1916.02.05
2.979 στίχοι · 22.065 λέξεις · 306 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ Ιʹ.
ΤΗΣ 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗ.
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ, ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Βουλευτά.
§4Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Μάλιστα. Κύριε Πρόεδρε, χθές, προκειμένου νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀεριόφωτος, ἠγέρθη, καθὼς ἐνθυμεῖσθε καὶ γνωρίζει καὶ ἡ Βουλή, συζήτησις μακρά. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς καὶ ἐγὼ ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι, ὅσῳ τὸ δυνατόν, ἡ ἡμέρα πρέπει νὰ εἶναι ἐγγυτέρα, διότι, ἐὰν ἡ συζήτησις ὡρίζετο μετὰ δεκαπέντε ἡμέρας, ὅπως ὁρίζεται, ἰσοδυναμεῖ μὲ παραπομπὴν εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλλένδας, καὶ διεμαρτυρήθημεν τότε ἐντόνως, καὶ ἐν τέλει, ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ὡρίσθη ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως μετὰ δεκαπέντε ἡμέρας. Παρατηρῶ ὅμως εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι, ὄχι μόνον γράφονται ἀνακρίβειαι, ἀλλὰ δὲν ἀναγράφεται τίποτε περὶ αὐτοῦ. Δὲν εἶμαι κενόδοξος καὶ δηλῶ, ὅτι δὲν τὸ κάμνω ἀπὸ κενοδοξίαν, διότι θέλω νὰ ἀναγραφῇ τὸ ὄνομά μου εἰς τὰ Πρακτικά. Ἐὰν ἔχω ἀξίαν εἰς τὸ μέλλον θὰ κριθῇ....
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Περὶ τῶν Πρακτικῶν πρόκειται.
§6Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς ἀνακριβείας, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Πρόκειται περὶ μιᾶς τελείας παραλείψεως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς παρελείφθη ὁλόκληρος ἀγόρευσις. Μάλιστα, ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος ἐπεδοκίμασε χθὲς τὰ λεχθέντα, καὶ ἀπορῶ πῶς παρελείφθησαν αὐτὸ. Αὐτὸ τὸ παράπονον ἔχω καὶ ἐπιθυμῶ νὰ διορθωθῶσι τὰ Πρακτικά, συμφώνως πρὸς τὰ χθὲς λεχθέντα, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, θὰ παρέχηται ἡ εὐκαιρία εἰς τοὺς ἀδικουμένους νὰ καταναλίσκωσι τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς εἰς συζήτησιν τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ κατορθώσωμεν ποτὲ νὰ κάμωμεν τίποτε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσι τὰ Πρακτικά. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις;
§8Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἂν καὶ ἄλλοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων συμφωνοῦσιν, ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὴν ἐμὴν γνώμην ἐκπροσωπῶ καὶ λέγω: Ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, νὰ ἄρχηται ἡ συνεδρίασις τὴν πέμπτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Ἀπὸ τῆς πέμπτης ἐρχόμεθα καὶ ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς ἕξ. Ἡ τοιαύτη βραδύτης δὲν ἁρμόζει. Νὰ ὁρίσητε μίαν ὥραν ὡρισμένην.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλή, νὰ μεταβληθῇ ἡ ὥρα.
§10ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα, ἡ προσδιωρισμένη φαίνεται κατάλληλος. Ἐὰν ταύτην τὴν ἑσπέραν ἐπῆλθε βραδύτης, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μεταβάλωμεν, ἄνευ προμελέτης, τὴν ὥραν. Ἡ ὥρα τῆς πέμπτης εἶναι καλή. Θὰ προσπαθήσωμεν πάντοτε νὰ εἴμεθα ἐν τάξει. Τὸ τέταρτον τῆς ὥρας εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ χάριν δίδεται.
§11Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴπομεν νὰ μεταβληθῇ ἡ ὥρα. Νὰ μεταβληθῇ τὸ γινόμενον καθ’ ἡμέραν!
§12Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς εὐτυχῶς ὁρίζει ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς....
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι, μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, θεωρεῖται ματαιωθεῖσα ἡ συνεδρίασις.
§14Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐντὸς ἡμισείας ὥρας, ἀπὸ τῆς ὥρας τῆς τακτῆς, ἡ Βουλὴ ἕν καθῆκον ἔχει, νὰ τάξῃ τὴν ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως. Ὅταν τοῦτο ταχθῇ, δὲν εὑρισκόμεθα πλέον ἐν ἀνωμαλίᾳ, διότι ἐντὸς τῆς ἡμισείας ὥρας ὀφείλει νὰ ἄρχηται ἡ συνεδρίασις.
§15ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ τιμωρία αὐτὴ ἀρκεῖ.
§16Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ προτείνῃ καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡ ὥρα τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ πέμπτη. Ἡ πέμπτη ἔχει ὁρισθῆ.
§18Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἄλλην μίαν φοράν, διὰ νὰ τὸ ἀκούσωσιν ὅλοι, διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει καὶ βουλευταὶ καὶ Προεδρεῖον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι Ὄχι.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται. (Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ, ὡς διωρθώθησαν)
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Σήμερον, πρὸ μεσημβρίας, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ Τὸν προσεφώνησεν ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει)· «Βασιλεῦ, Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἅμα τῇ ἐκλογῇ του, λαμβάνει τὴν τιμὴν, ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, νὰ ἀναγγείλῃ Αὐτῇ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος καὶ ὑποβάλῃ τὰς ἐνθέρμους αὐτοῦ εὐχὰς ὑπὲρ τῆς ὑγείας καὶ εὐημερίας τῆς Α.Μ. τῆς Σεπτῆς ὑμῶν Βασιλίσσης, τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου καὶ ἁπάσης τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Παρακαλεῖ δέ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ζωηρᾶς εὐγνωμοσύνης τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διότι διὰ τῆς, ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου, παρεμβάσεως Αὐτοῦ, ἐν κρισιμωτάτῃ περιόδῳ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν σταδιοδρομίας, ἀπεσοβήθη ὁ ἀπειληθεὶς κίνδυνος τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Πανευρωπαϊκῇ συρράξει, ἐν τῇ δίνῃ τῆς ὁποίας συνετρίβησαν τὰ παρασυρθέντα ἐν αὐτῇ μικρὰ Κράτη. Ὁλόκληρον τὸ ἓν Ἔθνος, ἐν οὕτω χαλεποῖς καιροῖς, μετ’ ἐμπιστοσύνης προσβλέπει πρὸς τὸν Θρόνον, Ὃν περιβάλλει μετ’ ἀφοσιώσεως καὶ στοργῆς. Ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης, ὡς καὶ κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν, ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τοὺς νομίμους πολιτειακοὺς παράγοντας, ὅταν ἡ ὥρα ἐπιστῇ, θὰ διαθέσῃ τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις ὑπὲρ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, σύσσωμον δὲ τὸ Ἔθνος καὶ πάλιν θέλει περιστοιχίσει τὴν Ὑμετέραν δαφνοστεφῆ Μεγαλειότητα, πρόθυμον πρὸς πᾶσαν θυσίαν. Ἀλλά, μέχρι τῆς μοιραίας ἐκείνης ὥρας, σταθερὰν καὶ ἀδιάσειστον ἔχει ἀπόφασιν, καίτοι παθαινόμενον ἐκ τῆς ἀδίκου πιέσεως τῶν ἰσχυρῶν, νὰ ἐπιμείνῃ ἀπαρεγκλίτως εἰς τὴν χαραχθεῖσαν ὁδόν. Ἐπὶ τούτοις, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, εὔχεται, ὅπως ἡ Θεία Πρόνοια σκέπῃ τὸν Βασιλέα, τὴν Βασίλισσαν καὶ τὸν Βασιλικὸν Του Οἶκον».
§23ΦΩΝΑΙ. Εὖγε! Εὖγε! Ὁ δὲ Βασιλεὺς ἀντεφώνησεν, ὡς ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε, «Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἀναγγελίαν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος καὶ τὰς εὐχὰς, τὰς ὁποίας ἐξεφράσατε ὑπὲρ Ἐμοῦ, τῆς Βασιλίσσης καὶ ἁπάσης τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. «Εὐχαριστῶ ἐπίσης θερμῶς, διὰ τὰ παρ’ ὑμῶν λεχθέντα περὶ τῆς δράσεώς Μου ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου, τὰ ὁποῖα Μοῦ παρέχουν τὴν εὐχάριστον εὐκαιρίαν νὰ διατρανώσω ἅπαξ ἔτι τὸν ἀπόλυτον σεβασμόν, τὸν ὁποῖον τρέφω ἐκ πεποιθήσεως καὶ σκέψεως πρὸς τὸν Χάρτην τοῦτον, τὴν τήρησιν τοῦ ὁποίου ὡρκίσθην καὶ πρὸς τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, τὰς ἀπορρεούσας ἐξ αὐτοῦ» (Χειροκροτήματα ζωηρά). Εὔχομαι, Κύριοι, καὶ πέποιθα, ὅτι ἡ εἰλικρινὴς καὶ ἁρμονικὴ συνεργασία τῶν νομίμων πολιτειακῶν παραγόντων θὰ ἀποβῇ πρὸς εὐτυχίαν τῶν βλέψεων, τὰς ὁποίας ἅπαντες τρέφομεν. Ἐπὶ τούτοις, ἐπικαλοῦμαι τὴν θείαν Πρόνοιαν, ὅπως προάγῃ καὶ εὐλογῇ τὰς ἐργασίας ἡμῶν». (Χειροκροτήματα ζωηρά).
§24Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε νὰ παράσχητε τὴν πληροφορίαν, ἐὰν εἰς τὸ σύνολον τῆς προσφωνήσεως, τῆς γενομένης πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου, διετέλει ἐν γνώσει ἡ Κυβέρνησις προηγουμένως;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§26Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὲ ἐγγράψητε, παρακαλῶ, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Οἱ κάτοικοι Βαρθολομιοῦ διαμαρτύρονται διὰ τὴν τελείαν ἐπίταξιν τῶν κτηνῶν των. —Οἱ ἐκ Θεσσαλονίκης Ἀθανάσιος Νοῦτσος, ἐνοικιαστής τοῦ φόρου δεκάτης τοῦ χωρίου Κορινοῦ, καὶ Ἰωάν. Μερτζάνης, ἐγγυητὴς αὐτοῦ, παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐλαττωθῇ τὸ μίσθωμα κατὰ τὸ τρίτον. —Ὁ Κωνστ. Μπογιέτσος, πατὴρ τοῦ στρατιώτου Δημητρίου, διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ Ἀρχιάτρου τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν κ. Παυλογιαννοπούλου. —Ἡ Γοῦλα Νιανιάρα, σύζυγος Γ. Βαγενᾶ, ἐκ Μεσολογγίου, παρακαλεῖ, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος 425. —Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Καλαμῶν κατάδικος Τσιβίλης Κουμεντάκος παρακαλεῖ, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ποινή του. —Ἡ Χαρίκλεια Δ. Χοϊδᾶ παρακαλεῖ, ὅπως αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς της. —Οἱ ἐν Σπιναλόγκᾳ Κρήτης λεπροὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ λεπροκομείου. —Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κατάδικοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῶσι μέτρα περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. —Ἡ Ἀδελφότης Καταστηματαρχῶν Κουρέων–Μυροπωλῶν καὶ Κομμωτῶν Ἀθηνῶν ζητεῖ αὔξησιν ἐπὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους καὶ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν παντὸς εἴδους ἔξωθεν εἰσαγομένων ξυραφιστικῶν μηχανῶν καὶ τῶν παραρτημάτων αὐτῶν, οἷον λεπιδίων κλπ. —Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. ΤΣΟΥΤΣΑΝΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24ης Δεκεμβρίου 1915 Νομοθ. Β. Διατάγματος «περὶ προσθήκης διατάξεών τινων εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν». —Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. ΚΑΠΡΕΤΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21ης Δεκεμβρίου 1915 Νομοθ. Β. Διατάγματος «περὶ μεταθέσεως τῆς ἕδρας παντὸς Στρατοδικείου ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου». —Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24ης Δεκεμβρίου 1915 Νομοθ. Β. Διατάγματος «περὶ προσθήκης διατάξεών τινων εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν». —Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. ΤΣΙΜΑΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως ἀριθμοῦ εἰσακτέων εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Σχολεῖον Εὐελπίδων καὶ κατατακτέων εἰς τὸν λόχον ὑποψηφίων Εὐελπίδων ὡς καὶ περὶ καθορισμοῦ διαρκείας σχολικοῦ ἔτους».
—Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ,
Α. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΜΠΑΣΙΑΣ, Ν. ΡΑΓΓΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. ΓΕ-
ΡΑΚΗΣ, Π. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ, Γ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ
καὶ Ι. ΒΡΥΩΝΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ΔΝΖʹ, ΔΡΙΖʹ, 293 καὶ 641 περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων». —Ὁ βουλευτὴς κ. ΔΗΜ ΚΡΕΜΕΖΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ΔΝΖʹ, ΔΡΙΖʹ, 293 καὶ 641 «περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ἐφόσον διαρκεῖ ἡ ἐπιστράτευσις». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24ης Δεκεμβρίου 1915 Β. Διατάγματος περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Ν. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ αἰτεῖται δεκαήμερον ἄδειαν ἀπουσίας. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ αἰτεῖται δεκαήμερον ἄδειαν ἀπουσίας. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, χορηγοῦνται αἱ ἄδειαι αὗται). Ἡ ἐπὶ τῶν ΑΜΕΣΩΝ ΚΑΙ ΕΜΜΕΣΩΝ ΦΟΡΩΝ ΕΠΙ-ΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: «Περὶ χορηγήσεως προθεσμίας πρὸς ἀνανέωσιν ἢ προεξόφλησιν παλαιῶν χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον». «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Δεκεμβρίου 1915 «περὶ κατασκευῆς οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν καὶ ζακχαρωδῶν οὐσιῶν». «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Δεκεμβρίου 1915 Β. Δ. «περὶ παρατάσεως τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου 668 τοῦ 1915 χορηγηθείσης προθεσμίας πρὸς καταβολὴν τῶν χρεῶν τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1912, 1913 καὶ 1914, ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας». «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδοθέντος ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1915 Β. Δ. «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1915 συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, περὶ συνομολογήσεως προσωρινοῦ δανείου δραχ. 5.000,000». Ἐπίσης, γνωρίζω, ὅτι δεκαπέντε βουλευταὶ ὑπέβαλον πρότασιν περὶ προτάξεως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διανομῆς τροφίμων κλπ.».
§28Γ. ΠΩΠ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ὑποχρεωμένη, ἐντὸς τῆς σήμερον, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, αὔριον δὲ θὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἡ συζήτησις.
§30Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ μὴ ἀναμείνωμεν νὰ πάθωσιν οἱ πληθυσμοὶ ἐκ πείνης καὶ ἔπειτα νὰ ψηφίσωμεν νόμον. Πρέπει νὰ προβλέψωμεν περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀνθρώπων. Ὁ τόπος πεινᾷ, αἱ ἐπαρχίαι πεινῶσι καὶ πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον.
§31Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡρίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς προθεσμία, ἐν ᾗ δέ, περιπτώσει ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἤθελεν ὑποβάλει τὴν ἔκθεσίν της, μέχρι τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, ἡ Βουλὴ θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν.
§32Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶχεν ὁρισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ζητεῖ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν αὔριον πρῶτον τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ συνέπειαν ἡ πρότασις θέλει νὰ προνοήσῃ περὶ τούτου.
§33Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποία πρότασις;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτή, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη πρὸ ὀλίγου.
§35Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σύστασις εἶναι βουλευτῶν, οἵτινες ζητοῦσι καὶ παρακαλοῦσι καὶ εὔχονται αὔριον νὰ ἐγγραφῇ πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἕν νομοσχέδιον.
§36Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Προνοεῖ περὶ τούτου. Αὔριον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νὰ εἶναι πρῶτον τὸ νομοσχέδιον, ἡ δὲ ἐπιτροπή, ἡ ὁρισθεῖσα πρὸς μελέτην, ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι, ἂν δὲν γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, θὰ χάσῃ τὴν σειράν του. Νὰ προταθῇ αὔριον καὶ νὰ ἐγγραφῇ πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§37Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Συμφώνως πρὸς τὰ ἀποφασισθέντα, ἐὰν ἡ προθεσμία τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐκθέσεως λήγῃ σήμερον, αὔριον τὸ νομοσχέδιον θὰ εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, γινομένης δὲ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προτείνῃ τὴν πρόταξιν αὐτοῦ, δηλῶ δέ, ὅτι εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὑποβληθῇ αὔριον ἡ ἔκθεσις ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, θέλω καὶ ἐγὼ ζητήσει τὴν κατὰ πρόταξιν συζήτησιν αὐτοῦ αὔριον. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Βουλή, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι εἶναι ὀλίγον πρόωρος, διότι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ τὴν πρόταξιν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§38Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Πολὺ ὀρθῶς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ἀλεξάκης τὶ συμβαίνει, καὶ δι’ αὐτὸ σπεύδομεν.
§39Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχω τηλεγραφήματα ἐκ Τριπόλεως, ὅπου δὲν ὑπάρχει ψωμί. Τί θὰ κάμῃ ὁ κόσμος; Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀντελήφθην μόνος μου τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ μὲ κυκλοῦν καὶ μὲ τὰ τηλεγραφήματά των.
§40Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ τοῦ κάμω μίαν ἀνακοίνωσιν. Βεβαίως, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἔλθῃ ψωμί εἰς τὴν Τρίπολιν, οὔτε εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, συμπληρωματικῶς πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅτε εἰσηγούμην τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι τὰ ἀτμόπλοια, δέκα ἕξ τὸν ἀριθμόν, περιλαμβάνοντα 70.743 τόννους, ἀνεχώρησαν πάντα ἐκ Νέας Ὑόρκης, ὅτι τὰ ἀτμόπλοια αὐτὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουν ἀφικνούμενα ἀπὸ τῆς 5ης Φεβρουαρίου, δηλαδὴ ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς 12ης Φεβρουαρίου τὰ δέκα τέσσαρα, τὰ δύο τελευταῖα δὲ τὸ μὲν ἓν εἰς τὰς 18 καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὰς 28. Αἱ χρονολογίαι αὐταὶ ὑπελογίσθησαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν χρονολογιῶν τῶν ἀναχωρήσεων τῶν ἀτμοπλοίων τῆς Ἀμερικῆς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τὴν 9ην, 11ην, 12ην, 13ην, 14ην, 15ην, 16ην Ἰανουαρίου. Τὴν 9ην Ἰανουαρίου ὁ «Γεράσιμος», τὴν 11ην Ἰανουαρίου «ὁ Ταξιάρχης», τὴν 12ην Ἰανουαρίου «ὁ Αὐγουστής», τὴν 13ην Ἰανουαρίου «ὁ Δίρφυς», καὶ ὁ «Παντιᾶς Ράλλης». τὴν 14ην Ἰανουαρίου ὁ «Μενέλαος» καὶ ὁ «Πετρίτσης», τὴν 15ην Ἰανουαρίου ὁ «Σέσωτρις», ἡ «Ἔρυσσις», ὁ «Γουλανδρῆς» καὶ ὁ «Γρ. Λιβιεράτος», τὴν 16ην Ἰανουαρίου ἡ «Νίτσα», ὁ «Ἰωάννης» καὶ ὁ «Δρίσκος», τὴν 23) 5 Ἰανουαρίου ὁ «Ν. Ἀθανασούλας», τὴν 2αν Φεβρουαρίου ὁ «Τ. Μπογιατζίδης». Διῆλθον ἤδη ἐξ αὐτῶν ἀρκετὰ τὸ Γιβραλτάρ ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν, καὶ εὑρίσκονται ἐδῶ πλησίον. Πᾶσα πιθανότης εἶναι, ὅτι θὰ ἀφιχθῇ τὸ πρῶτον αὔριον ἢ μεθαύριον, ἄλλα εὑρίσκονται εἰς Ἀλγέριον καὶ εἰς ἄλλα πλησίον σημεῖα, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, μετὰ δύο, τρεῖς ἡμέρας θὰ ἀρχίσουν ἀφικνούμενα. Ἐκτὸς αὐτῶν καὶ ἕτερα δέκα ἀτμόπλοια, περιέχοντα 49.200 τόννους, τῶν ὁποίων ὁ πιθανὸς ὑπολογισμὸς τῆς ἀφίξεως εἶναι ἀπὸ 2 Μαρτίου ἕως 29 Μαρτίου. Ἤτοι, κατὰ Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον, θὰ ἀφιχθῶσιν 120.000 τόννοι. Πάντα ταῦτα ἀνεχώρησαν ἐξ Ἀμερικῆς. Ὑπάρχει λοιπὸν ἡ ἐλπίς, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπάρκειαν τῆς Χώρας, ἐφόσον ἐνδείκνυται ἐκ τῶν γενομένων προμηθειῶν καὶ φορτώσεων, αὕτη, θὰ ὑπάρξῃ πλήρης. Ἀλλὰ τὸ ἄλλο πρόσκομμα, τὸ ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Συμμάχων; Ἐπῆλθεν ἤδη συνεννόησις, ἀποδεξαμένων τῶν Συμμάχων, τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον, καθ’ ἣν ἐποχὴν διεξήγοντο αἱ μετ’ αὐτῶν συνεννοήσεις, ἐκρίνετο ἐπαρκές, ἐδέχθησαν δὲ καὶ ἴσως σχηματισθῇ ἀπόθεμα ἑνὸς μηνός, ὥστε εἰς διάστημα δύο μηνῶν νὰ εἰσαχθῇ τὸ ποσόν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὸ ἐφόδιον τριῶν μηνῶν. Ἐὰν ταῦτα τηρηθῶσι καὶ ἐὰν δὲν διαψευσθῶσιν, ὄχι πλέον αἱ προβλέψεις, ἀλλ’ ἐξ ἀνωμάλων ἐκτάκτων περιστάσεων, αἱ ἀφίξεις τῶν ἀτμοπλοίων, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ βραχύτατον διάστημα, ἴσως μετὰ μίαν ἢ δύο ἑβδομάδας, νὰ ὑπάρχῃ πανταχοῦ ἐπάρκεια, ὥστε νὰ ἀπαλλαγοῦν καὶ οἱ κ. κ. Βουλευταὶ τῆς ἐνοχλήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλονται τοιουτοτρόπως ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν, ὁπόθεν καθ’ ἑκάστην ζητεῖται ἡ ἀποστολὴ σίτου καὶ ἀλεύρων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ γίνῃ ἡ διανομή, ἐλπίζω, ὅτι διὰ τῆς νέας ἐπιτροπῆς, ὀργανουμένης μὲ δύναμιν, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας, διότι ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες διατίθενται ὑπὸ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, προσετέθησαν καὶ ἄλλα πρόσωπα, ἐκ τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ ἐκ τῶν ἀμέσως ἑπομένων ὑπαλλήλων, ἱκανώτατοι, ἐπιλεγέντες ἐπὶ τούτῳ τῷ σκοπῷ μόνον. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἱκανότης αὐτῶν καὶ τὰ φῶτα θὰ κατορθώσουν νὰ ἐπιφέρουν τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ἐγερθῇ παράπονον. Τοῦτο λέγων, ἀφήνω νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία διεχειρίσθη τὰ πράγματα, κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀνακοινώσω αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τονίσω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔσχον ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰργάσθησαν μετὰ ζήλου, μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ μετ’ ἀφοσιώσεως εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπεζήτησαν. Καὶ ὀφείλω νὰ σημειώσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ἡ ἐργασία των ὑπῆρξεν ἀξία πάσης ἐκτιμήσεως, ὑπῆρξε τόσον δυσχερής, τόσον πολυσχιδὴς ἡ ἐργασία, ἥτις ἐδόθη εἰς αὐτούς, ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατώρθωσαν μὲ ὅλας τὰς ἀτελείας, ἀληθῶς τιμᾷ αὐτούς, τιμᾷ καὶ τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθον, καὶ ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκφράσωμεν πρὸς αὐτούς, καὶ εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἀντελήφθην τὴν ἐργασίαν, καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς εὐχαριστίας διὰ τὸν ζῆλον, τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἀφοσίωσιν, μὲ τὴν ὁποίαν εἰργάσθησαν.
§41ΕΜ. ΠΑΠΑΔΕΡΟΣ. Ἔχετε λάθος. Δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν.
§42Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι εὔκολον νὰ ἐπικρίνῃ κανείς, ἀλλ’ εἶναι λίαν δυσχερές, νὰ ἐκτελέσῃ ἔργον, ἀνάλογον μὲ τὸ ἐπικρινόμενον. Βεβαίως ὑπῆρξαν ἀτέλειαι, βεβαίως ὑπῆρξεν ἀδυναμία νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς ὅλας τὰς ἀξιώσεις...
§43Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ἐργασία ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ προτιμήσεις.
§44Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν προσθέτετε τίποτε, διὰ τῆς ἐκδηλώσεως τῆς ἀντιθέτου γνώμης πρὸς τὴν ἐμήν, δὲν προσθέτετε τίποτε εἰς τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, ἐκφράζοντες γνώμην ἀλλοίαν πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω ἐγώ, διότι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσητε, παρὰ μόνον μεμονωμένως τὰς ἐνεργείας αὐτάς. Σεῖς ἐκτιμήσατε ἀπὸ ἓν γεγονός, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτιμήσητε, ἐὰν ἡ ἐνέργεια ὑπῆρξεν ἡ προσήκουσα καὶ ὁποῖος κόπος καὶ προσοχὴ κατεβλήθη, ἵνα ὑπάρξῃ ἡ ἐνέργεια, ἥτις ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ, ἔπρεπε νὰ ἔχητε ἐνώπιον ὑμῶν τὴν σωρείαν τῶν αἰτήσεων, τὰς ὁποίας εἶχον, καὶ τότε μόνον θὰ ἐκτιμήσητε τὰς δυσχερείας. Εἶναι εὔκολον, ἐπειδὴ εἴπετε: δώσατέ μου 100 ἢ 50 σάκκους, καὶ ἐπειδὴ δὲν σᾶς τὰ ἔδωκαν, νὰ λέγητε, ὅτι, ἀφοῦ δὲν μᾶς ἔδωκαν, βεβαίως προετίμησαν ἄλλον, ἀλλὰ διὰ νὰ λεχθῇ αὐτὸ καὶ νὰ λεχθῇ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι λέγει τὸ ἀκριβὲς καὶ ὄχι μὲ τὴν γνώμην, τὴν ἐκ τῆς ψυχικῆς ἐξεγέρσεως τῶν νεύρων ἐκφερομένην, διὰ νὰ λεχθῇ τοῦτο ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῆς πραγματικότητος, πρέπει νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἴδῃ τὸ σύνολον τῶν αἰτήσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑποβληθῆ εἰς αὐτούς. Πρέπει δὲ νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἂν πραγματικῶς ἀντικειμενική τις ἀνισότης ἔλαβε χώραν, καθ’ ὡρισμένην τινὰ περίστασιν, ἡ ἀνισότης αὕτη συνετελέσθη ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο, διότι καὶ αὐτοὶ ἐνήργουν ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ δημιουργηθῶσι φυσικὰ παρὰ τῶν προσώπων αὐτῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι, ὡς ἔργον συνειδήσεως, —οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην δύνανται νὰ τὴν ἔχωσιν— ἐκεῖνο, λέγω, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι, ὡς ἔργον συνειδήσεως, εἶναι νὰ εἴπω, ὅτι ἔκαμαν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωσι καὶ τὸ ἔκαμαν, ὄχι τυπικῶς ἐργαζόμενοι, ἀλλὰ ἀφοσιωθέντες εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Ὑπῆρξαν βεβαίως ἀτέλειαι καὶ μεγάλαι, ἀλλ’ αὗται δὲν ἀπευθύνονται εἰς αὐτούς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ γίνῃ δυνατὸν αἱ ἀτέλειαι αὗται νὰ λείψωσιν, εἶναι νὰ ἐπιτευχθῇ πληρεστέρα ὀργάνωσις τῶν πραγμάτων καὶ περὶ τούτου προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἐλπίζω δὲ ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ ἐκλείψωσι, κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατόν, αἱ ἀτέλειαι αὗται, αἱ ὁποῖαι εἶναι συμφυεῖς πρὸς ἔργον τοσοῦτον δυσχερές, τὸ ὁποῖον αἰφνηδίως ἐπεβλήθη εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον δι’ αὐτὸ οὐδένα προορισμόν.
§45Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ διατάξωμεν νὰ μείνωσι δύο ἑβδομάδας νήστεις, ἵνα φθάσωσι τὰ ἀτμόπλοια.
§46Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐστάλησαν εἰς τοὺς συμπολίτας σας.
§47Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ Γορτυνία δὲν ἔλαβε οὐδεμίαν ὀκᾶν. Αἱ κοινότητες μάλιστα συνῆλθον καὶ ὥρισαν ἀντιπροσώπους καὶ κατέβαλον χρήματα πρὸς ἀγορὰν σίτου, ὅστις νὰ διανεμηθῇ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς μεταξύ των.
§48Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δίδετε διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐξετάσω ἐν τῇ Βουλῇ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔλθητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ τὴν ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, παρὰ τῆς ὁποίας θὰ ζητήσω καὶ λόγον. Ἐντεῦθεν ὅμως ἤκουσα λεχθὲν παρὰ συναδέλφου, δὲν γνωρίζω ἂν ἐκ τοῦ Νομοῦ σας, ὅτι ἐδόθησαν προχθὲς διακόσιοι σάκκοι.
§49Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Μόνον αἱ κοινότητες Γραννίτσης καὶ Λαγκαδίων ἐζήτησαν καὶ εἰς αὐτὰς δὲν ἐδόθη οὐδὲ μία ὀκᾶ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος.
§51Α. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη ἡ ἔκθεσις καὶ τὸ νομοσχέδιον πρὸς σχηματισμὸν ἐπιτροπῆς διὰ τὴν προμήθειαν καὶ διανομὴν τροφίμων καὶ ἄλλων εἰδῶν, ἔχω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἐννεαμελὴς τοῦ Ἐμπορίου, ἐνισχύθη καὶ μὲ 27 ἕτερα μέλη, καὶ οὕτω, ἐκ 36 μελῶν ἀποτελουμένη, ἤρχισε τὰς ἐργασίας της μόλις χθές, διότι χθὲς διενεμήθη τὸ σχέδιον καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ σχεδίου νόμου. Ἐργασθεῖσα χθὲς καὶ σήμερον ἀνὰ τρίωρον, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της μέχρι τῆς τεταγμένης προθεσμίας, τῆς αὔριον. Διὰ τοῦτο παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι δὲν ἐπείγει τὸ πρᾶγμα τόσον πολύ, νὰ ἐγκρίνῃ παράτασιν τῆς προθεσμίας 48ωρον, διότι σκέπτεται νὰ ἐργασθῇ καὶ τὴν Κυριακήν, διὰ νὰ ὑποβάλῃ πλήρη τὴν ἔκθεσίν της τὴν Δευτέραν. Τὸ ζήτημα εἶναι πολύπλοκον καὶ διετυπώθησαν πλεῖσται γνῶμαι καὶ διαφωνίαι, ὥστε νὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ παράτασις.
§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§53Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ τελειώσωμεν τὴν Δευτέραν, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ ὑποσχεθῇ τοῦτο.
§54Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μέχρι τῆς Δευτέρας τὸ πολύ.
§55Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Ἐὰν δὲν κατορθωθῇ τοῦτο, καὶ ἤκουσα πολλοὺς δυσανασχετοῦντας διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ἦλθον πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ τελειοποίησιν τοῦ ἔργου αὐτῆς, ὥστε νὰ παρουσιασθῇ κάτι τὶ ἀνθρωπίνως ἄρτιον, τότε ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τριακονταεξαμελὴς θὰ μεταβληθῇ κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καζαντζῆς.
§57Κ. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Ἤκουσα, κ. Βουλευταί, πολλάκις, ὅτι οἱ ἰατροὶ δὲν πιστεύουν εἰς τὰ ἰατρικά, τὰ ὁποῖα δίδουν. Κατ’ ἀναλογίαν θὰ ἐπίστευον, ὅτι καὶ οἱ βουλευταί, θὰ εἶχον ἀρκετὸν σκεπτικισμόν, νὰ μὴ ἔχωσιν ἀρκετὴν πίστιν εἰς τὰ νομοθετήματά των. Συνάδελφοι πολλῆς πείρας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, νομίζουσιν, ὅτι ἡ ταχεῖα ψήφισις νομοσχεδίου τόσον σοβαροῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς ἀμέσους ἀνάγκας τῆς πείνης τῶν ἐπαρχιῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου νὰ δώσωμεν σῖτον καὶ ἄλευρα μὴ ὑπάρχοντα. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ διορθώσῃ τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας ἡ κατανομὴ τοῦ σίτου εἶχε μέχρι τοῦδε. Καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐγένετο εἶναι μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τὴν σωρείαν τῶν παραπόνων, δικαίων, λέγω ἐγώ, ἀδίκων λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§58Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ εἶπον ἀδίκων αἰτιάσεων κατὰ τῶν προσώπων τῶν ἀποτελεσάντων τὴν μέχρι τοῦδε ὑπηρεσίαν.
§59Κ. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακριθῶσιν.
§60Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι δυσχέρειαι, εἰς τὰς ὁποίας νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι τὰ πρόσωπα.
§61Κ. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ μία νέα ἐπιτροπὴ καὶ τεθῶσιν αἱ βάσεις ἐργασίας, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβῃ τὰ κακά, πολὺ σωστὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ γίνωνται αἱ ἐργασίαι ὀλίγον βραδύτερον παρ’ ὅ,τι εἰς τὰ ἄλλα νομοσχέδια.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι, ἐφόσον ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι βουλευταὶ ἐπιμένοντες νὰ ὁμιλήσωσι, θὰ ὁμιλήσωσιν.
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ἐπιτροπή, συνελθοῦσα, ἀνέπτυξε ζητήματα καὶ γνώμας, ποὺ δὲν τελειώνουν ποτέ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὔριον, ὁπότε λήγει ἡ προθεσμία καὶ νὰ μὴ ἀναμένωμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ βραδύνῃ.
§64Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Παραβιάζεται ὁ Κανονισμός.
§65Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Φρουρὸς τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ εἶσθε σεῖς, κ. Πρόεδρε. Οὐδεὶς Κανονισμὸς παραβιάζεται. Ὑπεβλήθη πρότασις, νομίμως ὑπογεγραμμένη, ὅπως ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου κηρυχθῇ ἐπείγουσα.
§66Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐτέθη μία πρότασις, δι’ ἧς ζητεῖται αὔριον νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον. Εἶχεν ἤδη ληφθῆ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, νὰ προσέξωσιν, ὅτι, ἐὰν λήξῃ ἡ προθεσμία, καὶ ἐὰν δὲν ἔχει προσαχθῆ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἑπομένως ἡ πρότασις περὶ ἀναγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει περιττεύει. Ἔρχεται τὸ ἕτερον ζήτημα: ἡ πρότασις περὶ προτάξεως. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν. Εἰς στιγμὴν δὲ καθ’ ἣν θὰ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, θὰ εἶναι τὸ πρῶτον. Ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα: ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ δώσῃ τὴν μέχρι τῆς Δευτέρας αἰτουμένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς παράτασιν ἢ ὄχι; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα λήξῃ τὸ ζήτημα, διότι δὲν πρέπει νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ, ὅπως τεθῇ προθεσμία εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας; (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως παρέλκει.
§69Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὴν Δευτέραν θὰ εἶναι πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, εἴτε ἔλθει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε δὲν ἔλθει.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§71Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα, κ. Βουλευταί, προηγουμένως τὴν πληροφορίαν παρὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ προσφώνησις αὐτοῦ πρὸς τὸ Στέμμα, κατὰ τὴν σημερινὴν αὐτοῦ ἐμφάνισιν, ἡ προσφώνησις, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη πρὸ μικροῦ πρὸς ἡμᾶς, ἐγένετο ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν συνεργασίᾳ αὐτῆς μετὰ τοῦ Προεδρείου. Ὡς ἦτο δὲ ἑπόμενον, ἔλαβον καταφατικὴν ἀπάντησιν. Ἐζήτησα ἤδη τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς προσφωνήσεως τοῦ Προεδρείου πρὸς τὸ Στέμμα, τῆς προσφωνήσεως, ἡ ὁποία πρὸ μικροῦ ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου πρὸς τὴν Βουλήν, γεννᾷ ζήτημα θεμελιῶδες κοινοβουλευτικῆς τάξεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω καθῆκον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, ὁμιλῆσαν, ὡς ὡμίλησε πρὸς τὸ Στέμμα, εὑρίσκεται ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἁρμοδιότητος. Καὶ ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἀκολουθίαν, ἡ ὁποία συνέπραξεν εἰς τὴν συγκρότησιν τοιούτου περιεχομένου προσφωνήσεως, δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ ὀρθῷ καὶ τῷ προσήκοντι. Τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Προεδρείου, ἐμφανιζομένου ἐνώπιον τοῦ Στέμματος, ἵνα ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, κατὰ τὰ θεμελιώδη κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, τὰ ἁπανταχοῦ ἰσχύοντα, ὅπου ὑπάρχει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὰ καθήκοντα, λέγω, καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα εἶναι καθαρῶς τυπικά. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀναγγέλλει ἁπλῶς τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος πρὸς τὸ Στέμμα, ἐπεκράτησε δὲ ἡ ἐθιμοτυπία ἵνα, σὺν τῇ ἀναγγελίᾳ ταύτῃ, διαβιβάζῃ καὶ τὰς εὐχὰς πρὸς τὸ Στέμμα ὁλοκλήρου τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’ οὐδέποτε οὐδαμοῦ παρετηρήθη, οὐδέποτε οὐδαμοῦ ἀνεγνωρίσθη δικαίωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ διαβιβάζῃ καὶ νὰ ἐκφράζῃ γνώμας πολιτικὰς ἐπὶ τῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπησχολήθη ἢ πρόκειται νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα εἰς διατύπωσιν πολιτικῶν προγραμμάτων. Τὸ κείμενον, τὸ πρὸ μικροῦ ἀναγνωσθὲν πρὸς ἡμᾶς, τὸ ὁποῖον — ἂς εἴπω ἐν παρόδῳ — οὐχὶ ὀρθῶς, οὐδὲ συμφώνως πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς εὐλαβείας, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, πρὶν ἀνακοινωθῇ εἰς ταύτην, ἀνεκοινώθη διὰ τῶν ἐφημερίδων, τὸ κείμενον, λέγω, τῆς προσφωνήσεως, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνεγνώσθη πρὸς ἡμᾶς, δὲν ἐκφράζει ἁπλῶς γνώμας πολιτικάς, ἀλλὰ διατυπώνει πρόγραμμα πολιτικόν. Ἐκφράζει γνώμας καὶ κρίσεις περὶ τῆς μέχρι τοῦδε πολιτικῆς, διαγράφει τὴν ἐνεστῶσαν πολιτικήν, καὶ τι πλέον διαγράφει τὴν ἐφεξῆς πολιτικήν. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, τὸ ἄτοπον, τοῦτο εἶναι τὸ ἀντικανονικόν, τοῦτο εἶναι τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν, τοῦτο εἶναι τὸ πρωτοφανὲς διὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, εἰς διατύπωσιν τοιούτων πολιτικῶν ἰδεῶν πρὸς τὸ Στέμμα κατὰ τὴν παρουσίασιν αὐτοῦ, ὅπως ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς. Ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ἑκάστοτε Κυβέρνησιν, εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, νὰ συμπράττῃ καὶ συνεργάζεται μὲ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἰς διατύπωσιν πολιτικῶν προγραμμάτων διὰ τῶν ἐπὶ τοιαύτῃ εὐκαιρίᾳ πραφωνήσεων καὶ ἀντιφωνήσεων ἐνώπιον τοῦ Στέμματος. Ὑπάρχει, Κύριοι, καθεστὼς κοινοβουλευτικόν, ἀδιατάρακτον πανταχοῦ διαμεμορφωμένον, καὶ παρ’ ἡμῖν ἄχρι τοῦ νῦν, καθεστώς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν εὐκαιρίαν ἡ Βουλή, νὰ ἐπικοινωνῇ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Στέμμα καὶ νὰ ἀκούῃ διὰ τῶν Βασιλικῶν χειλέων τὰς κυβερνητικὰς γνώμας καὶ νὰ διαβιβάζῃ δι’ ὡρισμένης ὁδοῦ τὰς ἰδίας αὐτῆς πολιτικὰς πεποιθήσεις. Ἀλλὰ τὸ καθεστὼς τοῦτο, ἡ ὁδὸς αὕτη, δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν, οὐχὶ προσηκόντως, προείλετο ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν ὤφειλεν νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἄλλη, ἀγνοῶ δὲ διὰ τίνας λόγους — ἀλλ’ οὐδὲ προτίθεμαι νὰ ἐλέγξω τὸ πρᾶγμα ἐν τῷ παρόντι — δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν ταύτην ὁδόν. Καὶ εἰς ἐποχήν, οὑτωσεὶ κρίσιμον, καὶ ὑπὸ περιστάσεις τοσοῦτον σπουδαίας, ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, ὄχι μόνον ἐξωτερικήν, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικήν, ἡ Βουλὴ αὕτη, ἡ πρώτη κατ’ οὐσίαν Βουλὴ τῆς μεγεθυνθείσης Ἑλλάδος, ἔκαμεν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἄνευ Βασιλικοῦ λόγου. Ἐὰν ἡ ἔναρξις τῆς Βουλῆς αὐτῆς διὰ Βασιλικοῦ λόγου ἐκρίνετο προσήκουσα, ὁμιλῶ δὲ οὕτω, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν προτίθεμαι τὸ παράπαν νὰ ἐλέγξω τοὺς λόγους δι’ οὓς τὴν ὁδὸν αὐτὴν ἀπέκρουσεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁμιλήσῃ διὰ τοῦ Στέμματος πρὸς ἡμᾶς καὶ ἐκθέσῃ τὰς γνώμας αὐτῆς περὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος, θὰ ἐδίδετο δὲ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἡ εὐκαιρία νὰ διατυπώσῃ ἐν πάσῃ εὐρύτητι καὶ μετὰ ἐλευθέραν συζήτησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὰς γνώμας αὐτῆς, καὶ νὰ ἀπαντήσῃ πρὸς τὸ Στέμμα. Αὐτὴ καὶ μόνη εἶνε ἡ ὁδός, ἡ καθιερωμένη ὑπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πολιτικῆς ἐπικοινωνίας τοῦ Στέμματος, ὡς φορέως τῶν κυβερνητικῶν ἰδεῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Εἶναι ἡ ὁδός, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν, εἶναι ἡ ὁδός, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, εἶναι ἡ μόνη ὁδός, ἥτις καθιστᾷ ἐνήμερον τὸ Στέμμα τοῦ συνόλου τῶν ἰδεῶν, αἵτινες εἴτε ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, εἴτε ὑπὸ τῆς μειοψηφίας, εἴτε ὑπὸ μεμονωμένων ἀτόμων διατυποῦνται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἀλλ’ ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν προείλετο ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὁδὸς ἀντικανονική, ἀκόμη θὰ προσέθετον ἀναιρετικὴ τῶν πολιτικῶν ἐγγυήσεων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, νὰ διέλθω τὴν διάνοιάν τινος ἐξ ὑμῶν, ὅτι θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῶν δηλώσεων τοῦ Προεδρείου. Δὲν ἐγείρω ἤδη ζήτημα τοιούτων ἢ τοιούτων φράσεων, τοιούτου ἢ τοιούτου περιεχομένου τῶν δηλώσεων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐμφανίσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλω νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, ἀρχῆς πολιτικῆς. Καὶ ἡ ἀρχὴ ἡ πολιτικὴ εἶναι αὕτη, ἐπαναλαμβάνω. Ἀμφισβητῶ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πολιτεύματος, τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως νὰ ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, νὰ διατυποῖ γνώμας πολιτικάς, εἴτε ἰδίας ἑαυτοῦ, εἴτε νὰ γίνεται φορεὺς τῶν πολιτικῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπικοινωνῇ μετὰ τοῦ Στέμματος καὶ ἐξαγγέλλῃ πολιτικὰ προγράμματα διὰ μέσου τοῦ Προεδρείου, ἐμφανιζομένου πρὸς ἀναγγελίαν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος. Εἶναι ἄρα ζήτημα ἀρχῆς, ἀρχῆς πολιτικῆς, ζήτημα ἀφορῶν τὰς σχέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, πρὸς τὴν Βουλήν, ὡς ὄργανον, ὡς Σῶμα πολιτικόν. Εἶναι ζήτημα, ἀφορῶν τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ζήτημα ἀφορῶν τὴν θέσιν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκλεκτοῦ αὐτῆς εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν της. Καὶ ἐπὶ ζητήματος τοιαύτης φύσεως, τοιαύτης πολιτικῆς σπουδαιότητος, ἐπὶ ζητήματος ἀφορῶντος αὐτὸ τοῦτο τὸ πολίτευμα, αὐτὰς τὰς προνομίας τῆς Βουλῆς, αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν θέσιν τοῦ Στέμματος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο —διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ παρόντος Προεδρείου τῆς Βουλῆς, περὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, περὶ τῶν σημερινῶν γεγονότων — ἐπὶ ζητήματος, λέγω, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατόν, ἀπαρατήρητον παρερχόμενον, νὰ δημιουργήσῃ κακὸν προηγούμενον, ἐπὶ τοιούτου ζητήματος ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ, εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἀπευθύνω τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην διὰ τὰ γενόμενα κατὰ παράβασιν τῶν κοινοβουλευτικῶν νομίμων, κατὰ παράβασιν τοῦ Πολιτεύματος.
§72Σ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴθισται, κατὰ τὴν προσφώνησιν τοῦ Προέδρου πρὸς τὸν Ἄνακτα, ὅπως ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς, νὰ ἐκτίθενται καὶ αἱ κρατοῦσαι παρὰ τῇ πλειοψηφίᾳ τῆς Βουλῆς γνῶμαι περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν σκοπεῖ τὸ Σῶμα νὰ ἀκολουθήσῃ. Ὡς ἀπόδειξιν τούτου πειστικὴν ἔχω νὰ προσαγάγω προσφώνησιν, γενομένην παρὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν χρόνον καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας διετέλει Ὑπουργός. Ζητῶ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ ἀναγνώσω τὴν προσφώνησιν ἐκείνην.
§73Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον πάντοτε τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχω σήμερον.
§74Σ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ προσφώνησις ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγεγνώσκει τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα, τότε, προσφώνησιν).
§75Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καθόλου, ἀποβλέπων εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν συγκρότησιν αὐτῆς, ἀνέμενον οὐσιαστικὴν δικαιολογίαν τοῦ πράγματος. Ἀντὶ τούτου, γνώμη μὲν οὐσιαστικὴ οὐδεμία διετυπώθη, ἐπεζητήθη δὲ ἡ στήριξις τοῦ νῦν γενομένου εἰς ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἐγένετο, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δικαιολογίαι τοιαύτη πολιτικῶν γνωμῶν, πολιτικῶν γνωμῶν τοσοῦτον θεμελιωδῶν, διὰ τῆς ἄνευ οὐσιαστικῆς ἐκφράσεως γνώμης ἐπικλήσεως ἑνὸς προηγουμένου, ἐπιχείρημα τοιοῦτον, χαρακτηρίζεται παρὰ τοῖς λογικευομένοις διὰ φράσεως, ἣν δὲν προτίθεμαι νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ φόβου παρεξηγήσεων. Δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἡ δικαιολογία ὑπῆρξεν ἄστοχος, κατὰ τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν. Ἄστοχος, κατὰ τύπους, διότι καὶ αὐτὴ ἡ τοῦ προηγουμένου ἐπίκλησις δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ σήμερον συμβάν. Διατυποῦνται γνῶμαι πολιτικαὶ καὶ διατυποῦται πρόγραμμα πολιτικόν, περὶ τοῦ παρελθόντος, παρόντος καὶ μέλλοντος εἰς τὸ κείμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἐν τῷ κειμένῳ ἐκείνῳ, τῆς προσφωνήσεως πρὸς τὸ Στέμμα, ἔχομεν ἔγκρισιν προηγουμένης πολιτικῆς, ἔχομεν οὐσιαστικὴν ἔγκρισιν πολιτικῆς ἐνεστώσης, ἔχομεν διαγραφὴν πολιτικῆς ἐπὶ θεμελιωδεστάτων ἐθνικῶν ζητημάτων τοῦ ἐφεξῆς μέλλοντος; Καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐρωτήσῃ τις: Τῆς προσφωνήσεως ἐκείνης τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σχέσιν καμμίαν πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὰς πεποιθήσεις μου, διὰ νὰ ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑπεραμυνθῶ τούτου, — ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὸ σημερινόν; Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχε σχέσιν, καὶ ἂν ἐταυτίζετο ἀκόμη τὸ τότε γενόμενον πρὸς τὸ νῦν, τίνα ἀξίαν ἔχει ἡ δικαιολογία; Ἄν τότε ἐγένετό τι ἄτοπον, ἔπεται ὅτι τὸ ἄτοπον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ νὰ αὐξηθῇ μάλιστα, κατὰ τοιαύτην κλίμακα; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν ἀναμένω τοιαύτας δικαιολογίας. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, τὴν οὐσιαστικὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν γνώμην τῶν συγκροτούντων τὴν Κυβέρνησιν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι τακτικὴ τοιαύτη, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θὰ διατυποῖ τὰ πολιτικὰ προγράμματα, θὰ διατυποῖ γνώμας περὶ τοῦ παρελθόντος, τοῦ πολιτικοῦ, γνώμας περὶ τοῦ ἐνεστῶτος, γνώμας περὶ τοῦ μέλλοντος, θὰ διατυποῖ, λέγω, πολιτικὰ προγράμματα, καὶ θὰ προκαλῇ ἐπὶ τούτων Βασιλικὰς δηλώσεις, διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἐμφάνισιν αὐτοῦ πρὸς τὸ Στέμμα, ἵνα ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἐγένετό ποτε ἕν ἄτοπον, τὸ ἄτοπον κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ, κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ ἐγκριθῇ ἄνευ κινδύνου αὐτοῦ τούτου τοῦ πολιτεύματος, ἄνευ κινδύνου τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ἀπεκδεχόμεθα ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ Κυβέρνησις, δι’ οὓς λόγους ἔκρινεν αὐτὴ καὶ τοὺς ὁποίους οὔτε ἤλεγξα, οὔτε προτίθεμαι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐλέγξω, ἐνόμισεν ὀρθὸν νὰ τηρήσῃ ἀπέναντι τοῦ Σώματος σιωπήν...
§76Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐτήρησε σιωπήν, ἔκαμε δηλώσεις.
§77Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπεριμείνατε, δὲν ἠθέλετε εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὲ διακόψητε.
§78Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἴπατε, ὅτι ἐτήρησε σιωπήν.
§79Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σιωπήν, θὰ ἴδητε ποῦ.
§80Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμιλήσασα, ἐτήρησε σιωπήν;
§81Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐτυχέστερος θὰ εἶσθε, ἐὰν ἐσιωπᾶτε.
§82Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ σεῖς, ἐὰν δὲν ἐλέγατε ὅ,τι λέγετε.
§83Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐτήρησε σιωπήν, λέγω, ἐπὶ τῶν ἐρωτημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτήν. Παρῆλθε δὲ ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν συνεδρίαν ἐκείνην, τὴν συνεδρίαν τῆς ἐμφανίσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν δηλώσεων αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι θεωρεῖ ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα τὴν συζήτησιν καὶ ποιεῖται ἔκκλησιν πρὸς τὸν πατριωτισμόν μου νὰ μὴ ἐπιμείνω εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ζητηθεισῶν πληροφοριῶν καὶ τὴν συζήτησιν. Καὶ ἐγώ, καθ’ ἥν εἶχον ὑποχρέωσιν, συνεμορφώθην πρὸς τὴν ὑπόδειξιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ συμμορφωθῶ καὶ θὰ συμμορφωθῶ. Συμβαίνει ἐν τούτοις κἄτι τι ἀπολύτως ἀνώμαλον, ἐλέγχω δὲ τὴν Κυβ)σιν, τηροῦσαν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος. Ἡ Κυβέρνησις ἐκτὸς μὲν τῆς Βουλῆς, ἄγεται ὑπὸ ἄλλων ἀντιλήψεων· προβαίνει εἰς δηλώσεις λεπτομερεῖς περὶ τῶν γενομένων, καὶ περὶ τῶν γενησομένων. Παραδίδει εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν τοῦ παγκοσμίου τύπου γνώμας καὶ κρίσεις καὶ μέτρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων τηρεῖ σιωπὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τοιουτρόπως δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ θέαμα νὰ συζητῶνται αἱ γνῶμαι καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν παγκόσμιον τύπον, ἐπισήμως, ἐγκύρως καὶ ὑπευθύνως διατυπούμενα, τὸ μόνον δὲ Σῶμα, τὸ ὁποῖον παραμένει ξένον ἀπὸ τοιαύτης συζητήσεως, νὰ εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον πρῶτον καὶ μόνον ἐδικαιοῦτο νὰ συζητῇ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἑπομένως, ἢ μᾶλλον ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως, ὀρθοῦται ἕν ἀδυσώπητον δίλημμα. Ἢ αἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς γενόμεναι δηλώσεις — τοιαῦται δὲ εἶναι καὶ διὰ τῶν συνεντεύξεων γενόμεναι, ἀλλὰ τοιαῦται εἶναι καὶ αἱ γενόμεναι πολιτικαὶ δηλώσεις διὰ μέσου τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Στέμμα, αἱ περιέχουσαι πολιτικὸν πρόγραμμα καὶ πολιτικὰς γνώμας — τιθέμεναι εἰς δημοσίαν συζήτησιν, εἶναι ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχομεν Κυβέρνησιν σφαλλομένην ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, ἔχομεν Κυβέρνησιν βλάπτουσαν ἐξ ἀμελείας τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα διὰ κακῆς διαχειρίσεως, ἢ ἀντιθέτως, ἄν λάβωμεν τὴν ἐκδοχήν, ὅτι ἡ τοιαύτη δημοσία συζήτησις, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα — καὶ ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς ταύτης συνηγορεῖ ἡ ἐξαιρετικῶς ἐπίσημος μορφὴ ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐγένοντο αἱ δηλώσεις — ἔχομεν τὴν Κυβέρνησιν κωλύουσαν τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀρνουμένην νὰ παράσχῃ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ ἀπῃτοῦντο πρὸς συζήτησιν καὶ σχηματισμὸν ὑπευθύνου γνώμης ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχομεν ἄρα Κυβέρνησιν ἐλλειπῆ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.
§84Γ. ΠΩΠ. Ὅταν, μετὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Ἀρκαδίας, ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως ἐπίσης ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ὁμιλήσω, ἵνα θίξω θέματά τινα, περιεχόμενα ἐν τῇ προσφωνήσει τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Στέμμα, καὶ ἐν τῇ ἀντιφωνήσει τοῦ Στέμματος, δὲν ἔπραξα τοῦτο ὁρμώμενος ὑπὸ καθαρῶς τυπικῶν λόγων, ὡς συνέβη μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀρκαδίας, διότι ἐκ τῆς προσφωνήσεως τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τῆς ἀντιφωνήσεως τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως προκύπτει ζήτημα πολὺ γενικώτερον τοῦ δικαιώματος ἢ τῆς ἐλλείψεως δικαιώματος τοιούτου παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅπως διὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς διατυποῖ πρὸς τὸ Στέμμα ἐν προσφωνήσει καταρτισμοῦ τοῦ Προεδρείου, ἐμφανιζομένου διὰ πρώτην φοράν, πολιτικὸν πρόγραμμα, πολιτικὰς ἀρχάς, διατυποῖ προσέτι πρόκλησιν εἰς ἐπικύρωσιν πολιτικῶν πράξεων, ἀναγομένων εἰς τὸ παρελθόν, πολιτικῶν προγραμμάτων, ἀναγομένων εἰς τὸ μέλλον. Εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια εἴθισται ὅταν ἐκφωνοῦνται λόγοι βασιλικοί, ἐνώπιον τῶν ἐθνικῶν ἀντιπροσωπειῶν, ἅμα τῇ καταρτίσει αὐτῶν, ἵνα ἐν ταῖς προσφωνήσεσι τῶν Προεδρείων πρὸς τὸ Στέμμα, διατυποῦνται καὶ ἀπανθίσματα τῶν λόγων τῶν Ἡγεμόνων, οἱ ὁποῖοι διατυποῦσι τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, γίνεται δὲ τοῦτο καὶ εἰς τὰ Κράτη ἀκόμη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ θέσις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν ἐπέχει τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι τῆς Ἑλλάδος, καθόσον, ὡς πάντες γνωρίζετε, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναπόσπαστον μέρος τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἀπὸ τῆς πλειονοψηφίας προέρχεται καὶ ταύτην ἐκπροσωπεῖ ἔν τε τῇ ἐσωτερικῇ διοικήσει τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ κατὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἐν γένει μορφήν. Συνεπῶς ἐν τῷ θέματι τούτῳ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας πολιτευτήν. Φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα, διὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ν’ ἀντικαταστήσῃ καὶ εὐρύτερον ἔτι τὸν Βασιλικὸν λόγον, τὸν ὁποῖον δὲν ἠθέλησε, δι’ ἀγνώστους ἡμῖν λόγους, νὰ ἐμφανίσῃ ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν τῆς περιόδου ταύτης. Εἶναι τοῦτο ἐπίσης εὐχάριστον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας, συμφώνως πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα διετύπωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἡμέραν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μετανοεῖ νῦν, διότι ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὴν πατριωτικὴν αὐτοῦ σκέψιν ὑπὸ τὴν ἔκκλησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἠρκέσθη νὰ ζητήσῃ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν προσκόμισιν ἐγγράφων...
§85Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα τὰ αὐτὰ εἶπον.
§86Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἴπετε τοῦτο. Εἴπετε ὅτι, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας ποιεῖται ἔκκλησιν πρὸς τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἀποτελούντων τὸ Συνέδριον τοῦτο, ἵνα μὴ μετάσχωσι τῶν συζητήσεων, εἴχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποχωρήσητε καὶ ὑπεχωρήσατε καὶ σήμερον ἐξεδηλώσατε μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐνῷ ἐπεκαλέσθη, ὅπως μὴ ἐπιμείνητε, τοῦ ὑμετέρου πατριωτισμοῦ, ἦλθον καὶ ὑπέβαλον νέον πολιτικὸν πρόγραμμα, διὰ τῆς προσφωνήσεως τοῦ Προεδρείου, καὶ προκαλοῦσι συζητήσεις ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου καὶ θέλουσι νὰ στερήσωσι τοῦ φωτὸς τὸ Κοινοβούλιον. Ἔρχεσθε καὶ ἀπευθύνετε μομφὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, αὐτὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα ἐγὼ πρὸ ἑβδομάδων, ὅταν, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπεκαλούμην τὸ φῶς καὶ ἡ ἀλήθεια νὰ ἀκουσθῶσιν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ οὐχὶ διὰ συνεντεύξεων, διδομένων εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὑπὸ τύπον ἀνευθύνου ὑπευθύνου, καὶ διὰ συζητήσεων γενομένων ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ἔνθα κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ ψεῦδος ἀτυχῶς καὶ ἡ συκοφαντία ἔχουσι τὴν πρώτην θέσιν. Ἐν τῷ θέματι συνεπῶς τούτῳ δὲν αἰσθάνομαι καμμίαν ἀφορμήν, ἵνα ἀπευθύνω μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν ταῖς προσφωνήσεσι ταύταις ἐνυπάρχει πολὺ μεγάλη ἔννοια, ἐνυπάρχει ἔννοια τοιαύτη, ὥστε θὰ λογισθῶ εὐτυχής, ἐὰν αἱ παρατηρήσεις μου δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἄρῃ τὰς παρεξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἴσως κακὴ θέλησις, ἐκ κακῆς ἴσως διατυπώσεως γενομένης, εἰς τὴν προσφώνησιν τοῦ Προεδρείου, ἠδύνατο νὰ δώσῃ νέας σκέψεις ἥκιστα ὠφελίμους διὰ τὸ Κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν πολίτευμα καὶ τὴν παράστασιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς τηρήσεως ἀκεραίων οὐχὶ τῶν συνταγματικῶν ὅρων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, οὐχὶ τῶν διατάξεων τῶν τυπικῶν τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου, ἀλλὰ τῶν ὅρων τῶν κοινοβουλευτικῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζονται αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδράζεται καὶ ἡ ἐλευθέρα θέλησις ἁπάντων ἡμῶν. Ἐν τῇ προσφωνήσει, τὸ Προεδρεῖον ἐπικαλεῖται τὴν μνήμην τοῦ Βασιλέως, ὅτι διὰ τῆς παρεμβάσεως Αὐτοῦ ἀπεσοβήθησαν οἱ ἐθνικοὶ κίνδυνοι, οἵτινες ἠπειλοῦντο διὰ τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ δίνῃ τοῦ Πανευρωπαϊκοῦ πολέμου. Καὶ λέγει τοῦτο τὸ Προεδρεῖον: «Παρακαλεῖ δὲ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ζωηρᾶς εὐγνωμοσύνης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι, διὰ τῆς ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου παρεμβάσεως Αὐτοῦ, ἐν κρισιμωτάτῃ περιόδῳ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν σταδιοδρομίας, ἀπεσοβήθη ὁ ἀπειληθεὶς κίνδυνος τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Πανευρωπαϊκῇ συρράξει». Εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσω ζωηροτέραν τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ παρεξηγησίμου τῆς φράσεως ταύτης; Καὶ δὲν ἀρκεῖ ὅτε ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐπισωρεύονται εὐθύναι ἐπὶ τὸν Ἀνεύθυνον, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης τολμῶντες, διὰ τῆς μεθόδου τὴν ὁποίαν δημιουργοῦμεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, τολμῶντες, λέγω, νὰ ἀντιταχθῶσι πολιτικῶς ἀντιμέτωποι τῆς ἀνευθύνου ἀρχῆς ἐν τῇ Χώρᾳ; Ὑπάρχει ἐν τῇ ἁγνῇ ἀντιλήψει, ἴσως μόνον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὡς συγκρότημα δὲν εἶναι τὸ κορύφωμα τῆς εὐλαβείας πρὸς τοὺς συνταγματικούς, πρὸς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς τῆς Χώρας. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι σκέψις ἀνήκουσα ἴσως εἰς μόνον ἐμέ. Ἡ Κυβέρνησις προσφάτως περιεβλήθη ὁλόκληρον τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ μορφῇ ἐν τῇ ὁποίᾳ παρίσταται. Ἀλλ’ ἡ μορφὴ αὕτη, ἡ συγκρότησις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως, παρέχει ἀτυχῶς εἰς ἐκείνους, οἵτινες εὑρίσκονται ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ οἵτινες, ὡς ἐγὼ, φρονοῦν ὅτι, οὐχὶ κοινοβουλευτικῶς εἶνε συγκεκροτημένη παρέχει, λέγω, τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνους, οἵτινες, μὴ φρονοῦντες ἴσως τοῦτο, ἀπὸ πεποιθήσεως, ἀλλ’ ἔχοντες πάντα λόγον τοιαῦτα ζητήματα νὰ ἐκμεταλλευθῶσι, νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν ἔχει μόνον αὐτὰς τὰς εὐθύνας, ἀλλὰ μερίζεται εὐθύνας τῆς ἀνευθύνου Ἀρχῆς. Ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας. Δὲν θὰ παύσω οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἐξαγγέλλω τοῦτο. Καὶ εἰς τὴν σκήτην, εἰς τὴν ὁποίαν μονάζω, τῶν πολιτικῶν μου ἰδεῶν, ὅσον καὶ ἂν εἶναι μικρὸν τὸ σήμαντρον, θὰ τὸ κρούω ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἐπικαλούμενος τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοβίου τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Εἰς τὴν προσφώνησιν τοῦ Προεδρείου ἐνυπάρχει τὸ σπέρμα τῆς δεινῆς παρεξηγήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μὴ τολμῶσα νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ ἀκεραίας, καθ’ ἣν εἶχεν ὑποχρέωσιν, τὰς εὐθύνας τῆς πολιτικῆς, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν συνεκροτήθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ Φεβρουαρίου, μέχρι τῆς ἐποχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν κυρίως ἀναφέρεται ἡ προσφώνησις αὕτη, δηλαδὴ τῆς ἐποχῆς τῆς προσκλήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου νῦν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἐπακολουθησάσης διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὁμιλεῖ περὶ παρεμβάσεως τοῦ Στέμματος, περὶ πρωτοβουλίας τοῦ Στέμματος, ὡς σώσαντος τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἀνακριβὲς τοῦτο. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς θὰ σωθῇ, θὰ σωθῇ διὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κυβερνᾷ ἡμᾶς. Αὕτη εἶναι ἡ εἰσηγηθεῖσα εἰς τὸ Στέμμα τὴν πολιτικὴν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ἡ προσφώνησις. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς — ὅπερ ἀπευχόμεθα πάντες — δὲν ὁδηγηθῇ πρὸς τὸ τέρμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν φάρον τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ἐλπίδων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ εὐθύναι ἀκέραιαι μόνον τὴν Κυβέρνησιν ταύτην θὰ βαρύνωσι, καὶ εὔχομαι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ μὴ ἀποβῶσι μόνον ἱστορικαὶ εὐθύναι. Ἐλπίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὴν ἀτέλειαν ταύτην τῆς προσφωνήσεως τοῦ Προεδρείου πρὸς τὸ Στέμμα, θὰ θελήσῃ, παρερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ συμπληρώσῃ. Θὰ θελήσῃ διὰ μίαν φοράν, — κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, τὴν πρώτην, — νὰ χωρίσῃ ἡ Κυβέρνησις αὕτη τῶν ἰδίων αὐτῆς εὐθυνῶν τὴν ἀνεύθυνον Ἀρχήν, τὴν ὁποίαν περιβάλλει ὁ θαυμασμὸς καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, καὶ διὰ τοῦτο τὴν θέλει κεχωρισμένην καὶ μακρὰν πάσης ταπεινῆς καὶ χυδαίας κομματικῆς διαπάλης, καὶ μακρὰν πάσης τεθωρακισμένης πολιτικῆς δειλίας.
§87Γ. ΤΖΕΤΖΟΣ. Αἰτίασις, Κύριοι, ἀπηυθύνθη κατὰ τοῦ Προεδρείου, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος, ὅτι κατὰ τὴν σημερινὴν παράστασίν του ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, διὰ τῆς ἐπιδοθείσης προσφωνήσεως, ὑπερέβη τὰ ἐσκαμμένα. Ἡ τοιαύτη αἰτίασις ἐκ βάθρων καὶ ἐκ διαμέτρου ἀντιτίθεται πρὸς τὰς ἀρχὰς ἁπάντων τῶν ἀποτελούντων τὸ Προεδρεῖον κ. κ. Βουλευτῶν, οἵτινες ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου πόθου ἐμφορούμεθα, ἵνα ἐν ὅλαις ταῖς ἐκφράσεσι φροντίζωμεν νὰ ἀνταποκρινώμεθα καὶ πρὸς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ ἡμετέρου κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ πρὸς τὰς εἰδικὰς ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ λαμβάνων ἀνὰ χεῖρας τὴν ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου πρὸς τὸν Βασιλέα ὑποβληθεῖσαν προσφώνησιν, καὶ ἑρμηνεύων ταύτην, θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ὑπερβασίαν προέβημεν. Διότι ἡ προσφώνησις αὕτη ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μέρη. Τὸ μὲν πρῶτον εἶναι ἐπισκόπησις καὶ ἐξιχνίασις τοῦ πνεύματος τῆς τελευταίας ἐκλογῆς, τὸ δὲ δεύτερον εἶναι συγκεφαλαίωσις τῶν λεχθέντων ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρηρμήνευσε τὸ αἴσθημα καὶ τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ Προεδρεῖον, ὅταν προσερχόμενον πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὑπέβαλεν εἰς Αὐτὸν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπεκρότησε τὴν πολιτικήν, τῆς ὁποίας ἡ ἀφετηρία ἄρχεται ἀπὸ τῆς 22ας Φεβρουαρίου; Εἶναι τοῦτο ἀλλοίωσις τοῦ φρονήματος ἡμῶν ὅλων; Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ὅτι διὰ τῆς προσφωνήσεως ἡμῶν ἀποδίδομεν ἐνεργὸν πολιτικὴν εἰς τὸν Βασιλέα, τοῦτο ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὀρθὴ ἀντίληψις τοῦ πράγματος, διότι τὸ γεγονὸς ὅτε ἡ ἀπὸ τῆς 21ης Φεβρουαρίου νέα περίοδος πολιτικῆς ἐσημειώθη διὰ μιᾶς ῥιζικῆς διαφωνίας τῆς τότε Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Στέμμα, τὸ γεγονὸς τοῦτο, λέγω, ἔδωκε τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὴν ἐσφαλμένην ἀντίληψιν, ὅτι τὸ Στέμμα ἀσκεῖ πολιτικήν, ἐνῷ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἀσκεῖται ὑπὸ τῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἑκάστοτε ὑπευθύνως κυβερνησάντων τὴν Χώραν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τῆς προσφωνήσεως, ἔναυλοι ἔτι εἶναι οἱ λόγοι οἱ λεχθέντες ἐπὶ τῆς διεξαχθείσης ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικῆς συζητήσεως. Ἐγένετο, ὡς γνωστόν, ἐνταῦθα εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῆς καταστάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως, προέβησαν εἰς σχετικὰς δηλώσεις. Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς παρουσιάσεως τοῦ Προεδρείου ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ἐνεφυλοχώρησεν ἱκανὸν διάστημα καθ’ ὃ ἐγένετο ἡ ὡς εἴρηται πολιτικὴ συζήτησις, ἐθεώρησε καθῆκον τὸ Προεδρεῖον ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα τὸ πόρισμα τῆς πολιτικῆς συζητήσεως. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ αἱ γενόμεναι δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, θ’ ἀποδειχθῇ, ἡλίου φαεινότερον, ὅτι τὸ δεύτερον μέρος τῆς προσφωνήσεως τοῦ Προεδρείου οὐδὲν ἄλλο ἐκφράζει ἢ συνοπτικῶς τὴν θέλησιν καὶ γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπὸ τοιαύτης ἀντιλήψεως πέποιθα, ὅτι αἱ καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις εἶναι ἀβάσιμοι καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ περιβάλλῃ τὸ Προεδρεῖον διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της, ἐν τῇ ἑδραίᾳ πεποιθήσει ὅτι τὸ Προεδρεῖον θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐκτελῇ ἀείποτε προσηκόντως τὰ καθήκοντά του. (Χειροκροτήματα)
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§89Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται, Κύριοι, ἐνώπιον δύο καταγγελιῶν. Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν, ἐξενεχθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ἀφορᾷ οὐχὶ ἀπευθείας τὴν Κυβ)σιν, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ Προεδρεῖον, τὸ διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν ἐκλεγέν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἤλεγξε τὸ Προεδρεῖον, διότι, ἐν ἐπικοινωνίᾳ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, προέβη εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς προσφωνήσεως πρὸς τὸ Στέμμα. Ὁ ἕτερος ἐκ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, τῶν προλαλησάντων, ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν, ἠρνήθη νὰ κατακρίνῃ τὸν τύπον τῆς προσφωνήσεως, ἀλλὰ κατέκρινε ταύτην κατ’ οὐσίαν. Ἐνῷ ὁ πρῶτος, ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, δι’ ἐκείνων τὰ ὁποῖα διετύπωσεν, ἐφάνη συμφωνῶν κατ’ οὐσίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατ’ οὐσίαν πρὸς τὸ Προεδρεῖον διὰ τὸν τρόπον τῆς διατυπώσεως τῆς προσφωνήσεως. Εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ἀπήντησε, νομίζω, ἐπαρκῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπικαλεσθεὶς ἕν προηγούμενον πρόσφατον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐνείχετο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας, διατελῶν τότε μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξελέγει τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον διετύπωσε τὴν τότε πρὸς τὸ Στέμμα προσφώνησιν. Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἠθέλησε ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὑπογραφήν του. Ὅταν ἐπεδείχθη αὐτῷ ἡ προσφώνησις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατέκρινεν ὡς ἄτοπον τὴν ἄρτι ἀναγνωσθεῖσαν πρασφώνησιν παρὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς καὶ κατέκρινεν ἑαυτόν, προβάλλων, ὅτι τὸ προηγούμενον ἄτοπον εἰς τὸ ὁποῖον μετεῖχεν ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας, δὲν δικαιολογεῖ τὸ ἄρτι γενόμενον. Φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἠδίκησεν ἑαυτόν, τοιαῦτα λέγων ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δὲν διετέλει ὑπὸ κηδεμονίαν, ὅταν συνέπραττεν εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον ἐποιήσατο καὶ τὴν τότε γενομένην προσφώνησιν. Ὑπεῖχεν ἀναμφισβητήτως πλήρη τὴν εὐθύνην διὰ τὰ τότε πεπραγμένα, οὐδὲ δύναται, ἀρνούμενος τὴν ὑπογραφήν του, ν’ ἀποφύγῃ τὴν εὐθύνην ταύτην. Εἶναι σφάλμα, ὅτι μεγαλείτερον ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀρκαδίας. Ἐν τῇ ὁρμῇ του, ὅπως κατακρίνῃ πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς, διότι δὲν ἐτόλμησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, ἐλησμόνησε τὰ παρ’ αὐτοῦ πεπραγμένα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντιποιεῖται τὸ ἀλάθητον, ἀλλὰ φρονεῖ, ὅτι ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη, ἡ ὁδὸς, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικοινωνήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρὸς τὸ Στέμμα, ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑποδεικνύει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἐκφώνησιν βασιλικοῦ λόγου κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Περιόδου. Ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη τὸ Προεδρεῖον, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη ἡ Βουλή, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, ἡ προσφώνησις, ἡ ὁποία διετυπώθη ἐνώπιον τοῦ Στέμματος, τῇ συμπράξει τῆς Κυβερνήσεως, — διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίσῃ τις τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Προεδρεῖον—ἡ προσφώνησις, λέγω, ἐκείνη, ἡ ὁποία διετυπώθη ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἥρμοζεν ἐκ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Καὶ πότε ἤθελεν ἡ Βουλὴ εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως διατυπώσῃ τὰς γνώμας ἐκείνας, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ἀπεμπολήσῃ, τὰς γνώμας ἐκείνας, τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, ὄχι μόνον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ὁποῖον πλημμυρεῖ τὴν προσφώνησιν τοῦ Προεδρείου πρὸς τὸ Στέμμα; Κατακρίνει ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὡς ἀντικοινοβουλευτικούς· ἀλλ’ αὐτὸς οὗτος ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξεν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, εἶναι ἀντικοινοβουλευτικός. Πῶς ἐπετράπη, μάλιστα, ὄχι ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ὅλοι αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἀκούσωμεν ὅσα ἐλέχθησαν καὶ τὰς κατακρίσεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, πῶς ἐπετράπη νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον, διότι ἡ συζήτησις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς πάσας τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ οὕτω ἀντικοινοβουλευτικῶς τεθέντος ζητήματος, παραφόρως κατὰ κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ τεθέντος ζητήματος, εἶναι, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἀπέναντι τῆς οὐσίας, οἱ τύποι δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἀξίαν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀρχήν, ὅτι, ὁσάκις ἐγκαλεῖται, ὀφείλει ἀμέσως νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον, ὑπέχουσα τὰς εὐθύνας τῆς πολιτείας αὐτῆς. Ἐντεῦθεν παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὴ ἐκπλήττεσθε ἄν, μετὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἕτερον μέλος αὐτῆς, λαμβάνῃ τὸν λόγον, ὅπως ἀποκρούσῃ τὰς ἀσυστόλους μομφάς, τὰς ἐκτεθείσας παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν, καὶ ἀξιότιμος φίλος μου, εὐηρεστήθη νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν σχετικῶς μὲ τὴν διατύπωσιν τῆς προσφωνήσεως. Τὴν καταγγελίαν ταύτην ἀναλαμβάνω ἐγὼ προσωπικῶς, καὶ τὴν κατηγορίαν ταύτην ἀναλαμβάνω νὰ ἀποκρούσω προσωπικῶς, διότι, ἐν τῇ συμπράξει τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Στέμματος, μετεῖχον καὶ ἐγώ. Ἐγένετο ἡ προσφώνησις πρὸς τὸν Ἄνακτα, τὴν ὁποίαν ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ δώσῃ αὕτη ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ψαρῶν νὰ διατυπώσῃ τὰς κατακρίσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσε. Ἂν ἡ προσφώνησις αὕτη, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν Βασιλέα, ἀναφέρῃ ὅτι διὰ τῆς, ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, ἐνασκήσεως τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος, τῆς διαλύσεως, ἀπεσοβήθη ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἠπείλει τὴν Πατρίδα, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἀπεβάλομεν τὴν ἰδίαν εὐθύνην, διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος, ὅτι τὴν ἰδίαν ἡμῶν εὐθύνην ἠθελήσαμεν νὰ ἐπιρρίψωμεν εἰς τὸ Στέμμα, ἀλλὰ ἠθελήσαμεν μᾶλλον ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν ὕβριν, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, (χειροκροτήματα), εἰς τὴν ὕβριν, λέγω, τὴν ἀπευθυνθεῖσαν κατ’ αὐτοῦ τοῦ Στέμματος, κατ’ Αὐτοῦ τοῦ ἐνδόξου Βασιλέως ἡμῶν. Καί, ὠφείλαμεν οὕτω καὶ ἐν τῇ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, διατυπωθείσῃ προσφωνήσει τοῦ Προεδρείου, ὠφείλαμεν νὰ ἐξάρωμεν τὸ ἔργον Αὐτοῦ, τὸ ἔργον τῆς διασώσεως τῆς Πατρίδος, τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τελείας καταστροφῆς αὐτῆς; δὲν ἐπρόκειτο δὲ διὰ τῆς τοιαύτης διατυπώσεως τῆς προσφωνήσεως, τὰς κενὰς καὶ γελοίας εὐθύνας νὰ τὰς ἐπιρρίψωμεν εἰς τὸ Στέμμα, ἐπρόκειτο νὰ ἐξάρωμεν ἀκριδῶς τὸ ἔργον τοῦ Βασιλέως ἡμῶν, ἐπρόκειτο νὰ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην, διότι ἔχομεν ἀπέναντι Αὐτοῦ καὶ ἀπέναντι τοῦ ἔργου καὶ τοῦ καθήκοντος Αὐτοῦ πρὸς τὴν Πατρίδα ὅλας ἐκείνας τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας καθημερινῶς ὑφίσταται καὶ ὑφιστάμεθα πάντες. Δὲν ἐδίστασε οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, μεθ’ ὅλας τὰς ἀπειλὰς τὰς ἐπεγερθείσας ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Θρόνου, χάριν τῆς Πατρίδος, νὰ ριψοκινδυνεύσῃ καὶ αὐτὸ τὸ Στέμμα. Τοιαύτη εἶναι, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἡ ἔννοια τῆς παρεμβολῆς τοῦ Στέμματος σχετικῶς μὲ τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως. Δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὸ νὰ ἐπιρρίψωμεν ἐπὶ τὸν Βασιλέα τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων ἡμῶν. Καὶ ἡ μὲν νῦν ἀντιπροσωπεία ἐπεκρότησε, μετὰ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ διὰ τῆς συνταγματικῆς ἐξασκήσεως τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος τελεσθέν. Ἂν εὑρισκώμεθα ὑπὸ στενοχωρίας, ἂν ὑφιστάμεθα πιέσεις, ἂν αἱ πιέσεις αὐταὶ αὐξήσωσιν εἰς τὸ μέλλον, δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ προείπωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐξέλθῃ ἀλώβητος, ἀρτία καὶ ἀκεραία ἐκ τοῦ κλύδωνος, ὁ ὁποῖος συνταράσσει ὁλόκληρον τὴν Ὑφήλιον.
§90Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι διὰ κριτολογίας νὰ κάμω κατάχρησιν τῆς εὐμενείας, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ μὲ ἠκροάσθη. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐκπροσωποῦντος τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω, ὅτι δὲν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς ἐμὲ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθην. Εἶπεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργός, κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, ἵνα ρυθμίσω προσηκόντως τὰς σχέσεις μου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν, πῶς μοὶ ἐπετράπη ὁ λόγος ἀντικανονικῶς, ἐνῷ ἡ συζήτησις δῆθεν, τὴν ὁποίαν ἤγειρα, ἀντίκειται εἰς ὅλα, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὅσα εἶπα, εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἐπιθυμῶ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ νομισθῇ κἄν, ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ παρασύρω τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἰς συζήτησιν ἀντικανονικήν, διότι πάντοτε ἐσεβάσθην ἀπολύτως, ὄχι μόνον τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν δικονομίαν, ἡ ὁποία διέπει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὰς πράξεις ἡμῶν, διὰ τὴν προσήκουσαν τῶν ἔργων μας διεξαγωγήν, ἐπὶ τοσοῦτον μᾶλλον, ὥστε πολλάκις δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω χρῆσιν δικαιωμάτων τινῶν, δευτερευούσης σημασίας, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ παρεμβάλω δυσχερείας εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ Σώματος, χάριν τῶν σπουδαιοτέρων. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι ρηταὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐπέτρεπον τοιαύτην συζήτησιν καὶ αἱ ὁποῖαι, ὅταν τοιαύτας ἔχω πεποιθήσεις περὶ ζητημάτων θεμελιώδους πολιτικῆς σημασίας, μοὶ ἐπέβαλλον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει, ἄριστα βεβαίως, ὅτι ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5, νομίζω, τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τοῦ Στέμματος, ἀναγγέλλει τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος. Ὅταν δὲ τὸ Προεδρεῖον ἀναγγέλλει ἡμῖν σήμερον, ὅτι ἐξεπλήρωσε καὶ πῶς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον τοῦτο, ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐξετασθῇ: ἡρμηνεύθη προσηκόντως κατὰ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ὑπαγορευομένην καὶ ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν ἐπιβαλλομένην, ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ; Καὶ ἐπὶ τούτου ἔλαβον τὸν λόγον. Καὶ μίαν ἄλλην ἀκόμη ἐξήγησιν ἔχω νὰ κάμω διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ ἡ ἐγερθεῖσα παρ’ ἐμοῦ συζήτησις, καίτοι σαφῶς ἐξεφράσθην καὶ εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθιξα, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑποχρέωσίν μου ἐθεώρησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, ζήτημα πολιτικόν, ζήτημα θεμελιώδους κοινοβουλευτικῆς τάξεως. Προστίθημι ἤδη ἐκ περισσοῦ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ὑπεραμυνθῶσι τῶν συγκροτούντων τὸ Προεδρεῖον προσώπων. Μόνον δὲ παρεξηγῶν τις τὴν σπουδαιότητα καὶ τὸν σκοπὸν τῆς γενομένης συζητήσεως, θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ ἐγειρόμενον ζήτημα προσωπικὸν περὶ τῆς θέσεως τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, καὶ εἰδικώτερον ἀπέναντι τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ εἰδικώτερον ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος, ὑπὸ τίνας συνθήκας κοινοβουλευτικῆς πρακτικῆς καὶ ἀντιλήψεως ἐκλέγεται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι Πρόεδρος ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς. Καὶ ἐκεῖ ὅπου τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου εἶναι ζήτημα πολιτικόν, ὡς παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ἐκλέγεται μὲν οὗτος ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ὑπὸ τοῦ ἐπικρατοῦντος κόμματος, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ὅμως τῆς ἐκλογῆς του δὲν εἶναι Πρόεδρος τῆς πλειοψηφίας, εἶναι Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἀπολαύει ἀδιακρίτως τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Θεωρήσας καθῆκόν μου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθην, νομίζω ἤδη, ἐπιβαλλομένην ὑποχρέωσίν μου νὰ διαδηλώσω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Σώματος καὶ ἐν γένει τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔδωκε τοιαῦτα μέχρι τοῦδε δείγματα καὶ διοικήσεως, καὶ εἰλικρινείας, καὶ εὐθύτητος, ὥστε ἀπολαύει ἀδιακρίτως τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. (Εὖγε, χειροκροτήματα).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§92Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς προσφωνήσεως τοῦ Προεδρείου πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα, ἐθίχθη ζήτημα πολιτικόν. Πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων γεγονότων, τὰ ὁποῖα διεδραματίσθησαν καὶ εἰς τὴν ἐξέλιξιν αὐτῶν, διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν ψυχολογίαν τῆς προσφωνήσεως τοῦ Προεδρείου, προσφωνήσεως, ἡ ὁποία μᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἠμύνθη, οὕτω προσφωνῆσαν, αὐτῆς τῆς ὑποστάσεως τοῦ πολιτεύματος, αὐτῆς τῆς ὑποστάσεως τῆς Βουλῆς. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Φεβρουαρίου, ὅτε ἐνεφανίσθη μία διάφορος ἐξέλιξις τῆς ἐξωτερικῆς καταστάσεως, ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τὸν λαὸν μία τῶν πολιτικῶν ὁμάδων κατῆλθεν ἄνευ ἀρχηγοῦ καὶ κατῆλθεν ἄνευ ἀρχηγοῦ ἴσως διὰ νὰ μὴ ἐκδηλωθῇ τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐζητεῖτο ἀπὸ τὸν λαόν νὰ ἐπιψηφισθῇ. Ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ τῆς 31ης Μαΐου μᾶς ἐμφανίζει ἐκλογὴν βουλευτῶν, κατερχομένων ἄνευ ἀρχηγοῦ, ἄνευ πολιτικοῦ προγράμματος. Ἡ πλειονοψηφία ἐδόθη εἰς τὴν ὁμάδα αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ ὁμὰς αὐτὴ δὲν εἶχε σαφῆ ἐντολὴν παρὰ τοῦ λαοῦ ποίαν πολιτικὴν πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἑπομένως καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς εὑρίσκετο εἰς τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς ἀπορίαν. Ὅτε ὁ ἀναλαβὼν τότε τὴν πρωθυπουργίαν ἐζήτησε νὰ ἐπιφέρῃ μίαν μεταλλαγὴν τῆς ἐξωτερικῆς καταστάσεως καὶ ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ὁ Βασιλεὺς οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν, εἰ μὴ τὸ συνταγματικὸν Αὑτοῦ καθῆκον, τοῦ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν λαόν, ἂν ὁ λαὸς θέλῃ τοῦτο. Ἐπῆλθεν ἀποχὴ τῆς ὁμάδος ἐκείνης καὶ ἀποτελοῦμεν σήμερον μίαν Βουλήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν λείπει μία πολιτικὴ μορφὴ καὶ ἡ ὁμάς, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ αὐτήν, ἀλλὰ πρὸς ἡμᾶς ἐδόθη ρητὴ παρὰ τοῦ λαοῦ ἐντολή, τοῦ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τοῦ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, πολιτικήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τοῦ ἀνευθύνου Ἄρχοντος, εἶναι πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ τῶν Κυβερνήσεων, τὰς ὁποίας ὁ Ἄναξ ἐκάλεσε, συνεβουλεύθη καὶ ἐσχημάτισεν. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ πολιτικῆς τῆς ἀνευθύνου Ἀρχῆς. Εἶναι πάντοτε πολιτικὴ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ὅτι κατηγορήθημεν ὅτι ἀντισυνταγματικῶς ἐξελέγημεν, κατηγορήθημεν, ὅτι δὲν ἐκπροσωποῦμεν ἡμεῖς συνταγματικῶς τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Εἰς ἀντιπαράστασιν μὲ ἡμᾶς ἔρχεται μία παρασυναγωγή, ἑδρεύουσα εἰς ξένον Κράτος, ἡ ὁποία ἔρχεται φύλαξ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ἔρχεται φύλαξ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκεται εἰς χεῖρας ἡμῶν.
§93Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶναι Ἕλληνες αὐτοί. Αὐτοὶ εἶναι Γραικύλοι.
§94Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἑπομένως, τὸ Προεδρεῖον προσφωνῆσαν τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὅπως τὸν προσεφώνησε καὶ ὅπως εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἐξέφρασε πολιτικὰς ἀρχάς. Οὐδὲν εἶπεν. Ἠμύνθη ἁπλῶς καὶ μόνον, ἀναφωνῆσαν: Κύριοι, ἡμεῖς εἴμεθα ἡ πραγματικὴ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους, ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦμεν τὸν λαὸν καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανίζωνται ἀντίθετοι ἡμῶν, δὲν ἐκπροσωποῦσι τίποτε. Ἔδωκε δ’ ἀκριβῶς εἰς τὸν Βασιλέα τὴν εὐκαιρίαν, νὰ εἴπῃ καὶ Αὐτὸς τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ νὰ κανονίσῃ καὶ Αὐτὸς τὴν στάσιν Του ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχολογία τῆς προσφωνήσεως εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Μήτε πολιτικὰς ἀρχὰς ἐκφράζει, μήτε θεωρίας περὶ τοῦ παρόντος, μήτε θεωρίας περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἁπλῶς λέγει εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα: ἡμεῖς εἴμεθα ἡ Βουλή, ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Καὶ ὁ Βασιλεὺς αὐτό, διὰ τῆς ἀντιφωνήσεώς του ἔσπευσε νὰ εἴπῃ. Καὶ ἔπρεπε νὰ δοθῇ αὐτὴ ἡ ἀφορμή, διὰ νὰ βροντοφωνήσῃ ὁ Βασιλεὺς τὸ τὶ φρονοῦμεν καὶ ἡμεῖς καὶ Αὐτὸς περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ πραγματικοὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ σημασία, Κύριοι. Οὐδὲν πολιτικὸν ζήτημα, οὐδεμία λεπτομέρεια, οὐδὲν τὸ οὐσιαστικόν, εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἐκτὸς αὐτῆς τῆς σημασίας.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§96Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τὸ βῆμα παρέρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, καίτοι θεωρῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐξηντλημένον, καθόσον νομίζω καθῆκόν μου νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, ἐφόσον ἀφορμὴν εἰς ἐπέκτασιν αὐτῆς παρέσχε καὶ ἡ μνεία πράξεως προεδρικῆς, γενομένης ὑπ’ ἐμοῦ ἄλλοτε. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἀνασκευάσω αἰτιάσεις τινὰς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ἀφορώσας εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ σημερινοῦ Προεδρείου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ τυπικὸν αὐτῆς μέρος. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, εἶπεν, ὅτι τὰ γενόμενα σήμερον ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, διὰ τῆς προσφωνήσεως αὐτοῦ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, εἶναι ἐντελῶς πρωτοφανῆ, ὅτι δὲ οὐδέποτε ἄλλοτε ἐν τῇ πολιτικῇ ἱστορίᾳ τῆς Ἑλλάδος, τοιαύτη προσφώνησις Προεδρείου περιέχουσα πολιτικὰς ἰδέας, ἐγένετο, οὔτε κἄν ἐθίζεται τοῦτο παρὰ τοῖς κοινοβουλίοις τῶν λοιπῶν κρατῶν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραλληλισθῇ τὸ καθεστὼς τὸ κοινοβουλευτικόν, τὸ ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν ἰσχύει, πρὸς τὸ ἐν ἄλλοις κράτεσιν ὑφιστάμενον πολιτικὸν καθεστώς, ἵνα κρίνῃ τις περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἰδιοτήτων τοῦ ἄρτι ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς προελθόντος Προεδρείου. Πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προεδρείου ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ. Οὔτε οἱ Κανονισμοί, οὔτε τὸ Σύνταγμα ἀναγράφουσι τοιαύτην δικαιοδοσίαν τοῦ Προεδρείου. Αὕτη ἐρείδεται ἐπὶ ἐθίμου κοινοβουλευτικοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τοσοῦτο μᾶλλον ἀπαρασάλευτον, ὅσον διὰ μακρᾶς ἐφαρμογῆς ἔχει ἐπικρατήσει. Τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἀνέκαθεν εἰς τὰς τρεῖς κυριωτάτας Βουλὰς τῶν Μεγάλων Φιλελευθέρων Κρατῶν, εἶναι καθεστώς, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκλέγεται ὑπὸ τοῦ συνόλου τῆς Βουλῆς, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἰδέας. Ἡ ἐκλογὴ δὲν εἶναι ἐκλογὴ ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ πολιτικὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι ἐκλογὴ προσωπικῆς ἐκτιμήσεως. Παρ’ ἡμῖν ἄλλως τὰ πράγματα ἀνέκαθεν ἐρρυθμίσθησαν. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς παρ’ ἡμῖν ἀποτελεῖ πρᾶξιν κατ’ ἐξοχὴν πολιτικήν, διότι διὰ ταύτης ἐκδηλοῦται ἡ πολιτικὴ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπηρεάζουσα τὸν σχηματισμὸν ἢ τὴν διατήρησιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Χώρας. Καὶ βεβαίως μὲν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἅμα ἐκλεγῇ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἀνήκει πλέον εἰς τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς καὶ ταύτην ἐκπροσωπεῖ. Ἀλλὰ ταύτην ἐκπροσωπεῖ ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτοῦ πρὸς τὸ Σῶμα. Ἐφόσον ὅμως ἡ πρᾶξις τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολιτική, δὲν δυνάμεθα νὰ συνδέσωμεν τὴν πολιτικὴν ταύτην πρᾶξιν πρὸς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τοῦ Σώματος, διότι, τοῦτο πράττοντες, δημιουργοῦμεν σύγχυσιν. Ἀκριβῶς δὲ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ προσφωνοῦν Αὐτόν, ἐκπροσωπεῖ τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς ἐν ταῖς ἐκφράσεσιν εὐλαβείας πρὸς τὸν Βασιλέα, προκειμένου δ’ ὅμως περὶ ἐκδηλώσεως πολιτικῶν ὁρισμῶν, ἐκφέρει τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν αὕτη διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου. Βεβαίως, εἴθισται εἰς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ κοινοβουλευτικά, καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐφηρμόσθη τοῦτο, ὅτι ἡ προγραμματικὴ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐκφέρεται διὰ Β. Λόγου. Ἐπειδὴ ὅμως ἀκριβῶς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐφηρμόσθη ἐν τῇ Βουλῇ, εἰσήχθη ὡς γειτνιάζον τὸ μέτρον τῆς διὰ τοῦ Προεδρείου ἐκδηλώσεως τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Εἶναι πλάνη νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκδηλοῖ τὴν γνώμην αὐτῆς διὰ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, οὐχὶ δὲ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ἐκδηλοῦσα διὰ τοῦ Προεδρείου τὴν γνώμην αὐτῆς πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Ἡ Κυβέρνησις ἐκδηλοῖ τὴν γνώμην της διὰ τῆς Βασιλικῆς Ἀντιφωνήσεως, οὐχὶ διὰ τῆς προσφωνήσεως τοῦ Προεδρείου, ἥτις ἐκδηλοῖ ἀποκλειστικῶς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ μόνης. Διὰ τὴν Βασιλικὴν Ἀντιφώνησιν εὐθύνεται ἀποκλειστικῶς ἡ Κυβέρνησις. Ἐφόσον ὑπάρχει δὲ Κυβέρνησις ὑπεύθυνος, πᾶσα ἀντιφώνησις πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πᾶσα δήλωσις τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, γίνεται ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐπρυτάνευσεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν καὶ πολιτικαὶ προσφωνήσεις ἐγένοντο κατὰ πάσας τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐγένοντο πολιτικαὶ μεταβολαὶ οὐσιώδεις. Καὶ μνημονεύω τινάς. Ἐγένετο προσφώνησις τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ἐνέχουσα πολιτικοὺς ὁρισμούς, ἐν ἔτει 1905, ὅτε γενομένης πολιτικῆς μεταβολῆς, διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἡ πλειονοψηφία ἐξεδήλωσε τὴν γνώμην αὐτῆς διὰ προσφωνήσεως τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς. Ἐγένοντο πολιτικαὶ δηλώσεις ἐν τῇ προσφωνήσει ἐμοῦ προεδρεύοντος κατὰ τὴν δευτέραν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ἀκριβῶς ἐγένετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁμοία προσφώνησις ἐγένετο κατὰ τὴν πρώτην Περίοδον τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν Ἀναθεωρητικήν. Ὁμοία τέλος ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Περίοδον τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς. Ἐν ἔτει 1905 ἡ μεταβληθεῖσα πλειονοψηφία ἔκρινεν ὀρθὸν, ἵνα ἐκδηλώσῃ πρὸς τὸν Βασιλέα τὰς γνώμας, τὰς τελευταίως παρ’ αὐτῇ κρατησάσας. Συνῆλθεν ἡ δευτέρα Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καὶ ἔχουσα πρὸ αὐτῆς ὁλόκληρον σειρὰν πράξεων, αἵτινες ἤγαγον εἰς τὴν σύνθεσιν αὐτῆς, ἐξέθηκεν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς πρὸς τὸν Βασιλέα τὰς πολιτικὰς ἀρχάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκλήθη νὰ ἐργασθῇ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἐπῆλθε κατόπιν ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος, καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς προσεφώνησε τὸν Βασιλέα μετὰ πολιτικῶν ὁρισμῶν. Ἡ Κυβέρνησις δέ, ἥτις τότε ὑπευθύνως συνεβούλευε τὸ Στέμμα, ἔχουσα τὴν αὐτὴν γνώμην μετὰ τοῦ Προεδρείου, παρέστη διὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ κατὰ τὰς δύο περιστάσεις καὶ ἐβεβαίωσεν οὕτω πλήρως τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἐννοίας, ὅτι ἀνελάμβανεν αὕτη τὴν εὐθύνην τῆς Βασιλικῆς ἀντιφωνήσεως. Ἂν δ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἔκρινεν, ὅτι τοιαύτη ἔννοια ἦτο ἄτοπος, βεβαίως ἔπρεπε νὰ παύσῃ ἀποτελῶν μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐφ’ ὅσον διεφώνει ἐπὶ τοιούτου θεμελιώδους ζητήματος. Ἐὰν τότε διεφώνει, ὅτε μάλιστα τοσοῦτον σαφῶς ἐξεδηλοῦτο ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως συμπαραστάσεως αὐτοῦ, ἡ ἄρχουσα παρὰ τῇ Κυβερνήσει περὶ τοιούτου πολιτικοῦ θέματος ἰδέα, ὤφειλεν, ὅπως, μετὰ μίαν ὥραν ἀπὸ τῆς καθόδου τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν Ἀνακτόρων, παραιτηθῇ. Καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσης Περίοδον τῆς Βουλῆς, ὁπότε πάλη ἐκλογικὴ εἶχε γίνει ἐπὶ οὐσιωδεστάτων ἀντικειμένων τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου, τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐξέφρασε πάλιν πρὸς τὸν Ἄνακτα τὴν γνώμην τὴν κρατοῦσαν παρὰ τῇ πλειονοψηφίᾳ τῆς Βουλῆς. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἤθελε γεννήσει τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν γεννᾷ σήμερον, ἐὰν ἡ ἐμφάνισις τοῦ Προεδρείου ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως ἤθελε γίνει ἐν χρόνῳ ἐγγυτέρῳ πρὸς τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ καὶ οὐχὶ μετὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐν τῇ Βουλῇ. Δύναται νὰ εἴπῃ τίς, ὅτι κατόπιν τῆς πολιτικῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία ἀντήλλαξαν τὰς σκέψεις αὑτῶν καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ πρᾶξις τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς ὑπῆρξε πρᾶξις προσθέτου διαβεβαιώσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον θὰ εἶχε πρὸ τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ πάντως καὶ οὕτω γενομένη, εἶνε πρᾶξις σύμφωνος πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ δωδεκαετίας ἐφαρμόζονται ἀπαρεγκλήτως καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν τούτων, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἐκ σφάλματος εἶπεν. Ἐὰν τὸ τοιοῦτον κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον ὀρθῶς ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν σημερινὴν περίστασιν, κατ’ ἐξοχήν, ἔπρεπε νὰ γνωσθῇ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, τῆς ἐκπροσωπούσης τὴν γνώμην τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δύο περιπτώσεις τοῦ ἐθνικοῦ βίου ὑπῆρξαν σπουδαιόταται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἡ περίπτωσις τῆς ἐσωτερικῆς διαταραχῆς ἥτις ἐγέννησε τὰ γεγονότα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ πρὸ πάντων αἱ περιστάσεις τοῦ τελευταίου ἔτους. Δὲν γνωρίζω περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν κινδυνωδέστεραι διὰ τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Ἔθνους, διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους, τῶν περιστάσεων τοῦ ἔτους 1915. Ἠθέλατε ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, διὰ τοῦ Προεδρείου αὑτῆς ἐκπροσωποῦντος σχεδὸν τὴν παμψηφίαν της, νὰ σιγήσῃ πρὸ τοιούτων περιστάσεων; Ἠθέλατε τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ σιγήσῃ πρὸ τοῦ Στέμματος καὶ νὰ ἀγνοήσῃ ἱστορικὰ γεγονότα καὶ νὰ ἀποκρύψῃ ποίας γνώμας ἔχει ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς περὶ τῶν μελλόντων συμβῆναι; Ἀκριβῶς, οὐδὲν ἕτερον ἔπραξε τὸ Προεδρεῖον, παρὰ εὐλαβῶς νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία εἶχεν ἐκδηλώσει πρὸ ὀλίγου διὰ τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης. Καὶ περὶ τοιούτου ζητήματος, σπουδαιοτάτου, ὤφειλε τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὸ Στέμμα πρὸ πάντων, ἵνα δύο καίρια ζητήματα καταφανῶσι σαφῶς, ὅτι εἶναι ἐνσταλαγμένα ἐν τῇ ψυχῇ πάντων ἡμῶν, τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Διότι, ἐφόσον ἠμφισβητήθη, ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν, ἡ νομιμότης τῆς ἐνασκήσεως τῶν Βασιλικῶν προνομιῶν, τῶν Βασιλικῶν προνομιῶν, τῶν ἀσκηθεισῶν ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον ἡ νομιμότης τῆς ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς ἠμφισβητήθη, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ Προεδρείου αὐτῆς νὰ μὴ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πάντες ἡμεῖς, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῆς νομιμότητος τῶν γενομένων πράξεων. Καὶ ἦτο ἐπίσης ἀναγκαῖον, ἵνα οὐχὶ μόνον ἡ νομιμότης τῶν γενομένων πράξεων τύχῃ τῆς δεούσης ἐκδηλώσεως τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ νομιμότης τῆς καταγωγῆς καὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ τῶν ἔργων τῆς παρούσης Βουλῆς ἔπρεπε νὰ τονισθῇ, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ χρίσουν ταύτην ὡς παρασυναγωγὴν καὶ τὰς πράξεις ἡμῶν ὡς ἀκύρους καὶ μὴ νομίμους καὶ μὴ ἐκπροσωπούσας τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Πᾶς αὐθάδης, ὁ ὁποῖος τοιαύτην ἔχει γνώμην περὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἔχει ἔναντι αὐτοῦ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς σαφοῦς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἐκδηλωθείσης διὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς. Καὶ ἄν, κ. Βουλευταί, ὑπῆρξέ τι τὸ τρωτὸν ἐν τῇ συζητήσει, ἥτις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐγένετο, περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, τὸ τρωτὸν τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἐξητάσθησαν δεόντως, δὲν ἐξητάσθησαν ἐν ὅλῃ τῇ λεπτομερείᾳ αὐτῶν, διότι ἔλειπον ἐκεῖνοι ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἐναντίον τῶν ὁποίων θὰ ἀπηυθύνετο ἡ κατηγορία διὰ τὰ μεγάλα συμβάντα, τὰ ὁποῖα ἔπληξαν τὸ Ἔθνος. Καὶ ἡ ἀπουσία αὐτῶν ἠνάγκασεν ἡμᾶς νὰ σιωπήσωμεν, ἵνα μὴ ἐλέγξωμεν ἀπόντας. Προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῶν Βασιλικῶν προνομιῶν, περὶ τῆς νομιμότητος τῆς παρούσης Βουλῆς, τῆς Βουλῆς τῆς καλουμένης παρασυναγωγῆς ὑπὸ τῶν μικρανθρώπων τοῦ ἔξω τῆς Ἑλλάδος συγκροτηθέντος συνεδρίου, οἵτινες δὲν δικαιοῦνται νὰ λέγωνται Ἕλληνες... (χειροκροτήματα).
§97ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶνε Ἕλληνες, εἶνε ξένοι ὑπήκοοι.
§98Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. .. πρὸς τοὺς ἀστείους τούτους, τοὺς σατιρίσαντας τὸν ἑλληνικὸν πατριωτισμόν, εἶνε ἴσως μεγάλη τιμὴ καὶ ἡ ἐθνικὴ περιφρόνησις. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν. Σημασίαν μεγίστην διὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν μέχρι τοῦδε ἔχει ἡ στάσις μερίδος πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας, μερίδος, ἥτις ἐξωμοιώθη πρὸς τοὺς ἐν πολέμῳ ἀνυποτάκτους. Ὅπως οὗτοι δὲν ἀποτελοῦσι στρατόν, ὅπως οἱ μὴ προσερχόμενοι ὑπὸ τὰ ὅπλα δὲν συμβάλλουσιν εἰς τὴν ἄμυναν τῆς Πατρίδος, καὶ οἱ ἀπαρνηθέντες τῶν πολιτικῶν καθηκόντων των, εἴτε ἀπὸ σκοποῦ, ὅπερ εἶνε τὸ χειρότερον, εἴτε ἐξ ἀτολμίας, ὅπερ πολὺ μικρότερον, ἐγένοντο ἀνυπότακτοι τοῦ πολιτικοῦ καθήκοντος παμμέγιστοι. Καὶ πρὸς αὐτούς, οἵτινες ὑπηρετοῦσι μόνον τὰς ἰδίας σκέψεις, οἵτινες ὑπηρετοῦσι μόνον τὰ ἴδια πολιτικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ οἵτινες διακινδυνεύουν ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, ἔδει νὰ γίνῃ τοιαύτη προσήκουσα ἀπάντησις διὰ τῆς προσφωνήσεως τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ὅπερ ἐν τούτῳ ἐνήσκησε πατριωτικὴν ἐκπροσώπησιν τῆς γνώμης τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Τσελεπίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§101Μ. ΤΣΕΛΕΠΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ προΐδω, ὅτι θὰ ἀνηρχόμην τὸ πρῶτον τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ τονίσω, οὐχὶ ὕμνους διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς πατρίδος μου, ἀλλὰ σφοδρὰν διαμαρτυρίαν διὰ τὴν παραβίασιν καὶ καταπάτησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν συμπολιτῶν μου. Ἀλλ’ ἡ ὀδύνη, ἥτις συνέχει τὴν ψυχήν μου καὶ ἡ ἀγανάκτησις ἥτις κοχλάζει εἰς τὰ στήθη μου ἕνεκα τῶν τελευταίων γεγονότων εἰς τὴν πατρίδα μου Χίον, δικαιολογοῦν τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς ἐκδηλώσεως παντὸς ἄλλου αἰσθήματος καὶ πάσης σκέψεως ἐν τῇ παρούσῃ στιγμῇ. Λαοὶ εὐγενεῖς καὶ γενναῖοι, ἔχοντες πλήρη συνείδησιν τῆς πολυτίμου ἀξίας τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, λαοί, οἵτινες προέταξαν ὡς ἔμβλημά των τὴν ἀπολύτρωσιν τῶν τυραννουμένων καὶ τὴν προστασίαν τῶν ἀδυνάτων, ἐλησμόνησαν ἑαυτούς, ἐλησμόνησαν τὴν ἔνδοξον ἱστορίαν των καὶ προέβησαν εἰς πράξεις ταπεινούσας αὐτοὺς καὶ ἄντικρυς ἀντικειμένας πρὸς τὴν ἱπποτικὴν ἀνατροφὴν καὶ τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα.
§102Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δέν εἶναι πράξεις τῶν λαῶν, εἶναι πράξεις τῶν Κυβερνήσεών των.
§103Μ. ΤΣΕΛΕΠΙΔΗΣ. Εἴπετε ὀρθῶς τῶν Κυβερνήσεών των, αἱ ὁποῖαι ἔθιξαν τὴν Ἑλληνικὴν φιλοτιμίαν, προσέβαλλον τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἠθέτησαν τὰς ὑπογραφάς των ἐν διεθνέσι συνθήκαις, παρεβίασαν τὰ διεθνῆ νόμιμα, κατεπάτησαν τὰ ἀνθρώπινα δίκαια. Καὶ ὅλα ταῦτα πρὸς τίνα; Πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἔπασχε, ἔχαιρεν, ἠγωνία, ἤλπιζεν, ηὔχετο ὑπὲρ τῶν νικῶν τῶν συμμάχων, ὡς ηὔχοντο καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι λαοί. Διότι εἶναι ἀλήθεια, μὴ ἐπιδεχομένη οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνισμός, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, ἦτο μὲ τὸ μέρος τῶν λαῶν τούτων. Ἔπασχεν, ὡς εἶπον, καὶ ἠγωνία μετ’ αὐτῶν διὰ τὰς μάχας των, ὡς ἔχαιρε καὶ ἐνεθουσία διὰ τὰς νίκας των, ὡς καὶ οὗτοι. Καὶ ἐν τούτοις, παρ’ ὅλα τὰ εἰλικρινῆ ταῦτα αἰσθήματα ἡμῶν, προέβησαν εἰς τοιαύτας καθ’ ἡμῶν πράξεις, τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζομεν καὶ τὰς ὁποίας δὲν θέλω μὲν ἐγὼ ἐνταῦθα νὰ χαρακτηρίσω, ἀλλὰ τὰς ὁποίας δεόντως θὰ χαρακτηρήσῃ ἡ ἱστορία. Καί, ὡς νὰ μὴ ἤρκουν τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, προέβησαν χθὲς πρωΐαν καὶ εἰς νέαν αὐθαίρετον καὶ βιαίαν πρᾶξιν, προσβλητικὴν καὶ πάλιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Συνέλαβον ἐν ταῖς οἰκίαις των καὶ ἀπήγαγον, ἄγνωστον ποῦ, προξένους καὶ συμπολίτας μου ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος Χίου. Διὰ τὴν νέαν ταύτην σύλληψιν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ φρονῶ ὅτι διερμηνεύω, ὄχι μόνον τὸ ἰδικόν μου, ἀλλὰ καὶ τὸ φρόνημα καὶ αἴσθημα ὅλης τῆς Βουλῆς, ἂν διαμαρτυρηθῶ καὶ ἐξ ὀνόματος αὐτῆς, παρακαλῶ δὲ τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι δυνατόν, διὰ τὴν ταχεῖαν ἀπελευθέρωσιν τῶν συμπολιτῶν μου. Οἱ ἐνεργήσαντες τὰς συλλήψεις θὰ ἀντιτάξωσιν ἴσως καὶ πάλιν διαφόρους λόγους, ὡς τοὺς ἄλλους, τοὺς ὁποίους προβάλλουσιν αἱ Κυβερνήσεις των, διὰ νὰ δικαιολογήσωσι καὶ τὴν αὐθαίρετον ταύτην πρᾶξίν των καὶ νὰ παραστήσωσιν αὐτὴν ὡς μὴ ἀντικειμένην εἰς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου τοὺς προκαλῶ νὰ δηλώσωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν τιμὴν τοῦτο: Ἄν ἀντί τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος, εἶχον ἀπέναντί των ἓν ἄλλο μέγα Κράτος, μίαν Μεγάλην Δύναμιν, ὡς λ. χ. τὴν Ἀμερικήν, ἢ τὴν Ἰαπωνίαν, θὰ ἐτόλμων νὰ εἰσέλθωσι διὰ τῆς βίας εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο καὶ νὰ συλλάβωσι πολίτας αὐτοῦ; Ὄχι βεβαίως. Τὰ κάμνουσι πρὸς ἡμᾶς, διότι εἴμεθα μικροί. Δίκαιον λοιπόν, κατ’ αὐτούς, εἶνε ἡ πυγμὴ καὶ νόμος τὸ συμφέρον!! Ἀλλὰ τότε δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ ν’ ἀναφωνήσω, ὡς ὁ Χῖος δεσμώτης «Μεγάλοι τοῦ κόσμου, καλῶς στοχασθῆτε. Ἄν ἔπλαττεν ὁ Πλάστης τὸν ψύλλον μικρόν, καὶ ὁ ψύλλος σᾶς πνίγει ἐὰν ἀδικεῖται». (Χειροκροτήματα).
§104ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ αἴσθημα τῆς ἀγανακτήσεως, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Χίου, ἠσθάνθη, ἂς εἶναι βεβαία ἡ Βουλή, καὶ ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἦλθεν εἰς γνῶσιν της τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ πατρίδι του. Εὑρισκόμεθα ἀτυχῶς ἀπὸ μακροῦ χρόνου πρὸ σειρᾶς, δὲν τολμῶ νὰ εἴπω ἀτελευτήτου, διότι θὰ ἦτο δυσοίωνος ἡ λέξις, ἀλλὰ σειρᾶς μακρᾶς τοιούτων πράξεων. Ὅ,τι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ, εἶναι νὰ διαμαρτύρεται ἑκάστοτε ἐπὶ ταῖς γενομέναις πράξεσι καὶ νὰ ζητῇ δι’ ὕφους, ὅσον ἡ γλῶσσα τὸ ἐπιτρέπει, ἐντόνου, τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν συλλαμβανομένων καὶ ἀπαγομένων ἀπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐδάφους, εἴτε ἡμεδαπῶν, εἴτε ξένων, ἀπολαμβανόντων τὴν φιλοξενίαν τῆς ἑλληνικῆς γῆς. Λυποῦμαι νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, αἱ αἰτήσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔτυχον τῆς ἀποδοχῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὸ δίκαιον τῶν αἰτήσεων αὐτῆς τὴν ἔπειθαν ὅτι πρέπει νὰ περιμένῃ.
§105Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος θέλω ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν εἶναι δυνατόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν μεταξὺ τῶν συλληφθέντων Προξένων τῆς Γερμανίας καὶ Αὐστρίας, συνελήφθησαν καὶ Ἕλληνες πολῖται. Διότι μεταξὺ τῶν συλληφθέντων, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀναφέρεται καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου, ὑποδιευθυντοῦ τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐμπορικῆς Τραπέζης.
§106ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, τὰ ὀνόματα τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, εἶναι ἀκριβῆ, τοὐλάχιστον συμφωνοῦν πρὸς τὰς πληροφορίας αἱ ὁποῖαι περιῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν τῆς Χίου. Μεταξὺ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν ὑπάρχει καὶ τὸ ὄνομα, τοῦ, περὶ οὗ ἠρώτησεν ὁ προλαλήσας.
§107Χ. ΚΑΡΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§109Χ. ΚΑΡΡΑΣ. Μεταξὺ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐρωτήσεων, ὑπάρχει καὶ μία ἰδική μου πρὸ δέκα πέντε ἡμερῶν, τὴν ὁποίαν μάτην ἀναμένω νὰ ἔλθῃ.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδού, τί συμβαίνει. Κατὰ τὴν συνήθειαν, αἱ ἐρωτήσεις ἔρχονται μετὰ τὰς ἀναφοράς. Αἱ ἀναφοραὶ ἐξαντλοῦνται ὡρισμένην ὥραν, τὴν ἑπομένην ἔρχονται ἄλλαι ἀναφοραί, καὶ οὕτω καθυστεροῦνται αἱ ἐρωτήσεις. Τοῦτο ἐκράτησε μέχρι σήμερον. Δύναται ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ὅτι ἡμίσειαν ὥραν θὰ διαθέτῃ διὰ τὰς ἀναφορὰς καὶ ἡμίσειαν διὰ τὰς ἐρωτήσεις, καὶ οὕτω θὰ φθάνωμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐρωτήσεων. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δέχεται τοῦτο;
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§113Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὲν σᾶς ἐπιτρέπω. Ἡ Βουλὴ ἐπανέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§115Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν νὰ συζητῶνται αἱ ἀναφοραὶ καὶ κατὰ τὴν ὑπόλοιπον ὥραν αἱ ἐρωτήσεις.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς...
§117ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἀντὶ νὰ διατίθηται ἡμίσεια ὥρα διὰ τὰς ἐρωτήσεις καὶ ἡμίσεια διὰ τὰς ἀναφοράς, νὰ συζητῶνται τὴν μίαν ἡμέραν αἱ ἀναφοραὶ καὶ τὴν ἄλλην τὰ ἐρωτήματα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἤδη εἰλημμένης δὲν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ὅπως γίνῃ συζήτησις ἐκ νέου.
§119ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς μου κανονίζεται καλλίτερον τὸ ζήτημα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φαντάζεσθε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ εἰς διάστημα δύο λεπτῶν νὰ μεταβάλῃ ἀπόφασιν; Ὑπάρχει πρότασις, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δέκα βουλευτῶν, ὅπως δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 58 ἐρώτησις καθόσον ἀφορᾷ σπουδαῖον καὶ ἐπεῖγον ζήτημα τῆς Ἠπείρου. Ἡ ἐρώτησις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Ἠπείρου καὶ δὴ ὡρισμένως εἰς τὰ περὶ τὴν Πρέβεζαν καὶ Φιλιππιάδα, ἐνέσκηψεν ἡ ἀπαισία νόσος εὐλογία ἢ γκλαμπάτσα, ἐξ ἧς χιλιάδες προβάτων ἀποθνήσκουσι καθ’ ἑκάστην, καὶ ἐὰν κατέβαλε τὰς δεούσας προσπαθείας πρὸς ἐξοικονόμησιν τοῦ εἰδικοῦ φαρμάκου ἀρρενοπτέρης, πρὸς σωτηρίαν τῆς μαστιζομένης κτηνοτροφίας. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν;
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§122Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ ἔλθῃ αὔριον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ λάβῃ τὴν πληροφορίαν, χωρὶς νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῆς πόλεως Λαυρίου.
§124Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐρωτήσεις δι’ αὔριον, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ἀναβληθῶσιν αἱ ἐρωτήσεις διὰ τὴν αὔριον καὶ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν;
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ εἰσέρχεται εἰς τὴν. Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§129Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διότι σήμερον διενεμήθη.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Δεύτερον ἀντικείμενον. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ ἐξαργυρώσεως τοκομεριδίων ἐθνικῶν δανείων». Ὁ κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§131Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐμφανίζεται ἕν ζήτημα σπουδαιότατον διὰ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἀλλά, προτοῦ προβῶ εἰς δηλώσεις, ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, νὰ μοὶ δηλώσῃ διατὶ ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον. Φρονεῖ, ὅτι τὰ τοκομερίδια τῶν Ἐθνικῶν Ἑλληνικῶν Δανείων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πληρώσῃ ἐν Ἑλλάδι, θὰ πληρωθῶσιν εἰς δραχμὰς ἢ θὰ πληρωθῶσιν εἰς φράγκα;
§132ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδέποτε πληρώνονται εἰς φράγκα, πάντοτε εἰς δραχμάς.
§133Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργός, συνεννοηθεὶς μετὰ τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσω εἰς φράγκα τὰ τοκομερίδια ἐν Ἑλλάδι’ ἀλλ’ ἐπὶ τούτου ἐγεννήθη τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ φράγκον ἐξέπεσεν ἐν Γαλλίᾳ, ὅλα τὰ τοκομερίδια ἔρχονται εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ πληρώνονται εἰς χρυσόν. Μία μόνον ὑπάρχει διαφορά, ἐπειδὴ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαχθῇ χρυσός, δύναται ὁ κάτοχος τῶν τοκομεριδίων νὰ λάβῃ τὸν χρυσὸν μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ τοῦτον εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ τὸν ἀναλάβῃ ὅταν ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ χρυσοῦ.
§134Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Προεκαλέσατε σεῖς, ὡς Ὑπουργός, τὴν συνεννόησιν μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς;
§135Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα, καθ’ ὃ διηύθυνα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παρουσιάσθησαν Ἕλληνες εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἐζήτησαν νὰ πληρωθῶσι τὰ τοκομερίδιά των. Ἡ Τράπεζα ἠθέλησε νὰ τὰ πληρώσῃ εἰς συνάλλαγμα ἐπὶ Γαλλίας, ἐκ τούτου δὲ οἱ Ἕλληνες ὁμολογιοῦχοι διεμαρτυρήθησαν καὶ ὁ ἔλεγχος ἔκαμε ἔγγραφον καὶ ἠρώτα, ἂν εἶναι ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ Τράπεζα ζητεῖ νὰ πληρώσῃ εἰς συνάλλαγμα. Τότε ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ ζητήσῃ ἡ πληρωμὴ νὰ γίνεται εἰς χρυσὸν καὶ ὄχι εἰς συνάλλαγμα ἐπὶ Γαλλίας.
§136Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅλα τὰ τοκομερίδια, τὰ ὁποῖα θὰ πληρωθῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, θὰ πληρωθῶσιν εἰς χρυσόν; Τὸ ζήτημα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προνοηθῇ, διότι οὐδεὶς ἐπερίμενέ ποτε ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ προστατεύσουν τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν, τῶν ὁμολογιούχων τοῦ Κράτους, ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, ἕνεκα τῆς καταστάσεως, νὰ φθάσῃ τὸ χαρτονόμισμα εἰς τιμὴν ἀνωτέραν τοῦ χρυσοῦ. Αὐτὸ οὐδεὶς τὸ ἐπερίμενε καὶ ἑπομένως δὲν ἐλήφθη οὐδεμία μέριμνα περὶ τούτου. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ πληρώνεται τὸ κουπόνιον μὲ συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ χάρτινον νόμισμα τοῦ τόπου μας....
§137ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δέν πληρώνεται εἰς συνάλλαγμα. Πληρώνεται εἰς δραχμάς, ἡ δὲ δραχμὴ εἶναι χάρτινον νόμισμα, ἰσότιμον πρὸς τὸν χρυσόν. Ἔχετε ἐν τῇ ἐκθέσει ὅλας τὰς πληροφορίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται ποῖον κέρδος δύναται νὰ ζημιωθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς ἐπικαταλλαγῆς. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔφθασε νὰ εἶναι 98.000 δραχμαί. Κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη 1911–1912–1913 ἦτο κέρδος ἐν συνόλῳ 54.000 δραχμῶν. Ζητοῦμεν λοιπόν, ὅπως μή, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἔξωθεν συναλλάγματος καὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι πληρωμῆς του, φεύγῃ τὸ ἐκ τῆς διαφορᾶς κέρδος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐσκέφθημεν νὰ ὑποβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἐρχόμεθα πρῶτοι, ἐρχόμεθα δεύτεροι, διότι, δι’ ἀντίστροφον λόγον τὸ αὐτὸ ἔπραξεν ἡ Ἰταλία πρὸ ὀλίγων μηνῶν.
§138Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ἠρώτων, τὰ τοκομερίδια τῶν ἄλλων χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν ἐν Παρισίοις, εἰς τὶ θὰ πληρωθῶσι;
§139ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πληρώνονται εἰς χαρτονόμισμα ἰσότιμον. Χρυσὸς δὲν ἐξάγεται, διότι εἶναι κατατεθειμένος εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας.
§140Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐὰν ὁ Γάλλος, ὁ ἐν Παρισίοις, παρουσιασθῇ νὰ πληρωθῇ ἄς ὑποθέσωμεν πέντε φράγκων τοκομερίδια, δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἰσχύοντος χαρτονομίσματος;
§141ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Πληρώνεται εἰς χρυσόν, διότι ἐκεῖ τὰ τραπεζογραμμάτια τὰ ἑλληνικὰ θεωροῦνται, ὅτι εἶναι ἰσότιμα πρὸς τὸν χρυσόν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἐν τῇ πράξει ὁ χρυσὸς ὁ πραγματικὸς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῆς Γαλλίας, εἶναι δὲ συγκεντρωμένος σχεδὸν ὁλόκληρος ἐν τῇ Τραπέζῃ τῆς Γαλλίας. Λοιπὸν πληρώνεται εἰς χρυσόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται καὶ ἐν τοῖς τοκομεριδίοις.
§142Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὄχι, πληρώνεται εἰς φράγκα.
§143ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀρχόμενος, σᾶς ὡμίλησα περὶ φράγκων, ἀλλὰ τὰ τραπεζογραμμάτια αὐτά, ἀντὶ νὰ ἐξαργυρώνωνται τὰ τοκομερίδια ὑπὸ τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν ἐν Παρισίοις, ἤθελον πωλεῖσθαι ἐδῶ καὶ ἤθελον πληρώνεσθαι εἰς δραχμάς, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐξήγησεν εἰς ὑμᾶς ὁ κ. Συνάδελφος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἐν ἰσοτιμίᾳ πρὸς τὸν χρυσὸν, ἤθελον δὲ προσδώσει εἰς τοὺς ἀγοραστὰς κέρδος περὶ τὰ 11%, διότι κυμαίνονται. Λοιπόν, πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ κέρδους αὐτοῦ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισε καλὸν νὰ εἰσηγηθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, χωρὶς νὰ παραβλάπτωνται τὰ δικαιώματα τῶν ὁμολογιούχων καὶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημόσιον, ἀπαιτεῖται νὰ προσκομίζωνται σὺν τοῖς τοκομεριδίοις, καὶ ὁλόκληροι οἱ τίτλοι τῶν ὁμολογιῶν. Ἐννοεῖται ὅτι ἄλλοτε δὲν ἤθελε παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀνάγκη, ἀλλὰ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ὁπότε, ὡς ὅλοι γνωρίζετε, ὑπάρχουσι ἐμπόδια καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς συγκοινωνίας, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, καὶ τὰ ἀσφάλιστρα εἶναι μεγάλα, ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἔφερον ἐμπόδια εἰς τὴν ἀποστολὴν ὁμολογιῶν ὁλοκλήρων διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ τοκομερίδια.
§144Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἐκτίθεται σαφέστατα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὁ ἐν Παρισίοις παρουσιασθησόμενος νὰ πληρωθῇ ἓν τοκομερίδιον καὶ δικαιούμενος νὰ λάβῃ πέντε φράγκα, τὶ θὰ λάβῃ;
§145Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πέντε φράγκα χάρτινα.
§146ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. (Πρωθυπουργὸς). Πληρώνεται ἐν Παρισίοις εἰς φράγκα Γαλλικά. Τὸ νόμισμα ἐν Γαλλίᾳ σήμερον εἶναι τὸ τραπεζογραμμάτιον. Λοιπὸν θὰ λάβῃ πέντε φράγκα εἰς τραπεζογραμμάτια, οὐχὶ τσέκ οὔτε εἰς χρυσόν, διότι αἱ εἰς χρυσὸν συναλλαγαὶ εἶναι κατηργημέναι. Λοιπὸν πληροῦται ἡ σύμβασις τοῦ δανείου, ὅταν ὁ δικαιοῦχος λάβῃ τὰ τοκομερίδια εἰς φράγκα, θὰ λάβῃ δὲ πέντε φράγκα εἰς τραπεζογραμμάτια. Ἐὰν ἔστελε τὴν ὁμολογίαν ἐδῶ, ἤθελε λάβῃ πέντε φράγκα εἰς χρυσόν.
§147Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δηλαδὴ ὁ ὁμολογιοῦχος, ὁ ἐμφανιζόμενος ἐν Παρισίοις, θέλει πληρωθῆ μὲ τὸ νόμισμα τὸ ἐπιτόπιον, ὁ δὲ παρουσιαζόμενος ἐν Ἑλλάδι, μὲ χρυσόν; Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ συμφωνία εἶναι νὰ πληρώνεται εἰς χρυσόν, θὰ γίνεται εἰς χρυσὸν παντοῦ· δὲν ὑπάρχει δὲ διαβάθμισις εἰς τὰ δάνεια Ἀθηνῶν–Παρισίων–Λονδίνου, ἀφοῦ πληρώνονται, προκειμένου περὶ Ἀγγλίας εἰς σελλίνια, προκειμένου περὶ Γαλλίας εἰς φράγκα, ἀλλ’ ὡς βάσις τῶν πληρωμῶν λαμβάνεται τὸ φράγκον, καὶ μάλιστα τὸ φράγκον, χωρὶς ν’ ἀναφέρηται ἡ προσθήκη τοῦ χρυσοῦ, διότι οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ὁ λιμοκοντόρος, ὅπως λέγομεν, θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ τοκομερίδιον. Ἑπομένως ὑπάρχει μία ἀνισότης μεταξὺ τῶν ὁμολογιούχων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰ διάφορα μέρη. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον θὰ εἴχομεν ἡμεῖς, αὐτό, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, πάντοτε εἶναι ὑπὲρ τῶν ὁμολογιούχων, συμμετέχοντος ὅμως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διότι αὐτὸς θὰ κρατήσῃ τὸ 60%, τὸ δὲ 40% θὰ τὸ δώσῃ εἰς ἡμᾶς. Αὐτὸ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποκτήσῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ μεταβῇ εἰς τὰ πλεονάσματα....
§148Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§149ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Εἰς τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐκανόνισε τὰ τῶν χρεῶν τῆς Ἑλλάδος, καθορίζονται αἱ πηγαί, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτουσι τὰ πλεονάσματα, ἡ δὲ διανομὴ τῶν πλεονασμάτων γίνεται καθ’ ὃν τρόπον ἐκανονίσθη εἰς τὴν σύμβασιν ἐκείνην. Ἡ διαφορά, ἡ προκύπτουσα σήμερον, ἄν ψηφισθῇ τὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν σύμβασιν. Ἑπομένως εἶναι κέρδος, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, δικαίως δύναται νὰ ἀξιοῖ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Δὲν ἠξεύρω τὶ θὰ γίνῃ ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ διαφορά, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἡ διαφορὰ αὐτὴ ἀνήκει καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸ Κράτος.
§150Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι πολὺ πιθανὸν καὶ τὸ εὔχομαι, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἡ Τράπεζα εἶχε σκοπὸν νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια οὐχὶ εἰς δραχμάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπέρτεραι τὴν ἀξίαν, συνεννοήθη μὲ τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις ἠξίωσε...
§151Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν ἠξίωσε. Ἦλθον εἰς ἐμὲ Ἕλληνες ὁμολογιοῦχοι καὶ μοὶ εἶπον: Κύριε Ὑπουργέ, πηγαίνομεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ζητοῦμεν νὰ πληρώσῃ τὰ κουπόνια εἰς δραχμὰς καὶ αὐτὴ θέλει νὰ μᾶς πληρώσῃ εἰς συνάλλαγμα ἐπὶ Γαλλίας. Ἐγὼ τοῖς εἶπον: Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Ἐπῆλθε καὶ μὲ τὸν Ἔλεγχον νέα ὁμιλία ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ εἴπομεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Τράπεζα ἐν Ἑλλάδι θὰ πληρώσῃ εἰς χρυσὸν τὰ τοκομερίδια, δηλαδὴ εἰς δραχμάς.
§152Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἥν ἡ χαρτίνη δραχμὴ εὑρίσκετο ἐν ὑποτιμήσει, ἐπληρώνομεν τὴν διαφορὰν, τώρα, ὅτε συμβαίνει τὸ ἀντίθετον, δὲν θὰ ζητήσωμεν τὰ ὀφέλη ὑπὲρ ἡμῶν;
§153ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ κάμνομεν.
§154Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὄχι, σεῖς θὰ πληρώσητε τὰ κουπόνια ἐν Ἑλλάδι εἰς δραχμάς. Δραχμὴ εἶναι χρυσός, τὴν στιγμὴν δὲ καθ’ ἥν θὰ πληρώσωμεν εἰς φράγκα ἔχομεν νὰ κερδίσωμεν τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς χαρτίνης δραχμῆς καὶ τοῦ φράγκου, δηλαδή, θὰ πληρώσητε ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς, ἡ ὁποία εἶναι εἰς χρυσόν, 88½ λεπτὰ ὅπως εἶναι τὸ χαρτί. Διατὶ πρότερον μᾶς ἐζήτουν νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν ἐξίσωσιν τοῦ χαρτίνου νομίσματος πρὸς τὸν χρυσόν; Ἀκριβῶς σήμερον θὰ ζητήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἐξίσωσιν τῆς χαρτίνης δραχμῆς πρὸς τὸ φράγκον καὶ ἑπομένως θὰ πληρώσωμεν εἰς φράγκα, ὄχι εἰς δραχμάς.
§155Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ποῦ νὰ τὰ εὕρωμεν τὰ φράγκα;
§156Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅπου θὰ εὕρητε τὸν χρυσόν.
§157Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Φράγκα δὲν ἔχει ἡ Τράπεζα νὰ δώσῃ.
§158Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν χρειάζεται ὁ χρυσός, διότι πληρώνει τὴν ἰσοτιμίαν. Ἀκριβῶς δέ, ὅπως πληρώνει τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ χρυσοῦ, νὰ πληρώσῃ καὶ τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ φράγκου.
§159Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ δώσῃ ἡ Τράπεζα συνάλλαγμα;
§160Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ δώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ συναλλάγματος, ἀντὶ δὲ νὰ σᾶς δώσῃ μίαν δραχμήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι φράγκον, θὰ σᾶς δώσῃ 88 λεπτὰ ἑλληνικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι φράγκον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς δώσῃ συνάλλαγμα, θὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἐξίσωσιν, ἀκριβῶς δέ, ὅπως ἐγένετο πρίν, θὰ γίνῃ καὶ σήμερον.
§161Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἡ σύμβασις δὲν ἐπρονόησε περὶ αὐτοῦ καὶ ἠκούσατε τὸν λόγον, διότι δὲν ἐφαντάζοντο, ὅτι ἡ δραχμὴ ἡ Ἑλληνική, θὰ ὑπερετιμᾶτο τοῦ φράγκου τοῦ Γαλλικοῦ.
§162Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διότι δὲν ἐπρονόησε, πρέπει νὰ ζημιωθῶμεν;
§163ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπορῶ, πῶς ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος ἐπιμένετε λέγων περὶ φράγκου, κάμετε τὴν διαστολήν. Κατ’ ἀρχήν, τὸ φράγκον ἦτο δραχμή, ἀλλὰ συνέπεσε νὰ ἀνατιμηθῇ ἡ Ἑλληνικὴ δραχμὴ καὶ διὰ τοῦτο ἐπληρώνομεν τὴν διαφορὰν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, τῶν ἐνταῦθα. Σήμερον ἡ δραχμὴ αὐτή, ἐν σχέσει πρὸς τὸ συνάλλαγμα, ἔχει ἐπικαταλλαγὴν ὠφέλιμον ὑπὲρ τοῦ τόπου· πληρώνοντες δὲ δραχμάς, πληρώνομεν τὸ νόμισμα τῶν συμβάσεων. Ἡ δραχμὴ αὐτὴ ἔχει τὴν δύναμιν σήμερον, ὥστε νὰ ἔχῃ κέρδος ἐπὶ τοῦ συναλλάγματος, τὸ κέρδος δὲ τοῦτο ἀνήκει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνταῦθα πληρώνονται καὶ πληρώνει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, πληρώνει δραχμάς. Εἶδε: συνάλλαγμα, τὸ δὲ κέρδος τὸ τοῦ συναλλάγματος εἰσάγεται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τοῦτο πρέπει νὰ τὸ κρατήσῃ ἡ Ἑλλάς. Τὸ ἀντίθετον συμβαίνει μὲ τὴν λιρέτταν τὴν Ἰταλικήν, ἥτις ὑπετιμήθη καὶ ἡ ὁποία ἔφερε τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους προβλέπει τὸ Διάταγμα τὸ Ἰταλικόν.
§164Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου εἶναι· ἀλλ’ ἐκεῖ συνέβη ἀντεθέτως· δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, κ. Ὑπουργέ, παρ’ ὅλα ὅσα εἴπατε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φύγῃ καὶ ἀπὸ τὴν βάσιν.
§165ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν φεύγει, μένει εἰς τὴν βάσιν, διότι πρόκειται περὶ πληρωμῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος μόνον ἐν Ἑλλάδι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§166Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Πρόκειται περὶ πληρωμῆς ἐν Ἑλλάδι εἰς νόμισμα ἀλλοδαπόν;
§167Γ. ΠΩΠ. Εἰς χρυσόν.
§168Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἂν ἔλεγεν εἰς χρυσόν, δὲν ὑπῆρχε ζήτημα.
§169ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν σειρὰν τῶν ἐκθέσεων τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τοῦ 1898 καὶ θέλετε ἴδει φράγκα ἢ δραχμάς.
§170Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀλλ’ εἰς τὰς πρὸ τοῦ 1898 ἐκθέσεις δὲν θὰ ἴδητε πουθενὰ ἀναφερόμενον τὸ ποσόν, ἀκριβῶς διότι δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη.
§171ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸ τοῦ 1898 δὲν ὑπῆρχε τὸ ζήτημα.
§172Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἰς τὸ δάνειον τοῦ 1881.
§173ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖνο, εἶναι ἄλλο χρέος.
§174Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀναφέρονται ἁπλῶς φράγκα, μήτε δραχμαί, μήτε φράγκα εἰς χρυσόν, ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ἐμφανίζεται, ἕνεκα τῆς πλουτολογικῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αὐτὸ τὸ ζήτημα, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ πληρωθῶσιν οἱ δανεισταὶ ἐν Ἑλλάδι εἰς δραχμάς, ἀλλὰ πρέπει νὰ πληρωθῶσιν εἰς φράγκα.
§175ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἴχομεν τὴν παλαιὰν δραχμήν, τὴν δραχμὴν τοῦ Ὄθωνος.
§176Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν περισώζονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξ ἀλλοδαπῆς ἀποστολὴν κουπονίων, ἀλλὰ νομοθετικῶς ἀναγνωρίζεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, ὅτι τὰ ἐν Ἑλλάδι εὑρισκόμενα μερίσματα θέλουσι πληρωθῇ εἰς δραχμάς.
§177Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία τοιαύτη διάταξις.
§178Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ προστατεύετε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀπὸ τὴν ἄλλην φέρετε νομοθετικὴν ὁμολογίαν, ὅτι θὰ πληρωθῶσιν εἰς δραχμάς...
§179ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει ἡ νομοθετικὴ ὁμολογία· αἱ συμβάσεις τοῦτο ἀναφέρουν, οἱ νόμοι, οἱ κυρώσαντες αὐτάς, τοῦτο λέγουσιν.
§180Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἄλλως τε, δὲν λέγει τίποτε περὶ αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον.
§181Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἠκούσατε ἐκεῖθεν, ὅτι ὁ κύριος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προῆλθεν εἰς συμφωνίαν, ὅτι θὰ πληρωθῶσιν εἰς δραχμάς.
§182Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἰς καμμίαν συμφωνίαν δὲν προῆλθον. Εἶπον εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πληρώνῃ εἰς δραχμάς, ἡ δὲ Τράπεζα μὲ ἤκουσε.
§183Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τότε προέβητε εἰς διαταγήν.
§184Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Οὔτε. Μοῦ ἐφαίνετο, ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ ὀρθόν. Ἡ Τράπεζα τὸ παρεδέχθη καὶ ἐξηκολούθησε νὰ πληρώνῃ. Δὲν ἀντηλλάξαμεν κανέν ἔγγραφον.
§185Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν εἶναι αὐτὸ τὸ ὀρθόν, διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἀμφισβητεῖται, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ προσέξωμεν, διότι πιθανὸν νὰ μὴ εἶναι τὸ ὀρθόν.
§186Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ποῖον ἀμφισβητεῖτε....
§187Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀμφισβητῶ....
§188Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὶ ἀμφισβητεῖτε;
§189Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀμφισβητῶ τὸ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἢ οἱαδήποτε Τράπεζα, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ τὰ μερίσματα τῶν χρεωγράφων ἐν Ἑλλάδι εἰς δραχμάς.
§190Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἰς τί νὰ τὰ πληρώσῃ;
§191Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἰς φράγκα.
§192Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ζητεῖτε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Ὅπως γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ἡ πληρωμὴ δὲν γίνεται, παρὰ διὰ νομισμάτων ἢ διὰ τίτλων παραστατικῶν νομισμάτων ἐπισήμων. Ἔρχεται ἕνας εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ πληρωθῇ. Τὶ θὰ τοῦ δώσητε; Δραχμὰς ἢ μεταλλικὰ νομίσματα. Τὶ ἄλλο δύνασθε νὰ τοῦ δώσητε; Τίποτε ἄλλο. Δύνασθε νὰ τοῦ δώσητε συναλλαγματικὴν ἐπιταγήν; Ὄχι, διότι δὲν εἶναι νόμισμα.
§193Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐὰν εἶναι πολλά, τοῦ τὰ δίδω.
§194Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ δεχθῇ. Εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσητε, ὄχι νὰ κάμητε ἄλλην συναλλαγήν. Ἡ πληρωμὴ δὲν γίνεται παρὰ διὰ νομίσματος. Λοιπὸν δύνασθε νὰ τοῦ δώσητε τραπεζογραμμάτια ἑλληνικὰ ἢ μέταλλον. Δύνασθε νὰ τοῦ δώσητε ἐπιταγήν; Βεβαίως, ὄχι. Δύνασθε νὰ τοῦ δώσητε ἀλλοδαπὸν χαρτονόμισμα; Βεβαίως ὄχι. Λοιπόν, τὶ θέλετε νὰ τοῦ δώσητε;
§195Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἡ δραχμὴ εἶναι 90 λεπτά;
§196Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι χρυσῆ.
§197Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ σᾶς λέγει ὁ κ. Σοκόλης.
§198ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Σοκόλη, νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι καλῶς σᾶς παρετηρήθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι οὐδεμίαν μνείαν φράγκου ἢ δραχμῆς κάμνει τὸ νομοσχέδιον. Τὰ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει περιεχόμενα, εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ λόγου, δι’ ὃν φθάνομεν εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἀναφερόμεθα εἰς τὰς συμβάσεις καὶ τοὺς νόμους. Κατὰ τὰς συμβάσεις καὶ τοὺς κυρώσαντας αὐτὰς νόμους, γίνεται ἡ πληρωμή, χωρὶς κατ’ οὐδὲν νὰ μεταβάλῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐδῶ δὲν εἶναι νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ χωρήσῃ καὶ νὰ εἶναι παραδεκτὴ καὶ νὰ συζητηθῇ ἡ ἀξίωσις, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωμεν εἰς χρυσὸν καὶ ὄχι εἰς δραχμάς, διότι, ἐὰν ἡ ἀξίωσις αὕτη ἐγίνετο δεκτή, πρῶτος ἠθέλατε ἐκθέσει τὸν τόπον εἰς ζημίας χρηματικάς, ἀρκετὰ σπουδαίας, καὶ ἔπειτα θὰ ἐθίγετο τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεγνωρισμένον καὶ διὰ τῶν συμβάσεων καὶ διὰ τῶν νόμων καὶ διὰ τῆς πράξεως. Διατί, λοιπόν, εἰσάγετε ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ξένον τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν ἐνταῦθα;
§199Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Σεῖς τὸ εἰσάγετε, διότι, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου προκαλεῖτε τὰ ξένα κουπόνια νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ πληρωθοῦν εἰς χρυσόν. Καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἠθέλατε ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον αὐτό, σᾶς ἐρωτῶ: Ποῖον λόγον θὰ εἶχεν ὁ διαμένων ἐν Παρισίοις νὰ στείλῃ τὰ κουπόνια του νὰ πληρωθῇ ἐδῶ;
§200ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ κέρδος.
§201Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Περὶ τοῦ κέρδους αὐτοῦ ὁμιλῶ, διότι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἴπατε νὰ πληρώσῃ εἰς χρυσόν, εἰς δραχμάς. Ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤθελε πληρώσει εἰς φράγκα, τὶ συμφέρον θὰ εἶχεν ὁ ξένος κεφαλαιοῦχος νὰ φέρῃ τὰς ὁμολογίας του ἐδῶ νὰ πληρωθῇ; Ἐὰν τὰς φέρῃ ἐδῶ καὶ πληρωθῇ πέντε φράγκα π. χ. πρὸς 88½ λεπτὰ τῆς δραχμῆς, τὸ αὐτὸ ποσὸν θὰ δύναται νὰ εἰσπράξῃ ἐξαργυρώνων αὐτὰς καὶ ἐν Παρισίοις. Τότε, διὰ ποῖον λόγον θὰ φέρῃ τὰ χρεώγραφά του εἰς Ἀθήνας; Λοιπόν, τὸ νομοσχέδιόν σας τοῦτο λέγει, ὅτι διὰ τῆς πληρωμῆς ἐδῶ θὰ προκύψῃ κέρδος, καὶ τὸ κέρδος αὐτὸ ἀσφαλῶς δὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ, παρὰ ἐκ τῆς πληρωμῆς εἰς δραχμάς. Ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, κατόπιν τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτής, χωρὶς νὰ ἀναφέρεται τίποτε ἐντελῶς, αὐτὸ ἐννοεῖ, ὅτι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θὰ στείλουν ἐνταῦθα τὰ χρεώγραφά των, ὅπως πληρωθοῦν, θὰ ὠφεληθοῦν. Καὶ διατί; Λόγῳ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος.
§202ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λοιπόν, ἂς στείλουν νὰ ὠφεληθοῦν. Ἐπειδὴ φοβοῦνται αὐτό, κλείεται εἰς αὐτοὺς ὁ δρόμος, διότι, ὡς σᾶς παρετήρησα πρὸ ὀλίγου, εὐθὺς ὡς ζητήσουν, κατὰ τὰς συμβάσεις καὶ τοὺς νόμους, νὰ πληρωθοῦν εἰς δραχμάς, θὰ τοὺς ζητήσητε νὰ προσαγάγουν ὁλόκληρον τὸν τίτλον, καὶ οὐχὶ τὰ τοκομερίδια, ἀποκεκομμένα, καὶ εὐθὺς ὡς ζητήσητε τοῦτο, τότε αὐτοὶ δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποστείλωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον τὸν τίτλον, διότι τὰ ἀσφάλιστρα καὶ ἐν γένει τὰ ἔξοδα ὅλα τῆς ἀποστολῆς θὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ καταναλωθῇ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιδιώκουν.
§203Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πληρώσητε ἐν Ἀθήναις, ὄχι εἰς δραχμάς, ἀλλ’ εἰς φράγκα, σᾶς ἐρωτῶ: Τί συμφέρον ἔχει ὁ ξένος νὰ στείλῃ ἐδῶ κουπόνια; Εἶναι περίεργον πρᾶγμα! Δὲν δύναμαι νὰ ἐκφρασθῶ; Εἶναι καθαρὸν τὸ ζήτημα. Ἐκεῖ θὰ πληρωθοῦν 88½ λεπτά, ἐνῷ ἐδῶ θὰ λάβουν μίαν δραχμήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, καθαρὸν καὶ σαφέστατον. Φαίνεται δεδομένον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔλαβεν ἐντολὴν νὰ πληρώσῃ εἰς χρυσόν, δηλαδὴ εἰς δραχμάς, ἐνῷ δὲν δικαιοῦται. Διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, λοιπόν, τίθεται σαφέστατα τὸ ζήτημα, ὅτι, ὅποιος στείλῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ κουπόνιά του, ἔχει νὰ ὠφεληθῇ, διότι θὰ πληρωθῇ εἰς δραχμάς. Τὸ ζήτημα σαφέστατα τίθεται.
§204ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διόλου σαφέστατα, συγκεχυμένως. Πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ πληρώσῃ εἰς φράγκα καὶ ὄχι εἰς δραχμάς. Ποῦ θὰ τὰ εὕρῃ;
§205Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ δώσῃ τὸ ἰσότιμον.
§206ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν ἐκ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας, ἡ δραχμὴ εἶναι ἰσότιμος πρὸς τὸ φράγκον, καὶ μόνον ἕν Κράτος ἔπαθε τοῦτο τὸ κακόν, ἡ Ἰταλία, ὥστε νὰ ἐκπέσῃ ἡ λιρέττα της, ἴσως δὲ καὶ ἡ Σερβία...
§207Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ ἔπαθε καὶ ἡ Γερμανία.
§208ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τώρα τελευταίως. Βεβαίως, τὸ μάρκον τώρα εἶναι κατώτερον τῆς ἡμετέρας δραχμῆς. Ἀλλὰ νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἐξοφλεῖ, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωτικώτατον πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν τοκομεριδίων ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ δραχμή καὶ ὅ,τι κέρδος προέλθῃ, εἰς ἡμᾶς θὰ μείνῃ. Ἠθέλομεν δὲ προκαλέσει τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κόσμου, ἐὰν ἠθέλομεν πληρώσει φράγκα καὶ ὄχι δραχμὴν ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία εἶναι τὸ νόμισμα, τὸ διὰ τῶν συμβάσεων μετὰ τῶν ξένων ἐπεκεκυρωμένον.
§209Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ναί, ἀλλὰ ζημιούμεθα. Αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε ἐδῶ, ὅτι ἐπληρώσαμεν 3.000.000 εἰς τὰ 1914 ἕως τὰ 1916, ἅμα λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι κολοσσιαῖαι ποσότητες χρεωγράφων ἠγοράσθησαν παρ’ ἡμεδαπῶν, ἕνεκα τῆς ἀθρόας εἰσροῆς χρήματος, θὰ φθάσωμεν εἰς πέντε καὶ ἕξ ἑκατομμύρια.
§210ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἕλληνες θὰ ὠφεληθοῦν.
§211Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι πρέπει νὰ μείνουν εἰς τὸ Κράτος. Δὲν πρόκειται νὰ τὰ μοιράσωμεν, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι καλλίτερον εἶναι ποὺ θὰ τὰ πάρουν Ἕλληνες.
§212Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Τὰ τοκομερίδια ἔπρεπε νὰ πληρωθοῦν εἰς τοὺς κατόχους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν Ἑλλάδι, εἰς χρυσόν. Δὲν εἶναι ἀλήθεια;
§213Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὄχι, εἰς φράγκα.
§214Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ἐὰν τὰ τοκομερίδια αὐτὰ εἶναι πληρωτέα εἰς φράγκα ἐν Ἑλλάδι;
§215Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Καὶ τότε φράγκα.
§216Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ὅταν τὸ φράγκον εἶχε 1.60 δρχ., τότε ἐδίδομεν ὅλον τὸ 1.60. Τώρα ποὺ ἔχει 88½ λεπτὰ δικαιοῦνται ἀπαραιτήτως νὰ πάρουν 88½ λεπτά.
§217Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.
§218Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ἡ Τράπεζα ἡ ἰδία, πληρώνουσα εἰς Παρισίους τὰς ὁμολογίας της, πληρώνει εἰς χρυσόν.
§219Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Συμφωνεῖτε μαζί μου, ὅτι τὸ φράγκον θὰ τὸ πληρώσῃ πρὸς 88 λεπτά, καὶ ὄχι μίαν δραχμήν, ὁ δὲ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτός, ὅτι φέρει ὠφέλειαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ πληρωθοῦν ἐν Ἑλλάδι.
§220ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὰς συμφωνίας. Ὅ,τι λέγουν αἱ συμβάσεις καὶ ὁ νόμος, ἐκεῖνο θὰ γίνῃ.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν ΧΜΠʹ νόμου τοῦ 1877 καὶ τῶν σχετικῶν αὐτῷ μεταγενεστέρων νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ὁρισμοῦ ἐκλογικῶν τμημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέμπτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ ἐκπτώσεως μέρους ἐκ τοῦ ἐνοικίου δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν ἐσόδων». (Ἀναγιγνώσκεται τὸ ἄρθρον πρῶτον)
§225Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι τόσον ἐπείγοντα τὰ νομοσχέδια, νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν.
§226ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δύο ἢ τρία εἶναι.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ.
§228Γ. ΠΩΠ. Νὰ μοῦ ὑποβοηθήσητε τὴν μνήμην, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τοῦτο. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς συνάδελφός τις, καὶ ἂν δὲν πλανῶμαι ὁ ἐκ Χίου κ. Δόσιος, ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, συγχρόνως δὲ ἐλέχθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ παρεπέμπετο εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ἐκεῖθεν θὰ ἤρχετο εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο ὑποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι, κατὰ τὴν χθεσινὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἦτο ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγράφονται τὰ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀποστελλόμενα νομοσχέδια.
§229ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι, ἦτο τέταρτον.
§230Γ. ΠΩΠ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν, μανθάνω δὲ, ὅτι συνετάχθη καὶ ἔκθεσις, ἡ γνῶσις δὲ καὶ ἄλλων τινῶν λεπτομερειῶν καθιστᾷ ἀναπόφευκτον τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως προσκομισθῶσι πληροφορίαι, δυνάμεναι νὰ πείσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀναγεννᾶται διὰ τῆς εὐθύνης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ μὴ τολμήσῃ νὰ ἀναλάβῃ ἡ ἰδία προσωπικῶς τὰς εὐθύνας, ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ φίλους αὑτῆς νὰ εἰσηγηθῶσι τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ὡς πρότασιν νόμου, καὶ μέσῳ θορύβου τοιούτου, ὅστις κατέπληξε πλεῖστα μέλη τοῦ τότε Κοινοβουλίου, νομίζω, ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον ἔχει ἀνάγκην νὰ τεθῇ ὑπὸ αὐστηρὸν ἔλεγχον, νὰ προσκομισθῶσι δὲ πληροφορίαι, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἡ ἐν ἀρχῇ ἐφαρμογὴ τῆς προτάσεως ἐκείνης τοῦ νόμου, τῆς γενομένης νόμου τοῦ Κράτους, παρήγαγεν ἀποτέλεσμα ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης ὑπαγορευόμενον, ἢ μὴ τυχὸν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ πτωχοὺς Δήμους καὶ πτωχὰς Κοινότητας περιουσίαι ὁλόκληροι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ὑπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ὅπου εἶχον εἰσέλθῃ χάριν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἰς τὰ θυλάκια τῶν πλουσίων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πάντες οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν συνάδελφοι καὶ οἱ ἐκ τῆς Πρωτευούσης καὶ τοῦ Πειραιῶς γνωρίζουν, ὅτι ἐπιχειροῦσι τὴν ἐνοικίασιν τῶν δημοτικῶν καὶ τῶν κοινοτικῶν φόρων καὶ συνεταιρίζονται καὶ ἡ ἐπιχείρησίς των εἶναι ἐπιχείρησις ἐλπίδος μᾶλλον, καὶ οἱ ὁποῖοι προβαίνουσιν εἰς πράξεις τοιαύτας, ὥστε ἡ κομματικὴ αὐτῶν δύναμις, ἡ κατὰ τόπους, ἡ ὁποία εἶναι μεγίστη, νὰ ἐπιδρᾷ, ὡς ἐπέδρασε καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης Βουλῆς, νὰ τοῖς ἐπιστρέφωνται χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οὗτοι κερδίσει πολλαπλασίως.
§231ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ ὅλους;
§232Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὁμιλῶ δι’ ὅλους. Δὲν καθορίζω κανένα. Ζητῶ τοῦτο, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ὑποβοηθήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ ἔργον της, τὸν παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ κατάλογον τῶν ἐπιστραφέντων χρημάτων τῶν Δήμων καὶ τῶν Κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι ἐπέστρεψαν τὰ χρήματα· τοῦ ἐφιστῶ δὲ καὶ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχήν, διότι ἔχω πληροφορίας ἰδιωτικάς, ἀπολύτου ἀσφαλείας, ἐκ πλείστων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι αἱ ἐνοικιάσεις τῶν κοινοτικῶν καὶ δημοτικῶν δασμῶν, αἱ διὰ τὸ ἔτος 1915 γενόμεναι καὶ τὰς ὁποίας ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιστρέψωμεν ὡς δώρημα εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς, ἐγένοντο κατὰ 30% ὀλιγώτερον ἢ αἱ ἐνοικιάσεις τοῦ 1914. Πάντα ταῦτα εἶναι σημαντικά. Εἰς ἐποχὴν δέ, καθ’ ἣν ἡ ψυχολογικὴ διάθεσις ἡμῶν καὶ τοῦ καθήκοντος ἡ ὑπαγόρευσις ἐπιβάλλει, ἵνα μεριμνῶμεν περὶ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ δημοτικοῦ τοιούτου, θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου τοῦ χαριστικοῦ, τὸ ὁποῖον οὐδὲν τὸ ἐπεῖγον, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, παρουσιάζει.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παραπέμπει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ νομοσχέδιον μετὰ ἐκθέσεως. Παρέχω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν.
§234Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ σύστασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ψαρῶν βουλευτοῦ, νὰ μὴ χαρίσωμεν τίποτε, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὀρθὴ εἶναι καὶ περιττὴ ὅλως. Οὐδεὶς ἔχει τὴν προαίρεσιν νὰ χαρίσῃ εἰς κανένα τίποτε. Ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου τὴν ἰσχὺν ἐπαναφέρει τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον, εἶναι νόμος τοῦ 1914. Ὁ νόμος αὐτὸς προεκλήθη ἐκ τοῦ ἐπελθόντος εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, κατὰ τὸ δεύτερον ἥμισυ τοῦ 1914. Ἐγένετο τότε ὁρατόν, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ προσόδων δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ὑπέστησαν μείωσιν τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας προέβλεψαν, ἐξ ἑνὸς γεγονότος ἐντελῶς ἀπροβλέπτου, ἐκ τῆς κηρύξεως τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Ἐμειώθησαν αἱ εἰσαγωγαὶ καὶ ἦτο δυνατὸν τοῦτο νὰ ἐπιτρέψῃ μειώσεις ἐκτάκτους. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, καθωρίσθη μία διαδικασία, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδιώχθη νὰ ἐρευνηθῇ, ἐὰν καὶ ποῦ ὑπέστησαν τοιαύτας μειώσεις τῶν προσόδων των, ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, τοῦ ἀπροόπτως ἐπελθόντος, καὶ ὅπου ἤθελεν εὑρεθῇ τοιοῦτόν τι, ἐπετράπη ἡ μείωσις τοῦ ἐνοικίου. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐφηρμόσθη τότε. Ἀναμφιβόλως, κατὰ τὸ 1915, αἱ γενόμεναι ἐνοικιάσεις δὲν ἐγένοντο, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσιν, ὅπως ἔγινον αἱ ἐνοικιάσεις τοῦ 1914. Διατί; Διότι αἱ μὲν ἐνοικιάσεις τοῦ 1914 ἐγένοντο πρὸ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, αἱ δὲ τοῦ 1915 ἐγένοντο διαρκοῦντος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Τὸ ὅτι δὲ αἱ ἐνοικιάσεις ἐγένοντο μικρότεραι, ἀποδεικνύει τὴν ὀρθότητα, τὴν βασιμότητα τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη· διότι, ἐὰν κατὰ τὸ 1915 προέκυψαν ἐνοίκια μὲ τὸν συναγωνισμόν, ὁ ὁποῖος ἀνεπτύχθη καὶ οἷος ἀναπτύσσεται καθ’ ἑκάστην, μικρότερα τῶν ἐνοικίων τοῦ 1914, τὶ ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ 1915 ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δεδικαιολογημένον, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1915, ὅσα ὑπελόγιζον πρὸ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ὅτι ἤθελον εἰσπράξει. Τὶ ἕπεται ἐκ τούτου ὅμως; Ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1914, ὁ ὁποῖος λαμβάνει ὑπ’ ὄψει γεγονός, τὸ ἐκ τῶν ἐνοικιάσεων τοῦ 1915 πιστοποιούμενον, ὡς ἀναμφισβήτητον συμπέρασμα ὅτι ὁ πόλεμος ἐπέδρασε, λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὸν πόλεμον τοῦτον, καὶ ἀπέδειξε διὰ τῶν ἐνοικιάσεων τοῦ 1915, ὅτι τῷ 1914 ἐπῆλθε ζημία ἐκ τοῦ πολέμου, διότι, διὰ τὸν λόγον τοῦτον, εἰσέπραξεν ὀλιγώτερα τῷ 1915. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ πολέμου τοῦ ἐξωτερικοῦ, οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει οἱαδήποτε μείωσις διότι οὔτε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο, προεβλέπετο.
§235Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀναβολὴν θὰ ζητήσητε;
§236Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁμιλῶ. Ὅταν τελειώσω θὰ ἀκούσητε. Λοιπόν, κατὰ τὸ 1915, δὲν ὑπῆρχε λόγος, ἵνα ἐκ τοῦ πολέμου ἐπέλθῃ μείωσίς τις, διότι αὐτὸς προεβλέπετο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐκανονίσθη τὸ ἐνοίκιον.
§237Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§238Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἕτερον γεγονός, τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐρωτᾶται ἤδη: Τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι δυνατόν, ὄχι νὰ ἐπιφέρῃ μείωσιν μεγαλειτέραν, διότι τὸ ἐὰν ἐν τῇ συγκεκριμένῃ ταύτῃ περιπτώσει ἐπέφερε, τοῦτο θὰ κριθῇ κατὰ τὴν εἰδικὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει μίαν διαδικασίαν, καὶ ἐάν τις τῶν κ. Βουλευτῶν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀτελής, δυνάμεθα νὰ τὸν βελτιώσωμεν, ἀλλὰ τὸ μόνον ἐρώτημα εἶναι: Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἐπιστράτευσις μείωσιν τῶν προσδοκωμένων ἐσόδων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ ἐνοικίασις; Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Ἐὰν τοῦτο εἶναι δυνατόν, προβάλλει ἕν δεύτερον ἐρώτημα: Εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τὸ ἔκτακτον τοῦτο γεγονός; Κατὰ τὴν ἐμὴν συνείδησιν, εἶναι δικαιότατον. Δὲν ἔχω τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν δημοσίων προσόδων, ὅτι αὗται ἀποτελοῦν ἀγορὰν ἐλπίδων ἢ τὰ τοιαῦτα. Δύναται νὰ συζητηθῇ μεταξὺ τῶν νομικῶν εἰς ποῖον τύπον συμβάσεως θὰ τὴν ὑπαγάγωμεν· αὐτὰ εἶναι νομικὰ παίγνια ἢ λογοπαίγνια· οἰκονομικῶς δὲν ἔχουσι σημασίαν.
§239Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§240Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ.
§241Γ. ΠΩΠ. Λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως εἰς τὰς μεγάλας πόλεις ηὔξησαν.
§242Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σταθῆτε. Εἶπον. Ηὔξησαν.
§243Γ. ΠΩΠ. Ἠξεύρετε πόσον ηὔξησαν; Κατὰ 50%. Τὸ Δημόσιον δὲν εἰσπράττει τίποτε ἐξ αὐτῶν τῶν κερδῶν ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστάς.
§244Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Λοιπὸν, ἐγὼ ἐτόνισα καὶ τονίζω τοῦτο, ὄχι ἄν ἐμειώθησαν αἱ πρόσοδοι αὐτῶν, καθ’ ὅλας τὰς ἐνοικιάσεις. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπῆλθε, μείωσίς τις — καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι εἰς πλεῖστα μέρη εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπῆλθε, καὶ ἐπῆλθε μείωσις τοιαύτη — ποῦ ἐπῆλθε καὶ πόση εἶναι ἡ μείωσις, ἡ ὁποία ἐπῆλθε, λέγεται, ὅτι τοῦτο εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξακριβωθῇ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου. Τὸ δεύτερον ἐρώτημα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι: Εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ μείωσις ἐκεῖ ὅπου ἐπῆλθε; Καὶ λέγω, χωρὶς νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν συζήτησιν τὴν νομικήν, ἄν εἶναι ἀγορὰ ἐλπίδος, ἢ ἐλπιζομένου πράγματος κλπ., λέγω, ὅτι, οἰκονομικῶς θεωρουμένη ἡ σύμβασις αὐτή, εἶναι μία σύμβασις, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀναλαμβάνει ὁ ἐνοικιαστής ἐργολαβικῶς τὴν εἴσπραξιν τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου ἢ τοῦ Δήμου καὶ θέτει ὡς βάσιν πρὸς καταβολὴν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον περίπου προσδοκᾶται ὅτι θέλει εἰσπράξει. Δὲν νομίζω δ’ ὅτι, ὅταν ἔκτακτα ἢ ἀπρόβλεπτα περιστατικὰ ἤθελον ἀλλοιώσει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προσεδοκᾶτο, ὅτε θέλει εἰσπραχθῇ, καθ’ ὅσον φρονῶ, ὅτι, ὅταν ἔκτακτοι καὶ ἀπρόοπτοι περιστάσεις ἤθελον φέρει ἀποτέλεσμα, ἄξιον λόγου μειώσεως τῶν προσόδων, εἶνε εὔλογον νὰ ἐπῆλθε ζημία τις εἰς αὐτούς. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσηγηθῶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω, ὅτι δὲν ἀποφασίζει περὶ τῶν ὀφειλομένων ἐνοικίων. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ἁπλῶς διαδικασίαν, διὰ τῆς ὁποίας θέλει ἐξακριβωθῇ κατὰ τρόπον, ὡς οἷον τε ἀσφαλῆ — καὶ ἡ διαδικασία, ἡ καθωρισμένη ἐν τῷ νόμῳ, δὲν εἶναι ἀκριβής— ὁρίζει διαδικασίαν, διὰ τῆς ὁποίας, θέλει εὑρεθῆ ποία ἡ ζημία καὶ ποία ἡ ἐκ τῆς ζημίας μείωσις τοῦ ἐνοικίου. Βεβαίως, καταλήγω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν βουλευτής, ὅτι ὑπάρχουν πόλεις εἰς τὰς ὁποίας ἐπῆλθεν ἐλάττωσις. Δὲν γνωρίζω τὶ ἐγένετο εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, δὲν γνωρίζω τὶ ἐγένετο εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς, δὲν γνωρίζω τὶ γίνεται εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς μέρη τοιαύτης κινήσεως, κατὰ τὴν ἀντίληψιν μάλιστα τὴν ὁποίαν ἔχομεν χωρὶς νὰ ἴδωμεν τοὺς ἀριθμούς, νὰ ἐπῆλθεν αὔξησις. Ἑπομένως δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Πρόκειται περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει διαδικασίαν, διὰ νὰ εὑρεθῇ ποῦ ἐγένοντο ἐλαττώσεις. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔφερον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἐνόμισα ὑπαγορευόμενον ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληροφορίαν, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ἐζητήθη πληροφορία, διότι δὲν μοὶ ἐδόθη τοιοῦτον σημείωμα.
§245Γ. ΠΩΠ. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἐζήτησε τοιαύτας κ. Δόσιος.
§246Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς εἶχον καταθέση σημείωμα, ζητῶν πληροφορίας περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.
§247Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Θὰ φέρω αὐτὰς τὰς πληροφορίας. Κύριε Δόσιε, κατεθέσατε σημείωμα, ζητοῦντες πληροφορίας περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου;
§248Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Μάλιστα.
§249Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) Δὲν τὸ ἔλαβον, θὰ ζητήσω πληροφορίας καὶ θὰ ἴδωμεν.
§250Γ. ΠΩΠ. Ἐφόσον εἶσθε διατεθειμένος νὰ προβῆτε εἰς μεταβολὴν τῆς διαδικασίας...
§251Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως...
§252Γ. ΠΩΠ. .. διατὶ νὰ μὴ ἀναβάλωμεν ἀπόψε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου;
§253Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μοι ἀνεκοίνωσεν, ὅτι παρηκολούθησε τὴν λεπτομέρειαν τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία εἶχε καθορισθῆ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, ἀπεκόμισε δὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι καλῶς ἐλειτούργησεν. Εἶναι δυνατὸν νὰ προταθῶσι καὶ μείζονες ἐγγυήσεις, ἐξασφαλίζουσαι πληρέστερον τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν γενομένων ζημιῶν.
§254Γ. ΠΩΠ. Ὥστε τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν συνεπληρώσατε διὰ τῆς ἀναβολῆς.
§255Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, σήμερον εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις. Ἄς ψηφισθῇ καὶ κατὰ τὴν ἄλλην συζήτησιν ἀναβάλλομεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας.
§256Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κεκηρυγμένος εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον νομίζω, ὅτι ὅσα ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι παντάπασιν ἀληθῆ. Καὶ ἐπειδὴ οὐδὲν δύναται νὰ βλαβῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δώσῃ ἀφορμήν, τὸ μὲν εἰς παρερμηνείαν, τὸ δὲ εἰς βλάβην ὡρισμένης τάξεως ἀνθρώπων, καὶ ἐξηγοῦμαι. Τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρει, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 1–5 τοῦ νόμου τοῦ 1914 ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν ἐνοικίων τῶν προσόδων τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων τοῦ ἔτους 1915. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐφαρμόζεται ἀναμφιβόλως καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου 1914. Ποῖον ὅμως εἶναι τὸ ἄρθρον 5 ἢ 4; Τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ἀναφέρει, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν ἐπαρχιακῶν φόρων, τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῶν λιμενικῶν...
§257Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Λομβάρδος λέγει ὅτι, διὰ τῶν ἄρθρων 1–4, περιλαμβάνεται καὶ ἡ Ἑπτάνησος, ὑπέβαλε δὲ τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ Ἑπτάνησος.
§258Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι περιλαμβάνεται, ἀλλ’ ἡ τροπολογία ἀφορᾷ εἰς ἄλλο θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ δώσω ἐξηγήσεις, ὅταν θὰ συζητηθῇ ἡ τροπολογία. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ ἐνοικιάσεως, μὴ γενομένης κατὰ τὸ ἄρθρον 5, ἀλλὰ πραγματοποιηθείσης, κατὰ τὸ 1914 ἐπὶ διετίαν καὶ ἑπομένως ἐπεχούσης μειονεκτήματα. Εἶναι καθαρῶς τοπικὸν τὸ ζήτημα καὶ θὰ τὸ ἀναπτύξω ἐν καιρῷ.
§259Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἶναι, ὅπως τὸ ἄρθρον 5 περιληφθῇ εἰς τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅπως διετυπώθη τὸ ἄρθρον αὐτό, δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρερμηνείαν, λόγῳ ἀντιφάσεως, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται ἐν αὐτῷ, διότι, κατὰ τὸ ἄρθρον 5, ἐκτὸς τῶν φόρων τῶν ἐπαρχιακῶν, τῆς Ἑπτανήσου, ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ λιμενικῶν φόρων, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται τοὐναντίον, ἀναφέρει, ὅτι αἱ διατάξεις ἀφορῶσι τὰς κοινοτικὰς προσόδους.
§260Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ τὸ διορθώσω.
§261Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἐνδοιασμὸς δύναται νὰ γεννηθῇ, διότι δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, εἰς ὃν ὑπάγονται οἱ λιμενικοὶ φόροι.
§262Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα. Εἰς τὴν ἀρχικὴν ἐπιγραφὴν δὲν ἔχει τὰ λιμενικά.
§263Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρερμηνείαν. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸν παλαιὸν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀναγράφει τὸ πληρωτέον μίσθωμα, λέγει δέ, ὅτι ἀναστέλλεται ἡ καταδίωξις τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ 1915. Πρέπει ὅθεν νὰ προστεθῇ «καὶ λιμενικῶν φόρων», διότι δὲν θὰ ἔχωσι τὸ εὐεργέτημα τοῦτο οἱ ἐνοικιασταὶ λιμενικῶν φόρων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του ταῦτα.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§265Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον τὴν γνώμην, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν παρουσιάζει τι τὸ ἐπεῖγον, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ἐπιθυμῶ νὰ διατυπώσω περὶ αὐτοῦ τὴν γνώμην μου. Ἡ γνώμη μου δὲ εἶναι αὐτή: Εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τὸ θεωρῶ ἄδικον, ἀποβαῖνον εἰς βάρος τῶν δημοτικῶν ταμείων, εἰς βάρος τῶν κοινοτικῶν ταμείων, καὶ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ σκοποῦν νὰ δώσῃ ἕν φιλοδώρημα εἰς ὡρισμένους ἐπιχειρηματίας. Οἱ λόγοι, δι’ ὧν ἐπεζητήθη νὰ αἰτιολογηθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἐκ τῆς ὑπομνήσεως ὁμοίου νόμου τοῦ ἔτους 1914, δὲν ἀντλεῖται οὐσιῶδες ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, οὔτε κατὰ τύπους, οὔτε κατ’ οὐσίαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος κεῖται μακρὰν τῆς πεποιθήσεώς μου, διὰ τοῦτο δὲ οὐδαμῶς ἐπεδοκίμασα αὐτόν. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω προσθέτως, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σημειωτέον εἶναι ἀποτέλεσμα βουλευτικῆς πρωτοβουλίας, οὐχὶ δὲ Κυβερνητικῆς, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπέφυγε νὰ δηλώσῃ ἰδίαν γνώμην καὶ νὰ περιβάλῃ τὴν πρότασιν μὲ τὸ κῦρος τῆς Κυβερνητικῆς εὐθύνης, ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶχε μίαν προϋπόθεσιν, τὴν ὁποίαν νομίζω μὴ συντρέχουσαν ἐν προκειμένῳ· τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι περὶ τὰ μέσα τοῦ ἔτους ἐκείνου, τοῦ 1914, ἐξερράγη, πάντως ἀπροσδοκήτως, ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος. Ἀλλὰ προϋπόθεσις ἀνάλογος ἐν προκειμένῳ δὲν συντρέχει, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ 1915, γενόμενοι τοιοῦτοι διαρκοῦντος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ὅτε καὶ ἡ ἑλληνικὴ ἀτμόσφαιρα ἐπληροῦτο πιθανοτήτων ἢ φόβων συμμετοχῆς εἰς τὸν ἀγῶνα, εἶχον ὑπ’ ὄψει των ὡς ἐνδεχομένην καὶ τὴν ἐπιστράτευσιν τῆς ἡμετέρας Χώρας. Δὲν θὰ εἴμεθα μακρὰν τῆς ἀληθείας, ἐὰν ἀναμνησθῶμεν, προκειμένου νὰ διαγνώσωμεν τὰς προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένοντο αἱ ἐνοικιάσεις καὶ τὰς ἀντιλήψεις ἐκείνας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὡδηγοῦντο οἱ προσερχόμενοι πρὸς ἐνοικίασιν, δὲν θὰ ἦτο, λέγω, παράτολμον, ἐὰν ἀναμνησθῶμεν, ὅτι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἔθεσαν ἐκτὸς συζητήσεως, μακρὰν παντὸς ἐνδεχομένου, καὶ τὴν ἐπιστράτευσιν ἡμῶν, καὶ τὸν πόλεμον. Ἴσως μάλιστα, ὑπῆρξε καὶ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔκρινε τὴν ἀνάμιξιν ἡμῶν ὡς λίαν ἐνδεδειγμένην. Ἔχομεν ἄρα ὅλα τὰ δεδομένα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι, οἱ προσελθόντες διὰ τὴν ἐνοικίασιν, εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὡς ἐνδεχομένην καὶ τὴν ἐπιστράτευσιν τῆς ἡμετέρας Χώρας. Ἑπομένως, προέβησαν εἰς τὰς προσφορὰς αὐτῶν, ἀναλαβόντες καὶ τοὺς ἐνδεχομένους τούτους κινδύνους, καὶ δι’ αὐτὸ παρατηρεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι αἱ προσφοραὶ εἶναι κατώτεραι τῶν τοῦ προηγουμένου ἔτους. Ὑπῆρχεν, ἄρα, παρ’ αὐτοῖς ἡ ἀντίληψις ἢ ὁ φόβος, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ τοῦτο νὰ συμβῇ, καὶ τοῦτο ἦτο εἰς συντελεστής, οὐσιώδης, εἰς τὸ νὰ προσφέρωσιν ἐκείνας τὰς προσφοράς, τὰς ὁποίας προσήνεγκον. Ἀλλά, τὸ ἐπ’ ἐμοί, θὰ προέβαινον καὶ περαιτέρω καὶ θὰ ἔλεγον, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί ἐθεώρουν ἢ δὲν ἐθεώρουν ὡς ἐνδεχόμενον οἱ ἐνοικιασταί, πάλιν, κατὰ τὰς ἰδικάς μου ἰδέας, κατὰ τὰς ἰδικάς μου δικαιολογητικάς, οἰκονομικὰς καὶ συναλλακτικὰς ἀντιλήψεις, περὶ τῶν τοιούτων σχέσεων τοῦ Κράτους ἢ τῶν Δήμων πρὸς τοὺς ἰδιώτας, ἡ τοιαύτη ἔκπτωσις δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, δὲν εἶναι προσήκουσα, δὲν εἶναι εὔλογον, δὲν εἶναι δικαία. Διότι αὐτοὶ οἱ ἐνοικιασταὶ εἶναι ἐπιχειρηματίαι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ἐξ ἴσου τὸ κέρδος, ὅσον καὶ τὴν ἐνδεχομένην ζημίαν. Τί θὰ ἐλέγομεν, ἐὰν, ἀντὶ τοῦ ἐπιζημίου γεγονότος τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅπερ ἐμείωσεν, ἔστω ἀπροσδοκήτως, τὰ κέρδη των, ἢ τοὺς ἐζημίωσε, συνέβαινεν ἄλλο ἔκτακτον γεγονός, ὅπερ, ἀνελπίστως ὅλως, θὰ ἐπολλαπλασίαζε τὰ κέρδη των; Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ὅτι οὗτοι φέρουσι τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιχειρήσεώς των. Ἐὰν πράγματι ἐπῆλθεν εἰς αὐτοὺς ζημία, ἔγκειται αὕτη εἰς τὴν φύσιν τῆς ἐπιχειρήσεώς των, εἰς τὴν κερδοσκοπίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξετέθησαν, καὶ δὲν λέγω κερδοσκοπίαν, διὰ νὰ θίξω τινά, ἀλλὰ νὰ χαρακτηρίσω ἁπλῶς τὴν φύσιν καὶ τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιχειρήσεώς των. Καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νομίζω, ὅτι ἡ εὐμένεια καὶ ἡ συγκατάβασις αὐτή, τὴν ὁποίαν δεικνύετε πρὸς ὡρισμένα ἄτομα, εἰς βάρος τῶν δημοσίων συμφερόντων, δὲν εἶναι τὸ παράπαν δεδικαιολογημένη. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κηρύσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§266Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐπολέμησε τὴν βάσιν τοῦ ν)δίου, ἀναχωρῶν ἀπὸ τῆς βάσεως, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένοντο αἱ ἐνοικιάσεις, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ἔκτακτος περίστασις. Αἱ ἐνοικιάσεις ἐγένοντο κατὰ μῆνα Δεκέμβριον τοῦ 1914, ἀλλ’ οἱ ἐνοικιασταὶ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἰδιαιτέραν, ἔκτακτον διαίσθησιν, πολὺ μείζονα τῶν διπλωματῶν, διὰ νὰ προΐδουν, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἐπιστράτευσις τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915.
§267Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδεχόμενον ἦτο, εἶπον.
§268Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐνδεχομένου ἐκανόνισαν τὰς προσφοράς των, αἵτινες δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει συναγωνισμοῦ. Λοιπόν, δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ὅτι τοιαύτην εἶχον διορατικότητα, πρόβλεψιν, προαίσθησιν οἱ ἐνοικιασταί, καὶ ἑπομένως, κανονίσαντες τὸ ἐνοίκιον, τὸ ἐκανόνισαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐνδεχομένης ἐπιστρατεύσεως, ὡς προηγουμένως εἴπατε. Ἡ ἑτέρα ἀντίρρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, εἶναι ριζικωτέρα καὶ ὁρμᾶται ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, ὅτι δὲν νομίζει δεδικαιολογημένην τὴν αἴτησιν, κατ’ ἀρχήν, δι’ αὐτὸ δείκνυται τόσον εὔκολος, ὥστε νὰ ἀποδεχθῇ τὸ ἐκ τῆς προγνώσεως ἐπιχείρημα, τὸ τόσον ἀσθενές, τὸ τόσον ἀσήμαντον, ὡς ἀρκετὸν νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, διότι ὁ κ. συνάδελφος εἶναι, κατ’ ἀρχήν, κατὰ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ λέγει: Κύριε, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τὴν δικαιολογικὴν καὶ συναλλακτικὴν ἀντίληψιν οὕτω συνηλλάγης. Ἐὰν τὴν ἔπαθες, τόσο χειρότερο γιὰ σένα. Ἠμποροῦσες ὅμως καὶ νὰ ὠφεληθῇς, καὶ τότε θὰ ἦτο καλύτερον. Εἶναι αὐταὶ αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπεράγαν ἐρριζωμέναι εἰς ἡμᾶς τοὺς νομικούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐγένετο πληρεστέρα διείσδυσις εἰς τοὺς νόμους, διότι ἐμπνέονται ἀπὸ τὰ δόγματα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου, ἅτινα εἶναι μὲν σεβαστά, ἀλλά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα δικαιολογήσωσι τὰς συγχρόνους τῶν πραγμάτων ἀντιλήψεις ἐπὶ τῶν συναλλαγῶν, εἰς τὰς ὁποίας σήμερον ἐμφανίζονται ὡς συναλλασσόμενοι ἀπὸ τὸ ἓν μέρος πρόσωπα τοῦ Δημοσίου Δικαίου, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἰδιῶται. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, τὸ τοσοῦτον ἄτεγκτον καὶ ἀπηνές, ἐν τῇ ἀντιλήψει τῶν συμβάσεων, ἀναγνωρίζει τὴν ἐξ ἐκτάκτων περιστάσεων, θεομηνίας κλπ., μείωσιν τοῦ μισθώματος καὶ θὰ ἐχρειάζετο νομικὴ λεπτότης, ἄσκοπος, κατ’ ἐμέ, καὶ ἄχρηστος, ὑπὸ διαφόρων νομικῶν καὶ νομοδιδασκάλων, διὰ νὰ κριθῇ, ἐὰν ἡ σύμβασις αὐτή, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν μείωσιν τοῦ μισθώματος, λόγῳ θεομηνίας, ἢ λόγῳ ἐκτάκτων περιστατικῶν ἢ ἐπιστρατεύσεως...
§269Γ. ΠΩΠ. Θεομηνία εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις;
§270Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα, ὅταν κατ’ αὐτὴν λαμβάνει χώραν ἐπιδρομὴ τῶν στρατιωτῶν. Ἐάν, κατὰ τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν, δικαιολογεῖται ἡ μείωσις τοῦ μισθώματος ἐξ ἑνὸς ἐκτάκτου περιστατικοῦ, διατί θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητον τοῦτο καὶ ὅταν τὸ ἕτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν εἶνε νομικὸν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, εἰς ὃ ἐπιβάλλεται ἡ ἀντίληψις τῆς πληρεστέρας ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναγνωρίζηται ἡ δύναμις, ἵνα ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν, νὰ τροποποιήσῃ τὸ διὰ τῶν συμφωνιῶν προσδιοριζόμενον ποσὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς, ὅτι δὲν πρέπει τις νὰ ὑφίσταται ζημίαν, μὴ προερχομένην ἐξ ἰδίου αὐτοῦ πταίσματος, καὶ παρεχομένου πάντοτε τοῦ δικαίου εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐκ περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς προβλέψεώς του, ἐκ τῆς συμφωνίας ὑπέστη ζημίαν ἢ καταστροφήν; Μὴ ἀμφιβάλλει ὁ κ. Συνάδελφος, ὅτι τοιαύτη ἐκτίμησις τῶν πραγμάτων ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου νόμου, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπῆλθε περιστατικόν τι ἀπρόοπτον, τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει καὶ νὰ ἐπέλθῃ μείωσις τοῦ ποσοῦ κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἐνοικίου. Ἐὰν δὲν λάβωμεν τὸ μέτρον αὐτό, διὰ τὰς δημοπρασίας τὰς τοιούτου εἴδους, εἰς τὸ ἑξῆς θὰ λαμβάνουν μέρος μόνον οἱ ἔχοντες τὸ πνεῦμα τὸ κερδοσκοπικόν, καὶ θὰ φθάνωσι μέχρι τοῦ σημείου νὰ κερδοσκοπῶσιν, ὅπως εἰς τὰ παιγνίδια, εἰς τὰ χαρτιά. Οἱ δὲ μὴ ἔχοντες ἀνεπτυγμένον τὸ πνεῦμα τῆς κερδοσκοπίας, ἀλλὰ συμμετέχοντες μὲ ἀξιώσεις κανονικῶν κερδῶν, δὲν θὰ δύνανται τοῦ λοιποῦ νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς αὐτάς. Ἑπομένως, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τοιαύτη ἀντίληψις δύναται νὰ ἀποβῇ εἰς ζημίαν τῶν προσώπων, πρὸς τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν, δηλαδὴ τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν δήμων.
§271Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέφυγον νομίζω, ἐπιμελῶς, νὰ θίξω νομικὰ ζητήματα καὶ νομικὰς ἰδέας. Ὅσα εἶπον, ὑπαγορεύονται ἀπὸ τὰς δικαιολογικὰς καὶ τὰς οἰκονομικὰς ἀντιλήψεις, αἵτινες ἐξεταστέον ἄν πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν ἐπὶ τοιούτου νομοθ. μέτρου. Καὶ ἀπὸ τῶν ἀπόψεων τούτων ἔκρινα, ὅτι πρόκειται τοῦτο ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον καὶ ἄδικον. Καὶ ἐξήγησα τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ πρυτανεύσουν ἐν τῇ νεωτέρᾳ νομοθεσίᾳ, καὶ νὰ καθοδηγῶσιν ἡμᾶς ἀκριβῶς εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους, πρὸς τοὺς ἐπιχειρηματίας καὶ τοὺς κερδοσκόπους, δηλαδὴ τοὺς ἐπὶ κερδοσκοπίᾳ συναλλασσομένους, μετὰ τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὡρμώμην ἀπὸ στενῶν νομικῶν ἀντιλήψεων, θὰ ἔστρεφον καὶ ἐγὼ τὴν προσοχήν μου εἰς ἄλλην σειρὰν ἰδεῶν καὶ θὰ εὑρισκόμην ἐγγὺς πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τότε θὰ ἐνεθυμούμην τὰς περὶ θεομηνίας ἀρχὰς τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ θὰ ἐξήταζον ἐὰν καὶ κατὰ πόσον αἱ διατάξεις ἐκεῖναι δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν πρὸς τὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔπραξα τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι αὗται δὲν πρέπει νὰ διέπωσι τὰς τοιαύτας ἐννόμους σχέσεις τοῦ Κράτους. Ἀπὸ νομικὰς ἀντιλήψεις παρεσύρθη ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ διὰ τοῦτο κατέφυγε νὰ ζητήσῃ, ἐμμέσως, συνδρομὴν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ αἱ προσεπικληθεῖσαι περὶ θεομηνίας διατάξεις τοῦ τόσον ἀναξιοπαθοῦντος Ρωμαϊκοῦ Δικαίου δὲν ἔχουσι μεγάλην σχέσιν ἐν προκειμένῳ. Ἐὰν ἦσαν ἐπαρκεῖς αὗται, καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ στηριχθῶσιν εἰς ταύτας οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοτικῶν προσόδων...
§272Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποῖος σᾶς εἶπε περὶ αὐτοῦ;
§273Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ περὶ θεομηνίας διατάξεις ἔχουσι μίαν μόνην σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι δὲ αὕτη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γινόμενον νόμος τοῦ Κράτους, θὰ ἀποτελέσῃ ἀληθῆ θεομηνίαν ἐναντίον τῶν ταμείων τῶν Δήμων καὶ τῶν Κοινοτήτων, καὶ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, τὸ ὁποῖον θὰ εὑρεθῇ ἠναγκασμένον πιθανώτατα νὰ ἐπιστρέψῃ ὁλόκληρα ἐκεῖνα τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα, δυνάμει τοῦ νόμου, εἶχεν εἰσπράξει ὡς εἰσφορὰν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν.
§274Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἐμέ, εἶναι ὀρθόν, ἀρκεῖ δὲ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἕν καὶ μόνον παράδειγμα. Τὴν 12ην Σεπτεμβρίου παρελθόντος ἔτους, ἐπεστρατεύθη ἡ Χώρα. Πρὸ μιᾶς ἡμέρας, εἰς ἕν χωρίον τοῦ Νομοῦ μου, ἐτελεῖτο πανήγυρις. Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου, αὐτῆς, ὅστις δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ, ὅτι, μετὰ μίαν ἡμέραν, θὰ ἐνσκήψῃ τοιαύτη τηλεγραφικὴ διαταγὴ ἐπιστρατεύσεως, προσέφερε τέσσαρας χιλ. ὀκτακοσίας δρχ. Ἀλλ’ ἀντὶ 4.800 δραχμῶν, ποὺ εἶχεν ἐνοικιασθῆ ὁ φόρος τῆς πανηγύρεως, ὁ ἐνοικιαστὴς κατέληξε νὰ εἰσπράξῃ μόνον 1.200. Λοιπόν, τὸ νομοσχέδιον εἶναι δίκαιον.
§275Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄν, κατὰ τὸ ἔτος 1915, ἐγένετο ἢ ὄχι ἔκπτωσις τοιούτων καινοτικῶν καὶ δημοτικῶν προσόδων. Δηλαδή, ὑπεβλήθησαν, ἐντὸς τοῦ ἔτους 1915, ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν τοιούτων φόρων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν των, ἐζημιώθησαν, αἰτήσεις, ἄλλαι ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς Δήμους καὶ ἄλλαι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον παρέπεμψε ταύτας εἰς τοὺς οἰκείους Νομάρχας μετὰ συστάσεως, ἵνα παραπεμφθῶσιν εἰς τοὺς τοὺς Δήμους, τοὺς μόνους ἀναγνωρισθέντας, ὡς ἁρμοδίαν Ἀρχήν, ἐπὶ τοιούτων αἰτήσεων; Τοιαύτας ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ τρεῖς, ἐξ ὧν μίαν τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, τῶν Γρεβενῶν, αἵτινες παρεπέμφθησαν εἰς τοὺς Δήμους, ἵνα ἀποφανθῶσιν, ἐὰν ὄντως ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου ἐζημιώθη. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ διακασία αὐτή, καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια εἶναι τὰ καταλληλότερα πρὸς πιστοποίησιν τῆς γενομένης ζημίας, διὰ ποῖον λόγον νὰ ψηφίσωμεν τὸν νέον αὐτὸν νόμον;
§276Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐξ ἑνὸς εἶναι ὁ ἐνοικιαστής, ἐξ ἑτέρου ὁ Δῆμος. Ἐὰν συμφωνήσωσιν, ὡς ὑμεῖς λέγετε, θὰ λάβῃ χώραν καὶ ἔγκρισις τῆς ἀνωτέρας Ἀρχῆς, ἡ ὁποία κηδεμονεύει τοὺς Δήμους. Ἐὰν ὅμως δὲν συμφωνήσωσι, θὰ εἶνε ἀνάγκη μιᾶς ἄλλης διαδικασίας. Ἡμεῖς θὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι δύναται νὰ χωρήσῃ μείωσις, καὶ θὰ καταρτίσωμεν διοικητικὴν διαδικασίαν, διὰ τὰς διενέξεις μεταξὺ Δήμων καὶ ἐνοικιαστῶν.
§277Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τότε καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπέμβῃ ἡ Βουλὴ εἰς ζητήματα, δι’ ἅ ἐδόθη αὐτοτέλεια καὶ αὐτενέργεια καὶ ἀποκέντρωσις εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας, ἵνα διαχειρίζωνται τὰς προσόδους των, συντάσσωσι προϋπολογισμοὺς κλπ. Οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες ἔχουσι προϋπολογισμούς, ἐγκρίνουσι δασμοὺς ἢ φόρους, ἀντὶ ὡρισμένου ἀντιτίμου, τὸ ὁποῖον δὲν καταθέτουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν, οὔτε ἀγοράζουσι δι’ αὐτῶν χρεώγραφα, διὰ νὰ εἰσπράττωσι τοκομερίδια, ἀλλὰ τὰ χρησιμοποιοῦσι διὰ τὰς ἐτησίας δαπάνας καὶ ἐν γένει τὰ διαχειρίζονται καθ’ ὅν τρόπον ἕκαστος διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν του. Πῶς θὰ κλείσουν λοιπὸν οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν Δήμων τοῦ ἔτους αὐτοῦ; Ἔπειτα, εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἔχετε μόνους τοὺς δημοτικοὺς ἢ κοινοτικοὺς τούτους φόρους, ἀλλ’ εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα ἔχομεν καὶ ἐνοικιαστὰς τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν μεγάλας ζημίας, γνωρίζει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔχουσιν ὑποβάλει αἰτήσεις διὰ τὰς ἐν λόγῳ ζημίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐγγὺς πρὸς τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, διότι ὑπάρχει ὁ λόγος τῆς θεομηνίας. Καὶ ὅμως, εἰς τὰ συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων ἐνοικιάσθη εἰς αὐτοὺς ἡ δεκάτη, δὲν ἀναγνωρίζεται αὐτὴ ἡ θεομηνία ὡς λόγος ἐκπτώσεως τοῦ ἐνοικίου, καὶ ὑποχρεοῦνται οἱ ἐνοικιασταί, μολονότι ἐζημιώθησαν ὀγκώδη ποσά, νὰ καταβάλωσι τὸ ἀντίτιμον τοῦ μισθώματος, ἐζημιώθησαν δέ, ὄχι ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλ’ ἕνεκα ἄλλων λόγων, ἀποτελούντων θεομηνίαν. Ἔπειτα θὰ ἔχωμεν, ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ ἀτόπου, ὅτι διαταράσσεται ἡ ἁρμονία τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, καὶ τὸ ἕτερον ἄτοπον, ὅτι καὶ ἄλλοι ἐνοικιασταὶ ἄλλων προσόδων, ὄχι πλέον δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν, ἀλλὰ τοῦ Κράτους, θὰ ἔχωσι παρομοίας αἰτήσεις νὰ ὑποβάλωσι. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὑπάρχουν ζημίαι, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰς ἀρνηθῶμεν, ἀπέναντι ὅμως τῶν ὑπαρχουσῶν ζημιῶν, ὑπάρχουσι καὶ κέρδη ὑπέρογκα.
§278Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τῶν ἰδίων;
§279Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὄχι, ἄλλων, καὶ αἱ μὲν ζημίαι θὰ ὑποβιβασθῶσιν, ἀλλὰ τὰ κέρδη δὲν θὰ ζητηθῶσιν. Ὥστε τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει, ὅτι τὰ κέρδη τὰ ὑπέρογκα, τὰ ὁποῖα φθάνουσι καὶ μέχρις αἰσχροκερδείας, εἶναι νόμιμα, αἱ δὲ ζημίαι δύνανται νὰ ἐπιστρέφωνται διὰ νόμου τοιούτου. Θὰ ἤθελα λοιπόν, ἀντὶ νὰ γίνῃ νόμος τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέπων, διὰ γενικοῦ τοιούτου μέτρου, νὰ γίνεται ἡ κρίσις τῶν ἐπελθουσῶν ζημιῶν, νὰ ἀφεθῇ ἡ κρίσις τῶν ζημιῶν εἰς τοὺς μόνους ἁρμοδίους ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες.
§280Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ......
§281Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁ καθεὶς κρίνει ἐκ τῶν ἰδίων. Σεῖς, θὰ ἔχετε φίλους, ἐγὼ δὲν ἔχω.
§282Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Εἰς τοὺς Δήμους, ὅπου ἔτυχε νὰ εἶναι φίλοι οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν συμβαίνει τὸ ἄτοπον.
§283Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι, κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνῃ τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἀποκλεισθῶσιν αἱ φιλικαὶ ἐπεμβάσεις.
§284Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Γίνεται νέα διαδικασία.
§285Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καὶ ἡ ὑπαγόρευσις τοῦ νομοσχεδίου ὀφείλεται εἰς φιλικὰς ἐπεμβάσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ τὸ ὁμολογήσῃ τοῦτο.
§286Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). (Δὲν ἠκούσθη ὁ κ. Ὑπουργός).
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσίμας.
§288Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶχον ὑπ’ ὄψει των δύο ἢ τρεῖς μεγάλους Δήμους, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει των τὰς δύο χιλιάδας τῶν μικρῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Ἐκεῖ οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν εἶναι οὔτε κερδοσκόποι, οὔτε ἀποβλέπουσιν εἰς μεγάλα κέρδη, χιλιάδων δραχμῶν. Οἱ κοινοτικοὶ φόροι ἐνοικιάζονται, ἀντὶ ὀκτακοσίων ἢ χιλίων δραχμῶν. Πηγαίνουν, δηλαδή, οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ κερδίσουν 100 ἢ 150 δραχμάς. Τόσον δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τοῦ 1915 δὲν εἶχον καμμίαν γνῶσιν ἢ καμμίαν προαίσθησιν, ὅτι θὰ ἐκηρύσσετο ἡ ἐπιστράτευσις, ὥστε ὅλοι οἱ ἐνοικιασταί, καὶ τῶν 13 Δήμων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, εἶναι ἐπίστρατοι, πλεῖστοι δέ, δι’ ἐμοῦ, ἀνεφέρθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ζητοῦντες τὴν μείωσιν, διότι ἰσχυρίζονται, ὅτι, οὐχὶ μόνον ἐζημιώθησαν ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ καὶ διότι, μὴ γνωρίζοντες εἰς ποῖον νὰ ἀναθέσωσι τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, καθόσον αὐτοὶ ἐκλήθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατόν, δὲν εἰσέπραξαν οὔτε ὀβολόν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν. Βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων οὐδεμία ἐνοικίασις φόρου ἐγένετο κατὰ τὸ 1916. Τί σημαίνει τοῦτο; Ὅτι ὑπέστησαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τελείαν καταστροφήν. Δὲν εἶναι δίκαιον λοιπόν, χάριν ὠφελείας τῶν Δήμων, νὰ ζημιώσωμεν ἰδιώτας, καταστρέφοντες αὐτούς. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὀλίγοι εἶναι οἱ διαγωνιζόμενοι εἰς τοὺς φόρους τούτους, τὴν στιγμὴν δὲ καθ’ ἣν θὰ καταστρέψητε τὰ πρόσωπα αὐτά, οὐδεὶς θὰ προσέλθῃ εἰς τὸ μέλλον ἐνοικιαστὴς καὶ θὰ μείνωσιν οἱ φόροι ἄνευ ἐνοικιαστοῦ καὶ θὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ὅτε οὐδὲν ἔσοδον θὰ πραγματοποιεῖται, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διορίζεται ἀπὸ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον, θὰ βάζῃ εἰς τὴν τσέπην του κανένα πεντάδραχμον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράττῃ.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολογιώργης.
§290Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν πάντες οἱ πολῖται ἐκλήθησαν νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ Κράτος, νομίζω, ὅτι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καλῶς ἤκουσαν τὰ παράπονα ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ εὑρεθῶσιν ἐνοικιασταὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν. Βεβαίως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ ἀκούῃ τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν, καί, ἐὰν τὰ εὑρίσκῃ δίκαια, νὰ τὰ ὑποστηρίζῃ, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, νὰ τὰ καταδικάζῃ, μὴ εἰσάγουσα νομοσχέδια τοιαῦτα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ὁ παρελθὼν νόμος τοῦ ἔτους 1914, ἐψηφίσθη ἐν τῇ Βουλῇ, χωρὶς νὰ τὸν υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐὰν ὁ νόμος ἐγένετο, κατὰ πρότασιν τῶν βουλευτῶν, κατόπιν ἡ Κυβέρνησις τὸν ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ τὸν ἐκύρωσε, διὰ τῆς ὑπογραφῆς Του, ἀναλαβοῦσα τὴν εὐθύνην τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, τοῦτο δὲ σημαίνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸν υἱοθέτησεν. Βεβαίως, ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νόμου τούτου, εἶναι διότι ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ φαίνεται ὀλιγώτερον δημοκοποῦσα, ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι δίκαιος. Ἡ καλὴ πίστις, ἡ διέπουσα τὰς συναλλαγάς, ἀπαιτεῖ, ὅπως τὰ δικαστήρια, ὅταν ἔχωσι διατάξεις τοῦ νόμου, νὰ τὰς ἐφαρμόζωσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καλῆς πίστεως, ὥστε καὶ τὰ δίκαια τῶν συναλλασσομένων νὰ κανονίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἡμεῖς σήμερον, διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ χαρίσωμεν τίποτε ἀπολύτως, τοὐναντίον, πρόκειται νὰ κανονισθῇ μία διαδικασία, καθ’ ἣν θὰ ἐξετασθῶσιν, ἐὰν ὁ ἐνοικιαστής ἐζημιώθη, ὁπότε θὰ τοῦ ἐκπέσῃ τὸ ἐνοίκιον, ἀναλόγως τῆς ζημίας, ἐὰν δὲ δὲν ἐζημιώθη, νὰ πληρώσῃ τὸ ἐνοίκιον. Ἐὰν ἡ διαδικασία αὐτὴ δὲν εἶναι πλήρης, ἐὰν δὲν ἐξασφαλίζεται τὸ δίκαιον τῶν νομικῶν προσώπων, περὶ τῶν ὁποίων ὥρισε τὸ νομοσχέδιον, ἂς γίνῃ αὐστηρότερον, ἂς προστεθῶσι πρόσωπα ἄλλα. Ἀλλά, βεβαίως, ἡ Βουλή, προβαίνουσα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὰς πληροφορίας τῶν συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ὁ νόμος τοῦ 1914, κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Τὸ δὲ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. ἐκ Ψαρῶν Βουλευτής, ὅτι ὁ ὑπάρχων ἐνοικιαστής ἐκέρδισε πολλά, βεβαίως, δὲν ἔχει ὑπόστασιν. Ἐὰν ὅλοι οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ Κράτους ἦσαν συνεταῖροι, θὰ ἐλέγομεν, ὅτι ἐχάσατε ἐδῶ, ἀλλὰ ἐκερδίσατε ἐκεῖ καὶ, κατὰ συνέπειαν, ἀφοῦ εἰς τὴν μίαν ἐχάσατε καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἐκερδίσατε, δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ ζητῆτε μείωσιν τοῦ ἐνοικίου. Ἀλλὰ τοιοῦτοι συνεταιρισμοὶ δὲν ὑπάρχουσι καὶ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ ὀρθῆς βάσεως, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ κάμῃ σωστὰ νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος.
§292Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δικαιολογῶν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τί. Δύναμαι μόνον νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων, παρ’ ᾧ διατελῶ Δημοτικὸς Σύμβουλος, παρετηρήθη σημαντικὴ ἐλάττωσις τῶν ἐμμέσων φόρων. Ἀναφέρω τοῦτο, διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸν δικαιολογητικὸν λόγον τῆς ὑποβολῆς του. Ὁ πόλεμος ἐπέφερε μείωσιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Δήμου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπῆλθεν εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων μείωσις τῶν εἰσοδημάτων αὐτοῦ, ἂν ὄχι εἰς τὴν εἰσαγωγήν, ὅπως θὰ συνέβη εἰς ἄλλους Δήμους, εἰς τὰς ἐν γένει ὅμως εἰσπράξεις αὐτοῦ. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κοζάνης, ὁ ὁποῖος, νομίζω, ὅτι παρεξήγησε τὸν νόμον, διότι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν προνοεῖ περὶ μειώσεως τοῦ μισθώματος τῶν ἀμέσων δημοτικῶν φόρων, ὑποθέτω δὲ ὅτι ἡ δεκάτη ἐν Κοζάνῃ, ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπὲρ τοῦ Δήμου, θὰ εἶναι φόρος ἄμεσος, ἀλλὰ προβλέπει περὶ μειώσεως τοῦ ἐνοικίου τῶν ἐμμέσων φόρων.
§293Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Δὲν εἶπα, ὅτι μέσα εἰς τὸν νόμον περιλαμβάνεται ὁ φόρος τῆς δεκάτης, εἶπα, ὅτι, διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, ἀνοίγομεν πόρταν.
§294Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς, διὰ τοῦτο ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ μιᾶς διαφορᾶς, ἡ ὁποία δὲν ἐσημειώθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀναφέρει τὸν νόμον 409, ὅστις, ἐνῷ ἐπιγράφεται «περὶ ἐκπτώσεως μέρους ἐκ τοῦ ἐνοικίου δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ 1915», δὲν προνοεῖ μόνον περὶ τῶν δημοτικῶν προσόδων, φρονῶ δὲ εὐλόγως, διότι δὲν ὑπάρχουν δασμοὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὰς κοινότητας. Δασμοὶ τῶν ὠνίων ὑφίστανται, κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, εἰς τὰς περιφερείας τῶν τέως Δήμων, καθ’ ἃς εἰσπράττονται, διανεμόμενοι εἶτα εἰς τὰς Κοινότητας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχουσιν ἀπ’ εὐθείας δασμοὶ ὠνίων.
§295Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως· περὶ ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων προνοεῖ ὁ νόμος.
§296Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς, αὐτὸ μοῦ δίδει τὸ ἐνδόσημον νὰ σᾶς καταστήσω προσεκτικὸν εἰς τὴν φράσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι, τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων, καί, ὡς τοιοῦτον, νομίζω, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὸν φόρον τῶν ὠνίων. Ἐφόσον πρόκειται περὶ αὐτοῦ,—λέγω δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τῆς φράσεως τοῦ νόμου 409, ἐκ τῆς ὁποίας δικαιολογεῖ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἐὰν ἤθελε βεβαιωθῆ μείωσις τῆς εἰσαγωγῆς— θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν ἑρμηνείαν σας ἐπ’ αὐτοῦ, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς εὐκολίαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σαφὲς τὸ νομοσχέδιον, ἀναφέρον γενικῶς μείωσιν προσόδων, διότι πρόσοδοι δύνανται νὰ εἶναι πολλαὶ καὶ διάφοροι, αἱ ὁποῖαι νὰ μισθοῦνται, ἀλλ’ ὡς ὁ νόμος, ὑποθέτω, 409, οὕτω καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀπέβλεψε κυρίως εἰς τὸ νὰ ἐλαφρώσῃ τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ δασμοῦ τῶν ὠνίων, οἵτινες ὑπέστησαν τυχὸν ζημίας ἐκ τῆς μειώσεως τῆς εἰσαγωγῆς.
§297Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται μόνον περὶ ἐμμέσων φόρων.
§298Γ. ΠΩΠ. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀοριστίας ἐπληρώθησαν, λόγῳ τῆς θεομηνίας τοῦ Διεθνοῦς πολέμου, καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ λουτρῶν, μεταξὺ τῶν ἄλλων δὲ καὶ φίλος μου ἐνοικιαστὴς λουτρῶν, ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχον καὶ κοινοτικαὶ πρόσοδοι ἐπὶ τῶν λουτρῶν, ἐπέτυχεν ἐπιστροφὴν 4.000 δραχμῶν.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάτεσης.
§300Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσῃ τοὺς κ. Βουλευτάς, ὅπως μὴ ἀποβλέψωσι μόνον εἰς τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν Δήμων καὶ τῶν Κοινοτήτων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Ὅπως ὑπάρχει οἰκονομία τῶν κοινοτήτων καὶ τῶν δήμων, οὕτω πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία. Διότι ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία εἶναι ἐκείνη, ἐφ’ ἧς βασίζεται ἡ κοινοτικὴ καὶ ἡ δημοτική. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγένοντο τὰ ἐκληπτορικὰ τῶν φόρων συμβόλαια, ὅλως ἀλλοιοῖ ἦσαν καὶ οἱ διεθνεῖς ὅροι καὶ αἱ προβλέψεις περὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν καταστάσεως. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐπῆλθον γεγονότα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην ἀκούει ἡ Βουλή, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπέκλεισαν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὰ κέντρα τοῦ ἐμπορίου. Ἐφόσον λοιπὸν τὸ ἓν τῶν συμβαλλομένων μερῶν εἶναι ἡ κοινότης, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς τὴν φωνὴν τῆς equitas, ἡ ὁποία εἴς τινας περιστάσεις εἶναι ἀνωτέρα τοῦ αὐστηροῦ δικαίου. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κώλυμα, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ οὐδὲν χαρίζεται εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς, ἀλλ’ ἁπλῶς καθιεροῦται ἡ διαδικασία, δι’ ἧς δύναται νὰ ἐξευρεθῇ ἐν δεδομέναις περιπτώσεσιν ἡ ὕπαρξις τῶν ὅρων, ἐξ ὧν δικαιολογεῖται ἡ ἔκπτωσις.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλιάμος.
§302Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι λίαν δεδικαιολογημένον, ἀλλ’ ἐλησμονήθη ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων ὑπὲρ αὐτοῦ, ἓν σπουδαῖον στοιχεῖον τῆς δικαιολογίας αὐτοῦ, ὅτι αἱ πρῶται προσφοραί, εἰς τὰς ὁποίας προσφέρουσιν οἱ Δῆμοι τοὺς φόρους αὐτῶν πρὸς ἐκμίσθωσιν, ὑπῆρξαν ἀρκετὰ σπουδαῖαι, καὶ δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν Δήμων ὅλαι αἱ συνθῆκαι ἐκεῖναι, ἕνεκα τῶν ὁποίων προῆλθον σήμερον αἱ ζημίαι τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν φόρων, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων δικαιολογεῖται ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγομένη σήμερον μείωσις. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν σπουδαία τοῦ νομοσχεδίου τούτου δικαιολογία, ὅτι, ἀφοῦ παρὰ τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ συνθῆκαι αὗται, αἱ ἀπρόοπτοι, δίκαιον εἶναι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ θεωρηθῶσιν ἐξ ἴσου δεδικαιολογημένοι, διότι δὲν προεῖδον τὰ μέλλοντα ἐκεῖνα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἔκπτωσις τοῦ ἐνοικίου, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι μία τῶν σπουδαιοτέρων βάσεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ διαφόρους αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἀπηυθύνθησαν καὶ πρὸς τὴν Νομαρχίαν, ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν διαφόρων Δήμων τῆς Σάμου, οἵτινες ὑπέστησαν πολλὰς ζημίας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς συνεπείας τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον· λόγου χάριν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν Μικρασιατικῶν ἀκτῶν, διότι, ἂν πρὸ τῆς ἐνοικιάσεως καὶ κατὰ τὴν ἐνοικίασιν ὑπῆρχεν ἐλευθερία εἰσαγωγῆς σφαγίων καὶ ἰχθύων, μετὰ τὴν ἐνοικίασιν ἐπῆλθεν ὁ ἀποκλεισμός, καὶ ἀνεστάλη ἡ τοιαύτη εἰσαγωγή. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι δικαιότατον. Ὑπάρχουσι πλεῖστοι, ὅσοι, οἵτινες ἠδικήθησαν καὶ ἐζημιώθησαν, καὶ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἀδικηθέντας, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ φόβος νὰ ἀδικηθῶσιν οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν: Δέχεται τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου;
§304ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται αὕτη ὥρᾳ 10.30′ μ. μ.)