1916.03.15
2.903 στίχοι · 22.130 λέξεις · 200 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΛΒʹ.
ΤΗΣ 15 ΜΑΡΤΙΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρα 6 καὶ 5′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ φέρομαι εἰπών, ὅτι διεμαρτυρήθην κατὰ Προξένων. Κατ’ οὐδενὸς Προξένου διεμαρτυρήθην, ἀλλὰ διεμαρτυρήθην κατὰ μιᾶς τῶν ἐμπολέμων ὁμάδων.
§3Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ὅταν ἠγόρευεν ὁ Βουλευτὴς κ. Σπυρομήλιος, τὸν διεκόψαμεν καὶ εἴπομεν, ὅτι διὰ τὴν Κρήτην μᾶς ἔδωκε σχετικὰς πληροφορίας ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲν ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ παρακαλῶ νὰ προστεθῇ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ ἐν Λεβαδείᾳ κάτοχοι ἀερομηχανῶν καὶ βιομηχανικῶν καταστημάτων παρακαλοῦσιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀδειῶν ὑλοτομίας» τροποποιηθῇ. Ὁ ἐν Καλάμαις ὀδοντοϊατρὸς Γ. Κούτσης, ἐφευρέτης φαρμάκου θεραπείας τῆς οὐλίτιδος, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας. Ὁ Κωνστ. Κλάγγος, ἐκ Βελεντζικοῦ, παρακαλεῖ, ὅπως ὁ υἱός του Δημήτριος, στρατιώτης τοῦ 10ου Πεζικοῦ Συντάγματος, τραυματισθεὶς ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Μπιζανίου, παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀπαλλαγῶν. Ὁ ἐκ Κατσιδῶνι τῆς Κρήτης τραυματίας τοῦ πολέμου Γεώργιος Μηλιώτης, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ σύνταξις. Ὁ ἀπόστρατος λοχαγὸς τοῦ Πεζικοῦ Σπανὸς Νικόλαος, ἐκ Καλαμῶν, παρακαλεῖ, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ εἰς αὐτὸν προσγενόμενον ἀδίκημα. Ὁ λαὸς Κερασόβου Κονίτσης, διαμαρτύρεται διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Φλώρου ἐναντίον τοῦ Μητροπολίτου. Αἱ διδασκάλισσαι Ἀρκαδίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τὸ ὑπόμνημα τῶν διδασκαλισσῶν Ἀθηνῶν– Πειραιῶς. Οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων Εὐπαλίου παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς παρασχεθῶσι 5.000 ὀκάδες σίτου. Τὰ Συνδικάτα τῶν καπνεργατῶν, σιγαροποιῶν Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει τὰ αἰτήματα τῶν καπνεργατῶν Μακεδονίας. Ὁ λαὸς Εὐρυτανίας παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ αὐτοῦ. Οἱ καπνοβιομήχανοι Μακεδονίας διαμαρτύρονται διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ὁ ἐξ Ἀλευροῦς, Γεώργιος Α. Παπαγαρουφαλῆς, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἀπονεμηθῇ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας ἐπὶ πρωτοτύπου μουσικῆς ἐφευρέσεώς του. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πατρῶν παρακαλεῖ, ὅπως παύσουν τὰ περαιτέρω φορολογικὰ μέτρα. Ἡ χήρα τοῦ ὑπολοχαγοῦ Καλλιστράτου Κανελλοπούλου παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ ἀνάλογος σύνταξις. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, χορηγεῖται ἄδεια ἑνὸς μηνὸς εἰς τὸν Βουλευτὴν κ. Νικόλαον Λεωνίδαν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, αἰτοῦντος τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς πρὸς περαιτέρω ποινικὴν δίωξιν τῶν Βουλευτῶν κ. κ. Η. Ἀλεξάκη καὶ Ἰω. Μαλλιαροπούλου. Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν κ. κ. Π. Κουντουριώτης καὶ Ι. Γιαννακίτσας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐξόδων κηδείας ἀξιωματικῶν, ἀνωτέρων στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ Στρατεύματος». Ὁ Βουλευτὴς κ. Μ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου: «Περὶ παρατάσεως προθεσμίας». Ὁ Βουλευτὴς κ. Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου καὶ ἀνθυπασπιστοῦ ἐνωμοταρχῶν τῆς Χωροφυλακῆς». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ, Δ. ΔΟΥΛΗΣ, Γ.
ΤΖΕΤΖΟΣ, Κ. ΧΑΙΡΟΠΟΥΛΟΣ, Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ, Ν.
ΚΑΝΑΡΗΣ, Κ. ΠΟΛΙΟΥΔΑΚΗΣ, Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟ-
ΠΟΥΛΟΣ, Δ. ΚΛΩΝΑΡΗΣ, Γ. ΜΠΟΥΤΟΣ, Π. ΠΕΤΡΟ-
ΠΟΥΛΑΚΗΣ, Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ, Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥ-
ΡΟΣ, Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ, Θ. ΜΠΑΜΙΧΑΣ, Π. ΚΟΣΟΝΑ-
ΚΟΣ, Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ, Ε. ΜΟΛΤΣΟΣ, Σ. ΚΟΥΜΟΥΝ-
ΔΟΥΡΟΣ, Α. ΑΙΛΙΑΝΟΣ, Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ, Ι. ΓΚΡΙ-
ΖΑΣ, Κ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ κλπ., ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὸν ἀρχαῖον Ἀρχηγὸν Γεώργιον Μηνᾶ Μενεγάκην». Ὁ Βουλευτὴς κ. Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς ἀνθυπασπιστῶν καὶ ἐνωμοταρχῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου». Ἡ ἐπὶ τῶν ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐκστρατείαν 1912–1913 καὶ τὰς ἐπιχειρήσεις τῆς Βορ. Ἠπείρου προσενεγκόντων ὑπηρεσίας μὴ ἀμειφθείσας ὑπαξιωματικῶν». Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ, ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ἐνισχύεται διὰ τῶν κ. κ. Μιχ. Γούδα, Α. Κάπαρη καὶ Ε. Λαδοπούλου. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ κωδικοποιηθέντος ὑπ’ ἀριθμὸν 425 περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ νόμου». Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. ΜΠΟΥΤΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ κωδικοποιηθέντος ὑπ’ ἀριθ. 425 νόμου «περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ». καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ὑπ’ ἀριθ. 430 «περὶ στελέχους ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἐφέδρων στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Κ. ΖΑΟΥΣΗΣ, Γ. ΔΟΥΜΑΣ, Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ, Γ. ΤΣΟΓΚΑΣ, Σ. ΧΑΤΖΗΓΑΚΗΣ καὶ Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου καὶ ἀνθυπασπιστοῦ ἐνωμοταρχῶν τῆς Χωροφυλακῆς». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ν. ΦΙΛΙΟΣ, Ν. ΓΑΤΣΟΣ, καὶ Β. ΖΗΣΙΑΔΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1915 Ν. Β. Δ. «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν προσελεύσεως κλπ.». Ὁ Βουλευτὴς κ. Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ 1912 καὶ 1913 καὶ τὰς ἐπιχειρήσεις τῆς Βορ. Ἠπείρου προσενεγκόντων ὑπηρεσίας ὑπαξιωματικῶν». Ἡ ἐπὶ τοῦ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1915 τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ Συγκοινωνίας. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ, ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς ΕΚΠΑΙΔΕΥ-ΣΕΩΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ἐνισχύεται διὰ τῶν κ. κ. Ι. Δραγούμη, Γ. Χατζηγεωργίου, καὶ Π. Πύρζα. Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν 1) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀρωτριώντων κλπ.» καὶ 2) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ τῆς Ξηρᾶς καὶ τῆς Θαλάσσης». Ἡ ἐπὶ τῆς ΕΜΠΟΡ. ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν.
§6Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Εἷς ἀγωνιστὴς ἐκ Κρήτης, ἐκ τῆς κλίνης του, ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ ἀποθάνῃ τῆς πείνης, κατάκοιτος. Ὅ,τι εἶχε συγκομίσει, πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐκ τῆς πολυετοῦς ἐργασίας του, ἐδαπάνησε διὰ τὴν ἀσθένειάν του καὶ σήμερον ἔφθασεν εἰς τὸ ἔσχατον οἰκονομικὸν ὅριον καὶ ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ Γ. Παυλίδη, διότι αἱ λέξεις αὗται εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὅτι εἶναι ἄξιος τῆς συνδρομῆς της. Ὁ Γεώργιος Παυλίδης, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης τοῦ 1866, ἡ ὁποία διήρκεσεν ἐπὶ τρία ἔτη, καὶ ἀπῄτησε τροφοδότησιν καὶ μακρὰν καὶ ἐπίπονον, μετὰ τῶν ἄλλων ἐπιλέκτων ναυτικῶν τῆς Κρήτης, ἐτάχθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Σύρου, ἡ ὁποία ἐτροφοδότει τότε τὴν ἐπανάστασιν. Τὸ ἔργον αὐτὸ ἦτο σοβαρόν, σοβαρώτατον καὶ μάλιστα ἐὰν ἐκείνη ἡ ἐποχὴ δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ναυμαχίαν, ἀναμφιβόλως ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ναυτικὰ κατορθώματα, τὰ ὁποῖα, ὁμολογουμένως, τιμῶσιν τὸ ὄνομα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ. Σκάφη μικρά, σκάφη, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντεῖχον καθόλου εἰς ἀγῶνα πυροβολικοῦ καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐφωδιασμένα μὲ μικρὰν ταχύτητα, 12 ἕως 16 μιλλίων, ἦσαν προωρισμένα νὰ τροφοδοτῶσι τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης. Τὰ πλοῖα ταῦτα διηυθύνοντο ἀπὸ Ἕλληνας πλοιάρχους, ἀνήκοντας εἰς τὴν Ἑταιρείαν Σύρου, ἀλλὰ κυρίως πλοηγοῦντο ἀπὸ τοὺς Κρῆτας ναύτας, διότι ἦσαν ὑποχρεωμένα νὰ ἐκφορτώνωσιν εἰς μέρη ἀλίμενα καὶ ἄγνωστα καὶ τὰ ὁποῖα ἠγνόουν οἱ Ἕλληνες ναυτικοί. Τὰ πλοῖα ταῦτα ἐξετέλουν πλόας πολλούς, ἐπιτυχῶς, διὰ τῶν ὁποίων ἔζησεν ὁλόκληρα τρία ἔτη ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης. Ἡ Τουρκία εἶχεν ἀπωλέσει κατὰ ταύτην 37 πλοῖα πολεμικὰ διαφόρων δυνάμεων. Ὁλόκληρος ὁ Τουρκικὸς Στόλος εὑρίσκετο εἰς τὴν Κρήτην, περιπλέων ἐναντίον τῶν ναυτῶν τούτων καὶ δὲν κατωρθώθη οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀναστείλῃ τὴν τροφοδοσίαν τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως. Ὅτε δὲ ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ στόλου ἐκείνου ὁ Χόβαρτ πασσᾶς, οὗτος ἐσκέφθη ἄλλο σχέδιον. Ἀντὶ νὰ καταδιώκῃ τὰ διάφορα πλοῖα εἰς τοὺς διαφόρους λιμένας τῆς Κρήτης, ὡς ἠδύνατο, ἐθεώρησε προσφορώτερον νὰ τὰ καταδιώξῃ ἐν αὐτῇ τῇ Σύρῳ, ἔξωθι τῆς ὁποίας παρεμόνευε καιροφυλακτῶν, ὅπως τὰ συλλάβῃ. Ἓν ἐκ τῶν πλοίων τούτων ἐκαλεῖτο «Ἕνωσις», εἰς ἕνα δὲ ἐκ τῶν πλόων του ἔπεσε πλησίον τοῦ στόλου τοῦ Χόβαρτ πασσᾶ. Ὁ στόλος παρέμεινε παρὰ τὴν ἔξοδον τῆς Σύρου, παρὰ τὴν νησίδα τῆς Σύρου. Ἐκεῖ συνηντήθη μὲ τὸ μικρὸν Ἑλληνικὸν σκάφος. Ἀλλ’ ἐπειδή, κατ’ εὐτύχημα, τὰ νερὰ πρὸς τὴν στεριὰν τῆς Σύρου εἶναι ἀβαθῆ, ἡ μὲν «Ἕνωσις» ἐτράπη τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ὁ δὲ Χόβαρτ ἠναγκάσθη νὰ παρακάμψῃ, διὰ νὰ τεθῇ εἰς καταδίωξιν, κατώρθωσε δὲ οὕτω τὸ μικρὸν πλοῖον, νὰ τεθῇ μεταξὺ τοῦ φαναρίου τῆς νησῖδος καὶ τῆς Σύρου, ὅτε παρουσιάσθη τὸ ἑλληνοπρεπέστατον θέαμα, τὸ ὁποῖον ἐνθυμοῦμαι, διότι ἤμην αὐτόπτης μάρτυς, ὡς διαμένων ἐν Σύρῳ. Τὸ πλοῖον ἀνεπέτασεν ὅ,τι σήματα Ἑλληνικὰ εἶχε καὶ ἤρχισε ναυμαχοῦν πρὸς τὴν ναυαρχίδα τοῦ Χόβαρτ πασσᾶ. Πλοίαρχος τῆς «Ἑνώσεως» ἦτο ὁ Σουρμελῆς ἐκ Μυκόνου, ὁ γενναῖος ἀνήρ, ὁ ἐκτελέσας τοὺς περισσοτέρους πλόας εἰς τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν. Τί δὲ συνέβη κατὰ τὴν ναυμαχίαν αὐτοῦ τοῦ κελύφους ἐναντίον τῆς Τουρκικῆς φρεγάτας, τοῦ τουρκικοῦ θωρηκτοῦ; Ἡ μὲν φρεγάτα ἐβλάβη, διότι ἡ βολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ πλοίου εὑρῆκεν αὐτὴν ἀπὸ τὴν πρῶραν καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν πρύμνην καὶ ἐσκότωσεν ἀνθρώπους, ἡ δὲ «Ἕνωσις» εἰσῆλθεν ἀβλαβεστάτη εἰς τὸν λιμένα τῆς Σύρου. Μεταξὺ τῶν πλοηγῶν, τῶν ὁδηγούντων τὸ πλοῖον ἐκεῖνο, ἦτο καὶ ὁ Παυλίδης, οὗτος, ὁ ζητῶν τὴν συνδρομήν μας. Σᾶς ὑπέδειξα τὸ ταξεῖδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι δόξα διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ταξείδια ἐξετέλεσε μετ’ ἄλλων πλοηγῶν κατὰ τὴν Κρητικὴν ἐκείνην ἐπανάστασιν, κινδυνωδέστατα ἐπίσης, τὰ ὁποῖα παραλείπω. Ἀξίζει, λοιπόν, εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, ἐργασθέντα τόσον ὑπὲρ πατρίδος, ἀφ’ οὗ ἀπὸ τὴν κλίνην του μᾶς ζητεῖ τὴν συνδρομήν μας, ἀξίζει νὰ τοῦ τὴν ἀρνηθῶμεν καὶ τὸν στερήσωμεν τοῦ ἄρτου, ἕως ὅτου ἔλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου καὶ ὑπάγῃ ὅπου θὰ πᾶμε ὅλοι; Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ὑπεβλήθη πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Βουλήν, ὑπάρχει δὲ, εὐνοϊκωτάτη ἔκθεσις δι’ αὐτήν, νομίζω δὲ ἔργον δικαιοσύνης τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίου συντόμως διὰ τὸν ἀγωνηστὴν αὐτόν.
§7Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Μεθ’ ὅσα ὁ κ. συνάδελφος ἀνέπτυξεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τῆς ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὸν κ. Παυλίδην, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω, ἢ ἐλάχιστα, ἵνα σκιαγραφήσω καὶ ἐγὼ τὴν δρᾶσιν τοῦ ἀνδρὸς τούτου, ὅστις ἀπὸ πεποιθήσεως φρονεῖ ὅτι δέον νὰ τύχῃ τῆς συντάξεως διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας του, διὰ τὴν δρᾶσιν του ὡς ναυτικοῦ ἀγνώστου τοῖς πολλοῖς, ἀλλ’ ὅστις κατώρθωσε νὰ καταλάβῃ μίαν ἔστω καὶ μικρὰν σελίδα εἰς τὴν μεγάλην ναυτικὴν ἱστορίαν τοῦ νεωτέρου Ἑλληνισμοῦ. Ὁ Παυλίδης εἶναι υἱὸς ἀγωνιστοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπολέμησεν ὡς ὁπλαρχηγὸς ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ Καλλέργη καὶ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Καραϊσκάκη κατὰ τὸ 1827 ἐν Ἀθήναις καὶ ἐγγονὸς τοῦ Γεωργίου Παυλίδου συλληφθέντος καὶ σφαγέντος μετὰ ἑπτὰ Ἀρχιερέων ὑπὸ τῶν Τούρκων ἐν Ἡρακλείῳ τῆς Κρήτης τὸ 1821. Ἡ δυστυχὴς οἰκογένειά του μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 κατέφυγεν ἐν Νάξῳ, ὅπου ἐγεννήθη ὁ Παυλίδης. Χάρις εἰς προστασίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἀπελάμβανε πᾶς τις ἐκ Κρήτης καταφεύγων διὰ πατριωτικοὺς λόγους ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ, κατώρθωσε νὰ ἐκπαιδευθῇ καὶ νὰ λάβῃ δίπλωμα πρώτης τάξεως πλοιάρχου. Ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1866, προσελήφθη ὡς ἀνθυποπλοίαρχος εἰς τὴν τότε ἀκμάζουσαν ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρείαν Ἑρμουπόλεως, ὅπου εἰργάσθη μέχρι τῆς κηρύξεως τῆς ἐπαναστάσεως. Ὅταν ἐκηρύχθη ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1866 καὶ υἱοθέτησεν αὐτὴν καὶ ἀπεφάσισε νὰ τὴν ἐνισχύσῃ δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών του τὸ Κράτος διὰ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ Κουμουνδούρου, ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρεία Ἑρμουπόλεως ἀνέλαβε τὴν φοβερὰν πραγματικῶς καὶ μεγίστην ἐργασίαν τῆς τροφοδοτήσεως τῆς Κρήτης καὶ τῆς ἀποστολῆς ὁπλιτῶν ἐκ τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου. Ἡ Ἑταιρεία ἐστράφη πρὸς ὅ, τι γενναῖον καὶ παράτολμον εἶχε τότε τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, μεταξὺ τοῦ ὁποίου εὗρε καὶ τὸν Παυλίδην, καὶ οὕτω βλέπομεν αὐτὸν τὸν δεύτερον πλοίαρχον τῆς Ὕδρας, ὑπὸ πλοίαρχον τὸν Ἀγγελακάραν, τὸ ὁποῖον πλοῖον πρῶτον κατέπλευσεν εἰς Κρήτην, μεταφέρον ἐπαναστάτας Κρῆτας καὶ ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος πυρομαχικὰ καὶ τρόφιμα. Ἐπειδὴ ἐφάνη ἀνεπαρκὴς ἡ Ὕδρα, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον τότε νὰ προσληφθῇ καὶ ἕτερον πλοῖον καὶ ὡς τοιοῦτον κατάλληλον ἐθεωρήθη τὸ «Ἀρκάδιον», ὅπερ ἐξετέλεσεν 21 πλοῦς, εἶτα δὲ ἡ «Ἕνωσις», τὸ «Πανελλήνιον» καὶ ἡ «Κρήτη». Εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ πλοῖα καὶ ταξείδια αὐτῶν πάντοτε ἦτο δεύτερος πλοίαρχος, διότι δὲν εἶχε μόνον νὰ ἀναπληροῖ τὸν πλοίαρχον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ἄκρας ἐντιμότητος ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀποστολῶν εἶχεν ἀναθέσει εἰς αὐτὸν καὶ μόνον τὴν παραλαβὴν τῶν πολεμοφοδίων καὶ τροφῶν καὶ τὴν παράδοσιν αὐτῶν εἰς Κρήτην, ἣν παράδοσιν ἐπετέλει πλήρως ἐπιδειξάμενος πραγματικὴν ἐντιμότητα. Ὅτε τὸ περίδοξον «Ἀρκάδιον» ναυμαχῆσαν μεταξὺ Σφακίων καὶ Σελίνου κατεστράφη, αὐτὸς τελευταῖος ἀπεβιβάσθη ἀπὸ τὸ πλοῖον, ἀφοῦ κατώρθωσε νὰ σώσῃ ὁλόκληρον τὸ πλήρωμα, καὶ μετὰ κινδύνους καὶ περιπετείας κατώρθωσε νὰ ἔλθῃ αὐτὸς καὶ τὸ σωθὲν πλήρωμα δι’ ἑνὸς Ρωσσικοῦ πλοίου ἐν Ἑλλάδι. Τὴν ἐργασίαν αὐτὴν κατιδοῦσα τότε ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, παρεσημοφόρησεν αὐτὸν κατὰ τὸ ἔτος 1873, ἡ δὲ τότε ἐπιτροπή, ἡ διευθύνουσα τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης, διὰ πιστοποιητικοῦ της πρὸς αὐτὸν δοθέντος, βεβαιοῖ καὶ ἐξαίρει ὁλόκληρον τὴν πατριωτικὴν δρᾶσιν του. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ἐργασία πρὸς τὴν Πατρίδα δὲν πρέπει νὰ πληρώνηται καὶ δὲν ἐζήτησε τίποτε. Ὄχι μόνον δὲν ἐζήτησεν, ἀλλ’ ἔφθασεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ μίαν σύνταξιν ὡς ναυτικὸς καὶ δὲν τὴν ἐπῆρε. Σήμερον ὅμως καταφεύγει καὶ ζητεῖ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, τὸ πράττει δὲ διότι ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ εὑρίσκεται κλινήρης, μόλις ἀναπνέων καὶ στερεῖται αὐτὸς καὶ ἡ σύζυγός του καὶ ἡ θυγάτηρ του καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἔργον δικαιοσύνης, ὄχι πλέον πρὸς τὸ ἄτομον, ἀλλὰ πρὸς ὅλην ἐκείνην τὴν ἐποποιΐαν, ἡ ὁποία ἐδόξασεν ἀπὸ τοῦ 1830 μέχρι τοῦ 1912 τὸ Ἑλληνικὸν Ναυτικόν, τὸ ὁποῖον ἐκινδύνευε νὰ λησμονηθῇ, διότι εἶχον παρέλθη ἀρκετὰ ἔτη καὶ δὲν ἐδόθη καμμία ἀφορμὴ νὰ δοκιμασθῇ καὶ πάλιν, ὡς τὸ 1821, νομίζω, λέγω, ὅτι καθῆκον ἔχομεν, ὅπως συστήσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοῦτο, δι’ οὗ νὰ τοῦ χορηγηθῇ μία μικρὰ σύνταξις, ἡ ὁποία, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἴσως δὲν κατορθώσῃ νὰ τὸν εὕρῃ ἐν τῇ ζωῇ, ἀλλὰ καὶ ἂν τὸν εὕρῃ, μόνον ἂν ἀκούσῃ, ὅτι τὸ Κράτος ἀνεγνώρισε τὰς ὑπηρεσίας του καὶ ἀπεφάσισε νὰ τοῦ δώσῃ τὸν ἄρτον, θὰ ἀποθάνῃ τοὐλάχιστον εὐχαριστημένος καὶ μὲ πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι ὑπὲρ Πατρίδος δὲν λησμονοῦνται.
§8Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης, καὶ ἰδίως εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα τοῦ 1867, ὁ Παυλίδης, περὶ οὗ πρόκειται, ἐξετέλει καθήκοντα ὑποπλοιάρχου εἰς τὰ τότε πλοῖα, τὰ τροφοδοτοῦντα τὴν Κρήτην, πάντες δὲ οἱ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι Κρῆτες θὰ εἶναι καὶ μάρτυρες ταὐτοχρόνως τῶν ταλαιπωριῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται νῦν, κατατρυχόμενος ὑπὸ τῆς πείνης. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, τοὐλάχιστον, ἐφ’ ὅσον εἶναι δύσκολος ἡ ψήφισις συντάξεως, ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους μικρόν τι βοήθημα ὑπὲρ αὐτοῦ.
§9Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν αὐτήν, διότι πρόκειται περὶ τοῦ ναύτου, ὁ ὁποῖος ἀνέδειξε τοὺς συμπολίτας μου.
§10Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εἰσαγάγῃ σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀπονέμηται σύνταξις εἰς τὸν Παυλίδην, καίτοι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους εἶναι ἐξαιρετική, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐξαιρετικὸς εἶναι καὶ ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγοροῦμεν. Τὴν δρᾶσιν τοῦ Παυλίδου ἠκούσατε ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους Συναδέλφους καὶ ἑπομένως δὲν θέλω νὰ κουράσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Τοὺς ἀγῶνας αὐτοῦ ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Γεώργιος, εἰσηγουμένης δὲ τῆς Κυβερνήσεως Δεληγιώργη, κατὰ τὸ 1873, ἐξέδωκε Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπένειμεν εἰς τὸν Παυλίδην τὸ παράσημον τοῦ Ἀργυροῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Τὸ Διάταγμα δὲ τοῦτο ἔχει οὕτως: «Ἀπονέμομεν τῷ κυρίῳ Γ. Λ. Παυλίδῃ, πλοιάρχῳ τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ, διὰ τὴν μετὰ ζήλου καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων πολυχρόνιον αὐτοῦ ὑπηρεσίαν, τὸν ἀργυροῦν σταυρὸν τῶν Ἱπποτῶν τοῦ Βασιλικοῦ Τάγματος τοῦ Σωτῆρος. Πρὸς πίστωσιν τούτου ἐκδίδομεν τὸ παρὸν δίπλωμα, ὑπογεγραμμένον παρ’ Ἡμῶν καὶ προσυπογεγραμμένον παρὰ τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ». Ὡς αἰτιολογία δέ, Κύριοι Συνάδελφοι, διὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ παρασήμου τούτου, ὡς ἠκούσατε, ἀναφέρεται εἰς τὸ σχετικὸν Διάταγμα ὁ ζῆλος καὶ ἡ ἐπωφελὴς ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων πολυχρόνιος αὐτοῦ ὑπηρεσία. Διὰ τῆς ἀπονομῆς δὲ τοῦ εἰρημένου παρασήμου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τοῦ ἀειμνήστου Δεληγιώργη, ἐπετέλεσε τὸ πρὸς τὸν Παυλίδην καθῆκον αὐτῆς. Καθῆκον ἑπομένως ἔχει καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὑπερέχουσα πάσης ἄλλης, ἂν καὶ πάντες ἀναγνωρίζομεν τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καθῆκον ἔχει, ἵνα ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον πρὸς ἀπονομὴν συντάξεως εἰς τὸν εἰρημένον Παυλίδην, διὰ νὰ ἀνακουφισθῇ οὗτος, ὄχι ἐκ τῶν πόνων τῆς νόσου, ἐκ τῆς ὁποίας ἀπὸ πολλοῦ χρόνου κατατρίχεται, ἀλλά, τοὐλάχιστον, ἐκ τῶν πόνων καὶ τῶν στεναγμῶν πάσης ἐνδείας.
§11Μ. ΑΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι περιττόν, κ. Πρόεδρε, νὰ προσθέσω τίποτε εἰς ὅσα τόσον εὐγλώττως καὶ πειστικῶς ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ ἀνδρός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ βίου του καὶ πρόκειται διὰ μικρᾶς θυσίας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους νὰ ἀνακουφισθῇ.
§12Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, νομίζω περιττὸν, νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν. Πρόκειται περὶ ἀνδρὸς, προσενεγκόντος ὑψίστας εἰς τὸ Ἔθνος ὑπηρεσίας καὶ ὅστις ἐν τῷ τέρματι τοῦ βίου του ὑφίσταται τὴν πεῖναν καὶ τὰς στερήσεις. Νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος, ὑπέρτατον καθῆκον δικαιοσύνης ἐπιτελοῦν, ὀφείλει τέλος πάντων νὰ τοῦ ἀπονείμῃ μικρὰν σύνταξιν πρὸς ἀνταμοιβὴν τῶν πρὸς τὴν Πατρίδα ὑψίστων ὑπηρεσιῶν του.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γάτσος.
§14Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἑνώνω καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θερμὴν τὴν παράκλησιν πρὸς πραγματοποίησιν τῆς δικαίας αὐτῆς ἀξιώσεως.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρτάλης. Ἀπών. Ὁ κ. Μαλλιόπουλος.
§16Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἶναι δικαιοτάτη ἡ αἴτησις τοῦ ἀγωνιστοῦ Παυλίδου, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψει ταύτην καὶ προβῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου πρὸς ἀπονομὴν συντάξεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρπετόπουλος.
§18Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα, Κύριοι, τοὺς θερμοὺς καὶ ὡραίους λόγους, μὲ τοὺς ὁποίους ἔντιμοι Συνάδελφοι, ὑπεστήριξαν μίαν ἀληθῶς δικαιοτάτην σύστασιν, πολὺ ὅμως φοβοῦμαι, ὅτι αἱ ὡραῖαί των ὁμιλίαι δὲν θὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ ἄδικον’ ἀπεναντίας, φοβοῦμαι, μήπως χρησιμεύσωσι ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία πρὸς τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον ὡμίλησαν. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἤκουσα κατ’ ἐπανάληψιν ὁμοίας θερμὰς συστάσεις καὶ ἴσως ἴσως καὶ διὰ τὰ αὐτὰ πρόσωπα, διότι δὲν πρόκειται, νομίζω παρὰ περὶ δύο ἢ τριῶν οἰκογενειῶν ἢ ἀτόμων, καθ’ ὅσον δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους ἐπρονόησεν ὁ Χάρος καὶ ὄχι τὸ Κράτος, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀπήλλαξεν ἀπὸ τὴν δυστυχίαν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἤκουσα ποτὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπόφασις, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀτόμων αὐτῶν, τῶν ἐχόντων πραγματικὰ ἐπὶ τοῦ τόπου δικαιώματα. Ὑπῆρξε, Κύριοι, ἐποχή, οὐχὶ πολὺ μεμακρυσμένη, κατὰ τὴν ὁποίαν, μία Κυβέρνησις εἰσηγεῖτο νομοσχέδια καὶ ἡ Βουλὴ ἀσυζητητεὶ ἐψήφιζε περὶ ἀπονομῆς συντάξεων εἰς οἰκογενείας καὶ ἄτομα δι’ ὑπηρεσίας τυπικάς, προσφερθείσας κατὰ τοὺς νεωτέρους τούτους χρόνους. Εἰς μάτην, μόνος ἐγὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντέλεγον: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτεσθε καὶ νὰ ἀποφασίζητε περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς οἰκογενείας καὶ ἄτομα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν, ἢ ἐξετέλεσαν τὴν τυπικὴν ὑπηρεσίαν των ὡς ὑπαλλήλων, καθ’ ὃν χρόνον λησμονεῖτε ὁποίας ἔχετε ὑποχρεώσεις ἐπιτακτικὰς πρὸς ἀγωνιστάς, πρὸς ἀνθρώπους, συνδεομένους μὲ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ τόπου, τῶν ὁποίων βλέπετε ἐντελῶς ἀδιάφοροι τὴν δυστυχίαν; Ἡ φωνή μου τότε δὲν ἠκούσθη, οἱ νόμοι ἐψηφίσθησαν καὶ ἠμείφθησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κανὲν δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ εὐεργετηθῶσι, καθ’ ὃν εὐηργετήθησαν τρόπον. Τὶ συνέβαινε, Κύριοι, τότε καὶ οἱ νόμοι, οἱ προσωπικοί, ἐψηφίζοντο καὶ ἠμείβοντο ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἄξιοι τῆς ἀμοιβῆς; Εἶχον φίλους, Κύριοι, εἶχον φίλους εἰς τὴν Βουλήν, εἶχον φίλους εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἄν, πραγματικῶς, θέλετε, ἂν ἐνδιαφέρεσθε, ἔλθετε νὰ γίνωμεν φίλοι καὶ ἡμεῖς αὐτοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ὡμιλήσατε καὶ τότε μόνον νὰ πιστεύσητε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ τόσον ὡραίας λέξεις ὑπεστηρίξατε. Δὲν ἔχετε τίποτε ἄλλο νὰ κάμητε, ὑποβάλατε μίαν πρότασιν νόμου, διὰ νὰ δοκιμάσητε καὶ τὴν τελευταίαν φορὰν τὴν τύχην, καὶ ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ εὕρητε ἀδιάφορον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§19Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐντελῶς περιττόν, κ. Πρόεδρε, νὰ προσθέσω τίποτε. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω εἶναι, ὅτι ὁ Παυλίδης ἀληθῶς ἔδρασεν ἐθνικῶς. Ἑπομένως, εἶναι ἀληθῶς δίκαιον, τὸ Κράτος νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μηλιαρᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§21Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ θρῦλοι, κ. Πρόεδρε, τῆς ἐποποιΐας τῆς Κρήτης τοῦ 1867, βομβοῦσιν ἀκόμη εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν, θρῦλοι, τοὺς ὁποίους ἐν τῷ πατρικῷ οἴκῳ, περὶ τῶν γιγάντων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἠκούομεν καθ’ ἑκάστην. Μεταξὺ τῶν θρύλων προεῖχον οἱ θρῦλοι περὶ τοῦ Παυλίδου, τοῦ μόνου ναυτίλου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ μόνου ἐνσπείραντος τὸν τρόμον εἰς τοὺς ἐχθρούς. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος πένεται καὶ πένεται, διότι εἶχε τὸν πατριωτισμὸν νὰ μὴ δέχηται τίποτε παρὰ τῆς Πολιτείας κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του. Δυστυχῶς, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ Πολιτεία ἐλησμόνησε τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, καί, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολιδοκαρινθίας Συνάδελφος, ἤμειψεν ἄλλους, οὐδὲν τὸ ἐξαιρετικὸν προσενεγκόντας εἰς τὸν τόπον. Ὁ κ. Συνάδελφος ἐπρότεινεν, ὅπως οἱ Βουλευταί, οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑποβάλωσι πρότασιν νόμου, δυστυχῶς ὅμως, προκειμένου περὶ χρημάτων, δὲν δικαιούμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἀποτείνομαι μόνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλῶ θερμῶς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπως δοθῇ εἰς τὸν μόνον ἐναπομείναντα ἐκ τῆς γεννεαλογίας ἐκείνης ἥρωα τῆς Κρήτης ἀνάλογος σύνταξις.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοκόλης.
§23Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε Πρόεδροι, οἱ ἄνδρες οὗτοι εἶνε τοσούτῳ μᾶλλον ἀξιοσέβαστοι καὶ ἄξιοι πάσης τιμῆς, διότι ἐν πλήρει γνώσει, ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἀνταμείψῃ τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν, διότι ἀνεπισήμως ἐνήργουν· ἐν τούτοις ἔσπευσαν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των μέχρι τοῦ σημείου τῆς αὐτοθυσίας, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν. Ἐγνώριζον πολὺ καλά, ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, ὅτι ἔβαινον πρὸς τὸν θάνατον, ὅτι αἱ οἰκογένειαί των θὰ ἔμενον ἄνευ οὐδεμιᾶς προστασίας καὶ ἐν τούτοις ἐν πλήρει γνώσει ὅλων αὐτῶν τῶν συνεπειῶν ἔσπευδον πρὸς τὴν αὐτοθυσίαν, ἔσπευδον νὰ παράσχωσι τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας των. Παρὰ τοῖς ἀρχαίοις ἐδίδετο, ὡς ἀμοιβή, τῆς ἐλαίας ὁ κότινος, ἀμοιβή, ἡ ὁποία ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων ἔστεψε πάντοτε τὰ μέτωπα ὅλων τῶν ὑπὲρ τοῦ γενικοῦ καλοῦ δρασάντων Ἑλλήνων. Ἀλλ’ αἱ ἐποχαὶ ἤλλαξαν. Σήμερον δὲν ἀρκεῖ μόνον τῆς ἐλαίας ὁ κότινος, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ κἄτι τι ὑλικώτερον, ἔχομεν δὲ συμφέρον ἄμεσον νὰ ἀμείψωμεν τοὺς ἄνδρας αὐτούς, διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν ἡ Ἑλληνικὴ Πατρὶς νὰ χρειασθῇ καὶ πάλιν ἀνθρώπους τοιούτους. Καὶ ἐκεῖνοι, τοὐλάχιστον, ἂς γνωρίζουν, ὅτι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ καθήκοντος αὑτῶν πρὸς τὴν Πατρίδα πέσωσι θύματα, τοὐλάχιστον, θὰ ἔχωσιν ἐξησφαλισμένον, χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας των. Ἑπομένως, οὐ μόνον τιμὴ ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος εἶναι νὰ φροντίσῃ νὰ ἀπονείμῃ σύνταξιν πρὸς τοὺς ἄνδρας αὐτούς, διότι, Κύριοι, εἶναι πολὺ πιθανὸν ἴσως αὔριον νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τοιούτων ἀνδρῶν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιολδάσης.
§25Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐζήτησα, Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἔλαβον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μακροσκελέστατον κατάλογον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι βοηθήματα διὰ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας των. Δὲν ἔχω πρόχειρον, δυστυχῶς, τὸν κατάλογον τοῦτον, ἵνα σᾶς τὸν ἀναγνώσω, καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ ἠθέλετε πεισθῇ, ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐντελῶς ἄσημοι καὶ ἄγνωστοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ζήτημα καὶ ἂν προσέφερον τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας Συνάδελφος ἐποιήσατο λόγον πρὸ ὀλίγου. Εἶναι οἱ ἐπιτήδειοι τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον ᾤχετο ἀπιόν, τοῦ κόμματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν ὤκνει πρὸ οὐδενός, προκειμένου νὰ ἀνταμείψῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσέφερον τὰς εὐτελεῖς καὶ ταπεινὰς αὐτῶν ὑπηρεσίας πρὸς τὸν ἡγέτην αὐτοῦ.
§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ἀόριστα· νὰ φέρετε τὸν κατάλογον.
§27Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Βεβαίως, εἰς τὸν κατάλογον τοῦτον, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχουσι καὶ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἄξιαι τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Κράτους, ἦσαν ἄξιαι τῆς ἀμοιβῆς, τῆς ὁποίας ἔτυχον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι τὰ τέσσαρα πέμπτα τῶν ἐν τῷ καταλόγῳ ἐκείνῳ περιεχομένων, εἶναι πρόσωπα, τελείως ἄγνωστα καὶ ἄσημα. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές. Θὰ δημοσιεύσω τὸν κατάλογον αὐτὸν καὶ τότε ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ ὁμιλήσῃ καὶ θὰ ἴδωμεν ἂν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερον οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ. Ὁ Παυλίδης, τὸν ὁποῖον ὕμνησαν οἱ προλαλήσαντες Συνάδελφοι, τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ὑπῆρξεν εἷς μικρὸς Κανάρης. Ὁ Παυλίδης ἀπετέλεσε τὸ διάμεσον μεταξὺ τοῦ Κανάρη, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ πυρπολικοῦ του δαυλοῦ ἐνέσπειρε τὸν πανικὸν εἰς τὸν Τουρκικὸν στόλον, καὶ τοῦ Κουντουριώτη, ὁ ὁποῖος ἔστησε τῆς νίκης τὰ τρόπαια κατὰ τοὺς τελευταίους πολέμους. Μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἵσταται βεβαίως ὁ Παυλίδης. Ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεγνώσαμεν καὶ ἀνεδιφήσαμεν τὴν Κρητικὴν ἱστορίαν, ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τοὺς ἀγῶνας τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ, ὅλοι, βεβαίως, γνωρίζομεν ποίας ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τοὺς ἀγῶνας ἐκείνους ὁ κατακείμενος ἤδη ἐπὶ τῆς κλίνης πάσχων, φρικτῶς ὑποφέρων καὶ στερούμενος καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας εἶπε καὶ προέτρεψε τὴν Βουλὴν νὰ εἰσαγάγῃ πρότασιν νόμου, ὅπως ἀπονεμηθῇ εἰς τοῦτον σύνταξις. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὑπῆρξε Βουλὴ ἄφρων, Βουλή, ἡ ὁποία, ὑπείκουσα εἰς τὰς ἐμπνεύσεις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὴν ἔφερεν ἐδῶ...
§28Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα πλέον τίθεται προσωπικόν. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή;
§29Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὅλων. Παρακαλῶ, νὰ εἰσηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον, διότι ἡ Βουλὴ καὶ ἂν θελήσῃ νὰ ὑποβάλῃ παρομοίαν πρότασιν νόμου, θὰ λάβῃ καὶ αὕτη τὴν τύχην ἐκείνων τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγεγραμμέναι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1 ἐρώτησις διαγράφεται, τῇ αἰτήσει τῶν ἀναφερομένων κ. κ. Βουλευτῶν. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι Εἰσαγγελεῖς ἐπελήφθησαν τῆς καταδιώξεως τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἵτινες ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῶν Ἑλληνικῶν Παροικιῶν ἐν Παρισίοις ἐξύβρισαν τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐν ταῖς πολιτικαῖς συνεδριάσεσι τοῦ Συνεδρίου.
§31Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινάς, σχετικῶς μὲ τὸ παράνομον Συνέδριον ἐν Παρισίοις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἔδωκε τὰ ἑξῆς πληροφορίας: «Ἐκ τοῦ ἀνακοινωθέντος ὅμως τοῦ εἰρημένου Συνεδρίου, δημοσιευθέντος ὑπὸ τῶν Γαλλικῶν ἐφημερίδων, προκύπτει, ὅτι τὸ μὲν Προεδρεῖον ἀποτελεῖται ἐκ τῶν κ. κ. Γρ. Τριανταφυλλίδου (Προέδρου) ὑπηκόου Γάλλου, Λέοντος Μεσηνέζη καὶ Νικ. Κούππα (Ἀντιπροέδρων) ὑπηκόων Ἑλλήνων, Νεγρεπόντη, γραμματέως, ὑπηκόου Ἕλληνος, Κ. Δ. Χωρέμη ὑπηκόου Ἕλληνος, Δούκα καὶ Μουσούρου Γκίκα, Τούρκων ὑπηκόων». Ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργός: «Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων Γαλλίας, Ἀγγλίας, Ἡνωμένων Πολιτειῶν, Καναδᾶ, Ἑλβετίας, Ρωσσίας, Ρουμανίας καὶ Τύνιδος, τριάκοντα περίπου, ἀντεπροσωπεύοντο, πλὴν τῶν ὡς ἄνω, ἀποτελούντων τὸ Προεδρεῖον, καὶ ὑπὸ τῶν κ. κ. Μπαλτατζῆ, Πετροκοκκίνου, Ν. Ράλλη, Ν. Σαλβάγου, Σκαπέρδα, Πανταζῆ, Ρακτιβάν, Α. Βλαστοῦ, Εὐμορφοπούλου, Νατζίου, Κονδούρη, Κέπετζη, Παπαδάκη, Κουϊτέα καὶ Γεωργίου Ζαφειροπούλου, ἁπάντων σχεδὸν ὑπηκόων Ἑλλήνων. Ἡ σχετικὴ ἀλληλογραφία τῶν ἡμετέρων διπλωματικῶν καὶ προξενικῶν ἀρχῶν δὲν δύναται νὰ κατατεθῇ. Δηλοῦται ἐν τούτοις, ὅτι αἱ ἡμέτεραι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀρχαὶ ἔπραξαν πᾶν τὸ δυνατὸν πρὸς ματαίωσιν ἀποστολῆς ἀντιπροσώπων εἰς τὸ εἰρημένον Συνέδριον». Κατ’ ἀκολουθίαν, τῆς ἀπαντήσεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐρώτησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν αἱ Εἰσαγγελικαὶ ἀρχαί, δεδομένου ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι ἐξύβρισαν ἐν τῷ Συνεδρίῳ τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, νομίσαντες, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀντιποιηθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ ἐγείρωσι τὸ ἀνάστημά των, αὐτοί, ἀπέναντι τοῦ Θρόνου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἀπέστειλαν τὸ αὐθάδες ἐκεῖνο τηλεγράφημα, ἐὰν, λέγω, αἱ Εἰσαγγελικαὶ ἀρχαὶ ἐνήργησαν καὶ τίνα μέτρα ἔλαβον κατ’ αὐτῶν. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδῶ, διὰ νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ πληρεστέρας πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς γενομένης ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἐρεύνης, διότι τοιαύτη ἔρευνα εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θὰ βοηθήσῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἶναι πρὸς τοῦτο χρήσιμος, ἡ πληρεστέρα ἔρευνα εἶναι ἀπαραίτητος διὰ νὰ δικαιωθῶσιν ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους ὅλαι ἐκεῖναι αἱ κοινότητες, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐμολύνθησαν διὰ τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὸ ἀντεθνικὸν ἐκεῖνο Συνέδριον.
§32Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κ. Συνάδελφοι, μίαν διακοπήν. Λέγετε νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ Κοινοτήτων τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἑπομένως, τρόπον τινά, νὰ στιγματισθῶσιν αἱ Κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ἀντεπροσωπεύθησαν, ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἀμερικήν, ὡρισμέναι ὁμάδες τῶν κοινοτήτων, δῆθεν, ἀντεπροσωπεύθησαν.
§33Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, ὅτι ὁλόκληρος ὁ ἀλύτρωτος Ἑλληνισμὸς δὲν ἔστειλεν ἀντιπροσώπους, αἱ κοινότητες, δηλαδή, Βουλγαρίας, Θράκης, Αἰγύπτου, Μ. Ἀσίας καὶ Κύπρου δὲν μετέσχον τοῦ Συνεδρίου. Ἐπειδὴ δὲ αὐτοὶ οἱ κύριοι διεφήμησαν τὸ Συνέδριον αὐτὸ ὡς Πανελλήνιον δέον νὰ ἐξακριβωθῇ τίνες κοινότητες μετέσχον καὶ νὰ δικαιωθῶσιν αἱ μὴ μετασχοῦσαι. Διότι δὲν γνωρίζομεν σήμερον ποῖαι, π. χ., κοινότητες ἐν τῇ Ἀμερικῇ ἐνόμισαν, ὅτι ἐδικαιοῦντο νὰ ὑψώσωσι φωνὴν κατὰ τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος. Δὲν γνωρίζομεν ἐπίσης ποῖαι Κοινότητες ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Ρουμανίᾳ συνῆλθον καὶ διώρισαν ἀντιπροσώπους αὐτῶν. Διότι, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχω καὶ ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα, μόνον ἡ ἐν Βουκουρεστίῳ Κοινότης ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντιπροσωπευθῇ. Εἰς πλείστας δὲ ἄλλας πόλεις δὲν ἐγένετο οὔτε συζήτησις περὶ ἀντιπροσώπων, οὐδὲ περὶ ἀποστολῆς τοιούτων, οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν παρασταθέντων εἶναι αὐτόκλητοι καὶ αὐτοχειροτόνητοι ἀντιπρόσωποι Κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι οὔτε γνῶσιν εἶχον περὶ τούτου.
§34Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, δὲν ὑπάρχουν Κοινότητες ἀντιπροσωπευθεῖσαι.
§35Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ νέᾳ δὲ ἐξετάσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ λάβῃ γνῶσιν, καὶ ἂν κρίνῃ εὔλογον, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, δι’ ὃ τὸν παρακαλῶ, ποῖοι ὑπάλληλοι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ παρέλειψαν τὸ καθῆκον αὐτῶν. Διότι, φαίνεται, δὲν εὑρέθη οὐδεὶς ἐκ τῶν Προξένων, ἱκανὸς νὰ ματαιώσῃ τὴν ἀποστολὴν ἀντιπροσώπων εἰς ἐκείνας τὰς πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ἔγινεν ἀποστολὴ ἀντιπροσώπων. Ὑπάρχουν δὲ πληροφορίαι ἀσφαλεῖς, Κύριοι Ὑπουργοί, κατὰ τὰς ὁποίας, Πρεσβευταί τινες καὶ Πρόξενοι, ὄχι μόνον δὲν ἀπέτρεψαν τὰ τοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ καὶ ἐνίσχυσαν τὴν συγκρότησιν αὐτοῦ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθῶς τερατῶδες, καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἀληθὲς καὶ λυπηρόν. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῆς ἀρνήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, σχετικῶς μὲ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰ προσαγάγῃ. Καίτοι δὲ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κρίνω ἂν ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ὀρθή, δὲν ἐπιλανθάνομαι τοῦ πράγματος, πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ κάμῃ τὸ καθ’ ἑαυτόν, πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἐνεργειῶν τῶν διπλωματῶν καὶ προξένων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλησμόνησαν τὸ καθῆκόν των. Ἐκ τούτου δὲ θὰ δικαιωθῶσιν ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους αἱ κοινότητες ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐλησμόνησαν τὴν ὀφειλομένην πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν ἐν τῷ πατριωτισμῷ των, πρὸς τὴν Μητέρα Ἑλλάδα, ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ, ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἂν τὰ λεχθέντα ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἐξυβριστικά, ὡς ἐδημοσιεύθησαν καὶ κατηγγέλθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κατὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀληθῆ. Καὶ δεδομένων αὐτῶν ὡς ἀληθῶν, τὶ ἐνήργησεν ἡ δικαιοσύνη πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἐνόχων.
§36Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐζήτησα καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἀπὸ τῆς 13ης Φεβρουαρίου.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος, κ. Βουλευτά, καὶ σᾶς παρακαλῶ μὴ λαμβάνετε τὸν λόγον αὐθαιρέτως.
§38Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον λαμβάνω δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐζήτησα ἤδη ἀπὸ πολλοῦ, ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μέχρι σήμερον δὲν τὰ κατέθεσεν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ φείδεσθε τόσον πολὺ τοῦ Κανονισμοῦ, ἔπρεπε κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ ὑποβάλητε ἐπερώτησιν, διατὶ δὲν προσήχθησαν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Οἱ κ. κ. Μοσχούλας καὶ Λεβίδης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πόσον ἐστοίχισαν τὰ ἔπιπλα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας εἰς τὸ Δημόσιον, εἰς ποῖα ἐργοστάσια παρηγγέλθησαν ἐνταῦθα ἢ τῆς ἀλλοδαπῆς, καὶ ἐὰν ταῦτα ἐδόθησαν εἰς δημοπρασίαν, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἢ ἄνευ τοιαύτης.
§40Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κ. Πρόεδρε, νὰ ἔχω καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλιάμος.
§42Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Ἐπίσης, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος καὶ Φ. Μοσχούλας παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν μέλλῃ νὰ λάβῃ ἀπόφασίν τινα περὶ τῆς ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς μητέρων χηρῶν, περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὴν Βʹ σειρὰν τῆς ἐφεδρείας τοῦ μόνου υἱοῦ ἢ τοῦ μόνου προστάτου τῆς οἰκογενείας αὐτῶν. Δυναμένης δὲ νὰ ἀποδειχθῇ δικαστικῶς τῆς προστασίας ταύτης.
§44Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω τολμήσῃ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὴν ἐνώπιόν του ἀναφορὰν μητέρων χηρῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μονογενῆ υἱόν, ἢ ἔχουσιν ἕνα μόνον υἱὸν προστάτην τῆς οἰκογενείας αὐτῶν. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὡς Διαδόχου, ὑπῆρχε λόγος ἀπαλλακτικός, ἐὰν ἡ ἀνάγκη ὑπηγόρευε τήν ἀπαλλαγήν. Βεβαίως, ἡ ἀνάγκη αὐτὴ δὲν ἐξέλειπεν, ἴσως εἶναι μεγαλειτέρα, παρὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐτίθετο ἡ διάκρισις εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Διαδόχου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσως δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐμπόδιον εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ λόγου τῆς ἀπαλλαγῆς, δύναται ἴσως νὰ εἶναι ἡ δυσχέρεια εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν ὁ μονογενὴς εἶχεν ἐπὶ τῆς πατρικῆς περιουσίας. Θέλω, λοιπόν, συστήσει, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζῃ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς δυσχερείας διὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀπαλλαγῆς, νὰ ὁρισθῇ δικαστικὴ ἐξακρίβωσις τῆς προστασίας διὰ νόμου ἀσφαλίζοντος ἀπὸ πᾶσαν κατάχρησιν καὶ βεβαιοῦντος ἀναμφισβητήτως, ὅτι ἡ προστασία εἶναι πραγματικὴ καὶ ἑπομένως ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς εἶναι βάσιμος δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπικαλεῖται. Αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφήνων πάντοτε εἰς τὴν σύνεσιν καὶ τὰ φιλανθρωπικά του αἰσθήματα τὴν μελέτην καὶ τὴν πραγματοποίησιν τῆς προστασίας.
§45Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Πολὺ καλά.
§46Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἐὰν εἰς τὸ παρελθὸν ὁ νόμος παρέσχε τὰ εὐεργετήματα, ποὺ παρέσχε κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπιστράτευσιν εἰς τοὺς ἔχοντας 4 τέκνα καὶ τοὺς ὑπηρετοῦντας τέσσαρας ἀδελφούς, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν φρονοῦντος ὅτι, προκειμένου περὶ πατέρων ἐχόντων τέσσαρα τέκνα, ἑπομένως ἐχόντων ἀνάγκην τῶν τέκνων πρὸς ὑποστήριξιν ὑπὸ τοῦ πατρός, ὅτι ἔδει νὰ δοθῇ ἀπαλλαγή. Ἐπίσης, προκειμένου περὶ 4 ἀδελφῶν ὑπηρετούντων, δέον νὰ δοθῇ ἀπαλλαγή. Ἀλλ’ εἰς οἵαν κατηγορίαν εὑρίσκονται αἱ δύο κατηγορίαι αὐταί, οἱ πατέρες 4 τέκνων καὶ οἱ ἔχοντες 4 ἀδελφοὺς ὑπηρετοῦντας, εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, νομίζω, εὑρίσκονται ἐπίσης καὶ οἱ μονογενεῖς υἱοὶ μητέρων χηρῶν. Λέγω τοῦτο, διότι, ὡς γνωρίζετε, εἰς τοὺς πολέμους δὲν εἶναι μόνον ὁ κίνδυνος τῆς μάχης, ὅστις μάλιστα ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑφίσταται, ἐφόσον δὲν ἐκάλεσαν τοῦτο αἱ περιστάσεις, ἀλλὰ διότι παραμένουν ἐκτεθειμένοι εἰς τὸ ψῦχος, τὰς χιόνας καὶ τὰς κακουχίας καὶ τὰ παρακολουθοῦντα ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως κακά, βεβαίως, εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον καὶ οἱ μονογενεῖς νὰ κύψωσιν ὑπὸ τὸ βάρος τῶν παρακολουθημάτων τούτων. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν εἶνε ἀδύνατον τοῦτο, νὰ ὑπαχθῶσιν, ἔστω, οἱ μονογενεῖς εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν ἐλπίζω, ὅτι θὰ ὑπαχθῶσι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ στρατολογικοῦ νόμου οἱ ἀπωλέσαντες ἀδελφὸν κατὰ τοὺς δύο ἐνδόξους πολέμους. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀνισότης περὶ τῆς ὁπίας ἔλαβον καὶ ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐκράτησεν ἐν τῇ ἀντιλήψει τῆς Πολιτείας διὰ τοὺς ὑποχρέους πρὸς στράτευσιν, θέλει ἐκλείψει κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων.
§47Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον, νὰ τοὺς βάλετε εἰς τὴν δευτέραν σειρὰν τῆς ἐφεδρείας, διότι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι πάντες οἱ πολῖται δὲν μάχονται ἐξ ἴσου ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Αὐτὴ αὕτη ἡ ἀρχὴ δὲν θίγεται, ἐὰν μετατεθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν σειρὰν τῆς ἐφεδρείας.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρομήλιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ συνελήφθησαν ἐν Αὐλῶνι παρὰ τῶν Ἰταλικῶν ἀρχῶν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι Σαμῆ Καραγκιόζης ἐξ Ἀργυροκάστρου, καὶ ἰατρὸς Σιμωνίδης ἐκ Χειμάρρας καὶ τὶ ἐνήργησε πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν.
§49Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Ἡ παράκλησίς μου ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Πρόκειται περὶ τριῶν πατριωτῶν μας, συλληφθέντων ἐν Αὐλῶνι ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν. Καὶ περὶ μὲν τοῦ ἑνὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνεργῆσαν, κατώρθωσε τὴν ἀποφυλάκισίν του. Περὶ δὲ τῶν ἄλλων δύο θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἂν ἐπετεύχθη ἡ ἀποφυλάκισις τῶν κρατουμένων εἴς τινα χώραν παρὰ τὸν κόλπον τῆς Νεαπόλεως. Εἶναι ὁ ἰατρὸς Σιμωνίδης καὶ ὁ φαρμακοποιὸς Ἠλιάδης. Παρακαλῶ θερμῶς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα πρὸς τὸν ἐν Ρώμῃ Πρεσβευτήν, ὅπως ἀπαλλαχθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἵτινες εἰς οὐδὲν ἔπταισαν καὶ συνελήφθησαν ἁπλῶς, διότι ἦσαν Ἕλληνες.
§50ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰδοποιήθη ὁ ἐν Ρώμῃ Πρεσβευτὴς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τούτων καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόλυσίν των. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἐλάβομεν. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας ἀπό τινων ἡμερῶν ἀπουσιάζει εἰς Παρισίους καὶ ἑπομένως, νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἐπάνοδόν του θὰ ἔχωμεν κάποιαν ἀπάντησιν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρομήλιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί μέτρα ἔλαβε διὰ τοὺς στρατευσίμους τῆς Β. Ἠπείρου ἐκείνους, οἵτινες, λαβόντες μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ στρατευθέντες ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνακατάληψιν τῆς χώρας ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐκηρύχθησαν λιποτάκται δι’ ὀλιγοήμερον ἀπουσίαν, προκληθεῖσαν ἐκ τῆς μὴ χορηγίας ἀδειῶν κλπ.
§52Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν πρὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φανῇ ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς κρατουμένους ἐν Ἀργυροκάστρῳ στρατευσίμους ἐπὶ λιποταξίᾳ ἐκ τῶν μερῶν τῆς Βορ. Ἠπείρου. Ἡ λιποταξία αὐτὴ προῆλθεν ἕνεκα μὴ χορηγήσεως ἀδείας κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι αὐτοὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα ἐπὶ δύο ἔτη. Μετὰ ταῦτα, κληθέντες τακτικοὶ στρατεύσιμοι προσῆλθον. Ἐὰν δὲ, κ. Ὑπουργέ, κατὰ τὰς ἑορτὰς ἔφυγον ἄνευ ἀδείας, καὶ ὑπέπεσαν εἰς τὸ ἄτοπον, αὐτό, νομίζω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία πρέπει νὰ τοὺς κρίνῃ ἄλλως. Μένουσιν ἐπὶ ἕξ μῆνας εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τὸν παρακαλῶ θερμῶς νὰ διατάξῃ ὅ,τι νομίζει πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν νόμων.
§53Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ ἤμην εὐτυχὴς, ἐὰν ἠδυνάμην διοικητικῶς νὰ λάβω μέτρα πρὸς ἀπαλλαγήν τῶν περὶ ὧν πρόκειται λιποτακτῶν. Δυστυχῶς, ἡ ὑπόθεσις ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Στρατοδικείων.
§54Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Τότε νὰ ἐπισπευθῇ ἡ δίκη.
§55Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Μάλιστα. Ὄχι δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ μεταβιβάσω καὶ ἀκεραίας τὰς συστάσεις ὑμῶν, ὥστε νὰ ληφθῶσιν αὗται ὑπ’ ὄψει καὶ ἐκτιμηθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας αὐτοὶ προσέφερον.
§56Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ραδινός. Ἀπών. Ὁ κ. Ἀντωνιάδης. Ἀπών. Ὁ κ. Σπυρομήλιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα ἔλαβε κατὰ τοῦ ἐν Ἀργυροκάστρῳ ἀνθυποφαρμακοποιοῦ Σκιαδοπούλου, ὅστις ἐρράπισε τὸν ξενοδόχον Β. Μπούκαν, διότι δὲν παρεσκεύασε φαγητὰ μετὰ κρέατος τὴν Καθαρὰν Δευτέραν.
§58Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, κάποιος κ. Ἀξιωματικὸς ἐν Ἀργυροκάστρῳ διότι ὁ μάγειρος δὲν τῷ ἐμαγείρευσε κρέας τὴν Καθαρὰν Δευτέραν, τὸν ἐρράπισε. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν.
§59Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἔλαβον πρόνοιαν καὶ διέταξα ἀνάκρισιν διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας θὰ σᾶς ἀνακοινώσω.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μητσόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἂν εἶναι διατεθειμένος νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τῶν Σιδηροδρόμων Λαρίσσης τὴν θεραπείαν τῆς ἑξῆς πραγματικῆς ἀνάγκης: Γίνεται σήμερον διὰ τοῦ σταθμοῦ τῶν Θηβῶν ἡ ὅλη κίνησις τῶν ταξειδιωτῶν καὶ τῶν ἐμπορευμάτων, ἡ ζητοῦσα τὰς κατευθύνσεις τοῦ εἰρημένου σιδηροδρόμου, καὶ ἡ ἀφορῶσα: Τὸ Ἀμπελοσάλεσι (Θηβῶν, 700 κατ.) ἀπέχον τῶν Θηβῶν ὥρα 1¾. Τὴν Μπλάτσαν (Πλαταιῶν, 600 κατ.) ἀπέχουσαν ὥρας 3. Τὰ Παραπούγγια (Πλαταιῶν, 1.200 κατ.) ἀπέχοντα ὥρ. 3½. Τὸ Λουτουφὶ (Πλαταιῶν 350 κατ.) ἀπέχον ὥρ. 1½. Τὸ Καπαρέλι (Πλαταιῶν 2000 κατ.) ἀπέχον ὥρ.3½. Ἡ κίνησις τῶν ἐπιβατῶν, οὐ μόνον τῶν κοινοτήτων τούτων, ἀλλὰ καὶ τῶν γειτονικῶν ἄλλων τοιούτων, καθὼς καὶ τῶν ἀπωτέρων, ὅσαι διὰ μέσου τῶν εἰρημένων τόπων ἐπικοινωνοῦσι πρὸς τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμήν, ἤθελε διευκολυνθῆ σπουδαιότατα, ἐὰν ὁ σιδηρόδρομος Λαρίσης μετέτρεπεν εἰς στάσιν, παραλαμβάνουσαν ἐπιβάτας, τὸ ὑπάρχον — μεταξὺ Βαγίων καὶ Θηβῶν — φυλακεῖον. Διὰ τῆς μετατροπῆς ταύτης, ἡ σιδηροδρομικὴ ἀπόστασις θὰ περιωρίζετο: Ἀπὸ Μπάλτσαν εἰς ὥραν 1½, ἀντὶ ὡρῶν 3, ὡς νῦν μέχρι Θηβῶν. Ἀπὸ Παραπουγγίων εἰς ὥραν 1½ ἀντὶ ὡρῶν 3½, ὡς νῦν, μέχρι Θηβῶν. Ἀπὸ Λουτουφί εἰς ὥρας ¾, ἀντὶ ὡρῶν 1½, ὡς νῦν, μέχρι Θηβῶν. Ἀπὸ Ἀμπελοσάλεσι εἰς ὥραν ½ ἀντὶ ὡρῶν 1¾, ὡς νῦν, μέχρι Θηβῶν. Ἀπὸ Καπαρέλι εἰς ὥρας 2½ ἀντὶ ὡρῶν 3½, ὡς νῦν, μέχρι Θηβῶν. Εἰς τὴν ζητουμένην στάσιν δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐγκαταστάσεως ὑπαλλήλου, πρὸς ἔκδοσιν εἰσιτηρίων, τῶν τοιούτων μελλόντων νὰ ἐκδίδωνται ἐντὸς τῶν βαγονίων. Ἡ φόρτωσις καὶ ἐκφόρτωσις τῶν ἐμπορευμάτων θὰ ἐξακολουθήσῃ γιγνομένη ἐν τῷ σταθμῷ Θηβῶν. Ἡ πόλις τῶν Θηβῶν θὰ ὠφελῆτο ἐκ τῆς πρὸς αὐτὴν εὐκολωτέρας καθισταμένης κινήσεως τῶν ἐπιβατῶν.
§61Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπηύθυνα σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὑποδεικνύων τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία πραγματικῶς ὑφίσταται, ὅπως παρεμβληθῇ ἡ ἐπιρροή τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρὰ τῇ Διευθύνσει τῶν Σιδηροδρόμων Λαρίσης, νὰ ἀνασυσταθῇ στάσις σιδηροδρομικὴ μεταξὺ Μπάλτσας καὶ Ἀμπελοσάλεσι. Ἡ παράκλησίς μου διετυπώθη πρὸ πολλοῦ χρόνου. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θέλει λάβει ὑπ’ ὄψει του τὴν παράκλησιν ταύτην τόσῳ περισσότερον, καθ’ ὅσον καὶ ὁ ἴδιος ἐξ ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισε περὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ νόμου, θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐν λόγῳ στάσεως.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας, αἱ λοιπαὶ ἐρωτήσεις ἀναβάλλονται διὰ τὴν αὔριον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ὁ κ. Μπασιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§63Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, συνεστήθη ἐπιτροπή, ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὸν Κανονισμόν, βλέπω δὲ ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὥστε ὑπάρχουν δύο τροποποιήσεις χωρισταί. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ προσωπικοῦ, ὅπως γίνεται εἰς Εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως: Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 1ον. Ὑπάρχει μία τροπολογία, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 97, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο πρότασις περὶ τροποποιήσεως, ἑπομένως αὕτη, ὡς ἔχει, παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἄλλη τροπολογία, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 99, εἶχε τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ πρὸ τῆς πρώτης συζητήσεως, ἀλλὰ παραπέμφθη, ἵνα συζητηθῇ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§65Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ράλλη;
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Γιολδάσης ἔχει τὸν λόγον.
§67Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, κ. Βουλευταί, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ ἐνώπιον ὑμῶν προτάσεις, ἀφορώσας τὴν κατάργησιν τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, καὶ ἀνέπτυξα πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἤγαγον εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἐκτὸς ὅμως ἐμοῦ καὶ ἄλλοι διαπρεπεῖς Συνάδελφοι, ὁμιλήσαντες ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐτόνισαν καὶ αὐτοὶ τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως τῶν προσόντων διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, διότι ἐθεώρησαν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, ἀνήκοντες εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ἐμπιστοσύνην τοῦ Προέδρου αὐτῶν, ἔπρεπε νὰ ἐκλέγωνται οὐχὶ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ τυπικὰ προσόντα, ἀλλὰ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κέκτηνται ἠθικὰ ἐφόδια καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰ καθήκοντα τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν θὰ ἀνελάμβανον. Ἐξ ἀφορμῆς τῶν λεχθέντων ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, Κύριοι Βουλευταί, ὁ βενιζελικὸς τύπος ἠλλάλαξε καὶ ἐμέμφθη ἡμῶν, ὅτι θέλομεν νὰ καταργήσωμεν γενικῶς τὰ προσόντα καὶ ὅτι περὶ καταργήσεως γενικῆς τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἔγινε λόγος ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Καὶ ὄχι μόνον ὁ ἀνήθικος βενιζελικὸς τύπος ὡμίλησε καὶ ἔγραψεν, ἀλλὰ καὶ ὄργανον ἐνταῦθα ἐκδιδόμενον, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τοῦ κ. Βενιζέλου τὰς ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις, ὁ «Κῆρυξ», ἔγραψεν, ὅτι βέβηλον βάζουν χεῖρα οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σημερινὴν Βουλὴν κατὰ τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ὑπεραμύνονται αὐτοὶ τῶν προσόντων, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ προσόντα δὲν ὀφείλονται εἰς αὐτούς, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ προσόντα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κατὰ τὸ πλεῖστον καθωρίσθησαν ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, τῇ εἰσηγήσει καὶ ἐπιμονῇ αὐτῆς, καὶ ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῶν Βουλῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι περιέβαλον διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης των τὰς πρὸ τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου διοικησάσας τὴν Χώραν. Καὶ παριστάμεθα, Κύριοι, εἰς τὸ θέαμα κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, οἰκειοποιούμενοι τὰ πάντα, ἐπικαλοῦνται τὴν παρέμβασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως σώσῃ τὴν Χώραν, ἡ ὁποία κινδυνεύει, εὑρισκομένη εἰς τὰς χεῖρας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
§68ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχουν δίκαιον. Ἔβαλαν τοὺς φίλους των μέσα, τοὺς ἐμονιμοποίησαν. Καλὰ κάμνουσιν!
§69Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καὶ ὁμιλοῦσι περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, διορίσαντες εἰς ἀνωτάτας θέσεις ἄγνωστα καὶ ἄσημα πρόσωπα, ἐψήφισαν κατόπιν νόμον περὶ προσόντων, μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἠδύναντο διὰ τοῦ τρόπου τούτου νὰ τοὺς κρατήσωσιν ἐσαεὶ εἰς τὰς θέσεις ταύτας διὰ νὰ τοὺς ἔχωσιν ὄργανα τῶν ὀρέξεων καὶ τῶν βλέψεων αὐτῶν.
§70Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ τὸ κυριώτερον προσὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἦτο, ὅτι οἱ διορισθέντες ἀπ’ εὐθείας, οἱ ἤδη κατέχοντες τὰς θέσεις αὐτάς, ἔχουσιν ὡς προσὸν νὰ τὰς διατηρήσωσι. Λόγου χάριν, εἷς καφετζῆς κατέχει μίαν θέσιν, γίνεται εἷς νόμος καὶ λέγει, ὅτι: διὰ νὰ καταληφθῇ αὐτὴ ἡ θέσις, πρέπει νὰ ἔχῃ τις ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἀπολυτήριον ἐμπορικῆς σχολῆς, ἀπολυτήριον διδασκαλείου καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν εἶνε καὶ ὁ κατέχων τὴν θέσιν! Θὰ ἀναπτύξω αὐτὰ αὔριον, ἐπὶ τῇ βάσει θετικῶν γεγονότων.
§71Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καὶ ἐνῷ τόσον ἀσυστόλως οἰκειοποιοῦνται ἔργα ἀλλότρια ἐνασμενίζοντες νὰ ὁμιλῶσι καθ’ ἑκάστην περὶ μετεπαναστατικοῦ καθεστῶτος, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατεδολιεύθησαν τὴν ἐπανάστασιν, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, ποὺ παρουσιαζόμενοι ὡς ἐντολοδόχοι τῆς ἐπαναστάσεως, διέπραξαν τόσα ἀνομήματα, ὅσα δὲν διεπράχθησαν ἀφ’ ἧς ὑπάρχει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ ἐνῷ τόσα βαρύνουσι τὸ παθητικὸν αὐτῶν, καὶ ἐνῷ τόσα — τονίζω καὶ ἐπαναλαμβάνω — ἁμαρτήματα διέπραξαν, ὅταν ἀντελήφθησαν ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεων αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν ἀντελήφθησαν ὅτι ἐπεκρέματο ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν ἡ θύελλα καὶ ἡ καταιγίς, ἐτράπησαν εἰς ἄτακτον φυγὴν οἱ λιποτάκται τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος. Βεβαίως, θεωρῶ ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, ὅπως ἀποκαθάρῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρ’ ἀξίαν κατέλαβον τὰ διάφορα ἀξιώματα ἐν τῇ Πολιτείᾳ, οὐδέποτε ὅμως θὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς καταργήσεως προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι θεωρῶ, ὅτι ἀμφότερα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Προκειμένου δὲ εἰδικώτερον, κ. Βουλευταί, περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, εἶπον κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτι ἐχρημάτισαν ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχον προσόντα, πρόσωπα ἄξια πάσης τιμῆς, τὰ ὁποῖα διεχειρίσθησαν εὐόρκως τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτὰ ὑπηρεσίαν· χωρὶς δὲ νὰ θελήσω νὰ ὑποτιμήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι σήμερον τὰς θέσεις ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν δύναμαι νὰ ἀποκρύψω ὅτι δὲν εἰσῆλθον εἰς τὰς θέσεις ταύτας δυνάμει προσόντων, ἀλλ’ ὅτι διωρίσθησαν προηγουμένως καὶ κατόπιν, διὰ νὰ διατηρηθῶσιν εἰς τὰς θέσεις, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐνόμισεν, ὅτι τῇ ἐπεβάλλετο νὰ ψηφίσῃ εἰδικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ διὰ νὰ τοὺς προστατεύσῃ, διὰ νὰ τοὺς κρατήσῃ εἰς τὰς θέσεις! Καὶ διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, ἐπανέρχομαι εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λέσβου κ. Εὐστρατιάδου, ὑπέβαλον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§72ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Δὲν συζητεῖται αὐτὴ τώρα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συζητεῖται αὐτή.
§74Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἀντὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης, συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη προηγουμένως καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτήν ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἐκπληροῖ καθῆκον καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν προσόντων ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους τὸ Προεδρεῖον θὰ ἀναβιβάσῃ εἰς τὰ ἀξιώματα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ εἶναι κατώτεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ Κανονισμὸς ζητεῖ διὰ τῶν εἰκονικῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα παραθέτει.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§76Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν περὶ καταργήσεως προσόντων, τὰ ὁποῖα ὁ ὑπάρχων Κανονισμὸς ἔχει δημιουργήσει ὑπὲρ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς, ὄχι διότι ἀποδίδω σημασίαν τινὰ εἰς τὴν μονιμότητα τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ Κανονισμῷ, διότι ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως, ὁ καθορισμὸς ἐν τῷ Κανονισμῷ μονιμότητος εἶναι ἴσος τῷ μηδενί καὶ ἐπλανήθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τὸ προσὸν ἐν τῷ Κανονισμῷ, νομίζοντες, ὅτι ἐξασφαλίζουσι τὰ πρόσωπα διὰ τὰ ὁποῖα ὥρισαν τὰ προσόντα. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι νόμος. Ὁ νομίζων τὸ ἐναντίον, πλανᾶται οἰκτρῶς. Ἑπομένως ὅ,τι δὲν ὁρίζεται διὰ νόμου, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν καὶ δύναται ἡ μονιμότης διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὕλη ἢ ὡς θέμα εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Βενιζέλον ἐν τῷ νέῳ σταδίῳ, τὸ ὁποῖον ἐξέλεξε, τοῦ δημοσιογράφου, μετὰ τὴν ἀποχὴν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ συζητῇ περὶ τοιούτων πραγμάτων, νομικῶς ἐντελῶς ἀνυποστάτων καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ αὐτῶν, ἀπαγορευομένου τούτου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ρητῶς λέγει: ὅτι: διὰ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐνεργοῦνται αἱ ὑπηρεσίαι καὶ αἱ ἐργασίαι αὐτῆς. Καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄλλως τε θεωρητικῶς ὀρθότατον. Περιττεύει θεωρητικὴ συζήτησις μετὰ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἀλλ’ ἐν δυσὶ λέξεσιν ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ πολὺ καλῶς, ὅτι ἡ Προεδρικὴ ἐξουσία τοῦ Σώματος εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστος μὲ περιορισμούς, τοὺς ὁποίους θὰ θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου διὰ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ ρυθμιστὴς τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σχέσεων τῶν κομμάτων. Καθ’ ἑκάστην πολλάκις καὶ τὴν ἐξουσίαν τῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ τὴν σχετικὴν μετὰ συζήτησιν ἐκτὸς ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν, δὲν δύναται οὐδεὶς Πρόεδρος νὰ τὴν ἐνασκήσῃ προσηκόντως, ἐὰν ἔχῃ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξαρτῶνται ἀπολύτως ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Διότι, ἐὰν θέσητε ἢ ἐὰν δεχθῆτε τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπάλληλοι ἐκ τοῦ νόμου, θὰ δώσητε εἰς αὐτοὺς συνάμα τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσωσι περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν πράξεών των. Εἶναι ὄργανα τῆς προεδρικῆς ἐξουσίας καὶ ἂν τὰ ὄργανα ταῦτα, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ δοθῇ οὐδεμία ἔννοια ἄλλη εἰς τὴν λέξιν αὐτήν, ἐὰν εἰς τὰ ὄργανα αὐτὰ δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, παραγγέλλοντα εἰς αὐτοὺς νὰ κάμωσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, θὰ εἴπωσι: «Θὰ σκεφθῶμεν, κ. Πρόεδρε, καὶ θὰ ἴδωμεν, ἐὰν εἶναι σύμφωνον τοῦτο μὲ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγετε». Θὰ τὸ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ὑπάλληλος αὐτὸ νὰ τῷ εἴπῃ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἴπετε, ὅτι εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Δημοσίου. Ἀπὸ τοιούτων σκέψεων ὁρμώμενος, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς καὶ ὑπερασπίζουσα τὴν Προεδρικὴν ἐξουσίαν, ἐξουσίαν τοσοῦτον μεγάλην καὶ τοσοῦτον πολύτιμον διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὅταν εἶναι ἐλευθέρα νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ράλλη καὶ τῶν ἄλλων Συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καταργοῦν τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ περὶ προσόντων καὶ ἀφήνουν τὴν ἐξουσίαν μόνην καὶ ἀπόλυτον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εὐθυνόμενον διὰ τὴν ἐκλογήν, τὸν κ. Πρόεδρον, ὄχι τὸν ἄγνωστον, τὸν ὑποθετικὸν αὐτὸν νόμον, τὸν ὁποῖον, μὴ δεχόμενοι ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι προσόντα καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ προσδοκῶσιν οἱανδήποτε μονιμότητα.
§77Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὰς διατάξεις, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἔρευναν συζητήσεως. Τὸ θέμα ἐπεξετάθη γενικῶς ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς. Κατὰ τοῦτο δὲν εἶμαι σύμφωνος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δέον νὰ παρατηρηθῇ, εἶναι ἡ διάκρισις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Οὐσιαστικῶς συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, διαφωνῶ ὅμως, ὡς πρὸς τὸν νομικὸν καθορισμὸν περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Βεβαίως, οὗτοι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν εἶναι ὅμως ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους.
§78Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τοῦ Κράτους.
§79Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφήσατε, κ. Ἀναστασόπουλε...
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν σειράν σας, κ. Ἀναστασόπουλε, νὰ τὰ εἴπητε αὐτά. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§81Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας, κ. Ἀναστασόπουλε, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά σας. Ἐγὼ ὑποστηρίζω καὶ λέγω, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ διαφορά, τὴν ὁποίαν κάμνω μὲ τοῦτο, εἶναι πρόδηλος μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ὡς ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἐκπροσωποῦσι τὸ Κράτος αὐτὸ ἐν εἰδικῷ καθορισμῷ λειτουργίας, εἶναι τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους αὐτοῦ ἐν ἑκάστῃ δεδομένῃ λειτουργίᾳ, ἐνῷ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουσι διὰ τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς καὶ τίποτε ἐπὶ πλέον. Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ἀπορρέουσιν ἐκ τῶν νόμων τῆς Πολιτείας, ἐνῷ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ἀπορρέουσιν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὁ ἐσωτερικὸς Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τυπικὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἀλλὰ διαφέρει τοῦ νόμου ἐν τῇ κυρίᾳ σημασίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχει, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ὁ ἐσωτερικὸς Κανονισμὸς ἀπορρέει ἀπὸ μίαν θέλησιν, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπορρέει ἀπὸ δύο παράγοντας, καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα. Τοῦτο δὲ εἶναι οὐσιῶδες, οὐσιωδέστατον. Οὐσιῶδες, οὐσιωδέστατον διὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, διότι ἐν τούτῳ τὸ ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀπορρέει ἀπὸ μόνης τῆς θελήσεως, ἔρχεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι μόνη ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ κανονίσῃ πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν διορισμὸν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα, ἓν σωματεῖον, ἤτοι ὡς ὄργανον τοῦ Κράτους, ὡς θέλουσιν ἄλλοι νὰ παραστήσωσιν, εἶναι δικαίωμα ἀναγόμενον εἰς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν. Ἡ κύρωσις, ἡ ὁποία ἔρχεται διὰ τοῦ Συντάγματος ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ διὰ νόμου τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς, ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων Συνάδελφος. Τοῦτο ἔχει σπουδαίαν σημασίαν διὰ νὰ μὴ ἐπεμβαίνῃ ἄλλη τις ἐξουσία ὅσον ἀφορᾷ τὴν ρύθμισιν τὴν ἐσωτερικὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως, βεβαίως, οὔτε διὰ νόμου δύναται νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, οὔτε νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξουσία τῆς Βουλῆς. Ὅταν τοῦτο ἔχομεν δεδομένον, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία καὶ Συνταγματικῶς ὀργανωμένη διὰ τὴν ρύθμισιν ἐσωτερικῶς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνεται καὶ ὁ ὁ διορισμὸς τῶν ὑπαλλήλων, βεβαίως, καταντᾷ σχεδὸν ἀστεῖον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ μονιμότητος αὐτῶν, διότι ἡ μονιμότης αὐτῶν παρὰ τίνων καθωρίσθη; Παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅταν ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ὑποχρέωσις νὰ ρυθμίζῃ προσηκόντως τὰς ἐργασίας αὐτῆς, κατὰ τίνα τρόπον θὰ δύναται νὰ ἔλθῃ μία Βουλή, νὰ ἔλθῃ νὰ καθορίσῃ, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἔλθῃ νὰ ἐργασθῇ μία Βουλὴ ἀπὸ ἄλλα πρόσωπα; Ὁ καθορισμὸς τῶν προσόντων δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, διότι θὰ ἠδύνατο ἡ προηγουμένη Βουλὴ νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τῆς ἑπομένης Βουλῆς, θὰ ἦτο δυνατὸν αὕτη νὰ μὴ δύναται νὰ μεταβάλῃ οὔτε τὸν Πρόεδρόν της, δύναμαι νὰ εἴπω, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι κἄτι τι μὴ σύμφωνον μὲ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶσι προσόντα, νὰ τεθῇ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, οὔτε ἔχει οὐδεμίαν ἔννοιαν. Μάλιστα μίαν δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν ὁ προσδιορισμὸς τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος, νὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν τῆς δεσμεύσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία τὸν ἐξέλεξε· τοιαύτην μόνον δύναται νὰ ἔχῃ ἔννοιαν, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διορίσῃ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ὁρίζει μονιμότητα, δηλαδή, νὰ μὴ δύναται νὰ παύῃ ὁ Πρόεδρος, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, παρὰ ὅτι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐξέλεξε τὸν Πρόεδρόν της, ἠθέλησε νὰ περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν ἐντὸς τοῦ κύκλου, εἴτε τοῦ διορισμοῦ, εἴτε τῆς παύσεως, πέρα τούτου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἔννοιαν, ἄρα, δεσμεύεται ἐξ αὐτοῦ, καὶ ἡ ἔννοια τῆς μονιμότητος εἶναι κἄτι τι ἀστήρικτον κἄτι τι ἐντελῶς ἀσύλληπτον καὶ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οὔτε ἡ ὕπαρξις τοῦ Κανονισμοῦ δύναται νὰ μᾶς δεσμεύῃ καὶ ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εὐθεῖς εἰς τὰς πράξεις μας, πρέπει, γενικῶς, νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀφήνομεν ἐλεύθερον τὸ στάδιον. Τοιαύτην δὲ μάλιστα σημασίαν ἀποδίδουν εἰς τὸν Κανονισμόν, ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ τοὺς ἀποδίδει τὸ Σύνταγμα καὶ ἐν γένει τὰ περὶ τοῦ νόμου κρατοῦντα, ὥστε οὐδὲ κἂν ἡ Κυβ)σις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ οἱανδήποτε γνώμην ἐπὶ τούτου, διότι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν Ὑπουργῶν, ὡς Βουλευτῶν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διαρρύθμισιν τῆς Βουλῆς, καὶ μόνον ἐξαιρετικῶς ἐθεωρήθη ἀλλαχοῦ ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναμιχθῇ, ὅπως ἐκφέρῃ γνώμην, προκειμένου περὶ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐὰν διὰ διατάξεως τινὸς τιθεμένης εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς δύναται νέα τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ νὰ συνεπάγῃ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, ἢ νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἔχει, ὡς ξένη ἐντελῶς πρὸς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§82Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα σχετίζονται μὲ διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ κατὰ τοῦτο τὸ σημεῖον διαφωνῶ πρὸς διακεκριμένον Συνάδελφον, τὸν Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν ἐπεκαλέσθη καὶ ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχήν, τὴν τιθεμένην περὶ μονιμότητος ἢ μὴ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν δικαίωμα ἔχει κατὰ τοῦτο νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Διαφωνῶ δὲ ἐπίσης ριζικῶς καὶ πρὸς ἕτερον Συνάδελφον, ἀπόντα ἤδη, τὸν κ. Στράτον, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει, ὅτι πρέπει οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἐξαρτώμενοι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Τοῦτο ἄντικρυς ἀντίκειται πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Κύριοι, εἴμεθα Βουλευταί, ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς· εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ διαρρυθμίσωμεν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνετέθη. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως δὲν δυνάμεθα νὰ δεσμευθῶμεν οὐδὲ ὑπὸ προηγουμένου Κανονισμοῦ, οὐδ’ ἐξ ἄλλης ἀρχῆς, παρὰ ἐκ μιᾶς μόνον ἀρχῆς: ποία κατὰ τὴν κρίσιν μας εἶναι ἡ διαρρύθμισις ἐκείνη, ἡ ὁποία καλλίτερον καὶ σκοπιμώτερον θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ διεξαγάγωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν; Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εὐρὺς ἐγένετο λόγος καὶ ἀνάπτυξις τοῦ ζητήματος μετὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἐν γένει, ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτό. Εἰς τοῦτο ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διΐσταμαι ριζικῶς πρὸς τοὺς ἐναντίους τῆς μονιμότητος. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων...
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν αὐτό.
§85Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφήσατε, σᾶς παρακαλῶ.
§86Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον....
§87Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Λέγω, λοιπόν, ὅτι κατὰ τοῦτο διΐσταμαι ριζικῶς πρὸς τοὺς ἐναντίους τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς μονιμότητος. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι εἰς Κοινοβουλευτικὰ Πολιτεύματα ἴσως ἡ ἔννοια τῆς μονιμότητος νὰ μὴ εἶναι προσᾴδουσα πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις φέρει πᾶσαν εὐθύνην καὶ ἐλέγχεται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὰς πράξεις τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων της. Θὰ μοὶ εἴπητε: κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ἀσκῆται ὁ ἔλεγχος αὐτὸς καὶ νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ὅλην τὴν εὐθύνην, ὅταν εἶναι δεσμευμένη ἀπέναντι των ὑπαλλήλων, μὴ δυναμένη νὰ ἀπαλλαγῇ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου; Καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι εἰς ἄλλην ἐποχὴν καὶ εἰς ἄλλα Κράτη συνεζητήθη σπουδαίως καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων—κατὰ τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1848 ἐν Γαλλίᾳ —. Ἀλλά, νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτως. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐξουσίαν, εἰς πᾶσαν στιγμήν, διὰ τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους, τοὺς μὴ ἐκτελοῦντας τὸ καθῆκόν των, δι’ οἱονδήποτε λόγον. Βεβαίως, ἡ μονιμότης δὲν θὰ τεθῇ ἄνευ φραγμοῦ τινος καὶ οὐδεὶς ἐσκέφθη τὴν μονιμότητα ἄνευ φραγμοῦ. Ἡ μονιμότης θὰ ἔχῃ τοὺς φραγμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ δίδωσιν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα πάντα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἤθελε, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς μονιμότητος, λησμονήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει, ὡς ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, δύναται νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ὄχι σήμερον, ἀλλ’ ἀπ’ ἀρχῆς, διὰ σειρᾶς νόμων, τὴν ὁποίαν παρετήρησα, πάντοτε ἔτεινε πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦτο τῆς μονιμότητος. Ἀφ’ ἧς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν εἰσήχθησαν οἱ ὑπάλληλοι μετὰ προσόντων, ἀμέσως συνεδυάσθησαν τὰ προσόντα μὲ τὴν μονιμότητα. Τοῦτο εἶναι ὀρθόν, διότι, ὅταν καλοῦμε πλέον ὡρισμένα πρόσωπα νὰ ἀφιερώσωσι τὸν βίον των εἰς τὰ ἔργα τῆς Πολιτείας, δὲν δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν της τὴν ἐξουσίαν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀποβάλῃ αὐτοὺς εἰς πᾶσαν στιγμήν, διότι ἁπλῶς οὕτως θέλει· διότι, ὅταν ζητῆτε προσόντα ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς λέγετε, ὅτι πρέπει νὰ μορφωθῶσιν εἰς τοῦτο καὶ μόνον, τὸ νὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Καὶ ὅταν οὕτω πως καθιστᾶτε τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ τοὺς ἐξασφαλίσητε καὶ διὰ τῆς μονιμότητος καὶ νὰ μὴ τοὺς ἀφήσητε εἰς τὴν ἐλευθέραν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ τοῦ ἑκάστοτε Ἀρχηγοῦ, νὰ δύναται νὰ τοὺς θέτῃ ἐκποδὼν τῆς ὑπηρεσίας. Ταῦτα εἶναι ἐντελῶς συνδεδυασμένα τὸ ἓν μετὰ τοῦ ἄλλου. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅστις ἤθελε παρακολουθήσει τὴν νομοθετικὴν ἐξέλιξιν τῆς ἡμετέρας Πολιτείας, θὰ ἴδῃ, ὅτι εἰς διαφόρους κλάδους ἐγένετο προσπάθεια νὰ τεθῶσι προσόντα καὶ μετὰ τῶν προσόντων ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων ἄρχεται ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἀπὸ τοῦ 1862, καὶ διαδοχικῶς, ὅταν αἱ ἐν τῷ μεταξὺ νομοθεσίαι ἐξηλίχθησαν μέχρι σήμερον, ὅτε μὲ τὸ τελευταῖον Σύνταγμα ἡ μονιμότης σχεδὸν ὅλων, ἐκτὸς ἐλαχίστων ὑπαλλήλων, ἀνεγνωρίσθη καὶ παρὰ τοῦ Συντάγματος. Ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἀντὶ νὰ μειώσωμεν τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους τὴν ἰδέαν τῆς μονιμότητος, τοὐναντίον, πρέπει νὰ τοὺς ἐνισχύσωμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι. Θὰ ἐνισχύσωμεν δὲ τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐὰν φροντίσωμεν διὰ καταλλήλων νόμων νὰ ἐνασκήσωμεν τὴν ἐπίβλεψιν αὐτῶν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των.
§88ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ Συμβούλια.
§89Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν τοῦτο θὰ γίνῃ διὰ τακτοποιήσεως τῶν Συμβουλίων, ἢ δι’ ἄλλων μέσων, τοῦτο δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, οὐδ’ ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ εἴπω, ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας καὶ αἱ ἐργασίαι μας πρέπει νὰ τείνωσιν εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν μονιμότητα, ἀλλὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν μονιμότητα, ὄχι μόνον ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῶν πολιτῶν. Θὰ τὴν ἐξασφαλίσωμεν δὲ ἀπέναντι τῶν πολιτῶν, ἐὰν θέσωμεν τοιούτους νόμους, ὥστε οἱ ὑπάλληλοι νὰ αἰσθάνωνται, ὅτι ἡ μονιμότης δὲν ἐτέθη δι’ αὐτούς, διότι ἡ μονιμότης δὲν τίθεται διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ τίθεται χάριν τῶν πολιτῶν καὶ χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος.
§90Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν τὸ ἀντελήφθησαν ἀκόμη αὐτό.
§91Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ τὸ ἀντιληφθῶσι προσηκόντως. Καὶ ἐπειδή, Κύριοι, ἐγένετο λόγος καὶ ἔξωθεν τῆς Βουλῆς περὶ τάσεως τῆς Βουλῆς αὐτῆς πρὸς κατάργησιν τῆς μονιμότητος, ἐνόμισα ἀναγκαῖον, νὰ τονίσω αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς κάθε πολιτείαν καὶ εἰς κάθε Βουλήν, νὰ παρουσιάζωνται οἱ δυσαρεστημένοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐκθέτουν μίαν γνώμην, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τάσις τῆς Βουλῆς πρὸς τοιαύτην τινὰ κατεύθυνσιν. Τότε θὰ ἦτο ἡ τάσις τῆς Βουλῆς πρὸς τοιαύτην κατεύθυνσιν, ὅτε ἡ Βουλὴ ἐφαίνετο πρόθυμος νὰ υἱοθετήσῃ τοιαῦτα νομοθετήματα. Καὶ ἐπειδὴ ἀρκετὰ σαφῶς ἐννοεῖτε τὶ θέλω νὰ ὑπονοηθῇ διὰ τούτου, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέμφονται ἡμᾶς σήμερον, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ πνεῦμα νὰ δολιευθῶμεν τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, ἢ νὰ καταργήσωμεν αὐτήν, αὐτοὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἤγειραν κραυγὴν κατὰ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ ταύτην, δὲν θὰ εἶχεν οὐδεμίαν σημασίαν, ἐὰν δὲν ἔλεγον, ὅτι ἐκεῖναι αἱ φωναί, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν τότε, δυστυχῶς εὗρον ἀπήχησιν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τοῦ κόμματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν παρῆλθε σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, εὗρον ἀπήχησιν μέχρι σημείου, ὥστε καὶ συνταγματικὴ διάταξις νὰ δολιευθῇ καὶ ὅσοι παρέστησαν κατὰ τὴν Βουλήν τοῦ 1922 θὰ ἐνθυμοῦνται, ὅτι εἰσήχθη νομοσχέδιον, ἀφορῶν δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τὸ ὁποῖον παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀντιστρατευόμενον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§92ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν κατήργησαν τηλεγραφοφυλάκειον, ἵνα παύσωσι τὸν φύλακα;
§93Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἴσως, ἴσως ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἤρκει νὰ τοὺς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐὰν δριμὺς δὲν ἐπήρχετο, ἀληθῶς, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς κ. Δημητρακόπουλος, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐξηνάγκασε νὰ ἀποσύρωσι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Μὴ, λοιπόν, λέγουν οἱ ἔξωθεν ἡμῶν ἱστάμενοι, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποπλανήσουν τὸν κόσμον καὶ νὰ παρασύρωσι τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐργάζεται διὰ τὴν κατάργησιν τῆς μονιμότητος καὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἔχει συνείδησιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει, ἡ Βουλὴ αὐτὴ αἰσθάνεται ὅτι ἀπορρέει ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν λαὸν, καὶ τοῦτο ἔχουσα ὑπ’ ὄψει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς ὑπαλλήλους διὰ μονιμότητος μόνον, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τοὺς πολίτας ἀπέναντι αὐτῆς τῆς μονιμότητος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§94Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔκαμεν περὶ τῆς ἐξελίξεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ ἀρχὴ τῆς μονιμότητος κατὰ τὸν παρελθόντα κοινοβουλευτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος, ἀποδεικνύεται πληρέστατα, ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς μέγα ἀπόκτημα καὶ εἶναι ἓν ἀπόκτημα, διότι, ἅπαξ ἀποκτηθέν, δὲν δύναται νὰ ριφθῇ καὶ πάλιν εἰς τὸ πέλαγος. Ἀκριβῶς, ἡ ἀρχὴ αὐτή, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας ἔθιξεν, ὅτι τὸ Κράτος ἀπέκτησεν ἤδη μίαν κοινοβουλευτικὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ ἡ τροποποίησις, ὡς εἰσήχθη, ἀκριβῶς, νὰ κτυπήσῃ εἰς τὰ καίρια. Εἶναι περιττὸς νὰ ἠξεύρωμεν Βυζαντινὰ ψυχολογήματα, διὰ νὰ εὕρωμεν μὲ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν τὴν μονιμότητα καὶ νὰ φανῶμεν ὅτι δὲν καταργοῦμεν, ἀλλ’ ὅτι ὑπείκομεν ἁπλῶς εἰς νόμους, ὅτι κάμνομεν διάκρισιν μεταξὺ δημοσίων ὑπαλλήλων προερχομένων ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ὡς προερχομένων ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διαιροῦντες δὲ οὕτω, θεωροῦμεν, ὅτι ἡ μὲν μονιμότης ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, ἡ δὲ μεταβλητότης, ἡ ρευστότης, ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κοινοβουλίου, ἑπομένως, ἐάν, π. χ., μία Βουλὴ κρατήσῃ τέσσαρας μῆνας καὶ ἔλθῃ μία νέα Βουλὴ καὶ ἄλλη πάλιν, θὰ ἔχητε ὑπαλλήλους, διοριζομένους κάθε τέσσαρας μῆνας. Ἔχομεν δὲ τὴν τροπολογίαν ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας, ὄχι μόνον θίγεται ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ θίγεται καὶ κατὰ ἕνα τρόπον — δὲν ἐνθυμοῦμαι, οὔτε γνωρίζω τὰς προηγουμένας κοινοβουλευτικὰς συνθήκας, — ὁ ὁποῖος εἶναι ἀξιοπερίεργος, διότι εἰσήχθη καὶ ἐφηρμόσθη εἰς τὴν προτελευταίαν Βουλὴν καὶ ἐγένετο κἄτι τι δι’ ἑνὸς μέσου, ὅτι δὲν καταργεῖται ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων, οὔτε τὰ προσόντα αὐτὰ αὐξάνονται, ἀλλὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον γίνεται τὸ πρᾶγμα, ὥστε πολλοὶ διορισμένοι ὑπάλληλοι, περὶ τοὺς 28 ὑπάλληλοι, παύονται, ὄχι διότι δὲν ἔχουν προσόντα περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι ἔχουσιν, ἀλλὰ διότι ἔχουσιν ὑπηρεσίαν κατὰ ἕν ἔτος ὀλιγωτέραν. Ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι θεωρηθοῦν ὡς ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των ἀπέναντι τοῦ Προέδρου εἶναι ἄτομα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχουν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, πρέπει καὶ εἶναι λογικὸν νὰ ἀπολύωνται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τίνες καὶ πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωσι τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς; Ἴσως νὰ εἶναι πρῶτον ὁ Διευθυντὴς τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει ἀπέναντι τοῦ Σώματος, ἀνεξαρτήτως προσόντων, ἕνεκεν τῶν προσωπικῶν αὐτοῦ προσόντων, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ ἀπόλυσις τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, δὲν ἀπολαμβάνουν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ καμμία τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἤκουσα νὰ λέγηται, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς εἶναι τόσον Βενιζελικοί, ὥστε κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἀπέσχον νὰ ψηφίσωσι· τοῦτο δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι μία παράβασις τοῦ ὅρκου των, ὡς ὑπαλλήλων...
§95Γ. ΠΩΠ. Καὶ πολλοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπέσχον.
§96Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Αὐτοὶ πρέπει νὰ περιληφθοῦν...
§97Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς θὰ τοὺς εὕρωμεν;
§98Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ἀπὸ τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους.
§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐὰν κανεὶς ἦτο ἄρρωστος;
§100Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι ἐπέτρεψαν εἰς ἑαυτοὺς νὰ παραδεχθῶσι μίαν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον ἀναθέτει εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς αὐτοί, ἀκριβῶς, συμπεριεφέρθησαν ἐναντίον τοῦ ὅρκου των, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, τοῦ ἀφήνει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν. Αὐτοὶ ἐπέτρεψαν εἰς ἑαυτοὺς νὰ εἴπωσιν, ὅτι, ναί μὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔχει τώρα! Ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, εἶναι περιττὸν νὰ καταφύγωμεν εἰς τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ διὰ νὰ τοὺς ἀπολύσωμεν. Μόνον καὶ μόνον δι’ αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἀπέσχον τῶν ἐκλογῶν, διότι συμπεριεφέρθησαν ἐναντίον τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν ὡς ὑπάλληλοι, εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ ἀπολυθοῦν. Τοιοῦτοι ὑπάλληλοι ὑπάρχουν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, διδάσκαλοι, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας τηλεγραφηταί, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι ἔπρεπε νὰ ἀπολυθῶσι καὶ νὰ ἀπολυθῶσιν ἀμέσως, διότι παρεβίασαν τὸν ὅρκον τοῦ ἀξιώματός των...
§101Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πῶς θὰ ἀπολυθῶσιν;
§102Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ὡς παραβιάσαντες τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν. Ἐπειδὴ ἡ τροποποίησις ἐπέφερε, κατ’ ἐμέ, καίριον τραῦμα, εἰς ἀρχήν, μετὰ κόπου καὶ μόχθου ἀποκτηθεῖσαν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οὗτινος συμπαθέστερον πρόσωπον δὲν γνωρίζω ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ τί θὰ λεχθῇ ἢ τὸ τί λέγεται ἔξω, τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Ἡ Βουλὴ θὰ σκεφθῇ ὅτι «πάντα ἔξεστι, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει». Δὲν συμφέρει, λοιπόν, νὰ θιχθῇ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων κατ’ οὐδένα λόγον.
§103Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο καὶ νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους καὶ ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, εἷς δὲ ἐκ τῶν προλαλησάντων, ὑποστηρίξας τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἐξῄρεσεν αὐτῆς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς. Ἐγένετο ἐπίσης διάκρισις μεταξὺ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν λοιπῶν νόμων τοῦ Κράτους καὶ ἐλέχθη, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι πρᾶξις ἀνεξάρτητος τῶν ἄλλων νόμων τοῦ Κράτους, καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ διαρρυθμίζῃ αὐτόν, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐργασιῶν της. Δὲν υἱοθετῶ ὅμως, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει τὸν τύπον τῶν ἄλλων νόμων, ἀποκλείεται ἐκ τούτου νὰ θεσπίσῃ μονιμότητα διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς. Ὥστε δὲν εἶναι ζήτημα διακρίσεως μεταξὺ ὑπαλλήλων Κράτους καὶ ὑπαλλήλων Βουλῆς, ἀλλὰ μόνον ζήτημα μονιμότητος...
§104Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν ὑπαινίττεσθε ἐμέ, δὲν μὲ παρηκολουθήσατε.
§105Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 99 τοῦ Κανονισμοῦ ὑπεβλήθη ἕνεκα λόγων γνωστῶν εἰς ὅλους. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι, ὅτι ὁ Προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος, εὑρέθη πρὸ ὑπαλλήλων τινῶν τῆς Βουλῆς, οἵτινες, κατὰ τὴν ἀντίληψίν του, δὲν εἶναι πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Προεδρείου...
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀντίληψίν μου ὑπέβαλον εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, ὑπέβαλον ὑπὸ τὴν κρίσιν της καὶ ὄχι μόνον τὴν ἀντίληψιν ἐπὶ ὡρισμένων προσώπων.
§107Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, ὡρμήθητε ἀπὸ τὸ γεγονός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εὑρέθητε. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τις σκοπός, παρὰ νὰ δοθῇ ἐλευθερία εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀλλάξῃ ὡρισμένους ὑπαλλήλους αὐτῆς. Καὶ δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ κομματικὴ ἐκείνη ἀντικατάστασις, ἥν ἐμεμφόμεθα εἰς τὸ παρελθόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὑποθέτω, ὅτι κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν ὑπέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀντίληψιν ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἀντικαταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει διὰ τίνων θὰ ἀντικατασταθῶσιν. Ὥστε τὸ ζήτημα καταντᾷ εἰς βάρος τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, ἐξ ὑπαιτιότητός των. Ἐὰν ὅμως δεχθῶμεν τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀποφασίσωμεν, πρέπει, ἆρα γε, νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοὺς δύο ἢ τρεῖς ὑπαλλήλους, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρέθη ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ζητεῖ τὴν ἀντικατάστασίν των, δι’ οὓς λόγους γνωρίζετε; Δὲν πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἀντίληψίν μας καὶ ἐπὶ ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, οἵτινες ἔπρεπε νὰ ἐπισύρουν τὴν προσοχήν μας, ὅσον καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, ἢ καὶ κάτι τι περισσότερον; Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν βλέπω τὴν διάκρισιν μεταξὺ μονιμότητος καὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους καὶ τῶν τῆς Βουλῆς, ὡς παρίσταται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς παρούσης τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὅλοι εὑρέθημεν ἐνώπιον ὑπαλλήλων, πρὸ παντὸς τοῦ Κράτους, διότι αὐτοὶ εἶναι πολλοί, λησμονούντων τὴν ἀποστολήν των καὶ συμπεριφερομένων σκανδαλωδῶς καὶ φερόντων εἰς δύσκολον θέσιν, ὄχι μόνον τοὺς Βουλευτὰς καὶ τοὺς πολίτας, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς προϊσταμένους των Ὑπουργός, ὡς εἶπεν ἄλλοτε ὁ κ. Συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων, ὅστις ὡμολόγησεν, ὅτι, ὡς Ὑπουργός, κατήντησεν ὑπάλληλος τῶν διευθυντῶν τοῦ Ὑπουργείου του. Πρέπει νὰ καταλάβωμεν τὶ μᾶς πταίει καὶ αὐτὸ νὰ διορθώσωμεν. Ἐὰν μᾶς πταίῃ ἡ μονιμότης ἢ τὰ ἀνεπαρκῆ προσόντα ἢ ὁ διορισμὸς ἀπὸ κομματικῆς ἀπόψεως, αὐτὰ εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει πρὸς διόρθωσιν. Κανεὶς δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ ψηφίσωμεν τὴν κατάργησιν προσόντων ἢ τῆς μονιμότητος, ἢ καὶ ἄλλων νόμων ἀκόμη, διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς ὡρμήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, εἶναι μέγας δρόμος καὶ μεταξὺ τῆς ἀφορμῆς καὶ τοῦ τέρματος ὑπάρχουν τόσοι τρόποι πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν σημερινῶν περιστάσεων, ὥστε νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν μετάπτωσιν, ἡ ὁποία πάντοτε θὰ ἔχῃ κακὰ ἀποτελέσματα. Ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ἐξελέξαμεν τρεῖς Ἀντιπροέδρους τῆς Βουλῆς καὶ μεταξὺ αὐτῶν, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὁ λαβὼν μίαν ψῆφον περισσοτέραν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, διευθύνει ἀπὸ δύο μηνῶν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος ἠθέλησε νὰ ἐξασκήσῃ τὰ καθήκοντά του εἰς βάρος μερικῶν ὑπαλλήλων, δι’ οὓς ἐσχημάτισε τὴν ἀντίληψιν, ὅτι παρέβησαν τὸ καθῆκόν των. Εἶχε πρὸς τοῦτο δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀναφαίρετον καὶ ἐπιβεβλημένον, καὶ ἐὰν ὅλοι οἱ προϊστάμενοι τῶν Ὑπουργείων, ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅπως οἱ Ὑπουργοί, ἐξασκήσωσιν αὐτὰ τὰ καθήκοντά των καὶ ἐφαρμόσωσιν ὅλας τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς καὶ τιμωρίας, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι δίδουσιν εἰς τὰς χεῖράς των, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν ἄλλα ῥιζικὰ μέτρα, παρὰ θὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι χρειάζεται μόνον δύναμις θελήσεως πρὸς ἄσκησιν ἐπιβολῆς ὑπὸ νόμου διδομένης εἰς τοὺς προϊσταμένους τῶν ὑπηρεσιῶν, Ὑπουργοὺς καὶ Προέδρους, ἵνα τεθῶσιν εἰς τὴν θέσιν των ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι λησμονοῦσι τὰ καθήκοντά των. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ὅμως εὗρεν εἰς τὸν Κανονισμὸν ἕν ἐμπόδιον καὶ λέγει, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ δίδεται εἰς τὸν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι εἰς τὸν Ἀντιπρόεδρον. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας ἴσως τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἑρμηνείας κατήντησε νὰ φθάσῃ μέχρι ζητήματος τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ ἐπεκταθῇ εἰς γενικὴν συζήτησιν περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὸν τόπον της.
§108Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλοτε ὁ Κανονισμὸς ἔλεγε «Τὸ Προεδρεῖον διορίζει καὶ παύει», ἀλλ’ εἰς μίαν ἐποχὴν ἠθέλησαν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου νὰ δώσωσι μεγαλειτέραν σημασίαν. Ἑπομένως, δὲν δύναται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα δι’ ἑρμηνείας, ἀλλὰ διὰ τροποποιήσεως.
§109Γ. ΠΩΠ. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου κ. Ρούφου εἴμεθα μέλη πρὸς ἀναθεώρησιν, ἀκριβῶς δ’ ἐλέχθη καὶ διετυπώθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς πάντα τὰ θέματα καὶ τῶν διορισμῶν ἀντικαθιστᾷ τὸν Πρόεδρον εἷς τῶν Ἀντιπροέδρων, καὶ τὸν ἀντικαθιστᾷ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν.
§110ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ λέγει ὁ Κανονισμός.
§111Γ. ΠΩΠ. Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἐδόθη κατηγορηματικῶς.
§112Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς ἐξηγήσω ἐγὼ τὸν λόγον, διατὶ εἰς τὸν οὕτω τροποποιηθέντα Κανονισμὸν ἐτέθη ἡ λέξις «τακτικοῦ Προέδρου», διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν ψηφιζόντων τὸν Κανονισμὸν τὴν ὥραν ἐκείνην δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὅτι θὰ ἔμενεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τόσον μακρὸν χρονικὸν διάστημα ἄνευ Προέδρου. Βουλὴ ἄνευ Προέδρου πρώτην φορὰν παρουσιάζεται εἰς τὰ Ἑλληνικὰ χρονικά.
§113Θ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἤθελον, ὅπως ὁ προσωρινὸς Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος ἔμεινεν ἐπὶ ἕνα καὶ δύο μῆνας, νὰ μὴ δύναται νὰ παύσῃ καὶ διορίσῃ ὑπαλλήλους.
§114Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο ὁ Προεδρεύων νὰ ζητήσῃ τὴν ἑρμηνείαν, ἂν ἐπεκτείνωνται τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου καὶ ἐπὶ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτοῦ Ἀντιπροέδρων, δὲν εἶχεν ἡ Βουλὴ, παρὰ νὰ κάμῃ μίαν τοιαύτην ἑρμηνείαν καὶ νὰ προχωρήσῃ ὁ Ἀντιπρόεδρος εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων του. Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ τὸ κάμῃ αὐτὸ ὁ Προεδρεύων, σημαίνει, ὅτι ἐσχημάτισε τὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν τοῦ ἤρκει τοιαύτη ἑρμηνεία καὶ τοῦ ἐχρειάζετο ῥιζικωτέρα τροποποίησις, τὴν ὁποίαν προτείνει διὰ τοῦ 4ου ἄρθρου τῆς προκειμένης τροπολογίας. Καὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω, διατὶ νὰ ἔχωμεν ἀπὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν Ἀντιπρόεδρον, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν Πρόεδρον; Διατὶ νὰ ἔχωμεν Προεδρεύοντα καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν Πρόεδρον; Διατὶ νὰ ἐξακολουθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε παλαιότερον καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν, νὰ ἔχωμεν νομαρχεύοντας γραμματεῖς, ταγματαρχεύοντας λοχαγούς, λοχαγεύοντας ἀνθυπολοχαγούς, ἀνθυπολοχαγεύοντας ἀνθυπασπιστὰς καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς;
§115ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ὁμιλεῖτε περὶ ἐκλογῆς Προέδρου. Λησμονεῖτε, ὅτι ἡ Βουλὴ προέβη εἰς ἐκλογὴν Προέδρου καὶ γνωρίζετε καὶ διὰ τίνας λόγους προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσώπου τοῦ ἐκλεγέντος. Ἀτυχῶς, λόγοι ὑγείας δὲν ἐπέτρεψαν μέχρι τοῦδε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντα τῆς θέσεώς του. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀπουσία του δὲν θὰ εἶναι μακρὰ καὶ ὅτι θὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδῃ τὸν Πρόεδρόν της ἐν τῇ θέσει του καὶ ἀσκοῦντα τὰ καθήκοντά του, ἀλλά. νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ ἀντικαθιστῶν τὸν Πρόεδρον κ. Ἀντιπρόεδρος, ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του πρὸς πᾶσαν ἱκανοποίησιν τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§117Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν, νὰ σᾶς δώσω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Προέδρου καὶ τῶν ἀναπληρωτῶν τοῦ Προέδρου Ἀντιπροέδρων, ὅτι δὲν δύναται νὰ χωρισθῇ εἰς πρόσωπα. Εἶναι μία ἔννοια. Ὁ Πρόεδρος καὶ οἱ ἀναπληρωταὶ τοῦ Προέδρου τρεῖς Ἀντιπρόεδροι ἀποτελοῦσιν ἐν τῇ ἐννοίᾳ μίαν ἀρχὴν ἑνιαίαν, ἀδιαίρετον, ἀναπόσπαστον. Πῶς ὁμιλεῖτε περὶ προσώπων, ἐνῷ πρόκειται περὶ προσώπων, ἀσκούντων ἀρχήν, ἡ δὲ ἀρχὴ αὕτη εἶναι καὶ ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θίξητε, εἶναι τοῦτο: ἐὰν ἡ ἄσκησις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς διὰ τοῦ Α προσώπου καὶ ὄχι διὰ τοῦ Β δὲν καταλήγει εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ Σῶμα διὰ τῆς ἐκλογῆς Προεδρείου. Τότε ἠδύνασθε νὰ μεμφθῆτε, διότι δὲν ἐκπληροῦται ὁ σκοπός, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐκπληροῦται ὁ σκοπός, ἡ στροφὴ τῆς προσοχῆς ὑμῶν πρὸς ταύτην τὴν κατεύθυνσιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ Α πρόσωπον, ἢ πρὸς ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ Β, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἦτο σκόπιμος, διότι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον εἶναι, ὡς ἔννοια, ἑνιαῖον καὶ ἀδιαίρετον.
§118Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν εἰς ὅσα εἰς τὸ τέλος τῆς διακοπῆς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου ὑπὸ τοῦ Προεδρεύοντος Ἀντιπροέδρου. Ἀντελήφθημεν ὅλοι, ὅτι τῷ ὄντι, χωρὶς κοπλιμέντα, ἔκαμεν ὅ,τι ἠδύνατο περισσότερον, διὰ νὰ φανῇ ἀντάξιος τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἐφάνη.
§120Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μάλιστα, πολὺ δὲ περισσότερον κατώρθωσε καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ οἱ Γραμματεῖς νὰ ψηφίζουν τὰ νομοσχέδια τόσον γλήγωρα — μάλιστα ὁ κ. Μερκούρης νὰ τὰ διαβάζῃ σἂν Διάκος — ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωμεν εἰς μίαν βραδυὰν 40 νομοσχέδια, νὰ περάσωμεν καὶ τὸ ρεκὸρ τοῦ Βενιζέλου!
§121ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποιὰ βραδυὰ ἐψηφίσθησαν 40 νομοσχέδια;
§122Ε. ΠΑΠΑΔΕΡΟΣ. Ζήτημα Προεδρείου ἔχομεν, ἢ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ;
§123Λ. ΡΟΥΦΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§124Ε. ΠΑΠΑΔΕΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ κάμνητε παρατηρήσεις, διότι εἴμεθα Συνάδελφοι.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε.
§126Λ. ΡΟΥΦΟΣ. Εἶπον, ὅτι μεταξὺ Συναδέλφων δὲν εἶνε...
§127Ε. ΠΑΠΑΔΕΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ παρατηρήσητε.
§128Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Δὲν περιμένει ἡ Βουλὴ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Γραμματέως. Ἄλλως τε δύο νομοσχέδια ἐψήφισεν. Εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς Βουλῆς νὰ λέγητε σεῖς, ὅτι ψηφίζομεν, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβανώμεθα τὶ λέγουσιν οἱ Γραμματεῖς. Ψηφίζομεν ἐν πλήρει ἐπιγνώσει καὶ κατόπιν μελέτης δίδομεν τὴν ψῆφόν μας.
§129Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐτελειώσατε, παρακαλῶ;
§130Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Μάλιστα.
§131Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καὶ εἰς ἄλλα μὲ ὑγείαν. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του, πῶς ἐγώ, γνωρίζων τὸ ἀδιαίρετον, τὸ συμφυές, δηλαδή, τὸ τετρακισυπόστατον τοῦ Προεδρείου, ἔκαμε διάκρισιν μεταξὺ Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρων, λησμονῶν ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔκαμε τὴν διάκρισιν ταύτην ἐν τῇ τροπολογίᾳ του ὅπου λέγει: «Τὸν Πρόεδρον ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ἀναπληροῖ ὁ Προεδρεύων Αʹ Ἀντιπρόεδρος». Αὐτὸς ὁ ἴδιος ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην τοῦ χωρισμοῦ μεταξὺ Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρων καὶ ἐζήτησε νὰ ἀσκήσῃ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν, ὅτι δὲν τοῦ δίδει ὁ Κανονισμὸς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὅλοι γνωρίζομεν τοὺς λόγους, ἕνεκεν τῶν ὁποίων προέβημεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, ὅπως προέβημεν, βεβαίως, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ὅλος ὁ σεβασμὸς, τὸν ὁποῖον καὶ πρὸς τὰ πρόσωπα καθ’ ἕκαστον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ πρὸς τὸ σύνολον αὐτοῦ αἰσθανόμεθα, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ πρόσωπον καὶ πρὸς τὸ οἰκογενειακὸν ὄνομα τοῦ ἐκλεγέντος παρ’ ἡμῶν τῇ ὑποδείξει τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μὴ ἀναλαβόντος τὰ καθήκοντά του Προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ χαρακτηρισθῇ ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη, ὅπως ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ, μὲ μίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος...
§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς;
§133Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Πῶς; Κωμική. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ)
§134Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σὺ εἶσαι κωμικὸς καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῇς.
§135Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ κατέβῃ κάτω.
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κάτω, κάτω.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν, κ. Βουλευτά.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κατέβῃ κάτω, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑβρίζῃ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεκάλεσε τὴν λέξιν.
§140Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μετὰ τὸ ἐπεισόδιον, ἐπαναλαμβάνω καὶ λέγω, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ἤθελε νὰ ἐνασκήσῃ τὴν Προεδρικὴν ἐξουσίαν, δὲν εἶχε, παρὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀντὶ τούτου ὅμως προέβη εἰς τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ δίδῃ εἰς τὸν ἑκάστοτε διευθύνοντα Ἀντιπρόεδρον τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκῇ τὴν Προεδρικὴν ἐξουσίαν καὶ δι’ αὐτὸ ἔφθασα εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη, ἐφ’ ὅσον δὲν κανονίσῃ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου. Ἐξελέξαμεν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος κωλύεται νὰ ἔλθῃ νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του, ἕνεκα τούτου δὲ δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἐκλέξωμεν ἄλλον Πρόεδρον. Γενικὴ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ φρονιμωτέρα, ὅπως μὴ παρουσιάζωμεν τὸ φαινόμενον, ὅτι συζητοῦμεν ἐπὶ τόσας ὥρας μόνον καὶ μόνον, διότι εὑρέθησαν δύο ἢ τρεῖς ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προέδρου, δὲν ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης ἀμεροληψίας. Ἐὰν ὅμως ἐπειγώμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Προεδρεύοντα κ. Ἀντιπρόεδρον τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, εἴτε ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἔχει ὑπ’ ὄψει του μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ κ. Πρόεδρος, εἴτε καὶ ἄλλων...
§141Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω οὐδένα ὑπ’ ὄψει μου.
§142Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον’ τότε εἶναι περιττὰ ὅλα τὰ ἄλλα ἄρθρα· νομίζω, ὅτι τοῦ ἄρθρου 4 ἡ τροποποίησις, εἶναι ἐπαρκής, διότι παρέχει ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν ὁ τακτικὸς Πρόεδρος, ἵνα ἐνασκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ, ἵνα ἔχῃ τὸν σεβασμὸν τῶν ὑπαλλήλων.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σλῆμαν ἔχει τὸν λόγον.
§144ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Παραιτοῦμαι, κ. Πρόεδρε, κηρυσσόμενος ὑπὲρ τῶν τροποποιήσεων.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολογεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§146Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἕνεκα τῆς γενικότητος, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον, διότι παρετήρησα, ὅτι καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ Δελτίου τοῦ Τύπου δὲν διετυπώθησαν ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον διὰ τὰς ὑπὸ συζήτησιν τροποποιήσεις. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, οὐδέποτε εἶπον, ὅτι εἶμαι «κατὰ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων», ἀπεναντίας διεκήρυξα, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς μονιμότητος τῆς ὑπηρεσιακῆς, ἀλλὰ εἶμαι κεκηρυγμένος ἀντίπαλος κατὰ τῆς μονιμότητος τῆς κομματικῆς. Εἶμαι ὑπὲρ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ λειτουργία ἑκάστης ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν προσόντων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουσι, τιθέμενα ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ προστατεύσωσι τοὺς φίλους τοῦ κόμματος. Ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη καὶ ἡ διάφορος ἀντίληψις τῶν θεμάτων εἶναι ἐπίσης μεγάλη, διότι ἀκριβῶς εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς μονιμοποιήσεως κομματικῆς τῶν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο ἐσκόπει, ἢ νὰ προστατεύσῃ τοὺς φίλους ἑνὸς κόμματος, χωρὶς νὰ λαμβάνηται οὐδεμία φροντὶς περὶ βελτιώσεως τῆς ὑπηρεσίας. Τοιαῦτα ὑποστηρίξαντες, κ. Βουλευταί, βεβαίως, δὲν ἤλθομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν κατάλυσιν τῆς μονιμότητος τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἐκεῖ ὅπου ἡ μονιμότης ἐδημιουργήθη δυνάμει προσόντων καὶ διαγωνισμοῦ, διεξαχθέντος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόντων τούτων, ἐδημιουργήθησαν δὲ βαθμηδὸν καὶ ἐπὶ σειρὰν ὁλοκλήρων ἐτῶν, ἐκεῖ ὑπάρχει ἀληθὴς μονιμότης, μονιμότης σεβαστή. Ἐάν τι ἐλλείπει ἀπὸ τὴν μονιμότητα αὐτήν, αὐτὸ πρέπει νὰ συμπληρωθῇ καὶ ἐλλείπει ἀπὸ τῆς μονιμότητος αὐτοῖς ἐν πολλοῖς ἡ εὐθύνη καὶ ὁ ἔλεγχος. Πῶς θὰ ὁρισθῇ ἡ εὐθύνη καὶ πῶς θὰ ἀσκῆται τελεσφόρως ὁ ἔλεγχος, δὲν εἶναι ζητήματα ἁπλᾶ, δυνάμενα ἐκ τοῦ προχείρου νὰ λυθῶσιν, ἀλλά, βεβαίως, ὑπηρεσία πεφωτισμένη δύναται νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον τῆς διαρρυθμίσεως τούτων. Ὁμολογουμένως, πολλὰ ἐπάθαμεν, Κύριοι, ἐκ τῆς συναλλαγῆς, ὑπὸ ταύτης δὲ διωκόμενοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ 1910, ἂν καὶ προηγουμένως πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Πρωθυπουργῶν ἀντέταξαν τὸ στῆθος αὐτῶν κατὰ τῆς συναλλαγῆς καὶ ἐμονιμοποίησαν πολλοὺς ὑπαλλήλους εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, ἀλλ’ εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ 1910 ἠσθάνθημεν ἀληθῆ ἀνακούφισιν, διότι ἐν αὐτῷ ἐσημειώθη πλέον ὡς ἀρχὴ πολιτικὴ ἡ μονιμοποίησις τῶν ὑπαλλήλων, ἐψηφίσθησαν δὲ καὶ νόμοι σχετικοί, μονιμοποιοῦντες διαφόρους ὑπηρεσίας καὶ ἰδίως ἐν τῷ οἰκονομικῷ κλάδῳ. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ ἐφαρμόσουν τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως, τὶ ἔκαμαν; Ἐκτύπησαν τὴν συναλλαγήν; Ἤκουσε ποτὲ πολιτευόμενος καὶ πολίτης Ἕλλην μετὰ μεγαλειτέρας φρίκης ἐκεῖνα, ὅσα διέπραξεν ὑπὲρ τῆς συναλλαγῆς τὸ κόμμα ἐκεῖνο; Ὑπῆρξέ τις, ὅστις δὲν ἔφριξε διὰ τὴν συναλλαγὴν ἐκείνην; Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῆς μονιμότητος, τὴν ὁποίαν ἐπεθύμησεν ἡ ἐπανάστασις;
§147Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἡ ἐπανάστασις ἀνέστειλε τὴν μονιμοποίησιν, ἐνήργησε τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ ἔπειτα ἐπανέφερε τὴν μονιμοποίησιν, ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων.
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε καὶ τὴν παράγραφον 26 τοῦ ἄρθρου 97, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁρίζεται, ὅτι: «Οἱ ἤδη ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τῆς Βουλῆς διατελοῦντες ὑπάλληλοι, θεωροῦνται ὡς μονίμως διωρισμένοι καὶ ὡς κεκτημένοι τὰ διὰ τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ ὁριζόμενα διὰ τὴν θέσιν αὐτῶν προσόντα».
§149Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάλυσις ὅλων τῶν νόμων τοῦ κόμματος ἐκείνου. Διὰ τοῦτο, ὅταν μᾶς εἶπον ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν παλαιὸν κομματισμόν, ἐνόμισα, ὅτι εἶναι ὕβρις πρὸς τὴν Βουλήν, διότι ὁ πόθος ἡμῶν εἶναι οὐχὶ νὰ ἱδρύσωμεν συναλλαγήν, ἀλλὰ νὰ ἀποκτήσωμεν ὑπηρεσίας, ὑπηρεσίας ἀληθεῖς καὶ ὄχι κομματικάς, νὰ ἀποκτήσωμεν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι νὰ ὀφείλωσι τὴν θέσιν των εἰς τὴν ἱκανότητά των, ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν εἰς διαγωνισμὸν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἔχουν νὰ ἔχωσι τὸ βάρος ἐπὶ τῆς ράχεώς των, ὅτι, ἐὰν κατέχωσι μίαν θέσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὴν κατέχουσι διότι τὴν ἔλαβον ἀπὸ τὸ κόμμα, ὄχι διὰ τὴν ἱκανότητά των, ἀλλ’ ὡς ρουσφέτι. Αὐτὴ εἶναι ὑπηρεσία ἀνήκουσα εἰς τὸ κόμμα καὶ ὄχι εἰς τὸ Κράτος, οἱ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι ἔχουσιν ὡς ρητόν: «τὰ πάντα διὰ τὸ κόμμα καὶ ἐλάχιστα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν». Οἱ οὕτω διοριζόμενοι κομματικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουσιν ὡς Εὐαγγέλιον: «πᾶν ὅ,τι δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, θὰ τὸ πράξωμεν ὑπὲρ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ πολιτικοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀνέδειξε καὶ μᾶς διώρισε». Τοιαύτη ὑπαλληλία δύναται νὰ εἶναι χρήσιμος διὰ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον τὴν ἐφιλοτέχνησεν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ Κράτος. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ὑπόμνησις δεδικαιολογημένη, ὑπόμνησις, τὴν ὁποίαν πάντες συναισθανόμεθα ὡς ὀρθὴν καὶ δικαίαν καὶ τὴν ὁποίαν δικαιούμεθα νὰ κάμωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὑπόμνησις αὕτη εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις βραδύνει ἀδικαιολογήτως καὶ ἐπιζημίως νὰ γίνῃ κυρία τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Μᾶς εἶπε προχθὲς ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, ὅτι «τὸ ἀνακοινωθὲν δὲν ἀνῆκεν εἰς ἐμέ, ἀλλ’ εἰς τὸν ὑπάλληλον», διότι κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν αὐθαίρετον κομματικὴν μονιμότητα, ἐγὼ ἐξετέλουν καθήκοντα Τμηματάρχου καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ Ὑπουργός, δὲν εἶχε δὲ ἀνάγκην τῆς συναινέσεώς μου νὰ προβῇ εἰς τὸ ἀνακοινωθέν, δι’ οὗ διέψευδε τὰς καταχρήσεις τῆς Θεσσαλονίκης». Κατὰ ταῦτα τὰ ἀναμφισβήτητα, ἡ Κυβέρνησις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἔλεος τῆς κομματικῆς μονιμότητος, τὸ Κράτος κυβερνᾶται ἀνευθύνως, διότι οἱ μὲν Ὑπουργοὶ εἶναι ἁπλᾶ ὄργανα τῶν διαφόρων ὑπηρεσιακῶν συμβουλίων, οἱ δὲ ἀποτελοῦντες ταῦτα ἐντελῶς ἀνεύθυνοι, οὐδὲ δύναται ὁ Ὑπουργὸς διὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἣν ἀσκεῖ, νὰ περιορίσῃ τὰς παρεκτροπὰς τῆς ἀνευθύνου μονιμότητος, ἣν αὐθαίρετοι νόμοι προστατεύουσιν. Ὅταν παρουσιασθῇ ὁ ὑπάλληλος ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ, παρουσιάζεται ἐν πολλοῖς, μὲ ἀπόφασιν συντετελεσμένην, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποκύψῃ. Εἶναι πρωτοφανὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν, νὰ κυβερνώμεθα ἀνευθύνως, διότι ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν δυνάμεθα, βεβαίως, νὰ ζητήσωμεν εὐθύνην, ἀλλὰ θὰ εἴμεθα δήμιοι, ἐὰν ἐζητοῦμεν εὐθύνην παρὰ τούτου περὶ πράξεων, περὶ τῶν ὁποίων αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πρωτοβουλίαν κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους σήμερον ἔχομεν καὶ ὑπὸ τῶν ὁποίων διεπόμεθα. Ὁ κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν κυρίως ὑπεύθυνος, ὁ Ὑπουργός, κατὰ τὰ καθιερωθέν ὑπὸ τῆς ἀνορθώσεως σύστημα διοικητικόν, τῆς ἀποσυγκεντρώσεως, καὶ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ἐγένετο ἁπλῆ μαργιονέτα, διοικηταὶ δὲ πραγματικοὶ καὶ Ὑπουργοὶ τὰ ἀνεύθυνα συμβούλια καὶ οἱ ἀνεύθυνοι μόνιμοι διευθυνταὶ τῶν διαφόρων κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀνόρθωσις ἐπόθησε καὶ δὲ κατώρθωσε, καὶ ὅταν θὰ εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, οὐδὲ νὰ κυβερνᾷ οὐσιαστικῶς. Βεβαίως τὸ βασίλειον τῆς συναλλαγῆς μᾶς ἐξηνάγκασε νὰ θελήσωμεν τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, ὅταν δὲ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, νὰ ἀποκτήσωμεν μονιμότητα ὑπηρεσιακὴν, μονιμότητα, ἡ ὁποία νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ Κράτος, καὶ ὄχι εἰς τὰ κόμματα, τότε τίς ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν δὲν θὰ αἰσθανθῇ ἀνακούφισιν, τίς δὲν θὰ ἐλευθερωθῇ κατὰ τὰ 90% τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον;
§150Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ἂν νομίζητε, ὅτι ἀπαιτεῖται ὑπηρεσιακὴ μονιμότης καὶ ὄχι κομματική, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διακριθῇ;
§151Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως, κ. Καζατζῆ, διότι τὰ λεγόμενά μου δὲν ἐννοῶ ν’ ἀφήνουν κενά. Καὶ σήμερον ἔχομεν ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, διότι αἱ ὑπηρεσίαι αὗται καταρτίζονται, ἐπὶ τῇ βάσει διαγωνισμοῦ καὶ προσόντων. Διὰ νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, πρέπει νὰ διαγωνισθῇ...
§152Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τὸ ἴδιον;
§153Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Βουλῆς, δι’ ἥν ἐπικρατεῖ εἰδικὸν σύστημα. Λοιπόν, ἅμα καθιερώσητε τὸν διαγωνισμὸν καὶ τὰ προσόντα, ἀμέσως ἀποκτᾶτε τὴν μονιμότητα τὴν ὑπηρεσιακήν, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διαγωνισθῇ διὰ νὰ καταλάβῃ μίαν θέσιν, θὰ τὴν ὀφείλει εἰς τὴν ἰδίαν ἱκανότητα καὶ εἰς τὸν ἴδιον αὑτοῦ κόπον καὶ ὄχι εἰς τὸ κόμμα.
§154Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ποῖοι οἱ ἐνεργήσοντες τὸν διαγωνισμόν.
§155Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Οὐδέν, ἢ ἐλάχιστα εἶναι τὰ παραδείγματα, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι ἐφατρίασαν εἰς τοὺς διαγωνισμούς. Ἀκόμη πρὸ ὀλίγου ἐγένετο διαγωνισμὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὴν κατάληψιν θέσεων πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως γραμματέων καὶ δὲν ἠκούσθη δεδικαιολογημένον παράπονον, ὅτι ἐμερολήπτησεν ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία τοὺς ἐξήτασεν. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ βασίλειον τῆς συναλλαγῆς μᾶς ἐξηνάγκασε νὰ ποθήσωμεν καὶ ποθοῦμεν τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ μονιμότης εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀρκεῖ διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ Κράτος τὰς ποθητὰς ὑπηρεσίας. Ἀλλαχοῦ, Κύριοι, — καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω, θὰ ἐπικαλεσθῶ ἓν τῶν πρακτικωτέρων πνευμάτων τῆς Εὐρώπης, τὸν πολὺν Γουσταῦον λὲ Μπόν, ὁ ὁποῖος διὰ τὴν Γαλλίαν πρεσβεύει, ὅπου, ὅπως γνωρίζετε, πᾶσαι καὶ αἱ μικρότεραι ὑπηρεσίαι καταλαμβάνονται ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων καὶ διαγωνισμοῦ καὶ αἱ προαγωγαὶ ἀκόμη γίνονται διὰ διαγωνισμοῦ, πρεσβεύει, λέγω, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἰσοβιότης τῶν ὑπαλλήλων, ἀνεξαρτήτως ὑπουργήματος, δικαστικοῦ ἢ μή, εἶναι βλαβερὰ καὶ προτείνει μετὰ τοῦ διακρίνοντος αὐτὸν θάρρους, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ διορίζωνται δι’ ὡρισμένην περίοδον χρόνου, διὰ μίαν πενταετίαν, διὰ μίαν δεκαετίαν, καὶ μετὰ παρέλευσιν τῆς περιόδου ταύτης, ἂν μὲν δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, νὰ ἀπολύωνται, ἂν δὲ τοὐναντίον, νὰ ἀναδιορίζωνται δι’ ἴσον καὶ πάλιν χρόνον. Ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀκόμη εὑρίσκεται συγγραφεὺς διακεκριμένος, ἐκ τῶν μᾶλλον πρακτικῶν πνευμάτων, τονίζω καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ ἰσοβιότης εἶναι βλαβερά.
§156Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι ὁ μεγαλείτερος ψυχολόγος τῆς Εὐρώπης.
§157Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς λέγει καθαρά, ὅτι ἡ ἰσοβιότης τῶν ὑπαλλήλων τοὺς καθιστᾷ αὐθαιρέτους, διότι ἡ αὐθαιρεσία εἶναι ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Λοιπόν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κάτι τι ὑπεράνω τῆς ἀδυναμίας, τὸ ὁποῖον νὰ συγκρατῇ τὴν ἀδυναμίαν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, διὰ νὰ μὴ καθίσταται ὁ ὑπάλληλος αὐθαίρετος. Δι’ αὐτό, Κύριοι, τάσσομαι, ὄχι μόνον ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῆς μονιμότητος καὶ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ καλύψωσι τοὺς διορισμοὺς ὡρισμένων κομματικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς λίαν σοβαροὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν οἱ κ. κ. Συνάδελφοι, Βοκοτόπουλος καὶ Τσαλδάρης, οἱ ὁποῖοι σαφῶς μᾶς ἔπεισαν, ὅτι, προκειμένου περὶ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, φραγμοὶ προσόντων καὶ μονιμότητος δὲν δύνανται νὰ ἐννοηθοῦν, διότι ἑκάστη Βουλὴ δικαιοῦται νὰ μεταβάλῃ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἀντίληψίν της, τὸν Κανονισμόν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ νόμου.
§158Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ συμφωνῇ μὲ τὴν προηγουμένην.
§159Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Τότε δὲν θὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμόν. Ἅμα συμφωνοῦν αἱ δύο Βουλαί, ἡ μία ἐπικυροῖ καὶ ἐπισφραγίζει τὸ ἔργον τῆς προηγουμένης, καὶ οὕτω δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμνῃ τροποποιήσεις. Τὴν διάκρισιν δὲ μεταξὺ νόμου καὶ Κανονισμοῦ, δὲν τὴν ἔκαμα ἐντελῶς ἀσκόπως, διότι καὶ νόμος οὐδεὶς δύναται νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Βουλῆς καὶ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τροποποιήσῃ νόμον, ὅπως καὶ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὑπάρχει Συνταγματικὴ διάταξις, καθ’ ἥν, ὅταν γίνῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, αἱ μονιμοποιήσεις αὗται γίνονται ἰσοβιότητες.
§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι αὐταί.
§161Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημά σας, διατὶ διακόπτετε; Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν πρόκειται περὶ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τοῦ Ἄνακτος, βεβαίως, δὲν εἶναι νόμος καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ἂν ἐπέλθῃ ἡ συγκρότησις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι μονιμοποιοῦνται διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν ἰσόβιοι, διότι δὲν εἶναι ὑπάλληλοι διοικητικοί. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ διάκρισις, ἡ ὁποία ἔγινε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δύναμιν τοῦ Κανονισμοῦ ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας, εἶναι διάκρισις πολὺ εὔστοχος, διότι ἀναγνωρίζει πᾶν δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἐξουσίας της, τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν Κανονισμόν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικόν, κατὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας συναισθάνεται καὶ ἀναγνωρίζει αὐτὸ τὸ Σῶμα.
§162Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς διοικήσεως, ἑπομένως, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς.
§163Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἴδιον πρᾶγμα σᾶς εἶπον καὶ ἐγώ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι τίποτε δὲν ἔχομεν νὰ μᾶς πτοήσῃ, οὔτε θὰ ἀποσπάσωσιν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην προσοχήν μας αἱ ἀπειλαὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀερολογιῶν, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενοι, μᾶς ἀπειλοῦν καὶ ὅτι μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ψυχραιμίας θὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον μας καὶ θὰ φροντίσωμεν, τὸ ἐφ’ ἡμᾶς νὰ φανῶμεν χρησιμώτεροι εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν Πατρίδα. Ἔχομεν, βεβαίως, ἐξωτερικοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς περιβάλλουν καὶ κινδύνους μεγάλους, δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι ἴσως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρώτην φορὰν ἀπὸ τῆς ἀναστάσεώς του, διέρχεται τόσον κρισίμους περιστάσεις. Ἂς ἐλπίσωμεν, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι νικηφόρως θὰ ἐξέλθωμεν τῶν περιστάσεων τούτων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν καὶ τὸ ἑξῆς: ὅτι ἔχομεν καὶ ἐσωτερικοὺς κινδύνους καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν συναίσθησιν αὐτῶν πρέπει νὰ φροντίσωμεν τοὺς κινδύνους τούτους νὰ τοὺς ἐκμηδενίσωμεν. Τὴν δύναμιν τὴν ἔχομεν ἡμεῖς νὰ τοὺς ἐκμηδενίσωμεν. Τὰ ὄργανα τῶν κινδύνων τούτων, πρέπει νὰ τὰ σαρώσωμεν, διότι, ἂν δὲν πράξωμεν τοῦτο, τὴν εὐθύνην θὰ τὴν φέρωμεν ἡμεῖς. Ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλημεν ἐνταῦθα, διὰ νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν, ὅταν δὲ λέγω ἐσωτερικὴν τάξιν, σεῖς πάντες, μὲ ἐννοεῖτε τὶ θέλω νὰ εἴπω, διότι ἴσως δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ἑσπέρα αὕτη νὰ ἐκταθῶμεν ἐπὶ τοῦ θέματος, ὥστε νὰ μὴ ἐμπνέωσι καμμίαν ἀνησυχίαν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, φρονοῦν, ὅτι δύνανται νὰ διενεργοῦν κινήματα τοιαῦτα, παραδειγματιζόμενοι ἐκ τῶν ὑπὸ τούτων ἀλλαχοῦ κατορθωθέντων. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι πλανῶνται καὶ ὡς πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ ἐγχειρήματος, καὶ ὡς πρὸς τὴν δύναμίν των, πρῶτοι δὲ ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ δώσωμεν δίδαγμα διδακτικόν, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν, μὲ πᾶσαν θυσίαν, συντρίβοντες τὰ πάντα, μίαν τοιαύτην ἀπόπειραν ἐναλλαγῆς τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Διὰ νὰ πείσωμεν τὸν κόσμον περὶ τούτου, καὶ ἰδίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐξέλεξαν, πρέπει νὰ βαίνωμεν εἰς τὸ ἔργον μας σθεναρῶς καὶ νὰ μὴ ἀκούωμεν τὰς φωνασκίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς παραπέμπουν ἄλλοτε εἰς τὸν παλαιοκομματισμόν, καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν χίμαιραν τῆς κομματικῆς μονιμότητος καὶ τῶν κομματικῶν προσόντων. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ ὅταν τοῦτο πράξωμεν, δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο νὰ ἀκούσωμεν, παρὰ ἐπαίνους ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι μετ’ ἀμεροληψίας τὸ ἔργον μας.
§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ἐξαιρετικῆς, ὡμολογουμένως, σπουδαιότητος, περὶ τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Ἡ σημερινὴ συζήτησις ἀφορᾷ μόνον τὰ προσόντα καὶ τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, πάντα ὅσα ἐλέχθησαν ἐν σχέσει πρὸς τὸ γενικώτερον ζήτημα τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν θὰ εὕρωσι παρ’ ἐμοὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀντίρρησίν τινα, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν κεῖται σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νομίσει προσῆκον καὶ ὅταν ἤθελε νομίσει σκόπιμον νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοθετικὸν μέτρον, μεταρρυθμίζον ἢ καταργοῦν τὴν μονιμότητα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἵνα γίνῃ κυρία τῆς καταστάσεως, κατὰ τὴν χαρακτηριστικὴν ἔκφρασιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, τότε ἡ Βουλὴ καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ λάβῃ ἀφορμὴν νὰ εἴπῃ ἐν πλάτει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φρονεῖ καὶ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον διωρίσθησαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διαρρυθμισθῶσι τὰ τῆς μονιμότητος καὶ τῶν προσόντων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἤδη, ἐπαναλαμβάνω, ἔχομεν νὰ κρίνωμεν καὶ νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ἤκουσα δύο ἐκ τῶν κ. Συναδέλφων, τῶν προλαλησάντων, οἱ ὁποῖοι κατέκριναν καὶ τὴν διατύπωσιν ταύτην περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἴτε ἐπὶ ταῖς διακρίσεσι, τὰς ὁποίας ἔκαμον μεταξὺ νόμου καὶ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, εἴτε ἕνεκα ἄλλων τινων λόγων. Δὲν ἀποδέχομαι, Κύριοι, τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς ἀντιρρήσεις ταύτας. Δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων, καθ’ ὃν τρόπον δύναται νὰ γίνῃ λόγος καὶ περὶ τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὰ προσόντα καὶ τὴν μονιμότητα τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ρυθμίζει ἡ Βουλή, λειτουργοῦσα ὡς Σῶμα Νομοθετικὸν καὶ δεσμεύουσα διὰ τῶν τοιούτων ἀποφάσεων αὐτῆς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἐνῷ ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, λειτουργεῖ ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα κανονιστικόν, τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀρυομένη ἐκ τοῦ Συντάγματος, καὶ δεσμεύει τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οἱονεί, τὴν ἐκτελεστικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν. Ὑπάρχει, ἑπομένως, ταυτότης ἐν τῇ διατυπώσει, μὲ τὴν διαφορὰν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐσημείωσα ἤδη, καὶ ἡ ὁποία δύναται ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ἔχῃ καὶ περαιτέρω συνεπείας. Τὴν διαφορὰν δὲ ταύτην οὐδείς, νομίζω, παρεγνώρισε. Διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἠκούσθη, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ παρ’ οἱουδήποτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἢ καὶ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι, ὁμιλοῦντες περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐννοοῦμεν νὰ καθιερώσωμεν ὁμοίαν μονιμότητα πρὸς τὴν τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἤτοι, ὅτι ἐπιζητοῦμεν τὴν θέσιν νόμου πλέον, ἀναγνωρίζοντος τὴν μονιμότητα καὶ ὄχι τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης, ἄνευ ἀνάγκης ἠμύνθησαν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ὡς μὴ δεσμευομένης ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν διατάξεων περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος. Ἀλλὰ τὶς εἶπεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δεσμευθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ; Ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεσμευθῇ αὕτη, οὔτε ὡς πρὸς τὰ προσόντα καὶ τὴν μονιμότητα τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, περὶ τῶν ὁποίων διὰ νέου νόμου δύναται ἄλλως νὰ ἀποφανθῇ, ἐφ’ ὅσον δὲν συντρέχουν αἱ περιπτώσεις τοῦ Συντάγματος; Καλῶς, λοιπόν, ἐγένετο καὶ γίνεται λόγος περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἄν εἶναι ὀρθόν, ἂν εἶναι σκόπιμον, νὰ ἔχωσι προσόντα καὶ μονιμότητα οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται, δύναταί τις εἰπεῖν, μέ τινα αὐτοτέλειαν ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ τῆς διοικήσεως, ἀναμφισβητήτως, ἐμφανίζεται ὑπὸ τὴν αὐτοτέλειαν κατὰ μείζονα λόγον, προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν θὰ ἦτο ἐξεταστέον καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εἶπον, ὅτι θὰ ἠνόουν συζήτησιν ἐπὶ τοιούτου ἐδάφους στηριζομένην καὶ ἀναπτυσσομένους τοὺς λόγους ἐκείνους, τοὺς θεωρητικούς, τοὺς πολιτικούς, τοὺς διοικητικούς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν γνώμην τῶν κεκηρυγμένων κατὰ τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος, θὰ ἠδύναντο νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως. Τοιαύτην τινὰ συζήτησιν δὲν ἤκουσα, ἐνῷ θὰ ἦτο δυνατὸν ἴσως νὰ ἀκουσθῇ. (Τὸ ἐπ’ ἐμοί, θὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τούτου). Ἀφοῦ καὶ εἰς τὰς λοιπὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἄλλους, κρατοῦσι παρὰ τὴν θεωρίαν τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος καί τινες ἐξαιρέσεις, θὰ ἦτο ἐξεταστέον μήπως καὶ προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἐξαιρέσεις ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα, ἢ καὶ ἐὰν αἱ ἐξαιρέσεις, αἱ ἀλλαχοῦ ὑφιστάμεναι, δύνανται, ὡς ἐκεῖναι, νὰ ἐφαρμοσθῶσι, προκειμένου καὶ περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Μήπως εἰς τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, δὲν ἔχομεν ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνωρίσθησαν καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰς ὁποίας, ἡ μονιμότης δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν; Δὲν ἔχομεν τοὺς νομάρχας, δὲν ἔχομεν τοὺς γενικοὺς γραμματεῖς; Ὕστερον δὲ διὰ νόμων προσφάτων, δὲν ἀνεγνωρίσθησαν ὡς τοιούτου εἴδους θέσις, ἀνταποκρινομένη, ὁμολογουμένως, εἰς αἰσθητὴν ἀνάγκην, δημοσίων ὑπαλλήλων, ἰδιαιτέρων γραμματέων τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι, οὔτε προσόντα, οὔτε μονιμότητα ἔχουσιν; Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ συζητήσω καὶ προθύμως νὰ ἐπιδοκιμάσω τὸν ἀποχωρισμὸν δύο, τριῶν, τεσσάρων ἴσως, δὲν γνωρίζω, θέσεων τοῦ Γραφείου τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ τὰς ὁποίας νὰ μὴ ἀναγραφῶσι προσόντα καὶ μονιμότης, ὅπως καὶ εἰς τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἐσημείωσα, ἀνεγνωρίσθη, ὅτι οἱ γενικοὶ γραμματεῖς δὲν ἔχουσι προσόντα καὶ μονιμότητα, ὅπως καὶ εὐλογώτατα ἀνεγνωρίσθη θέσις ἰδιαιτέρου γραμματέως εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον, ὅστις, κατὰ φυσικὸν λόγον, πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ συνεπῶς οὔτε μονιμότητος ἀπολαύει.
§165Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι κατηργημένη ἡ θέσις τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως.
§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι κατηργημένη, κατ’ ἐμέ, δὲ ὀρθῶς. Ἀντὶ νὰ γίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται κεκαλυμμένως, εἶναι καλλίτερον νὰ γίνεται ἀπὸ τοῦ φανεροῦ καὶ εὐθέος; Διότι ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχή, Κύριοι, — καὶ ἀπαντῶ εἰς παρένθετον παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυκλάδων κ. Βουλευτοῦ — νὰ ἀποσπῶνται ἐξ ὀργανικῶν θέσεων τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ κάμνουν τὸν ἰδιαίτερον γραμματέα. Αὐτὸ εἶναι ἄτοπον. Πρῶτον δὲν εἶναι εἰλικρινές, δεύτερον δὲν εἶναι ὑπηρεσιακῶς ἐποικοδομητικόν, τρίτον εἶναι ἀσύμφορον, διότι καὶ ἀποσπῶσι συνήθεις δύο καὶ τρεῖς τριούτους, στεροῦντες ὑπαλλήλων τὰς ὀργανικὰς θέσεις. Δὲν ἐξετάζω, λοιπόν, τὶ κρατεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὀρθώτατα εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει εἷς γραμματεύς, εἴτε πρώτης, εἴτε δευτέρας τάξεως, ἄνευ προσόντων καὶ μονιμότητος ὑπηρετῶν εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ. Δύναμαι ἄριστα νὰ ἐννοήσω, Κύριοι, ἀρχὴν τοιαύτην, μέ τινα ἀναλογίαν, ἐφαρμοζομένην, προκειμένου περὶ τοῦ Γραφείου τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἠδυνάμην ποτὲ νὰ ἐννοήσω τὴν ἀρχὴν τῆς καταργήσεως ὁλοκλήρων τῶν προσόντων, τὸν μηδενισμὸν αὐτόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν. Αὐτὴ καταλύει πάντα τὰ προσόντα. Δὲν ἤκουσα δὲ λόγους δικαιολογητικοὺς τῆς καταργήσεώς της. Ὁ τελευταῖος τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων ὡμίλησε, διὰ νὰ κατακρίνῃ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνεκροτήθη τὸ προσωπικὸν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀλλαχοῦ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Εἰδικώτερον δὲ διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπέλαβεν, ὅτι τὴν κατάστασιν αὐτήν, τὴν οὑτωσεί δημιουργηθεῖσαν, δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ἀναγνωρίσωμεν, καὶ ἐζήτησε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ γίνῃ κυρία τῆς καταστάσεως, ὅπως ἀνασυγκροτήσῃ δεόντως τὸ προσωπικόν. Ἀλλὰ δὲν ἤκουσα οὔτε παρ’ αὐτοῦ, οὔτε παρά τινος τῶν κ. Συναδέλφων κατὰ τίνα τρόπον αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ τοιαύτη σύνθεσις τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, θὰ διορθωθῇ. Διότι ἐγώ, δὲν προτίθεμαι νὰ φέρω καμμίαν ἀντίρρησιν εἰς τὰς κατακρίσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς συγκροτήσεως τοῦ προσωπικοῦ, οὔτε συζητῶ ἐπὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἀληθῶς, δεδομένου, κατὰ τίνα τρόπον οἱ ἔχοντες τὴν ἀντίθετον γνώμην, ὑποστηρίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ ἡ κατάστασις; Ἔχουσι τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ καταλυθῶσι τὰ προσόντα, διότι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουσι προσόντα καὶ μονιμότης, οὔτε εἰς τὸ στενογραφικὸν γραφεῖον, π. χ. τῆς Βουλῆς, ὅπως ἕκαστος Πρόεδρος ἢ ἑκάστη πλειονοψηφία διορίζῃ ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης της; Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἡ γνώμη των, ἔπρεπε νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ δὲν ἀνεπτύχθη. Ἐὰν ὅμως τὸ ἀντίθετον, τουτέστι, πρέπει νὰ τεθῶσι προσόντα καὶ μονιμότης, ἀλλ’ ἡ συγκρότησις προσωπικοῦ νὰ γίνῃ κατὰ τὸ προσῆκον καὶ ὀρθόν, δὲν βλέπω καμμίαν πρότασιν εἰς τοῦτο τείνουσαν. Πῶς φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄτοπον, ὅπερ ἐγένετο ἐν τῷ προσφάτῳ παρελθόντι εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ προσωπικοῦ θὰ ἀρθῇ; Ὑμεῖς θὰ ἔχετε τὴν δύναμιν, καταλύοντες τὰ πάντα καὶ κύριοι γινόμενοι τῆς καταστάσεως καὶ διορίζοντες τὸ προσωπικὸν κατ’ οἰκείαν βούλησιν καὶ ἔπειτα μονιμοποιοῦντες τοῦτο, ὑμεῖς θὰ πράξητε τὸ ὀρθόν, τὸ ἀπολύτως εὐπρεπές, τὸ ἀνεπίδεκτον ἀντιρρήσεως;
§167Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ὄχι μονιμοποιοῦντες.
§168Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, λαμβάνω καὶ τὴν μίαν ἐκδοχὴν καὶ τὴν ἄλλην. Δι’ ὑμᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἤκουσα κανὲν ἐπιχείρημα, ὑποστηρίζον τὴν γνώμην αὐτήν. Τώρα ὁμιλῶ διὰ τὴν ἀντίθετον ἐκδοχήν, ἡ ὁποία θέλει ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως καὶ ἀναδημιουργίαν νέας μὲ προσόντα καὶ μονιμότητα, μὴ ἔχουσαν τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ ἁμαρτωλὸν παρελθόν. Καὶ ἐρωτῶ πάλιν: Κατὰ τίνα τρόπον θὰ τὸ ἐπιτύχητε; Ποῖον εἶναι τὸ σχέδιόν σας; Προσωπικὴ ἡμῶν πεποίθησις ἐφ’ ὑμᾶς αὐτούς; Δύνασθε νὰ τὴν ἔχητε καὶ καθῆκον ἔχετε πρὸς τοῦτο, ὅπως ἕκαστος ἔχῃ καθῆκον νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς ἑαυτόν, εἰς τὴν ἠθικότητα τῆς ἀντιλήψεώς του, τὴν σκοπιμότητα καὶ εἰλικρίνειαν τῶν προθέσεών του. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς διαδεχθοῦν, θὰ ἔχουν τὴν ἀντίθετον γνώμην καὶ τὰς αὐτὰς δι’ ἑαυτοὺς πεποιθήσεις, θὰ ἀνατρέψουν τὰ ἰδικά σας, νὰ θέσωσιν ἰδικά των, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ κυλίεται ὁ λίθος τοῦ Σισύφου. Ἑπομένως, πάλιν παραμένει τὸ ἐρώτημα: πῶς θὰ εὕρητε τὸν τρόπον νὰ σταματήσητε αὐτὸν τὸν διάλληλον κύκλον;
§169Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Ἐπιτρέπετε; Δέχεσθε ὅτι δὲν εἶναι νόμος, καὶ ἡ μονιμότης, ἡ διὰ νόμου ἀναγνωριζομένη, εἶναι μονιμότης, ἐξαρτωμένη ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς ἑκάστοτε πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς;
§170Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τοῦ ὅτι ἡ μονιμότης ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δὲν ἕπεται ὅτι παύει νὰ εἶναι μονιμότης, παρέχουσα ἐγγυήσεις εἰς τοὺς ὑπαλλήλους. Νομίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει τις δεχόμενος, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐσιώδης ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου, ὅταν, διὰ νὰ παυθῇ, πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ Κανονισμός; Νομίζετε, ὅτι δύναται εἰς ἑκάστην περίπτωσιν νὰ γίνηται τοιαύτη συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ἐνώπιόν μου τὰς συνθήκας τῆς ὀργανικῆς ἐμφανίσεως, τῆς νομικῆς ἐμφανίσεως τοῦ πράγματος καὶ ἐπὶ τούτων συζητῶ. Θὰ δεσμευθῇ τὸ Προεδρεῖον, ὅταν ὑπάρχουν προσόντα καὶ μονιμότης, θὰ δεσμευθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ τοὐτέστιν ἐξουσία τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ νὰ παύσῃ καὶ νὰ διορίσῃ ἕνα ὑπάλληλον, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἢ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ ἐχάραξεν ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἢ νὰ ζητῇ μεταρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τῆς Βουλῆς. Εἶναι τοῦτο ἐγγύησις διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς ἴσης δυνάμεως πρὸς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι περὶ μονιμότητος παρέχουσιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους. Διότι καὶ οὗτοι ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἄρα, ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν ἐξαρτῶνται εἰς ἑκάστην περίπτωσιν, ἐφόσον τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναγράφει δέσμευσιν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ ἐπιχείρημά σας ἐφαρμόζεται ὑπὸ τὴν αὐτὴν συλλογιστικὴν κατασκευὴν καὶ προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Διότι πάντοτε ἡ Κυβέρνησις θὰ δύναται νὰ φέρῃ νόμον, νὰ καταργῇ τὸν παλαιὸν νόμον περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος καὶ νὰ διορίζῃ τοὺς ἰδικούς της ὑπαλλήλους. Οὔτε ἔχει, βεβαίως, καμμίαν ἀξίαν τὸ γεγονός, ὅτι διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς ἡ πλειοψηφία θὰ ζητῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν εἰς δύο ἀναγνώσεις τὴν κατάργησιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν, ὅπως καταργήσῃ τὸν νόμον, θὰ ζητῇ τρεῖς ἀναγνώσεις. Ἢ φρονεῖτε, ὅτι θὰ ἦτο τὸ κώλυμα μεγαλείτερον, ἐπειδὴ θὰ ἀπῃτεῖτο μία ἀνάγνωσις περισσοτέρα καὶ ἡ κύρωσις τοῦ Βασιλέως, Βασιλέως δρῶντος ἐν Κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι; Τὸ ζήτημα, ἑπομένως, παραμένει ἐκεῖ. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς: ποῖον εἶναι τὸ σύστημά σας; Εἶναι ὁ μηδενισμός, τὸ ὁποῖον, ἐπὶ τέλους, εἶναι μία θεωρία; Ὑποστηρίξατέ το. Ἂν ὅμως ὄχι ἂν ἀναχωρῆτε ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν προσόντα καὶ μονιμότης, δείξατέ μας τὴν ὁδόν, καθ’ ἣν ἐν τῷ παρόντι θέλετε καὶ ἐπιζητεῖτε αὐτὴν τὴν ὑπηρεσιακὴν μονιμότητα. Δὲν δεικνύετε ὁδόν, ἀλλὰ προβάλλετε τὰς ἀγαθά σας προθέσεις, τὰς ὁποίας δὲν σκέπτομαι τὸ παράπαν νὰ ἀμφισβητήσω, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀρκεταὶ αὗται. Διότι θὰ ἔλθῃ ἡ αὔριον πλειοψηφία, ἡ ὁποία θὰ προβάλῃ τὰς ἰδικάς της ἀγαθὰς προθέσεις, καὶ θὰ ἔλθετε σεῖς πάλιν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ παίξωμεν...
§171Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εὑρίσκετε μέσον ἄλλο;
§172Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, κατ’ ἀνάγκην, πρέπει μία πλειοψηφία νὰ φανῇ γενναιοτέρα τῆς προηγουμένης, νὰ δείξῃ αὐταπάρνησιν μεγαλειτέραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ προηγουμένη. Νὰ κάμητε πολιτικάς τινας θυσίας, ἐὰν θέλετε νὰ ἔχητε δικαιώματα ἐλέγχου τοῦ παρελθόντος, καὶ ἂν θέλετε νὰ προπαρασκευάσητε τὸ μέλλον, τὴν ὑπηρεσιακήν, τουτέστι, μονιμότητα, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτής. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἀνεξαρτήτως πάσης θεωρίας, δέχομαι, — χαρακτηρίσατέ την ὅπως θέλετε— ὅτι ἐγένετο οἱαδήποτε αὐθαιρεσία εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ περιεβλήθησαν διὰ μονιμότητος οἱ οὕτω διορισθέντες. Ἐγὼ ἔρριψα ἓν βλέμμα εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ παρετήρησα, ὅτι εἶναι μεγίστη ἡ εὐκολία τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν πράγματι ἀνικάνων, ἢ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διὰ πολιτικοὺς ἢ ἄλλους λόγους δὲν ἐκτελοῦσι δεόντως τὰ καθήκοντά των. Ἔχετε ὁδόν, ἡ ὁποία διαγράφεται ἐν τῷ Κανονισμῷ, ὁδὸν ἀσφαλίζουσαν τοὺς καλοὺς ὑπαλλήλους καὶ εὔκολον διὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν ἀναξίων. Διότι τὸ Σῶμα αὐτὸ δὲν ἀνέθεσεν εἰς ἄλλας ἀρχὰς ἢ ἄλλα συμβούλια, ἀλλ’ ἐκρατήσατε—καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως—ἐν ἑαυτῷ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐξουσίαν τῆς ἀπολύσεως. Ἰδοὺ ἡ ὁδὸς διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπιτύχητε τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ τὴν καθιέρωσιν ὅλως ὑπηρεσιακῆς μονιμότητος. Διὰ τῆς καταργήσεως τῶν προσόντων καὶ τοῦ ἀναδιορισμοῦ, μὲ μόνον τὸ προσὸν τῆς ἀγαθῆς προθέσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τί· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πλασθῇ προσωπικὸν ἄξιον τῆς ὑπηρεσίας. Διότι τὸ προσὸν τῆς ἀγαθῆς προθέσεως θὰ τὸ ἔχῃ, ἢ τοὐλάχιστον θὰ τὸ προβάλλῃ ἑκάστη πλειοψηφία. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, καὶ ἀκόμη θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ πάλιν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως.
§173Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ...
§174Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶν περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοῶ τοὺς Βουλευτάς, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ ἔχουν γνώμην, ἀλλὰ καὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν γνώμην. Ἡ συζήτησις ἔχει κατ’ ἐξοχὴν οὐσιαστικὴν σημασίαν, πολιτικὴν σημασίαν, τῆς ὁποίας ἡ διαφορὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε θὰ ἦτο ἄγαν ἁπλοϊκὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐδέχετο καὶ θὰ ἔστεργε νὰ ἀμφισβητήσῃ ταύτην καὶ νὰ καλύψῃ τὸν διωκόμενον σκοπόν, σιωπῶν καὶ κρυπτόμενος ὄπισθεν τῆς φρασεολογίας, ὅτι ἐζητήθη ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι τῶν Βουλευτῶν τῶν συγκροτούντων τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι δὲ ἀνάγκη, πρὸς πιστοποίησιν τῆς παρατηρήσεώς μου ταύτης, νὰ μνησθῶ περιστάσεως ἀναλόγου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡ Κυβέρνησις, ὡς Κυβέρνησις, ὡς νομικόν, οὕτως εἰπεῖν, πρόσωπον, ὡς πολιτικὴ ἀρχὴ καὶ δύναμις ἑνιαία, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένας προτάσεις. Καὶ ἡ περίπτωσις αὕτη ἦτο ἡ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Διότι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος προέρχεται καὶ πρέπει νὰ προέρχηται μόνον ἐκ τῆς Βουλῆς, οὐχὶ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐντολοδόχου τοῦ Βασιλέως. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, ἡ τότε, δὲν ἐκρύβη ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ πλάσματος, διὰ νὰ ἀφήσῃ καὶ ἄνευ γνώμης τὴν Βουλὴν καὶ ἀνερμάτιστον τὴν ἐν αὐτῇ συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐνεθυμήθη τὴν ἰδιότητα τῶν μελῶν αὐτῆς ὡς Βουλευτῶν, καὶ οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ὡς τοιοῦτοι, οὐχὶ ὡς Ὑπουργοί, πλὴν ἑνός, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο Βουλευτής, ὑπέβαλον προτάσεις ὑπογεγραμμένας παρ’ αὐτῶν, ὡς Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐν ταὐτῷ καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ, προτάσεις ὑπευθύνους, προτάσεις περὶ μεταρρυθμίσεως ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ μετεῖχον τῶν συζητήσεων τῆς Διπλῆς ἐκείνης Βουλῆς, καὶ συνετέλουν εἰς τὴν προσήκουσαν ταύτην κατεύθυνσιν καὶ διεξαγωγήν, συναισθανόμενοι τὴν οὐσίαν, τὴν ἰδιότητα καὶ θέσιν αὐτῶν, ὡς ἡγουμένων τῆς πλειοψηφίας, καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῶν εὐθύνην, ἡ ὁποία παρομαρτεῖ εἰς τὴν ἰδιότητα ταύτην. Δὲν εἶπον, ὅτι εἶναι Κυβέρνησις, διὰ νὰ μὴ ἐκφράσωσι γνώμην, διὰ νὰ ἀποφύγωσιν ἴσως τὰς εὐθύνας. Ἦσαν καὶ Βουλευταί, δικαιούμενοι καὶ ὑποχρεούμενοι νὰ ἔχωσι γνώμας. Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, Κύριοι, νὰ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν. Καὶ ὀφείλουσι νὰ ὁμιλήσωσι. Προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, Κύριοι, περὶ τοιούτων συζητήσεων, τῶν ὁποίων ἡ πολιτικὴ σημασία εἶναι σπουδαιοτάτη, δέν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ κρύπτηται ὄπισθεν ἀσυστάτων δικαιολογιῶν καὶ νὰ λέγῃ: «Δὲν ἔχω γνώμην». (Χειροκροτήματα).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§176Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐν τῇ διακοπῇ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἀποφύγωμεν τὸν διάλληλον κύκλον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, εἶπεν, ὅτι μία πλειοψηφία ὀφείλει, ἐὰν ἀκολουθῇ τὴν ἄλλην, ἵνα ἀποφύγῃ τοῦτον, νὰ φανῇ γενναιοτέρα τῆς ἄλλης, προκειμένου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ ὑπάρχει τὸ προηγούμενον ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, κυρούσης τὴν γνώμην ταύτην. Ὅταν ὑπάλληλοι, ἄλλοτε ἀπολυθέντες ἀπὸ Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, προσέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐγνωμάτευσεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, διότι δὲν τοὺς χαρακτηρίζει ὡς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου, Κύριοι Βουλευταί. Πρόκειται περὶ τῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία χωρίζει πολλοὺς ἐξ ἡμῶν, μεταξὺ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, περὶ τῆς ἀντιλήψεως τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ παροῦσα Βουλή, ὅπως ἐπανορθώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατήγαγε, δυστυχῶς, εἰς βάρος τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἡ ἐκπεσοῦσα Κυβέρνησις. Ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χανίων Βουλευτοῦ, ἐπικρίνοντος τὴν Κυβέρνησιν διότι ἐβράδυνε νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ οὐχὶ νὰ ἀποκαταστῇ κυρία τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, νὰ ἀποκαταστήσῃ δὲ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, διότι, δυστυχῶς, ἐν ταῖς δημοσίαις ὑπηρεσίαις εἰσῆλθον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀνάξιοι νὰ εἰσέλθωσιν ἐν ταύταις, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ὡρκίσθησαν πίστιν εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, ὤμοσαν πίστιν, δυστυχῶς, εἰς ἓν πρόσωπον πολιτικόν, παραβλέποντες καὶ παρορῶντες τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Περὶ τούτων τῶν ὑπαλλήλων ἔχει καθῆκον νὰ σκεφθῇ ἡ παροῦσα Βουλή. Ἀλλὰ, Κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν γνώμην μου ταύτην, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ προσφάτου παρελθόντος εἰσήγαγε τὴν νομοθετικὴν συναλλαγήν, ἵνα εὐχαριστήσῃ πρόσωπα, ἵνα εἰσέλθωσιν ἐν ταῖς δημοσίαις ὑπηρεσίαις οἱ ὀπαδοὶ αὐτῆς. Ὑπῆρξέ ποτε νόμος περὶ Πανεπιστημίου, Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ὁλομέλεια τῶν Σχολῶν ἐξέλεγε τοὺς Καθηγητάς του· ἀλλ’ ἵνα εἰσέλθωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Πανεπιστημίου ὀπαδοὶ τῆς ἐκπεσούσης Κυβερνήσεως, κατηργήθη ὁ νόμος οὗτος καὶ ἐγένετο προσωρινὸς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο τὸ δικαίωμα εἰς τριμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκ Καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἵνα ἐκλέξωσι προσωρινῶς τοὺς Καθηγητάς. Καὶ εὑρέθημεν πρὸ τοῦ θεάματος, οἱ τρεῖς Καθηγηταὶ αὐτοί, τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς ἐννοῶ, συνελθόντες, ἐξέλεξαν ὡς Καθηγητὰς ὁ εἷς τὸν ἀνεψιόν του, ὁ ἕτερος τὸν θεῖον του καὶ τοιουτοτρόπως, μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἦσαν εὐάρεστα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐπανῆλθεν ὁ νόμος ἐν ἰσχύϊ. Ἀλλὰ, προκειμένου, Κύριοι Βουλευταί, περὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων Βουλευτής, εἰπών, ὅτι ἡ ἐξουσία ἡ Προεδρικὴ εἶναι ἐντελῶς ἀπεριόριστος, ὑποκειμένη μόνον εἰς τοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους ἐγκαθιστᾷ ὁ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ διαρρυθμίσῃ τὰ τοῦ οἴκου της ἡ Βουλή, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ τὰ πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, διότι, βεβαίως, καὶ περὶ ταύτης θὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, ὡς ἐλπίζω, οὐχὶ ἵνα καταργήσῃ τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἵνα ἀποκαθάρῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον παρὰ τὸν νόμον, μόνον καὶ μόνον διότι ἐδούλευον εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς φατρίας. Δὲν πρέπει, λοιπόν, κ. Βουλευταί, νὰ συγχέητε τὸ ζήτημα τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων τῶν δημοσίων ἄλλων ὑπηρεσιῶν. Καὶ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Συνάδελφος ἐξαιρέσεις, ὑπαρχούσας ἐν τοῖς νόμοις, προκειμένου περὶ ὡρισμένων θέσεων τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, προκειμένου περὶ τῶν Νομαρχῶν, προκειμένου περὶ τῶν ἰδιαιτέρων γραμματέων καὶ προκειμένου καὶ περὶ ἄλλων τοιούτων θέσεων. Ἀλλά, Κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει μίαν ἱερὰν ὑποχρέωσιν, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καθαρίσῃ ὅλους τοὺς κλάδους τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀφοσιωμένοι εἰς μίαν φατρίαν καὶ οὐχὶ εἰς τὸ καθῆκον αὐτῶν. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ὁ λαὸς ἐξέλεξεν ἡμᾶς. Ὁ λαὸς ἐξέλεξεν ἡμᾶς, ἵνα ἐπιτελέσωμεν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ὑπῆρξεν ὄντως ὀξύτης πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλ’ ὁ ἀνταγωνισμός, ὁ πολιτικός, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν τοῦ κ. Βενιζέλου ὑπεισῆλθεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, δὲν ἦτο εὐγενὴς πολιτικὸς ἀνταγωνισμός, διότι ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ παρελθόντος τοὺς ἐσυκοφάντησαν, τοὺς κατεσπίλωσαν, ἐπάτησαν ἐπὶ τῶν πτωμάτων αὐτῶν, ἵνα ἀνέλθωσι, κ. Βουλευταί, αὐτοί. Ἀλλ’ οἱ ἄνδρες τοῦ παρελθόντος ἔχρῃζον μεγαλειτέρας τιμῆς καὶ μεγαλειτέρας εὐλαβείας ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ τοὺς διαδεχθῶσι, διότι ἐκεῖνοι ἐδημιούργησαν τὴν ἐνεστῶσαν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐκεῖνοι ἐδημιούργησαν ὅ, τι ἐν τῷ προσφάτῳ παρελθόντι ἐξεμεταλλεύθη ἡ ἐκπεσοῦσα φατρία, ἔχουσα μεθ’ ἑαυτῆς ὅλας τὰς ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας, ἀντεπεξῆλθεν ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος. Αὐτή, κ. Βουλευταί, εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλά, κ. Συνάδελφοι, ἔχομεν καὶ ἕτερον καθῆκον νὰ ἐπιτελέσωμεν. Ἡ τάσις τῆς σπατάλης καὶ τῆς διασπαθίσεως τοῦ δημοσίου πλούτου, μεταδοθεῖσα, ὡς μιασματικὴ νόσος, εἰς τοὺς προϊσταμένους τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξηνάγκασε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαλαλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὸ περιλάλητον ἐκεῖνο ρῆμα. Ἡ τάσις αὕτη, κ. Βουλευταί, φθάσασα μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ παραδοθῶσι, δύναταί τις εἰπεῖν, τὰ ἅγια τοῖς κυσίν, ὡσανεὶ ποταμὸς χρυσορρόας διέρρεεν τὴν Ἑλλάδα, ἀντλοῦσα ἀπὸ τὸν ποταμὸν τοῦτον χρυσὸν καὶ πάλιν χρυσόν. Ἀλλὰ πρόκειται σήμερον νὰ ἐλέγξωμεν, κ. Βουλευταί, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν ἐν τῷ προσφάτῳ παρελθόντι ὑβρισταὶ καὶ συκοφάνται ἡμῶν, πρόκειται νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ κλίνῃ εὐήκοον οὖς εἰς εἰσηγήσεις, προκειμένου περὶ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἰδιαιτέρου οἴκου τῆς Βουλῆς, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦν τὸ ἑαυτὸν καθῆκον ἀμερολήπτως καὶ ἀφατριάστως, μεταβῶσι καὶ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν ἀλλαχοῦ, διότι δὲν εἶναι κοινὸν μυστικόν, ὅτι ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τῆς προπαρελθούσης Βουλῆς ἀπελύθησαν, ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰς θέσεις αὐτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 99 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, οὔτε τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Στενογρ. Γραφείου τῆς Βουλῆς πρόκειται μόνον νὰ κανονίσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὴν ἡ Βουλή, προκειμένου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Προεδρείου. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον, κ. Βουλευταί, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλή, ἀδιαφοροῦσα πρὸς τὰς συζητήσεις, τὰς ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς τροποποιήσεως ταύτης, καταργοῦσα ὄχι μόνον τὰ προσόντα, ἀλλὰ καὶ τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. (Εὖγε).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§178Γ. ΠΩΠ. Ὄχι.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος. Ζητῶ συγγνώμην.
§180Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε δὲ νὰ ζητήσητε συγγνώμην, διότι δύο, ἐγγεγραμμένοι μετ’ ἐμέ, ὡμίλησαν. Ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, ἀκριβῶς, ἵνα ἀπαντήσω εἰς θεωρίας τινάς, εἰδικῶς τῶν κ. Συναδέλφων ἐκείνων, οἵτινες ἐθορύβησαν ἐν τῇ Βουλῇ, εἴτε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Συνεδρίασιν, εἴτε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὑπολαβόντες ἐκ πλάνης, ὅτι πρόκειται νὰ διασεισθῇ τὸ ὁμοούσιον τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἄς ἡσυχάσωσι. Καὶ ἐκεῖνοι, ἔξω τῆς Βουλῆς, οἵτινες ἐκ κακῆς πίστεως πάντοτε δυσφημοῦσι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐξ ἐπαγγέλματος, ἄς ἡσυχάσωσιν. Ὁ πατρικὸς των πόνος ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἄς κατευνάσῃ, διότι τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα εἶνε ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τὰ πάντα ἀνέπτυξαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑποληφθῇ παρὰ τοῖς δημοσίοις ὑπαλλήλοις καὶ παρὰ τῇ πεπλανημένῃ δημοσίᾳ γνώμῃ, ὅτι πρόκειται νὰ κλονισθῇ ἡ ὑπόστασις τοῦ θεσμοῦ τῆς μονιμότητος. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ συζήτησις ἀξία τοῦ θέματος περὶ μονιμότητος καὶ ἂν αὐτὴ ἐπήνεγκε τοὺς ἀγαθοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἐπηγγέλθησαν καὶ ἐφαντάσθησαν οἱ πρῶτοι εἰσαγαγόντες τὰ νομοθετήματα περὶ μονιμότητος, ἥτις ἐξελίχθη μέχρι τῶν τελευταίων χρόνων, μέχρι τῆς παρελθούσης Βουλῆς, δὲν γνωρίζω, ἐὰν μετὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, θὰ ἐμμένωμεν εἰς τὰς ἀρχὰς ταύτας. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἐπροικίσθη καὶ ὑψώθη ἡ ὑπηρεσία, ἂν ἐξησφαλίσθη ὁ ἄρτος διὰ τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐὰν ὅμως ἐξησφαλίσθησαν τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ ὁ δημόσιος πλοῦτος, αὐτὸ εἶναι τὸ ἀμφισβητούμενον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· καὶ εἶμαι προσηλωμένος ἀείποτε στενῶς εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Καὶ τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Θίγει τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς; Ἔδει καὶ δέον νὰ ὑπάρχωσι προσόντα καὶ μονιμότης εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς; Καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι; Ἤκουσα τὸν ἐξ Ἀρκαδίας Συνάδελφον, βροντοφωνήσαντα ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ὅτι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι...
§181ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Βοζίκης.
§182Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω, διότι παρίσταται ὁ κύριος ἐξ Ἀρκαδίας Συνάδελφος, καὶ διὰ τοῦτο ἐβράδυνον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἤθελον νὰ παρίσταται, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξεφώνησε τόσον δογματικῶς, δὲν εἶναι ἀκριβές, οὔτε νόμῳ, οὔτε κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, οὔτε κατὰ τὰ συμπεράσματα ἐκ τῆς νομολογίας, ἡ δὲ δογματικὴ ἀναγνώρισις ἦτο ἀναγεγραμμένη καὶ ἐν ἄλλῃ ἐκδόσει. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Καὶ θὰ παρεκάλουν τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, ὡς καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας Συνάδελφον, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι καιρόν, νὰ ἀναδράμωσιν εἰς τὴν πρώτην δημιουργίαν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, θέλουσι δὲ ἀνεύρει, ὅτι οὗτοι ἐκλήθησαν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας «ὑπάλληλοι τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων». Εἶπεν εἷς τῶν κ. Συναδέλφων, ἐν τῇ νομικῇ ἐρεύνη τοῦ ζητήματος, ὅτι οὕτως δέον νὰ ἐξετασθῇ ὁ τίτλος καὶ ἡ ἰδιότης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τοῦτο πράττω ἤδη. Ὑπάλληλοι δημόσιοι, κατὰ τὸν ὁρισμὸν ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι οἱ διοριζόμενοι διὰ Β. Διατάγματος, ἢ δι’ Ὑπουργικῆς διαταγῆς. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δὲν διορίζονται, οὔτε διὰ Β. Διατάγματος, οὔτε δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς. Οἱ διὰ Β. Διατάγματος, ἢ δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς διοριζόμενοι ὑπάλληλοι, εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ἔχουσι τὸ κύριον προσόν, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἐξαιρετικῶς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, νὰ ἀπολαμβάνωσι τῆς συντάξεως κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1862. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, Κύριοι Συνάδελφοι, μὴ ὄντες δημόσιοι ὑπάλληλοι, μὴ ὄντες ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὄντες μόνον ὑπάλληλοι τῶν Νομοθ. Σωμάτων, δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν γενικὸν νόμον περὶ συντάξεως, ἀλλ’ οὔτε ὑπηρετοῦν τὸ Κράτος· ὑπηρετοῦν τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα. Καὶ κατὰ πρῶτον ἐλήφθη πρόνοια, κατὰ τὸ 1862, ὁπότε ὁ τὸ πρῶτον ψηφισθεὶς νόμος, δὲν ἐξωμοίωσε τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ ἔδωσεν εἰς αὐτοὺς ἓν τῶν πλεονεκτημάτων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὴν σύνταξιν. Ὁ νόμος περὶ βαθμολογίας καὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς λέγει ἐν ἄρθρῳ 1ῳ, ὅτι ὁ διευθυντὴς καὶ ὁ συντάκτης τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ἔχουσι βαθμὸν Τμηματάρχου Βʹ τάξεως, αἱ δὲ διατάξεις περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ νόμου τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1862 ἐκτείνονται ἐπὶ τοιούτων ὑπαλλήλων, ἤτοι, τοῦ συντάκτου τῶν Ἐπισήμων πρακτικῶν καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς. Τοῦτο δὲ μόνον τὸ γεγονός, ὅτι ἐγένετο εἰδικὸς νόμος, ὅστις ἀφομοίωσε τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Νομ. Σώματος, ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν βαθμολογίαν, ἀποδεικνύει, ὅτι ἔλειπε, λείπει καὶ θὰ λείπει ἀπὸ αὐτοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἡ ἰδιότης. Διότι, ἐὰν ἦσαν δημόσιοι ὑπάλληλοι, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1862, αὐτοδικαίως θὰ ὑπήγοντο εἰς τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Καὶ ἐλήφθη τότε πρόνοια ἰδιαιτέρα, κατὰ τοῦτο καὶ μόνον διὰ τοὺς δύο συντάκτας τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν καὶ διὰ τὸν Διευθυντὴν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς. Βραδύτερον, ὁπότε ἐξετάθη ἡ μικρὰ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς καὶ ἐξετείνετο ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς, ἦλθεν ὁ νόμος ΡΙΘʹ τοῦ 1866, ὅστις διὰ τοῦ ἄρθρου 8 ὥρισε τὴν θέσιν τοῦ Βιβλιοφύλακος, ὡς ὑπαγομένου εἰς τὸν νόμον τοῦ 1862, ἤτοι καὶ τὸν Βιβλιοφύλακα τῆς Βουλῆς ἐξωμοίωσεν, ὡς πρὸς τὸν βαθμὸν καὶ πρὸς τὴν σύνταξιν, πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Καὶ ὅτι δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀπόδειξις εἶναι καὶ τοῦτο: πάντες οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ δικηγορῶσιν ἢ νὰ ἐπιλαμβάνωνται ἑτέρου δημοσίου ἔργου, ἐνῷ οἱ ὑπάλληλοι τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων ἠδύναντο νὰ δικηγορῶσι. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν δὲν δύναταί τις δημόσιος ὑπάλληλος, ἄνευ παραιτήσεως προηγουμένης τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς κατὰ τόσον χρονικὸν διάστημα, νὰ ἐκθέσῃ ὑποψηφιότητα, ἂν δὲν προηγηθῇ ἡ παραίτησις. Καὶ ὅμως ὁ Ἔφορος τῆς τότε Βουλῆς, Τιμ. Φιλήμων, ἄνευ προηγουμένης παραιτήσεως ἐξετέθη, καὶ ἐπιτυχὼν Βουλευτής, εἶδεν ἔνστασιν ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς του, ὅτι δὲν ὑπέβαλε προηγουμένως, ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, παραίτησιν, καὶ ἐν τούτοις ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν τῆς 5 Ὀκτωβρίου τοῦ 1883, ἥτις, ἀπορρίψασα τὴν ἔνστασιν, λέγει τὰ ἑξῆς: («Ἀναγινώσκει τὴν ἀπόφασιν). «Καὶ ἂν εἰς τὸν νόμον ΨΜΘʹ — τὸν ὁποῖον ἀνέφερον — τῆς 11 Σεπτεμβρίου 1862, καὶ ἂν εἰς τὸν νόμον ΨΜΘ... τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων». (Καὶ εὑρίσκω καὶ τὸν τίτλον καὶ τὴν ἰδιότητα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης) «Καὶ ἂν ὑπάλληλοι τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων ἀφωμοιώθησαν κατὰ τὰ πλεονεκτήματα, ἤτοι πρὸς τὸν βαθμὸν καὶ τὴν σύνταξιν...». Τοιαύτη εἶναι ἱστορικῶς ἡ ἐξέλιξις τῶν νόμων περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, νομοθετικῶν ὑπαλλήλων ὄντων, οὐχὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, νομοθ. ὑπαλλήλων, ἀφομοιωθέντων μὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους μόνον ὡς πρὸς τὰ πλεονεκτήματα, ἤτοι τῆς συντάξεως καὶ τοῦ βαθμοῦ, οὐδέποτε δὲ γενομένων δημοσίων ὑπαλλήλων. Τοῦτο κυροῖ ὁ νόμος τοῦ 1899, ὁ ΧΓΔʹ, ὅστις, ἐπειδὴ οἱ παρελθόντες νόμοι τοῦ 1862 καὶ 1866, δὲν προέβλεψαν καὶ περὶ τοῦ ἄλλου κατωτέρου προσωπικοῦ, καὶ τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων περὶ ἀφομοιώσεως πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους κατὰ τὴν σύνταξιν, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὸν Βιβλιοφύλακα καὶ ὡς πρὸς τοὺς συντάκτας τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν καὶ ὡς πρὸς τὸν Διευθυντήν, ὁρίζει, ὅτι καὶ οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων ἐξομοιοῦνται πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως. Ρητῶς καὶ ἀπεριφράστως ὁ νόμος τοῦ 1899 «περὶ συντάξεως καὶ βαθμολογίας τοῦ τακτικοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων» λέγει, ὅτι εἰς τὰς διατάξεις τῶν προρρηθέντων νόμων ὑπάγονται καὶ οἱ μὴ εἰς τούτους ἀναφερόμενοι. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι Βουλευταί, περατοῦται ἡ ἱστορικὴ καὶ νομοθετικὴ ἔρευνα περὶ τῆς ἰδιότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ὄντων ὑπαλλήλων «τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων» καὶ οὐχὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ μὴ ὄντες δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἆρά γε, δὲν ἔδει καὶ οὗτοι νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τῆς μονιμότητος ἀπὸ τοῦ πρώτου σημείου τῆς δημιουργίας τῶν ὑπαλλήλων, ἢ καὶ βραδύτερον; Δὲν ἔπρεπε καὶ δι’ αὐτούς, ἆρά γε, προσόντα νὰ ἀναζητηθῶσι καὶ διὰ τοῦ ὁρισμοῦ τῶν προσόντων καὶ διὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν, δυνάμει τῶν προσόντων, νὰ μονιμοποιηθῶσι, καὶ νὰ μὴ ταράσσηται ἡ εὐαισθησία, εἴτε ἀνδρῶν ἀνηκόντων εἰς Κοινοβούλιον, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἢ ἄλλην ἑσπέραν, εἴτε τῶν ἄλλων, τῶν ὁποίων τόσον ἡ εὐαισθησία ἐπὶ παντὸς πράγματος ταράσσεται; Δὲν ἔπρεπε καὶ περὶ τούτων νὰ ληφθῇ τοιαύτη πρόνοια περὶ μονιμότητος; Ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ πρῶτον συνέταξαν τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ πρῶτον καθώρισαν τὰς θέσεις τῶν νομοθετικῶν ὑπαλλήλων, ἀπέβλεψαν εἰς τούτους, ὡς εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ ἀπολαύωσι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Προεδρείου, τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, διότι, ὅταν ἐδημιουργήθησαν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, ἦσαν δύο τὰ Νομοθετικὰ Σώματα, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία. Τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα εἶναι κυρίαρχον, παρουσιάζον τὴν διαφορὰν μεταξὺ ὅλων τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, ὅτι εἶναι αὐτοτελές, κυρίαρχον, μόνον περὶ αὐτοῦ φροντίζον, μόνον ἐλέγχον καὶ μόνον δι’ ἑαυτοῦ ἐλεγχόμενον. Καὶ διὰ τοῦτο τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, ὡς κυρίαρχον, συντάσσει τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ καὶ ψηφίζει αὐτόν, συντάσσει τὸν Ἀπολογισμόν, ἐξελέγχει καὶ ψηφίζει αὐτόν, αὐτὸ ἑαυτὸ ἐλέγχον καὶ ψηφίζον καὶ μὴ δίδον λόγον εἰς οὐδένα, παρὰ μόνον εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ συνείδησιν. Καὶ τοῦτο μοὶ ἐνθυμίζει ὅτι, ἂν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ διανοηθῇ τις τὰ ρήματα τοῦ ἀληθοῦς Μεσίου, θὰ ἔλεγεν, ὅτι ἡ παροῦσα τοὐλάχιστον, Βουλὴ δὲν ἦλθε νὰ καταργήσῃ τὸν νόμον, ἀλλ’ ἦλθεν, ἵνα πληρώσῃ τὸν νόμον, πρὸ πάντων δὲ τὸν νόμον τῆς πολιτικῆς ἠθικῆς, ἥτις ἐν τῷ θέματι τῆς τοιαύτης μονιμοποιήσεως, ἐν τῷ ἁμαρτωλῷ παρελθόντι δὲν ἐπρυτάνευσεν. Ἂς ἴδωμεν, μετὰ τὴν νομοθετικὴν ἔρευναν τοῦ παρελθόντος τῆς δημιουργίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦ 1909 καὶ μέχρι σήμερον μὴ λαβόντων τὴν ἰδιότητα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οὐδὲ κατόπιν τῆς ἀποστροφῆς καὶ ἀναφωνήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἢ καὶ ἄλλων, ἃς ἴδωμεν διατὶ μέχρι τοῦ 1914 οὐδὲ Κυβέρνησις, οὐδὲ Βουλευταί, οὐδὲ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς δὲν ἐπρονόησαν περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς κατὰ τοὺς δευτέρους τούτους ὅρους τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμοποιήσεως; Διότι ἀπέβλεψαν πρὸς τὸ προσωπικὸν τοῦτο, ὡς προσωπικὸν ἐμπιστοσύνης ἰδιαιτέρας τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος· διότι τὰ αἱρετὰ Σώματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶνε καὶ ἡ Βουλή, ὡς εἶνε οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες, δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς νόμους περὶ προσόντων, δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς νόμους περὶ μονιμότητος, διότι ἤθελον τότε ὑποτάξῃ τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν ἐνέργειαν, τὴν ἰδίαν αὐτῶν βούλησιν, ἤθελον δεσμεύσει τὰς ἰδίας αὐτῶν χεῖρας, ἀπέναντι προσωπικοῦ τυχὸν ἀπιστοῦντος. Αἱ ἰδέαι τῆς μονιμοποιήσεως ἐν τῷ προσωπικῷ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν εἶναι ξέναι πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Νομοθετικῶν Σωμάτων, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ εἶναι ἡμερόβιος, δύναται νὰ εἶναι χρονόβιος, δύναται νὰ εἶναι αἰωνόβιος, ἀλλὰ τὰ αἱρετὰ Σώματα ὑπόκεινται εἰς τοὺς σχηματισμοὺς τῆς γνώμης τῆς λαϊκῆς. Ἰδίως δὲ τὰ Προεδρεῖα τῆς Βουλῆς ἐτησίως λαμβάνονται, ἵνα διευθύνωσι τὰ τῆς ἐργασίας τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος δέον, συνεπῶς ἐξ ἀρχῆς νὰ τύχωσι τῆς ἐλευθέρας εὑρέσεως καὶ τοῦ ἐλευθέρου διορισμοῦ τῶν ἐμπεπιστευμένων προσώπων. Κύριοι, ἐὰν ἀναδράμητε εἰς τὸ παρελθόν, θέλετε ἴδῃ, ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθησαν αἱ Βουλαί αἱ ἄλλαι, τὰ Προεδρεῖα τὰ ἄλλα, περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος, ἐνῷ ὑπῆρξαν καὶ τότε ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς προσόντα, οὐδὲ ἐζήτησαν ἀπὸ ὑπαλλήλους προσόντα, διότι ἐνέπνεον ἐμπιστοσύνην, οὐδὲ προσόντα ἄλλα ἀρετῆς καὶ χρηστότητος ἐζήτησαν, διότι κατεῖχον ταῦτα καὶ παρῆλθον πολλὰ ἔτη, καὶ παρῆλθον Προεδρεῖα πολλά, ἀλλὰ ἐσεβάσθησαν τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ μορμολύκειον τῶν προσόντων καὶ τὸ ἕτερον μορμολύκειον τῆς μονιμότητος, ὅπερ ἠδύνατο νὰ δεσμεύῃ τὰς χεῖρας καὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν Βουλῶν ἐκείνων καὶ τῶν Προέδρων ἐκείνων. Καὶ ἔχομεν τὸ φαινόμενον ἀνθρώπων, ὅπως τοῦ ἀειμνήστου Δηληγιάννη, συντάκτου τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, καὶ ἔχομεν τὸ φαινόμενον τοῦ Γ. Παράσχου ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι τοῦ 1885, διευθυντοῦ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν τὸν ἔσωζεν ὁ θεσμὸς τῆς μονιμότητος, τὸν ἔσωζεν ὅμως ἡ ἀρετή, ἡ χρηστότης καὶ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς φατριασμούς, καὶ ἀπὸ τοὺς κομματισμοὺς τοὺς κομματικούς, οἵτινες ρυπαίνουσι κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, εἴτε τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, εἴτε τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Δὲν ὑπῆρχον προσόντα, δὲν ὑπῆρχε μονιμότης, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἰσοβιότης διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους. Βραδύτερον, ἐν ταῖς διαμάχαις τῶν πολιτικῶν κομμάτων, χωρὶς νὰ κλονισθῶσιν αἱ ἰδέαι ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς δέον νὰ κέκτηται τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Προέδρου, καθιερώθη, ὅτι τὰ πρόσωπα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς εἶναι τόσον ἐμπιστευτικά, ὥστε χωρὶς νὰ ἀναμένουν τὴν μεταβολὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἐκλογὴν νέου Προέδρου, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἔληγεν ἡ ζωὴ τῆς πολιτικῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνῆκον, εἰς ἣν ἐπίστευον, ἔσπευδον ἵνα ὑποβάλωσι τὰς παραιτήσεις αὐτῶν. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ πρόσφατον παρελθόν, καθ’ ὅ, παρὰ τὴν ἀγρίαν πολεμικὴν ἥτις διεῖπε τὰς τότε πολιτικὰς καὶ πολιτειακὰς σχέσεις, διῄρεσε τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, διῄρεσεν εἰς πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τῶν Προέδρων καὶ εἰς πρόσωπα, ἀνήκοντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο θέλετε ἴδῃ τὸ παράδοξον φαινόμενον, ἐνῷ εἰς τὸν κλάδον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων οἱ ὑπάλληλοι ἔζων μὲ κάποιον φόβον, εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, ὅπερ προσωπικὸν ἐθεωρήθη ξένον πρὸς τὰς πολιτικὰς διαμάχας, ἀφωσιωμένον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν τὸ φαινόμενον τῆς ἀπολύσεως οὐδ’ ἑνὸς ὑπαλλήλου τῆς Βιβλιοθήκης. Τὸ ἴδιον φαινόμενον παρατηρεῖται καὶ εἰς τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον ἀπὸ τῆς συστάσεώς του.
§183Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Σαρανταπέντε χρόνια εἶχεν ὁ Α. Ἀγγελόπουλος.
§184Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τεσσαράκοντα πέντε ἔτη ὑπῆρχεν ὁ Ἀνδρ. Ἀγγελόπουλος καὶ μόνον διότι συνεπλήρωσε τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, κατὰ τὸν νόμον, ὑπὲρ οὗ ἠγέρθη ὁ εὐφυὴς καὶ ἔξοχος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, καὶ μόνον διὰ τούτου τοῦ νόμου, τοῦ δῆθεν προνοήσαντος περὶ προσόντων, ἕνεκα τῆς πολυετοῦς ὑπηρεσίας, ὁ ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ στενογράφος, ὁ δυνάμενος νὰ ἐργασθῇ, ἀπηλλάγη, δὲν γνωρίζω, ἐὰν μετ’ εὐαρεσκειῶν διὰ τὴν μακρὰν του ἐργασίαν. Ἐτέθη ὅριον ἡλικίας ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἵνα εἰσαχθῶσιν ἄλλοι, ἵνα ἔλθουν ἄλλοι, ὑπὲρ ὧν εὐνοϊκώτεραι ἦσαν αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι, αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, τὰ Προεδρεῖα ἐκεῖνα. Καὶ δὲν θὰ ἤθελον οὐδεμίαν ἄλλην ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἰσχυρισμῶν μου ἀπὸ τὴν παρουσίαν τῶν ἐπιλέκτων ἀνδρῶν τῆς Πολιτείας, οἵτινες προσφέρουν πολυτίμους ὑπηρεσίας κατὰ τὸ τοιοῦτον στάδιον τῆς ἡλικίας των. Τοῦτο ἀποδεικνύει τὸ ψεῦδος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐδράσθη ὁ ἐμπνεύσας τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα εἷς ἐκ τῶν γεροντοτέρων ὑπαλλήλων ἀπέλθῃ, ἵνα ἔλθουν οἱ νεώτεροι, διότι «οἱ νεώτεροι γὰρ ἄνδρες εἶναι ἀριστεῖς»!! Οὕτω, λοιπόν, τὰ παλαιὰ Προεδρεῖα καὶ αἱ παλαιαὶ Βουλαὶ ἐπολιτεύοντο πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους. Εἶχον χωρίσει τούτους εἰς ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας, τοὺς ὁποίους δὲν ἔθιγον, καὶ εἰς ὑπαλλήλους τῆς ἐμπιστοσύνης, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύοντο ὅλην τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν. Καὶ ἤκουσα καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν: καὶ τίνα ἔργα ἐμπιστοσύνης εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διαπράττει ὁ Διευθυντής, ἢ ὁ διεκπεραιωτής, ἢ ὁ συντάκτης τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν; Μὴ βλέπετε τὴν σημερινὴν εἰκόνα τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὁμογνώμων παρίσταται ἡ Βουλὴ σχεδὸν ὁλόκληρος τῶν εὐφυῶν ἀντιπολιτευτικῶν κραυγῶν, αἵτινες ἑκάστοτε ἐγείρονται ἀπὸ τὴν θέσιν ταύτην καὶ τίνων ἄλλων μὴ ἐγκυψάντων καὶ εἰς ταύτας προερχομένων, διότι δὲν ἐνέκυψαν ἀκόμη εἰς τὴν σημασίαν τοῦ κατ’ οὐσίαν θέματος, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Ἐὰν δὲν παρουσίαζε τὸ φαινόμενον τοῦτο ἡ Βουλή, θὰ εἴχομεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιτεύξεως ἀπαρτίας, διὰ τὸ Προεδρεῖον δέ, ἀπορρέον ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἓν ἐκ τῶν καθηκόντων του εἶναι καὶ τὸ νὰ μὴ παριστᾷ τὸ οἰκτρὸν θέαμα τῆς κενότητος τῶν ἑδράνων τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ συζητῶνται σοβαρὰ θέματα ἢ σοβαρὰ νομοσχέδια. Καὶ τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τίνα εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐμπιστευθῇ, παρὰ εἰς τὸν διευθυντήν; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες εἶναι σήμερον, ἐκεῖνοι οἵτινες ἔχουσι τοιαύτας ἰδέας πολιτικάς, ἐκεῖνοι οἵτινες εἰσῆλθον ἔχοντες μόνον προσὸν τὴν λατρείαν τὴν θρησκευτικὴν εἰς ἀντίθετον πολιτικὴν μερίδα, ἐκεῖνοι θέλουν συμβάλλει εἰς τὸ ἐμπιστευτικὸν τοῦτο ἔργον, τὸ διατασσόμενον παρὰ τοῦ Προεδρείου; Τῆς συγκροτήσεως τῆς ἀπαρτίας, ἢ θέλουν συμβάλλει εἰς τὴν παράλυσιν τοῦ ἔργου τούτου;
§185Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§186Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον; Ὁ Ὁρίζεται, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Καὶ ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας, ἥτις ἐκλέγει καὶ αὐτὸν καὶ τὸ Προεδρεῖον, οἱ λοιποί, μεταξὺ τῶν Συναδέλφων φρονεῖτε, ὅτι δὲν πρέπει, πολλῷ μᾶλλον, οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς νὰ ἀπολαύωσι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς; Καὶ φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἐν ταῖς αἰθούσαις τῆς Βουλῆς δὲν λαμβάνουσι χώραν διασκέψεις μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἢ διὰ ζητήματα τάξεως τῆς Βουλῆς ἢ διὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύει ἡ εὐκοσμία τῆς Βουλῆς, ἢ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, πρὸς πρόταξιν ἢ ἐπίταξιν ἄλλων νομοσχεδίων καὶ πρὸς ἐπιψήφισιν αὐτῶν, καὶ δὲν λαμβάνουν χώραν συζητήσεις ἐντὸς τῶν αἰθουσῶν τῆς Βουλῆς, ὅπου βέβηλα ὦτα ἀντιφρονούντων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκούσωσι τὰς μυστικὰς διασκέψεις; Καὶ νομίζετε, ὅτι πρέπει οὗτοι νὰ εἶναι σεβαστοί, ἵνα ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐπαγγελλόμεθα τὸν νεώτερον Κάτωνα ἢ τοὺς Πουριταίους; Αὐτοὶ ἀνήκουν εἰς τὴν φατρίαν, αὐτοὶ ἔχουν μόνον προσὸν τὴν πίστιν των πρὸς ἐκείνους μόνον· καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ θίξωμεν τὸ ὁμοούσιον, ἂς φανῶμεν ἀνώτεροι τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν!! Ἀλλὰ μήπως οἱ συντάκται τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν δὲν εἶναι πρόσωπα ἐξαιρετικῆς ἐμπιστοσύνης; Ἀναγνώσατε τὸν Κανονισμὸν καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ σύνταξις εἶναι ἔργον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἶναι ἔργον τοῦ Προέδρου, ἐμπεπιστευμένον ὑπὸ τοῦ Προέδρου εἰς τοὺς συντάκτας αὐτούς. Ἔχω ἄπειρον ἐκτίμησιν εἰς τοὺς συντάσσοντας σήμερον τὰ πρακτικά, ἀλλὰ δὲν ἀποβλέπω εἰς τὰ πρόσωπα, ἀποβλέπω εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Συνάδελφος, εἰς τὴν πολιτικὴν ἀρχήν, ἥτις πρυτανεύει εἰς τὸ ἔργον τὸ τοιοῦτον τοῦ Προέδρου, εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν προσώπων τῆς ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἂν τὰ πρόσωπα ἦσαν τὰ ἀξιώτερα ἐκ τῶν προσώπων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, διότι εἰσήχθησαν διὰ τῆς ἰδιότητος, διὰ τῆς ὁποίας εἰσήχθησαν, καὶ μόνον διότι ἐλλείπει, ἕνεκα τῆς τοιαύτης ἰδιότητος, ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐπὶ ζητημάτων συντάξεως τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν. Ἐπίσης καὶ ὁ Διευθυντὴς εἶναι πρόσωπον ἰδιαιτάτης ἐμπιστοσύνης τοῦ Προεδρείου, καθὼς καὶ ὁ διεκπεραιωτής. Εἶναι ἀναγκαία ἑπομένως ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπῃ τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην της ἡ Κυβέρνησις. Τὸ δὲ Προεδρεῖον εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ βεβαίως πᾶσα πρότασις αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς.
§188Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐν τῷ Κανονισμῷ, Κύριοι, ὑπάρχουσι διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἀπολυθῶσιν ὑπάλληλοι, ἀποδεικνυόμενοι, ὅτι δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των καὶ συνεπῶς δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως. Ἀλλ’ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ μονιμότητος γενικῶς τῶν ὑπαλλήλων ἀπόψε καὶ εἶναι εὐχάριστον, ὅτι αἱ διαθέσεις τῆς Βουλῆς ἐξεδηλώθησαν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς μονιμότητος, ἡ ὁποία ἄλλως τε δὲν ἀνήκει εἰς τὴν μετεπαναστατικὴν ἐποχήν, ἀλλ’ εἶχεν ἀρχίσει νὰ ψηφίζηται πολὺ πρότερον.
§189Γ. ΠΩΠ. Διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι, πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἔκαμε δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη τότε καὶ διὰ τῆς ὁποίας οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἔχοντες κεκτημένην μονιμότητα, διατηροῦσιν αὐτήν.
§190Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν προσέθηκε τότε τίποτε εἰς τὸ ὑπάρχον, ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τῆς μονιμότητος ὑπῆρχε.
§191Γ. ΠΩΠ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ ἐντολοδόχος τότε τῆς Ἐπαναστάσεως, ἅμα ἐμφανισθεὶς ὡς τοιοῦτος καὶ προτοῦ ἐκτραπῇ εἰς ἄλλα, τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἡμᾶς ἀντιπάλους του, ἔλαβε τὸ μέτρον τῆς διατηρήσεως τῶν ὀρθῶς κειμένων, ἐνῷ ἡμεῖς ἐρχόμεθα πολλάκις νὰ καταργήσωμεν καὶ τὰ ὀρθῶς κείμενα.
§192Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι, βέβαιον εἶναι ἐπίσης, ὅτι διὰ τῆς μονιμότητος ἐδημιουργήθησαν καὶ τυραννίσκοι μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων καὶ πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα. Πρέπει οἱ ὑπάλληλοι νὰ εἶναι μόνιμοι, ἀλλὰ καὶ ὑπεύθυνοι. Εἶναι ἀνάγκη ὅπως ἐξασφαλισθῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ὅστις οὐδαμοῦ εὑρίσκει δίκαιον, ἀδικούμενος.
§193Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς μονιμότητος.
§194ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν μετὰ τοῦ κ. Γιολδάση «περὶ καταργήσεως τῶν προσόντων διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς» καὶ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτή.
§195Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τοὺς ἀπὸ τοῦ 1877 νόμους περὶ μονιμότητος, οἵτινες ἤρχισαν ἐγκαθιστῶντες αὐτήν, εἶναι δὲ ψεῦδος, ὅτι τοὺς νόμους τῆς μονιμότητος ἐψήφισαν οἱ καυχώμενοι ὅτι ἀνήκουν εἰς τὴν μετεπαναστατικὴν ἐποχήν. Διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐγκαταστήσαντες καὶ τὴν νομοθετικὴν ἀκόμη συναλλαγήν, ψηφίζοντες νόμους προσωπικούς, δύναμαι δὲ νὰ ἀναφέρω σειρὰν σκανδαλωδῶν διορισμῶν. Ὑποστηρίζω βεβαίως τὴν διατήρησιν τῆς μονιμότητος μετὰ ἐλέγχου ὅμως αὐστηροῦ, ὡς πρὸς τὸν Κανονισμὸν ὅμως, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθοῦν τὰ πρόσωπα, περὶ τὰ ὁποῖα θὰ στρέφηται ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Προέδρου. Κηρύσσεται μετὰ τοῦτο ἡ συζήτησις περαιωμένη. Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπεβλήθη αἴτησις 10 Βουλευτῶν, ὅπως ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς τροπολογίας διεξαχθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐπίσης πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῶν κ. κ. Γ. Ράλλη κλπ., καταργεῖται ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, οἷον εἶναι τὸ τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου, τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βιβλιοθήκης καὶ τοῦ λογιστοῦ, δὲν πρέπει νὰ θιχθῇ, διότι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων προϋποθέτει, οὐ μόνον πεῖραν, ἀλλὰ καὶ εἰδικὰς γνώσεις δυσαναντικαταστάτους. Ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΤΣΙΜΑΣ καὶ Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὁποίων ἄρχεται ψηφοφορία, τοῦ ζητήματος τεθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου οὕτω: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουσιν «ναί», οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν «ὄχι». Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης τῆς διαλογῆς προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 181. Εἶπον ναὶ 141. Εἶπον ὄχι 38. Ἠρνήθησαν δὲ ψῆφον δύο.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως, ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία. Εἶτα ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ τροπολογία τῶν κ. ν. Γ. Μερκούρη καὶ Γ. Τσίμα. Ἀπορρίπτονται ἐπίσης δι’ ἀναστάσεως τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 τῆς ἐπιτροπῆς, γίνεται δὲ δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη. Γίνεται ὡσαύτως δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τῆς προτάσεως.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ΒΡΚΑʹ νόμου τῆς 30 Δεκεμβρίου 1892, περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου καὶ ἐπὶ τῶν δημοτικῶν δασμῶν».
§199ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ν. Δημητρακοπούλου, εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ ΒΡΚΑʹ νόμου τῆς 30ῆς Δεκεμβρίου 1892, περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου καὶ ἐπὶ τῶν δημοτικῶν δασμῶν». Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον καὶ ὥραν 5.30′ μ. μ. (Ὥρα 11.45′ μ. μ.)