1914.11.04
1.461 στίχοι · 11.026 λέξεις · 87 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
τῆς 4ης Νοεμβρίου 1914.
(Τρίτη, ὥρα 6.20′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλῶ ἵνα ὁ κ. Γραμματεὺς προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν. Χθὲς ἐγένετο δήλωσις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι αἱ Ἀρχαὶ διετάχθησαν νὰ ἐγκαθιστῶσι τοὺς πρόσφυγας μόνον εἰς τὰ ἀδέσποτα κτήματα. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ αὐτὸ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Μὴ ὑπαρχούσης ἄλλης ἀντιρρήσεως τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Λαρίσης παρακαλεῖ ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐνοικίου τοῦ δημοτικοῦ φόρου· Ὁ ἐκ Φλωρίνης Κωσταντῖνος Δημητρίου παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτοῦ. Ἡ κοινότης Σοφάδων παρακαλεῖ ὅπως κατασκευασθῇ γέφυρα ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ὀνοχώνου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πατρέων παρακαλεῖ ὅπως μὴ ἀνεγερθῇ ὁ σταθμὸς τοῦ Σ.Π.Α.Π. ἐπὶ τῆς λεκάνης τοῦ λιμένος. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Παλαιοβαρβάσαινα παρακαλεῖ ὅπως τροπολογηθῇ τὸ ἐκλογικὸν ψηφοδέλτιον. Οἱ ἔμποροι Πατρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς δημοτικοῦ φόρου ταχυδρομικῶν δεμάτων. Ὁ ἐκ Συρράκου ἰατρὸς καὶ πάρεδρος Γεώργιος Δήμας παρακαλεῖ ὅπως ὁρισθῇ τὸ Συρράκον ὡς ἕδρα εἰρηνοδικειακῆς περιφερείας. Ἡ Ἀρτεμισία χήρα Χρίστου Ῥουσίδου καθηγητοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων ἐν τῷ Γυμνασίῳ Θεσσαλονίκης ζητεῖ ὅπως τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Γιαννοπούλων παρακαλεῖ ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Πρεβέζης. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Κορώνης καὶ Δολιανῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεώς των. Οἱ Χατζῆ Μπαϊόκης καὶ Νικόλαος Τζαντζούλα κάτοικοι χωρίου Ζορμπᾶ παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνακληθῇ ἡ διαταγὴ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου Θεσσαλονίκης. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Χαριτᾶτος ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας εἴκοσιν ἡμερῶν. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς χορηγεῖται ἡ αἰτουμένη ἄδεια. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἀλιβιζᾶτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ βουλευταὶ κ. Ὄθων Τετενές, Σ. Θεοδωρόπουλος, Π. Φίλιππας, Ν. Γαρδικιώτης, Ν. Ἀλιβιζᾶτος, Σ. Κ. Ἰγγλέσης, Ν. Συριόπουλος. Γ. Καντιάνης καὶ Ν. Χρυσόγελος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἀλιβιζᾶτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν §§ βʹ καὶ γʹ τοῦ νόμου 166 τῆς 11 Μαρτίου 1914». Οἱ βουλευταὶ κ. Γ. Ῥάλλης, Κ. Λιδωρίκης καὶ Ι. Δελμοῦζος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». Οἱ βουλευταὶ κ. Σ. Γ. Κροκιδᾶς καὶ Γ. Ῥάλλης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διακανονισμοῦ τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ παραρτήματος Χημικοῦ Ἐργοστασίου» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποστολῆς διὰ χρηματοδεμάτων μέσῳ τῶν ταχυδρομείων ποσῶν προωρισμένων εἴτε πρὸς πληρωμὴν ἐπιταγῶν εἴτε πρὸς κατάθεσιν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν εἰσπράξεων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἶτα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Γ. Φικιώρης ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν κοινοτήτων Λακεδαίμονος περὶ κατασκευῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ Ἀνωγείων–Ξηροκαμπίου–Βίγλας.
§4Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Καταθέτω τηλεγράφημα τῶν προέδρων τῶν κοινοτήτων τῶν τέως δήμων Φελλίας καὶ Φάριδος διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσι τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ ἀναγκαιοτάτης. Θὰ παρακαλέσω νὰ διαβιβασθῇ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του μεταξὺ τῶν κατασκευασθησομένων ὁδῶν καὶ τὴν ὁδὸν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαιοτάτη.
§5Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὸν μηχανικὸν Λακεδαίμονος νὰ χαράξῃ τὴν ὁδὸν καὶ νὰ θέση πασσάλους.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρατσᾶνος ὅπως ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγραφήματα τῶν καπνοβιομηχάνων Καβάλλας.
§7Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἡ Καβάλλα, αἱ Σέρραι, ἡ Δράμα καὶ ἄλλα Μακεδονικὰ σημεῖα, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον διευθετοῦν κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὰ ζητήματα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, προσφεύγουσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἴσως διαπορήσητε πῶς νησιώτης ἐγὼ ἠθέλησα ν’ ἀναμιχθῶ εἰς ζητήματα ἀφορῶντα εἰς τὴν Μακεδονικὴν χώραν, ὄχι διότι τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ μεριμνᾷ περὶ πάντων τῶν συμφερόντων, ἐπειδὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ Ἔθνος, καὶ οὐχὶ τὴν ἐπαρχίαν του, ἀλλὰ διότι μὲ τὴν Καβάλλαν καὶ μὲ τὰς πλείστας Μακεδονικὰς πόλεις μὲ συνέδεσαν δεσμοὶ στενώτατοι. Τὰ σημεῖα αὐτὰ ἐγνώρισα ὄχι μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς τὰ δύσκολα χρόνια των, εἰς τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Τὰς Μακεδονικὰς χώρας ἐπεσκέφθην ὀκτάκις, ἂν μὴ καὶ πλέον, πρὸ τοῦ πολέμου, ὡς πνευματικὸς ἀπόστολος ἐρχόμενος εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν κατοίκων, ἐγκαρδιώνων αὐτοὺς εἰς τὰς κακουχίας των καὶ τὰ δεινοπαθήματά των. Εἶδον εἰς τὰ γεύματά των, εἰς τὰ ὁποῖα μᾶς συνέδεε πάντας ἡ Πατρὶς περὶ μίαν ἑστίαν, εἶδον νὰ ῥέῃ ὄχι καμπανίτης ἀλλὰ δάκρυα πατριωτικά, καὶ εἰς τὰ δάκρυα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δι’ ἐμὲ ἦσαν νάματα πατριωτισμοῦ, ἔλαβον ἀναψυκτικὸν λουτρὸν πατριωτισμοῦ. Ἔλαβον λοιπὸν τηλεγράφημα τῶν καπνοβιομηχάνων Καβάλλας, οἱ ὁποῖοι μὲ παρακαλοῦσι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν καπνῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε εἶναι σύντομον (ἀναγινώσκει)· «Θαρροῦντες ἐπὶ τὴν πρὸς τὴν Καβάλλαν ἀγάπην σας παρακαλοῦμεν θερμῶς ὑψώσητε φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ νέου νομοσχεδίου καπνῶν καὶ σιγαρέττων νέων χωρῶν, ἀποδεικνύοντες ὀλέθρια ἀποτελέσματα αὐτοῦ καὶ τελείαν καταστροφὴν βιομηχανίας καπνῶν νέων χωρῶν. Οἱ βιομήχανοι Καβάλλας Παππαναστασίου, Σερδάρογλου, Μαρασλῆς καὶ Σία, «Μακεδονικὴ ἑταιρεία», Κωνσταντινίδης, Ἀθανασιάδης, Σκαντζόρης, Καλαϊτζῆς, Περσίδης, Βαμβανίστα, Γιαννόπουλος». Ἐπιφυλάσσομαι, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἠθέλησα ὅμως κυρίως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς χεῖρας τῆς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ νομοσχέδιον τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ ἐκ Σαμψοῦντος 10.000 ὀκάδων καπνοῦ ἐτησίως εἰς τὴν Σάμον, ἵνα ἐκ τῆς ἀναμίξεως αὐτοῦ μετὰ τοῦ καπνοῦ Σάμου ἐπιτευχθῇ τὸ λεγόμενον χαρμάνι, δι’ οὗ γίνονται τὰ σιγαρέττα. Οἱ Καβαλλιῶται φρονοῦσιν ὅτι ἀδικοῦνται διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦσι νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἵνα ἀνάλογος ποσότης καπνοῦ τῆς Σαμψοῦντος εἰσάγηται ἀτελῶς καὶ εἰς Καβάλλαν, γίνηται ἡ μῖξις μετὰ καπνοῦ ἐγχωρίου καὶ κατόπιν ἐκ τοῦ μίγματος νὰ γίνηται ἡ κατασκευὴ τῶν σιγαρέττων, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ἐπιφυλάσσομαι, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου λεπτομερέστερον νὰ ἐξετάσω τὰ πράγματα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Γ. Φικιώρης ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐνοριτῶν Καστανιᾶς.
§9Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ὅπως τὸ χθὲς ἀποσταλὲν τηλεγράφημα τῶν ἐνοριτῶν Καστανιᾶς, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος προέβη εἰς χειροτονίαν ἐφημερίου ἄνευ ἐκλογῆς, ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ παράπονα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Θ. Φίλιος καὶ Α. Θανόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δημοδιδασκάλων Τρικκάλων.
§11Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς ἀπουσιάζει, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ διαβιβασθῇ πρὸς αὐτόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βέρροιος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν φαρμακοποιῶν Αἰγίου.
§13Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν ἂν δὲν εἶναι δίκαιον καὶ σκόπιμον εἰς τὴν κοινότητα Λογκαρίου, ἐκ χιλίων κατοίκων οἰκουμένην, τὸ μονοτάξιον σχολεῖον τῶν ἀρρένων, ἔνθα φοιτῶσι πλέον τῶν 150 μαθητῶν, νὰ γίνῃ διτάξιον καὶ νὰ συσταθῇ καὶ σχολεῖον θηλέων».
§15Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας νὰ κατασκευάσῃ, ἂν οὐχὶ σταθμὸν, τοὐλάχιστον ἓν παράπηγμα ἐν τῇ γεφύρᾳ Δεμερλί, νὰ στεγάζωνται ἀπὸ τὴν βροχὴν καὶ τὰς χιόνας οἱ ἐπιβάται οἱ ἀφικνούμενοι ἐκεῖ διὰ τοῦ Λαρισαϊκοῦ Σιδηροδρόμου».
§17Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Περὶ τούτου ἐλήφθη ἤδη πρόνοια.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χριστόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν κατοίκων Καλυβίων Φενεοῦ, καθ’ ὧν ἐξεδόθησαν ἄπειρα ἐντάλματα διὰ τὴν πληρωμὴν δικαιώματος ἐπικαρπίας εἰς τὸ Δημόσιον, ἐνῷ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ κέκτηνται τὴν κυριότητα τῶν περὶ τὴν λίμνην γαιῶν ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν, ἀπόδειξις δ’ ὅτι καὶ ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον ἀναγνωρίζον τὰ δικαιώματα ταῦτα εἶχεν ἀναστείλει πᾶσαν καταδίωξιν». Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σ. Ἰγγλέσης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία ὥρισεν ὡς ἐλάχιστον ὅριον ὕψους 1 μ. 60 διὰ τοὺς ἄνδρας τοὺς κατατασσομένους εἰς τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, ὡς ὡρίσθη τοιοῦτο δι’ ἄλλα στρατιωτικὰ σώματα».
§19ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα διὰ τὴν χωροφυλακὴν εἶναι ὡρισμένον 1 μ. 65, ἀλλὰ διὰ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ ὑποβαλλομένου εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑποβιβάζεται τὸ ὕψος αὐτὸ εἰς 1 μ. 63.
§20Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος καθαρῶς στρατιωτικοῦ, ἴσως δὲν θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἐντελῶς ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀπὸ ἐμέ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι στρατιωτικός, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ στρατιωτικοῦ, ἀλλὰ περὶ ἑτέρου ζητήματος. Ἀφοῦ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ὥρισεν ὡς ἐλάχιστον ὅριον ὕψους 1 μ. 60 διὰ τὰ ἄλλα στρατιωτικὰ σώματα, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί διὰ τὴν χωροφυλακὴν ν’ ἀπαιτῆται ἀνώτερον.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πανταχοῦ διὰ τὴν χωροφυλακὴν ὁρίζουσιν ἀνώτερον ἀνάστημα, ὄχι διότι τὸ ἀνώτερον ἀνάστημα καθιστᾷ πολεμικωτέρους τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ διότι καθιστᾷ αὐτοὺς ἐπιδεικτικωτέρους καὶ διὰ τοῦτο θέτουσιν εἰς αὐτοὺς εἰς πολλὰ Κράτη καὶ πολλὰ χρυσᾶ.
§22Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καλὰ αὐτά, ἀλλὰ διατί ν’ ἀποκλείωνται ἀπὸ τὴν Χωροφυλακὴν οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πάντα τὰ ἄλλα προσόντα, μόνον δὲ ὀλίγα ἑκατοστὰ ἐλλείπουσιν ἀπὸ τὸ ἀνάστημά των. Ἡ ἐξωτερικὴ παράστασις ἔχει βεβαίως σημασίαν τινά, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι χάριν αὐτῆς πρέπει νὰ τίθενται κατὰ μέρος πάντα τὰ ἄλλα προσόντα. Αὐτοὶ οἱ πρωτογενεῖς λαοὶ οἱ μὴ πεπολιτισμένοι ἀπέδιδον σημασίαν εἰς τὰ ἀναστήματα. Τὰ στρατεύματα τοῦ Ξέρξου μετὰ περιφρονήσεως ἔβλεπον τοὺς Ἕλληνας στρατιώτας, διότι δὲν εἶχον μεγάλα ἀναστήματα, ὡς καὶ οἱ στρατιῶται τοῦ Καίσαρος περιεφρόνουν διὰ τὸν αὐτὸν λόγον τοὺς ἐναντίους, αἱ δὲ γυναῖκες τοῦ Δαρείου ἐχαιρέτιζον ὡς βασιλέα τὸν Παρμενίωνα, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑψηλὸν τὸ ἀνάστημα, καὶ οὐχὶ τὸν Μέγαν Ἀλέξανδρον. Ὁ Μέγας Ναπολέων ὁ βραχύσωμος διατί νὰ εἶναι στρατηγός;
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔκαμνε διὰ χωροφύλαξ ὁ Μέγας Ναπολέων. (Ἱλαρότης).
§24Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν συμβιβάζονται αὐτὰ μὲ τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν. Εἶναι πασίγνωστον ὅτι εἰς τοὺς στρατοὺς τῆς Εὐρώπης ὑπάρχουσι σώματα ἐπιλέκτων μὲ ἄνδρας μεγαλοσώμους, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι λαμπρὰν ἐπίδειξιν ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ εἰς τὰς παρατάξεις, ἀλλ’ ἐν ὥρᾳ πολέμου δὲν προσφέρουσι περισσοτέρας ὑπηρεσίας ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἀφοῦ ὅμως δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀπεφασίσθη νὰ εἶναι οἱ χωροφύλακες ὑψηλότεροι, ἂς περιορισθῇ αὐτὸ τὸ ὅριον διὰ τοὺς ὁπλίτας τῆς χωροφυλακῆς. Ἡ δυσκολία δὲ θὰ εἶναι μεγαλυτέρα διὰ τοὺς ἀξιωματικούς. Τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν τοὺς χαρακτηρίζει τὸ ἀνάστημα, ἀλλ’ ἡ μόρφωσις καὶ ὁ χαρακτήρ, καὶ παράδειγμα ἔχω τὸν ἔνδοξον ἐκεῖνον στρατηγόν.
§25ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ χωροφύλαξ δὲν ἔκαμνε. (Γέλωτες).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἐρωτᾷ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἂν δὲν εἶναι ἐπιτακτικῶς σκόπιμον ὅπως μεριμνήσῃ συντόνως νὰ ἐγκρίνωνται ὑπὸ τῶν οἰκείων Νομαρχιῶν οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν Κοινοτήτων ταχέως. Ἡ Κοινότης Φοινικίου Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ἐνῷ ὑπέβαλεν ἀπὸ μηνῶν πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὸν νομάρχην τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς καὶ ἐρανικὸν κατάλογον κατανέμοντα τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἀνανέωσιν ὁδῶν βατῶν, οὐδεμιᾶς ἐγκρίσεως ἔτυχεν».
§27ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως τῶν τηλεγραφούντων εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, διότι κατὰ νόμον δὲν ἀπαιτεῖται ἔγκρισις τοῦ νομάρχου, διότι πᾶσα ἀπόφασις, πλὴν τῶν ῥητῶς ἐξαιρουμένων, μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν καθίσταται ἐκτελεστή.
§28Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ οἱ ταμίαι οὐδεμίαν πρᾶξιν ἀναγνωρίζουσιν, ἂν δὲν εἶναι ἐγκεκριμένη ὑπὸ τοῦ νομάρχου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Π. Πετροπουλάκης καὶ Μ. Στελλάκης «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν θὰ συμπληρωθῇ τὸ σχολαρχεῖον Μολάων εἰς προσωπικὸν διδακτικόν, ἀφοῦ ὁ σχολάρχης ἐκλήθη διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐν τῷ Διδασκαλείῳ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως φοιτήσεώς του, ἐκ τῶν δύο δὲ ὑπολειπομένων ἑλληνοδιδασκάλων ὁ εἷς εἶναι τελείως ἀνεπαρκὴς καὶ ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν, καθὸ ἀλκοολικός, 2) ἂν ἡ αἴτησις τῆς κοινότητος Φοινικίου τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ἢ θὰ ληφθῶσιν, ὅπως προαχθῇ τὸ κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον εἰς πλῆρες τοιοῦτον, ἐνῷ φοιτῶσιν ἄνω τῶν 85 μαθητῶν».
§30Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐν τῷ σχολαρχείῳ Μολάων εἶχον τρεῖς διδασκάλους, ἀλλ’ ὁ μὲν σχολάρχης ἐκλήθη νὰ φοιτήσῃ εἰς τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ θὰ παραμείνῃ μέχρι τέλους τοῦ σχολικοῦ ἔτους, ὁ ἕτερος τῶν διδασκάλων ὑπέστη μίαν ἐξάρθρωσιν, ἡ ὁποία θὰ τὸν κρατήσῃ κλινήρη ἐπὶ πολύ, καὶ μένει εἷς μόνον, ὅστις ἐκτὸς τοῦ ὅτι κακομεταχειρίζεται τοὺς μαθητὰς μεθύσκεται δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας, ὥστε οὐδεὶς διδάσκαλος ὑπάρχει. Οἱ κάτοικοι λοιπὸν τῶν Μολάων διαμαρτύρονται καὶ τὴν διαμαρτυρίαν των πέμπουσιν ἡμῖν καὶ σήμερον τηλεγραφικῶς.
§31Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ προσωπικὸν τοῦ σχολείου Μολάων εἶναι πλῆρες. Τώρα ὡς πρὸς τὸν σχολάρχην ὑποχρεοῦνται οἱ συνάδελφοί του νὰ τὸν ἀναπληρῶσιν, ἂν συνέβη ὅμως τώρα τὸ ἀτύχημα εἰς τὸν ἕτερον, τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀτύχημα, καὶ ἂν βεβαίως παραταθῇ ἐπὶ πολὺ θὰ ληφθῇ πρόνοια. Ὡς πρὸς τὸν ἄλλον διδάσκαλον ἁρμόδιον εἶναι τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, ὅταν τῷ ὑποβληθῇ πρότασις, θὰ ἐξετάσῃ καὶ ἂν ὄντως ὁ περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ἀλκοολικὸς θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐρωτήσεως ἀπαντῶ ὅτι ἀφ’ ὅτου τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Λακεδαίμονος κατηρτίσθη κατὰ τὸν ὑπ’ ἀριθ. 240 νόμον εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν αὐτοῦ κάμνει λόγον περὶ προαγωγῆς τοῦ κοινοῦ σχολείου Φοινικίου εἰς πλῆρες, οὐδεμία δὲ σχετικὴ αἴτησις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§32Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταθέσητε, κ. Ὑπουργέ, ἐξ ἄλλου σχολείου κανένα διδάσκαλον;
§33Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἄν παραταθῇ ἡ ἀσθένεια ἐπὶ πολὺ τοῦ ἐν λόγῳ διδασκάλου, θὰ ληφθῇ πρόνοια.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρατσᾶνος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἂν θὰ κανονισθῶσι τὰ δρομολόγια Τροχιοδρόμων τῆς γραμμῆς Φαλήρου».
§35Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ὁλόκληρος μὴν παρῆλθεν ἀφ’ ἧς ἡμέρας γεμᾶτος ἀπὸ αἰσιοδοξίαν...
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄ! ἄ! (Ἱλαρότης).
§37Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. .. ἔμπλεος αἰσιοδοξίας καὶ στηριζόμενος ἐπὶ τὴν δραστηριότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ἐνόμισα ὅτι θὰ ἐλύετο, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν δρομολογίων τῶν Τροχιοδρόμων τῆς γραμμῆς Φαλήρου. Ἐστήριζον, ἐπαναλαμβάνω, πολλὰς ἐλπίδας ἐπὶ τὴν σύντονον ἐνέργειαν τὴν ὁποίαν μοὶ εἶχεν ὑποσχεθῆ τότε ὁ κ. Ὑπουργός. Τὰ πράγματα ὅμως ἔρχονται νὰ μὲ διαψεύσωσιν. Ὁλόκληρος μὴν ἔχει παρέλθει καὶ μόλις ἐφηρμόσθη ἡμίμετρον, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἑταιρεία φαίνεται ὅτι συνενοήθη μόνον μὲ τὴν περίφημον καταστᾶσαν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐλέγχου, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡμίμετρον τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἄλλο μέτρον, ἐναντίον τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἐκηρυσσόμην, διότι ὁμολογῶ ὅτι ἀποτελεῖ σημεῖον πολιτισμοῦ διὰ τὸν Τόπον μας, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον, ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνονται ἐκ παραλλήλου καὶ ἄλλα μέτρα, τείνει νὰ δημιουργήσῃ κατάστασιν ἐντελῶς ἔκρυθμον, ἐφηρμόσθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τῆς Κοινωνίας, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ Τύπου καὶ παρὰ τὴν ἀνάγκην τέλος πάντων, ἥτις ἐπιβάλλει τὴν ἄρσιν αὐτοῦ, μέχρις οὗ ληφθῶσι καὶ ἄλλα μέτρα ἐκ παραλλήλου. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι, Κύριοι, τὸ ὑπεράριθμον τῶν ἐπιβατῶν. Τὸ μέτρον τοῦτο τῶν ὑπεραρίθμων ἀποτελεῖ τὸ Ω τοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλ’ οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ τοῦ Α, Β, Γ καὶ πάντων τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν διαβάθμισιν μέχρις ὅτου φθάσητε εἰς τὸ Ω. Καὶ ἐνῷ ἡ Ἑταιρεία αἴφνης δὲν ὑπεχρεώθη νὰ ἔχῃ πυκνοτέραν συγκοινωνίαν ἐν τῇ γραμμῇ τῶν Φαλήρων εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναταί τις, ἂν χάσῃ τὸν συρμὸν τῶν 5, νὰ κατέλθῃ μὲ τὸν συρμὸν τῶν 5 καὶ 10′, ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ἐλέγχου—διότι περὶ αὐτῆς πρόκειται—νὰ κατέλθῃ ὁ ἐπιβάτης τοῦ τροχιοδρόμου, διότι εἶναι ὑπεράριθμος. Καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ ἰδίᾳ ἐν τῇ γραμμῇ τῶν Φαλήρων δημιουργεῖ ἔκτροπα καθ’ ἑκάστην. Ἀκόμη προχθές, Κύριοι, ἐγενόμην ἥρως ἐπεισοδίου διὰ τὸ ὁποῖον δὲν μετανοῶ. Τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν μετὰ τῆς οἰκογενείας μου ἔστην παρὰ τὴν στάσιν ὑπὸ τὴν βροχὴν ἀναμένων νὰ διέλθῃ τὸ τραῖνον. Σημειώσατε ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε περίπτερον οὔτε σταθμὸς οὔτε τίποτε. Ἐν μιᾷ τρώγλῃ, ἡ ὁποία λέγεται μπακάλικο, ἠναγκάσθην νὰ εἰσέλθω, ὅτε ἤνοιξαν οἱ κρουνοὶ τοῦ οὐρανοῦ. Μετὰ πάροδον τριῶν τετάρτων τῆς ὥρας ὁλοκλήρων, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὁποίων παρήλασαν τέσσαρα τραῖνα χωρὶς νὰ σταθῶσιν, ἀπεφάσισα, πάντοτε ὑπὸ τὴν βροχήν, δίκην οἰκογενείας Παραδαρμένου νὰ κατέλθω εἰς Καλλιθέαν, ἵνα εἰσέλθω εἰς τὸ τραῖνον. Ἐκεῖ οἱ ὑπάλληλοι μοὶ ἐδήλωσαν ὅτι τὸ τραῖνον τὸ ὁποῖον εἶχε φθάσει ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἦτο πλῆρες. Παρὰ τὴν θέλησίν μου, παρὰ τὰς ἀρχάς μου, Κύριοι, ἐγενόμην, ἐπαναλαμβάνω, ἥρως ἐπεισοδίου. Ἔστην πρὸ τῆς μηχανῆς καὶ εἶπον: «Δὲν θὰ φύγω ἀπ’ ἐκεῖ, ἂν δὲν ἐξευρεθῇ θέσις ἐν τῷ τραίνῳ διὰ πάντας τοὺς ὑπὸ τὴν βροχὴν λουομένους. Εἷς χωροφύλαξ ἦλθεν ἵνα ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν. Ἐδήλωσα εἰς αὐτὸν τὴν ἰδιότητά μου καὶ τῷ εἶπον νὰ φύγῃ, τὸ αὐτὸ δὲ θὰ ἔλεγον καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν ἴδιον, ἂν προσήρχετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Διότι οὐδεμία διαταγὴ καὶ οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ ἰσχύσῃ, ἂν δὲν στηρίζηται ἐπὶ τῆς λογικῆς τοῦ Δικαίου. Πᾶς τις δ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀνέρχηται ὁπόταν θέλῃ εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐντούτοις ἡ Ἑταιρεία καθιέρωσε τοπικὰ τραῖνα, διὰ νὰ ῥίψῃ ὀλίγην στάκτην εἰς τὰ μάτια τοῦ κόσμου, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, διότι ταῦτα δὲν ἐξυπηρετοῦσι διόλου τὸν κόσμον. Ἔχει αἴφνης ἐκ τῆς Καλλιθέας εἰς τὰς Ἀθήνας ἓν τραῖνον τῇ 11 π. μ. Ἐρωτῶ δέ· τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θ’ ἀνέλθῃ τῇ 11 π. μ. εἰς Ἀθήνας ἐκ Καλλιθέας; Ἔχει καὶ ἓν ἄλλο τραῖνον τὸ ἀπόγευμα καὶ ἄλλο τῇ ὀγδόῃ πρωινῇ, τὰ ὁποῖα εἶναι πιθανὸν νὰ εἶναι χρήσιμα. Ἀλλὰ τὴν Κυριακήν, ὅτε παρατηρεῖται ἡ μεγάλη ἐκείνη συρροὴ τοῦ κόσμου, δὲν ἔχει ὅλως διόλου τοιοῦτο τραῖνον. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι τὴν παρελθοῦσαν Κυριακὴν ἐγένοντο περὶ τὰ τριάκοντα ὅλα ἐπεισόδια. Ἐντούτοις ἡ πενταετία μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὁποίας περιέρχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς διαρρυθμίσεως τῶν δρομολογίων ἔχει παρέλθει ἢ μᾶλλον ἔληξε. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν θέλῃ πράγματι νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν κόσμον, νὰ ἐπεμβῇ αὐτοπροσώπως, διότι ἄλλως δὲν βλέπω διατί πρέπει νὰ ὑφίστανται αἱ Ἑταιρεῖαι αὐταί. Αἱ Ἑταιρεῖαι φρονῶ ὅτι ἔρχονται ἐδῶ διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὰς γραμμάς, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐξυπηρετοῦσι καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Ἂν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διαθέσῃ ὀλίγον χρόνον καὶ νὰ ἐπιληφθῇ ὁ ἴδιος αὐτοπροσώπως, μὴ βασιζόμενος εἰς τὰς ἐνδείξεις τῆς Ὑπηρεσίας ἢ τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς, θέλει ἴδει τὴν κατάστασιν, διότι ἡ Ὑπηρεσία ἐν Ἑλλάδι, ἡ στενοκέφαλος Ὑπηρεσία, ἡ πάσχουσα ἀπὸ τὴν γνωστὴν μανίαν τιμιότητος, κυρίως εἶναι ἐχθρὰ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου, ἐξ ὑπαιτιότητος δὲ τῶν Ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, πάσχουσιν ἀπὸ τὴν μανίαν αὐτήν, βλέπομεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου νὰ ὑπόκεινται ἑκάστοτε εἰς μεγάλας ζημίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοπροσώπως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δημιουργήσῃ καὶ νομικὰ ζητήματα, διότι, ὅταν ἔχῃ τις δικαίωμα ἐκ τῆς μετὰ τῶν τροχιοδρόμων συμβάσεως ν’ ἀγοράζῃ διαρκὲς εἰσιτήριον, ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα ἐπίσης νὰ στραφῇ κατὰ τῆς Ἑταιρείας καὶ νὰ τὴν μηνύσῃ ἐπὶ ἀπάτῃ. Διότι ἀληθῶς, ὅταν λέγῃ ἡ Ἑταιρεία: «Σᾶς δίδω διαρκὲς εἰσιτήριον, ἀλλὰ δὲν σᾶς δίδω τραῖνον», βεβαίως ἐξαπατᾷ τὸν κόσμον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταβάλῃ ὀλίγην προσοχὴν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν δριμύτερον καὶ ὑψώσωμεν φωνὴν διαμαρτυρίας.
§38Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἀπὸ τῆς 20ῆς παρελθόντος μηνὸς προσετέθησαν 18 συρμοὶ ἐξ Ἀθηνῶν πρὸς τὸ Φάληρον, 13 δὲ ἐκ Καλλιθέας εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ Φαλήρου δρομολόγια, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε μνείαν ὁ κ. συνάδελφος, πληροφορῶ αὐτὸν ὅτι ἀσχολεῖται ἡ Ὑπηρεσία,—τὴν ὁποίαν ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι κακῶς κατηγόρησεν ὁ κ. συνάδελφος,—μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας ὅπως κανονίσῃ ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ἀλλ’ εἶναι ἀρκετὰ περίπλοκον, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει οὐ μόνον τοὺς πληθυσμοὺς τῶν Φαλήρων, ἀλλὰ καὶ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν ὁλόκληρον. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ζήτημα τῆς κυκλοφορίας νὰ ἐξετασθῇ μεμονωμένως διὰ τὴν γραμμὴν τῶν Φαλήρων, ἀλλὰ θὰ ἐξετασθῇ γενικῶς. Ὅταν συνταχθῶσιν ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας πάντα τὰ σχετικὰ δρομολόγια, τότε βεβαίως ἐγὼ μόνος αὐτοπροσώπως θὰ ἐπιληφθῶ τῆς μελέτης τούτων, ἵνα δώσω λύσιν πρέπουσαν εἰς τὸ ζήτημα. Πάντως πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς κυκλοφορίας τῶν τροχιοδρόμων ὑπάρχουσι καὶ θὰ ὑπάρχωσι παράπονα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῶσι πᾶσαι αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Κοινωνίας. Εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸ αὐτὸ συμβαίνει. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται μεγάλη συρροὴ πάντοτε θὰ ὑπάρχωσι παράπονα. Τώρα τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν κατὰ τὸ μέτρον τοῦ δυνατοῦ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κυκλοφορίας· περὶ τούτου νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι θέλομεν μεριμνήσει.
§39Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἠξεύρετε πῶς μᾶς ἐτύλιξεν ἡ Ἑταιρεία; Προσέθηκε συρμούς, ἀλλὰ τοὺς συρμοὺς ἀπὸ 5 ἁμάξας τοὺς μετέβαλεν εἰς συρμοὺς μὲ 3 ἁμάξας.
§40Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι πλέον ἄλλα ὀχήματα. Διὰ νὰ γίνῃ προμήθεια νέων τοιούτων πρέπει νὰ ἔχωμεν περιστάσεις ὁμαλάς. Βεβαίως εἶναι ὑποχρέωσις τῆς Ἑταιρείας νὰ ἔχῃ πλείονα ὀχήματα, ἃ θέλομεν τῇ ἐπιβάλει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τῇ εἴπωμεν «φέρε 50 ἢ 100 ὀχήματα», διότι αἱ ἐξωτερικαὶ ἀγοραὶ εἶναι κεκλεισμέναι.
§41Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἑταιρείας, ὅτι δὲν ἔχει ὀχήματα, καὶ ἐγὼ πολλάκις τοὺς ἤκουσα. Ἀλλὰ θ’ ἀντερωτήσω τὸ ἑξῆς· ποῦ εὑρίσκει ἡ Ἑταιρεία τοὺς τόσους συρμοὺς καὶ τὰ ὀχήματα καὶ τὸ ἔκτακτον προσωπικόν, ἀφοῦ εἰς μίαν καλοκαιρινὴν ἡμέραν ἡ γραμμὴ γεμίζει ἀπὸ ἁμαξοστοιχίας καὶ ὑπαλλήλους;
§42Λ. ΝΑΚΟΣ. Τὰ λαμβάνει ἀπὸ ἄλλας γραμμάς.
§43Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε, ἀλλ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν τὰ θέτει εἰς κυκλοφορίαν, διότι πρόκειται νὰ κερδίσῃ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θανόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ποῦ εὑρίσκεται ὁ ἀπὸ διετίας ἀπουσιάζων καὶ μόνον μισθοδοτούμενος καθηγητὴς τοῦ Γυμνασίου Καρδίτσης Τσούκλης, ὡς καὶ ὁ ἕτερος τοιοῦτος πρὸ μηνῶν διορισθεὶς καθηγητὴς τοῦ αὐτοῦ Γυμνασίου Λεων. Βρητάκος».
§45Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ καθηγητὴς περὶ τοῦ ὁποίου ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπουσιάζει ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου, ὁπότε προσβληθεὶς ἐκ νευρασθενείας ἐνεκλείσθη εἰς τὸ Αἰγινήτειον νοσοκομεῖον. Ἂν ὁ δῆμος Καρδίτσης κατέβαλε τοὺς μισθοὺς αὐτούς, καλῶς τοὺς κατέβαλε, διότι αὐτὸς εἶναι τελείως πένης καὶ ἔπαθε διατάραξιν νευρικὴν καὶ ἐνεκλείσθη ἐν τῷ νοσοκομείῳ πρὸς ἴασιν.
§46Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι τὸ Γυμνάσιον τῆς πόλεως Καρδίτσης εἶναι δημοσυντήρητον, ἀπουσιάζουσι δὲ δύο καθηγηταί του.
§47Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ ἕτερος καθηγητὴς ἐκλήθη εἰς τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως κατὰ νόμον.
§48Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ τὸ Γυμνάσιον ἔχει δύο καθηγητὰς ἀπόντας, τοὺς ὁποίους μισθοδοτεῖ.
§49Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν πρῶτον θὰ παύσῃ ἡ πληρωμή του.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν διατάσσει νὰ τοποθετηθῶσιν ἐντὸς τοῦ Ταχυδρομείου Νεμέας αἱ ἀπὸ πολλοῦ εὑρισκόμεναι μηχαναὶ τοῦ Τηλεφωνείου Μποζικᾶ, ἀφοῦ οἱ πάσσαλοι ἔχουσι τοποθετηθῆ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τρέχοντος ἔτους».
§51Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διετάχθησαν τὰ δέοντα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βέρροιος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἂν ἐλήφθη πρόνοια περὶ κατασκευῆς τῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ χειμάρρου κατὰ τὴν ὁδὸν Μποζαϊτίκων –Καστριτσίου Πατρῶν, ἡ ἔλλειψις τῆς ὁποίας καθίστησι τὴν ὁδὸν ἄχρηστον, δι’ ἥν, ὡς γνωστόν, τὸ Δημόσιον ἔχει δαπανήσει 160.000 δραχμῶν».
§53Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ κατασκευῆς γεφύρας, ἥτις θ’ ἀπαιτήσῃ σημαντικὴν χρηματικὴν δαπάνην.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Ι. Βέρροιος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν κατέστη αὐτῷ γνωστὸν ὅτι τὸ πρῶτον ἐν Ἀμαλιάδι Ἑλληνικὸν σχολεῖον στερεῖται καὶ τῶν τριῶν διδασκάλων του, καθόσον οἱ δύο μετετέθησαν, ὁ δὲ σχολάρχης, ἀσθενήσας, διατελεῖ ἐν ἀδείᾳ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλεῖ αὐτὸν νὰ διατάξῃ τάχιστα τὴν συμπλήρωσιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ ὅπως μὴ ἀδικῶνται οἱ μαθηταὶ τοῦ ἐν λόγῳ Ἑλληνικοῦ σχολείου».
§55Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ προσωπικὸν τοῦ Αʹ ἐν Ἀμαλιάδι Ἑλληνικοῦ σχολείου, ἀποτελούμενον ἐκ τοῦ σχολάρχου καὶ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων Ἀκριβοπούλου καὶ Τσακμάνη, εἶναι πλῆρες.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας πόσοι καὶ τίνες διδάσκαλοι ἔχουσι τοποθετηθῆ καὶ ὑπηρετοῦσιν ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις Κρεστένων καὶ Θουρίας, καὶ ἂν ἔλαβε πρόνοιαν πρὸς πλήρωσιν τῶν ὑπαρχουσῶν τυχὸν κενῶν θέσεων ἑλληνοδιδασκάλων ἐν τοῖς σχολείοις τούτοις ἢ ἂν προτίθεται νὰ λάβῃ τοιαύτην».
§57Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐν τῷ Ἑλληνικῷ σχολείῳ Λοκρίδος ὑπηρετεῖ ὁ σχολάρχης Θ. Σταυρόπουλος καὶ ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος Ν. Μανελόπουλος ἢ Παππαδόπουλος. Ἡ κενὴ θέσις τοῦ τρίτου ἑλληνοδιδασκάλου θὰ πληρωθῇ προσεχῶς, προτεινομένου ὑπὸ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου τοῦ καταλλήλου. Ἐν τῷ Ἑλληνικῷ σχολείῳ Κρεστένων ὑπηρετεῖ ὁ σχολάρχης Δ. Λέφας καὶ οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι Γ. Σωτηρόπουλος, Φ. Παππαδόπουλος καὶ Π. Λομαδάκης.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινός.
§59Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὅτε κατὰ Μάρτιον παρελθόντος ἔτους ἐξελέγην τιμητικώτατα δεύτερον μέλος τῆς ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν πραγμάτων τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, καὶ ὅτε κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν τιμητικώτατα ἐπίσης ὑπὸ τῶν δώδεκα συναδέλφων ἐτιμήθην διὰ τῆς γενικῆς εἰσηγήσεως ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῶν ἀνακρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνετέθησαν εἰς ἡμᾶς, καὶ ὅτε μετὰ πολύμηνον ἐργασίαν ἐρευνήσας τὰ πράγματα κατήρτισα τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, εἶχον βεβαίως τὴν φιλοδοξίαν νὰ τύχω τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ὁποίας ἔτυχον ἐκ μέρους τοῦ Σώματος διὰ τὴν καταβολὴν τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Δὲν ἐφανταζόμην ὅμως ποτὲ ὅτι θὰ μοὶ ἐπεγίνετο ἡ μεγάλη τιμὴ ὥστε πρὶν ἀκόμη περιέλθωσιν εἰς τὴν δημοσιότητα ἐν λεπτομερείᾳ καὶ ἡ ἔκθεσις καὶ τὰ πορίσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, δὲν περιέμενον, λέγω, ὅτι ἤθελε μοὶ γίνει ἡ τιμὴ νὰ αἰσθανθῶσιν ἑαυτοὺς θιγομένους τόσον πολὺ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐντολὴν τοῦ Σώματος ἐτέθησαν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἡμῶν, ὥστε νὰ ὀργανώσωσιν ἐκστρατείαν ἐναντίον τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκστρατείαν τείνουσαν νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐκστρατεία αὕτη ᾠκοδομήθη ἐπὶ ἑνὸς δημοσιεύματος τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον κυριώτατα θίγει ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον θίγει καὶ ὤφειλε νὰ θίξῃ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι θὰ ἦτο ἄνανδρον, δὲν θὰ ἦτο ἔντιμον, ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς Ἑταιρείας, τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πεπραγμένων τῆς ὁποίας ἀνέθηκεν εἰς ἡμᾶς ἡ Βουλή, ὅτε κατελήξαμεν, λέγω, εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ διαχείρισις αὕτη δὲν ἦτο διαχείρισις εἰλικρινής, δὲν θὰ ἦτο ἀνδρικὸν καὶ ἔντιμον ν’ ἀφήσωμεν ἡ μομφὴ αὕτη κατ’ ἀντανάκλασιν νὰ ἐπιρριφθῇ ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας, ἀγνοούσης τὰς λεπτομερείας τῆς ἀνακρίσεως, κατ’ ἀντανάκλασιν, λέγω, νὰ ἐπιρριφθῇ αὕτη ἐναντίον ὁλοκλήρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἢ ἄλλων μελῶν ἐντίμων τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων, τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς διῴκησαν τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν. Ἀνδρικὸν καὶ τίμιον ἦτο, ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τοιοῦτο συμπέρασμα, ν’ ἀνεύρωμεν τὰ πρόσωπα καὶ μετὰ θάρρους νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ἡμεῖς θεωροῦμεν ὅτι εἶναι ὑπεύθυνα, ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ὀφείλουσι νὰ ὑποστῶσι τὴν μομφὴν τῆς Κοινωνίας τὰ ὁποῖα ἔσχον τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τῆς Προνομιούχου. Ἐκ τῆς ἀπόψεως ταύτης εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ θίξωμεν τὰ πρόσωπα καὶ νὰ περιορίσωμεν καὶ ἐντοπίσωμεν ὅσα ἐκ τῆς ἐρεύνης ἡμῶν ἐνομίσαμεν ὅτι προέκυπτον ὡς στοιχεῖα ἐπιβαρυντικὰ ἐναντίον τῆς διαχειρίσεως· ὀφείλομεν δὲ τὰ στοιχεῖα ταῦτα νὰ ἐντοπίσωμεν εἰς ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ὡς ὑπεύθυνα ἐν τῇ διαχειρίσει ἔχουσιν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου νὰ ὑποστῶσιν αὐτὰ τὰς συνεπείας καὶ οὐχὶ ἄλλα πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπείσθη ὅτι δὲν ἐνήργησαν ἐκ κακοβουλίας καὶ δολιότητος. Τὸ πρόσωπον λοιπὸν τὸ ὁποῖον ἐθίχθη ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τῶν συμπερασμάτων εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἡ Ἐπιτροπή. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ μόνου τοῦ προσώπου καὶ τῶν ἀμφισβητήσεων τῶν προερχομένων ἐκ μέρους αὐτοῦ, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν ὕβρεων καὶ περὶ τῶν κακοβούλων ὑπαινιγμῶν τοὺς ὁποίους τὸ πρόσωπον τοῦτο μετ’ ἰταμότητος — ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ εἴπω — ἐπιρρίπτει κατὰ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς προσώπου, θὰ παρηρχόμην τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ μοὶ ἐπετρέπετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ῥίψω τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον ἐξ ἐντολῆς τοῦ Σώματος ἔλαβον εἰς ἀντιδικίαν πρὸς ἓν πρόσωπον τὸ ὁποῖον καλεῖται ν’ ἀντιδικήσῃ πρὸς τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὴν ποινικὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταγγελίας ταύτης ὠργανώθη καὶ ἀρθρογραφία, ἡ ὁποία, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἧττον, ζητεῖ νὰ παραστήσῃ ὅτι τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν πρὸς ὑμᾶς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου εἶναι τὸ ὀλιγώτερον ἐπιπόλαια. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, Κύριοι, καὶ διότι εἶμαι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πᾶσα μομφὴ ἡ ὁποία θίγει ἐμὲ ὡς Βουλευτὴν νομίζω ὅτι, ἂν ἔμενεν ἀνανταπάντητος, θὰ ἔθιγε τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ καὶ διότι εἶμαι μέλος καὶ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶναι περιβεβλημένη μὲ δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑπομένως ἡ θέσις μου εἶναι ἀκόμη λεπτοτέρα, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ᾠκοδομήθη ἡ ἀρθρογραφία εἶναι ψευδὲς ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἔχω, λέγω, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ὀλίγα τινά, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσω τοὺς τρεῖς τούτους φακέλους, οἱ ὁποῖοι περιέχουσι τὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ καταφύγῃ οὔτε εἰς διαδόσεις οὔτε κἂν εἰς ἐξετάσεις προφορικὰς μαρτύρων. Ὅσα ἐξήλεγξε, τὰ ἐξήλεγξεν ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων ἀψευδῶν, διότι εἶναι δημόσια ἔγγραφα καὶ προερχόμενα ἀπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Ἑταιρείας καὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς κατηρτίσθησαν ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλ’ ὀφείλω, ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα ἔλαβε τοιαύτην τροπήν, νὰ πείσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ λεγομένη αὕτη ἀπάντησις τοῦ πρώην προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας εἶναι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἓν σύρραμμα ψεύδους. Νὰ τὸ πιστεύσητε, διότι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν σᾶς ἀνέφερα ὅτι καὶ ἐν τῇ εἰσηγήσει τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ αὐτὸ πρόσωπον εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Προνομιούχου καὶ ἐν τῇ εἰσηγήσει τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ αὐτὸ πρόσωπον εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων διαρκῶς ἐψεύδετο. Ὢν ὑποχρεωμένος νὰ ἐντοπίσω τὰς εὐθύνας καὶ προκειμένου περὶ πράξεων τὰς ὁποίας ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἐχαρακτήρισεν ὡς πράξεις δολίας δὲν θὰ ἔπραττον ἔργον συνειδήσεως, ἂν δὲν ἀνέτρεχον εἰς τὸ ἠθικὸν παρελθὸν τῶν προσώπων ἐκείνων τὰ ὁποῖα διῴκησαν τὴν Ἑταιρείαν καὶ προυκάλεσαν εἰς αὐτὴν ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως τὰς εἰς ἑκατομμύρια ἀνερχομένας ζημίας, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα λόγον τὸ Σάββατον. Ἀναλαβὼν δὲ τὴν διερεύνησιν τοῦ ἠθικοῦ τοῦ παρελθόντος δὲν ἐζήτησα, ὡς παρασυρόμεναι αἱ ἐφημερίδες ἐκ τοῦ ψευδοῦς τούτου δημοσιεύματος ἀναγράφουσι, νὰ παραστήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γεγονότα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πιστοποιημένα ὑπὸ δημοσίου κύρους. Εἶπον ὅτι ὑπάρχει καὶ διοικητικὴ καὶ δικαστικὴ βεβαίωσις ὅτι ὁ πρώην πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑνιαίας ἦτο πλαστογράφος καὶ τὸ ἀπέδειξα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω μερικὰς περικοπὰς τῆς ἐκθέσεως ὑπ’ ἀριθμὸν 1067 τῆς 28 Ἰουνίου 1895 τῆς καταρτισθείσης ὑπὸ τοῦ ἐνεργήσαντος διοικητικὰς ἀνακρίσεις γραμματέως τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ὑποθέσεως, κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὁποίας, ὡς εἶπον, ὁ πρώην πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου διέπραξε πλαστογραφίαν. Θ’ ἀναγνώσω τὸ συμπέρασμα. (Ἀναγινώσκει ἐκ χειρογράφου). Πιστοποιεῖ ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν ἦτο ψευδὲς καὶ ὅτι ἐν γνώσει τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας ἐγένετο χρῆσις αὐτοῦ τοῦ πιστοποιητικοῦ, τοῦ δὲ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης ἦτο μέλος ὁ πρόεδρος τῆς Προνομιούχου ὁ ἔχων τὴν ἰταμότητα νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐπὶ πλέον τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1020 βούλευμα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου πιστοποιεῖται τίνες εἶναι οἱ κατηγορούμενοι Νικόλαος Βλάγκαλης καὶ Ζαφείριος Μάτσας. Ὅσοι εἶσθε νομικοὶ δύνασθε νὰ διδάξητε εἰς τοὺς κ. συναδέλφους ὅτι σύστασις ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου δύο ἢ πλείονες ὑπὸ κοινοῦ συμφέροντος κινούμενοι συνομολογοῦσιν ἀμοιβαίαν συνδρομήν.
§60Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ «ἐκ συστάσεως» τίς τὸ λέγει;
§61Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ σκέψις, σκέψις ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος νὰ γίνῃ, ἵνα γίνῃ οὐσιαστικὴ ἐκτέλεσις τῆς πράξεως ἐκ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διεξαχθεισῶν ἀποδείξεων, διὰ νὰ καταλήξῃ τὸ βούλευμα εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως ὡς πλημμελήματος καὶ ἐπέλθῃ τὸ εὐμενὲς διὰ τοὺς τότε κατηγορουμένους ἀποτέλεσμα, ἵνα ὑπολογισθῇ ἡ παραγραφὴ πενταετὴς ἀντὶ δεκαετοῦς. Ἐπικαλοῦμαι ὅμως, Κύριοι, ἀκόμη καί τι ἄλλο, τὴν πιστοποίησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέφερα εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τὴν ἄλλην φοράν, τοῦ ἰδίου νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κ. Χατζόπουλος καὶ ὁ ὁποῖος πιστοποιεῖ διαφόρους παραβάσεις. Εἶχε λοιπὸν καὶ ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ Εἰσηγητὴς αὐτῆς ὑπ’ ὄψει τὰ δημόσια ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐπιστοποίουν ὄχι μόνον τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ἀλλὰ καὶ τὴν σοβαρότητα αὐτῆς. Ἡ οὐσία ἦτο ὅτι ἐζητεῖτο νὰ συγκροτηθῇ εἰκονικὴ συνέλευσις μετόχων διὰ ν’ ἁρπαγῇ ἡ διοίκησις καὶ ἐγκριθῶσι πράξεις, ἰδίως δὲ αἱ πράξεις τῆς ἐγκρίσεως τοῦ εἰκονικοῦ αὐτοῦ ἰσολογισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Χαρτοποιείου, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον δ’ αὐτὸ ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὸν Νικόλαον Βλάγκαλην καὶ τὸν Ζαφείριον Μάτσαν. Ἀλλ’ εἶπον καί τι ἄλλο, Κύριοι, καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι τὸ βούλευμα μὲ δικαιοῖ, διότι λέγει ὁ πρώην πρόεδρος τῆς Προνομιούχου ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη ἐχαρακτηρίσθη κωμικὴ καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀπέληξεν εἰς πέρας. Ἀμφισβητεῖ ἀκόμη καὶ τὸ ὅτι λόγῳ παραγραφῆς καὶ μόνον ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τῆς κατηγορίας. Ἀναγινώσκων τις ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1020 βουλεύματος τὴν σκέψιν πείθεται περὶ τούτου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Εἶπον ὅτι ὑπάρχει ἓν σκάνδαλον ἐρευνητέον ὑπὸ τῆς προϊσταμένης δικαστικῆς ἐξουσίας· διότι δὲν ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν ὄψιν τοῦ Συμβουλίου ἀποδεικτικὰ ἐπιδόσεως, τὰ ὁποῖα διέκοπτον τὴν παραγραφήν. Εἶχε καταβληθῆ ἐνέργεια ὅπως ἀπαλλαγῶσι διὰ βουλεύματος, ἔστω καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς παραγραφῆς. Εἶχον ἐντούτοις τὴν ὑποχρέωσιν οἱ κατηγορούμενοι διὰ κατηγορίαν τοιαύτην ἀπὸ τῆς ὁποίας εἶχον πᾶν συμφέρον ν’ ἀπαλλαγῶσιν ὡς θέλοντες ν’ ἀνέρχωνται εἰς τὰ ἀνώτερα ἀξιώματα τῆς τραπεζιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς κινήσεως τοῦ Τόπου καὶ ὡς θέλοντες νὰ ἔχωσι θέσιν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ καὶ νὰ συζητῶσιν ὡς ἴσοι πρὸς ἴσους καὶ πρὸς Κυβερνήσεις καὶ πρὸς Ὑπουργούς, καὶ ὡς θέλοντες ν’ ἀσκῶσι τὴν δύναμιν αὑτῶν, εἶχον ὑποχρέωσιν, λέγω, αὐτοὶ οὗτοι νὰ ζητήσωσι τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἀπόδειξιν τῆς ἀθῳότητός των. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ πράξωσι τοῦτο κατέβαλον πᾶσαν ἐνέργειαν ὅπως ἀπαλλαγῶσι διὰ βουλεύματος. Τὴν ἀπόδειξιν, Κύριοι, τῶν ὅσα λέγω προσάγω ἤδη ἐνώπιον ὑμῶν. Ὑπεβλήθη τῇ 8 Ὀκτωβρίου 1911 πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν αἴτησις περὶ παροχῆς ἀντιγράφου καὶ περὶ πιστοποιήσεως τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπῆρχον πράγματι πράξεις διακοπτικαὶ τῆς παραγραφῆς, κακῶς δ’ ἐχαρακτηρίσθη ἡ ὑπόθεσις ὡς παραγραφεῖσα. Ὁ βουλόμενος νὰ πεισθῇ περὶ τούτου ἂς ἀναγνώσῃ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1051 τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1911 ἔγγραφον τοῦ γραμματέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν Τσαλακοπούλου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶχεν ἐπέλθει παραγραφή, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐπίδοσις κλήσεων διέκοπτε τὴν παραγραφὴν τοῦ ἀδικήματος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι, ὅπως σᾶς εἶπον, εἰδεχθῶς σκανδαλῶδες καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς προϊσταμένου τῆς ἱεραρχίας τῆς δικαστικῆς, ὅπως διατάξῃ εὐρυτέραν ἀνάκρισιν καὶ γνωσθῇ πῶς συμβαίνει νὰ γίνωνται αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐπὶ τοιούτων ἀποδείξεων, Κύριοι, στηριζόμενος προέβην εἰς τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοὺς ὁποίους ἠκούσατε. Δὲν θὰ δώσω ἀπάντησιν βεβαίως εἰς τὸν ὑπόδικον πλέον πρώην πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου. Μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν τριῶν δικαστῶν τῆς πατρίδος μου, μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ τοῦ γραμματέως τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, οἱ ὁποῖοι πιστοποιοῦσι τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω ἐνώπιον ὑμῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου — καὶ δὲν ἀμφιβάλλω καὶ δὲν εἶναι κανεὶς ἐξ ὑμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ὁποῖος δὲν θὰ δώσῃ τὴν προτίμησιν εἰς τὰς βεβαιώσεις τῶν δικαστικῶν προσώπων καὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων—, μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο δὲν διστάζω ποῦ θὰ δώσω τὴν προτίμησιν. Ἀλλ’ οὔτε θὰ θελήσω νὰ κρίνω τὸ παράδοξον γεγονὸς ὅτι ὁ Τύπος τῆς πατρίδος μου εὑρεθεὶς πρὸ ἑνὸς δημοσιεύματος ἑνὸς προσώπου κατηγορηθέντος ἐν τῇ Βουλῇ ἐκ μέρους δικαστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰ πράγματα βεβαίως ἀπαθῶς καὶ βεβαίως ἀμερολήπτως — διότι δὲν ἀτενίζει κανὲν μέλος τοῦ Σώματος, ἀλλὰ δὲν ἀτενίζει καὶ καμμία Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς πρὸς τὰ ἄτομα τὰ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης — μεταξὺ τῶν βεβαιώσεων ἑνὸς ἀτόμου καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἔδωκε τὴν προτίμησιν εἰς τὸ ἄτομον καὶ παρεσύρθη εἰς ἐπιπολαίους χαρακτηρισμοὺς περὶ ἐπιπολαιότητος. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων τούτων νομίζω ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ που ἐπιπολαιότης, αὕτη βεβαίως ὑπάρχει εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τόσον ἐπιπολαίως ἐξήνεγκον τοιούτους χαρακτηρισμούς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, Κύριοι, οὐχὶ πλέον ὡς μέλει τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, οὐχὶ πλέον ὡς εἰσηγητῇ αὐτῆς, ἀλλ’ ὡς Βουλευτῇ ἀντιπροσωπεύοντι σταφιδοφόρον ἐπαρχίαν νὰ ἐκφράσω τὸ παράπονόν μου, ὅτι εἶναι ἀκόμη ἀνεκτὸν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀποδεδειγμένως ἐπλούτησαν κατ’ ἀπληστίαν ἐκ τῆς περιουσίας τῶν ἐκλογέων μου νὰ εἶναι ἀκόμη ἐλεύθεροι καὶ νὰ δύνανται ἀκόμη νὰ διαθέτωσι χρήματα, ἀντὶ ν’ ἀποζημιώσωσιν ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐζημίωσαν, ἵνα δημοσιεύσωσι δημοσιεύματα ψευδῆ καὶ ὑβρίσωσι τὸν ἀντιπρόσωπον τῶν βλαβέντων ἐκλογέων.
§62Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ν’ ἀφήσητε, ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ λάβητε τότε τὸν λόγον.
§64Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ συζητήσω ποσῶς. Οἱ κατηγορούμενοι δύνανται νὰ λέγωσι καὶ νὰ γράφωσιν ὅ,τι θέλουσι.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§66ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς τὴν χριστιανικὴν κοινότητα Ἡρακλείου παραχωρηθέντος γηπέδου τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀνέγερσιν πτωχοκομείου».
§67Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης 170.000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀποθηκῶν ὑλικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων κλ.».
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀπὸ 22 Ὀκτωβρίου 1909 Β. Διατάγματος».
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§70Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἐπεῖγον καὶ ἂν εἶναι, ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν θὰ δυνηθῶ ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν θέλησίν σας· ἄλλως τε τὴν Πέμπτην θὰ ἔχωμεν τὴν ἄλλην συζήτησιν καὶ τότε ὁμιλεῖτε.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Τριανταφυλλᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§73Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, σπανίως ἐκλήθη ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ μετὰ τοσαύτης ταχύτητος καὶ μετὰ τοσαύτης ὀργῆς τόσον σπουδαῖον θέμα. Πρόκειται μετὰ βίον ὑπερεβδομηκονταετῆ καθιδρύματος τιμήσαντος τὸν Τόπον τοῦτον ἐν πάσῃ σπουδῇ, ὡς εἶπον, καὶ ἐν πάσῃ ὀργῇ ν’ ἀποφασίσωμεν τὴν μεταβολὴν τὴν θεμελιώδη τοῦ καταστατικοῦ τοῦ καθιδρύματος τούτου, διότι ἀπὸ αὐτοτελοῦς καθιδρύματος θέλομεν νὰ μεταβάλωμεν αὐτὸ εἰς καθίδρυμα ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Αἱ ἀφορμαὶ τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκαλέσθη πρὸς τοῦτο εἶναι κοινῶς γνωσταί, ἀλλ’ ὀφείλω μετὰ θάρρους νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οὐδένα ἄλλον ἔπεισαν πλὴν τῶν φίλων αὐτοῦ ὅτι αὐταὶ ὑπῆρξαν αἱ ἀληθεῖς ἀφορμαί. Διότι, ὅτε λέγετε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐκ τῆς ὁποίας θ’ ἀκουσθῇ εἰς ἅπαν τὸ Πανελλήνιον, ὅτι ἡ ἀφορμὴ πρὸς μεταβολὴν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπῆρξεν ἡ μέχρι προδοσίας κατὰ τῆς Πατρίδος ἐναντίωσις τοῦ διοικοῦντος τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προσώπου πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τῆς Κυβερνήσεως τὰς χρηματικάς, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι οὐδένα ἄλλον θὰ πείσητε εἰμὴ μόνον ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τοὺς φίλους σας. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις ὅτι ἄνθρωπος ὡς ὁ Ι. Εὐταξίας, ἱστάμενος ἐν τῇ κορυφῇ τῆς Ἐπιστήμης καὶ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐδείχθη τόσον ἀφιλόπατρις ὅσον ἠθέλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραστήσῃ αὐτὸν ἐνταῦθα, ὥστε ἐν στιγμαῖς κινδύνων, διότι πανταχόθεν περιβαλλόμεθα ὑπὸ κινδύνων, ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς θελήσεως τοῦ κυβερνήτου διὰ χρηματικὰς ὑποθέσεις. Καὶ ἔχομεν αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰπόντος ὅτι ὁ Ι. Εὐταξίας, μολονότι σκαιῶς κακομετεχειρίσθη αὐτὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπήντησε μετὰ ἠρεμίας, ὡς προσήκει εἰς φιλοσοφοῦντας, καὶ ἐξετέλεσε τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, μίαν δὲ μόνην ἐδήλωσεν ἐπιθυμίαν, ὅπως καθ’ ἣν στιγμὴν ἀποστραγγίζονται τὰ ἐναποταμιεύματα τῆς Τραπέζης δοθῇ εἰς αὐτήν, τῆς ὁποίας εἶναι περιουσία, ἡ διαβεβαίωσις ἡ ὁποία κατὰ καθῆκον ἔπρεπε νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι σύμφωνος, ὅτι εἰς τὸ καθίδρυμα τοῦτο τὸ ἐθνικόν, κατ’ ἀρχὴν ἐπιφυλασσομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, θὰ δοθῇ ἡ ἐπέκτασις τοῦ προνομίου. Ἄν τὴν αἴτησιν ταύτην ὑπέβαλεν, ἔστω καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐζήτει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ χρήματα πρὸς ἀγορὰν τῶν θωρηκτῶν, ἐξετέλεσεν ἁπλῶς τὸ καθῆκον τοῦ προασπιστοῦ τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, τοῦ ὁποίου πάντοτε εὗρον τὴν χρηματικὴν ἀρωγὴν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις τοῦ Κράτους. Ἔχομεν αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν καλῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἐτόνισεν, ὅτι εἰς πᾶσαν διαφορὰν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀφήνει ἐλεύθερον κριτὴν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους. Ποῦ ὑπῆρξεν ἡ ἀντίδρασις; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῶσιν οἱ Πανέλληνες ὅτι τοιοῦτος Διοικητής, τοιαῦτα παρασχὼν δείγματα ὑποταγῆς, σκέπτεται περὶ ἰδιωτικῶν συμφερόντων; Διότι οὕτω πως τὸν χαρακτηρίζετε, ὡς σκεπτόμενον περὶ τῶν ἰδίων αὐτοῦ συμφερόντων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις ὅτι τοιαῦτα ταπεινὰ σκεπτόμενος ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο δυνατὸν ν’ ἀντιδράσῃ εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν διὰ νὰ δοθῶσι τὰ ὀλίγα ἑκατομμύρια τῶν διὰ τὴν ναυαρχίδα συλλεγέντων ἐράνων; Οὐδένα θὰ πείσητε, ἐπαναλαμβάνω, εἰμὴ μόνον ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ τοὺς φίλους σας ὅτι ἐδόθη ἀφορμὴ ἐκ τῆς ἐπιτηδείως τεθείσης ἐνέδρας, ὡς εἴπετε, εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Διότι εἴχετε τὸ θάρρος νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρέθη αἰφνιδίως πρὸ τῆς συνελεύσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία διοικεῖ τὰ τῶν ἐράνων πρὸς κατασκευὴν τῆς ναυαρχίδος. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἀφοῦ ἀπὸ τῆς προτεραίας ἐπέμψατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ συνομίλησε περὶ τοῦ θέματος τούτου μετὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴν ὑμετέραν ἐπιθυμίαν ἀπεφασίσθη ἡ πρόσκλησις τῶν διοικούντων τὰ τοῦ σκοποῦ τούτου, πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς τοιαύτης συνελεύσεως; Ἐὰν εἶναι τοῦτο ἀληθές, Κύριοι, δὲν ἔχω παρὰ νὰ λυπηθῶ, διότι ἡ Κυβέρνησις διετέλει εἰς τοιαύτην ἀνωμαλίαν, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη. Λοιπὸν ἐπαναλέγω, Κύριοι, ὅτι οὐδένα θὰ πείσητε ὅτι τοιαύτη ἐδόθη ἀφορμὴ ἀντιδράσεως εἰς τὰς χρηματικὰς στενοχωρίας τοῦ Κράτους ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τότε μένει τὸ νομοσχέδιον ἐντελῶς προσωπικόν, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον κανένα ἄλλον σκοπὸν δὲν ἔχει ἢ νὰ δείξῃ τὴν ἰσχύν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ μᾶλλον νὰ δείξῃ τὴν κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους. Οἱ κ. Ὑπουργοὶ καὶ οἱ κ. Πρωθυπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται τῆς πλειονοψηφίας, δὲν καταφεύγουσιν εἰς τοιαῦτα μέτρα πρὸς ἱκανοποίησιν ἔστω καὶ τῆς προσβληθείσης φιλοτιμίας των. Πρὸ πάσης φιλοτιμίας κεῖται τὸ συμφέρον τοῦ Τόπου καὶ μόνον πρὸς αὐτὸ ἀποβλέπουσιν οἱ διοικοῦντες τὸν Τόπον. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν ἂν τὸ συμφέρον τοῦ Τόπου συμβιβάζεται πρὸς τὴν τοιαύτην πολιτείαν τὴν ὁποίαν ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε. Πρὸ παντὸς ἐν τοῖς πολιτικοῖς ἐξετάζεται ἡ σκοπιμότης τῶν νομοθετημάτων καὶ τῶν θεμάτων καὶ δυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν τοὺς διοικοῦντας τὸν Τόπον τοῦτον· ὑπάρχει ἴχνος σκοπιμότητος ἐν τῇ ὑποθέσει τὴν ὁποίαν ἐπιχειροῦμεν; Σεῖς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁμολογοῦντες καὶ πιστὴν καὶ σαφῆ μὲν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἀπελπιστικήν, εἴπετε μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐπιχειρήσητε φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις, διότι ἡ κατάστασις εἶναι τοσοῦτον ἀνώμαλος, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιχειρήσῃ τις ἐπιτυχῶς μεταρρύθμισιν φορολογικὴν ὑπὸ τοιαύτην ἀνώμαλον οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἴσως ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ὀρθή, ἀλλὰ μετέχει ἀληθείας. Καὶ ἀφοῦ σεῖς δὲν δύνασθε νὰ ἐπιχειρήσητε φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις, διότι οἱ καιροὶ εἶναι ἀνώμαλοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύωμεν ἡμεῖς ὅτι εἶναι πρέπον καὶ σκόπιμον καὶ συμφέρον εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἐπιχειρήσωμεν μεταβολὴν καθεστῶτος εὐδοκίμως λειτουργοῦντος ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καθ’ ἣν στιγμὴν ὄχι μόνον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνώμαλα, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ Πανευρωπαϊκοῦ πολέμου, ὁ ὁποῖος ἀπέβη οἰκονομικὸς κυρίως πόλεμος, ὑπάρχει ἀνωμαλία ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ὅλου τοῦ κόσμου; Ἂν δὲ τὰ οἰκονομικὰ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου εἶναι ἐν τοιαύτῃ ἀνωμαλίᾳ, ἂν δὲ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, οἵαν ὑμεῖς ὁ ἴδιος προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετ’ εἰλικρινείας τιμώσης ὑμᾶς παρεστήσατε, ποῦ εἶναι τὸ σκόπιμον νὰ ῥίψητε εἰς τὴν Κοινωνίαν, ἡ ὁποία εἶναι προητοιμασμένη ψυχολογικῶς πρὸς πανικόν, τοιαύτην συζήτησιν; Εἶναι σκόπιμον νὰ ῥίψητε τοιαύτην συζήτησιν εἰς τὴν Κοινωνίαν, ὅτε ὑμεῖς, καθυστερήσαντες τοὺς μισθοὺς τῶν συνταξιούχων καὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἕνεκα τῆς ταμειακῆς, ὡς εἴπετε, ἀνεπαρκείας, ἐδημιουργήσατε κατάστασιν γεννῶσαν δεδικαιολογημένους φόβους; Διότι ἡ κοινωνία ἡ Ἑλληνικὴ ἀπὸ 25 ἐτῶν περίπου δὲν ἐσυνήθισε νὰ προσέρχηται εἰς τὰ δημόσια Ταμεῖα καὶ νὰ μὴ λαμβάνῃ τὴν σύνταξιν αὐτῆς. Ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία ἀπὸ 25 ἐτῶν περίπου συνηθίζει νὰ προσέρχηται εἰς τὰ δημόσια Ταμεῖα καὶ νὰ λαμβάνῃ ἀμέσως ὅ,τι δικαιοῦται. Ἀλλά, Κύριοι, ἀπό τινων ἑβδομάδων παριστάμεθα εἰς τὸ θέαμα τοῦτο, νὰ προσέρχωνται ἀθρόοι πρὸ πάντων οἱ συνταξιοῦχοι εἰς τὰ δημόσια Ταμεῖα καὶ νὰ παραπέμπωνται εἰς ἄλλην ἡμέραν· συνέβησαν δὲ σκηναὶ εἰς τὰ δημόσια Ταμεῖα, τὰς ὁποίας γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις πολὺ καλύτερον ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης λαμβάνοντα χώραν, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ὁμολογίαν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προσέφυγεν εἰς τὴν λῆψιν τῶν 3.500.000 τῆς ναυαρχίδος διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ταμειακὰς στενοχωρίας; Καὶ ἀφοῦ εἰς τοιαύτην ἀνάγκην ταμειακὴν περιῆλθε τὸ Κράτος, ἦτο σκόπιμον τὸ Κράτος νὰ διαπομπευθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁλόκληρος ἡ Κοινωνία νὰ μάθῃ τὴν στενοχωρίαν αὐτὴν τὴν ταμειακήν; Οὐδεμία Κυβέρνησις φιλόστοργος πρὸς τὸν Τόπον ἦτο δυνατὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ καταστήσῃ γνωστὴν τὴν ταμειακὴν ἀνεπάρκειαν, διότι καὶ τὰ 3.500.000 ἠδύνατο νὰ λάβῃ διὰ τοῦ τρόπου ὃν ὑπέδειξεν ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ἐντελῶς ἀθορύβως, καὶ ὤφειλε νὰ τὰ λάβῃ, προσθέτω ἐγώ, ἂν ἦτο εἰς ταμειακὴν στενοχωρίαν, ἀφοῦ ἄλλως τε τὰ χρήματα ταῦτα ἦσαν προωρισμένα ἡμέραν τινὰ νὰ περιέλθωσιν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ πράξῃ καὶ ἄλλο· ἀντὶ νὰ συζητῇ νόμους περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ τελμάτων, οἱ ὁποῖοι ἴσως οὐδέποτε θὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ νὰ τὸ ἀποδώσῃ ἀργότερον ὅπως καὶ ἄλλαι Κυβερνήσεις ἔπραξαν περιελθοῦσαι εἰς παρομοίαν ταμειακὴν στενοχωρίαν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς παριστάμεθα ταμειακῶς στενοχωρημένοι, ἐξ ἑτέρου συζητοῦμεν νομοσχέδια δαπανηρὰ καὶ ὑπισχνούμεθα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων. Ἡ κατάστασις αὐτὴ ἦτο εὔκολον νὰ προληφθῇ, ὅπως εἶπον, διότι ἐγὼ δὲν φαντάζομαί ποτε ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κληθῇ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης — καὶ ὤφειλεν ἄλλως τε νὰ κληθῇ ἐγκαίρως — καὶ ν’ ἀρνηθῇ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν χρημάτων τούτων. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἤθελε διευκολύνει ἀμέσως τὴν ταμειακὴν στενοχωρίαν τοῦ Κράτους δανείζων ἐπὶ ἀσφαλείᾳ ἐκ τῶν πλεονασμάτων τοῦ Ἐλέγχου. Καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν ἐδανείζετο ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον θὰ προέκυπτε θὰ ἦτο ὅτι δὲν θ’ ἀπεκαλύπτετο ἡ ταμειακὴ στενοχωρία τοῦ Τόπου, ἀλλά, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἡ ἀθλιότης αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν, Κύριοι, ὅτι πάντα ταῦτα συνέβησαν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι διεμήνυσεν εἰς τὸν Διοικητήν, τὸν φοβερὸν ἀντίπαλον, τὸν ὑπονομευτὴν εἴτε ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως εἴτε μονάδος τινὸς τῶν κ. Ὑπουργῶν, ἂς τὸ παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν ὡς ἀληθές. Ἦτο πρέπον τοιαύτην νὰ μετέλθωμεν πολιτείαν, νὰ θέσωμεν πρὸ τῆς Βουλῆς τοιοῦτο ζήτημα τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην φέρει τὴν ἀποκάλυψιν ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων; Οὐχί, Κύριοι, ἀλλ’ ἦτο πρέπον ἐν πάσῃ ἠρεμίᾳ, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἦτο δυνατὸν νὰ διευθετηθῶσι τὰ ταμειακὰ ζητήματα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ, ἐν συναφείᾳ πρὸς τὴν σύμβασιν, ἐν ἠρεμίᾳ πρὸ πάντων ψυχῆς καὶ ἐν ἠρεμίᾳ Κοινωνίας νὰ φέρωμεν οἱονδήποτε νόμον ὅστις ἤθελε κριθῆ κατάλληλος πρὸς τροποποίησιν τοῦ καθεστῶτος τοῦ τραπεζιτικοῦ. Τὸ κέρδος θὰ ἦτο μέγα, Κύριοι, διότι τότε θὰ ἐφαίνετο ἡ μεταβολὴ ὡς ἐπιβαλλομένη ἐκ τῶν περιστάσεων, ὡς προερχομένη ἐκ μελέτης τοῦ τραπεζιτικοῦ καθεστῶτος, καὶ δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο τὸ νομοθέτημα τοῦτο ὡς προερχόμενον ἐκ μιᾶς καὶ μόνης θελήσεως σκοπούσης νὰ ἐπιρρίψῃ τὰς ἰδίας εὐθύνας εἰς ἄλλον. Διότι, ἂν ψυχολογήσητε, θὰ διαγνώσητε ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἢ πυροτέχνημα πρὸς τὴν τυφλώττουσαν Κοινωνίαν, ὅπως πιστεύσῃ αὕτη ὅτι τῶν ταμειακῶν στενοχωριῶν, τῶν οἰκονομικῶν καταστροφῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦσι τὸν Τόπον, αἴτιος εἶναι ὁ κ. Εὐταξίας καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τὸ κατώρθωσε, Κύριοι. Εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἡμεῖς συζητοῦμεν διαβλέπουσι πάντες ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἐντίμου Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸν ἐχθρὸν τῆς Κοινωνίας, τὸν ἐχθρὸν τῆς Πατρίδος, ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος περιήγαγε τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας εἰς τὴν ἀθλιότητα τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζετε.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὖγε!
§75Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν τοιαῦτα ἐπιχειρεῖ, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις. Ἐν τῷ ζητήματι τῆς κατὰ θάλασσαν ὑπεροπλίας ἔδειξεν αὕτη τοιαύτην ἀμέλειαν καὶ ἀστοργίαν, ὥστε περιήλθομεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἰς τοιούτους κινδύνους, ὥστε μετὰ δύο νικηφόρους πολέμους, μετὰ δύο ἐνδόξους ναυμαχίας ν’ ἀπειλώμεθα ὑπὸ τῶν ἡττημένων Τούρκων, ἐνῷ, ὡς πάντες γνωρίζετε, ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν ἡμεῖς καὶ ἡ Τουρκία εἴχομεν τὴν αὐτὴν Κυβέρνησιν. Κατωρθώθη δέ, ἀγνοῶ κατὰ τίνα τρόπον, οἱ μὲν ἡττημένοι καὶ φυγάδες Τοῦρκοι οὕτω νὰ καταρτισθῶσιν ὥστε ν’ ἀπειλῶσιν ἡμᾶς δι’ ὑπεροπλίας, ἡμεῖς δὲ νὰ ἔλθωμεν εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, ὥστε διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐπιθυμῶμεν ὁπωσδήποτε εὕρεσιν θωρηκτοῦ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν κινδύνων. Καὶ τότε πάλιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὗρε τὸν ὑπεύθυνον· διότι οὐδέποτε παραδέχεται ὅτι αὐτὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰ δημιουργήματά του, ἀλλ’ εὑρίσκει ἑκάστοτε ὑπευθύνους. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν εἰς ὅλον τὸν Τύπον τὸν ὁποῖον ἐμπνέει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἀληθῶς ἠμελήσαμεν τὰς περιστάσεις καὶ δὲν ἠγοράσαμεν τὸ «Ῥίον Ἰανέϊρον». Ἀλλ’ ἐν τούτῳ ἐπλανήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι εἶχε τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ μακαρίτου Βαλαωρίτου ὅτι δὲν θὰ εὕρισκον χρήματα οἱ Τοῦρκοι πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ πλοίου. Καὶ πάλιν εὑρέθη ὁ ὑπεύθυνος, ὅστις ἀτυχῶς, ἐνῷ ταῦτα ἐλέγοντο, δὲν ἦτο ἐν τῇ ζωῇ. Καὶ ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν· εἶναι σκόπιμος ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως; Καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι τοσοῦτον κρίσιμος καὶ ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν δὲν γνωρίζομεν ὑπὸ ποίας θὰ εὑρεθῶμεν περιστάσεις, εἶναι πρέπον τοιαῦτα ν’ ἀναμίξωμεν θέματα; Εἶναι πρέπον ν’ ἀνακινήσωμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν μεταβολὴν καθεστῶτος τραπεζιτικοῦ; Ἐὰν ἀποτέλεσμα τῆς μεταβολῆς ταύτης θὰ εἶναι νὰ γεννηθῇ παρὰ τῷ λαῷ δισταγμὸς περὶ τῆς καλῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐὰν ἀποτέλεσμα τοῦ δισταγμοῦ τούτου θὰ εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ καθίδρυμα ἢ ὁ μετριασμὸς αὐτῆς, ἐὰν ἀποτέλεσμα τούτου θὰ εἶναι ἡ ἄρσις ἡ μερικὴ καταθέσεων ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἡ ἐξασθένησις τοῦ κολοσσιαίου τούτου οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· εἶναι τοῦτο σκόπιμον, εἶναι εὐσυνείδητον, εἶναι ἀποτέλεσμα προστασίας τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ στιγμῇ εὑρισκομένων; Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σχετικόν, ὅτι εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ γενομένου θορύβου γεγονὸς περιελθὸν εἰς ἐμὲ αὐτόν. Ἔλαβον ἀκριβῶς προχθὲς τηλεγράφημα ἐξ Ἀμερικῆς παρὰ τοῦ Ἀναστασίου Ῥοντοπούλου, ἐκ Τεγέας ἐκεῖ ἀποκατεστημένου μετανάστου, δι’ οὗ μὲ παρεκάλει νὰ τὸν εἰδοποιήσω ἂν αἱ 5.000 λίραι τὰς ὁποίας εἶχε καταθέσει ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, δὲν γνωρίζω ὑπὸ προθεσμίαν ἢ ἄνευ προθεσμίας, διότι δὲν ἐξήτασα, τῷ ἀπεστάλησαν. Μετέβην καὶ ἔμαθον ὅτι τῷ ἀπεστάλησαν. Μοὶ ἐνεποίησε κατάπληξιν τὸ γεγονὸς τοῦτο, διότι γνωρίζω ὅτι οὗτος εἶχε καταθέσει τὰς 5.000 λίρας εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ δὲν ἀνέλαβεν αὐτὰς οὔτε κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ συνέβη ν’ ἀναλάβῃ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ταύτας, προτοῦ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν γνωρίζω ἂν συνετέλεσαν εἰς τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν τοῦ ἐν Ἀμερικῇ ἀγαθοῦ μετανάστου τὰ ἐκεῖ συμβαίνοντα, τὸ γεγονὸς ὅμως εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἷς καὶ μόνος ἀπέσυρεν ἐκ τῆς Τραπέζης 5.000 λίρας. Δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην ὅτι τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ γενομένου θορύβου, ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἐν τῇ ψυχολογικῇ στιγμῇ ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρισκόμεθα ποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ θορύβου τούτου ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν διὰ τὴν Κοινωνίαν καὶ τὸ Κράτος; Ἀπὸ μακροτάτου χρόνου μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Τραπέζης ὑπῆρξεν ἀμοιβαία φιλοστοργία. Μετὰ μητρικῆς στοργῆς ἡ Πολιτεία περιέθαλπε τὸ καθίδρυμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦτο δὲ ἀνδρούμενον ὁσημέραι ἀπέδιδε τὰ τροφεῖα εὖ καὶ καλῶς. Ὑπῆρξεν ὅμως ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐγεννήθησαν συγκρούσεις, πάντοτε ὅμως, ὁσάκις ἡ Πολιτεία ἐζήτει ν’ ἀποσύρῃ ὑπέρογκα ποσὰ ἀπὸ τοῦ καθιδρύματος τούτου. Μίαν καὶ μόνην γνωρίζω σύγκρουσιν λίαν σοβαρὰν συμβᾶσαν ἐν ἔτει 1868. Τότε ἦτο ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις, ὁ δὲ ἐνθουσιασμὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐξεδηλώθη διὰ νομοθετημάτων λίαν πατριωτικῶν ἀληθῶς, ἀλλὰ καὶ λίαν ἀπραγματοποιήτων. Ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ τότε πίστωσιν 100.000.000 διὰ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἀγῶνος, ἔδωκε δὲ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ στρατολογήσῃ καὶ ἑτοιμασθῇ πρὸς πόλεμον καὶ τότε ἐνόμισαν οἱ πατριῶται ὅτι τὰ πάντα ἐτελείωσαν, ἀλλ’ ὅτε ἐζήτησαν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ δανείσῃ αὕτη 4.000.000 εἰς τὸ Κράτος, ἡ Τράπεζα ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ πράξῃ τοῦτο. Εἶχε δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν περίπου 9.000.000. Πόσα ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ, ἀφοῦ τότε δὲν ἦτο ὡς σήμερον ἠνδρωμένη; Τότε ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀποσυρθῶσι πάντα τὰ κληροδοτήματα τὰ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένα. Ὁ τότε Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Γεώργιος Σταύρου ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὰ κληροδοτήματα, διότι ταῦτα, ἰδίως τὸ τοῦ Βαρβάκη, τὸ μεγαλύτερον καὶ σημαντικώτερον, διότι ἐπλησίαζε τὰ 2.000.000, ἦσαν κατατεθειμένα δυνάμει διαθηκῶν ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον νὰ μένωσι τὰ χρήματα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Τί νομίζετε ὅτι ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη; Ὑπέβαλε νομοσχέδιον, ἵνα παύσῃ τὸν Διοικητὴν ἀρνηθέντα νὰ δώσῃ τὰ κληροδοτήματα ἐκ ῥήτρας τῶν διαθηκῶν; Ἠρνήθη νὰ δώσῃ τὰ χρήματα, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ταῦτα ἢ διότι δὲν τὰ εἶχεν. Ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσεν ἄλλως τὸ καθῆκον αὐτῆς. Εἶπε· «Δὲν ἔχεις χρήματα; Ἐγὼ δύναμαι νὰ ἐκδώσω χαρτονόμισμα» καὶ προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος. Τότε ἦλθον εἰς συμβιβασμὸν καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐδέχθη δὲ ἡ Τράπεζα νὰ ἐκδώσῃ ἡ Κυβέρνησις χαρτονόμισμα ὄχι 4.000.000, ὡς ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ 1.000.000, καὶ τὰ πράγματα πρὸς κοινὴν εὐχαρίστησιν συνεβιβάσθησαν. Οὕτω πράττουσιν οἱ κυβερνῶντες. Δὲν φέρουσιν οὗτοι τοιαῦτα νομοθετήματα, ὀργῆς καὶ θυμοῦ. Οἱ κυβερνῶντες τότε, καίτοι εὑρέθησαν πρὸ ῥητῆς ἀρνήσεως, δὲν κατέφυγον εἰς τοιαῦτα νομοθετήματα, διότι τὸ καθίδρυμα ἐκεῖνο μετὰ στοργῆς περιέθαλπον, διότι ἀπέβλεπον εἰς τὸ ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐξυπηρετεῖται ἡ Κοινωνία, ἐξυπηρετεῖται ἡ οἰκονομικὴ πίστις καὶ αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Λοιπόν, ὡς προεῖπον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεδίωξε νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως εἰς ἄλλον, ἴσως δὲ καὶ νὰ ἐπιτύχῃ νὰ ὑποτάξῃ τὸ καθίδρυμα τοῦτο, ὅπως τὸ μεταχειρισθῇ πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικήν. Ὅπως ἐξεπορθήσατε τὸν δῆμον Ἀθηναίων, ὅπως ἐξεπορθήσατε τὸν δῆμον Πειραιῶς, οὕτως ἐπιδιώκετε ἤδη νὰ ἐκπορθήσητε καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ ὅπως ἡ συναλλαγὴ μαίνεται ἤδη ἐκεῖ — καὶ λέγω τοῦτο μετὰ θάρρους — τοιουτοτρόπως θὰ μαίνηται αὔριον καὶ ἐντὸς τοῦ καταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐνῷ ἡ Πολιτεία ἐφρόντισε νὰ καταστήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνίσχυρον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ τῆς συναλλαγῆς ψηφίσασα ἀποκεντρωτικοὺς νόμους, ἐρχόμεθα ἤδη νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποτάξῃ τὸ κατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐν τῷ ὁποίῳ ἡ συναλλαγὴ θὰ λάβῃ μορφὴν ὑλικωτέραν καὶ ἐπικινδυνοτέραν. Καὶ ἐρχόμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐξασφαλιζόμεθα ἐκ τοῦ κινδύνου τῆς ὑποταγῆς τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν οὐχὶ Βουλευταὶ οὔτε οἱ ἐντεῦθεν ὁμιλήσαντες ὑπέδειξαν, ἀλλ’ ἄλλοι πολῖται ὑπέδειξαν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους, τὴν τροπολογίαν καθ’ ἣν δὲν θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παύσῃ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν ἐξήγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἂν τὸν νόμον τοῦτον θὰ δύναται νὰ ὑποβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις μόνον· διότι θὰ εἶναι πολὺ περίεργον, ἂν διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν δὲν εἴδομεν ἀκόμη, θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου νὰ παυθῇ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἄνευ ἐγγυήσεως τουλάχιστον ὅτι τοιοῦτος νόμος θὰ ἐπροτείνετο ὑπὸ πολὺ σοβαρωτέρας ἐγγυήσεις· διότι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ πρᾶγμα τοῦτο, νὰ ἔχωμεν συζήτησιν ἐνταῦθα περὶ παύσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης καὶ πρότασιν νόμου παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνόμιζον ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν διοικεῖ καλῶς, δὲν διοικεῖ πρεπόντως. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, Κύριοι, ὑπεδείξαμεν τοὺς κινδύνους ὅσοι δὲν ἐτασσόμεθα πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κρατοῦντος κόμματος. Τοὺς κινδύνους τοὺς οἰκονομικοὺς τοὺς ὁποίους θὰ διέλθῃ ἡ Χώρα ὑπεδείξαμεν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ βλέπομεν δυστυχῶς σήμερον ὅτι τὰ πράγματα βαίνουσιν ὁλοταχῶς πρὸς τὴν καταστροφήν, ὁλοταχῶς, ἐπαναλέγω, πρὸς τὴν καταστροφήν. Ὑπεδείξαμεν δὲ τότε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τῆς Χώρας τὰς εὐθύνας τὰς ὁποίας εἶχε καὶ τῷ εἴπομεν ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι τοῦ Κράτους σήμερον δὲν ὁμοιάζουσι πρὸς τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας τοῦ παρελθόντος, διότι αἱ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι τοῦ παρελθόντος ἦτο δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσι διὰ πολλῶν μέτρων καὶ πρὸ πάντων δι’ ἐλαττώσεως τῶν στρατιωτικῶν τῆς Χώρας δυνάμεων. Ἀφ’ ἧς ὅμως τὰ πράγματα ἐγένοντο ὡς σήμερον ἔχουσι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι πᾶν ἄλλο δυνάμεθα νὰ διανοηθῶμεν ἢ ἀτονίαν στρατιωτικὴν τῆς Χώρας, καὶ θαυμάζομεν τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ πολυτελῶς εἰσάγουσα νόμους χωρὶς νὰ σκέπτηται ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς πλέον τοιούτων νόμων, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καιρὸς καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν τοῦ Κράτους νὰ κρατήσωμεν ἐν ἀσφαλείᾳ διὰ τὴν δημιουργίαν στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς Χώρας. Δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ὑποτιμήσωμεν τοὺς κινδύνους ἡμεῖς ἐπιτιθέμενοι καὶ ἡμεῖς ἐπιχειροῦντες. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἡττήθησαν ἴσως δώσωσι τὰς χεῖρας πρὸς ἀλλήλους καὶ ἐπωφεληθῶσι τῆς πρώτης στιγμῆς ὅπως ἐπιτεθῶσι κατὰ τοῦ νικητοῦ, ὅπως ἐπιτεθῶσι κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τοῦ Κράτους, ἂν συμπέσῃ τοιοῦτοι κίνδυνοι νὰ συνδυασθῶσι μετὰ οἰκονομικῶν κινδύνων, οὓς ἐδημιουργήσατε καὶ οὓς θὰ δημιουργήσῃ ἡ σπατάλη εἰς τὴν ὁποίαν φερόμεθα καὶ αἱ ἀποφάσεις αἱ λαμβανόμεναι μετ’ ὀργῆς; Ἀλλοίμονον! Κύριοι, εἰς ἡμᾶς, ἂν εἰς τοιαύτην εὑρεθῶμεν κατάστασιν, ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος, ἂν εὑρεθῶμεν εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν. Εἶναι λοιπὸν καιρός, Κύριοι, τὰ πράγματα νὰ λεχθῶσιν ἐντελῶς καθαρῶς. Ἐσπαταλήσαμεν καὶ σπαταλῶμεν. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ στιγμὴ αὐτὴ κατάλληλος ὅπως τὰ πάντα λεχθῶσιν, ἀλλ’ ἂς λεχθῶσιν ὀλίγα, ἵνα ἴδωμεν πῶς ἐσπαταλήσαμεν μεγάλα ποσὰ ἐντελῶς ἀπερισκέπτως. Ὅτε μετέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς Λονδῖνον, πόσους νομίζετε ὅτι εἶχε μαζί του; Ἐκ δεκαεπτὰ προσώπων ἀπετελεῖτο ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐνῷ ἡ Βουλγαρικὴ ἀπετελεῖτο ἐξ ἑπτά, ἡ Σερβικὴ ἐξ ἑπτὰ καὶ ἐξ ἑνὸς ἡ τοῦ Μαυροβουνίου. Δεκαεπτὰ ἦσαν οἱ ὑπερήφανοι ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες μετέβησαν ἐκεῖ ὅπως διακανονίσωσι τὰ ἐκ τοῦ πολέμου προκύψαντα γεγονότα. Καὶ τί ἐλάμβανον οἱ δεκαεπτὰ οὗτοι; Θὰ μᾶς τὸ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ πῶς τὰ πράγματα συνέβαινον ἐν τῷ παρελθόντι; Ἐπέμψαμεν ἡμεῖς, ἐπὶ Κυβερνήσεως Ζαΐμη, μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897 εἰς Κωνσταντινούπολιν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος τὸν κ. Διονύσιον Στεφάνου καὶ ἐδίδομεν αὐτῷ 200 δραχμὰς ἡμερησίως, ἀλλ’ αἱ 200 δραχμαὶ λόγῳ τῆς ἐκεῖ μεταλλαγῆς ἦσαν 114 χρυσαῖ, ἠκούσαμεν δ’ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι ὡς Ὑπουργοὶ τοιαύτας ἐπιθέσεις, πρὸ πάντων παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη, ὥστε ἠναγκάσθημεν ν’ ἀπαντήσωμεν καὶ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν δαπάνην αὐτήν. Οἱ δύο βοηθοί του γραμματεῖς ἐλάμβανον ἀνὰ 25 δραχμὰς ἡμερησίως. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη δαπάνη; Πανταχοῦ μετὰ σπατάλης ἐδαπανήσαμεν τὰ δημόσια. Ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταβῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ Λουτράκι· πάντα τὰ πολεμικὰ εἰς κίνησιν. Διατί, Κύριοι; Διατί αὐτὴ ἡ δαπάνη; Ὄχι μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πρόσωπα περὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐταξίδευον δι’ ἀντιτορπιλλικῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ὅτε μετεβαίνομεν εἰς Ζάκυνθον διὰ τὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀνδριάντος τοῦ μεγάλου Σολωμοῦ, λόγῳ οἰκονομίας ἐταξιδεύομεν μόνον μὲ τὴν «Πάραλον». Τοιουτοτρόπως ἐτελεῖτο τότε ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις. Σήμερον ἡ σπατάλη ὑπερέβη πᾶν ὅριον, οἱ δὲ κίνδυνοι οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦνται, οἱ οἰκονομικοί, καὶ τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποτρέψωμεν, ἀπειλοῦσι τὴν Χώραν, καὶ ἀπειλοῦσιν αὐτὴν κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες ἠλπίζομεν καὶ ἐλπίζομεν ὅτι ἦτο δυνατὸν αὕτη καὶ οἰκονομικῶς νὰ εὐδοκιμήσῃ. Καὶ ἤθελεν εὐδοκιμήσει οἰκονομικῶς, ἐὰν καλῶς διῳκεῖτο, διότι ὑπάρχουσι πάντα τὰ στοιχεῖα, ἵνα οἰκονομικῶς εὐδοκιμήσῃ, καὶ θὰ ὑπάρχωσιν ἐφ’ ὅσον ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς Φυλῆς καὶ ἡ συναίσθησις τῆς ἀξίας τῆς Φυλῆς ἐπιβάλλουσι νὰ ὑπάρχωσι.
§76Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν κρισίμοις στιγμαῖς διὰ τὸ Ἔθνος ἐμφανίζεται διένεξις μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ πιστωτικῶν ἱδρυμάτων. Ἡ παγκόσμιος ἱστορία βρίθει τοιούτων γεγονότων· διότι πράγματι καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην χρημάτων δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ν’ ἀποταθῇ ἐκεῖ ὅπου τὰ χρήματα εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν χεῖρά του. Κατὰ τοὺς πολέμους τοὺς Ἠπειρωτικοὺς ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας ἠναγκάσθη νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἄγγλου Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπετάχθη προθύμως, διότι ἐξεβιάσθη πρὸς τοῦτο. Ἀκριβῶς αὐτὸ συνέβη καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὡς πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἀνέφερεν, ὅτε εἴδομεν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἱδρυτὴν αὐτῆς, τὸν μέγαν Ι. Σταύρου, ἔφερεν ἀντιρρήσεις, ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἡ τότε Κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ πατάξῃ ἀναγκάσασα τὴν Τράπεζαν νὰ παραδώσῃ εἰς αὐτὴν μέρος τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς. Σήμερον, ὅτε εἶναι γνωστὴ ἡ ἔλλειψις πόρων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καταλήξῃ αὕτη εἰς παρόμοιον κίνημα. Ἄν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζε τὰς δυστροπίας τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀγορᾶς—καὶ ὤφειλε νὰ τὰς γνωρίζῃ—, τίνα μέτρα ἔλαβε καὶ ποίας φροντίδας κατέβαλε διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν χρηματικὴν αὐτὴν δυσπραγίαν, ἡ ὁποία κάλλιστα ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰμὴ νὰ ἐνσκήψῃ ἐν τῷ Κράτει; Τὰ βλέπομεν σήμερον. Μᾶς φέρει νόμον τελείως προσωπικόν. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ἔχει χρήματα, καὶ δὲν ἔχει, διότι δὲν ἐφρόντισεν ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ ἐν πλήρει γνώσει τῆς καταστάσεως τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς. Δι’ αὐτὸ ἀναγκαστικῶς ἐπῆλθε διένεξις μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κράτους καὶ αὕτη μᾶς παρουσιάζεται ὑπὸ μορφὴν τελείως προσωπικήν· πρόκειται περὶ ἔριδος τελείως προσωπικῆς μεταξὺ Πρωθυπουργοῦ καὶ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης. Τοιοῦτο ζήτημα εἰς οὐδὲν Κράτος ἐνεφανίσθη ποτέ, διότι οὐδεὶς Πρωθυπουργὸς ἐφαντάσθη ποτὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται τὸ Κράτος ἀπαιτοῦν τι παρ’ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους σειρὰ προνομίων ἔδωκε τοσαῦτα δικαιώματα καὶ τοσαῦτα ὀφέλη, ὅτι ἦτο δυνατόν, λέγω, ν’ ἀρνηθῶσι νὰ δώσωσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς, ἂν μὴ καὶ τυπικῶς, ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Δικαιούμεθα βεβαίως νὰ ἐκπλησσώμεθα, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκπλησσώμεθα, ἀλλὰ μήπως τοῦτο λύει τὸ ζήτημα; Μήπως, ἂν παυθῇ ὁ Διοικητής, θὰ εὕρῃ ἡ Τράπεζα χρήματα; Σήμερον, Κύριοι, περιεμένομεν ἄλλα μέτρα, περιεμένομεν δυνατήν τινα μετατροπὴν εἰς τὸ καταστατικὸν τῆς Τραπέζης, ὥστε ἀσχέτως πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα διοικοῦσι τὸ πιστωτικὸν αὐτὸ ἵδρυμα νὰ ἦτο δυνατὴ ἡ παροχὴ τοῦ χρήματος τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος ἔχει ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην. Τοιοῦτό τι δὲν βλέπομεν· βλέπομεν μόνον ἕνα νόμον προσωπικὸν ὁ ὁποῖος προῆλθεν ἐκ τῆς ἔριδος μεταξὺ Πρωθυπουργοῦ καὶ Διοικητοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας εἶναι ζήτημα κατὰ πόσον θὰ ὠφεληθῇ τὸ Κράτος οἱοσδήποτε ἐκ τῶν δύο ἤθελεν ἐπικρατήσει. Ὅτε συνεφωνήθη τὸ δάνειον τῶν 500.000.000, τὸ ὁποῖον πέρυσιν ἐψηφίσαμεν, παρετηρήσαμεν πάντες ὅτι μόνον τὸ ἥμισυ ἐκαλύφθη, τὸ ἕτερον ἥμισυ, καίτοι δὲν εἶχεν ἐκραγῆ ὁ εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, δὲν ἐκαλύφθη καὶ ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ δοθῇ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ δέουσα προσοχή, καθόσον ἔπρεπε νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι, ὅτε ἠθέλομεν ζητήσει τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ δανείου, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ἢ νὰ καταφύγωμεν εἰς μόνον τὸ ἐσωτερικόν. Τί ἐπράξαμεν διὰ νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια, διὰ νὰ συγκεντρωθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ χρησιμεύσωσιν οὐ μόνον διὰ τὴν πλουτοπαραγωγὴν τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν δημιουργίαν πόρων ἀπαραιτήτων εἰς τὸ Κράτος, πόρων οἱ ὁποῖοι ἤθελον φέρει κοινότητα συμφερόντων μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Κράτους; Τί ἐδημιουργήσαμεν ἀφ’ ἧς ἤμεθα βέβαιοι ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἠθέλομεν ζητήσει χρήματα δὲν εἴχομεν ν’ ἀπευθυνθῶμεν ἢ μόνον εἰς τὰ χρήματα τῶν Τραπεζῶν; Ἦτο τὸ μυστικὸν παντὸς ὅτι αἱ τοιούτου εἴδους καταθέσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάληψιν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ ν’ ἀποτελέσωσι κεφάλαιον ἄξιον λόγου διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τούτοις παρὰ πάσας τὰς προϋποθέσεις ταύτας βλέπομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ὅλον τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα χωρὶς νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ, χωρὶς νὰ δώσῃ συγκέντρωσίν τινα εἰς τὰ ἐθνικὰ κεφάλαια, ἵνα ταῦτα προθύμως προσέλθωσι καθ’ ἣν στιγμὴν παρουσιάζετο ἀνάγκη αὐτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἐδήλωσεν ἐπανειλημμένως ὅτι ἀποβλέπει εἰς τὴν ἵδρυσιν Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀδιαφόρως ἂν ἱδρυθῇ νέα τοιαύτη ἢ μία μετὰ τῆς παλαιᾶς. Τοιοῦτο δὲ μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ ληφθῇ ἐν Ἑλλάδι ἐπωφελέστατα, θὰ ἦτο ἡ ἵδρυσις οὐχὶ πλέον μιᾶς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἡ ἵδρυσις Ἐθνικῶν Τραπεζῶν. Τοιοῦτο σύστημα ἐγκαθιδρύθη καὶ ἐπέτυχεν εἰς ἄλλα μέρη, καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρέθησαν ταῦτα ὑπὸ τὰς αὐτάς, ἴσως καὶ χείρονας, συνθήκας ἐκείνων ὑπὸ τὰς ὁποίας σήμερον ἡμεῖς εὑρισκόμεθα. Ὅτε ἐκηρύχθη ὁ ἐμφύλιος πόλεμος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς κατὰ τὸ 1861, εὑρέθη ὅτι τὸ Κράτος εἶχεν ἀνάγκην 500.000.000 δολλαρίων, ἵνα ἀντικρύσῃ τὰς πολεμικὰς δαπάνας, καὶ ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν εἶχεν οὐδὲ 15.000.000 πραγματικὰ ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Δημοσίου. Τί ἐγένετο; Εὑρέθη ἀμέσως ἡ λύσις.
§77Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαρτονόμισμα.
§78Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κατεσκευάσθη μὲν κατ’ ἀρχὰς τὸ χαρτονόμισμα, τοῦ ὁποίου τὴν λέξιν προέφερεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀλλ’ αὐτὸ ἐθεωρήθη ἐπικίνδυνον, καὶ πολὺ δικαίως, καὶ διὰ τοῦτο οἱ Ἀμερικανοὶ τὸ ἐγκατέλειψαν, καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἐψήφισαν τὸν νόμον περὶ Ἐθνικῶν Τραπεζῶν καὶ εἶδον ἀμέσως συγκεντρούμενα ἐν τοῖς ταμείοις των ἓν κολοσσιαῖον χρηματικὸν ποσὸν διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνήθησαν ν’ ἀντικρύσωσι πάντα τὰ ἄπειρα ἔξοδα τὰ ὁποῖα τοῖς παρουσίασεν ὁ πόλεμος μεταξὺ Βορείων καὶ Νοτίων. Διὰ νὰ ληφθῇ δὲ μία ἰδέα, Κύριοι, τοῦ κολοσσιαίου ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἐχρειάσθη ἡ Ἀμερικὴ νὰ ἐξοδεύσῃ, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν πληθυσμὸν τὸν ὁποῖον εἶχον αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ὄχι ὁλόκληροι, ἀλλὰ μόνον αἱ Βόρειοι Πολιτεῖαι, διότι μόνον ἐκεῖναι ἔφεραν τὰ βάρη τοῦ πολέμου. Ἐπὶ δεκαὲξ Πολιτειῶν, τῶν Βορείων, ἀριθμουσῶν 13.000.000 πληθυσμοῦ, ἔπεσον πάντα τὰ βάρη τοῦ πολέμου ἐκείνου, δηλ. ἐπὶ πληθυσμοῦ ὁ ὁποῖος ἦτο τετραπλάσιος τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ διπλάσιος τῆς νέας Ἑλλάδος, ὥστε ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι τόσον πολὺ μεγάλη ὅσον ἠδύνατό τις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ φαντασθῇ αὐτήν. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ ἀμερικανικὸν ἠδύνατο οἱοσδήποτε νὰ σχηματίσῃ Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἤρκει νὰ ἐκδώσῃ τὸ τρίτον τοῦ κεφαλαίου της εἰς χρεόγραφα τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ ἑνὸς ποσοστοῦ τῶν χρεογράφων εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ χαρτονόμισμα, τὸ ὁποῖον συνυπεγράφετο μετὰ τοῦ Κράτους, ἐγγυητὴς δὲ διὰ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ ἦτο τὸ ποσὸν τῶν χρεογράφων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον κατετίθετο ἐν τοῖς δημοσίοις ταμείοις. Ἑπομένως διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ὄχι μόνον ἱδρύθη πλῆθος Τραπεζῶν, ηὐκολύνθησαν αἱ συναλλαγαὶ καὶ ἐξήρθη ὁ μέγας πλοῦτος, τὸν ὁποῖον σήμερον ἔχουσιν αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἓν μέγα μέρος τοῦ ποσοῦ τῶν κεφαλαίων τὰ ὁποῖα αἱ Τράπεζαι διέθετον ἐνεδύθη εἰς χρεόγραφα τοῦ Κράτους καὶ ἠδυνήθησαν αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι νὰ συλλέξωσιν ἓν ἄπειρον χρηματικὸν ποσὸν διὰ τοῦ ὁποίου ἐκάλυψαν τὰς δαπάνας τοῦ πολέμου. Ἐγνώριζον αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι ὅτι ἓν Κράτος εὑρισκόμενον εἰς ἐμφύλιον πόλεμον, τοῦ ὁποίου τὸ μέλλον ἦτο ἀβέβαιον, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ χρήματα εἰς ξένας ἀγοράς, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ κυριωτέρα ἀγορά, ἡ τῆς Ἀγγλίας, ἦτο ἐχθρά, ἡ δὲ τῆς Γαλλίας ἦτο τελείως ἀδιάφορος, καὶ ἐν γνώσει τούτων ἐδημιούργησαν τὸ σύστημα αὐτό, ἀπηυθύνθησαν εἰς τὸ ἐσωτερικόν, εὗρον πάντα ἐκεῖνα τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα τοῖς ἐχρειάζοντο καὶ κατώρθωσαν νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὸν εὐγενῆ ἐκεῖνον ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς δουλείας. Ἐλήφθη τοιοῦτό τι μέτρον ἢ ἄλλο ἐν Ἑλλάδι; Ἡ δουλεία τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὁλόκληρον εἶχε πρὸ τόσων ἐτῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ παραμένῃ παρὰ πάντα τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν, ἔστω καὶ ἂν θελήσητε νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔλεγεν ὑπερβολάς. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἀνέκαθεν ὑπῆρξε τύραννος διὰ τὸν λαόν· εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας κατὰ πόσον ἐκτελεῖ τὸν προορισμὸν αὑτοῦ τὸ ἐθνικὸν αὐτὸ κατάστημα. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι πάντες, εἴτε ὀλίγον εἴτε πολύ, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τὸ τί ἔπραξε καὶ τί πράττει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Δὲν πρέπει ὅμως κανεὶς νὰ λησμονῇ ὅτι κατὰ τὸ 1897 αὐτὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, αὐτὴ πρώτη ἐδυσπίστησε πρὸς τὸ Κράτος καὶ αὐτὴ ἔθηκε τὰς πρὸς αὐτὴν ὀφειλὰς τοῦ Κράτους εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπήν, αὐτὴ πρώτη δεικνύουσα τὸ μέγεθος τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὸ Κράτος! Ἀφοῦ λοιπὸν αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐθνικὸν ἵδρυμα ἐδυσπίστησε πρὸς τὸ Κράτος, τί ἠθέλετε νὰ εἴπωσιν οἱ ξένοι; Πάντα ταῦτα πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ διορθώσῃ τὸ ζήτημα διὰ προσωπικῶν ἀλλαγῶν, διότι τὰ πρόσωπα εἶναι πάντοτε πρόσωπα τὰ ὁποῖα παρέρχονται, ἐνῷ τὰ καταστήματα μένουσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης. Νὰ ἐπιβάλῃ τὴν χεῖρά της ἐπ’ αὐτῆς, ν’ ἀναγκάσῃ τὴν Τράπεζαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, καί, ἂν εὕρῃ ἀντίρρησιν, τὸ φάρμακον τὸ ὁποῖον ἐνδείκνυται εἶναι νὰ ἐπιτρέψῃ αὑτὴ τὸν ἀνταγωνισμὸν καὶ τὴν ἵδρυσιν πολλῶν Ἐθνικῶν Τραπεζῶν μεθ’ ὅλων τῶν ἐγγυήσεων τὰς ὁποίας παρέχουσιν αἱ Ἐθνικαὶ Τράπεζαι εἰς τὰ ξένα μέρη καὶ τότε θὰ ἴδητε ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγείρηται ἐναντίον τοῦ Κράτους οἱοσδήποτε τρίτος, ὅσον ἀνάστημα καὶ ἂν ἔχῃ, καὶ νὰ θέλῃ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν του καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπὸ ἀμέσων, ἀμεσωτάτων ἀναγκῶν πιεζόμενον θὰ ἤθελε νὰ κάμῃ τι τὸ ὁποῖον τυπικῶς ἴσως νὰ μὴ εἶναι ὀρθόν, ἐνῷ οὐσιαστικῶς δὲν διαφεύγει καθόλου τῆς πραγματικότητος.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3). Ὑπάρχει πρότασις ἐκ μέρους δέκα Βουλευτῶν, ὅπως προταχθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ «τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεών τινων ἐν τῷ νόμῳ ͵ΔΝΔʹ περὶ ἀπαλλαγῆς ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν βαρῶν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς προτάξεως καὶ ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ἡ πρότασις νόμου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δωρεᾶς τοῦ δάσους Γολέμα–Ῥέκα εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον».
§80ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «καὶ Μεγάλο Ῥεῦμα».
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§82Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 3 δὲν ἔχει καλῶς, διότι ὁρίζεται μία ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν.
§83Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν ἀποκλείεται ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Ἐθεωρήσαμεν καλὸν νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία νὰ μᾶς εἴπῃ τί ἐζημιώθη ἕκαστος χωρὶς ὅμως ἡ ἀπόφασις αὐτὴ νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ οὔτε δι’ ἡμᾶς οὔτε διὰ τὸν πολίτην.
§84Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἡ διατύπωσις δὲν παρατηρεῖ τοιοῦτό τι.
§85Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διορθώνομεν· ἀντὶ «ν’ ἀποφανθῇ» θέτομεν «νὰ γνωμοδοτήσῃ».
§86Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ διορθωθῇ καὶ νὰ καταστῇ εὐσχημοτέρα ἡ διατύπωσις, διότι εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸ Στέμμα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 8.15′ μ. μ.).