ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων παραπονεῖται καὶ παραπονεῖται μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, ὥστε νὰ μὴ βλέπῃ ἕνα Εἰσαγγελέα τοῦ Κράτους νὰ καταδιώξῃ ἓν ἀδίκημα.
§56Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀποδίδονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπε.
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀποδίδω εἰς τήν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐσιώπησεν, ὅταν ἐλέχθησαν ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος.
§58Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὡμίλησεν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις. Ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι ἀποδεχόμεθα καὶ ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, πρίν νὰ ἀπαντήσωμεν;
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανόν.
§60Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτήν τήν ἑρμηνείαν κάμνετε;
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἐμείνατε ἱκανοποιημένος, ἀπὸ τήν εὐφυΐαν τῆς διακοπῆς. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι θὰ δώσω ἐγώ τήν ἐξήγησιν τοῦ φαινομένου αὐτοῦ. Συμβαίνει, Κύριοι, καὶ εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Σῶμα, ὡς εἰς πολιτικὸν ὀργανισμόν, ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸν κατ’ ἄτομον ἀνθρώπινον ὀργανισμόν. Ὑγιής, ἰσχυρὸς ὀργανισμὸς, μάχεται τελεσφόρως κατὰ τῆς ἐφόδου νοσογόνου ἐξωτερικῆς προσβολῆς. Ἀποκρούει τὴν εἰσβολὴν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ εἰσβαλοῦσαν καθιστᾷ ταύτην ἀκίνδυνον. Αἱμοσφαίρια καὶ ἱστοὶ καὶ τοῦ ὅλου ὀργανισμοῦ ἡ λειτουργία τίθεται ἐξ ἐνστίκτου αὐτοσυντηρήσεως εἰς κατάστασιν ἐνεργητικῆς ἀμύνης, καὶ ἀπωθοῦσι τήν νοσογόνον ἐπιρροήν. Καὶ ἡ νόσος καὶ ἡ κακοποιὸς ἔφοδος ἡττᾶται καὶ θνήσκει, ἀντὶ νὰ θανατώσῃ ἐκείνη. Ἀλλ’ ὀργανισμὸς ἀσθενής εἶναι ἀνίκανος πρὸς ἀντίδρασιν. Κάμπτεται ἀπέναντι τῆς νοσογόνου ἐφόδου. Καὶ ὁ ἐχθρὸς εἰσβάλλει, εὑρίσκει τὸ ἔδαφος ἀνυπεράσπιστον καὶ κυριαρχεῖ, φέρων τὸν ὄλεθρον. Ὁ ὀργανισμὸς ὑμῶν, Κύριοι, ὁ κυβερνητικὸς, παρὰ τήν ὑγείαν καὶ τήν ἀκμὴν καὶ τήν θαλερότητα ὑμῶν, τῶν ἀποτελούντων τήν Κυβέρνησιν, τήν σωματικήν, διὰ τήν ὁποίαν ὅλοι χαίρομεν καὶ ὅλοι εὐχόμεθα, ὁ πολιτικὸς ὑμῶν ὀργανισμὸς νοσεῖ, καὶ νοσεῖ ἐπικινδύνως. Ὁ δὲ ἐχθρὸς τὸν ὁποῖον βλέπετε πανταχοῦ, σᾶς ὑπερεφαλάγγισεν, ὄχι διὰ τῆς δυνάμεώς του, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀσθενείας σας, ἐχάσατε τὸ μέγα πολιτικὸν ὅπλον τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ἐκείνη, συγχέουσα τὰ πράγματα, φαίνεται ἐξ ἀντιδράσεως, ὅτι πρόσκειται περισσότερον εἰς ἐκείνους, παρὰ εἰς ὑμᾶς. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ σκληρὰ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀντιληφθῆτε, ἄν ὄχι διὰ τὸ παρελθόν, τοὐλάχιστον διὰ τὸ ἐνεστώς, τοὐλάχιστον, διὰ νὰ ρυθμίσητε τὸ ἐφεξῆς μέλλον, ἐφ’ ὅσον εἶναι καιρός. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὰ σφάλματα τῶν Κυβερνήσεων ἡμῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται ἡ παροῦσα κατάστασις. Ἰδοὺ τὰ σφάλματα ἡμῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλονται τὰ δεινά μας. Ἄν ἐφηρμόζετο ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεών μας ἡ πολιτική τῆς οὐδετερότητος, ἡ πολιτική, τήν ὁποίαν δι’ ὅλων αὐτοῦ τῶν παραγόντων ἐχάραξεν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου τὸ Κράτος, τίποτε δὲν θὰ ὑφιστάμεθα ἐξ ὅλων ἐκείνων τῶν δεινῶν, ἐξ ὅλων ἐκείνων τῶν συμφορῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας στενάζομεν. Ἀλλ’ ἡ πολιτική ἐκείνη δὲν ἐφηρμόσθη. Ἀντ’ αὐτῆς ἐπλάσθη ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ἄλλη πολιτική, ἰδιαιτέρα πολιτική, ἡ ὁποία μᾶς ἔφερεν ἐδῶ, ποῦ μᾶς ἔφερε. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγγίζων τὸ πέρας τοῦ λόγου μου, πρέπει νὰ μή παραλίπω νὰ εἴπω κἄτι τι ἐξαιρετικῶς σπουδαῖον, ἀναγόμενον ἀκριβῶς εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, τὴν διαχείρισιν τῆς ὁποίας μέμφομαι, τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶπον θεμελιωδῶς τὰς σκέψεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀντιλαμβάνομαι τήν μεθοδολογίαν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ἐρωτήσῃ τις, ποία τις, ἆρά γε, ὑπῆρξε καὶ ὁποία ὑπάρχει ἡ πολιτική τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς ἄλλης ἐμπολέμου ὁμάδος; Τὸ Κράτος ἐφαρμόζει τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, οὐχί, βεβαίως, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ἄλλην ἐμπόλεμον ὁμάδα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν τούτῳ οὐχὶ δι’ ἐξυπηρέτησιν ἄλλων, ἀλλὰ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων μόνον, καὶ τούτων τὴν ἐξυπηρέτησιν ἐπιδιώξασα, ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, τάσσεται, τουτέστιν, ὑπὸ τὴν σημαίαν ἥν ἀπ’ ἀρχῆς ἐχάραξε τὸ Κράτος. Συμβαίνει ὅμως ἡ πολιτική αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐκ τοιούτων λόγων ἀκολουθεῖ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν, νὰ εἶναι ἐπωφελής, μεγάλως ἐπωφελής, εἰς τὰς Κεντρικὰς Αὐτοκρατορίας, ἢ μᾶλλον εἰς τὴν ἑτέραν ἐμπόλεμον ὁμάδα. Θὰ ἐφαίνετο, ἑπομένως, εὐνόητον τὸ ἐρώτημα, ποία ὑπάρχει ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι ἐκείνης τῆς ἐμπολέμου ὁμάδος; Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω, διότι δὲν νομίζω προσῆκον, δὲν νομίζω μάλιστα, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ νὰ φέρω τὸ ἐρώτημα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἕν μόνον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχω, νομίζω δέ, ὅτι καθῆκον ἔχει καὶ ἡ Βουλή, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ προκαταβολική αὕτη παρατήρησις, ὁλόκληρος νὰ ἀσχοληθῇ σπουδαίως καὶ σοβαρῶς, νὰ προκαλέσῃ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ρύθμισιν μιᾶς ὡρισμένης πολιτικῆς. Ὑπάρχει ἕν σημεῖον οὐσιῶδες, ἕν σημεῖον θεμελιῶδες, τοῦ ὁποίου τολμῶ νὰ εἴπω, δὲν γνωρίζω ἄλλο ἀνώτερον, ἴσως, ἴσως οὐδὲν γνωρίζω ἴσον, σημεῖον τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζω ἄν εἶναι ἀνώτερον καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖον τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εὐλόγως μεριμνῶμεν. Ἐννοῶ, Κύριοι, τὸ σημεῖον περὶ τῆς τύχης τοῦ Θρακικοῦ Ἑλληνισμοῦ, περὶ τῆς τύχης τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζομεν ζήτημα προσφύγων. Τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων δὲν εἶναι μόνον ζήτημα ὑπάτης ἐθνικῆς σπουδαιότητος, ἀφορώσης τὸ σύνολον τοῦ Θρακικοῦ καὶ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἐν ταὐτῷ καὶ ζήτημα Κράτους ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν Κράτους καὶ ὑπὸ ἔποψιν δημοσίας ἀκόμη τάξεως. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέστη καὶ ὑφίσταται τὴν σκληρὰν δοκιμασίαν ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικήν, ἀκόμη δὲ ἴσως ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πολιτικήν. Ποία ὑπάρχει ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, Κύριοι, καὶ ποία ὑπάρχει ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοιούτου ζητήματος; Διετία συμπληροῦται κατὰ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ὁμιλοῦμεν, ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου καθ’ ὅν συστηματικὸς διωγμὸς τοῦ ὁμογενοῦς πληθυσμοῦ τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τῆς Θράκης ἀπεμάκρυνεν αὐτόν ἐκεῖθεν ὑπὸ τοὺς τραγικοὺς ἐκείνους ὅρους, τοὺς ὁποίους ὅλοι ἐνθυμούμεθα καὶ μὲ τὴν ἀνάμνησιν τῶν ὁποίων δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Τότε ἐξηγέρθη ἡ δημοσία συνείδησις, ἀπὸ τοῦ βήματος δὲ τούτου ἐγένοντο δηλώσεις τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀγγέλλουσαι σχεδὸν τὴν κήρυξιν πολέμου ἐναντίον τῆς γείτονος αὐτοκρατορίας, δηλώσεις ἀποδεικνύουσαι τὴν ἀφροσύνην καὶ τὴν ἐπιπολαιότητα ἡμῶν. Διότι, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ἄν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κυρώσωμεν διὰ τῶν πραγμάτων, ἐξεθέσαμεν τὴν σοβαρότητα ἡμῶν καὶ ἐπληρώσαμεν τὴν τόλμην ἡμῶν μὲ αὐτὴν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους. Δὲν ἐγνωρίζομεν τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν ὡμιλοῦμεν, ποία ἡ στάσις καὶ ἡ θέσις ἀπέναντι ἡμῶν καὶ οἱ σκοποὶ καὶ αἱ προθέσεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς συμμάχου Σερβίας, ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς ἡμᾶς συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων. Εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἴχομεν Βαλκανικὴν συμμαχίαν καὶ ὅτι ἡ Βαλκανικὴ συμμαχία ἐπέβαλλεν εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον ἀπέναντι τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ διωκομένου εἰς τὴν θεμελιώδη αὐτοῦ ὑπόστασιν, δι’ ἀκηρύκτου πολέμου ἢ διὰ κεκηρυγμένου ἀνεπισήμως πολέμου ἀπὸ τὴν γείτονα Αὐτοκρατορίαν· καὶ ὅταν μετὰ τὴν πανηγυρικὴν ἐκείνην κήρυξιν τοῦ πολέμου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐστράφημεν ἐκεῖ καὶ ἐζητήσαμεν βοήθειαν, ἠκούσαμεν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐσκεπτόμεθα, δὲν ἀνεμένομεν. Ἠκούσαμεν τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι τὸ Κράτος ἐκεῖνο, καίτοι ἀναγνωρίζει τὰς συμμαχικὰς αὑτοῦ ὑποχρεώσεις, εὑρίσκεται ὑπὸ περιστάσεις καμάτου καὶ ἀδυνατεῖ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν αἴτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐπηκολούθησαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ δεινά. Καὶ ἠναγκάσθημεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ μεταβάλωμεν πολιτικὴν καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ κλείσωμεν τὴν πλατύστομον ἡμῶν μεγαληγορίαν, θυσιάζοντες τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἀξιοπρέπειαν, ἀκόμη δὲ καὶ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Τὶς δὲν ἐνθυμεῖτε, Κύριοι, τὴν δεινήν, τὴν ἀνήκουστον περιπέτειαν, εἰς ἥν εἰσῆλθε τότε ἡ τύχη τοῦ Μικρασιατικοῦ καὶ τοῦ Θρακικοῦ Ἑλληνισμοῦ; Τίς δὲν ἐνθυμεῖτε τὸ σύνθημα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἐντεῦθεν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὰς περιπετείας, εἰς τὰς ὁποίας καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῆς ἀκόμη τῆς πολιτικῆς τοῦ ὀλέθρου, εἰσήλθομεν ὅταν ἐνόησεν ἡ γείτων Αὐτοκρατορία, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἔρημοι τῆς συμμαχικῆς ὑποχρεώσεως μὲ τήν προϋπόθεσιν τῆς ὁποίας ἠγορεύομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ πόσον ἐταπεινώθη ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν καὶ πόσον ἀκριβὰ ἐπληρώσαμεν τὸ θάρρος καὶ τήν ἀπρονοησίαν ἡμῶν ἐκείνην; Διότι, τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὰς ἀτελειώτους διαπραγματεύσεις περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, ὡς σφαγίων; Καὶ τίς δὲν ἐνθυμεῖται τήν ταπείνωσιν τοῦ Κράτους διὰ τοῦ πρωθυπουργικοῦ ταξειδίου, τοῦ ματαιωθέντος, τῶν Βρυξελῶν; Ἐπηκολούθησε, Κύριοι, ἡ ἔκρηξις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, τὰ πράγματα ἐσταμάτησαν καὶ ἡ γείτων Αὐτοκρατορία ἐξεμεταλλεύθη ὅλας τὰς περιστάσεις, ὅταν ἐνόησε τήν ἀδυναμίαν καὶ τήν ἐρημίαν ἡμῶν ἀπέναντι τῆς Σερβίας, καίτοι ἐκείνη ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ εὑρίσκετο εἰς τὸ πλευρόν μας πρὸς τήν Τουρκίαν, ἐν περιπτώσει ρήξεως. Ὅταν δὲ ἐκηρύχθη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, τήν στιγμήν καθ’ ἥν ἐξέλιπεν ἀπὸ τήν ἀντίληψιν τῆς Τουρκίας καὶ αὐτή ἀκόμη ἡ ἁπλῆ καὶ ἀκαδημαϊκὴ δήλωσις τῆς Σερβίας, εὑρισκομένης πλέον εἰς πόλεμον ἀπέναντι τῆς Αὐστρίας, τότε ἐξεβίασε τήν Ἑλλάδα διὰ τήν παραχώρησιν καὶ ἀπόδοσιν αὐτῇ τῶν Μουσουλμανικῶν κτημάτων, καὶ ἐκείνων ἀκόμη, τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦτο, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διαπραγματεύσεως, νὰ κρατήσῃ τὸ Κράτος καὶ νὰ ἀποδώσῃ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος. Ἔκαμε καλά ἀπὸ Ὀθωμανικῆς ἀπόψεως ἡ Τουρκική Κυβέρνησις καὶ ἐξεμεταλλεύθη τήν περίστασιν ἐκείνην, ἀλλ’ ὅμως ἀπὸ Ἑλληνικῆς ἀπόψεως, ἐγείρεται τὸ ζήτημα, ποία ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε καὶ ποία ὑπάρχει ἐνεστώτως ἡ πολιτική τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους τούτου ζητήματος ἀπέναντι τῆς γείτονος Αὐτοκρατορίας, ἰδίως, ἀφ’ ἧς αὐτή περιεπλάκη εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον; Ἔχω τήν γνώμην ἀδιάσειστον, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τήν ὁποίαν ἡ Τουρκία ἀνεμίχθη εἰς τὸν πόλεμον, ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἀνακινήσῃ τήν λύσιν διὰ πάσης θυσίας τῶν ζητημάτων τοῦ Μικρασιατικοῦ καὶ Θρακικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Συναισθάνομαι, Κύριοι, ὅλον τὸ βάρος καὶ τήν εὐθύνην ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγω, ἀλλὰ πρέπει νὰ δηλώσω εἰς τήν Βουλήν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τήν τιμήν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ δηλώσω ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς, νὰ δηλώσω τήν γνώμην, τήν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς κεντρικῆς σημασίας ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ λεγομένου προσφυγικοῦ ζητήματος τοῦ ὑποδούλου Γένους. Ὅταν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἀνήγγειλε τήν κήρυξιν τοῦ Βουλγαρικοῦ πολέμου, ὅταν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα πλέον τῆς ἐκ νέου ἐπικοιπήσεως τῆς καταλυθείσης συμμαχικῆς συνθήκης καὶ τῶν γενομένων ἢ μή παραχωρήσεων, ὅταν ἦτο ἀκόμη ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς συνθήκης καὶ μετὰ τῆς Τουρκίας, ἔλαβον τήν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πῶς ἀντιλαμβάνομαι τήν πολιτικήν, τήν ὁποίαν ὤφειλει τὸ Κράτος νὰ ἀκολουθήσῃ, καὶ πῶς ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τήν νέαν καταιγίδα καὶ τήν νέαν περιπέτειαν, εἰς τήν ὁποίαν περιεπλέκετο. Καὶ εἶπον τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τήν κατάστασιν αὐτῆς ἀπὸ ἀπόψεως περισσότερον ἐθνικῆς, περισσότερον ἀνθρωπιστικῆς ἀκόμη καὶ ὀλιγώτερον κρατικῆς. Καὶ εἶπον τότε, ἀποκρούων τήν ἰδέαν τῆς ὑπαγωγῆς Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ὑπὸ τοὺς Βουλγάρους, ὅτι θεωρῶ δευτερεῦον τὸ νὰ ἀποκτήσωμεν ἐκ τοῦ νέου πολέμου ὀλίγα πλέθρα γῆς ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἐπὶ πλέον ἢ ἐπὶ ἔλαττον, ἀπέναντι τοῦ ζητήματος τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ἐπρόκειτο νὰ παραμείνωσιν ὑπὸ ξένον ζυγόν· νὰ ἐξασφαλίσωμεν δι’ ἐγγυήσεων διεθνοῦς κύρους τὴν θρησκευτικὴν καὶ ἐθνικήν αὐτῶν ὑπόστασιν καὶ ὀργάνωσιν. Καὶ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν, Κύριοι, ἐνόμισα καὶ εἶπον, συνδέσας ἐν τούτῳ τὴν ἰδίαν μου εὐθύνην, ὅτι καὶ πολιτικαὶ ἀκόμη θυσίαι θὰ ἦσαν ἐνδεδειγμέναι πρὸς ἐπιτυχίαν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ τῆς προστασίας τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν ἀνεβάλλετο ἐπί τινα χρόνον, μικρὸν ἢ μεγάλον, χάριν τοιούτου σκοποῦ, ἔστω καὶ ἡ πρόσκτησις μιᾶς λωρίδος ἐπὶ πλέον ὑπὲρ τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο τοῦτο ἐπιβεβλημένον χάριν τοῦ μεγαλειτέρου ἐκείνου σκοποῦ. Διότι εἶπον τότε, Κύριοι, καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω τώρα, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ζήτημα ὕπατον ἐθνικὸν μόνον, ἀλλὰ καὶ ζήτημα αὐτοῦ τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Καὶ ὑπέμνησα τότε τὰ γεγονότα τῆς Ἀγχιάλου, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπροστάτευτος ἤθελε παραμείνῃ ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν πληθυσμός, ἰδίᾳ ὑπὸ τὴν Βουλγαρικὴν καὶ τὴν Τουρκικὴν κυριαρχίαν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπισύρωμεν καθ’ ἡμῶν ὄχι μόνον τὴν καταστροφήν, τὴν ἐθνικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Δὲν ἦτο, βεβαίως, ἀνάγκη ἐξαιρετικῆς πολιτικῆς ἀντιλήψεως καὶ διπλωματικῆς διορατικότητος, ἵνα προΐδῃ τις ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν. Καὶ οἱ διωγμοὶ τοῦ ἐθνικοῦ στοιχείου ἐκ τῆς Μικρασίας καὶ τῆς Θράκης ἐκύρωσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε εἶπον καὶ ἀπέδειξαν τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἀπρονοησίαν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἐθεωρήσαμεν ὡς μέγιστον κατόρθωμα τὸ ἐὰν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπεκτείνωμεν κατὰ μίαν λωρίδα γῆς ἐπὶ πλέον τὴν ἔκτασιν τοῦ Κράτους καὶ ἐντελῶς δευτερεῦον καὶ ἀνάξιον τῆς προσοχῆς ἡμῶν ποία εἶναι ἡ τύχη τοῦ Ἔθνους. Ὑπέστη πολλὰς περιπετείας, Κύριοι, τὸ ἐλεύθερον Κράτος· εἶχε σφάλματα πολλὰ ἡ πολιτική του καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν μακράν, ὁπωσδήποτε, σταδιοδρομίαν. Ἀλλ’ ὑπῆρξε παρ’ αὐτῷ μία πολιτικὴ σταθερὰ καὶ ἀδιάσειστος, πολιτική, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἡ σημαία τῆς Α ἢ Β Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ σημαία καὶ ἡ πολιτική αὐτοῦ τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Ἡ πολιτική τῆς προστασίας τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς ἐπιδιώξεως, ἀδιάφορον εἰς ποῖον, ἔστω καὶ εἰς τὸ ἀπώτατον μέλλον, τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ ἀποκαταστάσεως. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπῆρξε ποτὲ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν πολιτικὸς ἀνὴρ νὰ δηλώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολιτικὴν διάφορον. Θεμελιώδης ἀπομάκρυνσις τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, εἶναι πλὴν ἄλλων καὶ ἡ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν, ἀπομάκρυνσις, ἡ ὁποία προέτεινε τὴν λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος διὰ τῆς ἐκριζώσεως τοῦ ἀπ’ αἰώνων ἐγκατεστημένου εἰς Μικρασίαν καὶ Θράκην Ἑλληνισμοῦ. Αὕτη ἦτο ἡ ὀλεθρία πολιτική, ἡ ὁποία ὡς πολιτική τοῦ Κράτους ἐμφανιζομένη, δὲν ἦτο κρυπτόν, ἀλλ’ ἦτο φανερόν, ὅτι ὑπέθαλπε τοὺς διωγμοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κακὴ ἐκτίμησις καὶ κακὴ ἀντίληψις τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ὑπηγόρευσε· καὶ ἦτο φανερόν, ὅτι οἱ διωγμοὶ ἐκεῖνοι οὐχὶ ὡς ἄλλοτε συμπτωματικοί, ἀλλὰ κατὰ σύστημα προδιαγεγραμμένον ἐπεδίωκον τὴν ὁλοσχερῆ ἐξάντλησιν καὶ ἐκρίζωσιν τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνικοῦ Γένους, ὅπως ἀπαλλάξωσι καὶ τὸ Κράτος τῶν ἐθνικῶν φροντίδων διὰ τῆς ἐξαφανίσεως ὁλοκλήρου τοῦ ὑποδούλου Ἔθνους. Ἐπηκολούθησαν ὅσα ἐπηκολούθησαν γεγονότα. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον, κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς στοιχειώδους δικαιοσύνης ὑπαγορευόμενον, τὸν ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ πλέον καὶ ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις. Εἶχε καθῆκον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ καὶ ἀξιώσῃ τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ν’ ἀξιώσῃ τὴν ἐπάνοδον ὅλων τῶν προσφύγων εἰς τὰς ἑστίας των, τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων αὐτῶν, νὰ ἀξιώσῃ τὴν παροχὴν ἐγγυήσεων ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφεξῆς ἐξασφάλισιν τῆς θέσεως αὐτῶν ἐκεῖ, καὶ νὰ εἶναι ἑτοίμη νὰ κυρώσῃ διὰ τῶν ἐσχάτων μέσων τὴν ἀξίωσίν της ταύτην. Συναισθάνομαι, ἐπαναλαμβάνω, ὅλην τὴν βαρύτητα καὶ τὴν εὐθύνην ἀκόμη, τὴν ὁποίαν ὡς Βουλευτὴς, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἔχω τοιαῦτα γνωματεύων. Ἀλλὰ θεωρῶ τοσοῦτον σημαντικὸν τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς, τόσον σημαντικὸν ἀπὸ ἀπόψεως Κράτους ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, διὰ νὰ μὴ εἴπω καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀκόμη δημοσίας τάξεως, ὥστε δὲν ἔχω δισταγμόν νὰ συμβουλεύσω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συμβουλεύω. Δὲν γνωρίζω ποίας ἀντιλήψεις ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ γνωρίζω τοῦτο μόνον, ὅτι, ἐὰν τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν λυθῇ τώρα, ποτὲ δὲν θὰ ἐμφανισθῇ οὑτωσεὶ ἁρμοδία περίστασις, ὅπως ἐπιλύσῃ τοῦτο κατὰ τὸν καταλληλότερον ἐκ τῶν δυνατῶν τρόπον. Ἐάν κατά τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει ἐμπλακῇ ἡ γείτων Αὐτοκρατορία εἰς πόλεμον, ἡμεῖς δὲ οὐδέτεροι μένοντες, προσφέρομεν τόσας πρὸς αὐτὴν ὑπηρεσίας, ἐξυπηρετοῦμεν αὐτήν, ἄν τώρα καὶ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις δὲν ἐγείρωμεν καὶ δὲν ἐπιλύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό, συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχάς τῆς στοιχειώδους δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας δύσκολον εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ γείτων ἐπικράτεια νὰ ἀμφισβητήσῃ, δὲν θὰ τὸ λύσωμεν ποτέ. Ἔπρεπε τώρα νὰ ἐξηγήσωμεν εἰς αὐτήν σαφῶς, καὶ εἰλικρινῶς τὴν θέσιν μας, οὐχὶ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἀνταλλάγματα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν καὶ ἀπὸ συμφορὰς τὰς ὁποίας ἐξ αἰτίας της ὑφιστάμεθα μένοντες οὐδέτεροι. Ὅταν λήξῃ ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος καὶ ἀπαλλαγῇ ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία τῆς περιπλοκῆς αὐτῆς, θὰ ἴδητε ποία θὰ εἶναι ἡ κατάστασις. Οἱ διωγμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τώρα ἀνεστάλησαν, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ εἶναι ἀπηνέστεροι καὶ ἐξοντωτικώτεροι. Δὲν ἔχει τίποτε, Κύριοι, νὰ φοβηθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς ἀποκαθιστάμενος ἐκεῖ ὑπὸ τὰς νομίμους ἐγγυήσεις. Ἐπέρασαν τόσαι χιλιετηρίδες καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἀπέθανεν. Ἐὰν θὰ ἀναβληθῇ ἀκόμη ἡ ἀπελευθέρωσις καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ ὀνειροπόλημα αὐτό ἦτο δυνατὸν τώρα, ἡ ἀπελευθέρωσις μιᾶς λωρίδος ἐκ τοῦ Ἀσιατικοῦ ἐδάφους, δὲν εἶναι μέγα τὸ κακόν. Μέγα τὸ κακὸν εἶναι νὰ χαθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν σημειῶ. Ἄν ἡ ἀπελευθέρωσις δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ γίνῃ, θὰ εἶναι δυνατὸν αὔριον νὰ γίνῃ· καὶ ἄν δὲν εἶναι δυνατὸν αὔριον, ἀδιάφορον πότε. Ὁ Ἑλληνισμός, ὁ ὁποῖος παλαίει ἐπὶ χιλιετηρίδας καὶ ἔζησε καὶ ἐπεκράτησεν ἐν τῇ ὁδῷ τοῦ εἰρηνικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, οὐδὲν παρ’ οὐδενὸς ἔχει νὰ φοβηθῇ. Ἔζησε καὶ δύναται νὰ ζήσῃ εἰρηνικῶς καὶ νομοταγῶς, ὡς πάντοτε, εἰς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν. Ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιδιώξῃ τώρα τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ ἐλπίζω, τοιαύτην μετερχομένη πολιτικήν, θὰ ἐμπνεύσῃ τὴν συναίσθησιν τῆς δικαίας ἀξιώσεώς της καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι συμφέρον νὰ γίνωσιν ἀκουσταὶ αἱ ἀξιώσεις αἱ τόσον δίκαιαι τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς δὲν πρόκειται νὰ ἀξιώσῃ τι μὴ ἀνεγνωρισμένον καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ὀθωμανικοῦ καθεστῶτος. Πρόκειται ἁπλούστατα νὰ ἀποκατασταθῶσιν εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν, εἰς τὰς περιουσίας αὐτῶν καὶ εἰς τὰ ἀνεγνωρισμένα δίκαια αὐτῶν, ὁμογενεῖς πληθυσμοί, ἀγρίως ἐκεῖθεν ἐκδιωχθέντες. Πρὸς τοιοῦτον δὲ σκοπὸν καὶ αἱ ὑπέρταται θυσίαι ἐνδείκνυνται. Καὶ θὰ προσέθετον ἀκόμη, ἐὰν ἐγὼ ἐκαλούμην νὰ κρίνω μεταξὺ τῆς ἀπελευθερώσεως μιᾶς ὑποδούλου Ἑλληνικῆς λωρίδος, ὑποδούλου Ἑλληνικῆς χώρας, καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως καὶ ἐξασφαλίσεως τοῦ ὑποδούλου Γένους εἰς τὰς ἑστίας αὐτοῦ καὶ εἰς τὰ δίκαια αὐτοῦ, θὰ προετίμων τοῦτο, τὸ δεύτερον, καὶ θὰ ἐθυσίαζον τὸ πρῶτον, καὶ ἄν ἀκόμη δὲν ἦτο ὀνειροπόλημα. Θὰ προετίμων νὰ ἀποκαταστήσω καὶ νὰ ἐξασφαλίσω εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν καὶ τὰ δίκαια αὐτῶν, τὰ ἑκατομμύρια τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων καὶ τῆς Θράκης καὶ τῆς Μικρασίας. Καὶ ὅμως, Κύριοι, ἐνῷ αὐτή εἶναι ἡ ἀντίληψις, κατά τήν ἐμήν πεποίθησιν, τῶν πραγμάτων, ἐνῷ ὑπέστη τὰ πάνδεινα ὁ Μικρασιατικὸς πληθυσμὸς ἐκ τῆς ἀπρονοήτου πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἐγένετο ἀντικείμενον ἐμπορίας, ἀνταλλαγῆς ἐνῷ ἡ πολιτική τῆς ἀνταλλαγῆς φυσικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως ὑπέθαλπε τήν ἐκτόπισιν, ἡ ἀσύνετος ἀδράνεια τῆς παρούσης Κυβερνήσεως μετέβαλε τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους πληθυσμοὺς εἰς προστατευομένους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς διὰ τῆς πολιτικῆς των ἐσφαγίσαν αὐτούς. (Χειροκροτήματα).
§62Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξώντωσαν αὐτόν.
§63Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀδικῶ, Κύριοι, τὰ αἰσθήματα τοῦ Θρακικοῦ καὶ τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ δεινοπαθοῦντος προσφυγικοῦ πληθυσμοῦ. Εἶμαι μάλιστα εἰς θέσιν νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι συνεκινήθην πολλάκις, λαμβάνων διαφόρους ἐπιστολὰς πανταχόθεν, ἰδιαιτέρως δὲ ἀπὸ τὴν Μυτιλήνην, ἐκ τῶν ὁποίων ἀντιλαμβάνομαι τὸν πόνον καὶ τὴν ὀδύνην τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, διότι ἐχαρακτηρίζοντο ὡς ἀκολουθοῦντες ὡρισμένην πολιτικήν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀσυνέτως ὑπέθαλψαν ἔτι πλέον τοὺς διωγμούς των. Ἡ πολιτική τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀδράνεια αὐτῆς, ἦτο ἐνδεχόμενον, ἦτο πιθανώτατον νὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς τοὺς δεινοπαθοῦντας καὶ τοὺς ἀπεγνωσμένους ὁμογενεῖς πληθυσμοὺς καὶ τὰς παραλογωτέρας τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἐλπίδων. Εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως βαρυτάτη διὰ τοῦτο. Εἶναι ἀξιοκατάκριτος, διότι ἀφῆκε διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἀδρανείας κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἑρμηνευθῶσι τὰ αἰσθήματα τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ὑποδούλους ὁμογενεῖς. Ἔχω ἀκλόνητον τήν πεποίθησιν, Κύριοι, καὶ μὲ ὅλην τήν συνείδησιν, ἥν ἔχω ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένον εἰς τήν Κυβέρνησιν, ἐκ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Κράτους, νὰ ἐξηγήσῃ σαφῶς εἰς τήν γείτονα ἐπικράτειαν καὶ τήν ἐσωτερικήν ἀκόμη δι’ ἡμᾶς σημασίαν τοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἀξιώσῃ τήν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων εἰς τὰς ἑστίας των, τήν ἀπόδοσιν τῶν περιουσιῶν καὶ τήν ἐξασφάλισιν ἐγγυήσεων καὶ νὰ κυρώσῃ τήν ἀξίωσιν αὐτῆς διὰ τῆς ἐσχάτης ἀποφάσεως. Ἔχω τήν πεποίθησιν, ὅτι ἐν τούτῳ θὰ ἔχῃ ἀδιαίρετον τήν ἀντίληψιν καὶ τήν ὑποστήριξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπεράτωσα, Κύριοι, ὅσα εἶχον νὰ εἴπω. Ἀφῆκα εἰς τήν Κυβέρνησιν τήν πρωτοβουλίαν αὐτήν, νὰ κρίνῃ τήν συζήτησιν ὡς προσήκουσαν ἢ μή. Καὶ εἶχον ἀπόφασιν νὰ μή μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις περιωρίζετο εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, διὰ τοῦ ἀξιοτίμου αὐτῆς Προέδρου. Ἀλλ’ ἡ διακοπή, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φλωρίνης πολιτευτήν, ἁπτομένη τῶν αἰτίων τῆς καταστάσεως, εἰς ἥν εὑρισκόμεθα καὶ ἐπιρρίπτουσα τήν εὐθύνην, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἀνήκει ὁλόκληρος, νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπέβαλλε τήν ὑποχρέωσιν νὰ διατυπώσω τήν γνώμην μου. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐπίκρανα τήν Κυβέρνησιν, γνωρίζω ὅμως, ὅτι διατυπώνω τήν γνώμην, τήν ὁποίαν βαθύτατα αἰσθάνομαι, καὶ πιστεύω ἀκόμη, ὅτι ἡ γνώμη μου διαδηλοῖ τήν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ συνέλθῃ. Εἶναι καιρός, ἐφ’ ὅσον ὑπολείπεται τοιοῦτος, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἰδίας αὐτῆς ὑγείας ὡς κυβερνητικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἔχει ἀνάγκην φαρμάκων πολιτικῶν, φαρμάκων τὰ ὁποῖα ἔχουσι βέβαια πολιτικὰς πικρίας. Πρέπει ὅμως νὰ ὑποστῇ τὰς πικρίας αὐτάς, ἐὰν θέλῃ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τῶν περιστάσεων καὶ τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ συνέλθῃ εἰς ἑαυτήν. Πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ ἀνακτήσῃ κυβερνητικὰς δυνάμεις καὶ ἔχει ἐν ἑαυτῇ εὐτυχῶς πλούσιον ἐπιτελεῖον εἰς τοὺς πολιτικοὺς αὐτῆς ὀπαδούς. Ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ὑποστήριξιν, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀποκαταστήσῃ ἑαυτήν καὶ νὰ ζήσῃ εἰς τήν δημοσίαν συνείδησιν. Δὲν θὰ ζήσῃ δέ, ἄν δὲν μεταβάλῃ τακτικήν διαχειρίσεως ὑπὸ ἔποψιν ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ πολιτικὰς μεθόδους, ὑπὸ ἐσωτερικήν ἔποψιν. Ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι θὰ παρακολουθῶμεν τήν Κυβέρνησιν. Καὶ δύναται νὰ εἶναι αὕτη πεπεισμένη, ὅτι ἡ εὐάριθμος Ἀντιπολίτευσις θὰ παρακολουθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τήν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς. Δὲν πρέπει νὰ παρεξηγηθῶ ὁμιλῶν περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν διερμηνεύω τὰς γνώμας τῆς εὐαρίθμου Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τὰς προσωπικάς μου γνώμας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω περὶ τῆς στάσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὑπ’ ὄψει μου ἔχων τήν μέχρι τοῦδε πορείαν της. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ἀγῶνι αὐτῆς θὰ εὕρῃ τήν συνδρομήν ἡμῶν, θὰ εὕρῃ ἡμᾶς αὐστηροὺς ἐλεγκτάς, ἀλλὰ θὰ μᾶς εὕρῃ γνωρίζοντας νὰ ἐκτείνωμεν τόν ἔλεγχον μέχρι τοῦ σημείου καθ’ ὃ θὰ ὑπηρετήσῃ οὗτος τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ σταματήσωμεν τὸν ἔλεγχον εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον πέραν τοῦ ὁποίου θὰ ἐνομίζομεν, ὅτι θὰ ἀποβῇ οὗτος ἐπιβλαβής εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Μεθ’ ὃ ὥραν 9.30′ μ. μ. διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τήν 10.30′ μ. μ.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 1.50′ μ. μ.) (Τήν θέσιν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Κατζουράκης).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπούσιος.
§65Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε πρὸς τήν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς τήν ἑσπέραν, ἔλαβον χώραν, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐκφράσω μόνον λύπην, ἢ μᾶλλον ἕν παράπονον διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐγένοντο δεκταὶ αἱ εἰδήσεις αὐταὶ τόσον εἰς τήν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους, ὅσον καὶ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὰ γεγονότα, δηλαδή εἰς τήν πρωτεύουσαν τῆς Μακεδονίας, τήν Θεσσαλονίκην. Ἦτο ἑπόμενον ὁ ἀντίκτυπος ἐκ τῆς Βουλγαρικῆς εἰσβολῆς εἰς τήν Μακεδονίαν, εἰς τήν Θεσσαλονίκην ἐν πρώτοις νὰ προκαλέσῃ κἄποιαν ταραχήν εἰς τὸν λαὸν καὶ αὐτή ἡ ταραχή νὰ θελήσῃ νὰ ἀποκρυσταλλωθῇ εἰς μίαν ἔντονον διαμαρτυρίαν διὰ τὸ γεγονός, διαμαρτυρίαν ἀπευθυνομένην πάντοτε πρὸς τήν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας καὶ ἐπικαλουμένην τήν προσοχήν αὐτῆς. Δυστυχῶς, αἱ ἀρχαὶ τῆς Θεσσαλονίκης, εἴτε νομίσασαι, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τήν παροῦσαν περίστασιν νὰ ἐξωτερικευθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ φρόνημα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, εἴτε καὶ παρατηρήσασαι, ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κινήματος αὐτοῦ, τῆς διαμαρτυρίας αὐτῆς, ἦσαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἤγοντο ἐν τῇ ἐκδηλώσει τῶν συναισθημάτων των καὶ ὑπὸ κομματικῶν ἀντιλήψεων, ἐθεώρησαν καλόν νὰ ἐμποδίσωσι τὸ συλλαλητήριον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἴδομεν τὸ λυπηρὸν φαινόμενον, καταργουμένων τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ, νὰ διοργανωθῇ ἕν συλλαλητήριον ὑπὸ τήν προστασίαν, ὄχι μόνον Γαλλικῶν, ἀλλὰ καὶ Σερβικῶν λογχῶν καὶ ὁ πόνος τῶν Μακεδόνων, ὄχι μόνον ὡς Μακεδόνων, ἀλλὰ καὶ ὡς Ἑλλήνων πολιτῶν, νὰ τεθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐν ἀμφιβόλῳ, διότι ἐτέθη ὑπὸ τήν φυσικήν προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, ἀλλ’ ἔλαβε χαρακτῆρα ὄχι μόνον ἐσωτερικῶς κομματικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ ὀλιγώτερον κακόν, διότι δὲν ἀποκλείεται νὰ γίνεται διαμαρτυρία ἐναντίον μιᾶς Κυβερνήσεως παρ’ ὀπαδῶν ἑνὸς κόμματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀσπάζεται τήν πολιτικήν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀρκεῖ τὸ κόμμα αὐτὸ νὰ εἶναι ἐπίσης Ἑλληνικόν, ἀλλὰ τὸ κακὸν ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι τὸ κόμμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ὠργάνωσε τὸ συλλαλητήριον, μετὰ τήν ἀποχήν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τήν θέλησιν τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, ἐτέθη ὑπὸ τήν προστασίαν ξένων ἀρχῶν, διὰ νὰ διερμηνεύσῃ τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ χειρότερον δὲ εἶναι, ὅτι καὶ ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας, τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἔθεσαν εἰς κἄποιαν κίνησιν Βουλευτὰς τῶν μερῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὄχι βεβαίως μόνον διότι ἔτυχε νὰ εἶναι Βουλευταὶ τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ καὶ ὡς Ἕλληνες Βουλευταὶ καὶ ὡς Ἕλληνες πολῖται, ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δείξωσι περισσότερον ἐνδιαφέρον διὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, καὶ αὐτοὶ λέγω, οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐταράχθησαν ὀλίγον περισσότερον, ἔπεσαν θύματα αὐτῆς τῆς οἰκτρότητος. Συνεδυάσθη ἡ ἐκδήλωσις τῶν αἰσθημάτων των μὲ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον διωργανώθη, ὅπως διωργανώθη τὸ συλλαλητήριον ἐκεῖνο εἰς τήν Θεσσαλονίκην. Καὶ ἐξακολουθεῖ αὐτή ἡ παρεξήγησις τονιζομένη ὑπὸ τύπον, ὁ ὁποῖος, καὶ ἂν δὲν διερμηνεύῃ ἐπισήμως τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, θεωρεῖται ὅμως, ὅτι εὑρίσκεται ἐν πληρεστάτῃ συναφείᾳ πρὸς τήν Κυβέρνησιν. Ἡ εἴσοδος τῶν Βουλγάρων εἰς τήν Μακεδονίαν ἦτο ἕν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ, τρόπον τινά, ἀνεμένετο, ἀλλ’ ἀνεμένετο ὡς ἕν κακόν, τὸ ὁποῖον ὁ καθεὶς θέλει νὰ ἀποσκορακίσῃ ἀπὸ τήν διάνοιάν του καὶ τὸ ὁποῖον ἐλπίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποσοβήσῃ μέχρι τέλους. Δὲν ὁμοιάζει ἡ εἴσοδος τῶν Βουλγάρων εἰς Μακεδονίαν μὲ τήν εἴσοδον ἄλλου ξένου παραβιάζοντος τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Εἶναι μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα τόσον πολὺ ἐζυμώθησαν μὲ τήν ψυχήν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ φέρωσιν ἀμέσως ταραχήν καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ὑπάρχει κίνδυνος οὐσιαστικός. Ἡ ἐμφάνισις Βουλγάρων εἰς τήν Μακεδονίαν, ἡ ἐμφάνισις Ἰταλῶν εἰς τήν Κέρκυραν καὶ τοὺς Ἁγίους Σαράντα, ἡ ἐμφάνισις, τολμῶ νὰ εἴπω, Αὐστριακῶν εἰς τήν Θεσσαλονίκην, καὶ καθεξῆς, εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα κάμνουν πάντοτε τήν Ἑλληνικήν ψυχήν νὰ τρέμῃ, πρὸ πάντων, ὅταν συμβαίνουν εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις ἀπὸ ἐθνικῆς ἀπόψεως. Ἦτο, λοιπόν, πολὺ φυσικὸν νὰ ὑπάρξῃ αὐτή ἡ ἀνησυχία καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τόσα ὑπέφερεν ἐκ τῆς προηγουμένης Βουλγαρικῆς εἰσβολῆς καὶ τήν ὁποίαν ἀνησυχίαν εἶχον ἴσως χρέος οἱ πολιτευόμενοι νὰ ἀντιμετωπίσωσι διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐμβάλωσιν εἰς τοὺς πολίτας τὸ θάρρος καὶ τὴν ἀντοχήν, τὴν ὁποίαν ἐφοβήθησαν, ὅτι δὲν θὰ ἔβλεπον παρατεινομένην, ὅπως μέχρι τοῦδε παρὰ τοῖς κατοίκοις τῶν μερῶν ἐκείνων. Τὸ εὐτύχημα εἶναι, ὅτι οἱ κάτοικοι μετὰ τὴν πρώτην ἐντύπωσιν κατώρθωσαν νὰ περισυλλεγῶσι καὶ νὰ δείξωσι τὸ σθένος, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλας ὁμοίας περιστάσεις εἶχον δείξει. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ καθαρῶς πολιτικὸν τῆς εἰσόδου τῶν Βουλγάρων ἐν Μακεδονίᾳ, ἐν συνοδείᾳ τῶν συμμάχων αὐτῶν Γερμανῶν, ἐτονίσθη ἰδιαζόντως, ὅτι τὸ κακὸν αὐτὸ δὲν εἶναι κακόν, τὸ ὁποῖον ἔρχεται μονομερῶς, ἀλλ’ εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄμεσος φυσικὴ συνέπεια προηγουμένου κακοῦ, συνισταμένου εἰς τὴν εἴσοδον τῶν Συμμάχων εἰς Θεσσαλονίκην. Καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀφορμῆς λαβόντες τόν λόγον ἄλλοι Συνάδελφοι, ἀνέπτυξαν ἀπὸ ἱστορικῆς ἀπόψεως τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν εἰς Θεσσαλονίκην ἐγκαθίδρυσιν τῶν Συμμάχων, ἄμεσον ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξε καὶ ἡ Βουλγαρογερμανικὴ αὐτὴ εἰσβολὴ εἰς Μακεδονίαν, ἀκαίρως δὲ ἴσως ἐζητήθη νὰ ἐπιρριφθῶσι καὶ εὐθύναι διὰ τὰ γεγονότα αὐτά. Καὶ εἰς τὴν ἔρευναν ἀκριβῶς τῶν εὐθυνῶν αὐτῶν, πολλοὶ Συνάδελφοι ἠδυνήθησαν νὰ μᾶς δώσωσιν εἰκόνα περιέχουσαν καὶ λεπτομερείας ἀγνώστους, ὄχι μόνον εἰς τόν πολὺν λαόν, ἀλλὰ καὶ εἰς Βουλευτὰς ἀκόμη, διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιοι εὐχαριστιῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ προσπαθείᾳ αὐτῶν, ὅπως παραστήσωσι τὰ πράγματα ἀπὸ καθαρῶς ἱστορικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς, ἐλησμονήθη, τρόπον τινά, αὐτὸ τὸ γεγονός· δὲν ἀντιμετώπισαν τὸ παρόν, ἀλλ’ ἠσχολήθησαν περισσότερον μὲ τὸ παρελθόν. Ἡ Κυβέρνησις περιωρίσθη εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσατε ὅλοι χθὲς τὸ ἑσπέρας. Αἱ δηλώσεις αὗται ἀνέφερον ἀρκετὰ ἐμπεριστατωμένως, μὲ ὥρας, μὲ λεπτά, μὲ δευτερόλεπτα, τὰ γεγονότα, ὅπως ἔλαβον χώραν, ὅπως ἐξηγγέλθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἡμᾶς νὰ μάθωμεν, ἔμεινεν ἀσαφὲς μὲ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἴσως ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν πρέπει, καὶ ἂν ἀκόμη γνωρίζῃ λεπτομερείας τινάς, νὰ φανῇ σαφεστέρα εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερε πρὸς τὴν Βουλήν· ἐν τούτοις ὅμως τὸ καθῆκον ἡμῶν εἶναι, νὰ σημειώσωμεν ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα νομίζομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν πάντοτε τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων, νὰ δώσῃ περισσοτέρας πληροφορίας, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπουν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἔχομεν ἡμιεπισήμους, τρόπον τινά, ἀνακοινώσεις ἐφημερίδων ἑρμηνευουσῶν γνώμας τῆς Κυβερνήσεως...
§66Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμία ἐφημερὶς ἑρμηνεύει τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ὀφείλει νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν, ὅτι οὐδεμία ἐφημερὶς διερμηνεύει τὰς γνώμας της. Αἱ ἐφημερίδες ἐκφράζουσι τὰς ἰδίας αὐτῶν γνώμας, λαμβάνουσαι τὰς πληροφορίας αὐτῶν ὁπόθεν νομίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωσι τὰς πληροφορίας των, δὲν φέρει δὲ τὴν εὐθύνην οὐδαμῶς ἡ Κυβέρνησις οἱασδήποτε εἰδήσεως, ἀναγραφομένης ἐν οἱᾳδήποτε ἐφημερίδι. Εἶναι δήλωσις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ γίνῃ, διότι πολλάκις ἐγένετο ἀφορμὴ παρεξηγήσεων, ἀποδιδομένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν γραφομένων ἔν τινι ἐφημερίδι καὶ ἐνίοτε εἰς τὰς ἐφημερίδας εὐθύνης διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις ἐπεχείρησεν.
§67Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βουλευτής. Ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ ὅτι πρόκειται νὰ προβῇ εἰς ἐρωτήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται καθ’ ὅσον ἤθελε κρίνει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαντήσῃ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ δηλώσω τὴν ἑξῆς ἐπίσημον πληροφορίαν, ὅτι ἡ Κυδέρνησις ἠναγκάσθη νὰ σταθμίσῃ διὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀκριβείας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ χθὲς ἀναγνωσθὲν ἀνακοινωθὲν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἑτέραν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε ζητήσῃ τις τῶν κ. Συναδέλφων. Παρακαλῶ δὲ εἰς τὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας θέλετε διατυπώσει, νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, τὴν ἀπόφασιν ταύτην σχετικῶς.
§68Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως νὰ τηρήσῃ ποιάν τινα ἐπιφύλαξιν εἰς τὰς δηλώσεις της, ὅσον ἀφορᾷ τὴν καθαρῶς ἐξωτερικὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, δύναται νὰ εἶναι ὀρθή; εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον δὲν θὰ ἐπεκταθῶ τόσον πολύ, ἄν καὶ εἶναι πολλὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω ἐρωτήματα καὶ νὰ ζητήσω ἀπάντησιν, π. χ. ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λέγουσα εἰς τὰς δηλώσεις της, ὅτι «ὁ χαρακτὴρ τῆς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος εἰσόδου τῶν Γερμανῶν καὶ Βουλγάρων, κατὰ τὰς γενομένας δηλώσεις, ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαβεβαιώσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐνεργείας ἀποκλειστικῶς στρατιωτικῆς, μὴ ἐκθετούσης εἰς κίνδυνον τὴν ἀκεραιότητα ἢ τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας». Θὰ ἀναγνωρίσῃ, βεβαίως, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει κενόν τι ὡς πρὸς τὴν λέξιν, «δηλώσεις», διότι ἀλλαχοῦ ἡ λέξις δηλώσεις ἐγράφη ὡς «ἐγγυήσεις». Ἴσως εἰς αὐτὸ δικαιολογεῖται ἡ Κυβέρνησις περιοριζομένη εἰς αὐτήν τὴν διατύπωσιν, τήν ὁποίαν ἔκαμε διὰ τῶν πρωθυπουργικῶν δηλώσεων. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τήν ἐξωτερικήν διαχείρισιν τῆς ὑποθέσεως, εἰς τήν ὁποίαν πάντοτε ἐπιβάλλεται μία ἐπιφυλακτικότης καὶ ἐκ μέρους τῶν ἐρωτώντων καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀπαντώντων. Ἔχομεν ὅμως τὸ καθαρῶς ἐσωτερικὸν ζήτημα, ὅπου νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ τόσην ἐπιφύλαξιν διὰ νὰ ἀπαντήσῃ, εἶναι δὲ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει παρὰ τὰς γενομένας δηλώσεις, ἤθελε γίνει ἕνεκα στρατιωτικῶν ἐπίσης λόγων περαιτέρω προέλασις τῶν Βουλγάρων ἐντὸς Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, οἱ Βούλγαροι, εἴτε μένοντες ἐκεῖ ὅπου ἔφθασαν ἤδη, εἴτε προχωροῦντες καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα, ἐρχόμενοι εἰς ἐπαφὴν μὲ πληθυσμοὺς Ἑλληνικούς, θελήσουν νὰ ἐφαρμόσουν τὰς γνωστὰς Βουλγαρικὰς μεθόδους, τὰς ὁποίας εἶναι δύσκολον νὰ ἀπομάθουν, ἐὰν ὑποφέρουν οἱ πληθυσμοὶ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπαφῆς τῶν Βουλγάρων, ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως, ὀφείλει νὰ ἐξηγήσῃ μέχρι τίνος σημείου θὰ δυνηθῇ νὰ προφυλάξῃ τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς, χωρὶς νὰ παραβῇ τὴν οὐδετερότητα, νὰ ἐνισχύσῃ τὴν σημερινὴν ἀντοχήν των, ὅπως μὴ ἐγκαταλείψουν τὰς ἑστίας των, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπεσοβήθη μὲν ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῶμεν, ἵνα μεριμνῶμεν κατόπιν τῶν γεγονότων, λαμβάνοντες μέτρα μόνον διὰ τὴν περίθαλψιν πάλιν προσφύγων. Αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ θεωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἑαυτὴν ὑποχρεωμένην νὰ εἶναι τόσον ἐπιφυλακτική, ὅσον εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἡ γενικὴ ἀνησυχία εἶναι ἀρκετὰ δεδικαιολογημένη, ὥστε καὶ ἡμεῖς νὰ εἴμεθα ἄκρως δεδικαιολογημένοι, διότι τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἐζητήσαμεν νὰ γίνῃ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τὴν ὁρισθεῖσαν ἡμέραν καὶ ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ παρεξηγηθῶμεν, ὅτι σπεύδομεν διὰ νὰ κάμωμεν, δὲν γνωρίζω τι, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν, ἦτο μία ἐπίσημος διαβεβαίωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐλήφθησαν καὶ θὰ ληφθῶσιν ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως προστατευθῇ ἡ ζωή, ἡ τιμὴ καὶ ἡ περιουσία τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τρέμουν, καὶ δικαίως, ἀκούοντες τὸ ὄνομα τῶν Βουλγάρων.
§69ΧΡ. ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΣ. Οἱ Σύμμαχοι κάμνουν περισότερα.
§70Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐκεῖνο ἐπίσης, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἐξηγήσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δικαιοῦνται νὰ ἐπικρίνωσι τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐάν ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς ἐτέθη εἰς συνάφειαν μὲ τὴν παροῦσαν Βουλήν, καὶ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνέλαβεν ὑπευθύνως τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξωτερικῆς ἰδίᾳ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, ἐάν ἡ Κυβέρνησις ἔμεινε σταθερὰ εἰς τὸ πρόγραμμα ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ ὁποίου ἐξελέγησαν ὅλοι σχεδὸν οἱ παρόντες Βουλευταί, ἐὰν ἔμεινε, λέγω, σταθερά εἰς τὴν ἀρχήν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἄν κατὰ δεύτερον λόγον ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς πολιτικῆς αὐτῆς παρέβη τὴν ἀρχήν ταύτην εἰς τρόπον, ὥστε νὰ δικαιοῦται εἷς βουλευτής ἐκλεγείς ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔχων ἐντολήν ἐκ μέρους τῶν ἐκλογέων του νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πολιτικήν αὐτῆς, ἐὰν δικαιοῦται σήμερον νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τήν Κυβέρνησιν αὐτήν καὶ ἐὰν ἡ διαφωνία αὐτὴ θὰ θέση τὸν βουλευτήν αὐτόν ἐκτὸς τοῦ προγράμματος ἢ θὰ θέση τὴν Κυβέρνησιν ἐκτὸς τοῦ προγράμματος. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα σοβαρόν.
§71Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως.
§72Γ. ΠΩΠ. Κατὰ τήν βάσιν τῆς διαφωνίας.
§73Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ζήτημα ἀρκετὰ εὐρέως ἀνεπτύχθη παρ’ ἄλλων Συναδέλφων ὡς πρὸς τήν διαχείρισιν τῆς πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος, εἰς ἐμὲ δὲ δὲν ἐπιτρέπεται παρὰ νὰ προσπαθήσω ὅπως τὸ συμπτύξω καὶ τὸ εἰδικεύσω διὰ νὰ ἔλθω ἐκεῖ ὅπου θέλω ἐγὼ νὰ ἔλθω. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδημιούργησε τήν πολιτικήν τῆς οὐδετερότητος, δὲν ἐδημιούργησε τήν πολιτικήν, ἡ ὁποία συνδέει τήν Κυβέρνησιν σήμερον μὲ τήν σημερινήν Βουλήν. Ἡ πολιτική αὕτη προϋπῆρξε καὶ τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως· ἡ πολιτική αὐτή τῆς οὐδετερότητος συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Ἑλλάς θὰ προσπαθήσῃ νὰ μείνῃ ἐν τῇ οὐδετερότητι διὰ νὰ διαφυλάξῃ τὰς δυνάμεις της, καιροφυλακτοῦσα, ὅπως, ὅταν δεήσῃ, ὅταν ἐπιβάλλουν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, χρησιμοποιήσῃ αὐτὰς τὰς δυνάμεις, ὅσον τὸ δυνατόν, ἀκεραίας, χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἦτο, δηλαδή, οὐχὶ ἀπόλυτος οὐδετερότης. Λέγω δὲ τήν λέξιν «ἀπόλυτος», οὐχὶ ὅπως τήν ἐχαρακτήρισαν ἄλλοι προλαλήσαντες, ἐν σχέσει, ὡς πρὸς τήν μεταξὺ τῶν δύο ἐμπολέμων ὁμάδων θέσιν μας· θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ οὐδετερότης μας δὲν ἦτο ριζική καὶ ὁριστική, δηλαδή, σταθερὰ καὶ ἀμετάβλητος, ὥστε νὰ ἔχῃ τήν ἔννοιαν ὅτι δὲν θὰ ἐξέλθωμεν αὐτῆς καὶ ὅ,τι θέλει ἂς γίνῃ εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους...
§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἐκ τῆς σκέψεώς σας τήν λέξιν «καιροφυλακτοῦσα», θὰ εἶσθε ἐν τῇ ἀληθείᾳ.
§75Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀπ’ ἐναντίας, θὰ εἶμαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἐὰν προσθέσω τήν λέξιν «καιροφυλακτοῦσα». Ἐγώ ἔχω αὐτήν τήν ἀντίληψιν περὶ τῆς οὐδετερότητος καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ὀλίγων λέξεων, τὰς ὁποίας εἶπον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου. Τοὺς εἶπον, ὅτι ἡ σημερινή Κυβέρνησις δὲν λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πολεμήσωμεν δι’ ὅλου καὶ ἂς γίνῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ λέγει ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι μία ἀπόφασις, τήν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβωμεν ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, ὅταν ἴδωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἐνεργείας καὶ ὅτι μᾶς συμφέρει νὰ μείνωμεν, ὅσον τὸ δυνατόν περισσότερον, οὐδέτεροι, ἀλλὰ καὶ ἕτοιμοι νὰ λάβωμεν μέρος, ὅταν καὶ ὅπως θὰ συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὸ Ἔθνος μας, καὶ ὄχι ὅπως θέλουν οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ μᾶς μεταχειρισθοῦν διὰ τὰ ἰδικά των σχέδια καὶ τὰ ἰδικά των συμφέροντα.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτά;
§77Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ὀλίγα λόγια, τά ὁποῖα εἶπον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου. Κατ’ αὐτόν τὸν τρόπον, ἐγὼ ἀντελήφθην τήν οὐδετερότητα, τήν ἐγκαινιασθεῖσαν πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τήν ὁποίαν ἐκαλεῖτο ἡ Κυβέρνησις αὕτη καὶ ἡ Βουλή, ἡ νέα, νὰ συνεχίσῃ. Συγχρόνως, ὅμως, ἐπρόκειτο νὰ καθορισθῇ καὶ ἕν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τήν διατήρησιν τῆς οὐδετερότητος. Αὐτὸ τὸ πλέον δύσκολον σημεῖον, ἦτο ἡ εἰσβολή τῶν Βουλγάρων εἰς Μακεδονίαν, διότι καὶ ἡ ἐπιστράτευσις, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καθ’ ὅν χρόνον ἐσχηματίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ καθ’ ὅν χρόνον ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαί τῆς σημερινῆς Βουλῆς, δὲν εἶχε ἄλλον σκοπόν, παρά τήν ἀντιμετώπισιν τῆς πιθανῆς ἐπιθέσεως τῆς Βουλγαρίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, διετηρεῖτο ἡ ἐπιστράτευσις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμπληρωματικῶν προφορικῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τήν Συνεδρίασιν τῆς 27ης Ἰανουαρίου, μετὰ τὰς γραπτὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διετήρει τήν ἐπιστράτευσιν, διετήρει τήν καιροφυλακτικήν αὐτήν πολιτικήν τῆς οὐδετερότητος, μὲ σκοπόν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, ἐὰν ἐπιστῇ ἡ κρίσιμος ὥρα, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτάσσῃ τήν χρησιμοποίησιν αὐτῶν, χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἡ ἐκλογὴ δὲ τῆς στιγμῆς δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ὑπὸ τύπον καθαρᾶς ἀμύνης, διότι, καθώς, γνωρίζετε ὅλοι, ἡ καλλιτέρα ἄμυνα συνίσταται ἐν τῇ ἐκλογῇ τῆς στιγμῆς τῆς ἐπιθέσεως. Ἑπομένως, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀμφέβαλλεν, ὅτε ἐκήρυξε τήν ἐπιστράτευσιν ὑπὸ τύπον ἀμύνης, ἄν ἐπῆλθεν ἡ κατάλληλος ὥρα τῆς ἐνεργείας, ἵνα διαφυλάξῃ, τοὐλάχιστον, τὰ κεκτημένα, ἐγνώριζεν ὅμως, ὅτι, διὰ νὰ σώσῃ τὰ κεκτημένα, ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ τήν πολιτικήν τῆς ἐνόπλου οὐδετερότητος, τήν ὁποίαν ἐχάραξε καὶ διετήρησε διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως, μεταβάλλουσα αὐτήν, ἐν ἀνάγκῃ, εἰς πολιτικήν ἐπιθέσεως. Τὸ κυριώτερον σημεῖον, ἦτο νὰ καθορισθῇ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ θεωρήσῃ τήν εἴσοδον τῶν Βουλγάρων εἰς Μακεδονίαν, ὡς ἀφορμήν, ὅπως θέσῃ ὑπὸ συζήτησιν καὶ ὑπὸ σκέψιν τήν ἔξοδον αὐτῆς ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Μὲ ποίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐντυπώσεις ἀπετάθημεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς καὶ μὲ ποίαν ἐντολήν ἤλθομεν εἰς τήν Βουλήν; ὅπως ὑποστηρίξωμεν τήν Κυβέρνησιν; Ὁμιλῶ ἐννοεῖται, κατ’ αὐτόν τόν τρόπον, διότι, δυστυχῶς, δὲν εἴμεθα συντεταγμένοι εἰς ὁμάδας. Ὅταν ἀπετάθημεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας τῆς 6ης Δεκεμβρίου, διὰ νὰ θέσωμεν πρὸ αὐτῶν γενικὸν πρόγραμμα, καθ’ ὅσον μάλιστα ἐκ τοῦ ἀντιπάλου κόμματος δὲν ὑπῆρχε καμμία ἀντίδρασις, μᾶς ἀφέθη, σχεδόν, ἐλεύθερον τὸ ἐκλογικὸν πεδίον, εἴχομεν δὲ μόνον μερικοὺς τοπικοὺς ἀνταγωνιστάς. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, εἶχον τήν ἑξῆς ἐντύπωσιν, συνεπείᾳ διαβεβαιώσεων, δοθεισῶν εἰς ἐμὲ ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μολονότι εἶπεν ἐπισήμως, ὅτι κατόπιν τῆς εἰσόδου τῶν Ἀγγλογάλλων εἰς Μακεδονίαν, δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τήν ἐν αὐτῇ εἴσοδον καὶ τῶν Γερμανῶν μετὰ τῶν συμμάχων των, πρὸς καταπολέμησιν τῶν Ἀγγλογάλλων, μένουσα οὐδετέρα ἐφ’ ὅσον θὰ ἐγίνοντο συγκρούσεις μεταξὺ αὐτῶν, προσπαθοῦσα δὲ μόνον νὰ ἐξασφαλίσῃ τήν ἀκεραιότητα τῆς Χώρας, δηλαδή, νὰ ἐξασφαλίσῃ τήν ἔξοδον τῶν Βουλγάρων μετὰ τὸ τέρμα τῆς συγκρούσεως, ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἐδόθησαν ἐν τούτοις διαβεβαιώσεις, ὅτι, συγχρόνως, ἡ Κυβέρνησις προσεπάθει νὰ ἐπιτύχῃ, ὥστε νὰ μή εἰσέλθουν οἱ Βούλγαροι εἰς Μακεδονίαν. Εἶχε, δηλαδή, ὡς πρόγραμμά της νὰ ἀποφύγῃ τήν εἰσβολήν τῶν Βουλγάρων εἰς Μακεδονίαν. Ὑπὸ αὐτὰς τὰς ἐντυπώσεις ἐξελέγην ἐγὼ Βουλευτής, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ δὲν ἔμεινα μόνον μὲ τὰς διαβεβαιώσεις, διότι ἀκριβῶς τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς εἶχον ἀκόμη καὶ ἔμπρακτον τῆς Κυβερνήσεως πιστοποίησιν, τῆς πολιτικῆς της, διότι, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, περὶ τὰ τέλη Νοεμβρίου, ἀφοῦ οἱ Ἀγγλογάλλοι ὑπεχώρησαν ἐκ τοῦ Σερβικοῦ ἐδάφους πρὸς τήν Θεσσαλονίκην, οἱ Γερμανοβούλγαροι τοὺς κατεδίωξαν μέχρι τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων καὶ ἐκεῖ, τῇ ἐπιμόνῳ παρακλήσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐσταμάτησεν ἡ καταδίωξις, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ εἴσοδος τῶν Βουλγάρων δύναται νὰ φέρῃ ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἡ δὲ ἔξοδος ἐκείνην τήν φορὰν ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ βλάψῃ τὰς Κεντρικὰς Αὐτοκρατορίας. Διότι κατὰ τήν μέχρι τότε κρατοῦσαν ἀντίληψιν, ἡ ἔξοδος τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος δὲν θὰ ἐσήμαινε τίποτε ἄλλο παρὰ προσθήκην εἰς τὰς δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως.
§78Γ. ΠΩΠ. Ποῖος σᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι αὐτὸ δὲν ἐγένετο αὐτοβούλως ὑπὸ τοῦ Γερμανικοῦ Ἐπιτελείου, ἀλλ’ ἐγένετο τῇ εἰσηγήσει, τῇ παρακλήσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Διότι εἴπατε, ὅτι ἔχετε πραγματικὰς ἀποδείξεις.
§79Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐχαρακτήρισα ὡς πραγματικήν ἀπόδειξιν τὸ γεγονός, ὅτι ἐγένετο ἡ ἀναστολή τῆς Βουλγαρικῆς προελάσεως εἰς τὸ Ἑλληνικόν ἔδαφος. Τὰ ἄλλα εἶναι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἠρύσθην, ὄχι, βεβαίως, ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων.
§80Γ. ΠΩΠ. Τὸ ἐζήτησα τοῦτο, διότι θὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς ἐμέ.
§81Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἕνεκα αὐτῶν τῶν λόγων, ἐννοεῖτε, βεβαίως, ὅτι τὰ τελευταῖα γεγονότα ὀδυνηρὰν ἔκπληξιν ἐπροξένησαν, οὐχὶ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, τήν ὁποίαν προηγουμένως ἐξέθηκα, τοῦ τοπικοῦ καὶ ἐθνικοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐνυπάρχει εἰς τήν ἰδέαν τῆς Βουλγαρικῆς εἰσβολῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ καθαρῶς πολιτικῆς ἀπόψεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως; Μᾶς ἐπροξένησε, λέγω, ὀδυνηράν ἐντύπωσιν τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τήν ἀνάγκην νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἀπαθῶς τήν εἰσβολήν τῶν Βουλγάρων εἰς Μακεδονίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπεθύμει, βεβαίως, νὰ μή εἰσβάλωσιν οἱ Βούλγαροι εἰς Μακεδονίαν. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μεταχειρισθῇ ὅλας τὰς δυνάμεις, ὅπως ἀποτρέψῃ τήν εἰσβολήν τῶν Βουλγάρων εἰς τήν Μακεδονίαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσως θεωρηθῇ ὑπεράγαν τολμηρόν εἰς τὰς σκέψεις μου, εἶναι ὁ ἰσχυρισμός μου περὶ τοῦ ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσοβήσῃ αὐτήν τήν εἰσβολήν. Καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία θὰ μοῦ δοθῇ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅλος ὁ τύπος κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς: «Θέλατε νὰ κάμωμεν πόλεμον ἐναντίον τῶν Γερμανῶν; Αὕτη εἶναι ἡ μόνη ἀπάντησις, τήν ὁποίαν προβάλλουσι πάντοτε, ἀλλά, βεβαίως, δὲν εἶναι ἡ μόνη δυνατή, καὶ ἡ μόνη ἀναμενομένη ἀπάντησις, διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ κήρυξις πολέμου, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποτρέψῃ τὸ προκείμενον κακόν. Ἐγὼ δὲν στηρίζομαι ἐπὶ εἰκασιῶν οὔτε ἐπὶ σοφιστιῶν, ἵνα προβάλω αὐτόν τὸν ἀφελῆ ἰσχυρισμόν. Στηρίζομαι ἐπὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐπὶ ἄλλων ὁμοίων θεμάτων. Καὶ ἀναφέρω τὸ γεγονός, ὅτι ἀπεσοβήθη ἡ εἰσβολὴ τῶν Βουλγάρων κατὰ Νοέμβριον. Καὶ ἄν κατωρθώθη τότε ν’ ἀποσοβηθῇ, εἶναι καταφανές, ὅτι πολὺ περισσότερον ἠδύνατο ἤδη νὰ ἀποσοβηθῇ, ὅτε ὁ Βουλγαρικὸς στρατὸς ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ τριπλασίαν ἀπὸ τότε δύναμιν τῶν Συμμάχων. Ἀλλὰ ἡ ἄποψις αὕτη τοῦ ζητήματος δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἰδικόν μας ζήτημα λέγω, ὅτι, ὅπως τότε ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς πληροφορίας μου τὰς θετικὰς καὶ ἐξηκριβωμένας κατώρθωσεν, εἴτε διὰ τῶν ἐνεργειῶν της, εἴτε διὰ τῆς ὀρθῆς ἀντιλήψεως τῆς Γερμανίας νὰ ἀποσοβήσῃ τήν εἴσοδον τῶν Βουλγάρων, ὅπως κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσοβήσῃ καὶ τήν διὰ ξηρᾶς διέλευσιν τῶν Σέρβων ἐκ Μακεδονίας, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, λέγω, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀποσοβήσῃ καὶ τήν εἴσοδον τῶν Βουλγάρων εἰς τήν Μακεδονίαν.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἐγνώριζε;
§83Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μοὶ ἐκάματε μίαν διακοπήν, ἡ ὁποία θὰ μοὶ χρησιμεύσῃ διὰ νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλεγον βραδύτερον. Ἐρωτᾶτε ἐὰν τὸ ἐγνώριζεν. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγνώρισε τὸ πρᾶγμα διπλωματικῶς, εἰ μὴ ὅταν ὁ ἐν Βερολίνῳ Πρέσβυς μας τήν εἰδοποίησε καὶ ἡ ἡμέρα τῆς εἰδοποιήσεως συνέπιπτε μὲ τήν εἰσβολήν τῶν Βουλγάρων. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἔγγραφος πρωθυπουργική δήλωσις, κατὰ τήν ὁποίαν τὸ Δʹ Σῶμα Στρατοῦ προσέθεσεν, ὅτι συμφώνως μὲ τὰς προγενεστέρας διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, ἡ 6η Μεραρχία διέταξε τὰ εἰς Ροῦπελ τμήματα ἡμῶν νὰ ἀντιταχθῶσι βίᾳ κατὰ τῆς προελάσεως Γερμανῶν καὶ Βουλγάρων. Ὑποθέτω, ὅτι αὐτή ἡ διαταγή θὰ ἦτο προγενεστέρα κατὰ πολλὰς ἡμέρας.
§84Λ. ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτή ἦτο γενική διαταγή.
§85Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὑπῆρχε, λοιπόν, διαταγή προγενεστέρα νὰ ἀντιταχθῇ βίᾳ ὄχι μόνον κατὰ τῶν Βουλγάρων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν Γερμανῶν. Καὶ ἦτο βεβαίως ἀναγκαία ἡ διαταγή αὐτή, ἀφοῦ ὑπῆρχον φρουραὶ ἑκατέρωθεν καὶ ὑπῆρχε πιθανότης νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ὅρια τὰ ἀντιμαχόμενα τμήματα. Ἦτο πολύ φυσικὸν νὰ ὑπῆρχον στρατιωτικαὶ διαταγαὶ περὶ τοῦ τὶ θὰ κάμωσιν αἱ φρουραὶ, ἐὰν ἤθελον νὰ εἰσέλθωσιν οἱ Βούλγαροι εἰς τήν Ἑλλάδα. Ἐξ αὐτοῦ προκύπτει καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ Κυβέρνησις τήν τελευταίαν μόνον στιγμήν ἐθεώρησε καλόν νὰ διατάξῃ, ἵνα παύσῃ ἡ ἀντίστασις· τήν τελευταίαν στιγμήν ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ἀντίστασις ἠδύνατο νὰ ἐκθέσῃ τήν οὐδετερότητα τῆς Ἑλλάδος. Εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψει τήν πιθανότητα τῆς ἀντιτάξεως τῆς βίας, ὄχι βεβαίως τυπικῶς, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς, δυναμένης νὰ ἀγάγῃ εἰς τήν κήρυξιν τοῦ πολέμου. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον συναντώμεθα μὲ τήν Κυβέρνησιν, ὃ ὅτι μία περίπτωσις κατὰ τήν ὁποίαν ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ἐξέλθωμεν τῆς οὐδετερότητος, ἦτο ἡ στιγμή, καθ’ ἥν οἱ Βούλγαροι ἤθελον εἰσβάλει εἰς τὸ Ἑλληνικόν ἔδαφος,
§86Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας κλπ.). Πρὸ ὀλίγου ἐλέγατε, ὅτι, ἄν μετηρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Ροῦπελ τήν γλῶσσαν, τήν ὁποίαν μετήλθομεν, ὅτε ἐπρόκειτο διὰ τήν διάβασιν τῶν Σερβικῶν στρατευμάτων διὰ ξηρᾶς, ἐὰν μετηρχόμεθα τήν ἰδίαν γλῶσσαν πρὸς τοὺς Βουλγάρους καὶ Γερμανούς, ἴσως θ’ ἀπετρέπετο ἡ εἰσβολή των. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ προηγούμεναι διαταγαί, τὰς ὁποίας ἀναφέρετε, δὲν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι μετήλθομεν γλῶσσαν ἀκόμη αὐστηροτέραν, προκειμένου περὶ τῆς εἰσβολῆς τῶν Βουλγάρων καὶ Γερμανῶν ἀπὸ ἐκείνην, τήν ὁποίαν μετήλθομεν κατὰ τήν διάβασιν τῶν Σέρβων; Δέν σᾶς πείθει τοῦτο ὅτι μετήλθομεν πᾶν μέσον, ἵνα ἀποφύγωμεν τήν εἰσβολήν.
§87Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διὰ νὰ ἐμποδίσητε τήν διάβασιν τῶν Σέρβων, ἐδηλώσατε, ὅτι θὰ ἀνατινάξητε καὶ τὰς γεφύρας.
§88Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκάμαμεν τι ἐπὶ πλέον· ἐκάμαμε χρῆσιν καὶ πυροβόλων.
§89Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καὶ ἄν ἐπέμενον οἱ Σύμμαχοι νὰ διέλθωσιν οἱ Σέρβοι;
§90Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς διαβάσεως τῶν Σέρβων, ἦτο εἰς χεῖρας ἡμῶν ἡ ἄμυνα, ἠδυνάμεθα νὰ ἀνατινάξωμεν τὰς γεφύρας, ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τήν διώρυγα, ἀλλ’ ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς εἰσβολῆς τῶν Γερμανῶν καὶ Βουλγάρων, δὲν εἴχομεν τήν ἄμυναν εἰς χεῖράς μας.
§91Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἠδύνασθε νὰ ἀνατινάξητε τὸ Ροῦπελ εἰς τὸν ἀέρα. (Γέλωτες). Προεκάλεσε τοῦτο τήν θυμηδίαν, διότι ἐνομίσατε ἴσως, ὅτι ἐγώ ἠνόουν, ὅτι διὰ τῆς ἀνατινάξεως, θὰ ἠμποδίζετο ἡ εἰσβολή. Δὲν θὰ ἠμποδίζετο, ἀλλά, βεβαίως, θὰ ἐφαίνετο, ὅτι ἔστω καὶ τήν τελευταίαν στιγμήν, ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις ἔκαμε μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία κατ’ αὐτόν τόν τρόπον διεξαχθεῖσα, μέσα εἰς τήν ἀτμόσφαιραν ἐντὸς τῆς ὁποίας διεξάγεται ἡ ἐξωτερική πολιτική τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο ὁμοία μὲ τήν γενομένην ἀπειλήν, ἡ ὁποία ἠμπόδισε τήν διέλευσιν τῶν Σέρβων διὰ ξηρᾶς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, νὰ ἀνατινάξωμεν τὸ Ροῦπελ, δὲν ἦτο τὸ ἴδιον μὲ τήν ἀνατίναξιν τῶν γεφυρῶν, ἀλλὰ θὰ ἦτο μία ἔμπρακτος ἀπόδειξις περὶ τοῦ ὅτι ἡ Ἑλλάς ἔκαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο τὸ περισσότερον νὰ κάμῃ. Μὴ θέλετε νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τήν ἀνάπτυξιν τῆς σκέψεώς μου.
§92Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναγνώσητε ἐκ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως τήν σχετικήν παράγραφον, θὰ ἴδητε πότε ὑπεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις.
§93Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τήν τελευταίαν ὥραν. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις εὑρεθεῖσα ἡ Κυβέρνησις καὶ βλέπουσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τήν ἀπόφασιν τῶν εἰσβαλόντων νὰ καταλάβωσι τὸ ὀχυρόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐνόπλου ἀντιστάσεως, δυναμένης ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν νὰ μεταβληθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς εἰς γενικήν σύρραξιν, θὰ ἤγεν εἰς ἔξοδον ἀπὸ τῆς πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος, τήν ὁποίαν δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐγκαταλίπῃ, διέταξε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πρῶτον μὲν τήν παῦσιν τῆς ἀντιστάσεως, εἶτα δὲ, ὅπως δηλωθῇ εἰς τὸν Γερμανὸν ἀρχηγόν, ὅτι ἀπέναντι γενικῆς εἰσβολῆς τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ ἐν τῇ στενωπῷ τοῦ Δεμίρ–Ἰσσάρ, ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ ὀχυρόν, εἶναι ἠναγκασμένη ἡ φρουρὰ νὰ ἀποσυρθῇ κλπ. Τήν τελευταίαν, δηλαδή, στιγμήν ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τήν παῦσιν τοῦ πυρός, ἐνῷ ἕως ἐκείνην τήν στιγμήν εἶχεν ἀπόφασιν νὰ ἀντιταχθῇ ἐνόπλως ἐναντίον τῆς εἰσβολῆς τῶν Γερμανοβουλγάρων.
§94Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἶσθε, παρακαλῶ, ὑπὲρ τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος;
§95Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ὅταν ταύτην ἐπιβάλλουσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§96Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Πρέπει νὰ θέσωμεν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ τήν διάβασιν καὶ ἐγκατάστασιν ξένων στρατῶν, ἔστω καὶ Σέρβων εἰς τήν Ἑλλάδα, πρὸς τήν ἐγκατάστασιν ἐπὶ ἑνὸς ὀχυροῦ μέρους τῆς Ἑλλάδος;
§97Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔθεσεν οὕτω τὸ ζήτημα. Ἄν θέλετε νὰ ἀκούσητε τήν γνώμην μου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένη κινδύνων καὶ αὐτή ἡ διὰ θαλάσσης διάβασις καὶ ἐγκαθίδρυσις τῶν Σέρβων ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν διὰ θαλάσσης μετάβασιν τῶν Σέρβων εἰς Θεσσαλονίκην, καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ Σέρβοι ἔτυχε νὰ εἶναι σύμμαχοι μας καὶ νὰ εἶναι καὶ σύμμαχοι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως πρὸς τὰς ὁποίας διεκηρύξαμεν εὐμενῆ οὐδετερότητα, νομίζω, ὅτι αὐτοὶ οἱ λόγοι ἐπέβαλλον σχετικὴν διαφορὰν ἀντιλήψεως ὑπὲρ τῶν Σέρβων καὶ ὄχι ὁ λόγος ὅτι ἦσαν ἐπικίνδυνοι μόνον διελαύνοντες διὰ ξηρᾶς, ἢ ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι ἐγκατεστάθησαν εἰς ἓν μόνον σημεῖον, ὅπου εὔχομαι νὰ μείνουν μέχρι τέλους τῆς κρίσεως.
§98Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἐγένετο ὁ Βουλγαρικὸς πόλεμος καὶ ἔφθασαν εἰς τὰ σύνορα τὰ Βουλγαρικὰ οἱ Σέρβοι, ἔκαμαν ἐκεχειρίαν, χωρὶς νὰ μᾶς ἐρωτήσουν, καὶ ὁ Βουλγαρικὸς στρατὸς ἐστράφη καθ’ ἡμῶν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θεωρεῖται, ὅτι οἱ Σέρβοι ἐξεπλήρωσαν τὰς συμμαχικάς των ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Ἑλλάδα εἰς τοιαύτην στιγμὴν κινδυνώδη; Τὶ ἠθέλατε νὰ πράξωμεν, ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, οἱ Σέρβοι ἔκαμον αὐτήν τὴν παρασπονδίαν; Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὴν παρασπονδίαν ταύτην κατὰ τὸν πόλεμον τὸν Βουλγαρικόν;
§99Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἰς τὴν ἐρώτησίν σας, κ. Συνάδελφε, ἀπήντησα προκαταβολικῶς. Εἶπον, ὅτι, ὄχι μόνον τὴν διὰ ξηρᾶς μετάβασιν τῶν Σέρβων εἰς Θεσσαλονίκην ἐθεώρησα ἐπικίνδυνον ἀλλὰ καὶ τὴν διὰ θαλάσσης ἐπιτευχθεῖσαν ἐγκατάστασιν τῶν ἐκεῖ δὲν θεωρῶ ἀπηλλαγμένην κινδύνων. Εἰς ἄλλην ἐποχὴν θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐκφράσω ὅλας τὰς ἀντιλήψεις μου περὶ τῶν Σέρβων, δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ παροῦσα στιγμὴ εἶναι κατάλληλος. Φαίνεται, ὅτι ἐξ ὅλης τῆς πλοκῆς τῶν πραγμάτων μᾶς ἀπασχολεῖ πάρα πολὺ ἀποκλειστικῶς ἡ προκαταβολικῶς γενομένη ἐγκατάστασις τῶν Ἀγγλογάλλων εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἐν γένει εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἔγινε τὸ κακὸν αὐτό, δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι δὲν βλάπτει, ἄν προστεθῇ καὶ ἄλλο κακόν, ἡ εἴσοδος, δηλαδή, τῶν Γερμανοβουλγάρων εἰς τὴν Μακεδονίαν...
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§101Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι συμπέρασμα τὸ ὁποῖον ἐξήγαγον ἐκ μερικῶν διακοπῶν.
§102Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐκ τῆς καθόδου τῶν Συμμάχων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἔκτοτε ἐχαρακτηρίσθη τὸ ἡμέτερον ἔδαφος, ὡς ἔδαφος ἐμπόλεμον. Ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τοιούτου χαρακτηρισμοῦ καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα, ὅταν θὰ ἤρχοντο εἰς σύρραξιν τὰ ἀντίπαλα στρατόπεδα; Ἦτο παράδοξον, μετὰ τὴν κάθοδον τῶν Συμμάχων εἰς Θεσσαλονίκην, ἄν ἴδομεν κατερχομένους τοὺς Βουλγάρους; Ἔπρεπε νὰ μείνουν οἱ ἀντίπαλοι ἐκεῖ ἐπὶ αἰῶνα τὸν ἅπαντα, οἱ μὲν ἐντεῦθεν, οἱ δὲ ἐκεῖθεν; Πρὸς τίνα σκοπόν; Ἂν τὸ ἔδαφος ἐγένετο ἐμπόλεμον, ἐγένετο ἐκ τοῦ ὅτι κατῆλθον οἱ Σύμμαχοι.
§103Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διὰ νὰ γίνῃ ἐμπόλεμον τὸ ἔδαφος ὑπῆρχον κἄτι ἰδιαίτερα σχέδια, τὰ ὁποῖα κατέστησαν τὸ ἔδαφος αὐτὸ ἐμπόλεμον· ὑπῆρχον καὶ πολιτικοὶ σκοποί, ὄχι μόνον καθαρῶς στρατιωτικοί εἰς τὴν κάθοδον τῶν Ἀγγλογάλλων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὴν Μακεδονίαν ἐν γένει. Καὶ αὐτὸ τὸ θέμα συνεζητήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ ἐδόθησαν εὐθῦναι ἐκ μέρους τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ εἴσοδος τῶν Ἀγγλογάλλων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Αἱ εὐθῦναι δὲ αὗται ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἡ σημερινή Κυβέρνησις εὗρε πράγματι κατάστασιν δημιουργηθεῖσαν. Τὶ ἐπεβάλλετο ὅμως νὰ πράξῃ κατόπιν ἡ Κυβέρνησις; Ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή δὲν ἔπρεπε νὰ παραγνωρίσῃ τὰ γεγονότα αὐτά εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ εἴπῃ ὅτι «ἔγινεν ὅπου ἔγινε τὸ κακόν, θὰ ὑποστῶ τὰς συνεπείας του παθητικῶς». Ὅλη ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον δεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὡς κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀθεράπευτον, ὡς κἄτι τι εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεβάλλετο ἄλλος τρόπος θεραπείας, παρὰ ἡ παθητική πίεσις. Δὲν ἐγένετο τίποτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀναλόγως πρὸς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἄλλαι Κυβερνήσεις εἰς ἄλλας περιστάσεις διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα συνεννόησις, ὥστε νὰ ἀποσοβηθῶσιν αἱ συνέπειαι τῆς πράξεως ἐκείνης. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, μοιρολατρικῶς, τρόπον τινά, ἀφέθη εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς καταστάσεως, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐγένετο πράγματι ἡ ἕναρξις τῆς Γερμανοβουλγαρικῆς εἰσόδου εἰς Μακεδονίαν...
§104Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, νὰ διατυπώσητε συγκεκριμένως τὰς σκέψεις καὶ γνώμας σας περί...
§105Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Περὶ τούτου ὡμίλησεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας ἀξιότιμος Βουλευτής, καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἔλθῃ εἰς ἐξηγήσεις μετὰ τὴν κάθοδον τῶν Ἀγγλογάλλων εἰς Θεσσαλονίκην, γενομένην ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ σταματήσῃ τὸ κακόν, καὶ νὰ δώσῃ νὰ ἐννοήσουν αὐτοί, ὅτι, εἰσελθόντες ἐδῶ, ὅπως εἰσῆλθον, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀναλόγους ἐλπίδας, διότι ἡ νῦν Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ πολιτευθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον.
§106Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ ἀνεγνώσατε ἐπισήμους δηλώσεις τότε καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὰς ὑπομνήσω. Μᾶς εἶπον ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς: «Δὲν ἐξετάζομεν, ἂν προσεκλήθημεν ἢ ἂν δὲν προσεκλήθημεν, ἤλθομεν καὶ θὰ μείνωμεν».
§107Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σφάλμα, ὅτι ἐπήρατε ὅλα τὰ λεγόμενά των, ὡς θέσφατα, ὡς πράγματα ἀκλόνητα.
§108Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Διατί δὲν τὰ συνεβουλεύετο ἀπὸ τότε αὐτὰ τὰ πράγματα;
§109Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Πότε;
§110Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Πρὸ ἕξ μηνῶν.
§111Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Βουλὴ διελύθη τὸν Ὀκτώβριον, ἤνοιξε δὲ εἰς τὰς 27 Ἰανουαρίου. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δίδω συμβουλάς, μὴ ὢν Βουλευτής.
§112Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Τώρα, ποὺ ἐκάματε τὴν ὁμάδα, τώρα τὰ λέγετε. (Ἱλαρότης).
§113Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι αὔριον γίνεσθε Πρωθυπουργός, νὰ μᾶς εἴπητε τί θὰ ἐκάμνετε.
§114Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἤνοιξεν ἡ Βουλή, καὶ ἔκαμε τὰς δηλώσεις του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μαζὶ μὲ ἄλλους Συναδέλφους, ἐζήτησα νὰ μᾶς δώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἐπέτρεπον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐξηγήσεις τινάς· ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐπέβαλε σιωπήν, ἐξορκίσασα ἡμᾶς εἰς τὸν πατριωτισμόν μας.
§115Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν σᾶς ἀπηγόρευσε νὰ δώσητε συμβουλάς.
§116Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Σοφὰς γνώμας καὶ συμβουλὰς δὲν ἐννοεῖ κανεὶς νὰ σᾶς δώσῃ, ἄνευ συζητήσεως.
§117Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν σᾶς ἀπέκλεισε νὰ δώσητε συμβουλάς, αἱ ὁποῖαι εἴχετε τυχὸν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ὠφέλουν τὴν κατάστασιν.
§118Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Συμβουλὰς κανεὶς δὲν δίδει, ὅταν δὲν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὰ δεδομένα.
§119Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τώρα τί δεδομένα ἔχετε;
§120Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα· μᾶς λείπουν αἱ λεπτομέρειαι τῶν ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας ἐξακολουθεῖτε καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὰς τηρῆτε μυστικάς. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὰς λεπτομερείας τῶν ἐνεργειῶν της, ἡ λεπτομερεστέρα κρίσις καταντᾷ ἀδύνατος, ἀλλ’ ἡμεῖς κρίνομεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ καταλήγομεν εἰς τά ἑξῆς. Λέγομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτήρησε τὸ πρόγραμμα, τὸ ἀρχικόν, τοῦ ὁρισμοῦ τῆς οὐδετερότητος καὶ ὅτι καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῆς τῆς οὐδετερότητος...
§121Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποῦ εὑρίσκεται τὸ Διεθνές Δίκαιον, δὲν μοῦ λέγετε; Εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου τηρεῖται;
§122Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. .. ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς οὐδετερότητος τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἐπίσης παρουσίασε σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν, δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι θὰ δυσκολευθῆτε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι δὲν ἐπεριμείναμεν αὐτήν τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῶν τελευταίων γεγονότων, διὰ νὰ κάμωμεν εἰς τήν Κυβέρνησιν μίαν ὑπόμνησιν ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως, ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς τήν θέσιν της πρὸς καλυτέραν ἀντιμετώπισιν τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν αὐτῆς καθηκόντων. Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ — δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι ἀφ’ ὅτου, πρίν ἀκόμη γνωρίσωμεν τήν εἴσοδον τῶν Γερμανοβουλγάρων εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ πρίν διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς — ἔλαβον ἀφορμήν, συζητουμένων καθαρῶς ἐσωτερικῶν ζητημάτων, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τήν Κυβέρνησιν ὅλα τὰ τρωτὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ διαχείρισις τῆς πολιτικῆς παρ’ αὐτῆς. Κατ’ ἐκείνην τήν ἡμέραν, ἦτο ἀκόμη καιρὸς νὰ γίνῃ ἡ ἐσωτερικὴ ἀνασύνταξις, ἡ ὁποία δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ εἶχε μᾶλλον σχέσιν μὲ τὸ ἀρχικὸν πρόγραμμα, εἶχε σχέσιν με τήν ἀρχικήν ἀποστολήν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶχεν Ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ Βουλῇ, παρὰ συμβουλευτικήν, τρόπον τινά, ἀντιπολίτευσιν.
§123Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀρχικὸν πρόγραμμα, ποῖον ἦτο;
§124Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἴσως σήμερον, κατόπιν τῶν τελευταίων γεγονότων, δὲν ἔχει πλέον τὸν τόπον της οὔτε ἡ συμβουλή, οὔτε ἡ ὑπόδειξις, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο κανεὶς νὰ κάμῃ πρὸ τῶν γεγονότων· σήμερον ἐπιβάλλεται εἰς ὅλους μας νὰ ἀφήσωμεν περισσοτέραν ἐλευθερίαν ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων εἰς τήν Κυβέρνησιν, διότι νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα εἶναι πολὺ ἰσχυρότερα πάσης κρίσεως καὶ πάσης ἐπικρίσεως...
§125ΣΠ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δόξα σοι ὁ Θεός, ποὺ τὸ ἐννοήσατε.
§126Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἀπὸ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν.
§127Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὰ πράγματα, δυστυχῶς, εἶναι τόσον σοβαρά, ὥστε περιττεύει κάθε λόγος μὲ λεπτομερείας, τάς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρατάξωμεν. Πρὸ τῶν τελευταίων γεγονότων, καὶ τότε ἀκόμη, εἶχον κάμει ἁπλᾶς ὑπομνήσεις πρὸς τήν Κυβέρνησιν καὶ εἶχον δηλώσει, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ ἐξακολουθήσω ἔχων ὅλην τήν ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτήν, ἕως ὅτου αὐτή ἡ Κυβέρνησις δώσῃ τὸν κατάλληλον χρόνον πρὸς λεπτομερεστέραν ἐξήγησιν τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τονώσωσι τήν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός της. Σήμερον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω, ὅτι, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, κατὰ τήν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ἡ εὐκαιρία αὐτή δὲν παρουσιάζεται πλέον αὐτήν τήν στιγμήν, ἐφ’ ὅσον διανύομεν αὐτήν τήν κρίσιν, ἡ ὁποία παρουσιάσθη ἀπὸ τῶν τελευταίων γεγονότων, ἐπιβάλλεται δὲ εἰς ἡμᾶς νὰ ἀφήσωμεν, ὡς εἶπον προηγουμένως, μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων εἰς τήν Κυβέρνησιν καὶ ἡμεῖς νὰ διατηρήσωμεν ὅλην τήν ἐπιφύλαξίν μας, ἵνα μετὰ τήν πάροδον τῆς κρίσεως αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς προηγουμένας σκέψεις μας καὶ παρατάξωμεν εἰς τήν Κυβέρνησιν προτάσεις, πλέον συγκεκριμένας, ἐν σχέσει πρὸς τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψουν ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν τελευταίων αὐτῶν γεγονότων.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιολδάσης.
§129Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἡ κρισιμότης τῆς καταστάσεως, κ. Βουλευταί, ἡ ὁποία καθίσταται κρισιμωτέρα ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν, ἔχω τήν ἰδέαν, ὅτι μᾶς ἐπιβάλλει νὰ ἀφήσωμεν τοὺς λόγους καὶ νὰ παύσωμεν κατατριβόμενοι ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι τοσοῦτον καθαρόν, ὅσον κατέστη εἰς πάντας ἀντιληπτόν. Οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν μὲ κατέστησαν σοφώτερον· ὑπῆρξαν δαψιλεῖς εἰς συμβουλὰς πρὸς τήν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὐδὲν μᾶς εἶπον περὶ τοῦ τί ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἥν μετεκλήθησαν νὰ πατήσωσι τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος τὰ ξένα στρατεύματα, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μεταβληθῇ εἰς πεδίον συρράξεως τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως, ἡ ὁποία, ὡς ὑποθέτω, θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ λεχθέντα, θὰ διαφωτίσῃ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τήν Βουλήν καὶ τὸ Ἔθνος, ὅτι κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἀποτρέψῃ τήν εἰσβολήν, ὅπως καταστήσῃ πλέον ἀνώδυνον τήν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τῆς μετακλήσεως τῶν Ἀγγλογάλλων εἰς τήν Θεσσαλονίκην. Δυστυχῶς, οἱ ἐσωτερικοὶ ἐχθροί, οἱ ἐλλοχεύοντες ἐσωτερικοὶ ἐχθροί, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταγγέλλουν καθ’ ἑκάστην τήν Ἑλλάδα, ὡς τροφοδοτοῦσαν τὰ ὑποβρύχια, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τοὺς ἀποκλεισμούς, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σκευωροῦν πᾶσαν ἀτιμίαν καὶ πᾶσαν κακοήθειαν, ἐκεῖνοι πρέπει νὰ ἀποτελέσωσι τὸ ἀντικείμενον καὶ τὸν στόχον ὅλων ἡμῶν. Ἡμεῖς δέ, ἡνωμένοι περὶ τὸν Βασιλέα καὶ τήν Κυβέρνησιν, νὰ δώσωμεν πᾶσαν συνδρομήν εἰς αὐτήν, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τήν κατάστασιν, καὶ ὅπως σώσῃ τήν Πατρίδα ἀπὸ τὸν μέγαν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος τήν ἀπειλεῖ. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα).
§130Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ. Εἶχον καὶ ἐγὼ σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἐπειδή δὲ ἀντελήφθην, ὅτι τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ἐπιθυμῶν νὰ ἀφήσω εἰς τήν Κυβέρνησιν ὅλον τὸν χρόνον, ἵνα ἐν ψυχραιμίᾳ ἀντιμετωπίσῃ τήν κατάστασιν.
§131Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνεγράφην ἀπὸ τῆς χθές, ἵνα λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς πολιτείας, ἥν δέον νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ Κράτος ἐν τῇ διεξαγομένῃ δεινῇ πάλῃ. Ἀτυχῶς, ἡ ἐπιδείνωσις τῆς καταστάσεως μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως δὲν θέλει ἔχει κανένα ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ὅτι μᾶλλον ζημίαν δύναται νὰ φέρῃ καὶ διὰ τοῦτο παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. (Εὖγε, εὖγε!)
§132Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν βλέπω, κ. Βουλευταί, ὅτι τὰ λεχθέντα ἐζημίωσαν, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, ἡ ἀπάντησις δὲ τῆς Κυβερνήσεως θὰ διαφωτίσῃ τὰ πράγματα, καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ τήν πολιτικήν τῆς Κυβερνήσεως θὰ καθαρίσῃ καὶ τήν συνείδησιν τήν Ἑλληνικήν θὰ καθησυχάσῃ. Ὁμολογῶ ὅτι εἶχον σκοπόν νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἐξετάσω διὰ μακρῶν τήν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ ἀποψιναὶ πληροφορίαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπουν τὴν παράτασιν τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, ἀναγκάζομαι νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐὰν ἡ κατάστασις ἡμῶν ἐπιδεινοῦται, τὸ πρᾶγμα αὐτὸ δὲν ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν πολιτικήν μας τὴν ἐξωτερικήν, εἰς τὴν πολιτικήν τῆς οὐδετερότητος, ὀφείλεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται νὰ συκοφαντοῦν καὶ διαστρέφουν τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα, εἶναι δὲ δυστύχημα, ὅτι καλοῦνται Ἕλληνες, οὗτοι δὲ βυσσοδομοῦν κατὰ τῆς πατρίδος καὶ συνωμοτοῦν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Αὐτή τοὐλάχιστον εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ ἰδική μου, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι εἶναι καὶ ἀντίληψις ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§133Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αὐτοὶ δὲν εἶναι Ἕλληνες!
§134Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἀνεκτικότης τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων τούτων πρέπει νὰ λείψῃ καὶ νὰ λείψῃ ὁριστικῶς. Ἡ κήρυξις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ἐπιβάλλεται κατεπειγόντως, μέτρα αὐστηρὰ πρέπει νὰ ληφθῶσι διὰ νὰ δείξωμεν, ὅτι εἴμεθα Κράτος, καὶ ὄχι ταπεινοὶ θεράποντες ἐπαναστατῶν. Ἀπέναντι ἡμῶν ἔχομεν ἐπαναστάτας κεκηρυγμένους, καὶ ὅταν ἔχωμεν τοιούτους ἐπαναστάτας ἀπέναντι ἡμῶν, πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν δύναμιν τοῦ νόμου, τήν δύναμιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, διὰ νὰ πατάξωμεν τοὺς ἐπαναστάτας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ ὠθήσουν τὸ Κράτος εἰς τόν ὄλεθρον, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, γίνεται διὰ νὰ ἐξαναγκάσουν τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐξέλθῃ ἀκαίρως τῆς οὐδετερότητος. Διότι πληρέστατα συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριξαν, ὅτι ἡ οὐδετερότης, τήν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν πάντες καὶ ἔχει ὡς πρόγραμμα ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι οὐδετερότης ἀπόλυτος, εἶναι οὐδετερότης καιροσκοπική. Ἡ Ἑλλὰς θὰ δράσῃ, ὅταν πρέπῃ νὰ δράσῃ, χάριν τῶν ἐθνικῶν αὐτῆς συμφερόντων καὶ ὄχι χάριν ἐκείνων τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπονομεύουσι καθ’ ἑκάστην τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα).
§135Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἤμην μακρός, κ. Βουλευταί, καὶ δὲν θὰ παρηρχόμην τὸ βῆμα τοῦτο, ἀρκούμενος εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν εἶχε προκληθῆ ἡ συζήτησις, εἰς τήν ὁποίαν, νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἐφ’ ὅσον νομίζει, ὅτι δύναται νὰ εἴπῃ τι, ἔχει καθῆκον, καὶ καθῆκον ἔτι μᾶλλον, μετὰ τὴν τροπήν, ἥν ἔλαβον ταῦτα τὰς τελευταίας ταύτας ὥρας τὰ γεγονότα. Διότι, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐμπιστοσύνης, τήν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία ἔχει εἰς τήν Κυβέρνησιν, εἰς τήν ψυχήν ἑκάστου Βουλευτοῦ τελεῖται μία ἐπεξεργασία ἰδεώδης, τῆς ὁποίας ἀμέτοχος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, καὶ τῆς ὁποίας ἐπεξεργασίας τήν εὐθύνην ἔχει πᾶς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Καὶ ἐρχόμενος διὰ βραχυτάτων εἰς τὸ ζήτημα ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἡμᾶς, νομίζω, ὅτι εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ ἠθέλομεν φθάσει ἀσφαλέστερον, ἐὰν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐθέτομεν καὶ διεκρίναμεν καὶ κατετάσσομεν τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις. Καὶ τὰ θέματα δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς δύο ἐρωτήματα. Τὸ πρῶτον ἐρώτημα εἶναι, ἐὰν διεθνής τις θέσις, διεθνής τις ὑποχρέωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλλάδος ἐπέβαλεν εἰς αὐτήν τυχὸν νὰ φερθῇ ἄλλως ἢ ὡς ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ φερθῇ ἐν τῷ ζητήματι τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ ὑπὸ τῶν Γερμανῶν. Διότι τὸ θέμα τοῦτο σχετίζεται ἀμέσως μὲ τὸ προκύπτον ἐν συνδυασμῷ ἐρώτημα, ἐὰν πράγματι αἱ γενόμεναι πράξεις χθὲς καὶ προχθὲς ὑπὸ τοῦ Γαλάτου στρατηγοῦ, εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἴσως πρόκειται, ἐὰν ἔγιναν, νὰ ἔχωσι δικαιολογίαν τινὰ διὰ τοιαύτης τῆς Κυβερνήσεως διαχειρίσεως τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία νὰ ἔδωσεν ἢ νὰ δίδῃ εἰς τοὺς ξένους τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῶσι τὴν Ἑλλάδα ὡς ἐχθράν, οὖσαν ἐν τάξει ἀπέναντι αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον ἐρώτημα. Καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ἐρώτημα καθαρῶς Ἑλληνικόν, ἄσχετον ὑπὸ τήν τυχόν διεθνῆ θέσιν μας. Τὸ δεύτερον ἐρώτημα εἶναι, ἄν ἀπὸ σκοπιμότητος καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, χειρισθεῖσα, ὡς ἐχειρίσθη τὸ ζήτημα τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ, ἐὰν ὁ χειρισμὸς οὗτος ἦτο συμφέρων, ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικά ἢ ὄχι. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐρρίφθησαν σκέψεις τινές, ἐρρίφθησαν ἰδέαι τινὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κύριοι Βουλευταί, ἔρχομαι μόνον νὰ ὑποδείξω τὴν πρώτην μορφήν τῶν γεγονότων. Κατὰ τήν 19ην Νοεμβρίου, ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέγνωσεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο μίαν ἐπιστολήν τοῦ παρ’ ἡμῖν ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας καὶ ἡ ἐπιστολή αὕτη ἔλεγεν, ὅτι «Εἰδοποιεῖται ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις, περὶ τῆς εἰς Θεσσαλονίκην ἀφίξεως τῆς πρώτης ἀποστολῆς Γαλλικῶν στρατευμάτων, καὶ δηλοῦσι συγχρόνως, ὅτι ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία στέλλωσι τὰ στρατεύματά των, σύμμαχα τῆς Σερβίας, ὅπως βοηθήσωσιν αὐτήν καὶ ἐξασφαλίσωσι τήν μετ’ αὐτῆς συμμαχίαν» καὶ ἐνταῦθα ἐπικαλοῦμαι τήν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, «καὶ ὅτι ἀμφότερα τὰ Κράτη ἔχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἥτις παρέσχεν ἤδη εἰς αὐτὰς τόσα δείγματα φιλίας, δὲν θέλει ἐναντιωθῆ εἰς μέτρον, ληφθέν ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Σερβίας, τῆς ὁποίας ἐπίσης εἶναι σύμμαχος» καὶ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνωσεν αὐτήν καὶ τήν ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τήν ἐπιστολήν ταύτην. Ἡ ἀπάντησις ἐπανέλαβεν ἀκριβῶς τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῇ Γαλλικῇ, καὶ προσθέτει μόνον εἰς τὸ τέλος, τὰς διαμαρτυρίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὰ εἶναι τὰ κείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ διεθνής θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἀλλὰ λέγουσί τινες· «ὑπάρχει μία πρόσκλησις». Καὶ πράγματι. Ἀπὸ τῶν ξένων Κοινοβουλίων ἠκούσθησαν οἱ Κυβερνῆται καὶ οἱ πολιτικοὶ αὐτῶν ἄνδρες, διαβεβαιώσαντες, ὅτι οὐχὶ αὐτοβούλως, συμφώνως πρὸς τὸ κείμενον τῆς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ κατὰ πρόσκλησιν τῆς Ἑλλάδος, ἦλθον τὰ στρατεύματα τὰ Γαλλικὰ καὶ τὰ Ἀγγλικὰ εἰς τήν Μακεδονίαν.
§136ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μίαν διασάφησιν. Αὐτή ἡ ἐπιστολή εἶναι δηλωτική προσκλήσεως, διότι ὁμιλεῖ περὶ τῆς πρώτης ἀποστολῆς, δηλαδή, περὶ πραγμάτων προσυμπεφωνημένων, ὧν γίνεται ἀρχή ἐκτελέσεως·
§137Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, ὅταν τὰ πρῶτα στρατεύματα ἦλθον εἰς Μακεδονίαν, ἔχομεν μίαν ἐπιστολήν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς, καὶ ὅταν ὁμιλῇ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη περὶ τῆς πρώτης ἀποστολῆς, ἐννοεῖ, βεβαίως, ὅτι ταύτην θὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἄλλη. Ἀλλὰ τόσον ἡ πρώτη ἀποστολή, ὅσον καὶ αἱ ἑπόμεναι ἔχουσι τήν δικαιολογητικήν καὶ τήν νομικήν αὐτῶν βάσιν εἰς τήν ἐπιστολήν αὐτήν, τήν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τήν τιμήν νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Καὶ ἐρωτῶ· ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἠκούσθησαν ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις ἐκείνοις αἱ διαβεβαιώσεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῶν κυβερνώντων τὰς τύχας τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἦτο δυνατὸν εἰς ἡμᾶς, — ὡς λίαν ὀρθῶς εἶπε χθὲς ὁ ἔγκριτος Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας — νὰ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τῆς ἀληθείας καὶ εἰλικρινείας τῶν διαβεβαιώσεων ἐκείνων; Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πίστεως ἀκριβῶς τὴν ὁποίαν δίδομεν ὑποχρεωτικῶς εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, μέχρι τῆς λύσεως τῶν ἀποριῶν, αἵτινες γεννῶνται ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ὑπάρχει μεγίστη ἀπόστασις, ὑπάρχει ἡ ἀπόστασις, ἥτις μᾶς γεννᾷ τὰ αἰνίγματα, αἰνίγματα δύσλυτα, καὶ τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ἐλύθησαν ἀκόμη. Πῶς, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὑπάρχει ἡ πρόσκλησις, πῶς ἐξηγεῖται ἡ ὕπαρξις τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία ὄχι μόνον δὲν ὑπονοεῖ προηγουμένην τινὰ πρᾶξιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον αἴρει τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης τινὸς πράξεως, καὶ ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν αὐτήν, τὴν αἴρει ρητῶς; Ἐβυθίσθην, κ. Βουλευταί, εἰς τὴν μελέτην τῆς δηλώσεως ταύτης τῆς Γαλλικῆς, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω σημεῖόν τι, τὸ ὁποῖον νὰ μοὶ δώσῃ τὸ ἐνδόσιμον τῆς ἑρμηνείας, ὅτι προυπῆρξεν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπίσημός τις δήλωσις, τοὐναντίον μάλιστα, ἐν αὐτῇ τῇ ἐπιστολῇ εὑρίσκω φράσιν, ἡ ὁποία ἀποκλείει τὴν ὕπαρξιν προηγουμένης προσκλήσεως, διότι λέγει ὅτι ἀμφότερα τὰ Κράτη ἔχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει ἐναντιωθῇ εἰς μέτρα ληφθέντα. Ἡ πεποίθησις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐκφράζουσιν, ἐρωτηματικῶς τιθεμένη, ὑπονοεῖ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἀμφιβολία τις, ἡ δὲ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν σχηματίζουσι περὶ μὴ ἐναντιώσεως τῆς Ἑλλάδος, ποῦ στηρίζεται; Τὸ συμπέρασμα τῆς πεποιθήσεως στηρίζεται εἰς τὰ δείγματα τῆς φιλίας, τὰ ὁποῖα παρέσχεν ἤδη εἰς αὐτοὺς ἡ Ἑλλάς.
§138Λ. ΡΟΥΦΟΣ. Μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὰς ξένας Βουλάς, ὑπάρχει λόγος νὰ ἀμφιβάλητε ὅτι προσεκλήθησαν;
§139Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ἀλλὰ θέλω νὰ καθορίσω τὴν διεθνῆ θέσιν τῆς Ἑλλάδος τὴν στιγμὴν ταύτην κατὰ τὴν ἰδίαν ἐμοῦ πεποίθησιν καὶ εὐθύνην. Ζητῶ νὰ εὕρω ποῦ ἔγκειται ἡ ἀλήθεια, ποία εἶνε ἡ ἑρμηνεία εἰς τὴν ἀντίφασιν αὐτήν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐπισήμου δηλώσεως τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν δηλώσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν εἰς τὰ Κοινοβούλια τὰ ξένα.
§140Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπιτρέπετε; Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Πρέσβεως τῆς Γαλλίας ἀπευθύνεται εἰς δύο, κατὰ τύπους ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ κατ’ οὐσίαν ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον. Πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν γίνεται χρῆσις τῆς Σερβικῆς συνθήκης, πρὸς τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον γίνεται χρῆσις τῆς ἰδιαιτέρας συνεννοήσεως, καὶ σᾶς τὸ ἀποδεικνύω παραχρῆμα. Τὶ λέγει ἡ ἐπιστολή; Σᾶς ἀποστέλλω τὸ πρῶτον τμῆμα στρατοῦ, ἀλλὰ τοῦτο προϋποθέτει συνεννόησιν, διότι ἂν δὲν ὑπῆρχε συνεννόησις, δὲν θὰ ἐγίνετο λόγος περὶ ἀποστολῆς πρώτου τμήματος. Πρὸς τὸν ἔνοχον, ὅστις ἰδιαιτέρως ἐκάλεσε τοὺς ξένους στρατούς, γίνεται ἡ ἀπάντησις διὰ τοῦ πρώτου μέρους τῆς ἐπιστολῆς, πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν γίνεται χρῆσις τῆς Σερβικῆς συνθήκης.
§141Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔρχομαι σήμερον νὰ ζητήσω νὰ εὕρω τὴν εὐθύνην πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας, διότι νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν συντελεῖ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἐφ’ οὗ ἀσχολούμεθα. Ἐγὼ ἔρχομαι, ὡς ἔνουσι τὰ πράγματα, νὰ ζητήσω νὰ ἀνεύρω ποία ἡ νομικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος σήμερον καὶ ἂν εἶνε τοιαύτη, ὥστε νὰ δίδῃ νόμιμον δικαίωμα τῆς μεταχειρίσεως, ἡ ὁποία γίνεται εἰς αὐτήν, λόγῳ τῆς μὴ παρεμποδίσεως τῶν Γερμανοβουλγαρικῶν στρατευμάτων εἰς τὸ νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς σημεῖόν τι τῶν συνόρων μας.
§142Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἶσθε ἡ προσωποποίησις τῆς σαφηνείας, ὥστε ἀποδίδω ἴσως εἰς τὸ ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπρόσεξα εἰς ὅ,τι εἴπατε, καὶ δὲν κατέληξα εἰς συμπέρασμά τι, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνάγκην. Ἰδοὺ τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀπευθύνω· ἀμφιβάλλετε, πραγματικῶς, ἄν ἐκλήθησαν οἱ ξένοι εἰς Θεσσαλονίκην; Ἐάν παραμένῃ καὶ ἡ παραμικροτέρα ἀμφιβολία ἐν τῇ διανοίᾳ σας περὶ τοῦ πράγματος, νὰ ἀναγνώσητε τὴν ἐν τῷ «Κόρακι» (Γέλωτες) «Κήρυκι», ἀφοῦ θέλετε, δημοσιευθεῖσαν ἐπιστολήν τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ κ. Βενιζέλου, καὶ θὰ ἴδητε τότε, ὅτι, ὄχι μόνον τοὺς προσεκάλεσεν, ἀλλ’ εἶχε προέλθῃ καὶ εἰς συζητήσεις πρὸς τὰς Δυνάμεις Γαλλίαν καὶ Ἀγγλίαν καὶ εἶχεν ἀπαιτήσῃ ὡς ὅρον τῆς ἀποστολῆς τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ εἶδος τοῦ στρατεύματος, καὶ λέγει, ὅτι ἀποκλείεται στρατὸς ἀποικιακός, καὶ ἀπαιτεῖ στρατόν μητροπολιτικόν. Κατόπιν τούτου, ἔχετε ἀμφιβολίαν τινά; Ἐὰν εἴχατε ἀμφιβολίαν τινὰ, ἴσως θὰ ηὐχόμην νὰ συνελαμβάνετο ἐπὶ ἄλλου σημείου, καὶ τοῦτο πράττων ἀκόμη, νὰ ἔχῃ ἕνα συμμέτοχον εἰς τήν εὐθύνην καὶ τήν καταδίκην τῆς αὔριον, συμμέτοχον εἰς τὸ ἀτόπημά του, τὸν Βασιλέα. (Χειροκροτήματα).
§143Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Συμφώνως πρὸς τήν σύστασιν τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἵνα διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ὁμαλώτερον, ἤθελον παρακαλέσῃ τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ μή ἐπιμένωσιν εἰς τὰς διακοπάς. Ἀλλ’ ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας τῶν τόσων εὐχαρίστων διακοπῶν, ἵνα εἴπω, ὅτι οὐδέποτε ἔθεσα ἐγὼ ἐν ἀμφιβόλῳ τὰς δηλώσεις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, τὰς γενομένας πρὸς τὰ ξένα Κοινοβούλια. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ φέρει εἰς τὸ νὰ καθορίσω τήν διεθνῆ θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ ζητῶ νὰ ἀνεύρω, ἐὰν αἱ προσκλήσεις αὗται, τῶν ὁποίων οὐδαμῶς εὑρίσκεται ἴχνος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής Αἰτωλοακαρνανίας, εἰς τὰ ἔγγραφα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἂν αἱ πράξεις αὗται δύνανται διεθνῶς νὰ ἐπηρεάσωσι τήν νομικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὁ ἔγκριτος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ὑπέμνησε πρό τινος ὥρας, ὁμιλῶν ἐνώπιον ἡμῶν, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη αἱ πράξεις αὗται ἦσαν ἀποδεδειγμέναι δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, πάλιν δὲν θὰ εἶχον νόμιμον ἰσχὺν καὶ κῦρος, διότι αὗται ἀντιτίθενται πρὸς τὸ ἄρθρον 33 τοῦ Συντάγματος, καὶ οἱ συμβαλλόμενοι μετὰ τοῦ προσώπου ἐκείνου, ὤφειλον νὰ γνωρίζουν, ὅτι οὐδεμία τοιαύτη σύμβασις ἔχει ἰσχύν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο περιβεβλημένη τὸ νόμιμον κῦρος τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν ὁριζόμενον. Ἐὰν ὅμως ἤθελον πρὸς στιγμὴν δεχθῇ, ὅτι ἡ ἀντίφασις αὕτη μεταξὺ τῆς ἐπισήμου αὐτῆς ἐπιστολῆς καὶ τῶν ἰδιαιτέρων συμφωνιῶν ἐγένετο εἰκονικὴ καὶ ἐπὶ σκοπῷ συμπαιγνίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελον νὰ ἐντείνω ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τήν φωνήν μου, διὰ νὰ δηλώσω, ὅτι τοιαύτη τις διπλωματική πρᾶξις, τοιοῦτόν τι διπλωματικὸν φαινόμενον εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὰ χρονικὰ τῆς διπλωματικῆς ἱστορίας. Εἴδομεν, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν αἰώνων καὶ ὑποσχέσεις ἀθετουμένας καὶ συνθήκας παραβιαζομένας, εἴδομεν δόγματα δημιουργούμενα πρὸς ὑποστήριξιν ἀδικιῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε εἴδομεν ἐπισήμους ἀντιπροσώπους μεγάλων Κρατῶν, συνεννοουμένους μετὰ τρίτων ἀντιπροσώπων ἄλλου Κράτους, ὅπως διὰ πράξεως εἰκονικῆς ἐγκαταστήσωσιν ἄλλην νόμιμον θέσιν παρ’ ἐκείνην, ἡ ὁποία φαίνεται εἰς τὰς ἐπισήμους πράξεις, θέσιν, ἡ ὁποία τείνει εἰς πλάνην τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς πλάνην τοῦ λαοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐν ᾗ τυχὸν περιπτώσει ἀγνοοῦμεν ἄν ἔγινεν ἐπίσημός τις δήλωσις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ποιοῦσα μνείαν ἢ στηριζομένη ἐπὶ τῆς τοιαύτης τυχὸν προσκλήσεως, ἢ ἄν αἱ δηλώσεις τῶν ξένων διπλωματῶν περιωρίσθησαν εἰς τὰ ἴδια αὐτῶν Κοινοβούλια, ἢ ἐὰν τοιαύτη τις ὑπόδειξις ἐγένετο πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ εἶχε νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ εἶναι ἰσχυρὰ τοιαύτη συμφωνία γενομένη μεταξὺ τρίτων καὶ τοῦ ἐντολοδόχου καὶ τείνουσα εἰς παραπλάνησιν τοῦ ἐντολοδόχου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἰσχυρὰ τοιαύτη συμφωνία, οὔτε κατὰ τοὺς εἰδικοὺς διεθνεῖς κανόνας, οὔτε κατὰ τοὺς ὑπερτέρους ἐκείνους κανόνας, τοὺς ὁποίους αἰσθάνεται ὡς ἀπὸ Θεοῦ ἐμπνευσθέντας πᾶσα ἀνθρωπίνη ψυχή. Τούτου οὕτως ἔχοντος, ποῖαι ὑποχρεώσεις ἐγεννῶντο περὶ τῆς νομικῆς θέσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁριζομένης ἐκ τῶν ἐπισήμων κειμένων τῶν ἀνταλλαγέντων ἐγγράφων; Οὐδεμία ἄλλη, παρ’ ὅτι ἡ ἀπόβασις τῶν ξένων στρατευμάτων ἐγένετο ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἐδάφει ὑπὸ ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην καὶ ὑπὸ ἴδιον κίνδυνον καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ οὐδεμίαν εὐθύνην νομικὴν ἢ ἠθικήν, ὅπως προστατεύσῃ ἐξ οἱουδήποτε λόγου καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὰ στρατεύματα ἐκεῖνα. Ἀλλ’ ἤθελεν εἴπῃ τις πρὸς ἡμᾶς· Ἔχετε ἄλλην ὑποχρέωσιν καὶ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς δηλώσεως τῆς πολιτικῆς, τήν ὁποίαν ἐκάματε· τὸ λέγω τοῦτο, διότι δὲν τὸ εἶδον ἐξ ἐπισήμου τινὸς πράξεως, τὸ βλέπω ὅμως ἀναγραφόμενον ἐπανειλημμένως εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Τύπου. «Ἔχετε ὑποσχεθῆ οὐδετερότητα, καὶ οὐδετερότητα εὐμενῆ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ εὐμένεια αὕτη, ἡ περιεχομένη ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς οὐδετερότητός σας, σᾶς ἐπιβάλλει νὰ προσπαθήσητε, ὅπως τήν εὐμένειαν αὐτήν μέχρι τέλους διατηρήσητε, μέχρι τοῦ σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ φθάσητε καὶ εἰς τὸν πόλεμον!» Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἤθελε τις ἐκφρασθῆ δριμέως, ἐάν ὠνόμαζε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὡς παραδοξολόγημα. Ἡ ἔννοια εὐμενοῦς οὐδετερότητος νὰ διαστρεβλωθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποχωρισθῇ τὸ θεμέλιον τῆς εὐνοίας, ἡ οὐδετερότης διὰ νὰ ἐξευρεθῇ μόνον ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς εὐμενείας, οὕτως ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντιλογικὸν συμπέρασμα, ὅτι ἡ συνέπεια τῆς εὐμενοῦς οὐδετερότητος ἔρχεται κατὰ ὑπερθετικὸν βαθμόν, τῆς εὐμενεστάτης, φθάνει εἰς τὸ ἀκροτάτως ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, τοὐτέστιν, εἰς εὐμενῆ πόλεμον, καὶ μάλιστα ποῖον πόλεμον; Οὐχὶ πόλεμον συμμαχικόν, ἀλλὰ πόλεμον πρὸς ἰδίαν εὐθύνην ἡμῶν, πρὸς προστασίαν τῆς δηλώσεως, τήν ὁποίαν εἴχομεν κάμει, τῆς δηλώσεως τῆς εὐμενείας! Καὶ ὅταν, κ. Βουλευταί, οὕτως καθορισθῇ ἡ νομικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος, θέσις ἀπηλλαγμένη οἱασδήποτε ὑποχρεώσεως πρὸς τὰ ξένα στρατεύματα, ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν εἰς τὰ διαβήματα τοῦ Γαλάτου στρατηγοῦ ἢ εἰς τὰ διαβήματα τυχόν, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπακολουθήσῃ, νὰ δώσωμεν ἢ νὰ δώσῃ ἡ Εὐρώπη, ἡ ἀνθρωπότης, ἡ ἱστορία, νόμιμον ἔρεισμα ἐκ τῆς δῆθεν μή συμμορφώσεως τῆς Ἑλλάδος πρὸς ὑποχρεώσεις αὐτῆς νομικάς, εἴτε ἠθικάς; Ἐπεθύμουν, Κύριοι Βουλευταί, ἡ φωνή ἡμῶν, ἡ φωνή τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὰς δυσχερεῖς αὐτὰς στιγμάς, νὰ εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ τοῦ κρότου τῶν τηλεβόλων· νὰ εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀποσπάσῃ τοὺς ἐμπολέμους λαοὺς καὶ τὰς Κυβερνήσεις αὐτῶν ἀπὸ τὴν ἐντεταμένην προσοχὴν εἰς τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα, καὶ νὰ ἀποσπάσῃ αὐτούς πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὴν ἀκάθεκτον ὁρμήν πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν ἰδίων αὐτῶν σχεδίων, ἐπεθύμουν νὰ ἠδυνάμεθα, ἔστω καὶ ἐπ’ ὀλίγας στιγμάς, νὰ εὕρωμεν τοὺς λαοὺς καὶ τοὺς κυβερνήτας ἐκείνους ἐν καταστάσει τινί ἀπερισπάστου ψυχραιμίας, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἀκούσωσι τὰ δίκαιά μας, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελον ἀναγνωρίσει ταῦτα, ὡς θέλει τὰ ἀναγνωρίσει μίαν ἡμέραν ἡ ἱστορία, καὶ τὰς ἰδέας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι κατακλύζουσι τήν ψυχήν μου, ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐκφράσω πρὸς τήν Βουλήν, διότι ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ ἔρχεται ἤδη, Κύριοι Βουλευταί, ἡ δευτέρα μορφή τοῦ ζητήματος· ἦτο σκόπιμος ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἦτο σύμφωνος πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος ἡ ὑποχώρησις ἀπέναντι τῶν εἰσβαλόντων στρατῶν; Ἢ ἔπρεπεν, ὡς ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ἀντιταχθῇ ἔνοπλος ἀντίστασις, καὶ δή μέχρις ἐσχάτων, μέχρις οὗ ἤθελε καθαρισθῇ ἡ κατάστασις, ἐὰν αἱ κραταιαὶ Αὐτοκρατορίαι, αἱ ἀποτελοῦσαι τήν ἀντίθετον ὁμάδα, ἤθελον ἀποφασίσει νὰ ὑποχωρήσωσι πρὸ τῆς ἀντιστάσεως, ἢ ἤθελον τὰ πράγματα καταλήξει εἰς πόλεμον; Ἐπὶ τούτου τοῦ σημείου, Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδεὶς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα ἐκεῖνα στοιχεῖα τά τε πραγματικὰ καὶ διπλωματικά, διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι οὕτω πολιτευθεῖσα ἡ Κυβέρνησις, καλῶς ἐπολιτεύθη, ἢ μή σκοπίμως ἐπολιτεύθη. Μία καὶ μόνον εἶναι ἡ μορφή, μορφή τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ ἐπιφυλακή τοῦ Ἔθνους, ὅταν ἤθελε παρέλθῃ ἡ κρίσις, ὅταν ἠθέλομεν εἶσθαι μακρὰν τῶν κινδύνων, νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὰ ἐλατήρια καὶ τοὺς λόγους καὶ τὰς συνεπείας τῆς πολιτείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕν ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι ἐνταῦθα ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ σφάλμα, ὅτι ἦτο ἀκριβῶς ἡ στιγμή, ἵνα ἡ Ἑλλὰς διακινδυνεύσῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, καθόσον θὰ εἶχε τήν τιμήν νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ πλευρὸν μεγάλων Ἐθνῶν, ἐθνῶν φιλτάτων, ἐθνῶν ἀγαπωμένων ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν ἐν τῇ παρόδῳ τῶν αἰώνων, ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε θὰ παύσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ σέβηται, νὰ συμπαθῇ καὶ νὰ ἀγαπᾷ. Καὶ ἀπαντῶ, ὅτι ναί, ἡ τιμή θὰ ἦτο μεγάλη διὰ τήν Ἑλλάδα, ἐὰν συνέπραττε πρὸς τὰ κραταιὰ ταῦτα ἔθνη, καὶ ὅταν ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τήν πρώτην φάσιν τοῦ ζητήματος, ἐσκέπτετο νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος καὶ ἐζήτει τρεῖς μόνον Μεραρχίας στρατευμάτων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ ἠθικόν, τότε εὑρίσκετο ἐν τῷ δικαίῳ, διότι ἡ σύμπραξις τῶν Κρατῶν τούτων, κατὰ τὰς ἐκτεθείσας στιγμάς, ἤθελεν εἶναι σύμπραξις μόνον ἠθική, σύμπραξις τοιαύτη, οἵαν ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς μὲ ἕνα λαμπρόν καὶ ἔξοχον χαρακτηρισμόν ἀποδίδει εἰς τὰς συμμαχίας πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ὄνομα μέγα, οἵτινες ἔχουσι δύναμιν κραταιάν, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰς ἅς εὑρίσκονται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχωσι πραγματικήν συνδρομήν καὶ λέγει διὰ τὸν λαὸν ἐκεῖνον τὸν Ἰταλικόν, ὅστις περιέμενε τὰ πάντα ἀπὸ τήν σύμπραξιν τῶν τότε σημαινόντων Καμπανῶν, ὅτι αὐτοὶ εἶχον νὰ δώσωσι κατὰ τήν στιγμήν ἐκείνην μᾶλλον ὄνομα παρὰ προστασίαν, συνδρομήν εἰς δυνάμεις (magis nomen quam potestatêm) καὶ εἶνε περίστασις ἀκριβῶς ἡ παροῦσα, διότι τὰ κραταιὰ ταῦτα Κράτη εὑρίσκονται σήμερον, ὡς μή ὤφειλε, εἰς τοιαῦτα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα, εἰς τοιαύτας μεγάλας βλέψεις καὶ τόσον μεγαλοπρεπῆ σχέδια, ὥστε ἐν τῇ παρόντι χρόνῳ — δὲν γνωρίζομεν τί θέλει συμβῆ εἰς τὸ προσεχὲς ἢ ἀπώτερον μέλλον — ἀλλ’ ἐν τῷ παρόντι χρόνῳ δὲν θὰ εἶχον τήν δύναμιν νὰ παράσχωσιν εἰς τήν Ἑλλάδα ἄλλο τι, παρὰ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Ρωμαίου ἱστορικοῦ, καὶ οὐχὶ τὰς δυνάμεις. Καὶ ὅταν οὕτως κρίνωμεν, Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι θέλομεν φθάσει ἀσφαλῶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὔτε ἦλθεν ἡ στιγμή, οὔτε πρέπει νὰ ζητήσωμεν σήμερον εὐθύνας ἐκεῖ ὅπου αἱ εὐθῦναι δὲν ὑπάρχουσι. Θὰ ἦτο ὡς νὰ ἐζητούσαμεν νὰ ἐπιρρίψωμεν εἰς βάρος ἑνὸς κυβερνήτου τὸ γεγονὸς τοῦ ὅτι κλυδωνίζεται ἐντὸς κρυσφυγέτου ὅπου κατέφυγε πρὸς ἀποφυγὴν τῆς τρικυμίας, νὰ ἐπιρρίψωμεν εἰς τὸν κυβερνήτην τοῦ πλοίου ἐκείνου τὴν εὐθύνην τῆς καταιγίδος. Καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συμβουλεύουσι τὴν ἔξοδον, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου αὐτοῦ, πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ σάλου, ἤθελον ἀπαντήσῃ, ὅτι ὁμοιάζουν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ κλυδωνισμοῦ ἐν τῷ κρυσφυγέτῳ, συμβουλεύουσι τὴν ἔξοδον πρὸς τὴν καταιγίδα, νομίζοντες, ὅτι μόνον ἡ ἔξοδος πρὸς τὴν ἀνοικτὴν θάλασσαν ἤθελε δυνηθῆ νὰ κατασιγάσῃ τὰ ἀφρίζοντα κύματα. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ ἐναρμονίσωμεν τὴν ψυχὴν ἡμῶν πρὸς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, ἐξ οὗ ἐκπορευόμεθα καὶ νὰ συσπειρωθῶμεν περὶ τὸν ἐθνικὸν θρόνον, νὰ συσπειρωθῶμεν περὶ τοὺς κυβερνήτας ἡμῶν, νὰ εὕρωμεν ἐν τῇ ἰδίᾳ ἡμῶν ψυχῇ τὴν ἠθικὴν ἡμῶν δύναμιν, ὅπως ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν λυπηρῶν γεγονότων, κατὰ τῶν μόχθων, κατὰ τῶν πιέσεων, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἐγένοντο ἡμῖν, αἵτινες ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ γίνωσιν αἰτία πρὸς ἡμᾶς, καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν ὡς τὸ ἰδεῶδες μίαν νίκην τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς, ἤθελον εἴπῃ τὴν παρηγορίαν, ὅτι ἀκριβῶς αἱ πιέσεις αὐταὶ καὶ οἱ μόχθοι οὗτοι συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ ἐξιδανικεύσωσι τὴν στάσιν ἡμῶν, ὅτι αἱ πιέσεις καὶ αἱ στερήσεις ἐξαγνίζουσι σήμερον τὴν παθητικὴν στάσιν τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ φωνήσωμεν πρὸς τὸν λαὸν νὰ ὁπλισθῇ μὲ τὴν ἀντοχήν, νὰ ὁπλισθῇ μὲ τὴν ὑπομονήν, νὰ ὁπλισθῇ μὲ τὸ σθένος καὶ μὲ τὸ θάρρος πρὸς τὰς στερήσεις, νὰ ἔχῃ ἀκόμη ἐν τῇ ψυχῇ του καὶ αὐτήν τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι δύναται νὰ πεινάσῃ πρὸς στιγμήν καὶ δύναται νὰ γυμνητεύσῃ. Ἔχομεν παραδείγματα ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν προγόνων ἡμῶν, παραδείγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλουν συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ μᾶς ἀπομακρύνωσι τῆς ἀποφάσεως ταύτης...
§144Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ μάθῃ νὰ πεινᾷ ὁ λαός, ἀλλὰ νὰ ἐκδικῆται.
§145Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Καὶ ἀπαντῶ πρὸς τὸν ἔγκριτον Βουλευτήν, ὅτι ὁ λαὸς δύναται νὰ ὑποστῇ τὰς στερήσεις καὶ θὰ ἀποφασίσῃ νὰ ὑποστῇ τὰς στερήσεις καὶ πάντες ἡμεῖς ἐγκλειόμενοι ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ψυχικῆς καρτερίας, τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον οὐδεμία ἀνθρωπίνη δύναμις δύναται νὰ παραβιάσῃ, θέλομεν ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν μόχθων, κατὰ τῶν ἀγώνων, κατὰ τῶν πιέσεων, κατὰ τῶν στερήσεων, ἔχοντες τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὁ ἀγών μας αὐτὸς εἶναι ἀγὼν ἱερὸς καὶ ὅτι μίαν ἡμέραν ἐκ τῶν στερήσεων τούτων θέλει ἀνατείλῃ ἀκριβῶς ἡ στιγμὴ τῆς ἱκανοποιήσεως καὶ ἂς βεβαιωθῇ ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικός, ὅτι ἡ ἐν τῇ ἀντοχῇ τῶν τοιούτων πιέσεων ἠθικὴ νίκη εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐὰν δὲν ἐξισοῦται, βεβαίως δὲν ὑστερεῖ πρὸς τὰς νίκας, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν ἡ ἡμετέρα γενεὰ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ αὐτοῦ Στρατηλάτου εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον;
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον. (Ὥρα 1 καὶ ½ μ. μ.)