1916.02.06
2.467 στίχοι · 19.095 λέξεις · 223 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΑʹ.
ΤΗΣ 6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1916
Προεδρία ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγιγνώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Ναζηρίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ χαλαζοπλήκτων ὑπαχθῇ καὶ ἡ Κοινότης των. —Οἱ Συμβολαιογράφοι Ρεθύμνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ νόμος, αὐξάνων τὰ ποσοστὰ, ἅτινα λαμβάνουσιν ἐπὶ τοῦ χρησιμοποιουμένου χαρτοσήμου. —Ὁ Συνεταιρισμὸς πωλήσεως σταφιδοκάρπου Σικυῶνος παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῶσιν ἄλευρα καὶ σῖτος. —Οἱ Γεώργιος Καραμῆτσος, Κωνσταντῖνος Τρύπας, Εὐστάθιος Προύσαλης καὶ Δημήτριος Βασιληᾶς, κατάδικοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης, παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ εἰς αὐτοὺς γενόμενον ἀδίκημα. —Ὁ ἐν Βουβᾷ Σφακίων διδάσκαλος Χρῆστος Παπαουλάκης, παρακαλεῖ, ὅπως ἐλευθερωθῇ ὁ υἱός του, κρατούμενος ἐν τῷ Προγυμναστηρίῳ Πόρου. Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. Ε. ΓΟΡΓΙΑΣ αἰτεῖ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν ἀπουσίας. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ν. ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ αἰτεῖ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν ἀπουσίας. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, χορηγοῦνται αἱ ἄδειαι αὗται). Ἡ ἐπὶ τῶν ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛ. ΕΠΙ-ΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς προτάσεων νόμου: 1) «Περὶ κατατάξεως εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν τῶν εἰς τὸν ἐγκεκριμένον πίνακα Βʹ τῆς μονιμοποιήσεως ἐγγεγραμμένων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν», 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Νόμου 696». Ὁ Βουλευτὴς κ. Ι. ΓΑΤΟΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1ου καὶ 3ου τοῦ νόμου ΓΥΘʹ περὶ φορολογίας τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν». Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἐδαφίων 3–13, συμπεριλαμβανομένου, τοῦ ἄρθρου 99 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ πάσης σχετικῆς διατάξεως. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Αἰγαίου αἰτεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ποινικὴν δίωξιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Εὐστρ. Βάρκα, Λέσβου, καὶ Ἀνδρέου Πολεμίδου Χίου. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν Ὁ κ. Καρπετόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Ἄργους.
§3Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα, κ. Πρόεδρε, μοὶ ἀναγγέλλουσιν, ὅτι τὸ Ἄργος στερεῖται ἄρτου καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀποστολήν, διότι ἐπαπειλοῦνται ταραχαί.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλαλᾶς.
§5Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἔλαβα τηλεγράφημα ἐξ ὅλων τῶν ἐμπόρων Σόροβιτς, οἱ ὁποῖοι κρούουν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, διότι δὲν δίδονται βαγόνια πρὸς μεταφορὰν ἐμπορευμάτων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ Δυτικὴ Μακεδονία. Ὁ κόσμος εὑρίσκεται εἰς ἀπελπισίαν καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ νὰ μεταφέρωσι τὰ ἐμπορεύματά των οἱ ἄνθρωποι. Ἔλαβον καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴν νὰ ὑποδείξω τὰς ὑπερβολάς, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν, ἐν σχέσει μὲ τὰς ἐπιτάξεις. Ὁ κόσμος στερεῖται τῶν πάντων καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγουδάκης.
§7Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρουσιάζει ἄλλην ὄψιν καὶ οὐχὶ ὄψιν σοβαράν, διότι, οὔτε ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τηροῦμεν τὸν Κανονισμόν, οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος ὑποδεικνύει τὴν ἀνάγκην τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§8Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἔχω νὰ παρατηρήσω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ σημερινὴ Ἡμερησία Διάταξις δὲν τηρεῖται, ὡς ἔδει νὰ τηρῆται.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς δηλαδή; Ἡ αἰτίασις εἶναι ἀόριστος.
§10Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι αἰτίασις κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§11Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον ὑποβάλει ἐρώτησιν, διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρεκάλουν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐξακολουθῇ ἀκόμη ὑφισταμένη ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξις περὶ ἐξαγωγῆς χαρουπίου καὶ ἄλλων προϊόντων τῆς Κρήτης, ἐνῷ δὲ ἔδει νὰ ἔχῃ συζητηθῇ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν, οὔτε φαίνεται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί σχέσιν ἔχουσιν αὐτὰ μὲ τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως; Ἐνθυμῆσθε, ὅτι χθὲς ἡ Βουλή, συνεπείᾳ παρατηρήσεως εὐλόγου ἐκ μέρους βουλευτῶν, ἀπεφάσισεν, ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς ὥρας θὰ καταναλίσκεται εἰς ἀναφορὰς καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς ἐρωτήματα. Ἡ Βουλὴ, λοιπόν, εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπομιμνήσκω τὴν χθὲς ληφθεῖσαν ἀπόφασιν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Στεφανόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Βαρθολομιοῦ.
§14Α. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Βαρθολομιοῦ, ἐν σχέσει μὲ τὴν διαταχθεῖσαν ἐκ νέου ἐπίταξιν, κατόπιν ὅμως τῆς διαβεβαιώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι παρήγγειλε τηλεγραφικῶς τὴν κατάπαυσιν τῆς ἐπιτάξεως, παραιτοῦμαι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσίμας.
§16Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀκούσῃ τὰ καταγγελλόμενα ἐν σχέσει πρὸς τὰς διαταχθείσας δύο ἐπιτάξεις ἐν τῷ Νομῷ Ἀχαϊοήλιδος.
§17Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τότε νὰ περιμένετε νὰ ἔλθῃ.
§18Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Ἔχει καλῶς. Παραιτοῦμαι.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γάτσος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παγασῶν.
§20Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἀνῆλθον, κ. Βουλευταί, εἰς τὸ βῆμα ἐξ ἀφορμῆς μὲν τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παγασῶν πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ θίξω, δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ διαμέρισμα, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἀφορᾷ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν Βουλήν, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐξαιτοῦμαι ἀμέριστον τὴν προσοχὴν αὐτῆς. Τὸ θέμα, κ. Βουλευταί, εἶναι τοῦτο: Πρόκειται περὶ τοῦ πλεονάσματος τῶν φυσικῶν καὶ τεχνικῶν προϊόντων ἑκάστου διαμερίσματος, ἐν σχέσει πρὸς ἄλλα διαμερίσματα ἔχοντα στέρησιν τῶν προϊόντων τούτων. Ἡ διεθνὴς σύρραξις, ἡ παρουσία τῶν ξενικῶν στρατευμάτων, ἡ τόσον σκληρῶς πλήττουσα καὶ ψυχικῶς, καὶ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἡ ἐπιστράτευσις καὶ ἡ πρόνοια, ἡ ἀξία παντὸς ἐπαίνου, τῆς Ἐπιμελητείας, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ, ἐπέφερον, ὡς γνωστόν, μίαν διατάραξιν εἰς τὰς ἐμπορικὰς σχέσεις, εἰς τὰς συναλλακτικάς, οὕτως ὥστε σήμερον νὰ παρουσιάζωνται εἰς ὅλα τὰ διαμερίσματα δυσχέρειαι μεγάλαι. Σημειώσατε δὲ τοῦτο, ὅτι ἡ ἀχαλίνωτος κερδοσκοπία, ἡ μεθυσθεῖσα, ἡ ἀποβαλοῦσα πάντα χαλινόν, ἡ ἀποσκοποῦσα τὸν ταχὺν καὶ εὔκολον πλουτισμόν, εἰς βάρος τῆς ἕνεκα τῶν λόγων, οὓς ἀνέπτυξα, πενομένης σήμερον Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, ἠνάγκασε τὴν Πολιτείαν, ἵνα μεριμνήσῃ καὶ ἐπιφέρῃ διαφόρους ἀπαγορεύσεις. Ἀλλ’ ἂν τὸ γενικὸν μέτρον εἶναι ἄριστον καὶ οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ τὸ ἐπικρίνῃ, ἡ καθολικότης τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου, ἄνευ γενικῶν τινων ἐξαιρέσεων, φρονῶ, ὅτι καταλήγει εἰς συμπεράσματα ὅλως ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν. Καὶ πρὸς τοῦτο ἀρκεῖ νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἓν παράδειγμα ζωντανὸν ἐκ τοῦ διαμερίσματος, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, διὰ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τί γίνεται. Ἡ ἐπαρχία τοῦ Βόλου, ὡς γνωρίζετε, εἶναι μία τῶν κατ’ ἐξοχὴν ἐλαιοπαραγωγικῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ κατανάλωσις τῶν προϊόντων αὐτῆς διεξήγετο, ἐκτὸς τῆς ἐπιτοπίου καταναλώσεώς της ἐν Ἑλλάδι— ὅπου εὗρε συναγωνιστὰς καὶ τὰς ἄλλας ἐλαιοφόρους ἐπαρχίας, καὶ δὴ μετὰ τὸ εὐτύχημα τοῦ διπλασιασμοῦ τῆς Ἑλλάδος, τὴν Κρήτην, τὴν Λέσβον, τὴν Μυτιλήνην — εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Αἰγύπτου, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Ρουμανίας, τῆς Ρωσσίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς. Ἕνεκα τῶν γνωστῶν περιστάσεων, τῶν διεθνῶν, δὲν ἔμεινεν ἄλλη ἀγορά, παρὰ ἡ Ἀμερικὴ καὶ ἡ Αἴγυπτος· ἡ Αἴγυπτος μάλιστα, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐξέλιπε, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πηγαίνουν ἐμπορεύματα εἰς τὴν Αἴγυπτον, τρόπον τινά, εἰς ἀντιστάθμισμα τῆς ἐκεῖθεν ἀπαγορεύσεως ἐξαγωγῆς προϊόντων εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔχομεν λοιπὸν περίσσειαν πλεονάσματος μεγάλην ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βόλου, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἔχομεν ἀπόθεμα δέκα ἑκατομμυρίων ὀκ. ἐλαιῶν ἐκ τῆς παλαιᾶς ἐσοδείας, ἔχομεν δὲ πολλὰ ἑκατομμύρια ἐκ τῆς νέας ἐσοδείας, ἡ ὁποία εἶναι κατωτέρας ποιότητος, ἀλλ’ εἶναι καὶ αὐτὴ εἰς μεγάλην ποσότητα. Ἡ μέριμνα ὑπὲρ τῆς ὑπάρξεως ἀρκετῆς ποσότητος ἐλαιῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ, δὲν μοῦ φαίνεται, ὅτι δύναται νὰ παράσχῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἐλαιῶν, διότι, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη ποσότης καθ’ ἕκαστον μῆνα, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στρατοῦ, ἀνέρχεται εἰς τριακοσίας χιλιάδας ὀκάδας — διότι εἰς τὸν Στρατὸν δὲν δίδουν καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν ἐλαίας, ἀλλὰ τρεῖς φορὰς τὴν ἑβδομάδα, διότι τὰς ἐναλλάσσουν μὲ τυρὸν—πάλιν ἔχομεν τριακοσίας χιλιάδας ὀκάδας, ἀπαιτουμένας διὰ τὴν στρατιωτικὴν κατανάλωσιν. Σημειώσατε, ὅτι δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ κατανάλωσις δὲν προμηθεύεται μόνον ἐκ τοῦ Βόλου, ἀλλὰ προμηθεύεται καὶ ἐξ ἄλλων διαμερισμάτων, οὕτως ὥστε, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐφ’ ὁλοκλήρους μῆνας διαρκεῖ ἡ ἐπιστράτευσις, πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ μέγα ποσόν, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὀρθὸν εἶναι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀντελήφθη ἀπολύτως τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων καὶ τὰς ἐφήρμοσεν, ἀλλ’ ἰδίως ὁ ἀπουσιάζων κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δέον νὰ γίνῃ διερμηνεὺς εἰς τὴν Ἐπιμελητείαν, ὅτι ὀρθὸν εἶναι μέχρι χρονικοῦ διαστήματος, καὶ μὲ περιορισμόν, νὰ παρέχωσιν ἀδείας ἐξαγωγῆς, ἀφοῦ δύναται ἐκ τῶν στατιστικῶν πινάκων τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Βόλου—οἱ ὁποῖοι, βεβαιωθῆτε, ὅτι περιέχουν πᾶσαν ἀκρίβειαν, διότι εἶναι στατιστικὸν τμῆμα, τὸ ὁποῖον πολλάκις συμβουλεύεται ἡ ἐπίσημος ὑπηρεσία— νὰ κανονίζῃ τὴν παροχὴν ἢ μὴ τῶν ἀδειῶν. Διότι ἂν οἱ κάτοικοι τοῦ Πηλίου—καὶ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὑποκαταστήσατε τοὺς κατοίκους αὐτοὺς μὲ τοὺς κατοίκους ὅλων τῶν διαμερισμάτων — δὲν δύνανται νὰ πωλήσωσι τὰ προϊόντα των, πόθεν θὰ ἀρυσθῶσι τὸ χρῆμα, διὰ νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς φορολογικὰς ὑποχρεώσεις των καὶ νὰ ἀγοράσωσι τὸν ἄρτον; Ἑπομένως ἡ γενικότης τοῦ μέτρου, ἀντὶ νὰ εἶναι πρόνοια ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καταντᾷ νὰ εἶναι τιμωρία εἰς λαόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπραξε τίποτε.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πάντος ἐπὶ τῆς ἰδίας ἀναφορᾶς.
§22Ρ. ΠΑΝΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθιξε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν σκοπιμότητα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Στρατοῦ, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπάρκειαν τῶν τροφίμων. Δὲν δύναμαι μάλιστα, παρὰ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι, διὰ τῶν μέτρων τούτων ἐξησφάλισε τὴν αὐτάρκειαν τὴν τοπικήν, καὶ ἐκτύπησε τὴν κερδοσκοπίαν ἐμπόρων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ὠργίαζον εἰς βάρος τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὀφείλει τις νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἰς εἰδικάς τινας περιπτώσεις ἡ ἀδικία, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τοὺς παραγωγοὺς εἶναι καταφανής, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ ἐπιμείνω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Ἐν Πηλίῳ ὑπάρχει παρακαταθήκη δέκα ἑκατομμυρίων περίπου ὀκάδων ἐλαιῶν. Ἂν τὴν παρακαταθήκην ταύτην ἀφήσωμεν, διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς, εἰς τελείαν ἀζητησίαν, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἀδικήσωμεν καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν παραγωγὴν τοῦ Πηλίου, ἡ ὁποία ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ μοναδικοῦ αὐτοῦ προϊόντος ἀναμένει νὰ εἰσπράξῃ χρήματα. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἄλλωστε γνωρίζω, ὅτι ἔλαβεν εἰδικά τινα μέτρα, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ποία τις ἄρσις τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης, ἵνα τὸν παρακαλέσω καὶ λάβῃ τὴν πρόνοιαν, νὰ μεριμνήσῃ νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ποσὸν τοῦ πλεονάσματος, ἐξακριβουμένου δὲ τούτου, νὰ ἀρθῇ ἐν μέρει ἡ ἀπαγόρευσις, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου, ἡ ὁποία ἀνεκόπη διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως, καὶ νὰ ὠφεληθῇ καὶ ὁ καταναλωτὴς λαὸς τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου, μέγα μέρος καταναλίσκει, χωρὶς ἐν ταὐτῷ, διὰ τῆς ἐν μέτρῳ ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως, νὰ ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ φυγαδευθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσόν, ἀπαραίτητον καὶ διὰ τὴν τοπικὴν κατανάλωσιν τοῦ Νομοῦ Λαρίσης καὶ τοῦ Πηλίου. Ταῦτα εἶχον νὰ συστήσω, Κύριε Πρόεδρε, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Παγασῶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀσλάναγα.
§24Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἡ Ἑταιρεία τῆς Προνομιούχου, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, ἀπὸ δεκαετίας καὶ πλέον ἐφορεύει ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ ἐμπορίας τῆς σταφίδος, εἶναι μία ἁμαρτωλὸς ἑταιρεία, τὴν ὁποίαν μόνον ἴσως ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Σταματιάδης, βουλευτὴς Μυτιλήνης, θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρίσῃ διὰ παροιμίας, ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας μετὰ τόσης χάριτος, ἐν μέσῳ φαιδροῦ κύκλου, ἀφηγεῖται. Ὁλόκληρος ὁ βίος της, κ. Βουλευταί, διῆλθεν ἐν παραβιάσει τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Δημοσίου καὶ παρανομίαις. Κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, συνέστη Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰ κατ’ αὐτήν. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω τοὺς συμπολίτας μου ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω τὰ πορίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ὡς πρὸς τοῦτο. Ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς τῶν συμπολιτῶν μου τῆς Κοινότητος Ἀσλάναγα, παραπονουμένων κατὰ τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρείας. Πρὸς τοῦτο, παρακαλῶ, νὰ ἐξετάσητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν συμπολιτῶν μου, παραπονουμένων κατὰ τῆς ἑταιρείας, ἐπὶ παραβάσει ὡρισμένων διατάξεων τῆς συμβάσεως. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἐψηφίσθη ὁ νόμος 3674, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθησαν διάφορα δικαιώματα εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Τότε ἔτυχε νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἑταιρείας, ἵνα παρασχεθῇ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τῆς συνάψεως δανείου, ἔχοντος ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τὴν ἐκρίζωσιν τῆς σταφιδαμπέλου. Κατηρτίσθη τότε ἡ σύμβασις καὶ ἐδόθησαν τινὰ δικαιώματα εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Δυστυχῶς, μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς αὐτήν, ἦτο καὶ τὸ προνόμιον, οὕτως εἰπεῖν, τῆς καταθέσεως τοῦ τιμήματος εἰς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν. Εἶχε συγχρόνως δοθῆ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅταν ἤθελε συμπληρώσῃ τὴν ἐκρίζωσιν ὡρισμένης ποσότητος σταφιδαμπέλων, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς φόρου μιᾶς δραχμῆς κατὰ χιλιόλιτρον. Ἐπειδὴ ἔκτοτε δὲν ἤμην βουλευτής, δὲν γνωρίζω ἂν ἔχει συμπληρωθῆ τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ ἐὰν ἔχει ἤδη ἀναλάβει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Ἑταιρεία.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει.
§26Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Ἀσλάναγα παραπονοῦνται, καὶ θέλετε μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω τὴν ἀναφοράν των. (ἀναγινώσκει). «Ὑπεβάλομεν πρὸ δύο μηνῶν αἰτήσεις κλπ.». Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία παραβιάζει ὡρισμένας διατάξεις τῆς συμβάσεως, κατὰ τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται εἰς ἀποζημίωσιν κατὰ στρέμμα, προκειμένου περὶ ἐκριζώσεως, δραχμῶν ὀγδοήκοντα ἕως ἑκατόν, περιοριστέαν ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων, ἀναλόγως τῆς καταστάσεως τῆς φυτείας, κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν, εἰς τοιαύτας στιγμὰς, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν δυσπραγίαν, νὰ ὑφίστανται καὶ τὰς πιέσεις τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς, παραβιαζούσης ὡρισμένας διατάξεις τῆς συμβάσεως. Εὐελπιστῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ συστήσῃ συντόμως εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρήλθον τὰ πέντε λεπτὰ, ἑπομένως ἔληξεν ἡ συζήτησις.
§28Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι ἐντόνως κατὰ τῆς τοιαύτης αὐθαιρέτου διατιμήσεως τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, ἥτις κατὰ τρόπον, λέγω, σκληρὸν καὶ παρὰ πᾶν δίκαιον ἐκανόνισε τοιαύτας τιμὰς, ἰδίως διὰ τὰ Μεσσηνιακὰ κτήματα. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν χρειάζεται μεγαλειτέρα συζήτησις, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος ἀρκετὰ ἀνέπτυξε τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ σύντονα μέτρα καὶ πατάξῃ τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς Ἑταιρείας.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κριμπᾶς ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§30Α. ΚΡΙΜΠΑΣ. Τὰ παράπονα τῶν κατοίκων Ἀσλάναγα ἀνεπτύχθησαν διὰ μακρῶν, ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου. Εἶναι παράπονα, στρεφόμενα κατὰ τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης, ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς ὁποίας ἐξηρτήθη ἡ οἰκονομικὴ εὐεξία τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Εἶναι παράπονα, στρεφόμενα κατὰ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑταιρεία ἐφαρμόζει τὰς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεις, κατὰ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον διαχειρίζεται τὸ δάνειον τῶν 12.000.000 τῆς ἐκριζώσεως. Οἱ κάτοικοι Ἀσλάναγα παραπονοῦνται, ὅτι ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν, πρὸ δύο μηνῶν, ὅπως ἐκριζώσωσιν ὡρισμένην ἔκτασιν σταφιδαμπέλων, ἵνα, διὰ τῆς ἐκριζώσεως ταύτης, ἐπέλθῃ αὔξησις τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος, διὰ τῆς ἰσορροπήσεως μεταξὺ παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, ὠφεληθῶσι δὲ καὶ οἱ κτηματίαι, καὶ αὐτὴ ἡ Προνομιοῦχος, διότι, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ εἰσπράξῃ εἰς χρῆμα τὸ παρακράτημα καὶ τὸν φόρον εἰς εἶδος, ἐνῷ δὲ ἀνεφέρθησαν πρὸ δύο μηνῶν, ἔτυχον ἀπαντήσεως μόλις πρὸ δύο ἡμερῶν, ὅτε τὸ ἐν Καλάμαις Ὑποκατάστημα τῆς Προνομιούχου ἔστειλεν ὑπάλληλον, ὅπως καταμετρήσῃ τὰ κτήματα. Ἡ καταμέτρησις ὅμως ἐγένετο ἀνεπαρκέστατα, καὶ εἰς βάρος τῶν παραγωγῶν, τὸ δὲ στρέμμα διετιμήθη μόνον πρὸς 40 δραχμάς. Κατὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς ἐνεργείας τῆς Ἑταιρείας ἠγέρθησαν διαμαρτυρίαι, ἐδημιουργήθη δὲ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν ἡ ὑπόνοια, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς ἐνεργείας τῆς Ἑταιρείας ἐπιδιώκεται ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ σταφιδικοῦ πληθυσμοῦ ἀπὸ τὸν σκοπὸν τῆς ἐκριζώσεως, καὶ ἔχει ἡ Ἑταιρεία σκοπὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ δάνειον τῶν δώδεκα ἑκατομμυρίων εἰς σκοπούς, τοὺς ὁποίους αἱ σημεριναὶ ἀνάγκαι τοῦ πολέμου ἐδημιούργησαν, ἐπωφελεστέρους. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, μετὰ πάσης προσοχῆς ἐξετάσῃ τὰ παράπονα, διότι ἄλλως αἱ διαμαρτυρίαι θὰ κατακλύσωσι τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ τὴν ἀπασχολήσουν ἀπὸ τὰς ἐργασίας αὐτῆς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτρούκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κ. Μπογιέτσου.
§32Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§33Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§34Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Δὲν βλάπτει τὸ ὅτι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός. Κύριε Πρόεδρε, προχθὲς ἐδόθη μία αἴτησις, ἡ ὁποία κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι ὁ στρατιώτης αὐτός, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται, εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ φονευθῇ κατὰ τοὺς δύο πολέμους, ἀλλὰ νὰ πάθῃ κυρσοὺς, διότι, ἐὰν εἶχε τὴν τύχην νὰ φονευθῇ, βεβαίως, θὰ ἔπιπτεν ἐντίμως μαχόμενος ὑπὲρ τῆς Πατρίδος του, καὶ σήμερον ὅλοι θὰ ηὐχόμεθα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς αὐτοῦ. Ἐπεστρατεύθη ὅμως ἤδη καὶ ὑπηρετεῖ εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ. Ἀλλὰ ἡ ὑγεία του δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ· Οἱ διάφοροι ἰατροί, εἰς οὓς κατέφυγεν, εἶπον εἰς αὐτόν, ὅτι, ἐὰν ὑφίσταται ὀρθοστασίαν ἢ ἐὰν βαδίσῃ ἐπὶ πολύ, διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ διαρραγῶσιν οἱ κυρσοὶ καὶ ἐκ τῆς αἱμορραγίας νὰ ἐπέλθῃ ἴσως καὶ ὁ θάνατος. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κατέφυγεν εἰς τὸν ἰατρὸν τοῦ Φρουραρχείου Παυλογιαννόπουλον, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω. Ἀλλ’ ὁ κύριος αὐτὸς φαίνεται ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πολλὰ νεῦρα.
§35ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Μάλιστα, μάλιστα).
§36Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μίαν ἀρχὴν ἔχει: νὰ μὴ δέχεται κανένα.
§37Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Καὶ εἶναι ἐλεύθερος ὁ κύριος οὗτος νὰ ἔχῃ ὅσα θέλει νεῦρα, ἀλλὰ τὰ νεῦρα του αὐτὰ νὰ τὰ μεταχειρίζηται μόνον διὰ τὰς ἀτομικάς του καὶ τὰς οἰκογενειακάς του ὑποθέσεις, ὄχι καὶ διὰ τὰς ὑποθέσεις τῆς Πολιτείας, διότι ἡ Πολιτεία τὸν ἔθεσεν ἐκεῖ, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του.
§38Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι ἀπόστρατος.
§39Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν. Καὶ ἔπρεπε τοιοῦτος νὰ εἶναι, διὰ νὰ εἶναι οἷος εἶναι, διότι ἔνιοι τῶν κυρίων αὐτῶν αἰσθάνονται μῖσος κατὰ τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν, διότι δι’ αὐτοὺς τὸ στάδιον πάσης ἐνεργείας ἔληξεν. Ὁ στρατιώτης αὐτὸς κατέφυγεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος, λίαν φιλοτίμως, ἔγραψε σημείωμα εἰς τὸν στρατιώτην ἐκεῖνον, νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ἰατρὸν τοῦ Φρουραρχείου, Παυλογιαννόπουλον, νὰ ἐξετασθῇ, καὶ ἔπραξε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐκ λόγων δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐκ λόγων φιλανθρωπίας.
§40Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου.
§41Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Ὄχι μόνον τὸ καθῆκόν σας, διότι ἐκεῖνο εἶναι Πανελληνίως γνωστόν, ὅτι τὸ πράττετε. Ὁ ἰατρὸς αὐτὸς ὅμως, συνεπείᾳ τοῦ σημειώματος ἐκείνου ἐξηγέρθη περισσότερον καὶ ἐφέρθη πρὸς τὸν στρατιώτην αὐτόν, ὡς πρὸς σκύλον! (Αἴσθησις γενική).
§42Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἔδιωξεν ἑτοιμοθανάτους ἀπὸ τὸ Φρουραρχεῖον!
§43Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Ἀδικεῖται ἡ Πολιτεία ὁλόκληρος, Κύριοι, ἐξ ἑνὸς τοιούτου ὑπαλλήλου, καὶ δυστυχῶς αὐτὸς εὑρίσκεται ἐν μέσαις Ἀθήναις! Ὁ στρατιώτης αὐτός, Κύριοι, δὲν εἶχε ποῦ νὰ καταφύγῃ. Ἡ μόνη του παρηγορία, ἡ ὁποία τὸν κρατεῖ ἐν τῇ ζωῇ, ἦτο νὰ καταφύγῃ, διὰ μιᾶς αἰτήσεως, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητεῖ παρ’ ἡμῶν δικαιοσύνην. Δὲν εἶχεν ἄλλο μέσον περιπλέον. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡμίλησα καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως, καὶ τὰ λέγω καὶ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ καταγγείλω αὐτὸν τὸν κύριον, νὰ μάθῃ νὰ κάμνῃ εἰς τὸ ἑξῆς τὸ καθῆκόν του. (Ἐπιδοκιμασίαι πανταχόθεν διὰ τὰ λεχθέντα)
§44Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐξαντλήσωμεν εἰς πέντε λεπτά. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐκτελεῖται ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία ἐν γένει εἰς τὸ στράτευμα, πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ θέμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν. (Φωναί. Μάλιστα, Μάλιστα). Ἐνδιαφερόμεθα ὅλοι, καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εὐρύτατα. Ὁ κ. Πρόεδρος θὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται.
§45Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Αὐτός, Κύριοι, διέπραξε τόσα ὄργια, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐκτεθῶσι τὴν ἑσπέραν ταύτην, χάριν τοῦ κ. Καρπετοπούλου. Θὰ τὰ ἐκθέσω ὅμως, κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ὄχι μόνον θὰ ἀγανακτήσητε, ἀλλὰ θὰ ἐξέλθητε τῆς αἰθούσης ταύτης, διὰ νὰ τὸν συντρίψητε. Λοιπόν, κ. Πρόεδρε, νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§46Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ἑνὸς τρελλοῦ!
§47Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κ. Πρόεδρε, ἐὰν δέχεται τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ θὰ κάμω. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἔχουσι τὸν λόγον ὁ κ. Βελέντζας, ὁ κ. Τσίμας, καὶ ὁ κ. Α. Ἀγγελόπουλος, ἀλλά, κατὰ γενικὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ ἔληξεν ἤδη ἡ ὥρα τῶν ἀναφορῶν καὶ θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐρωτήσεων, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως περὶ τοῦ θέματος, γενικευομένης τῆς συζητήσεως.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Τὴν Δευτέραν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον, ὅπως παρακαλέσῃ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, διατὶ καθυστερεῖται ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου 676 τῆς 12ης Ὀκτωβρίου 1915, ὁρισθεῖσα περίθαλψις τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, τῶν μὲν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, τῶν δὲ ἐπαρχιῶν τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου.
§51Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶχον ἐγγραφῆ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων, διὰ νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς, διατὶ καθυστερεῖται ἡ περίθαλψις τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, ὡς ἐπίσης, διατὶ οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ φέρουσι λινὰ καὶ διατὶ δὲν κατεβλήθη εἰς τοὺς ἐπ’ ἀδείᾳ ἀπελθόντας στρατιώτας τὸ ἐπίδομα. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς δηλώσεις, εἰπών, τὸ «οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος», καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ μέτρα διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν. Τέλος, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ περιθάλψεως, δὲν ὑπελόγισε τὸ μέγεθος τῶν δαπανῶν. Ἐθεώρησα τὰς δηλώσεις ταύτας ἀνεπαρκεῖς καὶ ἐνεγράφην εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ λέγῃ τὸ «οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος», διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ δὲν προέβη εἰς σπατάλας καὶ διασπάθισιν τοῦ δημοσίου χρήματος, καθ’ ὃν χρόνον λέγει τὸ «οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος», διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν κακῶς ὑπελόγισεν ἡ Κυβέρνησιν, ὅταν ἐγὼ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἐπιδόματος τῶν ἀξιωματικῶν, προεῖδον καὶ προεῖπον τότε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν: μὴ διασπαθίζετε τὸ δημόσιον χρῆμα, διότι δὲν θὰ ἀνταποκριθῆτε πρὸς τὴν περίθαλψιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λέγει: δὲν ὑπελογίσαμεν, καὶ τώρα «οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Περὶ τούτου, θὰ ἀσχοληθῶμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐξέτασις τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως ὀφείλω νὰ προβῶ εἰς μίαν δήλωσιν, ἐπείγουσαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε προχθές, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ἐχορηγήθη περίθαλψις...
§52Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶπον τοῦτο, ὅτι εἰς τὰ ταμεῖα ὅπου ὑπῆρχον ἐπαρκὲς χρῆμα, ἐδόθη περίθαλψις, εἰς ἄλλα ταμεῖα, ὅπου δὲν ὑπῆρχεν ἐπαρκὲς χρῆμα, δὲν ἐδόθη περίθαλψις. Δὲν ἐβεβαίωσα ποῦ ἐδόθη καὶ ποῦ δὲν ἐδόθη, διότι δὲν ἔχω συγκεκριμένας πληροφορίας.
§53Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, κ. Ὑπουργέ, ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ ἐδόθη τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Δεκεμβρίου, εἰς ἄλλας πόλεις ἐχορηγήθη ἐλάχιστον ποσὸν καὶ μόνον ὁ Νοέμβριος, εἰς πλεῖστα δὲ μέρη μόνον ὁ Ὀκτώβριος, εἴς τινα δὲ οὔτε καὶ ὁ Ὀκτώβριος.
§54Α. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν Κεφαλληνίαν...
§55Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἰς τὴν Σίφνον. Ἔχω ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς 2ας Φεβρουαρίου ἔκθεσιν ἀπὸ τὴν Ἀράχωβαν, ὅτι δὲν ἐδόθη οὔτε μία δεκάρα, καὶ ὅτι τώρα καταρτίζουν τοὺς πίνακας...
§56Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πταίει ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ὄχι τὸ ταμεῖον.
§57Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα. Εἰς πλεῖστα μέρη δὲν ἐδόθη, ἐλλείψει χρημάτων, ὡς εἰς τὸ Κριεκοῦκι καὶ τὰ Βίλλια. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, διότι οὐδὲν ἁγιώτερον καὶ ἱερώτερον καθῆκον εἶνε ἀπὸ αὐτό. Ἔρχονται καὶ κλαίουν ἐνώπιόν μου. Ἔχω ἀναφορὰν ἐπιστράτων, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγνώσω μεθαύριον καὶ θὰ ἴδητε πῶς ἐκφράζονται οὗτοι. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπανέρχωνται οἱ ἐπίστρατοι καὶ νὰ βλέπουν, ὅτι πεινῶσιν αἱ οἰκογένειαί των, διότι, ὁσηνδήποτε αὐταπάρνησιν καὶ φιλοπατρίαν, ἂν ἔχῃ εἷς ἐπίστρατος, θὰ λυπηθῇ καὶ θὰ θλιβῇ, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι ἡ οἰκογένειά του πεινᾷ. Καὶ ταῦτα μέν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν περίθαλψιν. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἀμέλεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀνεπάρκεια, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀποτελεῖ πρᾶξιν, ἡ ὁποία παραβλάπτει σημαντικώτατα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐνδυμασίας τοῦ στρατεύματος. Πλεῖστοι φέρουσι θερινὰς ἐνδυμασίας. Ἐκτὸς τούτου ὅμως, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἀκούσῃ μίαν γνώμην καὶ νὰ διατάξῃ ἐπ’ αὐτῆς ἀνακρίσεις, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτης ὑποθέσεως. Νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐξεδόθη διαταγὴ ὑμῶν, ὅπως εἰς τοὺς ἐπ’ ἀδείᾳ ἀπερχομένους στρατιώτας, χορηγῆται τὸ πεντάλεπτον καὶ τροφοδοτικὴ μερίς. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, κατὰ τὰ τρία τέταρτα, οἱ στρατιῶται δὲν λαμβάνουσι τοῦτο, ὁλόκληρον δὲ τὸ Σύνταγμα τῶν Τηλεγραφητῶν Θεσσαλονίκης οὐδὲν ἔλαβεν.
§58Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Τῶν ἀπελθόντων ἐπ’ ἀδείᾳ;
§59Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα. Τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, διότι διὰ τοὺς δύο μῆνας εἰς πόσον ὑπολογίζεται τὸ ἐπίδομα τοῦτο; Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι 45.000 ἐπ’ ἀδείᾳ, μὲ τὰ 15% εἶναι δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει περισσοτέρους, βεβαίως...
§60Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πρέπει νὰ λάβητε γνῶσιν καὶ ἑνὸς Διατάγματος, κατόπιν ἐκδοθέντος. Τὸ πρῶτον ὁμιλεῖ περὶ ἀποδοχῶν καὶ τοῦτο εἴχατε ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐκάματε τὸν λογ) σμόν· τὸ δεύτερον ὁμιλεῖ περὶ ἀποζημιώσεως μηνιαίας, ἡ δὲ ἡμερησία ἀποζημίωσις 5 λεπτῶν κάμνει μίαν καὶ ἡμίσειαν δραχμὴν μηνιαίως. Τὸ μέτρον ἐλήφθη ἐκ τοῦ ἑξῆς λόγου: Ἀνεξαρτήτως τοῦ μεγάλου ποσοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀνήρχοντο αἱ ἀποδοχαὶ τῶν μεταβαινόντων εἰς ἄδειαν, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι οὗτοι ὤφειλον νὰ μεταβαίνωσιν εἰς μέρος ὅπου εἶναι ἐπίτακτος συγκοινωνία, ἐκτὸς δὲ τοῦ σιδηροδρόμου τῆς Μακεδονίας, εἰς τοὺς ἄλλους σιδηροδρόμους ἔπρεπε νὰ πληρώνωσι. Δυστυχῶς, ἡ ἀνώμαλος κατάστασις τῆς συγκοινωνίας καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἐδημιούργησε τὴν ἀνάγκην, ὥστε οἱ πλεῖστοι νὰ πληρώνωσιν εἰς τὰ μὴ ἐπίτακτα πλοῖα, ἑπομένως, κατὰ τὰ διατεταγμένα, οἱ ἄνδρες αὐτοὶ ὤφειλον νὰ λαμβάνωσιν, ἑνὸς μηνὸς ἀποζημίωσιν πεντάλεπτον καὶ δύο ἡμερῶν ἄρτον, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀπὸ τὰ σώματα τῆς προκαλύψεως ἕως τὰ κέντρα ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔχωσι τὸ ταγάρι καὶ τὸ ψωμί. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν, ὅτι ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης.
§61Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Νὰ κάμητε ἀνάκρισιν, διὰ νὰ βεβαιωθῆτε.
§62Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εὐθὺς ὡς μοὶ καταγγελθῇ τοῦτο, θὰ διατάξω ἀνακρίσεις καὶ θὰ πατάξω πάντα, ὅστις παρεβίασε τὸ καθῆκόν του. Παρακαλῶ, συγκεκριμένως, ἔχετε ἄλλο τι;
§63Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα. Ἐπιθυμῶ νὰ διατάξητε ἀνάκρισιν.
§64Ι. ΓΙΑΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ ἔχητε τὸ ἀποτέλεσμα ταχέως.
§65Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα. Εἶμαι βέβαιος.
§66Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα καὶ τὰς ὁποίας γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, διότι σεῖς παρέχετε τὰ μέσα, ἐὰν σκεφθῆτε κατὰ τίνα τρόπον συντηροῦνται αἱ 300 χιλιάδες ἀνδρῶν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, τόσον τὰς ἐσωτερικὰς ὅσον καὶ τὰς ἐξωτερικάς, θὰ ἴδητε τὰς ὑπερανθρώπους προσπαθείας, αἱ ὁποῖαι καταβάλλονται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τοῦ ἱματισμοῦ καὶ ἄλλοτε ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, αἱ προμήθειαι ἐνηργήθησαν καὶ τὰ χρήματα κατεβλήθησαν, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν εἶναι τελείως ἕτοιμος. Ἐὰν λόχοι τινὲς δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἐφοδιάσουν τοὺς στρατιώτας των, διὰ τοῦτο δὲν εὐθύνεται ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, ταῦτα εἶναι μεμονωμένα φαινόμενα, ὀφειλόμενα εἰς τὴν ἀμέλειαν ἐνίων προϊσταμένων.
§67Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι, ὄχι μόνον εἷς, ἀλλὰ πεντάκοσιοι στρατιῶται ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν μου μὲ θερινὴν στολήν. Δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ σᾶς ἀποδώσω μομφήν, ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ τονίζω, τὴν ἀμέλειαν τῶν κυρίων ἐκείνων, διότι φρονῶ, ὅτι εἷς ἀρχηγὸς σώματος εἶναι πατήρ...
§68Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κρεστενίτης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνες ἀποφάσεις ἐλήφθησαν διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐπιταχθέντων ζώων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, διὰ τῆς πληρωμῆς ταύτης, θέλουσιν οὐκ ὀλίγον ἀνακουφισθῇ οἱ πενόμενοι γεωργικοὶ πληθυσμοί.
§70Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν. Σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς;
§71ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι μόνον σκέπτεται, ἀλλά, παρατηροῦσα τὰς δυσχερείας, τὰς μεγίστας, εἰς ἃς προσεκρούσαμεν, ἐφρόντισεν, εἰδικῶς διὰ τὰς ἐπιτάξεις, νὰ προκαλέσῃ ἐνέργειαν τοιαύτην, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἔχῃ συγκεντρωμένας ὅλας τὰς ἀξιώσεις καὶ νὰ σκεφθῇ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικρύσῃ τὰς ἀνάγκας καὶ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτάς. Ἂν ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας, δὲν θὰ ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν. Ἂν ἔλεγον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ τὸ δυνατόν, ὅπως ἐν μέρει τοὐλάχιστον ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας, θὰ ἐλέγετο τὸ ἀληθές. Οὐδεὶς εἶναι εὔκολον νὰ ὁμιλήσῃ, ἀκριβολογῶν, ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, καὶ συνοψίζων τὴν κατάστασιν, θὰ ἐπαναλάβω τὴν φράσιν, ἥν, ἀκούσας ψιθυριζομένην, ἐπανέλαβον, τὸ «οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει τί εὗρεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἀρχήν, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ λόγος περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον τότε ἐν ἀριθμοῖς καταγεγραμμένα, δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε πεισθῇ, ὅτι εἶναι κατώτερα ἴσως τῆς ἀληθείας ὅσα ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἐξετέθησαν ἐνταῦθα. Ἐὰν ὑπομνήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπέμνησα ἄλλοτε, ὅτε ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι, ἐκτὸς 40.000.000 κατὰ μῆνα, ἅτινα ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὴν συντήρησίν του, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐξόδων, ὅτι, ἐκτὸς τῶν 60.000.000, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπολήγουν κατ’ ἔτος τὰ 5.000.000 τὸν μῆνα, τὰ ὑπὲρ τῆς περιθάλψεως, ὑπάρχουσι καὶ δέκα πέντε ἑκατομμύρια, ἅτινα εὕρομεν ἀναγεγραμμένα διὰ τοὺς πρόσφυγας. Καὶ ἐρωτῶ: Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς αὐτά; Ποῖος ἐξ ὑμῶν ἐνταῦθα, ἢ ποῖος ἔξωθεν, ποῖος ἔξοχος ἀνήρ, καταλαμβάνων τὴν ἕδραν τοῦ Κυβερνήτου, εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι, ἔχων τὰς δυνάμεις, ἃς ἔχομεν ἐκ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων πόρων, θέλει ἐπαρκέσῃ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἀφ’ ἡμῶν; Μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ἐκεῖνο, (τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται ἐξ ἡμῶν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ πράττωμεν τί; Ἐκεῖνα, πρὸ παντός, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πράξωμεν, τὰ ὁποῖα, ἐὰν παραλείψωμεν, ἐκθέτουσι τὴν ὅλην ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους εἰς κίνδυνον, ἐκεῖνον τὸν κίνδυνον, εἰς ὃν θὰ εὑρισκώμεθα, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐὰν τυχὸν ἀπεφασίζετο ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ἀποστρατευθῇ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ εἶναι τις ἡμῶν ὑπεύθυνος, διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τὴν γενικήν; Μετὰ διακοσίων χιλιάδων ἀνδρῶν ἐπὶ ποδὸς εὑρισκόμενοι, δαπανῶμεν, πρὸ παντὸς ἄλλου, δι’ αὐτούς, δαπανῶμεν ὅσα εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα νὰ δαπανηθῶσι, διότι οἱ στρατοὶ ἔχουσιν ἀνάγκας καὶ ἀξιώσεις ἐνίοτε, ἃς οὐδεὶς διοικητὴς τῶν στρατῶν — καὶ διοικηταὶ τῶν στρατῶν εἶναι αἱ Κυβερνήσεις — εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ. Λοιπόν; ἀναγκαζόμεθα καὶ προτιμῶμεν τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας, ἀνάγκας ἑκατομμυρίων, καθ’ ἡμέραν. Καὶ τί περισσεύει, τί περισσεύει, οὐχὶ ἐκ τακτικῶν ταμειακῶν εἰσπράξεων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐκτάκτων πόρων, ἐκείνων, οἵτινες ταύτην τὴν στιγμὴν ἐπήρκεσαν; Πόσα περισσεύουσι; Δαπανῶνται μόνον τόσα, ὅσα δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ μὴ δαπανηθῶσιν, ἄνευ ἀνατροπῆς τῆς κρατούσης τάξεως τῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι. Θὰ δαπανηθῶσιν ἐκ τῶν ἐψηφισμένων ὅσα εἶνε δυνατόν, διὰ δὲ τὸν αἰτοῦντα καὶ ἀναμένοντα ἐκ τοῦ νόμου, θὰ δαπανηθῶσιν τόσα, ὅσα δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν δι’ αὐτόν. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἀνάγκαι. Ποῖος εἶναι ἱκανὸς νὰ πράξῃ ἄλλο, ἢ ὅ,τι πράττομεν ἡμεῖς; Καὶ ποῖος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν καρδίαν καὶ τὸ αἴσθημα ὀλιγώτερον λεπτὰ καὶ ὀλιγώτερον Ἑλληνικά, παρ’ ὅσον ἄλλοι; Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ἄνθρωποι καὶ Ἕλληνες. Ὅστις δύναται νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα τοῦτο, ἂς ἔλθῃ ἐνταῦθα ν’ ἀναλάβῃ τὸ μαρτύριον ἡμῶν, ἐγὼ δὲ βεβαίως θὰ ἐκφράσω εἰς αὐτὸν εὐγνωμοσύνην, διότι θὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ κάθημαι εἰς τὸ ἐδώλιον τοῦτο, τὸ πλῆρες πόνων καὶ ὀδυνῶν...
§72Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Γνωρίζω τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται τὸ Κράτος ἡμῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντρέξῃ, τοὐλάχιστον, ἠθικῶς, ἐκείνους τοὺς πολίτας, ἀπὸ τοὺς ὁποίους αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος ἀφῄρεσε τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων προσεπορίζοντο τὸν ἄρτον τῶν οἰκογενειῶν των. Νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παράσχῃ τὴν ἠθικὴν τοὐλάχιστον συνδρομήν του, ἐγγυώμενον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία νὰ ἐξοφλήσῃ τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον οὗτοι, λόγῳ ἀποζημιώσεως τῶν ἐπιταχθέντων, νὰ κρατήσῃ δὲ καὶ τὸν τόκον διὰ νὰ μὴ ὑποχρεωθῇ τὸ Κράτος εἰς τὴν καταβολὴν τόκου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. Ὑπουργέ, χωρὶς νὰ ὑποστῇ οὐδεμίαν ζημίαν τὸ Κράτος, θὰ ἀποτίσῃ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τοὺς πενομένους ἐκείνους πολίτας του.
§73ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πιστεύσατε, κ. Βουλευτά, ὅτι πᾶσα ἐνέργεια δυνατὴ πρὸς τοῦτο κατεβλήθη. Μετὰ τῆς Τραπέζης εὑρισκόμεθα εἰς σχέσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ εἶναι ἀνάγκη ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐγγύησιν τῆς Τραπέζης. Μὴ νομίζετε, ὅτι, λέγοντες ταῦτα, καθήμεθα μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας! Ἔχω ἐνταῦθα πίνακας τῆς περιθάλψεως μετὰ πασῶν τῶν λεπτομερειῶν καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θὰ ἔχω πίνακας τῶν ὀφειλομένων ἐξ ἐπιτάξεων. Γνωρίζω ἀκριβῶς τὰ γενόμενα καὶ εὗρον τὰ κενά, τὰ προερχόμενα, τόσον ἐξ ἄλλων λόγων, ὅσον καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ὑπὸ πολλῶν ἐπαρχιῶν δὲν ἐζητήθησαν χρήματα. Ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἠλείας θέλει ἴδει, ὅτι ἐξ Ἠλείας δὲν ἐστάλη καμμία αἴτησις περὶ διανομῆς.
§74Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶπον περὶ βοηθημάτων. Καὶ ὅμως καὶ εἰς τὴν Ἠλείαν ἔχει ὁ κόσμος μεγάλας ἀνάγκας.
§75ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ὅτι δὲν ἐζήτησαν, ἀποδεικνύει πολλὴν ὑπερηφάνειαν καὶ πολὺ αἴσθημα ἀλληλεγγύης. Οἱ εὔποροι ἀνακουφίζουν τοὺς μὴ εὐπόρους. Ἀπὸ τὴν Ἠλείαν καὶ 15 ἢ 20 ἄλλας περιφερείας, ἀφ’ ἧς ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα, ἐφροντίσαμεν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ διαγραφῇ τὸ ὅριον τῶν αἰτημάτων τῶν ἀπόρων, διότι ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου ὁλικοῦ ποσοῦ γίνεται ἔπειτα ἡ δαπάνη, ὅπως οὕτω δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ παρουσιαζομένας ἀνάγκας τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων· διότι πλήρως, ἐπὶ τοῦ παρόντος, τὰ αἰτήματα ταῦτα, εἶνε ἀδύνατον νὰ ἱκανοποιηθῶσι. Καίτοι δὲ ἐδηλώσαμεν, ὅτι εἶνε σχεδὸν ἀδύνατον νὰ δαπανήσωμέν τι διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας, ἐφροντίσαμεν ἐν τούτοις νὰ συνεισφέρωμεν 1.000.000 καὶ ὑπὲρ τῶν περιφερειῶν ἐκείνων, αἵτινες δὲν ἦσαν ἐγγεγραμμέναι, ἀποκόπτοντες τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ ἄλλας ἀνάγκας καὶ θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ φροντίζωμεν. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω νὰ φθάσωμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενά, ἵνα μὴ λέγεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προὐνόησε πρὸς ἀνακούφισιν τῆς δυστυχίας, τὴν ὁποίαν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἐπέβαλον εἰς πενομένους ἀνθρώπους, οἵτινες ἄλλως ἐργαζόμενοι, θὰ ἠδύναντο νὰ θρέψωσι τὰς οἰκογενείας αὑτῶν.
§76Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Νὰ συστήσητε νὰ ἀποστέλλωνται χρήματα ἐξ ἴσου εἰς ὅλους, διότι ἡ εὔνοια πρὸς μερικὰ μέρη γεννᾷ πολὺ δικαίως παράπονα.
§77ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καταβάλλεται προσπάθεια ἡ διανομὴ νὰ γίνεται κανονικῶς.
§78Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμοίαν ἐρώτησιν πρὸς τὴν τοῦ κ. Κρεστενίτου, ἔχει ὑποβάλει καὶ ὁ βουλευτὴς κ. Ἀγγελόπουλος. Πρόκειται περὶ τῆς προμηθείας θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Ἐπί τινα καιρὸν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠννόει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ θείου, ἀλλ’ ἀπό τινος ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξαγωγὴν ποσοῦ ἴσου μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν Παλαιὰν, καὶ τὴν Κρήτην, κατὰ τὸ ἔτος 1913, ἤτοι 15.600 τόννων περίπου. Περὶ τῆς προμηθείας τοῦ ποσοῦ τούτου ἔλαβε πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις καὶ παρήγγειλεν, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀγοράσῃ τὸ ποσὸν καὶ μεριμνήσῃ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς του. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις εἶχε δηλώσει, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ θὰ γίνῃ κατὰ δύο δόσεις, κατὰ δύο τριμηνίας, μίαν δόσιν κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν καὶ δευτέραν κατὰ τὴν δευτέραν τριμηνίαν. Ἐγένετο ἡ προσπάθεια, ἵνα ἐπιτραπῇ, εἰ δυνατὸν, ἡ σύγχρονος εἰσαγωγὴ τοῦ ὅλου ποσοῦ, διότι θὰ ἦτο δυσχερὴς ἡ διανομὴ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα κατὰ δύο δόσεις. Ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θέλει κριθῇ ὡς ἀπαράβατος ἡ περὶ προθεσμιῶν ἀξίωσις τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι θὰ γίνῃ δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ εἰσαγωγὴ ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἑνὸς φορτίου, ἐρχομένου κατόπιν τοῦ ἄλλου. Ἐγένετο προμήθεια ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης καὶ ἔχει ἀγορασθῇ τὸ ἥμισυ, ἡ πρώτη τριμηνία, ἴσως δὲ κατορθωθῇ νὰ ἀγορασθῇ καὶ τὸ ὑπόλοιπον. Ἀπεστάλησαν πλοῖα, ἵνα παραλάβωσι τὸ θεῖον, ὑποθέτω δὲ ὅτι δύο ἐκ τῶν πλοίων ἐφόρτωσαν καὶ ἔρχονται. Ὥστε τὰ τοῦ θείου δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐξησφαλισμένα. Ὡς πρὸς τὸν χαλκὸν τὸν θειϊκὸν, οἱ τόποι ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ προμήθεια, εἶναι ἡ Ἀμερικὴ καὶ ἡ Ἀγγλία, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν τιμῶν τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας ὑπάρχει τεραστία διαφορά. Δὲν δύναταί τις νὰ ὁρίσῃ ἐπακριβῶς τὸ τίμημα, ἀλλὰ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ τιμαὶ τῆς Ἀμερικῆς εἶναι περίπου διπλάσιαι τῶν τῆς Ἀγγλίας. Μὲ τὰ ἔξοδα, ὁ ἐξ Ἀμερικῆς χαλκὸς θὰ ὑπερβῇ ἴσως τὰ 3½ φράγκα, ἐνῷ ὁ χαλκὸς τῆς Ἀγγλίας εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θὰ κοστίσῃ ὀλίγον τι περισσότερον τοῦ ἡμίσεος τοῦ ποσοῦ τούτου. Κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια, ἵνα ἡ προμήθεια τοῦ χαλκοῦ γίνῃ ἐξ Ἀγγλίας καὶ ὄχι ἐξ Ἀμερικῆς. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις τὴν ἐξ Ἀγγλίας ἐξαγωγὴν, νὰ ὑπάρχῃ δὲ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ διαθέσιμος χαλκός. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πρὸ ἐλαχίστων ἡμερῶν ἐδήλωσε δι’ ἐπιστολῆς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξαγωγὴν ἐξ Ἀγγλίας χαλκοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως, κατὰ τὴν διανομὴν αὐτοῦ, ἀσκηθῇ ἐπίβλεψίς τις. Κατόπιν τῆς τοιαύτης δηλώσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἡ Τράπεζα προέβη διὰ τηλεγραφήματος εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἰς τὴν ζήτησιν τῶν τιμῶν τοῦ ἐκεῖ θειϊκοῦ χαλκοῦ καὶ τῶν ποσοτήτων, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐκεῖθεν εἶναι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀνακοινωθῶσιν αἱ τιμαὶ καὶ αἱ προσφοραί, ἐὰν δὲν ἦτο ἐξησφαλισμένη ἡ ἐξαγωγή. Κατόπιν τούτου, ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐζήτησε προχθές, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, νὰ ἀνακοινώσῃ ὅτι ἀπεφάσισεν ἡ Τράπεζα νὰ κάμῃ, κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν εἰσαγωγὴν καὶ νὰ τῆς ἐπιτρέψῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τῆς εἶχεν ἀνακοινώσει δι’ ἐπιστολῆς, νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἵνα λάβῃ τὴν προσφοράν. Ἡ Τράπεζα ἅμα λάβῃ τὴν ἀπάντησιν, θὰ δώσῃ ἐντολὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν ὁλοκλήρου τῆς ποσότητος τοῦ χαλκοῦ, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν εὑρεθῇ ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ ποσότης, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην. Ἐὰν δὲν ἤθελεν εὑρεθῇ ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ ἀναγκαία ποσότης, θὰ γίνῃ ἀνάγκη νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καθ’ ὅμοιον τρόπον. Θὰ δώσῃ ἐντολὴν ἡ Τράπεζα εἴς τινα Τράπεζαν ἐκεῖ νὰ ἀγοράσῃ, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, τὴν ποσότητα τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην. Σημειώσατε, ὅτι, ἐὰν κρίνῃ τις ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε προσφορῶν, διότι ἔρχονται ἐξ Ἀμερικῆς εἰς τὴν Τράπεζαν τηλεγραφήματα, δὲν εἶναι καμμία προσφορὰ τῆς ποσότητος τῶν 2.000 τόννων, τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν. Πρόκειται περὶ μικρῶν προσφορῶν, αἱ ὁποῖαι, συνδυαζόμεναι ὅλαι, θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποτελέσωσι τὸ ποσὸν τῶν 2.000 τόννων. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εἶναι τὰ πράγματα, καταβάλλεται δὲ πᾶσα προσπάθεια, ἵνα εὕρωμεν καὶ ἀγοράσωμεν χαλκὸν καὶ τὸν μεταφέρωμεν ἐδῶ. Ἔχω ἐλπίδα, ὅτι θέλει γίνει δυνατὸν νὰ ἔλθῃ θειϊκὸς χαλκὸς εἰς τιμὴν ὅμως ὑπέρογκον ἐξ Ἀμερικῆς, διότι αἱ τιμαὶ εἶνε τερατωδῶς ὑπέρογκοι. Θὰ στοιχίσῃ πλέον τῶν 3.50 δραχμῶν. Ἐὰν κατορθωθῇ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν προμήθειαν, θὰ εἶναι εὐτύχημα. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸν θειϊκὸν χαλκόν. Εἴς τινα τῶν ἐρωτήσεων τούτων, ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ διανεμηθῇ τὸ θεῖον καὶ ὁ θειϊκὸς χαλκός. Δὲν ἐλάβομεν ἀκόμη ἀπόφασιν περὶ τούτου, ἀλλ’ ἡ σκέψις ἡμῶν εἶναι, ἥτις θὰ καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν, ἡ διανομὴ νὰ γίνῃ διὰ τῆς ἑταιρείας τῶν μονοπωλίων ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, εἰς δὲ τὴν Νέαν Ἑλλάδα, διὰ τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων καταστημάτων εἴτε διαφόρων Τραπεζῶν, εἴτε ἄλλων καταστημάτων τοιαύτης φύσεως, τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται νὰ ἀντικαταστήσωσι τὴν ἑταιρείαν τῶν μονοπωλίων. Εἰς τοῦτο ἀπαντᾶται μία δυσχέρεια, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὴν παρακάμψωμεν, ὅτι πολὺ προμηθεύονται ἐπὶ πιστώσει. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ γίνῃ ἕτερόν τι, παρὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἐν σχέσει πρὸς τοὺς γεωργικοὺς συνεταιρισμούς, ὡς πρὸς τοὺς ὁποίους θὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ διανομὴ θὰ γίνῃ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἐξασφαλίζῃ ἀπὸ οἱανδήποτε κερδοσκοπίαν.
§79Κ. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Πότε θὰ ἔλθῃ;
§80Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Περιμένομεν ἐξ Ἀγγλίας ἴσως καὶ αὔριον νὰ ἔχωμεν ἀπάντησιν.
§81Κ. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εὕρηται.
§82Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τότε θὰ τηλεγραφήσωμεν εἰς Ἀμερικήν. Εἰς τὰς παραγγελίας, τὰς ὁποίας θὰ δοθῶσι θὰ τάξωμεν προθεσμίαν τὸ πολὺ μιᾶς ἑβδομάδος.
§83Κ. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Φροντίσατε ἐγκαίρως εἰς Ἀμερικήν, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προμηθευθῆτε.
§84Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Φροντίζαμεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγοράσωμεν ἐκ τῶν προτέρων ἐκ τῆς Ἀμερικῆς, προτοῦ ἔλθει τὸ τηλεγράφημα ἐκ τῆς Ἀγγλίας, διότι καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι πολὺ μεγάλη.
§85Γ. ΠΩΠ. Ἔχετε νομοσχέδιον;
§86Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ τὴν παραγγελίαν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ληξάσης τῆς ὥρας, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας
§88Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, διὰ θέματα ὅμως, ἄσχετα, δὲν θὰ ἐπιτρέψω τὸν λόγον.
§90Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ὑπὲρ τοὺς ἑκατόν, ὑπεβάλομεν πρότασιν νόμου, ἀφορῶσαν προαγωγὴν τῶν ἐφέδρων ἰατρῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Μαλλιόπουλος ἐζήτησε τὴν πρόταξίν της πρὸ ἡμερῶν, ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προέβη εἰς δηλώσεις, διὰ τῶν ὁποίων, ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῆς νὰ δοθῇ παράτασις ἐκπαιδεύσεως ἑνὸς μηνὸς ἐν τοῖς Οὐλαμοῖς καὶ κατόπιν θέλει προβῇ εἰς τὴν ὀνομασίαν τῶν ἐν λόγῳ ἰατρῶν. Ἐγὼ εἰς τὴν λύσιν ταύτην δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Πρῶτον, ἐν τοῖς Οὐλαμοῖς δὲν θεωρῶ ἀναγκαίαν καὶ σπουδαίαν τὴν ἐκπαίδευσιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι, οἱ φοιτῶντες, ἀρκετὰ ἐξεπαιδεύθησαν ἐν τῇ μεγάλῃ Ἀκαδημίᾳ τῶν δύο πολέμων καὶ εἶναι δίκαιον, ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ ὀνομασθῶσιν ἔφεδροι ἰατροί. Κατὰ δεύτερον λόγον, ἐνῷ ἡ Πολιτεία ἐστέρησε τὰς οἰκογενείας τῶν προστατῶν των, ἀφ’ ἑτέρου ἀφῆκε τὰς ἐπαρχίας ἄνευ ἰατρῶν, διὰ δὲ τῆς ὀνομασίας τῶν ἰατρῶν αὐτῶν, ἀναμφισβητήτως, δίδεται εὐκαιρία ἀπολύσεως τῶν μεγαλειτέρων ἡλικιῶν, καὶ οὕτω θὰ ἐξυπηρετηθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι ἐκ τῆς ἀποστρατεύσεως τῶν ἰατρῶν.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὰ σεῖς ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως πρέπει νὰ ὁμιλήσητε. Εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψω δι’ ἄσχετα ζητήματα συζήτησιν.
§93Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Γνωρίζω τὸν Κανονισμὸν ἀρκετὰ καλά.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διευθύνω ἐγὼ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ἐφόσον ἀπολαύω τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ. Λοιπόν, θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐὰν ἔχητε νὰ φέρητε παρατήρησιν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς συνετάχθη αὕτη.
§95Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Εἶμαι ἐντελῶς ἐντὸς τοῦ θέματος, κ. Πρόεδρε. Ζητῶ τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως ταύτης, δι’ οὓς λόγους εἶπον, καὶ διότι ἡ πρότασις αὕτη ἔχει ἄλλας διατάξεις, ἀφορώσας τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, περὶ τῶν ὁποίων θέλω ὁμιλήσῃ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις, ὑπογεγραμμένη παρὰ δέκα καὶ πλέον βουλευτῶν, ὅπως προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17 νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ παροχῆς δανείου 1. 650.000»
§97Γ. ΠΩΠ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάξεως. Οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, θὰ ἐννοοῦσιν, ἴσως, ὅτι ἔχουσιν ὑποβληθῆ ἐρωτήματα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄνευ ἀπαντήσεως δὲ εἰς αὐτὰ θὰ ἀποβῇ ἀδύνατος ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ἀφορμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθον ζημίαι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 1.650.000 δραχμῶν. Παρακαλῶ, λοιπόν, τοὺς κ. κ. Συναδέλφους, τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν ταύτην, χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ὑπὲρ τῶν ὁποίων πάντες μεριμνῶμεν, νὰ ἀποσύρωσι τὴν πρότασιν ταύτην καὶ θελήσωσιν, ὅπως ἐπὶ τοιαύτης κατ’ ἐξοχὴν ὑποθέσεως, λεπτῆς ἀπὸ ἠθικῆς ἐννοίας, λεπτῆς ἀπὸ οὐσιαστικῆς παραστάσεως, ὑποβοηθήσωσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξακριβώσουν τὴν ἀλήθειαν καὶ μὴ θελήσωσι νὰ γίνωσιν ἀκούσια ὄργανα σπουδῆς πρὸς ἐπιψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἡ ὁποία εὔχομαι νὰ ἀποβῇ πλάνη, εἶναι νομοσχέδιον, συγκαλύπτον θέματα, τὰ ὁποῖα, ἀποκαλυπτόμενα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶσι μόνον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλ’ εἶναι πιθανώτατον νὰ στραφῶσι καὶ πρὸς τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τὴν δικαιοσύνην τῆς Χώρας.
§98Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐκτὸς τῶν ὅσων ὁ κ. Συνάδελφος ἀνέπτυξεν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη προσκρούει ῥητῶς εἰς τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχὴν ἡ πρότασις αὕτη καὶ παραπεμφθῇ εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἐὰν δὲν εἶχεν ἤδη παραπεμφθῆ προχθές, κατόπιν ἰδικῆς μου προτάσεως. Ἡ πρότασις λοιπὸν αὕτη εἶναι ἤδη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ μόνον δέ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, εἶναι, κατὰ τὸ ἄρθρον 63, νὰ τάξῃ προθεσμίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις, ἄλλως νὰ προβῇ εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν.
§99Α. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκλήθη διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχει λόγος, ὥστε νὰ ἐπιβραδυνθῇ ἡ ὑποβολὴ τῆς ἐκθέσεως καὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ κατορθωθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§100Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐγένετο λόγος περὶ ἐρωτημάτων σχετικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει σχέσιν περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§101Γ. ΠΩΠ. Ἴσως ἀπεστάλησαν τὰ ἐρωτήματα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς ἐμὲ οὐδὲν ἀπεστάλη.
§103Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ ἐρωτήσῃ, ἐὰν τὰ ἐρωτήματά μου, δοθέντα πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, ἐστάλησαν ἢ ὄχι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλησαν.
§105Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§106Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα. Ἐρωτήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀπάντησις μόνον διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ. Μεταξὺ τῶν ἐρωτημάτων μου, ἦτο καὶ τὸ ἑξῆς: ποία ἦτο ἡ τιμὴ τῶν ἀλεύρων ἐν τῇ ἀγορᾷ Πειραιῶς, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰς ἰδιώτας ἐπωλοῦντο τὰ ἄλευρα τοῦ Δημοσίου κατὰ ἐννέα λεπτὰ ὀλιγώτερον τῆς τιμῆς τοῦ κόστους τῶν ἀλεύρων.
§107Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπωλήθησαν τὰ ἄλευρα.
§108Γ. ΠΩΠ. Ὄχι.
§109Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶσθε βέβαιος;
§110Γ. ΠΩΠ. Σεῖς βλέπετε, ὅτι ἀπὸ τοῦ κύρους τῆς θέσεώς σας, ὡς κατέχων τὰ στοιχεῖα, λέγετε ὄχι, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ πλανᾶσθε, διότι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ἐλέγατε, ὅτι αἱ προμήθειαι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως...
§111Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως.
§112Γ. ΠΩΠ. Ὄχι. Οὐδεμία προμήθεια ἐγένετο ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, πᾶσαι αἱ προμήθειαι ἐγένοντο ἀπὸ Φεβρουαρίου μέχρις Ἰουνίου...
§113Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὴ συγχίζετε τὰ πράγματα. Αἱ προμήθειαι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Αὐτὸ τὸ βεβαιῶ καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀμφισβητῆτε τὰ πράγματα.
§114Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἀμφισβητῶ τίποτε.
§115Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύνασθε νὰ λέγητε τὴν στιγμὴν αὐτήν, ὅτι ἐγὼ εἰπὼν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον προχθές, περιέπεσα εἰς ἀνακρίβειαν. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, παρ’ ἐκείνου, ὅστις ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ὅτι τὰ ἄλευρα ἠγοράσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προηγηθείσης τῆς ὑπ’ ἐμέ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Συνάδελφον νὰ καθορίσῃ τὰ ἐρωτήματα, τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, διότι, ἂν ἔχῃ ἐρωτήματα, μὴ σχετιζόμενα μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀλλ’ ἐν γένει μὲ τὰ ἄλευρα, ταῦτα εἶνε ἐντελῶς ἄσχετα μὲ τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις μᾶς ἀπασχολεῖ.
§116Γ. ΠΩΠ. Τὰ ἐρωτήματα, κ. Ὑπουργέ, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν τὸ Προεδρεῖον ὅτε ἀπηύθυνα πρὸ ἑβδομάδος, ἀφορῶσιν εἰς ἐξακρίβωσιν τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπῆλθε ζημία 1.600.000 εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ διαβιβασθῶσιν αἱ ἀπαντήσεις, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§117Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη σπουδῆς πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐφόσον δὲν κατετέθησαν αἱ ἀπαντήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν καὶ ἐφόσον εἶναι ἀναγεγραμμένον 17ον, δὲν δυνάμεθα, τὴν τελευταίαν στιγμήν, νὰ τὸ προτάξωμεν. Ἄλλως τε ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ὑπέβαλεν ἀκόμη τὴν ἔκθεσίν της.
§118Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, Κύριοι, ἦλθεν εἰς συζήτησιν τὴν Τρίτην. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν ἠγέρθη ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι χαριστικὴ πρᾶξις 1.650.000, φυσικὰ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠγέρθη ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ κατέθεσε τὰς πληροφορίας, ὡς εἶπε, τὰς ζητηθείσας. Ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ὅτι ἐζητήθησαν ἄλλαι πληροφορίαι, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν λέγει, ὅτι πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν ἐζήτησεν αὐτάς. Ἐν τούτοις ἐπέκρινε τὴν Βουλήν, τὴν παρελθοῦσαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ἀνεβοκατέβαζεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, διότι δὲν ἐτόλμων, δὲν ἠξεύρω τίνες, νὰ τὸ φέρουν πρὸς συζήτησιν. Αἱ πληροφορίαι ἐδόθησαν, παρῆλθον τέσσαρες ἡμέραι...
§119Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἐδόθησαν.
§120Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐδόθησαν αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν....
§121Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§122Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, λοιπόν, Κύριοι, ὅτι οὐδένα λόγον ἔχει ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως κατ’ ἀρχήν. Τοὐναντίον, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος διεχειρίσθην τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὑπέγραψα τὴν σύμβασιν αὐτήν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ διαφωτίσω ἐπὶ τοσοῦτον τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε νὰ δύναται πραγματικῶς εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ φέρῃ ἔκθεσιν πλήρη, ἐξιστοροῦσαν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἴσως μετὰ δυσκολίας θὰ κατορθώσῃ ἡ ὑπηρεσία νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι λέγω τοῦτο. Δύναται ἡ συζήτησις αὕτη νὰ γίνῃ κατ’ ἀρχήν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ τροφοδοτῶνται αἱ ἐφημερίδες καθ’ ἑκάστην πρωΐαν μὲ εἰδήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεγείρουν τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἀφήνουν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ σκανδάλου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ συγκαλύψῃ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ τροφοδοτῆται ὁ τύπος τῆς Πρωτευούσης μὲ τὰ τοιαῦτα δημοσιεύματα. Τὸ νομοσχέδιον ἐστάλη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ νομ)διον θὰ ὑποστῇ καὶ 2αν συζήτησιν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν αὐτήν, καὶ διὰ νὰ φανῇ ὅτι λέγω τὴν ἀλήθειαν, δηλῶ ὅτι, ἐὰν δὲν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀπόψε καὶ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι, αἱ ἐπίσημοι τὰς ὁποίας θὰ δυνηθῶ νὰ δώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου Καὶ διὰ τοῦτο, τὴν παρακαλῶ, τὴν ἱκετεύω τὴν Βουλήν, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν ἀπόψε καὶ κατόπιν νὰ προβῇ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς ἔρευναν πραγματικήν, ἡ ὁποία θὰ ἀπαιτηθῇ νὰ γίνῃ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, διότι θὰ ἔλθουν ἄνθρωποι νὰ καταθέσωσι πολλὰ πράγματα, καὶ διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σταλῶσιν ἄνθρωποι καὶ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, καὶ εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἱκετεύω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ ἀπόψε τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ δι’ οὓς μὲν λόγους ἐξέθηκα, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ φέρῃ τὴν Δευτέραν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροφίμων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ καταναλώσῃ δύο ἢ καὶ τρεῖς συνεδριάσεις, καὶ συνεπῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα θὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ ὀκτὼ ἢ δέκα ἡμέρας.
§123Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε παραδέχεσθε, ὅτι ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος δύναται νὰ φέρῃ εἰς φῶς πράγματα, ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῶσιν ἄνθρωποι εἰς τὰ δικαστήρια;
§124Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ παραδέχομαι, ἐὰν ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα, ὡς ἁρμόζει, ἵνα ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια.
§125Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς βεβαιῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι σέβομαι τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Εὔχομαι ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ὅπως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κρύπτονται ὑπὸ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀποδείξωσι....
§126Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν κρύπτονται τίποτε.
§127Γ. ΠΩΠ. .. ἀποδείξωσιν, ὅτι καλλίστη ἐγένετο ἡ διαχείρισις τῶν πραγμάτων. Εὔχομαι νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τροφοδοτεῖται μὲν δι’ ἀνακριβῶν εἰδήσεων ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, δὲν τροφοδοτεῖται ὅμως δι’ ἄρτου, ὃν πληρώνει ἀκριβώτατα εἰς τοιαύτας δεινὰς ἡμέρας, ἵνα ὠφεληθῶσιν οἱ ὀλίγοι ἐκ τῆς δυστυχίας τῶν πολλῶν. Εὔχομαι εἰλικρινῶς πάντα ταῦτα καὶ ἐλπίζω, ὅτι τὴν εὐχήν μου ταύτην πάντες συμμερίζονται καὶ θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ὅπως τὸ ταχύτερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητηθῇ πρὸς κατάπαυσιν τῆς δικαίας ἀγανακτήσεως τοῦ πρώην κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἤθελον, δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ προτείνω τοῦτο, οὐδὲ τὸ Προεδρεῖον δύναται νὰ προβῇ εἰς παρομοίαν πρᾶξιν, διότι τοῦτο θὰ ἦτο κατάλυσις τῆς ὑψίστης τῶν ἐπιτροπῶν, τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἓν δύνασθε νὰ πράξητε, κ. Πρόεδρε. Δύνασθε νὰ παρακαλέσητε τὴν Ἐπιτροπήν, νὰ συνέλθῃ εἰς τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιον τῶν διασκέψεων καὶ ἐκεῖ νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της καὶ τὴν ὑποβάλῃ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐδῶ. Ἀλλὰ νὰ ἀφαιρέσητε τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ δώσητε αὐτὸ εἰς ἄλλην Ἐπιτροπήν, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 43, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ τοιοῦτον 63 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συζητήσῃ κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ κατόπιν νὰ παραπέμψῃ αὐτὰ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Τὸ ἄρθρον 63 λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «Ἡ Βουλὴ παραπέμπει τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν νόμου μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν αὐτῆς, εἰς Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξέτασιν, ἐὰν δὲν παρεπέμφθη πρότερον κλπ.», ἐκ τοῦ ὁποίου σαφῶς ἕπεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως.
§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι)
§131Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅλοι ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν τὸν Κανονισμόν. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔλαβεν ἀπόφασιν καὶ παρέπεμψε τὸ νομοσχέδιον εἰς Ἐπιτροπήν. Ἵνα παύσωσιν αἱ διάφοροι σπερμολογίαι, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἑκάστην διαδίδονται εἰς τὸ τύπον πρὸς ἀνησυχίαν τῆς κοινῆς γνώμης, δύναται κάλλιστα νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν της...
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα λύεται, χωρὶς νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμός. Δύναται νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἡ πρόταξις τῆς προτάσεως, κατὰ τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν...
§133Γ. ΠΩΠ. Ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην καὶ ἡ Κυβέρνησις;
§134Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ λέγει ὁ Κανονισμός. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ γνωμῶν περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ. Ὅταν ἔχετε Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος σᾶς λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραπέμπῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, μετὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τούτου, ἐκτός, ἐὰν ἔχῃ πρότερον παραπεμφθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν: ἐρωτῶ ὑμᾶς: Εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι καὶ μετὰ τὴν παραπομπὴν δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κανονισμὸς σᾶς λέγει, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην συζήτησιν γίνεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου; Ἦτο περιττὸν νὰ ἐρωτήσητε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην, παρὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ ῥηταὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ παροχῆς δανείου 1.650.000 δραχμῶν καὶ συζητηθῆ πρώτη»;
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως, πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ παροχῆς δανείου δραχμῶν 1.650.000». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης.
§138Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κυβέρνησις, ἀνέλαβε τὴν 25ην Φεβρουαρίου 1915. Τὴν 26ην Φεβρουαρίου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐλάμβανε τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα μου, ἤθελον παρακαλέσῃ τὴν Βουλήν, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, παρὰ τὰς ἕξεις μου, νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι τόσον λεπτή, ὡς ἀνέφερε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος, ὥστε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν μὲ ὅλας τὰς λεπτομερείας. Τὴν 26ην λοιπὸν Φεβρουαρίου 1915, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐλάμβανε τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν: «Κύριε Ὑπουργέ. Ἀναφερόμεθα εἰς τὸ ἔγγραφόν σας ὑπ’ ἀριθ....κλπ.». (ἀναγινώσκει). Ἐν τούτοις — καὶ παρακαλῶ, Κύριοι, προσέξατε εἰς αὐτὴν τὴν φράσιν, διότι θὰ μοὶ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν κατόπιν ἀνάπτυξιν τῆς ὑποθέσεως — «ἐν τούτοις οἱ ἀρτοποιοὶ τῶν Ἀθηνῶν δὲν προσῆλθον εἰς παραλαβήν, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας μας προσκλήσεις». Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι φορτία ἀλεύρων μεγάλα ἀφίχθησαν περὶ τὰς ἀρχὰς Φεβρουαρίου, τὰ φορτία τῶν 279 χιλιάδων σάκκων, 25.000 περίπου τόννων, ἀφίχθησαν εἰς τὰς ἑξῆς ἡμερομηνίας: (Ἀναγινώσκει). «29 χιλιάδες σάκκοι εἰς τὰς 10 Φεβρουαρίου,....κλπ.». Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἀμέσως τώρα νὰ ἀναγνώσω καὶ τὰς ἡμερομηνίας τῶν παραγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψουν ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ καταθέσω κατόπιν, ἐπειδὴ ἐγένετο πρὸ μικροῦ σχετικὴ συζήτησις. Τὰ ἄλευρα αὐτὰ παρηγγέλθησαν «οἱ 29 χιλιάδες σάκκοι τὴν 9ην Ἰανουαρίου 1915 κλπ.». (ἀναγινώσκει). Ἡ ὅλη παραγγελία ἐγένετο, ἐπὶ τῇ βάσει, ἐπαναλαμβάνω, ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ καταθέσω, ἀπὸ 9ης Ἰανουαρίου μέχρι 30ῆς Ἰανουαρίου. Σταματῶ ἐδῶ καὶ δὲν ἐξετάζω τὴν ὑπόθεσιν τῆς παραγγελίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐπανέλθω κατόπιν, καὶ σᾶς παρακαλῶ μόνον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ ἑξῆς: Ὅτι εὑρέθημεν τὴν ἐπαύριον τῆς ἀναλήψεως τῆς ἐξουσίας, ἐνώπιον ἐκφορτώσεως καὶ παραλαβῆς 279 χιλιάδων σάκκων ἀλεύρων, ἠθελήσαμεν δὲ νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς παραλαβῆς καὶ τῆς ἀποθηκεύσεως αὐτῶν. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ ποῖαι ἦσαν αἱ δυσχέρειαι τῆς ἀποθηκεύσεως τῶν ἀλεύρων αὐτῶν, πρέπει νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι, κατὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον ἀφίχθησαν εἰς Πειραιᾶ 76.786 τόννοι σίτου, κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον ἀφίχθησαν, ἐκτὸς 9.000 τόννων ἀλεύρων, 26.163 τόννοι σίτου, κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, ὅτε ἔφθασαν ἕτεραι χιλιάδες τόννοι ἀλεύρων καὶ σίτου. Κατὰ τὸ τρίμηνον λοιπὸν διάστημα Φεβρουαρίου, Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου, ἀφίχθησαν εἰς Πειραιᾶ, ἐκτὸς τῶν 25 χιλ. τόννων ἀλεύρων καὶ 137.000 τόννοι σίτου. Ἡ ἄφιξις τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἐδυσχέρανε τὴν ἀποθήκευσιν τῶν ἀλεύρων, παρουσιάσθη δὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρέστησεν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσι πλέον ἀποθῆκαι εἰς Πειραιᾶ διὰ νὰ ἐναποθηκευθῶσι τὰ ἄλευρα. Ἡ ὑπηρεσία διετάχθη τότε δι’ ἐγγράφου, νὰ ἐπιτάξῃ ἀποθήκας, ἀλλὰ δὲν εὕρισκε, διότι ὅλαι ἦσαν πλήρεις ἀπὸ τὰ ἀφιχθέντα μεγάλα ποσά. Μετέβη τότε εἷς τῶν διευθυντῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ συνεννοήθη μετ’ αὐτοῦ περὶ τῆς ἐναποθηκεύσεως τῶν ἀλεύρων. Πῶς ἐλήφθη αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, προκύπτει ἐκ τοῦ ἐγγράφου τῆς 9ης Ἀπριλίου 1915 τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλάδος, τὸ ὁποῖον ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ ἀναγνώσω ἐν μέρει (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλάδος. Μεθ’ ὅσα κλπ. Ὁ Ὑπουργὸς Τριανταφυλλᾶκος». Τὰ φορτία τὰ παρελάμβανεν ἡ Τράπεζα καὶ τὰ ἀποθήκευεν, μὴ εὑρίσκουσα ὅμως μέσον ἀποθηκεύσεως, συνεννοήθη μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὴν προκυμαίαν Πειραιῶς. Ἀπεφασίσθη, λοιπόν, Κύριοι, ἡ τοποθέτησις εἰς τὸ ὕπαιθρον, εἰς τὴν προκυμαίαν τοῦ Πειραιῶς. Πῶς ἐγένετο; Ἐξεφορτώθησαν τὰ ἄλευρα, ἔπεμψεν ἡ Τράπεζα φύλακας ἰδικούς της, πολίτας, ἐκαλύφθησαν τὰ ἄλευρα αὐτὰ καὶ ἡμέραν τινὰ ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἰδικόν μου, ἂν καὶ ἐγὼ δὲν ἀνεμιγνυόμην εἰς αὐτὴν τὴν δουλειάν, καὶ μοὶ εἶπον: Σχίζουν μερικοὺς σάκκους καὶ ἀφαιροῦν τὰ ἄλευρα. Ἀμέσως εἰδοποίησα τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, συνεννοήθημεν μὲ τὴν Τράπεζαν καὶ μᾶς ἐζήτησεν ἡ Τράπεζα νὰ τοποθετήσωμεν στρατιωτικὴν φρουράν, τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν καὶ ἔμειναν τὰ ἄλευρα φυλασσόμενα ὑπὸ χωροφυλάκων καὶ στρατιωτῶν, τοὺς ὁποίους παρεκλήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀποστείλῃ πρὸς τοῦτο. Καὶ ἴσως φαίνεται εἰς ὑμᾶς παράδοξον, διατί ἐκρατοῦμεν τὰ ἄλευρα καὶ δὲν τὰ ἐπωλοῦμεν. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ὁ σῖτος, ὁ ὁποῖος ἐλευθέρως διετίθετο τότε εἰς τοὺς ἀλευροβιομηχάνους, ἐπωλεῖτο εἰς τιμὴν τοιαύτην, ὥστε τὸ ἄλευρον νὰ στοιχίζῃ 68 λεπτὰ εἰς τὸν Πειραιᾶ, ἀπηλλαγμένον παντὸς φόρου, ἐνῷ τὰ ἄλευρα αὐτὰ ἐστοίχισαν 76 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν περιλαμβανομένου καὶ τοῦ φόρου, ἀπηλλαγμένα δηλαδὴ καὶ αὐτὰ παντὸς φόρου. Ἦτο λοιπὸν ἀδύνατον νὰ πωληθοῦν ἄλευρα πρὸς 76 λεπτά, ἐφόσον τὰ ἄλευρα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀλευροβιομήχανοι παρῆγον, ἐπωλοῦντο πρὸς 68 λεπτά. Καὶ ἐτέθη, Κύριοι, εἰς ἡμᾶς τὸ δίλημμα: Ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ παρέχωμεν τὸν σῖτον πρὸς 42 λεπτὰ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ποὺ μᾶς ἐκόστιζε τότε, διὰ νὰ παράγωνται ἄλευρα πρὸς 68 λεπτά, ἤ, μήπως ἦτο συμφέρον νὰ αὐξήσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ σίτου, τὸν ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἐπώλει, εἰς τρόπον ὥστε καὶ τὰ ἄλευρα, τὰ ὁποῖα παρῆγον οἱ ἀλευροβιομήχανοι, νὰ πωλῶνται καὶ αὐτὰ πρὸς 76 λεπτά; Αὐτὸ ἦτο τὸ πρῶτον θέμα. Τὸ ἄλλο θέμα ἦτο νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν τιμὴν τῶν ἀλεύρων, τῶν ἐλθόντων ἐξ Ἀμερικῆς, εἰς τὰ 68 λεπτά, διὰ νὰ τὰ πωλήσωμεν. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐπέφερε μίαν ζημίαν 10 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν· ἦσαν 21 ἑκατομμύρια ὀκάδες περίπου, καὶ συνεπῶς θὰ εἴχωμεν ζημίαν 2.100.000. Κέρδος ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου, θὰ εἴχωμεν περισσότερον, ἡ αὔξησις ὅμως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου, οὕτως ὥστε τὰ ἄλευρα νὰ πωλῶνται πρὸς 76 λεπτά, θὰ ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀπαιτήσῃ μίαν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, περιλαμβανομένην μεταξὺ 5 καὶ 10 λεπτῶν. Ἐφόσον ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἐφθάναμεν εἰς τὰ ὀκτὼ λεπτὰ, ἀλλ’ ἐλέγομεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν κατὰ ὀκτὼ λεπτὰ τὸν ἄρτον, κατὰ δέκα λεπτὰ ἔπρεπε νὰ τὸν αὐξήσωμεν, ἂν ἀπεφασίζαμεν νὰ προσπορίσωμεν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ κέρδος ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς διεθέταμεν εἰς τοὺς ἀλευρεμπόρους. Καὶ δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν δὲν ὑπῆρχε κἄτι τι ἄλλο, ὅπερ μᾶς παρεκώλυσε, δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν ἀτυχίαν — καὶ ἐπιμαρτυρῶ εἰς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν — ὁ ὁποῖος εἶχον, λέγω, τὴν ἀτυχίαν νὰ γνωρίζω ποίας στεναχωρίας εἶχε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἔχω τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ἂν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἂν δὲν παρενέπιπτε κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναπτύξω, ἐγὼ θὰ ἤμην τῆς γνώμης νὰ αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τοῦ σίτου, καὶ νὰ πληρώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θὰ μὲ χαρακτηρίζουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὡς ἀσυνείδητον. Τὸ παραδέχομαι, ἀλλ’ ἂν ἤξευρον ποῖαι ἦσαν τότε αἱ στενοχωρίαι τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἴσως, θὰ μοὶ συνεχώρουν τὴν ἀσυνειδησίαν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠθέλαμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν, διότι δὲν ἐγνωρίζομεν ποῖα ἀποθέματα σίτου καὶ ἀλεύρων ὑπῆρχον, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διέθετεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, φαντάζεσθε δὲ, ἂν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ σίτου ἐδίδομεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν κερδοσκοπίαν, ἡ ὁποία καραδοκεῖ κατ’ αὐτὰς τὰς ἐποχὰς νὰ δράξῃ τὸ θῦμα της, νὰ πωλήσῃ ὅλα τὰ ἀποθέματα σίτου καὶ ἀλεύρων πρὸς δέκα λεπτὰ ἀκριβώτερον, φαντάζεσθε τότε ποῖον ἀδίκημα πραγματικὸν θὰ ἐπεφέραμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὑπῆρξαν τότε πολλοί, οἵτινες μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν αὐξάνομεν τὴν τιμὴν τοῦ ἄρτου, δημοκοποῦντες. Φυσικά, δὲν ἀπαντῶμεν εἰς τὰς ὕβρεις των. Ὅταν ὅμως ἐτέθη τὸ δίλημμα—καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν ἔχοντα τὸ θάρρος νὰ ἐγερθῇ ἐκ τῆς θέσεώς του νὰ τὸ εἴπῃ — ὅταν ἐτέθη τὸ δίλημμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἀπεφάσιζεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν τιμὴν τῶν ἀλεύρων, ἐκ τῆς ὁποίας εἴχομεν γνωστὴν τὴν ζημίαν, ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, ἀντὶ νὰ φορτώσωμεν εἰς τὴν ράχην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὶς οἶδε, πόσων ἑκατομμυρίων ζημίαν, ἐπαναλαμβάνω, λόγῳ τῶν ἰδιωτικῶν ἀποθεμάτων, διότι δὲν θὰ ἐθεώρουν ὡς ζημίαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐπλήρωνεν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, Κύριοι, ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, τὴν 10ην Ἰουνίου 1915, νὰ ἐλαττωθῇ ἡ τιμὴ τῆς πωλήσεως τῶν ἀλεύρων, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Πειραιῶς ἐν μέρει καὶ ἐν μέρει ἐπὶ τῶν κρηπιδωμάτων, κατὰ δέκα λεπτά, διὰ νὰ ἔχουν τὴν αὐτὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ τὰ ἄλευρα, τὰ ὁποῖα ἔδιδον οἱ ἀλευρόμυλοι. Εἰδοποιήσαμεν περὶ τούτου τὴν Τράπεζαν. Ἡ Τράπεζα μᾶς εἶπεν: Ἔχει καλῶς, τὴν ζημίαν αὐτὴν, κατὰ τὸν νόμον, τὸν ψηφισθέντα, θὰ τὴν ὑποστῇ τὸ Κράτος καὶ ἐννοῶ νὰ καλυφθῶ δι’ αὐτὴν τὴν ζημίαν. Καὶ διὰ νὰ εἴπω τὰ πράγματα, ὅπως συνέβησαν, ἐπήγανε ἄνθρωποι νὰ ἀγοράσωσιν ἄλευρα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ τὰ ἐπλήρωνον πρὸς 76 λεπτά· ἡ Τράπεζα μᾶς ἠρώτησε: Ποῖος θὰ πληρώσῃ τὸ δεκάλεπτον; Ἐγώ, εἶπε τὸ Κράτος. Καὶ ἡ Τράπεζα εἶπεν: Ὁρίστε, νὰ τὸ καταθέσῃς...
§139Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἴπατε, ὅτι ἠγόραζον ἄλευρα πρὸς 76 λεπτά· ἑπομένως πόθεν ἡ ζημία;
§140Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἠγόραζον 78 λεπτά, ἀλλὰ μὲ τὸν φόρον καὶ λοιπά Ἀκούσατε: (ἀναγινώσκει). «Γνωρίζω ὑμῖν, κλπ.» Καὶ ἡ διακοπὴ μοὶ ἐπιτρέπει νὰ εἴπω κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησα ἴσως εἰς τὴν σειράν, ὅτι μᾶς ἐπεβάλλετο ἀποκλειστικῶς, τὰ ἄλευρα αὐτὰ νὰ τὰ πωλήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου, καὶ διότι τὴν 6ην Ἰουνίου 1915 ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἔγραφε πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «Κύριε Ὑπουργέ, Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν κλπ. Ὁ Διοικητὴς Μάξιμος». Εὑρισκόμενοι λοιπὸν πρὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἀπεφασίσαμεν, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, τὴν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς. Ἡ Τράπεζα ἐζήτησε τότε νὰ καλυφθῇ. Ἡμεῖς, φυσικά, ὑποχρωμένοι καὶ ἐκ τοῦ νόμου, νὰ τὴν καλύψωμεν, δὲν εἴχομεν καμμίαν δυσκολίαν, μὴ ἔχοντες χρήματα τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ τὴν πληρώσωμεν, νὰ συνάψωμεν μετ’ αὐτῆς δάνειον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται σήμερον ὑπὸ συζήτησιν. Τὸ δάνειον αὐτὸ ἐν τῇ συμβάσει, καὶ θὰ τὸ ἴδητε, δὲν λέγει, ὅτι τὸ συνάπτομεν διὰ νὰ καλύψωμεν τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ ἐκ τῶν ἀλεύρων· λέγομεν: συνάπτομεν δάνειον 1.650.000, τὸ ὁποῖον θὰ φέρωμεν εἰς πίστωσιν τοῦ λογαριασμοῦ μας ἀλεύρου, σίτου κλπ., καὶ ὅταν θὰ ἐκκαθαρισθῇ ὁ λογαριασμὸς αὐτός, θὰ ἴδωμεν πόση εἶναι αὐτὴ ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν πληρώνομεν δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως. Ἀπεφασίσθη ἡ πώλησις τῶν ἀλεύρων καὶ ἐκεῖ παρουσιάσθη δυσχέρεια, διότι εἶχε διαδοθῆ, ὅτι τὰ ἄλευρα αὐτὰ κατεστράφησαν καὶ ὅτι δὲν εἶναι καλῆς ποιότητος, καὶ κανεὶς δὲν προσήρχετο νὰ ἀγοράσῃ. Ἠναγκάσθημεν νὰ παρακαλέσωμεν τοὺς ἀλευροβιομηχάνους, νὰ παραλάβουν αὐτοὶ ἐκ τῶν ἀλεύρων αὐτῶν καὶ νὰ πωλοῦν μαζὶ μὲ τὰ ἰδικά των. Δὲν ἠθέλησαν. Τοὺς ἐξηναγκάσαμε, διότι τοὺς εἴπομεν ὅτι «δὲν σᾶς δίδομεν σῖτον, παρὰ κατὰ τὰ ⅔, τὸ ⅓ δὲ θὰ πέρνετε ἀλεύρι. Ἐὰν θέλετε, ἔχει καλῶς, ἄλλως, θὰ κλείσετε τοὺς μύλους σας». Ἐδέχθησαν πρὸς στιγμὴν νὰ παραλάβωσι τὸ ⅓, ἀλεύρι, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἠδύναντο νὰ τὰ πωλήσουν. Μᾶς ἤρχοντο τηλεγραφήματα ἀπὸ παντοῦ, ἀλλὰ ἡμεῖς σῖτον δὲν ἐδίδομεν, καὶ ἐλέγομεν, ὅτι δὲν θὰ δώσωμεν, ἐφ’ ὅσον δὲν πωληθοῦν τὰ ἄλευρα τοῦ Δημοσίου ...
§141ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦσαν πικρὰ αὐτά.
§142Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Λέγει ὁ κ. Συνάδελφος, ὅτι ἦσαν πικρὰ τὰ ἄλευρα αὐτά. Ἦλθον καὶ εἰς ἐμὲ οἱ ἀρτοποιοί, Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι τὰ ἄλευρα αὐτὰ εἶναι κακά. Ἐδώκαμεν νὰ κατασκευάσουν ἐπίτηδες ἄρτον, τὸν ὁποῖον ἔφεραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν. Ἐξαίσιος. Παρεκαλέσαμεν τὸν στρατὸν νὰ παραλάβῃ τὰ ἄλευρα αὐτὰ καὶ ὁ στρατὸς ἤρχισε παραλαμβάνων. Μᾶς ἔλεγεν, ὅτι τὰ ἄλευρα αὐτὰ εἶναι καλλίτερα ἀπὸ κάθε ἄλλο ἀλεύρι, τοῦ ὁποίου ἔκαμε χρῆσιν μέχρι τοῦδε, διότι εἰς τὴν ζύμωσιν εἶχε μίαν ἀπόδοσιν 10–15% ἐπὶ πλέον τῶν ἐντοπίων ἀλεύρων. Ἐπὶ τέλους, ὅταν αὐτὰ τὰ ἄλευρα διετέθησαν καὶ κατηναλώθησαν, εὑρέθησαν, ὅτι ἦσαν ἀρίστης ποιότητος. Εἰς τὰς ἀρχὰς οἱ ἀρτοποιοὶ — καὶ θὰ ἴδητε κατόπιν τὸν λόγον διατί — οἱ ἀρτοποιοὶ κυρίως διέδιδον, ὅτι δὲν ἦσαν καλὰ τὰ ἄλευρα. Ἀλλά, προχθές, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶχεν ἀτυχῶς εἰς χεῖράς του ἕν σημείωμα, προερχόμενον ἀπὸ ἰδιαίτερον ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχον αἱ λέξεις: 608.329 ὀκ. ἔλλειμμα, λόγῳ κλοπῆς καὶ φθορᾶς...
§143Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τί ἐννοεῖτε, ἰδιαίτερος ὑπάλληλος;
§144Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐννοῶ ὑπάλληλον, ὄχι ἀρχηγὸν ὑπηρεσίας. Ὁ νόμος τὸν ἔχει τάξει ἰδιαίτερον τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸν εἶχε παραλάβει ὁ κ. Κορομηλᾶς, παρέμεινε μὲ τὸν κ. Διομήδην, μετ’ ἐμοῦ καὶ κατόπιν μὲ τὸν κ. Ρέπουλην...
§145ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς λέγεται;
§146Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, νὰ μὴ ἀναφέρω ὄνομα. Ἐὰν τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν δὲν ἐλάμβανε τὸν λόγον νὰ ἐξάρῃ τὴν κλοπήν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον ἀντιληφθῆ περί τίνος πρόκειται, τὸ ὁμολογῶ καὶ ζητῶ συγγνώμην, διότι, ἐνῷ ἐκαθήμην ἐκεῖ ἐπάνω, ὁ γείτων μου βουλευτὴς μοὶ λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχεις ὑπογράψει σύ, καὶ τότε εἶδον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ αὐτῆς. Ὅταν δὲ ἤκουσα κλοπήν, γνωρίζων τὴν ὑπόθεσιν, ἐστενοχωρήθην ὀλίγον καὶ ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα εἴπω, τὰς ὀλίγας ἐκείνας λέξεις. Τὴν ἐπαύριον, ἀμέσως μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐξετάσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ τοιοῦτόν τι. Ἠξεύρετε ποία ἀπάντησις μοὶ ἐδόθη; Καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ τὴν ἀπάντησιν αὐτήν. Μοὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι αὐταὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας χθὲς τὸ ἑσπέρας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ἦσαν ἑτοιμασμέναι διὰ τὸν προκάτοχόν του, καί, κατὰ λάθος, εὑρέθησαν εἰς τὰ χαρτιά του, ἀλλὰ τώρα θὰ σπεύσωμεν νὰ ἀποστείλωμεν τὰς πραγματικὰς πληροφορίας...
§147Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐπισήμου συκοφαντίας.
§148ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ὑπάλληλος αὐτός; Ποῖος τὸν διώρισε;
§149Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Κορομηλᾶς. Ἀλλά, Κύριοι, παρουσιασθέντος τοῦ θέματος αὐτοῦ, κλοπῆς καὶ φθορᾶς, ἐζήτησα καὶ ἐγὼ νὰ ἐξακριβώσω διὰ νὰ ἴδω τί συμβαίνει, καὶ μετέβην εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ἐζήτησα τὸν λογαριασμόν, καὶ μοὶ ἤνοιξαν τὰ βιβλία των, τὴν Τετάρτην τὸ πρωΐ. Ἐκ τῶν βιβλίων ἐκείνων ἐξάγεται, ὅ,τι καὶ ἐκ τοῦ πίνακος, τοῦ τυπωθέντος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλήν, ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἀπέστειλε, περιέχει καὶ ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐνόμισεν ὅτι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Τινὰ ἐξ αὐτῶν θέλω νὰ ἀνακοινώσω, διὰ νὰ ἐξηγηθῇ τέλος τὸ ζήτημα τῆς κλοπῆς. Ὁ πίναξ λέγει, ὅτι παρελήφθησαν ἐξ Ἀμερικῆς σάκκοι 278.294, ζυγίζοντες 21060852 ὀκάδας. Διετέθησαν ὑπὸ τῆς Τραπέζης μέχρι τοῦδε σάκκοι 275.913, ζυγίζοντες 20666900 ὀκάδας· ἄρα, ἀπὸ τὸν λογαριασμὸν αὐτὸν λείπουν 3.065 σάκκοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ζυγίζουν, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδὲν ἔλλειμμα, 479951 ὀκάδας· μία ἀφαίρεσις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ ἕκαστος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τοῦ τυπωθέντος, ἀρκεῖ ἵνα ἐξακριβώσῃ τὰ πράγματα. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον, λείπουν 3.065 ὀκάδες ἀπὸ τὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος λέγει τόσον· ἐπώλησαν λοιπὸν 4799 ὀκάδας, ἀφ’ ὅ,τι παρέλαβον. Τὸν πίνακα αὐτὸν ὅμως συνώδευε καὶ μία ἐπιστολὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν, δυστυχῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν κατέθεσε, καὶ ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργεῖον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Κύριε Ὑπουργέ, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν κλπ.» (ἀναγινώσκει). Λοιπὸν 3061 σάκκοι δὲν διετέθησαν ἀλλ’ ἀντεκατεστάθησαν ἀπὸ χρήματα. Τρεῖς χιλιάδες σάκκοι εὑρίσκονται εἰς τὰς ἀποθήκας, ἀδιάφορον εἰς ποίαν κατάστασιν. Σάκκοι, λοιπόν, οὐδεὶς ἐκλάπη, ἀλλ’ οἱ 3061 σάκκοι, πρὸς 75.05 ὀκάδας, ποὺ εἶναι τὸ μέσον βάρος τοῦ σάκκου, τοὺς ὁποίους παρελάβομεν ἐξ Ἀμερικῆς, ἐζύγιζαν 231106 ὀκάδας, ἐνῷ ὑπάρχουν 479951 ὀκάδες ἀδιάθετοι. Τί ἔγινεν ἡ διαφορά; Ἡ διαφορὰ εἶναι 248 χιλιάδες ὀκάδων ἀλεύρων, αἱ ὁποῖαι λείπουν, πραγματικῶς, χωρὶς νὰ λείπῃ οὐδεὶς σάκκος. Παρακαλῶ νὰ ἴδωμεν, αὐτὸ τὸ ἄλευρον ἐκλάπη; Ἀπετάθην εἰς τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Πειραιῶς καὶ ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ νὰ συστήσῃ Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ βεβαιώσῃ ποία εἶναι ἡ ἀπώλεια, ἡ φύρα, ἡ λεγομένη, τὴν ὁποίαν παραδέχονται εἰς τὰ Ἀμερικανικὰ ἄλευρα. Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον ἔκαμε μίαν ἀπόφασιν εἰς τὰς 5 Φεβρουαρίου 1916, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω ἐν μέρει: «Τὸ Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Πειραιῶς βεβαιοῖ ὅτι...κλπ.». (ἀναγινώσκει). Μοῦ δίδει λοιπὸν τὸ δικαίωμα τὸ ἔγγραφον αὐτὸ νὰ δεχθῶ, ὅτι τὰ ἄλευρα τοῦ Πειραιῶς, τὰ ὁποῖα ἐφορτώθησαν κατὰ Ἰανουάριον, τὰ ὁποῖα ἀφίχθησαν εἰς Πειραιᾶ κατὰ Φεβρουάριον, Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν ὅλην τὴν Ὀδύσσειαν τῆς ἐκφορτώσεως καὶ ἀποθηκεύσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξιστόρησα, μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα, λέγω, τὸ ἔγγραφον αὐτὸ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἴχομεν τοὐλάχιστον 1½% φύραν, ἐπὶ 21.000.000 ὀκάδ. μᾶς κάμνουν πλέον τῶν 300.000 ὀκάδων, μᾶς λείπουν δὲ 248.845. Ἐὰν εἶναι ἀναμφισβήτητον αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Πειραιῶς, προκύπτει, Κύριοι, ἐξ ἑνὸς λογαριασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸν ὁποῖον ἔχω ἐδῶ, πρὸ τῆς ἀφίξεως τῶν ἀλεύρων εἰς τὸν Πειραιᾶ. Εἰς τὸν λογαριασμὸν ἐκεῖνον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκπίπτει 1% ἐπὶ τοῦ ὁλικοῦ βάρους, λόγῳ φύρας. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἠδύναντο νὰ λείπουν 300 χιλιάδες ὀκάδων καὶ πλέον, ἐνῷ ἀπὸ ἡμᾶς δὲν λείπουν παρὰ 248 χιλιάδες ὀκάδων. Ἀλλὰ, οὔτε τὸ ποσὸν λείπει ὁλόκληρον. Διότι ἡμεῖς, ἀπ’ ἀρχῆς τῆς παραλαβῆς τῶν ἀλεύρων αὐτῶν, ὑπεχρεώσαμεν τὸν στρατὸν νὰ τὰ παραλαμβάνῃ πρὸς 68 καὶ 18 λεπτά, δηλαδή, πρὸς 85 καὶ κἄτι. Ὁ στρατὸς διεμαρτυρήθη καὶ εἶπε: διατὶ θέλετε ἐγὼ νὰ τρώγω τὸ ἄλευρι κατὰ 10 λεπτὰ ἀκριβώτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Ἡμεῖς τοῦ εἴπομεν: Θὰ τὸ τρώγῃς, διότι τὸ ἔχομεν εἰς τὰς ἀποθήκας μας καὶ δὲν ἔχομεν λεπτὰ νὰ σοῦ δώσωμεν νὰ πάρῃς ἄλλο. Ἐπὶ τέλους, μᾶς εἶπεν: Πολὺ καλὰ νὰ πληρώσω δέκα λεπτὰ παραπάνω, ἀλλά, τοὐλάχιστον, νὰ μὴ πληρώνω καὶ τὸ ὕφασμα τοῦ σάκκου. Καὶ ἐκάμαμε μίαν συμφωνίαν, καθ’ ἣν ἀπὸ κάθε σάκκον, τὸν ὁποῖον ἔπερνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ ἐγίνετο ἔκπτωσις μιᾶς ὀκᾶς διὰ τὸ βάρος τοῦ σάκκου. Πόσους σάκκους παρέλαβεν ἡ δημοσία ὑπηρεσία; Ὁ στρατὸς παρέλαβεν 104 χιλιάδας, τὸ ναυτικὸν 3 χιλιάδας καὶ ἡ ἀστυνομία 450 διὰ τοὺς πρόσφυγας, δηλαδή, ἡ δημοσία ὑπηρεσία παρέλαβεν 107.856 σάκκους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν μίαν ὀκᾶν κατὰ σάκκον, δηλ. 107.856 ὀκάδες, αἵτινες πρέπει νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὰς 248 χιλιάδας. Τί μένει: Μένουν 140.980 ὀκάδων ὅτι λείπουν. Ἐδῶ δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ λείψουν 300 χιλιάδες. Αὐταὶ αἱ 140 χιλιάδες, εἶναι 1½% φύρα. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, ἡ κλοπή; Καὶ ἐρωτῶ, ἐν συνειδήσει, ἕκαστον ἐξ ὑμῶν: Δύναται νὰ διανοηθῇ κἄν, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὕστερα ἀπὸ τοὺς ἀριθμούς, οὓς ἐξέθηκα, ὅτι ὑπῆρξε κλοπή; Ἀλλ’ ὅταν προχθὲς εἶπον τοῦτο καὶ κατῆλθον τοῦ βήματος, ὁ κ. Πολογεώργης μὲ ἠρώτησε: Μὰ, λοιπόν, πόθεν προέρχονται αὐτὰ τὰ χρήματα; Προέρχονται ἐκ τῆς ἐλαττώσεως, ἣν ἐκάμαμεν εἰς τὸ κόστος τῶν ἀλεύρων, διὰ νὰ τὰ διαθέσωμεν. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐξ ὅσων σᾶς ἐξέθηκα, ἐπείσθητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἀποφύγῃ πᾶσαν ζημίαν...
§150ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἡ διαφορὰ τῶν ἀλεύρων;
§151Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Προκαλοῦμαι νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τῆς διαφορᾶς σίτου καὶ ἀλεύρων, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ σῖτος πληρώνει φόρον εἰσαγωγῆς 9 καὶ 10 λεπτῶν, ἐνῷ τὰ ἄλευρα πληρώνουν τὸ διπλάσιον ἀκριβῶς, 18 λεπτά. Ἐλπίζω, λέγω, ὅτι, ἐξ ὅσων ἐξέθηκα, ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὄχι μόνον δὲν ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ κατέβαλε τοιαύτην προσπάθειαν διὰ νὰ μὴ ζημιώσῃ τὸ Δημόσιον καὶ ἐπέτυχε νὰ περιορίσῃ τὴν ζημίαν εἰς ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οἱοσδήποτε καὶ ἐὰν εἶχε τὴν διαχείρησιν αὐτὴν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ περισσότερον. Καὶ πόση εἶναι ἡ ζημία τοῦ Κράτους; Ὁ πίναξ αὐτὸς καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὴν ἀναγράφει εἰς 1.500.000. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἡ ζημία εἶναι 2.165.790 καὶ 86 λεπτὰ διὰ τὴν ἀκρίβειαν, ἀναφέρω δὲ καὶ τὰ λεπτά, διὰ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι προέρχονται ἐξ ὑπολογισμοῦ πάντα ταῦτα, διότι ζημία διὰ τὸ Κράτος εἶναι καὶ τὰ δέκα ἐκεῖνα λεπτά, τὰ ὁποῖα ὑπεχρεώσαμεν τὸν στρατὸν νὰ πληρώνῃ διὰ τὸ ἀλεύρι, διότι, ἂν δὲν τὸν ὑπεχρέωνε τὸ Κράτος νὰ τρώγῃ ἐκεῖνο τὸ ἀλεύρι, θὰ ἔτρωγε τὸ ψωμί του πρὸς 76 λεπτά, ὅσον ἐπωλεῖτο τὸ ἀλεύρι τῆς ἀγορᾶς. Ἐπαναλαμβάνω καὶ λέγω, ὅτι ἔχω τὴν συνείδησιν ἥσυχον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, περιορίσασα τὴν ζημίαν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν περιώρισεν, ἔπραξεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνθρωπίνως. Καὶ τώρα ἔρχεται τὸ ἐρώτημα: Ποῖοι εἶναι οἱ ὑπαίτιοι τῆς ζημίας; Θὰ ἦτο εὐτύχημα, κ. Βουλευταί, ἐὰν οἱ ὑπαίτιοι τῆς ζημίας αὐτῆς εὑρίσκοντο ἐνταῦθα, ἵνα ἀντιμετωπίσουν καὶ ἀποκρούσουν αὐτά, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῶν ἐπισήμων ἡμῶν ἐγγράφων. Καὶ πρῶτον, Κύριοι, πῶς παρηγγέλθησαν τὰ ἄλευρα αὐτά; Διότι ἔλεγον: «Τὰ ἄλευρα, τὰ παραγγελθέντα διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἄλευρα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πωλήσῃ», τὰ ἄλευρα αὐτὰ δὲν παρηγγέλθησαν διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἄλευρα αὐτὰ παρηγγέλθησαν διὰ λογαριασμὸν τῶν ἀρτοποιῶν Ἀθηνῶν, διότι ἔχω ἐδῶ ἕν ἔγγραφον τῆς 9ης Ἰανουαρίου 1915 τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἔλεγε: (ἀναγινώσκει) «Συμφώνως ταῖς διατάξεσι κλπ.». Προσέξατε, διότι ἔχουν σημασίαν αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω, διότι περιέχονται εἰς ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου παρηγγέλθησαν τὰ ἄλευρα, τὸ ἔγγραφον δὲ τοῦτο καθορίζει τοὺς σάκκους, τὸ βάρος τῶν σάκκων, τὴν ποιότητα, μετ’ ὀλίγον δὲ θὰ κατονομάσῃ καὶ τὴν τιμήν: (ἀναγινώσκει). Εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἀπαντᾷ ἡ Τράπεζα τὴν 16ην Ἰανουαρίου 1915 πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν: (ἀναγινώσκει) «Κύριε Ὑπουργέ...κλπ.». Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου καταφαίνεται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διέταξε τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν νὰ ἀγοράσῃ ἄλευρα διὰ τοὺς ἀρτοποιοὺς τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἡ Τράπεζα ἠγόρασε, καὶ πράγματι δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τὸν σχετικόν, μόνον διὰ Τραπέζης ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ προμήθεια αὐτή. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου, διότι εὐχερῶς δύνασθε νὰ τὸ εὕρητε. Ἐγὼ τότε, ὅταν ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλαβον τὸ ἔγγραφον καὶ ἠθέλησα νὰ προσανατολισθῶ. Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ μοῦ δώσῃ μίαν πληροφορίαν. Ὅλοι ἔλεγον, ὅτι παρηγγέλθησαν τὰ ἄλευρα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Φυσικὰ προσέτρεξα εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ μὲ τὸ ἔγγραφον ἀνὰ χεῖρας καὶ εἶπον: Διετάχθητε νὰ ἀγοράσητε ἄλευρα διὰ τοὺς ἀρτοποιούς, ἀδιάφορον ἂν σᾶς καθώρισαν τοὺς σάκκους; Καὶ μοὶ ἐδόθη ἡ ἐξήγησις, ὅτι, ἂν καὶ ἀνεμένομεν ἐπιταγὴν ν’ ἀγοράσωμεν ἄλευρα, δὲν μᾶς ὁρίζουν σάκκους καὶ τιμάς. Τὰ ἄλευρα αὐτὰ ἠγοράσθησαν ἀπὸ τρίτον, καὶ ἡ Τράπεζα ἐπλήρωσε, δὲν ἔκαμε διαπραγματεύσεις ἡ Τράπεζα, ἀλλ’ ἐπρομήθευσεν εἰς τὸ Δημόσιον τὰ ἄλευρα, ὁ καθορισμὸς δὲ τῶν τιμῶν ἐγένετο ὑπὸ τρίτων προσώπων.
§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέδειξε καὶ τὸν πωλητὴν τὸ Ὑπουργεῖον;
§153Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω πράγματα, τῶν ὁποίων δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα εἰς χεῖράς μου διὰ νὰ σᾶς τὰ ἀποδείξω. Λοιπόν, αἱ διαπραγματεύσεις τῆς ἀγορᾶς, ἡ ἀγορὰ καὶ ὁ καθορισμὸς τῆς τιμῆς ἐγένοντο ὑπὸ τρίτου προσώπου καὶ εὐθὺς ὡς ταῦτα συνεπληροῦντο, τὸ τρίτον αὐτὸ πρόσωπον παρουσιάζετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔδιδε διαταγὴν εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ πληρώσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἠδύνατο τὸ πρᾶγμα νὰ γίνῃ οὕτω πραγματικῶς, τινὰ ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν φέρουσι τὸν τύπον παραγγελίας ὑπὸ τῆς Τραπέζης, ἐνῷ ἄλλα δὲν φέρουσι.
§154ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Τὸ τρίτον πρόσωπον ποῖον ἦτο;
§155Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἀνακρίσεως. Ἐμὲ δὲν μοῦ εἶπον ποῖον εἶναι τὸ τρίτον πρόσωπον.
§156ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ τὸ ἀνακαλύψωμεν.
§157Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐνδεχόμενον καὶ τοῦτο. Δὲν δύναμαι νὰ τὸ ὀνομάσω, διότι δὲν τὸ ἠξεύρω. Εἶνε ἐνδεχόμενον, οὔτε ἡ Τράπεζα νὰ τὸ γνωρίζῃ. Ἡ Τράπεζα δὲν μοῦ εἶπε τὸ τρίτον πρόσωπον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ὅταν ἀπετάθην εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἶπον πρὸς αὐτήν ὅτι: Δυνάμει τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, σεῖς ἠγοράσατε διὰ τὸ Δημόσιον αὐτὰ τὰ ἄλευρα, ἀδιάφορον ἐὰν καθορίζῃ τὰς τιμὰς καὶ τὰ ποσά». ἡ Τράπεζα μέ ἐβεβαίωσεν, ὅτι αὐτὴ οὐδαμῶς ἀνεμίχθη εἰς τὴν ἀγοράν, ὅτι αὐτὴ ἔκαμε μόνον τὴν πληρωμήν...
§158Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐρωτήσῃ ποῖον πρόσωπον ἦτο.
§159Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς εἴπω, μὴ ἔχετε τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν θὰ σᾶς τὸ εἴπω. Πρώτη παραγγελία λοιπόν, Κύριοι, τῶν 29.000 σάκκων. Οἱ σάκκοι, ὡς εἴδατε, εἶναι 279.000. Ὑπολείπονται ἀκόμη 250 χιλιάδες σάκκοι. Αὐτοὶ μάλιστα, οἱ πρῶτοι, εἴδατε, ὅτι ἦσαν τῶν 47 καὶ 48 κιλῶν, καὶ συνεπῶς εἶναι οἱ πρῶτοι. Σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὴ ἡ παραγγελία ἔγινε τὴν 9ην Ἰανουαρίου 1915. Τὴν 12ην Ἰανουαρίου 1915 ἡ Τράπεζα ἔλαβε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ προσέξητε περισσότερον, διότι τοῦτο εἶναι καὶ ἐκτὸς τοῦ νόμου. Τὸ ἔγγραφον αὐτό, λέγει: (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν Πρὸς Τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος Συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμου, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως δώσητε ἐντολὴν πρὸς τὸν ἐν Ἀμερικῇ ἀνταποκριτήν σας, ἵνα καταβάλῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Σβάρτς — καθορίζει τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου εἰς ποῖον ἡ Τράπεζα θὰ καταβάλῃ. Τὶ θὰ καταβάλῃ; —«Τὸ ἀντίτιμον 100.000 σάκκων ἀλεύρων τῶν 100 χιλιογράμμων πρὸς 47 φράγκα τὰ 100 χιλιόγραμμα τσὶφ Πειραιᾶ. Ταῦτα θέλουσι παραδοθῇ διὰ λογαριασμὸν τῶν ἐνταῦθα ἀρτοποιῶν».
§160Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποῖος Ὑπουργὸς τὸ ἔχει κάμει αὐτό;
§161Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§162Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πότε;
§163Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. 12 Ἰανουαρίου 1915...
§164Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὰ ὀνόματα δὲν δύνασθε νὰ μᾶς τὰ εἴπητε;
§165Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Σᾶς εἶπον τὰ ὀνόματα Σβάρτς...
§166Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ πωλητής.
§167Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ Τράπεζα εἰς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἀπήντησεν ἀμέσως καὶ λέγει, ὅτι: (ἀναγινώσκει) «Συμφώνως τῷ περιεχομένῳ τοῦ ἐγγράφου, ἐδώκαμεν ἐντολὴν εἰς τὸν ἐν Ν. Ὑόρκῃ ἀνταποκριτήν μας, ὅπως καταβάλῃ τὸ ἀντίτιμον ἑκατὸν χιλιάδων σάκκων ἀλεύρων τῶν 100 χιλιογράμμων. Τὸ ἄνω φορτίον ἀξίας τεσσάρων ἑκατομμυρίων ὀκτακοσίων χιλιάδων, εἶνε ἐξησφαλισμένον κατὰ τῶν κοινῶν θαλασσίων κινδύνων, μόνον τῶν κινδύνων πολέμου καλυπτομένων ὑπὸ τοῦ Κράτους, συμφώνως ταῖς ἡμετέραις συνεννοήσεσιν». 9 Ἰανουαρίου πρώτη παραγγελία 29.000 σάκκων. 12 Ἰανουαρίου ἀγορὰ 12.000 σάκκων. Ἐπίτηδες ἐπαναλαμβάνω τὰς ἡμερομηνίας, διότι θὰ μοῦ χρειασθῶσι κατόπιν. Σημειώσατε καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον μοῦ χρειάζεται: Τὴν 21ην Ἰανουαρίου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα γράφει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 4283 ἐγγράφου της: «Κύριε Ὑπουργέ, «Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑμῖν τοὺς αἰτηθέντας πίνακας τῆς προμηθείας σιτηρῶν καὶ ἀλεύρων, ἤτοι, 1) πίνακα τῶν κατ’ ἐντολὴν καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους γενομένων καὶ μὴ ἀφιχθέντων εἰσέτι — τονίζω τὴν λέξιν, 2ος καὶ 3ος εἶναι διάφοροι — 4) πίνακα τῶν ἀγορασθέντων διὰ τῶν ἀρτοποιῶν Ἀθηνῶν ἀλεύρων τῇ ὑμετέρᾳ ἐγκρίσει». Ἰδοὺ ποῖοι εἶναι οἱ τρίτοι, Κύριοι! Ἐξάγεται ἐξ αὐτῆς τῆς παραγράφου, διότι ὑποβάλλει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πίνακα τῶν ἀγορασθέντων «διὰ τῶν ἀρτοποιῶν Ἀθηνῶν», ὄχι διὰ τοὺς ἀρτοποιοὺς Ἀθηνῶν, «ἄλευρα τῇ ὑμετέρᾳ ἐγκρίσει». Ἀνέγνωσα τοῦτο, διὰ νὰ τονίσω, ὅτι τὴν 21ην Φεβρουαρίου ἀνεμένοντο διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους εἰς τὸν Πειραιᾶ 50.600 τόννοι σίτου. Προχωρῶ, Κύριοι, περαιτέρω. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 21 Ἰανουαρίου. Εἰς τὰς 26 Ἰανουαρίου 1915 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν γράφει πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος: (ἀναγινώσκει) «Συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμου, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως προβῆτε εἰς τὴν ἀγορὰν ποσοῦ ἀλεύρων διὰ τοὺς ἀρτοποιοὺς 100.000 σάκκων, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους. Οἱ Ὑπουργοὶ Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας».
§168Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ ποίους ἀρτοποιούς;
§169Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν λέγει. Ὅ,τι λέγει, σᾶς τὸ ἀναγινώσκω. Ἐδῶ εἶναι μία ἐντολή, ἥτις δίδεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἐντὸς τοῦ νόμου. Κατ’ ἀρχὰς ἐνομίζον, ὅτι αὐτὸ τὸ «ἐντὸς τοῦ νόμου», ἦτο ἀληθές, καὶ εἶπον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν: Πολὺ καλά, διατὶ λέγετε σεῖς, ὅτι δὲν ἀνεμίχθητε εἰς αὐτὰ τὰ ἄλευρα, ἀφοῦ ἐλάβατε ἐντολὴν νὰ ἀγοράσητε ἀπὸ αὐτὸ τὸ κατάστημα; Λέγει: Ὄχι. Τὸ κατάστημα, εἶναι ἡ ποιότης τοῦ ἀλεύρου, ἡ ὁποία ὀνομάζεται οὕτω πως. Εἶπον: Πολὺ καλά! Σεῖς ἐλάβετε τὴν ἐντολὴν νὰ ἀγοράσητε πρίν· οὔτε τιμὴν καθορίζετε, οὔτε τίποτε· ἄρα, σεῖς ἐκάματε τὴν ἀγοράν καὶ ἔχετε ἄδικον νὰ λέγητε, ὅτι δὲν ἐκάματε σεῖς τὴν ἀγοράν. Καὶ μοῦ παρουσιάζει τότε ἡ Τράπεζα τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου ἔχει ἕν ὑποσημείωμα, χειρόγραφον, κάτωθι. Τὸ ὑποσημείωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὑποσημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, λέγει τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Τζὼν... κλπ.». Ὁρίστε ποὺ θέλετε νὰ μάθετε ὀνόματα (ἱλαρότης) Θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Θὰ ἀκούσητε τώρα τί εἶναι γραμμένα. Λοιπὸν μοὶ λέγει ἡ Τράπεζα, ὅτι, Κύριε, δὲν ἠγόρασα ἐγώ, διότι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον δὲν μοὶ ἐστάλη ὑπηρεσιακῶς, ἀλλὰ μοὶ τὸ ἔφερεν ὁ κ. Φλέγγ. Χάγγελ, διότι αὐτὸς εἶναι, ὁ ὁποῖος συνεφώνησε τὰ ἄλευρα μὲ τὴν Κυβέρνησιν...
§170ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει ἀριθμόν;
§171Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸ ἔγγραφον ἔχει, ἀλλὰ τὸ πρωτότιπον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν Τράπεζαν, ἔχει ἕν ὑποσημείωμα κάτωθι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον. Ἠρώτησα τὴν Τράπεζαν, πόθεν προέρχεται; Μοὶ ἀπήντησε ὅτι αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπ’ ἐδῶ κάτω ὑπογεγραμμένος, εἶναι ὁ συμφωνήσας καὶ ἀγοράσας ἐν Ἀμερικῇ τὰ ἄλευρα, αὐτὸς ἐπήγαινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐλάμβανε τὸ ἔγγραφον, ἤρχετο ἐδῶ καὶ ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ὑποσημείωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν, καὶ ὑπεδείκνυε ποῦ θὰ σταλῶσι τὰ χρήματα. Λοιπόν, Κύριοι, αὐτὰ ἔγιναν εἰς τὰς 26 Ἰανουαρίου. Διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράζω, ἡ Τράπεζα λέγει, ὅτι ἤνοιξε τὰς σχετικὰς πιστώσεις, φροντίζουσα πάντοτε νὰ λέγῃ, διὰ τὰ ἄλευρα τὰ ἀγοραζόμενα διὰ λογαριασμὸν τῶν ἀρτοποιῶν Ἀθηνῶν, φροντίζουσα πάντοτε νὰ προσθέτῃ, ὅτι ἡ ἀγορὰ αὐτῶν γίνεται ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Κράτους, εἰς ὅλα της τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικά. Ἐρχόμεθα εἰς τὰς 30 Ἰανουαρίου. Εἰς τὰς 30 Ἰανουαρίου, ἕτερον ἔγγραφον. Ἕως τώρα ἔχομεν παραγγελίαν 29 χιλιάδων σάκκων κατὰ πρῶτον, 100.000 σάκκων καὶ 100. χιλ. σάκκων αἱ δύο παραγγελίαι. Τρίτη παραγγελία. Ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 31ης Ἰανουαρίου 1915 πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος: «Συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμου, παρακαλοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως προβῆτε εἰς σχετικὴν ἐνέργειαν...» καὶ ἐδῶ λέγει κἄτι τι δι’ ἀγορασθεῖσαν ποσότητα πρὸς 10 λ. τὸν σάκκον, διὰ λογαριασμὸν τῶν ἀρτοποιῶν, ἐνῷ τὸ ἴδιον Ὑπουργεῖον λέγει διὰ τὴν ἀγορασθεῖσαν ποσότητα. Ὑπὸ τίνος ἠγοράσθη; Σᾶς τὸ λέγω ἐγώ. Αὐτός, ποὺ τὸ ἠγόρασεν, εἶχε σημειώσει ἐν τῷ ἐγγράφῳ καὶ ἐπειδὴ ὁ προμηθευτὴς εἶναι Ἕλλην καὶ εἶχε γράψει Ἑλληνικά, τὸ ἀναγινώσκω τὸ ἴδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα καὶ Γαλλικά. Κάτω τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου ὁ προμηθευτὴς—τὸ πρωτότυπον αὐτὸ τὸ ἐλάμβανεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Τὸ παρουσίαζεν εἰς τὴν Τράπεζαν...
§172Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ἡ Τράπεζα συντρέχει εἰς τοιαύτας ἐνεργείας;
§173Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὅταν λαμβάνῃ διαταγάς. Ἰδοὺ ὑποσημείωσιν τοῦ ἐγγράφου: «Νὰ ἀνοιχθῶσι πιστώσεις ὑπὲρ τοῦ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ...κλπ.» (ἀναγινώσκει). Ἄλλο αὐτό. Τέσσαρας παραγγελίας. Ἰδοὺ λοιπόν, Κύριοι, πῶς παρηγγέλθησαν 279.000 σάκκοι ἀλεύρων, ζυγίζοντες 25.000 τόννους, διὰ λογαριασμὸν τῶν ἀρτοποιῶν Ἀθηνῶν.
§174ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δηλαδή, ὀκάδες;
§175Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὀκάδες 21.086.852, διὰ τοὺς ἀρτοποιοὺς Ἀθηνῶν. Καὶ γεννᾶται πρῶτον τὸ ἐρώτημα: Τὸ Κράτος ἐπενέβη νὰ ἐγγυηθῇ πιστώσεις παροχῆς 14 ἑκατομμυρίων εἰς τοὺς ἀρτοποιοὺς τῶν Ἀθηνῶν; Μάλιστα. Δὲν ἔχω νὰ τὸ ἐξετάσω περαιτέρω, διότι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ τὸ ἐξετάσῃ, ὅπως θέλει, ἔχω ὅμως νὰ ἐξετάσω κἄτι τι ἄλλο. Μὲ τοὺς 279.000 σάκκους ἀλεύρων, οἱ ὁποῖοι παρηγγέλθησαν διὰ τοὺς ἀρτοποιοὺς Ἀθηνῶν, πόσον καιρὸν ἐπρόκειτο νὰ περάσουν οἱ ἀρτοποιοὶ Ἀθηνῶν δι’ αὐτῶν; Ἐζήτησα σήμερον ἐπισήμως ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, λέγω δὲ σήμερον διότι ὁ πληθυσμὸς τῶν Ἀθηνῶν εἶναι κατὰ 50.000 ἀνώτερος τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου, σήμερον δὲ παρέχεται εἰς τοὺς ἀρτοποιοὺς τῶν Ἀθηνῶν διὰ τὴν κατανάλωσιν τῆς πόλεως Ἀθηνῶν 1.050 σάκκοι, ἔχει δὲ ἡ ὑπηρεσία τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν καταναλίσκονται αὐτοὶ οἱ 1.050 σάκκοι, διότι ὁ καθεὶς πέρνει κἄτι τι περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ζυμώνει. Δεχθῆτε, λοιπόν, παρακαλῶ, Κύριοι, ὅτι, διὰ τὴν εὐκολίαν τοῦ ὑπολογισμοῦ, οἱ Ἀθῆναι χρειάζονται 1.000 σάκκους ἀλεύρων τὴν ἡμέραν, ἔχομεν 279.000 σάκκους παραγγελίαν ἀπὸ τὸ Κράτος διὰ λογαριασμὸν τῶν ἀρτοποιῶν Ἀθηνῶν, δηλαδή, παρακολουθοῦμεν τὴν προμήθειαν, ἡ ὁποία εἶνε ἀναγκαία διὰ τοὺς ἀρτοποιοὺς Ἀθηνῶν, διὰ 279.000 σάκκους, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι 3Χ9=27, εἶναι ἐννέα μῆνες καὶ ἐννέα ἡμέραι. Καὶ μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία: ἐννέα μῆνας καὶ ἐννέα ἡμέρας εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι καλοί, ὅσον μεγαλέμποροι καὶ ἄν εἶναι, διότι μεγαλέμποροι ἦσαν οἱ ἀρτοποιοί Ἀθηνῶν, καθ’ ἥν στιγμὴν ἠδύνατο νὰ διαθέσωσι 14.000.000 πρὸς προαγορὰν ἀλεύρων, εἶναι δυνατόν, ὅσον μεγαλέμποροι καὶ ἄν εἶνε, εἶνε δυνατόν, ὅσον ἐπιχειρηματίας τις καὶ ἄν εἶναι τολμηρός, εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ μίαν παραγγελίαν ἀλεύρων δι’ ἐννέα μῆνας; Καὶ ἄν ἐπέλθωσιν ἐκπτώσεις τῶν τιμῶν; Ἐν τῷ μεταξὺ τὶ γίνεται; Ἐννέα μῆνες εἶναι, δὲν εἶναι ζήτημα πέντε, δέκα καὶ εἴκοσιν ἡμερῶν· ἐννέα μῆνες εἶνε. Καὶ ἀπετάθην σήμερον, διὰ νὰ εἶμαι ἀσφαλής — διότι συνηθίζω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μὴ λέγω λέξεις, χωρὶς νὰ ἔχω στοιχεῖα— ἀπετάθην πρὸς τὸ Ἐπιμελητήριον χθὲς καὶ ἠρώτησα πόσον καιρὸν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῶσι ἄλευρα· καὶ τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον, ἀφοῦ ἔκαμε μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ ἀλευροβιομηχάνους, ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ διατηρηθῶσι παρὰ πέντε ἕως ἕξ μῆνας τὸν χειμῶνα, ἐπὶ τρεῖς δὲ ἕως τέσσαρας μῆνας τὸ θέρος. Ὑποθέτω, ὅτι εἰς τοὺς ἐννέα μῆνας καὶ δέκα θὰ ἦτο ἀναμφισβητήτως καὶ θέρος, ἐὰν δὲ ὑπολογισθῇ, ὅτι κατὰ τὴν παραγγελίαν τοῦ Φεβρουαρίου, Μαρτίου καὶ Ἀπριλίου, οἱ μῆνες ἦσαν ὅλοι θέρος...
§176ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἦτο οὐδεμία αἴτησις τῶν ἀρτοποιῶν;
§177Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω, ἀξιότιμε συνάδελφε, μὴ βιάζεσθε. Ἰδού, Κύριοι, ποία εἶναι ἡ παραγγελία. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι εὐχερῶς θὰ σχηματίσῃ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐσχημάτισα ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἡ παραγγελία αὐτὴ φαίνεται μὲν γενομένη διὰ τοὺς ἀρτοποιοὺς Ἀθηνῶν, ἔστω καὶ ἄν ἐγένετο παρὰ τὸν νόμον, ὅτι ἡ παραγγελία ὅμως αὐτὴ ἦτο ἐπιχείρησις ἐμπορική, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς ἀπόκτησιν κέρδους. Ὅταν συνδυάσητε τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο, τὸν Ἰανουάριον, ὁπότε δὲν ὑπῆρχεν ἰδέα ὅτι θὰ πέσουν τὰ Δαρδανέλλια καὶ θὰ ἀνοίξῃ ὁ χείμαρρος τοῦ Ρωσσικοῦ σίτου νὰ πνίξῃ τὴν Ἑλλάδα, ὅταν συλλογισθῆτε, ὅτι ὁ λόγος τῆς ὑπερβολικῆς τιμῆς ἦτο ἀκριβῶς αὐτός, ὅτι ἀμέσως κατὰ τὰς 7 ἢ 8 Φεβρουαρίου ἐπιστεύθη παρ’ ὅλων, ὅτι τὰ Δαρδανέλλια εἶνε ὑπόθεσις ἑνὸς μηνὸς καὶ ἐξέπεσαν αἱ τιμαὶ τῆς Ἀμερικῆς ἀμέσως, καὶ αὐτοὶ οἱ μεγαλέμποροι, οἱ δυνάμενοι νὰ διαθέσουν 14 ἑκατομμύρια, εὑρέθησαν φορτωμένοι μὲ 25 ἑκατομμύρια τόννους ἀλεύρων. Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἐπλήρωσαν οὐδὲ λεπτόν. Τὸ Κράτος εἶχεν ἐγγυηθῆ ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀφίχθησαν τὰ ἄλευρα, ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς παραλαβῆς. Τοὺς προσκαλεῖ ἡ Τράπεζα νὰ τὰ παραλάβωσι. Δὲν παρουσιάζονται. Τοὺς προσκαλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τίποτε. Ἐκεῖ μετετράπησαν τὰ ἄλευρα εἰς ξυνὰ καὶ εἰς πικρὰ καὶ εἰς βρεγμένα. Τοὺς ἐκάλεσα ἐγώ· τίποτε. Οἱ μεγαλέμποροι ἐπτώχευσαν.
§178ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνας ἐκαλέσατε;
§179Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τοὺς ἀρτοποιοὺς τῶν Ἀθηνῶν, τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζω τὰ ὀνόματα.
§180Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκαλέσατε τοὺς ἀρτοποιούς, οἱ ὁποῖοι τὶ σᾶς ἔλεγον; Ἤρχοντο ὡς δόντες τὴν παραγγελίαν;
§181Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρετε τὶ ἔλεγον; Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τοὺς ἔλεγον: «Πάρετε τὰ ἄλευρα, Κύριοι». Μοῦ ἀπήντων: Εἶναι ἀκριβά, εἶναι πικρά. Πῶς θὰ τὰ πάρωμεν, ἀφοῦ εὑρίσκομεν πρὸς 76 λεπτὰ ἔξω εἰς τὴν ἀγοράν; Ἡ ἐπιχείρησις, λέγω, ἀπέτυχε καὶ ἐπειδὴ τὸ Κράτος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, εἶχεν ἐγγυηθῆ ὑπὲρ τῶν ἀρτοποιῶν τῶν Ἀθηνῶν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φορτωθῇ τὰ ἄλευρα, διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ φθάσῃ καὶ εἰς 14.000.000, καὶ νὰ τὴν ἐλαττώσῃ εἰς τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ τὴν ἐλαττώσῃ.
§182Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ὑπῆρχε σύμβασις μὲ τὸ Σωματεῖον τῶν ἀρτοποιῶν, ἢ σύμβασις μὲ ὡρισμένους ἀρτοποιούς;
§183Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, εἶπον, ὅτι, ὅταν ἐπῆγα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παρουσιάσθη τὸ ζήτημα αὐτό, ἐζήτησα νὰ λάβω πληροφορίας. Ἦτο ἀδύνατον νὰ λάβω καμμίαν πληροφορίαν. Ἐκάλεσα τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐμπεπιστευμένος εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν καὶ τοῦ λέγω: «Παρηγγέλθησαν τὰ ἄλευρα διὰ τοὺς ἀρτοποιοὺς τῶν Ἀθηνῶν; «Δὲν ἠξεύρω» ἀπήντα. «Ποῖος ἔγραψε τὸ ἔγγραφον;» «Διέταξεν ὁ κ. Ὑπουργός». Ἐὰν δὲ δὲν ἐτύγχανε κατὰ τὴν 26ην Φεβρουαρίου νὰ λάβω τὸ ἔγγραφον τῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, καὶ νὰ ἴδω πέντε ἕως δέκα ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἐζήτησα νὰ εὕρω, ἦτο ἀδύνατον νὰ πληροφορηθῶ ἐγὼ τὶ συνέβαινε. Μὲ ἠρωτήσατε, ἐὰν ὑπῆρχε σύμβασις. Ἐπὶ πέντε μῆνας διετέλεσα Ὑπουργός, καὶ δὲν κατώρθωσα νὰ ἀνακαλύψω, ἐὰν ὑπῆρχε τοιαύτη σύμβασις. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ. Ἐγώ, διὰ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα διέθετον, δὲν κατώρθωσα νὰ ἀνακαλύψω ἐὰν ὑπῆρχε. Αἱ ἐξώδικοι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν βαρύτητα πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι προκύπτουσιν ἀπὸ ἐπίσημα ἔγγραφα, αἱ πληροφορίαι μου αὗται εἶναι, ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς ὅλης αὐτῆς τῆς ἐπιχειρήσεως εἶναι ὁ ἀρτοποιὸς Φώτης Ἠλιόπουλος, ὁ ὁποῖος, — αὐτὴν τὴν πληροφορίαν τὴν ἔχω ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι, — μετέβαινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μὲ τοὺς μεσίτας, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὴν παραγγελίαν ταύτην. Αὐτὸς, τέλος πάντων, ἐφαίνετο ἔχων ἀξίωμά τι ἐπὶ τῶν ἀρτοποιῶν, αὐτὸς ἐφαίνετο εἰς ὅλην τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως νὰ τονίσω, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον, ἐκβιασθεὶς ὡς εἶπον, εἶναι πληροφορία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει βάσιν, διότι εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχῃ συνεπείας, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ ἀναλάβω.
§184Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Διατὶ δὲν διετάξατε ἀνάκρισιν;
§185Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἔκαμα τίποτε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι δικηγόρος, ἄλλως τε δὲν νομίζω, ὅτι ἔκαμεν ἀξιόποινον πρᾶξιν. Αὐτὸς ἔκαμνε παραγγελίας καὶ κατώρθωνε νὰ εὑρίσκεται ἐκτὸς αὐτῶν. Ἐναυάγησεν ἡ παραγγελία καὶ εὑρέθη ἐκτὸς αὐτῆς, ἀφοῦ δὲν ὑπέγραψεν οὐδεμίαν σύμβασιν, ἀφοῦ δὲν εἶχεν οὐδὲν ἔγγραφον, ἀποδεικνύον τοιαύτην ἐνοχικὴν ὑποχρέωσιν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προχωρήσω περισσότερον. Ὁμολογῶ, ὅτι, ἂν δὲν ἐγίνετο ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη, καὶ ἂν δὲν ἐχύνετο εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν τὸ ἀέριον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ δώσω ἐπίθετον, τὸ ὁποῖον ἐχύθη, δὲν θὰ ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη ἐπὶ τοσοῦτον νὰ σᾶς κουράσω καὶ νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτας λεπτομερείας. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ὅ,τι εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅταν ἐζήτησα νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ, ὅτι, δηλαδή, ἡ ἀγόρευσις τὴν ὁποίαν θὰ κάμω ἐπὶ τοῦ θέματος θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ χύσῃ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ νὰ δώσῃ ἴσως καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ ἀνάγκην, ἵνα προβῇ εἰς ἐρεύνας, ἀκόμη περαιτέρω ἀπὸ τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐξέθηκα...
§186Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸς ὁ Χέγγελ, εἶναι Γερμανός;
§187Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, εἰ μόνον τὸ ὄνομά του. Παραγγελιοδόχος ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Αἰόλου ἀριθμὸς 31. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τὶ περισσότερον. Ὅλοι εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνητε, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρῶν εἶνε βάσιμα ἢ ὄχι, τόσον ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγγελίαν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη καὶ πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, ὅτι ἐγένετο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, ὅσον καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἀλεύρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν. Ἔχομεν ἀκόμη δύο ἄλλας συζητήσεις, ἐλπίζω δὲ ὅτι δὲν θὰ λάβῃ ἀνάγκην ἡ Βουλὴ ἄλλων πληροφοριῶν, ἀλλὰ θὰ εἶμαι πάντοτε ἕτοιμος, ἐὰν κἄτι τι λησμονήσῃ, νὰ τὴν ἐνισχύσω. (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερκούρης ἔχει τὸν λόγον.
§189Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀξιότιμοι κ. Συνάδελφοι, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θὰ σᾶς κουράσω, καὶ δὲν θὰ σᾶς κουράσω, διότι δὲν αἰσθάνομαι ἀρκετὴν δύναμιν, νὰ προσθέσω τι σοβαρὸν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ἔτυχε κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ παραγγελίαι αὐταὶ ἐδίδοντο ἐκ μέρους τῶν προσώπων καὶ τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἠκούσατε, εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἠκούσατε, εὑρισκόμην ἐν Ἀμερικῇ, εἰς τὸν τόπον τῆς ἐνεργείας τῶν παραγγελιῶν, θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινά, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐξετέθη ἐνώπιον ἡμῶν. Οἱ ἀρτοποιοί, τῶν ὁποίων τὸ ὄνομα τοσάκις ἠκούσαμεν ἀναφερόμενον, εἶναι ἀθωότεροι καὶ ἡμῶν αὐτῶν, τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Οὗτοι οὐδέποτε συνεβλήθησαν, εἴτε μὲ τὸ Δημόσιον, εἴτε μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ μὲ οἱονδήποτε ἐξαγωγικὸν οἶκον διὰ τὰς παραγγελίας αὐτάς. Εἷς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, εἷς εἶναι ὁ ἐπιτήδειος, εἷς εἶναι ὁ τυχηρός, ὁ ὁποῖος συνηλλάσσετο καὶ τοιοῦτος εἶναι...
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος; Ποῖος;
§191Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὁ Ἠλιόπουλος.
§192Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ὁ κουμπάρος τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§193Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κατώρθωσεν ὁ κύριος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀνέφερον πρὸ ὀλίγου, νὰ ἐμπνεύσῃ τοιαύτην ἐμπιστοσύνην καὶ τοιαύτην πεποίθησιν εἰς ὅλους τοὺς ἐν Ἀθήναις εὑρισκομένους παραγγελιοδόχους, ὅτι ὁ σύνδεσμος καὶ αἱ σχέσεις αὐτοῦ μὲ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε τὸ μονοπώλιον τῶν προμηθειῶν ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ πέσῃ εἰς τὰς χεῖράς του. Καὶ ὄντως, οἱ παραγγελιοδόχοι προσέτρεγον εἰς τὸν κύριον αὐτόν, ὡς θὰ προσέτρεγον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, ἢ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, προκειμένου νὰ εἶχον προκηρυχθῆ τοιαῦται παραγγελίαι. Δὲν γνωρίζω πῶς ὑπέπεσεν ἡ τότε Κυβέρνησις εἰς τὸ λάθος αὐτό. Ἴσως ἐκ κεκτημένης ταχύτητος, ἴσως ἐξ ἀπειρίας. Νέοι ἄνθρωποι, μὲ νέας ἀρχάς, νέα πράγματα δι’ αὐτούς, νέας μεθόδους θὰ εἰσῆγον εἰς τὴν Χώραν. (χειροκροτήματα). Δὲν εἶναι μέθοδος αὕτη τυχαία, δὲν εἶναι μέθοδος αὐτὴ παλαιά. Εἶναι μέθοδος νέα. Εἶναι μέθοδος, ἡ ὁποία, δυστυχῶς διὰ τὸ δημόσιον χρῆμα, δὲν περιωρίσθη. Λέγω δυστυχῶς διὰ τὸ δημόσιον χρῆμα καὶ εὐτυχῶς δι’ ἐκείνους οἵτινες τὸ ἐξεμεταλλεύθησαν. Δὲν περιωρίσθησαν ὅμως εἰς τὰς παραγγελίας αὐτάς. Ὅλαι αἱ παραγγελίαι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγένοντο, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ περίστασις νὰ ἐξετάσωμεν γενικώτερον τὸ ζήτημα τῶν προμηθειῶν, θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ πάλιν καὶ θὰ ἀπασχολήσω ἔτι μακρότερον τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω καὶ νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ πάντα δίκαιον ἄνθρωπον, ἀπὸ πάντα ἄνθρωπον ἐντελῶς ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς, ἐντελῶς ἐκτὸς πάσης προκαταλήψεως, τὴν ἐπιείκειάν του διὰ τὴν εὐθύνην τῶν διαπραξάντων τὰ τοιαῦτα, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὅτι, ὅταν αἱ παραγγελίαι αὗται παρηγγέλθησαν ἐν Ἀμερικῇ, συνέπεσαν μὲ τὴν περιβόητον ἐκείνην πολιτικὴν τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἢ μᾶλλον τῆς προτάσεως πρὸς ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἄρα, οἱ δώσαντες τὴν παραγγελίαν, ἦσαν πεπεισμένοι, ὅπως διετυμπάνισαν πανταχόθεν, ὅτι τὰ Δαρδανέλλια θὰ ἔπιπτον, καὶ ἑπομένως, ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος, θὰ ἦτο ἐλεύθερον τὸ ἐμπόριον, ἐλεύθερον τὸ Κράτος, νὰ προμηθεύητε ἀπὸ τὴν προέλευσιν ἐκείνην, ἐξ ἧς ἀνέκαθεν ἐπρομηθεύετο. Ἐδόθη ἡ πρώτη παραγγελία, ἤρχισεν ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν Δαρδανελλίων, ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἀνέμενον τὴν πτῶσιν αὐτῶν, ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπὸ ἑβδομάδος εἰς ἑβδομάδα, καὶ ἐνῷ ἡ τιμὴ τῶν ἀλεύρων ἔπιπτε διαρκῶς εἰς τὴν Ἀμερικήν, καὶ οἱ ἀναλαβόντες τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔδωσαν ἀφορμήν, μὴ τηροῦντες τοὺς ὅρους τῶν φορτώσεων καὶ μὴ τηροῦντες τοὺς ὅρους καὶ ἄλλων λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας δὲν εἶμαι πρόχειρος νὰ ἀναφέρω, διότι δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι ἀπόψε θὰ εἴχομεν τὴν σοβαρὰν ταύτην συζήτησιν καὶ ἦλθον ἀπροετοίμαστος διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοσοῦτον ζωτικοῦ ζητήματος. Ἠδύναντο, ὅθεν κάλιστα, οἱ δώσαντες τὰς παραγγελίας ταύτας, νὰ ἀκυρώσωσιν αὐτάς, ἐπωφελούμενοι τῆς μὴ τηρήσεως τῶν ἄνω ὅρων καὶ νὰ στραφῶσι πρὸς τὰ Δαρδανέλλια, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤνοιγον ταῦτα κατὰ τὰς πεποιθήσεις των. Ἀλλὰ πῶς νὰ γίνῃ τὸ τοιοῦτον, ὅταν ἔχω θετικὰς πληροφορίας, ὅτι ὁ προμηθεύων τὰ ἄλευρα ἐτηλεγράφει εἰς Νέαν Ὑόρκην πρὸς πρόσωπον ἐκεῖ εὑρισκόμενον καὶ ἐμπνεόμενον ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν, νὰ τῷ ἐξασφαλίσῃ προμήθειαν 2%, ἐνῷ συνήθως ἡ κεκανονισμένη προμήθεια δὲν ὑπερβαίνει τὸ ½%;
§194Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ ἐν Ἀμερικῇ οἶκοι ἐπλήρωσαν 1½%.
§195Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἶναι ½%. Ἄν κατωρθώθη νὰ αὐξηθῇ εἰς 1½%, ὡς βεβαιεῖτε, τοῦτο εἶναι πρὸς ὠφέλειαν πάντοτε τῶν ἐπιχειρηματιῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ἐζητήθη τηλεγραφικῶς νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ τὸ περιθώριον, τὸ ὁποῖον προέκυπτεν ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῆς τηλεγραφηθείσης ὑπὸ τοῦ ἐν Ν. Ὑόρκῃ ἀνταποκριτοῦ τοῦ κυρίου αὐτοῦ, τῶν 80 λεπτῶν κατὰ σάκκον, ἐξ οὗ φανερὸν γίνεται, ὅτι ἡ τιμὴ μὲ τὴν ὁποίαν ἔκλεισεν ἐδῶ ὁ ἔμπορος, ἦτο 80 λεπτὰ κατὰ σάκκον ἀνώτερα τῆς ἐκεῖ τιμῆς. Ὅταν, λοιπόν, τοιαῦτα κέρδη ἐξασφαλίζονται, εἶναι δυνατόν ποτε νὰ θέλωσιν οἱ παραγγείλαντες ἀφ’ ἑνός, οἱ δεχθέντες ἀφ’ ἑτέρου, νὰ ἀκυρώσωσι τοιαύτην παραγγελίαν; Αὐταὶ εἶνε αἱ μέθοδοι καὶ αὐταὶ εἶναι αἱ παραγγελίαι, αἱ διεξαχθεῖσαι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιστεύθη πλέον εἰς τὸν τόπον μας καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἐκεῖ ὅπου εἶχε φθάσει ὁ χαρακτηρισμὸς περὶ φαυλοκρατίας, ὅτι ἡ φαυλοκρατία εἶναι τίτλος τιμῆς... (χειροκροτήματα).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γάτσος.
§197Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὴν θαυμασίαν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυκλάδων καὶ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θαυμασία, ὄχι μόνον διότι τὴν διέκρινεν ἡ συνήθης δύναμις τῆς διανοίας του, ἀλλὰ διότι ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἀληθείας, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν, λέγω, τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυκλάδων, ἡ ἀποψινὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ νὰ θεωρηθῇ ἱστορικὴ συνεδρίασις, διότι εἶναι ἡ στιγμή, τὴν ὁποίαν ἐπόθησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐπόθησεν ἁγνὴν τὴν ἀνόρθωσιν, πραγματικὴν τὴν ἀνόρθωσιν. Εἶνε ἡ στιγμὴ ἱστορική, διότι ἦλθεν διὰ νὰ ἀποκαλυφθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅλα τὰ αἴσχη καὶ ὅλαι αἱ φαυλότητες, τὰς ὁποίας ἠθέλησαν νὰ ρίψωσιν ἐναντίον ἡμῶν. Εἶναι ἀγανάκτησις ὅλων ἐκείνων τῶν πολιτευομένων τοῦ παρελθόντος, διότι ἐνῷ ἐθυσίασαν τὰ πάντα ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, ἀπεκόμισαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ βίου αὐτῶν τὰ αἴσχη ἀνάνδρων ἀντιπάλων. Ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν, ὄχι μόνον πρὸς τὴν Πατρίδα, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, διότι ἡ ἠθικὴ τῶν πολιτευομένων εἶναι κεφάλαιον πολύτιμον διὰ τὴν Χώραν, νὰ ἀμυνθῶμεν καὶ ἀποκρούσωμεν τὰς κακοηθείας τῶν συκοφαντῶν. Ἐγὼ ὑπῆρξα ἐκ τῶν μικρῶν πολιτευομένων, δὲν ἔχω δὲ καὶ μακρὰν δρᾶσιν ἐν τῇ πολιτικῇ, οὔτε διεχειρίσθην τὰ κοινά, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὑπόνοια περὶ ἰδίας κατ’ ἐμοῦ συκοφαντίας μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα. Ἀλλ’ ὅμως, ἐπὶ μίαν ἑξαετίαν οὐδὲν ἄλλο ἐγένετο, παρ’ ὅ,τι ἐκλεκτὸν εἶχεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ριφθῇ εἰς τὸν βόρβορον. Πόσον κακὸν εἶνε αὐτὸ καὶ πόσον ἔρχεται αὐξάνουσα ἡ ὄρεξις τῆς συκοφαντίας, δύνασθε νὰ τὸ ἐννοήσητε, ὅταν ἐξ ἄλλων λόγων ἐσυκοφάντησαν τοὺς πολιτικούς, τὸ Ἐπιτελεῖον καὶ τὴν μεγαλειτέραν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, τὸν Βασιλέα. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ στιγμὴ αὕτη εἶναι ἱστορική, καὶ ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυκλάδων, δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἄν δὲν προβῇ εἰς ἐκλογὴν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. (χειροκροτήματα).
§198Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις εἶναι μία εἰσήγησις ξένη πρὸς αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω, ὅτι ἡ Βουλή ἀπόψε εἶναι κουρασμένη, δηλῶ, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν.
§199Γ. ΠΩΠ. Κύριοι Βουλευταί,...
§200ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι, δὲν δύναται νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις.
§202Γ. ΠΩΠ. Κύριε Συνάδελφε, ἄν ἀνυπομονῆτε καὶ εἶσθε κεκοπιακώς, νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι θὰ τελειώσω ἀμέσως. Δὲν ἤκουσα, κ. Συνάδελφοι, τὴν συζήτησιν. Δὲν ἔπραξα τοῦτο, μὴ εὐλαβηθεὶς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι εἰς ἐμὲ ἀμείωτος πάντοτε. Δὲν ἔμεινα δὲ νὰ ἀκούσω τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, καθόσον αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς ἀποτελοῦσιν ἀγῶνας, κατὰ τοὺς ὁποίους, οἱ ἀγωνιζόμενοι ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι κοινὰ τὰ ὅπλα. Καθ’ ὅν τρόπον εἰς τὸν καθ’ ἡμέραν βίον δὲν εἶναι γενναῖον εἴτε τις νὰ ἐπιτίθηται κατ’ ἀόπλων, εἴτε τις νὰ μέμφηται ἢ νὰ ὑβρίζῃ ἀπόντας, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἀγῶνας, εἶναι στοιχειῶδες καθῆκον νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς ἀνταγωνιζομένους νὰ ἐμφανίζωνται μὲ ἴσα ὅπλα. Προκειμένου περὶ συζητήσεως, ἥτις τείνει νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας θὰ ἀρυσθῇ διδάγματα καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν διαχειρίζονται τὰ ὑλικὰ αὐτοῦ συμφέροντα, διότι οἱ μὴ ἠθικῶς διαχειριζόμενοι τὴν ὕλην, εἶναι ἀνίκανοι νὰ διαχειρισθῶσι καὶ μεγάλα ἰδεώδη, προκειμένου περὶ συζητήσεως τοιαύτης, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω νὰ μετάσχω καὶ ἐγώ, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ θελήσωσι νὰ διεξαγάγωσιν αὐτήν, ἐνῷ ἐγὼ ἐστερούμην τοῦ ἀπαραιτήτου ὁπλισμοῦ. Ἔχω ἐνώπιόν μου ἔγγραφον τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, μετὰ δὲ τὴν δήλωσιν τὴν γενομένην, ἔλαβον γνῶσιν τοῦ βιβλίου, δι’ οὗ ἀποστέλλονται αἱ ἐρωτήσεις εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, ἡ δὲ σχετικὴ ἐρώτησίς μου φέρει ἀριθμὸν 38 ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ἀποστολῆς. Ἀπεστάλη τὴν 2αν Φεβρουαρίου, δοθὲν ὑπ’ ἐμοῦ δύο ἡμέρας πρότερον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐλήφθη σημείωσις, ὅτι παρελήφθη τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐζήτουν πληροφορίας. Δεύτερον ἔγγραφον ὑπέβαλον δύο ἡμέρας ἀργότερον, δι’ οὗ ἐζήτουν, ὅπως ὁ ὁπλισμός, ὁ ἀπαραίτητος πρὸς διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως, ἀποβῇ ἄρτιος, διότι ἐνταῦθα, οὐχὶ περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ πραγμάτων ἀγωνιζόμεθα. Οὔτε εἰς τὸ πρῶτον, οὔτε εἰς τὸ δεύτερον μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις. Μοὶ ἀφῃρέθησαν τὰ ὅπλα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ πεφωτισμένως ἡ συζήτησις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Μοὶ προεβλήθησαν λόγοι Κανονισμοῦ. Ὁ ὑπέρτατος κανονισμός, κ. Συνάδελφοι, εἶναι ὁ κανονισμὸς τῆς ἰσότητος. Ἐν τῇ ἰσότητι καὶ μόνῃ ἔγκειται ἡ ἐλευθερία καὶ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν ἠθέλησα νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν, ὄχι διότι εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τοσοῦτον δὲ εἶναι ἀκράδαντος καὶ ἀσάλευτος ἡ πίστις μου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἀρχὴν νομοσχέδιον, εὑρισκόμενον εἰς ἐπιτροπήν, καὶ δὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ παραληφθῇ ἐκεῖθεν καὶ νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, ὥστε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ μέλους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον αὐτῆς, ὅπως ζητήσῃ τὴν ἀναπλήρωσίν μου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τύπου μόνον: Σᾶς εἶπον ποία εἶνε ἡ οὐσία. Ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἄρτιον τὸν ὁπλισμόν. Ὅταν μοὶ δοθῇ ὁ ὁπλισμὸς οὗτος, θὰ λάβω καὶ ἐγὼ μέρος, ὡς καὶ γνῶσιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, καὶ προκειμένου περὶ τύπων, θὰ ἐκδηλώσω εἰλικρινῆ λύπην, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἀπώλεια καὶ ἡ ζημία τῶν ἀλεύρων, ὁμιλῶν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐλησμόνησεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε χθὲς ἀκόμη. Ὅταν δὲ ἐζήτησα νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὀργίλως ἐξεδήλωσε ταύτην, δὲν τὸ ἔπραττον, διότι ἐπεθύμουν νὰ θέσω τὴν γνώμην ἡμῶν, κ. Συνάδελφοι, ὑπὸ τὴν κρίσιν ἑνὸς ὑπουργοῦ ὑπευθύνου, οὐδέποτε θὰ διέπραττον τοιαύτην πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα βλασφημίαν, δὲν ἤθελον νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρχε κἄν σκέψις, ὅπως ἀνταποδώσω τὴν πρόκλησιν ταύτην, ἢ σκέψις οἱασδήποτε μομφῆς πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅστις τὰ προσωρινὰ αὑτοῦ καθήκοντα μετὰ δραστηριότητος καὶ ζήλου διεξάγει, νέος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, μὴ γνωρίζων τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐργασίαν. Ἴσως ἔχων δίκαιον, ἐὰν ἐγὼ πλανῶμαι, ἀπεφήνατο καὶ διερμήνευσεν οὕτω τὸν τύπον τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ τύπος, ἐπαναλαμβάνω, δι’ ἐμέ, εἶναι ἄχρηστος, ὁ τύπος ὤφειλε νὰ εἶναι χρήσιμος εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι χθές, πρὸ εἴκοσι τεσσάρων ἀκριβῶς ὡρῶν, συνάδελφοι ἐπαρχιῶν, οἵτινες περὶ ἀλεύρων καὶ σίτου ὡμίλουν, περὶ σίτου, ὅστις διενέμετο κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ζημία τοῦ 1.250.000 φράγκ., ἠγέρθη τότε τῆς θέσεώς του καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, μάτην διαμαρτυρομένου τοῦ φίλου μου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτοῦ κ. Παλογεώργη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν χθές, προκειμένου περὶ τοῦ θέματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶχε κἂν ὑπόθεσιν εὐθύνης, ἀλλὰ θὰ εἶχεν ἀφορμὴν μερίμνης διὰ τὸ μέλλον καὶ ἀνάγκην ἐπείγουσαν, εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, κατὰ τύπον, νὰ προχωρήσῃ. Εἶπεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἐν δικαίωμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή: νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν μελέτην καὶ ἐτέθη καὶ προθεσμία νέα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. Ἀλλ’ ἆρά γε, διατί αὐτὸς ὁ συμφυρμὸς τοῦ τύπου καὶ τῆς οὐσίας; Διατί πρὸ 24ων ὡρῶν, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου ἐπείγοντος, ὄντος ἐπείγοντος, ὑπῆρχε τόση εὐλάβεια πρὸς τὸν τύπον, καί, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ἐπεῖγον, διὰ τὸ ὁποῖον πάντες ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνην, ἐρχόμεθα ἐντεῦθεν νὰ ἀπευθύνωμεν κραυγὴν ἐναντίον Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας οὐδὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα μέλος, δυνάμενον νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας, Κυβερνήσεως, καθ’ ἧς οὐδεὶς παρέστη ἀγωνιζόμενος, μόνος ἐγὼ καὶ ἐντεῦθεν, καὶ διὰ τοῦ ὀργάνου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐκομίσατε ἐπὶ τοῦ βήματος ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὑπουργός, τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἡ ἀνακοίνωσις, ὅτι οὐδεὶς διεπραγματεύετο κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα ὁ κ. Βενιζέλος...
§203Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Οὐδέποτε ἐδήλωσα ἐγὼ τοιοῦτόν τι.
§204Γ. ΠΩΠ. Μόνος ἐγὼ ἠγωνιζόμην καὶ ἠγωνιζόμην μετὰ θάρρους. — καὶ θεωρῶ τιμήν μου τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον, — καθ’ ἣν ἐποχὴν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, πρὸς τὰς γνώμας τῶν ὁποίων ἔχω πᾶσαν εὐλάβειαν, συγκροτήσαντα καὶ μεταγενεστέραν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βενιζέλου, μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, μὴ μετασχόντα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀλλὰ παραμείναντα πιστὰ μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνετρέπετο, οὐχὶ δι’ ἀγώνων πολιτικῶν, ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ μετὰ τοῦ κόμματος αὑτοῦ. Καὶ ἐγὼ οὐδὲ κεραίαν γνώμης μετήλλαξα, ἀλλὰ πρὸς τὸ μέρος ἐκείνου μετῆλθον πολλοί, οἵτινες μετεῖχον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, εἴτε ὡς μέλη ἐκείνης, εἴτε ὡς ὑπάλληλοι αὐτῆς, εἴτε ἀκολουθοῦντες ἁπλῶς ἐκείνην. Ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς. Δὲν ἦλθον ἐνταῦθα νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ οὐδενός, φοβοῦμαι ἴσως, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐν τῷ βίῳ τῷ κοινοβουλευτικῷ τῆς Ἑλλάδος ἐπέλθωσι τροπαί, δὲν θὰ ἔχω πολλούς, ὅπως συνεργασθῶσι μετ’ ἐμοῦ, ὡς σύμμαχοι τῆς μιᾶς ἰδέας, ἐναντίον τοῦ κόμματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἠλέγχθη καὶ ἐκρίθη ὑπεύθυνον χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸν ἀπολογητὴν αὐτοῦ. Ἠθέλησα νὰ εἴπω πάντα ταῦτα, κ. Βουλευταί, ὅπως ἐκδηλώσω τὸν πόθον, τὸν εἰλικρινῆ, νὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, νὰ πεισθῶσιν οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐζητήθησαν σημειώματα ἐπὶ τοιούτου θέματος, νὰ ὑποβάλωσι ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, νὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως, εὐαρεστουμένη, μὴ δεχθῇ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρὶν ἢ προσκομισθῶσι πάντα τὰ ἔγγραφα, ὧν ἔχει ἀνάγκην. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω οὐδὲν ἄλλο, ἐλπίζω, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς ἑσπέρας ταύτης, θὰ ἐπέλθῃ πλήρης εἰρήνευσις εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναζητήσεως εὐθυνῶν, καὶ οὐδείς, ὅσον μέγας καὶ ἂν εἶναι, οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἄν ἔχῃ, δὲν θὰ εἶνε τόσον ἰσχυρός, ὥστε νὰ δύναται νὰ συγκαλύψῃ τοὺς ὑπευθύνους, τοὺς ὑπευθύνους δὲ τούτους θὰ τοὺς εὕρωμεν μόνον κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνον κ. Ὑπουργόν.
§205Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσῃ ἀσυμφωνίαν μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον χθές, καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον σήμερον, ἐν σχέσει πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι χθὲς δὲν ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Χθὲς εἶπον εἰς τοὺς ἀξιοτίμους κ. Συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλουν περὶ τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, εἰς ἣν ἐτάχθη καὶ ὡρισμένη προθεσμία, καὶ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ περιμένωμεν. Κατόπιν, προτάσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐζητήθη νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία, ἡ ταχθεῖσα αὐτῇ, κατὰ δύο ἡμέρας καὶ οὕτω ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ἀντὶ τῆς σήμερον. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος Κανονισμοῦ. Ἀπόψε ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν, εὑρισκομένου τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ ἡ Βουλή. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ῥητῶς, ὅτι εἶναι δυνατὸν «ἀφοῦ γίνει δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἐὰν δὲν ἔχει παραπεμφθῆ πρότερον...», ὅπερ σημαίνει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ παραπεμφθῆ πρότερον καὶ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Δὲν ἀποτελεῖ δὲ ἀνάληψιν τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις. Τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ τὸ ἔργον αὐτῆς. Τὸ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν, δὲν σημαίνει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀπεσύρθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη. Τοῦτο δὲ οὐδεμίαν ἀποτελεῖ ἀντίφασιν πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον χθές. Πιστεύω, ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησις. Καὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησις, Κύριοι, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον, δι’ ὑπαινιγμῶν, ἢ διὰ σαφεστάτων αἰτιάσεων κατηγοροῦνται, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτοὺς νὰ παράσχωσι τὰς ἐξηγήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἱκαναὶ νὰ παραστήσωσιν, ὅτι τὰ λεγόμενα κατ’ αὐτῶν εἶναι ἀστήρικτα. Ἡ ἀξίωσις τῆς διατηρήσεως τοιαύτης ἐκκρεμότητος, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς διατηρήσεως ἐν ἐκκρεμότητι ὑπολήψεων, εἶναι ἀξίωσις, κατὰ τῆς ὁποίας ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν πᾶς ἄνθρωπος νὰ διαμαρτυρηθῇ. Ἔχει τὸ δικαίωμα οἱοσδήποτε πολίτης, ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ μείζονα λόγον οἱοσδήποτε πολιτικὸς ἀνήρ, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐξ οἱουδήποτε λόγου ῥίπτονται ὑπαινιγμοὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεχειρίσθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ οἱ ὑπαινιγμοὶ ῥίπτονται ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἢ τινος ἄλλης ἐνστάσεως καὶ ἀντιρρήσεως, οὐχὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ γίνεται προσπάθεια, ἵνα ἀχθῶσιν ἐπὶ πάντα τὸν ὁρίζοντα τῆς Χώρας, ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου ῥίπτονται, νὰ εἴπῃ: ἀφήσατέ με νὰ ὁμιλήσω. Τὸ δὲ λεγόμενον, ὅτι πρέπει νὰ παραμείνωσιν οἱ ὑπαινιγμοὶ ἐν ἐκκρεμότητι, σημαίνει: ἄφησέ με νὰ κερδίσω καιρόν, ἵνα καταλληλότερον σὲ τρώσω. Ὁ λέγων τοῦτο ἔχει ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀξιώσῃ ὅτι πρέπει ὁ ἄλλος νὰ σεβασθῇ, ἀλλὰ κατὰ τῆς ὁποίας, ἐνώπιον τῶν ἄλλων ἀντιδρώντων, ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ, ἀναγνωρίζων, ὅτι ἡ ἀντίδρασις κατὰ τοιαύτης ἀξιώσεως εἶναι ὑπερτάτη ἐπιταγὴ τοῦ δικαίου, ὑπερτάτη ἐπιταγὴ τῆς ἠθικῆς, τῆς ἐπιβαλλούσης εἰς πάντα ἄνθρωπον, κατὰ τοῦ ὁποίου ῥίπτονται οἱ ὑπαινιγμοί, ν’ ἀμυνθῇ καὶ ἐκθέσῃ σαφῶς τὰ πράγματα. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπεν ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκθέσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν. Ὁμιλεῖ περὶ ὅπλων, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ψαρῶν, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁμιλεῖ περὶ ὅπλων, τὰ ὁποῖα προϋποθέτουσιν ἀγῶνα, δηλοῖ συγχρόνως, ὅτι τὰ ὅπλα περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ, δὲν τὰ ἔχει. Πρόκειται ἄρα, περὶ ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ἀγνοεῖ, διὰ τὴν ὁποίαν ζητεῖ φῶς· ἀλλὰ πῶς τὴν ἀξίωσιν τοῦ φωτισθῆναι τὴν διατυποῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡς ἀγῶνα; Πρὶν ἀκόμη γνωρίσῃ τὴν ὑπόθεσιν διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων, ἔταξεν ἑαυτόν, ἐκανόνισε τὴν θέσιν αὑτοῦ ὡς μαχητοῦ, ὡς ἀγωνιστοῦ, ὡς παλαιστοῦ κατὰ τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἀπόψε ὁμιλήσαντος; Ἐνῷ δὲν εἶχε τὰ ἔγγραφα, ἐνῷ δὲν εἶχε τὰς πληροφορίας, ἄνευ γνώσεως τῶν γεγονότων, πῶς τάσσεται ὡς παλαιστής, ὡς ἀγωνιστής, ἀντίθετος πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὴν ὑπόθεσιν ταύτην διεχειρίσθη; Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε ὑπὸ τοιούτους ὅρους περὶ ἀγῶνος. Δὲν εἶναι ἀγών, δύναται νὰ εἶναι ἀξίωσις τοῦ φωτισθῆναι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῆτε ὅπλα, δύνασθε νὰ ζητῆτε πληροφορίας. Ἀγὼν θὰ γίνῃ, ὅταν πλέον σχηματίσητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐγένετό τι κακόν. Ὅπλα θὰ χρειασθῆτε, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πρὸς πραγματοποίησιν τῆς πεποιθήσεως αὐτῆς, συλλέξητε ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων, θέλετε προέλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς κατηγορίαν. Ὅταν δὲν ἔχετε τὰς πληροφορίας αὐτάς, δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε περὶ ὅπλων. Δύνασθε νὰ τὸ πράττητε, ἂν ἔχητε ἐκ τῶν προτέρων τάξει ὑμᾶς αὐτόν, ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποστηρίζει. Τοῦτο δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, ἀλλὰ τοῦτο πράττοντες, δὲν δύνασθε νὰ λέγητε, ὅτι διεξάγετε ἀγῶνα περὶ πράγματος, περὶ τοῦ ὁποίου εἶσθε πεπεισμένος, ὅτι οὕτως ἔχει...
§206Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπρόκειτο ἀναμφισβητήτως καὶ νὰ τριτολογήσω. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αἱ παραινέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ παροχῆς μέσων ἀμύνης εἰς τοὺς καταγγελλομένους, θὰ παρεῖχον ὡραίαν καὶ ζωηρὰν ἐντύπωσιν, ἐὰν ἀπηυθύνοντο καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν κατηγοροῦντο Κυβερνῆται ἄλλοι τῆς Χώρας, ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου εὑρισκόμενοι. Τοῦτο δέ, ἀντὶ νὰ ἐνισχύῃ τὴν γνώμην μου, ὅτι τὸ θέμα δὲν θὰ εἶχεν ὡρισμένον τινα ὑπεύθυνον, ἐνισχύει τὴν ὑπόνοιαν, ἀντιθέτως, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιζητηθῇ σύγχυσις εὐθυνῶν. Ἠκούσατε, παρακαλῶ, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι ἐγὼ ἐνεκάλεσα ἐνταῦθα πρόσωπά τινα; Ἠκούσατε, ὅτι ἐγὼ ἐνεκάλεσα ὡς ὑπεύθυνον καταχρήσεων καὶ ζημιῶν τινα, αἱ ὁποῖαι ζημίαι ὑπολογίζονται εἰς 1.650.000 δραχμῶν: Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις τοιαύτην ἔχει γνώμην περὶ φειδοῦς ὑπολήψεων, μόνος ἐδέχθη, ὅτι διασύρονται τὰ ὀνόματα πρώην Ὑπουργῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν κατὰ Φεβρουάριον διεδέχθη, καί, ὅταν ἔπραξε τοῦτο ἦλθε νὰ δημιουργήσῃ φανταστικούς, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ὑπευθύνους. Διότι οὐδεὶς γνωρίζει μέχρι τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, τίνες εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι. Εἶπον, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ ἀναμένῃ τὰ ἔγγραφα, διότι ἔχει καθῆκον ἡ Βουλή, ἔχει ὑποχρέωσιν, νὰ φωτισθῇ ἀπὸ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον θὰ τῆς ἔρριπτεν διὰ τοῦ λύχνου αὑτοῦ ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργός. Τοιοῦτον θεωροῦμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἀγῶνα. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ γέρας δὲν ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὰς γνώμας των.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριανταφυλλάκος.
§208Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἔρχομαι, κ. Βουλευταί, ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ἀποδεχθῆτε πρότασιν, ἡ ὁποία δι’ ἀμφοτέρους τοὺς διαμαχομένους πρέπει νὰ εἶναι ἐπιθυμητή. Νομίζω, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος ἡ συζήτησις διὰ νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν, ἵνα δώσῃ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅλας τὰς λεπτομερίας, ἃς μετὰ τοσαύτης προσοχῆς ἠκούσατε καὶ τῶν ὁποίων εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, διὰ νὰ κρίνωμεν τὰ τῆς συμβάσεως ἐν ἀσφαλείᾳ. Ὅ,τι παρελείφθη ἐν ἀρχῇ νὰ γίνῃ — διότι ὁ πρώην κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ταχέως θὰ εἰσήγετο πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο — ἂς γίνῃ ἔστω πρωθυστέρως. Εἶναι ὀρθόν, ὅταν τὰ πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν καὶ δι’ ἃ ζητοῦμεν εὐθύνας ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν παρίσταται ἐνταῦθα, εἶναι, λέγω, καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς, νὰ δώσωμεν εὐρύτητα εἰς τὴν συζήτησιν, ὅπως μὴ γίνῃ δυνατὸν, ἢ πιστευτὸν, νὰ λεχθῇ, ὅτι δὲν παρεσχέθησαν τὰ μέσα, ὅπως προσκομίσωσιν, εἴτε ἐν τῷ τύπῳ, εἴτε ἀλλαχοῦ, τὰς ἰδίας των γνώμας οἱ ὑπεύθυνοι. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ἀπαραίτητον, ὅπως τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ πάλιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Νὰ παρασχεθῶσι δὲ ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ζητήσωσιν, ὅπως χυθῇ πλῆρες φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§209Γ. ΠΩΠ. Εὖγε, εὖγε.
§210Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον ἡμῶν, τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων, τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Διότι, ἐὰν, μετὰ ἔρευναν λεπτομερεστάτην, ἀποδειχθῶσιν, ὅτι τὰ πράγματα ἐπὶ τῆς ἀνορθώσεως δὲν ἐγένοντο, ὅπως ὁ λαός, πλανώμενος, ἐπίστευσεν, ἀλλ’ ὡς ἐξηκριβωμένη καὶ εὐσυνείδητος ἔρευνα θὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τοῦ κόσμου, τοῦτο θὰ εἶναι μέγα κέρδος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία σαλεύεται ἀπὸ πενταετίας κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ πλήρεις, ἀλλὰ καὶ δικαίας ἀποκαλύψεις. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ νομοσχέδιον νὰ συζητηθῇ μετὰ τὰς διακοπάς, κατὰ τὴν Τεσσαρακοστήν, ὅπως διευκρινισθῇ ἡ τόσον ἐνδιαφέρουσα ὑπόθεσις, ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνομαι τὰ πράγματα. (χειροκροτήματα).
§211Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ἔλθω εἰς ἔρευναν τῆς οὐσίας. Θέλω ἐν συνόψει νὰ σᾶς τονίσω τὰ δύο σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἡ συζήτησις. Τὸ πρῶτον διετύπωσεν ὁ κ. Τριανταφυλλᾶκος, ὥστε ἐπὶ αὐτοῦ δὲν ἀπομένει εἰς ἐμὲ τίποτε νὰ ἀπαντήσω. Τὸ ἄλλο, τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Γάτσος. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅταν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ καταχρήσεων, ἦλθον ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ δώσωμεν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἀνάκρισις, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖος διέπραξε τὴν κλοπήν. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἐπιτακτικὸν καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐξακριβώσῃ τὶ ἐγένετο, διότι δὲν γνωρίζω τὶ ἐγένετο, καὶ ἐὰν ὑπάρχωσιν ἔνοχοι, νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας δικαστικὰς ἀρχάς, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐσυκοφαντήθησαν νὰ διαλάμψῃ ἡ ἀλήθεια ὑπὲρ αὐτῶν. Νομίζω ὅτι τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι, νὰ ἐλέγξῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ σίτου. Πρόκειται περὶ διακοσίων ἑκατομμυρίων. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ χθὲς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἔλεγχον καὶ ἀμφιβολίαν τὴν διαχείρισιν. Εἰς οὐδένα ἀποδίδεται μομφή, ὅταν ὑποστῇ οὗτος ἔλεγχον. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ διακοσίων ἑκατομμυρίων. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ λαὸς πένεται, πρέπει νὰ συστηθῇ μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον διεχειρίσθησαν καλῶς τὰ ζητήματα. Καὶ ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι οὗτοι τὰ διεχειρίσθησαν καλῶς, εἶναι ἄξιοι εὐγνωμοσύνης, ἐγὼ δὲ πρῶτος θέλω ἀναγνωρίσει τούτους, ἀξίους εὐγνωμοσύνης. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι μικρόν. Ἄλλα Κράτη διεμελίσθησαν καὶ κατεστράφησαν, διότι δὲν ἐξησκεῖτο ἔλεγχος ἐπὶ τῶν καταχρήσεων. Ἐὰν στραφῆτε εἰς τὰ μεγάλα Κράτη, θὰ ἴδητε ὅτι ἐκεῖ μέγας ἀσκεῖται ἔλεγχος. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν Ἰταλίᾳ συλλαμβάνονται βουλευταὶ καὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ φυλακίζονται διὰ πολὺ μικρότερα ποσά, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἐλέγξωμεν διαχείρισιν διακοσίων ἑκατομμυρίων. Δὲν γνωρίζω ποία θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθόν, νὰ προβῶμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς ἔλεγχον, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο ἡ διαχείρισις τῶν διακοσίων ἑκατομμυρίων, συμφώνως πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατακλεὶς τῆς ὁμιλίας μου εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὴν ὅλην διαχείρισιν τῶν διακοσίων ἑκατομμυρίων.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καζατζῆς.
§213Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατόπιν τῶν λεχθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυκλάδων, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν εἶχε δίκαιον νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ἦτο ὄχι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ δανείου, ἄνευ συζητήσεως ἀπόψε, καὶ ἄνευ ἐξετάσεως, ὅπως ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἦτο ἁπλοῦν δάνειον, ἀλλὰ καλῦπτον σφιγγοφωληὰν ἀπὸ καταχρήσεις. Ἡμεῖς, οἱ προκινδυνεύσαντες κατὰ τοῦ Βενιζελισμοῦ εἰς τὰς Νέας Χώρας, θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ζητήματα τῶν καταχρήσεων, τῆς σπατάλης καὶ τῆς διασπαθίσεως τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἡμεῖς αἰσθανόμεθα ἕν παράπονον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Γούναρη. Τὸ παράπονον εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Γούναρη δὲν ἀπέδειξεν ὅλα αὐτά, τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται σήμερον, ὅτι εἶχε γνῶσιν. Θὰ εἶχε προσφέρει μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, ἐὰν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐγνώσθησαν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπὸ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, εἶχον ἔλθῃ εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ. Ἔκτοτε ἴσως θὰ εἶχεν σώσει τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ μεγαλειτέραν δυστυχίαν, διότι πιθανὸν νὰ εἶχε προλάβει τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βενιζέλου εἰς τὰ πράγματα. Ἡ ἀδράνεια τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ζητήματος τοῦ ἐσωτερικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Βενιζέλος εἶχε τοὺς πόδας εἰς τὴν ἄργυλον, συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπάνοδόν του. Εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Ἠδύναντο νὰ γίνωσιν ἀποκαλύψεις. Λοιπόν, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἕν Κράτος μικρόν, ὅπως ἡ Ἑλλάς, δὲν ἔχει κύριον ζήτημα τὸ ἐξωτερικόν, διότι, ὅταν ἕν Κράτος μικρὸν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ εἶναι, ὅπως καὶ εἶναι, ὀπισθαγκωνισμένον ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικοὺς μεγάλους ἐχθρούς, εἴτε φίλους, εἶναι ἀδύνατον νὰ νομίσῃ κανείς, ὅτι θὰ ἀλλάξῃ θέσιν, ἐὰν θέλῃ· ἐὰν εἴμεθα ὀπισθαγκωνισμένοι ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν ἢ αὔριον ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἰδία. Τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα εἶναι καὶ θὰ εἶναι, τὸ πρωτεῦον δι’ ἕνα λαόν. Τὸ ζήτημα τῆς σιταρκείας τῆς Χώρας θὰ μᾶς εἶχεν ἤδη καταστήσει ἐλευθέρους ἀπὸ τὴν ξένην ἐπιρροήν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεδέχθη τὴν Κυβέρνησιν τῆς 22ας Φεβρουαρίου, δὲν ἀπεκάλυψε τίποτε ἀπὸ τὰς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν σήμερον. Εἶναι οὐχ ἧττον εὐκαιρία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔτυχε τῆς προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου ἀπόψε, νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ὡς εἶπον καὶ οἱ προλαλήσαντες, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἐξετασθῶσιν ὅσα ἀνέφερεν ὁ κύριος ἐκ Κυκλάδων Βουλευτής, ὅστις προϋπελόγισεν, ὅτι θὰ εἶναι τροφὴ διὰ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, καὶ πιθανῶς καὶ τὰ κοινὰ Δικαστήρια, ἐὰν δὲ εἶναι πράγματι τοιαύτη, νὰ ριφθῇ βορὰ εἰς τὰ δικαστήρια, ἵνα γίνῃ παράδειγμα εἰς τὸν τόπον.
§214Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εὑρισκόμεθα ἀληθῶς πρὸ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου, νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ἴσως μάλιστα ἤθελεν εἶσθαι ὀρθότερον, ἐὰν ἔλεγον τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§215ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σπεύσωμεν.
§216Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔστω καὶ κατ’ ἀρχήν.
§217ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Οὔτε καὶ κατ’ ἀρχήν.
§218Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε εἶναι περιττὸν νὰ ἀγορεύσω.
§219ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις καὶ αὔριον. Ὅταν πρόκειται νὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια, ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον.
§220Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τότε παραιτοῦμαι.
§221ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι καιρὸς προτάξεως, ἀφοῦ τὸ ζήτημα εἶναι ἠρτημένον. Θὰ εἶναι πρᾶξις ὄχι φρόνιμος νὰ ἐπιληφθῶμεν προτάσεως, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνῃ.
§222ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 25′ μ. μ.)