1914.12.16
3,566 rows · 25,754 words · 180 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68
Τῆς 16 Δεκεμβρίου 1914.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
(Ὥρᾳ 5.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: — Οἱ διδάκτορες τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου αἰτοῦσιν ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατυπώσεις τῆς ἐπὶ διδακτορίᾳ ἀναγορεύσεώς των, τοῦ ὑφ’ ὃν ἐνεγράφησαν καὶ διετέλεσαν Ὀργανισμοῦ. — Ὁ λαὸς Γυθείου παρακαλεῖ ὅπως ἐπεκταθῇ ὁ σιδηρόδρομος μέχρι Γυθείου. — Οἱ κάτοικοι Ἰσβόρου, Παλαιοχωρίου καὶ Νεοχωρίου παρακαλοῦσιν ὅπως ἱδρυθῇ Πρωτοδικεῖον Χαλκιδικῆς. — Ὁ λαὸς Γουμενίτσης παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ κατασκευῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Γερδόπης. — Ὁ Γεωργικὸς Σύνδεσμος Ἁγιάσσου παρακαλεῖ ὅπως μὴ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γεν. Διοικήσεως. — Οἱ Ἐπίσκοποι Θεσσαλονίκης παραπονοῦνται διὰ τὴν ἄνισον μισθοδοσίαν. — Ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἑταιρία Ζυθοποιείας ὁ «Ὄλυμπος» ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ζύθου». Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§2Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. 1) «Περὶ προσδιορισμοῦ ἐτησίας χορηγίας εἰς τὰς ἐν Καλάμαις πρώην Μοναχὰς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου». Καὶ 2) «Περὶ ἀπαλλαγῆς εἰσαγωγικῶν τελῶν τῶν διὰ τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων Προσκόπων εἰσαγομένων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐργαλείων, εἰδῶν ἱματισμοῦ καὶ ἐξαρτήσεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως ὁμογενῶν προσφύγων ἐπιστημόνων». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων περὶ συστάσεως φαρμακείων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνανεώσεως καταθέσεως ἀλλοδαπῶν σημάτων διαρκοῦντος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀφομοιώσεως τῶν παρὰ τῇ Γεν. Διοικήσει Κρήτης ὑπαλλήλων πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως ὀθωμανικῶν τινων φόρων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ περὶ ἀπαλλαγῶν ἀπὸ φόρων τινῶν ἐν αὐταῖς, ὡς καὶ περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τῶν χρήσεων 1914 καὶ 1915 ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς τὴν Χριστιανικὴν Κοινότητα Ἡρακλείου παραχωρηθέντος γηπέδου τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀνέγερσιν Πτωχοκομείου». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων ζημίαν, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὑγειονομικῶν μέτρων πρὸς καταστολὴν ἐμφανισθείσης πανώλους».
§4Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἤθελον νὰ ληφθῇ ἓν γενικὸν μέτρον διὰ τὰς ἑκάστοτε παρουσιαζομένας περιστάσεις. Ὑπάρχουν περιστάσεις, καθ’ ἃς οἱ πολῖται δυστροποῦσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἀπαραίτητα ὑγειονομικὰ μέτρα, ἕνεκεν τῆς ἐλλείψεως ἀποζημιώσεως.
§5ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Φοβοῦμαι νὰ δεχθῶ τοῦτο, μὴ τυχὸν ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον μὲ μεγάλα βάρη. Ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ μορφώσῃ πεποίθησιν ὅτι ἡ βλάβη προέρχεται ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν δημοσίων ἀρχῶν καὶ τότε νὰ προβαίνῃ εἰς ἀποζημίωσιν.
§6Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὁ δισταγμὸς τὸν ὁποῖον αἰσθάνεται ὁ κ. Ὑπουργός, προέρχεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως νόμου, διότι ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θέλει παρουσιασθῇ καὶ ἄλλην φορὰν τοῦτο, θὰ σπεύσωσιν οἱ πολῖται μόνοι, γνωρίζοντες ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ χάσωσι τίποτε, νὰ ὑποστῶσι τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα, ὅπως προλάβωσι τὴν νόσον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, αὐτὸ εἶναι ζήτημα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον πάντοτε θὰ εἶναι πρόθυμος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δεχθῇ. Δὲν ἕπεται δέ, διότι θὰ γείνῃ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ἐξουσιοδοτημένος, ὅταν παρουσιάζωνται τοιαῦτα ἔκτακτα γεγονότα, νὰ δύναται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ λαμβάνῃ ἀπροσκόπτως ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ἐπιβαλλόμενα διὰ τὴν πρόληψιν νόσων, νὰ εὑρίσκῃ δὲ καὶ τοὺς πολίτας προθυμοτάτους νὰ ὑφίστανται τὰς θυσίας, διότι θὰ γνωρίζωσιν ὅτι θ’ ἀποζημιωθῶσιν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς καλῶς ἢ κακῶς διεξαγάγῃ τὴν διαχείρησιν δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸν νόμον. Εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ὅλα τὰ κατ’ ἀρχὴν νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅπως τὸ νομοσχέδιον «περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς τὴν Χριστιανικὴν Κοινότητα Ἡρακλείου παραχωρηθέντος γηπέδου τοῦ Δημοσίου, πρὸς ἀνέγερσιν Πτωχοκομείου» κηρυχθῇ κατεπεῖγον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. —Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων ζημίαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὑγειονομικῶν μέτρων πρὸς καταστολὴν ἐμφανισθείσης πανώλους» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπίσης οἱ παραδεχόμενοι ὅπως κηρυχθῶσι κατεπείγοντα τὰ νομοσχέδια: «Περὶ ἀποδοχῶν ἀνδρῶν ἐφεδρείας τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διατεθειμένων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς». «Περὶ ἀναθέσεως διαχειρίσεων Ἀστυνομικῶν Διευθύνσεων εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τῆς Χωροφυλακῆς». «Περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως κλάσεων τινῶν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου» καὶ «Περὶ ἱδρύσεως τάγματος τιμῆς ὑπὸ τὸ ὄνομα τάγμα Γεωργίου τοῦ Αʹ» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. —Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων τούτων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§10Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κατὰ λάθος τυπογραφικὸν παρελείφθη ἐκ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸ κατὰ αʹ ἀνάγνωσιν νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 271 περὶ κανονισμοῦ χρονικῶν ὁρίων ἐργασίας εἰς τὰ ἐμπορικὰ Καταστήματα». Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν συγκινῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἂν ὑπάρχωσι παρατηρήσεις, θὰ τὰς λάβω ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 271 περὶ κανονισμοῦ χρονικῶν ὁρίων τῆς ἐργασίας εἰς ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ πρατήρια». Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων ἐσόδων ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων».
§12Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὄχι μόνον συμφωνῶ διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀλλὰ καὶ ὑπερθεματίζω εἰς ἔπαινον, διότι ὁ φόρος θὰ διατίθηται ὑπὲρ τῆς περιθάλψεως τῶν θυμάτων. Νομίζω ὅμως ὅτι καταργοῦντες τὸν νόμον τὸν προηγούμενον, καθ’ ὃν τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλάσσῃ ὡρισμένα θεάματα τοῦ φόρου αὐτοῦ, φθάνομεν εἰς νόμον αὐστηρότερον, καθ’ ὃν δὲν ἐξαιροῦνται οὔτε αἱ μουσικαὶ συναυλίαι. Παρακαλῶ νὰ ἀπαλλαγῶσιν τοὐλάχιστον τοῦ φόρου αὐταί. Νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ ὑποβάλητε τὴν γνώμην σας.
§13Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη οὐδεμιᾶς μελέτης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντες γνωρίζομεν, εἶναι ὅτι τὸν φόρον αὐτὸν τῶν δημοσίων θεαμάτων τὸν πληρώνουσιν ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος ὁ ὁποῖος, πρόκειται νὰ ἴδῃ, δὲν ὑπάρχῃ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος νὰ εὐεργετήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ παρασταθῶσιν εἰς αὐτὰ τὰ θεάματα. Ὀρθὸν εἶναι ν’ ἀφήσωμεν νὰ πληρώσωσι τὸ 50λεπτον. Ἡ ἐξαίρεσις ἡ ὁποία ἔγεινεν ἐνταῦθα, ἔγεινε μόνον διὰ τὰς συναυλίας, τὰς διδομένας ὑπὸ τῶν μαθητῶν εἰς τὸ Ὠδεῖον, διότι αὗται δίδονται ὄχι πρὸς εἴσπραξιν χρημάτων ἀλλὰ μόνον πρὸς λειτουργίαν τοῦ σχολείου. Ἀλλὰ ἐὰν θέλητε δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν.
§14Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι συχνάκις δίδονται συναυλίαι καὶ θεάματα, δι’ εὐεργετικοὺς σκοποὺς ὑπὲρ τῶν προσφύγων, ὑπὲρ τῶν πτωχῶν καὶ ἄλλων φιλανθρωπικῶν ἔργων. Δὲν πρέπει ν’ ἀπαλλαχθῶσι καὶ αὐτὰ τοῦ φόρου;
§15ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ ἑνὸς μικροῦ ποσοῦ 10% ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ εἰσιτηρίου, τὸ ὁποῖον ὡσαύτως θὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν παθόντων ἐν τῷ πολέμῳ.
§16Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ 10%, πρόκειται διὰ τὸ βάσανον, τὸ ὁποῖον παρακολουθεῖ τὴν εἴσπραξιν αὐτήν.
§17Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶχον παρακαλέσει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ δημοσιογραφικοῦ εἰσιτηρίου, περὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ ὁποίου λαμβάνουσι χώραν μεγάλαι καταχρήσεις. Μοὶ ὑπεσχέθητε ὅτι θὰ μεριμνήσητε περὶ αὐτοῦ· νομίζω ὅτι εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμὴ νὰ πραγματοποιήσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθητε.
§18ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἄρθρων τοῦ Νόμου ᾼΦΜΓʹ περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν τῆς 28 Μαΐου 1887, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ͵ΓΥΙʹ ὁμοίου τῆς 5ης Νοεμβρίου 1909, ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν ταξινομήσεως κτηνῶν καὶ ὀχημάτων ἐν γένει».
§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπάρχουσι μερικαὶ τροπολογίαι ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ὡς ἐτροπολογήθη).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς ἐφέδρων ἰατρῶν καὶ ἀκολούθων ἀνθυπιάτρων». (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–2). Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὑπάρχει μία τροπολογία· τό: «μετὰ παρέλευσιν 3 μηνῶν» γίνεται: «μετὰ παρέλευσιν 6 μηνῶν».
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4ον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀδείας δωρεᾶς ἢ πωλήσεως γαιῶν τῆς Μονῆς Πετράκη εἰς τὸ Νοσοκομεῖον τῶν φθισιώντων ἡ «Σωτηρία». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καθορισμοῦ τοῦ ἐπιδόματος τῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης.
§25Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου γίνεται λόγος περὶ καθορισμοῦ τοῦ ἐπιδόματος τῶν ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ ὅμως 2 βλέπω μίαν διάταξιν, ὅτι πάντες οἱ ἀρχιδιάκονοι καὶ ἱεροκήρυκες καὶ πρωτοσύγγελοι, οἱ παρὰ ἀρχιερεῦσι τῶν Νέων Χωρῶν ὑπηρετοῦντες, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι τὰ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους προσόντα, δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς θέσεις ἱεροκηρύκων ἢ καθηγητῶν τῶν ἱερῶν μαθημάτων, ἄνευ ἄλλης προϋπηρεσίας. Τοῦτο γεννᾷ μίαν δυσαναλογίαν μεταξὺ τῶν πρωτοσυγγέλων, ἀρχιδιακόνων καὶ ἱεροκηρύκων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι διὰ νὰ διορισθῶσιν καθηγηταὶ τῶν ἱερῶν μαθημάτων, νὰ προϋπηρετήσωσιν ὡς ἑλληνοδιδάσκαλοι.
§26Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὡς δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων χωρῶν ἢ μᾶλλον ἀπὸ τῆς ἐπεκτάσεως εἰς τὰς νέας χώρας τῆς ἑλληνικῆς διοικήσεως, πολλοὶ ἢ τινὲς τῶν Μητροπολιτῶν, προέβησαν εἰς χειροτονίας νέων ἐπισκόπων, Τιτουλαρίων, οἱ ὁποῖοι δὲν προϋπῆρχον, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄγνωστον πῶς καὶ δυνάμει τίνων προσόντων ἐξελέγησαν, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀφομοίωσις ὑπάρχει τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἂν ὁ σκοπὸς τῶν Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς τοιούτους διορισμούς, ἦτο νὰ ἐπιτύχωσιν ἐπισκοπικὰς θέσεις ἢ ἄλλας δημοσίας θέσεις διὰ τοὺς χειροτονηθέντας Τιτουλαρίους, δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε δίκαιον νὰ ἐπιβραβευθῇ ἡ τοιαύτη αὐτῶν ἐνέργεια διὰ παροχῆς εἰς αὐτοὺς μισθοῦ 300 δρ., διότι τότε γεννᾶται βάσιμος ὑπόνοια, ὅτι οὗτοι διωρίσθησαν τελευταίως ἐπὶ σκοπῷ προσκτήσεως προσόντων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καὶ τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς βραδύτητος τῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων χωρῶν πρὸς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ποιοῦμαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ὅτι δέον νὰ ἔχωσιν ἄλλα προσόντα, δίπλωμα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ἢ ἄλλα διὰ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τοῦ ἄρθρου 2, διὰ νὰ μὴ βραβευθῇ ἡ ἐνέργεια τῶν Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπένειμαν τὸν τίτλον τοῦ Τιτουλαρίου εἰς μέγαν ἀριθμὸν κληρικῶν.
§27Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πρόκειται περὶ δύο ἐν συνόλῳ· δὲν ὑπάρχει τρίτος.
§28Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἂν πρόκειται περὶ δύο δὲν γεννᾶται ζήτημα, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου γίνωσι καὶ ἄλλοι Τιτουλάριοι καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ εἷς φραγμός:
§29Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπάρχει φραγμός.
§30Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἐνισχύω καὶ ἐγὼ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακωνίας. Βεβαίως ὑπάρχει ἔλλειψις καθηγητῶν ἐν τοῖς γυμνασίοις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν κάλλιον ἐμοῦ νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν, νὰ δοθῇ κάποια θέσις εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὡς πρωτοσύγκελοι ἢ ἀρχιδιάκονοι κέκτηνται τὰ νόμιμα προσόντα. Ἡ πρόνοια ἡ λαμβανομένη παρὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναται παρὰ νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ διορίζωνται ἀπ’ εὐθείας οὗτοι καθηγηταὶ τῶν ἱερῶν μαθημάτων ἐν τοῖς Γυμνασίοις, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἡ προπαρασκευή, τὴν ὁποίαν ἀπῄτησε ὁ νόμος διὰ τοὺς διδάκτορας καὶ προλύτας τῆς Θεολογίας τοῦ νὰ διορίζωνται ἐπὶ τριετίαν ὡς ἑλληνοδιδάσκαλοι. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονῇ, ὅτι οἱ εἰρημένοι δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῆς προπαρασκευῆς ταύτης, διότι ἡ ὑπηρεσία τοῦ πρωτοσυγκέλου ἢ τοῦ ἀρχιδιακόνου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν παρὰ τοῖς σχολείοις διετῆ ἢ τριετῆ διδασκαλίαν καὶ ἂν μόνον τὸ δίπλωμα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, τὸ ὁποῖον κέκτηνται οἱ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 διορισθησόμενοι, εἶναι ἀνεπαρκὲς διὰ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ, δὲν βλέπω τότε διατί ἀρνεῖσθε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς ἄλλους κληρικοὺς θεολόγους τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι περισσότεροι τῶν δέκα, νὰ καταλάβωσιν ἀπ’ εὐθείας τὴν θέσιν ταύτην, διὰ νὰ ἐπέλθῃ μία ἐξίσωσις μεταξὺ τῶν διδακτόρων τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, τῶν ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν καὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μισθοῦ καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ προπαρασκευή, ἀφ’ οὗ οὗτοι ἐδίδαξαν εἰς τὰ σχολεῖα ὡς ἑλληνοδιδάσκαλοι τὰ ἱερὰ μαθήματα, κατ’ ἀπόσπασιν δὲ ἢ δυνάμει ἐπιμισθίου καὶ εἰς τὰ γυμνάσια. Ἄν δὲ εἶναι μεγαλυτέρα ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν ἀπὸ 10 ἢ 12 ἐτῶν, εἷς λόγος ἐπὶ πλέον νὰ προπαρασκευασθῶσιν ὑπηρετοῦντες ὡς ἑλληνοδιδάσκαλοι ἐπὶ δύο ἢ τρία ἔτη, διότι δὲν πιστεύω νὰ νομίζητε ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ πρωτοσυγκέλου ἢ ἀρχιδιακόνου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπληρώσωσι τὰ καθήκοντα τοῦ διδασκάλου ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς σχολείοις. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακωνίας διὰ νὰ ἐπέλθῃ μία ἐξίσωσις.
§31Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ τὴν ἀποδεχθῶ, ἀλλ’ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐκ τῶν προλυτῶν τῆς θεολογίας ὑπάρχουσι πολλοὶ ἔχοντες μακρὰν ὑπηρεσίαν· δὲν εἶναι δίκαιον διὰ γενικῆς διατάξεως νὰ δώσωμεν ἐλευθερίαν προαγωγῆς τῶν ἄλλων ἐπὶ παραλείψει ἐκείνων, ἀφ’ οὗ ἐλήφθη ἡ ἀρχὴ τῶν κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγῶν τῶν ἐν τῷ νέῳ Βασιλείῳ ἐλαχίστων, διότι ἀμφιβάλλω ἂν θὰ εἶναι 4 ἢ 5, ἐλήφθη δὲ ἡ προηγουμένη ὑπηρεσία ἀντὶ τριετοῦς ὑπηρεσίας. Μόνον τοῦτο γίνεται. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε θὰ ἦτο ἀδίκημα κατὰ τῶν ἐχόντων πραγματικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα.
§32Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τότε περιορίζω τὴν παρατήρησιν εἰς τοὺς προλύτας καὶ ἱερωμένους, διότι εἶναι καὶ προλύται, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὡς ἀρχιδιάκονοι ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι· νὰ κάμητε μίαν ἐξίσωσιν. Καὶ ὁ εἷς ἔχει ῥάσα καὶ ὁ ἄλλος, καὶ ὁ εἷς προλύτης καὶ ὑπηρετήσας ὡς ἀρχιδιάκονος καὶ ὁ ἄλλος, δὲν εἶναι δὲ πολλοί.
§33Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι νομοθέτημα περὶ τῶν Νέων Χωρῶν· δὲν ἀφήνετε;
§34Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μελετήσατέ το, κύριε Ὑπουργέ.
§35Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ τὸ μελετήσω. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (Ἀναγινώσκεται).
§36Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐδῶ νὰ γίνῃ κάποια τροπολογία. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΣΑʹ νόμου καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων 83 καὶ 336 περὶ διδακτικῶν βιβλίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 26 ἀναβάλλεται. —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παροχῆς χρηματικοῦ βοηθήματος ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν Λευκαδίων καὶ εὐεργετικῶν καὶ προστατευτικῶν ὑπὲρ αὐτῶν μέτρων». Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται).
§38Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακοινῶ τηλεγράφημα τῶν ξυλεμπόρων Λευκαδίων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ δυστυχῶς μὲ ἐπρόλαβεν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ συζητήσωμεν κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἀναφοράς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ ἀτελοῦς ξυλείας κατὰ τὸ ἔτος 1915. Λοιπὸν οἱ ξυλέμποροι ἔχουσιν εἰσαγάγει ἤδη καὶ ἔχουσιν ἀρκετὸν ἀπόθεμα εἰς τὰς ἀποθήκας των, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἤδη πληρώσει πάντας τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι βαρύτατοι. Περὶ αὐτῶν λοιπὸν δὲν λαμβάνεται πρόνοια.
§39ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁσάκις κατὰ τὸ παρελθὸν ἐλήφθη παρόμοιόν τι μέτρον, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπάρχον ἀπόθεμα.
§40Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον τὴν ξυλείαν ἔχουσι πληρώσει πολλὰ καὶ τώρα δὲν δύνανται νὰ τὴν πωλήσωσιν.
§41ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ὑποθέτω νὰ εἰσήγαγον αὐτὴν ἐπὶ τῇ προβλέψει σεισμοῦ.
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄφες αὐτὸ τὸ ζήτημα, κύριε βουλευτά.
§43Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Εἰς τὸ 1ον ἄρθρον παρακαλῶ μετὰ τὰς λέξεις: «σεισμοπαθῶν Λευκαδίων» νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ λέξεις: «καὶ Θηβαίων».
§44ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς ἔχω ἀντίρρησιν, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ξυλείαν τὴν ἀναγκαιοῦσαν διὰ τὰς Θήβας, ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἤδη πρόνοιαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ θὰ ἦτο παρομοία τις ἐπιείκεια καὶ διὰ τὰς Θήβας, φαντάζομαι ὅτι καὶ ὁ συνάδελφός μου κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θὰ θεωρῇ ὅτι εἶναι δυσχερεστάτη ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως ταύτης, προκειμένου περὶ Θηβῶν.
§45Λ. ΝΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῶν Θηβῶν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ λάβῃ μέτρα, κύριε βουλευτά, εἰς ἄλλο ἄρθρον.
§47Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ τί ἀπάντησιν ἔδωκεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ξυλείας, τῆς ὑπαρχούσης ἤδη ἐν Λευκάδι.
§48ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὅτι θὰ δώσωμεν ἀτέλειαν ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη εἰσαγάγει ξυλείαν. Δὲν πιστεύω ὅτι εἰσήγαγον ταύτην ἐπὶ τῇ προβλέψει σεισμοῦ.
§49Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτοὶ ζητοῦσι προστασίαν, ἵνα μὴ ζημιωθῶσιν.
§50ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ οἱ ἄλλοι ἐζημιώθησαν.
§51Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι βεβαίως σοβαρόν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι θὰ καταστραφῶσιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσωμεν καὶ αὐτούς, διότι εἶναι καὶ αὐτοὶ σεισμοπαθεῖς.
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προστατεύομεν τοὺς σεισμοπαθεῖς, ὄχι ὅμως καὶ τοὺς ἐμποροπαθεῖς!
§53Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅλοι εἶναι παθεῖς! (Γέλωτες). Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως τὸ δικαιοστάσιον γίνῃ γενικὸν καὶ ὄχι ὅπως εἶναι διατετυπωμένον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§54Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περιλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἄμεσον ἀνάγκην τοῦ δικαιοστασίου.
§55Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὑποθέτω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι καὶ ὑμεῖς ἐλάβετε γνῶσιν τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς καὶ τὰς ἀνεκοίνωσε κατόπιν γνώσεως τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δειναὶ συνέβησαν καταστροφαί. Καὶ συνέβησαν μὲν μεγάλαι καταστροφαὶ εἰς τὰ χωρία, ἀλλὰ καὶ ἡ πόλις, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὸ ἐμπορικὸν σύνολον τῆς νήσου, ἔπαθε μεγάλας καταστροφάς.
§56Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἄς διαγραφῇ ἡ τελευταία λέξις «γεωργοκτηματιῶν».
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (Ἀναγινώσκεται).
§58ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μετὰ τὴν λέξιν «Λευκαδίους» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ Θηβαίους».
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη). Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§60ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ποσὸν τῶν 150 χιλιάδων διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος θὰ περιορισθῇ εἰς τὰς 125 χιλιάδας, εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἄρθρου θὰ προστεθῶσι: «75 χιλιάδες δραχμῶν ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν διατεθησομένων πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν».
§61Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διατί νὰ καταβιβάσητε ἕν ποσὸν τῶν 25.000, κ. Ὑπουργέ; Διὰ 25.000 δραχμὰς θὰ χαλάσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους; Αἱ ζημίαι ἀνέρχονται εἰς ἑκατομμύριον ὁλόκληρον!
§62Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Διὰ τοὺς Λευκαδίους ἐλήφθη ἕν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπικροτῶ· ν’ ἀνασταλῇ πᾶσα καταδίωξις. Τοῦτο δὲν τὸ θέλω διὰ τὰς Θήβας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἐβλάβησαν αἱ οἰκίαι ἀπὸ τοὺς σεισμούς, νὰ μὴ πληρώσωσι φόρον οἰκοδομῶν.
§63Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἐφ’ ὅσον μὲν αἱ οἰκίαι κατέστησαν ἀκατοίκητοι, βεβαίως δὲν θὰ πληρώσωσι φόρον οἰκοδομῶν, ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑπάρχει ἕν ἁπλοῦν ξύσιμον, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τούτου.
§64Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Τουλάχιστον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εὐαρεστηθῆτε ν’ ἀποδεχθῆτε, ὅπως παραταθῇ τοὐλάχιστον ἡ προθεσμία τῶν δηλώσεων τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1915 διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς.
§65Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ αὐτὸ δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ, διότι δὲν βλέπω τί σχέσιν ἔχουσιν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη μὲ τὰς καταστροφάς.
§66Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Ἔχουσι ταύτην τὴν σχέσιν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσι τὴν γαλήνην ἐκείνην τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματος, ἵνα δηλώσωσιν ἐγκαίρως. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε νομίζω καὶ διὰ διοικητικῶν μέτρων δύναται νὰ ληφθῇ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4). Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Σεπτεμβρίου 1914 Βασ. Διατάγματος, προκληθέντος κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, περὶ κυρώσεως Συμβάσεως δανείου 65 ἑκατομμυρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ΔΝʹ (4050) νόμου περὶ ἀναδιοργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν φάρων, ὡς οὗτος ἰσχύει». Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται).
§68Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λέγει τὸ ἄρθρον 1: (Ἀναγινώσκει). «Ἐπιτρέπεται ἡ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φάρων καὶ φανῶν προσωρινὴ ἀπόσπασις ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν τοῦ Βασ. Ναυτικοῦ. Οἱ οὕτω ἀποσπασθησόμενοι θέλουσι τοποθετηθῇ προσωρινῶς ὡς ἐπιστάται καὶ φύλακες τῶν φάρων καὶ φανῶν τῶν Νέων Χωρῶν κτλ.». Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μία πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἐξαιρεθέντων, τῶν παθόντων κατὰ τὸν πόλεμον, τῶν θεωρηθέντων ἀνικάνων, δυναμένων ὅμως νὰ παράσχωσιν ὑπηρεσίαν ὡς ἐπιστάται ἢ φαροφύλακες; Νομίζω ὅτι εἶναι ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δίκαιον νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὴν τάξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπηλλάγησαν τῶν καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας, δύνανται ὅμως νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Θὰ ἦνε δίκαιον καὶ ὀρθὸν καὶ σκόπιμον νὰ περιλάβωμεν καὶ αὐτούς, νὰ μὴ τοὺς ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένους εἰς τὴν πενίαν καὶ τὴν πεῖναν.
§69Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ μέτρον εἶναι προσωρινόν.
§70Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εὑρίσκω ὀρθὸν τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Μοὶ δίδει ὅμως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὴν εὐκαιρίαν νὰ τονίσω τὴν καταπληκτικὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἄνευ λόγου εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ναυτῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Ἀπελύθησαν αἱ ἡλικίαι αἱ κληθεῖσαι καὶ ὅμως ὑπάρχει τοσαύτη πληθώρα, ὥστε ν’ ἀναγκάζηται, πολὺ ὀρθῶς, κηδόμενος περὶ τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νὰ φροντίσῃ κατὰ τίνα τρόπον νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ τοὺς περιττοὺς αὐτούς. Ταῦτα ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἡλικιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον κληθῆ. Ὁ στόλος εὑρίσκεται, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκετο καὶ πρὸ ὀλίγων μηνῶν. Εἶναι χαρακτηριστικόν, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὸ τοῦ τρόπου τῆς ἄνευ λόγου αὐξήσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ἀνδρῶν εἰς τὸ Βασ. Ναυτικόν.
§71Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἤθελον νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τί θὰ γίνωσιν οἱ ἤδη οἱ ὑπηρετοῦντες;
§72Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν φάρων τῶν Νέων Χωρῶν.
§73Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπάρχουσιν ὅμως εἰς αὐτοὺς προσωρινῶς διωρισμένοι τοιοῦτοι.
§74Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει προσωρινὸς κανείς.
§75Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου μοὶ ὑπομιμνήσκει ὅτι πρέπει νὰ λάβητε μίαν πρόνοιαν ἱκανοποιήσεως καὶ περὶ τῶν ὑπηρετούντων ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος «περὶ φάρων καὶ φανῶν», ὁ καθεστώς.
§76ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ἐβλέπατε καλῶς τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἐβλέπατε ὅτι λαμβάνεται πρόνοια.
§77Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ τῶν παλαιῶν;
§78ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–10). Ἄρθρον 11 (Ἀναγινώσκεται).
§80Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 11 γίνεται 12, ὡς ἄρθρον δὲ 11 τίθεται τὸ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Διὰ τὰς ὑπηρεσίας τῶν φάρων, τοποθετήσεις ναυδέτων καὶ σημαντήρων καὶ διὰ πάσας τὰς συναφεῖς ὑπηρεσίας, διατίθεται, ἀποκλειστικῶς, πλοῖον καταλλήλως διεσκευασμένον. Κυβερνήτης τοῦ πλοίου τούτου δύναται νὰ τοποθετηθῇ καὶ ἔφεδρος ὑποπλοίαρχος ἢ ἀνθυποπλοίαρχος, προερχόμενος ἐκ τῆς τάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τοῦ κλάδου τῶν ἀρμένων, ἀνακαλούμενος διὰ Β. Διατάγματος εἰς ἐνέργειαν. Οὗτος ἀπολαμβάνει πλήρεις τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Κυβερνήτου ἀνθυποπλοιάρχου ἂν τοιοῦτον βαθμὸν φέρῃ ἢ Κυβερνήτου ὑποπλοιάρχου αʹ τάξεως ἂν ὑποπλοίαρχος τυγχάνῃ».
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 11 ὡς ἄρθρον 12). Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως διατάξεων». Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§82Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὅπως καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως φαίνεται καὶ ὅπως ὅλοι ἀντιλαμβανόμεθα, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν εὔρυνσιν τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ τὴν ἕνεκα τούτων αὔξησιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, εἶναι σκοπιμώτατον, διότι προνοεῖ περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἱδρύματος. Ἀλλὰ θὰ ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἅπαξ λαβὼν ἀφορμὴν νὰ προτείνῃ μεταρρύθμισιν τῶν ἰσχυόντων νόμων περὶ Ἐθν. Τυπογραφείου, ἔπρεπε, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν ἐσχάτως διὰ πάσας σχεδὸν τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, νὰ μεριμνήσῃ περὶ βελτιώσεως τοῦ μισθολογίου τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθν. Τυπογραφείου. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου κατάστασιν τῶν μισθῶν, τοὺς ὁποίους λαμβάνουν οἱ ἐργάται οὗτοι. Ἐξ αὐτῆς διδασκόμεθα, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι μισθούμενοι παρὰ τοῦ Κράτους διὰ τὴν παρ’ αὐτοῦ ἀσκουμένην τυπογραφικὴν βιομηχανίαν, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι μηνιαίως δραχ. 58.20, 67.90, 97.00, 87.00, 67.90. Πλεῖστοι δὲ τούτων ἐργάζονται εἰς τὸ Τυπογραφεῖον ἐπὶ εἰκοσαετίαν καὶ τριακονταετίαν. Σχετικῶς ἀνεκτὸν μισθὸν λαμβάνουν μόνον ὁ διευθυντής, λαμβάνων δρ. 174.60, οἱ αʹ τάξεως στοιχειοθέται 145.50, οἱ γʹ τάξεως 126.10 καὶ καταντᾷ ὁ πίναξ, ὅπως εἶπον, εἰς τὸν μισθὸν τὸν μὴ τιμητικὸν διὰ τὸ Κράτος, τὸν οἰκτρὸν τῶν δρ. 58.20. Νομίζω, ὅτι μὲ τὴν ἀκρίβειαν τῶν τροφίμων καὶ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ἐνοικίων ἐν Ἀθήναις ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου μὲ τὴν αὔξησιν τὴν κολοσσιαίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐθν. Τυπογραφείου, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ ἐργάται εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐργάζωνται ὑπὲρ τὰς κεκανονισμένας ὥρας, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης παραγωγῆς τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Ὑπουργείων εἰς ἔντυπα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι δικαία αὐτὴ ἡ ἀμοιβή. Ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τινὲς ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων νὰ τονίσωμεν ὅτι τὸ Κράτος φέρεται σκληρότατα ὡς ἐργοδότης ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν του, τῶν ὁποίων ἐκμεταλλεύεται τὴν ἐργασίαν. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι οἱ ἐργάται τῶν ἰδιωτικῶν τυπογραφείων ἐργάζονται μόνον 9½ ὥρας, ἐσχάτως δὲ ἐξηγέρθησαν καὶ ἐζήτησαν ἐννεάωρον. Εἰς τὸ Ἐθν. Τυπογραφεῖον ἐργάζονται καὶ 15 ὥρας πολλάκις, ἰδίως κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐργάζεται ἡ Βουλή. Ἐπανειλημμένως ἐλέχθη, ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος ἡ τυπογραφικὴ ἐργασία· εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἡ τυπογραφικὴ τάξις μαστίζεται ἀπὸ τὴν μολυβδίασιν καὶ τὴν φυματίωσιν. Ἐπαγγελματικὴ νόσος εἰδικῶς διὰ τὸ ἐπάγγελμά των. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου πίνακα θανάτων, ἐννέα, ἐπισυμβάντων κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη μεταξὺ τῶν ἐργατῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κυρίως ἐκ φυματιώσεως καὶ δὴ τοῦ λάρυγγος· ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ ἕτερον πίνακα τεσσάρων ἐργατῶν τοῦ αὐτοῦ ἱδρύματος, οἱ ὁποῖοι ἐσχάτως ἀπέσχον τῆς ἐργασίας, κατὰ συμβουλὴν ἰατρικήν, καθ’ ὃ παθόντες μολυβδίασιν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἔργον δικαιοσύνης, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχετο νὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον πρῶτον τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἑξῆς: «Οἱ μισθοὶ τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου αὐξάνουν γενικῶς κατὰ 20%». Συμφώνως πρὸς τὴν μηνιαίαν μισθοδοτικὴν κατάστασιν τὸ ὁλικὸν ποσὸν διὰ μισθοὺς τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ φθάνει τὰς 9–10 χιλιάδας δραχμῶν κατὰ μῆνα, ἑπομένως θὰ ἐπρόκειτο περὶ 1800–2000 δραχμῶν κατὰ μῆνα, δηλαδὴ περὶ ὁλικοῦ ποσοῦ 20.000 δραχ. κατ’ ἔτος. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι βαρὺ τὸ ποσόν, ὥστε νὰ βαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι ἔργον δικαιοσύνης καὶ συνεπὴς πρὸς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἠσπάσθη, τῆς αὐξήσεως δῆλον ὅτι τῶν μισθολογίων, τὰ ὁποῖα εἶναι πενιχρότατα παρ’ ἡμῖν καὶ στηρίζονται ἐπὶ τῇ βάσει βιωτικῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐν Ἑλλάδι πρὸ πεντηκονταετίας καὶ ἑξηκονταετίας.
§83Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὰς παρακλήσεις μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν μισθῶν τῶν ἐργατῶν αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν μὲ 58 δραχμὰς τὸν μῆνα ἄνθρωποι, ἐργαζόμενοι ἐπὶ δεκαπεντάωρον τὸ ἡμερονύκτιον. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐλάμβανε μέριμναν πρωτίστως περὶ τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου, καὶ οὐχὶ περὶ τῶν τιτλούχων.
§84Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ προτιμωτέρα λύσις θὰ ἦτο ἡ καθ’ ὥραν πληρωμή. Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐργάζηται εἷς ἐργάτης ἐπὶ 20 ὥρας χωρὶς νὰ ἀμείβηται ἐπαρκῶς. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιζητεῖ νὰ κανονίσῃ τὰς ὥρας ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέχηται νὰ ἐργάζωνται οἱ ἰδικοὶ της ἐργάται 20 ὥρας; Πρέπει δὲ προσέτι νὰ λάβῃ καὶ πρόνοιαν περὶ καλυτέρας ὀργανώσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, διότι θὰ ἐκπλαγῆτε, ἐὰν ἀκούσητε, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐκθέσεων τὸ Τυπογραφεῖον δὲν εἶχεν ἐπαρκῆ στοιχεῖα· ἔλειπον τὰ μηδενικὰ καὶ τὰ ἰῶτα.
§85Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἀπαντήσω μόνον μὲ δύο λέξεις· δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, διότι φρονῶ ὅτι ἡ θέσις τῶν ἐργατῶν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς μισθοδοσίας εἶναι πολὺ καλλιτέρα ἀπὸ τὴν θέσιν ὅλων τῶν ἄλλων τυπογραφείων. Διότι ἔχουσι προσαύξησιν κατὰ πενταετίαν, δεύτερον ἔχουσι σύνταξιν, τρίτον ἐργάζονται ἐντὸς κτιρίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβητήτως καλλίτερον ὅλων τῶν κτιρίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Οἱ ὑγιεινοὶ ὅροι εἶναι ἄριστοι. Ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ θέσις αὐτῶν εἶναι ἀπείρως ἀνωτέρα ἀπέναντι ὅλων τῶν ἄλλων. Δὲν δέχομαι ἐπίσης ὅτι ἡ πολιτεία ἔχει τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς ἐργαζομένους ἐπὶ 20 ὥρας· τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές. Ἡ ἐργασία αὐτῶν δὲν ἀνέρχεται ποτὲ τὰς 9 ὥρας, ἂν δὲ συμβῇ ἕνεκα ἐκτάκτου ἐργασίας, νὰ ἀπαιτηθῇ ἐργασία πρόσθετος δύο ἢ τριῶν ὡρῶν, τότε τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ ἐργάτης αὐτὸς ἀφίεται ἐλεύθερος, οὕτως ὥστε νὰ ἐπέρχηται ἕν εἶδος συμψηφισμοῦ. Λέγεται ἐπίσης ὅτι δὲν ἔχει ἐπάρκειαν προσωπικοῦ καὶ μηχανημάτων. Τοῦτο εἶναι ἐπίσης ἀνακριβές· τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, ἀναγράφεται δὲ ποσὸν διὰ νὰ ἀγορασθοῦν καὶ μηχαναί.
§86Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα εἴπατε περὶ ἐργατῶν δὲν δύναται νὰ τὰ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς καὶ πιθανὸν νὰ εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ὑπὲρ τὰς 9 ὥρας καὶ εἶναι γνωστοὶ ποῖοι εἶναι αὐτοί.
§87Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Περὶ αὐτῶν λαμβάνεται πρόνοια.
§88Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν 58 καὶ 20, 67 καὶ 80, 67 καὶ 60. Αὐτοὶ εἶναι οἱ μισθοὶ τοὺς ὁποίους λαμβάνουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἀπόλυτον βεβαίωσιν τῆς ὑπηρεσίας, καταντοῦν φθισικοί. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ παρουσιάζῃ τὸ πρότυπον ἐργοδότου καὶ νὰ ῥυθμίζῃ τὰ πράγματά της κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ν’ ἀμείβωνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς βαίνουν πρὸς τὸν θάνατον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ μισθοδοσία αὐτῶν εἶναι ἀνεπαρκής.
§89Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχουσι σύνταξιν.
§90Λ. ΝΑΚΟΣ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς μικροὺς ὑπαλλήλους λάβετε ἓν μέτρον νὰ αὐξήσητε τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν. Εἶδον αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ ἐξηγέρθη αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ψυχή μου, διότι εἶδον, ὅτι λαμβάνουσι τόσον μικρὸν μισθόν.
§91Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς: Εἰς ἄλλα Κράτη, ἰδίως εἰς τὴν Ἀμερικήν, διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ὁρίζεται τὸ ὀκτάωρον εἰς ὅσα εἶναι ἐργοδόται τὸ Δημόσιον καὶ οἱ Δῆμοι. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντῶ, ὅτι ἐλάχιστοι λαμβάνουσι σύνταξιν, διότι ἀποθνήσκουσιν ἀπὸ φθίσιν τοῦ λάρυγγος ἢ ἀπὸ μολυβδίασιν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ 25 χρόνια νὰ ζήσῃ τυπογράφος διὰ νὰ λάβῃ σύνταξιν, διότι δὲ εἰς τὸ Ταμιευτήριον γίνεται κράτησις 2½%, δι’ αὐτὸ λαμβάνουσι σύνταξιν, τὸ Κράτος δὲν δίδει, δὲν καταλήγει δὲ ποτὲ ὁ ἐργάτης εἰς τὸ νὰ λάβῃ σύνταξιν. Νομίζω, ὅτι τὸ 2% δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν παραπάνω ἀπὸ 20.000 δραχμάς. Δὲν εἶναι μέγα τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν.
§92Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παντοῦ τὰ Κράτη προσπαθοῦσι διὰ τοῦ μισθοῦ τὸν ὁποῖον δίδουσιν εἰς τοὺς ἐργάτας νὰ κανονίζωσι καὶ τὸν μισθὸν τῶν ἐργατῶν, τῶν ἐργαζομένων εἰς ἰδιωτικὰς ἑταιρείας. Ἡ ἑλληνικὴ πολιτεία εὑρέθη ἐσχάτως πρὸ μιᾶς ἐργατικῆς νομοθεσίας, θὰ ἦτο δὲ δίκαιον, ἐὰν ἤθελε τηρήσῃ καὶ τὴν νομοθεσίαν αὐτήν, ἐὰν ἐφρόντιζε περὶ τῶν ἐργατῶν καὶ περὶ τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας, ἄλλως τε δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ παροιμία «δάσκαλε ποῦ δίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις». Ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἰδιώτας ἡ καλλιτέρευσις τῶν ἐργατῶν, ἀλλ’ ἡ Πολιτεία δὲν μεριμνᾷ. Οἱ Τυπογράφοι λαμβάνουσι 5 ἕως 8 δραχμὰς καθ’ ἑκάστην εἰς τὰ ἰδιωτικὰ Τυπογραφεῖα, ἡ ἐργασία εἶναι μόνον 9 ὡρῶν, πράγματι δὲ καταντᾷ, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ ἐργοδόται, εἰς 7½ ὥρας. Ἀλλ’ ἡ διαμαρτυρία τῶν κ. κ. συναδέλφων διὰ τὴν ἀστοργίαν τῆς Πολιτείας φαίνεται, ὅτι δὲν φαίνεται πρώτην φορὰν προκειμένου περὶ ἐργατῶν Τυπογράφων, ἀλλὰ παντοῦ, διότι βλέπομεν, ὅτι ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας εἶναι κατὰ τίνα τρόπον νὰ καλλιτερεύσῃ τὰς ἀποδοχάς. Ἐψηφίσθησαν ὀργανισμοὶ διὰ τῶν ὁποίων καλλιτερεύεται ἡ θέσις τῶν γραμματέων καὶ τμηματαρχῶν, περὶ ἐργατῶν δὲ οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται, ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐξαίρεσις, προκειμένου περὶ τῶν ἐργατῶν, εἶναι ἀσθενεῖς καὶ θὰ μείνωσιν ἀπροστάτευτοι.
§93Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐλήφθησαν μέτρα, πρέπει νὰ ληφθῶσι καὶ δι’ αὐτούς. Μὲ 57 καὶ 58 δρχ. δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσωσι, τοὐλάχιστον πρέπει νὰ λαμβάνωσι 70 δραχ., διότι οἱ μαθητευόμενοι εἰς τὰ ἰδιωτικὰ Τυπογραφεῖα δὲν λαμβάνουσιν ὀλιγώτερα. Ἐπιβάλλεται νὰ λάβωμεν παρόμοιον μέτρον, ὅπως καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1ον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).
§95Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τοὺς συνηγορήσαντας συναδέλφους πρὸ ὀλίγου περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ἐργατῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, δὲν ἀπήντησεν, ἐὰν ἀποδέχηται ταύτην· μὴ ἀπαντῶν, φαίνεται ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν πρότασίν των· διὰ τοῦτο δὲν ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μολονότι παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρ. 2 λαμβάνεται πρόνοια τοὐλάχιστον ν’ αὐξήσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν τακτικῶν ἐργατῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τοιουτοτρόπως κατανεμομένης τῆς πολλῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, ἐπέρχεται ποιά τις ἀνακούφισις εἰς αὐτοὺς καὶ τοῦτο εἶναι ἀρκετόν. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, δευτέρου ἐν 6ῳ ἐδαφίῳ, ἀναγνωρίζει μίαν μόνον ὑπηρεσίαν ἑνὸς ἐργάτου, χρήζουσαν αὐξήσεως μισθοῦ τοῦ ἐργοδότου τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου.
§96Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ προστίθεμεν καὶ τὸν βοηθὸν τοῦ ταξινόμου.
§97Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αὐτὸ θὰ σᾶς ἔλεγον. Λαμβάνει λοιπὸν πρόνοιαν περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἐργοδηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τοῦ ὁποίου τὴν ἐργασίαν θεωρῶ ἀξίαν μείζονος ἀμοιβῆς ἑνὸς ἐπιμισθίου τριακονταδράχμου κατὰ μῆνα, ἀλλ’ ἐὰν ἡ ὑπηρεσία ἡ ὑπὸ τοῦ ἐργοδηγοῦ παρεχομένη δὲν ἀμείβεται ἐπαρκῶς διὰ τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνει καὶ προστίθεται αὔξησις ἐπιμισθίου 30 δραχ., θὰ παρακαλέσω καὶ διὰ τοὺς 2 ἢ 3 στοιχειοχύτας τῶν λινοτυπικῶν μηχανῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἴσην ὑπηρεσίαν καὶ μεγαλειτέραν τοῦ ἐργοδηγοῦ νὰ γείνῃ αὔξησις κατὰ 30 δραχ. κατὰ μῆνα, διότι καὶ οἱ τρεῖς στοιχειοχῦται οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὰς λινοτυπικὰς μηχανὰς καταβάλλουσι κόπον πολὺν καὶ ἐργασίαν ἴσην πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ ἐργοδότης. Θὰ παρακαλέσω, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ αὐξήσῃ ἔστω καὶ 20 δραχ. κατὰ μῆνα ἡ μισθοδοσία αὐτῶν, διότι ἡ μικρὰ αὕτη προσθήκη θὰ δώσῃ κἄποιαν ἀνακούφισιν εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι καὶ πολὺ ἐργάζονται καὶ γνώσεις εἰδικὰς ἔχουσιν. Ἀφοῦ μάλιστα τῶν δύο ἢ τριῶν ἐργατῶν ἡ ἐπίπονος ὑπηρεσία ἀναγνωρίζεται καὶ παρὰ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν ὡς ἴση μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐργοδηγοῦ.
§98Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἔχω γνῶσιν ἀκριβῆ, ὅταν θὰ ἐπανέλθωμεν τὸν Ἰανουάριον, τότε θὰ ληφθῶσι μέτρα.
§99Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ λαμβάνετε πρόνοιαν, κ. Ὑπουργέ, καὶ δημιουργεῖτε θέσιν βοηθοῦ ἐπὶ τῶν συνθέτων μηχανῶν καὶ μισθὸν 100 δραχ. μηνιαίως, ὁ προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς δὲν ὑπάρχει, διότι σήμερον τὴν διευθύνει εἷς στοιχειοθέτης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπεσπασμένος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ ὁ ὁποῖος ἐδιδάχθη τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν.
§100Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπὸ τὸν ξένον.
§101Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ δημιουργηθῇ καὶ προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς καὶ μὲ μισθὸν ἱκανοποιητικόν, διότι ὁ στοιχειοχύτης λαμβάνει 110 δραχ., ἐνῷ ὁ Ἄγγλος, ὁ ὁποῖος ἐδίδασκεν, ἐλάμβανε μίαν λίραν ἀγγλικὴν καθ’ ἑκάστην. Τελευταίως τὸ Δημόσιον ἐπρομηθεύθη τρεῖς μηχανάς.
§102Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν τὰς ἐπῆρεν, αἱ λινοτυπικαὶ μηχαναί, τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο ν’ ἀγοράσῃ τὸ Δημόσιον δυστυχῶς δὲν τὰς ἠγόρασεν.
§103Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νὰ δημιουργήσητε θέσιν προϊσταμένου· πῶς θέλετε νὰ ἔχητε βοηθόν, ἀφοῦ δὲν ἔχετε προϊστάμενον;
§104Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀργότερον θὰ φέρω νομοσχέδιον ἀναδιοργανώσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου.
§105Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι πρέπον ν’ αὐξήσῃ ἡ μισθοδοσία κατὰ τι δι’ αὐτὸν καὶ μόνον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται τὸ 3ον ἄρθρον). Ἄρθρον 4ον (Ἀναγινώσκεται).
§107Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἔχω παρατήρησιν καὶ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμοδιώτερος διὰ νὰ ἔχῃ γνώμην. Διὰ τοῦ ἐδαφίου τοῦ 4ου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ἐδάφιον αὐτό: (Ἀναγινώσκει) «Τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως...»
§108Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διεγράφη αὐτό.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5ον (Ἀναγινώσκεται).
§110Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν θὰ τροποποιηθῇ;
§111Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6ον). Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς προσθήκης εἰς τὸν νόμον ΔΟΑʹ τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1912 περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ περὶ Γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου». Ἄρθρον μόνον (Ἀναγινώσκεται).
§113Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἐλλείψεις τοῦ νόμου καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι δεδικαιολογημένον τὸ μέτρον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι μόνη αὐτὴ ἡ ἔλλειψις τοῦ νόμου, ἴσως μάλιστα δὲν εἶναι καὶ ἡ σπουδαιοτέρα τῶν ἐλλείψεων, ὑπάρχουσι πολλαὶ ἄλλαι.
§114Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν θὰ τὰς θεραπεύσωμεν σήμερον.
§115Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν στιγμὴν ὅμως ποῦ ὑποβάλλεται ἓν νομοσχέδιον!
§116Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς σχηματισθείσης ἐπιτροπῆς· δὲν εἶναι προσῆκον λοιπὸν νὰ φέρωμεν νομοσχέδιον τροποποιοῦν. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀναγκαία διότι στεροῦνται τοῦ δικαιώματος νὰ δώσουν ἔστω καὶ 100 δραχμὰς δι’ ἓν κοινωφελὲς ἵδρυμα.
§117Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν μέρος καὶ ὄχι εἰς τὸ οἰκονομικόν. Ἐγὼ θὰ συνίστων ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ εἰσαγάγῃ πληρέστερον νομοσχέδιον τροποποιοῦν καὶ τὸν νόμον περὶ ἐνοριῶν.
§118ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΩΟΖʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3877) νόμου τῆς 6 Αὐγούστου 1911 περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς ἑταιρικῆς περιουσίας τῆς ἀσφαλιστικῆς ἑταιρείας ζωῆς καὶ προνοίας «ἡ Ἀμοιβαία». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 33 καὶ 34 ἀναβάλλονται. —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συνομολογήσεως δανείου ὑπὸ τοῦ δήμου Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 39 καὶ 40 ἀναβάλλονται. —Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ ἔτους 1913.
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι σύμφωνος ὅπως γίνῃ συγχρόνως ἡ συζήτησις καὶ τῶν δύο Προϋπολογισμῶν τῶν ἐτῶν 1913 καὶ 1914.
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δημητρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§123Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὅροι, Κύριοι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους προσάγεται κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἰς τὴν Βουλήν, ἐμφανίζουσιν ἐξαιρετικάς τινας δυσχερείας διὰ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον αὐτοῦ. Ὄχι μόνον ὁ χρόνος ὁ ὑλικός, ὁ ἀπαιτούμενος διὰ τὸν ἀκριβῆ λογιστικὸν ἔλεγχον τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν, ὅπως ἐμφανίσῃ ἄρτιον τὸ ἔργον αὐτῆς καθ’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ὄχι μόνον ὁ τύπος τοῦ προϋπολογισμοῦ μετεβλήθη, δυσχεραίνων ὁπωσδήποτε τὴν σύγκρισιν πρὸς τοὺς παρελθόντας προϋπολογισμούς· ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ὁ προϋπολογισμὸς πάσχει ἀτελείας τινάς, τῶν ὁποίων τινὲς μὲν δυσχεραίνουσι, τινὲς δὲ καθιστῶσιν ἀδύνατον τὸν προσήκοντα αὐτοῦ ἔλεγχον. Ἀπαραίτητος βεβαίως καὶ διὰ τὸν ἔλεγχον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν ἀναγραφομένων πιστώσεων, ἀπαραίτητος εἶναι ἡ ἀναγραφὴ τῶν νόμων, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ ἐκεῖνα καὶ αὗται στηρίζονται. Ἐν τούτοις, προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν νέων χωρῶν καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς Κρήτης, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς γεννῶσι τὴν ἀπορίαν διὰ τὴν παράλειψιν, δὲν παρατίθενται οἱ νόμοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα. Εἰδικώτερον δὲ εἰς τὸν ὑποβαλλόμενον προϋπολογισμὸν διὰ τὴν Κρήτην δὲν παρατίθεται, οὔτε ὁ προηγούμενος προϋπολογισμὸς τῆς Κρήτης, ὁ τοῦ ἔτους 1912, οὕτως ὥστε νὰ καθίσταται δυνατὴ ἡ σύγκρισις. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτων ἐλλείπουσι καὶ αὐτοὺς τοὺς τακτικοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων τῶν νέων χωρῶν οἱ πίνακες τῶν λεπτομερειῶν, οἱ περιέχοντες τὴν ἀνάλυσιν τῶν ζητουμένων πιστώσεων καὶ καθιστῶντες δυνατὸν τὸν ἔλεγχον τούτων παρὰ τῆς Βουλῆς. Οὕτως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν οἱ ἀναλυτικοὶ πίνακες τῶν κεφαλαίων 159– 247. Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας οἱ τῶν κεφαλαίων 69–100 καὶ ἐκ τοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας οἱ τῶν κεφαλαίων 80–105. Αἱ ζητούμεναι πιστώσεις διὰ τῶν κεφαλαίων τούτων ἀνέρχονται, ὡς εἶναι ἑπόμενον, εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἐν τούτοις οὐδαμῶς παρέχονται πληροφορίαι εἰς τὴν Βουλήν, ποῦ θὰ διατεθῶσιν αἱ πιστώσεις αὗται. Τοῦτο, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον δύναμαι νὰ γνωρίζω, οὐδέποτε παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ πολὺ ἀφ’ ἡμῶν μεμακρυσμένη, καθ’ ἣν παρελείφθη ἡ σύγχρονος μετὰ τοῦ προϋπολισμοῦ τοῦ Κράτους ὑποβολὴ τῶν ἀναλυτικῶν πινάκων, ἵνα ἐπακολουθήσῃ μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, ἐγεννήθη δὲ ζήτημα ἀπασχολῆσαν ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, ζήτημα κοινοβουλευτικῆς τάξεως, ζήτημα εὐπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ψῆφος ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἤδη δὲν ἔχομεν ζήτημα ἁπλῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως μόνον, ἔχομεν ζήτημα ἐσωτερικῆς οὐσίας. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη καθ’ ὃν χρόνον εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ, ἤτοι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου, εὑρισκόμεθα δὲ ἤδη εἰς τὸν 12ον μῆνα τῆς ἐκτελέσεως· καὶ ὅμως καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν πιστώσεις αἱ ὁποῖαι διατίθενται ἤδη διὰ τοὺς σκοπούς, δι’ οὓς ζητοῦνται, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὰς ἀναλύσεις καὶ τὰς δικαιολογίας αὐτῶν. Ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ψηφίσῃ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποῦ θὰ διατεθῶσιν αἱ πιστώσεις αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται παρ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ὡς ἔχει ὁ Προϋπολογισμός, Κύριοι, ὑποβαλλόμενος εἰς τὸν προσήκοντα ἔλεγχον, ἤθελεν εὑρεθῇ ἐν πολλοῖς κακῶς ἔχων· κακῶς διατυπωμένος καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἤθελον παρουσιασθῇ τὰ ἔσοδα ἀναγραφόμενα περισσότερα τῶν πραγματικῶν ἐσόδων, τὰ ἔξοδα ἀναγραφόμενα ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶν ἐξόδων. Ταῦτα δὲ πάντα ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει διαφορᾶς ἀντιλήψεων καὶ ἐκτιμήσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, ἴσως ἄνευ πολλοῦ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων καὶ παραπλανήσεων ἀναμφισβητήτων καὶ μὴ ἐπιδεκτικῶν συζητήσεων. Ἐπὶ παραδείγματι ἐν κεφ. 53 ἄρθρον 2 ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους «δικαίωμα ἐπικαρπίας τῶν εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν τῶν δήμων παρακεχωρημένων ἐθνικῶν βοσκῶν...» Τὸ κεφάλαιον αὐτὸ εἶναι μεταγεγραμμένον ἀπὸ προγενεστέρους προϋπολογισμούς· ἀλλ’ ὅμως κατὰ τὴν ἰσχύουσαν ἤδη νομοθεσίαν τοιοῦτον ἔσοδον τοῦ Κράτους δὲν ὑφίσταται πλέον. Τῳόντι μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων, κατὰ τὸν ὁποῖον «παραχωροῦνται εἰς τὴν κυριότητα καὶ νομὴν ἑκάστης Κοινότητος οἱ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς περιφερείας της ἐθνικοὶ βοσκήσιμοι τόποι», τὸ ἔσοδον τοῦ Κράτους, τὸ τέως ὑφιστάμενον καὶ ἀναγραφόμενον εἰς τοὺς προϋπολογισμούς, δὲν ὑφίσταται πλέον. Ἐπίσης ἐν κεφ. 2ῳ ἄρθρῳ 2 ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους φόρος ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων, εἰσπραττόμενος διὰ φοροσήμου. Καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον, χωρὶς εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδόσεων ν’ ἀναγράφηται τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους ἀποδίδεται εἰς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους. Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ ἐν σελ. 8 τοῦ τεύχους σημείωσις εἶναι ἀντιγεγραμμένη ἐκ προηγουμένων προϋπολογισμῶν, δὲν ἔχει δὲ λάβει ὑπ’ ὄψει τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ἥτις μετερρύθμισε τὸν προηγούμενον νόμον, ἄλλως καθορίσασα τὸ εἰς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους ἀποδιδόμενον ποσόν. Ἐπίσης εἰς τὸ 38 κεφ. παράγραφ. 1 ἀναγράφεται ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους ἀντίτιμον δικαστικοῦ ἐνσήμου, ἐπικολλωμένου εἰς ἀντίγραφα. Καὶ τοῦτο εἶναι κακῶς καὶ παρὰ τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν ἀναγεγραμμένον· κακῶς δὲ ἀναγράφεται καὶ εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον ἀπόδοσις τοῦ ἡμίσεως εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους· διότι εἶναι εἰλημμένον καὶ τοῦτο ἐκ τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐλήφθη δὲ ὑπ’ ὄψιν ὁ νεώτερος νόμος, ὁ ὁποῖος μετερρύθμισε τὰ περὶ τούτου, ἐλαττώσας κατὰ τὸ ἥμισυ τὸ ἔσοδον τοῦτο τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Κρήτης τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκ τοῦ ὅλου κονδυλίου τῆς Δημοσίας ἀσφαλείας εἰς τὸ κεφάλ. 97 παράγρ. 1–2, ἐκπίπτονται αἱ δαπάναι αἱ προωρισμέναι διὰ τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀποσπασθῆ εἰς τὴν Ἤπειρον. Ἐνῷ ὅμως τοῦτο ὀρθῶς γίνεται διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κρήτης, ἀντιθέτως οὐδεμία πίστωσις ἀναγράφεται εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Ἠπείρου. Τοιουτοτρόπως αἱ δαπάναι τῆς δημοσίου ἀσφαλείας τῆς Ἠπείρου οὐδαμοῦ φαίνονται ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐπίσης διὰ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προσετέθη εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδόσεων νέον κεφάλαιον 197 δίς, περὶ τῶν ἀποδόσεων τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ὑπολογίζονται δὲ αἱ ἀποδόσεις αὗται διὰ τὰ ἔτη 1913 καὶ 1914 εἰς τὸ ποσὸν τῶν 160 χιλ. δραχμῶν. Ἐν τούτοις διὰ τοῦ χθὲς ψηφισθέντος νόμου περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας ὑπολογίζεται διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως...
§124Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ὑποβληθῇ τώρα νέα δήλωσις.
§125Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν ὑποβεβλημένων. Ἔχομεν ὑπολογισμὸν γενόμενον ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, κατὰ τὸν ὁποῖον, καθ’ ὃν χρόνον ὑπεβλήθη ἐν τῇ Βουλῇ τὸ νομοσχέδιον, τὰ ἀποδοτέα ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας, ὑπερέβαινον τὸ ποσὸν τῶν 900 χιλ. δρχ. Ἀντὶ λοιπὸν 160 χιλ. δρχ. ἀναμφισβητήτως κατ’ ἐλάχιστον ὅρον πρέπει ν’ ἀναγραφῇ διὰ τὸν μέχρι τέλους τοῦ 1914 χρόνον ἓν ἑκατομμύριον. Ἐάν, Κύριοι, ὑπὸ τοιούτους ὅρους προέβαινον εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν λογιστικὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ἀνετρέποντο οὐσιωδῶς αἱ προβλέψεις καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς θὰ παρουσιάζετο οὐσιωδῶς ἠλαττωμένος ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, οὐσιωδῶς ηὐξημένος ὡς πρὸς τὰ ὑπολογιζόμενα ἔξοδα. Ταῦτα δέ, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει διαφορᾶς ἐκτιμήσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θολώσῃ τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει δεδομένων ἀναμφισβητήτων ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἔρευνα αὕτη, ἔρευνα κυρίως λογιστική, δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, συζητούσης ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἔρευνα αὕτη εἶναι ἔργον ἄλλων ἀλλαχοῦ σωμάτων, εἶναι ἔργον παρ’ ἡμῖν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκείνη, ἐξελέγχουσα τὸν προϋπολογισμὸν ὡς νόμον λογιστικόν, καὶ ἀποκαθιστῶσα τοῦτον εἰς τὴν ἀληθῆ του μορφήν, παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ στηριχθῇ ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ συζήτησις. Εἶναι ἀληθές, ὅτι παρ’ ἡμῖν εἶναι πολλαχῶς καὶ ὀργανικῶς ἀνεπαρκεῖς, μέχρι δέ τινος ἦσαν καὶ συνταγματικῶς ἐλαττωματικοί, οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ οἱ ὅροι οὗτοι δὲν κατέστησαν πάντοτε εἰς τὰς ἐπιτροπὰς εὐχερῆ καὶ πλήρη τὸν λογιστικὸν ἔλεγχον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο δὲ ἴσως συνετέλεσεν, ὥστε πολλάκις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκτραπῇ ἡ συζήτησις παρὰ τὸ προσῆκον, δηλαδὴ παρὰ τὸ ἀκριβές, καὶ εἰς μακρὸν λογιστικὸν ἔλεγχον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ, τοιαύτη τις ἀνάγκη δὲν παρίσταται. Δὲν παρίσταται δὲ οὐ μόνον ὡς ἐκ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν προσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμός, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεως καὶ τοῦ ἰδιαιτέρου χαρακτῆρος τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, ὡς προϋπολογισμοῦ φύσεως μεταβατικῆς. Ἐν τῇ συζητήσει προϋπολογισμοῦ τοιούτου, εὑρισκομένου μάλιστα εἰς τὸν 12ον μῆνα τῆς ἐκτελέσεώς του, τὸ ζητούμενον δὲν εἶναι κυρίως ἂν θὰ κλείσῃ ἢ δὲν θὰ κλείσῃ ἐν ἰσοζυγίῳ, ἂν θὰ εἶναι μεγαλείτερον ἢ μικρότερον τὸ ἐμφανιζόμενον ἔλλειμμα. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ, ἐὰν ἄλλος ἦτο ὁ προϋπολογισμός· ἐὰν ἦτο τακτικὸς προϋπολογισμός, καὶ ἂν ὡς προϋπολογισμὸς ὑπεβάλλετο καὶ ὡς προϋπολογισμὸς συνεζητεῖτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ βραδεῖα αὐτοῦ ὑποβολὴ καὶ ἡ συζήτησις αὐτοῦ, καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἐκτέλεσις διατρέχει τὸν δωδέκατον μῆνα τῆς χρήσεως, τὸ γεγονὸς δ’ ἐξ ἄλλου τοῦ ἰδιαιτέρου χαρακτῆρος τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, ὡς προϋπολογισμοῦ μεταβατικῆς φύσεως, καθιστᾷ δευτερεύουσαν ὅλως τὴν ἐνασχόλησιν τῆς Βουλῆς εἰς τοιοῦτον λογιστικὸν ἔλεγχον, τοῦ ὁποίου ἐν τούτοις ὑπέδειξα ἤδη ἐπὶ παραδείγματι δεδομένα τινά. Ὁ προϋπολογισμὸς κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὴν γενικωτέραν αὐτοῦ μορφήν· κυρίως εἰπεῖν οὐχὶ ὡς προϋπολογισμὸς τοῦ 1914, ἀλλ’ ὡς προπαρασκευάζων τὸν προϋπολογισμὸν τὸν προσεχῆ καὶ τοὺς ἐφεξῆς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους. Ὡς προϋπολογισμός, περιέχων εἴτε δυνάμει, εἴτε ἐνεργείᾳ τὰς οἰκονομικὰς καὶ τὰς πολιτικὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἑπόμενος καὶ οἱ ἐφεξῆς προϋπολογισμοὶ θὰ στηριχθῶσι, καὶ ἡ ὅλη οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους θὰ ἐμφανισθῇ. Θὰ ἐξετάσω ἑπομένως, κύριοι, τὸν προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν καὶ γενικωτέραν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἐνδεικνύει, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου πάντοτε καὶ διὰ πάντα προϋπολογισμὸν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν ὁποίαν κατ’ ἐξοχὴν ὑπαγορεύει ἡ φύσις καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ. Θὰ ἐξετάσω τοῦτον ὡς νόμον οἰκονομικὸν καὶ ὡς νόμον πολιτικόν. Θὰ ἐξετάσω ὑπὸ τὴν πρώτην ἔποψιν, ποῖον εἶναι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ποία εἶναι ἡ λεγομένη δημοσιονομικὴ αὐτῆς πολιτική. Θὰ ἐξετάσω μετὰ ταῦτα, ποία ὑπὸ τοῦτο τὸ οἰκονομικὸν σύστημα ἐμφανίζεται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, τίνα δὲ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προβάλλει ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς καταστάσεως καὶ ἀποκατάστασιν τοῦ κανονικοῦ οἰκονομικοῦ βίου τῆς χώρας. Μετὰ τοῦτο θὰ ἐξετάσω τὸν προϋπολογισμὸν ὡς νόμον πολιτικόν· θὰ ἐξετάσω τὴν καθόλου πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ποία εἶναι ἡ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως; Ὅτε κατὰ τὴν 20 Φεβρουαρίου 1913 ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ὑπέβαλλε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1913, ἔλεγεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ταῦτα: (Ἀναγινώσκει). «Ὁ ὑποβαλλόμενος προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ὁ ὁριστικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ 1913, ἐν ᾧ θὰ εὑρίσκεται ἀποτετυπωμένον τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ δημοσιονομικὴ πολιτική, ἣν αὕτη προτείνει πρὸς ἐφαρμογήν». Ἕκαστος μετὰ τὰς δηλώσεις ταύτας ἀνέμενεν, ὅταν θὰ ὑπεβάλλοντο αἱ ὁριστικαὶ δηλώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913, νὰ ἴδῃ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν δημοσιονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν. Ἐβράδυνε πολὺ ἡ ὑποβολὴ τῶν δηλώσεων τούτων, μῆνας ἱκανούς, μόλις δὲ ὑπεβλήθησαν αὗται κατὰ τὴν 20 Νοεμβρίου 1913, ὅτε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δικαιολογῶν τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποσχέσεών του ἐκείνων ἐκ τοῦ ἐκραγέντος Ἑλληνοβουλγαρικοῦ πολέμου, ἔλεγε ταῦτα: (Ἀναγινώσκει). «Μόνον ἐν τῷ ὑποβληθησομένῳ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως τοῦ 1914 θὰ εὕρῃ ἡ Βουλὴ ἀποτετυπωμένον τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Μείζονος Ἑλλάδος καὶ τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικήν, ἣν προτίθεται νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν οἰκονομικῶν προβλημάτων τοῦ νέου Κράτους». Ἂς ἴδωμεν ἤδη ποῖον εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τούτων τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τίς ἡ δημοσιονομικὴ αὐτῆς πολιτική. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἀναζητήσωμεν, θὰ εὕρωμεν ἄθροισμα νόμων οὐσιαστικῶν ἀφ’ ἑνός, ἄθροισμά τι νόμων διοικητικῶν δικονομικῆς φύσεως ἐξ ἄλλου, οἱ ὁποῖοι ὅμως ὑπὸ οὐδεμίαν ἐπιείκειαν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῶσιν οἰκονομικὸν σύστημα, νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦντες ὡρισμένην δημοσιονομικὴν πολιτικήν, προδιαγεγραμμένης κατευθύνσεως. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ σύστημα τῶν ἐμμέσων φόρων, θὰ ἴδωμεν τὴν γενομένην ἐπέκτασιν διὰ δύο νόμων τοῦ δασμολογίου καὶ εἰς τὰς νέας χώρας πάσας· θὰ ἴδωμεν ἐπέκτασιν ἐπίσης εἰς πάσας τὰς νέας χώρας τοῦ μονοπωλίου τῆς ζακχάρεως καὶ τῆς νομοθεσίας περὶ πωλήσεως κινίνης. Ἀλλ’ ἀντιθέτως θὰ ἴδωμεν ἐπέκτασιν μόνον εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Μακεδονίαν τῆς νομοθεσίας περὶ τελῶν χαρτοσήμου, τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, τοῦ μονοπωλίου τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐξ ἄλλου θὰ ἴδωμεν ὅτι ἐπεκτείνεται μόνον εἰς τὴν Ἤπειρον, τὴν Κρήτην καὶ τὴν Σάμον ἡ νομοθεσία περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ διδακτηρίων. Θὰ ἴδωμεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, μετὰ τὰς γνωστὰς ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν περιπετείας τοῦ περὶ τούτου νομοσχεδίου, ἀποκρυσταλλουμένας τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ τελευταίως ὑποβληθὲν καὶ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον διττὸν καθιεροῦται ἐν πολλοῖς φορολογικὸν σύστημα μεταξὺ τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς νέας Ἑλλάδος καὶ ἐσωτερικὴ καθίσταται τελωνειακὴ ζώνη. Εἰς τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων φόρων εὑρίσκομεν ποικιλίαν, εἰ δυνατόν, μεγαλειτέραν. Εὑρίσκομεν ὅτι ἐπεξετάθη εἰς τὰς νέας χώρας ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ὁ νόμος περὶ φορολογίας κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν εἰς πάσας τὰς νέας χώρας. Ἐξ ἄλλου εὑρίσκομεν εἴς τινας ἐξ αὐτῶν, εἰς τὴν Μακεδονίαν, τὴν Ἤπειρον καὶ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, ἐπέκτασιν τῆς φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀμέσου φορολογίας ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἄλλην εὑρίσκομεν ποικιλίαν· ἄλλου συστήματος φορολογικοῦ κρατοῦντος ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἄλλου συστήματος κρατοῦντος ἐν Κρήτῃ, ἄλλου ἐν Σάμῳ, ἄλλου ἐν Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ καὶ ἐν ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου. Ποικιλίαν δὲ οὐσιαστικήν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης, σημαντικωτάτην· ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ περὶ τούτου φορολογία, διεπομένη προσωρινῶς ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἰσοδυναμεῖ πρὸς 2% περίπου ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου· ὅτι ὅμως ὁ φόρος οὗτος εἰς τὴν Κρήτην ἀντιστοιχεῖ πρὸς 6% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν δημητριακῶν καρπῶν· εἰς τὴν Μακεδονίαν, τὴν Ἤπειρον καὶ τὰς Νήσους τοῦ Αἰγαίου ἰσοδυναμεῖ πρὸς 20% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἐνιαχοῦ δέ, ὡς ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀμπέλων, ἀνέρχεται εἰς 35%! Ἰδοὺ τί παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις ὡς οἰκονομικὸν αὑτῆς σύστημα. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, ὁποῖόν τι ἐμφανίζεται τοῦτο ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτοῦ τὴν διοικητικήν; Τὸ δικονομικὸν μέρος, κύριοι, τοῦ δημοσιονομικοῦ ἡμῶν συστήματος εἶναι γνωστὸν ὅτι πάσχει ῥιζικὰς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι πλήττουσιν ἐπικινδύνως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Νομικός τις θὰ ἔλεγεν ὅτι ἡ σπουδαιότης τοῦ δικονομικοῦ μέρους τοῦ δημοσιονομικοῦ ἡμῶν συστήματος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν νόμων, εἶναι ἴση πρὸς τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων καὶ ἡ πολιτικὴ δικονομία ἔχουσι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε πάντη ἀνεπαρκής. Διότι περιωρίσθη αὕτη εἰς ἐφαρμογὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρέλαβεν ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἢ ὅπου ἐπεχείρησε νὰ μεταβάλῃ τι ἢ νὰ ἀποφασίσῃ τι, κακῶς ἢ ἀτελῶς ἐπεχείρησε τοῦτο. Δὲν θὰ ἦτο ἴσως περιττὸν νὰ μνησθῶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅταν εἰσήγαγε διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ἐν μέρει τὸ δασμολόγιον εἰς τὰς νέας χώρας· τὴν ἀρχήν, ἣν ἐτήρησεν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἐκεῖθεν εἰσαγομένων εἰδῶν κατ’ ἐκτίμησιν τῆς ἀξίας των, γινομένην ὑπὸ τὴν τουρκικὴν διοικητικὴν δικονομίαν. Τὰ περὶ τούτου ἀνέπτυξα ἀναλυτικώτερον τότε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου· ὑπέδειξα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοὺς κινδύνους τοὺς οἰκονομικοὺς τοῦ συστήματος ἐκείνου, ὑπέδειξα δὲ καὶ κατὰ τίνα τρόπον, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔδει τὰ πράγματα νὰ ῥυθμισθῶσιν. Ἕνα μῆνα μετὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην προεκάλεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανόνισε τὰ περὶ τούτου, κατὰ τὸν ὑποδειχθέντα τρόπον, Δὲν θὰ ἦτο ἐπίσης περιττὸν ἐν τῇ σειρᾷ ταύτῃ τῶν ἰδεῶν νὰ μνησθῶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου δασμολογίου, καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἐπ’ ὠφελείᾳ ὡρισμένης τάξεως ἐμπόρων καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Καὶ περὶ τούτου ἐπίσης ἀνέπτυξα κατὰ τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασμολογίου, ὑπέδειξα δὲ τότε, ὅτι κατὰ τὰς πληροφορίας μου, εἰς 10,000,000 ὅλα ἀνήρχοντο αἱ ζημίαι τοῦ Κράτους· δὲν προσήχθησαν δέ, καίτοι ἐζητήθησαν οἱ πίνακες, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἤθελον μᾶλλον ἐμπεριστατωμένως καθορίσει τὴν ζημίαν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἦτο περιττὸν νὰ σημειωθῇ ἤδη, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ληφθεῖσα νομοθετικὴ πρόνοια, ἡ σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὴν τελωνειακὴν ἀστυνομίαν, δὲν ἐξεδηλώθη εἰς ἔμπρακτον ὠφέλειαν ὑπὲρ τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐλλείψεως προνοίας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀνεφάρμοστος παρέμεινεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ καταβάλλονται ποσὰ διὰ τὴν μισθοδοσίαν προσωπικοῦ σχεδὸν ἀπρακτοῦντος. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο ἐπίσης περιττὸν νὰ μνησθῶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν δημοσιονομικήν, ἣν διαρκῶς ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις τῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ἡμῶν λογιστικοῦ. Βεβαίως, ἐὰν ἐπεχείρει τις νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, τὰς πολιτικὰς καὶ τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας τὰς δεινάς, τὰς ὁποίας ἐπάγεται ἡ κατάστασις αὕτη· ἐὰν ἐπεχείρει νὰ ὑποδείξῃ τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τοῦ λογιστικοῦ ἔτους, καὶ νὰ ἐξάρῃ οὐ μόνον τὴν διὰ τὴν τάξιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους σημασίαν τῆς μεταβολῆς ταύτης, ἀλλὰ καὶ τὴν σημασίαν τὴν πολιτικήν, ἣν ἔχει πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς προσηκούσης συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐνώπιον τοῦ σώματος τούτου· ἐὰν ὡμίλει περὶ πάντων τούτων, θὰ διέτριβεν εἰς τόπους κοινούς. Διότι πολλάκις τὰ περὶ τούτου ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ἐσχηματίσθησαν ἐν τούτοις πάγιαι ἰδέαι. Ὅ,τι ἐν προκειμένῳ ἐν σχέσει πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸν παρόντα προϋπολογισμὸν θὰ ἦτο προσῆκον νὰ λεχθῇ εἶναι ὅτι εὐθὺς μετὰ τὰ πολιτικὰ γεγονότα τοῦ 1909 ἡ πρώτη σχηματισθεῖσα Κυβέρνησις ἔστρεψε τὴν προσοχὴν αὐτῆς καὶ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· βεβαίως οὐχὶ ἐν πάσῃ πληρότητι, ἣν δὲν ἐπέτρεπον αἱ τότε περιστάσεις, ἀλλ’ ἀνταπεκρίθη εἰς οὐσιώδη σημεῖα ἀποκαταστάσεως τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους. Τότε μεταξὺ πολλῶν διατάξεων, ὧν τινες παρέμειναν ἐν ἰσχύϊ καὶ ἐφαρμόζονται ἤδη ἐπωφελῶς, εἰσήχθησαν καὶ ἄλλαι πολλαὶ καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ λογιστικοῦ ἔτους, ὧν ὅμως ἡ ἰσχὺς ἀνεστάλη διὰ νόμου, εἰσαχθέντος ὑπὸ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως. Τίς ὑπῆρξεν ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος διὰ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα ἡ ἐνέργεια τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; Ἐν πρώτοις ηὔξησεν ἐν πολλοῖς τὸ προσωπικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ κατ’ ἀκολουθίαν τὰς δαπάνας· διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1910 τὸ προσωπικὸν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἀπηρτίζετο ἀπὸ 33 ὑπαλλήλους, κατὰ τὸ 1911 ἀπετελεῖτο ἀπὸ 54, σήμερον δὲ ἀποτελεῖται ἀπὸ 61 πρόσωπα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ νῦν ἀπεφάσισεν ἵνα θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν, κυρίως δ’ εἰπεῖν ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν σύνταξιν νέου λογιστικοῦ νόμου, τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου καὶ τὴν μεταβολὴν τοῦ λογιστικοῦ ἔτους, τὴν μετάκλησιν εἰδικοῦ ἀνδρὸς ἐξ Ἰταλίας, διὰ τὴν ἐνταῦθα παραμονὴν τοῦ ὁποίου ὑπελογίσθη ὅτι ἀπῃτεῖτο ἓν ἔτος, διὰ τὸ ὁποῖον ὡρίσθη ἡ ἀντιμισθία του εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 27.000. Τὸ πρῶτον ἔτος ἐν τούτοις παρῆλθε καὶ ἡ σύμβασις ἀνενεώθη διὰ νέον ἔτος. Τὸ νέον ἔτος τὸ δεύτερον παρῆλθε, καὶ ἐν τούτοις ὁ σκοπός, δι’ ὃν ἡ εἰδικὴ αὕτη ἀποστολὴ προεκλήθη, οὐδαμῶς ἐξετελέσθη. Εἶναι δὲ περίεργος ἡ σύμπτωσις ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπεβάλλετο ὁ προϋπολογισμὸς ὁ παρών, ἐγένετο ἡ διὰ τὸ τρίτον ἔτος ἀνανέωσις τῆς ἀποστολῆς ταύτης, καὶ συγχρόνως ἐδίδετο εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ πληροφορία, ἡ περιλαμβανομένη ἐν ἀρχῇ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις «ταχέως προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς τὰς ἐπιβαλλομένας μεταρρυθμίσεις ἐπὶ τοῦ ἰσχύοντος δημοσίου λογιστικοῦ». Ἐν τούτοις ὁ προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη καὶ ταῦτα ἐλέγοντο εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου· παρῆλθον ἔκτοτε τοσοῦτοι μῆνες, καὶ τὴν ὑποσχεθεῖσαν τότε ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ δὲν εἴδομεν τόσα ἄλλα νομοσχέδια δημιουργικὰ θέσεων καὶ ὀργανώσεων δευτερευούσης σημασίας. Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι, οὔτε ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν, οὔτε ὑπὸ διοικητικήν, ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐν ἐφαρμογῇ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχομεν τοιοῦτον οὔτε ἐν προγράμματι οὔτε ἐν σχεδίῳ, οὔτε ἐν ἰδέαις. Διότι βεβαίως ἡ Βουλὴ ἀγνοεῖ τελείως τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων δημοσιονομικῶν ἡμῶν ζητημάτων. Ἀγνοεῖ τελείως ἡ Βουλὴ ποίας ἰδέας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταρρύθμισιν τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἡ ὁποία τοσοῦτον ποικίλη ἐμφανίζεται καὶ τοσοῦτον πολυμερὴς καὶ ἄνισος, καὶ ἐν τῇ ἀνισότητι ἄδικος, ἤδη μάλιστα μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν Νέων Χωρῶν. Οὐδὲν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὑπάρχει τὸ ἐνδεικνῦον σύστημα, προϊόν μελέτης καὶ ἔχον ὡρισμένην κατεύθυνσιν, ἔστω καὶ βραδέως προϊοῦσαν. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἴσως τολμηρὸν νὰ ζητῶμεν τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου, νὰ ζητῶμεν παρ’ αὐτῆς ὡρισμένην δημοσιονομικὴν πολιτικήν, ὡρισμένον οἰκονομικὸν σύστημα, ἔστω καὶ ἐν προγράμματι, ὅταν ἔχωμεν δεδομένον ὅτι, εἰς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφράσῃ ἰδέας, ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἔχει ἰδέας, σαφεῖς, καθωρισμένας καὶ ὡρίμους. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἔχω νὰ μνησθῶ τοῦ νόμου περὶ σπειρομένων γαιῶν, ὁ ὁποῖος κατάκειται ἀνεφάρμοστος. Προεβλήθη διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἡ ἀνάγκη τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων. Ἐν τούτοις ὁ νόμος περὶ κοινοτήτων ἐτέθη ἐν ἰσχύι καὶ ἐφηρμόσθη, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἐμφανίζεται ὁ νόμος περὶ σπειρομένων γαιῶν. Καὶ τώρα ἀκόμη, ἐὰν ἤθελέ τις ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου γνώμας της, ἀναμφιβόλως θὰ εὕρισκεν αὐτὴν ἀνέτοιμον εἰς διατύπωσιν αὐτῶν. Διότι ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Κυβερνήσεως ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι ἐν πολλοῖς κατηργημένος, ἰδιαίτατα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ παραμένῃ ἀφορολόγητον. Τοιουτοτρόπως ἐπὶ θεμελιώδους ἐσόδου, ἐπὶ τόσον σπουδαίου μέτρου φορολογικοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τόσον ἀορίστους καὶ σαλευομένας ἰδέας, ὥστε οὔτε ἐφαρμόζει, οὔτε καταργεῖ νόμον πρὸ τετραετίας περίπου ψιφισθέντα. Ἀλλὰ μήπως τὰ νομοσχέδια καὶ ἐν γένει ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοθετικὴ ῥύθμισις τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, μὲ τὴν πρώτην αὐτῆς ἐμφάνισιν, μὲ τὴν περιπέτειαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη κατὰ τὴν δευτέραν αὐτῆς περίοδον, καὶ μὲ τὴν τρίτην περιπέτειαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἤδη, δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ὡρίμους ἰδέας καὶ περὶ ταύτης ἀκόμη τῆς σπουδαιοτάτης φορολογίας; Ἀλλὰ μήπως τὸ νομοσχέδιον ἢ μᾶλλον ὁ νόμος ἤδη περὶ τῆς φορολογίας τῶν κληρονομιῶν καὶ κληροδοσιῶν μὲ τὰς ἰδίας αὐτοῦ περιπετείας, δὲν ἀποδεικνύει τὸ αὐτό; Μὲ τὴν ἐμφάνισιν τῆς φορολογίας ταύτης ὑπὸ μίαν κλίμακα κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου· μὲ τὴν μεταβολὴν τὴν ῥιζικήν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη αὕτη ἐκ πρωτοβουλίας αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ μόνης κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν· καὶ μὲ τὴν τρίτην θεμελιώδη ἐπίσης μεταβολήν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, πάλιν ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀποδεικνύει τάχα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔχει ὡρίμους ἰδέας καὶ περὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ σπουδαιοτάτου φόρου; Ἀλλὰ μήπως καὶ αὐτοὶ οἱ σχολικοὶ πόροι τῶν νέων χωρῶν, προωρισμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὰς δαπάνας τῆς ἐκεῖ δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, δὲν εὗρον τὴν Κυβέρνησιν ἀνέτοιμον εἰς προσήκουσαν αὐτῶν ῥύθμισιν, δυναμένην νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν διάσωσιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ἐσόδου; Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω ὅσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑποβολῆς τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, εἶπον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀποδείξας ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει μελετήσει τὸ πρᾶγμα, καὶ εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη δυστυχῶς παρ’ αὐτῆς νόμος, καὶ συνταγματικῶς καὶ ὡς ἐκ τῆς διατυπώσεως αὐτοῦ ἀνεφάρμοστος, προωρισμένος νὰ φυγαδεύσῃ τοὺς σπουδαιοτάτους σχολικοὺς πόρους τῶν νέων χωρῶν. Ἔχομεν λοιπὸν δεδομένον, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δὲν ὑπάρχει οἰκονομικὸν σύστημα ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπίσης ἔχομεν δεδομένον, ὅτι οὔτε ἐν προγράμματι, οὔτε ἐν ἰδέαις ἔχομεν ὡρισμένον οἰκονομικὸν σύστημα, ἔστω βαθμηδὸν καὶ βραδέως τεθησόμενον εἰς ἐφαρμογήν. Τοὐναντίον μάλιστα ἔχομεν δεδομένον, ὅτι, ὅπου ἐξεδηλώθησαν αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἀπεδείχθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει μορφωμένας γνώμας περὶ τῶν σημαντικωτάτων δημοσιονομικῶν ἡμῶν ζητημάτων. Θὰ προσέθετον ἀκόμη ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὅτι, ἂν πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας ἠθέλωμεν συνδυάσει, ἂν ἠθέλωμεν θεωρήσει ὡς τμῆμα τῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, θὰ ἦτο τάχα μάταιον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ποίαν ἐτήρησε τακτικὴν ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τακτικὴν ἀποδεικνύουσαν ὅτι δὲν εἶχεν ὡρίμους ἰδέας περὶ τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας; Καὶ θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἔλαβεν ἀρχικῶς ἀφορμὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς περὶ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ῥυθμίσῃ, ἦτο ἐνώπιον τίνος ἀρχῆς θὰ δίδεται ἀπὸ μέρους τῶν Διοικητῶν αὐτῆς ὁ ὅρκος, οὐχὶ δὲ καὶ ἄλλο τι πέραν τούτου; Καὶ ἀκόμη ὅτι, ἀφοῦ ὡρισμένον ἐπεισόδιον ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν νὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, πρὸς ῥύθμισιν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως περὶ τούτου ὑπῆρξαν καὶ πάλιν ἀβέβαιοι, ἀσταθεῖς καὶ ἀόριστοι ἐπὶ κεφαλαιωδεστάτων σημείων; Θὰ ἦτο μάταιον νὰ ἐνθυμηθῇ ἡ Βουλή, ὅτι μετὰ μακρὰν ἀνάλυσιν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκαλεῖτο νὰ ψηφίσῃ διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύῃ τοὺς Διοικητὰς τῆς Τραπέζης, ὅτι δὲν παρῆλθον εἴκοσι τέσσαρες ὧραι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνέτρεπε τὸ σύστημα τοῦτο, διότι «ἔγκριτοι πολῖται» προσῆλθον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τῷ εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης; Δικαίως ἄρα ἰσχυριζόμεθα ὅτι δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις σταθερὰν καὶ καθωρισμένην δημοσιονομικὴν πολιτικήν, οὔτε ἐν ἐνεργείᾳ, οὔτε ἐν δυνάμει, οὔτε ἐν ἐφαρμογῇ, οὔτε ἐν προγράμματι· ὅτι ὑπάρχουν ἀντιθέτως πανταχοῦ τόσα ἐμφανῆ σημεῖα, ἀποδεικνύοντα ὅτι ὅπου ἐξεδήλωσε γνώμας ἐπὶ τῶν σπουδαιοτάτων δημοσιονομικῶν ζητημάτων, δὲν ἔχει μορφώσει τοιαύτας, ὡρίμους, σαφεῖς καὶ καθωρισμένας. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι ἐλησμόνησα τὰς δασμολογικὰς ἐλαττώσεις· καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τι καὶ περὶ αὐτῶν. Διότι ἡ Κυβέρνησις, εἰσηγουμένη διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀνεβίβασε ταύτας εἰς περιωπήν, ὀνομάσασα τὰς ἐλαττώσεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας προέβη, «πολιτικὴν τῶν δασμολογικῶν ἐλαττώσεων», μετὰ καυχήσεως δὲ ἀσυνήθους διὰ τὴν ἠρεμίαν τοῦ ἤθους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν· «ὅ,τι ἄλλοι πολλάκις διεκήρυξεν χωρὶς ὅμως καὶ νὰ πραγματοποιήσωσιν, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἤρχισε νὰ πραγματοποιῇ». Εἶναι δικαία, κύριοι, ἡ καύχησις αὕτη καὶ ἀποτελεῖ ἀληθῆ δημοσιονομικὴν πολιτικήν; Εἶναι εὔκολον, κύριοι, νὰ ὁμιλῇ τις ὑπὲρ τῶν ἀμέσων φόρων καὶ κατὰ τῶν ἐμμέσων. Εἶναι εὔκολον νὰ ὁμιλῇ ὑπὲρ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ὑπὲρ τῆς φορολογίας τῶν κληρονομιῶν καὶ κληροδοσιῶν καὶ ὑπὲρ τῆς φορολογίας τῶν προικῶν, καὶ κατὰ τῶν ἐμμέσων φόρων, καὶ νὰ λέγῃ συγχρόνως ὅτι ἔχει σύστημα οἰκονομικόν. Αἱ ἰδέαι αὐταὶ θέλουσιν εὑρίσκουσιν εὐμενῆ ὑποδοχὴν ἀπὸ τὰς Βουλάς, εὑρίσκουσιν εὐμενεστέραν ὑποδοχὴν ἀπὸ τὴν φιλοπρόοδον δημοσιογραφίαν· διότι ὑπηρετοῦσι τὴν ἰδέαν τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης πληρέστερον, εἶναι ἰδέαι κατ’ ἐξοχὴν δημοτικαί, διὰ δασμολόγιον δὲ ἐπιβαρές, ὅπως τὸ ἰδικόν μας, ὑπάρχει ἐν τούτῳ στάδιον μακρῶν ἀγορεύσεων καὶ θελκτικῶν ἐπαγγελιῶν. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ ἔργον τῶν ἀκαδημαϊκῶς συζητούντων, ἄλλο τὸ ἔργον, ἂν θέλετε, τῶν ἀνευθύνως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συμβουλευόντων, καὶ ἄλλο τὸ ἔργον τοῦ κυβερνήτου τῆς Χώρας. Ὁ κυβερνήτης ἔχει ἀνάγκην ἐσόδων διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ ἔξοδα· ἔχει ἀνάγκην προϋπολογισμοῦ ἰσοβαροῦς, ἰσοσκελοῦς. Ἂν δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, καὶ συγχρόνως δυνηθῇ νὰ ἔχῃ δασμολογικὰς ἐλαττώσεις, ἡ καύχησις, ὡς διετυπώθη, εἶναι δικαία καὶ ἡ κατάκρισις τοῦ παρελθόντος, καυχηθέντος καὶ μὴ τολμήσαντος, εἶναι ἐπίσης δικαία. Οὐδείς, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, οὐδεὶς ὑπῆρξε πολεμιώτερος τοῦ Γλάδστωνος τοῦ δασμολογίου· καὶ ἴσως οὐδεὶς ὑπῆρξεν εὐτυχέστερος αὐτοῦ, κατὰ τὸν μακρὸν κυβερνητικόν του βίον, εἰς τὴν εἰσαγωγὴν δασμολογικῶν ἐλαττώσεων. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐκαυχήθη διὰ τοῦτο. Γνωρίζω ὅμως ἐκ τῶν περὶ αὐτοῦ ἱστορουμένων, ὅτι ἐκαυχᾶτο συχνά, ὅτι αἱ οἰκονομίαι ἀποτελοῦσι τὸ κυριώτερον ἄρθρον τοῦ δημοσιονομικοῦ του «πιστεύω» Γνωρίζω ἀκόμη ὅτι δὲν προέβαινε ποτὲ εἰς δασμολογικὰς ἐλαττώσεις, παρὰ τότε μόνον, ὅταν οὐχὶ ἰσοζύγιον ἁπλοῦν, ἀλλὰ πλεόνασμα εἶχεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ποία ὑπῆρξεν ἐν τούτῳ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐφεξῆς θὰ ἐξετάσω τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῆς. Ἐν τῷ παρόντι ὅμως δύναμαι νὰ εἴπω τοῦτο μόνον: Ὅτι, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις προβαίνουσα εἰς δασμολογικὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ὑπελόγισεν ὡς ἐπιφερούσας μείωσιν ἐσόδων κατὰ 8 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐβάρυναν τὸν λαόν, τὸ Κράτος τὰ ἀποδίδει εἰς τὸν λαόν, κατώρθωσεν οὐχ’ ἧττον νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, εἴτε διὰ τῆς κρείττονος εἰσπράξεως, εἴτε διὰ τῆς μείζονος εἰσαγωγῆς τῶν σχετικῶν εἰδῶν, εἴτε δι’ ἄλλης διαρρυθμίσεως φορολογικῆς τῶν ἀμέσων φόρων, εἴτε ὁπωσδήποτε ἂν κατώρθωσε νὰ καλύψῃ τοῦτο, ἡ καύχησις αὐτῆς ἴσως εἶναι δικαία. Ἀλλ’ εἰς περίστασιν ἀντίθετον· εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ λεγομένη πολιτικὴ τῶν δασμολογικῶν ἐλαττώσεων ἀναλύεται εἰς πολιτικὴν ἐλλειμμάτων, εἶναι δύσκολον νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι πῶς θὰ χαρακτηρισθῇ ἡ τακτικὴ κυβερνήτου, ἐλαττοῦντος τοὺς ἐμμέσους φόρους, καυχωμένου ἐπὶ τούτῳ καὶ συγχρόνως φέροντος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔλλειμμα ἀκάλυπτον, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἀπολύτως προτείνει; Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν θὰ ἦτο τοσοῦτον ἐπιεικὴς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους οἱ οἰκονομικοὶ θρίαμβοι θὰ ἦσαν εὐχερέστεροι οἱασδήποτε χειρωνακτικῆς ἐργασίας; Διότι θὰ ἤρκει ὀλίγη γραφικὴ σκευασία καὶ μηχανικὴ κίνησις τῆς χειρός, διὰ νὰ διπλασιασθῶσιν αἱ ἐλαττώσεις καὶ νὰ διπλασιασθῶσιν αἱ καυχήσεις, νὰ τριπλασιασθῶσιν αἱ ἐλαττώσεις καὶ νὰ τριπλασιασθῶσιν αἱ καυχήσεις, καὶ νὰ καταπέσῃ ἴσως ὁλόκληρον τὸ δασμολόγιον διὰ νὰ κορυφωθῇ ἡ καύχησις. Ἴσως εἶναι καιρός, κύριοι, νὰ ἴδωμεν ἤδη, ἐπὶ τῇ βάσει τούτου τοῦ λεγομένου οἰκονομικοῦ συστήματος, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς λεγομένης δημοσιονομικῆς πολιτικῆς, ποία ἐμφανίζεται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Καὶ ἐν τούτῳ θὰ προσπαθήσω νὰ προσεγγίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν· νὰ κρίνω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς ἰσχυρισμῶν, διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς δηλώσεων, πολλάκις καὶ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς ἐκτιμήσεων. Τοῦτο θὰ καταστήσῃ εὐχερεστέραν τὴν συζήτησιν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν εὐχερεστέραν τὴν συνεννόησιν, καὶ ἴσως πρακτικώτερα τὰ συμπεράσματα τῆς συζητήσεως. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον θὰ περιορισθῶ νὰ ἐξετάσω τὸν τακτικὸν μόνον προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· τὰ ἔσοδα ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὰ ἔξοδα. Θὰ καταλίπω ἐπίσης ἄθικτον σχεδὸν τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, διαιρούσης τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τακτικὸν καὶ ἔκτακτον, τὰ ἔξοδα εἰς τακτικὰ καὶ ἔκτακτα· ἐνῷ πολλὰ θὰ ἠδύναντο ἐπὶ τούτου νὰ λεχθῶσιν ὡς πρὸς τὴν γινομένην κατάταξιν, καὶ τοὺς πόρους πρὸς κάλυψιν τῶν οὕτω διαιρουμένων τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων. Καὶ θὰ ἐξετάσω πῶς ἐμφανίζεται ἐνεστώτως, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δεδομένων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους· ἀλλὰ καὶ ποία θὰ ἐμφανισθῇ αὕτη εἰς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον καὶ εἰς τὸ ἐφεξῆς μέλλον, ἐπὶ τῇ βάσει, ἐπαναλαμβάνω, τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν βάσεων τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ ἐνεστὼς κληροδοτεῖ εἰς τὸ ἄμεσον καὶ εἰς τὸ ἐφεξῆς μέλλον· ποῖαι εἶναι αἱ ἐπιβαρύνσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εἴτε ἐκ τῶν γεγεννημένων ἤδη δαπανῶν καὶ τῶν ὑπαρχόντων ἤδη ἐλλειμμάτων· εἴτε ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἀνειλημμένων ἤδη ὑποχρεώσεων· εἴτε καὶ ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς πολιτικῆς, ἣν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν ταύτης. Νομίζω ὅτι, ἐνταῦθα περιορίζων τὰς παρατηρήσεις μου, θὰ κατορθώσω νὰ εἶμαι γείτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ καταστήσω εὐχερεστέραν πρὸς αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Εἶναι δὲ ἄλλως ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν ἐμφανίζεται ὁ κανονικὸς οἰκονομικὸς βίος τοῦ Κράτους· ἐξ αὐτοῦ δὲ θὰ ἐξαγάγωμεν συμπέρασμα περὶ τῆς ὑγείας τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ ὀργανισμοῦ, περὶ τῆς ἐπαρκείας αὐτοῦ κατὰ τὸ ἐνεστώς, καὶ περὶ τῆς ἐπαρκείας αὐτοῦ εἰς τὸ προσεχὲς καὶ εἰς τὸ ἐφεξῆς μέλλον. Περὶ τούτου ἔχει σαφεῖς δηλώσεις καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, γενομένας ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ὑπέβαλλε τὸν προϋπολογισμόν. Εἶναι κατ’ ἐξοχὴν χρήσιμη ἡ ὑπόμνησις τούτων, διότι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις (Ἀναγινώσκει). «Κατὰ κανόνα, ἀπαρεγκλίτως τηρητέον, πρὸς ἐξασφάλισιν πραγματικῆς τάξεως καὶ ἰσορροπίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, αἱ τακτικαὶ δαπάναι ἐν τῇ εὐρείᾳ ἐκδοχῇ δέον ἀποκλειστικῶς νὰ καλύπτωνται ἐκ τῶν περιοδικῶς ἐπανερχομένων τακτικῶν ἐσόδων, τῶν προερχομένων ἐκ τῶν συνήθων πηγῶν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Τὰ τακτικὰ ἔσοδα πρέπει νὰ ἐπαρκῶσι διὰ τὴν κάλυψιν τῶν τακτικῶν δαπανῶν, ἡ δὲ ἑκάστοτε ἀνάπτυξις αὐτῶν νὰ ἀνταποκρίνηται περὶ τὴν ὀργανικὴν ἐξέλιξιν τῶν δαπανῶν». Συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας θὰ ἐξετάσω ποῖαι εἶναι κατὰ τὸν παρόντα προϋπολογισμὸν αἱ τακτικαὶ δαπάναι, ὡς διαιροῦνται αὗται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ποῖα εἶναι τὰ τακτικὰ ἔσοδα· ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον πάντων ποῖαι εἶναι αἱ ἐπιβαρύνσεις, αἱ ἤδη γεγενημέναι, εἴτε ὡς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐλλειμμάτων, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων, ὡς ἐκ τῶν γενομένων ἐκτάκτων δαπανῶν, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας· αἱ ἐπιβαρύνσεις, αἱ ὁποῖαι κληροδοτοῦνται εἰς βάρος τῶν τακτικῶν δαπανῶν εἰς τὸ προσεχὲς καὶ ἐφεξῆς μέλλον. Κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀνέρχονται ἐφέτος εἰς 208,029,000, τὰ τακτικὰ ἔξοδα εἰς 235,579,000, τὸ δὲ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ προϋπελογίσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς 27,550,000. Δι’ ὅσων καὶ ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας μου καὶ προηγουμένως εἶπον, ὑπέδειξα σαφῶς ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὸ ἔλλειμμα θὰ εἶναι πολὺ μεγαλείτερον. Ἀλλὰ τοῦτο διὰ τὴν ἔρευναν, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ ἡμᾶς ἐν προκειμένῳ, καὶ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν προτίθεμαι νὰ ἐξετάσω τὴν κατάστασιν, δὲν εἶναι ἀναγκαίως τὸ ἐξεταστέον θέμα. Λαμβάνω ὡς δεδομένους τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως, ἐν πᾶσι δὲ σχεδὸν καὶ τὴν κατάταξιν αὐτῆς, καὶ προβαίνω εἰς ἐξέτασιν τῶν λοιπῶν σημείων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποκαλύψωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1913 ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις εἰς 86,000,000, τὸ δὲ ἔλλειμμα τοῦ 1914 ἐν ὅλῳ — τακτικῶν δηλαδὴ καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων — ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις εἰς 69 ἑκατομμύρια· ἤτοι τὸ ὅλον 155 ἑκατομμύρια. Ὑπολογίζει ἐπίσης ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις, κυρίως τῶν πολεμικῶν ταμείων, ἐκτελεστέας δὲ ἐντὸς τοῦ προσεχοῦς καὶ τοῦ ἑπομένου ἔτους, τὰς ἑξῆς: Διὰ τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου 75 ἑκατομμύρια, διὰ τὸ θωρηκτὸν τύπου «Λωρραίνης» 60 ἑκατομμύρια, διὰ τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης 70 ἑκατομμύρια, καὶ ἐξ ὑποχρεώσεων ἀνειλημμένων διὰ τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων 20 ἑκατομμύρια· τὸ ὅλον 225 ἑκατομμύρια. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 225 ἑκατομμυρίων, τῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων, προστιθέμενον εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν 155 ἑκατομμυρίων τῶν χρήσεων 1913 καὶ 1914, ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν εἰς 380 ἑκατομμύρια. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον τὸ ἐνεστώς, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως, κληροδοτεῖ εἰς βάρος τοῦ μέλλοντος. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι προωρισμένον νὰ καλυφθῇ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Κατ’ ἀνάγκην θὰ προσφύγωμεν εἰς ξένα κεφάλαια. Ὑποθέτομεν δὲ πρὸς στιγμὴν τὰ κεφάλαια ταῦτα ἕτοιμα νὰ ὑπηρετήσωσιν ἡμᾶς, καὶ ὑπολογίζομεν ποία θὰ εἶναι ἡ τοκοχρεωλυτικὴ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τούτου, τοκοχρεωλυτικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία θὰ βαρύνῃ πλέον τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι τοῦδε εἰλημμένων δανείων, καὶ παρὰ πάσας τὰς δυσμενεστάτας ἤδη περιστάσεις τῆς Εὐρωπαϊκῆς χρηματαγορᾶς, ἠθέλωμεν ὑπολογίσει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, θὰ ἀνεβιβάζετο αὕτη κατ’ ἔτος εἰς 22 περίπου ἑκατομμύρια. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ προστεθῇ ἐφεξῆς εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ δεύτερον κεφάλαιον. Καὶ εἰς τοῦτο μόνον τὸ σημεῖον θὰ ἀπομακρυνθῶ τῶν ὑπολογισμῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς κατατάξεως αὐτῆς, μεταξὺ τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων. Διότι ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸν νέον τύπον τοῦ προϋπολογισμοῦ, διαιρεῖ τὴν τοκοχρεωλυτικὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων δανείων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων, καὶ εἰς τὴν χρεωλυτικὴν ὑπηρεσίαν, θεωροῦσα — εὐλόγως ἴσως ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν — ὅτι αὕτη εἶναι ἁπλῆ μετατροπὴ τοῦ εἴδους τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς ἀποσβέννυται ἀντίστοιχον αὐτοῦ χρέος. Χωρὶς νὰ θελήσω νὰ θίξω τὴν θεωρητικὴν ἀξίαν τῆς διαιρέσεως ταύτης, καὶ τὴν πρακτικὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἐν ἀπωτάτῳ μέλλοντι θὰ ἔχῃ, ἐάν ποτε πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ Δημόσιον ἡμῶν χρέος, νομίζω ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶ κατ’ οὐσίαν διαφωνῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω τοὐτέστι ὅτι καὶ αὕτη θὰ εἶναι σύμφωνος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἄλλως, ἢ καὶ τὸ χρεωλύσιον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς τακτικὴ δαπάνη τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία καθ’ ἕκαστον ἔτος θὰ ἐπαναλαμβάνεται τακτικῶς, καὶ ἡ ὁποία δὲν δύναται παρὰ νὰ καλύπτηται ἑκάστοτε ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Διότι κατ’ ἀντίθετον ἐκδοχὴν θὰ ἔπρεπεν, ἢ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν χρεωλυτικὴν ὑπηρεσίαν, συνάπτοντες νέα δάνεια διὰ νὰ πληρώνωμεν τὸ χρεωλύσιον ἢ νὰ πωλῶμεν περιουσίαν τοῦ Κράτους, ὅπως ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ χρεωλυσίου. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ ὁ διαφωνῶν ὅτι, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ταύτην, θὰ εἶναι κενότης ἀδικαιολόγητος νὰ ὁμιλῇ τις καὶ περὶ οἰκονομικῆς ἀρτιότητος καὶ περὶ οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τῆς χώρας. Τοῦτο λοιπόν, τὸ χρεωλύσιον δηλαδὴ τοῦ Δημοσίου ἡμῶν χρέους, εἶναι τὸ δεύτερον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 8.634.000, καὶ τὸ δεύτερον τοῦτο κεφάλαιον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἐν συναφείᾳ πρὸς τοῦτο ὑπάρχει καὶ τὸ χρέος τῶν 5.200.000 πρὸς τὴν Ζάππειον ἐπιτροπήν, τοῦ ὁποίου ἐπίσης ἡ χρεωλυτικὴ ὑπηρεσία, ἀνερχομένη εἰς 314.250 θὰ καλύπτηται ὑπὸ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, ἀφοῦ μάλιστα καὶ τὸ ἐνοίκιον καὶ τὸ γεώμορον τῶν Ζαππείων κτημάτων ἐκ δραχ. 324.850 κατατάσσονται εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, καὶ τρίτον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἔτους 1915 καὶ ἐφεξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς τελευταίας δηλώσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἐπήνεγκε μειώσεις εἰς τὰ ἔξοδα ἐν σχέσει πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ μῆνα Μάϊον διὰ τὸν τακτικὸν προϋπολογισμόν. Αἱ μειώσεις αὗται ἀνέρχονται εἰς 5.365.000, αἱ ὁποῖαι διανέμονται κυρίως εἰς τρία Ὑπουργεῖα· τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν φύσιν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν μειώσεων τούτων, θέλομεν ἰδῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὀργανικῶν μειώσεων, περὶ ἀληθῶν ἐλαττώσεων, περὶ ἀπαλλαγῆς τουτέστιν οὐσιαστικῆς τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους ἀπὸ τῶν δαπανῶν τούτων. Διότι αὗται ὅλαι, ἢ σχεδὸν ὅλαι — εἶναι ἀσήμαντοι αἱ ἐξαιρέσεις — εἶναι ἀναβολαὶ δαπανῶν, ἀναβολαὶ εἴτε ἑκουσίως γεγενημέναι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε κατ’ ἀνάγκην, διότι δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ ἐντὸς τοῦ ἔτους 1914 ἐκτέλεσις αὐτῶν. Αἴφνης ἡ κατασκευὴ δημοσίων ἔργων, ἐκ τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν κατωρθώθη νὰ συντελεσθῇ. Δὲν κατορθώθη νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ δημόσιαι θέσεις, αἱ κεναὶ κατὰ τὸ 1914, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὅλαι αὐταὶ αἱ τυχαῖαι περιπτώσεις, αἱ μὴ ἔχουσαι καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῶν βαρῶν τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐπέφερον τὰς γενομένας ἐκπτώσεις εἰδικῶς καὶ μόνον διὰ τὸ τρέχον ἔτος τῶν 5.365.000. Τὸ ποσὸν ἑπομένως τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ τρίτον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ βαρύνῃ τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους καὶ πάντοτε εἰς τὸ ἐφεξῆς, διότι ἀνάγεται εἰς δαπάνας ὀργανικάς, κατ’ ἔτος ὁμοίως ἐπαναλαμβανομένας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τέταρτον κεφάλαιον, τὸ κεφάλαιον τῶν συντάξεων· τῶν συντάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συνεπείᾳ τῶν τελευταίων νόμων, τῶν προκληθέντων ἀπὸ τοὺς εὐτυχεῖς πολέμους, ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ Κράτος. Πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συντάξεων αὐτῶν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς ὁ νῦν τὸ ποσὸν τοῦ 1,500,000. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαρκέσῃ, ἐκτελουμένων πλήρως τῶν περὶ συντάξεων νόμων. Εἰς τοῦτο εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἰδοὺ δὲ τί ἐδήλωσε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν (Ἀναγινώσκει). «Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειοῦται δι’ ἐφέτος ποσὸν 1½ ἑκατομμυρίου, ὅσον ὑποτίθεται ὅτι θὰ καταστῇ ἀπαιτητὸν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως. Τὸ σύνολον ὅμως τῶν ἐπὶ πλέον τοῦ παρελθόντος ἀπαιτηθησομένων πιστώσεων ὑπολογίζεται εἰς 4 ἑκατομμύρια περίπου, ἅμα ὡς ἐκκαθαρισθῶσιν ὅλαι αἱ συντάξεις, αἱ κατ’ ἀκολουθίαν τῶν δύο πολέμων καὶ τῶν περὶ αὐτῶν ψηφισθέντων νόμων ἀπαιτηθησόμεναι». Λοιπὸν τέταρτον κεφάλαιον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν 2,500,000, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ὑπάρχει καὶ πέμπτον κεφάλαιον 1,000,000, προερχόμενον ἐκ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ τελευταίως, διὰ Διατάγματος νομοθετικοῦ ἀρχικῶς, κυρωθέντος κατόπιν διὰ νόμου, εἰσαχθέντος συστήματος τῆς μέσης καὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν νέων χωρῶν. Ὡς ἐπικουρίαν τοῦ Κράτους διὰ τὴν μέσην καὶ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τῶν νέων χωρῶν ἀναγράφει ὁ προϋπολογισμὸς τὸ ποσὸν τῶν 300 χιλ. δραχμῶν. Ὁ νόμος ὅμως ἐφηρμόσθη μόνον ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ ἐντεῦθεν· ἐὰν θέλωμεν δὲ κατ’ ἀναλογίαν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, βεβαίως θὰ χρειασθῶμεν ποσὸν 1,000,000 περίπου. Λέγω ταῦτα, βαίνων ἐπὶ τῶν ὑπολογισμῶν τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη χάριν τῆς τάξεως νὰ μνησθῶ καὶ αὖθις τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τοῦ νομοσχεδίου ὑπέβαλον, παρατηρήσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ τακτική, ἣν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ διαρρυθμίσει τῶν πλουσιωτάτων σχολικῶν πόρων τῶν νέων χωρῶν, θὰ φέρῃ εἰς ἡμᾶς σημαντικὰ ἐλλείμματα, σχεδὸν εἰπεῖν θὰ καταστρέψῃ τοὺς σχολικοὺς πόρους· ἡ ἐπικουρία δὲ τοῦ Κράτους δὲν θὰ εἶναι ὅση ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπολογίζεται, ἀλλὰ πολὺ ταύτης μεγαλειτέρα. Ἐν τούτοις ὁρμώμενος ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας, τὴν ὁποίαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐσημείωσα, δέχομαι τοῦτο μόνον τὸ ποσόν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἐπιβάρυνσιν τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐπακολουθεῖ ἄλλο κεφάλαιον, κεφάλαιον ἀναγόμενον εἰς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, τῶν ὁποίων τινὲς μὲν ἐν μέρει ἐκτελοῦνται, πλεῖστοι ὑπάρχουσιν ἀνεκτέλεστοι, τινὲς τῶν ὁποίων, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἐψηφίσθησαν. Οἱ νόμοι οὗτοι ἀνάγονται εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα, οἱ κυριώτεροι δ’ ἴσως—ἐν παραδείγματι θὰ ἀναφέρω τούτους —εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἔχομεν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν τελευταῖον νόμον περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν· ἔχομεν τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς δικαιοσύνης· ἔχομεν τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχομεν τὸν νόμον περὶ κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχομεν τὸν νόμον περὶ ἐπιβλέψεως τῆς δημοσίας ὑγείας, ἔχομεν τὸν νόμον, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἐψηφίσθη, τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου.
§126ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐψηφίσθη.
§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Νομαρχιῶν τοῦ Κράτους. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἔχομεν τὸν νόμον περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχομεν σωρείαν νέων νόμων, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ὁποίων, ἢ μᾶλλον τινῶν ἐξ αὐτῶν, διὰ τῶν δηλώσεών του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετέβαλε τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ὑπεβλήθη κατὰ τὸν Μάϊον, καὶ ἐνέγραψε προσθέτως τὸ ποσὸν τῶν 575.000 δραχμῶν. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἄλλους νόμους, καί τινας τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας· καὶ ἄλλους περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, καὶ πολλοὺς δευτερευούσης σημασίας, περιεκτικοὺς ἐν τούτοις δαπανῶν. Ἐὰν κατά τινα γενικὴν ἐκτίμησιν, βεβαίως μὴ διεκδικοῦσαν τὴν ἀπόλυτον ἀκρίβειαν, ἤθελέ τις ὑπολογίσει τὴν δαπάνην διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τούτων καὶ ὁρίσει πρὸς τοῦτο τὸ ποσὸν τῶν 7.000.000, νομίζω ὅτι θὰ εὑρίσκετο ἐντεῦθεν τῆς ἀληθείας. Τοιουτρόπως, κύριοι, ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν ἐμφανίζουσι τὰ τακτικὰ βάρη, τὰ βάρη τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, συνίστανται 1) ἀπὸ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγράφονται 235.000.000, 2) ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων, ἐξ 22.000.000, 3) ἀπὸ τὴν χρεωλυτικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑφισταμένων δανείων, ἡ ὁποία, μεθ’ ὅσα εἴπομεν, πρέπει νὰ βαρύνῃ τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐξ 9.000.000, 4) ἀπὸ τὰς αὐξήσεις τῶν συντάξεων 2.500.000, 5) ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ μέσης καὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Νέων Χωρῶν 1.000.000, 6) ἀπὸ τὰς ἀναβληθείσας δαπάνας 5.000.000, 7) ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νέων νόμων 7.000.000, τὸ ὅλον 282.000.000 περίπου.
§128Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πόσαι εἶναι αἱ αὐξήσεις ἐν συνόλῳ;
§129ΝΙΚ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠκούσατε; 235.000.000 ἦσαν· εἶναι τώρα 282· ὑπολογίσατε. Αὐτὰ εἶναι περίπου τὰ ἔξοδα ἐν συνόλῳ, τηρουμένων ὅλων τῶν ὑπολογισμῶν καὶ τῶν κατατάξεων τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπολογίζω, Κύριοι, οὔτε ἐπιθυμῶ νὰ ὑπολογίσω συμμετοχὴν ἡμῶν ἢ ἐπιβάρυνσιν τοῦ Κράτους εἰς τὸ δημόσιον Χρέος τῆς Τουρκίας. Ὑποθέτω ὅτι αἱ ἐπακολουθήσασαι περιστάσεις κεῖνται ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τὴν μέριμναν αὐτῆς, καὶ ὅτι ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Κράτος καὶ εἰς συμμετοχὴν τοῦ Δημοσίου Χρέους τῆς Τουρκίας. Παραμένει ἑπομένως διὰ τῶν μετριωτάτων ὑπολογισμῶν, οὓς ἔκαμα, τῶν προσκειμένων εἰς αὐτὰς τὰς ἐκτιμήσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς δυναμένας πολλαχῶς νὰ ἀμφισβητηθῶσιν, ἰδιαίτατα δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάταξιν μεταξὺ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐξόδων, παραμένει ἀναμφισβήτητον τὸ γεγονός, ὅτι τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους θὰ ἀνέλθωσιν ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 282 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἤδη ἐξετάσωμεν τὰ ἔσοδα, παρατηροῦμεν ὅτι ἔχομεν ἔσοδα τακτικὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ νῦν, μετὰ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγραφόμενα, 208.029.000. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα ταῦτα βεβαίως ἀνεγράφησαν οὕτω μετὰ τὰς μειώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν ἐκ τῆς τελευταίας καταστάσεως καὶ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, καὶ τοῦ κλονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέστησαν ἐκ τῆς μεταναστεύσεως καὶ ἄλλων αἰτίων τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Εἶναι προσῆκον ἑπομένως νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν ἐκεῖνο τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐξετίμησεν ὑπὸ τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις· ὅταν τουτέστιν ἄνευ προβλέψεως τοιούτου πολέμου καὶ τοιαύτης καταστάσεως ὑπελόγισε τὰ ἔσοδα, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 224 ἑκατομμύρια. Ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ δασμολογίου εἰς τὰς Νέας Χώρας ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζει αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 8.000.000. Ἑπομένως τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων τῶν τακτικῶν θ’ ἀνέλθῃ εἰς 232.000.000 περίπου. Δὲν ὑπολογίζω τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν κληρονομιῶν· ὄχι μόνον διὰ τὴν πλήρη αὐτοῦ ἀβεβαιότητα, ἀβεβαιότητα, ἡ ὁποία ἠνάγκασε καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ὑπολογίσῃ ἐπὶ τούτου ὡρισμένον ποσόν, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ τὸ ἐξ αὐτῶν ἔσοδον εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα.
§130Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν περιελήφθη.
§131Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ τοῦ ἐσόδου αὐτοῦ ὁ ὑπολογισμὸς εἶναι ἀδύνατος καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὀρθῶς ποιοῦσα καθ’ ἡμᾶς, δὲν προέβη εἰς ὑπολογισμόν τινα τούτου. Ὁπωσδήποτε τοῦτο θὰ προστεθῇ, συνεπείᾳ τῶν νεωτέρων σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόδοσις αὐτοῦ. Ἐκ τῆς τελευταίας συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἡ κατάστασις τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ μεταβληθῇ κατὰ τρόπον οὐσιώδη, ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως· τῶν δηλώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δύο πρῶτα κεφάλαια, τὰ ἐκπροσωποῦντα τὴν συμμετοχὴν τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη, τὰ ἀπαρτίζοντα τὸ ποσὸν τῶν δύο περίπου ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, αὐτὰ προωρίσθησαν μάλιστα διὰ τὰ πέντε πρῶτα, τὰ κρισιμώτερα ἔτη, ὅπως προεξοφλούμενα ἐξυπηρετήσωσι τὴν ἱδρυθησομένην Γεωργικὴν Τράπεζαν τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ἄρα προωρισμένον τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀπομένει δὲ ἐκ τῆς μετὰ τῆς Τραπέζης συμβάσεως τὸ διπλοῦν κέρδος, ἀφ’ ἑνὸς τῶν 620.000 ἐτησίως, τῆς ἀπαλλαγῆς τουτέστιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον καταβάλλομεν διὰ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ κέρδος ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν φορολογικῶν ἀτελειῶν τῆς Τραπέζης, ὑπολογισθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς 160.000. Ἀμφότερα λοιπὸν τὰ κεφάλαια ταῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀσκήσωσιν ἄμεσον ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δὲν φθάνουσι τὸ ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, τὸ ἔλλειμμα, μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ τακτικῶν ἐξόδων, θὰ ὑπερβῇ κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου, οἱ ὁποῖοι δὲν νομίζω νὰ εἶναι διάφοροι τῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ 50 ἑκατομμύρια. Ἐγείρεται λοιπὸν ἤδη τὸ ἐρώτημα· πῶς θὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο; Πρόκειται δὲ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβανομένου· ἐλλείμματος ἄρα προδίδοντος ὀργανικὴν ἀτέλειαν, ὀργανικὴν νόσον· ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα καὶ κατὰ τὰς ἰδέας αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ καλύπτηται κατ’ ἔτος ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ποῖα εἶναι τὰ ἔσοδα ταῦτα; Καὶ τίνες εἶναι ἐπὶ τούτου τοῦ κεφαλαιώδους ζητήματος αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως; Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἡ Κυβέρνησις προσῆκον ἐνόμισε νὰ σιωπήσῃ. Ἐὰν καλῶς ἐνθυμοῦμαι — καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς — ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐπὶ τούτου δηλώσεων, ἠρκέσθη νὰ ἐξάρῃ τὴν ὑγείαν καὶ τὴν ῥώμην τῆς κοινωνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν καταλίπῃ τις τοῦτο ἀπολύτως ἀφιλονείκητον, ἐνῷ ἀκόμη ἡ ἰδιωτικὴ οἰκονομία δὲν ὑπέστη πάσας τὰς ἐκ τῆς καταστάσεως δοκιμασίας, θὰ εἶχε νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Πῶς σκέπτεται νὰ ἐπιληφθῇ ταύτης δημοσιονομικῶς; Τοῦτο εἶναι τὸ ζητούμενον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο εἶναι τὸ ζητούμενον διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Πῶς θὰ ἐπιληφθῇ δημοσιονομικῶς τὸ Κράτος τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν νομίζει τόσον ὑγιᾶ καὶ τόσον ἀνθηράν; Σκέπτεται ἆρά γε νὰ καλύπτῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τὸ ἐτήσιον, τὸ τοσοῦτον μέγα, διὰ δανείων; Βεβαίως τοιαύτη σκέψις δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι κρατεῖ παρὰ τῇ Κυβερνήσει· ὄχι μόνον διὰ τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας θὰ ἐμφανίζῃ ἡ συνομολόγησις τοιούτων δανείων, ἀλλὰ διὰ τὴν φύσιν τοῦ πράγματος, καὶ διότι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ τοῦτο δυνατόν, δὲν θὰ ἐθεράπευεν οὐσιαστικῶς, ἀλλὰ θὰ ἀνέβαλλεν ἴσως τὴν κρίσιν, καλυπτομένην διὰ τῆς μεθόδου τῆς συμπληρώσεως τῶν ἐλλειμμάτων διὰ δανείων, ἵνα ἡ κρίσις ἐκραγῇ δεινοτέρα καὶ ἔτι μᾶλλον ἀνεπανόρθωτος. Τὸ ἐρώτημα λοιπὸν παραμένει τοῦτο: Κατὰ τίνα τρόπον θὰ καλύπτεται κατ’ ἔτος τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ τὸν καθημερινόν, τουτέστι τὸν κανονικὸν αὐτοῦ οἰκονομικὸν βίον, καὶ τίνα τὰ ἐπὶ τούτου μέτρα τῆς Κυβερνήσεως; Τίνες αἱ ἰδέαι αὐτῆς; Σκέπτεται μήπως, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ καλύπτεται ἐκ τῆς ἐλπιζομένης αὐξήσεως τῆς ἀποδόσεως τῶν φόρων ὑπὸ τὸν ὑφιστάμενον ὀργανισμόν; Ἡ αὔξησις αὕτη βεβαίως κατ’ ἀρχὴν εἶναι προσδοκωμένη, ἀλλὰ εἶναι ἀβεβαία κατὰ ποσόν. Θὰ ἔλεγον δέ, ὅτι διὰ τὴν ὑγείαν τῶν οἰκονομικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίσῃ τις κάλυψιν ἐνεστώτων, τακτικῶν ἐλλειμμάτων, μὲ ἐλπιζομένην αὔξησιν, μὲ ἔσοδα ἐκ τοιαύτης τινὸς ἐλπιζομένης αὐτομάτου αὐξήσεως· διότι αὐξήσεις τοιαῦται, προϊοῦσαι, ὀργανικαὶ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἔχουσι νὰ ἀνταποκριθῶσιν, εἰς ἰσοϋψεῖς, δύναμαι νὰ εἴπω, αὐξήσεις τῶν ἐξόδων, ὀργανικὰς ἐπίσης καὶ προϊούσας, ἐν τῇ φύσει τοῦ πράγματος καὶ τῇ προαγωγῇ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους ἐγκειμένας. Θὰ ἔλεγον λοιπὸν ὅτι τοιαύτη τις ἐλπιζομένη αὔξησις θὰ ἦτο κεκλημένη νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐπίσης τῶν ἐξόδων ἐλπιζομένην αὔξησιν. Ἀλλὰ δὲν λέγω τοῦτο. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζει σπουδαίως ὅτι ἡ ἐκ τοιαύτης τινός, κατ’ ἀρχὴν βεβαίως ἐλπιζομένης ἀβεβαίας ὅμως κατὰ ποσόν, αὐξήσεως πρόσοδος, θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ καλύψῃ ἔστω καὶ τὸ ἓν πέμπτον τοῦ παρουσιαζομένου ἐλλείμματος εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους; Βεβαίως ὄχι. Καὶ πάλιν λοιπὸν παραμένει τὸ ἐρώτημα· πῶς θὰ θεραπευθῇ τὸ ὀργανικὸν αὐτὸ ἐλάττωμα, ἡ παρουσιαζομένη ἤδη ἐνώπιον ἡμῶν ἀσθένεια τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους; Ἡ Κυβέρνησις ὡμίλησε κατὰ τὰς τελευταίας δηλώσεις, οὐχὶ κατὰ τὰς πρώτας, περὶ φορολογίας· καὶ ἐθεώρησεν ἀναρμοδίαν τὴν περίστασιν πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος τῆς ἀμέσου φορολογίας. Λόγον δὲ ἔφερε τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ τὸν κίνδυνον ὅτι, ἂν ἐμεθοδεύετο τοιαύτην μεταβολὴν τῆς φορολογίας, ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ ἴδῃ ἐλαττούμενα τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἐκ τούτου δύναταί τις νὰ συναγάγῃ, ὅτι ὅσα εἶπεν ἡ Κυβέρνησις περὶ φορολογικῆς μεταρρυθμίσεως, ἔγκεινται εἰς ἀντίληψιν ἄλλην, διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐξετάζομεν ἤδη, διάφορον ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀσχολούμεθα· ἔγκεινται εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἰδιαίτατα τῶν ἐκ τῆς γῆς προσόδων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ἐνδεχόμενον ἀληθῶς τοιαύτη τις μεταρρύθμισις, ἀναγκαία διὰ νὰ ἐκλίπῃ ὅλη ἐκείνη ἡ ἐπαχθὴς καὶ βαρεῖα φορολογία, ἡ ὁποία πιέζει ἰδίως τὰς Νέας Χώρας καὶ τὴν ὁποίαν ἐσημείωσα ἤδη, εἶναι ἐνδεχόμενον, λέγω, τοιαύτη μεταρρύθμισις νὰ φέρῃ ἐλάττωσιν ἐσόδων. Ἀλλὰ τὸ συζητούμενον ἤδη δὲν εἶναι τοῦτο. Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διαρρυθμίσεως, τῆς δικαιολογικῆς τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Τίνες εἶναι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως; Ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἰδέαι αὐτῆς; Τίνα εἶναι τὰ μέτρα της; Ἐπὶ τούτου παραδόξως, κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ εἰς κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις σιωπᾷ. Ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἀναμφισβητήτως ἀπέναντι ἑνὸς ἐλλείμματος, ἐλλείμματος ὀργανικοῦ κολοσσιαίου, καὶ παραδόξως, ἐνῷ μετὰ τόσης ἐπιμελείας ἐσημείωσε τὰ ἔξοδα, ἔξοδα γενόμενα, ἐπαναλαμβάνω, σιωπᾷ, περὶ τοῦ τρόπου τῆς καλύψεως τῶν ἐξόδων τούτων· σιωπᾷ περὶ τῶν ἰδεῶν, περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς κάλυψιν τῶν ἐξόδων τούτων. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς σιωπῆς; Ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔφερεν ἢ δὲν φέρει τὰ μέτρα της; Ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐκθέτει τὰς ἀρχάς, δὲν ἐκθέτει τὰς ἰδέας αὐτῆς, ἵνα συζητηθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ; Εἶναι ἆρά γε λόγος ἀνεπαρκείας; Ἢ εἶναι λόγος ἐλλείψεως πολιτικῆς εἰλικρινείας, πολιτικοῦ θάρρους; Ὑπῆρξεν ἐποχή, κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν Κυβερνήσεις πολλαί, οὐχὶ βεβαίως πᾶσαι, ἐμεθοδεύοντο τακτικὴν κἄπως ἀνάλογον. Δὲν ἐπέβαλλον μέτρα ἀντιδημοτικά, ἀεὶ μὲν μάλιστα δὲ εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν, μέτρα, τῶν ὁποίων ὑπερτίθενται εἰς τὸ μέλλον τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ προσεπάθουν νὰ ἐξοικονομήσωσιν ὅπως–ὅπως τὸ ἐνεστώς, εἴτε διὰ ψευδῶν προϋπολογισμῶν, εἴτε προεξοφλοῦσαι τὸ μέλλον καὶ ἐπιρρίπτουσαι εἰς αὐτὸ βάρη χάριν τοῦ ἐνεστῶτος. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπῆρξε ποτε Κυβέρνησις ἐπὶ τοσοῦτον θαρραλέα νὰ ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὄχι διὰ ψευδῶν προϋπολογισμῶν, διότι δὲν εἶναι ψευδεῖς οἱ προϋπολογισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν βούλησιν, κατὰ τὴν πρόθεσιν αὐτῆς, νὰ ἐμφανίζηται μὲ ἐλλείμματα ἀπέναντι τῶν γεγενημένων ἐξόδων, καὶ οὐδὲν ἀπολύτως νὰ φέρῃ μέτρον πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων, οὔτε νὰ ὑποβάλῃ τὰς γνώμας αὐτῆς πρὸς συζήτησιν, πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων. Καταντᾷ νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς οἰκονομικὸν πρόγραμμα αὐτῆς τὸ διηνεκὲς ἔλλειμμα. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν προεβλήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς οἰκονομικὸν πρόγραμμα ὁ συμβιβασμὸς τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ. Καὶ τὸ πρόγραμμα αὐτὸ κατεκρίθη, ἴσως ὄχι δικαίως, δεινότατα, ὡς κηρύττον τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τίς θὰ ἐφαντάζετο, κύριοι, μετὰ πάροδον 20 ἐτῶν καὶ πλέον, ὅτι θὰ παρουσιάζετο Κυβέρνησις, καταρρίπτουσα πάντα τὰ προσχήματα καὶ ἐμφανίζουσα ὡς οἰκονομικὸν πρόγραμμα τὸ διηνεκὲς ἔλλειμμα; Ἐμφανίζουσα καθ’ ἑκάστην ἔξοδα, καὶ ὅμως οὐδὲν προβάλλουσα πρόγραμμα πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων αὐτῶν; Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ φέρῃ τὰ μέτρα της, ὑποχρεοῦται νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας της, ὑποχρεοῦται νὰ ἀναπτύξῃ τὸ σύστημα αὐτῆς περὶ καλύψεως τῶν ἐξόδων ἐκ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀσκήσῃ πᾶσαν τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐπιρροὴν αὐτῆς, ὡς σῶμα πολιτικόν, νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ὑποχρέωσίν της αὐτήν. Δὲν εἴμεθα ἀπαισιόδοξοι ἡμεῖς, κύριοι, διὰ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τοῦ Κράτους. Ἡ ἀπαισιοδοξία εἶναι ξένη πρὸς τὸν ὀργανισμὸν ἡμῶν, πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν ἡμῶν, εἶναι ξένη πρὸς τὴν ψυχικὴν ἡμῶν σύνθεσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἴμεθα ἀπαισιόδοξοι, ἐὰν δὲν ἤλθομεν νὰ κλαύσωμεν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν ἤλθομεν ἐπίσης οὐδὲ διὰ νὰ τονίσωμεν κενοὺς ὕμνους αἰσιοδοξίας. Ἤλθομεν νὰ συζητήσωμεν. Νὰ συζητήσωμεν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως· ἤλθομεν νὰ συζητήσωμεν τὰς ἰδέας καὶ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἢ νὰ ἀποδεχθῶμεν ταύτας, ἢ νὰ ἀντιτάξωμεν τὰς ἰδίας ἡμῶν ἰδέας. Ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας αὐτῆς καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὰς ἀντικείμενον συζητήσεως. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως καὶ νὰ ἀρκεσθῇ λέγουσα: «εἶμαι αἰσιόδοξος». Διότι, ἐὰν ἡ αἰσιοδοξία πρόκειται νὰ καλύψῃ τὴν ἀνεπάρκειαν, τὴν ἀφροντισίαν, τὴν ἔλλειψιν προνοίας· ἐὰν πρόκειται νὰ ὑπαγορεύσῃ τὴν ἀεργίαν καὶ τὴν ῥαστώνην, ἡ αἰσιοδοξία τότε παύει νὰ εἶναι πολιτικὴ ἀρετὴ καὶ ψυχικὴ ἀρετή. Ἐκφυλίζεται εἰς ἁπλῆν μοιρολατρείαν, εἰς τυφλὴν πρὸς τὸ πεπρωμένον πίστιν, καὶ ἀποτελεῖ κατάστασιν καὶ πολιτικῶς καὶ ψυχικῶς νοσηράν. Ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ φέρῃ τὰ μέτρα της, ὑποχρεοῦται νὰ ὁμιλήσῃ. Ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ εἶναι πολιτικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς ἐπιβεβλημένη εἰς πᾶσαν περίστασιν· πολλῷ μᾶλλον εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν μέτρων αὐτῆς. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν. Ὁ λαὸς δέ, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἐνώπιον αὐτοῦ τὸ πολιτικὸν σύστημα ὁλόκληρον τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔχῃ ἐνώπιον αὐτοῦ ὅλην αὐτὴν τὴν πλουσίαν ὀργάνωσιν, περὶ τῆς ὁποίας θὰ κάμω βραδύτερον λόγον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀκούσῃ τίτλους νόμων καὶ νομοσχεδίων, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀναπτυχθῶσιν ὅλα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς τοιαύτης ὀργανώσεως, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐὰν θὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ μέτρα ταῦτα καὶ πῶς θὰ ἐφαρμοσθῶσι· πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἀντὶ τίνων θυσιῶν θὰ κληθῇ ν’ ἀπολαύσῃ τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προσδοκῶνται, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἐν πολλοῖς δὲ καὶ κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσῃ. Ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρῃ τὰ μέτρα της· ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας της, διὰ ν’ ἀκούσῃ καὶ τὰς ἰδικάς μας. Ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης, ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς πολιτικῆς εἰλικρινείας καὶ εὐθύτητος. Καὶ πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ἐν τῷ παρόντι τοὐλάχιστον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προκαλουμένη μάλιστα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ παρίδῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεώς της ταύτης.
§132Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ διακόψωμεν πέντε λεπτά.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά.
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εὑρίσκομαι περὶ τὰ μέσα τῆς ὁμιλίας μου· ἐὰν θέλετε νὰ διακόψωμεν, διακόπτομεν διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§135Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐξακολουθήσητε; Ὅπως θέλετε.
§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν.
§137Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι 8 καὶ ¼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 9 καὶ ½.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 9 καὶ ½ μ. μ. ἀκριβῶς. Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ὥρᾳ 10.40′ μ. μ.)
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: — Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς μεταλλευτικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ ῥυθμίσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν μεταλλείων, ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Μπρισιμιτζάκης, Δημ. Κριεκούκης, Πολ. Λαγοπάτης, Λ. Κουτσοπέταλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ ΔΝΖʹ νόμου τῆς 10ης Φεβρουαρίου 1912 «περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων». — Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ν. Ἀλιβιζᾶτος καὶ Σ. Ἰγγλέσης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ βελτιώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων τῶν πολιτικῶν ὑπουργείων». Ἔχομεν 5 ἢ 6 σύνολα δυνάμεθα νὰ τὰ κάμωμεν;
§140Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ συνόλου καὶ ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου προϋποθέτει ὅτι ἔλαβον γνῶσιν οἱ κ. κ. Βουλευταί.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Δημητρακόπουλος ὅπως συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξέθηκα, κύριοι, προηγουμένως τὰς γνώμας μου ἐν σχέσει πρὸς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Θὰ ἐξετάσω ἤδη τὸν προϋπολογισμὸν ὡς νόμον πολιτικόν· θὰ ἐξετάσω τὴν καθόλου πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξετάζοντες τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, οἷα ἐξεδηλώθη εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς Πολιτείας θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἄνευ τινὸς περαιτέρω ἐρεύνης, ἄνευ τινὸς περαιτέρω κρίσεως ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως: ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει πολιτικήν. Διότι δὲν ἔχει οἰκονομικὸν πρόγραμμα, ὑπηρετοῦν τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, τοιαύτην ἢ τοιαύτην· ἢ διότι δὲν ἔχει πολιτικὴν ἀνταποκρινομένην πρὸς τὸ οἰκονομικόν της πρόγραμμα. Ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζει μέγα ἄθροισμα νομοθετικῶν μέτρων, νομοθετικῶν μέτρων ἐν τοῖς πλείστοις καλῶν, ἐν πολλοῖς δὲ καὶ καλῶς τεθειμένων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελε δεχθῇ τις, ὅτι πάντα τὰ νομοθετικὰ αὐτὰ μέτρα ἔχουσιν ἄριστα, δὲν δύναται συγχρόνως νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πολιτικὴν ὡρισμένην. Θὰ ἠδύναντο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ νομοθετικὰ μέτρα, καλῶς κείμενα καὶ σύμμετρα ἐν πᾶσι καὶ ἁρμονικὰ ὄντα, ν’ ἀποτελέσωσι μίαν ἰδανικὴν πολιτείαν, οὐδέποτε ὅμως ν’ ἀποτελέσωσι πολιτικὸν σύστημα ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, ὠργανωμένου Κράτους, χωρὶς συγχρόνως νὰ ὑπάρχῃ ἀντίστοιχον, σύγχρονον τοὐλάχιστον καὶ ἐν πᾶσι συμπολιτευόμενον, οἰκονομικὸν πρόγραμμα, ὑπηρετοῦν τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, καὶ καθιστῶν δυνατὴν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς. Ὅ,τι ὅμως ἐμφανίζει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναί τι, κύριοι, ἀπολύτως πρωτοφανές. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσῃ τις τοιαύτην ὀξύτητα σχέσεων, τοιαύτην διάστασιν, τοιαύτην ἀντιπολίτευσιν, ἵνα μεταχειρισθῶ ὅρον οἰκεῖον πρὸς τὰς ἀσχολίας μας, μεταξὺ τοῦ λεγομένου οἰκονομικοῦ προγράμματος καὶ τοῦ λεγομένου πολιτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶναι ἐρευνητέον, εἶναι χρήσιμον ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις νὰ ἐρευνήσωμεν, ποῦ ἆρά γε ὀφείλεται τὸ φαινόμενον τοῦτο; Εἶναι χρήσιμον ὑπὸ πολλὰς ἀπόψεις· ἀπόψεις οἰκονομικάς, ἀλλὰ καὶ ἠθικοπολιτικὰς ἀπόψεις. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι ἐν οὐσιώδει μέτρῳ συνετέλεσε πιθανώτατα εἰς τὴν δημιουργίαν τοιαύτης καταστάσεως, ἡ παραφθορὰ καὶ ἡ παρανόησις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡρισμένων πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἐννοιῶν. Ἐν τῷ θεμελιώδει δημοσιονομικῷ ζητήματι, τῆς σχέσεως τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα, φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναχωρεῖ ἐκ τῆς ἐκδοχῆς, ὅτι πρωτίστως πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ ἔξοδα, ὀργανουμένου τοῦ Κράτους εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν του ἐν πάσῃ εὐρύτητι καὶ ν’ ἀναζητηθῶσι καὶ νὰ εὑρεθῶσιν ἐκ παντὸς τρόπου τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν τοιαύτην ὀργάνωσιν. Ἰδοὺ δὲ πῶς εἰδικώτερον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διετύπωσε τὴν ἰδέαν της ταύτην: «Δὲν δυνάμεθα δὲ διότι δὲν συμφέρει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀπορρίπτωμεν πᾶσαν δαπάνην ἢ νὰ ἀναβάλωμεν αὐτὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀποτελεῖ αὕτη ἐπιβάρυνσιν ἀσύμφορον εἰς τὴν χώραν, χωρὶς ἐξ ἀντιθέτου νὰ σταθμίζωμεν καὶ τὸν σκοπόν, εἰς ὃν ἀποβλέπει· πρέπει τοὐναντίον νὰ ἀποβλέψωμεν μετὰ θάρρους εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Κράτους συμφώνως πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς νέας κοινωνίας καὶ τὰς ἀξιώσεις, ἃς αὕτη ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ». Δὲν προτίθεμαι, κύριοι, νὰ φιλονεικήσω κατ’ ἀρχὴν τὰς ἰδέας ταύτας. Δὲν προτίθεμαι τὸ παράπαν νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἐνδείκνυται οἰκονομία διὰ τῆς μὴ προσηκούσης ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διὰ τῆς μὴ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, διὰ τῆς μὴ καταβολῆς παραγωγικῶν δαπανῶν. Ἡ ἔννοια τῆς οἰκονομίας, ἐφ’ ὅσον καλεῖται νὰ πραγματοποιηθῇ δι’ ἀναιρέσεως τοιούτων κυβερνητικῶν ἔργων, βεβαίως εἶναι κακῶς τεθειμένη· ἀποτελεῖ ὀπισθοδρόμησιν. Δὲν ἔχει σχέσιν τινὰ ἡ οἰκονομικὴ ἀντίληψις, ἡ ἀντίληψις τῆς οἰκονομίας, μὲ τὴν παράλειψιν ὀργανώσεων τοιούτων, μὲ τὴν παράλειψιν παραγωγικῶν δαπανῶν, μὲ τὴν παράλειψιν παντὸς ὅ,τι συντελεῖ εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαύτας ἔχω ἰδέας κατ’ ἀρχήν, θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν δαπανῶν τούτων καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν παραγωγικῶν, ἐνδείκνυται τάξις τις. Ἀντενδείκνυται ἡ ἀθρόα ἐκτέλεσις. Ἀντενδείκνυται δὲ ἐκ λόγων πολλαπλῶν, ἀλλὰ κυρίως ἐκ λόγων οἰκονομικῶν. Ἀντεδείκνυται πανταχοῦ καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τὰς ἀναμφισβητήτως παραγωγικὰς δαπάνας. Διότι καὶ αὐτῶν τῶν ἀναμφισβητήτως παραγωγικῶν ἔργων αἱ ἀποδόσεις πολλάκις ἐπιβραδύνουσιν· ἡ δὲ ἀθρόα ἐκ τῶν προτέρων προεξόφλησις τοῦ μέλλοντος δημιουργεῖ δυσχερείας καὶ δημιουργεῖ ἀνισορροπίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπικινδύνους διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ αἱ ἀρχαὶ αὗται ὑπῆρξαν ἡ βάσις τῆς οἰκονομικῆς ῥυθμίσεως, τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ὀργανώσεως, Κρατῶν μεγάλων καὶ πλουσίων καὶ παγίως ὠργανωμένων, ἐννοεῖ τις μετὰ πόσης δυνάμεως ἐπιβάλλονται διὰ Κράτος μικρόν, ὡς τὸ ἡμέτερον, πτωχόν, ἐπὶ πᾶσι δὲ εὑρισκόμενον ἤδη εἰς στάδιον ἀναπλάσεως, εἰς στάδιον γενικῆς ἀναδιοργανώσεως. Πολιτικὴ ἐνδεικνυομένη διὰ Κράτος ὡς τὸ ἰδικόν μας, καὶ ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, πολιτικὴ διὰ Κράτος, εὑρισκόμενον ἐν ἀναπλάσει καὶ ἀναδιοργανώσει, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς συντηρήσεως μετὰ προόδου. Ἡ συντήρησις μετὰ προόδου εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὴν ὅλην ἀναδιοργάνωσιν, κατεύθυνσιν ὑπὸ βαθμιαίαν, ἀλλὰ συστηματικὴν καὶ ἀδιάκοπον πρόοδον, ἡ ὁποία θὰ παρασκευάσῃ ἀσφαλῆ καὶ ἀδιατάρακτον τοῦ ὅλου τὴν ἀνακαίνισιν. Τοιαύτην τακτικήν, κύριοι, ἠκολουθήσαμεν, ὅταν ἐκλήθημεν εἰς ῥύθμισιν ὡρισμένων δημοσίων ὑπηρεσιῶν, καὶ αὐτή, νομίζομεν, ἡ συντήρησις μετὰ προόδου, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐνδείκνυται πρὸς ἀναδιοργάνωσιν πάντων τῶν κλάδων τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας. Ὁ μελετῶν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἱστορίαν θὰ σταματήσῃ ἀναμφισβητήτως τὸ βλέμμα εἰς τὴν φωτεινοτέραν αὐτῆς περίοδον, καὶ θὰ ἴδῃ ἀποκαλυπτόμενον τώρα εἰς τὸν ψυχρὸν καὶ ἀπροκατάληπτον μελετητήν, ὅτι ἡ ἀθέτησις τούτων ἀκριβῶς τῶν ἀρχῶν ὡδήγησεν ἡμᾶς εἰς ἀποτυχίας, ἃς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποτρέψῃ ἀνὴρ ἐξόχου πολιτικῆς ἐγκρατείας· ἀποτυχίας, τὰς συνεπείας τῶν ὁποίων καὶ ἐν τῷ νῦν ἀκόμη δοκιμάζομεν. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγέ τις, τίνα σχέσιν ἔχουσι τὰ διδάγματα ἐκεῖνα μὲ τὴν νῦν ἐφρομοζομένην τακτικήν; Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι παρόμοιαι σκέψεις καὶ παρόμοιαι πολιτικαὶ ἀντιλήψεις ὑπῆρχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἤδη, θὰ ἐπερίμενέ τις νὰ ἴδῃ εἰς τὴν ἀθρόαν ὀργάνωσιν, εἰς τὴν ἀθρόαν ἐπιβολὴν δαπανῶν, εἰς ὅλα τὰ σημεῖα, εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Πολιτείας, συμπάρεδρον, συγχρόνως τοὐλάχιστον διατυπούμενον, καὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς δαπάνας ταύτας· σύγχρονον ἐπιβολὴν τῶν φόρων, σύγχρονον ἐξεύρεσιν τῶν δημοσίων προσόδων πρὸς κάλυψιν τῶν ἐπιβαλλομένων δαπανῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ προκειμένῳ οὐδὲ κἂν τοιοῦτό τι ἔχομεν. Δὲν ἔχομεν ἀθρόαν πολιτικὴν ὀργάνωσιν καὶ ἐν ταὐτῷ ἐξεύρεσιν τῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτῆς ἐσόδων. Ἔχομεν κάτι τι περίεργον ὅλως καὶ ἀληθῶς πρωτοφανές. Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς μίαν δαιμονιώδη προσπάθειαν ὀργανώσεως δημοσίων ὑπηρεσιῶν, πολλαπλασιασμοῦ τούτων ὑπερμέτρου, ἐπιβολὴν ἀτελεύτητον παραγωγικῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων παντὸς εἴδους δαπανῶν, ἐξακολούθησιν δὲ τῆς κινήσεως ταύτης μέχρι σήμερον μὲ κεκτημένην καὶ αὐξάνουσαν ταχύτητα, ἐξ ἄλλου δὲ οὐδεμίαν ἀπολύτως μέριμναν περὶ ἐξευρέσεως τῶν ἀναγκαίων ἐσόδων. Πόθεν ἆρά γε, ἐκ τίνων λόγων ὑπηγορεύθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ πρωτοφανὴς αὕτη τακτική; Καὶ ἐξακολουθεῖ τις νὰ ἐρωτᾷ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ τοιαύτη παρανόησις τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἐκείνων ἐννοιῶν, ποῖος ἆρά γε εἶναι ὁ λόγος τοῦ φαινομένου τούτου; Ἀναγκαίως, κύριοι, ἄγεταί τις εἰς ἀνεύρεσιν τοῦ λόγου τούτου, ἐὰν σπουδάσῃ τοὺς ὅρους τῆς συνθέσεως καὶ τῆς λειτουργίας τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δύσκολον τῷ ὄντι νὰ μὴ ἀναζητήσῃ τις ἐν οὐσιώδει μέτρῳ τὸν λόγον τοῦ φαινομένου τούτου εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἔλειψεν ἡ κυβερνητικὴ ἑνότης. Ἕκαστον ὑπουργεῖον μετεβλήθη εἰς ἴδιον κράτος, ἐνήργει αὐτοτελῶς, καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ἕκαστον τμῆμα ἐπεδόθη εἰς τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν, χωρὶς οὐδεὶς πέραν τούτου νὰ σκέπτηταί τι. Λόγοι ποικίλοι, λόγοι ἐνίοτε κατωτέρας πολιτικῆς φύσεως καὶ πολιτικῆς ἀντιλήψεως, λόγοι οὐχὶ σπανίως φιλοδοξίας κενῆς καὶ κακῶς ἐννοουμένης, ὑπηγόρευσαν καὶ ὑπαγορεύουσιν ἔτι δυστυχῶς τὴν διὰ τῆς Βουλῆς ἢ διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συγκρότησιν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀναδιοργάνωσιν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ ἐπιβολὴν δαπανῶν. Οὐδείς, ἀπολύτως οὐδεὶς ἐσκέπτετο καὶ οὐδεὶς σκέπτεται, πῶς θὰ ἐξυπηρετηθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται, πῶς θὰ ἐξυπηρετηθῶσιν οἰκονομικῶς τὰ ἔργα ταῦτα, ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθωσιν εἰς ἀνταπόκρισιν, εἰς ἐκτέλεσιν καὶ εἰς ἐφαρμογὴν ὅλων ἐκείνων τῶν μέτρων. Ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔλειψεν ὁ φυσικὸς προστάτης, ὁ φυσικὸς ἀντιλήπτωρ, ὁ κεκλημένος ἐκ τῆς ἰδίας αὑτοῦ θέσεως καὶ ἀποστολῆς ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Οὐ μόνον τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἄνευ τινὸς οἰκονομικοῦ ὑπολογισμοῦ παρεσύρθη, φαίνεται, εἰς τὴν αὐτὴν δίνην καὶ ἠμιλλᾶτο εἰς τὴν κατασκευὴν ἐξόδων. Δυστυχῶς δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ κέντρου τῆς κυβερνητικῆς δράσεως ἔλειψεν ὁ ἐπιβλέπων τὴν ὅλην κατάστασιν, ἔλειψεν ὁ ῥυθμιστὴς τῆς ἁρμονίας, τῆς συμπολιτεύσεως οἰκονομικοῦ καὶ πολιτικοῦ προγράμματος· φαίνεται δὲ τοὐναντίον, ὅτι καὶ ἐκεῖ παρόμοιαι ἐπεκράτησαν σκέψεις, καὶ ἡ ὁρμὴ καὶ ἡ κατωφέρεια ὑπῆρξε καὶ ἐκεῖ ἴσης δυνάμεως, δημιουργήσασα ἀληθῆ πολιτικὴν ἀναρχίαν. Εἶναι αὗται σκέψεις, κύριοι, αἱ ὁποῖαι κατὰ σιδηρᾶν ἀνάγκην ἔρχονται εἰς τὸν νοῦν ἡμῶν, ἀγωνιζομένων νὰ ἐξεύρωμεν τοὺς λόγους τῆς πρωτοφανοῦς αὐτῆς καταστάσεως διὰ πολιτικὴν ὀργάνωσιν Κράτους. Πόθεν προέκυψαν, κύριοι, αἱ ἀντιλήψεις αὗται, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τοιαύτην πολιτικὴν ἀναρχίαν; Τίνες λόγοι ἐνέπνευσαν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν, τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ὀργάνωσιν τοῦ Κράτους ἀντικατέστησεν ἡ βιομηχανία τῶν νομοσχεδίων; Ὑπῆρξεν ἄρα ἀνεπάρκεια τῆς Κυβερνήσεως, ἀνεπάρκεια αὐτῆς εἰς τὴν στοιχειώδη ἀντίληψιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε, δὲν ἠδύνατο νὰ προβαίνῃ εἰς ποικιλωτάτας δαπανηρὰς ὀργανώσεις, ἀφοῦ δὲν ἐσκέπτετο ἢ δὲν ἠδύνατο νὰ προνοήσῃ καὶ διὰ τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν ἔσοδα; Ἡ ὑπῆρξε καὶ ἔλλειψις πολιτικῆς εἰλικρινείας; Ἢ ὑπῆρξεν ἀγὼν νὰ ἐμφανισθῶσιν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου οἱ τίτλοι νομοσχεδίων, οἱ τίτλοι νόμων, θεσμῶν ὁλοκλήρων, κεκλημένων νὰ ὑπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, νὰ ὑπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἀδιάφορον δὲ ἂν πράγματι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ πότε θὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἵνα ἐκπληρώσωσι τοὺς σκοπούς των; Ἐν τῇ σειρᾷ ταύτῃ τῶν ἰδεῶν θὰ ἠδυνάμην νὰ παρατηρήσω, ὅτι πλὴν τῶν νόμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ παραμείνωσιν ἀνεφάρμοστοι, καὶ τυπικῶς διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀπαιτουμένης πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν δαπάνης· πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ παραμείνωσιν ἀνεφάρμοστοι ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἀναπηρίας, ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐλλιποῦς συγκροτήσεως, ὡς εἶναι ὁ νόμος περὶ ἀπαντήσεως τῶν ἀρχῶν εἰς τὰς ἀναφορὰς τῶν πολιτῶν· ὑπάρχουσι καὶ νόμοι πολλοί, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐφαρμοζόμενοι τυπικῶς, θὰ παραμείνωσιν ἀνεφάρμοστοι οὐσιαστικῶς. Ἀνεφάρμοστος αἴφνης οὐσιαστικῶς εἶναι ὁ νόμος περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας. Διότι θὰ ἐφαρμοσθῇ μέν, ἀλλὰ θὰ χρησιμεύσῃ εἰς μισθολόγιον τῶν διορισθησομένων ὑπαλλήλων, χωρὶς νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ παράπαν τὴν γεωργίαν. Ἀνεφάρμοστος ἐπίσης οὐσιαστικῶς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐφαρμοσθῇ ὅμως τυπικῶς, εἶναι ὁ νόμος περὶ ἐπιβλέψεως τῆς δημοσίας ὑγείας, ὁ ὁποῖος βεβαιότατα θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ θὰ διορισθῶσι νομοϊατροὶ καὶ ὅλον τὸ ἄλλο προσωπικόν, χωρὶς ὅμως νὰ ὑπηρετηθῇ ἀναλόγως καὶ ἡ δημοσία ὑγεία, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἰσήγαγε τοὺς νόμους ἐκείνους περὶ δημοσίας ὑγείας, τοὺς ὁποίους θὰ ἐφήρμοζε τὸ συγκροτηθὲν πλούσιον προσωπικόν. Ἀλλ’ ἐν τῇ καθόλου ἐκτιμήσει τοῦ πολιτικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, τῶν σκέψεων αὐτῆς καὶ τῶν ἀντιλήψεων, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν πρωτοφανῆ αὐτὴν κατεύθυνσιν, εἶναι ἐξεταστέα καὶ ἄλλα τινὰ σημεῖα· εἶναι ἐξεταστέα καὶ αὐτὰ τὰ ὑποβεβλημένα νομοσχέδια, ὡς ἐκπροσωποῦντα τὴν πολιτικὴν καὶ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἐξεταστέον τοὐλάχιστον ἓν νομοσχέδιον κύριον, οὐσιῶδες, σημαντικόν. Σημαντικὸν δὲ καὶ οὐσιῶδες, ὄχι μόνον διὰ τὴν διάγνωσιν τῶν πολιτικῶν σκέψεων καὶ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλά, καὶ τοῦτο τὸ σπουδαιότερον, σημαντικὸν ἕνεκα τῆς ἐπιρροῆς, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ καὶ ὡς νομοσχέδιον ὑποβεβλημένον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, κύριοι, εἶναι τὸ περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως πρὸς ἐγκατάστασιν ἀκτημόνων γεωργῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐγείρει ἐνώπιον ἡμῶν ὁλόκληρον τὸ λεγόμενον Θεσσαλικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη καὶ Μακεδονικὸν ζήτημα καὶ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα· ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικὸν ζήτημα, εἶναι ἐκ τῶν ὑπερτάτων ζητημάτων, τῶν ἐνδιαφερόντων τὴν δημοσίαν ἡμῶν οἰκονομίαν, τὴν κοινωνικὴν ἡμῶν οἰκονομίαν· ἀλλ’ ἔν τινι μέτρῳ καὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν τάξιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι, ὑπεβλήθη κατὰ τὴν 3 Ἰουνίου 1914. Εἶναι βραχύτατον καὶ περιέχει διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο μόνον ταύτην τὴν λιτὴν διάταξιν: «Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις καὶ πρὸς ἐγκατάστασιν ἀκτημόνων γεωργῶν». Στερεῖται ἡ διάταξις αὕτη πάσης αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Φυσικὸν εἶναι τὸ ἐρώτημα διά τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε δὲν ἐψηφίσθη· ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν, ποῖαι αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου; Τί ἐσκόπει δι’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατά τίνα τρόπον ἠννόει, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐφαρμόσῃ τοῦτο καὶ νὰ λύσῃ ἢ νὰ δώσῃ τὴν ἔναρξιν τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος; Διὰ τίνα λόγον δὲν ἐψηφίσθη τοῦτο καὶ δὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους; Ποῖοι λόγοι ἐμεσολάβησαν μεταξὺ τῆς ὑποβολῆς του μέχρι σήμερον, λόγοι, σχέσιν ἔχοντες πρὸς τοὺς σκοπούς, πρὸς τὰς προθέσεις, πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον εἰς αὐτὴν τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου; Εἰσῆλθεν ἀπὸ πολλοῦ, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν πέμπτον ἐνιαυτὸν ἀπὸ τῆς συγκροτήσεώς της. Ἐγεννήθη, δύναταί τις εἰπεῖν, μετὰ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἐν ἀκμῇ ἔκτοτε εὑρισκομένου, Θεσσαλικοῦ δὲ τότε λεγομένου· παρῆλθε τοσοῦτος ἔκτοτε χρόνος, καὶ ὅμως ἀκόμη ὄχι μόνον δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο, οὐδ’ ἦτο καθ’ ἡμᾶς δυνατὸν νὰ λυθῇ, ἀλλὰ δὲν ἔγινεν οὐδὲ ἔναρξις τῆς λύσεως αὐτοῦ· καί, ἔτι περαιτέρω, δὲν ἔχει ἐνώπιόν της ἡ Βουλή, δὲν ἔχει ἐνώπιον αὐτῆς ἡ χώρα, οὐδὲ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου τῆς προσηκούσης λύσεως αὐτοῦ. Μὴ ὑπολάβῃ τις ἐξ ὑμῶν, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ὅτι διατελῶ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ὅσων ἐλέχθησαν καὶ ὅσων διετυπώθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τούτου. Γνωρίζω ταῦτα. Ἀλλὰ βεβαίως σύστημα λύσεως ἀγροτικοῦ ζητήματος τοιούτου δὲν εἶναι ἡ διατύπωσις ἀορίστων ἰδεῶν: θὰ ῥυθμίσωμεν τὰς κολληγικὰς σχέσεις κατὰ τὸ ἐθιμικὸν δίκαιον ἢ θὰ ἀποκαταστήσωμεν τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητὰς εἰς μικροϊδιοκτήτας δι’ ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἐν ἀνάγκῃ δι’ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ὅτι θὰ ἐπιδιώξωμεν πάντα ταῦτα διὰ τῆς ἱδρύσεως Κτηματικῆς Τραπέζης καὶ τὰ τοιαῦτα. Αὐταὶ εἶναι ἰδέαι, κύριοι, αἱ ὁποῖαι ἴσως χιλιάκις ἐλέχθησαν, ἀπειράκις ἠκούσθησαν καὶ ἀνεγνώσθησαν, ἀλλ’ αὗται δὲν ἀποτελοῦσι πολιτικὸν σύστημα τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι καὶ αἱ ἀρχαί, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ διαφωνῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ τις δυνάμενος νὰ διαφωνήσῃ ὅτι εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἡ ὁποία μάλιστα ἐδημιουργήθη ἤδη καὶ ὀξύνεται ὁσημέραι, πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα· ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ πρέπει νὰ ἀποκατασταθῶσιν εἰς μικροϊδιοκτήτας· ὅτι πρέπει ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία, νὰ λάβῃ ἄλλην κατεύθυνσιν χάριν τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας, χάριν τῆς δημοσίας οἰκονομίας. Ὡς δὲν θὰ ὑπάρξῃ τις, νομίζω, διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν δύναται ἡ Πολιτεία ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἀναγκαστικῶς ν’ ἀπαλλοτριώσῃ ὑπὸ τὰς συνταγματικὰς προϋποθέσεις, ἵνα ἀποκαταστήσῃ τοὺς ἀκτήμονας καλλιεργητάς. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, αὐταὶ εἶναι ἰδέαι, δὲν εἶναι σύστημα πολιτικὸν εἰς ἐφαρμογήν. Καὶ ἡ ὑποβολὴ τοῦ συστήματος ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἀναγκαία. Διότι, κύριοι, ἀκριβῶς ἐκ τῶν ἀορίστων ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν καὶ λέγονται καθ’ ἑκάστην καὶ κατὰ πᾶσαν εὐκαιρίαν, ἀκριβῶς ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοιούτων νομοσχεδίων, ἀκριβῶς ἐκ τῆς λήψεως ἄλλων τινῶν μέτρων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν προτίθεμαι ἤδη νὰ κάμω λόγον, ἐδημιουργήθη κατάστασις πραγμάτων, ἡ ὁποία δὲν δύναται ἢ νὰ λάβῃ ἓν τέρμα ὁριστικόν· τέρμα ἢ δι’ ἀμέσου λύσεως ἢ δι’ ἐνάρξεως λύσεως, ἢ δι’ ὑποβολῆς συστήματος ὡρισμένου καὶ ἰδεῶν ὡρισμένων, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἱκαναὶ νὰ διαφωτίσωσι πλήρως ἐπὶ τοῦ ζητήματός των, ἐπὶ τῆς θέσεώς των, ἐπὶ τῆς τύχης των, τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους πληθυσμούς. Λέγω δυστυχεῖς ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τοῦ πράγματος. Διότι ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ σπουδάσω ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ νὰ ἴδω τὴν δυστυχίαν αὐτῶν, νὰ μελετήσω τοὺς ὅρους τῆς καλλιεργείας ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπως ἑκασταχοῦ αὐτῆς ἐμφανίζονται, νὰ ἴδω καὶ σπουδάσω ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοὺς ὅρους αὐτοῦ, ἐν Ἠπείρῳ, νὰ πράξω τὸ αὐτὸ ἐν Μακεδονίᾳ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην, κύριοι, ἰδιαίτατα ἐν Θεσσαλίᾳ, τὸ ὁποῖον ἤρχισεν ἐμφανιζόμενον καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Μακεδονίαν, εἶναι τοῦτο. Ὅτι ὀξύνεται ὁσημέραι ἡ σχέσις μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ καλλιεργητοῦ. Ὅτι ὁσημέραι εὐρύνεται τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὸν ἰδιοκτήτην ἀπὸ τὸν καλλιεργητήν. Ὅλαι αἱ ἰδέαι, αἱ διατυπούμεναι ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ μὲν ἑρμηνευόμεναι, αἱ δὲ παρερμηνευόμεναι, παρήγαγον κατάστασιν πραγμάτων ἐντελῶς ἔκρυθμον καὶ πολλαχῶς ἐπικίνδυνον. Ἐὰν θελήσητε νὰ σπουδάσητε καὶ εἰσέλθητε εἰς τὴν καλύβην τοῦ χωρικοῦ τῆς Θεσσαλίας, ἤδη δὲ καὶ εἰς τὴν καλύβην τοῦ χωρικοῦ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας, θὰ εὕρητε τοῦτον πλήρως πεπεισμένον ὅτι ἐπίκειται ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα, ἀπὸ ἑβδομάδος εἰς ἑβδομάδα, ἐπίκειται ἡ ἀποκατάστασις αὐτοῦ ὡς ἰδιοκτήτου, καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις ὑπὸ τοῦ Κράτους τῶν τσιφλικίων. Ἡ πίστις δ’ αὐτή, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη τὸ μὲν ἀπὸ ἐξηγήσεως τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δὲ ἐκ παρεξηγήσεων, δι’ ὅπερ πάλιν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, ἐδημιούργησε κατάστασιν πραγμάτων ὀλεθρίαν διὰ τὸν καλλιεργητήν, ἀναμένοντα τὴν ἀποκατάστασίν του εἰς ἰδιοκτήτην σχεδὸν ἐν ἀδρανείᾳ, ὀλεθρίαν διὰ τὸν ἰδιοκτήτην ἀπρακτοῦντα καὶ τοῦτον ἐκ τοῦ φόβου τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας του· ὀλεθρίαν διὰ τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν. Ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ὡς ἔχει. Ἡ κατάστασις ὅμως αὐτὴ θὰ διατηρηθῇ καὶ ἔτι μᾶλλον θὰ ἐκτραχυνθῇ μὲ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν τηρεῖ ἡ Κυβέρνησις. Μὲ τὰς ἑκάστοτε ἀορίστους ἐνθαρρύνσεις ἀφ’ ἑνός, καὶ ἐξ ἄλλου μὲ τὴν ἔλλειψιν πάσης ἐνάρξεως λύσεως τοῦ ζητήματος, μὲ τὴν ἔλλειψιν παντὸς συστήματος, μὲ τὴν ἔλλειψιν λεπτομεροῦς καὶ σαφοῦς ἐν πᾶσιν ἀναπτύξεως ἰδεῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προσκομίσῃ τὰ μέτρα της ἡ Κυβέρνησις. Εἶχεν ὑποχρέωσιν μέχρι τοῦδε νὰ προσκομίσῃ τὰ μέτρα αὐτῆς, οὐχὶ δι’ ἄμεσον λύσιν, διότι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀξιώσωμεν τοιαύτην ἄμεσον λύσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἔναρξιν τοὐλάχιστον τῆς λύσεως. Κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀπευθύνομεν τὴν αἰτίασιν ὅτι, ἐπὶ πενταετίαν σχεδὸν ἤδη εὑρισκομένη ἐν τῇ ἀρχῇ, ἀνεξαρτήτως μεμονωμένων τινῶν μέτρων, ξένων πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, δὲν ἐπελήφθη τῆς λύσεως αὐτοῦ. Δὲν ἔφερε τὸ σύστημά της πρὸς ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς του. Ἀλλ’ ἔτι πλέον· δὲν ἀνέπτυξέ ποτε τὰς ἐπὶ τούτου ἰδέας αὐτῆς, ἵνα καταστήσῃ ταύτας γνωρίμους εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην, εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ἵνα συζητηθῶσιν αὗται καὶ διαφωτισθῇ τοὐλάχιστον ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις καὶ ἡ κρατοῦσα καταστρεπτικὴ ἀβεβαιότης. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐν τούτῳ δὲν ἔχει συγκεκροτημένας ἰδέας. Καὶ ὅτι δὲν ἔχει ἰδέας ἀποδεικνύει ὅλη ἡ τακτικὴ αὐτῆς, ὅλη ἡ συμπεριφορὰ αὐτῆς, αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἁπλῶς χωρὶς νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπιψήφισίν του. Νομοσχέδιον ἐν τούτοις, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε θύελλαν ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου ἐπιστεύθη, ὅτι ἡ ἡμέρα τῆς διανομῆς τῶν τσιφλικίων ἔφθασε πλέον. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη. Τὸ νομοσχέδιον ἐν τούτοις παραμένει ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν, φέρον τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας του ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, ἴσως καὶ ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν. Διατί νὰ τὸ κρύψωμεν, κύριοι; Εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν. Καὶ κατὰ σύμπτωσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐψηφίσθη ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως ἐναντίον τῶν κολλήγων ὑπὸ προθεσμίαν λήγουσαν τὸν προσεχῆ Αὔγουστον, δηλαδὴ μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἐξ ἄλλου ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους πληθυσμούς, καὶ ἀφέθη ἐκκρεμές. Τίς ἀγνοεῖ τὴν ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν, μέτρα τοιαῦτα, οὕτω λαμβανόμενα, δύνανται νὰ ἀσκήσωσιν; Τίς ἀγνοεῖ ὅτι ἔντυπα φύλλα, διανεμηθέντα εἰς Θεσσαλίαν, ἀνήγγειλαν εἰς τοὺς κολλήγους τὸ χαρμόσυνον ἄγγελμα, ὅτι τέλος πάντων ἐλύθη τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα; Ὑπάρχουσιν ἑπομένως καὶ πρόσθετοι λόγοι πολιτικῆς φύσεως, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἀόριστον αὐτὴν καὶ ἐπικίνδυνον κατάστασιν, προσάγουσα τὰ μέτρα αὐτῆς, τὰς ἰδέας αὐτῆς, τὸ σύστημα αὐτῆς. Ἔχομεν ἀνάγκην τῶν μέτρων τούτων, τοῦ συστήματος τούτου, διὰ νὰ πεισθῶμεν, νὰ πεισθῶσιν ἰδίᾳ οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι πληθυσμοί, ἐὰν εἶναι ἢ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος· καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ λυθῇ τοῦτο· καὶ διὰ τίνος δαπάνης· καὶ τὸ σπουδαιότατον πάντων πότε, κατὰ τίνα τάξιν. Ὅταν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἐξηγηθῇ σαφῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐπέλθῃ ποιά τις εἰρήνη εἰς τοὺς δυστυχεῖς πληθυσμούς, τοὺς ὁποίους δὲν ἀφίνει πολλάκις ἡσύχους, οὐδ’ αὐτὴ ἡ πολιτικὴ κερδοσκοπεία. Ἀξιοῦμεν νὰ ἀκούσωμεν τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως· νὰ ἴδωμεν τὰ μέτρα αὐτῆς· νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν καὶ νὰ ἐπικροτήσωμεν ταῦτα, ἐὰν εἴμεθα σύμφωνοι, ἢ ἄλλως ν’ ἀντιτάξωμεν εἰς αὐτὰ τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας. Καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις μετὰ ὑπερτετραετῆ βίον ἐν τοῖς πράγμασι νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀξίωσιν ταύτην. Ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ πράξῃ τοῦτο· ὀφείλει νὰ τὸ πράξῃ, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ θέσῃ ὑπὸ δοκιμασίαν δεινήν, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς εἰλικρίνειαν. Ἐάν, κύριοι, ἀνεξαρτήτως τῶν γενικῶν τούτων ἰδεῶν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν καθόλου πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν καθόλου πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν αὐτῆς κατεύθυνσιν, ἤθελέ τις εἰδικώτερον ἐρευνήσει τὴν ὀργάνωσιν τῆς Διοικήσεως, τὴν ὀργάνωσιν τὴν ὁποίαν εἰς ἑκάστην τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις, θὰ εἶχε πολλὰ νὰ εἴπῃ διὰ τὴν πολυτέλειαν, διὰ τὴν πολυτελῆ καὶ δαπανηρὰν ὀργάνωσιν, τὴν ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπὲρ τὰς ἀνάγκας τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δύναμαι νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ πολὺ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβω ἓν σημεῖον καὶ διὰ τὴν χαρακτηριστικὴν αὐτοῦ δύναμιν, ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς καταστάσεως, καὶ διὰ τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ καθ’ ἑαυτό. Τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, κύριοι, ἴσως καὶ ἄλλοτε ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς ἐρεύνας τινὰς περιωρισμένας. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἤδη, κατὰ τὴν πρόσφατον ὀργάνωσιν, ἔλαβεν ἐντελῶς ἀνησυχαστικὰς διαστάσεις· ἔλαβε διαστάσεις αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσι μέριμναν σοβαρὰν εἰς τὴν πολιτείαν, αἱ ὁποῖαι δέον νὰ προσελκύσωσιν εἰς μέριμναν σοβαρὰν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1912 τὸ σύνολον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἀνήρχετο εἰς 15.886. Εἶναι δὲ ἄξιον σημειώσεως, ὅτι εἰς τὸ ἔτος 1910 ὁ ἀριθμὸς τοῦ συνόλου τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀνήρχετο εἰς 15.770· ὅτι δὲν παρατηρεῖται τοὐτέστι μεταξὺ τῶν ἐτῶν τούτων οὐδεμία διαφορά, εἰμὴ ἡ φυσικὴ καὶ ἀπαραίτητος αὔξησις. Εἰς ποῖον ἀριθμὸν ἀνέρχονται ἤδη κατὰ τὸν παρόντα προϋπολογισμὸν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι τοῦ ὅλου Κράτους; Τοῦτο δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς γνωστόν. Γνωστὸν εἶναι ὅτι ἀνέρχονται ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν τοῦ ὑπάρχοντος προϋπολογισμοῦ εἰς 24.413. Ἀλλ’ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐλλείπουσιν ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι τῆς Ἠπείρου, τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου καὶ τῆς Σάμου. Ἐλλείπουσι δ’ ἐπίσης ἐκ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Μακεδονίας οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καὶ ἄλλοι τινές, νομίζω. Δὲν γνωρίζομεν δὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τῶν νέων χωρῶν εἰς τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον προλαβόντως ἀρχόμενος τοῦ λόγου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν· διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέφυγεν ἐπιμόνως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοὺς πίνακας, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐβλέπωμεν πόσοι εἶναι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, πῶς εἶναι ὠργανωμένοι καὶ ἐπὶ τίνι μισθῷ ὑπηρετοῦσιν. Εἴμεθα δὲ ἠναγκασμένοι, εὑρισκόμενοι ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ σκότους τοῦ πρωτοφανοῦς διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, νὰ στραφῶμεν εἰς τεκμήρια, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ φερόμεθα· διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ ἀνεβιβάσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ ποῖαι ἦσαν αἱ ἀντιλήψεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφωρμήθη ἡ Κυβέρνησις, οὑτωσεὶ ὀργανώσασα τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅ,τι ἐγένετο, κύριοι, ἐν γένει εἰς τὴν ὀγάνωσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀσκόπου καὶ ἀπερισκέπτου πολυτελείας, ἰδιαίτατα δὲ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ διορισμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶναί τι ἀπολύτως πρωτοφανές. Ἡ εὐχέρεια, ἡ ὁποία διὰ τῆς νομοθεσίας κατ’ ἀνάγκην ἐδόθη εἰς τοὺς Γενικοὺς διοικητάς, ἡ ἔλλειψις πάσης ἐπιβλέψεως, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι βαρύτερον, ἀπὸ μέρους τοῦ κέντρου, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς δημιουργίαν ἀπειραρίθμων θέσεων καὶ διορισμὸν χιλιάδων ὁλοκλήρων δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ διπλασιασμοῦ τῆς Ἑλλάδος πολλαπλασιάζονται οἱ ὑπάλληλοι κατὰ ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας· διορίζονται τακτικοί, ἔκτακτοι, προσωρινοί, ὑπὸ ποικίλους τίτλους καὶ ποικίλους μισθούς. Τὸ κῦμα δὲ αὐτὸ ἀπὸ τῶν νέων χωρῶν ἐστράφη καὶ πρὸς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, — καίτοι ἄγνωστον παραμένει ἂν ἐντεῦθεν εἶχε τὴν ἔναρξιν αὐτοῦ ἢ ἐκεῖθεν — καὶ τὸ πρόσχημα αὐτὸ τοῦ διπλασιασμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἐχρησίμευσεν εἰς τὸ νὰ ὁπλίσῃ τὰς χεῖρας τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν εἰς τὴν ὑπεραύξησιν ὑπὲρ πᾶσαν ἀνάγκην τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Θὰ σημειώσω προχείρως ἓν γεγονός, γεγονὸς ἐλάχιστον κατ’ οὐσίαν, μέγιστον διὰ τὴν χαρακτηριστικὴν αὐτοῦ δύναμιν, διὰ νὰ ἐννοήσητε ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφωρμήθη ἡ Κυβέρνησις, τίνες λόγοι ἐπρυτάνευσαν διὰ νὰ παρατηρηθῇ ἡ ἀκρασία αὕτη, ἵνα μή τι βαρύτερον εἴπω, εἰς βάρος καὶ τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ διπλασιασμὸς τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε, φαίνεται, τὸ πρόσχημα διὰ ν’ αὐξηθῇ καὶ αὐτὸ τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, διότι καὶ αὐτὸ τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν ηὐξήθη.
§143Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ δώσητε τὸν ἀριθμὸν τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ηὐξήθη εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα;
§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, σελὶς 158 καὶ 159 καὶ τὸ τεῦχος τῶν δηλώσεων, σελ. 32–33. Ἐκεῖ θὰ εὕρητε παραδείγματα τοιούτων προσθηκῶν.
§145Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὰ εἶναι ἀοριστίαι.
§146Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀπασχολῶ μὲ αὐτὰ τὴν Βουλήν· δώσατε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς δηλώσεις νὰ τὰ εὕρῃ εἰς τὰς ὑποδειχθείσας σελίδας. Κύριοι, ἐσημείωσα τὸ πρᾶγμα, τὸ ἀσήμαντον κατ’ οὐσίαν, οὐχὶ διότι ὑπετίμησα τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπευθύνομαι· οὐχὶ διότι ἐνόμισα ὅτι τοιαῦται λεπτομέρειαι δύνανται νὰ ἐξετάζωνται εἰς τὴν γενικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησιν, ἀλλ’ ὡς εἶπον προηγουμένως, ὡς ἐνδεικτικὸν τῶν ἀντιλήψεων τῶν καθόλου, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἐπεκράτησαν. Διότι διωρίσθησαν νέοι ὑπάλληλοι εἰς τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων, ἐνῷ αἱ ὑπηρεσίαι, αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔζησαν κατὰ τὴν πρώτην διετίαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸ βοηθητικὸν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον παρέλαβον ἐκ τοῦ παρελθόντος, χωρὶς οὐδὲ εἷς νὰ προστεθῇ, καθ’ ὃν χρόνον αἱ ἐργασίαι τῶν δικαστηρίων ἐδιπλασιάσθησαν. Δὲν ηὐξήθη τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν καὶ ὅμως ἐδιπλασιάσθησαν αἱ ἐργασίαι κατὰ τὴν πρώτην διετίαν. Πότε δὲ αὐξάνεται τὸ προσωπικόν; Ὅταν, ὡς ἐκ τοῦ δικαιοστασίου καὶ ἐξ ἄλλων περιστάσεων, ἐλαττοῦνται κατὰ τὰ ⅘ αἱ ἐργασίαι τῶν δικαστηρίων. Αὐτὴ εἶναι ἡ χαρακτηριστικὴ δύναμις τοῦ πράγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσήμαντον καθ’ ἑαυτὸ ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν ἔποψιν. Ἀλλ’ ὅταν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπήνεμον ἀκτήν, τὴν προστατευομένην ὑπὸ τόσων καὶ τόσων βράχων κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀνέμων, εἰς τὴν ὑπήνεμον ἀκτὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, βλέπετε τὸ κῦμα νὰ φθάσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοήσῃ τις τί ἔγινεν εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, καὶ τί ἔγεινεν εἰς τὸ ἀνοικτὸν πέλαγος τῶν Γενικῶν Διοικήσεων. Λάβετε καὶ ἐξ αὐτοῦ ἓν παράδειγμα πρόχειρον. Λαμβάνω τοῦτο ἐκ τῆς Κρήτης, ἀφοῦ τῶν ἄλλων Νέων Χωρῶν οἱ ἀναλυτικοὶ πίνακες δὲν προσάγονται πλήρεις. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κρήτης τοῦ 1912, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, τὸ σύνολον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐξαιρουμένων, ἐννοεῖται, τῶν ἀνδρῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἀνήρχετο 1761. Κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ σύνολον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τῆς Κρήτης ἀνέρχεται εἰς 3282.
§147Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδιπλασιάσθη ἡ Κρήτη.
§148Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀναφέρετε, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δώσατε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸν προϋπολογισμόν. Ἄν ὑπάρχῃ ἀριθμητικόν τι λάθος, θὰ τὸ εὕρωμεν.
§150Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐννοεῖτε καὶ τοὺς ἀγροφύλακας;
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, κ. βουλευτά. Μάλιστα. Ἄν νομίζητε ὅτι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι πληρώνονται ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἶναι ζήτημα διαφωνίας θεωρητικῆς.
§152Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε πρὶν αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία· ὠργανώθη τώρα.
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐσημείωσα τὰ γεγονότα ταῦτα, ὄχι διὰ νὰ γεννήσω τὰς προσκαίρους ἴσως ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι παρήχθησαν. Ἀλλὰ διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι κἄν ζήτημα προχείρου ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, χάριν ἐφημέρου κοινοβουλευτικῆς ἀνάγκης. Τὸ ζήτημα ἔχει μεγαλειτέραν, ἔχει βαθυτέραν σημασίαν· σημασίαν οὐχὶ ἁπλῶς δημοσιονομικήν, ἀλλὰ καὶ σημασίαν πολιτικήν, καὶ σημασίαν διοικητικήν, καὶ σημασίαν κοινωνικήν. Διότι ὅ,τι παρ’ ἡμῖν παρατηρεῖται καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν γενικωτέραν ἔποψιν τῆς ἐπαγγελματικῆς συγκροτήσεως τῆς κοινωνίας, τῆς ὁποίας τμῆμα ἀποτελεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οὐδαμοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου παρατηρεῖται. Οὐδαμοῦ παρατηρεῖται, κύριοι, τοιαύτη συρροή, τοιοῦτος πλεονασμός, τοιαύτη καταπληκτικὴ δυσαναλογία μεταξὺ τῶν ἐλευθερίων λεγομένων ἐπαγγελμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα κατατάσσεται καὶ ἡ δημοσία ὑπαλληλία, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ παραγωγικὰ τοιαῦτα. Τὸ φαινόμενον εἶναι μεγάλως ἀνησυχητικὸν παρ’ ἡμῖν καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν πολλῶν αἰτίων, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται τοῦτο, περὶ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῶμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐπιβάλλεται μέριμνα εἰς τὴν πολιτείαν, πρὸς πᾶσαν δυνατὴν ἐκ ταύτης ῥύθμισιν τῆς καταστάσεως. Βεβαίως ἄμεσοι νομοθετικοὶ κανονισμοί, ῥυθμίζοντες τὴν κατανομὴν τῶν ἐπαγγελμάτων, ἤθελον παραβιάσει τὸν οἰκονομικὸν νόμον τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, καὶ ἤθελον εὑρεθῇ εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ συγχρόνου δημοσίου δικαίου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν ἤδη, κρίνοντες τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εἶναι ὅτι δὲν πρέπει ἡ πολιτεία νὰ πρωτοστατῇ εἰς δημιουργίαν τῆς καταστάσεως ταύτης· νὰ εὐνοῇ τὴν συρροὴν εἰς τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα ἀφ’ ἑνός, ν’ ἀπομακρύνῃ ἐξ ἄλλου ἐκ τῶν παραγωγικῶν ἐπαγγελμάτων. Ἀπὸ τῶν ἰδεῶν τούτων ἀγομένη ἡ Διπλῆ Βουλή, ἀπεῖδε μετὰ θάρρους, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ ὑπερπλεονασμὸν παρατηρούμενον εἰς ὡρισμένην τάξιν, ἴσως τὴν σπουδαιοτάτην πασῶν, εἰς τὴν τάξιν τῶν δικηγόρων καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ὁμόθυμος ἐν τούτῳ, μέτρα νομοθετικά, τὰ ὁποῖα ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄλλου προορισμοῦ τὸν ὁποῖον εἶχον, ἀπέβλεπον εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικηγόρων. Ἦσαν ποικίλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἄμεσα καὶ ἔμμεσα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν τότε ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ μακρῶν· ἕν δὲ ἐκ τῶν μέτρων τούτων, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη διὰ τοῦ νόμου «περὶ δικηγόρων», ἦτο καὶ ὁ χρόνος τῆς δοκιμασίας αὐτῶν, τῆς πρακτικῆς αὐτῶν ἀσκήσεως, ὁποῖος ηὐξήθη εἰς διετίαν, διὰ νὰ παρασκευασθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ αὔξησις αὐτοῦ εἰς τριετίαν, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ γίνεται. Δυστυχῶς ἐπηκολούθησεν ἤδη, εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, μέτρον, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἄσοφον, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὴν διάταξιν ἐκείνην, διάταξιν, ἡ ὁποία μετὰ τῶν λοιπῶν μέτρων εἶχεν ἤδη ἐπιφέρει καὶ τ’ ἀποτελέσματά της· διότι ἐκ τῶν στατιστικῶν παρατηρήσεων ἔχομεν δεδομένον ὅτι ἔκτοτε ἠλαττώθη οὐσιωδῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσερχομένων εἰς τὴν Νομικὴν Σχολήν, ὅπως παρασκευασθῶσι διὰ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα. Κατηργήθη τώρα ἡ διάταξις ἐκείνη καὶ ἐπανήλθομεν εἰς τὸ πρώην καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν δυνάμεις, χωρὶς νὰ δύναται νὰ δώσῃ ἀκμαίας δυνάμεις εἰς τὴν δικηγορίαν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι παρεμπίπτον. Ἤδη ἔχομεν τὴν πολιτείαν τροφοδοτοῦσαν ὑπὸ ἀφθονίαν πρωτοφανῆ τὴν τάξιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ δημιουργοῦσαν τοιαύτην κατάστασιν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ὑπάρχει. Κατάστασιν, ἡ ὁποία ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν δυνάμεις, τώρα μάλιστα, ὅτε ἀφθονοῦσιν αἱ ὁδοὶ πρὸς τὰ παραγωγικὰ ἐπαγγέλματα, καὶ κατέστησε ταύτας εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἐπὶ βλάβῃ καὶ αὐτῆς καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας. Τί θὰ γείνῃ, κύριοι, μὲ τὴν συρροὴν αὐτὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ μὲ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις; Ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι πολλαχῶς ἐπιζήμιον νὰ παγιωθῇ ὡς ἔχει καὶ ὅτι τὸ πρόγραμμα οἱασδήποτε μελλούσης Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εἶναι τόδε. Ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· αὔξησις τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν μετὰ τῶν προσόντων. Πολιτικὴ τοιαύτη εἶναι προωρισμένη νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐν οὐσιώδει μέτρῳ. Ἀλλὰ δὲν λαμβάνω τοῦτο κυρίως ὑπ’ ὄψιν. Ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶναι προωρισμένη νὰ συγκροτήσῃ προσηκόντως τὴν τάξιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, νὰ βελτιώσῃ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ συντελέσῃ ἐξ ἄλλου ἔν τινι μέτρῳ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐπαγγελματικῆς ἰσορροπίας ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἀλλὰ τακτικὴν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἔχῃ πᾶσα διάδοχος Κυβέρνησις, τακτικὴν τοιαύτην δυσχεραίνει ἐπικινδύνως ἀπὸ τοῦδε ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ἀναπτύξω, ὅτι καὶ λόγοι πολιτικοί, ἀλλὰ καὶ λόγοι κοινωνικοὶ θὰ καταστήσωσι δυσχερῆ, σχεδὸν ἀδύνατον, τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τοιαύτης ἀρχῆς, τοιαύτης πολιτικῆς ἐκ μέρους οἱασδήποτε μελλούσης Κυβερνήσεως. Καὶ εἶναι τοῦτο μία ἀπὸ τὰς ὀδυνηρὰς ἐπιδράσεις, τὰς ὁποίας κακαὶ Κυβερνήσεις κληροδοτοῦσιν εἰς τὰς διαδόχους αὐτῶν, προεξοφλοῦσαι ἐν πολλοῖς τὴν πολιτικὴν αὐτῶν καὶ ἐνίοτε καὶ τὴν τύχην αὐτῶν. Ἐν συναφείᾳ ἰδεῶν, κύριοι, θὰ εἶχον νὰ προσθέσω ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διοικητικῆς ὀργανώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα ἤδη κατ’ ἐξοχὴν δαπανηρὰν καὶ πολυτελῆ, δυσανάλογον πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἀλλὰ δυσανάλογον καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τῆς τοιαύτης συνθέσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς καθόλου διοικήσεως, ἐν συναφείᾳ ἰδεῶν πολλὰ πάρα πολλὰ θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ καὶ ἐπὶ ἄλλου κεφαλαίου συγγενοῦς. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς σπατάλης, ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν πιστώσεων. Δὲν εἶναι βεβαίως τοῦτο ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διαχειρίσεως τῶν πιστώσεων, τῶν παραχωρουμένων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ζήτημα πολιτικόν, ἐπιδρῶν ὅμως ἀμέσως καὶ ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς καὶ ἐν τούτῳ ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοσε πολιτικὴν ἀκρασίας, τῆς ὁποίας δὲν ἔχομεν ὅμοια παραδείγματα. Ἕν βλέμμα εἰς τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνεξαρτήτως τῆς ἄλλης διαισθήσεως, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἐκ τῶν πρὸ αὐτοῦ καὶ τῶν περὶ ἑαυτὸν γινομένων, εἶναι ἀρκετὸν ἵνα προκαλέσῃ πολλάκις ῥῖγος εἰς τὸν μελετητήν. Εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πάλιν δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκταθῶ εἰς τὰ σημεῖα ταῦτα ἐπὶ πολύ. Ἀλλὰ βεβαίως πρέπει νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς καὶ ἐπὶ τούτων. Ἐπὶ δύο σημείων θὰ μοὶ ἐπέτρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτῆς, ἐπὶ τοῦ ἑτέρου τούτων κυρίως διὰ νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἓν σημεῖον εἶναι τὸ τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν, τὸ λεγόμενον μυστικὸν κονδύλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ κονδύλιον τοῦτο, κύριοι, ἔχει γνωστὴν ἱστορίαν, γνωστὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ γνωστὰς περιπετείας. Οὐδεὶς δέ, παρακολουθῶν τὸν πολιτικὸν ἡμῶν βίον, οὐδεὶς μελετῶν τὴν ἱστορίαν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν τὴν νεωτέραν, ἀγνοεῖ ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἐν τῷ παρελθόντι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας μέγα μέρος τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ διετέθη εἰς σκοποὺς ξένους πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, εἰς σκοποὺς ἀλλοτρίους ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους προσδιωρίσθη ὑπὸ τῆς πολιτείας. Γνωρίζουσιν οἱ παρακολουθοῦντες τὰ πράγματα καὶ τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν, οἵα τις ἐξειλίχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, γνωρίζουσιν ὅτι ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις ἐνίοτε, αἱ ὁποῖαι μετεχειρίσθησαν μέγα μέρος τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ εἰς ἰδίαν προσωπικὴν διαφήμισιν διὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ τύπου, καὶ εἰς συκοφαντίαν τῶν ἀγώνων τῶν ἀντιπολιτεύσεων. Ἔχω πολλοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐπιθυμῶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ κρίνω τὰ τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ὑπομνήσεις τινὰς ἢ μᾶλλον σημειώσεις τινὰς θὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξηγήσεις τινὰς θὰ ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ κονδύλιον τοῦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1910 ἀναγράφεται εἰς 1.430.000· ὁ προϋπολογισμὸς δὲ αὐτὸς ὑπομιμνήσκω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπεψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει Κυβερνήσεως ἄλλης παρ’ ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τοῦτον, ἐπεψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δραγούμη. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1911 φέρει ἀναγεγραμμένον ποσὸν 2.000.000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1912 φέρει 2.100.000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1913 μετὰ τῶν ἐπακολουθησασῶν δηλώσεων 3.175.000. Μετὰ τοῦτο ἕκαστος γνωρίζων τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀποστολὴν τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ, περιέμενε νὰ ἴδῃ, ἂν ὄχι πλήρη ἐξάλειψιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον οὐσιώδη αὐτοῦ ἐλάττωσιν. Ἀλλ’ ὅμως εἰς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολούμεθα, τοῦ 1914, ἀνεγράφη ποσὸν 1.835.000. Ἐζητήθη ἐν τούτοις καὶ συμπληρωματικὴ πίστωσις 600.000 καὶ τοιουτοτρόπως διὰ τῶν δηλώσεων ἀνεβιβάσθη εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2.435.000.
§154Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνῷ ὁ κύριος σκοπὸς τῆς δαπάνης αὐτῆς ἐξέλιπεν.
§155Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἤδη τοιοῦτόν τι. Κάμνω τὰς σημειώσεις αὐτὰς καὶ ἀφίνω τὴν Βουλὴν ἐλευθέραν νὰ κρίνῃ. Περιορίζομαι δὲ νὰ ζητήσω μίαν ἐξήγησιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἐτηρήθη ὁ ὑπάρχων νόμος. Ἐὰν ἐτηρήθησαν αἱ ὑπάρχουσαι ἐγγυήσεις περὶ τῆς δικθέσεως τοῦ ποσοῦ τούτου, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ τῷ ῥυθμίζοντι τὰ τῆς διαθέσεως τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ.
§156ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πάντοτε κανονικῶς.
§157Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, γνωρίζετε ὅτι ἀπαιτεῖται σύνταξις προϋπολογισμοῦ προηγουμένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ μὴ ἐπαύξησις τῆς πιστώσεως.
§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι μὴ ἐπαύξησις τῆς πιστώσεως, διότι καθὼς βλέπετε ζητοῦμεν ἀναπληρωματικὴν πίστωσιν.
§159Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ δεδομένον ὅτι δὲν ἐτηρήθη ὁ νόμος. Ἤθελον ἐπιστήσει ἐπίσης τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου κεφαλαίου, σχέσιν ἔχοντος πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν παρεχομένων πιστώσεων· κεφαλαίου καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ σπουδαιότητα μεγάλου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ σπουδαιότητα· τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ τὸ Κράτος εἰς ἐνοίκια κτιρίων, προωρισμένων διὰ δημοσίαν χρῆσιν. Εἶναι πληγή, κύριοι, ἐκ τῶν ὀχληροτέρων εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἡ πληγὴ τῶν ἐνοικίων, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον καταβάλλει· πληγὴ οἰκονομική, ἀλλὰ καὶ πληγὴ πολιτική, πληγὴ καὶ πηγὴ πολιτικῆς διαφθορᾶς. Πρῶτον μετὰ τὰ πολιτικὰ γεγονότα τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1909 ἡ Κυβέρνησις ἐπεζήτησε νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς πληγῆς ταύτης καὶ καθιερώθη διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ὁ δημόσιος συναγωνισμός. Ἀλλὰ βεβαίως οἱ νόμοι ἔχουσιν ἀνάγκην εἰλικρινοῦς ἐφαρμογῆς· καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀπεδείχθη πρακτικὸς καὶ λυσιτελὴς καὶ πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς, ὅπου ἐφηρμόσθη καλῶς. Δὲν θὰ μὲ κακίσῃ, ἐλπίζω, ἡ Βουλή, ἂν χωρὶς νὰ κατακρίνω ἄλλον τινὰ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ, ἂν ἐξ ἰδίας πείρας μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔσχεν ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου, ἡ ἐπίβλεψις καὶ ὁ ἔλεγχος ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ εἰς τὴν προκήρυξιν τῶν δημοπρασιῶν καὶ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν ἐνοικιάσεων. Καὶ βεβαίως θὰ αἰσθανθῇ ζωηρὰν ἔκπληξιν ἡ Βουλή, μανθάνουσα ὅτι, ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὰ προηγούμενα ἐνοίκια, εἰς τὰς ἐκμισθώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πρὸ τριετίας καὶ τετραετίας ἀπὸ σήμερον, κατωρθώθη ὥστε ἀλλαχοῦ νὰ ἐλαττωθῶσιν αὐτὰ κατὰ 25, 30, 40, 50 ο), εἰς τινας δὲ ἐξ αὐτῶν καὶ κατὰ 60%. Ὅταν εἰσηγούμην ἐνώπιον τῆς Διπλῆς Βουλῆς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τῶν πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὑπέδειξα τὴν σημασίαν αὐτῶν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, καὶ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν τακτικὴ τοιαύτη οὐ μόνον εἰς τὰς ἐνοικιάσεις, ἀλλ’ ἐν γένει εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν παρεχομένων πιστώσεων, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἂν τηρηθῇ καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐπεχείρησα νὰ ἐξάρω καὶ τὴν πολιτικὴν σπουδαιότητα καὶ σημασίαν, ἣν κέκτηται τοιαύτη τις τακτικὴ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν πιστώσεων· καὶ ὑπέδειξα ὅτι αὕτη ἦτο κεκλημένη νὰ φράξῃ τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν μεταξὺ τοῦ πολίτου καὶ τοῦ Κράτους, τοῦ πολίτου θεωροῦντος ἐχθρὸν τὸ Κράτος καὶ ἀγωνιζομένου νὰ κάμψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Τὸ χάσμα τοῦτο ὑφίσταται, κύριοι, καὶ οὐδεὶς δύναται ἐγγὺς εὑρισκόμενος τῶν πραγμάτων νὰ ἀμφισβητήσῃ αὐτό. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα, ὁμιλῶν τότε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει). «Δὲν ἐκράτησαν παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ προσπαθείᾳ ταύτῃ σκέψεις στενῶς καὶ καθαρῶς οἰκονομικαί. Ὁ ἀγὼν ἡμῶν ὁ ἀνένδοτος εἰς ἐξέλεγξιν τῶν κατ’ ἰδίαν στοιχείων τῶν δαπανῶν, ὁ πολλάκις μικρολόγος, δὲν ὑπηγορεύθη τόσον ἐκ πνεύματος ἐξοικονομήσεως ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὅσῳ ἐκ λόγων ἀνωτέρας πολιτικῆς σκοπιμότητος. Καὶ κατωτέρω (Ἀναγινώσκει). «Τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὴν μέριμναν ἡμῶν ὅπως συντελέσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς ἀντιθέσεως ταύτης τοῦ πολίτου πρὸς τὸ Κράτος. Νὰ φέρωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς συνάντησιν ἐκεῖνον πρὸς τοῦτο, νὰ δείξωμεν εἰς τὸν πολίτην ὅτι τοῦ Κράτους τὰ συμφέροντα δὲν εἶναι ξένα πρὸς τὰ συμφέροντα τούτου, ὅτι τὸ Κράτος ὑπό τινα ἀντίληψιν ἀποτελεῖ γενικωτέραν παρέκτασιν τοῦ ἀτόμου, τούτου κυρίως τὰ συμφέροντα ἐξυπηρετοῦν. Καὶ ἠγωνίσθημεν ἐξελέγχοντες καὶ καθαίροντες ἐν τοῖς καθέκαστα τὰ πρὸς τὰς ἐκμισθώσεις σχετιζόμενα ἔγγραφα καὶ τὰ παντὸς εἴδους κονδύλια τῶν δαπανῶν, νὰ τονίσωμεν τὰς ἀντιλήψεις ταύτας καὶ δι’ ἐγκυκλίων καὶ διὰ πειθαρχικῶν καταδιώξεων καὶ δι’ ἐγγράφων, πολλάκις δὲ καὶ δι’ ἀναπτύξεως προφορικῆς πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς τμηματάρχας, μετὰ τῶν ὁποίων συνειργαζόμεθα, ἀκριβῶς διὰ νὰ δείξωμεν ὅτι ἡ μικρολόγος ἐπιμονὴ ἐν τῷ Κανονισμῷ τῶν τοιούτων ζητημάτων δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα οἰκονομικῆς σκέψεως καὶ οἰκονομικῶν ὑπολογισμῶν, διὰ νὰ ἐξεύρωμεν μισθοὺς τῶν δικαστῶν ἢ πόρους τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ προήρχετο ἐξ ἀρχῆς τινος ὑπερτέρας, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε πάντες νὰ κατανοήσωμεν». Περιορίζων ἤδη ἐν τῷ ἐξελεγχομένῳ προϋπολογισμῷ τὰς παρατηρήσεις μου ὑπὸ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἐπιθυμῶ νὰ παράσχω δεῖγμα εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν εἰσηγουμένην τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον δηλαδὴ τῶν ἐνοικιάσεων. Δι’ ἐνοίκια τελωνειακῶν καταστημάτων ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Κρήτης τοῦ 1912 ἀναγράφει τὸ ποσὸν τῶν 8.000 δρχ.· ὁ προκείμενος προϋπολογισμὸς ἀναγράφει τὸ ποσὸν τῶν 14.000. Δι’ ἐνοίκια καπνοκοπτηρίων ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Κρήτης τοῦ 912 ἀναγράφει τὸ ποσὸν τῶν 11.000 δρχ., ὁ προκείμενος ἀναγράφει 15.000 δρχ. Δι’ ἐνοίκια καὶ ἔξοδα μεταφορᾶς ἀρχείων τῆς Δικαιοσύνης, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1912 ἀναγράφει 9.000 δρχ.· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914, 15.000 δρχ. Δι’ ἐνοίκια νομαρχιῶν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1912 1.500 δρχ.· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914, 6.000 δραχμὰς καὶ καθεξῆς. Ἀλλ’ ἂν θελήσητε, κύριοι, νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς ἀναγραφομένας πιστώσεις, καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τῶν διαφόρων ἐξόδων τῶν ὑπουργικῶν καὶ ἄλλων γραφείων, ἂν στρέψητε τὰς ἐρεύνας ὑμῶν καὶ εἰς τὰ κονδύλια ἀκόμη αὐτὰ τὰ λεγόμενα δευτερεύοντα, θὰ ἴδητε ποία ἀκρασία, ποία ἀστοργία πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα ἐπεκράτησε, καὶ ποία σπατάλη, ἐνδεικτικὴ τῆς ὅλης πολιτικῆς, τῆς ὅλης ἀκηδίας, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Κύριοι, ἐξήτασα ἤδη τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Προσεπάθησα νὰ ἐρευνήσω τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους· νὰ ὑποδείξω τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὑποβολῆς τῶν μέτρων καὶ τῆς ἐκθέσεως τῶν ἰδεῶν αὐτῆς πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν. Ἐπεχείρησα τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, οἵα τις ἐκδηλοῦται εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς πολιτείας. Ἀλλ’ ὅμως τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, καλουμένης νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, εἶναι καὶ ἄλλο· εἶναι καὶ τοῦτο. Εἰς τίνα θὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Οὐδὲν σημαίνει καὶ τὸ ἀρτιώτερον οἰκονομικὸν σύστημα· οὐδὲν σημαίνει καὶ τὸ ἀρτιώτερον πολιτικὸν σύστημα, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις, ἡ καλουμένη νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα, ἡ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς ἀρχῶν καὶ πολιτικῶν μεθόδων πρὸς τοῦτο ἐνδεδειγμένη. Ἔργον ἑπομένως τῆς Βουλῆς, ψηφιζούσης τὸν προϋπολογισμόν, εἶναι ἡ ἐξέτασις εἰς τίνα Κυβέρνησιν θὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Τοῦτο ἄγει ἡμᾶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ συστήματος, τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς τοιαύτης, ὡς διοικήσεως, λειτουργούσης ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων· ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ὡς ἐξουσίας νομοτελεστικῆς, καλουμένης εἰς ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι, καὶ ὑπὸ ταύτην καὶ ἐκείνην τὴν ἔποψιν, ἔχει τις ἀφορμὰς νὰ κρίνῃ αὐστηρότατα τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν λαϊκὴν ἐπιβολὴν τῶν νέων ἰδεῶν ἀνεκήρυξεν εὐλόγως ὡς ἀρχὴν τὴν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους, τὴν τήρησιν τῶν νόμων. Ὁ νόμος εἶναι πάντων βασιλεύς, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διὰ νὰ τὸ λησμονήσῃ ὅμως μόλις τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ εἶπε. Διότι ἡ ἔλλειψις εὐλαβείας πρὸς τοὺς νόμους, ἡ παραβίασις τῶν νόμων ἀπετέλεσαν, δύναταί τις εἰπεῖν, τὸ κυριώτατον χαρακτηριστικὸν τῆς Κυβερνητικῆς τακτικῆς, ἀπετέλεσαν νόμον τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐγγύτατον παράδειγμα τῶν ἀντιλήψεων τῆς Κυβερνήσεως ὡς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ἔχω νὰ φέρω ὑμῖν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ, τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1912. Καὶ νὰ σημειώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου περὶ προϋπολογισμοῦ, κατὰ παράβασιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1912, πρὸ βεβαίως τῆς ἐπελεύσεως τῶν μεγάλων ἐθνικῶν γεγονότων, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε, παρούσης τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τοὐτέστι διήρκει ἡ σύνοδος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Ταύτην τοῦ νόμου τὴν παράβασιν, ὅταν συνῆλθεν ἡ Βουλὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, παρετήρησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπέδειξα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ αἱ περιστάσεις τότε δὲν ἦσαν βεβαίως ἁρμόδιαι, δὲν ἦσαν κατάλληλοι πρὸς συζήτησιν καὶ ἔλεγχον ἐπὶ τούτου. Καὶ ἴσως–ἴσως θὰ ἐλησμόνουν πλέον τὸ πρᾶγμα, ἂν μὴ ἤρχετο ἤδη τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μοῦ τὸ ὑπενθυμίσῃ, καὶ νὰ μοῦ τὸ ὑπενθυμίσῃ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει πρόσθετον ἀνευλάβειαν πρὸς τὸν νόμον, πρόσθετον ἀνευλάβειαν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν αὐτήν. Διότι, ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὴν σελίδα 49, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπου καταχωρίζεται τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων, θὰ ἴδητε, κύριοι, κἄτι τι περίεργον, κἄτι τι ἔκτροπον, ἀποδεικτικὸν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγω τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸς τὴν Βουλὴν. Διότι ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν νὰ λαμβάνῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις πότε νομίζετε; Ὁ λογιστικὸς νόμος λέγει· «ἀπούσης τῆς Βουλῆς». Δηλαδὴ κατὰ τὴν πανταχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν διδομένην ἑρμηνείαν, καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ ταύτης καὶ αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν δὲν εἶναι ἐν συνόδῳ ἡ Βουλή. Ἡ δὲ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων, κατὰ παραβίασιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ παραχαράττουσα τὸ κείμενον αὐτοῦ, ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως λαμβάνῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις ἁπλῶς «τῆς Βουλῆς μὴ ἐργαζομένης», ἄρα καὶ διαρκούσης τῆς συνόδου. Τοῦτο, κύριοι, ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ νόμου, τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιδιωκόμενον. Ἀποτελεῖ δὲ τοῦτο παράβασιν τοῦ νόμου, διότι δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ μεταβάλῃ τὸν λογιστικὸν νόμον. Τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ ψηφιζόμενον δὲν καθίσταται νόμος ὀργανικός, οὐσιαστικός, ὁ ὁποῖος νὰ μεταβάλλῃ τὰ κείμενα τοῦ νόμου. Εἶναι νόμος τυπικός, ἅπαξ ψηφιζόμενος, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ κινῆται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Μὲ ποῖον δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις παρεχάραξε τὸ κείμενον τοῦ λογιστικοῦ νόμου, καὶ μετὰ τοιοῦτον μάλιστα προηγούμενον, ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ νὰ λαμβάνῃ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις, οὐχὶ «ἀπούσης τῆς Βουλῆς», ὡς λέγει ὁ λογιστικὸς νόμος, ἀλλὰ «τῆς Βουλῆς μὴ ἐργαζομένης»; Καὶ τὸ ζήτημα ἔχει, κύριοι, καὶ οὐσιαστικὴν σπουδαιότητα. Διότι κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, ἐὰν καθιεροῦτο παρ’ ἡμῖν ὅ,τι οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ γίνεται, ἑκάστη Κυβέρνησις θὰ ἐδικαιοῦτο, καὶ διαρκούσης τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, νὰ λαμβάνῃ διὰ Διαταγμάτων ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις κατὰ τὰς διακοπὰς τὰς ὀλιγοημέρους τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, λ. χ. τὰς χάριν τῶν ἑορτῶν γινομένας, ἴσως καὶ κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς Κυριακῆς. Καὶ τότε τίνα ἀξίαν ἔχει ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ; Καὶ τίνα ἀποστολὴν ἔχομεν ἀγωνιζόμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, συζητοῦντες πιστώσεις, καὶ συζητοῦντες τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν αὕτη δύναται εἰς τοιαύτας ἀκόμη περιστάσεις νὰ λαμβάνῃ πιστώσεις ἄνευ τῆς προηγουμένης ἡμῶν συμπράξεως; Καὶ ἂν ἐπὶ τέλους τοῦτο ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, διατί δὲν εἰσηγεῖται κανονικῶς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου; Εἶναι καὶ τοῦτο, κύριοι, δεῖγμα χαρακτηριστικὸν τῶν ἀντιλήψεων, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἄγεται ἡ Κυβέρνησις, τῆς ἐλλείψεως εὐλαβείας πρὸς τὸν νόμον, τῆς ἐλλείψεως εὐλαβείας πρὸς αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, πρὸς τὴν ὁποίαν διὰ τρόπου τοιούτου ἀποτείνεται. Ἀλλὰ θὰ παρέλειπον, κύριοι, τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἐὰν μὴ συνείχετο τοσοῦτον στενῶς πρὸς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν. Διότι αἱ παραβάσεις τῶν νόμων ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοσοῦτον τολμηραί, ὥστε νὰ θεωρῆται μικρὰ καὶ ἀσήμαντος αὐτὴ ἡ παράβασις. Διότι τὸ δόγμα τῆς σκοπιμότητος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν μέχρι τοῦδε, ὡς ῥυθμίζον τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ὡς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρχῆς διοικούσης, κινουμένης ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων καὶ ἐκλεγούσης ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν λύσιν, τὸ δόγμα, λέγω, τῆς σκοπιμότητος ἐξεφυλίσθη καὶ ἐκλήθη ἀτυχῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα ἀναπληρώσῃ τὰ κείμενα τοῦ νόμου, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς περιστάσεις ἐντελῶς ἐξαιρετικάς, εἰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἀπὸ ἀνωτέρων πολιτικῶν ἀρχῶν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον ἐπιβάλλεται εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ οἰκειοποιῶνται προσωρινῶς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ λαμβάνωσι ταύτην εἰς χεῖράς των, διὰ νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς ὑπερτάτας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Εἰς στιγμὰς ἐντελῶς ἐξαιρετικάς, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ ἀναποτρέπτου κινδύνου τῶν δημοσίων συμφερόντων νὰ λειτουργήσωσιν αἱ Βουλαί, νὰ λειτουργήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία· κατὰ τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀντιθέτως κίνδυνον τρέχει τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἀπραξίας τῆς Βουλῆς, ἔχουσι δικαίωμα ἀλλὰ καὶ καθῆκον αἱ Κυβερνήσεις νὰ λαμβάνωσιν αὐταὶ τὴν εὐθύνην τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς χεῖρας των καὶ νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ὑπερτάτας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἐποιήσατο ἆρά γε χρῆσιν προσήκουσαν τῶν περιστάσεων αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις; Ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ ὑπερτάτου δικαιώματος καὶ τοῦ ὑπερτάτου τούτου καθήκοντος μόνον εἰς ἐκείνας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἄνευ κινδύνου τῶν δημοσίων συμφερόντων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνέλθῃ; Καὶ περιωρίσθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα διὰ τὰ κινδυνεύοντα δημόσια συμφέροντα; Θὰ ἦτο ἴσως ἀνάγκη εἰς ὑπόμνησιν τῶν παρεκβάσεων τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ποίαν παρεκτροπὴν ἔλαβεν ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ ἐντελῶς εἰρηνική, μετὰ τὴν ἔκβασιν τῶν δύο πολέμων καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῆς εἰρήνης, κατὰ τὴν ὁποίαν συνῆλθεν ἡ Βουλὴ νὰ ἑορτάσῃ εὐλόγως τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐνῷ συγχρόνως ἡ Κυβέρνησις ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἐνομοθέτει. Σημειοῦμαι τὸ γεγονὸς τοῦτο διὰ τὴν χαρακτηριστικὴν αὐτοῦ δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶναι περιττὸν νὰ ἐξάρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ τὴν χαρακτηριστικὴν δύναμιν τούτου τοῦ φαινομένου· ἀφ’ ἑνὸς Βουλῆς συμποσιαζούσης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου Κυβερνήσεως νομοθετούσης. Καὶ ποῦ ἐξετάθησαν, κύριοι, τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως; Περιωρίσθη ἆρά γε ἐπὶ τὴν ἄσκησιν τῶν ὅλως ἐξαιρετικῶν καθηκόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ἐπειγούσας ἀνάγκας καὶ ἀναποτρέπτους, ἢ ἐξετράπη πέραν τῶν ὁρίων αὐτῆς; Εἶναι ἀνάγκη ἆρά γε νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἄσκησις τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου αὐτῆς ἐγένετο ἁπλῆ πρᾶξις διοικητική, καὶ ὅτι τὰ πλεῖστα νομοθετήματα, νομοθετήματα σπουδαιότατα καὶ οὐδαμῶς ἐπείγοντα, αὐτὰ ἀκόμη τὰ προσωπικὰ νομοσχέδια, οὐχὶ κἂν τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, ὅτι καὶ αὐτὰ ἐξεκαμινεύθησαν διὰ μέσου τῶν Ὑπουργικῶν Συμβουλίων; Ἀλλὰ καὶ πότε καὶ πῶς ἦλθον ταῦτα ἐνώπιον ἡμῶν; Πῶς ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν; Καὶ τοῦτο εἶναι σημεῖον ἄξιον παρατηρήσεως. Διότι οἱ παρακολουθοῦντες καὶ τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα γνωρίζουσι, ὄχι μόνον μετὰ τίνων περιορισμῶν γίνεται χρῆσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἐμφανίζονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αἱ Κυβερνήσεις, ὑποβάλλουσι τὰ νομοθετικὰ ταῦτα μέτρα πρὸς κύρωσιν. Γνωρίζουσιν ὅτι ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν Βουλῶν καὶ ὁσάκις γίνεται ἔναρξις διὰ Βασιλικοῦ Λόγου, ἐν αὐτῷ τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, ἐξαγγέλλουσιν αἱ Κυβερνήσεις τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν περιέστησαν νὰ οἰκειοποιηθῶσι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἀμέσως ὑποβάλλουσι τὰ νομοσχέδια πρὸς κύρωσιν τῶν Β. Διαταγμάτων ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Τί ὅμως συνέβη παρ’ ἡμῖν, κύριοι; Περιττὸν νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι αὐτὰ τὰ νομοσχέδια ὑπεβάλλοντο πολὺν χρόνον μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὑποβαλλόμενα δὲ ἐσύροντο ἐπὶ μῆνας εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ἀνέβαινον καὶ κατέβαινον τὰς βαθμίδας αὐτῆς, ὅπως οἱ Ἄγγελοι τοῦ Κυρίου ἀνήρχοντο καὶ κατήρχοντο τὴν κλίμακα τοῦ Οὐρανοῦ εἰς τὸ ἐνύπνιον τοῦ Ἰακώβ. Καὶ ἐπὶ τέλους ἐφηρμόζοντο πολλάκις ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, πρὶν ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶναι ταῦτα, κύριοι, σημεῖα χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα μετὰ ὀδύνης πρέπει νὰ ἀναμιμνήσκηται ἕκαστος βουλευτής, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, καθ’ ἣν δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν. Διότι ταῦτα ἐγίνοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐποχήν, καθ’ ἥν, αἰχμάλωτοι ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, δὲν ἦτο προσῆκον νὰ προκαλῶμεν τοιαύτας συζητήσεις· ταύτης τῆς θέσεώς μας ἐπωφελήθη, καθ’ ἣν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμυνθῶμεν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις κατεπάτησε τὸ Πολίτευμα, ἐδείχθη ἀνευλαβὴς πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ ἠγωνίσθη νὰ ταπεινώσῃ καὶ νὰ ἐξευτελίσῃ ταύτην ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει ὡς τοιαύτην, ὡς θεσμὸν Πολιτειακόν. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην δεικνύη εὐχέρειαν εἰς τὴν ἀθέτησιν τῶν νόμων, τοιαύτην δεικνύη εὐκολίαν εἰς τὴν καταπάτησιν τοῦ πολιτεύματος, τοιαύτην ἀντίληψιν ἔχει περὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς πολιτικῶν εὐθυνῶν, εὔκολον εἶναι νὰ ἐννοήσῃ τις εἰς ποίας αὐθαιρεσίας καὶ παρεκτροπὰς δύναται ν’ ἀχθῇ ἐν τῇ κυρίως διοικήσει. Ὅταν οἱ φραγμοὶ τῶν νόμων καταρρίπτωνται, ὅταν τὸ πολίτευμα καταπατῆται, τί θὰ συμβῇ ἐκεῖ ὅπου ὁ φραγμὸς δὲν ὑφίσταται, ὅπου οἱ νόμοι δὲν δεσμεύουσιν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις καλεῖται νὰ κινηθῇ ἐλευθέρως ἐντὸς αὐτῶν; Ποία δὲ ὑπῆρξεν ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ἐν τῇ κυρίως διοικήσει ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως; Ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἔργον αὐτῆς ὡς διοικήσεως; Ἐάν, κύριοι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἤθελε κρίνῃ τις τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἤθελεν ἐκτιμήσει τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκλήθη εἰς τὴν Ἀρχήν, τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας παραμένει εἰς αὐτήν, περιστάσεις ἐντελῶς ἐξαιρετικάς, περιστάσεις ἐξαιρετικῶς εὐνοϊκάς, περιστάσεις, δύναμαι νὰ εἴπω, πρωτοφανεῖς διὰ Κράτος κοινοβουλευτικόν, δὲν δύναται ἢ νὰ κρίνῃ μετ’ αὐστηρότητος τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὸ τὴν πνοὴν μιᾶς λαϊκῆς ἐξεγέρσεως, ἡ ὁποία ἐστράφη οὐχὶ κατὰ προσώπων, ἀλλὰ κατὰ τῶν πολιτικῶν μεθόδων τοῦ παρελθόντος, ἐπεζητήθη ἡ συντριβὴ τῶν προσωπικῶν κομμάτων, ἡ ἀποτροπὴ τῆς ἐπεμβάσεως τούτων εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἡ ἀναστήλωσις τοῦ κύρους τῶν νόμων, ἡ προσήκουσα διαρρύθμισις καὶ λελογισμένη διαχείρισις τῶν δημοσίων πόρων, ἡ κατάπαυσις τῶν δημοσίων παροχῶν εἰς προσωπικὰς εὐνοίας καὶ πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν. Καὶ ὑπὸ τὴν πνοὴν αὐτὴν τῆς λαϊκῆς ἐξεγέρσεως ἐθεμελιώθη τὸ νέον Σύνταγμα. Ὑπ’ αὐτὴν ἐπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς λαϊκῆς συνειδήσεως οἱ ἀποκεντρωτικοὶ νόμοι εἰς δέσμευσιν τῶν Κυβερνήσεων. Ὑπ’ αὐτὴν ἐσχηματίσθησαν αἱ μετεπαναστατικαὶ Κυβερνήσεις. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν λαϊκὴν ὁρμὴν καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις περιεβλήθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς κράτος ἀπροσμάχητον. Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελέ τις στρέψει τὴν προσοχήν του καὶ ἐκτιμήσει τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, οἷον διεδηλώθη κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν σχεδόν, δηλαδὴ μετὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, ἐν τῇ κυρίως διοικήσει πάντων τῶν κλάδων, θὰ ἴδῃ ἀπότομον καὶ ῥαγδαίαν τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτῆς ἐκ τῶν ἀρχῶν ταύτων. Αἱ ἀποκεντρωτικαὶ ἰδέαι ἐγκατελείφθησαν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην. Οἱ νόμοι τοῦ 1910 καὶ 1911 περὶ ἐφοριακῶν, ταμιακῶν καὶ τελωνειακῶν ὑπαλλήλων ἀνεστάλησαν καὶ ἀνέλαβεν εἰς χεῖρας αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις τὴν δύναμιν τοῦ διορίζειν καὶ παύειν. Οἱ νόμοι περὶ τῆς διοικήσεως τῆς μέσης καὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔδωκαν εὐρεῖαν ἐξουσίαν εἰς τὸν ἑκάστοτε ἐπὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὑπουργόν. Αὐτὸ τὸ Ἀρσάκειον, τὸ ὁποῖον ἄριστα ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβλέπηται, ὁσάκις ὑπῆρχε Κυβέρνησις ἀξία ὑπὸ τοὺς παλαιοὺς θεσμούς, ὑπήχθη διὰ νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως, εἰσαχθείσης μάλιστα διὰ Διατάγματος ὑπὸ εὐρύτερα τοῦ ὑπουργοῦ δικαιώματα, ἐπὶ τῶν διορισμῶν, μεταθέσεων, κτλ.
§160Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἄριστα διοικεῖται.
§161Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἰδική σας γνώμη, παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε καὶ τὴν ἰδικήν μου. Αὕτη ἡ ὀργάνωσις τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ἐγένετο ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑπὸ ἀνάλογον ἔκτασιν τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἐν τῷ τρώγειν ἦλθεν ἡ ὄρεξις ἀκμαιοτέρα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐξῆλθε τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ πᾶσαν ἐκτροπὴν ἀπὸ τοῦ ὀρθοῦ καὶ προσήκοντος δὲν ἠδύνατό τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι θὰ ὑπερέβαινεν αὕτη, καὶ εἰσῆλθεν εἰς ἔδαφος ξένον ὅλως πρὸς τὰ καθήκοντά της. Καὶ ἐν τῇ Κυβερνητικῇ ταύτῃ κατωφερείᾳ ἠκούσαμεν τὴν περιεργοτάτην καὶ πρωτοφανῆ πολιτικὴν θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ δημοτικὴ διοίκησις ἀκόμη, τοὐλάχιστον τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, πρέπει νὰ εἶναι ἐξάρτημα τῶν Κυβερνήσεων. Ἠκούσαμεν τὴν θεωρίαν, ὅτι πρέπει ν’ ἀπολαύωσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως οἱ δημοτικοὶ ἄρχοντες Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ἐννοεῖται, ἐκείνης μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία συμπίπτει κατὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν. Καὶ ὑπὸ πρόσχημα ἀτυχές, συγκαλύπτον ἀτυχεῖς σκοπούς, εἴδομεν τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλοῦντα πρὸς τοὺς διαδηλωτὰς καὶ γνωμοδοτοῦντα, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλεγῶσιν ἄρχοντες δημοτικοὶ ὁ Α ἀντὶ τοῦ Β. Καὶ ὑπὸ τὴν ὁρμὴν τῶν αὐτῶν πάντοτε ἰδεῶν, ἐγένετο ἀπόπειρα κατ’ αὐτῆς τῆς αὐτονομίας τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ προσωπικοῦ νομοσχεδίου. Ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἐγένετο ἀπόπειρα κατὰ τῆς δικαιοσύνης, ματαιωθεῖσα· ἀλλ’ ἀπόπειρα, ἡ ὁποία παρασκευάζεται καὶ διὰ τὸ μέλλον διὰ μυρίων τρόπων καὶ διασυρμῶν τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας. Καὶ τίνες ἆρά γε εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀγωνιζομένης νὰ συγκεντρώσῃ τὰ πάντα εἰς χεῖράς της, καλοῦνται νὰ ἀντικαταστήσωσι τὰς ἐκ τῶν νόμων ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας εἶχε ζητήσει ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Εἶναι μία ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἠγνόει, φαίνεται, τὸ παρελθὸν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Μία ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἀνεκάλυψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι ἡ ἐγγύησις τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης, εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἡ εὐθύνη ἐκείνη, ἡ ὁποία τοσοῦτον πρωτοτύπως παρεστάθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐξηγῶν ταύτην εἰς εἰκόνα κατ’ αὐτὸν κοινοβουλευτικήν, εἶπεν, ὅτι «παίρνει ἐπὶ τέλους ἀπὸ τὸ αὐτὶ τὸν Ὑπουργὸν καὶ τοῦ ζητεῖ λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς». Τώρα θὰ εἶναι ἀναγκαῖον τάχα ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἔχει καθημερινὰ τὰ διδάγματα, νὰ ὑποδείξω εἰς αὐτὴν πότε καὶ πῶς ἐν τῇ πρακτικῇ ἐφαρμογῇ ἐξεδηλώθη ἡ τοιαύτη κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη; Αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν θεωρεῖ ἀρκοῦσαν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ ὅμως ὑπ’ αὐτήν, κύριοι, τὴν καὶ ἀράχνης ἀσθενεστέραν, καὶ σκιώδη ὅλως κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην· ὑπ’ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἐγγύησιν περιέστη ἡ καθόλου διοίκησις κατὰ τὴν τελευταίαν διετίαν εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν πέριξ ἡμῶν πάντες ἀντιλαμβανόμεθα καὶ πάντες διαισθανόμεθα. Ὑπ’ αὐτὴν διωρίσθησαν αἱ στρατιαὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ εἰς αὐτὴν τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Ὑπ’ αὐτὴν διοικοῦνται αἱ Νέαι Χῶραι ὡς πέντε ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων καὶ ἀπὸ τὸ κέντρον Βασίλεια. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην καὶ ὑπὸ τὴν παρηγορίαν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ σύρωμεν ἀπὸ τὸ αὐτὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐνώπιον ἡμῶν, ἀγνοοῦμεν παντελῶς τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως τῶν Νέων Χωρῶν. Διότι, ὑπὸ τὴν αὐτὴν πάντοτε ἐγγύησιν, ἐμερίμνησεν ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ κλείσῃ τὴν θύραν ἑρμητικῶς πρὸς πάντα ἔλεγχον, πρὸς πᾶσαν ἐξέτασιν. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι γνωρίζετε ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ὑμεῖς πάντες, κατὰ τίνα τρόπον διοικοῦνται αἱ Νέαι Χῶραι; Βεβαίως οὐχί. Ἐδόθησάν ποτε εἴς τινα ἐξ ὑμῶν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνασθε νὰ τελῆτε ἐν γνώσει τῆς ἐν γένει διοικήσεως καὶ νὰ ἀσκῆτε τὰ δικαιώματά σας; Ἐπὶ δύο ἤδη ἔτη διοικοῦνται ὑπὸ ἐξαιρετικὰ δικαιώματα αἱ Νέαι Χῶραι, χωρὶς νὰ βλέπωμεν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὰς διαφόρους πράξεις τῆς διοικήσεως, τὰς πολλαχῶς ἐπιδρώσας εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἑκάστη Γενικὴ Διοίκησις ἔχει ἰδίαν Ἐφημερίδα ἐπίσημον, ἐκεῖ ἐκδιδομένην· ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ μεριμνήσῃ τοὐλάχιστον, ὥστε ἡ ἐφημερὶς αὕτη τῶν Γενικῶν Διοικήσεων νὰ διανέμηται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἵνα δύνανται, παρακολουθοῦντες τὴν κατάστασιν, νὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντά των. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μόνον; Εἰσάγεται νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀθρόως ἀναγνωρίζεται ὅλη ἡ στρατιὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οὓς οἱ Γενικοὶ Διοικηταὶ διώρισαν, χωρὶς οὐδεμία νὰ παρέχηται περὶ τούτων πληροφορία εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνθυμεῖται βεβαίως ἡ Βουλή, ὅτι, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως τῶν Νέων Χωρῶν, ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκαλούμεθα νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι δὲν μοὶ ἐδόθησαν. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἀγνοοῦσα τί ψηφίζει. Καὶ δὲν εἶναι ἤδη τοῦτο μόνον. Ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸν δωδέκατον μῆνα τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ· ζητοῦνται δι’ αὐτοῦ πιστώσεις ἑκατομμυρίων ὁλοκλήρων διὰ τὴν μισθοδοσίαν ὑπαλλήλων τῶν Νέων Χωρῶν, καὶ δὲν ὑποβάλλονται οἱ ἀναλυτικοὶ πίνακες, οἵτινες περιέχουσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκήσωμεν τὸν ἔλεγχον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, κύριοι· καὶ εἰς κορύφωσιν αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἴχομεν ὑστάτην τινὰ ἐκδήλωσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν. Τὴν ἐκδήλωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δύο ἔτη παρῆλθον καὶ οἱ λογαριασμοὶ τῶν δημοσίων ὑπολόγων τῶν Νέων Χωρῶν δὲν ἐστάλησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· τοὐναντίον μάλιστα ὑπεβλήθη ἡμῖν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργεῖτο ὁ ἔλεγχος τῶν δημοσίων ὑπολόγων καὶ ἐκλείετο οὕτως ἡ θύρα καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἰς πάντα ἔλεγχον. Ἐπὶ μακρὸν σᾶς ἀπησχόλησα, κύριοι, καὶ εἶναι καιρὸς νὰ περατώσω τὸν λόγον. Ἀλλὰ πρὸ τούτου, πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω. Ὅταν τοιαύτη παρουσιάζεται ἡ εἰκὼν τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας· ὅταν τοιαύτη ἐμφανίζεται ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ διαπράξει τῶν κοινῶν, δικαιοῦμαι, νομίζω νὰ ἐρωτήσω. Καὶ ἴσως δικαιοῦμαι πλειότερον ν’ ἀποταθῶ πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, μεθ’ ὧν ὑπὸ τὴν σημαίαν τῶν νέων πολιτικῶν ἰδεῶν συνεστρατεύθην κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, καὶ νὰ ἐρωτήσω αὐτούς. Νομίζουσιν ὅτι ἡ τοιαύτη τῆς χώρας διακυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπέβλεψεν ὁ Ἑλληνικὸς Λαός; Νομίζουσιν, ὅτι ὁ ἅγιος ἐνθουσιασμός, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς φρονιματιζόμενος παρ’ ἡμῶν αὐτῶν, ἐμπνεόμενος, ἐνισχυόμενος, φανατιζόμενος, τοσοῦτον βιαίως διέρρηξε πάντα δεσμὸν πρὸς τὸν παρελθόν, εὑρίσκει τὴν πλήρωσιν τῶν πόθων του, τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν του, τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς του εἰς τοιαύτην εἰκόνα διοικήσεως; Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἀμφισβητήσω τοῦτο. Καὶ αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν ἠθέτησε τὰς ἐπαγγελίας αὐτῆς καὶ διέψευσε τὰς προσδοκίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριοι, Τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν, καλουμένων νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ὑπάτην κοινοβουλευτικὴν λειτουργίαν, τὴν ὁποίαν σῶμα πολιτικὸν ἀσκεῖ ἀπέναντι τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, τὸ πολιτικὸν ζήτημα, λέγω, τὸ ὁποῖον τίθεται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ αὔριον ἴσως ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι σύνηθες. Δὲν εἶναι ἐκ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ περιτροπῆς ἐμφανίζονται ἐν τῇ συνήθει ἐξελίξει τοῦ πολιτικοῦ βίου ἑκάστης χώρας. Δὲν εἶναι ζήτημα κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία παρ’ οὐδενὸς οὐδαμόθεν φαίνεται ἐπιζητουμένη. Ὑπάρχει τι σημεῖον ἐν τούτῳ βαθύτερον. Ὑπάρχει τι σημεῖον κεντρικώτερον. Σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐντεταμένη πρέπει νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἀκοίμητον νὰ προσηλώσωμεν τὸ βλέμμα ἡμῶν, καὶ τὸν νοῦν ἡμῶν, καὶ τὴν καρδίαν ἡμῶν. Τὸ σπουδαιότερον ἀγαθόν, κύριοι, ὁ πολυτιμότερος καρπὸς τῆς πολιτικῆς ἐξεγέρσεως τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1909 ὑπῆρξεν ἡ τόνωσις τοῦ δημοσίου φρονήματος, ἡ μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς συνειδήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἡ πάντοθεν παρατηρουμένη κατεύθυνσις αὐτοῦ, ἡ πάντοθεν παρατηρουμένη ἐπίμονος αὐτοῦ ἐκδήλωσις εἰς τὴν διάπλασιν νέου πολιτικοῦ βίου εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ πολιτικοῦ μας βίου ἀπὸ ὅλων ἐκείνων τῶν παραλόγων ἢ παρανόμων ἀξιώσεων, ἀξιώσεων οὐχὶ ἀσυνήθων εἰς κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, ἀξιώσεων ὅμως, αἱ ὁποῖαι φθείρουσι τὸν βίον, μαραίνουσι τὸν ζῆλον καὶ κάμπτουσι πολλάκις τὴν δημιουργὸν δρᾶσιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἑκάστης χώρας. Τοῦτο τὸ ἀγαθόν, κύριοι, ἔχομεν καθῆκον πάντες νὰ προφυλάξωμεν ἀμείωτον. Τοῦτο τὸ ἀγαθὸν ἔχομεν καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν κατὰ τοῦ κινδύνου τῆς ἀπογοητεύσεως, κατὰ τοῦ κινδύνου τῆς φθορᾶς, κινδύνου, τοῦ ὁποίου σημεῖα πολλὰ πολλαχόθεν ἤρχισαν δυστυχῶς ἀναφαινόμενα. Ἀλλ’ ἡ παραφυλακὴ τοῦ ἀγαθοῦ τούτου εἶναι ἀδύνατος, κύριοι, ἐφ’ ὅσον γίνεται ἀνεκτή, ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρίσκει τὸν προσήκοντα ἔλεγχον, τὸν προσήκοντα πολιτικὸν κολασμὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοιαύτη πολιτεία Κυβερνητικὴ ἐν τῇ διοικήσει τῆς χώρας. Καὶ εἰς διατήρησιν καὶ κραταίωσιν τοῦ ἀγαθοῦ τούτου, νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ σκεφθῇ, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μεριμνήσῃ, περὶ τῆς ἀληθοῦς, περὶ εἰλικρινοῦς ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, τῶν ἀντιλήψεων ἐκείνων, ὑπὸ τὰς ὁποίας μία ὁμόθυμος καὶ ἀδιαίρετος λαϊκὴ ἐξέγερσις ἐπεζήτησε τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. (Χειροκροτήματα).
§162ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν λαμβάνω βεβαίως τὸν λόγον διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός. Θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς μόνον νὰ κάμω μίαν ἐπανόρθωσιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων ἐν Κρήτῃ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας, σᾶς εἶπεν ὅτι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1912 ἐν Κρήτῃ ὑπῆρχον 1761 ὑπάλληλοι, ὅτι δὲ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1914 οἱ ὑπάλληλοι ηὐξήθησαν εἰς 3282 καὶ ἑπομένως ἀφῆκε τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐτριπλασιάσθησαν. Σημειωτέον ὅτι ἀτυχὲς ἀριθμητικὸν σφάλμα ἤγαγε τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, νὰ ὑπολογίσῃ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Κρήτης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1912 εἰς 1761, ἐνῷ ὡς ἀποδεικνύει τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς χεῖρας του, εἶναι 2126. Εἶναι περίεργον ὅτι τὸ σφάλμα δὲν ἐνεφιλοχώρησεν μόνον εἰς τὰς χιλιάδας ἢ εἰς τὰς ἑκατοντάδας ἢ εἰς τὰς μονάδας. Ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας ὑπέπεσεν εἰς ἀριθμητικὸν σφάλμα καὶ εἰς τὰς μονάδας καὶ εἰς τὰς δεκάδας καὶ εἰς τὰς ἑκατοντάδας καὶ εἰς τὰς χιλιάδας. Ἀντὶ 1761, ἀριθμὸν ποῦ ἔδωσεν εἰς τὴν Βουλήν, οἱ ὑπάλληλοι εἶναι 2126. Πῶς ἀπὸ 2126 ποῦ ἦσαν εἰς τὰ 1912 ἔγειναν 3282 δὲν κατώρθωσα νὰ κάμω τὴν ἀπαρίθμησιν. Δὲν κατώρθωσα τοῦτο, ἀλλὰ θὰ σᾶς δώσω ἕνα ἀριθμὸν ἐν ὅλῳ, ἵνα ἡσυχάσητε ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἵνα ἴδητε ἀφ’ ἑτέρου τί ἀκολασία ἐγίνετο εἰς τὴν Κρήτην. Ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι ἦσαν 2126 κατὰ τὸ 1912 πρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ προσθέσητε 1028 ὑπαλλήλους καὶ νὰ τοὺς ἀναβιβάσητε εἰς 3154 καὶ οἱ 1000 αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι προσετέθησαν δὲν εἶναι νέοι, εἶναι οἱ ἀγροφύλακες, ὁ ὁποῖος εἶναι θεσμὸς ἀρχαιότατος.
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιέλαβον καὶ αὐτούς.
§164ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ. Μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ 1912 καὶ τοῦ σημερινοῦ ἐμφιλοχωρεῖ μία ἀπόστασις 1150 ὑπαλλήλων. Λοιπὸν ἀπὸ τοὺς 1150 εἶναι 1028 οἱ ἀγροφύλακες, ὑπάρχοντες ἀπὸ ἐτῶν, μεταβληθέντες κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει φορολογίας εἰδικῶς ἐπενεχθείσης καὶ γενομένης δεκτῆς εὐχαρίστως ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Μένει λοιπὸν μόνον ἡ ἐντύπωσις τί γυρεύουσιν οἱ 110 ὑπάλληλοι. Ἐπ’ αὐτῶν θὰ δώσῃ πληροφορίας ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν 110 ὑπαλλήλων, διότι δὲν ἐξηλέγχθη ἀκόμη ἂν οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἔδωσεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας εἶναι ἀκριβεῖς. Ἀκόμη μίαν λέξιν. Ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Ἀρκαδίας ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως τῶν δύο αὐτῶν χωρῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κρήτης συνέβη ὅ,τι ἦτο φυσικὸν νὰ συμβῇ μὲ τὴν ἕνωσιν δύο χωρῶν, εὑρισκομένων ὑπὸ περιστάσεις διαφόρους. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι οὐχὶ μόνον τὰ ἐνοίκια ηὐξήθησαν κατὰ 40%, ἀλλ’ ὅτι ὅλος ὁ βίος ηὐξήθη παρὰ πολὺ καὶ ὅλα τὰ ἔξοδα εἶναι πολὺ ἀνώτερα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἕνωσις τῶν δύο χωρῶν.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος.
§166Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσω.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης.
§168Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι κουρασμένη ἡ Βουλὴ καὶ δὲν δύναμαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γούναρης.
§170Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπόψε, κύριοι.
§171ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅτε ἀγορεύων ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἀνέφερεν ἀριθμούς τινας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διακόψας αὐτὸν εἶπεν, ὅτι ἔχει ἑτοίμους δηλώσεις διὰ τῶν ὁποίων θὰ παρουσιάσῃ νέα ἔσοδα. Νομίζω ὅτι καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον καὶ δι’ ὅσα ἄλλα ἐπιχειρήματα προέβαλεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπαντῶν εἰς αὐτά, νὰ προβῇ συγχρόνως εἰς τὰς δηλώσεις, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Δὲν εἶναι δέ, νομίζω, ὀρθὸν ἐν πάσῃ στιγμῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς διακόπτῃ καὶ νὰ μᾶς λέγῃ ὅτι θὰ κάμῃ δηλώσεις καὶ θὰ παρουσιάσῃ ἄλλους ἀριθμούς. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὸν ὁριστικὸν προϋπολογισμόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ συζητήσωμεν, διὰ νὰ ἠξεύρωμεν καὶ ἡμεῖς ποῖα θὰ εἶναι τὰ ὁριστικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα καὶ ποῖον τὸ ἔλλειμμα· διότι μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁριστικῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους θὰ μᾶς φέρῃ, θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ γείνῃ μία τοιαύτη συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν νομίζω ὅτι οἱ ἀγορεύοντες καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρακολουθήσωσι αὐτὴν μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀνιαρὰ ἡ συζήτησις, προκειμένου περὶ ἀριθμῶν, ὅταν δὲ γίνεται αὐτὴ μετὰ τὰς μεσονυκτίους ὥρας, καθίσταται ἔτι ἀνιαρωτέρα. Διὰ τοῦτο ἀπὸ χθὲς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐξ Ἀχαϊοήλιδος καὶ Ἀρκαδίας διεμαρτυρήθησαν, ὅταν ἤκουσαν ὅτι πρόκειται νὰ προηγεῖται ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἕπεται ἡ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλοίμονον ἐάν, προκειμένου μετὰ διετίαν νῦν τὸ πρῶτον νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος θὰ κανονίσῃ τὴν μέλλουσαν οἰκονομικὴν τύχην τοῦ Κράτους, ἀλλοίμονον, λέγω, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἐπεισοδιακῶς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν, εἶναι ἐλευθέρα νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐγὼ ὅμως δηλῶ ὅτι μετὰ τὸ μεσονύκτιον δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐάν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ ν’ ἀκούσῃ ἐμέ, ἕνα πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶμαι πρόθυμος αὔριον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς παρουσιάσῃ τὴν ὁριστικὴν μορφὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελευταίων δηλώσεών του.
§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ δηλώσεις τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ κ. βουλευτὴς Φθιωτιδοφωκίδος δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σημασίαν, οὔτε μεταβάλλουσι καθόλου τὴν βάσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. βουλευτὴς δηλοῖ ὅτι δὲν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ αὐτὴν τὴν ὥραν· εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὸν ἀκούσωμεν αὔριον. Θὰ παρακαλέσω ὅμως καὶ τοὺς ἄλλους κυρίους βουλευτὰς νὰ μὴ θέλουν ὅλοι νὰ ὁμιλήσωσιν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ ὄχι ὑπὸ τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς, διότι δὲν τελειώνομεν ποτέ.
§173Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς ψηφίσωμεν νομοσχέδια ἵνα μὴ χάσωμεν τὴν ὥραν.
§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ἔλθωμεν αὔριον εἰς τὰς 9 π. μ.
§175ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰς 4 μ.μ.
§177Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὔριον, διότι θὰ ἀπαιτηθῇ πολλὴ ὥρα. Δὲν ἔχομεν δὲ νὰ χάσωμεν τίποτε, διότι ἡ συζήτησις γίνεται ἑνιαία, κατὰ συνέπειαν ἐὰν πρόκειται νὰ τελειώσωμεν τὴν Κυριακὴν κάμνομεν διπλῆν συνεδρίασιν καὶ κερδίζομεν οὕτω μίαν ἡμέραν.
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὔριον εἰς τὰς 4 μ. μ.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον εἰς τὰς 4 μ. μ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 11 καὶ 30′ μ. μ.)