1914.11.05
2.845 στίχοι · 20.512 λέξεις · 316 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44
Τῆς 5ης Νοεμβρίου 1914.
(Τετάρτη, ὥρα 5.20′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Ἐξαμιλίων παρακαλοῦσιν ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ ἐνοικίασις τῶν θέσεων Ζερβιανίκων, Καλαμακίου καὶ Λεύκων· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Κουραμάδων παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος Κερκύρας· Ὁ Νικόλαος Βλαχούτσικος, κοινοτικὸς σύμβουλος Λίμνης, παρακαλεῖ ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος «περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων»· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἀμπελακίων παρακαλεῖ ὅπως ἡ Κοινότης των ὑπαχθῇ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Πρεβέζης· Ὁ Θεόδ. Χατζηγεῶργος ἐξ ὀνόματος Μακεδόνων καπνοπαραγωγῶν παρακαλεῖ ὅπως μὴ ψηφισθῇ ὁ νόμος «περὶ φορολογίας καπνοῦ»· Οἱ κάτοικοι Οἰχαλίας παρακαλοῦσιν ὅπως συσταθῇ ἐκεῖ πλῆρες Ἑλληνικὸν Σχολεῖον· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Καλαφατιώνων Κερκύρας παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Μελεσιάδος παρακαλεῖ ὅπως ὑπαχθῇ ἡ Κοινότης των εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Πρεβέζης· Οἱ κάτοικοι Χαλκιαπούλων Βάλτου παρακαλοῦσιν ὅπως κατασκευασθῇ ἡ γέφυρα τοῦ χωρίου των. Παρακαλεῖται ὁ κ. Σαρλῆς ὅπως προσέλθῃ καὶ ὁρκισθῇ. Προσέρχεται ὁ κ. Σαρλῆς καὶ δίδει τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον ὅρκον). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράν.
§2Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ προέδρου τῆς Κοινότητος Πτέρης. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ πρόεδρος τῆς Κοινότητος Πτέρης καταγγέλλει ὅτι, ἐνῷ ἀρχικῶς ὁ ὑπομηχανικὸς Αἰγίου ἐκάλεσε τοὺς προέδρους τῶν διαφόρων γειτονικῶν Κοινοτήτων τῇ 1ῃ Σεπτεμβρίου διὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν ὁρίων, μετὰ ταῦτα τοὺς ἐκάλεσε διὰ τὴν 5ην Σεπτεμβρίου, συνεπῶς ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ μεταγενεστέρα πρόσκλησις. Ἀλλ’ αἴφνης ὁ ὑπομηχανικὸς μετέβη τῇ 1ῃ Σεπτεμβρίου ἐπὶ τόπου καὶ ὥρισε τὰ ὅρια παρὰ τὴν διαταγὴν τοῦ νομάρχου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρεβλέφθησαν τὰ συμφέροντα τῆς Κοινότητος Πτέρης, διότι δὲν παρέστη ὁ πρόεδρος αὐτῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ ἀκυρώσητε τὸν γενόμενον διακανονισμὸν τῶν ὁρίων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Τσακανίκας ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράν.
§4Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ κυνηγετικοῦ Συλλόγου Ἀγρινίου, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη παραπονοῦνται διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀδειῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, συνεπῶς πρὸς τὴν δοθεῖσαν χθὲς ὑπόσχεσιν, νὰ στείλῃ τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς τὴν ἐκεῖ ἀστυνομικὴν Ἀρχήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Ἀρτεμισίας χήρας Χρίστου Τουσσίδου καθηγητοῦ.
§6Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ ὅπως λάβῃ ἡ Κυβέρνησις μέριμνάν τινα ὑπὲρ τῆς χήρας αὐτῆς, ἀφοῦ ὁ καθηγητὴς αὐτὸς προσήνεγκε τόσας ὑπηρεσίας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ι. Βέρροιος καὶ Β. Ῥοῦφος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων Πατρῶν.
§8Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, καὶ ὅτε θὰ συζητηθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀναφέρονται οἱ ἔμποροι Πατρῶν, θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§9Β. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὰ αὐτά.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου Παλαιοβαρβασαίνης.
§11Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ αὕτη εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ι. Βέρροιος, Π. Πολυχρονιάδης, Γ. Λαμπρινόπουλος καὶ Β. Ῥοῦφος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρέων.
§13Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνέγερσιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ τὸν ὁποῖον μέλλει νὰ ἐκτελέσῃ ἡ ἑταιρεία τοῦ σιδηροδρόμου ΠΑΠ, θὰ ἐνθυμῆται ἡ Βουλὴ ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας δανείου εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτήν, καὶ τὸ ὁποῖον τόσον καλῶς ἀπέκρουσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας καὶ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Κουτούπης, θὰ ἐνθυμῆται, λέγω, ἡ Βουλὴ ὅτι ἐχορηγήθη εἰς αὐτὴν ἓν ποσὸν μεγάλου δανείου. Πρώτιστος σκοπὸς τοῦ δανείου ἐκείνου ἦτο ἡ ἀνέγερσις σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ εἰς κατάλληλον θέσιν ἐν Πάτραις, διότι γνωρίζετε ἴσως πάντες ὅσοι ἔχετε διέλθει ἐκ τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν ὅτι σιδηροδρομικὸς σταθμὸς δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ὑπάρχει ἕν μικρὸν παράπηγμα ὅλως διόλου προσωρινόν, ἐν τῷ ὁποίῳ διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία. Παρῆλθον δύο ὁλόκληρα ἔτη, καὶ ὅμως ἡ ἑταιρεία δὲν ἐσκέφθη νὰ ἱδρύσῃ τὸν σταθμόν, τὸν ὁποῖον πρὸ δύο ἐτῶν ἐσκόπει νὰ ἱδρύσῃ· δὲν ὑπήκουσεν οὔτε εἰς τὴν φωνὴν τῆς Βουλῆς οὔτε εἰς τὴν σύστασιν αὐτῆς, οὐδὲ εἰς τὰς προτροπὰς τῆς Κυβερνήσεως ὑπήκουσε· διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω καλῶς ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διερχόμενος ἐκ Πατρῶν συνέστησε ζωηρῶς εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρόμων ν’ ἀνεγερθῇ ὁ σταθμὸς ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον, καὶ ὅμως μέχρι σήμερον ὁ σταθμὸς δὲν ἀνεγείρεται. Ἀλλὰ τώρα, ὁπότε ἀπεφάσισεν ἡ ἑταιρεία νὰ ἱδρύσῃ τὸν σταθμόν, ἀντὶ νὰ ἱδρύσῃ αὐτὸν ἐκεῖ ὅπου ἀρχῆθεν εἶχεν ὑποσχεθῆ, εἰς τὸ μέρος δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη ὑπὸ τῆς μηχανικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Δημοσίου, εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη ἐπίτηδες διὰ ν’ ἀνεγερθῇ ὁ σταθμός, διαδίδεται ὅτι, ἀντὶ ν’ ἀνεγείρῃ ἐκεῖ τὸν σταθμὸν τὸν ὁποῖον ἠθέλησεν ἡ δημοσία Ὑπηρεσία καὶ οἱ ἔμποροι τῶν Πατρῶν, σκοπεῖ ἡ ἑταιρεία ν’ ἀνεγείρῃ αὐτὸν ἐν τῇ ἀρκτικῇ λεκάνῃ τοῦ λιμένος τῶν Πατρῶν. Δύνασθε νὰ ἐννοήσητε πάντες, κύριοι Βουλευταί, ὁποία καὶ ὁπόση θὰ εἶναι ἡ ζημία τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν, ἂν ἀποφασισθῇ ὑπὸ τῆς ἑταιρείας ν’ ἀνεγερθῇ ὁ σταθμὸς ἐν τῇ ἀρκτικῇ λεκάνῃ τοῦ λιμένος. Δὲν δύναταί ποτε ἡ πόλις τῶν Πατρῶν ν’ ἀνεχθῇ τοῦτο, καὶ διὰ τῆς βίας ἀκόμη δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀνεγερθῇ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ σιδηροδρόμου τοιοῦτος σταθμός, διότι ἐκτὸς τῆς μεγάλης ζημίας ἡ ὁποία θὰ προξενηθῇ εἰς τὸν λιμένα τῶν Πατρῶν, ὅστις εἶναι στενόχωρος σήμερον διὰ τὴν ναυτιλιακὴν ὑπηρεσίαν, πολὺ δὲ στενόχωρος θὰ εἶναι καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐκτὸς τῆς βλάβης, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν, τοῦ λιμένος τῶν Πατρῶν, τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἐν γένει, θὰ προξενηθῇ καὶ τὸ μέγιστον τῶν κακῶν, θ’ ἀποφασισθῇ ἡ ἀπόφραξις τοῦ ὡραίου μέρους τῆς πόλεως, τοῦτο δὲ θὰ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ζημία αὐτῆς· διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἡ πόλις δὲν θ’ ἀνεχθῇ τοῦτο, ὅπως ἀνεγερθῇ ἐκεῖ ὁ σταθμός. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἵνα μὴ εὑρίσκηται ἡ πόλις τῶν Πατρῶν ἐν συγκινήσει ἐξ ὅσων φημίζονται περὶ τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ σταθμοῦ ἐν τῇ λεκάνῃ τοῦ λιμένος τῶν Πατρῶν, ἵνα μὴ εὑρίσκηται τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν διηνεκεῖ ταραχῇ, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἵνα λάβῃ πᾶσαν πρόνοιαν, νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἂν σκέπτηται ὄντως ν’ ἀνεγείρῃ ἐκεῖ τὸν σταθμόν, ν’ ἀπομακρυνθῇ τοιαύτης σκέψεως, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἡ πόλις τῶν Πατρῶν οὐδέποτε δύναται ν’ ἀνεχθῇ ν’ ἀνεγερθῇ σταθμὸς σιδηροδρομικὸς ἐκεῖ ὅπου ἡ ἑταιρεία θέλει καὶ ὄχι ἐκεῖ ὅπου ἡ πόλις καὶ τὸ Δημόσιον αὐτὸ ἔχουσιν ὑποδείξει.
§14Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὸ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρῶν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως λάβῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν καὶ προβῇ εἰς τὰς δεούσας συστάσεις πρὸς τὴν ἑταιρείαν, διότι εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται σήμερον ἡ πόλις εἶναι πόλις οἰκτρὰ καὶ λαμβάνουσιν οἱ ξένοι χειρίστην ἐντύπωσιν ἀπὸ τῆς πρώτης ἀφίξεώς των εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ προβῇ εἰς τὴν συμβουλὴν πρὸς τὴν ἑταιρείαν, ὅπως ἀνεγερθῇ ὁ σταθμὸς συμφώνως πρὸς τὰς ὑποδείξεις τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρῶν, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ πάντα ἄλλον.
§15Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν θὰ εἶχεν ἡ ἑταιρεία διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ σταθμοῦ. Τὸ ζήτημα εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἡμετέραν μελέτην. Θὰ λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς εὐχὰς τῆς Βουλῆς καὶ τῶν κατοίκων.
§16Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρέων ὅτι εἶναι πλέον ὁμόθυμος ἡ ἐπιθυμία τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν, ἵνα μὴ ὁ λιμὴν εἶναι στενόχωρος, ἀνεγερθῇ ὁ σταθμὸς ἐκεῖ ὅπου ὑποδεικνύεται.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Δ. Μπούσδρας, Ν. Γαρδικιώτης καὶ Λ. Θανόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Κοινότητος Σοφάδων.
§18Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι ἡ γέφυρα τοῦ ποταμοῦ Ὀνοχώνου δὲν χρησιμεύει μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κοινότητος τὰς γεωργικὰς καὶ τῆς ἄλλης συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ ἀπὸ Καρδίτσης μέχρι Καλαμπάκας. Ἡ γεφύρωσις αὕτη πρόκειται νὰ γίνῃ ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς διηκούσης ἀπὸ Καρδίτσης μέχρι Καλαμπάκας.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, τὰ αὐτά. Ἐπίσης ὁ κ. Θανόπουλος τὰ αὐτά.
§20Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Χριστόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν κατοίκων Καλυβίων Φενεοῦ, καθ’ ὧν ἐξεδόθησαν ἄπειρα ἐντάλματα διὰ τὴν πληρωμὴν δικαιώματος ἐπικαρπίας εἰς τὸ Δημόσιον, ἐνῷ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κέκτηνται τὴν κυριότητα τῶν περὶ τὴν λίμνην γαιῶν ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν, ἀπόδειξις δ’ ὅτι καὶ ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον ἀναγνωρίζον τὰ δικαιώματα ταῦτα εἶχεν ἀναστείλει πᾶσαν καταδίωξιν».
§22ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ὄχι;
§24ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶμαι ἕτοιμος.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σ. Ἰγγλέσης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ διαταχθῇ ἡ πλακόστρωσις τῶν κατὰ τὴν ὁδὸν Πατησίων καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐθνικοῦ Μουσείου πεζοδρομίων, τὰ ὁποῖα, ὅταν βρέχῃ, καθίστανται ἀδιάβατα, ἐμποιοῦντα συγχρόνως χειρίστην ἐντύπωσιν εἰς τοὺς ἐπισκεπτομένους τὰ Μουσεῖα ξένους».
§26Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διετάχθη τὸ Τμῆμα νὰ συντάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δημοσίας δαπάνης, διὰ τὰ τμήματα τὰ ὁποῖα βαρύνουσι τὸ Δημόσιον.
§27Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἔτυχε νὰ διέλθωμεν ἐκεῖθεν καὶ ἀντελήφθημεν μίαν συγκοινωνίαν ἡ ὁποία δὲν τιμᾷ τὸν Τόπον.
§28Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον ὁ νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος δὲν κοινοποιεῖ εἰσέτι τὴν ἔγκρισιν τῆς πρὸ μηνῶν γενομένης δημοπρασίας εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ δημοτικοῦ φόρου σταφιδοκάρπου τοῦ δήμου Ἐρινεῶν».
§30ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ἐγώ.
§31Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε, κ. Ὑπουργέ, καὶ νὰ διατάξητε, διότι ὁ νομάρχης κατόπιν παρεμβάσεως τρίτων ἐχόντων συμφέρον κατὰ τοῦ δήμου καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν μέχρι τοῦδε δὲν ἐκοινοποίησε τὴν ἔγκρισιν αὐτήν.
§32ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. Τηλεγραφικῶς διεβίβασα σχετικὴν διαταγήν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Κοκκέβης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν καρραγωγέων Λιγουδίστης–Βέργας περὶ ταχίστης ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης, καταστάσης ἀδιαβάτου τελείως καὶ διακοπείσης πάσης συγκοινωνίας».
§34Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν καρραγωγέων Λιγουδίστης–Βέργας, διότι εἶναι ἡ μόνη ἐπίσημος ὁδὸς διὰ τῆς ὁποίας μεταβαίνουσιν εἰς τὰ κτήματά των, ἕνεκα δὲ τῶν τελευταίων βροχῶν κατεστράφη τελείως καὶ τὰ κάρρα εἶναι ἀδύνατον νὰ διέλθωσι. Παρακαλῶ νὰ παραχωρηθῇ εἰς ἐργολάβον ὅπως ἐπισκευασθῇ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§36Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ λάβητε ὑπὸ ἰδιαιτέραν σημείωσιν τὴν ἀναφορὰν τῶν καρραγωγέων, διότι ἡ ὁδὸς κατεστράφη τελείως καὶ τὰ κάρρα δὲν δύνανται νὰ διέρχωνται.
§37Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ διατάξω.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σπυρομήλιος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἂν ἡ ἑταιρεία Γιαννουλάτου ἔλαβε κατὰ τὸ 1913 ἐπιχορήγησιν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος πλῶν εἰς τοὺς λιμένας τῆς Β. Ἠπείρου, Ἁγίους Σαράντα, Πάλερμον, Χειμάρραν καὶ Αὐλῶνα, εἰς τί ποσὸν ἀνέρχεται αὕτη καὶ διατί μόλις ἀνεκηρύχθη ἡ αὐτονομία διέκοψαν τὴν γραμμὴν μέχρι τῆς σήμερον».
§39Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Πρὸ τοῦ Βαλκανοτουρκικοῦ πολέμου ἐγένετο ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀτμοπλοϊκή τις ἑταιρεία προσεγγίζῃ εἰς Χειμάρραν, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε κλείσει σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρείας Γιαννουλάτου, ἡ ὁποία ἤρχισε τὰς προσεγγίσεις εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς αὐτονομίας καὶ ἐντεῦθεν ἔπαυσεν. Ἤδη νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις, ἄλλως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ δι’ αὐτοῦ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς Χειμάρρας, ὄχι τόσον διὰ τοὺς κατοίκους ὅσον διὰ τὸ στράτευμα τὸ ὁποῖον ἤδη διαμένει ἐκεῖ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ἐχορήγησεν ἀποζημίωσιν εἰς τὴν ἑταιρείαν Γιαννουλάτου, φρονῶ ὅτι δύναται ἤδη νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιστρέψῃ μέρος αὐτῆς, ἀφοῦ δὲν ἐτήρησε τοὺς ὅρους. Φρονῶ ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ πληρώνῃ τὸ Κράτος καὶ νὰ μὴ ἔχῃ συγκοινωνίαν. Κάμνω τὴν σύστασιν, διότι ὁ στρατὸς δὲν δύναται νὰ ἐπικοινωνήσῃ μὲ τὴν ἕδραν τῆς Μεραρχίας δι’ ἄλλου μέσου.
§40Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ ληφθῶσι μέτρα. Θὰ γίνῃ δημοπρασία, τοῦτο δὲ τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι διεκόπη ἡ συγκοινωνία, θὰ τὸ ἐξετάσω, ἂν δὲ ὄντως ἡ συγκοινωνία ἔχῃ διακοπῆ, θὰ ληφθῶσι μέτρα.
§41Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐγὼ ἀναφερόμενος εἰς τὴν ἑταιρείαν Γιαννουλάτου καὶ μόνον σᾶς δίδω τὴν ἄδειαν νὰ ἐρωτήσητε ἂν ἡ νέα ἑταιρεία ἡ Ἀχαϊκὴ ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ δρομολογίου θὰ προσεγγίζῃ εἰς τοὺς Ἁγίους Σαράντα καὶ τὸν Αὐλῶνα. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς αὐτῆς καταβολῆς δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἑταιρείαν νὰ προσεγγίζῃ καὶ ἐκεῖ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διὰ τίνα λόγον δὲν ἐδόθη μέχρι σήμερον εἰς δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ τοῦ διδακτηρίου Γαβαλοῦς τῆς Μακρυνείας, ἀφοῦ τὸ οἰκόπεδον ἔχει δωρηθῆ ἤδη ἀπὸ δεκαμήνου, τὸ δὲ Δημόσιον διὰ τοῦ ἐφόρου Μεσολογγίου ἀπεδέχθη τὴν δωρεάν».
§43Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ἐνέργεια δημοπρασίας δὲν εἶναι δυνατὴ μὴ ὑπαρχούσης μελέτης, ἥτις δὲν διετάχθη, διότι αἱ διατυπώσεις περὶ παραχωρήσεως τοῦ γηπέδου δὲν ἐξετελέσθησαν, καθόσον μόλις τῇ 20ῇ Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἐλήφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ διάγραμμα, ἐπεστράφη δὲ τοῦτο ἐκ νέου εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν Δημοτικῶν Σχολείων ἵνα παράσχῃ συμπληρωματικὰς πληροφορίας. Ἅμα τῇ λήψει τῶν πληροφοριῶν τούτων καὶ τῇ ἐγκρίσει τοῦ διαγράμματος θὰ διαταχθῇ ἡ μελέτη.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀλιβιζᾶτος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως τὸ ταχύτερον συμπληρώσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐν Ληξουρίῳ Γυμνασίου εἰς ὃ εἶναι κεναὶ αἱ θέσεις τῶν Ἑλληνικῶν καὶ τοῦ καθηγητοῦ τῶν Γαλλικῶν».
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπών.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σπυράκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἂν ἔλαβε πρόνοιαν ὅπως πληρωθῶσιν εἰς τοὺς ἐκτάκτους ταχυδρομικοὺς καὶ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους οἱ ἀπὸ πολλοῦ καθυστερούμενοι μισθοὶ αὐτῶν».
§47Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἔλαβον πρόνοιαν. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς τὴν ταχυδρομικήν, τηλεγραφικὴν καὶ τηλεφωνικὴν ὑπηρεσίαν» προβλέπεται ὁ κανονισμὸς τῆς μισθοδοσίας τῶν ἐκτάκτων ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, πρόκειται ν’ ἀνατυπωθῇ καὶ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νὰ συζητηθῇ ὁριστικῶς, ὅπως τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι ὄντως παρουσιάζει ἀνωμαλίαν, περὶ ἧς ἐρωτᾷ ὁ κύριος Βουλευτής.
§48Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ συνέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως, εἰ δυνατόν, τὸ ταχύτερον ἀποδοθῶσιν αἱ καθυστερούμεναι μισθοδοσίαι εἰς τοὺς πτωχοὺς ὑπηρέτας τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι νυχθημερὸν ἐργάζονται ἵνα ἐξυπηρετήσωσι τὰ πολλαπλᾶ συμφέροντα τῆς Κοινωνίας. Καθυστεροῦνται τρεῖς μισθοί, εἶναι δὲ ἄνθρωποι πτωχοὶ λαμβάνοντες πενιχρὰν ἀντιμισθίαν καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς μὴ ἀναμένῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Φρονῶ δέ, ἀσχέτως πρὸς τὴν μισθοδοσίαν τῶν πτωχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, ὅτι πρέπει νὰ διατάξῃ, εἰ δυνατόν, ν’ ἀποδοθῇ ἔστω καὶ ἓν μηνιαῖον ἐπίδομα πρὸς αὐτούς, διότι γνωρίζετε πάντες ὅτι εἶναι πτωχοὶ ἄνθρωποι καὶ στεροῦνται τοῦ ἄρτου. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, εὔχομαι δὲ τὸ ταχύτερον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ ἄλλας περιπτώσεις τῆς ὑπηρεσίας πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακκελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν ἔλαβε πρόνοιαν ὅπως ἀνακαλέσῃ τὰ κατὰ πολλῶν πολιτῶν ἐκδοθέντα χρηματικὰ ἐντάλματα πρὸς εἴσπραξιν προστίμων ἐπιβληθέντων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς κατατάξεως τῶν κτηνῶν, διότι πολλὰ παράπονα δίκαια ἀκούονται κατὰ τῶν Ἐπιτροπῶν τούτων. Συνάμα δὲ νὰ λάβῃ καὶ νομοθετικὴν πρόνοιαν σχετικῶς, ὥστε νὰ παύσωσι τὰ δίκαια παράπονα τῶν πολιτῶν».
§50ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἄς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διατί δὲν ἐξεκενώθη εἰσέτι τὸ αʹ δημοτικὸν Σχολεῖον ἐν Ἄργει ἀπὸ τὸ ὑλικὸν τοῦ ἱππικοῦ συντάγματος, ὅπως ἀρχίσωσι τὰ μαθήματα».
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐκκενωθῇ ἐντὸς ὀλίγου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§54Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τώρα διενεμήθη. Ν’ ἀναβληθῇ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ναυτικῆς στρατολογίας».
§56Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός, παρ’ ὅλην τὴν ὑπόμνησιν τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἔκαμα πρὸς αὐτὸν περὶ ὑποβολῆς εἰς τὴν Βουλὴν πίνακος τῆς κατὰ θάλασσαν δυνάμεως, ἐπιβάλλεται δὲ ἡ ὑποβολὴ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, δὲν ὑπέβαλε τοῦτον. Δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ὑπάρχουσαι ἀνάγκαι τοῦ ναυτικοῦ ἢ αἱ ἐκ τῆς πείρας ὑποδεικνυόμεναι. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τουλάχιστον μόλις χθὲς ἔλαβον, βλέπω ὅτι ὑπάρχει πίναξ περὶ δυνάμεως ἐν εἰρήνῃ κατὰ σειρὰν Α καὶ Β, δύναμις δὲ τῶν πλοίων ἐν καιρῷ πολέμου, χωρὶς νὰ δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ τίς εἶναι ἡ πραγματικὴ δύναμις, διότι ἐν τοῖς πίναξι τούτοις εὑρίσκομεν δυνάμεις πλήρεις καὶ ἠλαττωμένας πλοίων τινῶν, χωρὶς νὰ βλέπωμεν ποῖον εἶναι τὸ πλῆρες καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἠλαττωμένον. Δικαιοῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἕως ὅτου ὑποβληθῇ ὁ πίναξ οὗτος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἐκ τοῦ Συντάγματος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸν ὁποῖον ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως δὲν ὑπέβαλεν. Ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσω ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, κατέστη δυνατὴ ἡ ὑποβολὴ πίνακος τῆς δυνάμεως τοῦ στόλου, ὅτε ὑπῆρχον πράγματι δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἐφέτος δὲν ὑπάρχουσι. Νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ δυνάμεως τῶν διαφόρων πλοίων δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποία εἶναι ἡ δύναμις τῶν πλοίων κατόπιν τῆς ἀποκτήσεως τῶν νέων μονάδων, περὶ τῆς δυνάμεως τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει εἴδησιν, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη πρὶν ἀκόμη γίνῃ ἡ προμήθεια αὐτῶν, ἐν τῇ δηλώσει δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀναφέρεται ἡ σχετικὴ δύναμις τούτων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶχον τὸ ἐνδιαφέρον νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν ἔχω ὅμως τὰ στοιχεῖα αὐτὴν τὴν στιγμήν, καθόσον μοὶ ἐλλείπουσιν οἱ πίνακες τῆς δυνάμεως τοῦ στόλου. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ψηφίζωμεν τὰ νομοσχέδια ὡς ὑποβάλλει αὐτά, διότι οὕτω πως συνέταξεν αὐτὰ τὸ περίφημον Συμβούλιον τῶν Ναυάρχων, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του, ἐγὼ ὅμως ἰσχυρίζομαι ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίζῃ μόνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ζητοῦνται, χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ψηφίζει. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι οἱ ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ἔχοντες ν’ ἀσχοληθῶσι μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ ἔχωσιν ἀντίθετον γνώμην μὲ τὴν ἰδικήν μου, ὅτι δέον νὰ ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα ὅπως μορφώσωμεν γνώμην.
§57ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον ἡ ἐπιψήφισίς του ἐπείγει. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου πῶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας παραπονεῖται ὅτι δὲν τῷ παραχωροῦνται ἀρκετὰ στοιχεῖα ὅπως συζητήσῃ ἐν γνώσει τὸ νομοσχέδιον, διότι δύναται βασίμως νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι οὐδέποτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περιέχον πληρέστερα στοιχεῖα. Δὲν ἔχετε εἰμὴ ν’ ἀνοίξητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει πάντας τοὺς πίνακας, δώδεκα τὸν ἀριθμόν, οἱ ὁποῖοι περιέχουσι τὴν δύναμιν καὶ τὰς λεπτομερείας ἑκάστου πλοίου. Περὶ πάντων παρέχονται πλήρεις καὶ ἀρκεταὶ πληροφορίαι, θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τί πλέον τούτου ζητεῖ, ἐκτὸς ἂν θέλῃ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας. Αὐτὴν τὴν δύναμιν θὰ τὴν ἔχητε μόλις ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ μόλις, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, κατασταθῇ δυνατὸν νὰ στρατολογήσωμεν ἐξ αὐτῶν τῶν παραμενόντων ἐφέδρων, ἀπολύοντες τὴν σειρὰν τῆς ἐφεδρείας, καὶ τότε θὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐμποδίζει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ προσαγάγωμεν σήμερον, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§58Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἐμελέτησε βεβαίως τοὺς πίνακας.
§59ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ. Τοὺς ἐμελέτησα πολὺ καλά. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ μὴ δεχθῶ τὴν ὕβριν αὐτὴν τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηυθύνατε, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἂν ἐπὶ τέλους ἔχετε κάμει ἰδιαιτέρας συνεννοήσεις ἐπειδὴ διετελέσατε ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ...
§60Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς διετελέσατε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. δὲν εἶναι δίκαιον νὰ νομίζητε ὅτι ὑμεῖς μόνον ἐνδιαφέρεσθε δι’ αὐτὰ τὰ ζητήματα ἤ, διότι ἔχετε ἐχθροπάθειαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, νὰ νομίζητε ὅτι δύναται τοῦτο νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§62Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δυνατὸν νὰ ἔχω ἐχθροπάθειαν, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν λέγονται αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι ἐν τῇ Βουλῇ ἔχει πᾶς τις δικαίωμα νὰ συζητῇ ἐλευθέρως.
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τοῦτο.
§64Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ὅσα κατήγγειλα ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἶναι τόσον ἀληθῆ, ὥστε οὐδὲν διεψεύσθη ἐξ αὐτῶν. Μὴ νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ συγκαλύψητε τὸν Ὑπουργόν σας λέγοντες ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρχωσι προσωπικοὶ λόγοι. Διότι ἐνταῦθα ἤλθομεν νὰ ἐκτελέσωμεν καθῆκον, ἂν δὲ ἤλεγξα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἤμην ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός μου, σεῖς δὲ ἀπεδέχθητε τὰ πάντα καὶ θὰ ἐπεθύμουν ἀπὸ ὑμᾶς νὰ ἐλάμβανον τὴν ἐλαχίστην ἀντίρρησιν ἐξ ὅσων κατήγγειλα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὅσων ἀκόμη σκέπτομαι νὰ καταγγείλω.
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ ἐπανέρχεσθε εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι δικαιολογεῖτε τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἐξ ἄλλων λόγων προέρχεται ἡ πρότασίς σας.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ἐπὶ τὸ θέμα.
§67Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι, ἐὰν προσείχετε πρὸ ὀλίγου, θὰ ἐβλέπετε ὅτι τὴν ἔξοδον αὐτὴν ἐκ τοῦ ζητήματος προυκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὄχι ἐγώ, διότι, ὅτε εἶπε προσωπικὰ καὶ δὲν γνωρίζω τί ἄλλο, εἶναι, μοὶ φαίνεται, καθῆκόν μου νὰ πείσω τὴν Βουλὴν ὅτι τοιοῦτος λόγος δὲν ὑπάρχει, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει πεισθῆ ὅτι μόνον ἡ ἀλήθεια ὑπηγόρευσεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατήγγειλα καὶ οὐδεὶς ἄλλος λόγος.
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ μεταφέρετε τὸ ζήτημα.
§69Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι ἠθέλησα νὰ κατηγορήσω αὐτόν, ἔστω καὶ πόρρωθεν, ὅτε εἶπον ὅτι δὲν ἐμελέτησε τοὺς πίνακας. Ἐγὼ παρατηρῶν τοὺς πίνακας βλέπω ὅτι τὰ δύο θωρηκτὰ τοῦ τύπου «Κιλκὶς» ἀναγράφονται μὲ δύναμιν ἠλαττωμένην, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει τοὺς πίνακας, νὰ μοὶ εἴπῃ ποία εἶναι ἡ δύναμις ἡ πλήρης. Μοὶ φαίνεται ὅτι οἱ τοιοῦτοι πίνακες ὄχι μόνον δὲν διαφωτίζουσι τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ σκοτίζουσιν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν στοιχειώδη γνῶσιν.
§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρατηρήσατε καὶ τοὺς πίνακας Δ καὶ Ε.
§71Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τὰ δύο θωρηκτὰ τὰ ὑπὸ κατασκευὴν τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῶν προγενεστέρων διατάξεων, ἐξάγεται δηλαδὴ ἡ πλήρης δύναμις.
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε τὴν δύναμιν τὴν ἐν εἰρήνῃ ἢ τὴν ἐν πολέμῳ;
§73Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θέλω καὶ τὴν ἐν εἰρήνῃ καὶ τὴν ἐν πολέμῳ.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τῷ πίνακι Β ἀναγράφεται. Δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν εἴχετε τὸν καιρὸν νὰ τὸ ἀναγνώσητε...
§75Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ αὐτὸ ἐδικαιούμην νὰ εἴπω, διότι μόλις χθὲς μοὶ ἐδόθη τὸ νομοσχέδιον.
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. διότι οὐδέποτε πληρέστερον νομοσχέδιον προσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν μὲ πίνακας...
§77Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ τὸ εὑρίσκω ἀτελέστατον καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ γνωρίσητε ποῦ ὑπάρχει ἡ δύναμις τῶν θωρηκτῶν τύπου «Κιλκὶς» πλήρης.
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σύνθεσις τοῦ στόλου ἐν εἰρήνῃ. Ὁ στόλος διαιρεῖται εἰς τρεῖς τάξεις, εἰς τὸν ἔχοντα τὴν δύναμιν πλήρη, τὴν δύναμιν ἠλαττωμένην· καὶ τὸν ἔχοντα ἐφεδρικήν. Γράφει ὁ πίναξ τίνα πλοῖα ἐν εἰρήνῃ θὰ ἔχωσι πλήρη τὴν δύναμιν, τίνα ἠλαττωμένην καὶ τίνα ἐφεδρικήν.
§79Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ποῦ εὑρίσκεται ἡ πλήρης δύναμις τῶν θωρηκτοῦ τύπου «Κιλκὶς» ἐν εἰρήνῃ;
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρατηρήσατε τὸν πίνακα Ϛ.
§81Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἠλαττωμένη. Ποῦ εἶναι ἡ πλήρης;
§82ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς εἶπον.
§83Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀναγράφεται ἡ δύναμις τῶν δύο θωρηκτῶν ἡ πλήρης, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἡ ἠλαττωμένη δύναμις τῶν νέων θωρηκτῶν τοῦ τύπου «Κιλκὶς». Δύνασθε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μὴ θέλετε νὰ μὲ πείσητε. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου, τὸν ὁποῖον στενοχωροῦσιν αἱ παρατηρήσεις μου, νὰ μὲ διαφωτίσῃ.
§84Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ἔχω πεισθῆ ὅτι δὲν σᾶς πείθει τίποτε. Ἐνεφανίσθητε δὲ τώρα καὶ χωρὶς νὰ ἔχητε μελετήσει.
§85Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ προσπαθήσω νὰ γίνω ἐπιμελὴς λαμβάνων μαθήματα παρ’ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος εἶσθε πάντοτε παρεσκευασμένος, ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως τὴν ἀμάθειαν αὐτὴν καὶ τὴν ἀμελετησίαν. Καὶ τώρα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ οἱονδήποτε ἄλλον νὰ μοὶ εἴπῃ ἐκ τοῦ πίνακος ποία εἶναι ἡ πλήρης δύναμις τῶν θωρηκτῶν τοῦ τύπου «Κιλκὶς» ἐν εἰρήνῃ. Ἂν δὲν μοὶ δοθῇ ἡ πληροφορία αὕτη, δικαιοῦμαι νὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει ἀριθμοὺς καὶ γράμματα, ἀλλ’ ὄχι ὅ,τι ὑπόσχεται.
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἄλλην ἀπάντησιν ἢ τὴν δοθεῖσαν.
§87ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, εἰσάγοντες τὸ νομοσχέδιον ἀνεφέρατε ὅτι ὑπάρχει συνημμένος πίναξ.
§88Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ προσαχθῇ κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ θὰ προσαγάγω τοῦτο τὴν Δευτέραν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου...
§90Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπεβλήθη ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς;
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια παραπέμπονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἀφοῦ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχήν. Ὥστε διὰ τὴν ἀρχὴν δὲν ἀπαιτεῖται ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μετ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως αὕτη προσαγάγῃ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὴν ἔκθεσίν της, ἐὰν δὲ δὲν προσαγάγῃ αὐτὴν ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐγὼ θὰ συστήσω ἀκόμη νὰ κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ κατ’ ἀρχήν.
§93Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις καὶ θ’ ἀπαντήσω. Γνωρίζω τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν προθεσμίαν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μ’ ἐμποδίζει, χωρὶς νὰ ταράξω τὰ νεῦρα οὐδενός, νὰ ἐρωτήσω διατί ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Πληροφοροῦμαι ὅτι δὲν ἠδυνήθη αὕτη νὰ μορφώσῃ γνώμην ἐντὸς τοῦ μικροῦ αὐτοῦ διαστήματος. Ἀλλ’ ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ εἰδικῶς κληθεῖσα ἵνα εἴπῃ τὴν γνώμην της δὲν ἠδυνήθη νὰ μορφώσῃ γνώμην νομίζω ὅτι πᾶς τις δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ πληροφορίας μὴ ὢν εἰδικῶς ἐφωδιασμένος μὲ τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα. Πᾶν ἄλλο θέλω, διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθή, ἢ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι ἔχει ἀνάγκην αὐτοῦ, ἵνα καταρτίσῃ τὴν δύναμιν τῶν πληρωμάτων. Δὲν εἶναι ζήτημα ἐκ τῶν σκοπίμως ὑποβαλλομένων εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα διὰ τῆς ἀναβολῆς ἐπέλθῃ ἡ μὴ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ θὰ συνίστων τὴν ταχυτέραν ψήφισιν αὐτοῦ, ἀλλὰ δικαιοῦμαι ν’ ἀξιώσω, ὅπως μὴ ταράσσωνται οἱ ἁρμόδιοι οἱ φέροντες τὴν εὐθύνην τῆς βραδείας ὑποβολῆς, τὴν ἀναβολὴν μιᾶς ἡμέρας, ἵνα ἐκτελεσθῶσιν ὅσα ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα.
§94Ι. ΜΑΝΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκλήθη σήμερον καὶ δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν, ἂς πράξῃ τοῦτο. (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κηρύσσεται τοῦτο κατεπεῖγον. Ἐπίσης ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τῶν ἑπομένων νομοσχεδίων: 1) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΥΠΗʹ (3488) νόμου τῆς 15 Δεκεμβρίου 1909 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Β. Ναυστάθμου», 2) «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου νόμων ᾼΦΕ’ καὶ ͵ΓΥΚΘʹ», 3) «περὶ χορηγήσεως ἀδείας τῇ Β. Κυβερνήσει πρὸς παράτασιν διὰ Β. Διατάγματος τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΦΟΗʹ καὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΒΨΜϚʹ περὶ περιορισμοῦ τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν Ἀρχῶν», 4) «περὶ ἐκπαιδεύσεως ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν» καὶ 5) «περὶ συστάσεως πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας».
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Σώματος στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Π. Λαγοπάτης ἔχει τὸν λόγον.
§96Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου σκοπεῖται ἡ πρόσληψις δικαστῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Στρατοδικείων, ἵνα ἀναπληρώσωσι τὸ μόνιμον αὐτῶν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἐλαμβάνετο μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν στρατιωτικῶν. Τοῦτο εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἐφ’ ὅσον διατυποῦται ὡς περιέχεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, τῷ ὑπὸ συζήτησιν, ἔχω δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ γενικώτερον πλέον νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον καί, ἂν θὰ ἔχρῃζε, νὰ ἐκτραπῶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα λάβω τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀναφέρω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις αἵτινες ἐπεκράτησαν παρὰ τῇ Ἐπιτροπῇ, τοὺς δισταγμοὺς οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν, τὰς ἀποφάσεις εἰς τὰς ὁποίας κατελήξαμεν καὶ δὲν κατελήξαμεν, ἵνα ἔχοντες πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψει δυνηθῆτε νὰ κρίνητε κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠμφισβήτησε τὴν σκοπιμότητα τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσα βεβαίως ἐπιφυλάξεις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἶναι αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι, διότι ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἐνόμισεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἔπρεπε νὰ κρατήσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμήσητε προσηκόντως τὰς προτεινομένας τροπολογίας. Ὁ θεσμὸς περὶ στρατιωτικῆς δικαιοσύνης — τὰ ἐξαιρετικῆς τουτέστι δωσιδικίας Στρατοδικεῖα — ἔχει προορισμὸν πρωτίστως τὴν ἐμπέδωσιν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ πνεύματος τῆς πειθαρχίας. Ἐφ’ ὅσον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συμπίπτουσι πᾶσαι αἱ νομοθεσίαι πάντων τῶν Κρατῶν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ἤμεθα εὐτυχεῖς ἐκλέγοντες τὸν ὀργανισμὸν τοῦ καλύτερον στρατιωτικῶς ὠργανωμένου Κράτους, ὁπότε ἀκόπως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ καταλληλότερον σύστημα. Ἀλλ’ ἐνῷ συμπίπτουσι πᾶσαι αἱ νομοθεσίαι τὸν αὐτὸν ἐπιδιώκουσαι σκοπόν, ἐντούτοις ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι ἐπιτευκτέος διὰ τῶν αὐτῶν μέσων. Ἄν ἡ πειθαρχία εἶναι τυφλὴ ὑποταγὴ πρὸς τὸν ἀνώτερον ἢ ἡ ἔλλειψις πάσης βουλήσεως, ἂν οὕτως ἐννοεῖται παρὰ τοῖς ἄλλοις, παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ οὕτως, ἀλλὰ πρὸ πάντων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθῇ. Ἐὰν ἠθέλομεν ὁρίσει τὴν πειθαρχίαν ὡς ὑποταγὴν εἰς τοὺς νόμους, ὁ ὁρισμὸς οὗτος ἤθελεν ἀληθεύει διὰ πάντας, ἀλλ’ ἡ αἰτιώδης συνάφεια μεταξὺ ἐκδηλώσεως συνειδήσεως καὶ καθήκοντος — τοῦτο εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς πειθαρχίας —, ἡ αἰτιώδης αὕτη συνάφεια ἄλλως ἰσχύει παρὰ τοῖς ἄλλοις λαοῖς καὶ ἄλλως ἴσχυσε κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχάς. Ἀρκεῖ διὰ τοὺς βορείους ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῇ πινακίδι ὅτι τὸ δεῖνα ἀπαγορεύεται, ἵνα ἔχητε ἀρκετὰ καλὰ πεφυλαγμένον τὸν κῆπόν σας καὶ νὰ προφυλάξητε τὰ καλύτερα τῶν ἀνθέων καὶ τοὺς προκλητικωτέρους τῶν καρπῶν αὐτοῦ ἀπὸ πάντα πειρασμόν, ἤ, ἀκριβέστερον εἰπεῖν, προλαμβάνεται καὶ ὁ πειρασμός, διότι ἁπλῶς ὑπάρχει ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε νὰ προφυλάξητε τὸν κῆπόν σας ἐν Ἑλλάδι ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοιαύτης πινακίδος πολὺ ταχέως θὰ χάσητε καὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὰ ἄνθη καὶ τὰς ἀκάνθας ἀκόμη τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κῆπός σας. Καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἀείμνηστος Εὔα ἐξάπαντος, ἐὰν δὲν κατήγετο ἐξ Ἑλλήνων, θὰ ἦτο ἡ προμήτωρ τῶν Ἑλλήνων, διότι, ἐνῷ ἀπηγορεύθη εἰς αὐτὴν νὰ γευθῇ τὸν καρπὸν τῆς γνώσεως, αὐτὴ ἀκριβῶς διότι τῇ ἀπηγορεύθη τὸν ἔδρεψεν. Ἀλλ’ ἐνῷ λέγω ταῦτα, ἀρνούμενος τὴν φιλονομίαν εἰς τοὺς Ἕλληνας, δὲν λησμονῶ ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐμεγαλούργησαν ἐν παντὶ σταδίῳ κοινωνικῷ καὶ στρατιωτικῷ, καὶ χθὲς ἀκόμη ἦραν θριάμβους. Πῶς συμβαίνει τοῦτο, ν’ ἀρνοῦμαι εἰς τοὺς Ἕλληνας τὴν αἰτίαν τῆς συνεκτικότητος, ἥτις ἀπαιτεῖται ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, κατ’ ἐξοχὴν δὲ ἐν τῷ στρατεύματι; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον διότι ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ θέλῃ τι ὁ ἴδιος, πρέπει νὰ πεισθῇ ὁ ἴδιος περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτοῦ ἵνα τὸ πράξῃ. Ὁ ἐνθουσιασμὸς διὰ πάντας τοὺς λαοὺς εἶναι εἷς μικρὸς τροχίσκος τοῦ ὅλου συστήματος, ὁ ὁποῖος κινεῖται, παρ’ ἡμῖν ὅμως κινεῖται ἐξ οἰκείας δυνάμεως. Ταῦτα εἶπον, ἴσως πλατύτερον τοῦ δέοντος, ἵνα καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποθέτω ν’ ἀμφισβητήσητε, ὅτι ἐκεῖνο ὅπερ παρατηρεῖται παρὰ τοῖς ἄλλοις ὡς πρὸς τὴν συντήρησιν καὶ παγίωσιν τῆς πειθαρχίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τῶν αὐτῶν μέσων καὶ ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς εὑρίσκει τις τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πολὺ μελετητέον καὶ μετὰ πολλῆς περισκέψεως ψηφιστέον, ἐφ’ ὅσον λαμβάνομεν θεσμὸν ἐκ Κράτους ἥκιστα ὁμοιάζοντος πρὸς τὸ Ἑλληνικόν. Εἶπον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εὑρέθη ἐν διαφωνίᾳ ἐν τῇ ἀνάγκῃ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ στρατιωτικῇ δικαιοσύνῃ κατὰ θεωρίαν μόνον, διότι πρόκειται περὶ θεσμοῦ ἄλλοθεν εἰλημμένου, ἀπροσέκτως μεταφρασθέντος. Ἀλλ’ οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ θεσμὸς οὗτος παρῆλθον τόσα ἔτη, οὕτω μετεβλήθησαν αἱ ἀντιλήψεις περὶ Κοινωνίας, περὶ στρατιωτικῶν, περὶ δικαιωμάτων, ὥστε διὰ τοῦτον καὶ μόνον τὸν λόγον θὰ ἦτο μεταρρυθμιστέος.
§97Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε τὸ νομοσχέδιον ἀπροσέκτως;
§98Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπιφυλάξω δι’ ἐμὲ τὴν ἰδίαν μου γνώμην. Λέγω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη κατ’ ἀρχήν, διὰ νὰ εἶμαι μάλιστα ἀκριβέστερος κατὰ τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. συναδέλφου, δὲν συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ ἐπελήφθημεν τῆς κατ’ ἄρθρον ἐξετάσεως, καὶ ἔχω τὴν δικαιολογίαν πρόχειρον.
§99Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Δὲν ἤρχετο ἐγκαίρως ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§100Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἡ ἔκθεσις θὰ ἦτο πόρισμα τῶν σκέψεων.
§101Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι συνήλθομεν κατ’ ἐπανάληψιν.
§102Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Παρακαλῶ. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἐπελήφθημεν εὐθὺς ἀμέσως τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως· τώρα, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπράξαμεν, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μεταρρυθμιστέον εὑρέθημεν πάντες σύμφωνοι, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι δι’ οὓς λόγους σᾶς εἶπον. Ἐφ’ ὅσον ἡ μεταρρύθμισις τοῦ νόμου ἐνεδεικνύετο διὰ τὴν παλαιότητα αὐτοῦ ἤμεθα σύμφωνοι, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου φέρεται καὶ ἄλλος λόγος, ὅτι ἡ ἀποτυχία τῶν Στρατοδικείων κατὰ τὸ καθεστὼς σύστημα μαρτυρεῖται καὶ ἐκ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν δικῶν, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι ἀνακριβὴς ὡς πρὸς τὰ αἴτια τῆς ὑπάρξεως τοιούτων δικογραφιῶν ἐκκρεμῶν, ἥτις δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ σύστημα, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς ἓν ἀτυχὲς ὑπηρεσιακὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ ἐλήφθη, καθ’ ὃ διετάχθησαν οἱ διάφοροι ὑπάλληλοι τοῦ Στρατοδικείου καὶ οἱ Βασιλικοὶ Ἐπίτροποι νὰ μὴ εἰσάγωσι τὰς λιποταξίας πρὸς ἐκδίκασιν, ἵνα μὴ ἄρχηται ἡ παραγραφὴ τῶν ἀποφάσεων, διότι ἀρχομένης τῆς παραγραφῆς τῶν ἀποφάσεων θὰ ἐματαιοῦτο ἡ διάταξις τοῦ νόμου, καθ’ ἣν τὸ ἀξιόποινον τῆς λιποταξίας ἄρχεται ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ τελευταίου ἔτους τῆς στρατευσιμότητος, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ 51, προστιθεμένων δὲ καὶ 5 ἢ 6 ἐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν παραγραφὴν τοῦ ἀξιοποίνου, φθάνομεν τὰ 60 ἔτη, τουτέστιν ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ λιποταξία εἶναι ἀπαράγραφος, ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐκδικάζονται ἐρήμην ἄρχεται ἡ παραγραφὴ τῆς ἀποφάσεως, ἐφεῦρον δὲ τὸ ἀτυχέστατον αὐτὸ νὰ παραγράψωσι τὸν νόμον καὶ νὰ φέρωσι τὸ σύστημα νὰ μὴ εἰσάγωνται πρὸς ἐκδίκασιν. Ἐντεῦθεν ἐπλεόνασαν αἱ δικογραφίαι καὶ εἰς τοῦτο ὀφείλεται καὶ ἡ ὕπαρξις τοιούτων ἐκκρεμῶν δικογραφιῶν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν κακὴν λειτουργίαν τῶν Στρατοδικείων. Ἀπομένει λοιπὸν ὡς μόνος λόγος δικαιολογῶν τὴν μεταρρύθμισιν τὸ γεγονὸς ὅτι πρόκειται περὶ παλαιοῦ, ὡς εἶπον, θεσμοῦ, περὶ θεσμοῦ ἐξ ἑαυτοῦ σφαλλομένου, ἐφ’ ὅσον λειτουργοὶ τῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου καλοῦνται ἄνδρες μὴ τυχόντες σπουδῆς περὶ τὰ πράγματα τῶν νόμων. Ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη ἔχει κυρίως δικαιολογικὴν βάσιν, ὅτι, σκοποῦσα τὴν ἐμπέδωσιν τῆς πειθαρχίας, ὅπως εἶπον, ἀποτελοῦσα δὲ ἀνώτατον βαθμὸν τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, καὶ οὐχὶ ὅπως ἐπιστημονικῶς σφαλλομένη λέγει ἡ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις, ὅτι ἀποτελεῖ βαθμὸν δικαστικῆς δικαιοδοσίας, θὰ πρέπῃ κατ’ ἀνάγκην νὰ ἔχῃ δικαστὰς ἐκ τῶν ἀνατεθραμμένων ἐν τῷ στρατεύματι, ἐκ τῶν ἀκολουθούντων κανόνας πειθαρχίας, ἐκ τῶν ἐμπνεομένων ἐκ κανόνων καὶ ἐκ τοῦ γνώμονος αὐτοῦ κρίνοντας τὰ ἐπὶ μέρους γεγονότα τὰ συναπαρτίζοντα τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀδικήματος. Προέχει ὡς κύριος σκοπὸς ἡ πειθαρχία, καὶ ἂν διὰ τὴν συνήθη δικαστικὴν δικαιοδοσίαν συμφέρει ἐνενήκοντα ἐννέα ἐνόχους ἀπολυθῆναι ἢ ἕνα ἔνοχον καταδικασθῆναι, πολὺ φοβοῦμαι ὅτι διὰ τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην ἴσως ἀληθεύει τὸ ἀντίθετον, διότι σκοπὸς ἀποκλειστικὸς τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης δὲν εἶναι ἡ τιμώρησις τοῦ ἀδικήματος, ἀλλ’ ἡ καταστολὴ τῶν ἀδικημάτων διὰ τοῦ ἐκφοβισμοῦ. Ἐντεῦθεν ἐκρίθη ἀναγκαῖον ὅτι πρέπει οἱ δικασταὶ νὰ λαμβάνωνται ἐκ τοῦ στρατεύματος, ἵνα τὰ τοῦ στρατεύματος κρίνωσιν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ οὗτοι εἶναι ἀποκλειστικῶς εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμῶσι τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα, τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ παράβασις στρατιωτικῶν κανόνων, κανόνων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τέχνης καθαρῶς στρατιωτικῆς, ἔθιμα τὰ ὁποῖα οὔτε νὰ ἐκτιμηθῶσιν οὔτε νὰ κριθῶσιν ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τακτικῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ ταῦτα δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἰδιάζουσαν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἔχουσι μόνον οἱ στρατιωτικοί, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντούτοις ν’ ἀρνηθῇ τις καὶ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀνικανότητα τοῦ ἐρευνᾶν καὶ κρίνειν ἀδικήματα τοῦ κοινοῦ δικαίου, ἐν τούτῳ δὲ εἶναι τὸ σφάλμα κατ’ ἐξοχὴν τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας, καθ’ ὃν τρόπον ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν αὐτὴν παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ παρὰ τοῖς Γάλλοις, ὁπόθεν ἐλάβομεν τὴν νομοθεσίαν, τὸ κακὸν τοῦτο, τὸ ἄτοπον, τὸ ἀσυγχώρητον, τὸ ἀναχρονιστικὸν διωρθώθη. Ἔλεγον λοιπόν, διὰ νὰ προκαλέσω τὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι θὰ εἶχε τὸ καθῆκον ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ συζητήσῃ αὐτὸ κατ’ ἀρχήν, διότι ἄλλως θὰ ὑπεπίπτομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ αὐτὸ ἀδικιολόγητον εἰς ὃ ὑποπίπτουσιν οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον, νὰ μὴ ἐξετάσωμεν τὸ προέχον ζήτημα, τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐξεταστέον, ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀνεχόμενοι τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ καλῶνται στρατιωτικοὶ νὰ δικάζωσιν ἀδικήματα τοῦ κοινοῦ δικαίου. Τοῦτο ἀπετέλεσε πάντοτε τὸ μέγα πρόβλημα, τοῦτο ἦτο παραδεδεγμένον καὶ ἐπὶ Μεγάλου Ναπολέοντος, διότι ἐπὶ Μεγάλου Ναπολέοντος τὰ κοινὰ ἀδικήματα δὲν ἐκρίνοντο ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς πρώτης Αὐτοκρατορίας καὶ κατόπιν τῆς Δημοκρατίας ὁ Γαλλικὸς στρατὸς ἦτο διαρκῶς εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν ἔργῳ, κατελύθη τὸ κρατοῦν δόγμα τοῦ δικάζεσθαι τὰ κοινὰ ἀδικήματα παρὰ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Διωρθώθη ὅμως τοῦτο πολὺ ταχέως ἐν Γαλλίᾳ, γενομένου δεκτοῦ ὅπως τὰ κοινὰ ἀδικήματα δικάζωνται παρὰ τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Ἂν ἠθέλομεν ἀκολουθήσει τὸ σύστημα τοῦτο, οὐδεμίαν θὰ εἴχομεν δυσκολίαν περὶ διορθώσεως τῆς καθ’ ἡμᾶς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, διότι φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἐπιδεὴς κἂν διορθώσεως, διότι, ἂν παρατηρῶνται σφάλματα, κατ’ ἀνάγκην παρατηροῦνται ἐν τῇ ἐκδικάσει τῶν ἀδικημάτων τοῦ κοινοῦ δικαίου, τὰ ὁποῖα εἶναι συμπεπλεγμένα μετὰ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, τὰ ὁποῖα προϋποθέτουσιν ὡρισμένας γνώσεις, διότι παρουσιάζονται διάφοροι ἐνστάσεις, γεννῶνται ζητήματα τοῦ ἀστικοῦ δικαίου καὶ πάντα ταῦτα εἶναι ἀνίκανοι νὰ ἐννοήσωσι καὶ νὰ ἐκτιμήσωσι κἂν οἱ στρατιωτικοί. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν ἀδικημάτων δὲν εἶναι μόνον ἐκ τῆς μορφώσεως αὐτῶν καὶ τῆς φύσεως τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων ἀποκλειστικῶς ἱκανοὶ οἱ στρατιωτικοί, ἀλλ’ εἶναι τοσοῦτον ἀπελπιστικῶς ὁμοιότυπα καὶ ἁπλᾶ κατὰ τὸ περιεχόμενον τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα, ὥστε οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρίστανται ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου εὑρίσκονται εἰς τὴν δυσκολίαν ἐν τῇ ὁποίᾳ πάντες οἱ δημοσίᾳ ὁμιλοῦντες αἰσθάνονται, ὅταν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἰδίας ἰδέας. Εἶναι ἀπελπιστικῶς ὁμοιότυπα καὶ ἀπελπιστικώτερον ἁπλᾶ, οὐδὲν γεννῶσι ζήτημα καὶ ἂν γεννῶσί τι τοῦτο εἶναι στρατιωτικὸν ἁπλῶς. Παρατηρεῖτε ἐντεῦθεν ὅτι, ἂν ἠθέλομεν ἀκολουθήσει τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ θεωρητικῶς καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ ἀντιρρήσεις, νὰ χωρίσωμεν τὰ κοινὰ ἀδικήματα ἐκ τῶν στρατιωτικῶν, δὲν θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μεριμνῶμεν περὶ μεταρρυθμίσεως, περὶ βελτιώσεως τῶν πραγμάτων τῆς δικαιοσύνης, θὰ ἠδυνάμεθα ἁπλῶς νὰ τάξωμεν ἕνα Βασιλικὸν Ἐπίτροπον κατ’ ἀπόσπασιν λαμβανόμενον, ὁπότε θὰ εἴχομεν καὶ τὸν νόμον ἀρτιώτερον ἐκπροσωπούμενον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο δεκτόν. Τώρα τίνες αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν κατὰ τοῦ συστήματος τούτου; Αἱ ἀντιρρήσεις διετυπώθησαν ὅπως ἀναγράφονται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1897, ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει ἡ ὁποία ὑπεβλήθη πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει τὰς μόνας δυναμένας νὰ ὑπάρξωσιν ἀντιρρήσεις διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν αὗται ἀληθεύουσι καὶ παρ’ ἡμῖν. Λέγεται π.χ. ὅτι πρέπει νὰ χωρίσωμεν τὸν στρατιώτην καὶ νὰ μὴ ἀναμίξωμεν αὐτὸν μετὰ τῶν πολιτῶν, διότι ὁ στρατιώτης, ἐφ’ ὅσον θὰ παρεπέμπετο εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι στρατιώτης. Εἰς ταῦτα ἀπαντῶσιν ὅτι ἀντιθέτως θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ πολίτης γενόμενος στρατιώτης δὲν παύει νὰ εἶναι πολίτης, διότι λέγοντες ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἑνώσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φύσει πρέπει νὰ εἶναι κεχωρισμένα ὑποπίπτομεν εἰς τὸ σφάλμα τὸ συλλογιστικὸν τοῦ διαλλήλου κύκλου, διότι τοῦτο εἶναι τὸ συζητητέον, ἂν πρέπει νὰ χωρίσωμεν αὐτὰ καὶ θὰ πρέπῃ νὰ δικαιολογήσωμεν διατί δὲν χωρίζομεν αὐτά, ὅταν κοινὰ ἀδικήματα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ παραβάσεις καθηκόντων τοῖς πᾶσι προσήκουσιν, ἐνῷ στρατιωτικὰ ἀδικήματα εἶναι παραβάσεις καθηκόντων διὰ τῶν ὁποίων, ὁμοῦ μετὰ τῶν ἄλλων καθηκόντων τὰ ὁποῖα ἔχει τις ὡς πολίτης, ἐπιφορτίζονται οἱ στρατιωτικοὶ καὶ τῶν ὁποίων ἡ παράβασις ἀποτελεῖ παράβασιν ποινικῶς κολαστέαν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὰ κοινὰ ἀδικήματα ἐκδικάζονται κατὰ πᾶν τεκμήριον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων, διὰ τίνα λόγον νὰ ὑπαγάγωμεν τὸν στρατιωτικὸν εἰς κοινὰ Στρατοδικεῖα; Τίνα δὲ εἶναι τὰ κοινὰ Στρατοδικεῖα; Ὁ νόμος καὶ οἱ κανόνες τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀκολουθῶσι περὶ τὴν κρίσιν τῶν γεγονότων ἐμπνέονται ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τοῦ πολέμου. Ὁ πόλεμος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ στρατεύματος· τὸ δίκαιον τοῦ πολέμου εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ῥυθμίζει τὰ περὶ Στρατοδικείου. Τὸ δίκαιον τοῦτο τοῦ πολέμου παρὰ Γερμανοῖς κυρίως ἀπήντα κατ’ ἀρχὰς εἰς ἐπιστολιμιαίας διαταγὰς αἱ ὁποῖαι περιεῖχον ἄρθρα. Τοιαῦτα εἶναι τοῦ Καρόλου τοῦ Τολμηροῦ, τῶν Μαξιμιλιανῶν, τῶν Φεουδαρχῶν καὶ μετὰ ταῦτα τῶν Αὐτοκρατόρων, τὰ ὁποῖα μετὰ ταῦτα διεμορφώθησαν εἰς τὸ αὐτὸ καλοῦπι, μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ὑπείκειν τὸν στρατιώτην εἰς τὸν ἀνώτερον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιλογίας, ἐνῷ τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὸν Γαλλικὸν στρατιωτικὸν ποινικὸν νόμον εἶναι ὑπ’ ἄλλας βάσεις. Ὥστε, καὶ ἂν ἐσφάλομεν λαβόντες τὸν Γαλλικὸν νόμον καὶ εἰσαγαγόντες αὐτὸν παρ’ ἡμῖν, δὲν ἐσφάλομεν ὅμως διότι ἐλάβομεν νόμον συμπίπτοντα πρὸς τὰς ἡμετέρας φιλελευθέρας ἀρχάς. Ἐν Γερμανίᾳ, ὅπως εἴπομεν, εἶναι τὸ δίκαιον τῶν Φεουδαρχῶν τὸ διατυπωθὲν διὰ τῶν ἐπιστολῶν Καρόλου τοῦ Τολμηροῦ, τῶν Μαξιμιλιανῶν, τοῦ Γουσταύου Ἀδόλφου τῆς Σουηδίας, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ὅ,τι λέγομεν ἡμεῖς στρατιωτικὸν ποινικὸν νόμον, καὶ τὸ ὁποῖον μετὰ ταῦτα διεμορφώθη ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων. Ἔχομεν λοιπὸν ἕνα ἀκόμη λόγον συμμορφωθέντες πρὸς τὸν Γαλλικὸν νόμον, ἀφοῦ ἐτροποποιήσαμεν αὐτὸν κατὰ τὰ Ἑλληνικὰ ἔθιμα, ν’ ἀκολουθήσωμεν αὐτόν. Ἐν Γαλλίᾳ λοιπὸν τὰ κοινὰ ἀδικήματα ὑπήχθησαν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ στρατιωτικοὶ καὶ μάλιστα οἱ ἀξιωματοῦχοι στρατιωτικοὶ νὰ θεωρῶσι μείωσιν τῆς ὑπερηφανείας των παραπεμπόμενοι ἐνώπιον τῶν κοινῶν κριτῶν ἵνα δικασθῶσι. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι κατακριτέον, διότι πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν τοῖς στρατιωτικοῖς ὡς ἀρετὴν τὴν ἀδυναμίαν νὰ εἶναι ὑπερευαισθήτως φιλότιμοι, ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐξ ἐπαγγέλματος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιφρονῇ τὴν ζωήν, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν δημιουργήσωμεν ὑπερευαισθήτως φιλότιμον. Ἐὰν εἶναι ἀληθές, καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι θὰ ἐδεικνύομεν στενοχωρίαν τινά, ἵνα μὴ εἴπω προσβολήν, νὰ παραπέμπωνται ἐνώπιον κοινῶν δικαστῶν, ὁποῖοι εἶναι οἱ πλημμελειοδίκαι, τοῦτο εἶναι ἀναγνωριστέον, ὅτε ἡ συγκρότησις τῶν Πλημμελειοδικείων παρ’ ἡμῖν διὰ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων καὶ ἄλλων δικαστικῶν ὑπερέχει. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς δικαστάς, δὲν εἶμαι ὅμως καὶ ἐκ τῶν ἀδιαλλάκτων, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Νάκος, ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ἀναγνωρίζει ἀρετὴν εἰς τοὺς δικαστάς, ὁμολογῶ ὅμως ὅτι στεροῦνται οὗτοι πολλῶν τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ κατέχωσιν. Εἶναι λοιπὸν ἀναγνωριστέα ἡ ἀδυναμία αὐτὴ ὡς πηγὴ δικαία, ὑπολείπεται δὲ νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχει τρόπος τις νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰ πράγματα, οὐχὶ χαριζόμενοι εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ὑποθάλποντες τὴν ἀπαίτησιν τὴν ὁποίαν ἔχουσι καὶ πρέπει νὰ ἔχωσιν. Εὑρίσκω πρόχειρον τὸν λόγον. Ἂν συμβουλευθῆτε τὴν στατιστικὴν τῶν Στρατοδικείων, θὰ εὕρητε ὅτι τρεῖς ἢ τέσσαρες μόνον παραβάσεις δικάζονται τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου, αἱ δὲ λοιπαὶ εἶναι στρατιωτικαὶ ὑποθέσεις, στρατιωτικαὶ καταχρήσεις, ἀδικήματα τὰ ὁποῖα ἔγιναν ἐκ τοῦ κλάδου τῆς οἰκονομίας, εἶναι ὕβρεις κατ’ ἀλλήλων, ἄλλα πταίσματα τὰ ὁποῖα πάντως ὑποβάλλονται ἐν τοῖς Στρατοδικείοις. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξω, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα πάντα τὰ ἀδικήματα ταῦτα ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ νὰ περιληφθῶσι καί τινα ἐκ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάζηται ἡ πειθαρχία. Θὰ ἠδυνάμην νὰ προτείνω καί τι ἄλλο, νὰ παραπέμπωνται εἰς τὰ Ἐφετεῖα, ἐκτὸς ἂν καὶ ἡ ἰδιότης τῶν ἐφετῶν δὲν εἶναι ἀνεκτή· ἀλλ’ ἂν παραπέμπωνται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα διὰ τὰ κοινὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα διαπράττονται ὑπὸ ὁπλιτῶν, ἂν ἠθέλομεν ἐξακολουθήσει τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ὑποθέτω ὅτι θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀσχοληθῶμεν περαιτέρω περὶ τῶν πραγμάτων τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης ἀκολουθοῦντες τὸ Γαλλικὸν σύστημα, τὸ ἐπιστημονικῶς ἄρτιον, τὸ ἁρμοζόμενον πρὸς τὰ ἡμέτερα ἤθη, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ κοινὰ ἀδικήματα δικάζονται παρὰ στρατιωτικῶν δικαστηρίων συγκεκροτημένων ὡς ἔχουσι, τασσομένων παρ’ αὐτοῖς Ἐφετείων κατὰ δεύτερον βαθμὸν δικαζόντων, ἐν τοῖς ὁποίοις μετέχουσι καὶ δύο ἐφέται, ἵνα προλαμβάνηται ἡ περισσὴ αὐστηρότης τῶν στρατιωτικῶν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν πρόκειται ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ ὑπολείπεται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§103Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διὰ τὰ κοινὰ ἀδικήματα γίνεται διάκρισις μεταξὺ ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν ἐν Γαλλίᾳ;
§104Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὄχι, δὲν γίνεται. Ἀλλ’ ἐὰν θὰ ἔπρεπε τέλος πάντων πέρα ἐκείνου ν’ ἀναγνωρίσωμέν τι περισσότερον διὰ τοὺς ἀξιωματικούς μας εὑρίσκω ταύτην τὴν τροποποίησιν, ταύτην τὴν οἰκονομίαν, ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ ὀφειλομένην εἰς χαριστικότητα πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, διότι τοῦτο δὲν θὰ ἐπετρέπετο, διότι πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ πολῖται ὑποκείμεθα εἰς τοὺς νόμους καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἰδίαν θέλησιν. Καὶ εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλον τὸ ἔδαφος παρ’ ἡμῖν ν’ ἀναπτυχθῶσι θελήσεις καὶ ἐπιβολαί, ὁθενδήποτε καὶ ἂν προέρχωνται αὗται, ὅπως ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ συνεπὴς πρὸς ταῦτα λέγω ὅτι πολὺ καλὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πηγὴ δικαίου ὁ ἰδιάζων χαρακτὴρ τὸν ὁποῖον ἔχουσι, καὶ εἶναι εὐκταῖον νὰ ἔχωσιν, οἱ στρατιωτικοί.
§105Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ ἐκ θεωρητικῶν λόγων εἰσήγαγον τὴν διάταξιν αὐτὴν ἢ μήπως ἐκ πολιτικῶν λόγων;
§106Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς, ἀπὸ τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος ἀκόμη, τὰ κοινὰ ἀδικήματα ἐξεδικάζοντο ἐν τοῖς κοινοῖς δικαστηρίοις. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐνεπλάκη ὑπὸ τούτου ἡ Γαλλία εἰς πόλεμον καὶ τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἔβαινον νικηφόρως προελαύνοντα, βεβαίως ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλε νὰ καταργηθῇ τοῦτο, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν τὰ κοινὰ δικαστήρια νὰ παρακολουθῶσι τὰ στρατεύματα ὅπου μετέβαινον. Τοῦτο δ’ ἐγένετο δεκτὸν μετὰ ταῦτα καὶ εἰσήχθη ἐν τῷ νόμῳ, καὶ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς μήπως τοῦτο δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ παρ’ ἡμῖν.
§107Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἴπετε ὅτι δὲν ἴσχυσε τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ὁ στρατὸς ἦτο ἐν πολέμῳ. Ἀλλ’ ἐν καιρῷ πολέμου εἶναι ἄλλα δικαστήρια.
§108Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Βεβαίως εἶναι τὰ δικαστήρια ἐκστρατείας.
§109Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα ὑμᾶς μήπως ὑπῆρχον θεωρητικοὶ λόγοι ἢ καὶ ἰδιαίτεροι πολιτικοὶ λόγοι μὴ ὑπάρχοντες παρ’ ἡμῖν, οἱ ὁποῖοι ἐπήνεγκον τὴν ὑπαγωγὴν αὐτὴν τῶν στρατιωτικῶν εἰς πολιτικούς.
§110Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ἀναγράφεται τοῦτο ῥητῶς, ὅτι ἐπὶ Μεγάλου Ναπολέοντος ἴσχυε τοῦτο, ἀλλὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως τοῦ στρατεύματος ἔργῳ κατελύθη. Ἐν τῇ αὐτῇ μάλιστα ἐκθέσει, μοὶ δίδεται ἀφορμὴ ν’ ἀναφέρω, ἀναγράφεται καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται πλέον εἰς τὰς ἐπὶ μέρους διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἀναγράφεται· «εἶναι συμφέρον ὁ στρατιωτικὸς δικαστὴς νὰ εἶναι νομικὸς ἢ νὰ εἶναι στρατιωτικός, ἐφ’ ὅσον ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τὸ ἓν κωλύει τὸ ἄλλο;». Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ὑπευθύνως εἰσηγεῖται τὴν γνώμην ὅτι προτιμᾷ τοὺς στρατιωτικοὺς μὲ τὰ ἐλαττώματά των ἢ τὴν σοφιστικότητα καὶ τὴν ἀπειρίαν τῶν δικαστῶν, τοὺς ὁποίους καὶ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα καὶ τὰ πολιτεύματα πάντων τῶν Κρατῶν δὲν ἐμπιστεύονται νὰ ἐκδικάζωσι σοβαρὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐμπιστεύονται εἰς τὴν ἐμπειρίαν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζεται ἡ ἱκανότης τῶν στρατιωτικῶν δικαστῶν ὡς δικαστῶν κατ’ ἀρχήν, ἐφ’ ὅσον συγκροτεῖται τὸ Στρατοδικεῖον ἐκ τεσσάρων στρατιωτικῶν καὶ ἑνὸς πολιτικοῦ ἀμφιεννυμένου στολὴν στρατιωτικοῦ καὶ κατὰ πᾶν τεκμήριον στρατιωτικοποιουμένου οὕτως, ἐφ’ ὅσον, λέγω, διὰ τοῦ τοιούτου καταρτισμοῦ ἀναγνωρίζομεν τὴν ἱκανότητα τοῦ δικάζειν εἰς τοὺς στρατιωτικούς, ἑκατέρωθεν δὲ ἀναγνωρίζομεν τὴν ἱκανότητα ταύτην, δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον νὰ μὴ θεωρῶμεν τοὺς στρατιωτικοὺς καταλλήλους δικαστὰς ἐν τῷ συνόλῳ καὶ διὰ τὸν πλήρη καταρτισμὸν τοῦ Στρατοδικείου διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐξοχὴν παρέχουσιν ἐργασίαν ἐν τοῖς Στρατοδικείοις. Ἡ παρουσία ἑνὸς πολίτου μέσῳ τῶν στρατιωτικῶν ἄνευ γαλονίων καὶ ξίφους εἶναι πάντως παρατονία, εἶναι ἀνορθογραφία. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπιστημονικῶς σφαλερὸν τοῦτο. Ἅπαξ κατὰ κανόνα πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὁ τακτικὸς δικαστὴς δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος νὰ κρίνῃ. Καθ’ ὃν χρόνον ἡ πεῖρα ἐδίδαξεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς τὴν γλισχρότητα καὶ ἀπειρίαν τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων ἐκείνων τῶν ὁποίων τὴν ἐκδίκασιν ὁ νόμος ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν τὸν λαόν, τίνι ποτὲ λόγῳ θὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτόν, ὁ ὁποῖος παρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιβάλλουσαν γνώμην, τὴν ἐκδίκασιν ἀδικημάτων φύσει σοβαρῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δ’ ἐπαγομένων μεγίστας ποινάς; Τοῦτο εἶναι μία ἀντίφασις πρὸς τὰ παραδεδεγμένα, πρὸς τὰ ἐπιστημονικῶς κεκυρωμένα. Καὶ λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὴν κυριαρχοῦσαν γνώμην. Καὶ ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος τοῦ ἐπιστήμονος, καὶ ἑπομένως αὐτὸς θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πράγματι θ’ ἀποφαίνηται, οἱ δὲ λοιποὶ τέσσαρες, οἱ στρατιωτικοί, δὲν θὰ χρησιμεύωσιν εἰ μὴ νὰ καλύπτωσι τὴν εὐθύνην αὐτοῦ.
§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον διὰ τὰ ἐπιστημονικὰ ζητήματα, οὐχὶ διὰ τὰ πραγματικά. Θὰ ἔχῃ κῦρος ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ ἔχῃ.
§112Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς πείρας τῶν δικαστηριακῶν πραγμάτων δύναμαι νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι πρόεδροι, ἐλαττωματίαι πρόεδροι, ἐν τοῖς Κακουργιοδικείοις εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὴν γνώμην τῶν ἐνόρκων.
§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ μόρφωσις τοῦ προέδρου τῶν Δικαστηρίων τῶν Συνέδρων εἶναι ὁμοία πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῆς μορφώσεως τῶν ἐνόρκων; Οὔτε τοῦτο συμβαίνει οὔτε ἡ μόρφωσις τῶν ἀξιωματικῶν ἀπέναντι τοῦ δικαστοῦ εἶναι εἰς εὐθὺν λόγον πρὸς τὰς σχέσεις τῶν ἄλλων. Εἰδικῶς δὲ διὰ τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἔχοντες μόρφωσιν ἐπιστημονικήν, οὐχὶ κατωτέραν τοῦ δικαστοῦ, θὰ ἐνασκῶσι καὶ ἐπὶ τοῦ δικαστοῦ τὴν ἰδίαν ὑπεροχὴν τὴν ὁποίαν θὰ ἐνασκῇ καὶ ὁ δικαστὴς μόνον εἰς νομικὰ ζητήματα, εἰς ἃ θὰ εἶναι ἀνώτερος ἐπιστημονικῶς.
§114Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀλλὰ διὰ τὰ κοινὰ ἀδικήματα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. Πρόεδρε, πρέπει πάντως νὰ τῷ ἀναγνωρίσωμεν κῦρος γνώμης ὡς περισσότερον πεπειραμένῳ.
§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἔχῃ ὀλιγώτερον κῦρος ὁ στρατιωτικός, ἂν πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ὡς ἔνορκος;
§116Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Φοβοῦμαι ὅτι ὁ ἐγωισμὸς τὸν ὁποῖον ἔχουσι θὰ μᾶς ῥίψῃ εἰς τὴν ἀντίθετον γνώμην. Ἐθέσατε μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία δὲν ἐφαρμόζεται ἐδῶ ἀναμφισβητήτως, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ἡ μόρφωσις τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἀνωτέρα τῆς μορφώσεως τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἔνορκοι. Τοῦτο δύναται ν’ ἀληθεύῃ ἐν τοῖς περισσοτέροις τῶν δικαστηρίων τῶν ἐνόρκων, ἀλλὰ δὲν δύναται βεβαίως ν’ ἀληθεύῃ διὰ τὸ δικαστήριον τῶν Ἀθηνῶν, ἔνθα οἱ ἔνορκοι λαμβάνονται ἐκ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐκ τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου.
§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐδῶ ἀσκεῖ τοιαύτην ἐπίδρασιν ὁ πρόεδρος τῶν συνέδρων;
§118Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν περιορίζεται εἰς τὸ καθῆκόν του, καὶ ἂν μοὶ συγχωρήσητε θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ δικηγόρος διαρκῶς ἀγωνίζεται νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς προέδρους εἰς τὸ καθῆκόν των, τὸ ὁποῖον λησμονοῦσι. Καὶ περὶ τούτου θὰ κάμω μετ’ ὀλίγον μνείαν. Λησμονεῖτε καί τι ἄλλο, ὅτι εἶναι θέσις ἡ ὁποία ψυχολογικῶς ἐμπνέει ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς γνώμης τῶν ἐνόρκων, ἂν δὲ ὁ αὐτὸς ἔνορκος ὁ ὁποῖος ὑπέστη ἐπίδρασιν ἐκ μέρους τοῦ προέδρου μετετίθετο εἰς τὴν θέσιν τοῦ προέδρου, ὁ δὲ πρόεδρος εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐνόρκου, τὴν ἰδίαν ἐπίδρασιν θὰ εἶχεν ὁ ἔνορκος ὡς πρόεδρος ἐπὶ τὴν ψυχὴν τοῦ προέδρου ὡς ἐνόρκου. Εἶναι φοβερὰ ἡ θέσις καὶ φοβερὸν τὸ ἀξίωμα. Ἂν λοιπὸν τοῦτο εἶναι ἀληθές, περιπίπτομεν εἰς τὸν κίνδυνον νὰ ἔχωμεν τὰ πολυμελῆ ὡς μονομελῆ δικαστήρια, καλυπτομένης πλέον τῆς εὐθύνης τοῦ ἑνὸς ἀπέναντι τῶν τεσσάρων, ἵνα ἐπικρατήσῃ ὁ ἐγωισμός, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ὁποῖον ἀποδέχομαι ὡς ἀρετὴν διὰ τοὺς στρατιωτικούς. Θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν ἐντεῦθεν προστριβαὶ καὶ ἀντιδράσεις καὶ νὰ παρατηρηθῶσιν αἱ κακομεταχειρίσεις — διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸν ὅρον τῆς μόδας — χωρὶς τὴν δικαιολογίαν ὅτι γίνεται τοῦτο πρὸς ἀποτροπὴν ἀποπείρας ἐκβιάσεως. Θὰ παριστάμεθα μάρτυρες εἰς λογομαχίας, μάρτυρες θεαμάτων ἥκιστα ἐποικοδομητικῶν διὰ τὴν πειθαρχίαν, καὶ ἀποφάσεων αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγέννων πολλὰ παράπονα καὶ αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε θὰ προέρχωνται ἐκ τοῦ δικαίου καὶ ἐκ τῆς ἀμεροληψίας.
§119Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πῶς νομίζετε ὅτι θ’ ἀσκήσῃ τὴν ἐπιβολὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι μονάρχης ὁ πολιτικὸς δικαστὴς ἐπὶ τῶν συναδέλφων του;
§120Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θέλετε νὰ ἔχωμεν κεχωρισμένα τὰ κατὰ τὰ ἀδικήματα ἢ ὄχι;
§121Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Οἱαδήποτε ἀδικήματα θὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Πῶς φαντάζεσθε ὅτι θὰ κυριαρχήσῃ ἡ γνώμη τοῦ πολιτικοῦ δικαστοῦ;
§122Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὀλίγον δάσκαλος καὶ μοὶ ἀρέσκει μεθοδικῶς νὰ κατατάσσω τὰς σκέψεις μου. Λοιπὸν λέγω· θέλετε τὰ κοινὰ ἀδικήματα νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων ἢ ὄχι; Τὴν ἀπάντησιν θὰ δώσω ἐγώ. Ἐὰν θέλητε τὰ κοινὰ ἀδικήματα νὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων, τότε ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου ἀναγνωρίζομεν κατ’ ἀνάγκην τὸ κῦρος καὶ τὴν προέχουσαν γνώμην εἰς τὸν πολιτικὸν δικαστήν.
§123Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομικὰ ζητήματα καὶ πραγματικὰ ὑπάρχουσιν εἰς πάντα τὰ ἀδικήματα.
§124Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ηὐτύχησα νὰ προκαλέσω τὴν προσοχήν σας, διότι ἄλλως θὰ εἴχετε ἐννοήσει. Ἀναμφισβητήτως εἰς πᾶν ζήτημα καὶ εἰς πᾶσαν ἐνοχὴν συμπλέκονται νομικὰ καὶ πραγματικὰ ζητήματα, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἡ φύσις τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων, ἁπλουστάτη κατὰ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, δὲν γεννᾷ νομικὰ ζητήματα παρὰ ἁπλούστατα καὶ ἀναγόμενα κατ’ ἐξοχὴν κυρίως εἰς στρατιωτικοὺς κανονισμούς. Ἐγκατάλειψις θέσεως. Τί εἶναι θέσις; Αὐτὸ εἶναι τὸ νομικὸν ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἐγερθῇ, νομικὸν ζήτημα ἀλλ’ ἁπλοῦν, ἀπελπιστικῶς ἁπλοῦν. Εἶναι τοσοῦτον ἁπλᾶ καὶ τοσοῦτον ὁμοιοτύπως ἀπεργαζόμενα τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα, ὥστε οἱ δικηγόροι σιχαινόμεθα ἡμᾶς αὐτούς, ὑποχρεωμένοι ὄντες τὰς αὐτὰς ἐννοίας ἑκάστοτε νὰ μεταχειριζώμεθα. Ἐκεῖ ὅμως ἔνθα γεννῶνται νομικὰ ζητήματα δυσχερῆ, ἀπαιτοῦντα πάντων ὑμῶν τὴν νομικὴν μόρφωσιν, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐν τοῖς ἀδικήμασι τοῦ κοινοῦ δικαίου. Ἐκεῖ λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ δεχθῆτε ἐπικρατοῦσαν τὴν γνώμην τοῦ ἑνός. Ἂν δὲν ἐπικρατήσῃ ἡ γνώμη τοῦ ἑνός, τότε τί τὸν θέλετε; Ἐφ’ ὅσον δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ἔχωμεν τὴν σοφίαν τῶν δικαστῶν διὰ τὴν διάγνωσιν τῶν νομικῶν ζητημάτων, ἐὰν ἡ γνώμη του δὲν ἐπικρατῇ, τότε δὲν πληροῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἂν δ’ ἐπικρατῇ, τόσον τὸ χειρότερον διὰ τὴν δικαιοσύνην, διότι θὰ ἔχωμεν ἕνα τὸν κρίνοντα, καθ’ ὃν χρόνον ἔκρινον ἑπτά, κατὰ τὸ Γαλλικὸν σύστημα, καὶ ἔπρεπε νὰ καταδικασθῇ τις λαμβάνων πέντε καταδικαστικὰς ψήφους, ἀθωούμενος διὰ τῆς ἐπιεικοῦς μειονοψηφίας, ἡ ὁποία ἐπ’ ἐσχάτων κατηργήθη. Ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σκοπεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι ἐγὼ ὡς ἄτοπον.
§125Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐν Γερμανίᾳ ὑπάρχουσι δικαστήρια τὰ ὁποῖα σύγκεινται ἐκ τακτικῶν δικαστῶν καὶ ἐκ πολιτῶν καὶ ἡ μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον, σκοπεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις τὴν ἀνάμιξιν αὐτήν.
§126Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ἀκριβῶς τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει μου, τὸ τί γίνεται ἐν Γερμανίᾳ, ἠθέλησα νὰ ὑποστηρίξω, καὶ φοβοῦμαι ὅτι τὸ ἐπέτυχον, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ λαμβάνωμεν τὰ ἐν Γερμανίᾳ συμβαίνοντα, ὄχι διότι εἶναι ξένα, ἀλλὰ διότι διαφέρομεν ῥιζικῶς τῆς μορφώσεως, τῆς διανοητικότητος τῶν Γερμανῶν.
§127Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἤκουσα καὶ πρὸ ὀλίγου καὶ μοὶ προυξένησεν ἔκπληξιν. Ἐφέρατε παράδειγμα τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀμφισβητήσω, ὅτι ὁ οὐσιαστικὸς στρατιωτικὸς ποινικὸς νόμος τῆς Γερμανίας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς τρομοκρατικῆς ἀντιλήψεως παλαιοτέρας ἐποχῆς. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουσιν αἱ αὐστηρόταται διατάξεις τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, πράγματα ἐντελῶς διαφορετικά;
§128Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἔχετε μίαν ἐπιφάνειαν δικαίου, λέγοντες τίνα σχέσιν ἔχει τὸ διαδικαστικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι ἐνταῦθα τὸ διαδικαστικὸν ζήτημα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἅπτεται τῆς ὑποστάσεως τοῦ δικαστηρίου, τῆς ἱκανότητος τοῦ κρίνειν καὶ καθορίζειν τὸν τρόπον καὶ τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι κατὰ γενικὴν ἀρχὴν θὰ τηρῶνται. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν διὰ τοῦ συστήματος τούτου οὐδὲν ἄλλο καθορίζεται εἰμὴ ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ἀπεκδεχόμεθα ὅτι θ’ ἀκολουθῶσιν ἵνα κρίνωσι τὰ δικαστήρια, εἶναι ἐπίκαιρον ν’ ἀποκριθῶ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, ἐπικαίρως ἐρωτήσαντα, διατί ἀποστέργω τὰ ἐν Γερμανίᾳ. Διότι παρουσιάζομεν μίαν τάσιν ἀδικαιολόγητον, ἀχαλίνωτον, νὰ λαμβάνωμεν τὰ ἐν Γερμανίᾳ πράγματα, διότι καταπλησσόμεθα πρὸ τῆς προόδου ἡ ὁποία συνετελέσθη ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ῥιζικὴν καὶ χαρακτηριστικὴν διαφορὰν μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων. Προχθὲς ἀκόμη ἀνέγνωσα, ἔν τινι ἐνταῦθα ἐφημερίδι, μεταπεφρασμένον ἄρθρον Γερμανοῦ τινος καθηγητοῦ, γράφοντος ἐν τῇ «Ἡμερησίᾳ» τοῦ Βερολίνου, τί χωρίζει τοὺς Γερμανοὺς ἀπὸ τοὺς Γάλλους, τοὺς Ῥώσους κλπ. Ἔλεγε λοιπὸν ὅτι δυνάμεθα καὶ συμφέρει νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τῶν Γάλλων, διότι εἴμεθα τόσον ἀνόμοιοι πρὸς ἀλλήλους, ὥστε ἔχομεν πολλὰ νὰ δώσωμεν καὶ πολλὰ νὰ λάβωμεν. Εἰδικώτερον δὲ περὶ στρατιωτῶν ἔλεγεν ὅτι τὸν Γερμανὸν στρατιώτην ἐμπνέει ἡ ἰδέα τοῦ καθήκοντος ἀπολύτως, τὸν Γάλλον τὸν ἐμπνέει ὁ ἐνθουσιασμός. Ἐρωτῶ: ὑπάρχει διαφορά τις, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές; Ὑπάρχει διαφορά τις τῆς ψυχολογίας τοῦ Γάλλου στρατιώτου ἀπὸ τοῦ Ἕλληνος; Ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους καὶ ἡ πειθαρχία ἦσαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπειργάσθησαν τοὺς ἥρωας τοῦ Κιλκίς, ἢ ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν εἷς ἕκαστος τῶν στρατιωτῶν εἶχεν, ἵνα ἐπιτελέσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἐκτελέσῃ; Καὶ διὰ τοῦτο μοὶ ἐδόθη ἄλλη εὐκαιρία νὰ εἴπω ὅτι ὁ Ἕλλην μεγαλουργεῖ, ὅταν τίθηται ἐν δοκιμασίᾳ ὁ πατριωτισμός του, ὅταν ἐξεγείρηται ἡ αὐτενέργεια αὐτοῦ, ὅταν δὲ δὲν ἐγείρηται τοιαύτη δοκιμασία, ὅταν ἐπαναπαύηται εἰς ἄλλον, εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ μὴ χάνεσαι, δὲν κάμνει τίποτε. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ψυχολογίαν ἡ ὁποία χαρακτηρίζει ἡμᾶς, τὰς ἀρετὰς καὶ τὰ ἐλαττώματα ἡμῶν, ἵνα ταῦτα, τὰ δεύτερα, ἀμβλύνωμεν, καλλιεργήσωμεν δὲ τὰς ἀρετάς, ὁπόταν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σύστημα ὠφελοῦν ἡμᾶς. Αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ εἶναι κατὰ τοῦτο ἐπικίνδυνοι, διότι λαμβάνονται τὰ ἐξ αὐτῶν συμπεράσματα χωρὶς νὰ κρίνωνται πάντοτε ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν χαρακτῆρα, ἂν ἁρμόζουσι πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ ἐφ’ οὗ ἐπιβάλλονται. Καὶ ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ κυρίου συναδέλφου. Ἔχουσα ταῦτα ὑπ’ ὄψει ἡ πλειονότης ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐδέχθη, ἂν τέλος πάντων σώνει καὶ καλὰ ἤθελε θεωρηθῆ ἀπαραίτητον νὰ ἔχωμεν πρόοδόν τινα δικαστικήν, πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ἐντεῦθεν κακῶν, τῶν ἐντεῦθεν ἀτόπων νὰ ἔχωμεν τὸν πρόεδρον διὰ νὰ συμπληρώσῃ ὅσας ἀτελείας παρατηροῦμεν ἐν τῷ Στρατοδικείῳ, μὴ παρεμβάλλων ἐντούτοις ἑαυτὸν πρόσκομμα ἐν τῇ δικαστικῇ λειτουργίᾳ τῇ ὑπὸ τῶν στρατοδικῶν διεξαγομένῃ, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς παρείσακτος καὶ θὰ ἐχρησίμευεν οὗτος βεβαίως κατὰ τεκμήριον μόνον ὡς τέλειος καὶ σοφὸς ἐφαρμόζων προσηκόντως τὰς δικονομικὰς διατάξεις καὶ τὸν ὀργανισμὸν τῆς διαδικασίας, ἐν τῇ διατυπώσει καὶ τῇ λύσει τῶν προδικαστικῶν ζητημάτων, διατυπώνων καὶ λύων ἀσφαλέστερον αὐτὰ ὡς ὁ ἐκ τῶν δικαστῶν λαμβανόμενος. Τοῦτο μάλιστα εἶναι συνεπὲς πρὸς τὰ ἐν Γερμανίᾳ γινόμενα, ὅπου τὸ Κακουργιοδικεῖον συγκροτεῖται ἐξ ἑνὸς προέδρου καὶ τῶν ἐνόρκων, τοῦ προέδρου ἀποφαινομένου ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ζητημάτων μόνον. Ἐκρίθη δὲ τὸ σύστημα τοῦτο ὡς ἄριστον, διότι ἐκ τῶν πραγμάτων παρετήρησαν καὶ ἐκεῖ ὅτι συνήθως οἱ τρεῖς περισσεύουσιν, οἱ δύο χρησιμεύουσιν ἵνα καλύπτωσι μόνον τὸν πρόεδρον, ὁ ὁποῖος ἔχει πάντοτε τὴν κρατοῦσαν γνώμην. Εἶναι παραδεδεγμένον τοῦτο ὡς ἐπιστημονικὴ θεωρία. Λοιπόν, ἂν θέλητε νὰ ἔχητε πρόεδρον, προλάβετε τοὐλάχιστον τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ γίνωσι καὶ ἔχετε τὰς ὠφελείας τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ ἔχητε ἐξ αὐτοῦ. Ταῦτα ἐδέχθημεν κατὰ πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τῶν εἰσηγητῶν ὡσαύτως ἐδιχάσθημεν καὶ ἐκεῖ. Ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐδέχθημεν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διορίζωνται καὶ ἀντεισηγηταὶ καὶ εἰσηγηταί, λέγων δὲ εἰσηγητὰς ἐννοῶ τοὺς ἀνακριτὰς παρὰ τοῖς Στρατοδικείοις καὶ δικαστικούς, διότι οὗτοι λαμβανόμενοι ἐκ τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν ἔχουσι τὴν ἐμπειρίαν τὴν ὁποίαν ἀρνούμεθα εἰς τοὺς στρατοδίκας καὶ θέλομεν τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν. Καὶ τὰ σπουδαιότερον, διότι, ὡς εἶπον, αἱ ὑποθέσεις αἱ ἀπασχολοῦσαι τὰ Στρατοδικεῖα εἶναι ἁπλούσταται, οὐδεμίαν δικονομικὴν ἱκανότητα χρειάζονται, κρίνονται ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ δὲν κρίνονται κυρίως ἐκ μέρους τῶν εἰσηγητῶν, καθόσον τὴν διάγνωσιν διεξάγει κατ’ ἐξοχὴν ἡ προανάκρισις. Τὰ σώματα καὶ οἱ διοικηταὶ τῶν σωμάτων εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιλαμβάνωνται αὐτοπροσώπως τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, τῆς εὑρέσεως τῆς εὐθύνης καὶ τῶν λεπτομερειῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐτελέσθη ἡ πρᾶξις. Ὁ εἰσηγητὴς δὲν εἶναι δυνατόν ποτε αὐτοπροσώπως καὶ ἀμέσως νὰ ἐπιλαμβάνηται τῶν πραγμάτων. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ, καὶ ἂν γίνωσιν εἰσηγηταὶ δικασταὶ ἀντὶ τῶν ἀξιωματικῶν, διότι θὰ ἔχωμεν τέσσαρα Στρατοδικεῖα εἰς ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, τὰ δὲ ἀδικήματα θὰ γίνωνται καθ’ ἅπασαν τὴν ἔκτασιν τῆς τόσον μεγάλης εὐτυχῶς Ἑλλάδος. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὁ θεσμὸς αὐτὸς καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένος καὶ ἐκ τῶν προσώπων δὲν ἐξυπηρετεῖται, διότι θὰ πρόκειται περὶ ἐμμίσθων παρέδρων οἱ ὁποῖοι μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσι, διότι ἦτο ἀπελπιστικὸν νὰ ὑπάρχωσι πρωτοδίκαι δεχόμενοι ν’ ἀλλάξωσι τὴν θέσιν των καὶ νὰ ἔλθωσιν ἐν τῷ στενῷ κύκλῳ τῷ ἥκιστα ἱκανοποιοῦντι πᾶσαν φιλοδοξίαν, ἵνα κρίνωσι διὰ λιποταξίας, κλοπὴν εἰδῶν ἱματισμοῦ κλπ. Κατὰ κανόνα λοιπὸν θὰ ἔρχωνται ἐκ τῶν κατωτέρων, ἐν τοῖς ὁποίοις δὲν ὑπάρχει σπουδὴ τῶν νόμων. Εἴδομεν λοιπὸν ὅτι δύνανται πολὺ καλὰ οἱ στρατιωτικοὶ νὰ κρίνωσι τὰ ἀδικήματα ἐφ’ ὅσον ἐλάχιστα τούτων παρέχουσι δυσχέρειαν, ἂν δ’ ὑπάρξῃ δυσχέρειά τις, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος ὅστις ἔχει ἐκ τοῦ νόμου τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀκολουθῇ τὰ τῆς ἀνακρίσεως, θὰ καθοδηγῇ αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων, Κύριοι, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίθετον ἔνδειξιν· ὁσάκις παρουσιάσθησαν σοβαρὰ ἀδικήματα ἐν τοῖς Στρατοδικείοις, ταῦτα διεξήχθησαν εἰς ἐντέλειαν θαυμαστήν, μὴ ἀπαντῶσαν εἰς τὰ τῆς κοινῆς δικαιοσύνης, διεξήχθησαν κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπόδειγμα ἐν τοῖς πράγμασι τῆς κοινῆς δικαιοσύνης. Θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα χαρακτηριστικώτατον. Εἶναι γνωσταὶ εἰς ὑμᾶς αἱ μεγάλαι καταχρήσεις τῶν στρατιωτικῶν, τινὲς τῶν ὁποίων ἔλαβον τὴν πρὸς τὰ κοινὰ δικαστήρια ἄγουσαν ἕνεκα τῆς συμπράξεως πολιτῶν, αἱ δὲ ἄλλαι ἀπέμειναν ἐν τοῖς Στρατοδικείοις. Ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἀπέμειναν ἐν τοῖς Στρατοδικείοις εἶναι αἱ προκαλέσασαι τὰ συγχαρητήρια ὑμῶν πρὸς τοὺς διεξαγαγόντας τὴν ἀνάκρισιν.
§129ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οἱ ὁποῖοι ἦσαν, ἂν δὲν πλανῶμαι, οἱ γραμματεῖς.
§130Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἦτο καὶ ὁ εἰσηγητής, ὁ Κυπριανός, ἦτο καὶ ὁ μακαρίτης Καραγιαννόπουλος, οἱ ὁποῖοι μετεῖχον πολὺ καλά. Ἠξεύρετε δὲ ποία ἦτο ἡ τύχη τῶν δικῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι παρεπέμφθησαν εἰς τὰ δικαστήρια.
§131Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Νὰ καταφεύγωσι καὶ εἰς δικηγορικὰς γνώμας.
§132Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶναι τοῦτο ἡ ἔλλειψις τῶν δικαστῶν, καὶ διὰ τοῦτο συνέβησαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μετ’ ὀλίγον θ’ ἀκούσητε, κ. συνάδελφε. Αἱ δίκαι ἐκεῖναι, αἵτινες παρεπέμφθησαν εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, εἶχον οἰκτρὰν διαμόρφωσιν, τόσον οἰκτράν, ὥστε νὰ μοὶ δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ: — μὰ εἶναι νομικοὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν αὐτὰ τὰ ζητήματα;
§133Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰ κοινά;
§134Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Παραπέμπει λόγῳ συναιτιότητος. Εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ταῦτα ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, Κύριοι, διότι εἶχον ἐνώπιόν μου ζητήματα περιέχοντα τὴν ἐνοχὴν καὶ τὰ ὁποῖα ἀνεφέροντο εἰς πάντα τὰ ἄρθρα ἀμφοτέρων τῶν νόμων, τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ τοῦ κοινοῦ, τὰ τιμωροῦντα τὴν πλαστογραφίαν· ἐλάμβανον ἐξ ἑκάστου ἄρθρου ἓν στοιχεῖον καὶ οὐδενὸς ἄλλου ἄρθρου τὰ στοιχεῖα εἶχον· ἐφρόνουν δηλαδὴ ἁπλοϊκώτατα καὶ ἀξιοκρεμαστότατα μίαν πλαστογραφίαν τιμωρητέαν καθ’ ἁπάσας τὰς διατάξεις τῆς πλαστογραφίας, εἶχον καὶ διατάξεις περὶ πλαστογραφίας τῶν ἰδιωτικῶν ἐγγράφων! Καὶ ἐντεῦθεν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ· — μὰ ἦσαν νομικοὶ αὐτοί; Ἦσαν κἂν ἐγγράμματοι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί;
§135Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀνῃρέθη;
§136Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀνῃρέθη. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, Κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν παρατηρῶ μίαν ἀξιοθαύμαστον...
§137Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι αὐτὸ θὰ συμβαίνῃ εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις; Διότι, ἂν νομίζητε ὅτι τοῦτο εἶναι ὁ κανών, τότε πρέπει νὰ προτείνητε ἄλλο τι, νὰ μὴ ὑπάρχωσι δικασταὶ νομικοί.
§138Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὄχι. Προτείνω ὅμως κάτι ἄλλο. Ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ νόμου ἔχομεν τὴν σοφολογιότητα τῶν δικαστῶν, ἐκ τῶν πραγμάτων δ’ ἔχομεν ἐπάρκειαν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ἀνεπάρκειαν ἐνδεδειγμένην τῶν κοινῶν δικαστῶν, τῶν τακτικῶν, καταλήγω εἰς τὸ ἐρώτημα: Τίνι ποτὲ λόγῳ νὰ προσφύγωμεν εἰς ἐκείνους τῶν ὁποίων τὰ φῶτα δὲν καταλάμπουσι καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐχρειάζετο νὰ ἐξέλθωμεν ψηλαφητί; Διὰ νὰ ἐπανέλθω λοιπὸν εἰς τὸ κύριον θέμα θὰ ἔλεγον ὅτι τὰ μὲν πλεῖστα τῶν ἀδικημάτων εἶναι ὁμοιότυπα, εἶναι ἁπλᾶ τὸ περιεχόμενον, ἄλλα δὲ δὲν εἶναι. Καὶ οἱ εἰσηγηταὶ ὅταν εἶναι ἐκ τῶν τακτικῶν δικαστῶν, ἐφ’ ὅσον γίνονται τὰ ἀδικήματα καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ τακτικὸς εἰσηγητὴς εἶναι εἷς εἰς ἕκαστον Στρατοδικεῖον, δὲν δύνανται νὰ ἐπιλαμβάνωνται ἀμέσως καὶ αὐτοπροσώπως πάντων, καὶ κατὰ κανόνα ἡ ἀνάκρισις διεξάγεται ἐκ τῆς προανακρίσεως, ἂν δ’ ὑπάρχωσι σοβαρώτερα ἀδικήματα, ἔχομεν τὴν πεῖραν ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ προσφεύγουσι καὶ εἰς δικηγόρους, ἵνα καταρτίσωσι τὸ βούλευμα.
§139Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὴ τὸ λέγετε αὐτό. Ἂν προσφεύγουσιν εἰς δικηγόρους ἵνα τοῖς κάμωσι τὰ βουλεύματα, τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοὶ διὰ τὴν ἐργασίαν ἥτις τοῖς ἀνετέθη καὶ ὅτι ἱκανοὶ εἶναι οἱ νομικοὶ εἰς οὓς προσφεύγουσι καὶ οἱ στρατιωτικοί.
§140Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὄχι. Δὲν τοῖς κάμνουσι τὰ βουλεύματα, ἀλλ’ ἐρωτῶσι παραδείγματος χάριν; ἂν ἔχητε ἕνα κατηγορούμενον ἐπὶ κλοπῇ, τιμωρεῖται; Καὶ κατὰ τίνα νόμον; Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε ὅτι διὰ τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίπτωσιν χρειάζεται πολλὴ ἐμπειρία καὶ πολλὴ γνῶσις τῶν νόμων διὰ νὰ χαρακτηρισθῶσι τὰ ἀδικήματα— ἴσως ὑπῆρξα καὶ ὑπερβολικὸς διὰ τὰς κρίσεις τῶν δικαστῶν —, διότι εἶναι ἡ ἐπιπλοκὴ τῶν ἀδικημάτων, ἡ σημαντικὴ διαφορὰ προσώπων εἰς τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ προσώπου λαμβάνουσιν ἰδιαίτερον χαρακτῆρα, ὥστε χρειάζεται πολλὴ ἐμπειρία διὰ νὰ ἐξακριβωθῶσι. Καὶ ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ὡς πρὸς τὸ ἀναθεωρητικὸν δικαστήριον. Κατελήξαμεν εἰς τὴν γνώμην ἢ νὰ παραπεμφθῶσιν αἱ ὑποθέσεις αἱ πρὸς ἀναθεώρησιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἢ νὰ συσταθῇ ἓν δικαστήριον, ἀλλ’ ὄχι τοσοῦτον ποικίλον τὴν σύστασιν, ποικίλον καὶ κατὰ τὰς στολὰς ἀκόμη, ἔχον δύο μόνιμα μέλη, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσι σπάθην καὶ πῖλον, δύο ἐφέτας, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ φέρωσι σπάθην καὶ πῖλον, ἕνα ἀρεοπαγίτην διευθύνοντα! Καὶ ἐρωτᾶται: ὅταν τὸ ὅλον συγκροτῆται ἐκ νομικῶν, τίνι ποτὲ λόγῳ ἐκρίθη ὀρθὸν νὰ ἔχωμεν ἓν ἰδιαίτερον δικαστήριον καὶ νὰ μὴ ἔγκειται ἡ ἐκδίκασις τῆς ἀναθεωρήσεως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον; Διατί ἐπὶ τέλους νὰ μὴ προσθέσωμεν τρεῖς ἀρεοπαγίτας καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νὰ μετέχωσι καὶ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Στρατοδικείου, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ προστεθῶσι καὶ δύο μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; Οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχουσιν εἰμὴ μόνον κοινωνικὴν θέσιν. Θέλομεν ἓν ἰδιαίτερον δικαστήριον ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ θέσωμεν καὶ δύο Συμβούλους φέροντας κράνος, ἐνῷ ὑπάρχει ἀνάγκη συμπληρώσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως εἶναι ἐπαρκής. Ἡ δὲ ἀπασχόλησις ἐν τοῖς Στρατοδικείοις εἶναι ἀναξία λόγου, διότι σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι τοιοῦτο τὸ πρᾶγμα, ὥστε εἷς εἰσηγητὴς δύναται ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ δεκαπέντε αἰτήσεων ἀναιρέσεως, συνεπῶς τὸ ποικίλον αὐτὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ οὐδένα ὑπηρετεῖ λόγον, ἴσως ὑπηρετεῖ τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ συνεζητήθη καὶ τὸ ἀπεδέχθημεν.
§141Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τίς εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ σήμερον;
§142Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἴδω τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι διστάζει, καὶ εὐλόγως, ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζει τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, φοβούμενος ὅτι θὰ ὑπερπολλαπλασιασθῶσιν αἱ ἐργασίαι ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι 500 ἀποφάσεις.
§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σήμερον;
§144Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μάλιστα, θὰ φθάσωσι δὲ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 700. Οἱ λόγοι τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι κατὰ κανόνα — παράβασις προθεσμίας, μὴ κοινοποίησις ἐγκλητηρίου, ἄλλοι δὲ λόγοι ἀναφερόμενοι εἰς ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι πολλὴν προσοχὴν καὶ μελέτην, εἶναι ἐλάχιστοι, ὄχι μόνον δὲν προτείνονται, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκονται. Τοῦτο θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ τὸ βεβαιώσω ἀξιῶν καὶ εἰδικότητά τινα ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν πραγμάτων, ἐνῷ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου — καὶ προχείρως εὑρίσκω λόγους ἐπιδεκτικοὺς μελέτης καὶ τοὺς ὑποστηρίζω ἐν τῷ Ἀναθεωρητικῷ προτείνονται μόνον παραβάσεις προθεσμίας. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ σᾶς τρομάξῃ ὁ ἀριθμός, διότι εἴκοσιν ἀποφάσεις ἐντὸς ὡρῶν δύνανται ν’ ἀναθεωρηθῶσι.
§145Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ εἰς τὰς κοινὰς ποινικὰς ὑποθέσεις, ὄχι τὰς στρατιωτικάς, καλῶς γνωρίζετε ὅτι σπανίως εὑρίσκονται λόγοι ἀναιρέσεως· δεύτερον αὐτὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον δικάζει, ἐπωνομάσθη ἀπορριπτικόν, ἐν τούτοις ἀσχολεῖται πολύ.
§146Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὄχι, δὲν ὑπάρχουσι λόγοι ἀναιρέσεως, δὲν τοὺς δέχονται. Μὴ μὲ ἀδικεῖτε ὅτι εἶμαι ἐνθουσιασμένος μὲ τὸν Ἄρειον Πάγον· πᾶν ἄλλο· ὁ Ἄρειος Πάγος προσπαθεῖ πῶς νὰ σώσῃ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων, δι’ αὐτὸ ἐδέχθη τὴν ἀναίρεσιν, ὡς παρετηρήθη ἐν τῇ ὑποθέσει τῶν καταχραστῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐξακριβώσει τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἐπέβαλε ποινὴν καὶ ἐμείωσε κατὰ ἕξ μῆνας· νομικῶς ἐμιμήθη τοὺς δικαστὰς τοὺς κρίναντας ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§147Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐφήρμοσε τὸν ποινικὸν νόμον.
§148Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μάλιστα, καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς ἀντιλαμβάνεται. Ὑπάρχει ὅμως λόγος τις δυνάμενος νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς συστάσεως ἰδιαιτέρου Στρατοδικείου ἀναθεωρητικοῦ καίπερ ἐκ νομικῶν συνισταμένου, καὶ οὗτος εἶναι ἡ ταχύτης ἐν τῇ ἐκδικάσει, ἀλλ’ ὁ λόγος αὐτὸς δὲν ἐκρίθη ἀναγκαῖος ἐν Γαλλίᾳ. Ἐγὼ ὅμως καὶ ὁ κ. Κροκιδᾶς ἠκολουθήσαμεν γνώμην τινὰ τολμηράν. Ἠθελήσαμεν νὰ ἔχωμεν ἓν Ἀναθεωρητικὸν τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἄγηται ἐκ τῶν δεσμῶν, ἐκ τῶν ἐμποδίων τῆς νομιμοφροσύνης, νὰ ἔχῃ ἐλευθεριάζουσαν γνώμην, καὶ ἄγηται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἵνα τοιουτοτρόπως μετριάζηται ἡ ὑπερβολικὴ αὐστηρότης, ἡ ὁποία παρατηρεῖται κάποτε ἐν τοῖς Στρατοδικείοις. Τοῦτο εἶναι ἓν ἐλάττωμα ἀλλὰ καὶ μία ἀρετὴ τῶν Ἀναθεωρητικῶν ὡς συγκροτοῦνται. Ἂν ἠθέλομεν δεχθῆ τὴν ὑπαγωγὴν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἴσως δὲν θὰ εἴχομεν ἐξησφαλισμένην τὴν ἐπιτυχίαν, ἂν ὅμως συνιστῶμεν ἓν δικαστήριον τοῦ ὁποίου οἱ δικασταὶ νὰ μὴ ἔχωσι τὴν προσήλωσιν εἰς τοὺς νόμους, ὡς ἔχουσιν οἱ ἀρεοπαγῖται, ἐξ ἁπλῶν ἀνθρώπων ἢ ἐκ Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας ἢ ἐκ νομικῶν, ἠθέλομεν ἔχει ὁπωσδήποτε ἀνοικτὴν τὴν ἀσφαλιστικὴν κλεῖδα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὐδένα λόγον ἔχει, οὐδεμίαν δικαιολογίαν, εἶναι ἡ σύστασις τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ ἐκ δύο Συμβούλων. Οὐδένα λόγον ἔχει εἰμὴ τὴν δημιουργίαν δύο θέσεων. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ὑπηρεσιακὴν μορφὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ὑπηρεσιακὴ μορφὴ τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται διακρινομένη ἔκ τινος φανατικοῦ, ἔκ τινος ὑπερενθουσιώδους πνεύματος δημιουργίας ἀνωτέρας διὰ δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἀνωτέρας ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχουσι καλούμενοι, ἐὰν εὐαρεστῶνται, νὰ μετάσχωσι τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος ὅπως συγκροτεῖται. Τοιουτοτρόπως λαμβάνονται δικαστικοὶ καὶ προάγονται εἰς προέδρους ἐφετῶν, καὶ τοῦτο κατορθοῦται διὰ τῆς μεθόδου τῶν διατάξεων αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται ἐν τοῖς καθέκαστον, κατὰ τὰς ὁποίας, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἐπαρκὴς ἀριθμός, λαμβάνονται ἀπὸ τοῦ κατωτέρου ἀριθμοῦ, καὶ τοιουτοτρόπως κατορθοῦται ὅπως ἀπὸ πρωτοδίκου γίνῃ τις πρόεδρος ἐφετῶν. Γίνεται δὲ καὶ ἄλλο τι ἀκόμη. Ὑποβιβάζεται τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας κατὰ ἕνα βαθμόν, πάντες προάγονται, ἀλλὰ καὶ κατὰ δεύτερον βαθμὸν ἐν ἐλλείψει ἄλλων. Ἀλλ’ ὑποβιβάζεται τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἵνα δημιουργηθῶσι περισσότεραι θέσεις. Καὶ τί γίνεται; Ἄν οἱ προβιβασμοὶ γίνωνται κατ’ ἐκλογήν, δὲν προβλέπεται ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν δὲν ἤθελον θεωρηθῆ προακτέοι. Ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ἀτοπήματος τούτου κατέληξεν εἰς τὴν γνώμην νὰ συμπληρῶνται αἱ κεναὶ θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προέλθει ἐξ ἀνεπαρκείας τῶν καταλλήλων ἢ τῶν προβιβασθέντων, ἐξ ἀποσπάσεως δικαστῶν οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσι βαθμὸν ἰσότιμον, ἵνα οὕτω καταρτισθῇ ἓν σῶμα ἐμπνέον σεβασμόν· διότι ὡς ἔχει ἤδη ἀρκεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἐνδοιασμὸν περὶ τὴν σοβαρότητα τῆς συγκροτήσεώς του. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν· εἶναι δυνατὸν καὶ κατ’ ἀρχὴν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτοῦνται 22 πρόεδροι ἐφετῶν, ἀντεισαγγελεῖς ἐφετῶν καὶ πρόεδροι πρωτοδικῶν, ἵνα λάβωσι θέσιν δικαστικοῦ Συμβούλου πρώτης τάξεως, δηλαδὴ ἰσοτίμου πρὸς τοὺς προέδρους τῶν ἐφετῶν. Ποῦ θὰ εὑρεθῶσιν οἱ 22 οὗτοι; Ἄν εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων, θὰ ἐξασθενίσωσι τὴν κοινὴν δικαιοσύνην. Εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὑπάγωσιν οἱ ἄριστοι, διότι δὲν θέλουσι ν’ ἀλλάξωσι στάδιον, καὶ τότε δὲν γνωρίζω τίνα μεταρρύθμισιν εὐάρεστον θὰ ἐπιτύχητε διὰ τῆς μεταμοσχεύσεως τῶν ἀποπεμπτέων· ἴσως, ὡς εἶπον εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην εἴτε ἐλλείψει προσόντων εἴτε δι’ ἄλλους λόγους νὰ προαγάγητε δικαστὰς οἱ ὁποῖοι εἶχον κριθῆ στάσιμοι καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Νάκος εἶπεν ὅτι εἶναι κριτέοι διὰ τήν...
§149Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῶ. Ἕν πρᾶγμα ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ τελευταῖοι προβιβασμοὶ οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο προήγαγον καὶ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι, ἂν ἦσαν στρατιῶται, θὰ ἐξηροῦντο διὰ διανοητικὴν ἀνικανότητα ὑπὸ τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ νὰ ἐξηγηθῶμεν· ὄχι πάντες. Τοὐναντίον εἶπον καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει μου, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι εὑρίσκονται καὶ ἄνθρωποι οἵτινες θὰ ἐτίμων οἱονδήποτε δικαστικὸν εὐρωπαϊκὸν σῶμα.
§150Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Λέγω τοῦτο, διὰ νὰ γίνῃ ἡ διάκρισις ὅτι πάντες οἱ προσληφθησόμενοι πρέπει νὰ εἶναι 35 ἐτῶν, διότι, ἂν ὑπάρχῃ ἀρετὴ ἀπαιτουμένη παρὰ δικαστῇ, αὕτη εἶναι ἡ γνῶσις τῶν πραγμάτων, εἶναι ἡ ἐμπειρία. Τοῦτο εἶναι μία ἀλήθεια, ἥτις παρηγορεῖ καὶ ἡμᾶς οἵτινες ἐκάμψαμεν τὴν μέσην ἡλικίαν τοῦ βίου, ὅτι ἔχομεν προτέρημά τι μὴ ἀπαντῶν εἰς τοὺς νέους. Εἶναι μεγάλη ἀλήθεια εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέποντες ἐτάξαμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, διότι ὅσον παρέρχονται τὰ ἔτη τόσον πεφωτισμένους δικαστὰς ἔχομεν. Αὐτὴ δὲ εἶναι καὶ ἡ αἰτιολογικὴ βάσις τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἄν διὰ τὸν ἀντισυνταγματάρχην καὶ συνταγματάρχην θέτομεν ὅριόν τι, πόσον περισσότερον εἶναι ἀληθὲς δι’ ἀπόλεμον ὑπηρεσίαν, ὡς εἶναι τοῦ δικαστοῦ, ὅστις καὶ πλείονα πεῖραν καὶ πλείονας ἐγγυήσεις διὰ τὴν ὀρθὴν τῶν πραγμάτων διάγνωσιν δέον νὰ ἔχῃ; Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς καί, ἐὰν θὰ ἐχρειάζετο, θὰ ὑπέβαλλον πάλιν εἰς κόπον τὴν Βουλήν, ἵνα εἴπω τὴν γνώμην μου.
§151Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὁ ἐπίλογος τοῦ προλόγου τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου μὲ ἀπαλλάσσει τοῦ νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τῶν ὀλίγον περιέργων θεωριῶν, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκε περὶ πειθαρχίας τοῦ στρατεύματος, διότι ἐν τέλει κατέληξε καὶ οὗτος ὅτι ἡ πειθαρχία ἐν τῷ στρατεύματι δέον νὰ ᾖ αὐστηρά, αἱ δὲ πρὸς ἐμπέδωσιν ταύτης ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων ἐκδιδόμεναι ἀποφάσεις καταπλήσσουσαι. Διίσταμαι, Κύριοι, ἐν πολλοῖς ὡς πρὸς τὰς γνώμας περὶ καταρτισμοῦ καὶ λειτουργίας τῶν Στρατοδικείων, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῶν Στρατοδικείων. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει τὴν γνώμην ὅτι εἰς τὰ σώματα ἡ προανάκρισις ἐκτελεῖται πλήρως. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅλως ἀντίθετον γνώμην νὰ ἐκφράσω, διότι, ἂν λ.χ. συμβῇ εἴς τι σῶμα νὰ λάβῃ χώραν ἀξιόποινός τις πρᾶξις, οἱονδήποτε χαρακτῆρα καὶ ἂν φέρῃ αὕτη, ἀνατίθεται ἡ προανάκρισις εἰς τὸν πρῶτον τυχόντα ἀξιωματικόν, ἄπειρον νομικῶν γνώσεων, ἄπειρον ἀνακριτικῆς πείρας, ὅτε ἐπιλαμβάνεται οὗτος τῆς ἐξετάσεως, ἣν διεξάγει ἀτελῶς, ἀτελέστατα, μεθ’ ὃ τὰς ληφθείσας καταθέσεις μετ’ ἰδίου πορίσματος διαβιβάζει πρὸς τὸν εἰσηγητήν, ὅστις εἰσηγητής, κατὰ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ κάμῃ εἰμὴ μόνον νὰ καλέσῃ τὸν κατηγορούμενον ἵνα λάβῃ τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ καὶ ἀποστείλῃ τὴν δικογραφίαν πρὸς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον. Ὁ εἰσηγητής, Κύριοι, δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι τὸ θεμέλιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ στηρίξωμεν τὸ νομοθετικὸν τοῦτο ἔργον, διότι ὁ εἰσηγητὴς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ τὴν μέριμναν ὅπως συμπληρώσῃ τὴν ἀτελῶς ἐν τοῖς σώμασι διεξαχθεῖσαν προανάκρισιν, ὁ εἰσηγητὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θέλει δώσει τὴν προσήκουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, ἑπομένως ὁ εἰσηγητὴς πρέπει νὰ εἶναι νομικὸν πρόσωπον, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξαγάγῃ πλῆρες καὶ θετικὸν πόρισμα, τὸ ὁποῖον μὲ πλήρη τὴν ἀνάκρισιν νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, ὅστις ἐπίσης πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του, ἵνα καὶ οὗτος κατόπιν μελέτης τῶν ὑποβληθέντων αὐτῷ ἐγγράφων ἐξενέγκῃ γνώμην μετὰ κύρους. Ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἐν τῇ στρατιωτικῇ δικαιοσύνῃ δὲν ἔχομεν, ὡς ἐν τῇ κοινῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ, τὰ Συμβούλια τῶν πλημμελειοδικῶν καὶ ἐφετῶν, πρέπει ἀνενδοιάστως ὅ τε Βασιλικὸς Ἐπίτροπος καὶ ὁ εἰσηγητὴς νὰ ὦσι πρόσωπα ἔχοντα ἀρτίαν νομικὴν μόρφωσιν. Ἡ μέχρι τοῦδε ἀτέλεια περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς προανακρίσεως καὶ ἡ ἁπλῆ μηχανικὴ ἐνέργεια τοῦ εἰσηγητοῦ συνετέλεσαν ὥστε ἐνώπιον ἀμφοτέρων τῶν ἐδῶ Στρατοδικείων νὰ διατελῶσιν ἐκκρεμεῖς, ἐν μὲν τῷ πρώτῳ Στρατοδικείῳ 5.000 περίπου ὑποθέσεις, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ ὑπὲρ τὰς 2500. Ὁ κ. συνάδελφος ἰσχυρίσθη ὅτι μέγα μέρος τῶν ἄνω ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων ἀφορᾷ εἰς λιποταξίας ἐλαφροτάτης μορφῆς, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλα ἐγκλήματα τελεσθέντα κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο πολέμων καὶ ὅμως οἱ διαπράξαντες τὰς ἀξιοποίνους αὐτὰς πράξεις διατελοῦσιν ἔτι ἢ προφυλακισμένοι ἢ ἀτιμώρητοι, ἐπὶ πλέον δὲ διατρέχομεν καὶ τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν παραγραφόμενα τὰ ἄνω ἀδικήματα ἐπὶ βλάβῃ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας. Κατ’ ἐμὴν λοιπὸν γνώμην ὅ τε εἰσηγητὴς καὶ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος, ἂν καὶ περὶ τούτου φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ἔν τε τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐν τῷ στρατεύματι ἔτι, δέον νὰ εἶναι νομικὰ πρόσωπα, καὶ δὴ περιωπῆς. Διότι, Κύριοι, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ διεξαγάγῃ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ τὸν ἀγῶνα πρὸς τὸν ἔμπειρον νομικόν, τὸν ὑπερασπιστὴν τοῦ κατηγορουμένου, πλειστάκις δὲ συνέβη νὰ ἴδωμεν ἐν τῇ νομικῇ πάλῃ, καθ’ ἣν ὁ ἔμπειρος ὑπερασπιστὴς ἀνέπτυσσε τὰς γνώμας του καὶ ἐστήριζεν αὐτὰς ἐπὶ νόμων, συγγραφέων καὶ νομολογιῶν, συνέπεσε, λέγω, νὰ ἴδωμεν τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον καθηλούμενον ἐν τῇ θέσει του καὶ μὴ δυνάμενον προσηκόντως ν’ ἀντεπεξέλθῃ, μεθ’ ἁπάσας τὰς φιλοτίμους προσπαθείας αὐτοῦ.
§152Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνέβη ποτὲ τοιοῦτό τι.
§153Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀμφιβάλλω. Ἤδη ἐπιλαμβάνομαι τοῦ ἑτέρου ζητήματος, ἤτοι τῆς συνθέσεως τοῦ Στρατοδικείου. Ὁ προαγορεύσας συνάδελφος ἐξήνεγκε τὴν γνώμην ὅτι δέον οἱ στρατοδίκαι ἀπὸ πέντε ν’ αὐξηθῶσιν εἰς ἕξ, προστιθεμένου εἰς τούτους ὡς προέδρου νομικοῦ Συμβούλου, ἵνα οὕτως ἀποτελεσθῇ οἱονεὶ ὀρκωτὸν δικαστήριον, ἀλλ’ οὕτω περιπίπτομεν εἰς τὰ ἑξῆς ἄτοπα· τὸ μὲν θ’ ἀπασχολήσωμεν πλειοτέρους ἀξιωματικούς, ὧν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις παντοιοτρόπως ἐπιδιώκει τὴν περισυλλογὴν αὐτῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος, τὸ δὲ θὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ συγκέντρωσις τόσου ἀριθμοῦ καλῶν στρατοδικῶν, ὥστε ἡ ψῆφος αὐτῶν μετὰ κύρους νὰ δίδηται.
§154Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Πέντε δικασταὶ καὶ ὁ πρόεδρος. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου φέρεται ὡς ἡ σπουδαιοτέρα αἰτιολογία ὅτι δὲν θ’ αὐξηθῶσι τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν θέσεων αὐτῶν, διότι ἀντιστοίχως καταργοῦνται αἱ ὀργανικαὶ θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς Στρατοδικείοις. Τοῦτο θεωρητικῶς εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ πραγματικῶς θὰ ἔχωμεν ἐπὶ πλέον τὴν δαπάνην, διότι ἔχομεν περισσεύοντας ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, καὶ δὴ συνταγματάρχας, δυναμένους νὰ τοποθετηθῶσιν ἐν τοῖς Στρατοδικείοις. Θέλετε ὅμως θετικὴν οἰκονομίαν; Κανονίσατε τὰς θέσεις οὐχὶ ὀργανικάς, ἀλλὰ δι’ ἀποσπάσεως, καὶ τότε ἄνευ προσθήκης ἀξιωματικῶν θὰ διεξάγηται ἡ ὑπηρεσία τῶν Στρατοδικείων.
§155Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν θὰ συσταθῶσι μόνον ἐκ συνταγματαρχῶν. Λησμονεῖτε ὅτι ἔχομεν διαβαθμίσεις. Ἀντὶ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Λαγοπάτη προτεινομένων ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ Στρατοδικεῖον δέον νὰ καταρτισθῇ ὡς ἑξῆς: Πρόεδρος αὐτοῦ θὰ εἶναι τὸ νομικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον νὰ διευθύνῃ τὴν ἀκροαματικὴν διαδικασίαν, ὄχι μόνον νὰ λύῃ προδικαστικὰ ζητήματα καὶ νὰ θέτῃ τὰ ζητήματα, ἀλλὰ καὶ νὰ συμμετέχῃ κατὰ τὴν διάσκεψιν πρὸς ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως μὲ δικαίωμα ψήφου. Ἂν ἔχωμεν, Κύριοι, καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ δικαστικὸς σύμβουλος δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρασύρῃ τέσσαρας στρατοδίκας, ἔχοντας πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν τοιούτων ἀδικημάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὰ ἐν εἰρήνῃ Στρατοδικεῖα, ἀλλ’ ὅταν κηρυχθῇ ἐπιστράτευσις ἢ πόλεμος καὶ ἐπακολουθήσῃ ἡ κήρυξις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου τὰ Στρατοδικεῖα θὰ ἐπιληφθῶσιν ἀμέσως πασῶν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, εἴτε αὗται ἐτελέσθησαν ὑπὸ στρατιωτικῶν εἴτε ὑπὸ πολιτῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν πρόσωπα γνωρίζοντα καλῶς τὸν νόμον, ἵνα προσηκόντως ἐπιληφθῶσι τῶν ὑποθέσεων καὶ ἐκδώσωσιν ἀποφάσεις συμφώνους τῷ νόμῳ. Ὥστε ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διαβλέπει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὰ νομικὰ πρόσωπα εἶναι δυνατὸν νὰ παρασύρωσι τὰ στρατιωτικά, δὲν εἶναι βάσιμος, καὶ δὴ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῶν καθαρῶς στρατιωτικῶν ἀδικημάτων.
§156Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι θὰ παρασύρῃ αὐτοὺς ἐπὶ καλῷ.
§157Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Βεβαίως, διότι ἄνθρωποι μεμορφωμένοι καὶ μὲ κρίσιν θὰ σταθμίσωσι τὴν γνώμην τοῦ δικαστικοῦ Συμβούλου καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῶν κρίσιν καὶ συνείδησιν θ’ ἀποφασίσωσιν. Ἔρχομαι εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν ἐξενεχθεῖσαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραπεμφθῶσιν αἱ ἀναθεωρούμεναι ἀποφάσεις τῶν Στρατοδικείων ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀρκετὰ ἐπεβαρύναμεν τὸ Ἀνώτατον δικαστήριον διὰ πλείστων ὅσων ἐπιπροσθέτων καθηκόντων. Ἂς λάβωμεν ἐπὶ πλέον ὑπ’ ὄψιν ὅτι συνεπείᾳ τῆς ἤδη προσθήκης τῶν νέων συσταθέντων δικαστηρίων αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν, ποινικῆς τε καὶ ἀστικῆς φύσεως, ἀναιρεσιβαλλόμεναι θὰ παραπέμπωνται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἑπομένως ἡ ἐν αὐτῷ ἐργασία θὰ διπλασιασθῇ. Ὥστε, ἂν ἀναθέσωμεν αὐτῷ καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων, θὰ ἔχωμεν ἐπιβράδυνσιν ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ὅπερ δὲν θὰ εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, ἥτις ἀπαιτεῖ ἄμεσον τὴν τιμωρίαν. Ταυτοχρόνως δὲ τί θέλει συμβῆ; Θὰ ἔχωμεν τὸν ἄτεγκτον δικαστήν, ὅστις εἶναι εἰθισμένος νὰ ἐφαρμόζῃ ξηρῶς τὸν νόμον, χωρὶς οὐδὲ πόρρωθεν ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν οὐσίαν. Διὰ τοῦτο προτιμῶ ἴδιον ἀναθεωρητικὸν δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ παραπέμπωνται καὶ δικάζωνται αἱ προσβαλλόμεναι ἀποφάσεις τῶν Στρατοδικείων.
§158Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς οὐσίας.
§159Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Βεβαίως. Ἐν τῷ Ἀναθεωρητικῷ, ἐκτὸς τοῦ προέδρου ἀρεοπαγίτου, δέον νὰ ὦσι καὶ ἕτερα δύο πρόσωπα νομικά, διότι κατὰ περίεργον ἀντίληψιν ὁ προαγορεύσας, ἐνῷ παραδέχεται διὰ τὸ Στρατοδικεῖον τὸν πρόεδρον νομικὸν πρόσωπον, διὰ τὸ Ἀναθεωρητικόν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν προώρισται νὰ ἐρευνήσῃ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, θέλει καθαρῶς στρατιωτικούς. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἣν βασίζω καὶ ἐπὶ ἀλλαχοῦ κρατούντων, ὡς ἐν Γερμανίᾳ, Ἰταλίᾳ, ἡ συγκρότησις τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ δέον νὰ συνίσταται ἐξ ἑνὸς ἀρεοπαγίτου ὡς προέδρου, δύο στρατιωτικῶν δικαστικῶν συμβούλων αʹ τάξεως καὶ δύο ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Κύριοι, πρόκειται περὶ θεσμοῦ λίαν σοβαροῦ, μετέχοντος ὀλίγον καὶ τῆς αὐθαιρεσίας, θεσμοῦ ὅστις πρόκειται ν’ ἀναθεωρηθῇ καὶ ἀνοικοδομηθῇ ἐπὶ νέων βάσεων, θεσμοῦ ὅστις πλημμελῶς μέχρι τοῦδε ἐλειτούργησε, δι’ ὃ, καὶ παρὰ τῷ στρατιωτικῷ κόσμῳ ὡρίμασεν ἡ ἰδέα ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθωσιν οὐσιώδεις μεταρρυθμίσεις πρὸς κανονικωτέραν λειτουργίαν αὐτοῦ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι μετὰ περισκέψεως πολλῆς θέλομεν ἐπιληφθῆ τῆς συζητήσεως καὶ ἐξετάσεως τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου, ὥστε νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης ὅσον οἷόν τε ἄρτιον νομοθέτημα. (Εὖγε).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας. Ἀπών. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης. Ἀπών.
§161Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τροπολογίαν ὑποβληθεῖσαν πρὸ ἡμερῶν, καθ’ ἣν ὡς ὑπογραμματεῖς δέον νὰ προσλαμβάνωνται κατὰ προτίμησιν, εἰ δυνατόν, οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπηρετήσαντες κατὰ τὸν πόλεμον ἢ οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου οἱ μετασχόντες τῆς ἐπιστρατείας. Φρονῶ ὅτι οὗτοι εἶναι οἱ καταλληλότεροι διὰ τὰς θέσεις ταύτας.
§162Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι ἀνέγνωσαν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἤκουσαν τῶν προαγορευσάντων, καὶ ἰδίως τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, οὐδένα ἔχουσι δισταγμὸν ἵνα δεχθῶσιν ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ ὥριμοι εἴμεθα ὅπως τολμήσωμεν μεταβολὴν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος, ὄχι διότι ἴσως δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ κατά τι ὁ τρόπος τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ στρατεύματι, ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι δὲν ἀπεκρυσταλλώθησαν παρ’ ἡμῖν αἱ γνῶμαι πῶς πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ τρόπος τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ταύτης. Ἐγὼ μελετήσας καὶ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀκούσας τῶν ἀγορευσάντων νομίζω τολμηρὸν ν’ ἀπομακρύνωμεν τοῦ στρατοῦ τοὺς φυσικοὺς δικαστὰς αὐτοῦ καὶ παραδώσωμεν αὐτὸν εἰς πᾶν ἄλλο ἢ ἁρμοδίους νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀφαιρέσωμεν τοὺς στρατιωτικοὺς ἐκ τῶν φυσικῶν αὐτῶν δικαστῶν καὶ νὰ παραδώσωμεν αὐτοὺς εἰς ἄλλους ἐλάχιστα ἁρμοδίους περὶ τὰ στρατιωτικὰ πράγματα, καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον παρέχοντας τὴν πεποίθησιν ὅτι καλῶς θὰ διεξαγάγωσι τὰς ὑποθέσεις τὰς ὁρώσας στρατιωτικὰ ζητήματα. Δὲν γνωρίζω τίς σκέψις ἐπεκράτησεν εἰς τὸν πρῶτον ἐπεξεργασθέντα τὸ νομοσχέδιον, ὁ ὁποῖος μετὰ περισσῆς εὐχερείας μετέβαλε τὸ ὑπάρχον σύστημα κατὰ τοιοῦτον τρομερὸν τρόπον, ὥστε νὰ προχειρίζηται ὁ πρῶτος τυχὼν ἀξιωματικὸς εἰς δικαστήν. Τί εἶναι ὁ στρατιωτικὸς δικαστὴς καὶ κατὰ τί θὰ διαφέρῃ τοῦ πρώτου πολιτικοῦ δικαστοῦ; Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου θὰ διαφέρῃ μόνον κατὰ τὴν στολὴν καὶ τὸ ξίφος. Τί τούτου καλύτερον νὰ φορέσωμεν εἰς τὸν πρῶτον δικαστὴν μίαν στολήν, νὰ τῷ δώσωμεν ἕνα βαθμὸν καὶ ἀμέσως τὸν καθιστῶμεν ἴσως τελειότερον τοῦ φυσικοῦ του δικαστοῦ! Ἀπορῶ πῶς συνέβη τοῦτο εἰς τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅστις ἀκριβῶς εἶχεν ἀντίθετον ἰδέαν περὶ τῆς στολῆς καὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ ἀξιωματικοῦ. Οἱ ἐπιχειρήσαντες τὴν μεταβολὴν ἄλλων στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν ἀκριβῶς ἔφθασαν εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο καὶ ἐκάκισαν τὰς ὑπηρεσίας, διότι ἐπὶ τέλους ἐδέχθησαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν οἰκονομικοὶ ἢ φαρμακευτικοὶ ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ στρατεύματι. Θὰ ἔλθω πρὸς στιγμὴν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἐξετάσω ποῦ ἐβασίσθησαν οἱ προτείναντες τὴν τοιαύτην μεταβολήν. Ἐμελέτησα τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔδωκαν μέχρι τοῦδε οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ εὗρον ἐκ τῆς μελέτης ταύτης ὅτι δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς ἀπόδοσιν ἔργου πολλοῦ, πολλοὶ δ’ ἐπεχείρησαν νὰ ὑποδείξωσιν ὅτι τὸ ἔργον των δὲν ὑπῆρξεν ἔν τισι καλόν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἰσχυρίσθησαν ὅτι τὸ ἔργον δὲν ὑπῆρξε πολύ. Ἐγὼ θὰ παρακολουθήσω αὐτοὺς εἰς τὰς σκέψεις των. Ἄς ἐξετάσωμεν ποῦ ὀφείλεται τοῦτο. Ὀφείλεται τάχα εἰς τοὺς στρατοδίκας καὶ δὴ εἰς ἀδεξιότητα τῶν διαχειριζομένων τὴν δικαιοσύνην στρατιωτικῶν ἢ εἰς ἄλλην ἀφορμήν; Εἰς πᾶν ἄλλο ὀφείλεται ἢ εἰς ἀδεξιότητα καὶ ἀνεπιτηδειότητα αὐτῶν. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐπιστεύθη, καὶ μάλιστα, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη ἐχρεοκόπησεν. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν· ἐχρεοκόπησε δι’ οὓς λόγους ἰσχυρίζεται τὸ νομοσχέδιον σήμερον ἢ δι’ ἄλλους λόγους; Ἐγὼ δὲν δέχομαι ὅτι ἐχρεοκόπησεν ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, καὶ προσβλέπων ἐξ ἴσου εἰς τὴν στρατιωτικὴν καὶ τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην παρατηρῶ ὅτι, ἂν γεννῶνται ἱστορίαι, γεννῶνται διὰ τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην καὶ ὄχι διὰ τὴν στρατιωτικήν. Ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη ἀπονεμηθεῖσα καθ’ ὃν τρόπον ἀπενεμήθη ἐστερέωσε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀπένειμε πάντοτε τὸ δίκαιον, ἴσως ὑπῆρξε πολὺ αὐστηρόν, ἀλλ’ ἐπέβαλε πάντοτε τὸν σεβασμὸν τῇ κοινωνίᾳ. Ἄν ὑπῆρξαν παρεξηγήσεις καὶ ἂν ἐσχολιάσθη ἡ δικαιοσύνη, ἐσχολιάσθη πάντοτε ἡ πολιτική. Πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ἐχρεοκόπησεν ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη ὁ δεύτερος τῶν προλαλησάντων ἔφερε καί τινα παραδείγματα, καθ’ ἅ, ὁσάκις ἐγεννήθησαν νομικὰ ζητήματα, ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος καὶ οἱ ἀπαρτίζοντες τὸ δικαστήριον ἀξιωματικοὶ καθήλουντο εἰς τὰς θέσεις των, διότι τοὺς ἐκοκκάλωναν οἱ διάφοροι νομομαθεῖς. Καὶ σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι λυποῦμαι διότι δὲν παρίστανται ἐνταῦθα πολλοὶ δικηγόροι παριστάμενοι ἐν τοῖς Στρατοδικείοις, ἵνα βεβαιώσωσι καὶ οὗτοι ὅτι, ἂν οὐδὲν ἄλλο συνέβαινε, τοὐλάχιστον οὐδέποτε ἐκοκκάλωναν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη χωλαίνει πῶς κατωρθώθη νὰ σταθῇ εἰς ὃ ὕψος ἐστάθη; Διότι τίνας νομίζετε ὅτι ἐξέπεμπον ἀξιωματικοὺς διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης; Τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τοὺς ὁποίους ἤθελον νὰ παράσχωσιν εὐκολίαν ὅπως παραμένωσιν ἐν Ἀθήναις καὶ τοὺς ἀπογοητευμένους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον ν’ ἀσχολῶνται εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Εὐτύχημα δὲ εἶναι ὅτι πολλάκις ἔτυχε ν’ ἀποσπασθῶσιν ὡς στρατοδίκαι ἱκανοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἐστάθησαν εἰς τὸ ὕψος των, ὄχι μόνον ὑψώθησαν εἰς περιωπὴν μεγάλην, ἀλλ’ ἐνέπνευσαν καὶ τὴν πεποίθησιν τῆς Κοινωνίας καὶ πάντων τῶν παρισταμένων ὡς συνηγόρων ἐν τοῖς Στρατοδικείοις. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου. Δικαίως ἀξιοῦμεν παρὰ τῶν προσώπων τῶν πολιτικῶν δικαστῶν περισσότεραν τὴν ἐπίγνωσιν τῶν νόμων. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ διαμφισβητήσῃ ὅτι ἡ τῶν νόμων μάθησις ἀπαραιτήτως ἀναγκαιοῖ εἰς πάντα ἄνθρωπον ἀσχολούμενον περὶ τὰ δικαστικά, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι, μολονότι ἐν τοῖς Στρατοδικείοις δὲν εἶναι περιττὴ ἡ νομομάθεια, ἐντούτοις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς ἀπαραίτητος κανών, ἐκεῖνο ἐφ’ οὗ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ δικάζων στρατοδίκης στρατιωτικὰς ὑποθέσεις ἵνα κρίνῃ ἀκριβοδικαίως, ἀσφαλῶς εἶναι ἡ στρατιωτικὴ ἀντίληψις, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ στρατοδίκης εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς του. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ὁ πολιτικὸς δικαστὴς ἀποφαίνεται ἐκεῖ ὡς πρόεδρος, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ λύῃ τὴν ὑπόθεσιν, ὁ ὁποῖος ὡς μόνον κεφάλαιον προσκομίζει ἐν τῇ νέᾳ αὑτοῦ ὑπηρεσίᾳ τὴν ἐπίγνωσιν τῶν νομικῶν ὅρων, εἶναι δὲ ξένος παντὸς πνεύματος στρατιωτικοῦ. Δὲν εἶναι δίκαιον, Κύριοι, νὰ τίθηται ἐν ἴσῃ μοίρᾳ ὁ πολιτικὸς αὐτὸς δικαστὴς μεθ’ ὅλας τὰς νομικὰς γνώσεις του πρὸς τὸν στρατιωτικὸν δικαστήν. Ἡ παλαιὰ νομοθεσία ὁρίζει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ στρατοδίκης ἄλλος εἰμὴ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἀναμφισβητήτως τοῦτο προβλέπει καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐκεῖ διαβλέπω τὸν μέγιστον κίνδυνον. Οἱ τέσσαρες ἀξιωματικοὶ ἔχοντες ἀνατροφὴν διάφορον καὶ ἀντίληψιν διάφορον θὰ συσσωματωθῶσιν ἀσφαλέστατα, θὰ συνασπισθῶσι, καὶ θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ στρατιωτικοῦ πνεύματος. Καὶ ὄχι μόνον ὁ κίνδυνος αὐτὸς ὑφίσταται, ὅτι ἀσφαλῶς θὰ συνασπισθῶσιν οἱ στρατιωτικοὶ ἐναντίον τοῦ πολίτου προέδρου, ἀλλὰ διαβλέπω καὶ τὸν μέγιστον κίνδυνον ὅτι θὰ καταρρίψωσιν αὐτὸν ἐν τῇ συνειδήσει τῆς στρατιωτικῆς οἰκογενείας. Δὲν γνωρίζω, ἂν τοῦτο δὲν ἤθελε συμβῆ, μήπως ἤθελε συμβῆ ἄλλο τι μεγαλύτερον. Ἄν δεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι οἱ τέσσαρες ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ συνασπισθῶσιν ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς στρατιωτικῆς ἀντιλήψεως, ἀλλὰ θ’ ἀποβλέψωσι μετ’ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν πρόεδρον, τὸν πολίτην, καὶ ὁ πρόεδρος, ὁ πολίτης, τοὺς καταστήσῃ ὑποχειρίους, ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ ἐξαφάνισις πάσης στρατιωτικῆς ἀποχρώσεως ἐκ τοῦ δικαστηρίου σας. Ὁ πολιτικὸς δικαστής, ὁ ξένος πρὸς τὸ στράτευμα, ὁ ἔχων μόνον τὴν ἀντίληψιν τῶν νόμων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐν δικαστηρίῳ στρατιωτικῷ. Ἂν φρονῆτε, Κύριοι, ὅτι τοῦτο καὶ μόνον, ἡ γνῶσις δηλαδὴ τῶν νόμων, ἡ ἀντίληψις τῶν νόμων, εἶναι ἐπαρκὲς δι’ ἕνα στρατοδίκην, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ συμφωνήσω μεθ’ ὑμῶν.
§163Λ. ΝΑΚΟΣ. Καὶ ἡ ἀντίληψις τῶν νόμων.
§164Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἔλεγε πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής· οἱ τέσσαρες στρατιωτικοὶ νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὸν πολίτην.
§165Λ. ΝΑΚΟΣ. Καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω.
§166Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τότε καὶ ὁ νομοθέτης τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ἔχει, ὅτι πρέπει νὰ προεξάρχῃ ἡ στρατιωτικὴ ἀντίληψις καὶ δι’ αὐτὸ θέτει τέσσαρας στρατιωτικοὺς δικαστὰς καὶ ἕνα πρόεδρον πολίτην. Κύριοι, δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος ἵνα εἰσέλθω ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως ὑπέδειξα ὅ,τι ἀντιλαμβάνομαι σήμερον ὡς πολιτευόμενος, χθὲς ὡς ἀξιωματικός. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ μὲ πείσῃ τις ὅτι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον θέλει συντελέσει ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Πολιτεία. Πολὺ φοβοῦμαι μήπως ζητοῦντες νὰ καλυτερεύσωμεν μίαν κατάστασιν χειροτερεύσωμεν αὐτήν. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν ἀποτελεσθησομένην ἐξ ἀνδρῶν εἰδικῶν, νὰ χορηγηθῇ δ’ αὐτοῖς καὶ ἀνάλογον χρονικὸν διάστημα, ἵνα ἐπεξεργασθῶσιν αὐτό. Οὕτως ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα καλύτερα.
§167Ν. ΞΗΡΟΣ. Καταφανὴς ὑπάρχει ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἡ ἀνάγκη τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ συστήματος τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης· καὶ περὶ τούτου μὲν οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω, διότι ἡ ἀνάγκη ὁμολογεῖται ὑπὸ πάντων. Ἔχω ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ τῶν εἰδικοτήτων ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ δικαστικὰ πρόσωπα, δὲν καθιεροῦται ὅτι πρέπει οἱ ἀνακριταὶ νὰ εἶναι ἐκ τοῦ κλάδου τῶν δικαστῶν, οἱ Βασιλικοὶ Ἐπίτροποι ἐκ τοῦ κλάδου τῶν εἰσαγγελέων. Ἐπίσης πρέπει ἀπαραιτήτως ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις περὶ προσλήψεως προσώπων δικαστικῶν ἐκ τῶν προϋπηρετησάντων.
§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχει ἀπαλειφθῆ.
§169Ν. ΞΗΡΟΣ. Τότε οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω.
§170Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἦτο πλέον καιρὸς νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ θέματος τούτου. Ἄπειρα εἶναι τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα δύναταί τις ν’ ἀναφέρῃ τὰ δεικνύοντα τὴν πλήρη ἀποτυχίαν τοῦ θεσμοῦ τῶν Στρατοδικείων ὡς εἶχεν οὗτος μέχρι σήμερον. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι εἰς κατηγορούμενόν τινα κηρυχθέντα ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου ἔνοχον ἀναιρέσεως οἱ στρατοδίκαι ἠθέλησαν νὰ ἐπιβάλωσι ποινὴν ἀπὸ 15–20 ἐτῶν καὶ ὁ πρόεδρος, ἀνώτερος ἀξιωματικός τοῦ μηχανικοῦ, ἐπέμενε νὰ ἐπιβάλωσι ποινὴν προσκαίρων δεσμῶν, δηλ. 30 ἐτῶν! Δὲν ἀδικῶ τοὺς στρατιωτικούς, διότι δὲν εἶναι εἰδικοὶ εἰς τοιαῦτα ζητήματα. Δὲν νομίζω ὅτι, ὡς καθωρίσθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μπρισιμιτζάκη, ὁ συνδυασμὸς καὶ ὁ συγκερασμὸς τῆς στρατιωτικῆς καὶ τῆς νομικῆς ἀντιλήψεως δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, τουτέστι μὲ πρόεδρον νομικόν, μὲ Βασιλικὸν Ἐπίτροπον νομικὸν καὶ μὲ εἰσηγητὴν διὰ τὴν προδικασίαν καὶ τὴν ἀνάκρισιν νομικόν. Φρονῶ ἐξ ἐναντίας ὅτι πληροῦται ὁ σκοπός. Ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπαρχὴ βελτιώσεως, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ὑποδείξῃ ἐν τῷ μέλλοντι ἀρτιωτέραν καὶ πληρεστέραν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν τὴν μεταβολὴν αὐτὴν ἐπὶ τὰ βελτίω. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἶναι ὁ τρόπος καθ’ ὃν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον. Ὄζει προσωπικότητος. Ἐσχημάτισεν ἕνα κύκλον τόσον στενόν, ὥστε νὰ θεραπεύῃ ὡρισμένα συμφέροντα. Νομίζω ὅτι ὁ κύκλος πρέπει νὰ εἶναι εὐρύτερος. Διατί ν’ ἀποκλείσωμεν τοὺς δικηγόρους; Διατί νὰ ἐμπιστευώμεθα εἰς ἕνα πάρεδρον ὑπὸ δοκιμασίαν καὶ οὐχὶ εἰς ἕνα δικηγόρον ἔχοντα, ἂν θέλητε, ἕνα ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας καὶ ὑφιστάμενον ἀκόμη καὶ μίαν δοκιμασίαν; Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ ὑποβάλω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν.
§171Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος πρὸς συζήτησιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀνέμενον ἀκριβῶς ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου τοῦ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν τάξεων προερχομένου διὰ νὰ ἐνισχύσω ἢ νὰ παραλληλίσω τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα ἔχω καταλήξει ἐκ γενικωτέρας ἀντιλήψεως, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ μεγαλύτερον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου ἤκουσα παρὰ τοῦ κυρίου συναδέλφου, τοῦ καὶ ἰδιαιτέρου συμπολίτου μου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι, ἂν ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη κατηγορήθη καὶ κατηγορεῖται ὅτι ἐνίοτε δὲν λειτουργεῖ καλῶς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς τὰς θέσεις τῶν στρατοδικῶν δὲν ἐτοποθετοῦντο κατὰ κανόνα καλοὶ ἀξιωματικοί, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ὡς ἀποκούμπι. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ πεῖρα λέγει εἰς ἡμᾶς ὅτι οἱ καλοὶ ἀξιωματικοὶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες μετὰ ζωηρότητος τὴν στρατιωτικὴν ἀντίληψιν δὲν ἐπιζητοῦσι τὰς θέσεις αὐτάς, ἀλλ’ ὅτι αἱ θέσεις αὐταὶ ἐπιζητοῦνται καὶ καταλαμβάνονται ὑπὸ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν ἕνα ἀποκούμπι ἵνα ἀποφύγωσι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, νομίζω ὅτι τὰς θέσεις ταύτας τὰς ἀναγομένας ἐντελῶς εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς δίκης καὶ τὴν διοίκησιν τῆς διαδικασίας δυνάμεθα νὰ τὰς δώσωμεν ἀντὶ εἰς ἀξιωματικοὺς ζητοῦντας ν’ ἀποφύγωσιν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος, εἰς δικαστάς, λαμβάνοντες μόνον πρόνοιαν νὰ ἐκλέξωμεν καλοὺς δικαστὰς ἔχοντας κῦρος. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ δὲν ἀφαιροῦνται οἱ στρατιωτικοὶ τῶν φυσικῶν αὐτῶν δικαστῶν, ὅπως ἐν ὑπερβολῇ διατυπώσεως εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος καὶ ἰδιαίτερος συμπολίτης μου· διότι δικασταὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τέμνουσι τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἀποφαίνονται περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς ἀθῳότητος, ὅταν δὲ οὗτοι εἶναι κατὰ πλειονοψηφίαν στρατιωτικοὶ οὐδέποτε δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ὁ στρατιωτικὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀφαιρεῖται τῶν φυσικῶν αὐτοῦ δικαστῶν. Ἀφοῦ δὲ εἶναι τέσσαρες αὐτοὶ ἀπέναντι ἑνὸς προέδρου, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διὰ τίνα λόγον οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ στρατιωτικοί, οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν στρατιωτικὴν ἀντίληψιν, θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ συνασπισθῶσι, νὰ συνομολογήσωσι πρὸς ἀλλήλους ἀμοιβαίαν συνδρομὴν διὰ ν’ ἀντιπαραταχθῶσιν ἐναντίον ἑνὸς προέδρου, τοῦ ὁποίου ἡ μόνη ψῆφος οὐδέποτε ἔχει τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ ψῆφος καὶ τῶν τεσσάρων.
§172Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεξηγεῖτε τοὺς λόγους μου. Ἄν μὲ προσείχετε περισσότερον, δὲν θὰ ἐλέγετε αὐτά.
§173Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ὑπάρξῃ μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν ἀντιλήψεων διχοψηφία· δηλ. δύο στρατοδίκαι ὑποστηρίζουσι τὴν δεῖνα ἀντίληψιν περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς ἀθῳότητος καὶ οἱ ἄλλοι δύο τὴν ἀντίθετον· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχῃ τὴν νικῶσαν ψῆφον ὁ πρόεδρος. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἴσως θὰ ἦτο ὀρθὸν ν’ ἀκουσθῇ καὶ ἡ γνώμη ἑνὸς ἀμερολήπτου, ὅπως θὰ εἶναι ὁ πρόεδρος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἀντὶ νὰ μὲ πείσωσι περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης του μὲ ἔπεισαν περὶ τοῦ ἐναντίου.
§174Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐπιχειρήματά μου ἔμειναν ἐπιχειρήματα.
§175Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μὲ ἐξαναγκάζουσι νὰ λάβω τὸν λόγον.
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§177Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω· εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐρύνῃ τὸν κύκλον καὶ ν’ ἀποβλέψῃ πρὸς τὰς νομικὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐτροφοδότησαν τὴν διπλασιασθεῖσαν Ἑλλάδα ἐπαρκέστατα, διότι ἐκ τοῦ νομικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος ἐνεπιστεύθημεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς τακτικῆς δικαιοσύνης. Φρονῶ δέ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ λάβητε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, διότι περισσότερον θὰ συντελέσωσιν οἱ μεμορφωμένοι νομικοὶ καὶ οἱ πεῖραν ἔχοντες εἰς τὴν πραγματικὴν σκοπιμότητα. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος δικηγορικοῦ καὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸν νομικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος, ὁ ἀφιερώσας ὁλόκληρον τὴν ζωὴν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ταύτῃ.
§178Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐν Γαλλίᾳ μόνον ἐκ δικηγόρων λαμβάνονται οὗτοι.
§179Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Λαγοπάτη, ὅτι θ’ ἀτονήσῃ ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη, ὅταν ἀφαιρέσωμεν τοὺς τακτικοὺς δικαστάς, διότι βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν, ἐνῷ τὸ δικηγορικὸν σῶμα εἶναι ἱκανόν, χωρὶς νὰ πάθῃ τι ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη, νὰ συμπληρώσῃ τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην.
§180Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὰ παράπονα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα λέγεται ὅτι ἀκούονται ἀνέκαθεν ἐναντίον τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπονέμεται ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι βάσιμα, διότι δὲν ἀναφέρονται εἰμὴ μόνον εἰς ἀοριστίας τινάς. Λέγεται ὅτι δὲν ἔχομεν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην, ἐνῷ καὶ οἱ ἐπ’ ἄκρῳ ἀκόμη παρακολουθοῦντες τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην θὰ εἶδον ἀσφαλῶς ὅτι διεξήχθησαν ἐνώπιον αὐτῆς ὑποθέσεις σοβαρώταται, ὅτι πολλάκις σκόπελοι, τοὺς ὁποίους ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου καθίστα δυσυπερβλήτους, κατωρθώθη νὰ ὑπερπηδηθῶσιν. Ἐν γένει δέ, ἐνῷ, ὡς ἐκ τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐδικαιοῦτό τις νὰ ἀναμένῃ ἀποφάσεις αὐστηροτάτας, παρετηρήθη ὅτι ἐπεκράτησε πάντοτε πνεῦμα ἐπιεικείας ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν δικαστῶν ἀκριβῶς διότι οὗτοι ἔχοντες τὴν ἰδιότητα τοῦ στρατιώτου ἦσαν εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι καὶ τὸ μέγεθος τοῦ ἀδικήματος καὶ τὸ μέγεθος ἑπομένως τῆς ποινῆς, ἥτις ἔδει νὰ ἐπιβληθῇ. Ἔχομεν παραδείγματα στάσεων τιμωρουμένων ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου μὲ ποινὰς βαρυτάτας. Ἐν τούτοις δὲν ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου ὅτι ἦσαν στάσεις, ἀκριβῶς διότι δὲν συνυπῆρχον πάντα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐν τῇ πραγματικότητι ὁ στρατιωτικὸς νόμος θὰ ἐθεώρει ὡς ἱκανὰ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ποινὴν τῆς στάσεως καὶ βλέπομεν διὰ τοῦτο τὸ δικαστήριον θέτον ποινὰς ἐλαστικὰς καὶ ἀσημάντους. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι κυρίως ἵνα ἐφαρμόσῃ τὰ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας εἷς καὶ μόνον πρέπει οὗτος νὰ εἶναι, ὁ στρατιώτης, διότι μόνος αὐτὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσῃ ποινήν τινα, καὶ κατὰ πόσον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ ἀδίκημά τι ἐκ τοῦ κατηγορητηρίου. Ἐκ πείρας παρετηρήθη ὅτι ἐντελῶς ἀόριστα λέγουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι παράπονα ἐναντίον τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης τῆς ἐνεργουμένης ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων. Ἀλλαχοῦ, Κύριοι, εἶναι τὸ ἄτοπον. Πρέπει νὰ τὸ ἀναζητήσωμεν ἐν τῇ διαδικασίᾳ ἡ ὁποία γίνεται ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Διότι πράγματι οἱ ἀξιωματικοί, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ὑπηρεσία τῆς διαλευκάνσεως τοῦ ἀδικήματος καὶ τῆς ἀποδείξεως τῆς κατηγορίας, μὴ ὄντες κάτοχοι ἐντελῶς τοῦ νόμου πολλάκις, διὰ ν’ ἀποφύγωσι νὰ ἐκδώσωσι σαφῆ τινα γνώμην ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία θὰ εἶναι καὶ τελειωτικὴ ἀπόφασις, ἵνα μὴ ἔχωσι τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν θὰ διατυπώσωσι, παραπέμπουσι τὰς ὑποθέσεις ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ μόνον ἐλάττωμα τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίῳ στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, διότι μόνον ἀόριστα παράπονα κατ’ αὐτῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῶσιν. Ἐν τῇ πραγματικότητι τὸ μόνον ζήτημα τοῦ ὁποίου πρέπει πραγματικῶς νὰ ζητηθῇ ἡ διόρθωσις εἶναι τὸ νὰ τεθῶσι νομικοὶ παραπλεύρως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, αὐτοὶ νὰ διατυπώσωσι τὰ ἐγκλητήρια καὶ αὐτοὶ νὰ ἔχωσι τὴν ὑπεύθυνον γνώμην, διότι τότε θὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ὁ στρατιωτικὸς ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου ἡ κατηγορία θὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ εὕρῃ τὸν ὑπεύθυνον νομικόν, ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκφέρῃ τὴν δικαίαν κρίσιν καὶ τὴν ὑπεύθυνον, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ προκειμένου περὶ πράξεώς τινος, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἀνάγκη νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ἀκροατηρίου. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ ἐλάττωμα τῆς νῦν ὑπαρχούσης δικαιοσύνης. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορίσωμεν, κ. Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τῶν πολιτικῶν δικαστῶν μόνον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχητε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα κανονίζῃ τὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις, ὅταν ἔρχωνται ἐνώπιον ὑμῶν.
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ ἔρχωνται πλέον ἐνώπιόν μου. Ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ θ’ ἀσκῆται ὑπὸ τῶν διοικητῶν Σωμάτων.
§182Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἐν τῷ Συμβουλίῳ νὰ εἶναι νομικός, νὰ μὴ ἀναμιχθῶσι δὲ οἱ πολιτικοὶ δικασταὶ ἐν τῇ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ διαδικασίᾳ τῶν Στρατοδικείων.
§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε εἰσηγητὰς δικαστάς;
§184Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θέλω ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐκδώσῃ τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα, συμφώνως πρὸς τὸ νῦν ἰσχῦον σύστημα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκεῖνος νὰ εἶναι νομικός. Θέλω δηλαδὴ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ βούλευμα καὶ ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι πλησίον τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Σώματος—κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου—ἐκεῖνος νὰ εἶναι νομικός, διότι ἐκεῖνος μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπώσῃ γνώμην πραγματικὴν καὶ ὑπεύθυνον τῆς ὁποίας θὰ φέρῃ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην καὶ θὰ δύναται νὰ φέρῃ αὐτὴν ἐν πλήρει γνώσει τοῦ νόμου διατελῶν, ὥστε νὰ ἐλλείπῃ ὅλη ἐκείνη ἡ σωρεία τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι παραπέμπονται ἄνευ οὐδενὸς λόγου ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου καὶ αἱ ὁποῖαι ἀπασχολοῦσιν αὐτὰ ἄνευ, ἐπαναλαμβάνω, οὐδενὸς λόγου. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, — πιστεύσατέ με — τὸ μόνον σημεῖον ἐν τῷ ὁποίῳ παρουσιάζεται χωλαίνουσα ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη. Δὲν εἶναι τὸ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ζήτημα, διότι παρετηρήσαμεν ὅτι Βασιλικοὶ Ἐπίτροποι κληθέντες ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατεύματος διεξήγαγον μεγάλας ὑποθέσεις μετὰ περισσῆς ἱκανότητος καὶ μετὰ μεγάλης ἀντιλήψεως. Δὲν παραδέχομαι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος, ὅτι ὁ μὴ θέλων νὰ ἐργασθῇ μεταβαίνει ὡς στρατοδίκης, διότι, ἂν παρατηρήσητε τοὺς καταλόγους καὶ τῶν Βασιλικῶν Ἐπιτρόπων καὶ τῶν στρατιωτικῶν, θὰ ἴδητε ὅτι ἅπαντες οἱ διαπρεπεῖς ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος διῆλθον ἀπ’ ἐκεῖ. Ἀλλὰ τὸ μόνον ἐλάττωμα τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει μεγάλην βραδύτητα εἰς τὰς ὑποθέσεις ἦτο τὸ ζήτημα ὅτι πάντες ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους ἦτο ἀνατεθειμένη ἡ διατύπωσις τῆς κατηγορίας, μὴ θέλοντες νὰ φέρωσιν, ὄντες ἐν ἀγνοίᾳ φυσικὰ τοῦ νόμου, τὴν εὐθύνην τῆς ὑπογραφῆς των, παραπέμπουσι πάσας τὰς ὑποθέσεις εἰς τὸ ἀκροατήριον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάττωμα καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι δι’ αὐτὸ καὶ μόνον πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰ Στρατοδικεῖα νὰ λειτουργῶσιν ὡς καὶ σήμερον ἔχουσι, διότι, ὡς εἶπον, ὡρισμένα παράπονα κατ’ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῶσιν.
§185Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐφ’ ὅσον, κ. Βουλευταί, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου σκοπεῖται ἡ διαρρύθμισις τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς ποινικῆς ὑποθέσεως εἴτε ὑπὸ τῶν εἰσηγητῶν κατὰ τὴν ἀνάκρισιν εἴτε ὑπὸ τῶν συμβούλων κατὰ τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ διαδικασίαν καὶ κατὰ τὰ ἄλλα διάφορα στάδια αὐτῆς εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ πρόσληψις νομικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν διατάξεων τῶν κειμένων νόμων· οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων δὲν δύναταί τις εἰμὴ νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Διότι τὰ μέχρι τοῦδε παρατηρηθέντα ἐν τῇ διεξαγωγῇ τῶν στρατιωτικῶν ποινικῶν ὑποθέσεων ὑπὸ τῶν εἰσηγητῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἦσαν στρατιωτικοί, εἴτε κατὰ τὴν προανάκρισιν εἴτε κατὰ τὴν ἀνάκρισιν τῆς ὑποθέσεως τῆς διεξαγομένης παρ’ αὐτῶν, αἱ παρατυπίαι, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται κατὰ τὴν διαδικασίαν, αἱ παραβάσεις τῶν διαδικαστικῶν τύπων ἐνώπιον τῶν Στρατοδικείων, βεβαίως ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην τῆς διαρρυθμίσεως τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατὰ τρόπον κρείττονα τοῦ μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντος, θὰ ἠδύνατό τις δὲ ν’ ἀναμένῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὰς μεταρρυθμίσεις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ νὰ προβῇ εἰς εὐρυτέραν διαρρύθμισιν τῶν διατάξεων τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Στρατοδικείων ἐν γένει. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον γίνεται ἀρχὴ πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων εἶναι βεβαίως ἀποδεκτή. Θὰ ἠδύνατό τις κατὰ τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα νὰ προτείνῃ τὴν διαίρεσιν τῶν κοινῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀδικημάτων καὶ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν κοινῶν ἀδικημάτων εἰς τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἐφ’ ὅσον ταῦτα πράττονται παρὰ στρατιωτικῶν, εἴτε στρατιωτῶν εἴτε ἀξιωματικῶν, τῶν δὲ καθαρῶς στρατιωτικῶν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Ἡ ἐκδίκασις τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων ὑπὸ τῶν Στρατοδικείων, ὡς καθορίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τεσσάρων στρατιωτικῶν δικαστῶν, διὰ τοῦ προέδρου λαμβανομένου ἐκ τῶν πολιτικῶν δικαστῶν καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ἐφ’ ὅσον ἄλλως δὲν διακρίνονται τὰ κοινὰ ἀδικήματα ἀπὸ τῶν στρατιωτικῶν, μετριάζει κάπως τὰς ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι θὰ προήρχοντο ἐκ τῆς ἐκδικάσεως τῶν κοινῶν ἀδικημάτων ὑπὸ στρατιωτικῶν. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ Πρόεδρος ἐκ τῶν δικαστῶν λαμβανόμενος πρέπει νὰ ἔχῃ ψῆφον καὶ γνώμην, διότι προκειμένου μὲν περὶ καθαρῶς στρατιωτικῶν ἀδικημάτων ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὁρμῶνται οἱ στρατιωτικοὶ δικασταί, καὶ ἣν δικάζοντες ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλλωσι πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ στρατεύματι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχωρήσῃ ἴσως εἰς τὴν ἐπιείκειαν τοῦ Προέδρου, ἐξ ἀντιθέτου δὲ αἱ νομικαὶ γνώσεις τοῦ Προέδρου, τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν ὑποτίθεται ὅτι τελείως ἀγνοοῦσιν οἱ στρατιωτικοί, λόγῳ τῆς ἐγκυκλοπαιδικῆς αὐτῶν μορφώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, οὔτε αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσωσιν αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε νὰ ἐκφέρῃ ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν οὐσίαν. Δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον ὅπως ὁ Πρόεδρος ἔχῃ γνώμην κατὰ τὴν ἀπόφασιν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἔνορκοι δικασταὶ λύουσι πολλάκις τὰ νομικὰ ζητήματα, ἀκούοντες ταῦτα ἀναπτυσσόμενα ὑπὸ τῆς κατηγορίας καὶ τῆς ὑπερασπίσεως καὶ λύουσι ταῦτα πλειστάκις ὀρθῶς. Οἱ ἀξιωματικοὶ δέ, οἱ μετέχοντες τῆς συγκροτήσεως τῶν Στρατοδικείων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι τελείαν ἄγνοιαν τῶν νομικῶν διατάξεων, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου εἰς τὴν γνώμην τῶν οὐσιαστικῶν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφέρωσιν οἱ στρατοδίκαι. Εἶναι δὲ καὶ ἐξ ἄλλου λόγου ἀπαραίτητον ὁ Πρόεδρος νὰ εἶναι δικαστὴς τακτικός, διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν νομικῶν ζητημάτων, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἀκυρότητας διαδικαστικάς, διότι, καίτοι θὰ προκύπτωσι νομικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναφαίνωνται, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ ἀδικήματα, εἴτε κοινὰ εἴτε στρατιωτικά, ἐὰν καὶ ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος λαμβάνηται ἐκ τῶν νομικῶν, θὰ ἔχωμεν καὶ τοὺς συνηγόρους νομικοὺς καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν ὀρθὰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Στρατοδικείων, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς μέχρι τοῦδε ἐκδοθείσας ἀποφάσεις. Ἔχω τὴν γνώμην ἐπίσης ὅτι καὶ οἱ εἰσηγηταὶ πρέπει νὰ εἶναι νομικοί. Διαφωνῶ δὲ καὶ πρὸς τοῦτο πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία φρονεῖ ὅτι λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ προανάκρισις διεξάγεται ὑπὸ τοῦ σώματος τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον διεπράχθη τὸ ἀδίκημα, πρέπει νὰ διεξάγηται πάντως ὑπὸ στρατιωτικοῦ καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνεργῆται ὑπὸ νομικῶν προσώπων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον καθῆκον τοῦ εἰσηγητοῦ νὰ ἐνεργῇ τακτικὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερον καθῆκον εἶναι νὰ συντάσσῃ τὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ συμπέρασμα τὸ προκῦψαν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, τὴν ὁποίαν θὰ διεξαγάγῃ, ἵνα, ἀφοῦ μετὰ τῆς γνώμης τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀποφανθῇ οὗτος περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἢ μὴ τοῦ κατηγορουμένου, κρίνῃ καὶ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τῇ βάσει δεδομένων ἀσφαλῶν, τὰ δὲ Στρατοδικεῖα μὴ ἀναγκάζωνται ν’ ἀναβάλλωσι καὶ ἰδίως πρὸς συμπλήρωσιν κενῶν προκυπτόντων ἐκ τῆς ἀτελοῦς ἀνακρίσεως. Ἐκ τοῦ ὅτι λοιπὸν ἡ προανάκρισις καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἀτελὴς θὰ ἠδυνάμην νὰ προτείνω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παρ’ ἑκάστῳ στρατιωτικῷ σώματι, παρ’ ᾧ θὰ ἱδρύωνται τὰ Στρατοδικεῖα κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διορίζηται ἀντεισηγητὴς διὰ τὴν προανάκρισιν καὶ μὴ διεξάγηται αὕτη παρ’ ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς σώμασι, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ ὁ ἀντεισηγητὴς ἐκ τῶν νομικῶν λαμβανόμενος θὰ κρίνῃ καὶ ἐκ τῆς ἰδίας πείρας τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ καὶ ἐκ τῶν νομικῶν γνώσεων καλύτερον τῶν ἀξιωματικῶν. Ἂν τοῦτο δὲν ἤθελε γίνει δεκτόν, διότι ἤθελε θεωρηθῆ ὅτι εἶναι δυσχερὴς ἡ προσθήκη καὶ ἑτέρου ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου παρὰ τῷ ὑπάρχοντι εἰσηγητῇ, ἤθελον προτείνει τὸ ἑξῆς: Ὡς εἶναι γνωστόν, τὰ ἀνακριτικὰ γραφεῖα ἔχοντα τὰς τακτικὰς ἀνακρίσεις ὁλοκλήρου δικαστικῆς περιφερείας εἰς τὰ διάφορα Πρωτοδικεῖα, ὅπου ὑπάρχει εἷς καὶ μόνος ἀνακριτής, ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν περαίωσιν πλείστων ὑποθέσεων, κατ’ ἀναλογίαν δὲ καὶ εἷς εἰσηγητής, ἂν δὲν ἤθελε γίνει δεκτὸν νὰ προστεθῇ καὶ δεύτερος ἀντεισηγητής, ἤθελεν ἐπαρκέσει εἰς πᾶσαν τὴν στρατιωτικὴν περιφέρειαν νὰ διεξαγάγῃ τὰς ἀνακρίσεις, ἄνευ τῆς ἐνεργείας τῆς προανακρίσεως ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι καὶ ὁ εἰσηγητὴς πρέπει νὰ λαμβάνηται ἐκ τῶν δικαστικῶν προσώπων. Περὶ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἐκ δικαστικῶν προσώπων διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἐνδεδειγμένον ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ σύστασις τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου ἐκπροσώπων καθαρῶς νομικῶν, ἵνα μὴ συμβαίνωσι τὰ ἄτοπα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε συνέβαινον. Τὸ Ἀναθεωρητικὸν Δικαστήριον, δικάζον ὡς ἀκυρωτικόν, πρέπει ν’ ἀποτελῆται ἐξ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι γνῶσται τοῦ δικαίου καὶ τῶν διαδικαστικῶν τύπων. Ὡς δὲ καταρτίζεται δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου τὸ Ἀναθεωρητικὸν Δικαστήριον καταρτίζεται μὲν ἐκ νομικῶν, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ εἶχον τὴν γνώμην καὶ θὰ προέτεινον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὰ καθήκοντα τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου, ἀφοῦ διὰ τὴν συγκρότησιν αὐτοῦ πρόκειται ν’ ἀποσπασθῶσιν εἷς ἀρεοπαγίτης, δύο ἐφέται καὶ δύο ἀνώτεροι δικαστικοί, ἀνατεθῶσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον διὰ τῆς προσθήκης δύο ἀρεοπαγιτῶν, ἂν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα ἤδη εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον εἶναι πολλά, διότι ἐφ’ ὅσον ἀποσπῶμεν πέντε δικαστικὰ πρόσωπα διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ καὶ ἐλαττοῦμεν κατ’ ἴσον ἀριθμὸν τὴν πολιτικὴν δικαιοσύνην, ὀλιγωτέρα θὰ εἶναι ἡ ζημία, ἂν ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τὰ καθήκοντα ταῦτα διὰ τῆς προσθήκης δύο ἀρεοπαγιτῶν. Θὰ προέτεινον δὲ νὰ τεθῇ τέρμα καὶ εἰς τὰς ἀκυρότητας, τὰς ὁποίας βλέπομεν καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην παραβαίνουσι τοὺς τύπους καὶ καμμία ἀπόφασις δὲν ἵσταται εἰς τὰ πόδια της, λαμβανομένης ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ προνοίας νὰ καταρτισθῶσι καὶ ταῦτα ἐκ νομικῶν προσώπων, δηλαδὴ τὰ πειθαρχικὰ καὶ ἀνακριτικὰ συμβούλια.
§186Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κατὰ κανόνα πᾶσα ἀπόφασις τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου εἶναι ἐλαττωματική, τοῦτο δὲ θὰ διορθωθῇ διὰ τῆς ὀρθῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ τμηματάρχης τοῦ δικαστικοῦ Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θὰ λαμβάνηται ἐκ τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν.
§187Λ. ΝΑΚΟΣ. Τὸ καλύτερον εἶναι νὰ καταργηθῶσιν οἱ τύποι.
§188Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ εἶχον νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου.
§189ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφήσατέ τας διὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, διότι ἔχω καὶ ἐγὼ τροποποιήσεις.
§190Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πολὺ καλά. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω διὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ μείνωσι διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν πᾶσαι αἱ τροπολογίαι.
§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι πᾶσαι. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πολυχρονιάδου παρακαλῶ νὰ μείνῃ διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, διότι θὰ εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§194ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προστίθεται (ἀναγινώσκει)· «Κατατάσσονται: 1) Σύμβουλοι δʹ τάξεως· αʹ) οἱ ἔμμισθοι πάρεδροι, οἱ ἀντεισαγγελεῖς πρωτοδικῶν καὶ οἱ μὴ ἔχοντες πενταετῆ ὑπηρεσίαν πρωτοδίκαι, βʹ) ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ ἐγγραφέντες εἰς τοὺς πίνακας Α καὶ Β, οἱ ἔχοντες δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν μὴ ἀποδεχθέντες τὴν πρὸς μονιμοποίησίν των πρόσκλησιν».
§195Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ μετεβάλετε διόλου;
§196ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μετεβάλομεν αὐτὸ εἰς τὸ τέλος· ἀντὶ τῆς τριετοῦς ὑπηρεσίας ἐδέχθημεν πενταετῆ.
§197Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λέγει· «οἱ ἔχοντες πενταετῆ ὑπηρεσίαν πρωτοδίκαι» καὶ ἔχει καὶ δεύτερον ἐδάφιον: «2) ὡς σύμβουλοι γʹ τάξεως δύνανται ἐπίσης νὰ καταταχθῶσι πρωτοδίκαι ἔχοντες ὑπηρεσίαν ἐλάσσονα τῶν πέντε ἐτῶν...»
§198ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μένει ὅπως ἔχει.
§199Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μίαν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ Ἐπιτροπή· ὑπάρχουσι πρόσωπα δικαστικὰ τὰ ὁποῖα ὑπηρέτησαν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὄντα ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ ἐν τῷ στρατῷ, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἔλαβον τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου λοχαγοῦ· εἶναι ἔφεδροι ἀξιωματικοί· δὲν ἐννοῶ διατί ν’ ἀποκλείσητε αὐτούς· δίδεται μία προτίμησις εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἔφεδροι καὶ ὑπηρέτησαν. Ἐν τῷ βαθμῷ τῆς τρίτης τάξεως δίδετε ἐξαιρετικὴν θέσιν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος φέρει τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου λοχαγοῦ. Εἶναι μόνον ἐξαιρετικὴ θέσις.
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως. Μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν.
§201Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἕτερα πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν κατώρθωσαν νὰ ἔχωσι τὸν βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ, ἀλλ’ ἔχουσι πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εὐδοκίμως. Διατί νὰ μὴ γίνῃ εὐρύτερον τοῦτο καὶ νὰ εἶναι ἓν γενικόν; Τοῦτο προτείνει καὶ ἡ Ἐπιτροπή.
§202ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔφεδροι ἀξιωματικοί.
§203Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§204ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ τὸ ἐξετάσω.
§205Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δύο λέξεις.
§206Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ συζήτησις παρέλκει, ἀφοῦ δέχεσθε τὰς τροπολογίας.
§207ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε ἀμέσως νὰ σᾶς εἴπω;
§208Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι. Εἴπετε ὅτι θὰ μᾶς εἴπητε πῶς θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον.
§209ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προσπαθῶ νὰ τὸ εἴπω. Παρακαλῶ. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ νομοσχεδίου διαγράφεται. Ἡ ἑπομένη παράγραφος διαγράφεται καὶ αὐτή.
§210Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μένουσιν οἱ γραμματεῖς μόνον.
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§212Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δι’ ὃν λόγον διαγράφονται αὐταὶ αἱ διατάξεις διὰ τὸν αὐτὸν πρέπει νὰ διαγραφῇ καὶ αὐτὴ περὶ ἧς ὁμιλοῦμεν, ὅτι σύμβουλοι γʹ τάξεως δύνανται ἐπίσης νὰ καταταχθῶσιν ὅσοι ὑπηρέτησαν ἔφεδροι λοχαγοὶ ἐπὶ ἓν ἔτος.
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πειράζει. Προσωπικὰς διατάξεις δὲν θέτομεν.
§214Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ διατί ὁ ἔχων τὰ προσόντα αὐτὰ καὶ μὴ ἔχων τὴν πενταετῆ ὑπηρεσίαν νομίζεται ὅτι ἔχει ἐπαρκῆ προσόντα μόνον διότι ὑπηρέτησεν ἐπὶ ἓν ἔτος ὡς ἐπίστρατος; Δύναται καὶ αὐτός, ἂν θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν τὴν στρατιωτικὴν τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ γίνῃ σύμβουλος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ γίνῃ γενικωτέρα καὶ νὰ περιλάβῃ πάντας τοὺς ἐφέδρους λοχαγούς. Δὲν νομίζετε ὅτι ὁ βαθμὸς τοῦ λοχαγοῦ πρέπει νὰ εἶναι κοινός;
§215ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ βαθμὸς τοῦ λοχαγοῦ, τὸν ὁποῖον θέτομεν, εἶναι προσωπικὴ διάταξις. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ εἶναι προσωπικὴ ἡ διάταξις, διότι γνωρίζετε ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ἐφέδρου ἔχει πλήρη τὰ ἐχέγγυα.
§216Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν λέγω νὰ μὴ τὸν πάρητε.
§217ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ λέγετε. Ἠκούσατε ὅτι θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει. Προτείνατε τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ ὑπόσχομαι πάλιν νὰ μελετήσω αὐτὴν ἄλλην μίαν φοράν, μολονότι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὴν δεχθῶ.
§218Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπῆρξαν ἔφεδροι ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοὶ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι, ἂν ηὐδοκίμησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν θ’ ἀποκλεισθῶσιν· ἀλλὰ δεχθῆτε καὶ τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ὑπολοχαγοὺς οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὡς δικηγόροι.
§219ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δικηγόροι ὄχι. Οἱ δικηγόροι ἀποκλείονται.
§220Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις καθ’ ἣν οἱ δικηγόροι θὰ ἐργασθῶσι καλύτερον, εἶναι αὐτή.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Νάκε, ἀφήσατε νὰ τελειώσωμεν.
§222Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διατί νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ηὐδοκίμησαν ἄχρι τοῦδε; Ἦσαν ἄριστοι οἱ δικηγόροι.
§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι. Δὲν θὰ μεταβάλωμεν ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον. Ἐλέχθησαν ἑκατέρωθεν αἱ γνῶμαι. Ἀφήσατε νὰ τὸ μελετήσω διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§224Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ ὅπως ἔχει τώρα.
§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Ὅπως ἐτροπολογήθη θὰ ψηφισθῇ, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν θ’ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθωσι 3–4 ἡμέραι, ὥστε νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ· οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ὑποβαλόντες τὰς τροπολογίας θὰ παρακληθῶσι νὰ τὰς ἐπαναλάβωσιν, ἂν ἐπιμένωσιν εἰς αὐτάς, διὰ νὰ τὰς μελετήσω καὶ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§227ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τέλει τοῦ 1 ἐδαφίου νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις (ἀναγινώσκει)· «τῶν λοχαγῶν τῶν ἐχόντων κτλ.». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§229Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ μονιμότης τί γίνεται;
§230ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου μονιμότης.
§231Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ μεταβολὴ τῆς μονιμότητος εἰς ἰσοβιότητα μίαν ἔχει ἔννοιαν, τὴν περίπτωσιν τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως δύνανται δικαστικὰ πρόσωπα νὰ μὴ θέλωσι ν’ ἀπολέσωσι τὴν μονιμότητα.
§232ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ νὰ διατηρήσωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἰσοβιότητα δυνάμεθα νὰ τοὺς προσλάβωμεν δι’ ἀποσπάσεως· ἀλλὰ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§233Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἴσως τὰ πρόσωπα δὲν θέλουσι ν’ ἀπολέσωσι τὴν ἰσοβιότητα.
§234ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τέλει τοῦ αʹ ἐδαφίου νὰ προστεθῇ (ἀναγινώσκει)· «σύμβουλοι τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης λαμβάνουσι μισθὸν δικαστικοῦ ὑπαλλήλου πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους κτλ.». Ἐπίσης νὰ προστεθῇ (ἀναγινώσκει)· «οἱ δὲ ἐξομοιοῦνται κτλ.».
§235Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅριον ἡλικίας;
§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη· ἐπίσης ψηφίζεται καὶ τὸ ἄρθρον 5).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ νὰ τεθῇ (ἀναγινώσκει)· «οἱ εἰσαγγελεῖς κτλ.». Ἐν σελίδι 8 ἐν τῷ δʹ ἐδαφίῳ νὰ τεθῇ (ἀναγινώσκει)· «ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη κτλ.».
§239Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶμαι τῆς γνώμης ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «γνωμοδοτήσεων», διότι ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἶναι τίποτε.
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§242ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ νὰ προστεθῇ (ἀναγινώσκει)· «δικαιοῦνται τῶν αὐτῶν ὡς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος πρὸς τοὺς ἀντιστοίχους κλπ.».
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ τελευταῖον ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου).
§244ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἤθελον προτείνει, ἂν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ διακόψωμεν.
§245Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βρέχει· ἂς καθίσωμεν μίαν ὥραν.
§246ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§248ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, ἐδαφίῳ εʹ, νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις (ἀναγινώσκει)· «ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀντικαθίσταται κτλ.».
§249Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον προχθές, συζητουμένου τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ τηρήσῃ μερικὰ δικαιώματα. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἀφήσητε τόσην ἐλευθερίαν.
§250ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τὰ ἀθωωτικά; Διατί τὰ θεωρεῖτε ἐπικίνδυνα;
§251Λ. ΝΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ σημειώσητε ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διοίκησις ν’ ἀποσοβήσῃ κατηγορίαν τινὰ καὶ δὲν θὰ ἔχῃ τοιοῦτο δικαίωμα.
§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν θελήσῃ ν’ ἀποσοβήσῃ κατηγορίαν τινά, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι, ὅταν ἀποταθῇ καὶ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, θὰ εὕρῃ καὶ τούτους προθύμους.
§253Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διὰ τὰ παραπεμπτικά;
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὲ πιστεύσητε ὅτι ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἑνὸς τοιούτου ὄγκου ἐργασίας εἶναι σπουδαῖος λόγος νὰ μὴ τροποποιήσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§255Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Σκεφθῆτε καλῶς.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ περικοπὴ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου παραλείπεται καταργουμένη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 5–9. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Γίνεται εἶτα δεκτὸν εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ ἱδρύσεως εἰδικοῦ ἀρχαιολογικοῦ ταμείου ΓΨΚΘʹ νόμου τοῦ 1910»).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πληρωμῆς εἰσιτηρίου εἰς τὰ Μουσεῖα καὶ τοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους τοῦ Κράτους».
§259Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δυστυχῶς ἀπέτυχε τὸ μέτρον αὐτὸ τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ἓν τοιοῦτο μέτρον τὸ ὁποῖον οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει παρὰ τὸ πῶς νὰ ἐμποδίζῃ τὸν κόσμον ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπισκέπτηται τὰ Μουσεῖα, διότι ἀληθῶς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα τοῦ ἐπιζητουμένου θὰ ἐπιφέρῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Σημειώσατε ὅτι τοῦτο εἰς οὐδὲν ἄλλο μέρος τοῦ κόσμου ἐγένετο.
§260ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς πάντα.
§261Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀποτελεῖ τιμὴν εἰς πᾶν ἔθνος τὸ πῶς νὰ ἐπιδεικνύῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον πάντα ἐκεῖνα τὰ κειμήλια τὰ ὁποῖα ἐκ προγονικῆς δόξης ἔχει. Ἐν Ἑλβετίᾳ, ἧς ἡ ἱστορία εἶναι μικροτέρα, τὰ Μουσεῖα εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κοινοῦ. Ἐκεῖ γίνεται προπαγάνδα διὰ νὰ προκαλέσῃ τὸν κόσμον.
§262Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐν Ἑλβετίᾳ πληρώνουσι.
§263Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§264Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα. Ὁ πληρώσας διαμαρτύρεται.
§265Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὔκολον ν’ ἀποδειχθῇ, διότι ὑπάρχουσιν οἱ Ὁδηγοὶ οἱ ὁποῖοι λέγουσιν αὐτά.
§266Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπάρχουσι καὶ οἱ πληρώσαντες καὶ οἱ παθόντες.
§267Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι δὲν γίνεται αὐτό.
§268Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν Γαλλίᾳ πληρώνουσι.
§269Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μόνον διὰ τὸ Μουσεῖον τῶν διακοσμητικῶν συλλόγων. Τοῦτο εἶναι διαμέρισμα τοῦ Λούβρου, εἰς τὸ ὁποῖον κατατίθενται ἰδιωτικαὶ συλλογαί. Ἀλλοῦ δὲν πληρώνουσι. Διατί νὰ θέσωμεν φόρον ὅστις οὐδὲν θ’ ἀποδώσῃ καὶ ν’ ἀποκλείσωμεν τὴν δωρεὰν εἴσοδον εἰς τὰ Μουσεῖα, ὡς ἁρμόζει εἰς ἐλεύθερον Κράτος; Ἐξοδεύομεν διὰ τὰς ἀρχαιότητας ποσὰ κολοσσιαῖα ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξωμεν ἀπέναντι τῶν δαπανῶν;
§270Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὑπάρχουσι πρόσωπα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐλευθέραν τὴν εἴσοδον ἐν τοῖς Μουσείοις, μεταξὺ δ’ αὐτῶν ἂς συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ Βουλευταί. (Ψηφίζεται εἶτα εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον).
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς καταβολῆς τελῶν ἐγγραφῆς καὶ κατατάξεως ἐν τοῖς Σχολείοις τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τῶν προσφύγων μαθητῶν».
§272Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ διευκολυνθῇ ἡ φοίτησις τῶν μικρῶν μαθητῶν τῶν προσφύγων ἐν τοῖς διαφόροις δημοτικοῖς Σχολείοις διὰ συστάσεως πρὸς τοὺς διευθυντὰς αὐτῶν.
§273Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐδόθησαν τοιαῦται διαταγαί. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον. Ἐπίσης ψηφίζονται εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓΩΚΖʹ περὶ διδακτηρίων κτλ.» καὶ 2) «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Σχολείου τῶν καλῶν τεχνῶν».
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Αὐγούστου ἔ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Σχολείων τῆς Δημοτικῆς καὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τῶν νέων χωρῶν κτλ.».
§275Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔχω νὰ κάμω σπουδαιοτάτας παρατηρήσεις.
§276Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ διδάσκαλοι ζητοῦσι τοὺς μισθούς των καὶ παραπονοῦνται. Πῶς θὰ γίνῃ ἡ πληρωμή των;
§277Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν βραδύτητα δὲν εἶμαι ὑπαίτιος· νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἀναγκαία, θὰ παρουσιάσῃ δὲ κενὰ τὰ ὁποῖα θὰ καταστήσωσιν ἐπιβεβλημένην ἴσως μείζονα ἀναβολήν.
§278Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 21 καὶ 23 Ἰουλίου 1914, 31 Αὐγούστου 1914 καὶ 5 Σεπτεμβρίου 1914 Β. Διαταγμάτων περὶ ἀναστολῆς τῆς ἀποδόσεως τῶν παρὰ ταῖς Τραπέζαις ἢ ἰδιώταις τραπεζίταις ὑφισταμένων ἐν ὄψει καταθέσεων κτλ.». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§280Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦνται πέντε Διατάγματα περὶ ἀναστολῆς τῆς ἀποδόσεως τῶν παρὰ ταῖς Τραπέζαις καταθέσεων χορηγεῖται νέα παράτασις τῆς ἀναστολῆς ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀκόμη. Ἡ Κυβέρνησις εἰσαγαγοῦσα νόμον τοιοῦτον φαίνεται ὅτι θὰ ἦτο πεπεισμένη ὅτι αἱ Τράπεζαι αὐταί, αἱ ὁποῖαι ἔκαμον χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ χορηγουμένου ὑπὸ τοῦ νόμου, δὲν θὰ ἐπήρκουν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των ἀπέναντι τῶν καταθετῶν. Ἀλλὰ τὸ ἑξῆς παρακαλῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν. Μεταξὺ τῶν καταθετῶν εἶναι καὶ πολλοὶ ἀστοὶ οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ζήσωσιν ἐκ τοῦ ἡμερομισθίου των, διότι ἡ Τράπεζα τοῖς δίδει μόνον ἀνὰ πᾶσαν ἑβδομάδα δραχμὰς 50.
§281Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἓν ποσοστόν.
§282Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τί θὰ κάμωσιν αἱ 50 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσιν ὡς οἱονεὶ ἐπίδομα ἑβδομαδιαῖον, τὸ δὲ ποσοστὸν τῶν 15)00 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ τὸ ἐπίδομα τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ ἄνθρωποι ἐν καιρῷ εἰρήνης; Τί θὰ συμβῇ; Τὸ πολὺ θὰ χρησιμεύσῃ τὸ ποσοστὸν αὐτό, δηλαδὴ αἱ 200 δραχμαί, εἰς τὴν κάπως ἀνετωτέραν διέλευσιν τῆς ἑβδομάδος. Πάντως, ὅταν θὰ λήξῃ τὸ Δικαιοστάσιον μετὰ τρεῖς μῆνας, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ εὑρίσκωνται ἄνευ κεφαλαίων, μὴ δυνάμενοι νὰ συνεχίσωσι τὰς ἐργασίας τὰς ὁποίας εἶχον. Αὐτοὶ εἶναι ἐπιτηδευματίαι καὶ ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἐργασίας των βεβαίως ἔχουσιν ἀνάγκην χρημάτων. Τὸ ν’ ἀποδώσῃ ἡ Τράπεζα 15)00 ἐφ’ ὅλων τῶν καταθέσεων εἶναι ἄνισον, διότι οἱ ἔχοντες 300 χιλιάδας δραχμῶν...
§283Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Αἱ καταθέσεις διὰ μεγάλα ποσὰ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πολυετεῖς, διότι ἡ Τράπεζα, ὅταν γίνηται κατάθεσις μεγάλου ποσοῦ, σᾶς δίδει καὶ μεγάλην προθεσμίαν· διότι μεγάλα ποσὰ ἀναζητούμενα εἶναι δυνατὸν νὰ περιαγάγωσιν εἰς δυσχέρειαν τὴν Τράπεζαν. Λοιπὸν πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἐξέλθῃ βαθμικίως τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει.
§284Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν τί θὰ γίνῃ;
§285Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ περιμένωσι νὰ παρέλθωσιν οἱ τρεῖς μῆνες.
§286Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πιστεύετε ὅτι θὰ πέσῃ ἡ Τράπεζα ἔξω, ἂν δώσῃ τὸ 15)00;
§287Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν ἐπιμόνων ἀπαιτήσεων ἐφθάσαμεν νὰ δώσωμεν ἓν 5)00, διότι πέρα τούτου εἶναι ἀδύνατον. Εἶναι ζήτημα μάλιστα πῶς κατωρθώσαμεν νὰ δώσωμεν καὶ τοῦτο.
§288Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύνανται αἱ Τράπεζαι νὰ δανείζωνται χρήματα παρὰ τῶν Τραπεζῶν τῶν εὐπορουσῶν;
§289Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι μόνον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι.
§290Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει ἂν σκέπτεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τροπολογήσῃ τὸ ἄρθρον 2 ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς διαβαθμίσεις τοῦ ποσοστοῦ.
§291Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐπεκτείνω τὸν χρόνον εἰς τέσσαρας μῆνας. Ἐπίσης θὰ προσθέσω ἄρθρον ἐνταῦθα σχετικὸν πρὸς τὰς καταθέσεις τῶν προσφύγων.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον 3 γίνεται ἄρθρον 4.
§293Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἔχομεν καὶ ἄρθρον 5 κατὰ τὸ ὁποῖον διαρκούσης τῆς τετραμήνου προθεσμίας ἀναστέλλεται καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ σχετικοῦ νόμου. Εἶναι ἐπανάληψις τῆς διατάξεως ἥτις ὑπάρχει ἐν πᾶσι τοῖς Διατάγμασι καὶ ἥτις κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ἐνταῦθα.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 γενόμενον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§295Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ διάταξις ἀφορῶσα εἰς τοὺς κατοίκους Σάμου καὶ Κρήτης, ἐκείνους τῶν ὁποίων κατεστράφησαν τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα (ἀναγινώσκει): «Χορηγεῖται ἑνὸς ἔτους προθεσμία πρὸς πληρωμήν, ἐν περιπτώσει ἀμφιβολιῶν κτλ.».
§296Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ τὸ Δοξᾶτον πρέπει νὰ περιληφθῇ, κ. Πρόεδρε.
§297Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ Δοξᾶτον δὲν ὑποβάλλει αἴτησιν. (Ψηφίζονται τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται.
§299Λ. ΝΑΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ αὐξήσῃ τὴν προθεσμίαν τοῦ ἔτους. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κατεστράφησαν καθ’ ὁλοκληρίαν.
§300Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Αὐτὰ ζητοῦσι· δὲν ζητοῦσι τίποτε περισσότερον. (Ψηφίζονται εἶτα εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ κυρώσεως πράξεων συνταχθεισῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 9 καὶ 10 τοῦ νόμου ͵ΓΤϚΑʹ τοῦ ἔτους 1909 περὶ φορολογίας κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν», 2) «περὶ νομίμου συγκροτήσεως τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις ὁμορρύθμων καὶ ἑτερορρύθμων ἐμπορικῶν ἑταιρειῶν», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, 3) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ͵ΓΩΛΖʹ τοῦ 1911 περὶ συμβιβαστικοῦ τόκου τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας» καὶ 4) «περὶ κατατάξεως ἐθελοντῶν». Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς βʹ συζήτησιν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμων»).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως ὑπηρεσίας τῶν ἀρχείων τοῦ Κράτους». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–8 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9).
§302Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ τέσσαρες ταξινόμοι γίνονται τρεῖς καὶ οἱ τέσσαρες κλητῆρες γίνονται τρεῖς. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 9–14).
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§304Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ 5000 γίνονται 4000. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 15 ὡς ἐτροποποιήθη ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17).
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§306Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ἀναγινώσκει). «Τὸ ἐν Κερκύρᾳ Ἀρχεῖον κτλ.». Τὸ ὑπάγομεν εἰς τὸ Γενικὸν Ἀρχεῖον.
§307ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν τὸ θέλουσι καὶ ἔχουσι δίκαιον.
§308Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διατηρεῖται αὐτοτελὲς ὑπὸ ἴδιον διευθυντήν.
§309ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ Κέρκυρα καὶ ἡ Ἑπτάνησος ἅπασα δὲν τὸ θέλει. Ψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀφήσετε τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν.
§310ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιφυλασσόμεθα εἰς τὸ τέλος.
§311Λ. ΝΑΚΟΣ. Γνωρίζει ἡ Βουλὴ τὴν τύχην τῶν ἐγγράφων τῶν δημοσίων καὶ τῶν ἰδιωτικῶν τῆς ἡρωϊκῆς ἐποχῆς τοῦ 1821. Εὑρέθη εἷς λόγιος, ὁ κ. Βλαχογιάννης, ὁ ὁποῖος ἔχει συλλέξει μίαν τεραστίαν ποσότητα ἐγγράφων πολὺ σημαντικῶν καὶ ἐπισήμων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιχύσωσι πλῆρες φῶς εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ 1821. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν κ. Βλαχογιάννην καὶ μὲ ἄλλους οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι συλλογάς, τὰς ὁποίας θὰ κρίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀξίας ὅπως τὰς ἀποκτήσῃ τὸ Κράτος, νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν συνεννόησιν καὶ γίνῃ κύριον τὸ Κράτος ἐπὶ τιμήματι τὸ ὁποῖον θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Ἐπιτροπή.
§312Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἔχει ζητήσει 150,000 δραχμῶν.
§313ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ συνάψῃ σύμβασιν καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, διότι εἶναι ὀλίγον ἐπικίνδυνον.
§314Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὁρίσατε ἕν ποσὸν μέχρι τοῦ ὁποίου νὰ δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀγοράν.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία διὰ τὸ Ἀρχεῖον τῆς Κερκύρας καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Νάκου μένουσι δι’ αὔριον. (Ψηφίζεται εἶτα εἰς βʹ συζήτησιν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΝΗʹ περὶ Ἐθνικῆς Πινακοθήκης». Ἐπίσης ψηφίζονται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς τέως Γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης «Νεοελληνικῆς Ἑταιρείας», 2) «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μετὰ τῆς τέως Γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Ἑρμιόνης», 3) «περὶ κυρώσεως προσθέτου ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς τέως Γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας «Π. Πανταλέοντος», 4) «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς τέως Γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας «Ἀρχιπελάγους», 5) «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς τέως Γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας «Σποράδων» καὶ 6) «περὶ ἐμπορίας τῶν χημικῶν λιπασμάτων». Ἐπίσης ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης». Ψηφίζεται ἐπίσης εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου «περὶ διακανονισμοῦ τῶν πρὸς τὸ ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον καθυστερουμένων εἰσφορῶν τῶν ναυτικῶν δήμων κλπ.»).
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως διεθνοῦς συμβάσεως περὶ ἱδρύσεως διεθνοῦς συνδέσμου τῆς ὥρας». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει ἐγγράφους διορθώσεις τυπογραφικῶν σφαλμάτων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ναυτικῆς στρατολογίας». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων ὑπὲρ τῶν λιμένων Πειραιῶς καὶ Σύρου», ὅπερ παραπέμπεται εἰς Ἐπιτροπὴν ἀποτελεσθεῖσαν ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. Γ. Καντιάνη, Τ. Παππαδάμ, Θ. Σκάση, Ν. Καμπάνη, Α. Μαλασπίνα, Γ. Γαϊτάνου, Α. Ῥεβίνθη, Γ. Καζανόβα καὶ Δ. Ζαβογιάννη. Ἀνακοινῶ ἤδη τὰ ἑξῆς: Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑποβάλλει συμπληρωτικὸν ὑπόμνημα· τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ἀποφάσει τῆς Βουλῆς θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ· Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διακανονισμοῦ τῶν πρὸς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον καθυστερουμένων εἰσφορῶν κτλ»· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταρτισμοῦ στελέχους μαχίμων ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραχωρήσεως γηπέδου εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ἐπιβλέψεως τῆς Ἐθνικῆς Πινακοθήκης Ἐπιτροπὴν πρὸς ἀνέγερσιν εἰδικοῦ κτιρίου» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀποθήκης ὑλικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων, τηλεγράφων καὶ τηλεφώνων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς· Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Χατζηγιάννης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκπαιδεύσεως ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν»· Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ν. Πετσάλης, Ἐρ. Τομπάζης, Ι. Μπουρνιᾶς, Σ. Βακράτσας καὶ Ν. Σταματιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ φαρμακείων νόμου»· Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθηκῶν καὶ τροποποιήσεων εἰς τὸν νόμον ͵ΓΨΛʹ περὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους»· Οἱ βουλευταὶ κ. Τ. Παππαδάμ, Κ. Ἀλαβᾶνος καὶ Ν. Φαρμάκης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Βέρροιος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμων»· Οἱ βουλευταὶ κ. Π. Μερλόπουλος, Δ. Μαλλιόπουλος, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς, Π. Πολυχρονιάδης, Β. Ῥοῦφος, Ι. Βέρροιος, Ν. Συριόπουλος, Γ. Κατσιμπίρης, Γ. Λαμπρινόπουλος, Ε. Βελλιανίτης, Ι. Κανναβός, Ι. Καλαντζόπουλος, Δ. Μπούσδρας, Δ. Σωτηρίου, Μ. Στελλάκης, Γ. Καφαντάρης, Γ. Ῥάλλης, Δ. Βρατσᾶνος, Ι. Τρικούπης, Λ. Κουτσοπέταλος, Π. Πετροπουλάκης, Α. Σακκελλαρίου, Β. Κυρέλλος, Ν. Κρίσπης, Ι. Μπρισιμιτζάκης καὶ Π. Φλέσσας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· Οἱ βουλευταὶ κ. Π. Μερλόπουλος, Δ. Μαλλιόπουλος, Λ. Κουτσοπέταλος, Δ. Βρατσᾶνος, Γ. Ῥάλλης, Μ. Στελλάκης, Δ. Μπούσδρας, Δ. Σωτηρίου, Γ. Καφαντάρης, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς, Π. Πολυχρονιάδης, Β. Ῥοῦφος, Ι. Βέρροιος, Ν. Συριόπουλος, Γ. Κατσιμπίρης, Γ. Λαμπρινόπουλος, Ε. Βελλιανίτης, Ι. Κανναβός, Ι. Καλαντζόπουλος, Ι. Τρικούπης, Α. Σακκελλαρίου, Β. Κυρέλλος, Ν. Κρίσπης, Ι. Μπρισιμιτζάκης, Κ. Φλέσσας καὶ Δ. Χατζηγιάννης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ σχεδίου τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· Οἱ βουλευταὶ κ. Α. Κοκκέβης καὶ Α. Περρωτὴς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμων»· Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας»· Ὁ αὐτὸς κύριος Βουλευτὴς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΟΚΓʹ, ͵ΓΟΚΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Πανεπιστημίων, ͵ΓΨΞϚʹ καὶ 221 περὶ παρατάσεως χρόνου ἐγγραφῆς κτλ. τῶν φοιτητῶν»· Οἱ βουλευταὶ κ. Σ. Κροκιδᾶς, Κ. Λομβάρδος, Ἠλ. Κοπανίτσας, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς, Π. Τσαλδάρης καὶ Π. Φίλιππας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· Οἱ βουλευταὶ κ. Γ. Καντιάνης καὶ Α. Χριστόπουλος, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ σχεδίου· Οἱ βουλευταὶ κ. Γ. Καγιάνης, Δ. Γκιουλές, Δ. Κανελλόπουλος, Α. Κοκκέβης, Π. Μερλόπουλος, Π. Φλέσσας, Α. Ζησιμόπουλος, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς καὶ Π. Ἰατρόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ σχεδίου· Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀλ. Ἀναστασιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δασμολογικῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων χωρῶν»· Οἱ βουλευταὶ κ. Δ. Μαλλιόπουλος καὶ Θ. Παππαϊωάννου ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκπαιδεύσεως ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν»· Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρατσᾶνος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκπαιδεύσεως ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν»· Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Χατζηγιάννης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθηκῶν εἰς τὸν νόμον ͵ΓΨΛʹ «περὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους»· Ὁ βουλευτὴς κ. Εὐθ. Βελλιανίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 10 μ. μ.)