1916.03.01
3.182 στίχοι · 23.883 λέξεις · 265 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΚΑʹ.
ΤΗΣ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρα 5.40′ μ. μ)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται, μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφοράς: Οἱ γονεῖς τῶν ἐξ ἀναβολῆς κατατάξεως παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῇ εἰς τὰ τέκνα των ἀόριστος ἄδεια. Αἱ μητέρες, σύζυγοι, ἀδελφαὶ καὶ τέκνα τῶν ἐπιστράτων Βόλου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἢ λυθῇ ἡ ἐπιστράτευσις, ἢ χορηγηθῇ αὐτοῖς τὸ ἐπίδομα. Ἡ Κοινότης Δόθε Χαμηργιάννης παρακαλεῖ, ὅπως κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων τεθῇ διάταξις, ὁρίζουσα, ὅπως, ἀναπληρωταὶ δημοδιδασκάλων, διορίζωνται καὶ οἱ ἔχοντες ἀποδεικτικὸν Αης πρὸς τὴν Βαν τάξιν τοῦ Γυμνασίου. Οἱ γονεῖς καὶ συγγενεῖς τῶν ἐπιστράτων Θεολόγων, παρακαλοῦσιν, ὅπως οὗτοι ὑπηρετῶσιν ὡς κληρικοί. Τὸ ἐν Ἀθήναις σωματεῖον τῶν ἁμαξηλατῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οὗτοι τοῦ ὑπολοίπου φόρου ἐπιτηδεύματος τοῦ 1915 καὶ ὁλοκλήρου τοῦ 1916. Οἱ κάτοικοι Βονίτσης διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν ἰχθυοτροφείων τοῦ Ἀμβρακικοῦ, ὡς ἀπαγορεύοντος τὴν ἁλιείαν δι’ ἀγκυστρίων. Ὁ ἐκ Κρήτης ἀρχηγὸς Χατζῆ–Μιχάλης Γιάνναρης παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Οἱ κάτοικοι Ναυπάκτου παρακαλοῦσιν, ὅπως παραχωρηθῇ ὁ αἰτηθεὶς σῖτος εἰς τὸν συνεταιρισμὸν Ναυπάκτου. Οἱ κάτοικοι Χασάμπαλα διαμαρτύρονται διὰ τὰ ἐπιμίσθια τῶν ἀξιωματικῶν. Οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «περὶ βελτιώσεως τῆς συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν» συμπεριληφθῶσι καὶ οὗτοι. Οἱ κάτοικοι Μεθώνης παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς πληρωθῶσι τὰ ἐπιταχθέντα κτήνη των. Ἡ ἐκ Τρικκάλων Ἑλένη Φιτσίου παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῶσιν αὐστηρὰ μέτρα κατὰ τοῦ Ἀρχιάτρου Κανατζόγλου, ἐξαγαγόντος τὸν υἱόν της στρατιώτην πυρέσσοντα ἐκ τοῦ Νοσοκομείου. Οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου Γαυρείου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του ὁ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον Κορίνθου ἀποσπασθεὶς Ἑλληνοδιδάσκαλος Ἰωάν. Πετρικαρέας. Οἱ ἐπιτυχόντες ἐν τῷ διαγωνισμῷ Ταμιακοῦ Γραμματέως Δʹ τάξεως παρακαλοῦσιν, ὅπως διορισθῶσιν. Ἡ Εὐαγγελία Παρασκευοπούλου, πρωταγωνίστρια τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Οἱ κάτοικοι Ἀγρινίου παρακαλοῦσιν, ὅπως καταβάλῃ ὁ Ταμίας τοὺς μισθοὺς τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου. Ἡ Σοφία σύζυγος Παναγ. Ζαφειροπούλου ἐφέδρου ἀνθυπιάτρου παρακαλεῖ, ὅπως εἰς τὰς ἀπολυτέας κλάσεις τῶν ἐφέδρων ὑγειονομικῶν συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ πατέρες τεσσάρων τέκνων. Ὁ λαὸς Κισσάμου παρακαλεῖ, ὅπως ἐπαναληφθῇ ἡ σκυρόστρωσις τῶν ὁδῶν Πλατανιᾶς, Καστέλι κλπ. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ καὶ ΧΡ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1915 Ν. Β. Δ. τῆς ὀνομασίας Ἐφέδρων Δοκίμων Διαχειριστῶν τῆς Οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Στρατοῦ». Ὁ Βουλευτὴς κ. Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει 1) τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν ἀνθυπομοιράρχων καὶ ἀνθυπασπιστῶν ἐνωμοταρχῶν τῆς Χωροφυλακῆς» καὶ 2) ὁμοίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1915 Ν. Β. Δ. «περὶ ὀνομασίας Ἐφέδρων Δοκίμων Διαχειριστῶν τῆς Οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Στρατοῦ». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. Καλλιφρονᾶς, Σ. Χατζηγάκης, Γ. Ράλλης, Μ. Καβαλλιεράτος, Ἀλῆ Ρ. Ντῖνος, Ν. Ραυτόπουλος, Ι. Καλαντζόπουλος, Δ. Τζωρτζόπουλος, Γ. Ἀναστασόπουλος, Α. Πολεμίδης, Ν. Ἀπέργης, Σ. Στάης, Α. Ἀναγνωστόπουλος, Θ. Λυμπρίτης, Ε. Κοντογιάννης, Π. Σισμάνης, Ν. Βελέντζας, Κ. Γιολδάσης, Ν. Κανάρης, Γ. Μερκούρης, Γ. Πεσμαζόγλου, Γ. Καρπετόπουλος, Κ. Κουμουνδοῦρος, Π. Σπυράκης, Δ. Τσιτσάρας, Α. Πετραλιᾶς, Α. Στεφανόπουλος κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς κατ’ ἐπαρχίας ἐκλογικῆς περιφερείας». Παραπέμπονται πᾶσαι εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Λυμπρίτης ἐπὶ ἀναφορᾶς Γεωργίας Ἀγραφιώτου.
§3Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν θὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναφορᾶς τῆς Γεωργίας Ἀγραφιώτου, ἐὰν δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀκούσῃ ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ ἀπευθύνω πρὸς αὐτόν. Ὁ λοχίας Θεμιστοκλῆς Ἀλεξάνδρου Ἀγραφιώτης, ἐφονεύθη τὴν 15ην Αὐγούστου 1915 εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ φυλακείου Λεχόβου. Τὴν ἡμέραν ταύτην οἱ Βούλγαροι, ἐπιτεθέντες κατὰ τοῦ σταθμοῦ Λεχόβου, ἐφόνευσαν τοῦτον τὸν λοχίαν, σταθμάρχην ὄντα. Οὗτος εἶχε μίαν ἀδελφὴν ἄνευ γονέων, ἄνευ οὐδενὸς ἄλλου προστάτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὀρθῶς σκεπτόμενος, ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὰ τῆς συντάξεως τῆς ἀπορφανισθείσης κόρης, τῆς ἀπολεσάσης πᾶν στήριγμα εἰς τὸν κόσμον. Ἀλλὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ στηριζομένην τὴν αἴτησιν τῆς συντάξεως ἐπὶ τοῦ νόμου 116, ὁ ὁποῖος προνοεῖ περὶ τῶν πεσόντων κατὰ τοὺς δύο πολέμους ἡμῶν καὶ ἀναδρομικῶς διὰ μίαν ὀκταετίαν, ἀποβλεπούσης, βεβαίως, τῆς ἀναδρομῆς ταύτης εἰς ἐκείνους οἵτινες ἔπεσαν μαχόμενοι ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἠξιοῦντο βεβαίως οἱ ὑπὸ τούτων προστατευόμενοι, τέκνα ἢ σύζυγοι, ἢ ἀδελφαί, νὰ τύχωσι μιᾶς συνδρομῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ δευτέραν φορὰν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ καὶ πάλιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ταύτην μετὰ ἀναλυτικῆς ὑποστηρίξεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Εὕρισκε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅτι εἶχε λήξει κατὰ Μάϊον τοῦ 1915 ἡ προθεσμία ἡ παραταθεῖσα, ὅπως οἱ δικαιούμενοι νὰ λάβωσι σύνταξιν, δι’ οὓς λόγους ὁ νόμος 116 ἀναφέρει, ἠδύναντο νὰ ἀποταθῶσι καὶ αἰτήσωσι τὴν, ἥν ἐδικαιοῦντο, σύνταξιν. Ἀλλ’ ἐγώ, νομίζω, ὅτι δὲν ἀφορᾷ τὴν αἰτοῦσαν τὴν σύνταξιν καὶ ἀναφερομένην εἰς τὴν Βουλήν, ὁ νόμος 116 καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀπὸ ἑβδομηκονταετίας σχεδὸν ἰσχύει νόμος, ἢ ἴσχυσεν, ὅστις ἀπέδιδε σύνταξιν εἰς τὰς χήρας τῶν φονευομένων ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, προκειμένου περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, ἄλλοτε, εἴχομεν μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα κατεδίωκον λῃστρικὰς συμμορίας καὶ ἄλλους κακοποιοὺς καὶ ὅτι εἰς ταῦτα ἐθέτομεν καὶ ὁδηγούς, τοὺς ὁδηγοὺς δὲ ἐκείνους, φονευομένους, τοὺς ἀφωμοίωνεν ὁ νόμος ἐκεῖνος μὲ τοὺς χωροφύλακας καὶ τοὺς ἔδιδε σύνταξιν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μάλιστα νὰ ἀναφέρω περίστασιν, καθ’ ἥν, κατὰ τὰ 1870, συμπλοκῆς γενομένης εἰς Ἀετὸς τῆς Ἀκαρνανίας, ἐφονεύθη εἷς δεκανεύς· τοῦ δεκανέως τούτου ἡ σύζυγος εἶχε ζητήσει τὴν σύνταξιν εἰς τὰ 1870. Συνέπεσεν, ὥστε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἥν ἐγένετο ἡ συμπλοκὴ αὐτή, νὰ εὑρίσκωμαι μετὰ τοῦ Δ. Μπαϊρακτάρη, τοῦ μακαρίτου, ὁ ὁποῖος ἦτο Ἀρχηγὸς τοῦ ἀποσπάσματος ἐκείνου. Ὅταν ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὡς Τμηματάρχης, εἰς τὰ 1892, ἐξεπλάγην, εὑρίσκων πρὸ ἐμοῦ τὴν αἴτησιν τῆς χήρας ἐκείνης. Ἤτοι ἐπὶ 21 ἔτη ἐταλανίζετο ἡ δυστυχὴς χήρα, ἵνα λάβῃ σύνταξιν. Ἀνέτρεξα εἰς τὸν νόμον, εὗρον ἀκριβῶς ὅ,τι ὁ νόμος ἀπήτει καὶ ἠξίωσα, ὅπως ἔντονον ἔγγραφον γίνῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπερ καὶ ἀπεδέχθη τὴν αἴτησιν, χορηγῆσαν πέντε ἢ ἓξ χιλιάδας δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι καθυστεροῦνται ἀπὸ εἰκοσαετίας εἰς τὴν δυστυχῆ χήραν. Τὸν νόμον τοῦτον ἐπικαλοῦμαι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τὸν ἐφαρμόσῃ. Δὲν γνωρίζω, μὴ τυχόν, ἡ πολυνομία, ἥτις ἐπεκράτησε κατὰ τὴν τελευταίαν καταιγίδα, ἡ ὁποία ὡς καταιγὶς ἐκκάθαρε τὸ ἔδαφος ἀπὸ πολλῶν ἀνομημάτων, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἔφερε, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀποκαθάρωμεν. Δράττομαι τῆς περιστάσεως ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως, ὅλην ἐκείνην τὴν ἀκαταστασίαν καὶ τὴν σπατάλην, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ τελευταία πενταετία, κατορθώσῃ νὰ ἀποκαθάρῃ, ταύτης τῆς Βουλῆς ὑφισταμένης, ταύτης τῆς Βουλῆς, Κύριοι, ἥτις ὑποστηρίζει Κυβέρνησιν, ἔχουσαν ἀφ’ ἑαυτῆς τὸ σθένος τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ὅλον τὸ Κράτος, εἰς ὅλον τὸ Ἔθνος, Κυβέρνησιν, ἥτις ἔχει ὄπισθεν αὐτῆς, ὄχι πλειοψηφίαν, ἀλλὰ παμψηφίαν, καὶ ἐὰν μὲ τὴν παμψηφίαν αὐτὴν καὶ μὲ τὴν δύναμιν τὴν ἐσωτερικήν, τὴν ἀτομικήν, τὴν ὑποκειμενικήν, τὴν ὁποίαν ἔχει, δὲν δυνηθῇ νὰ ἀποκαθάρῃ τὸ ἔδαφος ἀπὸ ὅλας τὰς ἀβελτηρίας τοῦ παρελθόντος, ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Γουδιοῦ καὶ ἐντεῦθεν, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἤξιζε τὸν κόπον οὔτε Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις νὰ σχηματισθῇ, οὔτε πλειοψηφία νὰ γίνῃ. (Χειροκροτήματα).
§4Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ διαβιβασθῇ ἡ αἴτησις αὕτη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Μετὰ τὰς συστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, θέλω ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι πρέπον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάτεσης ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 2. Σᾶς γνωστοποιῶ, ὅτι ὁ κ. Μοσχούλας μὲ παρεκάλεσε νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§6Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§7Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε, ὁρίστε.
§9Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα τῶν διδακτικῶν βιβλίων εἶναι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς 1906 μέχρι σήμερον. Τὸ πεντάλεπτον διάστημα, τὸ ὁποῖον μοὶ χορηγεῖ ὁ Κανονισμός, ἵνα φέρω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ νόμου ΓΣΑʹ, νόμου, ὁ ὁποῖος τελείως ἐναυάγησε, κατόπιν τῶν διορθώσεων καὶ μεταρρυθμίσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε, δὲν εἶναι ἐπαρκές, ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΣΑ, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς ἐπιτροπήν, δηλαδή, εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἐνισχυμένην, — ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐγκρίνῃ — καὶ δι’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μελετήσει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα τὸ νομοσχέδιον παρουσιασθῇ ἄρτιον καὶ λυθῇ ἓν ἐκ τῶν μεγάλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα καὶ τὸ Κράτος πλειστάκις ἀπησχόλησαν καὶ τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν καὶ τοὺς διδάσκοντας ἐζημίωσαν ποικιλοτρόπως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐκ τῶν σπλάχνων τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐκ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἔχει ἀποκομίσει, βεβαίως γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου, ἐκεῖνα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα χρήζουσι διορθώσεως. Διὰ τοῦτο ἐγὼ σήμερον δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ χρόνος δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἵνα ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ νόμου ΓΣΑʹ καὶ δι’ αὐτὸ κατέρχομαι τοῦ Βήματος, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάτεσης.
§11Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν διδακτικῶν βιβλίων. Κύριοι Βουλευταί, δεῖται τῆς ἀμέσου μερίμνης τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ὑπήρξαμεν εὐτυχεῖς, ἀκούσαντες χθὲς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἀπασχολεῖ τὰς σκέψεις αὐτοῦ καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ ἐπὶ τούτου καὶ τὴν γνώμην πάντων ὅσοι ἐνέκυψαν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα. Ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος τοῦ 1907 εἶναι ἀποτέλεσμα ἑνὸς ρεύματος ἰδεῶν, μιᾶς ἀντιδράσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἥτις εἶχεν γεννηθῆ κατὰ τοῦ προηγουμένου νόμου τοῦ 1885. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχε καταλήξει εἰς ὑπερβολάς. Τὰ διδακτικὰ βιβλία εἶχον φθάσει, ἂν ὄχι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὕλης, ὅσον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐκδόσεως καὶ ἐκτυπώσεως, εἶχον φθάσει εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον δύναταί τις καὶ νὰ ἀποκαλέσῃ ἐλεεινόν. Ἐκ τοῦ ρεύματος τῶν ἰδεῶν ἐκείνου προέκυψε τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον προεκλήθη τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν τριῶν Συλλόγων, τοῦ Συλλόγου Παρνασσοῦ, τοῦ Συλλόγου πρὸς διάδοσιν Ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ τοῦ Συλλόγου πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων. Εἰς τὸ συνέδριον ἐκεῖνο συνέρρευσαν ὅλοι οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἐλευθέρας καὶ τῆς Ὑποδούλου Ἑλλάδος καὶ ὅλοι οἱ φίλοι τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑπὸ τὴν ἐπίτιμον προεδρίαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, κ. Στάη, ὑπὸ τὴν προεδρίαν δέ, κ. Ὑπουργέ, τοῦ ὑμετέρου συμπολίτου καὶ τότε Συμβούλου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως τῆς Κρητικῆς Πολιτείας, κ. Βορεάδου, συνεζητήθησαν μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ μεγάλης ἐπιμελείας πλεῖστα ζητήματα, ἀφορῶντα τὴν Ἐκπαίδευσιν. Ἰδίᾳ συνεζητήθη, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, τὸ ζήτημα τῶν διδακτικῶν βιβλίων. Εἶχα τότε τὴν τιμήν, καθ’ ὃ καταγινόμενος, λόγῳ ἰδιαιτέρας κλίσεως, πρὸς τὰ ζητήματα τῶν διδακτικῶν βιβλίων, εἶχα, λέγω, τὴν τιμὴν νὰ κληθῶ, ὡς εἰσηγητής, ἐπὶ τοῦ θέματος. Καὶ κατὰ τοῦτο δύναμαι σήμερον νὰ ἔχω τὴν συνείδησιν ἀναπαυμένην, ὅτι ἡ πρότασις, εἰς τὴν ὁποίαν τότε κατέληξα, καίτοι ἀφεώρα πλήρη καὶ ριζικὴν μεταβολὴν τοῦ ἰσχύοντος τότε συστήματος, ἐν τούτοις ἦτο ἔννοια πρὸς τὸ θεμελιῶδες σημεῖον, τὸ ὁποῖον κατόπιν ἀπεδέχθη ἡ νομοθεσία, τουτέστι τὸ σύστημα τῆς ἐκλογῆς ἑνὸς μοναδικοῦ διδακτικοῦ βιβλίου δι’ ἑκάστην τάξιν καὶ δι’ ἕκαστον μάθημα. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ σύστημα εἶναι ἐσφαλμένον. Τὸ κύριον θεωρητικὸν ὑπὲρ τοῦ συστήματος τούτου ἐπιχείρημα εἶναι, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχον βιβλία πλείονα τοῦ ἑνός, τινὰ μὲν ἐν τούτῳ, τινὰ δ’ ἐν ἑτέρῳ σχολείῳ, ἡ Ἐκπαίδευσις δὲν θὰ ἐγίνετο ὁμοιόμορφος. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἠδύνατο τότε νὰ λεχθῇ καὶ διὰ τοὺς διδασκάλους. Ἐὰν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἐπεκτείνωμεν τότε ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ νὰ ἔχωμεν ἕνα καὶ μόνον διδάσκαλον, δι’ ὅλην τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν. Ἐφ’ ὅσον ὁρίζεται ἡ ὕλη τοῦ βιβλίου ἡ διδακτικὴ καὶ ἡ μέθοδος αὐτοῦ, ἕκαστος ἐκ τῶν συγγραφέων θὰ περιλάβῃ ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς ὕλης τὴν ἰδίαν αὐτοῦ μεθοδικότητα καὶ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ψυχήν. Καθ’ ὃν λόγον καὶ πᾶς διδάσκαλος, διδάσκων ἐπὶ ὡρισμένου βιβλίου, θὰ μεταδώσῃ εἰς τοὺς μαθητὰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἀντίληψιν καὶ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ψυχήν. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ σύστημα τοῦ μοναδικοῦ βιβλίου περιέχει δύο ἐλαττώματα ριζικά: Πρῶτον, ἡ ἐπιτροπή, ἡ κριτική, δεσμεύεται εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν παρουσιασθοῦν πλείονα βιβλία τοῦ ἑνός, ἄξια βραβεύσεως. Δεσμεύεται ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ ὑποχρεοῦται νὰ ἀπορρίψῃ τινά, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἴσως μειονεκτήματα, ἔχουσιν ὅμως πλεονεκτήματα ἀνώτερα τῶν τοῦ βραβευθέντος. Ἀφ’ ἑτέρου, κατὰ τὴν ἀντίθετον ὄψιν, πολλάκις παρουσιάζεται ἕν καὶ μόνον βιβλίον καὶ ἡ Ἐπιτροπή, ὑποχρεουμένη ἐκ τοῦ νόμου, ἀναγκάζεται νὰ βραβεύσῃ τὸ βιβλίον ἐκεῖνο, δεσμεύουσα οὕτω τὴν διανοητικὴν πρόοδον ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τετραετίαν. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀκούσας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι σοβαρῶς μελετᾶται ἡ μεταρρύθμισις τοῦ νόμου ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον, φρονῶ, ὅτι ἤθελον εἶσθαι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ διδασκαλικοῦ κόσμου καὶ τῆς πεφωτισμένης Κοινωνίας, ἐὰν παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὸ ταχύτερον νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν μελέτην καὶ ἀποκρυστάλλωσιν τῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἰδεῶν.
§12Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ θὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος αὐτός, τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§13Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὅταν ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον, τότε νὰ ἀναπτύξητε τὰς ἰδέας σας, διὰ νὰ ἐξεύρωμεν τὸ καλλίτερον σύστημα.
§14Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Δύο λέξεις μόνον. Σήμερον εἶναι δύο εἰδῶν βιβλία, ἐγκυκλοπαιδικὰ καὶ σωφρονιστικά. Τὰ ἰδικά μας βιβλία καὶ ἐν τῇ Νέᾳ καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι εἶναι ἐγκυκλοπαιδικά. Σήμερον τὰ βιβλία αὐτὰ κατακρίνονται ὑπὸ τῶν μεγαλειτέρων παιδαγωγῶν, ὡς ἀκατάλληλα διὰ τὴν ἀνατροφὴν τῶν παιδίων, διότι ἡ ὕλη αὐτῶν εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀντίθεσιν μεταξύ της, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἰδέα τῆς συγκεντρώσεως. Ὥστε ἐν συντόμῳ ἤθελον νὰ εἴπω, εἰ δυνατόν, ἡ ὕλη νὰ καθορισθῇ φρονηματιστική, λ. χ., εἰς τὴν αʹ τάξιν μόνον μύθους, εἰς τὴν βʹ ἡ Ὀδύσσεια καὶ εἰς τὴν γʹ περιστατικὰ ἐγχώρια, ἐν Κρήτῃ Κρητικά, ἐν Ἠπείρῳ, Ἠπειρωτικά κλπ.
§15Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὅταν θὰ γίνῃ ἡ τελειωτικὴ κατάρτισις τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ φῶτα σας, ὡς καὶ τῶν λοιπῶν ἀγορευσάντων συναδέλφων.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ λαοῦ Γαργαλιάνων.
§17Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι Γαργαλιάνων εὑρίσκονται εἰς ἀπόγνωσιν καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διαβιβασθῇ τὸ τηλεγράφημα των εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως φροντίσῃ, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ ἐκτελῇ πλέον σωφρόνως τὸ καθῆκόν της, διότι ἄλλως, ἀσφαλῶς, θὰ ἔχωμεν δυσάρεστα ἀποτελέσματα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιολδάσης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου καταδίκων.
§19Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀναφορὰν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ κρατουμένων. Σήμερον πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κρατουμένων. Δυστυχῶς, ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός. Πρόκειται περὶ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν μὲ τὴν παράκλησίν μου νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῶν καταδίκων. Ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρόκειται νὰ λάβῃ σχετικὰ μέτρα ὑπὲρ αὐτῶν. Θὰ ἦτο εὐχάριστον νὰ ληφθοῦν τὰ μέτρα ταῦτα, διότι θὰ ἀπονεμηθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δικαιοσύνη εἰς καταδίκους, οἵτινες, διανύσαντες τὰ ¾ τῆς ποινῆς αὐτῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐπέδειξαν διαγωγήν, ἥτις ἐγγυᾶται, ὅτι, ἐξερχόμενοι εἰς τὴν Κοινωνίαν, θὰ καταστῶσι χρηστοὶ πολῖται.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρακάκης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§21Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Συνάδελφος. Ἀναμένομεν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελέντζας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων τῆς Κοινότητος Στυλίας τῆς Δωρίδος.
§23Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαζαχαρίου ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐπιστράτων μαθητῶν τοῦ Διδασκαλείου Λαμίας.
§25Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Καὶ ἄλλοτε, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ βήματος ὡμίλησα ἀκριβῶς περὶ τῆς δεινῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ στοιχειώδης Ἐκπαίδευσις, οὐ μόνον ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Νέᾳ. Καὶ τότε ἐπεκαλέσθην τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως ληφθῇ μέτρον σωστικὸν διὰ τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς Κοινωνίας, ἥτις πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς ἀναμορφώσεως τῆς νεότητος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὄχι μόνον ἡ ἔλλειψις διδασκάλων ἔφερε κενὰ εἰς τὴν Ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιστράτευσις προσετέθη σήμερον, διὰ τοῦτο καὶ ἄλλοι πολλοὶ συνάδελφοι παρεκάλεσαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐδοκήσῃ καὶ ἀποσπάσῃ πάντας τοὺς διδασκάλους, εἰ δυνατὸν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς θέσεις των, ἵνα μὴ ἀδικῆται ἡ χρυσῆ νεότης τῆς Ἑλλάδος, ἄνευ διδασκάλων, περιερχομένη εἰς τὰς ὁδούς. Ἀκριβῶς, περὶ τούτου τινος ζητήματος ἀναφέρει καὶ ἡ συνιστωμένη ἀναφορά. γονεῖς μαθητῶν ἐπιστράτων τοῦ διδασκαλείου Λαμίας, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὰ τέκνα των νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, ἵνα ἐπαναλάβωσι τὰ μαθήματα, καὶ ἂν ἡ Πατρὶς λάβῃ ἀνάγκην αὐτῶν, θὰ ἐπανέλθωσι πάλιν εἰς τὰς τάξεις των. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ ἀποσπάσῃ καὶ τοὺς διδασκάλους τῶν ξενοφώνων σχολείων. Σήμερον δ’ ὅμως, συνάδελφος ἐλθὼν ἐξ Ἐδέσσης, μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι οὔτε ὁ διοικητὴς τοῦ 29ου Συντάγματος ἐξεκένωσε τὰ σχολεῖα, κατὰ τὴν διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὔτε οἱ διδάσκαλοι ἐπανῆλθον εἰς τὰ σχολεῖα. Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν, τόσον διὰ τοὺς μαθητὰς, τοὺς ἀναφερομένους εἰς τὴν ἀναφοράν, ὅσον καὶ διὰ τοὺς διδασκάλους, καὶ παρακαλῶ νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην καὶ νὰ ἀποσπάσητε, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν ὅλους τοὺς λειτουργοὺς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τοὐλάχιστον, ἀνὰ ἕνα ἢ δύο δι’ ἕκαστον Σχολεῖον.
§26Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Καὶ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν στρατὸν τοὺς ἀγραμμάτους καὶ τοὺς ἀγρότας;
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζηγεωργίου.
§28Γ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν ἔχω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἀλευροβιομηχάνων Λεβαδείας.
§30Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω εἰς τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἀλευροβιομηχάνων Λεβαδείας, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὅτι εἰς αὐτοὺς δὲν ἀποστέλλεται σῖτος, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀτμοκίνητα ἐργοστάσια. Εἶναι γνωστὸν, ὅμως, ὑποθέτω, εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι ὑπάρχει ὁ ποταμός, διὰ τοῦ ὁποίου κινοῦνται μεγάλα ἐργοστάσια, παρέχεται δὲ μάλιστα καὶ ὁ ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς τῆς πόλεως ἐκ τῶν ὑδάτων τοῦ ποταμοῦ τούτου. Παρακαλῶ ὅθεν αὐτὸν θερμῶς, χάριν τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Λεβαδείας καὶ τῶν ἐργοστασιαρχῶν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§32Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἤθελον συστήσει καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσέξῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας, ἡ ὁποία ἀπὸ δέκα ἡμερῶν στερεῖται σίτου καὶ ἀλεύρων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχουν ἐκεῖ μῦλοι, ὡς εἶπε προηγουμένως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴς· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν παράδοσιν σίτου καὶ οὐχὶ ἀλεύρων. Διὰ τοῦ τρόπου δὲ τούτου θὰ ὑπάρξῃ παραγωγὴ καὶ οἱ ἀποζῶντες ἐκ τῶν διαφόρων μύλων θὰ πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ θὰ καταπέσῃ καὶ ἡ τιμὴ τοῦ σίτου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὡρισμένης διὰ τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις ὥρας, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χατζηγεωργίου ἵνα ἐρωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν ὑπὸ τῶν Συμμάχων γενομένην ὀχύρωσιν τῆς Θεσσαλονίκης.
§34Γ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Θεσσαλονίκης καὶ οὐχὶ μακρὰν τοῦ Γεδῆ–Κουλέ, ἐγείρονται ὀχυρώσεις ἐκ μέρους τῶν Συμμάχων. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ εἰς τὸ Καραμπουρνοῦ. Τοιουτοτρόπως, ἡ Θεσσαλονίκη, ἔχουσα καὶ τὸν στόλον τῶν Συμμάχων, μετεβλήθη εἰς ὀχυρὸν φρούριον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δίδει δικαίωμα εἰς τὸν ἐπιτεθησόμενον στρατὸν νὰ θεωρήσῃ τὴν Θεσσαλονίκην, ὡς πόλιν ὀχυρωτάτην, καὶ νὰ τὴν προσβάλῃ. Ἐννοεῖται, ὅτι, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ἡ περιουσία καὶ ἡ ζωὴ τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλονίκης εὑρίσκεται ἐν μεγίστῳ κινδύνῳ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν: 1ον) Ποῖαι ἐνέργειαι ἐγένοντο πρὸς τοὺς Συμμάχους πρὸς παρεμπόδισιν τῆς κατασκευῆς ὀχυρώσεων ἐγγύτατα τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης, δεδομένου ὅτι, κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς κύκλους, οὐδένα πρακτικὸν σκοπὸν ἔχει αὕτη διὰ τοὺς Συμμάχους, ἐκτὸς ἄν οὗτοι ἀπεφάσισαν τὴν καταστροφὴν τῆς Θεσσαλονίκης, 2ον) Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἥν, ἐνέκρινε τὴν ὑπὸ τῶν Συμμάχων κατασκευὴν τῶν ἀνωτέρω ὀχυρώσεων, ποῖα μέτρα ἀσφαλείας ἐλήφθησα διὰ τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἐν αὐτῇ οἰκούντων Ἑλλήνων πολιτῶν.
§35ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐπληροφορήθη, ὅτι οἱ Σύμμαχοι ἤρξαντο τῆς κατασκευῆς ὀχυρωματικῶν ἔργων εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Θεσσαλονίκης, ἐπὶ τόπου μὲν προέβη εἰς ἐπίδοσιν διαμαρτυρίας πρὸς τὰς Στρατιωτικὰς Ἀρχὰς τῶν Συμμάχων, διὰ τοῦ Διοικητοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Στρατευμάτων, ἐντεῦθεν δὲ ἀπηύθυνεν ἑτέραν ἔντονον διαμαρτυρίαν πρὸς αὐτὰς τὰς Κυβερνήσεις τῶν Συμμάχων. Εἰς τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλειψεν νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι, πλὴν τῆς παραβιάσεως τῆς οὐδετερότητος τῆς Χώρας, ἡ ὀχύρωσις τῆς Θεσσαλονίκης ἐπισύρει τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου ἐπὶ τὸν ἐγχώριον πληθυσμόν, τὸν κατοικοῦντα εἰς Θεσσαλονίκην. Λυποῦμαι, ὀφείλων νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διαμαρτυρία ἡμῶν δὲν ἔφερεν οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ οἱ Σύμμαχοι ἀπεφάσισαν, νὰ μεταβάλουν τὴν Θεσσαλονίκην εἰς βάσιν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων, ἀνάγκην εἶχον νὰ προβῶσιν ἐκεῖ εἰς ὀχύρωσιν, ὅσον τὸ δυνατόν, τελειοτέραν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος: ὁποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸν ἐγχώριον πληθυσμόν, ἐν περιπτώσει κινδύνου, ἡ Κυβέρνησις ἄλλα μέτρα δὲν ἔχει ἀτυχῶς νὰ λάβῃ, εἰ μὴ νὰ παραγγείλῃ εἰς τὰς ἐκεῖ Ἀρχάς, ὅπως καὶ παρήγγειλεν, ὅταν πεισθῶσιν, ὅτι ὁ κίνδυνος ἐπέστη, νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν ἐγχώριον πληθυσμὸν νὰ λάβῃ αὐτὸς οὗτος τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελε κρίνει πρόσφορα πρὸς προστασίαν του. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἐγχώριος πληθυσμὸς, ὁ ὁποῖος θὰ εὑρεθῇ ἴσως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποχωρήσῃ ἐκ Θεσσαλονίκης, δὲν εἶναι μέγας καὶ ἑπομένως τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσίν του, ἐλπίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἐπαρκῆ, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαργυρούδης, ἵνα συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὴν προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ διὰ τὸν Νομὸν Κοζάνης, πρὸς καταπολέμησιν τοῦ περονοσπόρου.
§37Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μαστίζει τὰς ἀμπέλους τοῦ Νομοῦ Κοζάνης, ἵνα μὴ εἴπω ὁλοκλήρου τῆς Μακεδονίας, ἡ ἐπιδημικὴ νόσος, ὁ περονόσπορος. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι, κατὰ διαφόρους ἐποχάς, ἐλήφθησαν διάφορα μέτρα πρὸς καταπολέμησιν τῆς νόσου, ἀλλά, δυστυχῶς, τὰ μέσα ταῦτα ἀπεδείχθησαν ἀνίσχυρα. Τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε συντελεστικόν, ἦτο τὸ ράντισμα διὰ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Δυστυχῶς, πολὺ μικρὰν ἰδέαν περὶ τοῦ τρόπου τοῦ τοιούτου ραντίσματος ἔχουσιν οἱ κάτοικοι καὶ διὰ τοῦτο τὸ μέτρον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφέρῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐν Κοζάνῃ καὶ Σιατίστῃ, ἐν Σερβίοις καὶ Βελβενδῷ, Καϊλαρίοις καὶ Γρεβενοῖς καὶ εἰς ἄλλα μέρη ὅπου ἡ σταφυλὴ θαυμασίως εὐδοκιμεῖ, ἡ καταστροφὴ ὑπῆρξε τελεία, εἰς βαθμόν, ὥστε, ἐνῷ κατ’ ἔτος εἰσήγοντο εἰς τὸν Νομὸν Κοζάνης ἀρκετὰ ἑκατομμύρια δρχ... κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν εἴδομεν ὥριμον σταφυλήν, δὲν ἐδοκιμάσαμεν τὴν γεῦσιν τοῦ ὡραίου αὐτοῦ καρποῦ. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἵνα, ἐν τῷ ζωηρῷ αὐτοῦ ἐνδιαφέροντι καὶ τῇ ἐνδελεχεῖ αὐτοῦ μερίμνῃ, τὴν ὁποίαν καταβάλλει πρὸς προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του καὶ τὸν Νομὸν Κοζάνης, διότι, ἂν καὶ ἐφέτος δὲν ληφθῇ πρόνοια νὰ ραντισθῶσιν αἱ ἄμπελοι, ἐπαπειλεῖται ἡ τελεία καταστροφὴ καὶ αὐτῶν τῶν ἀμπελοφυτειῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θέλει λάβῃ ὑπ’ ὄψει σοβαρῶς τὴν σύστασίν μου ταύτην.
§38Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐλήφθη πρόνοια περὶ προμηθείας θειϊκοῦ χαλκοῦ. Τὸ Κράτος κατέβαλε πολλὰς προσπαθείας, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν εἰς αὐτὸ εἰσαγωγὴν θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐξ Ἀγγλίας. Κατόπιν ὅμως τῆς δηλώσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγωγὴ θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐξ Ἀγγλίας, ἀμέσως, ἅμα ὡς ἐγένετο γνωστὴ ἡ δήλωσις αὕτη, ἐσπεύσαμεν νὰ προμηθευθῶμεν θειϊκὸν χαλκὸν ἐξ Ἀμερικῆς. Κατωρθώθη νὰ γίνῃ προμήθεια 1.700 τόννων θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐπὶ τιμῇ 16 σέντς κατὰ λίτραν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς δραχ. 3 περίπου κατ’ ὀκᾶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπῆλθεν ἀνωμαλία τις, ὡς πρὸς τὸ δρομολόγιον τοῦ ἀτμοπλοίου, δὲν κατωρθώθη νὰ γίνῃ ἡ φόρτωσις τοῦ ποσοῦ τούτου, ἀλλὰ μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος μηνὸς θὰ εἶναι ἐδῶ ὁ θειϊκὸς χαλκός. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ θειϊκὸς χαλκὸς, τὸν ὁποῖον ἐπρομηθεύθημεν, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸν ἐντόπιον ὑπάρχοντα θειϊκὸν χαλκόν, εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὰς ἀνάγκας ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ χρησιμοποίησις τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐν Ἑλλάδι θὰ γίνῃ, ἐφ’ ὅσον οἱ κάτοικοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ μεταχειρισθοῦν θειϊκὸν χαλκόν. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι, ἐξ ὅσων ὁ κ. Συνάδελφος εἶπε, μοὶ γεννᾶται ἡ ὑπόνοια, ὅτι καὶ πέρυσι δὲν ἐχρησιμοποίησαν τὸ μέσον τῆς διὰ θειϊκοῦ χαλκοῦ θεραπείας τοῦ περονοσπόρου. Ἐννοεῖτε, ὅτι πάντως θὰ γίνῃ διδασκαλία πρὸς αὐτοὺς διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ.
§39Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Θέλω νὰ ζητήσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν: ἐὰν ἐφρόντισε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀποστείλῃ ἀπὸ τὸν ὑπάρχοντα θειϊκὸν χαλκὸν εἰς τὰ διάφορα μέρη.
§40Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Θειϊκὸς χαλκὸς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχει, ὁ χαλκός, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν διανομὴν καὶ τοῦ θείου καὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστόν, ὅτι εὑρισκόμεθα καὶ πρὸ ἀξιώσεων τῶν Συμμάχων, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦν, ἵνα ἡ διανομὴ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ γίνηται κατὰ τρόπον ὥστε, κατ’ ἰδίαν αὐτῶν κρίσιν, νὰ ἐξασφαλίζεται πᾶς κίνδυνος λαθρεμπορίου πολέμου. Διὰ τὴν ἀποτροπὴν δὲ τοῦ κινδύνου τούτου, ἀξιοῦν, διὰ νὰ μᾶς ἐπιτρέψουν τὴν εἰσαγωγὴν χαλκοῦ, νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς λίαν βαρεῖς περιορισμούς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάθεσιν. Πρὸ ὀλίγου, πρὶν ἢ ἔλθω ἐδῶ, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐθεώρησα τὴν συμφωνίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς διανομῆς καὶ τοῦ θείου καὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, κατωρθώθη δὲ μετὰ πολλοῦ κόπου νὰ ἀφαιρεθῶσιν ὅροι, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ἐγένοντο δεκτοί, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ καταστήσουν ἀδύνατον τὴν διανομήν, λ. χ. τὴν ἔγκρισιν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλάμβανον θειϊκὸν χαλκόν· τοῦτο ἠδυνήθην νὰ τὸ ἀφαιρέσω. Μένουν ὅμως πάντοτε περιορισμοὶ τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρεμβάλωσι δυσκολίας εἰς τὴν διανομήν.
§41Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ παρεμβάλλονται τοιαῦται δυσκολίαι ἐκ μέρους τῶν Συμμάχων, ἤθελον νὰ μάθω, ὁ χαλκὸς καὶ τὸ θεῖον θὰ μεταφέρωνται εἰς τοὺς πλησιεστέρους λιμένας τῆς ἀνάγκης;
§42Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Θὰ μεταφερθοῦν εἰς ἓν κέντρον ἢ δύο, θὰ τοὺς παραλάβῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλείων, ἡ ὁποία θὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν μεταφοράν. Ὅπου δὲν ὑπάρχει ἑταιρεία τῶν Μονοπωλείων, ἐκεῖ θὰ γίνῃ ἡ παράδοσις εἰς ἄλλους· εἶναι πολὺ πολύπλοκον τὸ σύστημα.
§43Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ παρακαλέσω, εἰ δυνατόν, νὰ γίνωσι κέντρον καὶ αἱ Καλάμαι.
§44Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Θὰ μεταφερθῇ εἰς Πειραιᾶ καὶ Πάτρας. Ἡ δι’ ὑπερωκεανείου μεταφορὰ εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀδύνατος. Ἄλλως τε, δὲν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὴν μεταφορὰν ἡμεῖς.
§45Κ. ΦΟΥΜΗΣ. Νὰ δημοσιευθῇ ἡ συμφωνία αὕτη.
§46Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ λάβητε ὡς βάσιν τὴν στρεμματικὴν ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων ἑκάστης περιφερείας, διότι ἡ ποιότης τῶν ἀμπέλων, εἴτε κακή, εἴτε καλή εἶναι, πάντως, ἀπαιτεῖ τὴν αὐτὴν ποσότητα.
§47Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Βεβαίως.
§48Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μεγαλυτέραν ἀνάγκην ἔχει ἡ Πελοπόννησος, — συνεπῶς, περιττεύει ὁ Πειραιεύς. Νὰ σταλῇ εἰς Πάτρας καὶ Καλάμας.
§49Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ συνδέεται καὶ μὲ τὰ δρομολόγια τῶν ὑπερωκεανείων, συνδέεται καὶ μὲ τὴν συμφωνίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο.
§50Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὰς Καλάμας διέρχονται ὅλα τὰ ὑπερωκεάνεια.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαργυρούδης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διατὶ δὲν ἐφηρμόσθη εἰσέτι ὁ νόμος περὶ ἐνοριῶν εἰς τὸν Νομὸν Κοζάνης, καὶ εἰδικῶς εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Νομοῦ, τὴν Κοζάνην, καθ’ ὅλα δεκτικὴν καὶ ἑτοίμην διὰ τὴν ἐφαρμογήν του.
§52Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὸν χρόνον τῆς μαύρης δουλείας, ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἀνέγερσις ἐκκλησίας, εἰ μὴ εἰς ὕψος ὀλίγον. Οἱ χριστιανοί, οἱ θέλοντες νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰς ἀνάγκας τὰς θρησκευτικὰς ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν ἀπαγόρευσιν — τὴν ὁποίαν, εἰρήσθω, οἱ ἁρμόδιοι ἐνδιαφερόμενοι ἀρνοῦνται, ὅτι ὑπῆρξεν, — ἀνεπλήρουν τὸ ἐλλεῖπον ὕψος ὑπογείως, σκάπτοντες καὶ κάμνοντες τὰς ἐκκλησίας ἐνῷ εἴδει κατακομβῶν. Τοιαῦται ἐκκλησίαι εὑρίσκονται πολλαχοῦ — νομίζω καὶ εἰς τὰς Σέρρας, ἡ ὁποία ὅμως ἐγένετο παρανάλωμα τοῦ πυρός, — καὶ ἐν Θεσ)νίκῃ, ὁ Μητροπολιτικὸς Ναός, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἐγένετο παρανάλωμα τοῦ πυρός. Ὑπάρχει ὅμως καὶ σῴζεται τοιαύτη ἐκκλησία ἐν Κοζάνῃ, ἡ ὁποία εἶναι ἐκτισμένη ἐν εἴδει κατακόμβης. Βεβαίως, ὅταν ἐγένετο ἡ ἐκκλησία αὕτη, πρὸ τριακοσίων ἐτῶν, ἦτο ἀρκετὴ νὰ περιλάβῃ τὸν ὀλίγον πληθυσμὸν τῆς Κοζάνης. Ἀλλ’ ἤδη, ὅτε ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς ηὐξήθη καὶ ἐγένετο ἕδρα Μεραρχίας, Νομαρχίας, Πρωτοδικείου, ἡ ἐκκλησία αὕτη, βεβαίως, δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ τὸν πληθυσμὸν αὐτῆς.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μίαν μόνον ἐκκλησία ὑπάρχει;
§54Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς συντήρησιν τῶν Σχολείων εἴχομεν συγκεντρωτικὸν σύστημα, συνηθροίζοντο δηλαδὴ οἱ χριστιανοὶ εἰς μίαν ἐκκλησίαν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ περισσεύσουν χρήματα νὰ συντηρῶνται ἀξιοπρεπῶς τὰ σχολεῖα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγένετο, καὶ τὰ σχολεῖα ἦσαν εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Τώρα ὅμως, ὅτε αἱ ἀνάγκαι αὗται ἐξέλιπον καὶ ὁ πληθυσμὸς ηὐξήθη καταπληκτικῶς, ὑπάρχει δὲ καὶ στρατός, ὁ ὁποῖος ἐκκλησιάζεται μέσα εἰς τὴν ἐκκλησίαν αὐτήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκκλησιάζωνται ὅλοι ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ ἐκκλησίᾳ, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς ἐπισήμους ἑορτάς, ὁπότε ἀναγκάζονται νὰ μένωσιν ἔξω τῆς ἐκκλησίας καὶ νὰ στερῶνται τῆς ἱερᾶς ἀκολουθίας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ δύο ἄλλαι ἐκκλησίαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χρησιμοποιηθοῦν, ὡς ἐνοριακαί, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ὁ νόμος, ὁ περὶ ἐνοριῶν, ἐν ἐφαρμογῇ, καὶ οἱ χριστιανοὶ ἀναγκάζονται νὰ ἐκκλησιάζωνται εἰς αὐτὴν τὴν ἐκκλησίαν, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ὑπάγουν καὶ εἰς τὰς δύο ἄλλας.
§55Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πόσους ἱερεῖς ἔχετε;
§56Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Ἱερεῖς ἔχομεν. Ἔπειτα, ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα ἐν τῇ μεταβατικῇ περιόδῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνονται οὐκ ὀλίγοι, ὑπεράριθμοι χειροτονίαι, χειροτονοῦνται ἱερεῖς ἀπολελυμένως, χωρὶς δηλαδή, νὰ ἔχωσιν ἐνορίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει μία διαταγή, ἐκδοθεῖσα ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ Πατριαρχείου, δυνάμει τῆς ὁποῖς κατ’ ἔτος ἀπαραιτήτως ἀπεστέλλετο κατάλογος εἰς τὰ Πατριαρχεῖα τῶν χειροτονουμένων ἱερέων, ἀλλὰ καὶ τοῦτο σήμερον ἐξέλιπεν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοὐλάχιστον ἐν Κοζάνῃ, ὅπου τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισεν, ὁ Ἐπίσκοπος ἐνέκρινε καὶ ὁ Νομάρχης διεβίβασε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἐνοριῶν, ἵνα ἐξοικονομηθῇ καὶ μία σπουδαία ἀνάγκη, διότι οἱ χριστιανοὶ πάντοτε, κατὰ τὰς ἐπισήμους ἑορτάς, στεροῦνται τῶν ἀκολουθιῶν αὐτῶν.
§57Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκδοθῇ ὁ Πατριαρχικὸς Τόμος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καθορισθῶσιν αἱ σχέσεις αἱ ἐκκλησιαστικαί, αἱ δημιουργηθεῖσαι διὰ τῶν δύο πολέμων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἐνοριῶν τοῦ Κράτους.
§58Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Καὶ ὅπου εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη;
§59Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Θὰ περιμένωμεν. Εἶναι καὶ ἄλλα ζητήματα σπουδαιότερα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Τόμου τῶν Πατριαρχείων.
§60Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως πολλοί, ἀπορρίπτοντες τὴν ἀξίνην καὶ τὸν πρίονα, θὰ γίνωνται ἱερεῖς.
§61Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Θὰ προσπαθήσω νὰ θέσω καὶ πάλιν τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπ’ ὄψει τῶν Πατριαρχείων, διὰ νὰ ἴδω τί ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Θὰ τὸ θεωρήσω κατεπεῖγον.
§62Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ φραγμός.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαργυρούδης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας: 1) Διατὶ δὲν ἐπληρώθησαν εἰσέτι αἱ προσαυξήσεις τῶν διδασκάλων Κοζάνης, 2) Διατὶ ἐνεκρίθησαν μόνον δύο πενταετίαι, ἐνῷ οἱ λειτουργοὶ οὗτοι τῆς Παιδείας ἔχουσιν ἐργασθῆ πολλὰς πενταετίας, 3) Διατὶ δὲν διωρίσθησαν εἰσέτι Ἕλληνες διδάσκαλοι εἰς τὰ ὀθωμανικὰ σχολεῖα τῶν ἐπαρχιῶν Κοζάνης καὶ Καϊλαρίων καὶ διατὶ παραμελεῖται ἡ διδασκαλία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν αὐτοῖς, ἀφοῦ παρῆλθον ἤδη τέσσαρα ἔτη ἀπὸ τῆς καταλήψεως.
§64Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οἱ διδάσκαλοι τοῦ Νομοῦ Κοζάνης δὲν ἔλαβον ἀκόμη τὰς προσαυξήσεις των, εἶναι δὲ δυστυχεῖς καὶ πένονται, λαμβάνοντες γλίσχρον μισθόν, καὶ μάλιστα κατὰ τὰς παρούσας λίαν δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οὔτε τὸν ἄρτον αὐτῶν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἐν τούτοις τοῖς καθυστεροῦνται αἱ προσαυξήσεις των. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως ἐπισπευθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν προσαυξήσεών των.
§65Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Οὐδεμία προσαύξησις τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καθυστερεῖται.
§66Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Καὶ ὅμως, ἔχω ἐπιστολάς, πρὸ τριῶν ἡμερῶν, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ γνωρίζουν, ὅτι δὲν ἔλαβον τίποτε.
§67Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐνεκρίθησαν μόνον δύο πενταετίαι ἐκ τῆς προηγουμένης αὐτῶν ὑπηρεσίας, συμφώνως πρὸς ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου.
§68Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ἀγωνισθέντες ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ἐπάλξεων, ἀπειλούμενοι, διωκόμενοι, κινδυνεύοντες τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, ἀλλ’ ἐπιμένοντες καὶ ἐγκαρτεροῦντες, ἐπετέλουν πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν των.
§69Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Περὶ τούτου δὲν ἀμφιβάλλω, ἀλλ’ ὁ νόμος εἶναι ρητός. «Ντοῦρα λὲξ, σέντ λέξ».
§70Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Καὶ μίαν ἄλλην ἐρώτησιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Διατὶ δὲν διωρίσθησαν Ἕλληνες διδάσκαλοι εἰς τὰ Τουρκικὰ Σχολεῖα; Διότι εἶναι ἀνάγκη, ἐπὶ τέλους, καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ συμπολῖται μας νὰ μάθουν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ νὰ τοῖς γεννηθῇ ἡ ἀγάπη πρὸς αὐτήν.
§71Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἁπλούστατα, διότι δὲν ὑπάρχουν διδάσκαλοι. Ἐὰν ὑπάρξωσι τοιοῦτοι, θὰ τοὺς διορίσω. Αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι γενικόν, εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§72Σ. ΠΑΠΑΡΓΥΡΟΥΔΗΣ. Ὑπάρχουσι Τουρκικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι μαζὶ μὲ Ἑλληνικά. Ἠδύναντο οἱ διδάσκαλοι τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων νὰ μεταβαίνουν ἐκεῖ καὶ νὰ διδάσκουν. Ὑπάρχουσι πολλὰ τοιαῦτα σχολεῖα, ὅπου συνοικοῦν Ὀθωμανοὶ καὶ Χριστιανοί, εἰς τὰ αὐτὰ σχολεῖα, καὶ ἐκεῖ ἠμποροῦν κάλλιστα οἱ διδάσκαλοι τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων νὰ μεταβαίνωσι καὶ νὰ παραδίδωσι καὶ εἰς τὰ Τουρκικὰ μὲ ἕν μικρὸν ἐπιμίσθιον.
§73Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Θὰ τὸ σκεφθῶ. Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ληξάσης τῆς ὥρας τῆς κεκανονισμένης, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§75Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Καταθέτω μερικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν εἷς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Συζήτησις ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἀναβάλλεται.
§77Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀναβληθῇ. Πάντοτε καὶ αἰωνίως ἀναβάλλεται. Κατήντησε πλέον κωμικὸν τὸ ζήτημα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ, ὅπως συζητηθῇ ἡ τροποποίησις;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§80Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐρωτᾶτε τὴν Βουλὴν ἄν δέχεται νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν. Θὰ ἐρωτήσητε μόνον, ἄν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τὴν ἀναβάλῃ.
§81Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὸ πρακτικώτερον θὰ ἦτο νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ πολυμελὴς μὲ κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐν γένει τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις δὲν ἀποκλείει νὰ γίνῃ γενικωτέρα τροποποίησις. Ἡ παροῦσα ἀφορᾷ τὴν μονιμότητα τοῦ προσωπικοῦ καὶ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ Προέδρου, κωλυομένου.
§83Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ὁλόκληρος ὁ Κανονισμός, ψηφισθεὶς ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐψηφίσθη, βεβαίως, πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ. Προκειμένου ὅμως σήμερον περὶ τοῦ προσωπικοῦ, εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ κ. Προέδρου, ἀλλὰ πρέπει κατ’ ἐξοχὴν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ Κανονισμός. Κατὰ τὸ παρελθόν, κ. Πρόεδρε, ὅτε δὲν ἀπῃτοῦντο προσόντα, εἰς τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ ἐχρημάτισαν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν καὶ ἀνύψωσαν τὸ ἀξίωμα, ὡς ὁ Καλαποθάκης, ὁ Ἀναστασόπουλος, ὁ Παράσχος. Καὶ ὄχι μόνον οἱ διευθυνταί, ἀλλὰ καὶ τὸ λοιπὸν προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ παρελθόν, ὑπῆρξεν ἐκλεκτὸν καὶ ἀντάξιον τῶν θέσεων, τὰς ὁποίας κατεῖχε. Μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ ὑποτιμήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σήμερον κατέχουν τὰς θέσεις καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦν ἄριστα τὸ καθῆκόν των, ἀλλ’ εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτοῦνται προσόντα ἰδιαίτερα, διότι ἐκ τούτου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι πρόκειται νὰ διορισθοῦν ὡρισμένα πρόσωπα. Πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ Προεδρεῖον νὰ διορίζῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλει.
§84Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προκειμένου νὰ ψηφισθῇ πρότασις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρωτεύει ἡ ἐν γένει μετατροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ὁ ἰσχύων, ὑπὸ ἔποψιν γραμματικὴν καὶ συντακτικὴν καὶ κατατάξεως τῆς ὕλης, εἶναι πολὺ ὑποδεέστερος τοῦ Κανονισμοῦ τῶν τελευταίων περιόδων. Παρακαλῶ, λοιπόν, τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ σκεφθῇ γενικώτερον περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· διότι εἶναι ἀνάρμοστον τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον νὰ διευθύνεται ἀπὸ τοιοῦτον Κανονισμόν.
§85Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς παρ’ ὑμῶν ὑποβληθείσης προτάσεως, ἢ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἄν θὰ συζητηθῇ ὁ Κανονισμός;
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§87Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἠρωτήσατε τὴν Βουλήν, ἄν θέλῃ νὰ συζητήσῃ ἢ ὄχι. Ἐνόμιζον, ὅτι δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσητε, ἐὰν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις. Ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ὑπεβάλατε τὴν πρότασιν αὐτήν, — τὴν κακῶς νομιζομένην, πρότασιν νόμου καὶ σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ — ἔχετε τὸ δικαίωμα. Θέλετε ὑμεῖς νὰ τὴν συζητήσητε ἢ ὄχι; Διότι εἶναι δικαίωμά σας νὰ τὴν συζητήσητε.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ὁ Κανονισμὸς εἶναι ὑπέρτερος νόμος πάντων, καὶ τοῦ Προέδρου ἀκόμη, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἔρχεται πρώτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἡ συζήτησις.
§89Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον. Δὲν θέλω νὰ ἐμποδίσω τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ τὸ Προεδρεῖον ἀπεφάσισε νὰ γίνῃ συζήτησις, βεβαίως, ἀποβλέπον εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε, συγχρόνως, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ περιορισμοῦ τῶν θέσεων. Βεβαίως, διαβλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ σύσσωμος εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου. Μάλιστα, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος προτείνει καὶ τὴν ἀπάλειψιν τῶν προσόντων. Ἐγὼ οὔτε ὑπὲρ τῶν προσόντων εἶμαι, οὔτε κατά, ἀλλὰ νομίζω, κυρίως, ὅτι ἀφοῦ πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβῶμεν εἰς οἰκονομίας, διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τοὺς παρελθόντας Κανονισμούς, ὑπὸ τῶν ὁποίων διείπετο τὸ Σῶμα, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ἐτριπλασιάσθησαν τὰ ἔξοδα — καὶ εἰς στιγμὴν κρίσιμον οἰκονομικῶς. Νομίζω, ὅτι πρώτη ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο καὶ θὰ εἶναι ἡ κατάργησις θέσεων.
§90Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἔρχεται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, ὡς δὲ παρατηρῶ, ἐκ τῆς διεξαγομένης συζητήσεως, ἀγνοοῦμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ ἐξεπόνησεν ἡ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὡρισμένη εἰδικὴ ἐπιτροπή, ἀγνοοῦμεν συνάμα, ὅτι, ἀφοῦ ἐπανειλημμένως ἀνεγράφη ὡς πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, σήμερον ἔρχεται νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἄρθρον, εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, μὴ οὔσης ἀναγκαίας τῆς κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις δὲν ἐπιβάλλεται.
§92Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Οὕτω λέγει, τοὐλάχιστον, ὁ Κανονισμός.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ψηφίζονται δίς.
§94Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Προτείνονται σήμερον τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, χωρὶς νὰ ὑποβληθῶσιν ἐγγράφως, ὅπως λέγει ὁ Κανονισμός. Οἱ κ. Συνάδελφοι ἔχουσι δικαίωμα καὶ καιρὸν νὰ ὑποβάλωσιν αὐτάς, ὅπως ὁρίζει ὁ Κανονισμός, διὰ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει καὶ συζητηθῶσιν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἔγγραφοι τροπολογίαι, ὑποβληθεῖσαι νομίμως.
§96Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας λέγει νὰ κάμωμεν οἰκονομίας. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ κάμωμεν οἰκονομίας καὶ θὰ τὰς ψηφίσω ἐγώ, τοὐλάχιστον, προθύμως, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν, νὰ τὴν ψηφίσωμεν, ἀλλὰ σήμερον, δὲν πρέπει νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐξεπόνησεν ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη σήμερον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ καλεῖται ὅπως ἐπ’ αὐτοῦ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἐὰν ὑπάρχωσι τροπολογίαι, νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ συζητηθῶσιν, ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχωσιν, ἂς μὴ παρακωλύωμεν τὴν συζήτησιν διὰ προτάσεων προφορικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει.
§97Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τῆς τροποποιήσεως νὰ καταργηθῶσιν αἱ θέσεις, θὰ ἤμην συμφωνότατος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται διὰ τῆς καταργήσεως τῶν προσόντων νὰ εἰσέλθωσιν ἄλλοι, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, διότι θὰ διαιρέσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς συνεδρεύοντας μεθ’ ἡμῶν διὰ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις.
§98Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ σοβαρᾶς τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, προκειμένου δὲ περὶ συζητήσεως τῆς τροπολογίας αὐτῆς, φρονῶ, ὅτι τὸ πρῶτον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Προεδρεῖον, εἶναι νὰ καταθέσῃ συγκριτικοὺς πίνακας τῶν δαπανῶν καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, δηλαδή, τῆς πενταετίας πρὸ τοῦ 1910 καὶ τῆς μετὰ τὸ 1910.
§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται τώρα περὶ αὐτοῦ.
§100Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν τοῦτο καθ’ ἣν στιγμὴν ἄλλοι ζητοῦσι νὰ καταργηθῶσι τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων, καὶ προκειμένου νὰ καταργηθῶσι τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων καὶ νὰ εἰσέρχωνται ὑπάλληλοι ἐν τῇ Βουλῇ οἱοιδήποτε ἄνθρωποι, φρονῶ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον, πρὸ παντός, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ καταργήσωμεν τὰς θέσεις τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, ἢ ὄχι.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν πληροφορίαν, κ. Βουλευτά; Ἡ τροποποίησις ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν προσόντων τῶν ἀναγεγραμμένων ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς μονιμότητος. Τὸ ἄρθρον 96 ἢ 97, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, προβλέπει τὰ προσόντα, διὰ τὴν ἀπόκτησιν ὡρισμένης θέσεως, ἀναγραφομένης ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἄλλο ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦ προσωπικοῦ, ἑπομένως σήμερον γίνεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς αὐξήσεως τῶν προσόντων διὰ τὴν ἀπόκτησιν μονιμότητος. Ἄλλο εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῶν προσόντων διὰ τὴν ἀπόκτησιν ὡρισμένης θέσεως καὶ ἄλλο ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς μισθοδοσίας. Δὲν ἀποκλείεται, εἴτε εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπήν, εἴτε εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ζητηθῇ τροποποίησις καὶ αὐτῶν τῶν διατάξεων· σήμερον γίνεται συζήτησις τοῦ ἄρθρου 99, περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ αὐξηθῶσι τὰ προσόντα διὰ τὴν περιφρούρησιν τῶν ὑπαλλήλων διὰ μονιμότητος.
§102Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νομίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν καθ’ ἡμέραν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς; Νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι ἄτοπον καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπιμένω, ὅπως κατατεθῶσι πρῶτον οἱ συγκριτικοὶ ἐκεῖνοι πίνακες, νὰ φέρωμεν καὶ ἡμεῖς ἄλλας τροποποιήσεις καὶ κατόπιν νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς τοῦ Κανονισμοῦ.
§103Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος.
§104Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Σεῖς θέλετε νὰ τροποποιηθῇ ἐν τῷ συνόλῳ ὁ Κανονισμός.
§105Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴθισται εἰς τὰ πολυάριθμα Σώματα, αὐτὰ ταῦτα νὰ κανονίζωσι τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως. Ἡ Βουλὴ εἶναι πολυάριθμον Σῶμα. Οὕτω, πολυάριθμον Σῶμα οὖσα, εἶναι ὑποχρεωμένη, συζητοῦσα τὸν Κανονισμὸν τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ φρόνημα, εἰς τὸ αἴσθημα ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ αὐτήν. Δὲν δύναται δὲ κανεὶς νὰ εἴπῃ, νομίζω, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι ὑποχρεωμένη, προκειμένου περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν της, νὰ ἔχῃ τὰς γνώμας Βουλῆς ἄλλης παρελθούσης, δὲν νομίζω ἀκόμη, ὅτι ἡ Βουλὴ κανονίζουσα τὰ καθ’ ἑαυτὴν, ἔχει δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ τοὺς μέλλοντας νὰ διαδεχθῶσιν αὐτήν, ὅπως σεβασθῶσι τὸν Κανονισμόν, ὃν προηγουμένη Βουλὴ κατέστησεν. Ἀπόλυτον εἶναι τὸ δικαίωμα, κ. Πρόεδρε, εἰς τὰ πολυάριθμα Σώματα, νὰ κανονίζωσιν ἑκάστοτε τὸν Κανονισμὸν αὐτῶν κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει τὸ Σῶμα. Διὰ τοῦτο, κ. Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ προβῶμεν ἐλευθέρως, ἄνευ οὐδενὸς δισταγμοῦ, εἰς μετατροπὴν πάσης διατάξεως, ἥτις ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντα τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κανονίσῃ τὸ προσωπικόν της, ὥστε νὰ ἀπολαύῃ πλήρως τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Τὰ προσόντα ὑπῆρξαν μὲν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσωσιν ὡρισμένα ἄτομα δι’ ὡρισμένην ἐποχήν, ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη παρῆλθε καὶ ἐπῆλθε νέα ἐποχή. Ἄς εἴμεθα εἰλικρινεῖς ἐν τῇ συζητήσει: δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτησαν εἰς ἄλλας ἡμέρας. Ἐλέχθη, ὅτι οἱ διελθόντες ἐντεῦθεν ὑπάλληλοι, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὰ προσόντα, εἶναι ἀξιομνημόνευτοι. Ἐνθυμοῦμαι ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπεξειργάζετο τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων, τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ὁποῖος ἀπέθανεν...
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο;
§107Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἦτο ὁ Γ. Πολυζωΐδης. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μνημονεύσω τοῦ ἀνθρώπου τούτου, οὗτινος τὸ ἀκούραστον καὶ ἡ ἀφοσίωσίς του εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας ὑπῆρξαν μοναδικά, δι’ ὃ καὶ εἶχε τὴν ἐκτίμησιν ὅλων, οὐδέποτε μέχρι τοῦ θανάτου ἀντικατασταθείς.
§108Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κεχωρισμένον εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλούμεθα ἐκ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἵνα συζητήσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, πρὸς τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ ἔργον ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλεῖται σήμερον ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ. Ἡ Βουλὴ καλεῖται διὰ τοῦ πρώτου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει θέματος νὰ συζητήσῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα ὡρισμένων ὑπαλλήλων. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἀντιρρήσεις ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὰς πολιτικὰς τάξεις, ἐκεῖνοι, οἵτινες γνωρίζουσιν, ὅτι οὐδὲν Ὑπουργεῖον, οὐδὲν Σωματεῖον, δύναται νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν προσώπων τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ ὑπηρεσίᾳ ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ ὑπηρεσίᾳ ὑπάρχουσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης τῶν προϊσταμένων τῆς ὑπηρεσίας. Προκειμένου περὶ τοῦ κυριάρχου Σώματος τῆς Βουλῆς, ἀπὸ καταβολῆς τῆς Βουλῆς, τὸ προσωπικὸν αὐτῆς, ἡ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς, ἐθεωρήθησαν πρόσωπα, ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἑκάστοτε Προέδρων ἢ Κυβερνητῶν, καὶ μόνον εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους καθωρίσθησαν προσόντα. Εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν δὲν ὑπῆρχον προσόντα, ἀλλὰ προϊστάμενοι καὶ ὑφιστάμενοι ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων ἠτένιζον μετ’ ἐμπιστοσύνης εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ἀδιαφόρως τῆς πολιτικῆς μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῆς ὑπηρεσίας, εἴτε τῆς οἰκονομικῆς, εἴτε τῆς διοικητικῆς, ἀνῆλθον εἰς τὰ ὕπατα πολιτικὰ ἀξιώματα ἄνδρες, ὅπως ὁ ἀείμνηστος Δεληγιάννης, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὅπως ὁ ἀείμνηστος Ζηνόπουλος, ὅπως ὁ ἀείμνηστος Σιμόπουλος, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε ἀπὸ κατωτέραν, εἴτε ἀπὸ ἀνωτέραν βαθμίδα, ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ τῶν προσόντων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν ἔχω τὸν λόγον σήμερον, οὔτε ἡ Βουλὴ κέκληται νὰ ἀπασχοληθῇ. Προκειμένου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατηρτίσθη τὸ Προεδρεῖον, καθῆκον εἶχεν, ἀφοῦ περιβάλλεται διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ προσήκοντος προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ συνεπλήρου τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ ἀφ’ ἧς τὸ Προεδρεῖον κατηρτίσθη συνῳδὰ τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, ὑπεβλήθη πρότασις εἰς τὴν διαρκῆ ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἐγένετο ἐξέλεγξις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐζητεῖτο ἡ γνώμη μου, θὰ ἔλεγον: καταργήσατε τὰ προσόντα, προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων ἀνηκόντων εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα καὶ ἀφήσατε τὰ προσόντα εἰς τοὺς ἀληθεῖς ὑπαλλήλους, τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου.
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τοῦ λογιστοῦ.
§110Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, ἀξιότιμοι κ. Συνάδελφοι, ἔχητε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκλέξῃ, θὰ εἶναι ἄξια τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, Ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς γίνεται ἡμέραν καὶ νύκτα ἐνταῦθα καὶ ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐπιλαθῇ τὸ Προεδρεῖον τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἵνα διορίσῃ πρόσωπα ἀντάξια τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ αὐτοῦ καὶ τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι εἶναι μείωσις τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Προεδρεῖον αἱ τυχὸν ἀντιρρήσεις διὰ τὴν ἐκλογὴν ὑπ’ αὐτοῦ τῶν προσώπων, ἅτινα θὰ ὑπηρετῶσιν ὡς ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ὑπάλληλοι ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνεπιφυλάκτως κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ προέχει τὸ ζήτημα τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἐρρίφθη ὑπό τινος ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἔρευνα πρὸς ἀνεύρεσιν καὶ σύγκρισιν τῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ παρελθὸν πρὸς τὰς σημερινάς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Διότι τὸ ἄρθρον 105 ὁρίζει ὅτι ἡ Βουλὴ καθ’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ψηφίζει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων αὐτῆς διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος. Τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ εἶναι νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ μεριμνᾷ διὰ τὰς δαπάνας τοῦ παρελθόντος. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ὑπάρχει τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου τῶν δαπανῶν καὶ τῆς περικοπῆς, δι’ ἀνηλεοῦς ψαλλίδος, τῶν διαφόρων ἀδικαιολογήτων τοιούτων. Ἑπομένως, σήμερον ἡ Βουλὴ κέκληται, ἵνα συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν δὲ περιστολὴν τῶν δαπανῶν ἀφήνωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Λογιστικοῦ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἔχει παρέλθει δίμηνον ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ παραδόξως βλέπομεν καθ’ ἡμέραν ἀναγραφόμενον τὸ νομοσχέδιον, ἀναγραφόμενον τὸ θέμα τοῦτο — διότι δὲν εἶναι νομοσχέδιον, εἶναι τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, — καὶ παραδόξως βλέπομεν τὴν Βουλὴν ὀρρωδοῦσαν — ἐκ τίνων λόγων ἆρά γε; Ἐκ τῆς πιέσεως τούτων ἢ ἐκείνων τῶν ἐνδιαφερομένων; Βλέπομεν, λέγω, τὴν Βουλὴν ὀρρωδοῦσαν πρὸς ψήφισιν τῆς προτάσεως ταύτης. Καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ πρὸς ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον χαίρει τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, καθῆκον ἔχει νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς τροποποιήσεως ταύτης, σήμερον, τὸ δὲ θέμα τῆς περικοπῆς τῶν δαπανῶν νὰ τὸ ἀφήσῃ εἰς τὴν προσήκουσαν ὥραν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς. Τότε δέ, βεβαίως, θὰ προσαχθῶσι πίνακες καὶ θὰ παραβληθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ παρελθόντος πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ παρόντος, αἱ δαπάναι, αἱ πρὸ τετραετίας, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἐν φρίκῃ ἤκουσε, ὅσα ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀργολίδος Βουλευτὴς χθὲς εἶπε περὶ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δαπανῶν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, οὐχὶ χάριν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ χάριν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅμοια συναισθήματα θὰ ἀποκομίσῃ ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1910 καὶ τοῦ πρὸ αὐτοῦ παρελθόντος. Ἄς δώσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὴν εἰκόνα τῆς τοιαύτης σπατάλης, ἄς δώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν γνῶσιν τῆς τοιαύτης σπατάλης καὶ θὰ εἶναι τὸ ὑπέρτατον καθῆκον καὶ τὸ ὑπέρτατον ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ διαπράξωμεν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος μας. (χειροκροτήματα).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ὑπογεγραμμένη παρὰ δέκα Βουλευτῶν, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ζητήσωμεν οἱ κάτωθι ὑπογεγραμμένοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς».
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§113Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀκούσωμεν τὰ ὀνόματα τῶν προτεινόντων Βουλευτῶν.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ ὀνόματα.
§115Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν πρότασιν ὑποβάλλουν οἱ κ. κ. Γ. Πεσμαζόγλου...» (ἀναγινώσκει).
§117Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Θὰ παρεκάλουν ἕνα τῶν κυρίων, τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν αὐτήν, νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ζητοῦν τὴν ἀναβολήν, διότι τείνω νὰ πιστεύσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου εἶπεν, ὅτι δηλ. ὀρρωδοῦσι πρὸ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§118Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ὑφίστανται πολιορκίαν καὶ δὲν δύνανται νὰ λύσουν τὴν πολιορκίαν οἱ κ. Συνάδελφοι.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Βουλευταί. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καζατζῆς.
§120Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ὀρρωδοῦμεν, κ. Βουλευταί, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἰσάγει σήμερον εἰς τὴν Βουλήν. Ναί· ὀρρωδοῦμεν, καὶ δὲν ὀρρωδῶ νὰ τὸ εἴπω, ὅτι ὀρρωδοῦμεν.
§121Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Τὴν πρότασιν τὴν εἰσάγει ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς;
§122Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ἀφήσατέ με νὰ εἴπω ὅ,τι θέλω νὰ εἴπω...
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§124Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ἡ τροποποίησις αὐτὴ τοῦ Κανονισμοῦ, πράγματι, ἀνεγράφη ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ἀνεβλήθη, διότι οὐδέποτε οὐδεὶς ἠσθάνθη ἑαυτὸν ἀρκετὰ μὴ ὀρρωδοῦντα διὰ νὰ μὴ ἀναβάλῃ ἑκάστοτε τὴν συζήτησιν. Καὶ ὁ λόγος εἶναι προφανής· διότι εἰς ἕνα Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος εἶχε τόσα ἄλλα τὰ τρωτά, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, οὐδεμία τροποποίησις ἐπέρχεται, παρὰ μία τροποποίησις καὶ αὐτὴ ἀφορᾷ πρόσωπα.
§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑποβάλατε πρότασιν.
§126Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει ἀνάγκη τροποποιήσεως τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγονται αἱ συζητήσεις. Ὑπάρχουν πολλαὶ ἄλλαι ἀνάγκαι, ἐκτὸς τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἀλλάξωμεν ἢ μὴ ἀλλάξωμεν τὸ προσωπικόν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένοντο οἱ προσωπικοὶ νόμοι πρὸ τετραετίας, διαρκούσης μιᾶς ἄλλης Βουλῆς, ἐπαναλαμβάνεται, καὶ τώρα, ὅταν θέλωμεν νὰ κάμωμεν κἄτι τι, τὸ ὁποῖον προτήτερα ἔκαμον ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι εἰς τοὺς καλοὺς ἀρχαίους καιρούς, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξύμνησεν, ἄνευ προσόντων, ἄνευ Κανονισμῶν. Θέλετε νὰ ἀλλάξωμεν τὸ προσωπικόν; — καὶ ἀκριβῶς ἐκτιμῶ τὸν κ. Λυμπρίτην, ὁ ὁποῖος ἀκριβῆ ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ περὶ τοῦ τὶ ἀφορᾷ καὶ τὶ ἐνέχει ἡ πρότασις αὐτή — νὰ τὸ κάμωμεν ἀδιστάκτως. Δὲν πρόκειται περὶ ἐμπιστοσύνης ἢ μὴ ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀλλαγῆς ἑνὸς συστήματος ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὀπισθοχωρήσωμεν. Τὰ προσόντα, Κύριοι, ἐνεκληματίσθησαν εἰς τὸ αἷμα καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἔθνους. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν πρὸς τὰ ὀπίσω. Ἡ αὔξησις τῶν προσόντων ἦτο τρόπος τοῦ λέγει. Θέλομεν νὰ κάμωμεν τροποποίησιν εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἀλλάξωμεν τὰ πρόσωπα; Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν μονομερῶς, χωρίς, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Λυμπρίτης, νὰ περικόψωμεν καὶ τὰς δαπάνας. Γίνεται λόγος περὶ οἰκονομιῶν· νὰ ὑποδειχθῇ ποῖαι εἶνε αἱ θέσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ περικοποῦν. Ἀλλὰ τὸ νὰ γίνεται μία τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ ἀπολυθῶσι ταῦτα ἢ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα καὶ νὰ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ ἄλλων, δὲν εἶναι ἄξιον μιᾶς Βουλῆς. Καί, βεβαίως, δικαίως μία Βουλή, ἑαυτὴν σεβομένη, ὀρρωδεῖ πρὸ τοιούτων προτάσεων. (Θόρυβος). Μέχρις ὅτου ἡ πρότασις συμπληρωθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει οὗτος, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. (Τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Δέλλιος).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατζουράκης ἔχει τὸν λόγον.
§128Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς παρεξηγήθη, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐκ μέρους τῶν κ. Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατ’ αὐτῆς. Διότι ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῆς προτάσεως τῆς εἰδικῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος καὶ νὰ προΐσταμαι, ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῆς προτάσεως αὐτῆς, πείθει, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ προήχθη εἰς τὴν ὑποβολήν, ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ἀποτελοῦντα τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἔχωσι πλείονα προσόντα, διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς μονιμότητος, ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ ἰσχύων Κανονισμός. Ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ προσέτεινεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀφαιρέσῃ ἢ μειώσῃ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 97, ἢ ὅπως ἐλαττώσῃ τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς μονιμότητος, θὰ ἠδύνατό τις νὰ μεμφθῇ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἠθέλησε νὰ ἐλαττώσῃ τὰ προσόντα αὐτὰ καὶ οὕτω ἐξαρθρώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν.
§129Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Οὐδεὶς ἐμέμφθη τῆς ἐπιτροπῆς, διατὶ ὁμιλεῖτε περὶ μομφῆς;
§130Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. Ἐξ ὅσων ἀντελήφθην καὶ ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς κ. Καζατζῆς, καὶ ἄλλοι τινὲς ὑπηνίχθησαν ὅτι ἀντικείμενον καὶ σκοπὸς τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τῶν προσώπων. Ὁ κύριος σκοπὸς δὲν εἶναι αὐτός.
§131Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὑπὲρ τῆς ἀλλαγῆς εἴμεθα ὅλοι.
§132Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προῆλθεν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν ταύτην ἐκ τοῦ ὅτι πρωτίστως, πρέπει νὰ προνοήσῃ, ἵνα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ περιβληθῶσι διὰ τῆς μονιμότητος, ἔχωσι καὶ ἀνώτερα προσόντα καὶ πεῖραν μακροχρονιωτέραν εἰς τὴν ὀργανικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο προέτεινεν, ὅπως ἡ μονιμότης ἀποκτᾶται παρ’ ἐκείνων μόνον, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῇ ὀργανικῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἢ ἑπταετῆ τοιαύτην ἐν ἄλλῃ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ἡ ὁποία ὑπηρεσία νὰ εἶναι τοὐλάχιστον ἰσόβαθμος πρὸς τὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Γραμματέως Βʹ τάξεως. Δὲν προτείνει ἑπομένως, ὅπως ἐλαττωθῶσι τὰ προσόντα διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς μονιμότητος, ἀλλ’ ὅπως αὐξηθῶσιν. Ἄρα, εἶναι προφανές, ὅτι προτείνεταί τι, τὸ ὁποῖον εἶναι συντελεστικὸν διὰ τὴν καλλιτέραν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς.
§133Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ πρότασις περὶ αὐξήσεως τῶν προσόντων, ἡ ὁποία καὶ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ἐξεταστέα, θὰ ἰσχύῃ εἰς τὰ ἐφεξῆς πρόσωπα, ἢ θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, δυναμένη νὰ πλήξῃ καὶ τοὺς ὑπάρχοντας;
§134Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ πρότασις, ὅπως ἔχει διατυπωθῆ, δίδει εἰς ὑμᾶς τὴν ἀπάντησιν, ὅτι, δηλαδή, ἡ πρότασις ὑποβάλλεται καὶ ἀφορᾷ καὶ τὸ ὑφιστάμενον προσωπικὸν τῆς Βουλῆς· οὐδ’ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἰδιαιτέρας περὶ τούτου ἐξηγήσεως. Δὲν θὰ σᾶς ἀποκρύψω, ὅμως, Κύριοι, διότι ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ ἀπὸ ἀρχῶν οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ κρυφθῶ ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μου, ἀλλὰ πάντοτε ἠθέλησα νὰ λέγω τὰ πράγματα, ὅπως τὰ αἰσθάνομαι καὶ τὰ ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ προήχθη εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως ταύτης, κυρίως καὶ ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς ἑκάστοτε πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Διότι ἡ μονιμότης, ἡ ὁποία ἀνεγράφη εἰς τὸν Κανονισμόν, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνετάχθη οὗτος, ἦτο ἕν πρόσχημα, διὰ νὰ περιβάλῃ δι’ αὐτῆς τῆς σκιώδους μονιμότητος τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἦτο τῆς ἐμπιστοσύνης ἐκείνης τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία συνέταξε τὸν Κανονισμόν. Καὶ τὸ κυριῶδες ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται σήμερον ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν, εἶναι: ἂν ἡ διατύπωσις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ αὐτὴ ἡ σκιώδης μονιμότης πρέπῃ νὰ ἐξακολουθῇ ὑπάρχουσα διὰ νὰ καλύπτῃ προσωπικόν, διορισθὲν παρ’ ἄλλης πλειοψηφίας, τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῆς ὁποίας ἦτο καὶ εἶναι, ἢ ἂν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, χάριν τῆς κανονικῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ εἰς τὸ προσωπικόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριῶδες, τὸ πρώτιστον ζήτημα· ἂν δ’ ὑπάρχῃ ἡ δέουσα ἐμπιστοσύνη εἰς τὸ Προεδρεῖον, βεβαίως, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ πιστεύσητε, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ ἔλθῃ διὰ νὰ καταλύσῃ καὶ καταρρίψῃ πᾶν ὅ,τι εὕρῃ ἔμπροσθέν του, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ καταστρέψῃ τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ Προεδρεῖον, ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν φρονημάτων τῶν ὑπαλλήλων, τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν θὰ εὕρῃ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἐργασίας των θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ σεβασθῇ τὴν πεῖραν καὶ τὴν ἱκανότητα τῶν προσώπων, παραβλέπον τὰ πολιτικὰ φρονήματα αὐτῶν.
§135Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον μίαν ἐξήγησιν. Ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν ἐθίξατε, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης τοῦ Προεδρείου, εἶναι μία ἰδέα, δυναμένη νὰ συζητηθῇ· ἀλλ’ ἂν ἀπομακρυνθῆτε εἴτε ὑμεῖς, εἴτε ἡ Βουλή, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, καὶ υἱοθετήσητε κατ’ ἀρχὴν καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς τὸ σύστημα τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος, νομίζω, ὅτι εἶναι δεδεκαιολογημένον, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν ἠθέλατε θεωρήσει ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ αὐξηθῶσι τὰ προσόντα, ἡ περὶ τούτου διάταξις νὰ ὁρᾷ τὰ ἐφεξῆς, τὸ μέλλον, μὴ πλήττουσα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων προϊόντων, εἰσῆλθον καὶ ἔχουν ὡρισμένην ὑπηρεσίαν. Ἄν ἐπικρατήσῃ ἡ ἄλλη ἀρχή, ὡς σκοπιμωτέρα, ἡ ἀρχὴ τοῦ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης τοῦ Προεδρείου, τότε τὰ προσόντα δὲν ἔχουν ἀξίαν. Νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν τῶν βάσεων πρέπει νὰ συζητήσωμεν.
§136Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. Ἄν, Κύριοι, καὶ λέγω τοῦτο, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, καὶ πρὸς ὅλην τὴν Βουλήν, — ἄν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ νομοσχεδίου, ἀφορῶντος τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπήγοντο εἰς τὴν γενικὴν μονιμότητα, τὴν ἠγγυημένην διὰ τοῦ Συντάγματος, θὰ ἤμην ἐκ τῶν πρώτων συνήγορος τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ δημιουργηθῇ ὑπηρεσιακὴ μονιμότης. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται συζήτησις περὶ τροποποιήσεως διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ...
§137Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπερασπίζομαι τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε· ἀντικειμενικῶς συζητῶ.
§138Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. .. διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐδημιουργήθη καὶ ἐμονιμοποιήθη ἕν καθεστὼς προσωπικοῦ, ὑπηρετικοῦ τῶν βλέψεων καὶ τῶν σκοπῶν τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ περαιτέρω συζήτησις περὶ τοῦ ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦτο περιβεβλημένον διὰ μιᾶς σκιώδους μονιμότητος, μόνον καὶ μόνον διότι ἐψηφίσθη ἀπὸ ἄλλην πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία προέβαινε μετὰ περισσοτέρας ταχύτητος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς, καὶ τὸ ὁποῖον ἡ σημερινὴ παμψηφία δὲν ἀποφασίζει νὰ μεταβάλῃ, διότι, εἴτε σκέπτεται καὶ δὲν ἀποφασίζει ταχέως, εἴτε δὲν θέλει νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἑαυτῆς ἀποφάσεις. Διότι, Κύριοι, ἂς μὴ πλανώμεθα· ἂν σήμερον προβῶμεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν μεταβολὴν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ, εἴτε καθόλου, εἴτε ἐν μέρει, ἂν αὔριον ἢ μεθαύριον, μετά τινα χρόνον, ἐπανέλθῃ ἡ γνωστὴ πλειονοψηφία, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ σεβασθῇ τὰς ἀποφάσεις μας, οὔτε θὰ συζητήσῃ ἐπὶ τόσην ὥραν ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ Κανονισμοῦ, χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ μίαν σοβαρὰν καὶ γενναίαν ἀπόφασιν, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ καὶ θὰ καταρρίψῃ πᾶν ὅ,τι ὠκοδομήσαμεν. Ἡμεῖς ὅμως συζητοῦμεν, μὴ τολμῶντες νὰ θίξωμεν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον, ἐπὶ βλάβῃ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἐτετραπλασιάσθη, τοὐλάχιστον, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· διότι, νομίζω, ὅτι δὲν ἀπομακρύνομαι τῆς ἀληθείας, ἂν εἴπω, ὅτι, πρὸ τοῦ πολέμου, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων ἀνήρχετο εἰς ἑπτὰ χιλιάδας καὶ ἤδη ἀνέρχεται εἰς τριάκοντα δύο, ἢ τριάκοντα ἕξ χιλιάδας, οἱ ὑπάλληλοι δ’ οὗτοι, πολὺ φρονίμως, ἐμονιμοποιήθησαν, διὰ νὰ καθίστανται σήμερον πρόσκομμα καὶ ἐμπόδιον καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν. (Χειροκροτήματα). Φρονῶ, ἑπομένως, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, κατόπιν μακρῶν καὶ ἐπανειλημμένων ἀναβολῶν, πρέπει νὰ τὸ ἀπορρίψῃ ἡ Βουλή, οὐδ’ ἔχει σχέσιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα πρὸς τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μοσχούλας· διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν, ἀφορῶσι τροποποίησιν ἐδαφίων τινῶν τοῦ ἄρθρου 99, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ κυρίως μόνον τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων. Τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν προβλέπει ἄλλο ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ζήτημα τῶν προσόντων τοῦ διορισμοῦ προβλέπει προηγούμενον ἄρθρον αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον 96 προβλέπει τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν θέσιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ὑπαλλήλων, τὸ ἄρθρον 97 προβλέπει τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν, τὸ ἄρθρον 98 τὰ προσόντα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς ὡρισμένην θέσιν. Δὲν ἀποκλείεται δὲ εἰς οὐδένα τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, οὔτε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐπανέλθῃ ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἐνισχυομένη καὶ δι’ ἄλλων προσώπων, ἐχόντων μείζονα πεῖραν, διεξέλθῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ προβῇ εἰς οἰκονομίας διὰ περικοπῆς θέσεων ἢ μισθῶν, ἐὰν ἤθελε τοῦτο θεωρηθῇ σκόπιμον. Δὲν ἀποκλείεται ἀκόμη, ὅπως προβῇ καὶ εἰς τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἀφορώσας καὶ αὐτὴν τὴν διεξαγωγὴν τῶν συνεδριάσεων καὶ συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὑποβάλλεται πρότασις, ἀφορῶσα τροποποίησιν ἄρθρου τινός, ν’ ἀντιτάσσηται τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, διότι δὲν κατορθώθη εἰς διάστημα πέντε ἢ ὀκτὼ ἡμερῶν νὰ μελετηθῇ καὶ τροποποιηθῇ ὅλος ὁ Κανονισμὸς μὲ τοιαύτας ῥιζικὰς μεταρρυθμίσεις, ὥστε νὰ τὸν ἀνατρέψωμεν, ἢ νὰ τὸν ἀνακαινίσωμεν, δὲν εἶναι σοβαρόν. Παρακαλῶ δὲ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, ὅπως προχωρήσῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ψηφίσῃ τὴν τροποποίησιν, ὡς ἔχει.
§139Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ὑπερασπίσω τὸ παράπαν τὰ μέχρι τοῦδε γεγενημένα. Ἴσως μάλιστα, ἐὰν προηρχόμην εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον, θὰ ἔκρινον τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, μάλιστα ὑπὸ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ὁ κύριος προλαλήσας, ἔτι αὐστηρότερον. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ καλούμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν σήμερον, δὲν εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν μέχρι τοῦδε παρ’ ἄλλων πεπραγμένων, ἀλλὰ πῶς ταῦτα θὰ διορθωθῶσι καλύτερον, καὶ πῶς θὰ ἀποτραπῇ ὁ κίνδυνος νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὸ μέλλον. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην πρέπει, νομίζω, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα, θὰ ἔλεγον εἰλικρινέστερον, ἀλλὰ λέγω σαφέστερον. Ἂν τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, φρονῶ, ὅτι πρὸς διευθέτησιν αὐτοῦ ἡ ὁδός, ἥν ἐξελέξαντο οἱ ὑποβάλοντες τὴν πρότασιν, ἐφ’ ἧς συζητοῦμεν, δὲν εἶναι ἡ κρατίστη. Ἄγεσθε, Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης τοῦ Προεδρείου; Ἐὰν ναί, τοῦτο εἶναι μία ἀρχὴ πολιτική, ἀρχὴ διοικητική, ἀρχὴ ἄρα συζητητέα. Ἐὰν, συζητουμένη ἡ ἀρχὴ αὐτή, ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς δὲν ἔχετε ἢ νὰ καταργήσητε τὰ προσόντα μετὰ τῆς μονιμότητος καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἢ μᾶλλον ἡ κρατοῦσα πολιτικὴ μερίς, ἡ Κυβέρνησις, ἢ τὸ Προεδρεῖον, θὰ διορίσῃ τὸ προσωπικὸν τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης του. Τὸ πρᾶγμα τότε θὰ βαίνῃ ὁμαλῶς, διότι θὰ εἶναι ἀπότοκον μιᾶς ὡρισμένης ἀρχῆς. Θὰ ἔλθῃ ἡ νέα πλειοψηφία, ἡ ὁποία θὰ εὕρῃ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης της. Τοῦτο δύναμαι ἄριστα νὰ τὸ ἐννοήσω, ἀνεξαρτήτως, ἐννοεῖται τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν κατ’ οὐσίαν δύναμαι νὰ ἔχω ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐὰν εἰς τὴν συνείδησιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς κατισχύσῃ ἡ ἐκδοχὴ αὕτη, τὸ πρᾶγμα βαίνει ὁμαλῶς. Ἀλλ’ ἐὰν ἀναχωρήσητε ἀπὸ τῆς ἀντιθέτου ἐκδοχῆς, ὅτι πρέπει καὶ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς νὰ περιβάλληται δι’ ὡρισμένων προσόντων, τότε δὲν δύνασθε νὰ διαφύγητε ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ἤδη. Θέλετε νὰ περιβάλλητε τοὺς ὑπαλλήλους διὰ προσόντων νέων, ἀνωτέρων, διότι νομίζετε ὅτι, τὰ ὑπάρχοντα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ; Ἔστω. Θὰ τροποποιήσητε τὸν Κανονισμόν, ἵνα ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων προσόντων εἰσαχθῇ κρεῖσσον προσωπικόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δώσητε εἰς τὰς νέας διατάξεις καὶ τὰ νέα προσόντα ἀναδρομικὴν ἰσχύν, ἵνα πλήξητε τὸ ὑπάρχον προσωπικόν. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, οὔτε δίκαιον, οὔτε εὔλογον. Διότι τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν εἰσῆλθε μὲ ὡρισμένα προσόντα καὶ ἐργάζεται καλῶς· διότι, ἂν τὸ ἀντίθετον συνέβαινεν, ὑπῆρχεν ἄλλη ὁδὸς ἀπομακρύνσεως αὐτοῦ, ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει αὐτὸς ὁ ἰσχύων Κανονισμός. Ἀλλὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνετε, δὲν εἶναι ἐπιδοκιμαστέον καὶ διὰ λόγους σκοπιμότητος. Διότι δι’ αὐτοῦ ἀνοίγετε τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν οἱ διάδοχοί σας θὰ ἀκολουθήσουν: νὰ κάμωσι, δηλαδή, καὶ ἐκεῖνοι νέας μεταρρυθμίσεις Κανονισμοῦ, ἵνα ἀπομακρύνωσι τοὺς ὑπάρχοντας καὶ φέρωσι νέους ὑπαλλήλους.
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς τὸ κάμουν.
§141Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τότε, ἀφοῦ οὕτω σκέπτεσθε, καὶ τοῦτο ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, μὴ παίζετε μὲ τὴν ἔννοιαν τῶν προσόντων καὶ μὲ τὰς αἰτιολογίας, ὅτι, τάχα, θεωρεῖτε ἀνεπαρκῆ τὰ ὑπάρχοντα. Κατελήξατε εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον προηγουμένως εἶπον, ὅτι, δηλαδή, οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης σας; Ἔχετε τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν γενναιότητα, τὴν ὁποίαν δὲν σᾶς φιλονεικῶ, καταρρίψατε τὰ πάντα καὶ φθάσατε εἰς τὴν οὐσίαν, τὴν ὁποίαν βλέπω ὅτι σκέπτεσθε. Διότι παιδιὰ περὶ τὴν νομοθέτησιν προσόντων εἶναι ἀσυμβίβαστος καὶ πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν καὶ πρὸς τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν πολιτικὸν καὶ Νομοθετικὸν Σῶμα. Ὑπῆρξεν ἐποχή, Κύριοι, κατὰ δύο περίπου δεκαετηρίδας ἀφισταμένη ἡμῶν, καθ’ ἥν, παρομοία παιδιὰ ἐγίνετο μὲ τοὺς νόμους περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἰδιαιτέρως τῶν Εἰσαγγελέων. Ἐγένετο νόμος καθορίζων ὡρισμένα προσόντα. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔφερε τὸν νόμον, διώριζεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ καὶ τὸ προσωπικόν, προσωπικόν, θέλω νὰ εἴπω, τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐκ προκαταβολῆς ἐμερίμνα νὰ συμβιβάσῃ τὰς διατάξεις τῶν νόμων πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα. Νέα πλειοψηφία, νέα Κυβέρνησις, νέα μεταρρύθμισις τοῦ νόμου περὶ προσόντων, πρόσχημα μὲν ἔχουσα τὴν ἀκαταλληλότητα τῶν διατάξεων, σκοπὸν δὲ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ. Συνεπείᾳ τούτου ἀθρόα ἀπόλυσις τῶν Εἰσαγγελέων καὶ ἀναδιορισμὸς τῶν εὐνοουμένων. Ταῦτα συνέβαινον ἀπὸ τοῦ 1890 ἕως τοῦ 1895. Αὐτά, Κύριοι, εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο τολμηρόν, ἐὰν ἐχαρακτήριζον, ὡς πολιτικῶς ἀπρεπές. Ἢ θὰ ἀναχωρήσητε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, προκειμένου περὶ ὡρισμένων θέσεων, ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνται προσόντα καὶ μονιμότης, καὶ τότε εὐθέως, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης θὰ βαδίσετε· ἤ, ἐὰν ἀναχωρήσητε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος, θὰ δεχθῆτε, ὅτι αἱ μεταγενέστεραι μεταρρυθμίσεις ἐν τούτῳ δὲν εἶναι ὀρθόν, ἄνευ λόγου, ἄνευ τινὸς ὑπηρεσιακῆς ἀφορμῆς, νὰ πλήξωσι τοὺς ὑπάρχοντας ὑπαλλήλους, καὶ τοῦτο δεχόμενοι, θὰ φανῆτε μετριοπαθέστεροι τῶν προκατόχων σας. Ἐὰν κρίνητε ἀναγκαῖον νὰ θέσητε προσόντα μεγαλείτερα, πράξατέ το. Ἀλλ’ ἀφήσατε τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν, ἐφ’ ὅσον οὐδεμίαν ἀπολύτως προβάλλετε κατ’ αὐτοῦ αἰτίασιν, καὶ δώσατε οὕτω ἓν δίδαγμα εὐπρεπείας εἰς τὴν ἀκολασίαν τοῦ παρελθόντος, τὴν ὁποίαν κατακρίνετε.
§142Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Εἶναι ἀνακριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Συναδέλφου, ὅτι τὸ σημερινὸν προσωπικὸν τῆς Βουλῆς εἰσῆλθεν ὑπὸ ὡρισμένα προσόντα. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ περικλεής, ἐδημιούργησε προσόντα καὶ περιέβαλε δι’ αὐτῶν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους διώρισε προηγουμένως, μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ τοὺς ἐξασφαλίσῃ εἰς τὰς θέσεις αὐτάς.
§143Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὀρρωδῶ ἀληθῶς πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, γίνεται ἀπαρχὴ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ὡρίμασεν ἡ γνώμη τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων.
§144Σ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο....
§145Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Γνωρίζετε καὶ παρακολουθήσατε τὴν ἱστορίαν τῶν διαφόρων νόμων περὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κάλλιον ἐμοῦ. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἥν οἱ ὑπάλληλοι μετετίθεντο καὶ ἐπαύοντο δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, ἰδίως δὲ οἱ δημοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταντήσει θέαμα οἰκτρόν. Ἐβλέπατε κατὰ χιλιάδας τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους μετατιθεμένους, ἐξ οὗ καὶ αἱ ὑπηρεσίαι ἐχώλαινον καὶ τὸ Κράτος ὑπεβάλλετο εἰς δαπάνας. Τὸ ἐλεεινὸν ἐκεῖνο θέαμα ἤγαγε τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις εἰς σκέψεις περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, πρῶτος ὁ ἀείμνηστος Πετρίδης, εἰσήγαγε τὸν νόμον περὶ μονιμότητος τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶτα ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰσήγαγε νόμον περὶ μονιμότητος ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ τελευταίως εἰσήχθη ἐπίσης ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ὁ τελευταῖος ψηφισθεὶς νόμος περὶ ἀποσυγκεντρώσεως τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ κατ’ ἐμέ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐβελτιώθησαν αἱ ὑπηρεσίαι σημαντικώτατα, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν καὶ ἕν ἄλλο: ὅτι οἱ νόμοι περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων ἐδημιούργησαν τυραννίσκους, καὶ ὅτι πλεῖστοι τούτων δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὐτῶν καὶ οὕτω εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον. Ἐπιπροσθέτως δὲν ὑφίσταται καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος, ὅσον καὶ ἄν ἦτο μικρός, εἶχε πάντοτε ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσιν οἱ νόμοι περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω, ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμή, ὅπως ἡ Κυβέρνησις νομοθετικῶς λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τυραννίσκοι, παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των, φέρονται κατὰ τρόπον ἀγροῖκον πρὸς τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνευρίσκουσι τὸ δίκαιον αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, λέγω, χωρὶς νὰ εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, διότι νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχήν, κατ’ ἥν διὰ μιᾶς ὑπουργικῆς διαταγῆς ἔπαυον τοὺς ὑπαλλήλους, ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν νομοθετικὰ μέτρα κατὰ τῶν τυραννίσκων ὑπαλλήλων. Πάντως, εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ἄλλης καταχρήσεως, ἥτις δέον νὰ ἐπισπάσῃ ἀμέριστον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ λόγος οὗτος μὲ ἤγαγεν, ὅπως ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, διότι ὁ νόμος, ἢ μᾶλλον ἡ πρότασις, ἡ ὑποστηριζομένη σήμερον, περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀπαρχὴ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων καὶ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, δῆθεν, αὐξάνομεν τὰ προσόντα. Διότι τίνα σημασίαν ἔχει ἡ πενταετὴς ἢ τριετὴς ὑπηρεσία; Πρόκειται περὶ καταργήσεως τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων καὶ πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κύριος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής: ἄς εἴμεθα εἰλικρινέστεροι εἰς τοῦτο. Δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ὑφαρπάσωμεν ἕνα νόμον περὶ καταργήσεως τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς ἡ Πολιτεία νὰ ἐπέμβῃ ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἶναι ἀνεπαρκεῖς, ἔχετε ἁπλούστατα διάταξιν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἀπολύονται μετ’ ἀπόφασιν Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἐκ δέκα Βουλευτῶν, κατόπιν κληρώσεως. Ἔχετε παμψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐὰν νομίζητε ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι ἀνεπαρκεῖς, δύνασθε νὰ τοὺς ἀπολύσητε. Διατὶ νὰ ποιησώμεθα ἀπαρχὴν καταργήσεως νόμου εἰς ὡρισμένον κλάδον δημοσίων ὑπαλλήλων; Ὑποβάλλατε νομοθετικὸν μέτρον δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους...
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ὑποβληθῇ.
§147Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος. Εἶναι ἐκ τῶν νόμων, ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. Ἄς ὑποβληθῇ τὸ ταχύτερον, διότι ὁ λαὸς σήμερον οὐδαμοῦ εὑρίσκει δίκαιον καὶ δὲν διστάζω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὔτε καὶ ἡμεῖς οἱ Βουλευταί. Εἴδατε τὶ συνέβη μὲ τὸν κ. Μητσόπουλον. Καὶ ὑβρίσθη ἀπὸ ἕνα Τμηματάρχην, διότι ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιον ἑνὸς ἀδικουμένου ὑπαλλήλου. Οἱ πολῖται ἀδικοῦνται, προσέρχονται εἰς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτὰς καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος, ὄχι νὰ ζητήσωμεν προσωπικὰς ὠφελείας, ἀλλὰ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν ἐκλογέων. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ τιμωρήσῃ τοὺς κυρίους αὐτούς. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλοί, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται μεγάλην κατάχρησιν τῆς θέσεως αὐτῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἔχετε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ εἰσαγάγητε νομοθετικὸν μέτρον καὶ ἢ νὰ καταργήσητε τὸν νόμον περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ἢ νὰ περιορίσητε τοὺς κυρίους αὐτοὺς εἰς τὰ καθήκοντά των. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω, εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἐὰν αὕτη ἀποφασισθῇ.
§148Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω, κ. Συνάδελφοι, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ ἐλεεινοῦ κατασκευάσματος, τὸ ὁποῖον λέγεται Κανονισμὸς προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς ἐπὶ μακρόν. Ἀποκαλῶ ἐλεεινὸν κατασκεύασμα τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ, διότι τότε μόνον μία πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος νὰ νομοθετῇ μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν πρὸ τῆς νομοθετήσεως τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων ἔπαυε τὸ προσωπικὸν καὶ διώριζε προσωπικόν, κατόπιν τῶν προσόντων. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως εἰσήγαγεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς πρόσωπα ἀξιότιμα καθ’ ὅλα, τὰ ὁποῖα ὅμως εἰσήχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ μὴ ὁρίζοντος προσόντα, δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ πλειοψηφία ἐκείνη, ἐφ’ ὅσον ἤθελε νὰ σεβασθῇ τὴν κατάστασιν, νὰ μονιμοποιήσῃ κατόπιν, διὰ διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἄνευ προσόντων παρέλαβε. Συνεπῶς, ἡ πρᾶξις τῆς καταργήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, διότι ἡ κατάργησις τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἐπάνοδος τῆς Βουλῆς εἰς ἔργα ἠθικῆς. Τὸ μόνον δέ, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχεν ἡ μακαρία τῇ λήξει πλειοψηφία, ὑπῆρξεν, ὅτι θὰ δυνηθῇ ἴσως αὔριον νὰ περιβάλῃ διὰ τοῦ ἐνδύματος τῆς σκανδαλοποιήσεως τὴν δικαίαν ἀποκατάστασιν τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τῆς λογικῆς ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς. Διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ ἵδρυσεν ἐνέδραν κατὰ τῆς μελλούσης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Οὐδεμία πλειοψηφία νοήμων δύναται νὰ εἶναι βεβαία, ὅτι αἱ πράξεις αὐτῆς ἐπὶ τοιούτων προσωπικῶν ζητημάτων εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωσιν ὄρθιαι παρὰ τῶν διαδόχων αὐτῆς. Ἐγνώριζον πολὺ καλὰ οἱ ταῦτα διαπράξαντες ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς πλειοψηφίας ἤθελε μεταβάλει καὶ τὸν Κανονισμόν, καί, ἀντὶ νὰ ἀφήσωσι τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ὡς εἶχον ἐπὶ μακρὸν καὶ ἐφηρμόζοντο, ἐπιτρέπουσαι τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκλογῆς τοῦ προσωπικοῦ παρὰ τῶν ἑκάστοτε Προέδρων τῆς Βουλῆς, ἠθέλησαν νὰ δημιουργήσωσιν ἀστείαν μονιμότητα, μὴ παρέχουσαν ἐλπίδα, οὔτε εἰς ἐκείνους, οἵτινες διὰ τῆς μονιμότητος προστατεύονται, μόνον καὶ μόνον, ἵνα δημιουργήσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἔννοιαν τοῦ σκανδάλου περὶ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἀναγκάζουσι μίαν διάδοχον πλειοψηφίαν νὰ μεταβάλῃ τὸν Κανονισμόν, ἵνα ἐγκαταστήσῃ πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἓν πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς: Πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς ποία θὰ εἶναι ἡ ἀρχή, ἥτις θὰ διέπῃ τὴν Βουλήν, ἐν σχέσει πρὸς τὸν τρόπον τῆς ρυθμίσεως τοῦ νέου προσωπικοῦ. Καὶ ἀκριβῶς, κ. Συνάδελφοι, ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα περὶ τούτου ὁμιλήσω. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀφ’ ἧς συνέστη Βουλή, τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς ἐρρυθμίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἐλλείψεως προσόντων τυπικῶν. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐσεβάσθησαν πάντοτε, οὐσιαστικῶς, οἱ διέποντες τὰς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι, ὡς οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι ἀνέφερον, δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ πρὸς ἔπαινον τῶν παλαιῶν πολιτευτῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς ἔπαινον τῶν Προέδρων τῶν ἑκάστοτε Βουλῶν δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον διεῖπε τὰ τῆς Βουλῆς, ἦτο προσωπικὸν ἄριστον. Δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Βουλῆς ἐλάμπρυνον πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐσταδιοδρόμησαν εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς Πολιτείας, πολλάκις δὲ ἡ θέσις τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, ἐδόθη εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον περιωπὴν φιλολογικήν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ ἐξέπεσε καὶ ὅτι ἡ ἐλευθερία, ἡ ὁποία ἐδόθη διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς διορίζηται ἄνευ τυπικῶν προσόντων, ἀρχή, ἡ ὁποία εἶχεν ἐφαρμοσθῆ ὑπὸ τῶν παλαιοτέρων κατὰ τρόπον ἐνδεικνύοντα, ὅτι ἡ ἔλλειψις τυπικῶν προσόντων ἐπέβαλεν, ἀκριβῶς, ἵνα μεγάλης ἀξίας οὐσιαστικὰ προσόντα ζητῶνται παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐξέπεσεν, ὥστε παρὰ τὴν ἔλλειψιν τυπικῶν προσόντων νὰ παρατηρηθῇ ἡ ἔλλειψις καὶ οὐσιαστικῶν προσόντων, ἔπειτα δὲ νὰ παρατηρηθῇ ὅτι, ἐνῷ πᾶσα προσπάθεια κατεβάλλετο, ἵνα τὸ προσωπικὸν ὅλων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἀνυψωθῇ κατὰ στάθμην, τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς κατεβιβάζετο κατὰ στάθμην ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Ὅταν δὲ ὁμιλῶ περὶ στάθμης, ὁμιλῶ περὶ ἱκανότητος καὶ προσόντων οὐσιαστικῶν. Ἐὰν ἡ κατάστασις αὕτη ἐξακολουθήσῃ προϊοῦσα, βεβαίως, θὰ ἐπέλθῃ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱαδήποτε Βουλή, εἴτε ἡ τῆς παρούσης πλειοψηφίας, εἴτε οἱαδήποτε μέλλουσα, νὰ μὴ δύναται, ἐὰν ἀναβλέψῃ εἰς ἑαυτήν, νὰ καυχᾶται διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Εἰς πάσας τὰς Βουλὰς τὸ προσωπικὸν εἶναι ἐκλεκτικόν, ἀλλὰ τὰ πρόσωπα δὲν μεταβάλλονται κατὰ πλειοψηφίαν. Τὸ προσωπικόν, ὅταν εἶνε δεδοκιμασμένον καὶ ὑπάρχει παρ’ αὐτῷ παράδοσις καὶ τιμή, εἶναι, ὄντως, βοήθημα τῶν ἑκάστοτε Προέδρων τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῶν Βουλῶν αὐτῶν. Οὐδαμοῦ ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ νὰ γίνεται ἐπέλασις ἑκάστοτε διὰ τῆς κρατούσης πλειοψηφίας τῶν προσώπων τῆς ἐμπιστοσύνης της. Διὰ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι δέον πολὺ νὰ καταβάλωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν περὶ τὴν καθιέρωσιν τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία θέλει ἐπικρατήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐγώ, νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς κακῶς ἐρρυθμίσθησαν ἀνέκαθεν. Φρονῶ, ὅτι κακῶς διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐδόθησαν δικαιώματα δημιουργίας θέσεων καὶ δημιουργίας μισθῶν εἰς τὴν Βουλήν, διὰ μιᾶς μόνης ἀναγνώσεως. Τὸ Σύνταγμα παρέσχεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα, ἵνα διὰ τοῦ Κανονισμοῦ ρυθμίζῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἱδρύσεως ὑπηρεσίας καὶ μισθῶν. Τὸ Σύνταγμα παρέσχε κατὰ γράμμα εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίζῃ τὰ τῆς τάξεως τῶν συζητήσεων καὶ μόνον, — ἀλλὰ τοῦτο τὸ θέμα πλέον δὲν δύναται ἴσως νὰ συζητηθῇ, ὅταν μακρὰ σειρὰ ἐφαρμογῆς παρέσχε τὴν λύσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ ἱδρύει θέσεις, ὑπηρεσίας καὶ ὀργανισμούς! Ἐὰν τὰ πράγματα κατὰ τὴν αὐστηροτέραν ἐκδοχὴν ἤθελον ἐφαρμοσθῆ, τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς ἔδει νὰ διείπετο διὰ νόμου, καθ’ ὃν τρόπον καὶ τὸ προσωπικὸν ὅλων τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Τοῦτο δὲ θὰ ἦτο σύμφωνον καὶ πρὸς τὴν ἄλλην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν μισθὸς ὁρίζεται διὰ προτάσεων μόνον τῶν Ὑπουργῶν. Ἐνῷ σήμερον δύναται εὐκολώτατα ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ εἰσαγάγῃ πρότασιν περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν μισθῶν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, πάντοτε δὲ τοιαῦται προτάσεις εἰσήχθησαν καὶ ἐγένοντο δεκταί. Τοῦτο λέγω μόνον, ὡς ἱστορικὴν παρατήρησιν, διότι σήμερον, μετὰ τὴν μακρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, τοιαύτη παρατήρησις ἔχει μόνον ἱστορικὴν σημασίαν, ἀλλὰ θέλω νὰ καταλήξω εἰς ἄλλο καὶ διὰ τοῦτο ἐποιησάμην τὴν παρατήρησιν ταύτην. Ποία ἀρχὴ θὰ διέπῃ ἡμᾶς ἐν τῷ μέλλοντι; Μέχρι τοῦδε διεῖπεν ἡμᾶς ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλλείψεως μονιμότητος καὶ ἐλλείψεως προσόντων. Διατὶ δὲ διεῖπεν ἡμᾶς ἡ ἀρχὴ αὕτη; Διότι ἐξ ὑπαρχῆς ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ τὰ τῆς διευθύνσεως αὐτῆς ἐγίνοντο ἀντικείμενον τῆς ἐξουσίας τῆς πλειοψηφίας. Συνεπείᾳ τούτου, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Πρόεδρος καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἦσαν πρόσωπα τῆς ἀμέσου ἐμπιστοσύνης τῆς πολιτικῆς τῆς πλειοψηφίας, ἐγένετο συνάρτημα τῆς ἀρχῆς ταύτης καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς εἶναι καὶ τοῦτο νόμιμα τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀπὸ τῆς γενικῆς ἀρχῆς τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου ἀπορρέει ὡς συνάρτημα ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς. Κύριοι, κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Νομίζω, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔπαυσαν οἱ ὑπάλληλοι νὰ εἶναι οἱ φροντισταὶ τῆς ἀπαρτίας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν δυνάμεθα εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς νὰ παράσχωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἶνε προσωπικὸν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας καὶ οὐχὶ τοῦ συνόλου τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν καὶ εἰς ἕτερόν τι ἀκόμη, ἵνα εἰς πρώτην ἐκλογὴν Προέδρου τῆς Βουλῆς ἡ πλειοψηφία αὕτη ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀνορθωτικὴ πλειοψηφία καὶ καταστήσῃ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἰς τὴν περιωπὴν ἐν ᾗ ἐλαμπρύνθη τὸ ἀξίωμα τοῦτο εἰς πᾶσαν ἄλλην Βουλήν. Ἄν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν διοίκησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐφαρμόζουσαν κατ’ οὐσίαν καὶ γράμμα τὸν Κανονισμόν, ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ ἐμφανίζωμεν ἑκάστοτε τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ πρὸς ρύθμισιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἀπαλείψωμεν τὸ ἐλάττωμα ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἐμφωλεύει — καὶ ἐλάττωμα εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Λέγω ταῦτα, Κύριοι, καὶ δὲν ἔχω σήμερον μόνον τὴν γνώμην ταύτην, διότι τὰς ἰδέας ταύτας ἔτρεφον πάντοτε καὶ τὰς ἰδέας ταύτας ὑπεστήριξα καὶ πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς προτέρας πλειοψηφίας, μεθ’ οὗ ἄλλοτε συνέπραξα, ὅτε προσέφερεν εἰς ἐμὲ τὴν τιμὴν νὰ γίνω Πρόεδρος. Ἐπὶ δέκα πέντε ἡμέρας ἀντέτεινα, ὑποστηρίζων, ἵνα ἐκλεγῇ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁ μόνος Βουλευτής, ὅστις ἐνεδεικνύετο καὶ διὰ τοῦ κύρους αὑτοῦ ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ διὰ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔτρεφε πρὸς αὐτὸν ἡ Βουλή, ὁ κ. Δραγούμης. Δὲν εἰσηκούσθην καὶ ὅτε ἔπεσεν εἰς ἐμὲ ὁ κλῆρος, διότι, ἂν δὲν ἐδεχόμην, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπιτυχὴς ἐκλογὴ Προέδρου, μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου ἐν τῷ Κόμματι, ἔχοντος τὴν πεῖραν, ἔστερξα πλέον, ἀλλὰ μετὰ δεκαπέντε ἡμερῶν ἀντίστασιν.
§149Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ κ. Δραγούμης, τὶ θὰ ἐγίνετο;
§150Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἐξελέγετο ἄλλος. Ἔχω, λοιπόν, τὴν γνώμην ταύτην, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο, ἐὰν δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀρχὴν διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου, νὰ προσέξωμεν, τοὐλάχιστον, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ μόνος δὲ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προσχωρήσωμεν εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐάν, καταργοῦντες τὴν διάταξιν, περὶ προσόντων, ἠθέλομεν καθορίσῃ, ὅτι τὸ διοικητικὸν προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, προσλαμβάνεται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἠθέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν ὑπαλλήλους πραγματικῆς ἱκανότητος, προστατευομένους ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ διοικητικῶς μεμορφωμένους, οἵτινες θὰ ἦσαν οἱ πραγματικοὶ βοηθοὶ τοῦ Προέδρου καὶ τῆς Βουλῆς καὶ περὶ ὧν δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη ἑκάστοτε μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ ἀποβάλλωμεν αὐτούς, ἀλλ’ ἁπλῆς μεταθέσεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἠθέλομεν καταλύσει καὶ μεγάλην ἑστίαν κομματισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν μὴ πρυτανεύσῃ ἡ ἀρχὴ αὕτη, τότε πρέπει νὰ χωρήσωμεν εἰλικρινῶς πρὸς τὴν ἄλλην ἀρχήν, ὅτι ὁ Πρόεδρος καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὀρθότερον, κατὰ πᾶσαν λογικὴν ἔννοιαν, νὰ καταργηθῇ πᾶν προσόν, διότι οὐδὲν ἄλλο ἠθέλομεν πράττει ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἢ νὰ κυλίωμεν τὸν λίθον τοῦ Σισύφου, τῶν πλειοψηφειῶν ἐμφανιζομένων ἑκάστοτε διὰ προτάσεων περὶ τροποποιήσεως τῶν προσόντων. Νομίζω, ὅτι ὀρθὸν εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ μὴ πράξῃ τοῦτο, διότι ἡ ἐμφάνισις τῶν τροποποιήσεων αὐτῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς διὰ τόσον μικρὰ πράγματα εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνυψοῖ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἄλλοι προκάτοχοι ἡμῶν ἠθέλησαν νὰ δημιουργήσωσι τὴν ἀπρέπειαν ταύτην, ἡμεῖς, νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπάρξωμεν γενναιότεροι καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, καὶ πρὸς τοὺς διαδόχους ἡμῶν καὶ νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν εὐκαιρίαν, ὅταν ἔλθωσιν, νὰ μὴ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἵνα εἰσαγάγωσι πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῶν. Νομίζω, λοιπόν, Κύριοι Συνάδελφοι, ἀφοῦ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὀρθὸν νὰ καθορίσῃ τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ προβῇ εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ προσωπικοῦ της. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς ἤθελε μιμηθῇ καὶ ἐν τούτῳ τὴν ἐνέργειαν, εἰς ἥν προέβαινε πάντοτε πᾶν προσωπικόν, πάσης Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐκλεκτὸν ὡρισμένης πλειοψηφίας. Διότι ἐν τῇ παραδόσει τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, τῆς πλειοψηφίας μετασχηματιζομένης, τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπελάμβανε τῆς ἐμπιστοσύνης της, ὑπέβαλε τὴν παραίτησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο τὸ κακὸν ἐδημιούργησεν ἤδη ἡ σύστασις τῆς μονιμότητος, ὅτι ἡ παρουσία πέντε, ἕξ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπολαμβάνουσι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δύνανται παρ’ ὅλην τὴν ἱκανότητα αὐτῶν, νὰ παραμείνωσιν, ἀναγκάζει τὴν Βουλὴν νὰ τροποποιήσῃ τὸν Κανονισμόν, ὅπως ἀποβάλῃ τῆς ὑπηρεσίας της τὰ πρόσωπα. Τὸ προσωπικὸν τοῦτο ἤδη ἀπελύθη, ἀλλὰ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἀπολυτρώσῃ πᾶσαν διάδοχόν της ὁμοίας περιπτώσεως.
§151Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Χανίων Βουλευτοῦ, κ. Κατζουράκη, πάντες οἱ λαβόντες τὸν λόγον διετύπωσαν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἀπολύτου καὶ ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τοῦ Προέδρου, ὅστις ἐκπροσωπεῖ τὴν γνώμην, τὰς ἀρχὰς, τὰς ἰδέας καὶ τὰς πεποιθήσεις τῆς πλειοψηφίας. Ὁ κ. Κατζουράκης, ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, εἶπεν, ὅτι ἠθέλησε διὰ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν, ἃς ὑπέβαλεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, νὰ δημιουργήσῃ νέα προσόντα, περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κέκτηνται οἱ σήμερον κατέχοντες τὰς θέσεις τοῦ Διευθυντοῦ καὶ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλά, καθ’ ὅσον ἀντελήφθην, Κύριοι Βουλευταί, ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, εἶναι πρῶτον, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἀπολαύῃ τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τοῦ Προεδρείου, καὶ δεύτερον, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει ν’ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία εἰς τὸ Προεδρεῖον, νὰ ἐξεύρῃ τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον θὰ προσληφθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Κατόπιν τούτων, λαμβάνω τὴν τιμήν, νὰ ὑποβάλω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου κ. Εὐστρατιάδου, τὴν ἑξῆς πρότασιν: (Ἀναγινώσκει).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροῦφος.
§153Λ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων κ. Συναδέλφων, καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, καίτοι ὀλίγιστα εἶπεν, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι εἶμαι σύμφωνος μαζί του καὶ σχετικῶς μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν καὶ γενικῶς ἐπὶ τῆς γνώμης περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Μὲ τὸν προλαλήσαντα ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικοβοιωτίας εἶμαι ἐν μέρει σύμφωνος, ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψιν, ὅτι οἱ λαβόντες τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ὑποβολῆς τῆς παρούσης προτάσεως περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἔπρεπε, τοὐλάχιστον, νὰ ὑποβάλουν τοιαύτην μὲ γενικώτερον χαρακτῆρα καὶ ὄχι τόσῳ περιωρισμένον, ἀφορῶντα ὡρισμένον μόνον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐνεφανίζετο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἰδέα γενικὴ καὶ ὄχι προσωπική, ἔστω καὶ ἂν εἶμαι κεκηρυγμένος κατὰ πάσης τοιαύτης ἰδέας θίξεως τῆς μονιμότητος. Μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Αἰτωλοακαρνανίας εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος, ὅσον ἀφορᾷ τὰς γενικὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἔθεσεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ἐν γένει τῆς συνθέσεως τοῦ Προεδρείου, ἂν ἐνθυμῆται δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος, κατέβαλον τότε προσπάθειαν, ὅταν ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα, ἵνα πεισθῇ ὁ τότε Ἀρχηγεύων τῆς πλειονοψηφίας νὰ θεσπισθῇ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς γίνεται κατὰ περίοδον καὶ ὄχι κατὰ σύνοδον, ἀκριβῶς, ἵνα ἀποδοθῇ ἡ ἔννοια, ὅτι ὁ ἐκλεγόμενος Πρόεδρος, εἶναι ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος καὶ ὄχι τῆς πλειοψηφίας. Ἡ τοιαύτη ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου, κατὰ Περίοδον, θὰ ἐνεδείκνυε τοῦτο, καὶ θὰ ἠδύνατο εὐκόλως νὰ εἰσχωρήσῃ, ὡς κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, ὅτι ἡ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Περιόδου μεταβολὴ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔπρεπε νὰ συνεπάγῃ ἀναγκαίως νέαν ἐκλογὴν Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὰς γενικάς μου ἰδέας. Εἰδικῶς, προκειμένου περὶ ὑποβολῆς οἱουδήποτε μονομεροῦς νόμου ἀναστολῆς ἢ καταργήσεως μονιμότητος, φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται. Συζήτησις περὶ τοῦ καλοῦ ἢ μὴ τῆς ἐν γένει μονιμότητος δύναται νὰ προκληθῇ ὑπὸ τῶν βουλομένων καὶ νὰ γίνῃ αὕτη ἀντικείμενον εὐρυτάτης ἐρεύνης ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναπτυσσομένων τῶν ἑκατέρωθεν γνωμῶν. Τοιαύτην συζήτησιν τὴν θέλω, διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὴν μονιμότητα ὡς ὑπέρμαχος αὐτῆς. Ἀποστέργω ὅμως μονομερεῖς τοιαύτας συζητήσεις, ἀφορώσας ὡρισμένα ἄτομα καὶ μειούσας τὸ κῦρος τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν θερμότατα τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν καὶ νὰ τὴν ἀποσύρωσι. Διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως εἰς στιγμὰς κρισίμους τοῦ Κράτους ἐρχομένη νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, δὲν θὰ κάμῃ καλὴν ἐντύπωσιν, καὶ λίαν εὐλόγως. (Διαμαρτυρίαι). Ἡ φερομένη δικαιολογία, ὅτι πρέπει ὡρισμένα πρόσωπα τῆς ὑπαλληλίας τῆς Βουλῆς νὰ ἀπολαύωσι τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου, εἶναι λύσις ἀσθενὴς, καὶ φοβοῦμαι, ὅτι οὐδένα θὰ πείσῃ ὅτι πρόκειται περὶ ζητημάτων ἀρχῆς καὶ ὄχι περὶ προθέσεως ἀπολύσεως ὡρισμένων προσώπων. Ἐμὲ ἐνδιαφέρει πρωτίστως, ὅπως αἱ συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, καθὼς καὶ ἡ ψήφισις διατάξεων, ν’ ἀφορῶσιν ἀρχὰς καὶ ἰδέας καὶ ὄχι ὑποστήριξιν προσώπων, ἀκόμη δ’ ὀλιγώτερον, καταδίωξιν τοιούτων. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστευθῇ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐνῷ δεχόμεθα ὡς ὀρθὸν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ νὰ διευθύνωσι τὸ Κράτος ὁλόκληρον μὲ ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους εὑρίσκουσιν ἐκεῖ τοποθετημένους μονίμως καὶ οἱ ὁποῖοι ἑπομένως δὲν ἀπολαύωσι, πιθανῶς, τῆς ἐμπιστοσύνης των, ἀφ’ ἑτέρου, σοβαρῶς, συζητοῦμεν ἀπὸ ζητήματος ἀρχῆς, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ διοικήσῃ τὰ ὀλίγα αὐτὰ τετραγωνικὰ μέτρα τῆς Βουλῆς, χωρὶς οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς νὰ ἀπολαύωσι τῆς ἰδιαιτέρας αὐτοῦ ἐμπιστοσύνης; Εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον οὐδένα θὰ πείσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀρχῆς, ἐνῷ ταὐτοχρόνως πάντας θὰ πείσῃ ὅτι καταναλίσκομεν χρόνον πολύτιμον πρὸς ψήφισιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν παῦσιν ὡρισμένων προσώπων.
§154Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι, ἐὰν οἱ κ. Ὑπουργοὶ ἠδύναντο, μὴ κωλυόμενοι ὑπὸ τῆς μονιμότητος, νὰ ἀπολύσωσι τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι, ἕνεκα πολιτικῶν φρονημάτων, δὲν συμμορφοῦνται εἰς τὸ καθῆκόν των, δὲν θὰ τὸ ἔκαμνον;
§155Λ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐν πάσει περιπτώσει, εὐτυχῶς, δὲν δύνανται, οὔτε πρέπει νὰ δύνανται, κατ’ ἐμέ, νὰ τὸ πράττωσιν. Ἐφ’ ὅσον δὲ οἱ Ὑπουργοὶ εἰσέρχονται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἐργάζονται μὲ τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους εὑρίσκουν ἐκεῖ, οὐδένα θὰ πείσητε, ὅτι, πράγματι, ἀπὸ γενικοῦ λόγου ὁρμᾶσθε καὶ ὅτι δὲν ἀποβλέπει, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ψήφισις τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν ἀπόλυσιν ὡρισμένων προσώπων πρὸς ἀντικατάστασιν αὐτῶν δι’ ἄλλων ἰδικῶν σας. Ἐπαναλαμβάνω, τελευτῶν, νὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, τὸ ὑποβαλὸν τὴν πρότασιν, καὶ τὴν Βουλήν, χάριν τοῦ γοήτρου αὐτῆς, νὰ ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις αὕτη, διότι, ἐὰν ἐπιμείνωσι καὶ ψηφισθῇ, ἡ ἐντύπωσις παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ θὰ εἶναι θλιβερά.
§156Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα δὲν ἔχω νὰ προσθέσω πολλά. Φρονῶ ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη μου. Κύριοι Συνάδελφοι, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς μονιμότητος. Ἡ ἀρχὴ τῆς μονιμότητος εἶναι ἀρχὴ σεβαστὴ ὑπὸ παντὸς εὐσυνειδήτου ἀνθρώπου, ὅταν ὅμως καὶ ἐφόσον διὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης δὲν εὐνοοῦνται πρόσωπα, ἀνήκοντα εἰς ὡρισμένην πολιτικὴν μερίδα. Ὅταν, ἀντιθέτως, ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους κομματίζονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πολλάκις νὰ προκαλῶσι σκανδαλώδεις προεκλογικὰς ἀναμίξεις καὶ ἐπεμβάσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ μονιμότης νὰ εἶναι σεβαστή, διότι, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἀντὶ ν’ ἀποδίδῃ τοὺς ἀγαθοὺς αὐτῆς καρπούς, συντελεῖ εἰς τὴν μεροληπτικὴν ἐξάρθρωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Ἐγένετο τὴν ἑσπέραν ταύτην παραλληλισμὸς τῆς μονιμότητος τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι, πλὴν ἴσως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ τοιαύτην σύγκρισιν ποιουμένου, πάντες οἱ λοιποὶ εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν ἰδέαν τὴν καθορισθεῖσαν ἐκ τῆς μακρᾶς πείρας τῆς κοινοβουλευτικῆς, ὄχι μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δέον ν’ ἀπολαύωσι τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Προεδρείου αὐτῆς. Εἶναι ἀδύνατον Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ ἐργασθῇ ἀποτελεσματικῶς, ἐὰν μὴ οἱ ὑπάλληλοι, οἱ τεταγμένοι νὰ συντρέξωσιν αὐτὸ εἰς τὸ βαρὺ ἔργον του, τῆς διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἶναι ὑπάλληλοι ἀπολαύοντες τῆς ἀπολύτου αὐτοῦ ἐμπιστοσύνης. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐξυπηρετοῦσιν αἱ δύο προτάσεις, αἵτινες πρὸ ἡμῶν τίθενται. Καὶ ἡ μὲν μία, προερχομένη ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὁρίζει αὔξησιν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἡ δὲ τροπολογία τῆς ἐν λόγῳ προτάσεως, ὑποβαλλομένη ὑπὸ ἕξ ἢ ἑπτὰ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἄνευ περιστροφῶν καὶ προσχημάτων, βασιζομένη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐμπιστοσύνης, προτείνει τὴν τελείαν κατάργησιν τῶν προσόντων καὶ τὸν περιορισμὸν αὐτῶν μόνον εἰς τοὺς τεχνικοὺς ὑπαλλήλους, διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς τεχνικῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§157ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἴπατε, ὅτι πρέπει ν’ ἀπολαύωσι τῆς εὐνοίας τοῦ Προεδρείου, περὶ αἰσθηματολογίας, δηλαδή, πρόκειται.
§158Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἡ ἐμπιστοσύνη εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς αἰσθηματολογίας, δὲν δύναται νὰ ἀποκτήσῃ τις τὴν ἐμπιστοσύνην, ἂν δὲν ἀπολαύῃ πρότερον, ἢ τοὐλάχιστον καὶ συγχρόνως, τῆς συμπαθείας. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ αἱ δύο προτάσεις ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ αὐτὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Φρονῶ δέ, ὅτι οἱαδήποτε ἐκ τῶν δύο προτάσεων ὑπερισχύσῃ τῆς ἄλλης, τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν, ἤτοι, θὰ καταστῇ δυνατὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ν’ ἀντικαταστήσῃ τινὰ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπολαύουσι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ.
§159Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐπὶ τῆς προτάσεως.
§160Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. ... δι’ ἄλλων ἀπολαμβανόντων τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Διὰ ταῦτα, Κύριοι Συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι περιττεύει μακροτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ συνιστῶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς τροποποιήσεως τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καβαλλιεράτος.
§162Μ. ΑΝ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶμαι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς καὶ διὰ τοῦτο ὑποχρεοῦμαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ ποίαν αἰτίαν ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς, ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχομαι ταύτην. Ὑπερθεματίζων μάλιστα ἀπέναντι τῆς ἐπιζητούσης τὴν τροποποίησιν ταύτην Ἐπιτροπῆς, προτείνω τὴν παντελῆ κατάργησιν τῶν προσόντων διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, διότι θεωρῶ, τὰς θέσεις ταύτας, θέσεις τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, ἑπομένως τῆς ἀπολύτου ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου. Διὰ τοῦτο δὲν ὀρρωδῶ πρὸ οἱουδήποτε φάσματος, προτείνων τὴν ἀναβολήν, ἀλλ’ ὀρρωδοῦσι τοὐναντίον ἐκεῖνοι, οἵτινες, αὐξάνοντες τὸν χρόνον τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ διευκολυνθῇ τοιουτοτρόπως ἡ ἀπόλυσις πάντων τούτων, δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος, εἰλικρινέστεροι πρὸς ἑαυτούς, νὰ ἐπιδιώξωσι τοῦτο διὰ τῆς καταργήσεως καὶ τῆς μονιμότητος καὶ τῶν προσόντων, νομίζοντες ὅτι, διατηροῦντες κατὰ τύπους ταῦτα, θ’ ἀπατήσωσι τοὺς ἄλλους περὶ τῶν προθέσεών των. Ἀλλ’ ἐὰν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τῆς τροποποιήσεως ταύτης, εἶμαι διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ εὐρυτέρα καὶ οὐσιαστικωτέρα τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δὲν ἄγει κατ’ εὐθείαν εἰς τὸν σκοπόν. Διότι τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δίδει μὲν τὸ δικαίωμα εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ τοιαύτη πρότασις, ὑποβαλλομένη μονομερῶς ὑφ’ ἑνὸς Βουλευτοῦ, εἶναι καταδεδικασμένη ἐκ τῶν προτέρων νὰ ταφῇ εἰς τὸ βάθος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, χωρὶς νὰ φθάσῃ ποτὲ εἰς συζήτησιν. Εἶναι γεγονός, ὅτι ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς ἐναυάγησεν ἐν ταῖς πλείσταις τῶν διατάξεών του. Ἀπόδειξις ἡ καθημερινὴ καταπάτησίς του, γινομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῇ ἀνοχῇ, ἢ τῇ ἀδυναμίᾳ τοῦ Προεδρείου. Ἐδίδετο, λοιπόν, διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς εὐκαιρία πρὸς ριζικὴν διαρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ, συμφώνως πρὸς τὴν φύσιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, καὶ ὅπως γίνεται ἐπικαίρως ὁ ἔλεγχος τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων, ὅστις σήμερον μὲ τὸ σύστημα, ὅπερ καθιεροῖ ὁ Κανονισμός, εἶναι ἡμιτελής. Ἀπόδειξις ἡ Ἡμερησία Διάταξις αὐτοῦ, ἥτις ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ ἐξαντληθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος μὲ ἤγαγεν εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς, ὁ λόγος ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἀπέλειψεν ἡ λεπτότης, ἥτις ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον χθὲς ἐξελέξαμεν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον, χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν κἄν, ἀφαιροῦμεν τὰς ἐξουσίας, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§163Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Ἐν πρώτοις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς λεπτότητος ἢ ἁβρότητος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πλανᾶσθε, διότι, κατ’ ἐπανάληψιν ἔγραψα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὃν ἐκράτησα ἐνήμερον. Ἄλλως τε, δὲν πρόκειται διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἀφαιρεθῶσι δικαιώματα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος, εἴτε λόγῳ ἀσθενείας, εἴτε, δὲν γνωρίζω, διὰ ποίους ἄλλους λόγους, ἀπουσιάζει, θὰ δεχθῆτε, ἐλπίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐνασκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ τὸ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, πρέπει κἄποιος νὰ τὸ ἐνασκῇ κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ. Διότι εἶναι ἐξαιρετικὴ ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος, ἐκλεγείς, δὲν προσῆλθεν οὔτε κἂν νὰ ὀμώσῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον. Ἔγραψα, ὡς εἶπον, κατ’ ἐπανάληψιν, διότι ἐθίξατε ζήτημα εὐαισθησίας καί, τρόπον τινά, εὐπρεπείας, ἀπέναντι τοῦ Προέδρου καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπολύτῳ συνεννοήσει καὶ ἀλληλογραφίᾳ· οὐδὲ θὰ ἔλιπον ἀπὸ τοῦ στοιχειώδους καθήκοντος, ὥστε νὰ ζητήσω τροπολογίαν τοῦ Κανονισμοῦ, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν συγκατάθεσιν καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου.
§164Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος ἀναβολῆς, ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας, κ. Μοσχούλας, ὅστις εὗρεν εὐλόγως τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἰκονομίαι εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς περικοπῆς πολλῶν ἐκ τῶν δαπανῶν αὐτοῦ. Ὅταν ἔρριψε τὴν ἰδέαν ταύτην ὁ κ. Μοσχούλας, διὰ προχείρου ὑπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπὶ ποδὸς ἔκαμα, εὗρον ὅτι δαπανῶνται κατὰ μῆνα διὰ μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ 10.460 δραχ., τουτέστι κατ’ ἔτος 120 χιλιάδες δραχμῶν. Ἰδού, λοιπόν, καὶ οὐσιωδέστατος λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ συσταθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῇ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὥστε, μετὰ συζήτησιν καὶ μελέτην μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς, νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕνα ἄρτιον Κανονισμόν, τροποποιοῦντα ἰδίως τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς πείρας ἀπεδείχθησαν ἀνεφάρμοστοι καὶ ἐπιβλαβεῖς...
§165Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ τότε θὰ γίνωσιν αἱ οἰκονομίαι καὶ αἱ συναφεῖς πρὸς ταύτας προτάσεις.
§166Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἀπορῶ πῶς σεῖς, τοσοῦτον πεπειραμένος, περιπίπτετε εἰς τὴν πλάνην ταύτην. Διὰ τὰς προτάσεις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἁρμοδία εἶναι ἡ εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ τοῦ Λογιστικοῦ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐξελέγξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ θὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἡ δὲ Βουλὴ θὰ κληθῇ τυπικῶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ἐγκρίνουσα πᾶσαν πίστωσιν. Τερματίζων, λοιπόν, τὸν λόγον, προτείνω, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ πρότασις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ συσταθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐκ πεπειραμένων συναδέλφων πρὸς γενικὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, ἂς μὴ ὀρρωδήσῃ κανένα, ἂς ἐνδυθῇ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον τὴν ἀπέλιπεν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, καί, εἰλικρινεστέρα πρὸς ἑαυτήν, ἂς καταργήσῃ ἄρδην τὰ προσόντα, ἀπόκειται δ’ εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν τοῦ ὁποίου ἔχω ἀπόλυτον πεποίθησιν, νὰ ζητήσῃ ὑπαλλήλους μὲ προσόντα εὐθύτητος καὶ ἠθικότητος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς.
§167Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Πολὺ παρετάθη, Κύριοι Βουλευταί, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὀλίγα πράγματα ἔχω νὰ εἴπω. Τρία σημεῖα διακρίνω ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς ἑσπέρας ταύτης: τὸ ζήτημα τῆς μονιμότητος, τὸ ζήτημα τῶν προσόντων, τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης....
§168ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, ἔχομεν μίαν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς ὑποβάλλει...
§169Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω νὰ μὲ διακόψῃ εἰς οὐδένα, μόνον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν λόγον δύναται νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ. Ἡ μονιμότης, Κύριοι, εἶναι μία διάταξις, ἡ ὁποία ἐφῃρμόσθη, ὄχι μόνον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰς πάντας σχεδὸν τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ὑπηρεσίας ἐν Ἑλλάδι. Ἂν ἐξετάσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης μονιμότητος, θέλομεν ἴδει ὅτι ἡ μονιμότης μέχρι σήμερον ἐπέφερεν ἀποτελέσματα ἀλλοῖα τῶν προσδοκωμένων, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἔχουσι πλέον συναίσθησιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος, ὅτι αὕτη καθιστᾷ αὐτοὺς ὀκνηρούς, καὶ θὰ εἴπω καὶ ἄλλην λέξιν πικράν, ὑπερόπτας, εἶναι ἡ μονιμότης, ἥτις παρέχει αὐτοῖς τὴν ἰδιότητα τῆς ὑπεροψίας. Ἡ μονιμότης ἀναγκάζει ἕκαστον προσερχόμενον πρὸς τὸν ὑπάλληλον νὰ λέγῃ μόνον ὅσα συμπεραίνει, ὅτι θὰ ἦσαν εὐάρεστα εἰς τὸν ἀκροώμενον ὑπάλληλον, πρέπει νὰ προσέξῃ μὴ στενοχωρήσῃ αὐτόν. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἡ ὀκνηρία καὶ ἡ ὑπεροψία, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τρίτον ἐλάττωμα, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης παραμονῆς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀποκτᾷ τὰς συμπαθείας τῶν προϊσταμένων «ὁ καϋμένος» καὶ ἂν καταστῇ ἀνίκανος, εἴτε σωματικῶς, εἴτε καὶ διανοητικῶς, ἀφίεται βάρος εἰς τὴν ὑπαλληλίαν. Εἶναι μόνιμος. Ἰδοὺ ποῖα εἶναι τὰ τρωτὰ μέρη τῆς μονιμότητος, ἅτινα οὔτε ἐπιθεωρηταί, οὔτε αἱ διοικήσεις τῶν ὑπηρεσιῶν ἠδυνήθησαν νὰ τὰ περιορίσωσιν, ὅταν δὲ βλέπωμεν, Κύριοι, ἐκδηλούμενα ταῦτα εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, καὶ μὴ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω, διότι θὰ ἤμην εἰς κατάστασιν ἀμέσως νὰ φέρω πολλὰ παραδείγματα ταύτην τὴν στιγμήν, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, καταλήγει πᾶς τις ἀμφιβάλλων περὶ τῆς ἀξίας τῆς μονιμότητος. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ μονιμότης, διδομένη εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, τίνα λόγον ἔχει; Ἀπέκτησαν οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς ἰδιότητα τινὰ ἐκ τῆς ἐκτάκτου ταύτης ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς; Μήπως εἶναι λογιστικὴ ὑπηρεσία ἡ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς, ἢ μήπως εἶναι ὑπηρεσία νομική; Ποία εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς; Τυπικὴ ὑπηρεσία, ἥτις δὲν ἀπαιτεῖ, παρὰ μόνον ἀφοσίωσιν πρὸς τὰ ἔργα πρὸ παντὸς καὶ πίστιν πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπηρετήσωσι. Καὶ ἔχομεν, Κύριοι, παραδείγματα, ὅτι πολλάκις τὰ θεωρεῖα ἐδημιουργήθησαν κατὰ τρόπον τοσοῦτον ἀπαίσιον, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὴ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Κοινοβουλίῳ. Μὴ λησμονήσετε, ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια ἐγένετο, ὥστε διὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐνοθεύετο ἡ κοινὴ γνώμη καὶ φαντασθῆτε, ἂν διὰ τῆς μονιμότητος ἔχετε ὑπαλλήλους ἀντίθετα φρονοῦντας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ ἔχωμεν τὰ ἀκροατήρια συγκεκροτημένα κατὰ τρόπον ἀντίθετον πρὸς τὰς βλέψεις καὶ ἐπιθυμίας καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς πλειοψηφίας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἡ μονιμότης ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἔχει οὐδεμίαν θέσιν. Τὰ προσόντα! Τὰ προσόντα δύνασθε νὰ τὰ αὐξήσητε καὶ νὰ τὰ ἐλαττώσητε. Τὰ προσόντα εἶναι ἡ ἀπαραίτητος ἐκτίμησις ἱκανότητος, τὰ ὁποῖα ὁ Πρόεδρος εἶναι, πρὸ παντὸς ἄλλου ὑπόχρεως νὰ τὰ ἐξετάσῃ—καὶ θὰ τὰ ἐξετάσῃ ὁ Πρόεδρος διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ἄνευ ὀργάνων ἱκανῶν νὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ προχωρήσῃ. Τὸ ζήτημα τὸ χρηματικόν. Εἰς τοῦτο εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι καὶ ὅταν ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς θὰ ὁμιλήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Πρὸς τὶ ἡ ἀναβολή, λοιπόν; Ποῖα θέματα ἔχομεν νὰ διαφωτίσωμεν; Οὐδὲν ἄλλο θέμα ἔχομεν νὰ διαφωτίσωμεν, παρὰ μόνον τὴν ἐλπίδα τῆς ἐλεύσεως ἐνταῦθα τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Θέλομεν νὰ ἐκφράσωμεν μίαν δυσπιστίαν πρὸς τὸν σημερινὸν προεδρεύοντα Ἀντιπρόεδρον κ. Κατζουράκην. Ἡ τοιαύτη δυσπιστία εἰς ὀλίγων τὸν νοῦν δυνατὸν νὰ ἔγκηται· ἴσως ἡ τοιαύτη δυσπιστία νὰ ἔγκηται εἰς τὸν νοῦν ἐκείνων, οἵτινες ἄγονται ἐξ ἑνὸς συμφέροντος. Τὸ συμφέρον τοῦτο δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι νὰ τὸ προσέξωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ καλός μοι φίλος κ. Μιχαὴλ Θεοτόκης, θελήσῃ νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, πρῶτος ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος θέλει χαρῆ τὰ μέγιστα, διότι θέλει ἀπαλλαγῆ ἑνὸς βασάνου, ἑνὸς κόπου...
§170Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Εἶναι ἡ τετάρτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν γράφω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, παρακαλῶν αὐτόν, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἔλθῃ καὶ ἀναλάβῃ οὐ μόνον τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν διευθέτησιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τῷ ἀνεκοίνωσα, τοῦ ἀφορῶντος τὰς τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Πρὸ τεσσάρων ἤδη ἡμερῶν ἔγραψα εἰς αὐτὸν καὶ πάλιν... (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς αἰθούσης).
§171ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη δικαιολογίας.
§172Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἡ ὑμετέρα λεπτότης καὶ ἁβροφροσύνη εἶναι γνωστή, ὥστε νὰ μὴ τίθηται ἐν ἀμφιβόλῳ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπανέρχομαι καὶ συνιστῶ τὴν ψήφισιν τῆς τροποποιήσεως δι’ ὅλους ἐκείνους τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους, ἄς μὴ θέλωμεν νὰ λησμονῶμεν, τῆς δημιουργίας τῶν ἀκροατηρίων, τῆς τάξεως ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ. Μὴ λησμονῆτε δέ, ὅτι, νέων ἐκλογῶν ἐπερχομένων, καθ’ ἃς ἄλλη μερὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ, τὴν Βουλὴν διευθύνει, μέχρι συγκλήσεως τῆς νέας, ὁ Πρόεδρος τῆς παρερχομένης Βουλῆς, ἔχων δὲ καὶ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶναι πρὸς τοῦτο διατεθειμένα, φθάνει πολλάκις εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ὀλίγον ἀσεβῆ πρὸς τὴν νέαν τάξιν τῶν πραγμάτων· Πρόεδρος, μὴ ὢν Πρόεδρος πλέον, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ εἶναι Πρόεδρος, διότι εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ εἶναι οὐδὲ κἄν Βουλευτής, ἀνήκων εἰς τὴν ἀπερχομένην Βουλήν, Πρόεδρος τοιοῦτος εἶναι δυνατὸν νὰ διευθύνῃ ἐνταῦθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀπάδῃ πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀξιῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἀκουσθῶ εἰς τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι ἐνταῦθα, ὅτι πρέπει τὴν φιλοτιμίαν μας νὰ τὴν θεωρήσωμεν ὑπερτέραν πάσης ἄλλης σκέψεως, καὶ ὅτι, ἐκλεγομένου ὑφ’ ἡμῶν τοῦ Προέδρου, εἴτε διὰ πλειοψηφίας, εἴτε διὰ παμψηφίας, ὁ Πρόεδρος ἐκεῖνος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν του, εἶναι δι’ ἡμᾶς Πρόεδρος, εἴτε συμπολιτευόμενοι, εἴτε ἀντιπολιτευόμενοι εἴμεθα. Ἐγὼ δέ, ὅστις ἔχω ὑπερεικοσαετῆ πεῖραν κοινοβουλευτικοῦ ἔργου, σᾶς ὁμολογῶ, τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν ἐνθυμοῦμαι ποτὲ νὰ συμβῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ ταῦτα, ὥστε νὰ ὑπάρξωσι δυσαρέσκειαι κατὰ τοῦ Προέδρου, τῶν Προέδρων πάντοτε ἱσταμένων εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των, εἰς τὸ ὕψος τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῆς πρὸς πάντας τοὺς συναδέλφους ἁβρότητος. Πῶς θέλετε σήμερον νὰ γεννῶμεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ ἐν τῇ Βουλῇ; Μακρὰ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ δὲν εἶναι τόσον ποταποί, ὥστε νὰ πιέζωσι τοὺς Ἀντιπροέδρους. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, δώσατε τὴν ἐλευθερίαν, ἀφήσατε τὰς προφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων θέλετε νὰ καλυφθῇ ἡ μὴ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ προχωρήσατε εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§173Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὑπεβλήθη, κ. Βουλευταί, πρότασις ἀναβολῆς παρὰ δέκα Συναδέλφων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι καὶ ἐγώ. Ἡ πρότασις αὕτη ἐξήγειρε τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν γνωρίζει εἰς ποίας προσωπικὰς ἐπιρροὰς, εἰς ποίας ἄλλας ὑποδείξεις ὑπείκοντες, ὑπεγράψαμεν τὴν πρότασιν ἐκείνην καὶ ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν, ἵνα παρελκύσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος. Κατὰ τῆς μομφῆς ταύτης, μομφῆς βαρυτάτης, τὴν ὁποίαν ἰδιαίτατα αἰσθάνομαι ἐγώ, ὡς πολιτικός, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ μάλιστα ἐντόνως, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν διαβαίνομεν τὸν οὐδὸν τῆς Βουλῆς, λησμονοῦμεν πάσας τὰς προσωπικὰς ἡμῶν σκέψεις καὶ μόνην σκέψιν ἔχομεν πάντες — καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀμφισβητήσω τὴν σκέψιν κανενὸς ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ — μίαν καὶ μόνην σκέψιν, τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων, καὶ μόνων τῶν συμφερόντων, τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ Κοινοῦ. Πᾶσα ἄλλη σκέψις δὲν ἠδύνατο νὰ χωρήσῃ εἰς τὸν νοῦν μας, οὐδ’ ἐχώρησεν ἀντίθετος σκέψις, ὅταν ὑπεγράψαμεν τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τὴν ὑπέγραψα — ἐγὼ τοὐλάχιστον — διὰ τοῦτο καὶ μόνον, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἥν μοὶ ἐδόθη ἡ πρότασις πρὸς ὑπογραφήν, εἶχε γίνει, ἐμόρφωσα τὴν γνώμην, ὅτι οἱ προλαλήσαντες ἐξηγείροντο, διότι μόνον ἡ μεταβολὴ αὕτη συνεζητεῖτο τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἡμεῖς ἐζητοῦμεν πληρεστέραν τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ χάριν τῆς πληρεστέρας προτάσεως περὶ τροπολογίας τῶν διεπόντων τὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἠθέλησα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, διότι ἐφρόνουν, ὅτι εἰς διάστημα δύο–τριῶν συνεδριάσεων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ζήτημα, εἰς ὅ ἀποδίδω ὑψίστην σπουδαιότητα, ζήτημα καθαρῶς πολιτικῆς ἀρχῆς, ἐφρόνουν δὲ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ. Τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, Κύριοι, εἶναι τοῦτο. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος θίγεται μία ἀρχή, ἡ ὁποία ἐπ’ ἐσχάτων ἑδραιώθη, καὶ ἡ ὁποία ἐπ’ ἐσχάτων εἰσήχθη ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν, ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τῆς πολιτικῆς συναλλαγῆς, κατὰ τῆς ὁποίας ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, πρό τινος, ἐξηγέρθη. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία ἐρρίζωσεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι ἀρχὴ ἱερά, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα εὐκόλως νὰ κλονίζωμεν, καὶ δὲν δυνάμεθα δι’ ἁπλῆς διατάξεως, ἄνευ πλήρους μελέτης τοῦ πράγματος, νὰ παραβαίνωμεν. Ὅταν πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης νὰ σκεφθῶμεν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας τοῦτο, ὅτι ὀφείλομεν τὴν ἀρχὴν ταύτην — κατὰ τὴν ἰδικήν μου, τοὐλάχιστον, ἀντίληψιν — νὰ τὴν βελτιώσωμεν καὶ οὐχὶ νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν, καὶ νὰ ἔλθωμεν καὶ πάλιν πρὸς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀπεχωρήσαμεν, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐσύρετο καὶ ἐκυλίετο ὑπὸ τῆς συναλλαγῆς. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, Κύριοι Βουλευταί, ἐπιζητεῖται, ὡς εἶχε τὸ εἰλικρινὲς θάρρος νὰ ὁμολογήσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ ἀλλαγοῦν ὡρισμένα πρόσωπα, εὑρισκόμενα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ πρόσωπα ταῦτα εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατὰ πάντα ἀξιότιμα. Βεβαίως, εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας Βουλευτὴς νὰ ψέξῃ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ θέσῃ ἐκ τῶν ὑστέρων μίαν ἀρχὴν ἠθικήν, διὰ νὰ ἱκονοποιήσῃ προσωπικὰ συμφέροντα, καὶ βεβαίως, ἔπρεπε νὰ γίνῃ καὶ σκέψις περὶ διορθώσεως τοῦ κακοῦ τούτου, καὶ βεβαίως, δίκαιον εἶχον οἱ σκεφθέντες, — διότι τοιαύτη σκέψις διακρίνεται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν θέματι, — εἶχον δίκαιον νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ πῶς θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις, κατάστασις ὄχι καλὴ, δημιουργηθεῖσα καὶ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῷ διέποντι τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠθέλομεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν, ἔπρεπε νὰ βελτιώσωμεν ταύτην καὶ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν τὴν κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ δίδῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἀντὶ νὰ προχωρῶμεν, ὀπισθοδρομοῦμεν. Θέλω νὰ εἴπω, δῆλον ὅτι, ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ ἐσκεπτόμεθα περὶ μεταβολῆς τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ εὑρίσκονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, θὰ καθίσταντο μόνιμα, ἔπρεπε, συγχρόνως, νὰ φέρωμεν ἄλλας διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐκανονίζαμεν τὸ πῶς θὰ εἰσήγοντο οἱ νέοι ὑπάλληλοι. Ἐφόσον τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἐθεώρησα, ὅτι διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως δὲν βαίνομεν πρὸς τὰ ἐμπρός, ἀλλὰ πρὸς τὰ ὀπίσω, ἐθεώρησα δ’ ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι πλήρης, χρήζουσα περισσοτέρας μελέτης. Καὶ ἐπειδὴ ἐφρόνουν συγχρόνως, ὅτι ὁ χρόνος τῶν δύο συνεδριάσεων, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ψηφισθῇ, δὲν εἶνε ἀρκετὸς διὰ τὴν τοιαύτην μελέτην, διὰ τοῦτο ὑπέγραψα τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Αὐταὶ εἰσὶν αἱ ῥιζικαὶ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ὤθησαν εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, καὶ αἱ ὁποῖαι μὲ ὤθησαν νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Εἶναι, Κύριοι, ἄριστον ἀπόκτημα, κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, νὰ τεθῶσιν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ἔξω τῆς ἐπιρροῆς τῶν κομματικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων. Ἐὰν ὁ θεσμὸς τῆς μονιμότητος δὲν λειτουργῇ καλῶς καὶ οἱ ὑπάλληλοι κατέστησαν τυραννίσκοι, δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ τοῦ πῶς θὰ παραδώσωμεν καὶ πάλιν αὐτοὺς εἰς τὰ κομματικὰ πάθη, ἀλλὰ περὶ τοῦ πῶς θὰ καταστήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους τούτους χρηστοὺς καὶ περιοριζομένους ἐντὸς τῶν καθηκόντων των, καὶ τοῦτο θὰ τὸ κατορθώσωμεν δι’ ἀναλόγων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ διαγράφουν, ὅτι, ὅταν θὰ παρανομῶσι, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν. Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τούτων ἐμπνεόμενος, λέγω, ὅτι ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις δὲν εἶναι πλήρης, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ πρόσληψις τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, καὶ ἐφ’ ὅσον ἴσως ὡρισμένοι ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν τρόπον τῆς σημερινῆς διοικήσεως τῆς Βουλῆς, βεβαίως, καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν. Πέραν τούτου ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης, ἥτις θέλει νὰ διαφέρῃ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν ἐκείνων, οἵτινες θέλουν νὰ ἀντιτίθενται πρὸς ἡμᾶς καὶ οἵτινες, δῆθεν, ἐκήρυξαν τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Κράτους, ἀπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης, ἥτις, πράγματι, ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ λέγῃ, ὅτι εἰσάγει πράγματι ἀνορθωτικὰς διατάξεις, κρίνω, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ μέτρον πλῆρες, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δίδῃ εἰς κανένα τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῇ, ὅτι καὶ πάλιν παρεδώσαμεν εἰς τὴν φατρίαν τοῦ κόμματος τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους.
§174Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀντιτίθεμαι κατὰ τῆς ἀναβολῆς, διότι ἡ ἀναβολὴ δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη.
§175ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἀναβολὴ ἀπερρίφθη.
§176Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Δὲν ἀπερρίφθη καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν.
§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπορρίπτεται, ἀπορρίπτεται. (Ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς)
§178Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ ἀπερρίφθη ἡ ἀναβολή, θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως. Φοβούμεθα μίαν κατάπληξιν, ἥν ἐγώ, τοὐλάχιστον, ἀπόψε δὲν δύναμαι νὰ τὴν ψυχολογήσω, κατάπληξιν, ἥτις προέρχεται ἀπὸ μίαν ἰδέαν ἐντελῶς ψευδῆ, ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἐπεδιώχθη ἡ βελτίωσις τῶν ὑπηρεσιῶν διὰ τῆς μονιμοποιήσεως, πρᾶγμα ὅπερ, κ. Συνάδελφοι, δὲν ἔγινε ποτέ, οὔτε ἐσκέφθη κανεὶς νὰ τὸ πράξῃ. Ἡ μονιμοποίησις, ἂν ἔγινεν, ἔγινεν ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ προστατεύσῃ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Κόμματος καὶ διὰ τίποτε ἄλλο. Ἀναγνώσατε ὅλους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι καθιερώνουσι τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων τῶν διορισθέντων ἀπὸ τὸ σύστημα, ὅπερ σήμερον δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι, ἐνῷ ἀναγράφουσι προσόντα, τὰ ὁποῖα δίδουσι τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τακτοποιεῖται μία ὑπηρεσία, εἰς τὸ τέλος λέγουσι πάντες αὐτοὶ οἱ νόμοι: «τὸ ὑπάρχον σήμερον προσωπικὸν μονιμοποιεῖται»! Διὰ πάντων τῶν νόμων τούτων τί ἐπεζητήθη; Νὰ μονιμοποιηθῶσι πάντες οἱ ὑπάλληλοι, τοὺς ὁποίους τὸ πολιτικὸν ἐκεῖνο σύστημα διώρισεν. Εἶναι δὲ πρόχειρον, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα νὰ τὸ ἐννοήσῃ πᾶς τις. Μονιμοποίησις ὑπαλλήλων, ἄνευ διαγωνισμοῦ καὶ προσόντων, ἐκ τῶν προτέρων ἢ ἐκ τῶν ὑστέρων, διὰ τοὺς μέλλοντας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσι νὰ ἀντικαταστήσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μονιμοποιοῦνται χωρὶς νὰ ἔχωσι κανὲν προσόν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ; Πότε τοιοῦτοι διαγωνισμοί, Κύριοι, διεξήχθησαν, εἴτε εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, εἴτε εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ὅπου βλέπετε, ὅτι ἐφιλοτεχνήθησαν νόμοι μονιμοποιήσεως; Πότε ἀνεγράφησαν τοιαῦτα προσόντα; Ἀλλὰ τὸ ἄλλο, Κύριοι, λείπει τὸ κύριον θεμέλιον τῆς μονιμοποιήσεως, τὸ ὁποῖον ποῖον εἶναι; Τὸ ἠξεύρομεν πάντες. Καὶ ἐνῷ τὸ ἠξεύρομεν πάντες, διστάζομεν καὶ πτοούμεθα ἀπέναντι μιᾶς ψευδοῦς μονιμοποιήσεως. Ἡ ἀρχὴ τῆς μονιμοποιήσεως πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς ἔλεγχον καὶ νὰ ἔχῃ εὐθύνην. Ἐφ’ ὅσον ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ εὐθύνη δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος θὰ μονιμοποιηθῇ, ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς θὰ εἶναι ταπεινὸς σατράπης καὶ ταπεινὸς θεράπων τοῦ κόμματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὸν διώρισε. Μὴ πτοῆσθε, λοιπόν, ἀπὸ παρεξηγήσεις, Κύριοι. Νὰ ἔλθητε ἐπὶ τῶν πραγμάτων, διότι σήμερον ἀνασύρομεν μίαν μόνον ἄκραν τοῦ πέπλου τῆς λεγομένης αὐτῆς μονιμοποιήσεως. Ἐντὸς ὀλίγου, νομίζω, θὰ κληθῶμεν νὰ ἀνατρέψωμεν ὅλον ἐκεῖνο τὸ ψευδοοικοδόμημα τῆς μονιμοποιήσεως καὶ τότε θὰ ἴδητε ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον φοβεῖσθε, δὲν εἶναι φόβος νὰ πραγματοποιηθῶσι.
§179Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Πολλαὶ μονιμοποιήσεις δημιουργήσασαι δαπάνας νὰ σκουπισθῶσιν.
§180Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔχων, λοιπόν, τὰς καθαρὰς αὐτὰς ἰδέας περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους καὶ περὶ τῆς ἀξιοπρεποῦς ὑπηρεσίας ἀκόμη τῆς Βουλῆς, θὰ διακηρύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μετὰ παρρησίας, ὅτι θέλω ταχθῆ μετ’ ἀφοσιώσεως ὑπὲρ τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν, ἐὰν θέλετε, διότι ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι νὰ ὀφείλωνται εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅμως, ὅτι ἡ τοιαύτη μονιμοποίησις θὰ ἑδράζηται ἐπὶ προσόντων προηγουμένων, ἐπὶ διαγωνισμοῦ, καὶ ὅταν ἡ μονιμοποίησις αὕτη περιβάλληται μὲ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό, πρέπει νὰ ἀνατρέψωμεν ὅλον τὸ οἰκοδόμημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ὑγειοῦς αὐτῆς ἀρχῆς, καὶ δι’ αὐτὸ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρα τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τάσσομαι ἀπολύτως μὲ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ἀπολύτως ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς καὶ τὰ προσόντα...
§181Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ἡ πρότασις.
§182Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ τροπολογία.
§183Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Δὲν ἀνεγνώσθη καμμία τροπολογία.
§184Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐτυπώθη καὶ τὴν γνωρίζετε. Εἶναι γνωστὴ ἡ τροπολογία.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία διενεμήθη.
§186Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ τροπολογία, Κύριοι Βουλευτά, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, κατόπιν, δέ, ἢ, ἐὰν θέλετε, κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς τροπολογίας αὐτῆς, ἂς δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ Βουλή, νὰ ἐκπονήσῃ νομοσχέδιον πλῆρες περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἂς καλέσωμεν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ διαγωνισθῶσι, διὰ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ φαίνεται ἐντελῶς ἄδικον, ἀδικοῦμεν τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν, νὰ σταματήσωμεν ἀπέναντι μιᾶς ψευδοῦς μονιμότητος καὶ δὲν λαμβάνομεν μέτρα δραστικὰ κατ’ αὐτῆς καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πάσης ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο, φρονῶ, ἀδιστάκτως, ὅτι, ἀφοῦ ἀπερρίφθη ἡ ἀναβολή, ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ ψηφισθέντος σχεδίου μὲ τὴν τροποποίησιν καὶ τροπολογίαν, ἡ ὁποία κατήργησε τὰ προσόντα καὶ τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς.
§187Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα, Κύριοι Συνάδελφοι, διαμαρτυρίας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας ἐξ ἀφορμῆς τῶν παρ’ ἐμοῦ προηγουμένως λεχθέντων ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος.
§188Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ...
§189Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ἀείποτε νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις. Εἶπον μόνον, ὅτι νομίζω, ὅτι, εἰσερχόμενος ἕκαστος ἐνταῦθα, ὑπόκειται εἰς τὰς παρακλήσεις καὶ τὰς πιέσεις τῶν ἐνδιαφερομένων· ἐὰν δὲ ἔχουσι τινὲς τὸν ἡρωϊσμόν, ὥστε νὰ εἰσέρχωνται ἐνταῦθα καί, ὄχι μόνον νὰ λέγωσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι νεώτεροι Κάτωνες, συγχαίρω αὐτούς. Ὅλα τὰ νομοσχέδια, Κύριοι, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ψηφίζονται εἰς δύο συνεδριάσεις, πρὸς τοῦτο μάλιστα ἀπαιτοῦνται δύο ἢ τρεῖς ἡμέραι διὰ τὴν βʹ συζήτησιν, μετὰ τὴν πρώτην τοιαύτην. Δὲν ἤρκεσεν ἆρά γε ὁ ὑλικὸς χρόνος πρὸς μελέτην καὶ ἔδει νὰ φέρωσιν οἱ κ. Βουλευταὶ ὅλην τὴν σχετικὴν ἐγκυκλοπαίδειαν διὰ τὸ ζήτημα τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τὰ προσόντα; Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, Κύριοι, ἐμονιμοποιήθησαν διὰ τοῦ γνωστοῦ τρόπου. Αὐτὸς ὁ Κανονισμὸς λέγει: «Διευθυντὴς τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς διορίζεται ὁ διατελέσας Τμηματάρχης οἱουδήποτε Ὑπουργείου, ἢ ὁ ὑπηρετήσας ὡς ἀνώτερος δικαστικὸς ἢ διοικητικὸς ὑπάλληλος, ἢ ἐπὶ τριετίαν, τοὐλάχιστον, εἰς θέσιν ἰσόβαθμον Ὑπουργικοῦ Γραμματέως Αʹ τάξεως, ἢ ἐπὶ ἑξαετίαν, τοὐλάχιστον, ὡς δικηγόρος ἢ ὡς προϋπηρετήσας ἐπὶ διετίαν εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἢ ὁ ὑπηρετήσας ἐν τῇ Βουλῇ εἰς τινὰ τῶν ἰσοβάθμων Ὑπουργικοῦ Γραμματέως Αʹ τάξεως θέσιν ἐπὶ τριετίαν», — φθάνει μέχρις ἰσοβάθμου θέσεως Ὑπουργικοῦ Γραμματέως Αʹ τάξεως, οὐχὶ κατὰ βαθμόν, ἀλλὰ κατὰ μισθόν. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν κρύπτομαι ὄπισθεν τῶν δακτύλων μου, καὶ δὲν ἔρχομαι νὰ πωλήσω μεγάλας ἰδέας, λέγω, ὅτι εἰς ἑκάστην τοιαύτην διάταξιν εἶναι τοποθετημένον καὶ ἕν πρόσωπον, φιλοδοξοῦν καὶ ἀξιοῦν θέσιν Διευθυντοῦ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ἐξ ἀρχῆς, μὴ κρυπτόμενος ὄπισθεν τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία τροποποιεῖ τὴν καθεστηκυῖαν διάταξιν, ὅτι εἶμαι ἐναντίον παντὸς προσόντος καὶ ὅτι μόνον προσὸν ἐθεώρησα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Προεδρείου καί εἶπον, προκειμένου περὶ προσώπων πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης, ἐξαιρουμένου τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου καὶ ἴσως καὶ τοῦ Λογιστοῦ, τὰ προσόντα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὸ πολιτικὸν Σῶμα καὶ ἀπολαύουσι τῆς πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης. Ὅτε ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, τοῦ εὐρύτερον καὶ στενώτερον ἐχομένου πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας, συνεζητεῖτο ἡ ψήφισις τῶν προσόντων καὶ ἡ μονιμοποίησις αὐτῶν, εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ διευθύνει, ὡς κυρίαρχον Σῶμα, καὶ δὲν ἠθέλησεν οὔτε νὰ συζητήσῃ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ὡς ἀνηκόντων καὶ αὐτῶν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱεραρχίαν. Δὲν θίγεται, λοιπόν, ἡ ἰδέα τῆς μονιμοποιήσεως — καὶ τίνος μονιμοποιήσεως; Καὶ ἔρχεται ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης Συνάδελφος, ἐρχόμενος ἀπὸ τὰ νεώτερα μέρη τῆς Ἑλλάδος, νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅσα εἶπεν, καὶ ἔρχεται νεώτερος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει, νὰ μὴ θίξωμεν τὸν ἱερὸν θεσμὸν τῆς μονιμοποιήσεως, ἵνα μὴ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἐπαναλαμβάνομεν τὸ ἔργον τῆς φατρίας. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ θάρρος, πρέπει νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ μὴ πτοῆται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀσυστόλως κατέρριψαν τοὺς νόμους καὶ κατήργησαν τὰ πάντα ἀπὸ τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπὸ τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἕλληνος Βουλευτοῦ μέχρι τῶν αἰσθημάτων τῶν Ἐθνικῶν, μέχρι τοῦ ὑπάτου αἰσθήματος τῆς Πατρίδος. Ἄς μὴ πτοοῦνται οἱ νεώτεροι συνάδελφοι περὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας θὰ σχηματίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τῶν ἔργων αὐτῶν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ σχηματίσῃ ὑγιᾶ τὴν γνώμην, ἂν θὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὡς τὴν εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Συνάδελφος περὶ τῶν ἀσχημιῶν τοῦ παρελθόντος, καὶ ἂν προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον, ἀδιαφοροῦντες πρὸς πάντα καὶ εἰς ἕν μόνον ἀποβλέποντες, εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀληθοῦς καθήκοντος πρὸς τὸν τόπον. Ἤλθομεν, Κύριοι, νὰ ἀποκαθάρωμεν τὸν τόπον ἀπὸ ἁμαρτίας πολλὰς καὶ ἀπὸ πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ πολιτεία μέχρι τοῦδε ἀπετέλεσε τὴν κόπρον, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ σήμερον πρέπει, ὡς ἄλλος Ἡρακλῆς, νὰ ἀποκαθάρῃ τὴν συσσωρευθεῖσαν αὐτὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου.
§190Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἡμεῖς, οἱ ὑπογράψαντες τὴν αἴτησιν τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, δὲν εἴμεθα κατὰ τῶν τροπολογιῶν, ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, νομίζομεν, ὅτι ἔπρεπε γενικώτερον νὰ τροποποιηθῇ ὁ Κανονισμός....
§191Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, γίνονται δύο συνεδριάσεις.
§192Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον παρεπονέθησαν πολλοὶ Συνάδελφοί μου ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνυπέβαλον τὴν αἴτησιν περὶ ἀναβολῆς, εἶναι, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐκ λόγων...
§193Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κἄθε ἄλλο. Δὲν εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα.
§194Γ. ΠΩΠ. Αἱ ἀντεγκλήσεις, Κύριοι Συνάδελφοι, μεταξὺ βουλευτῶν, συγκροτούντων τὸ αὐτὸ Κόμμα καὶ ἐγκαλούντων ἀλλήλους, ἀποτελοῦσιν ἕν χαρακτηριστικὸν φαινόμενον τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διεξήχθη ἡ συζήτησις, ἡ ὅλη συζήτησις, ἄρα καὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔφθασε μέχρι τῆς Βουλῆς, νομοσχέδιον τοιαύτης φύσεως.
§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι νομοσχέδιον.
§196Γ. ΠΩΠ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι νόμος, κ. Συνάδελφε, διαφέρει κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι εἰσηγεῖται τοῦτον ἡ Βουλὴ καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ καθ’ ὃν τρόπον τὰ λοιπὰ νομοσχέδια, τὰ εἰσαγόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αἱ προτάσεις, αἱ εἰσαγόμεναι ὑπὸ Βουλευτῶν. Ὁ νόμος οὗτος καθιεροῖ ἀρχήν, ἥτις ἀνατρέπει, ἀκριβῶς, τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξηγάγομεν πάντες ἐναντίον τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης, τῆς εὑρισκομένης ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου σήμερον. Ὀρθότατα καὶ μετὰ θάρρους παρετήρησεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, κ. Δημητρακόπουλος, ὅτι ἢ ὀφείλεται νὰ θέσητε ὡς ἀρχὴν ὅτι, πᾶς ὑπάλληλος ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν, ὀφείλει νὰ εἶναι ὄργανον τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Κυβερνητῶν, καὶ τότε ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταλύητε καὶ νὰ ἀνορθοῦτε, ἢ ὀφείλετε νὰ μὴ συγκαλύπτητε τοὺς σκοποὺς ἡμῶν, τοὺς ἀναγομένους εἰς θεραπείαν ἀναγκῶν προσωπικῶν, διὰ νομοθετημάτων, εἰσαγομένων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐξαναγκάζητε τὴν Βουλὴν νὰ παρίσταται συνεργὸς ἡμῶν, ἵνα συγκαλύψῃ τὴν Κυβερνητικὴν καὶ τὴν κομματικήν σας ἀδυναμίαν. Εἶναι φρίκη, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ὑπάρχει διάταξις, ἥτις ἐξεγείρει τὴν συνείδησιν παντὸς ἀνθρώπου, διάταξις ἀναγομένη εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν τιμίαν ὑπηρεσίαν τοῦ πρὸς τὴν Πατρίδα ἀγῶνος, ἥτις ἐν τῇ προσηλώσει καὶ μόνον πρὸς τὴν κάλυψιν δύο ἢ τριῶν πενιχρῶν θέσεων, ἐλησμονήθη ἀπὸ τοὺς ἐντίμους συναδέλφους. Ἡ διάταξις αὕτη καὶ μόνη θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγκάσῃ τὸ νομοσχέδιον νὰ ἀπέλθῃ ἐκεῖ ὁπόθεν εἰσῆλθεν...
§197Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ὄχι’ δὲν θὰ ἀπέλθῃ, κ. Συνάδελφε. Θὰ ψηφισθῇ ἀπόψε.
§198Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Σημειώσατέ με, κ. Πρόεδρε.
§199Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§200Γ. ΠΩΠ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κ. Συνάδελφοι, ἀνετράπη ἡ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς στρατευομένους ὑπαλλήλους. Ὑπάρχουν ἴσως, δυστυχεῖς τινες πτωχοί, ἀπροστάτευτοι ὑπάλληλοι, οἵτινες κεκλημένοι ὑπὸ τῆς Πατρίδος, νὰ ὑπηρετήσωσιν, εὑρίσκονται ἴσως, ἐν τῇ ἀνισότητι τῇ παρατηρουμένῃ ἐν παντί, εἰς τὰ σώματα τῆς προκαλύψεως, ἐνῷ ἄλλοι, εὐτυχέστεροι αὐτῶν, ἀσχολοῦνται περὶ θέματα διάφορα τῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, διότι ἐκλήθησαν ὑπὸ τῆς Πατρίδος καὶ διότι ὑπηρετοῦσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, ἀπολύονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ψηφίσατέ το, ἐὰν θέλετε...
§201Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Συνάδελφε, δύο ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸ στράτευμα, εἶναι ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
§202Γ. ΠΩΠ. Βλέπω, κ. Συνάδελφε, ὅτι γνωρίζετε τὰ πρόσωπα καὶ βλέπω, ὅτι γνωρίζετε ποῖοι εἶναι παρόντες καὶ ποῖοι εἶναι ἀπόντες. Ἐγὼ ἀγνοῶ ποῖος εἶναι ἀπὼν καὶ ποῖος εἶναι παρών. Γνωρίζω μόνον, ὅτι ἐνώπιόν μου κομίζεται τὸ νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται, ὅπως ἐκεῖνοι, οἵτινες, καλούμενοι ὑπὸ τῆς Πατρίδος κατὰ τὴν ὑπερτάτην στιγμὴν τῶν Ἐθνικῶν ἀναγκῶν, προσφέρουσι τὸ αἷμα καὶ τὴν ζωήν αὐτῶν καὶ ἀφήνουσι τὰς οἰκογενείας των ἀπροστατεύτους, διότι δὲν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χρήματα νὰ δώσῃ εἰς αὐτάς, ἵνα οὗτοι μὴ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται ὡς καθῆκον τιμῆς στοιχειώδους, ἀπὸ κοινωνικῆς ἔστω ἀνάγκης, ἄν ἔχῃ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικοῦ καθήκοντος, ὅπως, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸ πραξικόπημα τοῦτο, τὸ στρεφόμενον οὐχὶ καθ’ ἑνὸς ἢ κατὰ δύο πτωχῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ στρεφόμενον κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐννοίας τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ πολεμήσωσι καὶ ἀφήνουσι τὰς θέσεις αὐτῶν, ἵνα εἰσορμήσωσιν ἕτεροι κατακτηταὶ αὐτῶν, πρὸς ἱκανοποίησιν φίλων, — καὶ μόνον, — κομματικῶν...
§203Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κύριε Συνάδελφε;
§204Γ. ΠΩΠ. Ἀγνοῶ, κ. Συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ πρόσωπα...
§205Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Δύο λέξεις θὰ σᾶς εἴπω. Ὡς σχῆμα λόγου αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπατε αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀναφερόμενος εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, εἶναι θαυμάσιον, ὡς πραγματικότης ὅμως δὲν ἔχει βάσιν, διότι οὐδεὶς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς σημαίας τὴν στιγμὴν ταύτην.
§206Γ. ΠΩΠ. Θλίβομαι εἰλικρινῶς, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι παρείδετε τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου· διότι, ἂν προσέχετε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης, βεβαίως, πάντες θὰ συνηγορῆτε μετ’ ἐμοῦ, ἵνα ἀπαλειφθῇ, ἐπαναλαμβάνω, οὐχί, διότι πρόκειται περὶ προσώπων, ἀλλὰ διότι πρόκειται περὶ αὐτῆς ταύτης τῆς ἠθικῆς ἀρχῆς τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς ἐκείνους ἐκ τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, οἵτινες, καλούμενοι, μεταβαίνουσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς Πατρίδος, πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὸ εὐτύχημα νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὰς θέσεις αὐτῶν εἰς τὰ κέντρα. Καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ νομοθετήσωμεν καὶ νομιμοποιήσωμεν τὴν τοιαύτην διάκρισιν. Εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμόν, Κύριοι, τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ τροποποίησις, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διάταξις: Ἄρθρον 99. (ἀναγινώσκει) «Ἡ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀπαλλαγὴ ὑπαλλήλου, δὲν ἐπιτρέπεται, ὁσάκις ἀπομακρύνεται ταύτης πρὸς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεωτικῆς στρατιωτικῆς θητείας κλπ.»...
§207Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, μίαν παρατήρησιν ἐπιτρέπετε; Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν κάμνετε, δὲν εἶναι τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ὅταν ἔλθῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον, τὴν κάμνετε.
§208Γ. ΠΩΠ. Κύριε Συνάδελφε, ἀφήσατε. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω καὶ διὰ δευτέραν φοράν, προκειμένου δὲ περὶ προτάσεως νόμου, οἵα εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ Κανονισμοῦ, μὴ ὑπαρχούσης συζητήσεως κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ ὑπαρχούσης συζητήσεως κατ’ ἄρθρον, προκειμένου δὲ καὶ περὶ θέματος εἰς τὸ ὁποῖον ἐθίχθη τὸ ζήτημα τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ἐθίχθησαν ὅλαι αἱ ἱστορίαι τοῦ παρελθόντος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς καὶ πολλοὶ τῶν ὁμιλησάντων ὑπῆρξαν ἐκ τῶν δρασάντων, θιχθέντων ὅλων αὐτῶν τῶν θεμάτων, ἂς ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἐμέ, ἵνα ἐπὶ γενικωτέρων τινῶν σημείων φέρω τὰς παρατηρήσεις μου.
§209Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἄν ἐπιτρέπετε νὰ ἔλθω εἰς ἀρωγὴν ὑμῶν. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι ἀντίθετον καὶ πρὸς τὸν νόμον περὶ στρατολογίας.
§210Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τούτου. Τὸ ἠξεύρω. Εἶναι πιθανὸν αἱ γενικαὶ ἀρχαί, αἱ περὶ στρατολογίας καὶ περὶ θέσεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ν’ ἀνατρέπωσι τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλ’ ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀποβλέπω εἰς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διαβλέπω, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐγνώριζεν, ἢ θὰ ἐγνώρισε τὴν ἀπουσίαν ἑνὸς ἢ δύο πτωχῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς Πατρίδος, καὶ εἶπεν: ἰδοὺ εὐκαιρία νὰ τοποθετήσω δύο φίλους μου. Τοὺς ἀπολύω αὐτούς. Καὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα οὗτοι νὰ μετάσχωσι μιᾶς στοιχειώδους ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῶν ὑπαλλήλων. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω. Θέλω νὰ εἴπω, ποῖον πνεῦμα ἐκανόνισε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ποῖον πνεῦμα ἐκανόνισε, κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ διαρρύθμισις τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἵνα ἀπομακρυνθῶσι τῆς Βουλῆς, τρεῖς ἢ τέσσαρες ὑπάλληλοι, διότι εἶναι ἀπόντες. Εἶναι ἀνακριβές, Κύριοι Συνάδελφοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, εἶναι ὑπάλληλοι διορισθέντες κατὰ τὴν Βουλήν, τὴν συγκροτηθεῖσαν τῷ 1911. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος ἀμφοτέρων τῶν Βουλῶν, δὲν γνωρίζω, ἂν μεταξὺ ἡμῶν παρίσταντο καὶ πρόσωπα ἀποτελέσαντα μέλη τοῦ Προεδρείου τῶν Βουλῶν ἐκείνων, ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς 74...
§211Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Πλὴν τῶν ἐκτάκτων.
§212Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Δεκαπέντε ἦσαν πρὸ τῆς ἀνορθώσεως.
§213Γ. ΠΩΠ. Ἐζήτησα, ἀκριβῶς, πρὸ μικροῦ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου κατάστασιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν, ὁμολογῶ, ὅτι ἠγνόουν, καὶ εὗρον ὅτι εἶναι 74 οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς. Ἐξ αὐτῶν ἀνήκουσιν εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Γραφείων, τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι προσωπικὸν ἐμπιστοσύνης πολιτικῆς, 14, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Λογιστοῦ, ὁ ὁποῖος, ἄγνωστον διατί, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς ἀριθμητικῆς, τῆς Κυβ)σεως καὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Οἱ λοιποὶ εἶναι οἱ στενογράφοι τῆς Βουλῆς, οἱ ἄλλοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει μία σειρὰ κλητήρων, ἐκ τῶν ὁποίων 5 ἢ 6 εἶναι πρώτης τάξεως καὶ οἱ ἄλλοι δευτέρας, οἱ ὑπηρέται καὶ οἱ καθαρισταί, ἂν δὲν πλανῶμαι, εἶναι αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ κατὰ τὴν πρώτην διπλῆν Βουλήν, ὁπότε, διπλασιασθέντος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, κατ’ ἀνάγκην δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικόν, τότε δὲ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ἦσαν αὐτοὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ σήμερον. Λόγῳ τῆς συμμετοχῆς μου εἰς τὰς δύο ἐκείνας Βουλὰς καὶ λόγῳ τῆς συχνῆς ἐπισκέψεώς μου πρὸς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, ἔτυχε νὰ γνωρίσω τοὺς ὑπαλλήλους τούτους. Δὲν βλέπω ὅτι προσετέθη τί, τοὐναντίον, παρατηρῶ, ὅτι αὔξησις τῶν μισθῶν δὲν ἐγένετο, διότι περίπου τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν ἀνήρχετο εἰς 10.394 δρχ. μηνιαίως, ὡς ἐμφαίνει καὶ σήμερον ἡ κατάστασις. Ἀλλ’ ὑπῆρξε κονδύλιον, ὅπερ ἐν τούτοις ἐλησμόνησαν νὰ φέρωσιν ἐνώπιον ἡμῶν, ἵνα περικόψωμεν, ἵνα προβῶμεν εἰς οἰκονομίαν. Ἠκούσατε, ὅτι γίνεται περιστολὴ τῶν δαπανῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Οὐδεμία. Πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσωμεν τρεῖς ἢ τέσσαρας ὑπαλλήλους, διὰ τριῶν— τεσσάρων ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ πρὸς τοῦτο ἀπασχολεῖται ἡ Βουλή. Ἐν τούτοις ὑπάρχει κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ἐξατμίζεται, κατὰ τὰς ἑκάστοτε προθέσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ διευθύνωσι τὰ τῆς Βουλῆς, εἴκοσι χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς ἐκτύπωσιν μὴ ἐκτυπωθεισῶν πράξεων καὶ μὴ ἐκτυπωθέντων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ παρελθὸν, τὸ κονδύλιον αὐτὸ ἦτο ἡ ἑστία τῶν παρασίτων καὶ τῶν νεοπλασμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι προσκεκολλημένα εἰς ὁλόκληρον τὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους καὶ τὰ ὁποῖα, ἀτυχῶς, ὅπως καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς διεφθαρμένους, δὲν ἐτόλμησεν οὐδὲ νὰ θίξῃ ἡ διαδεχθεῖσα τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐκ Κρήτης πολιτευτοῦ, Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ καὶ αἱ μετ’ αὐτὴν Κυβερνήσεις...
§214Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Δὲν εἶχε πλειοψηφίαν.
§215Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη πλειοψηφίας.
§216Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ὑπῆρξε Βουλὴ διὰ νὰ ψηφίσῃ τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα.
§217Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ νομοθετημάτων, ὁμιλῶ περὶ ὑποχρεώσεων τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν παρεχομένων τοῖς Ὑπουργοῖς. Ὑπάρχουσι νόμοι, κολάζοντες τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφηρμόσατε τούτους. Καὶ ἐπειδὴ μὲ διέκοψεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κυκλάδων, θὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι, καθ’ ἥν ἐποχήν, ὄργανα τῆς δημοσίας γνώμης, ἐντίμως καὶ εὐόρκως ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκον αὐτῶν, — καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἐφημερὶς «Χρόνος», — ἐδημοσίευσεν, ὅτι καταχρήσεις καὶ σπατάλαι τελοῦνται εἰς τὰς Νέας Χώρας, ὁ Διευθυντὴς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐξῆλθε δι’ ἀνακοινωθέντος καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδεμία σπατάλη τελεῖται, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των καὶ ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ἦτο δυνατὸν νὰ ὀνειροπολήσῃ ἀρτιωτέρους ὑπαλλήλους. Ὁ δυστυχὴς δημοσιογράφος, καὶ μετ’ ἐκεῖνον οἱ ἄλλοι δημοσιογράφοι, οἱ ἀγωνιζόμενοι κατὰ τοῦ καθεστῶτος ἐκείνου, διηρώτων ἑαυτούς: εἶναι οἱ ἐλέγχοντες καὶ λέγοντες τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ δικαίως καλοῦντες αὐτὸν νὰ στρέψῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς ἄλλα μέρη, ἢ εἶναι ψευδολόγοι ἀπὸ κομματικῆς ἐμπαθείας; Μοὶ ἀνεκοινώθη, ἐξωδίκως, διότι καὶ ἐγὼ εὐλόγως διεμαρτυρήθην διὰ τοῦ ἄλλου πολιτικοῦ ἐπαγγέλματος, τοῦ καθ’ ἑκάστην διατυπώνειν τὴν γνώμην δι’ ὀργάνου δημοσιογραφικοῦ, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι Διευθυντής, μοὶ διεμηνύθη, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ νῦν Βουλευτὴς Κυκλάδων, ἦτο ἐν ἀγνοίᾳ...
§218Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μὴ λέγετε μοὶ διεμηνύθη, σᾶς εἶπον...
§219Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τοῦτο περίπου μοὶ διεμήνυσαν καὶ προσεκόμισαν καὶ ἐπίσημον ἔγγραφον.
§220Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, ἐπειδὴ προσωπικῶς μὲ ἐγκαλεῖτε; Πράγματι, ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν «Χρόνον» ἕν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καθήπτετο τῶν ὑπαλλήλων — ἄν ἐνθυμοῦμαι καλῶς — τῆς Θεσσαλονίκης. Ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ὁ Διευθυντὴς τῶν Ὑπηρεσιῶν, ἦλθεν εἰς ἐμὲ καὶ μοὶ ἔφερεν ἀπάντησιν εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν «Χρόνον», διὰ νὰ ἐγκρίνω τὴν δημοσίευσιν. Ἀπήντησα εἰς τὸν ὑπάλληλον, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐγκρίνω τὴν δημοσίευσιν, διότι δὲν γνωρίζω ἄν τὰ καταγγελλόμενα εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθῆ. Ὁ ὑπάλληλος ἀπεχώρησε καὶ τὴν ἐπαύριον τὴν πρωΐαν εἶδον εἰς τὴν ἐφημερίδα «Χρόνος» μὲ ἀριθμὸν πρωτοκόλλου ἀπὸ τὴν Διεύθυνσιν τῶν Ὑπηρεσιῶν τῶν Ἐμμέσων Φόρων καὶ τῶν Τελωνείων, δημοσιευθεῖσαν ἐκείνην τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν εἰς ἐμὲ ὁ ὑπάλληλος διὰ νὰ ἐγκρίνω νὰ δημοσιευθῇ τοῦ εἶπον δὲν δύναμαι νὰ ἐγκρίνω ταύτην...
§221Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Εἶναι ὁ κ. Κοφινᾶς.
§222Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀμέσως, ἐκάλεσα τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν καὶ τῷ εἶπον «Κύριε πῶς ἐδημοσιεύθη αὐτό, πρωτοκολλημένον μὲ ἀριθμὸν ἐκ τῆς Διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν;» καὶ μοὶ ἀπήντησεν: «Ἐδημοσιεύθη καθ’ ὅ δικαίωμα μοὶ δίδει ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δημοσιεύω διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου ὅ,τι θέλω, χωρὶς νὰ ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργόν»!
§223Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶχεν ὑπογραφήν· ἔλεγεν «ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν».
§224Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ τελειώσω; Τοῦτο συνέβη: ἐζήτησα ἀμέσως νὰ ἴδω τὸν ὀργανισμὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ δημοσιογραφῶσιν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ πράγματι, εἶδον, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶπεν ὁ ὑπάλληλος ὅτι εἶχε, διὰ τῆς ὑπογραφῆς του νὰ δημοσιεύῃ ἐπισήμως πρωτοκολλημένα ἔγγραφα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὴν στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλησα ἐγὼ νὰ ἀσκήσω οἱανδήποτε ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, εὑρέθην μὲ τὰς χεῖρας δεσμευμένας πρὸ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι τοὺς κυρίους αὐτοὺς τοὺς ἔχουν κάμει Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπηρέτας των...
§225Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Ἔλεγεν «ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν», ἄνευ ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ.
§226Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔστω. Διὰ τὸ Τμῆμα τῶν Ἐμμέσων φόρων, ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑπάλληλος, ὁ δὲ Τμηματάρχης Ὑπουργός! Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι. (Χειροκροτήματα).
§227Γ. ΠΩΠ. Ἔχετε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἢ ἀντίθετον;
§228Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶχον οὐδεμίαν γνώμην. Ἵνα ἔχω, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσω τὰ πράγματα, διὰ νὰ σχηματίσω τοιαύτην.
§229Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§230Γ. ΠΩΠ. Τὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα; Ὁ ἔντιμος συνάδελφος Αἰτωλοακαρνανίας διετέλει Εἰσαγγελεὺς ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ὅτι συνέλαβεν ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἔρριψεν εἰς τὰς φυλακὰς ὑπαλλήλους, καθ’ ὧν ὑπῆρχε μομφὴ καταχρήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχε μορφώσει γνώμην. Πολὺ πρὶν ἢ σχηματισθῇ ἡ Κυβέρνησις Γούναρη, παρέλαβον παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ φίλων μου Βουλευτῶν κατάλογον ἀργομίσθων, κατάλογον ὑπαλλήλων, ἐναντίον τῶν ὁποίων ὑπῆρχον καταγγελίαι. Ἐὰν δὲ δὲν πλανῶμαι, εἶχε γνῶσιν πάντων τούτων καὶ ὁ διαδεχθεὶς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, Βουλευτὴς Τρικκάλων, ὅστις ἐνώπιον ἡμῶν εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχεν οὔτε τὴν μίαν, οὔτε τὴν ἄλλην γνώμην.
§231Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Περὶ ἀργομίσθων ὑπαλλήλων οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχον, οὔτε ἔχω.
§232Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐγὼ ἔφερον τὸν κατάλογον.
§233Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Συνάδελφος μόνος ὁμολογεῖ τὰ πράγματα. Ἔλαβε γνῶσιν ἡ Βουλὴ περὶ αὐτοῦ; Ἐπρόκειτο περὶ πραγμάτων τῶν ὁποίων ἡ διόρθωσις ὑπήγετο ἀμεσώτατα εἰς τὴν καθαρὰν δικαιοδοσίαν τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ.
§234Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐζητήθησαν οἱ πίνακες τῶν δαπανῶν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦτο τοὺς κατέθηκεν.
§235Γ. ΠΩΠ. Ἔκαμα τὴν ἐκτροπὴν ταύτην, ἵνα εἴπω, ὅτι καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως. Ὅπως δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἠδύνατο νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπάλληλον, τὸν ἔχοντα ἀντίθετον πρὸς αὐτὸν γνώμην καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι, παρὰ τὸν ὅρκον του, ὁ ὑπάλληλος ψευδῶς διετύπου καὶ ἀνέτρεπε καταγγελίαν, γενομένην ὑπὸ ἐντίμου ἐφημερίδος καὶ στηριζομένην ἐπὶ καταδιώξεως γενομένης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ τότε Εἰσαγγελέως Θεσσαλονίκης, καθ’ ὅμοιον τρόπον, λέγω, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος καὶ πάντες οἱ κ. Ὑπουργοὶ νὰ τιμωρήσωσι τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Τοῦτο ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ ἀπολύσητε διὰ νομοθετήματος. Θέλετε νὰ προγράψητε τέσσαρας ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν 74 — διότι τέσσαρες εἶναι οἱ νέοι διορισθέντες, διότι πάντες οἱ ἄλλοι προϋπῆρχον παρὰ τῇ Βουλῇ τοῦ 1910,— ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύσητε τοὺς τέσσαρας αὐτοὺς ὑπαλλήλους. Ἠκούσθη ἐντεῦθεν λεγόμενον, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των εὐόρκως, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, μὴ ἔχοντες, ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν, τὰ τυπικὰ προσόντα, ἅτινα ἀπέκτησαν διὰ μεταγενεστέρας μονιμοποιήσεως καὶ νομιμοποιήσεως, εἶναι προσκεκολλημένοι εἰς κομματικὰς ἀντιλήψεις καὶ παραβαίνουσιν οὕτω τὸν ὅρκον καὶ τὸ καθῆκόν των. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐπεφύλαξε τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ὅπως, διὰ διαδικασίας σαφῶς διαγεγραμμένης ἐν αὐτῷ, προβαίνει εἰς ἀπόλυσιν τῶν οὕτω καταγγελλομένων ὑπαλλήλων. Ἐὰν εἶναι ἀκριβές, ὅτι οἱ ὑπὸ καταδίκην ὑπάλληλοι παρέβησαν τὸν ὅρκον των, τιμωρήσατέ τους, διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ Κανονισμοῦ, ρίψατέ τους ἔξω τῆς Βουλῆς, διὰ τρόπου, δηλ. ὅστις δὲν γελοιοποιεῖ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἐκείνους, καὶ τοὺς προσάπτει τὸ στίγμα τὸ εἰδικόν. Ὅταν κομίζητε, ὅμως, ἐνώπιον ἡμῶν τοιαῦτα νομοσχέδια, μὴ νομίζητε, ὅτι ἐπιτυγχάνετε τοῦ γενικοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἵνα φαινώμεθα ἄρνησις τῆς πολιτικῆς ἐναντίον τῆς ὁποίας ἀντιτιθέμεθα, ἀλλά, τοὐναντίον, γινόμεθα οἱ ἄριστοι τῶν φίλων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ ἐμφανίζωμεν, ὡς πολιτικούς μας ἀντιπάλους. Παρακαλῶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου καὶ τὴν σεμνότητα τοῦ ἤθους καὶ τὴν μάθησιν καὶ τὴν δεξιὰν διαχείρισιν θέσεως τόσον παθητικῆς καταστάσης πρῶτος ἐγὼ ἐξετίμησα καὶ ἐκτιμῶ, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ υἱοθετήσῃ ἀπολύτως νομοθέτημα τοιοῦτον, ἀλλὰ νὰ βαδίσῃ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, παραπέμπων τὸ ζήτημα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν εἰδικήν, τὴν ὁποίαν νὰ ἐνισχύσῃ διὰ νέων προσώπων καὶ ἰδεῶν. Ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ μὴ ἐμπνεώμεθα μόνον ὑπὸ τοῦ περιβάλλοντος τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς ταύτης, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ περιβάλλοντος τῆς μεγάλης παμψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, βεβαιωθῆτε δὲ, ὅτι οὐδεὶς εἰς οἱανδήποτε μερίδα ἀνῆκον καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενος, θὰ ἐπαυξήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτοῦ πρὸς Βουλήν, καταναλίσκουσαν τὰς ὥρας, ἵνα διορίσῃ τέσσαρας ἢ πέντε φίλους τοῦ Κόμματος εἰς θέσεις ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων ἡ κακὴ διαγωγὴ δὲν ἀπεδείχθη καὶ εἰς θέσεις ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ πολεμήσωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς ἀγωνιζομένης Πατρίδος.
§236Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Δι’ ὀλίγων θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκουράσθη μετὰ τὴν μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Λυποῦμαι, πρωτίστως, διότι δὲν δύναμαι νὰ προσχωρήσω εἰς τὴν παρακέλευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Νέων Ψαρρῶν Συναδέλφου, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ, διότι δὲν ἠδυνήθησαν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντέταξε κατὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν τροποποιήσεως, νὰ μὲ πείσωσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς. Ἤρξατο τοῦ λόγου διὰ σχετλιασμοῦ τοιούτου, ὥστε κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε στοιχειῶδες καθῆκον νὰ ἀποπέμψῃ διὰ τοῦ παραθύρου τὴν τροποποίησιν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὑπάρχει ἡ πρόθεσις, ὅπως ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, ὑπηρετοῦντες ὑπὸ τὰς σημαίας, ἀπολυθῶσι διαρκούσης τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ διαρκούσης τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἱερᾶς αὐτῶν ὑποχρεώσεως πρὸς τὴν Πατρίδα. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληροφορήσω τὸν ἔντιμον ἐκ Ψαρρῶν Συνάδελφον, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀκριβές. Διὰ τῆς τροποποιήσεως, ἡ ὁποία ἐπάγεται εἰς τὸ 13ον ἐδάφιον τοῦ 99ου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ δὲν σκοπεῖται τοιοῦτόν τι. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης τοῦ Κανονισμοῦ νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἐκπληροῦντας στρατιωτικὴν ὑποχρεωτικὴν θητείαν. Ἐννοεῖ δὲ ὁ κ. Συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις στρατιωτικῆς θητείας ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὡς κληρωτοὶ ἐκπληροῦσι τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον αὐτῶν. Καὶ διὰ τῆς τροποποιήσεως, ἡ ὁποία εἰσάγεται εἰς τὸ 13ον ἐδάφιον τοῦ 99ου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ σκοπεῖται, ὅπως διευκρινισθῇ ὅτι, ὄχι πᾶς ὑπάλληλος, ἀλλὰ μόνον οἱ μόνιμοι ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς, ἀπολαύουσι τοῦ εὐεργετήματος τούτου, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἐν γένει ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, μόνον ἐφ’ ὅσον εἶναι μόνιμοι, ἀπολαύουσι τοῦ εὐεργετήματος αὐτοῦ. Ὁ δὲ στρατολογικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ Συνάδελφος κ. Τσουκαλᾶς, φροντίζει, ἐν ἄρθρῳ 86, νὰ προστατεύσῃ πάντας τοὺς ὑπαλλήλους, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν εἶναι μόνιμοι ἢ ὄχι, ἐφ’ ὅσον ὑπηρετοῦσιν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ. Καὶ ἑπομένως, ἡ περίπτωσις αὕτη, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον 86 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἐδάφιον 13 τοῦ 99ου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἠνόησεν ὁ νομοθέτης νὰ προστατεύσῃ μόνον τοὺς ἐκπληροῦντας ὑποχρεωτικὴν στρατιωτικὴν θητείαν. Ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς ἐξεταζομένων τῶν πραγμάτων, ὑπὸ τὰς σημαίας ὑπηρετοῦσι σήμερον ἐκ τῆς Βουλῆς, οἱ κ. κ. Γράψας καὶ Λεόντιος, οἱ ὁποῖοι εἶναι μόνιμοι ὑπάλληλοι, διότι ἔχουσιν ὑπηρεσίαν πλέον τῶν ἓξ ἐτῶν, διὰ δὲ τῆς συζητουμένης προτάσεως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπολαύωσι τῆς μονιμότητος ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμπληρώσει πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν ὀργανικῇ θέσει τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, ἡ πρόθεσις, τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ ἀποδώσητε εἰς τοὺς συντάξαντας τὴν πρότασιν αὐτήν, ὁποῖοι εἶναι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν τακτικὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπήν, ὅτι διὰ σκοποὺς προσωπικοὺς καὶ ὅπως δοθῇ ἡ εὐκαιρία εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀπολύσῃ πρόσωπα ὑπηρετοῦντα ὑπὸ τὰς σημαίας σήμερον, διὰ νὰ τὰ ἀντικαταστήσῃ διὰ φίλων, αὐτὴ ἡ πρόθεσις ἀποδεικνύεται δι’ αὐτῆς τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ ἑπομένως ἡ αἰτίασις ὑμῶν δὲν ἔχει οὐδεμίαν βάσιν. Διότι, ὅταν εἶναι δεδομένον, ὅτι οἱ κ. Γράψας καὶ Λεόντιος ἔχουσιν ὑπηρεσίαν πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ πρότασις, τῆς ὁποίας ζητοῦμεν τὴν ψήφισιν, δὲν δύνασθε νὰ μᾶς κατηγορήσητε, ὅτι διὰ νὰ ἀπολύσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς, εἰσηγήθημεν αὐτὴν τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως διορίσωμεν εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν ἄλλους, ἀφοῦ καί, ψηφιζομένης τῆς προτάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς παρασχεθῇ ἡ εὐκαιρία, ὥστε νὰ ἀπολύσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐκπληροῦσιν ἱερὸν πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι δύο ὑπάλληλοι, οἱ κ. κ. Βενετάκης καὶ Μπαδαθέας, οἱ ὁποῖοι εἶναι στρατεύσιμοι, ὡς ἔφεδροι, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπηρετοῦσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, διότι, ἕνεκα τῆς ἰδιότητος αὐτῶν, ὡς ὑπαλλήλων, ἔχουσιν ἀποσπασθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς...
§237Γ. ΠΩΠ. Δὲν πταίουσι διὰ τοῦτο οἱ ὑπάλληλοι. Ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν θέσιν των. Ποῖος τοὺς ἀπέσπασεν ἐδῶ;
§238Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Ἡ ἰδιότης των, ὡς ὑπαλλήλων, ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις τῆς ἀποσπάσεώς των. Τὸ Προεδρεῖον, βεβαίως, ἐζήτησε, χάριν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὴν ἀπόσπασίν των, ἀλλὰ νομίζετε ὅτι καὶ ἂν ἤθελε ψηφισθῆ ἡ πρότασις, ὡς ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, νομίζετε, ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἐπιχειρήματος μιᾶς κατηγορίας τόσον τρομερᾶς, ὅσον ἠθέλατε νὰ τὴν παραστήσητε, κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν εἰσηγηταὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς; Νομίζετε ὅτι, ἂν χορηγήσητε εἰς τὸν Πρόεδρον ἢ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύσῃ, ἢ νὰ μὴ ἀπολύσῃ ἕνα ὑπάλληλον, μὴ μόνιμον, ὅτι τοῦτο εἶναι τόσον φοβερὰ καὶ τρομερὰ κατηγορία, ὥστε νὰ ζητήσητε παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἀπορρίψῃ μίαν πρότασιν νόμου διὰ τοῦ παραθύρου, ἀσυζητητεί; Μοὶ φαίνεται, ἀξιότιμε Συνάδελφε, ὅτι προέβητε εἰς ὑπερβολὴν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου σας.
§239Γ. ΠΩΠ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσητε πειθαρχικὰς διατάξεις; Διατὶ δὲν τὰς ἐφηρμόσατε;
§240Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. Ἐὰν ψηφισθῇ ἡ πρότασις, θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὰς ἐπιβάλλω, ὡς προεδρεύων.
§241Γ. ΠΩΠ. Ἔχετε καὶ νῦν. Καὶ τοῦτο εἶναι ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρῆτε, ὅτι δὲν τὸ ἔχετε.
§242Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θελήσω νὰ διαστρεβλώσω τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, ὥστε νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἔχω δικαίωμα ἀσκήσεως πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, ἢ δικαίωμα ἀπολύσεως, ἢ διορισμοῦ ὑπαλλήλων, ὅταν τὸ ἄρθρον 99 τοῦ Κανονισμοῦ ἐν ἐδαφίῳ αʹ λέγει ὅτι: «ὁ διορισμός, ὁ προβιβασμός, ἡ τοποθέτησις ἁπάντων τῶν ὑπαλλήλων, ὡς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἀνήκει εἰς μόνον τὸν τακτικὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς».
§243Γ. ΠΩΠ. Εἰς ἀντιδιαστολὴν τοῦ «προσωρινοῦ».
§244Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. Θὰ ἦτο μία ἑρμηνεία.
§245Γ. ΠΩΠ. Ἡμεῖς συνετάξαμεν τὸν Κανονισμόν. Ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ροῦφος, γνωρίζει, ὅτι αὐτὸ εἶναι μία ἀντιδιαστολή. Ἐὰν λάβητε τὰ Πρακτικά, θὰ τὸ ἴδητε.
§246Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος). Καὶ ἐὰν θὰ ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι τολμηρά, εἶναι τόσον λεπτὰ ζητήματα, ὥστε δὲν φαντάζομαι, ὅτι οἱοσδήποτε προεδρεύων ἀντιπρόεδρος, θὰ ἤθελεν ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην διορισμοῦ καὶ παύσεως ὑπαλλήλων, μὲ κίνδυνον νὰ ἐκθέσῃ διὰ μιᾶς ἀντιθέτου ἑρμηνείας παρὰ τῶν Δικαστηρίων τὸ Δημόσιον εἰς ἀποζημιώσεις καὶ νὰ ἀκυρωθῶσι καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ἐκεῖ ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἑρμηνεία ἀντίθετος, ἐπιβάλλεται νὰ ὁμιλήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται οὐδεμία ἀπολύτως ἀμφισβήτησις. Ἀλλὰ τὸ κύριον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἐκ Νέων Ψαρρῶν κ. Συνάδελφον, εἶναι τοῦτο: Διότι τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα, τὸ κυριῶδες, ἤκουσα παρ’ αὐτοῦ: ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσητε πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποπεμφθῇ ἀσυζητητεί, διότι ζητοῦσι διὰ κομματικοὺς λόγους, διὰ προσωπικοὺς λόγους, νὰ χορηγηθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύσῃ τρεῖς ἢ τέσσαρας ὑπαλλήλους, διορισθέντας ἄνευ προσόντων, ἀλλ’ ἀποκτήσαντας τὰ προσόντα διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, ἐνᾧ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ὑπηρετοῦσι τὴν Πατρίδα ὑπὸ τὰς σημαίας. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ἂν πρέπῃ νὰ δοθῇ ἢ ὄχι εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχωσι συμπληρώσει πενταετῆ ἢ ἑξαετῆ ὑπηρεσίαν ἐν ὀργανικῇ θέσει τῆς Βουλῆς, βεβαίως, εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα, κυριαρχικὸν τῆς Βουλῆς, νὰ τὸ ψηφίσῃ ἢ ὄχι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντετάχθησαν μέχρι τοῦδε, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κλονίσουν τὴν ἐμὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη, ὄχι χάριν προσωπικῶν λόγων, ἀλλὰ χάριν τῆς κανονικῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς. Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ, ἐφόσον ὑπάρχει Κοινοβούλιον καὶ λειτουργεῖ, νὰ ὑπάρχουν διάφοροι ἀντιλήψεις, τῶν διαφόρων ἀντιπαλαιόντων κομμάτων. Ὅταν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς ὑπάρχωσιν ὑπάλληλοι μὴ συμπληρώσαντες, τοὐλάχιστον, πενταετῆ ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ πλειοψηφοῦν κόμμα, παρὰ νὰ αἰσθάνεται εἰς ἕκαστον βῆμα αὐτοῦ πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ του ἀντίδρασιν παρὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, διορισθέντες ὑπὸ ἄλλου πολιτικοῦ κόμματος, δὲν ἔχουσι πλήρη τὴν συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ πλειοψηφοῦν κόμμα, παρὰ νὰ συναντᾷ προσκόμματα παρὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἑκάστοτε Πρόεδρος νὰ διορίζῃ καὶ ἀπολύῃ. Καὶ ἕως ὅτου λειτουργήσῃ ἡ πολύπλοκος διαδικασία τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας, ἵνα δυνηθῇ ὁ Πρόεδρος νὰ τοὺς ἀπολύσῃ, τὸ κακὸν θὰ εἶναι συντετελεσμένον. Φρονῶ, ἑπομένως, ὅτι, ὅπως καὶ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, οὕτω καὶ εἰς τὴν Βουλήν, δι’ ἀνωτέρους λόγους, πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὑπάρχουσι πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα εἶναι καθαρῶς ἐμπιστευτικοῦ χαρακτῆρος, πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ ἀνακοινῶσιν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς μυστικά, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς μόνην τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει νὰ ἀκούσῃ πρώτη ἡ Βουλὴ καὶ ἴσως μόνη ἡ Βουλή, διότι, ὅταν ἡ Βουλὴ συνεδριάζῃ μυστικά, ἐννοεῖται ὅτι θὰ πρόκειται περὶ ἑνὸς μεγάλου μυστικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τῆς Πολιτείας. Ὅταν, λοιπόν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος τὸ μυστικὸν αὐτὸ νὰ τὸ κρατήσῃ διὰ τὴν Βουλήν, διότι θὰ ἔχῃ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ φοβεῖται καὶ ὑποψιάζεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ μυστικὸν αὐτὸ νὰ τὸ παραδώσουν εἰς ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῶσι, θέλετε νὰ τὸν στερήσητε τοῦ δικαιώματος νὰ ἀπολύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἐκταθῶ περισσότερον. Νομίζω, ὅτι δι’ ὅσων εἶπον, ἐξηγήθην τοσοῦτον σαφῶς, ὥστε ἕκαστος ἐξ ὑμῶν νὰ ἀντιλαμβάνηται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην καὶ ἐγώ. Εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ὅτι πρόσωπά τινα, ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ Προέδρου. Καὶ διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρασυρθῆτε ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἔχον νὰ ἐξυπηρετήσῃ σκοποὺς κομματικούς, ἢ ἔχον νὰ ἐξυπηρετήσῃ σκοποὺς προσωπικούς, ζητεῖ παρ’ ὑμῶν, ὅπως τῷ δώσητε δικαιώματα, ἡ ἐξάσκησις τῶν ὁποίων, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ ἦτο, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἐγένετο παρ’ ἐμοῦ, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν λυπηρά, ὥστε θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἂν θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ ἀντιπαρέλθῃ ἀπ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ θεωρῶ, ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν πρόκειται οὔτε οἱ νόμοι νὰ καταλυθοῦν, οὔτε νὰ δημιουργηθῇ τοιαύτη ἐντύπωσις ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, ὥστε νὰ παραβλάψῃ τὸ ἠθικὸν τῆς Βουλῆς, ἐὰν παραχωρηθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα, ἵνα πρόσωπά τινα δύναται νὰ διορίζῃ καὶ παύῃ, ὡς ἔχοντα ἐμπιστευτικὴν θέσιν.
§247Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Φρονεῖτε, ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς σας ἐπιτυγχάνεται τοῦτο;
§248Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Μάλιστα.
§249Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Διατὶ δὲν τὸ ζητεῖτε κατ’ εὐθεῖαν, παρὰ τὸ ζητεῖτε ἐμμέσως;
§250Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Ἀτομικῶς ἤμην τῆς γνώμης, καὶ εἶμαι, καὶ ὅταν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τῆς σχετικῆς τροπολογίας, θὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ αὐτῆς τῆς γνώμης, ὅτι τὰ προσόντα τῆς μονιμότητος πρέπει νὰ καταλυθῶσι, διότι ἡ μονιμότης, ὡς εἶπον, εἶναι μονιμότης σκιώδης, γενομένη παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸν Κανονισμόν, ἵνα περιφρουρήσωσι τὰ διορισθέντα ὑπ’ αὐτῶν πρόσωπα.
§251Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖτε τὰς μεθόδους τῆς ἀνορθώσεως, ὅταν ζητῆτε κἄτι διὰ πλαγίων μέσων.
§252Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος). Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη πρόθεσις, ὅπως διὰ μεθόδων καλύψωμεν ἀνομολογήτους σκοπούς. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, ὑπεστήριξα, ὅτι πρέπει τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα πρὸς ἀπόκτησιν τῆς μονιμότητος, νὰ καταργηθοῦν διὰ νὰ φθάσωμεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ ζητούμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τὰ πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης, νὰ τὰ ἀντικαθιστᾷ. Ἐθεωρήθη ὅμως, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ μὴ καταλυθοῦν τὰ προσόντα, ἀλλὰ νὰ αὐξηθοῦν, διότι δι’ ἄλλους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμπληρώσει ἑξαετίαν, δὲν συμφέρει νὰ εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς ἀπόλυσιν, ἕνεκα τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν, ἀπέκτησαν μετὰ ἑξαετῆ ὑπηρεσίαν καὶ δι’ αὐτοὺς θὰ ἦτο ὀρθόν, νὰ λειτουργήσῃ ὁ πολύπλοκος μηχανισμὸς τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς παύσεως, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἄλλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν συμπληρώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν ἔχουν τὸ προσὸν τῆς πείρας, δι’ αὐτοὺς νὰ δύναται νὰ γίνῃ μία ἀνακάθαρσις καὶ ἀναθεώρησις τοῦ διορισμοῦ καὶ ἂν δὲν ἤθελον θεωρηθῆ χρήσιμοι, νὰ ἀπολυθοῦν. Δὲν ἕπεται δὲ ὅτι, ψηφιζομένης τῆς προτάσεως, θὰ ἐπιπέσῃ ὁ πέλεκυς καθ’ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὰ προσόντα. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ὡς πρὸς ἐμέ, δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάθεσις.
§253Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλομεν, ἀλλὰ τὸ σχέδιον τῆς τροποποιήσεως εἶναι συντεταγμένον ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, διότι τὰ προσόντα πρὸς διορισμόν...
§254Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ τις διὰ νὰ διορισθῇ, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον 96 ἢ 97, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Σήμερον δὲν πρόκειται συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν προσόντων, δι’ ὧν ἀπεκτήθη ἡ μονιμότης, δηλαδή, δι’ ὧν ἀπεκλείσθη τὸ ἄμεσον δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ ἀπολύσῃ τὸν ὑπάλληλον, ἐκτρεπόμενον, ἐὰν δὲν ἤθελε συμμορφωθῇ πρὸς τὸν πολυτελέστατον ὀργανισμόν, τὸν ὁποῖον ἀναγράφει ρητὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ.
§255Γ. ΠΩΠ. Ἔχετε ἐν τῇ προτάσει, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 99 προστίθεται 14ον ἐδάφιον, διὰ τοῦ ὁποίου σᾶς παρέχονται τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἔχετε ὅλα τὰ δικαιώματα αὐτά, ἡ ἔννοια τῆς εὐθύνης σᾶς ἠνάγκασε νὰ δεχθῆτε ἀντίθετον ἑρμηνείαν· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει διατί, ἐφόσον ἔχετε ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν κατὰ παράβασιν τῶν καθηκόντων των, διατὶ δὲν περιορίζεσθε εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτήν; Νὰ ψηφίσωμεν τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία λέγει τοῦτο: «τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον, ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς διὰ τοῦ παρόντος ἄρθρου ἀνατεθειμένης αὐτῷ ἐξουσίας, ἀναπληροῖ ὁ Προεδρεύων αʹ Ἀντιπρόεδρος». Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, λαμβάνων καὶ τὸ χρήσιμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι πολυτέλεια, διότι τὸ δικαίωμα ἤδη τὸ ἔχετε, νὰ εἰσηγηθῆτε, κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ἀναγραφομένην ἐν τῷ ἰσχύοντι Κανονισμῷ, τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων;
§256Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Ἐγὼ δὲν εἶπον, οὔτε ὅτι ἔχω ὡρισμένας κατηγορίας καθ’ ὡρισμένων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, οὔτε ὅτι σκέπτομαι νὰ προβῶ εἰς ἀπόλυσιν ὡρισμένων προσώπων. Εἶπον μόνον τοῦτο, ὅτι θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ χορηγηθῇ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ὡρισμένην ὀργανικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι πλεῖσται τῶν θέσεων τῆς Βουλῆς εἶναι θέσεις ἐμπιστοσύνης, καὶ πρέπει νὰ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα, ἵνα δύναται ὁ Πρόεδρος ν’ ἀντικαθιστᾷ αὐτούς. Δὲν ἠκούσατε εἰς τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου, ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς εἶναι παίγνιον, τὸ ὁποῖον καθωρίσθη ὑπὸ τῆς παρελθούσης πλειονοψηφίας διὰ νὰ προστατευθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους αὐτὴ διώρισεν;
§257Γ. ΠΩΠ. Διατὶ τότε δὲν καταργεῖτε γενικῶς τὰ προσόντα;
§258Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος). Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν εἶχον τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς χεῖράς μου, ὥστε νὰ ἠδυνάμην αὐτὴν τὴν μονιμότητα, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἐκείνη ἡ Βουλή, ἐκείνη ἡ πλειονοψηφία, νὰ τὴν καταλύσω δι’ ἑνὸς καὶ μόνου πράγματος. Διότι ἡ μονιμότης αὐτὴ ἐδημιούργησε τυραννίδας, ἐγκατέστησε τὴν ἰταμότητα ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, τοσοῦτον θρασεῖαν, ὥστε ἐγὼ αὐτὸς ἐγενόμην μάρτυς σκηνῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐφέροντο μετά τινος εἰρωνείας καὶ μετά τινος οἰκτιρισμοῦ ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἠσθάνοντο ὅτι τὸν ἐκράτουν σφικτὰ ἀπὸ τὸν λαιμόν. (Χειροκροτήματα). Αὐτὴ εἶναι ἡ μονιμότης, ἥτις ἐδημιουργήθη, ἄνευ ἀποκαθάρσεως τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας. Ἦτο πολὺ φρόνιμος ὁ συμπολίτης μου, ὅστις, ἀφοῦ διώρισεν 24.000 ὑπαλλήλων, ἐδημιούργησε καὶ τὴν μονιμότητα διὰ νὰ τοὺς ἔχῃ ἐνταῦθα, ἵνα τὸν χειροκροτῶσιν, ὅταν ἔλεγεν, ὅτι θὰ ἐθραύετο ἡ σπονδυλικὴ στήλη τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐπεξετείνετο ἡ κυριαρχία τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ τῶν πεδιάδων τῆς Θράκης. (Χειροκροτήματα). Διότι ἤκουσα, ὅτι ἐχειροκροτεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ, ὅταν ἐχάριζεν ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ὡς ἂν ἦσαν κόλλυβα. (χειροκροτήματα). Ἐὰν θέλητε τοιαύτην μονιμότητα, κ. Συνάδελφε, εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι παρεξηγεῖτε τὴν ἀντιπολίτευσιν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἀντιπροσωπεύητε ἐν τῇ Βουλῇ...
§259Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, μὲ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν δὲν μὲ συνδέει, παρὰ μόνον μία γραμμή, τουτέστιν, ἡ γραμμή, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα καὶ ἀκολουθῶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ζητήματι καὶ τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ἡ φωτεινὴ διάνοια τοῦ Μεγάλου ἡμῶν Βασιλέως. Θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν ἔχω πολιτικὰς σχέσεις μετὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἑπομένως, ἄν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὰς τροπολογίας τὰς εἰσαχθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, λέγω, ὅτι εἰς τὰς σκέψεις ταύτας ἄγομαι, ἀκριβῶς, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπεν οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν εἶναι προσηλωμένοι εἰς τὸ καθῆκον αὑτῶν, βεβαίως, πρέπει νὰ ἐκτοπισθῶσιν ἐντεῦθεν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅσοι παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι οἱ πολιτευταὶ τοῦ παρελθόντος ὑπήρξαμεν τὰ θύματα τῆς πλάνης, τῆς συκοφαντίας, τῆς κατασπηλώσεως καὶ ἡμῶν αὐτῶν τῶν ἰδίων, διὰ νὰ ἀνέλθωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἀνελθόντες, παρέδωσαν τὰ πάντα εἰς τὴν φατρίαν καὶ τὴν συναλλαγήν. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα νὰ λεχθῶσιν ἐντεῦθεν ὅλα τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ἡ λεγομένη ἀνόρθωσις, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον μὲ ὡρισμένον πρόγραμμα, νὰ ἐκφέρωσιν ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκστομηθῶσιν ἐντεῦθεν. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ συνεχίσωμεν τὸ παρελθὸν τῆς Βενιζελικῆς φατρίας, ἤλθομεν νὰ ἐξυγιάνωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατερύπανεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπον, ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι δὲν ἔχω οὐδένα δεσμὸν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, οὐδένα προσωπικὸν δεσμόν, ἐννοεῖται, διότι ἠθέλησα νὰ εἴπω, ὅτι, ἄν ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα τροποποίησις ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἄγομαι ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἀπὸ τὴν Βενιζελικὴν Κυβέρνησιν, πᾶν ὅ,τι κατεῤῥύπανε τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, πρέπει ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ τὸ καταργήσῃ.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι.
§261Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ (Ἀντιπρόεδρος). Αἱ τροπολογίαι, κ. Πρόεδρε, θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ ψηφισθῶσι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§262Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡμεῖς, οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν τροπολογίαν, παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ψήφισιν αὐτῆς ἀπόψε.
§263Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ὑπάρχουν δύο τροπολογίαι....
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4 τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινούσης τῆς Βουλῆς, λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 5 μ.μ. ὥραν. (Ὥρα 10.20′ μ. μ.)