1914.11.10
2.966 στίχοι · 23.126 λέξεις · 225 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
τῆς 10ης Νοεμβρίου 1914.
(Δευτέρα, ὥρᾳ 5.10′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ 9 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. δημοσιευθέντος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθμῷ 323 ἐ. ἔ. φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Κ. Δεμερτζῆ, διοριζομένου ἀντ’ αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τοῦ πλοιάρχου κ. Ἀθ. Μιαούλη. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Φίλιππας αἰτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς 15ήμερον ἀπουσίας ἄδειαν· Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Χαριτᾶτος ὁμοίως 40ήμερον τοιαύτην· Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Φικιώρης 15ήμερον τοιαύτην. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς χορηγοῦνται αἱ ὡς ἄνω αἰτηθεῖσαι ἄδειαι. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ τοῦ Μεγάλου Κεσερλὶ διαμαρτύρονται ἐναντίον τῶν καπνεμπόρων Βόλου ὡς μὴ ἀγοραζόντων τὰ καπνά των· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Βαρυμπόπης παρακαλοῦσιν ὅπως ἐνισχυθῶσιν οἰκονομικῶς· Οἱ καπνοπῶλαι Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ἐργασίμων ὡρῶν· Ὁ ἐμπορικὸς Σύλλογος Ῥεθύμνης παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ φαρμακευτικὸν νομοσχέδιον ὡς ἔχει· Τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον Κερκύρας διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων· Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πατρῶν κατάδικος Σπ. Πατρίκιος παρακαλεῖ ὅπως μὴ μεταφερθῇ εἰς Πύργον· Οἱ κάτοικοι Μελιγαλᾶ διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς ἱδρύσεως Ἑλληνικοῦ σχολείου ἐν Ἀλῆ–Τσελεπῆ· Οἱ ἐπιτηδευματίαι Κλεισούρας παρακαλοῦσιν ὅπως χαρισθῇ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος τῆς χρήσεως 1915· Ὁ πρόεδρος τῶν ἐν Ἑλλάδι ποτοποιῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Βερβινῆς, ζητούσης τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 68 περὶ συστάσεως τοῦ περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων ͵ΔΝΖʹ νόμου·
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κ. Πρόεδρε, νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Βερβινῆς, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ ὅπως παραπέμψητε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1637 ἐγγράφου ζητεῖται ὅπως ἐπιβληθῇ 5% φορολογία εἰς τὰ ἀντικείμενα τὰ ἀμέσως φορολογούμενα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τ’ ἀροτριῶντα κτήνη. Παρακαλοῦσι λοιπόν, ὅπως μὴ γίνῃ τοῦτο, καθόσον οἱ χωρικοὶ θ’ ἀναγκασθῶσι πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου αὐτοῦ νὰ πωλήσωσιν αὐτὰ τὰ κτήνη τ’ ἀροτριῶντα, καὶ τότε δὲν θὰ μείνῃ τίποτε τὸ ὁποῖον νὰ φορολογηθῇ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καί, εἰ δυνατόν, νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀναστασιάδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Τσιακερλί.
§4Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Τσιακερλί, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο πολέμων ἐπετάχθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, ἐπίσης δὲ βραδύτερον διὰ τὴν μεταφορὰν ξυλείας εἰς τοὺς τόπους τῶν πολέμων, χωρὶς νὰ λάβωσιν οὐδ’ ὀβολόν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως διατάξῃ τὴν ἁρμοδίαν Ὑπηρεσίαν ἵνα μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κατοίκων τούτων.
§5Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ ὅπως παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§6Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ὁμοίως συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σπυράκης ἐπὶ τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λεωνιδίου.
§8Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἡ παράλογος καὶ αὐθαίρετος ἐνέργεια τοῦ γραμματέως τῆς ἐκεῖ Ἐφορίας προυκάλεσε τὴν τηλεγραφικὴν ταύτην διαμαρτυρίαν, διότι ὁ κ. γραμματεὺς κατελόγισε πάντας τοὺς κατοίκους ἐπιτηδευματίας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν διεξαγωγὴν ἀνακρίσεων, τιμωρήσῃ δὲ παραδειγματικῶς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ἂν ἀποδειχθῶσιν ἀληθῆ τὰ ὑπὸ τῶν πολιτῶν καταγγελλόμενα.
§9Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Δ. Γκλαβᾶς, Π. Πετροπουλάκης, Ε. Παππακωνσταντίνου, Π. Φίλιππας καὶ Γ. Τσακανίκας «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις ὑπηρετοῦντας δικολάβους, οἵτινες ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρετοῦντες τῇ ἀδείᾳ τῆς Πολιτείας καὶ ἀφιερωθέντες ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τούτου, ἀποξενωθέντες παντὸς ἄλλου, ἀπέκτησαν οἱονεὶ δικαίωμα, ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν ὑφ’ ὡρισμένας προϋποθέσεις, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς ὑπηρεσίας των, ὡς δικηγόροι μὲν παρὰ Εἰρηνοδίκαις, ὡς ὑποθηκοφύλακες δὲ καὶ ὡς συμβολαιογράφοι ἐν περιφερείᾳ Εἰρηνοδικείων, καθόσον ἤθελεν εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τὴν πολυπληθῆ καὶ μορφωτικὴν ταύτην τάξιν χωρικῶν κέντρων, δικαιουμένων ὡς ἐκ τῶν πρὸς τὴν Κοινωνίαν καὶ Πολιτείαν ὑπηρεσιῶν των εἰς καλυτέραν τύχην καὶ ἐξασφάλισιν τοῦ ἐπαγγέλματός των».
§11Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καθ’ ὃν τρόπον ἀσκεῖται τὸ ἔργον τοῦ δικολάβου σήμερον, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τοῖς χορηγηθῶσι δικαιώματα. Δὲν ἀποκλείεται βεβαίως ἡ σκέψις ὅπως καταβληθῇ φροντὶς ἵνα καταρτισθῶσι καλύτερον τὰ τῆς δικολαβίας κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τοὺς πολίτας καὶ τὴν Δικαιοσύνην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ἤθελέ τις ἀναγνωρίσει προσόντα εἰς τοὺς δικολάβους, δίκαιον θὰ ἦτο ν’ ἀναγνωρισθῶσι διὰ τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας. Πᾶσα ὅμως σκέψις ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι πρόωρος.
§12Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν αἱ ἀνάλογοι ἐγγυήσεις ἀπέναντι τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι οἱ δικολάβοι ἀδείᾳ τῆς Πολιτείας ἀπέκτησαν ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄδικον νὰ στερηθῶσιν οὗτοι. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀμειφθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι μετὰ τὴν ἐπέκτασιν μάλιστα τῆς δικαιοδοσίας τῶν Εἰρηνοδικείων οἱ δικολάβοι διαχειρίζονται ὑψίστας ὑποθέσεις κοινωνικοῦ συμφέροντος. Ἀντιπροσωπεύουσι τὰ ⅘ τῶν δικῶν. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον ν’ ἀμειφθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀναγνωριζομένων προσόντων ἵνα διορισθῶσιν ὑποθηκοφύλακες ἢ συμβολαιογράφοι ἐν περιφερείαις Εἰρηνοδικείων.
§13Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἀνέπτυξεν ἀκριβῶς τὰ αἰτήματα τῶν δικολάβων καὶ εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι ἐκτὸς τῆς παρακλήσεώς μου ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς μεριμνήσῃ περὶ τῆς τύχης των.
§14Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μεθ’ ὅσα λίαν εὐγλώττως εἶπον οἱ κ. συνάδελφοι περὶ τοῦ δικαίου τῶν δικολάβων ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε. Ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω νὰ ἐπιστήσω ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι τοῦτο. Πάντες γνωρίζετε ὅτι ἕνεκα τῶν προσόντων, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν θέσεων, τὰ προσόντα διὰ τὰς θέσεις συμβολαιογράφων καὶ ὑποθηκοφυλάκων ηὐξήθησαν. Γνωρίζετε ὑμεῖς τί ἐστὶ μονοπώλιον ἀσκούμενον ὑφ’ οἱανδήποτε μορφήν, εἴτε ὑπὸ μορφὴν ἐπαγγέλματος εἴτε ἐμπορεύματος. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε διπλωματούχους, καὶ ἂν δὲν εὑρύνητε τὰ προσόντα θὰ ἔχητε μονοπώλιον. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις αὕτη.
§15Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις σας,
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε κατόπιν τοῦ ψηφίσματος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν, παραπονουμένου ὅτι οἱ κατάλογοι τῶν ἐπιτηδευμάτων παρουσιάζουσιν αὔξησιν καταπληκτικὴν ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ παρελθόντα ἔτη, ἀφοῦ οὐδὲν οἰκονομικὸν γεγονὸς ἐσημειώθη ὅπως παρατηρηθῇ ἡ τοιαύτη αὔξησις.
§17Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Συμφώνως τῷ νόμῳ δύνανται οἱ ἐπιτηδευματίαι νὰ ὑποβάλλωσι τὰς ἀντιρρήσεις των.
§18Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὁ κύριος οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς δυστυχῶς ἕνεκα τῆς συμβουλευτικῆς γνώμης τοῦ κυρίου ἐφόρου ηὔξησε τὸ ποσὸν εἰς διπλάσιον καὶ τριπλάσιον καὶ τετραπλάσιον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ. Πρέπει νὰ ὑποδειχθῇ λοιπὸν εἰς τὸν κ. ἔφορον ὅτι ἤδη, ὅτε εἶναι ἐν τῷ καταρτίζεσθαι οἱ κατάλογοι, δέον νὰ λάβῃ ἓν μέτρον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ζημιωθῇ βεβαίως τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἀδικῶνται οἱ φορολογούμενοι.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος καὶ Π. Μερλόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν φοιτητῶν τῶν λαβόντων μέρος εἰς τοὺς δύο πολέμους.
§20Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἀναφοραὶ ἀφορῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἡ μία τῶν φοιτητῶν τῆς Κρήτης καὶ Μακεδονίας οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πόλεμον καὶ ζητοῦσι ν’ ἀπαλλαγῶσι τῶν τελῶν, καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἡ ἄλλη τῶν στρατευθέντων φοιτητῶν κατὰ τοὺς δύο πολέμους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία ἐπὶ τρίμηνον διὰ τὴν ἀτέλειαν τῶν ἐξετάσεων.
§21Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἶναι πρὸ καιροῦ ὑποβεβλημένον ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπειδὴ δὲ ἡ προθεσμία παρατείνεται μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ψηφισθῇ ἐκ τῶν πρώτων, ὥστε νὰ μείνῃ καιρὸς νὰ μελετήσωσι δι’ ἐξετάσεις.
§22Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἂν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν του ὅτι νεαρὸς ἐφοριακὸς ὑπάλληλος μεταβὰς εἰς Λεωνίδιον κατέγραψε τοὺς πάντας ὡς ἐπιτηδευματίας».
§24ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς πληροφορίας ὅτι ἐκ ζήλου ὑπερμέτρου ὁ ὑπάλληλος τῆς Ἐφορίας προέβη εἰς χαρακτηρισμὸν πλείστων ὅσων ὡς ἐπιτηδευματιῶν εἰς ὑψηλὰς κατηγορίας. Διετάξαμεν ἀμέσως νὰ παύσῃ τὸ τοιοῦτον καὶ ν’ ἄγεται ὑπὸ πνεύματος ἐπιεικείας καὶ λογικότητος.
§25Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Πληροφορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς μετέβη καὶ κατέταξε τοὺς πάντας σχεδὸν ὡς ἐπιτηδευματίας, δὲν παρέλειψε δὲ οὔτε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι χάριν εὐκολίας τῷ ἐδάνεισαν 30 δραχμάς.
§26ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διετάχθη ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν.
§27Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τότε δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διατάξητε τὸν ἔφορον ὅπως μεταβῇ αὐτοπροσώπως καὶ ἐξελέγξῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ὑφισταμένου του.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Γ. Καντιάνης καὶ Π. Πετροπουλάκης «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἀπεφάσισε νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπονομὴν βασιλικῶν χαρίτων καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς καταδίκους».
§29Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἔχω ἐνταῦθα τὸ φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ὁποίῳ ἐδημοσιεύθησαν αἱ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ὑποβληθεῖσαι προτάσεις περὶ ἀπονομῆς χαρίτων. Ὡραία ἀληθῶς ἡ ἔκθεσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξαίρεται ὁ θεσμὸς τῆς προνομίας τῆς χάριτος. Ἀλλὰ κατὰ τίνα λογικὸν εἱρμόν, κατὰ τίνα ἀλληλουχίαν σκέψεων δύναταί τις νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐκ τῶν δέκα ἐκείνων τῶν εὑρισκομένων ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας καὶ τοὺς αὐτοὺς ὅρους οὓς διαγράφει ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα διὰ πέντε καὶ ὄχι διὰ δέκα; Ἐν ταῖς φυλακαῖς Καλαμῶν ὑπάρχει κατάδικός τις τοῦ ὁποίου ἡ φυλάκισις ὑπολείπεται ὀλίγους μῆνας διὰ ν’ ἀνέλθῃ εἰς 68 ἔτη, ἔχει δὲ γνωμοδοτήσει καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς δι’ αὐτόν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πετροπουλάκης πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν σᾶς ἔκαμε μνείαν περὶ αὐτοῦ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔχει καταδικασθῆ τῷ 1868 καὶ ἤδη εἶναι 88 ἐτῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ταῦτα καὶ συμπληροῦντες τὸ φιλανθρωπικὸν ὑμῶν ἔργον μεριμνήσητε καὶ περὶ τοῦ γέροντος τούτου.
§30Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀποφασίσητε ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τούτων περὶ χαρίτων, ὥστε νὰ ἐξέλθωσιν αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐξέλθωσιν, ἵνα καὶ τὸ Δημόσιον μὴ δαπανᾷ ἐπὶ πλέον δι’ αὐτούς.
§31Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν ἐκεῖνοι ὑπὲρ τῶν ὁποίων συντρέχουσι λόγοι ἐπιεικοῦς κρίσεως.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαλλιόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὰ σχολεῖα τῶν χωρίων Κονισκοῦ, Μαυρελίου καὶ Φλαμπουρεσίου τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας στεροῦνται διδασκάλων καὶ διατί ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναφορὰς τῶν κατοίκων περὶ διορισμοῦ διδασκάλων».
§33Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐν τῷ Δημοτικῷ Σχολείῳ Μαυρελίου προυτάθη ὑπὸ τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου Τρικκάλων ὁ διορισμὸς πρόσφυγος δημοδιδασκάλου. Καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις σχολείοις Κονισκοῦ καὶ Φλαμπουρεσίου θέλουσι προταθῆ καὶ διορισθῆ διδάσκαλοι πρόσφυγες ὧν τὰς αἰτήσεις ἀπεστείλαμεν εἰς τὸν Ἐπιθεωρητήν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θανόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πότε σκέπτεται νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς καὶ τοῦ ὑπολοίπου ⅓ τῶν μετοχῶν τῆς «Ἀμοιβαίας».
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λίαν προσεχῶς. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διατί δὲν προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ὁ μόνιμος λοχίας νοσοκόμος Λειβαδίτης Γεώργιος, ὑπηρετῶν ὡς λοχίας ἀπὸ πενταετίας, λαβὼν δὲ μέρος εἰς ἀμφοτέρους τοὺς πολέμους καὶ ἔχων ἅπαντα τ’ ἀπαιτούμενα ἠθικὰ προσόντα, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἐκθέσεων».
§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Διότι δὲν ἐθεωρήθησαν ἐπαρκῆ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τὰ προσόντα αὐτοῦ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον καὶ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου.
§37Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ ὑπαξιωματικοῦ ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πρότυπον τοιούτου, ἔδρασε δὲ κατ’ ἀμφοτέρους τοὺς πολέμους καὶ φέρει καὶ τὰς διεμβολὰς τῶν μαχῶν εἰς τὰς ὁποίας μετέσχεν. Ἐκτὸς τούτου εἶναι μεμορφωμένος πληρέστατα, ἔχων δ’ ὑπ’ ὄψει τὰς προαγωγὰς ὑπαξιωματικῶν αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδόλως ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πόλεμον παραπονεῖται.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Τσακόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβεν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς πρὸ μηνὸς ὑποβληθείσης τοῦ στρατιώτου τοῦ 11ου Συντάγματος Σπυροπούλου Ἀναστασίου τοῦ Σπυρίδωνος».
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοιαύτη αἴτησις δὲν ἀνευρέθη, ἄλλως τε δ’ ἐρωτᾷ ἡ Ὑπηρεσία πῶς εἶναι δυνατὸν στρατιώτης ν’ ἀπευθύνηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Μήπως, ὅπως θὰ ἦτο καὶ τὸ ὀρθόν, ἀπετάθη διὰ τῆς ἐπαρχίας καὶ δὲν ἔφθασαν ἀκόμη τὰ ἔγγραφα;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Κοπανίτσας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως πληροφορήσῃ διὰ τίνα λόγον τὰ τηλέφωνα καὶ τὰ τηλεγραφικὰ γραφεῖα δὲν δέχονται τηλεγραφήματα δι’ Ἀμερικὴν συντεταγμένα Ἑλληνιστὶ καὶ διὰ λατινικῶν στοιχείων».
§41Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἕνεκα τοῦ πολέμου ἀπηγόρευσε τὴν διαβίβασιν τηλεγραφημάτων δι’ Ἀγγλίας μὴ συντεταγμένων εἰς Ἀγγλικήν, Γαλλικὴν ἢ Ἰταλικὴν γλῶσσαν. Ἡ τοιαύτη ἀπόφασις μᾶς ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ τηλεγραφικοῦ Γραφείου τῆς Βέρνης καὶ ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθημεν ν’ ἀπευθύνωμεν ἐγκύκλιον εἰς πάντα τὰ Γραφεῖα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον μένει μέχρι τῆς σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον Βαμβακοῦς τῆς Λακεδαίμονος ἄνευ διδασκάλου καὶ διὰ τίνα λόγον οὐδεὶς τῶν τοποθετηθέντων ἐκεῖ Ἑλληνοδιδασκάλων μετέβη εἰς τὴν ἕδραν του, ἂν διατελεῖ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Σχολείου ἐκείνου ὁ Ἑλληνοδιδάσκαλος Στεφανούρης καὶ πόθεν μισθοδοτεῖται οὗτος».
§43Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐν τῷ Σχολείῳ τῆς Βαμβακοῦς ὑπηρετοῦσιν πρῶτον ὁ κ. Παππαϊωάννου σχολάρχης, οὗτινος ἡ εἰς τὸ σχολεῖον τοῦτο μετάθεσις ἐδημοσιεύθη ἤδη καὶ ὅστις θὰ μεταβῇ ἐκεῖ· δεύτερον ὁ κ. Θ. Δημητρόπουλος, ὅστις διωρίσθη τῇ 5 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., καὶ τρίτον ὁ Β. Στεφανούρης, ὅστις δὲν μετέβη εἰς τὴν θέσιν του καὶ περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ὁποίου ἔλαβε πρόνοιαν τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ὡς ἁρμόδιον. Οὗτος δὲν δικαιοῦται νὰ μισθοδοτῆται.
§44Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Σᾶς συμπληρῶ τὴν ἐρώτησιν περὶ Στεφανούρη, ὡς εἴπετε, διότι αὐτὸς ἔχει τοποθετηθῆ ἐκεῖ ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου 1913 καὶ δὲν μετέβη διόλου, καὶ ἐνῷ ἡ κοινότης ἔχει ἐπανειλημμένως ἐκφράσει παράπονον, ἐσχάτως ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου, τὸ Τμῆμα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος πότε ἐγκατεστάθη ὁ οὐδέποτε ἐμφανισθείς.
§45Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διὰ νὰ ἔχῃ γνῶσιν ὅτι οὐδέποτε ἐγκατεστάθη.
§46Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Καὶ τὸ σχολεῖον μένει κλειστόν, δὲν δύνανται δὲ οἱ μαθηταὶ νὰ λάβωσι πιστοποιητικὸν διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς ἄλλα σχολεῖα.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Η. Κοπανίτσας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον δὲν ἀνετέθη μέχρι τοῦδε εἰς τὸν ἐν Σπάρτῃ ὑπάρχοντα διδάσκαλον ἡ διδασκαλία τῆς γυμναστικῆς ἐν τῷ Βʹ ἐκεῖ Ἑλληνικῷ σχολείῳ ἐπὶ βλάβῃ τῶν μαθητῶν».
§48Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀνετέθη εἰς τὸν ἐν Σπάρτῃ διδάσκαλον τῆς γυμναστικῆς ἡ διδασκαλία τοῦ μαθήματος τούτου καὶ ἡ ἐν τῷ Βʹ Ἑλληνικῷ σχολείῳ τῆς αὐτῆς πόλεως, διότι κατὰ τὸν νόμον οὗτος δὲν ὑποχρεοῦται νὰ διδάσκῃ ἐν αὐτῷ. Οὔτε δὲ ἐπὶ ἐπιμισθίῳ, ὡς οὗτος ζητεῖ, δύναται νὰ τῷ ἀνατεθῇ ἡ διδασκαλία αὕτη, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπὶ ἐπιμισθίῳ ἀνάθεσις τῆς διδασκαλίας μαθήματός τινος, μὴ ὑπαρχούσης σχετικῆς πιστώσεως ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχουσι δύο Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἐν Σπάρτῃ, θὰ ληφθῇ πρόνοια νέου διορισμοῦ ἰδίου γυμναστοῦ.
§49Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἔλλειψις γυμναστῶν καὶ ἀφοῦ εἶναι βέβαιον ἐκ τῶν προτέρων ὅτι δὲν θὰ δύνασθε ν’ ἀναπληρώσητε τὴν ἔλλειψιν αὐτήν, ἤθελον παρακαλέσει νὰ ὑποβάλητε σχετικὴν τροπολογίαν τοῦ νόμου, ὥστε νὰ τροπολογηθῇ, ἂν εἶναι δυνατόν.
§50Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἀντικείμενον νομοθετικῆς προνοίας.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Δ. Χατζηγιάννης καὶ Σ. Ἀναστασιάδης «παρακαλοῦσι τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβον ὅπως ἐπιτραπῇ νὰ εἰσάγωνται εἰς Μακεδονίαν κυτία βομβυκοσπόρου Θεσσαλικῶν ἐργοστασίων, ἅτινα εἶχον ἀποκλεισθῆ χάριν τῆς ἐν Κύμῃ σηροτροφικῆς ἑταιρείας».
§52Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ὑπέδειξα τὴν ἀνάγκην τῆς ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως».
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς.
§54ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἥτις ἀνεβλήθη κατὰ παραδρομήν. Ἡ ἐπερώτησις μου αὕτη ἀπηυθύνετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ ἀφεώρα τὸ δικαστήριον τῶν ἐπιτάξεων, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ναυτικῶν ἐπιτάξεων. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως Δικαστηρίου ἐπιτάξεων λογίζονται τόκοι ὑπὲρ τοῦ δικαιούχου μόνον μετὰ ἑξάμηνον ἀπὸ τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως πρὸς 6%, τοῦτο δὲ διότι ὁ σκοπὸς τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων τούτων ἦτο ἡ ταχίστη ἐκδίκασις τῶν ἀπαιτήσεων. Ἀτυχῶς ὅμως ἕνεκεν ἀντιξόων περιστάσεων πολλὰ πλοῖα μεθ’ ὁλόκληρον τριετίαν θὰ κατορθώσωσι νὰ τύχωσι τοῦ δικαιώματος τούτου ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτῶν ἐπιτάξεως. Παρακαλῶ συνεπῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὅπως λάβωσι νομοθετικὸν ἢ καὶ διοικητικὸν μέτρον ἵνα σὺν τῇ ἀποζημιώσει ὑπολογίζῃ τὸ δικαστήριον καὶ τόκον 6%, δεδομένου ὅτι μετὰ τὴν ἐπίταξιν πάντα σχεδὸν τὰ ἀτμόπλοια ὑπέστησαν μεγάλας ἐπισκευάς, διὰ τὰς δαπάνας τῶν ὁποίων πληρώνουσιν ἐνίοτε τόκον 9%, ἐνῷ καθυστερεῖται εἰς αὐτοὺς ἡ ἀποζημίωσις.
§55ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα· μάλιστα, μάλιστα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Ῥάλλης «παρακαλεῖ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον ἡ διαχείρισις τῆς κοινοτικῆς περιουσίας Λίμνης (Εὐβοίας) δὲν ἀπεδόθη εἰς τὴν ἐκλεγεῖσαν κοινοτικὴν Ἐπιτροπήν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 12ῳ τοῦ περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων νόμου».
§57Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην προέβην κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἤδη τὰ χρήματα ἀπεδόθησαν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως μεριμνήσῃ ἡ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπηρεσία ὅπως ἱδρυθῇ τηλέφωνον ἐν τῇ Μονῇ τῆς Ἁγίας Λαύρας ἀπὸ Καλαβρύτων, πρὸς δὲ ὅπως γίνῃ ἡ ἀπὸ Καλαβρύτων εἰς τὴν αὐτὴν Μονὴν πρὸ πολλοῦ χαραχθεῖσα καὶ μελετηθεῖσα ὁδός, τῆς ὁποίας ἡ δαπάνη εἶναι ἐλαχίστη».
§59Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ φροντίσω.
§60Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δίκαιον εἶναι εἰς τὸ μέρος ἐν τῷ ὁποίῳ εὑρίσκεται ἡ Ἁγία Λαύρα νὰ ὑπάρχῃ μία συγκοινωνία, διότι κατ’ ἔτος μεταβαίνουσι πολλοὶ ἵνα προσκυνήσωσι.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Η. Κοπανίτσας καὶ Π. Σπυράκης «συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπὸ τῶν κατοίκων τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν ἐκφρασθεῖσαν κατ’ ἐπανάληψιν ἐπιθυμίαν καὶ τὰς ἐξυπηρετουμένας ἀνάγκας τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας δύο ἐπαρχιῶν καὶ διατάξῃ τὴν διὰ βραχείας διακλαδώσεως ἕνωσιν τῶν Τηλεγραφείων Γερακίου τῆς Λακεδαίμονος εἰς Κοσμᾶ τῆς Κυνουρίας, ὀλίγον ἀπεχόντων ἀλλήλων».
§62Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ζητηθῇ δαπάνη τοιαύτη, ὥστε νὰ προβληθῇ ὁ λόγος τῆς ἐλλείψεως χρημάτων. Πρόκειται περὶ δαπάνης τὸ πολὺ 2.000 δρ. διὰ νὰ γίνῃ νέα γραμμὴ τηλεγραφικὴ μεταξὺ τῆς Λακεδαίμονος τῆς ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου καὶ Γυθείου καὶ Ἀθηνῶν διὰ Κυνουρίας. Μεταξὺ Κοσμᾶ καὶ Λεωνιδίου ὑπάρχει ἀπ’ εὐθείας τηλεγραφικὴ γραμμή. Μεταξὺ δὲ Σπάρτης καὶ Γερακίου ὑπάρχει ἐπίσης τηλεγραφικὴ γραμμή, καὶ μένει τὸ διάμεσον μεταξὺ Γερακίου καὶ Κοσμᾶ, εἶναι δὲ ἡ ἀπόστασις 3 ὡρῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχει δάσος ἐκτάσεως μιᾶς ὥρας, καὶ τὸ ὑπόλοιπον δὲν εἶναι παρὰ διάστημα δύο ὡρῶν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπαιτήσῃ μικρὰν δαπάνην διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν στηλῶν, διὰ τὴν τοποθέτησιν τοῦ σύρματος καὶ διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀπομονωτήρων.
§63Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ διατάξω τὴν σύνταξιν τῆς σχετικῆς μελέτης.
§64Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν κάμνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Μετὰ τὴν δοθεῖσαν ἀπάντησιν, ὅτι θὰ διατάξῃ τὴν μελέτην τῆς γραμμῆς αὐτῆς, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλη δαπάνη, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βλάχος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν σκοπεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ ἠθικῶς τοὐλάχιστον τὸν ὑπενωμοτάρχην Ζάγγον καὶ τὸν χωροφύλακα Φλόγκον, οἵτινες μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των ἐφόνευσαν τὸν τρομοκρατήσαντα ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ λῃστὴν Στέργιον Μητράκην, ἀφοῦ ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἔκθεσις τοῦ ἄλλοτε διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Λαρίσης κ. Χασικῆ προτείναντος τὴν προαγωγήν των, ἀφοῦ μάλιστα καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένοντο καὶ ἀξιωματικοί, καθόσον διὰ τῆς τοιαύτης ἀμοιβῆς γεννᾶται ὁ ζῆλος εἰς τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των».
§66Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω τοιαύτην σύστασιν, διότι ἔλαβον ἐντολὴν ὅπως ἐνεργήσω ν’ ἀποσταλῶσι δύο χωροφύλακες.
§67ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου παρόμοια ἔγγραφα, ἐζήτησα νὰ μὲ καταστήσωσιν ἐνήμερον καὶ τότε θέλω μεριμνήσει.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀλιβιζᾶτος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως προβῇ εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ ταμίου Ἰθάκης, καθόσον ἐκ τῆς γενομένης πρὸ ἡμερῶν ἐρωτήσεως ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων κ. Χαριτάτου, Μπασιᾶ καὶ Ῥαφτοπούλου σχετικῶς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς ἐκεῖ κοινότητος, ἐθεώρησεν οὗτος ταύτην ὡς γενομένην ἐναντίον του καὶ εἰς ἐκδίκησιν παραβαίνει τὸ καθῆκόν του παύσας νὰ παρέχῃ χρήματα διὰ φωτισμὸν καὶ καθαριότητα τῆς πόλεως καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται ἐν ἐξεγέρσει».
§69Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ὑπάρχει πλέον, διότι διέταξα ἀπὸ τοῦ Σαββάτου νὰ γίνῃ ἡ ἐκτέλεσις τῆς δαπάνης. Ἀλλὰ πάλιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω ὑπὸ τὴν προστασίαν μου τοὺς ταμίας. Ὁ ταμίας μὴ καταβαλὼν ὅσα ἐζητοῦντο διὰ τὰς ἀνάγκας δὲν τὸ ἔπραξε, διότι δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ πράξῃ τοῦτο, καθόσον συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ κειμένου νόμου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ Ἀστυνομίας τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ὠφείλετο εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήρχετο εἰς 48.000 δρ. καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ ταμίας νὰ τὸ κρατήσῃ. Ἐν τῇ διαταγῇ τὴν ὁποίαν ἐξέδωκα τὴν γενικὴν δι’ ἧς διετάσσομεν τοὺς ταμίας νὰ προβῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν διοικητικῶν δαπανῶν ὁ ταμίας ἐφάνη φειδωλὸς ἐκ προνοίας, διὰ μεταγενεστέρας δὲ διαταγῆς διετάξαμεν νὰ προβῇ εἰς μείζονα πληρωμήν. Ὁ κ. Π. Σπυράκης «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν προαγωγήν τοῦ ὑπομοιράρχου Π. Γεντίμη προταθέντος ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων, ἀλλὰ παραλειφθέντος κατὰ τοὺς τελευταίους γενομένους προβιβασμούς».
§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ προβῶ εἰς τὴν προαγωγὴν διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ ὁ κ. Βουλευτής. Εἶναι ἐν τῷ πίνακι Δ.
§71Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ ἀνεχθῶ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν ὅτι ὁ ὑπομοίραρχος Π. Γεντίμης δὲν προήχθη διότι εὑρίσκεται ἐν τῷ πίνακι Δ, ἤτοι ἐν τῷ πίνακι τῶν στασίμων. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πῶς ὁ ὑπομοίραρχος Γεντίμης εὑρέθη ἐν τῷ πίνακι τῶν στασίμων· εὑρέθη κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων ἢ κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ὑπομοίραρχος Γεντίμης εὑρίσκεται ἐν τῷ πίνακι Β ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων.
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν σημείωσιν τὴν ἐδέχθην κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁμιλεῖτε· παρακαλῶ ν’ ἀναβάλητε διὰ νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§73Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Εὐχαρίστως, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι, ὅταν λάβητε γνῶσιν, θ’ ἀναμνησθῆτε καὶ ἄλλου γεγονότος.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ἦλθε καὶ μ’ ἐπεσκέφθη.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «συνιστᾷ εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως ὑποδείξωσι πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἐν Κριεκουκίῳ διευθυντοῦ τοῦ ἐκεῖ ὑποκαταστήματος, διότι ἡ ἐκεῖ ἐπὶ πλέον παραμονή του ἀποτελεῖ ζήτημα δημοσίας τάξεως ὡς ἐκ τῶν ἐκβιάσεων ἃς ἐνεργεῖ κατὰ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, κλέπτων καὶ ἐκβιάζων τούτους κατὰ τρόπον ἀσυνήθη».
§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§77Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ περιουσία πολλῶν ὑπαλλήλων τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας δὲν προέρχεται ἐκ μεταλλείων ἢ ἐξ ἄλλου τινός, ὁ πλοῦτος αὐτῶν ἀπορρέει ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ καὶ πρὸ παντὸς ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, καθόσον πρὸ τετραετίας εἶχε διορισθῆ ἐν Κριεκουκίῳ τῆς Ἠλείας εἷς ἀποθηκάριος ὀνόματι Κ. Μανιάτης. Λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶχε πρὸ τετραετίας διορισθῆ ὡς διευθυντὴς ὑποκαταστήματος τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, εἰσῆλθε τελείως πτωχὸς καὶ εἶχεν ἀποκτήσει μεγάλην περιουσίαν, ἡ ὁποία προῆλθεν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ τιμίου λαοῦ καὶ ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κατὰ τὸν Σεπτέμβριον ἀπὸ σταφίδος προερχομένης ἐκ παρακρατήματος τοῦ ἐμπόρου Φραντζῆ ἀφῄρεσεν ἐπὶ 84.479 κοιλῶν 2.000, ἤτοι δραχμὰς 278. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο· κατόπιν ἀφῄρεσε 1400 λίτρας ἐξ 110.000 κοιλῶν, οὓς κατέθηκεν ἔμπορός τις ἐκ Πλαταιῶν τῆς Ἠλείας.
§78Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ.
§79Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἰς ἕκαστον μέρισμα ἐκράτει 5% ὡς προερχόμενον δῆθεν ἐκ φύρας· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐκράτει καὶ 50% ἀφ’ ἑκάστου ἀποταμιεύοντος ἢ σταφιδοπαραγωγοῦ, ἤτοι 10 ἢ 15 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον. Δίκαιον εἶναι λοιπὸν πάντα ταῦτα διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀποτελέσωσι στοιχεῖα κατηγορίας κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ σύστασίς μου δὲν εἶναι ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· ὁ κ. Βουλευτὴς σκοπεῖ ἰδίᾳ νὰ ὑποδείξῃ ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἄμεσος ἀποπομπὴ καὶ ἀποτελεῖ ζήτημα δημοσίας τάξεως, διὰ τὸν ἐκβιαστικὸν καὶ λωποδυτικὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον κλέπτουσι. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις προέρχεται καὶ ἐκ καταγωγῆς καὶ πολιτικῶς ἐκ τῆς τάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑφίσταται τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία θὰ εἶχε θέσιν εἰς τὴν ἑταιρείαν τῶν Καμοριστῶν, νὰ ἐπεμβῇ ἐνεργῶς.
§80Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Προνομιούχου πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι δὲν εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Ἂν λοιπὸν πρόκειται περὶ διοικητικῶν πλημμελειῶν, τὰς ἀνακρίσεις τὰς διεξάγει ἡ ἰδία ἡ Προνομιοῦχος· ἀλλὰ τὰ καταγγελλόμενα ἔχουσι χαρακτῆρα ποινικοῦ ἀδικήματος καὶ κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ νὰ μοὶ σταλῇ ὁλόκληρος ἡ ἀγόρευσίς του, διότι ὡς ἔχων τὴν ἐποπτείαν τῶν ἱδρυμάτων αὐτῶν θὰ τὴν παραπέμψω εἰς τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ διαταχθῇ τακτικὴ ποινικὴ ἀνάκρισις.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως λάβῃ ἐπειγόντως μέτρα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς διακοπείσης συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας μετὰ τῆς πρωτευούσης αὐτῆς Λεωνιδίου, ἕνεκα τῆς καταστροφῆς τῆς μεταξὺ Λεωνιδίου καὶ Μονῆς Ἑλένης γεφύρας, παρασυρθείσης ὑπὸ τοῦ ὁμωνύμου χειμάρρου».
§82Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος γέφυρα κατεστράφη τῷ 1912 κατόπιν τρομερᾶς θυέλλης, τ’ ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας ἀντελήφθη καὶ αὐτὸς ὁ κ. νομάρχης μεταβὰς ἐκεῖ. Ἐντούτοις λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων δὲν ἐλήφθη καμμία μέριμνα. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ συγκοινωνία ἐν Κυνουρίᾳ περιῆλθεν εἰς τοιοῦτον ἀξιοθρήνητον σημεῖον, ὥστε νὰ ἔχωμεν καὶ ἀνθρώπινα θύματα. Πρό τινος χρόνου εἷς κατεκρημνίσθη ἐκ μιᾶς ἀτραποῦ· πρὸ 4 ἡμερῶν παρεσύρθη ἐκ τοῦ χειμάρρου, περὶ οὗ πρόκειται, ἄλλος δυστυχὴς συμπολίτης μου. Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὰ λυπηρὰ ταῦτα ἀποτελέσματα τὸν παρακαλῶ ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς συγκοινωνίας καὶ κατασκευασθῇ γέφυρα, ὥστε νὰ μειώσῃ τ’ ἀνθρώπινα θύματα, διὰ τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν μεριμνήσῃ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς γεφύρας, θὰ εἶναι ἐν μέρει συνεργός.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης «παρατηρεῖ ὅτι ἀπὸ τοῦ χωρίου Χασάμπαση εἰς Μελιγαλᾶ ἔχει ἐγκριθῆ, χάριν τῶν ἀρχαιοτήτων Ἰθώμης, ἡ κατασκευὴ ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ διὰ μέσου τοῦ χωρίου Μαυρομματίου, καὶ τὸ μὲν πρῶτον τμῆμα τὸ μέχρι τοῦ χωρίου τούτου ἐξετελέσθη πρὸ πολλοῦ, τὸ δεύτερον ὅμως, ἀπὸ Μαυρομματίου μέχρι Μελιγαλᾶ, ἐγκατελείφθη ἀναιτιολογήτως, ὡς ἀναφέρει καὶ ψήφισμα τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου Μελιγαλᾶ, ὑποβληθὲν τῷ Ὑπουργείῳ. Συνιστᾷ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ψήφισμα τοῦτο καὶ διαταχθῇ ἡ ἐκτέλεσις καὶ τοῦ δευτέρου τμήματος τῆς ὁδοῦ ταύτης πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ δι’ ὃν προωρίσθη».
§84Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§85Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ ὁδὸς αὐτή, κ. Ὑπουργέ, ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν καὶ κατεσκευάσθη τὸ ἓν τμῆμα αὐτῆς, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ χωρίου Χασάμπαση μέχρι τοῦ Μαυρομματίου, τὸ δ’ ἕτερον μέχρι τοῦ τμήματος Μελιγαλᾶ ἐγκατελείφθη. Ἀφοῦ ἔχει γίνει μελέτη, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν καὶ τοῦ ἑτέρου τμήματος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόστασις δὲν εἶναι πλέον τῶν 5 χιλιομέτρων. Πρόκειται δὲ καὶ περὶ τῶν ἐκεῖ ἀρχαιοτήτων, τὰς ὁποίας ἐπισκέπτονται οὐκ ὀλίγοι ξένοι, οἱ ὁποῖοι βλέπουσι τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῆς ὁδοῦ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι χάριν εὐπρεπείας καὶ χάριν τῆς παραστάσεως τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ξένους εἶναι ἐπιβεβλημένον, προκειμένου περὶ μικρᾶς δαπάνης, νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Καντιάνης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ συνιστᾷ αὐτῷ ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξῃ τὸν σχολάρχην Χατζῆ νὰ μεταβῇ ταχέως εἰς τὴν θέσιν του, προσέτι δ’ ἐνεργήσῃ τὴν τοποθέτησιν Ἑλληνοδιδασκάλου ἐν τοῖς Σχολείοις Πεταλιδίου καὶ Ἀρφαρῶν καὶ λοιποῖς Ἑλληνικοῖς Σχολείοις τῆς Μεσσηνίας, ἀργοῦντα σχεδὸν ἐκ τῆς ἐλλείψεως προσωπικοῦ ἐπὶ μεγίστῃ βλάβῃ τῆς μαθητευούσης νεολαίας».
§87Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς· εἶναι γνωστὸν τῇ Ὑπηρεσίᾳ Ὑμῶν ὅτι οἱ σχολάρχαι Χατζῆ καὶ Ἀρφαρῶν μετετέθησαν ἀμοιβαίως, ἀλλ’ οὔτε ὁ εἷς μετέβη οὔτε ὁ ἕτερος· ὁ εἷς μάλιστα νομίζω ὅτι ἦλθεν εἰς τὸ Διδασκαλεῖον ἐδῶ, καὶ τοιουτοτρόπως ἔχομεν δύο Σχολεῖα ἄνευ διδασκάλου ἀπὸ δύο ἐτῶν. Θὰ παρακαλέσω νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ αὐτῶν.
§88Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὸν σχολάρχην τοῦ ἐν Χατζῆ Ἑλληνικοῦ σχολείου ἐδόθη διαταγὴ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του διὰ τοῦ ἐγγράφου τῆς μεταθέσεώς του. Ἐπίσης τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Ἀρφαρῶν, ἀποτελούμενον ἐκ τοῦ σχολάρχου Π. Δημοπούλου καὶ τῶν Ἑλληνοδιδασκάλων Γ. Πάλλη καὶ Δ. Κουτσογιάννη, εἶναι πλῆρες. Ἐπίσης τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Πεταλιδίου εἶναι πλῆρες, ἀποτελούμενον ἐκ τοῦ σχολάρχου Α. Κινβίσου καὶ τῶν Ἑλληνοδιδασκάλων Ἀργ. Τσατσᾶ καὶ Π. Γραμματίκη. Ἐπίσης περὶ συμπληρώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν λοιπῶν ἐν Μεσσηνίᾳ Ἑλληνικῶν σχολείων θὰ λάβῃ πρόνοιαν τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ὡς ἁρμόδιον, λαβὸν πρὸς τοῦτο παραγγελίαν.
§89Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω, δοθείσης ἀφορμῆς, νὰ διατάξητε τοὺς διωρισμένους νὰ ἐγκατασταθῶσι. Τί μέτρον δὲ θὰ ληφθῇ διὰ τὸν σχολάρχην ὁ ὁποῖος μένει ἐδῶ;
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Κοπανίτσας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀστυνομίας Λακωνίας, ὅπως μὴ παρεμβάλλῃ ἀδικαιολογήτους δυσκολίας εἰς τοὺς ζητοῦντας ἄδειαν ὁπλοφορίας καὶ ἐφωδιασμένους μὲ τὰς ἀπαιτουμένας πιστοποιήσεις πολίτας, ἰδίως ἐκ τῶν χωρίων, οἵτινες ἀναγκάζονται ἐπὶ ἀπωλείᾳ μακροῦ χρόνου κατ’ ἐπανάληψιν νὰ προσέρχωνται ἐπὶ τούτῳ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν».
§91ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὡς εἶπον ἐπανειλημμένως καὶ Ὑπουργικὴν διαταγὴν ἐξέδωκα καὶ Β. Διάταγμα ἤδη προυκάλεσα.
§92Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Εἶναι γνωσταὶ αἱ δυσχέρειαι αἱ προερχόμεναι ἐκ τοῦ νόμου ἐν γένει διὰ νὰ λάβῃ τις ἄδειαν ὁπλοφορίας. Πρέπει δὲ νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ τοὺς κατοίκους τοῦ νομοῦ Λακωνίας αἱ δυσχέρειαι εἶναι μεγαλύτεραι, διότι τὸ Ἐφετεῖον εἰς ὃ ὑπάγονται καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἐφοδιασθῇ τις διὰ πιστοποιητικοῦ ὅτι δὲν ὑπέπεσεν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν εἶναι εἰς τὸ Ναύπλιον. Ἀφοῦ κατορθώσῃ ὁ ἐνδιαφερόμενος νὰ ἐφοδιασθῇ τέλος πάντων διὰ τῶν ἀπαιτουμένων πιστοποιητικῶν δι’ ἄδειαν κυνηγίου ἢ ὁπλοφορίας, μεταβαίνει εἰς τὴν Ἀστυνομίαν. Ἐκεῖ ὁ διευθυντής, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι προέρχεται ἐξ ἀποστάσεως πολλῶν ὡρῶν, παραπέμπει αὐτὸν εἰς ἄλλην ἡμέραν, διότι δὲν εὐκαιρεῖ. Διὰ νὰ διευκολύνωσι τὸν κύριον διευθυντὴν οἱ ἄνθρωποι, συντάσσουσι κατὰ τὸν τύπον τῆς Ἀστυνομίας τὰς ἀδείας ἐπὶ χαρτοσήμου καὶ τὰς προσάγουσι μετὰ τῶν πιστοποιητικῶν, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν δέχεται τοιαῦτα. Πρόκειται λοιπὸν περὶ δυστροπίας καὶ οὐχὶ δυσχερείας τοῦ νόμου, ἡ ὁποία δυστροπία πρέπει νὰ ἐκλίπῃ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Περρωτὴς «παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὅπως φροντίσῃ περὶ διορισμοῦ Εἰρηνοδίκου ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ Ἀνδρούσης, χηρευούσης τῆς θέσεως ἀπὸ πολλοῦ».
§94Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πράγματι πρὸ μηνὸς ἐτοποθετήθη εἰρηνοδίκης ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ Ἀνδρούσης, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν μετέβη, καὶ ἀφοῦ ἐξήντλησε τὸ εἰκοσαήμερον. Θὰ φροντίσω περὶ διορισμοῦ νέου.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Ν. Ῥαφτόπουλος, Γ. Καντιάνης καὶ Π. Ἀραβαντινὸς «συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως, ἀφοῦ κατὰ τὸν περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὸ Διδασκαλεῖον τοῦ Ἀρσακείου διαγωνισμὸν ἐπέτυχον 208 ἐν ὅλῳ ὑποψήφιοι, εἰσαχθῶσιν ἐξ αὐτῶν 120, δικαιολογουμένου τοῦ μέτρου ἐκ τῆς ἐπιτυχίας ἀφ’ ἑνὸς αὐτῶν καὶ ἐκ τοῦ ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται ὁ νεαρὸς νόμος ἀφ’ ἑτέρου».
§96Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διὰ Β. Διατάγματος τῆς 17 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔτους ὡρίσθη, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ἵνα κατὰ τὸ ἀρξάμενον σχολικὸν ἔτος εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Αʹ τάξιν τοῦ διδασκαλείου θηλέων Ἀθηνῶν, ἧς ἀπηγορεύετο ἡ εἰς τμήματα διαίρεσις, 60 μαθήτριαι. Νῦν ὅμως τροποποιηθέντος τοῦ περὶ Διδασκαλείων Β. Διατάγματος διὰ τοῦ νόμου δι’ οὗ τοῦτο ἠκυρώθη καὶ ὁρισθέντος ὅτι ἡ Αʹ τάξις τοῦ διδασκαλείου Ἀθηνῶν δύναται νὰ διαιρεθῆται εἰς δύο τμήματα, προυκαλέσαμεν τὸ ἁρμόδιον Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν τῆς σχετικῆς γνωμοδοτήσεως, ἵνα μετὰ τοῦτο ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰσαχθησομένων εἰς τὰ δύο ταῦτα τμήματα τοῦ διδασκαλείου μαθητριῶν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμων».
§98Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν διενεμήθη.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ σύνολον τῶν νομοσχεδίων· 1) «περὶ συστάσεως Σώματος στρατιωτικῶν μηχανικῶν, ὑπομηχανικῶν καὶ ἐπιστατῶν» καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩΙΘʹ—(3819) τοῦ 1911 περὶ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς Ὑπηρεσίας τῶν δασῶν» Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐλατιώσεως τῆς μισθώσεως τῶν φόρων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τῶν δήμων κατὰ τὸ ἔτος 1914». Ψηφίζεται ὡσαύτως τὸ σύνολον τῶν νομοσχεδίων· 1) «περὶ προαγωγῆς τῆς σηροτροφίας καὶ ὀργανώσεως σηροτροφικῆς ὑπηρεσίας», 2) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ ἱδρύσεως εἰδικοῦ ἀρχαιολογικοῦ ταμείου ͵ΓΨΚΘʹ νόμου τοῦ 1910», 3) «περὶ πληρωμῆς εἰσιτηρίων εἰς τὰ Μουσεῖα καὶ τοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους τοῦ Κράτους» καὶ 4) «περὶ παροχῆς ὑπὸ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βόλου εἰσφορᾶς διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐν Παγασαῖς ἀνασκαφῶν». Ἡ βʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς» ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–19 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 20).
§100Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέχρι τοῦ ἄρθρου 19 ἐψηφίσθη· ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 20 ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δασμολογικῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων χωρῶν».
§102Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐφ’ ὅσον τείνει εἰς τὸ ν’ ἀφομοιώσῃ τὰ φορολογικὰ βάρη πάντων τῶν φορολογουμένων ἐν Ἑλλάδι, θὰ μ’ εὕρῃ σύμφωνον, ὡς θὰ μ’ εὕρισκε σύμφωνον καὶ πᾶσα πρότασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπέλθῃ ἀφομοίωσις καὶ ἐν τῇ ἀμέσῳ φορολογίᾳ. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἔμμεσος φορολογία, ὅπως μάλιστα παρ’ ἡμῖν, εἶναι τόσον βαρεῖα, βαρύνει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰς ἀπορωτέρας τάξεις καὶ δι’ αὐτὸ πάντα τὰ ὑγιᾶ δημοσιονομικὰ συστήματα παρεδέχθησαν ὅτι εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἠναγκασμένα νὰ καταφεύγωσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἔμμεσον φορολογίαν ἐπιβάλλεται νὰ διαρρυθμίζωσιν οὕτω πως τὴν ἄμεσον φορολογίαν, ὥστε αἱ τάξεις αἱ εὐπορώτεραι νὰ βαρύνωνται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, ἵνα ἐπέρχηται τὸ ἀντιστάθμισμα ἐν τῇ ἀνισότητι ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἔμμεσος φορολογία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι ὅμως τί συμβαίνει; Λαμβάνετε τὸν φόρον τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ἔχομεν τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ ὁποῖος βαρύνει 2% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς παραγωγῆς τῆς γῆς. Ἀλλ’ ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι ἔχομεν τὸ 12½ τοῖς ἑκατόν, τὴν λεγομένην δεκάτην, ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, 10% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ, 4% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς γῆς, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 8% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Εἰς τὰς ἀμπέλους ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι οὐδεμία φορολογία, ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι 12½ τοῖς ἑκατόν, 8% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ καὶ 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν σταφυλῶν. Αὐτὸ τὸ 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν σταφυλῶν καταργεῖται, ἀλλ’ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1915. Ἐν τῇ φορολογίᾳ τοῦ βάμβακος ἢ τοῦ καπνοῦ παρ’ ἡμῖν οὐδεμία ἄμεσος φορολογία, ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι ἔχομεν 12½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου καὶ 8% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ κάμῃ δήλωσιν ἂν καὶ πότε προτίθεται νὰ φέρῃ, ἂν ὄχι μίαν ἰσότητα, μίαν ἀφομοίωσιν καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ καὶ ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι, τοὐλάχιστον μίαν ἀνακούφισιν, μίαν ἐλάφρυνσιν τοῦ ποσοστοῦ τὸ ὁποῖον βαρύνει τὴν ἔγγειον φορολογίαν ἐν ταῖς νέαις χώραις. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 1. Ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν ἀποθεμάτων, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε τὸ νομοσχέδιον δι’ οὗ ηὐξάνετο τὸ ποσοστὸν ἀπὸ 11% εἰς 15%, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς φορολογίας παντὸς ἀποθέματος. Ἐμμένω ἐν τῇ γνώμῃ αὐτῇ καὶ ἤδη μάλιστα καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν ὁδῷ, διότι ὁ δασμὸς δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐμπορευμάτων, ἀλλὰ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Τὰ δὲ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι καθ’ ὁδὸν θὰ ὑποστῶσι τὸν φόρον αὐτόν, ὅταν καταναλωθῶσι, βεβαίως δὲ θὰ καταναλωθῶσιν, ὅταν ὁ νόμος θὰ ἔχῃ ψηφισθῆ. Τὸ δασμολόγιον ἐφαρμόζεται ἀπὸ τοῦδε, ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπαλλάξωμεν τῆς δασμολογήσεως αὐτῆς τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται καθ’ ὁδὸν καὶ ἴσως καὶ εἰς πολλὰς χιλιάδας μίλλια μακρὰν τῆς Μακεδονίας, συνεπῶς νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ ἐμπόριον· διατί νὰ μὴ ὑποστηρίξωμεν τὴν κατανάλωσιν; Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα θὰ κερδίσωσι τὰ ἐμπορεύματα αὐτὰ δὲν θὰ περιέλθωσιν εἰς ὄφελος τῆς καταναλώσεως τοῦ λαοῦ, τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ εἰς ὄφελος ὀλίγων τινῶν, ἐμπόρων ὡρισμένων, οἱ ὁποῖοι θὰ καρπωθῶσι τεράστια ποσά, τὰ ὁποῖα θὰ χάσῃ τὸ Κράτος. Αὐτὴν τὴν σύστασιν εἶχον νὰ κάμω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§103Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπείσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν πληθυσμῶν τῶν νέων χωρῶν ἀπὸ ὀλίγων μηνῶν ἐβελτιώθη τόσον πολύ, ὥστε νὰ προτείνῃ τώρα τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρει κάτι τι παράδοξον καὶ ἴσως ἀνόητον νὰ κάμῃ πρὸ ὀλίγων μηνῶν. Μετὰ τὴν συζήτησιν τὴν διεξαχθεῖσαν ἀκριβῶς πρὸ ὀλίγων μηνῶν μετ’ ἀπορίας θὰ ἔβλεπεν, ἐὰν θὰ ἦτο κανεὶς τῆς γνώμης ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἀφομοίωσις ἅμα τῇ ἀπελευθερώσει τῶν νέων χωρῶν. Ἐγὼ καὶ τότε ὑπεστήριξα ὅτι ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ ἐπέλθῃ ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις, ἤ, ἂν αὕτη ἐθεωρεῖτο βαρεῖα, νὰ γίνῃ ἀφορμὴ ἐλαττώσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ εἰδῶν τινων καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι. Εὐτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόησεν ὅτι ὁ τότε ἰσχυρισμός του δὲν ἦτο ὀρθὸς καὶ σπεύδει διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ διορθώσῃ ἓν μέρος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ κάμῃ εὐθὺς ὡς αἱ νέαι χῶραι περιῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ χρόνον τινὰ βραδύτερον, δηλαδὴ τοσοῦτον χρόνον ὅσος ἀπητεῖτο πρὸς παρασκευὴν τῆς ἀφομοιώσεως μεταξὺ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων χωρῶν. Δυστυχῶς τὸ κακὸν δὲν διορθοῦται διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νομοσχεδίου καὶ ἡ διπλῆ τελωνειακὴ ζώνη ἡ ὁποία ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε θὰ ἐξακολουθήσῃ, ὅπως ὑπάρχῃ μία τελωνειακὴ ζώνη ἐν τοῖς ὁρίοις τοῦ Βασιλείου, ἄλλη δὲ μεταξὺ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων χωρῶν, ὥστε καὶ τὰ κακὰ τῆς φυλακῆς νὰ ὑπάρχωσι μετὰ τῶν σχετικῶν δαπανῶν καὶ τὸ λαθρεμπόριον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ κτυπηθῇ. Δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα διαφορὰ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ εἴδη τοῦ μονοπωλίου καὶ ἀκόμη εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν τοῦ σίτου· οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς φορολογίας τοῦ σίτου, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον πρέπει ὁ εἰσαγόμενος σῖτος εἰς τὰς νέας χώρας νὰ φορολογῆται ἐλαφρότερον ἀπὸ ὅ,τι εἰς τὰς παλαιάς· τὸ τοιοῦτον ἐὰν εἶχε μίαν δικαιολογίαν, ἐὰν ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ εἰς κάτι τι, τοῦτο θὰ ἦτο ὅτι αἱ νέαι χῶραι δὲν εἶναι οἰκονομικῶς τόσον ἐν ἀκμαίᾳ καταστάσει ὅσον εἶναι αἱ παλαιαὶ χῶραι, ἢ ὅτι τὰ ἐκ τοῦ πολέμου δεινὰ ἦσαν τόσον μεγάλα ἐν ταῖς νέαις χώραις, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται τόσον βαρεῖα φορολογία ἐπὶ τῶν πληθυσμῶν τῶν νέων χωρῶν ὅσον καὶ τῶν πληθυσμῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰς τὰ ἄλλα εἴδη νομίζει ὅτι ἔφθασεν ὁ καιρὸς ὅπως γίνῃ φορολογικὴ ἀφομοίωσις, δὲν ὑπάρχει λόγος ὅπως εἰς εἴδη τινά, ὡς εἰς τὰ τοῦ μονοπωλίου καὶ εἰς τὸν σῖτον, ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τῆς φορολογίας τῶν πληθυσμῶν τῶν νέων χωρῶν καὶ τῆς φορολογίας τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἡ εἰσαγωγὴ ἑπομένως τοῦ νομοσχεδίου μαρτυρεῖ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρεδέχθη τὸ ἀβάσιμον τῶν ἰσχυρισμῶν του ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς του πολιτικῆς μέχρι τοῦδε σχετικῶς πρὸς τὰς νέας χώρας, παρεδέχθη ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἵνα οἱ πληθυσμοὶ τῶν νέων χωρῶν φορολογῶνται ἐλαφρότερον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν δασμὸν ἀπὸ τοὺς τῶν παλαιῶν χωρῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι πολὺ ταχέως θὰ ἐννοήσῃ ὅτι πρέπει καὶ εἰς τὰ ἄλλα εἴδη νὰ φέρῃ τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν καὶ νὰ παύσῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ παρέχῃ τὸ θέαμα ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῆς, τὸ ὁποῖον δὲν παρέχει καμμία ἄλλη χώρα, διότι, ὡς γνωστόν, ἡ Ἑλλὰς ἔχει σήμερον τριπλοῦν φορολογικὸν σύστημα, ἓν διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, ἓν διὰ τὴν Ἑπτάνησον καὶ ἓν διὰ τὰς νέας χώρας· ὁσηδήποτε δὲ καὶ ἂν καταβάλληται προσπάθεια, ὅπως διὰ τοῦ τοιούτου ἀνωμάλου φορολογικοῦ συστήματος ἐπέρχεται ἰσότης ἐν τῇ ἐπιβολῇ τῶν βαρῶν, τοῦτο εἶναι ἀκατόρθωτον καὶ ἀναμφιβόλως μέρος τι τοῦ Κράτους, ἓν τμῆμα τοῦ Βασιλείου, θὰ εἶναι φορολογούμενον κατὰ διάφορον τρόπον, θὰ φορολογῆται ἢ βαρύτερον ἢ ἐλαφρότερον, καὶ τοῦτο εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ ἀντίθετον πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ὅτι οἱ Ἕλληνες φέρουσιν ἐξ ἴσου τὰ βάρη τοῦ Κράτους. Ὁμιλῶν προχθὲς κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβον τὴν ὑπόσχεσιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θὰ προέβαινεν εἰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως δὲν προέβη, ὅτε ἦλθεν ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ περιμένω ν’ ἀκούσω τὰς δηλώσεις αὐτάς, διὰ τίνα λόγον νομίζει ὅτι οἱ πληθυσμοὶ τῶν νέων χωρῶν πρέπει νὰ φορολογῶνται ἐλαφρότερον εἰς τὰ εἴδη τοῦ μονοπωλίου. Αἱ νέαι χῶραι ἔχουσιν ἀστικοὺς πληθυσμοὺς ὄχι ὀλίγους καὶ θὰ ἦτο πολὺ τολμηρὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων τῶν νέων χωρῶν εὑρίσκονται ἐν οἰκονομικῇ καταστάσει χειροτέρᾳ τῶν κατοίκων τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ δικαιῶνται νὰ ζητήσωσιν ἐλαφροτέραν φορολογίαν τῶν κατοίκων τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Συνεπῶς οὔτε ὁ λόγος αὐτὸς τῆς μερίμνης, ὅπως μὴ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ πληθυσμοὶ τῶν νέων χωρῶν, νομίζω ὅτι ὑπάρχει. Ὅταν δὲ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ διάφορον φορολογικὸν σύστημα ἢ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἀφομοίωσιν, ἀντὶ νὰ ἐξομαλύνῃ τὰς ἀνισότητας, ἐπιτείνει ταύτας· διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας τῶν νέων χωρῶν καὶ τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἥτις ὑπάρχει ἐν ταῖς νέαις χώραις, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπέλθῃ κάτι τι τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώμαλον ἢ τὸ ὁποῖον δύναται ἀκόμη νὰ εἶναι καὶ δυσάρεστον. Οἱ ἔμμεσοι φόροι κανονίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀμέσων· ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄμεσοι φόροι ἔν τινι χώρᾳ εἶναι ὑπερβολικοὶ καὶ ἐν σχέσει πρὸς τούτους οἱ ἔμμεσοι φόροι εἶναι ἐλαφρότεροι, ὅταν αὐξηθῶσιν οἱ ἔμμεσοι φόροι, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀνάλογος μείωσις τῶν ἀμέσων φόρων. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἐγένετο καμμία μελέτη καὶ θὰ εἶναι ἴσως δεδικαιολογημένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θελήσῃ χρόνον τινά, ὅπως προβῇ καὶ εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῶν ἀμέσων φόρων ὅσον ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰς νέας χώρας· ἀλλ’ ὡς ἀρχὴ ὑποστηριχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε εἶναι σφαλερά, ὅτι δύναται νὰ σεβασθῇ τὴν φορολογίαν τὴν ἄμεσον ὡς ὀρθὴν καὶ ὡς ἀποφέρουσαν ἀρκετὸν ποσὸν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου Ταμείου, ὅταν ἡ φορολογία ἐκείνη διάφορος οὖσα πρὸς τὴν ἄμεσον φορολογίαν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος δύναται νὰ εἶναι ἢ χαριστικὴ ἢ ἐπιβαρυντική, καὶ ὅτε ἀκόμη ἐπῆλθεν ἡ ἀφομοίωσις εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ δασμολογίου εἰς τὰς νέας χώρας. Καὶ ταῦτα μὲν εἶναι γενικὰ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δασμολογικὴν ἀφομοίωσιν· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον καὶ τὸ ὁποῖον ἐκίνησε τὴν ἀγανάκτησιν τῶν κατοίκων τῶν νέων χωρῶν πάντων ἐκτὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἔμποροι εἶναι ὅτι ἐλήφθη πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅπως κερδοσκοπήσωσιν ἐκεῖνοι οἵτινες καὶ ἄλλοτε ἐκερδοσκόπησαν διὰ παρομοίου σφαλεροῦ μέτρου ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἄνευ οὐδενὸς λόγου καὶ εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ὁ εἰσαγωγικὸς δασμός, τιθέμενος ἐπὶ τῶν εἰδῶν τὰ ὁποῖα εἰσάγονται, πᾶν ἄλλο παρὰ βαρύνει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καταβάλλουσι τὸν δασμὸν τοῦτον· οὐδεὶς θὰ ἐτόλμα νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐκ τῶν ἐλαχίστων οἴκων τοῦ Πειραιῶς οἵτινες εἰσάγουσιν ὅλον σχεδὸν τὸν σῖτον καὶ οἵτινες πληρώνουσι τὰ 14.000.000 κατ’ ἔτος, ὅτι αὐτοὶ καταβάλλουσιν ἐξ ἰδίων ἢ ὅτι ὑφίστανται ζημίαν τινά. Ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς προστίθεται εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος καὶ εἶναι τόσον ἀχώριστος ἀπὸ τούτου, ὥστε διὰ τὸν ἔμπορον εἴτε ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς εἴτε ἡ ἀξία τοῦ ἐμπορεύματος εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Θὰ ὑπολογίσῃ τί στοιχίζει τὸ πρᾶγμα διὰ ν’ ἀγορασθῇ καὶ τί στοιχίζει διὰ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ θὰ κανονίσῃ τὸ κέρδος, καὶ οὕτω πως θὰ κανονίσῃ τὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως. Ἡ φορολογία τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ποσῶν πίπτει ἐπὶ τοῦ καταναλωτοῦ καὶ οὐδόλως βαρύνει τὸν ἔμπορον. Ἑπομένως εἶναι καθῆκον τῆς Πολιτείας νὰ φορολογήσῃ ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγεται τὸ ἐμπόρευμα. Οἱαδήποτε τροπολογία εἰς τοὺς εἰσαγωγικοὺς δασμοὺς νὰ ἐπιβαρύνῃ ὄχι μόνον τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ φορολογήσῃ ἐκ τοῦ Τελωνείου, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν ἐμπόρων. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ δυσκολία τις πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ποσοτήτων αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς ἀποθήκαις, καὶ νὰ εἶναι δύσκολος ἡ ἐπιβολὴ τῆς φορολογίας εἰς τὰ εἴδη ταῦτα, ἂν καὶ ὡς δικαιολογία τοῦτο δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰσαγωγικὸς δασμὸς ἐπὶ τῶν εἰδῶν διότι ἔχουσιν ἤδη ἐκτελωνισθῆ τὰ εἴδη. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν τίθεται ὁ δασμὸς ἡ ἀξία τοῦ ἐμπορεύματος αὐξάνει, διότι ὁ ἔμπορος ὁ ὁποῖος θὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διατηρήσῃ τὸ ἐμπόρευμά του συμφώνως πρὸς τὸν νέον δασμόν, καὶ φυσικὴ συνέπεια εἶναι ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ ἔχων παρακαταθήκην θὰ προσθέσῃ τὸν εἰσαγωγικὸν δασμόν· διότι πρέπει νὰ εἶναι πολὺ φιλάνθρωπος, ἂν θέσῃ τιμὴν ὀλιγωτέραν διότι ἐπλήρωσεν ὀλιγώτερον. Ὁ ἔμπορος αὐτὸς δὲν θὰ ἦτο οὔτε φιλάνθρωπος, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀνόητος, καὶ ἀνόητοι ἔμποροι δὲν ὑπάρχουσι. Πολὺ ὀλιγώτερον δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἀνόητοι εἶναι οἱ ἔμποροι τῆς Θεσσαλονίκης, ὥστε νὰ διατιμήσωσι τὸ ἐμπόρευμά των εἰς κατώτερον ποσόν, διότι ἐπλήρωσαν ὀλιγώτερον εἰσαγωγικὸν δασμόν. Τὸ νὰ μὴ φορολογηθῶσι τὰ εὑρισκόμενα ἐν ταῖς ἀποθήκαις πράγματα δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ· εἶναι ἔγκλημα, εἶναι σφάλμα οἰκονομικόν. Τὸ νομοσχέδιον γίνεται χαριστικὸν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πρόκειται νὰ χαρίσῃ τὸν φόρον διὰ τὰ εἰσαγόμενα ἐν τῷ Τελωνείῳ ἢ τὰ εὑρισκόμενα ἐν πλῷ ἢ ἐν παραλίᾳ. Εἶναι τερατῶδες νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ πληρώσῃ ὀλιγώτερον ἐπειδὴ προέβη εἰς παραγγελίαν. Ὑπεστηρίχθη ἄλλοτε ὅτι οἱ ἔμποροι τῆς Θεσσαλονίκης, οὔσης παρακαταθήκης τῶν χωρῶν σκοπῷ νὰ τὰ ἐξαγάγωσιν εἰς τὰς ξένας χώρας, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς Μακεδονίας, εἶχον φέρει μεγάλα ἀποθέματα ἐπὶ τῷ τούτου, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀβάσιμον, ἄλλη ἐπὶ τέλους ἡ ἐποχὴ ἐκείνη· σήμερον ὁ ἔμπορος ὁ ἔχων παραγγελίαν τινὰ εἴτε ἐν ἐκτελέσει εἴτε ἐν πλῷ εἴτε ἐν τῷ Τελωνείῳ βεβαίως θὰ πωλήσῃ τὰ πράγματα ταῦτα ἐν Ἑλλάδι καὶ θὰ τὰ πωλήσῃ ὑπολογίζων τὴν τιμὴν τοῦ νέου εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ. Πᾶσα ἑπομένως ἀπαλλαγὴ τῶν εἰδῶν τούτων εἶναι χαριστικὴ τοῦ ἐμπόρου, οὐδένα λόγον ἔχει, δὲν θὰ ὠφελήσῃ οὔτε κατ’ ἐλάχιστον τοὺς καταναλωτάς, ἀλλὰ θὰ ὠφελήσῃ τοὺς ἐμπόρους. Καὶ εἶναι τόσον τοῦτο ἀληθές, ὥστε βλέπετε νὰ γίνωνται ἐξεγέρσεις παρὰ τῷ λαῷ, ὅστις δέχεται τὴν νέαν φορολογίαν ὡς ἓν ἀγαθὸν καὶ διαμαρτύρεται μόνον διότι γίνεται ἡ ἀδικία αὕτη χωρὶς ν’ ἀκουσθῇ διαμαρτυρία ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων τῶν νέων χωρῶν ὅτι γίνεται ἐνωρὶς ἡ ἀφομοίωσις ἡ φορολογική, καὶ μόνον μία διαμαρτυρία ἀκούεται, ὅτι εἶναι χαριστικὴ ἡ πρᾶξις καὶ ὅτι θὰ ἐξασφαλίσῃ ἄλογα καὶ ἄνομα κέρδη εἰς μίαν τάξιν καὶ δὴ τὴν τάξιν ἐκείνην διὰ τὴν ὁποίαν οὐδένα λόγον ἔχει νὰ μεριμνήσῃ ἡ Πολιτεία, καὶ διότι δὲν εἶναι ἄπορος καὶ διότι ἀρκετὰ ἐκέρδισε, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ σκέψις μόνον ὅπως ἐπιβαρυνθῇ παρὰ ὅπως μείνῃ ἀφορολόγητος. Ἐγὼ θὰ περιμείνω πάντοτε ν’ ἀκούσω κατὰ τίνα τρόπον θὰ θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δικαιολογήσῃ ὅτι μεταξὺ ἑνὸς ἐμπόρου παραγγείλαντος σήμερον πρᾶγμα καὶ δυναμένου νὰ τὸ λάβῃ μετὰ 5 ἡμέρας καὶ τοῦ ἐμπόρου ὅστις παρήγγειλε πρὸ ἑνὸς μηνὸς καὶ θὰ τὸ λάβῃ συγχρόνως μετὰ τοῦ τότε παραγγείλαντος πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία διαφορά. Θὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι οἱ δύο ἔμποροι διαφόρως θὰ διατιμήσωσι τὸ ἐμπόρευμά των καὶ εἰς διάφορον τιμὴν θὰ τὸ πωλήσωσιν· ἐφ’ ὅσον ὅμως καὶ οἱ δύο ἔμποροι θὰ τὸ πωλήσωσιν εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν οὐδεὶς λογικὸς ἄνθρωπος δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τοῦτο δὲν θὰ συμβῇ. Διὰ τίνα λόγον πρέπει ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο ἐμπόρων νὰ φορολογηθῇ ἐλαφρότερον τοῦ ἄλλου; Θέλει δηλαδὴ νὰ πλήξωμεν τὸν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος δὲν ἐμυρίσθη ὅτι θὰ ἐγίνετο ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις, καὶ οὐχὶ τὸν ἄλλον ὁ ὁποῖος δι’ ἑνὸς τεχνάσματος κατορθώνει νὰ κερδίσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλει νὰ τῷ δώσῃ τὸ νομοσχέδιον. Δηλαδὴ νὰ δώσωμεν κέρδη εἰς τοὺς ἐπιτηδειοτέρους οἱ ὁποῖοι διετέλουν ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τυχὸν συνέβη τοῦτο – δὲν θέλω νὰ τὸ καταγγείλω —, ὅτι ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ, καὶ ἐπρόφθασαν νὰ φέρωσιν ἐμπορεύματα καὶ νὰ κερδίσωσι διὰ τοῦτο.
§104ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὐδεὶς ἐγνώριζε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι τὸ νομοσχέδιον κατηρτίσθη τὴν προηγουμένην ἑσπέραν τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ.
§105Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπέρριπτον μίαν μομφὴν ἐναντίον σας, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ κάμω. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας εἶχον προβῆ εἰς ἀνακοινώσεις τυχὸν τῶν τοιούτων σκέψεων, θὰ ἔδωκαν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς ἐμπόρους νὰ προμηθευθῶσι.
§106ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἦσαν ἐγκληματίαι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς. Ὑμεῖς εἶσθε δημοσιογράφος καὶ θὰ τὸ ἐμανθάνετε. Θὰ τὸ ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες, ἂν ἐπρόκειτο νὰ πέσῃ μία τοιαύτη βόμβα.
§107Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θέλω περισσότερον νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἔσπευσα νὰ δηλώσω ὅτι δὲν θεωρῶ τὸ Ὑπουργεῖον ὑπαίτιον τοιαύτης ἀκριτομυθίας, ὥστε νὰ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν κέρδους εἰς τοὺς ἐπιτηδείους ἐμπόρους, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη περιῆλθεν εἰς γνῶσίν τινων, οἵτινες ἐπελήφθησαν τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς. Δὲν ἔχουσι δὲ καμμίαν σημασίαν αἱ καταγγελίαι δι’ ὡρισμένα πρόσωπα, διότι ἡ Πολιτεία ἔχει τὰ μέσα, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς νὰ κερδοσκοπήσωσιν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον νὰ φορολογηθῶσι καὶ αἱ παρακαταθῆκαι. Δὲν δικαιοῦταί ποτε ὁ ἔμπορος νὰ εἴπῃ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἰσήγαγε δυνάμει ἑνὸς ὡρισμένου νόμου πράγματα εἰς τὸ Κράτος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἄλλην φορολογίαν διότι δὲν θὰ πωλήσῃ τὸ ἐμπόρευμα εἰς τὴν τιμὴν ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ πωλήσῃ αὐτὸ ὁ παρακείμενος τούτου ἔμπορος, ὅστις εἰσήγαγε πράγματα μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ νέου φόρου. Μόνον ἡ Πολιτεία δύναται νὰ κλείσῃ τὰ μάτια της εἰς αὐτόν, ἀλλ’ ὄχι διὰ νὰ τῷ δώσῃ τὸ δικαίωμα, διότι, διὰ ν’ ἀναγνωρίσῃ δικαίωμα, πρέπει νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ὁ φόρος βαρύνει ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὸν ἐπλήρωσεν. Οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοὶ ἐπιπίπτουσι μετά τινος μάλιστα μεγαλυτέρου βάρους ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν, διότι ὁ ἔμπορος θὰ προσθέσῃ ἐπὶ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ τοῦ ἐμπορεύματος τὸ κέρδος. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τοῦτο γίνεται εἶναι παράλογον, εἶναι ἄδικον, νὰ ἐπιτρέπηται τοῦτο εἰς ἐμπόρους, εἴτε διότι εἰσήγαγον, εἴτε διότι παρήγγειλαν, εἴτε διότι τὰ εἶχον ἐν τῷ Τελωνείῳ, εἴτε διότι δὲν εὑρίσκοντο εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι ποσὸν περισσότερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον διελάμβανε τὸ δασμολόγιον.
§108Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ἐν ταῖς ἀλλοιώσεσι τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας ἀκολουθεῖ ῥητόν τι, τὸ ὁποῖον ἐξηγγέλθη ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν φόρων καὶ ἐπὶ πλέον ἐν σχέσει πρὸς τὰς βιομηχανίας τὰς ὁποίας δὲν θεωρεῖ βιωσίμους. Τὸ νομοσχέδιον ὅπως ὑποβάλλεται προνοεῖ περὶ τούτου. Ἀλλ’ εἶναι πολὺ περίεργον ὅτι κλείει μόνον μίαν βιομηχανίαν τὴν ὁποίαν θέλει νὰ κτυπήσῃ, ἐνῷ τοὐναντίον ἀφήνει ἑτέρας αἱ ὁποῖαι ἀπορροφοῦσιν ἀρκετὸν μέρος ἐκ τοῦ χρήματος τοῦ λαοῦ, καὶ περὶ αὐτῶν οὐδὲν ἀπολύτως λαμβάνεται μέτρον. Τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ὀσπρίων, δὲν ὁμιλεῖ περὶ σίτου, πρὸ παντὸς δὲ οὐδεμίαν ποιεῖται μνείαν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἀλεύρων. Πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ πολλάκις διὰ τοῦ Τύπου ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι ὅτι, λόγῳ τῆς προστασίας τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ ὑπερόγκου εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν πάσας τὰς ποιότητας τῶν ἀλεύρων, καὶ ὅτι τὰς ποιότητας αὐτὰς τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐκ τῆς βιομηχανίας τῶν μύλων τὰς ἔχομεν πολὺ ἀκριβά. Θὰ ἦτο δίκαιον ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν ἐλαμβάνετο πρόνοια νὰ κερδίζῃ μὲν ἡ βιομηχανία τῶν μύλων, οὐχὶ ὅμως περιπλέον, διότι τὸ περιπλέον αὐτὸ τὸ κρατοῦσιν ἀδίκως ἀπὸ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος πληρώνει ἓν εἶδος τῆς πρώτης ἀνάγκης ἀκριβὰ διὰ νὰ κερδίζωσιν ὡρισμένα πρόσωπα. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω πλήρη τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι εἶναι ὥριμον πλέον καὶ διότι νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια ἀπὸ τοῦδε, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀρχίζομεν νὰ λαμβάνωμεν πρόνοιαν περὶ ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν. Ἑπομένως ὁ δασμὸς τῶν ἀλεύρων ἀπὸ 15.85 πρέπει νὰ κατέλθῃ τοὐλάχιστον εἰς 13 λεπτά, ὁπότε μένει περιθώριον κέρδους τῆς βιομηχανίας τόσον, ὥστε νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐργάζηται ἡ βιομηχανία αὕτη, χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι οὐδεμία ἀνάγκη νὰ κερδίζῃ 2.85 λεπτὰ περιπλέον, τὰ ὁποῖα πληρώνει ὁ λαός. Μάλιστα πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν ἀνταγωνισμὸν ἐν μιᾷ τοιαύτῃ περιστάσει, ὅπως εἶναι σήμερον, διότι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ τρώγῃ ὁ λαὸς ἄρτον οὐχὶ καλῆς ποιότητος καὶ νὰ πληρώνῃ αὐτὸν τόσον ἀκριβά· ἂν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν εἰσαγωγὴν ἀλεύρων εὐθηνοτέρων καὶ ἀσφαλῶς καλυτέρας ποιότητος, ὁποῖα εἶναι τὰ ἄλευρα τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι ἀδικεῖται ὁ λαὸς καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως δασμῶν δὲν προνοεῖ κυρίως περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τῶν ἀλεύρων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ὡς πρόφασις τὸ ὅτι δὲν λαμβάνει πρόνοιαν περὶ τῶν βιομηχανιῶν αὐτῶν. Ἐπέρχεται ἐλάττωσίς τις ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τῆς κατασκευῆς τῶν σύκων ἀκριβῶς διότι ὑπάρχει μία βιομηχανία ἐν Πειραιεῖ, ἡ ὁποία προσπορίζεται μέγιστα κέρδη ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ ὁ δασμὸς καὶ νὰ ἐπέλθῃ ὁ ἀνταγωνισμὸς ἵνα τὰ κέρδη ταῦτα κερδίσῃ οὐχὶ ὁλόκληρα τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ καὶ ὁ λαός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ πέσῃ τὸ βάρος τοῦ φόρου. Τὴν στιγμὴν λοιπὸν κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν τοιαύτην πρόνοιαν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς βιομηχανίας τῶν ἀλεύρων, ἡ ὁποία ἰδίως φορολογεῖ βαρύτατα τὸν λαόν, πολὺ περισσότερον παρ’ ὅ,τι φορολογεῖ αὐτὸν ἡ βιομηχανία τῆς κατεργασίας τῶν σύκων. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ὀσπρίων ἀπὸ 9.88 εἰς 7 λεπτά, ἤτοι κατὰ 2.88 λεπτά —ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ πίνακος τὸν ὁποῖον διένειμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν—, προϋπολογίζεται ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ μείωσιν εἰσπράξεων κατὰ 73 χιλιάδας δραχμῶν. Ὁ μέσος ὅρος τὸν ὁποῖον τηρεῖ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παραδεχθῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι ἡ εἰσαγωγὴ ἀναλόγως τῶν ἐτῶν περιέχει αὐξομειώσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς εἶναι περίεργοι, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1910 εἴχομεν 2.380.000 ὀκάδων εἰσαγωγήν, τῷ 1911 εἴχομεν 3.200.000, τῷ 1912 εἴχομεν 2.800.000 καὶ τῷ 1913 3.922.000. Ἑπομένως ὁ μέσος ὅρος 2½ ἑκατομμύρια δὲν εἶναι ὁ ἀκριβής, διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ παρουσιασθῇ ἀποτόμως ἐλάττωσίς τις, ὅπως συνέβη κατὰ τὸ 1912, ἢ τοὐναντίον αὔξησίς τις, ὅπως κατὰ τὸ 1913. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ δεχθῶμεν τὸν μέσον αὐτὸν ὅρον ὡς ἀκριβῆ, πάντως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ ζημία ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον ὑπερβαίνει κατ’ ἔτος τὰς 100 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ εἶναι ζήτημα ἂν ἡ ἐλάττωσις αὕτη τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ὀσπρίων κατὰ 2.88 ὠφελεῖ πραγματικῶς τὸν λαόν, διότι εἶναι εἷς κλασματικὸς ἀριθμὸς τὸν ὁποῖον εἶναι πολὺ πιθανὸν ὅτι θὰ ὠφεληθῇ ὁ ἔμπορος περιπλέον, διότι οὐδεμία θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις ἐν τῇ ἀγοραίᾳ τιμῇ τῶν ὀσπρίων, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ὑπὸ τοῦ νομοθέτου ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ αὐτοῦ. Θὰ ἐπέλθῃ ἁπλῆ ζημία τοῦ Δημοσίου, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ὠφεληθῇ ὁ λαός, χάριν τοῦ ὁποίου γίνεται ὁ παρὼν νόμος. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι ὁ δασμὸς ἐπὶ τῶν ὀσπρίων ἢ πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ ἕνα στρογγύλον ἀριθμόν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως, ἢ νὰ μὴ θιχθῇ διόλου, διότι, προκειμένου νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον 100.000 δραχμῶν καὶ τὰς χιλιάδας αὐτὰς νὰ τὰς κερδίσωσιν ὡρισμένοι ἔμποροι, χωρὶς νὰ κερδίσῃ τίποτε ὁ λαός, δὲν βλέπω τίνα λόγον ἔχει ἡ ἐλάττωσις. Ἐπὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς κλάσσεως 130 τῶν ξύλων βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὴν ἐλάττωσιν αὐτήν. Αὐτὸ εἶναι ἓν εἶδος ἀσήμαντον, τοῦ ὁποίου ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι ἐλαχίστη, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ Δημόσιον ἔχει ἐκ τούτου ἔσοδον 15.000 δραχμῶν περίπου. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει νὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν, διότι εἶναι εἶδος τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀποκλειστικῶς καμμίαν σημασίαν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί γίνεται ἡ ἐλάττωσις αὐτή, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὡς συμπέρασμα νὰ ζημιώνῃ τὸ Δημόσιον 8–10.000 δραχ. περίπου κατ’ ἔτος — 7.500 ὁμολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργός —, χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ περισσοτέρα εἰσαγωγὴ τοιούτου προϊόντος, ὥστε νὰ καλυφθῇ ἡ διαφορά, διότι εἶναι σταθερὰ ἡ εἰσαγωγή, ὡς βλέπομεν ἀπὸ τοῦ 1911–1913, ὁ κύριος δὲ εἰσαγωγεύς εἶναι ἡ Γερμανία.
§109ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μία σκέψις ἐπιεικείας πρὸς τὰς νέας χώρας μᾶς ἔκαμε νὰ ὑποβιβάσωμεν τὸν δασμόν.
§110Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος ἐπιεικείας. Τοὐναντίον ὁ δασμὸς αὐτὸς δύναται νὰ προστατεύσῃ τὴν βιοτεχνίαν, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν βλέπετε ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν δασμόν, τὸν σημερινόν, δὲν ἐστάθη δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῇ μία βιοτεχνία φαντάζεσθε ὅτι ἐλαττουμένου τοῦ δασμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ; Ἐπὶ τῶν βαρελίων βεβαίως ἡ διάταξις εἶναι καλή. Δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ· ὅσοι τοὐλάχιστον κατάγονται ἐξ ἐλαιοφόρων καὶ οἰνοφόρων ἐπαρχιῶν γνωρίζουσι ποίας δυσκολίας συναντῶσι πάντοτε εἰς τὴν προμήθειαν βαρελίων καὶ πόσοι νόμοι ἐγένοντο περὶ μὴ πληρωμῆς τέλους, οἵτινες ὅμως ἐν τῇ πράξει προσέκοψαν εἰς τοιαύτας δυσκολίας, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῶσι παρὰ μόνον ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων ἢ τῶν ἑταιρειῶν, αἵτινες διαθέτουσι μέγιστα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὁ μικρὸς ἔμπορος καὶ παραγωγὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ διαθέτῃ. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη καλῶς τίθεται καὶ ὅτι ἡ ἐλάττωσις, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ, δὲν θὰ ἔχῃ μεγάλην σημασίαν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς κλωστάς, ἐπ’ αὐτῶν ὑπάρχει τὸ προηγούμενον τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ, δυνάμει τῆς μετὰ τῆς Ἀγγλίας συμβάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν δασμὸν τῆς κλωστῆς ῥαφῆς ἠλαττώσαμεν ἀπὸ 2,17 εἰς 1,00 δρ. Τί ἀποτέλεσμα εἴχομεν, κ. Ὑπουργέ; Πρέπει ν’ ἀνατρέξητε εἰς ἔτη πρὸ δεκαετίας, διὰ νὰ εὕρητε ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα μόλις μετὰ δεκαετίαν κατωρθώσαμεν νὰ πλάσωμεν, ἀφ’ ὧν ἐφαρμόσθη ὁ ἠλαττωμένος δασμός, εἰς τὸ 1905. Ἐγένετο ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ ὁ δασμὸς ἀπὸ 2,17 ἐγένετο 1,00 δρχ. καὶ βλέπετε ἀμέσως ὅτι, ἐνῷ ἐν ἔτει 1904 ἔχετε δημόσιον ἔσοδον 200,000 δρχ., ἔρχεσθε ἀμέσως εἰς τὸ ἔτος 1906 καὶ ἔχετε 113.000 δρχ., δηλ. ἔχετε 87.000 δρχ. διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον, καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ ὠφεληθῇ ὁ λαός, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ κλωσταὶ αὗται ἀποτελοῦσι μονοπώλιον ὡρισμένων καταστημάτων, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὰς τιμὰς αὐτῶν ὅπως θέλουσι καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ὁ δασμός. Βλέπετε ὅτι, ἐνῷ ἔχετε ἐν ἔτει 1904 δρ. 200.000 ἔσοδα, ἐν ἔτει 1906 ἔχετε 113.000, ἐν ἔτει δὲ 1912 ἔχετε 155.000, δηλ. ἀπέχετε ἀκόμη νὰ φθάσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐσόδων τὰ ὁποῖα εἴχετε πρὸ δεκαετίας. Μόνον δ’ ἐν ἔτει 1913 φθάνετε τὸ ποσὸν τῶν 211.000. Ἀλλὰ τὸ ἔτος 1913 δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὡς βάσις δημοσίων ἐσόδων, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι εἶναι ἔτος τὸ ὁποῖον ἐπακολουθεῖ πόλεμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκενώθησαν αἱ ἀποθῆκαι ὁλόκληροι τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως τὸ ἐμπόριον θὰ προυνόησε καὶ διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν ἀποθηκῶν. Σήμερον, ὅτε θὰ ἐλαττώσητε αὐτὸν τὸν δασμόν, θὰ ἔχητε μίαν ζημίαν περίπου 15–25.000 δρχ. τὸ ἔτος.
§111Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτετε ὅτι θ’ αὐξήσῃ τὸ ἐργοστάσιον τὰς τιμάς; Δύναται νὰ ἔχῃ δύο τιμάς, ἄλλην διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄλλην διὰ τὰ ἄλλα μέρη;
§112Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα. Ἄλλη τιμὴ ἐν Ἑλλάδι, ἄλλη ἐν Τουρκίᾳ, ἄλλη ἐν Κρήτῃ καὶ ἄλλη ἐν Ἑπτανήσῳ.
§113ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ τροποποίησις γίνεται πρὸ πάντων ἐκ πρακτικῶν λόγων καὶ δὲν ἀποβλέπει οὔτε εἰς αὔξησιν οὔτε εἰς μείωσιν τῶν ἐσόδων. Ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως λέγει· «κλωσταὶ προωρισμέναι διὰ ῥάψιμον» καὶ κατωτέρω «κλωσταὶ διὰ ῥάψιμον». Ἐξ αὐτοῦ ἐγεννῶντο φιλονεικίαι πάντοτε τίνες εἶναι αἱ διὰ ῥάψιμον καὶ τίνες διὰ μὴ ῥάψιμον. Δι’ αὐτὸ ἀπεφασίσθη ν’ ἀφομοιωθῶσιν αἱ τελευταῖαι πρὸς τὰς καταλλήλους διὰ ῥάψιμον.
§114Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸς ὁ λόγος νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ὁ πραγματικός, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι, ἂν ἠθέλετε νὰ ἐπιφέρητε δασμολογικὴν ἀφομοίωσιν, θὰ ἐπεβάλλετε ἴδιον δασμόν. Αἱ κλωσταὶ ῥαφῆς ἔχουσιν 1,00 δρ. αἱ μὴ ῥαφῆς 1.45· ἑπομένως ὑπάρχει διαφορὰ κατὰ 0.45 λεπτά.
§115ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι 1 δρ. χρυσοῦ, ἡ ὁποία μᾶς κάμνει 1.45 χαρτίνην.
§116Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡ δραχμὴ εἶναι συμβατικὴ καὶ ὄχι μεταλλική· ἑπομένως, ἂν ἠθέλετε νὰ κάμητε ἐξίσωσιν, ἔπρεπε νὰ ὁρίσητε μίαν δραχμὴν χρυσοῦ, ὅτε θὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφισβήτησις. Ἐὰν αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπός σας, ἐγὼ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν διαγνώσω, ἀφοῦ ἐξακολουθεῖτε νὰ ἔχητε τὴν διαφορὰν τῆς κλωστῆς μεταξὺ ῥαφῆς καὶ μὴ ῥαφῆς. Ἐπίσης ἐπὶ τῆς κλάσεως 161Α εἶμαι πλήρως σύμφωνος πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τὴν ὁποίαν κάμνετε, διότι πραγματικῶς ἔχει παρατηρηθῆ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μία τεραστία ἐλάττωσις τοῦ εἰσαγωγικοῦ αὐτοῦ εἴδους. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ ὅτι ἡ δασμολογικὴ ἐλάττωσις θὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν εἰσαγωγῆς, διότι ὁ κύριος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὰ εἴδη ταῦτα ἔπαυσαν εἰσαγόμενα εἶναι κυρίως ἡ μόδα. Ἑπομένως εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ἔλθῃ βραδύτερον μία μόδα ἡ ὁποία νὰ θέλῃ αὐτὰ τὰ εἴδη καὶ νὰ ἔχητε αὔξησιν, ἀλλὰ σήμερον τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ἀπολύτως καμμίαν σημασίαν. Τοὐναντίον ἔχει μεγάλην σημασίαν ἡ κλάσις 162Β, διότι ἐκ τῆς κλάσεως αὐτῆς θὰ ἔχητε τὸ ὀλιγώτερον μίαν ζημίαν κατ’ ἔτος 100.000 δραχ. καὶ δὲν βλέπω τίς ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον θέλετε ν’ ἀπολέσητε τέλη ἑκατὸν χιλιάδων τὰ ὁποῖα εἰσπράττετε, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἐλαττώσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρύνητε τὸν καταναλωτήν, διότι ἀπὸ 4 καὶ 35 τὸ κάμνετε 3, δηλαδὴ τὸ φέρετε εἰς τὴν δασμολογικὴν μονάδα τὴν ὁποίαν παρεδέχθητε, ὅτε ἐκάμαμεν τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Γερμανίας διὰ τὴν κατωτέρω κλάσσιν 162Η. Ἐδῶ, βλέπετε, ἔχετε ἀριθμὸν εἰσαγωγῆς ἡ ὁποία κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἶναι στάσιμος, καὶ δὲν ἠξεύρω διατί κάμνετε αὐτὴν τὴν ἐλάττωσιν, ἀφοῦ οὐδεὶς ἔχει νὰ ὠφεληθῇ ἄλλος ἐκτὸς τῶν ἐμπόρων, διότι πρόκειται περὶ τόσον ἐλαφρᾶς τιμῆς καὶ πρόκειται περὶ εἰδῶν οὕτως εἰπεῖν πολυτελείας.
§117ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι κοινῆς χρήσεως· εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πωλοῦσιν εἰς τοὺς δρόμους μὲ τὰ καρροτσάκια.
§118Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Λοιπὸν αὐτὴν τὴν διαφορὰν θὰ τὴν ὠφεληθῇ ὁ ἔμπορος καὶ κανεὶς ἄλλος, διότι πόσον θὰ ὠφεληθῇ ἓν ζεῦγος κάλτσες ἀπὸ τὴν καταβίβασιν 1,35 κατ’ ὀκᾶν; Τὸ ἴδιον συμβαίνει μὲ τὴν κλάσσιν 162Δ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἴσως ἔχετε ἕνα λόγον νὰ ἐλαττώσητε τὸν δασμόν, διότι παρατηρεῖται μία ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς καὶ φυσικὰ ἠθελήσατε νὰ ἐλαττώσητε τὸν δασμὸν διὰ ν’ αὐξήσητε τὴν εἰσαγωγήν· αὐτὸ τὸ παραδέχομαι. Ἐπίσης ἡ κλάσσις 176 δέον νὰ ὑποστῇ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ, διότι παραδέχομαι ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ἀπομίμησις τῶν ἐγχωρίων ὑφασμάτων καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατέβουν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ μάλλινα ὑφάσματα καὶ σεῖς ὁ ἴδιος ὁμολογεῖτε ὅτι θὰ ἔχητε ζημίαν 400,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἐδῶ πραγματικῶς αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις τὴν ὁποίαν κάμνετε, ἐπειδὴ εἶναι σημαντική, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς τιμὰς τῆς ἀγορᾶς. Ἑπομένως ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ δασμολογικὴ διαρρύθμισις ἔχει σκοπὸν τὴν ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ οὐδεὶς θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν. Ἦτο δὲ καιρὸς νὰ ἐλαττωθῇ καὶ αὐτὸς ὁ δασμὸς διὰ νὰ δυνηθῇ καὶ ὁ λαὸς διὰ μαλλίνων ὑφασμάτων νὰ ἐνδυθῇ, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ τελευταῖος ἐργάτης φορεῖ ἐν Εὐρώπῃ. Εἶναι πολὺ λογικὸν καὶ αὐτὸς ὁ δασμὸς νὰ ἐλαττωθῇ καὶ εἶναι τὸ μόνον σημεῖον τῆς διαρρυθμίσεως τὸ ὁποῖον ἔχει πρακτικὸν σκοπὸν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ὠφελήσῃ τὸν λαόν. Ἡ ζημία δὲ τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἐλαττώσεως αὐτοῦ τοῦ δασμοῦ ἀσφαλῶς θὰ καλυφθῇ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς εἰσαγωγῆς. Ὄσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κλάσιν 208 βεβαίως αὐτὸς ὁ δασμὸς ἦτο τερατώδης, χιλίας δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Ὄσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κλάσιν 279 καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἐλάττωσις εἶναι πρακτική, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέξῃ τις εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ, διότι αὐτὰ τὰ εἴδη εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κάμνουσι καὶ τὴν εὐμάρειαν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ λαοῦ, ὅταν εἶναι δυνατὸν μεταξὺ τῶν πραγμάτων του νὰ ἔχῃ καὶ πράγματα μικρὰ τὰ ὁποῖα μόνον οἱ πλούσιοι ἔχουσι σήμερον. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· διατί δὲν λαμβάνετε μέτρα καὶ διὰ τὰ ἔπιπλα; Πρέπει νὰ λάβητε μέτρα δι’ ὡρισμένα ἔπιπλα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσιν ἐδῶ καὶ τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, ὡς εἶναι αἱ πολυθρόναι, αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦνται ἐν τοῖς κουρείοις, αἱ ὁποῖαι θὰ πληρώσωσι δύο χιλιάδας δραχμῶν, ἂν ἔλθωσιν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, ὅπως ἐπίσης διὰ τὰ ἀδιάβροχα, τῶν ὁποίων σήμερον γίνεται ἐλαχίστη χρῆσις ἕνεκα τῆς ὑψηλῆς τιμῆς των, ὅταν τὴν ἐλαττώσητε, θὰ ἔχητε πολὺ μεγαλυτέρας εἰσπράξεις ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἔχετε σήμερον. Προκειμένου περὶ τῶν πηλοβατίδων ἐπίσης· δὲν πρέπει νὰ ἐλαττώσητε καὶ τὸν δασμὸν τῶν ὑποδημάτων; Τίς ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὁ δασμὸς ἀπὸ 8 δραχμῶν εἰς χαρτονόμισμα, ὅπου ἦτο, ἔγινε 15 εἰς χρυσόν; Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχει δοθῆ μία εὐκαιρία νὰ λάβητε μέτρα καὶ περὶ αὐτῶν, διότι Κύριος οἶδε πότε πάλιν θὰ φέρωμεν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ἐλαττώσεις. Μᾶς τὸ ἐφέρατε κατὰ δόσεις· δὲν μᾶς ἐφέρατε ὁλόκληρον τὸ σύστημά σας τὸ οἰκονομικόν, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρωμεν καὶ ἡμεῖς παρατηρήσεις· τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ φέρετε κατὰ δόσεις, κατὰ δόσεις καὶ ἡμεῖς εἶναι φυσικὸν νὰ κάμωμεν ἐκείνας τὰς παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι νομίζομεν ὅτι ἀνακουφίζουσιν ὄχι μόνον τὸ δημόσιον Ταμεῖον ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀνακουφίσωμεν καὶ τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον κυρίως πρέπει ν’ ἀνακουφίσωμεν. Σᾶς παρακαλῶ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἰς δύο ἢ τρία σημεῖα νὰ τὰς λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὑπὲρ καὶ κατὰ καὶ εἶναι πολὺ πιθανὸν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν νὰ ἔχωμεν πολὺ καλύτερα ἀποτελέσματα.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γούναρης ἔχει τὸν λόγον.
§120Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν μόνον ἀφορῶσαν εἰς τὰς κατηγορίας τῶν ἐμπορευμάτων τῶν ἀπαλλασσομένων τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον φορολογίας, ἤτοι τῶν ἐμπορευμάτων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ διαμετακόμισιν ἢ ἐν τῷ λιμένι ἢ ἐν μεταφορᾷ, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὅτι θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ἤδη κρατοῦσαν ἐλαφροτέραν φορολογίαν.
§121ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ὅτε κατὰ τὴν προγενεστέραν συνεδρίασιν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ δασμολογικοῦ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἀνέφερα τὸν λόγον ὁ ὁποῖος ἤγαγε τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποστῇ τῆς ἀρχικῆς σκέψεως τὴν ὁποίαν εἶχεν ὡς πρὸς τὴν δασμολογικήν της πολιτικήν, δηλαδὴ τῆς σκέψεως τῆς δι’ ἐμπορικῶν συμβάσεων βαθμιαίας μεταρρυθμίσεως τοῦ δασμολογίου καὶ τῆς βαθμικίας ὄντως εἰσαγωγῆς ὁλοκλήρου τοῦ δασμολογίου ὑπὸ τὴν νέαν του ἠπιωτέραν μορφὴν καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Τοῦτο σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον ἕνεκα τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων, αἵτινες ἀναβάλλουσι τὴν συνομολόγησιν τῶν συμβάσεων. Ὡς ἐκ τούτου δὲν ἤχθημεν κατ’ ἀνάγκην εἰς τὴν σκέψιν τῆς εἰσαγωγῆς ὁλοκλήρου τοῦ ὑφισταμένου δασμολογίου καὶ εἰς τὰς νέας ἡμῶν χώρας, διότι οὔτε συμφέρον πλέον ἦτο οὔτε καὶ ἀνεκτὸν ἐπ’ ἀόριστον νὰ μείνωσιν αἱ νέαι χῶραι ὑπὸ διάφορον δασμολογικὸν καθεστώς. Ἡ ἐργασία τῆς νέας μεταρρυθμίσεως τοῦ δασμολογίου ἔχει ἤδη προχωρήσει ἱκανῶς, θὰ λάβωσι δὲ οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὸν τύπον τὸν νέον τοῦ δασμολογίου, μὲ τὴν νέαν αὐτοῦ κατάταξιν, ὡς οὗτος διαμορφοῦται κατόπιν τῆς ἐργασίας ἡ ὁποία συνετελέσθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἵνα ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει τοῦτον ἐν ταῖς μελέταις αὑτῶν.
§122Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ λάβωμεν καὶ τὰ πορίσματα τῶν ἐρευνῶν αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο σχετικῶς πρὸς τὰ φορολογικὰ εἴδη;
§123ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καί τινα τούτων. Δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν βεβαίως τὰς σκέψεις τῆς Ὑπηρεσίας.
§124Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι τὰς ὑμετέρας σκέψεις, ἀλλὰ τὰ πορίσματα τῶν ἐρευνῶν.
§125ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχω δώσει παραγγελίαν νὰ τυπωθῶσι συμπεράσματα ἐξαχθέντα ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων. Ἐπίσης τὸ νέον δασμολόγιον ἐν τῇ νέᾳ αὐτοῦ κατατάξει ἀπεστάλη εἰς τοὺς ἐμπορικοὺς συλλόγους, εἰς τὰ ἐπιμελητήρια καὶ εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς ὅπως καὶ αὐταὶ μελετήσωσιν αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας των ὑποβάλωσι τὰς παρατηρήσεις των.
§126Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὰ εἴδη τῆς κατατάξεως.
§127ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὰ εἴδη τῆς κατατάξεως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς βιομηχανικῆς, ὄχι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ δασμοῦ.
§128Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος· πρόκειται περὶ τῆς κατατάξεως τῶν εἰδῶν κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος διευκολύνει· ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῆς σχετιζομένης πρὸς τὸ ἐν τῷ λευκῷ αὐτὰ σχέδιον εἶναι ἐντελῶς ἔξω.
§129ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαιότατα. Ὁ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ἐμέμφθη τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀργὰ ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ δασμολογικῆς ἀφομοιώσεως. Ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη τοῦτο σήμερον παρὰ τὰς ἀρχικὰς ἐπὶ τοῦ θέματος ἀντιλήψεις εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐξήγησα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει· διατί δὲν εἰσάγομεν καὶ τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων, νὰ φορολογήσωμεν δ’ αὐτὰ μὲ τὸ αὐτὸ σύστημα μὲ τὸ ὁποῖον τὰ φορολογοῦμεν ἐδῶ; Εἰς ταῦτα ἀπαντῶ ὅτι ὅσον ἀφορᾷ μὲν εἰς τὰ εἴδη τῶν μονοπωλίων, πλὴν τοῦ πετρελαίου, ταῦτα ἢ εἰσήχθησαν ἤδη ἢ εἶναι ὑπὸ εἰσαγωγήν, ἂν δὲ μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἐγένετο τοῦτο, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ μονοπωλίου τῶν πυρείων, τοῦτο προέρχεται ἐκ λόγου καθαρῶς πρακτικοῦ, ὅστις καὶ ἠμπόδισεν ἡμᾶς εἰς τοῦτο, οἱ λόγοι δὲ οἱ καθαρῶς πρακτικοὶ εἶναι ὅτι ἀρξαμένου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ προμήθεια πυρείων ἐκ τῶν πηγῶν τῆν παραγωγῆς αὐτῶν καὶ δὲν δυνάμεθα ὡς ἐκ τούτου ν’ ἀναλάβωμεν καὶ τὴν εὐθύνην νὰ γίνωμεν ἔμποροι αὐτῶν τῶν εἰδῶν καὶ ἑπομένως ἀφήσαμεν τὸ εἶδος ἀκόμη εἰς τὸν ἐλεύθερον ἀνταγωνισμόν. Θὰ εἰσαχθῇ δὲ τὸ μονοπώλιον τῶν πυρείων μόλις κατορθωθῇ νὰ γίνῃ προμήθεια ἀσφαλὴς καὶ ἐπαρκής. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πετρέλαιον νομίζω ὅτι ἡ φορολογία αὐτοῦ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι εἶναι τοιαύτη, ὥστε βεβαίως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ συμφέρῃ νὰ γίνῃ ἐπέκτασις τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας αὐτῆς καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Ἐφορολογήσαμεν τὸ πετρέλαιον μὲ δασμὸν εἰσαγωγῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου 200 καὶ τὸ σύστημα ἐκεῖνο φρονῶ ὅτι εἶναι τὸ καλύτερον καὶ μᾶλλον αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ μεταφέρωμεν ἐδῶ, ὅταν τοῦτο θὰ εἶναι δυνατόν.
§130Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νὰ φροντίσητε μόνον ν’ ἀπαλλαγῶμεν καὶ ἐδῶ ἐνωρίτατα, θὰ τὸ κατορθώσωμεν δέ, ἐὰν τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ φέρωμεν ἐδῶ παρὰ ἐκεῖ.
§131Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἕως ὅτου γίνῃ;
§132ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἕως ὅτου γίνῃ θὰ διατηρήσωμεν διακεκριμένα τὰ ὅρια.
§133Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παραδέχεσθε τὴν ἀνομοιότητα.
§134ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παραδέχομαι τὴν ἀνομοιότητα κατ’ ἀνάγκην, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἄλλως· διότι ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης σκέψεως ὑπάρχει ἡ ὑπεγγυότης προσόδων τινῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ἕνεκα τῆς ὁποίας καί, ἂν τυχὸν ὑπῆρχεν ὅμοιον βάρος μεταξὺ παλαιᾶς καὶ νέας Ἑλλάδος, πάλιν θὰ μᾶς ἦγεν εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν ὁρίων.
§135Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος τῆς τελωνειακῆς ζώνης.
§136ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο πολὺ ἐπιβλαβὲς νὰ ἔχωμεν ἐφαρμόσει τὸ ἰδικόν μας σύστημα καὶ τὸ ἐδῶ φορολογικὸν βάρος. Προτιμῶ τὸ ἐκεῖ βάρος μίαν ἡμέραν νὰ κατορθώσωμεν νὰ τὸ φέρωμεν ἐδῶ. Ὅσον ἀφορᾷ ἑπομένως εἰς τὰ μονοπώλια μόνον τὸ πετρέλαιον μένει, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μείνῃ κεχωρισμένον ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον. Ἡ αἰτία τῆς εἰσαγωγῆς τῶν διαφόρων μειώσεων εἶναι διότι πρόκειται περὶ εἰδῶν κοινῆς χρήσεως ἅτινα εἶναι ὑπερβεβαρημένα, ὄχι βεβαίως περὶ εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης—διότι ἡ κατὰ χιλιοστά τινα μείωσις τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου ὀφείλεται μόνον εἰς λόγους ὑπηρεσιακῆς εὐκολίας. Δὲν πρέπει δὲ ν’ ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὰς δυνάμεις καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν ἐδῶ, διότι δέον νὰ προσέξητε εἰς ἓν σπουδαιότατον σημεῖον. Εἰσάγομεν ὁλόκληρον τὸ δασμολόγιον ὥς ἐστὶ καὶ εὑρίσκεται εἰς τὰς νέας χώρας καὶ εἰσάγομεν δασμοὺς ἐπὶ εἰδῶν τὰ ὁποῖα σήμερον πληρώνουσιν ἐκεῖ μόνον 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας· ἐὰν δ’ εἰσήγομεν ἀκέραιον τὸν δασμὸν τὸν ἐδῶ ὑπάρχοντα, θὰ ἐπεβαρύνομεν τὰ εἴδη ταῦτα μὲ 96, 82, 31, 54, 36, 48, 116, 70, 82, 99%, ποσοστὸν ὑπέρογκον ἐν οὐδεμιᾷ εὑρισκόμενον ἀναλογίᾳ πρὸς τὴν ἀξίαν. Τοὺς ὑπάρχοντας ἐδῶ δασμοὺς ἴσως ἐσυνηθίσαμεν καὶ ἴσως οὗτοι μᾶς θίγουσιν ὀλιγώτερον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· κατὰ πόσον θὰ ἦτο σκόπιμον εἰσάγοντες ἓν ὁλόκληρον σύστημα εἰς τὰς νέας χώρας νὰ μὴ προβῶμεν ἐπὶ τῶν εἰδῶν αὐτῶν τῶν ὁποίων γίνεται ἐκεῖ εὐρεῖα χρῆσις, ἕνεκεν ἀκριβῶς τῶν συνθηκῶν τῶν ἐκεῖ, ν’ ἀφήσωμεν τὰ ὑπερβολικὰ ὅρια πάντων τῶν δασμῶν τῶν ἐδῶ καθιερωθέντων; Γίνονται δ’ ἐπίσης καὶ μειώσεις δασμῶν ἐπὶ εἰδῶν κοινῆς χρήσεως, τὰ ὁποῖα ὅμως σήμερον ὄντα ὑπερβεβαρημένα καθίστανται ἀκριβῶς μὴ κοινῆς χρήσεως, αἱ μειώσεις δὲ θὰ καταστήσωσιν αὐτὰ κοινῆς χρήσεως, ὡς πράγματι πρέπει νὰ εἶναι. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐν συντόμῳ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς δασμούς. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν διάταξιν ἡ ὁποία εἶναι ἡ μᾶλλον ἐπίμαχος τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ ὁποία ἔτυχε τῆς ἐπικρίσεως τῶν προαγορευσάντων. Τὸ κοινὸν δίκαιον τὸ διέπον τὸ δασμολογικόν μας καθεστὼς εἶναι ὅτι ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ δασμοῦ τινος βαρυτέρου τοῦ ὑπάρχοντος ὁ δασμὸς οὗτος ἐφαρμόζεται ἀμέσως πλὴν ἐκείνων ἐφ’ ὧν ἔχει κατατεθῆ διασάφησις. Αὕτη εἶναι ἐκείνη ἥτις ἀποτελεῖ τὸν τίτλον καὶ μόνον τὰ διασαφημένα ἐμπορεύματα εἶναι τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὸ παλαιὸν καθεστὼς καὶ πάντα τὰ μὴ ἔχοντα ὑποβάλει διασάφησιν ὑπάγονται εἰς τὸν νέον δασμόν. Ἡ διάταξις αὕτη προκειμένου περὶ νέου δασμοῦ βαρυτέρου, σκοποῦντος νὰ θέσῃ ἔμμεσον φορολογίαν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως βαρυτέραν, εἶναι βεβαίως διάταξις σοφή, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ ν’ ἀποτελῇ διάταξιν τοῦ κοινοῦ ἡμῶν δικαίου. Προκειμένου ὅμως νὰ γίνῃ ἡ εἰσαγωγὴ ὁλοκλήρου τοῦ δασμολογίου εἰς τὰς νέας χώρας νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι αὐστηροτάτη. Ἐπικαλοῦμαι δὲ ὑπὲρ τῆς ἀντιλήψεώς μου ταύτης τὰς νομοθεσίας τῶν χωρῶν ἐκείνων καὶ τὴν πρακτικὴν τῶν χωρῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς ἔχουσι τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν μας, ἀφ’ ὧν καὶ παρελάβομεν ταύτην. Ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία ἔχουσα τὴν διάταξιν τῆς διασαφήσεως ἐφαρμόζει αὐτὴν ἐν τῇ πρακτικῇ συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τὴν διατυπωθεῖσαν ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ. Προκειμένου περὶ εἰσαγωγῆς βαρυτέρου δασμοῦ ἐν Γαλλίᾳ ὄχι μόνον τ’ ἀποθέματα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται καθ’ ὁδὸν πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ αὐτὰ τὰ ἐμπορεύματα ὑπάγονται εἰς τὸ παλαιὸν δασμολόγιον. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐνεδεικνύετο κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ σημερινοῦ δασμολογίου· ἐνεδεικνύετο, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δασμολογικῶν διατάξεων αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἴσχυον εἶχον ἤδη καταρτισθῇ συμβάσεις καὶ παραγγελίαι, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται σήμερον νὰ ὑποστῶσιν ἀνατροπὴν οὐσιώδη ἴσως ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς δασμολογικῆς.
§137Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ποῖαι συμβάσεις;
§138ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παραγγελίαι προμηθειῶν.
§139Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπὶ τιμῇ ποίᾳ;
§140ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ δασμολογίου. Αἱ παραγγελίαι ἐγένοντο, διότι τὸ δασμολόγιον ἦτο ὡς ἦτο μέχρι τοῦδε.
§141Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἑπομένως δὲν θὰ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ καμμία διαφορὰ ἐν τῷ περιεχομένῳ τῆς συμβάσεως.
§142ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω. Ἡ ἄποψις αὐτή, ὅτι αἱ παραγγελίαι ἐγένοντο ὑπὸ ἕν φορολογικὸν καθεστὼς ἀσκοῦν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν τιμῶν, ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ἡ γεννήσασα τὴν σκέψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἐπίσης ὅμως καὶ ἕτερόν τι. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος εἰς προγενεστέραν συζήτησιν ὁμιλῶν περὶ τοῦ δασμολογικοῦ νομοσχεδίου ἐπέκρινεν ὁμοίαν ἔννοιαν πρὸς τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν τότε ἐδώκαμεν εἰς τὸν νόμον καὶ μὲ ἐπέκρινε, διότι ἰσχυρίσθην ὅτι ἑρμηνεύων ἐπιεικῶς τὸν νόμον ἀφήνω τ’ ἀποθέματα ἀφορολόγητα, ὅτι δέ, ἀφοῦ εἶχε διατυπωθῇ ὁ νόμος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης διατάξεως, ἔδει καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ νὰ γίνῃ κατ’ ἀκρίβειαν, μὴ ἐπιτρεπομένης ἐπιεικείας ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ.
§143Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπρόκειτο οὐχὶ περὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§144ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Καὶ εἴπετε ὅτι ἡ ἐπιείκεια, ἂν νομίζωμεν ὅτι τοιαύτη πρέπει νὰ ἰσχύσῃ, πρέπει νὰ διατυπωθῇ ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ.
§145Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν περιέχει διατάξεις τοιαύτας.
§146ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀκριβῶς διότι φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπιεικῶς, διατυπώνω διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τοῦτο, καὶ διαρρυθμίζονται διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς δασμολογικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς νέας χώρας ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τὴν ἐπιεικῆ. Ἡ ἐπιεικεστέρα αὐτὴ ἀντίληψις ἐδέσποσεν ὅμως καὶ ἕνεκεν ἄλλου τινὸς λόγου, λόγου καθαρῶς πρακτικῆς ἀπόψεως. Αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας σήμερον εὑρίσκεται τὸ ἐμπόριον καὶ αἱ συναλλαγαὶ εἶναι τοιαῦται, ὥστε οὐδὲν ἔχομεν οὐσιαστικῶς νὰ ζημιωθῶμεν θέτοντες εἰς ἐφαρμογὴν τὴν ἐπιεικῆ ἀντίληψιν, διότι οὔτε ἀποθέματα μεγάλα ὑπάρχουσιν οὔτε παραγγελίαι σημαντικαὶ ἔχουσι γίνει οὔτε τοιαῦται εὑρίσκονται ἐν πλῷ, διότι δὲν εἶναι δυνατὴ σήμερον πυκνὴ τοὐλάχιστον ἐμπορικὴ ἐπικοινωνία μεταξὺ τῶν πηγῶν τῆς παραγωγῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς ἀγορᾶς τῆς Θεσσαλονίκης ἀφ’ ἑτέρου. Ἐπίσης δέ, ἐὰν θὰ ἠθέλομεν νὰ εἴμεθα ἀκριβεῖς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως περὶ δασμολογήσεως καὶ τῶν ἀποθεμάτων, θὰ ἔπρεπεν ὄχι μόνον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δασμολόγησιν τῶν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ δασμολογίου ἀφιχθέντων ἐμπορευμάτων περὶ ὧν δὲν εἶχε κατατεθῆ διασάφησις, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν δασμολόγησιν τῶν ἀποθεμάτων ὁπουδήποτε εὑρισκομένων. Τότε θὰ εἴχομεν πλήρη ἰσότητα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῇ διοικητικῇ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι τὴν κατὰ πλήρη ἀκρίβειαν, τὴν κατὰ τὸ αὐστηρὸν δίκαιον ἐφαρμογὴν διατάξεως τοιαύτης διὰ τῆς ὁποίας θὰ φορολογῶμεν καὶ τ’ ἀποθέματα, τὴν εὑρίσκω καὶ πρακτικῶς ἀνεφάρμοστον, οὐδέποτε δὲ θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς, θὰ τὴν εὕρισκον δὲ καὶ οὐχὶ σύμφωνον πρὸς τὴν δικαιοσύνην, διότι ἀκριβῶς ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα θὰ εὑρίσκωνται ὑφ’ ὡρισμένας ἐμπορικὰς συνθήκας, αὐτὰ τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν ἐν ἀποθήκαις, αὐτὰ ἤθελον δασμολογηθῆ καὶ αὐτῶν ἡ ἀξία θὰ ἐπεβαρύνετο, τὰ δὲ ἄλλα τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον παραληφθῆ καὶ θὰ ἦσαν ἀνεκποίητα θὰ ἔμενον ἐλεύθερα. Καὶ βεβαίως τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ἰσότης. Ἀλλ’ ἐπίσης τὸν δασμὸν αὐτόν, τὸν ἀφιέμενον ὑπὲρ τοῦ ἐμπόρου, δὲν τὸν κερδίζει ἀποκλειστικῶς ὁ ἔμπορος, διότι μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου δασμολογίου δὲν δύναται ἐξ ὁλοκλήρου νὰ τὸν ἐπιρρίψῃ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Διότι — καὶ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ παρετηρήθη τοῦτο κατὰ τὴν προηγουμένην περίπτωσιν, ὅτε ἐγεννήθη καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τῶν ἀποθεμάτων — ὑπάρχει μεσόχρονον διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν καρποῦται τὸ ἐμπόριον ὁλόκληρον τὸν δασμόν, διότι ὁ ἀνταγωνισμὸς τοῦ πρώτου καιροῦ συντελεῖ εἰς τὸ νὰ κρατήσῃ τὰς τιμὰς χαμηλά.
§147Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξηγήσητε τὸν λόγον;
§148Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν πληροφορίας ἐκ Θεσσαλονίκης, ὅτι ηὐξήθησαν τὰ ἐμπορεύματα ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου.
§149Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαιοῦτε κατὰ ποίαν σειρὰν σκέψεων τὸ βεβαιοῦτε;
§150ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐκ τῆς πράξεως, διότι αὐτὰ τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀποτεθειμένα, κυρίως δὲ ἡ σάκχαρις, μόλις εἰσήχθη ὁ βαρύτερος δασμὸς δὲν προσέθεσαν εἰς τὴν τιμήν των καὶ τὸν δασμόν.
§151Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τοὺς πίνακας αὐτοὺς πῶς κατεσκευάσατε;
§152ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐκ πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἐκ Θεσσαλονίκης, ἐκ τοῦ ἐμπορίου. Αἱ τιμαὶ καὶ τῆς μικρᾶς καταναλώσεως καὶ τῆς μεγάλης δὲν εἶναι τόσον ὅσον θὰ ἦτο ἡ τιμὴ ἡ ἀρχικὴ σὺν τῷ δασμῷ. Ἑπομένως ἡ πεῖρα, φρονῶ, μᾶς δεικνύει ὅτι ὁ δασμὸς δὲν ἐπιβαρύνει ἐξ ὁλοκλήρου ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς τὸ ἐμπόρευμα καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου εἰς βάρος τοῦ καταναλωτοῦ.
§153Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ νὰ ἔχητε πεῖραν, πρέπει νὰ ἔχητε ἀσφάλειαν εἰς τὸ ὄργανον διὰ τοῦ ὁποίου βλέπετε.
§154ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχομεν τὴν βεβαίωσιν τῆς Ἀστυνομίας κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ τιμαὶ τῆς σακχάρεως δὲν ἦσαν ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν, ἂν προσετίθετο ὁλόκληρος ὁ δασμός. Αἱ σκέψεις αὐταὶ εἶναι αἱ κρατήσασαι καὶ πείσασαι ἡμᾶς περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς διατυπώσεως τῆς διατάξεως ταύτης.
§155ΑΛ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῆς δασμολογικῆς ἀφομοιώσεως, διότι καὶ τὸ σκόπιμον αὐτῆς καὶ ἡ ἐπικαιρότης αὐτῆς εἶναι αὐτονόητοι. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δι’ αὐτῆς θ’ ἀρθῇ τὸ ἄτοπον τῆς ὑπάρξεως δύο τελωνειακῶν καθεστώτων ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ Χώρᾳ, ὅτι θ’ αὐξήσωσιν αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις, λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ δασμοὶ τοῦ ἑλληνικοῦ δασμολογίου, οἱ εἰσαγόμενοι ἤδη καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, εἶναι πολὺ ἀνώτεροι τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυόντων ἐκεῖ καὶ ὅτι καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία θὰ λάβωσι νέαν ὤθησιν καὶ νέαν ὁρμήν. Ἕν ἔχω μόνον νὰ ὑποδείξω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ νὰ συστήσῃ εἰς τὰς τελωνειακὰς Ἀρχὰς τῶν νέων χωρῶν ὅπως φαίνωνται ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπιεικεῖς εἰς τοὺς παραλήπτας καὶ καθοδηγῶσιν αὐτοὺς εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἑλληνικοῦ δασμολογίου, ἥτις εἶναι πολὺ δυσχερὴς καὶ εἰς ἡμᾶς ἀκόμη τοὺς ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ δημιουργεῖ πολλάκις μεγάλας ζημίας καὶ εἰς τοὺς ἐμπειροτέρους. Κυρίως θὰ ἐνδιατρίψω, Κύριοι, εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ περὶ ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν. Δύο τινὰ ἔχει νὰ παρατηρήσῃ τις ἐπ’ αὐτοῦ. Πρῶτον τὴν σταθερὰν κατεύθυνσιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐμμέσων φόρων. Ὄντως συνδυαζομένη ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἄλλα νομοθετήματα σχετικὰ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ὅπως πρὸς τὸν νόμον τῆς 23 Ἀπριλίου 1914 καὶ πρὸς ἄλλα νομοσχέδια, τελοῦντα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὡς τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, μαρτυρεῖ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς κατεύθυνσιν ὑπὲρ τῶν ἀμέσων καὶ κατὰ τῶν ἐμμέσων φόρων. Δεύτερον δ’ ὅτι ἐπωφελήθη τῆς ψυχολογικῆς στιγμῆς, εἰσάγουσα τὴν δασμολογικὴν ἀφομοίωσιν εἰς τὰς νέας χώρας, νὰ φέρῃ καὶ τὴν ἐλάττωσιν ὡρισμένων δασμῶν διά τε τὴν παλαιὰν καὶ τὴν νέαν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἐλαττώσεως δασμῶν τινων νομίζω ὅτι ἔχω τὸ καθῆκον νὰ τονίσω ἀκριβῶς τὴν μεθοδικότητα μεθ’ ἧς προβαίνει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ καὶ νὰ ἐξάρω αὐτὴν οὐχὶ ἁπλῶς ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς συμφωνοῦσαν πληρέστατα πρὸς τὴν πεποίθησίν μου, ἣν ἐσχημάτισα καὶ ἀπὸ μελέτης τοῦ ζητήματος παρ’ ἡμῖν ἐκ τῆς μικρᾶς μου ἐπαγγελματικῆς πείρας. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων δασμολογικῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς πλήρους προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ δασμολογίου, τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἔργον μικρὸν οὔτε ἔργον τυχαῖον, διότι πάντες ἀνωμολογοῦμεν ἀνέκαθεν τὰς ἐλλείψεις καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἡμετέρου δασμολογίου, ἀλλὰ πάντες ἐπτοούμεθα πρὸ τῆς σκέψεως πῶς θὰ ἐγίνετο ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, πάντες ἐπτοούμεθα ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι ἠθέλομεν πλήξει συμφέροντα μεγάλα κοινωνικὰ καὶ ἐπαγγελματικά, ἀναπτυχθέντα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἰσχύοντος δασμολογίου. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα ποῖον εἶναι τὸ προσαρμόζον σύστημα δασμολογίου εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν, τὸ προστατευτικὸν ἢ τὸ ἐλεύθερον, διότι τοῦτο ἀκόμη παραμένει καὶ ἀλλαχοῦ ἄλυτον. Περιορίζομαι μόνον εἰς τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονός, ὅτι πρὸ 30 ἐτῶν καὶ πλέον συνετάχθη τὸ ἡμέτερον δασμολόγιον, δὲν ἀναθεωρήθη δ’ ἔκτοτε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι ὁ σπουδαιότερος λόγος πρὸς ἐπιβεβλημένην ἀναθεώρησιν αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν εἰσήγοντο ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἐκαλοῦντο νομοσχέδια περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ δασμολογίου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ εὔηχον αὐτὸ ὄνομα ἐπεβάλλοντο πάντοτε νέοι δασμοί Τὸ δασμολόγιον τὸ ἰσχῦον συνετάχθη πρὸ 30 ἐτῶν ὑπὸ τὰς δημοσιονομικὰς ἀντιλήψεις αἵτινες τότε ἐκράτουν, τότε δὲ ἐκράτουν αἱ ἀντιλήψεις ὅτι ὅσον βαρύτερος εἶναι ὁ δασμὸς τόσον μεγαλύτεραι θὰ εἶναι αἱ ἐξ αὐτοῦ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις· ἐκράτει δὲ ἡ ἀντίληψις αὕτη μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ παρορᾶται καὶ ἡ ἄποψις ὅτι πέρα ἑνὸς ὁρίου ὁ δασμὸς χάνει τὴν ἐλαστικότητά του, καταντᾷ ἀπαγορευτικός, παύει ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ βαρέως δασμολογουμένου εἴδους καὶ ἐνισχύεται τὸ λαθρεμπόριον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον προήχθημεν εἰς πολιτισμόν, καὶ ἐκεῖνα τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐθεωροῦντο εἴδη πολυτελείας ἔγιναν σήμερον εἴδη πρώτης ἀνάγκης, καὶ ἑπομένως ἄλλο ἦτο τὸ μέτρον κατὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ φορολογηθῶσι τότε καὶ ἄλλο τὸ μέτρον καθ’ ὃ πρέπει νὰ φορολογηθῶσι σήμερον. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρόοδος τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν καὶ ἡ ἐξέλιξις τῆς ἀλλοδαπῆς βιομηχανίας καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἀτομικῶν καὶ κοινωνικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας παρουσίασαν νέα προϊόντα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν προνοεῖ τὸ ἡμέτερον δασμολόγιον καὶ γεννῶνται δυσχέρειαι, ὅταν πρόκειται νὰ δασμολογηθῶσι τοιαῦτα νέα εἴδη, ἐλλείψει τῆς προσηκούσης δασμολογικῆς κλάσεως. Θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι πρὸ ἐτῶν ἐγένετο ἀπόπειρα νὰ δασμολογηθῶσι τὰ αὐτοκίνητα ὡς ποδήλατα ἐλλείψει προσηκούσης κλάσεως. Αὐτοί, κατ’ ἐμέ, εἶναι οἱ σπουδαιότεροι λόγοι τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, ἀσχέτως πρὸς οἱονδήποτε ἐλάττωμα αὐτοῦ, καὶ ἂν ἀκόμη τὸ ἡμέτερον δασμολόγιον ἦτο τὸ ἄριστον πάντων. Ἐγείρεται ὅμως τὸ ζήτημα ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, εἴτε διότι ἐτέθησαν προστατευτικοί τινες δασμοί, ἀδιαφόρως ἂν καλῶς ἢ κακῶς, εἴτε διότι ἐτέθησαν τοιοῦτοι δασμοὶ ταμιευτικοί, καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ συνετέλεσαν, ὅπως δημιουργηθῶσι βιομηχανίαι πολύκλαδοι καὶ πολυσχιδεῖς ἐν πλείστοις κλάδοις τῶν ἀτομικῶν καὶ κοινωνικῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ἀκμάζουσι σήμερον καὶ ἀνθοῦσιν, ἀφ’ ἑνὸς ἡ μεγάλη βιομηχανία τοῦ Πειραιῶς καὶ ἄλλων πόλεων, τὴν ὁποίαν βλέπομεν ἀπασχολοῦσαν μέγαν ἀριθμὸν προσώπων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πολύκλαδος βιοτεχνία, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀμφοτέρων ἀποζῶσι μυριάδες ἐργατικῶν οἰκογενειῶν, χιλιάδες ὑπαλλήλων καὶ μέγας ἀριθμὸς ἐπιστημόνων. Τὸ οὐσιῶδες δὲ δὲν εἶναι μόνον ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος ὁ μέγας ἀποζῇ ἐκ τῶν βιομηχανιῶν, ἀλλ’ ἐμφανίζεται ἐν τῷ οἰκονομικῷ καθεστῶτι καὶ ὡς ἄλλος οἰκονομικὸς παράγων σημαίνων, ἐμφανίζεται ὡς καταναλωτὴς ἄλλων προϊόντων τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ὡς μισθωτὴς ἀκινήτων κλπ. Προσέτι δὲ πλεῖσται τῶν βιομηχανιῶν τούτων δίδουσι τροφὴν εἰς ἄλλας βιομηχανίας, εἰς ἄλλας βιοτεχνίας, εἰς ἐργασίας καὶ εἰς ὑπηρεσίας μεταφορῶν, συγκοινωνίας, φορτώσεων, ἐκφορτώσεων κλπ. Ἐγείρεται λοιπὸν τὸ ζήτημα ποῖος θὰ εἶναι ὁ τρόπος ἐκεῖνος καθ’ ὅν, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐνδείκνυται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀφ’ ἑτέρου νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὴν χωρὶς νὰ πλήξωμεν ἀποτόμως τὰ μεγάλα ταῦτα συμφέροντα. Τὸ κατ’ ἐμὲ νομίζω ὅτι ἡ μέθοδος τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἡ ἀρίστη πασῶν, διότι ἀρξαμένη ἀπὸ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν τῶν τροφίμων ἀνακουφίζει αἰσθητῶς τὸν λαόν, χωρὶς νὰ θίξῃ ἀμέσως τὰς βιομηχανίας καὶ τὰς βιοτεχνίας, αἱ ὁποῖαι ἀνθοῦσιν ἐν τῷ Τόπῳ, τοῦτο δὲ πράττει περίπου καὶ ἐν τῷ σημερινῷ νομοσχεδίῳ, ἐλαττοῦσα τοὺς δασμοὺς διαφόρων κλάσσεων, χωρὶς νὰ θίγῃ αἰσθητῶς ὡρισμένας βιομηχανίας. Θὰ ἐνίσχυον τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ προβῇ εἰς γενικωτέραν ἐλάττωσιν καὶ ἐπὶ πασῶν ἐκείνων τῶν κλάσσεων τοῦ δασμολογίου αἱ ὁποῖαι δὲν θίγουσι βιομηχανίας. Καὶ εἶναι πλεῖστοι τοιοῦτοι δασμοί, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ εἶναι βαρύτατοι, ἐντούτοις δὲν προστατεύουσι βιομηχανίαν τινά. Τὸ ἡμέτερον δασμολόγιον ἔχει περὶ τὰς 350 κλάσσεις. Ἐξ αὐτῶν 70 ἕως 75 κλάσσεις ἀνάγονται εἰς δασμοὺς προστατεύοντας βιομηχανίας. Δύναται ἑπομένως κατόπιν μελέτης νὰ γίνῃ ἐλάττωσις πασῶν τῶν ἄλλων κλάσσεων, ἀφοῦ βεβαίως συνεξετασθῶσι καὶ αἱ δημοσιονομικαὶ ἀνάγκαι, ἂν δηλαδὴ ἡ ἐλάττωσις ἑνὸς δασμοῦ θὰ καλυφθῇ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως, καὶ τὰ ἐκ τῶν ξένων συμβάσεων ἀνταλλάγματα, ἂν δηλονότι ἐλαττοῦντες τοὺς δασμοὺς τούτους θὰ ἐπιτύχωμεν ἀνταλλάγματα σοβαρὰ παρὰ τῶν ξένων Χωρῶν ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Ἀφοῦ δ’ ἐξαντληθῶσι πᾶσαι αἱ ἄλλαι κλάσσεις καὶ ἴδωμεν ὅτι δὲν ἀνακουφίζεται αἰσθητῶς ὁ λαός, τότε θὰ ἠδύνατο ἡ ἐλάττωσις νὰ στραφῇ καὶ πρὸς τοὺς προστατευτικοὺς δασμούς, ἀκολουθοῦσα τὴν κλίμακα τοῦ δικαίου καὶ τῆς λογικῆς. Ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ὁ ἀριθμὸς τῶν προσώπων τῶν ἀποζώντων ἐξ ἑκάστης βιομηχανίας, τίνες ἄλλαι συναφεῖς βιομηχανίαι καὶ βιοτεχνίαι ὑποβοηθοῦνται καὶ ὑποστηρίζονται ἐκ τῆς ὑπὸ κρίσιν βιομηχανίας, πόσα συνεισφέρει ἑκάστη βιομηχανία εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν μεταφορῶν καὶ τῆς συγκοινωνίας, τῶν φορτώσεων καὶ ἐκφορτώσεων, τὸ ποιὸν καὶ ἡ τιμὴ εἰς τὴν ὁποίαν παρέχει ἑκάστη βιομηχανία τὸ προϊόν αὐτῆς εἰς τὴν κατανάλωσιν καὶ ποσοστὸν μέρος τῆς βιομηχανικῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος ἀποτελεῖ ἡ προστασία ἑκάστης βιομηχανίας. Ἀπὸ δὲ δημοσιονομικῆς ἀπόψεως θὰ ὤφειλε νὰ ἐξετασθῇ, προκειμένου μὲν περὶ βιομηχανιῶν αἱ ὁποῖαι μεταχειρίζονται ἡμικατεσκευασμένας ὕλας, πόση θὰ ἦτο ἡ διαφορὰ τῶν εἰσπραττομένων δασμῶν ἐπὶ τῶν ἡμικατεσκευασμένων ὑλῶν τὰς ὁποίας εἰσάγουσι καὶ μεταχειρίζονται αὗται ἀπέναντι τῶν εἰσπραχθησομένων ἐκ τῶν ἐλαττωθησομένων δασμῶν τοῦ ἀντιστοίχου ἀλλοδαποῦ εἴδους καὶ τῆς τυχὸν αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ. Προκειμένου δὲ περὶ βιομηχανιῶν αἱ ὁποῖαι μεταχειρίζονται ἀτελεῖς πρώτας ὕλας ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ποῖα εἶναι τὰ ἀνταλλάγματα, τῶν ὁποίων ὑπὲρ τοῦ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου καὶ ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ἀπολαύει τὸ Κράτος ἀπὸ τῶν ἄλλων Χωρῶν, ἀφ’ ὧν εἰσάγει τὰς πρώτας ταύτας ὕλας ἀτελῶς. Οὕτω προβαίνουσα ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι δυνατόν, χωρὶς ν’ ἀποστῇ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, νὰ προβῇ εἰς βαθμικίαν ἐλάττωσιν δασμῶν προστατευόντων βιομηχανίας αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἐπλήρουν τοὺς ὅρους οὓς ἐξέθηκα, πάντοτε ὅμως βαθμηδὸν καὶ κατὰ χρονικὰς περιόδους. Οὕτω πολιτευομένη εἶναι ὡς νὰ προειδοποιῇ τὸν βιομήχανον, τὸν βιοτέχνην, περὶ τῆς σταθερᾶς αὐτῆς πολιτικῆς καὶ ὅτι ἑπομένως ὀφείλει οὗτος νὰ βελτιώσῃ τὰ μηχανήματα αὐτοῦ, τὴν ποιότητα τοῦ προϊόντος αὐτοῦ καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Σήμερον μάλιστα, ὁπότε ἐπεξετάθη τὸ Κράτος, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν βιομηχανίαν νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν κατανάλωσιν εἰς τὰς νέας χώρας, ἵνα οὕτως ἀκοπώτερον ἀντίσχῃ εἰς τὴν ἐνδεχομένην ἐλάττωσιν τῶν δασμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰς διαμαρτυρίας κατὰ τῶν προπαρασκευαστικῶν δασμῶν ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Κυρίως δὲν διαμαρτύρονται οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοί, ἐκεῖνοι δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι τοὐλάχιστον δὲν ὠφελοῦνται ἀμέσως ἐκ τῶν βιομηχανιῶν, ἀλλ’ οἱ ἀστικοί, ἐκεῖνοι δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι κατὰ μέγιστον μέρος ὠφελοῦνται ἐκ τῶν βιομηχανιῶν, ὡς ἐργάται, ὡς μισθωτοί, ὡς ἐκμισθωταὶ ἀκινήτων. Ἀλλὰ τί συμβαίνει; Διαμαρτύρονται πάντες κατὰ τῶν προστατευτικῶν δασμῶν, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα μόνον ὅρον, ἀρκεῖ νὰ μὴ θιχθῇ ὁ δασμὸς τῆς βιομηχανίας ἐξ ἧς αὐτοί, οἱ διαμαρτυρόμενοι, ἀποζῶσι. Τοῦτο παρετήρησα καὶ ἄλλοτε, ἐνισχύθη δὲ ἡ πεποίθησίς μου κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς συμβάσεως. Εἶδον ἐπαγγέλματα καὶ βιοτεχνίας αἱ ὁποῖαι ἐπρωτοστάτησαν ἐν συλλαλητηρίοις κατὰ τῶν δασμῶν νὰ ζητῶσιν ἤδη πῶς νὰ περισωθῶσιν αἱ ἰδικαί των βιοτεχνίαι. Ὁμολογουμένως αἱ βιοτεχνίαι αὗται συνέπεσε νὰ ὦσιν ἄξιαι προστασίας, τοῦτο ὅμως ἦτο ἁπλῆ σύμπτωσις Ἀνέφερα τοῦτο, διὰ νὰ καταδείξω ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι κατὰ τῶν προστατευτικῶν δασμῶν συνήθως δὲν προέρχονται ἐξ ἐπιγνώσεως τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἐκ τῆς φυσικῆς ῥοπῆς τοῦ φορολογουμένου νὰ εἶναι κατὰ παντὸς γενικῶς φόρου. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τοιοῦτο μέτρον ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, νὰ ῥυθμίζῃ δὲ τὰς ἀποφάσεις της μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν τῶν δυναμένων νὰ ἔχωσιν ἔγκυρον καὶ ἐνσυνείδητον γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατά.
§156Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ὅμως...
§157Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα πῶς πρέπει νὰ γίνῃ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ δασμολογίου. Θὰ προσέθετον κάτι ἄλλο. Ἐὰν εἶναι δυσχερής, δὲν εἶναι ὅμως ἀδύνατος ἡ ἐξεύρεσις τοῦ λογικοῦ ὁρίου μέχρι τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ φθάσωσιν οἱ προστατευτικοὶ δασμοί. Κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς Ἑλληνοαυστρικῆς συμβάσεως συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἔμποροι καὶ βιομήχανοι, τάξεις δηλαδὴ ἔχουσαι ἐντελῶς ἀντίθετα συμφέροντα· ἐντούτοις κατώρθωσαν νὰ φθάσωσιν εἰς πλεῖστα σημεῖα ἐναρμονίσεως, ὅπως εἰς τὸ περὶ μαλλίνων ὑφασμάτων καὶ εἰς ἄλλα. Θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ συνεννόησις νὰ ἐπεκταθῇ, ἀφοῦ σήμερον ἔμποροι καὶ βιομήχανοι δὲν βλέπουσι τὰ πράγματα ὑπὸ τὸ στενὸν πρίσμα τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ διαπνέονται ὑπὸ εὐρυτέρων ἀντιλήψεων. Ἐὰν κατὰ τοιαύτην μέθοδον ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις τῶν δασμῶν, ἡ μεταρρύθμισις τοῦ δασμολογίου θὰ συντελεσθῇ φυσιολογικῶς, ὥστε, ὅταν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ὁριστικὴ μεταρρύθμισις, αὕτη νὰ μὴ εἶναι ἡ τυπικὴ κύρωσις τῆς ἤδη οὐσιαστικῶς συντελεσθείσης τοιαύτης. Οὕτω μεταρρυθμιζόμενον τὸ δασμολόγιον θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ τὸν ταμιευτικὸν αὐτοῦ σκοπὸν νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὴν βιομηχανίαν ἐν λογικῷ μέτρῳ νὰ προστατεύσῃ καὶ τὸν λαὸν αἰσθητῶς ν’ ἀνακουφίσῃ.
§158Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, ὅπως ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων τὰ ὁποῖα εἴτε εὑρίσκονται ἤδη ἐν ταῖς νέαις χώραις εἴτε εὑρίσκονται φορτωμένα μὲ κατεύθυνσιν πρὸς ἐκείνας. Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰ ἐπιχειρήματα ἅτινα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διετύπωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὲρ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐμπεριέχει, ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἐποίησεν ὑπὲρ τῆς ὀρθότητος τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν ἠκούσθησαν ἤδη πρώτην φοράν, ἀλλὰ πρὸ καιροῦ ἐπὶ μεταρρυθμίσεως δασμολογικῆς ἄλλης. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τότε ἐγένετο ἐπίκρισις κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἄνευ νόμου εἰδικοῦ ἢ εἰδικὴν περιέχοντος διάταξιν ἐφήρμοσε σύστημα ἄλλο ἢ τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον. Τότε τὸ πρᾶγμα ἦτο ἐξεταστέον ἀπὸ διττῆς ἀπόψεως. Ἡ κυρίως προέχουσα ἄποψις ἦτο τὸ νόμιμον ἢ μὴ τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐν παρόδῳ δ’ ἐξητάζετο ἂν καὶ κατὰ πόσον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον προέβη παρανόμως κατ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπέκρινον αὐτὸν ἦτο ἀντικείμενον πρὸς νομικὸν ἢ οἰκονομικὸν συμφέρον. Τότε κατεδείχθη τὸ πρῶτον ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον, ἀλλὰ κατεδείχθη ἐπὶ πλέον ὅτι οὐδὲν συμφέρον κοινωνικὸν ἢ τοῦ Δημοσίου ἐξυπηρετήθη διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος ἐκείνου. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ὁ κ. Ὑπουργὸς προέταξε τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα καὶ τώρα ἐπεκαλέσθη, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ὁ ἀκροώμενος αὐτοῦ ὅπως σχηματίσῃ πεποίθησιν ἀντελαμβάνετο ὅτι ἐπανελάμβανεν αὐτολεξεὶ τὴν τότε ἀγόρευσίν του. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι οὗτος δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς τότε κατ’ αὐτοῦ ἀντιταχθείσας παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν τὸ αὐτὸ σύστημα νὰ ἔλθῃ ἐκ νέου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τίνα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημά του ὑπὲρ τοῦ συστήματός του εἶναι ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἢ μᾶλλον βέβαιον, ὅτι ἔχουσι λάβει χώραν συμβάσεις συναφθεῖσαι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἰσχύοντος δασμοῦ. Καὶ ἐρωτῶ αὐτόν· περὶ τίνων συμβάσεων ὁμιλεῖ; Περὶ τῶν συμβάσεων δι’ ὧν ὑπὸ τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις ἐμπόρων παρηγγέλθησαν ἢ ἠγοράσθησαν ἐμπορεύματα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τῶν ὁποίων τὸ ἀντίτιμον ἐκανονίσθη ἐν σχέσει πρὸς οἱονδήποτε φόρον; Ἐμπορεύματα τῶν ὁποίων τὸ ἀντίτιμον ἐκανονίσθη ὑπὸ τοῦ φόρου αὐτοῦ; Καὶ μοὶ ἀπήντησε ναί. Καὶ ἐρωτῶ· κατὰ ποίαν ἔννοιαν καὶ συνδυασμὸν παρατηρήσεων δύναταί τις ν’ ἀχθῇ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ σύναψις τῆς συμβάσεως δι’ ἧς ἔμπορος ἀγοράζων ἐμπόρευμα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκόμενον καὶ προκείμενον νὰ εἰσαχθῇ ἐν τῇ χώρᾳ μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ δασμολογικοῦ συστήματος, κατὰ ποῖον, λέγω, συνδυασμὸν παρατηρήσεων ἡ σύναψις τοιαύτης συμβάσεως δύναται νὰ προσαχθῇ ὡς ἐπιχείρημα, ἵνα ἀξιωθῇ ὅτι τὸ νέον δασμολογικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ εἶναι εἰσηγμένον, ὅταν θὰ εἰσαχθῇ τὸ ἐμπόρευμα, δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐπὶ τοῦ ἐμπορεύματος τούτου; Καὶ ἂν ἐπρόκειτο ὁ φόρος οὗτος νὰ βαρύνῃ τὸν ἔμπορον, ἀπὸ ποίας στιγμῆς ὁ ἔμπορος καθίσταται ὑπόχρεος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον αὐτόν; Ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς καταναλώσεως; Καὶ ἂν ἀποβλέψῃ εἰς ὡρισμένην κατανάλωσιν, ἔχει ὑπ’ ὄψει ὅτι μικρὸς ἐπιβάλλεται φόρος. Ὅταν ἐπιβάλληται μεγαλύτερος φόρος, δύναται νὰ παραιτηθῇ τῆς καταναλώσεως ταύτης, ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀξιώσῃ νὰ γίνῃ ἡ κατανάλωσις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προτέρου φόρου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο τερατῶδες νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ ὁποῖος συνῆψε σύμβασιν καὶ ἠγόρασεν ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς δασμολογικοῦ νόμου δύναται ν’ ἀξιώσῃ νὰ μὴ ὑπαχθῇ εἰς τὸν νόμον ὁ ὁποῖος μετὰ ταῦτα ἴσχυσε. Διότι τί λέγει ὁ ἔμπορος ὁ συνάψας τὴν σύμβασιν πρὸς τὸν Ὑπουργόν; Ὅτι ἔχει κεκτημένον δικαίωμα νὰ μὴ πληρώσῃ τὸν νεώτερον φόρον. Λέγει ὁ ἔμπορος· ἐπειδὴ τὸ ἐμπόρευμα τὸ ἔχω ἀγοράσει ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν δὲν ἴσχυεν ὁ βαρύτερος φόρος, πρέπει νὰ μὴ πληρώσω τὸ μέρος τοῦ φόρου τὸ ἐπὶ πλέον τοῦ παλαιοῦ τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως. Καὶ διατί νὰ μὴ τὸ πληρώσῃ; Ἵνα ἀπαλλάξῃ τοῦ φόρου ἐκείνους οἵτινες θὰ καταναλώσωσι τὸ ἐμπόρευμα. Τίς θὰ ἰσχυρισθῇ ἢ θ’ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ ἔμπορος νὰ λέγῃ πρὸς ἀνθρώπους οἵτινες νὰ τὸν πιστεύσωσι τοιαῦτα λέγοντα, ὅτι ἐγὼ ἀξιῶ νὰ μὴ πληρωθῇ ὁ φόρος, διότι ἐννοῶ ν’ ἀπαλλαχθῇ ὁ πελάτης ὁ ὁποῖος θὰ καταναλώσῃ τὸ ἐμπόρευμα τοῦ φόρου αὐτοῦ; Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ τοιαῦτα, ἂν δέ τις τὰ εἴπῃ, οὐδεὶς θὰ τὸν πιστεύσῃ. Ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς παραγγελίας τοῦ ἐμπορεύματος δὲν δύναται κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν νὰ σχετισθῇ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σχετισθῇ;
§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγένετο μία παρεξήγησις. Δὲν ἰσχυρίσθη τοιοῦτό τι ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἔμπορος ὁ παραγγείλας ὑφ’ ὡρισμένον φόρον δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ μεγαλύτερον. Εἶπεν ὅτι ὁ ἔμπορος ὁ ὁποῖος ὑφ’ ὡρισμένον φόρον ἔκαμε παραγγελίας, συχνότατα ὁ ἔμπορος αὐτὸς ἔχει προβῆ ἤδη εἰς συμβάσεις περαιτέρω σχετιζομένας πρὸς τὸ ἐμπόρευμα. Σημειώσατε ὅτι παρετηρήσαμεν τοῦτο ἀπὸ τὴν ἄλλην φοράν.
§160Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶναι νέον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§161ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ σκέψις αὐτὴ ἐκράτησεν ἐπὶ μακρόν. Προσεκρούσαμεν ἀναγκαίως εἰς εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα.
§162Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργός ἠρωτήθη ἀκριβῶς ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτε ἐμνημόνευσε τὰς συμβάσεις, ἵνα μοὶ εἴπῃ, ἂν ἔχει ὑπ’ ὄψει του συμβάσεις οἵας ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς μνημονευθείσας ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἢ συμβάσεις οἷαι ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀγορεύων λέγω τὴν στιγμὴν ταύτην, καὶ μοὶ ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, βοηθοῦντος καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι...
§163ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§164Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα σαφῶς καὶ εἶπον ἔτι σαφέστερον· πρόκειται περὶ συμβάσεων ἀφορωσῶν εἰς ἐμπορεύματα, ἐν τῷ τιμήματι τῶν ὁποίων ἔχει περιληφθῇ ὁ φόρος, ἢ περὶ ἐμπορευμάτων ἀτελωνίστων; Ἀλλ’ ὅσα ἐπιχειρήματα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀντετάχθησαν ἀφορῶντα εἰς τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, βεβαίως δὲν ἦσαν βάσιμα καὶ διὰ τοῦτο τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα ἐγκατελείφθησαν καὶ ἀντὶ τούτων προτάσσω τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσω. Τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἤδη προτάσσεται εἶναι τοῦτο. Εἶναι ἐνδεχόμενον τινὲς τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐμπορεύματα εἴτε ὑπὸ διαμετακόμισιν, εἴτε ἐν ἀτμοπλοίοις ἐν τῷ λιμένι, εἴτε ἐν πλῷ, νὰ ἔχωσι διαθέσιμα τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα ἐν τῇ Χώρᾳ, οὐχὶ βεβαρημένα μὲ τέλος, ἀλλ’ ἐλεύθερα, δηλαδὴ νὰ ἔχωσι πωλήσει αὐτὰ μὲ τὸ τέλος βαρύνον αὐτά, δηλαδὴ ἀπηλλαγμένα τοῦ τέλους, διότι τὸ τέλος βαρύνει τοὺς πωλητάς.
§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πάντοτε τὸν πωλητὴν θὰ βαρύνῃ τὸ τέλος.
§166Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τούτου. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ἂν τοῦτο εἶναι ἱκανὸν νὰ ἄρῃ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ καθορίσωμεν ὁποία τις εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ ἔκτασις τοῦ φαινομένου τούτου, δηλαδὴ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐμπορευμάτων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῇ Χώρᾳ ἀφορολόγητα, μήπω τελωνισθέντα, καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν πλῷ, ποῖον θὰ εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεχόμενον ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ ἔχῃ πωληθῆ. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν μηχανισμὸν τοῦ ἐμπορίου. Ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἐμπορευμάτων ἐν Χώρᾳ τινὶ συντελεῖται ὑπὸ τῶν λεγομένων χονδρικῶν ἐμπόρων, τῶν εἰσαγόντων μεγάλα ποσά, οἱ ὁποῖοι δὲν πωλοῦσι κατὰ κανόνα εἰς ἄλλους ἐμπόρους. Μετ’ ἐκείνων τῶν ἐμπόρων, μεταξὺ μεγαλεμπόρων καὶ ἐμπόρων ἐρχόμενοι εἰς συνάφειαν εἶναι δυνατὸν νὰ πωλήσωσι διὰ προσυμβάσεως. Σπάνιον ὅμως, διότι αἱ προσυμβάσεις εἶναι συνήθεις μόνον μεταξὺ τῶν μεγαλεμπόρων, τῶν χονδρικῶν, τῶν κερδοσκοπούντων ἐκ καταρτίσεων συμβάσεων μέλλοντος. Εἶναι δυνατὸν καὶ οἱ ἔμποροι τῆς καταναλώσεως μετὰ τῶν ἐμπόρων τῶν εἰσαγόντων ἐμπορεύματα χονδρικῶς νὰ καταρτίσωσι συμβάσεις, ἀλλ’ αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὰς μελλούσας ἐκτελέσεις, αἵτινες εἶναι σπανιώταται. Αὐτὸς εἶναι ὁ μηχανισμὸς τοῦ ἐμπορίου. Γίνεται ἐπὶ τιμῇ ἐμπορεύματος βεβαρημένου μετὰ τέλους, οὐχὶ ἐλευθέρου, διότι τὸ ἐμπόριον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γίνεται μεταξὺ ἐμπόρου τοῦ λιμένος τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἐμπόρου ἐγκατεστημένου ἐν τοῖς ἐνδοτέροις τῆς Μακεδονίας. Ὁ ἔμπορος δ’ ἐκεῖνος ἀγοράζει τὸ ἐμπόρευμα βεβαρημένον, ἵνα τὸ πωλήσῃ βαρύτερον ἐν τῇ Χώρᾳ του ἢ καὶ εἰς ἄλλα μέρη, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι Χῶραι αἱ ὁποῖαι ἐπικοινωνοῦσι θαλασσίως μετὰ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ οὐχὶ διὰ ξηρᾶς. Τὸ ποσὸν δὲ τῶν ἐμπορευμάτων τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῇ ἀντικείμενον τοιαύτης συμβάσεως, οἵα ἡ ἤδη ἀντιτασσομένη, θὰ εἶναι κατ’ ἀνάγκην ἐλάχιστον. Ὅτε δὲ ὁ νομοθέτης τίθεται μεταξὺ τῆς ὀρθῆς λύσεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συμφέροντος τοῦ δημοσίου Ταμείου καὶ μιᾶς δυσχερείας ἡ ὁποία δύναται νὰ παρουσιασθῇ καὶ ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ ὡς ἀδικία προσώπων τινῶν— διότι τί συμβαίνει, ἐὰν ἐφαρμόσητε τὸν φόρον;—θὰ γεννῶνται τὰ ζητήματα τίς πρέπει νὰ τὸν πληρώσῃ, διότι ἐγὼ σᾶς ἐπώλησα τὸ ἐμπόρευμα αὐτὸ ἐλεύθερον τέλους μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλω ἐγὼ τὸ τέλος, ὅτε τοῦτο ἦτο 20 δραχ. διὰ τὰς 100 ὀκάδας, ἐνῷ ἤδη γίνεται 40 δρ. διὰ τὰς 100 ὀκάδας. Γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα τίς θὰ ὑποστῇ τὴν διαφοράν. Ὁ μόνος λόγος ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὰς συμβάσεις περὶ ὧν πρόκειται εἰς συσχέτισιν πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον σκεπτόμεθα εἶναι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος· τίς θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, ὁ πωλητὴς ἢ ὁ ἀγοραστής. Ἐφ’ ὅσον δὲ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποπτεύσῃ τις ὅτι καθ’ ἑρμηνείαν τῶν κειμένων νόμων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φορτωθῇ αὐτὸ τὸ βάρος εἰς τὸν ἀγοραστήν, λέγω, διὰ νὰ μὴ τὸ φορτώσῃ ὁ ἀγοραστὴς εἰς τὸν πωλητὴν καὶ ζημιωθῇ οὗτος, τί πρέπει νὰ γίνῃ; Πρέπει νὰ μὴ ἐγκρίνωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ βάρος τὸ φέρει ὁ ἀγοραστής. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρέπον καὶ ὄχι νὰ ἐφαρμόσωμεν σύστημα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἵνα ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον νὰ ζημιωθῇ ὁ πωλητής, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς δὲν θέλει ζημιωθῆ. Δέον λοιπὸν νὰ θέσωμεν διάταξιν δι’ ἧς τὸ ηὐξημένον τέλος νὰ βαρύνῃ ὄχι τὸν πωλητὴν ἀλλὰ τὸν ἀγοραστήν. Αὕτη θὰ εἶναι ἡ ἑρμηνεία ἡ ὁποία κατὰ τοὺς κειμένους νόμους θὰ ἐδίδετο εἰς τὰς συμβάσεις αὐτὰς καὶ χωρὶς νὰ θέσωμεν τὴν διάταξιν. Αὕτη ἡ λύσις θὰ ἐδίδετο ὑπὸ τῶν δικαστηρίων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν θὰ ἐνεφανίζετο πρὸ αὐτῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν ἔχωμεν φόβον τοιοῦτον, ἂς θέσωμεν διάταξιν ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ παρὰ ἐπὶ ἐλαχίστων ἀσημάντου σημασίας συμβάσεων. Ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὴν πρώτην μορφὴν τὴν ὁποίαν ἀντέταξε καὶ κατὰ τὴν δευτέραν μορφὴν τῆς συμβάσεως τῆς ἀφορώσης εἰς ἐμπορεύματα ἐλεύθερα δὲν δύναται νὰ σταθῇ. Τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται εἶναι ἡ ἐπιείκεια. Κύριοι, εἶμαι καὶ ἔσομαι πάντοτε ὑπὲρ τῆς φορολογικῆς ἐπιεικείας. Δὲν ὑποθέτω δὲ κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ μὴ εἶναι ὑπὲρ τῆς φορολογίας τῆς ἐπιεικείας, διότι πάντες αἰσθανόμεθα ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀφαίρεσις χρημάτων παρ’ ἐκείνου εἰς τὸν ὁποῖον κατὰ τοὺς φυσικοὺς καὶ νομικοὺς κανόνας δικαίου ἀνήκουσιν εἶναι πρᾶξις σκληρὰ καὶ ὅτι, ἐὰν ἡ ἀφαίρεσις αὕτη γίνηται πέρα τοῦ ὁρίου ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλουσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, εἶναι πρᾶξις ἐγκληματική. Ἀλλὰ δεχόμενος ὅτι ἡ ἀφαίρεσις χρημάτων ὑπὸ τοῦ Κράτους πέρα τῶν ὀφειλομένων εἶναι πρᾶξις ἐγκληματικὴ λέγω συγχρόνως ὅτι ἡ ἐξυπηρέτησις τοῦ ὑψίστου συμφέροντος τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἶναι νὰ τῷ ἀποδώσωμεν τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα θέλει νὰ λάβῃ τὸ Κράτος, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ. Τὰ μεγαλύτερα συμφέροντα τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ ἄτομον ἐξυπηρετοῦνται διὰ τοῦ Κράτους. Συνεισφέρον τὸ ἄτομον ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους συνεισφέρει ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ὄχι μόνον τῶν ἰδανικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν οἰκονομικῶν. Ἑπομένως, ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχωμεν τὸ ἐπιχείρημα, νὰ μὴ πάρωμεν τίποτε. Ἐὰν ὅμως μᾶς χρειάζωνται, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ τὰ πάρωμεν, διότι δὲν θὰ ἦτο ἐπιείκεια πρὸς αὐτούς, ἐὰν παρεγνωρίζομεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Διατί ὅμως ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ὁπωσδήποτε; Αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα φορολογικῆς ἐπιεικείας, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἐπιεικοῦς ἐξαιρέσεως τμημάτων τινῶν. Ἡ ἐξαίρεσις ὡρισμένων προσώπων ὑφ’ ὡρισμένας περιστάσεις διατελούντων, τὰ ὁποῖα, ἐὰν δὲν ἐγένετο ἡ ἐξαιρετικὴ δι’ αὐτοὺς διάταξις, ἐπίσης θὰ ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν φορολογίαν αὐτήν, ἡ ἐξαίρεσις αὕτη εἶναι καὶ λέγεται ἀδικία, διότι εἶναι δωρεὰ χρήματος πρὸς αὐτούς. Τίνες εἶναι ἐκεῖνοι ὑπὲρ τῶν ὁποίων γίνεται ἡ ἐπιείκεια; Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει ὅτι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπλήρωνον τὸν φόρον καὶ ἐπειδὴ δὲν δύνανται νὰ τὸν πληρώσωσι, δὲν θὰ τὸν πληρώσωσι, καὶ αὕτη ἡ ἐπιείκεια εἶναι δικαία, διότι αὐτὸς ἔχει πληροφορίας ὅτι θὰ πωλήσωσι μὲ τὴν μικροτέραν τιμήν, τὴν τιμὴν ἥτις προκύπτει ἐκ τοῦ ἐλάσσονος φόρου. Κύριοι, ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἔμποροι οἱ ὁποῖοι νὰ πωλήσωσι μὲ τὴν τιμὴν τοῦ μικροτέρου φόρου εἶναι ἰσχυρισμὸς παρὰ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων. Διότι, καὶ ἂν ἤθελέ τις φαντασθῆ ὅτι οἱ ἔμποροι τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι ἄγγελοι κατελθόντες ἐξ οὐρανοῦ καὶ προορισμὸν ἔχοντες νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τῶν ὁμοίων των, τὸ πρῶτον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐγίνετο ἐκεῖ θὰ ἦτο ὅτι θὰ εὑρίσκοντο ἀπέναντι τῶν ἀγγέλων αὐτῶν δαίμονές τινες κερδοσκόποι οἱ ὁποῖοι θὰ ἔκαμνον τοῦτο, θὰ ἔσπευδον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καί θὰ ἠγόραζον παρὰ τῶν μικρῶν ἐμπόρων τῆς καταναλώσεως, ὠφελούμενοι αὐτοὶ τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον θ’ ἀπέστεργον οἱ ἄγγελοι. Πρέπει νὰ φαντασθῆτε τὸν οἰκονομικὸν ἡμῶν ὀργανισμόν, τὸν πλουτολογικόν, τὸν ἐμπορικὸν ἡμῶν ὀργανισμὸν τελείως πρότυπον, εἰς οὐδεμίαν ἀποβλέποντα κερδοσκοπίαν, διὰ νὰ δεχθῆτε ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅταν ἐπιβληθῇ εἷς φόρος ἐπὶ ὑπαρχόντων ἀποθεμάτων καὶ ὑπάρχουσιν ἀποθέματά τινα, τὰ ὁποῖα δύνανται, φυλαττόμενα, νὰ πωληθῶσι μετὰ βραχύτατον χρόνον μὲ τιμὴν τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ μεγαλυτέρα φορολογία, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὰ ἔχει θὰ πωλήσῃ αὐτὰ μὲ τὴν τιμὴν τὴν μικροτέραν, ἡ ὁποία ἴσχυε πρὸ τῆς φορολογίας. Ὁ μόνος λόγος ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τὸν ἐξαναγκάσῃ εἶναι ἡ ἀνάγκη νὰ ἐκποιηθῇ τὸ ἐμπόρευμά του, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἔμποροι οἱ ὁποῖοι ἐξ ἰδίων δυνάμεων θὰ πληρώσωσι τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ προσφερθῇ εἰς αὐτοὺς μὲ ηὐξημένον τὸν τόκον, διὰ νὰ τῷ διευκολύνωσι τὴν ἐνέργειαν, καὶ ἑπομένως τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶναι οἱ μὲν καταναλωταὶ νὰ πληρώσωσι τὴν ἀξίαν τοῦ ἐμπορεύματος, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τοῦ μείζονος φόρου, οἱ δὲ ἔμποροι νὰ πορισθῶσι τὸ κέρδος ἐκ τῆς τοιαύτης διαφορᾶς, κέρδος τὸ ὁποῖον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐλήφθη πρόνοια διὰ νὰ ἐπεκταθῇ, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐξαιροῦνται τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου καὶ τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουσι φορτωθῆ καὶ διατελοῦσιν ἐν πλῷ μετὰ τὴν 1 Νοεμβρίου. Εἶναι δυσχερές, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ναυτιλιακῶν ἐγγράφων, νὰ τεθῇ ἄλλη ἡμέρα ἀπόπλου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου, καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο, κ. Ὑπουργέ, ὅπως ἔχετε διατυπώσει τὸ νομοσχέδιόν σας, πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ τέλους τῶν ἐμπορευμάτων ὄχι μόνον τῶν εἰς Θεσσαλονίκην ἀποστελλομένων καὶ ἐν πλῷ εὑρισκομένων, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα θὰ ἔχητε τὴν πεποίθησιν πότε ἀπέπλευσε τὸ πλοῖον, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐμπορευμάτων ἀποστελλομένων ἀπὸ μεσογείων χωρῶν καὶ μὲ τὴν σιδηροδρομικὴν κατεύθυνσιν.
§167ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἡμέρας.
§168Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἡμέρας. Ἔπειτα, ὅτε ὡμιλοῦμεν περὶ τῶν ἐν πλῷ, μοὶ εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰς φορτωτικάς. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι πρόκειται μόνον περὶ ἀτμοπλοίων καὶ ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν; Καὶ τίς θέλει ἐξαιρέσει τὰ ἱστιοφόρα ἢ καὶ τὰ μικρὰ ἰδιωτικὰ ἀτμόπλοια; Δὲν γίνεται βεβαίως εἰσαγωγή, ἀλλ’ εἰσαγωγὴ ἡ ὁποία θέλει ἐπιδιώξει νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν περίστασιν δύναται νὰ γίνῃ ἐν πλῷ καὶ νὰ γίνῃ μία κερδοσκοπία ἐκ τῆς καταχρήσεως. Λοιπὸν οὕτω τιθεμένης τῆς διατάξεως, διὰ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ὡμίλει περὶ ἐξαιρέσεως τῶν φορτωθέντων ἐμπορευμάτων, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα μεταφέρονται διὰ ξηρᾶς καθὼς καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φορτώνονται εἰς ἱστιοφόρα καὶ ὅτι ἐκ πασῶν τούτων τῶν μεταφορῶν δύναται μεγάλη κίνησις νὰ γίνῃ ἡ ὁποία νὰ παράσχῃ τὸ μέσον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐκ τῆς διατάξεως νὰ ἐπιτύχωσι τοῦτο. Ἀλλ’ ἀκόμη ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ διάταξις αὕτη οὐχὶ καταχρηστικῶς ἀλλὰ καὶ ἀκριβῶς ἐφαρμοζομένη δι’ ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους τίθεται ἀντίκειται καὶ εἰς κανόνας καὶ εἰς συμφέροντα τοῦ δημοσίου Ταμείου καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐμμείνωμεν ἐν τῇ ἀρχῇ τὴν ὁποίαν ἀπὸ μακροτάτου χρόνου τηροῦμεν ἀπαρεγκλίτως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἄρχεται ἡ ἰσχὺς τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ, ἀρχὴ ἡ ὁποία ἐκρίθη πάντοτε ἐπὶ τοσοῦτον ἀναγκαία, ὥστε ὄχι μόνον νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν μὲ κάποιαν παραβίασιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ παρελθόν, πρὸ τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ κατόπιν τὴν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τοὺς κινδύνους οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς μὴ ὑπάρξεως τοιαύτης διατάξεως ἠδύναντο νὰ προκύψωσιν. Οἱ λόγοι οἱ ἀντιτασσόμενοι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ μεταξὺ τῆς εἰσαγωγῆς ἑνὸς καὶ μόνου ὅρου καὶ τῆς εἰσαγωγῆς ὁλοκλήρου τοῦ δασμολογίου θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ συμφωνήσω ὅτι εἶναι βάσιμοι. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ διαφορά, διότι τὴν εὕρεσιν τῆς διαφορᾶς ταύτης ἀφῆκα εἰς τὴν εὐθυκρισίαν αὐτῶν, διότι δὲν κατώρθωσα νὰ εὕρω ποῦ εὑρίσκεται ἡ διαφορά· ἂν πρόκειται περὶ τῆς ποσοτικῆς διαφορᾶς ἢ περὶ διαφορᾶς κατ’ οὐσίαν. Ἐὰν πρόκειται περὶ διαφορᾶς κατ’ οὐσίαν, ἔπρεπε νὰ τὴν καθορίσῃ· ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ποσοτικῆς διαφορᾶς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω ὅτι, ἂν τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐφαρμοζόμενον εἰς ἕνα μόνον νομὸν εἶναι ἀδικαιολόγητον, ἐφαρμοζόμενον δὲ ἀδικαιολογήτως θὰ εἰσαγάγῃ ἀδικίαν καὶ ἀνισότητα, ἐφαρμοζόμενον ἐφ’ ὅλων τῶν νομῶν θὰ εἶναι πολὺ πλέον ἀδικαιολόγητον· ἐὰν τὸ σύστημα εἶναι πλημμελές, καθίσταται ἀδικαιολόγητον· ἐὰν εἶναι δεδικαιολογημένον εἰς ἕν μέρος, εἶναι δεδικαιολογημένον ἐν ὅλῳ· ἐὰν εἶναι ἀδικαιολόγητον εἰς ἕν μέρος, εἶναι πολὺ πλέον ἀδικαιολόγητον εἰς μεγαλυτέραν ἔκτασιν. Ὥστε ἂς μὴ ἐπικαλῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν λόγον ὅτι, ἂν τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύει εἶναι πλημμελές, εἶναι ὀρθὸν ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατυποῦται. Ἐὰν τὸ σύστημα εἶναι πλημμελές, τότε εἶναι ὀρθὸν προκειμένου περὶ μεγαλυτέρας ἐκτάσεως ν’ ἀποφύγωμεν τὸ πλημμελές. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα αὐτό, πρέπει νὰ φορολογήσωμεν καὶ τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα παρέλαβεν ὁ ἔμπορος· διότι τί λέγετε σεῖς θεωρητικῶς; Ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ πωληθῶσι πρέπει νὰ πληρώσωσι φόρον, διότι ὁ φόρος ἀφορᾷ εἰς τὴν κατανάλωσιν. Καὶ ἐγὼ θ’ ἀπήντων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι εἶμαι συμφωνότατος εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον συνάγει, ἀλλὰ θὰ εἴπω συγχρόνως εἰς αὐτὸν ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶμαι σύμφωνος εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτό, δὲν παραγνωρίζω τὴν πρακτικὴν δυσχέρειαν ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ ἐκτελέσει, δὲν παραγνωρίζω τὸν κίνδυνον ὁ ὁποῖος θὰ προέλθῃ εἰς τὸ κατάστημα εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέλθῃ ὁ φορολογικὸς ὑπάλληλος, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀπογραφήν· θὰ προέλθῃ ὄχι μόνον ζημία ἀλλὰ καὶ ἀδικία, ἡ ὁποία θὰ συντελεσθῇ διὰ τῆς ἀναμίξεως ξένων εἰς κατάστημα εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει διαχείρισις καὶ λεπτομέρειαι αὐτῆς. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀδικίας, αὐτοῦ τοῦ κινδύνου, ἀπέναντι τῆς πρακτικῆς δυσχερείας τοῦ πράγματος, λέγω ὅτι, καίτοι θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ φορολογῶνται καὶ αὐτά, εὑρισκόμενοι πρὸ τῆς ἀδυναμίας νὰ τὸ πράξητε, μὴ τὸ πράξητε. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν ὅπου εὑρίσκεσθε πρὸ ἀδυναμίας δικαιολογούσης ὑμᾶς νὰ μὴ τὸ πράξητε δύνασθε νὰ μὴ τὸ πράξητε, ἐκεῖ ὅμως ὅπου δύνασθε ἀζημίως νὰ φορολογήσητε τὰ ἀποθέματα πρέπει νὰ προβῆτε εἰς τὴν φορολογίαν αὐτῶν.
§169Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Ὅτε ὁ Τουρκικὸς στρατὸς ἐξεκένωσε τὴν Θεσσαλίαν, ἐγένετο ἀπογραφὴ τῶν ἀποθεμάτων.
§170Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ νὰ μὴ φορολογηθῶσι τ’ ἀποθέματα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ὅτι ἐκ τῆς μὴ φορολογίας τῶν ἀποθεμάτων πρέπει νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν μὴ φορολογίαν πασῶν τῶν ἄλλων ἐκείνων κατηγοριῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐν σχέσει πρὸς τὴν διάταξιν αὐτήν, ὀφείλω δὲ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑμῶν οἱ ὁποῖοι τὰ ἠκούσατε ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τῆς ἀφορώσης εἰς ἓν γεγονὸς καὶ ἀπαιτούσης μίαν βεβαίωσιν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν περὶ τὸ τέλος τοῦ λόγου του ἀνέφερεν. Ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν δύναται νὰ φορολογήσῃ τὰ ἐμπορεύματα τὰ εὑρεθέντα κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα ἐξηντλήθησαν· καὶ ὅτε ἠρώτησα αὐτὸν πῶς τὸ γνωρίζει μοὶ ἀπήντησεν «ἐκ πείρας»· πῶς ἐκ πείρας; «διότι οὕτω γίνεται». Κύριοι, οὐδὲν ἐπισφαλέστερον πρᾶγμα τῆς παρατηρήσεως, ὅταν ἐκεῖνος ὅστις προβαίνει εἰς τὴν παρατήρησιν δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ εἰς τὸ ὄργανον διὰ τοῦ ὁποίου παρατηρεῖ. Τὸ δυσχερέστερον τῶν πραγμάτων καὶ τὸ ἐπικινδυνότερον εἶναι τὸ νὰ ἔχῃ τις ἀσφαλῆ παρατήρησιν, ὅταν τις πλανώμενος ὡς ἐκ τῆς ἀτελείας τοῦ ὀργάνου τὸ ὁποῖον μεταχειρίζεται στηρίζηται ἐπὶ τῆς πεπλανημένης ταύτης παρατηρήσεως. Ὁ κίνδυνος ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν εἶναι μέγας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνόμισεν ὅτι ἔσχεν ὄργανον ἢ ὄργανα — δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν προσώπων, ἔσχε μέσα γνώσεως τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ Θεσσαλονίκῃ, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησε τοσοῦτον ἀσφαλῆ, ὥστε νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐβεβαίωσεν εἶναι βεβαίως γεγονὸς καὶ ἐπὶ τούτου στηριζόμενος λαμβάνει σήμερον τὸ θάρρος νὰ θέσῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διάταξιν ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώλειαν σημαντικῆς ποσότητος χρημάτων ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου Ταμείου, νὰ ἐπιβαρύνῃ δὲ καὶ ἀσκόπως ἐπὶ ἀδικαιολογήτῳ πλουτισμῷ μερικῶν προσώπων τοὺς καταναλωτὰς τῶν μερῶν ἐν οἷς θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτός. Θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὶν ἢ προβαίνῃ εἰς τὴν οἰκειοποίησιν τῶν πορισμάτων τὰ ὁποῖα μεταδίδουσιν εἰς αὐτὸν τὰ μέσα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται, ἵνα φθάνῃ εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει πεῖραν, θὰ συνίστων, λέγω, εἰς αὐτὸν νὰ προβαίνῃ εἰς αὐστηρότατον ἔλεγχον τῆς ἀκριβείας τῶν ὀργάνων τούτων ὡς ἱκανῶν νὰ μεταδίδωσιν εἰς αὐτὸν τὰ πράγματα, ἐπὶ δὲ τῆς προκειμένης περιπτώσεως, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων τοῦ γεγονότος τὸ ὁποῖον τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς διεβίβασαν εἰς αὐτὸν δύναμαι νὰ τὸν βεβαιώσω μετ’ ἀπολύτου πεποιθήσεως ὅτι τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη διὰ νὰ ἴδῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ὅτι εἶδε καὶ τὰ ὁποῖα προυβίβασεν εἰς πεῖραν ἦσαν ἐσκωριασμένα καὶ ἐπέρχεται ἐξ αὐτῶν σκότος καὶ πλάνη οἵα ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ἐστηρίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ φέρῃ τὴν διάταξιν ταύτην.
§171Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ λάθος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον ὅπως τὸ ἐδικαιολόγησεν εἶναι ὅτι ἐξέλαβε τὸ φορολογητέον ἀντικείμενον ὡς φορολογητέον πρόσωπον. Ἐν τῇ ἐπιβολῇ πάσης φορολογίας λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν νὰ τίθηται ὁ φόρος ἐπὶ προσώπων ἢ πραγμάτων, εἶναι δὲ φανερὸν ὅτι δασμὸς εἶναι φόρος τιθέμενος ἐπὶ τοῦ πράγματος, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ αὐτὸ ἕως ὅτου φθάσῃ εἰς τὸν καταναλωτήν· δὲν εἶναι φόρος ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ προσώπου, οὐδὲν δὲ δικαίωμα ἔχει περισσότερον τὸ ἓν ἐμπόρευμα τοῦ ἄλλου. Ἡ δικαιολογία δ’ ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε καὶ ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ εἶχε κάποιαν σημασίαν ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ δασμολογίου εἰς τὰς νέας χώρας δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Ἡ παραγγελία τὴν ὁποίαν τυχὸν ὁ ἔμπορος ἀνέλαβεν ὅπως προμηθεύσῃ εἴδη εἰς ἄλλους ἐμπόρους δὲν διορθώνεται· ἂν προκύπτῃ κακὸν ἐκ τῆς φορολογίας τῶν εἰδῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ ἔμπορος μετεπώλησεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὡρισμένης τιμῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ πρότερον ἰσχύοντος, πάλιν τὸ κακὸν δὲν διορθώνεται, διότι εἶναι δυνατὸν ὁ ἔμπορος νὰ ἐπώλησεν ἄνευ παραγγελίας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπώλησε καὶ τὰ πράγματα νὰ μὴ ἐκίνησαν ἀκόμη. Ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον ἀπαλλάσσει τὰ καθ’ ὁδὸν καὶ δὲν ἀπαλλάσσει τὰ ὑπὸ παραγγελίαν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν αἴρει τὸ ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἂν ὁ ἔμπορος μετεπώλησε κάποιαν παραγγελίαν ἢ μετεπώλησεν ἄνευ παραγγελίας, δὲν καλύπτεται ὑπὸ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ὑπάρχει αὕτη ἐν τῷ νόμῳ. Πάντα ταῦτα εἶναι ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα οἱ ἱκανώτατοι ἔμποροι τῆς Θεσσαλονίκης ἐφεῦρον, ὅπως ἐπιτύχωσι τοῦ σκοποῦ των κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν καὶ εἶναι δυστυχῶς φανερὸν ὅτι κατορθώνουσι νὰ ἐπιτύχωσι καὶ τοῦ δευτέρου σκοποῦ, οὔτε δ’ ἔχει σημασίαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιείκειαν τῆς φορολογίας. Ἐπιείκειαν φορολογίας μεταξὺ τῆς μιᾶς περιόδου καὶ τῆς ἄλλης, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ τὸ νέον δασμολόγιον, δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον ἐπιτυγχάνεται ἡ τοιαύτη νέα φορολογία νὰ τίθηται κατὰ χρονικὰ διαστήματα, εἰς τρόπον ὥστε ὁ φορολογούμενος λαὸς νὰ περιέλθῃ ἀπὸ τῆς μιᾶς φορολογικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ἄλλην κλιμακηδόν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ φόρος τίθεται καὶ αἴρεται μόνον ἀπὸ μιᾶς τάξεως, αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιείκεια, εἶναι χάρις, ἡ ὁποία γίνεται καὶ γεννᾷ ἀνισότητα, ἀντὶ δ’ ἐπιεικείας, ἀντὶ ἀγαθοῦ εἰς τὴν Κοινωνίαν φέρει κακὸν καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἐξέγερσις τῶν κατοίκων τῶν νέων χωρῶν ἕνεκα τῆς τοιαύτης κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιεικείας. Ἂν ἐνόμιζεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταπέσωμεν ἀπὸ τῆς μιᾶς φορολογικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ἄλλην ἀποτόμως, ἠδύνατο νὰ ῥυθμίσῃ τὸ φορολογικόν του σύστημα κατὰ τμηματικὴν ἐφαρμογήν, κατὰ χρονικὰ διαστήματα· ἐφ’ ὅσον ὅμως συνέταξε τὸ νομοσχέδιον ὅπως τὸ συνέταξεν, εἰς τρόπον ὥστε πᾶς εἰσάγων εἶδος ὑπαγόμενον εἰς τὴν ἔκτασιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ φορολογῆται μὲ τὸ αὐστηρότατον ὅριον, δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐπιείκειαν, διότι τὸ ἴδιον ἐμπόρευμα ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις πρὸς ἄλλον ἔμπορον στελλόμενον θὰ ὑποστῇ μικροτέραν φορολογίαν. Ἡ ἐπιείκεια ἀφορᾷ εἰς ἐκεῖνον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιπίπτει ὁ φόρος καὶ οὐχὶ εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὸν πληρώνει. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἤρκουν πάντα τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα διὰ νὰ πείσωσι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὸ λάθος τὸ ὁποῖον ἔκαμε συντάξας τὸ νομοσχέδιον δὲν νομίζει ὅτι εἶχε καθῆκον, ὅτι ἔπρεπε νὰ σεβασθῇ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο ἐν τῷ παρελθόντι; Δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν κανεὶς προκάτοχος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐφήρμοσε τοιοῦτο μέτρον; Δασμολογικὰς μεταρρυθμίσεις εἰσήγαγον διάφοροι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν πλειστάκις· ἔχει νὰ μᾶς ὑποδείξῃ κανὲν προηγούμενον ὅμοιον πρὸς τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἤδη λαμβάνεται; Δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν καὶ ἐν ἄλλῃ Χώρᾳ ἐφηρμόσθη τοῦτο; Ἐν πολλαῖς Χώραις ἐφορολογήθησαν καὶ τὰ ἀποθέματα ἐφ’ ὅσον εὑρίσκοντο ἐν ταῖς ἀποθήκαις καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν περιῆλθον εἰς τὸ λειανικὸν ἐμπόριον, διότι, ἂν ἐφορολογοῦντο καὶ τὰ εἰς τὸ λειανικὸν ἐμπόριον, θὰ ἐγεννῶντο πολλὰ ἄτοπα, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου καὶ ὅπως ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διατελεῖ ἐν γνώσει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐμπορεύματα εἰς μεγάλας ποσότητας εὑρίσκοντο ἐν ἀποθήκαις, ἔχει καθῆκον καὶ ταῦτα νὰ φορολογήσῃ, διότι γίνεται τὸ Δημόσιον ὑπαίτιον ὅπως τάξις τις ἐκ συμπτώσεως κερδίσῃ καθ’ ὃν χρόνον τὸ κέρδος τοῦτο ἠδύνατο νὰ περιέλθῃ εἴτε εἰς τὸ Δημόσιον εἴτε εἰς τὴν Κοινωνίαν, κερδίσῃ δὲ χωρὶς κανένα λόγον, διότι βεβαίως κέρδος ἄνευ λόγου εἶναι αὐτό. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν προβαίνοντα εἰς ἓν τοιοῦτον μέτρον, τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ παρετηρήθη καὶ οὐδαμοῦ ἐφηρμόσθη, οὔτε ἐν Ἑλλάδι, νὰ μᾶς εἴπῃ πῶς δύναται νὰ συμβιβάσῃ τὸ κοινὸν μέτρον μὲ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα εἶπεν ἐναντίον τῆς ἀρχῆς ἡ ὁποία καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀλλαχοῦ ἔχει ἐφαρμοσθῆ.
§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ὁ νόμος ὁ πάγιος ὁρίζει ἀληθῶς ὅτι προκειμένου περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἡ ἐφαρμογὴ ἐγίνετο ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως ἀκόμη διὰ πάντα τὰ ἐμπορεύματα περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶχε συνταχθῆ διασάφησις. Ἐν προκειμένῳ ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησεν ἄλλην ἀρχὴν καὶ προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἐπὶ ἄλλης βάσεως. Ἐρωτᾶται λοιπόν· διατί ἀπεμακρύνθη ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ παγίου αὐτοῦ νόμου; Διατί δὲν ἔκαμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμον πάντες οἱ προηγούμενοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας; Ἡ ἀπάντησις, Κύριοι εἶναι εὐχερής, διότι οὐδείς ποτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος εὑρέθη ὑπὸ παρομοίας περιστάσεις. Ἐν τῷ παρελθόντι, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ εἴδους τινός, ἐπρόκειτο περὶ αὐξήσεως, ἡ ὁποία ἦτο μὲν πολλάκις οὐσιώδης, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν παρουσίαζε πόρρωθεν τὸ φαινόμενον πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα ἡμεῖς σήμερον. Ἡμεῖς σήμερον δὲν ἐπρόκειτο ν’ αὐξήσωμεν καὶ τὴν φορολογίαν κατὰ 50% ἢ 100% ἢ 150% ἀπὸ τὸ φορολογικὸν ὅριον τὸ ὑπάρχον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ δασμολόγιόν μας ἐν ταῖς νέαις χώραις, αἱ ὁποῖαι εἶχον δασμολόγιον ἐντελῶς διάφορον τοῦ ἰδικοῦ μας. Ἐν ταῖς νέαις χώραις, Κύριοι, ἡ δασμολογία δὲν ὑπερέβαινε τὸ ποσὸν τῶν 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας. Νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν εἰσάγοντες σήμερον τὴν νέαν φορολογίαν τοῦ δασμολογίου νὰ ὁρίσωμεν ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς θὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ νέος εἰσαγόμενος δασμὸς διὰ πάντα τὰ ἐμπορεύματα περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχε διασάφησις; Ὅτε, Κύριοι, τὸ ποσοστὸν 15% δὲν αὐξάνεται εἰς 20 ἢ 45 ἢ 60% ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δασμολογίου τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν αὐξάνεται πολλάκις εἰς 100% καὶ πολλάκις εἰς 600%, ὁποῖοι εἶναι οἱ φόροι οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐμπορεύματος ἔχουσιν εἰσαγωγικὸν δασμὸν 100%, καὶ τοιοῦτοι ὑπάρχουσι πλεῖστοι...
§173Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οἱ περισσότεροι.
§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. ὅταν, λέγω, πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν δασμὸν 100% ἀντὶ τοῦ 15%, ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν τὸν ἑξαπλάσιον αὐτὸν φόρον, τὴν αὔξησιν αὐτὴν τοῦ δασμοῦ τοῦ εἰσαγωγικοῦ κατὰ 600%, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσητε μὲ τὴν αὐτὴν ἀναγκαίαν αὐστηρότητα μὲ τὴν ὁποίαν ἠθέλετε ἐφαρμόσει πᾶσαν ἄλλην φορολογίαν;
§175Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι τὸν φόρον αὐτὸν θὰ πληρώσῃ ὁ λαός.
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Μοὶ λέγουσι· μὰ πολὺ καλά. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπωφεληθῇ αὐτοῦ ὁ καταναλωτής, θὰ ἦτο δεδικαιολογημένον, ἀλλὰ πρόκειται ὅτι μόνον ὁ ἔμπορος θὰ ἐπωφεληθῇ αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ συνομολογήσω καὶ θὰ δεχθῶ μεθ’ ὑμῶν ὅτι μέγα μέρος τοῦ φόρου αὐτοῦ θὰ ἐπωφεληθῇ ὁ ἔμπορος καὶ ὄχι ὁ καταναλωτής.
§177Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄδικον!
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· θεωρεῖτε ἐχθρὸν τὸν ἔμπορον καὶ ἐχθρὸν τὸ ἐμπόριον;
§179Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἀλλὰ θὰ κερδοσκοπήσῃ εἰς βάρος τοῦ λαοῦ.
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ λαὸς πρόκειται νὰ πληρώσῃ τοὺς δασμούς. Δὲν τοὺς ἐπλήρωσε 17 μῆνας· ἀντὶ νὰ τοὺς πληρώσῃ ἀπὸ τοῦ 18 μηνὸς θὰ τοὺς πληρώσῃ ἀπὸ τοῦ 17ου, τὸ δὲ Κράτος πρόκειται νὰ τοὺς εἰσπράξῃ ἀπὸ τοῦ 18ου μηνός. Σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι ἐχθρὸς ὁ ἔμπορος καὶ τὸ ἐμπόριον;
§181Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαιότατα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§182ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίθετον γνώμην. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ ἔμπορος εἶναι παραγωγὸς πλούτου.
§183Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ὄχι πάντες οἱ ἔμποροι.
§184ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπόν: θὰ ἦτο πλῆγμα κατὰ τοῦ ἐμπορίου, ἐὰν εἰς εἴδη τὰ ὁποῖα ἐπλήρωνον 15% ἕως τώρα ἐφηρμόζετο ἀποτόμως φορολογία, ἡ ὁποία ἐπιβαρύνει 100% τὰ εἴδη, δηλαδὴ ἐπιβάλλει αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ ὑπάρχοντος μέχρι σήμερον κατὰ 600%; Θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ἐφαρμόσητε τοιαύτην φορολογίαν καὶ ν’ ἀφήσητε τὸν ἔμπορον νὰ ξεμπερδεύσῃ τοὺς λογαριασμούς του μὲ τὸν καταναλωτήν;
§185Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θέσατε κατὰ κλίμακα.
§186ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, ὅπως καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. Ἐρωτῶ, ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο· θὰ ἔπληττε τὸ ἐμπόριον ἡ ἀπότομος ἐφαρμογὴ τῆς βαρυτέρας αὐτῆς δασμολογήσεως καὶ ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων ἤδη τῶν καθ’ ὁδὸν εὑρισκομένων, διότι ἐφαρμόζεται πολλάκις φορολογία τόσον τερατωδῶς ηὐξημένη; Εἶσθε βέβαιος ὅτι ὁ ἔμπορος θὰ κατώρθωνε νὰ ἐκποιήσῃ τὸ ἐμπόρευμα μὲ τοιαύτην τερατώδη αὔξησιν τῆς φορολογίας εἰς πληθυσμοὺς μάλιστα οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι συνηθισμένοι ν’ ἀγοράζωσι τὰ εἴδη εἰς τοιαύτην τιμήν; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής, ἀπαντῶν εἰς ἓν ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἐπιχείρημα ἂν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀρχὴ ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται καὶ ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν ἐμπόρων εὑρισκομένων ἡ ἐπιείκεια αὕτη διὰ τὸν 18ον μῆνα, εἶπεν ὅτι φυσικὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τούτων, ἀλλ’ εὑρίσκει δυσκολίαν εἰς τοῦτο ἐκ λόγων μηχανικῶν.
§187Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ κινδύνους εὑρίσκω.
§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· εἴπετε καὶ κινδύνους. Λέγω ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν ἀποθεμάτων τῶν εὑρισκομένων ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν ἐμπόρων ὁ δασμός, δὲν εἶναι ἡ δυσκολία καὶ οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους φοβεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν εἴχομεν γενικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ μερικήν, εἰς ἕν καὶ μόνον εἶδος· ὑποθέσατε εἰς τὸ πετρέλαιον καὶ τὴν σάκχαριν. Βεβαίως τότε δὲν θὰ ὑπῆρχον οἱ κίνδυνοι, θὰ μετέβαινον αἱ ἁρμόδιαι Ἀρχαὶ εἰς τὰς ἀποθήκας 10–15 ἐμπόρων, οἵτινες ἐνεργοῦσι τὸ ἐμπόριον τοῦ εἴδους χονδρικῶς, καὶ θὰ εὕρισκον τὸ ποσὸν τοῦ ἀποθέματος, θὰ τὸ κατεμέτρουν, ἵνα ἐπιβληθῇ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ φορολογία. Ἐὰν ὅμως ἠκολουθοῦμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν εἰς περίστασιν ἐπιβαρύνσεως τοῦ φορολογουμένου, ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἀρχὴν ταύτην καὶ εἰς τὴν ἀντίθετον περίστασιν· ἔπρεπε νὰ τὴν ἀκολουθήσωμεν καὶ εἰς τὴν περίστασιν καθ’ ἣν ἐλαφρύνομεν τὴν φορολογίαν καὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς ἀποθήκας νὰ καταμετρήσωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ εἴδους οὗ ὁ δασμὸς ἠλαττώθη καὶ ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν ἔμπορον τὴν διαφορὰν τοῦ δασμοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ κάμνομεν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας εἶπε καὶ ἄλλο τι· εἶπε· Καὶ ποῦ ἠκούσθη αὐτό; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐφρόντισε νὰ πληροφορήσῃ ὑμᾶς ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ὁ νόμος ἦτο ἀσαφής, προσεγγίζων μᾶλλον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἰδικοῦ μας νόμου, ἐδέχθησαν δι’ ἑρμηνείας γενομένης δι’ ὑπουργικῆς ἐγκυκλίου ὅτι τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα ἀνεχώρησαν καὶ εὑρίσκοντο καθ’ ὁδὸν πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου δασμοῦ, αὐτὰ θεωροῦνται ὅτι ὑπόκεινται ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ παλαιοτέρου δασμολογίου. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς σκέπτονται ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ἐν οἷς ἀναγνωρίζουσιν ὅτι καὶ τὸ ἐμπόριον εἶναι καὶ αὐτὸ εἷς τῶν συντελεστῶν τῆς παραγωγῆς τοῦ πλούτου τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας εἶπε καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα. Βλέπετε, λέγει, ὅτι εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς ὁποίους ἐνδιαφέρει ὑπάρχει ἐξέγερσις. Θ’ ἀπαντήσω καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα. Ἡ ἐπέκτασις τῆς φορολογίας αὐτῆς γίνεται δι’ ὅλην τὴν νέαν Ἑλλάδα. Ἤκουσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ὅτι ὑπάρχει καμμία ἐξέγερσις ἢ δυσφορία καὶ διαμαρτυρία ἐν Σάμῳ, Χίῳ, ἢ Μυτιλήνῃ, ἐν Κρήτῃ, Ἰωαννίνοις, ἐν Πρεβέζῃ ἢ ἐν Καβάλλᾳ; Δὲν ἔγινεν. Ἔγινε μόνον ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ θὰ τῷ δώσω τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ εἶμαι εὐτυχὴς διότι μοὶ δίδεται καὶ εὐκαιρία νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐν σχέσει πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ πρὸς πᾶν τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται. Ἐν Θεσσαλονίκῃ πράγματι ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι ἔντονοι, ὄχι διότι ἐφηρμόσαμεν τὸ δασμολόγιον τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ τῶν νέων χωρῶν, ἀλλὰ διότι δὲν προβαίνομεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰ μαγαζεῖα τῶν ἐμπόρων νὰ ἐξακριβώνωμεν ὅλον τὸ ὑπάρχον ἐκεῖ ἀπόθεμα καὶ ἐφαρμόσωμεν τὸν νέον δασμὸν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἐξήγησις, Κύριοι, εἶναι προφανής. Δυστυχῶς μετὰ 1½ ἔτος Ἑλληνικῆς διοικήσεως ἐν Μακεδονίᾳ δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ ἐκείνη ἡ προσέγγισις τῶν στοιχείων τῶν διαφόρων τῶν οἰκούντων ἐν Θεσσαλονίκῃ ἰδίως, ἡ ὁποία ἦτο εὐκταία καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπει διὰ παντὸς τρόπου ἡ Κυβέρνησις. Τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλονίκης ἐν τῇ φαντασίᾳ πολλῶν ἐκεῖ συνδέεται πρὸς τοὺς ἐμπόρους τῆς Θεσσαλονίκης, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσι κατὰ μέγα μέρος εἰς τὸ Ἰσραηλιτικὸν στοιχεῖον. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐν Θεσσαλονίκῃ παρετηρήθησαν ἀντιδράσεις καὶ διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος παρετηρήθησαν. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν κανένα λόγον τοιαύτας ἐσφαλμένας ἀντιλήψεις νὰ ἐνισχύσωμεν ἐντεῦθεν; Ἐγὼ ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ δηλώσω ἀκριβῶς πρὸς ἐκείνους τῶν συμπολιτῶν μας τοὺς ἐν Θεσσαλονίκῃ, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸ θρήσκευμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔχουσι καθῆκον νὰ συνηθίσωσιν ὅπως ἀποβλέπωσιν εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας τῆς μεγαλυνθείσης Ἑλλάδος ἀναλόγως πρὸς τὴν ἀξίαν ἑκάστου ἢ τὴν ἀπαξίαν καὶ ἐντελῶς ἀσχέτως πρὸς τὰς θρησκευτικάς των πεποιθήσεις, διὰ τὰς ὁποίας πάντες οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος ἔχουσι νὰ δώσωσι λόγον εἰς τὸν ἄλλον κόσμον. Εἶμαι βέβαιος δ’ ὅτι ἀπὸ τοιαύτης εὐρυτάτης ἀντιλήψεως ἀποβλέπει εἰς τὸ φαινόμενον τοῦτο καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἰδιαίτατα τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ὁ ἔχων μόρφωσιν πολιτικὴν βεβαίως ἀρτιωτέραν ἀπὸ τοὺς τῆς νέας Ἑλλάδος, ἀποβλέπει πρὸς πάντας τοὺς κατοίκους τῆς νέας Ἑλλάδος, ἀσχέτως πρὸς τὰς θρησκευτικάς των πεποιθήσεις, ὡς πρὸς Ἕλληνας, τῶν ὁποίων ἡ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ θέσις ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δημιουργοῦσι διὰ τῶν ἔργων των τῶν κοσμικῶν καὶ ὄχι διὰ τῶν πεποιθήσεών των τῶν θρησκευτικῶν. Εἶμαι εὐτυχὴς διότι μοὶ δίδεται εὐκαιρία διὰ νὰ διακηρύξω τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος.
§189Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅλη ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος.
§190ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· ὅλη ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι γίνεται κάτι τι ἐν Θεσσαλονίκῃ κατὰ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀντίδρασις ἐκ μέρους πάντων ἡμῶν. Δυστυχῶς — θὰ ὁμιλήσω διὰ τὸν Τύπον τῆς Θεσσαλονίκης —, δυστυχῶς ὁ Τύπος τῆς Θεσσαλονίκης παρεγνώρισε πλειστάκις τὰ μεγάλα καθήκοντα αὐτοῦ ἐν σχέσει ἀκριβῶς πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τῶν ὑπερτέρων πολιτικῶν συμφερόντων τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἑλλὰς ἐν ταῖς νέαις αὐτῆς χώραις. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν διὰ μικρὰ πράγματα, διὰ μηδαμινὰς αἰτίας, δι’ ἀνυπάρκτους πολλάκις ἀφορμάς, δημιουργοῦνται ζητήματα διαιρέσεως μεταξὺ τῶν δύο στοιχείων, τὰ ὁποῖα οὐδαμῶς ἐξυπηρετοῦσι τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Ἔφθασε, Κύριοι, αὐτὴ ἡ μικρολογία, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὴν εἴπω οὕτω, διότι ἔχω καθῆκον νὰ ὁμιλήσω μετ’ αὐστηρότητος, ἔφθασε μέχρι τοσούτου ὥστε προχθές, ὅτε ὁ Βασιλεὺς εὑρίσκετο ἐκεῖ, ἑορτάζων τὴν εἴσοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Θεσσαλονίκην, ἡ δὲ Ἰσραηλιτικὴ Κοινότης συνελθοῦσα ἔκαμε ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου ἐδήλου τὴν ἀμέριστον συμμετοχήν της εἰς τὴν χαρὰν τῶν λοιπῶν συμπολιτῶν της διὰ τὴν λαμπρὰν αὐτὴν ἐπέτειον, ἔφθασεν ἡ μικρολογία, λέγω, μέχρι τοσούτου ὥστε νὰ κάμῃ δριμυτάτας παρατηρήσεις ὅτι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς Ἰσραηλιτικῆς Κοινότητος ἐγένετο χρῆσις τῆς φράσεως «κατάκτησις τῆς Θεσσαλονίκης ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ» καὶ ὄχι «ἀπελευθέρωσις». Εἶναι λοιπὸν ἢ δὲν εἶναι στενὴ ἀντίληψις ἀναξία ἀκριβῶς τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος τοῦ εὐρυτάτου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καυχᾶται, καὶ ἡμεῖς καυχώμεθα, ὅτι εἶναι κυριώτατα Ἑλληνικὸν καὶ δι’ αὐτὸ μᾶλλον παρὰ διὰ πᾶν ἄλλο ἐκ τῆς ἱστορίας μας τῆς παρελθούσης. Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωμεν ὅτι ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Μακεδονίας ἔφερεν ἐν τῷ ἐμπορίῳ τῷ ἐν Θεσσαλονίκῃ ζημίας ὄχι μικράς, ζημίας αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησίν μου, εἶναι παροδικαί, διότι ἡ Θεσσαλονίκη ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν, μεθ’ ὅλην τὴν ἀπώλειαν μεγάλου μέρους ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ της, εἶναι προωρισμένη νὰ προαχθῇ εἰς ἀκμὴν πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐγνώρισεν, ἔστω καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς Τουρκικῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ ἡ πολιτική, ἰδίως δὲ ὁ ἀποχωρισμὸς μεγάλου μέρους ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ της, ἐπήνεγκε βεβαίως ζημίας, καὶ οὐσιώδεις, διὰ τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλονίκης. Ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῆς πολιτικὰς ἀντιλήψεις, νομίζει ὅτι ἔχει καθῆκον ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ βοηθήσῃ τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπως ἀπὸ τῆς κρίσεως ταύτης, τῆς ἐπελθούσης ἐκ τῆς ῥιζικῆς μεταβολῆς, ἐξέλθῃ τὸ ταχύτερον μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν μικροτέρας ζημίας. Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὅτι τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλονίκης, οἷον ὑφίστατο πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ οἷον ἔκτοτε ὑφίσταται, εἶναι ἐκ τῶν θεσμῶν ἐκείνων —, θὰ τὸ ὀνομάσω θεσμόν — διὰ τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ εἶναι ὑπερήφανοι οἱ συμπολῖταί μας οἱ Ἰσραηλῖται, οἱ ὁποῖοι ἐν μεγάλῳ μέτρῳ ἔχουσιν εἰς χεῖράς των τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλονίκης.
§191Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἔγιναν Ἕλληνες αὐτοί;
§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τῆς ἀθρόας πολιτοποιήσεως πάντες, πλὴν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶχον ξένην ἰθαγένειαν. Ἀλλὰ δὲν περιορίζω ταῦτα, ὅσα λέγω, μόνον εἰς τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἐκτείνω ταῦτα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἔχοντας ξένην ἰθαγένειαν. Λέγω λοιπὸν ὅτι οἱ Ἰσραηλῖται, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐν μεγάλῳ μέτρῳ εἰς χεῖράς των τὸ ἐμπόριον, εἶναι ὄργανα οὐσιωδέστατα οἰκονομικῆς προαγωγῆς τῆς νέας Ἑλλάδος.
§193Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν Βουλήν.
§194ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω ὅτι ταῦτα δὲν χρησιμεύουσι διὰ τὴν Βουλήν, τὰ λέγω διὰ ν’ ἀκουσθῶσιν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἐθεώρησα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐπωφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας νὰ εἴπω ταῦτα καὶ νὰ ἰσχυρισθῶ ποῖαι αἱ πολιτικαὶ ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐμόρφωσαν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἰσχύσῃ αὐτὸ τὸ δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον εἶναι βαρύτατον ἐν πολλοῖς, ποῖαι αἱ πολιτικαὶ ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι τὴν ἔκαμαν νὰ εἴπῃ: ἐκεῖ ποῦ ἐπὶ 17 μῆνας ἠνέχθημεν νὰ εἰσπράττωμεν μόνον 15%, θὰ ἀνεχθῶμεν ἐπὶ ἕνα περίπου μῆνα ἀκόμη νὰ εἰσπράττωμεν μόνον τὸ 15%. Ἐν τῷ μεταξὺ ἔχει ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὸ ἐμπόριον τῶν νέων χωρῶν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ, πιθανώτατα αὐτὸ μᾶλλον παρὰ οἱ καταναλωταί, ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης. Δέχομαι καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, διότι θεωρῶ χρήσιμον νὰ θάλπω μᾶλλον τὸ ἐμπόριον τῶν νέων χωρῶν παρὰ νὰ τὸ φέρω εἰς δυσχερείας, ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἐκεῖναι αἵτινες θὰ ἐδημιουργοῦντο ἐκ τῶν παλαιῶν τυχὸν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐν τῷ μεταξὺ ἐγένοντο. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι εὗρε διόρθωσίν τινα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἀλλ’ ἰδίως ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἶναι πολλὰ τὰ εὑρισκόμενα ἐν τῷ τελωνείῳ ἢ καθ’ ὁδὸν βαρύνονται διὰ τοῦ δασμολογίου διὰ φόρου τόσον ὑπερβολικοῦ, ὥστε προδήλως ἡ κατανάλωσις αὐτῶν εἴτε νὰ εἶναι καταδικασμένη νὰ παύσῃ ἢ νὰ περιορισθῇ μεγάλως. Αὗται ἦσαν αἱ πολιτικαὶ ἀντιλήψεις αἱ ὁποῖαι ἔκαμαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατυπώσῃ τὸ νομοσχέδιον οἷον διετυπώθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνησυχία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὅτι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατάχρησις εἶναι βεβαίως οὐχὶ δικαιολογημένη, διότι, εἴτε μεγάλα εἴτε μικρὰ εἶναι τὰ ἀτμόπλοια, πάντα ὑπάγονται εἰς τὰς αὐτὰς διατυπώσεις. Ἐὰν δ’ ἀκόμη λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκ ξηρᾶς προελεύσεις, αὗται, καθὼς ἐσκέφθην καθ’ ἣν στιγμὴν συνέταττον τὸ νομοσχέδιον, περιορίζονται εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν 24 ὡρῶν, εἴτε ἐκ Σερβίας ἂν προέρχωνται εἴτε ἐκ Δεδεαγάτς.
§195Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μεταφορὰ ἐκ μέρους τὸ ὁποῖον δὲν ἐπικοινωνεῖ μετὰ τῆς Θεσσαλονίκης διὰ θαλάσσης ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ διά τινος ἄλλου λιμένος· ὡς π.χ. ἐμπορεύματα ἐξ Αὐστρίας προερχόμενα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι φορτωθῇ ἐν Αὐστρίᾳ σιδηροδρομικῶς μέχρι Τεργέστης καὶ ἐκ Τεργέστης νὰ ἔλθωσιν εἰς Θεσσαλονίκην.
§196ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν· δὲν ἐγνώριζον ὅτι ἡ φόρτωσις θεωρεῖται ἀρχομένη ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ ἐμπορεύματος ἐκ τοῦ τόπου τῆς πωλήσεως. Εἶμαι πρόθυμος, ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, νὰ θέσω ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ πλοίου τοῦ κομίζοντος τὰ ἐμπορεύματα. Δύναται κάλλιστα νὰ γίνῃ αὐτό, ὥστε ν’ ἀποφύγωμεν καὶ τὸν κίνδυνον τοῦτον.
§197Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὅτε ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, ὡρισμένην τινὰ θέσιν τοῦ ζητήματος καὶ ἡ θέσις ἦτο ἐκείνη ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔθηκε τὸ ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁμιλῶν περὶ τῆς διατάξεως τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐστήριξεν αὐτὴν ἐπὶ παρατηρήσεων ἀναγομένων εἰς τὸν μᾶλλον προσήκοντα τρόπον τὸν φορολογικόν. Οὐδὲν πέρα τούτου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, οὐδὲ πόρρωθεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον αὕτη παρεστάθη εἰς ἡμᾶς, ὑπῆρξεν ἄλλη τις ἰδέα, ἰδέα γενικωτέρας ἢ ἀνωτέρας πολιτικῆς. Αὐτὴ ἡ ἄποψις τοῦ πράγματος ἐνεφανίσθη τὸ πρῶτον ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθε τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ ἑπομένως ὀφείλω ἤδη νὰ ἐξετάσω, ἐκτὸς τῆς ἀντικρούσεως τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα κατὰ τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου ἐγὼ ἀντέταξα, τῆς ἐπιχειρηθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν νέαν ἄποψιν ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ δικαιολογηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἀποκρούων τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι εἰσάγεται ὁλόκληρον δασμολόγιον καὶ οὐχὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἔκτασιν τῶν φορολογουμένων εἰδῶν, διότι ταῦτα διὰ τοῦ δασμολογίου φορολογοῦνται πάντα, ἐνῷ, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ φορολογίας εἰδικοῦ τινος εἴδους, θὰ ἐφορολογοῦντο ἕν ἢ πλείονα, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι τινὰ ἐκ τῶν εἰδῶν αὐτῶν φορολογοῦνται ἤδη διὰ τοῦ δασμολογίου μὲ φόρον πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου μὲ τὸν ὁποῖον ἐφορολογοῦντο πρίν...
§198Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Καὶ τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ἔρχωνται.
§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί;
§200Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ ἔλθωσιν. Ὅσα εἶναι ἐν πλῷ, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ μέλλον δασμολόγιον, οὔτε θὰ πατήσωσι τὴν αὐλὴν ἐνταῦθα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν. Ἀδύνατον. Ἐδῶ ἔμπορός τις κάμνει τὸν λογαριασμόν του καὶ λέγει: αὐτὴν τὴν ποσότητα δὲν τὴν φέρω.
§201Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Λοιπὸν ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ ἦτο ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ δασμολογίου ἐπιβάλλονται φόροι πολὺ ηὐξημένοι, εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζομεν, εἰσάγοντες διὰ φορολογικῶν νομοσχεδίων πολὺ ηὐξημένην φορολογίαν ἢ διά τινα εἴδη. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ἡ φορολογία εἶναι πολὺ ηὐξημένη, δὲν θὰ πληρώσῃ ταύτην ὁ καταναλωτὴς καὶ θὰ πληρώσῃ αὐτὴν μόνον ὅταν εἶναι ἠλαττωμένη; Δὲν θὰ τὴν πληρώσῃ ὁ καταναλωτὴς καὶ τὴν πολὺ ηὐξημένην φορολογίαν; Ἐὰν δὲ ὁ καταναλωτὴς θὰ πληρώσῃ διὰ τὰ εἴδη τὰ εἰσαγόμενα μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τὴν φορολογίαν τὴν πολὺ ηὐξημένην, δὲν νομίζετε ὅτι ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἡ φορολογία αὕτη εἶναι πολὺ ηὐξημένη καὶ ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ταύτην τὴν πολὺ ηὐξημένην φορολογίαν θέλει ἀποκερδίσει ὁ ἔμπορος τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον συντελεῖται εἰς τὸν καταναλωτὴν καὶ ἡ ὠφέλεια ἡ ὁποία συντελεῖται εἰς τὸν ἔμπορον εἶναι πολὺ περισσότερον ἀδικαιολόγητα, διότι ἡ φορολογία εἶναι μεγαλυτέρα; Ἐὰν πρόκειται περὶ εἴδους εἰς τὸ ὁποῖον αὐξάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ φορολογία κατὰ πέντε λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ὁ ἔμπορος ὁ διάμεσος — καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως — θὰ ὠφεληθῇ πέντε λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἀπὸ τὸν καταναλωτήν· ἐὰν ἀντὶ νὰ εἶναι πέντε λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, θὰ εἶναι δύο δραχμαί, ὁ ἔμπορος θὰ ὠφεληθῇ — καὶ εἴμεθα καὶ εἰς τοῦτο σύμφωνοι μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως — δύο δραχμάς. Νομίζετε ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι ὠφελεῖται ὁ ἔμπορος ἀντὶ πέντε λεπτῶν δύο δραχμὰς εἶναι τοῦτο λόγος νὰ ἐφαρμόσωμεν ἄλλο σύστημα παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐφηρμόζετο, ἂν ἡ ὠφέλεια θὰ ἦτο πέντε λεπτῶν; Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ μείζων διαφορὰ εἶναι λόγος μεγαλύτερος, ἐπιβάλλων εἰς ἡμᾶς νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο τὸ ἰσχῦον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνήθως ἐφαρμόζεται, ἵνα μὴ ἡ ὠφέλεια ἡ ἀδικαιολόγητος, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα τοῦ ἐμπόρου, ἡ ζημία ἡ ὁποία εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα τοῦ καταναλωτοῦ ἐπέλθῃ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ παρατήρησις ἥτις ὑπεφάνη ἐν ἐκείνοις τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: — μήπως εἶναι ἐνδεχόμενον συνεπείᾳ αὐτῆς τῆς φορολογίας ν’ ἀποκλεισθῶσι τὰ εἴδη αὐτά; Καὶ τότε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ· ἄλλος συνάδελφος διακόπτων με ἔκαμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν· μήπως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποκλεισθῶσι τὰ εἴδη αὐτά; Καὶ ἂν ἀποκλεισθῶσι τὰ εἴδη αὐτὰ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ νὰ τὰ πωλήσωσιν. Κύριοι, τὰ εἴδη αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποκλεισθῶσι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ δασμολογίου εἶναι ἀπείρως ἀσήμαντα· αἱ δὲ παραγγελίαι αἱ ὁποῖαι δυνατὸν ν’ ἀναφέρωνται εἰς τὰ εἴδη ταῦτα εἶναι τόσον μηδαμινῆς σπουδαιότητος, ὥστε δὲν πιστεύω ποτὲ ὅτι αὐταὶ αἱ παραγγελίαι θὰ ἐδικαιολόγουν τὴν ἐγκατάλειψιν ὁλοκλήρου τοῦ συστήματος καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου· δὲν θὰ ἐδικαιολόγουν δ’ αὐτήν, ὄχι μόνον διότι ἡ ποσότης αὐτῶν τῶν εἰδῶν θὰ εἶναι ἐλαχίστη, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη λόγον, διότι ἡ ζημία, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ ζημία τῆς ἀξίας τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν, τί νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο σεῖς ὁ ὁποῖος μὲ διακόπτετε; Τί νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ἡ ζημία; Τὸ πολὺ δύο ναύλων· διότι αὐτὰ τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐδῶ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσι, διότι εἶναι ἀπαγορευτικὴ ἡ φορολογία, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δὲν δύνανται νὰ πωληθῶσι· μὴ νομίζετε ὅτι θὰ πεταχθῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν; Ἢ νομίζετε ὅτι θὰ τὰ φέρῃ αὐτὸς νὰ τὰ πωλήσῃ ἐδῶ ἐπιζημίως, ὑφιστάμενος τὸν ἀνταγωνισμὸν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς; Ὄχι. Θὰ τὰ στείλῃ ὀπίσω· θὰ ὑποστῇ μίαν μικρὰν ζημίαν· πρόκειται δὲ περὶ εἰδῶν ἀσημάντου ποσότητος καὶ περὶ ζημίας ἀσημάντου· δὲν θὰ ἦτο βεβαίως αὐτὸς ὁ λόγος νὰ εἰσαγάγωμεν διάφορον ἀρχὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀφορῶσαν εἰς χιλιαπλασίας ποσότητος εἴδη καὶ ἀντικείμενα.
§202Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐμπορεύματα εἰσάγομεν καὶ ἐξ Ἀμερικῆς. Καὶ τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὴν Ἀμερικήν;
§203Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ποῖα εἶναι;
§204Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Πάντα τὰ ὁποῖα πωλοῦνται ἐν τῇ Ἀμερικῇ. Τὰ ὑποδήματα.
§205Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ποίας ἀξίας ἠμπορεῖ νὰ εἶναι πάντα; Πόσων χιλιάδων δραχμῶν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τὰ ἐμπορεύματα αὐτά;
§206Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω.
§207Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰδικὴ διάταξις νὰ θεραπεύσῃ αὐτό.
§208Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νὰ ἐξαιρέσωμεν τὰ ὑποδήματα. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν οὔτε διὰ τὰ ὑποδήματα τοῦ ἐξ Ἀττικῆς οὔτε διὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἑτέρου ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ εἰσακτέον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνεφώνησε, καὶ ὀρθῶς, ὅτι ὁ ἔμπορος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει ὠφεληθῆ μέγα μέρος τῆς φορολογίας τῆς νέας, παρετήρησεν ὅτι: νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἔμπορος εἶναι ἐχθρός; Ταύτην τὴν ἐρώτησιν ἀπηύθυνε πρὸς ἡμᾶς, καὶ μοὶ ἐπιβάλλεται ν’ ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ μίαν ἐρώτησιν: νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐτὴν τὴν τύχην ἁπλῶς νὰ μὴ εἶναι ἐχθροὶ ἡμῶν δυνάμεθα διὰ νόμου νὰ δωρῶμεν χρήματα ἀνήκοντα εἰς ἄλλους πολίτας, οἵτινες καὶ ἐκεῖνοι δὲν εἶναι ἐχθροὶ ἡμῶν; Διότι τί πρόκειται νὰ γίνῃ ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων τῶν μὴ ἐχθρῶν πρὸς ἡμᾶς, τῶν φίλων ἡμῶν, ὑπὲρ τῶν ἐμπόρων περὶ τῶν ὁποίων αἰσθανόμεθα ὁλόκληρον τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ αἰσθανώμεθα ὑπὲρ πάσης κοινωνικῆς τάξεως, ζώσης παρ’ ἡμῖν, παραγούσης καὶ συντελούσης διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Τόπου; Τί πρόκειται νὰ γίνῃ ὑπὲρ αὐτῶν; Πρόκειται ἓν ποσὸν χρημάτων, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξέλθῃ χάρις εἰς τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τῶν θυλακίων τῶν ἄλλων πολιτῶν, οἵτινες θὰ καταναλώσωσι τὰ εἴδη, οἵτινες αὐτοὶ θὰ εἰσαγάγωσι, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ θυλάκια τῶν ἐν λόγῳ ἐμπόρων. Τοῦτο πρόκειται νὰ γίνῃ.
§209ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε; Πρόκειται τοῦτο νὰ γίνῃ: ἡ ζημία ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου δασμολογίου ἦτο δίκαιον νὰ τὴν ὑποστῶσιν οἱ ἔμποροι μόνον μὲ τὴν διατάραξιν τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν ἐμπορικήν των κίνησιν τὸ νέον δασμολόγιον, ἦτο δίκαιον, λέγω, νὰ τὴν ὑποστῶσιν αὐτοὶ μόνοι; ἢ ἦτο δίκαιον νὰ τὴν ὑποστῇ ἡ ὅλη Κοινωνία, ἡ ὁποία ἔχει νὰ θιχθῇ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νέας αὐτῆς φορολογίας;
§210Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον;
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δασμολογίου πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ μία διατάραξις εἰς τὴν ἐμπορικὴν κίνησιν. Τίνες εἶναι δίκαιον τὴν ζημίαν νὰ τὴν ὑφίστανται;
§212Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶναι νέον ἐπιχείρημα· θ’ ἀπαντήσω.
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ μεταθέσωμεν εἰς ἅπασαν τὴν Κοινωνίαν τὸ βάρος;
§214Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶναι βέβαιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ, ὅτι χρήματα ἀνήκοντα εἰς τοὺς καταναλωτάς, χάρις εἰς τὸ σύστημα τὸ δασμολογικόν, ἐκ τοῦ θυλακίου τῶν καταναλωτῶν θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν ἔμπορον. Ἐκεῖνο εἶναι τὸ σημεῖον ἐν τῷ ὁποίῳ ἐσταμάτησα τὴν ἀναπτυξίν μου. Παρενέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγει· νομίζετε ὅτι τὴν ἐκ τῆς διαταράξεως τῆς ἐμπορικῆς καταστάσεως ζημίαν πρέπει νὰ ὑποστῶσιν οἱ ἔμποροι καὶ ὄχι ἡ Κοινωνία ὁλόκληρος, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ νομίζω, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῇ ἡ Κοινωνία τὴν ζημίαν, ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὰ χρήματα ἀφαιροῦνται ἀπὸ τοὺς καταναλωτὰς καὶ δίδονται εἰς τοὺς ἐμπόρους διὰ τὴν ἐμπορικὴν διατάραξιν.
§215ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀφαιροῦνται ἀπὸ τῶν καταναλωτῶν. Κατὰ τὴν ἰδικήν σας θεωρίαν ἐπρόκειτο ὁ φόρος νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, πρόκειται νὰ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, διὰ νὰ μὴ ζημιωθῶσιν οἱ ἔμποροι.
§216Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀπὸ τῶν καταναλωτῶν θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Σεῖς λοιπὸν λέγετε ὅτι, διὰ ν’ ἀποζημιωθῶσιν αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῶν καταναλωτῶν, δὲν τὰ εἰσάγετε εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλά, μειοῦντες τοῦ δημοσίου Ταμείου τὴν πρόσοδον, τὰ δίδετε εἰς τοὺς ἐμπόρους, ἵνα ἀποζημιωθῶσι διὰ τὴν διατάραξιν ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ. Ἐντεῦθεν ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ συσχέτισις τῶν ζημιῶν αὐτῶν πρὸς τὰ ὠφελήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ ἀρκούντως τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, διότι τὴν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ δασμολογίου διατάραξιν τῆς καταστάσεως τῶν ἐμπόρων δὲν ἠδυνήθητε ν’ ἀποδείξητε τοιαύτην ὥστε νὰ δικαιολογήσητε μέτρον οἷον εἶναι ἡ χορηγία χρημάτων τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς ἐμπόρους· διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ τις ποία θὰ εἶναι ἡ διατάραξις ἡ ὁποία θὰ ἐπιφέρῃ αὐτοῖς τοιαύτας ζημίας ὥστε νὰ δημιουργήσητε κίνδυνόν τινα, πρὸς ἀποτροπὴν δὲ νὰ εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ ἐξαγάγῃ τὸ δημόσιον Ταμεῖον χρῆμα καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτούς, ἵνα μὴ ὑποστῶσι τὴν ἐκ τῆς διαταράξεως ζημίαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προτείνητε νομοσχέδιον διὰ νὰ δώσητε χρήματα, ἔπρεπε νὰ εἴπητε ὅτι πρόκειται περὶ διαταράξεως. Τοιοῦτό τι δὲν εἴπετε, ὅτι προέρχεται κίνδυνος, διότι, ἐὰν ἐπιστεύετο τοιοῦτό τι, δὲν ἠθέλετε εἰσαγάγει δασμολόγιον· διότι, ἐὰν μετὰ 15 ἡμέρας ἢ μετὰ 20 ἡμέρας ἢ μετὰ 1 μῆνα ἐπήρχετο σωτηρία ἐκ τῆς καταστροφῆς ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τοῦ διαρκοῦς δασμολογίου, νομίζετε ὅτι τὴν ζημίαν θὰ τὴν ἀντιμετωπίσητε μὲ ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν; Δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι αἱ ζημίαι δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς οἰανδήποτε συσχέτισιν μὲ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα θὰ λάβωσι διότι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον θὰ γίνῃ ἡ κατανομὴ τῶν ὠφελημάτων θὰ εἶναι ἄδικος, οἱ ἐπιτηδειότεροι τῶν ἐμπόρων ἐκείνων θὰ ὠφεληθῶσι τὴν μερίδα τοῦ λέοντος, οἱ δὲ ἀσθενέστεροι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀνεπτυγμένην τὴν ἐπιτηδειότητα καὶ εὐφυΐαν, ὥστε νὰ ὀσφραίνωνται ποῦ ὑπάρχει ὠφέλεια, αὐτοὶ θὰ λάβωσιν ἐλάχιστα ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα θὰ παράσχητε.
§217ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεὶς θὰ εἶναι τόσον εὐφυὴς καὶ τόσον μέγας ὥστε νὰ ἔχῃ ὀσφρανθῆ.
§218Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ δασμολογίου μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οὔτε σκέψις γίνεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως γίνῃ ἀφομοίωσις δασμολογική.
§219ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ εἶπον κατ’ ἀνάγκην.
§220Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπικροτῶ πληρέστατα τὴν ἐνέργειάν σας. Ἡ διαβεβαίωσις τοῦ κ. συναδέλφου δὲν χρησιμεύει, διότι βεβαιοῖ ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβές.
§221Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀκριβές.
§222Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶπον ὅτι σεῖς ἐβεβαιώθητε ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ὑπάρχει σκέψις, ἐνῷ ὑπῆρχε σκέψις. Ὀρθότατα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ὑπῆρχε σκέψις. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ μέτρον, ὁπουδήποτε καὶ ἂν διετυπώθη καὶ οἱανδήποτε σχέσιν καὶ ἂν ἔλαβε πρὸς τὴν μικράν, διαταραχὴν τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ὑποστῶσιν οἱ ἔμποροι, εἶναι δεδικαιολογημένον· ὥστε εὑρίσκω δεδικαιολογημένας τὰς γενικωτέρας παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως ταύτης ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅσον καὶ ἂν συμμερίζωμαι πληρέστατα τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς τῶν σκέψεών του, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κρατήσωσι μεταξὺ πολιτῶν Ἑλλήνων ἀνεξαρτήτων θρησκευτικῶν πεποιθήσεων, ὅσον καὶ ἂν ἔχῃ τὸ ζωηρὸν ἐνδιαφέρον ἡ Πολιτεία ὑπὲρ ἀναπτύξεως τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης, ὅσον καὶ ἂν τιμῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἐργασίαν ἡ ὁποία πρότερον συνετελεῖτο καὶ ἡ ὁποία ἀνεκόπη ἐπὶ βραχύ, ἀλλ’ ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ ἀρχίσῃ ἐκ νέου μετὰ τῆς τοιαύτης ἐντάσεως καὶ παραγωγικότητος νὰ συντελῆται ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν Ἑλληνικῶν νόμων καὶ ὀργανώσεων, ὅσον καὶ ἂν ἀποδεχθῶ πάντα ταῦτα, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ προβῶμεν εἰς θυσίας χρηματικάς, εἴτε ὡς χρήματα τῶν καταναλωτῶν ἀντιληφθῶμεν ταῦτα εἴτε ὡς χρήματα τοῦ δημοσίου Ταμείου θεωρήσωμεν ταῦτα, ὑπὲρ ὡρισμένης τάξεως· ἰδίᾳ δὲ θὰ ἐθεώρουν προτιμότερον ἂν κατὰ κακὴν ἐκτίμησιν γενικωτέρων διατάξεών τινων ἐγίνετο τοῦτο παρὰ ὡς σκοπούμενον ἐτίθετο, διότι νομίζω ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Κράτους ὑπὲρ ὡρισμένης τάξεως δύναται καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ ἐκδηλωθῇ, ἀλλὰ διὰ τῆς δημιουργίας φορολογίας ἰδιαιτέρας περιερχομένης εἰς τὸ Ταμεῖον δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἀνάγκης ὑπὲρ τῆς τάξεως αὐτῆς.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8). Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται λόγῳ τῶν τροπολογιῶν. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ΒΣΛΗʹ τῆς 9 Μαρτίου 1894, δι’ οὗ ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ», 2) «περὶ χορηγήσεως ἀδείας τῇ Β. Κυβερνήσει πρὸς παράτασιν διὰ Β. Διατάγματος τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΦΟΗʹ καὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΒΨΜϚʹ περὶ περιορισμοῦ τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν Ἀρχῶν» καὶ 3) «περὶ εἰσαγωγῆς σακχάρεως καὶ δι’ ὑποτελωνείων πάσης τάξεως»).
§224Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «περὶ ἵππων ἀνηκόντων εἰς ἀξιωματικούς»· καὶ 2) «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἔκδοσιν στρατιωτικῶν περιοδικῶν».
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων ὑπὲρ τῶν λιμένων Πειραιῶς καὶ Σύρου» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Οἱ βουλευταὶ κ. Π. Πετροπουλάκης, Δ. Κριεκούκης, Μ. Στελλάκης, Σ. Θεοδωρόπουλος, Α. Σακκελλαρίου, Γ. Βλάχος, Λ. Κουτσοπέταλος, Ε. Βελλιανίτης, Π. Λαγοπάτης, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς, Γ. Στρατούλης καὶ Α. Ἀναστασιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν»· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ Βασιλικῆς Οἰκογενείας καὶ περὶ ἀντιβασιλείας ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν §§ βʹ καὶ γʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 166 τῆς 11 Μαρτίου 1914» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως κεντρικοῦ ἀνταλλακτηρίου γραφείου δεμάτων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καθιερώσεως χρυσοῦ μεταλλίου τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐργασιῶν τῆς νομοθετικῆς ἐπιτροπείας πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ σύνταξιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Νάκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διευθυντῶν νομαρχιῶν»· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1914 ἐκ δραχ. 5.000» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ἅπασαι θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς)— (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 9.40′ μ. μ.).