1914.11.11
2,000 rows · 14,905 words · 206 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
Τῆς 11ης Νοεμβρίου 1914.
(Τρίτη, ὥρα 5.10′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ λαὸς Μεγάλου Κεσερλῆ παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν καπνῶν του εἰς φύλλα εἰς τὰς νέας χώρας· Ἐργοστασιάρχαι καὶ καταστηματάρχαι κορνιζοποιίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ φορολογικῆς ἀφομοιώσεως· Οἱ ὑπάλληλοι τῶν καπνοπωλείων παρακαλοῦσιν ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος περὶ ἐργασίμων ὡρῶν· Ἡ Κοινότης Δερελὶ παρακαλεῖ, ὅπως ἐξάγηται ἀτελῶς ὁ καπνὸς εἰς τὰς νέας χώρας· Ἡ Κοινότης Καρτερολίου παρακαλεῖ, ὅπως καταδιωχθῶσι ποινικῶς οἱ ἔνοχοι τῶν παραβάσεων τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας· Ὁ Νικόλαος Εὐμορφοῦλης αἰτεῖται ὅπως τῷ χορηγηθῇ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας διὰ τὴν κατασκευὴν φωτοκωδώνων· Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐργατῶν κορνιζοποιῶν καὶ γυψογλυπτῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασμολογικῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων χωρῶν. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως χορηγεῖται ἄδεια 15 ἡμερῶν εἰς τὸν βουλευτὴν Εὐβοίας κ. Γ. Κοσσόναν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου τοῦ δήμου Πελλάνης τῆς Λακεδαίμονος τοῦ ἑδρεύοντος ἐν Ἀθήναις, ἐπικαλουμένου τὴν προέκτασιν τῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ ἀπὸ Καστανιᾶς μέχρι τοῦ συνοικισμοῦ Κυπαρίσσι τῆς Πελλάνης ὡς καὶ τὴν ἵδρυσιν ἐν Γεωργιτσίῳ, πρωτευούσης τοῦ τέως δήμου, συμβολαιογραφείου καὶ ὑποθηκοφυλακείου».
§2Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Συγκοινωνίας. Ὁ ἐνταῦθα Σύλλογος τοῦ τέως δήμου Πελλάνης τῆς Λακεδαίμονος συνέταξε ψήφισμα ἐπὶ τῇ βάσει ἑτέρων ψηρισμάτων τῶν κοινοτήτων τοῦ τέως δήμου Πελλάνης, δι’ οὗ παρακαλοῦσι πρωτίστως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ προεκτείνῃ τὴν δημοσίαν ὁδόν, τῆς ὁποίας μάλιστα καὶ ὡρισμένον τμῆμα ἔχει συντελεσθῆ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Καστανιάν, μέχρι τοὐλάχιστον τῆς κωμοπόλεως Γεωργιτσίου καὶ συνοικισμοῦ Κυπαρίσσι, πρωτευούσης τοῦ τέως δήμου Πελλάνης. Ἡ κωμόπολις αὕτη κατοικεῖται ὑπὸ 2000 κατοίκων, δὲν ἔχει δὲ ἄλλην ὁδὸν βατὴν πρὸς ἐπικοινωνίαν μέχρι Καστανιᾶς, ἔνθα αἱ διάφοροι Ἀρχαὶ καὶ αἱ ἐμπορικαὶ συναλλαγαί. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως συστήσῃ συμβολαιογραφεῖον ἐν Γεωργιτσίῳ, διότι ἡ ἀπόστασις ἐξ αὐτοῦ εἶναι μεγάλη. Τὴν αἴτησιν ταύτην ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα παραπέμψῃ αὐτὴν πρὸς τοὺς ἁρμοδίους κυρίους Ὑπουργούς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν ἐμπόρων Πατρῶν, ζητούντων ὅπως τὸ ταχύτερον τεθῇ εἰς λειτουργίαν ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος περὶ καταργήσεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων, διότι ὁ νόμος οὗτος θὰ ἐπιδράσῃ καὶ εὐεργετικῶς εἰς τὴν Κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον».
§4Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἔχω ἐντολὴν νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου τῆς πόλεως Πατρῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν εἰσηγητὴν κύριον Ὑπουργὸν τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, ἥτις φέρει τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν ἐμπόρων τῆς πόλεως Πατρῶν, γίνεται γνωστὸν ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπέρχεται ἀνακούφισις καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν καὶ εἰς τὸν ἐμπορικὸν κόσμον, ζητεῖ δὲ δι’ αὐτῆς ὁ ἐμπορικὸς κόσμος ὅπως τὸ ταχύτερον ὑποβληθῇ ὁ νόμος αὐτὸς ὑπὸ τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως καὶ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐπέλθωσιν οὕτω τὰ εὐεργετικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα καὶ διὰ τὴν Κοινωνίαν καὶ διὰ τὸ ἐμπόριον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρινόπουλος «ὅπως καταθέσῃ ψήφισμα τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου Κριεκουκίου Ἠλείας»...
§6Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ, ἵνα λάβῃ μέριμναν περὶ τοῦ ζητήματος, διότι ὡς ἐκ τῶν λιμναζόντων ὑδάτων ἐσημειώθησαν κρούσματα τύφου καὶ λοιπῶν νόσων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σπυράκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης τῆς ἐπαρχίας Καστορίας.
§8Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Συνιστῶ, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης τῆς ἐπαρχίας Καστορίας, οἵτινες παρακαλοῦσιν ὅπως παρασχεθῇ αὐτοῖς εὐκολία ἐν τῇ πληρωμῇ τοῦ φόρου. Στηρίζουσι δὲ τὴν παράκλησιν ταύτην πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἕνεκα καιρικῶν καταστροφῶν καὶ διαφόρων θεομηνιῶν. Ἵνα δ’ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν ἀναφερομένων, θὰ παρακαλέσω ὅπως εὐαρεστούμενος, κ. Πρόεδρε, διαβιβάσητε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀναφορὰν τούτων, διότι εἰς χεῖρας αὐτοῦ ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ νομογεωπόνου τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ὅστις κατὰ διαταγὴν τοῦ νομάρχου μετέβῃ ἐπιτοπίως, ἐξήτασε τὴν καταστροφὴν καὶ διὰ τῆς ἀναφορᾶς του ἀνέφερεν ὅτι ἐπῆλθε τελεία καταστροφὴ τῆς ἐσοδείας τῶν χωρίων ἐκείνων κατὰ τὸν χρόνον τῶν θεομηνιῶν. Ἐπίσης δὲ ὑπάρχει καὶ τηλεγραφικὴ αἴτησις τῶν ἐνδιαφερομένων ἐνοικιαστῶν, δι’ ἧς ζητοῦσι τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας. Ὅταν δὲ προσκομισθῶσιν ἡ ἔκθεσις τοῦ νομογεωπόνου, ἡ ἀναφορὰ καὶ ἡ τηλεγραφικὴ αἴτησις τῶν ἐνδιαφερομένων, τότε θὰ δύναται ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν καὶ ν’ ἀποδοθῇ, ἂν εἶναι δίκαιον, ἡ παραχώρησις τῆς εὐκολίας τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῆς δεκάτης τῶν ἐνοικιαστῶν τῆς ἐπαρχίας τῆς Καστορίας. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι μετὰ μείζονος προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος πρέπει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν αὐτῶν ἐπὶ αἰτημάτων τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ κατοίκων τῶν νέων χωρῶν, οἵτινες ἀτυχῶς στεροῦνται προσωρινῶς τῶν νομίμων αὐτῶν ἀντιπροσώπων, καὶ δὲν πρέπει νὰ πιστευθῇ ὅτι ἀδιαφόρως ἐξετάζονται τὰ δίκαια καὶ εὔλογα αὐτῶν αἰτήματα. Καὶ διὰ τοῦτο ὁρμῶμαι ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι δέον νὰ προσκομισθῶσι περισσότεραι πληροφορίαι, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς διατείνονται οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης τῆς ἐπαρχίας Καστορίας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν συντελεῖται ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ἀπὸ ἐτῶν ἀρξαμένης κατασκευῆς τῆς γεφύρας Σωτήρας τοῦ δήμου Τρικκαίων, καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς τοῦτο».
§10Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Ἐξακολουθεῖ ἡ κατασκευή.
§11Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ ἑπταετίας ἔχει μεταβῆ ὁ ἐργολάβος, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο. Πρόκειται περὶ τοῦ σιδηροῦ καταστρώματος· κινδυνεύει δ’ ἐκ τούτου ἡ Πολιτεία νὰ χάσῃ καὶ τὰς 20 χιλ. δραχμῶν αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν. Πρέπει νὰ δοθῇ ἓν τέρμα, διότι αὐτὰ συμβαίνουσι μὲ τὰ δημόσια ἔργα ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἐπισκευὴν τῆς παρὰ τὸ χωρίον Μπάστα γεφύρας τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, τοῦ ὁποίου τὰ ὑποστηρίγματα ἔχουσι καταστραφῆ καὶ ἐπίκειται ἡ πτῶσις καὶ ἡ διακοπὴ τῆς συγκοινωνίας τῶν χωρίων τοῦ δήμου Ἄριος, Ἰθώμης, Εὔας, Ἀμφείας καὶ Οἰχαλίας ἐπὶ μεγάλῃ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ σήμερον ἀντὶ μικρᾶς δαπάνης δύναται νὰ προλάβῃ τὴν καταστροφήν, καθὼς ὑπέδειξε καὶ ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸν νομάρχην Μεσσηνίας».
§13Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας.
§14Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πρόκειται νὰ καταρρεύσῃ τελείως ἡ γέφυρα καὶ πρέπει νὰ διατάξητε τὸν νομομηχανικὸν Μεσσηνίας νὰ κάμῃ μίαν πρόχειρον ἐπισκευήν, διότι οὕτω θέλει προληφθῆ μία σπουδαία ζημία τοῦ Δημοσίου. Διὰ τῆς γεφύρας αὐτῆς συγκοινωνοῦσι πέντε δῆμοι, διέρχεται δὲ καὶ ἡ δημοσία ὁδός. Ἡ ἐπισκευὴ πρέπει νὰ γίνῃ τάχιστα, διότι, ἂν ἐπέλθῃ ὁ χειμών, δὲν θὰ τὴν εὕρῃ ἡ ἄνοιξις καὶ θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ κάμητε νέαν γέφυραν, ἥτις θ’ ἀπαιτήσῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἡ Ὑπηρεσία τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου ἔλαβε τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Αʹ ἐν Ἀμαλιάδι Ἑλληνικοῦ Σχολείου».
§16Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐλήφθη πρόνοια.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν οἱ ἀνθυπασπισταὶ τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατεύματος, οἵτινες καταταχθέντες κατὰ τὸ 1910 ὡς ἔφεδροι ὑπαξιωματικοὶ καὶ μετασχόντες τῶν δύο πολέμων ὡς τοιοῦτοι ἐξηκολούθησαν καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς κλάσσεως αὐτῶν κατὰ τὴν 25 Φεβρουαρίου 1914 νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς μόνιμοι ὑπαξιωματικοὶ δόντες καὶ τὸν νενομισμένον ὅρκον, θὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔφεδροι ἀνθυπασπισταὶ ἢ ὡς μόνιμοι, ἀφοῦ οὗτοι προήχθησαν καθ’ ὃν χρόνον ὑπηρέτουν ἐν τῷ στρατεύματι ὡς μόνιμοι καὶ οὐχὶ ὡς ἔφεδροι ὑπαξιωματικοί».
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ προταθέντες διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπασπιστοῦ καὶ προβιβασθέντες ὡς τοιοῦτοι θὰ παραμείνωσιν ὡς τοιοῦτοι, ἔστω καὶ ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ἀνακατετάγησαν ὡς ὑπαξιωματικοὶ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀπόκειται δ’ εἰς αὐτοὺς νὰ παραμείνωσιν ὡς τοιοῦτοι ἢ νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς ἔφεδροι ἀνθυπασπισταὶ ἐφ’ ὅσον ὑπηρετοῦσιν οἱ συγκληρωτοί των τοιοῦτοι Πάντως ὅμως δὲν δύνανται νὰ μεταγραφῶσιν εἰς τοὺς ἀνθυπασπιστὰς τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ.
§19Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τίνα ὑπηρεσίαν θὰ ἐκτελῶσι;
§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν θελήσωσι νὰ παραμείνωσιν εἰς τὸ στράτευμα ὡς ἀνακαταταχθέντες, θὰ παραμείνωσιν ὡς ὑπαξιωματικοί.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖον σύστημα σκέπτεται νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τῆς θερμάνσεως καὶ τοῦ φωτισμοῦ τῶν βαγονίων τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων καὶ ἂν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θὰ εἶναι ταχεῖα».
§22Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τὸ ἐφαρμοσθησόμενον σύστημα διὰ τὴν θέρμανσιν τῶν ὀχημάτων εἶναι τὸ δι’ ἀτμοῦ ὑπὸ χαμηλὴν πίεσιν Westnighonse, διὰ δὲ τὸν φωτισμὸν αὐτοῦ τὸ αὐτόνομον σύστημα Brown, Bovori et Cie πρὸς ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν τῶν ὀχημάτων. Ἡ Ἑταιρεία παρήγγειλε κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τ’ ἀναγκαιοῦντα μηχανήματα θερμάνσεως, ἄδηλον ὅμως ἂν λόγῳ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐγκατάστασις διὰ τὸν παρόντα χειμῶνα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα κατεύθυνσιν ἔλαβον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τοῦ κ. Περδίκη, τ’ ἀφορῶντα εἰς τροφοδοσίαν αἰχμαλώτων Τούρκων ἀξιωματικῶν, ἐξ ἧς δικαιοῦται οὗτος εἰς ἀπόληψιν 6.400 δραχμῶν καὶ τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν ὑπὸ τοῦ τμήματος Στρατιᾶς Ἠπείρου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 22058 τῆς 30 Νοεμβρίου 1913 καὶ κατεχωρίσθησαν ἐν τῷ Γενικῷ Πρωτοκόλλῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 168470 τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1913, ἔνθα οὐδεμία ἐνέργεια παρετηρήθη, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας παραπεμπόμεθα ἀπὸ τοῦ Τμήματος τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὸ Τμῆμα τὸ λογιστικὸν καὶ τἀνάπαλιν, χωρὶς νὰ ἐξευρίσκηται ὁ σχετικὸς φάκελος».
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ δοθῇ ἀπάντησις, διότι διετάχθη ἡ ἀνεύρεσις τῆς σχετικῆς ἀλληλογραφίας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σκκελλαρίου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῆς καταστάσεως ἐν ᾗ εὑρίσκεται ἡ ὁδὸς Χαλανδρίου ἀπὸ τῆς λεωφόρου Κωνσταντίνου τοῦ Διαδόχου μέχρι τῶν στρατώνων τοῦ 34ου πεζικοῦ συντάγματος καὶ τοῦ 1ου ἱππικοῦ, ἔνθα ἔχει καταστῆ ἀδιάβατος παρέχουσα μεγίστας δυσχερείας καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ».
§26Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ ληφθῇ πρόνοια.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον «ὅπως μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ζητηθεισῶν σχετικῶν δικογραφιῶν καὶ ἐκθέσεων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν δρᾶσιν τοῦ δικαστικοῦ Συμβουλίου Σπάρτης ἀπὸ τετραετίας, ὡς καὶ τοῦ τέως εἰρηνοδίκου Μολάων, ἐρωτήσῃ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν ἂν δὲν εἶναι σκόπιμος ἡ ἐν τακτῇ ἡμέρᾳ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ προέδρου τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ ἔρχωνται μεμονωμένως ἐν τῇ Βουλῇ ζητήματα ἥκιστα ἐποικοδομητικὰ διὰ τὴν Δικαιοσύνην».
§28Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν πολλῶν ὑπέβαλον αἴτησιν ὅπως κατατεθῶσι διάφορα ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς τὴν δρᾶσιν τοῦ δικαστικοῦ Συμβουλίου Σπάρτης καὶ ἑνὸς εἰρηνοδίκου. Τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν, ἐξ αὐτῶν δ’ ἐξάγεται μία περίοδος ἥκιστα ἐποικοδομητικὴ διὰ τὴν δρᾶσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, περίοδος κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον Σπάρτης καὶ εἷς εἰρηνοδίκης Μολάων ἐξετέλεσαν πράξεις μὴ τιμώσας οὔτε τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα οὔτε τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἐπειδὴ δὲν εἶμαι διατεθειμένος καὶ δὲν θέλω νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦτα ζητήματα, διότι ἡ ἐκ τούτων ἐντύπωσις δὲν θὰ εἶναι ἐπωφελὴς τῇ Κοινωνίᾳ, θὰ ἐπεθύμουν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὥριζε μίαν ἡμέραν, ἵνα συζητήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Διὰ τῆς συζητήσεως θὰ δυνηθῶμεν νὰ καταλήξωμεν, ὡς ἐλπίζω, εἰς ἓν συμπέρασμα, πῶς δηλονότι θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφύγωμεν εἰς τὸ ἑξῆς τὰ σκάνδαλα ταῦτα· διότι τὸ παρελθὸν καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ κατατεθέντα ἀποδεικνύουσι δυστυχῶς ὅτι τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν Συμβούλιον, παρ’ ἅπασαν τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀνατεθείσης αὐτῷ ἐξουσίας, ἀτυχῶς δὲν ἐπαρκεῖ, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἔχομεν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὰς χεῖρας δεδεμένας καὶ μὴ δυνάμενον νὰ παρεμβῇ. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα, ἵνα συζητήσωμεν, ἵνα ἀνεύρωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἐκλείψωσι τὰ σκάνδαλα ταῦτα, διότι δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος ὁ θέλων ν’ ἀνακινῶ σκάνδαλα. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὐαρεστηθῇ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παράκλησιν ταύτην εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἄρω τὸν πέπλον τῆς σκανδαλώδους αὐτῆς ὑποθέσεως.
§29Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λακωνίας καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Ῥάλλης κατετέθησαν ἐν καιρῷ. Δικαίωμα αὐτῶν βεβαίως εἶναι νὰ προκαλέσωσιν οἱανδήποτε συζήτησιν θέλουσιν ἐπὶ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν καὶ νὰ δώσωσιν οἱανδήποτε κατεύθυνσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς θ’ ἀποδεχθῇ. Ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως εἶναι ὡρισμένη ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῇ ἐρωτήσει, ὅπως διατυποῦται, μοὶ γίνεται ἡ τιμή, ὅπως ἐρωτηθῇ ἡ γνώμη μου, θὰ παρατηρήσω, ὅτι διαφωνῶ ἐπὶ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν εἰσφέρει, ὅτι διὰ ν’ ἀποφύγωμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως πρέπει νὰ διεξαγάγωμεν γενικὴν συζήτησιν περὶ τῆς Δικαιοσύνης. Φρονῶ ὅτι γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων δὲν ὠφελεῖ, διότι ἡ γενικὴ συζήτησις θὰ ἐπιρρίψῃ εἰς πᾶσαν τὴν Δικαιοσύνην πράξεις αἱ ὁποῖαι βαρύνουσιν ὡρισμένα πρόσωπα. Διὰ τοῦτο θὰ προτιμήσω νὰ γίνῃ ὡρισμένος ἔλεγχος δι’ ὡρισμένους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὄχι νὰ ἐπιρρίπτωνται γενικῶς μομφαὶ ἐφ’ ὅλου τοῦ κλάδου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος συνάδελφος νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς ἐπί τινος σημείου τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεώς του. Ἀνέφερεν ὁ κύριος συνάδελφος ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εὑρίσκεται ἐν ταῖς φυλακαῖς πρὸ 46 ἐτῶν. Ἀληθῶς κατεδικάσθη οὗτος τῷ 1868 διὰ φόνον εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ 20 ἐτῶν, ἀλλ’ ἔμεινεν ἐν τῇ φυλακῇ μόνον τρία ἔτη· κατόπιν ἐφυγοδίκησεν, ἐν τῇ φυγοδικίᾳ δὲ διέπραξεν ἕτερον ἔγκλημα καὶ κατεδικάσθη ἐπὶ συνεργείᾳ φόνου εἰς ἰσόβια δεσμά. Ὁ ἕτερος διὰ τὸν ὁποῖον ὡμίλησε κατεδικάσθη εἰς τριῶν ἐτῶν φυλάκισιν. Καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐγνωμάτευσεν ὅτι οὐδεὶς λόγος συντρέχει ὑπὲρ τῆς ἀπονομῆς χάριτος, διότι πᾶσα ἡ ἐπιείκεια ἐξηντλήθη κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς, οὐδεὶς δ’ ἐξαιρετικὸς λόγος συνέτρεχε πλὴν τῆς ἡλικίας, ἣν ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εἶχε ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§30Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μοὶ ἀρέσκει ὅ,τι λέγω νὰ εἶναι ἀκριβές. Λοιπὸν ὁ ὀγδοηκοντούτης αὐτὸς γέρων εἶχε καταδικασθῇ κατὰ τὸ 1868, ἤτοι πρὸ 46 ἐτῶν, ὑπὸ τῶν ἐν Σπάρτῃ συνέδρων εἰς εἱρκτήν. Ἔπειτα κατεδικάσθη ὄχι ὡς αὐτουργός, ἀλλ’ ἐπὶ συνεργείᾳ φόνου, ὅτι ἐδέχθη τὸν φονέα καὶ τὸν ὑπεστήριξε μετὰ τὴν πρᾶξιν, ὑπὸ τῶν ἐν Τριπόλει Συνέδρων εἰς ἰσόβια δεσμά. Ἐπειδὴ δ’ ἔχει καταδικασθῇ δὶς κωλύεται ἡ ἀναστολὴ τῆς ποινῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀποδράσει· ἀλλὰ νομίζετε ὅτι, καὶ ἂν ἔμεινεν ὀλίγα ἔτη ἐκτὸς τῶν φυλακῶν, δὲν ἐστερεῖτο τῆς ἐλευθερίας του ἀποκρυπτόμενος διαρκῶς; Κατεδικάσθη λοιπὸν διὰ δευτέραν φορὰν τῷ 1887 καὶ ἔκτοτε μένει συνεχῶς καὶ ἀδιακόπως ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ποῖον λοιπὸν σκοπὸν ἔχει ἡ παράτασις τῆς ποινῆς δι’ ἕνα γέροντα 80 ἐτῶν; Ἀφ’ ὅτου κατεδικάσθη παρῆλθεν ἥμισυς αἰών. Δὲν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι πάντα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα υἱοθέτησεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς χαρίτων συντρέχουσιν εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν;
§31Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν ἐπῆλθε συνεννόησις, διότι ἐγὼ δὲν ἠπείλησα ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ διετύπωσα μίαν εὐχὴν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παγιώσωμεν τὴν ἄγρυπνον ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων πάσης τάξεως, διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα ἐν τῇ ἀνάγκῃ ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρισκόμεθα ἤδη, νὰ συζητῶμεν καὶ ν’ ἀποκαλύπτωμεν πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὰ διὰ τὴν Δικαιοσύνην. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἀντελήφθην ἐγὼ τὸ πρᾶγμα.
§32Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ γίνῃ διατύπωσις ὡρισμένης προτάσεως περὶ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς συντελεστικόν, ὥστε ἡ συζήτησις ἡ ὁποία θὰ γίνῃ νὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγάγῃ εἰς συμπεράσματα.
§33Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Νάκος, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναλύων καὶ ὑποδεικνύων πολλὰ πράγματα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπετυπώθη καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις εἶναι ὁ τρόπος καθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἕνα ἐπόπτην περιοδεύοντα διαρκῶς, ἂν εἶναι δυνατόν.
§34Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ φέρητε σχετικὴν πρότασιν ἵνα συζητήσωμεν.
§35Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἡμέραν ἵνα συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως· φρονῶ ὅτι εἶναι ἄξιον τὸ πρᾶγμα νὰ μᾶς καταναλώσῃ ὀλίγας ὥρας, διότι, ὅταν ἐκτεθῶσιν ὑπὸ διαφόρων συναδέλφων πολλὰ περιστατικὰ θίγοντα καὶ ἐκθέτοντα τὴν Δικαιοσύνην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Καὶ ἄλλοτε διετύπωσα τὴν γνώμην ὅτι ἡ ποινή, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι, δὲν ἔχει κατασταλτικὰ ἀποτελέσματα, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἡ ἵδρυσις προληπτικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§36Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καὶ ὅτε κατετέθη ἡ ἔκθεσις ἐδηλώθη ὅτι ἐν οἱᾳδήποτε ἡμέρᾳ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου δύναται νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς – δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ συνεδρίασις.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Στελλάκης (παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί βραδύνει ἡ ἐπισκευὴ τοῦ κτιρίου τοῦ φάρου Μαλέα, οὗ οἱ τοῖχοι καὶ ἡ στέγη διαρρέουσιν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀδύνατος καθίσταται ἐν αὐτῷ ἡ παραμονὴ τῶν φαροφυλάκων, οἵτινες καὶ ἠσθένησαν. Κινδυνεύει δὲ καὶ αὐτὸς ὁ φάρος νὰ κατασταθῇ ἄχρηστος καὶ ἀπειλοῦνται οὕτω δυστυχήματα εἰς τοὺς ναυτιλλομένους. Ἡ μελέτη τῆς ἐπισκευῆς ἀπὸ μηνῶν ἔχει συνεχισθῆ καὶ ἐγκριθῆ, τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα ἔχει ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ ὅμως τὸ ἔργον δὲν γίνεται καὶ ὁ χειμὼν θὰ καταστρέψῃ τὸ ὑπολειπόμενον».
§38Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶχε προκηρυχθῆ δημοπρασία διὰ τὴν 20 Μαΐου διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ φάρου, ἀλλὰ δὲν παρουσιάσθη ἐργολάβος, διότι τὸ μέρος εἶναι πολὺ ἀπόκρημνον καὶ ἡ μεταφορὰ τῶν διαφόρων ὑλικῶν στοιχίζει πολύ. Διὰ τοῦτο σήμερον, ὅτε εἶδον τὴν ἐρώτησίν σας διέταξα καί ἡ δημοπρασία θὰ ἐπαναληφθῇ τῇ 19 Νοεμβρίου.
§39Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἂν δὲν παρουσιασθῇ ἐργολάβος καὶ τότε, τί θὰ γίνῃ; Παρῆλθεν ὁ περυσινὸς χειμὼν καὶ θὰ παρέλθῃ καὶ ὁ ἐφετεινὸς χωρὶς νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς φάρον εἰς τὸ χειρότερον μέρος. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ τὴν δυσχέρειαν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἐργολάβων καὶ ὑπεργολάβων.
§40Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι σημαντικὸς φάρος, διὰ τοῦτο μόλις εἶδον τὴν ἐρώτησίν σας διέταξα νὰ γίνῃ δημοπρασία καὶ ηὐξήσαμεν καὶ τὰς τιμάς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε γνῶσιν πράξεως τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Κορώνης περὶ ἐπισκευῆς τοῦ ἐπὶ τοῦ λιμενοβραχίονος φανοῦ κρημνισθέντος πρὸ ἑνὸς ἔτους ὑπὸ τρικυμίας, τοῦ ὁποίου καὶ τὴν θραυσθεῖσαν κρυσταλλίνην ὕαλον ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ οὐδὲν ἐνήργησε, καὶ τίνα μέτρα προτίθεται νὰ λάβῃ πρὸς ταχεῖαν ἐπισκευὴν τοῦ φανοῦ τούτου, ἡ ἔλλειψις τοῦ ὁποίου σπουδαίως δυσχεραίνει τὴν κίνησιν τοῦ λιμένος».
§42ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Πράγματι ὁ φανὸς Κορώνης κατέπεσε, διότι κατέπεσεν ὁ κυματοθραύστης. Ὅτε κατέπεσεν ὁ κυματοθραύστης, εἰδοποιήθη τὸ Ὑπουργεῖον καὶ διέταξε τὸν πρόεδρον τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ καταβάλῃ δυνάμει τοῦ νόμου 4,000 δρ., διότι τόσον ἦτο τὸ ἀντίτιμον ἑνὸς κινητοῦ φανοῦ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ μὴ καταβάλῃ τὸ ποσόν, ἐζήτησεν ὅπως γίνῃ ἔρευνα εἰς τὸν βυθὸν μήπως εἶναι ἀκόμη χρήσιμος ὁ φανὸς ὁ ὁποῖος ἔπεσεν εἰς τὸν πυθμένα. Τὸν φανὸν αὐτὸν τὸν ἐξήγαγον, ἀλλὰ δὲν εἶναι χρησιμοποιήσιμος· εἰδοποιήσαμεν τὸν Πρόεδρον τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος ἀκόμη δὲν ἀπήντησε.
§43Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν σᾶς ἔστειλαν δι’ ἐγγράφου τὰ θραυσθέντα.
§44Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ὄχι.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βλάχος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν ἐν Λαρίσῃ λεβητοποιῶν θὰ διατάξῃ ὅπως γίνῃ καὶ ἐκεῖ δημοπρασία λεβήτων, καθόσον ὑπάρχουσιν ἐν Λαρίσῃ ἄριστοι τεχνῖται».
§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ φροντίσω δι’ αὐτό, κύριε Πρόεδρε.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῶν παραπόνων τῶν κατοίκων Μεσσήνης καὶ τῶν γονέων τῶν ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις φοιτώντων μαθητῶν διὰ τὴν σύγχρονον κατὰ τὸ τρέχον σχολικὸν ἔτος μετάκλησιν τῶν σχολαρχῶν εἰς τὸ ἐνταῦθα Διδασκαλεῖον πρὸς πρακτικὴν ἄσκησιν, καὶ ἂν ἐνήργησεν ἢ προτίθεται νὰ ἐνεργήσῃ τι πρὸς θεραπείαν τῶν παραπόνων τούτων».
§48Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀπήντησα ἤδη χθές. Ἔλαβον γνῶσιν τῶν παραπόνων καὶ διέταξα τὸν ἐπιθεωρητὴν ἵνα μεταβῇ καὶ κανονίσῃ τὰ ζητήματα, ἵνα μὴ γεννῶνται παράπονα, νὰ τὰ κανονίσῃ δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐπαρκέσωσιν οἱ τέσσαρες διδάσκαλοι διὰ τὰ δύο Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλο τι, διότι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ στερήσωμεν τοὺς διδασκάλους τούτους ἀπὸ τοῦ νὰ φοιτήσωσιν ἐν τῷ Διδασκαλείῳ.
§49Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἁρμόδιος εἰς τοῦτο, οὐδ’ ἔχομεν τὴν πιθανότητα ὅτι θὰ κάμῃ ὥστε οἱ τέσσαρες διδάσκαλοι τῶν δύο σχολείων νὰ κατορθώσωσι νὰ ἐπιτελέσωσι τὴν ἐργασίαν τῶν ἕξ.
§50Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι δυνατόν.
§51Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἦτο δυνατόν, βεβαίως οἱ γονεῖς καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου ἐκείνου δὲν θὰ ἔκαμνον τὰ παράπονα αὐτά. Ἐγὼ ἓν μόνον μέσον θὰ εὕρισκον τελεσφόρον, νὰ ἐπανέλθῃ ὁ εἷς τῶν δύο σχολαρχῶν εἰς τὴν θέσιν του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ διδάσκων, διότι ἡ σύγχρονος αὕτη μετάκλησις τῶν δύο σχολαρχῶν εἰς τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως νομίζω ὅτι εἶναι μέτρον — ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις — ἄστοχον.
§52Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ἦτο ἓν Ἑλληνικὸν Σχολεῖον καὶ ἐκαλεῖτο ὁ Σχολάρχης εἰς τὸ Διδασκαλεῖον, οἱ δύο θὰ ἐπήρκουν;
§53Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν λέγω ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχεν ἓν καὶ μόνον Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, τότε ἐξ ἀναποδράστου ἀνάγκης ἐπεβάλλετο ἡ μετάκλησις καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐξ αὐστηρᾶς ἀνάγκης θὰ ἔμενον δύο διδάσκαλοι διδάσκοντες εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχωσι δύο Ἑλληνικὰ Σχολεῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, δὲν εἶναι συμφέρον νὰ μετακληθῶσιν εἰς Ἀθήνας καὶ οἱ δύο σχολάρχαι. Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ὁ εἷς τῶν σχολαρχῶν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ διδάσκων. Τώρα, ἐὰν ὁ Ἐπιθεωρητὴς εὕρῃ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ χωλαίνῃ ἡ διδασκαλία, βεβαίως τοῦτο θὰ ἦτο τὸ καλύτερον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Παππακωνσταντίνου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν θὰ πληρώσῃ τὴν θέσιν τοῦ τηλεγραφητοῦ τοῦ τηλεφωνείου Καλλιάνων τῆς Στυμφαλίας, οὗτινος ἡ παρουσία εἶναι ἀναγκαιοτάτη, κατόπιν τῆς ἐπελθούσης ἀνωμαλίας περὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν τηλεφωνικῶν γραφείων, καὶ ἀφοῦ ἐν τῷ ἐν Κορίνθῳ τηλεγραφείῳ ὑπάρχει διαθέσιμος ἀριθμός».
§55Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ὅμοια παράπονα διαβιβάζονται καθ’ ἑκάστην.
§56Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσιν ἀρκετὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικὰ γραφεῖα κλειστὰ λόγῳ ἐλλείψεως προσωπικοῦ. Εἶναι περὶ τὰ 70 τοιαῦτα γραφεῖα, πολλὰ τῶν ὁποίων εἶναι πολὺ σπουδαιότερα ἐκείνου διὰ τὸ ὁποῖον κάμνει τὴν ἐρώτησιν ὁ κ. Βουλευτής. Ἐν τούτοις θέλω λάβει ὑπὸ σημείωσιν τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§57Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Πληροφοροῦμαι ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι.
§58Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§60Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω μίαν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀλτομυρᾶ τῆς Ἀβίας, δι’ ἧς αἰτοῦνται τὴν κατασκευὴν τηλεφώνου ἐν τῷ χωρίῳ των. Οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐκτίθενται εἶναι δεδικαιολογημένοι, καὶ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅταν θὰ ἔχῃ τὰ μέσα τῆς τοποθετήσεως τηλεφώνων, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων αὐτῶν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας νὰ δηλώσῃ ἂν σκέπτεται νὰ διατάξῃ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Ἁλμυροῦ Ἀβίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο μελέτη ἐν ἔτει 1909».
§62Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ 1909 ἐγένετο μελέτη καὶ ἀνεγράφη καὶ σχετικὴ πίστωσις διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους αὐτοῦ, ἀλλὰ δυστυχῶς τότε δὲν ἐξετελέσθη. Σήμερον ἐντούτοις δὲν εἶδον τοῦτο νὰ συμπεριλαμβάνηται εἰς τὰ ἕλη τὰ ὁποῖα πρόκειται ν’ ἀποξηρανθῶσιν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ μελέτη εἶναι πλήρης, ἡ πληροφορία μου ὅμως εἶναι ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους αὐτοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον προϋποθέτει τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης μελέτης.
§63Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς γενομένης ἐρεύνης ἐν τῷ Ἀρχείῳ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν σχετικήν τινα μελέτην.
§64Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ζητήσω πληροφορίας καὶ θὰ σᾶς βοηθήσω.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκπαιδεύσεως ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν»). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις ὑπαρχόντων δικαιωμάτων κυριότητος καὶ προτιμήσεως ἐπὶ μεταλλείων, ὀρυχείων καὶ λατομείων». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–8)· Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§66Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἐκ τῶν αἰτήσεων τῶν ὑποβαλλομένων ἐντὸς τοῦ τριμήνου ποία θὰ ὑπερισχύσῃ τῆς ἄλλης.
§67Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θεωροῦνται ἅπασαι ἰσόβαθμοι. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως· ἔπρεπε νὰ δοθῇ λύσις τις. Ὅτε ἀνακατελάβομεν τὰς νέας χώρας, ἐμεριμνήσαμεν ἀμέσως ν’ ἀπαγορεύσωμεν πᾶσαν δικαιοπραξίαν ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ καταπατήσεις μεταλλείων ὑπὸ τοῦ ἐπιτηδειοτέρου ἐπιδρομέως καὶ πᾶσαν προτεραιότητα. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὕτη ὡς μεταβατικὴ καὶ προσωρινὴ βεβαίως θὰ λείψῃ. Τί θὰ ἐγίνετο, ἂν μὴ ἐλαμβάνετο εἰδικὴ πρόνοια; Θὰ ἐγίνετο μία συγκέντρωσις καὶ ἕκαστος θὰ ἔσπευδε πρῶτος νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησίν του. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ταχθῇ προθεσμία τις. Ἡ προθεσμία αὕτη πρέπει, νομίζω, νὰ εἶναι τρίμηνος, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνέπεσε κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ν’ ἀνακαλύψωσιν ἕν μεταλλεῖον χωρὶς νὰ προβῶσιν εἰς καμμίαν ἐνέργειαν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι καὶ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα ὥστε νὰ ὑποβάλωσι καὶ σχεδιογράφοι, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, ὥστε νὰ δυνηθῇ τὸ δικαστήριον τὸ εἰδικὸν νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων. Τὸ διάστημα δὲ τῶν τριῶν μηνῶν εἶναι, νομίζω, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ φύσις τῶν πραγμάτων ἀπαιτεῖ, ἵνα ἱκανοποιηθῶσι πᾶσαι αἱ ἀξιώσεις πρὸς προετοιμασίαν τῶν ἀπαιτουμένων ἐγγράφων.
§68Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν αἴρεται, μᾶλλον ἐνισχύεται, διότι, ὅταν δώσητε τρίμηνον προθεσμίαν, τότε ὁ πρῶτος εὑρὼν θὰ μεταβῇ εἰς τὸν μηχανικόν, θὰ κάμῃ τὸ σχεδιογράφημα, θὰ τὸ φέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατόπιν ὁ ἄλλος θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν ἐπὶ τρεῖς μῆνας νὰ κάμῃ πᾶσαν αὐτὴν τὴν ἐργασίαν.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τῷ δώσητε τὴν συμβουλὴν νὰ μὴ σπεύδῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ κάμῃ τὴν ἐργασίαν αὐτήν.
§70Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Νὰ γίνῃ τὸ ἑξῆς· νὰ προστεθῇ ὅτι θὰ προτιμῶνται ἐκ τῶν ὑποβαλόντων ἐντὸς τριῶν μηνῶν οἱ ἔχοντες προγενεστέραν χρονολογίαν μιᾶς ἑβδομάδος τοὐλάχιστον.
§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐντὸς ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς νὰ ὑποβάλλωνται αἱ αἰτήσεις καὶ ἐντὸς τοῦ ἑτέρου ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς τὰ σχεδιογραφήματα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ συνόλου ἀναβαλλομένου. Ψηφίζονται εἶτα εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ συστάσεως νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπείας πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς νομοθεσίας καὶ σύνταξιν νόμου περὶ σχεδίων πόλεων καὶ ἀπαλλοτριώσεων» καὶ 2) «περὶ καταργήσεως τῆς ἐν Κυθήροις Βιτσαμανείου ἐμπορικῆς πρακτικῆς Σχολῆς». Ἐπίσης ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου καὶ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ»).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ͵ΓΨΙΑʹ τῆς 8ης Ἀπριλίου 1910 περὶ παιδαγωγικῆς μορφώσεως καὶ δοκιμασίας τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως».
§73Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀνάγκαι τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν διδασκάλων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἐπέβαλλον τὴν ἵδρυσιν τοῦ Διδασκαλείου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Παρὰ πάντα ὅμως τ’ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα ἀνέμενέ τις ἐκ τοῦ Διδασκαλείου τούτου καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὀλίγα παρουσιάσθησαν ἐλλείψεις καὶ ἐλαττώματα, ἐλλείψεις οὐσιώδεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαφύγωσι τὸ ἄγρυπνον τῆς Πολιτείας ὄμμα, ἥτις ἔρχεται σήμερον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὅπως διορθώσῃ τὰς ἐλλείψεις ταύτας. Δὲν θὰ θελήσω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀνατέμνων τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε εἶναι τόσον σαφεῖς ὥστε νὰ μὴ ἀφήνωσι καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι καλῶς ἔχουσιν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ ν’ ἀντιπαρέλθω, χωρὶς νὰ τὸ ἐξάρω, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς δύο μαθημάτων εἰς τὸ Διδασκαλεῖον, τοῦ μαθήματος τῆς παιδολογίας καὶ τοῦ μαθήματος τῆς σχολικῆς ὑγιεινῆς. Ἔχω ὑποχρέωσιν, Κύριοι, νὰ ἐξάρω τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου, διότι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν μαθημάτων τούτων ἐγκαινίζεται μία νέα ὁδὸς εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ παιδολογία εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων· τοιαύτη δὲ σημασία ἐδόθη κατόπιν παρὰ τοῖς πεπολιτισμένοις Κράτεσιν, ὥστε ἡ Ἀμερική, ἡ Εὐρώπη, ἡ Ἰαπωνία ἐν ἅπασι τοῖς Πανεπιστημίοις των ἔχουσιν εἰδικὰς ἕδρας σχολικῆς ὑγιεινῆς καὶ παιδολογίας. Μόνον ἡ Ἑλλὰς ἡ σύγχρονος ὑστέρησεν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, διότι καὶ αὐτὰ τὰ Βαλκανικὰ Κράτη ἔχουσιν εἰσαγάγει τὰ μαθήματα αὐτά. Ἐν Σερβίᾳ ὑπάρχει σύλλογος τῆς ψυχολογίας τοῦ παιδός, ὁ ὁποῖος ἐκδίδει καὶ Δελτία ἁπάσης τῆς παιδολογικῆς κινήσεως ἐντὸς τοῦ Κράτους. Ἡ Βουλγαρία ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ πλεῖστα ὅσα ἔργα τῆς παιδολογίας, καὶ ἰδίως τὰ ἔργα τοῦ καθηγητοῦ Γεώργιεφ· ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ στατιστικὰς παιδιατρικάς, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ δημοσιογραφίαν παιδολογικήν· διότι ἐν Βουλγαρίᾳ ἀπὸ τοῦ 1909 ἐκδίδεται ἐφημερὶς τῆς ψυχολογίας τοῦ παιδός. Ἅπασα δὲ ἡ προσοχὴ αὐτὴ ἐδόθη, διότι ἡ παιδολογία εἶναι ἐκείνη ἥτις θὰ ἐξετάσῃ τὴν φυσιολογικὴν καὶ ψυχολογικὴν κατάστασιν τοῦ παιδὸς καὶ θὰ ζητήσῃ νὰ συσχετίσῃ τὴν ὑγιεινὴν κατάστασιν τοῦ παιδὸς πρὸς τὴν πνευματικήν. Πάντες θὰ ἐννοῆτε πόσον σπουδαῖα εἶναι τὰ ζητήματα αὐτά, διότι θὰ ἐπέλθῃ ὁ καθορισμὸς τῆς σωματικῆς ἀναπτύξεως μὲ τὴν πνευματικὴν καὶ θὰ γεννήσῃ τὴν ἰδέαν τάξεων ὁμοιογενῶν, τάξεων μαθητῶν οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι τῆς αὐτῆς διανοητικῆς ἀναπτύξεως καὶ τάξεων μαθητῶν βραδυνόνων. Τοιαῦται διατάξεις καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουσι μὲ λαμπρὰ ἀποτελέσματα. Ἐνῷ τοὐναντίον συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, οἱ βραδύνοοι ν’ ἀποβλακῶνται ἀντὶ νὰ ὠφελῶνται. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἀποτελέσματα σπουδαῖα ἔχει νὰ φέρῃ ἡ διαίρεσις αὕτη, διότι διὰ τῆς καθορίσεως τῆς πνευματικῆς ἀναπτύξεως τοῦ παιδὸς καθορίζεται ἡ πνευματική του ἀντοχὴ καὶ ἡ κλίσις αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς εἰς τοὺς γονεῖς διὰ τὴν ἐπαγγελματικὴν πλέον κλίσιν τοῦ παιδός. Διότι, ἂν συμβαίνει σήμερον εἰς πολλὰ ἐπαγγέλματα νὰ παρατηρῆται ἀμάθεια, τοῦτο προέρχεται ἀκριβῶς διότι ἐλλείπει ἡ διδασκαλία αὐτὴ παρὰ τῶν γονέων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἄλλην σκέψιν παρὰ πῶς θὰ δώσωσιν ἓν ἐπάγγελμα εἰς τὸ τέκνον αὐτῶν, ἀδιαφοροῦντες ἂν ἡ πνευματικὴ ἀντοχὴ αὐτοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δεχθῇ τὸ ἐπάγγελμα αὐτό. Ἐννοεῖτε ἐκ τῶν λόγων αὐτῶν, κ. Βουλευταί, πόσον χρήσιμον εἶναι τὸ μάθημα τῆς παιδολογίας ἀφ’ ἑνὸς διὰ τὸν διδάσκαλον καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τὸν παιδαγωγόν, τοὺς δύο πόλους περὶ τοὺς ὁποίους στρέφεται ὁ ἄξων τοῦ συγχρόνου Σχολείου. Εὐτυχῶς ἡ Ἑλλὰς ἐσχάτως κατενόησε τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος, καὶ κάποια κίνησις ἐσημειώθη. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ σήμερον, ἐκτὸς τῶν σχολικῶν αὑτῆς ἰατρῶν, καὶ τὸ παιδολογικὸν αὑτῆς ἐργαστήριον, τὸ ὁποῖον, μολονότι εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν ἐμβρυώδει καταστάσει, ἐντούτοις ὅμως ὑπάρχει ἐλπίς, ἂν ἡ Πολιτεία τὸ ἐφοδιάσῃ διὰ τῶν μηχανημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν παιδομετρίαν καὶ τὴν πειραματικὴν καὶ φυσικὴν τῶν παίδων ἐξέτασιν, ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ μᾶς δώσῃ ἄριστα ἀποτελέσματα. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν παιδολογίαν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐξάρω καὶ ἕτερον σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου, τὴν σχολικὴν ὑγιεινήν. Ἡ σχολικὴ ὑγιεινὴ θὰ σημειώσῃ ἀναμφιβόλως ἕνα φωτεινὸν σταθμὸν εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι. Ἡ σχολικὴ ὑγιεινὴ θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ χαράξῃ μίαν νέαν πρόοδον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑγείαν τῶν μαθητῶν καὶ θὰ ἐξαλείψῃ τὴν ὕβριν ἐν τῇ ὁποίᾳ περιεπέσαμεν οἱ νεώτεροι ὅλως ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνώμην τῶν προγόνων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔστελλον τὰ τέκνα αὑτῶν εἰς τὰ σχολεῖα διὰ νὰ μάθωσι γράμματα καὶ μουσικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν παλαίστραν κατὰ Πλούταρχον, κατὰ δὲ τὸν Πλάτωνα, ἵνα τὰ σώματα βελτίω ἔχοντα ὑπηρετῶσι τῇ διανοίᾳ. Ἡ σχολικὴ ὑγιεινὴ θὰ χαράξῃ νέαν πρόοδον, ἡ ὁποία θὰ θάψῃ τὸν παπαγαλισμόν, ἡ ὁποία θὰ ἐξεγείρῃ ἐκ τοῦ ληθάργου τὸν διδάσκαλον ὁ ὁποῖος ὑπνώττει τὸν βαρούχειον, ὁ ὁποῖος εἶναι θῦμα τοῦ σχολαστικισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ τύραννος τῶν μαθητῶν, διότι ἄλλο δὲν σκέπτεται ὁ διδάσκαλος παρὰ πῶς νὰ ἐπισωρεύσῃ περισσοτέραν ὕλην διδακτικὴν πρὸς σκοτισμὸν διανοητικὸν ἐπὶ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων μαθητῶν, ὁ ὁποῖος τοὺς συγχύζει καὶ τοῖς φέρει τὸν διανοητικὸν κάματον. Ὡρισμένως ἡ σχολικὴ ὑγιεινὴ θὰ δώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸν μαθητήν, ὁ ὁποῖος ζῇ πολλὰς ὥρας τῆς ἡμέρας ἐν τῇ δηλητηριώδει ἐκείνῃ αἰθούσῃ, θὰ τὸν ἀποσπάσῃ ἀπὸ τοῦ θρανίου, τὸ ὁποῖον δὲν κάμνει ἄλλο τι παρὰ νὰ κυρτώνῃ τὴν ῥάχιν του, θὰ τὸν ἀποσπάσῃ ἀπὸ τοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖον ἀντὶ νὰ τῷ δίδῃ γνώσεις καὶ φῶτα τὸν καταπονεῖ καὶ τὸν σκοτίζει, θὰ τὸν ἀποσπάσῃ ἀπὸ τοῦ καμάτου τοῦ πνευματικοῦ, ὁ ὁποῖος τῷ χαρίζει τὴν νευρασθένειαν, τὴν ἀναιμίαν καὶ τὴν φθίσιν. Ἡ ὑγιεινὴ τῶν σχολείων ἡμῶν εὑρίσκεται ἐν ἀθλιωτάτῃ καταστάσει· ἡ μυωπία ἀνέρχεται εἰς 25%.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόθεν προέρχεται;
§75Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Πρῶτον ἐκ τοῦ κακοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς κακῆς στάσεως τῶν μαθητῶν, ἰδίως δ’ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι οὐδεμία φροντὶς καὶ μέριμνα καταβάλλεται ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν βιβλίων, ἡ ὁποία γίνεται δι’ οἱωνδήποτε στοιχείων καὶ ὅπως θέλει ὁ καθείς. Ἡ νευρασθένεια εἶναι 10 καὶ 12%. Ἡ Ἰατρικὴ Ἀκαδημία τοῦ Λονδίνου θελήσασα νὰ βεβαιώσῃ ἂν τὸ σχολεῖον ἔχει ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς νευρασθενείας ἐξήτασεν ὡρισμένον ἀριθμὸν μαθητῶν καὶ εἶδεν ὅτι ἔχει 10% ὀφειλόμενον εἰς τὸ σχολεῖον, θελήσασα δὲ νὰ ἐξετάσῃ πρὸ τῶν ἐξετάσεων καὶ μετὰ τὰς ἐξετάσεις εἶδεν ὅτι μετὰ τὰς προφορικὰς ἐξετάσεις ἡ νευρασθένεια αὕτη ἀνῆλθεν εἰς 13%. Γενικῶς ὅμως ἡ σχολικὴ ὑγιεινὴ ἐν Ἑλλάδι εἶναι χειρίστη· γενικῶς δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι 20% ἐκ τῶν μαθητῶν εἶναι νευρασθενεῖς. Ἡ ὑπόσχεσις τὴν ὁποίαν μᾶς δίδει ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅτι εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν σχολείων θὰ εἰσαχθῇ ὡς ὑποχρεωτικὸν μάθημα ἡ σχολικὴ ὑγιεινή, εἶναι ἰδιαίτερον σημεῖον τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐπαινέσῃ τις, τὴν ἐξαρτᾷ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ μαθήματος τῆς σχολικῆς ὑγιεινῆς εἰς τὸ Διδασκαλεῖον, διότι ἐκεῖθεν θὰ μεταφυτευθῶσιν αἱ γνώσεις καὶ θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ κατώτερα σχολεῖα. Δὲν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, διότι πάντες ἐννοεῖτε ποῖα θὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, ἂν εἰσαχθῇ ἡ σχολικὴ ὑγιεινὴ εἰς τὰ σχολεῖα ἡμῶν· οἱ μαθηταὶ θὰ εἶναι οἱ ἀπόστολοι οἱ ὁποῖοι θὰ τὴν μεταφέρωσιν εἰς τὴν οἰκογένειαν, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀστοῦ, εἰς τὴν καλύβην τοῦ ἀγρότου, καὶ ἐννοεῖτε ποῖα θὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα, ὅταν ἐνθαρρύνωνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ διὰ διαλέξεων, ἰδίως διὰ τὴν πρόληψιν τῶν μολυσματικῶν νόσων καὶ τῆς κατ’ ἐξοχὴν δυστυχῶς Ἑλληνικῆς νόσου, τῆς φυματιώσεως. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι, ἐν ὀλίγοις. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἐπικροτήσω τὸ νομοσχέδιον, νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι αὐτὰ τὰ πράγματα, αὐτὴ ἡ ἀλήθεια τῶν γεγονότων μὲ κάμνει νὰ κάμω τοῦτο.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «περὶ Διδασκαλείου τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως», 2) «περὶ μερικῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου 274 τῆς 13 Μαρτίου 1914» καὶ 3) «περὶ ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων ὑπὲρ τῶν λιμένων Πειραιῶς καὶ Σύρου»). Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης».
§77Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι μερικὰ τυπογραφικὰ λάθη, τὰ ὁποῖα θὰ διορθωθῶσι. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς τὴν ταχυδρομικήν, τηλεφωνικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν». (Γίνονται δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–9). Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὁ κ. Μπασιᾶς.
§79ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἄρθρον 10, μετὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον προτείνω νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς· «Ἐκ τούτων οἱ κεκτημένοι βαθμὸν ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὸν τοῦ τμηματάρχου αʹ τάξεως, μετὰ ὑπερτεσσαρακονταετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν, ἐξ ἧς δεκαετῆ ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, δύνανται ν’ ἀποχωρήσωσι τῆς ὑπηρεσίας, ἀπονεμομένης αὐτοῖς συντάξεως ἴσης τῷ μισθῷ αὐτῶν».
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11). Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§81Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καλὸν θὰ εἶναι, κύριε Ὑπουργέ, ὡς ἐπόπται νὰ διορίζωνται οἱ ἔχοντες ἄνω τῶν 25 συναπτῶν ἐτῶν ὑπηρεσίαν ὡς διανομεῖς, διότι δίκαιον εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τέλος πάντων νὰ προαχθῶσι. Ἐπειδὴ ὑπηρετοῦσιν ἄλλος 25 καὶ ἄλλος 30 ἔτη καὶ ἀπέκτησαν μακρὰν πεῖραν, γνωρίζουσι δὲ τὴν ὑπηρεσίαν των, δύνανται νὰ ἐποπτεύωσι τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ ἐπὶ 25 συναπτὰ ἔτη κατώρθωσαν νὰ ὑπηρετῶσι λίαν ἐντίμως ὡς ταξινόμοι ἢ διανομεῖς. Ἀφήνεται λοιπὸν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 13 καὶ 14). Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§83Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ τεθῇ, παρακαλῶ, «κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθησόμενα».
§84Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μάλιστα. Θὰ τὸ προσθέσω.
§85Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐν τῇ προτελευταίᾳ παραγράφῳ νὰ τεθῇ (ἀναγινώσκει)· «ὅσοι ἔκτακτοι ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου κλπ.».
§86Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἶναι ζήτημα διοικητικόν.
§87Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἔχω καὶ ἄλλην τινὰ τροπολογίαν ἥτις ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει)· «Πρῶτοι τηλεγραφικοὶ καὶ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι ὑπηρετήσαντες ὁπωσδήποτε ἢ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τηλεγραφικαῖς καὶ ταχυδρομικαῖς ὑπηρεσίαις τῶν νέων χωρῶν ἐπανέρχονται εἰς ἣν κατεῖχον πρὸ τῆς ἀπολύσεώς των ὡς μόνιμοι ἐν τῇ ταχυδρομικῇ καὶ τηλεγραφικῇ ὑπηρεσίᾳ θέσιν».
§88Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὑπάρχει σχετικὴ διάταξις.
§89Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ηὔξησε τὸ ὅριον ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ μονιμοποιηθῶσιν οἱ ἀπὸ 14 Ἰουνίου μέχρι τέλους Αὐγούστου προσελθόντες· θὰ παρακαλέσω δὲ νὰ συναινέσητε, ὅπως αὐξηθῇ τὸ ὅριον αὐτὸ μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, διότι καλύτερον ἐμοῦ γνωρίζετε ὅτι οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι οἱ πρὸ τῆς 14ης Ἰουνίου εἶναι ἀσυγκρίτως χείρονες ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συμπεριελήφθησαν μετὰ τὸ τέλος Ἰουνίου.
§90Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μέχρι τῆς 10 Νοεμβρίου.
§91Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας σᾶς παρεκάλουν ὅπως λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς ἐκτάκτους τηλεγραφικοὺς διανομεῖς.
§92Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Καὶ οἱ τηλεγραφικοὶ διανομεῖς περιλαμβάνονται.
§93Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παραιτοῦμαι.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§95Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν ἥτις ἔχει οὕτως· «Οἱ παρὰ τῷ τμήματι τῶν ἐπιταγῶν τῆς διευθύνσεως Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ἔκτακτοι ὑπάλληλοι εὐδοκιμήσαντες κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ τμηματάρχου δύνανται νὰ μονιμοποιηθῶσι μὲ βαθμὸν καὶ μισθὸν ταξινόμου».
§96Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἐξαιρετικὸν προνόμιον εἰς ὡρισμένην τάξιν ὑπαλλήλων.
§97Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εὑρίσκω καὶ ἐγὼ ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι πολὺ μεμορφωμένοι καὶ εἶναι συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἔχωμεν τοιούτους. Τὸ ζήτημα τῶν ἐπιταγῶν εἶναι ζήτημα μορφώσεως· δὲν εἶναι ὅπως εἶναι οἱ ταξινόμοι καὶ οἱ διανομεῖς.
§98Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, παρατηρῶ δ’ ὅτι τινὲς ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, δι’ ὃ καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργόν. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ σπουδαιοτέρα σύστασίς μου, ἡ ὁποία πρόκειται ν’ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποδίδετε διὰ τοῦ ἀμέσως προηγουμένου ἄρθρου. Ἐν τῷ ἀμέσως προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἔχετε συμπεριλάβει διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν «οἱ ἐκ τοῦ στρατεύματος προσληφθέντες κατὰ τὴν ἐκστρατείαν ἐν τῇ τηλεγραφικῇ ὑπηρεσίᾳ μονιμοποιοῦνται».
§99Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§100Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Εἶχον ὑποβάλει τὴν παράκλησιν ὅπως μεταξὺ τῶν τεχνιτῶν, τῶν ἐκτάκτων ἐργατῶν καὶ λοιπῶν συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ στρατιῶται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λαβόντες μέρος εἰς τοὺς δύο πολέμους ἀπεσπάσθησαν εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν ὡς γνωρίζοντες χειριστήριον καὶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἐφ’ ὅσον ἔχουσι τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ ἄρθρον· νομίζω ὅτι ἡ ἰσότης ἐπιβάλλει τὸ μέτρον τοῦτο.
§101Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐὰν ἔχωσι δίπλωμα Γυμνασίου, δύνανται νὰ ἔλθωσιν ὡς τηλεγραφηταί· ὑπάρχει μεγάλη σπάνις.
§102Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Οἱ τηλεγραφικοὶ βοηθοὶ οἱ δυνάμει νόμου προσληφθέντες; Οὐδεμίαν πρόνοιαν βλέπω περὶ αὐτῶν.
§103Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἐπίδοσίς των καὶ θὰ λάβωμεν πρόνοιαν.
§104Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ποίαν θέσιν θὰ ἔχωσιν ἐν τῇ ἀρχαιότητι οἱ διάφοροι προσλαμβανόμενοι τώρα;
§105Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ κρίνῃ τοῦτο τὸ Συμβούλιον καὶ ἡ εἰδικὴ Ἐπιτροπή, ἥτις θὰ κάμῃ σοβαρὰν ἐργασίαν.
§106Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Ἐν τῇ ἕκτῃ παραγράφῳ εἴχετε ἀποδεχθῆ τῇ αἰτήσει μου νὰ τεθῇ «καὶ οἱ ἔχοντες δίπλωμα Ἐμπορικῆς σχολῆς».
§107Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μάλιστα· θὰ τὸ θέσω.
§108Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔν τινι ἐδαφίῳ λέγετε· «οἱ ὡς ἔκτακτοι ταχυδρομικοὶ ἐργάται»· δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ τεθῶσι καὶ οἱ ταχυδρομικοὶ διανομεῖς;
§109Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν σπανίζουν οἱ ἔκτακτοι διανομεῖς.
§110Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μετ’ ἄλλου ἀξιοτίμου συναδέλφου ὑπεβάλομεν τροπολογίαν περὶ τῶν ἐκτάκτων διανομέων. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀπόφοιτοι Γυμνασίου, ἐργάζονται δὲ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καὶ εἶναι πεφωτισμένοι ὑπάλληλοι· θὰ ἦτο ἄδικον νὰ ἐξαιρεθῶσιν αὐτοί.
§111Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν τὴν δέχομαι.
§112Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅσοι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν τῶν ἐκτάκτων τῶν ὑπηρετούντων ἔχουσι δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, αὐτοὶ δὲν θὰ ἔχωσιν ἐξαίρεσιν;
§113Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ γνωρίζωσι χειριστήριον· πέρα τούτου οὐδὲν μὲ ἐνδιαφέρει. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροποποιήθη).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§115ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Μεταξὺ τῶν ἄρθρων 16 καὶ 17 πρέπει νὰ τεθῇ ἕτερον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καλῶς κατήρτισεν Ἐπιτροπὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς εὕρεσιν καλῶν ὑπαλλήλων. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὁρίσῃ τὰ ὅρια καὶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν ᾗ νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ Ταχυδρομείου.
§116Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀφήσατε αὐτὰ δι’ ἐμέ. Θὰ τὰ ἀνεύρω μεταξὺ τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων.
§117ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Νὰ σημειωθῇ τοῦτο ἐν τοῖς Πρακτικοῖς. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 17–19 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 20).
§118Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ νόμου ΒΨΞΕʹ εἶχε τεθῇ ὅτι οἱ ἐπιστάται, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, δικαιοῦνται νὰ λάβωσι σύνταξιν ἐφ’ ὅσον ἔχουσι συμπληρώσει εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν αὐτῶν παρεξηγῆσαν τὸν νόμον ἀδικαιολογήτως. Ὁ νόμος προέβλεψε καὶ ἔλυσε τὸ ζήτημα, ἀλλὰ μένει πάντοτε ἐκκρεμὲς ὅσον ἀφορᾷ εἰς πέντε ἢ ἕξ ταχυδρομικοὺς διανομεῖς εὑρισκομένους ἔξω τῆς ὑπηρεσίας.
§119Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μάλιστα· θὰ προνοήσωμεν καὶ δι’ αὐτούς. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 20, ὡς ἐτροποποιήθη, τὸ ἄρθρον 21 καὶ τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Ψηφίζεται εἶτα εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς φορολογίας τοῦ ζύθου». Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ δικαστικῶν τελῶν καὶ μεταφραστικοῦ γραφείου ἐν Σάμῳ»).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ φορολογίας τῶν κληρονομιῶν νόμων». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§121Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐγνώρισεν ἄχρι τοῦδε τρεῖς ἐκδόσεις, ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἐκείνη δι’ ἣν τρέφω ἰδιαιτέραν συμπάθειαν εἶναι ἡ πρώτη ὡς ἐναρμονιζομένη σαφέστερον καὶ δικαιότερον πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν δημοσιονομικὴν τῆς βαθμιαίας ὡς οἷόν τε ἐγκλιματίσεως νέου δι’ ἡμᾶς νόμου. Κατὰ τὴν πρώτην κατάθεσιν τοῦ νομοσχεδίου αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἤρχοντο νὰ προσθέσωσι ποσοστόν τι εἰς τὸν ἤδη ὑπάρχοντα πρὸ τετραετίας φόρον ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν καὶ νὰ ἐπαναφέρωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν κατιόντων εἰς βαθμὸν ἀρκούντως αἴσιον καὶ λίαν παραδεκτόν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ φορολογία αὕτη τῶν κατιόντων καὶ ἀνιόντων συναντᾷ ἀκόμη μερικὰς ἀντιρρήσεις ἀλλαχοῦ, ὡς ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου δὲν ἐγένετο δεκτὴ διὰ λόγους ἀντιλήψεως οἰκογενειακῆς καὶ συγκυριότητος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς οἰκογενειακῆς περιουσίας. Οὐχ ἧττον νομίζω ὅτι τὸ θέμα ἔχει παρ’ ἡμῖν ὡριμάσει τόσον, ὥστε πᾶσα συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ παρέλκει. Ἡ πρώτη αὐτὴ ἔκδοσις τοῦ νομοσχεδίου εἶχε δυστυχῶς καὶ δευτέραν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ἤλλαξε γνώμην καὶ εἶπεν ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ αὐξήσωμεν ἔτι περισσότερον τὸν φόρον, καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἰσηγήθη τὸ πρῶτον τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῆς προικός, ἀλλὰ τόσον ἠπίαν, ὥστε καὶ οἱ ἐναντίοι τῆς φορολογίας ταύτης νὰ δύνανται νὰ τὴν παραδεχθῶσι. Δυστυχῶς ὅμως ὑπάρχει καὶ τρίτη, ἡ σημερινὴ ἔκδοσις, ἡ ὁποία ἐπηυξημένη ἔρχεται νὰ δώσῃ εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν τῆς προικὸς χαρακτῆρα σοβαρώτερον καὶ βαρύτερον. Ζητῶ τὴν ἄδειαν ἐπὶ τοῦ τμήματος τούτου τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἴπω κατ’ ἀρχὴν μερικὰς λέξεις, χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά των. Ὁ δημοσιονομικὸς εἱρμὸς ὅστις ἤγαγε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτων ἄρθρων εἶναι ἡ ἰδέα ὅτι ἡ προὶξ εἶναι καὶ αὐτὴ πρᾶξις χαριστική, ὅτι ἐγκλείει, ὅπως ἡ δωρεὰ καὶ ἡ κληρονομία, ἕνα ἄκοπον πλουτισμὸν καὶ ὅτι κτᾶται ἄνευ ὑποχρεώσεων. Τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἡ προὶξ εἶναι πρᾶξις χαριστικὴ εἶναι ἐκ τῶν ἀπασχολησάντων ἀνέκαθεν τοὺς νομοδιδασκάλους ἀπὸ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐποχῆς, ὑποθέτω δ’ ὅτι δὲν ὑπάρχει φοιτητὴς τῆς Νομικῆς μὴ γνωρίζων ὅτι ἡ προὶξ δὲν εἶναι πρᾶξις χαριστικὴ καὶ ὅτι ἔχει μᾶλλον ἑτεροβαρῆ χαρακτῆρα. Δὲν ὑπάρχει βεβαίως κανεὶς σήμερον ὁ ὁποῖος νὰ θέτῃ ἐν τῇ αὐτῇ μοίρᾳ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος λαμβάνει μίαν δωρεὰν ἑνὸς ποσοῦ 100 χιλ. δραχμῶν ἢ κληρονομίαν πατρικὴν τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ μὲ τὴν νέαν ἐκείνην ἡ ὁποία ἐρχομένη εἰς γάμου κοινωνίαν λαμβάνει τὴν κληρονομίαν τῆς μερίδος της. Ἡ προὶξ κατὰ γνωστὴν ἀντίληψιν δὲν ἀπευθύνεται οὔτε εἰς τὸν γαμβρὸν οὔτε εἰς τὴν νύμφην. Ἀπευθύνεται ὑπεράνω τῶν κεφαλῶν τῶν νεονύμφων, εἰς τὴν συζυγικὴν ἐκείνην κοινότητα, εἰς τὸν γαμήλιον ἐκεῖνον συνεταιρισμὸν καὶ ἔρχεται πρὸς ἐπικουρίαν καὶ ἐνίσχυσιν τῶν βαρῶν καὶ ὑποχρεώσεων τῆς μελλούσης οἰκογενείας. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποῦ εἶναι τὸ στοιχεῖον τῆς χαριστικῆς αὐτῆς πράξεως τὸ ὁποῖον θὰ ἐδικαιολόγει μίαν τοιαύτην φορολογίαν. Ἐξ ἄλλου ἀνεξαρτήτως τῆς ἀρχῆς ταύτης ἡ ἰδέα ὅτι ἡ προὶξ εἶναι τόσον συνυφασμένη μετὰ τῆς ἰδέας τοῦ γάμου — ἂν καλῶς ἢ κακῶς δὲν ἐξετάζω — δὲν μᾶς ἐπιτρέπει διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ν’ ἀλλάξωμεν τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ Τόπου. Εἶναι τόσον συνυφασμένη, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἐν ταῖς μεσαίαις τάξεσι περισσότερον παρὰ ἐν ταῖς ἀνωτέραις γάμος ἄνευ προικὸς καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ σήμερον τιθεμένη ἐπὶ τῆς προικοδοτήσεως θὰ βαρύνῃ μᾶλλον τὸν προικοδότην ἢ τὸν προικοδοτούμενον. Εἶναι μία φορολογία τοῦ γάμου καὶ οὐδὲν πλέον. Ἂς λάβωμεν μερικὰ παραδείγματα, ἵνα ἴδωμεν σαφέστερον τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ὑποθέσατε πρῶτον μίαν ὀρφανὴν ἡ ὁποία ἀπώλεσε τοὺς γονεῖς της ἐν μικρᾷ ἡλικίᾳ, κατώρθωσε δὲ προϊόντος τοῦ χρόνου διὰ τῆς ἐργασίας της ὡς μουσικοδιδάσκαλος, ὡς καλλιτέχνις, ὡς ῥάπτρια, ὡς ζωγράφος ν’ ἀποκτήσῃ μίαν μικρὰν περιουσίαν, ἔστω 20 χιλιάδων δραχμῶν. Ἂν τὸ πρόσωπον τοῦτο μείνῃ ἄγαμον, ἂν σπαταλήσῃ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν της, ἢ τὴν διαθέσῃ ὅπως ἐννοεῖ καλύτερον, ἡ Κοινωνία οὐδαμῶς ἔχει νὰ ἐπεμβῇ· ἂν κάμῃ τὴν ἀνοησίαν νὰ ἔλθῃ εἰς γάμον, τότε ἐμφανίζεται τὸ Δημόσιον καὶ ζητεῖ μερίδιον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ δὲν εἶναι φορολογία τῆς προικός, ἀλλὰ τοῦ γάμου. Ἰδοὺ καὶ δεύτερον παράδειγμα. Εἷς θετὸς πατήρ, ὡς ὑπάρχουσι πολλοὶ παρ’ ἡμῖν, υἱοθέτησε μίαν ἀνεψιάν του ἢ μίαν ἄγνωστον νέαν, καὶ κατὰ τὰ Ἑλληνικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα ἐννοεῖ νὰ τὴν ἀποκαταστήσῃ. Τὸ ποσὸν μὲ τὸ ὁποῖον ὁ θετὸς οὗτος γονεὺς συνοδεύει τὴν νέαν τύχην τῆς θετῆς του κόρης κατὰ τὸ νομοσχέδιον θεωρεῖται ὡς μία δωρεά. Ἐγώ, Κύριοι, τὸ θεωρῶ ὡς μίαν ἁγίαν καὶ ἱερὰν πρᾶξιν, τὴν δὲ φορολογίαν αὐτὴν δὲν θεωρῶ καθόλου δεδικαιολογημένην. Ἰδοὺ τέλος ἓν παράδειγμα πλέον σύνηθες, τὸ κλασσικὸν παράδειγμα τοῦ ἀδελφοῦ ὁ ὁποῖος ὡς μόνην κληρονομίαν ἔχει τρεῖς ἀδελφάς, ἂν ὄχι περισσοτέρας. Εἶναι γνωστὸν τὸ μαρτυρολόγιον τῶν ἀνθρώπων τούτων, οἱ ὁποῖοι ἐν τελείᾳ αὐταπαρνήσει διάγουσιν ἕνα βίον ἐστερημένον πάσης ἀπολαύσεως, ἵνα ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις ἃς τὰ ἑλληνικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῖς ἐπιβάλλουσι. Φρονῶ ὅτι εἰς τὴν ὡραίαν αὐτὴν εἰκόνα τοῦ ἀδελφοῦ, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται ἵν’ ἀποκαταστήσῃ τὰς ἀδελφάς του, ἡ παρέμβασις τοῦ Δημοσίου εἰσπράκτορος εἶναι μία βεβήλωσις. Ἔρχομαι εἰς τὸ συνηθέστερον παράδειγμα, εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν εἷς γονεὺς ἔχων μίαν κόρην δίδει, πολὺ πρὶν ἀποθάνῃ, τὸ ἀναλογοῦν μερίδιον, ὅπως τὴν ἀποκαταστήσῃ. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ εἰσηγηθέντος τὸ νομοσχέδιον ἀγαπητοῦ μου φίλου κ. Χρυσοχοΐδου τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον τοιουτοτρόπως δίδεται ὡς προὶξ ἐκφεύγει τρόπον τινὰ τῆς φορολογίας τῆς ἐπερχομένης μετὰ τὸν θάνατον καὶ παραβλάπτονται τὰ δημόσια συμφέροντα. Φρονῶ ὅτι, ἂν ἔπρεπε νὰ τηρήσωμεν τὴν λογικὴν ταύτην, ἔπρεπε νὰ παρακολουθῶμεν διὰ τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος ἐφ’ ἁμάξης πάντας τοὺς ἔχοντας περιουσίαν καὶ διαθέτοντας αὐτὴν διαφοροτρόπως, τὸν γονέα ὁ ὁποῖος ἐξοδεύει περισσότερα χρήματα διὰ τὰς σπουδὰς τοῦ υἱοῦ του, ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀποκατέστησεν αὐτὸν δαπανῶν ποσὰ κολοσσιαῖα καὶ τέλος τὸν γονέα ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πληρώνει τὰ χρέη τοῦ υἱοῦ του. Λοιπὸν εἶπον ἐκ τοῦ ὅτι ἓν ποσὸν χρηματικὸν ἐξέρχεται διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς προικοδοτήσεως τοῦ πατρικοῦ χρηματοφυλακίου πολὺ ἐνωρίτερον παρ’ ὅσον θὰ διεβιβάζετο διὰ τοῦ θανάτου εἶναι ἆρά γε τοῦτο λόγος ὅπως ἀνησυχῇ τὸ Δημόσιον ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὑφίσταται ζημίαν τινὰ φορολογικήν; Δὲν τὸ φρονῶ. Φρονῶ ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τοῦ δημοσίου Ταμείου εἶναι ἡ περιουσιακὴ ἀκινησία. Ὁσάκις ποσόν τι χρημάτων ἐξέρχεται ἑνὸς βαλλαντίου καὶ μεταβαίνει εἰς ἕτερον, πάντοτε ἀπομένει εἰς τοὺς δακτύλους τοῦ Δημοσίου ἡ λεγομένη σκωρία. Ὅταν ὑπὸ μορφὴν προικὸς ἓν χρηματικὸν ποσὸν ἐξέρχηται τοῦ πατρικοῦ θυλακίου, ἵνα δοθῇ ὡς προίξ, τὸ Δημόσιον, ἀντὶ νὰ κλαίῃ καὶ θρηνῇ ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ ἣν ὑφίσταται ἀπὸ φορολογικῆς ἀπόψεως, πρέπει κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ χαίρῃ καὶ ἀγάλλεται, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ εἰς προῖκα διδόμενον ποσὸν συνηθίζει κυρίως νὰ ἐναγκαλίζηται τὴν ἐλευθερίαν μὲ τοιοῦτον χοροπήδημα, ὁσάκις ἐξέρχεται τῶν πατρικῶν θυλακίων, ὥστε τὸ Δημόσιον μᾶλλον φαίνεται ὅτι οὐδαμῶς εἶναι ζημιωμένον. Τὸ νέον ζεῦγος τὸ ὁποῖον θ’ ἀποκτήσῃ τὴν προῖκα θὰ προβῇ εἰς συναλλαγάς, θὰ πληρώσῃ ἐμμέσους φόρους πολὺ περισσοτέρους ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐπλήρωνε, θὰ ζήσῃ ἐν ἑνὶ λόγῳ ἐν ἐντατικότητι, ἐκ τῆς ἐντατικῆς δ’ αὐτῆς ζωῆς τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ζημιωθῇ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, ἂν θέλωμεν ὁμολογουμένως νὰ δημιουργήσωμεν μίαν φορολογίαν ἀνάλογον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ γάμου, δὲν πρέπει νὰ φορολογήσωμεν τὸν γάμον, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τὴν ἀγαμίαν. Ἰδοὺ μίαν φορολογίαν τὴν ὁποίαν θὰ ἐπικροτήσω μὲ τὰς δύο μου χεῖρας, τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ θελήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἐπιτηδεύματος νὰ θέσῃ πρόσθετον φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀγάμων. Εἶναι μία φορολογία δεδικαιολογημένη, ἡ ὁποία πιέζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι πολλὰ βάρη.
§122ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ ἔχει περισσοτέραν ἀξίαν λεγόμενον παρ’ ὑμῶν.
§123Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ φαντάζομαι μίαν φορολογίαν ἀνάλογον ἐκείνης τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ Ῥωμαῖοι, χωρὶς βεβαίως νὰ θέλω νὰ φθάσω εἰς ἀποτελέσματα σαφῆ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἄρθρον 14 θεωρῶ κάπως ἀδικαιολόγητον καὶ ἀνεφάρμοστον καί, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν κάπως παράλογον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§125Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ γνωρίζω ἂν ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός.
§126Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ διατυπώσω ἀντιρρήσεις τινάς, διότι νομίζω ὅτι πρὸς εἰσαγωγὴν τοιαύτης διατάξεως ἐπηρέασαν τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔννοιαι νομικαί· συμβαίνει ὅμως ἐνίοτε αἱ νομικαὶ ἔννοιαι νὰ εἶναι ἄχρηστοι καὶ ἐπικίνδυνος μάλιστα ὁδηγὸς εἰς τὰς πολιτικὰς πράξεις. Ἀντιτίθεμαι, Κύριοι, εἰς τὴν φορολογίαν τῆς προικός, διότι ἀντίκειται αὕτη πρὸς πᾶσαν ὑγιᾶ φορολογικὴν ἀντίληψιν, πρὸς πᾶσαν οἰκονομικὴν ἀρχήν. Εἶναι διάταξις ἀντιοικονομικὴ καὶ ἀντικοινωνική. Ἡ συσχέτισις δὲ τῆς φορολογίας τῆς προικὸς πρὸς τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν καὶ ἡ συνταύτισις τούτων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύει καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς καὶ ἀπὸ κοινωνικῆς ἀντιλήψεως σύγχυσιν δύο διαφόρων ἐννοιῶν. Εἶμαι θερμὸς ὀπαδὸς τῆς φορολογίας τῶν κληρονομιῶν, ἀνέκαθεν κεκηρυγμένος ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῆς φορολογίας τῶν κληρονομιῶν ἡ ἰδέα τῆς φορολογίας τῆς προικός. Ἡ φορολογία τῆς κληρονομίας στηρίζεται ἐπὶ ἑδραίας ἐπιστημονικῆς καὶ δημοσιονομικῆς ἀρχῆς. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἄκοπον κτῆσιν περιουσίας ἐκ μέρους τοῦ κληρονόμου, κτῆσιν ἐπερχομένην ἄνευ ἀνταλλαγμάτων καὶ ἄνευ τινὸς ἐργασίας, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἐκ τούτου πλουσιώτερον τὸν κληρονόμον, αὔξησιν τῆς φορολογικῆς τούτου ἀντοχῆς, τῆς φορολογικῆς αὐτοῦ δυνάμεως, εἶναι φυσικόν, εἶναι ἀπόρροια αὐτῆς ἀκόμη τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ν’ αὐξήσωμεν καὶ τὰ βάρη του ἀπέναντι τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἡ βάσις αὐτὴ ὑφίσταται ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως; Ἡ βάσις αὐτὴ συντρέχει ἐπὶ τῆς προικός; Ὄχι βεβαίως. Διότι ἡ προὶξ ἔρχεται συγκομίζουσα τὰ βάρη τοῦ γάμου. Ἡ κληρονομία ἔρχεται ἀβαρής. Ἡ κληρονομία ἔρχεται ἵνα καταστήσῃ πλουσιώτερον τὸν κληρονόμον, ἵν’ αὐξήσῃ τὴν φορολογικὴν ἀντοχὴν τοῦ κληρονόμου· ἐνῷ ἡ προὶξ ἔρχεται συγκομίζουσα τὰ βάρη τοῦ γάμου, συγκομίζουσα τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὁ λαμβάνων τὴν προῖκα ἀναλαμβάνει ἀπέναντι αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του, ἀπέναντι τῆς Κοινωνίας. Ἐφ’ ὅσον δὲ κατὰ προχείρους καὶ ἀναμφισβητήτους ὄχι πλέον οἰκονομολογικοὺς ἀλλὰ καὶ κοινωνικῆς στοιχειώδους ἀντιλήψεως κανόνας ὁ πλοῦτος δὲν εἶναί τι ἀπόλυτον, εἶναί τι σχετικόν, ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ πλήθους καὶ τοῦ μεγέθους τῶν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας προορίζεται νὰ θεραπεύσῃ θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι μόνον διὰ τὸν νομικὸν καὶ μόνον κατὰ νομικὰς ἐννοίας ἡ σύστασις προικὸς ἀποτελεῖ ἐπαύξησιν τῆς περιουσίας τοῦ ἀνδρός· ἀλλὰ διὰ τὸν οἰκονομολόγον δὲν ἀποτελεῖ κατ’ ἀνάγκην ἐπαύξησιν τῆς περιουσίας τοῦ ἀνδρός, δὲν καθιστᾷ τοῦτον συνήθως κατ’ οὐσίαν καὶ κατ’ ἀλήθειαν πλουσιώτερον, δὲν αὐξάνει τὴν φορολογικὴν αὐτοῦ ἀντοχήν. Καὶ τοῦτο διότι αὐξάνεται μὲν ἡ περιουσία αὐτοῦ, ἀλλὰ πολλαπλασιάζονται καὶ τὰ βάρη καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Ὁ λαμβάνων τὴν προῖκα τὴν λαμβάνει μὲ ἀντιστοίχους ὑποχρεώσεις ἰσοδυνάμους, αἱ ὁποῖαι ἀναιροῦσι τὴν ἔννοιαν τῆς οἰκονομικῆς αὐξήσεως, τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως καὶ οἰκονομικῆς ἀντοχῆς. Καὶ ἐπεθύμουν, Κύριοι, ἀποκρούων τὴν φορολογίαν τῆς προικὸς νὰ προχωρήσω εἰς τὴν σειρὰν τῶν σκέψεων τούτων, ἐπιλαμβανόμενος εἰδικώτερον τῶν διατάξεων τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται ἡ φορολογία τῆς προικός. Διότι παρατηρῶ ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐνεπνεύσθη ἐκ τῆς ἰδέας αὐτῆς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὥστε ἀπήγγειλε φορολογίαν καὶ τῆς προικὸς ἐκείνης τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ ἐρχομένη εἰς γάμον συνιστᾷ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου αὑτῆς ἀνδρός. Καὶ ἐρωτῶ· ποία οἰκονομολογικὴ ἀντίληψις, ποία φορολογικὴ ἀντίληψις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην φορολογίαν, καὶ τίνα σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ αὕτη πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν κληρονομιῶν; Λέγουσιν οἱ νομικοὶ ὅτι διὰ τῆς συστάσεως προικὸς ἡ κυριότης τῆς περιουσίας τῆς γυναικὸς μεταβιβάζεται εἰς τὸν ἄνδρα. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ ἀρχαίαν ῥωμαϊκὴν ἔννοιαν, νομικῆς κατασκευῆς ὑπαγόρευσιν, ἡ ὁποία ὀλίγον χρησιμεύει σήμερον καὶ εἰς αὐτὸν τὸν νομικόν, ἔτι δ’ ὀλιγώτερον εἰς τοὺς οἰκονομολόγους καὶ τοὺς κοινωνιολογοῦντας. Δι’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει μεταβίβασις τῆς κυριότητος ἀπὸ μέρους τῆς συνιστώσης τὴν προῖκα συζύγου πρὸς τὸν ἄνδρα. Δι’ αὐτοὺς ὑπάρχει ἁπλῆ ἕνωσις περιουσιῶν ἀμφοτέρων ἐπιδιώκουσα τὴν ἵδρυσιν τῆς οἰκογενείας, τὴν δημιουργίαν ἑνὸς οἰκογενειακοῦ καθεστῶτος πρὸς ὡρισμένον κοινωνικὸν σκοπόν. Καὶ δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἄτοπον νὰ εἰδωλοποιήσω τὸ πρᾶγμα διὰ κοινοτέρας τινὸς ἐννοίας καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἐνώπιον τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀντιλήψεως πρόκειται οὐχὶ μεταβίβασις περιουσίας, ἀλλ’ εἶδός τι συνεταιρισμοῦ ἀνωτέρας βεβαίως ἠθικῆς φύσεως, ἀνωτέρας κοινωνικῆς ἀντιλήψεως καὶ ἀποστολῆς, ἀλλὰ πάντοτε εἶδός τι συνεταιρισμοῦ καὶ ἑνώσεως περιουσιῶν πρὸς κοινὸν σκοπόν. Καὶ ἐρωτῶ· τί θέλει ἡ φορολογία εἰς τὸν συνεταιρισμὸν αὐτόν; Διὰ τίνα λόγον καὶ κατὰ τίνα ἀντίληψιν φορολογικήν, καὶ ὑπὸ τίνας ἐννοίας οἰκονομικὰς θέλετε καὶ αὐτὸν τὸν συνεταιρισμὸν νὰ φορολογήσητε; Ἀλλὰ δὲν εἶναι διάφορος ἡ θέσις τῶν πραγμάτων καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων περιπτώσεων· τῶν περιπτώσεων κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται σύστασις προικὸς παρὰ τῶν γονέων ἢ τῶν συγγενῶν. Διότι καὶ ἐν τῇ περιστάσει αὐτῇ ποῖοι λόγοι δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν φορολογίαν; Πῶς οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν φορολογίαν τῆς κληρονομίας δύνανται νὰ συνηγορήσωσι καὶ ὑπὲρ τῆς φορολογίας τῆς προικός; Ἠκούσθη ἐντεῦθεν, καὶ ἴσως τοῦτο δύναται νὰ εἶναι τὸ εὐλογοφανέστερον ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ πρόνοια εἶναι προκαταβολὴ τῆς νομίμου μοίρας ἢ τῆς κληρονομικῆς μοίρας τοῦ γονέως πρὸς τὴν θυγατέρα, ἑπομένως πρέπει διὰ τὸν αὐτὸν λόγον νὰ φορολογηθῇ, ἐφ’ ὅσον μάλιστα προκαταβάλλεται, καὶ ὅτι ἡ προὶξ ἡ διδομένη παρ’ ἄλλου εἶναι δωρεὰ πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ ἐκ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς πρέπει αὕτη νὰ φορολογηθῇ. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἔννοιαν ἐκ τῆς ὁποίας ὡρμήθην, ὅτι καὶ ἐνταῦθα παρασυρόμεθα ὑπὸ ἰδεῶν νομικῶν, αἱ ὁποῖαι πολλάκις εἶναι ἄχρηστοι καὶ ἐπικίνδυνος ὁδηγὸς εἰς τὰς πολιτικὰς πράξεις. Ἡ ἔννοια τῆς προκαταβολῆς τῆς κληρονομικῆς μερίδος, ἡ ἔννοια τῆς δωρεᾶς τῆς προικὸς πρὸς τὸν ἄνδρα, εἶναι ἔννοιαι νομικαὶ χρήσιμοι διὰ τοὺς ῥωμαϊκοὺς καὶ τοὺς ἀστυκολόγους, ὅπως λύωσι νομικὰ ζητήματα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔννοιαι δυνάμεναι νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν δημοσιονομικὴν ἄποψιν τῶν ζητημάτων· εἶναι ἔννοιαι ἄχρηστοι διὰ τὸν οἰκονομολόγον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προσέξῃ ἂν ἡ προὶξ εἶναι ἢ δὲν εἶναι δωρεὰ εἰς τὸν ἄνδρα, ἂν εἶναι προκαταβολὴ τῆς κληρονομικῆς μερίδος τῆς συζύγου, ἀλλὰ νὰ προσέξῃ τοῦτο μόνον· ἂν διὰ τῆς τοιαύτης περιουσιακῆς μεταβολῆς αὐξάνει ἢ οὐ ἡ φορολογικὴ ἀντοχὴ τοῦ λαμβάνοντος τὴν προῖκα, διὰ νὰ φορολογηθῇ αὕτη. Ἀλλ’ ὡς εἴδομεν διὰ τῶν παρατηρήσεων τὰς ὁποίας προηγουμένως ἔκαμα τὸ τοιοῦτον κατ’ οὐσίαν καὶ κατ’ ἀλήθειαν δὲν συμβαίνει· ἑπομένως ἡ φορολογία εἶναι ἄδικος. Θὰ προσθέσω μάλιστα ὅτι καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως καὶ ἐκ τῆς ἀπόψεως τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων αἱ διατάξεις αὗται περὶ φορολογίας τῆς προικὸς δὲν εἶναι προωρισμέναι μεγάλως νὰ εὐδοκιμήσωσιν· ἰδιαιτέρως δὲ ἡ διάταξις ἡ ὁποία ὑποβάλλει εἰς φορολογίαν τὴν προῖκα ἣν συνιστᾷ αὐτὴ ἡ σύζυγος ἐρχομένη εἰς γάμον φοβοῦμαι ὅτι θὰ ὑποθάλψῃ μίαν ἀντίδρασιν. Θ’ ἀποτρέπῃ πολλάκις πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ φόρου τὴν σύστασιν τῆς προικὸς καὶ ἡ περιουσία τῆς γυναικὸς θὰ εἰσκομίζηται εἰς τὸν συζυγικὸν οἶκον ὑπὸ μορφὴν ἐξωπροίκου περιουσίας τῆς συζύγου, ἀνατιθεμένης τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς εἰς τὸν ἄνδρα. Τοῦτο δὲ εἶναι κοινωνικῶς ἀσύμφορον, διότι θὰ ὑποχωρήσῃ τὸ σύστημα τῆς συστάσεως προικὸς εἰς τὸ σύστημα τῶν ἐξωπροίκων. Εἶναι δ’ ἀληθῶς ἀντικανονικὸν τὸ πολεμεῖν τὴν σύστασιν προικός, διὰ τῆς ὁποίας ἐξασφαλίζεται τὸ οἰκογενειακὸν καθεστὼς πολὺ μᾶλλον παρὰ διὰ τῆς εἰσκομίσεως ἐξωπροίκου περιουσίας. Παρετηρήθη ἤδη, ἐμφανίζεται δ’ ὄντως ἐκ πρώτης ὄψεως, διὰ τῆς μὴ φορολογίας τῆς προικός, ἀνωμαλία τις, ἀνισότης τις, διότι δὲν φορολογεῖται ἡ κληρονομικὴ μερίς, ἡ ὁποία ὑπὸ μορφὴν προικὸς δίδεται προκαταβολικῶς εἰς τὰ θήλεα τέκνα, ἐνῷ ἐξ ἄλλου φορολογεῖται ἡ κληρονομικὴ μερὶς ἡ ὁποία μετὰ θάνατον περιέρχεται εἰς τὰ ἄρρενα τέκνα. Ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι ἡ ἀνωμαλία αὕτη ἡ φαινομενική, ἡ ἐξωτερική, εἶναι ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τοῦ γάμου καὶ τῆς συστάσεως προικός, τοῦ ἰδιαιτέρου δὲ ἠθικοῦ καὶ κοινωνικοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον καὶ ὁ γάμος καὶ ἡ προὶξ ἐν αὐτῷ καλοῦνται νὰ ἐκπληρώσωσι. Πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τούτου δημιουργοῦνται νέαι ἀνάγκαι, εἰς ἀνακούφισιν τῶν ὁποίων καλεῖται ἡ προίξ. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Πολιτεία ἔχει τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ γάμος εἶναι θεσμὸς ἐξ ὑπερτάτων λόγων ὑπαγορευόμενος καὶ ὅτι ἡ προὶξ κατέστη χρῆμά τι ἀπαραίτητον διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ γάμου καθῆκον ἔχει νὰ στέρξῃ τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην τὴν φαινομενικήν. Μίαν μόνον ὑπόδειξιν σύμφωνον πρὸς τὰς ἀντιλήψεις ταύτας θὰ εἶχον νὰ κάμω καὶ θὰ ὑποβάλω αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι νομοθετοῦμεν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἰσχύει ἔθιμον σχεδὸν γενικὸν καθ’ ὃ αἱ προικιζόμεναι θυγατέρες δὲν προσέρχονται εἰς τὴν κληρονομίαν τῶν γονέων. Ἐξαίρεσις παρατηρεῖται ἰδίως εἰς τὰ κέντρα καὶ τὰς μεγάλας πόλεις, ὅπου συνηθέστερον καὶ αἱ κληρονομίαι εἶναι μεγάλαι, ἐξαίρεσις κατὰ τὴν ὁποίαν τοιοῦτον ἔθιμον εἴτε δὲν ὑπάρχει εἴτε δὲν τελεσφορεῖ, καὶ ἑπομένως θυγατέρες μετὰ τὸν θάνατον τῶν γονέων προσέρχονται εἰς τὴν κληρονομίαν, ὅτε ὑποχρεοῦνται ἐκ τοῦ νόμου νὰ συνεισφέρωσι τὴν ἑαυτῶν προῖκα. Τὰ γεγονότα ταῦτα παρέχουσι, νομίζω, εἰς ἡμᾶς τὴν προσήκουσαν λύσιν. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ συστάσεως προικὸς διεπομένης ὑπὸ τοῦ ἐθίμου ἡ φορολογία αὕτη δείκνυται ἐκ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα ἤδη. Ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται σύστασις προικὸς ἡ ὁποία μετὰ θάνατον συνεισφέρεται ὅπως ἡ προικισθεῖσα μετάσχῃ τῆς κληρονομίας ἐνδείκνυται ἡ φορολογία τῆς προικός. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διὰ νὰ προσέλθῃ ἡ θυγάτηρ εἰς τὴν κληρονομίαν συνεισφέρουσα εἰς αὐτὴν τὴν προῖκα, σημαίνει ὅτι ἔχει νὰ λάβῃ πέρα τῆς ἑαυτῆς προικός. Θὰ λάβῃ λοιπὸν ἐκτὸς τῆς προκαταβληθείσης προικὸς καὶ νέον ποσὸν ἐκ τῆς κληρονομικῆς περιουσίας καὶ ἡ φορολογία εἶναι προφανῶς ἐνδεδειγμένη. Πρὸς καθορισμὸν δὲ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλῃ ὡς φόρον θὰ ληφθῇ ὡς βάσις ἡ ὅλη κληρονομικὴ μερίς, ἤτοι ὄχι μόνον τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐνεστώτως λαμβάνει, ἀλλὰ σὺν αὐτῷ καὶ ἡ προῖξ, τὴν ὁποίαν προλαβόντως ἔλαβεν, ἐφ’ ὅσον αὕτη συνεισφερομένη παρ’ αὐτῆς ἀποτελεῖ πλέον μέρος τῆς ὅλης κληρονομίας. Τοιουτοτρόπως πᾶσα ἀνωμαλία αἴρεται καὶ ἐπέρχεται ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ φορολογία μὴ πλήττουσα πλέον τὴν προῖκα ὡς τοιαύτην, ἀλλὰ φορολογοῦσα ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν κληρονομίαν, ἀφοῦ ἡ προικισθεῖσα ἠθέλησε νὰ προσέλθῃ εἰς ταύτην καὶ νὰ συνεισφέρῃ τὴν προῖκα ὅπως μετάσχῃ τῆς κληρονομίας. Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ἡ ὁποία εἰσάγει τὴν φορολογίαν τῆς προικός. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω, Κύριοι, ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου θὰ εἶχον ἐλαφράς τινας ἀντιρρήσεις νὰ ὑποβάλω. Ὀφείλω γενικῶς νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς φορολογίας τῶν κληρονομιῶν. Ὑπερεμάχησα τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου αὐτοῦ ἄλλοτε δημοσίᾳ, εὐθὺς δὲ μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1909, ὅτε ἤρξατο ἡ ἀνακαίνισις τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου, εἶδον τὸν φόρον εἰσαγόμενον εὐχαρίστως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς πρώτης μετεπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Ἔκτοτε παρῆλθε χρόνος ἱκανός, νομίζω δ’ ὅτι αἱ περιστάσεις ἐπέβαλλον τὴν μεταβολὴν τοῦ φόρου. Διὰ τοῦτο εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Εὑρίσκω δὲ δεδικαιολογημένην τὴν εἰσαγωγὴν τῆς φορολογίας ταύτης καὶ ἐπὶ τῶν κατιόντων, ἐπίσης δὲ καὶ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογικῆς κλίμακος. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον ἐξώθησε τὰς σκέψεις αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀπόστασις, τὴν ὁποίαν ἀβασανίστως παρεῖδεν. Ἡ Κυβέρνησις ἐστράφη πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν ἐντελῶς ἀπαράσκευος καὶ ἄνευ ὡρίμου μελέτης, ἀλλὰ καὶ ἄνευ πεποιθήσεως περὶ τοῦ ἀναγκαίου τῆς μεταβολῆς καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς μεταβολῆς. Τοῦτο ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς ὅτι ἄλλως ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἀρχικῶς, ἄλλως παρουσιάσθη κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ ἄλλως κατὰ τὴν δευτέραν. Ἡ μορφὴ ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτήν, ὡς πρὸς τὰς διατάξεις τῆς νέας φορολογικῆς κλίμακος, ἴσως εἶναι ἡ μορφὴ ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν μίαν ἡμέραν θὰ καταλήξωμεν φορολογοῦντες τὰς κληρονομίας, εἴς τινα σημεῖα μάλιστα καὶ θὰ ἐπιβαρύνωμεν περισσότερον τὴν φορολογίαν τῶν κληρονομιῶν. Ἀλλὰ τὸ σημεῖον εἰς ὃ θὰ καταλήξωμεν, καὶ πρέπει νὰ καταλήξωμεν μετὰ χρόνον, διὰ τὴν σήμερον γεννᾷ ἐνδοιασμούς. Δὲν πρέπει, δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ σκόπιμον νὰ φθάσωμεν σήμερον εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον δι’ ἑνὸς καὶ μόνου ἅλματος. Θεωρῶ, Κύριοι, ἀπότομον τὴν μετάβασιν ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ ὑφισταμένου καὶ ἰσχύοντος ἤδη, τοῦ ἔχοντος τὴν γνωστὴν διαρρύθμισιν, εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον φθάνει ἡ τρίτη καὶ τελευταία μεταρρύθμισις τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπότομος δὲ μετάβασις εἰς τὴν φορολογίαν εἶναι ἐπικίνδυνος πολλαχῶς. Τοὐναντίον ἐνδείκνυται καὶ ἐκ ψυχολογικῶν ἀκόμη λόγων ἡ βαθμιαία αὔξησις τῆς φορολογίας, ἐξοικειοῦσα πρὸς τὸ βάρος αὐτῆς τὸν φορολογούμενον. Ἡ ἀπότομος αὔξησις λίαν ἐπιβαρὴς καθισταμένη εἶναι καταθλιπτικὴ διὰ τὸν λαόν, ἐνίοτε δὲ δὲν ἀφικνεῖται καὶ εἰς τὸν ταμιευτικὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει· διότι προκαλεῖ ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, ἀπόκρυψιν τῶν περιουσιῶν καὶ γεννᾷ δυσχερείας εἰς τὴν βεβαίωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι ἀκόμη, διὰ τὸ ὁποῖον ἀντενδείκνυται ἡ ἀπότομος μετάβασις ἀπὸ τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ προσφυγὴ πρὸς τὸ ἀνώτατον ὅριον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ φορολογήσωμεν μίαν ἡμέραν τὴν κληρονομίαν προϋποτίθησι καθολικωτέραν ἀνάπλασιν τοῦ ὅλου φορολογικοῦ συστήματος, τῶν ἀμέσων φόρων καὶ τῶν ἐμμέσων. Βαθμιαία ἑπομένως ἐνδείκνυται καὶ τῆς φορολογίας ταύτης ἡ αὔξησις, ἵνα συμπορεύηται πρὸς βαθμικίαν μεταβολὴν τοῦ λοιποῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ κατασταθῇ δυνατὸν ν’ ἀναπλασθῇ καὶ διαρρυθμισθῇ προσηκόντως. Εἶναι δυνατόν, χωρὶς νὰ περιπέσητε εἰς ἀδικίαν, εἰς ἀνισότητα καὶ ἀνωμαλίαν, νὰ λάβητε ἕνα φόρον ἄμεσον, οἷος εἶναι ὁ φόρος τῶν κληρονομιῶν, νὰ ἐξωθήσητε τὰς σκέψεις σας ἐν τῷ κανονισμῷ τῆς φορολογικῆς κλίμακος εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον πρὶν ἢ γίνῃ γενικὸς ἔλεγχος τοῦ φορολογικοῦ συστήματος χωρὶς ν’ ἀναπλασθῶσι συγχρόνως καὶ οἱ λοιποὶ φόροι οἱ ἄμεσοι καὶ ἀκόμη καὶ οἱ ἔμμεσοι; Τρίτη ἀκόμη παρατήρησις ἡ ὁποία ἐνδεικνύει τὴν βαθμιαίαν μετάβασιν καὶ τὴν βαθμιαίαν αὔξησιν τῶν φόρων καὶ εἰδικῶς τοῦ φόρου τῶν κληρονομιῶν, ἀντενδείκνυει δὲ τὴν ἀπότομον τοιαύτην, εἶναι ἡ ἀκόλουθος. Ὅτι διὰ τὴν προσήκουσαν διαρρύθμισιν τῆς φορολογικῆς κλίμακος θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν στατιστικάς τινας πληροφορίας περὶ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τῆς σχετικῆς φορολογικῆς νομοθεσίας, περὶ τῶν περιουσιῶν τῶν φορολογηθεισῶν καὶ περὶ πάντων τῶν ἄλλων στοιχείων τὰ ὁποῖα ἐστάθμισαν ἀλλαχοῦ διὰ νὰ προβῶσιν εἰς αὔξησιν ἢ εἰς ἐλάττωσιν τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν. Πρέπει δὲ νὰ παρακολουθήσῃ τις τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα, ἰδιαίτατα δ’ ἐν Γαλλίᾳ, τὰς στατιστικὰς πληροφορίας αἱ ὁποῖαι ἐπεζητήθησαν καὶ ἐπετεύχθησαν ἐκεῖ, τὰς μελέτας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς τοιαύτην ἢ τοιαύτην διαρρύθμισιν τῆς κλίμακος τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, διὰ νὰ αἰσθανθῇ πλῆξίν τινα διὰ τὰ παρ’ ἡμῖν· διότι τοσοῦτον ἀβασανίστως εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον καὶ τοσαύτας ὑπέστη περιπετείας, αὐξήσεις τῆς κλίμακος καὶ ἄλλας μεταβολάς, ἄνευ οὐδεμιᾶς μελέτης, οὐδεμιᾶς στατιστικῆς πληροφορίας, οὐδεμιᾶς ἐπαρκοῦς κἂν αἰτιολογίας. Νομίζω ἐνδεδειγμένον, ἀνεξαρτήτως τῶν γενικωτέρων αὐτῶν παρατηρήσεων, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὸ ὅλον νομοσχέδιον, ὅτι ὅσα ὑπέδειξα ἐν σχέσει πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς προικός, καὶ ἡ διαστολὴ ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φορολογήσωμεν τὴν προῖκα, μόνον δηλαδὴ εἰς τὴν περίστασιν καθ’ ἣν αἱ προικισθεῖσαι θυγατέρες προσέρχονται εἰς τὴν κληρονομίαν καὶ μεταλαμβάνουσιν αὐτῆς, εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημένη καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀντίθετον γνώμην.
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ σχετικὴν παρατήρησιν νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παρουσιάζεται κατὰ τὴν τρίτην αὐτοῦ μορφήν, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὑπέστη ἱκανὰς βελτιώσεις. Καὶ ὡς οὐσιώδη βελτίωσιν θεωρῶ τὸ ὅτι ἡ φορολογία ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς συζύγους μετηνέχθη ἀπὸ τῆς τρίτης τάξεως εἰς τὴν δευτέραν· θὰ ἐνόμιζον ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἦτο συνεπέστερος πρὸς τὴν κληρονομικὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κρατήσῃ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς συζύγους, ἂν τὰς μετέφερεν εἰς τὴν πρώτην τάξιν. Ἡ ἀρχὴ ἡ ὁποία κρατεῖ ὡς πρὸς τὸ κληρονομικὸν δικαίωμα τοῦ συζύγου παρὰ πάσαις ταῖς νεωτέραις νομοθεσίαις εἶναι ὅτι ἡ σύζυγος καλεῖται πάντοτε εἰς τὴν κληρονομίαν τοῦ συζύγου καὶ καλεῖται μετὰ τῶν κατιόντων, καλεῖται δ’ ἐπίσης μετὰ παντὸς ἄλλου καλουμένου εἰς τὴν κληρονομίαν, Τοῦτο δὲ δικαιολογεῖται, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἀποκτῶνται αἱ μικραὶ περιουσίαι· θὰ ἴδητε ὅτι ἡ σύζυγος εἶναι ὁ πραγματικὸς συνεταῖρος ὁ ὁποῖος συντελεῖ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς περιουσίας, μετὰ τὸν θάνατον δὲ τοῦ συζύγου δὲν λαμβάνει ξένην τινὰ περιουσίαν, ἀλλὰ λαμβάνει αὐτὴν ταύτην τὴν περιουσίαν εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ὁποίας αὐτὴ ἡ ἰδία συνετέλεσε. Θὰ ἐνόμιζον λοιπὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς πολὺ δεδικαιολογημένον, ἐὰν ἡ σύζυγος ἀντὶ τῆς δευτέρας τάξεως μετεφέρετο εἰς τὴν πρώτην. Ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρώτην τάξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ τὸ πρῶτον ἤδη εἰσαγομένη, διότι κατὰ τὰ λοιπὰ ὑφίστατο ἡ φορολογία τῶν κληρονομιῶν, τὴν τάξιν τῶν κατιόντων, ἡ γενικὴ ἰδέα τῆς φορολογίας τῶν κληρονομιῶν, ὅτι περιέρχεται περιουσία ἀφ’ ἑνὸς προσώπου εἰς ἕτερον χαριστικῶς, δὲν συναντᾶται εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν κατιόντων, διότι πράγματι οἱ κατιόντες δὲν ἀποκτῶσι ξένην τινὰ περιουσίαν· εἶναι ἡ περιουσία ἡ οἰκογενειακή, ἡ ὁποία δὲν ἐπέρχεται ἤδη εἰς αὐτούς, ἀλλ’ ἁπλῶς μόνον ἀποκτῶσι τὴν ἐλευθέραν διαχείρισιν. Ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι τὸ ὅτι ἀποκτῶσιν ἐλευθέραν διαχείρισιν εἶναι ἀντικείμενον φορολογίας. Νομίζω ὅτι ἐν τῇ ἰδέᾳ αὐτῇ δὲν θὰ ἐπιμείνῃ, διότι ἐν τοιαύτῃ, περιπτώσει θὰ ὑπῆρχον πολλαὶ ἄλλαι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἔπαυε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν φορολογικὴν αὑτοῦ χεῖρα. Ἀλλὰ λέγων τοῦτο δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπαλειφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ φορολογία τῶν κληρονομιῶν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς κατιόντας ἐπὶ πάσης περιουσίας, διότι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς μεγάλας περιουσίας βεβαίως αὐταὶ ἀποκτῶνται χαριστικῶς. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς μικρὰς περιουσίας, τὰς μέχρις 25.000 δραχμῶν, αὐταὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπόκτημα τῆς ἐργασίας ὅλης τῆς οἰκογενείας. Εἶναι κυρίως αἱ περιουσίαι τῶν μικρῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀποκτῶνται διὰ μεγάλου κόπου, δι’ ἱδρῶτος, διὰ καταβολῆς συνεργασίας ὁλοκλήρου τῆς οἰκογενείας. Διὰ τίνα λόγον θὰ τῷ ἐπιθέσητε ἔστω καὶ μικρὰν φορολογίαν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐργάτης αὐτὸς τῆς περιουσίας στερεῖται τοῦ κυριωτέρου συνεργάτου του, τοῦ οἰκογενειάρχου; Δὲν νομίζω λοιπόν, τοὐλάχιστον μέχρι τῶν 25.000 δρχ., ἀπ’ οὐδεμιᾶς ἀπόψεως δεδικαιολογημένην τὴν φορολογίαν. Θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι βεβαίως ἡ φορολογία αὐτὴ εἶναι τόσον μικρά, ὥστε δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν εἶναι μικρὰ ἢ ὄχι ἡ φορολογία. Συνεπάγεται τόσα ἄλλα, ὥστε βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται πλείστας ὅσας ἐνοχλήσεις, διότι εἶναι ἀνάγκη κατὰ πρῶτον νὰ προστρέξῃ ὅπως δηλώσῃ τὴν περιουσίαν του· θὰ χάσῃ τόσας ἄλλας ἡμέρας. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι εἶναι τόσον μικρὰ ἡ φορολογία πρὸς τί, παρακαλῶ, νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὴν τὴν ἀσήμαντον φορολογίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα σκοπὸν διὰ τὸ δημόσιον Ταμεῖον; Θὰ ἐπιβάλωμεν λοιπὸν ἓν βάρος εἰς τὸν λαὸν καὶ θὰ τῷ ἐπιβάλωμεν ὑποχρεώσεις δαπανῶν, ἐξ ὧν δὲν θέλει ὠφεληθῆ τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ διατηρήσῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 25.000 δραχ., ὁποῖαι εἶναι συνήθως αἱ μικραὶ περιουσίαι τῶν χωρικῶν· τοῦτο δὲ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εὑρίσκω ἐν μέρει ἀντικείμενον καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἰδέαν, τὴν φορολογίαν τῆς προικός. Διατί νὰ δέχηται αὐτὴν τὴν φορολογίαν τῆς προικὸς ὡς εἶδός τι προκαταβολῆς τῆς ἐξ ἀδιαθέτου μερίδος τῆς ἐρχομένης εἰς γάμον; Διατί ἐκείνην τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἐκ προκαταβολῆς τὴν ἐξαιρεῖ καὶ δὲν ἐξαιρεῖ τὴν ἄλλην περιουσίαν; Ποῖος συνειρμὸς ἰδεῶν ἔκαμε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ ὅτι δέχεται τὴν φορολογίαν τῆς προικὸς διότι ἀποτελεῖ λῆψιν τῆς κληρονομικῆς της μερίδος, ἀλλὰ τὴν ἐξαιρεῖ μέχρι 10.000 δραχμῶν; Ἐὰν αὕτη δὲν ἦλθεν εἰς γάμον, τότε δὲν θὰ πληρώσῃ διὰ τὰς 10.000 δραχμῶν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι μία ἰδέα γενική, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν φορολογίαν. Ἀνεξαρτήτως τῆς παρατηρήσεως αὐτῆς εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος πρὸς τοὺς προλαλήσαντας ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν φορολογίαν τῆς προικός. Ἴσως ἡ φορολογία τῆς προικὸς δὲν ἀνήκει κἂν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει βάσιν, ὅταν χαριστικῶς περιέρχηται ἡ περιουσία ἀπὸ ἑνὸς προσώπου εἰς ἕτερον. Οὕτω πως χαρακτηρίζεται ἡ κληρονομικὴ διαδοχὴ καὶ οὕτω πως καὶ τὸ ἄρθρον 4 ἀναγράφει, τὸ ἀφορῶν χαριστικὰς πράξεις. Ἀλλ’ εἶναι ἡ προὶξ χαριστικὴ αἰτία; Περιέρχεται χαριστικῶς εἴς τινα; Ὅτι δὲν περιέρχεται χαριστικῶς εἴς τινα εἶναι φανερὸν καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν λέγει τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται εἰς αὐτὸν τὸν φόρον. Διότι ἤθελον ἐρωτήσει· ἂν συσταθῇ προίξ, τίς θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ καταδιωχθῇ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου αὐτοῦ; Θὰ εἶναι ὁ προικοδότης ἢ θὰ εἶναι ἡ σύζυγος, ὑπὲρ τῆς ὁποίας συνιστᾶται ἡ προίξ; Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὐδένα βλέπω. Τίς εἶναι ὁ ὑπόχρεος;
§129ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀπολαμβάνων.
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τίς εἶναι ὁ ἀπολαμβάνων; Ὁ σύζυγος; Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ κύριος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι ἡ προὶξ εἶναι πράγματι ἐπιβαρυντικὴ ἔννοια· οὐδεμία χαριστικὴ ἔννοια εἶναι, διότι ὁ σύζυγος, πρὸς τὸν ὁποῖον δίδεται ἡ προίξ, λαμβάνει ταύτην ὡς ἀντάλλαγμα τῶν βαρῶν τοῦ γάμου. Εἶναι σχέσις ἀνταλλακτικὴ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν σύζυγον. Τοῦτο ἐξ ἀπόψεως νομικῆς εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν σύζυγον οὐδέποτε ἡ προὶξ θεωρεῖται ὡς χαριστικὴ πρᾶξις, διότι οὗτος λαμβάνει τὴν προῖκα ὡς ἀντάλλαγμα διὰ τὰ βάρη ἅτινα ἀναλαμβάνει διὰ τοῦ γάμου. Ἂν ἡ προὶξ εἶναι χαριστικὴ πρᾶξις καὶ ἑπομένως ὡς τοιαύτη πρέπει νὰ φορολογηθῇ, εἶναι ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν σύζυγον, ὅταν δίδεται ὑπὸ προσώπου μὴ ὑποχρέου εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἔρχεσθε καὶ μοὶ λέγετε ὅτι θὰ φορολογήσητε τὸν σύζυγον, πρὸς τὸν ὁποῖον δίδεται ἡ προὶξ ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει ὡρισμένα βάρη. Τότε διατί δὲν φορολογεῖτε τὴν ἀγοραπωλησίαν; Τὸ ἴδιον εἶναι καὶ ἐκεῖ. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ νομικοῦ τούτου χαρακτηρισμοῦ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει χαριστικὴ πρᾶξις ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς συνθέσεως τῆς προικός, καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως, ἡ φορολογία τῆς προικὸς ἐντελῶς ἀντίκειται πρὸς τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ εὐκολύνηται ὁ γάμος. Εἶναι πολλοὶ ἄλλοι λόγοι καὶ ἀρκεταὶ ἄλλαι ὠφέλειαι εἰς τὰς ὁποίας θὰ φέρῃ δυσχέρειαν τὸ ζήτημα τοῦτο. Θέλετε νὰ ἐπιβάλητε μίαν ἄλλην φορολογίαν εἰς προῖκας ἀνωτέρας τῶν 10.000 μέχρι τῶν 20.000 δραχμῶν; Ποῖαι εἶναι αἱ προῖκες αἱ ὁποῖαι φορολογοῦνται δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ; Θὰ εἶναι αἱ προῖκες αἱ ὁποῖαι συναθροίζονται διὰ τῆς ἐργασίας πάντων τῶν ἀδελφῶν, διὰ τῆς θυσίας αὐτῶν μὲ προσθήκην μικρᾶς πατρικῆς περιουσίας, ἡ ὁποία παραδίδεται εἰς τὴν κόρην ἐκείνην ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἔλθῃ εἰς γάμον καὶ τῆς ὁποίας περιουσίας τὰ τυχὸν χρέη ἀναλαμβάνουσιν οἱ ἀδελφοί, ἵνα κατορθώσωσι νὰ συστήσωσι μίαν τοιαύτην προῖκα. Δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις ἀφ’ ὧν ἀφωρμήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἵνα φορολογήσῃ μίαν τοιαύτην προῖκα. Βεβαίως ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶναι περίπτωσις τὴν ὁποίαν δύναται νὰ φορολογήσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν χρήζει κἂν ἰδιαιτέρας νομοθετικῆς μερίμνης. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς τῆς περιπτώσεως βεβαίως πρέπει νὰ ἐξαιρέσητε τὴν προῖκα. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως δικαιολογητικὴ βάσις ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον ἐπὶ τούτου, καί, ἂν νομίζῃ ὅτι δὲν ἐσχημάτισεν ἤδη γνώμην, ν’ ἀναβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα περισσότερον ἐπὶ τούτου σκεφθῇ.
§131Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ πῶς δύο διαπρεπεῖς νομικοί, ὡς οἱ δύο προαγορεύσαντες, ἐστήριξαν τὰ ἐπιχειρήματά των κατὰ τῆς φορολογίας τῆς προικὸς —τὰ ὀρθὰ ἄλλως τε ἐπιχειρήματά των—εἰς τὸ ἐξαιρετικὸν δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζομεν εἰς τὴν προῖκα νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ. Ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ νομοσχεδίου φορολογοῦνται οἱ κατιόντες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις ἀπολύτως ὅτι ἡ προὶξ δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ, ἀφοῦ εἶναι δυνατὸν αὕτη νὰ εἶναι ἀνωτέρα τῆς κληρονομικῆς μερίδος τῆς περιερχομένης εἰς τὸν κατιόντα. Διὰ τίνα λόγον ὁ υἱὸς ὁ ὁποῖος ἤθελε κληρονομήσει παρὰ τοῦ πατρός του 100.000 δρχ. πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν ἡ κόρη ἡ λαμβάνουσα 100.000 ὡς προῖκα, ἴσως δὲ καὶ 200.000 δρχ., πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ;
§132Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πληρώνει καὶ ὀλιγώτερον μάλιστα.
§133Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ....
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐκείνη ἀναλαμβάνει καὶ ὑποχρεώσεις, τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ γάμου. Ἂν καταργήσητε τὸν γάμον, μάλιστα. (Ἱλαρότης).
§135Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ μήπως καὶ ὁ υἱός, ἂν ἔχῃ οἰκογένειαν μάλιστα, δὲν θὰ ἔχῃ ὑποχρεώσεις; Διὰ τίνα δὲ λόγον πρέπει νὰ μὴ φορολογηθῇ ἡ προὶξ καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν συνιστᾶται ὡς τοιαύτη, ἀλλὰ κληρονομεῖ ἡ κόρη μετὰ τῶν ἄλλων ἀδελφῶν;
§136Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ καταβάλῃ τὸν φόρον ἡ κόρη ὡς κληρονόμος τότε.
§137Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ φορολογηθῇ ὁ τρόπος τῆς μεταβιβάσεως τῆς περιουσίας καὶ ὄχι τὸ πρᾶγμα· διὰ τίνα λόγον ἡ κόρη ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν κληρονομεῖ τὸν πατέρα, μὴ λαβοῦσα προῖκα, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν, καὶ δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ διότι τὴν μερίδα της τὴν λαμβάνει ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προικός. Τὰ ἐπιχειρήματα τὰ κατὰ τῆς φορολογίας τῆς προικὸς τῶν δύο συναδέλφων εἶναι πολὺ ὀρθά, ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ μὴ περιορισθῶσιν εἰς τὴν προῖκα, ἀλλὰ γενικῶς εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κατιόντων. Θὰ ἔπρεπε μάλιστα νὰ ὑποστηριχθῇ ὄχι 10.000, ὄχι 20.000, ἀλλὰ πολὺ μεγαλύτερον ποσόν, περιερχόμενον εἰς τοὺς κατιόντας, ν’ ἀπαλλαγῇ παντὸς βάρους, διότι φορολογοῦνται αἱ μικραὶ περιουσίαι καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκονται ἐν τῇ μεγαλυτέρᾳ συμφορᾷ, καθ’ ἣν στιγμὴν στεροῦνται προστάτου πατρός, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς θέσιν τὰς μικρὰς αὐτὰς περιουσίας νὰ καθιστᾷ περισσότερον παραγωγικὰς παρ’ ὅ,τι τέκνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄπειρα καὶ ἀνήλικα ἴσως, ὅτε ἡ περιουσία θέλει διαχειρισθῆ ὑπὸ ξένων προσώπων. Θὰ προέτεινον ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ν’ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀποφάσεις τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε, καὶ οὐχὶ τὰς 2000 μόνον νὰ ἐξαιρέσῃ, ἀλλὰ νὰ σκεφθῇ ἂν εἶναι πρέπον νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῶν μικρῶν περιουσιῶν, ὥστε νὰ καταστήσῃ χειροτέραν τὴν ζωὴν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστῶσι τὴν συμφορὰν ν’ ἀπολέσωσι τὸν πατέρα των. Ἀλλ’ ἐνῷ βλέπω ἐπιμένοντα τὸν κ. Ὑπουργὸν τόσον περὶ τῆς φορολογίας τῆς προικὸς ὅσον καὶ περὶ τῆς φορολογίας τῶν κατιόντων ἀπορῶ διὰ τίνα λόγον ἐξέτεινε τὴν φορολογίαν μετὰ τόσης δειλίας ὡς πρὸς τοὺς μὴ συγγενεῖς. Τόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅσον καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ προχθές, νομίζω ὅτι ἐδέχθη ὅτι συγγένεια πέρα τοῦ ἕκτου βαθμοῦ δὲν ὑπάρχει. Ἂν λοιπὸν ἡ ἐντύπωσις ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κοινωνίας εἶναι ὅτι συγγένεια πέρα τοῦ ἕκτου βαθμοῦ δὲν ὑπάρχει, διὰ τίνα λόγον νομίζει ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῇ πρὸς 26% ποσὸν πέρα τῶν 2.000.000 καὶ πρὸς 10% μικρότεραι ποσότητες; Ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κληρονομήσωσι δὲν ἔχουσι κανὲν δικαίωμα δύνανται νὰ φορολογηθῶσι διπλασίως ἀπὸ τοὺς ἄλλους συγγενεῖς. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἐννοεῖ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ καθόλου τὸ κληρονομικὸν δικαίωμα καὶ νὰ θεωρήσῃ ὅτι διὰ τοὺς ἄνευ διαθήκης ἀποθνήσκοντας μέχρι τοῦ ἕκτου βαθμοῦ κυριώτερος κληρονόμος εἶναι τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ δὲν κάμνει αὐτό, δὲν φορολογεῖ ἀπὸ 10–26% τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Μετὰ τὴν συζήτησιν τὴν κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔλαβον παρ’ ἀγνώστου μίαν ἐπιστολήν, ὁ ὁποῖος μοὶ διεβίβαζεν ἀπόσπασμα Ἀγγλικῆς ἐφημερίδος περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ὑποβάλλονται εἰς τὴν φορολογίαν αἱ κληρονομίαι, ἐσχάτως ὑποβληθέντος ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου. Εἷς λόρδος ἀπέθανε καὶ ἀφῆκε περιουσίαν περίπου 5.000.000 λιρῶν, ἐφορολογήθη δὲ μὲ 737.000 λιρῶν, κατὰ δὲ τὸν Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος μόλις ὑπεβλήθη, καὶ τὴν τροπολογίαν ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τοὺς φόρους αὐτοὺς θὰ ὑπεβάλλετο εἰς φορολογίαν 24% καὶ ἑπομένως θὰ περιήρχετο εἰς τὸ Δημόσιον ποσὸν 1.000.000 λιρῶν. Σημειωτέον ὅτι ὁ λόρδος αὐτὸς ἄφηνε κόρην, διότι βλέπω ἐνταῦθα ὅτι εἷς τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης εἶναι ἡ κόρη. Ἀφοῦ βλέπετε λοιπὸν ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις ἐκεῖ περὶ τῆς φορολογίας τῶν μεγάλων περιουσιῶν, διατί νομίζετε ὅτι ἡ φορολογικὴ αὐστηρότης τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου ἐν ταῖς ἐξαιρετικαῖς περιστάσεσι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἕως 26%, προκειμένου περὶ προσώπων τὰ ὁποῖα οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν ἐν τῇ κληρονομίᾳ; Εἶναι βεβαίως μία βελτίωσις ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν θέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε τὰ ποσά, προκειμένου περὶ συγγενῶν πέρα τοῦ ἕκτου βαθμοῦ, νὰ φορολογηθῶσι μὲ διπλάσιον ποσοστόν, θὰ ἔλεγον ὅμως ὅτι πρέπει νὰ τὸ κάμνῃ τετραπλάσιον καὶ οὐδεὶς θὰ δυσαρεστηθῇ, διότι οὐδενὸς τὰ δικαιώματα θίγονται, ἐφ’ ὅσον οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπὶ συγγενῶν πέρα τοῦ ἕκτου βαθμοῦ ἔχει δικαιώματα. Ἀκούω νὰ γίνεται λόγος περὶ ἀναδρομικῆς δυνάμεως, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι μέτρον ἐπιβαλλόμενον μετὰ τοὺς δύο πολέμους, ὅτε καὶ ἡ ἰσχύς του δύναται ν’ ἀνατρέξῃ μέχρι τοὐλάχιστον τῆς ἀρχῆς τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ ἑπομένως αἱ διατάξεις του νὰ ἰσχύσουν καὶ ὡς πρὸς τὰς κληρονομίας αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον διαρκοῦντος τοῦ ἔτους, ἀφοῦ ἐν τοιούτῳ νομοσχεδίῳ βλέπω καὶ διάταξιν περὶ φορολογίας τῶν λαχείων, μὴ ἔχουσαν σχέσιν πρὸς τὰς κληρονομίας, καὶ ἐπιβάλλεται ἐν αὐτοῖς φορολογία 7% πέρα παντὸς ποσοῦ ὑπερβαίνοντος τὰς 1000 δρχ., δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς τοιαύτης κατηγορίας ἡ προοδευτικὴ φορολογία, ἀλλὰ νὰ περιορισθῇ τὸ 7% ἐπὶ οἱουδήποτε ποσοῦ· διότι νομίζω ὅτι τὰ κέρδη ἐκ τοῦ λαχείου ἐφ’ ὅσον ἀνέρχονται εἰς μεγαλύτερον ποσόν, ἐπὶ τοσοῦτον πρέπει νὰ φορολογῶνται βαρύτερον.
§138Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σχετικῶς πρὸς τὴν διάταξιν, καθ’ ἥν, ὅταν ἡ κληρονομικὴ ὁμὰς ἀποτελῆται κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ ἀγροτικῶν κτημάτων, τότε πληρώνει τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει ὅπως θέσητε ἐν γένει ἀκίνητον περιουσίαν καὶ ὄχι μόνον ἀγροτικὰ κτήματα, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἀστικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δυσκολευθῶσι.
§139ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰ ἀστικὰ κτήματα ἔχουσι μεγαλυτέραν ἀξίαν παρ’ ὅ,τι αἱ 25.000 εἰς μετρητά.
§140Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσιν ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Τοὐναντίον συμβαίνει· ἔχομεν τὰ ἀστικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν ὑποτιμήσει, καὶ μάλιστα ἐν συνεχεῖ ὑποτιμήσει. Ὥστε ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ θέσητε οἱαδήποτε κτήματα, θὰ εἶναι δ’ εὐεργετικώτατον τὸ μέτρον.
§141ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 δέχομαι τὴν τροπολογίαν ἡ ὁποία μεταφέρει τὸν σύζυγον ἀπὸ τῆς βʹ τάξεως εἰς τὴν αʹ.
§142Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὑπάρχουσι πατέρες οἱ ὁποῖοι, τῇ κοινῇ ἐργασίᾳ ἁπάσης τῆς οἰκογενείας, ἀπετέλεσαν ἓν κεφάλαιον περὶ τὰς 2000 δρχ., ἀποτελούμενον ἀπὸ μίαν ἀγελάδα, ἀπὸ αἶγας καὶ μίαν στέγην. Ἂν φορολογήσητε αὐτούς, θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ πωλήσωσι τὴν ἀγελάδα καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς νομικοὺς συμβούλους διὰ νὰ λύσωσι τὴν διαφοράν. Διατί δὲν ἀναβιβάζετε τὸ ποσόν, ὥστε ν’ ἀπαλλάξητε αὐτὸν τὸν κόσμον ἀπὸ τόσα καὶ τόσα βάρη. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι διὰ τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς, διὰ τοὺς ὁποίους οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνετε.
§143Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον μέχρι τοῦδε, διότι ἀνεπτύχθησαν μετὰ πολλῆς λεπτομερείας αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ὑπὲρ καὶ αἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Συμφωνῶ, καὶ κατὰ τοῦτο ἀναγνωρίζω ὡς πολιτικὴν τὴν σκέψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ ζήτημα τῆς φορολογητέας περιουσίας, διότι ἀναχωρῶ ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἂν θέλῃ ὁ φόρος οὗτος ν’ ἀποδώσῃ, βεβαίως πρέπει νὰ πλήξῃ περιουσίας κατά τινά τρόπον βαρύτερον ἢ ἀλλαχοῦ, διότι αἱ περιουσίαι ἐν Ἑλλάδι εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον μικραί. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο ἀναγνωρίζω δὲν δύναμαι νὰ παρίδω τὴν ὀρθοτάτην τῶν γνωμῶν, οἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν καὶ ἀπὸ ἄλλους ῥήτορας, ὅτι ὁ ὅρος τῆς μὴ φορολογουμένης κληρονομίας τῶν 2000 δρχ. εἶναι ἐλάχιστος. Δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ καταστῇ πιεστικὸν ἀκριβῶς ἐν τῇ τάξει ἐκείνῃ τῶν μικρῶν ἀνθρώπων, περὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ φροντίζωμεν ὅπως μὴ ἐπιβαρύνωνται, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπαλλάσσωνται τῶν βαρῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις σωφρόνως περὶ ἐλαττώσεως βαρῶν πρὶν δημιουργήσῃ ἑτέρους πόρους πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀρχῆς. Πάντως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς ὀρθὴν καὶ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἐγὼ θέτω, τὴν θέτω δ’ ἀκριβῶς ὡς ζήτημα ἐντυπώσεως ἀπέναντι τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ὅτι μετὰ μεγάλης ἐπιεικείας ἡ φορολογοῦσα Κυβέρνησις πρέπει ν’ ἀποβλέπῃ ἐν τῇ περιουσίᾳ τῶν μικρῶν ἀνθρώπων. Ὅτε φορολογεῖται τὸ εἰσόδημα μέχρι 4000 δρ. νομίζω ὅτι ἡ μὴ φορολογία τοῦ κεφαλαίου μόνον μέχρι 2000 δρ. εἶναι ἀδικαιολογήτως αὐστηρά. Νομίζω ὅτι, ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ φορολογηθῇ τὸ κεφάλαιον διὰ τῆς στερήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς οἰκογενείας, θὰ ἦτο δίκαιον ἐπιεικέστερον ν’ ἀποβλέπωμεν πρὸς αὐτὸ καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως συνηγορῶ καὶ ἐγὼ νὰ καταβιβασθῇ εἰς τὸ κατώτατον ὅριον, τροποποιουμένων ἀναλόγως καὶ τῶν περὶ προικὸς διατάξεων. Ὡς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ τρίτου κεφαλαίου, ἡ ὁποία μοι δίδει λαβὴν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου ὅτι τὸ ποσοστὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὑπολογίζεται ὁ φόρος εἶναι μικρόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν ὡς ἡ παροῦσα, διὰ τῆς ὁποίας ἐγκαινίζεται τρόπον τινὰ μία νέα οἰκονομικὴ πολιτική, ἡ ὁποία, κατὰ τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τείνει, — ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι πραγματοποιεῖ, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένῃ τις ἀθρόως πραγματοποίησιν αὐτῶν τῶν ἐπαγγελιῶν, διότι πρόκειται περὶ τοῦ προγράμματος —, τείνει, λέγω, εἰς τὸ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν λαὸν ἀπὸ τῶν βαρῶν αὐτῶν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς ἀνωτέρους τὰ βάρη. Νομίζω ὅτι καταντᾷ πλέον ζήτημα ἀρχῆς, ζήτημα συναφείας πρὸς τὴν τάσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ πᾶσα Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ τὸ αὐξήσῃ τὸ ἀφορολόγητον ὅριον τῶν μικρῶν περιουσιῶν. Ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου συμφώνως πρὸς πάντας τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦσιν, ὅπως ἀπὸ ἀπόψεως ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις ἀφήσῃ ἀφορολόγητον τὸ ὅριον· συμφωνῶ ἐξ ἀντιθέτου ὅπως ἐπιβαρύνῃ ἐκείνας τὰς κληρονομίας καὶ ἐκείνας τὰς περιουσίας ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεκδέχεται ὅτι θὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον χρῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἰσοφαρίσῃ τὴν ἐλάττωσιν ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μικροῦ ὁρίου· θὰ ἤμην λίαν διατεθειμένος διὰ πᾶσαν ἐπιβάρυνσιν ἐντὸς τῆς διαβαθμίσεως αὐτῆς τῆς κλίμακος τῆς λογικῆς, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ ἤμην διατεθειμένος ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀφορολογήτου ὁρίου τῆς περιουσίας. Τοῦτο νομίζω δίκαιον, τὸ θεωρῶ δὲ καὶ λογικόν.
§144Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Φρονῶ ὅτι τὸ μέτρον, κύριε Ὑπουργέ, τῆς φορολογίας τῶν κατιόντων ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας χωρὶς ν’ ἀφήνηται μέρος τι ἀφορολόγητον εἶναι λίαν αὐστηρόν. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ σας ἐκθέσει κάμνετε λόγον περὶ ἀγροτικῶν περιουσιῶν, τὰς ὁποίας ἐξαιρεῖτε κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι αὐστηρὰ ἡ διάταξις τόσον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν περιουσίαν τὴν κληρονομικὴν καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν προῖκα καὶ θὰ ἐδεχόμην ὡς ἐλάχιστον ὅριον, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 25.000 δραχμῶν εἴτε ὡς προὶξ εἴτε ὡς κληρονομία ἔδει νὰ εἶναι ἀφορολόγητον. Καθὼς γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, αἱ μικραὶ αὐταὶ περιουσίαι, καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς εἶναι συνήθεις καὶ ὅμως δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς οἱ κάτοικοι οἱ ἔχοντες περιουσίαν πέντε καὶ δέκα χιλιάδων εἶναι πλούσιοι καὶ ὅτι δύνανται νὰ πληρώσωσι, διότι ἕκαστος ἀγρότης κάτοχος, ἐὰν πωλήσῃ ὁλόκληρον τὴν μικρὰν περιουσίαν τὴν συνισταμένην εἰς κινητά, ἀκίνητα, πάντως θὰ ἔχῃ μίαν περιουσίαν ἀπὸ 4–10 χιλιάδων καὶ θὰ ἔχῃ καὶ πέντε καὶ δέκα παιδιά, καὶ ἐντούτοις αὐτὸς θὰ εἶναι πτωχότατος, μόλις θ’ ἀποζῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζῇ ἀνέτως καὶ νὰ δύναται νὰ πληρώσῃ φόρον· ἐὰν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἀκόμη ὅτι εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς ἡ ὅσον μικρὰ περιουσία αὕτη δὲν ἀποκτᾶται διὰ τῆς ἐργασίας τοῦ πατρὸς μόνον, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον διὰ τῆς τῶν μικρῶν τέκνων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ δέκα ἐτῶν καὶ ἄνω ἐργάζονται καὶ συνεισφέρουσι, θὰ παραδεχθῆτε ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς φορολογίας τὸ ὁποῖον εἰσάγετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐστηρότατον, καὶ ἐπίσης πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ μικραὶ αὐταὶ περιουσίαι, αἱ ἀγροτικαὶ λεγόμεναι, δὲν ἀποδίδουσι τίποτε. Εἶναι μᾶλλον περισσότεραι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἓν κεφάλαιον νεκρόν, κεφάλαιον τὸ ὁποῖον δὲν ἀποφέρει μεγάλα πράγματα καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι φορολογητέον· ἐπὶ πλέον δὲ αἱ μικραὶ αὐταὶ περιουσίαι, ἐὰν ἔχωσι τὴν ἀτυχίαν ν’ ἀπολέσωσι τὸν προστάτην των, ὅπως θὰ συμβῇ λόγου χάριν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρὸς κ. τ. λ., τὰ τέκνα αὐτά, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι μὲ περιουσίαν, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι πραγματική, ἀλλὰ κατ’ ὄνομα, περιουσίαν ἡ ὁποία δὲν ἀποδίδει τίποτε, μᾶλλον ἡ περιουσία αὐτὴ θὰ ἔχῃ τὴν ἀνάγκην περισυλλογῆς καὶ προνοίας παρὰ θὰ δύναται νὰ φορολογῆται. Διὰ τοῦτο συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς προλαλήσαντας, κύριε Ὑπουργέ, καὶ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναβιβάσητε τὸ ὅριον τῆς μὴ φορολογησίμου περιουσίας εἰς 25.000, καθὼς καὶ τὸ αὐτὸ ὅριον δύναται νὰ ληφθῇ καὶ ὡς πρὸς τὴν μὴ φορολογητέαν προῖκα διὰ τὴν ὁποίαν δικαίως ὡμίλησαν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§146Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει ὅσων ἀνεπτύξατε θὰ κάμητε τὴν προσθήκην αὐτήν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι πολὺ δικαία καὶ δὲν θ’ ἀντίκειται πολὺ εἰς τὰς ἰδέας σας, ἂν εἰς τὰς κληρονομικὰς μερίδας μὴ ἀφαιρέσητε χιλίας ἀλλὰ περισσοτέρας.
§147ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τροποποιῶ τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἑξῆς· «ἀπαλλάσσονται ὁμάδες κληρονομίας μέχρι 5.000».
§148Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. 10.000.
§149ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λοιπὸν τροποποιεῖται οὕτως· «αʹ) ὁμάδες κληρονομίας, ὧν ἡ ἀξία ἐν συνόλῳ δὲν ὑπερβαίνει τὰς δραχμὰς 5000».
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§151ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ νόμος ὁρίζει ἐν τέλει ὅτι ἀπαλλάσσονται τῆς εἰς δήλωσιν ὑποχρεώσεως αἱ περιουσίαι αἱ ἔχουσαι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ φόρον ἀνώτερον τοῦ ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Θὰ σᾶς δώσω τροπολογίαν μου, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε. (Ἐγχειρίζει τὴν τροπολογίαν).
§152ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (συμβουλευόμενος τὴν τροπολογίαν). Οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν ἡ τροπολογία σας.
§153ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Πῶς δὲν ἔχει;
§154ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὐδεμίαν. Διότι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐννοεῖ ὅτι περιουσίαι Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐγκατεστημένων, κείμεναι ἐν χώραις ἐν αἷς ἡ φορολογία τῆς κληρονομίας εἶναι μείζων τῆς Ἑλληνικῆς, ἀπαλλάσσονται πάσης δηλώσεως.
§155ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§156ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον. Ἀπαλλάσσονται.
§157ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Παρακαλῶ ὅπως ἡ δήλωσις αὕτη ἀναγραφῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς.
§158ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§159ΑΛ. ΜΑΛΑΣΠΙΝΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν;
§160ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§161ΑΛ. ΜΑΛΑΣΠΙΝΑΣ. Λέγετε ὅτι δύνασθε ν’ ἀπαλλάξητε διὰ παντὸς νομίμου μέσου.
§162ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διότι ἔχομεν ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται δι’ ἀπογραφῆς.
§163Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης δύναται νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἑξῆς: οἱ κληρονόμοι ἑνὸς τοκογλύφου θὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ θὰ εἴπωσιν ὅτι πᾶσαι αἱ ἀπαιτήσεις εἶναι ἐπισφαλεῖς, τὸ Δημόσιον δὲ θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν πραγματοποίησιν πασῶν τῶν ἀπαιτήσεων, θὰ συμβῇ δὲ ἀσφαλῶς καὶ τὰ δικαστήρια πάντοτε ἐν τῇ ἐννοίᾳ ὅτι ὑπηρετοῦσι καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα εἰς ταχύτατον χρόνον νὰ κάμωσι πάσας τὰς ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις τῶν τοκογλύφων πραγματικάς. Δύναται ἑπομένως ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, δύναται δὲ νὰ ἐπέλθῃ καὶ βλάβη διότι τὰ δικαστήρια θὰ ζητήσωσι νὰ ἐκδικάσωσι πάσας τὰς ἀπαιτήσεις τῶν τοκογλύφων.
§164ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι τοκογλύφοι.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§166ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Κ. Λιδωρίκη περὶ τῶν συζύγων, τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λιδωρίκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§168ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 5, εἰς ὃ περιλαμβάνεται εὐεργετικὴ διάταξις ὅτι δύνανται αἱ δηλώσεις νὰ γίνωνται εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου, προτείνω ὅπως τεθῇ «ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν δύναται ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος νὰ ὁρίσῃ τὸ φορολογητέον ποσὸν συμβιβαστικῶς μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος.
§169Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐν ἀνάγκῃ.
§170ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§171Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Καὶ τὸν διπλασιασμὸν τοῦ προστίμου νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, διότι διὰ τοῦ νόμου ΧΗΒʹ ἔχει ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος δικαίωμα νὰ ὑπολογίζῃ, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐδήλωσέ τις 20.000 καὶ εἶναι 25.000, τότε θέτει τὸ διπλάσιον πρόστιμον, θὰ κάμῃ τὸν συμβιβασμὸν διὰ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον ἢ διὰ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτόν;
§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ θὰ συμβιβασθῶσιν;
§173Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Εἶναι ἀτομικόν του τὸ ½.
§174Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐπὶ τῶν τοιούτων κληρονομιῶν.
§175Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἡ παράγραφος περὶ τοῦ προστίμου.
§176ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§178Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «δι’ ἐγγράφου» Τὸ ἔγγραφον ἀναφέρεται εἰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἀφορώσας εἰς ἔγγραφα.
§179ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροπολογήθη, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 10).
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§181ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ προστίθεται ἡ τελευταία παράγραφος δι’ ἧς (ἀναγινώσκει)· «Ἀπαγορεύονται πρὸς σύναψιν δανείου κτλ.». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§183Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Μετὰ τὴν πρώτην παράγραφον νὰ προστεθῇ· «Εἰς τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν ὑπόκεινται καὶ οἱ κληρονόμοι προκειμένου περὶ κληροδοσιῶν ἀνοργανώτου φιλανθρωπικοῦ ἱδρύματος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 13).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§185ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὐταὶ δὲν με ἔπεισαν ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ προικὸς συνιστωμένης ὑπὸ συγγενοῦς. Τὸ ποσὸν τοῦ καταβαλλομένου φόρου εἶναι σχετικῶς πολὺ ἀσήμαντον.
§186Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν εἶναι ἀσήμαντον. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀρχή.
§187ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι μεταβίβασις περιουσίας.
§188Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ πώλησις εἶναι μεταβίβασις.
§189ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ἠδυνάμεθα δὲ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ αὐτὸ φορολογικὸν ἀποτέλεσμα εἰσάγοντες νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ἐτροποποίει ἄλλον νόμον ὁ ὁποῖος βαρύνει τὰς συμβάσεις, ἡ ἐνέργεια ὅμως διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐνδεικνύεται διὰ πολλοὺς λόγους.
§190Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπάντησις αὐτή. Μᾶς λέγετε ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ἠδύνασθε νὰ τὰ λάβητε δι’ ἄλλης θύρας, νομοθετοῦντες· ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ ποία εἶναι ἡ φορολογικὴ βάσις.
§191ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ βάσις τοῦ νόμου τοῦ χαρτοσήμου.
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τέλος.
§193ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ φορολογία ἡ ἐπιβαλλομένη διὰ χαρτοσήμου εἶναι καὶ αὐτὴ ἓν τέλος. Ἐν πάσαις ταῖς νεωτέραις νομοθεσίαις ἔπαυσε πλέον νὰ ἔχῃ τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἰδική μας φορολογία καὶ ἐπιβάλλεται ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται.
§194Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, κ. Ὑπουργέ, θὰ εἶχον τὴν ἑξῆς ἀντίρρησιν διὰ τὰς περιουσίας τὰς μὴ προερχομένας ἐκ κληρονομίας, ἀλλὰ κτωμένας ἰδίῳ καμάτῳ.
§195ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὴ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 10.000.
§196Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὑποθέσατε μίαν γυναῖκα, ἡ ὁποία ἔχει κατάστημα. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὴ ἡ ἀρχὴ αὐτή; (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 14 καὶ 15).
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§198Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅτε ἐγένετο ἡ πρώτη κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπῆρξεν ἄτεγκτος καὶ ἤδη διὰ τῆς τροποποιήσεως τὴν ὁποίαν φέρει ἐπιμένει εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Κράτος δαπάνας πολὺ μεγαλυτέρας ἐκείνων αἵτινες πράγματι χρειάζονται διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Διότι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἤδη ὑπαρχούσας δύο Ἐφορείας ἐν Ἀθήναις, τὴν Ἐφορείαν Ἀθηνῶν καὶ τὴν Ἐφορείαν Ἀττικῆς, βλέπομεν ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν θ’ ἀφαιρέσητε τὸν φόρον τῶν κληρονομιῶν ἐκ τῆς Ἐφορείας Ἀττικῆς θὰ μείνῃ αὕτη σχεδὸν γυμνὴ πάσης ἐργασίας.
§199ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπαιτεῖται εἰδίκευσις ἐν τῇ δημιουργίᾳ τοῦ φόρου αὐτοῦ, πρὸ πάντων εἴς τινα ζητήματα λεπτότατα, ἐν οἷς πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐγκύψωσιν οἱ ὑπάλληλοι ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ἐνοχλῶσι τὴν Κοινωνίαν. Ἄλλως τε αἱ δαπάναι δὲν εἶναι μεγάλαι, διότι συνιστῶ μόνον εἰς τὰς ἕδρας τῶν Ἐφετείων Ἐφορείας.
§200Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, θὰ παρακαλέσω νὰ μεταρρυθμίσητε τὸ ἄρθρον, διότι ἐν μὲν τῇ Θεσσαλονίκῃ γνωρίζω καλῶς ὅτι ὑπάρχει ἀρκετὸν προσωπικόν, ἐν δὲ ταῖς Ἀθήναις ὑπάρχει ἡ Ἐφορεία τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Ἀττικῆς, καὶ ἡ μὲν τῶν Ἀθηνῶν ἀσχολεῖται μὲ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν οἰκοπέδων. Εἷς ἐλεγκτὴς καὶ εἷς γραμματεὺς πρώτης τάξεως διὰ τὰς μεγάλας Ἐφορείας εἰδικῶς ἀσχολούμενοι εἰς τὸ Γραφεῖον τῶν κληρονομιῶν θὰ κάμωσι λαμπρὰ τὴν ἐργασίαν αὐτήν, χωρὶς σπουδαίαν δαπάνην τοῦ Δημοσίου. Δοκιμάσατε τοῦτο, καί, ἂν νομίσητε ὅτι δὲν τελεσφορεῖ, προβῆτε εἰς τὴν μεταρρύθμισιν αὐτήν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 17 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 18).
§202ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 τὸ ποσὸν τοκίζεται πρὸς 4%· διατί ὅμως νὰ μὴ διατεθῇ εἰς ἐθνικὰ δάνεια πρὸς τόκον 6%;
§203ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν τὸ ἀφήνετε. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 18 καὶ 19 τοῦ συνόλου ἀναβαλλομένου). (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς προνομίου κατασκευῆς σακχάρεως ἐκ σταφιδοκάρπου ἢ σταφυλῶν».
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἰτήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας τάσσεται τριήμερος προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων τῶν Ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων· 1) «περὶ κατασκευῆς ἀποθήκης πρὸς χρῆσιν τοῦ καταστήματος τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς», 2) «περὶ ἱδρύσεως ὑπηρεσίας συντηρήσεως μηχανῶν καὶ αὐτοκινήτων τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας», 3) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος δι’ οὗ ἐνεκρίθησαν εἰδικοὶ προϋπολογισμοὶ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ Νεκροταφείου τῶν διαμαρτυρομένων εἰς τὸ Αʹ Νεκροταφεῖον Ἀθηνῶν» καὶ 4) «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης ἀνωτέρας τῶν δραχ. 10.000 διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων ἔργων ἐν τῷ Φρενοκομείῳ Κερκύρας»·
§205Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1379 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1914».
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς: Οἱ βουλευταὶ κ. Εὐθ. Βελλιανίτης, Η. Κοπανίτσας, Παν. Σπυράκης, Π. Λ. Πετροπουλάκης, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν»· Οἱ βουλευταὶ κ. Σ. Γρανίτσας καὶ Γ. Τσακανίκας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς»· Ὁ βουλευτὴς Ἰ. Καναβὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ φαρμακείων νόμου»· Οἱ βουλευταὶ κ. Μ. Στελλάκης καὶ Θ. Παππαϊωάννου ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ «περὶ φαρμακείων νόμου»· Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 8.50′ μ. μ.).