1916.05.25
1.938 στίχοι · 15.199 λέξεις · 77 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΝΕʹ.
ΤΗΣ 25 ΜΑΪΟΥ 1916
Προεδρία κ. Μ. ΘΕΟΤΟΚΗ.
(Ὥρα 7 καὶ 5′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τήν Βουλήν. Οἱ Δ. Οἰκονόμου, Π. Γεωργάκης, Π. Κλιοῦτης, Ἠλ. Πέγκος, Μαρ. χήρα Χρ. Μουρτζούκου καὶ Σ. Σάλτσας κάτοικοι Μεγάρων, παραπονοῦνται διὰ τήν καθυστέρησιν τῆς πληρωμῆς τῆς μηνιαίας συντάξεως ὑπὸ τοῦ Ταμείου τῆς Περιθάλψεως. Ἡ ἐξ Ὕδρας Κυρ. Στ. Βούλγαρη, ἧς ὁ σύζυγος ὑπηρετεῖ ὡς ἐπίστρατος, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ μηνιαῖον βοήθημα. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ κατάδικοι Ἰ. Ἀγραφιώτης, Π. Βαρβάτης, Σ. Φωκᾶς, καὶ Λ. Δράκος παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς χορηγηθῇ ἀμνηστεία. Ἡ Μαρία χήρα Παναγιώτου Συνοδινοῦ παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. Ὁ Γεωργικὸς Συναιτερισμὸς Ἀπολλωνίων διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ Ταμείου Ἀμύνης ἀναπαραγωγῆς. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Λαζαράτων Λευκάδος διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Α. Σκιαδαρέση ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ΓΦΑΓʹ τῆς 14 Ἰανουαρίου 1910». Ὁ ἐκ Καστορίας Φεῖζος Νταλήπ Βέης Στράγιος παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἀποδοθῇ τὸ πρὸ τριετίας καταληφθὲν τσιφλίκιόν του Σαμρετσᾶ. Ἐπίσης ἀνακοινῶ πρὸς τήν Βουλήν τὸ κάτωθι ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Μαΐου 1916 Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Κύριε Πρόεδρε, Ὁ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβευτής τῆς Α. Μ. διὰ χθεσινοῦ τηλεγραφήματός του, μοὶ ἐγνώρισε τόν θάνατον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἀγγλίας Λόρδου Κίτσνερ, πνιγέντος μετὰ τῆς ἀκολουθίας του, κατόπιν καταποντισμοῦ τοῦ μεταφέροντος αὐτὸν εἰς Ρωσσίαν πολεμικοῦ. Ἔσπευσα εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθην τὸ θλιβερὸν τοῦτο γεγονός, νὰ ἐπιφορτίσω τὸν ἡμέτερον ἐν Λονδίνῳ Πρεσβευτήν, ὅπως ἐκφράσῃ εἰς τήν Βρεττανικὴν Κυβέρνησιν τήν βαθυτάτην καὶ εἰλικρινῆ λύπην τῆς Β. Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βαρυτάτῃ ἀπωλείᾳ, ἣν ὑπέστη τὸ Ἔθνος καὶ ὁ στρατὸς τῆς Μ. Βρεττανίας ἐν τῷ προσώπῳ τοιούτου γενναίου ἀνδρὸς καὶ τελείου εὐπατρίδου, προσενεγκόντος τὰς πολυτιμωτέρας τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὴν Πατρίδα αὐτοῦ. Δέξασθε, κ. Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξόχου πρὸς Ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ
§3Γ. ΠΩΠ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναγγελία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀπωλείας τοῦ λόρδου Κίτσνερ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ μέλους τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, εὑρίσκει πάντας ἡμᾶς συμφώνους, εἰς τὸ ὅτι πρόκειται περὶ ἀπωλείας, ἥτις βαθύτατα ἔπληξε τὴν Ἀγγλίαν, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας καὶ ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις διεβίβασε τὴν εἰλικρινῆ αὐτῆς θλῖψιν καὶ τὴν συμμετοχήν της ἐν τῷ πένθει. Ὁ Λόρδος ὅμως Κίτσνερ δὲν ὑπῆρξε μόνον εἰλικρινὴς προστάτης παντὸς Ἑλληνικοῦ, ὅταν ἦγε τὸν Ἀγγλικὸν πολιτισμὸν εἰς Ἀφρικήν, ὑπῆρξε κατὰ τὰς προσφάτους ταύτας κρισίμους περιόδους τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου καὶ ὁ εἰλικρινὴς ἀντιλήπτωρ πλείστων θεμάτων, ἀναγομένων εἰς ἐνίσχυσιν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἣν ἠκολούθησε καὶ ἀκολουθεῖ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἥτις ἀπέτρεψε τὴν ἀνάμιξιν ἡμῶν εἰς τὸν πόλεμον. Ὁ ὡραῖος ὄντως θάνατος στρατιώτου, πίπτοντος ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του, πληροῖ πένθους πάντας ἡμᾶς. Ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀμνήμων τῶν παρεχομένων εἰς αὐτὴν ἐνδείξεων ἀπονομῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν πράξεων ἐκείνων, αἵτινες ἐγένοντο παρὰ τοῖς ἰσχυροῖς εἰσηγηταὶ τῶν δικαίων ἡμῶν. Τῆς μνήμης ταύτης αὐθόρμητος ἀπήχησις, νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι καὶ ἡ εὐχή, ὅπως, πλὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπευθυνομένης πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, διὰ τοῦ Προεδρείου αὐτῆς, ἀπευθύνῃ πρὸς ἀμφοτέρας τὰς Ἀγγλικὰς Βουλὰς καὶ πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Λόρδου Κίτσνερ τὴν εἰλικρινῆ συμμετοχὴν αὐτῆς εἰς τὸ πένθος διὰ τὴν ἀπώλειαν τοιούτου ἐπιλέκτου μέλους τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐκφράζω τὴν γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἥτις συμμερίζεται τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Νέων Ψαρῶν Βουλευτοῦ λεχθέντα, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διαβιβάσω τὰ συλλυπητήρια αὐτῆς πρὸς τὰς Ἀγγλικὰς Βουλὰς καὶ τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεγάλου τῆς Ἀγγλίας τέκνου Λόρδου Κίτσνερ, τοῦ ἐνδόξου στρατηγοῦ, οὗ τὴν ἀπώλειαν δικαίως θρηνεῖ τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος. Πᾶσα δὲ Ἑλληνικὴ ψυχὴ συγκινεῖται ἐπὶ τῷ θανάτῳ αὐτοῦ.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω ἐρώτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν λίαν ἐνδιαφέρον, ἐὰν συναινῇ πρὸς τοῦτο ἡ Βουλή. Διεδόθη, ὅτι ἐκηρύχθη ὁ ἀποκλεισμός, ὁ ναυτικὸς ἐκ μέρους τῶν Συμμάχων εἰς ὅλα τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι ἐμποδίζεται ἐκ Πειραιῶς ὁ ἀπόπλους τῶν ἀτμοπλοίων, εἶμαι ἐπίσης εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι συλλαμβάνονται πλοῖα ἐν πλῷ καὶ μεταφέρονται ἢ εἰς Μῆλον, ἢ εἰς Μοῦδρον, ἐπίσης γνωρίζω, ὅτι ἀπηγορεύθη ὁ ἔκπλους ἀτμοπλοίων Ἑλληνικῶν εὑρισκομένων εἰς ξένους λιμένας. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, χάριν τῆς ἐξεγερθείσης κοινῆς γνώμης, ἥτις λίαν εὐλόγως, διότι ἀναγνωρίζει τὰς συνεπείας τοῦ τοιούτου ἀποκλεισμοῦ, νὰ δώσῃ πληροφορίας τινὰς περὶ τούτου.
§8ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τόν κ. Βουλευτήν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναβάλω τὰς πληροφορίας ἐπὶ ὀλίγα λεπτά, διότι ἀφῆκα τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Μετὰ πέντε λεπτά, προσκομιζομένων τούτων, θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω σχετικὰς πληροφορίας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τῆς ἐξωτερικῆς ὑποθέσεως. Ὁ κ. Λόντος ἔχει τόν λόγον.
§10Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Τὸ ἴδιον ἐρώτημα, κ. Συνάδελφοι, ἀπηύθυνα καὶ ἐγώ πρὶν ἢ κατάρξωμαι τοῦ λόγου μου πρὸς τήν Κυβέρνησιν, δεδομένου, ὅτι καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὡς γενόμενα ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, καὶ θὰ ἀποτελέσουν καὶ ταῦτα μίαν βάσιν, ἕν μέρος τοῦ ὅλου θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον, ἵνα κρίνωμεν συνολικῶς τήν κατάστασιν καὶ ἐκφέρωμεν γνώμην ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἔχῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, μὲ κάμνει, ὥστε νὰ ἄρξωμαι τοῦ λόγου μου μὲ τὰς πληροφορίας, ἅς ἔχω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ νὰ ἀναμείνω συγχρόνως, κατὰ τήν διαδρομήν τοῦ λόγου μου, τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐάν ἐν τῷ μεταξὺ ἔχουσι προσκομισθῆ τὰ ἔγγραφα περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Κύριοι Συνάδελφοι, ἀπὸ τριημέρου ἀπασχολούμεθα συζητοῦντες θέμα, τὸ ὁποῖον βαθύτατα συγκινεῖ ὁλόκληρον τήν ἐθνικήν ψυχήν καὶ συνέχει τὸν Ἑλληνικόν κόσμον. Οὐδέποτε ἴσως ἄλλοτε τοσοῦτον παρετάθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, οὐδέποτε ἴσως ἄλλοτε τοιαύτην σοβαράν σημασίαν εἶχε τοιαύτη συζήτησις, διεξαγομένη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἴσως οὐδέποτε ἐγένετο τοιαύτη συζήτησις, διότι οὐδέποτε τὸ Ἑλληνικόν Κράτος, ἀφ’ ἧς συνέστη, ἀντιμετώπισε τόσον δεινὰς περιστάσεις, περιστάσεις τόσον κρισίμους, οἷαι εἶναι αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας διατρέχει σήμερον ἡ Πατρίς μας. Δεύτερον γεγονός, Κύριοι, μεσολαβῆσαν, ἀφ’ ἧς ἐπ’ ἐσχάτων διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ἐπανόδου τοῦ Σώματος ἐνταῦθα, τὰ γεγονότα ταῦτα γνωστὰ εἰς ἡμᾶς εἶναι, ἡ κατάληψις τοῦ Ροῦπελ παρὰ τῶν στρατευμάτων τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν καὶ τῶν συμμάχων αὐτῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ κήρυξις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ἐν τῇ Μακεδονίᾳ παρὰ τῶν Συμμάχων. Τρίτον εἶναι, καθ’ ὅ ἀόριστοι τρέχουν αἱ πληροφορίαι, καὶ ἀναγράφονται εἰδήσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Ἑλλὰς τελεῖ ἐν ἀποκλεισμῷ. Τὰ γεγονότα ταῦτα, ἀλληλένδετα, διὰ νὰ τὰ κρίνῃ κανείς, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναδράμῃ εἰς ὅλην τήν ἐξέλιξιν τῆς καταστάσεως, ἥτις, ἀρχομένη ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ Πανευρωπαϊκοῦ πολέμου, συνεχίζεται μέχρι σήμερον. Πρέπει πλήρης ἡ εἰκὼν νὰ ἐμφανισθῇ τῆς ὅλης καταστάσεως, πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ἐν λεπτομερείᾳ πᾶσαι αἱ γραμμαὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, ὡς ἐξελίσσεται μέχρι σήμερον, καὶ νὰ ἐξετασθῶσιν ὅλαι αἱ ἀπόψεις, οὕτως ὥστε εἰς ἀσφαλῆ νὰ καταλήξωμεν κρίσιν περὶ τοῦ ἄν καλῶς ἀντιμετωπίζεται ἡ κατάστασις παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ἄν καλῶς ἡγῆται ἡ Κυβέρνησις τοῦ σκάφους, τὸ ὁποῖον διατρέχει θάλασσαν ταραχώδη, κινδυνεῦον ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν νὰ καταποντισθῇ, ἐάν ἀδεξίως ἡ Κυβέρνησις ἡγεῖται τούτου, καὶ περὶ τοῦ ἄν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁδηγούμενον, ἔχομεν τήν ἐλπίδα, ὅτι διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ἡ τόσας δοκιμασίας ὑποστᾶσα Ἑλληνική φυλή διὰ μέσου τῶν αἰώνων, θὰ ἐξέλθῃ καὶ πάλιν ζωντανή, ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸν ὑπὸ τῆς μοίρας προορισμὸν αὐτῆς. Κατεκρίθη παρὰ πολλῶν Συναδέλφων ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ἄν ἀλλοίαν ἠκολούθη πολιτικήν, ὡς πρὸς τήν ρύθμισιν τῶν σχέσεών της ἀπέναντι τῆς Συνεννοήσεως, τὰ πράγματα θὰ παρουσίαζον ἄλλην μορφήν καὶ ροδινοτέρα θὰ ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εἶναι τοῦτο μία ἐπίκρισις, ἡ ὁποία δέον πολλαπλῶς νὰ ἐξετασθῇ, ἵνα ἴδωμεν, ἐάν, πράγματι, ἔχεται ἀληθείας, διότι εἶναι εὔκολον τις, λαμβάνων μεμονωμένα γεγονότα, νὰ κατακρίνῃ τοὺς ὑπευθύνως διαχειριζομένους σοβαρὰ θέματα, ἀλλὰ συνήθως ἡ κρίσις, ἡ λαμβανομένη ἐκ γεγονότων μεμονωμένων, μή στηριζομένη ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν πραγμάτων, δὲν εἶναι πάντοτε ἀσφαλής. Κύριοι Συνάδελφοι, ἡ ρύθμισις τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως, ἡ ρύθμισις τῆς στάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων, ὡς ἐξελίσσονται ταῦτα, εἶχε σπουδαιότατον νὰ παίξῃ ρόλον, διότι διὰ τήν ἀντιμετώπισιν εἰς τοιαύτας στιγμὰς τοιούτων ζητημάτων, χρειάζεται ἀκέραιον τὸ κῦρος, χρειάζεται ἀκέραιον τὸ ἠθικόν, χρειάζεται ἀκεραία ἡ δύναμις νὰ περιβάλλῃ τήν Κυβέρνησιν, ἵνα κατορθώσῃ ἐπιτυχῶς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοιαῦτα ζητήματα καὶ τοιαῦτα γεγονότα. Καὶ ἑπομένως καλῶς ἐτέθη τὸ πρᾶγμα, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἕνα ἐκ τῶν ὅρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῶσι διὰ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διαχείρισιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας. Ποία ἦτο ἡ κατάστασις ἡ ἐσωτερική, ὅτε τὸ πρῶτον ἔπιπτεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ μὴ ἐκπροσωπουμένου ἐν τῇ Βουλῇ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων;
§11Λ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι πρόκειται περὶ κόμματος μὴ ἐκπροσωπουμένου ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐκπροσωπεῖται, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ ἔλθῃ.
§12Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Σήμερον ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου. Ὅταν, Κύριοι, διὰ πρώτην φορὰν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου κατέλιπε τὴν ἀρχήν, τότε διὰ πρώτην φοράν, λέγει ὁ κ. Βουλευτής Ἀρκαδίας, ἐνεφανίζοντο αἱ πραγματικαὶ διαθέσεις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὅστις ἐδήλου ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος πρὸς ὅλους τοὺς ὑπευθύνους παράγοντας τῆς Χώρας, ὅτι ἠκολούθη πολιτικήν ἀπολύτου οὐδετερότητος, συγχρόνως δὲ εἰς τὰ παρασκήνια καὶ καθ’ ἑαυτόν, δὲν ἠκολούθη τήν πολιτικήν ταύτην, ἀλλ’ ἠκολούθη πολιτικήν, ἥτις δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τήν πολιτικήν τῆς οὐδετερότητος καὶ ἡ ὁποία αἰφνιδίως παρουσιάσθη ὡς πολιτική ἐξόδου τῆς οὐδετερότητος. Ἡ διαδεχθεῖσα τήν Κυβέρνησιν ἐκείνην Κυβέρνησις κατεκρίθη ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, ὅτι διὰ τῶν δηλώσεων, ἃς ἐποιήσατο περὶ εὐμενοῦς οὐδετερότητος εἰς τήν Σερβίαν, διέγραψε μίαν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἐποιεῖτο σύγχυσιν, διέγραψε μίαν πολιτικήν, ἥτις ἔχει ὡς αἰτίαν τήν σημερινήν κατάστασιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὤφειλε νὰ δηλώσῃ, ὡς χθὲς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαπράξῃ ἄλλως, παρὰ νὰ δηλώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσεν. Ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὑπάρχοντες ἐνταῦθα, ἔχομεν ὑποχρέωσιν, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τήν ἀρχήν, τήν διαχαραχθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, τοῦ νὰ μή κατακρίνωμεν πολιτικοὺς μή παρισταμένους ἐνταῦθα, ἔχομεν, λέγω, ὑποχρέωσιν νὰ κρίνωμεν καὶ ἐλέγχωμεν τὰς πράξεις ἐκείνων, ἐφ’ ὅσον αἱ πράξεις αὐτῶν δὲν εἶναι ἀμέτοχοι πρὸς τήν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν.
§13Λ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ ἐφ’ ὅσον δύνανται νὰ ἔλθωσι.
§14Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Μάλιστα. Τοῦτο τὸ λέγω, καθ’ ὅσον τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐλέγχεται, τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκπροσωπεῖται ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ πολὺ συνέβαλεν εἰς τήν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν καὶ πρὸς αὐτὸ πρέπει νὰ στρέψωμεν τοὺς ὀφθαλμούς. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ διαδεχθεῖσα τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, παρῃτήθη, κατόπιν τῶν ἐκλογῶν, διότι δὲν ἔτυχε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Χώρας, ἐκλήθη δὲ πάλιν εἰς τήν ἀρχήν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου, ἥτις καὶ πάλιν ἐδήλωσε σαφῶς, ὅτι, ἐκλιπόντων τῶν λόγων, δι’ οὓς ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλῃ πολιτικήν, θέλει μετέλθῃ τήν πολιτικὴν τῆς ἀπολύτου οὐδετερότητος. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐδήλωσε τὰς σκέψεις της πρὸς τοὺς νομίμους παράγοντας, οἵτινες ἔδει νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν σκέψεων ἐκείνων. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, σκεπτομένη πῶς νὰ ἀνεύρῃ τὸν δρόμον τῆς πρὸς ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἐδήλου πρὸς ὅλους τοὺς ἁρμοδίους πολιτειακοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἔχωσι σαφῆ καὶ ἀσφαλῆ γνῶσιν τῶν σκέψεών της, ἐδήλου, ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, συμφώνως μὲ τὸν ἁρμόδιον παράγοντα, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν ἐκάλει ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Καὶ ἤρξατο, Κύριοι, μία πολιτικὴ ἀνειλικρινής, ἡ ὁποία ἤγαγε μετ’ ὀλίγον μοιραίως εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, διότι ἐπῆλθεν ἡ γνωστὴ διφωνία. Ὅταν διὰ δευτέραν φορὰν πάλιν ἡ Κυβέρνησις ἐνεφάνισε τοὺς πραγματικοὺς αὐτῆς σκοποὺς καὶ ἤθελε νὰ παρασύρῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς πόλεμον, τὸν ὁποῖον πάντες ἡμεῖς, οἱ παρακολουθήσαντες τὰ πράγματα ἐνταῦθα, γνωρίζομεν, ὅτι θὰ ὡδήγει τὸν τόπον εἰς ἀσφαλῆ καταστροφήν. Καὶ μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη. Καὶ κατεκρίθη ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον ἐξ Ἀρκαδίας, διότι ἐδανείσθη καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀπελθόντος Πρωθυπουργοῦ ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν πλειοψηφίαν. Κύριοι, πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν κατάκρισιν μιᾶς τοιαύτης πράξεως, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, ὅτι ἐθεωρεῖτο τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος ὁ καιρὸς καὶ εὔθετος ἡ στιγμὴ νὰ παρασύρωσι τὸν τόπον εἰς ἐκλογὰς καὶ προκαλέσωμεν μίαν ἐσωτερικὴν ἀνωμαλίαν, καθ’ ἣν στιγμὴν σύμπασαι αἱ ἐσωτερικαὶ δυνάμεις ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡνωμέναι, ἵνα κρατήσωσι τὸν ἔξωθι ἐχθρόν. Ἡ τοιαύτη σκέψις ἔκαμεν, ὥστε νὰ παρουσιασθῇ τὸ παράτυπον, τρόπον τινά, κοινοβουλευτικῶς, τὸ νὰ ἀνέλθῃ Κυβέρνησις, μὴ ἐκπροσωποῦσα τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ ζῇ τῇ ἀνοχῇ τῆς πλειοψηφίας. Ἐκρίθη τοῦτο παρὰ πάντων ἡμῶν τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτι ἦτο ἡ ἐπιβαλλομένη, λόγῳ τῆς καταστάσεως, ὡς ἡ καλλιτέρα λύσις. Ἀλλὰ τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς δὲν ἠκολούθησε τὴν εἰλικρινῆ πολιτικήν, ἐνῷ ἐδήλωσε καὶ πάλιν, ὅτι θὰ ὑπεστήριζε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις ἐκλήθη νὰ ἐφαρμόσῃ πολιτικήν, ἥτις ἐκρίνετο, ὅτι ἦτο συμφέρουσα διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἐζήτει καθ’ ἑκάστην νὰ προβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ καταστήσῃ μοιραίαν τὴν πτῶσιν αὐτῆς, διὰ νὰ ἀνέλθῃ αὐτὴ εἰς τὴν ἀρχήν. Παρασυρόμενον δὲ μίαν ἀκόμη φορὰν ὑπὸ τοῦ ἐγωϊσμοῦ του τὸ κόμμα ἐκεῖνο, ὑπὸ τοῦ τυφλοῦ πάθους εἰς τὴν σκέψιν τοῦ ἀρχηγοῦ του, ἔπαιζε τὸ διπλοῦν πρόσωπον, τοῦ ἄλλα νὰ ἐμφανίζηται ὅτι ὑπεστήριζε καὶ ἄλλα νὰ τεκταίνηται ἐν κρυπτῷ. Καὶ ἐνεφανίσθη μίαν ἡμέραν, καταδηλωθέντος τοῦ σκοποῦ του, διὰ νὰ φέρῃ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως Ζαΐμη. Ἡ Κυβέρνησις Σκουλούδη, ἡ σημερινή Κυβέρνησις, ἀνελθοῦσα εἰς τὴν ἀρχήν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεργασθῇ μὲ πλειοψηφίαν καὶ Βουλήν, ἡ ὁποία δὲν ἤθελε πλέον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πολιτικήν τῆς οὐδετερότητος, ἀποκαλυφθέντων τελείως τῶν σκοπῶν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης. Ἡ Κυβέρνησις Σκουλούδη, ἀκολουθοῦσα τήν πολιτικήν, τήν ὁποίαν πάντες ἡμεῖς, οἱ ἐνταῦθα καθήμενοι, θεωροῦμεν, ὡς τήν ὀρθήν, ἀνέλαβε τήν ὑποχρέωσιν νὰ θέσῃ τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἄν ἤθελε νὰ ἀκολουθήσῃ τήν πολιτικήν, τήν ὁποίαν διέγραφεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἢ τήν πολιτικήν, τήν ὑποστηριζομένην ὑπ’ αὐτῆς. Τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκπροσωπεῖται σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἔκρινεν, ὅτι, ὅπως εἶχε πράξει κατὰ τὸ παρελθόν, ἔπρεπε καὶ νῦν ν’ ἀκολουθήσῃ τήν πολιτικήν τῶν παρασκηνίων, τήν ὑστερόβουλον καὶ ἀνειλικρινῆ, ἐν τῇ ἐπιδιώξει τοῦ ἰδίου προγράμματος. Καὶ δὲν ἠθέλησεν, ὡς εἶναι ἴδιον τῶν ἐντίμων πολιτικῶν, εἰς τοιαύτας μάλιστα ὑπερτάτας καὶ κρισίμους στιγμὰς διὰ τήν Πατρίδα, νὰ ἔλθῃ ἀντιμέτωπον πρὸς τοὺς ἀντιπάλους καὶ ἐρχόμενον ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ διακηρύξῃ τὸ πρόγραμμα τῆς πολιτικῆς αὐτῆς καὶ ζητήσῃ τήν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι ἐγνώριζε τὸ κόμμα ἐκεῖνο, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδέποτε ἀπηύθυνε τὰς σκέψεις του, οὐδέποτε ἔθεσε σαφῶς εἰς αὐτὸν τὸ ἐξωτερικόν του πρόγραμμα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν ἦτο δυνατόν νὰ ἐγκρίνῃ τήν πολιτικήν του, τὰς σκέψεις του ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἦτο καταφανὲς καὶ εἰς τὸν πλέον ἀδαῆ, ὅτι, πραγματοποιούμεναι, θὰ ἦγον εἰς τήν καταστροφήν τὸ Κράτος. Καὶ ἀλλάσσον τακτικήν, ἢ μᾶλλον, ἀκολουθοῦν τήν ἰδίαν τακτικήν, τήν ὁποίαν ἔκτοτε διέγραψε, διὰ τρόπου ἐπιβούλου ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ τήν πολιτικήν ἐκείνην, τήν ὁποίαν δὲν τοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβάλῃ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ καὶ ἤρχισε νὰ κατηγορῇ, ὅτι αἱ ἐνεργούμεναι ἐκλογαὶ δὲν ἦσαν νόμιμοι, ὅτι ἐγένοντο, κατὰ παρέκβασιν τῶν διαγραφομένων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ ἑπομένως δὲν ἠνόει εἰς τοιαύτην πολιτικήν κωμῳδίαν νὰ μετάσχῃ καὶ διὰ τοῦτο ἀπέσχε τῶν ἐκλογῶν. Τοῦτο ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργει θλιβερὰν διὰ τήν Ἑλλάδα κατάστασιν, τῆς ὁποίας σήμερον πληρώνομεν τὰ ἀποτελέσματα, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἴσως ἐπιφυλάσσονται διὰ τὸν τόπον μεγαλύτερα δεινά. Διότι, ὡς ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τὸν ἔντιμον ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας κ. Συνάδελφον, τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπολιτεύετο, τὸ ὁποῖον ἐγκατέλιπε τήν ἀρχήν, τοιαῦτα ἐξαγγέλλον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐφρόντιζε, συγχρόνως, ἐρχόμενον εἰς ἰδιαιτέρας συνεννοήσεις πρὸς τὰς Συμμαχικὰς Δυνάμεις, νὰ δυσφημίσῃ πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἤρχοντο νὰ τὸν διαδεχθῶσιν, ἐφρόντιζε νὰ καταστήσῃ πιστευτόν εἰς τοὺς ξένους, ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο μαζί του καὶ ὅτι ὀλιγαρχία, ἐγκαθιδρυμένη ἐκ τῶν ἄνωθεν, ἐπεζήτει νὰ παραστήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὡς ἄλλα σκεπτόμενον καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἀντίθετον συνδυασμόν. Οὕτω θέτων τὰ ζητήματα τό κόμμα ἐκεῖνο, ἔθετεν ἐμπόδια ἀνυπέρβλητα εἰς τὸν δρόμον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὸ διεδέχθη, καὶ φυσικαί, ἑπομένως, εἶναι αἱ κατόπιν δημιουργηθεῖσαι δυσχέρειαι εἰς τήν Κυβέρνησιν καὶ πᾶσαι αἱ συνέπειαι, εἰς τὰς ὁποίας τὸ Κράτος σήμερον περιπλέκεται. Καὶ ἐλέχθη, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἶχον τήν ὑποχρέωσιν νὰ καθαρίσωσι τήν κατάστασιν καὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσωσι τήν πολιτικήν, τήν ὁποίαν διέγραψε τὸ κόμμα ἐκεῖνο καὶ ὅτι ὤφειλον νὰ εἴπωσι φανερὰ πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ὅτι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν πολιτικήν ἀπολύτου οὐδετερότητος. Τὸ κόμμα ἐκεῖνο δὲν ἐξεπροσώπει ποτὲ τήν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἑπομένως δὲν ὑπεχρέου διὰ τῶν δοθεισῶν ὑπ’ αὐτοῦ ὑποσχέσεων τὰς διαδόχους Κυβερνήσεις καὶ ἑπομένως, ὅταν τοιαῦτα ἐλέγοντο, ἐθίγοντο ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπεστήριζον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως νὰ μὴ θελήσωσι νὰ πλάσσωσι μεγάλην Βουλγαρίαν, παρὰ τὸ δίκαιον. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο πίπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅταν τις φαντασθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ τοῦτο, διότι ἐστηρίζετο ἐπὶ πλειοψηφίας, ἡ ὁποία πλειοψηφία ἐξεπροσώπει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, κατὰ πλάσμα, ἐξεπροσωπεῖτο ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος ἐκήρυσσεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετὰ μεγίστης πλειοψηφίας ἔρρεπε πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως καὶ ἠκολούθη τὸ πολιτικόν αὐτοῦ πρόγραμμα. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη νὰ ἐξωμαλύνῃ τήν κατάστασιν, ὅπως δὲν ἦτο δυνατὸν, ἐφ’ ὅσον οὕτω πως ἐξηκολουθεῖτο ἡ πολιτική κατάστασις, μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, καὶ τήν ἄνοδον εἰς τὴν ἀρχήν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις νὰ καθαρίσῃ τήν κατάστασιν, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας. Διότι, ἄν ἤθελε νὰ καθαρίσῃ τήν κατάστασιν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, βεβαίως δὲν εἶχεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, καὶ τὸ ὁποῖον τοιοῦτον ἐτονίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον στοιχεῖον διὰ τήν πολιτικήν της, νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος καὶ νὰ ἀκολουθῆται ἀπὸ τήν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ διότι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἐκμεταλλευόμενος τὸ ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 6ης Δεκεμβρίου δὲν προσήρχοντο εἰς τὰς κάλπας οἱ ἐπίστρατοι, δὲν θὰ προσήρχοντο εἰς τὰς κάλπας, ἐλλείψει πολιτικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἐκεῖνοι, οἵτινες ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ νὰ μεταβοῦν εἰς τὰς κάλπας, ἔπλασσε μίαν κατάστασιν, διὰ τῆς ὁποίας παρίστατο, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τοῦ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠκολούθει τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ. Ὅταν, Κύριοι, οὕτω πως ἐξετάζονται τὰ πράγματα, οὕτω πως ἀντιμετωπίζομεν τὴν κατάστασιν τὴν δημιουργηθεῖσαν, βεβαίως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, οἱ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων εὑρισκόμενοι, ἡμεῖς, οἱ μὴ κατέχοντες τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέχει ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, νὰ λέγωμεν, μὲ τὴν ἀξίωσιν νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὡς διέγραψε τὴν πολιτικήν, κακῶς διέγραψε ταύτην καὶ κακῶς διεχειρίσθη τὰ πράγματα. Ἀλλά, Κύριοι, οὕτω πως ἐξελισσομένης τῆς καταστάσεως, οὕτω πως διαχειριζομένης τῆς Κυβερνήσεως τήν ἐξωτερικήν πολιτικήν καὶ οὕτω πως διαγράφοντος τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὑπάρχοντος, ἐδημιουργήθη μία κατάστασις ἀφόρητος, διότι αἱ Δυνάμεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ προσώπω τοῦ ἀπελθόντος κόμματος καὶ μὴ εὑρισκομένου ἐν τῇ Βουλῇ εὕρισκον ἐξυπηρετητήν τῶν συμφερόντων των, αἱ δυνάμεις ἐκεῖναι ἠθέλησαν νὰ παρασύρωσιν τὴν Ἑλλάδα εἰς ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος, διότι τοῦτο συμφέρει αὐταῖς καὶ ἐφρόνουν, ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν πολιτικήν των, συμφέρον εἶχον νὰ λάβωσι μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὴν κατάστασιν, ἐκ τοῦ ὅτι, πλάσματι, ἐθεωρεῖτο ὑπὲρ αὐτῶν ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν δυσφορίαν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν λαόν, μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν κατάστασιν οἰκονομικῶς δυσχερῆ, κατάστασιν ἀφόρητον διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐδημιουργήθη δυσφορία εἰς τὸν Ἑλληνικόν λαόν, δυσφορία, ἥτις ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐμνημονεύθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις, ὅτι, δηλαδή, τὸ 1) 10 τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦτο ἀντίθετον πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κόμματος. Δὲν εἶναι, Κύριοι μόνον ἡ διαχείρισις, ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ καθορισμὸς καὶ ἡ θέσις τῶν ζητημάτων καὶ ἡ ρύθμισις τῶν σχέσεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τήν δυσφορίαν παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, αἱ ὁποῖαι, ἔχουσαι ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἕν μέγα μέρος τοῦ λαοῦ, ἕν μέγα πολιτικὸν κόμμα, ἐκήρυσσεν, ὅτι ἐκπροσωπεῖ τήν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἤθελε τήν ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἔχουσαι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἔκρινον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εἶναι τοῦτο ἀφ’ ἑνὸς, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἡ ἐπιστράτευσις, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε δυσφορίαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλὰ κατεκρίθη ἐκ τούτου, Κύριοι, ἡ παράτασις τῆς ἐπιστρατεύσεως. Καὶ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε ὑποχρέωσιν, ἀκολουθοῦσα τήν πολιτικήν τῆς Κυβερνήσεως, τήν ὁποίαν διεδέχθη, τήν Κυβέρνησιν Ζαΐμη, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ διαλύσῃ τήν ἐπιστράτευσιν. Τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, κρίνων τὰ πράγματα, δὲν τὸ εὑρίσκω σύμφωνον πρὸς ταῦτα. Διότι ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη, ἐλθοῦσα ἐπὶ τήν ἀρχήν, ἀνεγνώρισε καὶ τήν κήρυξιν τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τήν ἀντιμετώπισιν τῶν κινδύνων ἐκ τῆς Βουλγαρικῆς ἐπιστρατεύσεως, ἡ ὁποία προεκάλεσε τήν Ἑλληνικήν ἐπιστράτευσιν. Δὲν ἦτο γνωστὸν ἀκόμη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις Ζαΐμη εὐθὺς δὲν ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ τήν ἐπιστράτευσιν, ἐφ’ ὅσον τὰ πράγματα δὲν ἦσαν λελυμένα καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο γνωστὴ ἡ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων εἰς τὸ μέλλον καὶ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῶσι. Δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἡ συντήρησις τῆς ἐπιστρατεύσεως διαφεύγει τήν προσοχήν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντιλαμβάνεται, ὅτι ἡ παράτασις τῆς ἐπιστρατεύσεως γεννᾷ τήν δυσφορίαν εἰς τὸν λαόν, ἐκτὸς δὲ ταύτης καὶ δαπάνας ἀπαιτεῖ, ἐν τούτοις παρατείνει ταύτην, διότι κατανοεῖ τοὺς κινδύνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀπειλεῖται ἡ Ἑλλάς, ἐφ’ ὅσον τοιουτοτρόπως ἐξελίσσονται τὰ πράγματα καὶ τοιουτοτρόπως ἐξετάζονται, βεβαίως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἡ κακὴ διαχείρισις τῶν πραγμάτων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως γεννᾷ τήν δυσφορίαν παρὰ τῷ λαῷ, ὡς οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τὰ πράγματα θέλουσι νὰ παρουσιάσωσιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δυσφορεῖ, οὐχὶ διὰ τὰ αἴτια αὐτά, ἀλλὰ διότι δὲν ἐφαρμόζεται τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, πρόγραμμα, πρὸς τὸ ὁποῖον εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ ἐτόνισεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, διὰ νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὰς ἐκλογάς, ὅτι δὲν ἀκολουθεῖται τοῦτο ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν κατὰ τὰ 9) 10. Οὕτω πως, Κύριοι, τίθεται ἐν τῷ νῷ ἐμοῦ ἡ κατάστασις καὶ ταύτην τήν ἀντίληψιν ἔχω, τόσον περὶ τῆς δημιουργουμένης δυσφορίας παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ, τήν ὁποίαν ἀντιλαμβάνονται ἴσως τινὲς, ὅτι ὑφίσταται, ὅσον καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἀπὸ τήν Κυβέρνησιν. Τὰ γεγονότα, Κύριοι, τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ καὶ τὸ γεγονὸς τῆς κηρύξεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ὡς καὶ τὸ θρυλλούμενον περὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν λιμένων, εἶναι ἄμεσος συνέπεια τῆς καταστάσεως οὑτωσεὶ ἐξελισσομένης. Ἐφ’ ὅσον ἡ Μακεδονία κατέστη θέατρον πολέμου, ἐφ’ ὅσον τὰ Συμμαχικὰ στρατεύματα ἦλθον ἐκεῖ κληθέντα, ὡς ἀπεδείχθη ἐπισήμως, παρὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, νομίζοντος, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ ἦγε τήν Ἑλλάδα εἰς τὸ νὰ ἀκολουθήσῃ τήν πολιτικήν του, καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτο ἐνδεχόμενον τὰ στρατεύματα ταῦτα νὰ πάθωσι τὸ ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον ἔπαθον καὶ νὰ μὴ κατορθώσωσι νὰ σώσωσι τήν Σερβίαν, ἦτο πιθανόν, ἐξελισσομένης τῆς καταστάσεως, μίαν ἡμέραν νὰ ἴδωμεν τὸ πῦρ τοῦ πολέμου ἐπεκτεινόμενον καὶ ἐντὸς τῆς Μακεδονικῆς γῆς. Τοῦτο, Κύριοι, ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπηυχόμεθα, τοῦτο ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡμᾶς πάντας ἀπ’ ἀρχῆς νὰ διαμαρτυρώμεθα καὶ νὰ ἐπιρρίπτωμεν τήν εὐθύνην ἐπὶ ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τοιουτοτρόπως ὡδήγει τὸν τόπον εἰς τήν καταστροφήν, ἀλλὰ τοῦτο, παρ’ ὅλα ταῦτα, ἦτο μοιραῖον καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναμένωμεν. Ἕτερόν τι σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως συνεκίνησε, καὶ συγκινεῖ καὶ θὰ συγκινεῖ, τήν Ἑλληνικήν ψυχήν, ἰδιαίτατα δὲ τήν ψυχήν τῶν Μακεδονικῶν πληθυσμῶν, τῶν ὑφισταμένων τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης καταστάσεως, εἶναι τὸ σημεῖον, ὅτι μετὰ τῶν στρατευμάτων τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, τὰ ὁποῖα ἔμελλον ἡμέραν τινὰ νὰ εἰσέλθωσιν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, καὶ τὰ ὁποῖα ἐποιήσαντο τήν ἀρχήν τῆς εἰσόδου των, διὰ τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ, ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθουν καὶ Βουλγαρικὰ στρατεύματα, τοῦ Κράτους ἐκείνου, πρὸς τὸ ὁποῖον μακρὸν καὶ προαιώνιον μῖσος χωρίζει τήν φυλήν ἡμῶν, εἰδικῶς δὲ καὶ χάσμα ἀγεφύρωτον ὑφίσταται μεταξὺ τῶν πληθυσμῶν, τῶν οἰκούντων τήν Μακεδονικήν γῆν καὶ τῶν Βουλγαρικῶν πληθυσμῶν, διότι ἡ ἐμφάνισις Βουλγαρικῶν στρατευμάτων ἐντὸς τῆς Μακεδονικῆς γῆς, φέρει εἰς τήν ἀνάμνησιν πάντων, ὅλα ἐκεῖνα τὰ αἴσχη, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν ὑπὸ τῆς φυλῆς αὐτῆς ἐν τῇ Μακεδονικῇ γῇ καὶ κρατεῖ ἐπτοημένην τήν ἐθνικήν ψυχήν, μήπως ὅμοια τελεσθῶσιν εἰς βάρος τῶν Μακεδονικῶν πληθυσμῶν καὶ εὔλογος εἶναι ἡ συγκίνησις, ἡ ὁποία συνεκλόνισε τήν ἐθνικήν ψυχήν καὶ ἡ ὁποία συνέχει ἡμᾶς εἰσέτι διὰ τήν ἐξέλιξιν τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων. Ἀλλά, Κύριοι, πέραν τῆς συγκινήσεως ταύτης, ἥν πάντες ἐν τῇ ψυχῇ μας αἰσθανόμεθα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τήν μεμονωμένην ἄποψιν, ὅτι Βουλγαρικὰ στρατεύματα εἰσέρχονται ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Δέον νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφευχθῇ τοῦτο, ἄνευ δεινῶν μεγαλειτέρων διὰ τήν Πατρίδα μας. Καί, ὡς ἐγένοντο αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστηρίχθη, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφευχθῇ ἡ εἴσοδος τῶν Βουλγάρων ἐν τῇ Μακεδονίᾳ, ἄνευ γενικωτέρας ρήξεως τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν στρατευμάτων τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, ἄνευ, δηλαδή, ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος, τήν ὁποίαν πάντες ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θεωροῦμεν καταστρεπτικήν διὰ τὸ Κράτος. Καὶ ἐλέχθη, ὅτι, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν ἐγκαίρως κατάλληλα μέτρα, ἀφοῦ καὶ πρὶν ἢ τὸ Ροῦπελ καταληφθῇ, εἰσήρχοντο Βουλγαρικὰ ἀποσπάσματα ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ ἀπήγοντο πρόκριτοι, καὶ ἴσως καὶ ἐθανατοῦντο; Κύριοι, εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε μέριμναν καὶ ἡμεῖς, ἰδιαιτέρως ἐρωτήσαντες τήν Κυβέρνησιν, ὡς ἐνδιαφερόμενοι διὰ τήν τύχην τῶν ἀπαχθέντων προκρίτων τῆς Μακεδονίας, ἐτύχομεν τῆς ἀπαντήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ ἐπανειλημμένως διεπραγματεύθη καὶ διαπραγματεύεται τὸ ζήτημα, ὡς αὕτη ἔκρινε συντελεστικώτερον, διὰ τήν ἀπόδοσιν τῶν προκρίτων καὶ τήν διάσωσιν αὐτῶν.
§15Γ. ΠΩΠ. Ἀπεδόθησαν οἱ πρόκριτοι;
§16Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν ἀπεδόθησαν, ἀξιότιμε ἐκ Νέων Ψαρρῶν Συνάδελφε, τοῦτο δὲ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι, παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, παρ’ ὅλας τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας διεδήλου πρὸς τὰς δυνάμεις τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν προκρίτων ἐκείνων καὶ διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ὅτι δέον νὰ μὴ εἰσέρχωνται Βουλγαρικὰ ἀποσπάσματα ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους καὶ νὰ μὴ ἐνεργῶνται πράξεις ἀντιτιθέμεναι πρὸς τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος καὶ θίγουν βαθύτατα καὶ τιτρώσκουσι τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, ἐν τούτοις δὲν ἀπεδόθησαν, διότι, φαίνεται, ὅτι κρίνουσι τοῦτο συμφέρον διὰ τὰ ἰδιαίτερα αὐτῶν συμφέροντα.
§17Γ. ΠΩΠ. Ὥστε ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ τοὺς προκρίτους τοῦ Δεμὶρ Ἱσσὰρ καὶ τῶν ἄλλων μερῶν!
§18Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Τοῦτο παγιοῖ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μολονότι κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἀπομακρύνῃ τὴν εἴσοδον τῶν Βουλγαρικῶν στρατευμάτων, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ τὸ ἐπιτύχῃ, ἄνευ γενικωτέρας ρήξεως μετὰ τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, τὸ ὁποῖον ἅπαντες οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θεωροῦμεν ὡς μὴ συμφέρον διὰ τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας. Εἶναι τοῦτο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔφερεν ἡ διακοπή τοῦ ἐντίμου ἐκ Νέων Ψαρρῶν Συναδέλφου ἐκτὸς τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει ἡ ἀνακοίνωσις τῶν πραγμάτων, ὡς ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν κατάληψιν τοῦ Ροῦπελ, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα. Ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον πρὸ αὐτῆς ἐτέθη τὸ ζήτημα τοῦ νὰ ἐξαγάγῃ τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς οὐδετερότητος καὶ νὰ συγκρουσθῇ πρὸς τὰς Κεντρικὰς Αὐτοκρατορίας, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ μὲ ὅλην τὴν θλίψιν, τὴν ὁποίαν, βεβαίως, καὶ αὐτή ᾐσθάνθη καὶ μὲ ὅλους τοὺς παλμοὺς τῆς συγκινήσεως, τοὺς ὁποίους ἠσθάνθη, ὅπως καὶ ἡμεῖς καὶ ἅπαν τὸ Ἑλληνικόν, διὰ τὸ πρᾶγμα, ἔκλινε τὴν κεφαλὴν πρὸ τῶν ἐπαπειλουμένων καταστροφῶν. Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα καὶ μόνον οἱ θέλοντες — καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν Συναδέλφων τῶν ὁμιλησάντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὑποστηριξάντων τὴν γνώμην των — οἱ θέλοντες νὰ διαστρέψωσι τὰ γεγονότα, δύνανται νὰ λέγωσιν, ὡς ἐτόνισε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προσπαθοῦντες ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ περίοδον τῆς ἐξελίξεως τῆς πολιτικῆς των τῆς ἐξωτερικῆς νὰ ἐπιβάλωσι ταύτην διὰ διαστροφῆς μόνον, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ λέγωσιν, ὅτι οὐχὶ εἰς τὴν μοιραίαν ἀνάγκην ὑπέκυψεν ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις, διὰ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ γεγονὸς τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ, ἀλλ’ εἰς ὑπάρχουσαν προσυνεννόησιν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανείς.
§20Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Τὸ εἶπον, κ. Συνάδελφε, ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν παρίστανται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸ εἶπον ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀκριβῶς, διότι ἐλέχθη τοῦτο, βαρύνει ἡ εὐθύνη τοῦ ἐπακολουθήσαντος γεγονότος τῆς κηρύξεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ Γάλλου Ἀρχιστρατήγου καὶ τὸ ἀναγγελλόμενον σήμερον γενικοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν λιμένων.
§21Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Μεγάλην τιμὴν τοὺς κάμνετε νὰ τοὺς μνημονεύεται διαρκῶς.
§22Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ λαὸς νὰ μάθῃ ποῖος εἶναι ὑπαίτιος τῆς καταστάσεως.
§23Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων Συνάδελφος, πολὺ ὀρθῶς παρατηρεῖ, ὅτι δέον νὰ τονισθῇ ποῦ ἔγκειται ἡ εὐθύνη, ἵνα ἀνακύψῃ ὁ τυχὼν παρασυρόμενος ἀπὸ τὰ διάφορα μυθολογήματα τὰ λεγόμενα παρὰ τοῦ κόμματος τοῦ εὑρισκομένου ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ ἄν τυχὸν δυσφορῇ, διότι δημιουργοῦνται οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι τοῦ φέρουν προστριβὰς οἰκονομικὰς καὶ τοῦ δημιουργοῦν αὐτήν τήν κατάστασιν, ἐὰν τυχὸν παρατείνεται ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ ἄν τυχὸν ὑφίστανται ἄλλαι δυσκολίαι, νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ταῦτα ὑφίστανται, διότι ὑφίσταται τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει πρὸ τῶν Δυνάμεων, ὅτι αὐτὸ ἐκπροσωπεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τοῦ ὁποίου ἐμποδίζεται ἡ ἐκδήλωσις τῆς γνησίας θελήσεως παρ’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι παρανόμως ἀνῆλθον εἰς τήν ἀρχήν καὶ οἵτινες παρανόμως τήν κατέχουν. Ὀφείλει νὰ τὸ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ὅταν τὸ μάθῃ, καὶ ἡ κοινή γνώμη συσπειρωθῇ περὶ τήν Κυβέρνησιν καὶ πάντες ἡμεῖς συσπειρωθῶμεν περὶ αὐτήν καὶ παραστῇ ἑνιαῖον τὸ Ἔθνος, ἵνα ἐπιβάλῃ τήν θέλησίν του καὶ ὑποστηρίξῃ τὰ δίκαιά του, τότε, βεβαίως, ἀλλοία θὰ εἶναι ἡ κατάστασις καὶ μόνον τότε θὰ διορθωθῇ αὕτη καὶ θὰ παρουσιασθῇ ροδινωτέρα. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ἐν τῇ διαδρομῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐλέγξωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς, νὰ ἐλέγξωμεν αὐτοὺς καὶ νὰ ἀποδώσωμεν τὰς εὐθύνας εἰς τούτους, ἵνα μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποῖοι εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τῆς καταστάσεως καὶ παραβλέψῃ τὰς μικρὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται καὶ νὰ συσπειρωθῇ περὶ τήν Κυβέρνησιν, τήν μόνην νομίμως ἐκπροσωποῦσαν τὸ Κράτος, συσπειρωθῇ περὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ τοῦτο περὶ τήν Κυβέρνησιν, καὶ τοιουτοτρόπως αὕτη ἄκαμπτος καὶ χαλύβδινος θελήσῃ νὰ ἐμφανισθῇ ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, στεροῦσα ταύτας τῶν δικαιολογιῶν, ὅτι, δῆθεν, χάριν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ χάριν τοῦ Πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον, ὡς γράφουν, ἐγγυήθησαν, λαμβάνουσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι. Μόνον τότε θὰ μεταβληθῇ ἡ πολιτική τῶν Δυνάμεων ἐκείνων καὶ μόνον τότε θὰ ἀφεθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐλεύθερον νὰ σταδιοδρομήσῃ καὶ ὑπερβῇ τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον καὶ ὁδηγηθῇ εἰς ἀσφαλῆ λιμένα, διασχίζων τήν τρικυμιώδη θάλασσαν, τήν δημιουργηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Καταλήγων, ἑπομένως, Κύριοι, δὲν θὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τήν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία φρονῶ ὅτι ἔχει τήν ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως καὶ ἔχει ὑπ’ ὄψει τόσον τὰς συγκινήσεις, τὰς ὁποίας αἰσθάνεται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ μεμονωμένων γεγονότων, θιγόντων τήν Ἑλληνικήν του ψυχήν, ὡς τὸ γεγονὸς τῆς καταλήψεως τοῦ φρουρίου Ροῦπελ καὶ τὰς τυχὸν μικρὰς καταστροφάς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπακολουθήσωσιν ἴσως ἐκ τῆς προελάσεως τῶν Βουλγάρων ἐντὸς τοῦ Μακεδονικοῦ ἐδάφους, φρονῶ, λέγω, ὅτι ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις ἔχει ὑπολογίσει τὰ πράγματα καὶ ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως, εἰ δυνατόν, προλάβῃ τὰς μικρὰς ἐκείνας καταστροφάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῶσι διὰ τῆς εἰσόδου τῶν Βουλγαρικῶν στρατευμάτων ἐντὸς τῆς Μακεδονίας, δὲν θὰ ἀπευθυνθῶ, λέγω, πρὸς τήν Κυβέρνησιν, ἵνα συστήσω αὐτῇ τίνα μέτρα δέον νὰ λάβῃ εἰς ἀντιμετώπισιν τῆς συνολικῆς καταστάσεως, τῆς δημιουργημένης, ἀλλὰ θὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τήν Βουλήν, ἵνα εἴπω, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν πάντες οἱ ἐνταῦθα εὑρισκόμενοι, ἐφ’ ὅσον ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὑφίσταται κόμμα, τὸ ὁποῖον προσπαθεῖ πᾶσαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως αἰτίασιν νὰ ἐκμεταλλεύηται διαφοροτρόπως, πᾶσαν αἰτίασιν ἀπ’ ἀγαθοῦ συνειδότος προερχομένην ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, νὰ συνθλίψωμεν τήν ψυχήν ἡμῶν, νὰ συνθλίψωμεν τὰς τυχὸν ἀνησυχίας, τὰς προερχομένας πρὸς στιγμήν, καὶ νὰ ἐμφανισθῶμεν σύσσωμοι καὶ συσπειρωμένοι περὶ τήν Κυβέρνησιν, ἐνισχύοντες αὐτήν εἰς τὸ δύσκολον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ, συνολικῶς, ὡς τοῦτο παρουσιάζεται σήμερον. Ἀκόμη δὲ θὰ ἀπευθυνθῶ καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἵνα εἴπω καὶ πάλιν ποῖοι οἱ πραγματικοὶ ὑπεύθυνοι τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἔφερε σήμερον μέχρι τοῦ σημείου τούτου τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ νὰ συστήσω εἰς αὐτὸν νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, καὶ παρ’ ὅλους τοὺς κλυδονισμούς, τοὺς ὁποίους πρὸς στιγμὴν ἐν τῷ μέσῳ τῆς παγκοσμίου λαϊκῆς τρικυμίας, τήν ὁποίαν διέρχεται τὸ Κράτος, νὰ δείξῃ, ὅτι εἶναι συσπειρωμένος περὶ τήν Κυβέρνησίν του, ὅτι θὰ ὑπακούῃ πᾶν διὰ τήν ἐφαρμογήν τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις διαγράφει, καὶ ἔχει ἀκράδαντον τήν πεποίθησιν πρὸς αὐτήν, νὰ μὴ διαδηλοῖ καμμίαν ἀνησυχίαν, ἀλλὰ νὰ καταδηλοῖ τήν ἀπαρέγκλιτον θέλησίν του, ὅπως ἐπιβάλῃ τήν πολιτικήν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη συμφέρουσα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, θὰ ἀπευθυνθῶ, λέγω, πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν νὰ συστήσω τήν ψυχραιμίαν ταύτην, διότι τοιουτοτρόπως μόνον, ὅταν Βουλὴ καὶ λαὸς ἑνιαίως περὶ τήν Κυβέρνησιν διαδηλώσῃ τήν γνώμην του καὶ ἀντικρούσῃ τὰ μυθολογήματα, τὰ προερχόμενα παρ’ ἑνὸς κόμματος ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς ὑπάρχοντος, θὰ δυνηθῶμεν νὰ διατρέξωμεν αἰσίως τήν τρικυμιώδη θάλασσαν, ἀπὸ τήν ὁποίαν διερχόμεθα σήμερον, καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀσφαλῆ λιμένα, τὸν ὁποῖον ποθοῦμεν πάντες οἱ Ἕλληνες σήμερον.
§24ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ἢ ἀπαντήσω εἰς τήν ἐρώτησιν, τήν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸ μικροῦ ἔντιμος Βουλευτής, σχετικῶς πρὸς τὸν ἀποκλεισμόν, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ πολιτικὴ κατάστασις ἡ ἐξωτερική εἶναι τοιαύτη, ὥστε τήν ἑσπέραν ταύτην ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τήν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅσα ἔγγραφα ἔχει εἰς χεῖράς της, δὲν θέλει δὲ ἐκταθῇ οὔτε εἰς κρίσεις, οὔτε εἰς ἄλλας ἐξηγήσεις πέραν τῶν κειμένων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ. Χθὲς ἐλάβομεν πρῶτον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα ἐκ Θεσσαλονίκης. «Σήμερον οἱ ξένοι ἀνταποκριταὶ ἐτηλεγράφησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, κατόπιν ἐγκρίσεως τῆς λογοκρισίας, ὅτι ἀπὸ σήμερον πρωΐαν ἐκηρύχθη ὑπὸ τῶν Συμμάχων γενικὸς ἀποκλεισμὸς τῶν παραλίων καὶ τῶν λιμένων τῆς Ἑλλάδος. Τὰ ἀτμόπλοια δύνανται νὰ ἐξέρχωνται τῶν λιμένων, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ εἰσέρχωνται. Λέγεται, ὅτι δύο ἀτμόπλοια κρατοῦνται ἔξωθι τοῦ Καραμπουρνοῦ». Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐστάλη ἐκεῖθεν τήν 2.45′ μ. μ.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρὰ τίνος;
§26ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρὰ τινος ὑπαλλήλου ἐν Θεσσαλονίκῃ. Δεύτερον τηλεγράφημα ἐλήφθη τὸ ἑξῆς, ἐκ Μήλου. (Ἀναγινώσκει) «Ἤρξατο ἀποκλεισμὸς καὶ διακοπὴ θαλασσίας συγκοινωνίας». Τὸ τηλεγράφημα εἶναι τῆς 9 μ. μ. Τρίτον, χθεσινόν ἐπίσης, τῆς 3.20′ μ. μ. ἐκ Θεσσαλονίκης. (Ἀναγινώσκει) «Ἐπιτροπὴν Θαλασσίων Μεταφορῶν κλπ.». Κατόπιν, ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Θεσσαλονίκης, σταλὲν τήν 9.55′ μ. μ. (Ἀναγινώσκει). «Ἀρχηγὸν Ἐπιτελείου Δούσμανην... κλπ». Σήμερον, πρὸ μικροῦ, ἐλήφθη τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα, ἐπίσης ἐκ Θεσσαλονίκης, δὲν δηλοῦται ὅμως ἡ ὥρα. (Ἀναγινώσκει) «Ὁ Νομάρχης ἀναφέρει, ὅτι...κλπ.»
§27Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα δὲν ἐννοοῦμεν τίποτε.
§28Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ εἶνε.
§29Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ τὸ ἀναγνώσητε καὶ πάλιν, κ. Πρόεδρε.
§30ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργὸς). (Ἀναγινώσκει). «Ὁ Νομάρχης ἀναφέρει, ὅτι...κλπ.». Νομίζω, ὅτι συντακτικῶς σημαίνει, ὅτι, ἐπειδὴ ἀφέθη ἡ ναυτιλία ἐλευθέρα, θὰ ἀσκῆται ἔλεγχος ἐν τῷ λιμένι. Τὸ τελευταῖον τηλεγράφημα μᾶς ἐστάλη σήμερον τὴν 1 μ. μ. πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε, ὅτι αἱ συγκοινωνίαι μετὰ τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφ’ ὅτου ἐκηρύχθη ὁ στρατιωτικὸς νόμος, εἶναι λίαν ἄτακτοι καὶ λίαν σπάνιαι, ἐννοῶ αἱ συγκοινωνίαι αἱ ἐμπιστευτικαί. (Ἀναγινώσκει): «Καίτοι ἀνεκοινώθη... κλπ.». Ταῦτα εἶναι αἱ μόναι εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν περὶ τοῦ διεξαγομένου ἀποκλεισμοῦ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Καίτοι προεκαλέσαμεν, δὲν ἐλάβομεν καμμίαν ἀνακοίνωσιν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Εἷς ἐκ τῶν κ. κ. Πρεσβευτῶν τῆς Συνεννοήσεως, ἐρωτηθεὶς περὶ τούτου, ἀπήντησεν, ὅτι ἀγνοεῖ τὶ συμβαίνει καὶ νομίζει, ὅτι καὶ ὁ συνάδελφός του, ἀντιπρόσωπος Κυβερνήσεως τῆς Συνεννοήσεως, ὅτι καὶ αὐτὸς ἀγνοεῖ. Αὗται εἶναι αἱ μόναι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§31ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐπιτρέπεται, βεβαίως, καμμία συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καθόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσεν, ὅτι διὰ τὴν σήμερον ἔχει μόνον νὰ προβῇ εἰς ἀνακοινώσεις καὶ οὐδὲν περαιτέρω. Ἐπιβάλλεται ὅμως, Κύριοι Βουλευταί, νὰ διαμαρτυρηθῇ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος διὰ τὴν ἀσεβῆ πρὸς πᾶν δίκαιον ἀνθρώπινον καὶ θεῖον πρᾶξιν τῶν Μεγάλων τούτων Δυνάμεων καὶ δύναμαι νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ Βουλὴ σύσσωμος εὑρίσκεται πλησίον τῆς Κυβερνήσεως, ἀδιαφοροῦσα διὰ πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἤθελον λάβῃ.
§32Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ συνομολογήσῃ ἡ Βουλὴ ἀναμφιδόλως, ὅτι ὑπὸ τὰς δυσμενεστέρας τῶν περιστάσεων ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἄς σημειωθῇ, ὅτι ἡ πρόθεσίς μου, ἐγγραφομένου ἐπὶ τῆς ἀπασχολούσης ἡμᾶς ὑποθέσεως, δὲν ἦτο νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ μακρῶν, ἡ δὲ Βουλή, ἡ ὁποία ἐκδηλοῖ δυσφορίαν τινὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἡ Βουλὴ θὰ μοῦ χορηγήσῃ, δὲν ἀμφιβάλλω, τὴν συγκατάθεσίν της καὶ τὴν ἐπιείκειαν εἰς τὸ νὰ ἀκουσθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι παρῆλθον ἀπ’ αὐτοῦ εἴκοσι ρήτορες, διερμηνευταὶ τοῦ φρονήματος τοῦ Μακεδονικοῦ λαοῦ, ὁ δὲ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, τῆς ὁποίας τὸ ἔδαφος τὸ ἱερὸν ἐβεβηλώθη ὑπὸ Βουλγαρικῶν ποδῶν. Ἡ Βουλὴ θὰ εἶχεν ἴσως καὶ τὴν ἀξίωσιν, ἀντιπρόσωπος τῆς περιφερείας, ἡ ὁποία ἐποδοπατήθη, νὰ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὰ συναισθήματα, τὰ πηγάζοντα ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου.
§33Σ. ΣΤΑΗΣ. Ζήτω ἡ Γαλλικὴ Δημοκρατία.
§34Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. Συναδέλφους νὰ εὐλαβηθῶσι τὴν θέσιν τοῦ ρήτορος. Ἐφ’ ὅσον ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας Πρόεδρος ἐννοεῖ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἐργασίαν, ἐκεῖνοι μέν, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀποχωρήσουν, ἠμποροῦν νὰ ἀποχωρήσουν, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀκούσουν, δικαιοῦνται νὰ ἀκούσουν. Ὅ,τι ὀφείλεται εἰς τὸ θέμα τοῦτο καὶ τὸν ὁμιλοῦντα ἐπ’ αὐτοῦ, εἶναι ἡ ἀπόλυτος ἡσυχία. Ἐδήλωσα, Κύριοι, τὴν ἰδιαιτέραν ἰδιότητα, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἀνέρχομαι τὸ βῆμα τοῦτο καὶ λαμβάνω τὸν λόγον, ἀφοῦ προηγήθησαν καὶ ἄλλοι ρήτορες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐκδηλώσει τήν θλίψιν των καὶ τὰ συναισθήματα τὰ πικρὰ καὶ τήν βαρυθυμίαν των διὰ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τήν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχω ἀποφασίσει νὰ λάβω τόν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ἔπραξα ὄχι διὰ νὰ προσφέρω τήν συμβολήν μου εἰς τήν ἐκδήλωσιν συγκινήσεως διὰ τὸ γεγονός. Δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, θὰ ὡμίλουν ἀσυγκίνητος διὰ τὸ γεγονὸς τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ, διότι, τὸ ὀλιγώτερον, τὸ Ροῦπελ κεῖται πλησίον τοῦ Δεμίρ Ἰσάρ, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἐνθυμῆται, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐπέμνησα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὰ δεινὰ καὶ τὰς συμφοράς, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ ἔχουν ἐκτυλιχθῇ κατὰ τοῦ Μακεδονικοῦ πληθυσμοῦ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι εἶχον τήν ἀντίληψιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ χρησιμοποιεῖται μὲν ὑπό τινων κύκλων πρὸς ἐκτροχιασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλων ἀκόμη κύκλων ἐπιδιώκεται χρησιμοποίησις αὐτοῦ ἐπὶ τῷ σκοπῷ συγκλονίσεως, τρόπον τινά, τοῦ φρονήματος τῆς Βουλῆς, ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ διακηρύξω, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς περιφερείας, ἡ ὁποία κατεπατήθη, ὅτι ὑπεράνω τῆς καταπατήσεως τοῦ Ροῦπελ κεῖται πολὺ ὑψηλότερον ζήτημα καὶ ἐνώπιον τοῦ ζητήματος ἐκείνου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπηται εἰς ἕνα ἀνδρικὸν λαόν, νὰ συγκινῆται καὶ νὰ ταράσσηται, ὅταν μετ’ αὐτοῦ συνδέεται ἄλλο ὑπέρτατον καὶ ἀντιληπτὸν ζήτημα, ἐπιβάλλον ἀταραξίαν καὶ ἠρεμίαν. (Ραγδαῖα χειροκροτήματα). Εἶμαι εὐχαριστημένος, ὅτι, τοὐλάχιστον, ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὑπεχώρησαν αἱ διαθέσεις ἐκεῖναι τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ζητήματος τοῦ Ροῦπελ κατὰ τρόπον συγκλονίζοντα καὶ διαταράσσοντα τὰ συναισθήματα τῆς Βουλῆς, καὶ αὐτὸ ἦτο ἴσως λόγος, διὰ νὰ εἶμαι σύντομος εἰς τήν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἀληθῶς θὰ ἐτερμάτιζον τὸν λόγον μόνον μὲ τήν δήλωσιν αὐτήν, ὅτι τὸ φρόνημα τοῦ Μακεδονικοῦ Λαοῦ, καθ’ ἃ τοὐλάχιστον κατανοεῖται ὑπὸ τῆς ἰδικῆς μου ψυχῆς καὶ ἀντιλήψεως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διερμηνευθῇ ἢ καθ’ ὃν τρόπον τὸ διερμήνευσα πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τήν ἔγκρισιν, ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Εἰθισμένος καὶ κανόνα τηρῶν, τὸ νὰ μὴ λαμβάνω τὸν λόγον ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε εἰς τήν διεξαγομένην συζήτησιν, θὰ κατηρχόμην, λέγω, τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, συμφωνῶν πρὸς τὸ ἐκδηλωθὲν ἐν αὐτῇ πνεῦμα, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ, ἐὰν δύο ἐκ τῶν ρητόρων, ρήτορες ἐκ τῶν παλαιοτέρων, ὁ μὲν δεδηλωμένος θιασώτης καὶ ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς, τήν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Χώρα, ὁ δὲ ἐπίσης μὲν θιασώτης καὶ ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ μὲ αὐτοτέλειαν κομματικήν, ἐάν, λέγω, δύο ἐκ τῶν παλαιοτέρων ρητόρων, ρήτορες, τῶν ὁποίων ἡ φωνή, ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος των, ὡς ἐκ τῶν σχέσεών των πρὸς τὸ παρελθόν, ὡς καὶ τῆς μεγίστης θέσεώς των εἰς τήν Βουλήν καὶ εἰς τήν κοινωνίαν, ἐὰν ὁ μὲν τῶν δύο αὐτῶν ρητόρων δὲν ἄφηνε, κατὰ τήν ἀντίληψίν μου, κενόν τι εἰς ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος, ὁ δὲ δὲν μετήρχετο τακτικήν, ἡ ὁποία, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ἤγαγε τὸν ρήτορα εἰς ἀποτελέσματα ἀντίθετα ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέβλεπε. Θὰ ὁμιλήσω τὸ πρῶτον περὶ τοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας ἐντίμου Βουλευτοῦ, καὶ ἂν ἤμην κατάλληλος, θὰ ἐπεχείρουν πρῶτον νὰ πλέξω τὸ ἐγκώμιον τῆς λαμπρᾶς ἀγορεύσεώς του, ἀγορεύσεως ἀποκαλυπτικῆς, διαφωτιστικῆς, ἀληθῶς πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αἱ ἀρεταὶ αὗται τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Στράτου μοὶ ἐπέβαλον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον ἄφησεν ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ, διότι ὁ κ. Στράτος, ὀρθῶς ἀποκαλύψας τὰ αἴτια, τὰ ποῖα ἤγαγον εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν, παρέλειψε νὰ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς γνώμας του ὡς πρὸς τὸ τὶ ποιητέον, ὡς ἐκ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως· διότι, κατὰ τὸν ρήτορα, ἔπταισε μὲν καὶ πταίει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κόμματος, διὰ τὴν κατάστασιν, ὀρθῶς διερμήνευσε τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Χώρας, ὡς πρὸς τὰς Δυνάμεις ἐκεῖναι πρὸς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα εἰς ἀντίθεσιν, ἀλλὰ δὲν ὑπέδειξε τὴν διέξοδον ἐκ τῆς δημιουργηθείσης καταστάσεως. Πταίει ἐκεῖνος, ἀγαθαὶ αἱ διαθέσεις μας πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ἀλλ’ αἱ Δυνάμεις τῆς Συεννοήσεως μᾶς πιέζουσιν· ἔχομεν ἀπόψε τὴν θλιβερωτέραν μέχρι τῆς ὥρας τῶν ἀποδείξεων. Ποία ἡ διέξοδος ἐκ τῆς καταστάσεως; Ἐὰν ὀρθῶς ἠνόησα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας Βουλευτοῦ, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐνεστῶσα, φέρει τὸ βάρος τῆς κληρονομίας τῆς παρελθούσης, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑποχρεώσεως ἐκ διαδοχῆς. Αἱ Δυνάμεις καθώρισαν τρόπον σχέσεως πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τρόπον οὐχὶ εὐχάριστον διὰ τὴν Ἑλλάδα· ἐδημιούργησαν σχέσεις πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, σχέσεις μὴ δυναμένας νὰ ἐναρμονισθῶσι καὶ προσαρμοσθῶσι πρὸς τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἑκατέρωθεν ὑπάρχουσι —θεωρητικῶς τοὐλάχιστον— καὶ ἀπὸ τὸ ἕτερον τῶν μερῶν. Καὶ ἐρωτᾶται· Θὰ ἐπαρκεσθῶμεν, λοιπόν, εἰς τὴν συναίσθησιν καὶ τὴν διακήρυξιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀγαθὰ αἰσθήματα πρὸς τὰς Δυσάμεις τῆς Συνεννοήσεως, πταίει δὲ διὰ τὴν κατάστασιν, διὰ τὰς πιέσεις τῶν Δυνάμεων ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων; Καὶ ἔπειτα; Εἶπον, ὅτι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐν τῷ βάθει τῆς διανοίας τοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας Βουλευτοῦ ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις φέρει τὸ βάρος τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τῶν ἐκ τῆς διαδοχῆς ὑποχρεώσεών της. Τὴν θεωρίαν τῆς διαδοχῆς τῶν ὑποχρεώσεων ἀνέπτυξε μᾶλλον ἐκπεφρασμένως ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής. Καὶ ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς τὴν θεωρίαν τῆς διαδοχῆς τῶν ὑποχρεώσεων, κατὰ τρόπον, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὀλίγον περίεργον· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνομολογεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἔχει δημιουργήσει μίαν κατάστασιν, κατάστασιν, ἡ ὁποία, ἐὰν ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ἔμενεν εἰς τὴν ἀρχήν, ἐγέννα δι’ αὐτὴν ὑποχρεώσεις, κατὰ τὴν γνώμην καὶ κατὰ τὴν τῶν πραγμάτων ἀντίληψιν τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας κ. Βουλευτοῦ, ἡ Κυβέρνησις, ἡ σημερινή, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν ἐκ τῆς διαδοχῆς ὑποχρεώσεων, ἐκκαθαρίζουσα τὴν ἰδίαν της θέσιν ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων, παρέλειψε νὰ τὸ πράξῃ. Δὲν θέλω νὰ διατρίψω διὰ μακρῶν εἰς τὸ ζήτημα τῆς διαδοχῆς τῶν ὑποχρεώσεων, διότι δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἐκ διαδοχῆς ὑποχρεώσεις ἔχουσι καὶ αὐταὶ τὰ ὅρια αὐτῶν· ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὅτι, ὡς ἰδιώτης, τρόπον τινά, εἰργάσθη, ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ, ὡς ἰδιώτης εἰργάσθη, ποία εἶναι ἡ ἐκ τῶν πράξεων αὐτοῦ ὑποχρέωσις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως; Ἡ διάδοχος Κυβέρνησις δὲν δεσμεύεται ἐκ πράξεων προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐνεργησάσης ἀντισυνταγματικῶς, ἐκτὸς τῶν ὅρων τῆς καταρτίσεως τῆς βουλήσεως τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν θέσιν της, λέγει, ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, καὶ ἐπὶ τῆς ἐκδοχῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέλειψε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν θέσιν της, ἐδημιούργησεν ὅλον τὸ ὡραῖον οἰκοδόμημα τῆς ἀγορεύσεώς του. Ἡ ἀντίληψίς μου ἦτο μέχρι τοῦδε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἐκκαθαρίσῃ τήν θέσιν της ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, καὶ χθές τήν ἑσπέραν ἕν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, παρεμπιπτόντως, ἔκαμεν ἀνάλογον δήλωσιν, τήν ὁποίαν εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐκ τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τήν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκ τῆς διαδοχῆς ὑποχρεώσεις — διότι περὶ τούτου κυρίως πρόκειται, ἐδῶ εἶναι ὁ κόμπος τοῦ ὅλου ζητήματος — αἱ ὑποχρεώσεις ἐκ διαδοχῆς δέον νὰ ἐννοηθῶσιν ὡς ἑξῆς. Ἀνεξαρτήτως, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἄν εἰσῆλθον τὰ στρατεύματα τῆς Συνεννοήσεως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἡ σημερινή Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐνώπιον τοῦ γεγονότος τῆς εὑρέσεως τῶν στρατευμάτων αὐτῶν ἐν τῇ Χώρᾳ. Τὸ πραγματικὸν αὐτὸ γεγονός, δημιουργεῖ συμφέροντα διὰ τὰς χώρας τῶν ὁποίων τὰ στρατεύματα εὑρίσκονται ἐν τῷ ἡμετέρῳ ἐδάφει· ἑπομένως, δὲν πρέπει ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ νὰ δυσφορῇ, ἐφ’ ὅσον αἱ Δυνάμεις αὗται προσπαθοῦσι νὰ προασπίσωσι τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησε τὸ καθεστὼς αὐτό, τὸ ὁποῖον εὗρεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τὸ καθεστὼς τῆς εὑρέσεώς των ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ὡς ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ στρατεύματα τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως εὑρίσκονται ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν καὶ ὡς ἐκ τοῦ γεγονότος τυχόν, ὅτι μία τῶν Κυβερνήσεων τῶν Ἑλληνικῶν τοὺς προσεκάλεσε, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύναντο νὰ ἀξιώσωσιν αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως νὰ ἄγωσι καί νὰ φέρωσι τήν πολιτικήν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ὅταν αὐτήν ἔχω τήν ἀντίληψιν, ὅτι αἱ Δυνάμεις δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα ἐξ ὑποχρεώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἄγωσι καί νὰ φέρωσι τήν πολιτικήν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἐπιρρίψῃ τὰς σημερινὰς πιέσεις, τήν σημερινήν κατάστασιν, ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τήν πολιτικήν τῶν ἀλληλοδιαδόχων Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συγχαρῶ τὸν ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν, διὰ τήν ἀνδρικότητα, τήν ὁποίαν ἔδειξε καὶ δεικνύει ἡ προθυμία του τοῦ νὰ ἐπιρριφθῇ ἡ εὐθύνη τῆς καταστάσεως εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις, διότι εἶναι ἴδιον γενναίων ψυχῶν, εἶναι ἴδιον ἀνδρισμοῦ καὶ ἀνδρικοῦ χαρακτῆρος νὰ ἀνερευνᾷ τις τήν εὐθύνην τῶν ἰδίων αὐτοῦ πράξεων. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι αὐτή ἡ ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἀναλάβῃ τήν εὐθύνην ὅλων τῶν περὶ αὐτήν γινομένων καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ οὐδεμίαν εὐθύνην εἰς τὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἐναντίον παντὸς δικαιώματος, ἐναντίον πάσης ὑποχρεώσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἐννοοῦν νὰ ἄγουν καὶ νὰ φέρουν τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα; Καὶ νομίζω, ὅτι τὸ καταστάλαγμα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔπρεπεν ἀκριβῶς ἔχει νὰ κατατείνῃ, εἰς τὸ νὰ ἐκδηλωθῇ ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ φρόνημα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀναγνωρίζει, καὶ δή ἡ σημερινή Κυβέρνησις, ἀναγνωρίζει τὸ καθεστὼς τὸ δημιουργηθὲν ἐκ τῆς εἰσόδου τῶν στρατευμάτων τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀναγνωρίζει τοῦτο, ἐννοεῖ καὶ νὰ τύχῃ ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν τοῦ σεβασμοῦ τῆς πέραν τοῦ καθεστῶτος τούτου κυριαρχίας αὐτῆς καὶ ἀνεξαρτησίας. Δὲν δύνανται νὰ εἴπωσιν αἱ Δυνάμεις· Μᾶς ἔφεραν ἐδῶ πρὸς πόλεμον, ἄρα, ὀφείλετε νὰ μᾶς ἀκολουθήσητε εἰς τὸν πόλεμον. Διότι, ὄχι μόνον καθ’ ἃ ἀνέπτυξαν ἄλλοι ρήτορες, δὲν προηγήθη ἡ βούλησις τῆς Πολιτείας, ἁρμοδίως καταρτισθεῖσα, ἡ ὁποία νὰ ἐδημιούργησε τήν κατάστασιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ μεγαλείτερον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατό τις νὰ παραδεχθῇ ἐν τῇ ἐρεύνῃ τῶν σχέσεων μας πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῆς πολιτικῆς της, ἐνόμισε μὲν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μετατρέψῃ τήν πολιτικήν τῆς οὐδετερότητος τῆς Ἑλλάδος εἰς πολιτικήν δράσεως, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται, εἰ μὴ περὶ πράξεως προπαρασκευαστικῆς πρὸς δρᾶσιν, δὲν ἐγεννήθη διὰ τήν Χώραν οὐδεμία ὑποχρέωσις δράσεως καὶ ἑπομένως πᾶσα διάδοχος Κυβέρνησις, ἐρχομένη νὰ ἐμμείνῃ εἰς τήν ἀρχήν τῆς οὐδετερότητος, τήν ἀρχῆθεν κηρυχθεῖσαν Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐμμένει εἰς τήν ἀρχήν τῆς οὐδετερότητος, δὲν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ ἐκ τῶν προπαρασκευαστικῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ἀγάγωσιν εἰς ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Βουλή πρέπει νὰ ἐνισχύσῃ τήν Κυβέρνησιν καὶ ἐν ταῖς ἐνεργείαις αὐτῆς ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, ὑπὸ τήν ἔποψιν ταύτην, ὅτι ὑπάρχει μέτρον συμφέροντος τῶν Κυβερνήσεων τούτων, διὰ νὰ κάμωσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, μέτρον συμφέροντος σεβαστόν, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προστατεύσῃ τήν ἰδίαν αὐτῆς κυριαρχίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν καὶ νὰ μή ἀφήνεται νὰ ἄγηται καὶ φέρηται ὑπ’ αὐτῶν εἰς πολιτικήν, τήν ὁποίαν ἀποκρούει τὸ φρόνημα τῆς Χώρας. Ἤθελον νὰ μὴ κουράσω ἐπὶ πλέον τήν Βουλήν, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φέρω τόν λόγον ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου σημείου τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, ἐννοῶ τὰς ὑγιεινολογικὰς συνταγάς, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸς τήν Κυβέρνησιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν, ὅτι, ἐνῷ τὰ 9)10 τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι σύμφωνα πρὸς τήν πολιτικήν, τήν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, ἐν τούτοις ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκεται εἰς ὁμαλότητα σχέσεων, τρόπον τινά, εἰς ἀνταπόκρισιν σχέσεων, πρὸς τήν κοινήν γνώμην. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής ἐπίσης μετὰ δυσφορίας τινός, μετὰ λύπης, ἐξέφρασε τήν ἀπορίαν του, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογάς τῆς 31ης Μαΐου, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐδικαίωσε τὸν ἀρχηγόν τῶν Φιλελευθέρων. Κύριοι, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν νὰ πραγματευθῶ διὰ μακρῶν, ἀλλ’ ἡ περίστασις δὲν εἶναι κατάλληλος, διότι θὰ ἐχρειάζετο νὰ ἀναπτύξω, ὅτι τῆς τοιαύτης ψυχολογικῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἄγει μερίδα αὐτοῦ πρὸς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, τῆς καταστάσεως ταύτης πολλοὶ εἶναι οἱ ὑπαίτιοι, τῆς καταστάσεως ταύτης ὑπάρχουσιν ἴσως ὑπαίτιοι καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ὅταν τὰ πάντα συνέπραξαν, ὥστε ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἀνέλθῃ μέχρις ἑβδόμου οὐρανοῦ ἐν τῇ ἀντιλήψει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ τῆς ἀξίας του, τοῦ προορισμοῦ του, περὶ τῆς θείας, τρόπον τινά, ἀποστολῆς του, ὅταν τοιαῦτα ὑπάρχουσι προηγούμενα καὶ ὅταν εἰς τὰ προηγούμενα αὐτὰ ὑπάρχουσι πολλοὶ μεταξὺ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι συνέπραξαν, δὲν πρέπει νὰ ἀδικῶμεν τὸν Ἑλληνικόν λαόν, ὅτι δυσκόλως μέχρις αὐτοῦ ἠδυνήθη ἀκόμη νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τήν ἰδέαν τῆς πίστεως καὶ εὐλαβείας πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ εἶπον, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ θίξωμεν τοιαῦτα ζητήματα. Ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Ροῦπελ ἐνώπιον τῶν μεγάλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται ἐνώπιον τῆς Χώρας, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει πλέον νὰ ἀπασχολῇ τήν Βουλήν. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι αἱ περιστάσεις ἐπέβαλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλοὶ ρήτορες εἶπον, ὅτι πάντες, οὐ μόνον ἡ Βουλή, οὐ μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παντοιοτρόπως διαφωτιζόμενος, εἰ δυνατόν, ἀλλὰ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον πρέπει νὰ συγκεντρωθῇ περὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἴτε θελήσῃ νὰ μείνῃ εἰς τὴν οὐδετερότητα, εἴτε θελήσῃ νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος, θέλει νὰ τὸ πράξῃ ἀπὸ ἕνα ἀπαραβίαστον ὅρον, ὅρον ζωῆς, ὅρον ὑπάρξεως διὰ πᾶν Ἔθνος καὶ διὰ πᾶσαν Πολιτείαν, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ εἶναι κυρία ἡ Χώρα τῶν ἰδίων της ἀποφάσεων. (Χειροκροτήματα).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κυρίτσης ἔχει τὸν λόγον.
§36Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἐπειδή, Κύριοι, ὁ λόγος καὶ ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον, τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ ἕτεροι Συνάδελφοι ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, κατόπιν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν, διαρκούσης τῆς συζητήσεως, φρονῶ, ὅτι, ὡς πρὸς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλήν, ἐπιφυλαττόμενοι νὰ λάβωμεν τὸν λόγον καὶ νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλήν καὶ τὴν Κυβέρνησιν βραδύτερον, ὅταν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψωσι. Δηλῶ, ὅτι δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσέντζος ἔχει τὸν λόγον.
§38Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Καὶ ὁ κ. Τσέντζος δὲν θὰ λάβῃ τὸν λόγον, καθὼς καὶ ὁ κ. Σπυρομήλιος, καθὼς καὶ ὁ κ. Γιόσκας καὶ ἄλλοι.
§39Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις αὐτή.
§40Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπουσιάζοντος.
§41Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐξῆλθε διὰ λόγους ἐπειγούσης ὑποθέσεως.
§42Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναγγελία τόσον σοβαροῦ γεγονότος κατέχει ταραχῇ τὴν ψυχὴν ὅλων τῶν Βουλευτῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ περαιτέρω συζήτησις.
§43Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ταραχῆς.
§44Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι Συνάδελφοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἐθίγοντο δύο καὶ μόνον ζητήματα, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν δύο ζητημάτων θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὁμιλήσω καὶ διαβεβαιῶ μὲ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον, ἂν τύχω τῆς συγκαταθέσεώς της, ὅτι θὰ εἶμαι πολὺ σύντομος. Παρακαλῶ, ὅμως, τὴν Βουλὴν νὰ ἡσυχάσῃ, διότι ὑποφέρω ὀλίγον καὶ δὲν δύναμαι νὰ φωνάζω, διότι μὲ πειράζει. Δέκα λεπτὰ ἐπιείκεια. Ἐξητάσθη διὰ μακρῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ ρητόρων ἐγνωσμένης ἀξίας, παρά τινων Βουλευτῶν, ἀνδρῶν δεδοκιμασμένων, τὸ ζήτημα τοῦ Ροῦπελ. Ἐγώ στρατιωτικὸς δὲν εἶμαι. Ἀλλ’ ἐδόθη τόση σημασία εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἥτις σχετιζομένη μὲ τὰ προηγηθέντα ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς οὐδετερότητος, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀποτελεῖ ζήτημα μικρᾶς πολιτικῆς σημασίας. Ὑποθέτω ὅμως καὶ ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως, τὸ Ροῦπελ δὲν θὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουσι τινὲς εἰς αὐτό, διότι ἄλλως πρῶτος ὁ στρατηγὸς Σαράϊγ θὰ κατελάμβανεν αὐτό, ἐκτὸς ἐὰν τὸ ἐθεώρη ἀνάξιον τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν τοῦ ἐνεπιστεύθη τὸ Ἔθνος τοῦτο. Ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ φρουρίου θὰ εἰσήρχοντο οἱ Βούλγαροι, Γερμανοί, Αὐστριακοὶ καὶ Τοῦρκοι, καὶ δὲν τὸ κατέλαβεν, αὐτὸς εἶναι ὑπαίτιος ἀπέναντι τῆς Χώρας του καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ζητῇ ἀπὸ ἄλλους εὐθύνας. Αὐτὸ δὲν τολμῶ νὰ τὸ ὑποστηρίξω. Δὲν εἶμαι στρατιωτικός, διότι ὑπηρέτησα εἰς τὸν στρατόν, ἀλλ’ ἀπελύθη μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ δεκανέως τῷ 1876, ὥστε ἔχω ὀλίγας στρατιωτικὰς γνώσεις, φρονῶ δέ, ὅτι, ἐὰν τὸ φρούριον αὐτὸ εἶναι τόσης σημασίας, ὤφειλεν ὁ στρατηγὸς Σαράϊγ νὰ τὸ καταλάβῃ· ἀλλὰ τὸ περιεφρόνησε καὶ δὲν τοῦ ἔδωκε σημασίαν Πῶς, λοιπόν, σήμερον ἀποδίδεται τόση σημασία εἰς αὐτὸ τὸ φρούριον καὶ ὑφιστάμεθα τὰς ποινὰς ἀπὸ τὸν στρατηγόν, ὁ ὁποῖος, ἐὰν τὸ κατελάμβανε πρῶτος, δὲν θὰ ἐξήρχετο κανεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ τοῦ εἴπῃ: «Ἄ, κ. Σαράϊγ, φθάνει ἕως ἐκεῖ καὶ μὴ παρέκει!» καὶ ποῖος τοὺς ἠμπόδισε νὰ καταλάβουν τήν Μυτιλήνην, καὶ ποῖος τοὺς ἠμπόδισε νὰ πάρουν ἀπὸ τὰς φυλακὰς τῆς Μυτιλήνης προδότας Ἕλληνας πολίτας; Ποῖος τοὺς ἠμπόδισε νὰ παραλάβουν τὸν Μουφτῆν, τὸν δυστυχισμένον, γέροντα ἑκατὸ χρονῶν, ἀπὸ τήν Μυτιλήνην καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν εἰς στρατόπεδον συγκεντρώσεως αἰχμαλώτων, ὥστε οὗτος νὰ μὴ δύναται νὰ προσευχηθῇ, καὶ γνωρίζετε, ὅτι ὁ Μουφτῆς, μὴ προσευχόμενος πέντε φορὰς τήν ἡμέραν, ἁμαρτάνει, καὶ αὐτή ἡ ἁμαρτία τοῦ Μουφτῆ, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δὲν συντελῇ εἰς αὐτήν τήν κατάστασιν! (Γέλωτες). Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Καὶ αὐτά, ὅσον ἀφορᾷ τήν σημασίαν τοῦ φρουρίου. Τώρα, κατὰ πόσον ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἀντιταχθῶμεν εἰς τήν ἄλλην ὁμάδα, μὲ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπειράθη τις νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα, ἐγὼ εἶμαι τῆς πραγματικῆς σχολῆς, Κύριοι, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν καμμίαν ἄλλην δύναμιν, παρὰ τὸ ξῖφος, μόνον ἔτσι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀντιστῶμεν εἰς τήν ὁμάδα ἐκείνην, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον ἔδειξεν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι προΐσταται ὀργανώσεως, πρὸ τῆς ὁποίας, ἐγώ, τοὐλάχιστον, ἰλιγγιῶ, δὲν ἠξεύρω πῶς σκέπτονται οἱ ἄλλοι. Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐδετερότητος. Δὲν ἐγένετο χρῆσις καλὴ τῆς οὐδετερότητος! Ἡ Κυβέρνησις δὲν διεχειρίσθη αὐτήν καλῶς. Καὶ ἂν διεχειρίζετο καλῶς, τί θὰ ἐγίνετο; Θὰ ἀπελαμβάνομεν τῶν τοιούτων ἢ τοιούτων πλεονεκτημάτων; Ναί, ἐὰν σοῦ τὰ ἔδιδεν ὁ ἄλλος, ὁ ἰσχυρὸς· ἀλλ’ ὁ ἄλλος ἔρχεται καὶ σοῦ λέγει: «ἔτσι θέλω, ἔτσι κάμνω». Μήπως, ἆρά γε, ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, μὴ παραφρονήσασαν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἢ δὲν ἤθελε νὰ ἐργασθῇ εἰς μίαν τοιαύτην τρικυμιώδη κατάστασιν διὰ νὰ σώσῃ τὸ σκάφος τῆς φυλῆς της; Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ φαντασθῶ, ὅτι εἴτε ἐντὸς, εἴτε ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ μεταξὺ ἀκόμη τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται, — καὶ ἐν πολλοῖς δικαίως — διὰ πολλὰ ἄλλα ἐγκλήματα, θὰ εὑρίσκοντο ἄνθρωποι, οἵτινες εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν θὰ προσεπάθουν νὰ κάμουν τὸ πᾶν, κατόπιν τῶν σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα ἔκαμαν, εἴτε, ἵνα ἐξαλείψωσιν ἐκεῖνα, εἴτε ἵνα μὴ πράξωσιν ἄλλα. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγείρεται μία συζήτησις μεταξὺ πολιτευτῶν κυβερνώντων ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πολιτευτῶν κυβερνώντων ἔσω τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὅσοι ἀντιπαρερχόμεθα ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ συγκρίνωμεν τήν πολιτικήν τήν μίαν πρὸς τήν πολιτικήν τήν ἄλλην. Ποία εἶναι ἡ ἄλλη πολιτική εἶναι γνωστόν. Ἐὰν ἐξερχώμεθα τῆς οὐδετερότητος, εἶναι γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ μέγας Ἄγγλος, τὸν ὁποῖον εἶχον τήν τιμήν νὰ γνωρίσω, ὁ εὑρὼν οἰκτρὸν θάνατον, δὲν ἠξεύρω, ἴσως ἐκ τῆς μοίρας ἢ ἐκ τῶν ἀνοησιῶν, ἢ ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως τῶν προφυλακτικῶν μέτρων, ὁ μέγας Κίτσενερ, εἶπεν: «Κύριοι, δὲν πολιτευόμεθα καλῶς. Τὸ Βαλκανικὸν μέτωπον ὑπῆρξε τὸ στίγμα τῆς Εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας!».
§45Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡ ἀδυναμία τῆς Εὐρώπης.
§46Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λάθος.
§47Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ κυβερνητῶν Κρατῶν, μεταξὺ λάθους καὶ στίγματος δὲν ὑπάρχει διαφορά. Ἐρχόμεθα ὅμως καὶ φορτωνόμεθα τὸν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου κυβερνῶντα, καὶ τοῦ δίδομεν σημασίαν, οἵαν καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἀνεγνώριζεν εἰς ἑαυτόν. Καὶ ἴσως, ἴσως, αὐτήν τὴν ὥραν καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ὥραν εὑρισκόμενος ἐν τῷ δωματίῳ του, θὰ καγχάζῃ μὲ τὸ μέγα ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον δεικνύομεν περὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔχει ἄδικον, διότι, ἂν πρέπει νὰ κακισθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις, διάδοχος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τῶν Φιλελευθέρων, πρέπει νὰ κακισθῇ διὰ τὴν ἀτολμίαν της πρὸς τὰ ἐγκλήματα, τὰ διαπραχθέντα ἀπὸ μέρους τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Καὶ ἐνῷ ὑπάρχει τρόπος, ἐνῷ πρὸ ἡμῶν τὸ Σύνταγμα, καὶ δεικνύει τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου καλοῦνται εἰς ἀπολογίαν οἱ Ὑπουργοί, οἱ ἐγκληματοῦντες κατὰ τῶν κοινῶν συμφερόντων, ἡμεῖς ἐρχόμεθα ἐδῶ καὶ ἄλλοι ἐξ ἡμῶν ζητοῦν Εἰσαγγελέα, ἄλλοι Εἰρηνοδίκην, διὰ νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπεύθυνον τοῦ «Κήρυκος». Καὶ διατί, Κύριοι, ἔχετε τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν; Ἔχετε τὸ ἄλλο ἄρθρον, ὅτι, ὅστις ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς εἰσαγάγῃ ξένον στρατὸν καὶ ἐπιτρέψῃ τὴν διάβασιν ξένου στρατοῦ, τιμωρεῖται, κρεμᾶται, δὲν ἠξεύρω τί λέγει τὸ ἄρθρον. Ὅταν ἔχετε τοιοῦτον νόμον, ὅταν ἔχετε τοιοῦτον Σύνταγμα, ἔρχεσθε κάθε φορὰν ἐδῶ καὶ φωνάζεται· «Ὁ Πρόεδρος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ τέτοις. ὁ ἄλλος...». Δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν λέγουν συνήθως οἱ Φραγκολεβαντῖνοι τῆς Σμύρνης, δὲν εἶναι δὲ καὶ σύμφωνον πρὸς τὸν χαρακτῆρα ἀνδρῶν, ἀποτελούντων μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ὁμιλῶσι κατὰ ἀνθρώπου ἀνευθύνου καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς...
§48Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀνεύθυνος δὲν εἶναι.
§49Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι παρὼν ἐδῶ, ὅπως κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§50Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι Βουλευτής.
§51Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Συμπολίτης μου, μάλιστα. Θέλετε τὰς εὐθύνας ἀπὸ τὸν πρώην Ὑπουργόν; Ἔχομεν τὸν χάρτην τοῦ Συντάγματος, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὰς ποινὰς τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκδικάσεως. Ὥστε θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ παράκλησίς μου θὰ εὕρῃ ἠχὼ εἰς τὰ στήθη ἀνδρῶν ἀποτελούντων πρωτοφανὲς Κοινοβούλιον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀξιοπρεπείας, —ἂς τὸ ὀνομάζουσιν ἔξω, παρασυναγωγήν— Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπεμακρύνθη τὸ παράπαν ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τὸν αὐστηρόν καὶ τῆς ἐλαχίστης πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τὴν ὁμοιογένειαν του. Ὑπὸ τοιούτων ἀνδρῶν συγκροτηθὲν τὸ Κοινοβούλιον, φρονῶ, ὅτι δύναται νὰ μή ἐπιτρέψῃ πλέον ὕβρεις, οὔτε ἔλεγχον κατὰ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ ὑπάρχει νόμος περὶ τῆς ἄνευ ἀδείας μὴ διαβάσεως ξένων στρατευμάτων, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰδικὸν σχετικῶς ἄρθρον, φρονῶ δέ, ὅτι ὅλα αὐτὰ δύναται ἡ Βουλή, ἐὰν ἔχῃ τὸ θάρρος, νὰ τὰ ἐφαρμόσῃ· ἐὰν δὲ δὲν ἔχῃ τὸ θάρρος, νὰ σιωπᾷ. Καὶ ἐὰν δὲν εὑρίσκεται ἄλλος νὰ τὸ κάμῃ αὐτό, ποὺ δὲν τὸ πιστεύω, μεταξὺ τόσων ἀνθρώπων, τόσων ἀνδρῶν, τοῦ χαρακτῆρος τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ Κοινοβούλιον, εἶμαι ἐγὼ ἕτοιμος νὰ ὑποβάλω σχετικὴν πρότασιν, ἵνα παύσῃ αὐτή ἡ ἀσχημία εἰς τήν Βουλήν, καθ’ ἑκάστην νὰ ἀσχολούμεθα περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου. Τὸ δικαστήριον θὰ κρίνῃ περὶ αὐτοῦ, θὰ ὑποβάλω δὲ τὴν πρότασιν αὐτήν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κ. Βενιζέλου...
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αὐτά, διότι ὑπάρχουν ὄπισθέν του ἑκατομμύρια λογχῶν.
§53Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἡ Ἑλλὰς ἀντιμετώπισε μεγαλειτέρους κινδύνους, μὲ τὸ θάρρος καὶ τὸ αἷμα τῆς φυλῆς. Καὶ ἴσως, ἴσως, διότι αὐτή ἡ ὑπόνοια, ὅτι ὑπάρχουσι τουφέκια ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ κόμματος, συνεκράτησεν ὅλους ἡμᾶς ἐν δειλίᾳ, διότι, ἐάν ἀπ’ ἀρχῆς ἐν τῷ ζητήματι αὐτῷ ὁμονοοῦντες ἐδεικνύομεν τοὺς ὀδόντας μας πρὸς πάντας τοὺς ἐπύλιδας ἢ κεκλημένους, σήμερον δὲν θὰ εἴχομεν νὰ τρέχωμεν εἰς τοὺς ὀδοντοϊατροὺς νὰ τοὺς ἀντικαταστήσωμεν, διὰ νὰ τοὺς δείξωμεν· τώρα εἶναι ἀργά. (Γέλωτες). Ἐπανέρχομαι, ποιούμενος λόγον περὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος ἔθιξε μεταξὺ ἄλλων, ἐν τῷ ζητήματι τῆς διαχειρίσεως τῆς οὐδετερότητος, σχετικὰ πρὸς τοὺς πρόσφυγας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ πονῶ, ὄχι περισσότερον ἀπὸ αὐτόν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ἑνιαῖον τῆς φυλῆς, ὅτι τὸ αἷμα μᾶς συνδέει μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ πρὸ παντός, ἔχομεν καθῆκον νὰ φροντίζωμεν περὶ αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὁμιλῶν χθὲς, ἀνέφερεν, ὅτι καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων ὤφειλε νὰ φθάσῃ ἡ Κυβέρνησις πλησίον τῆς Γερμανίας καὶ νὰ ζητήσῃ αὐτή ἀπὸ τὴν Τουρκίαν καλλιτέρευσιν τῆς θέσεως τῶν ὁμογενῶν καὶ νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν ἄκρων. Αὐτὸς εἶναι εἷς τρόπος τοῦ λέγειν, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐξήγησε τὰ ἄκρα· ἐσταμάτησεν ἐκεῖ. Τὰ ἄκρα εἶναι πόλεμος. Ἐγώ αὐτά τὰ ἄκρα γνωρίζω. Καὶ ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, οὗτινος αἱ γνῶμαι εἶναι πάντοτε σεβασταὶ ὅταν συμφωνῶσι πρὸς τὰ πράγματα, μᾶς ἐπανέλαβεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἄκρα, ἵνα ἐπαναφέρωμεν τοὺς πρόσφυγας. Ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα εἰργάσθη, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, ὅλοι ἀπὸ τοῦ βήματος ἀποτίομεν ἐπικρίσεις· δὲν εἶδον ὅμως κανένα νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα, τί δέον γενέσθαι, καὶ τοῦτο μοὶ ἐνθυμίζει ἕνα συνάδελφον δικηγόρον, ὅστις εἶχε περιπλακῆ μὲ δύο τρία σφάλματα οἰκογενειακὰ πρὸς γυναῖκας, ἔκαμε πολλὰ τέκνα οὕτω, καὶ μίαν ἡμέραν τὸν εὗρον καθ’ ὁδόν, ὅτε ἦτο εἰς τὰ τέλη τοῦ βίου του — τύπος ἄκακος Μωραΐτου — μοὶ εἶπεν: «ὅλοι λέγουν «κακὰ ἔκαμεν ὁ Σπῦρος καὶ ἔμπλεξε», τώρα δὲν μοὶ λέγουν τί νὰ κάμω διὰ νὰ ξεμπλέξω;». Παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλοὶ ἄνδρες κύρους, οἵτινες, ἐκτὸς τοῦ κομβολογίου τῶν ἐπικρίσεων, οὐδόλως ἐπλησίασαν εἰς τὰ θεραπευτικὰ μέτρα· μόνον ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἔθιξε τὸ ζήτημα, συνιστῶν εἰς τήν Κυβέρνησιν νὰ ἀντλήσῃ τὸ θάρρος ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ της. Ἀλλ’ ἀνεμένομεν ὅλοι νὰ μᾶς εἴπῃ τίνι τρόπῳ αἱ δυνάμεις ἀντλοῦνται ἀπὸ μέσα καὶ βγαίνουν ἔξω. Θὰ τὰς χρησιμοποιήσωμεν ὅλοι καὶ ἐγώ, καὶ πολλοὶ ἄλλοι. (Γέλωτες). Φρονῶ, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κατηραμένου φρουρίου Ροῦπελ, κατηραμένου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐξαντλήσεως πολυτίμου χρόνου τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἴδῃ πῶς θὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς κινδύνους, οἵτινες μᾶς ἀπειλοῦν καθημερινῶς. Ἐξαντλοῦμεν ἡμεῖς ἐπὶ δύο ἡμέρας τήν Βουλήν. Ἐγώ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον τόν λόγον, ἐὰν δὲν ἦτο τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων. Τούτου γενομένου, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ κόμματος ἐκείνου καὶ νὰ σκεφθῶμεν ὅλοι, πῶς θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησεν ἡ πολιτική τοῦ κόμματος ἐκείνου, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθασεν ὁ Φουὰτ Πασᾶς. Ὅτε ὁ Σουλτάνος Φουὰτ Πασσᾶς ἐπεσκέφθη τήν Γαλλίαν, παρέλαβον τοῦτον οἱ αὐλικοὶ καὶ ἐφιλοξενήθη παρὰ τοῦ Ναπολέοντος Γʹ. Ἡ Αὐτοκράτειρα Εὐγενία, μετὰ τὸ δεῖπνον, πλησιάσασα τὸν Φουὰτ Πασσᾶ τοῦ εἶπε· «Δὲν μοῦ λέγετε, ἐξοχώτατε — ἐγνώριζε δὲ ὅτι ἦτο ὁ πνευματωδέστερος Τοῦρκος — ποῖον Κράτος ἀπὸ ὅλα εἶναι τὸ ἰσχυρότερον;». Ὁ Φουὰτ ἀπεκρίθη· «τὸ ἰδικόν μας, Μεγαλειοτάτη». Ἡ Εὐγενεία, μὴ θέλουσα νὰ προσβάλῃ τὸν προσκεκλημένον, τὸν ἠρώτησε· «δύνασθε νὰ μᾶς ἐξηγήσητε καὶ τοὺς λόγους;». «Δὲν μὲ κωλύει τίποτα, ἀπήντησεν ὁ Φουάτ, Μεγαλειοτάτη. Τὸ Κράτος αὐτό, ἀφ’ ὅτου ἐδημιουργήθη, ἡμεῖς ἀπὸ μέσα καὶ σεῖς ἀπ’ ἔξω τρωγώμεθα, πῶς νὰ τὸ φᾶμε, καὶ ἐν τούτοις διατηρεῖται». Λοιπόν, τώρα, ἡμεῖς ἀπὸ μέσα καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀπ’ ἔξω παρουσιάζαμεν τὴν εἰκόνα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τήν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Φουάτ. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ἐκ τῶν ἰδεολόγων, ἀλλ’ ἔθνος καὶ φυλή, ἡ ὁποία μετὰ 600 χρόνια ἀνέκτησε τὴν ἐλευθερίαν της, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλυθῇ ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀπὸ τήν Δύσιν, διὰ νὰ ἐγκαθιδρύσωσι τὸ δίκαιον τῶν μικρῶν καὶ νὰ μεταλαμπαδεύσωσι τὰς δᾶδας τοῦ πολιτισμοῦ, τὸν ὁποῖον παρέλαβον παρ’ ἡμῶν. Ἐὰν οἱ Γάλλοι ἀπόγονοι τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἔρχονται νὰ ἀποδώσωσι πικρίαν καὶ χόλον πρὸς τὴν μητέρα Ἑλλάδα...
§54ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὅλοι οἱ Γάλλοι.
§55Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Τότε, ἐὰν αἱ πράξεις τοῦ Σαράϊγ εἶναι μονομερεῖς, δὲν λυποῦμαι, διότι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Γεωρ. Κλεμανσώ, καὶ τοῦ Γαμβέτα, δὲν θὰ συμμερισθῶσι τὰς πράξεις ἐκείνου.
§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ περιστάσεις, ἅς διερχόμεθα εἶναι σπουδαιόταται, αἱ δὲ συζητήσεις, αἱ ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν διεξαγόμεναι, ἦλθον, ἵνα ἐνισχύσωσι τήν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται περὶ κρισιμωτάτων στιγμῶν τῆς Πατρίδος. Ἠκούσαμεν δέ, ὁμολογουμένως, ἄνδρας ἀνελθόντας τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, οἵτινες καὶ κῦρος ἔχουσι καὶ εὐγλωττίαν οὐχὶ τήν συνήθη, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις αἵτινες ἔλαβον χώραν πρό τινων ὡρῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀτυχῶς ἀπουσιάζει τήν στιγμήν ταύτην...
§57Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἐντὸς τοῦ δωματίου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπησχολημένος εἰς σοβαρωτάτην ὑπόθεσιν.
§58Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχει καλῶς. Αἱ ἐν γένει συζητήσεις, αἵτινες σήμερον ἐγένοντο, καὶ τὸ προκεχωρικὸς τῆς ὥρας, καὶ ἡ ἐπιβαλλομένη, νομίζω, ἀνάγκη νὰ ἀκουσθῶσι πάντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ αὐτοὶ τυχὸν ἀκόμη, οἱ μή δεξιῶς χειριζόμενοι τόν λόγον, ἐπιβάλλουσι, νομίζω, πάντα ταῦτα, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ ἡ συζήτησις αὕτη δι’ αὔριον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι διατεθειμένη νὰ συγκατατεθῇ εἰς τήν γνώμην ταύτην, ἐλπίζω, ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ προσφέρω καὶ ἐγὼ τὰς ἀσθενεῖς μου γνώμας ἐν τῷ προκειμένῳ ζητήματι. Ἐάν ὅμως ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι δέον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ δὲν θέλω δυνηθῇ νὰ λάβω τόν λόγον.
§59Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ δεχθῇ τήν γνώμην τοῦ κ. Συναδέλφου, ἐπειδή ὅμως εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι καί, ἐὰν διακοπῇ ἡ συζήτησις ἀπόψε, δὲν θὰ περαιωθῇ αὕτη οὔτε αὔριον, παρακαλῶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ὅσοι τῶν κ. Συναδέλφων εὐαρεστοῦνται νὰ ὁμιλήσωσιν ἀπόψε, ἵνα μείνωσιν, ὅσον τὸ δυνατόν, ὀλιγώτεροι. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν περιστάσεων τὰς ὁποίας διερχόμεθα, νὰ παρατείνωμεν πλέον συζήτησιν, περὶ τῆς ὁποίας, λαβούσης τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβε, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ τερματισθῇ, ὅσον τὸ δυνατόν ταχύτερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τοὺς μέλλοντας νὰ ἀγορεύσωσιν, ἵνα ἐντὸς τῆς ἑσπέρας ταύτης προβῶσιν εἰς τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν, ὅταν δὲ διετυπώθη παράκλησις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ἀπὸ τὸν ἕτερον ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν Ἀττικοβοιωτίας, ἵνα αὔριον ἀναπτύξωσι τὰς γνώμας αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀπόψε τερματισθῇ ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω τήν παράκλησιν, πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σήμερον δὲν ἔχουσι δυσκολίαν νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἵνα προβῶσι σήμερον εἰς τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν, διότι ἄλλως θὰ περιέλθωμεν εἰς τὸν κίνδυνον νὰ μὴ τερματισθῇ ἡ συζήτησις οὐδ’ αὔριον.
§60Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἄν ἡ Κυβέρνησις ζητήσῃ τήν περάτωσιν τῆς συζητήσεως ἀπόψε, ἡ Βουλὴ θ’ ἀποδεχθῇ τήν πρότασίν της.
§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§62Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ κατ’ ἐμέ, αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μᾶς πτοήσωσιν, αἱ περιστάσεις μάλιστα δι’ ἡμᾶς τοὺς Κρήτας πολιτευομένους εἶναι τόσον συνήθεις, ὥστε δὲν μᾶς κάμνουσιν ἐντύπωσιν. (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἡμεῖς εἴχομεν ἐννέα μῆνας ἀποκλεισμὸν καὶ οὐδεὶς Κρὴς ἀπέθανεν ἀπὸ τήν πεῖναν. (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἄς μάθωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰσηγοῦνται τοιαῦτα μέτρα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ ὑποκύψῃ ὑπὸ οὐδεμίαν πίεσιν. (Ἐπιδοκιμασίαι). Εἰς ἐποχὴν μάλιστα, κατὰ τήν ὁποίαν πλησιάζει ἡ συγκομιδή ὅλων τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ μὲ ὅλας τὰς στερήσεις, αἱ ὁποῖαι τοῦ προετοιμάζονται καὶ θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τήν πολιτικήν, τήν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν. Ὀφείλουσι δὲ νὰ μάθωσι πάντες, ὅτι δὲν θὰ ἐξέλθωμεν τῆς οὐδετερότητος, εἰ μή μόνον, ὅταν τὸ συμφέρον τὸ Ἑλληνικόν, τὸ καθαρῶς Ἑλληνικόν, τὸ ἐπιβάλλει. (Χειροκροτήματα).
§63Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα, ἵνα ἀπευθύνῃ πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς συστάσεις, ὅπως μὴ ἐκφέρωσι τήν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤρξατο συζήτησις· ἀλλὰ καὶ ἄν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιβάλῃ, ἵνα οἱ Κύριοι Βουλευταὶ μὴ ἐκτελέσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζουσι καθῆκον αὐτῶν. Ὥστε, μεθ’ ὅλας τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα, ἵνα ἡ συζήτησις περατωθῇ αὔριον, δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ συστήσω εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, νὰ μὴ προχωρήσωσι σήμερον εἰς τὰς ἀγορεύσεις των.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φούμης ἔχει τὸν λόγον.
§65Κ. ΦΟΥΜΗΣ. Οὐδεὶς, Κύριοι, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι ἐκ τῶν κρισιμωτάτων, ἀλλ’ ἀπορίας ἄξιον θὰ ἦτο, ἐάν, τῇ κοσμογονίᾳ τῇ πολιτικῇ, τήν ὁποίαν διατρέχει, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἡ Οἰκουμένη, περισσότερον δὲ ἐκ ταύτης ἡ Εὐρώπη, θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εὑρισκόμενον ὑπὸ τὰς γεωγραφικὰς καὶ λοιπὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται, νὰ δυνηθῇ νὰ διαφύγῃ τὰς κρισίμους περιστάσεις, τὰς ὁποίας ὑφίσταται. Τοὐναντίον, ἡ κατάστασις, τήν ὁποίαν διατρέχομεν, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἡ φυσική, οὕτως εἰπεῖν, κατάστασις, καὶ ἑπομένως οὐδόλως πρέπει νὰ ἀποθαρρύνῃ ἡμᾶς τὸ τοιοῦτον. Ἔχω τήν πεποίθησιν, ὅτι, ὡς μέχρι τοῦδε, τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ὑπὸ πᾶσαν δοκιμασίαν, ἐξῆλθεν ἰσχυρότερον καὶ ἠδυνήθη νὰ ἐπιτελέσῃ τήν μεγάλην αὑτοῦ ἀποστολήν, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, ἑκάστοτε οὕτω καὶ ἐκ τῆς παρούσης δοκιμασίας θὰ ἐξέλθῃ ἰσχυρότερον καὶ εἰς θέσιν νὰ προβῇ περαιτέρω εἰς τήν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἱστορικοῦ προορισμοῦ του. Ὑπάρχουσιν ἤδη ἐνδείξεις, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ μεγάλῃ καὶ φοβερᾷ καμίνῳ, τήν ὁποίαν ἀποκαλοῦμεν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ, οἱονεὶ ὡς μέταλλα, τήκονται τὰ πλεῖονα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, ἅτινα ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πρωτοφανῆ τρομερᾶς θυσίας ἑκατομμυρίων ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων καὶ ἀνθρωπίνων ἀγαθῶν ἀνυπολογίστων, πρόκειται νὰ ἀποτελεσθῇ νέον τι μῖγμα καὶ νὰ ἐκκαμινευθῇ μία νέα τῆς Εὐρώπης κατάστασις. Ἀπὸ τοῦδε ἤρξαντο νὰ διαγράφωνται ἀτελεῖς εἰσέτι, ἀλλ’ ἔντονοι πλέον γραμμαί, διαιροῦσαι τήν Εὐρώπην εἰς δύο μεγάλα ἀντιμέτωπα συγκροτήματα μὲ ἑνιαίαν πολιτικήν, στρατιωτικήν καὶ οἰκονομικήν κατεύθυνσιν. Τί θὰ προκύψῃ ἐκ τούτου; Ἴσως μία Εὐρωπαϊκὴ Συμπολιτεία, ἴσως ὑπαγωγὴ μέρους τῶν Εὐρωπαϊκῶν λαῶν ὑπὸ δουλείαν καὶ τήν δεσποτείαν ἄλλων. Τὸ τὶ θὰ συμβῇ, δὲν τὸ γνωρίζει οὐδείς. Ἕν εἶναι τὸ μόνον βέβαιον, ὅτι ἡ ὕπαρξις μεγάλων καὶ μικρῶν Κρατῶν διακυβεύεται. Ἐν τῷ μέσῳ τῆς κοσμογονίας ταύτης ἡ μικρὰ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἀκόμη περισσότερον εἰς κρίσιμον θέσιν, ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς αὐτῆς θέσεως, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἰδιαζουσῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς διατελεῖ, ἀπέναντι ἑκατέρας τῶν ἐμπολέμων μερίδων. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς γειτνιάζει ἐμμέσως πρότερον, ἀμέσως, ἤδη μετὰ τήν συντριβήν τῆς Σερβίας, μὲ τὰς μεγάλας Αὐτοκρατορίας, τὰς καλουμένας τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης, ἀφ’ ἑτέρου ὑφίσταται τήν ἄμεσον ἐπιρροήν τοῦ ἑτέρου συγκροτήματος, τῶν Δυνάμεων, τὸ ὁποῖον καλεῖται Ἀντάντ, διὰ τῆς θαλάσσης. Ἡ πεῖρα δεικνύει, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν Κρατῶν ρυθμίζεται ἀπὸ τήν γεωγραφικήν αὐτῶν θέσιν, μὲ τήν ἀναπόφευκτον δύναμιν φυσικοῦ νόμου, ἀκολουθούντων τῶν Κρατῶν τοὺς φυσικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἀκολουθοῦσι καὶ τὰ ἀνθρώπινα σώματα. Τὸ ἰσχυρότερον ἑλκύει τὸ ἀσθενέστερον, τὸ ἓν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ ἄλλου. Διὰ τοῦτο εἴδομεν, ὅτι τήν Βουλγαρίαν τὴν προσήλκυσε τὸ γειτνιάζον αὐτῇ ἰσχυρότερον σῶμα τῆς μεσευρωπαϊκῆς Εὐρώπης. Διὰ τοῦτο εἴδομεν αὐτὴν ἀπορρίπτουσαν τὰς ἐπὶ χρυσοῦ δίσκου προσφορὰς τῆς Ἀντάντ, τὰς ὁποίας τῇ ὑπισχνεῖτο καὶ ἄνευ πολέμου, προτιμῶσαν δὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας, ἔστω καὶ μόνον διὰ πολέμου, θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ καὶ ταύτας ἥσσονας κατ’ ἔκτασιν. Διατὶ τοῦτο; Διότι τὸ συμφέρον αὐτῆς τὸ πραγματικόν ἦτο νὰ ταχθῇ μὲ τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐκ τῆς γειτνιάσεως αὐτῶν, μόνα θὰ ἠδύναντο νὰ τήν προστατεύσωσι τελεσφόρως, ὅπως ἐν καιρῷ μὲν πολέμου κατακτήσῃ, ἐν καιρῷ δὲ εἰρήνης συντηρήσῃ τὰ κτηθησόμενα. Ἀλλ’ ἡ θέσις τῆς Βουλγαρίας δὲν ἦτο δυνατόν, παρὰ νὰ ἐπιδράσῃ ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἐπίδρασις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἦτο ἔμμεσος κατ’ ἀρχάς, μετὰ τήν κατάλυσιν τῆς Σερβίας, εἶναι ἄμεσος, διότι σήμερον γειτνιάζομεν ἀμέσως πρὸς τὰς Κεντρικὰς Αὐτοκρατορίας. Ἐνῷ, λοιπόν, ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν περὶ πολέμου κατ’ αὐτῶν, πρᾶγμα ἄλλως τε, ὅπερ δὲν ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν τὰ ἡμέτερα συμφέροντα, ἀφ’ ἑτέρου ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῆς Ἀντὰντ εἶναι μᾶλλον λεπτεπίλεπτος. Ἀφ’ ἑνὸς μετά τινων τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτήν Κρατῶν μᾶς συνδέουσιν ἱεροὶ δεσμοὶ εὐγνωμοσύνης, ἀφ’ ἑτέρου, ἔχουσα αὕτη τήν κυριαρχίαν τῆς θαλάσσης, εἶναι κυρία, ἐν μέρει, σήμερον τοῦ ἄρτου ἡμῶν, τῆς κινητηρίου δυνάμεως καὶ τῶν κυριωτέρων εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἐν τῷ μέσῳ, λοιπόν, μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως εὑρισκόμενον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἠκολούθησε τήν μόνην ἐνδεδειγμένην πολιτικήν, τήν πολιτικήν τῆς οὐδετερότητος. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐξέλεξε τὴν πολιτικήν ταύτην, εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ τήν ἐφαρμόσῃ; Τὰ καθ’ ἑκάστην διαδραματιζόμενα ἀποδεικνύουσιν ὁποῖαι ἐνέργειαι καταβάλλονται, ὅπως τὸ Κράτος ἐξέλθῃ τῆς ὁδοῦ, τήν ὁποίαν διεχάραξεν. Ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἠναγκάζετο νὰ ἀκολουθήσῃ ἀλλοίαν τῆς σημερινῆς πολιτικήν, ὁποία θὰ ἦτο ἡ θέσις του; Ἐὰν ἐτρέπετο τήν πρὸς βορρᾶν ἄγουσαν, θὰ ἠπειλεῖτο ἀντιθέτως διὰ τοῦ ἐκ πείνης καὶ τῶν στερήσεων ἐξαναγκασμοῦ. Ἐὰν δὲ ἠκολούθει τήν Ἀντάντ, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ἐκάμπτετο ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ἀπὸ βορρᾶ δυνάμεων. Ὅλη, λοιπόν, ἡ τέχνη συνίσταται εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος, πῶς νὰ διατηρήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος ὑπὸ τοιαύτας δυσκόλους περιστάσεις. Φρονῶ, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ μόνης τῆς ἐγκαρτερήσεως ἐν τῷ μέσῳ τῆς δοκιμασίας, εἰς ἣν ὑποβαλλόμεθα. Ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ ἐσυνήθισεν ἐκ πάσης δοκιμασίας νὰ ἐξέρχηται ἰσχυροτέρα. Ὅπως λοιπόν, ὁ σίδηρος, ἀναμιγνυόμενος μετὰ τοῦ χάλυβος, διὰ τοῦ πυρός, καθίσταται ἰσχυρότερος, οὕτω πως καὶ αἱ δοκιμασίαι, ὡς ἀπέδειξεν ἡ Ἱστορία, εἶναι μέσον ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς. Ὅπως ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος Συνάδελφος εἶπεν, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν πτοούμεθα καὶ ἀπὸ τήν πεῖναν ἀκόμη. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τήν ὁποίαν Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ ἠπειλήθησαν διὰ τῆς πείνης καὶ ἐκβιασμοὶ ἐγένοντο κατ’ αὐτῶν, ὅπως ὑποκύψωσιν εἰς τήν βίαν τοῦ ἰσχυροτέρου διὰ τῆς πείνης. Ὅτε ἡμεῖς οἱ Κρῆτες ἀπεκλείσθημεν ἐν Ἀκρωτηρίῳ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1897, καὶ οἱ ναύαρχοι, οἱ ἐνεργοῦντες τὸν ἀποκλεισμόν, ἀφοῦ παρέστησαν τὸ φάσμα τοῦ ἐκ πείνης θανάτου, μᾶς ἐπρότειναν, πρὸς ἀποφυγήν τούτου, νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ Ἀκρωτηρίου, φέροντες τὰ ὅπλα μας καὶ μετὰ τῶν τιμῶν τοῦ πολέμου, ἤρκει νὰ ἐγκαταλείπωμεν τὸ ἐκεῖ στρατόπεδον, ἀπηντήσαμεν. «Ἡμεῖς ἔχομεν τρόφιμα, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἄν δὲν ἔχωμεν τοιαῦτα, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑποστῶμεν τήν πολιορκίαν, τρεφόμενοι μόνον μὲ χόρτα».
§66Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, κ. Συνάδελφε, καὶ τὸ ἑξῆς ἀκόμη, πρὸς τιμήν τῆς Κρήτης. Ὅταν οἱ ναύαρχοι προέτειναν εἰς ἡμᾶς, ὅπως αἱ γυναῖκες ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ πολιορκουμένου μέρους, παραμείνωσι δὲ μόνον οἱ ἄνδρες ἐν αὐτῷ, τότε αἱ εὐγενεῖς Κρῆσσαι ἀπήντησαν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἐξέλθωσι καὶ ὅτι θὰ παραμείνωσιν ἐν αὐτῷ μετὰ τῶν συζύγων καὶ τῶν τέκνων των, ἵνα μετ’ αὐτῶν συναποθάνωσιν.
§67Κ. ΦΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, καὶ τῷ ὄντι παρέμειναν αἱ οἰκογένειαι καὶ οἱ ἄμαχοι πληθυσμοί. Ἵνα ἀποδείξωμεν τότε εἰς τοὺς ναυάρχους τήν, δῆθεν, ἐπάρκειαν ἡμῶν, ἀπεστείλαμεν εἰς αὐτοὺς ἀρνιά τινα καὶ ἄλλα τρόφιμα, ἅτινα συνωδεύσαμεν καὶ μὲ ἀνθοδέσμην, εἰς τὸ μέσον τῆς ὁποίας ὑπῆρχον στάχεις ἐκ σίτου καὶ κριθῆς. Τὴν συμβολικήν ἐκείνην παράστασιν ἠνόησαν οἱ ναύαρχοι. Ἦτο ἡ ἔνδειξις, ὅτι ἡ μήτηρ γῆ ὑπισχνεῖτο νὰ διαθρέψῃ τοὺς μαχητὰς τῆς Κρήτης καὶ τὰ γυναικόπαιδα, διαρκοῦντος τοῦ ἀποκλεισμοῦ, διὰ τῆς νέας συγκομιδῆς, Ἐν τούτοις ὑπῆρξαν πλεῖστοι, οἵτινες ἀπέθανον ἐξ ἀσιτίας, πολλοὶ δ’ ἐκ δυσεντερίας, διότι ἐτράφησαν ἐπὶ πολλὰς ἑβδομάδας μόνον μὲ πορτοκάλια καὶ ἄλλους ἀώρους καρπούς, ἀλλ’ ὁ λαὸς ἐκεῖνος δὲν ὑπέκυψε.
§68Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Καὶ ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐν Ἀλικιανῷ.
§69Κ. ΦΟΥΜΗΣ. Βεβαίως. Πρέπει νὰ μάθωσιν ἄλλως τε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσι τήν θέλησίν των εἰς ἡμᾶς, δι’ ἐκβιασμοῦ, ὅτι εὑρισκόμεθα περὶ τὰ τέλη Μαΐου καὶ ὅτι ἡ ἐσοδεία τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Μακεδονίας εἶναι μεγάλη καὶ αἱ ἄλλαι δὲ Ἑλληνικαὶ χῶραι δὲν ὑστεροῦσιν εἰς παραγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν. Πρέπει νὰ ὑποδείξωμεν εἰς αὐτούς, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ πλεονεκτική θέσις, τήν ὁποίαν σήμερον κέκτηνται οὗτοι, δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ πάντοτε, διότι μετ’ ὀλίγα ἔτη, ὅταν παρέλθῃ ἡ παροῦσα κρίσις, θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν ἐπαρκείας, διότι θὰ εἴμεθα ἄξιοι τῆς τύχης μας, ἄν δὲν κατορθώσωμεν νὰ παράγωμεν ἐν τῇ Χώρᾳ μας τὸν ἄρτον μας. Ὁ πόλεμος ἐπὶ πλέον κατέδειξεν, ὅτι καὶ αὐτῆς τῆς κινητηρίου δυνάμεως μέρος τοὐλάχιστον ἔχομεν εἰς τήν διάθεσίν μας, εἰς τὰς ἡμετέρας χώρας, ἐννοῶ τὴν καύσιμον ὕλην. Ὁ Ἑλληνικὸς λιγνίτης καὶ τὰ ἀκάθαρτα πετρέλαια τῆς Ζακύνθου καὶ τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, θὰ δύνανται νὰ θέσωσιν εἰς κίνησιν τὰς ἀτμομηχανὰς ἡμῶν, κατά τε ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν. Ἀλλὰ καὶ τὰ δάση ἀπέδειξεν ἡ παροῦσα περίστασις, ὅτι θὰ μᾶς παρέχουσιν ἤδη, δύνανται δ’ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μᾶς παράσχωσι μείζονα ποσότητα καυσίμου ὕλης. Ἐντὸς ὀλίγου ἡ ἐξάπλωσις τῶν δασῶν, ἰδίως τῶν πευκώνων, ἡ ὁποία ἐντὸς δεκαετίας δύναται νὰ λάβῃ χώραν, θὰ πληρώσῃ κατά τι μίαν τῶν ἀναγκῶν τῆς Χώρας, παρέχουσα μέρος τῆς καυσίμου ὕλης. Αἱ διαρκεῖς σχέσεις τῶν Κρατῶν δὲν σφυριλατοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγκῶν τῆς ἡμέρας, ἀλλ’ ἐπὶ σταθεροτέρων καὶ διαρκεστέρων βάσεων, διότι οἱ λαοὶ εἰσὶν ἀθάνατοι ἐν τῷ συνόλῳ των. Ἐκεῖνα, ἅτινα μᾶς ὑστεροῦσι σήμερον, θὰ ἀφθονοῦν μὲν ἴσως μετὰ πάροδον μικροῦ χρόνου. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἅμα παρέλθῃ ἡ πρώτη ἐντύπωσις, θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐγκαρτερήσωμεν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πεῖναν, καταλλήλως ἐπὶ τούτῳ ὀργανούμενοι, ἂν ἐπὶ τούτῳ παραστῇ ἀνάγκη. Εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, φρονῶ, λοιπόν, ὅτι ἓν ἐπιβάλλεται. Δίδοντες οὗτοι τὸ παράδειγμα ἐγκαρτερήσεως καὶ ψυχραιμίας, νὰ ἐπιδωθῶσι συντόνως εἰς τὸ ἑαυτὸν κύριον ἔργον. Ὁ πολύπλοκος ἐκεῖνος μηχανισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεψε νὰ ψηφισθῶσι μέχρι σήμερον ἐκ τῶν διακοσίων περίπου νομοσχεδίων, εἰ μὴ δέκα μόλις, τὰ δὲ ἄλλα κατάκεινται, ἐνῷ ἔχουν τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν κηρυχθῆ ἐπείγοντα, πρέπει νὰ ἀργήσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος. Φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τήν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τήν ὑποβολὴν τῶν ἀπαραιτήτων νομοσχεδίων, ἰδίως τῶν οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ποῖα εἶναι τὰ μᾶλλον ἀπαραίτητα καὶ δι’ ὀλονυκτιῶν, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ ψηφίσωμεν ταῦτα, παρέχοντες οὕτω εἰς τήν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ θ’ ἀντιμετωπίσῃ τήν παροῦσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν διὰ τῶν ἐπιβαλλομένων οἰκονομικῶν μέτρων καὶ οἰκονομιῶν. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οὕτω πραττόντων ἡμῶν, θὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τήν κρίσιμον κατάστασιν καὶ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς μαινομένης τρικυμίας, ἥτις συγκινεῖ τήν Οἰκουμένην ἅπασαν. Μὴ ἀποστῶμεν ποτὲ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος ἡμῶν εὐρύτατον ἐπιφυλάσσεται μέλλον. Εἰς τὸν παρόντα αἰῶνα, ὡς καὶ πάντοτε, ὁ μὲν συνάπτων δεσμούς, ἀπομονοῦται, ὁ δὲ ἀπομονούμενος κινδυνεύει. Δὲν εἶναι, λοιπόν, φυσικόν, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν θὰ ἀδρανήσῃ μέχρι τέλους ἐν κοσμοϊστορικῇ περιόδῳ, ἥτις θὰ μεταβάλῃ ἀφεύκτως τήν ὄψιν τῆς Εὐρώπης, εἰδικῶς, καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐὰν σήμερον τηρεῖ οὐδετερότητα, τὸ πράττει, διότι ἐπιφυλάσσει ἀκμαίας τὰς δυνάμεις του διὰ τὸ μέλλον. Ἐὰν σήμερον δὲν κινῆται, περιμένει τήν κατάλληλον στιγμήν, ἡ ὁποία δὲν ἔφθασεν ἀκόμη. Ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι καὶ εὔχομαι νὰ διαψευσθῇ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τήν ἀρχὴν τοῦ πολέμου, ὅτι καὶ ὅταν ἀκόμη μετὰ πάροδον μακροῦ χρόνου ὁ πόλεμος οὗτος λήξῃ, θὰ προκύψωσιν ἀμέσως ἄλλα ζητήματα, ἅτινα θὰ κρατήσωσι τὸν κόσμον ἐν μιᾷ μετεώρῳ καὶ μεταβατικῇ καταστάσει, μέχρις οὗ ἡ Εὐρώπη ἀπὸ τῆς καταστάσεως, εἰς τήν ὁποίαν εὑρίσκετο πρὸ τοῦ πολέμου, μεταβῇ εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία θὰ τήν ἀγάγῃ εἰς ἕν ἐκ τῶν δύο, εἴτε εἰς τήν ὑποδούλωσιν τοῦ ἑνὸς μέρους ὑπὸ τὸ ἄλλο, ὅπερ ἀπεύχομαι, εἴτε εἰς μίαν Εὐρωπαϊκὴν Συμπολιτείαν, περίπου κατὰ τὸ πρότυπον τῆς Ἀμερικανικῆς τοιαύτης. Ἀπλοϊκὸν θὰ ἦτο νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἓν τοιοῦτον κοσμοϊστορικὸν γεγονὸς θὰ συνετελεῖτο ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς ἄλλην. Θὰ ἀπαιτηθῇ πάροδος χρόνου μακροῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον μακρὸν χρόνον, δὲν θὰ δυνηθῇ ἴσως νὰ ἐπέλθῃ ὁμαλή κατάστασις πραγμάτων. Ὅσον, λοιπόν, καὶ ἂν ἐπιφυλάξωμεν τὰς δυνάμεις μας καὶ τὴν οὐδετερότητά μας, νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ ἔλθῃ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν χορόν, καὶ μὲ ὅσον ἀκεραίας δυνάμεις καὶ ἂν εἰσέλθωμεν, θὰ κουρασθῶμεν, καὶ ἂς μή βιάζωνται οἱ πατριῶται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι ἀπωλέσθησαν αἱ εὐκαιρίαι, διότι τοιαῦται καὶ κρείσσονες θὰ παρουσιάζωνται εἰς πᾶσαν τὴν μεταβατικὴν ταύτην κατάστασιν. Καταλύων τὸν λόγον, ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν φιλοπατρίαν πάντων τῶν Συναδέλφων, ὅπως συντόνως ἐπιδοθῶμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ λήξῃ ἡ συζήτησις τοῦ παρόντος ζητήματος, πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς πρακτικὴν ἐργασίαν, πρὸ πάντων, εἰς τὴν νομοθετικήν, ἐπαφίοντες δι’ αἰσιωτέρας ἡμέρας ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα. Ἀλλ’ ἐπίσης ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπισπεύσῃ πλέον τὴν ὑποβολὴν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κρίνει ἀπαραίτητα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς παρούσης κρισίμου καταστάσεως. (Χειροκροτήματα).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§71ΑΓ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ φλέγον, Κύριοι, ἐθνικὸν ζήτημα, περὶ οὗ ἡ συζήτησις, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξετάσω ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν θετικῶν διεθνῶν διατάξεων, μή λαμβάνων ποσῶς ὑπ’ ὄψει τὰς τυχὸν γενομένας διαπραγματεύσεις μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, καθ’ ὅσον αὗται οὐδέποτε κατέληξαν εἰς ὡρισμένην τινὰ συμφωνίαν. Ὡς εἶναι γνωστόν, εἰς τὴν ἐν Χάγῃ κατὰ τὸ ἔτος 1907 λαβοῦσαν χώραν Βʹ Συνδιάσκεψιν περὶ εἰρήνης, μετέσχον τεσσαράκοντα τέσσαρα ἐν ὅλῳ Κράτη, μεταξὺ τῶν ὁποίων αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, Ἀγγλία, Γαλλία, Ἰταλία, Γερμανία, Ρωσσία, Ἑλλὰς κλπ., ἅτινα διὰ τῶν νομίμων αὐτῶν προσώπων, συνῆψαν δέκα τρεῖς συμβάσεις, διὰ τῆς πέμπτης τῶν ὁποίων ἐκανόνισαν τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν οὐδετέρων Κρατῶν καὶ τῶν οὐδετέρων προσώπων πρὸς τοὺς ἐμπολέμους. Ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ ἀνεγράφη, ὡς πρῶτον ἄρθρον, ἡ διάταξις, καθ’ ἥν, «Ἡ Χώρα τῶν οὐδετέρων εἶναι ἀπαραβίαστος», ἐπειδή δὲ αἱ μεγάλαι Δυνάμεις, καὶ ἰδίως ἡ Ἀγγλία, Γαλλία καὶ Γερμανία εἶχον ἐπάρκειαν εἰς ὁπλουργεῖα, ναυπηγεῖα καὶ πυριτιδοποιεῖα, καὶ συνεπῶς εἶχον συμφέρον εἰς τὴν κατανάλωσιν τῶν προϊόντων αὐτῶν, ἠξίωσαν καὶ ἀνεγράφη, ὡς 7ον ἄρθρον, ἐν τῇ αὐτῇ συμβάσει, ἡ ἑξῆς διάταξις· «Ἡ οὐδετέρα δύναμις δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου τῶν ἐμπολέμων ἐξαγωγὴν ἢ διαμετακόμισιν ὅπλων, πολεμοφοδίων, γενικῶς δὲ παντὸς ἀντικειμένου, δυναμένου νὰ χρησιμεύσῃ εἰς στρατὸν ἢ στόλον», ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ μὴ τελείως πρὸς πόλεμον παρεσκευασμένη Ἑλλὰς τοῦ ἔτους 1912, ἡ Ἑλλάς, ἡ μὴ προμελετήσασα, οὐδὲ προβλέψασα τὸν Βαλκανικόν πόλεμον, κατώρθωσε νὰ διεξαγάγῃ νικηφόρως δύο πολέμους, διότι ἐπρομηθεύθη καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἀμερικῇ διάφορα πολεμικὰ εἴδη, ὧν ἔλαβεν ἀνάγκην, ἀπὸ ἰδιωτικὰ ἐργοστάσια, τῇ ἀνοχῇ τῶν οἰκείων Κυβερνήσεων, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς αὐτῆς διατάξεως τὴν σήμερον καὶ αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως προμηθεύονται διάφορα πολεμοφόδια ἐκ διαφόρων ἐργοστασίων τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, τῇ ἀνοχῇ τῶν Κυβερνήσεων τούτων, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶσι διὰ τοῦτο ἐπὶ παραβάσει οὐδετερότητος αἱ Κεντρικαὶ Δυνάμεις. Πρὸς οἱονεὶ δὲ κύρωσιν τῶν διατάξεων τούτων ἀνεγράφη ἐν τῇ αὐτῇ συμβάσει, ὡς 10ον ἄρθρον, ἡ διάταξις, κατὰ τήν ὁποίαν, «δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις ἐχθρική, ἡ ὑπὸ τῆς οὐδετέρας δυνάμεως, ἔστω καὶ διὰ βίας, ἀπόκρουσις προσβολῆς τῆς οὐδετερότητός της». Ἡ σύμβασις αὕτη, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὑπεγράφη καὶ ὑπὸ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων τῆς Ἀγγλίας, Γαλλίας, Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος.
§72Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἡ πέμπτη;
§73ΑΓ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἡ πέμπτη. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐρωτᾶται, ἐν τίνι δικαιώματι αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως παρεβίασαν τήν οὐδετερότητα τῆς Κερκύρας, ἥν αὐταὶ αὗται εἶχον ἐγγυηθῇ, πλήν τῆς Ἰταλίας, κατέλαβον δ’ αὐθαιρέτως τοὺς λιμένας Κερκύρας, Ἀργοστολίου, Πύλου, Σούδας, Μήλου, Μούδρου καὶ Μυτιλήνης; Ἐν τίνι δικαιώματι κατέλαβον τὸ Καραμπουρνοῦ, κατέστρεψαν τήν γέφυραν τοῦ Δεμὶρ Ἰσσάρ, παρεβίασαν τήν αἰγιαλίτιδα ζώνην, ἐνεργοῦσαι νηοψίας ἐντὸς αὐτῆς, συνέλαβον ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ὄχι μόνον ξένους διπλωματικοὺς πράκτορας, ἀλλὰ καὶ Ἕλληνας ὑπαλλήλους, ὡς ἐπὶ παραδείγματι, τὸν τελωνειακὸν ὑπάλληλον Ζαδὲ ἐν Λέσβῳ, ὅν, ἀφοῦ ἐπὶ εἰκοσαήμερον σχεδὸν καθεῖρξαν, εἰς τὸ κῦτος ἑνὸς τῶν πλοίων των, ἀπήλασαν μετὰ τοῦτο ἐκεῖθεν; Δυνάμει τίνος δικαίου, θείου ἢ ἀνθρωπίνου, δὲν ἐπιτρέπουν ἢ μὲ τὸ σταγονόμετρον νὰ εἰσάγηται εἰς τήν Ἑλλάδα ὁ σῖτος καὶ ἄλλα ἀπολύτως εἰς αὐτήν ἀναγκαῖα τρόφιμα; Δυνάμει τίνος δικαίου ἀπηγόρευσαν δι’ ἐκβιάσεως τήν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν τοῦ θείου καὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ; Πρὸς τὶ ὠφελεῖ αὐτοὺς ἡ πρόφασις, ὅτι πάντα ταῦτα ἐνεργοῦσιν, ἵνα προλάβωσι, δῆθεν, πᾶσαν εἰσαγωγήν τούτων εἰς τήν χώραν τῶν ἀντιπάλων των, ἀφοῦ, ἐὰν εἴχωμεν, ἠδυνάμεθα, ἄνευ τῆς καὶ τῆς ἐλαχίστης παραβιάσεως τῆς οὐδετερότητός μας, νὰ ἐπιτρέψωμεν, δυνάμει τοῦ διαληφθέντος 7ου ἄρθρου τῆς ἀνωτέρω συμβάσεως, τήν εἰσαγωγήν εἰς τήν χώραν αὐτῶν οὐ μόνον τῶν εἰδῶν τούτων, ἀλλὰ καὶ ὅπλων καὶ πολεμοφοδίων καὶ παντὸς πρὸς πόλεμον χρησίμου; Δυνάμει τίνος δικαίου κατέλαβον τὸ Δοβὰ Τεπέ, ἐπελήφθησαν δ’ ἀστυνομικῶν καθηκόντων ἐν Θεσσαλονίκῃ, κηρύξασαι ἐν τέλει καὶ τὸν στρατιωτικὸν ἐν αὐτῇ νόμον; Βεβαίως, πάντα ταῦτα, Κύριοι, τελοῦνται δυνάμει τῆς κτηνώδους βίας τοῦ ἰσχυροτέρου, ἐπανερχομένου οὕτω βαθμηδὸν ἐν ἰσχύϊ πρὸς στιγματισμὸν τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ τοῦ δὲ πάλαι ἰσχύοντος διεθνοῦς ἀξιώματος, καθ’ ὅ, «πρὸ τῶν ὅπλων σιγῶσιν οἱ νόμοι», αἱ συνέπειαι δὲ τῆς ἐκ μέρους τῆς Ἀντάντ, τῆς τοιαύτης πλήρους σχεδὸν καταργήσεως τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, εἶναι πολλαὶ καὶ ὀδυνηραί, μία δὲ τῶν ὀδυνηρῶν τούτων συνεπειῶν, εἶναι καὶ ἡ κατάληψις ἐκ μέρους τῶν Γερμανοβουλγάρων τοῦ φρουρίου τοῦ Ροῦπελ. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀμύνεσθαι εἶναι ἔμφυτον οὐ μόνον εἰς τὰ ἄτομα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ Κράτη. Πῶς ἦτο, λοιπόν, δυνατόν, ἀφοῦ οἱ Ἀγγλογάλλοι κατέλαβον ὁλόκληρον, σχεδόν, τήν Ἀνατολικήν Μακεδονίαν, κατέλαβον τὸ Δοχὰ Τεπέ, καὶ ἠπείλουν τὰ πλευρὰ τῶν Γερμανοβουλγάρων, πῶς, λέγω, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀδιαφορήσωσιν οὗτοι καὶ νὰ μή καταλάβωσι τὸ Ροῦπελ, ἐξασφαλίζοντες οὕτω τήν ἄμυνάν των; Οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἀντιτάξῃ μεγαλειτέραν τῆς ἀντιταχθείσης βίαν εἰς τήν εἰσβολήν ταύτην ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, εὑρίσκονται ἀπολύτως ἐν ἀδίκῳ, καθόσον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ μᾶς ἔλεγον οἱ Γερμανοβούλγαροι: «Σεῖς, παρὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα, ἐκαλέσατε καὶ ἐδέχθητε τὰ στρατεύματα τῶν ἀντιπάλων μας εἰς τήν χώραν σας, ἠνέχθητε τὴν ὑπὸ τούτων κατάληψιν ὁλοκλήρου τῆς Μακεδονίας, τὴν κατάληψιν τοῦ Καραμπουρνοῦ, τὴν καταστροφὴν τῆς γεφύρας τοῦ Δεμὶρ Ἰσάρ, τὴν κατάληψιν τοῦ Δοβὰ Τεπέ καί, ἐνῷ εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς κηρύξωμεν τὸν πόλεμον διὰ τὴν τοιαύτην παραβίασιν τῆς οὐδετερότητός σας, ἐν τούτοις δὲν τὸ ἐπράξαμεν, ἤδη δέ, ὅτε ἡμεῖς ἐπιχειροῦμεν νὰ καταλάβωμεν τὸ Ροῦπελ, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀμύνης μας, μᾶς ἀντιτάσσετε βίαν. Οὕτως ὅμως πράττοντες, ἀναντιρρήτως, ἐτάχθητε πλέον ἢ ἀναφανδὸν, πρὸς τὸ μέρος τῶν ἐχθρῶν μας καὶ σᾶς κηρύσσομεν τὸν πόλεμον». Ταῦτα θὰ ἀπήντων εἰς τὴν ἐπιμονὴν τῆς ἀντιστάσεώς μας, ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ μᾶς ἐκήρυττον τὸν πόλεμον, ὅπερ δὲν πιστεύω νὰ ἐπόθουν οἱ ἀντιφρονοῦντες καὶ ἐλέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν, ὡς παραλείψασαν τὸ καθῆκόν της. Οἱ συζητοῦντες, Κύριοι, περὶ τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ, καὶ ἐπιρρίπτοντες τὴν εὐθύνην ταύτης εἰς τοὺς Γερμανοβουλγάρους ἢ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὁμοιάζουν τὸν ἰατρὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν διάγνωσιν καὶ θεραπείαν τοῦ κυρίου νοσήματος, ἐξ οὗ πάσχει ὁ ἀσθενής, ἀσχολεῖται εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ συμπτώματος. Τὸ Ροῦπελ ἐν προκειμένῳ δὲν ἀποτελεῖ ἢ σύμπτωμα τῆς ὅλης νοσηρᾶς καταστάσεως. Θεραπεύσατε τὴν ὅλην νοσηρὰν κατάστασιν, ἥτις ἔγκειται ἐν τῇ καταλύσει τῶν κυριαρχικῶν τοῦ Κράτους δικαιωμάτων ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου εὑρισκομένων καὶ φωνασκούντων ῥαψασπίδων καὶ προδοτῶν τῆς Πατρίδος, διότι προδόται τῆς Πατρίδος εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες, πάσχοντες ἐκ κούφου μεγαλομανίας, νὰ ἀκούωσιν ἑαυτοὺς προσονομαζομένους Βίσμαρκ, Καβούρ, κλπ., γίνονται ὄργανα ἐξυπηρετήσεως ἀλλοτρίων συμφερόντων καὶ καλοῦσι ξένα στρατεύματα εἰς τὴν Χώραν των, χωρὶς νὰ τηρήσωσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, γράφουσι δὲ καὶ ὑποστηρίζουσι διὰ τοῦ τύπου, ὅτι ἡ παράδοσις τοῦ Ροῦπελ ἀπεφασίσθη εἰς κοινὰ συμβούλια, γενόμενα ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Στρατοῦ!
§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοῦ Ἑλληνικοῦ;
§75ΑΓ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τοῦ Ἑλληνικοῦ. Θεραπεύσατε, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ὅλην νοσηρὰν κατάστασιν καὶ τότε τὸ σύμπτωμα τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ θέλει θεραπευθῆ αὐτομάτως. Ἐρωτᾶται ὅμως· ὑπάρχει, ἆρά γε, μέσον τι θεραπείας τοῦ προσγιγνομένου ἡμῖν ἀδικήματος; Βεβαίως, ἀποτελοῦντες Κράτος ἀσθενές, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιτάξωμεν ἔνοπλον βίαν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες καταπατοῦσι τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματά μας, καίτοι ἔχομεν τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 10 τῆς ἀνωτέρω συμβάσεως, καθ’ ὅ, «δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρᾶξις ἐχθρικὴ ἡ ὑπὸ τῆς οὐδετέρας δυνάμεως, ἔστω καὶ διὰ βίας, ἀπόκρουσις προσβολῶν τῆς οὐδετερότητός της», χωρὶς ἐκ τούτου νὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ προκαλέσωμεν πόλεμον ἐναντίον μας, ἀλλ’ ἂν τοῦτο πράξωμεν, ἀναμφιβόλως τὸ μὲν λόγῳ τῆς γεωγραφικῆς μας θέσεως, τὸ δὲ δυνάμει τοῦ δικαίου τοῦ ἰσχυροτέρου, θέλομεν καταδικασθῆ εἰς τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον. Εἶναι ὅμως ἐπιβεβλημένον, κατ’ ἐμὴν ταπεινὴν γνώμην, εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους λαοῦ, ὁ πολιτισμὸς τῶν προγόνων τοῦ ὁποίου ἀπετέλεσε τὸν πρόδρομον τοῦ Χριστιανισμοῦ, καὶ ὅστις ἔδωσε τὰ πρῶτα φῶτα εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, τοὺς ἀντιπροσώπους λαοῦ, ὅστις τοσούτους ἠγωνίσατο ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας του, εἶναι ἐπιβεβλημένον, λέγω, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν ἐντόνως ἐπὶ τοῖς γενομένοις διὰ τοῦ κ. Προέδρου ἡμῶν, πρὸς ἅπαντα τὰ Κοινοβούλια τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἅτινα ἔλαβον μέρος εἰς τὴν Βʹ Συνδιάσκεψιν περὶ Εἰρήνης καὶ ἅτινα δὲν συμμετέχουν ἤδη τοῦ διεξαγομένου πολέμου, ἰδίως δὲ πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, ὑπομιμνήσκοντες αὐτοῖς τὸ τῶν προγόνων μας «δὲν γελᾷ ἡ Σπάρτη, ὅταν ἡ Μεσσήνη κλαίῃ», διότι εἶναι ἑπόμενον, πᾶν ὅ,τι σήμερον συμβαίνει εἰς ἡμᾶς, νὰ συμβῇ αὔριον εἰς αὐτούς. (Χειροκροτήματα).
§76Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ἡ κατάληψις τοῦ φρουρίου Ροῦπελ, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπασχολούμεθα ἐπὶ τόσας ἡμέρας, εἶναι τὸ ἀληθές, ὅτι, καὶ ἐμὲ ἐλύπησε, καὶ μὲ ἐλύπησε, διότι ξένοι στρατοὶ εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἐν τούτοις δὲν μὲ ἐξέπληξε, καὶ δὲν μὲ ἐξέπληξε, διότι ὤφειλον νὰ γνωρίζω, ὅτι, τήν στιγμήν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεβιβάζοντο ἐν Μακεδονίᾳ ξένοι στρατοί, τὸ ἔδαφος αὐτῆς καθίστατο ἐμπόλεμον μεταξὺ τῶν ἀντιμαχομένων ὁμάδων, καὶ ἑπομένως ἦτο δυνατὸν νὰ καταληφθῶσιν ἀπὸ τήν μίαν ἢ τήν ἄλλην ἐμπόλεμον ὁμάδα διάφορα Ἑλληνικὰ μέρη. Μὲ ἐξέπληξεν ὅμως, καὶ μὲ ἐλύπησε κατάκαρδα, τὸ πραξικόπημα τὸ συμβὰν κατὰ τὴν 21ην Μαΐου, ἐν Θεσσαλονίκῃ. Λέγω δὲ, ὅτι μὲ ἐξέπληξε καὶ μὲ ἐλύπησε κατάκαρδα, διότι τὸ πραξικόπημα ἐγένετο παρὰ τοῦ Ἔθνους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ παιδικῆς ἡλικίας ἔμαθον νὰ ἀγαπῶ, μετὰ τὸ Ἔθνος μου ἀμέσως, μὲ ἐξέπληξε, λέγω, καὶ μὲ ἐλύπησε, διότι τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡς σύμβολον φέρει καὶ παρουσιάζει εἰς τὸν κόσμον, τὴν ἰσότητα, τὴν ἀδελφότητα καὶ τὴν ἐλευθερίαν καὶ ὅτι ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν μικρῶν λαῶν. Τὸ Κράτος αὐτό, προῆλθε, καὶ μάλιστα τοιαύτην ἡμέραν, εἰς πραξικόπημα, διὰ τοῦ ὁποίου προσεβάλλετο ἡ ὕπαρξις Κράτους φιλικῶς διακειμένου πρὸς αὐτό, Κράτους, τὸ ὁποῖον συνησθάνετο καὶ ἀνεγνώριζε τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ πάντοτε ἐνδιεφέρετο ὑπὲρ τῆς εὐτυχίας καὶ τοῦ μεγαλείου αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ λυπούμεθα διὰ τὸ πραξικόπημα τοῦτο δὲν βγαίνει τίποτε. Τὸ ζήτημα εἶναι, διατὶ προέβησαν νὰ μᾶς καταφέρωσι τοιοῦτον φοβερὸν ράπισμα, καὶ μάλιστα καθ’ ἥν ἡμέραν ἑωρτάζετο ἡ ἑορτή τοῦ δαφνοστεφοῦς Στρατηλάτου, τοῦ Σωτῆρος τοῦ Ἔθνους, τοῦ ἀγωνιζομένου πῶς θὰ σώσῃ αὐτήν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα). Ἡ πρᾶξις των αὕτη μοὶ ἐγέννησε πολλὰς ὑποψίας, μοὶ ἐγέννησε τήν ἰδέαν, ὅτι ἐγένετο σκοπίμως, διὰ νὰ προσβάλῃ αὐτὸ τὸ πρόσωπον τοῦ Ἄνακτος, ἀλλ’ ἄν τὸ ἔκαμαν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἄς μάθωσιν ἐκεῖνοι, οἱ οὐχὶ πραγματικῶς φιλελεύθεροι, ὅτι δὲν προσβάλλεται ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, διότι ἐδοξάσθη ἐν τοῖς πεδίοις τῶν μαχῶν καὶ εἶναι ἕτοιμος καὶ πάλιν νὰ δοξασθῇ, ὁδηγῶν τὸ Κράτος, ὅταν ἡ περίστασις τὸ καλέσῃ, ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς, ὑποστηρίζων τὰ Ἑλληνικὰ δίκαια, καὶ ὅσον μικρόν καὶ ἄν εἶναι, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ του. Ἡ πρᾶξις δὲν περιωρίσθη ἕως ἐδῶ, ἀλλά, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἀνεπισήμως ἔχομεν, προέβησαν καὶ εἰς ἀποκλεισμὸν τοῦ Κράτους ὅλου. Διατὶ προέβησαν εἰς τοῦτο; Ἤδη νομίζουν, ὅτι διὰ τῶν βιαίων καὶ ἀνελευθέρων αὐτῶν μέσων θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκβιάσουν τὴν ἐθνικήν συνείδησιν, νὰ ἐκβιάσουν τὸ Κράτος, νὰ τεθῇ εἰς τὸ πλευρόν των καὶ τοὺς σώσῃ ἀπὸ τὸν Μάκενσεν, ἐὰν ἀποφασίσῃ νὰ προχωρήσῃ, ἀπατῶνται, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔμαθε νὰ κύπτῃ, ἔμαθε νὰ ἀποθνήσκῃ ἐντίμως. Δὲν πρέπει, κ. Συνάδελφοι, εἰς τοὺς ἀδυνάτους χαρακτῆρας νὰ γεννηθῇ ἡ ἀποκαρδίωσις. Καὶ ἂν λάβωμεν ὡς παράδειγμα τὸ Μεσσλόγγι, τὸ ὁποῖον, ἀποκλεισθὲν πανταχόθεν καὶ πεινᾶσον, δὲν ἔκυψεν, ἀλλ’ ἐδοξάσθη καὶ διὰ τῆς θυσίας του ἠλευθερώθη ἡ Χώρα αὕτη. Ἄς λάβωμεν ὡς παράδειγμα, ὅτι ἡ Κρήτη, ἀποκλεισθεῖσα ἐπὶ ἐννεάμηνον, δὲν ὑπέκυψε, παρ’ ὅταν ἡ μήτηρ τὸ ἠξίωσε. Πρὸς ἕν καὶ μόνον σημεῖον ὀφείλομεν νὰ στραφῶμεν καὶ δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἀνῆλθον, ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, νομίζω, ὅτι ὅλον τὸ Ἔθνος, τὸ πραγματικῶς Ἑλληνικόν, ἔχει τήν αὐτήν γνώμην. Ἐπειδὴ ἐγεννήθη ἀπό τινας Συναδέλφους ζήτημα διὰ τήν κατάληψιν τοῦ Ροῦπελ, κεχωρισμένως ἀπὸ τὸ πραξικόπημα τῆς Θεσσαλονίκης, ἠθέλησαν νὰ παρουσιάσουν τήν Κυβέρνησιν ἀνεπαρκῆ καὶ νὰ τῇ ἀποδώσουν εὐθύνην διὰ πρᾶξιν, διὰ τήν ὁποίαν δὲν εἶχε καμμίαν εὐθύνην. Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον ἔλαβον τὸν λόγον, διότι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μὲ πείσῃ κανείς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη κακῶς. Δὲν εἶμαι ἄγαν θιασώτης της, εἶμαι ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐπὶ δίμηνον δὲν εἶδε κανεὶς εἰς τὰ Ὑπουργεῖα· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν. Δὲν εὑρίσκω οὐδεμίαν εὐθύνην εἰς τήν Κυβέρνησιν, διότι ὑπεχώρησεν εἰς τήν πίεσιν πρὸς κατάληψιν τοῦ Ροῦπελ. Τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ; Νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον ἐναντίον τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν; Καὶ πότε; Τήν στιγμήν, καθ’ ἥν ἀνηγγέλλοντο πανταχόθεν νίκαι τῶν Γερμανῶν καὶ κατὰ θάλασσαν καὶ κατὰ ξηράν; Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ κάμῃ, ἀκολουθοῦσα τὸ πρόγραμμα τῆς οὐδετερότητος, ἦτο αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔκαμε, νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ ζητήσῃ ἐγγυήσεις καὶ ἀσφαλείας, ὅτι αὐτὸ τὸ μέρος θὰ παραμείνῃ Ἑλληνικόν. Ἀντὶ λοιπόν, νὰ ἔλθωμεν νὰ συγχαρῶμεν τήν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία κατώρθωσε, τοὐλάχιστον, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ μέρους ἐκείνου, καὶ μάλιστα ἀπὸ τήν Γερμανίαν, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἠθέτησε μέχρι σήμερον τὸν λόγον της, ἐρχόμεθα νὰ κατακρίνωμεν τήν Κυβέρνησιν, ὅτι οὐδὲν ἔπραξε. Καὶ διατὶ δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν πλέον τὸ πρόγραμμα τῆς οὐδετερότητος, μὲ τὸ ὁποῖον κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογάς καὶ ὑπὸ τήν ἔννοιαν τῆς ὁποίας ἐξελέγημεν, ἀλλὰ τασσόμεθα εἰς τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον, εἰς τοὺς ἐκτὸς βυσσοδομοῦντας κατὰ τοῦ Κράτους καὶ ὑπὲρ τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος καὶ δι’ αὐτὸ καταφερόμεθα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν ἔχουν τὸ θάρρος, διότι θέλουν νὰ παίξωσι μὲ τὰ πράγματα, διότι, ἄν ἤθελαν νὰ εἴπωσι τήν ἀλήθειαν, ὅτι καλῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ διὰ λόγους ἄλλους θέλουν νὰ κρύπτωνται ὄπισθεν τῆς ἰδέας τῆς οὐδετερότητος. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἴδιον πολιτικῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἐκλέγει ὁ λαὸς καὶ ἀναγνωρίζει ὡς ἀρχηγούς του. Φρονῶ λοιπόν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, ἐὰν δὲ ἡ Ἀντάντ γεννᾷ ζητήματα καὶ εὑρίσκει ὡς ἀφορμήν τὸ Ροῦπελ, ἄς εἶναι βεβαία, ὅτι καὶ ὁ ἁπλούστερος τῶν Ἑλλήνων γνωρίζει, ὅτι δὲν εἶναι αὐτή ἡ ἀφορμή. Ἔχει ἀνάγκην τῶν Ἑλληνικῶν δυνάμεων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ προβαίνει εἰς τὰς πιέσεις, διὰ νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ἐξέλθωμεν τῆς οὐδετερότητος. Διότι, ἄν δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν Ἑλληνικῶν δυνάμεων, ὅταν διεκηρύττετο, ὅτι ἡ Γερμανία ἀπέσυρεν ὅλον τὸν στρατόν της ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα, ὤφειλε νὰ τοὺς κτυπήσῃ. Ἀλλὰ σήμερον, ἀποκλεισθέντος τοῦ Κράτους, τί ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ πράξωμεν; Ἕν καὶ μόνον, νὰ ταχθῶμεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐνισχύσωμεν αὐτήν καὶ νὰ τῆς δώσωμεν, ἄν τυχόν, ὅπως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, νομικὸς ὤν, παρουσίασε καὶ ἰατρικὰς γνώσεις, ἔχῃ ἀνάγκην τονώσεως, νὰ τήν τονώσωμεν ἡμεῖς καὶ νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν οἱ Ἰάπωνες, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον, ὅτι μιμοῦνται τοὺς Ἕλληνας, ὅταν ἐκήρυττον τὸν πόλεμον, οἱ ὁποῖοι μάλιστα, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν εὑρίσκοντο ὑπὸ πίεσιν, ὅταν ἐκήρυττον τὸν πόλεμον, δὲν κατετρίβοντο εἰς συζητήσεις, συνήρχοντο εἰς μίαν συνεδρίασιν, παρεῖχον πλήρη ἐλευθερίαν διαχειρίσεως καὶ διοικήσεως εἰς τήν Κυβέρνησιν καὶ ἀπήρχοντο. Τὸ αὐτὸ ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς, διότι, ἄλλως, ἄν λιποψυχήσωμεν, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ γίνω μάντης κακῶν, αὐτός, ὁ ὁποῖος συνεργάζεται μετὰ τῶν ξένων, δὲν θὰ διστάσῃ νὰ διέλθῃ ἐπὶ τῶν πτωμάτων τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν πτωμάτων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας, ἐπὶ τοῦ πτώματος τῆς κεφαλῆς τοῦ Κράτους, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ του. Δι’ αὐτὸ μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ γίνωμεν ἕν ὅλοι, ὅπως καὶ ὁ λαὸς μᾶς ἐξέλεξεν ὑπὸ τὸ αὐτὸ πρόγραμμα. (Χειροκροτήματα).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις διὰ τήν αὔριον 5.30′ μ. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10.10′ μ. μ.)