1914.12.08
2,603 rows · 19,151 words · 200 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1914.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
Ὥρα 5 20′ μ. μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι! τὰ θεωρεῖα... Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι: Οἱ ἐν τῇ Γενικῇ ἀποθήκῃ τοῦ ὑλικοῦ Στρατοῦ Πειραιῶς ἐργαζόμενοι κόπται ζητοῦσιν ὅπως χορηγηθῇ αὐτοῖς βοήθημά τι διὰ τὴν ἄδικον ἀπόλυσίν των. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Νέας Ἀγχιάλου παρακαλεῖ ὅπως ἀποσταλῶσιν ἐκεῖ 100,000 ὀκάδες σίτου. Ὁ Δήμαρχος Παγασῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων. Οἱ ἐν τοῖς περιχώροις τῶν Σερρῶν ἐγκατασταθέντες πρόσφυγες παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τοῦ ἔτους τούτου. Οἱ κάτοικοι Δοξάτου παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Οἱ κάτοικοι Στρεζόβης παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἐκεῖ ἕλους. Ὁ Ἰωάννης Μπαλαλὸς ἐκ Καλαβρύτων ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζῴων παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτοῦ. Ἡ Μαρία χήρα Γρηγορ. Τομπάζη φαρμακοποιοῦ παρακαλεῖ ὅπως τῇ ἐπιτραπῇ ἡ πώλησις τοῦ τίτλου τοῦ φαρμακείου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Σουδενῶν ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Οἱ κάτοικοι Καργιάνης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῆς δεκάτης πρωΐμων καὶ ὀψίμων προϊόντων τῆς χρήσεως 1913. Ἡ κοινότης Γυθείου παρακαλεῖ ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ μελετωμένη Σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Τριπόλεως–Σπάρτης μέχρι Γυθείου. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον τοῦ τέως δήμου Καρυουπόλεως παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς συγκοινωνίας των. Ὁ Γεώργιος Σαρρῆς προσωρινὸς ἀγροτικὸς διανομεὺς Σίφνου παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῇ ὁ διαγωνισμὸς πρὸς πλήρωσιν τῆς κενῆς θέσεως ἀγροτικοῦ διανομέως Σίφνου. Ὁ Κωνσταντῖνος Μαργώνης κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Μεσολογγίου παρακαλεῖ ὅπως ἐκτίσῃ ποινὴν 4 μόνον ἐτῶν. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Μπέρμπακα παρακαλεῖ ὅπως μὴ ὑποβιβασθῇ τὸ ἐκεῖ τριτάξιον σχολεῖον εἰς διτάξιον. — Ὁ Παμφοιτητικὸς Ἑλληνικὸς Σύλλογος παρακαλεῖ ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «περὶ ἀτελοῦς ἐγγραφῆς τῶν Μικρασιατῶν καὶ ἐκ Βορείου Ἠπείρου φοιτητῶν» ὑπαχθῶσι καὶ οἱ ἐκ Θηβῶν καὶ Λευκάδος. — Οἱ κάτοικοι Χιλιαδοῦς (Δομοκοῦ) παρακαλοῦσιν ὅπως λυθῇ αἰσίως τὸ ζήτημα τοῦ χωρισμοῦ τῶν ὁρίων τῆς Κοινότητός των. — Ἡ Κοινότης ἐπάνω Πέτα παρακαλεῖ ὅπως ἱδρυθῇ ἐκεῖ σχολεῖον ἀρρένων. — Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Βοεμίτσας παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐκεῖ Οἰκονομικοῦ ἐφόρου. — Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Κυπαρισσίας παρακαλεῖ ὅπως ἀποσταλῇ χαρτόσημον εἰς τὸ ἐκεῖ Ταμεῖον. — Ἡ Μουσουλμανικὴ Κοινότης Κονίτσης διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ ἐκεῖ δικηγόρου Φλώρου. — Οἱ κάτοικοι Γούρας παρακαλοῦσιν ὅπως ὑπαχθῇ αὕτη εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος. — Οἱ μικρέμποροι Μουσουλμάνοι καὶ τεχνῆται Φλωρίνης παρακαλοῦσιν ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος. — Ὁ Ἀστέρης Ντουμάνης ὁπλαρχηγὸς κρατούμενος ὡς ὑπόδικος εἰς τὰς ἐνταῦθα φυλακὰς παρακαλεῖ ὅπως ἀπολυθῇ. — Ὁ Λαὸς Ναυπάκτου διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ Κυριακῆς ἀργίας. — Οἱ κάτοικοι Λιαρίγκοβης παρακαλοῦσιν ὅπως ἡ ἕδρα τοῦ Πρωτοδικείου μετατεθῇ εἰς τὴν Κωμόπολίν των. — Ὁ Περικλῆς Μάντζαρης παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι μέτρα ἐναντίον τοῦ παρανομοῦντος τελωνοσταθμάρχου Βάλτης, Χρυσάφη. — Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Σχορετσιάνων ὑποβάλλει ψήφισμα ἐπὶ τοῦ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ νόμου ͵ΔΝΖʹ ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου. — Ὁ Κωνσταντῖνος Χρονόπουλος ἐκ Καρυταίνης ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν. — Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Κοπανίτσης παρακαλεῖ ὅπως μὴ συγχωνευθῶσι τὰ Εἰρηνοδικεῖα Αὐλῶνος καὶ Ἀετοῦ. — Ὁ Δικηγόρος Σωτήριος Ἀντωνίου κάτοικος Καβάλλας διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ ἐκεῖ Ταμίου ὡς ἀμελήσαντος τὰ συμφέροντά του. Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Νόμου ΔΡΗʹ περὶ διατιμήσεως τῶν τροφίμων ἐν γένει» τὸ ὁποῖον τῇ προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κηρύσσεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατεπεῖγον. Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καὶ Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀγορᾶς σίτου καὶ συναλλαγματικῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κηρύσσεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατεπεῖγον. (Θέλουσι ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ) Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ψηφίσματος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Τρυπιῶν τοῦ τέως δήμου Βουρῶν ὅπως ἀνεγερθῇ δημοτ. σχολεῖον.
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε, διεκτραγῳδεῖται κατὰ τρόπον λίαν χαρακτηριστικὸν ἡ κατάστασις τοῦ ἐκεῖ σχολείου. Δὲν πρόκειται περὶ σχολείου, ἀλλὰ περὶ τρώγλης καὶ ἡ ὑγεία τῶν μαθητῶν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ σχολικοῦ ἰατροῦ, εὑρίσκεται εἰς οἰκτροτάτην κατάστασιν. Παιδιὰ ἡλικίας 5, 6 καὶ 10 ἐτῶν ἔπαθον ἤδη ἀπὸ ὀξεῖς ῥευματισμούς. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι ἵνα ἡ Πολιτεία, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ψηφίσματος δηλοῦται ὅτι τὸ οἰκόπεδον παρέχεται δωρεὰν καὶ μὲ μικρὰν ἀκόμη ἔστω δαπάνην τῆς Κοινότητος, λάβῃ μέτρα πρὸς ἀνέγερσιν σχολείου. Εἶναι ἀληθές, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς δήμαρχοι ἐφρόντιζον δυστυχῶς διὰ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου καὶ βεβαίως ἠνόχλουν τοὺς κ. κ. βουλευτάς, οἱ βουλευταὶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἀνέγερσις κτιρίων ἐγένετο μόνον εἰς τὰς πρωτευούσας, τὰ δὲ περίχωρα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν ἤδη κοινότητες, δὲν ἐτύγχανον καμμιᾶς προσοχῆς. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι τώρα νὰ ληφθῇ μέριμνά τις καὶ ὑπὲρ αὐτῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Βακράτσας ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Ἱστιαίων.
§4Σ. ΒΑΚΡΑΤΣΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Ἱστιαίων. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον ἐπέβαλε φορολογίαν ἐπὶ ἀντικειμένων μὴ ὑποκειμένων εἰς δημόσιον φόρον, ἡ ὁποία σκοπὸν εἶχε τὴν πληρωμὴν τῆς ἀγροφυλακῆς τῆς Κοινότητος. Τὰ ψηφίσματα ταῦτα ἀπέστειλε πρὸς τὸν ἔφορον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ βεβαιώσῃ τὸν φόρον καὶ οὗτος ἐδήλωσεν ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ βεβαιώσῃ τὸν φόρον ἕνεκα ἀσαφείας τοῦ νόμου. Τοῦτο δὲν συμβαίνει μόνον εἰς τὴν Κοινότητα Ἱστικίων ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας Κοινότητας τοῦ κράτους. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν προκειμένης τροπολογίας τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Κάτω Κορακιάνας αἰτοῦντος τὴν κατασκευὴν γεφυρῶν μεταξὺ τῶν συνοικισμῶν τῆς Κάτω Κορακιάνας, οἵτινες ἕνεκα τῶν χειμάρρων δὲν δύνανται νὰ συγκοινωνήσουν.
§6Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς θεραπείαν τῶν αἰτημάτων τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῶν χειμάρρων δὲν δύνανται νὰ συγκοινωνήσουν.
§7Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ θέλω ἐνεργήσει.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Περρωτῆς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Πανελληνίου Φοιτητικοῦ Συλλόγου.
§9ΑΘ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, Κύριε Πρόεδρε, ὅπως καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ Πανελληνίου Φοιτητικοῦ Συλλόγου, δι’ ἧς ζητεῖται, ἵνα, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ τὸ σχέδιον νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑποδείξεις τινὲς τοῦ Συλλόγου. Συνιστῶν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ ὑμᾶς ὅπως τὴν ἀποστείλητε εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ Συλλόγου ὅσας ἤθελε νομίσει ὁ κ. Ὑπουργὸς σκοπίμους καὶ ἐξυπηρετικὰς διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Πανεπιστημίου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαρίου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Γυμναστικοῦ Συλλόγου Θεσσαλονίκης.
§11Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ὁ Γυμναστικὸς Σύλλογος Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ οἰκόπεδον πρὸς ἐγκατάστασίν του. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως γνωστῆς καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον διῴκησε τὴν Μακεδονίαν. Νομίζω ὅτι εἶνε δίκαιον νὰ διαταχθῇ ἀμέσως ἡ παράδοσις τοῦ οἰκοπέδου αὐτοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὑρισκόμενος ἐν Μακεδονίᾳ, εἶχε διατάξει νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὸν Σύλλογον τοῦτον, διότι πρόκειται περὶ Συλλόγου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν ἀνταγωνισμῷ πρὸς ἄλλους Συλλόγους ἐν Θεσσαλονίκῃ. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ὑποθέσεως.
§12Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὰ αὐτά.
§13Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἐπίσης.
§14Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καστρίου Τεγέας ὁ κ. Σπυράκης ἔχει τὸν λόγον.
§16Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας, ἐν σχέσει μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ της, τὴν Τρίπολιν, καὶ ἐδόθησαν ὑποσχέσεις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ περὶ τοῦ ὅτι θὰ ληφθῇ μέριμνα. Θὰ συστήσω συνεπῶς τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἐκ νέου ἐρχομένην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἡ ἐπαρχία αὕτη εἶναι ἀπόκληρος πάσης συγκοινωνίας, καὶ ἰδίως πρὸς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ μας. Καλὸν ἐπίσης ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐν τῇ αὐτῇ μερίμνῃ, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, ἤθελε μεριμνήσῃ ὅπως ἡ ὁδὸς αὕτη περιλάβῃ καὶ τὴν ὁδὸν τὴν ἀπὸ Καστρίου Τεγέας ἄγουσαν, οὕτως ὥστε ἓν μέγα μέρος τῆς ἐπαρχίας μου ἐκείνης νὰ μὴ ἦναι ἄνευ συγκοινωνίας. Καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσεν ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργός, ὁ κ. Ρέπουλης τότε, ὅτι θὰ λάβῃ μέριμναν καὶ ταχεῖαν μάλιστα περὶ τούτου, ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ ὁ νέος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν μέριμναν καὶ θὰ φροντίσῃ ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ συγκοινωνία, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος νὰ ἀποκατασταθῇ διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα.
§17Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Συνιστῶμεν καὶ πάντες οἱ βουλευταὶ Ἀρκαδίας εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ λάβῃ μέριμναν, ἀφ’ οὗ πρῶτον τοῦ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§18Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Θέλω λάβει ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ποιοῦνται καὶ οἱ κ.κ. Ράλλης, Τσακόπουλος, Σακελλαριάδης καὶ Γρηγορίου. Ὁ κ. Σακελλαρίου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς Μαρίας Ἀνδρεαδάκη καὶ Μαρίας χήρας Τζώρτζη.
§20Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Αἱ ἀναφερόμεναι, τῶν ὁποίων τὰ οἰκόπεδα κατελήφθησαν ὑπὸ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης πρὸς τὸ Φάληρον πρὸ δεκαετίας, παραπονοῦνται διότι εἰσέτι δὲν ἀπεζημιώθησαν, ἐν ᾧ ἄλλοι γείτονες, τῶν ὁποίων ἐπίσης τὰ οἰκόπεδα εἶχον καταληφθῆ, ἀπεζημιώθησαν. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ βεβαίως ταῦτα θὰ πράξωσι τὸ ἔργον αὐτῶν. Ἀλλ’ αὗται παραπονοῦνται, καὶ δικαίως, κατὰ τῶν δικηγόρων τοῦ Δημοσίου, οἱ ὁποῖοι στρεψοδικοῦν καὶ προτείνουν διαφόρους ἐνστάσεις, ὅτι ἡ πρὸς ἀποζημίωσίν των ἀπαίτησις παρεγράφη καὶ ἄλλας σχετικὰς τοιαύτας. Νομίζω ὅτι δίδεται εὐκαιρία εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς κυρίους τούτους τὴν μὴ ὑποβολὴν τοιούτων ἐνστάσεων.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 7 ἐρώτησις ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Μπουρνιᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 42 τοῦ ͵ΒΩΜΑʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ ͵ΓϠΛΑʹ νόμου, ὑπεβλήθησαν τὰ καταστατικὰ τῶν ταμείων ἀλληλοβοηθείας τῶν διαφόρων μεταλλευτικῶν ἑταιρειῶν, ἐὰν ταῦτα ἦναι συντεταγμένα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Β. Δ., τίνες ἑταιρεῖαι δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς τὸν νόμον καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε κατ’ αὐτῶν καὶ τέλος τὰ ὑπὸ τῶν μεταλλευτικῶν τινων ἑταιρειῶν ὑποβληθέντα, διατί δὲν ἐδημοσιεύθησαν καὶ δὲν κατέστησαν γνωστὰ εἰς τοὺς μεταλλευτὰς ἐργάτας, τοὺς καταβάλλοντας τὴν συνδρομήν των ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ὅρων τῶν καταστατικῶν».
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κατὰ τὸν νόμον δὲν ὑποχρεοῦνται πᾶσαι αἱ ἑταιρεῖαι νὰ ὑποβάλουν καταστατικόν, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖναι, αἵτινες ἐνεργοῦν κρατήσεις ἐπὶ τῶν μισθῶν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἀλληλοβοηθείας. Ὅσαι δ’ ἐνεργοῦν τοιαύτας κρατήσεις, ὑπέβαλον καταστατικὰ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Μόνον ἡ ἐν Κύμῃ ἑταιρεία εὑρίσκεται ἐν ἀταξίᾳ, ἥτις ἀνεκαλύφθη τελευταῖον ὑπὸ τοῦ περιοδεύοντος Ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἀμέσως ἔδωκα τὰς δεούσας διαταγάς.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἡ ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσία ἔλαβε γνῶσιν ὅτι οἱ ἐν Πάτραις ἀλευροβιομήχανοι, παρὰ τὴν ὁρισθεῖσαν διατίμησιν τῶν ἀλεύρων, ζητοῦσιν ἀνωτέρας τιμὰς ἀπὸ μέρους τῶν ἀρτοπωλῶν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίνα μέτρα ἔλαβον αἱ ἐκεῖ τεταγμέναι ἀρχαὶ κατὰ τῶν οὕτως ἀπλήστως εἰς βάρος τοῦ λαοῦ φερομένων ἀλευροβιομηχάνων.
§24ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ Ἀστυνομία ἀναφέρει ὅτι ἐφαρμόζονται αὐστηρῶς αἱ ὁρισθεῖσαι διατιμήσεις, αἱ δὲ τυχὸν παραβιάσεις καταγγέλλονται καὶ τιμωροῦνται κατὰ νόμον. Δὲν ἔχω πληροφορίαν τινὰ ἐναντίαν περὶ τούτου.
§25Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ διατάξητε τὸν Ἀστυνόμον Πατρῶν, ὅπως συστήσῃ εἰς τοὺς ἀλευροβιομηχάνους νὰ παρέχωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατιμήσεως τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἔχω πληροφορίας ὅτι αὐτοί, αὐθαιρέτως ἐνεργοῦντες, δὲν παρέχουσι τὰ ἄλευρα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατιμήσεως, ἀλλὰ παρέχουσι ταῦτα εἰς μεγαλειτέραν τιμήν, κερδοσκοποῦντες οὕτω εἰς βάρος τῶν πολλῶν, δηλαδὴ τοῦ πενομένου λαοῦ. Σημειωτέον ὅτι οἱ κύριοι αὐτοὶ δημιουργοῦσιν ὅλην αὐτὴν τὴν κατάστασιν, διότι δὲν ἐδέησεν ἡ Πολιτεία νὰ καταργήσῃ ἐκεῖνο τὸ ζήτημα τοῦ δασμοῦ, διότι ἄλλως τε ἡ Πολιτεία ἂς κάμῃ σχετικὴν ἐπίταξιν καὶ ἂς πετάξῃ αὐτοὺς τοὺς κυρίους ἔξω, διὰ νὰ φάγῃ ὁ κόσμος ψωμί. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, ἐν ὀνόματι τῆς πενομένης αὐτῆς τάξεως καὶ τῆς καταδυναστευομένης καὶ τῆς ὑπομενούσης μετὰ συναισθήματος στενοχώρου τὴν κατάστασιν αὐτὴν νὰ ἐνεργήσητε ὅ,τι εἶνε δυνατόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 70 ἐρώτησις τοῦ κ. Μπουρνιᾶ ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σακελλαριάδης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πῶς ὁ ἰατρὸς τῶν φυλακῶν Αἰγίνης Παπαχρήστου, ἔχει διορισθεῖ συγχρόνως καὶ ἐπιστάτης τῶν αὐτῶν φυλακῶν.
§27Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν Αἰγίνης, ὁ ὁποῖος εἶνε καὶ ἰατρός, ἀνετέθησαν βραδύτερον τοῦ διορισμοῦ του καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἰατροῦ τῶν φυλακῶν, ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ ἀμισθεί. Ἡ ἐνέργεια αὕτη νομίζω ὅτι δὲν ἀντίκειται ἀφ’ ἑνὸς εἰς καμμίαν διάταξιν τοῦ νόμου, ὅτι δ’ ἀφ’ ἑτέρου καλλύτερον ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου.
§28Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, διότι δὲν θέλω τὸ Δημόσιον νὰ πληρώνῃ δαπάνας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ προσώπῳ ἡ ὑπηρεσία τοῦ προϊσταμένου καὶ ὑφισταμένου.
§29Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν συμβαίνῃ ἄλλο τι, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ τὸ καταγγείλητε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σχέσις προϊσταμένου καὶ ὑφισταμένου ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν. Ἀμφότεραι αἱ ὑπηρεσίαι εἶναι αὐτοτελεῖς.
§30Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρόκειται ὅτι εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον συγκεντροῦνται δύο ἰδιότητες, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρξωσιν εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§31Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ ἀμφισβητῶ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελέντζας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν διέταξε τὸν ταμίαν Φθιώτιδος νὰ χορηγήσῃ χρήματα εἰς τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον Μαυρολιθαρίου καὶ εἰς ἄλλα τῆς περιφερείας του πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν ἐξ Ἀμερικῆς ἐπιταγῶν, αἵτινες μένουν ἀπὸ τριῶν μηνῶν ἀνεξαργύρωτοι.
§33Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει οὔτε σημείωμα τοῦ ταμίου οὔτε σημείωμα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη χρημάτων διὰ τὰς ταχυδρομικὰς ἐπιταγάς. Μέχρι σήμερον ἀπέστειλα εἰς τὰς Ἐπαρχίας ὅ,τι ποσὸν ἐζητήθη, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 573.300 δρ. διὰ τὰς ταχυδρομικὰς ἐπιταγὰς εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα, ἀλλὰ τὸ ταμεῖον Φθιώτιδος μέχρι τῆς μεσημβρίας τῆς σήμερον δὲν εἶχεν ὑποβάλῃ καμμίαν αἴτησιν, ἑπομένως δὲν ἔχω καμμίαν πληροφορίαν περὶ τούτου.
§34Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸ γεγονὸς εἶνε ὅτι τὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα τῆς περιφερείας δὲν ἔχουν νὰ πληρώνουν τὰς ἐπιταγάς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελέντζας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν τὸν Ἠλίαν Παπαδόπουλον καὶ ἄλλους ἀνθυπασπιστάς, κεκτημένους τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα ἀπὸ τῆς 29 Ἰουνίου 1913, ὅτε ἐγένοντο προαγωγαὶ ἀνθυπασπιστῶν εἰς ἀνθυπολοχαγούς, καὶ ἐκ παραδρομῆς ἢ ἀβλεψίας τῆς ὑπηρεσίας παραλειφθέντας, προαχθέντας δὲ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1913, ἂν θὰ θεωρήσῃ αὐτοὺς ὡς προαχθέντας ἀπὸ τῆς 29ης Ἰουνίου 1913, ὅτε ἔδει νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ.
§36Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Αὔριον.
§37Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μόνον τὸ ὄνομα εἶναι λάθος, κύριε Πρόεδρε, ἀντὶ Παπαδόπουλος, Παλαιοδημόπουλος.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα θὰ διορθωθῇ. Ὁ κ. Βελέντζας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. 1) Τίνα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ διὰ τὴν ἐκβάθυνσιν τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Κηφισσοῦ, ἐκ τῆς πλημμύρας καὶ τῆς ὑπερεκχειλίσεως τοῦ ὁποίου κατεστράφησαν πολλαὶ καλλιεργήσιμοι γαῖαι τῶν χωρίων Μπεσχενίου, Μεραλῆ, Κραβασαρᾶ, Κηφισσοχωρίου, Μάνεσι, Μπέλεσι καὶ πολλῶν ἄλλων τῶν τέως δήμων Τιθυρέας καὶ Ἐλατείας τῆς Ἐπαρχίας Δωρίδος, 2) ἂν διέταξε τὴν ἐπισκευὴν τῆς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καταστραφείσης ὁδοῦ μεταξὺ τῶν Λουτρῶν καὶ τῆς πόλεως Ὑπάτης.
§39Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἡ μελέτη ἐπεραιώθη, ἤδη συντάσσεται διάγραμμα ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου μηχανικοῦ, ὑπὸ τοῦ ὁποίου θὰ μελετηθῶσι τὰ ἔργα. Ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἰδίας μερίμνης ἡ μελέτη τῶν ἔργων τούτων.
§40Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἔκτασις τῆς ἐργασίας αὐτῆς φθάνει μόνον μέχρι τοῦ ἄκρου τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας. Ἄλλοτε οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνεζήτησαν ἐπὶ τοῦ ἰδίου ζητήματος τοῦ Κηφισσοῦ καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς ἐπαρχίας μου συνέστησαν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ ἐκβαθύνσεως τῆς κοίτης τοῦ Κηφισσοῦ, ἵνα μὴ ἐπέρχωνται αἱ καταστροφαὶ αὐταί, αἱ φοβεραί. Ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ μελέτη ἐπεξετάθη μόνον μέχρι τοῦ μέρους, ποῦ ἔκαμαν τὴν σύστασιν οἱ κ.κ. βουλευταὶ δηλαδὴ μέχρι τοῦ σημείου ποῦ ἄρχονται τὰ ὅρια τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν ἐὰν δὲν διετάχθη ἡ μελέτη νὰ διαταχθῇ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν.
§41Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Πάντως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐὰν αἱ τοπογραφικαὶ μελέται ἐκτείνονται μέχρι τοῦ σημείου τὸ ὁποῖον ἀνεφέρετε, πάντως θὰ διατάξωμεν τὴν ἐπέκτασιν τῆς μελέτης μέχρι τῶν ἀκροτάτων ὁρίων, μέχρι τῶν πηγῶν τοῦ Κηφισσοῦ ποταμοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, ἐδόθη εἰς ἐργολαβίαν τὸ ἔργον.
§42Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Ἡ ἐργολαβία ἀφορᾷ τὴν διαρρύθμισιν τῆς Κοίτης τοῦ ποταμοῦ καὶ δὲν ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς διορθώσεως καταστραφέντος τμήματος τῆς ὁδοῦ. Ὁ χείμαρρος οὗτος τῆς Ὑπάτης κατέστρεψε μέρος τῆς ὁδοῦ καὶ ἐπέφερε καὶ ἄλλας καταστροφάς. Ἐγένετο ἐργολαβία πρὸς διαρρύθμισιν τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει πληροφορία, καθ’ ἅ μὲ πληροφοροῦν, διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ, τὸ ὁποῖον κατεστράφη. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐπεκτείνητε τὴν ἐργολαβίαν, ἵνα ἐπισκευασθῇ καὶ τὸ τμῆμα αὐτὸ τῆς ὁδοῦ, περὶ οὗ πρόκειται.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βέρροιος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν οἱ ἀνθυπασπισταὶ οἱ ἐξελθόντες τῆς Σχολῆς τῶν Ὑπαξιωματικῶν θὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ὡς προήχθησαν οἱ ἀνθυπασπισταὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς.
§44ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὔριον, διότι λείπει ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ἡ ὑπ’ αὐτὸν ἁρμοδία ὑπηρεσία δὲν παρήγγειλε τὴν σκυρόστρωσιν τῆς δημοσίας ὁδοῦ τῆς παρὰ τὸν σταθμὸν Μανωλάδος κειμένης, ἀφοῦ ἡ παραλαβὴ τῶν σκύρων ἔχει γίνει ὑπὸ τοῦ Νομομηχανικοῦ πρὸ πολλῶν μηνῶν, καὶ ἀφοῦ ὡς ἐκ τοῦ ἀδιαβάτου τῆς ὁδοῦ ἔχουσι γίνῃ δυστυχήματα.
§46Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον μηχανικόν, μετὰ τὴν λῆψιν τῶν ὁποίων θὰ διατάξω τὰ δέοντα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπ. Θεοδωρόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν 1) πῶς ἐν ᾧ ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Τυπογραφείῳ τῆς Κρήτης καὶ τῷ Σφραγιστηρίῳ, οἱ ἐργάται ἐν αὐτοῖς ἐργάζονται 7½ –8 ὥρας κατὰ 24ωρον, καὶ ἐν ᾧ ἡ Τυπογραφία ἔχει καταταχθῇ εἰς τὰς ἐπικινδύνους ἐργασίας, δὲν ἐλήφθη πρόνοια καὶ διὰ τοὺς ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ ἐργαζομένους, οἵτινες συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, καθ’ ἃς ἐργάζονται μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, πολλάκις δὲ καὶ τὰς ἑορτὰς ἄνευ ἰδιαιτέρας τινὸς ἀποζημιώσεως, μάλιστα ὑπερβαίνουν ὄχι μόνον τὸ 10ωρον, ὅπερ ὁρίζει ὁ ἐσωτερικὸς κανονισμὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἀλλὰ καὶ τὸ 12ωρον, ἐργαζόμενοι ὄντως ὑπερανθρώπως, ἂν καὶ ἀμοίβωνται γλισχρότατα. 2) Παρακαλεῖ ὅπως τροποποιήσῃ πρὸ πάσης ἄλλης ἐνεργείας τὸν ἐσωτερικὸν κανονισμὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἐν πολλοῖς μέν, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὰς ἐργασίμους ὥρας ἐπὶ τὸ ἀνθρωπινότερον, καθ’ ὅτι ὡς ἐκ τῆς πολυώρου ὀρθοστασίας ἀφ’ ἑνός, καὶ τῆς πρὸς τὰς δηλητηριώδεις ἀναθυμιάσεις τοῦ ἀντιμονίου ἐπαφῆς ἀφ’ ἑτέρου, πάντοτε μέν, ἰδίως δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ἐσημειώθησαν ἀρκετὰ κρούσματα εἰς θανάτους καὶ μολυβδιάσεις ἐπὶ τῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ ἐργατῶν. 3) Ἐὰν σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ πότε.
§48Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ὁ κ. βουλευτὴς περὶ τῶν ἐργασίμων ὡρῶν τῶν ἐργατῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, νομίζω ὅτι δὲν στηρίζονται ἐπὶ πραγματικῆς βάσεως. Πρῶτον οἱ ἐργάται τοῦ Ἐθν. Τυπογραφείου εἶναι ὑπάλληλοι, ἔχοντες ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς ὑπαλληλικῆς σχέσεως, δηλ. ἀπολαύοντες συντάξεως, προαγωγῆς καὶ προσαυξήσεως μεθ’ ὡρισμένα ἔτη ὑπηρεσίας. Αἱ ἐργάσιμοι ὧραι πραγματικῶς δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς ἐννέα, πλειστάκις μάλιστα αἱ ὧραι δὲν εἶναι ἐννέα, ἐὰν δὲ τυχὸν ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐργασίας παρουσιάζεται ἐνίοτε περίπτωσις ἐργασίας ἐπὶ περισσοτέρας ὥρας, τότε τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀφίενται ἐλεύθεροι. Ἐπίσης τὰ λεγόμενα ὅτι αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐργάζονται, εἶναι κακαί, δὲν εἶναι διόλου ἀληθῆ, διότι βεβαίως αἱ συνθῆκαι τοῦ φωτισμοῦ καὶ τοῦ ἀερισμοῦ εἶναι ἀνώτεραι ἀπὸ τὰς συνθήκας ὅλων τῶν ἄλλων τυπογραφείων.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγαπητὸς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πότε θὰ συντελεσθῇ ἡ ἀπονομὴ τῶν μεταλλίων τῶν δύο πολέμων 1912 καὶ 1918, καὶ ποῖα μέτρα σκοπεύει νὰ λάβῃ ὥστε εἰς τὸ μέλλον ἐν περιπτώσει πολέμου νὰ ἐπέρχηται ἀφ’ ἑνὸς ἄμεσος ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἐκτελούντων τὸ καθῆκόν των καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ αὐστηρὰ τιμωρία τῶν ἀποφευγόντων αὐτό.
§50Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ πότε θὰ συντελεσθῇ, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ εἴπω, διότι πρόκειται περὶ 300,000 ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποβάλῃ αἰτήσεις, τῶν ὁποίων τινὲς ἀπερρίφθησαν καὶ πάλιν ἐπανέρχονται. Ὥστε ὁμοιάζει ἡ ὑπόθεσις μὲ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐρωτᾷ τίνα μέτρα θὰ λάβω διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὸ εἰς τὸ μέλλον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἰδικῶς δι’ αὐτὸ τὸ θέμα δὲν σκέπτομαι νὰ λάβω μέτρα. Ἐλάβομεν γενικὰ μέτρα διὰ τὴν πλήρη διοργάνωσιν τοῦ στρατεύματος, ἐλπίζοντες ὅτι διὰ τῆς διοργανώσεως αὐτῆς εἰς τὸ μέλλον θὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ἀταξία.
§51Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἐὰν ὑπέβαλον τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦτο ἔπραξα ἀκριβῶς ὄχι διὰ νὰ διορθώσω τὸ κακὸν τοῦ παρελθόντος ἀλλὰ διότι ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθῇ ὁ Ὑπουργὸς καὶ παύσῃ ὑφιστάμενον τὸ συναίσθημα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν συνεπείᾳ τῶν σφαλμάτων δύο πολέμων οἱ ὁποῖοι προϋπῆρξαν. Βεβαίως ὁ ἕλλην λίαν προθύμως ὑφίσταται θυσίας διὰ τὴν πατρίδα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀξιώσεως ἀμοιβῆς, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀξίωσιν ἀμοιβῆς ζητεῖ ὅμως τοὐλάχιστον ἀναγνώρισιν τῶν ὑπηρεσιῶν του. Εἶναι δὲ ἀπαραίτητον, συγχρόνως μὲ τὴν διοργάνωσιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων καὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἐδήλωσεν ὅτι λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ βλέπομεν καθ’ ἑκάστην ὅτι λαμβάνει, εἶνε, λέγω, ἀναγκαῖον, ὅπως βεβαιωθῇ τὸ Ἔθνος ὅτι ὁ πολίτης ὁ ὁποῖος θὰ κληθῇ στρατιώτης εἰς τὸν μέλλοντα πόλεμον θὰ ἔχῃ τὴν ἀμοιβὴν τὴν ἠθικὴν ἀναμφισβήτητον καὶ ταχεῖαν. Εἶναι ἀνάγκη ὄχι μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διακρίνονται ἢ ἐκτελοῦσι ἁπλῶς τὸ καθῆκον των νὰ ἀμείβωνται ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ τιμωρῶνται αὐστηρῶς καὶ ἀσφαλῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγουσιν τὸ καθῆκον. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἐπιτρέπεται, ὅπως ἐγίνετο κατὰ τὸ παρελθόν, ἐπιείκεια εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τὸ καθῆκον των, διότι ὅπως βλάπτει ἡ μὴ ἀναγνώρισις τῶν διακριθέντων, βλάπτει ἐπίσης καὶ τῶν ὑπολειφθέντων ἡ μὴ τιμωρία. Νομίζω ὅτι εἶνε ἀνάγκη ὅπως διὰ μέτρου νομοθετικοῦ βεβαιωθῇ ὁ λαὸς ὅτι εἰς τὰς μελλούσας περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ληφθῇ ἀνάγκη νέων θυσιῶν ἐκ μέρους τοῦ Ἔθνους, θὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ λείψωσιν καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ λείψωσιν, οὕτω ὥστε νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ νέου πολέμου τρεῖς κατηγορίαι καὶ νὰ γνωρίζωσι πάντες ἐὰν ἕκαστος πολίτης ἐξετέλεσεν ἁπλῶς τὸ καθῆκον του ἢ διεκρίθη ἢ ὑπελείφθη. Δὲν πρέπει νὰ ἐμφανίζωνται ὅλοι εἰς μίαν μάζαν καὶ νὰ εἶναι ἄγνωστον εἰς ἕκαστον ἂν ὁ στρατιώτης ὁ ὁποῖος ἀφέθη ἐξετέλεσεν ἁπλῶς τὸ καθῆκον του ἢ ὄχι ἢ διεκρίθη.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐθ. Βελλιανίτης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ, τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν τελωνοφυλάκων, οἵτινες μόνον αὐτοὶ παρηγκωνίσθησαν ἐξ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων.
§53Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, διότι θὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐὰν δὲν τὸ ὑπέβαλον μέχρι τοῦδε εἶναι διότι οὐσιαστικῶς δὲν εἶχον τὸν ὑλικῶς ἀπαιτούμενον καιρόν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη ἡ ἡμερησία διάταξις τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Εἰσέρχεται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων Οἱ κ. κ. Κ. Σπυρίδης καὶ Ν. Ζαρλῆς παρακαλοῦσιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως διατάξῃ νομίμως καὶ ἐνεργηθῇ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ κοινοτικῶν συμβούλων τακτικῶν καὶ ἀναπληρωματικῶν τῆς κοινότητος Βυζίτσης, ἧς τὰ μὲν ἐκλεγέντα μέλη πλὴν τοῦ προέδρου παρῃτήθησαν πρὸ πολλῶν μηνῶν ἀναπληρωματικὰ δὲ τοιαῦτα δὲν ἐξελέγησαν.
§55ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπιθυμῶ νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν. Ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔχει καμμίαν πληροφορίαν. Ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ἔμαθον τὸ πρᾶγμα καὶ ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον νομάρχην.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Νάκος παρατηρεῖ ὅτι οἱ κάτοικοι Ἰωαννίνων παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς καταρτισμοῦ μητρῴου ἀρρένων, ἡ ὁποία κατέγραψε πλείστους μὲ ἡλικίαν κατωτέραν τῆς πραγματικῆς, ἐνῷ ἀδελφοὶ μικροτέραν ἔχοντες ἡλικίαν τῶν οὕτως ἐγγεγραμμένων ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν στρατὸν ὡς κληρωτοί. Παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως ζητήσῃ πληροφορίας καὶ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα.
§57ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τὴν σύστασιν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν 1) Διατὶ καθυστεροῦνται τὰ ἐπιμίσθια (πλέον μισθοῦ) τοῦ ἀποστράτου ὑπολοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ Παναγιώτου Εὐστρατίου ἀπὸ τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1912, ὅτε ἐκηρύχθη ἡ ἐπιστράτευσις μέχρι τῆς 12 Ἰανουαρίου 1913, ὅτε ὑπηρέτει ἐν Λαρίσσῃ εἰς τὸ Αον τάγμα τῶν ἐφέδρων ἐθνοφρουρῶν ὡς ἀνθυπασπιστὴς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἅπαντες οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ ἐλάμβανον τοιαῦτα, ἤτοι τὸ ἥμυσι τοῦ μισθοῦ των ἐπὶ πλέον, 2) διατὶ δὲν παρέχεται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων πιστοποιητικὸν εἰς τὸν αὐτὸν ὑπολοχαγὸν ὅτι ὑπηρέτησεν ἐπὶ 5 μῆνας καὶ πλέον ὡς ἐπιλοχίας κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 εἰς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Μηχανικοῦ Θεσσαλίας ἀφοῦ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἔχει βεβαιωθῆ περὶ τῆς ὑπηρεσίας του ταύτης παρὰ τοῦ ὑπολοχαγοῦ Τσέρτου Κ. τότε ἐπιλοχίου καὶ τούτου.
§59Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἔχει ἐνεργηθῆ μακρὰ ἀλληλογραφία ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, σχετικὰ δὲ ταύτης διεβιβάσθησαν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν Ἀττικῆς, ὅπως κοινοποιηθῶσι εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον, διὰ τῆς ὑπὸ χρονολογίαν 29 Αὐγούστου διαταγῆς μου. Ὥστε θὰ γνωρίζῃ ἤδη ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος.
§60Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι σήμερον δὲν ἔχει λάβει καμμίαν εἰδοποίησιν.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ ἐπαναλάβω τὴν διαταγὴν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν νὰ κοινοποιήσῃ. Ἐὰν δὲν μείνητε εὐχαριστημένος δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν· θὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ τοῦ εἴπητε, ἐὰν ἦνε πρόχειρος, νὰ ὑπάγῃ νὰ τὰ πάρῃ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅπως ἡ ὑπ’ αὐτὸν ἁρμοδία ὑπηρεσία λάβῃ μέριμναν καὶ συστηθῇ ἀγροκήπιον ἐν Καλαβρύτοις καὶ 2) ὅπως ἱδρύσῃ δασοφυλακεῖον εἰς τὰ δάση Λεχουρίου καὶ Μάζι τῶν Καλαβρύτων, τῆς ἀνεγέρσεως τούτων οὔσης ἐνδεδειγμένης διὰ λόγους φρουρήσεως τῶν δασῶν.
§63Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως προβῇ εἰς τὴν σύστασιν ἀγροκηπίου ἐν Καλαβρύτοις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἀπετάθη ἄλλοτε εἰς συμπολίτην μου Καλαβρυτινὸν νὰ τοῦ παραχωρήσῃ τὸ σχετικὸν κτῆμα ἐκεῖ πρὸς ἵδρυσιν γεωργικοῦ σταθμοῦ, ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο οὔτε δίκαιον εἶναι, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρέπον, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ στερηθῇ τις τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ καὶ νὰ τὴν παράσχῃ εἰς τὸ δημόσιον. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι νὰ ἐξεύρῃ ἡ ὑπηρεσία τόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ γίνῃ τὸ ἀγροκήπιον αὐτό. Ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων εἶναι ἐπαρχία τῆς πρώτης γραμμῆς. Δύναται καταλλήλως διενεργοῦσα ἡ ὑπηρεσία νὰ παρουσιάσῃ τοιαύτην δασοκομίαν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀνωτέρα καὶ τῶν Πατρῶν, διότι ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων παρουσίασε παραγωγὴν πλέον ὑπερτέραν καὶ κατὰ ποσότητα καὶ κατὰ ποιότητα. Πρέπει λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, διότι ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, πρὸ παντὸς ὀφείλει νὰ τὸ ὁμολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅτι οὐδεμία στοργὴ μέχρι τοῦδε ἐπεδείχθη ἐκ μέρους τῆς πολιτείας διὰ τὴν ἐπαρχίαν ταύτην καὶ ἔχει ἀποξενωθῇ ἐντελῶς τῶν συμπαθειῶν τῆς πολιτείας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἡ ὁποία πολλὰ καὶ ἠθικὰ ἀλλὰ καὶ ὑλικὰ κεφάλαια ἔχει παράσχει. Ἐπὶ πλέον, κύριε Ὑπουργέ, ὡς γνωρίζετε, ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων ἔχει τὸ δάσος Μάζι τοῦ δήμου Κλειτορίας ὡς καὶ τὸ δάσος τοῦ Λεχουρίου. Εἰς τὰ δάση ταῦτα ὡς ἐκ τοῦ ὀλίγου ἀριθμοῦ τῶν δασοκόμων δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἡ κατάλληλος ἐποπτεία πρὸς φρούρησιν αὐτῶν, συνεπῶς τὰ δάση λεηλατοῦνται καὶ ὄχι μόνον ἀλλὰ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε οὐδεμία ὠφέλεια προσπορίζεται εἰς τὸ Κράτος. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι, ὅπως καθὼς ἄλλοτε εἶχε διενεργηθῇ, καθ’ ὅσον ἄλλοτε ὑπῆρχε φυλακεῖον εἰς τὸ χωρίον κεῖνο, δυστυχῶς ὅμως τὸ ἐνέπρησαν καὶ ἔκτοτε ἡ πολιτεία δὲν ἐμερίμνησε περὶ ἀνεγέρσεως τοιούτου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα, δηλαδὴ διὰ τὴν σύστασιν ἀγροκηπίου ἐν Καλαβρύτοις καὶ διὰ τὴν ἵδρυσιν δασοφυλακείου εἰς τὰ δάση Λεχουρίου καὶ Μάζι τῶν Καλαβρύτων.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον θὰ γίνῃ, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ δεύτερον πρέπει νὰ μορφώσωμεν δασοφύλακας.
§65Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Βεβαίως ἡ σύστασις, ἡ μελέτη καὶ ἡ σκέψις ἐγένετο ἀπὸ τὰ πέρυσι καὶ προπέρυσι, ἀλλ’ ἡ σύστασις μένει σύστασις, πρόκειται περὶ ἐλαχίστης δαπάνης, τὰ κέρδη ὅμως θὰ εἶναι μεγάλα καὶ ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων, ἡ ὁποία ἔχει ἐγκαταλειφθῆ, θὰ τὸ θεωρῇ εὐεργέτημα. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ὑποδείξῃ τὴν σύστασίν μου εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετρουλάκης.
§67Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀπουσιάζουν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί, νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς συνιστᾷ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως ὑποδείξῃ πρὸς τὴν ἑταιρείαν τοῦ ΣΠΑΠ νὰ παρέχῃ πᾶσαν εὐκολίαν εἰς τοὺς σταφιδεμπόρους τῶν Πατρῶν, διότι κατὰ τὰ νῦν κρατοῦντα ἡ ἑταιρεία μετά τινας ὥρας ἀπὸ τῆς ἀφίξεως τῶν βαγονίων τῶν μεταφερόντων τὸν σταφιδόκαρπον ὑποχρεοῖ τοὺς σταφιδοπαραλήπτας νὰ παραλαμβάνωσι τοῦτον, ἄλλως ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλλωσι λεπτὰ 50 κατὰ χιλιόλιτρον καθ’ ἑκάστην ὥραν καὶ τοιουτοτρόπως ζημιοῦται ὁ σταφιδικὸς κόσμος, ὑπολογιζομένης πάντοτε καὶ τῆς ἄνω καταβολῆς.
§69Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διέταξα τὰ δέοντα.
§70Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εὐχαριστῶ.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Παιδείας καὶ Συγκοινωνίας νὰ προνοήσωσι περὶ ἐπιδιορθώσεως τοῦ κτιρίου τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου Δερβενίου τῆς Κορινθίας, τὸ ὁποῖον πρὸ μηνῶν ἐπεσκέφθη ὁ μηχανικὸς Κορίνθου, ἀλλ’ οὐδὲν μέχρι σήμερον ἐνηργήθη καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἐπικειμένου χειμῶνος αἱ βλάβαι του θὰ καταστῶσι ῥιζικαί.
§72Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διετάχθη ὁ μηχανικός.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Δ. Πετρουλάκης καὶ Π. Φλέσσας ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπὶ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, καθ’ ὅσον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων καταφαίνεται μεγίστη ἀταξία ἐν τῇ Προνομιούχῳ.
§74Π. ΦΛΕΣΣΑΣ. Φαίνεται, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὁ κ. Στεφάνου δὲν παρακολουθεῖ τὰ καθέκαστα τῆς Ἑταιρείας διότι ἐὰν παρηκολούθει θὰ ἔβλεπε τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται κατατεθειμένον κατὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Δ. Πετρουλάκη διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ὅτι παρεχωρήθη δάνειον εἰς ἕνα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑταιρείας εἰς τὸν Α. Μοσχονᾶν 4.500 δραχ., ἐνῷ οὐδεμία διάταξις ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει τῆς Ἑταιρείας νὰ παραχωρῶνται δάνεια εἰς τοὺς ὑπαλλήλους της ἐπὶ τῇ βάσει τίτλων ἀσφαλείας τῆς ζωῆς. Ὁ κ. Α. Μοσχονᾶς ἀπεμακρύνθη τῆς Ἑταιρείας καὶ ἀνέλαβε καθήκοντα εἰς τὴν ὑπερωκεάνειον Ἑταιρείαν, ἤρχισε δὲ νὰ δημοσιογραφῇ κατὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, κατόπιν τοῦ δημοσιογραφικοῦ τούτου ἀγῶνος κατώρθωσε εὑρισκόμενος ἄνευ θέσεως νὰ προσληφθῇ μὲ διπλάσιον μισθὸν ὡς διευθυντὴς τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, ὡς ἀποδεικνύεται δὲ ἔχει λάβει καὶ δεύτερον δάνειον ἐνῷ τὸ πρῶτον δὲν ἔχει ἐξοφληθῆ· ἀποδεικνύεται δὲ ἐκ τῶν ἐγγράφων ὅτι ἔλαβε 3.000 δραχμὰς ἐνῷ ὑφίστατο τὸ ἀνεξόφλητον δάνειον τῶν 4.500 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε πρὶν ἀποχωρήσει τῆς Προνομιούχου καὶ ἀφοῦ ἀνέλαβε καθήκοντα διευθυντοῦ τοῦ Ὑπερωκεανείου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ μέτρα διὰ τοὺς ἅρπαγας αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσι νὰ ματαιώσωσι τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως.
§75Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάκρισιν δὲν πιστεύω ὅτι δύναται νὰ εὑρίσκηταί τις εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ὁ ὁποῖος νὰ νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως. Τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ οὐσιαστικῶς διὰ νὰ βλέπῃ ἐὰν ἡ αʹ ἢ ἡ βʹ πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἶναι ἐν τάξει διότι τότε ἐπεμβαίνει εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν διαχείρισιν. Ἕν μόνον δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ἐὰν ἐπῆλθε ζημία εἰς ἣν μετέχει καὶ τὸ Κράτος δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐναγάγῃ αὐτήν.
§76Π. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ κατακρίνω εἶνε ὅτι ἔδωκε δάνεια εἰς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τὴν Ἑταιρείαν, ἐνῷ αὐτοὶ ἐδημοσιογράφουν κατ’ αὐτῆς, ἔλαβον δὲ κατόπιν καὶ ἄλλα δάνεια. Αὐτὸ θέλω ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἐνήργησεν ἡ Ἑταιρεία ὅπως ἔπρεπεν.
§77Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 7 παρακαλῶ διότι ἦλθον οἱ κ. κ. Ὑπουργοί.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 7. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον ὅπως ἀπευθύνῃ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς τὴν σύστασιν περὶ λήψεως μέτρου πρὸς ἀπαλλαγὴν τῆς Κοινότητος Καμηνίων τέως δήμου Φάριδος τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ καταβάλλειν μίσθωμα εἰς τὴν Μονὴν Ζορμούτσης διὰ τοὺς μονορόφους οἰκίσκους μετὰ προαυλίου ἐν οἷς τὸ πλεῖστον τῶν κατοίκων κατοικοῦσιν ἀπὸ τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως καὶ ἐφεξῆς καὶ τοὺς ὁποίους ἰδίᾳ δαπάνῃ καὶ προσωπικῇ ἐργασίᾳ διατηροῦσιν κατοικησίμους μέχρι τοῦ νῦν.
§79Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς Κοινότητος Καμινίων τοῦ τέως δήμου Φάριδος, ἥτις ἔχει περὶ τὰς 50 οἰκογενείας κατοικούσας ἐν αὐτῇ, αἱ ὁποῖαι κατέφυγον ὡς πρόσφυγες ἀπὸ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως αὐτόθι ἐκ Κρήτης, Χίου καὶ τῶν ἄλλων νήσων τοῦ Αἰγαίου. Τὰς οἰκογενείας ταύτας ἐκβιάζει ἡ Μονὴ Ζορμούτσης ὅπως πληρώνωσι μίσθωμα διὰ τοὺς μονορόφους οἰκίσκους της, τοὺς ὁποίους ἔκτοτε ἐκεῖναι προσωπικῇ δαπάνῃ καὶ ἐργασίᾳ διατηροῦσι. Ἀφοῦ ἐχειραφετήσαμεν σχεδὸν πάντας τοὺς ὑπὸ δουλοπαροικίαν τελοῦντας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρον καὶ διὰ αὐτοὺς ὅπως ἐξαγοράσωσι τὰ οἰκήματα μετὰ τοῦ προαυλίου. Τὰ κτήματα τῆς Μονῆς τὰ ἀγροτικὰ μεγάλων προσόδων διαχειρίζονται συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ἀλλ’ ἔρχεται ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Μονῆς, ὅστις ἀναγράφει κονδύλιον ἐκ τῶν ἐνοικίων. Σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν ἀτυχῶν τούτων πτωχῶν ἀγροτῶν.
§80Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ ἐξετάσω.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βρατσᾶνος ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διατὶ δὲν ἀπελύθησαν εἰσέτι οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ τοῦ Μηχανικοῦ τῶν ἀπογραφῶν 1910 καὶ 1911.
§82Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ἄλλοτε εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν θὰ ἀπελύοντο οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ τῶν κλάσεων τοῦ 1910 καὶ 1911.
§83Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν κατορθώθη ἀκόμη νὰ δημοσιευθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ ὁ Νόμος περὶ προσλήψεως προσωπικοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ μηχανικοῦ τοῦ Ὑπουργείου. Θὰ γείνῃ καὶ αὐτό.
§84Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τοῦ 1911 ἀπελύθησαν καὶ τοῦ 1912 καὶ μένουσιν οἱ τοῦ 1910.
§85Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀπελύθησαν ἄλλων κλάσεων μεταγενεστέρων ἀξιωματικοί. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἀπολυτήριον τοῦ κ. Ὑπατίου Βλυσίδου τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1913 ὑπηρετήσαντος μόνον 16 μῆνας.
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ δώσητε σημείωσιν καὶ εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀπαντήσω εἰς πρώτην εὐκαιρίαν, διότι θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀσυγχώρητον τὸ νὰ κρατοῦνται παλαιότεροι ἐνῷ ἀπελύθησαν μεταγενέστεροι. Θὰ ὑπάρχῃ κἄποια ἐξήγησις. Ὁ κ. συνάδελφος τῆς Συγκοινωνίας μὲ πληροφορεῖ περὶ τοῦ Βλυσίδου ὅτι εἶναι ὑπάλληλος τοῦ τμήματος τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸν ἐζήτησε δὲ ἡ ὑπηρεσία ἵνα τὸν διαθέσῃ εἰς τὰ δημόσια ἔργα τῆς Μακεδονίας. Ὥστε βλέπετε ὅτι ὑπάρχει ὑπηρεσιακὴ ἀνάγκη. Ἐὰν ἔχητε ἄλλο ὄνομα δώσατέ μου, διότι θὰ εἶμαι αὐστηρότατος ἐὰν μοῦ ἐδόθησαν κακαὶ πληροφορίαι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δηλιγιάννης, Τσακόπουλος καὶ Κοπανίτσας συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως διατάξῃ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὴν Αʹ τάξιν τοῦ ἐν Ἀθήναις διδασκαλείου τῶν θηλέων καὶ τῶν ὑπολοίπων ἐπιτυχουσῶν κατὰ τὴν δοκιμασίαν μαθητριῶν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§88Ε. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἄλλοτε εἶχον κάμει σύστασιν προφορικήν, ὅπως δεχθῆτε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ Ἀρσάκειον καὶ αἱ λοιπαὶ ἐπιτυχοῦσαι μαθήτριαι εἰς τὸν διαγωνισμόν. Προτοῦ ἐκδοθῇ τὸ τελευταῖον Β. Διάταγμα τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου εἰσήγοντο εἰς τὸ Ἀρσάκειον, ὅσαι, ὑφιστάμεναι ἐξετάσεις, ἐπετύγχανον. Αἱ μαθήτριαι εἶχον προπαρασκευασθῆ, ὥστε νὰ ἐπιτυγχάνωσι καὶ ἐπετύγχανον πράγματι. Τώρα, ἐὰν τὸ Διάταγμα περιώριζε τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητριῶν εἰς 40 ἢ 60, τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, οὐχὶ δὲ διὰ τὸ τρέχον, διότι κατ’ αὐτὸ ὅλαι εἶχον παρασκευασθῆ πρὸς ἐπιτυχίαν. Ἡ σύστασις καὶ δευτέρου τμήματος δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Διάταγμα ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ τὸ Δημόσιον εἰς οὐδεμίαν δαπάνην, διότι ταύτην θ’ ἀναλάβωσιν αἱ μαθήτριαι, αἱ ὁποῖαι θὰ φοιτήσωσι. Ἄλλη δικαιολογία τῆς ἀρνήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως δεχθῇ καὶ τὰς ὑπολοίπους 80, τὰς ἐπιτυχούσας, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἡ Ἐπιτροπεία ἔφερε καὶ αὐτὰς ὡς ἐπιτυχούσας. Ἤθελον λοιπὸν σᾶς παρακαλέσει νὰ μὴ ἐπιμείνητε, ἐὰν δὲ νομίζετε ὅτι σᾶς παρακωλύει ὁ Νόμος, νὰ εἰσαγάγητε πρόσθετον διάταξιν τροποποιητικήν, ὥστε νὰ εἰσαχθῶσι καὶ αἱ ὑπόλοιποι.
§89Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν σύστασιν τοῦ κ. Συναδέλφου.
§90Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὡς πολὺ ὀρθῶς ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, τὸ κώλυμα εἶναι ἐκ τοῦ Νόμου, ὁρίσαντος ὅτι ἓν τῶν Διδασκαλείων συνιστᾶται ἐν Ἀθήναις, τοῦ ὁποίου ἑκάστη τάξις δύναται νὰ διαιρεθῇ τὸ πολὺ εἰς δύο τμήματα, ἕκαστον δὲ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ περισσοτέρας τῶν 60 μαθητριῶν. Ἐνετείναμεν, ὅσον ἦτο δυνατόν, τὰς προσπαθείας μας ἵνα αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν ἐπειδὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τοῦ Νόμου. Περισσότερον δὲν δυνάμεθα καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν σας.
§91Ε. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον νὰ καταφύγητε εἰς πρόσθετον διάταξιν, ἡ ὁποία θέλει ἰσχύσει διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καντιάνης συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως ληφθῇ μέριμνα πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1904, δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου κατασκευασθέντος, νῦν δὲ ἡμικαταστραφέντος φράγματος τοῦ ποταμοῦ Πύρνακος παρὰ τὸ Τζεφερεμίνι τῆς Μεσσήνης, τοῦ χρησιμεύοντος πρὸς διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τοῦ ποταμοῦ διὰ τὴν ἄρδευσιν χιλιάδων ὅλων στρεμμάτων γαιῶν.
§93Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διέταξα τὸν Νομομηχανικὸν νὰ ὑποβάλῃ μελέτην.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 15, 16 καὶ 17 ἐπερωτήσεις τῶν κ. κ. Ἀναστασιάδου, Ἀγγελίδου καὶ Βρατσάνου ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως εἰσαχθοῦν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων, ἅπαντες οἱ λαβόντες τὴν βάσιν ἐπιτυχίας κατὰ τὸν τελευταῖον διαγωνισμόν.
§95Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐλαχίστων νέων, οἱ ὁποῖοι διαγωνισθέντες ἔλαβον τὴν βάσιν, ὑστερήσαντες κατά τινα δέκατα. Ὁ διαγωνισμὸς διεξήχθη ὑπὸ ὅρους αὐστηροτάτους, παρέχοντας τὴν ἐγγύησιν ὅτι οἱ κριθέντες ἱκανοὶ ἦσαν πράγματι καὶ τοιοῦτοι. Λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ὡς καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐτονίσθη, ὁ στόλος ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην κατωτέρων ἀξιωματικῶν, νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται ἡ εἰσαγωγὴ καὶ τῶν νέων αὐτῶν, οἵτινες ἔλαβον τὴν βάσιν, παραβλεπομένης τῆς παρατυπίας ἢ τῆς μικρᾶς ἀταξίας ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τοῦ ὅτι θὰ εἰσέλθωσιν ὑπὲρ τὸν προκηρυχθέντα ἀριθμόν. Συνιστῶ θερμότατα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὅπως, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συμφέροντος τῆς ταχυτέρας καταρτίσεως στελεχῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, στέρξῃ καὶ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμόν.
§96Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. βουλευτὴν Κορινθίας, ὅτι θὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα καὶ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθωσιν ἐκ τῶν λαβόντων τὴν βάσιν, θὰ ἀποφασισθῇ, ὅταν πεισθῶμεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῶσιν ἢ ὅλοι ἢ μέρος τοῦ ὅλου.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοσονᾶκος, παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν διαβιβασθεῖσαν αὐτῷ αἴτησιν τῶν Κοινοτήτων Καρουπόλεως, Νεοχωρίου, Τσεροβῆς καὶ Σκουταρίου, τῆς ἐπαρχίας Γυθείου περὶ κατασκευῆς διακλαδώσεως ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Γυθείου–Ἀρεοπόλεως μέχρι Σκουταρίου, ἧς ἡ ἔλλειψις μεγάλως δυσχεραίνει τὴν συγκοινωνίαν καὶ τὴν μεταφορὰν τῶν προϊόντων.
§98Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ λάβωμεν τὴν δέουσαν μέριμναν.
§99Π. ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Νὰ διατάξητε τὸν νομομηχανικὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἔργου, διότι ἡ δαπάνη εἶναι ἐλαχίστη.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νᾶκος, συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως ἐπιβάλῃ καὶ ἀνεγερθῶσι περιφράγματα ἑκατέρωθεν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Συνόρων εἰς τὴν πεδιάδα Λεβαδείας, διότι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης πολλὰ ζῶα τῶν γεωργῶν Λεβαδείας διεμελίσθησαν, μεριμνήσῃ δὲ καὶ περὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, οἵτινες ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Ἑταιρείας ἐζημιώθησαν.
§101Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ διατάξω τὴν Ἑταιρίαν ὅπως κατασκευάσῃ περιφράγματα ἑκατέρωθεν τῆς ὁδοῦ.
§102Λ. ΝΑΚΟΣ. Πρὸ πάντων ἐκεῖ ὅπου εἶναι κτήματα καλλιεργήσιμα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νᾶκος, συνιστᾷ εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβωσι μέτρα περὶ τῆς κατεδαφίσεως τοῦ ἐν Κοπραίνῃ τῆς Λεβαδείας ἰδιωτικοῦ φράγματος, τὸ ὁποῖον γίνεται πρόξενος καταστροφῶν, λόγῳ τῶν πλημμυρῶν τοῦ Κηφισσοῦ ποταμοῦ, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπιτροπὴ τῶν κατοίκων τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα ζημιοῦνται, ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ κ. Νομάρχου Ἀττικῆς, ὅστις, ἐνῷ ἐδικαιοῦτο ἐκ τοῦ νόμου καὶ ὤφειλεν, οὐδὲν μέτρον ἔλαβε μέχρι τοῦδε, ἀπειλοῦνται δὲ συγκρούσεις. Ἐπίσης δέον νὰ ληφθῶσι μέτρα περὶ τῶν τοῦ αὐτοῦ εἴδους φραγμάτων τῆς Ἑταιρείας Κωπαΐδος, ὡς καὶ τῶν ἑκατέρωθεν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς τάφρων, διότι ὅλα ταῦτα συντρέχουσι νὰ γίνωνται καταστρεπτικώτεραι αἱ πλημμύραι τοῦ Κηφισσοῦ ἐν Λεβαδείᾳ.
§104Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ νομομηχανικὸς διέταξε τὴν κατεδάφισιν τοῦ φράγματος, ἀλλὰ διαμαρτυρίαι ἄλλων ὑποστηριζόντων ὅτι τὸ φρᾶγμα δὲν εἶναι νέον, ἀλλὰ πρὸ δεκαπενταετίας κατεσκευάσθη τοῦτο, ἀνέβαλον τὴν κατεδάφισιν. Ἐζητήσαμεν τὴν παρέμβασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἵνα γνωμοδοτήσῃ κατὰ πόσον δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς κατεδάφισιν. Εἴπομεν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, ἵνα διατάξωμεν τὴν κατεδάφισιν, διότι καὶ ἀπ’ εὐθείας ἐγένοντο παράπονα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θέλω φέρει νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς ἐν γένει.
§105Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῶν ἐνεργειῶν σας. Πρὸ μηνός, ὡς γνωρίζετε, παρουσιάσθη ἐπιτροπὴ εἰς τὸν Νομάρχην, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν πρὸ ἡμερῶν, εἶπε σοφὴν συμβουλὴν διὰ τοὺς Νομάρχας ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ κάποιαν αὐτοβουλίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ στείλῃ μίαν περικοπὴν τῆς ἀγορεύσεως αὐτῆς εἰς τὸν Νομάρχην Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐννοεῖ νὰ λάβῃ ποτὲ ἀπόφασιν δι’ οὐδὲν ἔργον. Γνωρίζετε ὅτι παρὰ τὴν Λεβάδειαν ῥέει ὁ Κηφισσός, ὅπου ἕκαστος ἰδιοκτήτης κατασκευάζει φράγματα, ἵνα σωθῇ αὐτός, ἀδιαφορῶν ἂν δι’ αὐτῶν τῶν φραγμάτων καταστρέφονται οἱ ἄλλοι. Λοιπὸν παρακαλῶ ὅπως τάχιστα ληφθῇ μέτρον τι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§107Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου ἐν πρώτοις «περὶ τροποποιήσεων διατάξεων τοῦ ͵ΒΙΘʹ νόμου, περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου». Τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 29 τοῦ σχετικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 10 ἑκατομ. δραχμῶν εἶχεν ὁρισθῆ τότε ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς, ὅτε ἐγίνοντο αἱ διαπραγματεύσεις διὰ τὸν κανονισμὸν τῶν παλαιῶν δανείων, διότι ἡ τότε συστᾶσα ἐπιτροπὴ ἐφρόνει, ὅτι ἔδει νὰ ὑπάρξωσι δεσμευτικαὶ διατάξεις καθ’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν λειτουργίαν τοῦ κυμαινομένου χρέους. Σήμερον αἱ συνθῆκαι παρήλλαξαν ἐντελῶς καὶ ἕνεκα τῆς μείζονος ἀντοχῆς τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ τῆς εὐρύτητος τῆς μείζονος ἕνεκεν τῆς προσκτήσεως τῶν νέων ἡμῶν ἐπαρχιῶν, ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἀνάγκην ἀνέσεως μείζονος ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶχεν ὁρισθῇ κατὰ τὸ 1898. Εὐτυχῶς εἰς τὴν ἀντίληψιν ταύτην ὑπῆρξε σύμφωνος ἐντελῶς καὶ ἡ Διεθνὴς οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ καὶ οὕτω ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, δι’ οὗ τροποποιεῖται ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου. Λαμβάνω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων αὐτῆς εἰς τὰς νέας χώρας». Διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἡ λειτουργία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θέλει ἐπεκταθῆ τοῦ λοιποῦ καὶ εἰς τὰς νέας ἡμῶν χώρας. Χρονικὴν παράτασιν δὲν περιλαμβάνει ἡ προκειμένη σύμβασις· οὕτω τὰ προνόμια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκπνέουν κατὰ τὸ 1930, συμφώνως πρὸς τὰς ἤδη περὶ τούτου κειμένας συμβάσεις. Ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ χρονικὴ παράτασις τῶν προνομίων Τραπέζης ἐκδοτικῆς δὲν πρέπει νὰ χωρήσῃ τοσαῦτα ἔτη πρὸ τοῦ χρόνου τῆς λήξεως τῆς ζωῆς αὐτῆς, διότι ἐν τῇ προκειμένῃ μάλιστα περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπολείπονται εἰσέτι 16 ὅλα ἔτη, δὲν εἶναι εἰσέτι γνωσταὶ οὔτε αἱ μέλλουσαι νὰ δημιουργηθοῦν συνθῆκαι, οὔτε τὸ πῶς δέον αὗται νὰ ῥυθμισθῶσιν. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς ἐν γένει οἰκονομίας τῆς συμβάσεως, ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ διεξέλθω διὰ βραχέων τὰ τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης ὡς ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ὅπως ἐκ τῆς ἱστορίας αὐτῆς ἀντλοῦντες ἐπιχειρήματα συναγάγωμεν τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγει ἡ σύμβασις, ἐγκαινιάζουσα τραπεζιτικὴν πολιτικὴν διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε τὸ Κράτος ἐν τῇ ῥυθμίσει τῶν σχέσεων αὐτοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὅταν ἱδρύθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, βεβαίως δὲν ἠδύναντο οἱ ἱδρυταὶ αὐτῆς νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τότε ἐν Ἑλλάδι καθαρῶς ἐκδοτικὴ Τράπεζα, περιοριζομένη εἰς μόνον τὴν λειτουργίαν τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συναφῶν πρὸς ταύτας ἐργασιῶν. Καθωρίσθη δὲ τότε ὁ τύπος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μικτὸς ἢ μᾶλλον πολλαπλοῦς, διότι πλὴν τοῦ ἐκδοτικοῦ αὐτῆς χαρακτῆρος, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦτο καὶ Τράπεζα κτηματική, ἦτο Τράπεζα ἐμπορική, ἦτο Τράπεζα γεωργική, ἦτο Τράπεζα, δύναταί τις εἰπεῖν, καὶ βιομηχανικὴ κατὰ τὸν τύπον, ὃν ἔχουσι τὰ λεγόμενα credit mobilier. Βεβαίως κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, ἐνεδεικνύετο ἡ πολλαπλότης αὕτη τῶν λειτουργειῶν καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἦτο καὶ ὁ μόνος πιστωτικὸς ὀργανισμός, ὅστις ἐλειτούργει ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐξ οὗ προσεδοκᾶτο ἡ θεραπεία ὅλων τῶν τραπεζιτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας. Βεβαίως δὲ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ὤθησεν εἰς ἵδρυσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐφρόντισε νὰ πλουτίσῃ αὐτὴν μὲ διάφορα δικαιώματα, ὅπως ἐντείνῃ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς Τραπέζης καὶ δώσῃ εἰς αὐτὴν ἀφθονώτερα μέσα ζωῆς, διότι τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ εὑρεθῶσι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἦσαν ἐλάχιστα, καὶ ὅλως ἀνεπαρκῆ διὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας ὅλης. Βεβαίως δὲ τὸ Κράτος τότε οὐδὲ ἐσκέφθη, οὐδὲ ἦτο προσῆκον νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἔδει ἐκ τῶν κερδῶν τῆς στοιχειώδους Τραπέζης ἐκείνης ν’ ἀσφαλίσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ ποσοστόν τι τῶν κερδῶν. Οὐδὲ ἠδύνατο βεβαίως τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἦτο προσῆκον νὰ ὑπαγάγῃ εἰς φορολογίαν τὰς πράξεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πᾶσα τοιαύτη ἐνέργεια καὶ πᾶσα τοιαύτη ῥοπὴ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους θὰ ἦτο αὐτὸ τοῦτο ἀντιοικονομική, διότι θὰ ἐπεβάρυνεν ἀκριβῶς τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἐσπάνιζον, ἡ δὲ ἐπιβάρυνσις αὐτῶν θὰ ἦτο αὐτὸ τοῦτο ἐπιβάρυνσις τοῦ καταναλωτοῦ, τοῦ ὀφειλέτου δηλ. τῆς Τραπέζης, ὅστις θὰ κατέφευγεν εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ ἀτυχῶς ὁμοίαν τακτικὴν ἠκολούθησε τὸ Κράτος καὶ εἰς τὰς μεταγενέστερον συναφθείσας συμβάσεις, δι’ ὧν παρεχωροῦντο νέαι παρατάσεις τῶν προνομίων τῆς Ἐθν. Τραπέζης καὶ τοῦ ἐκδοτικοῦ αὐτῆς δικαιώματος. Διὰ τὸν ἐρευνῶντα δὲ ἱστορικῶς τὰ τῶν σχέσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος, ἡ παραίτησις αὕτη τοῦ Κράτους ἀπὸ πάσης συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη ὡς καὶ ἡ εὐκολία, μεθ’ ἧς παρεχώρει τὰ προνόμια καὶ τὰς ἑκάστοτε χρονικὰς παρατάσεις αὐτῶν οὐδὲν ἔχει τὸ ἐκπληκτικόν. Αἱ σχέσεις Κράτους καὶ Τραπέζης ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν στενώτατα συνυφασμέναι, ὄχι συνεπείᾳ κειμένων νομικῶν διατάξεων, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὡς ὀργανισμὸς πιστωτικὸς ἰσχυρός, ἦτο ὁ παράγων ὁ ὁποῖος εἶχε κατ’ οὐσίαν τὴν δύναμιν τὴν πραγματικὴν τὴν μείζονα, τὴν ἐπιβάλλουσαν τὴν θέλησίν της. Τὸ Κράτος, εὑρισκόμενον εἰς σχεδὸν συνεχεῖς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, διότι ἡ ἀποστολή, ἣν ἐκαλεῖτο νὰ ἐκπληρώσῃ, ἦτο πάντοτε ἀνωτέρα τῆς οἰκονομικῆς ἀντοχῆς τοῦ Δημοσίου ταμείου, ἠναγκάζετο νὰ προσφεύγῃ εἰς δάνεια προσωρινὰ καὶ μὴ, χορηγούμενα ἢ προμηθευόμενα σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ ἀποκλειστικῶς διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἔχομεν τὴν σωρείαν ἐκείνην τῶν συμβάσεων μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ τῶν ὁποίων ὑπὸ ποικίλας μορφὰς δανείων ὁτὲ μὲν ἀπεγυμνοῦτο ἡ Τράπεζα τοῦ μεταλλικοῦ αὐτῆς καὶ τῶν διαθεσιμοτήτων της, ὁτὲ δὲ ηὐξάνετο τὸ ποσὸν τῶν τραπεζογραμματίων της, ὅπως δοθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον λόγῳ δανείου. Καὶ εἴχομεν οὕτως, ἕνεκα τῆς στενότητος τῆς σχέσεως αὐτῆς μεταξὺ Κράτους καὶ Τραπέζης, εἴχομεν κατ’ ἀνάγκην ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι ἡ Τράπεζα, ὡς ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἐξέπεσε τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς, διότι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἔχῃ ἐπάρκειαν ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰ ἔργα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν οὐσίαν τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Τὸ μεταλλικὸν αὐτῆς ἐξηφανίζετο, τὰ τραπεζογραμμάτια ηὔξανον, περιήρχετο δὲ εἰς τὴν ἀδυναμίαν καὶ ἕνεκα τῶν πρὸς τὸ Κράτος δανείων, καὶ ἕνεκα καθολικωτέρας δυσπραγίας, νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀρχικὴν αὐτῆς ὑποχρέωσιν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζογραμματίων της. Καὶ εἴχομεν οὕτω Κράτος ὑποχείριον εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι οὐδεμίαν πρᾶξιν χρηματιστικὴν ἠδύνατο νὰ ἐπιχειρήσῃ τοῦτο ἄνευ παρεμβάσεως καὶ μεσολαβήσεως τῆς δυνάμεως τῆς Τραπέζης, συνεχῶς δὲ προσέφευγε καὶ εἰς τὴν ἰδίαν οἰκονομικὴν δύναμιν αὐτῆς τῆς Τραπέζης, ὅπως ἀντλήσῃ ἐξ ἐκείνης τὰ χρηματικὰ ἐφόδια, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην τὸ Δημόσιον Ταμεῖον πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν πολλαπλῶν ὑποχρεώσεών του. Εἴχομεν ὅμως ἐξ ἑτέρου καὶ Τράπεζαν, ὡς ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, θῦμα τοῦ Κράτους, διότι ἕνεκα τοῦ Κράτους καὶ ἕνεκα τῶν συνεχῶν ἀφαιμάξεων ἰδίως τοῦ μεταλλικοῦ αὐτῆς, κατὰ τὰς περιόδους τῶν κρίσεων, ἡ Τράπεζα περιήρχετο εἰς ἀνεπάρκειαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἐκδοτικὸν προορισμὸν αὐτῆς. Καὶ ὡς ἀποτέλεσμα, εἴχομεν, τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον δὲν παρετηρήθη μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ παρετηρήθη πανταχοῦ ὅπου παρομοία τακτικὴ ἠκολουθήθη, ὅτι ἡ πίστις γενικῶς ἐχαλαρώθη τόσον ἡ τῆς ἰδίας Τραπέζης ὅσον καὶ καθολικώτερον ἡ τῆς χώρας, ὅτι δὲ κατ’ ἀκολουθίαν ὅλης αὐτῆς τῆς οὐσιαστικῆς ἐξαρτήσεως τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς δυνάμεως τῆς Τραπέζης, ἡ ἐποπτικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους σχεδὸν ἐξέλιπεν, ἐδημιουργήθη δὲ κατάστασις Τραπέζης ὡς ὀργανισμοῦ πιστωτικοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει αὐτὸ τοῦτο Κράτος ἐν Κράτει. Εὐτυχῶς ἀπὸ 15 ἐτῶν ἰδίως μετεβλήθησαν αἱ συνθῆκαι τόσον τῆς Τραπέζης ὅσον καὶ τοῦ Κράτους. Τὸ μὲν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἣν ἠκολούθησε τὸ Κράτος, ὑπῆρξεν ἐν συνόλῳ συνετωτέρα, βοηθουμένη καὶ ὑπὸ ὑλικῆς ἐπαρκείας μείζονος αὐτῆς ταύτης τῆς χώρας. Ἐτέθησαν ὅμως ἐπιπροσθέτως καὶ δεσμευτικαί τινες διατάξεις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν αἵτινες περιώριζον τὸ Κράτος νὰ μὴ αὐξάνῃ ὑπέρμετρον τι τὸ κυμαῖνον χρέος τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἀλλὰ καὶ ἡ Τράπεζα ἀπὸ δεκαπενταετίας καὶ ἐντεῦθεν, ἤρξατο ἀκολουθοῦσα πολιτικὴν περισυλλογῆς καὶ συνέσεως, ὁρμωμένη ἀπὸ τῆς ὀρθῆς ἀπόψεως τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῆς, βοηθουμένη δὲ καὶ ὑπὸ τῆς πάντοτε προαγομένης οἰκονομικῆς ἀκμῆς τῆς χώρας, συνεπείᾳ διαφόρων παραγόντων ἀναπτυσσόντων τὸν πλοῦτον τοῦ λαοῦ, κατώρθωσεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, συνεχῶς μεριμνῶσα περὶ τούτου, ν’ αὐξήσῃ τὸ μεταλλικὸν αὐτῆς, νὰ κατορθώσῃ δὲ τέλος ὥστε ἡ τέως ἀκάλυπτος αὐτῆς κυκλοφορία τραπεζογραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρουν καὶ ἐγίνοντο δεκτὰ εἰς πληρωμὰς κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ νόμου ἄνευ καὶ ἐσωτερικῆς ἀξίας, κατώρθωσε βαθμηδὸν ἡ κυκλοφορία αὐτῆς ἡ τέως ἀκάλυπτος νὰ μεταβληθῇ εἰς κυκλοφορίαν σχεδὸν πλήρως κεκαλυμμένην, καὶ τοῦτο, οὐχὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐπιταγῆς διατάξεώς τινος νόμου, ἀλλὰ διότι ἡ συνεχὴς καὶ ἔμμονος πολιτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν, ἀπέβλεπεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ μεταλλικοῦ αὐτῆς ἀποταμιεύματος καὶ τῶν εἰς χρυσὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἰδίων της πιστώσεων. Οὕτω τὰ τραπεζογραμμάτια ἀπέκτησαν καὶ πάλιν τὴν ἀπολεσθεῖσαν ἐσωτερικήν των ἀξίαν. Ἡ συνεχὴς αὕτη συνετὴ πολιτικὴ τῆς Τραπέζης, ἤγαγεν ἐπίσης, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, εἰς πλήρη ἐξυγίανσιν τοῦ ἰσολογισμοῦ αὐτῆς. Ἡ ἐξυγίανσις αὕτη καταδεικνύεται ἐκ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν, διότι ἔχομεν ἀπὸ τοῦ 1905 μέχρι τοῦ 1914 ἀποσβέσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐκαθαρίσθησαν ἁμαρτίαι τοῦ παρελθόντος, εἰκοσιοκτὼ (28) ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων. Εἰκοσιοκτὼ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια ἠδυνήθη ἡ Τράπεζα νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν ἐτησίων αὑτῆς κερδῶν ἐντὸς ἐννεαετίας σχεδὸν καὶ διὰ τούτων νὰ ἀποσβέσῃ ζημίας τοῦ παρελθόντος ἐπαχθῶς βαρυνούσας αὐτήν. Τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁσημέραι ηὔξανον, ἡ προϊοῦσα δ’ αὕτη αὔξησις ἤρχισε κυρίως ἀπὸ τοῦ 1910 διὰ νὰ ἐπιταθῇ βραδύτερον κατὰ τὸ 1912, 1913 καὶ 1914, δηλ. καθ’ ὅλην τὴν πολεμικὴν περίοδον. Ὀφείλεται δὲ βεβαίως ἡ σημαντικὴ αὕτη αὔξησις τῶν κερδῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα ἔφερον εἰς αὐτὴν τὴν εὐρωστίαν καὶ τὴν πλήρη ἐξυγίανσιν τοῦ ἰσολογισμοῦ αὐτῆς, ὀφείλεται, λέγω, ἡ εὐρωστία αὕτη καὶ εἰς τραπεζιτικὰς ἐργασίας τοῦ Κράτους. Χάρις εἰς τὰ προσωρινὰ δάνεια τὰ ὁποῖα ἠδυνήθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὸ κατὰ τὴν περίοδον τῶν πολέμων, κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ παραχωρήσῃ, διότι εἶχε μεριμνήσει ἤδη ἐν καιρῷ ὅπως ἔχῃ πάντοτε διαθέσιμα τοιαῦτα, ἐπορίσθη σημαντικώτατα κέρδη τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν κύρια κεφάλαια, δι’ ὧν ἐνισχύθη ὁ ἰσολογισμὸς αὐτῆς καὶ ἐτονώθη ὁ ὅλος ὀργανισμὸς τῆς Τραπέζης. Ἐπίσης ὅμως ἡ Τράπεζα ἐπορίσθη σημαντικώτατα κέρδη καὶ ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου ͵ΓΧΜΒʹ τοῦ 1910, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς αὐτὴν πρόσθετον κυκλοφορίαν τραπεζογραμματίων ἐχόντων πλῆρες κάλυμμα χρυσοῦ. Καὶ βεβαίως τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου τούτου καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς ὀλιγώτερα τῶν ἓξ ἕως ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, τὰ κέρδη ταῦτα τὰ ὁποῖα ἀδαπάνως εἰσήρχοντο εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς, ὑπῆρξαν σπουδαιοτάτη συνδρομή, ἴσως δὲ ἡ σπουδαιοτάτη πασῶν διὰ τὴν πραγματοποιηθεῖσαν πλήρη ἐξυγίανσιν τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Τραπέζης, ἐπιτρέψαντα τὴν ἀφθόνως γενομένην ἀπόσβεσιν ζημιῶν καὶ ἀτυχημάτων τοῦ παρελθόντος. Οὕτω τὸ Κράτος εὑρίσκεται σήμερον ἀπέναντι Ἐθνικῆς Τραπέζης μὲ οἰκονομικὴν ἀκμὴν πλήρη, ἐνώπιον Τραπέζης ἡ ὁποία εἰσέρχεται πάνοπλος εἰς νέον βίον, ὁ ὁποῖος διανοίγεται πλούσιος ἐνώπιον αὐτῆς, ἕνεκα τῆς ἐπεκτεινομένης δράσεως αὐτῆς εἰς τὰς νέας χώρας, ἑπομένως τὸ Κράτος δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὅλα τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πλήρει ἀνεξαρτησίᾳ σκέψεως. Δύναται δὲ ἡ Κυβέρνησις εὐλόγως σήμερον, ἄνευ κινδύνου ὅτι θίγει εὔθικτα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα διὰ διαφόρους λόγους ἄλλοτε ἐθεωροῦντο ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θιχθῶσι, δύναται, λέγω, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ προβλήματα ταῦτα καὶ νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῆς Τραπέζης τὰ δίκαια καὶ εὔλογα ἐκεῖνα ὠφελήματα τόσον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὅσον καὶ ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, τὰ ὠφελήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι τὸ ἀντίστοιχον τῶν μεγάλων ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ προσπορισθῇ ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς χωρικῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων αὐτῆς. Ἔχοντες πρὸ ἡμῶν τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰς νέας χώρας, εἴχομεν ἐν πρώτοις νὰ ἐρευνήσωμεν σπουδαῖον ζήτημα ἀρχῆς. Ἐὰν θὰ δεχθῶμεν ἑνιαίαν τὴν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν ἢ θὰ ἐπαναλάβωμεν τὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος καὶ θὰ δεχθῶμεν πολλαπλότητα ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν. Ἡ Ἑλλὰς ἄλλοτε ἠκολούθησεν ἀντίθετον τακτικὴν τῆς σήμερον ἀκολουθουμένης. Κατὰ τὴν προσάρτησιν τῶν Ἰονίων νήσων ἐθεωρήθη ὀρθὸν ὅπως προικίσῃ τὸ Κράτος τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν διὰ προνομίου ἐκδοτικοῦ, καὶ κατὰ τὴν προσάρτησιν δὲ τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου ἐθεώρησεν ἐνδεδειγμένον ἐπίσης νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις μεθ’ ὁμάδος κεφαλαιούχων πρὸς ἵδρυσιν Τραπέζης ἐκδοτικῆς, ἐχούσης περιωρισμένην τὴν δρᾶσιν ἐντὸς τῶν τότε νέων ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκδοτικῶν αὐτῶν Τραπεζῶν ὑπῆρξαν ἥκιστα ἐποικοδομητικά. Ἡ μὲν Ἰονικὴ Τράπεζα, διότι ἦτο ἤδη ἀκμαῖος οἰκονομικὸς ὀργανισμός, ἠδυνήθη νὰ ζήσῃ καὶ νὰ προαχθῇ ἐκ τῶν ἰδίων αὑτῆς δυνάμεων, χωρὶς νὰ ὀφείλῃ τὴν ἀκμήν της εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐκδοτικοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τῇ παρεχωρήθη καὶ τῶν ἐντεῦθεν πηγαζόντων ὠφελημάτων. Ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ὅμως, ἡ ὁποία ἔσχεν ἀρχικῶς ὀργανισμὸν ἀνίσχυρον, τότε τὸ πρῶτον ἱδρυόμενον καὶ τοῦ ὁποίου κύριον κεφάλαιον ἦτο αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἐκδοτικὸν δικαίωμα τραπεζογραμματίων, ἡ Τράπεζα αὕτη ἀθλίως ζήσασα ἐπί τινα ἔτη, ἐτερμάτισε ταχέως τὸν βίον ἀδόξως, συγχωνευθεῖσα μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, συγχώνευσις ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ σωτηρία τῶν ὑπολειπομένων κεφαλαίων της. Ἔχομεν οὕτω παραδείγματα εἰλημμένα ἐκ τῆς ἰδίας ἡμῶν οἰκονομικῆς ἱστορίας τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως πολλῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν. Ἀλλ’ ἐπίσης βλέπομεν πανταχοῦ ὑπάρχουσαν τὴν ῥοπὴν ταύτην τῆς ἑνιαίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ οὐχὶ τῆς πολλαπλῆς. Πανταχοῦ τὰ Κράτη ζητοῦσιν ἀκριβῶς τὴν ἕνωσιν καὶ συγχώνευσιν, τῶν κατ’ ἐποχὰς ἱδρυθεισῶν Τραπεζῶν εἰς μίαν μεγάλην ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, διότι φρονοῦσιν ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης σήμερον εἶναι ἐντελῶς ἀλλοία ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ ἐκπληρώσουν αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι τοῦ παρελθόντος, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀντιθέτως πολλαὶ καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδυνήθησαν ἐν πολλοῖς νὰ ἐκτελέσουν προσηκόντως τὸν προορισμόν των. Ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμωμένη, τῶν ὁποίων τὴν ὀρθότητα δυσκόλως δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ ἀκολουθοῦσα τὴν ἀρχὴν τῆς ἑνιαίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης, ἐπεκτείνει τὰ προνόμια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰς νέας χώρας, λαμβάνει δὲ μέριμναν περὶ συγχωνεύσεως καὶ τῆς Κρητικῆς Τραπέζης, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, οὕτως ὥστε μία νὰ ὑπάρχῃ Τράπεζα ἐκδοτικὴ τοῦ λοιποῦ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοῦ Βασιλείου. Ἀληθῶς δὲ σήμερον ἄλλη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ἄλλη ἦτο εἰς τὸ παρελθόν. Σήμερον ζητεῖ τὸ Κράτος προικίζον Τράπεζάν τινα διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων πρὸ παντὸς νὰ δημιουργήσῃ ὑπὲρ τῆς κοινωνίας μέσον κυκλοφορικὸν ἀσφαλές, εὔχρηστον καὶ ἐλαστικόν, δυνάμενον νὰ προσαρμόζηται εἰς τὰς ἑκάστοτε ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν. Δὲν ζητεῖ διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπόρροια αὐτῆς τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους, δὲν ζητεῖ νὰ αὐξήσῃ μόνον τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς Τραπέζης. Ζητεῖ πρὸ πάντων νὰ δημιουργήσῃ κυκλοφορικὸν μέσον, τὸ ὁποῖον νὰ προσαρμόζηται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας καὶ τῶν συναλλαγῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον κυκλοφορικὸν μέσον, τὸ ὁποῖον νὰ γίνηται δεκτὸν εἰς τὰς συναλλαγὰς οὐχὶ μόνον κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἕνεκα κυρίως τῆς ἐσωτερικῆς αὐτοῦ ἀξίας εἶναι ἀνάγκη ὁ ὀργανισμὸς ὁ πιστωτικός, ἐξ οὗ προέρχεται ἡ ἔκδοσις, νὰ εἶναι ὀργανισμὸς ἰσχυρὸς καὶ ἐμπνέων γενικὴν καὶ ἀκλόνητον ἐμπιστοσύνην, ὀργανισμὸς εἰς τὸν ὁποῖον νὰ δύναται πάντοτε νὰ στηρίζηται ἡ χώρα καὶ ἡ κοινωνία ὅλη. Νὰ ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις ὅτι εἰς τὰς στιγμὰς τῆς στενοχωρίας, τοῦ κλυδωνισμοῦ, τῆς παραλυσίας τῆς οἰκονομικῆς τῆς κοινωνίας, θὰ δύναται πᾶς τις νὰ στηριχθῇ εἰς τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν καὶ ὅτι θὰ εἶναι εἰς θέσιν ἡ Τράπεζα νὰ περιορίζῃ καὶ νὰ προλαμβάνῃ τὰς ἑκάστοτε καταστροφάς, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρουν ἀντίξοοι περιστάσεις οἰκονομικαὶ ἢ ἐθνικαί. Ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον οἱ σκοποὶ οὗτοι νὰ πραγματοποιηθοῦν, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν πολλὰς Τραπέζας, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι πολλοὶ πιστωτικοὶ ὀργανισμοί, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔχουν καταμερισμένην τὴν δύναμιν καὶ μικρὰ τὰ μέσα ἐνεργείας καὶ ἀμύνης. Σήμερον ὅμως ἐπίσης αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι ἔχουσι καὶ ἄλλην ἀποστολὴν πλὴν τῆς ἀποστολῆς τῆς δημιουργίας κυκλοφορικοῦ μέσου ἀσφαλοῦς διὰ τὴν κοινωνίαν, ἔχουσι τὴν μεγάλην ἀποστολήν τῆς ἐπαγρυπνήσεως ἐπὶ τῆς ῥοπῆς τῶν πιστοχρεώσεων μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ὁ κίνδυνος τῆς ἐπικαταλλαγῆς εἶναι κίνδυνος, ὁ ὁποῖος δύναται καθημερινῶς νὰ παρουσιασθῇ καὶ καθημερινῶς νὰ παρατηρηθῇ ὡς ἐκ τῆς ἀνισορρόπου τυχὸν καταστάσεως τῆς ὅλης πλάστιγγος τῆς οἰκονομικῆς μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ἐὰν ἀφίετο ἡ ῥύθμισις τοῦ ζητήματος τούτου εἰς μόνον τὸν ἐλεύθερον συναγωνισμὸν ἄνευ οὐδενὸς ὑπερτέρου ῥυθμιστοῦ καὶ φρουροῦ, δυναμένου νὰ μειώνῃ τὰς προστριβάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ προέλθωσιν, αἱ ζημίαι, αἵτινες θὰ προέκυπτον διὰ τὴν κοινωνίαν, θὰ ἦσαν οὐσιαστικώταται καὶ τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν βαθύτατα διὰ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Ἔργον τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης τῆς ἐχούσης πραγματικὴν συνείδησιν τοῦ προορισμοῦ αὑτῆς εἶναι ἀκριβῶς τὸ πῶς νὰ ἐπαγρυπνῇ καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου καὶ νὰ προλαμβάνῃ τὰς τυχὸν ζημίας τοῦ ἐμπορίου. Ἐὰν ὅμως οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν περὶ ἑνιαίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης ἀντίληψιν ὑπάρχει εἰς τὰ σημερινὰ Κράτη ἑτέρα σκέψις χαρακτῆρος πολιτειακοῦ, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει ἀπολύτως τὴν δημιουργίαν καὶ ἐνίσχυσιν ἑνιαίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης, Τραπέζης ἐχούσης ὀργανισμὸν ἰσχυρότατον καὶ ἀκμαῖον δυνάμενον νὰ ἀντιστῇ ἐκεῖ ὅπου ἄλλοι ὀργανισμοὶ θὰ κατέπιπτον ὑπὸ τὸ βάρος τῆς καταστάσεως ἢ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς παραλυσίας. Ἡ ἄλλη ἀποστολὴ αὐτῆς ἡ σπουδαία εἶναι ὅτι αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι σήμερον πανταχοῦ θεωροῦνται καὶ εἶνε οἱ θεματοφύλακες τοῦ μεταλλικοῦ τῆς χώρας. Εἰς ὅλας τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας ὅλων τῶν Κρατῶν, μικρῶν καὶ μεγάλων, οὐδ’ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος ἐξαιρουμένης, παρατηροῦμεν ἀπὸ 10ετίας καὶ ἐντεῦθεν συνεχῆ τάσιν αὐξήσεως τοῦ μεταλλικοῦ ἀποταμιεύματος, ὅλως ἀνεξαρτήτως πάσης ἀναγκαίας ἀναλογίας τοῦ μεταλλικοῦ πρὸς τὰ τραπεζογραμμάτια καὶ ἐντελῶς ἀδιαφόρως πάσης ἀναλογίας πρὸς τὸ ἀναγκαῖον ποσόν, διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Τραπέζης. Τὸ ἀποταμίευμα τὸ μεταλλικὸν ἐν τοιαύτῃ ποσότητι περισυλλεγόμενον ἀποτελεῖ χρηματικὴν ζημίαν διὰ τὴν ἀποταμιεύουσαν Τράπεζαν, διότι τὸ ἀποταμίευμα οὐδένα ἀποδίδει τόκον, ὅταν δὲ οὕτω μέγας ὄγκος χρυσοῦ παραμένει ἀκίνητος, καθίσταται πολὺ δαπανηρός, διότι δὲν ὑπάρχουν ἀντίστοιχα γραμμάτια ἐν κυκλοφορίᾳ πρὸς γονιμοποίησιν καὶ ἀπόδοσιν ὠφελείας. Ἀλλ’ αἱ σημεριναὶ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι ἠδιαφόρησαν ἂν ὑπάρχουν δαπάναι ἢ μὴ ἐν τῇ τοιαύτῃ πολιτικῇ αὑτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνσυνειδήτως καὶ αὐτὰ τὰ Κράτη ὤθησαν τὰς Τραπέζας. Καὶ βλέπομεν ἐξετάζοντες τοὺς τελευταίους ἰσολογισμοὺς τῶν μεγάλων ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μικρῶν Κρατῶν, βλέπομεν ἀριθμούμενον τὸ μεταλλικὸν αὑτῶν ἀποταμίευμα κατὰ δισεκατομμύρια ὁλόκληρα, ἐνῷ τοὐναντίον βλέπομεν ὅτι ἡ πιστωτικὴ αὑτῶν κυκλοφορία εὑρίσκεται χαμηλὴ καὶ ἐν πλήρει δυσαναλογίᾳ πρὸς τὸν ὄγκον τοῦ ἀποκειμένου μεταλλικοῦ. Ὡρμήθησαν δὲ αἱ Τράπεζαι αὗται καὶ ἐπίσης ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἐκ τῆς ὀρθῆς σκέψεως, ὅτι αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι σήμερον εἶναι οἱ θεματοφύλακες τοῦ εἰς χρυσὸν ἀποταμιεύματος τῆς χώρας, ὅτι κατὰ τὰς στιγμὰς τῶν οἰκονομικῶν κρίσεων πρέπει αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι νὰ ἔχουν ἀποθησαυρισμένον ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον πραγματικὸν νόμισμα, πραγματικὸν χρῆμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ διεθνὲς τὸ κῦρος καὶ νὰ δύναται ἐνδεχομένως νὰ χρησιμεύσῃ εἰς πληρωμὰς πρὸς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἀλλ’ ἂν τὸ μεταλλικὸν αὐτὸ ἀποταμίευμα εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὰς περιστάσεις τῶν οἰκονομικῶν κρίσεων τῆς χώρας, τὸ ἀποταμίευμα αὐτὸ εἶναι ἀναγκαιότατον, εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὰς περιστάσεις τῶν ἐθνικῶν κρίσεων. Καὶ ἁπτὰ παραδείγματα τούτου ἔχομεν αὐτὴν τὴν πρόσφατον οἰκονομικὴν ἱστορίαν ὁλοκλήρου τῆς σημερινῆς Εὐρώπης. Ἐὰν ἡ δημιουργία πολεμικοῦ θησαυροῦ ἦτο ἄλλοτε πραγματοποιήσιμος, παντοῦ σήμερον ἐγκατελείφθη ἐντελῶς ἡ ἰδέα αὕτη, διότι θησαυρὸς πολεμικὸς εἰς οὐδὲν δύναται πραγματικῶς νὰ ὠφελήσῃ ἀπέναντι τῶν μεγάλων καὶ ἀθρόων δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀπαιτοῦσιν αἱ πολεμικαὶ ἐπιχειρήσεις τῶν νεωτέρων χρόνων. Μόνον δὲ τὸ μεταλλικὸν ἀποταμίευμα δύναται σήμερον νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποκείμενος πολεμικὸς θησαυρός, δυνάμενος νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς κρίσεις, ὄχι αὐτουσίως, ἀλλ’ ὡς βάσις καλύμματος διὰ μείζονα κυκλοφορίαν. Βλέπομεν δὲ ἀκριβῶς ὅτι αὐτὸ τὸ μεταλλικὸν ἀποταμίευμα τῶν μεγάλων Τραπεζῶν ἐχρησίμευσεν ὡς ἡ βάσις διὰ τὴν εὔρυνσιν τῆς κυκλοφορίας, δι’ ἧς ἐπιτρέπεται εἰς τὰ Κράτη νὰ ἀντιμετωπίζουν τὰς κολοσσιαίας κατὰ δισεκατομμύρια ὑπολογιζομένας δαπάνας τῶν νεωτέρων πολέμων. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅλας αὐτὰς τὰς σκέψεις δὲν νομίζομεν ὅτι ἐπετρέπετο νὰ ἀποστῶμεν τῆς ἰδέας τῆς ἑνιαίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης, διότι μόνον τοιαύτη Τράπεζα θὰ δύναται νὰ ἔχῃ ὀργανισμὸν οἰκονομικὸν οὕτως ἰσχυρόν, οὕτως ἐλαστικόν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐκπληρῇ τὰ πολλαπλᾶ καθήκοντα καὶ ἔργα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν σήμερον νὰ πραγματοποιοῦν αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι. Ἐκ τῆς ὅλης ἐξελίξεως τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν προκύπτει ὅτι αὗται προσλαμβάνουσιν ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ μείζονα δημόσιον χαρακτῆρα, καίτοι ἐπὶ μετοχικῆς βάσεως ὠργανωμέναι. Δὲν εἶνε αἱ Τράπεζαι αὗται κερδοσκοπικαὶ ἑταιρίαι ἀποκλειστικῶς, οὐδὲ προικίζει τὸ Κράτος τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας μὲ δικαιώματα κρατικά, μὲ διάφορα προνόμια κείμενα ἐκτὸς τοῦ κοινοῦ δικαίου καὶ δημιουργοῦντα ὑπὲρ τῆς Τραπέζης ἐξαιρετικὴν θέσιν ἐν τῷ συστήματι τοῦ ὅλου δικαίου μὲ ὅλον τὸν κύκλον τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, μόνον καὶ μόνον διὰ ν’ αὐξήσῃ τὰ διανεμητέα εἰς τοὺς μετόχους μερίσματα. Δὲν ἀποβλέπει ἡ προικίζουσα πολιτεία εἰς τὸν κερδοσκοπικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’ εἰς τὸν δημόσιον χαρακτῆρα τῶν τοιούτων Τραπεζῶν καὶ ἐπιζητεῖ ἀκριβῶς νὰ δώσῃ τὰ μέσα εἰς τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας, ὅπως ἄνευ κερδοσκοπικῶν βλέψεων προβαίνουν εἰς τὰ ἔργα των, δύνανται δὲ καὶ ἐκεῖ ὅπου ὡς κερδοσκοπικὴ ἑταιρία θὰ ἀπεῖχον πάσης ἐνεργείας τοὐναντίον νὰ ἐνεργοῦν ἀκριβῶς διὰ νὰ προλάβουν κινδύνους, καὶ νὰ περιορίσουν ζημίας τῆς κοινωνίας. Ἂν δὲ μεταχειρίζηται τὸ Κράτος τὴν μορφὴν τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας καὶ τῆς δημιουργίας κεφαλαίου τοῦ ἱδρύματος διὰ συλλογῆς ἰδιωτικῶν τοιούτων, τοῦτο τὸ πράττει καὶ ἐξ ἱστορικῶν λόγων ἐπιδρώντων ἰσχυρότατα, διότι ἔχουν ῥίζαν βαθυτάτην, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλων αἰτίων. Θὰ ὑπῆρχε βεβαίως κίνδυνος, ἐὰν αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι προικιζόμεναι μὲ τοιαῦτα ἐξαιρετικὰ προνόμια καὶ δύναμιν, ἤσκουν ταῦτα ἐπ’ ὠφελείᾳ των μόνον, ἀλλὰ θὰ ὑπῆρχεν ἀντιθέτως κίνδυνος, ἐπίσης μέγας, ἂν ἡ ἄσκησις τῶν προνομίων αὐτῶν καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ αὐτὴ δύναμις ἡ οἰκονομική, ἀντιθέτως ἐγίνετο ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας. Ὡς ἀντίρροπον δὲ κατὰ ἐνδεχομένων μονομερῶς κομματικῶν ἀντιλήψεων ἐν τῇ διοικήσει καὶ λειτουργίᾳ τῆς Τραπέζης, ὑπάρχει ἀκριβῶς ἡ μορφὴ τῆς ἰδιωτικῆς ἑταιρίας, τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας, ἡ ὁποία ὠθουμένη καὶ ὑπὸ τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, θὰ συγκρατῇ ὑπερβασίας τοῦ Κράτους. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα βεβαίως διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων αὐτῆς εἰς τὰς νέας χώρας, θὰ ὠφελήσῃ σημαντικώτατα τοὺς πληθυσμοὺς αὐτῶν, θὰ ἐξυγιάνῃ τὴν κυκλοφορίαν καὶ θὰ ἐκτοπίσῃ ὁριστικῶς τὰ ποικίλα καὶ ποικιλόμορφα ἐκεῖνα νομίσματα, τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦν καὶ θὰ ἐξακολουθήσουν ἐπί τινα χρόνον εἰσέτι κυκλοφοροῦντα ἐκεῖ, θὰ διαδώσῃ τὴν πίστιν διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν, ἐλπίζω δὲ ἐπίσης ὅτι θὰ ἴδωμεν πίπτοντα τὸν τόκον καὶ τὸ χρῆμα καθιστάμενον εὐωνότερον εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους τοὺς ἔχοντας μεγάλην ἀνάγκην κεφαλαίων εὐθυνῶν καὶ πίστεως. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐξ ἄλλου θ’ ἀποκομίσῃ ἐκ τῶν νέων αὐτῆς ἐργασιῶν σημαντικωτάτας ὠφελείας, διότι θὰ γονιμοποιήσῃ τὰ κεφάλαια αὐτῆς, τόσον τὰ ἴδια ὅσον καὶ τὰ πρόσθετα ἐφόδια τὰ ὁποῖα θὰ πορισθῇ ἐκ τῆς νέας ἐκδόσεως, κυριώτατα δὲ διότι σὺν τῷ χρόνῳ θὰ περισυλλέξῃ ὅλην τὴν ἀποταμίευσιν τῶν νέων χωρῶν, ἡ ὁποία ἀριθμεῖται ἴσως κατὰ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων καὶ θὰ ἀποκερδαίνῃ ὅλην τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου, ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον θὰ καταβάλλῃ εἰς τοὺς καταθέτας καὶ τοῦ τόκου τὸν ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ἐξ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους θὰ δίδῃ ὑπό τινα μορφὴν δανείου τὰ κεφάλαια ταῦτα τὰ ὁποῖα περισυλλέγει. Διὰ τὴν νέαν αὐτῆς δρᾶσιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα βεβαίως δέον νὰ μὴ μείνῃ μὲ μόνα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔχει. Ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ὑπῆρξε πάντοτε σκέψις αὐξήσεως τῶν κεφαλαίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο καὶ δι’ αὐτὴν τὴν τέως ἔκτασιν τῶν ἐργασιῶν της πολὺ ἰσχνά. Ἐὰν τότε ἐπεβάλλετο τοῦτο, σήμερον ἡ αὔξησις εἶναι ἀναπόδραστος. Ὁρίζει δὲ ἡ σύμβασις ὅτι τὰ κεφάλαια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐντὸς πενταετίας πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν εἰς πεντήκοντα ἑκατομμύρια, συνυπολογιζομένου τοῦ ἀποθεματικοῦ τῆς Τραπέζης ὡς καὶ τῶν κεφαλαίων τῆς Κρητικῆς Τραπέζης. Νομίζομεν ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ἄμεσον τὴν αὔξησιν τῶν κεφαλαίων, διότι αἱ χρηματαγοραὶ εἶναι σήμερον ἀπολύτως κεκλεισμέναι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν εὐκόλως κεφάλαια. Νομίζομεν προσέτι ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ποσὸν μόνον τῶν 50 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἴσως καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς πενταετίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ἰθαγενῆ κεφάλαια δυνάμενα νὰ καλύψωσι τὴν ἔκδοσιν τῶν νέων μετοχῶν. Τὸ κεφάλαιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν παρίσταται ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ἀνώτερον τῶν 50 ἑκατομμυρίων, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ αὐτῆς, διότι ἡ ἀποστολὴ τοῦ κατὰ τὸ καταστατικὸν κεφαλαίου εἰς τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας δὲν εἶναι νὰ γονιμοποιῆται αὐτὸ τὸ κεφάλαιον καὶ νὰ φέρῃ κέρδη ὑπὲρ τῶν μετόχων, ἀλλ’ ἡ ἔννοια τοῦ κεφαλαίου εἰς τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας εἶναι νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἀσφάλεια καὶ ἕρμα τῶν τραπεζιτικῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ἀπαιτήσεων κατ’ αὐτῶν. Βλέπομεν δὲ ὅτι ὅλαι αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι ἔχουσι κεφάλαια ἴσως κατ’ ἀναλογίαν μικρότερα τοῦ κεφαλαίου τὸ ὁποῖον ὁρίζομεν, βλέπομεν δὲ τὴν ἰσχυροτέραν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει, τὴν Γαλλικήν, νὰ ἔχῃ κεφάλαια μόνον 182 ἑκατομμύρια καὶ κυκλοφορίαν κανονικὴν 6 ἑκατομμυρίων περίπου, σήμερον δὲ διπλασιασθεῖσαν κατ’ ἀκολουθίαν τῶν περιστάσεων. Βλέπομεν τὴν Τράπεζαν τὴν Γερμανικήν, ἡ ὁποία ἔχει ἀπεριόριστον ἐκ τοῦ νόμου κυκλοφορίαν, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κατὰ τὸ ⅓ καλύψεως αὐτῆς διὰ μεταλλικοῦ καὶ ἔχουσαν ἐπίσης κεφάλαιον 180 ἑκατομμυρίων μάρκων, βλέπομεν δέ, ἂν λάβωμεν καὶ τὰς μικροτέρας Τραπέζας, τὴν Τράπεζαν τοῦ Βελγίου, ἡ ὁποία εἶναι ἴσως ἡ ἀκμαιοτέρα ἐκδοτικὴ Τράπεζα ἐκ τῶν δευτέρας τάξεως τοιούτων, ὅτι ἔχει κεφάλαια 50 ἑκατομμυρίων μόνον καὶ κυκλοφορίαν 950 ἑκατομμυρίων... Ὁ λόγος δὲ τοῦ τοιούτου μὴ μεγάλου καθορισμοῦ τῶν ἑταιρικῶν κεφαλαίων εἶναι, ὅτι χρησιμεύει ἐν προκειμένῳ τὸ κεφάλαιον ὡς ἔρεισμα, ὡς βάσις, ὡς ἀσφάλεια τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Τραπέζης. Δὲν πρόκειται ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου νὰ προέλθωσι κέρδη διὰ γονιμοποιήσεως αὐτοῦ. Τὰ κέρδη τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν ἔχουσιν ἄλλην τὴν καταγωγήν, πηγάζοντα πρὸ πάντων ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν ἰδιωτῶν. Βλέπομεν δὲ τὴν ῥοπὴν αὐξήσεως τῶν καταθέσεων ἁλματικῶς προβαίνουσαν, παντοῦ, ὡς ἐπίσης δὲ καὶ παρ’ ἡμῖν, ἔχομεν δὲ ἀριθμοὺς πραγματικῶς ἐκπληκτικοὺς τῆς παρατηρουμένης αὐτῆς αὐξήσεως. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὰς ἄλλας Τραπέζας τὰς μεγάλας, εἰς τὰς ὁποίας αἱ καταθέσεις μετρῶνται κατὰ δισεκατομμύρια, καὶ ἔλθομεν εἰς τὴν ἰδικήν μας Τράπεζαν, βλέπομεν ὅτι τὸ 1900, δηλαδὴ πρὸ δεκατετραετίας, εἴχομεν ἐν συνόλῳ καταθέσεις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅλων τῶν μορφῶν 61,000,000 δραχ., εἰς τὰ 1905 εἴχομεν 105,000,000 δραχ., εἰς τὰ 1910 εἴχομεν 163,000,000 καὶ εἰς τὰ 1914 εἴχομεν 290,000,000. Τὰ κέρδη τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα πορίζονται αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι καὶ ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα, προέρχονται ἐκ τῆς δικθέσεως καὶ καρποφορήσεως τῶν κεφαλαίων τούτων. Ἡ Τράπεζα καταβάλλει τόκον ἀπὸ μηδὲν μέχρι 4%, κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐτησίως ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τούτων καὶ κερδίζει 2 ἢ 3% ἢ καὶ πλέον, τὴν διαφορὰν δηλ. τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τοῦ τόκου τὸν ὁποῖον λαμβάνει καὶ ὅστις οὐδέποτε εἶναι κατώτερος τοῦ 6%, καὶ τοῦ τόκου τὸν ὁποῖον δίδει εἰς τοὺς καταθέτας. Τὰ κέρδη λοιπὸν προέρχονται κυρίως ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν καταθέσεων, ἐν ὑστέρᾳ δὲ μοίρᾳ ὀφείλονται εἰς τὴν καρποφόρον διάθεσιν τῶν τραπεζογραμματίων ταῦτα, χωρὶς βεβαίως νὰ ἰσχυρίζωμαι ὅτι οὐδὲν ἀποδίδουσι κέρδος, ἔρχονται ὅμως ἐν δευτέρᾳ ὅλως μοίρᾳ, διότι ἡ ἔκδοσις γραμματίων δὲν ἐπιδιώκει πρωτίστως πῶς νὰ προσπορίσῃ κέρδη εἰς τοὺς μετόχους, ἀλλὰ πρὸ πάντων πῶς νὰ βοηθήσῃ, νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἐκπληροῖ καὶ τὴν εὐρεῖαν ἀποστολὴν τὴν μὴ κερδοσκοπικήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς ἐκδοτικὸν ἵδρυμα. Διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν νέων χωρῶν φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς Τραπέζης, ὅτι ἐνδείκνυται νὰ γίνῃ εὔρυνσις τοῦ σήμερον ὑφισταμένου ἐκδοτικοῦ ὁρίου, διὰ νέας ἐκδόσεως 80,000,000 τραπεζογραμματίων. Τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 80,000,000 νέων τραπεζικῶν γραμματίων βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ παρ’ οὐδενὸς ὡς ὑπερβολικόν. Τοὐναντίον εἶναι λίαν μεμετρημένως ὑπολογισμένον, βεβαίως δὲ εἶνε καὶ κάτω τῆς ἀναλογίας ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα ἡ κυκλοφορία τραπεζογραμματίων ἔχει διαφόρους πηγάς, ὑπάρχει ἡ κυκλοφορία διὰ λογαριασμὸν τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, ἀνερχομένη εἰς 66,000,000 διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ ποσοῦ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, καὶ εἰς 7,000,000 διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης τῆς Ἰονικῆς, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἔχομεν 73,000,000 κυκλοφορίαν διὰ λογαριασμὸν καὶ εἰς βάρος τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν. Εἴχομεν δὲ προσθέτως γραμμάτια κυκλοφοροῦντα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ἐκ ποσοῦ ἀρχικῶς 94,000,000. Τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 167,000,000 ἐν συνόλῳ ὑπῆρχεν ἐν κυκλοφορίᾳ κατὰ τὸν χρόνον τοῦ διακανονισμοῦ τῶν παλαιῶν χρεῶν ἡμῶν, ἐθεωρήθη δὲ ὡς ὑπὲρ τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας κείμενον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεωρίας, ἡ ὁποία τότε κυρίως ἤκμαζεν. Ἐκρίθη δηλ. ὅτι τὸ πληθωρικὸν αὐτὸ χαρτονόμισμα, τὸ πλεονάζον τότε, ἔδει νὰ ἐξαφανισθῇ ἐν μέρει, διότι αὐτὸ κυρίως ἐπέδρα ἐπὶ τοῦ συνεχῶς παρατηρουμένου ἐξευτελισμοῦ τοῦ χαρτονομίσματος, ἵνα ἐπέλθῃ πάλιν εἰς τὴν χώραν ἡ ἁρμονία ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἡ ὕφεσις εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Συμφώνως μὲ τὴν θεωρίαν ταύτην, ἡ ὁποία ἀπετυπώθη καὶ εἰς νομικὴν διάταξιν ἐν τῷ περὶ διεθνοῦς ἐλέγχου νόμῳ, ἐξηφανίσθησαν ἔκτοτε 32,000,000 ἐκ τῶν τραπεζογραμματίων τῶν κυκλοφορούντων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, ἀπέμειναν δὲ σήμερον 62,000,000 περίπου, ἅτινα μετὰ τῶν 73,000,000 τῶν διὰ λογαριασμὸν τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν κυκλοφορούντων, ἀναβιβάζουν τὸ ὅλον ποσὸν εἰς 135,000,000. Τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν τραπεζογραμματίων ἴσως νὰ ἦτο ἐπαρκὲς ἄλλοτε καὶ σύμφωνον μὲ τὰς οἰκονομικὰς συνθήκας τῆς χώρας, καθ’ ὃν χρόνον ἐρρυθμίζοντο τὰ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν παλαιῶν ἡμῶν δανείων. Ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ κατεδείχθη ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο ἀνεπαρκές, διότι καὶ ὁ πληθυσμὸς ηὔξησε σημαντικῶς καὶ ὁ πλοῦτος ἕνεκα διαφόρων παραγόντων ἐπολλαπλασιάσθη καὶ αἱ ἀνάγκαι εἰς κυκλοφορικὰ μέσα ηὐξήθησαν, ἐπῆλθε δὲ ἐκ τούτου στενότης κυκλοφορικὴ κατ’ ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἐπέδρα ὀλεθρίως ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν ἐν γένει συναλλαγῶν. Παρετηρήθη δὲ ἀπὸ ἑξαετίας τὸ ἀντίθετον φαινόμενον, δηλαδὴ ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἐξευτελισμὸν χαρτονομίσματος, κατελήξαμεν εἰς ὑπερτίμησιν τούτου καὶ ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ. Κατ’ ἀκολουθίαν τῆς συνεχῶς διατηρουμένης στενότητος καὶ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐμπορίου, ἐλήφθη τὸ μέτρον τοῦ νόμου ͵ΓΧΜΒʹ τοῦ ἔτους 1910, τῆς ἐκδόσεως δηλ. τραπεζογραμματίων πλήρως κεκαλυμμένων δι’ ἀπαιτήσεων χρυσοῦ, κατατεθειμένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, μέτρον ἀποδειχθὲν ὀρθὸν καὶ τὰ μάλιστα ἐξυπηρετικὸν τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας. Ἔκτοτε δὲ ἔχομεν εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ πρὸ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἡμῶν χωρῶν συνεχῆ αὔξησιν τῶν τραπεζογραμματίων, ἀνελθόντων περὶ τὰ 300,000,000 ἐν συνόλῳ, χωρὶς τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ γίνῃ τὸ παράπαν αἰσθητὸν εἰς τὴν χώραν καὶ νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν πραγμάτων καὶ ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ. Τὸ ἐπίπεδον τῆς ἀξίας τοῦ χρυσοῦ ἔμεινε σταθερὸν παρὰ τὴν συνεχῆ αὔξησιν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποδεικνύει ἀσφαλῶς ὅτι οὐδὲν ποσὸν ἐκ τῶν 300,000,000 δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πληθωρικόν, διότι ἡ χώρα μὲ τὰς ἀνάγκας της ἀπερρόφησεν ὁλόκληρα αὐτὰ τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτια, διότι εἶχεν ἀνάγκην τούτων, διότι εὑρίσκετο ὑπὸ οἰκονομικὰς συνθήκας ἐντελῶς διαφόρους ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον καὶ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸ 1898. Ἐὰν ἑπομένως διὰ πληθυσμὸν 2,700,000 κατοίκων, ὅσοι ἦσαν περίπου οἱ κάτοικοι τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου πρὸ τῆς προσαρτήσεως καὶ μὲ τὸν πλοῦτον, ὃν περιεῖχεν ἡ χώρα ἐν τῇ τέως αὐτῆς ἐκτάσει, 300,000,000 τραπεζογραμματίων δὲν ἦσαν πληθωρικὰ καὶ δὲν κατέστησαν αἰσθητά, βεβαίως τὸ ποσὸν τῶν 80,000,000, τὸ ὁποῖον προσθέτως σήμερον ζητεῖται νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκδοθῇ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συναλλαγῶν τῶν νέων χωρῶν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπερβολικὸν οὐδὲ δυνάμενον νὰ ἀσκήσῃ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τῆς ὅλης χώρας. Ἔχομεν σήμερον πληθυσμὸν ἐπὶ πλέον 2,000,000 σύνολον δηλ. πληθυσμοῦ περὶ τὰ 5 ἑκ., νέαν δὲ κίνησιν πρόσθετον ἐξαγωγικοῦ καὶ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου σχεδὸν ἴσην πρὸς τὴν τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, τὸ ὅλον τῆς ὁποίας βεβαίως φθάνει εἰς τὰ 600 ἑκ. ἐτησίως, κίνησιν ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου πυκνοτάτην, λόγῳ καὶ τῆς ἀφθόνου καὶ πολυτίμου παραγωγῆς τῶν νέων χωρῶν, καὶ τοῦ μεγάλου ἀστικοῦ πληθυσμοῦ. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν 80 ἑκ. μόλις ἴσως θὰ εἶνε ἐπαρκές. Οὐχ’ ἧττον δὲν νομίζομεν προσῆκον, παρὰ τὴν ἐνδεχομένην στενότητα, νὰ εὐρύνωμεν τὰ ὅρια, προτιμῶντες ν’ ἀφήσωμεν τὸ μέλλον νὰ κρίνῃ. Ἡ πρόσθετος αὕτη κυκλοφορία θὰ ἠρώτα τις, ἐὰν ἔδει νὰ ἔχῃ κάλυμμα ἐν τίνι μέτρῳ καὶ ποῖον. Βεβαίως ἐκ τοῦ νόμου οὐδεμίαν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἔχωμεν κάλυμμα. Εὑρισκόμεθα εἰσέτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ φρονοῦμεν ὅτι δὲν ἐπέστη γενικῶς ἡ στιγμὴ τῆς ἄρσεως αὐτῆς, οὔτε ἄλλως αἱ καθολικώτεραι περιστάσεις ἐπιτρέπουν τοιαύτην σκέψιν. Ἡ ὑπάρχουσα σήμερον κυκλοφορία ἐκ τοῦ νόμου οὐδὲν ἔχει κάλυμμα, ἡ ἀνυπαρξία δὲ καλύμματος οὐδεμίαν ἐπίδρασιν ἀσκεῖ ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, τοῦ χρυσοῦ μένοντος σταθερῶς εἰς τὸ ἄρτιον παρὰ τὴν ἀνώμαλον τοῦ κόσμου ὅλου οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν κατάστασιν. Τοῦτο δὲ διότι ἡ πολιτικὴ τῆς Τραπέζης βοηθουμένη καὶ ὑπὸ τῆς ἀκμαίας οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας κατώρθωσε νὰ ἔχῃ πράγματι κάλυμμα χρυσοῦ τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀληθῶς καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἀξία τῶν τραπεζογραμματίων βεβαία καὶ ἀσφαλής. Ἐν τούτοις λόγῳ μείζονος ἀσφαλείας, κυριώτατα δὲ διὰ τὴν ἠθικὴν ἐπιβολήν, ἣν ἀσκεῖ ὁ καθορισμὸς καλύμματος, νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅπως ἡ πρόσθετος αὕτη κυκλοφορία, ἡ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦσα καὶ δεκτὴ γενομένη εἰς τὰς συναλλαγὰς κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ νόμου, ἔχῃ ὡς κάλυμμα κατὰ τὸ τέταρτον, ὄχι μεταλλικὸν καὶ θὰ ἐξηγήσω διατί νομίζομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν μεταλλικόν, ἀλλ’ ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων εἰς χρυσόν. Ἀκολουθοῦμεν ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ ἀκριβῶς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ἡ διεθνὴς οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ῥυθμίσεως τῶν παλαιῶν ἡμῶν εἰς χρυσὸν δανείων καὶ τῶν συναφῶν πρὸς ταῦτα θεμάτων, ὁρίσασα ὅτι, ἀντὶ τοῦ παρὰ τοῦ Κράτους διὰ δανείων ἀφαιρεθέντος χρυσοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ Τράπεζα ἔδει νὰ ἔχῃ τοῦ λοιποῦ ὡς κάλυμμα διὰ τὴν ἀρχικὴν κυκλοφορίαν αὐτῆς τῶν 60.000.000 ποσὸν 16.000.000 περίπου εἰς ὁμολογίας τοῦ ἐθνικοῦ δανείου τοῦ 1898. Ἐθεώρησε καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐκείνη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶχεν ἀντιλήψεις οἰκονομικὰς πολὺ ἐλευθεριαζούσας, ἡ ὁποία ἤγετο ἐκ τάσεως μᾶλλον δεσμευτικῆς, ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ἐπαρκὴς ἐγγύησις ἡ ἀκινητοποίησις ποσοῦ ἴσου πρὸς τὸ τέταρτον τῆς τότε κυκλοφορίας τῶν 60.000.000 γραμματίων διὰ ὁμολογιῶν εἰς χρυσόν, διότι αὗται διεθνῆ ἔχουσαι τὴν ἀγορὰν καὶ βεβαίαν τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν, ἠδύναντο ἀκινδύνως ἐν μέτρῳ οὕτω περιωρισμένῳ, νὰ ἐκπληρώσουν ἀποτελεσματικῶς τὸν σκοπὸν τοῦ καλύμματος, Τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἀκολουθοῦντες, καὶ ἐκ τῶν αὐτῶν σκέψεων ὁρμώμενοι, ὁρίζομεν, ὅτι κατὰ τὸ τέταρτον τοῦ ποσοῦ τῶν 80.000.000 δέον νὰ ὑπάρχῃ κάλυμμα εἰς ὁμολογίας ἐθνικῶν δανείων εἰς χρυσόν. Δὲν ὁρίζομεν τὸ κάλυμμα εἰς μεταλλικόν, μόλον ὅτι οὐδεμίαν τοῦτο θὰ ἔφερε δυσχέρειαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διότι τυχὸν ἐπηρέασεν ἡμᾶς ἡ σκέψις, ὅτι μεταλλικὸν ἀποταμίευμα θὰ ἦτο δαπανηρόν, διὰ τὴν Τράπεζαν, καθὸ ἄκαρπον, ἐνῷ αἱ ὁμολογίαι θὰ εἶνε ἐπικερδεῖς, ἅτε ἀποδίδουσαι τόκον. Ἡ αἰτιολογία τῆς διατάξεως ταύτης κεῖται ἀλλαχοῦ. Νομίζομεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη σήμερον μεταρρυθμίσεως ἔν τισιν τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ τοῦ 1910, μεταρρυθμίσεως ὅμως ὄχι κατὰ τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, ἥτις εἶχεν ἄλλοτε ὑποβληθῆ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπιτρέπει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀντὶ ἴσου ποσοῦ χρυσοῦ τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἔχει κατατεθειμένον, νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀφίετο δὲ εἰς αὐτὴν ἐλευθερία νὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ κατάθεσις θὰ ἦτον εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἢ εἰς αὐτούσιον χρυσὸν εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς. Ἡ διάταξις αὕτη τῆς ἐλευθέρας κρίσεως τῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι σκόπιμος, εἶναι δὲ ὀρθότερον νὰ ὑπάρξῃ ὑποχρέωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως τὸ ἓν δέκατον τοὐλάχιστον τῆς κυκλοφορίας αὐτῆς, ὑπάρχει ἀποτεθειμένον εἰς αὐτούσιον χρυσόν, εἴτε εἰς χρυσᾶ νομίσματα εἰς τὰ ταμεῖά της. Τοῦτο ὁρίζεται, διότι διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΧΜΒʹ βαθμηδόν, σταθεροποιουμένης τῆς ἐντεῦθεν κυκλοφορίας σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου, θὰ ἀχθῶμεν εἰς τὴν πλήρη ἐξυγίανσιν τὴν κυκλοφορικήν, ἀπαλλαττόμενοι καὶ νόμῳ πλέον τῶν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διατάξεων. Διὰ τοῦτο δὲ ἀκριβῶς ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε, ὅπως περισυλλέγωμεν καὶ ἀποταμιεύωμεν τὴν ποσότητα ἐκείνην τοῦ μεταλλικοῦ, ἡ ὁποία μίαν ἡμέραν θὰ χρησιμεύσῃ, ἐπιβάλλοντες εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν ἀνάληψιν τῶν ἀρχικῶν αὐτῆς ὑποχρεώσεων πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν γραμματίων της, νὰ ἔχῃ παρασκευασμένον ἐκ τῶν προτέρων τὸ ἀποταμιευμένον εἰς μεταλλικόν. Δὲν ὑπάρχει δὲ λόγος νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἔχῃ ἀποτεθειμένον μεταλλικὸν περισσότερον τοῦ ⅒ τῆς κυκλοφορίας αὐτῆς τῆς προσθέτου, διότι τότε θὰ ηὐξάνομεν ὑπερόγκως ἴσως τὸ μεταλλικὸν αὐτῆς ἀποταμίευμα, ἴσως ἐν μέτρῳ, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἦτο ἄνευ βασίμου αἰτίας ἐπιβαρυντικὸν δι’ αὐτήν. Ἄλλοτε ἐθεωρεῖτο ἐντελῶς ἐπαρκὲς ἐὰν ἡ Τράπεζα διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς ἄσκησιν τῶν διαφόρων προνομίων, προέβαινεν εἰς παραχωρήσεις, καθ’ ἑκάστην παράτασιν τῶν προνομίων αὐτῆς, πρὸς τὴν κοινωνίαν, μειοῦσα, πότε τὸν τόκον τῶν δανείων αὐτῆς, πότε ὁρίζουσα ποσοστόν τι τῶν κεφαλαίων πρὸς διάθεσιν ὑπὲρ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ κλάδου τῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἂν ταῦτα ἄλλοτε ἐξηγοῦντο καὶ ἦσαν δεκτά, σήμερον βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἀποχὴν τοῦ Κράτους ἀπὸ τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης, διότι τὸ κύριον τοῦ ἐνεργητικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου, τόσον τῆς ἰδικῆς μας Τραπέζης, ὅσον καὶ τῶν ἄλλων ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ προνόμια καὶ τὰ δικαιώματα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος προικίζει τὴν Ἐθν. Τράπεζαν. Τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ τὰ προνόμια ἔχουσι μίαν θετικὴν ἀξίαν, ἡ ὁποία προστιθεμένη εἰς τὰ μικρὰ σχετικῶς κεφάλαια τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ἐπιτρέπει εἰς αὐτὴν νὰ ἀποκομίζῃ κέρδη σημαντικά, συντελοῦν δὲ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν αὐτῆς συνεχῶς ὑψουμένων καὶ εἰς τὴν διανομὴν μερισμάτων πάντοτε αὐξανομένων. Σήμερον δὲ πολὺ μᾶλλον μὲ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων τῆς δράσεώς της καὶ τὸν νέον ὁρίζοντα τὸν εὐρύτατον, ὅστις διανοίγεται ἐνώπιόν της, τὰ κέρδη αὐτῆς δὲν θὰ μείνουν στάσιμα, διότι θὰ πρόκηται νὰ γονιμοποιήσῃ χώρας, αἱ ὁποῖαι διψοῦν κεφαλαίων καὶ πίστεως. Ἐξετάζοντες τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα, κατὰ πᾶσαν παράτασιν τῶν προνομίων τῶν ἐκεῖ ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, παρατηροῦμεν, ὅτι μείζονα ἑκάστοτε ἀσφαλίζονται διὰ τὰ Κράτη κέρδη, κατὰ πᾶσαν νέαν παράτασιν. Παρατηροῦμεν ἐπίσης, ὅτι κατὰ πᾶσαν νέαν παράτασιν προνομίων, αἱ μετοχαὶ τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν δὲν ὑφίστανται ὕψωσιν. Καὶ φέρω παράδειγμα τὴν Βελγικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐκ τῶν κρατίστων τῆς μορφῆς ταύτης Τραπεζῶν. Ἡ τάσις αὕτη πρὸς μείζονα πάντοτε συμμετοχὴν τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη δὲν προέρχεται ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως τῶν δικαιωμάτων τῆς Πολιτείας, οὔτε προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι τὸ Κράτος βλέπει τυχὸν μὲ ὄμμα δυσμενὲς τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα πορίζεται ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως ὁσημέραι τῶν διαφόρων αὐτῆς ἐργασιῶν. Προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι διαρκῶς ἐντείνεται ὁ δημόσιος χαρακτὴρ τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, ὅτι συνεχῶς καθίσταται αἰσθητότερον εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν Κυβερνήσεων, ὅτι αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι ἔχουν δημοσίαν ἀποστολὴν νὰ ἐκπληρώνουν, ὅτι ὁσημέραι ὁ καθαρῶς κερδοσκοπικὸς αὐτῶν χαρακτὴρ μειοῦται, ἐπιτείνεται ἡ ἀντίληψις, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτῶν πρέπει νὰ ὁρμᾶται ἐξ ἀπόψεως κοινῆς ὠφελείας τῆς κοινωνίας καὶ οὐχὶ ἐκ βλέψεων ἐγωιστικῶν αὐξήσεως τῶν διανεμητέων μερισμάτων εἰς τοὺς μετόχους. Οἱ τύποι ὑπὸ τοὺς ὁποίους γίνεται ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰ κέρδη τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν εἶναι ποικίλοι, παραλλάσσουν δὲ εἰς τὰ διάφορα Κράτη. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἱδρύσεως νέας Τραπέζης, ἢ ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ χρονικῆς παρατάσεως, ὁπότε θὰ ἐδίδετο νέα περίοδος ζωῆς, θὰ ἠδύνατο βεβαίως νὰ ὡρίζετο, ὅτι τὸ Κράτος συμμετέχει εἰς τὰ καθαρὰ κέρδη τῆς Τραπέζης μετ’ ἀφαίρεσιν ὡρισμένου τινὸς ποσοστοῦ ὑπὲρ τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ ὁ τύπος οὗτος εἶναι δυσχερὲς νὰ ἐφαρμοσθῇ προκειμένου περὶ Τραπέζης, ἐχούσης βίον ἤδη ὀγδοήκοντα περίπου ἐτῶν, κεφάλαιον ἔχον τρέχουσαν ἀξίαν εἰς οὐδεμίαν εὑρισκομένην ἀναλογίαν πρὸς τὸ ἀρχικῶς κατατεθὲν κεφάλαιον, καὶ μέρισμα παγιωθὲν ἐπὶ δεκαετίαν καὶ πλέον, ἐπὶ τῇ βάσει ποσοστοῦ ἀσχέτου πρὸς τὸ κατατεθὲν κεφάλαιον. Ἐθεωρήθη δὲ ὅτι εἶναι ἀσφαλέστερον καὶ ἀκριβέστερον νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἕτερον τύπον, τὸν τύπον τῆς συμμετοχῆς ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς λεγομένης παραγωγικῆς κυκλοφορίας. Ὁ τύπος ἀπαντᾷ πρὸ πάντων εἰς τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν, ἔχει δὲ τοῦτο ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅτι ἀσφαλίζει μηχανικὴν τὴν συμμετοχὴν τοῦ Δημοσίου καὶ θέτει ἐκποδὼν ζητήματα δυνάμενα ν’ ἀναφυῶσι περὶ τὴν ἑρμηνείαν διαφόρων διαχειριστικῶν τῆς Τραπέζης ζητημάτων. Ὁ τύπος δὲ οὗτος, παρηλλαγμένος ὅμως, εἶνε καὶ ἐκεῖνος, ὃν ἐχρησιμοποίησαν καὶ αἱ προηγούμεναι συμβάσεις, ἡ πρώτη τοῦ 1875 καὶ ἡ τοῦ 1880 κατόπιν, καὶ ἡ τελευταία τοῦ 1903, τύπος ὅμως, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς εἰσέτι δὲν ἐτέθη ἐν λειτουργίᾳ παρ’ ἡμῖν, διότι καθ’ ἑκάστην νέαν σύμβασιν διά τινα λόγον ἢ ἀνεστέλλετο ἢ ἐξηγοράζετο ἡ συμμετοχή. Ὁ τύπος ὅμως οὗτος ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸς ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἐτίθετο συγχρόνως καὶ ἐλάχιστον ὅριον κυκλοφορίας γραμματίων. Μὴ ἔχοντες ἑνιαίαν τὴν καταγωγὴν τῶν κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων, ὡς ἔχουσι ταύτην αἱ Τράπεζαι τῶν χωρῶν, αἵτινες ἔχουσιν ὑγιᾶ κυκλοφορίαν, ἀλλ’ ἔχοντες κυκλοφορίαν προερχομένην ἐκ τραπεζογραμματίων διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ἐκ τραπεζογραμματίων τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ, ἅτινα παριστοῦν αὐτὸ τοῦτο χρυσόν, ἐκ τραπεζογραμματίων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα πάντα συναναμίγνυνται, καθ’ ὃ ὄντα καὶ ὁμοιότυπα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν πόθεν προέρχεται ἡ κυκλοφορία, καὶ τίνος κατηγορίας εἶνε τὰ μὴ κυκλοφοροῦντα καὶ ἀποκείμενα ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἑπομένως νὰ μείνωμεν εἰς τὸν τύπον αὐτὸν ἄνευ πλήρους βεβαιότητος περὶ τὸ ὅριον τῆς συμμετοχῆς ἡμῶν. Ἡ σήμερον κυκλοφορία τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν συνόλῳ μετὰ τῆς Κρητικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Ἰονικῆς, μετὰ τὴν κατὰ τὸ 1920 λῆξιν τοῦ προνομίου ταύτης, ἀνέρχεται εἰς ἑκατὸν ἑξήκοντα δύο ἑκατομμύρια. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς κυκλοφορίας, ἐφ’ ὅσον κυκλοφορεῖ καὶ γονιμοποιεῖται, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπολαμβάνωμεν τὸ τέταρτον ἤτοι 25% τοῦ μέσου προεξοφλητικοῦ τόκου τῆς ἑξαμηνίας, ἐπὶ ἐλαχίστου ὁρίου κυκλοφορίας 80,000,000, ἡ κυκλοφορία δηλαδὴ δύναται νὰ εἶναι ἀνωτέρα τῶν 80,000,000, ὁπότε καὶ ἡ συμμετοχὴ θὰ ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ κατέλθῃ κάτω τῆς κυκλοφορίας 80 ἑκατομμυρίων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σήμερον δεδομένων καὶ προεξοφλητικοῦ τόκου 6%, οἷος εἶναι σταθερὸς παρ’ ἡμῖν, ἐπὶ ἔτη, μὴ κατερχόμενος ποτὲ κάτω τῶν 5 καὶ ⅞, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ τοῦ τόκου ἔχομεν ἠγγυημένην συμμετοχὴν τοῦ Δημοσίου κατ’ ἔτος ἑνὸς ἑκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων δραχ. Ἑπομένως ἔχομεν ὡς πρῶτον κεφάλαιον θετικῆς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐτησίας ὠφελείας 1,200,000. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι μόνη ἡ συμμετοχὴ ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς κυκλοφορίας ἦτο ἐπαρκής, δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχῦον λάθος ἢ παράλειψις, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ 1910. Ὁ νόμος τοῦ ἔτους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν πρόσθετον κυκλοφορίαν, δὲν προεῖδεν ἀλλ’ οὔτε ἠδύνατο νὰ προΐδῃ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ νόμου ͵ΓΧΜΒʹ, ἐπιτρέπων δὲ ὁ νόμος τὴν κατάθεσιν χρυσοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀντὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ ἔκδοσις γραμματίων βεβαίως δὲν ἐθεώρησεν ἐπιβαλλόμενον τότε νὰ ἀσφαλίσῃ καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσοστόν τι ἐκ τῶν κερδῶν τούτων, διότι τοιαῦτα κέρδη τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν προσεδοκῶντο, ἀπ’ ἐναντίας ὑπῆρχε καὶ φόβος τις περὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ἐκείνου. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλιξις ἔδειξεν ἄλλο, ἀπὸ διετίας δὲ περίπου ὑπερέβη ἡ Ἐθν. Τράπεζα τὴν κατάθεσιν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων, σήμερον δὲ εὑρισκόμεθα εἰς 172.000.000, παρὰ τὰς ἀθρόας ἐξαγωγὰς τοῦ χρυσοῦ, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ γίνονται διὰ πληρωμὰς εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, παρὰ τὴν ἀνακοπὴν τοῦ ἐμπορίου καὶ παρὰ τὴν ἀνακοπὴν τῆς εἰσαγωγῆς χρυσοῦ ἔξωθεν διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν. Δὲν εἶναι ὅμως οὔτε δίκαιον, οὔτε εὔλογον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἀποκερδαίνῃ αὐτὴ ἀποκλειστικῶς δι’ ἑαυτὴν τὰς ὠφελείας τὰς ὁποίας ἀντλεῖ ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν κεφαλαίων τούτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἴδια αὐτῆς κεφάλαια, ἀλλὰ κεφάλαια τῆς χώρας, χρησιμοποιούμενα παρὰ τῆς Τραπέζης. Τὰ κεφάλαια αὐτὰ τῶν 172.000.000 ἀπέδιδον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν περὶ τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια ἐτησίως· τὰ κέρδη ταῦτα τῶν 4.000.000 ἐτησίως ἀπεκόμιζεν ἡ Τράπεζα ἄνευ δαπάνης καὶ σχεδὸν ἄνευ κινδύνου. Τὰ κέρδη δὲ ταῦτα προήρχοντο διότι τὸ Κράτος ἐπροίκισεν αὐτὴν μὲ ὡρισμένον δικαίωμα ἐκδοτικόν. Ἑπομένως ἡ ἄσκησις κυριαρχικοῦ δικαιώματος ἡ ἐπικερδῶς γενομένη ὑπὸ τῆς Τραπέζης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν ὅπως μὴ προσπορίζῃ καὶ εἰς τὸ Κράτος τὰς προσηκούσας αὐτῷ ὠφελείας. Βεβαίως δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ ἀντιρρήσεις, ὅτι διὰ συμβάσεως παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ὅτι ἑπομένως ἐσαεὶ ἔδει αὕτη νὰ κρατῇ μόνη της δι’ ἑαυτὴν τὰ ὀφέλη ταῦτα χωρὶς τὸ Κράτος οὐδὲν ἐκ τούτων νὰ ἔχῃ ποσοστόν. Οὕτως ὡρίσθη, ὅτι μέχρι μὲν 50.000.000 δύναται ἡ Τράπεζα νὰ κρατῇ δι’ ἑαυτὴν τὰ κέρδη ἔναντι τῶν δαπανῶν τῆς ἐκδόσεως τῶν κινδύνων, ἢ καὶ ἄλλων δαπανῶν τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ.
§108ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πλὴν τῶν καλυμμάτων εἰς χρυσὸν τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ;
§109ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πλὴν τῶν καλυμμάτων εἰς χρυσὸν τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ. Ἀπὸ 50 ἑκατομμυρίων μέχρι 150.000.000 τὸ Κράτος θὰ συμμετέχῃ κατὰ 30% ἐπὶ τῶν ποριζομένων ἐκ τῆς διαθέσεως κερδῶν, ἀπὸ 150.000.0000 μέχρι 200.000.000 κατὰ 40% καὶ ἀπὸ 200.000.000 καὶ ἄνω κατὰ 50%, ἤτοι ἐπὶ ποσοῦ 172.000.000 τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος κέρδος, ἐπὶ τῇ βάσει τόκου μόνον 2%, ἀνέρχεται εἰς 760.000 ἐτησίως. Ἀλλὰ βεβαίως οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι ἡ στάθμη τῆς κυκλοφορίας αὐτῆς θὰ μείνῃ εἰς τὸ ἐπίπεδον τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον, διότι προδήλως αἱ συναλλαγαὶ τῆς ὅλης Ἑλλάδος θὰ ἦνε τοιαῦται ὥστε νὰ ἀναβιβάσουν, νὰ ἀναβιβάζουν συνεχῶς τὸ ἐπίπεδον. Καὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀνερχομένου, τὸ Κράτος θὰ ἔχῃ ἑκάστοτε προοδευτικῶς μεῖζον ποσόν. Πλὴν τῶν δύο αὐτῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐν συνόλῳ ἀπαρτίζουν ἔσοδον περίπου 2.000.000 δραχμῶν ἡ Κυβέρνησις ἐξησφάλισεν ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ ἕτερόν τι, ἐπίσης σημαντικόν, τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ οἱονεὶ φόρου ὑποτελείας τὸν ὁποῖον πληρώνει τὸ Κράτος ὑπὸ μορφὴν τόκου 1% διὰ τὸ δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Τὸ ποσὸν τοῦ τόκου τούτου ἀνέρχεται εἰς 620.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ὅταν συνωμολογήθησαν τὰ δάνεια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τὸ Κράτος ἠναγκάσθη νὰ κυκλοφορήσῃ τραπεζογραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἐπέβαλον διὰ τὴν πίστιν τὴν μὴ ἔκδοσιν χαρτονομίσματος τοῦ Κράτους. Διὰ τὴν ἠθικὴν αὐτὴν ἀρωγὴν τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος καταβάλλει τοῦτο ἕνα τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον κατεβλήθη μέχρι σήμερον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων, ὑπερβαίνει τὰ 20.000.000 δραχ., ἐξακολουθοῦν δὲ μέχρι τῆς τελείας ἐξαφανίσεως τῶν δανείων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, θὰ ἀπήτει ἀκόμη 9½ ἑκατομμύρια. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀναγνωρίζουσα ὅτι δὲν προσήκει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ καταβολὴ αὐτή, ἀπαλλάσσει τὸ Κράτος τοῦ λοιποῦ τῆς πληρωμῆς αὐτῆς. Ἡ ἐτησία δὲ αὐτὴ καταβολὴ ὑπολογίζεται εἰς 620.000 δραχ. Δηλαδὴ ἔχομεν θετικὸν ἔσοδον 2.600.000 περίπου δραχμῶν ἐκ τῶν τριῶν αὐτῶν κεφαλαίων. Κατὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ δύναται νὰ αὐξήσῃ ἡ δύναμις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν κατ’ ἐλάχιστον. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως διαπραγματευομένη μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης σήμερον τὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου αὐτῆς, ἐπεζήτησε νὰ λύσῃ τελειωτικῶς καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μακροῦ χρόνου δημιουργημένον, ἐπροκάλει ἀνισότητα μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν λοιπῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Τὸ ζήτημα τοῦ φορολογικοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ὑπέκειτο εἰς τὴν κοινὴν φορολογίαν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ἐξῃρεῖτο δὲ ἐπίσης καὶ ἄλλων φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται ὅλοι οἱ συναλλασσόμενοι. Καταργοῦνται συνεπῶς διὰ ῥητῆς διατάξεως ἐν τῇ συμβάσει αἱ διατάξεις προηγουμένων συμβάσεων καὶ νόμων αἱ ὁποῖαι ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τεθειμέναι ἐδημιούργουν δι’ αὐτὴν ἐξαιρετικὸν φορολογικὸν δίκαιον. Τοῦ λοιποῦ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλλῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσολογισμοῦ της, θὰ ἐπιτίθηται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐτῆς ἀναλογίας, ἥτις βαρύνει καὶ τὰς λοιπὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας, θ’ ἀνέρχηται δὲ εἰς 160.000 περίπου ἐτησίως. Ἑπομένως κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δέον νὰ αὐξηθῇ ἡ ὠφέλεια τὴν ὁποίαν πορίζεται τὸ Δημόσιον, δυνάμει τῆς ὑποβαλλομένης συμβάσεως. Ταῦτα εἶναι τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας θὰ προσπορίζηται τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰ ἐτήσια κέρδη ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ τὰ ποσὰ αὐτὰ ὑπολογίζονται ἀσφαλῶς εἰς περίπου 2.800.000 δραχ. ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημερινῶν δεδομένων. Ἀλλὰ πλὴν τῶν κεφαλαίων αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένον νὰ ἀσφαλίσῃ ἐπίσης καὶ ὑπὲρ τῆς κοινωνίας ὡρισμένας καὶ πραγματικὰς ὠφελείας. Αἱ ὠφέλειαι δὲ αὗται συνίστανται εἰς τὰ ἀκόλουθα. Πρῶτον ὑποβιβάζεται ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1915 ὁ τόκος τῶν ἐνυποθήκων δανείων ἀπὸ 6½% εἰς 6%, ἀναφέρεται δὲ ὁ ὑποβιβασμὸς οὗτος τοῦ τόκου ὄχι μόνον εἰς τὰ συνομολογηθησόμενα ἐφεξῆς δάνεια, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἤδη συνωμολογημένα, ἑπομένως ὁ τόκος ἐπὶ ὅλων τῶν ἐνυποθήκων δανείων ὁρίζεται εἰς 6%. Ἐπίσης ὅμως ὑποβιβάζεται καὶ ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας ἀπὸ 8 εἰς 7%. Ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ μείωσις τῶν κερδῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶνε 250.000 δραχμῶν ἐτησίως, ὑπερβαίνει δὲ σημαντικῶς τὸ ποσὸν τοῦτο ἐὰν προστεθῇ καὶ ἡ ἐκ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ τόκου ὑπερημερίας μείωσις τῶν κερδῶν καὶ ἣν δὲν δυνάμεθα ἀκριβῶς νὰ ὑπολογίσωμεν. Τὰ δύο ταῦτα σημεῖα ἀναφέρονται εἰς κειμένην ἤδη κατάστασιν καὶ μεταβαλλομένην τοῦ λοιποῦ ἐπὶ τὰ βελτίω. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐξασφαλίσει διὰ τῆς Τραπέζης ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, —καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἱδρύσεως τῶν 12 ὑποκαταστημάτων εἰς τὰς νέας χώρας ἐντὸς προθεσμίας 2 μέχρι 4 ἐτῶν, διότι ἡ ἵδρυσις ὑποκαταστημάτων ἀποτελεῖ καὶ ὠφέλειαν προφανῆ ὄχι μόνην τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ κυριώτατα τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία θὰ γονιμοποιήσῃ εὐκολώτερον οὕτω τὰ ἴδια αὑτῆς κεφάλαια, καὶ θὰ περισυλλέξῃ τὰς κατὰ τόπους ἀποταμιεύσεις—τὸ κυριώτερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξησφάλισεν ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, εἶναι ἡ ἐπικουρία, ἥτις διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργικῆς πίστεως. Τὸ ποσὸν τῶν διὰ τὴν γεωργίαν προωρισμένων κεφαλαίων ὁρίζεται διὰ τῆς συμβάσεως εἰς 50.000.000 δραχ. ἐνῷ κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνήρχετο μόνον εἰς 20.000.000 δρ., πράγματι εἶχον διατεθῇ 14.000.000 δραχ. μόνον, οὐσιαστικῶς δὲ δὲν παρείχετο σχεδὸν καμμία ὠφέλεια ἐντεῦθεν εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Ὁ τρόπος τῆς λειτουργίας τῆς ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ ὁ ἰδιάζων χαρακτὴρ αὐτῆς ἄλλως τε ἀντίκειται ἄντικρυς πρὸς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν τῆς γεωργικῆς πίστεως, ἡ ὁποία, ὅπως ἀποβῇ λυσιτελής, ἀπαιτεῖ ἴδιον ὀργανισμὸν καὶ διάφορον ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων, καὶ τρόπον λειτουργίας πολὺ ἐγγύτερον κείμενον τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων. Ἐκ τῶν 50.000.000 αὐτῶν τῶν προωρισμένων διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον, τὰ μὲν 25.000.000 θὰ διαθέσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἴτε ὡς καὶ μέχρι τοῦδε διέθετε τὰ κεφάλαια ταῦτα δηλ. ἀπ’ εὐθείας αὐτὴ διὰ δανείων λεγομένων καλλιεργητικῶν πρὸς γεωργοκτηματίας ἢ διὰ μέσου τῶν ἱδρυθησομένων τοπικῶν πιστωτικῶν ὀργανισμῶν, περὶ ὧν μεριμνᾷ ἴδιος νόμος καὶ ἐπὶ τόκῳ 5% πρὸς τοὺς συνεταιρισμοὺς τούτους, οἱ ὁποῖοι θὰ διαθέσωσιν εἶτα τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς τοὺς γεωργοὺς διὰ δανείων. Τὰ ὑπόλοιπα 25.000.000 θέλει θέσει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τόκῳ 4% μόνον, πρὸς ἵδρυσιν Γεωργικῆς Τραπέζης. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ἡ γεωργικὴ πίστις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ προσηκόντως διὰ κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ κέρδει. Ἡ φύσις τῆς ἐργασίας ταύτης εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἀποδώσῃ τοὐλάχιστον παρ’ ἡμῖν σήμερον κέρδη ἐπαρκῆ, διὰ τὴν ἐπωφελῆ ἐξυπηρέτησιν τῶν κεφαλαίων Τραπέζης, ἐργαζομένης μὲ ἰδιωτικὰ κεφάλαια. Προσθέτως φρονεῖ ὅτι ἡ γεωργικὴ πίστις, ἡ προσωπικὴ δηλ. πίστις καὶ ἡ ἀγροτικὴ κτηματικὴ πίστις ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται εὐθυνὰ νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἐχόντων ἀνάγκην τούτων, διότι ἄλλως ἀποτελεσματικὴ τούτων ἐκμετάλλευσις δὲν εἶναι δυνατή, Ἐὰν μέχρι τοῦδε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ἐμερίμνησε προσηκόντως ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως Τραπέζης γεωργικῆς πίστεως, ἡ ὁποία νὰ δύναται διὰ προσφόρου ὀργανισμοῦ νὰ λειτουργήσῃ ἐπωφελῶς ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ νὰ παράσχῃ εἰς ταύτην ἐπικουρίαν ἧς ἔχει αὕτη ἀνάγκην διὰ τὴν ἐργασίαν της, σήμερον θὰ ἦτο παράλειψις στοιχειώδους καθήκοντος ἡ μὴ ἔγκαιρος ἵδρυσις τοιαύτης Τραπέζης. Ἔχοντες ἀνακτήσει χώρας κατ’ ἐξοχὴν γεωργικάς, ὁ πλοῦτος τῶν ὁποίων ἀποτελεῖται κυρίως ἀπὸ γεωργικὰ προϊόντα καὶ μάλιστα πολύτιμα τοιαῦτα, θὰ ἦτο παράλειψις, λέγω, στοιχειώδους καθήκοντος, ἐὰν δὲν ἐμεριμνῶμεν περὶ τῆς ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας ἱδρύσεως γεωργικῆς Τραπέζης δυναμένης νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος τῆς γεωργίας. Ἀλλὰ τὰ 25.000.000 τοῦ κεφαλαίου τὰ ὁποῖα θὰ χορηγήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν εἶναι τὰ μόνα τὰ ὁποῖα θὰ διατεθῶσιν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ. Τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῆς συμμετοχῆς ἡμῶν εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὰ κέρδη δηλ. ἐκ τῆς παραγωγικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὰ κέρδη ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ θέλουσι χρησιμοποιηθῆ βραδύτερον, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα καὶ ὅταν αἱ συνθῆκαι ἐπιτρέψωσι τοῦτο, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν δανείου πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τοῦ Κράτους ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ καὶ θὰ βοηθήσωσιν ἡμᾶς οὕτω ὅπως ἐξέλθωμεν ἄνευ ἐπιβαρύνσεώς τινος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὴν νοσηρὰν κυκλοφορικὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἀπὸ τριακονταετίας. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ λειτουργία τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ θὰ μᾶς βοηθήσῃ εἰς τὴν οὐσιαστικὴν εἴσοδον ἡμῶν, εἰς τὴν ὑγιᾶ πιστωτικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὴ σήμερον ἡ ἐκπλήρωσις πάντων τῶν ὅρων τούτων, ἐξ ὧν ἐξαρτᾶται ἡ ἄρσις, προσθέτως δὲ δὲν εἶνε κατάλληλος ἡ ὥρα πρὸς ζήτησιν κεφαλαίων ἐπὶ τοιούτῳ σκοπῷ, ὀφείλομεν δὲ ἀπέναντι νέων συνθηκῶν οἰκονομικῶν εὑρισκόμενοι λόγῳ τῆς νέας διαμορφώσεως τῆς χώρας, ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἐξέλιξιν αὐτῶν, ὅπως σταθμίσωμεν τὰ δεδομένα, ἐνδείκνυται ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ μὴ ἐξόφλησις τοῦ δανείου τούτου. Μέχρις οὗ ἑπομένως ἐπιστῇ ὁ χρόνος, τὰ ποσὰ ταῦτα, τὰ περιερχόμενα εἰς τὸ Δημόσιον προτιθέμεθα νὰ διαθέσωμεν ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ κεφαλαίου τῆς συσταθησομένης γεωργικῆς Τραπέζης. Δὲν νομίζομεν, ὅτι τὰ κεφάλαια ταῦτα πρέπει νὰ διαθέσωμεν πρὸς αὔξησιν τῆς δυνάμεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζομεν, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ κεφάλαια αὐτὰ πρέπει νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ ἄλλων σκοπῶν, ἐξυπηρετούντων ἐπίσης ἐμμέσως αὐτὴν τὴν δύναμιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ βεβαίως πρὸ τῆς παρελεύσεως πενταετίας ἢ καὶ πλέον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κακλοφορίας διὰ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ ὑφισταμένου δανείου, προήλθομεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως αὕτη προκαταβάλῃ ποσὸν 10.000.000 ἀπέναντι τῆς συμμετοχῆς ἡμῶν εἰς τὰ κέρδη τῆς πρώτης 5ετίας καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τοῦδε ηὐξημένα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως γεωργικῆς Τραπέζης εἰς 35.000.000. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἶνε μόνον αὐτὰ τὰ κεφάλαια τῆς γεωργικῆς Τραπέζης. Ἔχομεν τὴν γεωργικὴν Τράπεζαν τῆς Μακεδονίας, τῆς Ἠπείρου, τῶν νήσων καὶ τὸ κοινωφελὲς ταμεῖον Κρήτης, τῶν ὁποίων τὰ κεφάλαια ἀνέρχονται εἰς ὑπὲρ τὰ 15.000.000. Ταῦτα προστιθέμενα εἰς τὰ ποσὰ τὰ χορηγούμενα ἐκ τῆς Τραπέζης, θέλουσιν ἀπαρτίσει κεφάλαιον ἐπαρκῶς ἰσχυρὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἵδρυσιν καὶ ὀργάνωσιν δυνατῆς γεωργικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὰ ἐφόδια, ὅπως πραγματικῶς ἐπικουρήσῃ τὴν γεωργίαν καὶ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὰ μέσα ν’ αὐξήσῃ τὴν καλλιέργειαν, καὶ νὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν ἀπόδοσιν τῆς γῆς, ἥτις σήμερον ἀπαρτίζει διὰ τὴν χώραν ἡμῶν τὸν κυριώτερον παράγοντα πλούτου. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ οἰκονομία τῆς ὅλης συμβάσεως. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπερήφανος, διότι εἰσάγει σύμβασιν τοιαύτην ἐνώπιον ὑμῶν, εὔχεται δὲ ὅπως ἡ σύμβασις αὕτη γείνῃ ἀφετηρία τραπεζιτικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους ὑγιοῦς, συμφώνου πρὸς τὰς συγχρόνους ἀντιλήψεις, ἐλπίζει δὲ ὅτι καὶ εἰς τὰς μελλούσας συμβάσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ πρυτανεύῃ πάντοτε ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐκ τῶν ὠφελημάτων τὰ ὁποῖα ἀποκομίζει ἐκ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς πρέπει τὸ προσῆκον νὰ ἀναγνωρίζῃ ὡς ὀφειλόμενον εἰς τὸ Κράτος, ἐξ οὗ πηγάζουσι σχεδὸν πάντα τὰ κέρδη αὐτῆς.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου της καὶ εἰς τὰς νέας χώρας» παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν Βουλευτῶν κ.κ. Ἀλεξανδρῆ, Δημητρακοπούλου, Γούναρη, Γόντικα, Βουρλούμη, Βαφειαδάκη, Καραντάρη, Πολυχρονιάδου, Ἀραβαντινοῦ, Κροκιδᾶ καὶ Ἀθανασάκη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς διευθύνσεως τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ νέων τηλεφωνικῶν ἐγκαταστάσεων καὶ καθορισμοῦ τηλεφωνικῶν τελῶν». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Γεωργίας». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντιμισθιῶν ἰδιωτῶν προσλαμβανομένων ὡς καθηγητῶν ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς σχολείοις». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§111Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ διορθωθῇ λεκτικῶς τὸ νομοσχέδιον.
§112ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Νάξου δραχμὰς 15.000 ἐτησίως πρὸς ἐπισκευὴν καὶ στερέωσιν τοῦ κυρίου λιμενοβραχίονος τῆς Νάξου». Ἄρθρον μόνον (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγεγραμμένων πιστώσεων διὰ συνδρομὴν τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν Πανελλήνιον Σύνδεσμον κατὰ τῆς φυματιώσεως ἐν Ἑλλάδι καὶ τὸν Σύλλογον πρὸς περιστολὴν τῶν ἑλωδῶν νόσων καὶ ἀναγραφῆς τοιαύτης ὑπὲρ τοῦ ἐν Ἀθήναις Οἰκονομικοῦ συσσιτίου».
§114Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἡ αὔξησις εἰς τὸν Πανελλήνιον σύνδεσμον κατὰ τῆς φυματιώσεως εἶναι ἁλματική. Ἀπὸ 4.000 δραχμ. γίνεται 15 χιλιάδες, ἐνῷ εἰς τὸν Σύλλογον τῶν ἑλωδῶν νόσων ἀπὸ 4.000 γίνεται 10 χιλ.
§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὀργανισμοὺς πρέπει νὰ δώσωμεν.
§116Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχῃ ποιά τις ἀναλογία. Πρέπει νὰ δώσητε καὶ εἰς ἄλλα ἱδρύματα, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὴν «Σωτηρίαν».
§117Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλετε τροπολογίαν ἵνα τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (. Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τοῦ ἐν Τήνῳ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας». Ἄρθρον 1ον (Ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν».
§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τὰς νέας χώρας δέον νὰ συζητηθῶσιν ὁμοῦ.
§121Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ὅτι ἡ συζήτησις δέον νὰ γίνῃ ἑνιαία, διὰ τοῦτο ἂς ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθηκόντων τῶν Νομαρχῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν». Ἄρθρον 1ον (Ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα αὐτοῦ, ὡς καὶ τὸ σύνολον)
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Διευθυντῶν τῶν Νομαρχιῶν». Ἄρθρον 1ον (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§124Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ προκειμένου περὶ διορισμοῦ διευθυντῶν, ἂν οἱ προϋπηρετήσαντες ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἔχωσιν καὶ δίπλωμα.
§125ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, θὰ γίνῃ ἐξήγησις περὶ αὐτοῦ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ συναδέλφου κ. Νάκου.
§127ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§128ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ τὴν συζητήσωμεν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου τὸν λόγον ἔχει καὶ ὁ κ. Γκέκας.
§130Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου νομίζω ὅτι παρελείφθη μία τάξις, ἥτις μάλιστα δὲν περιλαμβάνει πλέον τῶν 2 ἢ 3 προσώπων. Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην προβαίνω, διότι ἀναγινώσκω ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις καταλλήλων προσώπων, ἵνα καταλάβωσι τὰς θέσεις διευθυντῶν Νομαρχιῶν. Καὶ διὰ νὰ εἶμαι σύντομος καὶ σαφὴς σᾶς λέγω ἀμέσως ὅτι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων διατελούντων ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὅλα τὰ προσόντα τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ πλέον ἔχουν καί τι ἀνώτερον προσόν, ἔχουν τὸ προσὸν νὰ διορισθῶσι σύμβουλοι Ἐπικρατείας, καὶ ὅμως δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἔχουν διοικητικὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἐπαρκῆ, ἔχουν δίπλωμα τῆς Νομικῆς, ἔχουν καὶ ὑπηρεσίαν δεκαετῆ δικηγόρου κλπ. ὅμως δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι, διότι ὁ νόμος ἔχει τὴν φράσιν «ἴσος κατὰ τὴν μισθοδοσίαν πρὸς τὸν γραμματέα αʹ τάξεως». Κατωτέρω τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ δικηγόρους καὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῶσι δικηγόροι. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ ἔχουσι δεκαετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν καὶ διατελοῦσιν ἐν ἰσοβάθμῳ ὑπηρεσίᾳ πρὸς τὸν γραμματέα αʹ τάξεως Νομαρχίας. Διατὶ νὰ ἀποκλείωνται; διατὶ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνώτερα προσόντα τῶν ἄλλων δὲν θέλει τὸ νομοσχέδιον νὰ τοὺς δεχθῇ; πρόκειται νὰ δώσω τὴν ψῆφον μου καὶ μοῦ εἶναι ἀκατανόητον πῶς διοικητικὸς ὑπάλληλος ἔχων προσόντα Συμβούλου Ἐπικρατείας, δὲν δύναται νὰ καταλάβῃ θέσιν τὴν ὁποίαν καταλαμβάνει καὶ εἷς μόλις ἀπόφοιτος τοῦ Πανεπιστημίου, ἔχων προσόντα μόνον διὰ τὴν θέσιν γραφέως κατὰ τὴν κειμένην Νομοθεσίαν.
§131ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἕκαστος νόμος ὁρίζει τὰ προσόντα διὰ τὴν θέσιν μιᾶς ἑκάστης ὑπηρεσίας, ἣν καθιστᾷ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ γνωρίζω τί εἶχεν ἐν νῷ ὁ νόμος ὁ ὁρίζων προσόντα δι’ ὡρισμένην θέσιν, ἐγὼ γνωρίζω ποῖα προσόντα ἔπρεπε νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν θέσιν διευθυντοῦ Νομαρχίας· μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν ἄλλος νόμος δι’ ἄλλην θέσιν ὥρισε προσόντα ὀλιγώτερα δι’ ἐκείνην τὴν θέσιν. Δὲν γνωρίζω τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. βουλευτὴς ὑπ’ ὄψιν, δὲν γνωρίζω ἐὰν τὰ προσόντα ταῦτα ἔχουσι καὶ ἄλλοι, ἐγὼ γνωρίζω ὅτι τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς πλήρωσιν ὅλων τῶν θέσεων, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ὅλας τὰς πληροφορίας, ἵνα μορφώσω γνώμην περὶ τῆς προτάσεως ὑμῶν· προσθέτω ὅμως ὅτι, ἐὰν οἱ κατέχοντες τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε σεῖς καὶ ἔχοντες τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε σεῖς, εἶναι δίκαιον νὰ θεωρηθῶσι καὶ κατὰ βαθμὸν ὄχι μόνον κατὰ μισθὸν ἰσόβαθμοι πρὸς τοὺς γραμματεῖς νομαρχιῶν, εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τὴν τοιαύτην πρότασίν σας εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶνε ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· ἐὰν δ’ ἐκεῖ ὁρισθῇ ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀναφέρετε, ὅτι αὐτοὶ θεωροῦνται ἰσόβαθμοι πρὸς ἐκείνους, τότε δύναται ἡ πρότασίς σας νὰ γείνῃ δεκτή.
§132Α. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις περιττεύει, διότι ἀναμφισβητήτως οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δυνάμει τοῦ Νόμου ἔχουν τὰ προσόντα. Τί λέγει ὁ Νόμος; Ὅτι οἱ ἔχοντες διετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν δύνανται νὰ διορισθῶσιν· ἂν λοιπὸν ἔχωσι διετῆ ὑπηρεσίαν δικηγορικὴν δὲν ἀποκλείονται ἀπὸ τὸν Νόμον. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη συζητήσεως.
§133Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Βάσις τοῦ διορισμοῦ τῶν διευθυντῶν Νομαρχιῶν βʹ τάξεως κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἐδάφια τοῦ νομοσχεδίου εἶνε τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς καὶ ἡ ὑπηρεσία ὡς γραμματέως Νομαρχίας ἐπὶ πλείονα ἢ ὀλιγώτερον χρόνον· παρεμβάλλεται καὶ γʹ ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρ. 2 διὰ τοῦ ὁποίου δι’ ὡρισμένα πρόσωπα καὶ δι’ ὡρισμένον χρόνον διορίζονται δικηγόροι ἔχοντες διετῆ ὑπηρεσίαν παρὰ Πρωτοδίκαις. Ἤθελον νὰ μάθω ἂν ἐκτὸς τοῦ λόγου τῆς ἀνεπαρκείας τῶν ὑπαλλήλων, τὸν ὁποῖον ἤκουσα πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ἔχοντες διετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν καὶ μόνον, εἶναι ἱκανοὶ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν διευθυντοῦ Νομαρχίας, δηλ. ὄχι περισσότερον ὄχι ὀλιγώτερον θέσιν ἀναπληρωτοῦ τοῦ Νομάρχου, τμηματάρχου. Ἂν δὲν ἔχῃ ἄλλον λόγον τὸ νομοσχέδιον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ διαγνώσω, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ διαγράψῃ τὸ γʹ ἐδάφ. τοῦ ἄρθρου καὶ νὰ ζητήσῃ πεπειραμένους ὑπαλλήλους γραμματεῖς Νομαρχιῶν αʹ τάξεως, ἔστω καὶ ἂν οὗτοι δὲν κέκτηνται τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Ἐγὼ γνωρίζω πολλοὺς ὑπαλλήλους Νομαρχίας ἔχοντας δεκαετῆ καὶ δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς κατωτέρας Νομαρχιακῆς ἱεραρχίας ἀνῆλθον μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ γραμματέως Νομαρχίας αʹ τάξεως καὶ οἱ ὁποῖοι καὶ πεῖραν μακρὰν καὶ γνώσεις οὐκ ὀλίγας ἐκτήσαντο, καὶ οἱ ὁποῖοι παραγκωνίζονται, διότι ἀποκρούονται διὰ τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ.
§134ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πῶς ἀποκρούονται;
§135Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διότι δὲν ἔχουν δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς;
§136ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Φυσικὰ αὐτοὺς τοὺς ἀποκρούω.
§137Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νομίζετε ὡς μόνον προσὸν τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς; Ὅταν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν φοβεῖται ἀνεπάρκειαν ὑπαλλήλων, ἐπαναλέγω, πρέπει ἐκεῖθεν ν’ ἀναζητήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὄχι εἰς νεαροὺς δικηγόρους τοὺς ὁποίους θὰ περισυλλέξῃ διὰ ν’ ἀναπληρώσωσι τοὺς Νομάρχας καὶ τοὺς καταστήσῃ τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἂν ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶνε προσωπική, βεβαίως πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ καὶ εἶμαι βέβαιος, κ. Ὑπουργέ, ὅτι θὰ τὴν διαγράψητε.
§138ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποιοῦμαι τὴν δήλωσιν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνεται καὶ τὸν εὐχαριστῶ πολύ, δὲν συνειθίζει ποτὲ οὔτε εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, οὔτε εἰς κανέν, νὰ παρεμβάλλῃ διατάξεις ἐχούσας προσωπικὸν χαρακτῆρα καὶ ἂν ἐψηφίσθη νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, περιέχον προσωπικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ μὴ ὡμολογήθη, αὐτὸ θὰ ὀφείλεται ἴσως εἰς τροπολογίαν γενομένην ἐν τῇ Βουλῇ, τὴν ὁποίαν δὲν ἀντελήφθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἔχει καθαρῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα. Ὁ λόγος τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι εἷς καὶ μόνος, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τονώσωμεν τὴν διοίκησιν τῶν Νομῶν, ἔχετε δὲ παράδειγμα ἐξ ἄλλου Ὑπουργείου, διὰ νὰ ἰδῆτε ἂν εἶνε δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι καὶ ἐντὸς τῆς ὑπηρεσίας πρόσωπα ἔχοντα πλήρη τὰ προσόντα καὶ τὰ ἐφόδια, ἵνα εὐδοκίμως ὑπηρετήσωσιν εἰς τὴν θέσιν. Ἐγὼ ἐβασάνισα τὸ νομοσχέδιον, διότι ὁμολογῶ ὅτι ἄλλην εἶχον ἀντίρρησιν ἐναντίον τῆς διατάξεως, ὅταν ἐγὼ αὐτὸς ἔθετον τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποκτήσωσι δικαίωμα προαγωγῆς εἰς τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ Νομαρχίας, διότι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, εἴτε εὐδοκίμως εἴτε μὴ ὑπηρέτησαν κατὰ τὸν χρόνον τῆς γραμματείας, ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς, ἐνῷ τὰ πρόσωπα περὶ τῶν ὁποίων εἴπετε, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας καὶ γνωρίζετε ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ καὶ δὲν γνωρίζω τίς δύναται νὰ ἐπιδράσῃ εἰς αὐτά. Βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἴσως εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πιέσωσι τὰ συμβούλια μόνον ὅταν πρόκειται νὰ ζητήσωσι τὴν τιμωρίαν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔπταισαν κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν. Δύνασθε νὰ ζητήσητε ὁποτεδήποτε λόγον περὶ τῆς στάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέναντι τοῦ συμβουλίου τούτου, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι εἰς δύο μόνον περιστάσεις διεμαρτυρήθη κατ’ ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας εὗρεν ἐπιεικεῖς ἀπέναντι ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσαν, ὡς ἔδει νὰ ἐκπληρώσουν, τὸ καθῆκον των. Ὁ λόγος αὐτῆς τῆς διατάξεως δὲν εἶναι ἄλλος παρὰ νὰ εὐρύνωμεν τὸν κύκλον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ εὕρωμεν τοὺς θέλοντας νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τῆς Νομαρχίας, ἐτέθη δὲ ἡ διάταξις αὐτὴ ἀκριβῶς ἵνα μειώσῃ ἴσως τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν ἐκ τῆς προαγωγῆς, τῶν νῦν ἐν ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένων μεθ’ ὑπηρεσίαν ἑνὸς καὶ μόνον ἔτους διὰ τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως αʹ τάξεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον βλέπετε τὴν διάταξιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, οἱ δὲ ὑπάλληλοι τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, οἱ μὴ ἔχοντες δίπλωμα, ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσι τὰ ἐφόδια πολὺ περισσότερα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κέκτηνται δίπλωμα. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι διὰ νὰ κατασταθῇ τὸ δίπλωμα ὡς προσόν, ἐδέησε νὰ ἐπέλθῃ μία ἐπανάστασις καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ὁ νόμος περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Ἄς μὴ ζητῶμεν λοιπὸν εἰς ἑκάστην εὐκαιρίαν νὰ ῥίπτωμεν τὸν φραγμὸν τοῦ διπλώματος, ὅταν ἔχωμεν ὡμολογημένον τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ παρέλθῃ χρόνος, ἵνα προέλθωσιν ὑπάλληλοι ἄξιοι τῶν θέσεων τῶν νῦν ὑπαρχουσῶν καὶ τῶν ἱδρυομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή.
§139Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν εἶπε κανεὶς ὅτι τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ παραβῇ ὁπωσδήποτε μίαν ἀρχήν, ἀλλ’ ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύομεν, εἶναι αὐτὸς τοῦ συμβουλίου. Ἐνῷ διὰ νὰ διορισθῇ ἀκόλουθος τοῦ Ὑπουργείου ἀπαιτεῖται δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς, τὸ Συμβούλιον τὸ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ ἑδρεῦον, θὰ δύναται νὰ κρίνῃ ὅτι ὁ ἴδιος αὐτὸς ἔχων διετῆ ὑπηρεσίαν ἀνύπαρκτον, ἕνα διορισμὸν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ρακτιβὰν ὡς δικηγόρου, ἐφ’ ὅσον ἔχει τὴν εὔνοιαν τοῦ συμβουλίου, ἀντὶ νὰ διαγωνισθῇ καὶ νὰ εἰσέλθῃ ὡς ἀκόλουθος, μὲ τὸ δίπλωμα θὰ γίνεται ἀπ’ εὐθείας τμηματάρχης καὶ θὰ τὸν καλέσητε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὰ φῶτα του καὶ τὴν συνδρομήν του εἰς τὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν, αὐτὸν ὁ ὁποῖος, ἂν ἔδιδε ἐξετάσεις διὰ γραφεὺς θὰ ἀπετύγχανεν ἴσως. Τὸ κακὸν λοιπὸν δὲν ἔγκειται αὐτοῦ, οὔτε λύεται διὰ λογομαχίας, ἀλλὰ θὰ ἐπιτραπῇ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἀπὸ καλῆς σκέψεως αὐτοῦ, διὰ τῆς θύρας αὐτῆς νὰ εἰσαχθῶσιν ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους δὲν ἀξίζει νὰ ἔχῃ ὡς συνεργάτας του, ὡς τμηματάρχας· τὸ κακὸν εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ ἔχοντες ἱκανὰ προσόντα καὶ διατελοῦντες ἐν ὑπηρεσίᾳ διοικητικῇ ἀπορρίπτονται καὶ εἰσέρχονται οἱ γραφεῖς. Αὐτὸ εἶναι τόσον ἁπτόν, ὥστε μὲ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ἔχωμεν ἀντίθετον γνώμην. Ἄν ἔχητε ἀντίρρησιν εἴπατέ την νὰ τὴν μάθωμεν καὶ ἡμεῖς.
§140Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰς παρατηρήσεις τὰς ὑποβληθείσας, μὲ φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Βεβαίως ἐγώ, εὑρισκόμενος ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀνώτερος ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ἀπέδωκα αὐτῷ, ὅτι δηλ. πρόκειται νὰ ἐπέμβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσωπικῶς εἰς τὸ Συμβούλιον διὰ νὰ διορίσῃ ὑπαλλήλους ἐκείνους περὶ ὧν προβλέπει τὸ ἐδ. 3. Τοιαύτην ἔννοιαν δὲν εἶχον οἱ λόγοι μου. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι εἰς τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς διατάξεως ταύτης τὸν ἔφερεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀνεπάρκεια τῶν νῦν ὑπηρετούντων γραμματέων νομαρχιῶν διὰ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ βʹ τάξεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ νὰ τονώσῃ τὸ προσωπικὸν τῆς νομαρχίας. Ἄν τὸ συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζῃ, ὅτι διὰ τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι μόνον διετῆ ὑπηρεσίαν παρὰ πρωτοδίκαις ἔχουσιν, θὰ τονωθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ τονωθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν νομαρχιῶν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπω ὅτι θὰ ὑποστῇ πλάνην καὶ τὸ συμβούλιον καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν, πῶς καὶ τίνα δεδομένα θὰ ἔχῃ τὸ Συμβούλιον διὰ νὰ κρίνῃ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἔχοντας διετῆ καὶ μόνην δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν, ἂν ἔχωσι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τῶν ἀναγκαίων διοικητικῶν γνώσεων διὰ νὰ καταστῶσι τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἀναπληρώσωσι τὸν Νομάρχην; Ὅταν διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἀκολούθου τῆς Νομαρχίας ἀπαιτοῦνται τόσαι γνώσεις καὶ θεωροῦνται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον ἀνεπαρκεῖς, ἄνθρωποι καταγινόμενοι μὲ τὴν μελέτην τοῦ διοικητικοῦ δικαίου ὡς ἀποβλέποντες εἰς τὴν κατάληψιν θέσεως διοικητικῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὴν πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις οἱ δικηγόροι οὗτοι...
§141ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ὑπὸ δοκιμασίαν ἐπὶ ἓν ἔτος.
§142Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. ... οἱ ὁποῖοι θὰ κριθῶσιν ἄνευ δοκιμασίας. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς δοκιμασία τὸ ἓν ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπηρετήσῃ ὡς διευθυντὴς Νομαρχίας καὶ θὰ ἀποσταλῇ εἰς μίαν Νομαρχίαν ἀπωτέραν, καὶ ποῖος θὰ κρίνῃ ἂν αὐτὸς κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἑνὸς ἔτους ἐπετέλεσε τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ διοικητικὴ ὑπηρεσία ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς καὶ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ; Διὰ τοῦτο ἐπιμένω ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι μετὰ προηγουμένην δοκιμασίαν.
§143ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου νὰ ἀγορεύσητε. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ δεχθῶ τὴν διάταξιν διὰ νὰ εἰσαγάγω τὴν δοκιμασίαν, θὰ ἔλεγον εἰς τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι ἡ δοκιμασία, τὴν ὁποίαν ζητεῖ, εἶναι ἡ δοκιμασία, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ ἀκόλουθοι.
§144Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ζητήσατε μεγαλητέραν.
§145ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ καὶ εἰς ἄλλην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν θέλετε ἴδει, ἐκεῖ, ὅπου θέλω νὰ καταστήσω δοκιμασίαν, ἀφήνω τὸν τρόπον τῆς δοκιμασίας εἰς τὴν κρίσιν τοῦ συμβουλίου, διότι, ἂν θέλετε ἐμὲ κριτὴν περὶ τῆς δοκιμασίας, τὴν ὁποίαν θὰ πρέπῃ νὰ ὑποστῶσιν οἱ καλούμενοι νὰ καταλάβωσιν ἀνωτέραν θέσιν διοικητικήν, ἡ δοκιμασία δὲν εἶναι ἡ γραπτή, διότι δύνασθε νὰ ἔχητε ἐπιτυχόντας νέους οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ φανῶσιν ἐπαρκεῖς. Θὰ ἤθελον ὅλως διάφορον τὴν δοκιμασίαν· θὰ μὲ ἤρκει ἡ δοκιμασία τῆς ἁπλῆς συζητήσεως μετὰ τοῦ συμβουλίου· ἐν τούτοις ἐπειδὴ καὶ τοιαύτην δοκιμασίαν, ἂν εἰσαγάγω, δὲν ἀσφαλίζω τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι τὸ συμβούλιον δὲν θὰ προκρίνῃ τοὺς εὐνοουμένους καὶ δὲν θὰ εἶναι τοῦτο παρὰ εἷς τρόπος αὐταπάτης, διὰ τοῦτο προκρίνω νὰ λείψῃ ἐξ ὁλοκλήρου ἡ διάταξις, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. βουλευτὴν καὶ τοὺς ἄλλους κ. συναδέλφους νὰ μὴ θέλωσι τὴν πλήρωσιν τῆς θέσεως τοῦ διευθυντοῦ τῆς νομαρχίας τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐπαρχίας.
§146Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νὰ μὴ τὴν διαγράψητε ἀλλὰ νὰ αὐξήσητε τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νάκος δηλοῖ ὅτι ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ τὰ ἄρθρα 3, 4 καὶ 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6. (ἀναγινώσκεται).
§148Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀφ’ οὗ ἀναγνωρίζετε ἀνεπάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας τῶν νομαρχιῶν δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ περιλάβητε καὶ ἄλλα πρόσωπα; Ἡμεῖς εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἔχομεν ἕνα γραμματέα νομαρχίας καὶ δύο ὑπαλλήλους.
§149ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ παρέλθωσιν ἔτη διὰ νὰ πληρωθῶσιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 6.) Ἄρθρον 7. (ἀναγινώσκεται).
§150Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρόκειται περὶ ταξειδίου εἰς τὰς Εὐρώπας.
§151ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὅσοι ἀπεστάλησαν εἰς Εὐρώπην καὶ ἐπανῆλθον ἐκεῖθεν ἐπανῆλθον πολὺ σοφώτεροι.
§152Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ πᾶνε δι’ ἰδίων ἐξόδων.
§153ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχουν ἴδια.
§154Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χαλοῦν τὰ νομοσχέδια ὅσῳ καλὰ καὶ ἂν εἶναι. Τί θὰ μάθωσι ἐκεῖ γλῶσσαν ἢ διοίκησιν; (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 11 καὶ 12 ἀναβάλλονται.
§156ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ συνεταιρισμῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι μακρὸν καὶ καὶ θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον ἡ ψήφισίς του.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 10.15′ μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ὥρᾳ 10.30′ μ. μ.)
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸ 53ον. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συνεταιρισμῶν». Ἄρθρον 1ον (Ἀναγινώσκεται).
§159ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει, ἐὰν εὐηρεστεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δεχθῇ νὰ προστεθῇ ἡ λέξις, «ἐργατικοί», διότι ὑπάρχουν ἤδη τοιοῦτοι συνεταιρισμοὶ καὶ δὲν δύνανται νὰ μεταβληθοῦν. Ἐπίσης εἶπον εἰς τὴν αʹ συζήτησιν, τὸ ἠθικὸν στοιχεῖον εἶνε ἀπαραίτητον διὰ τοὺς συνεταιρισμούς, διότι δὲν ἀποβλέπουν οἱ συνεταιρισμοὶ μόνον εἰς τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν ἀλλὰ καὶ εἰς ἠθικὴν βελτίωσιν διὰ τῆς ἀλληλεγγύης. Νὰ προστεθῇ λοιπὸν «καὶ τῆς κοινωνικῆς ἢ τῆς ἠθικῆς ἀλληλεγγύης». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρ. 1ον ὡς ἔχει καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 2ον).
§160Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν· πρὸς σύνθεσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ δὲν ἀπαιτεῖται τύπος οὐδείς, τὸ καταστατικὸν θὰ γίνεται ἐπὶ χαρτοσήμου ἢ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου;
§161Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Εἶνε διάταξις παρακάτω, ἡ ὁποία λέγει ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§162Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Καὶ οἱ πιστωτικοί;
§163Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ 2ον, τὸ 3ον, τὸ 4ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 5ον).
§164Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς 10ης παραγράφου ἡ λέξις τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου δὲν εἶνε ὀρθὴ καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ ἓν κεφάλαιον μὴ ζητούμενον, ὥστε ὁ κάτοχος τῶν μετοχῶν νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ μερίδιόν του, ὄχι ὅμως καὶ νὰ διατίθηται. Ὑποθέτω ὅτι θὰ παρεισέφρυσεν ἡ λέξις.
§165Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρεισέφρυσεν, διότι ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐφρόντισαν νὰ εἰποῦν τί θὰ γείνῃ τὸ κεφάλαιόν τους τὴν ὥραν ποῦ θὰ διαλυθοῦν, τοῦτο τὸ προβλέπει ὁ νόμος.
§166Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν ὑπῆρχε διάταξις περὶ διαθέσεως, τί θὰ ἐγίνετο;
§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κατέφευγον εἰς τροποποίησιν τοῦ καταστατικοῦ κατὰ τὴν ὥραν τῆς διαλύσεως, διότι, μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ περιέλθῃ πάντοτε εἰς τοὺς συνεταίρους, κατὰ τοῦτο δὲ διαφέρουν οἱ συνεταιρισμοὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἑταιρείας, διότι ἐνῷ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἑταιρείαν οἱ συνεταῖροι ἔχουν δικαίωμα ἐπί τε τοῦ κεφαλαίου καὶ ἐπὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ, ἐδῶ κατὰ κανόνα δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύῃ τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον εἰς τὸ νὰ σκανδαλίζῃ καὶ προκαλῇ τὴν διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ. Αὐτὸς εἶνε ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη ἡ λέξις.
§168Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ λείψῃ τὸ ἀπεριόριστον;
§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα εἶνε ἀπεριόριστος ἡ διάρκεια, διαλύεται ὁπότε θέλει. (Ψηφίζεται τὸ 5ον ὡς ἔχει καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 6ον. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 καὶ 15). Ἄρθρον 16ον (Ἀναγινώσκεται).
§170Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι διατάξεις εἰς πολλὰ καταστατικά, καὶ ἰδικά μας, περὶ τῆς περιπτώσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀποχώρησις. Κατὰ τὸ ἄρθρον, ὡς εἶναι διατετυπωμένον, δὲν θὰ ἠμπορῇ κανεὶς νὰ βάλῃ τὸν ὅρον ὅτι ὁ μέτοχος μένει διαρκῶς μέτοχος. Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργός;
§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγετε ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ καταστατικά, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀναγνωρίζει καμμία νομοθεσία, διότι ἀπὸ τὴν παλαιὰν ἐποχὴν εἶπον ὅτι: ἐξ ἑταιρίας ἐξηναγκασμένης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδοκᾶται ἀγαθόν τι. Συνήθως τίθενται δέκα ἔτη. Παντοῦ κατέληξαν εἰς τὸ νὰ ὑπονομεύωσι τὸν συνεταιρισμὸν ὅταν εἶνε μακροτέρας προθεσμίας.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 17–35). Ἄρθρον 36ον (ἀναγινώσκεται).
§173Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀφοῦ δημοσιεύεται τὸ καταστατικόν, δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ βάλητε: «τῆς μεταβολῆς δημοσιευομένης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως;» Ἁπλοποιήσατε τὸ πρᾶγμα. Ἐγὼ διαβάζω τὸ καταστατικὸν ἑνὸς συνεταιρισμοῦ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ πηγαίνω νὰ βλέπω εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον.
§174Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν Ἐφημερίδα, διότι πρῶτον θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἔπειτα εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον. Ἅμα ἔχει δημοσιευθεῖ, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ὑπάγητε πουθενά.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 36ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 37ον (ἀναγινώσκεται).
§176Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συνέλευσις ἐκλέγει ἐπιτροπήν, πρέπει νὰ τεθῇ, διότι ὑπάρχει διαφορά.
§177Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμβούλιον εἶναι καὶ αὐτή. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 37–42). Ἄρθρον 43ον (ἀναγινώσκεται).
§178Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει: «ἐπὶ συνεταιρισμῶν μὲ ἀπεριόριστον εὐθύνην ἕκαστος συνεταῖρος ἔχει μίαν μόνον ψῆφον». Ὅσος καὶ ἂν εἶνε ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν;
§179Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 43ον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 44ον καὶ 45ον). Ἄρθρον 46ον (ἀναγινώσκεται).
§181Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγκρίνεται ὁ ἰσολογισμὸς «καὶ ἡ ἀπόσβεσις ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν», πρέπει νὰ τεθῇ κύριε Ὑπουργέ.
§182Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ τεθῇ, διότι κατ’ ἀνάγκην πρῶτον θὰ γίνῃ ἀπόσβεσις.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 46ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 47–54). Ἄρθρον 55ον (Ἀναγινώσκεται).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 55ον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 55). Ἄρθρον 56ον (Ἀναγινώσκεται).
§185Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον λέγει «ὁ συνεταιρισμὸς δύναται νὰ διαλυθῇ (Ἀναγινώσκει). Θὰ παρακαλέσω τὸ «δι’ ἄλλην τινὰ αἰτίαν νὰ λείψῃ».
§186Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο τὸ ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν τὸ δέχεται. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 56 ἕως 92) Ἄρθρον 93ον (Ἀναγινώσκεται).
§189Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μίαν διόρθωσιν ἔχω νὰ κάμω. Λέγετε ὅτι δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐγκριθῇ. (Ἀναγινώσκει). Τροποποιεῖτε αὐτὸ εἰς τὴν 18ην σελίδα, ἐνῷ ταῦτα λέγετε, κατόπιν λέγετε εἰς τὸ κατωτέρω ἐδάφιον «κατὰ τῆς ἀποφάσεως» (Ἀναγινώσκει). Δηλαδὴ ἀπορρίπτετε ἐν σιωπῇ ὁλόκληρον τὸ καταστατικόν, ἐνῷ τὸ τροποποιεῖτε ἐφ’ ὅσον ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους. Νομίζω τοῦτο εἶναι ἀβλεψία.
§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλεται τὸ Καταστατικὸν εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης τὸ κρατεῖ καὶ δὲν λέγει τίποτε, τότε θὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον. Ἐὰν ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του ὁ Εἰρηνοδίκης ἐν μέρει δὲ τὸ δεχθῇ καὶ ἐν μέρει τὸ ἀπορρίψει, τότε ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, ἐὰν δὲν λέγῃ τίποτε, τότε τί θὰ γίνῃ; Δι’ αὐτὸ τίθεται οὕτω πῶς.
§191Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Λέγετε, ὅτι τὸ τροποποιεῖ, πότε;
§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέτω προθεσμίαν, ἐὰν ἐντὸς 15 ἡμερῶν δὲν ἐκδόσει ἀπόφασιν ὁ Εἰρηνοδίκης, νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον νὰ ξεμπερδέψωσι.
§193Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρθρον συγκρούεται.
§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος τὸ τεκμαίρει.
§195Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς τὸ ὑποδεικνύω μήπως προῆλθεν ἐξ ἀβλεψίας.
§196Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 καὶ 1910 διὰ νὰ ἴδητε ὅτι οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοὶ ὑπόκεινται εἰς ἐγκρίσεις. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἤθελε νὰ περιορίσῃ αὐτοὺς τοὺς οἰκονομικοὺς συνεταιρισμούς.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 93ον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 94ον. (Ἀναγινώσκεται).
§198Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον εἶναι χωριστὸς κλάδος ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς καὶ χωριστὸς κλάδος ἡ ἀσφάλεια ἐργατικῶν ἀτυχημάτων. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διάκρισις ὅτι «ἡ ἔννοια τῆς ἀσφαλείας δὲν περιλαμβάνει τὴν ἀσφάλειαν διὰ τὰ ἐργατικὰ ἀτυχήματα».
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 94ον ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 95 τοῦ συνόλου ἀναβαλλομένου).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς: — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀσκήσεως τῶν ἰατρικῶν ἐπαγγελμάτων ἐν ταῖς νέαις Ἑλληνικαῖς χώραις». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καντιάνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καντιάνης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ ΔΝΖʹ νόμου τῆς 10 Φεβρουαρίου 1912 «περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Τρικούπης, Σ. Παπαβασιλείου, Δ. Πετσετάκης, Δ. Πετροπουλάκης, Κ. Ἀλαβᾶνος, Θ. Σκάσης, Γ. Στρατούλης, Σ. Βακράτσας, Π. Πετροπουλάκης, Π. Λαγοπάτης καὶ Σ. Σῖμος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῶν νόμων ΑΣΦʹ καὶ ΓΥΠΘʹ». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Δελμοῦζος, Δ. Γκλαβᾶς, Κ. Ἀλαβᾶνος, Ε. Βελλιανίτης, Α. Σακελλαρίου, Π. Φλέσσας, Ι. Ξηρός; Ι. Βέρροιος, Β. Ροῦφος καὶ Δ. Βρατσᾶνος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ βελτιώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ὄθων Τετενές, Παναγῆς Βουρλούμης, Β. Ροῦφος καὶ Δ. Γκλαβᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου Νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν παραγράφων βʹ καὶ γʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Νόμου 166 τῆς 11ης Μαρτίου 1914». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καντιάνης ὑποβάλλει τροπολογίαν καὶ προσθήκην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν Νόμων ͵ΓΩΚΓʹ καὶ ͵ΓΩΚΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ Πανεπιστημίων κτλ». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Νεγρεπόντης, Δ. Κριεκούκης, Π. Φλέσσας, Α. Ἀναστασιάδης, Ἀρ. Σακελλαρίου, Κ. Α. Κουμουνδοῦρος, Ι. Καλαντζόπουλος, Θ. Κουτούπης, Δ. Βρατσᾶνος, Π. Σταματιάδης, Π. Σπυράκης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Τσακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσαυξήσεων τοῦ μισθοῦ καὶ συντάξεως τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως κτλ». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Τσαλδάρης καὶ Σ. Γ. Κροκιδᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τῆς § 3 τοῦ ἄρθρου 9 ἐν τῷ νόμῳ ͵ΓΩΚΕʹ. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Δ. Πολυχρονιάδης καὶ Λ. Ἀναστασιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων περὶ συστάσεως Φαρμακείων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Γκλαβᾶς, Δ. Χατζηγιάννης, Γ. Καντιάνης, Στέφ. Γρανίτσας, Γ. Βλάχος, Χρ. Καρᾶς, Γ. Σπυρόπουλος, Σ. Ἰγγλέσης καὶ Ν. Ραυτόπουλος ὑποβάλλουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ΔΝΖʹ νόμου περὶ Δήμων καὶ κοινοτήτων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Θ. Τσακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Διευθύνσεως τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Δ. Πολυχρονιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ΔΝΖʹ νόμου τῆς 10 Φεβρουαρίου 1912 περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Γκλαβᾶς, Θ. Φίλιος, Λ. Θανόπουλος, Μ. Φωτιάδης, Γ. Φικιώρης, Α. Καραπᾶνος, Σ. Σπυρομήλιος, Δ. Χατζηγιάννης, Σ. Θεοδωρόπουλος, Α. Σακελλαρίου, Β. Ροῦφος, Β. Κυρέλλος, Δ. Καλλέργης, Α. Ν. Κεφαλληνός, Ν. Χρυσόγελος καὶ Ι. Βέρροιος, ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον 344». (Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). Μεθ’ ὃ συναινέσει τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν ὥρᾳ 11. 5′ μ. μ.