1916.03.02
3.258 στίχοι · 24.641 λέξεις · 328 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΚΒʹ.
ΤΗΣ 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρα 5.50′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ σημειωθῇ, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ, ὅτι ἡ συνεδρίασις ἀρχίζει εἰς τὰς 6 παρὰ 10′, διότι ἔχομεν εἴπει ὅτι ἀρχίζομεν εἰς τὰς 5.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω εἰς τὸ τέλος τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται νὰ ἀλλάξωμεν τὴν ὥραν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: Οἱ ἐν ταῖς ποινικαῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κρατούμενοι κατάδικοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ περὶ αὐτῶν μέριμνά τις. Οἱ κλητῆρες τοῦ Ἐφετείου καὶ τῆς Εἰσαγγελίας Κρήτης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀφομοιωθῶσι τοῖς λοιποῖς. Ὁ Χαρίδημος Λινερδάκης, ὁπλαρχηγὸς ἐκ Μαλεβυζίου παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ μικρά τις σύνταξις. Ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις Πρωτοδίκαις Εἰσαγγελέως, αἰτουμένου τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν περαιτέρω ποινικὴν δίωξιν τοῦ Βουλευτοῦ Ἀχαϊοήλιδος κ. Γ. Παπαγιαννοπούλου. Ἡ ἐπὶ τῶν ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: 1) «Περὶ κυρώσεως Ν. Β. Διατάγματος τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1915 περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1915 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου ΔΡΞΑʹ κλπ.». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου 1915 Νομ. Β. Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου 446 κλπ.». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΡΑΔΙΝΟΣ, Θ. ΘΕΟΔΟΣΟ-
ΠΟΥΛΟΣ, ΗΛ. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ, Α. ΕΞΑΡΧΟΣ, Γ. ΚΑ-
ΝΟΥΤΑΣ καὶ Σ. ΚΟΦΦΑΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκπτώσεως μέρους ἐκ τοῦ ἐνοικίου δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ ἔτους 1915». Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΣΧΛΗΜΑΝ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἀπὸ 8ης Δεκεμβρίου 1915 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ ὀνομασίας ἐφέδρων δοκίμων διαχειριστῶν οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας Στρατοῦ». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ, Α. ΕΞΑΡ-ΧΟΣ, Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ, Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς ἀδειῶν ὑλοτομίας διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς Χώρας». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων Ὁ κ. Μοσχούλας, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καλαμῶν.
§4Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὡμίλουν καὶ προχθές, Κύριοι Βουλευταί, διὰ τὰς ἑκάστοτε ἀναφορὰς πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, συγγενῶν, γονέων, συζύγων ἐπιστράτων, παραπονουμένων διὰ τὴν ἐπιδεικνυομένην ἀνισότητα τῆς Πολιτείας, ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς ἐπιστράτευσιν. Ἀλλ’ αἱ ἀναφοραὶ αὗται, ὅπως βλέπω, διαδέχονται ἀλλήλας, διότι ἡ παράτασις τῆς ἐπιστρατεύσεως προκαλεῖ τὴν δυσφορίαν παρὰ τοῖς συγγενέσιν, ἀλλά, δυστυχῶς, καὶ παρ’ ἐκείνοις, οἱ ὁποῖοι φυλάττωσι τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος ἐκεῖ. Εἶναι, ὄντως, ἄξιον μελέτης τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἡ κατάστασις, ἡ δημιουργηθεῖσα, εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιβάλλεται νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἀναφερομένων, ὡς ἐχόντων ἀδελφοὺς φονευθέντας ἐν πολέμῳ, πρόκειται, συγχρόνως, καὶ περὶ τῶν γονέων καὶ περὶ τῶν ἐλαφρὰ τραύματα φερόντων, πρόκειται, ἐπίσης, καὶ περὶ τῶν ἀνιάτως πασχόντων. Ὅλοι οἱ Συνάδελφοι, εἶναι φυσικὸν νὰ λαμβάνωσιν ἐπιστολάς, παρὰ τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, εἴτε τῶν εὑρισκομένων ὑπὸ τὰς σημαίας, εἴτε τῶν συγγενῶν αὐτῶν, ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, ἐπιστολάς, διὰ τῶν ὁποίων διαμαρτύρονται οὗτοι διὰ τὴν ἀνισότητα, ἡ ὁποία κρατεῖ ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Ἀντιλαμβάνομαι καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως, ἐὰν ἠδύνατο, ἤθελεν ἀποκαταστήσει τὴν ἰσότητα. Ἀλλά, προκειμένου, ἰδίως, κ. Βουλευταί, περὶ τῶν ἐχόντων ἀδελφοὺς πεσόντας κατὰ τοὺς δύο ἐνδόξους πολέμους, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῆς περιπτώσεως αὐτῆς. Διότι εἶναι τερατῶδες, εἶναι σκληρόν, εἶναι ἀπάνθρωπον νὰ ὑπάρχωσιν οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν προσέφερον οὔτε ἕνα ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ νὰ ὑπάρχωσιν οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι προσέφερον τὸν φόρον τοῦ αἵματος, καὶ ἔχουσιν ἤδη ὑπὸ τὰς σημαίας, ὅσους δύνανται νὰ προσφέρωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος. Γνωρίζω μίαν οἰκογένειαν, ἡ ὁποία εἶχε τρεῖς υἱούς, ὁ εἷς ἐφονεύθη, ὁ ἕτερος κατέστη σωματικῶς ἀνίκανος καὶ ὁ ἕτερος ὑπηρετεῖ ἤδη. Ὁ καταστὰς σωματικῶς ἀνίκανος, δυστυχῶς, δὲν ἠμείφθη ἀκόμη διὰ τοῦ εὐτελοῦς ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐσκέφθη ἡ Πολιτεία νὰ δίδῃ εἰς αὐτούς. Σᾶς ἐρωτῶ: εἶναι δίκαιον, Κύριοι, νὰ ὑπάρχωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, νὰ ὑπηρετῶσι τὴν Πατρίδα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προσέφερον τὸ αἷμα τῆς οἰκογενείας αὐτῶν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἀδελφὸς ἐτάφη εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ὁ ἕτερος κατέστη σωματικῶς ἀνίκανος καὶ ὁ ἕτερος, ὁ ὁποῖος σήμερον πλέον ὑπάγεται εἰς τὴν δευτέραν σειρὰν ἐφεδρείας, νὰ ἀφήσῃ τὴν γραῖαν μητέρα του μόνην καὶ νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος, ἐνῷ ἄλλοι, οἱ ἀδήλωτοι, οἱ δυνάμενοι νὰ στρατευθῶσι, πρόσφυγες, οἱ ἀπαλλαγέντες μέχρι τοῦ 1899, οἱ διαθέσιμοι, οἱ κληρωτοὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1915, ἠδύναντο νὰ ἀντικαταστήσωσι καὶ νὰ ἀνανεώσωσιν, ὅπως ἔλεγον καὶ προχθές, τὸ αἷμα ἐν τῷ Στρατῷ, εἶναι, σᾶς λέγω, Κύριοι Βουλευταί, δίκαιον τοῦτο; Ἔχω, λοιπόν, τὴν γνώμην, ὅτι ἔργον Δικαιοσύνης θὰ εἶναι, ἵνα σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ προβῇ εἰς τὴν κλῆσιν τούτων, ἵνα ἐπέλθῃ ἀνανέωσις τοῦ αἵματος ἐν τῷ στρατῷ. Αἱ μεγάλαι ἡλικίαι, Κύριοι Βουλευταί, παρήγαγον τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν καὶ εἰργάσθησαν οὐχὶ ἀκάρπως, ἀλλ’ ἐπωφελῶς. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει, βεβαίως, νὰ συζητηθῇ εὐρύτερον, διότι, βεβαίως, δὲν πρέπει ἐν τῇ Βουλῇ νὰ γίνεται χρῆσις ἐπιστολῶν, ἀλλ’ αἱ ἐπιστολαί, τὰς ὁποίας λαμβάνομεν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μας, παρουσιάζουσι τὴν εἰκόνα ζοφεράν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πειθαρχικὸς εἰς τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος, ἀλλ’ ὅταν βλέπῃ τὴν ἀνισότητα, βεβαίως, καθίσταται ἀπολυταρχικὸς καὶ ἀπείθαρχος. Δύναται ἡ Κυβέρνησις, δύνανται οἱ δυνάμενοι νὰ προβῶσιν εἰς τὴν κλῆσιν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, διότι τοῦτο εἶναι καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, ἀπολύοντες τὰς μεγάλας ἡλικίας, αἱ ὁποῖαι, ὁπωσδήποτε, περιλαμβάνουσιν ἀνθρώπους ἔχοντας δικαιώματα, εἴτε ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ ἀναφορὰ αὕτη, εἴτε διότι εἶναι μονογενεῖς, εἴτε διότι φέρουσι πολλαπλᾶ τραύματα — καὶ γνωρίζω τοιούτους, οἱ ὁποῖοι φέρουσιν εἰς τὸ στῆθος τραύματα καὶ ὑπηρετοῦσιν ἤδη, — εἴτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον ἤθελον οὗτοι κανονίσει ἐπὶ τὸ ἐπωφελέστερον. Ἔχω, λοιπόν, τὴν γνώμην, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἡ ἀνανέωσις τοῦ αἵματος ἐν τῷ στρατῷ θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς οἰκογενείας των ἐκεῖνοι, ἐκ τῶν ἐπιστράτων, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἐπωφελῶς νὰ δράσωσι, καὶ νὰ κληθῶσιν οἱ νέοι, ἵνα ἀντικαταστήσωσι τούτους, ὅταν δὲ ἡ Πατρὶς λάβῃ πάλιν ἀνάγκην αὐτῶν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τέσσαρα ἤδη ἔτη κατὰ σειρὰν ὑπηρετήσαντες ἀγογγύστως τὴν Πατρίδα, καὶ χύσαντες τὸ αἷμά των, ἐγένοντο ἄφωνοι καὶ ἀφανεῖς δημιουργοὶ τοῦ μεγαλείου αὐτῆς, θέλουσι σπεύσει, ἵνα προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν.
§5Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Ἀναγνωρίζω τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγνωρίζω, ἐπίσης, ὅτι τόσον αὐτός, ὅσον καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, αἰσθάνονται πληρέστερον ὅλων ἡμῶν τὸν πόνον τῶν ἀναφερομένων ἀτυχῶν γονέων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τὸ εὐεργετικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ φέρει τὸ συντομώτερον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἀνακουφίσωμεν τουλάχιστον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τὰ τέκνα των ἐν τῷ πολέμῳ, ἀλλὰ καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ὅπως διασώσωσι τὸ ἕτερον τέκνον των. Συμπολίτης μου ἐκ Πατρῶν ἔχασε δύο τέκνα ἐν τῷ πολέμῳ καὶ ὑπηρετοῦσιν ἤδη εἰς τὴν μάχιμον δύναμιν τοῦ Στρατοῦ δύο ἕτερα τέκνα αὐτοῦ. Εἶναι δίκαιον, ὅπως τὸ ἓν τούτων τεθῇ εἰς τὴν ἐφεδρείαν.
§6Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω, κ. Πρόεδρε, ὅσα οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι εἶπον. Θεωρῶ δικαιότατον, ὅπως, οἱ ἔχοντες ἀδελφὸν πεσόντα ἐν τοῖς πολέμοις, ἀπολυθῶσι μετὰ τῶν πρώτων ἀπολυθησομένων ἡλικιῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τοῦτο.
§7ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον ἁπλῶς παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ἀγάπης, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὸ Στράτευμα, ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας τοῦ ὑπηγόρευσε τὸ καθῆκον, τὸ δίκαιον καὶ ἡ φιλανθρωπία.
§8Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τίνος;
§9ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ζητήματος.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γάτσος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Δημοτικῶν Στρατολόγων.
§11Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς ταύτης. Ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὁ νέος αὐτὸς θεσμὸς ἔχει ὑψίστην σπουδαιότητα, ἀλλὰ παραπονοῦνται, καὶ δικαίως, οἱ διάφοροι στρατολόγοι, ὅτι παρορῶνται τελείως ὑπὸ τῆς Πολιτείας, διότι, ἐνῷ εἶναι διωρισμένοι εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐνῷ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Ταμείου, ἡ μισθοδοσία αὕτη ἀνέρχεται εἰς 90 δρχ. κατὰ μῆνα, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἥν οἱ δημοτικοὶ κλητῆρες τῶν μεγάλων Δήμων παίρνουν περισσότερα. Φρονῶ, ἑπομένως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Στρατεύματος, θέλει λάβει μέριμναν ὑπὲρ αὐτῶν, ὥστε ἡ μισθοδοσία των νὰ ὁρισθῇ ἀνωτέρα τῶν 90 δραχμῶν, νὰ αὐξάνῃ δὲ διὰ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου. Οὕτω πως θὰ κατορθώσωμεν νὰ συγκρατήσωμεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Στρατεύματος ἀνθρώπους, οἵτινες ἐπιθυμοῦν νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ τὸ Στράτευμα καὶ τὴν Πατρίδα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πάντος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἁμαξηλατῶν καὶ καρραγωγέων Βόλου.
§13Ρ. ΠΑΝΤΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ συστήσω τὴν ἀναφοράν.
§14Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τῆς πληρωμῆς τῶν ἐπιτάκτων ζώων, θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ ἀκούσῃ μετ’ ἐντεταμένης προσοχῆς, διότι ἀφορᾷ πραγματικῶς προσγενομένην ἀδικίαν. Βεβαίως, τὰ χρήματα αὐτὰ θὰ τὰ πληρωθῶσιν, ὅταν κατορθώσῃ ὁ Στρατὸς νὰ ἐξεύρῃ πόρους καὶ ἄς εὐχηθῶμεν νὰ εἶναι ἐγγὺς ἡ στιγμὴ αὕτη. Συνέβη ὅμως καὶ κἄτι ἄλλο, κατὰ τὴν ἐπίταξιν ἡ πρωτοβάθμιος λεγομένη ἐπιτροπὴ εἰς πολλὰ μέρη ὥρισεν αὐθαιρέτως τὴν τιμὴν τῶν ἐπιταχθέντων. Οὕτω πως, ζῷα ἁμαξηλατῶν, ἅτινα ἐκόστιζον 700 καὶ 800 δραχμάς, ἐξετιμήθησαν ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ ὑπαστυνόμου ἀντὶ 150 καὶ 200 δραχμῶν, ἐνῷ εἰς ἄλλους ὡρίσθη ἡ προσήκουσα τιμή. Δὲν εἶναι, λοιπόν, ὀρθὸν νὰ ἀδικηθῶσιν οἱ πολῖται, οἵτινες διέθεσαν τὰς περιουσίας αὐτῶν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, καὶ δὲν ἀπεζημιώθησαν ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ ἔχωσι, τοὐλάχιστον, τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ πληρωθοῦν εἰς τιμὴν πολὺ κατωτέραν τῆς ἀξίας τῶν ἐπιταχθέντων.
§15Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Νὰ ὑποβάλητε πρότασιν νόμου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐπιστράτων διδασκάλων τοῦ 29ου Πεζικοῦ Συντάγματος.
§17Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Γονεῖς μαθητῶν Δημοτικῶν Σχολείων, δι’ αἰτήσεών των, ζητοῦσιν, ὅπως ἐπανέλθωσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ Στρατοῦ οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ ἐξακολουθήσωσι τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν μαθητῶν. Κατόπιν ὅμως τῶν διαφόρων αἰτήσεων περὶ ἀπομακρύνσεως διαφόρων κατηγοριῶν ἐκ τοῦ Στρατεύματος, ἐρωτᾶται, πῶς θὰ ἱκανοποιηθῶσιν αὗται; Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Δέκα ὀκτὼ ἡλικίαι τῶν Νέων Χωρῶν δὲν ἐξεγυμνάσθησαν. Ἐὰν ἐκαλοῦμεν αὐτὰς, καὶ αὗται θὰ εὑρεθῶσιν ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ γεγυμνασμέναι καὶ οἱ ἄλλοι θὰ ἀναπαυθῶσιν. Πολὺ δὲ περισσότερον διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους πρέπει νὰ λάβωμεν μέριμναν. Ἐὰν ρίψητε βλέμμα εἰς τὴν Γερμανικὴν καὶ Ἰταλικὴν Σχολὴν τῶν ἐπιστήμων Κυβερνήσεων, θὰ ἴδητε ὅτι οἱ διδάσκαλοι διδάσκουσιν. Ἐὰν ἐξετάσητε ὑψηλότερον τὸ ζήτημα, θὰ ἴδητε ὅτι οἱ διδάσκαλοι δὲν προσφέρουσι μικροτέρας ὑπηρεσίας διδάσκοντες τοὺς μαθητάς. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς προσκλήσεως τῶν ἀγυμνάστων ἡλικιῶν ἔχει ὡριμάσει.
§18Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πρόκειται, Κύριοι Βουλευταί, περὶ τῶν ἐπιστράτων διδασκάλων. Οἱ ἐπίστρατοι διδάσκαλοι ὑπηρετοῦσιν, εἴτε ὡς ἔφεδροι ἀξιωματικοί, εἴτε ὡς ἔφεδροι ὁπλῖται, κυρίως δὲ ἐκ τῶν διδασκάλων, ὅσοι δὲν προσῆλθον εἰς τοὺς οὐλαμοὺς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ζητοῦσιν, ὅπως χορηγηθῇ εἰς αὐτοὺς ἄδεια καὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Καθ’ ἑκάστην εἴμεθα μάρτυρες τῶν διαφόρων σχολείων, τὰ ὁποῖα στεροῦνται διδασκάλων. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδόθη σημείωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας δι’ ἕν σχολεῖον εἰς Κριεκούκιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει διδασκάλους. Ἐπίσης, εἰς τὸ Κορωπί! Εἰς τὸ Κριεκούκιον ἐπὶ μακρὸν χρόνον δὲν ὑπῆρχον διδασκάλισσαι. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ πλεῖστον τῶν σχολείων παραμένει ἄνευ διδασκάλων. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀποσπάσῃ μέρος τοὐλάχιστον τῶν διδασκάλων, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν Σχολείων, διότι δὲν φρονῶ ὅτι συμβάλλομεν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ Κράτους, ὅταν χωλαίνῃ ἡ ἐκπαίδευσις. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐλήφθη δι’ ἄλλους ὑπαλλήλους, τοῦ Τηλεγραφείου, τῶν Τραπεζῶν κλπ., βεβαίως, λόγῳ ὑπερτάτης ἀνάγκης, νομίζω δ’ ὅτι καὶ ἡ λειτουργία τῶν σχολείων εἶναι ὑπερτάτη ἀνάγκη καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ διατάξῃ, τοὐλάχιστον διὰ τὰς μεγαλειτέρας ἡλικίας, ὅπως ἀποσπασθῶσι, διὰ νὰ κατορθωθῇ τοὐλάχιστον κατά τινα τρόπον ἡ λειτουργία τῶν Σχολείων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων τῆς Κοινότητος Ράχεων.
§20Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§21Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ παράπονον κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, πρώτην φορὰν ἤδη λαμβάνω γνῶσιν αὐτοῦ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μέχρι σήμερον δὲν μοὶ διετυπώθησαν τοιαῦτα παράπονα. Προσφυγαί τινὲς κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν δευτεροβαθμίων ἐπιτροπῶν φθάνουσι μέχρι τοῦ Ὑπουργείου. Ἀφ’ ἑτέρου αἱ πλεῖσται τῶν πληροφοριῶν, ἰδιωτικαί, διαβιβαζόμεναι πολλάκις παρ’ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, δι’ ἐπιστολῶν ἐκ τῶν διαφόρων χωρίων, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συνετάχθησαν οἱ κατάλογοι, ἀντιστρόφως μαρτυροῦσι πλημμέλειαν ἀντίστροφον, ὅτι περιελήφθησαν πολλαχοῦ εἰς τοὺς καταλόγους καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε, φθάνουσι δὲ πολλάκις νὰ μὲ διαβεβαιῶσι δι’ ἐπιστολῶν ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, ὅτι εἴς τινα χωρία ἐνέγραψαν πάντας τοὺς ἐπιστρατευθέντας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐκθέσεως. Ὁσάκις μοὶ ἐδόθη τοιαύτη πληροφορία, ἔσπευσα νὰ ἐξετάσω πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα, διότι πρέπει, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι καὶ ἡ παροχὴ τῆς περιθάλψεως πρὸς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων, τὰς δεομένας τοιαύτης, εἶναι καθῆκον ἱερόν· ἀλλ’ ἐξ ἴσου ἱερὸν εἶναι καὶ τὸ τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, διότι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐκπροσωποῦσι τὰ συμφέροντα ἐπίσης ἀνθρώπων πενομένων, ἀνθρώπων ἐργαζομένων καὶ ἐκ τῶν προϊόντων τῆς ἐργασίας αὐτῶν εἰσφερόντων τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ λεγόμενον Δημόσιον Ταμεῖον. Ὄσον ἀφορᾷ τὰ παράπονα, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, δὲν ἔχω γνῶσιν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνήργησεν ἡ ἐπιτροπή. Ἤκουσα ἤδη αὐτῶν. Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν καὶ ἕτερόν τι. Μοὶ φέρονται προσφυγαὶ κατὰ δεσμίδας, δέκα — δεκαπέντε, ἀπὸ ἕν χωρίον, αἱ ὁποῖαι εἶναι γεγραμμέναι ὅλαι διὰ τῆς ἰδίας χειρός. Ὅταν βλέπω τοιαύτας προσφυγάς, φοβοῦμαι ὅτι ὁ δάκτυλος δικολάβου τινὸς ἔχει παρέμβει, ὅστις ἔχει προεξοφλήσει, προκαταβολικῶς, μέρος τῆς συντάξεως, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ λάβῃ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τήν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐρωτήσεων Ὁ κ. Λυωνάκης, ἵνα ἐρωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, διὰ τὸ ζήτημα τῆς σκυροστρώσεως τῶν ὁδῶν Κρήτης.
§23Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Καίτοι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐγένετο ἐπερώτησις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ζήτημα τῆς σκυροστρώσεως τῶν ὁδῶν Κρήτης, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει κάποιος ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶναι καὶ ξένος ὑπήκοος, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα — καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι, χάρις εἰς τὴν διακρίνουσαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας δραστηριότητα, θὰ ἐπισπεύσῃ οὗτος, ὅπως λάβῃ πέρας τὸ ζήτημα τοῦτο, — ἐν τούτοις καὶ πάλιν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα ἐπισπεύσῃ, ὡς οἷον τε τάχιον, καὶ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς σκυροστρώσεως, καθ’ ὅσον, ὡς πληροφοροῦμαι, ὁ ἐργολάβος ἐγκατέλειψεν αὐτήν, παραλαβὼν ὅλα τὰ τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας. Ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναλάβει τὴν σκυρόστρωσιν τῆς μεγάλης ἀρτηρίας ἐν Κρήτῃ, ἀντὶ ἑκατομμυρίου καὶ πλέον δραχμῶν, προέβη εἰς τὴν ἔναρξιν αὐτῆς καὶ ἡτοίμασε σκῦρα τινά, κατόπιν ὅμως, ὅτε ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων Ἔργων εὗρεν αὐτὰ ἀκατάλληλα, καθόσον ἄλλα μὲν ἦσαν μικρά, ἄλλα πολὺ μεγάλα καὶ ἄλλα ψιλά, ἢ μᾶλλον χῶμα, ἐγεννήθη διαφωνία, ἥτις, δυστυχῶς, δὲν ἐλύθη εἰσέτι καὶ οὕτω δὲν ἐγένετο ἡ σκυρόστρωσις, ἡ δὲ συγκοινωνία τῶν ἐπαρχιῶν ἐν Κρήτῃ διακόπτεται μετὰ τῶν πόλεων μόλις βρέχει, ἀντιλαμβάνεται δὲ πᾶς τις τὶ γίνεται, ὅταν δὲν δύνανται οἱ κάτοικοι νὰ μεταφέρουν τὰ εἰσοδήματά των εἰς τὰ κέντρα. Ἐκτὸς τούτου, ἡ βραδύτης θὰ καταστρέψῃ τὰς ὁδούς, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι κατασκευασθῆ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, δι’ ἐπιχωματώσεως, καὶ γνωρίζετε ποία καταστροφὴ καὶ ζημία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον, διὰ νὰ ἐπιδιορθωθῶσι πάλιν αἱ ὁδοί, οὕτως ὥστε νὰ καταστῶσι καὶ πάλιν κατάλληλοι διὰ σκυρόστρωσιν, ὁδοί, αἵτινες ἔχουσι στοιχίσῃ 3–4 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν δραστηριότητι, ὅπως σπεύσῃ καὶ δοθῇ ἓν τέλος, νὰ μὴ ἐπέλθῃ βραδύτης, ὥστε νὰ μᾶς εὕρῃ καὶ ὁ ἑπόμενος χειμών, διότι τὸν διαβεβαιῶ, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι τότε, ὅτε θὰ γίνεται σκέψις περὶ σκυροστρώσεως τῶν ὁδῶν, δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ὁδοί, τότε δὲ ὁ λαὸς θὰ ἐκβάλῃ φωνήν, φωνὴν ἀγρίαν, ὅταν ἴδῃ, ὅτι ἐδαπάνησεν ἐκ τοῦ ἱδρῶτος του τοσοῦτον χρῆμα διὰ νὰ κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ καὶ ἐκ μιᾶς ὀλιγωρίας μένει ἄνευ ὁδῶν. Προχθὲς συνῆλθεν ὁ λαὸς δύο ἐπαρχιῶν ἐν Κολυμβαρίῳ εἰς συλλαλητήριον καὶ ἀπέστειλε τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν εἰς τὸ Προεδρεῖον — ὅταν δὲ βλέπετε τὸν λαὸν τῆς Κρήτης νὰ συνέρχηται εἰς συλλαλητήριον, θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον, διότι δὲν εἴμεθα οἱ Κρῆτες συνηθισμένοι νὰ συνερχώμεθα εἰς συλλαλητήρια, διὰ «ψύλου πήδημα», παρὰ διὰ σοβαρὰ ζητήματα.
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁμοία παράκλησις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς Βουλευτὰς Κρήτης.
§25Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀπασχολήσω ἐπί τινα λεπτά, διὰ τὴν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε προηγουμένως ὁ κ. Συνάδελφος καὶ διὰ νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας σχετικάς τινας πληροφορίας, τὰς ὁποίας, ἴσως, ἡ ὑπηρεσία νὰ ἀγνοῇ. Πρὸ διετίας, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, ἐδόθη ἡ σκυρόστρωσις ὅλων τῶν ὁδῶν τῆς Κρήτης, οὐχὶ τμηματικῶς, ἀλλὰ συλλήβδην, ἀντὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἵνα λάβῃ δὲ μέρος εἰς τὴν μειοδοσίαν ὁ ἐργολάβος, ἔδει νὰ ἐκπληροῖ ὡρισμένους ὅρους, δηλαδή, νὰ ἔχῃ δύο ὁδοστρωτῆρας καὶ νὰ καταβάλῃ, λόγῳ ἐγγυήσεως, δρχ. 50.000. Ἐὰν δὲν εἶχε ταῦτα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν μειοδοσίαν, ὡς ἐκ τούτου, ἅπαντες οἱ ἐν Κρήτῃ ἐργολάβοι, οἵτινες δὲν εἶχον, φυσικῷ τῷ λόγῳ, τόσα κεφάλαια, ἀπεκλείσθησαν. Οὕτω παρουσιάσθη εἷς μειοδότης, ἡ Ἑταιρεία Σερπιέρη, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὰς σκυροστρώσεις ἄνευ συναγωνισμοῦ καὶ ἀντὶ τῆς τιμῆς, ἥν προσέφερε. Κατ’ ἀρχάς, μετὰ τὴν σύνταξιν τῆς συγγραφῆς, ἦλθε καὶ ἔκαμεν ἐγκαταστάσεις τινάς, ἔφερε σκυροθραύστας, ἔφερεν ὡραῖα ζῷα καὶ ὡραῖα κάρρα, ἔθραυσε δὲ καὶ ποσότητά τινα σκύρων, πέραν αὐτῶν οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν. Ἐν τούτοις, ὡς ἐπληροφορήθην ἀπὸ τὰ Δημόσια Ἔργα τοῦ Ἡρακλείου, ἡ ἑταιρεία ἔχει λάβει μέρος τοῦ ποσοῦ τῆς μειοδοσίας, χωρὶς νὰ ἔχῃ σκυροστρώσῃ οὔτε ὀλίγα μέτρα ὁδῶν, ἔλαβε δὲ ἡ ἑταιρεία αὐτὸ τὸ ποσὸν ἀπὸ τὸ Δημόσιον, διότι, ἴσως, οἱ μηχανικοὶ ἐπιστοποίησαν ὅτι ἔκαμεν ἐγκαταστάσεις σχετικάς, καθ’ ὅσον δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ εἰς ποῖον ἄλλο ἐστηρίχθησαν οἱ μηχανικοί, ὥστε νὰ πιστοποιήσωσιν ἐργασίαν καὶ τὴν ἔκδοσιν σχετικῶν ἐνταλμάτων. Σήμερον, λοιπόν, ἐνῷ ἔχει λάβει μέρος τοῦ ποσοῦ τῆς μειοδοσίας ἡ Ἑταιρεία, δὲν ἔχει σκυροστρώσει οὔτε δέκα χιλιόμετρα ὁδῶν ἐν Κρήτῃ. Τολμῶ νὰ εἴπω, ἐξ αἰτίας τούτου, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μαλεβυζίου οἱ ἄνθρωποι δὲν πεζοποροῦν, ἀλλὰ λασποδρομοῦν. Διακόπτεται δὲ πᾶσα συγκοινωνία, ὁσάκις ὁ καιρὸς εἶναι βροχερὸς καὶ οἱ κάτοικοι δὲν δύνανται νὰ διέλθωσιν οὐδένα δρόμον, εἰ μὴ πεζοί. Θὰ παρακαλέσω, ἑπομένως, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, νὰ λάβῃ μέτρα διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν Ἑταιρείαν τὴν ἀναλαβοῦσαν τὴν σκυρόστρωσιν, νὰ δώσῃ δὲ τμηματικῶς τὴν σκυρόστρωσιν τῶν διαφόρων ὁδῶν Κρήτης, καθόσον ἐκ τῆς προσελεύσεως πλειόνων μειοδοτῶν θὰ ἐπέλθῃ μείωσις τῶν τιμῶν καὶ μεγάλη ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου.
§26Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Τὸ χρῆμα ὑπῆρχεν· ἐὰν ἐχρησιμοποιήθη ἀλλοῦ, πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ.
§27Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εἶχε διατυπωθῇ ἡ ἐρώτησις ὑπὸ τοῦ κ. Λυωνάκη καὶ ἐφρόντισα ἀμέσως νὰ λάβω πληροφορίας περὶ τῶν συμβαινόντων μὲ τὴν ἐργολαβίαν τοῦ Σερπιέρη. Κατὰ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐδόθησαν, ἔχει ὑποβληθῆ μία αἴτησις περὶ λύσεως τῆς ἐργολαβίας, ἡ ὁποία, κατόπιν ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Κροκιδᾶ, ἀπερρίφθη παρ’ ἐμοῦ. Σήμερον ἡ ὑπόθεσις εἶναι εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, ἐν ἀνάγκῃ θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔκπτωσιν τοῦ ἐργολάβου. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Συνάδελφος, εἶναι ἀκριβῆ· βεβαίως, κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔχουν συσσωρευθῆ τὰ σκῦρα, ἡ συγκοινωνία διακόπτεται. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι αὐτό, συμφέρει νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον; Πρέπει νὰ τὸν πείσωμεν νὰ σπεύσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, κατόπιν τῆς συμβάσεως.
§28Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Γνωρίζομεν τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό, διότι ὁ κύριος αὐτὸς περιβάλλεται, ἴσως, ἀπὸ κάποιαν ὑπηκοότητα ξένην, καὶ νομίζει ὅτι δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§29Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τοῦτο δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον συμφέρει διὰ τὴν συγκοινωνίαν καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου.
§30Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δι’ αὐτὸ νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν προσῆλθεν, ὡς προεῖπον, κανεὶς ἄλλος μειοδότης, ἡ ἐργολαβία ἐδόθη εἰς τιμὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπιστεύτως ὑπέρογκοι. Δὲν ἐδόθη ἀκόμη κανὲν ἔργον εἰς αὐτὰς τὰς τιμάς. Ἐπληρώθησαν δὲ περίπου 350.000 δραχ. εἰς τὸν ἐργολάβον, χωρὶς νὰ σκυροστρωθῇ οὐδὲ ἕν μέτρον.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἐπληρώθησαν, χωρὶς πιστοποίησιν;
§32Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐφάνη παράδοξον τὸ ζήτημα. Ἐν τούτοις ἔλαβον τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ὅτι, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἔχει θραύσει μερικὰ σκῦρα καὶ ἔχει κάμει μερικὰς ἐγκαταστάσεις, ὡς προεῖπον, ἐθεώρησαν οἱ μηχανικοὶ καλὸν νὰ πιστοποιήσωσιν ὅτι εἶχε κάμει ἐργασίαν.
§33Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Κύριε Συνάδελφε, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εἶνε ἐκκρεμὴς ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον. Τὴν εὗρον ἐκκρεμῆ καὶ ἔκαμα ὅ,τι ἦτο ἐφικτὸν εἰς ἐμέ.
§34Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ἠξεύρομεν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας ἦλθεν ἐπιθεωρητὴς καὶ ἐπεθεώρησε τὰ σκῦρα, ἡμεῖς δὲν ὑπεβάλαμεν τὴν ἐρώτησιν διὰ νὰ σᾶς ἐλέγξωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς συγχαρῶμεν.
§35Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Εὐχαριστῶ πολύ. Ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ συγχαρῶ ἐμαυτόν, εἶναι ὅτι δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ φέρω εἰς πέρας τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλαντζόπουλος.
§37Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἔγγραφος ἡ ἐρώτησις. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἀπαντήσῃ, θὰ λάβω τὸν λόγον.
§38Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὁ γενικὸς λόγος εἶναι, ὅτι δὲν ἔχομεν διδασκάλους, διὰ νὰ πληρώσωμεν ὅλας τὰς θέσεις τὰς κενάς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος. Δὲν εἶναι μόνον τὸ σχολεῖον τὸ ἰδικόν σας, τὸ ὁποῖον εἶναι κενόν. Εἶναι καὶ πολλὰ ἄλλα σχολεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀπαιτήσεις. Καὶ δι’ αὐτὸ ὑπέβαλον καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν.
§39Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§40Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Αὐτὸ ἔγινεν ὑποβρύχιον καὶ ἀναβρέχεται καὶ ὑποβρέχεται. Τώρα εἶναι εἰς τὴν μέσην. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ καταδυθῇ εἰς τὸ μέλλον.
§41Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Συντελέσατε εἰς τὸ νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι διακόσιοι δημοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν στρατὸν καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἀποσπασθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαριάδης.
§43ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Σακελλαριάδης;
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν βλέπω.
§45ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ καταθέσω τὴν ἀπάντησιν ἐγγράφως.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἐκφωνεῖ τὰ ὀνόματα πολλῶν Βουλευτῶν, ἀναγεγραμμένων εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἀπουσιαζόντων). Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἀναβάλλονται, ἀλλὰ δὲν καθορίζεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν κατατάσσωνται εἰς τὸ ἀριστερόν, ἢ τὸ δεξιόν. Θὰ ληφθῇ πρόνοια. Ὁ κ. Στελλάκης.
§47Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὶ θὰ ἀπαντήσῃ;
§48Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις ἔγγραφος.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρπετόπουλος.
§50Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, πρῶτον: ἐὰν εἶναι καιρὸς καὶ δεύτερον, ἐὰν εἶναι ἐπεῖγον καὶ συμφέρον, ἵνα εἰς τοὺς εἰσαχθέντας εἰς τοὺς οὐλαμοὺς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν. Ἀφοῦ ἐλήφθη τὸ μέτρον εἰς τοὺς οὐλαμοὺς αὐτοὺς νὰ εἰσέλθωσιν οἱ φοιτήσαντες εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων καὶ ἀποτυχόντες, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν νομίζῃ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι καιρὸς καὶ ὅτι εἶναι λογικὸν καὶ δίκαιον, καὶ συμφέρον εἰς τὸ Στράτευμα, νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τοὺς φοιτήσαντας εἰς τὴν σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἐξελθόντας αὐτῆς, χωρὶς νὰ λάβωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§52Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀναφερομένου εἰς τὴν σχετικὴν δευτέραν ἐρώτησιν.
§53Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγουδάκης.
§55Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐσκόπουν νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, νὰ μὲ πληροφορήσῃ ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχει σταματήσει πρὸ τριετίας εἰς τὸ χωρίον Πέραμα ἡ κεντρικὴ ὁδός, ἡ μέλλουσα νὰ ἑνώσῃ τὰς τρεῖς πόλεις Χανιά, Ἀρίφνειον καὶ Ἡράκλειον. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶναι εἰς θέσιν νὰ μοὶ δώσῃ τὴν πληροφορίαν αὐτήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγώ, ἐπειδὴ γνωρίζω μερικὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα παρημπόδισαν τὴν ἐπέκτασιν τῆς ὁδοῦ πέραν τοῦ χωρίου Περάματος, θὰ εἴπω αὐτὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπέκτασις τῆς ὁδοῦ. Ἡ μελέτη ἔχει γίνει μέχρι τοῦ χωρίου Μουτζάλη, πέραν τοῦ ὁποίου ἔχει σταματήσει. Ἐπειδὴ γνωρίζω, λοιπόν, τὰ αἴτια, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως διατάξῃ νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα καὶ τελειώσῃ ἡ μελέτη τοῦ χωρίου Μουτζάλη, διότι εἶναι ἁμάρτημα νὰ μὴ παραταθῇ αὐτὴ ἡ ὁδός.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας.
§57Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ δώσῃ, ἐὰν ἔχῃ, τὴν ἀπάντησιν.
§58ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ ἐρώτησίς σας εἶναι: «Διατὶ ὁ Ταμίας Τριφυλλίας, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας διαταγὰς τοῦ ἁρμοδίου Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρνεῖται νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν δικαιοῦχον Πᾶνον Δρακόπουλον τὸ ποσὸν τῶν 500 δραχμῶν, ὅπερ κατέθηκεν ὡς ἐγγύησιν, λόγῳ προφυλακίσεως». Κατὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ταμίου, ἐπληρώθησαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Ταμίας ἐβράδυνεν, ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν καὶ θὰ τιμωρηθῇ, ἐὰν ἔπταισεν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Κράλλης, Σ. Γκοτζαμάνης, Α. Πολυζόπουλος καὶ Ι. Καυταντζόγλου παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων διὰ τὰς γνωστὰς ἀσεβεῖς προκηρύξεις, τοιχοκολληθείσας πρὸ μηνὸς περίπου ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν κατὰ τῆς Ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, τῆς ὁποίας ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀδιαφορία κατηγγέλθη ἐγκαίρως.
§60Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἴσως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, ἐὰν ὄχι ὅλοι, γνωρίζουν, ὅτι πρὸ μηνὸς περίπου εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς Θεσσαλονίκης εὑρέθησαν τοιχοκολλήσεις ἀνευλαβεῖς, ὄχι μόνον πρὸς ὅλον τὸ Ἔθνος καὶ πρὸς τὸν Στρατόν, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὸ ἀκόμη τὸ ὄνομα τοῦ Σεπτοῦ Ἄνακτος. Αἱ τοιχοκολλήσεις αὐταὶ ἐγένοντο ἐν τῇ ὁδῷ Ἐγνατίας, δηλαδή, ἐν τῇ κεντρικωτέρᾳ ὁδῷ τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία φέρει ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ ἄλλου ἄκρου. Ἐγένοντο αἱ τοιχοκολλήσεις τὴν νύκτα, εὑρέθησαν δ’ ἴσως περισσότεραι τῶν διακοσίων ἢ τριακοσίων. Ἐν καιρῷ εἴχομεν ἀπασχολήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἴχομεν παρακαλέσει αὐτὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἐγένοντο ἀνακρίσεις κατὰ τῆς Ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς Θεσσαλονίκης, ἡ ὁποία, δὲν γνωρίζομεν πῶς, δὲν ἀντελήφθη ὅτι καθ’ ὅλην τὴν νύκτα ἀρκετοὶ ἄνδρες εἰργάζοντο ὅπως τοιχοκολλήσωσι διακοσίας καὶ τριακοσίας ἴσως τοιχοκολλήσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι εἷς ἄνθρωπος ἔκαμε τὴν ἐργασίαν αὐτὴν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ τοιχοκολλήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἀνευλαβῶς, ὄχι μόνον πρὸς τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον καὶ τὸν Στρατὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως, δὲν δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι εἷς ἄνθρωπος τὸ ἔκαμεν, ἀλλὰ πολλοί, οἱ μὲν τοιχοκολλοῦντες, οἱ δὲ παραφυλάττοντες εἰς τοὺς διαφόρους παραλλήλους δρόμους, ἵνα φυλάττωσι τοὺς τοιχοκολλοῦντας ἀπὸ τὴν Ἀστυνομίαν. Ὥστε διωργανώθη μία τελεία ὑπηρεσία διὰ τὸ ἔργον τῆς νυκτὸς ἐκείνης. Ἠρωτήσαμεν τότε, ἐὰν ἡ Ἀστυνομία ἐπελήφθη τοῦ ἔργου καὶ ἂν ἀνεκάλυψε καὶ διατὶ δὲν ἀνεκάλυψεν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι τὴν νύκτα ἐκείνην δὲν ὑπῆρχον ἀστυφύλακες καὶ χωροφύλακες εἰς τοὺς δρόμους. Τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον καί, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων δὲν ἀντελήφθη, ὅτι τὴν νύκτα ἐκείνην ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἐργασία. Κατόπιν ἐγένετο γνωστὸν ποῦ ἐτυπώθησαν αἱ προκηρύξεις αὗται, ἀνεκαλύφθη τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἀνευρέθησαν τὰ στοιχεῖα, ἀκριβῶς ἐκεῖνα πρὸς τὰ ὁποῖα ἀνταπεκρίνοντο αἱ τοιχοκολλήσεις. Δὲν γνωρίζω τὶ ἀπεκάλυψεν ἡ ἀνάκρισις, ἐὰν ἦσαν καὶ ἄλλοι συνένοχοι, τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς ἀνακριτικῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλαμεν νὰ μάθωμεν τότε, ἦτο, πῶς ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ Θεσσαλονίκης δὲν ἀντελήφθη τὰ γενόμενα;
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας;
§62Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω.
§63Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Διατὶ δὲν τὸν λέγετε;
§64Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Μίαν φορὰν τὸν εἶδον. Δὲν γνωρίζω, ὅμως, τὸ ὄνομά του.
§65Γ. ΠΩΠ. Ὅμοιαι τοιχοκολλήσεις ἐγένοντο καὶ ἐν Δράμᾳ.
§66Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω.
§67Γ. ΠΩΠ. Γνωρίζω, ἀσφαλῶς, ὅτι ὁ αὐτόθι Στρατιωτικὸς Διοικητὴς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Εἰσαγγελικὴν Ἀρχὴν καὶ ἕνα τῶν τακτικῶν ἀνακριτῶν, ὅτι, ἐὰν μετέβαινον εἰς τι ἀρτοποιεῖον, θὰ εὕρισκον τὰς προκηρύξεις ἐκείνας καί, συγχρόνως, θὰ συνελάμβανον καὶ τοὺς δράστας αὐτῶν. Ὁμοίαν καταγγελίαν, πρὸς τὰ αὐτὰ πρόσωπα, ἐδόθη καὶ ὑπὸ τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δράμας καὶ ἡ Εἰσαγγελικὴ καὶ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἀρχὴ οὐδὲν ἐνήργησεν. Ὄχι μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἔξωθε τῆς Εἰσαγγελίας εἶχον τοιχοκολληθῆ αὐταὶ αἱ προκηρύξεις. Αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω, τὰ γνωρίζω ἐξ ἀπολύτως ἐπισήμου καὶ αὐθεντικοτάτης πηγῆς.
§68Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Τὶ ἐγένετο ἐν Δράμᾳ δὲν γνωρίζω. Δι’ ὀλίγων λέξεων ἐξιστορῶ τὶ ἐγένετο ἐν Θεσσαλονίκῃ.
§69Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἤθελον νὰ τοὺς εὕρουν, θὰ τοὺς εὕρισκον· δὲν ἠθέλησαν νὰ τοὺς εὕρουν.
§70Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι εὑρέθη τὸ τυπογραφεῖον καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν γνωρίζω τὶ ἔκαμεν ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχή. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ μάθω, εἶναι, τὶ ἔκαμεν ἡ ἀστυνομία. Πῶς ἡ ἀστυνομία ἐκείνην τὴν νύκτα δὲν κατώρθωσε νὰ ἀνακαλύψῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτοιχοκόλλουν καὶ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι παρεφύλαττον τοὺς τοιχοκολλοῦντας. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε σκάνδαλον ἐν Θεσσαλονίκῃ, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅταν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐντὸς τῆς αἰθούσης κατηγγέλθη παρόμοιον γεγονός, κατηγγέλθη ὑπό τινος συναδέλφου, ὅτι καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ἐξεστόμισε φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν ὑβριστικαὶ πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Σεπτοῦ Ἄνακτος, προεκλήθησαν ἐπεισόδια καὶ ἐγένετο τοιαύτη ἀναστάτωσις, ὥστε ἠναγκάσθημεν νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐξέρχεσθε τοῦ θέματος.
§72Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Εἶναι συναφὲς τὸ θέμα, πρόκειται περὶ ὑβριστικῶν λέξεων κατὰ τοῦ Ἄνακτος. Κύριοι, πρόκειται ἁπλούστατα περὶ ἑνὸς καθηγητοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξεστόμισεν ἀνευλαβεῖς φράσεις κατὰ τοῦ Ἄνακτος. Δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, Κύριοι, ὅτι εἷς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος ἀνευρενᾷ καὶ μελετᾷ τοὺς διαφόρους κοινωνικοὺς καὶ ἱστορικοὺς παράγοντας, εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς μελέτης καὶ τῶν διαφόρων ἱστορικῶν παραγόντων καὶ τῶν διαφόρων κοινωνικῶν παραγόντων ἐπείσθη, νὰ φρονῇ ὅτι ὑπάρχουν ἴσως ἄλλαι κοινωνικαὶ ὀργανώσεις, ἄλλαι πολιτικαὶ ὀργανώσεις καὶ πολιτικοὶ παράγοντες καλύτεροι ἢ οἱ νεώτεροι, τοὺς ὁποίους συγκρίνει.
§73Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Τὸν δικηγόρον κάμνετε;
§74Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Λέγω, ὅτι τότε ἀνεστατώθη ἡ Βουλή, σήμερον πρόκειται περὶ μιᾶς ὑπευθύνου ἀρχῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔκαμνεν ἕν ἀκαδημαϊκὸν μάθημα, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν κρίσιν, ἀλλ’ εἶναι τεταγμένη νὰ φρουρήσῃ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τότε ἀνεστατώθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐζητήθη ἡ ἄμεσος παραπομπὴ εἰς ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐζητήθη ἡ παρέμβασις ἡ ἄμεσος τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐν προκειμένῳ, νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ σοβαρώτερον τὸ ζήτημα· πρόκειται περὶ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα εἶναι τεταγμένα, ἀκριβῶς, διὰ νὰ φυλάττωσι καὶ προστατεύωσι τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν παντὸς πολίτου, πολὺ δὲ περισσότερον, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως. Νομίζω, ὅτι τὸ παράπτωμα εἶνε πλέον σοβαρόν, ἀπὸ ἐκεῖνο, δι’ ὃ ἐπρόκειτο πρὸ ἡμερῶν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐπελήφθη τόσον σοβαρῶς τοῦ ζητήματος, νομίζω, ὅτι καὶ τώρα πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ἁρμόζουσαν προσοχήν, ἵνα τιμωρηθῶσιν ὅλοι οἱ ὑπεύθυνοι, διότι ἐν Μακεδονίᾳ διαβιοῦμεν ὑπὸ ὅλως ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ὑπὸ ὅλως ἰδιαιτέρας συνθήκας, καὶ, ἄν ἀφήσωμεν ἀτιμώρητα τοιαῦτα παραπτώματα, νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ μᾶς ἀγάγωσιν εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι πολὺ ἐπιζήμια.
§75Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Μακεδονίᾳ ὑπάρχει καὶ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς.
§76Π. ΚΡΑΛΛΗΣ. Τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Ἰανουαρίου, ἔξαφνα, εὑρέθησαν τοιχοκολλημέναι ἐν Θεσσαλονίκῃ προκηρύξεις, προκαλέσασαι θόρυβον πολὺν καὶ γενικὴν ἀγανάκτησιν. Οἱ ἔντιμοι τυπογράφοι τὸ ἐθεώρησαν προσβλητικὸν διὰ τὸ ἐπάγγελμά των καὶ εὑρέθησαν, εὐτυχῶς, σύμφωνοι, σχεδὸν ὅλοι, ἐξαιρέσει, βεβαίως, ἐκείνου, ὅστις ἐξετύπωσε τὰς προκηρύξεις. Συνῆλθον ἀμέσως καὶ συνεσκέφθησαν ἐπὶ τοῦ σκανδάλου καὶ τῶν ὑποχρεώσεών των, ὡς ἐντίμων τυπογράφων, ἐπειδὴ εἶδον, ὅτι ἡ ἀστυνομία δὲν ἐπελήφθη διόλου τῆς ὑποθέσεως. Οἱ γνωρίζοντες τὰ τῶν τυπογραφείων, γνωρίζουν ὅτι, διὰ νὰ ἐκτυπωθοῦν τοιαῦτα ἔγγραφα, χρειάζεται καὶ πληρωμὴ ἁδρὰ καὶ νὰ γίνῃ ἡ ἐργασία ἐν ὥρᾳ νυκτὸς μὲ ὡρισμένον ἐργάτην τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅστις ἐργάτης, ἐπίσης, θ’ ἀκριβοπληρώνεται. Τοιαύτη δὲ ὥρα εἶναι μία ἐκ τῶν πρωϊνῶν, ἀφοῦ μάλιστα ἐκτυποῦνται καὶ τὰ πρωϊνὰ φύλλα. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἐν Θεσσαλονίκῃ μετὰ τὰ μεσάνυκτα εἶναι ἀπηγορευμένη ἡ ἐλευθέρα κυκλοφορία. Πῶς ἦτο, λοιπόν, τοσοῦτον εὔκολον νὰ ἐκτυπωθοῦν αἱ ἀσεβεῖς αὗται προκηρύξεις καὶ νὰ τοιχοκολληθοῦν μάλιστα κατὰ μῆκος τῆς κυριωτέρας καὶ κεντρικωτέρας ὁδοῦ; Τί ἔκαμνον τὴν ὥραν ἐκείνην τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομίας; Ὅλα αὐτὰ ἐξήγειραν τὴν ἀγανάκτησιν παντὸς ἐντίμου ἀνθρώπου, πολὺ δικαίως δὲ καὶ τῶν ἐντίμων τυπογράφων, οἵτινες καὶ ἔδωκαν εἰς τὴν ἀστυνομίαν αὐτοπροαιρέτως πληροφορίας. Ἀφοῦ ἔλαβεν ὅλας αὐτὰς τὰς πληροφορίας, ἀντὶ σοβαρῶν ἐνεργειῶν, ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας ἔστειλεν ἕνα ἀστυφύλακα νεαρώτατον, μόλις 18 ἕως 20 ἐτῶν, νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς τυπογράφους, τί ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ πῶς δύναται νὰ εὑρεθῇ ὁ δράστης. Εὐτυχῶς συνήντησεν ἕνα τυπογράφον, κατέχοντα κάλλιστα τὰ τῆς τέχνης του, καὶ ἀμφότεροι περιῆλθον ὅλα τὰ τυπογραφεῖα καὶ εἰς ἓν μόνον τυπογραφεῖον εὑρέθησαν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἕξ εἰδῶν, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκτυπωθῇ ἡ προκήρυξις. Σημειώσατε, ὅτι τὰ στοιχεῖα τῆς προκηρύξεως ἦσαν Εὐρωπαϊκά, οὐχὶ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἕξ εἰδῶν, μόνον δὲ εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος τυπογραφεῖον εὑρέθησαν τοιαῦτα Εὐρωπαϊκὰ καὶ τὰ ἕξ εἴδη στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἶχον αἱ προκηρύξεις, ἀντὶ δὲ νὰ σφραγισθῇ ἀμέσως τὸ τυπογραφεῖον, ἀντὶ νὰ συλληφθῇ ἀμέσως ὁ ἔνοχος, μόλις μετὰ ἡμέρας συνελήφθη καὶ μανθάνω ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι κατόπιν ἀφέθη ἐλεύθερος τὴν ἰδίαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡμέραν. Ἐπειδὴ ἡ χλιαρωτάτη ἐνέργεια τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἡ μεγίστη ἀδιαφορία αὐτῆς ἀπετέλεσαν σκάνδαλον ἐν Θεσσαλονίκῃ, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ μέρος τοῦ κυρίου ἄρθρου τῆς ἐφημερίδος «Νέα Ἀλήθεια» τῆς 14ης Ἰανουαρίου ἐ. ἔ.: (ἀναγινώσκει) «Εἶναι ὁμολογουμένως πολὺ θλιβερὰ ἡ διαπίστωσις τῆς βραδύτητος καὶ τῆς νωχελείας, μεθ’ ἧς αἱ ἀστυνομικαὶ ἀρχαί.... Ἡ ἐνέργεια τῆς ἀστυνομίας, οὔτε ἔντονος ἐξεδηλώθη, οὔτε ὡρισμένον σύστημα ἠκολούθησε... Τὸ ζήτημα δὲν θὰ περιορισθῇ ἐνταῦθα. Ἂν δὲν λυθῇ, θὰ φθάσῃ μέχρι τῆς Βουλῆς...». Μόλις ἐφθάσαμεν ἐνταῦθα, ἐθεωρήσαμεν ὑποχρέωσίν μας, νὰ ὑπενθυμίσωμεν τὸ γεγονὸς μόνον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀργότερα ὑπεβάλομεν καὶ ἐρώτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Παρῆλθε πλέον τοῦ μηνὸς καὶ οὐδεμία μᾶς ἐδόθη ἀπάντησις. Ἤδη ἔρχεται ἡ σειρὰ τῆς ἐρωτήσεως, διὰ νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀμφιβάλλω δέ, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς διαφωτίσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§77Α. ΠΟΛΥΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατέστη γνωστὸν πλέον τὸ ζήτημα τῶν ἀσεβῶν προκηρύξεων καὶ σήμερον εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλονίκης ἔκπληκτοι ἔβλεπον τοιχοκολλουμένας εἰς τὰς διαφόρους γωνίας προκηρύξεις μὲ ὕφος ἀσεβὲς διὰ τὴν Α. Μεγαλειότητα καὶ φέρουσαι τὴν ὑπογραφὴν «Ὁ λαός Σου καὶ ὁ Στρατός Σου». Εἶναι ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλονίκης δὲν δύναται νὰ ἀφήσῃ νὰ καλυφθῇ μὲ τὸν πέπλον τῆς ἀοριστίας. Διὰ τοῦτο ἐπιμένει νὰ ζητῇ δι’ ἡμῶν, ὅπως προχωρήσουν αἱ ἐνέργειαι τῆς ἀστυνομίας καὶ μᾶς δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται καὶ ποῖα τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸν λαόν, διότι πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς του καὶ τῆς εἰλικρινείας του πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Διὰ τοῦτο ζητεῖ νὰ μάθῃ τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων, διότι τοῦτο δὲν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀφήσῃ νὰ χαθῇ εἰς τὴν λήθην.
§78Ι. ΚΑΥΤΑΤΖΟΓΛΟΥ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε, παρακαλῶ μόνον τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι δημοσίας τάξεως, νὰ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα.
§79Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μετ’ ἀγανακτήσεως ὁ λαὸς Θεσσαλονίκης ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἀσεβῶν προκηρύξεων, αἱ ὁποῖαι ἐτοιχοκολλήθησαν μίαν νύκτα ἐκεῖ, ὅπως οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐξέθηκαν. Βεβαίως, δὲν θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀστυνομίαν, μὴ ἀντιμετωπίσασαν καὶ προλαβοῦσαν τὴν τοιχοκόλλησιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐκτιμήσω τὴν εὐθύνην, ἥν τὰ ὄργανα ταῦτα ἀστυνομικὰ ὑπέχουσιν ἐν προκειμένῳ. Ὅπως ἐξέθηκαν οἱ κ. κ. Συνάδελφοι, ἀνεκαλύφθη τὸ τυπογραφεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτυπώθησαν, ἤ, τοὐλάχιστον, συνελλέγησαν στοιχεῖα, πείθοντα ὅτι ἐν τῷ τυπογραφείῳ τούτῳ ἐγένετο ἡ ἐκτύπωσις τῶν ἀνευλαβῶν ἐκείνων προκηρύξεων. Ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐπελήφθη τῆς καταδιώξεως τῶν δραστῶν, ἐφόσον εὑρέθησαν στοιχεῖα ἐνοχῆς κατ’ αὐτῶν καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω σήμερον ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς δικαστικῆς καταδιώξεως, διότι, δυστυχῶς, δὲν παρακολουθοῦμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, μὴ ἔχοντες ἄλλωστε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν κρίνει τὰς εἰς αὐτὴν ὑποβαλλομένας ὑποθέσεις. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἀρχῆς, οἱ προϊστάμενοί των ἐν Θεσσαλονίκῃ προέβησαν εἰς ἔρευναν τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς διετέλουν οἱ ἀναλαβόντες τὴν φύλαξιν τῆς πόλεως, κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καὶ ἔλαβον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις ἐπέβαλον νὰ λάβωσιν...
§80Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Ποῖα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον οἱ προϊστάμενοι ἐναντίον τῶν ὀργάνων;
§81Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔλαβον πληροφορίας περὶ τῶν συμπερασμάτων, εἰς ἃ προῆλθον οἱ προϊστάμενοι.
§82Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Αὐτὸ ἠθέλομεν.
§83Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω εἰδήσεις, διότι πρέπει νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ ἐκ Θεσσαλονίκης ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς εἰς τί κατέληξεν ἡ ἀνάκρισις, εἰς ἣν προέβη πρὸς ἐκτίμησιν τῆς εὐθύνης τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ πρῶτος ἐκ τῶν προλαλησάντων Βουλευτῶν, ἀφήνει νὰ ἐννοήσω, ὅτι καταγγέλλει τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ὡς, τρόπον τινά, διευκολύναντα τὴν ὑπόθεσιν...
§84Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Τὰ καταγγέλλω.
§85Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ὁ κ. Συνάδελφος καταγγέλλῃ τοιοῦτόν τι — καὶ βεβαιοῖ ἤδη ὅτι τὸ καταγγέλλει, — ἐγὼ θὰ διαβιβάσω εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν τῆς Θεσσαλονίκης—διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ ἀστυνομία Θεσσαλονίκης διευθύνεται ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Μακεδονίας, — θὰ διαβιβάσω εἰς αὐτὸν τὴν τοιαύτην καταγγελίαν, τὴν ὁποίαν διατυποῖ ὁ κ. Συνάδελφος, ὅτι ἔχει ὑποψίαν, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἀρχῆς, τὰ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην ἐντεταλμένα τὴν φρούρησιν τῆς πόλεως, διηκόλυναν τὸ ἔργον τῆς τοιχοκολλήσεως.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ληξάσης τῆς ὥρας τῆς ὡρισμένης διὰ τὰς ἐρωτήσεις, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐκλογὴ τριῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐργασίας. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον, διότι δὲν ἔχει γίνει ἡ προκαταρκτικὴ ἐργασία τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1915 Νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν».
§87Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ ἐκπτώσεως μέρους ἐκ τοῦ ἐνοικίου δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ ἔτους 1915». Ἄρθρον 1ον. (ἀναγινώσκεται).
§89Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «ἐπὶ τῶν μισθῶν ... κλπ.». Θὰ σᾶς δώσω τὴν τροπολογίαν γεγραμμένην.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Λομβάρδου, ἡ ὁποία ἀποσύρεται. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀντωνιάδης.
§91Ι. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Καθ’ ἣν στιγμήν, Κύριοι Βουλευταί, δὲν ὑπολείπεται, ἴσως, παρὰ ἓν ἐλάχιστον βῆμα, ὅπως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον μεταβληθῇ εἰς νόμον τοῦ Κράτους, δὲν θὰ εἶναι, ὑποθέτω, ποσῶς εὐχάριστον νὰ κουράσω τὰ μέλη τοῦ Σώματος τούτου διὰ μακρηγοριῶν ἐπὶ τῶν σκέψεών μου, ἀναφορικῶς πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη, ὅπως δικαιολογήσω, τοὐλάχιστον, τὴν ψῆφόν μου, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελον εὕρει οὐδένα συνήγορον τῶν ἰδεῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐμφοροῦμαι, μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα, ὅσον τὸ δυνατὸν διὰ βραχυτέρων, ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου. Οἱ λόγοι, οἵτινες ὡδήγησαν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀσχέτως πρὸς τὸν θαυμασμόν, τὸν ὁποῖον τρέφω ἀμέριστον πρὸς αὐτὸν καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν κομματικὴν σημαίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἶμαι τεταγμένος, δὲν μὲ πείθουσιν, ὅτι ὀφείλω νὰ συμπράξω διὰ τῆς ψήφου μου ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀποδοκιμάζει ἡ ἀντίληψίς μου, ἀποδοκιμάζει ἡ πεποίθησίς μου, ἀποδοκιμάζει ἡ συνείδησίς μου. Οὐχὶ μόνον, διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἑδράζεται, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν δεδομένων, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον δὲν ἀφορμᾶται ἀπὸ τοῦ πνεύματος τῆς ἰσότητος, τὸ ὁποῖον δέον νὰ πρυτανεύῃ ἐπὶ πάσης πράξεως, ἐπὶ πάσης ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ νομοθετικὸν τοῦτο Σῶμα. Μία μόνον φέρεται ὡς δικαιολογητικὴ αἰτία τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει. Ἡ κατὰ Σεπτέμβριον, δηλονότι, τοῦ ἔτους 1915 γενομένη γενικὴ ἐπιστράτευσις τῆς Χώρας ἡμῶν, ἡ ὁποία, «ἀποχρόντως αἰτιολογεῖ τὴν λῆψιν τῆς αὐτῆς προνοίας καὶ ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ ἔτους τούτου», ἥτις καὶ διὰ τοῦ νόμου 409 τοῦ 1914 ἐλήφθη περὶ ἐκπτώσεως ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ ἔτους 1914 μετὰ τὴν ἔκρηξιν καὶ παράτασιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Καὶ γεννᾶται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: Ἡ κατὰ Σεπ)βριον τοῦ 1915 γενομένη ἐπιστράτευσις ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν, ἔπληξεν ἆρά γε μίαν μόνον τάξιν ἐπιχειρηματιῶν — διότι περὶ ἐπιχειρηματιῶν πρόκειται — ἢ μήπως ἔπληξε καὶ ἄλλας, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, τοιαύτας τάξεις καὶ γενικώτερον τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ καὶ πρὸ πάντων τὰς τελευταίας; Καί, ἄν ἀληθεύῃ τὸ δεύτερον, — καὶ βεβαίως ἀληθεύει — πῶς καὶ διατὶ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐξαιρετικὴ μέριμνα ἡμῶν ὑπὲρ μιᾶς ὡρισμένης τάξεως, προνομικῶς, τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν, ὄχι μόνον οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἐξ ἴσου ἢ καὶ περισσότερον πληγεισῶν τάξεων ὑπό τε τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῆς ἕνεκα τῆς γνωστῆς ἐμπαθοῦς στάσεως τοῦ ἐν ἀποχῇ πολιτικοῦ κόμματος προκληθείσης πιέσεως τῶν τριῶν Δυνάμεων, ὄχι μόνον, λέγω, οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται, ἀλλὰ καὶ σκέψις, ἴσως, γίνεται, δικαίως, ἀναμφιβόλως, περὶ τοῦ δυνατοῦ ἢ μὴ ἐπιβαρύνσεως τῶν τάξεων τούτων διὰ προσθέτων φόρων, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τὴν κατάστασιν, τὴν διὰ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου γεννηθεῖσαν; Ἀξιότιμος Συνάδελφος, — ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Τσάμας — ὁμιλῶν ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, πάντως διὰ νὰ συγκινήσῃ τὴν Βουλήν, ἀνέφερε γεγονός, καθ’ ὅ, κάποιος ἐκ τῆς Ἐπαρχίας του τῷ ἔγραψεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη ἐφέτος, ἐνοικιαστὴς ὢν τοῦ φόρου δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων, νὰ εἰσπράξῃ τίποτε, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀπουσίαζεν, εὑρισκόμενος εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
§92Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ περίπτωσις αὕτη, καθ’ ἣν εἴσπραξις δὲν ἐγένετο, λόγῳ τῆς ἰδίας αὐτοῦ περιπετείας, δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§93Ι. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ὁ ἐξ Ἀχαΐας κ. Συνάδελφος τὸ ἀνέφερεν, εἰς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης του.
§94Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κακῶς τὸ ἀνέφερε, διότι περὶ αὐτῶν τῶν προσώπων δὲν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ τοῦ διακανονισμοῦ σχέσεως συναλλαγῆς μεταξὺ Δήμου ἢ Κοινότητος καὶ ἐνοικιαστῶν, σχέσεως, πληγείσης ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Αὕτη εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου.
§95Ι. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προβαίνει εἰς δήλωσιν, ἐπεξηγηματικήν, δυνάμει τῆς ὁποίας, τὸ νομοσχέδιον δὲν πρόκειται νὰ προνοήσῃ περὶ ἄλλου τινός, εἰ μὴ ἐκείνου, ὅστις ἐπλήγη, ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὄχι ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς ἐνοικιαστής.
§96Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον αὐτό. Κάμνετε σύγχυσιν τοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων συναλλασσομένων πρὸς ἄλληλα προσώπων καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐκπτώσεως τῶν τυχηρῶν, μὲ τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε. Μὴ συγχέετε, κ. Συνάδελφε, τὴν περίθαλψιν, οὕτως εἰπεῖν, ἥτις δίδεται εἰς τὸν πληγέντα, μὲ τὸ γεγονός, πῶς δέον νὰ κανονισθῇ ἐν συναλλαγῇ τὸ τυχηρόν.
§97Ι. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Τὸ προερχόμενον ἐξ ἀνωτέρας βίας; Τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διαφωνήσω ῥιζικῶς καὶ πρὸς τὴν αἰτιολογίαν ταύτην.
§98Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι ἀνωτέρας βίας. Τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὴν ἐπίπτωσιν τοῦ τυχηροῦ. Τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἄλλως παρεχομένην ἐπικουρίαν.
§99Ι. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ἓν καὶ τὸ αὐτό. Διότι τὸ τυχηρὸν ἐν τῷ προκειμένῳ θέματι, εἶναι ἡ ἀνωτέρα βία. Καὶ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ὁ ἀξιότιμος κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνέφερε τὸ γεγονὸς τῆς ἀνωτέρας βίας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἐν τούτοις νὰ διαφωνήσω, ἐπαναλαμβάνω, τελείως, καὶ ὡς πρὸς ταύτην τὴν δικαιολογητικὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ἀφορμὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπὸ ταύτης. Ἡ ἀνωτέρα βία εἶναι γνωστὴ εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον, ἀλλ’ ὄχι ὑφ’ οὓς ὅρους εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Κατὰ τὰς πηγὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, ἵνα ὑπάρξῃ ἀνωτέρα βία, εἶναι ἀνάγκη νὰ προκύψῃ ζημία ὁλοκληρωτική, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστῇ ἐντελῶς ἀδύνατος ἡ παροχή, ἵνα μεταχειρισθῶ νομικὸν ὅρον. Οὐδέποτε εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀνωτέρα βία, ἐὰν ἐπὶ μέρει μόνον ἡ παροχὴ καταστῇ ἀδύνατος. Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ὁλοσχεροῦς ἐλλείψεως παροχῆς; Πρόκειται περὶ τελείας παύσεως εἰσαγωγῆς εἰς τοὺς Δήμους κατὰ τὸ ἔτος 1915; Ὄχι, βεβαίως! Ὥστε καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, Κύριοι Βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ζημίας, διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι δυνατὸν νὰ ἐπῆλθε ζημία εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν κοινοτικῶν καὶ δημοτικῶν φόρων, εἰδικῶς, κατὰ τὸ ἔτος 1915. Παρουσιάζεται, ἴσως, ἀληθοφανής, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀληθής, ἡ γνώμη, ὅτι ὑπέστησαν τὸ παράπαν ζημίαν οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ 1915. Διότι, ἀσχέτως πρὸς τὸν λόγον ὅτι εἰς τοὺς πλείστους τῶν Δήμων δὲν παρουσιάσθη ἐλάττωσις εἰσαγωγικὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, — ἀπεναντίας μάλιστα παρουσιάσθη εἴς τινας καὶ αὔξησις — ἀσχέτως, λέγω, πρὸς τὸν λόγον τοῦτον, ἡ ἐνοικίασις, ἡ γενομένη κατὰ τὸ 1915, ἐγένετο κατὰ τε τὰς ἀντιλήψεις καὶ εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, ἡ ἐνοικίασις δηλ. ἐγένετο εἰς καταπληκτικῶς εὐτελεῖς προσφοράς. Κατὰ συνέπειαν, προκειμένου νὰ κρίνῃ τὸ Σῶμα τοῦτο, ἂν καὶ κατὰ πόσον δέον νομοθετικῶς νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ παραχωρῶσι δωρεὰς ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν, προκειμένου, λέγω, νὰ κρίνωμεν, Κύριοι Συνάδελφοι, περὶ τούτου, εἶναι ἀνάγκη, νὰ ἐξετάσωμεν οὐχὶ ἄν τινες — καὶ οὗτοι θὰ εἶναι οἱ ὀλιγώτεροι — τῶν Δήμων ἔτυχε νὰ ἔχωσι μικρὰν εἰσαγωγήν. Τὸ μέτρον τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ζημίας κατὰ τὸ ἔτος 1915, ἢ τῆς ὑπάρξεως μικρᾶς ἢ μεγάλης ζημίας, θὰ κριθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εὐτελοῦς ἐνοικιάσεως τοῦ ἔτους τούτου. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοτικῶν φόρων, ἀνήκοντες εἰς τὰς τάξεις τῶν ἐπιχειρηματιῶν, εἶχον καὶ ἔχουν πάντοτε τὴν πρόνοιαν νὰ διαισθάνωνται τὰ κέρδη πάσης ἐπιχειρήσεως, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ἔκτακτα γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ συμβοῦν. Ταῦτα ὑπολογίζονται πάντοτε μέν, ἀλλ’ εἰδικώτερον τῷ 1915, ὅτε εἶχον οὗτοι, ὡς εἴχομεν πάντες, διαισθήσεις περὶ ἀνωμαλιῶν. Ἀκριβῶς, αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου τὰ ἐνοίκια τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν προσόδων, κατὰ τὸ ἔτος 1915, εὑρίσκονται εἰς τὴν εὐτελεστάτην τῶν προσφορῶν. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ αὐτοῦ, πῶς δυνάμεθα νὰ συγχωρήσωμεν εἰς ἑαυτοὺς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εὐνοήσῃ ὡρισμένην τάξιν ἐπιχειρηματιῶν, ἐφ’ ὅσον πᾶς ἐπιχειρηματίας ὀφείλει νὰ φέρῃ τὰ δυσάρεστα βάρη τῶν ζημιῶν του, ὅπως μόνος αὐτὸς φέρει, ὡσαύτως, καὶ τὰ πολλὰ εὐχάριστα βάρη τῶν κερδῶν του; Εἰδικῶς δὲ, προκειμένου περὶ τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωρήσωμεν, ἵνα οὗτοι τύχωσιν ἐκπτώσεως διὰ τὸν ἐξαιρετικὸν λόγον, ὅτι ἐπὶ ἕν ἔτος ἔτυχε νὰ ζημιωθῶσιν, ἂν ἐζημιώθησαν, — διότι ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐζημιώθησαν, εἰ μὴ ἐλάχιστοι ἐλάχιστα, — πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ τύχουν ἐκπτώσεως ἐνοικίου; Ἔδωκαν ποτὲ οἱ κύριοι οὗτοι, ἢ θὰ δώσωσι, μέρος τῶν κερδῶν τῶν παρελθόντων ἢ μελλόντων ἐτῶν, πρὸς τοὺς Δήμους ἢ τὰς Κοινότητας, ὥστε νὰ δικαιολογῆται μία συμμετοχὴ τῶν Δήμων εἰς τὰς ζημίας τῶν ἐνοικιαστῶν ἑνὸς ἔτους; Δὲν φρονῶ, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὀφείλομεν, εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἔχομεν περὶ ἄλλων σοβαροτέρων ἔργων νὰ μεριμνήσωμεν, δὲν φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀσχολούμεθα, στηριζόμενοι εἰς κακὸν προηγούμενον, στηριζόμενοι εἰς κακὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἄλλη πολιτικὴ μερὶς, ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου εὑρισκομένη, καθιέρωσεν; Δὲν φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀσχολούμεθα μὲ παροχὰς δικλείδων πρὸς ἄνοιγμα δωρεῶν ὑπὲρ τῶν ἐπιχειρηματιῶν ἐκ μέρους τῶν Δήμων, δωρεῶν πρὸς αὔξησιν τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα εἰσεκομίσθησαν ἀπὸ ἐνοικιάσεις προηγουμένων ἐτῶν. Καὶ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος ἡ ἀρχὴ αὕτη. Διότι, μὴ πλανώμεθα, Κύριοι Βουλευταί. Τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν προσόδων, θὰ σκανδαλίσῃ, θὰ γλυκάνῃ καὶ ἄλλους ἐνοικιαστὰς ἄλλων προσόδων. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τῆς δεκάτης, εὑρισκόμενοι αὔριον πρὸ τοῦ τετελεσμένου γεγονότος τῆς ψηφίσεως τοιούτου νόμου, θὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον ὑμῶν καὶ κάτω νεύοντες τοὺς ὀφθαλμούς, ἀλλὰ τρίβοντες κρυφίως ἐξ εὐχαριστήσεως τὰς χεῖράς των, θὰ σᾶς εἴπωσιν: «Ἕνεκα ὁ πόλεμος, ἕνεκα αἱ περιστάσεις... λάβετε καὶ ὑπὲρ ἡμῶν ἓν χριστιανικὸν μέτρον καὶ χαρίσατε καὶ εἰς ἡμᾶς μέρος τῶν ἐνοικίων τῆς δεκάτης». Διότι ἐνοικιασταὶ εἶναι καὶ αὐτοί, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι, ἐνῷ οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων ὀρέγονται νὰ φάγουν ἀπὸ τὰ ψαχνὰ τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν δήμων, οἱ ἐνοικιασταὶ τῆς δεκάτης θὰ θελήσωσι νὰ μασήσουν ἀπὸ τὰ κόκκαλα τοῦ δημοσίου! Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν δύναμαι νὰ ταχθῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἔχω ἐνδοιασμούς τινας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, εἰδικῶς, ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως μόνον. Εἶπον, εἰδικῶς ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως, διότι δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω γενικὴν δυσπιστίαν εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, προκειμένου περὶ ἄλλων ζητημάτων, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀτόμων κατὰ πάντα εὐϋπολήπτων, τὰ ὁποῖα ἀπολαύουσι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ. Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν κοινοτικῶν καὶ δημοτικῶν προσόδων δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις, τὰς βιοπαλαιούσας ἀγρίως· ἀνήκουσιν εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις τῆς Κοινωνίας τοῦ Δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον βιοῦσιν· εἶναι οἱ εὐπορώτεροι, κατὰ κανόνα, τοῦ τόπου· ἡγοῦνται τῶν κοινῶν ἐν τῷ Δήμῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ διαμένουν, συνδέονται ἀμέσως ἢ ἐμμέσως μὲ τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους, εἴτε δι’ αἰσθηματικῆς, εἴτε διὰ πολιτικῆς φιλίας. Γνωρίζετε δὲ τὰς ἀδυναμίας μας ὅλοι! Πολὺ ὅθεν φοβοῦμαι, ὅτι, ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, αἱ πλειοψηφίαι, τοὐλάχιστον, τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ κρίνωσι περὶ ἐκπτώσεως ἢ μὴ ἐκπτώσεως τοῦ ἐνοικίου, θὰ ἐπηρεασθῶσιν, ἴσως, ἐκ τοῦ δεσμοῦ, ὅστις συνδέει τὰ πρόσωπα αὐτῶν πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς, καὶ μεταχειριζόμενοι, ὡς προφυλακτικὴν ἀσπίδα κατὰ πάσης τυχὸν μομφῆς, τὸν ψηφισθησόμενον νόμον, θὰ προβῶσι μετὰ θάρρους εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῶν ἐνοικίων μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὁρίσει ἡ σχετικὴ τοῦ νόμου τούτου διάταξις, καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, ὅπου οὐδεὶς λόγος ἐκπτώσεως ἤθελεν ὑπάρχει. Ἕνεκα ὅλων τῶν λόγων αὐτῶν, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ εἶχον τὴν δύναμιν νὰ κάμω ἔκκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅπως, μετὰ ὡριμωτέραν σκέψιν, ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ θὰ ἤμην ἀνάξιος τῆς τιμῆς, διὰ τῆς ὁποίας περιεβλήθην ὑπὸ τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, ἐὰν ἀπέκρυπτον τὴν στιγμὴν ταύτην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι. Μεταξὺ τῶν πράξεων, δηλονότι, τοῦ κόμματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐφυγομάχησε κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογάς, πράξεων καὶ ἀποφάσεων καὶ νόμων, οἵτινες ἤγαγον ἡμᾶς τοὺς ἐκ τῆς Νέας Ἑλλάδος προερχομένους, νὰ γίνωμεν ἀντιβενιζελικοί, δι’ ἐσωτερικὰ ζητήματα, πρὶν ἢ μονιμοποιηθῶμεν ὡς τοιοῦτοι διὰ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, εἶναι αἱ πράξεις, αἱ ἀποφάσεις ἢ οἱ νόμοι, ὡς ὁ παρών, τοὺς ὁποίους εἰσηγήθη καὶ ἐψήφισε τὸ ἀπέχον κόμμα. Ἔχω σωρείαν ἐπιστολῶν ἐκ τοῦ Νομοῦ, ἐξ οὗ ἐκλέγομαι, ἐκ προσώπων, κατὰ πάντα ἀξίων νὰ λαμβάνωνται σοβαρῶς ὑπ’ ὄψει προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα διαμαρτύρονται διὰ τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο νομοσχέδιον, καὶ τὰ ὁποῖα διὰ χρωμάτων ζωηρῶν μὲ καθιστῶσι προσεκτικὸν διὰ τῆς φράσεως: «Μά, θὰ κάμητε καὶ σεῖς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔκαμνε τὸ κόμμα, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἐτάχθημεν, ἀκριβῶς, ἕνεκα τοιαύτης φύσεως ἀποφάσεων, πρὶν ἢ γεννηθῇ ἐξωτερικὸν ζήτημα;». Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ ὑπερψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν θέλω διὰ τούτων νὰ ἐπιρρίψω τὴν παραμικροτέραν σκιὰν μομφῆς ἐπὶ τῆς ἀκεραιότητος καὶ τῆς λευκότητος τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργοῦ, τῆς ἀπολύτως ἀνεγνωρισμένης, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐκ πλάνης εἰσηγήθη ἐνώπιον ἡμῶν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, στηριχθείς, πάντως, εἰς ἓν κακὸν προηγούμενον, ληφθὲν ὑπὸ ἄλλης πολιτικῆς μερίδος, πρὸς ἥν μᾶς χωρίζει ἀντίθεσις πολιτικῶν πεποιθήσεων. Ἐὰν δὲ ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι, ἴσως, εἶναι ὑπερανθρώπινον τὸ ὁμολογεῖν μίαν πλάνην. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναδειχθῇ, πράγματι, ὑπεράνθρωπος, ἀναγνωρίζων τὴν μικρὰν ταύτην πλάνην καὶ ἀποσύρων τὸ νομοσχέδιον.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπέντζας ἔχει τὸν λόγον.
§101Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀντικρούσω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ προλαλήσαντος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σκοπιμότητα καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοὐναντίον, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τόσον οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες, ὅσον καὶ τὸ Δημόσιον δὲν πρέπει νὰ στείνωσι παγίδας, διὰ τῶν ἀπροσδοκήτων καὶ ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, εἰς τοὺς ἐπιχειρηματίας ἐνοικιαστάς, εἰς ἀνθρώπους βιοπαλαιστάς, τοὺς ἐπιδιώκοντας ἐντίμως νὰ πορισθῶσι κέρδος τι, οὐδὲ νομίζω, ὅτι, ὅταν παρουσιάζωνται περιστάσεις, ὡς εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις, πρέπει, ἀδιαφόρως, οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες καὶ αὐτὴ ἡ Πολιτεία ν’ ἀποβλέψωσιν εἰς τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεις. Αὐτὸ τὸ συμφέρον τῶν Δήμων, τῶν Κοινοτήτων, τοῦ Δημοσίου καὶ παντὸς ἐργοδότου ἐπιβάλλει τὴν προστασίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, διότι, ὅταν, βεβαίως, δὲν προστατεύωνται, ζημίαν θὰ ἀποδώσωσι. Δὲν νομίζω, ὅτι τὰ Κοινοτικὰ Συμβούλια θὰ προβῶσιν εἰς δωρεὰς ἀσκόπους. Ἴσως–ἴσως, μετὰ μεγαλειτέρας φειδοῦς καὶ μεγαλειτέρου ἐνδιαφέροντος ἐνήργησαν τὰ κατὰ τόπους Συμβούλια. Τοῦτο θέλομεν ἴδει, ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἐκ τῶν ἀρχῶν τούτων ὁρμώμενος, νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Διατὶ οἱ ἐν γένει ἐνοικιασταὶ νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν; Δὲν ἐπηρεάζονται οὗτοι ἀπὸ τὴν ἀνωμαλίαν τὴν οἰκονομικήν, τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ περιληφθῶσι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοσίων προσόδων. Διότι, ἐὰν ἡ κατάστασις, ἡ δημιουργηθεῖσα ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐπηρέασε τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων, ἐπηρέασεν, ἐπίσης, καὶ τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν δημοσίων προσόδων, οὔτε δύναται νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις ἐδημιούργησε κατάστασιν ἀνώμαλον ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων εἰς ἕνα τόπον καὶ δὲν ἐπηρέασε πάντα ἐν γένει ἄμεσον φόρον, ἐνοικιαζόμενον. Νομίζω, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι καὶ τὸ πρέπον, νὰ μὴ θέλωμεν νὰ μεροληπτῶμεν, προκειμένου περὶ συμφερόντων, ἔστω καὶ τοῦ Δημοσίου, εἰς βάρος βιοπαλαιστῶν, εἰς βάρος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ προσπορισθῶσι τὸν ἄρτον των ἐντίμως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ κρίνῃ ὀρθῶς καὶ νομίμως, ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι πρέπον καὶ συμφέρον εἰς τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ἀφήσῃ ἀπροστατεύτους ἀνθρώπους, οἵτινες συνέτρεξαν, συντρέχουσι καὶ θὰ συντρέξωσιν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων προσόδων.
§102Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐζήτησα τὸν λόγον, καὶ ταχθεὶς ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου, διότι νομίζω, ὅτι, ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, δίδει λαβὴν εἰς ἀντιφάσεις, καθ’ ὅσον, ἐνῷ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἀναφέρεται εἰς τὸν προγενέστερον νόμον, ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 παρελείφθησαν οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοσίων φόρων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν τροπολογίαν μου κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§103Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ψηφίζεται, ὡς κατεπεῖγον, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἔκπτωσις ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ ἔτους 1915, καθ’ ὃν τρόπον τοῦτο ἔλαβε χώραν καὶ κατὰ τὸ 1914, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου 409. Τὸ νομοσχέδιον ἐκηρύχθη κατεπεῖγον καὶ πρόκειται δι’ αὐτοῦ αἱ Κοινότητες, αἱ ὁποῖαι στεροῦνται χρημάτων, αἱ ὁποῖαι ὑποχρεοῦνται εἰς τόσας δαπάνας, καὶ ἰδίως εἰς τὰς δαπάνας τῆς περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς δαπάνας ἐλαττώσεως τῶν προσόδων ἐκ τῶν ἐνοικιαστῶν. Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν κοινοτικῶν φόρων, καὶ ἐν γένει τῶν φόρων τούτων, εἰσὶν ἐπιχειρηματίαι, ἀνέλαβον ὑποχρεώσεις, ἐπὶ τῇ πιθανότητι, ἢ ὅτι θὰ κερδίσουν χρηματικὸν ποσόν, ἢ ὅτι θὰ ζημιωθοῦν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς των, εἶναι πιθανὸν νὰ ζημιωθῶσιν. Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν φόρων εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, συνήθως, πλουτίζουν. Ἐὰν εἰς μίαν περίστασιν ζημιωθῶσιν, εἶναι ὀρθὸν νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον περὶ ἐκπτώσεως τοῦ ἐνοικίου καὶ νὰ κηρυχθῇ μάλιστα κατεπεῖγον; Εἶνε μόνον οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν φόρων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν ἐκ τοῦ πολέμου; Κύριοι, καταπλήσσομαι διὰ τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, νομοσχεδίου κηρυχθέντος μάλιστα κατεπείγοντος. Ἔχομεν τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων, αἱ ὁποῖαι πένονται καὶ ζητεῖτε ἔκπτωσιν δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον μίαν ἐπιχείρησιν, ἐπὶ τῇ πιθανότητι νὰ κερδίσουν χρήματα καὶ οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῶν περιστάσεων, δὲν ἐκέρδισαν. Σᾶς ἐρωτῶ, λοιπόν: κατὰ ποῖον τρόπον δύναται νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος; Τὸ ἐπιχείρημα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ὅτι ἐφαρμόζεται καὶ κατὰ τὸ 1915, ὅ,τι καὶ κατὰ τὸ 1914, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου 409...
§104Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον ὅτι, διότι ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1914, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ ἐφέτος. Ὅ,τι κακῶς ἐγένετο τῷ 1914 δὲν πρέπει νὰ γίνῃ καὶ τῷ 1915.
§105Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁ λαὸς πένεται, ἡμεῖς δέ, ἐνῷ δὲν δυνάμεθα νὰ προνοήσωμεν διὰ τὸν πενόμενον λαόν, λαμβάνομεν πρόνοιαν διὰ τοὺς ἐπιχειρηματίας. Φέρετε νομοσχέδιον καὶ κηρύσσετε τοῦτο κατεπεῖγον, διὰ νὰ δώσητε ἔκπτωσιν εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς, εἰς τοὺς ἐπιχειρηματίας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἂν ἄλλως εἶχον τὰ πράγματα, θὰ ἐκέρδιζον καὶ θὰ ἐπλούτιζον, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀφαιρέσουν χρήματα ἀπὸ τὰς Κοινότητας, αἱ ὁποῖαι Κοινότητες ἔρχονται ἀρωγοὶ εἰς τὰς πτωχὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων. Καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ ἔχω ἓν αὐτοκίνητον, ἀλλὰ δὲν ἔχω, ἔχω ἀνάγκην νὰ πληρώσω τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας μου. Λοιπόν, ἐπαναλέγω, ὅτι, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, κατὰ τὸ 1914, αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπιστράτων δὲν ἐπείνων...
§106Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Καίτοι τότε ἐπῆραν 500.000.000 δάνειον αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπιστράτων δὲν ἐπληρώνοντο ἐκ μέρους τοῦ Κράτους.
§107Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Σήμερον ὅμως, δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κηρύσσῃ κατεπεῖγον καὶ ψηφίζει νομοσχέδιον, προνοοῦν μόνον περὶ τῶν ἐπιχειρηματιῶν καὶ τῶν πλουσίων. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει καὶ τοὺς ἀδικουμένους πολίτας, τὸν λαόν.
§108Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Αὐτοὶ ἀνέλαβον μίαν ὑποχρέωσιν. Εἶναι δίκαιον νὰ τοὺς ἀφήσωμεν εἰς τὴν τύχην των, νὰ καταστραφῶσιν;
§109Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Νὰ ζημιωθοῦν. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς παρακολουθήσω εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ δικαίου. Δίκαιον εἶναι δι’ ἐκεῖνον τὸν πλούσιον, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε μίαν ὑποχρέωσιν μὲ τὸν σκοπὸν νὰ κερδίσῃ χρήματα καὶ τὸν ὁποῖον, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ χάσῃ, διότι αὐτὰ ἔχουσιν αἱ ἐπιχειρήσεις, νὰ τὸν ἀποζημιώσωμεν;
§110Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ διευθετήσω πολλὰς ὑποθέσεις, σχετικὰς μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐμνημονεύσατε, ἀντελήφθην δέ, ὅτι ὅλοι ὅσοι προσῆλθον πρὸς ἐμέ, ἦσαν πτωχότατοι χωρικοί.
§111Γ. ΠΩΠ. Οἱ πλούσιοι θὰ ἐπῆγαν εἰς τὸν διάδοχόν σας.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔρχεται, ὡς κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν σειράν του συζητεῖται.
§113Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς του ἐκηρύχθη κατεπεῖγον. Τώρα λέγετε: Μήπως θὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς; Θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς Συμβούλια. Ἀλλὰ τὰ Συμβούλια, ὅπως τὰ συνιστᾶτε, ὑπόκεινται εἰς τὴν πίεσιν τῶν Ἀρχῶν καὶ τῆς πολιτικῆς, διότι εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὰ συμβούλια. Λοιπόν, ποῖος θὰ βεβαιώσῃ, ὅτι θὰ εἶναι ἀκέραια τὰ συμβούλια ταῦτα; Καὶ διατὶ παραδίδετε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου εἰς τοιαῦτα συμβούλια; Κατὰ ποῖον τρόπον — ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι νομομαθής, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, οὔτε νὰ συζητήσω μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς νομικὰ ζητήματα, — κατὰ ποῖον τρόπον παραδίδετε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου εἰς ἐπιτροπάς, ἀπὸ τὸν Νομάρχην, ἀπὸ τὸν Τελώνην, διὰ νὰ κανονίσουν ἀποζημιώσεις; Τὰς ἀποζημιώσεις, τὰς κανονίζει τὸ δικαστήριον. Ἐπαναλαμβάνω, διαφωνῶ πλήρως πρὸς τὸν ὑποβαλόντα τὸ νομοσχέδιον, διότι σήμερον ἀδικεῖται μέγας ἀριθμὸς πολιτῶν, ἀδικεῖται δέ, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ παραβάσει καὶ τῶν νόμων, καὶ τοῦ Συντάγματος, ἀδικεῖται μέχρις αἵματος καί, ἐνῷ δὲν λαμβάνεται καμμία μέριμνα περὶ αὐτῶν, ἐρχόμεθα διὰ μίαν τάξιν πλουσίων ἐπιχειρηματιῶν, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε, κατὰ κακὴν μοῖραν αὐτῶν, νὰ ζημιωθῶσιν, ἐρχόμεθα ἀμέσως καὶ ἀπονέμομεν τὸ δίκαιον, περὶ τῶν ἄλλων δὲ δὲν ὑπάρχει δίκαιον. Δίκαιον δὲν ὑπάρχει διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων, δίκαιον δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν πτωχὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἕνα ζῷον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποζῇ καὶ τὸ ἐπιτάσσετε, τὸ ἐκτιμᾶτε εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς καὶ δὲν τοῦ δίδετε τὸ χρῆμα, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι κατεστραμμένος, αὐτὸς δὲν ἔχει δίκαιον, ἔχει δίκαιον μόνον ὁ πλούσιος. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν τὴν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν μονομερῆ διατύπωσιν τοῦ δικαίου. Ἐπιπροσθέτως, τὸ νομοσχέδιον θέτει εἰς ἐφαρμογὴν τὰ ἄρθρα 1–5, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ παλαιοῦ νόμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναφέρεται τὸ νομοσχέδιον, διότι τοῦτο λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Οἱ ἐνοικιασταί... κλπ.». Ὁ νόμος τοῦ 1914, προέβλεπεν ὅπως, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν εἶχον κληθῆ οἱ ἐνοικιασταὶ ὑπὸ τῶν Δημοτικῶν ἢ Κοινοτικῶν Ἀρχῶν εἰς λύσιν τῆς συμβάσεως, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν θὰ ἐφηρμόζοντο αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἡ τοιαύτη διάταξις δὲν ὑφίσταται προφανῶς, διότι ἐγένετο ἡ παράλειψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ καλέσῃ τὰ Κοινοτικὰ καὶ Δημοτικὰ συμβούλια νὰ καλέσωσι ταῦτα τοὺς ἐπιχειρηματίας νὰ λύσωσι τὰς συμβάσεις. Ἄν προέβλεπεν ἡ Κυβέρνησις τὸ πρᾶγμα αὐτό, καὶ εἶχεν ἀναγνώσει κἄν τὸν νόμον αὐτόν, ὁ ὁποῖος, ἀκριβῶς, ὑποδεικνύει τὶ ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις, λαβοῦσα γνῶσιν τῶν παραπόνων, νὰ καλέσῃ τοὺς κοινοτικοὺς συμβούλους, ὅπως καλέσωσι τοὺς ἐπιχειρηματίας εἰς λύσιν τῆς μισθώσεως. Ἄν τοῦτο ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἠδύνατο τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἤδη ψηφισθέντος νόμου νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, ἐνῷ σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ μᾶς λέγει: «Αὐτοὶ ἐζημιώθησαν, πρέπει νὰ τοὺς ἀποδώσωμεν τὰ χρήματα». Διατὶ δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν νὰ καλέσητε νὰ λύσητε τὰς συμβάσεις, οὕτως ὥστε ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅσοι δὲν ἤθελον λύσει τὴν σύμβασιν, νὰ μὴ ἔχουν δικαίωμα ἀποζημιώσεως; Ἰδοὺ καὶ μία ἔλλειψις προνοίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ καταγίνεται εἰς ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδίδονται χρήματα εἰς ἐπιχειρηματίας, εἰς στιγμὴν καθ’ ἥν οἱ πολῖται ἀδικοῦνται, πένονται καὶ οἱ χωρικοὶ πληθυσμοὶ στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου των.
§114Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ δηλώσω τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔσχον ἐκ τῆς ὁμιλίας του, ὅτι οὐδὲν εἶπε περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὡμίλησε περὶ μιᾶς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς εὑρίσκει ὅτι παραβιάζομεν, τῆς ἀρχῆς, ὅτι, ἐνῷ δὲν πληρώνομεν τοὺς πένητας, τῶν ὁποίων ἐπετάχθησαν τὰ ζῷα, ἐνῷ δὲν πληρώνομεν τὰς περιθάλψεις πρὸς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων, ταῦτα δὲ πάντα παραλείπομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν, ἐλλείψει πόρων, ἐλλείψει χρημάτων ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, ἀφ’ ἑτέρου πληρώνομεν τοὺς πλουσίους ἐνοικιαστάς...
§115Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δηλαδή, αἱ Κοινότητες.
§116Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐνῷ δὲν πληρώνομεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν ἀπὸ τὴν μιὰ μεριά, πληρώνομεν ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξανίσταται κατὰ τῆς ἀδικίας αὐτῆς, διότι, εὑρίσκων τὰς δύο περιπτώσεις ἐντελῶς ὁμοίας, εὑρίσκει, ὅτι εἰς τὴν μίαν περίστασιν δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ἐνῷ εἰς τὴν ἄλλην λαμβάνεται πρόνοια· ἐξανίσταται ἡ συνείδησις αὐτοῦ, ἡ τόσον εὐαίσθητος, ὑπὲρ τῶν πτωχῶν καὶ τόσον ἀδυσώπητος πρὸς τοὺς πλουσίους ἐνοικιαστάς, καὶ λέγει: «Τὶ πράττετε; Τοὺς πτωχοὺς δὲν τοὺς λογαριάζετε, εἰς τοὺς πλουσίους δίδετε καὶ ἄλλα, διὰ νὰ γίνωσι πλουσιώτεροι;». Ταῦτα πάντα καὶ μόνον ταῦτα ἦσαν τὸ περιεχόμενον τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Ταῦτα πάντα δὲν ἔχουσι καμμίαν, ἀπολύτως καμμίαν, σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Διὰ νὰ ἀποδείξω δ’ ἔτι πληρέστεορν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, οὐχὶ διὰ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα μὲ ἄλλας βλέψεις, μὲ ἄλλους σκοπούς, μὲ σκοπούς, ἀντιπολιτευτικούς. Διὰ ν’ ἀποδείξω δέ, ὅτι διὰ τοῦτο ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅσα εἶπε καὶ οὐχὶ διὰ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, μᾶς ἀντέταξε τὴν τελευταίαν παρατήρησιν: «Παρελείψατε τὸ καθῆκόν σας, νὰ διατάξητε τὰ Συμβούλια, τὰ Δημοτικὰ καὶ Κοινοτικά, νὰ ζητήσωσι διάρρηξιν τῶν μισθώσεων πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς. Παρελείψατε, Κύριοι, τὸ καθῆκόν σας, καὶ παρελείψατε αὐτὸ ἐξ ἐνδιαφέροντος πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς, διότι ἐκ προθέσεως θέλετε νὰ κάμητε τοὺς μὲν πλουσίους πλουσιωτέρους, τοὺς δὲ πτωχοὺς πτωχοτέρους».
§117Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶπον ἐκ προθέσεως, εἶπον περὶ ἐλλείψεως προνοίας.
§118Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ παραλείψεως προνοίας, περὶ παραλείψεως καθήκοντος, ἐκεῖ ὅπου, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε περὶ παραλείψεως προνοίας, περὶ παραλείψεως καθήκοντος, βεβαίως, πρόθεσις ἀφήνετε νὰ ἐξυπακούηται. Διότι περὶ τίνος πρόκειται; Ὑπάρχει ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ 1914, ὁ ὁποῖος τὶ λέγει; Ἐψηφίσθη τὸν Νοέμβριον καὶ λέγει, ὅτι τὰ Δημοτικὰ καὶ Κοινοτικὰ Συμβούλια δύνανται, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ εἴπωσιν εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς, τοῦ νόμου ἰσχύοντος ἤδη, ὅτι: «Κύριοι, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ διαλύσωμεν τὰς ἐνοικιάσεις». Καί, ἄν ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους θὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη δήλωσις δὲν ἤθελον νὰ διαλύσωσι τὴν ἐνοικίασιν, ἔχει μίαν ἄλλην, πολὺ φυσικήν, διάταξιν ὁ νόμος, καθ’ ἥν, τοὺς λέγει: «Ἐὰν σήμερον δὲν θέλητε νὰ διαλύσητε τὴν ἐνοικίασιν, ὕστερον δὲν δικαιοῦσθε νὰ ζητήσητε ἐλάττωσιν τοῦ μισθώματος. Διατί; Διότι σᾶς προσεκάλεσα νὰ διαλύσητε τὴν μίσθωσιν καὶ δὲν ἠθελήσατε. Ἄρα δὲν ἐπῆλθε ζημία ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως, καὶ δὲν δύνασθε νὰ ζητήσητε ἐλάττωσιν τοῦ μισθώματος». Ἀλλ’ αὐτὸ λέγει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ Νοέμβριον, καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τὰ Δημοτικὰ καὶ Κοινοτικὰ Συμβούλια νὰ εἴπωσιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ διαλύσωμεν τὴν ἐνοικίασιν. Ἤδη, νόμος δὲν ὑπάρχει. Πῶς εἶναι δυνατόν, μὴ ὑπάρχοντος νόμου ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, νὰ εἴπωσιν πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς: «Διαλύωμεν τὰς μισθώσεις». Καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσι τοιοῦτό τι πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ νὰ τοὺς προτείνωσι νὰ λύσωσι τὰς μισθώσεις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νόμος παρέχων τὸ δικαίωμα τοῦτο; Καὶ ὅταν τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχωσι τὰ Δημοτικὰ ἢ Κοινοτικὰ Συμβούλια, πῶς ἔρχεσθε ὑμεῖς νὰ ψέξητε τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν τῶν συμβουλίων τούτων ἐπὶ παραλείψει προνοίας καὶ ἔρχεσθε νὰ ψέξητε αὐτήν, διὰ νὰ εἴπητε, ὅτι οἱ διοικοῦντες δὲν ἐνδιαφέρονται διὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον διὰ νὰ κάμωσι τοὺς πλουσίους πλουσιωτέρους καὶ τοὺς πτωχούς, διὰ τοὺς ὁποίους μόνον σεῖς ἐνδιαφέρεσθε καὶ ὄχι οἱ ἄλλοι, καὶ μόνον σεῖς ἔχετε τὴν καρδίαν εὐαίσθητον δι’ αὐτοὺς τοὺς πτωχούς, νὰ τοὺς κάμωσι πτωχοτέρους; Ἔπρεπε νὰ εἴπητε καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε εἰς τὸ τέλος διὰ νὰ καταλήξητε, ὅπως κατελήξατε, ὁμιλοῦντες οὐχὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἵνα εἴπητε τετριμμένας φράσεις περὶ πλουσίων καὶ πτωχῶν, ἵνα κάμητε κατάπληξιν εἰς τοὺς ἀφελεστέρους καὶ πολεμήσητε οὕτω τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπειδὴ οὐδὲν εἴπατε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν λέγω καὶ ἐγὼ εἰς ἀπάντησιν ὑμῶν.
§119Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πρῶτον ἐπιθυμῶ νὰ ζητήσω συγγνώμην, διότι τὸν ἐτάραξα ὀλίγον καὶ ἐξωργίσθη...
§120Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, δὲν ἐξωργίσθην.
§121Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ κατηγόρησεν, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα νὰ δημιουργήσω ἐντυπώσεις. Ἀλλ’ οὐδέποτε πράττω τοῦτο, εἰς πάντας δὲ τοὺς παρακολουθοῦντας ἐμὲ εἶναι γνωστόν, ὅτι οὐδέποτε εἰς ἐντυπώσεις, ἢ εἰς σχήματα καταφεύγω, ἀλλὰ πάντοτε στηρίζομαι ἐπὶ πραγματικῶν γεγονότων καὶ ἐπὶ τούτων ὁμιλῶ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις, ὅστις δύναται νὰ ἀξιώσῃ μεγίστην ἱκανότητα περὶ τὴν παραγωγὴν ἐντυπώσεων, αὐτός, ἀσφαλῶς, εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι τὰ χειροκροτήματα τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἀποσπᾷ πᾶσα ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχής, ἐὰν εἶχον τὴν ρητορικὴν δεινότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀτυχῶς, δὲν ἔχω τὸ προσὸν τοῦτο, καὶ ἑπομένως, νομίζω, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἄνθρακες, καίτοι οἱ ἄνθρακες, κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, ἀποτελοῦσι χρυσὸν καὶ διαψεύδουσι τὸ ρητὸν «ἄνθρακες ὁ θησαυρός».
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολὺ ἀκριβοὶ τώρα οἱ ἄνθρακες (Γέλωτες).
§123Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγκαλούμενος ἢ ἐλεγχόμενος, νὰ ὁμιλῇ περὶ προθέσεων ἡμῶν ἀντιπολιτευτικῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος πρὸς τὰς κοινοβουλευτικὰς ὑποχρεώσεις, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ κάμνωμεν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πράξεών του, ἀλλ’ ἀμέσως αὐτὸς ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ κατηγορεῖ ἡμᾶς ὅτι ὁμιλοῦμεν, δῆθεν, μὲ ἀντιπολιτευτικὰς τάσεις. Σᾶς ἐρωτῶ: Ἐσχηματίσατε σεῖς τὴν πεποίθησιν ὅτι, ὅταν ἀνῆλθον ἐγὼ τὸ βῆμα, ἠθέλησα νὰ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν; Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κατηγορήσῃ διὰ τοῦτο ...
§124Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι κατηγορία, εἶναι δικαίωμά σας.
§125Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος πολλάκις, ἀπέφυγε νὰ κάμῃ τοιοῦτόν τι, οὗτος εἶμαι ἐγώ. Ἐγὼ ἐσυνήθισα νὰ μὴ ἀντιπολιτεύωμαι, ἀλλὰ νὰ ἐλέγχω, ὅταν στηρίζωμαι ἐπὶ πραγματικῶν γεγονότων. Καί, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εὑρισκόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν ὡμίλει, ἐγὼ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρισκόμενος, ἠγωνιζόμην διὰ τοῦ Τύπου, ἠγωνιζόμην δὲ ἀξιωματικὸς ὤν, καὶ εἰς τοὺς ἀγῶνάς μου αὐτοὺς ἐθυσίασα καὶ τὰς ἐπωμίδας τοῦ ἀξιωματικοῦ. Καὶ ἔρχεται νῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, στερούμενος ἐπιχειρημάτων, νομίζει, ὅτι δύναται νὰ ἐπιρρίπτῃ μομφὰς κατ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνῆλθον τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτευτικοῦ. Ὄχι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, πλανᾶσθε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι διὰ τοιούτων ρητορικῶν σχημάτων, δύνασθε νὰ καταρρίψητε τοὺς ἀντιπάλους σας. Ἄλλως τε, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος τῆς Κυβερνήσεως, διότι πολλάκις ἐψήφισα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶμαι ἀνεξάρτητος, φρονῶν ὅτι μόνον διὰ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἀληθείας εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διαφωνῶ δὲ πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει τις νὰ ἀνήκῃ εἰς ἓν κόμμα καὶ ἐκεῖ πλέον τυφλὰ νὰ ψηφίζῃ πᾶν ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται, καὶ νὰ χειροκροτῇ. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ἡ γνώμη μου αὕτη εἶναι πεπλανημένη, εἶναι δικαίωμά σας, δὲν ἔχετε ὅμως τὸ δικαίωμα, καὶ σᾶς δηλῶ, ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μοῦ ἀποδίδητε τοιαύτας κατηγορίας, διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξέλθω καὶ ἐγὼ τῶν κοινοβουλευτικῶν ὁρίων. Καὶ ταῦτα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον, ἐν παρόδῳ εἰρήσθω, σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ ἐγώ, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἀδίκως ἐξετόξευσε κατ’ ἐμοῦ ὅσα εἶπεν. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ θέμα, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, δὲν εἶμαι ἄνθρωπος ἐντυπώσεων καὶ ρητορικῶν σχημάτων, ἀλλὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν γεγονότων. «Ὅταν τὰ πράγματα ἀπῇ, ὁ λόγος καινόν τι καὶ μάταιον φαίνεται» ἔλεγεν ὁ μέγας ρήτωρ τῆς ἀρχαιότητος, καὶ ἐπὶ τούτου, ἀκριβῶς, ἐρειδόμενος, ἐπὶ τῶν πραγμάτων, δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ ρητορικῶν σχημάτων καὶ πατριωτικῶν ἐξάρσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνελθὼν τὸ βῆμα, εἶπε καὶ ἄλλο, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ποῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον; Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς ἕνα νόμον, ἐψηφισμένον ἤδη. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁμιλεῖ περὶ μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία γνωμοδοτεῖ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐπέλθει ζημία εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν δημοτικῶν φόρων ἢ κοινοτικῶν τοιούτων. Τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖται ἐκ τριῶν ἄρθρων. Τὸ πρῶτον δὲν λέγει τίποτε. Τὸ δεύτερον ἄρθρον λέγει: (Ἀναγινώσκει), καὶ τὸ τρίτον, ὅτι ἀναστέλλεται ἡ καταδίωξις τῶν ἐνοικιαστῶν. Τὶ εἶναι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γένηται συζήτησις; Ἐὰν ὑπάρχῃ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γένηται συζήτησις, τοῦτο εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὅτι ζητεῖ νὰ ἀποζημιώσῃ τὸ Κράτος τοὺς ζημιωθέντας ἐνοικιαστὰς καὶ νὰ ἀποδώσῃ ἕν δίκαιον, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν ἐμήν, ἐφ’ ὅσον τόσα ἄλλα μεγαλείτερα δίκαια ζητήματα ὑφίστανται. Τοῦτο εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξωργίσθη καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ἐγὼ κατέκρινα τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἔλλειψιν προνοίας, καὶ διὰ νὰ ποιήσηται τὴν ἐντύπωσιν, τῆς Βουλῆς ἀποτελουμένης, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐξ ὁμοφρόνων, εἶπεν, ὅτι ἐγώ, ἐκ πορθέσεως καὶ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτευτικοῦ, εἶπον, ὅσα εἶπον...
§126Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον ἐγὼ ἐκ προθέσεως.
§127Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Σᾶς διέφυγε, δὲν ἐμελετήσατε τὸ ζήτημα. Σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀκριβῶς, ἀποβλέπων εἰς παραγωγὴν ἐντυπώσεως, ἐζήτησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγώ, ἐκ προθέσεως, συνεννοήθην μὲ τοὺς ἐνοικιαστὰς, διὰ νὰ εἴπω, ὅσα εἶπον. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸ ρητορικὸν σχῆμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, μεταβληθεὶς εἰς ἀδικούμενον, καθῆκον εἶχε καὶ δικαίωμα νὰ ἀποσπάσῃ τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὴν συμπάθειαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως νὰ χειροκροτηθῇ, ὡς ἐχειροκροτήθη. Εἶπον, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον προνοεῖ καὶ ζητεῖ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ 5ου ἄρθρου τοῦ νόμου 1914, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1914. Ὁ νόμος οὗτος ἐν ἄρθρῳ 6ῳ λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «οἱ ἐνοικιασταὶ... κλπ.». Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν: Μᾶς κατηγορήσατε, ὅτι δὲν ἐψηφίσαμεν διάταξιν νόμου μὴ ὑφισταμένου. Μάλιστα, Κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἴχατε ὑπ’ ὄψει σας, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἠθέλατε νὰ δωρήσητε εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν φόρων μέρος τῆς ζημίας, δὲν ἔπρεπε νὰ λάβητε τὴν πρόνοιαν σεῖς, ὄχι διὰ τοῦ νόμου, ἀλλὰ διὰ διαταγῆς σας, νὰ καλέσητε τοὺς ἐνδιαφερομένους ἐνοικιαστὰς καὶ νὰ τοὺς ὑποδείξητε, ἂν ἤθελον νὰ λύσουν τὴν σύμβασιν; Ἐὰν ἐλάμβανε τὴν πρόνοιαν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ ἠδύνατο σήμερον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποδοθῇ ζημία μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐκλήθησαν οἱ ἐνοικιασταί.
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πόθεν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ ἂν θέλουν νὰ λύσουν τὴν σύμβασιν;
§129Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐκ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἔχει ἐν τῷ μέλλοντι διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του μέλλον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελε ψηφίσει ἡ Βουλή;
§131Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα, σὲ καλῶ νὰ λύσῃς τὴν σύμβασιν, θὰ ἠδύνατο δὲ ὁ Ὑπουργὸς σήμερον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπιδοκιμάζω μίαν ἀποζημίωσιν μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐκάλεσα αὐτοὺς εἰς λύσιν τῆς συμβάσεως καὶ δὲν προσῆλθον. Καὶ θὰ ἦτο πολὺ δικαιότερον τὸ πρᾶγμα, διότι, ἐπὶ τέλους, ἄν ὑπάρχουν τινές, οἵτινες θέλουν νὰ ἐξακολουθήσουν τὴν σύμβασιν, δὲν ἔχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς πληρώσωμεν. Ἐπιμένω, λοιπόν, ὅτι ὑπῆρξεν ἔλλειψις προνοίας ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἠδύνατο νὰ καλέσῃ τοὺς ἐνοικιαστὰς νὰ λύσουν τὴν σύμβασιν καὶ κατόπιν νὰ τοὺς εἴπῃ: «Κύριοι, σᾶς ἐκάλεσα νὰ λύσητε τὴν σύμβασιν καὶ δὲν τὴν ἐλύσατε, δὲν ἔχω συνεπῶς ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς ἀποζημιώσω». Τότε θὰ εἴχατε ὅλα τὰ στοιχεῖα νὰ κρίνητε, ἐὰν ἡ σύμβασις αὕτη ἦτο ἐπωφελής. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἔλλειψις προνοίας ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τέλος ὀφείλω νὰ προσθέσω δύο λέξεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ κατηγόρησεν, ὅτι ἐγὼ ἀγωνίζομαι μόνον ὑπὲρ τῶν πτωχῶν, εἰπὼν μάλιστα, ὅτι προσποιοῦμαι, ὅτι ἀγωνίζομαι...
§132Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, εἶπον ὅτι λέγετε, ὅτι σεῖς μόνον ἀγωνίζεσθε.
§133Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τοιαύτην ἀξίωσιν δὲν ἔχω, ἀλλ’ ἀγωνίζομαι, ἐφ’ ὅσον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν, Ἀγωνίζομαι ὑπὲρ τῶν πτωχῶν, ναί, διότι οἱ πτωχοὶ εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχὴν ἀδικούμενοι καὶ αὐτοὶ εἶναι μόνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν φωνὴν διαμαρτυρίας, διότι οἱ πλούσιοι πάντοτε ἔχουν φωνήν. Καὶ σᾶς τὸ ἀποδεικνύω ἐκ τῶν πράξεών σας. Κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, δὲν δύνασθε νὰ ἐπιτάξητε, ἄν δὲν ἀποζημιώσητε προηγουμένως. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ἢ ὄχι; Ἐπετάξατε τὰ ζῷα καὶ τὰς ἁμάξας ἀνθρώπων, οἵτινες οὐδὲν ἄλλο εἶχον διὰ νὰ ἀποζῶσιν...
§134Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Εἶναι ὁ νόμος τοῦ κ. Βενιζέλου.
§135Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Λάθος ἔχετε. Ὁ νόμος «περὶ εἰσφορῶν» ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι πρέπει νὰ πληρωθῶσι, καὶ ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ καταστρατηγήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ δὲ Σύνταγμα ἀφ’ ἑτέρου ὁρίζει, ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες εἰσφέρουσιν ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ σεβαστὸς καὶ ἀληθῶς τιμῶν τὴν Ἑλλάδα, ἐπλήρωσεν ἐκ τῆς περιουσίας του τὸ ἀναλογοῦν; Οἱ πλεῖστοι πλούσιοι ποὺ κάθησθε ἐδῶ, ἐπληρώσατε; Καὶ νὰ μὴ μοῦ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω καὶ δι’ ὑμᾶς. Βεβαίως, δὲν ἤθελον νὰ ἀρχίσω ἀπὸ ὑμᾶς, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ θεωρηθῇ, ὅτι φείδομαι καὶ ὑμῶν ἀκόμη. Λοιπόν, ἐρωτῶ: ἐπὶ τίνι δικαιώματι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπετάξατε, ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος, τὴν περιουσίαν σήμερον ἑνὸς ἀτόμου καὶ δὲν ὑπεβάλατε τοὺς πλουσίους καὶ τὰς ἑταιρείας καὶ τοὺς ἑκατομμυριούχους εἰς κανὲν ἔξοδον; Τὸ δίκαιον ἦτο, ἐὰν ὑπῆρχε δικαιοσύνη ἐκ τοῦ Πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων, νὰ πάρητε ἀπὸ τοὺς πτωχούς, τῶν ὁποίων τὴν περιουσίαν ἐπετάξατε εἰς τὸν δρόμον, ἀλλὰ νὰ εἴπητε καὶ εἰς τοὺς πλουσίους: Κύριοι, ἐὰν ἔχετε ἑκατόν, θὰ σᾶς πάρω πέντε ἕως δέκα τοῖς ἑκατὸν καὶ θὰ κρατήσω καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει 50.000.000, πέντε ἑκατομμύρια....
§136Σ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, ἐπιτρέπετε μίαν μικρὰν διακοπήν;
§137Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§138ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν μικρὰν παρατήρησιν. Σᾶς γνωρίζω ἀφ’ ὅτου ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ γνωρίζω τὴν ἱκανότητά σας περὶ τὰ ναυτικὰ ζητήματα, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιουσιῶν ἐπέσατε ἔξω ἐλεεινά!
§139Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καίτοι θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶμαι ἀκριβής!
§140Γ. ΠΩΠ. Ἔχει περισσότερα, κ. Συνάδελφε. Αὐτὸ θέλει νὰ εἴπῃ! (Γέλωτες).
§141Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἄρα, δὲν ἀγωνιζόμεθα μόνον ὑπὲρ τῶν πτωχῶν, ἀγωνιζόμεθα καὶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου. Καὶ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κ. Πρωτοπαπαδάκης, εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν εὑρίσκεται, ὡς πρὸς τὴν περιουσίαν.
§142Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὤ, τώρα ἐπέσατε ἐντελῶς ἔξω.
§143Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἱκανότητα νὰ κρίνω καλῶς, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§144Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὰ βάζω κάτω ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ τὴν σύνταξίν σας.
§145Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἄρα, κ. Συνάδελφοι, θὰ συνομολογήσητε, ὅτι οὐχὶ ὑπὲρ τῶν πτωχῶν ἀγωνιζόμεθα. Ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, ἀγωνιζόμεθα ὑπὲρ τοῦ Πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον, ἀκριβῶς, ἐρείδεται ἐπὶ τῆς εἰσφορᾶς εἰς τὰ βάρη, ἀναλόγως τῶν περιουσιῶν καὶ ἐπειδή, κατὰ σύμπτωσιν, ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔλαβε μέριμναν ἐπὶ τῶν πλουσίων, ἠναγκάσθην νὰ ἐπικρίνω ταύτην διὰ τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς τοὺς πτωχούς. Τοῦτο δὲν ἀφορᾷ ἐμέ, οὔτε εἶναι σφάλμα μου, εἶναι σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐν τῇ κατανομῇ τῶν βαρῶν ἔχει ἄλλα μέτρα καὶ ἄλλα σταθμά.
§146Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν, κινδυνεύσαντα ἐξ ἀνωτέρας βίας. Ἀλλ’ ἡ πρόνοια τοῦ Κράτους πρέπει νὰ εἶναι γενικὴ διὰ πᾶσαν ζημίαν παντὸς ἰδιωτικοῦ συμφέροντος. Δὲν ἔχουν δ’ ἐν προκειμένῳ ζημιωθῇ μόνον οἱ ἐνοικιασταὶ ὠνίων, ἐζημιώθησαν καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν λουτρῶν. Συγκεκριμένως δ’ ἀναφέρω τὸν ἐνοικιαστὴν Λουτρακίου, πρέπει δὲ καὶ περὶ τούτου νὰ ληφθῇ μία δικαία πρόνοια.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσίμας.
§148Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς οὐδὲν εἶπε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, θέλω νὰ εἴπω, πρὸς αὐτόν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πλουσίων, διότι, ἀκριβῶς, τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ πτωχῶν. Οἱ μεγάλοι Δῆμοι, ὡς εἶναι ὁ τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, εἰσπράττουσι διὰ λογαριασμόν των τοὺς φόρους καὶ ἑπομένως δὲν παρέχουσι τίποτε εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς. Ἐπίσης θέλω νὰ εἴπω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἀγνοεῖ ὁ κ. Συνάδελφος, ὅτι τὰ 9) 10 τῶν ἐνοικιαστῶν διατελοῦσιν ἐπίστρατοι καὶ ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου ἐγκατέλειψαν τὰς εἰσπράξεις. Ἑπομένως, ὁ κηρυσσόμενος κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, κηρύσσεται κατὰ τῶν ἐπιστράτων.
§149Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι κατὰ τῶν ἐπιστράτων, καθόλου, αὐτὰ εἶναι ἀστεῖα, δὲν εἶναι σοβαρά!
§150Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐὰν λόγοι δεδικαιολογημένοι καὶ εὔλογοι ἐπέβαλλον τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ἐφ’ οὗ στηρίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου, φρονῶ, ὅτι, ἔτι μᾶλλον, ἐπιβάλλεται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, κατὰ τὴν γενομένην ἐπιστράτευσιν. Ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν εἰς τὰ ἑξῆς περιστατικά, καὶ ἅπερ πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ἐνοικιασταί, ἢ μισθωταὶ τῶν κοινοτικῶν καὶ δημοτικῶν φόρων εἰσπράττουσι τούτους δι’ ἰδιαιτέρων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐκδίδουσι διπλότυπα ἐκ βιβλίων, τὰ ὁποῖα, βεβαίως, δὲν συμφέρει αὐτοῖς νὰ ὑποβάλωσι κατόπιν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς, ὅπως γίνῃ δεδικαιολογημένη ἡ ἄφεσις τοῦ ⅛ ἢ ἔλλαττον τοῦ ἐτησίου ἐνοικίου, εὐνόητον δὲ εἶναι, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ δύνανται, λ. χ. νὰ εἰσπράξωσιν ἰδιαιτέρως ποσὸν 10.000 δρχ., χωρὶς νὰ γίνῃ γνωστὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, οὐδὲ νὰ ἐξακριβωθῇ παρ’ οὐδενὸς καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἐπιβαλλομένης ἀφέσεως. Ὡς ἐκ τούτου, φρονῶ, ὅτι οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἔχουσι καθῆκον νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει των τὴν παρατήρησίν μου ταύτην, διότι, ἐὰν δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, θὰ συμβῇ ἐκεῖνο, ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, νὰ ἐλαττωθῇ, δηλ., τὸ μίσθωμα ἀναιτίως καὶ νὰ ὠφεληθῶσι, πράγματι, οἱ μισθωταὶ πρὸς ζημίαν τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Πρὸς τούτοις δὲ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς δευτέρας καὶ τελευταίας παρατηρήσεως. Ἐνοικιασταὶ τῶν δημοτικῶν φόρων εἰσὶ καὶ διὰ τὰ εἰσερχόμενα εἰς Πειραιᾶ καὶ διὰ τὰ εἰσερχόμενα εἰς Θεσσαλονίκην καὶ διὰ τὰ εἰσερχόμενα εἰς Πάτρας βεβαίῳ τῷ λόγῳ ὅτι εἰς τὰ κέντρα αὐτὰ...
§151Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὰς Πάτρας ὄχι.
§152Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἴσως. Αὐτὰ εἶναι τὰ κυριώτερα κέντρα τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὰ κέντρα αὐτά, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου καὶ τὴν γνώμην μου, ἔχουσιν εἰσαχθῆ ἐμπορεύματα πολλά, περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσήγοντο πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1912, κατὰ συνέπειαν, κρίνω, ὅτι ταῦτα πάντα ἔχουσι καθῆκον νὰ τὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, καὶ εἰ δυνατόν, ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ φέρωσι τροπολογίαν τινά εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἤ, τοὐλάχιστον, νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν.
§153Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ ἐπίσπευσις πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν ἦτο τόσον ἀναγκαία. Φρονῶ, ὅτι ὑπῆρχον ἕτερα νομοσχέδια, λίαν σοβαρώτερα καὶ τὰ ὁποῖα πρὸ παντός, ἔδει νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν, καθόσον δὲν εἶναι γνωστὸν πότε θὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, ἔδει τὰ σοβαρώτατα καὶ ἐπείγοντα νὰ ψηφισθῶσι πρῶτον καί, ἂν μείνῃ καιρός, νὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ μὴ σοβαρὰ καὶ ἐπείγοντα, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐθεώρησεν, ὡς ἐπεῖγον....
§154Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι ὡς ἐπεῖγον.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν σειράν του εἶναι.
§156Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κατ’ οὐσίαν εἶναι ἐπεῖγον.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ προηγουμένως ἔκαμα παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅτι ἔρχεται εἰς τὴν σειράν του τὸ νομοσχέδιον.
§158Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κατεπεῖγον εἶναι.
§159Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ἔχουν κατατεθῆ ἄλλα πολὺ πρότερον ἀπὸ αὐτό. Δὲν εἶπον, ὅτι τὸ ἐκηρύξατε κατεπεῖγον καὶ ἤλλαξε τὴν σειράν του, ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἔλαχε νὰ εἶναι σήμερον μεταξὺ τῶν πρώτων συζητουμένων νομοσχεδίων...
§160Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Δὲν ἔχει Κ.
§161Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀνάγνωσιν ἠξεύρετε, Κ ἔχει. Κατ’ οὐσίαν εἶναι.
§162Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ἔρχεται κατὰ πρῶτον εἰς συζήτησιν, καθόσον τὸ πρῶτον εἶναι....
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 3 εἶναι.
§164Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κατ’ οὐσίαν ἐκηρύχθη κατεπεῖγον.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδή, εἶναι κατεπείγοντα, ὅσα ἔρχονται εἰς τὴν σειράν των κανονικῶς;
§166Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ ἐθέσατε σεῖς ἐκ τῶν πρώτων.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, πιστεύσατέ με, ὄχι, ὄχι.
§168Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Δὲν μὲ ἀντελήφθητε, διότι ἴσως νὰ μὴ ἐξεφράσθην καλῶς. Δὲν λέγω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ἐκήρυξε κατεπεῖγον, λέγω, ὅτι, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθοῦν ἄλλα νομοσχέδια, σοβαρώτερα, ὑπεβλήθη αὐτὸ πρῶτον. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω, διὰ νὰ εἴμεθα σαφέστεροι, ἐν τούτοις, ἀφοῦ κατὰ καλήν του τύχην τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται ὑπὸ συζήτησιν πρῶτον ἀπὸ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐπερίμενα πάντοτε, ὅτι θὰ τὰ ἴδω πρῶτα συζητούμενα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω δύο λέξεις, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἐὰν τυχὸν τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν. Εἶμαι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀνήκω καὶ ἐγὼ εἰς τὰς τάξεις σας, κ. Ὑπουργέ, διότι δὲν εἶμαι ἀνορθωτικός, ἀλλὰ παλαιοκομματικὸς καὶ τὸ θεωρῶ τιμήν μου, ἐν τούτοις εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, κ. Ὑπουργέ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ διαφωνῶ εἰς τὰ μικρά, ἀφοῦ εἰς τὰ μεγάλα θὰ εἶμαι εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ψηφιζόμενον δὲν ἐκπληροῖ τὸ νόμιμον καὶ δίκαιον, ἀλλ’ εἶναι χαριστικόν.
§169Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§170Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ὄχι. Ἄλλοτε ἐζήτησα καὶ ἐγὼ καὶ δὲν μοὶ ἐπετρέψατε καὶ σᾶς τὸ πληρώνω. Μὴ μὲ διακόπτετε, παρακαλῶ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι, κ. Πολογεώργη, ρήτωρ. Θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Σιγά, σιγά, νὰ προσανατολισθῶ καὶ ἐγὼ καὶ νὰ πάρω θάρρος. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἐνοικιαστῶν δὲν εἶναι πλούσιοι, ὅπως ὁ Συνάδελφος κ. Τσουκαλᾶς, κακῶς καὶ ἀναληθῶς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, ψέγων τὴν Κυβέρνησιν. Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν φόρων τῶν κοινοτήτων θὰ εἶνε τίποτε μπακαλίσκοι, τίποτε μικρέμποροι, τίποτε κρεοπῶλαι, οἱ ὁποῖοι ἐνοικιάζουν αὐτούς, διὰ νὰ ὠφελοῦνται τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπλήρωνον. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, καίτοι εἶναι πτωχοὶ καὶ ὄχι πλούσιοι, ὡς ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Τσουκαλᾶς νὰ τοὺς παραστήσῃ, φρονῶ, ὅτι δὲν ἐζημιώθησαν παντάπασι, διότι ἡ ἐπιστράτευσις εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπέφερε κἄποιαν ἀνωμαλίαν, ἀλλ’ ἐν τούτοις, ὡς ἐγὼ γνωρίζω, τοὐλάχιστον εἰς τὰ μέρη τὰ ὁποῖα ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, δὲν ἐπέφερε ζημίαν, διότι εἶναι μὲν ὀλιγωτέρα ἡ εἰσαγωγή, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῶν εἰσαγομένων ηὔξησε καὶ ἑπομένως τὴν ζημίαν ἀφ’ ἑνὸς τὴν καλύπτει ἡ ὠφέλεια, ἀφ’ ἑτέρου...
§171Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ γίνῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, πρέπει νὰ αὐξομειωθῇ τὸ Δασμολόγιον. Τὸ δασμολόγιον ὅμως μένει τὸ αὐτό.
§172Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸ δασμολόγιον εἶναι ἕν, κ. Συνάδελφε.
§173Γ. ΠΩΠ. Ὁμιλεῖ περὶ τῆς Κρήτης, ὅπου ὁ δασμὸς τῶν λαχανικῶν εἶναι διάφορος.
§174Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ἐν τῇ πατρίδι μου, ἡ ὁποία, δυστυχῶς ἀποτελεῖ ἰδιαίτερον Κράτος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ φορολογικά, ἔχομεν δασμολόγιον κανονιζόμενον κατὰ μῆνα. Καὶ λέγω δυστυχῶς, διότι δὲν εἶναι πρέπον τὸ Κράτος νὰ διαιρῆται εἰς καντόνια. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὡς βάσιν, ἦτο, ἐὰν ἔβλεπεν ὅτι ἐπιστρατεύθησαν μερικοὶ ἐκ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἐὰν εἰσέπραξαν ἑκατὸν δραχμάς, ἔτυχε νὰ τὰς δαπανήσωσιν εἰς τὸ στράτευμα μένοντες, νὰ τοὺς δώσῃ μίαν παράτασιν προθεσμίας πρὸς πληρωμήν...
§175Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐζημιώθησαν. Τοῦτο θὰ κριθῇ· δὲν ἐπιβάλλεται ἡ μείωσις.
§176Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Γνωρίζομεν, κ. Συνάδελφε, πάντες τὶ συμβαίνει, ὅταν πέσωμεν εἰς ἐπιτροπάς. Εἴμεθα Ἕλληνες, καὶ ὅλους θὰ τοὺς βγάλωμεν ἀπόρους καὶ ζημιωμένους. Αὐτό, ἀκριβῶς, εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ μὲ τρομάζει καὶ διὰ τοῦτο ἐκηρύχθην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἴμεθα Ἕλληνες θὰ μεσολαβήσῃ ὁ κουμπάρος, ὁ ἐξάδελφος, ὁ κομματάρχης καὶ θὰ εἴπωσι: «τί θὰ ζημιωθῇ ὁ δῆμος; Εἶναι νομικὸν πρόσωπον». Αὐτὸ βλάπτει καὶ δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Θὰ σᾶς φέρω δὲ ἓν παράδειγμα διὰ νὰ ἐννοήσητε τὶ κακὸν δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Εἰς τὸν Πύργον, πόλιν ἀποτελοῦσαν μέρος τοῦ νομοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπῆρχεν εἷς ἐνοικιαστὴς τῶν ὠνίων· κατέβαλεν εἰς τὸν Δῆμον τὸν φόρον, ἐπειδὴ ὅμως τὸν εἶχε ὑπενοικιάσει, δὲν ἐπρόλαβε νὰ πιέσῃ τοὺς ὑπενοικιαστὰς νὰ πάρῃ τὸ δικαίωμά του, καὶ σήμερον δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ τίποτε καὶ πένεται σήμερον, Κύριοι. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον αὐτό; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι, δίκαιον. Καὶ τὸ φέρω, ὡς παράδειγμα καὶ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὸ μέρος.
§177Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅπως τὸ λέγετε, εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Εἴπατε ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς αὐτὸς ἐπλήρωσε.
§178Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Κατέβαλεν ἐκ τῶν ὑστερημάτων του, δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ εἰσπράξῃ τίποτε.
§179Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐζημιώθη, διότι οἱ ὑπενοικιασταὶ δὲν τὸν πληρώνουν;
§180Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ὄχι, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσπράξῃ.
§181Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸν τὸν βοηθεῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ πάρῃ μίαν μείωσιν.
§182Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Τὸ ἄλλο ὅμως θὰ τὸ χάσῃ.
§183Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὶ νὰ κάμωμεν;
§184Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ λέγω, ὅτι εἶναι χαριστικὸν νομοσχέδιον, καὶ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην ἡ Βουλή, ἐὰν τὸ ψηφίσῃ, ἐνῷ δὲν εἶναι ἀνάγκη. Γνωρίζω, διότι πρῶτοι, δυστυχῶς, ἡμεῖς ἐπληροφορήθημεν τὸν νόμον περὶ Κοινοτήτων ἐν Κρήτῃ, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἔχουσι δικαίωμα νὰ προβαίνωσιν εἰς συμβιβασμοὺς καὶ ὅταν βλέπουν ὅτι ζημιοῦται εἷς, δύνανται νὰ κάμωσιν ἔκπτωσιν καὶ θὰ τὴν κάμωσι. Τόσον σκληροὶ δὲν εἶναι οἱ σύμβουλοι. Τόσον ἀφιλάνθρωποι δὲν εἶναι οἱ συμπολῖται ἑνὸς ζημιωθέντος, ἑνὸς ἐνοικιαστοῦ, καὶ ὅταν βλέπωσιν ὅτι αὐτὸς ἐζημιώθη καὶ ὅτι τὸν ἐπῆραν στρατιώτην καὶ ἔφυγε, βεβαίως, θὰ τοῦ κάμουν ἐκπεσμόν.
§185Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι δίκαιον αὐτό, διότι, συνήθως, εἰς τὰ συμβόλαια τῶν ἐνοικιάσεων παραιτοῦνται οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν τυχηρῶν καὶ τῆς ἀνωτέρας βίας, δὲν θὰ ἠδύναντο, λοιπόν, νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἀνωτέραν βίαν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμός. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον κατ’ οὐσίαν δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ φέρῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων εἰς τὸ τακτικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἐν περιπτώσει θεομηνίας, ἢ ἀνωτέρας βίας, ἐπιτρέπεται μείωσις τοῦ μισθώματος, ἐπειδή, συνήθως, ἐπαναλαμβάνω, τίθεται ἐναντία ρήτρα εἰς τὰ συμβόλαια καὶ παραιτοῦνται τῆς ἐκπτώσεως τοῦ μισθώματος ἐν περιπτώσει ἀνωτέρας βίας. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη.
§186Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, ὅπως τὸ θέτετε τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ἐδέχθη νὰ ἐνοικιάσῃ μὲ τοιούτους ὅρους, ἀλλὰ ἐν τούτοις φρονῶ ἐγώ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι ὁ ἐνοικιαστής διὰ ποῖον λόγον ἐνοικιάζει, παρακαλῶ; Ἐνοικιάζει, διότι προσδοκᾷ κέρδος, ἑπομένως, ὀφείλει νὰ ὑποστῇ καὶ τὰς ζημίας, ἀφοῦ μάλιστα, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ ὁμιλήσαντες ἕως τώρα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, οἱ ἐνοικιασταὶ ἔχουσιν ἐνοικιάσει μικρῶν ποσῶν φόρους καὶ ὅτι πάντως ἡ ζημία θὰ εἶναι τριάκοντα ἕως ἑκατὸν δραχμῶν. Δὲν καταστρέφονται διὰ τόσον ποσόν, ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀφοῦ μάλιστα, δυστυχῶς, διέπουσι διάφοροι νόμοι ἕκαστον τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπως τὸ μέτρον αὐτό, τοὐλάχιστον, μὴ ἐπεκταθῇ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω ὅτι δὲν ὑπέστη κανεὶς ζημίαν.
§187Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ὄχι, δά!
§188Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Δὲν ὑπέστη κανείς, κ. Μεϊμαράκη, καὶ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ γελῶμεν τὸν κόσμον. Δὲν ὑπέστη κανεὶς ζημίαν, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ χαρίζωμεν, διὰ νὰ καθιστάμεθα εὐνοϊκώτεροι εἰς τοὺς ἀγῶνας μας. Δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ τοὐλάχιστον εἰς τὴν πατρίδα μου Κρήτην τὸ χαριστικὸν τοῦτο μέτρον. Ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου, ἴσως νὰ μὲ ζημιώσῃ πολιτικῶς, ἐν τούτοις ὅμως ἔχω τὸ θάρρος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐν Κρήτῃ δὲν ὑπέστησαν ζημίας καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξαιρέσῃ τὴν Κρήτην ἀπὸ αὐτὴν τὴν χάριν· διότι ἡμεῖς ἔχομεν φόρον δημοτικὸν τῶν ὠνίων καὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Τὸν ἐνοικίασαν, εἰσέπραξαν τὰ ὤνια καὶ τὸν καρπόν· ἐνοικίαζον ἐπὶ τῇ βάσει ὅτι θὰ πωλήσουν τὸ στάρι τριάκοντα ἕξ ἢ τριάκοντα ὀκτὼ λεπτὰ καὶ τὸ πωλοῦν ἑξήκοντα καὶ ἑβδομήκοντα.
§189Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν περιλαμβάνεται ὁ φόρος αὐτός.
§190Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Δημοτικὸς φόρος εἶναι.
§191Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὄχι· αὐτὸς εἶναι ἄμεσος φόρος.
§192Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ὁ Δῆμος Χανίων μὲ τὰ ὤνια δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τίποτε, διότι προτήτερα δὲν ὑπῆρχε, σήμερον ἐπεβλήθη ὁ φόρος τῶν ὠνίων καὶ ἐπέβαλεν τὴν φορολογίαν αὐτὴν εἰς ὅλα τὰ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν εἰσαγόμενα καὶ εἰσεπράχθη διπλάσιον ποσὸν τοῦ ἐλπιζομένου, διότι ἡ εἰσαγωγὴ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἦτο ἀνωτέρα τῆς τοῦ προηγουμένου ἔτους, καθόσον ἐφέτος καὶ κάστανον ἀρκετὸν ὑπῆρξεν ὡς καὶ κρόμμυα. Δι’ ὅλους τοὺς ὡς εἴρηται λόγους, καὶ δὴ τοὺς χαριστικούς, φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους κηρύττομαι κατ’ αὐτοῦ.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης.
§194Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, χαρακτηρίσαντα, ὡς δῆθεν ἀντιπολιτευομένους, τοὺς τολμήσαντας νὰ κηρυχθῶσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου...
§195Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον αὐτό.
§196Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θέλω πείσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ πολεμοῦντες τὸ νομοσχέδιον, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταταχθῶ καὶ ἐγώ, τυγχάνουσιν ὄντες ὑπουργικώτεροι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διατί; Τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἁπλούστατον. Πρόκειται, Κύριοι, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ ζητήσητε νέους φόρους, πρόκειται, ἴσως, ἢ μᾶλλον βεβαίως κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, νὰ ζητήσητε περικοπὰς θέσεων, πρόκειται νὰ ζητήσητε ἐλάττωσιν μισθῶν, ἀλλά, κυρίως, πρόκειται νὰ ἐπιβάλητε φόρους. Μὴ συνειθίσητε τὸν κόσμον νὰ ἀτενίζῃ καὶ πράξεις ἀγαθοεργίας, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται ὁ κόσμος νὰ ὑποστῇ μέγιστα βάρη. Καὶ ἵνα πάντες ἀποδεχθῶμεν τὰ μέγιστα ταῦτα βάρη, πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ ποιήσωμεν δήλωσίν τινα, ἥν ἐγώ, τοὐλάχιστον, προσωπικῶς ποιοῦμαι: ἐὰν μὴ ἴδω περικοπὴν ὅλης ἐκείνης τῆς πλουσιοπαρόχου σπατάλης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐὰν μὴ ἴδω νέους νόμους ὀργανικούς, κατὰ σύστημα ἑνιαῖον καὶ ὀργανικῶς διαρρυθμίζον τὰ τῆς Πολιτείας, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ προσθέσω εἰς τὸν λαὸν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ νὰ ψηφίσω οὔτε ἕν λεπτὸν νέου φόρου. Διότι δὲν φρονῶ, ὅτι μόνον διὰ τῆς περικοπῆς τῶν μισθῶν ὑπαλλήλων τινῶν, συναισθάντων, τῶν ἀτυχῶν, νὰ ζῶσιν ἀπὸ ὡρισμένον μισθόν, καὶ μάλιστα ἐν δειναῖς κοινωνικαῖς καὶ δὴ οἰκονομικαῖς περιστάσεσι, φρονῶ ὅτι εἶνε ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς μεγάλας καὶ ἐπιβλητικὰς ἀνάγκας τοῦ Τόπου. Οὐδ’ εἶναι δυνατὸν διὰ καταργήσεως ἁπλῶς θέσεών τινων νὰ φθάσωμεν εἰς εὐάρεστα καὶ σπουδαῖα καὶ δραστικὰ ἀποτελέσματα. Ταῦτα πάντα δύνανται μόνον νὰ πηγάσωσιν ἐκ διαρρυθμίσεων ῥιζικωτέρων, σπουδαιοτέρων, ἐπιστημονικωτέρων, διαρρυθμίσεων, λέγω, τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐν γένει τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Ἐὰν ταῦτα, Κύριοι, πάντα ἐκτελεσθῶσι, θέλομεν ἀτενίσῃ μετὰ θάρρους πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, φορολογοῦντες αὐτόν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν νὰ συνηθίζωμεν τὸν κόσμον, διὰ τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ἔστω νομοσχεδίου, εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον αὑτῆς κατὰ τίνα τρόπον θέλει εὐαρεστήσῃ καὶ θέλει φανῆ εὔνους εἰς ἄτομα, ἢ ὁμάδας τινάς. Λέγουσιν οἱ Γάλλοι: «λ’ ἀπετὶτ βιὲν ἀν μανζὰν» καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀγαθοεργία τοῦ εἴδους τούτου, ἡ διὰ τῶν νόμων, ὅταν μάλιστα δὲν πρόκειται νὰ ἐνεργῆται ἐκ τῶν θυλακίων ἡμῶν, προχωρεῖ κατὰ ἅλματα διὰ τῆς κακῆς συνηθείας. Καὶ ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν βουλευτὴν Μεσσηνίας, ὅστις, ἀμέσως, προέτεινεν, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ ἐκ τῶν δημοσίων προσόδων ὑπόχρεοι. Μάλιστα ὁ ἀξιότιμος καὶ εὐφυέστατος φίλος μου καὶ εὔγλωττος βουλευτής, ὁ παρακαθήμενος ἐμοί, ὑπέδειξεν, ὅτι καὶ οἱ μπανιέριδες πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου, διότι καὶ αὐτοὶ ἐζημιώθησαν. Καὶ ἐγὼ ἤθελον ἀπαντήσει, ὅτι αὐτοὶ μᾶλλον ὠφελήθησαν, διότι, ἕνεκεν τῆς καταστάσεως, οὐδεὶς μετέβη εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν χάριν τῶν λουτρῶν. Διὰ τοῦτο, ἐγώ, Κύριοι, κηρύσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ νὰ κηρυχθῶμεν κατὰ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν θέλωμεν, ἴσως ὅμως εἶνε τὸ μόνον νομ)διον, ὅπερ δὲν ἔχει λεπτομερείας. Ποίας λεπτομερείας; Αἱ λεπτομέρειαι καὶ ἡ ἀρχὴ ἐνταῦθα συγχέονται καὶ συγχωνεύονται. Πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ὑποχρεώσεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή, αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ λεπτομέρεια τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι οἱ πολεμοῦντες τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὑπουργικώτεροι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι δὲν θέλουσι νὰ συνηθίσωσι τὸν κόσμον, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη εὐμάρεια, εἴτε εἰς τὸ Κράτος εἴτε εἰς τοὺς Δήμους, εἴτε εἰς τὰς Κοινότητας, ὥστε ἀρχίζομεν ἐντεῦθεν νὰ μοιράζωμεν τὰ χρήματα αὐτῶν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιβάλλομεν εἰς τὸν λαὸν βαρυτάτην φορολογίαν, καὶ δικαίως; Ἐγὼ μάλιστα ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ἤθελον συστήσει πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Ὑπουργούς, εὐθὺς ὡς κομίζωσι τὰ νομοσχέδια αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ προσαρτῶσι καὶ πίνακα τῆς αὐξανομένης δαπάνης, ἵνα βλέπωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα, ἢ ποῦ θέλομεν εὑρεθῇ τέλος πάντων. Καὶ μάλιστα, ἐὰν εὑρισκώμεθα εἰς τοὺς χρόνους τῶν ἀρχαίων Λοκρῶν, ἤθελον προτείνει, ἵνα ἀναζήσῃ ὁ νόμος τῶν ἀρχαίων Λοκρῶν, καὶ ἀναρτηθῇ ἀπὸ τῆς ὀροφῆς τῆς αἰθούσης ταύτης βρόγχος, ὃν νὰ περιβάλλωνται περὶ τὸν τράχηλον οἱ Ὑπουργοί, οἱ εἰσηγούμενοι εἰς τὴν Βουλὴν νόμους, καὶ ἐὰν οἱ νόμοι δὲν προσθέτωσι νέας δαπάνας, νὰ ἀπαλλάσσωνται τῆς ἀγχόνης, ἐὰν δὲ τοὐναντίον, νὰ ἀπαγχονίζωνται, ὡς ἀπηγχόνιζον οἱ Λοκροὶ τοὺς εἰσηγητὰς κακῶν νόμων. Ἀλλά, εὐτυχῶς, αἱ νεώτεραι Πολιτεῖαι μετέβαλον ἰδέας ὡς πρὸς ταῦτα καὶ δὲν εἶναι τοσοῦτον αὐστηραί, καὶ δικαίως. Ἀλλ’ ἐὰν, κατὰ ταῦτα, δὲν προτείνωμεν τὸν νόμον τοῦτον τῶν Λοκρῶν, συνιστῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλοῦμεν αὐτὴν καὶ ἱκετεύωμεν μάλιστα αὐτήν, νὰ μὴ προΐσταται τοιούτων νομοθετημάτων, καὶ νὰ μὴ δίδῃ τὸ κακὸν παράδειγμα, ὅτι εἶναι ἐποχὴ τώρα, καθ’ ἣν δυνάμεθα νὰ διαπράττωμεν πράξεις χαριστικάς. Τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἔλαβον τὴν τιμὴν καὶ τὴν τόλμην, νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ συστήσω πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ὅπως λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν.
§197Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀφοῦ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν διὰ τὸ εὐγενὲς δι’ ἐμὲ ἐνδιαφέρον, ἐκ τοῦ ὁποίου κινούμενος ἀπηύθυνε τὰς παραινέσεις του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίᾳ δὲ διὰ τὸ ἄκρον ἐνδιαφέρον, οὗ ἕνεκα, ἔφθασε μέχρι καὶ ἱκεσίας, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν διάσωσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ δεινοῦ ὀλισθήματος, ἀφοῦ, λέγω, εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ παραδεχθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δωρεᾶς, ἀλλὰ μόνον περὶ προσηκούσης διαρρυθμίσεως μιᾶς νομικῆς σχέσεως, ὑφισταμένης μεταξὺ τοῦ δήμου ἢ τῆς κοινότητος καὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ...
§198Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα.
§199Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ τῆς προσηκούσης διαρρυθμίσεως τῆς νομικῆς ταύτης σχέσεως, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν ἐμὴν νομικὴν καὶ ἀνθρωπίνην συνείδησιν, θεωρῶ ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ σεβασθῶμεν. Ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ αὕτη; Εἶναι ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐπὶ ἀνταλλακτικῶν συμβάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἕτερος τῶν συμβαλλομένων παρέχει ἀντάλλαγμα διὰ νὰ λάβῃ κἄτι τι, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθῃ γεγονός τι, ἐντελῶς ἀπρόβλεπτον, γεγονός τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει των οἱ συμβληθέντες, ὅταν συνεβλήθησαν, τὸ δίκαιον, κατὰ τὴν ἐμὴν συνείδησιν, ἀπαιτεῖ, ἵνα μὴ ὑποστῇ βλάβην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ δώσῃ τὸ ἀντάλλαγμα, τοῦ ἐξ ἀνωτέρου ἀπροόπτου περιστατικοῦ προσβληθέντος οἰκονομικοῦ ἀντικειμένου. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδέας κινούμενος, εἶπον ὅτι, ἐὰν ἐκ περιστατικοῦ ἀπροβλέπτου καὶ ἀνεξαρτήτου τῆς θελήσεως αὐτοῦ, ἀπολύτου, ἐντελῶς, πρὸς οἱανδήποτε ἐνέργειαν ἢ παράλειψιν, ἐπέλθῃ ἀπώλεια ἢ μείωσις ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ μισθωτής, ὁ ἐνοικιαστὴς ἠγόρασεν καὶ ἀνέλαβε νὰ πληρώσῃ ἀντὶ ὡρισμένου ποσοῦ, λέγω, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην πρέπει νὰ γίνῃ κάποια μείωσις. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ κατὰ τὴν ἐμὴν συνείδησιν δικαιοσύνη. Τοῦτο θὰ ἐθεώρουν καθῆκον ἀπαράβατον καὶ παντὸς εὐθέος ἀνθρώπου. Ἐὰν δὲ οἱοσδήποτε ἄνθρωπος συνεβουλεύετο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐν τοιούτῳ θέματι τὴν συνείδησιν αὐτοῦ, βεβαίως, τοῦτο θὰ ἐφήρμοζε καὶ οὔτε κἂν θὰ κατέφευγεν εἰς νομοθετήματα, ἀλλὰ θὰ ἐδέχετο νὰ γίνῃ ἔκπτωσις, ὅταν συνεφώνησεν ἀντίτιμον, ἵνα παράσχῃ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἕνεκα περιστάσεων ἐντελῶς τυχαίων, ἐντελῶς ἀπροόπτων, ἐντελῶς ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως αὐτοῦ καὶ τοῦ ἄλλου, δὲν δύναται νὰ παράσχῃ. Αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην, αὐτὴν τὴν εὐθύτητα, αὐτὴν τήν, κατὰ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, ἐπιείκειαν, τὴν ἐπιείκειαν ὄχι ὡς χαριστικὴν πρᾶξιν, παρὰ τὴν ἀναγνωρίζουσαν τὸ δικαίωμα εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν περιστάσεις, τὰς ἐν ἑκάστῳ θέματι ἐμφανιζομένας, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσιν, ὥστε ὁ κανὼν, ὁ γενικὸς, ὁ ἄτεγκτος ἐφαρμοζόμενος νὰ γίνεται ἄδικος, αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην, τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν ἐπιείκειαν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρίσω, ἐνόμισα δ’ ἐπὶ πλέον ὅτι τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς ταύτης μοὶ ἐπέβαλε καθῆκον πρὸ παντὸς διὰ τὰ νομικὰ πρόσωπα τοῦ δημοσίου δικαίου. Διότι δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν, ὅτι, ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ παραγνώρισις τῶν κατ’ ἰδίαν περιστάσεων διὰ τὰ ἄτομα, τὰ ὀχυρούμενα ὄπισθεν τῶν ἰσχυρῶν καὶ σκληρῶν πολλάκις κανόνων τοῦ δικαίου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ παραγνώρισις τῶν κατ’ ἰδίαν περιστάσεων, ἡ συνεπαγομένη ἀδικίαν, εἰς τὰ νομικὰ πρόσωπα τοῦ δημοσίου δικαίου. Διότι ταῦτα ἔχουσιν ἱδρυθῆ ἐπὶ τοῖς ἠθικοῖς καὶ ἀνωτέροις σκοποῖς, καὶ καθῆκον ἔχομεν, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προΐστανται αὐτῶν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι προϊστάμεθα τῶν προϊσταμένων αὐτῶν, νὰ συντελέσωμεν, ὥστε νὰ καταστῶσιν τὸ ὑπόδειγμα τῆς λεπτότητος τῆς συνειδήσεως ἐν ταῖς συναλλαγαῖς αὐτῶν. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξεθέσατε, εἰπόντες ὅτι, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα πρὸ ἀνάγκης, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει οἱονδήποτε. Ἡ εὐθύτης καὶ τὸ δίκαιον καὶ ἡ κατὰ Ρωμαίους ἐπιείκεια δὲν ὑπαγορεύουσι τοῦτο. Τὸ νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, ἀδιαφοροῦμεν ἐὰν ἐκ περιστάσεως ἀνωτέρας βίας ἢ ἀπροβλέπτου ἐντελῶς δὲν λαμβάνεται τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον συνεφωνήσατε νὰ δώσητε καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν ἔννοιαν δικαίου συνεφωνήσατε νὰ δώσητε, ἵνα λάβητε τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις ἀφῄρεσαν, δὲν εἶναι ὀρθόν. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι, τοιαύτην ἀρχὴν πραγματοποιοῦν τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἄξιον τῶν ἀδίκων ἐπικρίσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω δὲ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του εἰς τὸ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν χαρίζει εἰς οὐδένα τίποτε. Τὸ νομοσχέδιον, ἀναφερόμενον εἰς προϋπάρξαντα νόμον, κανονίζει ἁπλῶς διαδικασίαν μέλλουσαν νὰ ἐξακριβώσῃ, ἐὰν καὶ ποῦ συνέβη ζημία, ἢ ἐὰν τὸ ἀντάλλαγμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταβληθῶσιν οἱ φόροι, δὲν παρεσχέθη ἐξ ἀνωτέρας βίας. Ὅπου τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ διαδικασίας ἐξακριβώσεως. Ἐὰν νομίζητε τὰς ἐγγυήσεις τῆς διαδικασίας, τῆς ὁριζομένης ἐν τῷ νόμῳ τὸν ὁποῖον ἀνεφέραμεν ὡς ἰσχύοντα, μὴ ἐπαρκεῖς, προτείνατε βελτίωσιν αὐτῶν. Σᾶς πληροφορῶ ὅμως, ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ νόμος ἐλειτούργησε, χωρὶς δεδομένα δικαιοῦντα ὑποψίας, ὅτι ὑπερέβη τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη. Μὲ τοιαύτην ἀρχὴν καὶ τοιοῦτον σκοπὸν καὶ μὲ τοιοῦτον περιωρισμένον ἀντικείμενον, τὸν καθορισμόν, ἁπλῶς, διαδικασίας συντομωτέρας ἐκκαθαρίσεως τῶν τοιούτων συναλλακτικῶν σχέσεων δήμων καὶ ἐνοικιαστῶν, τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἄξιον τοιούτων ἐπικρίσεων, οὔτε ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμὴ νὰ λεχθῶσι τινὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ προαγορεύσαντες περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις ἐν τῇ ἐνεστώσῃ τῶν πραγμάτων καταστάσει. Τὸ νομοσχέδιον δὲν σχετίζεται μὲ οὐδεμίαν πολιτικήν. Τείνει νὰ πραγματοποιήσῃ ἰδέαν δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ μὴ συμμερίζωνται, ὅσοι δὲν συμμερίζονται αὐτήν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίζωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναγνωρίζουσι ταύτην, ὅτι, ἐνεργοῦντες ὅ,τι τὸ νομοσχέδιον ἐνεργεῖ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἰδέας ταύτης, πράττομεν ἔργον ἁπλῆς δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ ἐνεργῶμεν τίποτε σχετικὸν μὲ οἱανδήποτε οἰκονομικὴν ἢ ἄλλην πολιτικήν.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ.
§201Γ. ΠΩΠ. Καὶ τὰ δύο θέματα παρέμειναν ἄλυτα, τὸ τῆς περιουσίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὸ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα συγκροτοῦσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μετάσχω καὶ ἐγὼ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνθυμεῖται, ὅτι, εἰσαχθέντος τοῦ νομοσχεδίου καὶ ψηφιζομένου κατ’ ἀρχήν, ἀνεκίνησα τὸ θέμα τοῦτο. Διεφώνησα ἐπὶ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅπως δὲν ἐπέτυχον νὰ μεταπείσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε ἐκεῖνος ἔπεισεν ἐμέ, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν ἦτο δὲ καὶ δυνατὸν νὰ συμβῇ τὸ ἐναντίον, διότι, ἀνατρέχων εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ νομοσχεδίου, λέγω, ὅτι ἐνώπιόν του κατέστη τοσοῦτον δειλὴ ἡ τότε Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀντίπαλος ἦτο ἡ νῦν, ὥστε ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν εἰσηγήσατο τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ, κατόπιν παρασκηνιακῶν ἱστοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἔφθανον καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς, διὰ προσώπων, ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ προτάσεως Βουλευτῶν ἐψηφίσθη τοῦτο ἐξ ὑφαρπαγῆς, ἡ ὁποία, ἀτυχῶς, ἥκιστα τιμᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς ἀπάντησιν συναδέλφου κατακρίνοντος τὸ νομοσχέδιον, ὅμοιαι πρὸς τὰς τότε διατυπωθείσας πρὸς ἐμέ, εἶναι νῦν σαφέστεραι καὶ εὐκρινέστεραι. Διότι ὡμίλησε πρὸ μικροῦ περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν νομικῶν προσώπων τοῦ δημοσίου δικαίου, παρετήρησε δὲ, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι λεπτότητα συνειδήσεως τοῦ δικαίου καὶ νὰ μὴ θέλωσι ν’ ἀδικῶσι τινά. Ἡ ἀρχὴ ὀρθοτάτη. Ἡ βάσις τῆς ἀρχῆς ταύτης ἱστορεῖται ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐμφανίσεως κοινωνιῶν καὶ δικαίου, ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπῆρξε νομοθέτης, ὅστις θὰ ἐπίστευεν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὰ νομικὰ πρόσωπα, ἵνα τὴν λεπτότητα ταύτην τὴν περιβάλλωσι καὶ διὰ καθήκοντος ἠλιθιότητος ἑκουσίας. Ἐὰν ἤθελεν ὄντως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην, τὴν δικαίαν, ἔπρεπε, ταὐτοχρόνως, νὰ ὑποβάλῃ ἄρθρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ νομικὰ πρόσωπα, τὰ ἀπαρτίζοντα Δήμους καὶ Κοινότητας ἐχούσας φόρους καὶ δασμοὺς ἐνοικιασθέντας, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἐπωφελήθησαν διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ συνεπῶς διὰ τῆς ἐν αὐταῖς ἐξωτερικῆς κινήσεως, ἐγένετο καὶ αὔξησις τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν καὶ ἑπομένως, ὅπως γνωρίζω ἐξ ἀσφαλεστάτων πηγῶν, ὑπερεπλούτισαν οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δήμων ἐκείνων, ὤφειλε νὰ μὴ χαρακτηρίσῃ τὰ νομικὰ ἐκεῖνα πρόσωπα τοῦ δημοσίου δικαίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπλούτισαν οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν φόρων, πρόσωπα ἠλίθια, ἀνάξια νὰ διεκδικήσωσι τὰ ἐκ τοῦ πολέμου ὑπὲρ αὐτῶν κέρδη καὶ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου: ἐφαρμόζω τὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, καθ’ ὅν τρόπον ἐξέθηκα ταύτην ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλά, ταὐτοχρόνως, ἐφαρμόζω καὶ τὴν ἕναρξιν τῆς φορολογίας τῶν ἐκ τοῦ πολέμου κερδῶν. Βεβαιωθῆτε δέ, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι, ἐὰν οὕτως, οὐχὶ ἀνισοσκελῶς, ἀλλ’ ἐπὶ δύο ποδῶν ἔβαινεν ἡ θεωρία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ δῆμοι καὶ αἱ κοινότητες θὰ ἠδύναντο νὰ εἰσπράξωσι ποσά, ὑπολογιζόμενα εἰς πολλὰς δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν, προερχόμενα ἐκ ποσοστοῦ μόνον τοῦ ὑπερβάλλοντος κέρδους, τὸ ὁποῖον προσεκομίσατο ὁ ἐνοικιαστὴς τῶν φόρων τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι, λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως, εἶχον, τὸ ὀλιγώτερον, διὰ μίαν 5ετίαν, εἰς πολλοὺς δὲ ἐξ αὐτῶν καὶ διὰ μίαν δεκαετίαν, εἰσαγωγὴν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης καταναλώσεως. Τοῦτο δὲν τὸ ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι, ἄν ἔφερε τοιαύτην τροποποίησιν εἰς τὸν νόμον, θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην, ἢ νὰ μὴ ἐπαναφέρῃ τοῦτον εἰς τὴν Βουλήν, ἢ νὰ τὸν ἀποσύρῃ εὐθέως. Ἄς ἐλπίσω, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ καὶ ὅτι θὰ τροποποιήσῃ οὕτω τὸ νομοσχέδιον, παρέχων εἰς τὰ νομικὰ πρόσωπα τοῦ δημοσίου δικαίου, σὺν τῇ λεπτότητι τῆς συνειδήσεως, ὅτι δὲν ὀφείλουσι ν’ ἀδικῶσι, καὶ τὴν συνείδησιν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ κήδωνται τῶν δήμων αὐτῶν καὶ ὅτι δύνανται, ἀπευθυνόμενοι εἰς ἑτέραν ἐπιτροπήν, νὰ φορολογήσουν ὑπὲρ τὴν τιμὴν αὐτῶν τοὺς ἐνοικιαστὰς φόρων τῶν πόλεων καὶ τῶν Κοινοτήτων, τοὺς εἰσπράξαντας πλείω ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐν συνειδήσει εἰσέπραξαν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔλεγον, ὅτι, πράγματι, ἀρχὴ ὄντως δικαίου παρώρμησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλά, πλὴν τούτου, ἀφίεται διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὁ διακανονισμὸς τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται ἡ ἔκπτωσις τοῦ τιμήματος διὰ ζημίας, λόγῳ τοῦ πολέμου. Ἔχω, ἐπίσης, πληροφορίας, τὰς ὁποίας, ἄν δὲν πλανῶμαι, ἐζητήσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, ἢ κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην τῆς Βουλῆς — ἐὰν εἶχεν εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι πότε εἰσήχθη— ἐζητήσαμεν, λοιπόν, πληροφορίας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγίνετο ἡ ἐπιστροφὴ ποσῶν εἰσπραχθέντων. Αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι δὲν ἐδόθησαν, ἀλλ’ εἰς γενικὰς γραμμὰς παρετήρησε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὀρθῶς περίπου ἐγένοντο. Ἐγὼ ἔχω περὶ τούτου ἀντιθέτους πληροφορίας καὶ δι’ αὐτὸ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπηύθυνα ἀπὸ τῆς πρώτης ἐκείνης ἡμέρας τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μεταβάλῃ τὸν τρόπον τῆς διαδικασίας καὶ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1914 κανονίζωσι τὸ ποσὸν τῶν ἐπιστρεπτέων χρημάτων. Ἐκεῖνοι ὅλοι οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1914 ὑπ’ ἀριθμὸν 409...
§202Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχουσιν.
§203Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχουσι, καὶ παρετήρησα τότε, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, ὅτι δύναται ἡ διαδικασία νὰ συγκεντρωθῇ οὐχὶ κατὰ ἐπαρχίας, ἀλλὰ κατὰ νομούς...
§204Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν θὰ γνωρίζουν. Ὅσον ἐγγύτερον εἶναι, τόσον καλλίτερον δύνανται νὰ συλλεχθῶσιν αἱ πληροφορίαι.
§205Γ. ΠΩΠ. Τὸ δικαστήριον τοῦτο δικάζει κατ’ ἔκκλησιν, δικάζει κατ’ ἔφεσιν. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπέλθῃ διαφωνία μεταξὺ τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ προσφυγὴ γίνεται εἰς ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν ὁρίζετε. Ἀτυχῶς δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας καὶ ἄλλοτε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως αἱ ὑποθέσεις, αἱ ἀπορριπτόμεναι ὑπὸ τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων, παραπέμπωνται εἰς ἐπιτροπὰς κατ’ ἐπαρχίας κατὰ τοιοῦτον τρόπον συγκεκροτημένας, ὥστε αἱ ἀποφάσεις τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, αἱ ὁποῖαι πάντοτε σχεδὸν ἀπέρριπτον τὰς αἰτήσεις τῶν ἐνοικιαστῶν νὰ φθάνουν ἐκεῖ ὅπου φθάνει τοῦ κατὰ τόπους κόμματος καὶ τοῦ κόμματος τοῦ κέντρου ἡ ἐπιβολή. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι τὰ στοιχεῖα τῶν ἐφέσεων κατ’ ἀποφάσεων δύνανται νὰ συγκεντρωθῶσιν ἐν τῇ Νομαρχίᾳ, δὲν πρόκειται δὲ νὰ ἐκδοθῶσιν ἐπιτοπίως, ὡς προσωρινὰ μέτρα, ἀποφάσεις τοιαῦται. Τουναντίον μάλιστα, ἡ ζήτησις ἐγγράφων θὰ ἠνάγκαζε καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ τὰ ζητήσωσιν, ἵνα ἀμφότεροι εὐσυνειδητότεροι ἀποβῶσιν. Ἑπομένως θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ ἁμαρτωλοῦ νόμου 409 ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις καὶ γίνῃ ἡ διαδικασία κατὰ Νομοὺς καὶ οὐχὶ κατὰ Ἐπαρχίας, εἰς τὴν θέσιν δὲ τῶν δικαστικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κρίνωσι, νὰ προστεθῇ καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, τὸν ὁποῖον θὰ τὸν ἔχετε πρόχειρον. Ἀλλά, συγχρόνως, θὰ παρατηρήσω καὶ ἄλλο τι. Ἐν τῷ 4ῳ ἄρθρῳ τοῦ νόμου 909, τὸ ὁποῖον ἀνίσταται διὰ τοῦ νόμου τούτου, σημειοῦται ἡ ἑξῆς παράγραφος: (Ἀναγινώσκει). Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ. Πρέπει τοῦτο νὰ ἐξαλειφθῇ, πρέπει δὲ νὰ ἐξαλειφθῇ, οὐχὶ μόνον διότι ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ ἀπαιτήσῃ ἀμέσως τὰ χρήματά του, ἀλλὰ διότι χρήματα τοιαῦτα δὲν ἔχουσιν ἤδη εἰσέλθῃ ἐντὸς τῶν δημοσίων ταμείων καὶ ἔχουσι διατεθῆ, ἴσως. Ὀφείλει δὲ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον σήμερον ὁμολογεῖ στερήσεις χρήματος δι’ ἀναγκαιοτάτας δαπάνας, νὰ σπεύσῃ νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, ὁ ὁποῖος λέγει τυχὸν ὅτι ἐζημιώθη, καὶ θὰ εἶναι ἀληθῶς εὔθυμον, καὶ θὰ εἶναι ὑπόθεσις συγκροτήσεως Κράτους κωμειδυλλιακοῦ, εἰς στιγμὴν καθ’ ἥν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ὁ ἄρτος τοῦ Κράτους, νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ ταμεῖα καὶ νὰ πληρώνωνται ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων διέφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας κέρδος τι. Τὰς δύο ταύτας παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Φρονῶ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται ἀποτελοῦσιν ἐγγύησιν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ, δι’ ὅν εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἰδιαίτατα ἐπιμένω ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τῆς ἄλλης, τῆς φορολογίας τῆς ἀμέσου καὶ τῆς ἀμειλίκτου τῶν κερδῶν τῶν ἐνοικιαστῶν, τῶν ἐπελθόντων ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἄλλως νομοσχέδια τοιαύτης φύσεως, ἀντιθέτως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν ὁ φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ὡς ἔλεγεν ὁ φίλος μου κ. Λεβίδης, εἶναι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν κάμνουσι τοὺς ἀντιπολιτευομένους ὅπως κηρύσσωνται φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καθιστῶσι καὶ τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως σκεπτικούς, μήπως εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ἀπὸ μελέτης καὶ συνειδήσεως ἀντιπολιτευθῶσιν αὐτήν.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, διετύπωσα ἤδη τὴν γνώμην μου ἀπὸ τῆς πρώτης κατ’ ἀρχὴν συζητήσεως, δὲν ἐνόμιζον δὲ ὅτι ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐπανέλθω εἰς τοῦτο, οὐδὲ θὰ ἐπανηρχόμην, ἄν μὴ ἐλάμβανε χώραν ἡ σημερινὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι δι’ αὐτῆς δὲν ἔγινεν ἁπλῶς ὁ ἀπολογητικὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ τίθεται ἀρχὴ τις γενικωτέρα, ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀρχή, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, δημοσιονομική, ἐντελῶς, ἰδιόρρυθμος, ἀρχή, ἀποτελοῦσα κίνδυνον τῶν δημοσίων συμφερόντων. Τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐπὶ τῶν καθόλου δημοσίων συμφερόντων, πρέπει, νομίζω, νὰ ἀπασχολήσωσι λεπτομερέστερον τὴν Βουλήν, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἰς βάρος τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων καὶ εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα θὰ ἐπηρεασθῶσιν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἐξόδων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, καθιερουμένη ἐν τῇ Διοικήσει, θὰ ἔχῃ σοβαρωτέρας καὶ γενικωτέρας συνεπείας εἰς βάρος, ὄχι μόνον τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῶν Δήμων, τῶν Κοινοτήτων, τῶν νομικῶν προσώπων τοῦ δημοσίου δικαίου, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα, καὶ ἐκ τῆς νομοθεσίας καὶ ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένα πρὸς τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῶν νομικῶν προσώπων τοῦ δημοσίου δικαίου. Ποία ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἥν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τὰς γνώμας τὰς δημοσιονομικὰς διηρμήνευσε σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι: ἀναχωρῶ, Κύριοι, ἀπὸ τῆς δικαιολογητικῆς, τῆς συναλλακτικῆς, τῆς νομικῆς ἀρχῆς ὅτι, ὅταν κατά τινα σύμβασιν τὸ ἕτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν ὑπεβλήθη εἰς ζημίας, ἕνεκα λόγων καὶ περιστάσεων ἀπροόπτων, ἕνεκα γεγονότων ὅλως ἀπροβλέπτων κατὰ τὸν χρόνον τῆς συστάσεως τῆς συμβάσεως, γεγονότων, ξένων πρὸς πᾶσαν αὐτοῦ ὑπαιτιότητα, γεγονότων ἐκτάκτων, ἀρχὴ δικαιολογητικὴ ἀνωτέρα ὑπαγορεύει νὰ μὴ φέρῃ οὗτος τὰς ζημίας αὐτάς, τὰς ἐκ τοιούτων περιστάσεων ἐπελθούσας, ἀλλά, κατὰ τὸ προσῆκον, ν’ ἀποκαθίσταται ἐκ τῶν ὑστέρων ὅ,τι ἐκ τῶν προτέρων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθῇ. Καὶ προσέθεσεν ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ οὐσιωδέστερον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κυρίως ἀπέσπασε τὴν προσοχήν μου. Εἶπεν, ὅτι, ἂν αὕτη ἡ ἀρχὴ εἶναι νομική, κανονίζουσα τὰς σχέσεις τῶν συναλλασσομένων ἰδιωτῶν πρὸς ἀλλήλους, κατ’ ἐξοχὴν εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὰς συναλλακτικὰς σχέσεις τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου τοῦ Κράτους αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἰδιώτας. Ριζικῶς, Κύριοι, διΐσταμαι πρὸς τὰς γνώμας ταύτας. Τὰς γνώμας ταύτας, Κύριοι, θεωρῶ προτοτύπους, θεωρῶ δημοσιονομικῶς ἀδοκίμους, ἐπικινδύνους εἰς τὰ συμφέροντα τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου, τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ἐπικινδύνους εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους τὰ οἰκονομικά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένα μὲ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Ἡ ἀρχὴ ἡ ὀρθή, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, ἥτις διέπει ἀλλαχοῦ εἰς Κράτη, ἀπὸ τῶν ὁποίων δέον νὰ παραδειγματιζώμεθα, τὰς τοιαύτας συναλλακτικὰς σχέσεις τοῦ Κράτους καὶ τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου πρὸς τοὺς ἰδιώτας, εἶναι, ἀκριβῶς, ἀνεστραμμένη. Ἀτύχημα θεωρῶ, ὅτι προήχθη ἀπὸ νομικῆς ἀντιλήψεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα σχηματίσῃ τὰς ἐν τοιούτῳ θέματι δημοσιονομικάς του γνώμας, διὰ νὰ ἀχθῇ εἰς τὰς ἰδέας, εἰς τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ρυθμίζωσι τὰς τοιαύτας συναλλακτικὰς σχέσεις τοῦ Κράτους καὶ τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Ἡ ἀρχή, ἡ διέπουσα τὰς τοιαύτας ἐννόμους σχέσεις τῶν ἰδιωτῶν πρὸς ἀλλήλους, εἶναι περίπου ἐκείνη, ἥν διετύπωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀρχὴ ἀναγεγραμμένη εἰς πάσας σχεδὸν τὰς θετικὰς νομοθεσίας μετά τινων παραλλαγῶν· ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν εἶναι ἀρχὴ δημοσιονομικὴ καὶ δὲν ἐκράτησεν εἰς τὰς σχέσεις τῶν Κρατῶν, τὰς συναλλακτικάς, πρὸς τοὺς ἰδιώτας. Καὶ θὰ ἦτο ὀλέθριον καὶ πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς διὰ τὰ Κράτη, ἄν καθιεροῦτο τοιαύτη τις ἀρχή θὰ ἦτο δὲ κατ’ ἐξοχὴν ὀλέθριον, ἄν καθιεροῦτο εἰς Κράτη κοινοβουλευτικά. Ὑπὸ τοιαύτην ἀρχὴν εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοήσῃ τις τὶ ἠδύνατο νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἄν ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑπάρξῃ εὐστάθεια εἰς τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῶν Κρατῶν, ἂν ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑπάρξῃ Προϋπολογισμὸς ἄξιος τοῦ ὀνόματός του. Καὶ ὄντως ἀρχὴν τοιαύτην διοικητικὴν καὶ δημοσιονομικήν, οἵαν διετύπωσε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδαμοῦ γνωρίζω ἐφαρμοζομένην. Τὶ συμβαίνει, Κύριοι, εἰς τὴν Γαλλίαν; Ὑπάρχουσιν εἰδικαὶ διατάξεις νομοθετικαί, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἐνοικιασταὶ δημοσίων κτημάτων ἢ ἐν γένει δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, εὐθύνονται δι’ ὅλα τὰ τυχηρά. Δὲν ἔχουσι δικαίωμα εἰς οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν, οὔτε εἰς ἐλάττωσιν τοῦ μισθώματος. Ἕνεκα οἱουδήποτε περιστατικοῦ, ἔστω καὶ ἐντελῶς ἀπροβλέπτου καὶ ἐκτάκτου, δὲν δύνανται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸ Κράτος καὶ ζητῶσιν ἐκπτώσεις τοῦ ἐνοικίου. Ἐν Γερμανίᾳ ἰσχύουσι περίπου τὰ αὐτά. Ἀλλ’ ἴσως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω ἰδιαιτέραν μνείαν τῆς Πρωσσίας, ὡς ἐκ τῆς μεγίστης σπουδαιότητος τῆς οἰκονομικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ζήτημα, ἕνεκα τῆς μεγάλης περιουσίας τοῦ Κράτους, χάριν τῆς ὁποίας προέρχεται τοῦτο εἰς τοιαύτας σχέσεις μετ’ ἰδιωτῶν. Ποία δὲ ἡ ἀρχὴ ἡ κρατοῦσα ἐν Πρωσσίᾳ; Ἡ αὐτή. Καὶ ἐκεῖ ὁ μισθωτής, ὅστις ἐκ τυχαίων ἢ ἐκτάκτων περιστάσεων δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔχῃ τὴν χρῆσιν καὶ τὴν κάρπωσιν κτήματος, συμφώνως πρὸς τὴν μίσθωσιν, οὔτε εἰς ἀποζημίωσιν δικαιοῦται, οὔτε νὰ ζητήσῃ ἀπαλλαγὴν τοῦ ὅλου ἢ μέρους τοῦ μισθώματος. Πρέπει μάλιστα νὰ σημειώσω μικράν τινα παρέκκλισιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τονισθῇ, ἀκριβῶς, διὰ νὰ ἐξαρθῇ ἡ δύναμις καὶ ἡ αὐστηρότης, μετὰ τῆς ὁποίας ἡ ἀρχὴ ἐκείνη ἐφαρμόζεται. Καὶ ἡ ἐξαίρεσις εἶναι αὐτή: Εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐνοικιαστής, ἐξ ἐντελῶς τυχαίων περιστάσεων καὶ ἐντελῶς ἐκτάκτων, θὰ ἐστερεῖτο ὁλοσχερῶς τῆς χρήσεως τοῦ μισθίου καὶ ἡ στέρησις αὕτη ἡ ὁλοσχερὴς διήρκει ἐπὶ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος συνεχῶς, ἀπαλλάσσεται τοῦ ἀντιστοίχου εἰς τὸν χρόνον τοῦτον μισθώματος. Σημειώσατε δὲ καλῶς, καὶ τονίζω τοῦτο, ὅτι πρέπει ἡ στέρησις τῆς χρήσεως νὰ εἶναι καθολική, ὁλοσχερής· οὕτως ὥστε ἡ στέρησις τῆς χρήσεως κατὰ τὰ ¾ ἢ καὶ 9) 10 δὲν εἶναι ἐπαρκής. Πρέπει ἀκόμη νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἓν τοὐλάχιστον ἔτος· χρόνος ὀλιγώτερος εἶναι ἀσήμαντος. Πρέπει τέλος τὸ ἔτος τοῦτο νὰ εἶναι συνεχὲς καὶ ἀδιάκοπον. Καὶ ἐνῷ τοιαῦται ἀρχαὶ κρατοῦσιν ἐν Γαλλίᾳ, ἐνῷ τοιαῦται ἀρχαὶ κρατοῦσιν ἐν Πρωσσίᾳ, ὅπου τοσοῦτον βαθέως τὰ περὶ τούτου ἐμελετήθησαν, ἡμεῖς, ὡς Κράτος κοινοβουλευτικόν, ἀγωνιζόμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν προσθέτως εἰς τὴν διοίκησιν νομικὰς ἀντιλήψεις ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀγωνιζόμεθα προσθέτως νὰ εἰσαγάγωμεν ἀρχὰς λεπτότητος, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβάλλουσιν εἰς τὰς τοιαύτας συναλλακτικὰς σχέσεις τοῦ Κράτους καὶ μεγαλειτέραν ἀκόμη συγκατάβασιν καὶ ἐπιείκειαν πρὸς τοὺς ζημιωθέντας ἰδιώτας. Ἀλλ’ ὡς εἶπον ἤδη, ἡ ὀρθὴ ἀρχὴ εἶναι ἀνεστραμμένη. Διάφορος εἰς τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις, εἰς τὰς συναλλακτικὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται μεταξὺ ἰδιωτῶν πρὸς ἀλλήλους, ἐπιεικὴς πρὸς τὸν ζημιωθέντα· διάφορος δέ, αὐστηρὰ καὶ οὐχὶ λεπτὴ πρὸς τὸν ζημιωθέντα, εἰς τὰς νομικὰς σχέσεις τὰς συνιστωμένας μεταξὺ τοῦ Κράτους, ἢ τῶν νομικῶν προσώπων τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Καὶ οἱ λόγοι εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἔθιξα προηγουμένως. Εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς εὐσταθείας τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ διὰ Κράτος κοινοβουλευτικὸν ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀνάγκη πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ πολὺ σπουδαιοτέρα. Εἶναι δὲ φανερὸν τοῦτο. Διότι εἶναι εἰς πάντας γνωστόν, εἶναι εἰς πάντας εὐνόητον τίνας κινδύνους εἶναι δυνατὸν νὰ διατρέξωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν καθιεροῦτο ἡ ἀρχὴ αὕτη τῆς λεπτότητος καὶ τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπαλλαγῆς τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ ὅλου ἢ μέρους τῶν μισθωμάτων. Διὰ τοῦτο, κυρίως, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ἡ ἀρχή, ἣν διετύπωσεν ἡ Κυβέρνησις, ἀνεξαρτήτως τῆς γενικωτέρας αὐτῆς δημοσιονομικῆς σημασίας, θὰ εἶχε καὶ τώρα ἀκόμη, ἐπικρατοῦσα, ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὅμοια, ἐξ ὁμοίων λόγων, θὰ παρείχοντο πλεονεκτήματα καὶ εἰς ἄλλους ἐνοικιαστὰς δημοσίων προσόδων καὶ δημοτικῶν προσόδων. Διότι καὶ οἱ τοιοῦτοι ἐνοικιασταὶ ἐξ ἀπροόπτων περιστάσεων, ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως αὐτῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπέστησαν ζημίας. Καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ἡ Κυβέρνησις, δίκαιον θὰ ἦτο καὶ ἐπιβεβλημένον ἀκόμη ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς ἰσότητος, ὅπως τὸ Κράτος, δι’ ὁμοίου νομοθετικοῦ μέτρου, ἔλθῃ ἐπίκουρον καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους τοῦ ὅλου ἢ μέρους τῶν ζημιῶν των. Ἰδοὺ ποῦ ὁδηγοῦσιν ἡμᾶς ἀναγκαίως αἱ δημοσιονομικαὶ θεωρίαι τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ ποῖοι εἶναι οἱ κίνδυνοι. Καὶ ἰδοὺ διατὶ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§208Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἐπιληφθεὶς τῆς δημοσιονομικῆς ἐξετάσεως τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐγὼ πρὸ ὀλίγου ἔθεσα, δὲν εὑρίσκει ταύτην ἀντικειμένην εἰς τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, τὴν εὑρίσκει ὅμως ἀντικειμένην εἰς τοὺς κανόνας τοὺς δημοσιονομικούς. Καὶ διατὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εὑρίσκει τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἀντικειμένην εἰς τοὺς νόμους τῆς δημοσιονομίας; Διότι, λέγει, ὅτι, ἂν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐφαρμοσθῇ, θὰ ἔχωμεν ἀστάθειαν τῶν δημοσίων προσόδων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ: Θὰ ἔχωμεν ἀστάθειαν τῶν δημοσίων προσόδων, ἂν ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐμνημόνευσα. Ποία ἡ ἀρχὴ αὕτη; Ὅταν οἱ φόροι, οἱ ἐπιβεβλημένοι, ἀποδίδουσιν ἐκ περιστάσεων ἀπροβλέπτων ὀλιγώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπέδωσαν τὸ προηγούμενον ἔτος, λέγει ἡ ἀρχή, ἡ ἰδική μου, εἶναι πρέπον, ἵνα εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Δημοσίου εἰσέλθῃ ὀλιγώτερον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας λέγει, ὅτι καὶ κατὰ τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ φορολογούμενοι ὀλιγώτερα ἐπλήρωσαν, πρέπει νὰ εἰσέλθῃ τὸ ἴδιον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι ἄλλως ἔχομεν ἀστάθειαν τῶν δημοσίων προσόδων καὶ ἀπαιτεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, διὰ νὰ εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὰς δημοσιονομικὰς ἀρχάς, νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε κατὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπὸ τῶν φορολογουμένων κατεβλήθησαν ὀλιγώτερα, καὶ κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα νὰ γίνῃ δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἴσον ποσόν, διότι, ἄλλως, θὰ ἔχωμεν τὴν ἀστάθειαν. Καὶ εὑρίσκει εὔκολον τὸν τρόπον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἰσότητα τῶν δύο ἐτῶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Νὰ πληρώσουν, λέγει, οἱ ἐνοικιασταὶ ἀπὸ τὴν τσέπην των, νὰ τα πληρώσῃ ὁ ἐνοικιαστής, διότι οὐκ ἔστιν ἄλλως γενέσθαι. Ἀλλά, Κύριοι, ἠξεύρετε ποίαν δημοσιονομικὴν ἔννοιαν ἐμφανίζει αὐτὴ ἡ ἀξίωσις πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν; Τὴν ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἀσφάλειαν, ἐπὶ πληρωμῇ ἀσφαλίστρων, τῆς ἰσότητος τῶν δημοσίων αὐτῶν προσόδων· διότι, βεβαίως, ὅταν αἱ ποσότητες τῶν φόρων, τῶν καταβαλλομένων ὑπὸ τῶν φορολογουμένων, δὲν ὑφίστανται καθ’ ὅλα τὰ ἔτη, τί πράττετε, ὅταν λέγετε εἰς τὸν ἐνοικιαστήν: «Ἀνάλαβε τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ λείψῃ». Ἀλλά, βεβαίως, ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν θὰ τὴν ἀναλάβῃ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ποσοῦ τούτου δωρεάν, θὰ τὴν ἀναλάβῃ ἐπὶ καταβολῇ ἀσφαλίστρων. Ὅταν, λοιπόν, ἐπιβάλλετε κινδύνους εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, καὶ ὅσους πλείονας κινδύνους ἐπιβάλλετε εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι τόσον πλείονα θὰ πληρώσητε ἀσφάλειαν, καὶ ἵνα φθάσητε εἰς τὸ ἰδανικόν, τὸ δημοσιονομικόν, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ οὐδένα κίνδυνον ὁ ἐνοικιαστής, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ πληρώσητε κολοσσιαῖα ἀσφάλιστρα, καὶ δὲν θὰ συνεβούλευον ὑμᾶς νὰ ἀκολουθήσητε τοιοῦτον σύστημα, διότι θὰ ἐξέλθητε πολὺ μετανενοημένος. Ταῦτα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς δημοσιονομικῆς ἀρχῆς. Ὁ κ. Συνάδελφος ἀνέγνωσε τοὺς ὅρους τῶν συμβάσεων, τοὺς ὁποίους τὰ διάφορα Κράτη μεταχειρίζονται.
§209Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοὺς ὅρους τῶν συμβάσεων, εἶπον τοὺς νόμους.
§210Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Οἱ νόμοι, ἀπεικονίζουσι τὰς ἐξουσίας τῶν δημοσίων ἀρχῶν καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ὀφείλουσι νὰ συμβάλλωνται, οἱ ὅροι αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι τῶν συμβάσεων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπαναλαμβάνονται ἐν ταῖς συμβάσεσι, διότι εἶναι ὅροι ὑποχρεωτικοὶ ἐν ταῖς συμβάσεσιν. Ὁ κ. Συνάδελφος ἀνέφερε τοὺς νομοθετικοὺς ὅρους τῶν συμβάσεων καὶ εἶπεν, οὕτω γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν. Βεβαίως, καὶ παρ’ ἡμῖν γίνεται οὕτω μέχρις ἑνὸς σημείου. Ὅταν τὸ Κράτος ἀναθέτῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων προσόδων εἰς ἰδιώτας, μέχρις ἑνὸς σημείου ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς τὰς αὐξομειώσεις καὶ τὰ τυχηρά· ἀλλ’ ὅταν πράττῃ τοῦτο τὸ Κράτος, φαντάζεσθε, ὅτι εἶναι Κράτος ὑγειῶς ἔχον, ὅταν ἐξαρτᾷ τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν πρόσοδον ἐκ μόνης τῆς βουλήσεως τῶν προτιθεμένων νὰ τὴν ἐνοικιάσωσι; Θὰ εἶναι ἀστεῖον τὸ Κράτος νὰ ὑπολογίζῃ τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ἀναμένει ἐξ ὡρισμένου φόρου, ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν προτιθεμένων νὰ τὴν ἀγοράσωσι. Τὸ Κράτος γνωρίζει — καὶ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ — τί ἀποδίδει ὡρισμένη πρόσοδος. Ἀλλὰ διατὶ ἐκχωρεῖ αὐτήν; Ὅπως τὴν ἐξασφαλίσῃ, ὡς φρονεῖ ὁ κ. Συνάδελφος; Ὄχι τὴν ἐκχωρεῖ, διότι παραδίδει τὴν ἐργολαβίαν τῆς εἰσπράξεως εἰς ἄλλον. Ἡ κυρία βάσις εἶναι ὅτι, ἀντὶ τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως τῆς φορολογίας αὐτῆς, τὰ ἔξοδα τῆς εἰσπράξεως — εἶναι μάλιστα μερικαὶ φορολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τοιούτου εἴδους ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ὀργανώνει καλλίτερον εἷς ἰδιώτης — ὥστε τὸ Κράτος, ἀναγνωρίζον, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὴν πρόσοδον αὐτὴν 100.000, παραχωρεῖ τὴν εἴσπραξιν εἰς ἕνα ἰδιώτην ἀντὶ 95.000 καὶ οὕτω ἀπαλλάσσεται τῶν δαπανῶν τῆς εἰσπράξεως, αἱ ὁποῖαι καταβάλλονται ἀπὸ τὸν ἰδιώτην, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφήνει νὰ ὠφεληθῇ καὶ ἕν ποσόν, διὰ νὰ προλαμβάνωνται καταχρήσεις τυχόν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγίνοντο ἄν μόνον ἐπεδίωκε τὴν εἴσπραξιν κλπ. Τὸ Κράτος τὴν τοιαύτην σύμβασιν καταρτίζον, βεβαίως, δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γίνεται ἑκάστοτε ἀναλογία τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ὁ ἐνοικιαστὴς ἔσχε, πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ καταβάλῃ ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ οὔτε ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶπον, εἶναι ἐφαρμοστέα κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην, διότι, βεβαίως, οὐδὲν Κράτος θὰ ἔλεγεν εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, ὅτι ἐγὼ ἐννοῶ νὰ ἴδω πόσα εἰσέπραξες καὶ ἂν εἰσέπραξες ὀλιγώτερα, θὰ πάρω ὀλιγώτερα 4 ἢ 5 χιλιάδες ἢ ἂν εἰσέπραξες περισσότερα, θὰ πάρω περισσότερα κλπ. Δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης τινὸς ἀρχῆς. Ἐπίσης, τὸ Κράτος τοὺς συνήθεις φόβους ἐννοεῖ νὰ τοὺς ἔχῃ ἐξησφαλισμένους ἀπὸ τὸν ἐργολάβον τῆς εἰσπράξεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ αὐτοὺς τοῦ φορτώνει καὶ τοῦ λέγει: «Κύριε ἐνοικιαστά, ἂν συμβῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἐγὼ θὰ λάβω τὰς προσόδους μου». Διὰ τοῦτο δὲ πληρώνει καὶ ἀσφάλιστρα, διότι ὁ ἐνοικιαστής, ἔχων ὑπ’ ὄψει του ταῦτα, πληρώνει ὀλιγώτερον μίσθωμα, παρ’ ὅσον θὰ ἐπλήρωνεν, ἂν δὲν ἐτίθεντο αὐτοὶ οἱ ὅροι. Καὶ δὲν ἀντίκεινται αὐτά, τὰ οὕτω συνομολογούμενα, διόλου εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐξέθηκα. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ μία περίπτωσις. Ποία; Ἡ περίπτωσις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ ἡ περίπτωσις τῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι αὐταὶ περιπτώσεις, περὶ ὧν δύναται νὰ εἴπῃ οἱοσδήποτε ἄνθρωπος, ὅτι ἡ Κοινότης ἢ ὁ Δῆμος διὰ τῶν ρητρῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῇ σχετικῇ συμβάσει διέλαβον, ἠνόησεν, ἵνα οἱ συμβληθέντες ἐξασφαλίσωσι τὴν Κοινότητα ἢ τὸν Δῆμον διὰ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῶν τοιούτων περιπτώσεων; Εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ, ἀντιπροσωπεύων Κοινότητα, πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν ὅτι: «Κύριε, σοῦ ἐπλήρωσα ἀσφάλιστρα, διότι ἠλάττωσα τὸ μίσθωμα, διότι ἐννόησα ἐγὼ νὰ ὑποστῇς σὺ τὴν ζημίαν ἐκ τῆς ἐκρήξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ κατόπιν ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς ἐπιστρατεύσεως»;
§211Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχετε πληροφορίαν, κ. Ὑπουργέ, ἂν ἐν Γαλλίᾳ, τῆς ὁποίας μέγα μέρος εὑρίσκεται εἰς τὴν κατοχὴν τῶν Γερμανῶν, εἰσήχθησαν τοιαῦτα νομοσχέδια;
§212Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶδον τοιοῦτον νόμον.
§213Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Οἱ τοιοῦτοι νόμοι δὲν εἶναι ἀπὸ τοὺς νόμους αὐτούς, τοὺς ὁποίους σεῖς βλέπετε, ὥστε νὰ ἠξεύρετε, ἄν ἔγινε κανεὶς νόμος τοιοῦτος.
§214Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ βεβαιῶ.
§215Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κατὰ τὸ 1870 ἐγένοντο τοιοῦτοι νόμοι.
§216Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Λοιπόν, ἐξερράγησαν τὰ δύο αὐτὰ περιστατικά. Ἐρωτᾶται: δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ περιστατικὰ ταῦτα περιελήφθησαν ἐν ταῖς ρήτραις τῶν τοιούτων συμφωνιῶν; Κατ’ ἐμέ—δυνατὸν ἡ κρίσις μου νὰ εἶνε ἐσφαλμένη— οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τοιοῦτόν τι.
§217Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς ὡς ἀπρόβλεπτα τὰ ἐδέχθημεν.
§218Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι ὡς ἀπρόβλεπτα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠσφαλίσθησαν δι’ οἱασδήποτε ρήτρας, διότι εἶναι ἀπρόβλεπτα, τοσοῦτον ἀπρόβλεπτα, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιληφθῶσιν εἰς οἱανδήποτε ρήτραν. Ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τοιούτων ἀπροβλέπτων, τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου, τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης ἀπαιτεῖ νὰ γίνῃ ἡ ἔκπτωσις, βεβαιῶ δὲ ὑμᾶς, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιταγὴ τοῦ δικαίου δὲν ἀντίκειται εἰς καμμίαν δημοσιονομικὴν ἀρχήν, διότι, προκειμένου περὶ τῶν συνήθων ἀπροβλέπτων περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισυμβαίνωσιν ἐν τῇ πορείᾳ τῶν ἐτῶν, δύνανται ταῦτα νὰ ἀσφαλίζωσιν αἱ ρῆτραι, αἱ τιθέμεναι· προκειμένου ὅμως περὶ συμβεβηκότων, τοσοῦτον ἐκτάκτων, δὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε, ὅτι θὰ διατρέξῃ κανένα κίνδυνον ἡ ἰσοροπία τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, διότι θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐπιταγὴ τοῦ δικαίου καὶ τῆς δικαιοσύνης ἐν περιπτώσει τοσοῦτον ἐκτάκτων γεγονότων...
§219Γ. ΠΩΠ. Θὰ ἀφαιρέσητε καὶ τὰ κέρδη, τὰ ἐκ τοῦ πολέμου;
§220Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.......διότι ἔκτακτα γεγονότα ἐπιφέρουσιν ἐκ τῆς μοιραίας φορᾶς τοιοῦτον συγκλονισμὸν εἰς τὰς δημοσίας, εἰς τὰς κοινοτικάς, εἰς τὰς δημοτικὰς προσόδους, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ προξενήσῃ ἐντύπωσιν καὶ ἡ μικρὰ ἐπὶ πλέον ἐλάττωσις, ἥτις, πρὸς ἐφαρμογὴν δικαίας ἀρχῆς, ἤθελεν ἐπιγένηται. Τώρα, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νέων Ψαρρῶν Συνάδελφος ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου καὶ μοὶ ὑπέμνησε καὶ τώρα, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου κερδῶν. Δὲν εἶναι στιγμή, οὐδ’ εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τὰς σκέψεις τὰς ἐπικρατούσας παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐκθέσω· δύναμαι ὅμως νὰ διαβεβαιώσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Νέων Ψαρρῶν Συνάδελφον, ὅτι...
§221Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον, ὅτι τοῦτο θὰ ἀπετέλει τὸ σάλπισμα, τὸ προμηνῦον, ὅτι θὰ ἐπιβληθῶσι φόροι ἐπὶ τῶν κερδῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, εἶναι νὰ τεθῇ ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ παρέχηται δικαίωμα εἰς τοὺς Δήμους καὶ Κοινότητας νὰ ζητήσωσι νὰ λάβωσι καὶ αὐτοὶ μέρος ἐκ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν οἱ ἐνοικιασταί, ἀκριβῶς, ἐκ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων.
§222Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ εἰς τὸν φόρον τῶν κερδῶν!
§223Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ποῖαι, λοιπόν, εἶναι αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι κρατοῦν παρὰ τῇ Κυδερνήσει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, — εἶναι δὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Νέων Ψαρρῶν θέμα ἐκτάκτου κέρδους, προελθόντος ἐκ τοῦ πολέμου, ὡς ὁ ἴδιος εἶπεν, εἶναι δὲ οὐχὶ τὸ σημαντικώτερον ἐκ τῶν ἐντάκτων ἐσόδων, τὸ ἔσοδον ἀστικῶν τινων Δήμων, εἰς τοὺς ὁποίους ἠμπορεῖ νὰ ηὔξησεν ἡ εἰσαγωγὴ ἐμπορευμάτων, — καὶ ποία ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν θὰ μετέλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν κερδῶν τούτων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Συνάδελφον, νὰ ἔχῃ ὑπομονὴν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἥν ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσαγάγῃ τὰ περὶ τούτου μέτρα της καὶ ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ δυσηρεστημένος.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης.
§225Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἀγορεύσει καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐμνήσθη τῶν ἀρχῶν τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου περὶ θεομηνίας. Βεβαίως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νεαρὸς ὤν, ἐνθυμεῖται ἄριστα τὰς ἀρχὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ αὐτὸ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, ἀλλὰ καὶ ἐγώ, εὐτυχῶς, ὅστις πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν περίπου ἐγκατέλειψα τὰ ἑδώλια τοῦ Πανεπιστημίου, ἐνθυμοῦμαι εἰσέτι τὰς ἀρχὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου περὶ θεομηνίας, ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅτι τὴν λεγομένην «ἔκβιτας», ἀπένειμεν ὁ Πραίτωρ καὶ ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη, ὅτι ἡ τελειότης τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου ὀφείλεται εἰς τὴν σύγκρουσιν τοῦ αὐστηροῦ δικαίου, τοῦ «στρίκτουμ γιούς» πρὸς τὸ δίκαιον τῆς ἐπιεικείας. Αὐτὸς ἦτο κυρίως ὁ λόγος, οὗ ἕνεκεν ἐξήχθη εἰς ἀπαράμιλλον τελειότητα τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι αἱ θεωρίαι αὗται ἴσχυον ἐν Ρώμῃ, προκειμένου περὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ὁσάκις ὅμως ἐπρόκειτο περὶ τοῦ δημοσίου, τὸ πρᾶγμα εἶχεν ἄλλως. Ἡ ἐπιείκεια δὲν ἦτο συνήθης. Κυρίως, ἐκ τῶν ἀρχαιοτάτων Κρατῶν οὐδὲν ἔφθασεν εἰς τὴν περιωπὴν τῆς Ρώμης, πλὴν ἴσως τῆς νεωτέρας Γερμανίας. Καὶ τοῦτο ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν αὐστηρότητα τῆς Ρώμης, ὡς Κράτους. Ἡ ἀρχαία Ρώμη οὐδέποτε ἐφήρμοσε τὰς ἀρχὰς τοῦ Πραίτωρος ἐν γένει, προκειμένου περὶ τοῦ δημοσίου δικαίου. Ρωμαῖος ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις κατεδίκασε τὸν υἱόν του εἰς θάνατον, διότι παρέβη τοὺς νόμους. Καὶ ἂν ἡ ἀρχαία Ρώμη ἤκμασε, λέγω πάλιν, ὅτι εἷς τῶν κυριωτάτων λόγων τῆς ἀκμῆς αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ αὐστηρότης, ἐφ’ ὅσων ἀφεώρων τὴν σφαῖραν τοῦ δημοσίου δικαίου. Καὶ ἐὰν σήμερον ἡ Γερμανία ἀκμάζῃ καὶ προκαλῇ τὸν θαυμασμὸν ὁλοκλήρου τοῦ Κόσμου, καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ἀντιπάλων, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιεικής, προκειμένου περὶ τῆς σφαίρας τοῦ δημοσίου δικαίου. Ἐκεῖ, λοιπόν, ὑπῆρξεν ὁ Πραίτωρ, ὅστις ἦτο ἀντιπρόσωπος τῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ ἀνθίστατο εἰς τὸ «στρίκτουμ γιούς», εἰς τὸ αὐστηρὸν δίκαιον. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ πιστεύω, ὅτι, ἂν ποιησώμεθα ἀρχὴν τοῦ συστήματος τούτου, θέλομεν φθάσει εἰς ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Οὐδεὶς Δῆμος ἐκ τῶν Δήμων τοῦ Κράτους, ὧν τὸν ἀριθμὸν ἀπώλεσα καὶ δὲν γνωρίζω σήμερον, οὐδεμία τῶν Κοινοτήτων, αἵτινες ὑποθέτω ὅτι ἀνέρχονται εἰς χιλιάδας, καὶ ἂν μεταχειρισθῶ τὴν συνήθη ἔκφρασιν, ὅτι ἐδιπλασιάσθη ἡ Ἑλλάς, ἴσως ἀνέρχονται εἰς 4.000, οὐδεὶς ἐκ τῶν Δήμων, λέγω, ἐξαιρουμένων τῶν Δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἵτινες ὠφελήθησαν ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως πολλὰ ἑκατομμύρια, διότι οἱ ἔμποροι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς εἰσὶν οἱ ὠφεληθέντες δικαίως καὶ νομίμως, οὐδείς, λέγω, τῶν ἐνοικιαστῶν προσόδων τῶν Δήμων ἤθελεν ἀμελήσει, ἵνα καταφύγῃ εἰς τὴν ἐπιείκειαν αὐτῶν. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ Δῆμοι τοῦ Κράτους καὶ αἱ 4.000 τῶν Κοινοτήτων θέλουσι σπεύσει διὰ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν ἀρχόντων αὐτῶν νὰ ζητήσωσιν, ὅπως ἀπαλλάξωσι τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν φόρων ἢ μέρους αὐτῶν, διότι, δυστυχῶς, τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας δὲν δυνάμεθα νὰ παραβάλωμεν πρὸς τοὺς ἀρχαίους Ρωμαίους, ὡς πρὸς τὸ δημόσιον δίκαιον, ὧν ἡ αὐστηρότης ἦτο πασίγνωστος καὶ πανθομολογουμένη καὶ παραδειγματική. Καὶ τότε θέλομεν φθάσει εἰς ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα νὰ μὴ ὑπάρξῃ Δῆμος καὶ Κοινότης, οἵτινες νὰ μὴ παραδώσωσι τὰς προσόδους αὐτῶν ἐκθέτους εἰς τὴν συναλλαγὴν τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν συμβουλίων πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν προσόδων. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὕρῃ ἐκ τῆς Ρωμαϊκῆς Ἱστορίας πηγὰς, καθ’ ἃς, ὡς εἶπεν, πάντοτε οἱ Ρωμαῖοι μεταχειρίζοντο τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιεικείας τῆς «ἔκουϊτας», προκειμένου τουτέστι καὶ περὶ τοῦ δημοσίου δικαίου, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἰσχυρίζομαι τὸ ἀντίθετον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ ἠνάγκασαν νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ποιήσηται ἔναρξιν τοιούτων νομοθετημάτων, διότι, εὐθύς, ὡς εἰσέλθῃ εἰς τὸν κατήφορον, δὲν θέλει εὕρῃ σημεῖον, εἰς ὃ νὰ σταθῇ, ἀλλὰ θέλει φθάσει μέχρι πέρατος τοῦ κατηφόρου.
§226Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἀσθενὲς τῆς φωνῆς μου καὶ ἡ ἀπόστασις, ἡ ὁποία μὲ χωρίζει ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐκ Ψαρρῶν ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ μοὶ ἀποδώσῃ οὗτος γνώμην περὶ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ δὲν ὡμίλησα. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, μοὶ ἀπέδωσε τὴν γνώμην, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἔχουσι καταρτισθῆ καλῶς. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς δικαιολογητικῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι καὶ τότε, ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο, ὢν Βουλευτὴς ἀντίθετος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὑπεστήριξα ἐκθύμως τὸ νομοσχέδιον.
§227Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἦτο νομοσχέδιον, ἦτο πρότασις νόμου.
§228Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶσθε ἀπὼν τότε ἐκ τῆς Βουλῆς.
§229Γ. ΠΩΠ. Καίτοι ἀπών, ἐνθυμοῦμαι καλλίτερον ἀπὸ πολλοὺς παρευρισκομένους ἐνταῦθα.
§230Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, λέγω, εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, ὡς νομοσχέδιον καὶ ὄχι ὡς πρότασις νόμου, παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἂν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, καὶ εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε τότε διαφόρους πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἄν, δηλαδή, ἐπῆλθε ζημία ἐκ τοῦ ἀπροβλέπτου περιστατικοῦ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, καὶ ἀφοῦ ἐπείσθη, ὅτι ἐπῆλθε ζημία, εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, ἐψηφίσθη τοῦτο κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἄν ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Λέγω τοῦτο, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ἐψηφίσθη καὶ εἰς πρώτην συζήτησιν, διότι ἐξηγέρθησαν ἄλλοι, ἀντίθετα ἔχοντες συμφέροντα, καὶ δὴ ὁ Δῆμος Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἠξίωσε παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις τότε εὑρέθη πρὸ διλήμματος: ἢ ἔπρεπε νὰ ἀκούσῃ τὸν ἐξεγερθέντα Δῆμον Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἦτο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἢ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ἐκ τῆς ἰδίας ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῶν πραγμάτων, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους Δήμους τοῦ Κράτους. Καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλιπε τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ ἀντετάχθην κατὰ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἐγκατάλειψις, καὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς νομοσχέδιον ὠφέλιμον εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχήν, νὰ τὸ ἐγκαταλείπῃ. Ἔπρεπε νὰ τὸ συζητήσῃ καὶ ἄν ἡ Βουλὴ ἤθελε νὰ τὸ ἀπορρίψῃ, νὰ τὸ ἀπέρριπτεν. Ἀλλ’ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλιπε τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν ἐψηφίσθη. Οὕτω πως ἀπεσύρθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ τότε τὸ εἰσήγαγον ἐγὼ μετ’ ἄλλων Βουλευτῶν, ὡς πρότασιν νόμου πλέον, ἵνα ἐξετασθῇ ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι, οὐ μόνον προσήκουσα, εὐρεῖα συζήτησις ἐγένετο εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ προσέτρεξαν καὶ εἰς γνώμας νομομαθῶν καὶ διαπρεπῶν πολιτικῶν. Καὶ ὑπάρχει καὶ ἐπίσημος γνωμοδότησις, ἡ ὁποία ἐξετάζει τὸ πρᾶγμα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς πολιτικῆς. Ἡ δὲ γνωμοδότησις αὕτη εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ διακεκριμένον πολιτικὸν καὶ ἀπὸ διακεκριμένον καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου.
§231Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῦ εἶναι αὐτή, παρακαλῶ;
§232Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν τὴν ἔχω ἐγὼ ἐδῶ. Σᾶς ἀναφέρω τὸ πρᾶγμα.
§233Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§234Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ διακεκριμένον πολιτικόν καὶ ἀπὸ διακεκριμένον καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος ἐξετάζει τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἄν ἀντίκειται εἰς τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον ἢ ὄχι, ἄν ὑπάρχῃ στέρησις περιουσίας. Καὶ βεβαίως δὲν ὑπάρχει καμμία στέρησις περιουσίας, διότι τὸ Σύνταγμα, ὅπως πολὺ καλῶς γνωρίζετε, προβλέπει περὶ ἰδιοκτησίας, ἐδῶ δὲ δὲν πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας, καὶ ἀναφέρεται καὶ ἐν τῇ γνωμοδοτήσει ἐκείνῃ, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔκαμε καὶ ἄλλους νόμους ὁμοίους, τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἠλάττωσαν τοὺς τόκους. Ἀλλ’ ἐξητάσθη καὶ ἀπὸ ἠθικῆς πολιτικῆς καὶ ἐρρέθη καὶ ἀνεπτύχθη καὶ ἐν τῇ γνωμοδοτήσει ἐκείνῃ, ὅτι ἔργον ἠθικὸν εἶναι ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ ἴδῃ καὶ νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν πράγματι ἐξ ἑνὸς περιστατικοῦ τόσον ἀπροβλέπτου, ὅσον εἶναι εἷς πόλεμος, τόσον ἀπροβλέπτου, ὅσον εἶναι μία γενικὴ ἐπιστράτευσις, προκληθεῖσα ἐξ ἑνὸς εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, περιστατικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο κανεὶς νὰ προΐδῃ τότε, ὅτε ἔκαμε τὰς συναλλαγάς του, καὶ συνεπῶς δὲν ἠδύνατο, συμφώνως πρὸς τὸ περιστατικὸν αὐτό, νὰ κανονίσῃ τοὺς λογαριασμούς του, λέγει ὅτι τότε εἶναι ἐπιβαλλόμενον καθῆκον εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ εἰσηγηθῇ καὶ νὰ καταρτίσῃ τοιοῦτον νόμον.
§235Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπικαλῆσθε αὐθεντίας, τὰς ὁποίας οὐδὲ κἄν ὠνομάσατε, καὶ γνωμοδοτήσεις, τῶν ὁποίων τὸ κείμενον δὲν ἔχομεν, διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ λέγουν;
§236Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρετε τὰ κείμενα.
§237Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εὐχαριστῶ, κ. Συνάδελφε, διὰ τὴν συμβουλήν, τὴν ὁποίαν μοῦ δίδετε, καὶ τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι παρ’ ὑμῶν, ὡς παρ’ ἀρχαίου πολιτευτοῦ, καὶ ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὸν τρόπον τοῦ συζητεῖν. Ὀφείλω ὅμως νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μου, ὅτι ἤδη δὲν ἐπικαλοῦμαι καμμίαν αὐθεντίαν διὰ νὰ πείσω τὴν Βουλήν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν σκέπτεται ἐπὶ τῇ βάσει οὔτε κειμένων, οὔτε αὐθεντίας οἱασδήποτε, ἀλλὰ σκέπτεται κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκτίμησιν καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν γνώμην. Διὰ τοῦτο τὸ Πολίτευμα δὲν ἀπῄτησεν, ἵνα οἱ Βουλευταὶ ἔχωσιν ὡρισμένας ἰδιότητας, ἀλλὰ δύνανται νὰ εἶναι οἱοιδήποτε καὶ κρίνωσι τὰ πράγματα, ὡς αὐτοὶ ἀντιλαμβάνονται τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου. Ἐγὼ ἐκθέτω μίαν ἱστορίαν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν σᾶς ἀνέφερον ποῖοι εἶναι οἱ ὑπογράψαντες. Λοιπόν, σᾶς λέγω, ὅτι ἐγένετο καὶ ἡ τοιαύτη συζήτησις, καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, καὶ δι’ αὐτὸ ἐκθέτω τὴν γνώμην μου, ὅτι εἶμαι ἀκραδάντως πεπεισμένος, καὶ τότε ὅτε συνεζητήθη ἐκεῖνο, καὶ νῦν, ὅτε σήμερον ἔρχεται πάλιν ἡ ἰδία συζήτησις, περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις. Διότι δὲν δύνασθε ποτέ νὰ εἴπητε ὅτι, ὅταν γίνεται εἷς πόλεμος, ὅταν ἐπέρχωνται ζημίαι εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ὅτι τὰς ζημίας αὐτὰς πρέπει νὰ τὰς φέρουν τὰ ὡρισμένα ἐκεῖνα πρόσωπα. Ὑπῆρχε μάλιστα αὐστηρὰ ἀρχὴ ἐν τῷ Ρωμαϊκῷ Δικαίῳ, ἡ ὁποία ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπίθεσις τοῦ ἐχθροῦ καταστρέψῃ τὴν οἰκίαν τὴν ἰδικήν σας, πρέπει νὰ τὴν ὑποστῆτε σεῖς τὴν ζημίαν αὐτήν. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ εἶναι ἀρχὴ ἄδικος, παρὰ τὰ κείμενα τοῦ δικαίου. Νεώτεροι νομομαθεῖς ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι τεθειμένη ἐν τῷ δικαίῳ, ὅτι τὰ τυχηρὰ τὰ φέρει ὁ ὑφιστάμενος αὐτά, ὅτι αὐτὸς θὰ ὑποστῇ τὸ τυχηρόν, καὶ εἶπον ὅτι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὀφείλει νὰ ἐπέλθῃ ἡ Πολιτεία ἀρωγὸς πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν οὕτω πως ζημιωθέντων· καὶ ἂν ἔλθῃ ὁ ἐχθρὸς εἰς τὰ σύνορα καὶ καταστρέψῃ τὴν οἰκίαν σας καὶ καταστρέψῃ τὴν περιουσίαν σας, καθῆκον ἔχει ἡ Πολιτεία νὰ σᾶς ἀποζημιώσῃ, διότι ὁ πόλεμος εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον γίνεται δι’ ὅλους καὶ ὄχι δι’ ἓν ἢ πλείονα ὡρισμένα ἄτομα, τὰ ὁποῖα συνέπεσε νὰ εἶνε εἰς τὴν θύραν τοῦ πολέμου πρὸ τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ ἐχθροῦ. Καὶ δι’ αὐτό, παντοῦ, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἐγένοντο πόλεμοι, κατόπιν τοιαύτη ἐπεκράτησεν ἀρχή. Καὶ ὅπως καλῶς γνωρίζετε οἱ ἀκολουθοῦντες τὰ νομικά, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1870, ἐπηκολούθησαν ἀποζημιώσεις εἰς ὅλους τοὺς ὑποστάντας ζημίας ἐκ τοῦ πολέμου. Διατὶ θέλετε ὑμεῖς νὰ φύγητε ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ταύτην; Καὶ ἠξεύρετε τὶ εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι τὴν ζημίαν θὰ τὴν ὑποστῇ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ εἶναι πρὸ τῆς βολῆς τοῦ ἐχθροῦ; Αὐτὸ εἶναι καταστροφὴ πάσης δημοσιονομικῆς ἀρχῆς, διότι λέγετε, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἁρπάζητε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὠφελήθη, εὑρισκόμενος πρὸ τοῦ τυχηροῦ περιστατικοῦ, ἵνα πληρώσῃ, ἐνῷ διὰ τὸν ὑποστάντα ζημίαν ἐκ τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ ἐχθροῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιπίπτει κατ’ αὐτοῦ ἀτομικῶς, ἀλλὰ καθ’ ὅλου τοῦ Κράτους, διὰ τοῦτον δὲν ἔρχεσθε ἀρωγός! Καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι εἶναι ἀπολύτως δικαία ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οὐδὲν ἔχομεν νὰ φοβηθῶμεν, διότι τίθενται τρεῖς, νομίζω, διάφοροι ἀρχαί. Ἔρχεται κατὰ πρῶτον αὐτὴ ἡ Κοινότης, αὐτὸς ὁ ἐνδιαφερόμενος Δῆμος, ὁ ὁποῖος δύναται, δίκαιος ὤν, εὐσυνείδητος ὤν, νὰ κανονίσῃ ποία ἐπέρχεται ζημία, καὶ εἶμαι ὑπερβέβαιος, ὅτι, ἄν θελήσῃ νὰ κανονίσῃ τὴν πραγματικὴν ζημίαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ διατρέξῃ τὰ ἄλλα στάδια τῆς διαδικασίας ὁ ἕτερος, ἔστω καὶ ἂν νομίζῃ, ὅτι κατὰ τοῦτο ἀδικεῖται. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἐν τούτῳ ἀδικία, ἀναμφιβόλως, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως καὶ τῆς προσφυγῆς εἰς τὰς δύο ἐκείνας ἐπιτροπάς. Δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς ἐπιτροπάς; Νομίζετε, ὅτι δὲν ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των; Ἄς ἐπέλθῃ μία τροποποίησις εἰς τὰς ἐπιτροπάς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πόλεμος κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τρόπος μεταρρυθμίσεως λεπτομερειῶν αὐτοῦ. Θὰ εἶχον δὲ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, εἰς ὅσα παρετήρησε περὶ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, ὅτι δὲν ἦτο τόσον ἄκαμπτον εἰς τὰς σχέσεις του τὸ Δημόσιον αὐτὸ πρὸς τοὺς ἰδιώτας, διότι ἡ ἀρχὴ τῆς θεομηνίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βάσις τῆς ἀρχῆς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, ἴσχυε καὶ διὰ τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν δημοσίων κτημάτων, καὶ ἂν καλῶς ἀναπολήσῃ εἰς τὴν μνήμην του, τὰς γνώσεις τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, θὰ τὴν εὕρῃ καὶ αὐτήν. Ὥστε καὶ ἐκεῖνο, τὸ ἄκαμπτον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη, δὲν ὑφίσταται.
§238Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Εἶμαι, Κύριοι, ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι μόνον οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν φόρων τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις ζημιοῦνται, εἶναι τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον, τὸ ὁποῖον ζημιώνεται, εἶναι οἱ ἐργάται, εἶναι οἱ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τὰς ἐργασίας των καὶ εὑρίσκονται σήμερον εἰς τὰ σύνορα καὶ τῶν ὁποίων αἱ οἰκογένειαι πεινῶσιν. Εἶναι οἱ ἐπαγγελματίαι, εἶναι τὸ ἐμπόριον, εἶναι ἐν γένει ὅλη ἡ ἐθνικὴ παραγωγή, ἡ ὁποία ζημιώνεται. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς θετικῶς ζημιουμένους, Κύριοι, θέλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν, διὰ νὰ δώσωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν ὑποθετικῶς. Ἦλθεν ὅμως ἐνώπιον ἡμῶν, Κύριοι, καὶ μία ἠθικὴ ἀρχὴ πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμολογῶ, εἰλικρινῶς, ὅτι, ἴσως, δὲν διΐσταμαι πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν ἠθικήν. Φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ Κράτος ἐκπροσωπεῖ μίαν ἠθικὴν ἀρχήν, ὅτι δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει, δὲν ἀποσκοπεῖ μόνον τὴν ὑλικὴν εὐημερίαν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἠθικὴν ἐξύψωσιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο δὲν διΐσταμαι, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου, ὅσον καὶ πρὸς τὰς ἠθικὰς ἀρχάς. Ἀλλά, Κύριοι, ὁρμώμεθα ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς εἰς τὰς συναλλαγὰς τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ἰδιώτας; Τότε δὲν ἔχομεν ἄλλο εἰ μὴ νὰ γενικεύσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν, ἵνα μὴ μερικοὶ μόνον ἀπολαύωσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἄλλοι δὲ ὑφίστανται τὰς ζημίας. Δὲν βλέπω ὅμως, Κύριοι, ἐπεκτεινομένην τὴν ἀρχὴν ταύτην καὶ ἐπὶ ἄλλων κοινωνικῶν τάξεων. Δὲν γνωρίζω, ἐκτός, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει καὶ αὐτὸς σκοπὸν μετὰ τινας ἡμέρας νὰ μᾶς φέρῃ νέον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δικαιοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν ὅλοι οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοσίων προσόδων, οἱ ὁποῖοι, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις ὑφίστανται καὶ αὐτοὶ ζημίας. Ἐὰν ὁρμώμεθα ἐκ τῆς ἠθικῆς ἀρχῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν μόνον τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν φόρων, ἀλλὰ πρέπει καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἐνοικιαστὰς νὰ ἀπονείμωμεν τὴν αὐτὴν χάριν καὶ ἁβρότητα.
§239Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ποίους ἐνοικιαστὰς δημοσίων προσόδων;
§240Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Τῆς δεκάτης.
§241Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σοβαρῶς λέγετε, ὅτι ἐζημιώθησαν ἐν Μακεδονίᾳ ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης;
§242Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Πάρα πολύ, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον δὲν ἐπεκτείνει τὴν ἠθικὴν αὐτὴν ἀρχήν, διότι φοβεῖται, διότι εὑρισκόμεθα ὑπὸ δυσκόλους περιστάσεις, διότι τὸ Δημόσιον ἀναγνωρίζει ὅτι, ἂν ἐπεκταθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ θὰ κλονισθῇ αὐτὴ ἡ βάσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ βλέπω καὶ ἕτερόν τι, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ προβλέψωσι τὰς ζημίας, διότι ἡ ἐνοικίασις τοῦ φόρου ἔγινε καθ’ ὃν χρόνον ὁ πόλεμος εἶχεν ἀρχίσῃ.
§243Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε Βουλευτής, εἴχατε καμμίαν ἰδέαν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1914, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος;
§244Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Μάλιστα.
§245Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σᾶς συγχαίρω.
§246Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Εἶχεν ἀρχίσῃ ὁ πόλεμος καὶ εἴχομεν κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς Ἀντὰντ ἀνεπιφυλάκτως.
§247Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔλαβεν ἀρκετὸν μάκρος καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τέρμα εἰς αὐτήν, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ κυρίως νομικὸν ζήτημα, θὰ ἤθελον νὰ ἐπιτρέψητε εἰς ἐμὲ νὰ μὴ παρακολουθήσω διακεκριμένους Συναδέλφους εἰς καθαρῶς νομικὴν συζήτησιν, καὶ νὰ σᾶς παραστήσω ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως πρὸ τίνος ζητήματος εὑρισκόμεθα. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀκριβῶς, ἐλάβομεν, ἐγὼ καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστὴν τῶν δημοτικῶν φόρων Κοζάνης, ὁ ὁποῖος διὰ τὸ ἔτους 1915 ἐνοικίασε τὸν φόρον διὰ 70.000 δρχ. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἐνοικιαστής: (Ἀναγινώσκει) «Παρακαλῶ, ὑποστηρίξατε ψήφισιν νομοσχεδίου, τοὐλάχιστον ⅓ ἐκπτώσεως ἐτησίου ἐνοικίου, οὐχὶ πρὸς τελείαν ἀπαλλαγὴν ἀνυπολογίστων ζημιῶν, ἀλλὰ πρὸς μετρίασιν τούτων». Δὲν πρόκειται, λοιπόν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Τσίμας, περὶ μικρᾶς τινος Κοινότητος, ὅπου ἐνοικιάζονται οἱ φόροι ἀντὶ 500 δραχμῶν καὶ περὶ ἐκπτώσεως τοῦ ⅛ αὐτοῦ, δηλ. 60 δρχ., ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ⅓ τῶν 70.000 δρχ., ὅτε καὶ πάλιν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς λέγει, ὅτι θὰ εἶναι ζημιωμένος. Ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ πιστεύσω καὶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι τῷ ὄντι ὁ ἐνοικιαστὴς αὐτὸς δὲν λέγει ὅλως διόλου ψεύματα, ὡς πρὸς τὸ ποσόν, δὲν δύναμαι νὰ τὸν δικαιώσω εἰς τὸ ἀκέραιον, γνωρίζω ὅμως ἀπὸ ἄλλον Δῆμον τῆς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλέγομαι, τὸν Δῆμον Γρεβενῶν, ὅτι ἔγινε καὶ ἐκεῖ παρομοία ζημία εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, καὶ ὡς ἀνέφερα εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, ὁ ἐνοικιαστὴς ἐκεῖνος ἀπετάθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐζήτησεν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τὸν παρέπεμψεν διὰ τοῦ Νομάρχου εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ αὐτὸ ἐνέκρινε ἐλάττωσίν τινα τοῦ ποσοῦ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποταθῇ ὁ ἐνοικιαστὴς εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἀπορριφθῇ ἡ αἴτησίς του, τότε θὰ καταφεύγῃ εἰς διοικητικὸν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ περιέχῃ καὶ μέλη τοῦ ἰδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ αὐτὰ τὰ μέλη θὰ δικάζουν καὶ πάλιν ἐπὶ ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπεφάνθησαν ἤδη. Ἀπὸ ἀπόψεως, λοιπόν, ἀπονομῆς δικαίου φρονῶ, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ δικαστηρίου, εἶναι ἐλλειπέστατος καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται καθόλου εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιμένω κυρίως εἰς τὴν ἀρχὴν ἐκείνην τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ ἧς καὶ κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ προτήτερα ἄλλος Συνάδελφος τὸ ἔπραξεν. Ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει ὑπ’ ὄψει του, εἶναι, ὅτι αὐταὶ αἱ πρόσοδοι δὲν εἶναι προωρισμέναι νὰ εἰσπράττωνται πάντοτε δι’ ἐνοικιαστῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀρχικῶς προωρισμέναι νὰ γίνωνται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου, δηλαδή, θὰ ἔπρεπε τὸ Δημόσιον ἢ Δημοτικὸν Ταμεῖον νὰ βάζῃ εἰσπράκτορας καὶ νὰ εἰσπράττῃ τὰ δικαιώματά του. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις. Ἀλλὰ τί γίνεται καὶ ἐδῶ καὶ ἀλλοῦ, ὅπου δὲν εἶναι εἰς θέσιν τὸ Κράτος νὰ κάμνῃ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν; Γίνεται ἐνοικίασις καὶ ἡ ἐνοικίασις σκοπὸν ἔχει νὰ ἀπαλάξῃ τὸ νομικὸν πρόσωπον ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῶν εἰσπρακτόρων, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἄλλον σκοπόν, νὰ ἀπαλάξῃ τὸ νομικὸν πρόσωπον ἀπὸ τὴν ρεμούλαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας εἴσπραξιν. Ἔχομεν, τώρα, καὶ τὸ ἀσφάλιστρον, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέμνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰπών, ὅτι τὸ Κράτος, ὁ Δῆμος καὶ ἡ Κοινότης πληρώνουν κἄτι τι ὡς ἀσφάλιστρον εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, ἵνα εἶναι εἰς θέσιν ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ προσφέρῃ ἕν ποσὸν ἀνάλογον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέπραττεν ὁ Δῆμος. Δηλαδή, ἐὰν τὸ δημοτικὸν αὐτὸ ἢ κοινοτικὸν ἔσοδον ὑπολογισθῇ, κατὰ μέσον ὅρον, 100.000, ἀληθῶς, ὁ Δῆμος πάντοτε θὰ λαμβάνῃ 80–85–90 χιλιάδας, καὶ θὰ χάνῃ τὸ ὑπόλοιπον, θὰ τὸ χάνῃ δέ, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ κερδίζῃ 10–15 χιλιάδας, ἀλλὰ καὶ ἔτι δύναται νὰ χάσῃ 15 καὶ 20 χιλιάδας. Αὐτὸ ἤδη γίνεται. Αὐτὸ τὸ ἀσφάλιστρον, τὸ δημόσιον, ὁ δῆμος καὶ ἡ κοινότης τὸ καταβάλλουν ἤδη, διότι ἐξ ἀρχῆς αὐτὴ ἡ συνήθεια ἐπεκράτησεν· ὅλοι οἱ ἐνοικιασταὶ δημοσίων καὶ δημοτικῶν προσόδων λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψει τὴν πιθανὴν ζημίαν καὶ ἑπομένως, ὅταν δίδωσι τὴν προσφορὰν πρὸς ἐνοικίασιν, δὲν δίδουσι τὸ ἄρτιον· μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν, βεβαίως, τῶν ἐξόδων καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἑνὸς λογικοῦ καὶ νομίμου κέρδους, ἀλλὰ πάντοτε προσφέρουν κατώτερον ποσόν, ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ προσφέρωσι, δικαίως καὶ λογικῶς σκεπτόμενοι· ἔχουσι δὲ δίκαιον νὰ δώσωσι κατώτερον ποσόν, διότι κανεὶς δὲν τοὺς βιάζει νὰ δώσωσι περισσότερον, ἀφοῦ γίνεται δημοπρασία καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ Δῆμος ἢ τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Διὰ νὰ μὴ προβαίνῃ τὸ Δημόσιον ἢ ὁ Δῆμος εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας εἴσπραξιν τοῦ φόρου, σημαίνει, ὅτι τῷ συμφέρει πάντοτε νὰ ἐκχωρῇ αὐτὸν εἰς ἐνοικίασιν καὶ νὰ εἰσπράττῃ αὐτὸν διὰ τῆς ἐνοικιάσεως, διότι ἡ ἀπ’ εὐθείας εἴσπραξις πάντοτε θὰ ζημιώσῃ τὸ Κράτος ἢ τὸν Δῆμον ἢ τὴν Κοινότητα. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀπὸ τοιαύτας πιθανὰς ζημίας, ἐὰν θέλωμεν νὰ καταστήσωμεν τοὺς ἐνοικιαστὰς εὐκολωτέρους εἰς τὸ νὰ δίδωσι μεγαλείτερα ἐνοίκια εἰς τὸ ἑξῆς διὰ τὰς ἐνοικιαζομένας δημοσίας καὶ δημοτικὰς προσόδους, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀπαλάξωμεν τὸν ἑαυτόν μας ἀπὸ τὴν καταβολὴν τοῦ ἀσφαλίστρου αὐτοῦ, τότε δυνάμεθα ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον, ὅπου νὰ λέγωμεν, ὅτι τὸ Κράτος δύναται εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως, ἐν καιρῷ πολέμου, ἐν καιρῷ θεομηνίας κλπ., λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, ὅπως λέγουσι καὶ οἱ διάκονοι εἰς τὰς ἐκκλησίας, ἠμπορεῖ τὸ Κράτος νὰ ἱδρύῃ εἰδικὰ δικαστήρια, ἢ νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια καὶ ἐκεῖ, κατόπιν τῆς ἐξακριβώσεως τῆς γενομένης ζημίας, νὰ ἐπέρχηται ἡ ἔκπτωσις τοῦ ἀναλόγου ἐκ τοῦ μισθώματος ἀντιτίμου, καὶ τότε ὁ ἐνοικιαστής, ὁ ὁποῖος θὰ παρουσιασθῇ ἀπὸ τὸ 1916 καὶ 1917 καὶ ἑξῆς, διὰ νὰ ἐνοικιάσῃ δημόσια ἢ δημοτικὰ ἔσοδα, ἔχων ὑπ’ ὄψει του αὐτὴν τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου, βεβαίως, θὰ εἶνε εὐδιαθετώτερος νὰ παρουσιάσῃ μεγαλειτέραν προσφοράν. Λοιπόν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἀσφάλιστρον, εἶναι μία σκέψις τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ μέχρι σήμερον αὐτὸ τὸ ἀσφάλιστρον ἤδη τὸ Κράτος, ἤδη οἱ Δῆμοι τὸ ὑπελόγισαν καὶ τὸ ἀφῄρεσαν ἀπὸ τὰς προσόδους των. Προκειμένου δὲ νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ τὸν φόβον τοῦ συναδέλφου, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον, κατὰ πόσον δὲν ἠξεύρω, δικαίων ἢ ἀδίκων ἀξιώσεων καὶ ἄλλων ἐνοικιαστῶν, ὄχι κοινοτικῶν ἢ δημοτικῶν προσόδων, ἀλλὰ δημοσίων πλέον προσόδων, ὅπως εἶναι ὁ φόρος τῆς δεκάτης· καὶ ἤδη παρὰ διαφόρων ἐνοικιαστῶν τοῦ Νομοῦ Κοζάνης μᾶς ὑπεδείχθη ἡ ἀνάγκη νὰ προβῶμεν εἰς διαβήματα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ζητοῦντες ἔκπτωσιν ἐνοικίου δι’ ὡρισμένας περιφερείας, ὅπου ἐξεμισθώθη ἡ δεκάτη καὶ ὅπου οἱ ἐνοικιασταὶ ζημιώνουσιν. Ἔχουσι πληροφορίας καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, ὅτι μᾶς ἔγραψαν νὰ ζητήσωμεν παρόμοιόν τι μέτρον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὶ ἀσφάλιστρον δίδει ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ ἴδωμεν πόσα ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰσέπραξεν ἐφέτος καὶ πέρυσι τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὸν φόρον τῆς δεκάτης· πέρυσιν εἰσέπραξεν 9.000.000 ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν, Ἤπειρον καὶ τὰς Νήσους τοῦ Αἰγαίου, καὶ ἐφέτος περὶ τὰ 16.000.000. Ὑπάρχει, λοιπόν, μία αὔξησις ἐσόδων ἀπὸ 6–6½ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἰσέπραξε τὸ Κράτος περισσότερα. Πόθεν τὰ εἰσέπραξε; Βεβαίως, ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῶν ἐνοικιαστῶν, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβον δι’ ἐνοικιάσεως, θὰ εἶναι μεγαλειτέρα καὶ ποσοτικῶς καὶ ὡς πρὸς τὴν τιμήν. Καὶ ἀπὸ ἀπόψεως μὲν ὑπερτιμήσεως τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἀπὸ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ κατὰ τὴν ἐκμίσθωσιν, ἡ ὑπερτίμησις ἀνέβη πολὺ παραπάνω, ὥστε κανεὶς ἐκ τῶν ἐνοικιαστῶν τῆς δεκάτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ζημιωθῇ ἀπὸ τὴν μὴ ὑπερτίμησιν τῶν σιτηρῶν. Συνέβησαν ὅμως καὶ ἄλλα πράγματα ἀπρόβλεπτα, αἱ θεομηνίαι...
§248ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀντίθετος θεομηνία!
§249Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ ἀληθὴς θεομηνία.
§250ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀληθὴς θεομηνία, ἡ ἐθνικὴ πολιτική.
§251Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Παρακαλῶ. Δὲν ἐζημίωσε δὲ κανείς, διότι δὲν ἐπώλησε τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν εἰς εἶδος, εἰς τιμὴν κατωτέραν τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπελόγιζεν, ὅτι θὰ τὸ πωλήσῃ, ἀλλ’ ἐζημίωσε, διότι δὲν ἔλαβε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὑπελόγιζεν ὅτι θὰ λάβῃ, διότι ἐπῆλθον ἀτμοσφαιρικαὶ μεταβολαὶ τοιαῦται μεταξὺ τῆς ἡμερομηνίας τῆς ἐνοικιάσεως καὶ κατακυρώσεως τοῦ φόρου καὶ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσέπραξε τὸ εἶδος, ὥστε ποσοτικῶς ὑπεβιβάσθη πάρα πολὺ τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον θὰ τῷ ἔδιδε τὸ προϊὸν διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως. Ἐντεῦθεν, λοιπόν, προέκυψε μία ζημία. Αὐτὴν τὴν ζημίαν θὰ ὑποχρεωθῇ αὔριον τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ τὴν ἀντιμετωπίσῃ, ἐφ’ ὅσον βάζει αὐτὴν τὴν ἀρχὴν σήμερον, εἰ δὲ μή, θὰ εἶναι ἄδικον. Δὲν φοβοῦμαι τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἐκηρύξατε ἀπόψε τόσον περιφανῶς, λέγοντες, ὅτι δὲν ἐπέρχεται ζημία εἰς τὸ Κράτος. Φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἀκολουθήσητε τὸν ἴδιον δρόμον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, διότι, διὰ νὰ ὑποβάλητε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, κ. Ὑπουργέ, βεβαίως, δὲν περιεπατήσατε σεῖς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε ὅτι ἔγιναν ζημίαι εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν προσόδων· ἦλθον φίλοι σας, ἦλθον ἄνθρωποι, σχετιζόμενοι πρὸς σᾶς, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι χρέος νὰ σᾶς εἴπωσι τὰς ἀντιλήψεις των, καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἔγιναν αὐταὶ αἱ ζημίαι...
§252Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἦλθε κανεὶς νὰ μοῦ εἴπῃ. Σεῖς μάλιστα εἶσθε ἐκ τῶν ὀλιγίστων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ μοὶ εἶπον...
§253Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν δουλειά μου. Παρεπέμφθη ἡ ἀναφορά. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀπαίτησιν. (Ἱλαρότης).
§254Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Λοιπόν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἦτο τὸ ἑξῆς, ὅτι διάφοροι Κοινότητες καὶ διάφοροι ἐνοικιασταί, διὰ τηλεγραφημάτων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, παρίστανον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ χορηγηθῇ ἀναστολή τις, διότι δὲν εἰσέπραξαν, πολλαχοῦ δὲ ἐβεβαίουν, ὅτι πρόκειται νὰ καταβάλωσι δόσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν εἰσπράξει καὶ εἶδον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς καταστάσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ κάποιο μέτρον. Ἤξευρον ὅτι ἐλήφθη καὶ προηγουμένως τὸ μέτρον αὐτὸ καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸ μέτρον.
§255Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐκκαθαρίσητε τὰ δεφτέρια τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχωσι καθυστερούμενα, θὰ σᾶς παραπέμψω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπου ὑπάρχουν ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων καθυστερούμεναι, διὰ νὰ εἰσαγάγητε νόμον περὶ χαρίσματος αὐτῶν.
§256Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Λυποῦμαι ὅτι σᾶς διέκοψα, διὰ νὰ σᾶς εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, διὰ νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν, καὶ νὰ λέγητε δεφτέρια καὶ δὲν ἠξεύρω τὶ ἄλλο. Πολὺ καλά. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ σᾶς διακόψω ποτέ, ἀφοῦ λέγετε αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε.
§257Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Λοιπόν, τὸ μέτρον δὲν λαμβάνεται διὰ νὰ μὴ καθυστερῶσι τὰ ἔσοδα· λαμβάνεται διὰ νὰ μὴ ὑποστῶσι ζημίαν οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐνοικιασταί, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν πραγματικῶς καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εὐεργετηθῶσιν ἀπ’ αὐτὸν τὸν νόμον· ὑπάρχουσι δὲ ἐνοικιασταί, τοὺς ὁποίους δὲν μοῦ ἐπιτρέπει τὸ βῆμα νὰ ὀνομάσω κυριολεκτικῶς, οἱ ὁποῖοι, χωρὶς νὰ ἔχωσι ζημιωθῇ, θὰ ὠφεληθῶσιν εἰς βάρος, ἀκριβῶς, τοῦ πτωχοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Δήμων καὶ τῶν Κοινοτήτων. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπως εἰς ὅλους τοὺς νόμους, διότι ὁ Ρωμηός φροντίζει ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ θὰ γίνῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἓν Ὑπουργεῖον, νὰ ὠφεληθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1ον.
§259Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν προσθήκην: (ἀναγινώσκει) «Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 1–5, συμπεριλαμβανομένου τοῦ νόμου ὑπ’ ἀριθ. 409 τῆς 25ης Νοεμβρίου 1914 «περὶ ἐκπτώσεως μέρους ἐκ τοῦ ἐνοικίου δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ ἔτους 1914» ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν μισθώσεων δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ ἔτους 1915 καθ’ ὅλον τὸ Κράτος». Διὰ νὰ μὴ γεννηθῇ ἡ ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται περὶ ἐμμέσων φόρων.
§260ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ λιμενικῶν.
§261Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι καὶ τὰ λιμενικά.
§262Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἐτροποποιήθη, ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ὑπάρχει πρότασις, ὑπογεγραμμένη ἀπὸ δέκα ἓξ Βουλευτάς, ὅπως ἡ ἐπιψήφισις γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἑπομένως, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ Βουλὴ ἐρωτᾶται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§264Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ἐὰν εἶναι παρόντες.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑπογεγραμμένοι εἶναι: (ἀναγινώσκει) «οἱ κ. κ. Ι. Δραγούμης... κλπ.».
§266Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Καλέσατε ψηφολέκτας.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὸ παραδεκτὸν τῆς ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, πρέπει νὰ ἐκφωνηθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν. Λοιπόν. Ἰω. Δραγούμης.
§268Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρών.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γ. Μπούσιος.
§270Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Παρών.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Α. Καραπάνος.
§272Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρών.
§273ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ναὶ νὰ λέγουν ἢ ὄχι.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι, ἐὰν δὲν εἶναι παρόντες, δὲν γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἄρα, διὰ τὸ παραδεκτόν, πρέπει νὰ ἐκφωνηθῶσι τὰ ὀνόματά των.
§275Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κατὰ πρῶτον ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα τῶν δεκαπέντε βουλευτῶν.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ.
§277Γ. ΠΩΠ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν εἶναι παρόντες, ἡ πρότασις θεωρεῖται ὡς μὴ γενομένη καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως, ἄρα, πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἐὰν εἶναι παρόντες ἢ ὄχι, ἀφήσατε νὰ κάμω τὴν δουλειάν μου, ὡς τὴν ἀντιλαμβάνομαι.
§279Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κ. Πρόεδρε, διαβάσατε καλά.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ πάρα πολὺ διὰ τὴν πληροφορίαν.
§281Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει πλάνη εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Βεβαίως, διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς παρουσίας τῶν Βουλευτῶν, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα αὐτῶν πρῶτον, συγχρόνως ὅμως, νὰ γίνῃ καὶ ψηφοφορία.
§282Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν εἶναι παρόντες, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§283Γ. ΠΩΠ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον, ὡς ἀνεγνώσθη καὶ ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ λέγωσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, νὰ λέγωσιν Ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Ἰωάν. Δραγούμης.
§285Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λ. Καραπᾶνος.
§287Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γ. Μπούσιος.
§289Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Π. Πύργος.
§291Π. ΠΥΡΖΑΣ. Ὄχι.
§292Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πύργος ἐκ μέρους τῶν ὑπογραψάντων Βουλευτῶν τὴν πρότασιν, νὰ κληθῇ ὡς ψηφολέκτης.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Τσουκαλᾶς. Ὁ κ. Εὐθυμιάδης. Ἀπών. Ὁ κ. Λ. Ζάχος. Ἀπών. Ὁ κ. Ρουσόπουλος.
§294ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρνοῦμαι.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Μοδάτσος.
§296Ε. ΜΟΔΑΤΣΟΣ. Ὄχι.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς.
§298Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑψηλάντης.
§300Ε. ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ. Ὄχι.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κράλης.
§302Π. ΚΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκοτζαμάνης.
§304Σ. ΓΚΟΤΖΑΜΑΝΗΣ. Ὄχι.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντωνιάδης.
§306Α. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ὄχι.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δούμας.
§308Γ. ΔΟΥΜΑΣ. Ὄχι.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ.
§310Γ. ΠΩΠ. Ὄχι.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μία ὑπογραφὴ δυσανάγνωστος.
§312Γ. ΤΖΕΤΖΟΣ. Ἡ δυσανάγνωστος ὑπογραφὴ εἶναι τοῦ κ. Σκιαδαρέση.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκιαδαρέσης. Ἀπών. Ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν ἦσαν παρόντες 11 καὶ ὁ κ. Ρουσόπουλος ἠρνήθη ψῆφον, ἑπομένως ἀπορρίπτεται ὡς ἀπαράδεκτος, διότι οἱ ὑπογράψαντες αὐτὴν δὲν εἶναι παρόντες. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη δι’ ἀναστάσεως τὸ Νομοσχέδιον. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 1ον ἐψηφίσθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἄρθρον 2ον. (ἀναγινώσκει).
§314Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὅπως ἔχει. (ἀναγινώσκει).
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Βουλευταί, νὰ καθήσητε εἰς τὰς θέσεις σας, εἶναι ζήτημα ὀλίγων λεπτῶν καὶ θὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Καὶ ἑπομένως τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἄρθρον 3ον.
§317Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Ἀναστέλλεται...κλπ.». Νὰ προστεθῇ «περὶ ὧν προνοεῖ ὁ παρὼν νόμος».
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ τὸ σημειώσητε.
§319Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς τὸ δώσω.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3ον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§322Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὡς 4ον ἄρθρον τίθεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Λομβάρδου.
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία, κατατεθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου, ἔχουσα οὕτως: (Ἀναγινώσκει) «Εἰς τοὺς ἐπὶ διετίαν ἐκμισθωτὰς...κλπ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην, παρακαλοῦμεν νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως, προστίθεται ὡς ἄρθρον 4ον ἡ τροπολογία αὕτη. Τὸ ἄρθρον 4ον, μετὰ ταῦτα, γίνεται ἄρθρον 5ον. Ἄρθρον 5ον. (Ἀναγινώσκεται) «Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεώς του». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5ον, παρακαλοῦμεν, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ἀπορριφθεισῶν τῶν λοιπῶν τροπολογιῶν.
§326Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὰ συγχαρητήριά μου, κ. Πρόεδρε...
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 καὶ ½ τῆς αὔριον, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή, ἀφοῦ τὴν 5ην δὲν προσέρχονται οἱ κ. Βουλευταί.
§328ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ὥρα 8.55′ μ. μ.)