Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΘ · Session Γ› Sitting 42

1914.11.03

6,503 rows · 49,730 words · 1 table · 282 turns

Date
1914.11.03
Presidency
ΚΩΝΣΤ. Γ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΥ
Period
ΙΘ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1914)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42

τῆς 3ης Νοεμβρίου 1914.

(Δευτέρα, ὥρα 5.20′ μ. μ.)

Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ ἐν Δράμᾳ πρόσφυγες ἐκ Θράκης παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν· Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Θεσσαλονίκης καὶ Καβάλλας παρακαλοῦσιν ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ· Οἱ σύνδεσμοι συντεχνιῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίων ἐπιζημίων διὰ τοὺς Μακεδονικοὺς πληθυσμούς· Ἡ ἐν Πειραιεῖ Ἰατροφαρμακευτικὴ Ἑταιρεία ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ φαρμακευτικοῦ νομοσχεδίου· Οἱ πανδοχεῖς τῆς Ἄρτης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀποζημιωθῶσιν· Οἱ καπνοπαραγωγοὶ καὶ καπνέμποροι Ἰωαννίνων παρακαλοῦσιν ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Καροπλεσίου παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ χωρίου των· Οἱ δημοδιδάσκαλοι τοῦ πρώην δήμου Ἡραίας παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεώς των· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Οἰχαλίας ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ τῆς διδασκαλίσσης Σταματίνας Ζέρβα· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Οἰχαλίας διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημοδιδασκάλου Ἠλία Γιαννοπούλου· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Τρικκάλων, Χρουπίστης, Πύργου, Τήνου παρακαλοῦσι περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεώς των· Οἱ φαρμακοποιοὶ Αἰγίου παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Φαρμακευτικῆς Ἑταιρείας· Οἱ ἐνορῖται Καστανιᾶς διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς καταπατήσεως τῶν δικαιωμάτων των· Ὁ ἐκ Γενιτσῶν Μ. Παππαγρηγορίου παραπονεῖται ὅτι ἐδάρη ἀναιτίως ὑπὸ ἑνὸς στρατιώτου· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον τῆς κοινότητος Παυλιανῶν παρακαλεῖ ὅπως ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ ἀπελευθερώσεως τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων Κερκύρας. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἶτα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Σακκελλαριάδης. Ἀπών. Ὁ κ. Βέρροιος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Σουδενῶν τῶν Καλαβρύτων, ἧς οἱ κάτοικοι ζητοῦσιν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.

§2Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Σουδενῶν τῶν Καλαβρύτων, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι παραπονοῦνται ὅτι ἐκτὸς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν ἐπιβάλλουσιν αὐτοῖς αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαὶ νὰ πληρώνωσιν ἀκόμη πρόσθετον φόρον κατὰ 50%. Ὅσοι, κ. Βουλευταί, ἔχετε γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῶν χωρικῶν, τῶν ὀρεινῶν δήμων ἰδίως, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος οἰκογενειακῶς χωρὶς νὰ κατορθώνωσιν ἐκ τῆς ἐργασίας ὅλης τῆς οἰκογενείας τῆς πολυμελοῦς αὑτῶν νὰ ἐξασφαλίζωσι τὸν ἐτήσιον ἄρτον, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε ἂν εἶναι δίκαιον ἐκτὸς τοῦ φόρου τὸν ὁποῖον ἀπεφάσισαν ἀγογγύστως νὰ πληρώνωσι, τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, νὰ προστίθηται καὶ ἕτερος φόρος ηὐξημένος κατὰ 50%. Τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς κακῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαὶ δίδουσιν εἰς τὸν νόμον περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων ὑπῆρχον ἄποροι δῆμοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπεβαρύνοντο μὲ πρόσθετόν τινα φόρον, ἀλλ’ εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν προσήρχετο τὸ Κράτος, τὸ ἐναντίον ὅμως συμβαίνει σήμερον. Ἐνῷ αἱ κοινότητες αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν δήμους ἀπόρους ἀπετέλεσαν ἰδίας κοινότητας, σήμερον αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαὶ ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῶν προϋπολογισμῶν, ἐν οἷς ὑπάρχει ἔλλειμμα, προσπαθοῦσι ν’ αὐξάνωσι τὴν ἀπόδοσιν τοῦ φόρου καὶ ἐπιβάλλουσι τοιαύτην εἰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη κατὰ 50%. Φαντασθῆτε ἐργάτας, ἀνθρώπους πενομένους, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ὡς εἶπον, καὶ εἶναι ζήτημα ἂν διὰ τῆς ἐργασίας των αὐτῆς ἐξασφαλίζωσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, νὰ ἐπιβαρύνωνται μὲ φόρον κατὰ 50% ηὐξημένον ὑπὸ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν. Εἶναι σκληρὸν τοῦτο καὶ ἰδίως διὰ τοὺς δήμους ἐκείνους, διὰ τὰς κοινότητας ἐκείνας τὰς ἀνηκούσας εἰς ὀρεινοὺς τόπους, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωστόν, εἶναι ἄγονοι. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβωσι σύντονον πρόνοιαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὲν πρέπει οἱ κ. νομάρχαι νὰ ἐπαυξάνωσι τοὺς φόρους αὐτούς, οἱ δὲ ταμίαι νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα καὶ νὰ καταδιώκωσι τοὺς τοιούτους ὡς ὀφειλέτας, ὧν πολλοὶ εὑρίσκονται ἐν ταῖς φυλακαῖς τιμωρούμενοι ἀδίκως. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἄνευ δικαίας λύσεως, ὡς καί τινα ἄλλα ἄνευ προνοίας, ἔστε βέβαιοι πάντες ὅτι ἡ ἀπολύτρωσις ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν κατάργησιν τῶν δήμων δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς πολίτας νὰ ζητήσωσι πάλιν τὴν ἀνασύστασιν τῶν δήμων, τὴν ἐπαναφορὰν δηλονότι ἀγρίου καὶ τυραννικοῦ καθεστῶτος ὅπερ ἡ κοινὴ συνείδησις ἔχει καταδικάσει.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακκελλαριάδης ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου τῆς κοινότητος Ἀκόβου τοῦ τέως δήμου Φαλαισίας.

§4Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον τῆς κοινότητος Ἀκόβου παραπονεῖται διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος· παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ κ. Α. Σακκελλαρίου, Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Σ. Θεοδωρόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Λεβαδείας.

§6Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Λεβαδείας παραπονεῖται ὅτι διὰ τῆς κατασχέσεως 13.490 δραχμῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημόσιον καὶ καθυστερουμένων παρελθουσῶν χρήσεων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας, διὰ τῆς κατασχέσεως, λέγω, αὐτῆς κατεδικάσθη ἡ κοινότης Λεβαδείας εἰς ἀναπόφευκτον θάνατον. Δὲν ἀπέμειναν εἰς αὐτὴν οὔτε ἔξοδα φωτισμοῦ οὔτε ἔξοδα καθαριότητος οὔτε ποσόν τι δι’ ἄλλην δαπάνην. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἵνα ἐξέλθῃ τῆς δυσχεροῦς ταύτης θέσεως ἡ κοινότης Λεβαδείας.

§7Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὸ περιεχόμενον τοῦ ψηφίσματος τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Λεβαδείας ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι, καίτοι ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν τὸ ζήτημα, δὲν τὸ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς· ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου ὠνίων τῆς κοινότητος Λεβαδείας εἶχεν εἰς χεῖράς του 13.000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὑπεχρεοῦτο νὰ καταβάλῃ εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ δαπάνην ἠλεκτροφωτισμοῦ τῆς πόλεως Λεβαδείας διὰ τὸ ἔτος 1914. Ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία Λεβαδείας, φρονοῦσα ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κλείσῃ τὰς 13.000 δραχμῶν εἰς ἄλλας δαπάνας, τὰς ὁποίας ἰσχυρίζεται ὅτι ἔκαμε, κατέσχε τὸ ποσὸν εἰς χεῖρας τοῦ ἐνοικιαστοῦ, μεθ’ ὃ ὁ ἐνοικιαστὴς κατέθηκε τοῦτο εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Ὅτε ὅμως εἶδεν ἡ Ἑταιρεία ὅτι ἦτο ἄκυρος ἡ κατάσχεσις, παρῃτήθη ταύτης, τότε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸν ταμίαν νὰ συμψηφίσῃ τὸ ποσὸν εἰς χρέος τοῦ δήμου Λεβαδέων ἐκ παρῳχημένων χρήσεων δι’ ἔξοδα ἐκπαιδεύσεως, ἀστυνομίας κλπ. Τοῦτο καὶ ἄσκοπον εἶναι καὶ μὴ νόμιμον, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ κοινοτήτων τὰ χρέη τῶν κοινοτήτων θὰ ὁρίσῃ εἰδικὸς νόμος καὶ ὑποθέτω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐτέθη εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, διότι ἄλλως, ἂν αἱ κοινότητες ἦσαν ὑποχρεωμέναι νὰ καταβάλωσιν ὅλα τὰ χρέη τῶν τέως δήμων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ζήσωσιν. Εἰς τοιαύτην θέσιν περιέρχονται αἱ κοινότητες τοῦ τέως δήμου Λεβαδέων διὰ τῆς συμψηφίσεως τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἐνῷ λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοῦ νόμου δὲν ὡρίσθη ἂν ἡ κοινότης ὀφείλει ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ Δημόσιον ἐξ ἐξόδων ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀστυνομίας, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τὸ ποσὸν τοῦτο ἔχει ὁρισθῆ νὰ καταβληθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ διὰ τὸ ἔτος 1914, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διατάσσει συμψηφισμόν· ὥστε θὰ συμβῇ καὶ παρανόμως νὰ συμψηφισθῇ καὶ ἀκύρως καὶ θὰ μείνῃ ἡ κοινότης ἐν τῷ σκότει. Ὀρθὸν λοιπὸν εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δεχθῇ νὰ ἐπιστρέψῃ ἔστω τὰς 10.000 δραχμῶν, ἵνα οἰκονομηθῶσι πάντα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος καὶ νομιμότητος καὶ ν’ ἀποφασίσῃ.

§8Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σακκελλαρίου ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν διδασκαλισσῶν Μακεδονίας.

§10Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται. Ὁ κ. Δ. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν τῶν ἐκκληθεισῶν ὑπ’ ἀριθμ. 9247 καὶ 9262 ἐ. ἔ. ἀποφάσεων τῆς Νομαρχίας Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ὑπὸ τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Καρπενισίου ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὸν νόμον καὶ τὴν ἐγκύκλιον τῆς 8 Μαΐου ἐ. ἔ. ἐκδοθεισῶν διέταξε τὴν ἀνάκλησιν».

§12ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπήντησα προχθὲς εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι καθ’ ἣν ἡμέραν ἔλαβον τὸν σχετικὸν φάκελον διέταξα τὰ δέοντα.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Σ. Κροκιδᾶς καὶ Π. Πετροπουλάκης «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν τὸ Β. Διάταγμα τῆς 20 Δεκεμβρίου 1910 τὸ στηριχθὲν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1233 πράξεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, δι’ οὗ ἐκανονίσθη ἡ σύνταξις τοῦ λοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Λεων. Λεωτσάκου, δὲν ἐξεδόθη κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ͵ΓΡΞΒʹ ἄρθρ. 2 τοῦ 1906, ὃν οὐδόλως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, λαβὸν μόνον ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ ͵ΓΧΞΗʹ νόμου τοῦ 1910, περὶ οὗ δὲν ἐπρόκειτο ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιστάσει, καὶ ἂν δὲν εἶναι σκόπιμον ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα τὸ προσγενόμενον πρὸς τὸν λοχαγὸν Λεωτσᾶκον».

§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐλέγξῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ τὸ μέρος τοῦτο. Ἂν ὁ ἐνδιαφερόμενος θεωρῇ ὅτι κακῶς ἡρμήνευσε τὸν νόμον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀνοίγεται εἰς αὐτὸν ἡ ὁδὸς τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ σύνταξιν παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.

§15Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Γνωρίζω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπὸ ἡμερῶν διατυπωθεῖσαν, ὅτι τὰ πολιτικὰ δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια διὰ τὸ ἀδίκημα τὸ προσγενόμενον εἰς τὸν λοχαγὸν Λ. Λεωτσᾶκον. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ γνωρίσω αὐτῷ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐξεδόθη τοιαύτη ἀπόφασις ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀδικοῦσα τὸν ἐν λόγῳ λοχαγὸν καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ἐκδοθεῖσα, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀντιποιηθέντος ἔργα Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς.

§16Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἄλλοτε ἐξήτασεν ἐθνικὰ ζητήματα.

§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπονείμῃ τὴν σύνταξιν, ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ κρίνῃ ὅπως καὶ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, διότι ὁ νόμος ῥητῶς τὸ διατάσσει.

§18Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ὅμως τὴν αἰτίαν. Ὑπῆρχε παλαιὰ ἀφορμὴ μέλους τινὸς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου μετὰ τοῦ λοχαγοῦ Λ. Λεωτσάκου, ἥτις ἐξεχύθη κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς συντάξεώς του δηλητηριάσασα τὴν γνώμην τοῦ Συνεδρίου. Ἐντεῦθεν συλλάβετε ἰδέαν περὶ τοῦ ἀκριβοδικαίου τοῦ Συνεδρίου.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διατί ἀπηγορεύθη τὸ κυνήγιον εἰς τὴν περιφέρειαν Σερρῶν διὰ τοὺς πολίτας, ἐπιτρέπεται δὲ ἡ λαθροθηρία εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς βαθμοφόρους εἴτε μόνους εἴτε συνοδευομένους παρὰ πολιτῶν».

§20Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι δὲν τὸ ἀπηγόρευσα ἐγώ.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν θὰ συμπληρώσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Γεωργιτσίου, τὸ ὁποῖον παραμένει ἀργόν, διότι ὁ σχολάρχης ἐκλήθη νὰ παρακολουθήσῃ τὰ μαθήματα τοῦ Διδασκαλείου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ὁ δὲ μετατεθεὶς ἑλληνοδιδάσκαλος δὲν μετέβη, ἀλλὰ καὶ ἂν μεταβῇ ἡ λειτουργία ἔσεται ἀνεπαρκής».

§22Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Γεωργιτσίου εἶναι πλῆρες. Ὁ σχολάρχης ἐκλήθη εἰς τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως συμφώνως τῷ νόμῳ ΓΨΙΗʹ τοῦ 1910, ὑποχρεοῦνται δὲ συμφώνως τῷ αὐτῷ νόμῳ (ἄρθρ. 10) ν’ ἀναπληρώσωσιν αὐτὸν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῶν μαθημάτων οἱ λοιποὶ συνάδελφοί του. Ἂν ὁ μετατεθεὶς δὲν μεταβῇ ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας εἰς τὴν θέσιν του, θ’ ἀπολυθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ εἶναι ἁρμόδιον καὶ νὰ συμπληρώσῃ τὴν κενωθησομένην θέσιν.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἑπόμεναι δύο ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Γ. Τσακανίκας «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον καθυστερεῖ ἐπὶ τόσον χρόνον ἡ ἐγκατάστασις τηλεφώνου εἰς τὸ χωρίον Χρυσοβίτσα τῆς Τριχωνίας, ἡ διὰ τὴν ὁποίαν προκαταρκτικὴ ἐργασία συνετελέσθη ἤδη ἀπὸ πολλοῦ».

§24Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Ἐλλείψει ὑλικῶν παρακωλύεται.

§25Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἐν τούτοις εἰς ἄλλας γραμμὰς δὲν παρακωλύεται.

§26Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἰς ὅλον τὸ Κράτος.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακκελλαριάδης «ἐρωτᾷ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ἂν διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων εἰς τὴν περιφέρειαν Ζηλιαχώβης, Ῥαχώβης καὶ Ζίχνης τῆς Μακεδονίας ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου ν’ ἀποβάλλωνται τῶν καλλιεργημένων ἀγρῶν των οἱ μέχρι τοῦδε ἐντόπιοι καλλιεργηταί, στερούμενοι οὕτω κεκτημένων δικαιωμάτων. Παρακαλοῦνται δὲ ὅπως δώσωσι σχετικὰς διαταγὰς πρὸς τὰς ἐκεῖ Ἀρχὰς ἵνα παύσῃ τὸ ἄτοπον καὶ ἄδικον τοῦτο».

§28ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐξηγῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται—καὶ ὑποθέτω ὅτι τοιαῦται θὰ εἶναι αἱ διαμαρτυρίαι—περὶ κτημάτων ἀνηκόντων εἰς μεταναστεύσαντας Τούρκους, τὰ ὁποῖα ἔσπευσαν νὰ καταλάβωσιν ἐντόπιον χωρὶς οὐδὲν προηγούμενον δικαίωμα νὰ ἔχωσιν, αἱ Ἀρχαὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν ὅτι ἀπομακρύνουσι τούτους καὶ ἐγκαθιστῶσι πρόσφυγας. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ κτημάτων ἐφ’ ὧν οἱονδήποτε δικαίωμα εἶχον οἱ ἐντόπιοι αἱ Ἀρχαὶ δὲν νομίζω ὅτι προέβησαν εἰς ἀπομάκρυνσιν καὶ ἂν προέβησαν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἔχωμεν ὡρισμένας περιπτώσεις διὰ νὰ δώσωμεν τὰς ἀναγκαίας διαταγάς.

§29Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχω ὡρισμένας πληροφορίας περὶ ὡρισμένων προσώπων· ἐν τούτοις ἡ ἐπιστολὴ εἶναι ἀρκετὰ διαφωτιστικὴ τοῦ πράγματος καὶ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς· ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κτημάτων ἐγκαταλελειμμένων ἐκ μέρους τῶν Ὀθωμανῶν, ἀλλὰ περὶ κτημάτων τὰ ὁποῖα ἐκαλλιέργουν ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν καὶ ἤδη τὰ ἐκαλλιέργησαν, τὰ ὤργωσαν κατ’ ἐπανάληψιν διὰ νὰ τὰ σπείρωσιν. Αἱ Ἀρχαὶ ἐκ παρερμηνείας τοῦ νόμου ἢ ἐξ ὑπερβολικοῦ ζήλου πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων ἐξεδίωξαν τοὺς κολλήγας καὶ ἐγκατέστησαν τοὺς πρόσφυγας. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐστερήθησαν τοῦ κτήματος καὶ τοῦ ἱδρῶτός των.

§30ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶχον καὶ ἄλλας παραστάσεις καὶ ἔδωκα παραγγελίαν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἰγγλέσης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε διὰ τὰ ἐν Αἰγιαλῷ Σάμης δυσάρεστα γεγονότα, τῶν ὁποίων ἔλαβον ἤδη γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, διότι ὁ ἐκεῖ λαὸς δυσφορεῖ καὶ περιμένει τὴν ἐπέμβασιν καὶ ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως».

§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τηλεγραφικῶς πληροφορίας διὰ νὰ μάθω παρὰ τῶν Ἀρχῶν τί συμβαίνει.

§33Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἐτηλεγραφήσατε. Πρέπει νὰ σταλῇ εἰς Αἰγιαλὸν Σάμης εἷς ἐπιθεωρητὴς ἵνα ἐξετάσῃ τὰ συμβαίνοντα. Ἐκ πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔλαβον προκύπτει ὅτι αἰτία τοῦ κακοῦ εἶναι ἡ ἀδράνεια τοῦ δασάρχου. Ἂν ὁ δασάρχης μετέβαινεν ἐγκαίρως καὶ ἐξήταζε τὰς αἰτήσεις πρὸς ὑλοτομίαν, δὲν θὰ συνέβαινον καταχρήσεις καὶ αἱ δυσάρεστοι συνέπειαι τούτων. Τὸ ἓν κακὸν φέρει ἕτερον καὶ παρακαλῶ νὰ ἐνεργήσητε, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ δείνωσις τῆς ἐκεῖ καταστάσεως.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος. Ἀπών.

§35ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω ἔγγραφον ἀπάντησιν καὶ θὰ παρακαλέσω ν’ ἀνακοινωθῇ.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 2 ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Δ. Κανελλόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πλημμελειοδικῶν, ὅπως δοθῇ πέρας εἰς τὴν ἐκκρεμῆ κατηγορίαν ἐπὶ φόνῳ τῶν Σωτηρίου Πρίγγουρη καὶ Ἰωάνν. Χριστάκου, οἵτινες συμπληροῦσι τετράμηνον σχεδὸν ἐν προφυλακίσει».

§37Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐστάλη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἵνα χορηγήσῃ πληροφορίας.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας νὰ κατασκευάσῃ, ἂν οὐχὶ σταθμόν, τοὐλάχιστον ἓν παράπηγμα εἰς τὴν γέφυραν Δεμερλί, ἵνα στεγάζωνται ἀπὸ τὴν βροχὴν καὶ τὰς χιόνας οἱ ἐπιβάται οἱ ἀφικνούμενοι ἐκεῖ διὰ τοῦ Λαρισαϊκοῦ Σιδηροδρόμου».

§39Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.

§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ε. Παππακωνσταντίνου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως διατάξῃ ἐπὶ τέλους τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος Κλημένης–Δούσιας–Καλιάνης τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Κιάτου–Καλαβρύτων, ἀφοῦ πρὸ ἐτῶν ἐμελετήθη αὕτη». Ἐπίσης παρακαλεῖ τὸν ἴδιον κ. Ὑπουργόν, ὅπως διατάξῃ τὴν ἵδρυσιν τηλεφωνικῶν γραμμῶν ἐν τοῖς χωρίοις Ἀσπροκάμπῳ, Ψάρι καὶ Μπάσι τῆς Στυμφαλίας, ὡς καὶ ἐν τοῖς χωρίοις Γκιόζα καὶ Καλυβίοις Φενεοῦ, ἀφοῦ πρὸ πολλοῦ ἐλήφθη ἡ σχετικὴ ἀπόφασις καὶ ἀφοῦ διὰ τὸ ἀπόκεντρον καὶ τὴν ἔλλειψιν πάσης συγκοινωνίας εἰς τὰ μέρη ταῦτα τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος τηλέφωνα θὰ πληρώσωσι στοιχειώδη ἀνάγκην».

§41Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν σχετικῶς, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας του, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι δικαιοτέραν παράκλησιν δὲν ἤκουσεν ἄλλοτε ἡ Βουλή. Προβαίνων περαιτέρω λέγω εἰς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν μερῶν αὐτῶν εἶναι ἀθλιωτάτη ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἰδίως δὲ ἡ συγκοινωνία ἔχει ἐγκαταλειφθῇ ἀπὸ τῆς καθιδρύσεως τοῦ Βασιλείου εἰς τὴν ἀρχέγονον κατάστασιν. Οὐδέποτε ἐλήφθη μέριμνα διὰ τοὺς ἀτυχεῖς αὐτοὺς κατοίκους. Ἑπομένως θὰ κάμητε θεάρεστον ἔργον, κ. Ὑπουργέ, ἂν διατάξητε νὰ ἐκτελεσθῶσιν αὐτὰ τὰ μικρὰ ἔργα ἐν τῷ τόπῳ αὐτῷ, διότι εἶναι δικαιότατον.

§42Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐν τῇ γενικῇ δὲ μερίμνῃ θὰ ληφθῇ καὶ περὶ τούτου ἡ προσήκουσα πρόνοια.

§43Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν γενικὴν μέριμναν τὸ τμῆμα αὐτό. Εἶχε γίνει περὶ τούτου μελέτη, ἥτις καὶ ἐνεκρίθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν, πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, ἐδέησε δὲ νὰ γίνῃ ἡ ἐπανάστασις, νὰ μεσολαβήσωσι τοσαῦτα γεγονότα, νὰ παρέλθωσι τόσα ἔτη καὶ νὰ εὑρίσκηται εἰς τὸ ἴδιον στάδιον. Ἑπομένως εἶναι δίκαιον νὰ προτιμηθῇ καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν γενικὴν μέριμναν τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελέσητε, διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ εἰδικὸν μέτρον καὶ ἔχει μελετηθῆ πρὸ πολλῶν ἐτῶν.

§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 7 ἀναβάλλεται. Ὁ αὐτὸς κ. Ε. Παππακωνσταντίνου «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διατί δὲν διωρίσθη μέχρι τοῦδε διευθυντὴς τοῦ τηλεφωνικοῦ γραφείου Καλιάνης τῆς Στυμφαλίας ἁρμοδίως προταθεὶς καὶ διατί δὲν ἐκοινοποιήθη ὁ διορισμὸς τῶν διευθυντῶν τῶν αὐτῶν γραφείων Ψάρι καὶ Δούσικας τῆς Στυμφαλίας καὶ Λουτρακίου, ὁ δημοσιευθεὶς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Σεπτεμβρίου 1914».

§45Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἶπον καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίαν ὅτι προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ μετ’ οὐ πολὺ ὁ νέος νόμος περὶ διευθυντῶν τηλεφωνικῶν γραφείων οὐδεμίαν ἤδη θὰ κάμω μεταβολὴν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ προσωπικὸν τὸ ἤδη ὑπάρχον.

§46Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Προέβλεπον τὴν ἀπάντησιν αὐτήν, κ. Πρόεδρε, καὶ θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν ἦτο δυνατὸν ἐν τῇ διανοίᾳ μου νὰ περιλάβω τὴν ἀλήθειαν ταύτην, διότι ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀλήθεια τοῦτο προερχόμενον ἐκ τῶν χειλέων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔχω ὑπ’ ὄψει μου σειρὰν γεγονότων, τὰ ὁποῖα μὲ πείθουσιν ὅτι πᾶν ἄλλο συμβαίνει ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἢ τὸ ζήτημα τῆς μελλούσης ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου· διότι, ἂν ἦτο ἀληθὲς ὅτι ἡ σχετικὴ ἐνέργεια ἐβράδυνε διὰ τὴν μέλλουσαν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου, θὰ ἦτο ἀκατανόητον, διότι οὐδὲν ἐμποδίζει ὅπως ὁ νόμος ἐφαρμοσθῇ, ἀφοῦ ἔλθῃ ἡ σειρά του, ἀδιάφορον περὶ τοῦ τίνες θὰ εἶναι οἱ διευθυνταί.

§47Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν νέας ἐγκαταστάσεις τοῦ προσωπικοῦ, ἀφοῦ πρόκειται μετ’ ὀλίγον χρόνον νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νέον νόμον.

§48Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ἐδημοσιεύθη ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Σεπτεμβρίου ἡ διαταγή, ὅτε οὐδὲ κἂν σκέψις ὑπῆρχε διὰ μεταξὺ ψήφισιν τοῦ νόμου καὶ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἄρα δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος τὸν ὁποῖον λέγετε.

§49Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη ὁ νέος νόμος.

§50Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἓν μέτρον, εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἐφηρμόσθησαν δύο μέτρα, ἤτοι εἰς μὲν τὸν διευθυντὴν τοῦ τηλεφωνικοῦ γραφείου Ψάρι δὲν ἐκοινοποιήθη ὁ διορισμός, διότι ἐτύγχανεν αὐτὸς μέλος τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, ὁ δὲ ἄλλος διορισμὸς ἐκοινοποιήθη, καίτοι ὁ διορισθεὶς ἦτο μέλος καὶ μέλος μάλιστα ἐπιφανὲς τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἀντιγνωμία αὐτὴ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Ἐν τέλει παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἓν τέλος εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διότι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ποσῶς περὶ τῶν προσώπων, ἀλλὰ μ’ ἐνδιαφέρει ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐν τῷ τόπῳ ἕνεκεν αὐτῆς τῆς πλημμελοῦς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εἶναι τελείως παραλελυμένη καὶ δὲν ὑπάρχει, ἂν δὲ λάβητε τὸν κόπον νὰ ἐρωτήσητε τὴν Ὑπηρεσίαν σας, θὰ πληροφορηθῆτε περὶ τούτου. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἵνα μεριμνήσῃ καὶ πληρωθῇ ἡ κενὴ θέσις τοῦ ταχυδρομικοῦ γραφείου Καλιάνης τῆς Στυμφαλίας, διότι ὡς πληροφοροῦμαι, ὑπάρχει διαθέσιμον προσωπικόν.

§51Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Προσωπικὸν διαθέσιμον δὲν ὑπάρχει. Ἐλπίζω νὰ ἱκανοποιήσω τὴν αἴτησίν σας εὐθὺς ὡς προσλάβω προσωπικόν.

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χριστόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ διοχετευθῶσι τὰ μακρόθεν συσσωρευόμενα ὄμβρια ὕδατα ἐπὶ τῶν χανδάκων τῆς γραμμῆς εἰς τὸν πλησίον κείμενον χείμαρρον Συκιᾶς Κορινθίας· τὰ ὕδατα ταῦτα διοχετευόμενα διὰ δύο μεγάλων ὀχετῶν διασχίζουσι τὸ χωρίον εἰς δύο μέρη ἀπειλοῦντα μεγίστας καταστροφάς».

§53Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 10 καὶ 11 ἀναβάλλονται. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1 νομοσχέδιον ἀναβάλλεται, διότι δὲν διενεμήθη. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον 1914 τῆς χρήσεως 1914 καὶ περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν αὐτῶν ἐξόδων διὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον τῆς αὐτῆς χρήσεως». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον).

§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διὰ Β. Διατάγματος παρατείνῃ ἐπὶ ὁλόκληρον διάστημα χρόνου, μὴ ὑπερβαῖνον τὴν 5ετίαν, τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου ΦΟΗʹ «περὶ περιορισμοῦ τῆς δικαστικῆς δικαιοσύνης τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν Ἀρχῶν».

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δωρεᾶς τοῦ δάσους Γολέμα–Ρέκα εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 3 καὶ 4 ἀναβάλλονται. (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τῶν ἑπομένων νομοσχεδίων: 1) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ ἱδρύσεως εἰδικοῦ ἀρχαιολογικοῦ ταμείου ͵ΓΨΚΘʹ νόμου τοῦ 1910», 2) «περὶ πληρωμῆς εἰσιτηρίων εἰς τὰ Μουσεῖα καὶ τοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους τοῦ Κράτους», 3) «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς καταβολῆς τελῶν ἐγγραφῆς καὶ κατατάξεως ἐν τοῖς Σχολείοις τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τῶν προσφύγων μαθητῶν», 4) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩΚΖʹ περὶ διδακτηρίων κτλ.» καὶ 5) «περὶ ὀργανώσεως τοῦ σχολείου τῶν Καλῶν Τεχνῶν»). Τὸ ἑπόμενον ἀναβάλλεται. (Ψηφίζεται εἶτα εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεων· αʹ) διὰ τὴν ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων κυκλοφορίαν τῶν διαφόρων τύπων ἁμαξῶν τῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας τῶν κλιναμαξῶν καὶ τῶν ταχειῶν Εὐρωπαϊκῶν ἁμαξοστοιχιῶν, βʹ) διὰ τὴν ἵδρυσιν πρακτορείου ταξιδίων ὑπὸ τῆς αὐτῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας τῶν κλιναμαξῶν καὶ γʹ) διὰ τὰς ὑπὸ τῆς αὐτῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας γενησομένας διαφημίσεις εἰς τὰ διάφορα ὄργανα δημοσιότητος αὐτῆς»). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης».

§57ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ κ. Ἰωάννου Εὐταξίου, Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.

§58ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρῶτος ἀκριβῶς ἵνα καταθέσω αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα.

§59ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πολὺ καλά· ὁρίσατε.

§60ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐζήτησα, Κύριοι, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἐπανορθώσω διαφόρους ἀνακριβείας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω τὸν λόγον ἅμα τῇ εἰσηγήσει τοῦ νομοσχεδίου, ἐπεφυλάχθην κατὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως αὐτὸς ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης μὲ προέλαβεν ὑποβαλὼν εἰς τὴν Βουλὴν μακρὸν ὑπόμνημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανορθοῖ πάσας τὰς ἀνακριβείας τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τρόπον, ὡς ἐγὼ νομίζω, ὀρθόν. Ἐπιφυλάττομαι λοιπόν, ἀφοῦ ἀκούσω τὴν ἀνταπάντησιν εἰς αὐτὸ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν νομίσω ἀναγκαῖον, νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Θὰ παρεκάλουν ὅμως τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τοιούτου ὑπομνήματος, προκειμένου δηλαδὴ περὶ ἀπαντήσεως εἰς τόσον βαρείας κατηγορίας, ἀπευθυνθείσας κατὰ προσώπου τοιαύτην ὑψηλὴν θέσιν κατέχοντος, καὶ δίκαιον ἦτο, νὰ διαταχθῇ ἡ ἐκτύπωσις τοῦ ὑπομνήματος τούτου καὶ ἡ διανομὴ αὐτοῦ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς.

§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διανείματέ το ὑμεῖς.

§62ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις· καὶ νὰ διανεμηθῇ, εἰ δυνατόν, κατὰ τὴν αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.

§63ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τὸ ὁποῖον ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ἀνασκευάσω σειρὰν ψευδολογημάτων... (Διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν). Ἀποσύρω τὴν λέξιν.

§64ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀδιαφορῶ διὰ τὰς ὕβρεις. Ὁ κ. Ἰωάννης Εὐταξίας ἵσταται τοσοῦτον ὑψηλὰ καὶ ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τοιοῦτο παρελθὸν καὶ ὡς ἀνὴρ δικαστὴς καὶ ὡς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε δὲν δύναται νὰ θιγῇ.

§65ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶπον ὅτι ἀποσύρω τὴν λέξιν.

§66ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω μόνον ὅτι δὲν νομίζετε καλὸν νὰ τυπωθῇ τὸ ὑπόμνημα;

§67ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος. Ἀλλὰ λέγω ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀνασκευάσω τὰς ἀνακριβείας τὰς ὁποίας περιέχει τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ συγχρόνως ἔχω καὶ τὸ καθῆκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς προσωπικὰς ἐναντίον μου αἰτιάσεις—καὶ μεταχειρίζομαι φράσιν ἡ ὁποία βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπερβαίνουσα τὰ ὅρια τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐπρεπείας· μένω ἐκεῖθεν τῶν ὁρίων τούτων.—Τὰς προσωπικὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ἐναντίον μου ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχω, λέγω, καθῆκον νὰ τὰς ἀνασκευάσω καὶ ἀπὸ τούτων ἄρχομαι. Ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἰσχυρίζεται ὅτι, ὅτε ἐγένοντο διαπραγματεύσεις περὶ ἱδρύσεως καὶ ἐν Ἑλλάδι Τραπέζης Κτηματικῆς Πίστεως, εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας ἔλαβον μέρος ἐγὼ καὶ ὅτι ἐσκόπουν καὶ ἐπροτιθέμην, χρῆσιν ποιούμενος τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον κατέχω, νὰ διευκολύνω αὐτὰς ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῆς Χώρας. Δηλῶ ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι διεξήχθησαν ἅπασαι ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Μιχαλακοπούλου. Ὁ κ. Ἰω. Εὐταξίας, μεθ’ οὗ ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι, οὐδέποτε ὡμίλησε μετ’ ἐμοῦ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, μόνον δ’ ἐκ τῶν εἰσηγήσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς ἡμᾶς ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἔλαβον καὶ ἐγὼ γνῶσιν τῶν ζητημάτων ἐκείνων καὶ ἔλαβον γνῶσιν καὶ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ἀντέταξεν ὁ κ. Ἰω. Εὐταξίας εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῶν προτάσεων. Καὶ βεβαίως ἡ στιγμὴ ἴσως νὰ μὴ ὑπῆρξε κατάλληλος τότε εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἐκείνας, βεβαίως ὅμως ἡ ἀντίληψις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ὑπῆρξεν ἡ προσήκουσα ἐν τῷ θέματι ἐκείνῳ, διότι οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους ὥριζεν ἡ ὁμὰς ἦτο ἀκριβῶς ἡ μετοχὴ κατὰ τὸ ἥμισυ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀκριβῶς ἡ ἵδρυσις ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Εὐταξίας ἐφρόνει ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἔχουσα τὴν μονοπώλησιν τῆς Κτηματικῆς Πίστεως. Κατὰ πόσον εἴμεθα ὑπόχρεοι πάντες οἱ Ἕλληνες, ὅλη ἡ χώρα νὰ προστρέχωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα δανειζώμεθα τὰ ὀλίγα χρήματα τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην καὶ μετὰ τῶν δυσκολιῶν τὰς ὁποίας γνωρίζομεν, κατὰ πόσον, λέγω, τοῦτο ἦτο τὸ πραγματικὸν συμφέρον τῆς Χώρας ἀφήνω νὰ κρίνωσι πάντες. Ἀλλ’ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐφρόνει ὅτι ἦτο ἀντίθετον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης τὸ νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις καὶ νὰ παραδεχθῇ τὴν ὕπαρξιν καὶ ἐν Ἑλλάδι ἱδρύματος Κτηματικῆς Πίστεως, διότι ἡ ὁμὰς ἐκείνη, ἡ ὁποία ἦτο τὸ «Comptoir», εἶχε θέσει ὡς ὅρον ὅτι μόνον ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤθελε λάβει μέρος κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὴν ἱδρυθησομένην Τράπεζαν, μόνον ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον θὰ ἐδέχετο νὰ ἔλθῃ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ὁ κ. Εὐταξίας ἄλλα ἐφρόνει· ἐφρόνει ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ εἰς τὴν Τράπεζαν μὲ οὐσιαστικὸν προνόμιον καὶ μετεχειρίσθη πᾶν μέσον, ὥστε νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἵδρυσιν τοιαύτης Τραπέζης ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τοῦ παρόντος. Τὴν ἀνακρίβειαν αὐτὴν εἶχον καθῆκον ν’ ἀνασκευάσω. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον ν’ ἀνασκευάσω καὶ ἑτέραν ἀνακρίβειαν, τὴν ὁποίαν δὲν ὤκνησεν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ ὑπομνήματι αὐτοῦ, ἴσως διότι ἡ μνήμη αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξεν ἀρκετὰ ἰσχυρὰ ὥστε νὰ ἐνθυμηθῇ καλῶς τὰ διατρέξαντα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὅλη ἡ προϊστορία τοῦ δανείου τῶν 65 ἑκατομμυρίων, ἥτις ἠσφάλισεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἀγορὰν τῶν δύο θωρηκτῶν, τὰ ὁποῖα ἠσφάλισαν εἰς ἡμᾶς τὴν ἠρεμίαν, ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία ἡ πρὶν ἐξηγεῖται, διατυποῦται κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Λέγει ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν προμήθειαν τῶν θωρηκτῶν ἢ τοῦ θωρηκτοῦ τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ προμηθευθῶμεν τότε, ὅτι ἡ προμήθεια καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ θωρηκτοῦ τούτου ἐπρόκειτο νὰ συντελεσθῇ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 250.000.000 καὶ ὅτι, ἐπειδὴ θ’ ἀπῃτεῖτο καί τι πλέον, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα αὐτὸ τὸ καί τι πλέον ἤθελε τὸ δώσει προθύμως. Αὐτὴ ἡ ἱστορία εἶναι ἄρδην ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ἱστορία τῆς ἐξευρέσεως τῶν μέσων δι’ ὧν θὰ καθίστατο δυνατὸν εἰς τὸ Κράτος νὰ πορισθῇ χρήματα διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ θωρηκτοῦ, ἡ ἀπόκτησις τοῦ ὁποίου ἦτο ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τὸ θέμα αὐτὸ εἶχε γίνει ἀντικείμενον μακρᾶς συζητήσεως. Ἤδη ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ μακαρίτου Βαλαωρίτου καὶ μετ’ αὐτὴν εἴχομεν προέλθει εἰς διαπραγματεύσεις περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, οὐδεὶς δὲ βεβαίως, ἥκιστα δὲ πάντων ὁ τότε διοικητὴς Ι. Βαλαωρίτης, ἐπίστευεν ἢ ἐφαντάζετο ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 250 ἑκατομμυρίων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν πασῶν τῶν ἀποσβέσεων τῶν προσωρινῶν δανείων, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον διὰ τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας εἴχομεν ἔκτοτε τὰς τακτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον αὐτὸ τῶν 55 ἑκατομμυρίων ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας εἴχομεν, τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους, καὶ διὰ τὴν προμήθειαν καὶ τὴν καταβολὴν τῶν 65 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ θωρηκτοῦ ἢ τῶν θωρηκτῶν. Καὶ ταῦτα ὁ Ι. Βαλαωρίτης ἀνεμέτρει, ἐγνώριζεν, ἔλεγε δὲ καὶ ἐβεβαίου τὴν Κυβέρνησιν ὅτι περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, ὅτι βεβαίως τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου ἐκ 55 ἑκατομμυρίων δὲν θὰ εἶναι τὸ μόνον. Ὅτε δὲ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 250 ἑκατομμυρίων περιελήφθη ἡ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας περιελήφθησαν τὰ ἀποσβεστέα δάνεια καὶ τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων τὸ πενταετές, ἀντέταξα σφοδρὰν ἀντίστασιν ἀκριβῶς διὰ νὰ διατηρήσω ὑπὲρ τοῦ Κράτους ταμειακὴν εὐρυχωρίαν, γνωρίζων ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ προσδοκῶμεν ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ συνομολόγησιν καὶ ἑτέρου δανείου. Ἀλλ’ ὁ Βαλαωρίτης εἶπε τότε, καὶ κατίσχυσε τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, ὅτι ἡ ἀξίωσις τῶν χορηγῶν τοῦ χρήματος εἶναι καὶ ἡ ἐξόφλησις αὐτοῦ τοῦ δανείου. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἐξοφλήσεως ὅλων αὐτῶν τῶν δανείων καὶ τοῦ δανείου αὐτοῦ τῶν 40 ἑκατομμυρίων κινητοποιοῦνται πάλιν διάφοροι ἀκινητοποιήσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης αἱ ὁποῖαι εἶχον καταστῆ ἀκίνητοι λόγῳ ἀκριβῶς τῶν δανείων αὐτῶν τὰ ὁποῖα μᾶς εἶχε δώσει καὶ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπορίσθη ἐκ τῆς ἀποσβέσεως ἀκριβῶς τῶν δανείων αὐτῶν τῶν προσωρινῶν, τὰ ὁποῖα ἀπεσβέσθησαν διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 250 ἑκατομμυρίων, ἀνήρχοντο εἰς 70.000.000, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ τῶν 70 ἑκατομμ. τὰ ὁποῖα ἐπορίσθη ἀκριβῶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 250 ἑκατομμ., ἀκριβῶς ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐπρόκειτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Βαλαωρίτου, νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐπρόκειτο πάντοτε τὸ δάνειον τῶν 250 ἑκατομμυρίων νὰ τὸ διαδεχθῇ ἄλλο δάνειον προσωρινόν. Ταῦτα ἐγνώριζεν ὁ κ. Εὐταξίας· ὅτε δὲ παρετήρησα εἰς αὐτὸν ὅτι «ναὶ θὰ μᾶς δώσητε τὸ δάνειον, διότι ἀκριβῶς θὰ μᾶς δώσητε δάνειον ἐκ τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα ἡμεῖς σᾶς δίδομεν», καὶ ὅτε τῷ ὑπέμνησα ὅτι αὐτὴ ἦτο καὶ ἡ ἀντίληψις τοῦ Βαλαωρίτου, σκωπτικῶς εἶπεν· «Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔκαμνεν ὁ μακαρίτης», λέγων τρόπον τινὰ ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη τὴν ὁποίαν ὁ Βαλαωρίτης ἐν τῇ ἀντιλήψει τῇ ἀνωτέρᾳ τῶν καθηκόντων του εἶχε ῥυθμίσει, ὅτι αὐτὴ ἦτο πρᾶξις ἡ ὁποία τραπεζιτικῶς ἦτο ἥκιστα ἐπωφελής. Βεβαίως ἴσως νὰ μὴ ἦτο πρᾶξις κερδοσκοπική, ἐνδεικνύει ὅμως ἀντίληψιν καὶ πρᾶξιν ἡ ὁποία ἐτίμα ἐκεῖνον, διότι πράγματι ἐνδεικνύει οἷος πρέπει νὰ εἶναι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ μετὰ πολυμόχθους συζητήσεις καὶ διαπραγματεύσεις ἐπετύχομεν τέλος πάντων νὰ λάβωμεν τὸ δάνειον αὐτό, διὰ τοῦ ὁποίου κατωρθώσαμεν τὴν πληρωμὴν τῶν θωρηκτῶν. Ἑπομένως εἶναι ὅλως ἀνακριβῆ πάντα τὰ λεγόμενα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τοῦ τέλους τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι οὐδέποτε ἐπρόκειτο νὰ μᾶς δώσῃ 70.000.000 διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν, διότι ἐγνωρίζομεν πολὺ καλῶς πῶς θὰ διαχειρισθῶμεν τὰς ταμειακὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἐγνώριζε καὶ ἐκεῖνος τὰς ταμειακὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὤφειλε δὲ νὰ γνωρίζῃ καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐπιτακτικὰς τὰς ὁποίας εἴχομεν καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας εἴχομεν τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικάς. Ἀλλὰ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ὁποίας διεξήγαγον μετὰ τοῦ κ. Εὐταξίου οὐδέποτε εἶχον πραγματικῶς τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶχον ἀπέναντί μου λειτουργὸν ἀνώτερον ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἠσθάνετο ὅτι δὲν εἶναι ἀντιπρόσωπος ἰδιωτικῆς κερδοσκοπικῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωπος ἀνωτάτου ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναί τι ἄλλο ἢ αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος ἐν τῇ ἐμφανίσει του τῇ τραπεζιτικῇ. Ἀνακρίβειαι ἑπομένως εἶναι ὅσα γράφει.

§68ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀρνεῖσθε ὅτι προεξώφλησε τὰ 60.000.000 τοῦ δανείου μετὰ πολλὰς προσπαθείας;

§69ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.

§70ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸς τίνα δὲ σκοπόν;

§71ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διότι εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην χρημάτων· μεταξὺ τῶν χρημάτων τούτων ἐπρόκειτο ἓν τμῆμα νὰ δοθῇ βεβαίως καὶ διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν θωρηκτῶν, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μᾶς ἔδωκε 55.000.000 μόνον διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν θωρηκτῶν, διὰ τὰ θωρηκτὰ δ’ ἐκεῖνα, ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην 67.000.000· ἑπομένως συνεπληρώσαμεν ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἴχομεν καὶ τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἐκ τῆς προεξοφλήσεως τὴν ὁποίαν ἐνήργησε βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μοχθήσασα καὶ αὐτή· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἂν θέλητε νὰ ἔλθητε εἰς τὸ ζήτημα τῆς μοχθήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν προεξόφλησιν ἐκείνην καὶ τὴν ἐνέργειαν τὴν ὁποίαν διεξήγαγεν ἐν Παρισίοις, βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη, ἂν ἀποκαλυφθῇ καὶ ὅταν ἀποκαλυφθῇ, βεβαίως δὲν εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς δεξιότητος τοῦ κ. Εὐταξίου.

§72ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ μὴ κάμνητε ὑπαινιγμούς. Νὰ φέρητε πράγματα, ὄχι ὑπαινιγμούς.

§73ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρακαλῶ. Μακρὰν ὑπαινιγμῶν, ἐννοῶ τῆς δεξιότητος τῆς διπλωματικῆς τοῦ κ. Εὐταξίου, διότι αἱ διαπραγματεύσεις τὰς ὁποίας διεξήγαγεν ὁ κ. Εὐταξίας μετὰ τῆς ὁμάδος ἡ ὁποία εἶχεν ἀναλάβει τὸ δάνειον ἐν Γαλλίᾳ, αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι ἤγαγον εἰς ῥῆξιν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μὲ τὸ «Comptoir», τὸ ὁποῖον καλῶς ἢ κακῶς, ὁπωσδήποτε πάντοτε μᾶς ἐβοήθησε καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν περίοδον τῆς ἱστορίας· γνωρίζετε δὲ ἢ ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε ποῦ κατέληξεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· κατέληξεν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔλαβε τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐκοινοποιήθη καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι «ἀναγκαζόμεθα νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸν σεβασμὸν ὃν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αἵτινες ἀπορρέουσιν ἐκ τῶν συμβάσεων, διαμαρτυρόμεθα δ’ ἐπισήμως κατὰ πάσης ἐνεργείας ἥτις ἤθελε γίνει ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ».

§74Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τίνος ἡμερομηνίας εἶναι;

§75ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Σᾶς καταθέτω τὸ σχετικὸν τηλεγράφημα.

§76ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναφέρεται ἀκριβῶς εἰς τὸ ζήτημα τῆς προεξοφλήσεως ἐκείνου τοῦ δανείου.

§77ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπολιτεύθη κατὰ τρόπον ἀδέξιον...

§78Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα ὡρισμένην ἐνέργειαν ἐμέμφετο καὶ τί ὑπενόει;

§79ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀκριβῶς διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤθελεν, ἀποχωριζομένων τῶν συμβαλλομένων, νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν δανείου, μολονότι ἐκεῖνοι μεθ’ ὧν συνεβλήθη εἶχον ἐκ τῆς συμβάσεως δικαίωμα νὰ μὴ κάμωσι τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου.

§80ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ προεξοφλήσεως τῶν μηνιαίων δόσεων.

§81ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ σᾶς καταθέσω τὰ σχετικὰ τηλεγραφήματα.

§82Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὀφείλετε νὰ μᾶς ἐξηγήσητε τὸ περιεχόμενον.

§83ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ τὰ καταθέσω.

§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἂν ἀφ’ ἑαυτοῦ ὁ Διοικητὴς προέβη εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἢ ἐκλιπαρούμενος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν...

§85ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές.

§86ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ προκαταβληθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὰ 60.000.000 αὐτά, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν σύμβασιν ἔμελλον νὰ καταβάλλωνται εἰς ἕξ μηνιαίας δόσεις, διότι διὰ νὰ προκαταβληθῶσιν αὐτὰ ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις χάριν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι χάριν αὐτοῦ, διαμαρτύρονται δὲ ἐκεῖνοι πῶς ἤθελον νὰ παραβιάσωσιν οἱ ἐδῶ τὴν σύμβασιν, καὶ ἦσαν ἄλλοι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον εἰς τοὺς κεφαλαιούχους διὰ νὰ ὑποβάλωσι τὰς τοιαύτας διαμαρτυρίας.

§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔπειτα θὰ τὰ εἴπητε, ἔπειτα.

§88Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν ἐπιτρέπετε; Τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς προεξόφλησιν τῶν μηνιαίων δόσεων ἐνήργει ἡ Τράπεζα κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως;

§89ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαιότατα.

§90Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐπεθύμουν νὰ μάθω κατὰ τί ἔπταισεν.

§91ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τοῦτο δὲν ἔπταισε τίποτε.

§92Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ διαπραγμάτευσις κατὰ τί ὑπῆρξε διπλωματικῶς ἀδεξία;

§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι προυκάλεσεν αὐτὴν τὴν δήλωσιν τῆς διπλωματικῆς ῥήξεως μετὰ τῆς Εὐρώπης.

§94ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διότι μᾶς ἠνάγκασε νὰ ἐπεμβῶμεν ἡμεῖς ἵνα ἀποκαταστήσωμεν τὰς τόσον προσκοψάσας διαπραγματεύσεις.

§95Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ μάθω τίνα προϋπόθεσιν εἶχεν.

§96ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἐφρόνει ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δανείου τῶν 250.000.000 πρὶν ἢ ἐξαντληθῇ ἡ προθεσμία ἡ ὁποία ἦτο συμβατικὴ καὶ ἐφρόνει ὅτι ἠδύνατο εἰς τοῦτο νὰ ἐκβιάσῃ καὶ τοὺς συμβαλλομένους· οἱ συμβαλλόμενοι πρὸς οὓς ἀπετάθη ἀπήντησαν ἀρνητικῶς· ἀπήντησαν ἀρνητικῶς ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ σύμβασις τοῖς χορηγεῖ ὡρισμένα δικαιώματα καὶ ὅτι ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων τούτων δὲν δύνανται ν’ ἀπομακρυνθῶσι καὶ πᾶσαν ἀπομάκρυνσιν ἐξ αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων, ἂν ἐνηργεῖτο τῇ συμφωνίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐθεώρει ὡς παράβασιν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων.

§97Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τοῦτο λέγει τὸ τηλεγράφημα;

§98ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.

§99Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἦτο διὰ τὴν προεξόφλησιν.

§100ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.

§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ προεξοφλήσεως τῶν μηνιαίων δόσεων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἀδεξία ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος παρὰ τοῦ κ. Εὐταξίου προυκάλεσε τὸ τηλεγράφημα· αὐτὸ εἴπετε. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ τοῦ δανείου τῆς προεξοφλήσεως τῶν μηνιαίων δόσεων, ἀλλὰ περὶ ἄλλου δανείου, καὶ ὁ κ. Εὐταξίας ἐζήτησεν ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν μέρους τοῦ δανείου.

§102ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συγχρόνως ἔγινεν ἡ διαπραγμάτευσις, κύριε Πρόεδρε, αὐτῶν τῶν ζητημάτων. Ὅτε προυτάθη ἡ προεξόφλησις τοῦ ὑπολοίπου τῆς πρώτης δόσεως, ἐζητήθη συγχρόνως ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν εἴτε ὅλου εἴτε μέρους τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δανείου ἀνεξαρτήτως πρὸς τοὺς συμβαλλομένους. Κατὰ τοῦτο ἐγένετο ἡ διαμαρτυρία ἡ ἔντονος ἡ ὁποία προυκάλεσε τὸ τηλεγράφημα ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὴ ἡ ἑρμηνεία καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἐνώπιον τετελεσμένου γεγονότος τῆς ῥήξεως τῶν σχέσεων αὐτῶν, διότι ὁ κ. Εὐταξίας αὐτὸ τὸ ἥκιστα διπλωματικὸν τὸ ἔθιξε χωρὶς νὰ τὸ ὑποβάλωμεν.

§103ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ κατατεθῶσι τὰ τηλεγραφήματα, κύριε Ὑπουργέ, καὶ τότε νὰ γίνῃ συζήτησις.

§104ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.

§105ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑμεῖς νὰ ἔχητε τηλεγραφήματα καὶ νὰ ὁμιλῆτε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἔχωμεν γνῶσιν; Ἐπίσης νὰ κατατεθῇ καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης.

§106ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.

§107Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ κ. Εὐταξίου ἀνεκοινοῦτο εἰς τοὺς ἐν Γαλλίᾳ πιστωτὰς ἵνα προέβαινον εἰς ἐνέργειάν τινα;

§108ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ προέβαινον.

§109ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ προέβαινον. Θὰ σᾶς προσαγάγω τὰ τηλεγραφήματα.

§110ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ προέβαινον.

§111ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἄς φύγωμεν ἀπ’ αὐτὸ καὶ ἐπανερχόμεθα μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ποία ὅμως ἦτο καὶ ἡ ὅλη ἀντίληψις πάλιν τοῦ κ. Εὐταξίου κατὰ τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ τοῦ δανείου; Ἔχω τοῦτο μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἐκ πάντων τῶν προσωρινῶν δανείων τὰ ὁποῖα συνωμολόγησε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο πολέμων αὐτὸ εἶναι τὸ βαρύτερον.

§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖον δηλαδή;

§113ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τῶν 65.000.000. Αὐτὸ περιέχει βαρυτέρους καὶ ἐπαχθεστέρους ὅρους ἀλλὰ καὶ ἐπωφελεστέρους διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι διαρκούντων τῶν πολέμων, ὅτε ἡ χρηματιστικὴ ἀγορὰ καὶ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν δύο πολέμων, ἐζήτησε τόκον 6% καὶ προμήθειαν 2%.

§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ λέγετε τοιαύτας ἀνακριβείας.

§115ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δι’ ἅπαντα τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν ὁρίζεται ἡ προμήθεια 6%, ἀδιάφορον διατί ὁρίζεται ἐν Γαλλίᾳ ἢ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης· ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ λάβῃ 6% τόκον καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ εἶναι δάνειον τὸ ὁποῖον ἐπρομηθεύθημεν ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μὲ προμήθειαν 2% καὶ ἑπομένως ἔχει βάρος διὰ τὸ Κράτος ἑνὸς ἔτους 8%. Αὐτὸ εἶναι διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ἐπωφελέστερον δάνειον τὸ ὁποῖον ἔχει συνομολογηθῆ μέχρι τοῦδε καὶ ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤντλησε τὰς μεγαλυτέρας ὠφελείας. Ἅπαντα τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα συνωμολογοῦντο ἐπὶ τῆς προηγουμένης Διοικήσεως ἦσαν δάνεια μὲ 7%, ἀλλ’ ἀλλοία ἦτο ἡ ἀντίληψις ἡ τότε καὶ ἀλλοία εἶναι ἡ κατόπιν. Ἐξ ὅσων γράφει ὁ κ. Εὐταξίας ἓν μόνον εἶναι ἀληθές· ὅτι ἀντέστην πάντοτε εἰς τὴν δέσμευσιν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Εὐταξίας διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων αὑτοῦ συμβάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν μου, ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Κράτος. Ὁ κ. Εὐταξίας, ὁ ὁποῖος δὲν τὸ ἀναφέρει κἄν, ὑπέβαλεν ἀρχικῶς σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τὸ ἀντικείμενον μακρῶν καὶ πολυμόχθων συζητήσεων μετὰ τοῦ κυρίου Διοικητοῦ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μακρῶν καὶ πολυμόχθων συζητήσεων τὰς ὁποίας διεξήγαγε μετ’ ἐμοῦ...

§116ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πότε, παρακαλῶ;

§117ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καθ’ ὅλον τὸ θέρος.

§118ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ τὴν 20ὴν Ἰουνίου.

§119ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πᾶσαι αἱ διαπραγματεύσεις αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν ἐπὶ τοῦ πρώτου προσχεδίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατέληξαν εἰς τὸ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. Εὐταξίας ὅτι ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σταθῇ καὶ τὴν ἀπέσυρεν· ἀπέσυρε τὴν πρώτην σύμβασιν, διότι περιεῖχεν ὅ,τι θέλετε καὶ ὅ,τι δὲν θέλετε, καὶ ἀπέσυρε τὴν σύμβασιν αὐτὴν μετὰ τὰς συζητήσεις τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν, μετὰ τὰς μακρὰς διαπραγματεύσεις τὰς ὁποίας διεξηγάγομεν, μετὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Καὶ ἀπεσύρθη ἡ σύμβασις καὶ κατόπιν ἐνεφανίσθη νέα σύμβασις, ἀλλὰ καὶ ἡ νέα αὐτὴ σύμβασις περιέχει βεβαίως διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἥκιστα ἦσαν συμφέρουσαι γενικῶς διὰ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ ἀντετάχθην δι’ ἐπανειλημμένων συζητήσεων καὶ πολυμόχθων διαπραγματεύσεων μετὰ τοῦ κ. Εὐταξίου, ἀντετάχθην εἰς τὸ ν’ ἀποδεχθῶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐθεωροῦντο καὶ ὡς ἐπαχθεῖς διὰ τὸ Κράτος ἀλλὰ πρὸ πάντων ὡς βαρύταται καὶ ἐπικίνδυνοι διὰ τὴν κοινωνίαν. Δὲν εἶναι ὥρα αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν συζητοῦμεν τὴν σύμβασιν διὰ ν’ ἀναφέρω λεπτομερῶς τὰ τῶν σημείων ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ῥιζικὴ διαφωνία μεταξὺ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐμοῦ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις αὐτή, τότε θ’ ἀναπτυχθῶσι.

§120Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὥστε ὑπάρχει ῥιζικὴ διαφωνία.

§121ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπῆρξε ῥιζικὴ διαφωνία· ἀφ’ ἑνὸς ὑπῆρξεν ὁμοφωνία, καὶ αὐτὴ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ ἐπήρχοντο οὐσιωδέσταται μεταβολαὶ τὰς ὁποίας δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Εὐταξίας, ὅστις μοὶ ἔστειλεν ἔντυπον τὴν σύμβασιν ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως αὐτῆς, ὡσεὶ δὲν ἐδικαιούμεθα νὰ προβῶμεν εἰς οὐδεμίαν μεταβολήν, μᾶς ἀπέστειλε δὲ καὶ μακροτάτην αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν καὶ μᾶς ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν μπελᾶν νὰ συντάξωμεν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἡ ἄρνησις, Κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ν’ ἀποδεχθῇ τοὺς ὅρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ἄρνησις αὐτὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ὤξυνε τὴν μῆνιν τοῦ κ. Εὐταξίου κατὰ πᾶσαν περίστασιν, γνωρίζετε δὲ πολὺ καλῶς ὅτι καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν τελευταίαν περίοδον ἐπανειλημμένως καὶ καθημέραν τὸ Κράτος δὲν ἔπαυσε τοῦ νὰ ἔρχηται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν ἄφηνε περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἐπιδείξῃ τὸν ὄγκον τῆς δυνάμεως αὐτοῦ ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του. Ὁ κύριος Εὐταξίας εἶχε μίαν ἀντίληψιν ἡ ὁποία δὲν ἦτο διόλου ἀντίληψις κρατική, ἀλλ’ ἀντίληψις προϊσταμένου κερδοσκοπικῆς Ἑταιρείας. Ἐντεῦθεν ὅλη ἡ σειρὰ τῶν ἀρνήσεών του, ἐντεῦθεν ἡ ἀντίδρασίς του εἰς τὸ ζήτημα τῶν χρημάτων τῆς ναυαρχίδος, ἐντεῦθεν ἡ ἄρνησίς του καὶ ἡ στενόχωρος θέλησίς του εἰς πάντα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα καθημέραν τῷ παρουσιάζομεν. Δὲν ἐδίσταζεν εἰς πᾶσαν περίστασιν ἡ ὁποία παρουσιάζετο εἰς αὐτὸν ἀμέσως νὰ ἐμφανίζῃ τὸν κερδοσκοπικὸν σκοπὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ τῶν παραρτημάτων αὐτῆς. Καὶ ἀναφέρω δύο παραδείγματα ὄχι μεγάλης σημασίας, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ψυχολογικῶς δίδουσι τὴν εἰκόνα. Εἴχομεν ἔντοκα γραμμάτια 11.000.000. Ὡς γνωρίζετε, αὐτὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια τῶν 11.000.000 φέρουσι τόκον 6%. Αὐτὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια τὰ εἴχομεν προεξοφλήσει εἰς τὸ «Comptoir» ἐπὶ Βαλαωρίτου καὶ ἐζήτησε τὸ ¼. Ὁ Βαλαωρίτης εἶπε· «τί νὰ κάμωμεν; Νὰ τὸ δώσωμεν»· μοὶ ὑπεβλήθη δὲ νὰ πληρώσω τὴν προμήθειαν, ἐκράτησαν δὲ αἱ διαπραγματεύσεις αὐτῆς τῆς προμηθείας ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα. Ἂν νομίζητε ὅτι αὐτὴ ἦτο ἀντίληψις ἀνδρὸς ἔχοντος τὸ αἴσθημα καὶ τὴν συνείδησιν τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς τὸ Κράτος, ἐγὼ νομίζω ὄχι. Ἔχομεν παράδειγμα ὅτι ἡ Κρητικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία εἶναι παράρτημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συμβάσεώς της πρὸς τὴν Κρητικὴν Πολιτείαν ὅπως δίδῃ δάνεια δι’ ἐντόκων γραμματίων ἐπὶ τόκῳ 5% πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική, ποιουμένη χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ὑποκατάστατος τῆς Κρητικῆς Πολιτείας, ἐζήτησε τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον καὶ ἔλαβεν. Ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει ἐλέγετο ὅτι μετὰ πενταετίαν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν τόκον, ἡ ἀναθεώρησις ὅμως δὲν ἀφεώρα εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου καὶ ὁ κ. Εὐταξίας ἐπέβαλεν ὅπως ἡ Κρητικὴ Τράπεζα ζητήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου. Ἂν φρονῆτε ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι ἐποικοδομητικὸν καὶ ὅτι ἀποδεικνύει εὐρεῖαν τὴν ἀντίληψιν τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς ἐμὲ ὅμως θὰ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλο σημεῖον, καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶναι σημεῖον τὸ ὁποῖον θὰ βαρύνῃ πάντοτε ἐπὶ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι γνωστὸν ὅτι, ὅτε ἐκλείσθησαν αἱ ἀγοραὶ τῆς Μαύρης Θαλάσσης, ἠναγκάσθημεν ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅπως προμηθεύσῃ αὐτὴ σῖτον, διότι ἡ προμήθεια τοῦ σίτου δὲν δύναται νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, διότι οὔτε αἱ πιστώσεις ὑπῆρχον οὔτε τὰ μέσα ἵνα σταλῇ ἐκεῖθεν ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι λόγοι ἠνάγκαζον ἡμᾶς ν’ ἀπευθυνθῶμεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἂν ἀφήνομεν τοὺς δύο, τρεῖς, πέντε ἔχοντας τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν καὶ τὰ ἐφόδια ὅπως προμηθεύσωσιν αὐτοὶ σῖτον, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ὅτι αὐτοὶ μονοπωλιακῶς ἔχοντες τὴν πώλησιν θὰ ἠδύναντο νὰ καθορίζωσιν αὐθαιρέτως τὰς τιμὰς καὶ ἑπομένως θὰ εἴχομεν ὑπερτίμησιν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἀπηυθύνθημεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ζητήσαντες ὅπως θέτῃ αὕτη εἰς τὴν διάθεσιν οἱουδήποτε τὰ ποσὰ τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην ἡ ἀγορά. Τελευταίως ὅμως τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα εἴχομεν προμηθευθῆ καὶ τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 52.000 τόννους ἤρχοντο ἐν τῇ ἐξαντλήσει καὶ ἐξηντλήθησαν, σιτέμποροι δὲ διάφοροι ἠδυνήθησαν νὰ προβῶσιν εἰς προμήθειαν σίτου ἀφ’ ἑαυτῶν. Ἀλλ’ ἐπανειλημμένως καὶ ἐπιμόνως ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ προβῇ εἰς νέας παραγγελίας, καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς ἀνάγκης τῆς προμηθείας αὐτῆς, καὶ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ προμήθεια 15.000 τόννων, ἡ ὁποία θὰ ἐξησφάλιζεν ἑνὸς μηνὸς τὴν κατανάλωσιν· τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὅμως ἐπληροφορήθημεν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θέλων νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἐν ἀνάγκῃ τὴν πεῖναν τοῦ λαοῦ, ἠρνήθη νὰ προβῇ εἰς τὴν παραγγελίαν. Καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρισκόμεθα ἄνευ παραγγελίας σίτου καὶ εὑρισκόμεθα εἰς ἐνδεχόμενον κίνδυνον νὰ ὑποστῶμεν τὸν αὐθαίρετον κανονισμὸν τῆς τιμῆς τὸν ὁποῖον ἤθελον θέσει οἱ ἰδιῶται.

§122ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Φρίκη! Φρίκη!

§123ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αἴ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι διὰ νὰ εἶναί τις Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρέπει νὰ ἔχῃ ἠθικὸν ἀνάστημα τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλληται εἰς πάντας, πρέπει ὅμως νὰ ἔχῃ καὶ διάνοιαν, μεγάλην καὶ εὐρεῖαν διάνοιαν, ἡ ὁποία νὰ μὴ εἶναι ἐστρεβλωμένη ἐκ τῆς ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος δικηγορικοῦ ἐπὶ πεντηκονταετίαν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠσκήθη διὰ τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ δικαίου, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἠσκήθη διὰ τὴν θεραπείαν μόνον ἀτομικῶν συμφερόντων.

§124ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι, μόνον πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἀνακριβειῶν εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἂν εἶχεν ἐκτυπωθῆ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο καὶ εἶχε διανεμηθῆ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ παρήρχετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε.

§125ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Γνωρίζουσι πάντες τὸ ὑπόμνημα, ἐκτὸς ἂν ἔχητε γράψει καὶ ἄλλα ἀπὸ ὅσα ἐδημοσιεύσατε.

§126ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὅτι ὁ Διοικητὴς τὸν κατηγορεῖ ὅτι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ τὴν ἵδρυσιν Τραπέζης Κτηματικῆς πίστεως εἶπε ταῦτα ἢ ἐκεῖνα, ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος γίνεται ἐν τῷ ὑπομνήματι περὶ τοιούτων διαπραγματεύσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἀνεμίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ ἄλλος τις.

§127ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅσα εἶπεν ἐπέδρασαν ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων.

§128ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ὡμίλησε περὶ συζητήσεως προτάσεων καὶ διαπραγματεύσεων. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ τὰς προτάσεις.

§129ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὐδεμίαν πρότασιν ἔχω.

§130Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν διαφωτιστικὴν ἐξήγησιν; Οἱ Κύριοι οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐκ Παρισίων ἐπεσκέφθησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, μετὰ ταῦτα δὲ παρεπέμφθησαν εἰς ἐμὲ ἵνα διεξαγάγω τὰς διαπραγματεύσεις. Ὅτε εἶδον τὸ πρῶτον σχέδιον, μετέβην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τῷ εἶπον ὅτι ἐκ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ σχεδίου εἶχον ὡρισμένας ἀντιρρήσεις, ὑπέδειξα δὲ τίνες ὅροι, κατ’ ἐμέ, ἐθεωροῦντο ἐπικίνδυνοι. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπεν ἵνα, ἐκτὸς τῶν ὅσας ἀντιρρήσεις εἶχον ἐγώ, ἐπισκεφθῶ καὶ τὸν κ. Εὐταξίαν, προσθεὶς ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τίποτε, ἂν δὲν ἐγνωρίζομεν καὶ τὴν γνώμην τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπεσκέφθην τότε τὸν κ. Εὐταξίαν καὶ προσέθηκε καὶ αὐτὸς ἀντιρρήσεις ἰδικάς του. Αἱ ἰδικαί μου ἀντιρρήσεις ἐστρέφοντο κυρίως ἐναντίον τῆς ἰδέας τοῦ μονοπωλίου, ἣν ἐν ἀρχῇ ὑπεστήριζον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν κεφαλαιούχων. Μετὰ πολλὰς συζητήσεις οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι ἔλαβον παρ’ ἐμοῦ ἀπάντησιν ἐπὶ τίνων βάσεων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ διαπραγμάτευσις ὁριστική, καὶ μόνον ἂν ἐδέχοντο τὰς βάσεις ἐκείνας, ἃς ἔθηκα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλω ἐγὼ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀφοῦ ἔλαβον αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, συνενοήθησαν μὲ τοὺς κεφαλαιούχους οὓς ἀντεπροσώπευον, ἐλθόντες δὲ μοὶ εἶπον ὅτι ἡ τελευταία εἰδοποίησις τοῦ «Comptoir National d’ Escompte» ἦτο ὅτι δὲν ἀποφασίζει νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην τραπεζιτικὴν ἐργασίαν ἐν Ἑλλάδι, ἂν τῆς ἐργασίας ταύτης δὲν ἤθελε μετέχει καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Τοῖς εἶπον τότε ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ παραιτηθῇ τοῦ ἐκ τῶν συμβάσεων ἀνήκοντος αὐτῇ δικαιώματος τοῦ ἐξασκεῖν τὴν κτηματικὴν πίστιν ἐν Ἑλλάδι, τοὺς παρέπεμψα δέ, φυσικά, εἰς τὸν κ. Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἵνα συνεννοηθῶσι μετ’ αὐτοῦ. Ἐλθόντες ἐκ νέου μοὶ εἶπον ὅτι ἐπεσκέφθησαν τὸν κ. Διοικητὴν καὶ ὅτι τοῖς ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἔλθωσιν εἰς οἱανδήποτε συνεννόησιν.

§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ τοῦτο ἀναγράφει καὶ τὸ ὑπόμνημα· λέγει ὅτι αἱ προτάσεις ἀπεκρούσθησαν καὶ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους καὶ ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, ὁ ἁρμόδιος δὲ Ὑπουργὸς εἶναι ὁ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.

§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἀναμιγνύετε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν;

§133ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡμίλησε περὶ διαπραγματεύσεων.

§134ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὐδεμίαν διαπραγμάτευσιν ἔκαμον.

§135ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ διαπραγματεύσεων τὰς ὁποίας ἔκαμε, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας λαβὼν τὸν λόγον ἐπεβεβαίωσεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ τὸ ὑπόμνημα ἀναγράφει καὶ ἐγὼ εἶπον· ὅτι εὗρον αὐτοὶ οἱ Κύριοι ἀντιρρήσεις σοβαρὰς καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.

§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ διατί καταβάλλεται προσπάθεια νὰ ῥίπτωνται συκοφαντικαὶ ὑπόνοιαι διὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐκ συμπαθείας πρὸς τὰ πρόσωπα ἠθέλησε νὰ τοῖς δώσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτουν, ἀφοῦ τὰς διαπραγματεύσεις διεξήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας;

§137ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν γίνεται λόγος περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνταῦθα. Ἠναγκάσθην νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου, ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι εἶχε λάβει παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ῥητὴν ἐντολὴν νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως καὶ ὅπου ὑπῆρχε διαφωνία νὰ κάμῃ ἔκθεσιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τῆς 20ῆς Ἰουνίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ οὓς λόγους ἀναφέρει τὸ ὑπόμνημα, ἀνέβαλλεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἕως οὗ εἶπεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸν συνδιοικητὴν κ. Ζαΐμην: «Ἔχομεν προτάσεις κεφαλαιούχων ἵνα ἱδρύσωμεν νέαν Τράπεζαν ἐν Μακεδονίᾳ». Ἐλησμόνει τὴν ὑποχρέωσιν ἣν ἀνέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε ἡ Τράπεζα ἔθετεν εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς δύο ἡμερῶν 55.000.000 φράγκων, τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως ἀναγνωρίσῃ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. Τοῦτο λέγει τὸ ὑπόμνημα καὶ οὐχὶ ὅ,τι εἶπε πρὸς ὑμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Οὗτος ὡμίλησε μετὰ τοῦτο περὶ τοῦ δανείου τῶν 65.000.000 καὶ ἐπανέλαβεν ὅ,τι εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δῆθεν ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης εἶχεν ὑποσχεθῆ ἢ μᾶλλον προέλθει εἰς συμφωνίαν νὰ παράσχῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐθὺς ὡς εὑρίσκετο τὸ κατάλληλον πρόσωπον. Ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης διαβεβαιοῖ ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχε τοιαύτης συμφωνίας ἢ ὑποσχέσεως. Τὸ μόνον γνωστὸν εἶναι ὅτι μίαν πρωίαν — 11 Δεκεμβρίου 1913 — ἐλάμβανε τηλεγράφημα παρὰ τοῦ τότε ἐν Λονδίνῳ διατρίβοντος Διοικητοῦ, ὅπως ἐμβάσῃ διὰ τηλεγραφικῆς ἐπιταγῆς 5.000.000 φράγκων εἰς διαταγὴν τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος κ. Γενναδίου ὡς ἀρραβῶνα διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ «Ῥίου Ἰανεΐρου» καὶ ἡ ἐντολὴ αὕτη ἐξετελέσθη ἐντὸς δύο ὡρῶν. Τοῦτο μόνον ὑπεσχέθη ὁ τότε Διοικητὴς καὶ ἔπραξεν ὁ τότε Ὑποδιοικητής. Ἀλλὰ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἐχρησίμευσαν, ἵνα ἐξαναγκάσωσι τοὺς Τούρκους νὰ δώσωσι 10.000.000 καὶ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν συμφωνίαν. Δὲν εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ λέγητε ὅτι ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παράσχῃ ἀμέσως καὶ τὸ ὑπόλοιπον ποσόν, διότι τὸ «Ῥίον Ἰανέϊρον» δὲν ἐπρόκειτο νὰ παραδοθῇ ἀμέσως ἀλλὰ μετὰ μῆνάς τινας, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἦτο βέβαιον ὅτι θὰ ἐπραγματοποιεῖτο τὸ δάνειον τῶν 500.000.000 καὶ θὰ ὑπῆρχε τὸ διαθέσιμον κεφάλαιον. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦσθε ἐν Λονδίνῳ δὲν εἶχε κἂν πραγματοποιηθῆ τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ δανείου τῶν 500.000.000 καὶ ἀφοῦ ἐπραγματοποιήθη ἐκρατήθησαν τὰ λοιπὰ εἰς κάλυψιν προκαταβολῶν, ἀφέθησαν δὲ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου τῆς Ἑλλάδος 80.000.000 ἵνα χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ πρὸς διακανονισμὸν τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου. Τὰ 20.000.000 ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνέλαβεν ἀμέσως τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἔμεινε δὲ τὸ ὑπόλοιπον 60.000.000 τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὸ δικαίωμα οἱ κεφαλαιοῦχοι τῶν Παρισίων νὰ καταβάλλωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ μηνιαίων δόσεων καθ’ ὃν χρόνον τὸ μὲν Ἑλληνικὸν Δημόσιον θὰ ἐπλήρωνεν εἰς αὐτοὺς περὶ τὰ 6%, αὐτοὶ δὲ θὰ ἐπλήρωνον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον 1½%. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα ὅτε μίαν ἡμέραν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετέβη εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἶπε· «παρουσιάσθη εὐκαιρία ν’ ἀγοράσωμεν ἓν θωρηκτὸν τῆς Ἀργεντινῆς ἢ Βραζιλίας καὶ ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων». Ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῷ ἀπαντᾷ: «Ἔχετε διαθέσιμα χρήματα σεῖς;». — «Ὄχι. Ἔχομεν μόνον τὸ ὑπόλοιπον τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀπὸ τοῦδε, διότι οἱ κεφαλαιοῦχοι δύνανται νὰ τὸ δώσωσιν εἰς μηνιαίας δόσεις». Κατὰ παράκλησιν δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τότε ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις τηλεγραφικὰς μετὰ τῶν ἐν Παρισίοις κεφαλαιούχων ὅπως δεχθῶσι προεξόφλησιν. Ἀλλ’ αὐτοὶ προέβαλλον ποικίλους λόγους. Ἔλεγον· «Ἠξεύρομεν τί θέλει ἡ Ἑλλὰς τὰ χρήματα. Τὰ θέλει διὰ πολεμικοὺς σκοποὺς καὶ ἡμεῖς θέλομεν εἰρήνην. Δὲν θέλομεν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν αὐτὰ εἰς ἀπόκτησιν πλοίων ἢ ἄλλων πολεμικῶν εἰδῶν». Καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἀπήντα εἰς αὐτούς: «Δὲν δύνασθε νὰ γνωρίζητε πρὸς τίνα σκοπὸν θέλει ἡ Ἑλλὰς τὰ χρήματα, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀπαραιτήτως ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην λόγῳ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου ὑποχρεώσεων ν’ ἀναλάβῃ τὸ ποσὸν τοῦτο δι’ οἱασδήποτε προεξοφλήσεως». Ἔλεγε πρὸς αὐτοὺς ὅτι σήμερον πληρώνει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον διὰ τῶν προκαταβολῶν τῶν προηγουμένων 6 καὶ 7%, πληρώνει διὰ τὸ δάνειον τὸ ἄλλο 6%, δηλαδὴ 13%, καὶ ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς 1½%. Κατώρθωσε δὲ διὰ πολλῶν προσπαθειῶν νὰ προεξοφλήσῃ τὸ ποσὸν καὶ νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπε μάλιστα τότε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν· «Χρειάζεσθε καὶ ἄλλα χρήματα;». «Ναί», ἀπήντησεν οὗτος, «ἄλλα 70.000.000». «Θὰ σᾶς τὰ δώσωμεν καὶ αὐτά, ἀλλὰ πρέπει νὰ μείνωσιν ἄθικτα μέχρις ἐξευρέσεως τοῦ καταλλήλου θωρηκτοῦ πρὸς ἀγοράν». Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνέμενεν ὁ Διοικητὴς νὰ τῷ ἀναγγείλῃ ὁ Ὑπουργὸς ὅτι ἠγοράσθη τὸ θωρηκτὸν καὶ πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ καταβάλῃ τὸ ποσόν, μανθάνει παρ’ αὐτοῦ ὅτι ἐναυάγησεν ἡ διαπραγμάτευσις. Παρέρχονται ἡμέραι καὶ ἐπανέρχεται ὁ Ὑπουργὸς καὶ λέγει· «Τέλος πάντων εὑρέθη τὸ θωρηκτόν, ἀλλὰ τώρα δυστυχῶς δὲν ἔχομεν 60.000.000, ἀλλὰ 45.000.000, διότι τὰ ἄλλα διετέθησαν εἰς ἄλλας ἀνάγκας». Ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῷ λέγει: «Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἔκαμα θερμὴν σύστασιν, ὅτι, ἂν ὡς παντοῦ λέγεται καὶ πιστεύεται ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἐνισχυθῇ ναυτικῶς, διότι πολὺ πιθανὸν νὰ κατέλθῃ εἰς ἀγῶνα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θέσητε χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν;». Ὁπωσδήποτε ὅμως ἔσπευσεν ἡ Τράπεζα καὶ ὑπεσχέθη νὰ καταθέσῃ τὰ 15.000.000. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἄνθρακες ὁ θησαυρός. Παρῆλθε καιρὸς καὶ ἐμφανίζεται ἐκ νέου ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ λέγει: «Τώρα εὕρομεν νέον θωρηκτόν, δυστυχῶς ὅμως τώρα δὲν ἔχομεν οὔτε τὰ 45.000.000, ἠναγκάσθημεν νὰ ἐξοδεύσωμεν ἄλλα 15.000.000». Καὶ πάλιν ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἐδέχθη, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐναυάγησαν αἱ διαπραγματεύσεις. Μίαν ἡμέραν ὅμως περιχαρὴς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐμφανίζεται πρὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης καὶ λέγει: «Τέλος πάντων ἠγοράσαμεν δύο θωρηκτὰ παρὰ τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος νὰ μετρήσωμεν ἐντὸς δύο ἡμερῶν τὸ ποσὸν τῶν 65.000.000. «Πολὺ καλά», ἀπήντησεν ὁ Διοικητής· «ἔχετε ὑπόλοιπον 30.000.000· τὰ λοιπὰ θὰ σᾶς τὰ δώσω ἐγώ». «Ὄχι», ἀπαντᾷ ὁ κύριος Ὑπουργός. Τὸ Κράτος εὑρέθη καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαθέσῃ δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου καὶ ἄλλα 15.000.000, καὶ τότε, ἐπειδὴ δὲν ἤρκουν τὰ χρήματα, ἐδέησεν ἡ Τράπεζα νὰ καταβάλῃ καὶ τὰ λοιπά. Ὅτε ἤκουσε τοῦτο ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, εἶπε· «πρόκειται, κύριε Ὑπουργέ, νὰ θέσω εἰς τὴν διάθεσίν σας ἀμέσως καὶ τηλεγραφικῶς 55.000.000 εἰς χρυσόν. Ἠξεύρετε τοῦτο τί σημαίνει διὰ τὴν Τράπεζαν; Πρόκειται ν’ ἀπογυμνωθῇ σχεδὸν τοῦ μεγίστου μέρους τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου αὐτῆς· ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσητε τοὐλάχιστον τὴν Τράπεζαν μὲ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου εἰς τὰς νέας χώρας καὶ νὰ παρουσιάσω τοῦτο εἰς τὸ Συμβούλιον, ἐλπίζω δὲ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις καὶ νὰ διαθέσωμεν τὸ ποσόν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι θὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκεῖνος ἂς πράξῃ ὅ,τι θέλει. Μετ’ ὀλίγον καλεῖται ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς δικτάτωρ...

§138Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Καὶ εἶναι δικτάτωρ.

§139ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. .. εἶπεν· «ἐτόλμησες ν’ ἀντισταθῇς εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Κράτους;». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι εἶχε τὸν κ. Καλογερῆν, ὁ ὁποῖος διατασσόμενος νὰ μετρήσῃ χρήματα καὶ μὴ πράττων τοῦτο βεβαίως ἔπρεπε παρὰ τοῦ προϊσταμένου του νὰ ὑποστῇ ἀπειλὰς καὶ ἐπιπλήξεις, μολονότι δὲν ἠξεύρω ἂν κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὸν προϊστάμενόν του Ὑπουργὸν ν’ ἀπευθύνῃ τοιαύτας διαταγὰς περὶ πληρωμῆς εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν καὶ ἂν δὲν ἐξετελοῦντο νὰ προβῇ εἰς ἐπιπλήξεις καὶ ἀπειλάς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκετο εἰς τὰ νεῦρά του. Πῦρ καὶ μανία, ὅτε ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῷ λέγει· «κ. Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ ἐκβιάσεώς τινος· τὰ χρήματα θὰ σταλῶσι, διότι ὁμολογοῦμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι πρόκειται περὶ ὑψίστης ἀνάγκης καὶ αἱ τύχαι τῆς τε Τραπέζης καὶ τοῦ Κράτους εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμέναι καὶ θὰ προτιμήσωμεν ν’ ἀποστερήσωμεν τὴν Τράπεζαν τοῦ μεγίστου μέρους τοῦ εἰς χρυσὸν ἀποθέματός της διὰ νὰ προλάβωμεν τὸν κίνδυνον τὸν ἀπειλοῦντα τὴν Χώραν ἡμῶν». Ἀλλ’ εἶπεν εἰς αὐτὸν ὅ,τι προηγουμένως εἶχεν εἴπει καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ τὴν ὑπόσχεσίν σας ὅτι μᾶς δίδετε τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας;». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει· «πολὺ καλά, ἀλλὰ τώρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύμβασις, οὔτε τοὺς ὅρους δυνάμεθα νὰ ἐπεξεργασθῶμεν· σᾶς λέγω μόνον ἁπλῶς ὅτι ἡ ἐπέκτασις θὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, διότι τὸ Κράτος εἶναι ὑπὲρ τῆς Τραπέζης». Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λέγει τότε ὅτι, «προκειμένου περὶ τῶν καθέκαστα ὅρων, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ τεθῶσι, διότι δὲν εἶναι εὔκολον ἐντὸς μιᾶς καὶ δύο ἡμερῶν νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις καὶ νὰ ὑποβληθῇ· ἐγὼ δέχομαι νὰ μᾶς ἐξοφλήσητε κατ’ ἀρχὴν τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου, προκειμένου δὲ περὶ τῶν λεπτομερειῶν, ὁσάκις ἐπέρχεται διαφωνία τις μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Τράπεζα καθιστᾷ ὑμᾶς, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διαιτητὴν μὲ τὴν ἐξουσίαν οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἐκδώσητε σεῖς ἐπ’ αὐτῆς νὰ εἶναι ἀνέκκλητος καὶ ἐκτελεστή». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε· «πολὺ καλά· νὰ μοὶ ἀποστείλητε μίαν ἐπιστολὴν καὶ ἐγὼ θὰ καλέσω τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀμέσως, θ’ ἀνακοινώσω τὸ ζήτημα καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν». Ἡ ἀπάντησις ἔχει οὕτως: «Ὡς καὶ προφορικῶς ἐξέθηκα ὑμῖν, ἡ Κυβέρνησις ἀείποτε ἀπέβλεψεν εἰς τὴν τοπικὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἵδρυσιν νέας ἐν αὐταῖς ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἐννοεῖτε καλῶς ὅτι ἡ ἐπέκτασις αὕτη θὰ γίνῃ ἐξασφαλιζομένων εἰς τὸ Κράτος εὐλόγων καὶ ἐπαρκῶν ἀνταλλαγμάτων, ὡς τοῦτο ἐγένετο πανταχοῦ. Τὴν ἐλευθέραν δὲ συζήτησιν τῶν ἀνταλλαγμάτων τούτων ἤθελον νὰ διαφυλάξω ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ὅτε ἐδήλωσα ὑμῖν σήμερον τὴν πρωΐαν ὅτι δὲν δύναται ἡ περὶ τούτου συζήτησις νὰ γίνῃ ἐν σπουδῇ. Ἤδη μετὰ τὴν λῆψιν τῆς σημερινῆς ἐπιστολῆς σας, δι’ ἧς ὄχι μόνον ἀσφαλίζεται ἡ ἄνετος συζήτησις τῶν ὅρων ὑφ’ οὓς θὰ γίνῃ ἡ ἐπέκτασις, ἀλλὰ φθάνετε νὰ προτείνητε ὅπως, ἐν περιπτώσει διαφωνίας ἐπί τινος τῶν ὅρων τούτων, αὕτη λυθῇ διαιτητικῶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδένα πλέον ἔχω ἐνδοιασμὸν νὰ δηλώσω ὑμῖν ὅτι ὑπὸ τοὺς ἐκτεθέντας ὅρους τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι σύμφωνον εἰς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Τραπέζης Κρήτης, ἧς ἐν τούτοις τὴν συγχώνευσιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς οὐδαμῶς ἀποστέργει ἡ Κυβέρνησις». Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς τηλεγραφικῶς ἐντὸς δύο ἡμερῶν διεβιβάσθησαν εἰς τὴν Ἀμερικὴν τὰ 55 ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπετέθη κατὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης ὅτι πρώτην φορὰν ἐδόθη εὐκαιρία εἰς αὐτὸν ὡς Ὑπουργὸν νὰ συνομολογήσῃ μίαν σύμβασιν μὲ τὴν Τράπεζαν καὶ ὁ Διοικητὴς ἐπέβαλεν ὅρους βαρεῖς, βαρυτέρους ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν Διοικητοῦ, ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησε, φαίνεται, διότι δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἐξεπίτηδες ἔπραξε τοῦτο, ὅτι πᾶσαι σχεδὸν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος συμβάσεις μετὰ τῶν σχετικῶν Β. Διαταγμάτων καὶ αὐτὴ ἡ τοῦ δανείου τῶν 65 ἑκατομμυρίων τῆς 13 Σεπτεμβρίου ἔχουσι συνταχθῆ ἰδιοχείρως ὑπὸ τοῦ κ. Ι. Εὐταξίου, ὅστις καὶ ὡς Ὑποδιοικητής, ἀναπληρῶν τὸν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἀπόντα Διοικητὴν Βαλαωρίτην, ἐφάνη πάντοτε πρόθυμος νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ Κράτος ἐκ παντὸς τρόπου. Αὐτὸς συνωμολόγησε καὶ τὰ πλεῖστα τῶν προσωρινῶν δανείων μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν καιρῷ πολέμου.

§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ διαταγὴν ὅμως.

§141ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅστις γινώσκει τὰς διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης βεβαίως δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς τὸν Διοικητὴν ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ἀναπληροῖ ἐν πᾶσιν ὁ Ὑποδιοικητής. Εἶχε τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν συμφωνίαν μετὰ τοῦ Διοικητοῦ νὰ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν αὐτῶν τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ τὰ καθέκαστα, οἱ ὅροι, τὰ κείμενα ἦσαν ἰδιόχειρα γράμματα τοῦ Ὑποδιοικητοῦ. Αὐτό, Κύριοι, τὸ δάνειον τῆς ἐπιτάξεως, τὸ Διάταγμα αὐτοῦ εἶναι ἔργον τοῦ τότε Ὑποδιοικητοῦ Ἰω. Εὐταξίου, αὐτὴ ἡ σύμβασις ἡ ἀναφερομένη τώρα διὰ τὰ 55 ἑκατομμύρια καὶ τὰ ἄλλα 10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα βραδύτερον ἐχορήγησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐγράφη ἰδιοχείρως ὑπὸ τοῦ Ἰω. Εὐταξίου. Καὶ ἠθέλετε, Κύριοι, νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν παρακλητικῶς τὴν σύνταξιν καὶ τῆς συμβάσεως διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τῆς Τραπέζης; Βεβαίως ἔργον τοῦ Ἰω. Εὐταξίου εἶναι καὶ τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως αὐτοῦ καὶ ἡ μακρὰ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἡ προταχθεῖσα τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι, εἶναι γνωστὸν ὅτι, ὅτε ἡ σύμβασις αὕτη συνεζητήθη διὰ μακρῶν καὶ ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε μάλιστα ἐδέησε νὰ γίνῃ ἓν πολυμελὲς συμβούλιον εἰς τὸ ὁποῖον μετέσχον ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἕτερος γνωστὸς ἀρχαῖος τραπεζίτης, ὁ κ. Σκουλούδης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ Διοικητὴς καὶ ὁ συνδιοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εὑρέθησαν καθ’ ὅλα σύμφωνοι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλπίζω ὅτι δὲν θ’ ἀρνηθῇ ὅτι κάπου ποτὲ ἐδήλωσεν ὅτι μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης ὑπάρχει πλήρης συμφωνία καὶ ὅτι ζητήματά τινα δευτερεύοντα ὑπολείπονται. Τώρα, Κύριοι, τίνα θὰ πιστεύσητε; Ἐμὲ ἢ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ πιστεύσητε τὰ πράγματα. Ἀφοῦ ἔχετε τὴν συμφωνίαν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα διαφωνία λύεται ὁριστικῶς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, βεβαίως θὰ ἐρωτήσητε τίς διαφωνία ὑπεβλήθη εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνῷ ἐπὶ τοσούτους μῆνας καθ’ οὓς διαρκοῦσιν αἱ διαπραγματεύσεις ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν διαιτησίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ πράγματα σᾶς ἐπιβάλλουσι ν’ ἀποδεχθῆτε ὡς ἀληθῆ αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω ἐγὼ καὶ ὄχι αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἂν εἶχεν ἀντιρρήσεις καὶ διαφωνίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ τίνα λόγον ἔκτοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν προεκάλει τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ συζητήσωσιν, ὥστε, ἂν εὑρίσκοντο ἐν διαφωνίᾳ καὶ πάλιν, νὰ ἐπέλθῃ ἡ διαιτησία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἀπόδειξις ὅτι δὲν ὑπῆρχε διαφωνία εἶναι ὅτι δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἀλλὰ τότε διατί ἐγένοντο ταῦτα; Καὶ τίς ἐλησμόνησεν ὅτι πρὶν συγκληθῇ ἡ Βουλὴ ἅπασαι αἱ ἐφημερίδες ἔγραφον ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ἑτοίμη καὶ ἡ Βουλὴ συγκαλεῖται ὅπως ὑποβληθῇ εἰς αὐτήν; Ὁ πρῶτος καὶ κύριος σκοπὸς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς ἦτο ἡ ἐπιψήφισις τῆς συμβάσεως· καὶ ἔπειτα ἠκούομεν ὅτι αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα ὑποβάλλεται ἡ σύμβασις, τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα ὑποβάλλεται ἡ σύμβασις, ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς ἓν σημεῖον καθ’ ὃ αἴφνης εὑρέθη ἡ ἀφορμὴ τῶν ἐράνων τῆς ναυαρχίδος διὰ νὰ γεννηθῇ ἓν μέγα σκάνδαλον, νὰ παρασταθῇ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ὡς ἐκβιαστὴς τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ παραιτηθῇ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· δύναται νὰ γίνῃ σκέψις περὶ τοῦ δυνατοῦ οἱασδήποτε ἐκβιάσεως ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, ἀφοῦ ἔχετε αὐτὴν τὴν συμφωνίαν καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀπολύτως κύριος ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ πάσης διαφωνίας; Ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἦτο ἐκδίκησις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς Τραπέζης. Καὶ ἐρωτᾷ ὁ κύριος Διοικητὴς τῆς Τραπέζης· διατί ἐπὶ 9 μῆνας ἀνεβάλλετε ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἕως οὗ ἐπὶ τέλους γενομένης ταύτης δὲν καταβάλλονται οἱ τόκοι;

§142ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχει ὑποβληθῇ ἤδη.

§143ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας νὰ ὑποβληθῇ καὶ τὴν ὑπεβάλετε μόλις πρὸ 3 ἡμερῶν. Καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε πότε ἐδημοσιεύθη ἡ ἐκκαθάρισις. Ἐγὼ ἀναδιφήσας ὅλην τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» ἀπὸ τῆς 10ης Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἀνεῦρόν που αὐτὴν δεδημοσιευμένην. Ἔπρεπεν ὄχι μόνον νὰ δημοσιευθῇ τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος, καὶ ἐντούτοις δὲν ἐδημοσιεύθη οὔτε ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ Διάταγμα, ἐνῷ ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συγκλήσεώς της νὰ γίνῃ τοῦτο. Καὶ λέγετε τοῦτο ὡς πρᾶξιν φιλικὴν πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἔχει δαπανήσει ἡ Τράπεζα κατὰ παράκλησιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τὰ δέκα ἑκατομμύρια καὶ ἐντούτοις οὐδεμία ἐκκαθάρισις ἐγένετο. Τουναντίον ἡ Τράπεζα εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἐπιθέσεις ἀδίκους, εἰς ὑπαινιγμοὺς κακοήθεις καὶ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ σίτου καὶ διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ, μολονότι ἐνήργει πάντοτε κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ ζήτημα ὑψίστης ἀνάγκης, ἵνα προλάβῃ τὴν πεῖναν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ φέρουσα σῖτον εἰς αὐτόν. Καὶ ἐν τούτοις ἠκούσθησαν τόσα καὶ τόσα κατ’ αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις τὰ πάντα ἐπέρριψεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ἠθέλετε ἡ Τράπεζα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐν τῷ μέσῳ τοιούτων διαθέσεων καὶ ἐπιθέσεων διαθέτουσα ἑκατομμύρια διὰ τὰς τοιαύτας προμηθείας, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ἑβδομάδας ἤδη ἀποφεύγει νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε ἐκκαθάρισιν τῶν ἤδη δαπανηθέντων δέκα ἑκατομμυρίων; Καὶ ἤκουσά τινας τῶν συναδέλφων λέγοντας «φρίκη», ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἡ λέξις αὕτη ἁρμόζει εἰς τὴν Τράπεζαν ἢ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ εὕρῃ ἐπαρκῆ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θὰ σπεύσῃ ὁ ἴδιος νὰ συμπληρώσῃ τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα κενά, τὰ ὁποῖα κατέλιπεν αὕτη, διότι τὸ ὑπόμνημα ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς ἀπάντησις οὐχὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναφορικῶς πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης. Δύνασθε, Κύριοι, ἂν θέλητε, ἀφοῦ περιεβλήθητε διὰ τοιαύτης μοναδικῆς ὁμολογουμένως εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ πολιτικῆς δυνάμεως, ὄχι μόνον τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης νὰ καθαιρέσητε δι’ ἑνὸς τοιούτου νομοθετήματος, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἄλλο ν’ ἀποτολμήσητε καὶ ἄλλον ὑψηλότερον ἱστάμενον ν’ ἀνατρέψητε. Τοιαύτη εἶναι ἡ δύναμίς σας σήμερον καὶ οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ, ἀλλ’ ἔπρεπε ν’ ἀρκεσθῆτε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ξηρὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἴπητε ὅτι ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοὺς μετόχους μιᾶς ἀνωνύμου ἑταιρείας τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγωσι τὸν Διοικητὴν αὑτῶν καὶ ἀναλαμβάνετε ὑμεῖς τὸ δικαίωμα τοῦτο. Καὶ ἂν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ διορισμοῦ, ὅπως ὑπάρχει ἀλλαχοῦ, θὰ ἦτο ὁπωσδήποτε ἀνεκτὸν τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλου τινός, περὶ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ παύῃ τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης. Καὶ γνωρίζετε τί σημαίνει νὰ ἐπικρέμαται ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦ μεγίστου τούτου πιστωτικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος, ἐκ τοῦ ὁποίου τοσαῦτα οἰκονομικὰ συμφέροντα ἐξαρτῶνται, νὰ ἐπικρέμαται ὥσπερ σπάθη Δαμόκλειος ἑκάστοτε ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν; Ἄφετε, Κύριοι, τὰ παραδείγματα τῶν ἄλλων Χωρῶν καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ ἐν πολλοῖς ἄλλοις, μάλιστα δὲ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀκριβῶς ὑπ’ αὐτὸ τὸ σύστημα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προήχθη εἰς δύναμιν μεγάλην καὶ τοιαύτην ὥστε εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις, καὶ αὐτὰς τὰς κρισιμωτάτας, νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος καὶ ἀρωγὸς εἰς τὸ Κράτος.

§144Ν. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν προήγαγε τὸ Κράτος.

§145ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος καὶ ἀρωγὸς καὶ εἰς τὴν καθόλου παραγωγήν, εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν γεωργίαν καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ἀποτολμήσατε, Κύριοι, ν’ ἀναλάβητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παύητε τὸν Διοικητὴν καὶ τότε θὰ ἴδητε ποῦ θὰ φθάσῃ τὸ ἵδρυμα τοῦτο. Ἀπὸ τῆς περιωπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἀναχθῆ μέχρι τοῦδε διοικούμενον ὅπως διοικεῖται θὰ ἴδητε αὐτὸ καταπῖπτον εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ συγκλονισθῶσιν αἱ βάσεις καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Χώρας. Ἀλλὰ μὲ διέφυγε, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε λόγον μακρὸν καὶ περὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ μᾶς ὑποβάλῃ αὐτὸ τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, ἵνα ἔχωμεν γνῶσιν αὐτοῦ ἐνταῦθα, καὶ εἶπε δὲν γνωρίζω ποίους ὅρους ἐπαχθεῖς, ἐπαχθεστάτους εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν Χώραν εἶχεν ἡ σύμβασις αὕτη. Ὁ συντάκτης ὅμως τοῦ προσχεδίου τῆς συμβάσεως ταύτης ἀναφέρει τοὺς ἑξῆς φοβεροὺς καὶ ἐπαχθεῖς ὅρους διὰ τὸ Κράτος... (ἀναγινώσκει ἐκ χειρογράφου). Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ μεγάλα καὶ τρομερὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Κράτος καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἔσωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῶν διαπραγματεύσεων τὰς ὁποίας διεξήγαγεν.

§146ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν τὴν ὁποίαν προυκαλέσατε; Θὰ σᾶς δώσω τὸ Διάταγμα τῆς κυρώσεως τὸ ὁποῖον φέρει παλαιὰν ἡμερομηνίαν.

§147ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἔχω μεταξὺ τῶν φύλλων τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἀλλὰ τοῦτο δὲν μειοῖ τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἔχετε, διότι δὲν ἐσπεύσατε ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ὑποβάλητε εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, ἀλλὰ περιεμείνατε νὰ τὸ πράξητε μετὰ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑβδομάδας. Ἐγώ, Κύριοι, προκαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρέλθῃ αὐτὸς ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ν’ ἀνασκευάσῃ, ἂν δύναται, πάντα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ ὑπομνήματι ἀναφέρονται. Ἀλλ’ ὁσηνδήποτε, Κύριοι, ῥητορικὴν δύναμιν καὶ ἂν ἔχῃ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνατρέψῃ ποτὲ τοῦτο, ὅτι περὶ ἐνασκήσεως ἐκβιάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ ῥήτρα ἡ καθιστῶσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διαιτητὴν μεταξὺ Κράτους καὶ Τραπέζης, ἐν περιπτώσει διαφωνίας. Δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἐκβιάσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τῆς Τραπέζης, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ ἐκβιάσεως τῆς Τραπέζης ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἀφοῦ νομίζετε ὅτι ἔχετε λόγον νὰ θελήσητε νὰ ἐκτοπίσητε τὸν Ἰω. Εὐταξίαν ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι εἶσθε ἐλεύθεροι, ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ ψηφίσητε ἓν ἁπλοῦν νομοσχέδιον καὶ ν’ ἀναλάβητε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολύητε πάντα Διοικητὴν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς νὰ προβαίνητε εἰς τοιαύτας προσωπικὰς ἐπιθέσεις, καθ’ ὃν τρόπον ἔπραξε προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προκειμένου περὶ ἀνδρὸς ἀπόντος ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀνδρὸς ὅστις κατέχει ἓν τῶν ὑψίστων ἀξιωμάτων παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπηρέτησεν ἐντίμως ὡς δικαστής, ὡς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς Ὑποδιοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τελευταῖον ἔσχε τὴν τιμὴν ν’ ἀναρρηθῇ ἐπὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Διοικητοῦ τοῦ μεγίστου τούτου ἱδρύματος περιβαλλόμενος διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης πάντων τῶν μετόχων αὐτοῦ καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. Ὁσαδήποτε καὶ ἂν εἴπητε ἐναντίον του, εἶναι ἀδύνατόν ποτε νὰ κλονίσητε τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἔχουσι πρὸς αὐτὸν οὐ μόνον οἱ μέτοχοι, ἀλλ’ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός.

§148ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον ἂν ἐδήλουν ὅτι εἶμαι διατεθειμένος εἰς τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ φέρω μεταβολὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐν ταύτῃ τῇ ἐννοίᾳ· ὅτι σήμερον, μεθ’ ὅσα εἶπον προχθὲς καὶ μεθ’ ὅσα κατηγόρησα τοῦ νῦν Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ ὅπως λάβῃ τὴν ἄδειαν ἵνα θέσῃ κατὰ μέρος τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ καλέσῃ τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν νέου Διοικητοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρωίας εἶδον πολλοὺς ἐγκρίτους πολίτας, οἱ ὁποῖοι, καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπιδοκιμάζοντες τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν προκειμένῳ, ἐζήτησαν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν μου μήπως ἡ ἀναγραφὴ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἰς νόμον πάγιον θὰ ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ δειχθῇ βλαπτικὴ καὶ μήπως δὲν θὰ ἦτο καλύτερον, χωρὶς καθόλου νὰ θιχθῶσιν αἱ ἰδέαι αἱ ὁποῖαι προυκάλεσαν τὴν διατύπωσιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, παραμένοντος εἰς ἑκάστην Κυβέρνησιν πάντοτε τοῦ δικαιώματος νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς αὐτὴν τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων νομίζει ἀδύνατον τὴν ἐπὶ πλέον παραμονὴν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, νὰ προκαλῇ δηλαδὴ ἑκάστοτε εἰδικὸν νόμον, ἵνα οὕτως ἔχωμεν τὴν ἐγγύησιν ὅτι μία Κυβέρνησις ἐξ ὑφαρπαγῆς δὲν ἤθελε κάμει κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ πρὶν ἢ ἡ κοινὴ γνώμη προφθάσῃ νὰ παρακολουθήσῃ τὸ πρᾶγμα, καὶ μόνον ἂν εἶναι ἰσχυροὶ οἱ λόγοι ἐκεῖνοι καὶ ἐφ’ ὅσον θέλει μία Κυβέρνησις ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὴν κοινὴν γνώμην, τότε μόνον νὰ προκαλέσῃ εἰδικὸν νόμον. Δηλῶ ὅτι ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν εἶμαι διατεθειμένος νὰ προτείνω τροποποίησιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.

§149Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, Κύριοι, εἰσάγεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζητεῖται νὰ κυρωθῇ μία ἀρχή, ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς τὰ τῆς διοικήσεως δηλονότι τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀναμφιβόλως ἔχει διπλῆν τὴν ὑπόστασιν. Ἔχει μίαν ὑπόστασιν, ἐκείνην ἥτις ἐκ τῶν κατατεθέντων ὑπὸ τῶν συμμετασχόντων εἰς τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ μετόχων κεφαλαίων προκύπτει, καὶ μίαν ἄλλην ὑπόστασιν, ἐκείνην ἥτις προκύπτει ἐκ τῆς ἀναθέσεως εἰς αὐτὸ τῆς διαχειρίσεως προνομίων, προσανηκόντων μὲν εἰς τὸ Κράτος ἢ δημιουργουμένων ὑπ’ αὐτοῦ, ἀνατεθειμένων δὲ ἐπί τισιν ἀνταλλάγμασιν εἰς τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἵδρυμα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται, λέγω, ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης. Δὲν ζητεῖται ἵνα τὸ Κράτος ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν πράξεις τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ ζητεῖται ἵνα ἐπεμβαίνῃ τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐξασκήσεως ὁλοκλήρου τῆς ἐπιβολῆς αὐτοῦ ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιχειρεῖ τὰς τοιαύτας πράξεις. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὐ μόνον νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ὑπὸ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως γενομένην ἐκλογήν, ἀλλὰ καὶ κατόπιν ν’ ἀνακαλῇ τὴν ἔγκρισιν ταύτην, ἐδημιούργει πολὺ μείζονα τὴν συνάφειαν τῶν κατ’ ἰδίαν πράξεων τῆς διοικήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν συνάφειαν ἐκείνην ἥτις ὑφίσταται, ἀφοῦ ἡ διάταξις αὕτη ἀπαλειφθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη θέλει ἀπαλειφθῇ μοὶ ἐπιτρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπέμβασις θὰ κατασταθῇ πολλῷ μικροτέρα παρ’ οἵα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐτίθετο. Διότι δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ ἐπέμβασις ἡ ἀσκουμένη μόνον ἐν τῷ προσδιορισμῷ τοῦ προσώπου τοῦ Διοικητοῦ καὶ τοῦ Ὑποδιοικητοῦ, ἐν τῷ προσώπῳ τῶν ἀποτελούντων τὴν διοίκησιν—ὑποθέτω δ’ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν προσώπων τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου—...

§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.

§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἀπόλυσιν μόνον καὶ ὄχι διὰ τὴν ἔγκρισιν;

§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.

§153Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. ... Ἡ ἐπέμβασις, λέγω, τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐγκρίσεως ἢ τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐγκρίσεως αὐτοῦ διὰ μόνην τὴν ἐκλογὴν τοῦ Διοικητοῦ καὶ τοῦ Ὑποδιοικητοῦ, διατελούντων μετὰ τὴν τοιαύτην ἔγκρισιν ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐξαρτωμένην βεβαίως ἀπὸ μέτρου ἐν τῷ μεταξὺ δυναμένου νὰ ληφθῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ νέου νόμου εἰδικῶς, οὕτως εἰπεῖν, διὰ τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου τούτου ψηφιζομένου, ἡ ἐπέμβασις, λέγω, αὕτη δημιουργεῖ τὴν σχέσιν τοῦ Κράτους πρὸς τὰς κατ’ ἰδίαν πράξεις τῶν ἐν λόγῳ προϊσταμένων τῆς διοικήσεως πολὺ μικροτέραν ἐκείνης ἥτις θὰ ὑφίστατο, ἂν οἱ Διοικηταὶ οὗτοι θὰ ἦσαν ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐξάρτησιν τοῦ Κράτους. Οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω, Κύριοι, νὰ συνομολογήσω ὅτι ἐκτιμῶ κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν πάντα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα προτάσσονται ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοιούτων ἱδρυμάτων, εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι μεγίστην ἀποδίδω σημασίαν εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων εἰς πάντα ἐκεῖνα τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῶν πεισθέντα ἐθέσπισαν τοὺς νόμους ἐκείνους τοὺς ὁποίους εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νόμους διὰ τῶν ὁποίων ὡρίσθη ὅτι εἰς τὰ διάφορα Κράτη τοιαύτην τινὰ ἐπέμβασιν ἐπὶ τῶν Ἐθνικῶν Τραπεζῶν ἔχει τὸ Κράτος. Ἀλλά, καίτοι ταῦτα συνομολογῶ, δὲν δύναμαι νὰ παρίδω ὅτι, προκειμένου νὰ νομοθετήσωμεν θεσμὸν διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν χεῖρα ἐπὶ ἱδρύματος τοιαύτης σοβαρότητος, δύναμαι νὰ εἴπω τῆς ὑψίστης διὰ τὴν Χώραν, καθῆκον ἔχομεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ καθεστὼς καὶ εἰς τὴν ἐξέλιξιν ἐκ τῆς ὁποίας τὸ καθεστὼς τοῦτο ἐδημιουργήθη. Καὶ μόνον ἂν ἐκ τοῦ καθεστῶτος, ἀντικειμενικῶς ἐξεταζομένου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πορισθῶμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐξέλιξις τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς σκοποὺς διὰ τοὺς ὁποίους τὸ ἵδρυμα τοῦτο ὑφίσταται, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς νὰ φροντίσωμεν περὶ μεταρρυθμίσεως. Ἐὰν δὲ ἐκ τῆς μελέτης ταύτης ἠθέλομεν ἀποκομίσει ἀντίθετον ἐντύπωσιν, ἂν ἠθέλομεν ἀποκομίσει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ ἵδρυμα ἀνταπεκρίθη εἰς τοὺς σκοπούς, τοὺς σκοποὺς τοὺς γενικωτέρους, τοὺς σκοπούς, τινὲς τῶν ὁποίων εἶναι ὕψιστοι διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Χώρας, ἐὰν ἀνταπεκρίθη, λέγω, εἰς τοὺς σκοποὺς τούτους, τότε μετὰ πολλῆς προσοχῆς, μετὰ πολλοῦ φόβου πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐκ θεωρητικῶν λόγων κινούμενοι καὶ τὰ παρ’ ἄλλοις κρατοῦντα μιμούμενοι νὰ θέσωμεν χεῖρα εἰς τὸ ἵδρυμα τοῦτο. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω τὸ συμπέρασμα τῆς ἐντυπώσεως τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπισκοπῶν τὴν ἐξέλιξιν τῆς Τραπέζης ἀποκομίζω. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἵτινες θαυμάζουσιν οὔτε τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς καὶ συνέστη καὶ ἐξετυλίχθη, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θαυμάζουσι τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τῆς Τραπέζης μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ἰδίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, διερρύθμισε τὰς σχέσεις αὐτοῦ μετὰ τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ λέγω ὅτι τὸ συμπέρασμα τῆς παρατηρήσεώς μου εἶναι ὅτι ἡ Τράπεζα κατὰ στιγμὰς κρισίμους εἰς τὴν Χώραν ἐξετέλεσε τὸν προορισμὸν αὐτῆς ὡς ἐθνικοῦ ἱδρύματος κατὰ τρόπον μαρτυρήσαντα τηλικαύτην ἐπάρκειαν, ὥστε νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπῃ τις ὅτι, οἱαιδήποτε καὶ ἂν παρεσχέθησαν εἰς τὸ ἵδρυμα παροχαί, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξε γενναιόδωρος ἡ Πολιτεία πρὸς τὸ ἵδρυμα τοῦτο, ὁσαδήποτε καὶ ἂν παρεσχέθησαν εἰς αὐτὸ προνόμια, ὑπῆρξε τὸ ἀντιστάθμισμα πασῶν τούτων τῶν θυσιῶν, πασῶν τούτων τῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς αὐτὸ γενομένων παροχῶν, ὑπῆρξε τὸ ἀντιστάθμισμα κατὰ τὰς κρισίμους στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ὕπαρξις ἐμάχετο τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Διότι, Κύριοι, ἡ ἀποστολὴ ἱδρυμάτων τοιαύτης φύσεως, ἱδρυμάτων εἰς τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος, παρὰ τὰ εἰσφερόμενα ὑπὸ τῶν μετόχων χρήματα, συνεισφέρει μέρος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, τὴν ἄμετρον ποσότητα τῶν προνομίων, τοιαῦτα ἱδρύματα ἔχουσι καὶ ὑπέρτερον προορισμόν, ἀπορρέοντα οὐχὶ ἐκ τῆς γενναιοδωρίας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὰ διευθύνουσιν, ἀπορρέοντα οὐχὶ ἐκ τῆς ἀγαθῆς αὐτῶν θελήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς φύσεως τῆς εἰσφορᾶς τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐν τοῖς ἱδρύμασι τούτοις τελεῖ, εἰσφορᾶς δυνάμεως Κράτους, εἰσφορᾶς δυνάμεως ἐπιβολῆς, τὴν ὁποίαν οὐχὶ τὸ χρῆμα, οὐχὶ ἡ θέσις ἣν δημιουργεῖ εἰς τοὺς διευθύνοντας αὐτὰ ἔχουσιν, ἀλλὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰσφερόμενα καὶ τὰ ὁποῖα εἰσφέρονται ἵνα ἐκεῖ ὑπάρξωσιν ἐν ἱερᾷ παρακαταθήκῃ, ὅπως, ἐνισχύοντα τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ, ἐμφανίσωσιν αὐτὸ κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν ἐθνικῶν κινδύνων βάθρον στερεόν ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηριχθῇ ἡ εἰς τὸν ἀγῶνα ἀποδυομένη Πατρίς. Ἀπὸ τοιαύτης δ’ ἀπόψεως ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπῆρξεν ἐπαρκὴς κατὰ τὸ διάστημα τῶν πολέμων καὶ τὴν ἐπάρκειαν ταύτην ἐπέδειξε, διότι εἶχε τονωθῆ ὡς ὀργανισμὸς διὰ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου ἐκ παραδόσεως ἀπὸ τῆς συστάσεως μέχρι τῶν ἡμερῶν ἐκείνων διηυθύνοντο. Εἶχεν ἀνυψωθῆ τοσοῦτον, ὥστε ν’ ἀποτελῇ ἕν τῶν στερεωτέρων ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως ἱδρυμάτων τῆς ὅλης χερσονήσου καὶ τῆς ὅλης Ἀνατολῆς. Βεβαίως διὰ τὴν ἐπάρκειαν ταύτην συνετέλεσε μεγάλως τὸ Κράτος μετὰ γενναιότητος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, πολλάκις μὴ δεδικαιολογημένης. Κύριοι, πρὸ τοιαύτης ἱστορίας καὶ πρὸ τοιούτων ἀποτελεσμάτων τῆς γενομένης διαχειρίσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους διαπιστευθέντων εἰς τὴν Τράπεζαν δυνάμεων, ὀρρωδῶ νὰ θέσω χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἱδρύματος, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κόσμῳ λεπτότερόν τι ἢ τὰ κατασκευάσματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν πίστιν τὴν οἰκονομικήν. Εἶναι τὰ εὐαισθητότερα τῶν πραγμάτων, ἐπιδείξαντα δὲ τοιαύτην δημιουργίαν διὰ τῆς ἐξελίξεως σχεδὸν τριῶν τετάρτων αἰῶνος καὶ δοκιμασθέντα ἐν λειτουργίᾳ αὐτῶν θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε μετ’ ἀπείρου προφυλάξεως καὶ μόνον ὁσάκις ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνεδεικνύετο ἀνεπάρκεια τῆς περαιτέρω λειτουργίας αὐτῶν νὰ γίνηται ἐπέμβασις. Κύριοι, πλὴν τούτου, προκειμένου περὶ τοιούτου θέματος ν’ ἀποφασίσωμεν, εὐκταῖον εἶναι νὰ ῥίψωμεν καὶ ἕν βλέμμα εἰς τὰς σχέσεις τῆς Τραπέζης μετὰ τοῦ Κράτους τὰς μέχρι τοῦδε, καὶ ἰδίᾳ τὰς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, νὰ ἴδωμεν τοὺς δύο αὐτοὺς ὀργανισμοὺς ὄχι μόνον ἐν ταῖς ἐνεργείαις ἐκείναις αἱ ὁποῖαι ἀπὸ κοινοῦ ὑπ’ ἀμφοτέρων καλοῦνται νὰ τελεσθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐκείναις αἱ ὁποῖαι εἰς μόνον τὸ Κράτος ἐπέκειντο. Ἂν κατὰ ταύτην τὴν διεύθυνσιν ῥίψωμεν τὸ βλέμμα, δὲν θὰ μᾶς διαφύγῃ, Κύριοι, ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν προσέξωμεν, ὅτι ὅσον ὁ εἷς ὀργανισμὸς ὑπῆρξε πλήρης ζωῆς, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἐκεῖνα ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἐκαλεῖτο, τόσον ὁ ἕτερος ὀργανισμός, ὄχι, Κύριοι, ἀπὸ οὐσιαστικῆς οἰκονομικῆς ἀπόψεως, ἀλλ’ ἀπὸ ἐπαρκείας διαπραγματεύσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, ὑπῆρξεν ἀτελής. Διότι οὐδεὶς θὰ λησμονήσῃ ἐξ ὑμῶν ὅτι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἴσως κατὰ τὰς ὁμαλὰς περιστάσεις εἶχεν ἐπάρκειαν ὀργανώσεως, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὸ ἀποκλειστικῶς ἐπέκειντο ὡς καθήκοντα, τὸ Κράτος, κατὰ τὰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας αἱ περιστάσεις ἔλαβον ἀνώμαλόν πως χαρακτῆρα, ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ἕτερον ὀργανισμὸν καὶ ζητήσῃ παρ’ ἐκείνου τὴν ἀντιπροσωπείαν του καὶ νὰ ὑποκατασταθῇ ὄχι μόνον εἰς ἐκείνας τὰς ἐξουσίας, τὰς δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων καὶ κατὰ τὰ ἁπανταχοῦ συμβαίνοντα ἀνετέθησαν εἰς τὸν ὀργανισμὸν αὐτόν, ἀλλὰ νὰ ὑποκατασταθῇ καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἰς τὸ Κράτος ἐπέκειντο. Κύριοι, λέγων τοῦτο, μὴ νομίσητε ὅτι κατηγορῶ. Τὸ λέγω διὰ νὰ σημειώσω τὸ γεγονὸς εἰς τὴν προσοχὴν ὑμῶν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ εἶναι τοσοῦτον ἐπιβεβλημένον, καὶ κείμενοι νόμοι νὰ παροραθῶσι καὶ διατάξεις νόμων νὰ καταστρατηγηθῶσιν ἵνα ἡ ἀντιπροσώπευσις τοῦ Κράτους τελεσθῇ κατὰ τρόπον ἐπιβαλλόμενον μὲν ὑπὸ τῆς προνοίας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἄγοντα εἰς τὴν ὑποκατάστασιν τῆς Τραπέζης εἰς τὰ ἔργα τοῦ Κράτους. Εἶναι, Κύριοι, τοῦτο ἄξιον νὰ σημειωθῇ, καὶ εἶναι ἄξιον νὰ σημειωθῇ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, διότι πρόκειται ἤδη ἐκ τῶν δύο τούτων ὀργανισμῶν ὁ εἷς, ὁ ὁποῖος κατεδείχθη ἐπαρκὴς ὄχι μόνον ἵνα ἐπὶ τὰ ἑαυτοῦ ἀνταποκριθῇ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὰ τοῦ ἄλλου ἐπαρκέσῃ, νὰ τεθῇ ὑπὸ ἐξάρτησίν τινα ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου ὅστις καὶ ἐπὶ τὰ ἑαυτοῦ ἀνεπαρκὴς ἀναδειχθεὶς ἀνέθηκε τὴν διαχείρισιν τῶν ἑαυτοῦ εἰς τὸν ἕτερον. Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι τὰ τοῦ Κράτους ἐν σχέσει μὲ τὴν διαχείρισιν — καὶ ὁμιλῶ ὑπὸ ἔποψιν ὀργανώσεως ὑπηρεσιῶν — μὲ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ διαχειριστικοῦ τῶν δημοσίων συμφερόντων προσωπικοῦ ἔχει φθάσει εἰς τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον τῆς προόδου εἰς τὸν ὁποῖον εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ εἶχε φθάσει, εἰς ἐκεῖνον τοὐλάχιστον, ὥστε ἐπαρκοῦν ἐπὶ τὰ ἴδια τέλη νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προσφεύγῃ εἰς τὸν παράπλευρον οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν τῆς Τραπέζης. Ἕνεκα δὲ τούτου συμβαίνει καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον πάντοτε σπουδαίαν ἤσκησε σημασίαν ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ παρετηρήθη ὑπ’ αὐτῆς· συνέβη τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνὰ πᾶσαν ἀπὸ συστάσεως τῆς Τραπέζης μέχρι σήμερον διαπραγμάτευσιν Τραπέζης καὶ Κράτους εἶναι μειονεκτικὴ ἡ θέσις τοῦ Κράτους, καὶ εἶναι μειονεκτικὴ ὄχι λόγῳ τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἀποκτήσει ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἀδυναμίας τοῦ Κράτους. Κύριοι, τὰ δύο ἱδρύματα, τὸ Κράτος ἐν τῇ διαχειριστικῇ τῶν δημοσίων συμφερόντων ὑποστάσει, τῇ οἰκονομικῇ, καὶ ἡ Τράπεζα ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς συμφερόντων, δὲν εἶναι ἰσοϋψῆ, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πᾶσα πρέπει νὰ γίνῃ ἐργασία, ὅτι πᾶσα πρέπει νὰ καταβληθῇ πρόνοια, τὰ πάντα πρέπει νὰ τελεσθῶσιν, ἵνα τὸ Κράτος κατασταθῇ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων αὐτοῦ ἰσοϋψὲς καὶ ὑψηλότερον ἀκόμη ἀπὸ τὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐπίτευξις τοῦ ἰσοϋψοῦς τούτου πρέπει νὰ γίνῃ διὰ τῆς θέσεως τῆς Τραπέζης ὑπὸ τὸ Κράτος. Ἴσως θὰ φανῇ τότε ὑψηλότερον τὸ Κράτος, ἀλλὰ διὰ τῆς μειώσεως τοῦ ὕψους ἐκείνης, τὸ δὲ ἐπιζητητέον εἶναι τοῦτο· πᾶσα πρέπει νὰ καταβληθῇ προσπάθεια, ἵνα τὸ Κράτος ὑψωθῇ ὑπὲρ τὴν Τράπεζαν, οὐχὶ ἵνα ἡ Τράπεζα κατέλθῃ ὑπὸ τὸ Κράτος. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ φέρω ἀποδείξεις τούτων, τὰ ὁποῖα λέγω, διότι ταῦτα εἶναι πασίδηλα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐχρειάζετο τις ἀπόδειξιν, θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς ν’ ἀναμνησθῆτε ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκεν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτε ἐξέθηκε πρὸς ἡμᾶς τὰ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς ἱδρύσεως τῆς Τραπέζης τῆς Κτηματικῆς πίστεως. Καὶ ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς μίαν μεγάλην ἀλήθειαν· ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετὰ τοῦ Κράτους διεπραγματεύοντο καὶ ἐνόουν νὰ ἱδρύσωσιν, ἀγνοῶ κατὰ ποίους τύπους, τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην ἐν Ἑλλάδι τί ἠξίωσαν; Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ συμμετάσχῃ. Τί νομίζετε ὅτι εἶναι τοῦτο; Ἡ Τράπεζα νὰ συμμετάσχῃ, ἄλλως δὲν ἱδρύομεν τὴν ἐπιχείρησιν. Νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἕτερόν τι παρὰ ἀναγνώρισις, δήλωσις τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ εἶχον, περὶ μὴ πλήρους ἐπαρκείας τοῦ Κράτους ἵνα τὰ θέματα ταῦτα διαχειρισθῇ; Καὶ τὸ Κράτος εὑρέθη μὲ τὴν Τράπεζαν εἰς τὴν λίαν περίεργον θέσιν νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ προέλθω εἰς συμφωνίαν, ὄχι διότι δεσμεύομαι ἐκ τῆς συμβάσεως, διότι, ἐφ’ ὅσον περὶ τοιούτου τινὸς ἐπρόκειτο, ἠδυνάτει πέρα τῆς συμβάσεως νὰ ἐξέλθῃ, ὄχι διότι δεσμεύομαι ἐκ τῆς συμβάσεως...

§154Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ διεξήγαγον ἐγὼ τὰς διαπραγματεύσεις, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς· τοῖς εἶπον ὅτι ἔχομεν δέσμευσιν μὲ τὴν Τράπεζαν μέχρι τοῦ 1930, διὰ νὰ ἐξασκῇ καὶ αὕτη τὴν κτηματικὴν πίστιν. Μονοπώλιον ὅμως τῆς κτηματικῆς πίστεως δὲν ἔχει ἡ Τράπεζα. Εἶπον λοιπὸν εἰς αὐτούς: Ἔλθετε παραλλήλως νὰ ἱδρύσητε σεῖς μίαν Τράπεζαν Κτηματικῆς πίστεως καὶ νὰ ἐργασθῆτε μέχρι τοῦ 1930, ὁπότε τὸ Κράτος θὰ ἦτο ἐλεύθερον νὰ μὴ δώσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἠξίουν ἀπὸ τοῦδε νὰ μετάσχῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ὥστε τὸ Κράτος δὲν εἶπεν ὅτι ἄνευ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν κάμνομεν τίποτε.

§155Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διότι εἶχον σύμβασιν.

§156Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αὐτοὶ ἠξίουν ἡ Τράπεζα νὰ ἐκχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς τὰς ἐνυποθήκους πιστώσεις.

§157Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἠξίουν δηλαδὴ ἀπὸ τοῦδε τὸ μονοπώλιον.

§158Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μόλις ἐζήτησαν τὸ μονοπώλιον ἦτο ὁ πρῶτος ὅρος τὸν ὁποῖον ἀπέκρουσα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς.

§159Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν οὐσίαν τῶν διαπραγματεύσεων, περὶ ἧς δὲν πρόκειται σήμερον. Τὸ ὅτι ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκρίθη, καλῶς ἢ κακῶς, δικαίως ἢ ἀδίκως, ὡς ὅρος ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ἵνα προέλθωσιν εἰς συμφωνίας μετὰ τοῦ Κράτους εἶναι φανερόν.

§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὸν ἀνταγωνισμὸν ἠθέλησαν νὰ μετάσχῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.

§161Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους, ἀλλ’ ἐξ ὅλης τῆς ἱστορίας τὴν ὁποίαν μᾶς ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς — καὶ δὲν λέγω ταῦτα ἵνα κακίσω τὸν κ. Ὑπουργόν — ἐν σχέσει πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν δανειστῶν προκύπτει ὅτι ἡ θέσις τῆς Τραπέζης ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ Κράτους εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον ἰσχυρὰ ἀπέναντι αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τοῦτο εἶναι φυσικὴ συνέπεια τῆς μὴ ὑπὸ τοῦ Κράτους προσηκούσης ὀργανώσεως τῶν σχετικῶν αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν. Δὲν ἐπεκτείνομαι περισσότερον ἐπὶ τούτου, ἂν δ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐπεκταθῇ τις, θὰ εἶχε νὰ φέρῃ ἀποδείξεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ὄντως θὰ ἔθλιβον. Θὰ συνίστων δέ, ὑπερμαχῶν τῆς ἀπολύτου χειραφετήσεως τοῦ Κράτους ἐν τοῖς ἑαυτοῦ πράγμασιν ἀπὸ τῆς Τραπέζης καὶ παντὸς ἄλλου ὀργανισμοῦ, ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ νὰ καταβληθῇ συντονωτάτη μέριμνα, ὅσον ἔνεστιν ἐπιμεμελημένη, ὑπὲρ τῆς διοργανώσεως τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἄν τοῦτο, Κύριοι, συνέβαινε, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συζητῶμεν σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἡ Τράπεζα δὲν θὰ ἦτο ἐν θέσει τοιαύτῃ, ὥστε νὰ καταστήσῃ τόσον αἰσθητὴν εἰς τὸ Κράτος τὴν κατάχρησιν τῶν προνομίων τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὴν ἐνεπιστεύθησαν λόγῳ τῆς κακῆς ἐνεργείας ἑνὸς Διοικητοῦ. Καὶ τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ἐρχόμεθα εἰς ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ μὴ δεχθῶ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀπόρροια μελέτης τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ἧς νὰ προκύψῃ τὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ τῆς Τραπέζης οὕτω πρέπει νὰ διαρρυθμισθῶσι. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀπόρροια τοιαύτης μελέτης, διότι, ὡς μᾶς ἐδηλώθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ πάντες γνωρίζομεν, ἦλθε διότι ἐπῆλθεν ἡ ῥῆξις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἵνα διευκολυνθῇ ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον. Πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις, συνεχίζουσα τὴν μελέτην αὐτῆς — διότι μοὶ φαίνεται ὅτι ἤκουσα ὅτι ἔχει ἀρχίσει τοιαύτην ἔρευναν τοῦ ζητήματος — νὰ κατέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ εἰσαγάγῃ τὴν τοῦ νομοσχεδίου ἀρχήν· ἀλλ’ ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀρχὴ δὲν εἶναι προϊὸν τῆς μελέτης ταύτης, μήπω συμπληρωθείσης· διότι οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὅτι, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ῥῆξις μετὰ τῆς Τραπέζης, δὲν θὰ εἰσηγεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἵνα εἰσαγάγῃ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ δεύτερον λόγον, τὸν καὶ κύριον, τὸν λόγον ὅτι ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπομακρύνῃ τὸν σήμερον διοικοῦντα τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἵνα τοῦτο πραγματοποιήσῃ εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ περὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις ἔλαβε χαρακτῆρα οἱονεὶ δίκης περὶ τῶν πραχθέντων ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ Διοικητοῦ. Καὶ ἠκούσαμεν προχθὲς τὸ ἐγκλητήριον, διατυπωθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀνεμένομεν σήμερον τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου καὶ ἠκούσαμεν ἀπόψε τὴν δευτερολογίαν, ἂς εἴπωμεν, τῆς κατηγορίας ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἠκούσαμεν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ὑπερασπιζόμενον τὸν κατηγορηθέντα, καὶ ἤχησεν ἐνώπιον ἡμῶν σωρεία πράξεων, πλὴν ἐκείνων τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν προχθὲς ὡς ἀποτελούσας τὴν βάσιν τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἄλλων πολλῶν. Θὰ ἐπεθύμουν ἐν τῷ — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸν χαρακτηρίσω — κυκεῶνι τούτῳ τῶν γεγονότων, τὸν ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ παρακολουθήσωμεν, νὰ θέσωμεν μίαν ἀρχήν, ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ὀρθῶς ἔθιξε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπεν: Ἐγὼ ἀναγνωρίζω εἰς τοὺς διοικοῦντας τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πλῆρες καὶ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα, ἵνα διαχειριζόμενοι τὰ συμφέροντα τὰ προσήκοντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, προκειμένου νὰ συμβληθῶσι μετὰ τοῦ Κράτους, διατυπώσωσιν οἵας ἂν νομίζωσιν αὐτοὶ ὡς ὀρθὰς ἀξιώσεις. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ εἴπῃ εἰς αὐτούς· «παραιτηθῆτε τῶν ἀξιώσεων αὐτῶν καὶ ἂν δὲν παραιτῆσθε θὰ τὰς ἐπιβάλω». Προκειμένου νὰ καταρτισθῇ οἱαδήποτε συμφωνία μεταξὺ Κράτους καὶ Τραπέζης, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσῃ, ἂν δὲν ἔχῃ οὕτως —, ἐπιτρέπω εἰς σᾶς νὰ διατυπώσητε ὁπωσδήποτε νομίζετε κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας τὰς ἀξιώσεις σας, ὅπως καὶ ἐγὼ θὰ διατυπώσω οἱασδήποτε νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχω ἀξιώσεις ἀπέναντι τῆς Τραπέζης καὶ ἂν δὲν συμφωνήσωμεν δὲν γίνεται ἡ σχετικὴ σύμβασις· καὶ ἐγὼ μὲν προνοῶ περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἅτινα διὰ τῆς συμβάσεως θὰ ἱκανοποιοῦντο κατ’ ἄλλον τρόπον, σεῖς δὲ προνοεῖτε περὶ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων σας κατ’ ἄλλον τρόπον. Τοῦτο ἀναγνωρίζω, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἕν δὲν ἀναγνωρίζω εἰς ὑμᾶς. Δὲν ἀναγνωρίζω εἰς ὑμᾶς ὅτι δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχετε εἰς χεῖράς σας, ἵνα ἐξαναγκάσητε ἐμέ, τὸ Κράτος, νὰ ὑποκύψω εἰς τὰς ἀξιώσεις σας ἐκείνας, ὅπως δὲν ἀναγνωρίζω καὶ εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα, κάμνον χρῆσιν τῶν τυχὸν ἐξουσιῶν τὰς ὁποίας αὐτὸ ἔχει, νὰ σᾶς ἀναγκάσω νὰ ὑποκύψητε εἰς τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ. Εἰς τοῦτο εἴμεθα βεβαίως πάντες σύμφωνοι. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι προσθίγεται ἡ ἐλευθερία τοῦ συμβάλλεσθαι, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐκβιαστικὴ χρῆσις ἔγινε, κατάχρησις τῶν ἐξουσιῶν, τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν διὰ τῶν διαφόρων συμβάσεων μετὰ τοῦ Κράτους διὰ τῶν διαφόρων προνομίων αὐτῆς ἔχει ἡ Τράπεζα μὴ ἐπιτετραμμένη, καὶ ἐπέβαλλε τὴν ἄμυναν εἰς τὸ Κράτος, ἄμυναν ἡ ὁποία δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἰδία πρᾶξις ἡ ἐκβιαστικῶς ἐπιβαλλομένη εἰς τὸ Κράτος ἐνδεικνύει, δηλαδὴ ἄμυναν ἐπιτρέπουσαν νὰ γίνῃ ὅ,τι ἀπαιτεῖται διὰ νὰ μὴ ὑποκύψῃ τὸ Κράτος εἰς αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν. Οὕτω τεθείσης τῆς ἀρχῆς, ἓν εἶναι τὸ ἐξεταστέον· εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Διοικητοῦ; Καὶ ἂν εὑρισκώμεθα ἀπέναντι τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Διοικητοῦ, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἂν προβῶμεν εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ διὰ τῆς ψηφίσεως τοιούτου νόμου, φθάνομεν πέρα τοῦ σκοπουμένου· διότι τὸ σκοπούμενον ποῖον θὰ ἦτο; Ν’ ἀπομακρύνωμεν τὸν Διοικητήν. Εἰσάγοντες τὸν νόμον δὲν παρέχομεν τὴν εὐχέρειαν ν’ ἀπομακρύνωμεν μόνον τὸν Διοικητήν, ἀλλὰ θίγομεν καὶ τὸ ἵδρυμα· ἑπομένως ἡ πρᾶξις ἡ καταδικαστικὴ τοῦ Διοικητοῦ πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῇ ὄχι μόνον τὴν ἐν ἁρμονίᾳ ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν θίξιν τοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον, ὁσηνδήποτε καὶ ἂν καταβάλωμεν προσοχὴν νὰ μὴ ὑποστῇ ζημίας ἐκ τοῦ ζητήματος, πάντως θὰ ὑποστῇ τοιαύτας. Τῆς ἀρχῆς ταύτης τιθεμένης ἀπομακρύνονται τῆς ἐρεύνης ἡμῶν πᾶσαι αἱ πράξεις αἱ μνημονευθεῖσαι τὴν ἑσπέραν ταύτην· ἂν καλῶς ἢ κακῶς διεχειρίσθη ὁ κ. Εὐταξίας τὰ τῆς προκαταβολῆς τοῦ δανείου, ἂν προυκάλεσε τὴν δυσμένειαν ἐκείνων μετὰ τῶν ὁποίων συνενοήθη, ἂν ἐζήτησε περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον τόκον, ἂν ἐξεμεταλλεύθη ἢ μὴ μίαν περίστασιν διὰ νὰ λάβῃ τι περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης, αὐτὰ δὲν πίπτουσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐκβιάσεως καὶ μένουσιν αἱ δύο πράξεις τὰς ὁποίας προχθὲς ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι προχθές, ἀκούσας τὴν ἔκθεσιν ὡς ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ κ. Εὐταξίας προσηνέχθη κατὰ τρόπον ὅστις δικαιολογεῖ τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱδρύματος. Μοὶ ἔμενεν ὅμως ὁ ἐνδοιασμός, προκειμένου νὰ τελεσθῇ ἡ ἀπομάκρυνσις αὕτη διὰ θίξεως τοῦ ἱδρύματος, ἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ, δηλαδὴ ἂν τὸ πταῖσμα ἦτο τόσον βαρὺ ὥστε, προκειμένου ν’ ἀπομακρύνωμεν αὐτὸν ἵνα σωθῶμεν εἰς τὸ μέλλον ἐκ τῆς ἐπαναλήψεως παρομοίων πταισμάτων, νὰ θίξωμεν καὶ τὸ ἵδρυμα, τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἦτο μία θυσία. Ὁ ἐνδοιασμὸς οὗτος μόνος μοὶ ἔμενεν. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ προταθῇ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καθίστατο δυνατὸν ν’ ἀπομακρυνθῇ ὁ κ. Εὐταξίας χωρὶς νὰ θιχθῇ τὸ ἵδρυμα, οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν προχθές, ἀκούσας τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δεχθῶ τοῦτο. Ἀλλά, Κύριοι, μετὰ τὸ ἐγκλητήριον ἐπηκολούθησεν ἡ ἀπολογία καὶ ὁ ἐγκαλούμενος ἐξέθηκεν ἐπ’ ἀμφοτέρων αὐτῶν τῶν σημείων διαφόρους ἀνακοινώσεις. Μεταξὺ τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐκτιθεμένων ὑπὸ τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπάρχει ἔν τισι σημείοις διαφωνία, ἐν πολλοῖς συμφωνία. Ὑπάρχει ὅμως ἕν σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου, προκειμένου περὶ τῆς πρώτης κατηγορίας, τῆς πρώτης ἐκβιάσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὰ χρήματα τὰ δοθέντα πρὸς ἀγορὰν τῶν πλοίων, ἐπεθύμουν μίαν ἐξήγησιν: ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι χρήματα εἴχετε νὰ λάβητε ἐκ τῆς προεξοφλήσεως τῶν ἕξ τελευταίων δόσεων τῆς πρώτης σειρᾶς τοῦ δανείου τῶν 500 ἑκατομμυρίων. Αὐτὰ τὰ εἴχετε λάβει;

§162ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἦσαν ἐν τῷ λαμβάνειν.

§163Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἦσαν ἐν τῷ λαμβάνειν. Τὰ 60 ἑκατομμύρια περὶ τῶν ὁποίων ποιεῖται λόγον ὁ κ. Εὐταξίας ἦσαν ἐξ αὐτῶν τῶν δοθέντων πρὸ τοῦ δανείου πρὸς ὑμᾶς, περὶ ὧν ὁμιλεῖ ὁ κ. Εὐταξίας ἐν τῷ ὑπομνήματί του. Ὁ κ. Εὐταξίας λέγει ὅτι εἶχον δοθῆ πρὸ τοῦ δανείου πρὸς ὑμᾶς πρὸ τῆς ἀγορᾶς τῶν πλοίων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι λέγει ὅτι τὰ 60.000.000 τὰ ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν προεξοφλήσεων.

§164ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν τὰ ἔδωκε· τὰ ἐλάβομεν παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ δάνειον.

§165Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ· αὐτὰ εἶναι 60 ἑκατομμύρια προελθόντα ἐκ τῶν προεξοφλήσεων. Αὐτὰ λέγω ὅτι ἦσαν 60 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ Κράτος, καὶ αὐτῶν τῶν χρημάτων ἔκαμε τὴν δήλωσιν.

§166ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι. Οὐδαμῶς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ Βαλαωρίτης ἦτο τοῦτο· ὅτι, ὁπότε μᾶς ἐχρειάζοντο τὰ χρήματα διὰ νὰ πληρώσωμεν τὸ θωρηκτὸν ἢ τὰ θωρηκτά, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἔχουσα ἤδη διὰ τῆς συνομολογήσεως ἑνὸς τμήματος τοῦ δανείου ἀναλάβει προκαταβολὰς ἰδικάς της, θὰ εἶχε κινητοποιήσει τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν ἵνα μᾶς δώσῃ ν’ ἀγοράσωμεν. Ἔχω καθῆκον νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι, ὅτε ἐκάλεσα τὸν κ. Εὐταξίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε μετὰ τὴν ἀναγγελίαν τῆς ψηφίσεως ὑπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς Βουλῆς τῆς πωλήσεως τῶν θωρηκτῶν μεταβάντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὁ κ. Εὐταξίας εἶπεν ὅτι «δὲν δίδω χρήματα, ἂν δὲν ὑπογράψητε τὴν σύμβασιν», ὅτε ἐκάλεσα τὸν κ. Εὐταξίαν καὶ τὸν ἐκακομεταχειρίσθην, ἐφάνην ὀλίγον σκαιός. Ἡμέρας πολλάς, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω, διότι δὲν ἔχω στερρὰν τὴν μνήμην, ὡς ἔχει πρώην συνάδελφός μου, ὁ κ. Εὐταξίας ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἀπεχωρίσθημεν εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον· τότε τῷ εἶπον ὅτι εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἀγορᾶς τῶν πλοίων καὶ ὁ κ. Εὐταξίας εἶπε «βεβαίως τὰ χρήματα ὑπάρχουσι»· δὲν εἶπεν ὅτι δὲν θὰ δοθῶσιν, ἂν δὲν ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν. Αἱ διαπραγματεύσεις τῆς συμβάσεως διεξήγοντο ἐκ παραλλήλου, οὐδέποτε δὲ εἶχε γίνει ἀντικείμενον ὁ ὅρος τῆς προκαταβολῆς τιμήματος· ἀλλ’ ὅτε ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις ἐψήφισε τὴν πώλησιν τῶν θωρηκτῶν ὁ κ. Εὐταξίας εἶπε «ναί, ἂν θὰ τελειώσῃ ἡ σύμβασις» καὶ τότε τὸν ἐκακομεταχειρίσθην.

§167ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ ὑποσχέσεως πρὸς ἐπέκτασιν τῶν προνομίων. Δὲν ἠδύνατο ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν αἱ συζητήσεις καὶ αἱ διαπραγματεύσεις καὶ νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις. Ἐπρόκειτο περὶ ὑποσχέσεως ὡς πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων.

§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ κακομεταχειρισθῶ τὸν κ. Εὐταξίαν τὸν ὁποῖον προσωπικῶς τὸν σέβομαι, εἶναι δὲ καὶ διδάσκαλός μου, καὶ λόγῳ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν κακομεταχειρισθῶ, ἂν μοὶ ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα σύμφωνοι διὰ τὸ προνόμιον τὸν ἐκακομεταχειρίσθην, διότι εἶπεν ὅτι δίδει τὰ χρήματα, ἂν κάμωμεν τὴν σύμβασιν. Ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ εἰς τοιαύτην ὥραν νὰ γίνῃ τοῦτο; Εἶπον ὅτι δὲν δέχομαι.

§169Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ διὰ τῆς ἐρωτήσεως τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβω ἀπάντησιν εἰς τοῦτο τὸ ἐρώτημα: Ὁ κ. Εὐταξίας ἰσχυρίζεται ὅτι εἴχετε λάβει ἐκ τῶν προεξοφλήσεων τῶν τελευταίων δόσεων 60 ἑκατομμύρια, ὅτι ἐκτὸς τῶν 60 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα αὐτὸς χαρακτηρίζει ὡς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ Βαλαωρίτης προώριζε διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων — οὕτω λέγει ὁ κ. Εὐταξίας...

§170ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λέγει ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν ἔλαβέ ποτε τοιαύτης ὑποσχέσεως τοῦ Βαλαωρίτου.

§171Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀδιάφορον. ...Ἐκτός, λέγω, ἐκείνων τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐχαρακτήριζεν ὡς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προωρίζοντο διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων, ἐκτὸς τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν ὑπολοίπων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς προεξοφλήσεως τῶν τελευταίων δόσεων ἐζητήσατε καὶ σᾶς ἔδωκεν ἄλλα 55 ἑκατομμύρια δι’ ὧν ἠγοράσατε τὰ πλοῖα. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἐλάβετε τὰ 60 ἑκατομμύρια καὶ τὰ 55 ἑκατομμύρια. Εἴπετε σεῖς ὅτι ἡ Τράπεζα ἀνέλαβε διὰ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ δανείου τῆς πρώτης δόσεως ἕν μέρος τῶν προκαταβολῶν ἢ προσωρινῶν δανείων τὰ ὁποῖα εἶχε κάμει. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ μοὶ εἴπητε ἂν αὐτὰ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Τράπεζα τὰ ἔλαβεν ἐκ τῶν προηγουμένων δόσεων ἢ ἐκ τῶν ἕξ τελευταίων. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν θέλω.

§172ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ἱστορία τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τῶν 250 ἑκατομμυρίων εἶχε συνομολογηθῆ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἐξωφλοῦντο ἐκ τοῦ προϊόντος αὐτοῦ τὰ δύο προσωρινὰ δάνεια ἐκ 40 ἑκατομμυρίων καὶ τὸ πρῶτον δάνειον τῶν 50 ἑκατομμυρίων, δηλαδὴ 130 ἑκατομμύρια ἐν συνόλῳ. Διὰ τῆς συμβάσεως ὡρίζετο ἐπίσης ὅτι ἡ πληρωμὴ τῶν ποσοτήτων αὐτῶν θὰ ἐγίνετο κατὰ τὴν λῆξιν τῶν σχετικῶν δανείων διὰ τὰ ἔχοντα ἐνιαυσίαν λῆξιν. Πλὴν τούτων ὅμως, ἐκτὸς τῆς περὶ δανείου συμβάσεως, ἥτις οὐδὲν ἀναφέρει, εἴχομεν ἀναλάβει ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν ἐξοφλήσεως ἑτέρων 30 ἑκατομμυρίων, δανείου συνομολογηθέντος διὰ συναλλαγματικῶν ἐπὶ τῇ βάσει ἐψηφισμένου περὶ τούτου νόμου καὶ αἵτινες διετέθησαν πρὸς ἐξόφλησιν ἀπαιτήσεων ἐξ ἐπιτάξεως, κυριώτατα δὲ ἀπαιτήσεων τοῦ Schneider διὰ προμηθείας πολεμικῶν εἰδῶν, ἑπομένως τὸ σύνολον τὸ ὁποῖον εἴχομεν νὰ πληρώσωμεν ἦτο 160 ἑκατομμυρίων. Ἐκ τοῦ προϊόντος αὐτοῦ τοῦ δανείου ἔμεινεν ἑπομένως ὑπόλοιπον 55.000.000 πρὸς διάθεσιν. Ἀλλὰ τὰ 55 αὐτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἦσαν τὸ ὑπόλοιπον, ἦσαν ἐξοφλητέα ἐντὸς 6 μηνῶν μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου. Ἐζητήσαμεν τότε τὴν προεξόφλησιν τῶν 55 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα εἴχομεν νὰ λάβωμεν μέχρι τέλους Αὐγούστου καὶ τῇ ἐπεμβάσει τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατωρθώθη ἡ προεξόφλησις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ. Τὰ 55 ἑκατομμύρια τὰ ἐλάβομεν ἐκ προεξοφλήσεως καὶ διετέθησαν εἰς διαφόρους ἐκτάκτους ἀνάγκας.

§173Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐκ τῶν 160 ἑκατομμυρίων;

§174ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς εἴπω. Ἡ συμφωνία εἰς τὴν ὁποίαν εἴχομεν προέλθει μετὰ τοῦ μακαρίτου Βαλαωρίτου καὶ ἡ ὁποία ἄλλως τε ἐνυπῆρχε καὶ ἐν αὐτῇ τῇ φύσει τῶν πραγμάτων ἦτο ὅτι, ἐπειδὴ ἓν τῶν δανείων τούτων τῶν ἀποσβεσθέντων ἦτο τὸ δάνειον 40 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἦτο προθεσμίας πενταετοῦς καὶ οὐδεμία ὑποχρέωσις ὑπῆρχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν πρόωρον ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου τούτου, ἡ Τράπεζα δὲν μᾶς ἐδάνειζε κατόπιν τὸ αὐτὸ ποσόν.

§175Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ δάνειον ἦτο τοποθετημένον εἰς τὴν Τράπεζαν;

§176ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ εἴπω ἀμέσως. Ἡ Τράπεζα εἶχε νὰ λάβῃ ποσὸν περίπου 65 ἕως 70 ἑκατομμυρίων· ἑπομένως διὰ τῆς ἀποσβέσεως τῶν προσωρινῶν δανείων τὰ κεφάλαιά της τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀκινητοποιημένα ἐκινητοποιήθησαν πάλιν.

§177Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔλαβεν ἐξ αὐτῶν τῶν 160 ἑκατομμυρίων τὰ 70;

§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ 70.

§179ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα, ἔλαβε τὰ ποσὰ ταῦτα ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου.

§180Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπληρώθησαν διὰ μετρητῶν ἢ δι’ ὁμολογιῶν;

§181ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διὰ μετρητῶν.

§182ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προεξωφλήσαμεν ἦτο τὸ πρῶτον ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Ταμεῖόν μας ἀπὸ τὸ δάνειον.

§183Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα διασαφηνίζουσι τὸ σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠρώτησα. Ἡ Τράπεζα εἶχε δηλώσει διὰ τοῦ μακαρίτου Βαλαωρίτου, ὡς ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὡς ἀμφισβητεῖ ὁ κ. Εὐταξίας, ὅτι ἐκ τῆς ἀναλήψεως ἑνὸς ποσοῦ ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀποκτῶσα ἀνανέωσιν χρηματικήν, δὲν ἠδύνατο νὰ δανείσῃ εἰς τὸ Κράτος τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ ν’ ἀγορασθῶσι τὰ πλοῖα. Ὁ κ. Εὐταξίας ἰσχυρίζεται ὅτι οὐχὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ παρελθόντος ἐκ τῆς προεξοφλήσεως τῶν τελευταίων δόσεων ἐνόησεν αὐτὸς καὶ συνεφώνησε καὶ ἐδήλωσε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἀγοράσῃ τὰ θωρηκτά.

§184Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πότε ἐγένετο ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου;

§185Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εἴτε κατὰ τὴν μίαν ἔκδοσιν εἴτε κατὰ τὴν ἄλλην, τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο· ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀναλάβει ἓν ποσὸν περὶ τὰ 60.000.000, ἔχουσα τὴν πεποίθησιν ἐκ τῆς δηλώσεως τὴν ὁποίαν εἶχε, τοῦ Βαλαωρίτου, ὅτι ἐκτὸς αὐτῶν θὰ ἐλάμβανε καὶ τὰ χρήματα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων.

§186ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί λέγετε ὅτι εἶχεν ἀναλάβει ἀπὸ τὴν Τράπεζαν;

§187Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα. Δὲν ἦτο τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἦτο ἐκ τοῦ δανείου. Ἡ Κυβέρνησις τῇ μεσολαβήσει τῆς Τραπέζης εἶχεν ἀναλάβει τὸ ποσὸν τῶν 60.000.000, τὸ ὁποῖον διέθεσε διὰ τὰς συνήθεις δαπάνας τοῦ Ταμείου, εἶχε δὲ τὴν ἐκ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Βαλαωρίτου ἀσφάλειαν ὅτι, ὅτε θὰ ἠγόραζε τὰ πλοῖα, θὰ εὕρισκε τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα πρὸς τοῦτο θ’ ἀπῃτοῦντο. Ὅτε τὰ πλοῖα ἠγοράσθησαν, προσέφυγεν εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ τὴν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας πληρωμὴν τῶν χρημάτων. Κύριοι, ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ χρήματα ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῆς προθεσμίας· ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι συνετελέσθη ἐκβίασις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὅτι τὸ πολὺ ἐγένετο μία ἀπόπειρα ἵνα ἐκβιασθῇ, καὶ τοῦτο, ἂν ἐγένετο ἀπόπειρα ἢ οὔ, ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον διετύπωσεν ὁ κ. Εὐταξίας τὴν περὶ συμβάσεως δήλωσίν του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως — καὶ ὁ κ. Εὐταξίας τὸ δέχεται καὶ ἡ Κυβέρνησις — ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ τῆς συμβάσεως. Καὶ ὑποβάλλω τὸ ἐρώτημα· ὁ κ. Εὐταξίας διετύπωσε τὸ πρᾶγμα τοῦτο κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τὰ ἑκατομμύρια ὡς ὅρον παροχῆς τῶν ἑκατομμυρίων ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἔδιδε τὸ χρῆμα, ἢ ὁ κ. Εὐταξίας, δηλῶν ὅτι θὰ δώσῃ τὰ ἑκατομμύρια, ἠξίωσε παρὰ τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἐξαρτήσῃ τὴν δόσιν τῶν ἑκατομμυρίων ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἀξιώσεώς του, — ὄχι ἁπλῶς ἐζήτησε, παραδέχομαι ὅτι ἠξίωσε — νὰ προβῇ εἰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις καὶ εἰς κανονισμὸν συμφωνιῶν τινων σχετικῶς πρὸς τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον εἰς τὰς νέας χώρας; Ἂν ἔπραξε τὸ πρῶτον ὁ κ. Εὐταξίας, βεβαίως ἀπεπειράθη ἐκβίασιν· ἂν ἔπραξε τὸ δεύτερον, δὲν δυσκολεύομαι νὰ δηλώσω ὅτι διέπραξε πρᾶξιν ἀντικειμένην πρὸς πᾶσαν λεπτότητα συναλλαγῆς, διότι, ἂν τὴν στιγμὴν ἐκείνην καθ’ ἣν προσέτρεξεν εἰς αὐτὸν τὸ Κράτος ζητοῦν 65.000.000 διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ εἰς ὃν σκοπὸν προωρίζοντο εὗρε κατάλληλον διὰ νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, ἐπέβαλεν, οὕτως εἰπεῖν, συζήτησιν χωρὶς νὰ θέσῃ τοῦτο ὅρον, ἂν ἐπέβαλε συζήτησιν περὶ τῆς συμβάσεως εἰδικῶς, τοῦτο ἀποτελεῖ ἔλλειψιν λεπτότητος. Θελήσας, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν εὐμενῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ἦτο φυσικὸν ὑπὸ τὴν εὐγνωμοσύνην, διότι ἐδίδοντο εἰς τόσον κρίσιμον στιγμὴν τὰ χρήματα, νὰ ἐπιδιώξῃ μίαν σύμβασιν διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὠφελήματα, βεβαίως ἔδειξεν ἔλλειψιν λεπτότητος, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐγκρίνω, ἀλλ’ ἀπόπειραν ἐκβιάσεως προσπαθῶν νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸ Κράτος διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς δόσεως τῶν χρημάτων δὲν ἔπραξε.

§188Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν ὑπάγεται τοῦτο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου;

§189Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· ἀφήσατε νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ θὰ εἴπητε κατόπιν τὴν ἰδικήν σας. Ἂν δὲ τὰ πράγματα ἐγένοντο οὐχὶ οὕτως, ἀλλ’ ὡς ὁ κ. Εὐταξίας ἰσχυρίζεται, ὅτι αὐτὸς οὗτος ἠξίωσε νὰ γίνῃ λόγος περὶ τῆς συμβάσεως, διότι εἶχεν ἀνάγκην νὰ γίνῃ δήλωσίς τις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ δοθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ προνόμιον τῆς ἐπεκτάσεως τὸ ἐκδοτικὸν εἰς τὰς νέας χώρας, τότε θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἔκαμέ τι τὸ ψεκτόν. Ἀλλ’ ὁτιδήποτε καὶ ἂν δεχθῶμεν, ἢ τὸ τελευταῖον ἢ ἐκεῖνο ὅπερ καθιστᾷ τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Εὐταξίου ἐστερημένην λεπτότητος, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ δεχθῶ ὅτι ἀπεπειράθη ἐκβίασιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ γεγονὸς ὅτι ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας τῆς μιᾶς ἡμέρας ἐδόθησαν τὰ χρήματα καὶ ἑπομένως, κατὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔθηκεν αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι θὰ προεβαίνομεν ἐκ τούτου τοῦ λόγου εἰς τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀποπέμψωμεν τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ δὴ διὰ μέτρου τὸ ὁποῖον πολὺ πέρα τοῦ σκοποῦ βαίνει, διότι θίγει αὐτὴν τοῦ ἱδρύματος τὴν ὑπόστασιν. Ὑπολείπεται ἡ δευτέρα πρᾶξις τῆς ἐκβιάσεως, ἐκείνη ἥτις συνετελέσθη διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς χορηγήσεως τῶν 3.000.000. Ἐν τῇ πράξει ἐκείνῃ, Κύριοι, ἐπικρατεῖ τοσαύτη σύγχυσις ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν συνελήφθη τὸ σχέδιον νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ τῶν δημοσίων ἀναγκῶν τὰ χρήματα ἐκεῖνα μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξετυλίχθη ἡ πρᾶξις αὕτη ὥστε νὰ παράσχῃ ἀφορμὴν ἡμεῖς νὰ συζητῶμεν, ὥστε εἶναι δυσχερέστατον ν’ ἀντιληφθῇ τις πῶς τὰ πράγματα ἐγένοντο, διότι, ἐνῷ γίνεται μία συνέλευσις πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν παρέστη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ μακρῶν συνεζήτησε, μανθάνομεν αἴφνης ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετέβη ἐκεῖ παγιδευθεὶς καὶ ὅτι...

§190Λ. ΝΑΚΟΣ. Νὰ ἐκκενωθῇ, κ. Πρόεδρε, ἡ αἴθουσα ἀπὸ τοὺς μὴ Βουλευτάς. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή· εἶναι καὶ τραπεζιτικοὶ ἀκόμη.

§191Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. .. μανθάνομεν, λέγω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ὥραν συνεζήτησε μετὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνῷ μετέβη ἐκεῖ οὐχὶ ἵνα ἔλθῃ εἰς συζήτησιν καὶ ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἵνα ἴδῃ τὸν κ. Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει ταύτῃ προέβαλεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἀπορία· τί ἐξηνάγκασε τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ τοιοῦτον σκοπὸν μεταβάντα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἵνα ἴδῃ τὸν Διοικητήν, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δωμάτιον ἐν τῷ ὁποίῳ συνεσκέπτετο συγκεντρωμένη ἡ Ἐπιτροπή, ἵνα ἐπιληφθῇ συζητήσεως μετ’ αὐτῆς, καὶ τί ἠμπόδισεν αὐτόν, ὅτε εἶδε τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτήν, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον καὶ νὰ καλέσῃ τὸν Διοικητὴν ἵνα συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ; Ἔμαθον ὅτι τότε, ἐπινεύοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγένετο ἡ δήλωσις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης ὅτι ὁ μόνος σκοπὸς τῆς Συνελεύσεως ἦτο νὰ βελτιώσῃ τὸ ποσὸν τοῦ τόκου τοῦ διδομένου διὰ τὰ συλλεγέντα χρήματα ὑπὲρ τῆς ναυαρχίδος. Καὶ ἂν περὶ τούτου ἐγίνετο συζήτησις, θὰ προετείνετο ὁ τρόπος καθ’ ὃν τοιαύτη ἐνέργεια θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Καὶ δὲν ἦτο δύσκολον νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος, ἂν κρίνωμεν ἐκ τοῦ Διατάγματος τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ γίνῃ μεταβολή. Ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ συγκληθῇ ἡ Ἐπιτροπή, ἐκ τῆς θελήσεως τῆς ὁποίας θ’ ἀπεφασίζετο ἡ ἀλλοία τοποθέτησις τῶν χρημάτων, ἀφοῦ προηγουμένως θὰ εἶχε μεταβληθῇ τὸ καταστατικόν. Ἡ Ἐπιτροπὴ συγκαλεῖται, μεταβαίνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διεξάγει διαπραγματεύσεις καὶ ἀπέρχεται ἐκεῖθεν.

§192Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου πῶς τὴν ἐξηγεῖτε;

§193Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θὰ ἴδητε. Πῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ἐγίνετο ἄλλη συζήτησις ἢ περὶ βελτιώσεως τοῦ τόκου, ἐμφανίζεται ὁ κ. Ὑπουργός; Καὶ ἐνῷ ἡ συζήτησις εἶχε τεθῇ παρ’ αὐτοῦ τούτου περὶ βελτιώσεως τοῦ τόκου, πῶς λέγεται ὅτι τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται δὲν εἶναι τοῦτο, ἀλλ’ ἄλλο, ἵνα διαθέσῃ τὰ χρήματα οὗτος εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον πρὸς κάλυψιν τῶν μᾶλλον ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ; Πῶς αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε τεθῇ οὔτε ὡς σκοπός, οὔτε ὡς θέμα, οὔτε ὡς ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, ἐζητεῖτο ἤδη καὶ ἐλέγετο ὅτι δὲν ἐπετεύχθη, διότι ἀντέδρασεν εἰς αὐτὸ ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ὡς μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης; Καὶ πῶς ἔδρασεν ὑπὸ τὴν δευτέραν ἰδιότητα, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τὰ ἔντοκα γραμμάτια τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα αὐτὸς εἶχεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ὥστε νὰ πορίζηται αὕτη τόκον 6%; Ὅτε δ’ ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ Ὑπουργοῦ ὅτι οὐχὶ 6% ἀλλὰ 4% ἐλάμβανεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπεν· «ἐγὼ ἐδέχθην νὰ μένωσι 4%, ἀφοῦ τοποθετηθῶσι τὰ χρήματα εἰς ἔντοκα γραμμάτια τοῦ Κράτους», ἐνόει δ’ αὐτοῦ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Κράτος δὲν θὰ τὰ ἐλάμβανεν. Ἐὰν τὰ πράγματα ἐγένοντο ὡς ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐμφανίσει των παρουσιάζονται, δὲν νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται ν’ ἀξιώσῃ ὅτι ἐγένετο ἐκβίασις ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, ἐκ μέρους τοῦ κ. Εὐταξίου, διὰ τῆς τοιαύτης διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως, πολλῷ μᾶλλον καθόσον, πρὶν ἢ ἐμφανισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ὁ κ. Εὐταξίας ἔγραψεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δηλώσας οὕτως ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους· καὶ ἐνήργει οὕτω πρὸς ἐξεύρεσιν μεθόδου, δι’ ἧς τὰ χρήματα θὰ διετίθεντο ὡς προέτεινεν οὗτος, ἔπραξε δὲ τοῦτο ἵνα δημιουργήσῃ ἄνεσιν τοῦ ταμείου τῆς Τραπέζης, ὥστε αὕτη εὐχερῶς νὰ δώσῃ τὰ χρήματα εἰς τὸ Δημόσιον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἐγράφη μετὰ τὴν ἐπιστολὴν ἣν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Εὐταξίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἐξασθένισιν τῆς σημασίας τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Εὐταξίου. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι προσώπου τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε καὶ εἶναι ἀκόμη Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ἀπέναντι προσώπου τὸ ὁποῖον, διαχειρισθὲν ὅσα διεχειρίσθη μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης συμφέροντα, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι παρέσχεν ἀφορμὴν ἵνα περὶ αὐτοῦ κρίνωμεν μετὰ τόσης εὐκολίας ὅτι οὐχὶ καλῶς ἐνήργει, ἀπέναντι προσώπου τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον βίον διεβίωσε χωρὶς νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς δικαίωμα εἰς τόσον δυσμενῆ κρίσιν κατ’ αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης πιθανὸν νὰ μὴ ἐπέδειξε τὴν δεξιότητα περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν πραγμάτων ἣν ἠδύνατό τις ν’ ἀξιώσῃ παρ’ αὐτοῦ, πιθανὸν νὰ μὴ ἐπέδειξε τὴν λεπτότητα ἐκείνην ἣν ἠδύνατό τις ν’ ἀξιώσῃ προκειμένου περὶ διαχειρίσεως τοιούτου θέματος, ἀλλ’ εἶναι πολὺ τολμηρὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐνήργησεν ἐπὶ σκοπῷ ἐκβιάσεως τοῦ Κράτους. Διότι, προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως περὶ ἧς πρόκειται, τελευταῖον ἐζήτησε νὰ λάβῃ βεβαίωσιν ὅτι τὸ Κράτος θέλει συνεννοηθῆ μετὰ τῆς Τραπέζης περὶ τῆς ἱδρύσεως ἱδρύματος πιστωτικοῦ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἠρκέσθη νὰ λάβῃ ἐπιστολήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ δηλοῦται ἐν ῥήτρᾳ τοῦτο — τοῦτο εἶναι τὰ μάλα περίεργον, ἀλλὰ καὶ χαρακτηριστικὸν ἵνα στερεώσῃ τὴν γνώμην ἡμῶν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπέβλεπεν εἰς σκοποὺς ἐκβιαστικοὺς —, ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν μεταξὺ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διαπραγματευομένων τὴν σύμβασιν ἤθελεν ἐπέλθει διαφωνία, διαιτητὴς ἐν ταύτῃ θὰ ἦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν κ. Διοικητὴν τῆς Τραπέζης χωρὶς νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν διαφωνίαν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπὶ θέματός τινος καὶ μάλιστα τοιούτου, σπουδαιοτάτου, οἷον ἡ σύμβασις, θὰ συνενοεῖτο μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ κ. Προέδρου αὐτοῦ κατ’ ἰσχυρότερον λόγον. Διὰ τοιαύτης ῥήτρας καθίστατο διαιτητὴς τὸ Κράτος, διὰ τοιαύτης ῥήτρας παρεδίδοντο τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, ὡς τοῦτο ἐγένετο, ἐν τῇ πεποιθήσει πάντοτε ὅτι δὲν θὰ ἐγίνετο κατάχρησις αὐτῆς. Τῆς τοιαύτης δ’ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Κράτος ὑπῆρχεν ἀπόδειξις καὶ ἐν τῇ ἀρχικῇ συμφωνίᾳ, τῇ λαβούσῃ χώραν κατὰ τὸν χρόνον τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ, γενομένῃ δὲ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν οὐδεμίαν ἀνάμιξιν ἐπίσημον εἶχε τὸ Κράτος εἰς τὰ τῆς Τραπέζης, ἐν συμφωνίᾳ εἰς ἣν εἶχεν ἐκδηλώσει τὴν γνώμην περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπολύτου ἁρμονίας μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης. Κύριοι, συνοψίζων ἐν συμπεράσματι τὴν γνώμην μου λέγω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι ἐκ τῶν κατηγορηθέντων κατὰ τοῦ κ. Εὐταξίου εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ τις εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ γεγόμενα ἐπιβάλλουσι νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, ἵνα τὸν ἀπομακρύνωμεν τῆς Τραπέζης. Προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον θὰ θίξῃ ἵδρυμα τοσοῦτον εὐδοκιμῆσαν, ἐκ μόνης τῆς ἔριδος τῆς ῥήξεως, ἂν θέλητε, τῆς δημιουργηθείσης ἐκ τῶν αἰτίων τούτων μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Εὐταξίου, νομίζω ὅτι θὰ πράξωμεν ἔργον τὸ ὁποῖον εἶναι πιθανὸν ν’ ἀνταποκρίνηται μὲν εἰς ἐξέγερσιν δημιουργηθεῖσαν εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν ἐκ τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Εὐταξίου κατὰ τὴν ὡρισμένην αὐτὴν στιγμὴν ὡς ἀντιπατριωτικῆς, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν τοιαύτη δὲν εἶναι, διότι τὰ χρήματα ἀπεστάλησαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θίγει ἵδρυμα, τοῦ ὁποίου ἡ λεπτότης τῆς κατασκευῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐφθάνετε εἰς τὸν σκοπὸν πρὸς ὃν ἀποβλέπετε ἐξ ἀφορμῆς οἵα ἡ κατὰ τοῦ κ. Εὐταξίου.

§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὅροι, κύριοι Βουλευταί, καὶ αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν βεβαίως δὲν εἶναι ἁρμόδιοι διὰ τὴν προσήκουσαν αὐτοῦ ἐξέτασιν. Νομίζω ἐντούτοις ὅτι δυνάμεθα πρὸς στιγμὴν ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῶν περιστάσεων τούτων καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον καθ’ ἑαυτό. Θὰ ἦτο ἀναμφιβόλως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπιθυμητὸν νομοσχέδιον τοιαύτης φύσεως καὶ τοιαύτης σπουδαιότητος ἂν ἐξεπροσώπει, ὡς ὀφείλει τις νὰ δεχθῇ, τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καί, ἵνα μεταχειρισθῶ ὅρον γνωστὸν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, τὴν τραπεζιτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο ἐπιθυμητόν, λέγω, ἂν ἤρχετο πρὸς συζήτησιν ὑπὸ οὐρανὸν ἀνέφελον καὶ ὑπὸ ἀτμόσφαιραν μὴ πεπληρωμένην ὑπὸ τοῦ ἠλεκτρισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἕνεκα τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον κρατεῖ κατὰ τὰς στιγμὰς ταύτας. Θὰ ἠδύνατο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἡ Κυβέρνησις μετὰ μείζονος ψυχραιμίας νὰ παρακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας της, χωρὶς νὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον παρεξηγήσεως· ἀλλὰ θὰ ἠδύναντο καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας αὐτῶν ἄνευ ὁμοίου κινδύνου. Καίτοι ὅμως, Κύριοι, δὲν θεωρῶ ἕνεκα τῶν ἐκτεθέντων λόγων ἀπολύτως ἁρμοδίαν καὶ ἀπολύτως κατάλληλον τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐμφανίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς προσήκουσαν συζήτησιν, ἐντούτοις δὲν θ’ ἀποτραπῶ τῆς ἀποφάσεως, τοὐλάχιστον ἐγώ, ὅπως ἀποχωρίσω τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐξετάσω τοῦτο καθ’ ἑαυτὸ ἀνεξαρτήτως τῶν περιστάσεων ὑπὸ τῶν ὁποίων συνοδεύεται. Διότι τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ νὰ ῥυθμίσῃ τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης, ἡ ῥύθμισις δὲ τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους ἀπέναντι μιᾶς ἐκδοτικῆς Τραπέζης γεννᾷ μεγάλα προβλήματα, προβλήματα σπουδαῖα δημοσιονομικῆς φύσεως, προβλήματα φύσεως κοινωνικῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ προβλήματα φύσεως κατ’ ἐξοχὴν καθαρῶς πολιτικά. Περὶ τίνος πρόκειται, Κύριοι, κατ’ οὐσίαν καὶ τί ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον καθ’ ἑαυτό; Εἶναι, νομίζω, φανερὸν ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκεται ὅπως μία Τράπεζα ἰδιωτικῆς φύσεως, Τράπεζα ἰδιωτική, περιβεβλημένη ἁπλῶς τὸ προνόμιον τῆς ἐκδόσεως, μία Τράπεζα ἐκδοτική, μεταβληθῇ εἰς εἶδός τι Τραπέζης τοῦ Κράτους. Εἶπον εἶδος Τραπέζης τοῦ Κράτους καὶ δὲν πρέπει νὰ θορυβήσῃ τινὰ ὁ χαρακτηρισμὸς εἰς τὸν ὁποῖον προβαίνω. Ἡ ἐπιστημονικὴ ἀκριβολογία δὲν θὰ ἔστεργε βεβαίως τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οἷαν ἐννοεῖ νὰ καταστήσῃ ταύτην ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ὡς Τραπέζης τοῦ Κράτους. Διότι τὰ κεφάλαια οὔτε ἐν ὅλῳ οὔτε ἐν μέρει ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος, ὡς συμβαίνει διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ῥωσίας, τῆς Σουηδίας καὶ τὴν Ὁμοσπονδιακὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλβετίας, διότι τὰ κεφάλαια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀνήκουσιν εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅμως εἶδος Τραπέζης τοῦ Κράτους ἀποτελοῦσι καὶ ἐκεῖναι αἱ ἰδιωτικαὶ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι αἵτινες ἔχουσι τοιοῦτον σύνδεσμον, τοιαύτην ἐξάρτησιν πρὸς τὸ Κράτος, ὥστε ἡ διοίκησις αὐτῶν δὲν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς μετόχους, ἀλλ’ εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει περιέρχεται εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο δὲν ἐθεωρήθη ὡς κατ’ οὐσίαν ἀνακριβὴς ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ ὁποῖος ἀπεδόθη εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας ὡς Τράπεζαν τοῦ Κράτους, δὲν ἐθεωρήθη ἀνακριβὴς ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ ὁποῖος ἀπεδόθη εἰς τὴν Αὐτοκρατορικὴν Γερμανικὴν Τράπεζαν τοῦ Κράτους, ἐν ᾧ καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην πρόκειται περὶ Τραπέζης ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, ἀλλὰ Τραπέζης ἡ διοίκησις τῆς ὁποίας καθόλου ἢ ἐν μέρει γίνεται συμπράττοντος καὶ τοῦ Κράτους. Τοιαύτην τινὰ ἀνάμιξιν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἡμετέρας Ἐθνικῆς Τραπέζης σκοπεῖ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ ἐκλέγωνται καὶ ἐφεξῆς ὑπὸ τῶν μετόχων, ἀλλὰ θὰ ἐγκρίνωνται ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ θὰ διορίζωνται διὰ Β. Διατάγματος, Διατάγματος ὑποκειμένου εἰς ἀνάκλησιν καὶ συνεπῶς ἀπόλυσιν τῶν διοικούντων τὴν Τράπεζαν. Τοιουτοτρόπως ἡ διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περιέρχεται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσαν κατ’ οὐσίαν πλέον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τὰ διοικοῦντα αὐτὴν πρόσωπα. Δὲν ἐξετάζω ἂν ἔχει ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς πολιτικῆς τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος ὅπως ἐπεμβῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τὴν διοίκησιν ἑνὸς συνεταιρισμοῦ ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, ἐφ’ ὅσον οὔτε τὸ καταστατικὸν τῆς Τραπέζης οὔτε αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας μετ’ αὐτῆς ἔχει συνάψει τὸ Κράτος, ἀναγνωρίζουσι τοιοῦτο δικαίωμα. Δὲν ἐξετάζω ἂν τοῦτο ἀποτελεῖ μονομερῆ καὶ αὐθαίρετον ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους, ἣν ἀποστέργει ἡ ὑγιὴς περὶ δικαίου ἀντίληψις ἡ θέτουσα περιορισμοὺς καὶ εἰς αὐτὴν τὴν δύναμιν τῆς νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἡ περὶ δικαίου ἀντίληψις, ἡ ὁποία πρέπει ἑκάστοτε νὰ ῥυθμίζῃ τὴν νομοθετικὴν πολιτικήν. Ἐξετάζω μόνον ἂν τοιαύτη τις ἐπέμβασις, τοιαύτη ἐνεργὸς ἀνάμιξις τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι σκόπιμος, ἂν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ Κράτος, ἂν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὴν Τράπεζαν ἢ ἂν συμφορωτέρα καὶ δι’ αὐτὴν καὶ δι’ ἐκεῖνο εἶναι ἡ ἐποπτεία καὶ ἡ ἐπίβλεψις ἣν ἔχει τὸ Κράτος καὶ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς ἔχει ταύτην καὶ ὡς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ καταλληλότερον διαρρυθμιζομένην καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγείρει ἐνώπιον ἡμῶν, ἐγείρει ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας πάντα σχεδὸν τὰ προβλήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γεννᾷ ἡ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἀνάληψις ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἔρις ἡ ὑπάρχουσα ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος ἐν τῇ οἰκονομικῇ καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ καθόλου ἐπιστήμῃ. Συμφέρει, ἐρωτᾶται, εἰς Κράτος κοινοβουλευτικόν, ὡς τὸ ἡμέτερον, εἰς Κράτος εἰς τὸ ὁποῖον τὰ πολιτικὰ ἤθη καὶ αἱ πολιτικαὶ ἐπιδράσεις εἶναι τοιαῦται οἵας πάντες ἀντιλαμβανόμεθα, συμφέρει ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους εἰς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις; Συμφέρει ἡ ἀνάμιξις αὐτοῦ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἰς βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ γενικωτέρου συνέπεσε καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον, ὅτε συνεζητοῦντο αἱ σιδηροδρομικαὶ συμβάσεις, νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Διότι τότε, ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν τῆς νέας γραμμῆς καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐξαγορὰν τῶν μετοχῶν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης ἐχάραξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπὲρ ἧς ἐτάχθην κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, εἶχον ῥιφθῆ καὶ ἰδέαι γενικωτέρας φύσεως, ἰδέαι καθ’ ἃς ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεπεν ἐν μέλλοντι χρόνῳ εἰς τὴν διεθνοποίησιν τῶν σιδηροδρόμων, νὰ καταστήσῃ τουτέστι τοὺς ἑταιρικοὺς σιδηροδρόμους σιδηροδρόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀναμιχθῇ τουτέστιν εἰς ἐπιχειρήσεις ἐμπορικῆς καὶ βιομηχανικῆς φύσεως. Εἶχον εἰπεῖ τότε ὅτι ἐπεδοκίμαζον τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰδικῶς διὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, τῆς ἐξαγορᾶς τουτέστι τῶν μετοχῶν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀναλήψεως τῆς κατασκευῆς τῆς ἑτέρας σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὰς γενικωτέρας ἰδέας τὰς διατυπωθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ ὡς πολιτικὸν πρόγραμμα ἀπωτέρου μέλλοντος, ἔκαμα τὰς ἑξῆς ἐπιφυλάξεις· «Ἐξήτασα—ἔλεγον τότε—ἀμφοτέρας τὰς ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν συμβάσεις ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν ἔποψιν. Ἀλλ’ ὅμως ἑκατέρα τῶν συμβάσεων τούτων ἔχει καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἄποψιν. Ὑπὸ ταύτην δὲ τὴν ἄποψιν κρίνων ταύτας νομίζω ὅτι καὶ ἡ δαπάναις τοῦ Κράτους καὶ διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ κατασκευὴ τῆς νέας γραμμῆς καὶ ἡ ἐξαγορὰ τῶν μετοχῶν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ὡς μέτρα πολιτικῆς κατευθύνσεως εἶναι ἄξιαι πάσης ἐπιδοκιμασίας, ἀνεξαρτήτως τῶν γενικωτέρων ἰδεῶν τὰς ὁποίας παρεμπιπτόντως ἔρριψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἐθνικοποιήσεως τῶν σιδηροδρόμων, καὶ μάλιστα πάντων, καὶ τῶν τοπικῆς συγκοινωνίας, ἢ περὶ ἑνιαίας αὐτῶν ἐκμεταλλεύσεως. Διότι ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἰδεῶν τούτων πολλὰς θὰ εἶχέ τις νὰ διατυπώσῃ ἐπιφυλάξεις. Πάντως δὲ θὰ ἐξηρτᾶτο ἐκ πολλῶν παραγόντων, ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ἐφαρμογῆς, ἐκ τῶν κατ’ αὐτὸν πολιτικῶν ἡμῶν ἠθῶν καὶ ἀκόμη ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐκ τῆς ἰδίας αὑτῆς πολιτείας θὰ ἐνομιμοποιεῖτο, οὕτως εἰπεῖν, ἀξιοῦσα νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ἐθνικοποίησιν τῶν σιδηροδρόμων». Οὐδένα λόγον ἔχω, Κύριοι, νὰ μεταβάλω γνώμην εἰς ὅσα εἶπον. Θεωρῶ ὅτι τὰ προβλήματα ταῦτα, προβλήματα οἰκονομικὰ καὶ πολιτικά, ἀνεξαρτήτως τῶν γενικωτέρων ἀπόψεων ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξετάζονται ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἔχουσι καὶ κάπως ἰθαγενῆ χαρακτῆρα. Πρέπει νὰ ἐξετάζηται ὁ πολιτικὸς βίος, τὰ πολιτικὰ ἤθη ἑκάστης Χώρας, ἡ τακτικὴ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καὶ ἰδίως ἐκείνου τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται τοιαύτην τοῦ Κράτους ἀνάμιξιν. Εἶχον τότε ἐπιφυλάξεις διὰ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων. Τώρα δέ, προκειμένου περὶ ἀναμίξεως τοῦ Κράτους ὄχι πλέον εἰς διαχείρισιν καὶ διοίκησιν σιδηροδρόμων, προκειμένου ὄχι περὶ ἐθνικοποιήσεως σιδηροδρόμου, ἀλλὰ περὶ ἐθνικοποιήσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, προκειμένου δηλονότι περὶ ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, εἰς ἐπιχείρησιν τουτέστι τόσον λεπτὴν καὶ εὐαίσθητον, οἱ λόγοι ἐκεῖνοι καὶ αἱ ἐπιφυλάξεις μου ἐκεῖναι ἐξαίρονται ἀκόμη περισσότερον. Τοιαύτη τις ἀνάμιξις τοῦ Κράτους ἐν τῇ διοικήσει τῶν Ἐθνικῶν Τραπεζῶν ὑπάρχει βεβαίως πολλαχοῦ τῆς Εὐρώπης, ὡς παρετήρησεν ἤδη καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσηγούμενος τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπικαλεσθῇ τις παρ’ ἡμῖν ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου τινὸς μέτρου τὰ ξένα παραδείγματα, καὶ διὰ νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὰ σπουδαίως, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ πλὴν ἄλλων τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκεῖ ἀνεμίχθη τὸ Κράτος, τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν ἐν τῇ προόδῳ τῶν Τραπεζῶν ἤσκησεν ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους καὶ μάλιστα ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰς Τραπέζας ἐκείνας, ὡς εἶναι αἱ Ἀγγλοσαξωνικαὶ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι, ἡ διοίκησις τῶν ὁποίων εἶναι ἐντελῶς ἐλευθέρα καὶ ἀνεξάρτητος ἀπὸ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε κυρίως νὰ ἐξετάσῃ τὰ πολιτικὰ ἤθη τῶν Κρατῶν ἐκείνων. Διότι, ὡς εἶπον, τὰ ζητήματα ταῦτα ἔχουσι κυρίως ἰθαγενῆ χαρακτῆρα. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὑπὸ τὰς ἀπόψεις ταύτας μελετῶν τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου μέτρου παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ παρόντι, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω κατ’ ἀρχὴν ζωηροτάτας ἀμφιβολίας περὶ τῆς σκοπιμότητος αὐτοῦ. Φοβοῦμαι ὅτι ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα οἷον τὸ ἡμέτερον, ὑπὸ πολιτικὰ ἤθη οἷα τὰ καθ’ ἡμᾶς, μάλιστα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πάντες ἀντιλαμβανόμεθα, ὑπὸ πολιτικὸν βίον ὡς διαρρυθμίζεται κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ταῦτα ἔτη, διάβημα τοιοῦτο, καθιεροῦν ἀνάμιξιν τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶναι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἄγαν ἐπικίνδυνον. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς θέλησιν νὰ ἐκλέγῃ τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀπολύῃ ταῦτα ἅπαξ διορισθέντα, ὁποτεδήποτε ἤθελε νομίσει τοῦτο σύμφορον. Ἐννοεῖ τις εὐκόλως ποίαν ἡ Κυβέρνησις ὑπέροπλον ἐξουσίαν ἀποκτᾷ τοιουτοτρόπως ἀπέναντι τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος. Ἡ μεταρρύθμισις εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε «ἔγκριτοι πολῖται», ὡς εἶπεν, ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ τὸν καθωδήγησαν εἰς ἀλλοίαν πολιτικὴν τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν Τραπεζῶν, ἡ μεταρρύθμισις, λέγω, αὕτη δὲν παραβλέπω ὅτι εἶναι οὐσιώδης· ἀλλ’ ὄχι λίαν οὐσιώδης. Διότι καὶ μετ’ αὐτὴν θὰ ἔχωμεν πάντοτε δεδομένον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκλέγει τὸν Διοικητήν· καὶ θὰ ἔχωμεν πάντοτε δεδομένον ὅτι κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς θὰ δύναται νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον αὐτῆς καὶ διὰ νομοθετήματος νὰ λαμβάνῃ τὴν ἄδειαν τῆς ἀπολύσεως. Διότι δὲν πρέπει, παραπλανώμενοι ὑπὸ τῆς θεωρητικῆς ἀντιλήψεως, νὰ παραβλέπωμεν τὰ πράγματα. Ἡ Κυβέρνησις θὰ δύναται, καὶ θὰ εἶναι εὔκολον, ἐφ’ ὅσον ἅπαξ δημιουργοῦμεν τοιοῦτο προηγούμενον, θὰ εἶναι, λέγω, εὔκολον, ἀντὶ νὰ δημοσιεύῃ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως, νὰ ὑποβάλλῃ νομοσχέδιον, ἵνα λαμβάνῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Δύναται τυπικῶς νὰ εἶναι διάφορος ἡ ἐμφάνισις τοῦ ζητήματος εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίστασιν, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι κατ’ οὐσίαν σχεδὸν τὸ αὐτὸ καὶ ἡ διαφορὰ οὐχὶ σημαντική. Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑπολογίσῃ ἐπ’ ἀλλοίας γνώμης τῆς πλειονοψηφίας ἡ ὁποία τὴν περιβάλλει διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, δὲν θὰ τολμήσῃ ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀπολύσῃ ἕνα Διοικητήν, διότι θὰ εὑρεθῇ ἔναντι τοῦ ὄγκου τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς Βουλῆς. Θὰ προβῇ εἰς ἀπόλυσιν μόνον ἀφοῦ πεισθῇ ὅτι ὁ ἐπὶ ταύτης ἔλεγχος τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν θέσιν της. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ δυσκολευθῇ καὶ νομοσχέδιον νὰ φέρῃ ὅπως λάβῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν συγκατάθεσίν της, ἀφοῦ ἅπαξ δημιουργεῖ ἕν προηγούμενον ὅπως τὸ σημερινόν. Ἐκ τῆς σημερινῆς ἑπομένως μεταρρυθμίσεως τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τύπους μὲν τὸ πρᾶγμα μεταβάλλεται, κατ’ οὐσίαν δὲ παραμένει τὸ αὐτό. Καὶ συνεπῶς καλεῖται νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ ἂν εἶναι προσῆκον, ἂν εἶναι συμφέρον πρὸς τὸ Κράτος νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν ἑκάστοτε ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τοιοῦτο δικαίωμα ἀπέναντι τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίᾳ ἀπέναντι τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἔχω εἰς τοῦτο, Κύριοι, ζωηροτάτους δισταγμοὺς καὶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν θὰ ἔστεργον νὰ παράσχω τὴν ψῆφόν μου εἰς νομοθετικὸν μέτρον τὸ ὁποῖον θὰ παραδώσῃ τοιαύτην ὑπέροπλον ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, Κύριοι, μόνη ἡ ἄποψις αὕτη, ἡ πολιτική, ἡ ὁποία μοὶ ἐμπνέει τοὺς δισταγμούς. Διότι οἱ δισταγμοὶ οὗτοι ἐνισχύονται περισσότερον ἀκόμη ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ἵδρυμα, εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐπεμβῇ τὸ Κράτος. Διότι, ἂν κατ’ ἀρχὴν θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀποκρούσῃ ὡς ἀσύμφορον διὰ τὰ πολιτικὰ ἡμῶν ἤθη, τοὐλάχιστον ὡς ἤδη ἐκδηλοῦνται ταῦτα, τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, κατὰ μείζονα λόγον θὰ ἐνισχυθῇ εἰς τὴν γνώμην του ταύτην προκειμένου περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὅτε τῳόντι ἔχομεν δεδομένον ἐκ τῆς ἱστορίας αὐτῆς ὄχι μόνον τὴν προσήκουσαν ἐκλογὴν τῶν ἑκάστοτε Διοικητῶν, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆλθεν εἰς τοιαύτην περιωπὴν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐεργετικὴν αὐτῆς δρᾶσιν καὶ ὑπὲρ τοῦ Κοινοῦ μετὰ τοῦ ὁποίου συναλλάσσεται, ἐνίοτε δὲ καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ κινδύνους τοιούτους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα, νὰ στέρξῃ τις νὰ παράσχῃ τὴν ψῆφον αὑτοῦ εἰς μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ, ὡς ἐπιδιώκεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔλλειψις τοιαύτης ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ πιστωτικοῦ τούτου ἱδρύματος, ἡ ἔλλειψις τοῦ δικαιώματος τοῦ διορίζειν τοὺς Διοικητὰς αὐτοῦ, ἔβλαψε τὸ ἵδρυμα ἢ κἂν τὸ Κράτος ἢ ἔθηκε τοῦτο εἰς θέσιν μειονεκτικὴν ἀπέναντι τῶν Τραπεζῶν. Ἂν ἐπλεονέκτησεν ἐνίοτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὴν σύναψιν ὡρισμένων συμβάσεων μετὰ τοῦ Κράτους—καὶ δέχομαι ὅτι συνέβη τοῦτο οὐχὶ σπανίως—δὲν εἶναι αἰτία τούτου ἡ ἔλλειψις τῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως νὰ διορίζῃ ἢ νὰ μὴ διορίζῃ τὸν Διοικητήν, ἀλλ’ αἰτία εἶναι ἡ ἀνεκτικότης τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Τραπέζης· εἶναι ἡ εὐκαμψία τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἑκάστοτε ἐξ ἄλλων λόγων, καὶ ἐνίοτε λόγων κατωτέρας φύσεως, ὑπηγόρευεν εἰς τὸ Κράτος ἀποφάσεις μειονεκτικὰς δι’ αὐτό, πλεονεκτικὰς δὲ διὰ τὴν Τράπεζαν. Ἀποκρούω, Κύριοι, τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἔλλειψις τοιαύτης τοῦ Κράτους ἐξουσίας, τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐξέλεγε τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης, τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχε προηγουμένως ἀνεγνωρισμένον τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αὐτὸ καθίστα μειονεκτικὴν τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Τραπέζης. Δέχομαι τοὐναντίον ὅτι, ὅπου ὑπῆρξεν ὑπερπήδησις τοῦ Κράτους ἀπὸ μέρους τῆς Τραπέζης, ὑπῆρξεν αὕτη διότι τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία τὸ ἐξεπροσώπει κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας ὑπῆρξεν ἀνίκανον νὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματά του, ἢ ἐκάμπτετο ἐξ οἱουδήποτε λόγου ἀσχέτου πρὸς τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς Τραπέζης. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τῶν ἰδεῶν ἔλαβον ἀφορμὴν ἄλλοτε, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ συζητήσεως ἄλλου νομοσχεδίου ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Συνεζητεῖτο κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἰς τὸ ὁποῖον ἤλεγξα τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τῆς συμβάσεως ἀνέθηκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὴν σύνταξιν τῆς μελέτης, ἐνῷ ἐγνώριζεν ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ διηγωνίζετο ἵνα ἀναλάβῃ τὸ ἔργον. Καὶ εἶχον εἰπεῖ τότε ὅτι βεβαίως ἡ Τράπεζα ἀποτελεῖ μίαν ἐγγύησιν τιμίας καὶ προσηκούσης ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, ἂν κατόπιν ἀληθοῦς διαγωνισμοῦ ἀνεδέχετο ταύτην. Ἀλλὰ δὲν ἔστεργόν ποτε ν’ ἀνατεθῇ τὸ ἔργον τῆς συντάξεως τῆς μελέτης εἰς αὐτήν, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ μετὰ ταῦτα νὰ διαγωνισθῇ, διότι οὕτω θὰ ἠδύνατο νὰ καταστῇ ἀκαταγώνιστος μειοδότης ἀπέναντι τῶν ἄλλων διαγωνισθησομένων. Καὶ ἔλεγον τότε, ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησιν, πῶς ἔπρεπεν αὕτη διαπραγματευομένη πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ῥυθμίσῃ τὰς σκέψεις καὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς. Ἔλεγον δὲ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς διαγωνισμὸν διεθνῆ πρὸς ἀνάληψιν τῆς ἐκτελέσεως τοιούτου σημαντικοῦ ἔργου, διαγωνισμὸν ὅμως ἀληθῆ, ἐκτελούμενον ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐλευθερίας, ἂν ἀληθῶς ἤθελε κατέλθει προσφέρουσα ὅρους συμφορωτέρους καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, θ’ ἀπετέλει τὸ γεγονὸς τοῦτο ἕνα προσέτι μέγιστον παράγοντα, μέγιστον συντελεστὴν τιμίας καὶ προσηκούσης ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Ἀλλ’ ἡ ἀντίληψις αὕτη καὶ ἡ τιμή, ἡ ὁποία γενικῶς ὀφείλεται καὶ ἀπονέμεται, πιστεύω, εἰς τὸ ἀνώτατον ἡμῶν πιστωτικὸν καθίδρυμα, δὲν πρέπει ν’ ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἀντιλήψεως τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν ἰδίων ἔργων. Δὲν δύναται καὶ ἡ Τράπεζα αὕτη ἢ νὰ εἶναι ἵδρυμα πιστωτικόν, τὸ ὁποῖον θὰ προστατεύσῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων του. Ἐν ἀντιβολῇ ὅμως πρὸς ταῦτα καὶ ἀντιθέσει διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὑπάρχουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει καθῆκον νὰ τὰ ὑποστηρίξῃ». Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψίς μου πάντοτε, Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν τακτικὴν ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ τηρῆται εἰς τὰς συμβάσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐθεώρησα τὸ Κράτος ἀντισυμβαλλόμενον, ὄχι βεβαίως ἀντίδικον, ἀλλὰ βεβαίως ἀντισυμβαλλόμενον ἔχοντα ἴδια συμφέροντα. Ἐθεώρησα τὴν Τράπεζαν ὡς μίαν ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν, ὡς μίαν ἐπιχείρησιν ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ εἶναι Τράπεζα ἰδιωτική, Ἑταιρεία κατὰ μετοχάς, ἄρα ἑταιρεία κερδοσκοπική. Εἶναι ἡ φύσις αὐτῆς τοιαύτη καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν πᾶσα Τράπεζα ν’ ἀγωνίζηται ὑπὲρ τῶν ἰδίων της συμφερόντων, ὅπως εἶναι φυσικὸν τὸ Κράτος ν’ ἀγωνίζηται διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὑτοῦ συμφερόντων. Δυστυχῶς πλεῖστα ὑπῆρξαν τὰ παραδείγματα ἐν τῷ παρελθόντι, δυστυχῶς πλεῖστα ὑπάρχουσι τὰ παραδείγματα καὶ κατὰ τὴν πολιτείαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἀντίληψις αὕτη δὲν ἐκυριάρχησε, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, παρὰ πάσας τὰς ἀξίας ἀναγνωρίσεως εὐεργεσίας τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ὑπερέκαμψε πολλάκις καὶ ὑπερεπήδησε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ὅμως ἐλάχιστα εὐθύνεται αὕτη, προστατεύσασα ὡς ἠδύνατο τὰ συμφέροντά της. Τὴν εὐθύνην φέρει τὸ Κράτος, φέρουσιν αἱ Κυβερνήσεις του, αἱ ὁποῖαι ὑστέρησαν εἰς τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπῆρξεν ὅμως διάφορος ἐν τούτῳ καὶ ἡ ἀντίληψις καὶ ἡ τακτικὴ καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Τραπέζης. Οὐχὶ δὲ ἅπαξ εἰς τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας συνῆψε μετ’ αὐτῆς ἐλλιπέστατα ἐπροστατεύθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ ὅτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠλέγχθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐπιείκειαν τὴν ὁποίαν ἐδείκνυε κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἐδίστασε ν’ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, ὑπὲρ τῶν συμβάσεων τὰς ὁποίας μετ’ αὐτῆς διεπραγματεύθη καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν δανείων τὰ ὁποῖα διὰ τῆς Τραπέζης συνῆψε καὶ τὰ ὁποῖα ἐν πολλοῖς ὑπῆρξαν δάνεια σχεδὸν τοκογλυφικά. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀσθένεια τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ σφάλμα τῆς Τραπέζης. Ἦτο δὲ φυσικὸν ἡ Τράπεζα, ἔχουσα ἔναντι αὐτῆς ἀσθενῆ Κυβέρνησιν, ἴσως ἀνεπαρκῆ Κυβέρνησιν, νὰ παρακάμψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῆς συμφερόντων. Ἀλλ’ εἶναι ἄξιον σημειώσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ἠλέγχθη δι’ αὐτό, δὲν ἐνεθυμήθη τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, ἐτόνισεν ὕμνους εἰς αὐτὴν καὶ ὑπὸ τούτους ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὴν ἀνεπαρκῆ προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Δὲν προτίθεμαι δι’ ὅσων λέγω ν’ ἀμφισβητήσω τὸ παράπαν τὰς εὐεργεσίας τὰς ὁποίας πολλάκις ἡ Τράπεζα παρέσχεν εἰς τὸ Κράτος καὶ τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα παρεχώρησεν εἰς αὐτό. Θέλω μόνον νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει ποτὲ ν’ ἀπομακρυνώμεθα τῆς ἰδέας ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα ἰδιωτικόν, ἔχον κυρίαν ἀποστολὴν νὰ προστατεύσῃ, ἐντὸς τῶν ὅρων, ἐννοεῖται, τῆς τιμιότητος καὶ τῆς καλῆς πίστεως, τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων του, ὅτι συμβαλλόμενον μετὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκεται φυσικῶς εἰς ἀντίθεσιν συμφερόντων καὶ ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι θὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντά του ἀγρυπνοῦν διὰ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεών του καὶ οὐχὶ διορίζον αὐτὸ τοὺς Διοικητὰς τῆς Τραπέζης, ὅπως φροντίζωσι καὶ περὶ αὐτῆς καὶ περὶ τοῦ Κράτους. Ἡ ἀντίληψις ἡ ὁποία ἠκούσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἀντίληψις τοῦ νὰ θεωρῶσι τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, μόνον καὶ μόνον διότι ἔχει τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον, ὡς παράρτημα τοῦ Ταμείου τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ προσφεύγωσι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ νὰ διαπραγματεύωνται πρὸς τὴν Τράπεζαν ὡς πρὸς ἵδρυμα προωρισμένον νὰ μεριμνᾷ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἶναι ἀντίληψις πλημμελής, εἶναι ἀντίληψις νοσηρά, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλονται πολλαὶ ζημίαι τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Κράτος, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ πλειότερον ἢ ὅσον ὠφελήθη κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μήπως αὐτὸ τὸ γεγονός, Κύριοι, ὄχι πλέον τῶν δανείων, ὄχι πλέον τῆς μελέτης τῆς ὑδρεύσεως, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τῆς καταθέσεως τῶν ἐράνων μὲ 2%, ἐνῷ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη ὅτι ἦτο εὔκολον εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐπιτύχῃ παρὰ τῆς Τραπέζης τόκον 4%, δὲν ἀποδεικνύει ἀδεξιότητα καὶ ἔλλειψιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς προσηκούσης ἀντιλήψεως περὶ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἠδύνατο νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους;

§195Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ διαφόρων νόμων γίνονται καταθέσεις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μὲ ἕν, δύο, τρία τοῖς ἑκατὸν καὶ ἐξ ἄλλου πληρώνει τὸ Κράτος 6 καὶ 7%.

§196Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ διαφωνῆτε ἤδη εἰς ὅσα λέγω.

§197Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Συμφωνῶ ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντά του.

§198Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦτά τινα θὰ ἔλεγον, Κύριοι, ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ὑπεβάλλετο τοῦτο ἀνεξαρτήτως τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται καὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἀλλὰ τοιαῦτά τινα θὰ ἔλεγον, ἂν ὑπεβάλλετο τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐκ μέρους οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Καὶ τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους ἐξεδήλωσα καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦνται κατὰ τὴν γνώμην μου ἐκ τῆς ἀναμίξεως καὶ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης θὰ ἔλεγον καὶ θὰ ἐξεδήλουν ἀπέναντι οἱασδήποτε Κυβερνήσεως τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰσηγουμένης. Δὲν σχετίζω, Κύριοι, τὸ ζήτημα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν γενικωτέραν ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ἐξετάζω ἤδη, πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο, ἀρκεῖ ὅτι θὰ ἦτο κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἀρκεῖ ὅτι θὰ ἦτο πολιτικὴ ἐξουσία, διὰ νὰ δείξω πάντας τοὺς δισταγμοὺς τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς προκειμένου νὰ περιβάλω αὐτὴν μὲ τοιαύτην ἐξουσίαν ὑπέροπλον ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐμφανίζονται ἐν προκειμένῳ καὶ ὑπὸ ἄλλην μορφήν, μορφὴν εἰδικωτέραν, ἀναφερομένην εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσηγεῖται ἁπλῶς ὀργανικὸν νόμον κεκλημένον νὰ ῥυθμίζῃ τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι προωρισμένον νὰ ὑπηρετήσῃ ὡρισμένην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἄσχετον πρὸς τὰ πρόσωπα, ὡρισμένην τραπεζιτικὴν πολιτικήν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι τοιούτων πολιτικῶν σκέψεων ὑπαγόρευσις. Πάντα δὲ τὰ δεδομένα πείθουσιν ὄχι ἁπλῶς ὅτι ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον πρὶν ἢ ὡριμάσωσιν αἱ περὶ τούτου ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶχεν αὕτη ἰδέας πολιτικῆς κατευθύνσεως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Τοῦτο ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς τοῦ χρόνου καθ’ ὃν τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη, τῶν προϋποθέσεων ὑφ’ ἃς ὑπεβλήθη, ἀλλὰ καὶ τῆς διατυπώσεως ὑφ’ ἣν ὑπεβλήθη. Διότι οὐδεὶς βεβαίως θ’ ἀποφύγῃ τὸ αἴσθημα τῆς πλήξεως, οὐδὲ θὰ δυνηθῇ ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ὀδυνηρᾶς ἐντυπώσεως τὴν ὁποίαν δοκιμάζει ἀκούων τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους τὴν ἑπομένην τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου, νομοσχεδίου πρὸς τὸ ὁποῖον συνήρτηνται δημοσιονομικὰ συμφέροντα μέγιστα, πολιτικοῦ βίου καὶ πολιτικῆς ἠθικῆς συμφέροντα μέγιστα, κοινωνικῆς οἰκονομίας συμφέροντα τεράστια, νὰ ἔρχηται καὶ νὰ λέγῃ: «πολῖται ἔγκριτοι μὲ ἔπεισαν ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἔχῃ δικαίωμα παύσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἦτο ὀρθὴ καὶ ἐσχημάτισα διάφορον γνώμην καὶ ἐπέφερα μεταρρύθμισιν εἰς τὸ νομοσχέδιον». Τὸ νομοσχέδιον ἑπομένως δὲν ἐκπροσωπεῖ ὡρισμένας γνώμας, ὡρισμένην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι σχέδιον ὀργανικοῦ νόμου, δὲν εἶναι πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγουμένης νόμον πάγιον ῥυθμιστικὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐπιδιώκεται ἁπλούστατα μία πρᾶξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἷς νόμος κεκλημένος ν’ ἀντικαταστήσῃ πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ νῦν Διοικητοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν κειμένων νόμων δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατυπώσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Εἶναι ἄρα ἐνδεδειγμένον νὰ κριθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὡς πρᾶξις τουτέστι τῆς Κυβερνήσεως ἀπολυούσης κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου τὸν νῦν Διοικητήν. Τοιουτοτρόπως αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ δηλωθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σκοπὸς ὃν ἐπιδιώκει παρέχουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν. Διετύπωσα ἤδη τὰς σκέψεις ἐκείνας τὰς ὁποίας θὰ διετύπουν εἰς πᾶσαν περίστασιν, ἰδέας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπότοκοι ὡρισμένων πολιτικῶν πεποιθήσεων ἑδραίων, ἀναφερομένων εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὰς Τραπέζας, πεποιθήσεων τὰς ὁποίας θὰ διετύπουν κατὰ πάντα χρόνον καὶ ἀπέναντι οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Ἀπέναντι τοῦ γενικωτέρου τούτου ζητήματος, θεωρῶ, ὅσον καὶ ἂν εἶναι οὐσιῶδες, δευτερεῦον τὸ ζήτημα τῆς πράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τὴν ἀπόλυσιν τοῦ νῦν Διοικητοῦ. Ἀλλὰ θεωρῶ καὶ ματαιόσχολον ὅλως ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν δι’ ἀναλύσεως γεγονότων καὶ περιστάσεων αἱ ὁποῖαι κεῖνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκτεθεῖσαι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἄλλου δὲ ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ πείσω τὴν Βουλὴν περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ἐκδοχῆς. Ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ εἴπω τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ προσωπικῶς κατέληξα μελετήσας τὰ ἑκατέρωθεν διαμειφθέντα. Καὶ ἡ γνώμη μου καὶ ἡ πεποίθησίς μου εἶναι ὅτι θεωρῶ ἀδικαιολόγητον τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ πρῶτον γεγονός, τὸ ὁποῖον προβάλλει ὡς λόγον τῆς ἀπολύσεως, τὴν ἄρνησιν τουτέστι τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ παραδώσῃ τοὺς ἐράνους, δὲν θεωρῶ σπουδαῖον. Εἶμαι τοὐναντίον πεπεισμένος ὅτι ὅλη ἡ ἀνωμαλία ἡ ὁποία ἐσημειώθη καὶ ἡ γενομένη ἀναβολὴ προῆλθεν ἐκ τῆς ἀδεξιότητος καὶ τῆς ἀπειρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀδικαιολογήτου ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἔδειξε πρὸς τὴν συνέλευσιν ἐκείνην τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων τὴν προεδρευομένην ὑπὸ τοῦ ναυάρχου Κουντουριώτου, ἀποφυγὼν νὰ ἐκθέσῃ ἀληθῶς τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐζήτει τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι λοιπὸν ἡ ἀδεξιότης καὶ ἡ ἀπειρία, εἶναι ἡ ἀνειλικρίνεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην, ἡ κρυψίνοια ἡ ὁποία δὲν ἐδείχθη δυστυχῶς εἰς ξένους, ἀλλ’ εἰς Ἕλληνας. Καὶ ἐνῷ, ὡς γνωρίζομεν ἤδη, ἐξετέθη ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ αἱ οἰκονομικαὶ ἢ ταμειακαὶ αὐτοῦ ἀνάγκαι εἰς ξένους, παραδόξως καὶ ἀνεξηγήτως ἐνομίσθη ὅτι εἶναι ταπεινὸν καὶ ἐξευτελιστικὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκτεθῇ εἰς συνέλευσιν ὀλίγων προσώπων, προεδρευομένην ὑπὸ τοῦ ναυάρχου Κουντουριώτου καὶ ἀποτελουμένην ἐκ προσώπων τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐξέλεξεν ἵνα συναθροίσωσι τοὺς ἐράνους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθε μείωσις τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ταπείνωσις τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ, ἥτις ὅμως εἶναι ἀπότοκος τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀδεξιότητος, ἀπειρίας καὶ ἀνειλικρινείας. Ἡ συντριβὴ καὶ ἡ ταπείνωσις ἐκείνη, ἀντανακλῶσα εὐλόγως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔθιξε τὴν εὐαισθησίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προυκάλεσε τὴν ὀργὴν αὐτοῦ καὶ γέννημα τῆς ὀργῆς εἶναι τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ὑπῆρξεν οὐσιαστικὴ ἀντίρρησις νὰ δοθῶσι τὰ χρήματα ἐκεῖνα πρὸς τὸ Κράτος. Ἀφοῦ δ’ ἀπεφασίσθη ἡ ἀπόλυσις τοῦ Διοικητοῦ ὅπως σωθῇ ἡ φιλοτιμία τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῶσι καὶ τὰ προσχήματα πρὸς συγκάλυψιν τῆς πράξεως. Καὶ ἐξεζητήθησαν καὶ εὑρέθησαν ἀτυχῶς ἀτυχῆ προσχήματα. Καὶ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἐτελέσθη ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων παρωχημένης τινὸς περιστάσεως, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἀγορὰ τῶν θωρηκτῶν. Καὶ ἐδόθη οὕτως ἀφορμὴ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν πράγματα τὰ ὁποῖα εἶχε λησμονήσει μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἀπεφασίσθη ἡ ἀπόλυσις τοῦ Διοικητοῦ. Καὶ διὰ τὴν αἰτίασιν ἐκείνην θὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου καὶ τὸ συμπέρασμά μου, χωρὶς ν’ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπὶ μακρόν. Δὲν πείθομαι, Κύριοι, ὅτι ἐγένετο ἐκβίασίς τις, ἢ ἀπόπειρα ἐκβιάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀγορᾶς τῶν θωρηκτῶν. Στηριζόμενος ἀκριβῶς εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ εἰς ἀπάντησιν οἱανδήποτε τοῦ Διοικητοῦ ἢ ἄλλου τινός, στηριζόμενος μόνον, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πείθομαι ὅτι πρόκειται περὶ ἐκβιάσεως, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποπείρας ἐκβιάσεως. Ἀφοῦ ἔχω δεδομένον ὅτι χωρὶς νὰ ἔχῃ νομικὴν ὑποχρέωσιν μία Τράπεζα, ὑποχρέωσιν ἀπορρέουσαν ἐκ τοῦ καταστατικοῦ της ἢ ἐκ τῶν μετὰ τοῦ Κράτους συμβάσεων, ἔθηκεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως 55 ἑκατομμύρια· ἀφοῦ ἔχω δεδομένον ὅτι ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης κάτι ἀπροσδόκητον, κάτι ἀπίστευτον, κάτι ἀνέλπιστον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους ὡς διαιτητὴς ν’ ἀποφαίνηται καὶ νὰ λύῃ πᾶσαν διαφορὰν ἡ ὁποία ἤθελεν ἀνακύψει μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀφοῦ ἔχω δεδομένον ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπηκολούθησαν ἐπὶ σειρὰν μηνῶν ἀδιατάρακτοι αἱ σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπῆλθε δὲ καὶ συμφωνία εἰς τὰ οὐσιώδη τῆς συμβάσεως σημεῖα, δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ δεχθῶ ὅτι ἔλαβε χώραν ἡ φερομένη ἐκβίασις. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, χωρὶς νὰ δειχθῶ ἄδικος καὶ πρὸς τὴν κρίσιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγένετο αὕτη ὑποκείμενον ἐκβιάσεως καὶ ἐξηκολούθησεν ἐντούτοις τοιαύτας ἔχουσα σχέσεις, στενὰς καὶ φιλικὰς ἀκόμη, πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀπὸ πολλοῦ ἐπεράτωσε πλέον καὶ τὰς ἐπὶ τῆς συμβάσεως διαπραγματεύσεις. Ἦτο λοιπὸν ὀψιγενὴς ἡ ἀνάμνησις τῆς ἱστορίας ἐκείνης, κληθείσης ν’ ἀποτελέσῃ τὴν ἀτυχῆ δικαιολογίαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκρύπτοντο οἱ λόγοι τῆς ἀπολύσεως. Ὁλόκληρος ἡ ἱστορία ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ συγκεντροῦται εἰς τὴν ἀδεξιότητα, εἰς τὴν ἀπειρίαν, εἰς τὴν ἀτυχῆ καὶ ἄσκοπον κρυψίνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ εἰς τὴν ὀργὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀφ’ ἑτέρου, θέλοντος ν’ ἀναστήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς ταπεινώσεως εἰς ἣν κατέρριψε ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀδικοπραγῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον καθ’ ὃν θέλει ν’ ἀδικοπραγῇ. Δὲν ὑπηγορεύθη λοιπόν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, νομοσχέδιον τοιαύτης σπουδαιότητος, ὑπὸ γενικωτέρων πολιτικῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως. Διότι πολιτικὴν ἀναγομένην εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τώρα ἀκόμη δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκδηλώσῃ τοιαύτην, ἀφεθεῖσα εἰς τοὺς θυμούς της ἀφ’ ἑνὸς καὶ εἰς τὰς συμβουλὰς «ἐγκρίτων πολιτῶν» ἐξ ἄλλου. Δὲν ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐπινοηθέντων κινδύνων τοὺς ὁποίους διέτρεχον αὐτὰ ἀπὸ μέρους τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ νομοσχέδιον ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς προσωπικῆς καὶ τῆς ἐπιθυμίας νὰ παυθῇ εἷς Διοικητής, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκαλύψῃ τὴν ἀδεξιότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνετρίβη ἐνώπιον μιᾶς Συνελεύσεως. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι δὲν δέχομαι ὅτι ὑπῆρξεν ἐκβίασις. Ἀλλὰ δὲν δέχομαι καί τι περαιτέρω — καὶ ὁμιλῶ γενικῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου —, δὲν δέχομαι ὅτι εἶναι κἂν δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ποτὲ ἐκβίασις ἀπὸ μέρους οἱουδήποτε ἱδρύματος, οἱασδήποτε δυνάμεις καὶ ἂν συγκεντροῖ τοῦτο, οἱασδήποτε δυνάμεις καὶ ἂν διαθέτῃ, ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑπάρχῃ Κράτος, νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις, νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις ἔχουσα συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεών της, νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις ἡ ὁποία νὰ μὴ καθίσταται διὰ τῶν ἀπρονοησιῶν αὑτῆς δούλη καὶ δεσμία τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος. Εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, ἀγνοοῦσα τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της, εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους ἄφροντις καὶ ἀπρονόητος ἔρχεται νὰ προσπέσῃ εἰς κερδοσκοπικὸν ἵδρυμα, πρέπει νὰ γνωρίζῃ καλῶς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φύγῃ μὲ σῷα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ τρόπος πρὸς διέξοδον ἀπὸ τοῦ κινδύνου τούτου δὲν εἶναι ἡ πρόσκτησις τοῦ δικαιώματος τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τὸν Διοικητὴν τοῦ ἱδρύματος τούτου, ἀλλ’ ἡ συγκρότησις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους ἐκ πολιτικῶν ἀνδρῶν ἐχόντων πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν πρὸς διακυβέρνησιν τῆς Χώρας. Ἄνευ τούτου τὸ δικαίωμα τῆς μετοχῆς τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης ὄχι μόνον δὲν ἀπαλλάττει τοῦτο ἀπὸ τῶν τοιούτων κινδύνων, ἀλλὰ καὶ πολλαπλασιάζει ἀκόμη καὶ μεγεθύνει τοὺς κινδύνους. Κινδύνους δὲ τοιούτους καὶ πολλοὺς καὶ σπουδαίους διαβλέπω ἀπειλουμένους ἐκ τοῦ νομοθετικοῦ μέτρου εἰς τὸ ὁποῖον προβαίνομεν καὶ τοῦ ὀλεθρίου προηγουμένου τὸ ὁποῖον δημιουργοῦμεν ἐπιτρέποντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης διὰ τοιαύτας ἀφορμάς. Διαβλέπω κινδύνους διὰ τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν τῆς Χώρας, κινδύνους πολλαπλοῦς δι’ αὐτὸ τὸ Κράτος. Ἐν Κράτει κοινοβουλευτικῷ, ὅπως τὸ ἰδικόν μας, μὲ τὰ σύγχρονα πολιτικὰ ἤθη, κατ’ ἐξοχὴν δὲ μὲ τὰς πολιτικὰς καὶ διοικητικὰς ἀντιλήψεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, οἷαι ἐκδηλοῦνται κατὰ τὴν ἤδη ἐφαρμογὴν τοῦ τοιούτου μέτρου, εἶναι φανεροί, νομίζω, Κύριοι, οἱ κίνδυνοι. Εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ δεσμοὶ οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦνται μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν διοικούντων τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν συγκρότησιν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Τραπέζης κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα κομματικὰς ἀξιώσεις. Εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ δεσμοὶ οὗτοι θὰ ἐπηρεάσωσι πιθανώτατα τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διάθεσιν τῶν πιστώσεων τοῦ ἱδρύματος εἰς ἐξυπηρέτησιν πολιτικῆς ἰδιοτελείας. Εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ δεσμοὶ οὗτοι καὶ ἡ ἐξάρτησις τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης ἐκ τῆς Κυβερνήσεως θὰ χρησιμεύῃ ὥστε νὰ ἐφοδιάζηται ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις μὲ ἁδρὰς καὶ ὑπερμέτρους προκαταβολάς, αἱ ὁποῖαι δύνανται ν’ ἀποβῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὸ Κράτος ὀλέθριαι. Εἶναι δὲ κατ’ ἐξοχὴν χαρακτηριστικόν, Κύριοι, ὅτι ἡ ὀξύτης τῶν σχέσεων Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ ἤδη, δὲν γεννᾶται ἐπὶ τοῦ πεδίου εἰς τὸ ὁποῖον φυσικώτερόν τις θὰ τὸ ἀνέμενε· δὲν γεννᾶται διὰ τὴν κακὴν ἐκλογὴν κακοῦ τινος Διοικητοῦ· δὲν γεννᾶται κἂν εἰς τὴν τυχὸν ἀθέτησιν ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς πρὸς τὴν Κοινωνίαν· δὲν γεννᾶται εἰς τὴν ἀθέτησιν τῶν συμβατικῶν αὐτῆς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεων, ὅτε θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἀπέναντι ἀνεγνωρισμένης ἀστοχίας περὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης, ἀστοχίας ἐξ ἧς κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ἢ ὅτι εὑρίσκεται ἀπέναντι ἱδρύματος ἀθετοῦντος τὰς συμβατικάς του ὑποχρεώσεις, ἢ ὅτι εὑρίσκεται ἀπέναντι ἱδρύματος τὸ ὁποῖον δὲν παρέχει τὰς πρὸς τὸ κοινὸν ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς ἀποστολῆς του καὶ ἐκ τοῦ καταστατικοῦ του καλεῖται νὰ παρέχῃ, ὅτε θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ ἡ λῆψις μέτρων δραστικῶν πρὸς ἄρσιν τῶν συγκρούσεων τούτων. Ἀλλὰ γεννᾶται ἡ σύγκρουσις ποῦ; Ἐκεῖ ὅπου δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐννοήσω, Κύριοι. Γεννᾶται ἡ σύγκρουσις ὡς πρὸς τὴν παροχὴν ἢ μὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξ οὐδενὸς νόμου, ἐξ οὐδεμιᾶς συμβάσεως ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ἡ Τράπεζα. Γεννᾶται ἀκόμη ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ἀντιλήψεων, ἐκ τῶν διαφωνιῶν αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἔστω μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Τραπέζης κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν γενησομένης νέας συμβάσεως, πρὸς σύναψιν τῆς ὁποίας ἡ ἐλευθερία ἑκατέρου τῶν συμβαλλομένων νὰ προτείνῃ οἱουσδήποτε ὅρους θέλει δὲν εἶναι μόνον νομική, ἀλλὰ καὶ φυσική, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω. Δύνασθε ἴσως νὰ καταγγείλητε τοὺς ὅρους ἑνὸς τῶν συμβαλλομένων μερῶν ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, τοὺς ὅρους τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως — καὶ ὑπάρχει στάδιον τοιαύτης ἠθικῆς καταγγελίας ὅλως ἄσχετον πρὸς τὸ προτεινόμενον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου — ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι τοὺς ὅρους τῶν διαπραγματεύσεων θ’ ἀντικαταστήσητε διὰ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, εἰς τρόπον ὥστε τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν μετόχων πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ ἱδρύματος τούτου νὰ τὴν περιβληθῆτε σεῖς κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον, ὅπως δι’ αὐτοῦ προστατεύσητε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, μεγαλύτερος κίνδυνος ἀπὸ τὴν τοιαύτην ὑποκατάστασιν. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν στενῶν σχέσεων μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης καὶ ποιᾶς τινος ἐξαρτήσεως ταύτης παρ’ ἐκείνης· ἐξαρτήσεως ἡ ὁποία θὰ καθιστᾷ ἀδύνατον εἰς τὴν Τράπεζαν ν’ ἀνθίσταται εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς χορηγίαν χρημάτων, πρὸς παροχὴν προκαταβολῶν ἔξω τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Ὑπὸ τοιοῦτο καθεστὼς Κυβέρνησις ἄφροντις καὶ ἀπρονόητος, ἡ ὁποία καὶ καθίσταται τοιαύτη ἀκριβῶς διότι ἔχει ὑπ’ ὄψει αὐτῆς ὅτι ἔχει εἰς τὰς χεῖράς της καὶ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς τὴν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ῥίπτεται πλειστάκις ἀπερισκέπτως εἰς τὰ ταμεῖά της καὶ εἰσπράττει καὶ κάμνει τὸν διακανονισμὸν τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζιτικῶν γραμματίων κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἰσπράττῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα. Καὶ ὑπὸ τοιοῦτο καθεστὼς ἀπειλοῦνται κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἄλλα Κράτη καὶ ἄλλαι Τράπεζαι ἀκριβῶς ἐκ τοιούτων λόγων ἐδοκίμασαν, κίνδυνοι πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἐγκαινίζουσα τὸ νέον καθεστὼς φέρεται ἀνύποπτος καὶ ἀκράτητος. Συγγραφεὺς ἐκ τῶν δοκιμωτάτων οἰκονομολόγων ἰδοὺ πῶς διετύπωσε τὴν ἄποψιν ταύτην (ἀναγινώσκει)· «Ὁ μέγας κίνδυνος διὰ τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας δὲν ἔγκειται ποσῶς εἰς τὰς σχέσεις τούτων πρὸς τὸ Κοινόν, ἀλλ’ εἰς τὰς σχέσεις αὐτῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης ἀπορρέουσιν οἱ κυριώτεροι κίνδυνοι τῆς ἐπιμόνου οἰκονομικῆς στενοχωρίας τῶν Τραπεζῶν καὶ τῆς τελικῆς αὐτῶν ἀφερεγγυότητος. Τράπεζα ἐκδοτικὴ ἀνεκτῶς καὶ ἐντίμως διευθυνομένη κατορθώνει πάντοτε νὰ διαφεύγῃ τοὺς κινδύνους, καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τὰς δεινοτάτας περιστάσεις, ἂν εἶναι ἐλευθέρα στενῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δεσμῶν. Εἶναι δὲ σπανιώτατον νὰ δυνηθῇ αὕτη νὰ διαφύγῃ τὰς δεινὰς κρίσεις, ἂν ἀφήνῃ ἑαυτὴν νὰ παρασύρηται εἰς συχνὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προκαταβολάς». Τὰς ἀληθείας ταύτας ἐκύρωσαν τόσα δυστυχῆ παραδείγματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐξαίρονται τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἱσπανίας. Ὁ μελετῶν τὴν ἱστορίαν τῶν σχέσεων τῆς Τραπέζης τῆς Ἱσπανίας πρὸς τὸ Ἱσπανικὸν Κράτος καὶ τῶν σχέσεων τῆς Ἰταλικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὰς πτωχεύσεις αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν ἐκεῖ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐξ ἄλλου τὴν ὁρμὴν τὴν ἀπερίσκεπτον μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐρρίφθη εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὴν ὁρμὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἀγωνίζεται ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ διευκολύνῃ ἔτι περισσότερον τὴν ἐκεῖ ἔφοδόν της πρέπει νὰ αἰσθάνηται φόβους διὰ τὸ μέλλον καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Τραπέζης. Καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον ἔγκειται ἴσως ὁ σπουδαιότερος κίνδυνος ἐκ τοῦ νέου καθεστῶτος τὸ ὁποῖον δημιουργοῦμεν. Καὶ συμπεραίνω, Κύριοι. Νομοθετοῦμεν τώρα διὰ ν’ ἀπολυθῇ εἷς Διοικητής, ὡς ἐκβιάσας δῆθεν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτρέπωμεν ὁμοίας ἐκβιάσεις ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης κατὰ τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόσχημα ὑπὸ τὸ ὁποῖον νομοθετοῦμεν. Ἀλλ’ εἶναι πρόσχημα ἐκ τῆς φύσεως τοῦ πράγματος ἀδύνατον. Ἐγὼ θεωρῶ ὅτι ἡ ἐκβίασις ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀνεξαρτήτως τῆς διαθέσεως καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν ἑκάστοτε Διοικητῶν αὐτῆς, ἀνεξαρτήτως τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἰσχύος αὐτῆς, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀσκηθῇ ἐναντίον τοῦ Κράτους. Διότι δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο ἀπέναντι ἡμῶν εἰμὴ ἰδιωτικὴν Ἑταιρείαν μὲ προνόμιον ἐκδόσεως, διεπομένην ἀπὸ σύμβασιν ῥυθμίζουσαν τὰ ἑκατέρωθεν δικαιώματα καὶ τὰς ἑκατέρωθεν ὑποχρεώσεις. Καὶ ἐρωτῶ· κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκβίασις αὕτη εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐπίγνωσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεών της, ὁπότε ἡ Τράπεζα δὲν δύναται παρὰ νὰ τηρῇ τὰς συμβατικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις; Εἶναι προφανῶς ἀδύνατος πᾶσα ἐκβίασις Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία γνωρίζει τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της, ἡ ὁποία ἐξ ἄλλου ἔχει τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν, ὥστε νὰ μὴ ῥίπτηται εἰς τὰς διαθέσεις αὐτῆς ἐκζητοῦσα νὰ θεραπεύσῃ ἄνευ δικαιώματος τὰς ἰδίας ὀρέξεις καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἀπρονοησίαν. Ἀλλ’ ἂν δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ φαντασθῶ ὡς δυνατὴν ἐκβίασιν οἱουδήποτε τοιούτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος ἀπέναντι τοῦ Κράτους, δύναμαι ὅμως νὰ φαντάζωμαι καὶ νὰ κατανοῶ καὶ νὰ φοβῶμαι ἐκβίασιν τῶν Τραπεζῶν ἀπὸ μέρους τῶν Κυβερνήσεων. Ἐκβίασιν οἰκονομικῆς φύσεως, ἐκβίασιν καὶ πολιτικῆς φύσεως. Δὲν ὁμιλῶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ὁμιλῶ ἀπολύτως καὶ γενικῶς διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν. Διότι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀπαλλάξωμεν τὰς κοινοβουλευτικὰς Κυβερνήσεις ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, οἱ ὁποῖοι πολλάκις δὲν δύνανται ν’ ἀφήσωσιν αὐτὰς ἀνεπηρεάστους. Φαντάζομαι ὅτι κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἂν ἀκόμη ἔχῃ ἀντοχὴν πολὺ μεγαλυτέραν ἀπὸ τὴν ἀντοχὴν τὴν ἀνύπαρκτον τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐμφανίζει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, φαντάζομαι ὅτι κοινοβουλευτική τις Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ μέγα ὅπλον εἰς χεῖράς της ὅπως ἀσκήσῃ ἐπιβολὴν εἰς τὴν Τράπεζαν πολλαπλῆν εἴτε πρὸς συγκρότησιν τοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς, εἴτε πρὸς τοιαύτην ἢ τοιαύτην διάθεσιν τῶν πιστώσεων, ἃς παρέχει τὸ ἵδρυμα τοῦτο, εἴτε πρὸς παροχὴν δανείων καὶ προκαταβολῶν εἰς τὸ Κράτος, καὶ κυρίως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Καὶ εἰς τὰ ἐνδεχόμενα ταῦτα ἀνευρίσκω τοὺς ἀληθεῖς καὶ μεγάλους κινδύνους, κινδύνους διασαλεύσεως τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας τῆς Χώρας, κινδύνους διὰ τὰ δημόσια οἰκονομικά, κινδύνους διαφθορᾶς τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου. (Ἐπιδοκιμασίαι).

§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ τῇ 10½. Μετὰ τὴν διακοπήν (ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.)

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.

§201Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μολονότι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὡρισμένος, ὑποθέτει ὅμως τραπεζιτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἔχει δὲ μεγάλην σημασίαν ἡ τραπεζιτικὴ πολιτικὴ μιᾶς Κυβερνήσεως, διότι ἐκ ταύτης ἐξαρτῶνται ὄχι μόνον τὰ καλὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἡ ῥύθμισις τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων τῶν διαφόρων παραγόντων τῆς Κοινωνίας. Ἀφήνω λοιπὸν τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐξετάζω τοῦτο ὅπως διατυποῦται. Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα κατὰ πόσον πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ Πολιτεία εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἱδρύματος τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς πάσας τὰς Πολιτείας μὲ μικρὰς μὲν διαφοράς, ἀλλ’ εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς μὲ μεγάλην ὁμοιότητα, ὅπως εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξητάσθη πρὸ τῆς διακοπῆς ἀπὸ τῆς νομικῆς ἀπόψεως καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, οὖσα ἀνώνυμος ἑταιρεία, πρέπει νὰ διοικῆται ὑπὸ τῶν μετόχων αὐτῆς καὶ πᾶσα ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον προτίθενται αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι. Ἴσως αὐτὴ εἶναι ἡ νομικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος. Ἡ οἰκονομικὴ ὅμως ἄποψις, Κύριοι, εἶναι ἐντελῶς ἐναντία. Τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ἐπεμβῇ καὶ ἐκ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὅτι τὰ ἱδρύματα ταῦτα πρέπει νὰ διοικῶνται μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τῶν μετόχων αὐτῶν. Τὸ Κράτος εἶναι μέγας μέτοχος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ Κράτος ἐξασφαλίζει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν περισσότερα ὀφέλη ἀπὸ ὅσα ἐξασφαλίζουσιν οἱ καταβαλόντες τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον· δὲν θὰ ἔχω δὲ μεγάλην δυσκολίαν νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο, ἂν σᾶς εἴπω ὅτι τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον ἀνέρχεται εἰς 20.000.000, τὸ δὲ ἀποθεματικὸν εἰς 13.000.000, ἑπομένως τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον μετὰ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου ἀνερχόμενα εἰς 33.000.000 ἐξασφαλίζουσι μὲ τόκον πρὸς 5% ἔστω, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν χορηγεῖ, καθαρὸν κέρδος 1½ ἑκατομμυρίου, καὶ τὸ καθαρὸν αὐτὸ κέρδος εἶναι περισσότερον ἀπὸ τὸ τριπλάσιον τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον τοῦτο. Ἀρκεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ ἀξία τῆς μετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ — διότι ἐκ τῶν δύο τούτων κονδυλίων ἐξαρτᾶται ἡ ἀξία τῆς μετοχῆς — ἔπρεπε ν’ ἀνέρχηται, εἰς 650 δραχμὰς καὶ δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἔφθασεν ἡ μετοχὴ εἰς 5250· ὁ λόγος δὲ οὗτος εἶναι διότι τὸ Κράτος παρέχει προνόμια εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζονται κέρδη τὰ ὁποῖα οἱαδήποτε καλὴ διοίκησις τῶν μετόχων δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ. Εἶναι δὲ πολλαπλᾶ τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἕνεκα τῶν σχέσεων αὐτῆς μετὰ τῆς Πολιτείας, καὶ τὰ κέρδη ταῦτα, ἵνα μὴ μνημονεύσω πάντα, προέρχονται ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἑπομένως διὰ τοῦ δικαιώματος τούτου πραγματοποιεῖ κέρδη ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τὸ ὁποῖον δὲν κατέβαλε, διότι τὸ χαρτονόμισμα δὲν ἀποτελεῖ κεφάλαιον, διότι ὁλόκληρον δὲν καλύπτεται κατὰ τὴν σύμβασιν ὑπὸ ἴσου χρυσοῦ εὑρισκομένου ἐν τοῖς θησαυροφυλακίοις τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ μέρος αὐτοῦ, τὰ ⅔, εἶναι ἄνευ ὑπάρξεως ἀντιστοίχου ποσοῦ εἰς χρυσόν. Ἡ Τράπεζα, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1859 νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας λαχειοφόρους 110 ἑκατομμυρίων καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ εἰς πενταπλάσιον ποσὸν τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, ὥστε, ἂν αὐξήσῃ εἰς 80 ἢ 100 ἑκατομμύρια, νὰ δύναται νὰ ἐκδίδῃ λαχειοφόρον δάνειον εἰς ἑκατοστύας ἑκατομμυρίων καὶ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ λαχειοφόρα δάνεια δὲν δίδουσι πέρα τῶν 3½%, ἑπομένως ἡ Τράπεζα ἐξασφαλίζει κέρδη σημαντικά.

§202Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κατεβίβασε τὸν τόκον.

§203Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διότι ἐνόμισεν ὅτι δὲν θὰ ἐπάθαινε τίποτε. Δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ἡ Τράπεζα διὰ τῆς νομοθεσίας ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ πολλὰς καταθέσεις καὶ συμβαίνει πολλάκις χρήματα αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῇ Τραπέζῃ ἐπὶ μικρῷ τόκῳ καθ’ ὃν χρόνον ἡ Κυβέρνησις δανειζομένη πληρώνει τόκον 6%. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ σύμβασις θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης· ἐμπνέεται οὕτω τοιαύτη ἐμπιστοσύνη εἰς τὸ Κοινόν, ὥστε νὰ θεωρῇ τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἀσφαλέστερον ἀπὸ πᾶν ἄλλο καὶ νὰ ἐμπιστεύηται τὰς καταθέσεις του μὴ ἀποβλέπον εἰς τὸν τόκον τὸν ὁποῖον δίδει, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀσφάλειαν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ καταθέσεις εἰς τὴν Τράπεζαν ἐξασφαλίζουσιν ὑπὲρ τῶν καταθετῶν ποσὰ πολὺ μικρότερα. Τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ἐπεμβῇ, διότι παρέχει εἰς τὴν Τράπεζαν προνόμια· ὀφείλει νὰ μὴ χαρίσῃ τὰ κέρδη εἰς τοὺς μετόχους, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ μετάσχῃ εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῶν προνομίων προέρχονται, ἵνα ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τῆς Κοινωνίας τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπως τὰ ἐκ τῶν προνομίων ὀφέλη ἀποβαίνωσι πρὸς ὠφέλειαν τῆς Κοινωνίας τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ἡ Πολιτεία. Ἐντελῶς ἄσχετον εἶναι τὸ θέμα μὲ τὴν τραπεζιτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ πόσον ἡ Πολιτεία πρέπει ἡ ἰδία νὰ ἐνεργῇ πράξεις ἐπικερδεῖς, ἀλλὰ καίτοι καὶ τοῦτο ἔχει ἤδη πλέον λυθῆ καὶ πᾶσαι αἱ Πολιτεῖαι, εἴτε ὀλίγον εἴτε πολύ, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται, δὲν νομίζουσιν ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς Πολιτείας ἡ ἐκμετάλλευσις ἐπιχειρήσεων, καίτοι, λέγω, τοῦτο ἔχει λυθῆ, ἀλλὰ προκειμένου περὶ Τραπέζης ἰσχύουσιν ἐντελῶς ἀντίθετα πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἰσχύουσιν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῆς Πολιτείας εἰς ἐπικερδεῖς ἐπιχειρήσεις, ἡ Πολιτεία ὅμως εἰς συμμετοχὴν τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης δὲν διευθύνει αὐτὴ τὴν ἐπιχείρησιν, ἀλλ’ ἐπιβλέπει τὴν κατανομὴν τῶν κερδῶν ὅπως μὴ ταῦτα περιέλθωσι μόνον εἰς τὴν προνομιοῦχον αὐτὴν τάξιν ἡ ὁποία καταβάλλει πρώτη τὰ κεφάλαια, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ κερδίσῃ ὑπερβολικά. Βεβαίως ὑπάρχουσι πλεῖσται ὅσαι ἀντιρρήσεις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῆς Πολιτείας εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς Χώρας, καὶ ἡ ἐπέμβασις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ πολλὰ δυσάρεστα. Βεβαίως ἡ ἀνάμιξις τῆς Πολιτείας δύναται νὰ διαφθείρῃ τὴν Τράπεζαν διττῶς, ὅπως ἐξαναγκάσῃ αὐτὴν νὰ παρέχῃ εἰς εὐνοουμένους δάνεια ἢ νὰ συγκρατῇ τὸ προσωπικόν της κατόπιν εἰσηγήσεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ κόμματος καὶ συγχρόνως νὰ μεταχειρίζηται τὴν Τράπεζαν ὡς ἐκλογικὸν παράγοντα, ὅπως ἐξασφαλίζῃ διὰ τῆς βοηθείας ταύτης τὴν παραμονήν της ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ γίνεται συναλλαγὴ τοιαύτη, καθόσον ἡ Τράπεζα, ὡς ἔχουσα τὴν κερδοσκοπικὴν ἀντίληψιν, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ κέρδος της ἐνδέχεται νὰ μὴ στενοχωρηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοιαύτας ἀπαιτήσεις τῆς Πολιτείας ὅπως καὶ αὐτὴ ἐξασφαλίσῃ τὰ κέρδη. Δύναται διὰ τοιαύτης ἐπεμβάσεως ἡ Πολιτεία νὰ τρομοκρατήσῃ τὸν Διοικητὴν καὶ νὰ καταβιβάσῃ αὐτὸν εἰς πολὺ χαμηλὴν θέσιν, θὰ εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ εἶναι ὑποτακτικὸς εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ πρόσωπον ἄξιον θὰ ἀποφεύγῃ νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης, ἵνα μὴ περιέλθῃ εἰς δυσάρεστον θέσιν καὶ γίνῃ ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως εἰς περίστασιν καθ’ ἣν Κυβέρνησίς τις ἤθελε μεταχειρισθῆ αὐτὸν διὰ τοιοῦτον σκοπόν. Εἶναι ἀνάγκη ὁ Διοικητὴς νὰ ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ καὶ νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει δὲ ὁ Διοικητὴς καθῆκον ν’ ἀποβλέπῃ πάντοτε εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ κακὴν ἀντίληψιν καὶ ὁ Διοικητὴς νὰ δύναται νὰ χαρίζῃ τὰς ἀντιλήψεις πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ πρὸς τὸ πολιτικὸν κόμμα τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἀλλὰ μήπως αὐτὰ τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ὡς ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης δὲν δύνανται νὰ προκύψωσι καὶ ὅταν ἡ Πολιτεία ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως; Μήπως δὲν γνωρίζομεν ἐκ τοῦ παρελθόντος ὅτι πάντες οἱ Διοικηταὶ τῆς Τραπέζης εἰργάσθησαν ὅπως ἡ Τράπεζα εἶναι ἀνεπηρέαστος ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἢ μᾶλλον ὅπως ἐπηρεάζῃ τὴν Πολιτείαν; Δὲν γνωρίζομεν ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν κατεβάλλετο πᾶσα φροντὶς διὰ νὰ καταπνιγῇ πᾶσα φωνὴ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἡ Τράπεζα ἔμενεν ἄκριτος; Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τοῦτο. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι διὰ τὸ συγγενολόγιον ἐξησφαλίζοντο θέσεις καὶ κέρδη ἐντελῶς δυσανάλογα πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι χάριν τοῦ συγγενοῦς Διοικητοῦ τινος ἐδίδοντο 60.000 δραχμῶν διὰ γραφικὰ δῆθεν ἔξοδα, ἐνῷ, ὅτε ἀντικατεστάθη ἡ Διοίκησις, ἐδίδετο μόνον τὸ ¼. Καὶ δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι μακρὰν πάσης ἐπιδράσεως ἡ Τράπεζα ἐποιεῖτο κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου κατὰ διαφόρους τρόπους, εἴτε διότι εἰς τὴν σύναψιν τῶν συμβάσεων ἐπέβαλλε τοὺς ὅρους της, εἴτε διότι ἐξηγόραζε τὸ μέγα τοῦτο ἀγαθὸν ἀντὶ ἐλαχίστου ἀνταλλάγματος εἰς τὰ πρόσωπα τὰ διοικοῦντα τὴν Πολιτείαν καὶ οὐχὶ χάριν τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ὅμως ἐπέβαλλε καὶ ὅρους οἱ ὁποῖοι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι στεροῦνται καὶ ἠθικῆς, μεταξὺ δὲ τῶν ὅρων αὐτῶν ὅστις θ’ ἀναγνώσῃ διαφόρους συμβάσεις θὰ ἴδῃ ὅτι ἐτέθη ὁ ὅρος ὅτι ἡ Πολιτεία παραιτεῖται τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπιβάλῃ φόρον τινὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ ἐστερήθη οὕτως ἡ Πολιτεία τοῦ μεγίστου δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει σήμερον, διότι, ἂν ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα ἀπὸ τῆς Πολιτείας νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους, ἡ Πολιτεία ἀποβαίνει σκιά. Ἔχομεν ἀντίθεσιν τοιαύτην εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης καὶ βλέπομεν ὅτι διὰ τῆς ἐπεμβάσεως δύνανται νὰ προκύψωσι κακὰ καὶ δύνανται νὰ μὴ προκύψωσιν· ἀλλ’ οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι θὰ συμβῇ ἐξάπαντος ἐφ’ ὅσον ἐπεμβαίνει ἢ δὲν ἐπεμβαίνει εἰς τὰ τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῶσι καὶ τὰ δύο, τὴν ἐξασφάλισιν δὲ ταύτην παρέχει αὐτὴ αὕτη κατὰ πρῶτον λόγον ἡ σύμβασις. Οἱ διάφοροι ὅροι τῆς συμβάσεως δύνανται νὰ κανονίσωσι τὰς σχέσεις μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ εἶναι δύσκολος ἡ κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἀπέναντι τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ πιστωτικὸν ἵδρυμα, διότι τοῦτο ἔχει τὸ χρῆμα, ἀπέναντι Κυβερνήσεως ἡ ὁποία, ὁσονδήποτε πλούσιον καὶ ἂν εἶναι τὸ Κράτος, πάντοτε λαμβάνει τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ, διότι τὸ Κράτος δαπανᾷ ὁλονέν, εἰσπράττει ἀλλὰ καὶ δαπανᾷ, καὶ αἱ δαπάναι εἶναι ἀνώτεραι τῶν εἰσπράξεών του, εἰς οἱονδήποτε δὲ καὶ ἂν ἀνέλθωσι ποσὸν αἱ εἰσπράξεις του, αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας εἶναι ἀπέραντοι, ὥστε νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀνάγκῃ χρημάτων πάντοτε, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι ἂν εὑρίσκεται ἐν μεγάλῃ ἢ μικρᾷ ἀνάγκῃ. Ἀπέναντι τοιαύτης δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἷς ὅρος δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὴν δύναμίν της, καὶ ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι ὅτι ἡ σύμβασις πρέπει νὰ εἶναι βραχυχρόνιος. Ἐφ’ ὅσον ἡ Τράπεζα γνωρίζει ὅτι οὐχὶ μετὰ μακρὸν χρόνον θ’ ἀντικρύσῃ τὴν Πολιτείαν δὲν θὰ θελήσῃ νὰ κάμῃ κατάχρησιν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐξυπηρετήσεως τῆς Πολιτείας, αὐτῆς τῆς Κοινωνίας, αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους, καὶ οὐχὶ ἐξυπηρετήσεως τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ἰσχῦον πολιτικὸν κόμμα. Ἡ βραχεῖα προθεσμία, ἡ ἐγγύησις τῆς λήξεως τῆς συμβάσεως ἀφορᾷ εἰς αὐτὴν τὴν δύναμιν τῆς Τραπέζης, διότι θὰ ἴδῃ αὐτὴ ἑαυτὴν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς Πολιτείας ὅταν θὰ λήξῃ τὸ προνόμιον καὶ ὅτι κινδυνεύει, ἂν θελήσῃ νὰ πιέσῃ τὴν Πολιτείαν, νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης συμπεριφορᾶς της. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν γενικῶν τούτων ὅρων καὶ τοῦ δικαιώματος τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ δίδῃ διὰ μακρὸν χρόνον ἡ Πολιτεία, ὑπάρχει καὶ ἄλλο, τὸ τῆς παρατάσεως τῆς συμβάσεως, τοῦ ὁποίου ἐν Ἑλλάδι γίνεται εὐχερεστάτη χρῆσις. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ἥτις ἐπέτυχε 13ετῆ παράτασιν τοῦ προνομίου της, 16 ἔτη πρὸ τῆς λήξεως αὐτοῦ, καὶ ἡ παράτασις τοῦ προνομίου αὕτη ἐγένετο οὔτε ἀντὶ πινακίου φακῆς, διότι δὲν ἔδωκε τίποτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἡ ὁποία ἐπέτρεψε νὰ παραταθῇ τὸ προνόμιον τοῦτο ἐπὶ 13 ὁλόκληρα ἔτη. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἀκόμη πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ, διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους, καὶ τοῦτο θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε κατὰ τίνα τρόπον συγκροτεῖται παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, εἰς τρόπον ὥστε μηδεμίαν νὰ ἔχῃ ἀξίαν, εἴτε διότι ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἴτε διότι ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς εἶναι τοσοῦτο πεπαλαιωμένος, ὥστε εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ μένῃ κανὲν δικαίωμα. Ἡ ἀνύψωσις ἐπίσης τοῦ θεσμοῦ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀρκῆται νὰ ὑπογράφῃ τὰ τραπεζογραμμάτια, ἀλλὰ νὰ εἶναι πραγματικὸς ἐπόπτης τῶν ἔργων τῆς Τραπέζης, καὶ ἡ συμμετοχὴ τῆς Πολιτείας διὰ μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου θὰ ἐξασφαλίσῃ πάντα τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας, ἐνῷ συγχρόνως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ κατάχρησις διὰ τούτου, διότι δύναται νὰ κανονισθῇ ἡ συμμετοχὴ τῆς Πολιτείας κατὰ βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε ν’ ἀνήκῃ μὲν ἡ πλειονοψηφία εἰς τοὺς μετόχους, ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπάρξεως τῶν μελῶν τῶν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὑποδεικνυομένων ἐν τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωρίζῃ τελείως τί τελεῖται ἐκεῖ. Καὶ τὸ τοιοῦτον εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ μὴ γίνηται σήμερον διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μόνον, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξασφαλίζει ἡ Πολιτεία τὰ ⅔ τῶν κερδῶν, τοῦ ⅓ ἐξασφαλιζομένου διὰ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ σήμερον, ὡς ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τοῦ κρατίστου Γερμανοῦ οἰκονομολόγου, ὄχι θεωρητικῶς γράφοντος, ἀλλὰ μετέχοντος εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ὑπεστηρίχθη ὅτι εἰς πᾶσαν ἀνώνυμον ἑταιρείαν ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν μέλος τοὐλάχιστον, ὅπως διατελῇ ἐν γνώσει τῶν κερδῶν καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐξασφαλίζονται τὰ κέρδη ταῦτα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐν γνώσει τῶν τελουμένων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ ὑπὲρ τῆς Πολιτείας καὶ ὑπὲρ τῆς Κοινωνίας τὰ κέρδη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξασφαλίζωνται χωρὶς νὰ ζημιῶνται οἱ κάτοχοι τῶν μετοχῶν. Ἡ διοίκησις τραπεζιτικῆς ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι κανὲν μεγάλο πρᾶγμα, εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀπαιτῶνται τελείως ἐξαιρετικαὶ γνώσεις, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν θὰ ἐξέλεγε τὰ κατάλληλα πρόσωπα, ὅπως ἀντιπροσωπεύσωσιν αὐτὴν κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἐξυπηρετηθῶσι καὶ τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης. Ἀπὸ τοῦ 1770 ὁ πατὴρ τῆς οἰκονομίας Ἀδὰμ Σμίθ, ὁ μέγας αὐτὸς ὑποστηρικτὴς τῆς ἀποχῆς τοῦ Κράτους ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰ τῶν κερδοσκοπικῶν ἐπιχειρήσεων, γράφει ὅτι δύο μόνον ἐπιχειρήσεις εἶναι τὰς ὁποίας δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐπιχειρήσῃ μετὰ πεποιθήσεως ὅτι θὰ ἐξησφάλιζε κέρδη. Αἱ δύο αὗται ἐπιχειρήσεις εἶναι τὰ Ταχυδρομεῖα καὶ αἱ Τράπεζαι. Καὶ τὰ Ταχυδρομεῖα, ὡς γνωρίζετε, διαχειρίζονται καὶ ὑπὸ βαρβάρων Πολιτειῶν μετ’ ἐπιτυχίας, διότι ἡ φύσις τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης οὐδεμίαν ἀπαιτεῖ εἰδικότητα. Τὸ αὐτὸ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ περὶ Τραπέζης, διότι δὲν ἀπαιτοῦνται τόσον ἐξαιρετικαὶ γνώσεις, ὥστε καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου νὰ εἶναι τόσον ἔξοχοι τραπεζῖται, ὅπως μὴ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ὑπερβολικῶν γνώσεων προκύψῃ ζημία τις. Ἀξιότιμος συνάδελφος προαγορεύσας εἶπεν ὅτι αἱ σχέσεις μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης εἶναι ἀντίθετοι, διότι ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Τράπεζα εἶναι ἀντισυμβαλλόμεναι. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τελείως διάφορον ἰδέαν ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυμβαλλόμενοι, ἀλλὰ συμμέτοχοι καὶ διοικοῦσιν ἀπὸ κοινοῦ. Βεβαίως ἔρχεται περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι συμβαλλόμενοι, διότι, καθὼς εἶπον, πάντοτε τὸ Κράτος λαμβάνει ἀνάγκην ἐνισχύσεως ἐκ τῆς Τραπέζης, εἴτε ὅπως ἡ Τράπεζα αὐτὴ δώσῃ χρήματα πρὸς τὸ Κράτος, εἴτε ὡς μεσίτης, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας ἀπαιτούμενα ποσά· ἀλλ’ ὑπάρχει καθορισμὸς μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης, ὥστε νὰ μὴ ὑποτίθεται ὅτι εἴτε ἡ Πολιτεία εἴτε ἡ Τράπεζα πρέπει νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν ἡ μία τὴν ἄλλην. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές, διότι ἡ ἱστορία δεκάδων ἐτῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν πείθει ἡμᾶς περὶ τούτου ὅτι οὐδ’ ἐπὶ παραδείγματι ἦλθεν εἰς ῥῆξιν ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀρκεῖται νὰ δίδῃ ἡ Τράπεζα 2% καὶ 3%, καθ’ ἣν στιγμὴν πᾶσαι αἱ ἄλλαι Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι τροφοδοτοῦνται ἐξ αὐτῆς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, δίδουσι πολὺ περισσότερα. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὑπάρχει ἀντίληψις τῶν μετόχων τοιαύτη, ὥστε νὰ εἶναι ὑπερήφανοι διότι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν Τράπεζαν ἐκείνην, ἡ ὁποία στηρίζει τὴν οἰκονομικὴν δρᾶσιν τῆς Χώρας καὶ ἥτις ἐξ αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως ἔχει φθάσει εἰς τοιαύτην περιωπήν, ὥστε νὰ εἶναι τὸ πρῶτον πιστωτικὸν ἵδρυμα τοῦ Κράτους. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχουσιν ἀντίθετα συμφέροντα. Οὐδεὶς περισσότερον τοῦ Κράτους ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς Τραπέζης. Ἀπόδειξις τούτου καὶ ἡ Ἑλλάς, ἥτις οὐδέποτε ἠμπόδισε τὴν Τράπεζαν νὰ διοικηθῇ ὡς θέλει καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ κέρδη ἀντίθετα πρὸς τὴν φύσιν τοῦ ἱδρύματος, ἀντίθετα πρὸς Τράπεζαν ἐκδοτικὴν καὶ προεξοφλητικήν, ὡς ἦτο ἡ κερδοσκοπικὴ ἐπιχείρησις τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Τὰ συμφέροντα μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης εἶναι κοινά, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι πρέπει ἡ Τράπεζα νὰ περιέλθῃ εἰς τάξιν ὑφισταμένου ὑπαλλήλου, τάξιν κλάδου τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ἤθελε συμβῆ αἱ νεώτεραι ἀντιλήψεις τῆς Πολιτείας εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ αὕτη τὸ δικαίωμα νὰ ἐξουσιάζῃ τοὺς ὑπαλλήλους της, διὸ καὶ παρέδωκεν εἰς Συμβούλια τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς καὶ παύσεως σχεδὸν πάντων τῶν ὀργάνων της. Ἡ Τράπεζα ἔχει καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἴδιά της συμφέροντα ἐρχομένη εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν Πολιτείαν, ὥστε, ὅταν ἔρχηται οὕτω τὸ ζήτημα, ἡ Κοινωνία νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον ἡ Πολιτεία ἢ ἡ Τράπεζα ἔχει δίκαιον. Οἱ πόροι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπῆρξαν πολλάκις καταχρηστικοὶ ἐναντίον τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινωνίας. Κατέφυγεν αὕτη εἰς μέτρα ἀνήθικα δι’ οἱανδήποτε κερδοσκοπικὴν ἐπιχείρησιν, τῆς ὁποίας σκοπὸς ἀποκλειστικὸς εἶναι τὸ κέρδος καὶ μόνον μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ μὴ τὴν φθάνῃ ὁ ποινικὸς νόμος, ἐπιχείρησιν μὴ ἀναγνωρίζουσαν ἠθικὴν ἀλλὰ μόνον συμφέρον. Τοιαύτην ἀντίληψιν δυστυχῶς εἶχεν οὐχὶ σπανίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας γνωρίζει ὅτι ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ πίνακα, ὅστις δὲν μοὶ ἐδόθη οὔτε θὰ μοὶ δοθῇ, τῶν εἰς ὡρισμένον διάστημα ἐπισφαλῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα ἴδωμεν τίνες παρίστανται ὡς ὀφειλέται δανεισθέντες ἀνεπιστρεπτί, δανεισθέντες ἐν γνώσει ὅτι θὰ μετεβιβάζετο ἡ πίστωσις αὐτῶν εἰς τὰς ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις. Ὁ πίναξ δὲν εἶναι εὐχάριστον διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ γίνῃ γνωστός, ἀλλὰ κατάστημα τὸ ὁποῖο ὑπερηφανεύεται διὰ τὴν διοίκησίν του δὲν ἔπρεπε νὰ δειλιάσῃ νὰ φέρῃ εἰς φῶς τοιαῦτα ἔγγραφα. Εἰς τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα τὰ προνομιοῦχα τὸ ὄμμα τῆς Πολιτείας, διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, δὲν πρέπει νὰ ἀφήνῃ τίποτε μυστικὸν ἐκτὸς τῶν σχετιζομένων πρὸς μίαν ἐπιχείρησιν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὸ παρελθὸν ἦλθε εἰς ῥῆξιν πρὸς τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς διδομένας παρὰ τραπεζικῶν ἀσχοληθέντων εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Τραπέζης καὶ τὰ δίκαια αὐτῆς ὑποστηριζόντων ἡ Πολιτεία εὑρίσκετο ἐν τῷ ἀδίκῳ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Τῷ 1868, ὅτε εὑρίσκετο εἰς ἐθνικὰς δυσχερείας ἡ Κυβέρνησις, δὲν κατώρθωσε νὰ λάβῃ, καὶ ἀπειλήσασα τὴν Τράπεζαν, ἢ ἐλάχιστα ποσά. Τῷ 1893 ἠπειλήθη ἡ σύστασις ἄλλης Τραπέζης, διότι δὲν ἦτο πρόθυμος αὕτη νὰ βοηθήσῃ τὴν Πολιτείαν. Λέγω ταῦτα, ἵνα δείξω ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον πᾶν ἄλλο ἢ διατεθειμένος εἶμαι ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς τρόπον ὥστε νὰ χαίρω διότι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον καὶ ἡ Πολιτεία ἀποφασίζει νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης, ἵνα ἐγκαινίσῃ τραπεζιτικὴν πολιτικὴν ὑγιεστέραν διὰ τὸ μέλλον, ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι τοιαύτη καλυτέρευσις τῆς ἀντιλήψεως τῆς Τραπέζης ἤρχισε, καὶ ἔχω τὸ παράδειγμα τῆς ἀποχῆς της ἀπὸ ἀναμίξεως εἰς ἐπιχείρησιν ἐπικίνδυνον καὶ ἀσύμφορον πρὸς τὸν σκοπόν της, εἰς τὴν ὕδρευσιν. Νομίζω ὅτι ἐπικρατοῦσι διάφοροι ἀντιλήψεις, διότι ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς ὅρους τῆς συναφθείσης συμβάσεως μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως γίνεται ἀρχὴ ὅπως ἡ Τράπεζα πρώτη προσφέρηται νὰ παράσχῃ ἀνταλλάγματα ἀντὶ τῶν κερδῶν τὰ ὁποῖα ἀσφαλίζει. Θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, ἂν καὶ δὲν ἐγκρίνω τὴν αἰτίαν τὴν ὑπαγορεύσασαν τὴν ὑποβολήν του. Ὡς ὑπεβλήθη καὶ ὡς εἰσηγήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦτο ἐπιτυχέστερος, ἂν ἔλεγε περὶ ἀπολύσεως τοῦ κ. Εὐταξίου ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν ν’ ἀπαντήσῃ καὶ ὁλόκληρος ἡ εἰσήγησις τοῦ νομοσχεδίου περιεστράφη εἰς τὰς σχέσεις τοῦ προσώπου τοῦ Διοικητοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ν’ ἀποδώσῃ ὅλον τὸ κακὸν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Διοικητοῦ καὶ οὐχὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης καὶ τὰς ἀντιλήψεις τῆς διοικήσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι σφάλμα. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ σήμερον, διότι διὰ Β. Διατάγματος ἐγκρίνεται ὁ διορισμὸς τοῦ Διοικητοῦ.

§204Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει ἐγκρίνεται. Εἶναι ζήτημα αὐτό.

§205Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁπωσδήποτε δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις καθ’ οἱασδήποτε ἀντιλήψεως, ὄχι τῆς ἰδικῆς μου ὅστις θέλω νὰ ἔχῃ περισσότερα δικαιώματα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ τὸν διορισμὸν ἑνὸς Διοικητοῦ, ἀφοῦ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ Συνέλευσις ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προτείνωσιν ἄλλον ἀντὶ τούτου. Τὸ δικαίωμα ὅμως τῆς ἀπολύσεως εἶναι φοβερόν, τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν μίαν ἀμφίστομον μάχαιραν, δυναμένην νὰ στραφῇ καὶ ἐναντίον της καὶ ὄχι ἐναντίον τοῦ Διοικητοῦ, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐξέλιπον αἱ ἐπιδράσεις, εἰς τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ μὴ ὑποκύψῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀντλεῖ τοιαύτην δύναμιν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω ἂν δὲν ὑπέκυπτεν ἄλλη Κυβέρνησις εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τῆς καταθέσεως τῆς Ἀρχῆς. Δύναται κάποτε, ὅταν ἔχῃ τοιαύτην δύναμιν, νὰ κάμῃ χρῆσιν κακὴν τοῦ τοιούτου δικαιώματος, καὶ εἶναι δυνατὸν ἀκόμη ὑπείκουσα εἰς κακὰς εἰσηγήσεις νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πραγματικὴ ἀνάγκη. Τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ὅπως παύῃ τὸν Διοικητὴν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὸν Διοικητὴν νευρόσπαστον, ἵνα γίνῃ ἀφορμὴ ὅπως ἡ θέσις τοῦ Διοικητοῦ Τραπέζης τινὸς περιέλθῃ εἰς πρόσωπον ἄσημον, εἰς πρόσωπον τὸ ὁποῖον δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὄνομα, κῦρος, κατὰ πλάνην τῆς Κοινωνίας, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ τὴν δύναμιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ νὰ ἔχῃ τοιαύτη θέσις. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκετο συγκεκλημένη, ἂν παρήρχετο χρονικόν τι διάστημα ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτο μέτρον, θὰ ἐπεκράτουν ἄλλαι διαφωτιστικαὶ σκέψεις πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀκριβῶς τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀγάγει εἰς τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα χωρὶς νὰ γίνῃ ἀφορμὴ ἄλλου δυσαρέστου. Εἰς ἐμέ, Κύριοι, τὸ πᾶν σχετικῶς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως καὶ ὄχι τὸ πρόσωπον τοῦ Διοικητοῦ. Τὸ πρόσωπον τοῦ Διοικητοῦ δύναται νὰ εἶναι εὐχάριστον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Τραπέζης ἢ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως δύναται ν’ ἀντιτάσσῃ τὸ non possumus εἰς ἑκάστην δικαιοτάτην ἀπαίτησιν τῆς Πολιτείας. Δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπειλῇ τὸν Διοικητὴν καὶ νὰ διορίζῃ ἀντ’ αὐτοῦ ἄλλον, ἀλλ’ ἂν ἡ σύμβασις ἔχῃ συναφθῆ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἐξυπηρετῶνται τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, οἱοσδήποτε Διοικητὴς καὶ ἂν ἀλλάξῃ, δὲν θ’ ἀλλάξωσι τὰ πράγματα, διότι, καὶ ἂν θέλῃ εἷς Διοικητὴς νὰ εἶναι εὐχάριστος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ εὑρεθῇ πρὸ τοῦ ἀδυνάτου, ἐφ’ ὅσον οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτὸν νὰ φανῇ τοιοῦτος. Τὸ κύριον λοιπὸν θέμα εἶναι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως μεταξὺ Τραπέζης καὶ Πολιτείας, ὄχι δὲ ἡ ἀντίληψις ἐκείνη τῆς εὐκολίας τὴν ὁποίαν θὰ παρέχῃ ὁ ἑκάστοτε Διοικητὴς πρὸς θεραπείαν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγκῶν αἱ ὁποῖαι συνδέονται πρὸς τὴν ταμειακὴν αὐτῆς κατάστασιν καὶ ὄχι πρὸς τὸ οἰκονομικὸν συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινωνίας. Μοὶ ἐπιτρέπεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐνθυμηθῶ ὅτι εἰς στιγμὰς παραφορᾶς πρὸ ὀλίγων ἐτῶν μοὶ ἀπεδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτε ἤλεγχον κακίστην σύμβασιν μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς Πολιτείας, δι’ ἧς ἐδάνειζε πρὸς τόκον 7.30%, ἐνῷ διεσάλπιζεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα ὅτι τὰ δάνεια τὰ δίδει πρὸς 6%, ὅτι σκέπτομαι ἀντιπατριωτικῶς ἢ ὅτι ἐλυπούμην ὅτι εὐωδοῦντο τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Τραπέζης. Παρατηρῶ ὅτι τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ τώρα σχετικῶς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Διοικητοῦ. Τῷ κατελογίσθη ἔλλειψις πατριωτισμοῦ διὰ τὴν στάσιν του ἀπέναντι τῆς Πολιτείας. Καὶ εἰς τὰς δύο περιστάσεις ἡ Κυβέρνησις εἶναι κατηγοητευμένη ἀπὸ τὴν πολιτικήν της καὶ θυσιάζεται ὑπὲρ τῆς Τραπέζης ἀναλόγως τῆς εὐκολίας μεθ’ ἧς δίδει τὰ δάνεια ἵνα ἐξέρχηται ἀπὸ τὴν ταμειακὴν δυσχέρειαν. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ ταμειακὴ κατάστασις Πολιτείας τινὸς δύναται νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ θυσιάζῃ πολλάκις τὸ οἰκονομικὸν συμφέρον, οὔτε δὲ κατέκρινα τότε τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπῄνεσα τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, μὴ ἀποβλέπουσα εἰς προσωρινὰς ζημίας ἵνα διεξαγάγῃ πολέμους οἱ ὁποῖοι ἐλάμπρυναν τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν, ἐδέχθη οἱουσδήποτε ὅρους, ἀλλὰ κατέκρινα τὴν Τράπεζαν ἥτις, ἐκμεταλλευομένη τὴν ἀνάγκην τῆς Πολιτείας ἵνα δώσῃ δάνεια μὲ τοιούτους βαρεῖς ὅρους, ἐξησφάλιζε τόσα πολλὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα ἦσαν τελείως ἀδικαιολόγητα, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν εἶχε τὴν γενναιότητα νὰ δώσῃ πλέον τῶν 20 χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου, καίτοι ἐξησφάλιζον ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια. Τότε μοὶ ἀπεδόθη μῖσος πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὡς δῆθεν προερχόμενον ἐξ ἰδεῶν, ἃς ἔχω κατὰ τοῦ κεφαλαίου, ἐνῷ πᾶν ἄλλο παρὰ κακὰς διαθέσεις ἔχω ἐναντίον ὅλων τῶν κεφαλαίων καὶ πρὸ πάντων τῆς Τραπέζης, ἀπὸ τῆς ὁποίας γνωρίζετε ὅτι ἐξαρτᾶται ἡ οἰκονομικὴ ἀκμὴ ὄχι μόνον τῶν εὐπόρων τάξεων, ἀλλὰ κυρίως τῶν πενομένων τάξεων. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰ ζητήματα τῆς ῥήξεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα ἢ μᾶλλον ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρουσιάσθη ὅτι μετὰ τὴν χορηγίαν τῶν 65.000.000 ἠθέλησε νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκμεταλλευόμενος τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας ν’ ἀξιώσῃ παρ’ αὐτῆς ὅπως ὑποσχεθῇ τὴν παράτασιν τοῦ προνομίου. Ἑπομένως, Κύριοι, ἐγὼ τὸ γεγονὸς αὐτὸ θεωρῶ εὐτυχές, καὶ θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν ἡ Πολιτεία πάντοτε εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀσκήσῃ τοιαύτας ἐκβιάσεις. Οὐδέποτε ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εὑρέθη εἰς πλέον εὐχάριστον θέσιν ὑπισχνουμένη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν θὰ κάμῃ δευτέραν Τράπεζαν ἐκδοτικήν. Εἶναι τόσον πλέον ὀρθόν, καὶ παραδέχομαι ὅτι ἐκδοτικὴ Τράπεζα πρέπει νὰ εἶναι μία εἰς ἓν Κράτος, ἀλλ’ ἔπρεπεν ἡ Πολιτεία ν’ ἀπειλήσῃ τὴν Τράπεζαν ὅτι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν θὰ ἤρχετο εἰς τὰ σύγκαλά της θὰ ἠδύνατο νὰ ἱδρύσῃ νέαν. Σήμερον εἶχε τὴν εὐκαιρίαν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ ἱδρύσῃ Τράπεζαν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δώσῃ τὸ ὄνομα «Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος» καὶ νὰ θέσῃ καὶ πρόσθετον ὅρον ὅτι τὰ προνόμια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτε θὰ ἔληγον, θὰ μετεβιβάζοντο εἰς τὴν νέαν Τράπεζαν. Οὕτω θὰ ἐξηνάγκαζε τὴν Τράπεζαν νὰ ὑποκύψῃ εἰς βαρυτέρους ὅρους. Τώρα ἦτο εὐκαιρία ὅπως ἀπειλήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία καὶ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, διότι ἡ Τράπεζα, ἥτις θὰ ἔβλεπε τὰς μετοχάς της νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1500 δραχμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι δυνάμει τοῦ μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου αὐτῆς, θὰ ὑπεχώρει καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ὥστε κακῶς ἀντελήφθη ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία τὴν θέσιν της ὅτι δύναται νὰ τὴν ἐκβιάσῃ ὁ Διοικητὴς καὶ οὐχὶ ἡ Τράπεζα. Ἀλλ’ ἀπεπειράθη τοιαύτην πράγματι ἐκβίασιν; Ἐγὼ λέγω ὅτι θὰ εἶναι εὐτύχημα, ἂν ἡ Τράπεζα πάντοτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀντιλαμβάνηται τὴν δύναμίν της καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θέλει νὰ ἐκβιάσῃ, παρέχουσα εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ αὐτὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Ἐὰν ἐν τῇ ἀντιλήψει ταύτῃ τοῦ Διοικητοῦ ὑπῆρχεν ἡ ἔννοια τῆς ἐκβιάσεως, ὤφειλε νὰ ἐννοήσῃ ὅτι δὲν ἦτο ἰδική του ἐκβίασις καὶ ὅτι ἐδίδετο τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ βούλησιν, καθ’ οἱονδήποτε ἤθελε τρόπον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐσκέφθη ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἢ ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ διατί τὸ ἐζήτει εἰς στιγμὴν κρίσιμον διὰ τὸ Ἔθνος, διατί συνέδεε τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν συντήρησιν τῆς Χώρας μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων; Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὀλιγίστας οἰκονομολογικὰς γνώσεις ἵνα ἐννοήσῃ τοῦτο· ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Τράπεζα ἔπρεπε νὰ ἐξαγάγῃ 65.000.000, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Δὲν εἶναι καθόλου ἄτοπον τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ σκεφθῇ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τίνα τρόπον καὶ κατόπιν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ θὰ ἐκράτει τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς ἀκμαῖον πιστωτικὸν ἵδρυμα ὡς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Βεβαίως καλῶς ἐσκέφθη ζητήσας τὴν δήλωσιν αὐτὴν, καὶ διὰ νὰ λάβῃ τὴν δήλωσιν αὐτὴν παρεχώρησε τὰ πάντα καὶ εἶπεν ἂς κάμῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅ,τι θέλει ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὅρους. Ἡ δὲ δήλωσις αὕτη εἶναι τόσον ἱκανοποιητικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, πρὸ πάντων δὲ διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὄχι ὡς ἐχθρικὴ πρᾶξις, ἀλλ’ ὡς πρᾶξις πολὺ κολακευτική, διότι διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐδήλου ὅτι, ἂν δὲν εἶχε πεποίθησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε βεβαιότητα εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μὲ πλήρη πεποίθησιν ὅτι ἐν τῇ περινοίᾳ του δὲν θὰ ἐπεβουλεύετο τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ θὰ ἐξησφάλιζεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίσῃ, συγχρόνως ὅμως, ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων αὐτῆς, ὅπως μέχρι τοῦδε. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν λῆψιν τῶν 3.000.000. Διατί ἆρά γε ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἔπρεπε νὰ εἰδοποιηθῇ περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου πρὸ ἡμερῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰ 65.000.000 ὅτι ἐντὸς δύο ἡμερῶν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἀλλ’ ἡ εἰδοποίησις αὕτη δὲν ἐγένετο καὶ διὰ τὰ 3.000.000, διὸ καὶ ἐστενοχωρήθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐκ τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, ἔστω τῆς προερχομένης ἀπὸ μίαν στενοκεφαλιάν, νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι πρᾶξις ἐχθρικὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προηγουμένως, ὥστε νὰ τῷ δώσῃ τὸν καιρὸν νὰ ἐξεύρῃ τὸ ποσόν; Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιέφερε τὴν Πολιτείαν δὲν ἦτο νὰ λάβῃ τὰ 3.000.000 τῆς ναυαρχίδος, ἀλλὰ νὰ λάβῃ 3.000.000.

§206ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καὶ τίς σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν εἰδοποίησα αὐτόν;

§207Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν μοὶ τὸ εἴπετε οὔτε τὸ ἤκουσα. Ἐν τῷ ἀνακοινωθέντι βλέπω ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ εἰδοποίησις ἢ ἂν ἐγένετο δὲν ἐγένετο πρὸ τοσούτου χρόνου, ὥστε νὰ φαίνηται ὅτι δυστροπεῖ ὁ Διοικητὴς καὶ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς παροχῆς ὡρισμένου χρόνου, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία δὲν ἠδύνατο πλέον ὄχι ἐξ ἀπρονοησίας της, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλον εἰς αὐτὴν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων ἐκτάκτους δαπάνας, δὲν ἠδύνατο νὰ προσπορισθῇ νέους πόρους, ἀλλ’ οὔτε τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον συνῆψεν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ. Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔπταισεν, ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρενέβαλε δυσκολίας εἰς τὸ νὰ δώσῃ τὸ χρῆμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἠρνεῖτο νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς κρισίμους στιγμὰς διὰ τὴν Πολιτείαν. Ἐδηλώθη εἰς τὸν κ. Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτι ἡ στάσις του αὕτη ἔφερεν εἰς δυσχέρειαν τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατέστη αὐτὸς προσεκτικὸς διὰ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἡ τοιαύτη του ἀντίδρασις, ἡ τοιαύτη του δυστροπία ἐπέφερε; Πταίει εἷς ἁπλοῦς ὑπάλληλος καὶ καλεῖται εἰς ἀπολογίαν· ἡ ἀντίληψις μάλιστα τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας εἶναι νὰ δίδῃ πολὺν χρόνον εἰς τὸν ὑπάλληλόν της διὰ νὰ δικαιολογήσῃ πᾶσαν παράλειψίν του. Δὲν ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ δώσῃ τὴν αὐτὴν προθεσμίαν πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος μάλιστα δὲν διαχειρίζεται ἰδίαν περιουσίαν, ἀλλὰ διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν Τραπέζης εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι αὐτὸς ἀπόλυτος κύριος νὰ διαθέτῃ τὰ συμφέροντά της; Ἀλλὰ τοῦτο ἐξαρτᾶται παρὰ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ παρ’ ἄλλων δυνάμεων τῶν ὁποίων τὴν γνώμην ἴσως ἠθέλησε νὰ λάβῃ πρὶν προβῇ εἰς ἀποφάσεις. Δὲν εἰδοποιήθη καθόλου οὐδὲ ἐκρούσθη ὁ κώδων τοῦ κινδύνου, δὲν ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Κοινωνίαν διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ὅτι ἡ στάσις του ἀπέναντι τῆς Πολιτείας δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία δὲν ἔμαθε τίποτε· ἀπεναντίας εἰς τὸν κυβερνητικὸν Τύπον ἀνηγγέλλετο ὅτι οὐδεμία διαφωνία ὑπάρχει μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης καὶ ὅτι ὁσονούπῳ καλεῖται ἡ Βουλὴ ἵνα ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν αὐτήν, περὶ τῶν ὅρων τῆς ὁποίας ἐν ταῖς μεγάλαις γραμμαῖς ἔχουσι μείνει σύμφωνοι ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Τράπεζα. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, παραδέχομαι ὅτι μεθ’ ἅπαντας τοὺς ὅρους αὐτοὺς ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔπταισεν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Μήπως δὲν μετενόησεν; Ἢ ἆρά γε μετενόησεν, ὅτε τῷ ἐδηλώθη ὅτι ἔπταισε; Τίς ὁ λόγος νὰ λαμβάνηται πρόνοια ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῆς Πολιτείας εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἵνα μὴ γονατίσῃ τὸ Κράτος ἀπέναντι τῆς Τραπέζης; Ἀλλ’ ἤδη ἐγονάτισεν ὁ Διοικητὴς ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ὡμολόγησεν ὅτι ἔκαμε λάθος, ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ παράσχῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀφοῦ πάντα ταῦτα ἐγένοντο, ἠδύνατο ἡ περίστασις αὕτη νὰ παρέλθῃ καὶ τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ ὄχι κατὰ τίνα τρόπον θὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας ὁ νῦν Διοικητὴς ἐξακολουθεῖ τὴν ἱστορίαν μὲ ἀντιλήψεις πολὺ φωτεινοτέρας οἱουδήποτε τῶν προκατόχων του. Θ’ ἀπέλθῃ ὁ Διοικητὴς καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν μὲ τὸν διάδοχόν του, ἀλλὰ δύναται νὰ μᾶς πείσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁ διάδοχός του θ’ ἀφήσῃ τὴν σύνταξιν τῶν ὅρων εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ θὰ μᾶς παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις σύμβασίν τινα ἡ ὁποία θὰ ἐξασφαλίζῃ περισσότερα κέρδη εἰς τοὺς μετόχους τῆς Τραπέζης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους περισσότερα; Ἔχει πολὺ μεγάλην εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις προκειμένου ν’ ἀπολύσῃ ἕνα Διοικητὴν ὁ ὁποῖος ἀφέθη εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἵνα αὐτὸς κανονίσῃ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, διότι ὁ διάδοχός του δὲν ἠξεύρω ποίας διαθέσεις θὰ ἔχῃ καὶ δὲν ἠξεύρω κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Πολιτεία νὰ ἐξαναγκάσῃ αὐτὸν νὰ δεχθῇ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἑκουσίως παρεχώρησεν ὁ νῦν Διοικητής.

§208ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἄν τὰ παρεχώρησεν ἐκ τοῦ προσώπου του καὶ οὐχὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, δὲν θὰ εἶχον ἀξίαν. Ἄν τὰ παρεχώρησεν ἐξ ὀνόματος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τότε ἐξακολουθοῦσιν.

§209Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀντίρρησίς σας, ὅταν στηρίζηταί τις εἰς τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης, ἐγὼ ὅμως γνωρίζω, ὅπως γνωρίζετε καὶ σεῖς καὶ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ἔχει συγκροτηθῆ νῦν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ καθ’ ὃν τρόπον συγκροτοῦνται τὰ Συμβούλια, ὁ Διοικητὴς εἶναι παντοδύναμος καὶ ἡ θέλησις τοῦ Διοικητοῦ εἶναι καὶ θέλησις τῆς Τραπέζης, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς σᾶς ν’ ἀγνοῆτε οὔτε πῶς συγκροτεῖται τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον οὔτε πῶς γίνονται αἱ Συνελεύσεις, διότι αἱ Συνελεύσεις γίνονται ἐν κρυπτῷ, παρουσιάζονται ὀλίγοι τινὲς καὶ ἀπαγορεύεται εἰς πάντα ἔχοντα ἀντίρρησιν νὰ εἴπῃ τι ἐπὶ τοῦ ἰσολογισμοῦ, διότι εἰς οὐδεμίαν Συνέλευσιν ἀνωνύμου ἑταιρείας τηρεῖται τόση μυστικότης ὅση κατὰ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ Διοικητὴς εἶναι παντοδύναμος. Ὁ διάδοχος τοῦ παρόντος Διοικητοῦ δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλας ἀντιλήψεις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ τὰς σκέψεις αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινωνίας. Ἀλλά, Κύριοι, ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἐτέθη ζήτημα τραπεζικόν. Ἀδιαφόρως πρὸς τὴν αἰτίαν ἡ ὁποία τὸ προυκάλεσεν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ περιέμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ καθ’ ἣν πρόκειται νὰ δοθῶσι προνόμια καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, νὰ διπλασιασθῇ δηλαδὴ ἡ κίνησις καὶ ἡ ζωὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, Κυβέρνησιν ἔχουσαν ἀντίληψιν, ὅπως δεικνύει ὅτι ἔχει, ὑπερβολικὴν μάλιστα, ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας, θὰ περιέμενον ἀναθεώρησιν ὅλης τῆς συμβάσεως, ν’ ἀπειλήσῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ νὰ συνάψῃ νέαν σύμβασιν ἀπ’ ἀρχῆς, παραιτουμένη πάντων τῶν προνομίων τὰ ὁποῖα ἡ ὑπάρχουσα σύμβασις τῇ ἐξασφαλίζει. Καὶ ὑπῆρχε τρόπος νὰ ἐξαναγκασθῇ εἰς τοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ νὰ σωφρονισθῇ, ἂν ἤθελε δυστροπήσει εἰς τοιαύτην αἴτησιν. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συνάψῃ νέαν σύμβασιν ἐπὶ νέων ὅρων, ν’ ἀπαλειφθῶσι πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐν ἰσχύϊ σήμερον καὶ συγχρόνως νὰ μᾶς παρουσιάσῃ ἄλλον ὀργανισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὄχι τὸν ἀπηρχαιωμένον τοῦ 1840.

§210Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ν’ αὐξήσῃ τὸ μετοχικόν της κεφάλαιον.

§211Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Προσηνέχθη, ὅπως δεικνύει ὁ Διοικητὴς ἐν τῇ ἐπιστολῇ, κάτι πολὺ μέγα. Σήμερον ἡ ἀσφάλεια τῶν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα εἶναι ἐμπεπιστευμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔχουσιν ὡς ἄγκυραν σωτηρίας τὰ 20.000.000 τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου καὶ τὰ 13.000.000 τοῦ ἀποθεματικοῦ, μὴ δυνάμενα ὡς ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ ν’ αὐξηθῶσι. 33 λοιπὸν ἑκατομμύρια στηρίζουσιν ὁλόκληρον αὐτὸν τὸν ὄγκον τοῦ ἐνεργητικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα προσηνέχθη νὰ τὰ αὐξήσῃ εἰς 80.000.000.

§212ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐντὸς πόσων ἐτῶν;

§213Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο. Ἐγὼ σήμερον νομίζω ὅτι εἴχετε τὴν δύναμιν νὰ ὑπαγορεύσητε τὴν σύμβασιν καὶ θὰ ἦσθε εἰς θέσιν ν’ ἀναγκάσητε οἱονδήποτε Διοικητὴν νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του, οὔτε δὲ περιέμενον νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι εἷς Διοικητὴς ἠθέλησε νὰ τὴν ἐκβιάσῃ, διότι ὁ Διοικητής, ἂν εἶχε τοιαύτην ἀντίληψιν καὶ ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, ὤφειλε νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἂν δὲν ὑπέκυπτε, θὰ ἐγίνετο ἀφορμὴ καταστροφῆς τοῦ ἱδρύματος τὸ ὁποῖον διοικεῖ. Τὸ πιστωτικόν μας σύστημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ εἶναι παντοδύναμος· πάντα τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐννοεῖτε ὅτι ἡ τοιαύτη συγκέντρωσις εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς πιστωτικοῦ ἱδρύματος γεννᾷ ἓν πιστωτικὸν μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι πρὸς ὄφελος τῆς Κοινωνίας. Περιέμενον λοιπὸν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν παροῦσαν στιγμὴν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ συνάψῃ σύμβασιν καθ’ ἣν νὰ δίδῃ ἀνταλλάγματα ἀνάλογα πρὸς τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζει δυνάμει τῶν προνομίων τὰ ὁποῖα λαμβάνει, νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ δεχθῇ ὡς μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου πρόσωπα στελλόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δεχθῇ ὅπως ὁ Β. Ἐπίτροπος μὴ περιορίζηται μόνον εἰς τὴν ὑπογραφὴν τῶν μερισμάτων, ἀλλ’ ἔχῃ δικαιώματα, καὶ συγχρόνως διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ αἰσθανθῇ ὅτι ἔχει ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ἀπορωτέρων τάξεων πολὺ περισσοτέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας ἡ ἰδία ἐδέχθη, ὅπως ἀντὶ 5% δανείζῃ εἰς γεωργικοὺς συνεταιρισμοὺς μέχρι 50.000.000. Εἶχε τὴν εὐκαιρίαν σήμερον, χωρὶς νὰ ζημιώσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὴν ὅρους ἀναλόγους πρὸς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐξησφάλισαν ἄνευ τοιαύτης ἐπιβολῆς ἄλλα Κράτη. Ἄν ἀρχίσω ἀπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀντὶ δικαιώματος ἐκδύσεως 15.000.000 λιρῶν εἰς χρεόγραφα τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ἀνάλογον ποσὸν εἰς κυκλοφορίαν, πέρα δὲ τούτου ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ ἀνάλογον ποσὸν εἰς τὸ ἀπόθεμα. Τὸ προνόμιόν της λοιπὸν περιορίζεται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι 15.000.000 χαρτονόμισμα θὰ τὰ ἐκδίδῃ καὶ συγχρόνως εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ διὰ τοῦτο 15.000.000 λίρας εἰς χρεόγραφα τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ τοῦτο πρὸς 2 ἢ 3% 450.000 λίρας κατ’ ἔτος. Ἀντὶ τῶν 450.000 λιρῶν αὐτῶν ἡ Τράπεζα πληρώνει εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Ταμεῖον 200.000 λίρας κατ’ ἔτος, τὸ ἥμισυ δηλαδὴ τοῦ κέρδους, καὶ συγχρόνως ἔχει ἀναλάβει ὁλόκληρον τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν, εἰσπράττει τοὺς φόρους καὶ πληρώνει τὰ ἔξοδα αὐτῆς. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ πληρωμὴ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξόδων τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας τόσων δαπανῶν εἰς ἑκατομμύρια ἀπαλλάσσει τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲν δὲ ἄλλο ἔχει ἡ Τράπεζα ἐκείνη ἢ μόνον τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν τῇ δίδει ὅτι εἶναι ἡ κυριωτέρα Τράπεζα τοῦ Ἀγγλικοῦ Κράτους. Ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας δὲν κατορθώνει ν’ ἐπιτύχῃ μακρὰς ἀνανεώσεις τῶν προνομίων της καὶ κατὰ πᾶσαν ἀνανέωσιν εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ αὐξάνῃ τὰ δάνεια καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον παρέχει ἀτόκως. Τὰ αὐτὰ γίνονται καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας. Αὐτὰ περιέμενεν ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ καταστρέψῃ μίαν συνήθειαν ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Τραπέζης, νὰ ὑπαγορεύῃ τοὺς ὅρους ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ νὰ ὑποκύπτῃ εἰς αὐτὴν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία. Σήμερον εἶχε τὸ δικαίωμα, εἶχε τὴν εὐκαιρίαν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ ὑπαγορεύσῃ αὐτὴ τοὺς ὅρους, χωρὶς νὰ κάμῃ κατάχρησιν, διότι δὲν θὰ ἐπετρέπετό ποτε ὅπως ἡ ὑπερβολικὴ ἀξία τῶν μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατέλθῃ ἔστω καὶ κατὰ μίαν δεκάραν. Τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν εἶναι σεβαστά· οὐδεὶς θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν οὐδὲ ἓν λεπτόν, ἀλλ’ οὔτε κανεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ οὐδὲ ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἐξ ἀμελείας τῆς Πολιτείας νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐξασφαλίζῃ μεγάλα κέρδη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Αὐτὸ περιεμένομεν παρὰ τῆς Πολιτείας καὶ οὐχὶ νὰ μᾶς φέρῃ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε, κατὰ τὴν ἐκτίμησίν μου, ἡ ὀργὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Πολιτείας, ἐξαφθεῖσα ἐκ τῆς ἀπειρίας καὶ τῆς ἀδυναμίας νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ τραπεζιτικὰ γεγονότα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.

§214Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁμολογῶ τὴν δυσχέρειαν τῆς θέσεως παντὸς θέλοντος νὰ χειρισθῇ τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην κατόπιν τῶν δύο θαυμασίων ἀγορεύσεων τὰς ὁποίας ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ἀπευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἐκ μέρους τῶν κ. Βουλευτῶν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ Ἀρκαδίας. Ὁμολογῶ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ἐξηντλήθησαν σχεδὸν ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ὅτι ἡ θέσις παντὸς τριτολογοῦντος εἶναι δυσχερεστάτη. Ἀλλ’ ἐπὶ τὸ βῆμα παρῆλθον, διότι φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τοιαύτης ἐπιβολῆς καὶ τοιαύτης σπουδαιότητος καὶ διὰ τὸ σύνολον τῶν συμφερόντων ἐκ τῆς καθόλου πολιτειακῆς τάξεως ἅτινα θίγει, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀρχὴν ἥτις πρώτην φορὰν τίθεται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ, ὥστε νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος πᾶς πολιτευόμενος δυνάμενος νὰ εἴπῃ γνώμην νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του καὶ ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει. Τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τριῶν ἀπόψεων. Ἡ πρώτη ἄποψις εἶναι ἡ τοῦ πρώτου ἐδαφίου, ἡ καθιστῶσα τὸ κυβερνητικὸν δικαίωμα ἐπὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ διορισμοῦ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἡ δευτέρα ἄποψις εἶναι ἡ καθιστῶσα τὸ κυβερνητικὸν δικαίωμα περὶ τὴν ἀπόλυσιν. Καὶ εἶπε μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην διακόπτων τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴν ὅτι δέχεται ἵνα ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ἀπαλειφθῇ, οὐχ ἧττον ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει ἵνα ψηφίσῃ τὴν διάταξιν τοῦ γʹ ἐδαφίου, τὴν παρέχουσαν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἀπόλυσιν ἢ πρὸς ἀνάκλησιν τοῦ διορισμοῦ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο τίθεται ὡς ἀρχή, ἵνα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐφαρμοσθῇ, εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος τούτου. Τρίτη ἄποψις εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, τὴν ἀναφυεῖσαν δηλονότι διένεξιν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑτέρου. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἐν τῷ θέματι τούτῳ δὲν ἀφίσταμαι τῆς κυβερνητικῆς ἰδέας. Βεβαίως τὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς διῳκήθησαν μέχρι τοῦδε, διῳκήθησαν ὀρθῶς, βεβαίως δὲ ἡ ὀρθὴ διοίκησις χορείας ἐντίμων Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οἵτινες ὑπῆρξαν πάντες ἐπιφανεῖς πολῖται, ἀλλὰ καὶ ἐπιφανεῖς ἁρμόδιοι ἐπὶ τὸ ἔργον εἰς ὃ ἐκλήθησαν, ἤγαγον τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς περιωπὴν τοσοῦτον ὑψηλήν, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ὁ σθεναρώτερος οἰκονομικὸς πρόμαχος τοῦ Ἔθνους ἐν ταῖς κρισιμωτέραις περιστάσεσιν ἃς τοῦτο διήνυσεν ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ. Βεβαίως δὲ εἶναι πολλῆς σημασίας ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ ἡ συνιστῶσα ἵνα τὸ καλῶς κείμενον μὴ θιγῇ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως ἀρχῆς, ἀπὸ ἀπόψεως δόγματος εἶναι ὀρθὸν ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐξασκῇ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τὸν διορισμὸν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ κατὰ τοῦτο ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου παρ’ ἐμοῦ τουλάχιστον δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ἀντίρρησιν. Βεβαίως εἰς τὸ ἵδρυμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρέχεται τοιαύτη εἰσφορὰ δυνάμεων ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὥστε τοῦτο νὰ καθίσταται ἴδιος ὀργανισμός, σχεδὸν ἰσότιμος πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς εἰσφορᾶς ταύτης τῶν δυνάμεων, ἥτις καθιστᾷ τὴν Τράπεζαν ῥυθμιστὴν τῆς ὅλης οἰκονομικῆς κινήσεως τῆς Χώρας, ὑπάρχει συγχρόνως καὶ μέγας ὄγκος συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, συμφερόντων διαχειριζομένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ ἐποπτεία ἡ κηδεμονικὴ τὴν ὁποίαν δέον ἐντατικώτερον τὸ Κράτος νὰ ἐνασκῇ ἐπὶ τὴν δρᾶσιν τῆς Τραπέζης ἕνεκα τοῦ ὄγκου τῶν καταθέσεων τῶν κοινωνικῶν αἱ ὁποῖαι εἰσέρρευσαν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἐδημιούργησαν οὕτω ταύτην ὡς ἕνα ὀργανισμὸν κυρίαρχον τῆς ὅλης κοινωνικῆς ἀναπτύξεως τῆς Χώρας. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ νομοσχεδίου ἵνα τὸν ἔλεγχον ἀσκῇ τὸ Κράτος διὰ τῆς Κυβερνήσεως αὑτοῦ ἐπὶ τὸν διορισμὸν τῶν Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ἀξίωσις αὕτη δὲν ἀντίκειται εἰς τὰ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἰσχύοντα, δὲν ἀντίκειται καὶ πρὸς τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι ἀνάγκη καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ ἀλήθεια ἐν τῇ ἐγκαθιδρύσει τῶν Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μέχρι τοῦδε ἠκολουθήθησαν δύο τινὰ συστήματα, καὶ τὰ δύο συστήματα καλύπτοντα ὑπὸ τὰς γραμμὰς τὴν πραγματικὴν ἐνέργειαν. Εἴτε ὑπῆρξε τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὡρισμένης ὁμάδος προσώπων διαχειριζομένων τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν πλείστων μετόχων, κρατούντων δυναστείαν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ ἐπιβαλλόντων ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ αἱρετοῦ προσώπου τὴν ἰδίαν αὑτῶν θέλησιν, εἴτε ὑπῆρξε τὸ ἕτερον σύστημα, τῆς Πολιτείας οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας ἐρχομένης δυνάμει νομοθετικῆς ἀδείας καὶ ἐπιβαλλούσης τὴν ἰδίαν αὑτῆς θέλησιν, ἀλλὰ διὰ μέσου ἐνασκήσεως ἐπιβολῆς ἐπιβαλλούσης τὴν θέλησιν αὑτῆς ἐπὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν Διοικητῶν. Καὶ ἡ Πολιτεία ἠδύνατο κατὰ δύο τρόπους ἐμμέσως νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησιν αὑτῆς, εἴτε χειριζομένη μέγαν ἀριθμὸν μετόχων, οὐχὶ ἀποτελούντων βεβαίως τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ μέγαν καὶ σοβαρὸν ἀριθμὸν μετόχων ἀνηκόντων εἰς τὰ Σωματεῖα τὰ ἀπὸ τῆς κυβερνητικῆς κηδεμονίας ἐξηρτημένα, ἐπιβάλλουσα δὲ τὴν θέλησιν αὑτῆς οὐχὶ ὡς Πολιτεία ἐπὶ τοὺς κηδεμονευομένους, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν προσώπων τῶν κυβερνητῶν ἐπὶ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς διοικοῦντας τὰ Σωματεῖα ταῦτα, εἴτε διὰ τοῦ ἑτέρου μέσου, τῆς ἐπιβολῆς τῆς θελήσεως τῆς Πολιτείας οὐχὶ πλέον ὑπὸ τῶν κυβερνητῶν ἐπὶ τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἐν τῷ Κράτει πλειονοψηφίας ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι οἱ μέτοχοι εἶναι καὶ ἐκλογεῖς, ὅτι καὶ οἱ μέτοχοι ἔχουσι πολιτικὰ φρονήματα, καὶ μὴ λησμονῶμεν ὅτι ὁσονδήποτε ἕκαστος μέτοχος ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὴν συνείδησιν τῆς ζημίας καὶ τοῦ κέρδους, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ ἐν τῇ Συνελεύσει δημιουργεῖται καὶ τὸ φρόνημα τὸ πολιτικόν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀσκοῦσα ἐπίδρασιν πολιτικὴν ἐν τῇ Χώρᾳ, ἔχουσα πλειονοψηφίαν ἢ ἔχουσα ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης κραταιὰν ἐπιβολήν, δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐπιβολὴν ταύτην ἐπὶ τῆς γνώμης τῶν μετόχων. Ἡ ἀντίληψις τῶν πολιτικῶν ἠθῶν ἐν Ἑλλάδι εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ εἶναι ἰσχυροτέρα ἡ ἐπιβολὴ τοῦ κρατοῦντος ἐν τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ζημίας ἢ τοῦ κέρδους ἑκάστου ἀτόμου πρὸς ἑαυτό. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν δύο τούτων μέσων, μέσων ἐξερχομένων τῆς ἀληθείας, μέσων ἐξερχομένων ὑπὸ τὰς γραμμὰς, εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἐνάσκησις τῆς πραγματικῆς θελήσεως τοῦ Κράτους διὰ φανερᾶς πράξεως, διότι τὸ δικαίωμα τῆς φανερᾶς ταύτης πράξεως παρέχει τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἂν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ, ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προέλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ὑποψηφίου Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ οὔτε ὁ Διοικητὴς θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προέλθῃ εἰς συνεννοήσεις πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπόρροια τῆς συνεννοήσεως ταύτης θὰ εἶναι προεξόφλησις τῶν δικαιωμάτων τῶν μετόχων ἐκ μέρους τοῦ ἑνὸς καὶ προεξόφλησις τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τοῦ ἄλλου. Διότι ἡ ἐμφάνισις τοῦ ὑποψηφίου Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ καὶ ἡ συνεννόησις ὅτι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως θέλει ὑποχωρήσει πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως — διότι, ὅταν ὑπάρξῃ διαφωνία πραγματική, θέλει σπεύσει ὁ Διοικητὴς νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησιν αὑτοῦ καθ’ οἱονδήποτε τύπον, εἴτε τὸν ἀξιωθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἴτε τὸν διατυπωθέντα ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης — ἡ τοιαύτη συνεννόησις τί ἄλλο σημαίνει εἰμὴ ἐκ μέρους τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν μετόχων, οἱ ὁποῖοι ἔταξαν τοῦτον ὑπερασπιστὴν τῆς Τραπέζης, ἐκ μέρους δὲ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐνίσχυσιν ἐπιβολῆς. Διὰ τίνος μέσου; Διὰ προεξοφλήσεως τῆς γνώμης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν ὑπάρχει δικαίωμα ἐπιβολῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ παρόντι. Ἀφοῦ δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλοῖ πρὸς τὸν Διοικητὴν ὅτι ἔχει ἀξιώσεις καὶ ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει διαφωνήσῃ θέλει παραιτηθῆ, τοῦτο σημαίνει ὅτι, ἂν μὴ παραιτηθῇ, θέλει πράξει τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐδήλωσε κατόπιν διὰ τῆς ἐπιστολῆς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὀρθότερον εἶναι, ἵνα μὴ τοιαῦτα λαμβάνωσι χώραν καὶ μὴ ἐρχώμεθα κατόπιν ἐν τῇ Βουλῇ ἵνα δικάζωμεν ὡς δικασταὶ τὸν πταίσαντα ἐν τῇ συνεννοήσει ταύτῃ· ὀρθότερον εἶναι ἵνα λάβῃ, ὡς πανταχοῦ συμβαίνει, ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα ἵνα ἀποφαίνηται γνώμην ἐλευθέραν καὶ φανερὰν ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθοτέρα ἡ ἐμφάνισις τῆς ἀληθείας ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ἄνευ καλυμμάτων, ὄπισθεν τῶν ὁποίων ἡ θέλησις ἑκάστου ἐκδηλοῦται καὶ ἐπιβάλλεται. Ὅσον ὅμως καὶ ἂν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν τιθεμένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀρχήν, τοσοῦτον εἶμαι τελείως ἀντίθετος, ῥιζικῶς ἀντίθετος, πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς καταλύσεως τῆς θητείας τοῦ Διοικητοῦ, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ τοῦ Διοικητοῦ, εἴτε ὡς ἔχει διατυπωθῇ ἐν τῷ κυβερνητικῷ νομοσχεδίῳ, ἐξαιρεθῇ δηλονότι διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἴτε διὰ τοῦ ἐπαγγελθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μέτρου ἐξαιρεθῇ, δηλονότι δι’ ἰδίου νομοσχεδίου, τὸ δικαίωμα παραμένει πάντοτε δικαίωμα καταλύσεως τῆς θητείας. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ σημαίνει δημιουργίαν διὰ τῆς νομοθεσίας προσωρινότητος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐγκρινομένης, δημιουργίαν τῆς προσωρινότητος τοῦ Διοικητοῦ, καὶ ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς προσωρινότητος τοῦ Διοικητοῦ ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ γεννῶνται οἱ κίνδυνοι περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ τοῦ ὀργανισμοῦ. Ὡς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως, Κύριοι, ἂν ἤθελε ψηφισθῇ, δημιουργεῖ περὶ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κινδύνους παμμεγίστους, δημιουργεῖται ὁ παμμέγιστος κίνδυνος ὅτι ἡ θέσις τοῦ Διοικητοῦ εἶναι θέσις ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη καὶ γένηται δεκτὴ ἡ ἑτέρα ἀρχή, ὅτι ἑκάστοτε ἀναλόγως τῆς διαφωνίας, ἢ ἐπὶ τῇ ἀφορμῇ διαφωνίας ἢ διενέξεως μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, θέλει κληθῆ ἡ Βουλὴ ἵνα ἀποφανθῇ, ὁ κίνδυνος εἶναι μείζων ἔτι, διότι τότε γεννᾶται ὄχι πλέον ὁ κίνδυνος αὐτός, ὅτι γίνεται νευρόσπαστον ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ γεννᾶται ὁ κίνδυνος ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως τοιούτων θεμάτων ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ γίνωνται ἀποκαλυπτήρια τῶν ἑκάστοτε διαφορῶν μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κράτους, καὶ ἴσως ἀποκαλυπτήρια τῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἵνα προκαλῇ ταύτας, καὶ ἐνώπιον τοιούτου θεάματος καὶ τοιούτων κινδύνων εὑρισκόμεθα τὴν στιγμὴν ταύτην συζητοῦντες. Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἔχει ὁ δεσμὸς τῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Κράτος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀκίνδυνον ἔργον τὸ τοιοῦτον, ὅτι παρὰ ταῖς ξέναις ἀγοραῖς ἡ ἔννοια τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔννοια ταυτόσημος πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Μὴ λησμονῶμεν δ’ ὅτι ἀκριβῶς διότι ἡ ἔννοια τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπῆρχε σαφῶς κεχωρισμένη ἀπὸ τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους κατωρθώθη ἵνα κατὰ τὴν διάρκειαν δύο πολέμων ἡ Τράπεζα, συμβαλλομένη πρὸς τὸ Κράτος ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ ξένα κεφάλαια, προσπορίσῃ τὸν σωρὸν τῶν ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα προσεπόρισεν εἰς τὸ Κράτος καὶ κατέστησε τοῦτο ἱκανὸν ἵνα διεξαγάγῃ μεθ’ ἧς διεξήγαγεν ὁρμῆς καὶ ῥώμης τοὺς δύο νικηφόρους πολέμους. Ἐὰν ἡ ἔννοια αὕτη ἤθελεν ἐκλίπει, ἐὰν ἤθελε γεννηθῆ ἐντύπωσις εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ παράρτημα τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου τοῦ Κράτους, δεχομένη διαταγὰς ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελε καταλίπει τὴν Τράπεζαν ἡ ἰδία αὐτῆς πίστις καὶ ἡ πεποίθησις τῶν ξένων κεφαλαίων ἐπὶ τὴν ῥώμην τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς τῆς Τραπέζης καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἵδρυμα ἤθελε παύσει πλέον ν’ ἀποτελεῖ ὀργανισμὸν παράπλευρον τοῦ Κράτους καὶ παρέχοντα εἰς τὸ Κράτος τὴν δύναμιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἤθελεν ἀποτελέσῃ ἀσθενὲς ῥαβδίον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο ἵνα παύῃ καὶ τοῦτο τὸ Κράτος. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα ἄλλοτε, ὁπότε ὑπὸ Διοικητὴν μεγαλοπράγμονα ἀληθῶς ἀπέβη πρώτην φορὰν ἡ Τράπεζα σχεδὸν παράρτημα τοῦ Κράτους καὶ ἐγεννήθη ἡ ἐντύπωσις ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχε λάβει τὸν δρόμον τὸν οἰκονομικὸν τοῦ Κράτους, δεχθεῖσα νὰ γίνῃ ὑποκατάστημα τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου. Καὶ τότε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκινδύνευσε τὸν αὐτὸν κίνδυνον μετὰ τοῦ Κράτους, ὅτε ἤρχισεν ἡ κατερείπωσις τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, καὶ ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν τὸ πρωτοφανὲς θέαμα νὰ διαπραγματευθῇ καὶ σύμβασιν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα, εὐτυχῶς διὰ τὴν Τράπεζαν καὶ εὐτυχέστερον διὰ τὸ Κράτος, σὺν τοῖς συμφέρουσι τοῦ Κράτους προστατευθῶσι καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης. Καὶ εἴδομεν τὴν Τράπεζαν ἀναθάλλουσαν καὶ πάλιν εἰς ὀργανισμόν. Καὶ ὁ κίνδυνος διὰ τὴν Τράπεζαν ὑπῆρξεν οἷος καὶ διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἅπαντα τὸν ὀργανισμὸν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα συνέχει ἡ Τράπεζα καὶ παρὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, διότι ἡ Τράπεζα δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν πλέον, μὴ ἔχουσα ἰδίαν δύναμιν καὶ πίστιν, ν’ ἀσκήσῃ τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν. Πρὸς τοιούτους κινδύνους βαίνομεν, ἂν θέσωμεν τὴν βάσιν ὅτι ἡ Τράπεζα ἔπαυσε πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ τὴν θέσιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἰσχυροῦ, τοῦ παραπλεύρου πρὸς τὸ Κράτος, τοῦ ὀφείλοντος νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὀφείλοντος νὰ ἔχῃ καὶ ἰδίαν ἀνεξαρτησίαν καὶ οἰκονομικὴν δύναμιν, ἂν μεταβληθῇ εἰς κατάστημα τοῦ ὁποίου τὴν θέλησιν διέπει ἡ Κυβέρνησις, ἀπολύουσα τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης καθ’ ἣν στιγμὴν ἤθελεν ἔχει ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ταῦτα δύνανται τὰ δεινὰ νὰ προκύψωσι βεβαίως ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπολύσεως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μὴ λησμονῶμεν δέ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς πολιτεύμασιν εἶναι ἔννοια ἡ ὁποία δὲν παρέχει πάσας τὰς ἀσφαλείας καθ’ ἃς περιπτώσεις πρόκειται νὰ συζητηθῶσι τοιαῦτα δικαιώματα· μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, ἰδίως δ’ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προσομοιάζουσι πρὸς τὸ ἐν Ἑλλάδι καθεστώς, ἡ ἔννοια τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πάντοτε προσομοιάζει πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς μόνης Ἀρχῆς, διότι εἰς τὰ καίρια καὶ σοβαρὰ ζητήματα πρωτεύει ἐπὶ τοσοῦτον ἡ γνώμη τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οὐχὶ ὡς Προέδρου πλέον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὡς ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἵσταται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὥστε οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μεταβάλλωνται κυρίως εἰς προϊσταμένους τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ζητημάτων νὰ εἶναι ὑποτεταγμένοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν γνώμην τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις παρέχει καὶ εἰς τοῦτο τὴν γνωμοδότησιν πρὸς διορισμὸν καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ τούτων εἰς παραίτησιν καὶ διέπων τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς διέπει καὶ τὴν γνώμην τῶν Ὑπουργῶν εἰς πάντα τὰ κοινωνικὰ ζητήματα· βαίνομεν λοιπὸν τοιουτοτρόπως οὐχὶ εἰς δημιουργίαν ζητήματος τὸ ὁποῖον διὰ κανονικῆς συζητήσεως καὶ προσφορᾶς δύναται νὰ ὀνομασθῇ ζήτημα πειθαρχικόν, οἷον εἶναι ἡ ἀπόλυσις ἑνὸς Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ παρέχομεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα ἵνα αὐτὴ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἑνὸς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δυνάμεως τοῦ ἑνὸς μοναρχικῶς λύῃ τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ, τῆς ἀπολύσεως ἑνὸς Διοικητοῦ τοιούτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος. Αὐταί, Κύριοι, εἶναι αἱ πραγματικαὶ ἀντιλήψεις περὶ τῶν συμβαινόντων εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη· ἂν δὲ εἰς πᾶν κοινοβουλευτικὸν Κράτος αὐταὶ αἱ ἀντιλήψεις, πλὴν τῆς Γαλλίας, ἥτις ἔχει εἰδικοὺς ὅρους συνθέσεως κοινοβουλευτικῶν ὁμάδων, ἐὰν αἱ πραγματικαὶ ἀντιλήψεις εἶναι τοιαῦται εἰς πάντα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, κατὰ μείζονα λόγον εἶναι ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα ἡ ἔλλειψις ἐκλογικοῦ ὀργανισμοῦ ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν ἐδημιούργησε τὴν παντοκρατορίαν τῶν Πρωθυπουργῶν, εἰδικῶς δὲ ἀπὸ τῆς ἀνωμάλου περιστάσεως τῆς ἐπαναστάσεως τῆς στρατιωτικῆς ἐδημιούργησε παντοκρατορίαν τοιαύτην, ὥστε πρὶν ν’ ἀκούσω τοὺς ἰδίους συναδέλφους ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιτιμῶντας ὅτι ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ λέξις δικτατορία, διότι ἀπὸ τετραετίας ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων τῶν ἐξωτερικῶν ἀλλὰ καὶ ἡ κατάστασις ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ διάθεσις τῆς κοινῆς γνώμης — δὲν ἐξετάζω ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως, ἐξετάζω τὸ πραγματικὸν γεγονὸς — ἐδημιούργησε τοιαύτην δύναμιν εἰς ἓν καὶ μόνον πρόσωπον, ὥστε ὑπὸ τὸ πρόσχημα καὶ τὸ πρίσμα τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα πράγματι ἄρχει εἷς καὶ παρ’ αὐτῷ δὲν θὰ εἴπω τίποτε ὑπερβολικὸν ἐὰν εἴπω ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐπέχουσι τὴν θέσιν γραμματέως τῆς Ἐπικρατείας καὶ οὐχὶ πραγματικοῦ Ὑπουργοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Οὕτως ἔχουσι λοιπὸν τὰ πράγματα καὶ ἔχουσιν οὕτως ἐν τῇ ἀληθείᾳ· εὑρισκόμεθα πρὸ ἀληθοῦς δικτατωρίας καί, ἂν τοῦτο μετὰ λύπης καὶ συστολῆς ἔπρεπε νὰ λέγηται ἀπὸ τοῦ βήματος, μὲ ἀναγκάζουσι νὰ εἴπω τοῦτο αἱ ἐπιτιμήσεις τὰς ὁποίας ἤκουσα ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς δικτατωρίας· ἂν ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ ἐξωτερικὴ καθιστᾷ τὴν ὕπαρξιν τῆς δικτατωρίας ὑπαρκτήν, δεχόμεθα ταύτην, ἀλλ’ οἱ ἐπιθυμοῦντες, Κύριοι, τοὺς δικτάτωρας μοὶ ὑπενθυμίζουσι πολὺ θλιβερὰν ἐποχὴν τῆς ἱστορίας.

§215Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι τὰ μαθήματά σας εἶναι περιττά;

§216Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἕκαστος θέλει νὰ διδάξῃ, πᾶς δὲ μὴ διδασκόμενος...

§217Λ. ΝΑΚΟΣ. Ναί, ἀλλὰ καὶ οἱ διδάσκοντες πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογοι.

§218Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἂν δὲν θέλητε ν’ ἀκούσητε...

§219Λ. ΝΑΚΟΣ. Θέλω ν’ ἀκούσω, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀκούῃ καὶ ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα ὕβρεις.

§220Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα.

§221Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἠνέχθη δικτάτωρα, οὔτε ἠνέχθη Πρωθυπουργὸν δικτάτωρα, ἀλλ’ ἀναγνωρίζει τὸν Πρωθυπουργὸν ὡς ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε καὶ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὸ Ἔθνος.

§222Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε συνάδελφε, χαίρω πολὺ διότι ὅσα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκίνησαν τὴν εὔλογον διαμαρτυρίαν σας. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπετίμησαν πρίν. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι. Λοιπόν, Κύριοι, τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ ἡ κατάστασις αὕτη γεννᾷ τοὺς μεγαλυτέρους κινδύνους ἀκριβῶς ἐπὶ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦνται. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἑτέρου ζητήματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδήλωσεν ὅτι αὐτὸς παραιτεῖται—ὑποθέτω ὅτι εἶμαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ — τῆς διατάξεως τοῦ βʹ ἐδαφίου, ἐπιφυλασσόμενος ἵνα, ἐάν τις περίπτωσις δοθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, νέος κανονισμὸς γίνῃ ἐν τῷ Σώματι.

§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι ἐπιφυλασσόμενος ἐγώ.

§224Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι. Ἐπιφυλασσομένης τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀτυχὴς ἡ ἔκφρασις. Ἐπιφυλασσομένου τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς. Τοιουτοτρόπως ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα πάντοτε.

§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ γράψωμεν τίποτε ἐξ αὐτῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.

§226Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη δὲν θ’ ἀναγραφῇ βεβαίως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω τοιοῦτό τι ἐγώ· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ψήφισις τῆς ἀρχῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπολύσεως τοῦ σημερινοῦ Διοικητοῦ αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς. Κύριοι, ἴδωμεν τί εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἡ Τράπεζα κατηγορεῖται καὶ κατηγορήθη πρότερον ὅτι ἤσκησε τοιαύτην ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων, ὥστε αὕτη ἐθεωρήθη ὡς Κράτος ἐν Κράτει, φοβοῦμαι δὲ ὅτι οἱ περισσότεροι στρέφονται τὴν στιγμὴν ταύτην κατὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐχὶ δι’ ὅσα κατηγοροῦνται ὅτι ἔπραξεν ὁ Διοικητής, ἀλλὰ διότι βαρέως φέρουσι πολλαὶ ψυχαὶ Ἑλληνικαὶ τὸ ὅτι ἡ Τράπεζα ὠρθώθη ὡς ὀργανισμὸς ἰσχυρὸς ἐν τῷ Κράτει. Ἡ ἐπιβολὴ ἐνασκεῖται, ὡς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, κατὰ δύο τρόπους· ἢ εἶναι ἐπιβολὴ ἐκ τῆς ὑπεροχῆς τῶν διαχειριζομένων, ἢ εἶναι ἐπιβολὴ ἐκ τῆς ὑπεροχῆς τῶν ἀναγκῶν· τὴν στιγμὴν ταύτην, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον προυκάλεσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, φοβοῦμαι ὅτι ὑπῆρξαν ἀμφότερα τὰ αἴτια ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Τράπεζα κατηγορεῖται ὅτι ἤσκησεν ἐπιβολήν. Κύριοι, ἀναμφισβητήτως, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ Κράτος δὲν κατώρθωσεν ἐπὶ τόσην σειρὰν ἐτῶν νὰ ὀργανώσῃ ἐκείνας τὰς ὑπηρεσίας αἵτινες εἶναι οἱ βοηθοὶ καὶ οἱ ἀρωγοὶ παντὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως διαπραγματεύηται τὰς συμβάσεις· τοῦτο δ’ εἶναι μία ἀδυναμία ὀργανικὴ τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία καθιστᾷ τοῦτο ὑποδεὲς ἀπέναντι τῶν μετ’ αὐτοῦ διαπραγματευομένων, καὶ ἕνεκα τούτου οὐχὶ πλέον ὁ Ὑπουργὸς ὡς ἀρχηγὸς συνόλου ὑπηρεσιῶν στρέφεται πρὸς τὴν Τράπεζαν διαπραγματευόμενος, βοηθούμενος παρὰ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς στρέφεται ὡς ἄτομον πλέον, ἄτομον ἐπιζητοῦν ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἰδίαν ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν Τράπεζαν, τὴν ἐπιβολὴν τῶν γνώσεων, τὴν ἐπιβολὴν τῆς δογματικῆς ἐμπειρίας. Καὶ ἔχομεν ἁπτὸν παράδειγμα ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὴν διαπραγμάτευσιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν κατὰ τὴν καταγγελθεῖσαν ἐκβίασιν, τὴν ὁποίαν δὲν θεωρῶ ὡς ἀληθῆ, ὡς θ’ ἀναπτύξω βραδύτερον, ἐφ’ ὅσον τὴν διαπραγμάτευσιν ἤσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν λέγω ὅτι στερεῖται ἐμπειρίας, οὔτε θὰ ὑποστηρίξω ἐγὼ τοιοῦτό τι, ἀλλ’ ὅστις λόγῳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος καὶ τοῦ κυβερνητικοῦ καθεστῶτος δὲν δύναται ν’ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν ἐπιβολὴν τὴν πρέπουσαν, ἐφ’ ὅσον γινώσκει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὅτι ὑπάρχει ἄλλος, ὁ αὐτὸς ἔφα, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀσκήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἤσκει ἐπ’ αὐτῆς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ μεταφέροντος προτάσεις. Ὅτε ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εὑρέθη ἀντιμέτωπος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τότε τί ἐγένετο ἡ θρυληθεῖσα ἐκβίασις; Ἐγκατελείφθη. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετήματος παρέχοντος τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ ἤρχισεν ἡ ἐπίκρισις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ κακομεταχείρισις αὐτοῦ, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Διοικητοῦ. Ἀλλ’ ὅταν τοιαῦτα γίνωνται εἶναι τότε ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν νόμον πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Καὶ ἔχομεν παραδείγματα παλαιότερα. Ὅτε Πρωθυπουργοὶ ἦσαν Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀείμνηστος Θ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ ἀείμνηστος Χ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Δ. Ῥάλλης, ὅστις ἐλάμβανε κατὰ προτίμησιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁσάκις ἐγίνετο Πρωθυπουργός, ὁσάκις ἐπίσης Ὑπουργὸς περιωπῆς ἀτομικῆς ὡς ὁ ἀείμνηστος Α. Σιμόπουλος διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶχον χαρακτῆρα ἐπιβολῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς κυβερνητικῆς θελήσεως ἐπὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ὁσάκις ἀντελαμβάνετο ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτι εἶχεν αὐτὴ τὴν ἠθικὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ θέλησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπερίσχυε τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἔφθασαν τὰ πράγματα ὥστε, ὅτε ὁ πρώην Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ἀείμνηστος Βαλαωρίτης, ἤσκησεν ἐπιβολὴν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ οἵαν οὐδεὶς ἕτερος Διοικητὴς ἐν Ἑλλάδι ἤσκησεν, ἐπιβολὴν ἀγαθοποιόν, ὑπῆρξε τοιαύτη ἡ ἐπιβολὴ αὐτοῦ, ὥστε αἱ διαπραγματεύσεις τῶν δανείων δὲν ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐκπροσωπουμένην ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ, ἀλλ’ ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς πάσας τὰς δανειακὰς ὁμάδας ὡς συμπαρέδρου τῆς Πολιτείας ὡς οἰκονομικοῦ Συμβούλου τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤσκησεν ἐπιβολὴν τοιαύτην ἤσκησεν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ μακαρίτου Βαλαωρίτου, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦσαν ἐν ὁμοφωνίᾳ, διότι ἦτο ἡ ἐπιβολὴ τῆς Κοινωνίας, ἐπιβολὴ ἐπὶ τοῦ προσώπου τοῦ Βαλαωρίτου. Ἀλλά, Κύριοι, νομίζετε ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ποτὲ προσφυγῆς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἂν ἐν τῷ μέλλοντι ὑπάρξωσι πρὸς διαπραγμάτευσιν συμβάσεις περὶ ἐπεκτάσεως ἢ ἀνταλλάγματος τοιούτων προνομίων; Ποτέ. Διότι ἐν τῇ τοιαύτῃ διαπραγματεύσει ὁ παρέχων εἶναι τὸ Κράτος καὶ λαμβάνουσα εἶναι ἡ Τράπεζα τότε δὲ ἡ Τράπεζα ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν καὶ ἡ περίπτωσις τῆς διαφωνίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ, πότε θὰ προκύψῃ; Θὰ προκύψῃ ὅταν τὸ Κράτος εὑρισκόμενον ἐν γονυκλισίᾳ ἔχῃ τὴν ἀνάγκην τὴν δανειακήν· ὅταν τὸ Κράτος εἶναι τὸ αἰτοῦν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἡ παρέχουσα, τότε τὸ Κράτος στερεῖται τῆς ἰσχύος νὰ ἐπιβάλλῃ αὐτὸ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ θέλησιν. Καὶ ἡ περίστασις αὐτὴ προέκυψε σήμερον. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς τὴν κατάστασιν νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν λόγῳ δανειακῆς διαφορᾶς εἶναι συμφέρον ἡ διαφωνία αὐτὴ νὰ ἔλθῃ οὐ μόνον ἐν ὄψει τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν ὄψει τῆς Κοινωνίας καὶ τῶν ἀγορῶν; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ δικαιολογία τῆς ἀπολύσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ποία θὰ εἶναι; Θὰ εἶναι διαφωνία περὶ τοὺς δανειακοὺς ὅρους. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἴτε τὸ Κράτος ἐπιζητεῖ ὑπέρογκα εἴτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ζητεῖ ἐκβιαστικοὺς ὅρους, πάντοτε βάσις εἶναι ἡ οἰκτρὰ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Καὶ εἶναι κέρδος διὰ τὸ Ἔθνος; διὰ τὴν Κοινωνίαν ἡ γνωστοποίησις τοιούτου γεγονότος; Ἢ νομίζετε ὅτι σήμερον, ἂν μὴ αἱ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις αἵτινες διέπουσιν ἡμᾶς ἐπέτρεπον τὸν δανεισμὸν τῶν 20.000.000 καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ κανονικῆς λειτουργίας τῶν ξένων ἀγορῶν, ἡ νύξις τῶν ἀπλύτων τοῦ Κράτους θὰ συνετέλει εἰς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς; Θὰ συνετέλει εἰς τὴν κατασπίλωσιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Ἂν σήμερον λαμβάνομεν τὰ 20.000.000 ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν ἀγοράν, λαμβάνομεν ταῦτα ὑφ’ οὓς ὅρους διέπονται σήμερον πᾶσαι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ ἀγοραί, διότι ἡ δημοσία γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ αἱ ἐκδηλώσεις αἱ διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων ἐπανειλημμένως γενόμεναι ἔχουσιν ὡς πιστοποίησιν ποῦ στρέφονται αἱ συμπάθειαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἂν ταῦτα δὲν ὑπῆρχον, ἤρκει ἡ διαφωνία, ἤρκει ἡ συζήτησις ἡ ὁποία διεξήχθη τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὡς καὶ ὅσα ἐν τῷ Τύπῳ ἐγράφησαν καὶ ὅσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐλέχθησαν, ὡς καὶ ὅσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοινώθησαν, ἵνα ἡ πίστις τοῦ Κράτους διασαλευθῇ. Ἐρωτῶ· συμφέρουσι πάντα ταῦτα; Ἀλλά, Κύριοι, φοβοῦμαι ὅτι τὸ τοιοῦτο μέτρον ἐν τῷ μέλλοντι δύναται νὰ πλήξῃ καὶ τὴν πολιτειακὴν ἠθικήν. Κύριοι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι σεβασταὶ καὶ ὑψηλὰ κεῖνται αἱ ἐξουσίαι, ὁσονδήποτε ἀνεκτὰ καὶ ἠθικὰ ἂν εἶναι τὰ ἄτομα, ὑπάρχει εἰς ἕκαστον ἄτομον καὶ τὸ ὁρμέμφυτον τῆς ἰδίας ἀμύνης, τὸ ὁποῖον εἶναι δῶρον θεῖον καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ παρ’ οὐδενός. Ὑποθέσατε, Κύριοι, μίαν κατάστασιν ὁμαλὴν κοινοβουλευτικήν, δηλονότι πλειονοψηφίαν κανονικὴν καὶ μειονοψηφίαν ἀρκετὰ ἰσχυράν, σεβαστήν, δυναμένην ν’ ἀγωνισθῇ καὶ νὰ παραλύσῃ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ τὰς κυβερνητικὰς ἀποφάσεις ἐπὶ τοιούτου θέματος, δυναμένην νὰ συγκινήσῃ τὴν κοινὴν γνώμην κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ κυβερνητικὴ ἐξουσία νὰ σταματήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ ὑποθέσατε διαφωνίαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἂν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκηται ἐν δυνάμει τινὶ ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης, τί θὰ συμβῇ; Ὁ διαφωνῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ στραφῇ πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ὁ ἀγὼν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοιραίως θὰ λάβῃ χαρακτῆρα ἀγῶνος πολιτικοῦ. Εἶναι μοιραῖα ταῦτα. Καὶ ἡ διαφωνία ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ γίνῃ διαφωνία πολιτική, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς διαφωνίας θὰ εἶναι ἡ πλήρης δημοσιότης τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας. Ἂν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκηται ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ διασεσαλευμένη, θὰ πτοηθῇ τοὺς κινδύνους πρὸ τοῦ ἀγῶνος, ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν βούλησιν τοῦ Διοικητοῦ, ὅστις θὰ εἶναι θέσει ἰσχυρός. Ἂν εὑρεθῶμεν πρὸ ἀνωμάλου κυβερνητικῆς καταστάσεως οἵα εἶναι ἡ παροῦσα...

§227ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καθόλου ἀνωμάλου σήμερον.

§228Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀνισότης καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ ἐν κοινοβουλευτικῷ Κράτει καὶ τοῦτο εἶναι ἀνωμαλία· δὲν τὸ εἶπον ὑπὸ κακὴν ἔποψιν. Οὐχὶ ἀνωμαλία ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, διότι τὰ ἀποτελέσματα δύνανται νὰ εἶναι καλά· ὅπου ὑπάρχει τοιαύτη ἀνισορροπία δυνάμεων δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι ἀνωμαλία. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης εἶναι χειροκίνητος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις, εἰσάγων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοθέτημα διὰ τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτεῖται ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀπόλυσιν τοῦ Διοικητοῦ, δὲν καταρρίπτει μόνον τὸν Διοικητὴν ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ἀφοῦ ὁ ἀγὼν θὰ εἶναι ἄνισος, ἀλλὰ θὰ καταρρίψῃ καὶ τὸ ἄτομον ἀπὸ τοῦ ἐδάφους εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ σταθῇ ὡς ἄνθρωπος, διότι, Κύριοι, ἡ δημοσία συζήτησις περὶ ἀπολύσεως τοιούτων Ἀρχῶν εἶναι λίαν ἐπιβλαβής, καθόσον εἶναι ἀπολύσεις αἱ ὁποῖαι δὲν θίγουσι τὸ ἀξίωμα, ἀλλὰ τὸ ἄτομον, καὶ ὁ Διοικητὴς ὅστις θὰ εὑρεθῇ πρὸ τοιαύτης καταστάσεως θὰ συλλογισθῇ ὅτι διατρέχει τὸν κίνδυνον ὄχι μόνον, τῆς ἀπολύσεως, ὅστις εἶναι μικρότερος, ἀλλὰ τοῦ δημοσίου στιγματισμοῦ, διότι τὸν κίνδυνον τοῦ δημοσίου στιγματισμοῦ διατρέχουσι πάντες ἐκεῖνοι οἵτινες μὴ ἔχοντες δύναμιν ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν ἰσχὺν εὑρίσκονται ἐκτεθειμένοι ἐκ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἰσχύος, ἥτις θέτει τοὺς νόμους, ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης τῆς ἰσχυούσης, ἥτις καθιστῶσα ἕνα χαρακτηρισμὸν περὶ ἑνὸς ἀτόμου καθιστᾷ ἀνίσχυρον τὴν ἄμυναν πλέον εἰς αὐτό. Ἐν οἱᾳδήποτε τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Διοικητὴς τοῦ ὁποίου θὰ ζητηθῇ ἡ ἀπόλυσις ὑπὸ τοιούτους ὅρους κοινοβουλευτικοὺς καὶ κοινῆς γνώμης ἤθελε κινδυνεύσει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐθνικὸς προδότης, διότι περὶ τοιούτου κινδύνου πρόκειται καὶ οὐχὶ περὶ κινδύνου σχετιζομένου πρὸς τὴν ἐντιμότητα τῶν ἀτόμων. Εἰς τοιαῦτα ἄτοπα, Κύριοι, ἄγει ἡ ὑποβολὴ νομοθετήματος παρέχοντος τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τώρα θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δι’ ὀλιγίστων νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τὸ τρίτον. Ἐζητήθη ἡ διάταξις δι’ ἧς παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ Διοικητοῦ, καθόσον ὁ Διοικητὴς εὑρέθη εἰς διαφωνίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καταστήσας ἐμφανὲς ὅτι εἶναι δύναμις κακοποιός, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι δύναμις ἀντιδραστική, ἥτις ἐπεζήτησε καθ’ ὑποτροπὴν νὰ ἐκβιάσῃ τὸν κυβερνήτην τοῦ Κράτους. Ποία εἶναι ἡ δευτέρα περίπτωσις τῆς ἐκβιάσεως; Ἡ πρώτη ἦτο τοῦ δανείου πρὸς ἀγορὰν τοῦ θωρηκτοῦ· ἡ δευτέρα εἶναι τῶν περιφήμων χρημάτων τῆς περιφημοτάτης ἐπιτροπῆς τῆς ναυαρχίδος. Κύριοι, ἡ πρώτη περίπτωσις θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὅτι εἶναι περίπτωσις προδίδουσα ἴσως δυσχέρειαν διαπραγματευτικήν, ἴσως ἀκαμψίαν διαπραγματευτικήν, ἴσως ἀδεξιότητα διαπραγματευτικήν, ἀλλὰ βεβαίως ποτὲ πρόθεσιν ἐκβιάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἐκβιαστής, ὅταν προΐσταται τοιούτου ἱδρύματος καὶ ἐπιχειρῇ νὰ ἐκβιάσῃ, βεβαίως δὲν τρέπεται εἰς φυγὴν πρὸ τῆς πρώτης κατανεύσεως τῶν ὀφρύων τοῦ Διός, διότι ἐδῶ παρεστάθη εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐξεγέρσει τοῦ θυμοῦ του ὁ Ὑποδιοικητὴς τότε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπέκυψε. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι· εἴδετέ ποτε κανὲν εἶδος τοιούτου ἐκβιαστοῦ ὅστις τοιαύτην ἔχων δύναμιν, ὢν δανειστὴς ἀπέναντι τῶν ὀφειλετῶν σπεύδει εἰς τὴν πρώτην ἐξέγερσιν τοῦ δανειζομένου νὰ εἴπῃ: «Μά, Χριστιανέ μου, πάρε αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖς καὶ ἔλα σὺ νὰ κρίνῃς τὰ περαιτέρω»; Τὰ γενόμενα προδίδουσιν ὅτι ὑπῆρξε κακὴ συνεννόησις. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι δήλωσις καθιστῶσα τὸ ζήτημα ὅτι δὲν ἐζήτησε σύμβασιν περὶ ἀνταλλαγμάτων, περὶ ἐπεκτάσεως προνομίων, ἀλλ’ ὅτι ἐπεζήτησε μόνον τὴν κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχήν. Ἦτο δὲ ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καταρτισθῇ σύμβασις ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν περὶ ἐπεκτάσεως προνομίων. Ἀλλ’ ἂν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔστω καὶ ἂν εἶχε τὴν ἀτυχῆ ἔμπνευσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησιν αὑτοῦ ἐπὶ τὸ Κράτος, δὲν πρέπει νὰ νομισθῇ ὅτι εὑρέθη ἐν ἀπολύτῳ κακῇ πίστει, ὅτε εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ δεχθῇ τὸν ὅρον ἔστω—διότι δὲν εἶναι ὅρος, εἶναι μία ἐκδήλωσις εὐχῆς—ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ὅτι ζητοῦμεν τὴν κατ’ ἀρχὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου, καὶ ὅτε τῷ ἐδηλώθη πῶς θὰ γίνῃ ἡ διαπραγμάτευσις, ἂν οἱ προβαλλόμενοι ὅροι εἶναι ἀπαράδεκτοι, εἶπεν ὅτι καθιστᾷ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαιτητήν, φαντάζεσθε τίνα σημασίαν ἔχει νὰ εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς διαιτητὴς μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Διοικητοῦ. Αὐτὴ ἡ ἐκ μέρους τοῦ Διοικητοῦ ἀποδοχὴ τοῦ ὅρου τούτου αἴρει ἐντελῶς πᾶσαν ἔννοιαν ἢ ὑπόνοιαν ὅτι ἐσκόπει τὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ τοῦ Κράτους βίας ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου. Καὶ διὰ τοῦτο πάντα τὰ γενόμενα, καὶ ἂν ὑπῆρξε τὴν στιγμὴν ἐκείνην παρεξήγησις ὅτι ἐσκοπεῖτο ἐπιβολὴ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης ἐπὶ τὸ Κράτος, πάντα τὰ γενόμενα ἔπρεπε ν’ ἄρωσι τὴν παρεξήγησιν, καὶ ἦραν πράγματι τὴν παρεξήγησιν, διότι τὰ κατόπιν τὰ καθ’ ὅλον τὸ θέρος γενόμενα ἀποδεικνύουσιν ὡς Διοικητὴν καταστήματος θέλοντος νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν πρᾶξιν καθ’ ἣν ἐπιτηδείως ἐπεχείρησεν ὁ Διοικητὴς νὰ παρεμποδίσῃ τὴν λῆψιν τῶν χρημάτων τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἠθέλησε νὰ παγιδεύσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρεισήγαγε τοῦτον εἰς μίαν συνεδρίασιν πολυμελοῦς Σωματείου, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ τὰς δεούσας δηλώσεις, τὰς ἀληθεῖς δηλώσεις. Τί εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή; Συνεστήθη πρὸ ἑνὸς ἔτους μία Ἐπιτροπή, εἰς ἣν πλὴν τοῦ Ναυάρχου Κουντουριώτου ἔχουσι συγκεντρωθῆ 41 πρόσωπα τελείως ἄσχετα πρὸς οἱονδήποτε ναυτικὸν ζήτημα. Αὕτη ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν ναυαρχίδος. Καὶ μάλιστα αὕτη ἀνέλαβε καὶ ἔργα τοῦ Ναυάρχου, διότι ὥρισε τὴν ναυαρχίδα καὶ τῇ ἔδωκε καὶ βαπτιστικὸν ὄνομα, τὸ ὄνομα «Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος». Ἐπὶ τέλους τὸ ἔργον, παρὰ πάσας τὰς ἀτελείας καὶ τὰς ἀδεξιότητας ὑφ’ ἃς συνελήφθη, ἤχθη εἰς ἀρκετὰ εὐτυχὲς συμπέρασμα, διότι συνελέγησαν 3½ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, ὡς δύναται ἐκ τοῦ τίτλου νὰ συμπεράνῃ τις, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι Ἐπιτροπὴ αὐτή, ἀλλ’ εἶναι σωματεῖον ἔχον ἴδιον ὀργανισμὸν ἐγκριθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἦτο ἀναγκαία ἡ ἔγκρισις διὰ συλλογὴν τῶν ἐράνων. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εἶχεν ἐν τῷ ὀργανισμῷ της διάταξιν, ὅτι τὰ χρήματα ἔπρεπε νὰ εἶναι κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Τοῦτο τὸ ζήτημα ἐγέννησε τὴν ἀνάγκην τῶν συζητήσεων, τὴν ἀνάγκην τῆς παρεμβάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ, ἵνα γένηται ἡ συνεννόησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς παραλαβῆς τῶν χρημάτων. Ἀλλ’ οἱ Κύριοι 42 οἱ ὁποῖοι συνῆλθον ἐν τῇ Τραπέζῃ συζητοῦντες περὶ τοῦ ἀμέσου ἢ μὴ τῆς λήψεως τῶν χρημάτων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνεθυμήθησαν ὅτι ὑπάρχει νόμος περὶ σωματείων ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Ἰούνιον καὶ τεθεὶς εἰς ἰσχὺν ἀπὸ τῆς 25 Σεπτεμβρίου, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 10 ὁρίζει ὅτι τὰ χρήματα παντὸς σωματείου ὑποχρεωτικῶς κατατίθενται παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ οὐχὶ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον καὶ πᾶς διαχειριστὴς συναινῶν εἰς κατάθεσιν ἔξω τῆς Τραπέζης ὑπόκειται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν;

§229Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε νομικὸς διαπρεπὴς καὶ ἀπορῶ πῶς λέγετε ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι σωματεῖον, ἐνῷ εἶναι καθίδρυμα.

§230Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἴδετε ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» πῶς ἔχει ὁ ὀργανισμός του;

§231Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σωματεῖον ὑποθέτει ὁλότητα, ἡ ὁποία ἐργάζεται διὰ τῶν ἰδίων της δυνάμεων καὶ ἀπαρτίζει περιουσίαν ἢ κάμνει ἓν ἔργον· πρόκειται περὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δι’ ἰδίων εἰσφορῶν κάμνουσιν ἓν ἔργον.

§232Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει τὸ Διάταγμα τὸ ἐγκρῖνον τὸν ὀργανισμὸν τοῦ σωματείου αὐτοῦ ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ προέδρου Κουντουριώτου, γραμματέως Βολονάκη καὶ διαφόρων ἄλλων μελῶν, δι’ οὗ ἐδόθη ἡ ἄδεια τῆς συλλογῆς ἐράνων. Μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι ἔχετε ῥητὴν διάταξιν παρέχουσαν καὶ τὴν ἄδειαν εἰς τὰ σωματεῖα νὰ κάμωσιν ἐράνους. Ὡς ἔχει ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς ἀπαγορεύεται ἡ μεταβολὴ τῆς καταθέσεως ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου, οἱ δὲ κ. Ὑπουργοὶ μετέθησαν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἵνα ζητήσωσι τὴν ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας ἀνάληψιν τῶν χρημάτων αὐτῶν. Αὕτη εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Τώρα βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ συνομολογήσητε τὸ ἀντίθετον, διότι δὲν σᾶς συμφέρει, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐζητήθη πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ. Καὶ ὅτε τοιοῦτον ἐζητήθη, εὑρίσκετο ἐν δόλῳ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης μὴ σπεύσας νὰ παραδώσῃ τὰ χρήματα εἰς τοὺς Ὑπουργούς; Καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἠθέλησε διὰ τῆς ἀρνήσεως τῶν 3½ ἑκατομμυρίων νὰ ἐκβιάσῃ τὸ Κράτος, τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν. Εἶναι σοβαρὰ ταῦτα; Ἠκούσαμεν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ εὑρισκόμεθα ἐν γνώσει ὅτι διαφωνία περὶ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον καὶ τὰ ἀνταλλάγματα αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξαν. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε διαφωνία οὔτε περὶ τὸν συμπληρωματικὸν δανεισμὸν τοῦ Κράτους, οὔτε διαφωνία ὑπῆρξε περὶ τὴν κυκλοφορικὴν ἀρχήν, διότι εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἔχομεν διαφωνίαν μόνον ἐν σχέσει πρὸς τὸ σύστημα τῆς ἐξυγιάσεως τῆς κυκλοφορίας, διότι ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης εἶναι ῥιζοσπαστικώτερος, ἡ δὲ Κυβέρνησις συντηρητικωτέρα. Ἐπρόκειτο ἄρα περὶ διαφωνίας θεωρητικῆς ἐχούσης σχέσιν πρὸς τὴν κυκλοφορίαν, διαφωνίας ἥτις δὲν ἐξειλίχθη μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἀπαιτήσεως, τῆς σαφοῦς ἀπαιτήσεως ἀνταλλαγμάτων διὰ τὴν γενομένην κυκλοφορικὴν συμφωνίαν. Διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς δι’ ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς δεκάτης ἑσπερινῆς ὥρας μέχρι τῆς μιᾶς μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἐγένετο ἡ συζήτησις καὶ ἐπῆλθεν ἡ ὁμοφωνία πλέον περὶ τοῦ κυκλοφορικοῦ ζητήματος, ὑπεβλήθησαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως αἰτήσεις ἀνταλλαγμάτων νεώτεραι ἐπὶ τῆς κυκλοφορικῆς ἀρχῆς, αἱ ὁποῖαι ἐνεκρίθησαν; Οὐχί. Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ τοιαύτη ἀποδοχὴ τῆς συμφωνίας τῆς κυκλοφορικῆς δίδει δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀξιώσῃ ἀνταλλάγματα. Ἀλλὰ δὲν διετυπώθησαν, ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν, τότε τοιαῦτα ἀνταλλάγματα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῇ Τραπέζῃ, ἅτινα ἡ Τράπεζα ἀπέρριψε, διότι δὲν ἐγένετο συζήτησις τοιαύτη. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο οὔτε περὶ τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου οὔτε περὶ τοῦ δανειστικοῦ μέρους τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ τοῦ ποῖον θὰ εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ ἀποθέματος τοῦ ἐξασφαλίζοντος τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ ποῖον τὸ ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐθνικῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινον ν’ ἀντικαταστήσωσι τὸ χρυσοῦν ἀπόθεμα, ἐφ’ ὅσον περὶ τούτου καὶ μόνου ἐπρόκειτο...

§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου καὶ μόνου. Ἀφοῦ ἐλύθη τὸ κυκλοφορικὸν ζήτημα δι’ ὑποχωρήσεων ἑκατέρωθεν, ἦλθε τὸ ζήτημα τῶν ἀνταλλαγμάτων.

§234Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐζητήθησαν ἀνταλλάγματα;

§235ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαιότατα. Καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦλθε διαμαρτυρόμενος κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην αἴτησιν.

§236Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διαμαρτύρεται ὅτι ἔχει νὰ ἴδῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν 22 ἡμέρας καὶ περὶ τῶν ἀνταλλαγμάτων οὐδεμία μνεία. Περὶ πάντων τῶν ζητημάτων ἐγένετο συζήτησις, ἐνῷ περὶ τούτου οὐδὲν ἠκούσαμεν. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἠκούσαμεν ὅτι ἐζητήθησαν ἀνταλλάγματα. Ἐν τῇ προχθεσινῇ δηλώσει εἴπετε ὅτι παρείχετε ἀποδείξεις πρὸς ἀξίωσιν ἀνταλλαγμάτων. Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἀπέναντι δυσχερειῶν τοῦ Κράτους ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης προέτεινε ν’ ἀνοίξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πίστωσιν ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ διὰ 15.000.000;

§237ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὐδέποτε ἐγένετο τοιαύτη πρότασις.

§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε περὶ λεπτοῦ.

§239Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτε ἐγένετο πρότασις περὶ προεξοφλήσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων...

§240ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμβάσεων.

§241Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τὰ πράγματα εὑρίσκονται ἐν τοιαύτῃ ἀντιθέσει τὴν στιγμὴν ταύτην, ὥστε βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ θέσω ἐν ἀμφισβητήσει τὰς ὑπευθύνους δηλώσεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῶ καὶ τόσον ἀφ’ ἑτέρου ἀπότομον διαβεβαίωσιν ἀντιθέτων πραγμάτων, φοβοῦμαι δ’ ὅτι ἡ παρεξήγησις περὶ τὴν ἀντίληψιν ὑπάρχει ἢ λήθη περὶ ὡρισμένα πράγματα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐγένετο ἡ συμφωνία, ἡ κατ’ ἀρχὴν συμφωνία, ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Εὐταξίου, οἰκίᾳ φιλοξενωτάτῃ, τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης βεβαίως δὲν προέκυψαν ἀμέσως διαπραγματεύσεις νεώτεραι μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Βεβαίως δὲ ἡ ἄρνησις, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρξε, 3.500.000 δὲν ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τοῦ Κράτους τὴν ἐπιβολὴν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις παρέστησε τόσον τραγικήν, ἀναμφισβητήτως δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅτε μετέβη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εὑρέθη ἀπέναντι ἀντιρρήσεων μέλους τινὸς ἢ μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπερχόμενος νὰ μεταβῇ καὶ νὰ συναντηθῇ μετὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο πρότασις ἡ ὁποία ἔπρεπε τὸν ἴδιον τὸν Ὑπουργὸν νὰ ὠθήσῃ πρὸς συνεννόησιν μετ’ αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν νομικῶν ἀδυναμιῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Διοίκησις ἢ ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ ἐπιτροπὴ ἵνα λάβωσι τὸ χρῆμα. Ἀλλὰ τὸ χειρότερον ὅλων, Κύριοι, εἶναι ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα κατηγοροῦντες τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον δὲν παρίσταται ἐνταῦθα, ἵνα ἀμέσως ἀμυνθῇ καὶ διὰ συζητήσεων εὕρῃ καὶ αὐτὸ τὸ δίκαιόν του, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὴν εἰκόνα τῆς ἐκβιάσεως τὴν παρουσιάσαμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, διότι ἐθέσαμεν ἑαυτοὺς ἐν θέσει ὑποτεταγμένων, ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐνεθυμήθημεν ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην 3.500.000 καὶ ὅτι ἄνευ τῶν ἑκατομμυρίων τούτων διετρέχομεν τὴν ἐπαύριον δυσχερείας ἀνυπολογίστους. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν τοιαῦτα πράγματα δὲν συλλογίζονται αἱ Κυβερνήσεις, ὁσασδήποτε δὲ καὶ ἂν κατεβάλλετε ἐνεργείας καὶ προσπαθείας ἐν ξέναις ἀγοραῖς πρὸς εὕρεσιν τοῦ χρήματος—καὶ ἀκριβῶς ἡ ἐλπὶς τῆς ἐπιτάξεως τῶν χρημάτων ἐκείνων καθιστᾷ ὑμᾶς ἀμελεστέρους πρὸς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως—, ὁσαδήποτε καὶ ἂν ἐπράξατε εἴχετε καθῆκον τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ μὴ προσβλέψητε ἐπὶ τὸ χρῆμα ἐκεῖνο ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο δυνατὸν τὴν στιγμὴν ἐκείνην αἱ ἐργασίαι τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ ἔπρεπε ν’ ἀντιληφθῆτε ὅτι ἡ ἐμφάνισις ὄχι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἡ ἐμφάνισις τῆς Κυβερνήσεως ἔστω καὶ διὰ τρίτου προσώπου ἐνώπιον πολυμελοῦς σωματείου, εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὁποίου μετέχουσι 10 δημόσια γραφεῖα, καθιστᾷ ὁλόκληρον τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐμφανῆ ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἔπρεπε πάντα ἄλλον πόρον νὰ ζητήσητε καὶ εἰς πᾶν ἄλλο διάβημα νὰ καταφύγητε παρὰ νὰ προβῆτε εἰς ἀπόπειραν θυσιάσεως ἐκείνων τῶν χρημάτων διὰ τὰ ὁποῖα ἐγνωρίζετε ὅτι καὶ δυσχερείας εἴχετε ἵνα τὰ παραλάβητε καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀντιληφθῆτε ὅτι καὶ θόρυβος μείζων θὰ ἐγίνετο, ἂν ἠθέλετε θίξει ταῦτα. Οὐδόλως διαφωνῶ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτι τὰ χρήματα τῆς ναυαρχίδος εἶναι χρήματα προωρισμένα κατ’ ἐξοχὴν πρὸς σκοποὺς τοῦ Κράτους καὶ δὲν εἶναι χρήματα οἱουδήποτε κοινοῦ σωματείου ἢ φιλανθρωπικοῦ ἱδρύματος καὶ βεβαίως, ἂν τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδιας του, εἶναι περιττὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ ναυαρχίδος καὶ περὶ ἐράνων, ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τοῦτο ἀληθὲς καὶ ὀρθὸν καὶ παραδεχθῶμεν τὴν ὀρθότητα αὐτοῦ ὑπάρχουσι καὶ ζητήματά τινα τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ψυχὴν γεννῶσιν ἰδιαιτέραν αἴσθησιν, διότι τὸ Κράτος θὰ παρίστα τὴν εἰκόνα ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμὴν πρὸς ἐξυπηρέτησιν ὡρισμένων κυβερνητικῶν λειτουργῶν ἔθετο χεῖρα ἐπὶ τῶν χρημάτων αὐτῶν. Ἡ εἰκὼν αὐτὴ εἶναι εἰκὼν ἡ ὁποία ὑπὸ φακὸν μεγεθυντικὸν θὰ παρίστατο μεγάλη εἰς τὸν ξένον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὸ μονόδραχμον ἢ τὸ πεντάδραχμόν του ἔδωκε μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θέτει καὶ αὐτὸς ἕνα καρφὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς μελλούσης ναυαρχίδος. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τοῦτο. Περὶ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ἐπεδείξατο βραδύτητα ἡ ὁποία δύναται νὰ γεννήσῃ κινδύνους μείζονας κοινωνικούς, καὶ πρὸς τοῦτο νομίζω ὅτι, ὅταν τὸ ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον καταγινόμεθα περατωθῇ καὶ ἡ ἐπιθυμία ὑμῶν περὶ τὴν ῥύθμισιν τῆς Τραπέζης συντελεσθῇ, πρέπει ὁλοταχῶς νὰ προβῆτε εἰς διευθέτησιν τῶν ζητημάτων τούτων, διότι ὡς κατεστήσατε τὴν Τράπεζαν διὰ τῆς πραγματοποιήσεως 80.000.000 περίπου προσωρινῶν δανείων ἀφηρέσατε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὸ μέσον ἵνα ἔλθῃ γενικώτερον ἀρωγὸς πρὸς τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα. Τὰ χρήματα δὲ ταῦτα τὰ ὁποῖα εἴτε ἐδόθησαν εἰς τὸ Κράτος εἴτε φυλάσσονται εἶναι χρήματα τὰ ὁποῖα ἀφηρέσητε ἀπὸ τὰς κοινωνικὰς ἐργασίας καὶ λέγω πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἀποκαταστήσητε ταχέως τὰ γενόμενα καὶ ἂν δώσητε τὸ χρῆμα ῥευστὸν εἰς τὰ κοινωνικὰ ἔργα, θέλετε εὑρεθῆ εἰς στιγμήν τινα ἴσως πρὸ δυσχερειῶν αἵτινες εἶναι ἀνυπέρβλητοι. Ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα σήμερον ἀναμένεται νὰ παύσῃ ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ἵνα πᾶσα κοινωνικὴ συναλλαγὴ καὶ πᾶσα ἐργασία σταματήσασα ἐπαναρχίσῃ. Ἂν δὲ οἱονδήποτε ἐξωτερικὸν ἢ ἐξαίρετον γεγονὸς ἐπιβάλῃ ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετέρας στάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ὀφείλετε νὰ ἔχητε αὐτὴν παρεσκευασμένην ὅπως δεχθῇ οἰκονομικῶς τὸ μέτρον τοῦτο. Ὅτε ἐξερράγη ὁ πόλεμος ὁ Βαλκανικός, ἡ οἰκονομικὴ ὀργάνωσις ἦτο ἀρίστη καὶ ἡ ἀντοχὴ τῆς Τραπέζης οὐχὶ μόνον πλήρης ἀλλὰ καὶ τοιαύτη ὥστε νὰ ἐνισχύσῃ καὶ τὰς ἄλλας ἐν Ἑλλάδι Τραπέζας, ἵνα μὴ παραλύσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν, καὶ ἔφευγον οἱ ἔφεδροι καὶ μετέβαινον εἰς τὰς σημαίας τελείως ἀμέριμνοι οἰκονομικῶς διὰ τὰς τύχας αὐτῶν, διότι εἶχον ἀποθέματα καὶ εὕρισκον εὐκόλως τὸν δανεισμὸν ἵνα ἀφήσωσιν εἰς τὰς οἰκογενείας των τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα· σήμερον ὅμως μετὰ κρίσιν διετοῦς πολέμου καὶ μετὰ τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐν τῇ Κοινωνίᾳ ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου δὲν εἶναι παρεσκευασμένος ὁ κοινωνικὸς ὀργανισμὸς ἵνα δεχθῇ ἕτερον τοιοῦτο πλῆγμα καὶ ὀφείλετε ἵνα μετὰ τάχους πλέον ἐπιληφθῆτε τῶν κυρίων ζητημάτων. Διότι, ἂν εὑρεθῶμεν ἐνώπιον τοιαύτης ἀνάγκης καὶ εἶναι ἀπαράσκευος ἡ Κοινωνία, θὰ ἴδητε τοὺς ἐφέδρους ἐκείνους, οἵτινες θὰ μεταβαίνωσιν ἐνθουσιώδεις εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς Πατρίδος, νὰ μὴ εὑρίσκωσιν οὔτε ἓν ἑκατοντάδραχμον διὰ νὰ δανεισθῶσιν εἰς οἱονδήποτε τραπεζιτικὸν κατάστημα δι’ ἔλλειψιν χρήματος. Ἂν λοιπὸν αἱ ἀνάγκαι αἱ ἐθνικαὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν εὐτυχῆ περάτωσιν ἐπὶ τὴν χρῆσιν τῆς διαιτητικῆς ἐξουσίας ἡ ὁποία παρεσχέθη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὑπὸ τῆς Τραπέζης, αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι σὺν ταῖς ἐθνικαῖς ἐπιβάλλουσι τὴν τοιαύτην κοινωνικὴν παρασκευὴν ταχυτέραν. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ συνθέτου μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σοβαρώτερον παντὸς ἄλλου, διότι δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἐξ ἀντιθέτου ὄψεως τοιαύτην κρίσιν, ἥτις νὰ δυσχεράνῃ τῶν πολιτικῶν λειτουργιῶν τὴν ἐκτέλεσιν. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ θιχθῇ τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα δι’ ὁλόκληρον τὸν πολιτειακὸν ὀργανισμὸν καὶ πᾶσα ἡμέρα ἥτις ἀπόλλυται ἄπρακτος εἶναι ἡμέρα ἡ ὁποία δημιουργεῖ καὶ ἓν περαιτέρω ζήτημα. Κύριοι, ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ ζητῶν συγγνώμην ὅτι κατεπόνησα τὴν Βουλὴν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι παντὸς δυναμένου νὰ ἔχῃ γνώμην καθῆκον εἶναι νὰ ἐκθέσῃ ταύτην καὶ ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα νὰ ἐρευνηθῇ, διότι ζήτημα τοιοῦτο διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῇ Βουλῇ ἀνακοινοῦται καὶ τρέπει πλέον τὴν Βουλὴν εἰς νέα δόγματα ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὰ δὲ νέα δόγματα εἶναι ὀρθὸν νὰ εἶναι μεμετρημένα καὶ διὰ τοῦτο θὰ συνίστων, γινομένης κατ’ ἐμὴν γνώμην δεκτῆς τῆς ἀρχῆς, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγκρίνῃ τὸν διορισμὸν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ δὲ ζήτημα τῆς διασπάσεως τῆς θητείας νὰ λείψῃ ἀπὸ τοῦ μέσου. Διὰ τὸ ἄλλο ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν σημερινὸν Διοικητὴν καλούμεθα, Κύριοι, νὰ δικάσωμεν, διότι ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ καθαρῶς πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Εἶναι τὸ ἔργον πρωτοφανές, ἐπανερχόμεθα εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους καὶ ἀποκαθιστῶμεν τοὺς ἀρχαίους ἡλιαστὰς μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι συνεδριάζομεν μὲ ἀστέρας καὶ σελήνην. Ὁ δικαστὴς σύγχρονος πολιτικὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἀμεροληψίαν, ἵνα δικάσῃ πρόσωπον καὶ ἀποφανθῇ περὶ παροχῆς ἐξουσίας πρὸς κατάλυσιν προσώπου τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν Ἀρχήν, πρὸς ἣν οἱ μέλλοντες νὰ δικάσωσι συνδέονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον πολιτικόν, ὥστε, ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην ἤθελον νὰ μεταβάλωσι τὰ πολιτικὰ αὐτῶν φρονήματα, ἤθελον εὕρει ἀντιμέτωπον τῆς κοινῆς γνώμης τὴν συμπάθειαν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ ἡ μεγίστη συναίσθησις τῆς δικαιοσύνης ἂν ἐμφωλεύῃ ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται παρὰ διὰ τοὺς ἔξω τῆς Βουλῆς, τοὺς μὴ συμμεριζομένους τὰ φρονήματα ἡμῶν, ἀλλὰ τοὺς βραδύτερον, τοὺς ἀμερολήπτως μέλλοντας νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν σημερινὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται, λέγω, ἢ ν’ ἀποτελέσῃ τὴν εἰκόνα τῆς πρωτοφανοῦς διὰ τὰ πολιτικὰ ἱστορικὰ τῆς Βουλῆς ἀδικίας.

§242Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφρόνουν, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Βουλευτῶν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ Ἀρκαδίας ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, χάριν τῆς ἰδίας αὐτῆς ἀξιοπρεπείας, νὰ ἔλθῃ αὐτὴ ν’ ἀπολογηθῇ διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκβαίνει καὶ τῆς συνήθους νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς, ὁ τρόπος δὲ καὶ ἡ ὁρμὴ μεθ’ ἧς ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἀποδεικνύουσιν οὐ μόνον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι δὲν εἶναι πόρισμα ἀκριβοῦς καὶ βαθείας μελέτης τῶν ἀναγκῶν τοῦ μόνου πιστωτικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ συνέπεια αἰσθήματος ἐκδικήσεως, σχέδιον συλληφθὲν ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς, διότι ἀπέναντι τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἀποβλέπει μόνον εἰς τὸν κορεσμὸν καὶ τὴν ἱκανοποίησιν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας αὐτὸς παρήγαγεν εἰς ἑαυτὸν χωρὶς νὰ προβλέψῃ περὶ τῆς ἐγκαίρου τοὐλάχιστον ἱκανοποιήσεως αὐτῶν, ἀπέναντι, λέγω, τῆς τοιαύτης ἐφέσεως τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη μία προσωπικότης ἡ ὁποία ἠθέλησε ν’ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπέβαλον ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν πάντα χαλινόν. Αἱ ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων ὑπῆρξαν ἀληθῶς ἐμβριθεῖς καὶ ἤρεμοι· ἀλλ’ ἐν τῇ γαλήνῃ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐχειρίσθησαν τὸ ζήτημα διετύπωσαν κατηγορητήριον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐσεβάσθη καὶ ἡ ὁποία τὰ πάντα ἠθέλησε νὰ ποδοπατήσῃ. Αὐτὴ ἡ εἰσήγησις τοῦ νομοσχεδίου παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύει, ὡς εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ σχεδίου συλληφθέντος ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς. Ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον διαβλέπω ἐν τῇ στάσει τοῦ Διοικητοῦ κατὰ τῆς Πολιτείας εἶναι κίνδυνος τὸν ὁποῖον παρήγαγεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ὀργῇ αὑτῆς καὶ ἐν τῇ ἐξάλλῳ ἐνεργείᾳ της. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ ἑβδομήκοντα καὶ πλέον ἐτῶν. Ἦλθον καὶ παρῆλθον κατὰ τὸ μακρὸν αὐτὸ διάστημα τῆς σταδιοδρομίας αὐτῆς Κυβερνήσεις ἔχουσαι πολὺ μεγαλύτερον τὸ ἀνάστημα ἀπὸ τὴν σημερινήν, καὶ πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι μετ’ εὐλαβείας ἀπέβλεψαν πρὸς τὸ ἵδρυμα τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον μετὰ πεποιθήσεως ἠδύνατο οὐ μόνον τὸ Κράτος ἀλλ’ ὁ Ἑλληνισμὸς ν’ ἀποβλέπῃ. Δὲν εἶναι μόνον αἱ προνομίαι, ἃς ἐχορήγησε τὸ Κράτος, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν τὴν δύναμιν καὶ τὸ κῦρος τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος, ἀλλὰ καὶ ἡ πεποίθησις τὴν ὁποίαν ἐνέπνευσεν εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν, ὅστις τὰς οἰκονομίας αὑτοῦ ἠσφάλιζε καταθέτων παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Τὴν περιωπὴν δὲ εἰς ἣν ὑψώθη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὀφείλει κυρίως εἰς τὸ κῦρος καὶ τὴν δρᾶσιν τῆς Διοικήσεως αὐτῆς. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα ἔχομεν ἀποτελέσματα ἐκ τῆς δράσεως ἐκείνης καὶ τῆς αὐτοτελείας τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπέναντι τῆς Πολιτείας ἔρχονται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δυσηρεστήθησαν εἴς τινα διαπραγμάτευσιν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ κακῶς διετύπωσαν καὶ κακῶς ἐξετίμησαν, ἔρχονται, λέγω, νὰ ζητήσωσι τὴν κατάλυσιν τῆς αὐτοτελείας ἐκείνης, ἡ ὁποία κατέστησε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἄγκυραν τοῦ Κράτους καὶ ἄγκυραν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ τοῦ Ἔθνους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς δικαιολογίαν ἐξέθηκε τὴν νομοθεσίαν τὴν σχετικὴν πρὸς τὰς διοικήσεις Ἐθνικῶν Τραπεζῶν ἐν διαφόροις Κράτεσι καὶ διαφόροις λαοῖς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ ἀποτυχία τῆς μέχρι τοῦδε δράσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως αὐτῆς ἡ ὁποία ἤγαγε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καὶ τὸ ὡμολόγησε, τὸ ὡμολόγησεν ἀμέσως κατόπιν ἐν τῇ εἰσηγήσει του. Διεῖδεν ὅμως κίνδυνον τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐζήτησεν ἀνταλλάγματα ἀπέναντι δανείου τὸ ὁποῖον προχείρως καὶ ἐντὸς 24 ὡρῶν ἐζητεῖτο νὰ καταβληθῇ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δανείου μεγίστου σχετικῶς πρὸς τοὺς πόρους αὐτῆς καὶ τὸ μετοχικὸν αὐτῆς κεφάλαιον· διεῖδε κίνδυνον τοῦ Κράτους, διότι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς συλλογὴν τῶν ἐράνων διὰ τὴν ναυαρχίδα, ἐθεώρησεν ὅτι ἔδει τὸ καταστατικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, τὸ καταστατικὸν τὸ κυρωθὲν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προκληθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὶν ἢ δοθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰ συλλεγέντα χρήματα ὑπὲρ ὡρισμένου σκοποῦ καὶ τῶν ὁποίων θεματοφύλαξ ἦτο αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐράνων, νὰ μεταβληθῇ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἴσως μόνον τοῦτο, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη ὅτι ἐνέπεσεν εἰς παγίδα, εἰς ἐνέδραν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κληθεὶς ἢ προσελθὼν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εὑρεθεὶς ἐνώπιον τοῦ ὄχλου ἐκείνου τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων, Ἐπιτροπῆς συγκροτηθείσης διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τις πρῶτον τίς ὁ ὄχλος αὐτός. Θὰ εὕρωμεν τὸν ὄχλον αὐτὸν ἐν τῷ Βασιλικῷ Διατάγματι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπείας τῶν ἐράνων. Ὁ ὄχλος αὐτὸς εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὁ Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης, ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ Νομάρχης Ἀττικῆς, ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, ὁ Δήμαρχος Πειραιῶς, ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῶν Πολιτικῶν Ὑποθέσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ Προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ὁ Τμηματάρχης τοῦ Διοικητικοῦ Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ὁ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ὁ τῆς Τραπέζης Ἀνατολῆς, ὁ τῆς Ἐμπορικῆς Τραπέζης, ὁ τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης, ὁ τῆς Τραπέζης Μαρίνου, ὁ Πρόεδρος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πειραιῶς, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Χρηματιστηρίου, οἱ Πρόεδροι τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πειραιῶς, οἱ Διευθυνταὶ τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ἑταιρειῶν «Ἐθνικῆς» καὶ «Ἀνατολῆς», οἱ Πρόεδροι τοῦ Συνδέσμου τῶν Ἐφοπλιστῶν καὶ τοῦ Βιομηχανικοῦ Συλλόγου καὶ τέλος οἱ Διευθυνταὶ τῶν ἐφημερίδων «Ἀθηνῶν», «Ἀκροπόλεως», «Ἀστραπῆς», μεταξὺ δ’ αὐτῶν καὶ οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς Κυβερνήσεως Διευθυνταὶ τοῦ «Ἐμπρός», τῆς «Ἑσπερινῆς», τῆς «Ἑστίας», τῆς «Πατρίδος», τῶν «Καιρῶν», τῆς «Νέας Ἡμέρας» κλ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὄχλος ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εὑρέθη ἀπροετοίμαστος καὶ ἀπαράσκευος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχομεν ὅμως εὐτυχῶς δημοσιευμένον τὸν λόγον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸν εἰσαγωγικὸν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἠμφισβητήθη ὅτι ἐκλήθη ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων, ἀφοῦ ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν σύγκλησιν αὐτῆς, καὶ ὅτι συνεκλήθη ἀμέσως. Ἐκλήθη λοιπὸν καὶ παρεκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, μὴ γνωρίζων ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εὑρεθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης τῶν μελῶν, καὶ ἐκεῖ εἰσάγεται ἀνειδοποίητος, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ζητεῖται παρ’ αὐτοῦ ἵνα τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην ἡ ὁποία ἀνεκοινώθη εἰς τὸν Ναύαρχον καὶ ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς Διοικητὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκθέσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων. Ἐζητήθη δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁ ἀνειδοποίητος Ὑπουργὸς νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον πλήθους πολλοῦ εἰς ἔκθεσιν τῶν ἀναγκῶν εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ Κράτος ὅπως ταχέως ἔχῃ τὰ χρήματα ταῦτα δι’ ἀνάγκας τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων». Ἄν δύνασθε, ἐξηγήσατε αὐτὰ τὰ ἀκατάληπτα. Ἡ Κυβέρνησις καλεῖ τὴν Συνέλευσιν καὶ μεταβαίνει εἰς ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλά, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μεταβὰς ἐκεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρέθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἀνειδοποίητος! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποῦ εὑρίσκετο, ὅτε ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ σύγκλησις τῆς Συνελεύσεως; Δὲν ἀπετέλει μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Δὲν ἐλάμβανε μέρος εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν εἰς ἐπειγούσας οἰκονομικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους; Διότι δὲν εἶναι μυστικόν, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς μὴ ὤφελε, ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐλέχθη ὅτι ἐζητήθησαν τὰ χρήματα αὐτὰ πρὸς ἱκανοποίησιν ἀμέσων καὶ ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων. Φείδομαι τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως μὴ ἐπαναλαμβάνων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐντεῦθεν. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὑποβαλλόμενον, διότι δὲν ἱκανοποιήθη ἀμέσως ἡ ἀξίωσις τῆς Κυβερνήσεως ὅπως εἰσαχθῇ τὸ ἐκ τῶν ἐράνων ποσὸν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον καὶ δὲν ἱκανοποιήθησαν ἐντεῦθεν καὶ αἱ ἀνάγκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις, ἀποτελεῖ καταδίκην αὐτῆς, μὴ προνοησάσης περὶ ἐπειγουσῶν, ὄχι καὶ ἐκτάκτων ἀναγκῶν, ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ προβλέπῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Πολιτεία ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως πάσης χρήσεως, ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἐκτεθειμένη μέχρι τοῦ σημείου νὰ ζητήσῃ νὰ θέση χεῖρα ἐπὶ χρημάτων ἐράνου τὰ ὁποῖα προωρίσθησαν δι’ ἄλλον σκοπόν. Ἀλλά, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετέβη ἐκεῖ, ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐγνώριζε τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθη ἡ Συνέλευσις; Εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δηλαδὴ εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης ἀπροετοίμαστος; Φρονῶ ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήγησιν δηλώσεως τόσον ἀντιφατικῆς πρὸς ἑαυτήν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατόπιν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέλαβον ὅτι ἦτο ἐξευτελισμὸς τοῦ Κράτους καὶ πρόθεσις προσβολῆς τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως τὸ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη ν’ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις αὕτη. Καὶ ἀφοῦ οὕτω διετυποῦντο τὰ γεγονότα ἐκ τῶν ἰδίων δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξήνεγκεν οὗτος ἐντεῦθεν κατὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦ ἐθνικοῦ ἱδρύματος ἐκείνου πρὸς τὸ ὁποῖον πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἀπέβλεπον μετ’ εὐλαβείας, ἐξήνεγκε σκαιὰν ὕβριν, ἀναξίαν τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον φέρει, ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰσηγούμενος ἢ λαμβάνων μέρος εἰς τὴν σύσκεψιν διὰ τὴν μετατροπὴν ἢ τοὐλάχιστον τὴν μετάθεσιν τῶν χρημάτων τοῦ ἐράνου προέθετο νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι πρὸς Θεοῦ πράγματα λογικὰ αὐτά; Δύναται νὰ λέγηται σοβαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἐν συσκέψει προκληθείσῃ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὁμολογεῖ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, ἡ συμμετοχὴ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐν χερσὶ τοῦ ὁποίου κατετέθη ὁ ἔρανος αὐτός, καὶ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἡ κατάθεσις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἵνα χρησιμοποιηθῇ πρὸς ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἶχον ὡς σκοπὸν τὴν ἐκβίασιν τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ πράξῃ τί; Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου διάλογον, καθ’ ὃν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν ὅτι ἐζητοῦντο ἀνταλλάγματα. Ἀλλὰ τίνα ἀνταλλάγματα ἐζητοῦντο ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου; Πρόκειται πάλιν περὶ τῆς συμβάσεως περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης καὶ περὶ τῆς καταβολῆς τῶν 65 ἑκατομμυρίων; Πρόκειται περὶ τῆς συμβάσεως διὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας; Ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἐκείνη εἶχε τελειωθῆ ἤδη ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς 20 Ἰουνίου ἐ. ἔ., διὰ τῆς ὁποίας ἐγκρίνει καὶ ἀποδέχεται τὴν κατ’ ἀρχὴν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν παραχώρησιν τοῦ προνομίου τοῦ ἐκδοτικοῦ ἀντὶ ὡρισμένων ἀνταλλαγμάτων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, χρονολογεῖται ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης ἀναμφισβητήτως ἐτέθησαν αἱ βάσεις τῆς συμβάσεως καὶ ἐπερατώθη ἡ διαπραγμάτευσις ἐκείνη. Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐκβίασις ἡ συζήτησις ἐν αὐτῇ τῇ Ἐπιτροπῇ περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἦτο δυνατὸν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων εἶχον κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον; Ποῦ ἔγκειται ἡ ἐκβίασις; Οὐδὲ δυνάμεθα οὐδὲ πρέπει νὰ πλανώμεθα καὶ νὰ καμμύωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀπέναντι τῶν σκοπῶν τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Αἱ θεωρίαι εἶναι καλαί, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ καταγγέλλουσι τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει, τοὺς κατήγγειλε δὲ καὶ σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο ν’ ἀγορεύσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἥλιδος Βουλευτής, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγγέλλων τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ. Οὔτε τῆς Ἰαπωνίας ἡ σχετικὴ νομοθεσία οὔτε τῆς Γερμανίας οὔτε τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρεκίνησαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιοῦτο νομοσχέδιον, οὔτε ὁ δῆθεν ἐξευτελισμὸς τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εὑρέθη ἐν συνελεύσει ἣν συνεκάλεσε καὶ τὴν ὁποίαν κατήρτισεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις διὰ Β. Διατάγματος, οὔτε ἡ δῆθεν ἐκβίασις σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τῆς Τραπέζης εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι εἷς, νὰ κρατήσῃ μία θέλησις καὶ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ πιστωτικοῦ ἐκείνου ἱδρύματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ὅλη πίστις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου θὰ εἰσορμήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τοῦ ἐθνικοῦ ἱδρύματος ὡς ταῦρος ἐν ὑελουργείῳ καὶ θὰ θρυμματίσῃ τὰ πάντα, καὶ τὴν πίστιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους. Δὲν ἐννοεῖ, λέγει, νὰ παρεμβῇ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἐννοεῖ νὰ παύσῃ, ν’ ἀπολύσῃ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸν κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως ἐγκρινομένης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπλημμύρησεν ὁλόκληρος ἡ παλαιὰ καὶ ἡ νέα Ἑλλὰς ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῶν ὁποίων ὀλιγάριθμα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατέχουσι τὴν θέσιν αὐτῶν χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἔμεινεν ὀρθία καὶ ἀκεραία ἡ αὐτοτέλεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἡ αὐθαίρετος βούλησις τοῦ κυβερνήτου. Πάντα δ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν εἴτε περὶ τῶν κρατούντων εἰς ἄλλα Κράτη σχετικῶς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν εἴτε περὶ ἐκβιάσεως καὶ ἐξευτελισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ κινδύνων, διότι ὁ κ. Εὐταξίας ἐκτὸς τῆς θέσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔσχε τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ ἄλλων σωματείων, τὰ ὁποῖα ὑπεδείκνυεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς λείαν, ἥτις θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς ἑταίρους, ὅταν καταπέσῃ ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον συνεκεντρώθη ἡ ἐμπιστοσύνη πάντων ἐκείνων τῶν σωματείων, εἶναι οἰκτραὶ καὶ κωμικαὶ προτάσεις. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἐκβιάσεως διὰ τῆς συγκλήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων ἐλέχθησαν ἤδη ἐπαρκῆ. Ἡ δὲ ἐκβίασις διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων, ἀντὶ τῆς ὁποίας ἐπεκτάσεως ἤθελον δοθῆ τὰ 65.000.000, ἡ ἐκβίασις αὕτη ἀνεγνωρίσθη ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως ὡς δικαία ἀξίωσις· διότι αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν μὲ τόσον σκαιὸν — ὡς ἐχαρακτήρισε τὴν ἰδίαν συμπεριφοράν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — μὲ τόσον σκαιὸν τρόπον ἐδέχθη τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἔγραφε τὴν ἐπιστολὴν ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι ν’ ἀναγνώσωσιν οἱ κ. Βουλευταὶ πρὶν ἢ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των καὶ τὴν ψῆφόν των ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφηγεῖται τὴν σκηνὴν ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν καὶ ἡ ὁποία μαντεύετε ἐκ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον συμπεριφέρεται ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνταῦθα ἀπέναντι τῶν κ. Βουλευτῶν καὶ τῶν συναδέλφων του κ. Ὑπουργῶν τίνας διαστάσεις ἔλαβεν. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφηγεῖται ὡς ἑξῆς τὴν σκηνὴν (ἀναγινώσκει): «Τί μοὶ εἶπεν ἐκεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός; τὸ ἐπαναλαμβάνει ἐν τῇ ἀγορεύσει του· ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι τότε καὶ ἐντονώτερος ἦτο καὶ ἀποτομώτερος. Τῷ ἀπήντησα, ὡς συνηθίζω, ἠρέμα». Καὶ ὅσοι γνωρίζουσι τὸν κ. Ι. Εὐταξίαν γνωρίζουσι τὴν γλυκύτητα καὶ ἠπιότητα τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι δύστροπος κατὰ τὴν διαχείρισίν του ἐν τῇ ἐντολῇ του ὡς Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως μειλιχιώτερος οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Κύριε Πρόεδρε, τὰ χρήματα θὰ μεταβιβασθῶσι τηλεγραφικῶς εἰς Ἀμερικὴν πάντα ἐντὸς τῆς αὔριον. Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε νὰ καλύψητε τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῆς ἐντυπώσεως ὅτι ἀπεγυμνώθη τοῦ χρυσοῦ της. Τοῦτο δὲ γίνεται διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως κατ’ ἀρχὴν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης». Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· εἶναι ἀκριβῆ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐν τῷ ὑπομνήματί του ἀναφέρει ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ἂν εἶναι ἀληθῆ αὐτά, ποῦ ὑπάρχει ἡ δῆθεν ἐκβίασις; Ἐκβίασις ὑφίσταται, ὅταν ζητῇ τις ἀθέμιτόν τι καὶ παράνομον, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ μὴ ἔχῃ τις μηδὲ τὰς στοιχειώδεις γνώσεις ἐκτιμήσεως τῆς ποινικῆς εὐθύνης ἢ ἐκ τοῦ ἐκτάκτου τῶν περιστάσεων νὰ παραφέρηται ἐκ τοῦ πάθους, ὑφ’ οὗ παρεφέρετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, ἵνα χαρακτηρίζῃ ὡς ἐκβίασιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισεν ὡς ὀφειλόμενον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ τὸ ἀνεγνώρισεν αὐθημερόν, μεταγνοὺς ἴσως διὰ τὴν σκαιότητα μεθ’ ἧς συμπεριεφέρθη πρὸς τὸν Διοικητήν, ὡς ἀποδεικνύει ἡ ἑξῆς ἐπιστολή του (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰουνίου 1914. Κύριε Διοικητά, Ὡς καὶ προφορικῶς ἐξέθηκα ὑμῖν, ἡ Κυβέρνησις ἀείποτε ἀπέβλεψεν εἰς τὴν τοπικὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἵδρυσιν νέας ἐν αὐταῖς ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Ἐννοεῖται καλῶς ὅτι ἡ ἐπέκτασις αὕτη θὰ γίνῃ ἐξασφαλιζομένων εἰς τὸ Κράτος εὐλόγων καὶ ἐπαρκῶν ἀνταλλαγμάτων, ὡς τοῦτο ἐγένετο πανταχοῦ. Τὴν ἐλευθέραν δὲ συζήτησιν τῶν ἀνταλλαγμάτων τούτων ἤθελον νὰ διαφυλάξω ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ὅτε ἐδήλωσα ὑμῖν σήμερον τὴν πρωίαν ὅτι δὲν δύναται ἡ περὶ τούτου συζήτησις νὰ γίνῃ ἐν σπουδῇ. Ἤδη, μετὰ τὴν λῆψιν τῆς σημερινῆς ἐπιστολῆς σας, δι’ ἧς ὄχι μόνον ἀσφαλίζεται ἡ ἄνετος συζήτησις τῶν ὅρων ἐφ’ οὓς θὰ γίνῃ ἡ ἐπέκτασις, ἀλλὰ φθάνετε νὰ προβαίνητε ὅπως ἐν περιπτώσει διαφωνίας ἐπί τινος τῶν ὅρων τούτων αὕτη λυθῇ διαιτητικῶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὐδένα πλέον ἔχω ἐνδοιασμὸν νὰ δηλώσω ὑμῖν ὅτι ὑπὸ τοὺς ἐκτεθέντας ὅρους τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι σύμφωνον εἰς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Τραπέζης Κρήτης, ἧς ἐντούτοις τὴν συγχώνευσιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς οὐδαμῶς ἀποστέργει ἡ Κυβέρνησις. Μετ’ ἐξόχου τιμῆς Ἐλευθ. Κ. Βενιζέλος» Λοιπὸν ἀνεγνώρισε διὰ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ ἀξίωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Διοικητοῦ αὐτῆς ὅπως ὑπὲρ αὐτῆς ἐπεκταθῶσι τὰ προνόμια ἐπὶ τῶν νέων χωρῶν, ἡ ἀξίωσις αὕτη ἦτο δικαία. Ἀλλὰ μετὰ μῆνας τέσσαρας ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς τῆς ἐπιστολῆς του καὶ ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ἔρχεται καὶ καταγγέλλει ἐντεῦθεν, εἰσηγούμενος τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅτι προσεπάθησε κατὰ πρῶτον νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 65.000.000 διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν θωρηκτῶν καὶ ὅτι τὴν ἐκβίασιν αὐτὴν ἐπανέλαβε κατόπιν προκειμένης αἰτήσεως περὶ ἀποδόσεως εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον τῶν ἐράνων τῶν κατατεθειμένων διὰ τὴν ναυαρχίδα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Αὐτά, Κύριοι, ἀποδεικνύονται ἐξ αὐτῶν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκεῖνος ὅστις ἔχει τὰς δηλώσεις ταύτας ὑπ’ ὄψει του δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ κατὰ πόσον πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς προερχόμενα ἐξ εἰλικρινοῦς, ὡς εἶπεν ἐντεῦθεν, ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων. Ἡ εἰλικρίνεια ἔγκειται εἰς τὴν ἐνέδραν τὴν ὁποίαν ἠθέλετε νὰ στήσητε καὶ ἐστήσατε εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπερχομένης τῆς παύσεως αὐτοῦ θὰ δυνηθῆτε ἐπὶ κεφαλῆς τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης νὰ θέσητε ἓν ὄργανον ὑμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπακούῃ εἰς τὰ νεύματα ὑμῶν ὡς νευρόσπαστον, ὡς εἶναι πάντες ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἔχετε διορίσει ἢ ἐνταῦθα ἢ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖτε κἂν τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον δημιουργεῖτε εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ εἰς βάρος τῆς πολιτείας ὑμῶν; Σεῖς εἰς ἓν ἀποβλέπετε, πῶς νὰ ἱκανοποιήσητε τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἐδημιουργήσατε κατόπιν τῆς σπατάλης τὴν ὁποίαν ἐνεκαινίσατε ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν. Ἔχετε δ’ ἀνάγκην ἤδη, ὅτε ἐστείρευσεν ἡ πηγὴ τῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ δανείων, ὅτε ἀναγκάζεσθε νὰ ἐπαιτῆτε ἀπὸ τὰς ξένας ἀγορὰς μίαν ἐλαχίστην προκαταβολὴν ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως τοῦ δανείου τῶν 500 ἑκατομμυρίων, ν’ ἀποβλέψητε καὶ ἀπεβλέψατε εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅπως καταστήσητε εὐκολωτέραν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀβούλων ἀξιώσεων ὑμῶν. Δὲν γνωρίζω οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ προΐδω τί δύναται νὰ συμβῇ ὑπὸ τοιαύτην αὐθαίρετον κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως προβλέπω εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνῃ. Καθ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι ὑμῶν θὰ καθίστανται μᾶλλον ἐπείγουσαι καὶ μᾶλλον ἐπιτακτικαὶ — καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ν’ ἀποβῶσι μᾶλλον ἐπιτακτικαί, ἀφοῦ καὶ διὰ τῶν τελευταίων δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμία δίδεται ἐλπὶς περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τοῦ οἰκονομικοῦ ὑφ’ οὗ διεπόμεθα—, καθ’ ὅσον, λέγω, αἱ ἀνάγκαι ὑμῶν θὰ ὑπάρξωσι μᾶλλον ἐπιτακτικαί, κατὰ τοσοῦτο θὰ προσφεύγητε εἰς τὰ πρόχειρα αὐτὰ δάνεια παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα θὰ πραγματοποιῶνται εὐκολώτερον, ὅταν θὰ ἔχητε ἓν νευρόσπαστον ἐπὶ κεφαλῆς τῆς διοικήσεώς της. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, δημιουργεῖτε ὄχι μόνον εἰς βάρος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ εἰς βάρος τῆς πολιτείας ὑμῶν, εἰς βάρος τῆς Χώρας καὶ εἰς βάρος αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ δάνεια αὐτὰ βεβαίως εἶναι εὔκολα καὶ πρόχειρα, καθ’ ὅσον δὲ εὑρίσκεται μία Κυβέρνησις ὑπὸ ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας, κατὰ τοσοῦτον εἶναι θελακτικώτερα· ἀλλὰ πρέπει νὰ σκέπτησθε ὅτι τὰ ἱδρύματα τὰ πιστωτικὰ τὰ ἐθνικά, Τράπεζαι ἐκδοτικαί, ἰδίᾳ δ’ ἐκείνη ἡ ὁποία συνεκέντρωσεν ὁλόκληρον τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔχει ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ, ὑποχρεώσεις ἐκ τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, πρέπει δὲ νὰ ἐννοήσητε ὅτι, οἱανδήποτε πεποίθησιν καὶ ἂν ἔχητε εἰς τὴν πολιτείαν ὑμῶν καὶ εἰς τὴν πίστιν τὴν ὁποίαν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμπνεύσῃ, ἡ πεποίθησις αὕτη εἰς οὐδὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ καὶ οὐδόλως θέλει ἀσφαλίσει τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι κινδύνων τοὺς ὁποίους ἤθελον παραγάγει τὰ ἐπανειλημμένα κυβερνητικὰ δάνεια. Ἡ πίστις καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους καὶ τὸ ἀξιόχρεον αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐπαρκῆ ἐφόδια διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, διότι τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τὴν λειτουργίαν αὐτῶν καὶ ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν, πρέπει νὰ ἔχωσι πάντοτε τὰ κεφάλαιά των ῥευστά, καθ’ ὅσον δὲ τὰ τοιαῦτα πιστωτικὰ ἱδρύματα δανείζουσι πρὸς τὸ Κράτος, κατὰ τοσοῦτον καθίστανται ἀνεπαρκῆ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν χάριν τῶν ὁποίων ἱδρύθησαν. Μόνον ξυλοσχίστης δύναται ἐντεῦθεν ν’ ἀπαγγέλλῃ ὅτι εἶναι ἱκανὴ ἀσφάλεια διὰ μίαν Τράπεζαν, ὅταν ζητῆται παρ’ αὐτῆς δάνειον τριπλάσιον τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου, ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία πάντοτε ἐκρύπτετο ὄπισθεν τῆς πίστεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἤντλει δυνάμεις ἐκ τῆς πίστεως αὐτῆς. Ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας,—καὶ δὲν εἶναι πρᾶγμα νέον καὶ οἱ ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψάμενοι τῆς λειτουργίας τῶν τοιούτων ἱδρυμάτων γνωρίζουσι τὰς περιπετείας δι’ ὧν διῆλθεν αὕτη—, ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα μὲ τὴν πίστιν τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βρεττανικῆς κυριαρχίας συνεκλονίσθη ἐκ βάθρων ἕνεκα τῶν δανείων τῶν ἐπανειλημμένων, τὰ ὁποῖα ἐξηναγκάσθη κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄλλου αἰῶνος νὰ χορηγήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἀγγλικήν, ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας συνεπήγαγεν ὁ πόλεμος τῆς ἐξοντώσεως πρὸς τὴν Γαλλίαν. Καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα εἶχεν, ὡς εἶπον, τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς Βρεττανικῆς κυριαρχίας, τοῦ ἀπεράντου ἐκείνου Κράτους, τοῦ ἀπεράντου ὄχι μόνον κατ’ ἔκτασιν, ἀλλὰ καὶ κατὰ δύναμιν καὶ πλοῦτον. Σεῖς δέ, Ψωροκώσταινα, λέγετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ὁ κόσμος εἰς τὴν φερεγγυότητα ὑμῶν καὶ εἰς τὴν πίστιν τὴν ὁποίαν θὰ προσδώσητε εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τῆς ἐγγυήσεως ὑμῶν! Καὶ ποία εἶναι ἡ πίστις τοῦ Κράτους; Ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἀντικατοπτρίζεται ἐν τῷ Ἐλέγχῳ. Εἶναι ἡ πίστις τὴν ὁποίαν χαίρει ἐκεῖνος ὅστις δίδει τὸ ὡρολόγιόν του ὡς ἐνέχυρον. Μὲ αὐτὴν τὴν πίστιν νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ καὶ ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν ἀποστολήν του ἓν ἐθνικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον εἶναι Πανελλήνιον, ὁποῖον εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα; Ἐξακολουθήσατε αὐτὴν τὴν πορείαν καὶ δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος ὅπως μεταγνώσητε, διότι, φυσικά, καθῃμέραν ἐξαντλούμεθα. Κατωρθώσατε νὰ λάβητε μίαν προκαταβολὴν 20 ἑκατομμυρίων.

§243ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μένουσι δ’ οὕτω μόνον 15.000.000 ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ ὅλου δανείου τῶν 500.000.000.

§244Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τὰ 20.000.000 εἶναι ἤδη ἐξηντλημένα.

§245ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποῦ νὰ ἠξεύρητε ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι!

§246Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Χαίρω πολύ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς παρακαλῶ εἶναι ἀντὶ νὰ συντρίψητε τὴν πίστιν τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου, πρὸς τὸ ὁποῖον μετὰ πεποιθήσεως προσέβλεψαν πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, αἵτινες πᾶσαι ἐσεβάσθησαν τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, ἔστω καὶ ἂν δυστροπία τις ἔφθανε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ στενοχωρήσῃ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, ἀντί, λέγω, νὰ θέλητε νὰ συντρίψητε τὴν πίστιν τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ, συντελέσατε εἰς τὴν ἐνίσχυσιν αὐτοῦ, μὴ θέτετε δὲ χεῖρα ἀνευλαβῆ ἐπὶ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν αὐτοτέλειαν αὐτοῦ, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἐστηρίχθη καὶ ἐγιγαντώθη ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Τὸν ἀντίκτυπον τοῦ νομοσχεδίου σας θέλετε μετ’ ὀλίγον τὸν αἰσθανθῆ. Οὔτε σᾶς θεωρῶ ἱκανούς, οὔτε φοβοῦμαι ὅτι θὰ σκεφθῆτε νὰ θέσητε χεῖρα ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν καταθέσεων ἢ τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπεχειρήσατε νὰ πράξητε ἐν ἐπιτακτικῇ ἀνάγκῃ ἐπελθούσῃ ἐκ τῆς ὑμετέρας ἀπρονοησίας ὡς πρὸς τὰ χρήματα τὰ ἐκ τῶν ἐράνων διὰ τὴν ναυαρχίδα ἴσως δύναταί τις, μὴ ἐμβαθύνων εἰς τὰς συνεπείας, νὰ εἴπῃ ὄχι μόνον ὅτι εἶναι συγγνωστόν, ἂν καὶ καταπατεῖτε ἓν καταστατικὸν περιβεβλημένον μὲ τὴν ἐγγύησιν τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ ὀρθόν. Διότι δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ, ἂν ὄχι ἄλλως, ἀλλ’ ὡς μὴ πραγματοποιήσιμον τὴν ἰδέαν τοῦ καταρτισμοῦ κεφαλαίου ἐπαρκοῦς δι’ ἐράνων πρὸς τὴν ἀγορὰν ἑνὸς δρέδνοτ. Τὰ χρήματα αὐτὰ μοιραίως ὤφειλον νὰ περιέλθωσιν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἂν καὶ τὰ χρήματα αὐτὰ συνελέγησαν ἀληθῶς δι’ ἐκβιάσεως. Διότι ἐκβίασις ἠσκήθη ἐπὶ μακροὺς μῆνας διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων τῶν φιλίως διακειμένων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ ἐκβίασις πρὸς τοὺς ἐράνους αὐτοὺς ἠσκήθη καὶ παρὰ τῶν δημοσίων Ἀρχῶν καὶ τῶν ὀργάνων τῶν κυβερνητικῶν. Ἀλλ’ ἔρανοι ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ δι’ ἀπραγματοποιήτους σκοποὺς καθιστάμενοι οὐδὲν ἕτερον ἀποτελοῦσι παρὰ φορολογίαν ἐντελῶς ἄνισον καὶ ἄδικον. Δύνασθε νὰ παραπονῆσθε κατὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διότι εἰς μίαν εἰδοποίησιν ὑμῶν ὅτι εὑρίσκεσθε ἀπέναντι ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν δὲν σᾶς παρέδωκεν ἀμέσως τὰ 3.500.000 τὰ ἐκ τῶν ἐράνων. Δὲν εἶναι δὲ ἡ ἀντιποίησις τῶν χρημάτων αὐτῶν ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀδίκημα κατὰ τῆς πίστεως ὄχι μόνον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ κατάρριψις πάσης πεποιθήσεως ἐπὶ τὰς ἐπαγγελίας τὰς κυβερνητικὰς καὶ ὁ κλονισμὸς ἐκ βάθρων τῆς ἐμπιστοσύνης ἐπ’ αὐτάς, ἀφοῦ δύνανται ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ καταθέσεις διὰ μιᾶς διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως, μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν οὔτε τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὅπερ κατήρτισε τόσον πανηγυρικῶς τὴν Ἐπιτροπήν. Ὅπως θέλει ἂς χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Οἱοσδήποτε χαρακτηρισμὸς καὶ ἂν τῇ δοθῇ, ἓν εἶναι βέβαιον, ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως ὅπως θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῶν χρημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα συνελέγησαν παρ’ Ἐπιτροπῆς ἐγκριθείσης διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ καταστατικόν, διὰ τοῦ αὐτοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐγκριθέν, πρέπει νὰ μένωσι κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ταῦτα συνεπάγονται ἀναγκαίως τὴν ἐξαφάνισιν πάσης πεποιθήσεως ἐπὶ τὰς ἐπαγγελίας τὰς κυβερνητικὰς καὶ ἐπὶ τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν χορηγεῖ τὸ ἐθνικὸν πιστωτικὸν ἵδρυμα ὑπὲρ τῶν δανειστῶν του. Καὶ ἄλλοτε εἴχομεν τοιαύτας ἀνάγκας ταμειακὰς καὶ ἀπέναντι τοιούτων ἀναγκῶν προέβημεν εἰς ἐνέργειαν ἡ ὁποία συνεπήγαγε τὴν ἐν μέρει ἀπώλειαν τῶν κυριαρχικῶν τοῦ Κράτους δικαιωμάτων, διότι εἰς τοιαύτην τινὰ ἐνέργειαν ὀφείλεται ἡ ἐπιβολὴ τοῦ Ἐλέγχου. Προσέξατε μὴ ἐν τῇ παραζάλῃ ὅπως ἀποκτήσητε χρήματα διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας καὶ αἱ περιστάσεις ἐδημιούργησαν ἀλλὰ καὶ ἡ μὴ συνετὴ ὑμῶν πολιτεία ἐπολλαπλασίασε καὶ ηὔξησε, σπεύδοντες εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν, καταστήσητε πρὸ τῶν ποδῶν ὑμῶν τὸ βάραθρον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταπέσωσι πάντα τὰ ὄνειρα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποστάσεως καὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν μέλλοντος. Ὅταν πρόκειται περὶ τῆς πίστεως ἐθνικοῦ ἱδρύματος πιστωτικοῦ, ἐπὶ τὸ ὁποῖον στηρίζονται αἱ ἐλπίδες καὶ αἱ πεποιθήσεις ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον προσελκύει τὴν πεποίθησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε εὐλαβής, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής, ἡ πίστις εἶναι ὄργανον λεπτότατον καὶ ἐν τῇ ὁρμῇ, ἡ ὁποία φυσικῶς γεννᾶται ἐν ἐκείνοις οἵτινες εὕρηνται πρὸ ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης, δύναται νὰ συντριβῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε θρυμματιζόμενον νὰ θρυμματίσῃ καὶ πᾶσαν ἐλπίδα ἀναρρώσεως τῆς ἐθνικῆς πίστεως.

§247Γ. Χ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὀρθῶς, Κύριοι, οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων ἐτόνισαν ὅτι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ καταδικασθῇ ὡς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ὅλην λειτουργίαν καὶ πρὸς τὴν πίστιν ἱδρύματος πιστωτικοῦ. Παράδειγμα ἡ Γερμανία, ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία καὶ ἅπαντα τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ ἀρχὴ μάλιστα αὕτη εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὁ Ναπολέων ἱδρύων τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν κατὰ τὸ 1800 ἐξέφρασε, λέγων ὅτι ἡ Τράπεζα αὕτη δὲν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς μετόχους, ἀλλ’ ἀνήκει καὶ εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ προνόμιον τὸ ἐκδοτικόν· προσέθηκε δ’ ὅτι θεωρεῖ ἀπαραίτητον τὴν ἐξάρτησιν τῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐξάρτησιν μὴ ὑπερβολικήν. Συνυφαίνεται δὲ τόσον στενῶς ἡ τύχη, ἡ πίστις τῆς Τραπέζης μετὰ τῆς τοῦ Κράτους καὶ τἀνάπαλιν, ὥστε ἀδύνατον εἶναι ν’ ἀδιαφορήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς Τραπέζης καὶ νὰ μένῃ ἄοπλος ἀπέναντι τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς. Ἂν ἑπομένως ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν εἴτε τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης εἴτε καὶ τὴν παράτασιν τοῦ προνομίου αὐτῆς, ὀρθὸν καὶ δίκαιον θὰ ἦτο νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἄποψιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἀλλά, Κύριοι, νὰ ἐρχώμεθα ν’ ἀνατρέψωμεν ῥιζικῶς μίαν διοργάνωσιν ἡ ὁποία τόσον καλὰ ἔδωκεν ἀποτελέσματα, καὶ τοῦτο μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τιμωρήσωμεν ἕνα Διοικητήν, ὅστις ὑπεραμυνόμενος τῶν συμφερόντων τῆς Τραπέζης δυσηρέστησε τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὔτε ἠθέλησεν οὔτε ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὸ Κράτος, τὸ τοιοῦτο, Κύριοι, θεωρῶ καὶ αὐθαίρετον καὶ ῥιψοκίνδυνον καὶ περιττόν. Αὐθαίρετον εἶναι, διότι μονομερῶς καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ἄλλου συμβαλλομένου διεκδικοῦμεν καὶ ἐπιβάλλομεν δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἐπιφυλαχθῆ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ῥιψοκίνδυνον δέ, διότι ἀγνοοῦμεν ποίαν ἐντύπωσιν θὰ προξενήσῃ ἡ κρατοποίησις τῆς Τραπέζης — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφρασθῶ οὕτως — εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σήμερον ἔχουσιν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Τράπεζαν. Ὅσον δὲ μεγάλη καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐπιβολὴ τῶν ξένων ἐκείνων ἱδρυμάτων τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ὑπέστησαν ἐκεῖνα δοκιμασίαν τοιαύτην, οἵαν πρόκειται νὰ ὑποστῇ ἡ ἡμετέρα Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ δὲν ἔχουσιν ἄλλως τε ἀκτῖνα ἐνεργείας τόσον εὐρεῖαν, ὅσην ἔχει ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ πίστις τῆς Τραπέζης ἡμῶν ἐρείδεται ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς δυνάμεων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ κλονισθέντος οἰκονομικοῦ γοήτρου τῆς Ἐπικρατείας ἡμῶν. Ἅπαξ δὲ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατωφερῆ ταύτην ὁδόν, δὲν θὰ εὕρωμεν παρ’ ἡμῖν τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους τῆς κοινῆς γνώμης τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Παρ’ ἡμῖν τὰ διάφορα συμφέροντα καὶ αἱ διάφοροι τάξεις δὲν εἶναι ἀρκούντως διωργανωμέναι τόσον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὅσον καὶ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, ὥστε ἡ γνώμη καλῶς καὶ ὀργανικῶς λειτουργούσης Κοινωνίας νὰ περιορίσῃ ἐντὸς λογικῶν ὁρίων τὴν παντοδυναμίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Πρὸς τί λοιπὸν αὐτὸ τὸ πλῆγμα κατὰ διοργανώσεως ἡ ὁποία τόσα ἀγαθὰ ἀπέδωκε καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Κράτος; Διὰ νὰ ἐπαυξήσωμεν τὴν ἐπιβολὴν τῆς Πολιτείας; Ἀλλά, Κύριοι, δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐνασκεῖ τὴν ἀπαιτουμένην ἐπιβολήν, ὅτι ὄντως δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του ἢ ὅτι εἴτε ὁ Διοικητὴς εἴτε ἡ Τράπεζα αὐτὴ δύναται ἀποινεὶ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κυβερνητικὴν ὀργήν; Καὶ νομίζετε ὅτι δύναται οἱοσδήποτε Διοικητὴς νὰ παραμείνῃ ἐπὶ πολὺ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Τραπέζης παρὰ τὴν ἐπιτακτικήν, οὕτως εἰπεῖν, θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως; Ἔχετε ἑπομένως ἀνὰ χεῖρας ὅπλον ἐπαρκὲς ἵνα ἐπιβάλητε τὴν θέλησίν σας. Ἰσχυρότερον ὅπλον δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ δημιουργήσητε διὰ νόμου, ἔχετε δὲ ὅπλον ἀθόρυβον, ἀλλὰ μὴ καταφέρον θανασίμους πληγὰς εἰς τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης. Ἀρκεσθῆτε εἰς τὸ ὅπλον αὐτό.

§248Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τὸ θέμα ἐξηντλήθη καὶ ἡ κόπωσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε κατ’ ἀνάγκην θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλιγίστας λέξεις. Ἂν δὲ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἔπραξα τοῦτο, διότι θεωρῶ ὅτι ἐπὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου ἕκαστος ἔχει καθῆκον ἵνα τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐκφέρῃ. Λέγω, Κύριοι, σοβαρὸν τὸ ζήτημα, καθόσον πρόκειται περὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἱδρύματος, περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αὕτη κατὰ τὸ παρελθὸν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της οὐχὶ μόνον πρὸς τοὺς μετόχους, ἀλλὰ πρὸς τὴν Χώραν ὁλόκληρον, πρὸς τὸ Κράτος, πρὸς τὴν Ἑλλάδα, πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ ἰδίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη· διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι, ὁσάκις τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς ἐπιτακτικὰς καὶ ἐπειγούσας ἀνάγκας, ἦλθεν ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ πάντοτε ἀρωγὸς εἰς τὸ Κράτος. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ Κράτος ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς πίστεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας τῶν δύο πολέμων. Καὶ ἐνῷ αἱ ὑπηρεσίαι αὐτῆς εἶναι τόσον πρόσφατοι, ἐπιτρέπεται σήμερον διὰ νομοσχεδίου νὰ μεταβάλωμεν ἄρδην τὸν ὀργανισμὸν τῆς Τραπέζης; Διότι ποία ἡ σημασία τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου; Πρόκειται, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἁπλούστατα περὶ νομοσχεδίου ἐπιτρέποντος ὅπως ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπομακρυνθῇ ὁ Διοικητὴς αὐτῆς. Καὶ ἤκουσα, Κύριοι, ἀναπτυσσομένας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θεωρίας περὶ ἐπικρατήσεως τοῦ Κράτους ἢ τῶν μετοχικῶν συμφερόντων, περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους πρὸς ἐπέμβασιν, ἤκουσα ν’ ἀναφέρηται τί γίνεται εἰς πολλὰ μέρη τοῦ Ἐξωτερικοῦ, εἰς τίνα τὸ Κράτος ἀναμιγνύεται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Τραπεζῶν, εἰς τίνα ἀνήκει εἰς αὐτὸ ὁ διορισμὸς τοῦ Διοικητοῦ. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα εἶναι ἐντελῶς περιττά, ἁπλούστατα διότι τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ἓν καὶ μόνον· πρόκειται νὰ εὑρεθῇ μέσον, ὅπως ἀποπέμψωμεν τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Διατί νὰ δίδωμεν εἰς ζήτημα προσωπικόν — διότι περὶ τοιούτου πρόκειται — τὴν χροιὰν ζητήματος θεωρητικοῦ, καθ’ ὃ συζητεῖται ἂν τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ ἢ οἱ μέτοχοι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην αὐτῶν; Ἁπλούστατα πρόκειται περὶ τῆς ἀποδιώξεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης. Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα· τίνες οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὴν ὀργήν, ὡς ὀρθότατα ἐλέχθη, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς νὰ παρασκευάσῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύο κυρίως ἀνέφερε λόγους. Ἀνέφερε τὴν στάσιν τοῦ Διοικητοῦ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ δανείου πρὸς ἀγορὰν τῶν Ἀμερικανικῶν πλοίων καὶ εἶπεν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος, ἂν ὄχι αὐτός, ὁ προκάτοχός του, εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα δανείσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς ἀγορὰν τῶν πλοίων — ὄχι αὐτῶν, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ ἄλλων πλοίων, περὶ ὧν διεπραγματεύετο ἡ Κυβέρνησις —, εἶχε δώσει τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτε δ’ ἐκλήθη ὅπως πραγματοποιήσῃ ταύτην, ἠθέλησε νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὁμιλῶν περὶ τῆς παρατάσεως ἢ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης καὶ οὕτως ἀπεπειράθη νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι κατὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ ἀξιώματος ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Εὐταξίου ἢ πρὸ αὐτῆς εἶχε γραφῆ παρ’ αὐτοῦ ἐπιστολή.

§249ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προφορικὴ διαβεβαίωσις.

§250Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔστω, ἡ ὁποία ὅμως ἐν ἐπιστολῇ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναφέρεται καὶ ἐγγράφως, ὅτι, ἄν ποτε ἤθελεν ἐγερθῆ διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ αὐτοῦ, θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ παραιτηθῇ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συγχωρῶ τὸν κ. Διοικητὴν διὰ τοῦτο. Οὗτος ἔπρεπε νὰ ἵσταται ὑψηλὰ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· «ἂν ἔχητε ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ διορισμοῦ μου, δὲν ἐπιμένω εἰς αὐτόν». Νομίζω ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ μὴ προβῇ εἰς δήλωσιν τοιαύτην ἀποτελοῦσαν μείωσιν αὐτοῦ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἠθέλησε νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ὅρων τῆς ἐπεκτάσεως ἢ τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε ἐπεξηγεῖ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν τῷ ὑπομνήματι τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν λέγων ὅτι παρέστησεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἀφαίμαξις 60.000.000 ἐκ τοῦ εἰς χρυσὸν ἀποθέματος ἔπρεπε νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ εὐκολία ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς συνεπείας αἵτινες ἤθελον ἀναγκαίως προέλθει ἐκ τῆς μεγίστης ταύτης ραριμάξεως—αὕτη εἶναι ἡ ἐξήγησις ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης—, ὡμολόγησε, λέγω, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπέναντι τῆς διατυπωθείσης διαμαρτυρίας εἰδικῶς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς καταστάσεως τοῦ προνομίου εἰς τὰς νέας χώρας ἐδήλωσεν εἰς αὐτὸν ὅτι, ἄν ποτε ἤθελεν ἐπέλθει διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ αὐτοῦ ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως διὰ τῆς ὁποίας ἤθελε παραχωρηθῇ ἡ ἐπέκτασις τοῦ προνομίου, ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἵνα διαιτητικῶς λύσῃ ὁριστικῶς τὰς διαφωνίας κί ὁποῖαι ἤθελον ἐγερθῇ. Καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν καὶ δευτέραν ὑποχώρησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν παραδέχομαι καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ κατακρίνω, διότι φρονῶ ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης εἶναι τὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν συμφερόντων, οὐχὶ μόνον τῶν μετόχων, ἀλλὰ τῆς Τραπέζης τῆς Τραπέζης ἐν τῇ μεγάλῃ περιοχῇ αὐτῆς ὡς μόνου πιστωτικοῦ καταστήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὤφειλεν ἀπέναντι τοῦ Κράτους νὰ τηρήσῃ ἀνεξάρτητον θέσιν καὶ νὰ μὴ ἀπαλλοτριώσῃ διὰ μιᾶς τὰ δικαιώματα τῆς Τραπέζης εἰς χεῖρας βεβαίως ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ εἰς χεῖρας Πρωθυπουργοῦ διοικοῦντος τὸ Κράτος καὶ ἀντιπροσωπεύοντος τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ ἐρωτῶ· ἀπέναντι τῆς ὑποχωρήσεως ταύτης δύναται πλέον νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἐκβιάσεως ἢ ἀποπείρας ἐκβιάσεως; Καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέλαβε τὸ διάβημα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς ἀποτελοῦν ἀπόπειραν ἐκβιάσεως, ἐρωτῶ· διατί δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε προχθές; Διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ἂν κατώρθου ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ἐπωφελούμενος τῆς στενοχωρίας τῆς ἐκ τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης προερχομένης, ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ προβῇ εἰς ἐκβιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἔπραξέ τι τὸ ὁποῖον δὲν ἐδικαιολόγει εἰμὴ τὴν ἀποπομπὴν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον κατέχει. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν τοιοῦτον ἔπραξεν, ἀλλ’ ἀπαντήσας ἤρχισε τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου. Καὶ ἐρωτῶ· ἡ διαγωγὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἀπέδειξεν ὅτι δὲν εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προέβη εἰς ἐκβίασιν ἢ ἀπόπειραν ἐκβιάσεως κατ’ αὐτοῦ; Καὶ ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως, καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι διαφωνίαι ἠγέρθησαν ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ταύτης. Καὶ ἐρωτῶ· ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀνὰ χεῖρας ἐπιστολὴν διὰ τῆς ὁποίας ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνεγνώριζεν αὐτὸν ὡς διαιτητὴν πρὸς λύσιν τῶν διαφωνιῶν αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐπέλθει, διατί δὲν ἐξήσκησε τὸ διαιτητικὸν αὐτοῦ δικαίωμα καὶ διατί δὲν ἐπέβαλε τὴν θέλησιν αὐτοῦ καὶ τὴν παραδοχὴν τῶν ὅρων εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης δυνάμει τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχε, ἐφ’ ὅσον τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνεγνώρισεν εἰς αὐτὸν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ἄρα δὲν ὑπῆρχε διαφωνία περὶ ὅρων, διότι, ἂν ὑπῆρχε διαφωνία ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, θὰ ἤθελε βεβαίως προβῆ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς λύσιν τῆς διαφωνίας ταύτης δυνάμει τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχε καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγνωρίσει ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης. Ἄρα δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἐκβιάσεως οὔτε περὶ διαφωνίας περὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, διότι ἡ δευτέρα ἐκβίασις ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων αἱ ὁποῖαι ἔγιναν μετὰ τὴν λεγομένην ἐκβίασιν, ἡ δὲ διαφωνία ἐπὶ τῶν ὅρων δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ, διότι ὑπῆρχε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν διαιτητὴν ὅπως ἄρῃ τὰς διαφωνίας ταύτας. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, τουτέστιν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης παρενέβαλλε δυσκολίας εἰς τὴν ἄρσιν ἢ εἰς τὴν μεταβίβασιν εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ δημοσίου ποσοῦ τινος τριῶν καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων προερχομένου ἐξ ἐράνων διὰ τὴν ναυπήγησιν τῆς ναυαρχίδος. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι αὕτη πράγματι ἡ αἰτία τοῦ θυμοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι δὲν πιστεύω ὅτι τοῦτο προυκάλεσε τὴν ὀργήν του. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προυκάλεσε τὴν ὀργὴν αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγίνετο ἡ διαπραγμάτευσις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξετέθη ἡ Κυβέρνησις καὶ κατ’ ἐμὲ ἐξετέθη ἀδίκως, ὑπῆρχε δὲ τρόπος ὅπως ἀποφύγῃ τοῦτο. Καὶ λέγω ὅτι ἐξετέθη, διότι, καίτοι εἶναι γνωστὴ ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εὐχάριστον εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ γίνηται λόγος περὶ 3.500.000 ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς ἀπολύτους καὶ ἐπειγούσας ἀνάγκας. Ἀλλὰ μήπως δὲν ὑπῆρχε λύσις τοῦ ζητήματος τούτου; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φρονῶ ὅτι, ἂν ἀντὶ νὰ τηρήσῃ τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν, ἀντὶ νὰ προσφύγῃ εἰς κάτι τι μὴ ἀκριβές, ὅτε εὑρέθη ἀπέναντι ὁμηγύρεως, ἡ ὁποία ἴσως τὸν ἐτάραξεν, ἀντὶ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς προμηθείας τόκου μείζονος διὰ τὰ τρία ἑκατομμύρια, ἀντὶ ταῦτα νὰ πράξῃ, ἔπρεπε νὰ εἶχε καλέσει κατὰ μέρος τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης καὶ νὰ ἔλεγε πρὸς αὐτόν· ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῶν 3 ἑκατομμυρίων...

§251ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶχε λεχθῆ ἤδη τὴν προηγουμένην.

§252Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Ἂν εἶχε λεχθῆ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τὸ μέσον, διότι ὅπως εὑρεθῇ τὸ μέσον, ὡς ἀνέφερεν ὁ Διοικητὴς ἐν τῷ ὑπομνήματι, θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ δεχθῇ, ὅπως τὰ 3½ ἑκατομμύρια ἐκδοθῶσιν εἰς ἀγορὰν ἐντόκων γραμματίων διὰ λογαριασμὸν τῶν καταθετῶν, αὐτὸς δὲ νὰ δώσῃ 3½ ἑκατομμύρια τῶν ἐντόκων γραμματίων τῶν κατεχομένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης, νὰ δανείσῃ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀκολούθως εἰς τὸ Κράτος. Ἰδοὺ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, χωρὶς νὰ γίνῃ ὁ πάταγος ὁ ὁποῖος ἔγινε χωρὶς νὰ γίνῃ ὅλος ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν συνετέλεσε νὰ παραστήσῃ τὰ τοῦ Κράτους πράγματα εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει πάντοτε νὰ προσπαθήσωμεν ὅπως παραστήσωμεν. Καὶ ὁ δεύτερος λόγος λοιπόν, Κύριοι, δὲν μοὶ φαίνεται σοβαρός, δὲν μοὶ φαίνεται τοιοῦτος, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν καὶ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω ὅτι μόνη ἔννοια εἶναι νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀπαλλαγῇ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἔχῃ τὴν συμπάθειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ πολλῆς εἰλικρινείας παρέστησε τὴν εἰκόνα τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἐκ τῆς εἰκόνος δὲ ταύτης τί προέκυψεν; Ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει εἴτε ἐξ ἐλλειμμάτων εἴτε ἐκ προμηθειῶν ἐκτελεσθεισῶν εἴτε ἐξ ἀνοικτῶν ὑποχρεώσεων 750 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐρωτῶ· καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει πραγματοποιήσεως τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον σχεδὸν ὁλόκληρον ἐπραγματοποιήθη, τί ἀπομένει; Ἀπομένουσι 510 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἀκάλυπτα καὶ περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ καταβληθῇ φροντίς. Ἀλλὰ μήπως πρόκειται μόνον περὶ φροντίδων ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως προερχομένων; Ὄχι, Κύριοι· διότι δυστυχῶς ἐπῆλθεν ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης εἶναι κεκλεισμέναι καὶ ἂς μὴ κολακευώμεθα ἐκ τοῦ μικροῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων, διότι τὸ δάνειον τοῦτο θὰ ἐσχετίσθη βεβαίως μὲ τὰ ὑπολειπόμενα τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ δανείου τῶν 500 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ οὐδεὶς λογικῶς δύναται νὰ σκεφθῇ ὅτι ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκονται αἱ οἰκονομικαὶ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης ὑπάρχει ἐλπὶς χωρὶς νὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος ὅτι αὗται θὰ δυνηθῶσι νὰ προέλθωσιν εἰς ἀρωγὴν πρὸς ξένα Κράτη. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης καταστάσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τι τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προαγάγῃ τὴν πίστιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δύναται —χωρὶς νὰ θέλω νὰ βεβαιώσω τοῦτο, διότι, ὡς ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος προκειμένου περὶ πίστεως αὕτη εἶναί τι λεπτότατον — νὰ μεταβάλῃ τὴν πίστιν εἰς ἀπιστίαν. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ ἐλπίσῃ ὅτι δύναται ἐπ’ αὐτοῦ νὰ στηριχθῇ ἡ πίστις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ μᾶλλον πειθόμεθα ὅτι τὸ Κράτος πρέπει ἐπὶ τῆς πίστεως τῆς Τραπέζης νὰ στηρίξῃ τὸ μέλλον αὐτοῦ, νομίζετε ὅτι εἶναι ὀρθὸν χάριν πραγματοποιήσεως ἐπιθυμίας προελθούσης ἐξ ὀργῆς τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ θόρυβος ὁ γεννηθείς, δὲν ἠξεύρω ἂν ἐξ ἀμελείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἢ ἐκ δυστροπίας ἔστω τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶναι ὀρθὸν χάριν τοῦ αἰσθήματος τούτου νὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον τὸν χείρονα τοῦ πρώτου κινδύνου τὸν ὁποῖον προσπαθοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν διὰ τὴν Χώραν; Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἐπισκέψεως ἐγκρίτων πολιτῶν ἀπεφάσισε νὰ τροποποιήσῃ τὸ χθὲς ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ σχέδιον, ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀκούσας τὴν ἀνάπτυξιν πασῶν τῶν ἰδεῶν αἵτινες ἀντιτίθενται εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις ἤδη ἔκαμεν ἓν βῆμα, δὲν θὰ διστάσῃ νὰ προβῇ καὶ εἰς τὸ ἕτερον βῆμα.

§253ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν τὸ βῆμα τὸ ὁποῖον ἔκαμα κατόπιν τῆς ἐπισκέψεως τῶν ἐγκρίτων πολιτῶν ἠδυνάμην νὰ τὸ διπλασιάσω καὶ μάλιστα νὰ πολλαπλασιάσω αὐτὸ κατόπιν τόσῳ ἀξίων προσοχῆς γνωμῶν αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρ’ ἀνθρώπων ἐγκριτωτάτων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ὑπερέχουσιν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἔγκριτον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μὲ ἐπεσκέφθησαν τὴν πρωίαν. Δυστυχῶς οἱ μὲν ἐπισκεφθέντες με τὴν πρωίαν κατώρθωσαν νὰ μὲ πείσωσι, καὶ οὔτε πολὺς χρόνος ἐχρειάσθη ἵνα πεισθῶ, διότι, μόλις μοὶ ἐξεδηλώθη ὑπὸ προσώπων καλῆς πίστεως ὅτι ἡ θέσις τῆς τοιαύτης διατάξεως τοιούτου θεσμοῦ ἀνησύχησέ τινας, ἐδήλωσα ὅτι ἐννοῶ νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ἀνησυχία, ἐνῷ πάντα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἤκουσα τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἠδυνήθησαν οὐδὲ κατὰ πολλοστημόριον νὰ κλονίσωσι τὴν πεποίθησίν μου τὴν στερρὰν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ὁποίαν ἐδικαιολόγησα ἐπαρκῶς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μάλιστα νὰ προσθέσω ὅτι οὐδὲ κἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, διότι ἐφρόνουν ὅτι, ἂν ἐλέχθη τι ἐκ ὁποῖον νὰ ἦτο ὁπωσδήποτε ἄξιον λόγου, ἡ ἀπάντησις δι’ αὐτὸ θὰ ὑπῆρχεν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίαν τοῦ Σαββάτου. Ἂν ἀνέρχωμαι τὸ βῆμα, πράττω τοῦτο μᾶλλον καθ’ ὑποχρέωσιν κοινοβουλευτικήν, διότι θὰ ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ ἡ σιωπή μου μετὰ τὴν παρέλασιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τόσων ἐπιφανῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον, μετὰ τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, δύο πλέον ἔχει διατάξεις, τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ διορισμὸς τῶν ἀποτελούντων τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης δέον νὰ τελῇ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν δευτέραν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἀποτελοῦντες τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δύνανται ν’ ἀνακληθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καλουμένης συνελεύσεως τῶν μετόχων γίνῃ ἐκλογή, ἡ ὁποία νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρώτην διάταξιν, δὲν νομίζω ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολλὴν ὥραν, διότι ἔχω εὐτυχῶς συμμαχητὰς πολλοὺς τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀκόμη καὶ τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ζωγράφον, ὅστις δὲν ἠμφισβήτησε κατ’ ἀρχὴν τὴν σκοπιμότητα τῆς μετοχῆς τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἀνάδειξιν τῶν διοικητῶν τῶν τοιούτων ἱδρυμάτων. Ἡ ἐπίκλησις τοῦ γεγονότος ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν παρουσιάσθη ἀνάγκη τοιαύτης προνοίας εἶναι δι’ ἐμὲ ἄνευ τινὸς σημασίας. Αὐτὰ τὰ τελούμενα σήμερον θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ ὡς τὴν μᾶλλον κατηγορηματικὴν ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς διατάξεως ταύτης ἠδύνατο ν’ ἀγάγῃ εἰς συνεπείας ὀλισθηράς. Δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐνώπιον ὑμῶν ἄλλο τι παρ’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα προκαλοῦσιν εἰδικώτερον τὴν ἐν τῇ παρούσῃ στιγμῇ ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, Κύριοι, καὶ ὑποτιθεμένου ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο θὰ ἠδύνατο ν’ ἀντείπῃ τις ἂν προσαγομένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συνομολογηθησομένης συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης ἐζητεῖτο παρ’ ἡμῶν ὅπως καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν ἐκλεγομένων Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ὅταν, Κύριοι, τὸ ἵδρυμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ παρελθόντι κατέλαβε τοιαύτην ὑπέρογκον θέσιν ἐντὸς τοῦ Κράτους, ὅταν τὸ ἵδρυμα τοῦτο διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων αὑτοῦ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας καὶ διὰ τῆς νέας συμβάσεως, οἵαν διετύπωσεν αὐτὴν ὁ νῦν Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρόκειται κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ τοὺς αἰσιοδόξους, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους συμμερίζομαι ἐν μεγάλῳ μέτρῳ, νὰ ἔχῃ κυκλοφορίαν τραπεζογραμματίων ἐντὸς βραχέος χρόνου, —βεβαίως μετὰ τὴν πάροδον τῶν περιστάσεων τῶν πολεμικῶν καὶ μετὰ τὴν πάροδον ἐτῶν τινων—ἡ ὁποία θ’ ἀνέλθῃ εἰς ἥμισυ χιλιεκατομμύριον, νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον ὅπως ἀδιαφορήσωμεν καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ νὰ μὴ καθιερώσωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν κανόνα τοῦ δημοσίου δικαίου, ὁ ὁποῖος ἰσχύει, ὅπως σᾶς εἶπον, εἰς πάντα τὰ Κράτη πλὴν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου ὅμως, καθὼς γνωρίζετε, ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ὑπάρχει Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ Συμβούλιον προεδρευόμενον ἑκάστοτε ἐκ περιτροπῆς, καὶ ἐλλείπει ἑπομένως ὁ κίνδυνος αὐτῆς τῆς προσωπικότητος, τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήσαμεν παρ’ ἡμῖν; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς μὴ νομοθετικῆς προνοίας ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσήνεγκεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ νομίζω ὅτι εἶμαι ὁ τελευταῖος ὅστις δύναται νὰ ὑποτιμᾷ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, ἔλαβον μάλιστα καὶ ἀφορμὴν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ὑποστηρίξω τὰς ὑπηρεσίας ταύτας κατ’ ἐπιθέσεων αἱ ὁποῖαι παρεγνώριζον αὐτάς. Ἀλλὰ τίς πλανᾶται ὡς πρὸς τὴν σημασίαν τοῦ προτεινομένου μέτρου, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο στρέφεται κατὰ τῆς Τραπέζης καὶ ὅτι δὲν θεσμοθετεῖται ὑπὲρ αὐτῆς; Τίς εἶπε πρὸς ὑμᾶς ὅτι, ἐπειδὴ προσήνεγκεν ὑπηρεσίας ἐν τῷ παρελθόντι τὸ ἵδρυμα τοῦτο, καὶ ἰδίως κατὰ τοὺς δύο τελευταίους πολέμους, ὅτι ἡ μέριμνα τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀναγωγὴν ἐν τῇ διοικήσει τῶν ἀρίστων, ὅτι αὐτὴ ἀποτελεῖ παραγνώρισιν τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Τραπέζης, ὡσεὶ τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἠδύνατο νὰ προσωποποιηθῇ εἰς ἕνα ἄνθρωπον, τὸν Παῦλον, ὁ ὁποῖος προσωπικῶς ἔκαμε τὰς εὐεργεσίας τὰς ὁποίας ἔκαμε, καὶ ὅμως ἐρχόμεθα ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ τὸν διώξωμεν καὶ αὐτὸς φωνάζει: «Διατί, Κύριοι; Ἐγὼ σᾶς ἔκαμα τόσα καλά»; Ἀλλά, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἀληθῶς θὰ προεκάλουν τὴν δυσφορίαν ὑμῶν, ἄν, εἰς τοιαύτην μάλιστα ὥραν, ἐπέμενον περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὴν δευτέραν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία εἶναι προδήλως καὶ εὐλόγως ἡ προκαλοῦσα τὰς μεγαλυτέρας ἀντιρρήσεις. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας εἶπεν ὅτι ἕν προσωπικὸν ζήτημα προυκάλεσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δώσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας εἰς τὸ ἐπίθετον τοῦτο. Προσωπικὸν εἶναι τὸ ζήτημα βεβαίως, ἐφ’ ὅσον καὶ ἐγὼ φρονῶ μετ’ ἀπολύτου πεποιθήσεως ὅτι παρὰ τὰ ἄλλα χαρίσματα τοῦ νῦν Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τὰ γενόμενα παρ’ αὐτοῦ, ἐκεῖνα ὧν εἶμαι μάρτυς, κατ’ ἐμὲ βεβαίως ἀψευδής, ἀποδεικνύουσιν ὅτι οὐχὶ ἀκινδύνως θὰ ἠδύνατο τὸ ἵδρυμα τοῦτο νὰ μείνῃ ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, μετὰ τὴν νέαν μάλιστα σκοπουμένην ἐπέκτασιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ προσωπικοῦ δύναται ν’ ἀποδοθῇ ἡ ἔννοια ὅτι ἐγὼ ἔχω προσωπικόν τι κατὰ τοῦ κ. Ἰω. Εὐταξίου, τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θὰ ἦτο προφανὴς ἡ ἀδικία ἡ ὁποία ἐκ τούτου θὰ μοὶ ἐγίνετο. Ὁ κ. Εὐταξίας δύναται νὰ ἔχῃ ἀφορμὰς ἐναντίον μου, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, τὸν ἐκακομεταχειρίσθην ἀπὸ τὴν πρώτην φορὰν καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ πρώτη ἀπόπειρα καὶ διότι ἤδη ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν δευτέραν ἀπόπειραν τῆς ἐκβιάσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ τίνας ἀφορμὰς θὰ εἶχον κατὰ τοῦ κ. Εὐταξίου, ὁ ὁποῖος, μεθ’ ὅλην τὴν κακομεταχείρισιν τὴν ὁποίαν τῷ ἔκαμον κατὰ τὴν πρώτην ἐκδήλωσιν τῆς ἐκβιάσεως, ἐδείχθη τοσοῦτον μετριοπαθής, ὥστε, ἀντὶ ἐξ ἄλλων αἰσθημάτων ἀπέναντί μου νὰ καταληφθῇ, νὰ εἴπῃ: «Τί θέλετε; Ἐγὼ ὑποχωρῶ· ἐγὼ φθάνω μέχρι τοῦ σημείου μάλιστα νὰ ἐγκαταλείψω ἐντελῶς καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ νὰ τὰ δώσω εἰς τὰς χεῖράς σου, ὡς διαιτητοῦ», ἐπὶ μειώσει τοῦ γοήτρου τῆς θέσεώς του, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, διότι οὐχὶ ὀλιγώτερον τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας ἐπικρίνω καὶ ἐγὼ τὴν ἐν τούτῳ ἐνέργειαν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης; Καὶ θὰ παρετηρήσατε ἐκ τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὅτι τὴν ἀνάθεσιν αὐτῆς τῆς διαιτησίας δὲν τὴν ἀνέφερα παρὰ ἐπεισοδιακῶς μόνον καὶ μόνον, μὴ δώσας ἀξίαν εἰς αὐτήν, διότι οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, καὶ ἠπόρησα διατί ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας μοὶ εἶπε· ποῦ εὑρίσκετε τὴν διαφωνίαν πρὸς τὸν Διοικητήν, ἀφοῦ εἶσθε διαιτητὴς δυνάμενος νὰ διαρρυθμίσητε ὑμεῖς κατὰ τὸ δοκοῦν πάσας τὰς ἀναφυομένας διαφωνίας καὶ καταρτίσητε τὴν σύμβασιν; Πῶς ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ὅτι θὰ ἦτο ἠθικῶς ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμέ, ἔστω καὶ ἂν δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἰδίων ἐμοῦ πραγμάτων, ἀλλὰ περὶ τῶν δημοσίων, ν’ ἀποφασίσω μονομερῶς καὶ αὐταρχικῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν, μὴ ἔχων αὐτός, ἔλαβον παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης καὶ πῶς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ τὸν ἐπληροφόρουν οἱ νομικοὶ ὅτι οὔτε κἂν νομικῶς ἔρρωται ἡ σύμβασις αὐτή, καθ’ ἣν ὁ ἕτερος ἤθελε κάμει ὅ,τι ὁ ἄλλος ἀποφασίσῃ; Θὰ ἐγίνετο ἴσως ἡ ἐρώτησις «διατί ἐδέχθης τότε αὐτὴν τὴν προσφορὰν καὶ διατί ἀντήλλαξες ἐπιστολήν;». Ἡ ἐξήγησις εἶναι προφανής· ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐνώπιον τῆς ἀγανακτήσεώς μου συνῃσθάνθη ὅτι εἶχε κάμει ἓν βῆμα ὀλισθηρὸν καὶ ἔσπευσε νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ μοὶ εἶπε: «Πολὺ καλά· δὲν ἐπιμένω λοιπὸν νὰ γίνῃ τώρα ἡ σύμβασις. Βεβαίως ἐντὸς 2–3 ἡμερῶν δὲν προφθάνομεν νὰ τὴν τελειώσωμεν, ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ θέλω τοὐλάχιστον νὰ ἔχω τὴν ἐκδήλωσιν τῆς διαθέσεως, τῆς κατ’ ἐπανάληψιν ἄλλως τε γνωστῆς γενομένης εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι μὲ ἡμᾶς θὰ διαπραγματεύησθε». Τῷ ἀπήντησα: «Οὔτε αὐτὸ δύναμαι νὰ κάμω· καίτοι ἀπ’ ἀρχῆς ἡ ἀπόφασίς μου εἶναι σταθερά, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω μίαν τοιαύτην διαβεβαίωσιν, διότι οὕτω θὰ ἐστέρουν ἐμαυτὸν πασῶν τῶν ἐλευθεριῶν τὰς ὁποίας ἤθελον νὰ διατηρήσω». Διότι, ἂν ἐφθάνομεν εἰς σημεῖον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ συμφωνία, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ διαπραγματευθῶ μὲ ἄλλον, διότι θὰ μοὶ ἔλεγον: «Κύριε, ὑπεσχέθης νὰ συμβληθῇς μὲ ἡμᾶς καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς δηλώσεώς σου ἐκανονίσαμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς οὕτως ἢ ἄλλως». Καὶ τότε ὁ ἀξιότιμος Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ διακεκριμένος νομικός, εὗρεν αὐτὴν τὴν διέξοδον καὶ εἶπεν ὅτι, ὅπως ἀποφευχθῇ ἡ ὑπόνοια ὅτι ἡ δήλωσις στερεῖ ἐντελῶς ὑμᾶς τῆς ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως, ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος νὰ σᾶς κάμω δήλωσιν, καὶ ἔγγραφον μάλιστα, ὅτι, ἂν προκύψῃ διαφωνία, ὑμᾶς καθιστῶ διαιτητήν. Ταύτην εἶχε λοιπὸν τὴν ἔννοιαν ἡ διαιτησία, ἡ ὁποία μοὶ ἀνετίθετο ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας μὲ ἐρωτᾷ: «Διατί λοιπὸν τότε, ὅτε ταῦτα ἐγένοντο, ὅτε ἡ ἀπόπειρα τῆς ἐκβιάσεως ἦτο τόσον ἔκδηλος, διατί τότε δὲν προσήλθετε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ ζητήσητε νὰ ὁπλισθῆτε διὰ τῆς ἐξουσίας διὰ τῆς ὁποίας σήμερον ζητεῖτε νὰ ὁπλισθῆτε;». Ἡ διάλυσις τῆς ἀπορίας ταύτης εἶναι εὐκολωτάτη. Ὅτι θὰ προσηρχόμην εἰς τὴν Βουλὴν τὸ εἶπον τότε εἰς τὸν κ. Διοικητήν· εἶπον ὅτι θὰ προσέλθω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι θὰ καλέσω τὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων, καὶ ἡ ἀπειλὴ αὕτη τὸν ἠνάγκασε νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε καλῶς ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο νὰ λάβω τὰ χρήματα διὰ ν’ ἀγοράσω τὰ πλοῖα — καὶ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐγένετο ἡ ἀγορὰ αὐτῶν — δὲν ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν: «Ἆ! Τώρα δὲν δέχομαι τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα μοὶ δίδετε· ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐκ τῆς στάσεώς σας. Κρατήσατέ τα. Τὰ πλοῖα δὲν τὰ ἀγοράζω. Ἐγὼ θὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ζητήσω τὴν ἀπομάκρυνσίν σας». Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ἐπεῖγον ζήτημα τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἦτο τί θὰ ἔκαμνον ἐγὼ μὲ τὸν κ. Εὐταξίαν, ἀλλὰ τὸ ἐπεῖγον ζήτημα ἦτο τὸ τί θὰ ἔκαμνον ἐγὼ ὅπως λάβω τὰ χρήματα καὶ ἀγοράσω τὰ πλοῖα καὶ πλεύσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας. Αὐτὸ ἦτο τὸ ἐπεῖγον.

§254ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠδύνασθε καὶ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο.

§255ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως ὑπῆρχε καιρὸς καὶ ὕστερον, ἀλλὰ δὲν δικαιοῦσθε ν’ ἀντλήσητε ἐκ τούτου ἐπιχείρημα ἐναντίον ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι μοχθηρός, ἰδίως ὡς ἰδιώτης, καὶ ὁ ὁποῖος εἶχον λησμονήσει τὴν ἐπιοῦσαν ἐντελῶς αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιον, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι μετά τινα χρόνον οὔτε θὰ τὸ ἐνεθυμούμην, διότι δὲν ἔχω παραπολὺ ἰσχυρὰν τὴν μνήμην (φωναί· ἆ! ἆ! γέλωτες), ἂν τόσον ταχέως ἀπόπειρα τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ δὲν ἐγίνετο καθ’ ὑποτροπήν. Κύριοι, εἶμαι σύμφωνος ἐντελῶς μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ καὶ εἰς ἓν ἄλλο μέρος ἀκόμη, ὅτι ἡ ἐπίσκεψις τοῦ κ. Εὐταξίου πρὸ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ διὰ νὰ μάθῃ ἂν ἀληθῶς ἐθεώρουν αὐτὸν τὸν κατάλληλον διὰ νὰ καταλάβῃ τὸ ὑψηλὸν αὐτὸ ἀξίωμα, ἡ ἐπίσκεψις αὐτοῦ καὶ ἡ μετὰ τὴν εἰλικρινῶς καὶ ἀπεριφράστως ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης μου πρὸς αὐτὸν διαβεβαίωσίς του ὅτι, ἐὰν δὲν θὰ προέβαλλον ἀντιρρήσεις δι’ οὓς λόγους ἐξήγησα προχθὲς — διότι εἰς οὓς ἀπετάθην δὲν ἐδέχθησαν, καὶ διότι δὲν ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι καλύτεροι — ἡ δήλωσις αὕτη, λέγω, ὅτι, ἂν δὲν διετυποῦντο αἱ ἀντιρρήσεις ἐκεῖναι, εἰς πᾶσαν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ προέκυπτεν ἡ διαφωνία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκεῖνος θὰ ὑπέβαλλε τὴν παραίτησίν του, ἡ δήλωσις αὕτη ἀπετέλει καθ’ ἑαυτὸ μίαν μείωσιν τῆς θέσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὔτε ἦτο προφανῶς φύσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ ἐξυψώσῃ ἐν ἐμοὶ τὴν ἐκτίμησιν πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ λησμονήσω. Ἀφοῦ ὅμως δὲν ἔλαβον μόνον ταῦτα χώραν, ἀλλὰ καὶ τὴν τελευταίαν ταύτην ἡμέραν ἐγένετο πλέον καὶ τὸ ἄλλο ἐπεισόδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐγνώριζεν ἐκ τῆς ἐμπιστευτικῆς ἀνακοινώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὅτι τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς ταμειακὴν στενοχωρίαν, ἡ ὁποία ἦτο ἀφόρητος, ἀφοῦ, λέγω, ἐγνώριζε ταῦτα, ἔπαιξε τὸ ἀνάξιον τῆς θέσεώς του παιγνίδιον, τὸ ὁποῖον ἔπαιξε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν προσεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καλῶν τὴν Συνέλευσιν τῶν μελῶν ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν τῆς παροχῆς τῶν χρημάτων τούτων πρὸς τὸ Δημόσιον, παρουσιαζόμενος αὐτὸς ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς ἀνταγωνιστὴς τοῦ Δημοσίου προσφέρων τόκον 4%...

§256ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν προσέφερε 4%, ἀλλὰ προσέφερεν 6%.

§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τόσον τὸ χειρότερον, διότι ἐφάνη ἔτι φοβερώτερος ἀνταγωνιστὴς πρὸς τὸ Δημόσιον ἐν τοιαύταις στιγμαῖς.

§258ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἦτο εὐδιάθετον τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ ἔντοκα γραμμάτια πρὸς 6%, δηλαδὴ ἐσκέπτετο νὰ ὑπενδύσῃ τὰ γραμμάτια διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου.

§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ἐξ ἴσου ἀνάξια τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιώματος καὶ ὅλου τοῦ παρελθόντος βίου τοῦ κ. Εὐταξίου. Διότι, Κύριοι, τὸ νὰ λέγηται ὅτι ὅλη αὐτή ἡ κωμῳδία ἐπαίχθη τὴν ἡμέραν ἐκείνην μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ μᾶς δώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπ’ εὐθείας τὰ χρήματα, εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν περιέμενον ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δι’ ὑπομνήματός του μάλιστα θ’ ἀνεκοίνου πρὸς τὴν Βουλήν.

§260ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ὅτι...

§261ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπεσκόπει ἦτο τοῦτο, ν’ ἀφήσῃ τὸ Κράτος καὶ κυριώτερον τὴν ἐκπροσωποῦσαν αὐτὸ Κυβέρνησιν, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδηλοῦτο εἰς αὐτὸν ὅτι ἡ ταμειακὴ στενοχωρία ἦτο ἀφόρητος, νὰ τὴν ἀφήσῃ εἰς τὸ ἀδιέξοδον, νὰ περιέλθῃ δηλαδὴ τὸ Κράτος καὶ ἡ ἐκπροσωποῦσα αὐτὸ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἴσως θὰ ἐφαντάζετο ὁ ἀξιότιμος Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτι εἶχεν ἀρκετὸν τὸ ἀνάστημα ἵνα προκαλέσῃ κυβερνητικὴν μεταβολήν, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἤλπιζε τοὐλάχιστον ὅτι, ἐὰν δὲν τὸν ἐπεσκεπτόμην προσωπικῶς, θὰ τῷ ἔστελλον ὅμως κάποιον πρόσωπον νὰ τῷ εἴπῃ· Αἴ! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του· δώσατέ μοι τώρα τὰ τρία ἑκατομμύρια, καὶ προβαίνομεν περαιτέρω! Αὐτὴν τὴν ἐλπίδα εἶχεν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐπίστευσεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν σύστασιν τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, νὰ ὑποδυθῇ δικαιώματα τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον ἀνήκουσιν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην. Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Κερκύρας καὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος φοβοῦνται μήπως ἡ ἐνέργεια αὕτη, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς ἀνεγνώρισεν ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἀκριβείας τῶν ἐκτυλιχθέντων γεγονότων, ὅπως ἐγὼ τὰ εἶπον — θεωρεῖ μόνον ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀμφίβολον — οἱ ἀξιότιμοι, λέγω, οὗτοι Βουλευταὶ φοβοῦνται μήπως ἡ ἐνέργεια αὕτη ἐπηρεάσῃ ἐπιβλαβῶς τὴν πίστιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.

§262ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀσφαλῶς.

§263ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀσφαλῶς δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ. Καὶ διατί νὰ ἐπηρεάσῃ, παρακαλῶ; Μήπως ζητοῦμεν νὰ μειώσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Μήπως ζητοῦμεν νὰ μειώσωμεν τὰ προνόμια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Μήπως ζητοῦμεν νὰ μειώσωμεν τὰς ἀσφαλείας αὐτῆς; Διότι εἰς τὸ ἵδρυμα τοῦτο θέλομεν ν’ ἀσφαλίσωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι διοίκησιν ἀρτιωτέραν διὰ τῆς συμπράξεως τοῦ ἱδρύματος τούτου μετὰ τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἐκλεγομένου προσώπου ὡς Διοικητοῦ, διὰ τοῦτο θὰ μειώσωμεν ἢ θὰ κλονίσωμεν τὴν πίστιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Διότι, Κύριοι, ὅταν τὸ δικαίωμα αὐτὸ διεκδικῆται ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἐν Ἑλλάδι μάλιστα, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε τοῦτο, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς γίνεται παρ’ ἡμῖν, δὲν ἔχει κἂν ὑπὲρ αὐτῆς τὴν πραγματικὴν ἔνδειξιν ὅτι οἱ μέτοχοι πάντες συνῆλθον, συνεσκέφθησαν καὶ ἀνέδειξαν τὸν καταλληλότερον. Γνωρίζετε κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ μαγειρικὴ τῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων. Θὰ θεωρήσητε λοιπὸν ὅτι, ὅταν ἡ ἐκλογὴ γίνηται κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν ἀσφαλίζει κἂν ὅτι ἐκπροσωπεῖται ἡ ἀνεπηρέαστος γνώμη τῶν μετόχων πάντων, ὅτι πρὸς κλονισμὸν τῆς πίστεως τῆς Τραπέζης θὰ ἦγεν ἡ διάταξις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐκλεγόμενος τελεῖ ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως; Ὄχι μόνον τοῦτο, Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ οὐδὲ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, φρονεῖ ὅτι τὸ σύστημα τῆς δικτατορικῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης ὀφείλει νὰ παύσῃ. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἀκίνδυνος εἷς μόνος ἄνθρωπος, ἐν ἀγνοίᾳ κατ’ οὐσίαν παντὸς ἄλλου ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταστατικοῦ κεκλημένων ὡς συμβούλων τοῦ καταστήματος, νὰ ἔχῃ γνώμην. Εἶναι ἀδύνατον, λέγω, ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Κυβέρνησις, διὰ συνεννοήσεως φυσικὰ πρὸς τὴν Τράπεζαν, νὰ λάβῃ, ὅπως παύσῃ οὖσα δικτατορικὴ ἡ διοίκησις, οὔτε αὕτη, εἶμαι βέβαιος, εἶναι φύσεως δυναμένης νὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, τοὐναντίον εἰς τὸ νὰ ἐξάρῃ αὐτήν, καὶ νὰ ζητήσῃ ὅπως, διὰ συνεννοήσεως μετὰ τῆς Τραπέζης, καταλυομένης τῆς ἀνεξελέγκτου διοικήσεως, εἰσαχθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον φῶς ἐν τῇ διοικήσει τῆς Τραπέζης. Δὲν θὰ εἶναι οὔτε τοῦτο προωρισμένον νὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἐξυψώσῃ αὐτήν. Διότι δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῆτε, Κύριοι, καὶ δὲν τὸ ἀγνοεῖτε βεβαίως, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπό τινων ἐτῶν, ἱκανῶν ἐτῶν, ἀπέστεργεν ἐντελῶς τὴν εἴσοδον τοῦ φωτὸς εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ὅτι οἱ διοικοῦντες ἀπό τινων ἐτῶν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προσεπάθησαν διὰ παντὸς τρόπου νὰ δημιουργήσωσι πέριξ αὐτῶν μίαν σιγὴν καὶ μίαν σκοτίαν, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς κανένα νὰ βλέπῃ τί γίνεται. Τοῦτο ἐπεδιώχθη πλεῖον ἄλλων συστηματικῶς καὶ δι’ ἀποπείρας διαφθορᾶς τοῦ Τύπου, συστηματικῶς ἐπεδιώχθη ὅπως ἡ χρηματική, ἡ οἰκονομικὴ ἀδυναμία πολλῶν ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων χρησιμοποιηθῇ ὅπως διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μηδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ καὶ μηδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γραφῇ, καθ’ ἣν στιγμὴν τοὺς διαχειριζομένους τὰ κοινά, τοὺς καλουμένους εἰς τὴν Ἀρχὴν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως, διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κοινῆς Γνώμης, τοὺς ἀνερχομένους εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτὸ κατόπιν πάντοτε πολλῶν καὶ μακρῶν ὑπηρεσιῶν, ὅταν τούτους, λέγω, παρακολουθῶμεν πάντες μὲ ὀφθαλμοὺς ἀνεῳγμένους, ἐλέγχοντες πᾶσαν πρᾶξίν των διὰ τῆς δημοσιογραφίας κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου, διὰ τοῦ Κοινοβουλίου καθ’ ὃν χρόνον τὸ ἵδρυμα τοῦτο συζητεῖ ἐν σκότῳ. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν δύναται ἢ νὰ εἶναι ἐπικίνδυνον καὶ διὰ νὰ μὴ προχωρήσω περισσότερον, πρὶν ἀφήσω τὸν Τύπον, πρέπει νὰ εἴπω ὅτι δὲν λέγω τοῦτο ἵνα περιποιηθῶ τὸν Τύπον, οὔτε ἔχω λόγον κανένα νὰ θέλω νὰ τῷ φανῶ εὐχάριστος, ἀλλὰ διότι δὲν θέλω νὰ εἶμαι ἄδικος, διότι φυσικὸν εἶναι τὸ γενόμενον, ὅταν παρέχωνται, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ὀργανισμοὺς οἰκονομικῶς ἀσθενεῖς ἄφθονα τὰ ὀφέλη καὶ τὰ ἀνταλλάγματα, οὐχὶ κἂν τὰ κοινωνικά, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς πάντας ἐξ ἴσου, ἀλλὰ καὶ ἔκτακτα πρὸς ἐκείνους τῶν ὁποίων αἱ ὑπηρεσίαι δυνατὸν νὰ εἶναι πολυτιμότεραι. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι καὶ περὶ τούτου ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν, καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ μεριμνήσωμεν καὶ αὐτοτελῶς, ἂν δὲν ἐπήρχετο συνεννόησις μετὰ τῆς Τραπέζης, διότι ἐπὶ τῶν ἄλλων σημείων εἶπον ὅτι μόνον μετὰ συνεννόησιν μετὰ τῆς Τραπέζης θὰ μεριμνήσωμεν, καὶ θὰ μεριμνήσωμεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου κατ’ ἔννοιάν τινα, οἵα θὰ ἦτο διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀμοιβὴ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν πρὸς τὰς ἐνταῦθα ἐφημερίδας καθίσταται παγία καὶ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, μὴ δυναμένη ν’ ἀποκοπῇ διὰ τοὺς δημοσιογράφους οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἀπαρέσκουσιν οὐδὲ ν’ αὐξηθῇ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι εὐάρεστοι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀπέδωκε τὴν ἀνάγκην ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ ὁποία κατέστησε δυνατὴν εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν ἀπόπειραν τῆς ἐκβιάσεως, εἰς τὴν σπατάλην τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἐπιμονήν μου σήμερον εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἐτροποποίησα αὐτό, εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ δυνηθῶ νὰ ἐγκαταστήσω ἐν τῇ Τραπέζῃ ἄλλον τινά, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ὄργανόν μου, διὰ νὰ μοὶ δίδῃ χρήματα ὅπως ἐπαρκῶ εἰς τὴν σπατάλην. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐλησμόνησεν ὅτι μόλις θὰ ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου ἡ Τράπεζα ἔθετεν εἰς τὴν διάθεσίν μου 35.000.000 ὡς δάνειον.

§264ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δηλαδὴ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 300.000.000.

§265Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ 20.000.000 τὰ ἐλάβατε.

§266ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ 20.000.000 εἶναι ἄλλοθεν. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἔδιδεν ἡ Τράπεζα θὰ ἦσαν 35.000.000. Ἡ Τράπεζα ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ 35.000.000 ἐκ τῶν 80.000.000 τὰ ὁποῖα θὰ ἐξέδιδεν εἰς τραπεζογραμμάτια. Ὄχι λοιπὸν σπουδὴ ὅπως ἐξευρεθῶσι χρήματα, ἀλλ’ ἄλλα αἴτια ἔφεραν τὴν σύγκρουσιν καὶ τὴν ἐπιμονήν μου ὅπως, πρὶν ἢ προβῶ περαιτέρω μετὰ τῆς Τραπέζης ἐν ἁρμονίᾳ διὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς συμβάσεως, τεθῇ ἐκποδὼν τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διὰ τῆς μέχρι τοῦδε διαγωγῆς του ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἀπεδείκνυεν, ὡς ἀνέφερα καὶ ἐν τῇ πρὸς αὐτὸν ἐπιστολῇ μου, ὅτι ἡ διαγωγή του ἦτο ἀφόρητος καὶ ἐπικίνδυνος διὰ τὸ Κράτος.

§267ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἁρμόζει ἡ γλῶσσα αὐτὴ εἰς Πρωθυπουργόν; Αὐτὸ εἶναι ὕβρις δι’ ἕνα Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.

§268ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κάμνω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν ἂν εὑρίσκει ὅτι ἡ γλῶσσά μου ἔχει τι τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν.

§269ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅτε λέγετε ὅτι ἦτο ἐπικίνδυνος διὰ τὸ Κράτος, τοῦτο εἶναι ὕβρις.

§270ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τίνα περίφρασιν θέλετε νὰ μεταχειρισθῶ πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης μου; Ἢ θέλετε μόνον ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, καλούμενος νὰ δικαιολογήσῃ τὰ νομοσχέδιά του, νὰ εἶναι ἐστερημένος τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ὅπως ἐκφράσῃ πρὸς ὑμᾶς ὅ,τι ἀκριβῶς αἰσθάνεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς εὐπρεπείας; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς μοὶ ἔκαμε καὶ μικρὰν ἢ μᾶλλον μακρὰν διδασκαλίαν περὶ τῆς ῥευστοποιήσεως τῶν κεφαλαίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ περὶ τοῦ κινδύνου, ὅπως τὸ Κράτος δανείζηται καὶ μάλιστα παγίως καὶ μάλιστα μεγάλα ποσὰ παρὰ Τραπέζης ἐκδοτικῆς. Τὸν εὐχαριστῶ πολὺ δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν διδασκαλίαν. Τὸν ἐπληροφόρησα ὅμως καὶ διὰ μικρᾶς διακοπῆς, ὅπως καθησυχάσῃ ἐν τῇ ἀνησυχίᾳ ἐν τῇ ὁποίᾳ τυχὸν εὑρίσκετο ὅτι ἐγὼ ἀντιθέτους εἶχον γνώμας, ὅτι δὲν εἶχον ἀντιθέτους γνώμας, ὅτι εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος εἰς αὐτό· καὶ τὸν πληροφορῶ καὶ ἤδη, ἴσως πρὸς ἔκπληξίν του, ὅτι ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἡ διαφωνία μετὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως εἶπον καὶ προχθές, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐστρέφετο εἰμὴ περὶ τὸ ζήτημα ἀκριβῶς τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἦτο ἀκίνδυνον διὰ τὴν πιστωτικὴν κυκλοφορίαν τοῦ ἱδρύματος ἂν ἐστήριζεν αὐτὴν κατὰ τὰ ¾ ἐπὶ χρεογράφων ἑλληνικῶν, ἐπὶ καλύμματος ἀποτελουμένου ἐκ χρεογράφων τῶν ἑλληνικῶν δανείων, τοῦτο δ’ ἀκριβῶς ἠρνούμην νὰ δεχθῶ· διότι ἀκριβῶς εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κυρίου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ὅτι τὸ πρᾶγμα τοῦτο θὰ ἦτο ἔτι χεῖρον, ἴσως καὶ καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἴσως καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἐντελῶς τῆς κανονικῆς οἰκονομικῆς ζωῆς, πάντως ὅμως σήμερον κατ’ ἐξοχὴν ἐπικίνδυνον. Καὶ ἔλεγον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· πῶς εἶναι δυνατόν, τροποποιοῦντες τὸν νόμον ͵ΓΧΜΒʹ, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐνδεχομένων ἀντιρρήσεων τοῦ Ἐλέγχου καὶ μετὰ τὴν ἔγκρισιν τυχὸν αὐτοῦ, ν’ ἀποφασίσωμεν ὅπως τὰ ¾ τοῦ χρυσοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἴτε αὐτούσιος εἴτε εἰς πρώτην ζήτησιν εἰς Εὐρωπαϊκὰς Τραπέζας πρώτης τάξεως, ἀντικαταστήσωμεν διὰ χρεογράφων ἐθνικῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, ἀφοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς κρίσεως, καθ’ ἣν θὰ ἦτο ἀναγκαία ἡ εὕρεσις τοῦ χρυσοῦ, ἡ διὰ τοῦ χαρτονομίσματος πώλησις τῶν ἐθνικῶν χρεογράφων, ὅπως ἀναπληρωθῇ ὀλίγος χρυσός, θὰ φέρῃ κατρακύλισμα τῶν χρεογράφων καὶ ἑπομένως κλονισμὸν ἰσχυρότατον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ἐλπίζω ν’ ἀναγνωρίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ὅτι ἐν τούτῳ εὑρισκόμεθα συμφωνοῦντες, καίτοι σπανίως τοῦτο κατορθώνεται. (Γέλωτες).

§271Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Γελᾷ ὁ μωρὸς κἄν τι μὴ γελοῖον ᾖ!

§272ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τί εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας Βουλῆς.

§273Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ κάμνετε καλὰ νὰ μὴ τὸ ἀκούσητε.

§274ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ὅπου ὑπῆρχεν ἀπότομος ἡ διαφωνία, κατωρθώθη πρό τινων ἡμερῶν νὰ ἐπιτευχθῇ συμφωνία τις δι’ ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων νομιζομένων ἐκ μέρους τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ἀγνοοῦσαν εἰς τί ἀκριβῶς συνίσταται ἡ ἐπελθοῦσα συμφωνία. Ἡ συμφωνία ἦτο πρῶτον ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἐγίνετο ἀπὸ κοινοῦ, ὅτι θὰ ἐγίνετο μόνον μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς συναινέσεως τοῦ Ἐλέγχου, ἀλλ’ ὅτι καὶ μετὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐγίνετο ὑπὸ περιστάσεις ἀνωμάλους καὶ ὅτι καὶ μετὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐξετείνετο ἀσφαλῶς μέχρι τῶν ⅔ καὶ ὅτι καὶ μετὰ τοῦτο, ὅτε θὰ ἐπρομηθεύετο τὸν χρυσὸν ἢ τὸ συνάλλαγμα εἰς Τράπεζαν πρώτης τάξεως, δὲν θὰ ἦσαν ἀποκλειστικῶς χρεόγραφα ἐθνικά, ἀλλὰ θὰ ἦσαν χρεόγραφα ἐθνικὰ καὶ χρεόγραφα πάντων τῶν τεσσάρων–πέντε πρώτων μεγάλων Κρατῶν τοῦ κόσμου, οὕτως ὥστε οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ περιπέτεια ἡ ἐξωτερικὴ νὰ καταφεύγῃ κανεὶς εἰς ἐκεῖνα τὰ χρεόγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι κλονισμένα κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Καὶ ἐπειδὴ ἐπίσης ἔμεινεν ἀμφιβολία τις εἰς τὸ πνεῦμα τινῶν ἐκ τῶν ἀγορευσάντων — «λοιπὸν ἀφοῦ ἐφθάσατε εἰς συνεννόησιν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον, σημεῖον τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τέως τὴν κυρίαν διαφωνίαν σας, πῶς εὑρίσκεσθε νὰ εἶσθε ἐν διαφωνίᾳ μὲ τὸν Διοικητήν;»· ταῦτα δ’ ἔχει εἰπεῖ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἐν τῇ ἐπιστολῇ του καὶ τὸ ὑπόμνημά του — ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφωνία, ἔχω καθῆκον νὰ ἐξηγήσω πρὸς ὑμᾶς ὅτι, ἀφοῦ ἐν τούτῳ ἐπῆλθεν ἡ τοιαύτη συνεννόησις, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα πρὸ μικροῦ, τότε ἐλέχθη πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος θὰ λάβῃ, μεταβάλλονται ἐντελῶς· διότι ἐπίσης πρέπει νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐνεμένομεν εἰς τὸ ὅτι ὁ νόμος ͵ΓΧΜΒʹ πρέπει νὰ μείνῃ ἀμετάβλητος, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὄχι μόνον δὲν ἐθεωροῦμεν ὅτι τὰ ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα προσέφερεν ὁ Διοικητὴς — λέγω ὁ Διοικητής, διότι μέχρι τότε τοὐλάχιστον κανεὶς δὲν ἐγνώριζεν ἐκ τῆς Τραπέζης τί ἐγίνετο — ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἐθεωροῦμεν, ὅτι τὰ ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα ἐζήτουν καὶ τὰ ὁποῖα συνίσταντο εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐθεωροῦντο ἀνεπαρκῆ ἢ μικρά, ἀλλὰ δὲν ἐδίσταζον κατ’ ἐπανάληψιν νὰ εἴπω εἰς τὸν Διοικητὴν ὅτι φοβοῦμαι μήπως μᾶς δίδετε περισσότερα. Ἔλεγον δὲ τοῦτο, ὄχι βεβαίως διὰ νὰ ἐπιζητήσω ὀλιγώτερα, ἀλλὰ διότι ἤθελον νὰ ἐξηγηθῇ καλῶς ἐν τῷ πνεύματί του ὅτι πράγματι δὲν ἐζητοῦμεν περιπλέον, οὔτε θὰ ἠθέλομεν νὰ λάβωμεν περισσότερα, διότι θὰ ἐθεωροῦμεν ὅτι ἀληθῶς ὑπερέβαινε τοῦτο τὰς δυνάμεις τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο δεκτὴ ἡ τοιαύτη ῥύθμισις τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζογραμματίων τῶν ἐκδιδομένων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ ἦτο φανερὸν νὰ γίνῃ σκέψις ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, τὸ ὁποῖον ἐπηκολούθησε τὴν ἑσπερινὴν ἐκείνην συνεδρίασιν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Εὐταξίου, ἀφοῦ καὶ τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ καλύμματος τῶν τραπεζογραμματίων πρόκειται ν’ ἀποτελῆται ἀπὸ χρεόγραφα ἑλληνικὰ καὶ τῶν ἄλλων μεγάλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις θὰ ἠγοράζοντο ἐπίσης εἰς τιμὰς χαμηλάς, ὥστε ν’ ἀποφέρωσιν ἕνα τόκον ἀξιόλογον—τότε ἐπρόκειτο περὶ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσδοκίας τῆς βασίμου κατ’ ἐμὲ τοῦ κ. Εὐταξίου, ὅτι ἡ κυκλοφορία θ’ ἀνήρχετο μέχρις ἡμίσεος χιλιεκατομμυρίου ἀποκαθισταμένων τῶν πραγμάτων, τότε θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο διττῶς ὑπὸ τῆς Τραπέζης, διττὴν ἀποφέροντα πρόσοδον, πρόσοδον ὡς τραπεζογραμμάτια καὶ πρόσοδον ὡς χρηματόγραφα τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα εἰς μὲν τὰ ἄλλα θὰ ἦσαν 5%, εἰς δὲ τὰ ἑλληνικὰ 4% — καὶ εἴπομεν ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, ὅπου θὰ ἔκαμνε διπλοῦν κούρευμα ἡ Τράπεζα, ὑπεδείξαμεν ἡμεῖς καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ῥυθμισθῶσι ταῦτα. Δὲν θέλω βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἀπαντῶν εἰς ὅσα ἄλλα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, οὔτε βεβαίως ν’ ἀμυνθῶ κατὰ τῆς γνώμης ὅτι ἐγέμισα τὴν Ἑλλάδα μὲ δημιουργήματά μου. Θὰ ἦτο μικρὸν δι’ ἐμαυτόν, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον δὲν γίνεται μία συζήτησις πολιτική, ἡ ὁποία θὰ εἶχε τοῦτον τὸν σκοπόν, νὰ θελήσω νὰ ἄρω ἕνα ἕτερον θρίαμβον κατὰ τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, καὶ δὲν κάμνω κατάχρησιν αὐτῆς τῆς εὐκαιρίας, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχε, δηλῶ μόνον ὅτι εἶμαι ἕτοιμος, ἂν ἤθελε προκληθῆ ἡ συζήτησις, νὰ τῷ εἴπω κατὰ ποῖον τρόπον διεχειρίσθην τὴν ἀρχὴν καὶ πόσον ἀριθμὸν θέσεων ἐδημιούργησα ἐν τῇ παλαιᾷ καὶ νέᾳ Ἑλλάδι· τότε θὰ τῷ εἴπω πρὸς παρηγορίαν του ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν πρέπει νὰ μὲ φοβῆται, διότι δὲν ἔχω οὔτε κόμμα, ἀλλὰ περὶ τούτου εἰς ἄλλην ὥραν· τώρα εἶναι τόσον ἀργά, ὥστε νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος.

§275ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ αὐτὸ μᾶς προκαλεῖτε τοιαύτην ὥραν, διότι εἶναι 3½ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.

§276ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὰς κατηγορίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ ἐγκαίρως νὰ εὕρῃ χρήματα, ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι τὰ εὗρον ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠρνεῖτο ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.

§277Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τῶν χρημάτων τῶν ἐράνων ὡμίλησα.

§278ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περὶ αὐτῶν ἀκριβῶς λέγω καὶ ἐγώ. Δι’ αὐτὰ μὲ κατηγορεῖτε ὅτι ἐκινδύνευσα νὰ γίνω θῦμα; Εἶχον προνοήσει ἐγκαίρως. Κύριοι, ἀρκετὰ εἶναι ὅσα ἐλέχθησαν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀσφαλίζει μόνον ἐν τῷ μέλλοντι κραταιὰν τὴν διοίκησιν τοῦ μεγάλου ἡμῶν ἐθνικοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος συγχρόνως ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔρχεται νὰ σημειώσῃ μίαν ἀπαρχὴν περιόδου ἐξυγιάνσεως τῶν τραπεζιτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Εἶναι ἀκόμη, Κύριοι, ἔναγχος εἰς τὰς ἀκοὰς πάντων ἡμῶν ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία διωρίσθη διὰ τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν, τῆς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ἐντεῦθεν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτής. Δὲν ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν ταύτην βεβαίως καὶ δὲν δύναμαι νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ φέρῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀλληλέγγυος πρὸς τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της ἐκείνῃ. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, φέρεται πρὸς οἰκονομικὸν μέλλον ἀληθῶς λαμπρὸν καὶ ἀσχέτως ἀκόμη πρὸς τὸν διπλασιασμὸν αὐτῆς ἕνεκα τῶν δύο πολέμων, πρὸς τὴν ῥοπὴν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωσιν αἱ ἐπιτυχίαι αἱ οἰκονομικαὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Χώρας. Ἀσχέτως πρὸς ταῦτα καὶ πρὸ τοῦ πολέμου ἡ Ἑλλὰς ἡ πτωχή, ἡ παλαιὰ Ἑλλάς, ἐφέρετο πρὸς οἰκονομικὸν μέλλον καλύτερον ἀφ’ ὅ,τι ἠδύνατο νὰ προϋποτεθῇ πρὸ δεκαετίας. Ἀλλὰ σήμερον μετὰ τὴν προσθήκην τῶν εὐφορωτάτων χωρῶν φέρεται πρὸς οἰκονομικὸν μέλλον ἀληθῶς λαμπρόν. Ἀλλ’ ἵνα ἡ ἀνάπτυξις αὐτὴ ἡ οἰκονομικὴ συντελεσθῇ ἀπροσκόπτως, ἵνα μὴ ἐπέλθωσιν ἀποτυχίαι, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀνέκοπτον τὸ ἔργον αὐτῆς, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ τὸ ματαιώσωσιν, ἵνα μὴ ἐπέλθωσι τοιαῦται ἀποτυχίαι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ καθ’ ἡμᾶς πράγματα τὰ τραπεζιτικά, τὰ πιστωτικά, γενικώτερον τὰ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, κατὰ τρόπον ἐγγυώμενον ὅτι δὲν θὰ συνεχισθῇ εἰς τὸ μέλλον κατάστασις πραγμάτων ὁποία εἶναι ἡ ἐμφανισθεῖσα εἰς φῶς διὰ τῆς ἀνασύρσεως μιᾶς πτυχῆς καλυπτούσης τὰς ἀνομίας τὰς συντελεσθείσας ἐν τῇ Προνομιούχῳ Τραπέζῃ. Γνωρίζετε ἄλλως τε ὅτι τὰ τραπεζιτικὰ πράγματα, ἐξαιρουμένου τοῦ ἱδρύματος τοῦ μεγάλου τοῦ πιστωτικοῦ, δὲν βαίνουσι καλῶς, ἂν δὲ τὰ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος ἔχουσι καλῶς τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν δεξιὰν διοίκησιν τῶν πρώτων Διοικητῶν τῆς Τραπέζης, τὴν συντηρητικήν, τὴν μὴ συντελέσασαν ἴσως εἰς ἀνάπτυξιν μεγαλυτέραν, βαδίσασαν ὅμως ἐπὶ ἐδάφους στερεωτέρου, ἀλλ’ ὀφείλεται καὶ εἰς τὰ μεγάλα κέρδη τὰ ὁποῖα συνεκόμισεν ἡ Τράπεζα ἀπὸ τῶν πολέμων καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ νόμου περὶ ἐλέγχου ἀπεδόθη ἐνίσχυσις ὀφειλομένη οὐχὶ εἰς τὴν τυχὸν παρουσίαν τοῦ Διοικητοῦ, ἀλλ’ εἰς τὴν εὐσυνείδητον ἀπόφασιν τοῦ Κράτους νὰ ἐνισχύσῃ τὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν καὶ εἰς τὰ μεγάλα κέρδη τὰ ὁποῖα συνεκόμισεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῶν μεγάλων προνομίων μὲ τὰ ὁποῖα τὴν εἶχε περιβάλει τὸ Κράτος, αὐτὰ δὲ τὰ κέρδη τὰ μεγάλα τὴν κατέστησαν ἱκανὴν ὅπως καὶ πᾶσα τυχὸν ἀνωμαλία ἐν τῇ Διοικήσει καὶ πᾶσα ἐπέκτασις τῆς ἐν τῷ Κράτει κακοδαιμονίας καὶ τῇ διοικήσει τῆς Τραπέζης τὴν κατέστησαν ἀκίνδυνον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ἱδρύματος. Καὶ παρ’ ὅλας τὰς πλάνας καὶ παρ’ ὅλα τὰ σφάλματα τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν τὸ ἵδρυμα τοῦτο εὑρίσκεται σήμερον ἐξιγμένον εἰς περιωπὴν ἡ ὁποία ἀληθῶς τὸ καθιστᾷ θεμέλιον ἀσφαλές, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος δύναται νὰ στηρίξῃ τὴν οἰκονομικήν, τὴν πιστωτικήν, τὴν κυκλοφορικὴν καὶ τὴν νομισματικὴν πολιτικήν. (Χειροκροτήματα).

§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.

§280ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον, διὰ νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, διότι εἶναι περιττόν.

§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει πρότασις δεκαπέντε Βουλευτῶν περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Παρακαλοῦνται ὅπως προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κύριοι Σ. Τσακόπουλος καὶ Δ. Χατζηγιάννης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι». (Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἄνω ψηφολεκτῶν κατὰ τὸ ἀκόλουθον πρωτόκολλον).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Νικόλ. Στράτος ΟΓεώργιος Στρατούλης Ν
Νικόλ. Χρυσόγελος Λουκᾶς Νάκος Ν
Ἀλέξ. Γρίβας ΝἈλέξ. Ἀναστασιάδης Ν
Ἰω. Τρικούπης ΝΛουκᾶς Κουτσοπέταλος Ν
Ἰω. Χριστοδουλίδης Ἰωάννης Ἀθανασάκης
Γεώργ. Τσακανίκας ΝἸωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
Ἰω. Καλαντζόπουλος ΝΒασίλειος Κυρέλλος Ν
Ἰω. Φαρμάκης ΝΚωνστ. Δεμερτζῆς Ν
Γεώρ. Καφαντάρης ΝΔημοσθ. Σωτηρίου Ν
Γεώρ. Ἰατρίδης Δημ. Κριεκούκης Ν
Στέφ. Γρανίτσας ΝΓεώργιος Καζανόβας
Ἰω. Κανναβός ΝἸωάν. Γριπονησιώτης Ν
Ἐμμ. Ῥέπουλης ΝἈριστοτέλ. ΣακκελλαρίουΝ
Ἀθαν. Χριστόπουλος ΝΣπυρ. Παπαχατζῆς Ν
Εὐσ. Παπακωνσταντίνου ΝΔημ. Διαμαντίδης Ν
Παναγ. Ἀραβαντινὸς ΝΣπυρ. Θεοδωρόπουλος Ν
Δημήτ. Καλλέργης ΟΔημ. Ζαβογιάννης Ν
Ἰωάννης Τερζάκης Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος Ν
Σπυρίδων Ἀγγελίδης Δημήτριος Γούναρης Ο
Σωτ. Κροκιδᾶς Ἀλέξανδρος Ζαΐμης
Παναγιώτης Φραντζῆς Γεώργιος Κρεστενίτης
Γ. Καρπετόπουλος Βασίλειος Ῥοῦφος Ν
Παναγ. Τσαλδάρης ΟΚωνστ. Γόντικας
Νικ. Τριανταφυλλᾶκος ΟἈριστόβ. Πετμεζᾶς
Νικ. Δημητρακόπουλος ΟΣπήλιος Ἀγαπητὸς Ν
Σπυρ. Τσακόπουλος ΟΔιον. Γαλαβᾶς
Βασίλ. Τουρκοβασίλης ΟἸωάννης Βέρροιος Ν
Ἰωάν. Μπακόπουλος Πολυχρ. Πολυχρονιάδης Ν
Παναγ. Σπυράκης ΟΛέων Μεσσηνέζης
Δημήτριος Γ. Ῥάλλης ΟΠαναγιώτης Βουρλούμης
Περικλῆς Ἀλεξάκης Γεώργιος Λαμπρινόπουλος
Στέφ. Σακελλαριάδης ΟΝικόλαος Συριόπουλος Ν
Βασίλειος Σεραφεὶμ Γεώργιος Κατσιμπίρης
Θεόδ. Γρηγορίου Νικόλαος Πετσάλης Ν
Ἐπαμ. Δηλιγιάννης ΟΝικόλαος Σταματιάδης Ν
Σπυρ. Σῖμος ΝΠαντιᾶς Κοντόσταυλος Ν
Ἀλέξ. Καραπάνος Ἰωάννης Μπουρνιᾶς Ν
Σπυρ. Σπυρομήλιος Εὐάγγελος Γεωργιάδης Ν
Ἐλευθ. Βενιζέλος ΝΣταμ. Βακράτσας Ν
Μιλτ. Νεγροπόντης ΝἈπόστολ. Ἀποστολίδης
Γεώργιος Ζωγράφος Ἐρρίκος Τομπάζης
Πολύβ. Λαγοπάτης ΝΓεώργιος Κοσόνας Ν
Κωνστ. Ῥακτιβὰν ΝἈλέξανδρος Ῥώμας
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
Νικόλαος Μουζάκης Μιλτιάδης Δηλιγιάννης
Κωνστ. Ζαβιτσιάνος ΝΓεώργιος Βλάχος Ν
Γεώργιος Θεοτόκης ΟΠαναγιώτης Φλέσσας Ν
Λίνος Κογεβίνας Σπήλ. Ντολιόπουλος
Εὐθύμ. Βελλιανίτης Παναγ. Μερλόπουλος
Κωνσταντῖνος Σοκόλης Χριστόδουλος Δικαῖος
Πέτρος Φίλιππας ΝΓεώργιος Καντιάνης
Ἀνδρέας Κεφαλληνός Κωνστ. Κουμουνδοῦρος
Βασίλειος Πουλιάσης ΝΠαναγ. Λυμπερόπουλος
Ἠλίας Τσιτσέλης Ἀνδρέας Κοκκέβης
Ὄθων Τετενὲς Ἀθ. Περρωτὴς
Νικόλαος Χαριτᾶτος Ἀντώνιος Ζησιμόπουλος
Σ. Ἰγγλέσης ΝΔημήτριος Γκιουλὲς Ν
Νικόλαος Ἀλιβιζᾶτος ΝΔημήτρ. Κανελλόπουλος Ν
Νικόλαος Ῥαφτόπουλος Πέτρος Ἰατρόπουλος
Ἀθ. Τυπάλδ. Μπασιᾶς ΟΓεώρ. Ῥάλλης
Λεωνίδας Ἐμπειρῖκος Ν. Λεωνίδας Ν
Τριαντάφυλλος Παππαδὰμ Ἀλ. Διομήδης Ν
Κωνστ. Καλομενόπουλος Ἀπόστ. Ἀλεξανδρῆς
Θωμᾶς Σκάσσης ΝἈλέξ. Παππαποστόλου
Σταμ. Βαφειαδάκης ΝΝικόλ. Γαρδικιώτης
Σωκράτης ΠαππαβασιλείουΝΣωτ. Χατζηγάκης
Νικόλαος Καμπάνης ΝΚωνστ. Σταμούλης Ν
Κωνσταντῖνος Ἀλαβάνος Δημήτρ. Μαλλιόπουλος Ν
Δημήτριος Πετσετάκης ΝΔημήτρ. Μπούσδρας Ν
Ἀλέξανδρος Μαλασπίνας Γεώρ. Σπυρόπουλος Ν
Ἀντώνιος Ῥεβίνθης Ἀλκιβ. Θανόπουλος
Νικόλαος Κρίσπης ΝΧρῖστος Καρᾶς
Γεώργιος Γαϊτᾶνος ΝἸω. Κωτίκας Ν
Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Θεόδ. Φίλιος Ν
Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ἀθ. Μιαούλης Ν
Μιχαὴλ Στελλάκης ΟἸω. Μάνος Ν
Παναγιώτης Κοσονάκος Ἰάκ. Τομπάζης Ν
Παν. Πετροπουλάκης ΟἸω. Τσιριμῶκος Ν
Δημ. Πετροπουλάκης ΝἸω. Ξηρὸς
Γεώργιος Φικιώρης ΝΝικόλ. Ξηρὸς Ο
Θαλῆς Κουτούπης ΝἈθαν. Εὐταξίας Ν
Ἠλίας Κοπανίτσας ΟῬήγας Χατζηρήγας
Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν. Βελέντζας
Κωνσταντῖνος Σπυρίδης ΝΚων. Λιδωρίκης
Ἀχιλλεὺς Παππαλουκᾶς Ν
Δημήτριος Χατζηγιάννης ΝΜιχ. Φωτιάδης Ν
Σ. Ἀναστασιάδης Ἰω. Δελμοῦζος
Ἀλέξανδρος Κασσαβέτης Θεμ. Παππαϊωάννου
Ἰωάν. Γκέκας ΝΔημοσθ. Βρατσᾶνος Ο
Πέλοπ. Ἀγγελίδης Ἀλέξ. Κανάρης
Μιλτιάδης Μπουφίδης

§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 103, ἐξ αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου 84, κατ’ αὐτῆς δὲ 19· τὸ νομοσχέδιον ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΓΧΛΖʹ τοῦ 1910 τοῦ τροποποιήσαντος τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ΣΜΗʹ τοῦ 1867 περὶ Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης», ἥτις παραπέμπεται εἰς Ἐπιτροπὴν ἀποτελεσθεῖσαν ἐκ τῶν βουλευτῶν κυρίων Α. Τ. Μπασιᾶ, Σ. Γρανίτσα, Σ. Θεοδωροπούλου, Π. Λαγοπάτη, Π. Πολυχρονιάδου καὶ Ε. Βελλιανίτου· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδόσεως εἰς τὴν κοινότητα Θηρασίας ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τῆς ἐξαγομένης θηραϊκῆς γῆς» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκπαιδεύσεως ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Θανόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθηκῶν καὶ τροποποιήσεων εἰς τὸν νόμον ͵ΓΤΛʹ περὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους»· Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Λεωνίδας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου»· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῶν συμβάσεων μετὰ τῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας κλιναμαξῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ι. Δελμοῦζος καὶ Π. Φίλιππας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμων»· Οἱ βουλευταὶ κύριοι Σ. Βακράτσας, Ν. Σταματιάδης, Ι. Μπουρνιᾶς καὶ Π. Κοντόσταυλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς τῆς σηροτροφίας καὶ ὀργανώσεως σηροτροφικῆς ὑπηρεσίας»· Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἰγγλέσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ᾼΦΚΖʹ περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς Κεφαλληνίας καὶ ἱδρύσεως δι’ αὐτῆς φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΨΚΗʹ τῆς 30ῆς Μαρτίου 1910». Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 3.45′ τῆς πρωίας, ὁρισθείσης ὡς ὥρας διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν τῆς 6ης μ. μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
2τῆς 3ης Νοεμβρίου 1914.
3(Δευτέρα, ὥρα 5.20′ μ. μ.)
4Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι
6τὰ θεωρεῖα.
7Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
8Οἱ ἐν Δράμᾳ πρόσφυγες ἐκ Θράκης παρακαλοῦσιν ὅπως
9ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν·
10Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Θεσσαλονίκης καὶ Καβάλλας παρα-
11καλοῦσιν ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
12φορολογίας τοῦ καπνοῦ·
13Οἱ σύνδεσμοι συντεχνιῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται
14ἐναντίον τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίων ἐπιζημίων διὰ τοὺς
15Μακεδονικοὺς πληθυσμούς·
16Ἡ ἐν Πειραιεῖ Ἰατροφαρμακευτικὴ Ἑταιρεία ὑποβάλ-
17λει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ φαρμακευτικοῦ νομοσχεδίου·
18Οἱ πανδοχεῖς τῆς Ἄρτης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀποζη-
19μιωθῶσιν·
20Οἱ καπνοπαραγωγοὶ καὶ καπνέμποροι Ἰωαννίνων παρα-
21καλοῦσιν ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
22φορολογίας τοῦ καπνοῦ·
23Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Καροπλεσίου παρακαλεῖ
24ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ χωρίου των·
25Οἱ δημοδιδάσκαλοι τοῦ πρώην δήμου Ἡραίας παρα-
26καλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύ-
27σεώς των·
28Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Οἰχαλίας ὑποβάλλει ψήφι-
29σμα περὶ τῆς διδασκαλίσσης Σταματίνας Ζέρβα·
30Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Οἰχαλίας διαμαρτύρεται
31ἐναντίον τῆς ἀπολύσεως τοῦ δημοδιδασκάλου Ἠλία Γιαν-
32νοπούλου·
33Οἱ δημοδιδάσκαλοι Τρικκάλων, Χρουπίστης, Πύργου,
34Τήνου παρακαλοῦσι περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεώς των·
35Οἱ φαρμακοποιοὶ Αἰγίου παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ ὑπ’
36ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Φαρμακευτικῆς Ἑταιρείας·
37Οἱ ἐνορῖται Καστανιᾶς διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς
38καταπατήσεως τῶν δικαιωμάτων των·
39Ὁ ἐκ Γενιτσῶν Μ. Παππαγρηγορίου παραπονεῖται
40ὅτι ἐδάρη ἀναιτίως ὑπὸ ἑνὸς στρατιώτου·
41Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον τῆς κοινότητος Παυλιανῶν
42παρακαλεῖ ὅπως ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ ἀπελευθερώσεως
43τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων Κερκύρας.
44Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἶτα εἰς τὴν
45Ἡμερησίαν Διάταξιν
46τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
47Ὁ κ. Σακκελλαριάδης. Ἀπών.
48Ὁ κ. Βέρροιος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφο-
49ρὰν τῆς κοινότητος Σουδενῶν τῶν Καλαβρύτων, ἧς οἱ κά-
50τοικοι ζητοῦσιν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων
51κτηνῶν.
52§2Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω
53ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Σουδενῶν τῶν Καλαβρύτων, τῆς
54ὁποίας οἱ κάτοικοι παραπονοῦνται ὅτι ἐκτὸς τοῦ φόρου τῶν
55ἀροτριώντων κτηνῶν τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν ἐπιβάλλουσιν
56αὐτοῖς αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαὶ νὰ πληρώνωσιν ἀκόμη πρόσθε-
57τον φόρον κατὰ 50%. Ὅσοι, κ. Βουλευταί, ἔχετε γνῶσιν
58τῆς καταστάσεως τῶν χωρικῶν, τῶν ὀρεινῶν δήμων ἰδίως,
59οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος
60οἰκογενειακῶς χωρὶς νὰ κατορθώνωσιν ἐκ τῆς ἐργασίας ὅλης
61τῆς οἰκογενείας τῆς πολυμελοῦς αὑτῶν νὰ ἐξασφαλίζωσι
62τὸν ἐτήσιον ἄρτον, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε ἂν εἶναι
63δίκαιον ἐκτὸς τοῦ φόρου τὸν ὁποῖον ἀπεφάσισαν ἀγογγύ-
64στως νὰ πληρώνωσι, τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, νὰ
65προστίθηται καὶ ἕτερος φόρος ηὐξημένος κατὰ 50%.
66Τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς κακῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν αἱ διοι-
67κητικαὶ Ἀρχαὶ δίδουσιν εἰς τὸν νόμον περὶ δήμων καὶ κοι-
68νοτήτων. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρὸ τῆς ἐπιψηφί-
69σεως τοῦ νόμου περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων ὑπῆρχον ἄποροι
70δῆμοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπεβαρύνοντο μὲ πρόσθετόν τινα φόρον,
71ἀλλ’ εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν προσήρχετο τὸ Κράτος, τὸ ἐναν-
72τίον ὅμως συμβαίνει σήμερον. Ἐνῷ αἱ κοινότητες αἱ ὁποῖαι
73ἀπετέλουν δήμους ἀπόρους ἀπετέλεσαν ἰδίας κοινότητας,
74σήμερον αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαὶ ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῶν προϋπο-
75λογισμῶν, ἐν οἷς ὑπάρχει ἔλλειμμα, προσπαθοῦσι ν’ αὐξά-
76νωσι τὴν ἀπόδοσιν τοῦ φόρου καὶ ἐπιβάλλουσι τοιαύτην εἰς
77τὰ ἀροτριῶντα κτήνη κατὰ 50%. Φαντασθῆτε ἐργάτας,
78ἀνθρώπους πενομένους, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται καθ’ ὅλον τὸ
79ἔτος, ὡς εἶπον, καὶ εἶναι ζήτημα ἂν διὰ τῆς ἐργασίας των
80αὐτῆς ἐξασφαλίζωσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, νὰ ἐπιβαρύνωνται
81μὲ φόρον κατὰ 50% ηὐξημένον ὑπὸ τῶν διοικητικῶν
82Ἀρχῶν. Εἶναι σκληρὸν τοῦτο καὶ ἰδίως διὰ τοὺς δήμους
83ἐκείνους, διὰ τὰς κοινότητας ἐκείνας τὰς ἀνηκούσας εἰς
84ὀρεινοὺς τόπους, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωστόν, εἶναι ἄγονοι. Νο-
85μίζω ὅτι εἶναι δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
86τερικῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ
87λάβωσι σύντονον πρόνοιαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι
88δὲν πρέπει οἱ κ. νομάρχαι νὰ ἐπαυξάνωσι τοὺς φόρους
89αὐτούς, οἱ δὲ ταμίαι νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα καὶ νὰ κατα-
90διώκωσι τοὺς τοιούτους ὡς ὀφειλέτας, ὧν πολλοὶ εὑρίσκον-
91ται ἐν ταῖς φυλακαῖς τιμωρούμενοι ἀδίκως. Ἐὰν ἐξακο-
92λουθήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἄνευ δικαίας λύσεως, ὡς καί
93τινα ἄλλα ἄνευ προνοίας, ἔστε βέβαιοι πάντες ὅτι ἡ ἀπο-
94λύτρωσις ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν κατάργησιν τῶν
95δήμων δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἐξαναγκάσῃ
96τοὺς πολίτας νὰ ζητήσωσι πάλιν τὴν ἀνασύστασιν τῶν
97δήμων, τὴν ἐπαναφορὰν δηλονότι ἀγρίου καὶ τυραννικοῦ
98καθεστῶτος ὅπερ ἡ κοινὴ συνείδησις ἔχει καταδικάσει.
99§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακκελλαριάδης ὅπως κατα-
100θέσῃ ἀναφορὰν τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου τῆς κοινότητος
101Ἀκόβου τοῦ τέως δήμου Φαλαισίας.
102§4Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον
103τῆς κοινότητος Ἀκόβου παραπονεῖται διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ
104ἐκλογικοῦ τμήματος· παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διαβι-
105βασθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
106§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουρ-
107γεῖον.
108Οἱ κ. Α. Σακκελλαρίου, Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Σ. Θεο-
109δωρόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Λεβα-
110δείας.
111§6Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κύριε Πρόε-
112δρε, ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ
113κοινοτικὸν συμβούλιον Λεβαδείας παραπονεῖται ὅτι διὰ
114τῆς κατασχέσεως 13.490 δραχμῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ Δημό-
115σιον καὶ καθυστερουμένων παρελθουσῶν χρήσεων διὰ τὴν
116ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας, διὰ τῆς κατασχέ-
117σεως, λέγω, αὐτῆς κατεδικάσθη ἡ κοινότης Λεβαδείας εἰς ἀνα-
118πόφευκτον θάνατον. Δὲν ἀπέμειναν εἰς αὐτὴν οὔτε ἔξοδα φω-
119τισμοῦ οὔτε ἔξοδα καθαριότητος οὔτε ποσόν τι δι’ ἄλλην
120δαπάνην. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
121κῶν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν ὑπό-
122θεσιν ταύτην, ἵνα ἐξέλθῃ τῆς δυσχεροῦς ταύτης θέσεως ἡ
123κοινότης Λεβαδείας.
124§7Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὸ περιεχόμενον τοῦ ψηφί-
125σματος τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Λεβαδείας ἀφορᾷ εἰς
126τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θὰ παρακαλέσω
127αὐτὸν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι, καίτοι
128ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν τὸ ζήτημα,
129δὲν τὸ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς· ὁ ἐνοι-
130κιαστὴς τοῦ φόρου ὠνίων τῆς κοινότητος Λεβαδείας εἶχεν
131εἰς χεῖράς του 13.000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὑπεχρεοῦτο νὰ
132καταβάλῃ εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ δαπάνην ἠλεκτροφωτισμοῦ
133τῆς πόλεως Λεβαδείας διὰ τὸ ἔτος 1914. Ἡ Ἠλεκτρικὴ
134Ἑταιρεία Λεβαδείας, φρονοῦσα ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κλείσῃ
135τὰς 13.000 δραχμῶν εἰς ἄλλας δαπάνας, τὰς ὁποίας ἰσχυ-
136ρίζεται ὅτι ἔκαμε, κατέσχε τὸ ποσὸν εἰς χεῖρας τοῦ ἐνοι-
137κιαστοῦ, μεθ’ ὃ ὁ ἐνοικιαστὴς κατέθηκε τοῦτο εἰς τὸ δημόσιον
138Ταμεῖον. Ὅτε ὅμως εἶδεν ἡ Ἑταιρεία ὅτι ἦτο ἄκυρος ἡ
139κατάσχεσις, παρῃτήθη ταύτης, τότε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον διέ-
140ταξε τὸν ταμίαν νὰ συμψηφίσῃ τὸ ποσὸν εἰς χρέος τοῦ
141δήμου Λεβαδέων ἐκ παρῳχημένων χρήσεων δι’ ἔξοδα
142ἐκπαιδεύσεως, ἀστυνομίας κλπ. Τοῦτο καὶ ἄσκοπον εἶναι
143καὶ μὴ νόμιμον, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ κοινο-
144τήτων τὰ χρέη τῶν κοινοτήτων θὰ ὁρίσῃ εἰδικὸς νόμος καὶ
145ὑποθέτω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐτέθη εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε,
146διότι ἄλλως, ἂν αἱ κοινότητες ἦσαν ὑποχρεωμέναι νὰ κατα-
147βάλωσιν ὅλα τὰ χρέη τῶν τέως δήμων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν
148νὰ ζήσωσιν. Εἰς τοιαύτην θέσιν περιέρχονται αἱ κοινότητες
149τοῦ τέως δήμου Λεβαδέων διὰ τῆς συμψηφίσεως τοῦ ποσοῦ
150τούτου. Ἐνῷ λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοῦ νόμου δὲν ὡρίσθη ἂν
151ἡ κοινότης ὀφείλει ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ Δημό-
152σιον ἐξ ἐξόδων ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀστυνομίας, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέ-
153ρου τὸ ποσὸν τοῦτο ἔχει ὁρισθῆ νὰ καταβληθῇ εἰς τὴν Ἑται-
154ρείαν τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ διὰ τὸ ἔτος 1914, τὸ Ὑπουρ-
155γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διατάσσει συμψηφισμόν· ὥστε θὰ
156συμβῇ καὶ παρανόμως νὰ συμψηφισθῇ καὶ ἀκύρως καὶ θὰ
157μείνῃ ἡ κοινότης ἐν τῷ σκότει. Ὀρθὸν λοιπὸν εἶναι τὸ
158Ὑπουργεῖον νὰ δεχθῇ νὰ ἐπιστρέψῃ ἔστω τὰς 10.000
159δραχμῶν, ἵνα οἰκονομηθῶσι πάντα. Θὰ παρακαλέσω τὸν
160κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα ἀπὸ ἀπόψεως σκο-
161πιμότητος καὶ νομιμότητος καὶ ν’ ἀποφασίσῃ.
162§8Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ.
163Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν
164ὑπόθεσιν αὐτήν.
165§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σακκελλαρίου ἐπὶ ἀναφορᾶς
166τῶν διδασκαλισσῶν Μακεδονίας.
167§10Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουρ-
168γὸν τῆς Παιδείας.
169§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται.
170Ὁ κ. Δ. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
171Ἐσωτερικῶν ἂν τῶν ἐκκληθεισῶν ὑπ’ ἀριθμ. 9247 καὶ
1729262 ἐ. ἔ. ἀποφάσεων τῆς Νομαρχίας Αἰτωλίας καὶ Ἀ-
173καρνανίας ὑπὸ τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Καρπενισίου ἐνώ-
174πιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὸν νόμον καὶ τὴν ἐγκύκλιον
175τῆς 8 Μαΐου ἐ. ἔ. ἐκδοθεισῶν διέταξε τὴν ἀνάκλησιν».
176§12ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερι-
177κῶν). Ἀπήντησα προχθὲς εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι καθ’
178ἣν ἡμέραν ἔλαβον τὸν σχετικὸν φάκελον διέταξα τὰ
179δέοντα.
180§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Σ. Κροκιδᾶς καὶ Π. Πετροπου-
181λάκης «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν
182τὸ Β. Διάταγμα τῆς 20 Δεκεμβρίου 1910 τὸ στηριχθὲν
183ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1233 πράξεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
184δρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους, δι’ οὗ ἐκανονίσθη ἡ σύνταξις τοῦ
185λοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ Λεων. Λεωτσάκου, δὲν ἐξεδόθη κατὰ
186παράβασιν τοῦ νόμου ͵ΓΡΞΒʹ ἄρθρ. 2 τοῦ 1906, ὃν οὐ-
187δόλως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, λαβὸν
188μόνον ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ ͵ΓΧΞΗʹ νόμου τοῦ 1910,
189περὶ οὗ δὲν ἐπρόκειτο ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιστάσει, καὶ
190ἂν δὲν εἶναι σκόπιμον ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα τὸ
191προσγενόμενον πρὸς τὸν λοχαγὸν Λεωτσᾶκον».
192§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
193ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ἁρμό-
194διον νὰ ἐλέγξῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου
195κατὰ τὸ μέρος τοῦτο. Ἂν ὁ ἐνδιαφερόμενος θεωρῇ ὅτι κα-
196κῶς ἡρμήνευσε τὸν νόμον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀνοί-
197γεται εἰς αὐτὸν ἡ ὁδὸς τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἀλλὰ
198τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δώσῃ σύνταξιν παρὰ
199τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
200§15Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Γνωρίζω τὴν γνώμην τοῦ
201κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπὸ ἡμερῶν διατυπωθεῖ-
202σαν, ὅτι τὰ πολιτικὰ δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια διὰ τὸ
203ἀδίκημα τὸ προσγενόμενον εἰς τὸν λοχαγὸν Λ. Λεωτσᾶκον.
204Ἀλλ’ ἤθελον νὰ γνωρίσω αὐτῷ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐξεδόθη
205τοιαύτη ἀπόφασις ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀδι-
206κοῦσα τὸν ἐν λόγῳ λοχαγὸν καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ νό-
207μου ἐκδοθεῖσα, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀντιποιηθέντος
208ἔργα Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς.
209§16Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἄλλοτε ἐξήτασεν ἐθνικὰ ζητή-
210ματα.
211§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον
212θ’ ἀπονείμῃ τὴν σύνταξιν, ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ κρίνῃ ὅπως
213καὶ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, διότι ὁ νόμος ῥητῶς τὸ δια-
214τάσσει.
215§18Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ὅμως τὴν αἰ-
216τίαν. Ὑπῆρχε παλαιὰ ἀφορμὴ μέλους τινὸς τοῦ Ἐλεγ-
217κτικοῦ Συνεδρίου μετὰ τοῦ λοχαγοῦ Λ. Λεωτσάκου, ἥτις
218ἐξεχύθη κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς συντάξεώς του δηλητη-
219ριάσασα τὴν γνώμην τοῦ Συνεδρίου. Ἐντεῦθεν συλλάβετε
220ἰδέαν περὶ τοῦ ἀκριβοδικαίου τοῦ Συνεδρίου.
221§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ.
222Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διατί ἀπηγορεύθη τὸ
223κυνήγιον εἰς τὴν περιφέρειαν Σερρῶν διὰ τοὺς πολίτας,
224ἐπιτρέπεται δὲ ἡ λαθροθηρία εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ
225τοὺς βαθμοφόρους εἴτε μόνους εἴτε συνοδευομένους παρὰ
226πολιτῶν».
227§20Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐ-
228θνικῆς Οἰκονομίας). Θὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τῆς
229Γενικῆς Διοικήσεως, διότι δὲν τὸ ἀπηγόρευσα ἐγώ.
230§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν
231κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν θὰ συμπληρώσῃ τὸ προσω-
232πικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Γεωργιτσίου, τὸ ὁποῖον
233παραμένει ἀργόν, διότι ὁ σχολάρχης ἐκλήθη νὰ παρακο-
234λουθήσῃ τὰ μαθήματα τοῦ Διδασκαλείου τῆς Μέσης Ἐκ-
235παιδεύσεως, ὁ δὲ μετατεθεὶς ἑλληνοδιδάσκαλος δὲν μετέβη,
236ἀλλὰ καὶ ἂν μεταβῇ ἡ λειτουργία ἔσεται ἀνεπαρκής».
237§22Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστι-
238κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ προσωπικὸν
239τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Γεωργιτσίου εἶναι πλῆρες. Ὁ
240σχολάρχης ἐκλήθη εἰς τὸ Διδασκαλεῖον τῆς Μέσης Ἐκπαι-
241δεύσεως συμφώνως τῷ νόμῳ ΓΨΙΗʹ τοῦ 1910, ὑποχρε-
242οῦνται δὲ συμφώνως τῷ αὐτῷ νόμῳ (ἄρθρ. 10) ν’ ἀναπλη-
243ρώσωσιν αὐτὸν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῶν μαθημάτων οἱ λοιποὶ
244συνάδελφοί του. Ἂν ὁ μετατεθεὶς δὲν μεταβῇ ἐντὸς τῆς
245νομίμου προθεσμίας εἰς τὴν θέσιν του, θ’ ἀπολυθῇ ὑπὸ τοῦ
246Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ εἶναι ἁρμόδιον καὶ νὰ
247συμπληρώσῃ τὴν κενωθησομένην θέσιν.
248§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἑπόμεναι δύο ἀναβάλλονται.
249Ὁ κ. Γ. Τσακανίκας «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
250Συγκοινωνίας ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν
251Βουλὴν διὰ τίνα λόγον καθυστερεῖ ἐπὶ τόσον χρόνον ἡ
252ἐγκατάστασις τηλεφώνου εἰς τὸ χωρίον Χρυσοβίτσα τῆς
253Τριχωνίας, ἡ διὰ τὴν ὁποίαν προκαταρκτικὴ ἐργασία
254συνετελέσθη ἤδη ἀπὸ πολλοῦ».
255§24Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινω-
256νίας). Ἐλλείψει ὑλικῶν παρακωλύεται.
257§25Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἐν τούτοις εἰς ἄλλας γραμμὰς δὲν
258παρακωλύεται.
259§26Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἰς ὅλον τὸ Κράτος.
260§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακκελλαριάδης «ἐρωτᾷ τοὺς
261κ. Ὑπουργοὺς Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ἂν διὰ τὴν
262ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων εἰς τὴν περιφέρειαν Ζηλια-
263χώβης, Ῥαχώβης καὶ Ζίχνης τῆς Μακεδονίας ἐπιτρέπεται
264ὑπὸ τοῦ νόμου ν’ ἀποβάλλωνται τῶν καλλιεργημένων
265ἀγρῶν των οἱ μέχρι τοῦδε ἐντόπιοι καλλιεργηταί, στερού-
266μενοι οὕτω κεκτημένων δικαιωμάτων. Παρακαλοῦνται δὲ
267ὅπως δώσωσι σχετικὰς διαταγὰς πρὸς τὰς ἐκεῖ Ἀρχὰς ἵνα
268παύσῃ τὸ ἄτοπον καὶ ἄδικον τοῦτο».
269§28ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐξηγῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι,
270ἐφ’ ὅσον πρόκειται—καὶ ὑποθέτω ὅτι τοιαῦται θὰ εἶναι αἱ
271διαμαρτυρίαι—περὶ κτημάτων ἀνηκόντων εἰς μεταναστεύ-
272σαντας Τούρκους, τὰ ὁποῖα ἔσπευσαν νὰ καταλάβωσιν ἐντό-
273πιον χωρὶς οὐδὲν προηγούμενον δικαίωμα νὰ ἔχωσιν, αἱ
274Ἀρχαὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν ὅτι ἀπομακρύνουσι τούτους καὶ
275ἐγκαθιστῶσι πρόσφυγας. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ
276κτημάτων ἐφ’ ὧν οἱονδήποτε δικαίωμα εἶχον οἱ ἐντόπιοι
277αἱ Ἀρχαὶ δὲν νομίζω ὅτι προέβησαν εἰς ἀπομάκρυνσιν καὶ
278ἂν προέβησαν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἔχωμεν ὡρισμένας περι-
279πτώσεις διὰ νὰ δώσωμεν τὰς ἀναγκαίας διαταγάς.
280§29Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχω ὡρισμένας πλη-
281ροφορίας περὶ ὡρισμένων προσώπων· ἐν τούτοις ἡ ἐπιστολὴ
282εἶναι ἀρκετὰ διαφωτιστικὴ τοῦ πράγματος καὶ ἀναφέρει
283τὰ ἑξῆς· ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κτημάτων ἐγκαταλελειμ-
284μένων ἐκ μέρους τῶν Ὀθωμανῶν, ἀλλὰ περὶ κτημάτων
285τὰ ὁποῖα ἐκαλλιέργουν ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν καὶ ἤδη τὰ
286ἐκαλλιέργησαν, τὰ ὤργωσαν κατ’ ἐπανάληψιν διὰ νὰ τὰ
287σπείρωσιν. Αἱ Ἀρχαὶ ἐκ παρερμηνείας τοῦ νόμου ἢ ἐξ ὑπερβο-
288λικοῦ ζήλου πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων ἐξεδίωξαν
289τοὺς κολλήγας καὶ ἐγκατέστησαν τοὺς πρόσφυγας. Ἐν-
290νοεῖται ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐστερήθησαν τοῦ κτήματος καὶ
291τοῦ ἱδρῶτός των.
292§30ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶχον καὶ ἄλλας παραστάσεις καὶ
293ἔδωκα παραγγελίαν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα.
294§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἰγγλέσης «παρακαλεῖ τὸν κ.
295Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν
296Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε διὰ τὰ ἐν Αἰγιαλῷ Σάμης δυσά-
297ρεστα γεγονότα, τῶν ὁποίων ἔλαβον ἤδη γνῶσιν ἡ Κυβέρ-
298νησις καὶ ἡ Βουλή, διότι ὁ ἐκεῖ λαὸς δυσφορεῖ καὶ περιμένει
299τὴν ἐπέμβασιν καὶ ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως».
300§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τηλεγραφικῶς
301πληροφορίας διὰ νὰ μάθω παρὰ τῶν Ἀρχῶν τί συμβαίνει.
302§33Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἐτη-
303λεγραφήσατε. Πρέπει νὰ σταλῇ εἰς Αἰγιαλὸν Σάμης εἷς
304ἐπιθεωρητὴς ἵνα ἐξετάσῃ τὰ συμβαίνοντα. Ἐκ πληρο-
305φοριῶν τὰς ὁποίας ἔλαβον προκύπτει ὅτι αἰτία τοῦ κακοῦ
306εἶναι ἡ ἀδράνεια τοῦ δασάρχου. Ἂν ὁ δασάρχης μετέβαι-
307νεν ἐγκαίρως καὶ ἐξήταζε τὰς αἰτήσεις πρὸς ὑλοτομίαν, δὲν
308θὰ συνέβαινον καταχρήσεις καὶ αἱ δυσάρεστοι συνέπειαι
309τούτων. Τὸ ἓν κακὸν φέρει ἕτερον καὶ παρακαλῶ νὰ ἐνερ-
310γήσητε, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ δείνωσις τῆς ἐκεῖ καταστάσεως.
311§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως
312τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
313Ἡμερησίαν Διάταξιν
314τῶν ἐπερωτήσεων.
315Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος. Ἀπών.
316§35ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω ἔγγραφον ἀπάντησιν καὶ θὰ
317παρακαλέσω ν’ ἀνακοινωθῇ.
318§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 2 ἀναβάλλεται.
319Ὁ κ. Δ. Κανελλόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουρ-
320γὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν ἐν
321Κυπαρισσίᾳ Πλημμελειοδικῶν, ὅπως δοθῇ πέρας εἰς τὴν
322ἐκκρεμῆ κατηγορίαν ἐπὶ φόνῳ τῶν Σωτηρίου Πρίγγουρη
323καὶ Ἰωάνν. Χριστάκου, οἵτινες συμπληροῦσι τετράμηνον
324σχεδὸν ἐν προφυλακίσει».
325§37Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης).
326Ἐστάλη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἵνα χορηγήσῃ πληροφορίας.
327§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ.
328Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν
329Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας νὰ κατασκευάσῃ, ἂν οὐχὶ στα-
330θμόν, τοὐλάχιστον ἓν παράπηγμα εἰς τὴν γέφυραν Δεμερλί,
331ἵνα στεγάζωνται ἀπὸ τὴν βροχὴν καὶ τὰς χιόνας οἱ ἐπιβά-
332ται οἱ ἀφικνούμενοι ἐκεῖ διὰ τοῦ Λαρισαϊκοῦ Σιδηρο-
333δρόμου».
334§39Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
335§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
336Ὁ κ. Ε. Παππακωνσταντίνου «παρακαλεῖ τὸν κ.
337Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως διατάξῃ ἐπὶ τέλους
338τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος Κλημένης–Δούσιας–Κα-
339λιάνης τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Κιάτου–Καλαβρύτων, ἀφοῦ πρὸ
340ἐτῶν ἐμελετήθη αὕτη».
341Ἐπίσης παρακαλεῖ τὸν ἴδιον κ. Ὑπουργόν, ὅπως δια-
342τάξῃ τὴν ἵδρυσιν τηλεφωνικῶν γραμμῶν ἐν τοῖς χωρίοις
343Ἀσπροκάμπῳ, Ψάρι καὶ Μπάσι τῆς Στυμφαλίας, ὡς καὶ
344ἐν τοῖς χωρίοις Γκιόζα καὶ Καλυβίοις Φενεοῦ, ἀφοῦ πρὸ
345πολλοῦ ἐλήφθη ἡ σχετικὴ ἀπόφασις καὶ ἀφοῦ διὰ τὸ ἀπό-
346κεντρον καὶ τὴν ἔλλειψιν πάσης συγκοινωνίας εἰς τὰ μέρη
347ταῦτα τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος τηλέφωνα θὰ πληρώσωσι στοι-
348χειώδη ἀνάγκην».
349§41Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἤθελον παρακαλέ-
350σει τὸν κ. Ὑπουργὸν σχετικῶς, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ζη-
351τήσῃ πληροφορίας παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας του, διότι εἶμαι
352βέβαιος ὅτι δικαιοτέραν παράκλησιν δὲν ἤκουσεν ἄλλοτε ἡ
353Βουλή. Προβαίνων περαιτέρω λέγω εἰς ὑμᾶς, κ. Ὑ-
354πουργέ, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν μερῶν αὐτῶν εἶναι ἀθλιω-
355τάτη ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ἰδίως δὲ ἡ συγκοινωνία ἔχει ἐγκα-
356ταλειφθῇ ἀπὸ τῆς καθιδρύσεως τοῦ Βασιλείου εἰς τὴν ἀρ-
357χέγονον κατάστασιν. Οὐδέποτε ἐλήφθη μέριμνα διὰ τοὺς
358ἀτυχεῖς αὐτοὺς κατοίκους. Ἑπομένως θὰ κάμητε θεάρε-
359στον ἔργον, κ. Ὑπουργέ, ἂν διατάξητε νὰ ἐκτελεσθῶσιν
360αὐτὰ τὰ μικρὰ ἔργα ἐν τῷ τόπῳ αὐτῷ, διότι εἶναι δι-
361καιότατον.
362§42Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν τὴν
363σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἐν τῇ γενικῇ δὲ μερίμνῃ θὰ
364ληφθῇ καὶ περὶ τούτου ἡ προσήκουσα πρόνοια.
365§43Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν
366γενικὴν μέριμναν τὸ τμῆμα αὐτό. Εἶχε γίνει περὶ τούτου
367μελέτη, ἥτις καὶ ἐνεκρίθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν, πρὸ τῆς
368ἐπαναστάσεως, ἐδέησε δὲ νὰ γίνῃ ἡ ἐπανάστασις, νὰ
369μεσολαβήσωσι τοσαῦτα γεγονότα, νὰ παρέλθωσι τόσα
370ἔτη καὶ νὰ εὑρίσκηται εἰς τὸ ἴδιον στάδιον. Ἑπομένως
371εἶναι δίκαιον νὰ προτιμηθῇ καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑπα-
372χθῇ εἰς τὴν γενικὴν μέριμναν τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ
373ἐκτελέσητε, διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ εἰδικὸν μέτρον καὶ ἔχει
374μελετηθῆ πρὸ πολλῶν ἐτῶν.
375§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 7 ἀναβάλλεται.
376Ὁ αὐτὸς κ. Ε. Παππακωνσταντίνου «ἐπερωτᾷ τὸν
377κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διατί δὲν διωρίσθη μέχρι
378τοῦδε διευθυντὴς τοῦ τηλεφωνικοῦ γραφείου Καλιάνης
379τῆς Στυμφαλίας ἁρμοδίως προταθεὶς καὶ διατί δὲν ἐκοινο-
380ποιήθη ὁ διορισμὸς τῶν διευθυντῶν τῶν αὐτῶν γραφείων
381Ψάρι καὶ Δούσικας τῆς Στυμφαλίας καὶ Λουτρακίου, ὁ δη-
382μοσιευθεὶς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» ἀπὸ τῶν
383ἀρχῶν Σεπτεμβρίου 1914».
384§45Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἶπον καὶ εἰς προηγουμένην συνε-
385δρίαν ὅτι προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ μετ’ οὐ πολὺ ὁ
386νέος νόμος περὶ διευθυντῶν τηλεφωνικῶν γραφείων οὐδε-
387μίαν ἤδη θὰ κάμω μεταβολὴν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ
388προσωπικὸν τὸ ἤδη ὑπάρχον.
389§46Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Προέβλεπον τὴν
390ἀπάντησιν αὐτήν, κ. Πρόεδρε, καὶ θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν
391ἦτο δυνατὸν ἐν τῇ διανοίᾳ μου νὰ περιλάβω τὴν ἀλήθειαν
392ταύτην, διότι ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀλήθεια τοῦτο προερχόμε-
393νον ἐκ τῶν χειλέων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς
394ἔχω ὑπ’ ὄψει μου σειρὰν γεγονότων, τὰ ὁποῖα μὲ πείθουσιν
395ὅτι πᾶν ἄλλο συμβαίνει ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως
396ἢ τὸ ζήτημα τῆς μελλούσης ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου·
397διότι, ἂν ἦτο ἀληθὲς ὅτι ἡ σχετικὴ ἐνέργεια ἐβράδυνε διὰ
398τὴν μέλλουσαν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου, θὰ ἦτο ἀκατα-
399νόητον, διότι οὐδὲν ἐμποδίζει ὅπως ὁ νόμος ἐφαρμοσθῇ,
400ἀφοῦ ἔλθῃ ἡ σειρά του, ἀδιάφορον περὶ τοῦ τίνες θὰ εἶναι
401οἱ διευθυνταί.
402§47Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν νέας
403ἐγκαταστάσεις τοῦ προσωπικοῦ, ἀφοῦ πρόκειται μετ’ ὀλί-
404γον χρόνον νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νέον νόμον.
405§48Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ὑπ’
406ὄψει μου ὅτι ἐδημοσιεύθη ἀπὸ τῶν ἀρχῶν Σεπτεμβρίου
407ἡ διαταγή, ὅτε οὐδὲ κἂν σκέψις ὑπῆρχε διὰ μεταξὺ ψήφισιν
408τοῦ νόμου καὶ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἄρα δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ
409λόγος τὸν ὁποῖον λέγετε.
410§49Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῶν
411συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη ὁ νέος νόμος.
412§50Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ
413ἐφαρμοσθῇ ἓν μέτρον, εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἐφηρμό-
414σθησαν δύο μέτρα, ἤτοι εἰς μὲν τὸν διευθυντὴν τοῦ τηλε-
415φωνικοῦ γραφείου Ψάρι δὲν ἐκοινοποιήθη ὁ διορισμός, διότι
416ἐτύγχανεν αὐτὸς μέλος τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, ὁ δὲ
417ἄλλος διορισμὸς ἐκοινοποιήθη, καίτοι ὁ διορισθεὶς ἦτο
418μέλος καὶ μέλος μάλιστα ἐπιφανὲς τοῦ κοινοτικοῦ συμβου-
419λίου, καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἀντιγνωμία αὐτὴ δὲν ἔπρεπε νὰ
420γίνῃ.
421Ἐν τέλει παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἓν
422τέλος εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διότι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ποσῶς
423περὶ τῶν προσώπων, ἀλλὰ μ’ ἐνδιαφέρει ἡ κατάστασις ἡ
424ὁποία ἐδημιουργήθη ἐν τῷ τόπῳ ἕνεκεν αὐτῆς τῆς πλημ-
425μελοῦς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου. Διότι πρέπει νὰ γνωρί-
426ζητε ὅτι ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εἶναι τελείως παραλε-
427λυμένη καὶ δὲν ὑπάρχει, ἂν δὲ λάβητε τὸν κόπον νὰ ἐρω-
428τήσητε τὴν Ὑπηρεσίαν σας, θὰ πληροφορηθῆτε περὶ τούτου.
429Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἵνα μερι-
430μνήσῃ καὶ πληρωθῇ ἡ κενὴ θέσις τοῦ ταχυδρομικοῦ γρα-
431φείου Καλιάνης τῆς Στυμφαλίας, διότι ὡς πληροφοροῦμαι,
432ὑπάρχει διαθέσιμον προσωπικόν.
433§51Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Προσωπικὸν διαθέσιμον δὲν ὑπάρ-
434χει. Ἐλπίζω νὰ ἱκανοποιήσω τὴν αἴτησίν σας εὐθὺς ὡς
435προσλάβω προσωπικόν.
436§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χριστόπουλος «παρακαλεῖ
437τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ συστήσῃ εἰς τὴν
438Ἑταιρείαν τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελο-
439ποννήσου, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ διοχετευθῶσι τὰ μακρό-
440θεν συσσωρευόμενα ὄμβρια ὕδατα ἐπὶ τῶν χανδάκων τῆς
441γραμμῆς εἰς τὸν πλησίον κείμενον χείμαρρον Συκιᾶς Κοριν-
442θίας· τὰ ὕδατα ταῦτα διοχετευόμενα διὰ δύο μεγάλων ὀχε-
443τῶν διασχίζουσι τὸ χωρίον εἰς δύο μέρη ἀπειλοῦντα μεγί-
444στας καταστροφάς».
445§53Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
446νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του.
447§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 10 καὶ 11 ἀναβάλ-
448λονται.
449Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν
450Ἡμερησίαν Διάταξιν
451τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
452Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1 νομοσχέδιον ἀναβάλλεται, διότι δὲν
453διενεμήθη.
454Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
455κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος
456περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων
457τοῦ Κράτους διὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον
4581914 τῆς χρήσεως 1914 καὶ περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ
459τῆς πληρωμῆς τῶν αὐτῶν ἐξόδων διὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώ-
460βριον καὶ Νοέμβριον τῆς αὐτῆς χρήσεως».
461(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέ-
462διον).
463§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν
464τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς
465τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διὰ Β. Διατάγματος παρατείνῃ ἐπὶ
466ὁλόκληρον διάστημα χρόνου, μὴ ὑπερβαῖνον τὴν 5ετίαν, τὴν
467ἰσχὺν τοῦ νόμου ΦΟΗʹ «περὶ περιορισμοῦ τῆς δικαστικῆς
468δικαιοσύνης τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν Ἀρχῶν».
469§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχε-
470δίου «περὶ δωρεᾶς τοῦ δάσους Γολέμα–Ρέκα εἰς τὴν Α. Μ.
471τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον».
472(Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
473Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 3 καὶ 4 ἀναβάλλονται.
474(Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τῶν ἑπομένων νομοσχεδίων:
4751) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ
476ἱδρύσεως εἰδικοῦ ἀρχαιολογικοῦ ταμείου ͵ΓΨΚΘʹ νόμου
477τοῦ 1910»,
4782) «περὶ πληρωμῆς εἰσιτηρίων εἰς τὰ Μουσεῖα καὶ
479τοὺς ἀρχαιολογικοὺς χώρους τοῦ Κράτους»,
4803) «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς καταβολῆς τελῶν ἐγγρα-
481φῆς καὶ κατατάξεως ἐν τοῖς Σχολείοις τῆς Μέσης Ἐκπαι-
482δεύσεως τῶν προσφύγων μαθητῶν»,
4834) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου
484͵ΓΩΚΖʹ περὶ διδακτηρίων κτλ.» καὶ
4855) «περὶ ὀργανώσεως τοῦ σχολείου τῶν Καλῶν Τε-
486χνῶν»).
487Τὸ ἑπόμενον ἀναβάλλεται.
488(Ψηφίζεται εἶτα εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομο-
489σχέδιον «περὶ κυρώσεως συμβάσεων· αʹ) διὰ τὴν ἐπὶ τῶν
490Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων κυκλοφορίαν τῶν διαφόρων τύ-
491πων ἁμαξῶν τῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας τῶν κλιναμαξῶν καὶ
492τῶν ταχειῶν Εὐρωπαϊκῶν ἁμαξοστοιχιῶν, βʹ) διὰ τὴν
493ἵδρυσιν πρακτορείου ταξιδίων ὑπὸ τῆς αὐτῆς Διεθνοῦς
494Ἑταιρείας τῶν κλιναμαξῶν καὶ γʹ) διὰ τὰς ὑπὸ τῆς αὐτῆς
495Διεθνοῦς Ἑταιρείας γενησομένας διαφημίσεις εἰς τὰ διά-
496φορα ὄργανα δημοσιότητος αὐτῆς»).
497Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Διοι-
498κήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης».
499§57ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
500Ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί, λαμβάνων
501ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν
502Βουλὴν παρὰ τοῦ κ. Ἰωάννου Εὐταξίου, Διοικητοῦ τῆς
503Ἐθνικῆς Τραπέζης.
504§58ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρῶτος
505ἀκριβῶς ἵνα καταθέσω αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα.
506§59ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πολὺ καλά· ὁρίσατε.
507§60ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐζήτησα, Κύριοι, τὸν λόγον ἐπὶ
508τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἐπανορθώσω διαφόρους
509ἀνακριβείας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
510εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ
511κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω τὸν λόγον
512ἅμα τῇ εἰσηγήσει τοῦ νομοσχεδίου, ἐπεφυλάχθην κατὰ
513τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐν τῷ
514μεταξὺ ὅμως αὐτὸς ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης μὲ προέ-
515λαβεν ὑποβαλὼν εἰς τὴν Βουλὴν μακρὸν ὑπόμνημα, διὰ τοῦ
516ὁποίου ἐπανορθοῖ πάσας τὰς ἀνακριβείας τοῦ λόγου τοῦ κ.
517Πρωθυπουργοῦ κατὰ τρόπον, ὡς ἐγὼ νομίζω, ὀρθόν. Ἐπι-
518φυλάττομαι λοιπόν, ἀφοῦ ἀκούσω τὴν ἀνταπάντησιν εἰς
519αὐτὸ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν νομίσω
520ἀναγκαῖον, νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Θὰ παρεκάλουν
521ὅμως τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τοιούτου
522ὑπομνήματος, προκειμένου δηλαδὴ περὶ ἀπαντήσεως εἰς
523τόσον βαρείας κατηγορίας, ἀπευθυνθείσας κατὰ προσώπου
524τοιαύτην ὑψηλὴν θέσιν κατέχοντος, καὶ δίκαιον ἦτο, νὰ
525διαταχθῇ ἡ ἐκτύπωσις τοῦ ὑπομνήματος τούτου καὶ ἡ
526διανομὴ αὐτοῦ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς.
527§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διανείματέ το ὑμεῖς.
528§62ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς
529συζητήσεως. Νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις· καὶ νὰ διανεμηθῇ,
530εἰ δυνατόν, κατὰ τὴν αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
531§63ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λαμβάνω ἀφορμὴν ν’ ἀνέλθω ἐπὶ
532τοῦ βήματος ἐκ τοῦ ὑπομνήματος τὸ ὁποῖον ὁ κ. Διοικητὴς
533τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βου-
534λῆς θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ἀνα-
535σκευάσω σειρὰν ψευδολογημάτων... (Διαμαρτυρίαι ἐξ ἀρι-
536στερῶν).
537Ἀποσύρω τὴν λέξιν.
538§64ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀδιαφορῶ διὰ τὰς ὕβρεις. Ὁ κ.
539Ἰωάννης Εὐταξίας ἵσταται τοσοῦτον ὑψηλὰ καὶ ἔχει νὰ
540ἐπιδείξῃ τοιοῦτο παρελθὸν καὶ ὡς ἀνὴρ δικαστὴς καὶ ὡς
541καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε δὲν δύναται νὰ θιγῇ.
542§65ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶπον ὅτι ἀποσύρω τὴν λέξιν.
543§66ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω μόνον ὅτι
544δὲν νομίζετε καλὸν νὰ τυπωθῇ τὸ ὑπόμνημα;
545§67ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ ἠξεύρει ὅλος ὁ κόσμος. Ἀλλὰ
546λέγω ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀνασκευάσω τὰς ἀνακριβείας
547τὰς ὁποίας περιέχει τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς
548Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ συγχρόνως ἔχω καὶ τὸ καθῆκον
549ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς προσωπικὰς
550ἐναντίον μου αἰτιάσεις—καὶ μεταχειρίζομαι φράσιν ἡ ὁποία
551βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑπερβαίνουσα τὰ ὅρια
552τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐπρεπείας· μένω ἐκεῖθεν τῶν ὁρίων
553τούτων.—Τὰς προσωπικὰς αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν
554ἐναντίον μου ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχω,
555λέγω, καθῆκον νὰ τὰς ἀνασκευάσω καὶ ἀπὸ τούτων ἄρ-
556χομαι.
557Ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἰσχυρίζεται
558ὅτι, ὅτε ἐγένοντο διαπραγματεύσεις περὶ ἱδρύσεως καὶ ἐν
559Ἑλλάδι Τραπέζης Κτηματικῆς Πίστεως, εἰς τὰς δια-
560πραγματεύσεις ταύτας ἔλαβον μέρος ἐγὼ καὶ ὅτι ἐσκόπουν
561καὶ ἐπροτιθέμην, χρῆσιν ποιούμενος τοῦ ἀξιώματος τὸ
562ὁποῖον κατέχω, νὰ διευκολύνω αὐτὰς ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμ-
563φερόντων τῆς Χώρας. Δηλῶ ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις
564ἐκεῖναι διεξήχθησαν ἅπασαι ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ
565τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Μιχαλακοπούλου. Ὁ κ. Ἰω.
566Εὐταξίας, μεθ’ οὗ ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι,
567οὐδέποτε ὡμίλησε μετ’ ἐμοῦ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου,
568μόνον δ’ ἐκ τῶν εἰσηγήσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς ἡμᾶς
569ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἔλαβον καὶ ἐγὼ γνῶσιν τῶν
570ζητημάτων ἐκείνων καὶ ἔλαβον γνῶσιν καὶ τῶν λόγων τοὺς
571ὁποίους ἀντέταξεν ὁ κ. Ἰω. Εὐταξίας εἰς τὴν ἀποδοχὴν
572τῶν προτάσεων. Καὶ βεβαίως ἡ στιγμὴ ἴσως νὰ μὴ ὑπῆρξε
573κατάλληλος τότε εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἐκείνας, βε-
574βαίως ὅμως ἡ ἀντίληψις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς
575Τραπέζης δὲν ὑπῆρξεν ἡ προσήκουσα ἐν τῷ θέματι ἐκείνῳ,
576διότι οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους ὥριζεν ἡ ὁμὰς ἦτο ἀκριβῶς ἡ
577μετοχὴ κατὰ τὸ ἥμισυ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀκριβῶς ἡ
578ἵδρυσις ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ὁ κ.
579Εὐταξίας ἐφρόνει ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔπρεπε νὰ εἶναι
580αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἔχουσα τὴν μονοπώλησιν τῆς Κτηματι-
581κῆς Πίστεως. Κατὰ πόσον εἴμεθα ὑπόχρεοι πάντες οἱ Ἕλλη-
582νες, ὅλη ἡ χώρα νὰ προστρέχωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
583πεζαν, ἵνα δανειζώμεθα τὰ ὀλίγα χρήματα τῶν ὁποίων
584ἔχομεν ἀνάγκην καὶ μετὰ τῶν δυσκολιῶν τὰς ὁποίας γνω-
585ρίζομεν, κατὰ πόσον, λέγω, τοῦτο ἦτο τὸ πραγματικὸν συμ-
586φέρον τῆς Χώρας ἀφήνω νὰ κρίνωσι πάντες. Ἀλλ’ ὁ Διοικη-
587τὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐφρόνει ὅτι ἦτο ἀντίθετον πρὸς
588τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης τὸ νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγμα-
589τεύσεις καὶ νὰ παραδεχθῇ τὴν ὕπαρξιν καὶ ἐν Ἑλλάδι ἱδρύ-
590ματος Κτηματικῆς Πίστεως, διότι ἡ ὁμὰς ἐκείνη, ἡ ὁποία
591ἦτο τὸ «Comptoir», εἶχε θέσει ὡς ὅρον ὅτι μόνον ἐν περι-
592πτώσει καθ’ ἣν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤθελε λάβει μέρος κατὰ
593τὸ ἥμισυ εἰς τὴν ἱδρυθησομένην Τράπεζαν, μόνον ὑπὸ τοιοῦ-
594τον ὅρον θὰ ἐδέχετο νὰ ἔλθῃ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ὁ κ. Εὐταξίας
595ἄλλα ἐφρόνει· ἐφρόνει ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ εἰς τὴν Τράπε-
596ζαν μὲ οὐσιαστικὸν προνόμιον καὶ μετεχειρίσθη πᾶν μέσον,
597ὥστε νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἵδρυσιν τοιαύτης Τρα-
598πέζης ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τοῦ παρόντος. Τὴν ἀνακρίβειαν αὐτὴν
599εἶχον καθῆκον ν’ ἀνασκευάσω.
600Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον ν’ ἀνασκευάσω καὶ ἑτέραν ἀνα-
601κρίβειαν, τὴν ὁποίαν δὲν ὤκνησεν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς
602Τραπέζης ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ ὑπομνήματι αὐτοῦ, ἴσως διότι ἡ
603μνήμη αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξεν ἀρκετὰ ἰσχυρὰ ὥστε νὰ ἐνθυμηθῇ
604καλῶς τὰ διατρέξαντα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὅλη ἡ
605προϊστορία τοῦ δανείου τῶν 65 ἑκατομμυρίων, ἥτις ἠσφάλι-
606σεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἀγορὰν τῶν δύο θωρηκτῶν, τὰ ὁποῖα ἠσφά-
607λισαν εἰς ἡμᾶς τὴν ἠρεμίαν, ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία ἡ πρὶν
608ἐξηγεῖται, διατυποῦται κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀνακριβῆ.
609Λέγει ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν
610προμήθειαν τῶν θωρηκτῶν ἢ τοῦ θωρηκτοῦ τὸ ὁποῖον ἐπρό-
611κειτο νὰ προμηθευθῶμεν τότε, ὅτι ἡ προμήθεια καὶ ἡ
612πληρωμὴ τοῦ θωρηκτοῦ τούτου ἐπρόκειτο νὰ συντελεσθῇ
613ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου τῶν
614250.000.000 καὶ ὅτι, ἐπειδὴ θ’ ἀπῃτεῖτο καί τι πλέον,
615ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα αὐτὸ τὸ καί τι πλέον ἤθελε τὸ
616δώσει προθύμως. Αὐτὴ ἡ ἱστορία εἶναι ἄρδην ἀντί-
617θετος πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ἱστορία τῆς ἐξευρέσεως
618τῶν μέσων δι’ ὧν θὰ καθίστατο δυνατὸν εἰς τὸ Κράτος νὰ
619πορισθῇ χρήματα διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ θωρηκτοῦ, ἡ
620ἀπόκτησις τοῦ ὁποίου ἦτο ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἀσφάλειαν
621τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τὸ θέμα αὐτὸ εἶχε γίνει ἀντι-
622κείμενον μακρᾶς συζητήσεως. Ἤδη ἐπὶ τῆς διοικήσεως
623τοῦ μακαρίτου Βαλαωρίτου καὶ μετ’ αὐτὴν εἴχομεν προ-
624έλθει εἰς διαπραγματεύσεις περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ
625ποσοῦ ἐκείνου, οὐδεὶς δὲ βεβαίως, ἥκιστα δὲ πάντων ὁ τότε
626διοικητὴς Ι. Βαλαωρίτης, ἐπίστευεν ἢ ἐφαντάζετο ὅτι τὸ
627ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 250 ἑκατομμυρίων μετὰ τὴν
628ἀφαίρεσιν πασῶν τῶν ἀποσβέσεων τῶν προσωρινῶν δανείων,
629ὅτι τὸ ὑπόλοιπον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγ-
630καῖον διὰ τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας εἴχομεν ἔκτοτε τὰς τα-
631κτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον αὐτὸ τῶν 55
632ἑκατομμυρίων ἤθελεν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ διὰ
633τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας εἴχομεν, τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους,
634καὶ διὰ τὴν προμήθειαν καὶ τὴν καταβολὴν τῶν 65 ἑκα-
635τομμυρίων διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ θωρηκτοῦ ἢ τῶν θωρηκτῶν.
636Καὶ ταῦτα ὁ Ι. Βαλαωρίτης ἀνεμέτρει, ἐγνώριζεν, ἔλεγε
637δὲ καὶ ἐβεβαίου τὴν Κυβέρνησιν ὅτι περὶ τούτου δὲν δύ-
638ναται νὰ γίνῃ λόγος, ὅτι βεβαίως τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου
639ἐκ 55 ἑκατομμυρίων δὲν θὰ εἶναι τὸ μόνον. Ὅτε δὲ εἰς
640τὰς διαπραγματεύσεις τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν
641250 ἑκατομμυρίων περιελήφθη ἡ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας
642περιελήφθησαν τὰ ἀποσβεστέα δάνεια καὶ τὸ δάνειον τῶν
64340 ἑκατομμυρίων τὸ πενταετές, ἀντέταξα σφοδρὰν ἀντί-
644στασιν ἀκριβῶς διὰ νὰ διατηρήσω ὑπὲρ τοῦ Κράτους τα-
645μειακὴν εὐρυχωρίαν, γνωρίζων ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατον
646νὰ προσδοκῶμεν ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ συνομολόγησιν καὶ
647ἑτέρου δανείου. Ἀλλ’ ὁ Βαλαωρίτης εἶπε τότε, καὶ κατί-
648σχυσε τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, ὅτι ἡ ἀξίωσις τῶν χορηγῶν τοῦ
649χρήματος εἶναι καὶ ἡ ἐξόφλησις αὐτοῦ τοῦ δανείου. Ἀλλὰ
650τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι ἀκριβῶς ἐκ τῆς
651ἐξοφλήσεως ὅλων αὐτῶν τῶν δανείων καὶ τοῦ δανείου αὐ-
652τοῦ τῶν 40 ἑκατομμυρίων κινητοποιοῦνται πάλιν διάφοροι
653ἀκινητοποιήσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης αἱ ὁποῖαι εἶχον
654καταστῆ ἀκίνητοι λόγῳ ἀκριβῶς τῶν δανείων αὐτῶν
655τὰ ὁποῖα μᾶς εἶχε δώσει καὶ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἐθνικὴ
656Τράπεζα ἐπορίσθη ἐκ τῆς ἀποσβέσεως ἀκριβῶς τῶν δα-
657νείων αὐτῶν τῶν προσωρινῶν, τὰ ὁποῖα ἀπεσβέσθησαν διὰ τοῦ
658προϊόντος τοῦ δανείου τῶν 250 ἑκατομμυρίων, ἀνήρχοντο εἰς
65970.000.000, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ τῶν 70 ἑκατομμ. τὰ
660ὁποῖα ἐπορίσθη ἀκριβῶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῶν χρημά-
661των τοῦ δανείου τῶν 250 ἑκατομμ., ἀκριβῶς ἐκ τοῦ ποσοῦ
662τούτου ἐπρόκειτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, κατὰ τὴν ἔκφρασιν
663τοῦ Βαλαωρίτου, νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι
664ἐπρόκειτο πάντοτε τὸ δάνειον τῶν 250 ἑκατομμυρίων νὰ
665τὸ διαδεχθῇ ἄλλο δάνειον προσωρινόν. Ταῦτα ἐγνώριζεν ὁ
666κ. Εὐταξίας· ὅτε δὲ παρετήρησα εἰς αὐτὸν ὅτι «ναὶ θὰ μᾶς
667δώσητε τὸ δάνειον, διότι ἀκριβῶς θὰ μᾶς δώσητε δά-
668νειον ἐκ τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα ἡμεῖς σᾶς δίδομεν», καὶ
669ὅτε τῷ ὑπέμνησα ὅτι αὐτὴ ἦτο καὶ ἡ ἀντίληψις τοῦ Βα-
670λαωρίτου, σκωπτικῶς εἶπεν· «Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ
671ὁποῖα ἔκαμνεν ὁ μακαρίτης», λέγων τρόπον τινὰ ὅτι ἡ
672ἐνέργεια αὕτη τὴν ὁποίαν ὁ Βαλαωρίτης ἐν τῇ ἀντιλήψει
673τῇ ἀνωτέρᾳ τῶν καθηκόντων του εἶχε ῥυθμίσει, ὅτι αὐτὴ
674ἦτο πρᾶξις ἡ ὁποία τραπεζιτικῶς ἦτο ἥκιστα ἐπωφελής.
675Βεβαίως ἴσως νὰ μὴ ἦτο πρᾶξις κερδοσκοπική, ἐνδεικνύει
676ὅμως ἀντίληψιν καὶ πρᾶξιν ἡ ὁποία ἐτίμα ἐκεῖνον, διότι
677πράγματι ἐνδεικνύει οἷος πρέπει νὰ εἶναι ὁ Διοικητὴς τῆς
678Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ μετὰ πολυμόχθους συζητήσεις καὶ
679διαπραγματεύσεις ἐπετύχομεν τέλος πάντων νὰ λάβω-
680μεν τὸ δάνειον αὐτό, διὰ τοῦ ὁποίου κατωρθώσαμεν τὴν
681πληρωμὴν τῶν θωρηκτῶν. Ἑπομένως εἶναι ὅλως ἀνακριβῆ
682πάντα τὰ λεγόμενα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τοῦ τέλους τοῦ
683ὑπομνήματος τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι
684οὐδέποτε ἐπρόκειτο νὰ μᾶς δώσῃ 70.000.000 διὰ νὰ συμ-
685πληρώσωμεν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν,
686διότι ἐγνωρίζομεν πολὺ καλῶς πῶς θὰ διαχειρισθῶμεν τὰς
687ταμειακὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἐγνώριζε καὶ ἐκεῖνος τὰς
688ταμειακὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὤφειλε δὲ νὰ γνωρίζῃ καὶ
689τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐπιτακτικὰς τὰς ὁποίας εἴχομεν καὶ
690τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας εἴχομεν τὰς στρατιωτικὰς καὶ
691ναυτικάς. Ἀλλὰ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ὁποίας
692διεξήγαγον μετὰ τοῦ κ. Εὐταξίου οὐδέποτε εἶχον πρα-
693γματικῶς τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἶχον ἀπέναντί μου λειτουργὸν
694ἀνώτερον ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἠσθάνετο ὅτι δὲν εἶναι
695ἀντιπρόσωπος ἰδιωτικῆς κερδοσκοπικῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’
696ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωπος ἀνωτάτου ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον δὲν
697εἶναί τι ἄλλο ἢ αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος ἐν τῇ ἐμφανίσει
698του τῇ τραπεζιτικῇ. Ἀνακρίβειαι ἑπομένως εἶναι ὅσα
699γράφει.
700§68ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀρνεῖσθε ὅτι προεξώφλησε τὰ
70160.000.000 τοῦ δανείου μετὰ πολλὰς προσπαθείας;
702§69ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.
703§70ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸς τίνα δὲ σκοπόν;
704§71ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διότι εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην χρη-
705μάτων· μεταξὺ τῶν χρημάτων τούτων ἐπρόκειτο ἓν τμῆμα
706νὰ δοθῇ βεβαίως καὶ διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν θωρηκτῶν, διότι
707ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μᾶς ἔδωκε 55.000.000 μόνον διὰ τὴν
708ἀγορὰν τῶν θωρηκτῶν, διὰ τὰ θωρηκτὰ δ’ ἐκεῖνα, ἐνθυ-
709μοῦμαι καλῶς ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην 67.000.000· ἑπομένως
710συνεπληρώσαμεν ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἴχομεν καὶ τὰ
711ὁποῖα προήρχοντο ἐκ τῆς προεξοφλήσεως τὴν ὁποίαν ἐνήρ-
712γησε βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μοχθήσασα καὶ αὐτή·
713ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἂν θέλητε νὰ ἔλθητε εἰς τὸ ζήτημα
714τῆς μοχθήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν προεξό-
715φλησιν ἐκείνην καὶ τὴν ἐνέργειαν τὴν ὁποίαν διεξήγαγεν
716ἐν Παρισίοις, βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη, ἂν ἀπο-
717καλυφθῇ καὶ ὅταν ἀποκαλυφθῇ, βεβαίως δὲν εἶναι πρὸς τι-
718μὴν τῆς δεξιότητος τοῦ κ. Εὐταξίου.
719§72ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ μὴ κάμνητε ὑπαινιγμούς. Νὰ
720φέρητε πράγματα, ὄχι ὑπαινιγμούς.
721§73ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρακαλῶ. Μακρὰν ὑπαινιγμῶν,
722ἐννοῶ τῆς δεξιότητος τῆς διπλωματικῆς τοῦ κ. Εὐταξίου,
723διότι αἱ διαπραγματεύσεις τὰς ὁποίας διεξήγαγεν ὁ κ.
724Εὐταξίας μετὰ τῆς ὁμάδος ἡ ὁποία εἶχεν ἀναλάβει τὸ
725δάνειον ἐν Γαλλίᾳ, αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι ἤγαγον
726εἰς ῥῆξιν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μὲ τὸ «Comptoir», τὸ
727ὁποῖον καλῶς ἢ κακῶς, ὁπωσδήποτε πάντοτε μᾶς ἐβοήθησε
728καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν περίοδον τῆς ἱστορίας· γνωρίζετε δὲ
729ἢ ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε ποῦ κατέληξεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα·
730κατέληξεν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔλαβε τηλεγράφημα, τὸ
731ὁποῖον ἐκοινοποιήθη καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν
732καὶ τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι «ἀναγκαζόμεθα νὰ ὑπομνήσωμεν
733εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπε-
734ζαν τὸν σεβασμὸν ὃν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι πρὸς τὰς ὑπο-
735χρεώσεις αἵτινες ἀπορρέουσιν ἐκ τῶν συμβάσεων, διαμαρ-
736τυρόμεθα δ’ ἐπισήμως κατὰ πάσης ἐνεργείας ἥτις ἤθελε
737γίνει ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ».
738§74Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τίνος ἡμερομηνίας εἶναι;
739§75ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Σᾶς καταθέτω τὸ σχετικὸν τηλε-
740γράφημα.
741§76ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀναφέρεται ἀκριβῶς εἰς τὸ ζήτημα
742τῆς προεξοφλήσεως ἐκείνου τοῦ δανείου.
743§77ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ Ἐθνικὴ
744Τράπεζα ἐπολιτεύθη κατὰ τρόπον ἀδέξιον...
745§78Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνα ὡρισμένην ἐνέρ-
746γειαν ἐμέμφετο καὶ τί ὑπενόει;
747§79ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀκριβῶς διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα
748ἤθελεν, ἀποχωριζομένων τῶν συμβαλλομένων, νὰ προβῇ εἰς
749ἔκδοσιν δανείου, μολονότι ἐκεῖνοι μεθ’ ὧν συνεβλήθη εἶχον
750ἐκ τῆς συμβάσεως δικαίωμα νὰ μὴ κάμωσι τὴν ἔκδοσιν
751τοῦ δανείου.
752§80ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ προεξοφλήσεως τῶν
753μηνιαίων δόσεων.
754§81ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ σᾶς καταθέσω τὰ σχετικὰ
755τηλεγραφήματα.
756§82Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὀφείλετε νὰ μᾶς ἐξηγήσητε τὸ περιε-
757χόμενον.
758§83ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ τὰ καταθέσω.
759§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἂν ἀφ’ ἑαυτοῦ ὁ Διοικητὴς
760προέβη εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἢ ἐκλιπαρούμενος ὑπὸ
761τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν...
762§85ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές.
763§86ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ... διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ προκαταβλη-
764θῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὰ 60.000.000 αὐτά, τὰ
765ὁποῖα κατὰ τὴν σύμβασιν ἔμελλον νὰ καταβάλλωνται εἰς
766ἕξ μηνιαίας δόσεις, διότι διὰ νὰ προκαταβληθῶσιν αὐτὰ
767ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις χάριν τοῦ Ὑπουρ-
768γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι χάριν αὐτοῦ, διαμαρτύρονται δὲ
769ἐκεῖνοι πῶς ἤθελον νὰ παραβιάσωσιν οἱ ἐδῶ τὴν σύμβασιν,
770καὶ ἦσαν ἄλλοι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον εἰς τοὺς
771κεφαλαιούχους διὰ νὰ ὑποβάλωσι τὰς τοιαύτας διαμαρ-
772τυρίας.
773§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔπειτα θὰ τὰ εἴπητε, ἔπειτα.
774§88Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν ἐπι-
775τρέπετε; Τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς προεξόφλησιν τῶν
776μηνιαίων δόσεων ἐνήργει ἡ Τράπεζα κατ’ ἐντολὴν τῆς
777Κυβερνήσεως;
778§89ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαιότατα.
779§90Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἐπεθύμουν νὰ
780μάθω κατὰ τί ἔπταισεν.
781§91ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τοῦτο δὲν ἔπταισε τίποτε.
782§92Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ διαπραγμά-
783τευσις κατὰ τί ὑπῆρξε διπλωματικῶς ἀδεξία;
784§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι προυκάλεσεν αὐτὴν τὴν
785δήλωσιν τῆς διπλωματικῆς ῥήξεως μετὰ τῆς Εὐρώπης.
786§94ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διότι μᾶς ἠνάγκασε νὰ ἐπεμβῶμεν
787ἡμεῖς ἵνα ἀποκαταστήσωμεν τὰς τόσον προσκοψάσας δια-
788πραγματεύσεις.
789§95Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ μάθω τίνα
790προϋπόθεσιν εἶχεν.
791§96ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἐφρόνει ὅτι ἐδικαι-
792οῦτο νὰ προβῇ εἰς ἔκδοσιν τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δανείου
793τῶν 250.000.000 πρὶν ἢ ἐξαντληθῇ ἡ προθεσμία ἡ ὁποία
794ἦτο συμβατικὴ καὶ ἐφρόνει ὅτι ἠδύνατο εἰς τοῦτο νὰ
795ἐκβιάσῃ καὶ τοὺς συμβαλλομένους· οἱ συμβαλλόμενοι πρὸς
796οὓς ἀπετάθη ἀπήντησαν ἀρνητικῶς· ἀπήντησαν ἀρνητικῶς
797ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἡ σύμβασις τοῖς χορηγεῖ ὡρισμένα δικαιώ-
798ματα καὶ ὅτι ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων τούτων δὲν δύνανται
799ν’ ἀπομακρυνθῶσι καὶ πᾶσαν ἀπομάκρυνσιν ἐξ αὐτῶν τῶν
800δικαιωμάτων, ἂν ἐνηργεῖτο τῇ συμφωνίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς
801Κυβερνήσεως, τὴν ἐθεώρει ὡς παράβασιν ἀνειλημμένων ὑπο-
802χρεώσεων.
803§97Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τοῦτο λέγει τὸ τηλεγρά-
804φημα;
805§98ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
806§99Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἦτο διὰ τὴν προεξόφλησιν.
807§100ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.
808§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περὶ προεξοφλήσεως τῶν μηνιαίων
809δόσεων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἀδεξία ἡ διαχείρισις τοῦ
810ζητήματος παρὰ τοῦ κ. Εὐταξίου προυκάλεσε τὸ τηλεγρά-
811φημα· αὐτὸ εἴπετε. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ τοῦ δανείου
812τῆς προεξοφλήσεως τῶν μηνιαίων δόσεων, ἀλλὰ περὶ ἄλλου
813δανείου, καὶ ὁ κ. Εὐταξίας ἐζήτησεν ὅπως προβῇ εἰς τὴν
814ἔκδοσιν μέρους τοῦ δανείου.
815§102ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συγχρόνως ἔγινεν ἡ διαπραγμά-
816τευσις, κύριε Πρόεδρε, αὐτῶν τῶν ζητημάτων. Ὅτε πρου-
817τάθη ἡ προεξόφλησις τοῦ ὑπολοίπου τῆς πρώτης δόσεως,
818ἐζητήθη συγχρόνως ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτι ἐδι-
819καιοῦτο νὰ προβῇ καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν εἴτε ὅλου εἴτε μέρους
820τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δανείου ἀνεξαρτήτως πρὸς τοὺς
821συμβαλλομένους. Κατὰ τοῦτο ἐγένετο ἡ διαμαρτυρία ἡ
822ἔντονος ἡ ὁποία προυκάλεσε τὸ τηλεγράφημα ὅτι δὲν ἦτο
823ὀρθὴ ἡ ἑρμηνεία καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἐνώπιον τετελε-
824σμένου γεγονότος τῆς ῥήξεως τῶν σχέσεων αὐτῶν, διότι ὁ
825κ. Εὐταξίας αὐτὸ τὸ ἥκιστα διπλωματικὸν τὸ ἔθιξε χωρὶς
826νὰ τὸ ὑποβάλωμεν.
827§103ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ κατατεθῶσι τὰ τηλεγραφή-
828ματα, κύριε Ὑπουργέ, καὶ τότε νὰ γίνῃ συζήτησις.
829§104ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
830§105ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑμεῖς νὰ ἔχητε τηλεγραφήματα καὶ
831νὰ ὁμιλῆτε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἔχωμεν
832γνῶσιν; Ἐπίσης νὰ κατατεθῇ καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ
833Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης.
834§106ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
835§107Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ κ.
836Εὐταξίου ἀνεκοινοῦτο εἰς τοὺς ἐν Γαλλίᾳ πιστωτὰς ἵνα
837προέβαινον εἰς ἐνέργειάν τινα;
838§108ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ προέβαινον.
839§109ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ προέβαινον. Θὰ σᾶς προσαγάγω
840τὰ τηλεγραφήματα.
841§110ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ προέβαινον.
842§111ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἄς φύγωμεν ἀπ’ αὐτὸ καὶ ἐπανερ-
843χόμεθα μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ποία ὅμως
844ἦτο καὶ ἡ ὅλη ἀντίληψις πάλιν τοῦ κ. Εὐταξίου κατὰ τὴν
845συνομολόγησιν αὐτοῦ τοῦ δανείου; Ἔχω τοῦτο μόνον νὰ
846εἴπω, ὅτι ἐκ πάντων τῶν προσωρινῶν δανείων τὰ ὁποῖα συν-
847ωμολόγησε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν
848δύο πολέμων αὐτὸ εἶναι τὸ βαρύτερον.
849§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖον δηλαδή;
850§113ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τῶν 65.000.000. Αὐτὸ περιέχει
851βαρυτέρους καὶ ἐπαχθεστέρους ὅρους ἀλλὰ καὶ ἐπωφελε-
852στέρους διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ τοῦτο προέρχεται
853ἐκ τοῦ ὅτι διαρκούντων τῶν πολέμων, ὅτε ἡ χρημα-
854τιστικὴ ἀγορὰ καὶ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκετο ὑπὸ
855τὴν ἐπίδρασιν τῶν δύο πολέμων, ἐζήτησε τόκον 6%
856καὶ προμήθειαν 2%.
857§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὴ λέγετε τοιαύτας ἀνακριβείας.
858§115ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δι’ ἅπαντα τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα συν-
859ωμολογήθησαν ὁρίζεται ἡ προμήθεια 6%, ἀδιάφορον
860διατί ὁρίζεται ἐν Γαλλίᾳ ἢ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης· ἡ
861Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ λάβῃ 6% τόκον καὶ τὸ δάνειον
862αὐτὸ εἶναι δάνειον τὸ ὁποῖον ἐπρομηθεύθημεν ἐκ τῆς Ἐθνι-
863κῆς Τραπέζης μὲ προμήθειαν 2% καὶ ἑπομένως ἔχει
864βάρος διὰ τὸ Κράτος ἑνὸς ἔτους 8%. Αὐτὸ εἶναι
865διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸ ἐπωφελέστερον δάνειον τὸ
866ὁποῖον ἔχει συνομολογηθῆ μέχρι τοῦδε καὶ ἐκ τοῦ δανείου
867τούτου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤντλησε τὰς μεγαλυτέρας
868ὠφελείας. Ἅπαντα τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα συνωμολογοῦντο
869ἐπὶ τῆς προηγουμένης Διοικήσεως ἦσαν δάνεια μὲ 7%,
870ἀλλ’ ἀλλοία ἦτο ἡ ἀντίληψις ἡ τότε καὶ ἀλλοία εἶναι ἡ
871κατόπιν. Ἐξ ὅσων γράφει ὁ κ. Εὐταξίας ἓν μόνον εἶναι
872ἀληθές· ὅτι ἀντέστην πάντοτε εἰς τὴν δέσμευσιν τὴν
873ὁποίαν ὁ κ. Εὐταξίας διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων αὑτοῦ συμ-
874βάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν μου, ἠθέ-
875λησε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Κράτος. Ὁ κ. Εὐταξίας, ὁ
876ὁποῖος δὲν τὸ ἀναφέρει κἄν, ὑπέβαλεν ἀρχικῶς σύμ-
877βασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τὸ ἀντικείμενον μακρῶν καὶ
878πολυμόχθων συζητήσεων μετὰ τοῦ κυρίου Διοικητοῦ καὶ
879τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μακρῶν καὶ πολυμόχθων συζητήσεων
880τὰς ὁποίας διεξήγαγε μετ’ ἐμοῦ...
881§116ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πότε, παρακαλῶ;
882§117ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καθ’ ὅλον τὸ θέρος.
883§118ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ τὴν 20ὴν Ἰουνίου.
884§119ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πᾶσαι αἱ διαπραγματεύσεις αἱ
885ὁποῖαι διεξήχθησαν ἐπὶ τοῦ πρώτου προσχεδίου μετὰ τῆς
886Ἐθνικῆς Τραπέζης κατέληξαν εἰς τὸ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ.
887Εὐταξίας ὅτι ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε δὲν ἦτο
888δυνατὸν νὰ σταθῇ καὶ τὴν ἀπέσυρεν· ἀπέσυρε τὴν πρώτην
889σύμβασιν, διότι περιεῖχεν ὅ,τι θέλετε καὶ ὅ,τι δὲν θέλετε,
890καὶ ἀπέσυρε τὴν σύμβασιν αὐτὴν μετὰ τὰς συζητήσεις τὰς
891ὁποίας ἐκάμαμεν, μετὰ τὰς μακρὰς διαπραγματεύσεις τὰς
892ὁποίας διεξηγάγομεν, μετὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς ἑκάστου
893ἄρθρου ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ. Καὶ ἀπεσύρθη ἡ σύμβασις
894καὶ κατόπιν ἐνεφανίσθη νέα σύμβασις, ἀλλὰ καὶ ἡ νέα
895αὐτὴ σύμβασις περιέχει βεβαίως διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἥκι-
896στα ἦσαν συμφέρουσαι γενικῶς διὰ τὴν Ἑλληνικὴν κοι-
897νωνίαν καὶ ἀντετάχθην δι’ ἐπανειλημμένων συζητήσεων
898καὶ πολυμόχθων διαπραγματεύσεων μετὰ τοῦ κ. Εὐταξίου,
899ἀντετάχθην εἰς τὸ ν’ ἀποδεχθῶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐθεω-
900ροῦντο καὶ ὡς ἐπαχθεῖς διὰ τὸ Κράτος ἀλλὰ πρὸ πάν-
901των ὡς βαρύταται καὶ ἐπικίνδυνοι διὰ τὴν κοινωνίαν.
902Δὲν εἶναι ὥρα αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν συζητοῦμεν τὴν
903σύμβασιν διὰ ν’ ἀναφέρω λεπτομερῶς τὰ τῶν σημείων ἐπὶ
904τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ῥιζικὴ διαφωνία μεταξὺ τῆς Διοι-
905κήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐμοῦ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ
906συζήτησις αὐτή, τότε θ’ ἀναπτυχθῶσι.
907§120Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὥστε ὑπάρχει ῥιζικὴ δια-
908φωνία.
909§121ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπῆρξε ῥιζικὴ διαφωνία· ἀφ’ ἑνὸς
910ὑπῆρξεν ὁμοφωνία, καὶ αὐτὴ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ
911ἐπήρχοντο οὐσιωδέσταται μεταβολαὶ τὰς ὁποίας δὲν ἔλα-
912βεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Εὐταξίας, ὅστις μοὶ ἔστειλεν ἔντυπον
913τὴν σύμβασιν ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως αὐτῆς,
914ὡσεὶ δὲν ἐδικαιούμεθα νὰ προβῶμεν εἰς οὐδεμίαν μεταβο-
915λήν, μᾶς ἀπέστειλε δὲ καὶ μακροτάτην αἰτιολογικὴν ἔκθε-
916σιν καὶ μᾶς ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν μπελᾶν νὰ συντάξωμεν αἰτιο-
917λογικὴν ἔκθεσιν. Ἡ ἄρνησις, Κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως τοῦ
918ν’ ἀποδεχθῇ τοὺς ὅρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ
919ἄρνησις αὐτὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ὤξυνε τὴν μῆνιν τοῦ κ.
920Εὐταξίου κατὰ πᾶσαν περίστασιν, γνωρίζετε δὲ πολὺ
921καλῶς ὅτι καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν τελευταίαν περίοδον ἐπα-
922νειλημμένως καὶ καθημέραν τὸ Κράτος δὲν ἔπαυσε τοῦ
923νὰ ἔρχηται εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν
924ἄφηνε περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἐπι-
925δείξῃ τὸν ὄγκον τῆς δυνάμεως αὐτοῦ ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν
926θέλησίν του. Ὁ κύριος Εὐταξίας εἶχε μίαν ἀντίληψιν
927ἡ ὁποία δὲν ἦτο διόλου ἀντίληψις κρατική, ἀλλ’ ἀντί-
928ληψις προϊσταμένου κερδοσκοπικῆς Ἑταιρείας. Ἐντεῦ-
929θεν ὅλη ἡ σειρὰ τῶν ἀρνήσεών του, ἐντεῦθεν ἡ ἀντί-
930δρασίς του εἰς τὸ ζήτημα τῶν χρημάτων τῆς ναυαρχί-
931δος, ἐντεῦθεν ἡ ἄρνησίς του καὶ ἡ στενόχωρος θέλη-
932σίς του εἰς πάντα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα καθημέραν τῷ
933παρουσιάζομεν. Δὲν ἐδίσταζεν εἰς πᾶσαν περίστασιν ἡ
934ὁποία παρουσιάζετο εἰς αὐτὸν ἀμέσως νὰ ἐμφανίζῃ τὸν
935κερδοσκοπικὸν σκοπὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ τῶν πα-
936ραρτημάτων αὐτῆς. Καὶ ἀναφέρω δύο παραδείγματα ὄχι
937μεγάλης σημασίας, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ψυχολογικῶς δίδουσι
938τὴν εἰκόνα. Εἴχομεν ἔντοκα γραμμάτια 11.000.000. Ὡς
939γνωρίζετε, αὐτὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια τῶν 11.000.000
940φέρουσι τόκον 6%. Αὐτὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια τὰ
941εἴχομεν προεξοφλήσει εἰς τὸ «Comptoir» ἐπὶ Βαλαωρίτου
942καὶ ἐζήτησε τὸ ¼. Ὁ Βαλαωρίτης εἶπε· «τί νὰ κάμωμεν;
943Νὰ τὸ δώσωμεν»· μοὶ ὑπεβλήθη δὲ νὰ πληρώσω τὴν προμή-
944θειαν, ἐκράτησαν δὲ αἱ διαπραγματεύσεις αὐτῆς τῆς προμη-
945θείας ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα. Ἂν νομίζητε ὅτι αὐτὴ ἦτο ἀντίλη-
946ψις ἀνδρὸς ἔχοντος τὸ αἴσθημα καὶ τὴν συνείδησιν τῆς ὑπο-
947χρεώσεως πρὸς τὸ Κράτος, ἐγὼ νομίζω ὄχι. Ἔχομεν παρά-
948δειγμα ὅτι ἡ Κρητικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία εἶναι παράρτημα
949τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συμ-
950βάσεώς της πρὸς τὴν Κρητικὴν Πολιτείαν ὅπως δίδῃ δά-
951νεια δι’ ἐντόκων γραμματίων ἐπὶ τόκῳ 5% πρὸς τὴν Κυ-
952βέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική, ποιουμένη χρῆσιν τοῦ
953δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ὑποκατάστατος τῆς Κρη-
954τικῆς Πολιτείας, ἐζήτησε τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον καὶ ἔλα-
955βεν. Ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει ἐλέγετο ὅτι μετὰ πενταετίαν
956ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν τόκον,
957ἡ ἀναθεώρησις ὅμως δὲν ἀφεώρα εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου
958καὶ ὁ κ. Εὐταξίας ἐπέβαλεν ὅπως ἡ Κρητικὴ Τράπεζα ζη-
959τήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου. Ἂν φρονῆτε ὅτι καὶ αὐτὸ
960εἶναι ἐποικοδομητικὸν καὶ ὅτι ἀποδεικνύει εὐρεῖαν τὴν
961ἀντίληψιν τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς ἐμὲ
962ὅμως θὰ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην.
963Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλο σημεῖον, καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ
964εἶναι σημεῖον τὸ ὁποῖον θὰ βαρύνῃ πάντοτε ἐπὶ τὸν Διοικη-
965τὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι γνωστὸν ὅτι, ὅτε ἐκλεί-
966σθησαν αἱ ἀγοραὶ τῆς Μαύρης Θαλάσσης, ἠναγκάσθημεν
967ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅπως προ-
968μηθεύσῃ αὐτὴ σῖτον, διότι ἡ προμήθεια τοῦ σίτου δὲν δύ-
969ναται νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, διότι οὔτε
970αἱ πιστώσεις ὑπῆρχον οὔτε τὰ μέσα ἵνα σταλῇ ἐκεῖθεν
971ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι λόγοι ἠνάγκαζον ἡμᾶς ν’ ἀπευθυν-
972θῶμεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἂν ἀφήνομεν τοὺς
973δύο, τρεῖς, πέντε ἔχοντας τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν καὶ τὰ
974ἐφόδια ὅπως προμηθεύσωσιν αὐτοὶ σῖτον, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ
975ἦτο ὅτι αὐτοὶ μονοπωλιακῶς ἔχοντες τὴν πώλησιν θὰ ἠδύ-
976ναντο νὰ καθορίζωσιν αὐθαιρέτως τὰς τιμὰς καὶ ἑπομένως
977θὰ εἴχομεν ὑπερτίμησιν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἀπηυθύνθημεν
978πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ζητήσαντες ὅπως θέτῃ αὕτη
979εἰς τὴν διάθεσιν οἱουδήποτε τὰ ποσὰ τῶν ὁποίων εἶχεν
980ἀνάγκην ἡ ἀγορά. Τελευταίως ὅμως τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα
981εἴχομεν προμηθευθῆ καὶ τὰ ὁποῖα ἀνήρχοντο εἰς 52.000
982τόννους ἤρχοντο ἐν τῇ ἐξαντλήσει καὶ ἐξηντλήθησαν, σι-
983τέμποροι δὲ διάφοροι ἠδυνήθησαν νὰ προβῶσιν εἰς προμή-
984θειαν σίτου ἀφ’ ἑαυτῶν. Ἀλλ’ ἐπανειλημμένως καὶ ἐπι-
985μόνως ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ προβῇ
986εἰς νέας παραγγελίας, καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι εἰς τὴν ἀντί-
987ληψιν τῆς ἀνάγκης τῆς προμηθείας αὐτῆς, καὶ ἐπρόκειτο
988νὰ γίνῃ προμήθεια 15.000 τόννων, ἡ ὁποία θὰ ἐξησφάλιζεν
989ἑνὸς μηνὸς τὴν κατανάλωσιν· τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὅμως
990ἐπληροφορήθημεν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
991θέλων νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἐν ἀνάγκῃ τὴν πεῖναν τοῦ λαοῦ,
992ἠρνήθη νὰ προβῇ εἰς τὴν παραγγελίαν. Καὶ τὴν στιγμὴν
993ταύτην εὑρισκόμεθα ἄνευ παραγγελίας σίτου καὶ εὑρισκό-
994μεθα εἰς ἐνδεχόμενον κίνδυνον νὰ ὑποστῶμεν τὸν αὐθαί-
995ρετον κανονισμὸν τῆς τιμῆς τὸν ὁποῖον ἤθελον θέσει οἱ
996ἰδιῶται.
997§122ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Φρίκη! Φρίκη!
998§123ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αἴ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι διὰ νὰ
999εἶναί τις Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρέπει νὰ
1000ἔχῃ ἠθικὸν ἀνάστημα τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλληται εἰς πάν-
1001τας, πρέπει ὅμως νὰ ἔχῃ καὶ διάνοιαν, μεγάλην καὶ εὐρεῖαν
1002διάνοιαν, ἡ ὁποία νὰ μὴ εἶναι ἐστρεβλωμένη ἐκ τῆς ἀσκή-
1003σεως ἐπαγγέλματος δικηγορικοῦ ἐπὶ πεντηκονταετίαν, τὸ
1004ὁποῖον δὲν ἠσκήθη διὰ τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ δικαίου, ἀλλὰ
1005τὸ ὁποῖον ἠσκήθη διὰ τὴν θεραπείαν μόνον ἀτομικῶν συμ-
1006φερόντων.
1007§124ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι,
1008μόνον πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἀνακριβειῶν εἰς τὰς ὁποίας
1009ὑπέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
1010Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἂν εἶχεν ἐκτυπωθῆ τὸ ὑπόμνημα
1011τοῦτο καὶ εἶχε διανεμηθῆ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς, ἂν ὁ
1012κ. Ὑπουργὸς θὰ παρήρχετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ
1013εἴπῃ ὅσα εἶπε.
1014§125ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Γνωρίζουσι πάντες τὸ ὑπόμνημα,
1015ἐκτὸς ἂν ἔχητε γράψει καὶ ἄλλα ἀπὸ ὅσα ἐδημοσιεύσατε.
1016§126ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὅτι ὁ
1017Διοικητὴς τὸν κατηγορεῖ ὅτι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις
1018αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διὰ τὴν ἵδρυσιν Τραπέζης Κτηματικῆς
1019πίστεως εἶπε ταῦτα ἢ ἐκεῖνα, ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος γίνεται ἐν
1020τῷ ὑπομνήματι περὶ τοιούτων διαπραγματεύσεων, εἰς τὰς
1021ὁποίας ἀνεμίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ ἄλλος τις.
1022§127ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅσα εἶπεν ἐπέδρασαν ἐπὶ τῶν
1023διαπραγματεύσεων.
1024§128ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ὡμίλησε περὶ
1025συζητήσεως προτάσεων καὶ διαπραγματεύσεων. Ἔπρεπεν
1026ὅμως νὰ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ τὰς προτάσεις.
1027§129ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὐδεμίαν πρότασιν ἔχω.
1028§130Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνι-
1029κῆς Οἰκονομίας). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς δώσω μίαν διαφω-
1030τιστικὴν ἐξήγησιν;
1031Οἱ Κύριοι οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐκ Παρισίων ἐπεσκέφθησαν
1032τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1033γόν, μετὰ ταῦτα δὲ παρεπέμφθησαν εἰς ἐμὲ ἵνα διεξαγάγω
1034τὰς διαπραγματεύσεις. Ὅτε εἶδον τὸ πρῶτον σχέδιον, μετέ-
1035βην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τῷ εἶπον ὅτι ἐκ τῆς
1036πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ σχεδίου εἶχον ὡρισμένας ἀντιρ-
1037ρήσεις, ὑπέδειξα δὲ τίνες ὅροι, κατ’ ἐμέ, ἐθεωροῦντο ἐπι-
1038κίνδυνοι. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπεν ἵνα, ἐκτὸς τῶν
1039ὅσας ἀντιρρήσεις εἶχον ἐγώ, ἐπισκεφθῶ καὶ τὸν κ. Εὐτα-
1040ξίαν, προσθεὶς ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τίποτε,
1041ἂν δὲν ἐγνωρίζομεν καὶ τὴν γνώμην τοῦ Διοικητοῦ τῆς
1042Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπεσκέφθην τότε τὸν κ. Εὐταξίαν
1043καὶ προσέθηκε καὶ αὐτὸς ἀντιρρήσεις ἰδικάς του. Αἱ ἰδι-
1044καί μου ἀντιρρήσεις ἐστρέφοντο κυρίως ἐναντίον τῆς ἰδέας
1045τοῦ μονοπωλίου, ἣν ἐν ἀρχῇ ὑπεστήριζον οἱ ἀντιπρόσωποι
1046τῶν κεφαλαιούχων. Μετὰ πολλὰς συζητήσεις οἱ Κύριοι
1047ἐκεῖνοι ἔλαβον παρ’ ἐμοῦ ἀπάντησιν ἐπὶ τίνων βάσεων
1048θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ διαπραγμάτευσις ὁριστική,
1049καὶ μόνον ἂν ἐδέχοντο τὰς βάσεις ἐκείνας, ἃς ἔθηκα, θὰ
1050ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλω ἐγὼ τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν κρίσιν
1051τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀφοῦ ἔλαβον αὐτὴν τὴν ἀπάν-
1052τησιν, συνενοήθησαν μὲ τοὺς κεφαλαιούχους οὓς ἀντεπρο-
1053σώπευον, ἐλθόντες δὲ μοὶ εἶπον ὅτι ἡ τελευταία εἰδοποίη-
1054σις τοῦ «Comptoir National d’ Escompte» ἦτο ὅτι
1055δὲν ἀποφασίζει νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην τραπεζιτικὴν ἐρ-
1056γασίαν ἐν Ἑλλάδι, ἂν τῆς ἐργασίας ταύτης δὲν ἤθελε
1057μετέχει καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Τοῖς εἶπον τότε ὅτι ἡ
1058Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν
1059Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ παραιτηθῇ τοῦ ἐκ τῶν συμβάσεων
1060ἀνήκοντος αὐτῇ δικαιώματος τοῦ ἐξασκεῖν τὴν κτηματικὴν
1061πίστιν ἐν Ἑλλάδι, τοὺς παρέπεμψα δέ, φυσικά, εἰς τὸν κ.
1062Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἵνα συνεννοηθῶσι μετ’
1063αὐτοῦ. Ἐλθόντες ἐκ νέου μοὶ εἶπον ὅτι ἐπεσκέφθησαν
1064τὸν κ. Διοικητὴν καὶ ὅτι τοῖς ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἀπολύ-
1065τως ἀδύνατον νὰ ἔλθωσιν εἰς οἱανδήποτε συνεννόησιν.
1066§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ τοῦτο ἀναγράφει καὶ τὸ ὑπό-
1067μνημα· λέγει ὅτι αἱ προτάσεις ἀπεκρούσθησαν καὶ ἐκ μέρους
1068τοῦ Κράτους καὶ ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, ὁ ἁρμόδιος δὲ
1069Ὑπουργὸς εἶναι ὁ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
1070§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἀναμιγνύετε τὸν Ὑπουρ-
1071γὸν τῶν Οἰκονομικῶν;
1072§133ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡμίλησε περὶ διαπραγματεύσεων.
1073§134ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὐδεμίαν διαπραγμάτευσιν ἔκαμον.
1074§135ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ
1075διαπραγματεύσεων τὰς ὁποίας ἔκαμε, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1076τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας λαβὼν τὸν λόγον ἐπεβεβαίωσεν
1077ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ τὸ ὑπόμνημα ἀναγράφει καὶ ἐγὼ
1078εἶπον· ὅτι εὗρον αὐτοὶ οἱ Κύριοι ἀντιρρήσεις σοβαρὰς καὶ
1079ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
1080§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ διατί καταβάλλεται προσπά-
1081θεια νὰ ῥίπτωνται συκοφαντικαὶ ὑπόνοιαι διὰ τὸν κύριον
1082Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐκ συμπαθείας πρὸς τὰ
1083πρόσωπα ἠθέλησε νὰ τοῖς δώσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτουν,
1084ἀφοῦ τὰς διαπραγματεύσεις διεξήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
1085τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας;
1086§137ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν γίνεται λόγος περὶ τοῦ Ὑπουρ-
1087γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνταῦθα. Ἠναγκάσθην νὰ κάμω λόγον
1088περὶ τούτου, ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν
1089ὅτι εἶχε λάβει παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ῥητὴν
1090ἐντολὴν νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις περὶ τῶν λεπτο-
1091μερειῶν τῆς συμβάσεως καὶ ὅπου ὑπῆρχε διαφωνία νὰ κάμῃ
1092ἔκθεσιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα ἐνασκήσῃ τὸ δι-
1093καίωμα τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τῆς 20ῆς Ἰου-
1094νίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ οὓς λόγους
1095ἀναφέρει τὸ ὑπόμνημα, ἀνέβαλλεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν
1096ἕως οὗ εἶπεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸν συνδιοικητὴν κ. Ζαΐμην:
1097«Ἔχομεν προτάσεις κεφαλαιούχων ἵνα ἱδρύσωμεν νέαν
1098Τράπεζαν ἐν Μακεδονίᾳ». Ἐλησμόνει τὴν ὑποχρέωσιν ἣν
1099ἀνέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργι-
1100κοῦ Συμβουλίου, ὅτε ἡ Τράπεζα ἔθετεν εἰς τὴν διαταγὴν
1101τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς δύο ἡμερῶν 55.000.000 φράγκων,
1102τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως ἀναγνωρίσῃ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ἐκδο-
1103τικοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις.
1104Τοῦτο λέγει τὸ ὑπόμνημα καὶ οὐχὶ ὅ,τι εἶπε πρὸς ὑμᾶς ὁ
1105κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Οὗτος ὡμίλησε μετὰ τοῦτο
1106περὶ τοῦ δανείου τῶν 65.000.000 καὶ ἐπανέλαβεν ὅ,τι
1107εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δῆθεν ὁ μακαρίτης Βα-
1108λαωρίτης εἶχεν ὑποσχεθῆ ἢ μᾶλλον προέλθει εἰς συμφω-
1109νίαν νὰ παράσχῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐθὺς
1110ὡς εὑρίσκετο τὸ κατάλληλον πρόσωπον. Ὁ Διοικη-
1111τὴς τῆς Τραπέζης διαβεβαιοῖ ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν εἶχε τοι-
1112αύτης συμφωνίας ἢ ὑποσχέσεως. Τὸ μόνον γνωστὸν εἶναι ὅτι
1113μίαν πρωίαν — 11 Δεκεμβρίου 1913 — ἐλάμβανε τηλεγράφημα
1114παρὰ τοῦ τότε ἐν Λονδίνῳ διατρίβοντος Διοικητοῦ, ὅπως ἐμβά-
1115σῃ διὰ τηλεγραφικῆς ἐπιταγῆς 5.000.000 φράγκων εἰς δια-
1116ταγὴν τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος κ. Γενναδίου
1117ὡς ἀρραβῶνα διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ «Ῥίου Ἰανεΐρου» καὶ ἡ
1118ἐντολὴ αὕτη ἐξετελέσθη ἐντὸς δύο ὡρῶν. Τοῦτο μόνον ὑπε-
1119σχέθη ὁ τότε Διοικητὴς καὶ ἔπραξεν ὁ τότε Ὑποδιοικητής.
1120Ἀλλὰ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἐχρησίμευσαν, ἵνα ἐξαναγκά-
1121σωσι τοὺς Τούρκους νὰ δώσωσι 10.000.000 καὶ νὰ ἐπιτύχωσι
1122τὴν συμφωνίαν. Δὲν εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ λέγητε ὅτι ὁ
1123μακαρίτης Βαλαωρίτης εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
1124παράσχῃ ἀμέσως καὶ τὸ ὑπόλοιπον ποσόν, διότι τὸ «Ῥίον
1125Ἰανέϊρον» δὲν ἐπρόκειτο νὰ παραδοθῇ ἀμέσως ἀλλὰ μετὰ
1126μῆνάς τινας, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἦτο βέβαιον ὅτι θὰ ἐπραγματο-
1127ποιεῖτο τὸ δάνειον τῶν 500.000.000 καὶ θὰ ὑπῆρχε τὸ
1128διαθέσιμον κεφάλαιον. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦσθε ἐν Λονδίνῳ
1129δὲν εἶχε κἂν πραγματοποιηθῆ τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ
1130δανείου τῶν 500.000.000 καὶ ἀφοῦ ἐπραγματοποιήθη
1131ἐκρατήθησαν τὰ λοιπὰ εἰς κάλυψιν προκαταβολῶν, ἀφέθη-
1132σαν δὲ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου τῆς Ἑλλάδος
113380.000.000 ἵνα χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ πρὸς διακανονισμὸν
1134τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου. Τὰ 20.000.000 ἐκ τῆς
1135Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνέλαβεν ἀμέσως τὸ Ἑλληνικὸν Δημό-
1136σιον, ἔμεινε δὲ τὸ ὑπόλοιπον 60.000.000 τὰ ὁποῖα
1137ἔλαβον τὸ δικαίωμα οἱ κεφαλαιοῦχοι τῶν Παρισίων νὰ
1138καταβάλλωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ μηνιαίων δόσεων καθ’
1139ὃν χρόνον τὸ μὲν Ἑλληνικὸν Δημόσιον θὰ ἐπλήρωνεν εἰς
1140αὐτοὺς περὶ τὰ 6%, αὐτοὶ δὲ θὰ ἐπλήρωνον εἰς τὸ Ἑλ-
1141ληνικὸν Δημόσιον 1½%. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα
1142ὅτε μίαν ἡμέραν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετέβη
1143εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἶπε· «παρουσιάσθη εὐκαιρία ν’ ἀγο-
1144ράσωμεν ἓν θωρηκτὸν τῆς Ἀργεντινῆς ἢ Βραζιλίας καὶ
1145ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων». Ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης
1146τῷ ἀπαντᾷ: «Ἔχετε διαθέσιμα χρήματα σεῖς;». — «Ὄχι.
1147Ἔχομεν μόνον τὸ ὑπόλοιπον τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ δα-
1148νείου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀπὸ
1149τοῦδε, διότι οἱ κεφαλαιοῦχοι δύνανται νὰ τὸ δώσωσιν εἰς
1150μηνιαίας δόσεις». Κατὰ παράκλησιν δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
1151Οἰκονομικῶν τότε ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἠναγκάσθη νὰ
1152προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις τηλεγραφικὰς μετὰ τῶν ἐν Πα-
1153ρισίοις κεφαλαιούχων ὅπως δεχθῶσι προεξόφλησιν. Ἀλλ’
1154αὐτοὶ προέβαλλον ποικίλους λόγους. Ἔλεγον· «Ἠξεύρομεν τί
1155θέλει ἡ Ἑλλὰς τὰ χρήματα. Τὰ θέλει διὰ πολεμικοὺς σκο-
1156ποὺς καὶ ἡμεῖς θέλομεν εἰρήνην. Δὲν θέλομεν νὰ χρησιμο-
1157ποιηθῶσιν αὐτὰ εἰς ἀπόκτησιν πλοίων ἢ ἄλλων πολεμι-
1158κῶν εἰδῶν». Καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἀπήντα εἰς
1159αὐτούς: «Δὲν δύνασθε νὰ γνωρίζητε πρὸς τίνα σκοπὸν θέλει
1160ἡ Ἑλλὰς τὰ χρήματα, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει
1161ἀπαραιτήτως ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην λόγῳ τῶν ἐκ τοῦ πο-
1162λέμου ὑποχρεώσεων ν’ ἀναλάβῃ τὸ ποσὸν τοῦτο δι’ οἱασ-
1163δήποτε προεξοφλήσεως». Ἔλεγε πρὸς αὐτοὺς ὅτι σή-
1164μερον πληρώνει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον διὰ τῶν προκατα-
1165βολῶν τῶν προηγουμένων 6 καὶ 7%, πληρώνει διὰ τὸ
1166δάνειον τὸ ἄλλο 6%, δηλαδὴ 13%, καὶ ἔχει ὑπὲρ ἑαυ-
1167τῆς 1½%. Κατώρθωσε δὲ διὰ πολλῶν προσπαθειῶν
1168νὰ προεξοφλήσῃ τὸ ποσὸν καὶ νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν
1169τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπε μάλιστα τότε πρὸς τὸν κ. Ὑ-
1170πουργόν· «Χρειάζεσθε καὶ ἄλλα χρήματα;». «Ναί», ἀπήντη-
1171σεν οὗτος, «ἄλλα 70.000.000». «Θὰ σᾶς τὰ δώσωμεν καὶ
1172αὐτά, ἀλλὰ πρέπει νὰ μείνωσιν ἄθικτα μέχρις ἐξευρέσεως
1173τοῦ καταλλήλου θωρηκτοῦ πρὸς ἀγοράν». Ἀλλ’ ἐνῷ ἀνέμε-
1174νεν ὁ Διοικητὴς νὰ τῷ ἀναγγείλῃ ὁ Ὑπουργὸς ὅτι ἠγοράσθη
1175τὸ θωρηκτὸν καὶ πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ καταβάλῃ τὸ ποσόν,
1176μανθάνει παρ’ αὐτοῦ ὅτι ἐναυάγησεν ἡ διαπραγμάτευσις.
1177Παρέρχονται ἡμέραι καὶ ἐπανέρχεται ὁ Ὑπουργὸς καὶ λέ-
1178γει· «Τέλος πάντων εὑρέθη τὸ θωρηκτόν, ἀλλὰ τώρα δυστυ-
1179χῶς δὲν ἔχομεν 60.000.000, ἀλλὰ 45.000.000, διότι
1180τὰ ἄλλα διετέθησαν εἰς ἄλλας ἀνάγκας». Ὁ Διοικητὴς τῆς
1181Τραπέζης τῷ λέγει: «Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἔκαμα θερμὴν σύ-
1182στασιν, ὅτι, ἂν ὡς παντοῦ λέγεται καὶ πιστεύεται ὅτι ἡ
1183Ἑλλὰς εὑρίσκεται πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἐνισχυθῇ ναυτικῶς,
1184διότι πολὺ πιθανὸν νὰ κατέλθῃ εἰς ἀγῶνα, ὅτι δὲν ἔπρεπε
1185νὰ θέσητε χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν;». Ὁπωσδήποτε ὅμως ἔσπευσεν
1186ἡ Τράπεζα καὶ ὑπεσχέθη νὰ καταθέσῃ τὰ 15.000.000.
1187Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἄνθρακες ὁ θησαυρός. Παρῆλθε καιρὸς
1188καὶ ἐμφανίζεται ἐκ νέου ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ λέγει: «Τώρα
1189εὕρομεν νέον θωρηκτόν, δυστυχῶς ὅμως τώρα δὲν ἔχομεν
1190οὔτε τὰ 45.000.000, ἠναγκάσθημεν νὰ ἐξοδεύσωμεν ἄλλα
119115.000.000». Καὶ πάλιν ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἐδέ-
1192χθη, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐναυάγησαν αἱ διαπραγματεύσεις.
1193Μίαν ἡμέραν ὅμως περιχαρὴς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
1194μικῶν ἐμφανίζεται πρὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης καὶ
1195λέγει: «Τέλος πάντων ἠγοράσαμεν δύο θωρηκτὰ παρὰ
1196τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος
1197νὰ μετρήσωμεν ἐντὸς δύο ἡμερῶν τὸ ποσὸν τῶν 65.000.000.
1198«Πολὺ καλά», ἀπήντησεν ὁ Διοικητής· «ἔχετε ὑπόλοιπον
119930.000.000· τὰ λοιπὰ θὰ σᾶς τὰ δώσω ἐγώ». «Ὄχι»,
1200ἀπαντᾷ ὁ κύριος Ὑπουργός. Τὸ Κράτος εὑρέθη καὶ
1201πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαθέσῃ δι’ ἄλλας ἀνάγ-
1202κας τοῦ Δημοσίου καὶ ἄλλα 15.000.000, καὶ τότε,
1203ἐπειδὴ δὲν ἤρκουν τὰ χρήματα, ἐδέησεν ἡ Τράπεζα
1204νὰ καταβάλῃ καὶ τὰ λοιπά. Ὅτε ἤκουσε τοῦτο ὁ Διοικη-
1205τὴς τῆς Τραπέζης, εἶπε· «πρόκειται, κύριε Ὑπουργέ, νὰ
1206θέσω εἰς τὴν διάθεσίν σας ἀμέσως καὶ τηλεγραφικῶς
120755.000.000 εἰς χρυσόν. Ἠξεύρετε τοῦτο τί σημαίνει διὰ
1208τὴν Τράπεζαν; Πρόκειται ν’ ἀπογυμνωθῇ σχεδὸν τοῦ
1209μεγίστου μέρους τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου αὐτῆς·
1210ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσητε τοὐλάχιστον τὴν
1211Τράπεζαν μὲ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου εἰς τὰς νέας
1212χώρας καὶ νὰ παρουσιάσω τοῦτο εἰς τὸ Συμβούλιον,
1213ἐλπίζω δὲ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις καὶ νὰ διαθέσωμεν τὸ
1214ποσόν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι θὰ
1215παραγγείλῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκεῖ-
1216νος ἂς πράξῃ ὅ,τι θέλει. Μετ’ ὀλίγον καλεῖται ὁ Διοικητὴς
1217τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
1218τικῶν, ὅπου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς δικτάτωρ...
1219§138Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Καὶ εἶναι δικτάτωρ.
1220§139ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ... εἶπεν· «ἐτόλμησες ν’ ἀντισταθῇς
1221εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Κράτους;».
1222Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι εἶχε τὸν κ. Καλο-
1223γερῆν, ὁ ὁποῖος διατασσόμενος νὰ μετρήσῃ χρήματα καὶ
1224μὴ πράττων τοῦτο βεβαίως ἔπρεπε παρὰ τοῦ προϊσταμέ-
1225νου του νὰ ὑποστῇ ἀπειλὰς καὶ ἐπιπλήξεις, μολονότι δὲν
1226ἠξεύρω ἂν κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὸν
1227προϊστάμενόν του Ὑπουργὸν ν’ ἀπευθύνῃ τοιαύτας διατα-
1228γὰς περὶ πληρωμῆς εἰς τὸν κεντρικὸν ταμίαν καὶ ἂν δὲν
1229ἐξετελοῦντο νὰ προβῇ εἰς ἐπιπλήξεις καὶ ἀπειλάς.
1230Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκετο εἰς τὰ νεῦρά του. Πῦρ
1231καὶ μανία, ὅτε ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῷ
1232λέγει· «κ. Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ ἐκβιάσεώς τινος·
1233τὰ χρήματα θὰ σταλῶσι, διότι ὁμολογοῦμεν καὶ ἡμεῖς
1234ὅτι πρόκειται περὶ ὑψίστης ἀνάγκης καὶ αἱ τύχαι τῆς τε
1235Τραπέζης καὶ τοῦ Κράτους εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμέναι
1236καὶ θὰ προτιμήσωμεν ν’ ἀποστερήσωμεν τὴν Τράπεζαν τοῦ
1237μεγίστου μέρους τοῦ εἰς χρυσὸν ἀποθέματός της διὰ νὰ προλά-
1238βωμεν τὸν κίνδυνον τὸν ἀπειλοῦντα τὴν Χώραν ἡμῶν». Ἀλλ’
1239εἶπεν εἰς αὐτὸν ὅ,τι προηγουμένως εἶχεν εἴπει καὶ εἰς τὸν κ.
1240Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρου-
1241σιάσωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ τὴν ὑπόσχεσίν σας ὅτι μᾶς
1242δίδετε τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου εἰς τὰς νέας ἐπαρ-
1243χίας;». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει· «πολὺ καλά, ἀλλὰ τώρα
1244δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύμβασις, οὔτε τοὺς ὅρους δυνά-
1245μεθα νὰ ἐπεξεργασθῶμεν· σᾶς λέγω μόνον ἁπλῶς ὅτι ἡ
1246ἐπέκτασις θὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, διότι τὸ Κράτος
1247εἶναι ὑπὲρ τῆς Τραπέζης». Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς
1248Τραπέζης λέγει τότε ὅτι, «προκειμένου περὶ τῶν καθέκαστα
1249ὅρων, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ τεθῶσι, διότι δὲν
1250εἶναι εὔκολον ἐντὸς μιᾶς καὶ δύο ἡμερῶν νὰ γίνῃ ἡ σύμβα-
1251σις καὶ νὰ ὑποβληθῇ· ἐγὼ δέχομαι νὰ μᾶς ἐξοφλήσητε
1252κατ’ ἀρχὴν τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου, προκειμένου δὲ
1253περὶ τῶν λεπτομερειῶν, ὁσάκις ἐπέρχεται διαφωνία τις
1254μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Τρά-
1255πεζα καθιστᾷ ὑμᾶς, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διαι-
1256τητὴν μὲ τὴν ἐξουσίαν οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἐκδώσητε σεῖς
1257ἐπ’ αὐτῆς νὰ εἶναι ἀνέκκλητος καὶ ἐκτελεστή». Ὁ κ. Πρόε-
1258δρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε· «πολὺ καλά· νὰ μοὶ ἀποστεί-
1259λητε μίαν ἐπιστολὴν καὶ ἐγὼ θὰ καλέσω τὸ Ὑπουργικὸν
1260Συμβούλιον ἀμέσως, θ’ ἀνακοινώσω τὸ ζήτημα καὶ διὰ τοῦ
1261Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν».
1262Ἡ ἀπάντησις ἔχει οὕτως: «Ὡς καὶ προφορικῶς ἐξέθηκα
1263ὑμῖν, ἡ Κυβέρνησις ἀείποτε ἀπέβλεψεν εἰς τὴν τοπικὴν
1264ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰς
1265νέας ἐπαρχίας καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἵδρυσιν νέας ἐν αὐταῖς
1266ἐκδοτικῆς Τραπέζης.
1267»Ἐννοεῖτε καλῶς ὅτι ἡ ἐπέκτασις αὕτη θὰ γίνῃ ἐξα-
1268σφαλιζομένων εἰς τὸ Κράτος εὐλόγων καὶ ἐπαρκῶν ἀνταλ-
1269λαγμάτων, ὡς τοῦτο ἐγένετο πανταχοῦ. Τὴν ἐλευθέραν δὲ
1270συζήτησιν τῶν ἀνταλλαγμάτων τούτων ἤθελον νὰ διαφυ-
1271λάξω ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ὅτε ἐδήλωσα ὑμῖν σήμερον τὴν
1272πρωΐαν ὅτι δὲν δύναται ἡ περὶ τούτου συζήτησις νὰ γίνῃ
1273ἐν σπουδῇ.
1274»Ἤδη μετὰ τὴν λῆψιν τῆς σημερινῆς ἐπιστολῆς σας,
1275δι’ ἧς ὄχι μόνον ἀσφαλίζεται ἡ ἄνετος συζήτησις τῶν
1276ὅρων ὑφ’ οὓς θὰ γίνῃ ἡ ἐπέκτασις, ἀλλὰ φθάνετε νὰ προ-
1277τείνητε ὅπως, ἐν περιπτώσει διαφωνίας ἐπί τινος τῶν ὅρων
1278τούτων, αὕτη λυθῇ διαιτητικῶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς
1279Κυβερνήσεως, οὐδένα πλέον ἔχω ἐνδοιασμὸν νὰ δηλώσω
1280ὑμῖν ὅτι ὑπὸ τοὺς ἐκτεθέντας ὅρους τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
1281βούλιον εἶναι σύμφωνον εἰς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου
1282τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, ὑπὸ τὴν
1283ἐπιφύλαξιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Τραπέζης Κρήτης, ἧς ἐν
1284τούτοις τὴν συγχώνευσιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς οὐδαμῶς ἀπο-
1285στέργει ἡ Κυβέρνησις».
1286Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς τηλεγραφικῶς
1287ἐντὸς δύο ἡμερῶν διεβιβάσθησαν εἰς τὴν Ἀμερικὴν τὰ 55
1288ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπετέθη κατὰ
1289τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης ὅτι πρώτην φορὰν ἐδόθη εὐκαι-
1290ρία εἰς αὐτὸν ὡς Ὑπουργὸν νὰ συνομολογήσῃ μίαν σύμβασιν
1291μὲ τὴν Τράπεζαν καὶ ὁ Διοικητὴς ἐπέβαλεν ὅρους βαρεῖς,
1292βαρυτέρους ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν ὁ προκά-
1293τοχος τοῦ νῦν Διοικητοῦ, ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης. Ἀλλ’
1294ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησε,
1295φαίνεται, διότι δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἐξεπίτη-
1296δες ἔπραξε τοῦτο, ὅτι πᾶσαι σχεδὸν αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος
1297συμβάσεις μετὰ τῶν σχετικῶν Β. Διαταγμάτων καὶ αὐτὴ
1298ἡ τοῦ δανείου τῶν 65 ἑκατομμυρίων τῆς 13 Σεπτεμβρίου
1299ἔχουσι συνταχθῆ ἰδιοχείρως ὑπὸ τοῦ κ. Ι. Εὐταξίου, ὅστις
1300καὶ ὡς Ὑποδιοικητής, ἀναπληρῶν τὸν ἐπὶ μακρὸν χρόνον
1301ἀπόντα Διοικητὴν Βαλαωρίτην, ἐφάνη πάντοτε πρόθυμος
1302νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ Κράτος ἐκ παντὸς τρόπου. Αὐτὸς συν-
1303ωμολόγησε καὶ τὰ πλεῖστα τῶν προσωρινῶν δανείων μετὰ
1304τῆς Κυβερνήσεως ἐν καιρῷ πολέμου.
1305§140ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ διαταγὴν ὅμως.
1306§141ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅστις γινώσκει τὰς διατάξεις τοῦ κα-
1307ταστατικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης βεβαίως δὲν εὑρίσκεται
1308εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι
1309κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς τὸν Διοικητὴν ἀπόντα ἢ
1310κωλυόμενον ἀναπληροῖ ἐν πᾶσιν ὁ Ὑποδιοικητής. Εἶχε τὴν
1311ἐντολὴν καὶ τὴν συμφωνίαν μετὰ τοῦ Διοικητοῦ νὰ προβῇ εἰς
1312τὴν συνομολόγησιν αὐτῶν τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ τὰ καθέκα-
1313στα, οἱ ὅροι, τὰ κείμενα ἦσαν ἰδιόχειρα γράμματα τοῦ Ὑπο-
1314διοικητοῦ.
1315Αὐτό, Κύριοι, τὸ δάνειον τῆς ἐπιτάξεως, τὸ Διάταγμα
1316αὐτοῦ εἶναι ἔργον τοῦ τότε Ὑποδιοικητοῦ Ἰω. Εὐταξίου,
1317αὐτὴ ἡ σύμβασις ἡ ἀναφερομένη τώρα διὰ τὰ 55 ἑκατομ-
1318μύρια καὶ τὰ ἄλλα 10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα
1319βραδύτερον ἐχορήγησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐγράφη ἰδιοχεί-
1320ρως ὑπὸ τοῦ Ἰω. Εὐταξίου. Καὶ ἠθέλετε, Κύριοι, νὰ μὴ
1321εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν
1322παρακλητικῶς τὴν σύνταξιν καὶ τῆς συμβάσεως διὰ τὴν
1323ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τῆς Τραπέζης; Βεβαίως ἔργον
1324τοῦ Ἰω. Εὐταξίου εἶναι καὶ τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως
1325καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως αὐτοῦ καὶ ἡ μακρὰ αἰ-
1326τιολογικὴ ἔκθεσις ἡ προταχθεῖσα τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ
1327νομοσχεδίου. Κύριοι, εἶναι γνωστὸν ὅτι, ὅτε ἡ σύμβασις
1328αὕτη συνεζητήθη διὰ μακρῶν καὶ ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν ἀπο-
1329δεκτὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε μάλιστα ἐδέησε νὰ
1330γίνῃ ἓν πολυμελὲς συμβούλιον εἰς τὸ ὁποῖον μετέσχον ὁ κύ-
1331ριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς
1332Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ
1333κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἕτερος γνωστὸς ἀρχαῖος
1334τραπεζίτης, ὁ κ. Σκουλούδης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ Διοικητὴς καὶ
1335ὁ συνδιοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εὑρέθησαν καθ’ ὅλα
1336σύμφωνοι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλπίζω ὅτι
1337δὲν θ’ ἀρνηθῇ ὅτι κάπου ποτὲ ἐδήλωσεν ὅτι μεταξὺ Κυβερ-
1338νήσεως καὶ Τραπέζης ὑπάρχει πλήρης συμφωνία καὶ ὅτι
1339ζητήματά τινα δευτερεύοντα ὑπολείπονται.
1340Τώρα, Κύριοι, τίνα θὰ πιστεύσητε; Ἐμὲ ἢ τὸν κ.
1341Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει
1342νὰ πιστεύσητε τὰ πράγματα. Ἀφοῦ ἔχετε τὴν συμφωνίαν
1343μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τὴν
1344ὁποίαν πᾶσα διαφωνία λύεται ὁριστικῶς παρὰ τοῦ κ. Πρω-
1345θυπουργοῦ, βεβαίως θὰ ἐρωτήσητε τίς διαφωνία ὑπεβλήθη
1346εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνῷ ἐπὶ τοσούτους
1347μῆνας καθ’ οὓς διαρκοῦσιν αἱ διαπραγματεύσεις ἔπρεπε νὰ
1348ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν διαιτησίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1349Αὐτὰ λοιπὸν τὰ πράγματα σᾶς ἐπιβάλλουσι ν’ ἀποδεχθῆτε
1350ὡς ἀληθῆ αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω ἐγὼ καὶ ὄχι αὐτὰ τὰ
1351ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἂν
1352εἶχεν ἀντιρρήσεις καὶ διαφωνίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1353νομικῶν πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ
1354τίνα λόγον ἔκτοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν προ-
1355εκάλει τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ συζητήσω-
1356σιν, ὥστε, ἂν εὑρίσκοντο ἐν διαφωνίᾳ καὶ πάλιν, νὰ ἐπέλθῃ
1357ἡ διαιτησία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἀπόδειξις ὅτι δὲν ὑπῆρχε
1358διαφωνία εἶναι ὅτι δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἀλλὰ τότε διατί ἐγέ-
1359νοντο ταῦτα; Καὶ τίς ἐλησμόνησεν ὅτι πρὶν συγκληθῇ ἡ
1360Βουλὴ ἅπασαι αἱ ἐφημερίδες ἔγραφον ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι
1361ἑτοίμη καὶ ἡ Βουλὴ συγκαλεῖται ὅπως ὑποβληθῇ εἰς
1362αὐτήν; Ὁ πρῶτος καὶ κύριος σκοπὸς τῆς συγκλήσεως
1363τῆς Βουλῆς ἦτο ἡ ἐπιψήφισις τῆς συμβάσεως· καὶ ἔπειτα
1364ἠκούομεν ὅτι αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα ὑποβάλλεται ἡ σύμβασις,
1365τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα ὑποβάλλεται ἡ σύμβασις, ὅτε
1366ἐφθάσαμεν εἰς ἓν σημεῖον καθ’ ὃ αἴφνης εὑρέθη ἡ ἀφορμὴ
1367τῶν ἐράνων τῆς ναυαρχίδος διὰ νὰ γεννηθῇ ἓν μέγα σκάν-
1368δαλον, νὰ παρασταθῇ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ὡς ἐκβια-
1369στὴς τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ παραιτηθῇ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ·
1370δύναται νὰ γίνῃ σκέψις περὶ τοῦ δυνατοῦ οἱασδήποτε ἐκβιά-
1371σεως ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ
1372τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, ἀφοῦ ἔχετε αὐτὴν τὴν
1373συμφωνίαν καθ’ ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀπολύτως
1374κύριος ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ πάσης διαφωνίας; Ἐκ τούτου ἀπο-
1375δεικνύεται ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἦτο ἐκδίκησις τῆς Κυβερ-
1376νήσεως κατὰ τῆς Τραπέζης. Καὶ ἐρωτᾷ ὁ κύριος Διοικη-
1377τὴς τῆς Τραπέζης· διατί ἐπὶ 9 μῆνας ἀνεβάλλετε ἀπὸ
1378ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐντόκων γραμμα-
1379τίων, ἕως οὗ ἐπὶ τέλους γενομένης ταύτης δὲν καταβάλ-
1380λονται οἱ τόκοι;
1381§142ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχει ὑποβληθῇ ἤδη.
1382§143ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας
1383νὰ ὑποβληθῇ καὶ τὴν ὑπεβάλετε μόλις πρὸ 3 ἡμερῶν. Καὶ
1384σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε πότε ἐδημοσιεύθη ἡ ἐκκα-
1385θάρισις. Ἐγὼ ἀναδιφήσας ὅλην τὴν «Ἐφημερίδα τῆς
1386Κυβερνήσεως» ἀπὸ τῆς 10ης Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν δὲν
1387ἀνεῦρόν που αὐτὴν δεδημοσιευμένην. Ἔπρεπεν ὄχι μόνον νὰ
1388δημοσιευθῇ τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος, καὶ ἐντούτοις
1389δὲν ἐδημοσιεύθη οὔτε ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς
1390τὸ Διάταγμα, ἐνῷ ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς
1391συγκλήσεώς της νὰ γίνῃ τοῦτο. Καὶ λέγετε τοῦτο ὡς πρᾶξιν
1392φιλικὴν πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἔχει δαπανήσει ἡ Τράπεζα
1393κατὰ παράκλησιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τὰ δέκα ἑκατομ-
1394μύρια καὶ ἐντούτοις οὐδεμία ἐκκαθάρισις ἐγένετο. Τουναν-
1395τίον ἡ Τράπεζα εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἐπιθέσεις
1396ἀδίκους, εἰς ὑπαινιγμοὺς κακοήθεις καὶ διὰ τὴν προμήθειαν
1397τοῦ σίτου καὶ διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ, μολονότι ἐνήργει
1398πάντοτε κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ ζήτημα
1399ὑψίστης ἀνάγκης, ἵνα προλάβῃ τὴν πεῖναν τοῦ Ἑλλη-
1400νικοῦ λαοῦ φέρουσα σῖτον εἰς αὐτόν.
1401Καὶ ἐν τούτοις ἠκούσθησαν τόσα καὶ τόσα κατ’ αὐτῆς.
1402Ἡ Κυβέρνησις τὰ πάντα ἐπέρριψεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ
1403ἠθέλετε ἡ Τράπεζα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐν τῷ μέσῳ τοιού-
1404των διαθέσεων καὶ ἐπιθέσεων διαθέτουσα ἑκατομμύρια διὰ
1405τὰς τοιαύτας προμηθείας, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς
1406τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ἑβδομάδας ἤδη ἀποφεύγει νὰ προβῇ
1407εἰς οἱανδήποτε ἐκκαθάρισιν τῶν ἤδη δαπανηθέντων δέκα
1408ἑκατομμυρίων; Καὶ ἤκουσά τινας τῶν συναδέλφων λέγον-
1409τας «φρίκη», ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἡ λέξις αὕτη ἁρμόζει
1410εἰς τὴν Τράπεζαν ἢ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
1411Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω τὴν ἑσπέραν
1412ταύτην εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1413Οἰκονομικῶν. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1414δὲν θὰ εὕρῃ ἐπαρκῆ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
1415Οἰκονομικῶν καὶ θὰ σπεύσῃ ὁ ἴδιος νὰ συμπληρώσῃ τὰ
1416πολλὰ καὶ μεγάλα κενά, τὰ ὁποῖα κατέλιπεν αὕτη, διότι
1417τὸ ὑπόμνημα ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς ἀπάντησις
1418οὐχὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ πρὸς
1419ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήμα-
1420τος τούτου ἀναφορικῶς πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης.
1421Δύνασθε, Κύριοι, ἂν θέλητε, ἀφοῦ περιεβλήθητε διὰ τοιαύ-
1422της μοναδικῆς ὁμολογουμένως εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρο-
1423νικὰ πολιτικῆς δυνάμεως, ὄχι μόνον τὸν Διοικητὴν τῆς
1424Τραπέζης νὰ καθαιρέσητε δι’ ἑνὸς τοιούτου νομοθετήμα-
1425τος, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἄλλο ν’ ἀποτολμήσητε καὶ ἄλλον ὑψη-
1426λότερον ἱστάμενον ν’ ἀνατρέψητε. Τοιαύτη εἶναι ἡ δύνα-
1427μίς σας σήμερον καὶ οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ, ἀλλ’ ἔπρεπε ν’
1428ἀρκεσθῆτε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ξηρὸν νομοσχέ-
1429διον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἴπητε ὅτι ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοὺς
1430μετόχους μιᾶς ἀνωνύμου ἑταιρείας τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγωσι
1431τὸν Διοικητὴν αὑτῶν καὶ ἀναλαμβάνετε ὑμεῖς τὸ δικαίωμα
1432τοῦτο. Καὶ ἂν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ διο-
1433ρισμοῦ, ὅπως ὑπάρχει ἀλλαχοῦ, θὰ ἦτο ὁπωσδήποτε ἀνεκτὸν
1434τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλου τινός, περὶ τοῦ
1435δικαιώματος τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ παύῃ τὸν
1436Διοικητὴν τῆς Τραπέζης. Καὶ γνωρίζετε τί σημαίνει
1437νὰ ἐπικρέμαται ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς τοῦ Διοικητοῦ τῆς
1438Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦ μεγίστου τούτου πιστωτικοῦ ἡμῶν
1439ἱδρύματος, ἐκ τοῦ ὁποίου τοσαῦτα οἰκονομικὰ συμφέροντα
1440ἐξαρτῶνται, νὰ ἐπικρέμαται ὥσπερ σπάθη Δαμόκλειος
1441ἑκάστοτε ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν ἐκτοπίσῃ
1442ἐκεῖθεν; Ἄφετε, Κύριοι, τὰ παραδείγματα τῶν ἄλλων
1443Χωρῶν καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ ἐν πολλοῖς
1444ἄλλοις, μάλιστα δὲ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀκριβῶς ὑπ’
1445αὐτὸ τὸ σύστημα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα προήχθη εἰς δύναμιν
1446μεγάλην καὶ τοιαύτην ὥστε εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις,
1447καὶ αὐτὰς τὰς κρισιμωτάτας, νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος καὶ ἀρω-
1448γὸς εἰς τὸ Κράτος.
1449§144Ν. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν προήγαγε τὸ Κράτος.
1450§145ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος καὶ
1451ἀρωγὸς καὶ εἰς τὴν καθόλου παραγωγήν, εἰς τὸ ἐμπόριον,
1452εἰς τὴν γεωργίαν καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ἀποτολμήσατε,
1453Κύριοι, ν’ ἀναλάβητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ παύητε
1454τὸν Διοικητὴν καὶ τότε θὰ ἴδητε ποῦ θὰ φθάσῃ τὸ ἵδρυμα
1455τοῦτο. Ἀπὸ τῆς περιωπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἀναχθῆ
1456μέχρι τοῦδε διοικούμενον ὅπως διοικεῖται θὰ ἴδητε αὐτὸ
1457καταπῖπτον εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ συγκλονισθῶσιν
1458αἱ βάσεις καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Χώρας.
1459Ἀλλὰ μὲ διέφυγε, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1460Οἰκονομικῶν ἔκαμε λόγον μακρὸν καὶ περὶ τῶν ὅρων τῆς
1461συμβάσεως, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ μᾶς ὑποβάλῃ αὐτὸ τὸ σχέδιον
1462τῆς συμβάσεως, ἵνα ἔχωμεν γνῶσιν αὐτοῦ ἐνταῦθα, καὶ
1463εἶπε δὲν γνωρίζω ποίους ὅρους ἐπαχθεῖς, ἐπαχθεστάτους
1464εἰς τὸ Κράτος καὶ τὴν Χώραν εἶχεν ἡ σύμβασις αὕτη. Ὁ
1465συντάκτης ὅμως τοῦ προσχεδίου τῆς συμβάσεως ταύτης
1466ἀναφέρει τοὺς ἑξῆς φοβεροὺς καὶ ἐπαχθεῖς ὅρους διὰ τὸ
1467Κράτος... (ἀναγινώσκει ἐκ χειρογράφου).
1468Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ μεγάλα καὶ τρομερὰ βάρη τὰ
1469ὁποῖα ἤθελεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Κρά-
1470τος καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἔσωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1471Οἰκονομικῶν διὰ τῶν διαπραγματεύσεων τὰς ὁποίας διεξή-
1472γαγεν.
1473§146ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν τὴν
1474ὁποίαν προυκαλέσατε; Θὰ σᾶς δώσω τὸ Διάταγμα τῆς
1475κυρώσεως τὸ ὁποῖον φέρει παλαιὰν ἡμερομηνίαν.
1476§147ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἔχω μεταξὺ τῶν
1477φύλλων τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», ἀλλὰ τοῦτο
1478δὲν μειοῖ τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἔχετε, διότι δὲν ἐσπεύ-
1479σατε ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ
1480τὸ ὑποβάλητε εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, ἀλλὰ περιεμείνατε
1481νὰ τὸ πράξητε μετὰ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἑβδομάδας.
1482Ἐγώ, Κύριοι, προκαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
1483σεως νὰ παρέλθῃ αὐτὸς ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ν’ ἀνα-
1484σκευάσῃ, ἂν δύναται, πάντα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐν
1485τῷ ὑπομνήματι ἀναφέρονται. Ἀλλ’ ὁσηνδήποτε, Κύριοι, ῥη-
1486τορικὴν δύναμιν καὶ ἂν ἔχῃ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνατρέψῃ
1487ποτὲ τοῦτο, ὅτι περὶ ἐνασκήσεως ἐκβιάσεως τῆς Κυβερνή-
1488σεως ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐδεὶς λόγος δύνα-
1489ται νὰ γίνῃ, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ ῥήτρα ἡ καθιστῶσα τὸν
1490κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διαιτητὴν μεταξὺ Κράτους
1491καὶ Τραπέζης, ἐν περιπτώσει διαφωνίας. Δύναται νὰ γίνῃ
1492λόγος περὶ ἐκβιάσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον
1493τῆς Τραπέζης, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ ἐκβιάσεως τῆς Τραπέζης
1494ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως.
1495Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἀφοῦ νομίζετε ὅτι ἔχετε
1496λόγον νὰ θελήσητε νὰ ἐκτοπίσητε τὸν Ἰω. Εὐταξίαν ἐκ τῆς
1497Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι εἶσθε
1498ἐλεύθεροι, ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ ψηφίσητε ἓν ἁπλοῦν νομο-
1499σχέδιον καὶ ν’ ἀναλάβητε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολύητε πάντα
1500Διοικητὴν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς
1501νὰ προβαίνητε εἰς τοιαύτας προσωπικὰς ἐπιθέσεις, καθ’ ὃν
1502τρόπον ἔπραξε προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1503σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προκειμένου περὶ
1504ἀνδρὸς ἀπόντος ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀνδρὸς ὅστις κατέ-
1505χει ἓν τῶν ὑψίστων ἀξιωμάτων παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ προηγου-
1506μένως ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπηρέτησεν ἐντίμως ὡς δικαστής, ὡς
1507καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς Ὑποδιοικητὴς τῆς Ἐθνι-
1508κῆς Τραπέζης καὶ τελευταῖον ἔσχε τὴν τιμὴν ν’ ἀναρρηθῇ ἐπὶ
1509τὸ ἀξίωμα τοῦ Διοικητοῦ τοῦ μεγίστου τούτου ἱδρύματος
1510περιβαλλόμενος διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης πάντων τῶν μετόχων
1511αὐτοῦ καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. Ὁσαδήποτε καὶ ἂν
1512εἴπητε ἐναντίον του, εἶναι ἀδύνατόν ποτε νὰ κλονίσητε
1513τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἔχουσι πρὸς αὐτὸν οὐ μόνον οἱ
1514μέτοχοι, ἀλλ’ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
1515§148ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι θὰ
1516ἦτο χρήσιμον ἂν ἐδήλουν ὅτι εἶμαι διατεθειμένος εἰς τὴν
1517πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ φέρω μεταβολὴν εἰς τὸ
1518νομοσχέδιον ἐν ταύτῃ τῇ ἐννοίᾳ· ὅτι σήμερον, μεθ’ ὅσα
1519εἶπον προχθὲς καὶ μεθ’ ὅσα κατηγόρησα τοῦ νῦν Διοικητοῦ
1520τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ ὅπως λάβῃ
1521τὴν ἄδειαν ἵνα θέσῃ κατὰ μέρος τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς
1522Τραπέζης καὶ καλέσῃ τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων, ὅπως
1523προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν νέου Διοικητοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρωίας
1524εἶδον πολλοὺς ἐγκρίτους πολίτας, οἱ ὁποῖοι, καθ’ ὁλοκληρίαν
1525ἐπιδοκιμάζοντες τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν προκει-
1526μένῳ, ἐζήτησαν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν μου μήπως
1527ἡ ἀναγραφὴ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἰς νόμον πάγιον θὰ
1528ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ δειχθῇ βλαπτικὴ καὶ
1529μήπως δὲν θὰ ἦτο καλύτερον, χωρὶς καθόλου νὰ θιχθῶσιν
1530αἱ ἰδέαι αἱ ὁποῖαι προυκάλεσαν τὴν διατύπωσιν τοῦ
1531παρόντος νομοσχεδίου, ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ διάταξις αὕτη,
1532παραμένοντος εἰς ἑκάστην Κυβέρνησιν πάντοτε τοῦ δικαιώ-
1533ματος νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς αὐτὴν
1534τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων νομίζει ἀδύνατον τὴν ἐπὶ
1535πλέον παραμονὴν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
1536εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, νὰ προκαλῇ δηλαδὴ ἑκάστοτε εἰδικὸν
1537νόμον, ἵνα οὕτως ἔχωμεν τὴν ἐγγύησιν ὅτι μία Κυβέρνησις
1538ἐξ ὑφαρπαγῆς δὲν ἤθελε κάμει κατάχρησιν τοῦ δικαιώμα-
1539τος αὐτοῦ πρὶν ἢ ἡ κοινὴ γνώμη προφθάσῃ νὰ παρακο-
1540λουθήσῃ τὸ πρᾶγμα, καὶ μόνον ἂν εἶναι ἰσχυροὶ οἱ λόγοι
1541ἐκεῖνοι καὶ ἐφ’ ὅσον θέλει μία Κυβέρνησις ν’ ἀντιμετω-
1542πίσῃ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὴν κοινὴν γνώμην, τότε μόνον
1543νὰ προκαλέσῃ εἰδικὸν νόμον.
1544Δηλῶ ὅτι ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν εἶμαι διατεθειμένος νὰ
1545προτείνω τροποποίησιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
1546§149Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου,
1547Κύριοι, εἰσάγεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζητεῖται νὰ
1548κυρωθῇ μία ἀρχή, ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους
1549εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς τὰ τῆς
1550διοικήσεως δηλονότι τοῦ ἱδρύματος ἐκείνου τὸ ὁποῖον
1551ἀναμφιβόλως ἔχει διπλῆν τὴν ὑπόστασιν. Ἔχει μίαν ὑπό-
1552στασιν, ἐκείνην ἥτις ἐκ τῶν κατατεθέντων ὑπὸ τῶν συμ-
1553μετασχόντων εἰς τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ μετόχων κεφαλαίων
1554προκύπτει, καὶ μίαν ἄλλην ὑπόστασιν, ἐκείνην ἥτις προ-
1555κύπτει ἐκ τῆς ἀναθέσεως εἰς αὐτὸ τῆς διαχειρίσεως προνο-
1556μίων, προσανηκόντων μὲν εἰς τὸ Κράτος ἢ δημιουργουμένων
1557ὑπ’ αὐτοῦ, ἀνατεθειμένων δὲ ἐπί τισιν ἀνταλλάγμασιν εἰς
1558τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἵδρυμα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖ-
1559ται, λέγω, ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς διοικήσεως
1560τῆς Τραπέζης. Δὲν ζητεῖται ἵνα τὸ Κράτος ἐπεμβαίνῃ εἰς
1561τὰς κατ’ ἰδίαν πράξεις τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ ζητεῖται ἵνα
1562ἐπεμβαίνῃ τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐξασκήσεως ὁλοκλήρου τῆς
1563ἐπιβολῆς αὐτοῦ ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον θέ-
1564λει ἐπιχειρεῖ τὰς τοιαύτας πράξεις.
1565Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη διὰ
1566τῆς ὁποίας ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὐ μόνον νὰ
1567ἐγκρίνῃ τὴν ὑπὸ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως γενομένην ἐκλο-
1568γήν, ἀλλὰ καὶ κατόπιν ν’ ἀνακαλῇ τὴν ἔγκρισιν ταύτην,
1569ἐδημιούργει πολὺ μείζονα τὴν συνάφειαν τῶν κατ’ ἰδίαν
1570πράξεων τῆς διοικήσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν
1571συνάφειαν ἐκείνην ἥτις ὑφίσταται, ἀφοῦ ἡ διάταξις αὕτη
1572ἀπαλειφθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς
1573Κυβερνήσεως ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη θέλει ἀπαλειφθῇ μοὶ
1574ἐπιτρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπέμβασις θὰ κατασταθῇ πολλῷ
1575μικροτέρα παρ’ οἵα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐτίθετο. Διότι δὲν
1576δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ ἐπέμβασις ἡ ἀσκουμένη μόνον
1577ἐν τῷ προσδιορισμῷ τοῦ προσώπου τοῦ Διοικητοῦ καὶ τοῦ
1578Ὑποδιοικητοῦ, ἐν τῷ προσώπῳ τῶν ἀποτελούντων τὴν διοί-
1579κησιν—ὑποθέτω δ’ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν προσώπων
1580τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου—...
1581§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
1582§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἀπόλυσιν μόνον
1583καὶ ὄχι διὰ τὴν ἔγκρισιν;
1584§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
1585§153Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ.... Ἡ ἐπέμβασις, λέγω, τοῦ Κράτους
1586διὰ τῆς ἐγκρίσεως ἢ τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐγκρίσεως αὐτοῦ
1587διὰ μόνην τὴν ἐκλογὴν τοῦ Διοικητοῦ καὶ τοῦ Ὑποδιοι-
1588κητοῦ, διατελούντων μετὰ τὴν τοιαύτην ἔγκρισιν ἀνεξαρ-
1589τήτων ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐξαρτωμένην βεβαίως ἀπὸ
1590μέτρου ἐν τῷ μεταξὺ δυναμένου νὰ ληφθῇ ὑπὸ τῆς νομο-
1591θετικῆς ἐξουσίας διὰ νέου νόμου εἰδικῶς, οὕτως εἰπεῖν, διὰ
1592τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου τούτου ψηφιζομένου, ἡ ἐπέμβασις,
1593λέγω, αὕτη δημιουργεῖ τὴν σχέσιν τοῦ Κράτους πρὸς τὰς
1594κατ’ ἰδίαν πράξεις τῶν ἐν λόγῳ προϊσταμένων τῆς διοική-
1595σεως πολὺ μικροτέραν ἐκείνης ἥτις θὰ ὑφίστατο, ἂν
1596οἱ Διοικηταὶ οὗτοι θὰ ἦσαν ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐξάρτησιν
1597τοῦ Κράτους.
1598Οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω, Κύριοι, νὰ συνομολογήσω
1599ὅτι ἐκτιμῶ κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν πάντα τὰ ἐπιχειρήματα
1600τὰ ὁποῖα προτάσσονται ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἐπεμβάσεως τοῦ
1601Κράτους εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοιούτων ἱδρυμάτων, εἶμαι
1602δὲ ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ὅτι μεγίστην ἀποδίδω σημα-
1603σίαν εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων εἰς πάντα
1604ἐκεῖνα τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῶν πεισθέντα ἐθέσπι-
1605σαν τοὺς νόμους ἐκείνους τοὺς ὁποίους εἰσηγούμενος τὸ
1606νομοσχέδιον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1607νόμους διὰ τῶν ὁποίων ὡρίσθη ὅτι εἰς τὰ διάφορα Κράτη
1608τοιαύτην τινὰ ἐπέμβασιν ἐπὶ τῶν Ἐθνικῶν Τραπεζῶν ἔχει
1609τὸ Κράτος.
1610Ἀλλά, καίτοι ταῦτα συνομολογῶ, δὲν δύναμαι νὰ
1611παρίδω ὅτι, προκειμένου νὰ νομοθετήσωμεν θεσμὸν διὰ τοῦ
1612ὁποίου πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν χεῖρα ἐπὶ ἱδρύματος τοι-
1613αύτης σοβαρότητος, δύναμαι νὰ εἴπω τῆς ὑψίστης διὰ τὴν
1614Χώραν, καθῆκον ἔχομεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ καθεστὼς
1615καὶ εἰς τὴν ἐξέλιξιν ἐκ τῆς ὁποίας τὸ καθεστὼς τοῦτο
1616ἐδημιουργήθη. Καὶ μόνον ἂν ἐκ τοῦ καθεστῶτος, ἀντικει-
1617μενικῶς ἐξεταζομένου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πορισθῶμεν τὴν
1618πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐξέλιξις τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξε
1619τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς σκοποὺς διὰ τοὺς
1620ὁποίους τὸ ἵδρυμα τοῦτο ὑφίσταται, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημέ-
1621νον εἰς ἡμᾶς νὰ φροντίσωμεν περὶ μεταρρυθμίσεως. Ἐὰν δὲ
1622ἐκ τῆς μελέτης ταύτης ἠθέλομεν ἀποκομίσει ἀντίθετον ἐν-
1623τύπωσιν, ἂν ἠθέλομεν ἀποκομίσει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ
1624ἵδρυμα ἀνταπεκρίθη εἰς τοὺς σκοπούς, τοὺς σκοποὺς τοὺς
1625γενικωτέρους, τοὺς σκοπούς, τινὲς τῶν ὁποίων εἶναι ὕψι-
1626στοι διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Χώρας, ἐὰν ἀνταπεκρίθη, λέγω,
1627εἰς τοὺς σκοποὺς τούτους, τότε μετὰ πολλῆς προσοχῆς,
1628μετὰ πολλοῦ φόβου πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐκ θεωρητικῶν
1629λόγων κινούμενοι καὶ τὰ παρ’ ἄλλοις κρατοῦντα μιμούμε-
1630νοι νὰ θέσωμεν χεῖρα εἰς τὸ ἵδρυμα τοῦτο.
1631Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω τὸ συμπέρασμα τῆς
1632ἐντυπώσεως τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπισκοπῶν τὴν ἐξέλιξιν τῆς
1633Τραπέζης ἀποκομίζω.
1634Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἵτινες θαυμάζουσιν οὔτε τὸν
1635τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς καὶ συνέστη
1636καὶ ἐξετυλίχθη, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ
1637ὁποῖοι θαυμάζουσι τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος
1638ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τῆς Τραπέζης μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης,
1639ἰδίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, διερρύθμισε τὰς σχέσεις
1640αὐτοῦ μετὰ τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ λέγω ὅτι τὸ συμπέρα-
1641σμα τῆς παρατηρήσεώς μου εἶναι ὅτι ἡ Τράπεζα κατὰ
1642στιγμὰς κρισίμους εἰς τὴν Χώραν ἐξετέλεσε τὸν προορισμὸν
1643αὐτῆς ὡς ἐθνικοῦ ἱδρύματος κατὰ τρόπον μαρτυρήσαντα
1644τηλικαύτην ἐπάρκειαν, ὥστε νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ
1645εἴπῃ τις ὅτι, οἱαιδήποτε καὶ ἂν παρεσχέθησαν εἰς τὸ ἵδρυμα
1646παροχαί, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξε γενναιόδωρος ἡ Πολι-
1647τεία πρὸς τὸ ἵδρυμα τοῦτο, ὁσαδήποτε καὶ ἂν παρεσχέ-
1648θησαν εἰς αὐτὸ προνόμια, ὑπῆρξε τὸ ἀντιστάθμισμα πασῶν
1649τούτων τῶν θυσιῶν, πασῶν τούτων τῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους
1650πρὸς αὐτὸ γενομένων παροχῶν, ὑπῆρξε τὸ ἀντιστάθμισμα
1651κατὰ τὰς κρισίμους στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐθνικὴ
1652ἡμῶν ὕπαρξις ἐμάχετο τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Διότι,
1653Κύριοι, ἡ ἀποστολὴ ἱδρυμάτων τοιαύτης φύσεως, ἱδρυμά-
1654των εἰς τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος, παρὰ τὰ εἰσφερόμενα ὑπὸ
1655τῶν μετόχων χρήματα, συνεισφέρει μέρος τῆς δυνάμεως
1656αὐτοῦ, τὴν ἄμετρον ποσότητα τῶν προνομίων, τοιαῦτα
1657ἱδρύματα ἔχουσι καὶ ὑπέρτερον προορισμόν, ἀπορρέοντα
1658οὐχὶ ἐκ τῆς γενναιοδωρίας ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὰ διευθύ-
1659νουσιν, ἀπορρέοντα οὐχὶ ἐκ τῆς ἀγαθῆς αὐτῶν θελήσεως,
1660ἀλλ’ ἐκ τῆς φύσεως τῆς εἰσφορᾶς τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐν
1661τοῖς ἱδρύμασι τούτοις τελεῖ, εἰσφορᾶς δυνάμεως Κράτους,
1662εἰσφορᾶς δυνάμεως ἐπιβολῆς, τὴν ὁποίαν οὐχὶ τὸ χρῆμα,
1663οὐχὶ ἡ θέσις ἣν δημιουργεῖ εἰς τοὺς διευθύνοντας αὐτὰ
1664ἔχουσιν, ἀλλὰ τὰ ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰσφερόμενα καὶ τὰ
1665ὁποῖα εἰσφέρονται ἵνα ἐκεῖ ὑπάρξωσιν ἐν ἱερᾷ παρακατα-
1666θήκῃ, ὅπως, ἐνισχύοντα τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τοῦ ἱδρύ-
1667ματος αὐτοῦ, ἐμφανίσωσιν αὐτὸ κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν
1668ἐθνικῶν κινδύνων βάθρον στερεόν ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στη-
1669ριχθῇ ἡ εἰς τὸν ἀγῶνα ἀποδυομένη Πατρίς.
1670Ἀπὸ τοιαύτης δ’ ἀπόψεως ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσω-
1671μεν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπῆρξεν ἐπαρκὴς κατὰ τὸ διά-
1672στημα τῶν πολέμων καὶ τὴν ἐπάρκειαν ταύτην ἐπέδειξε,
1673διότι εἶχε τονωθῆ ὡς ὀργανισμὸς διὰ τοῦ τρόπου κατὰ
1674τὸν ὁποῖον τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου ἐκ παραδόσεως ἀπὸ
1675τῆς συστάσεως μέχρι τῶν ἡμερῶν ἐκείνων διηυθύνοντο.
1676Εἶχεν ἀνυψωθῆ τοσοῦτον, ὥστε ν’ ἀποτελῇ ἕν τῶν στε-
1677ρεωτέρων ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως ἱδρυμάτων τῆς ὅλης
1678χερσονήσου καὶ τῆς ὅλης Ἀνατολῆς. Βεβαίως διὰ τὴν
1679ἐπάρκειαν ταύτην συνετέλεσε μεγάλως τὸ Κράτος μετὰ
1680γενναιότητος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, πολλάκις μὴ δεδι-
1681καιολογημένης.
1682Κύριοι, πρὸ τοιαύτης ἱστορίας καὶ πρὸ τοιούτων ἀπο-
1683τελεσμάτων τῆς γενομένης διαχειρίσεως τῶν ὑπὸ τοῦ
1684Κράτους διαπιστευθέντων εἰς τὴν Τράπεζαν δυνάμεων,
1685ὀρρωδῶ νὰ θέσω χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἱδρύματος, διότι δὲν ὑπάρ-
1686χει ἐν τῷ κόσμῳ λεπτότερόν τι ἢ τὰ κατασκευά-
1687σματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν πίστιν τὴν οἰκο-
1688νομικήν. Εἶναι τὰ εὐαισθητότερα τῶν πραγμάτων, ἐπιδεί-
1689ξαντα δὲ τοιαύτην δημιουργίαν διὰ τῆς ἐξελίξεως σχεδὸν
1690τριῶν τετάρτων αἰῶνος καὶ δοκιμασθέντα ἐν λειτουργίᾳ
1691αὐτῶν θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε μετ’ ἀπείρου προφυλάξεως
1692καὶ μόνον ὁσάκις ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνεδεικνύετο ἀνεπάρ-
1693κεια τῆς περαιτέρω λειτουργίας αὐτῶν νὰ γίνηται ἐπέμ-
1694βασις.
1695Κύριοι, πλὴν τούτου, προκειμένου περὶ τοιούτου θέμα-
1696τος ν’ ἀποφασίσωμεν, εὐκταῖον εἶναι νὰ ῥίψωμεν καὶ ἕν
1697βλέμμα εἰς τὰς σχέσεις τῆς Τραπέζης μετὰ τοῦ Κράτους
1698τὰς μέχρι τοῦδε, καὶ ἰδίᾳ τὰς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, νὰ
1699ἴδωμεν τοὺς δύο αὐτοὺς ὀργανισμοὺς ὄχι μόνον ἐν ταῖς ἐνερ-
1700γείαις ἐκείναις αἱ ὁποῖαι ἀπὸ κοινοῦ ὑπ’ ἀμφοτέρων
1701καλοῦνται νὰ τελεσθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐκείναις αἱ ὁποῖαι
1702εἰς μόνον τὸ Κράτος ἐπέκειντο. Ἂν κατὰ ταύτην τὴν διεύ-
1703θυνσιν ῥίψωμεν τὸ βλέμμα, δὲν θὰ μᾶς διαφύγῃ, Κύριοι,
1704ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν προσέξωμεν, ὅτι ὅσον ὁ εἷς ὀργανισμὸς
1705ὑπῆρξε πλήρης ζωῆς, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἐκεῖνα ἐπὶ τὰ
1706ὁποῖα ἐκαλεῖτο, τόσον ὁ ἕτερος ὀργανισμός, ὄχι, Κύριοι,
1707ἀπὸ οὐσιαστικῆς οἰκονομικῆς ἀπόψεως, ἀλλ’ ἀπὸ ἐπαρ-
1708κείας διαπραγματεύσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων,
1709ὑπῆρξεν ἀτελής. Διότι οὐδεὶς θὰ λησμονήσῃ ἐξ ὑμῶν
1710ὅτι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἴσως κατὰ τὰς ὁμαλὰς περι-
1711στάσεις εἶχεν ἐπάρκειαν ὀργανώσεως, ἵνα ἐπαρκέσῃ
1712εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὸ ἀποκλειστικῶς ἐπέκειντο
1713ὡς καθήκοντα, τὸ Κράτος, κατὰ τὰς στιγμὰς κατὰ τὰς
1714ὁποίας αἱ περιστάσεις ἔλαβον ἀνώμαλόν πως χαρακτῆρα,
1715ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν ἕτερον ὀργανισμὸν καὶ
1716ζητήσῃ παρ’ ἐκείνου τὴν ἀντιπροσωπείαν του καὶ νὰ ὑπο-
1717κατασταθῇ ὄχι μόνον εἰς ἐκείνας τὰς ἐξουσίας, τὰς δυνά-
1718μεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων καὶ κατὰ
1719τὰ ἁπανταχοῦ συμβαίνοντα ἀνετέθησαν εἰς τὸν ὀργανι-
1720σμὸν αὐτόν, ἀλλὰ νὰ ὑποκατασταθῇ καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει
1721ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἰς τὸ Κράτος ἐπέκειντο.
1722Κύριοι, λέγων τοῦτο, μὴ νομίσητε ὅτι κατηγορῶ. Τὸ
1723λέγω διὰ νὰ σημειώσω τὸ γεγονὸς εἰς τὴν προσοχὴν ὑμῶν,
1724γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε
1725νὰ εἶναι τοσοῦτον ἐπιβεβλημένον, καὶ κείμενοι νόμοι
1726νὰ παροραθῶσι καὶ διατάξεις νόμων νὰ καταστρατη-
1727γηθῶσιν ἵνα ἡ ἀντιπροσώπευσις τοῦ Κράτους τελεσθῇ
1728κατὰ τρόπον ἐπιβαλλόμενον μὲν ὑπὸ τῆς προνοίας
1729ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἄγοντα εἰς τὴν
1730ὑποκατάστασιν τῆς Τραπέζης εἰς τὰ ἔργα τοῦ Κράτους.
1731Εἶναι, Κύριοι, τοῦτο ἄξιον νὰ σημειωθῇ, καὶ εἶναι ἄξιον νὰ
1732σημειωθῇ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, διότι πρόκειται
1733ἤδη ἐκ τῶν δύο τούτων ὀργανισμῶν ὁ εἷς, ὁ ὁποῖος κατε-
1734δείχθη ἐπαρκὴς ὄχι μόνον ἵνα ἐπὶ τὰ ἑαυτοῦ ἀνταποκριθῇ,
1735ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὰ τοῦ ἄλλου ἐπαρκέσῃ, νὰ τεθῇ ὑπὸ ἐξάρ-
1736τησίν τινα ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου ὅστις καὶ ἐπὶ τὰ
1737ἑαυτοῦ ἀνεπαρκὴς ἀναδειχθεὶς ἀνέθηκε τὴν διαχείρισιν
1738τῶν ἑαυτοῦ εἰς τὸν ἕτερον.
1739Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι τὰ τοῦ Κράτους ἐν σχέσει μὲ
1740τὴν διαχείρισιν — καὶ ὁμιλῶ ὑπὸ ἔποψιν ὀργανώσεως ὑπη-
1741ρεσιῶν — μὲ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ διαχειριστικοῦ τῶν δημο-
1742σίων συμφερόντων προσωπικοῦ ἔχει φθάσει εἰς τὸν βαθμὸν
1743ἐκεῖνον τῆς προόδου εἰς τὸν ὁποῖον εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ
1744εἶχε φθάσει, εἰς ἐκεῖνον τοὐλάχιστον, ὥστε ἐπαρκοῦν ἐπὶ
1745τὰ ἴδια τέλη νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προσφεύγῃ εἰς τὸν
1746παράπλευρον οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν τῆς Τραπέζης. Ἕ-
1747νεκα δὲ τούτου συμβαίνει καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον πάν-
1748τοτε σπουδαίαν ἤσκησε σημασίαν ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης
1749καὶ παρετηρήθη ὑπ’ αὐτῆς· συνέβη τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνὰ πᾶ-
1750σαν ἀπὸ συστάσεως τῆς Τραπέζης μέχρι σήμερον διαπρα-
1751γμάτευσιν Τραπέζης καὶ Κράτους εἶναι μειονεκτικὴ ἡ θέσις
1752τοῦ Κράτους, καὶ εἶναι μειονεκτικὴ ὄχι λόγῳ τῆς δυνάμεως
1753τὴν ὁποίαν ἔχει ἀποκτήσει ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἀδυ-
1754ναμίας τοῦ Κράτους.
1755Κύριοι, τὰ δύο ἱδρύματα, τὸ Κράτος ἐν τῇ διαχειρι-
1756στικῇ τῶν δημοσίων συμφερόντων ὑποστάσει, τῇ οἰκονο-
1757μικῇ, καὶ ἡ Τράπεζα ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν
1758αὐτῆς συμφερόντων, δὲν εἶναι ἰσοϋψῆ, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν.
1759Εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πᾶσα πρέπει νὰ
1760γίνῃ ἐργασία, ὅτι πᾶσα πρέπει νὰ καταβληθῇ πρόνοια, τὰ
1761πάντα πρέπει νὰ τελεσθῶσιν, ἵνα τὸ Κράτος κατασταθῇ ἐν
1762τῇ διαχειρίσει τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων αὐτοῦ ἰσοϋψὲς
1763καὶ ὑψηλότερον ἀκόμη ἀπὸ τὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ δὲν νο-
1764μίζω ὅτι ἡ ἐπίτευξις τοῦ ἰσοϋψοῦς τούτου πρέπει νὰ γίνῃ διὰ
1765τῆς θέσεως τῆς Τραπέζης ὑπὸ τὸ Κράτος. Ἴσως θὰ φανῇ
1766τότε ὑψηλότερον τὸ Κράτος, ἀλλὰ διὰ τῆς μειώσεως τοῦ
1767ὕψους ἐκείνης, τὸ δὲ ἐπιζητητέον εἶναι τοῦτο· πᾶσα πρέπει
1768νὰ καταβληθῇ προσπάθεια, ἵνα τὸ Κράτος ὑψωθῇ ὑπὲρ
1769τὴν Τράπεζαν, οὐχὶ ἵνα ἡ Τράπεζα κατέλθῃ ὑπὸ τὸ
1770Κράτος.
1771Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ φέρω ἀποδείξεις τούτων, τὰ ὁποῖα
1772λέγω, διότι ταῦτα εἶναι πασίδηλα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐχρειάζετο
1773τις ἀπόδειξιν, θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς ν’ ἀναμνησθῆτε ἐκεί-
1774νων τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγου
1775ἐξέθηκεν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτε ἐξέθηκε πρὸς ἡμᾶς
1776τὰ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς ἱδρύσεως τῆς Τραπέζης
1777τῆς Κτηματικῆς πίστεως. Καὶ ἔλεγεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑ-
1778πουργὸς μίαν μεγάλην ἀλήθειαν· ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι
1779μετὰ τοῦ Κράτους διεπραγματεύοντο καὶ ἐνόουν νὰ ἱδρύ-
1780σωσιν, ἀγνοῶ κατὰ ποίους τύπους, τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην
1781ἐν Ἑλλάδι τί ἠξίωσαν; Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ συμμε-
1782τάσχῃ. Τί νομίζετε ὅτι εἶναι τοῦτο; Ἡ Τράπεζα νὰ συμ-
1783μετάσχῃ, ἄλλως δὲν ἱδρύομεν τὴν ἐπιχείρησιν. Νομίζετε
1784ὅτι τοῦτο εἶναι ἕτερόν τι παρὰ ἀναγνώρισις, δήλωσις τῆς
1785γνώμης, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ εἶχον, περὶ μὴ πλήρους ἐπαρ-
1786κείας τοῦ Κράτους ἵνα τὰ θέματα ταῦτα διαχειρισθῇ;
1787Καὶ τὸ Κράτος εὑρέθη μὲ τὴν Τράπεζαν εἰς τὴν λίαν
1788περίεργον θέσιν νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ προέλθω
1789εἰς συμφωνίαν, ὄχι διότι δεσμεύομαι ἐκ τῆς συμβά-
1790σεως, διότι, ἐφ’ ὅσον περὶ τοιούτου τινὸς ἐπρόκειτο, ἠδυ-
1791νάτει πέρα τῆς συμβάσεως νὰ ἐξέλθῃ, ὄχι διότι δεσμεύ-
1792ομαι ἐκ τῆς συμβάσεως...
1793§154Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ διεξήγαγον ἐγὼ
1794τὰς διαπραγματεύσεις, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς· τοῖς
1795εἶπον ὅτι ἔχομεν δέσμευσιν μὲ τὴν Τράπεζαν μέχρι τοῦ
17961930, διὰ νὰ ἐξασκῇ καὶ αὕτη τὴν κτηματικὴν πίστιν.
1797Μονοπώλιον ὅμως τῆς κτηματικῆς πίστεως δὲν ἔχει ἡ
1798Τράπεζα. Εἶπον λοιπὸν εἰς αὐτούς: Ἔλθετε παραλλήλως
1799νὰ ἱδρύσητε σεῖς μίαν Τράπεζαν Κτηματικῆς πίστεως καὶ
1800νὰ ἐργασθῆτε μέχρι τοῦ 1930, ὁπότε τὸ Κράτος θὰ ἦτο
1801ἐλεύθερον νὰ μὴ δώσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν εἰς τὴν Ἐ-
1802θνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἠξίουν ἀπὸ τοῦδε νὰ μετά-
1803σχῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ὥστε τὸ Κράτος δὲν εἶπεν ὅτι ἄνευ
1804τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν κάμνομεν τίποτε.
1805§155Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διότι εἶχον σύμβασιν.
1806§156Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἠδυνάμεθα ν’
1807ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
1808ζης. Αὐτοὶ ἠξίουν ἡ Τράπεζα νὰ ἐκχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς τὰς
1809ἐνυποθήκους πιστώσεις.
1810§157Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἠξίουν δηλαδὴ ἀπὸ τοῦδε τὸ μονο-
1811πώλιον.
1812§158Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι
1813μόλις ἐζήτησαν τὸ μονοπώλιον ἦτο ὁ πρῶτος ὅρος τὸν
1814ὁποῖον ἀπέκρουσα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς.
1815§159Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν οὐσίαν
1816τῶν διαπραγματεύσεων, περὶ ἧς δὲν πρόκειται σήμερον.
1817Τὸ ὅτι ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκρίθη, καλῶς ἢ κακῶς,
1818δικαίως ἢ ἀδίκως, ὡς ὅρος ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ἵνα προέλ-
1819θωσιν εἰς συμφωνίας μετὰ τοῦ Κράτους εἶναι φανερόν.
1820§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὸν ἀνταγωνι-
1821σμὸν ἠθέλησαν νὰ μετάσχῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
1822§161Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνας λόγους,
1823ἀλλ’ ἐξ ὅλης τῆς ἱστορίας τὴν ὁποίαν μᾶς ἐξέθηκεν ὁ κ.
1824Ὑπουργὸς — καὶ δὲν λέγω ταῦτα ἵνα κακίσω τὸν κ. Ὑ-
1825πουργόν — ἐν σχέσει πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν
1826δανειστῶν προκύπτει ὅτι ἡ θέσις τῆς Τραπέζης ἐν ταῖς
1827σχέσεσιν αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ Κράτους εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον
1828ἰσχυρὰ ἀπέναντι αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τοῦτο εἶναι
1829φυσικὴ συνέπεια τῆς μὴ ὑπὸ τοῦ Κράτους προσηκούσης
1830ὀργανώσεως τῶν σχετικῶν αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν. Δὲν ἐπεκτεί-
1831νομαι περισσότερον ἐπὶ τούτου, ἂν δ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐπεκ-
1832ταθῇ τις, θὰ εἶχε νὰ φέρῃ ἀποδείξεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι
1833ὄντως θὰ ἔθλιβον. Θὰ συνίστων δέ, ὑπερμαχῶν τῆς ἀπολύ-
1834του χειραφετήσεως τοῦ Κράτους ἐν τοῖς ἑαυτοῦ πράγμασιν
1835ἀπὸ τῆς Τραπέζης καὶ παντὸς ἄλλου ὀργανισμοῦ, ἐν τούτῳ
1836τῷ σημείῳ νὰ καταβληθῇ συντονωτάτη μέριμνα, ὅσον ἔνε-
1837στιν ἐπιμεμελημένη, ὑπὲρ τῆς διοργανώσεως τῶν σχετικῶν
1838ὑπηρεσιῶν.
1839Ἄν τοῦτο, Κύριοι, συνέβαινε, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς
1840τὴν ἀνάγκην νὰ συζητῶμεν σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
1841διότι ἡ Τράπεζα δὲν θὰ ἦτο ἐν θέσει τοιαύτῃ, ὥστε νὰ
1842καταστήσῃ τόσον αἰσθητὴν εἰς τὸ Κράτος τὴν κατάχρησιν
1843τῶν προνομίων τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὴν ἐνεπιστεύθησαν λόγῳ
1844τῆς κακῆς ἐνεργείας ἑνὸς Διοικητοῦ. Καὶ τοιουτοτρόπως,
1845Κύριοι, ἐρχόμεθα εἰς ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μοὶ
1846ἐπιβάλλει νὰ μὴ δεχθῶ τὸ νομοσχέδιον.
1847Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀπόρροια μελέτης τῆς Κυ-
1848βερνήσεως ἐξ ἧς νὰ προκύψῃ τὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ τῆς
1849Τραπέζης οὕτω πρέπει νὰ διαρρυθμισθῶσι. Τὸ νομοσχέ-
1850διον δὲν εἶναι ἀπόρροια τοιαύτης μελέτης, διότι, ὡς μᾶς
1851ἐδηλώθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ πάντες γνωρί-
1852ζομεν, ἦλθε διότι ἐπῆλθεν ἡ ῥῆξις μεταξὺ τῆς Κυβερνή-
1853σεως καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἵνα
1854διευκολυνθῇ ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς
1855Τραπέζης ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον. Πιθανὸν ἡ Κυβέρνη-
1856σις, συνεχίζουσα τὴν μελέτην αὐτῆς — διότι μοὶ φαίνεται
1857ὅτι ἤκουσα ὅτι ἔχει ἀρχίσει τοιαύτην ἔρευναν τοῦ ζητήμα-
1858τος — νὰ κατέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ εἰσαγάγῃ τὴν
1859τοῦ νομοσχεδίου ἀρχήν· ἀλλ’ ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀρχὴ
1860δὲν εἶναι προϊὸν τῆς μελέτης ταύτης, μήπω συμπληρωθεί-
1861σης· διότι οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν
1862ὅτι, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ῥῆξις μετὰ τῆς Τραπέζης, δὲν θὰ
1863εἰσηγεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἵνα εἰσαγάγῃ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν
1864εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ δεύ-
1865τερον λόγον, τὸν καὶ κύριον, τὸν λόγον ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1866νομίζει ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπομακρύνῃ τὸν
1867σήμερον διοικοῦντα τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἵνα τοῦτο
1868πραγματοποιήσῃ εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο
1869ἡ περὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις ἔλαβε χαρακτῆρα οἱο-
1870νεὶ δίκης περὶ τῶν πραχθέντων ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ Διοικη-
1871τοῦ. Καὶ ἠκούσαμεν προχθὲς τὸ ἐγκλητήριον, διατυπωθὲν
1872ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀνεμέ-
1873νομεν σήμερον τὴν ἀπολογίαν τοῦ κατηγορουμένου καὶ
1874ἠκούσαμεν ἀπόψε τὴν δευτερολογίαν, ἂς εἴπωμεν, τῆς
1875κατηγορίας ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν
1876Οἰκονομικῶν, καὶ ἠκούσαμεν τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Φθι-
1877ώτιδος καὶ Φωκίδος ὑπερασπιζόμενον τὸν κατηγορηθέντα,
1878καὶ ἤχησεν ἐνώπιον ἡμῶν σωρεία πράξεων, πλὴν ἐκείνων
1879τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν προχθὲς ὡς ἀποτελούσας τὴν βάσιν
1880τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἄλλων πολλῶν.
1881Θὰ ἐπεθύμουν ἐν τῷ — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸν χαρακτη-
1882ρίσω — κυκεῶνι τούτῳ τῶν γεγονότων, τὸν ὁποῖον εἶναι ἀδύ-
1883νατον νὰ παρακολουθήσωμεν, νὰ θέσωμεν μίαν ἀρχήν,
1884ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ὀρθῶς ἔθιξε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόε-
1885δρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπεν: Ἐγὼ ἀναγνωρίζω εἰς
1886τοὺς διοικοῦντας τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πλῆρες καὶ ἀκέ-
1887ραιον τὸ δικαίωμα, ἵνα διαχειριζόμενοι τὰ συμφέροντα τὰ
1888προσήκοντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, προκειμένου νὰ
1889συμβληθῶσι μετὰ τοῦ Κράτους, διατυπώσωσιν οἵας ἂν νομί-
1890ζωσιν αὐτοὶ ὡς ὀρθὰς ἀξιώσεις. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ Κράτος
1891δύναται νὰ εἴπῃ εἰς αὐτούς· «παραιτηθῆτε τῶν ἀξιώσεων
1892αὐτῶν καὶ ἂν δὲν παραιτῆσθε θὰ τὰς ἐπιβάλω». Προκειμέ-
1893νου νὰ καταρτισθῇ οἱαδήποτε συμφωνία μεταξὺ Κράτους
1894καὶ Τραπέζης, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — καὶ
1895παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσῃ, ἂν δὲν ἔχῃ οὕτως —, ἐπιτρέπω
1896εἰς σᾶς νὰ διατυπώσητε ὁπωσδήποτε νομίζετε κατὰ τὴν
1897ἀντίληψίν σας τὰς ἀξιώσεις σας, ὅπως καὶ ἐγὼ θὰ διατυ-
1898πώσω οἱασδήποτε νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχω ἀξιώσεις
1899ἀπέναντι τῆς Τραπέζης καὶ ἂν δὲν συμφωνήσωμεν δὲν
1900γίνεται ἡ σχετικὴ σύμβασις· καὶ ἐγὼ μὲν προνοῶ περὶ τῆς
1901ἱκανοποιήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἅτινα διὰ
1902τῆς συμβάσεως θὰ ἱκανοποιοῦντο κατ’ ἄλλον τρόπον, σεῖς
1903δὲ προνοεῖτε περὶ τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων σας κατ’
1904ἄλλον τρόπον. Τοῦτο ἀναγνωρίζω, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος
1905τῆς Κυβερνήσεως. Ἕν δὲν ἀναγνωρίζω εἰς ὑμᾶς. Δὲν ἀνα-
1906γνωρίζω εἰς ὑμᾶς ὅτι δύνασθε νὰ κάμητε χρῆσιν τῆς δυνά-
1907μεως τὴν ὁποίαν ἔχετε εἰς χεῖράς σας, ἵνα ἐξαναγκάσητε
1908ἐμέ, τὸ Κράτος, νὰ ὑποκύψω εἰς τὰς ἀξιώσεις σας ἐκείνας,
1909ὅπως δὲν ἀναγνωρίζω καὶ εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα, κά-
1910μνον χρῆσιν τῶν τυχὸν ἐξουσιῶν τὰς ὁποίας αὐτὸ ἔχει, νὰ
1911σᾶς ἀναγκάσω νὰ ὑποκύψητε εἰς τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ.
1912Εἰς τοῦτο εἴμεθα βεβαίως πάντες σύμφωνοι. Οὐδεὶς
1913δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι προσθίγεται ἡ ἐλευθερία τοῦ
1914συμβάλλεσθαι, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐκβια-
1915στικὴ χρῆσις ἔγινε, κατάχρησις τῶν ἐξουσιῶν, τῆς δυνά-
1916μεως τὴν ὁποίαν διὰ τῶν διαφόρων συμβάσεων μετὰ τοῦ
1917Κράτους διὰ τῶν διαφόρων προνομίων αὐτῆς ἔχει ἡ Τρά-
1918πεζα μὴ ἐπιτετραμμένη, καὶ ἐπέβαλλε τὴν ἄμυναν εἰς τὸ
1919Κράτος, ἄμυναν ἡ ὁποία δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ση-
1920μείου ἐκείνου τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἰδία πρᾶξις ἡ ἐκβιαστι-
1921κῶς ἐπιβαλλομένη εἰς τὸ Κράτος ἐνδεικνύει, δηλαδὴ ἄμυ-
1922ναν ἐπιτρέπουσαν νὰ γίνῃ ὅ,τι ἀπαιτεῖται διὰ νὰ μὴ ὑπο-
1923κύψῃ τὸ Κράτος εἰς αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν.
1924Οὕτω τεθείσης τῆς ἀρχῆς, ἓν εἶναι τὸ ἐξεταστέον·
1925εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Διοικητοῦ;
1926Καὶ ἂν εὑρισκώμεθα ἀπέναντι τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Δι-
1927οικητοῦ, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ἂν προβῶ-
1928μεν εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ διὰ τῆς ψηφίσεως τοιούτου νό-
1929μου, φθάνομεν πέρα τοῦ σκοπουμένου· διότι τὸ σκοπού-
1930μενον ποῖον θὰ ἦτο; Ν’ ἀπομακρύνωμεν τὸν Διοικητήν. Εἰσ-
1931άγοντες τὸν νόμον δὲν παρέχομεν τὴν εὐχέρειαν ν’ ἀπο-
1932μακρύνωμεν μόνον τὸν Διοικητήν, ἀλλὰ θίγομεν καὶ τὸ
1933ἵδρυμα· ἑπομένως ἡ πρᾶξις ἡ καταδικαστικὴ τοῦ Διοικη-
1934τοῦ πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογῇ ὄχι μό-
1935νον τὴν ἐν ἁρμονίᾳ ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν
1936θίξιν τοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον, ὁσηνδήποτε καὶ ἂν κατα-
1937βάλωμεν προσοχὴν νὰ μὴ ὑποστῇ ζημίας ἐκ τοῦ ζητήμα-
1938τος, πάντως θὰ ὑποστῇ τοιαύτας. Τῆς ἀρχῆς ταύτης τιθε-
1939μένης ἀπομακρύνονται τῆς ἐρεύνης ἡμῶν πᾶσαι αἱ πράξεις
1940αἱ μνημονευθεῖσαι τὴν ἑσπέραν ταύτην· ἂν καλῶς ἢ κακῶς
1941διεχειρίσθη ὁ κ. Εὐταξίας τὰ τῆς προκαταβολῆς τοῦ δα-
1942νείου, ἂν προυκάλεσε τὴν δυσμένειαν ἐκείνων μετὰ τῶν
1943ὁποίων συνενοήθη, ἂν ἐζήτησε περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον
1944τόκον, ἂν ἐξεμεταλλεύθη ἢ μὴ μίαν περίστασιν διὰ νὰ
1945λάβῃ τι περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης,
1946αὐτὰ δὲν πίπτουσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐκβιάσεως καὶ
1947μένουσιν αἱ δύο πράξεις τὰς ὁποίας προχθὲς ἐμνημόνευσεν
1948ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
1949Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι προχθές, ἀκούσας τὴν ἔκθεσιν
1950ὡς ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ
1951Συμβουλίου, ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ κ. Εὐταξίας
1952προσηνέχθη κατὰ τρόπον ὅστις δικαιολογεῖ τὴν ἀπομά-
1953κρυνσιν αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱδρύματος. Μοὶ ἔμενεν ὅμως ὁ ἐνδοια-
1954σμός, προκειμένου νὰ τελεσθῇ ἡ ἀπομάκρυνσις αὕτη διὰ
1955θίξεως τοῦ ἱδρύματος, ἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ, δηλαδὴ ἂν τὸ
1956πταῖσμα ἦτο τόσον βαρὺ ὥστε, προκειμένου ν’ ἀπομακρύ-
1957νωμεν αὐτὸν ἵνα σωθῶμεν εἰς τὸ μέλλον ἐκ τῆς ἐπαναλή-
1958ψεως παρομοίων πταισμάτων, νὰ θίξωμεν καὶ τὸ ἵδρυμα,
1959τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἦτο μία θυσία. Ὁ ἐνδοιασμὸς οὗτος μόνος
1960μοὶ ἔμενεν. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ προταθῇ τρόπος διὰ τοῦ
1961ὁποίου νὰ καθίστατο δυνατὸν ν’ ἀπομακρυνθῇ ὁ κ. Εὐτα-
1962ξίας χωρὶς νὰ θιχθῇ τὸ ἵδρυμα, οὐδεμίαν θὰ εἶχον δυσκολίαν
1963προχθές, ἀκούσας τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
1964βερνήσεως, νὰ δεχθῶ τοῦτο.
1965Ἀλλά, Κύριοι, μετὰ τὸ ἐγκλητήριον ἐπηκολούθησεν ἡ
1966ἀπολογία καὶ ὁ ἐγκαλούμενος ἐξέθηκεν ἐπ’ ἀμφοτέρων
1967αὐτῶν τῶν σημείων διαφόρους ἀνακοινώσεις. Μεταξὺ τῶν
1968ἐκτεθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
1969καὶ τῶν ἐκτιθεμένων ὑπὸ τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς
1970Τραπέζης ὑπάρχει ἔν τισι σημείοις διαφωνία, ἐν πολλοῖς
1971συμφωνία. Ὑπάρχει ὅμως ἕν σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου, προ-
1972κειμένου περὶ τῆς πρώτης κατηγορίας, τῆς πρώτης ἐκβιά-
1973σεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὰ χρήματα τὰ δοθέντα πρὸς ἀγορὰν
1974τῶν πλοίων, ἐπεθύμουν μίαν ἐξήγησιν: ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε
1975πρὸ ὀλίγου ὅτι χρήματα εἴχετε νὰ λάβητε ἐκ τῆς προ-
1976εξοφλήσεως τῶν ἕξ τελευταίων δόσεων τῆς πρώτης σειρᾶς
1977τοῦ δανείου τῶν 500 ἑκατομμυρίων. Αὐτὰ τὰ εἴχετε
1978λάβει;
1979§162ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἦσαν ἐν τῷ λαμβάνειν.
1980§163Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἦσαν ἐν τῷ λαμβάνειν. Τὰ 60
1981ἑκατομμύρια περὶ τῶν ὁποίων ποιεῖται λόγον ὁ κ. Εὐτα-
1982ξίας ἦσαν ἐξ αὐτῶν τῶν δοθέντων πρὸ τοῦ δανείου πρὸς
1983ὑμᾶς, περὶ ὧν ὁμιλεῖ ὁ κ. Εὐταξίας ἐν τῷ ὑπομνήματί του.
1984Ὁ κ. Εὐταξίας λέγει ὅτι εἶχον δοθῆ πρὸ τοῦ δανείου
1985πρὸς ὑμᾶς πρὸ τῆς ἀγορᾶς τῶν πλοίων. Ἐπαναλαμβάνω
1986ὅτι λέγει ὅτι τὰ 60.000.000 τὰ ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρ-
1987νησιν ἐκ τῶν προεξοφλήσεων.
1988§164ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν τὰ ἔδωκε· τὰ ἐλάβομεν παρ’
1989ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ δάνειον.
1990§165Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ· αὐτὰ εἶναι 60
1991ἑκατομμύρια προελθόντα ἐκ τῶν προεξοφλήσεων. Αὐτὰ
1992λέγω ὅτι ἦσαν 60 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ Κρά-
1993τος, καὶ αὐτῶν τῶν χρημάτων ἔκαμε τὴν δήλωσιν.
1994§166ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι. Οὐδαμῶς. Ἐκεῖνο τὸ
1995ὁποῖον εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ Βαλαωρίτης ἦτο τοῦτο· ὅτι, ὁπότε
1996μᾶς ἐχρειάζοντο τὰ χρήματα διὰ νὰ πληρώσωμεν τὸ θω-
1997ρηκτὸν ἢ τὰ θωρηκτά, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἔχουσα ἤδη διὰ
1998τῆς συνομολογήσεως ἑνὸς τμήματος τοῦ δανείου ἀναλάβει
1999προκαταβολὰς ἰδικάς της, θὰ εἶχε κινητοποιήσει τὸ ἀναγ-
2000καῖον ποσὸν ἵνα μᾶς δώσῃ ν’ ἀγοράσωμεν. Ἔχω καθῆ-
2001κον νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι, ὅτε ἐκά-
2002λεσα τὸν κ. Εὐταξίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτι-
2003κῶν, ὅτε μετὰ τὴν ἀναγγελίαν τῆς ψηφίσεως ὑπὸ τῆς
2004Ἀμερικανικῆς Βουλῆς τῆς πωλήσεως τῶν θωρηκτῶν μετα-
2005βάντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Ἐθνι-
2006κὴν Τράπεζαν ὁ κ. Εὐταξίας εἶπεν ὅτι «δὲν δίδω χρήματα,
2007ἂν δὲν ὑπογράψητε τὴν σύμβασιν», ὅτε ἐκάλεσα τὸν κ.
2008Εὐταξίαν καὶ τὸν ἐκακομεταχειρίσθην, ἐφάνην ὀλίγον
2009σκαιός. Ἡμέρας πολλάς, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ
2010ὁρίσω, διότι δὲν ἔχω στερρὰν τὴν μνήμην, ὡς ἔχει πρώην
2011συνάδελφός μου, ὁ κ. Εὐταξίας ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ
2012ἀπεχωρίσθημεν εἰς τὸ παρακείμενον δωμάτιον· τότε τῷ εἶπον
2013ὅτι εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἀγορᾶς τῶν πλοίων καὶ ὁ
2014κ. Εὐταξίας εἶπε «βεβαίως τὰ χρήματα ὑπάρχουσι»· δὲν εἶπεν
2015ὅτι δὲν θὰ δοθῶσιν, ἂν δὲν ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν. Αἱ
2016διαπραγματεύσεις τῆς συμβάσεως διεξήγοντο ἐκ παραλλή-
2017λου, οὐδέποτε δὲ εἶχε γίνει ἀντικείμενον ὁ ὅρος τῆς προ-
2018καταβολῆς τιμήματος· ἀλλ’ ὅτε ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρ-
2019νησις ἐψήφισε τὴν πώλησιν τῶν θωρηκτῶν ὁ κ. Εὐταξίας
2020εἶπε «ναί, ἂν θὰ τελειώσῃ ἡ σύμβασις» καὶ τότε τὸν ἐκα-
2021κομεταχειρίσθην.
2022§167ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ ὑποσχέσεως πρὸς
2023ἐπέκτασιν τῶν προνομίων. Δὲν ἠδύνατο ὁ Διοικητὴς τῆς
2024Τραπέζης νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν εἶναι
2025δυνατὸν νὰ γίνωσιν αἱ συζητήσεις καὶ αἱ διαπραγματεύσεις
2026καὶ νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις. Ἐπρόκειτο περὶ ὑποσχέσεως
2027ὡς πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων.
2028§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς οὔτε ἦτο
2029δυνατὸν νὰ κακομεταχειρισθῶ τὸν κ. Εὐταξίαν τὸν ὁποῖον
2030προσωπικῶς τὸν σέβομαι, εἶναι δὲ καὶ διδάσκαλός μου, καὶ
2031λόγῳ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει ἐν τῇ Κοινωνίᾳ,
2032δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν κακομεταχειρισθῶ, ἂν μοὶ ἔλεγεν
2033ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα σύμφωνοι διὰ τὸ προνόμιον τὸν ἐκα-
2034κομεταχειρίσθην, διότι εἶπεν ὅτι δίδει τὰ χρήματα, ἂν κάμω-
2035μεν τὴν σύμβασιν. Ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ εἰς
2036τοιαύτην ὥραν νὰ γίνῃ τοῦτο; Εἶπον ὅτι δὲν δέχομαι.
2037§169Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ διὰ τῆς ἐρωτήσεως
2038τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομι-
2039κῶν νὰ λάβω ἀπάντησιν εἰς τοῦτο τὸ ἐρώτημα: Ὁ κ. Εὐ-
2040ταξίας ἰσχυρίζεται ὅτι εἴχετε λάβει ἐκ τῶν προεξοφλή-
2041σεων τῶν τελευταίων δόσεων 60 ἑκατομμύρια, ὅτι ἐκτὸς
2042τῶν 60 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα αὐτὸς χαρακτηρίζει ὡς
2043ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ Βαλαωρίτης προώριζε διὰ τὴν ἀγορὰν
2044τῶν πλοίων — οὕτω λέγει ὁ κ. Εὐταξίας...
2045§170ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
2046πέζης λέγει ὅτι οὐδεμίαν γνῶσιν ἔλαβέ ποτε τοιαύτης
2047ὑποσχέσεως τοῦ Βαλαωρίτου.
2048§171Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀδιάφορον.
2049...Ἐκτός, λέγω, ἐκείνων τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐχαρακτή-
2050ριζεν ὡς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προωρίζοντο διὰ τὴν ἀγορὰν
2051τῶν πλοίων, ἐκτὸς τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν ὑπολοί-
2052πων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς προεξοφλήσεως τῶν τε-
2053λευταίων δόσεων ἐζητήσατε καὶ σᾶς ἔδωκεν ἄλλα 55
2054ἑκατομμύρια δι’ ὧν ἠγοράσατε τὰ πλοῖα. Εἶναι γεγονὸς
2055ὅτι ἐλάβετε τὰ 60 ἑκατομμύρια καὶ τὰ 55 ἑκατομμύρια.
2056Εἴπετε σεῖς ὅτι ἡ Τράπεζα ἀνέλαβε διὰ τοῦ ἀντιτίμου
2057τοῦ δανείου τῆς πρώτης δόσεως ἕν μέρος τῶν προκαταβο-
2058λῶν ἢ προσωρινῶν δανείων τὰ ὁποῖα εἶχε κάμει. Ἤθε-
2059λον παρακαλέσει νὰ μοὶ εἴπητε ἂν αὐτὰ τὰ χρήματα τὰ
2060ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Τράπεζα τὰ ἔλαβεν ἐκ τῶν προηγουμέ-
2061νων δόσεων ἢ ἐκ τῶν ἕξ τελευταίων. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν
2062θέλω.
2063§172ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ἱστορία τοῦ ζη-
2064τήματος αὐτοῦ. Τὸ δάνειον τῶν 250 ἑκατομμυρίων εἶχε
2065συνομολογηθῆ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἐξωφλοῦντο ἐκ τοῦ
2066προϊόντος αὐτοῦ τὰ δύο προσωρινὰ δάνεια ἐκ 40 ἑκατομ-
2067μυρίων καὶ τὸ πρῶτον δάνειον τῶν 50 ἑκατομμυρίων, δη-
2068λαδὴ 130 ἑκατομμύρια ἐν συνόλῳ. Διὰ τῆς συμβάσεως
2069ὡρίζετο ἐπίσης ὅτι ἡ πληρωμὴ τῶν ποσοτήτων αὐτῶν θὰ
2070ἐγίνετο κατὰ τὴν λῆξιν τῶν σχετικῶν δανείων διὰ τὰ
2071ἔχοντα ἐνιαυσίαν λῆξιν.
2072Πλὴν τούτων ὅμως, ἐκτὸς τῆς περὶ δανείου συμ-
2073βάσεως, ἥτις οὐδὲν ἀναφέρει, εἴχομεν ἀναλάβει ἐπίσης τὴν
2074ὑποχρέωσιν ἐξοφλήσεως ἑτέρων 30 ἑκατομμυρίων, δανείου
2075συνομολογηθέντος διὰ συναλλαγματικῶν ἐπὶ τῇ βάσει ἐψη-
2076φισμένου περὶ τούτου νόμου καὶ αἵτινες διετέθησαν πρὸς
2077ἐξόφλησιν ἀπαιτήσεων ἐξ ἐπιτάξεως, κυριώτατα δὲ ἀπαι-
2078τήσεων τοῦ Schneider διὰ προμηθείας πολεμικῶν εἰδῶν,
2079ἑπομένως τὸ σύνολον τὸ ὁποῖον εἴχομεν νὰ πληρώσωμεν
2080ἦτο 160 ἑκατομμυρίων. Ἐκ τοῦ προϊόντος αὐτοῦ τοῦ δα-
2081νείου ἔμεινεν ἑπομένως ὑπόλοιπον 55.000.000 πρὸς
2082διάθεσιν. Ἀλλὰ τὰ 55 αὐτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἦσαν
2083τὸ ὑπόλοιπον, ἦσαν ἐξοφλητέα ἐντὸς 6 μηνῶν μετὰ τὴν
2084ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου. Ἐζητήσαμεν τότε
2085τὴν προεξόφλησιν τῶν 55 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα εἴχομεν
2086νὰ λάβωμεν μέχρι τέλους Αὐγούστου καὶ τῇ ἐπεμβάσει
2087τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατωρθώθη ἡ προεξόφλησις αὐτοῦ
2088τοῦ ποσοῦ. Τὰ 55 ἑκατομμύρια τὰ ἐλάβομεν ἐκ προεξο-
2089φλήσεως καὶ διετέθησαν εἰς διαφόρους ἐκτάκτους ἀνάγ-
2090κας.
2091§173Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐκ τῶν 160 ἑκατομμυρίων;
2092§174ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς εἴπω. Ἡ συμφω-
2093νία εἰς τὴν ὁποίαν εἴχομεν προέλθει μετὰ τοῦ μακαρίτου
2094Βαλαωρίτου καὶ ἡ ὁποία ἄλλως τε ἐνυπῆρχε καὶ ἐν αὐτῇ
2095τῇ φύσει τῶν πραγμάτων ἦτο ὅτι, ἐπειδὴ ἓν τῶν δανείων
2096τούτων τῶν ἀποσβεσθέντων ἦτο τὸ δάνειον 40 ἑκατομμυ-
2097ρίων, τὸ ὁποῖον ἦτο προθεσμίας πενταετοῦς καὶ οὐδεμία
2098ὑποχρέωσις ὑπῆρχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν
2099πρόωρον ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου τούτου, ἡ Τράπεζα δὲν μᾶς
2100ἐδάνειζε κατόπιν τὸ αὐτὸ ποσόν.
2101§175Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ δάνειον ἦτο τοποθετημένον
2102εἰς τὴν Τράπεζαν;
2103§176ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ εἴπω ἀμέσως. Ἡ Τράπεζα
2104εἶχε νὰ λάβῃ ποσὸν περίπου 65 ἕως 70 ἑκατομμυρίων·
2105ἑπομένως διὰ τῆς ἀποσβέσεως τῶν προσωρινῶν δανείων
2106τὰ κεφάλαιά της τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀκινητοποιημένα ἐκινητο-
2107ποιήθησαν πάλιν.
2108§177Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔλαβεν ἐξ αὐτῶν τῶν 160 ἑκατομ-
2109μυρίων τὰ 70;
2110§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ 70.
2111§179ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα, ἔλαβε τὰ ποσὰ ταῦτα ἐκ
2112τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου.
2113§180Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπληρώθησαν διὰ μετρητῶν ἢ δι’
2114ὁμολογιῶν;
2115§181ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διὰ μετρητῶν.
2116§182ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προεξωφλή-
2117σαμεν ἦτο τὸ πρῶτον ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ
2118εἰς τὸ Ταμεῖόν μας ἀπὸ τὸ δάνειον.
2119§183Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα δια-
2120σαφηνίζουσι τὸ σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠρώτησα. Ἡ Τρά-
2121πεζα εἶχε δηλώσει διὰ τοῦ μακαρίτου Βαλαωρίτου, ὡς
2122ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὡς ἀμφισβητεῖ ὁ κ. Εὐτα-
2123ξίας, ὅτι ἐκ τῆς ἀναλήψεως ἑνὸς ποσοῦ ἐκ τῶν δανείων,
2124τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀπο-
2125κτῶσα ἀνανέωσιν χρηματικήν, δὲν ἠδύνατο νὰ δανείσῃ
2126εἰς τὸ Κράτος τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον
2127διὰ ν’ ἀγορασθῶσι τὰ πλοῖα. Ὁ κ. Εὐταξίας ἰσχυρίζεται
2128ὅτι οὐχὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ
2129παρελθόντος ἐκ τῆς προεξοφλήσεως τῶν τελευταίων δόσεων
2130ἐνόησεν αὐτὸς καὶ συνεφώνησε καὶ ἐδήλωσε πρὸς τὴν Κυ-
2131βέρνησιν ἵνα ἀγοράσῃ τὰ θωρηκτά.
2132§184Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πότε ἐγένετο ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου;
2133§185Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εἴτε
2134κατὰ τὴν μίαν ἔκδοσιν εἴτε κατὰ τὴν ἄλλην, τὸ γεγονὸς
2135εἶναι τοῦτο· ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀναλάβει ἓν ποσὸν
2136περὶ τὰ 60.000.000, ἔχουσα τὴν πεποίθησιν ἐκ τῆς δηλώ-
2137σεως τὴν ὁποίαν εἶχε, τοῦ Βαλαωρίτου, ὅτι ἐκτὸς αὐτῶν
2138θὰ ἐλάμβανε καὶ τὰ χρήματα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν
2139ἀγορὰν τῶν πλοίων.
2140§186ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί λέγετε ὅτι εἶχεν ἀναλάβει
2141ἀπὸ τὴν Τράπεζαν;
2142§187Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα. Δὲν ἦτο τῆς Τραπέζης,
2143ἀλλ’ ἦτο ἐκ τοῦ δανείου. Ἡ Κυβέρνησις τῇ μεσολαβήσει τῆς
2144Τραπέζης εἶχεν ἀναλάβει τὸ ποσὸν τῶν 60.000.000, τὸ
2145ὁποῖον διέθεσε διὰ τὰς συνήθεις δαπάνας τοῦ Ταμείου, εἶχε
2146δὲ τὴν ἐκ τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Βαλαωρίτου ἀσφάλειαν ὅτι,
2147ὅτε θὰ ἠγόραζε τὰ πλοῖα, θὰ εὕρισκε τὰ χρήματα τὰ
2148ὁποῖα πρὸς τοῦτο θ’ ἀπῃτοῦντο. Ὅτε τὰ πλοῖα ἠγορά-
2149σθησαν, προσέφυγεν εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν καὶ ἐζήτησε παρ’
2150αὐτοῦ τὴν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας πληρωμὴν τῶν χρημάτων.
2151Κύριοι, ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ χρή-
2152ματα ἐπληρώθησαν ἐντὸς τῆς προθεσμίας· ἑπομένως δὲν
2153δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι συνετελέσθη ἐκβίασις τοῦ Κρά-
2154τους, ἀλλ’ ὅτι τὸ πολὺ ἐγένετο μία ἀπόπειρα ἵνα ἐκβιασθῇ,
2155καὶ τοῦτο, ἂν ἐγένετο ἀπόπειρα ἢ οὔ, ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ
2156τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον διετύπωσεν ὁ κ. Εὐταξίας τὴν
2157περὶ συμβάσεως δήλωσίν του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι
2158εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως — καὶ ὁ κ. Εὐταξίας τὸ δέχεται
2159καὶ ἡ Κυβέρνησις — ὅτι ἐγένετο λόγος περὶ τῆς συμβάσεως.
2160Καὶ ὑποβάλλω τὸ ἐρώτημα· ὁ κ. Εὐταξίας διετύπωσε
2161τὸ πρᾶγμα τοῦτο κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν
2162ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τὰ ἑκατομμύρια ὡς ὅρον παροχῆς τῶν
2163ἑκατομμυρίων ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἔδιδε τὸ χρῆμα, ἢ ὁ
2164κ. Εὐταξίας, δηλῶν ὅτι θὰ δώσῃ τὰ ἑκατομμύρια, ἠξίωσε
2165παρὰ τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἐξαρτήσῃ τὴν δόσιν τῶν ἑκα-
2166τομμυρίων ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἀξιώσεώς του,
2167— ὄχι ἁπλῶς ἐζήτησε, παραδέχομαι ὅτι ἠξίωσε — νὰ προβῇ
2168εἰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις καὶ εἰς κανονισμὸν συμ-
2169φωνιῶν τινων σχετικῶς πρὸς τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον εἰς τὰς
2170νέας χώρας; Ἂν ἔπραξε τὸ πρῶτον ὁ κ. Εὐταξίας, βεβαίως
2171ἀπεπειράθη ἐκβίασιν· ἂν ἔπραξε τὸ δεύτερον, δὲν δυσκο-
2172λεύομαι νὰ δηλώσω ὅτι διέπραξε πρᾶξιν ἀντικειμένην
2173πρὸς πᾶσαν λεπτότητα συναλλαγῆς, διότι, ἂν τὴν στι-
2174γμὴν ἐκείνην καθ’ ἣν προσέτρεξεν εἰς αὐτὸν τὸ Κράτος
2175ζητοῦν 65.000.000 διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ εἰς ὃν
2176σκοπὸν προωρίζοντο εὗρε κατάλληλον διὰ νὰ προκαλέσῃ
2177συζήτησιν, ἐπέβαλεν, οὕτως εἰπεῖν, συζήτησιν χωρὶς νὰ
2178θέσῃ τοῦτο ὅρον, ἂν ἐπέβαλε συζήτησιν περὶ τῆς συμ-
2179βάσεως εἰδικῶς, τοῦτο ἀποτελεῖ ἔλλειψιν λεπτότητος. Θελή-
2180σας, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν εὐμενῶν αἰσθημάτων,
2181τὰ ὁποῖα ἦτο φυσικὸν ὑπὸ τὴν εὐγνωμοσύνην, διότι ἐδί-
2182δοντο εἰς τόσον κρίσιμον στιγμὴν τὰ χρήματα, νὰ ἐπι-
2183διώξῃ μίαν σύμβασιν διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὠφελήματα, βεβαίως
2184ἔδειξεν ἔλλειψιν λεπτότητος, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐγ-
2185κρίνω, ἀλλ’ ἀπόπειραν ἐκβιάσεως προσπαθῶν νὰ ἐξαναγ-
2186κάσῃ τὸ Κράτος διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς δόσεως τῶν χρη-
2187μάτων δὲν ἔπραξε.
2188§188Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν ὑπάγεται τοῦτο εἰς τὰς
2189διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου;
2190§189Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· ἀφήσατε
2191νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ θὰ εἴπητε κατόπιν τὴν ἰδι-
2192κήν σας. Ἂν δὲ τὰ πράγματα ἐγένοντο οὐχὶ οὕτως, ἀλλ’
2193ὡς ὁ κ. Εὐταξίας ἰσχυρίζεται, ὅτι αὐτὸς οὗτος ἠξίωσε νὰ
2194γίνῃ λόγος περὶ τῆς συμβάσεως, διότι εἶχεν ἀνάγ-
2195κην νὰ γίνῃ δήλωσίς τις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ δοθῇ εἰς τὴν
2196Τράπεζαν τὸ προνόμιον τῆς ἐπεκτάσεως τὸ ἐκδοτικὸν εἰς
2197τὰς νέας χώρας, τότε θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἔκαμέ
2198τι τὸ ψεκτόν. Ἀλλ’ ὁτιδήποτε καὶ ἂν δεχθῶμεν, ἢ τὸ
2199τελευταῖον ἢ ἐκεῖνο ὅπερ καθιστᾷ τὴν πρᾶξιν τοῦ κ.
2200Εὐταξίου ἐστερημένην λεπτότητος, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ
2201δεχθῶ ὅτι ἀπεπειράθη ἐκβίασιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ
2202γεγονὸς ὅτι ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας τῆς μιᾶς ἡμέ-
2203ρας ἐδόθησαν τὰ χρήματα καὶ ἑπομένως, κατὰ τὴν ἀρχὴν
2204τὴν ὁποίαν ἔθηκεν αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
2205δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι θὰ προε-
2206βαίνομεν ἐκ τούτου τοῦ λόγου εἰς τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀπο-
2207πέμψωμεν τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ δὴ
2208διὰ μέτρου τὸ ὁποῖον πολὺ πέρα τοῦ σκοποῦ βαίνει, διότι
2209θίγει αὐτὴν τοῦ ἱδρύματος τὴν ὑπόστασιν.
2210Ὑπολείπεται ἡ δευτέρα πρᾶξις τῆς ἐκβιάσεως, ἐκείνη
2211ἥτις συνετελέσθη διὰ τῆς ἀρνήσεως τῆς χορηγήσεως τῶν
22123.000.000. Ἐν τῇ πράξει ἐκείνῃ, Κύριοι, ἐπικρατεῖ
2213τοσαύτη σύγχυσις ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν
2214συνελήφθη τὸ σχέδιον νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὲρ τῶν δημο-
2215σίων ἀναγκῶν τὰ χρήματα ἐκεῖνα μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ
2216τὴν ὁποίαν ἐξετυλίχθη ἡ πρᾶξις αὕτη ὥστε νὰ παράσχῃ
2217ἀφορμὴν ἡμεῖς νὰ συζητῶμεν, ὥστε εἶναι δυσχερέστα-
2218τον ν’ ἀντιληφθῇ τις πῶς τὰ πράγματα ἐγένοντο, διότι,
2219ἐνῷ γίνεται μία συνέλευσις πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν
2220ὁποίαν παρέστη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ
2221μακρῶν συνεζήτησε, μανθάνομεν αἴφνης ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
2222γὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετέβη ἐκεῖ παγιδευθεὶς καὶ ὅτι...
2223§190Λ. ΝΑΚΟΣ. Νὰ ἐκκενωθῇ, κ. Πρόεδρε, ἡ αἴθουσα ἀπὸ
2224τοὺς μὴ Βουλευτάς. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή· εἶναι καὶ
2225τραπεζιτικοὶ ἀκόμη.
2226§191Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ... μανθάνομεν, λέγω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
2227γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ὥραν συνεζήτησε μετὰ τῶν μελῶν
2228τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνῷ μετέβη ἐκεῖ οὐχὶ ἵνα ἔλθῃ εἰς συζή-
2229τησιν καὶ ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἵνα
2230ἴδῃ τὸν κ. Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
2231Καὶ ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει ταύτῃ προέβαλεν εἰς ἡμᾶς ἡ
2232ἀπορία· τί ἐξηνάγκασε τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ τοιοῦτον
2233σκοπὸν μεταβάντα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἵνα ἴδῃ τὸν Διοικη-
2234τήν, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δωμάτιον ἐν τῷ ὁποίῳ συνεσκέ-
2235πτετο συγκεντρωμένη ἡ Ἐπιτροπή, ἵνα ἐπιληφθῇ συζητή-
2236σεως μετ’ αὐτῆς, καὶ τί ἠμπόδισεν αὐτόν, ὅτε εἶδε τὴν
2237Ἐπιτροπὴν αὐτήν, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ παρακείμενον δωμά-
2238τιον καὶ νὰ καλέσῃ τὸν Διοικητὴν ἵνα συνεννοηθῇ μετ’
2239αὐτοῦ;
2240Ἔμαθον ὅτι τότε, ἐπινεύοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
2241Οἰκονομικῶν, ἐγένετο ἡ δήλωσις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τρα-
2242πέζης ὅτι ὁ μόνος σκοπὸς τῆς Συνελεύσεως ἦτο νὰ βελ-
2243τιώσῃ τὸ ποσὸν τοῦ τόκου τοῦ διδομένου διὰ τὰ συλλε-
2244γέντα χρήματα ὑπὲρ τῆς ναυαρχίδος. Καὶ ἂν περὶ τούτου
2245ἐγίνετο συζήτησις, θὰ προετείνετο ὁ τρόπος καθ’ ὃν τοιαύτη
2246ἐνέργεια θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου.
2247Καὶ δὲν ἦτο δύσκολον νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος, ἂν κρίνωμεν ἐκ
2248τοῦ Διατάγματος τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦ
2249ὁποίου ἠδύνατο νὰ γίνῃ μεταβολή. Ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ συγ-
2250κληθῇ ἡ Ἐπιτροπή, ἐκ τῆς θελήσεως τῆς ὁποίας θ’ ἀπεφα-
2251σίζετο ἡ ἀλλοία τοποθέτησις τῶν χρημάτων, ἀφοῦ προη-
2252γουμένως θὰ εἶχε μεταβληθῇ τὸ καταστατικόν. Ἡ Ἐπι-
2253τροπὴ συγκαλεῖται, μεταβαίνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
2254νομικῶν, διεξάγει διαπραγματεύσεις καὶ ἀπέρχεται ἐκεῖ-
2255θεν.
2256§192Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου πῶς τὴν ἐξη-
2257γεῖτε;
2258§193Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θὰ ἴδητε.
2259Πῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ἐγίνετο
2260ἄλλη συζήτησις ἢ περὶ βελτιώσεως τοῦ τόκου, ἐμφανίζεται
2261ὁ κ. Ὑπουργός; Καὶ ἐνῷ ἡ συζήτησις εἶχε τεθῇ παρ’
2262αὐτοῦ τούτου περὶ βελτιώσεως τοῦ τόκου, πῶς λέγεται
2263ὅτι τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται δὲν εἶναι τοῦτο, ἀλλ’
2264ἄλλο, ἵνα διαθέσῃ τὰ χρήματα οὗτος εἰς τὸ δημόσιον Τα-
2265μεῖον πρὸς κάλυψιν τῶν μᾶλλον ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ;
2266Πῶς αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε τεθῇ οὔτε ὡς σκοπός, οὔτε
2267ὡς θέμα, οὔτε ὡς ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, ἐζητεῖτο ἤδη
2268καὶ ἐλέγετο ὅτι δὲν ἐπετεύχθη, διότι ἀντέδρασεν εἰς αὐτὸ
2269ὁ κ. Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιό-
2270τητά του ὡς μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν
2271ἰδιότητα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης; Καὶ πῶς ἔδρασεν
2272ὑπὸ τὴν δευτέραν ἰδιότητα, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ τὰ
2273ἔντοκα γραμμάτια τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα αὐτὸς εἶχεν εἰς
2274τὴν Ἐπιτροπὴν, ὥστε νὰ πορίζηται αὕτη τόκον 6%; Ὅτε
2275δ’ ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ Ὑπουργοῦ ὅτι οὐχὶ 6% ἀλλὰ
22764% ἐλάμβανεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπεν· «ἐγὼ ἐδέχθην νὰ
2277μένωσι 4%, ἀφοῦ τοποθετηθῶσι τὰ χρήματα εἰς ἔντοκα
2278γραμμάτια τοῦ Κράτους», ἐνόει δ’ αὐτοῦ ὅτι ἐν τοιαύτῃ
2279περιπτώσει τὸ Κράτος δὲν θὰ τὰ ἐλάμβανεν.
2280Ἐὰν τὰ πράγματα ἐγένοντο ὡς ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐμφα-
2281νίσει των παρουσιάζονται, δὲν νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2282Οἰκονομικῶν δύναται ν’ ἀξιώσῃ ὅτι ἐγένετο ἐκβίασις ἐκ
2283μέρους τῆς Τραπέζης, ἐκ μέρους τοῦ κ. Εὐταξίου, διὰ τῆς
2284τοιαύτης διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως, πολλῷ μᾶλλον καθό-
2285σον, πρὶν ἢ ἐμφανισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν,
2286ὁ κ. Εὐταξίας ἔγραψεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον
2287τῆς Κυβερνήσεως, δηλώσας οὕτως ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα
2288εἶχεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους· καὶ ἐνήργει οὕτω πρὸς
2289ἐξεύρεσιν μεθόδου, δι’ ἧς τὰ χρήματα θὰ διετίθεντο ὡς
2290προέτεινεν οὗτος, ἔπραξε δὲ τοῦτο ἵνα δημιουργήσῃ ἄνε-
2291σιν τοῦ ταμείου τῆς Τραπέζης, ὥστε αὕτη εὐχερῶς νὰ
2292δώσῃ τὰ χρήματα εἰς τὸ Δημόσιον.
2293Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἐγράφη μετὰ τὴν
2294ἐπιστολὴν ἣν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κ. Εὐταξίαν ὁ κ. Πρόε-
2295δρος τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἐξασθένισιν τῆς
2296σημασίας τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Εὐταξίου. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα
2297ἀπέναντι προσώπου τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε καὶ εἶναι ἀκόμη
2298Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ἀπέναντι προσώπου τὸ ὁποῖον,
2299διαχειρισθὲν ὅσα διεχειρίσθη μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης
2300συμφέροντα, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι παρέσχεν ἀφορ-
2301μὴν ἵνα περὶ αὐτοῦ κρίνωμεν μετὰ τόσης εὐκολίας ὅτι
2302οὐχὶ καλῶς ἐνήργει, ἀπέναντι προσώπου τὸ ὁποῖον ὁλό-
2303κληρον βίον διεβίωσε χωρὶς νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς δικαίωμα
2304εἰς τόσον δυσμενῆ κρίσιν κατ’ αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ὀφείλομεν
2305νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ὑποθέσεως ταύτης
2306πιθανὸν νὰ μὴ ἐπέδειξε τὴν δεξιότητα περὶ τὴν διαχείρι-
2307σιν τῶν πραγμάτων ἣν ἠδύνατό τις ν’ ἀξιώσῃ παρ’ αὐτοῦ,
2308πιθανὸν νὰ μὴ ἐπέδειξε τὴν λεπτότητα ἐκείνην ἣν ἠδύ-
2309νατό τις ν’ ἀξιώσῃ προκειμένου περὶ διαχειρίσεως τοιού-
2310του θέματος, ἀλλ’ εἶναι πολὺ τολμηρὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι
2311ἐνήργησεν ἐπὶ σκοπῷ ἐκβιάσεως τοῦ Κράτους. Διότι, προ-
2312κειμένου περὶ τῆς συμβάσεως περὶ ἧς πρόκειται, τελευ-
2313ταῖον ἐζήτησε νὰ λάβῃ βεβαίωσιν ὅτι τὸ Κράτος θέλει
2314συνεννοηθῆ μετὰ τῆς Τραπέζης περὶ τῆς ἱδρύσεως ἱδρύμα-
2315τος πιστωτικοῦ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἠρκέσθη νὰ λάβῃ ἐπι-
2316στολήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ δηλοῦται ἐν ῥήτρᾳ τοῦτο — τοῦτο
2317εἶναι τὰ μάλα περίεργον, ἀλλὰ καὶ χαρακτηριστικὸν ἵνα
2318στερεώσῃ τὴν γνώμην ἡμῶν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπέ-
2319βλεπεν εἰς σκοποὺς ἐκβιαστικοὺς —, ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν
2320μεταξὺ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ
2321τῶν Οἰκονομικῶν διαπραγματευομένων τὴν σύμβασιν ἤθε-
2322λεν ἐπέλθει διαφωνία, διαιτητὴς ἐν ταύτῃ θὰ ἦτο ὁ κ.
2323Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οὐδέ-
2324ποτε εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2325Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν κ. Διοικητὴν τῆς Τραπέζης χωρὶς
2326νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν διαφωνίαν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2327Κυβερνήσεως, διότι, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
2328θὰ ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπὶ θέματός τινος καὶ μά-
2329λιστα τοιούτου, σπουδαιοτάτου, οἷον ἡ σύμβασις, θὰ συνε-
2330νοεῖτο μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ
2331τοῦ κ. Προέδρου αὐτοῦ κατ’ ἰσχυρότερον λόγον. Διὰ τοιαύ-
2332της ῥήτρας καθίστατο διαιτητὴς τὸ Κράτος, διὰ τοιαύτης
2333ῥήτρας παρεδίδοντο τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης εἰς τὴν
2334διαχείρισιν τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν τοῦ
2335Κράτους, ὡς τοῦτο ἐγένετο, ἐν τῇ πεποιθήσει πάντοτε
2336ὅτι δὲν θὰ ἐγίνετο κατάχρησις αὐτῆς. Τῆς τοιαύτης
2337δ’ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Κράτος ὑπῆρχεν ἀπόδειξις
2338καὶ ἐν τῇ ἀρχικῇ συμφωνίᾳ, τῇ λαβούσῃ χώραν κατὰ
2339τὸν χρόνον τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ, γενομένῃ δὲ εἰς ἐπο-
2340χὴν καθ’ ἣν οὐδεμίαν ἀνάμιξιν ἐπίσημον εἶχε τὸ Κράτος
2341εἰς τὰ τῆς Τραπέζης, ἐν συμφωνίᾳ εἰς ἣν εἶχεν ἐκδηλώ-
2342σει τὴν γνώμην περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπολύτου ἁρμονίας
2343μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης.
2344Κύριοι, συνοψίζων ἐν συμπεράσματι τὴν γνώμην μου
2345λέγω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι ἐκ τῶν κατηγορηθέν-
2346των κατὰ τοῦ κ. Εὐταξίου εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ τις εἰς
2347τὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ γεγόμενα ἐπιβάλλουσι νὰ
2348ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, ἵνα τὸν ἀπομακρύνωμεν τῆς Τρα-
2349πέζης. Προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον θὰ θίξῃ
2350ἵδρυμα τοσοῦτον εὐδοκιμῆσαν, ἐκ μόνης τῆς ἔριδος τῆς ῥήξεως,
2351ἂν θέλητε, τῆς δημιουργηθείσης ἐκ τῶν αἰτίων τούτων
2352μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Εὐταξίου, νομίζω ὅτι
2353θὰ πράξωμεν ἔργον τὸ ὁποῖον εἶναι πιθανὸν ν’ ἀντα-
2354ποκρίνηται μὲν εἰς ἐξέγερσιν δημιουργηθεῖσαν εἰς τὴν
2355συνείδησιν ἡμῶν ἐκ τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἐνεργείας
2356τοῦ κ. Εὐταξίου κατὰ τὴν ὡρισμένην αὐτὴν στιγμὴν ὡς
2357ἀντιπατριωτικῆς, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν τοιαύτη δὲν εἶναι, διότι
2358τὰ χρήματα ἀπεστάλησαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι
2359ὅτι θίγει ἵδρυμα, τοῦ ὁποίου ἡ λεπτότης τῆς κατασκευῆς
2360εἶναι τοιαύτη, ὥστε εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐφθάνετε
2361εἰς τὸν σκοπὸν πρὸς ὃν ἀποβλέπετε ἐξ ἀφορμῆς οἵα ἡ
2362κατὰ τοῦ κ. Εὐταξίου.
2363§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὅροι, κύριοι Βουλευ-
2364ταί, καὶ αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εἰσάγεται τὸ νομο-
2365σχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν βεβαίως δὲν εἶναι ἁρμόδιοι διὰ
2366τὴν προσήκουσαν αὐτοῦ ἐξέτασιν. Νομίζω ἐντούτοις ὅτι
2367δυνάμεθα πρὸς στιγμὴν ν’ ἀπομακρυνθῶμεν τῶν περιστά-
2368σεων τούτων καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον καθ’
2369ἑαυτό.
2370Θὰ ἦτο ἀναμφιβόλως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπιθυμη-
2371τὸν νομοσχέδιον τοιαύτης φύσεως καὶ τοιαύτης σπουδαιό-
2372τητος ἂν ἐξεπροσώπει, ὡς ὀφείλει τις νὰ δεχθῇ, τὴν πολι-
2373τικὴν τῆς Κυβερνήσεως καί, ἵνα μεταχειρισθῶ ὅρον γνω-
2374στὸν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, τὴν τραπεζιτικὴν πολιτικὴν τῆς
2375Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο ἐπιθυμητόν, λέγω, ἂν ἤρχετο πρὸς
2376συζήτησιν ὑπὸ οὐρανὸν ἀνέφελον καὶ ὑπὸ ἀτμόσφαιραν μὴ
2377πεπληρωμένην ὑπὸ τοῦ ἠλεκτρισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἕνεκα τῶν
2378περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον
2379κρατεῖ κατὰ τὰς στιγμὰς ταύτας.
2380Θὰ ἠδύνατο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἡ Κυβέρνησις
2381μετὰ μείζονος ψυχραιμίας νὰ παρακολουθήσῃ τὴν συζήτη-
2382σιν καὶ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας της, χωρὶς νὰ διατρέξῃ τὸν κίν-
2383δυνον παρεξηγήσεως· ἀλλὰ θὰ ἠδύναντο καὶ οἱ ἀντιφρο-
2384νοῦντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκθέσωσι τὰς ἰδέας αὐτῶν
2385ἄνευ ὁμοίου κινδύνου.
2386Καίτοι ὅμως, Κύριοι, δὲν θεωρῶ ἕνεκα τῶν ἐκτεθέν-
2387των λόγων ἀπολύτως ἁρμοδίαν καὶ ἀπολύτως κατάλληλον
2388τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐμφανίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς προσή-
2389κουσαν συζήτησιν, ἐντούτοις δὲν θ’ ἀποτραπῶ τῆς ἀποφά-
2390σεως, τοὐλάχιστον ἐγώ, ὅπως ἀποχωρίσω τὸ νομοσχέδιον
2391καὶ ἐξετάσω τοῦτο καθ’ ἑαυτὸ ἀνεξαρτήτως τῶν περιστά-
2392σεων ὑπὸ τῶν ὁποίων συνοδεύεται. Διότι τὸ νομοσχέδιον
2393σκοπεῖ νὰ ῥυθμίσῃ τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς
2394ἐκδοτικῆς ἡμῶν Τραπέζης, ἡ ῥύθμισις δὲ τῶν σχέσεων τοῦ
2395Κράτους ἀπέναντι μιᾶς ἐκδοτικῆς Τραπέζης γεννᾷ μεγάλα
2396προβλήματα, προβλήματα σπουδαῖα δημοσιονομικῆς φύ-
2397σεως, προβλήματα φύσεως κοινωνικῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ
2398προβλήματα φύσεως κατ’ ἐξοχὴν καθαρῶς πολιτικά.
2399Περὶ τίνος πρόκειται, Κύριοι, κατ’ οὐσίαν καὶ τί ἐπι-
2400διώκει τὸ νομοσχέδιον καθ’ ἑαυτό; Εἶναι, νομίζω, φανερὸν
2401ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκεται ὅπως μία Τράπεζα ἰδιωτικῆς
2402φύσεως, Τράπεζα ἰδιωτική, περιβεβλημένη ἁπλῶς τὸ προ-
2403νόμιον τῆς ἐκδόσεως, μία Τράπεζα ἐκδοτική, μετα-
2404βληθῇ εἰς εἶδός τι Τραπέζης τοῦ Κράτους. Εἶπον εἶδος Τρα-
2405πέζης τοῦ Κράτους καὶ δὲν πρέπει νὰ θορυβήσῃ τινὰ ὁ
2406χαρακτηρισμὸς εἰς τὸν ὁποῖον προβαίνω.
2407Ἡ ἐπιστημονικὴ ἀκριβολογία δὲν θὰ ἔστεργε βεβαίως
2408τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οἷαν ἐννοεῖ νὰ
2409καταστήσῃ ταύτην ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου
2410νομοσχεδίου ὡς Τραπέζης τοῦ Κράτους. Διότι τὰ κεφά-
2411λαια οὔτε ἐν ὅλῳ οὔτε ἐν μέρει ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος,
2412ὡς συμβαίνει διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ῥωσίας, τῆς
2413Σουηδίας καὶ τὴν Ὁμοσπονδιακὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλβε-
2414τίας, διότι τὰ κεφάλαια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλ-
2415λάδος ἀνήκουσιν εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅμως εἶ-
2416δος Τραπέζης τοῦ Κράτους ἀποτελοῦσι καὶ ἐκεῖναι αἱ ἰδι-
2417ωτικαὶ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι αἵτινες ἔχουσι τοιοῦτον σύν-
2418δεσμον, τοιαύτην ἐξάρτησιν πρὸς τὸ Κράτος, ὥστε ἡ διοί-
2419κησις αὐτῶν δὲν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς μετόχους,
2420ἀλλ’ εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει περιέρχεται εἰς τὴν ἐξου-
2421σίαν τοῦ Κράτους.
2422Διὰ τοῦτο δὲν ἐθεωρήθη ὡς κατ’ οὐσίαν ἀνακριβὴς ὁ
2423χαρακτηρισμὸς ὁ ὁποῖος ἀπεδόθη εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς
2424Γαλλίας ὡς Τράπεζαν τοῦ Κράτους, δὲν ἐθεωρήθη ἀνα-
2425κριβὴς ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ ὁποῖος ἀπεδόθη εἰς τὴν Αὐτο-
2426κρατορικὴν Γερμανικὴν Τράπεζαν τοῦ Κράτους, ἐν ᾧ καὶ
2427εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην πρόκειται περὶ Τραπέζης
2428ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, ἀλλὰ Τραπέζης ἡ διοίκησις τῆς
2429ὁποίας καθόλου ἢ ἐν μέρει γίνεται συμπράττοντος καὶ τοῦ
2430Κράτους.
2431Τοιαύτην τινὰ ἀνάμιξιν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν διοί-
2432κησιν τῆς ἡμετέρας Ἐθνικῆς Τραπέζης σκοπεῖ νὰ εἰσαγάγῃ
2433τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ πρό-
2434σωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
2435ζης θὰ ἐκλέγωνται καὶ ἐφεξῆς ὑπὸ τῶν μετόχων, ἀλλὰ θὰ
2436ἐγκρίνωνται ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ θὰ διορί-
2437ζωνται διὰ Β. Διατάγματος, Διατάγματος ὑποκειμένου εἰς
2438ἀνάκλησιν καὶ συνεπῶς ἀπόλυσιν τῶν διοικούντων τὴν
2439Τράπεζαν.
2440Τοιουτοτρόπως ἡ διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
2441περιέρχεται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσαν κατ’
2442οὐσίαν πλέον τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τὰ δι-
2443οικοῦντα αὐτὴν πρόσωπα.
2444Δὲν ἐξετάζω ἂν ἔχει ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς πολι-
2445τικῆς τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος ὅπως ἐπεμβῇ κατὰ τοιοῦτον
2446τρόπον εἰς τὴν διοίκησιν ἑνὸς συνεταιρισμοῦ ἰδιωτικῶν κεφα-
2447λαίων, ἐφ’ ὅσον οὔτε τὸ καταστατικὸν τῆς Τραπέζης οὔτε
2448αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας μετ’ αὐτῆς ἔχει συνάψει τὸ Κρά-
2449τος, ἀναγνωρίζουσι τοιοῦτο δικαίωμα.
2450Δὲν ἐξετάζω ἂν τοῦτο ἀποτελεῖ μονομερῆ καὶ αὐθαί-
2451ρετον ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους, ἣν ἀποστέργει ἡ ὑγιὴς περὶ
2452δικαίου ἀντίληψις ἡ θέτουσα περιορισμοὺς καὶ εἰς αὐτὴν
2453τὴν δύναμιν τῆς νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἡ περὶ δικαίου
2454ἀντίληψις, ἡ ὁποία πρέπει ἑκάστοτε νὰ ῥυθμίζῃ τὴν νομο-
2455θετικὴν πολιτικήν.
2456Ἐξετάζω μόνον ἂν τοιαύτη τις ἐπέμβασις, τοιαύτη
2457ἐνεργὸς ἀνάμιξις τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνι-
2458κῆς Τραπέζης εἶναι σκόπιμος, ἂν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ
2459Κράτος, ἂν εἶναι συμφέρουσα εἰς τὴν Τράπεζαν ἢ ἂν συμφο-
2460ρωτέρα καὶ δι’ αὐτὴν καὶ δι’ ἐκεῖνο εἶναι ἡ ἐποπτεία καὶ ἡ
2461ἐπίβλεψις ἣν ἔχει τὸ Κράτος καὶ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
2462ζης, ὡς ἔχει ταύτην καὶ ὡς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ καταλλη-
2463λότερον διαρρυθμιζομένην καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν ἀνωνύμων
2464ἑταιρειῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα.
2465Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγείρει
2466ἐνώπιον ἡμῶν, ἐγείρει ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσω-
2467πείας πάντα σχεδὸν τὰ προβλήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γεννᾷ
2468ἡ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἀνάληψις ἐμπορικῶν καὶ βιομηχα-
2469νικῶν ἐπιχειρήσεων. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἔρις ἡ ὑπάρχουσα ἐπὶ
2470τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος ἐν τῇ οἰκονομικῇ καὶ ἐν τῇ
2471πολιτικῇ καθόλου ἐπιστήμῃ. Συμφέρει, ἐρωτᾶται, εἰς
2472Κράτος κοινοβουλευτικόν, ὡς τὸ ἡμέτερον, εἰς Κράτος εἰς
2473τὸ ὁποῖον τὰ πολιτικὰ ἤθη καὶ αἱ πολιτικαὶ ἐπιδράσεις εἶναι
2474τοιαῦται οἵας πάντες ἀντιλαμβανόμεθα, συμφέρει ἡ ἀνά-
2475μιξις τοῦ Κράτους εἰς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις; Συμφέρει ἡ
2476ἀνάμιξις αὐτοῦ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἰς βιομηχανικὰς ἐπιχει-
2477ρήσεις; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ γενικωτέρου συνέ-
2478πεσε καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὸν
2479παρελθόντα Μάρτιον, ὅτε συνεζητοῦντο αἱ σιδηροδρομικαὶ
2480συμβάσεις, νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
2481Διότι τότε, ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ὡς
2482πρὸς τὴν κατασκευὴν τῆς νέας γραμμῆς καὶ ὡς πρὸς τὴν
2483ἐξαγορὰν τῶν μετοχῶν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης ἐχάρα-
2484ξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπὲρ ἧς ἐτάχθην κατὰ τὴν ἑσπέραν
2485ἐκείνην, εἶχον ῥιφθῆ καὶ ἰδέαι γενικωτέρας φύσεως, ἰδέαι
2486καθ’ ἃς ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεπεν ἐν μέλλοντι χρόνῳ εἰς
2487τὴν διεθνοποίησιν τῶν σιδηροδρόμων, νὰ καταστήσῃ τουτέ-
2488στι τοὺς ἑταιρικοὺς σιδηροδρόμους σιδηροδρόμους τοῦ Κράτους,
2489ν’ ἀναμιχθῇ τουτέστιν εἰς ἐπιχειρήσεις ἐμπορικῆς καὶ βιομη-
2490χανικῆς φύσεως. Εἶχον εἰπεῖ τότε ὅτι ἐπεδοκίμαζον τὴν πολι-
2491τικὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰδικῶς διὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην,
2492τῆς ἐξαγορᾶς τουτέστι τῶν μετοχῶν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρί-
2493σης καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀναλήψεως τῆς κατασκευῆς
2494τῆς ἑτέρας σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς
2495τὰς γενικωτέρας ἰδέας τὰς διατυπωθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερ-
2496νήσεως, ἔστω καὶ ὡς πολιτικὸν πρόγραμμα ἀπωτέρου μέλ-
2497λοντος, ἔκαμα τὰς ἑξῆς ἐπιφυλάξεις· «Ἐξήτασα—ἔλεγον
2498τότε—ἀμφοτέρας τὰς ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν συμβάσεις ὑπὸ
2499τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν ἔποψιν. Ἀλλ’ ὅμως ἑκατέρα τῶν
2500συμβάσεων τούτων ἔχει καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἄποψιν.
2501Ὑπὸ ταύτην δὲ τὴν ἄποψιν κρίνων ταύτας νομίζω ὅτι καὶ
2502ἡ δαπάναις τοῦ Κράτους καὶ διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ κατα-
2503σκευὴ τῆς νέας γραμμῆς καὶ ἡ ἐξαγορὰ τῶν μετοχῶν τοῦ
2504σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης ὡς μέτρα πολιτικῆς
2505κατευθύνσεως εἶναι ἄξιαι πάσης ἐπιδοκιμασίας, ἀνεξαρτή-
2506τως τῶν γενικωτέρων ἰδεῶν τὰς ὁποίας παρεμπιπτόντως
2507ἔρριψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἐθνικοποιή-
2508σεως τῶν σιδηροδρόμων, καὶ μάλιστα πάντων, καὶ τῶν τοπικῆς
2509συγκοινωνίας, ἢ περὶ ἑνιαίας αὐτῶν ἐκμεταλλεύσεως. Διότι
2510ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἰδεῶν τούτων πολλὰς θὰ εἶχέ τις
2511νὰ διατυπώσῃ ἐπιφυλάξεις. Πάντως δὲ θὰ ἐξηρτᾶτο ἐκ
2512πολλῶν παραγόντων, ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ἐφαρμογῆς, ἐκ
2513τῶν κατ’ αὐτὸν πολιτικῶν ἡμῶν ἠθῶν καὶ ἀκόμη ἐκ τῆς
2514Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐκ τῆς ἰδίας αὑτῆς πολιτείας θὰ ἐνο-
2515μιμοποιεῖτο, οὕτως εἰπεῖν, ἀξιοῦσα νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ἐθνικο-
2516ποίησιν τῶν σιδηροδρόμων».
2517Οὐδένα λόγον ἔχω, Κύριοι, νὰ μεταβάλω γνώμην
2518εἰς ὅσα εἶπον. Θεωρῶ ὅτι τὰ προβλήματα ταῦτα, προβλή-
2519ματα οἰκονομικὰ καὶ πολιτικά, ἀνεξαρτήτως τῶν γενικω-
2520τέρων ἀπόψεων ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξετάζονται ἐν τῇ ἐπι-
2521στήμῃ, ἔχουσι καὶ κάπως ἰθαγενῆ χαρακτῆρα. Πρέπει νὰ
2522ἐξετάζηται ὁ πολιτικὸς βίος, τὰ πολιτικὰ ἤθη ἑκάστης
2523Χώρας, ἡ τακτικὴ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καὶ ἰδίως
2524ἐκείνου τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται τοιαύτην τοῦ Κράτους ἀνά-
2525μιξιν.
2526Εἶχον τότε ἐπιφυλάξεις διὰ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Κράτους
2527εἰς τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων. Τώρα δέ, προκειμένου
2528περὶ ἀναμίξεως τοῦ Κράτους ὄχι πλέον εἰς διαχείρισιν καὶ
2529διοίκησιν σιδηροδρόμων, προκειμένου ὄχι περὶ ἐθνικο-
2530ποιήσεως σιδηροδρόμου, ἀλλὰ περὶ ἐθνικοποιήσεως, οὕτως
2531εἰπεῖν, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
2532ζης, προκειμένου δηλονότι περὶ ἐπεμβάσεως τοῦ Κρά-
2533τους εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, εἰς ἐπι-
2534χείρησιν τουτέστι τόσον λεπτὴν καὶ εὐαίσθητον, οἱ λόγοι
2535ἐκεῖνοι καὶ αἱ ἐπιφυλάξεις μου ἐκεῖναι ἐξαίρονται ἀκόμη
2536περισσότερον. Τοιαύτη τις ἀνάμιξις τοῦ Κράτους ἐν τῇ
2537διοικήσει τῶν Ἐθνικῶν Τραπεζῶν ὑπάρχει βεβαίως πολλα-
2538χοῦ τῆς Εὐρώπης, ὡς παρετήρησεν ἤδη καὶ ὁ κ. Πρωθυ-
2539πουργὸς εἰσηγούμενος τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ διὰ νὰ
2540ἐπικαλεσθῇ τις παρ’ ἡμῖν ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου
2541τινὸς μέτρου τὰ ξένα παραδείγματα, καὶ διὰ νὰ ἐπικαλε-
2542σθῇ αὐτὰ σπουδαίως, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ πλὴν ἄλλων
2543τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκεῖ ἀνεμίχθη τὸ Κράτος,
2544τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν ἐν τῇ προόδῳ τῶν Τραπεζῶν
2545ἤσκησεν ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους καὶ μάλιστα ἐν ἀντιπαρα-
2546βολῇ πρὸς τὰς Τραπέζας ἐκείνας, ὡς εἶναι αἱ Ἀγγλο-
2547σαξωνικαὶ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι, ἡ διοίκησις τῶν ὁποίων
2548εἶναι ἐντελῶς ἐλευθέρα καὶ ἀνεξάρτητος ἀπὸ τοῦ Κράτους.
2549Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε κυρίως νὰ ἐξετάσῃ τὰ πολιτικὰ ἤθη τῶν
2550Κρατῶν ἐκείνων. Διότι, ὡς εἶπον, τὰ ζητήματα ταῦτα
2551ἔχουσι κυρίως ἰθαγενῆ χαρακτῆρα. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὑπὸ τὰς
2552ἀπόψεις ταύτας μελετῶν τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου μέτρου
2553παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ παρόντι, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω κατ’
2554ἀρχὴν ζωηροτάτας ἀμφιβολίας περὶ τῆς σκοπιμότητος αὐτοῦ.
2555Φοβοῦμαι ὅτι ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα οἷον τὸ ἡμέ-
2556τερον, ὑπὸ πολιτικὰ ἤθη οἷα τὰ καθ’ ἡμᾶς, μάλιστα ἐκεῖνα
2557τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πάντες ἀντιλαμβανό-
2558μεθα, ὑπὸ πολιτικὸν βίον ὡς διαρρυθμίζεται κατὰ τὰ δύο
2559τελευταῖα ταῦτα ἔτη, διάβημα τοιοῦτο, καθιεροῦν ἀνάμι-
2560ξιν τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
2561εἶναι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἄγαν ἐπικίνδυνον. Κατὰ τὸ
2562νομοσχέδιον, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν
2563ἰδίαν αὐτῆς θέλησιν νὰ ἐκλέγῃ τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτε-
2564λοῦντα τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀπολύῃ
2565ταῦτα ἅπαξ διορισθέντα, ὁποτεδήποτε ἤθελε νομίσει τοῦτο
2566σύμφορον. Ἐννοεῖ τις εὐκόλως ποίαν ἡ Κυβέρνησις ὑπέρο-
2567πλον ἐξουσίαν ἀποκτᾷ τοιουτοτρόπως ἀπέναντι τοῦ πιστω-
2568τικοῦ ἱδρύματος.
2569Ἡ μεταρρύθμισις εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον προέβη ὁ κ.
2570Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε «ἔγκριτοι πολῖται», ὡς
2571εἶπεν, ἐνεφανίσθησαν ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ τὸν καθωδήγησαν
2572εἰς ἀλλοίαν πολιτικὴν τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν Τραπε-
2573ζῶν, ἡ μεταρρύθμισις, λέγω, αὕτη δὲν παραβλέπω ὅτι
2574εἶναι οὐσιώδης· ἀλλ’ ὄχι λίαν οὐσιώδης. Διότι καὶ μετ’
2575αὐτὴν θὰ ἔχωμεν πάντοτε δεδομένον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκλέ-
2576γει τὸν Διοικητήν· καὶ θὰ ἔχωμεν πάντοτε δεδομένον ὅτι
2577κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν
2578τῆς Βουλῆς θὰ δύναται νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον αὐτῆς καὶ
2579διὰ νομοθετήματος νὰ λαμβάνῃ τὴν ἄδειαν τῆς ἀπολύσεως.
2580Διότι δὲν πρέπει, παραπλανώμενοι ὑπὸ τῆς θεωρητικῆς ἀντι-
2581λήψεως, νὰ παραβλέπωμεν τὰ πράγματα. Ἡ Κυβέρνησις θὰ
2582δύναται, καὶ θὰ εἶναι εὔκολον, ἐφ’ ὅσον ἅπαξ δημιουργοῦ-
2583μεν τοιοῦτο προηγούμενον, θὰ εἶναι, λέγω, εὔκολον, ἀντὶ νὰ
2584δημοσιεύῃ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως, νὰ ὑποβάλλῃ νομο-
2585σχέδιον, ἵνα λαμβάνῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔγκρισιν τῆς
2586Βουλῆς. Δύναται τυπικῶς νὰ εἶναι διάφορος ἡ ἐμφάνισις
2587τοῦ ζητήματος εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίστασιν,
2588ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι κατ’ οὐσίαν σχεδὸν τὸ αὐτὸ καὶ ἡ
2589διαφορὰ οὐχὶ σημαντική. Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δύνα-
2590ται νὰ ὑπολογίσῃ ἐπ’ ἀλλοίας γνώμης τῆς πλειονοψηφίας
2591ἡ ὁποία τὴν περιβάλλει διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, δὲν
2592θὰ τολμήσῃ ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀπολύσῃ ἕνα Διοικητήν,
2593διότι θὰ εὑρεθῇ ἔναντι τοῦ ὄγκου τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς
2594Βουλῆς. Θὰ προβῇ εἰς ἀπόλυσιν μόνον ἀφοῦ πεισθῇ ὅτι
2595ὁ ἐπὶ ταύτης ἔλεγχος τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν
2596θέσιν της. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ δυσκολευθῇ
2597καὶ νομοσχέδιον νὰ φέρῃ ὅπως λάβῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν
2598συγκατάθεσίν της, ἀφοῦ ἅπαξ δημιουργεῖ ἕν προηγούμενον
2599ὅπως τὸ σημερινόν. Ἐκ τῆς σημερινῆς ἑπομένως μεταρ-
2600ρυθμίσεως τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τύπους μὲν τὸ πρᾶγμα
2601μεταβάλλεται, κατ’ οὐσίαν δὲ παραμένει τὸ αὐτό. Καὶ συνε-
2602πῶς καλεῖται νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ ἂν εἶναι προσῆκον, ἂν
2603εἶναι συμφέρον πρὸς τὸ Κράτος νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν
2604ἑκάστοτε ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τοιοῦτο δικαίωμα ἀπέ-
2605ναντι τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίᾳ
2606ἀπέναντι τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
2607Ἔχω εἰς τοῦτο, Κύριοι, ζωηροτάτους δισταγμοὺς καὶ τὸ
2608ἐπ’ ἐμοὶ δὲν θὰ ἔστεργον νὰ παράσχω τὴν ψῆφόν μου εἰς
2609νομοθετικὸν μέτρον τὸ ὁποῖον θὰ παραδώσῃ τοιαύτην
2610ὑπέροπλον ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
2611Ἀλλὰ δὲν εἶναι, Κύριοι, μόνη ἡ ἄποψις αὕτη, ἡ πολιτική,
2612ἡ ὁποία μοὶ ἐμπνέει τοὺς δισταγμούς. Διότι οἱ δισταγμοὶ
2613οὗτοι ἐνισχύονται περισσότερον ἀκόμη ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς
2614τὸ ἵδρυμα, εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐπεμβῇ
2615τὸ Κράτος. Διότι, ἂν κατ’ ἀρχὴν θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀπο-
2616κρούσῃ ὡς ἀσύμφορον διὰ τὰ πολιτικὰ ἡμῶν ἤθη, τοὐλά-
2617χιστον ὡς ἤδη ἐκδηλοῦνται ταῦτα, τὴν ἐπέμβασιν τοῦ
2618Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, κατὰ
2619μείζονα λόγον θὰ ἐνισχυθῇ εἰς τὴν γνώμην του ταύτην
2620προκειμένου περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
2621Ὅτε τῳόντι ἔχομεν δεδομένον ἐκ τῆς ἱστορίας αὐτῆς
2622ὄχι μόνον τὴν προσήκουσαν ἐκλογὴν τῶν ἑκάστοτε Διοικη-
2623τῶν, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆλθεν εἰς τοιαύτην περιωπὴν
2624ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐεργετικὴν αὐτῆς δρᾶ-
2625σιν καὶ ὑπὲρ τοῦ Κοινοῦ μετὰ τοῦ ὁποίου συναλλάσσεται,
2626ἐνίοτε δὲ καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν
2627ὑπὸ κινδύνους τοιούτους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα, νὰ στέρξῃ τις
2628νὰ παράσχῃ τὴν ψῆφον αὑτοῦ εἰς μεταβολὴν τοῦ καθεστῶ-
2629τος αὐτοῦ, ὡς ἐπιδιώκεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
2630Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔλλειψις τοιαύτης ἐξουσίας
2631ἐπὶ τοῦ πιστωτικοῦ τούτου ἱδρύματος, ἡ ἔλλειψις τοῦ δι-
2632καιώματος τοῦ διορίζειν τοὺς Διοικητὰς αὐτοῦ, ἔβλαψε τὸ
2633ἵδρυμα ἢ κἂν τὸ Κράτος ἢ ἔθηκε τοῦτο εἰς θέσιν μειονε-
2634κτικὴν ἀπέναντι τῶν Τραπεζῶν. Ἂν ἐπλεονέκτησεν ἐνί-
2635οτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὴν σύναψιν ὡρισμένων συμ-
2636βάσεων μετὰ τοῦ Κράτους—καὶ δέχομαι ὅτι συνέβη τοῦτο
2637οὐχὶ σπανίως—δὲν εἶναι αἰτία τούτου ἡ ἔλλειψις τῆς ἐξου-
2638σίας τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως νὰ διο-
2639ρίζῃ ἢ νὰ μὴ διορίζῃ τὸν Διοικητήν, ἀλλ’ αἰτία εἶναι ἡ
2640ἀνεκτικότης τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Τραπέζης· εἶναι ἡ
2641εὐκαμψία τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἑκά-
2642στοτε ἐξ ἄλλων λόγων, καὶ ἐνίοτε λόγων κατωτέρας φύ-
2643σεως, ὑπηγόρευεν εἰς τὸ Κράτος ἀποφάσεις μειονεκτικὰς
2644δι’ αὐτό, πλεονεκτικὰς δὲ διὰ τὴν Τράπεζαν. Ἀποκρούω,
2645Κύριοι, τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἔλλειψις τοιαύτης τοῦ Κράτους
2646ἐξουσίας, τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐξέλεγε τὸν Διοι-
2647κητὴν τῆς Τραπέζης, τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχε προηγου-
2648μένως ἀνεγνωρισμένον τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνη-
2649σιν, ὅτι αὐτὸ καθίστα μειονεκτικὴν τὴν θέσιν τῆς Κυβερ-
2650νήσεως ἀπέναντι τῆς Τραπέζης.
2651Δέχομαι τοὐναντίον ὅτι, ὅπου ὑπῆρξεν ὑπερπήδησις
2652τοῦ Κράτους ἀπὸ μέρους τῆς Τραπέζης, ὑπῆρξεν αὕτη διότι
2653τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία τὸ ἐξεπροσώπει
2654κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας ὑπῆρξεν ἀνίκανον νὰ προ-
2655στατεύσῃ τὰ δικαιώματά του, ἢ ἐκάμπτετο ἐξ οἱουδήποτε
2656λόγου ἀσχέτου πρὸς τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς
2657Τραπέζης. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τῶν ἰδεῶν ἔλαβον
2658ἀφορμὴν ἄλλοτε, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ συζητήσεως ἄλ-
2659λου νομοσχεδίου ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
2660Συνεζητεῖτο κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον τὸ νομοσχέ-
2661διον περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς,
2662εἰς τὸ ὁποῖον ἤλεγξα τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τῆς συμβά-
2663σεως ἀνέθηκεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὴν σύνταξιν τῆς
2664μελέτης, ἐνῷ ἐγνώριζεν ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἦτο ἐκείνη ἡ
2665ὁποία θὰ διηγωνίζετο ἵνα ἀναλάβῃ τὸ ἔργον. Καὶ εἶχον
2666εἰπεῖ τότε ὅτι βεβαίως ἡ Τράπεζα ἀποτελεῖ μίαν ἐγγύη-
2667σιν τιμίας καὶ προσηκούσης ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, ἂν κα-
2668τόπιν ἀληθοῦς διαγωνισμοῦ ἀνεδέχετο ταύτην. Ἀλλὰ δὲν
2669ἔστεργόν ποτε ν’ ἀνατεθῇ τὸ ἔργον τῆς συντάξεως τῆς με-
2670λέτης εἰς αὐτήν, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ μετὰ ταῦτα νὰ δια-
2671γωνισθῇ, διότι οὕτω θὰ ἠδύνατο νὰ καταστῇ ἀκαταγώνι-
2672στος μειοδότης ἀπέναντι τῶν ἄλλων διαγωνισθησομένων.
2673Καὶ ἔλεγον τότε, ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησιν, πῶς ἔπρεπεν
2674αὕτη διαπραγματευομένη πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ
2675ῥυθμίσῃ τὰς σκέψεις καὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς. Ἔλεγον δὲ
2676τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς διαγωνισμὸν διεθνῆ πρὸς
2677ἀνάληψιν τῆς ἐκτελέσεως τοιούτου σημαντικοῦ ἔργου, δια-
2678γωνισμὸν ὅμως ἀληθῆ, ἐκτελούμενον ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς
2679ἐλευθερίας, ἂν ἀληθῶς ἤθελε κατέλθει προσφέρουσα ὅρους
2680συμφορωτέρους καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, θ’ ἀπετέλει τὸ
2681γεγονὸς τοῦτο ἕνα προσέτι μέγιστον παράγοντα, μέγιστον
2682συντελεστὴν τιμίας καὶ προσηκούσης ἐκτελέσεως τοῦ
2683ἔργου.
2684»Ἀλλ’ ἡ ἀντίληψις αὕτη καὶ ἡ τιμή, ἡ ὁποία γενικῶς
2685ὀφείλεται καὶ ἀπονέμεται, πιστεύω, εἰς τὸ ἀνώτατον ἡμῶν
2686πιστωτικὸν καθίδρυμα, δὲν πρέπει ν’ ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ
2687τῆς ἀντιλήψεως τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν ἰδίων
2688ἔργων. Δὲν δύναται καὶ ἡ Τράπεζα αὕτη ἢ νὰ εἶναι
2689ἵδρυμα πιστωτικόν, τὸ ὁποῖον θὰ προστατεύσῃ τὰ ἴδια
2690αὑτοῦ συμφέροντα, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ προστατεύσῃ τὰ
2691συμφέροντα τῶν μετόχων του. Ἐν ἀντιβολῇ ὅμως πρὸς
2692ταῦτα καὶ ἀντιθέσει διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν
2693ὑπάρχουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει κα-
2694θῆκον νὰ τὰ ὑποστηρίξῃ».
2695Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψίς μου πάντοτε, Κύριοι, ὡς
2696πρὸς τὴν τακτικὴν ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ τηρῆται εἰς τὰς
2697συμβάσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐθεώ-
2698ρησα τὸ Κράτος ἀντισυμβαλλόμενον, ὄχι βεβαίως ἀντίδικον,
2699ἀλλὰ βεβαίως ἀντισυμβαλλόμενον ἔχοντα ἴδια συμφέροντα.
2700Ἐθεώρησα τὴν Τράπεζαν ὡς μίαν ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν,
2701ὡς μίαν ἐπιχείρησιν ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἐκδοτικὸν
2702προνόμιον, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ εἶναι Τράπεζα ἰδιωτική,
2703Ἑταιρεία κατὰ μετοχάς, ἄρα ἑταιρεία κερδοσκοπική.
2704Εἶναι ἡ φύσις αὐτῆς τοιαύτη καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν πᾶσα
2705Τράπεζα ν’ ἀγωνίζηται ὑπὲρ τῶν ἰδίων της συμφερόντων,
2706ὅπως εἶναι φυσικὸν τὸ Κράτος ν’ ἀγωνίζηται διὰ τῶν ἀντι-
2707προσώπων του ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὑτοῦ συμφερόντων. Δυστυ-
2708χῶς πλεῖστα ὑπῆρξαν τὰ παραδείγματα ἐν τῷ παρελθόντι,
2709δυστυχῶς πλεῖστα ὑπάρχουσι τὰ παραδείγματα καὶ κατὰ
2710τὴν πολιτείαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, κατὰ τὰ ὁποῖα
2711ἡ ἀντίληψις αὕτη δὲν ἐκυριάρχησε, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
2712πεζα, παρὰ πάσας τὰς ἀξίας ἀναγνωρίσεως εὐεργεσίας τὰς
2713ὁποίας ἔκαμεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ὑπερέκαμψε πολλάκις
2714καὶ ὑπερεπήδησε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ὅμως
2715ἐλάχιστα εὐθύνεται αὕτη, προστατεύσασα ὡς ἠδύνατο τὰ
2716συμφέροντά της. Τὴν εὐθύνην φέρει τὸ Κράτος, φέρουσιν αἱ
2717Κυβερνήσεις του, αἱ ὁποῖαι ὑστέρησαν εἰς τὴν προστασίαν
2718τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπῆρξεν ὅμως διάφορος
2719ἐν τούτῳ καὶ ἡ ἀντίληψις καὶ ἡ τακτικὴ καὶ τῆς παρούσης
2720Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Τραπέζης. Οὐχὶ δὲ ἅπαξ εἰς
2721τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας συνῆψε μετ’ αὐτῆς ἐλλιπέστατα
2722ἐπροστατεύθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ ὅτε ἐν
2723τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠλέγχθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐπιείκειαν
2724τὴν ὁποίαν ἐδείκνυε κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς
2725Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἐδίστασε ν’ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς Τρα-
2726πέζης, ὑπὲρ τῶν συμβάσεων τὰς ὁποίας μετ’ αὐτῆς διε-
2727πραγματεύθη καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν δανείων τὰ ὁποῖα διὰ τῆς
2728Τραπέζης συνῆψε καὶ τὰ ὁποῖα ἐν πολλοῖς ὑπῆρξαν δάνεια
2729σχεδὸν τοκογλυφικά. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀσθένεια τοῦ Κρά-
2730τους καὶ οὐχὶ σφάλμα τῆς Τραπέζης. Ἦτο δὲ φυσικὸν ἡ
2731Τράπεζα, ἔχουσα ἔναντι αὐτῆς ἀσθενῆ Κυβέρνησιν, ἴσως
2732ἀνεπαρκῆ Κυβέρνησιν, νὰ παρακάμψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ
2733Κράτους ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῆς συμφερόντων. Ἀλλ’ εἶναι
2734ἄξιον σημειώσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ἠλέγχθη δι’
2735αὐτό, δὲν ἐνεθυμήθη τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἠγω-
2736νίσθη ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, ἐτόνισεν ὕμνους εἰς αὐτὴν καὶ
2737ὑπὸ τούτους ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὴν ἀνεπαρκῆ προστασίαν
2738τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους.
2739Δὲν προτίθεμαι δι’ ὅσων λέγω ν’ ἀμφισβητήσω τὸ
2740παράπαν τὰς εὐεργεσίας τὰς ὁποίας πολλάκις ἡ Τράπεζα
2741παρέσχεν εἰς τὸ Κράτος καὶ τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα παρε-
2742χώρησεν εἰς αὐτό. Θέλω μόνον νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει
2743ποτὲ ν’ ἀπομακρυνώμεθα τῆς ἰδέας ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα
2744εἶναι ἵδρυμα ἰδιωτικόν, ἔχον κυρίαν ἀποστολὴν νὰ
2745προστατεύσῃ, ἐντὸς τῶν ὅρων, ἐννοεῖται, τῆς τιμιότητος καὶ
2746τῆς καλῆς πίστεως, τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων του, ὅτι
2747συμβαλλόμενον μετὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκεται φυσικῶς εἰς
2748ἀντίθεσιν συμφερόντων καὶ ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἔχῃ
2749ὑπ’ ὄψει του ὅτι θὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντά του ἀγρυ-
2750πνοῦν διὰ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεών του καὶ οὐχὶ διο-
2751ρίζον αὐτὸ τοὺς Διοικητὰς τῆς Τραπέζης, ὅπως φροντίζωσι
2752καὶ περὶ αὐτῆς καὶ περὶ τοῦ Κράτους.
2753Ἡ ἀντίληψις ἡ ὁποία ἠκούσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος
2754τούτου καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυ-
2755πουργοῦ καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουρ-
2756γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἀντίληψις τοῦ νὰ θεωρῶσι τὴν
2757Ἐθνικὴν Τράπεζαν, μόνον καὶ μόνον διότι ἔχει τὸ ἐκδοτικὸν
2758προνόμιον, ὡς παράρτημα τοῦ Ταμείου τοῦ Κράτους, εἰς τὸ
2759ὁποῖον δύνανται νὰ προσφεύγωσι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ
2760νὰ διαπραγματεύωνται πρὸς τὴν Τράπεζαν ὡς πρὸς ἵδρυμα
2761προωρισμένον νὰ μεριμνᾷ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους,
2762εἶναι ἀντίληψις πλημμελής, εἶναι ἀντίληψις νοσηρά, εἰς
2763τὴν ὁποίαν ὀφείλονται πολλαὶ ζημίαι τὰς ὁποίας ὑπέστη
2764τὸ Κράτος, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ πλειότερον ἢ ὅσον
2765ὠφελήθη κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς
2766Τραπέζης. Μήπως αὐτὸ τὸ γεγονός, Κύριοι, ὄχι πλέον τῶν
2767δανείων, ὄχι πλέον τῆς μελέτης τῆς ὑδρεύσεως, ἀλλ’ αὐτὸ
2768τὸ γεγονὸς τῆς καταθέσεως τῶν ἐράνων μὲ 2%, ἐνῷ ἐκ
2769τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη ὅτι ἦτο εὔκολον εἰς τὸ Κράτος νὰ
2770ἐπιτύχῃ παρὰ τῆς Τραπέζης τόκον 4%, δὲν ἀποδεικνύει
2771ἀδεξιότητα καὶ ἔλλειψιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς
2772προσηκούσης ἀντιλήψεως περὶ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους
2773ἠδύνατο νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
2774καὶ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους;
2775§195Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ διαφόρων νόμων γίνονται κατα-
2776θέσεις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μὲ ἕν, δύο, τρία τοῖς ἑκα-
2777τὸν καὶ ἐξ ἄλλου πληρώνει τὸ Κράτος 6 καὶ 7%.
2778§196Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ διαφω-
2779νῆτε ἤδη εἰς ὅσα λέγω.
2780§197Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Συμφωνῶ ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἦτο
2781εἰς θέσιν νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντά του.
2782§198Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦτά τινα θὰ ἔλε-
2783γον, Κύριοι, ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον εἰς περίστασιν
2784καθ’ ἣν ὑπεβάλλετο τοῦτο ἀνεξαρτήτως τῶν περιστάσεων
2785ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται καὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον
2786ἐπιδιώκει. Ἀλλὰ τοιαῦτά τινα θὰ ἔλεγον, ἂν ὑπεβάλλετο τὸ
2787νομοσχέδιον καὶ ἐκ μέρους οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Καὶ
2788τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους ἐξεδήλωσα καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν-
2789ται κατὰ τὴν γνώμην μου ἐκ τῆς ἀναμίξεως καὶ τῆς ἐπεμ-
2790βάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης θὰ ἔλε-
2791γον καὶ θὰ ἐξεδήλουν ἀπέναντι οἱασδήποτε Κυβερνήσεως
2792τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰσηγουμένης. Δὲν σχετίζω, Κύριοι, τὸ
2793ζήτημα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν γενικωτέραν ὑπὸ τὴν ὁποίαν
2794τὸ ἐξετάζω ἤδη, πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Οἱαδή-
2795ποτε καὶ ἂν ἦτο, ἀρκεῖ ὅτι θὰ ἦτο κοινοβουλευτικὴ Κυβέρ-
2796νησις, ἀρκεῖ ὅτι θὰ ἦτο πολιτικὴ ἐξουσία, διὰ νὰ δείξω
2797πάντας τοὺς δισταγμοὺς τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ
2798ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς προκειμένου νὰ περιβάλω αὐτὴν μὲ
2799τοιαύτην ἐξουσίαν ὑπέροπλον ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
2800πέζης.
2801Ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα ἐμφανίζονται ἐν προκειμένῳ
2802καὶ ὑπὸ ἄλλην μορφήν, μορφὴν εἰδικωτέραν, ἀναφερομένην
2803εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὰς σημερινὰς περι-
2804στάσεις. Διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσηγεῖται ἁπλῶς ὀργα-
2805νικὸν νόμον κεκλημένον νὰ ῥυθμίζῃ τὰς σχέσεις τοῦ Κρά-
2806τους πρὸς τὴν Τράπεζαν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι προωρι-
2807σμένον νὰ ὑπηρετήσῃ ὡρισμένην πολιτικὴν τῆς Κυβερνή-
2808σεως ἄσχετον πρὸς τὰ πρόσωπα, ὡρισμένην τραπεζιτικὴν
2809πολιτικήν. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι τοιούτων πολιτικῶν
2810σκέψεων ὑπαγόρευσις. Πάντα δὲ τὰ δεδομένα πείθουσιν
2811ὄχι ἁπλῶς ὅτι ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον πρὶν ἢ ὡριμάσωσιν
2812αἱ περὶ τούτου ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶχεν
2813αὕτη ἰδέας πολιτικῆς κατευθύνσεως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς
2814σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Τοῦτο
2815ἀποδεικνύει τὸ γεγονὸς τοῦ χρόνου καθ’ ὃν τὸ νομοσχέ-
2816διον ὑπεβλήθη, τῶν προϋποθέσεων ὑφ’ ἃς ὑπεβλήθη, ἀλλὰ
2817καὶ τῆς διατυπώσεως ὑφ’ ἣν ὑπεβλήθη. Διότι οὐδεὶς βε-
2818βαίως θ’ ἀποφύγῃ τὸ αἴσθημα τῆς πλήξεως, οὐδὲ θὰ δυ-
2819νηθῇ ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ὀδυνηρᾶς ἐντυπώσεως τὴν ὁποίαν
2820δοκιμάζει ἀκούων τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους τὴν
2821ἑπομένην τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου, νομοσχε-
2822δίου πρὸς τὸ ὁποῖον συνήρτηνται δημοσιονομικὰ συμφέροντα
2823μέγιστα, πολιτικοῦ βίου καὶ πολιτικῆς ἠθικῆς συμφέροντα
2824μέγιστα, κοινωνικῆς οἰκονομίας συμφέροντα τεράστια,
2825νὰ ἔρχηται καὶ νὰ λέγῃ: «πολῖται ἔγκριτοι μὲ ἔπει-
2826σαν ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἔχῃ δι-
2827καίωμα παύσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν
2828ἦτο ὀρθὴ καὶ ἐσχημάτισα διάφορον γνώμην καὶ ἐπέφερα
2829μεταρρύθμισιν εἰς τὸ νομοσχέδιον». Τὸ νομοσχέδιον ἑπομέ-
2830νως δὲν ἐκπροσωπεῖ ὡρισμένας γνώμας, ὡρισμένην πολιτι-
2831κὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι σχέδιον ὀργανικοῦ νόμου,
2832δὲν εἶναι πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγουμένης νόμον
2833πάγιον ῥυθμιστικὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους πρὸς
2834τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐπιδιώκεται ἁπλούστατα μία
2835πρᾶξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἷς νόμος κεκλημένος ν’
2836ἀντικαταστήσῃ πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τὸ
2837Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ νῦν Διοικητοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκ
2838τῶν κειμένων νόμων δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατυπώσῃ ἡ
2839ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Εἶναι ἄρα ἐνδεδειγμένον νὰ κριθῇ τὸ
2840νομοσχέδιον καὶ ὡς πρᾶξις τουτέστι τῆς Κυβερνήσεως ἀπο-
2841λυούσης κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου τὸν νῦν Διοικη-
2842τήν. Τοιουτοτρόπως αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εἰσή-
2843χθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ δηλωθεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
2844σκοπὸς ὃν ἐπιδιώκει παρέχουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ
2845δικαίωμα νὰ κρίνῃ καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν τὰς πράξεις
2846τῆς Κυβερνήσεως.
2847Ἀλλ’ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν δὲν προτίθεμαι, Κύριοι,
2848ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν. Διετύπωσα ἤδη τὰς σκέψεις
2849ἐκείνας τὰς ὁποίας θὰ διετύπουν εἰς πᾶσαν περίστασιν,
2850ἰδέας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπότοκοι ὡρισμένων πολιτικῶν πεποι-
2851θήσεων ἑδραίων, ἀναφερομένων εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους
2852πρὸς τὰς Τραπέζας, πεποιθήσεων τὰς ὁποίας θὰ διετύπουν
2853κατὰ πάντα χρόνον καὶ ἀπέναντι οἱασδήποτε Κυβερνήσεως.
2854Ἀπέναντι τοῦ γενικωτέρου τούτου ζητήματος, θεωρῶ, ὅσον
2855καὶ ἂν εἶναι οὐσιῶδες, δευτερεῦον τὸ ζήτημα τῆς πράξεως
2856τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἤτοι τὴν ἀπόλυσιν τοῦ νῦν Διοι-
2857κητοῦ. Ἀλλὰ θεωρῶ καὶ ματαιόσχολον ὅλως ν’ ἀπασχο-
2858λήσω τὴν Βουλὴν δι’ ἀναλύσεως γεγονότων καὶ περιστά-
2859σεων αἱ ὁποῖαι κεῖνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκτεθεῖσαι ἀφ’
2860ἑνὸς μὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἄλλου δὲ ὑπὸ τοῦ Διοι-
2861κητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ
2862πείσω τὴν Βουλὴν περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ἐκδοχῆς.
2863Ἔχω ὅμως καθῆκον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ νὰ εἴπω
2864τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ προσωπικῶς κατέληξα
2865μελετήσας τὰ ἑκατέρωθεν διαμειφθέντα. Καὶ ἡ γνώμη μου
2866καὶ ἡ πεποίθησίς μου εἶναι ὅτι θεωρῶ ἀδικαιολόγητον τὴν
2867στάσιν τῆς Κυβερνήσεως.
2868Τὸ πρῶτον γεγονός, τὸ ὁποῖον προβάλλει ὡς λόγον τῆς
2869ἀπολύσεως, τὴν ἄρνησιν τουτέστι τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνι-
2870κῆς Τραπέζης νὰ παραδώσῃ τοὺς ἐράνους, δὲν θεωρῶ
2871σπουδαῖον. Εἶμαι τοὐναντίον πεπεισμένος ὅτι ὅλη ἡ ἀνω-
2872μαλία ἡ ὁποία ἐσημειώθη καὶ ἡ γενομένη ἀναβολὴ προῆλ-
2873θεν ἐκ τῆς ἀδεξιότητος καὶ τῆς ἀπειρίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
2874τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀδικαιολογήτου ἐλλεί-
2875ψεως ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἔδειξε πρὸς τὴν συνέλευσιν
2876ἐκείνην τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων τὴν προεδρευομένην ὑπὸ
2877τοῦ ναυάρχου Κουντουριώτου, ἀποφυγὼν νὰ ἐκθέσῃ ἀληθῶς
2878τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐζήτει τὸ ποσὸν ἐκεῖνο ἡ
2879Κυβέρνησις. Εἶναι λοιπὸν ἡ ἀδεξιότης καὶ ἡ ἀπειρία, εἶναι
2880ἡ ἀνειλικρίνεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Συνέλευσιν
2881ἐκείνην, ἡ κρυψίνοια ἡ ὁποία δὲν ἐδείχθη δυστυχῶς εἰς
2882ξένους, ἀλλ’ εἰς Ἕλληνας. Καὶ ἐνῷ, ὡς γνωρίζομεν ἤδη,
2883ἐξετέθη ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ αἱ οἰκονομικαὶ ἢ
2884ταμειακαὶ αὐτοῦ ἀνάγκαι εἰς ξένους, παραδόξως καὶ ἀνεξη-
2885γήτως ἐνομίσθη ὅτι εἶναι ταπεινὸν καὶ ἐξευτελιστικὸν διὰ
2886τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκτεθῇ εἰς συνέλευσιν ὀλίγων προ-
2887σώπων, προεδρευομένην ὑπὸ τοῦ ναυάρχου Κουντουριώτου
2888καὶ ἀποτελουμένην ἐκ προσώπων τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ Κυ-
2889βέρνησις ἐξέλεξεν ἵνα συναθροίσωσι τοὺς ἐράνους τοῦ Ἑλλη-
2890νικοῦ λαοῦ. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθε μείωσις τῆς ἀξιοπρεπείας
2891τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ταπείνωσις τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ,
2892ἥτις ὅμως εἶναι ἀπότοκος τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀδεξιότητος,
2893ἀπειρίας καὶ ἀνειλικρινείας. Ἡ συντριβὴ καὶ ἡ ταπείνωσις
2894ἐκείνη, ἀντανακλῶσα εὐλόγως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔθιξε
2895τὴν εὐαισθησίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προυκάλεσε τὴν
2896ὀργὴν αὐτοῦ καὶ γέννημα τῆς ὀργῆς εἶναι τὸ νομοσχέδιον.
2897Δὲν ὑπῆρξεν οὐσιαστικὴ ἀντίρρησις νὰ δοθῶσι τὰ χρήματα
2898ἐκεῖνα πρὸς τὸ Κράτος. Ἀφοῦ δ’ ἀπεφασίσθη ἡ ἀπόλυσις
2899τοῦ Διοικητοῦ ὅπως σωθῇ ἡ φιλοτιμία τῆς Κυβερνήσεως,
2900ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῶσι καὶ τὰ προσχήματα πρὸς συγκάλυ-
2901ψιν τῆς πράξεως. Καὶ ἐξεζητήθησαν καὶ εὑρέθησαν ἀτυχῶς
2902ἀτυχῆ προσχήματα.
2903Καὶ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἐτελέσθη ἡ ἀνακομιδὴ τῶν
2904λειψάνων παρωχημένης τινὸς περιστάσεως, καθ’ ἣν ἐγένετο
2905ἡ ἀγορὰ τῶν θωρηκτῶν. Καὶ ἐδόθη οὕτως ἀφορμὴ εἰς τὸν
2906κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν πράγματα τὰ
2907ὁποῖα εἶχε λησμονήσει μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἀπεφα-
2908σίσθη ἡ ἀπόλυσις τοῦ Διοικητοῦ. Καὶ διὰ τὴν αἰτίασιν
2909ἐκείνην θὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου καὶ τὸ
2910συμπέρασμά μου, χωρὶς ν’ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπὶ μακρόν.
2911Δὲν πείθομαι, Κύριοι, ὅτι ἐγένετο ἐκβίασίς τις, ἢ ἀπό-
2912πειρα ἐκβιάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς
2913ἀγορᾶς τῶν θωρηκτῶν. Στηριζόμενος ἀκριβῶς εἰς ὅσα εἶπεν
2914ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ εἰς ἀπάντησιν
2915οἱανδήποτε τοῦ Διοικητοῦ ἢ ἄλλου τινός, στηριζόμενος
2916μόνον, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
2917Κυβερνήσεως, δὲν πείθομαι ὅτι πρόκειται περὶ ἐκβιάσεως,
2918ὅτι πρόκειται περὶ ἀποπείρας ἐκβιάσεως. Ἀφοῦ ἔχω δεδο-
2919μένον ὅτι χωρὶς νὰ ἔχῃ νομικὴν ὑποχρέωσιν μία Τράπεζα,
2920ὑποχρέωσιν ἀπορρέουσαν ἐκ τοῦ καταστατικοῦ της ἢ ἐκ
2921τῶν μετὰ τοῦ Κράτους συμβάσεων, ἔθηκεν εἰς τὴν διάθεσιν
2922τῆς Κυβερνήσεως ἀμέσως 55 ἑκατομμύρια· ἀφοῦ ἔχω δε-
2923δομένον ὅτι ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης κάτι
2924ἀπροσδόκητον, κάτι ἀπίστευτον, κάτι ἀνέλπιστον διὰ τὴν
2925Κυβέρνησιν, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν
2926τοῦ Κράτους ὡς διαιτητὴς ν’ ἀποφαίνηται καὶ νὰ λύῃ
2927πᾶσαν διαφορὰν ἡ ὁποία ἤθελεν ἀνακύψει μεταξὺ τῆς Τρα-
2928πέζης καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἀφοῦ ἔχω
2929δεδομένον ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπηκολούθησαν
2930ἐπὶ σειρὰν μηνῶν ἀδιατάρακτοι αἱ σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως
2931μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπῆλθε δὲ καὶ συμφωνία εἰς
2932τὰ οὐσιώδη τῆς συμβάσεως σημεῖα, δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ
2933δεχθῶ ὅτι ἔλαβε χώραν ἡ φερομένη ἐκβίασις. Δὲν δύναμαι
2934νὰ παραδεχθῶ, χωρὶς νὰ δειχθῶ ἄδικος καὶ πρὸς τὴν κρί-
2935σιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς
2936Κυβερνήσεως, ὅτι ἐγένετο αὕτη ὑποκείμενον ἐκβιάσεως
2937καὶ ἐξηκολούθησεν ἐντούτοις τοιαύτας ἔχουσα σχέσεις,
2938στενὰς καὶ φιλικὰς ἀκόμη, πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέ-
2939ζης, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀπὸ πολλοῦ ἐπεράτωσε πλέον καὶ
2940τὰς ἐπὶ τῆς συμβάσεως διαπραγματεύσεις. Ἦτο λοιπὸν
2941ὀψιγενὴς ἡ ἀνάμνησις τῆς ἱστορίας ἐκείνης, κληθείσης ν’
2942ἀποτελέσῃ τὴν ἀτυχῆ δικαιολογίαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ
2943ἐκρύπτοντο οἱ λόγοι τῆς ἀπολύσεως. Ὁλόκληρος ἡ ἱστορία
2944ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ συγκεντροῦται εἰς τὴν ἀδεξιό-
2945τητα, εἰς τὴν ἀπειρίαν, εἰς τὴν ἀτυχῆ καὶ ἄσκοπον κρυ-
2946ψίνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ
2947εἰς τὴν ὀργὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀφ’ ἑτέρου, θέλοντος
2948ν’ ἀναστήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς
2949ταπεινώσεως εἰς ἣν κατέρριψε ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2950Οἰκονομικῶν, ἀδικοπραγῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον καθ’ ὃν
2951θέλει ν’ ἀδικοπραγῇ.
2952Δὲν ὑπηγορεύθη λοιπόν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, νομο-
2953σχέδιον τοιαύτης σπουδαιότητος, ὑπὸ γενικωτέρων πολιτι-
2954κῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως. Διότι πολιτικὴν ἀναγομέ-
2955νην εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἐκδοτικὴν Τρά-
2956πεζαν δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τώρα ἀκόμη δὲν ἠδυ-
2957νήθη νὰ ἐκδηλώσῃ τοιαύτην, ἀφεθεῖσα εἰς τοὺς θυμούς της
2958ἀφ’ ἑνὸς καὶ εἰς τὰς συμβουλὰς «ἐγκρίτων πολιτῶν» ἐξ
2959ἄλλου. Δὲν ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους
2960καὶ τῶν ἐπινοηθέντων κινδύνων τοὺς ὁποίους διέτρεχον
2961αὐτὰ ἀπὸ μέρους τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
2962Τὸ νομοσχέδιον ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς προ-
2963σωπικῆς καὶ τῆς ἐπιθυμίας νὰ παυθῇ εἷς Διοικητής, διότι
2964δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκαλύψῃ τὴν ἀδεξιότητα τοῦ κ. Ὑπουρ-
2965γοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
2966Οἰκονομικῶν συνετρίβη ἐνώπιον μιᾶς Συνελεύσεως. Εἶπον,
2967Κύριοι, ὅτι δὲν δέχομαι ὅτι ὑπῆρξεν ἐκβίασις. Ἀλλὰ δὲν
2968δέχομαι καί τι περαιτέρω — καὶ ὁμιλῶ γενικῶς ἐπὶ τοῦ
2969νομοσχεδίου —, δὲν δέχομαι ὅτι εἶναι κἂν δυνατὸν νὰ
2970ὑπάρξῃ ποτὲ ἐκβίασις ἀπὸ μέρους οἱουδήποτε ἱδρύματος,
2971οἱασδήποτε δυνάμεις καὶ ἂν συγκεντροῖ τοῦτο, οἱασδήποτε
2972δυνάμεις καὶ ἂν διαθέτῃ, ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ τῆς
2973Κυβερνήσεως. Ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑπάρχῃ Κράτος, νὰ ὑπάρχῃ
2974Κυβέρνησις, νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις ἔχουσα συναίσθησιν τῶν
2975δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεών της, νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρ-
2976νησις ἡ ὁποία νὰ μὴ καθίσταται διὰ τῶν ἀπρονοησιῶν
2977αὑτῆς δούλη καὶ δεσμία τοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος. Εἰς
2978περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους,
2979ἀγνοοῦσα τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της, εἰς
2980περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους
2981ἄφροντις καὶ ἀπρονόητος ἔρχεται νὰ προσπέσῃ εἰς κερ-
2982δοσκοπικὸν ἵδρυμα, πρέπει νὰ γνωρίζῃ καλῶς ὅτι δὲν εἶναι
2983δυνατὸν νὰ φύγῃ μὲ σῷα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
2984Ἀλλ’ ὁ τρόπος πρὸς διέξοδον ἀπὸ τοῦ κινδύνου τούτου δὲν
2985εἶναι ἡ πρόσκτησις τοῦ δικαιώματος τοῦ διορίζειν καὶ
2986παύειν τὸν Διοικητὴν τοῦ ἱδρύματος τούτου, ἀλλ’ ἡ συγ-
2987κρότησις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους ἐκ πολιτικῶν ἀν-
2988δρῶν ἐχόντων πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν
2989ὑποχρεώσεων αὑτῶν πρὸς διακυβέρνησιν τῆς Χώρας. Ἄνευ
2990τούτου τὸ δικαίωμα τῆς μετοχῆς τοῦ Κράτους εἰς τὴν διοί-
2991κησιν τῆς Τραπέζης ὄχι μόνον δὲν ἀπαλλάττει τοῦτο ἀπὸ
2992τῶν τοιούτων κινδύνων, ἀλλὰ καὶ πολλαπλασιάζει ἀκόμη
2993καὶ μεγεθύνει τοὺς κινδύνους. Κινδύνους δὲ τοιούτους καὶ
2994πολλοὺς καὶ σπουδαίους διαβλέπω ἀπειλουμένους ἐκ τοῦ
2995νομοθετικοῦ μέτρου εἰς τὸ ὁποῖον προβαίνομεν καὶ τοῦ ὀλε-
2996θρίου προηγουμένου τὸ ὁποῖον δημιουργοῦμεν ἐπιτρέποντες
2997εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τρα-
2998πέζης διὰ τοιαύτας ἀφορμάς. Διαβλέπω κινδύνους διὰ τὴν
2999κοινωνικὴν οἰκονομίαν τῆς Χώρας, κινδύνους πολλαπλοῦς
3000δι’ αὐτὸ τὸ Κράτος.
3001Ἐν Κράτει κοινοβουλευτικῷ, ὅπως τὸ ἰδικόν μας, μὲ
3002τὰ σύγχρονα πολιτικὰ ἤθη, κατ’ ἐξοχὴν δὲ μὲ τὰς πολιτι-
3003κὰς καὶ διοικητικὰς ἀντιλήψεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως,
3004οἷαι ἐκδηλοῦνται κατὰ τὴν ἤδη ἐφαρμογὴν τοῦ τοιούτου
3005μέτρου, εἶναι φανεροί, νομίζω, Κύριοι, οἱ κίνδυνοι. Εἶναι
3006φανερὸν ὅτι οἱ δεσμοὶ οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦνται μεταξὺ τῆς
3007Κυβερνήσεως καὶ τῶν διοικούντων τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν
3008εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν συγκρότησιν τοῦ
3009προσωπικοῦ τῆς Τραπέζης κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα
3010κομματικὰς ἀξιώσεις. Εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ δεσμοὶ οὗτοι θὰ
3011ἐπηρεάσωσι πιθανώτατα τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διάθεσιν
3012τῶν πιστώσεων τοῦ ἱδρύματος εἰς ἐξυπηρέτησιν πολιτικῆς
3013ἰδιοτελείας. Εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ δεσμοὶ οὗτοι καὶ ἡ ἐξάρ-
3014τησις τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης ἐκ τῆς Κυβερνήσεως
3015θὰ χρησιμεύῃ ὥστε νὰ ἐφοδιάζηται ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις
3016μὲ ἁδρὰς καὶ ὑπερμέτρους προκαταβολάς, αἱ ὁποῖαι δύ-
3017νανται ν’ ἀποβῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὸ Κράτος
3018ὀλέθριαι.
3019Εἶναι δὲ κατ’ ἐξοχὴν χαρακτηριστικόν, Κύριοι, ὅτι ἡ
3020ὀξύτης τῶν σχέσεων Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία
3021μᾶς ἀπασχολεῖ ἤδη, δὲν γεννᾶται ἐπὶ τοῦ πεδίου εἰς τὸ
3022ὁποῖον φυσικώτερόν τις θὰ τὸ ἀνέμενε· δὲν γεννᾶται διὰ
3023τὴν κακὴν ἐκλογὴν κακοῦ τινος Διοικητοῦ· δὲν γεννᾶται
3024κἂν εἰς τὴν τυχὸν ἀθέτησιν ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
3025πέζης τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς πρὸς τὴν Κοινωνίαν· δὲν
3026γεννᾶται εἰς τὴν ἀθέτησιν τῶν συμβατικῶν αὐτῆς πρὸς τὸ
3027Κράτος ὑποχρεώσεων, ὅτε θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι
3028εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἀπέναντι ἀνεγνωρισμένης ἀστο-
3029χίας περὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης, ἀστο-
3030χίας ἐξ ἧς κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ἢ ὅτι εὑρί-
3031σκεται ἀπέναντι ἱδρύματος ἀθετοῦντος τὰς συμβατικάς του
3032ὑποχρεώσεις, ἢ ὅτι εὑρίσκεται ἀπέναντι ἱδρύματος τὸ
3033ὁποῖον δὲν παρέχει τὰς πρὸς τὸ κοινὸν ὑπηρεσίας, τὰς
3034ὁποίας ἐκ τῆς ἀποστολῆς του καὶ ἐκ τοῦ καταστατικοῦ
3035του καλεῖται νὰ παρέχῃ, ὅτε θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ
3036ἡ λῆψις μέτρων δραστικῶν πρὸς ἄρσιν τῶν συγκρούσεων
3037τούτων. Ἀλλὰ γεννᾶται ἡ σύγκρουσις ποῦ; Ἐκεῖ ὅπου
3038δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐννοήσω, Κύριοι. Γεννᾶται ἡ σύγ-
3039κρουσις ὡς πρὸς τὴν παροχὴν ἢ μὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν
3040χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξ οὐδενὸς νόμου, ἐξ οὐδεμιᾶς συμ-
3041βάσεως ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ἡ Τράπεζα. Γεννᾶται ἀκόμη
3042ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ἀντιλήψεων, ἐκ τῶν διαφωνιῶν αἱ
3043ὁποῖαι προέκυψαν ἔστω μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Τρα-
3044πέζης κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν γενησομένης νέας συμ-
3045βάσεως, πρὸς σύναψιν τῆς ὁποίας ἡ ἐλευθερία ἑκατέρου
3046τῶν συμβαλλομένων νὰ προτείνῃ οἱουσδήποτε ὅρους θέλει
3047δὲν εἶναι μόνον νομική, ἀλλὰ καὶ φυσική, θὰ ἠδυνάμην νὰ
3048εἴπω. Δύνασθε ἴσως νὰ καταγγείλητε τοὺς ὅρους ἑνὸς τῶν
3049συμβαλλομένων μερῶν ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, τοὺς ὅρους τοῦ
3050πιστωτικοῦ ἱδρύματος ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως — καὶ ὑπάρχει
3051στάδιον τοιαύτης ἠθικῆς καταγγελίας ὅλως ἄσχετον πρὸς
3052τὸ προτεινόμενον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου —
3053ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι τοὺς ὅρους τῶν διαπρα-
3054γματεύσεων θ’ ἀντικαταστήσητε διὰ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου,
3055εἰς τρόπον ὥστε τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων καὶ τὴν
3056ἐμπιστοσύνην τῶν μετόχων πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ ἱδρύμα-
3057τος τούτου νὰ τὴν περιβληθῆτε σεῖς κατὰ τοιοῦτόν τινα
3058τρόπον, ὅπως δι’ αὐτοῦ προστατεύσητε τὰ συμφέροντα τοῦ
3059Κράτους.
3060Καὶ δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, μεγαλύτερος κίνδυνος ἀπὸ
3061τὴν τοιαύτην ὑποκατάστασιν. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερος
3062κίνδυνος ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν στενῶν σχέσεων μεταξὺ Κυβερ-
3063νήσεως καὶ Τραπέζης καὶ ποιᾶς τινος ἐξαρτήσεως ταύτης
3064παρ’ ἐκείνης· ἐξαρτήσεως ἡ ὁποία θὰ καθιστᾷ ἀδύνατον
3065εἰς τὴν Τράπεζαν ν’ ἀνθίσταται εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κυ-
3066βερνήσεως πρὸς χορηγίαν χρημάτων, πρὸς παροχὴν προ-
3067καταβολῶν ἔξω τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Ὑπὸ τοιοῦτο κα-
3068θεστὼς Κυβέρνησις ἄφροντις καὶ ἀπρονόητος, ἡ ὁποία καὶ
3069καθίσταται τοιαύτη ἀκριβῶς διότι ἔχει ὑπ’ ὄψει αὐτῆς ὅτι
3070ἔχει εἰς τὰς χεῖράς της καὶ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς τὴν
3071ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, ῥίπτεται πλειστάκις ἀπερισκέπτως
3072εἰς τὰ ταμεῖά της καὶ εἰσπράττει καὶ κάμνει τὸν διακα-
3073νονισμὸν τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζιτικῶν γραμματίων κατὰ
3074τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἰσπράττῃ ὅσον τὸ
3075δυνατὸν περισσότερα. Καὶ ὑπὸ τοιοῦτο καθεστὼς ἀπει-
3076λοῦνται κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἄλλα Κράτη καὶ ἄλλαι
3077Τράπεζαι ἀκριβῶς ἐκ τοιούτων λόγων ἐδοκίμασαν, κίνδυνοι
3078πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἐγκαινίζουσα τὸ νέον κα-
3079θεστὼς φέρεται ἀνύποπτος καὶ ἀκράτητος. Συγγραφεὺς ἐκ
3080τῶν δοκιμωτάτων οἰκονομολόγων ἰδοὺ πῶς διετύπωσε τὴν
3081ἄποψιν ταύτην (ἀναγινώσκει)· «Ὁ μέγας κίνδυνος διὰ τὰς
3082ἐκδοτικὰς Τραπέζας δὲν ἔγκειται ποσῶς εἰς τὰς σχέσεις
3083τούτων πρὸς τὸ Κοινόν, ἀλλ’ εἰς τὰς σχέσεις αὐτῶν μετὰ
3084τῆς Κυβερνήσεως· ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης ἀπορρέουσιν οἱ
3085κυριώτεροι κίνδυνοι τῆς ἐπιμόνου οἰκονομικῆς στενοχωρίας
3086τῶν Τραπεζῶν καὶ τῆς τελικῆς αὐτῶν ἀφερεγγυότητος.
3087»Τράπεζα ἐκδοτικὴ ἀνεκτῶς καὶ ἐντίμως διευθυνομένη
3088κατορθώνει πάντοτε νὰ διαφεύγῃ τοὺς κινδύνους, καὶ εἰς
3089αὐτὰς ἀκόμη τὰς δεινοτάτας περιστάσεις, ἂν εἶναι ἐλευ-
3090θέρα στενῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δεσμῶν. Εἶναι δὲ σπα-
3091νιώτατον νὰ δυνηθῇ αὕτη νὰ διαφύγῃ τὰς δεινὰς κρίσεις,
3092ἂν ἀφήνῃ ἑαυτὴν νὰ παρασύρηται εἰς συχνὰς πρὸς τὴν
3093Κυβέρνησιν προκαταβολάς».
3094Τὰς ἀληθείας ταύτας ἐκύρωσαν τόσα δυστυχῆ παρα-
3095δείγματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐξαίρονται τὸ παράδειγμα
3096τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἱσπανίας. Ὁ μελετῶν τὴν ἱστορίαν
3097τῶν σχέσεων τῆς Τραπέζης τῆς Ἱσπανίας πρὸς τὸ Ἱσπα-
3098νικὸν Κράτος καὶ τῶν σχέσεων τῆς Ἰταλικῆς Τραπέζης
3099πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὰς πτωχεύσεις αἱ ὁποῖαι ἐπηκολού-
3100θησαν ἐκεῖ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐξ ἄλλου τὴν ὁρμὴν τὴν ἀπερί-
3101σκεπτον μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐρρίφθη εἰς τὰ τα-
3102μεῖα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὴν ὁρμὴν μὲ τὴν ὁποίαν
3103ἀγωνίζεται ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ διευκολύνῃ ἔτι
3104περισσότερον τὴν ἐκεῖ ἔφοδόν της πρέπει νὰ αἰσθάνηται
3105φόβους διὰ τὸ μέλλον καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Τραπέζης.
3106Καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον ἔγκειται ἴσως ὁ σπουδαιότερος
3107κίνδυνος ἐκ τοῦ νέου καθεστῶτος τὸ ὁποῖον δημιουρ-
3108γοῦμεν.
3109Καὶ συμπεραίνω, Κύριοι. Νομοθετοῦμεν τώρα διὰ ν’
3110ἀπολυθῇ εἷς Διοικητής, ὡς ἐκβιάσας δῆθεν τὴν Κυβέρνησιν
3111ὅπως προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ ὅπως
3112εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτρέπωμεν ὁμοίας ἐκβιάσεις ἐκ μέρους τῆς
3113Τραπέζης κατὰ τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόσχημα ὑπὸ
3114τὸ ὁποῖον νομοθετοῦμεν. Ἀλλ’ εἶναι πρόσχημα ἐκ τῆς φύ-
3115σεως τοῦ πράγματος ἀδύνατον. Ἐγὼ θεωρῶ ὅτι ἡ ἐκβίασις
3116ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀνεξαρτήτως τῆς
3117διαθέσεως καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν ἑκάστοτε Διοικητῶν
3118αὐτῆς, ἀνεξαρτήτως τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἰσχύος αὐτῆς,
3119εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀσκηθῇ ἐναντίον τοῦ Κράτους. Διότι
3120δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο ἀπέναντι ἡμῶν εἰμὴ ἰδιωτικὴν
3121Ἑταιρείαν μὲ προνόμιον ἐκδόσεως, διεπομένην ἀπὸ σύμ-
3122βασιν ῥυθμίζουσαν τὰ ἑκατέρωθεν δικαιώματα καὶ τὰς
3123ἑκατέρωθεν ὑποχρεώσεις.
3124Καὶ ἐρωτῶ· κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκβί-
3125ασις αὕτη εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις
3126ἔχει ἐπίγνωσιν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεών
3127της, ὁπότε ἡ Τράπεζα δὲν δύναται παρὰ νὰ τηρῇ τὰς
3128συμβατικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις; Εἶναι προφανῶς ἀδύνατος
3129πᾶσα ἐκβίασις Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία γνωρίζει τὰ δικαιώ-
3130ματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της, ἡ ὁποία ἐξ ἄλλου ἔχει τὴν
3131προσήκουσαν πρόνοιαν, ὥστε νὰ μὴ ῥίπτηται εἰς τὰς δια-
3132θέσεις αὐτῆς ἐκζητοῦσα νὰ θεραπεύσῃ ἄνευ δικαιώματος
3133τὰς ἰδίας ὀρέξεις καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἀπρονοησίαν.
3134Ἀλλ’ ἂν δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ φαντασθῶ ὡς δυνα-
3135τὴν ἐκβίασιν οἱουδήποτε τοιούτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος
3136ἀπέναντι τοῦ Κράτους, δύναμαι ὅμως νὰ φαντάζωμαι καὶ
3137νὰ κατανοῶ καὶ νὰ φοβῶμαι ἐκβίασιν τῶν Τραπεζῶν ἀπὸ
3138μέρους τῶν Κυβερνήσεων. Ἐκβίασιν οἰκονομικῆς φύσεως,
3139ἐκβίασιν καὶ πολιτικῆς φύσεως. Δὲν ὁμιλῶ ἐν σχέσει πρὸς
3140τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ὁμιλῶ ἀπολύτως καὶ γενικῶς
3141διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν. Διότι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀπαλ-
3142λάξωμεν τὰς κοινοβουλευτικὰς Κυβερνήσεις ὅσον τὸ δυνα-
3143τὸν ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, οἱ ὁποῖοι πολλάκις δὲν δύναν-
3144ται ν’ ἀφήσωσιν αὐτὰς ἀνεπηρεάστους. Φαντάζομαι ὅτι κοι-
3145νοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἂν ἀκόμη ἔχῃ ἀντοχὴν πολὺ
3146μεγαλυτέραν ἀπὸ τὴν ἀντοχὴν τὴν ἀνύπαρκτον τὴν ὁποίαν
3147πολλάκις ἐμφανίζει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, φαντάζομαι
3148ὅτι κοινοβουλευτική τις Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ μέγα ὅπλον
3149εἰς χεῖράς της ὅπως ἀσκήσῃ ἐπιβολὴν εἰς τὴν Τράπεζαν
3150πολλαπλῆν εἴτε πρὸς συγκρότησιν τοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς,
3151εἴτε πρὸς τοιαύτην ἢ τοιαύτην διάθεσιν τῶν πιστώσεων,
3152ἃς παρέχει τὸ ἵδρυμα τοῦτο, εἴτε πρὸς παροχὴν δανείων
3153καὶ προκαταβολῶν εἰς τὸ Κράτος, καὶ κυρίως πρὸς τὸν
3154σκοπὸν τοῦτον. Καὶ εἰς τὰ ἐνδεχόμενα ταῦτα ἀνευρίσκω
3155τοὺς ἀληθεῖς καὶ μεγάλους κινδύνους, κινδύνους διασαλεύ-
3156σεως τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας τῆς Χώρας, κινδύνους διὰ
3157τὰ δημόσια οἰκονομικά, κινδύνους διαφθορᾶς τοῦ πολιτικοῦ
3158ἡμῶν βίου. (Ἐπιδοκιμασίαι).
3159§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπανα-
3160ληφθῇ τῇ 10½.
3161Μετὰ τὴν διακοπήν
3162(ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.)
3163§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
3164δρίασις.
3165Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
3166§201Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μολονότι ὁ σκο-
3167πὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὡρισμένος, ὑποθέτει ὅμως τρα-
3168πεζιτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω ὅτι
3169εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος
3170τούτου. Ἔχει δὲ μεγάλην σημασίαν ἡ τραπεζιτικὴ πολι-
3171τικὴ μιᾶς Κυβερνήσεως, διότι ἐκ ταύτης ἐξαρτῶνται ὄχι
3172μόνον τὰ καλὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἡ ῥύθμισις
3173τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων τῶν διαφόρων παραγόντων τῆς
3174Κοινωνίας. Ἀφήνω λοιπὸν τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου καὶ
3175ἐξετάζω τοῦτο ὅπως διατυποῦται. Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα
3176κατὰ πόσον πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ Πολιτεία εἰς τὰ τῆς
3177διοικήσεως τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος, τῆς Ἐθνι-
3178κῆς Τραπέζης, ἱδρύματος τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται εἰς
3179πάσας τὰς Πολιτείας μὲ μικρὰς μὲν διαφοράς, ἀλλ’ εἰς
3180τὰς γενικὰς γραμμὰς μὲ μεγάλην ὁμοιότητα, ὅπως εἶναι
3181ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας.
3182Τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὰ τῆς
3183διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξητάσθη πρὸ τῆς δια-
3184κοπῆς ἀπὸ τῆς νομικῆς ἀπόψεως καὶ ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ
3185Ἐθνικὴ Τράπεζα, οὖσα ἀνώνυμος ἑταιρεία, πρέπει νὰ διοι-
3186κῆται ὑπὸ τῶν μετόχων αὐτῆς καὶ πᾶσα ἐπέμβασις τῆς
3187Πολιτείας εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον προ-
3188τίθενται αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι. Ἴσως αὐτὴ εἶναι ἡ νομικὴ
3189ἄποψις τοῦ ζητήματος.
3190Ἡ οἰκονομικὴ ὅμως ἄποψις, Κύριοι, εἶναι ἐντελῶς
3191ἐναντία. Τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ἐπεμβῇ καὶ ἐκ τῆς
3192ἀπόψεως αὐτῆς, ὅτι τὰ ἱδρύματα ταῦτα πρέπει νὰ διοι-
3193κῶνται μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τῶν μετόχων αὐτῶν.
3194Τὸ Κράτος εἶναι μέγας μέτοχος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ
3195Κράτος ἐξασφαλίζει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν περισσό-
3196τερα ὀφέλη ἀπὸ ὅσα ἐξασφαλίζουσιν οἱ καταβαλόντες τὸ
3197μετοχικὸν κεφάλαιον· δὲν θὰ ἔχω δὲ μεγάλην δυσκολίαν
3198νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο, ἂν σᾶς εἴπω ὅτι τὸ μετοχικὸν
3199κεφάλαιον ἀνέρχεται εἰς 20.000.000, τὸ δὲ ἀποθεματικὸν
3200εἰς 13.000.000, ἑπομένως τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον μετὰ
3201τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου ἀνερχόμενα εἰς 33.000.000
3202ἐξασφαλίζουσι μὲ τόκον πρὸς 5% ἔστω, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐθνι-
3203κὴ Τράπεζα δὲν χορηγεῖ, καθαρὸν κέρδος 1½ ἑκατομ-
3204μυρίου, καὶ τὸ καθαρὸν αὐτὸ κέρδος εἶναι περισσότερον ἀπὸ
3205τὸ τριπλάσιον τοῦ ποσοῦ τούτου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον
3206τοῦτο. Ἀρκεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ ἀξία τῆς μετοχῆς τῆς Ἐθνι-
3207κῆς Τραπέζης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου καὶ
3208τοῦ ἀποθεματικοῦ — διότι ἐκ τῶν δύο τούτων κονδυλίων
3209ἐξαρτᾶται ἡ ἀξία τῆς μετοχῆς — ἔπρεπε ν’ ἀνέρχηται, εἰς
3210650 δραχμὰς καὶ δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἔφθασεν ἡ μετοχὴ εἰς
32115250· ὁ λόγος δὲ οὗτος εἶναι διότι τὸ Κράτος παρέχει
3212προνόμια εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἕνεκα τῶν ὁποίων
3213ἐξασφαλίζονται κέρδη τὰ ὁποῖα οἱαδήποτε καλὴ διοίκησις
3214τῶν μετόχων δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ. Εἶναι δὲ
3215πολλαπλᾶ τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζει ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
3216πεζα ἕνεκα τῶν σχέσεων αὐτῆς μετὰ τῆς Πολιτείας, καὶ
3217τὰ κέρδη ταῦτα, ἵνα μὴ μνημονεύσω πάντα, προέρχονται
3218ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι ἐκδοτικὴ Τράπεζα, ἑπομένως διὰ τοῦ
3219δικαιώματος τούτου πραγματοποιεῖ κέρδη ἐπὶ τοῦ κεφα-
3220λαίου τὸ ὁποῖον δὲν κατέβαλε, διότι τὸ χαρτονόμισμα
3221δὲν ἀποτελεῖ κεφάλαιον, διότι ὁλόκληρον δὲν καλύπτεται
3222κατὰ τὴν σύμβασιν ὑπὸ ἴσου χρυσοῦ εὑρισκομένου ἐν τοῖς
3223θησαυροφυλακίοις τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ μέρος αὐτοῦ, τὰ ⅔,
3224εἶναι ἄνευ ὑπάρξεως ἀντιστοίχου ποσοῦ εἰς χρυσόν.
3225Ἡ Τράπεζα, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, ἀπέκτησε τὸ δικαί-
3226ωμα διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1859 νὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας
3227λαχειοφόρους 110 ἑκατομμυρίων καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ
3228ἐκδίδῃ εἰς πενταπλάσιον ποσὸν τοῦ μετοχικοῦ κεφα-
3229λαίου, ὥστε, ἂν αὐξήσῃ εἰς 80 ἢ 100 ἑκατομμύρια,
3230νὰ δύναται νὰ ἐκδίδῃ λαχειοφόρον δάνειον εἰς ἑκατοστύας
3231ἑκατομμυρίων καὶ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα εἶναι
3232γνωστά, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ λαχειοφόρα δάνεια
3233δὲν δίδουσι πέρα τῶν 3½%, ἑπομένως ἡ Τράπεζα
3234ἐξασφαλίζει κέρδη σημαντικά.
3235§202Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κατεβίβασε τὸν τόκον.
3236§203Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διότι ἐνόμισεν ὅτι δὲν θὰ ἐπάθαινε
3237τίποτε. Δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ἡ Τράπεζα διὰ τῆς νομο-
3238θεσίας ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ πολλὰς καταθέσεις καὶ συμ-
3239βαίνει πολλάκις χρήματα αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὑρί-
3240σκωνται ἐν τῇ Τραπέζῃ ἐπὶ μικρῷ τόκῳ καθ’ ὃν χρόνον
3241ἡ Κυβέρνησις δανειζομένη πληρώνει τόκον 6%. Ἀλλ’
3242αὐτὴ ἡ σύμβασις θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης·
3243ἐμπνέεται οὕτω τοιαύτη ἐμπιστοσύνη εἰς τὸ Κοινόν, ὥστε
3244νὰ θεωρῇ τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἀσφαλέστερον ἀπὸ πᾶν ἄλλο καὶ
3245νὰ ἐμπιστεύηται τὰς καταθέσεις του μὴ ἀποβλέπον εἰς
3246τὸν τόκον τὸν ὁποῖον δίδει, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀσφάλειαν. Εἶναι
3247γνωστὸν ὅτι αἱ καταθέσεις εἰς τὴν Τράπεζαν ἐξασφαλί-
3248ζουσιν ὑπὲρ τῶν καταθετῶν ποσὰ πολὺ μικρότερα. Τὸ Κρά-
3249τος ἔχει καθῆκον νὰ ἐπεμβῇ, διότι παρέχει εἰς τὴν Τράπε-
3250ζαν προνόμια· ὀφείλει νὰ μὴ χαρίσῃ τὰ κέρδη εἰς τοὺς με-
3251τόχους, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ μετάσχῃ εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα ἕνεκα
3252τῶν προνομίων προέρχονται, ἵνα ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τῆς Κοι-
3253νωνίας τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπως τὰ ἐκ τῶν προνομίων ὀφέλη
3254ἀποβαίνωσι πρὸς ὠφέλειαν τῆς Κοινωνίας τὴν ὁποίαν
3255ἀντιπροσωπεύει ἡ Πολιτεία. Ἐντελῶς ἄσχετον εἶναι τὸ
3256θέμα μὲ τὴν τραπεζιτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως.
3257Κατὰ πόσον ἡ Πολιτεία πρέπει ἡ ἰδία νὰ ἐνεργῇ πράξεις
3258ἐπικερδεῖς, ἀλλὰ καίτοι καὶ τοῦτο ἔχει ἤδη πλέον λυθῆ
3259καὶ πᾶσαι αἱ Πολιτεῖαι, εἴτε ὀλίγον εἴτε πολύ, ἀνα-
3260λόγως τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται, δὲν
3261νομίζουσιν ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς Πολιτείας ἡ
3262ἐκμετάλλευσις ἐπιχειρήσεων, καίτοι, λέγω, τοῦτο ἔχει
3263λυθῆ, ἀλλὰ προκειμένου περὶ Τραπέζης ἰσχύουσιν ἐντελῶς
3264ἀντίθετα πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἰσχύουσιν ὅσον ἀφορᾷ εἰς
3265τὴν ἀνάμιξιν τῆς Πολιτείας εἰς ἐπικερδεῖς ἐπιχειρήσεις, ἡ
3266Πολιτεία ὅμως εἰς συμμετοχὴν τῆς διοικήσεως τῆς Τρα-
3267πέζης δὲν διευθύνει αὐτὴ τὴν ἐπιχείρησιν, ἀλλ’ ἐπιβλέ-
3268πει τὴν κατανομὴν τῶν κερδῶν ὅπως μὴ ταῦτα περιέλ-
3269θωσι μόνον εἰς τὴν προνομιοῦχον αὐτὴν τάξιν ἡ ὁποία
3270καταβάλλει πρώτη τὰ κεφάλαια, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ
3271ἀνάγκη νὰ κερδίσῃ ὑπερβολικά. Βεβαίως ὑπάρχουσι πλεῖ-
3272σται ὅσαι ἀντιρρήσεις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῆς Πολι-
3273τείας εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦ
3274πρώτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς Χώρας, καὶ ἡ ἐπέμβα-
3275σις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ πολλὰ δυσάρεστα. Βεβαίως
3276ἡ ἀνάμιξις τῆς Πολιτείας δύναται νὰ διαφθείρῃ τὴν Τρά-
3277πεζαν διττῶς, ὅπως ἐξαναγκάσῃ αὐτὴν νὰ παρέχῃ εἰς εὐνο-
3278ουμένους δάνεια ἢ νὰ συγκρατῇ τὸ προσωπικόν της κατό-
3279πιν εἰσηγήσεων τοῦ ἐν ἰσχύϊ κόμματος καὶ συγχρόνως νὰ
3280μεταχειρίζηται τὴν Τράπεζαν ὡς ἐκλογικὸν παράγοντα,
3281ὅπως ἐξασφαλίζῃ διὰ τῆς βοηθείας ταύτης τὴν παραμονήν
3282της ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ γίνεται συναλλαγὴ
3283τοιαύτη, καθόσον ἡ Τράπεζα, ὡς ἔχουσα τὴν κερδοσκοπικὴν
3284ἀντίληψιν, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ κέρδος της ἐνδέχεται νὰ μὴ
3285στενοχωρηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοιαύτας ἀπαιτήσεις τῆς Πο-
3286λιτείας ὅπως καὶ αὐτὴ ἐξασφαλίσῃ τὰ κέρδη. Δύναται διὰ
3287τοιαύτης ἐπεμβάσεως ἡ Πολιτεία νὰ τρομοκρατήσῃ τὸν
3288Διοικητὴν καὶ νὰ καταβιβάσῃ αὐτὸν εἰς πολὺ χαμη-
3289λὴν θέσιν, θὰ εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ εἶναι ὑπο-
3290τακτικὸς εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ πρόσωπον ἄξιον θὰ
3291ἀποφεύγῃ νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ ἀξίωμα τοῦ Διοικητοῦ τῆς
3292Τραπέζης, ἵνα μὴ περιέλθῃ εἰς δυσάρεστον θέσιν καὶ
3293γίνῃ ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως εἰς περίστασιν καθ’ ἣν Κυ-
3294βέρνησίς τις ἤθελε μεταχειρισθῆ αὐτὸν διὰ τοιοῦτον σκοπόν.
3295Εἶναι ἀνάγκη ὁ Διοικητὴς νὰ ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ καὶ νὰ
3296μὴ ὑποχωρήσῃ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει δὲ
3297ὁ Διοικητὴς καθῆκον ν’ ἀποβλέπῃ πάντοτε εἰς τὸ συμφέρον
3298τοῦ Ἔθνους, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ
3299Κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ κακὴν ἀντίληψιν καὶ ὁ Διοικη-
3300τὴς νὰ δύναται νὰ χαρίζῃ τὰς ἀντιλήψεις πρὸς τὸ Ἔθνος
3301καὶ πρὸς τὸ πολιτικὸν κόμμα τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τῇ
3302ἐξουσίᾳ. Ἀλλὰ μήπως αὐτὰ τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα δύνανται
3303νὰ ἐπέλθωσιν ὡς ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας εἰς τὰ
3304τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης δὲν δύνανται νὰ προκύψωσι
3305καὶ ὅταν ἡ Πολιτεία ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως;
3306Μήπως δὲν γνωρίζομεν ἐκ τοῦ παρελθόντος ὅτι πάντες
3307οἱ Διοικηταὶ τῆς Τραπέζης εἰργάσθησαν ὅπως ἡ Τράπεζα
3308εἶναι ἀνεπηρέαστος ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἢ μᾶλλον ὅπως
3309ἐπηρεάζῃ τὴν Πολιτείαν; Δὲν γνωρίζομεν ὅτι εἰς τὸ
3310παρελθὸν κατεβάλλετο πᾶσα φροντὶς διὰ νὰ καταπνιγῇ
3311πᾶσα φωνὴ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἡ Τρά-
3312πεζα ἔμενεν ἄκριτος; Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τοῦτο.
3313Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι διὰ τὸ συγγενολόγιον ἐξη-
3314σφαλίζοντο θέσεις καὶ κέρδη ἐντελῶς δυσανάλογα πρὸς
3315τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι χάριν τοῦ συγγενοῦς
3316Διοικητοῦ τινος ἐδίδοντο 60.000 δραχμῶν διὰ γραφικὰ δῆθεν
3317ἔξοδα, ἐνῷ, ὅτε ἀντικατεστάθη ἡ Διοίκησις, ἐδίδετο μόνον
3318τὸ ¼. Καὶ δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι μακρὰν πάσης ἐπι-
3319δράσεως ἡ Τράπεζα ἐποιεῖτο κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος
3320τούτου κατὰ διαφόρους τρόπους, εἴτε διότι εἰς τὴν σύναψιν τῶν
3321συμβάσεων ἐπέβαλλε τοὺς ὅρους της, εἴτε διότι ἐξηγόραζε τὸ
3322μέγα τοῦτο ἀγαθὸν ἀντὶ ἐλαχίστου ἀνταλλάγματος εἰς τὰ
3323πρόσωπα τὰ διοικοῦντα τὴν Πολιτείαν καὶ οὐχὶ χάριν τῆς
3324Πολιτείας. Ἀλλ’ ὅμως ἐπέβαλλε καὶ ὅρους οἱ ὁποῖοι δύναται
3325νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι στεροῦνται καὶ ἠθικῆς, μεταξὺ δὲ τῶν
3326ὅρων αὐτῶν ὅστις θ’ ἀναγνώσῃ διαφόρους συμβάσεις θὰ
3327ἴδῃ ὅτι ἐτέθη ὁ ὅρος ὅτι ἡ Πολιτεία παραιτεῖται τοῦ
3328δικαιώματος νὰ ἐπιβάλῃ φόρον τινὰ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
3329πεζαν. Καὶ ἐστερήθη οὕτως ἡ Πολιτεία τοῦ μεγίστου
3330δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει σήμερον, διότι, ἂν ἀφαιρεθῇ
3331τὸ δικαίωμα ἀπὸ τῆς Πολιτείας νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους, ἡ
3332Πολιτεία ἀποβαίνει σκιά. Ἔχομεν ἀντίθεσιν τοιαύτην εἰς τὰ
3333τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης καὶ βλέπομεν ὅτι διὰ τῆς ἐπεμ-
3334βάσεως δύνανται νὰ προκύψωσι κακὰ καὶ δύνανται νὰ μὴ
3335προκύψωσιν· ἀλλ’ οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο δύναται νὰ ὑπο-
3336στηριχθῇ ὅτι θὰ συμβῇ ἐξάπαντος ἐφ’ ὅσον ἐπεμβαίνει ἢ δὲν
3337ἐπεμβαίνει εἰς τὰ τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ ἱδρύματος. Εἶναι
3338δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῶσι καὶ τὰ δύο, τὴν ἐξασφάλισιν δὲ
3339ταύτην παρέχει αὐτὴ αὕτη κατὰ πρῶτον λόγον ἡ σύμβασις.
3340Οἱ διάφοροι ὅροι τῆς συμβάσεως δύνανται νὰ κανονίσωσι
3341τὰς σχέσεις μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης κατὰ τοι-
3342οῦτον τρόπον ὥστε νὰ εἶναι δύσκολος ἡ κατάχρησις ἐκ
3343μέρους τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἀπέναντι τῆς δυνάμεως τὴν
3344ὁποίαν ἔχει τὸ πιστωτικὸν ἵδρυμα, διότι τοῦτο ἔχει
3345τὸ χρῆμα, ἀπέναντι Κυβερνήσεως ἡ ὁποία, ὁσονδήποτε
3346πλούσιον καὶ ἂν εἶναι τὸ Κράτος, πάντοτε λαμβάνει τὴν
3347ἀνάγκην αὐτοῦ, διότι τὸ Κράτος δαπανᾷ ὁλονέν, εἰσπράττει
3348ἀλλὰ καὶ δαπανᾷ, καὶ αἱ δαπάναι εἶναι ἀνώτεραι τῶν
3349εἰσπράξεών του, εἰς οἱονδήποτε δὲ καὶ ἂν ἀνέλθωσι ποσὸν αἱ
3350εἰσπράξεις του, αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας εἶναι ἀπέ-
3351ραντοι, ὥστε νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀνάγκῃ χρημάτων πάντοτε,
3352καὶ τὸ ζήτημα εἶναι ἂν εὑρίσκεται ἐν μεγάλῃ ἢ μικρᾷ
3353ἀνάγκῃ. Ἀπέναντι τοιαύτης δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ
3354Ἐθνικὴ Τράπεζα εἷς ὅρος δύναται νὰ ἐλαττώσῃ τὴν δύνα-
3355μίν της, καὶ ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι ὅτι ἡ σύμβασις πρέπει νὰ
3356εἶναι βραχυχρόνιος. Ἐφ’ ὅσον ἡ Τράπεζα γνωρίζει ὅτι οὐχὶ
3357μετὰ μακρὸν χρόνον θ’ ἀντικρύσῃ τὴν Πολιτείαν δὲν θὰ
3358θελήσῃ νὰ κάμῃ κατάχρησιν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐξυ-
3359πηρετήσεως τῆς Πολιτείας, αὐτῆς τῆς Κοινωνίας, αὐτοῦ
3360τοῦ Ἔθνους, καὶ οὐχὶ ἐξυπηρετήσεως τῶν προσώπων τὰ
3361ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ἰσχῦον πολιτικὸν
3362κόμμα. Ἡ βραχεῖα προθεσμία, ἡ ἐγγύησις τῆς λήξεως τῆς
3363συμβάσεως ἀφορᾷ εἰς αὐτὴν τὴν δύναμιν τῆς Τραπέζης, διότι
3364θὰ ἴδῃ αὐτὴ ἑαυτὴν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς Πολιτείας ὅταν
3365θὰ λήξῃ τὸ προνόμιον καὶ ὅτι κινδυνεύει, ἂν θελήσῃ νὰ
3366πιέσῃ τὴν Πολιτείαν, νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς τοιαύ-
3367της συμπεριφορᾶς της. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν γενικῶν τούτων
3368ὅρων καὶ τοῦ δικαιώματος τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ
3369δίδῃ διὰ μακρὸν χρόνον ἡ Πολιτεία, ὑπάρχει καὶ ἄλλο, τὸ
3370τῆς παρατάσεως τῆς συμβάσεως, τοῦ ὁποίου ἐν Ἑλλάδι
3371γίνεται εὐχερεστάτη χρῆσις. Καὶ φέρω ὡς παράδειγμα
3372τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ἥτις ἐπέτυχε 13ετῆ παράτασιν τοῦ
3373προνομίου της, 16 ἔτη πρὸ τῆς λήξεως αὐτοῦ, καὶ
3374ἡ παράτασις τοῦ προνομίου αὕτη ἐγένετο οὔτε ἀντὶ
3375πινακίου φακῆς, διότι δὲν ἔδωκε τίποτε εἰς τὴν Κυ-
3376βέρνησιν ἐκείνην ἡ ὁποία ἐπέτρεψε νὰ παραταθῇ τὸ
3377προνόμιον τοῦτο ἐπὶ 13 ὁλόκληρα ἔτη. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως
3378ἀκόμη πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ, διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ
3379Κράτους, καὶ τοῦτο θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς συγκροτήσεως τοῦ
3380Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε κατὰ τίνα
3381τρόπον συγκροτεῖται παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, εἰς τρόπον
3382ὥστε μηδεμίαν νὰ ἔχῃ ἀξίαν, εἴτε διότι ἀποτελεῖται
3383ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
3384πέζης, εἴτε διότι ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς εἶναι τοσοῦτο πε-
3385παλαιωμένος, ὥστε εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ εἰς
3386τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ μένῃ κανὲν δικαίωμα.
3387Ἡ ἀνύψωσις ἐπίσης τοῦ θεσμοῦ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρό-
3388που, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀρκῆται νὰ ὑπογράφῃ τὰ τραπεζογραμ-
3389μάτια, ἀλλὰ νὰ εἶναι πραγματικὸς ἐπόπτης τῶν ἔργων τῆς
3390Τραπέζης, καὶ ἡ συμμετοχὴ τῆς Πολιτείας διὰ μελῶν τοῦ
3391Διοικητικοῦ Συμβουλίου θὰ ἐξασφαλίσῃ πάντα τὰ δικαιώ-
3392ματα τῆς Πολιτείας, ἐνῷ συγχρόνως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν
3393νὰ γίνῃ καὶ κατάχρησις διὰ τούτου, διότι δύναται νὰ κανο-
3394νισθῇ ἡ συμμετοχὴ τῆς Πολιτείας κατὰ βαθμὸν τοιοῦτον,
3395ὥστε ν’ ἀνήκῃ μὲν ἡ πλειονοψηφία εἰς τοὺς μετόχους,
3396ἀλλὰ διὰ τῆς ὑπάρξεως τῶν μελῶν τῶν ἐκ μέρους τῆς Κυ-
3397βερνήσεως ὑποδεικνυομένων ἐν τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ
3398ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωρίζῃ τελείως τί τελεῖται ἐκεῖ. Καὶ
3399τὸ τοιοῦτον εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ μὴ γίνηται σήμερον διὰ
3400τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μόνον, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξασφαλίζει
3401ἡ Πολιτεία τὰ ⅔ τῶν κερδῶν, τοῦ ⅓ ἐξασφαλιζομένου
3402διὰ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ σήμερον, ὡς ὑπεστη-
3403ρίχθη ὑπὸ τοῦ κρατίστου Γερμανοῦ οἰκονομολόγου, ὄχι
3404θεωρητικῶς γράφοντος, ἀλλὰ μετέχοντος εἰς τὰ τῆς διοική-
3405σεως τοῦ Κράτους, ὑπεστηρίχθη ὅτι εἰς πᾶσαν ἀνώνυμον
3406ἑταιρείαν ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν μέλος τοὐλάχι-
3407στον, ὅπως διατελῇ ἐν γνώσει τῶν κερδῶν καὶ τοῦ τρόπου
3408καθ’ ὃν ἐξασφαλίζονται τὰ κέρδη ταῦτα. Κατ’ αὐτὸν τὸν
3409τρόπον ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐν γνώσει τῶν τελουμένων, εἰς
3410τρόπον ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ ὑπὲρ τῆς Πολιτείας καὶ
3411ὑπὲρ τῆς Κοινωνίας τὰ κέρδη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ
3412ἐξασφαλίζωνται χωρὶς νὰ ζημιῶνται οἱ κάτοχοι τῶν
3413μετοχῶν.
3414Ἡ διοίκησις τραπεζιτικῆς ἐπιχειρήσεως δὲν εἶναι κανὲν
3415μεγάλο πρᾶγμα, εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀπαιτῶνται τελείως
3416ἐξαιρετικαὶ γνώσεις, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν
3417θὰ ἐξέλεγε τὰ κατάλληλα πρόσωπα, ὅπως ἀντιπροσωπεύ-
3418σωσιν αὐτὴν κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἐξυπηρετηθῶσι καὶ τὰ
3419γενικὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης. Ἀπὸ τοῦ 1770 ὁ
3420πατὴρ τῆς οἰκονομίας Ἀδὰμ Σμίθ, ὁ μέγας αὐτὸς ὑποστη-
3421ρικτὴς τῆς ἀποχῆς τοῦ Κράτους ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς
3422τὰ τῶν κερδοσκοπικῶν ἐπιχειρήσεων, γράφει ὅτι δύο μόνον
3423ἐπιχειρήσεις εἶναι τὰς ὁποίας δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐπιχει-
3424ρήσῃ μετὰ πεποιθήσεως ὅτι θὰ ἐξησφάλιζε κέρδη. Αἱ δύο
3425αὗται ἐπιχειρήσεις εἶναι τὰ Ταχυδρομεῖα καὶ αἱ Τράπεζαι.
3426Καὶ τὰ Ταχυδρομεῖα, ὡς γνωρίζετε, διαχειρίζονται καὶ ὑπὸ
3427βαρβάρων Πολιτειῶν μετ’ ἐπιτυχίας, διότι ἡ φύσις τῆς ἐπι-
3428χειρήσεως ταύτης οὐδεμίαν ἀπαιτεῖ εἰδικότητα. Τὸ αὐτὸ δυ-
3429νάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ περὶ Τραπέζης, διότι δὲν ἀπαιτοῦν-
3430ται τόσον ἐξαιρετικαὶ γνώσεις, ὥστε καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν
3431μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου νὰ εἶναι τόσον ἔξοχοι
3432τραπεζῖται, ὅπως μὴ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ὑπερβολικῶν γνώ-
3433σεων προκύψῃ ζημία τις.
3434Ἀξιότιμος συνάδελφος προαγορεύσας εἶπεν ὅτι αἱ σχέ-
3435σεις μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης εἶναι ἀντίθετοι,
3436διότι ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Τράπεζα εἶναι ἀντισυμβαλλό-
3437μεναι. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τελείως διάφορον
3438ἰδέαν ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυμβαλλόμενοι, ἀλλὰ συμ-
3439μέτοχοι καὶ διοικοῦσιν ἀπὸ κοινοῦ. Βεβαίως ἔρχεται πε-
3440ρίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι συμβαλλόμενοι, διότι,
3441καθὼς εἶπον, πάντοτε τὸ Κράτος λαμβάνει ἀνάγκην ἐνισχύ-
3442σεως ἐκ τῆς Τραπέζης, εἴτε ὅπως ἡ Τράπεζα αὐτὴ δώσῃ
3443χρήματα πρὸς τὸ Κράτος, εἴτε ὡς μεσίτης, ὅπως ἐξασφα-
3444λίσῃ τὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας ἀπαιτούμενα
3445ποσά· ἀλλ’ ὑπάρχει καθορισμὸς μεταξὺ Πολιτείας καὶ
3446Τραπέζης, ὥστε νὰ μὴ ὑποτίθεται ὅτι εἴτε ἡ Πολιτεία
3447εἴτε ἡ Τράπεζα πρέπει νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν ἡ μία τὴν
3448ἄλλην. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές, διότι ἡ ἱστορία δεκάδων
3449ἐτῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν πείθει ἡμᾶς περὶ τούτου
3450ὅτι οὐδ’ ἐπὶ παραδείγματι ἦλθεν εἰς ῥῆξιν ἡ Τράπεζα τῆς
3451Ἀγγλίας πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀρκεῖται
3452νὰ δίδῃ ἡ Τράπεζα 2% καὶ 3%, καθ’ ἣν στιγμὴν
3453πᾶσαι αἱ ἄλλαι Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι τροφοδοτοῦνται ἐξ
3454αὐτῆς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, δίδουσι πολὺ περισσό-
3455τερα. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὑπάρχει ἀντίληψις τῶν μετόχων τοιαύτη,
3456ὥστε νὰ εἶναι ὑπερήφανοι διότι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν
3457Τράπεζαν ἐκείνην, ἡ ὁποία στηρίζει τὴν οἰκονομικὴν δρᾶσιν
3458τῆς Χώρας καὶ ἥτις ἐξ αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως ἔχει φθάσει
3459εἰς τοιαύτην περιωπήν, ὥστε νὰ εἶναι τὸ πρῶτον πιστωτι-
3460κὸν ἵδρυμα τοῦ Κράτους. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπικρατήσῃ
3461ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχουσιν
3462ἀντίθετα συμφέροντα. Οὐδεὶς περισσότερον τοῦ Κράτους
3463ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς Τραπέζης. Ἀπόδει-
3464ξις τούτου καὶ ἡ Ἑλλάς, ἥτις οὐδέποτε ἠμπόδισε τὴν
3465Τράπεζαν νὰ διοικηθῇ ὡς θέλει καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ κέρδη
3466ἀντίθετα πρὸς τὴν φύσιν τοῦ ἱδρύματος, ἀντίθετα πρὸς
3467Τράπεζαν ἐκδοτικὴν καὶ προεξοφλητικήν, ὡς ἦτο ἡ κερδο-
3468σκοπικὴ ἐπιχείρησις τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμ-
3469φαλίας. Τὰ συμφέροντα μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης
3470εἶναι κοινά, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι πρέπει ἡ Τρά-
3471πεζα νὰ περιέλθῃ εἰς τάξιν ὑφισταμένου ὑπαλλήλου, τά-
3472ξιν κλάδου τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ἤθελε συμβῆ
3473αἱ νεώτεραι ἀντιλήψεις τῆς Πολιτείας εἶναι τοιαῦται, ὥστε
3474νὰ μὴ ἔχῃ αὕτη τὸ δικαίωμα νὰ ἐξουσιάζῃ τοὺς ὑπαλλή-
3475λους της, διὸ καὶ παρέδωκεν εἰς Συμβούλια τὸ ζήτημα τῆς
3476προαγωγῆς καὶ παύσεως σχεδὸν πάντων τῶν ὀργάνων της.
3477Ἡ Τράπεζα ἔχει καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἴδιά της
3478συμφέροντα ἐρχομένη εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν Πολιτείαν,
3479ὥστε, ὅταν ἔρχηται οὕτω τὸ ζήτημα, ἡ Κοινωνία νὰ κρίνῃ
3480κατὰ πόσον ἡ Πολιτεία ἢ ἡ Τράπεζα ἔχει δίκαιον. Οἱ
3481πόροι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπῆρξαν πολλάκις καταχρη-
3482στικοὶ ἐναντίον τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινωνίας. Κατέφυ-
3483γεν αὕτη εἰς μέτρα ἀνήθικα δι’ οἱανδήποτε κερδοσκοπικὴν
3484ἐπιχείρησιν, τῆς ὁποίας σκοπὸς ἀποκλειστικὸς εἶναι τὸ
3485κέρδος καὶ μόνον μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ μὴ τὴν
3486φθάνῃ ὁ ποινικὸς νόμος, ἐπιχείρησιν μὴ ἀναγνωρίζουσαν
3487ἠθικὴν ἀλλὰ μόνον συμφέρον. Τοιαύτην ἀντίληψιν δυστυ-
3488χῶς εἶχεν οὐχὶ σπανίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα.
3489Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας γνωρίζει ὅτι ἐζή-
3490τησα παρ’ αὐτοῦ πίνακα, ὅστις δὲν μοὶ ἐδόθη οὔτε θὰ μοὶ δοθῇ,
3491τῶν εἰς ὡρισμένον διάστημα ἐπισφαλῶν ἀπαιτήσεων τῆς
3492Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα ἴδωμεν τίνες παρίστανται ὡς ὀφειλέ-
3493ται δανεισθέντες ἀνεπιστρεπτί, δανεισθέντες ἐν γνώσει ὅτι
3494θὰ μετεβιβάζετο ἡ πίστωσις αὐτῶν εἰς τὰς ἐπισφαλεῖς ἀπαι-
3495τήσεις. Ὁ πίναξ δὲν εἶναι εὐχάριστον διὰ τὴν Ἐθνικὴν
3496Τράπεζαν νὰ γίνῃ γνωστός, ἀλλὰ κατάστημα τὸ ὁποῖο
3497ὑπερηφανεύεται διὰ τὴν διοίκησίν του δὲν ἔπρεπε νὰ
3498δειλιάσῃ νὰ φέρῃ εἰς φῶς τοιαῦτα ἔγγραφα. Εἰς τὰ
3499πιστωτικὰ ἱδρύματα τὰ προνομιοῦχα τὸ ὄμμα τῆς Πο-
3500λιτείας, διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, δὲν πρέπει νὰ
3501ἀφήνῃ τίποτε μυστικὸν ἐκτὸς τῶν σχετιζομένων πρὸς μίαν
3502ἐπιχείρησιν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὸ παρελθὸν ἦλθε
3503εἰς ῥῆξιν πρὸς τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις καὶ κατὰ τὰς
3504πληροφορίας τὰς διδομένας παρὰ τραπεζικῶν ἀσχοληθέν-
3505των εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Τραπέζης καὶ τὰ δίκαια αὐτῆς
3506ὑποστηριζόντων ἡ Πολιτεία εὑρίσκετο ἐν τῷ ἀδίκῳ. Ἀλλὰ
3507τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Τῷ 1868, ὅτε εὑρίσκετο εἰς
3508ἐθνικὰς δυσχερείας ἡ Κυβέρνησις, δὲν κατώρθωσε νὰ λάβῃ,
3509καὶ ἀπειλήσασα τὴν Τράπεζαν, ἢ ἐλάχιστα ποσά. Τῷ
35101893 ἠπειλήθη ἡ σύστασις ἄλλης Τραπέζης, διότι δὲν ἦτο
3511πρόθυμος αὕτη νὰ βοηθήσῃ τὴν Πολιτείαν. Λέγω ταῦτα,
3512ἵνα δείξω ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον πᾶν ἄλλο ἢ διατεθειμέ-
3513νος εἶμαι ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς τρόπον ὥστε νὰ
3514χαίρω διότι ὑπεβλήθη νομοσχέδιον καὶ ἡ Πολιτεία ἀποφα-
3515σίζει νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης, ἵνα
3516ἐγκαινίσῃ τραπεζιτικὴν πολιτικὴν ὑγιεστέραν διὰ τὸ
3517μέλλον, ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι τοιαύτη καλυτέρευσις τῆς ἀντι-
3518λήψεως τῆς Τραπέζης ἤρχισε, καὶ ἔχω τὸ παράδειγμα τῆς
3519ἀποχῆς της ἀπὸ ἀναμίξεως εἰς ἐπιχείρησιν ἐπικίνδυνον
3520καὶ ἀσύμφορον πρὸς τὸν σκοπόν της, εἰς τὴν ὕδρευσιν. Νο-
3521μίζω ὅτι ἐπικρατοῦσι διάφοροι ἀντιλήψεις, διότι ἀπὸ τοὺς
3522γνωστοὺς ὅρους τῆς συναφθείσης συμβάσεως μεταξὺ Τρα-
3523πέζης καὶ Κυβερνήσεως γίνεται ἀρχὴ ὅπως ἡ Τράπεζα
3524πρώτη προσφέρηται νὰ παράσχῃ ἀνταλλάγματα ἀντὶ τῶν
3525κερδῶν τὰ ὁποῖα ἀσφαλίζει. Θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, ἂν
3526καὶ δὲν ἐγκρίνω τὴν αἰτίαν τὴν ὑπαγορεύσασαν τὴν ὑπο-
3527βολήν του. Ὡς ὑπεβλήθη καὶ ὡς εἰσηγήθη ὁ κ. Πρωθυ-
3528πουργός, ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦτο ἐπιτυχέστερος,
3529ἂν ἔλεγε περὶ ἀπολύσεως τοῦ κ. Εὐταξίου ἀπὸ τῆς θέσεως
3530τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3531εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν ν’ ἀπαντήσῃ καὶ ὁλόκληρος ἡ εἰσή-
3532γησις τοῦ νομοσχεδίου περιεστράφη εἰς τὰς σχέσεις τοῦ
3533προσώπου τοῦ Διοικητοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ν’
3534ἀποδώσῃ ὅλον τὸ κακὸν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Διοικητοῦ
3535καὶ οὐχὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης καὶ
3536τὰς ἀντιλήψεις τῆς διοικήσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι
3537σφάλμα. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα νὰ
3538διορίζῃ, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ σήμερον, διότι διὰ Β. Διατά-
3539γματος ἐγκρίνεται ὁ διορισμὸς τοῦ Διοικητοῦ.
3540§204Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει ἐγκρίνεται.
3541Εἶναι ζήτημα αὐτό.
3542§205Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁπωσδήποτε δὲν πιστεύω ὅτι θὰ
3543ὑπῆρχεν ἀντίρρησις καθ’ οἱασδήποτε ἀντιλήψεως, ὄχι τῆς
3544ἰδικῆς μου ὅστις θέλω νὰ ἔχῃ περισσότερα δικαιώματα ἡ
3545Κυβέρνησις, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν Πολιτείαν
3546τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ τὸν διορισμὸν ἑνὸς Διοικητοῦ, ἀφοῦ τὸ
3547Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ Συνέλευσις ἔχουσι τὸ δικαί-
3548ωμα νὰ προτείνωσιν ἄλλον ἀντὶ τούτου.
3549Τὸ δικαίωμα ὅμως τῆς ἀπολύσεως εἶναι φοβερόν, τὸ
3550δικαίωμα δὲ τοῦτο δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν μίαν ἀμφίστο-
3551μον μάχαιραν, δυναμένην νὰ στραφῇ καὶ ἐναντίον της
3552καὶ ὄχι ἐναντίον τοῦ Διοικητοῦ, διότι οὐδεὶς δύναται
3553νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐξέλιπον αἱ ἐπιδράσεις, εἰς
3554τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ μὴ ὑποκύψῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνη-
3555σις, ἡ ὁποία ἀντλεῖ τοιαύτην δύναμιν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ
3556λαοῦ, εἰς τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω ἂν δὲν ὑπέκυπτεν ἄλλη
3557Κυβέρνησις εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὸ ση-
3558μεῖον ἐκεῖνο τῆς καταθέσεως τῆς Ἀρχῆς. Δύναται
3559κάποτε, ὅταν ἔχῃ τοιαύτην δύναμιν, νὰ κάμῃ χρῆ-
3560σιν κακὴν τοῦ τοιούτου δικαιώματος, καὶ εἶναι δυνα-
3561τὸν ἀκόμη ὑπείκουσα εἰς κακὰς εἰσηγήσεις νὰ κάμῃ
3562χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πραγμα-
3563τικὴ ἀνάγκη. Τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἔχῃ ἡ
3564Κυβέρνησις ὅπως παύῃ τὸν Διοικητὴν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε
3565νὰ καταστήσῃ τὸν Διοικητὴν νευρόσπαστον, ἵνα γίνῃ
3566ἀφορμὴ ὅπως ἡ θέσις τοῦ Διοικητοῦ Τραπέζης τινὸς περι-
3567έλθῃ εἰς πρόσωπον ἄσημον, εἰς πρόσωπον τὸ ὁποῖον δυνα-
3568τὸν νὰ ἔχῃ ὄνομα, κῦρος, κατὰ πλάνην τῆς Κοινωνίας,
3569ἀλλὰ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ τὴν δύναμιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν
3570ἀπαιτεῖ νὰ ἔχῃ τοιαύτη θέσις.
3571Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν εὑρίσκετο συγ-
3572κεκλημένη, ἂν παρήρχετο χρονικόν τι διάστημα ἀπὸ τῆς
3573στιγμῆς καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ
3574ὑποβάλῃ τοιοῦτο μέτρον, θὰ ἐπεκράτουν ἄλλαι διαφωτι-
3575στικαὶ σκέψεις πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀκριβῶς τοῦ σκοποῦ τὸν
3576ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὁ
3577ὁποῖος ἤθελεν ἀγάγει εἰς τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα χωρὶς
3578νὰ γίνῃ ἀφορμὴ ἄλλου δυσαρέστου.
3579Εἰς ἐμέ, Κύριοι, τὸ πᾶν σχετικῶς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς
3580Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι οἱ ὅροι τῆς συμβά-
3581σεως καὶ ὄχι τὸ πρόσωπον τοῦ Διοικητοῦ. Τὸ πρόσωπον
3582τοῦ Διοικητοῦ δύναται νὰ εἶναι εὐχάριστον εἰς τὴν Κυ-
3583βέρνησιν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Τραπέζης ἢ τῶν
3584ὅρων τῆς συμβάσεως δύναται ν’ ἀντιτάσσῃ τὸ non possu-
3585mus εἰς ἑκάστην δικαιοτάτην ἀπαίτησιν τῆς Πολιτείας.
3586Δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπειλῇ τὸν Διοικητὴν καὶ νὰ
3587διορίζῃ ἀντ’ αὐτοῦ ἄλλον, ἀλλ’ ἂν ἡ σύμβασις ἔχῃ συναφθῆ
3588κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἐξυπηρετῶνται τὰ συμ-
3589φέροντα τῆς Τραπέζης, οἱοσδήποτε Διοικητὴς καὶ ἂν ἀλλάξῃ,
3590δὲν θ’ ἀλλάξωσι τὰ πράγματα, διότι, καὶ ἂν θέλῃ εἷς Δι-
3591οικητὴς νὰ εἶναι εὐχάριστος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ εὑρεθῇ
3592πρὸ τοῦ ἀδυνάτου, ἐφ’ ὅσον οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως δὲν ἐπι-
3593τρέπουσιν εἰς αὐτὸν νὰ φανῇ τοιοῦτος. Τὸ κύριον λοιπὸν
3594θέμα εἶναι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως μεταξὺ Τραπέζης καὶ
3595Πολιτείας, ὄχι δὲ ἡ ἀντίληψις ἐκείνη τῆς εὐκολίας τὴν
3596ὁποίαν θὰ παρέχῃ ὁ ἑκάστοτε Διοικητὴς πρὸς θεραπείαν
3597τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγκῶν αἱ
3598ὁποῖαι συνδέονται πρὸς τὴν ταμειακὴν αὐτῆς κατάστασιν
3599καὶ ὄχι πρὸς τὸ οἰκονομικὸν συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ
3600τῆς Κοινωνίας.
3601Μοὶ ἐπιτρέπεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐνθυμηθῶ ὅτι
3602εἰς στιγμὰς παραφορᾶς πρὸ ὀλίγων ἐτῶν μοὶ ἀπεδόθη ὑπὸ
3603τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτε ἤλεγ-
3604χον κακίστην σύμβασιν μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς Πο-
3605λιτείας, δι’ ἧς ἐδάνειζε πρὸς τόκον 7.30%, ἐνῷ διεσάλ-
3606πιζεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα ὅτι τὰ δάνεια τὰ δίδει
3607πρὸς 6%, ὅτι σκέπτομαι ἀντιπατριωτικῶς ἢ ὅτι ἐλυ-
3608πούμην ὅτι εὐωδοῦντο τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας καὶ
3609τῆς Τραπέζης. Παρατηρῶ ὅτι τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ τώρα
3610σχετικῶς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Διοικητοῦ. Τῷ κατελογίσθη
3611ἔλλειψις πατριωτισμοῦ διὰ τὴν στάσιν του ἀπέναντι τῆς
3612Πολιτείας. Καὶ εἰς τὰς δύο περιστάσεις ἡ Κυβέρνησις εἶναι
3613κατηγοητευμένη ἀπὸ τὴν πολιτικήν της καὶ θυσιάζεται
3614ὑπὲρ τῆς Τραπέζης ἀναλόγως τῆς εὐκολίας μεθ’ ἧς δίδει
3615τὰ δάνεια ἵνα ἐξέρχηται ἀπὸ τὴν ταμειακὴν δυσχέρειαν.
3616Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ ταμειακὴ κατάστασις Πολιτείας τινὸς
3617δύναται νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ θυσιάζῃ πολλάκις τὸ
3618οἰκονομικὸν συμφέρον, οὔτε δὲ κατέκρινα τότε τὴν Κυβέρ-
3619νησιν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπῄνεσα τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία,
3620μὴ ἀποβλέπουσα εἰς προσωρινὰς ζημίας ἵνα διεξαγάγῃ
3621πολέμους οἱ ὁποῖοι ἐλάμπρυναν τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν,
3622ἐδέχθη οἱουσδήποτε ὅρους, ἀλλὰ κατέκρινα τὴν Τράπεζαν
3623ἥτις, ἐκμεταλλευομένη τὴν ἀνάγκην τῆς Πολιτείας ἵνα δώσῃ
3624δάνεια μὲ τοιούτους βαρεῖς ὅρους, ἐξησφάλιζε τόσα πολλὰ
3625ὀφέλη, τὰ ὁποῖα ἦσαν τελείως ἀδικαιολόγητα, καθ’ ἣν
3626στιγμὴν δὲν εἶχε τὴν γενναιότητα νὰ δώσῃ πλέον τῶν 20
3627χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τῶν θυμάτων τοῦ πολέμου, καίτοι
3628ἐξησφάλιζον ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια.
3629Τότε μοὶ ἀπεδόθη μῖσος πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὡς δῆθεν
3630προερχόμενον ἐξ ἰδεῶν, ἃς ἔχω κατὰ τοῦ κεφαλαίου, ἐνῷ
3631πᾶν ἄλλο παρὰ κακὰς διαθέσεις ἔχω ἐναντίον ὅλων τῶν κε-
3632φαλαίων καὶ πρὸ πάντων τῆς Τραπέζης, ἀπὸ τῆς ὁποίας
3633γνωρίζετε ὅτι ἐξαρτᾶται ἡ οἰκονομικὴ ἀκμὴ ὄχι μόνον τῶν
3634εὐπόρων τάξεων, ἀλλὰ κυρίως τῶν πενομένων τάξεων.
3635Ἂς ἐξετάσωμεν τὰ ζητήματα τῆς ῥήξεως μεταξὺ τῆς
3636Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα ἢ μᾶλλον ὁ
3637Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρουσιάσθη ὅτι μετὰ
3638τὴν χορηγίαν τῶν 65.000.000 ἠθέλησε νὰ ἐκβιάσῃ
3639τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκμεταλλευόμενος τὰς ἀνάγκας τῆς
3640Πολιτείας ν’ ἀξιώσῃ παρ’ αὐτῆς ὅπως ὑποσχεθῇ τὴν
3641παράτασιν τοῦ προνομίου. Ἑπομένως, Κύριοι, ἐγὼ τὸ γε-
3642γονὸς αὐτὸ θεωρῶ εὐτυχές, καὶ θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν ἡ
3643Πολιτεία πάντοτε εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀσκήσῃ τοι-
3644αύτας ἐκβιάσεις. Οὐδέποτε ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εὑρέθη
3645εἰς πλέον εὐχάριστον θέσιν ὑπισχνουμένη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
3646ὤφειλε νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν θὰ κάμῃ δευτέραν Τράπεζαν
3647ἐκδοτικήν. Εἶναι τόσον πλέον ὀρθόν, καὶ παραδέχομαι ὅτι
3648ἐκδοτικὴ Τράπεζα πρέπει νὰ εἶναι μία εἰς ἓν Κράτος, ἀλλ’
3649ἔπρεπεν ἡ Πολιτεία ν’ ἀπειλήσῃ τὴν Τράπεζαν ὅτι εἰς
3650περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν θὰ ἤρχετο εἰς τὰ σύγκαλά της θὰ
3651ἠδύνατο νὰ ἱδρύσῃ νέαν. Σήμερον εἶχε τὴν εὐκαιρίαν ἡ
3652Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ ἱδρύσῃ Τράπεζαν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ
3653δώσῃ τὸ ὄνομα «Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος» καὶ νὰ
3654θέσῃ καὶ πρόσθετον ὅρον ὅτι τὰ προνόμια τῆς Ἐθνικῆς
3655Τραπέζης, ὅτε θὰ ἔληγον, θὰ μετεβιβάζοντο εἰς τὴν νέαν
3656Τράπεζαν. Οὕτω θὰ ἐξηνάγκαζε τὴν Τράπεζαν νὰ ὑποκύψῃ
3657εἰς βαρυτέρους ὅρους. Τώρα ἦτο εὐκαιρία ὅπως ἀπειλήσῃ ἡ
3658Ἑλληνικὴ Πολιτεία καὶ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, διότι
3659ἡ Τράπεζα, ἥτις θὰ ἔβλεπε τὰς μετοχάς της νὰ κατέλθω-
3660σιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1500 δραχμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε
3661νὰ εἶναι δυνάμει τοῦ μετοχικοῦ καὶ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου
3662αὐτῆς, θὰ ὑπεχώρει καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ὥστε κακῶς
3663ἀντελήφθη ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία τὴν θέσιν της ὅτι δύναται
3664νὰ τὴν ἐκβιάσῃ ὁ Διοικητὴς καὶ οὐχὶ ἡ Τράπεζα. Ἀλλ’ ἀπε-
3665πειράθη τοιαύτην πράγματι ἐκβίασιν; Ἐγὼ λέγω ὅτι θὰ
3666εἶναι εὐτύχημα, ἂν ἡ Τράπεζα πάντοτε κατ’ αὐτὸν τὸν
3667τρόπον ἀντιλαμβάνηται τὴν δύναμίν της καὶ κατ’ αὐτὸν
3668τὸν τρόπον θέλει νὰ ἐκβιάσῃ, παρέχουσα εἰς τὸν Πρω-
3669θυπουργὸν τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ αὐτὸς
3670τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Ἐὰν ἐν τῇ ἀντιλήψει ταύτῃ
3671τοῦ Διοικητοῦ ὑπῆρχεν ἡ ἔννοια τῆς ἐκβιάσεως, ὤφειλε νὰ
3672ἐννοήσῃ ὅτι δὲν ἦτο ἰδική του ἐκβίασις καὶ ὅτι ἐδίδετο τὸ
3673δικαίωμα καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς
3674Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ βούλησιν, καθ’ οἱονδήποτε ἤθελε
3675τρόπον.
3676Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐσκέφθη ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ
3677τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἢ ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ διατί τὸ
3678ἐζήτει εἰς στιγμὴν κρίσιμον διὰ τὸ Ἔθνος, διατί συνέδεε
3679τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν συν-
3680τήρησιν τῆς Χώρας μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προ-
3681νομίων; Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὀλιγίστας οἰκονομο-
3682λογικὰς γνώσεις ἵνα ἐννοήσῃ τοῦτο· ἔπρεπε νὰ γνω-
3683ρίζῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Τράπεζα ἔπρεπε νὰ ἐξαγάγῃ
368465.000.000, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξοικονομήσῃ τὸ
3685ποσὸν τοῦτο. Δὲν εἶναι καθόλου ἄτοπον τὴν στιγμὴν
3686ἐκείνην νὰ σκεφθῇ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
3687κατὰ τίνα τρόπον καὶ κατόπιν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ
3688ποσοῦ αὐτοῦ θὰ ἐκράτει τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς
3689ἀκμαῖον πιστωτικὸν ἵδρυμα ὡς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης.
3690Βεβαίως καλῶς ἐσκέφθη ζητήσας τὴν δήλωσιν αὐτὴν, καὶ
3691διὰ νὰ λάβῃ τὴν δήλωσιν αὐτὴν παρεχώρησε τὰ πάντα
3692καὶ εἶπεν ἂς κάμῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅ,τι θέλει ὅσον
3693ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὅρους. Ἡ δὲ δήλωσις αὕτη εἶναι τόσον ἱκανο-
3694ποιητικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, πρὸ πάντων δὲ διὰ τὸ πρό-
3695σωπον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὄχι
3696ὡς ἐχθρικὴ πρᾶξις, ἀλλ’ ὡς πρᾶξις πολὺ κολακευτική,
3697διότι διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς
3698Τραπέζης ἐδήλου ὅτι, ἂν δὲν εἶχε πεποίθησιν εἰς τὸν κ.
3699Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε βεβαιότητα εἰς τὸν
3700Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μὲ πλήρη πεποίθη-
3701σιν ὅτι ἐν τῇ περινοίᾳ του δὲν θὰ ἐπεβουλεύετο τὰ συμ-
3702φέροντα τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ θὰ ἐξησφάλιζεν εἰς τὴν Τρά-
3703πεζαν τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐξασφα-
3704λίσῃ, συγχρόνως ὅμως, ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα τῶν με-
3705τόχων αὐτῆς, ὅπως μέχρι τοῦδε. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ὅσον
3706ἀφορᾷ εἰς τὴν λῆψιν τῶν 3.000.000. Διατί ἆρά γε ὁ Διοι-
3707κητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἔπρεπε νὰ εἰδοποιηθῇ περὶ
3708τοῦ ποσοῦ τούτου πρὸ ἡμερῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰ 65.000.000
3709ὅτι ἐντὸς δύο ἡμερῶν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἀλλ’ ἡ
3710εἰδοποίησις αὕτη δὲν ἐγένετο καὶ διὰ τὰ 3.000.000, διὸ καὶ
3711ἐστενοχωρήθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐκ τῆς ἐνεργείας
3712αὐτοῦ, ἔστω τῆς προερχομένης ἀπὸ μίαν στενοκεφαλιάν, νὰ
3713θεωρηθῇ ὅτι εἶναι πρᾶξις ἐχθρικὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
3714Δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν
3715Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προηγουμένως, ὥστε νὰ
3716τῷ δώσῃ τὸν καιρὸν νὰ ἐξεύρῃ τὸ ποσόν; Διότι ἐκεῖνο τὸ
3717ὁποῖον ἐνδιέφερε τὴν Πολιτείαν δὲν ἦτο νὰ λάβῃ τὰ 3.000.000
3718τῆς ναυαρχίδος, ἀλλὰ νὰ λάβῃ 3.000.000.
3719§206ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καὶ τίς σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν εἰδο-
3720ποίησα αὐτόν;
3721§207Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν μοὶ τὸ εἴπετε οὔτε τὸ ἤκουσα.
3722Ἐν τῷ ἀνακοινωθέντι βλέπω ὅτι δὲν ἐγένετο ἡ εἰδοποίησις ἢ
3723ἂν ἐγένετο δὲν ἐγένετο πρὸ τοσούτου χρόνου, ὥστε νὰ φαίνη-
3724ται ὅτι δυστροπεῖ ὁ Διοικητὴς καὶ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς πα-
3725ροχῆς ὡρισμένου χρόνου, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία δὲν ἠδύνατο πλέον
3726ὄχι ἐξ ἀπρονοησίας της, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων γεγο-
3727νότων, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλλον εἰς αὐτὴν ἑκατοντάδων ἑκατομ-
3728μυρίων ἐκτάκτους δαπάνας, δὲν ἠδύνατο νὰ προσπορισθῇ νέους
3729πόρους, ἀλλ’ οὔτε τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον συνῆψεν ἦτο δυνατὸν
3730νὰ λάβῃ. Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν ὅτι
3731ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔπταισεν, ὅτι ὁ Διοι-
3732κητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρενέβαλε δυσκολίας εἰς τὸ
3733νὰ δώσῃ τὸ χρῆμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτο ἐκ μέρους τῆς
3734Κυβερνήσεως καὶ ἠρνεῖτο νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς κρισίμους στι-
3735γμὰς διὰ τὴν Πολιτείαν. Ἐδηλώθη εἰς τὸν κ. Διοικητὴν τῆς
3736Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτι ἡ στάσις του αὕτη ἔφερεν εἰς δυσχέ-
3737ρειαν τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατέστη αὐτὸς προσεκτικὸς διὰ
3738τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἡ τοιαύτη του ἀντίδρασις, ἡ τοιαύτη
3739του δυστροπία ἐπέφερε; Πταίει εἷς ἁπλοῦς ὑπάλληλος
3740καὶ καλεῖται εἰς ἀπολογίαν· ἡ ἀντίληψις μάλιστα τῆς
3741Ἑλληνικῆς Πολιτείας εἶναι νὰ δίδῃ πολὺν χρόνον εἰς τὸν
3742ὑπάλληλόν της διὰ νὰ δικαιολογήσῃ πᾶσαν παράλειψίν
3743του. Δὲν ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ δώσῃ
3744τὴν αὐτὴν προθεσμίαν πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς
3745Τραπέζης, ὁ ὁποῖος μάλιστα δὲν διαχειρίζεται ἰδίαν
3746περιουσίαν, ἀλλὰ διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν Τραπέ-
3747ζης εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι αὐτὸς ἀπόλυτος κύριος
3748νὰ διαθέτῃ τὰ συμφέροντά της; Ἀλλὰ τοῦτο ἐξαρτᾶται
3749παρὰ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ παρ’ ἄλλων δυνά-
3750μεων τῶν ὁποίων τὴν γνώμην ἴσως ἠθέλησε νὰ λάβῃ πρὶν
3751προβῇ εἰς ἀποφάσεις. Δὲν εἰδοποιήθη καθόλου οὐδὲ ἐκρού-
3752σθη ὁ κώδων τοῦ κινδύνου, δὲν ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν
3753Κοινωνίαν διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ὅτι ἡ
3754στάσις του ἀπέναντι τῆς Πολιτείας δὲν εἶναι ἡ προσή-
3755κουσα. Ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία δὲν ἔμαθε τίποτε· ἀπεναντίας
3756εἰς τὸν κυβερνητικὸν Τύπον ἀνηγγέλλετο ὅτι οὐδεμία δια-
3757φωνία ὑπάρχει μεταξὺ Πολιτείας καὶ Τραπέζης καὶ ὅτι
3758ὁσονούπῳ καλεῖται ἡ Βουλὴ ἵνα ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν
3759αὐτήν, περὶ τῶν ὅρων τῆς ὁποίας ἐν ταῖς μεγάλαις γραμμαῖς
3760ἔχουσι μείνει σύμφωνοι ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Τράπεζα.
3761Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, παραδέχομαι ὅτι μεθ’ ἅπαντας
3762τοὺς ὅρους αὐτοὺς ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
3763ἔπταισεν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Μήπως δὲν μετενόη-
3764σεν; Ἢ ἆρά γε μετενόησεν, ὅτε τῷ ἐδηλώθη ὅτι ἔπταισε;
3765Τίς ὁ λόγος νὰ λαμβάνηται πρόνοια ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν
3766ἀνάμιξιν τῆς Πολιτείας εἰς τὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἵνα
3767μὴ γονατίσῃ τὸ Κράτος ἀπέναντι τῆς Τραπέζης; Ἀλλ’
3768ἤδη ἐγονάτισεν ὁ Διοικητὴς ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ὡμο-
3769λόγησεν ὅτι ἔκαμε λάθος, ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ
3770παράσχῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀφοῦ
3771πάντα ταῦτα ἐγένοντο, ἠδύνατο ἡ περίστασις αὕτη νὰ
3772παρέλθῃ καὶ τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ ὄχι κατὰ τίνα τρόπον
3773θὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
3774ζης, κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς ὁποίας ὁ νῦν
3775Διοικητὴς ἐξακολουθεῖ τὴν ἱστορίαν μὲ ἀντιλήψεις πολὺ
3776φωτεινοτέρας οἱουδήποτε τῶν προκατόχων του. Θ’ ἀπέλθῃ
3777ὁ Διοικητὴς καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν μὲ
3778τὸν διάδοχόν του, ἀλλὰ δύναται νὰ μᾶς πείσῃ ἡ Κυβέρνη-
3779σις ὅτι ὁ διάδοχός του θ’ ἀφήσῃ τὴν σύνταξιν τῶν ὅρων
3780εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ θὰ μᾶς
3781παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις σύμβασίν τινα ἡ ὁποία θὰ ἐξα-
3782σφαλίζῃ περισσότερα κέρδη εἰς τοὺς μετόχους τῆς Τραπέ-
3783ζης καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι
3784δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους περισσό-
3785τερα; Ἔχει πολὺ μεγάλην εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις προκει-
3786μένου ν’ ἀπολύσῃ ἕνα Διοικητὴν ὁ ὁποῖος ἀφέθη εἰς τὴν
3787κρίσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἵνα αὐ-
3788τὸς κανονίσῃ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, διότι ὁ διάδοχός
3789του δὲν ἠξεύρω ποίας διαθέσεις θὰ ἔχῃ καὶ δὲν ἠξεύρω
3790κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Πολιτεία νὰ ἐξα-
3791ναγκάσῃ αὐτὸν νὰ δεχθῇ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἑκουσίως παρε-
3792χώρησεν ὁ νῦν Διοικητής.
3793§208ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἄν τὰ παρεχώρησεν ἐκ τοῦ
3794προσώπου του καὶ οὐχὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ Διοικητικοῦ Συμ-
3795βουλίου, δὲν θὰ εἶχον ἀξίαν. Ἄν τὰ παρεχώρησεν ἐξ ὀνό-
3796ματος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τότε ἐξακολουθοῦσιν.
3797§209Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀντίρρησίς σας, ὅταν
3798στηρίζηταί τις εἰς τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης, ἐγὼ
3799ὅμως γνωρίζω, ὅπως γνωρίζετε καὶ σεῖς καὶ ὅλος ὁ κό-
3800σμος, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ἔχει συγκροτηθῆ νῦν τὸ Διοικη-
3801τικὸν Συμβούλιον καὶ καθ’ ὃν τρόπον συγκροτοῦνται τὰ
3802Συμβούλια, ὁ Διοικητὴς εἶναι παντοδύναμος καὶ ἡ θέλησις
3803τοῦ Διοικητοῦ εἶναι καὶ θέλησις τῆς Τραπέζης, διότι δὲν
3804ἐπιτρέπεται εἰς σᾶς ν’ ἀγνοῆτε οὔτε πῶς συγκροτεῖται τὸ
3805Διοικητικὸν Συμβούλιον οὔτε πῶς γίνονται αἱ Συνελεύσεις,
3806διότι αἱ Συνελεύσεις γίνονται ἐν κρυπτῷ, παρουσιάζονται
3807ὀλίγοι τινὲς καὶ ἀπαγορεύεται εἰς πάντα ἔχοντα ἀντίρρη-
3808σιν νὰ εἴπῃ τι ἐπὶ τοῦ ἰσολογισμοῦ, διότι εἰς οὐδεμίαν
3809Συνέλευσιν ἀνωνύμου ἑταιρείας τηρεῖται τόση μυστικότης
3810ὅση κατὰ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἰσολογισμοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
3811πέζης. Ὁ Διοικητὴς εἶναι παντοδύναμος. Ὁ διάδοχος τοῦ
3812παρόντος Διοικητοῦ δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλας ἀντιλήψεις ὅσον
3813ἀφορᾷ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ τὰς σκέψεις
3814αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοι-
3815νωνίας.
3816Ἀλλά, Κύριοι, ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἐτέθη ζήτημα τρα-
3817πεζικόν. Ἀδιαφόρως πρὸς τὴν αἰτίαν ἡ ὁποία τὸ προυκά-
3818λεσεν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ περιέμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν
3819ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ καθ’ ἣν πρόκειται νὰ δοθῶσι προνόμια
3820καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, νὰ διπλασιασθῇ δηλαδὴ ἡ κίνησις
3821καὶ ἡ ζωὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, Κυβέρνησιν ἔχουσαν
3822ἀντίληψιν, ὅπως δεικνύει ὅτι ἔχει, ὑπερβολικὴν μάλιστα,
3823ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας,
3824θὰ περιέμενον ἀναθεώρησιν ὅλης τῆς συμβάσεως, ν’ ἀπει-
3825λήσῃ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ νὰ συνάψῃ νέαν
3826σύμβασιν ἀπ’ ἀρχῆς, παραιτουμένη πάντων τῶν προνομίων
3827τὰ ὁποῖα ἡ ὑπάρχουσα σύμβασις τῇ ἐξασφαλίζει. Καὶ
3828ὑπῆρχε τρόπος νὰ ἐξαναγκασθῇ εἰς τοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
3829πεζα καὶ νὰ σωφρονισθῇ, ἂν ἤθελε δυστροπήσει εἰς τοιαύ-
3830την αἴτησιν. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συνάψῃ νέαν σύμ-
3831βασιν ἐπὶ νέων ὅρων, ν’ ἀπαλειφθῶσι πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ
3832διατάξεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐν ἰσχύϊ σήμερον καὶ συγχρό-
3833νως νὰ μᾶς παρουσιάσῃ ἄλλον ὀργανισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
3834πέζης καὶ ὄχι τὸν ἀπηρχαιωμένον τοῦ 1840.
3835§210Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ν’ αὐξήσῃ τὸ μετοχικόν της
3836κεφάλαιον.
3837§211Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Προσηνέχθη, ὅπως δεικνύει ὁ Διοι-
3838κητὴς ἐν τῇ ἐπιστολῇ, κάτι πολὺ μέγα. Σήμερον ἡ
3839ἀσφάλεια τῶν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα εἶναι
3840ἐμπεπιστευμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔχουσιν ὡς
3841ἄγκυραν σωτηρίας τὰ 20.000.000 τοῦ μετοχικοῦ κεφα-
3842λαίου καὶ τὰ 13.000.000 τοῦ ἀποθεματικοῦ, μὴ δυνάμενα
3843ὡς ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ ν’ αὐξηθῶσι. 33 λοιπὸν ἑκατομ-
3844μύρια στηρίζουσιν ὁλόκληρον αὐτὸν τὸν ὄγκον τοῦ ἐνεργητι-
3845κοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα προσηνέχθη νὰ
3846τὰ αὐξήσῃ εἰς 80.000.000.
3847§212ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐντὸς πόσων ἐτῶν;
3848§213Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο. Ἐγὼ σήμερον
3849νομίζω ὅτι εἴχετε τὴν δύναμιν νὰ ὑπαγορεύσητε τὴν σύμ-
3850βασιν καὶ θὰ ἦσθε εἰς θέσιν ν’ ἀναγκάσητε οἱονδήποτε
3851Διοικητὴν νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του, οὔτε δὲ περιέμενον
3852νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι εἷς Διοικητὴς ἠθέ-
3853λησε νὰ τὴν ἐκβιάσῃ, διότι ὁ Διοικητής, ἂν εἶχε τοιαύτην
3854ἀντίληψιν καὶ ἤθελε νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντα τῆς
3855Τραπέζης, ὤφειλε νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερ-
3856νήσεως, διότι, ἂν δὲν ὑπέκυπτε, θὰ ἐγίνετο ἀφορμὴ κατα-
3857στροφῆς τοῦ ἱδρύματος τὸ ὁποῖον διοικεῖ. Τὸ πιστωτικόν
3858μας σύστημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ
3859εἶναι παντοδύναμος· πάντα τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα ἐξαρ-
3860τῶνται ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐννοεῖτε ὅτι ἡ τοι-
3861αύτη συγκέντρωσις εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς πιστωτικοῦ ἱδρύμα-
3862τος γεννᾷ ἓν πιστωτικὸν μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως
3863δὲν εἶναι πρὸς ὄφελος τῆς Κοινωνίας. Περιέμενον λοιπὸν
3864ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν παροῦσαν στιγμὴν νὰ ἐπιβάλῃ
3865εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ συνάψῃ σύμβασιν καθ’ ἣν
3866νὰ δίδῃ ἀνταλλάγματα ἀνάλογα πρὸς τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα
3867ἐξασφαλίζει δυνάμει τῶν προνομίων τὰ ὁποῖα λαμβάνει,
3868νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ δεχθῇ ὡς μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβου-
3869λίου πρόσωπα στελλόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δεχθῇ
3870ὅπως ὁ Β. Ἐπίτροπος μὴ περιορίζηται μόνον εἰς τὴν ὑπο-
3871γραφὴν τῶν μερισμάτων, ἀλλ’ ἔχῃ δικαιώματα, καὶ συγ-
3872χρόνως διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου τὸ ὁποῖον θὰ
3873λάβῃ αἰσθανθῇ ὅτι ἔχει ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ἀπο-
3874ρωτέρων τάξεων πολὺ περισσοτέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας ἡ
3875ἰδία ἐδέχθη, ὅπως ἀντὶ 5% δανείζῃ εἰς γεωργικοὺς
3876συνεταιρισμοὺς μέχρι 50.000.000. Εἶχε τὴν εὐκαιρίαν σή-
3877μερον, χωρὶς νὰ ζημιώσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ ἐπι-
3878βάλῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὴν ὅρους ἀναλόγους πρὸς ἐκεί-
3879νους τοὺς ὁποίους ἐξησφάλισαν ἄνευ τοιαύτης ἐπιβολῆς
3880ἄλλα Κράτη.
3881Ἄν ἀρχίσω ἀπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας,
3882πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀντὶ δικαιώματος ἐκδύσεως
388315.000.000 λιρῶν εἰς χρεόγραφα τοῦ Ἀγγλικοῦ Κρά-
3884τους δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ἀνάλογον ποσὸν εἰς κυκλοφο-
3885ρίαν, πέρα δὲ τούτου ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ ἀνάλογον πο-
3886σὸν εἰς τὸ ἀπόθεμα. Τὸ προνόμιόν της λοιπὸν περιορίζεται
3887εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι 15.000.000 χαρτονόμισμα θὰ τὰ
3888ἐκδίδῃ καὶ συγχρόνως εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ διὰ τοῦτο
388915.000.000 λίρας εἰς χρεόγραφα τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ ἐξα-
3890σφαλίζῃ τοῦτο πρὸς 2 ἢ 3% 450.000 λίρας κατ’ ἔτος.
3891Ἀντὶ τῶν 450.000 λιρῶν αὐτῶν ἡ Τράπεζα πληρώνει εἰς
3892τὸ Ἀγγλικὸν Ταμεῖον 200.000 λίρας κατ’ ἔτος, τὸ
3893ἥμισυ δηλαδὴ τοῦ κέρδους, καὶ συγχρόνως ἔχει ἀναλάβει
3894ὁλόκληρον τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν, εἰσπράττει τοὺς φό-
3895ρους καὶ πληρώνει τὰ ἔξοδα αὐτῆς. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ πλη-
3896ρωμὴ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐξό-
3897δων τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας τόσων δαπανῶν εἰς ἑκατομ-
3898μύρια ἀπαλλάσσει τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲν δὲ
3899ἄλλο ἔχει ἡ Τράπεζα ἐκείνη ἢ μόνον τὴν ἀξίαν τὴν
3900ὁποίαν τῇ δίδει ὅτι εἶναι ἡ κυριωτέρα Τράπεζα τοῦ
3901Ἀγγλικοῦ Κράτους. Ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας δὲν κατορ-
3902θώνει ν’ ἐπιτύχῃ μακρὰς ἀνανεώσεις τῶν προνομίων της
3903καὶ κατὰ πᾶσαν ἀνανέωσιν εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ αὐξάνῃ
3904τὰ δάνεια καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον παρέχει ἀτόκως. Τὰ αὐτὰ
3905γίνονται καὶ εἰς ἄλλας Τραπέζας.
3906Αὐτὰ περιέμενεν ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία παρὰ τῆς Κυ-
3907βερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ
3908καταστρέψῃ μίαν συνήθειαν ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἀπὸ
3909τῆς ἱδρύσεως τῆς Τραπέζης, νὰ ὑπαγορεύῃ τοὺς ὅρους ἡ
3910Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ νὰ ὑποκύπτῃ εἰς αὐτὴν ἡ Ἑλλη-
3911νικὴ Πολιτεία. Σήμερον εἶχε τὸ δικαίωμα, εἶχε τὴν εὐκαι-
3912ρίαν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ ὑπαγορεύσῃ αὐτὴ τοὺς
3913ὅρους, χωρὶς νὰ κάμῃ κατάχρησιν, διότι δὲν θὰ ἐπετρέπετό
3914ποτε ὅπως ἡ ὑπερβολικὴ ἀξία τῶν μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς
3915Τραπέζης κατέλθῃ ἔστω καὶ κατὰ μίαν δεκάραν. Τὰ συμ-
3916φέροντα τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν εἶναι σεβαστά· οὐδεὶς
3917θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἐγεν-
3918νήθησαν οὐδὲ ἓν λεπτόν, ἀλλ’ οὔτε κανεὶς δύναται νὰ
3919ὑποστηρίξῃ οὐδὲ ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἐξ ἀμελείας
3920τῆς Πολιτείας νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐξασφαλίζῃ μεγάλα
3921κέρδη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Αὐτὸ περιεμένομεν παρὰ τῆς
3922Πολιτείας καὶ οὐχὶ νὰ μᾶς φέρῃ ἓν νομοσχέδιον, τὸ
3923ὁποῖον ὑπηγόρευσε, κατὰ τὴν ἐκτίμησίν μου, ἡ ὀργὴ τοῦ
3924ἀρχηγοῦ τῆς Πολιτείας, ἐξαφθεῖσα ἐκ τῆς ἀπειρίας καὶ
3925τῆς ἀδυναμίας νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ τραπεζιτικὰ γεγονότα τοῦ
3926κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
3927§214Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁμολογῶ τὴν δυσ-
3928χέρειαν τῆς θέσεως παντὸς θέλοντος νὰ χειρισθῇ τὸ ζή-
3929τημα τὸ συζητούμενον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην κατόπιν
3930τῶν δύο θαυμασίων ἀγορεύσεων τὰς ὁποίας ἤκουσεν ἡ Βουλὴ
3931ἀπευθυνομένας πρὸς αὐτὴν ἐκ μέρους τῶν κ. Βουλευτῶν
3932Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ Ἀρκαδίας. Ὁμολογῶ ὅτι τὰ ἐπι-
3933χειρήματα ἐξηντλήθησαν σχεδὸν ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ὅτι ἡ θέσις
3934παντὸς τριτολογοῦντος εἶναι δυσχερεστάτη. Ἀλλ’ ἐπὶ τὸ βῆμα
3935παρῆλθον, διότι φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τοιαύτης ἐπι-
3936βολῆς καὶ τοιαύτης σπουδαιότητος καὶ διὰ τὸ σύνολον τῶν
3937συμφερόντων ἐκ τῆς καθόλου πολιτειακῆς τάξεως ἅτινα
3938θίγει, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀρχὴν ἥτις πρώτην φορὰν τίθε-
3939ται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ, ὥστε νὰ εἶναι ὑποχρεω-
3940μένος πᾶς πολιτευόμενος δυνάμενος νὰ εἴπῃ γνώμην νὰ
3941εἴπῃ τὴν γνώμην του καὶ ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει.
3942Τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τριῶν ἀπό-
3943ψεων. Ἡ πρώτη ἄποψις εἶναι ἡ τοῦ πρώτου ἐδαφίου, ἡ
3944καθιστῶσα τὸ κυβερνητικὸν δικαίωμα ἐπὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ
3945διορισμοῦ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ἡ δευ-
3946τέρα ἄποψις εἶναι ἡ καθιστῶσα τὸ κυβερνητικὸν δικαίωμα
3947περὶ τὴν ἀπόλυσιν. Καὶ εἶπε μὲν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουρ-
3948γικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην διακόπτων τὸν
3949ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴν ὅτι δέχεται ἵνα
3950ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ἀπαλειφθῇ, οὐχ ἧττον
3951ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει ἵνα ψηφίσῃ τὴν διά-
3952ταξιν τοῦ γʹ ἐδαφίου, τὴν παρέχουσαν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν
3953Κυβέρνησιν πρὸς ἀπόλυσιν ἢ πρὸς ἀνάκλησιν τοῦ διορισμοῦ
3954τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο
3955τίθεται ὡς ἀρχή, ἵνα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐφαρμοσθῇ, εἶναι
3956ἀναγκαία ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος τούτου. Τρίτη ἄποψις
3957εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, τὴν
3958ἀναφυεῖσαν δηλονότι διένεξιν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’
3959ἑνὸς καὶ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφ’ ἑτέ-
3960ρου. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἐν
3961τῷ θέματι τούτῳ δὲν ἀφίσταμαι τῆς κυβερνητικῆς ἰδέας.
3962Βεβαίως τὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς διῳκήθησαν μέχρι
3963τοῦδε, διῳκήθησαν ὀρθῶς, βεβαίως δὲ ἡ ὀρθὴ διοίκησις
3964χορείας ἐντίμων Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οἵτινες
3965ὑπῆρξαν πάντες ἐπιφανεῖς πολῖται, ἀλλὰ καὶ ἐπιφανεῖς
3966ἁρμόδιοι ἐπὶ τὸ ἔργον εἰς ὃ ἐκλήθησαν, ἤγαγον τὴν Ἐθνι-
3967κὴν Τράπεζαν εἰς περιωπὴν τοσοῦτον ὑψηλήν, ὥστε νὰ
3968ὑπάρξῃ ὁ σθεναρώτερος οἰκονομικὸς πρόμαχος τοῦ Ἔθνους
3969ἐν ταῖς κρισιμωτέραις περιστάσεσιν ἃς τοῦτο διήνυσεν ἀπὸ
3970τῆς συστάσεως αὐτοῦ. Βεβαίως δὲ εἶναι πολλῆς σημασίας ἡ
3971παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ
3972ἡ συνιστῶσα ἵνα τὸ καλῶς κείμενον μὴ θιγῇ. Ἀλλὰ νομίζω
3973ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως ἀρχῆς, ἀπὸ ἀπόψεως δόγματος εἶναι
3974ὀρθὸν ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐξασκῇ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τὸν διορι-
3975σμὸν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ κατὰ
3976τοῦτο ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου παρ’ ἐμοῦ τουλάχι-
3977στον δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ἀντίρρησιν. Βεβαίως εἰς τὸ ἵδρυμα
3978τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρέχεται τοιαύτη εἰσφορὰ δυνά-
3979μεων ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὥστε τοῦτο νὰ καθίσταται ἴδιος
3980ὀργανισμός, σχεδὸν ἰσότιμος πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἀλλ’
3981ἐκτὸς τῆς εἰσφορᾶς ταύτης τῶν δυνάμεων, ἥτις καθιστᾷ
3982τὴν Τράπεζαν ῥυθμιστὴν τῆς ὅλης οἰκονομικῆς κινήσεως
3983τῆς Χώρας, ὑπάρχει συγχρόνως καὶ μέγας ὄγκος συμφερόν-
3984των τοῦ Δημοσίου, συμφερόντων διαχειριζομένων ὑπὸ τῆς
3985Τραπέζης. Ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ ἐποπτεία ἡ κηδεμο-
3986νικὴ τὴν ὁποίαν δέον ἐντατικώτερον τὸ Κράτος νὰ ἐνασκῇ
3987ἐπὶ τὴν δρᾶσιν τῆς Τραπέζης ἕνεκα τοῦ ὄγκου τῶν κατα-
3988θέσεων τῶν κοινωνικῶν αἱ ὁποῖαι εἰσέρρευσαν εἰς τὴν
3989Τράπεζαν, ἐδημιούργησαν οὕτω ταύτην ὡς ἕνα ὀργανισμὸν
3990κυρίαρχον τῆς ὅλης κοινωνικῆς ἀναπτύξεως τῆς Χώρας.
3991Κατὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ νομοσχεδίου
3992ἵνα τὸν ἔλεγχον ἀσκῇ τὸ Κράτος διὰ τῆς Κυβερνήσεως
3993αὑτοῦ ἐπὶ τὸν διορισμὸν τῶν Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς
3994Τραπέζης, ἡ ἀξίωσις αὕτη δὲν ἀντίκειται εἰς τὰ ἐν
3995ἄλλοις Κράτεσιν ἰσχύοντα, δὲν ἀντίκειται καὶ πρὸς
3996τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω περὶ τῶν
3997δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
3998ζης. Ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι ἀνάγκη καὶ ἀπὸ πρακτικῆς
3999ἀπόψεως ν’ ἀποκατασταθῇ ἡ ἀλήθεια ἐν τῇ ἐγκαθιδρύσει
4000τῶν Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μέχρι τοῦδε ἠκο-
4001λουθήθησαν δύο τινὰ συστήματα, καὶ τὰ δύο συστήματα
4002καλύπτοντα ὑπὸ τὰς γραμμὰς τὴν πραγματικὴν ἐνέργειαν.
4003Εἴτε ὑπῆρξε τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τρα-
4004πέζῃ ὡρισμένης ὁμάδος προσώπων διαχειριζομένων τὴν
4005ἀντιπροσωπείαν τῶν πλείστων μετόχων, κρατούντων δυνα-
4006στείαν ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ ἐπιβαλλόντων ἐν τῇ
4007ἐκλογῇ τοῦ αἱρετοῦ προσώπου τὴν ἰδίαν αὑτῶν θέλησιν,
4008εἴτε ὑπῆρξε τὸ ἕτερον σύστημα, τῆς Πολιτείας οὐχὶ ἀπ’
4009εὐθείας ἐρχομένης δυνάμει νομοθετικῆς ἀδείας καὶ ἐπιβαλ-
4010λούσης τὴν ἰδίαν αὑτῆς θέλησιν, ἀλλὰ διὰ μέσου ἐνασκή-
4011σεως ἐπιβολῆς ἐπιβαλλούσης τὴν θέλησιν αὑτῆς ἐπὶ τὴν
4012ἐκλογὴν τῶν Διοικητῶν. Καὶ ἡ Πολιτεία ἠδύνατο κατὰ
4013δύο τρόπους ἐμμέσως νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησιν αὑτῆς, εἴτε
4014χειριζομένη μέγαν ἀριθμὸν μετόχων, οὐχὶ ἀποτελούντων
4015βεβαίως τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ μέγαν καὶ σοβαρὸν ἀρι-
4016θμὸν μετόχων ἀνηκόντων εἰς τὰ Σωματεῖα τὰ ἀπὸ τῆς κυ-
4017βερνητικῆς κηδεμονίας ἐξηρτημένα, ἐπιβάλλουσα δὲ τὴν
4018θέλησιν αὑτῆς οὐχὶ ὡς Πολιτεία ἐπὶ τοὺς κηδεμονευομέ-
4019νους, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν προσώπων τῶν κυβερνητῶν ἐπὶ τοὺς
4020ὑπαλλήλους τοὺς διοικοῦντας τὰ Σωματεῖα ταῦτα, εἴτε
4021διὰ τοῦ ἑτέρου μέσου, τῆς ἐπιβολῆς τῆς θελήσεως τῆς Πο-
4022λιτείας οὐχὶ πλέον ὑπὸ τῶν κυβερνητῶν ἐπὶ τοὺς ὑπαλλή-
4023λους, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἐν τῷ Κράτει πλειονοψη-
4024φίας ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι οἱ
4025μέτοχοι εἶναι καὶ ἐκλογεῖς, ὅτι καὶ οἱ μέτοχοι ἔχουσι πολι-
4026τικὰ φρονήματα, καὶ μὴ λησμονῶμεν ὅτι ὁσονδήποτε ἕκα-
4027στος μέτοχος ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὴν συνείδησιν τῆς ζημίας καὶ
4028τοῦ κέρδους, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ ἐν τῇ Συνελεύσει δημιουρ-
4029γεῖται καὶ τὸ φρόνημα τὸ πολιτικόν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις,
4030ἀσκοῦσα ἐπίδρασιν πολιτικὴν ἐν τῇ Χώρᾳ, ἔχουσα πλειο-
4031νοψηφίαν ἢ ἔχουσα ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης κραταιὰν ἐπιβο-
4032λήν, δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐπιβολὴν ταύτην ἐπὶ τῆς
4033γνώμης τῶν μετόχων. Ἡ ἀντίληψις τῶν πολιτικῶν ἠθῶν ἐν
4034Ἑλλάδι εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ εἶναι ἰσχυροτέρα ἡ ἐπιβολὴ
4035τοῦ κρατοῦντος ἐν τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ
4036τῆς ἐπιβολῆς τῆς ζημίας ἢ τοῦ κέρδους ἑκάστου ἀτό-
4037μου πρὸς ἑαυτό. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν δύο τούτων μέσων,
4038μέσων ἐξερχομένων τῆς ἀληθείας, μέσων ἐξερχομένων ὑπὸ
4039τὰς γραμμὰς, εἶναι προτιμοτέρα ἡ ἐνάσκησις τῆς πραγμα-
4040τικῆς θελήσεως τοῦ Κράτους διὰ φανερᾶς πράξεως, διότι τὸ
4041δικαίωμα τῆς φανερᾶς ταύτης πράξεως παρέχει τὸ πρῶτον
4042ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἂν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ,
4043ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
4044βερνήσεως νὰ προέλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ὑποψη-
4045φίου Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ οὔτε ὁ Διοι-
4046κητὴς θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ προέλθῃ εἰς συνεννοήσεις πρὸς
4047τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπόρροια τῆς συν-
4048εννοήσεως ταύτης θὰ εἶναι προεξόφλησις τῶν δικαιωμάτων
4049τῶν μετόχων ἐκ μέρους τοῦ ἑνὸς καὶ προεξόφλησις τῶν
4050δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τοῦ
4051ἄλλου. Διότι ἡ ἐμφάνισις τοῦ ὑποψηφίου Διοικητοῦ τῆς
4052Ἐθνικῆς Τραπέζης παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ καὶ ἡ συν-
4053εννόησις ὅτι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως θέλει ὑποχωρήσει
4054πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Κυβερνήσεως — διότι, ὅταν ὑπάρξῃ
4055διαφωνία πραγματική, θέλει σπεύσει ὁ Διοικητὴς νὰ ὑπο-
4056βάλῃ τὴν παραίτησιν αὑτοῦ καθ’ οἱονδήποτε τύπον, εἴτε τὸν
4057ἀξιωθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἴτε τὸν
4058διατυπωθέντα ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης —
4059ἡ τοιαύτη συνεννόησις τί ἄλλο σημαίνει εἰμὴ ἐκ μέρους
4060τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπεμπόλησιν τῶν
4061δικαιωμάτων τῶν μετόχων, οἱ ὁποῖοι ἔταξαν τοῦτον ὑπερα-
4062σπιστὴν τῆς Τραπέζης, ἐκ μέρους δὲ τοῦ Προέδρου τῆς
4063Κυβερνήσεως ἐνίσχυσιν ἐπιβολῆς. Διὰ τίνος μέσου; Διὰ
4064προεξοφλήσεως τῆς γνώμης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι,
4065ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
4066δὲν ὑπάρχει δικαίωμα ἐπιβολῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ
4067παρόντι. Ἀφοῦ δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλοῖ πρὸς
4068τὸν Διοικητὴν ὅτι ἔχει ἀξιώσεις καὶ ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει
4069διαφωνήσῃ θέλει παραιτηθῆ, τοῦτο σημαίνει ὅτι, ἂν μὴ
4070παραιτηθῇ, θέλει πράξει τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐδήλωσε κατό-
4071πιν διὰ τῆς ἐπιστολῆς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
4072σεως. Καὶ ὀρθότερον εἶναι, ἵνα μὴ τοιαῦτα λαμβάνωσι
4073χώραν καὶ μὴ ἐρχώμεθα κατόπιν ἐν τῇ Βουλῇ ἵνα δικά-
4074ζωμεν ὡς δικασταὶ τὸν πταίσαντα ἐν τῇ συνεννοήσει
4075ταύτῃ· ὀρθότερον εἶναι ἵνα λάβῃ, ὡς πανταχοῦ συμβαίνει,
4076ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα ἵνα ἀποφαίνηται γνώμην ἐλευ-
4077θέραν καὶ φανερὰν ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνι-
4078κῆς Τραπέζης. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθο-
4079τέρα ἡ ἐμφάνισις τῆς ἀληθείας ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ἄνευ
4080καλυμμάτων, ὄπισθεν τῶν ὁποίων ἡ θέλησις ἑκάστου ἐκ-
4081δηλοῦται καὶ ἐπιβάλλεται.
4082Ὅσον ὅμως καὶ ἂν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν τιθεμέ-
4083νην διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀρχήν, τοσοῦτον εἶμαι τελείως
4084ἀντίθετος, ῥιζικῶς ἀντίθετος, πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς καταλύ-
4085σεως τῆς θητείας τοῦ Διοικητοῦ, διότι τὸ δικαίωμα τῆς
4086ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ τοῦ Διοικητοῦ, εἴτε ὡς ἔχει
4087διατυπωθῇ ἐν τῷ κυβερνητικῷ νομοσχεδίῳ, ἐξαιρεθῇ δη-
4088λονότι διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἴτε
4089διὰ τοῦ ἐπαγγελθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μέτρου
4090ἐξαιρεθῇ, δηλονότι δι’ ἰδίου νομοσχεδίου, τὸ δικαίωμα
4091παραμένει πάντοτε δικαίωμα καταλύσεως τῆς θητείας. Τὸ
4092δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ σημαίνει δημι-
4093ουργίαν διὰ τῆς νομοθεσίας προσωρινότητος ὑπὸ τῆς Βου-
4094λῆς ἐγκρινομένης, δημιουργίαν τῆς προσωρινότητος τοῦ
4095Διοικητοῦ, καὶ ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς προσωρινότητος τοῦ
4096Διοικητοῦ ἑνὸς τοιούτου ὀργανισμοῦ γεννῶνται οἱ κίνδυνοι
4097περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ τοῦ ὀργανισμοῦ. Ὡς ἔχει ἡ
4098διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως, Κύριοι, ἂν ἤθελε ψηφι-
4099σθῇ, δημιουργεῖ περὶ τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
4100κινδύνους παμμεγίστους, δημιουργεῖται ὁ παμμέγιστος κίν-
4101δυνος ὅτι ἡ θέσις τοῦ Διοικητοῦ εἶναι θέσις ἐξαρτωμένη ἐκ
4102τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ καὶ
4103ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη καὶ γένηται
4104δεκτὴ ἡ ἑτέρα ἀρχή, ὅτι ἑκάστοτε ἀναλόγως τῆς διαφω-
4105νίας, ἢ ἐπὶ τῇ ἀφορμῇ διαφωνίας ἢ διενέξεως μεταξὺ Τρα-
4106πέζης καὶ Κυβερνήσεως, θέλει κληθῆ ἡ Βουλὴ ἵνα ἀπο-
4107φανθῇ, ὁ κίνδυνος εἶναι μείζων ἔτι, διότι τότε γεννᾶται
4108ὄχι πλέον ὁ κίνδυνος αὐτός, ὅτι γίνεται νευρόσπαστον ὁ
4109Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνή-
4110σεως, ἀλλὰ γεννᾶται ὁ κίνδυνος ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως
4111τοιούτων θεμάτων ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ γίνωνται ἀποκαλυ-
4112πτήρια τῶν ἑκάστοτε διαφορῶν μεταξὺ Τραπέζης καὶ
4113Κράτους, καὶ ἴσως ἀποκαλυπτήρια τῆς καταστάσεως εἰς
4114τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἵνα προκαλῇ ταύτας, καὶ
4115ἐνώπιον τοιούτου θεάματος καὶ τοιούτων κινδύνων εὑρισκό-
4116μεθα τὴν στιγμὴν ταύτην συζητοῦντες.
4117Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς Ἐθνικῆς
4118Τραπέζης ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἔχει ὁ δεσμὸς τῆς Τραπέζης
4119πρὸς τὸ Κράτος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀκίνδυνον
4120ἔργον τὸ τοιοῦτον, ὅτι παρὰ ταῖς ξέναις ἀγοραῖς ἡ ἔννοια
4121τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δύναται νὰ θεωρηθῇ
4122ὡς ἔννοια ταυτόσημος πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους.
4123Μὴ λησμονῶμεν δ’ ὅτι ἀκριβῶς διότι ἡ ἔννοια τῆς διοική-
4124σεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπῆρχε σαφῶς κεχωρισμένη
4125ἀπὸ τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους κατωρθώθη ἵνα κατὰ τὴν
4126διάρκειαν δύο πολέμων ἡ Τράπεζα, συμβαλλομένη πρὸς τὸ
4127Κράτος ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ ξένα κεφάλαια, προσπορίσῃ τὸν
4128σωρὸν τῶν ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα προσεπόρισεν εἰς τὸ
4129Κράτος καὶ κατέστησε τοῦτο ἱκανὸν ἵνα διεξαγάγῃ μεθ’
4130ἧς διεξήγαγεν ὁρμῆς καὶ ῥώμης τοὺς δύο νικηφόρους πο-
4131λέμους. Ἐὰν ἡ ἔννοια αὕτη ἤθελεν ἐκλίπει, ἐὰν ἤθελε γεν-
4132νηθῆ ἐντύπωσις εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς ὅτι ἡ διοίκησις τῆς
4133Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ παράρτημα τοῦ Κεν-
4134τρικοῦ Ταμείου τοῦ Κράτους, δεχομένη διαταγὰς ἀπὸ τῆς
4135ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελε κατα-
4136λίπει τὴν Τράπεζαν ἡ ἰδία αὐτῆς πίστις καὶ ἡ πεποίθη-
4137σις τῶν ξένων κεφαλαίων ἐπὶ τὴν ῥώμην τὴν οἰκονομικὴν
4138αὐτῆς τῆς Τραπέζης καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἵδρυμα
4139ἤθελε παύσει πλέον ν’ ἀποτελεῖ ὀργανισμὸν παράπλευρον
4140τοῦ Κράτους καὶ παρέχοντα εἰς τὸ Κράτος τὴν δύναμιν
4141αὐτοῦ, ἀλλ’ ἤθελεν ἀποτελέσῃ ἀσθενὲς ῥαβδίον, τὸ ὁποῖον
4142θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο ἵνα παύῃ καὶ τοῦτο τὸ Κράτος. Καὶ
4143ἔχομεν παραδείγματα ἄλλοτε, ὁπότε ὑπὸ Διοικητὴν μεγα-
4144λοπράγμονα ἀληθῶς ἀπέβη πρώτην φορὰν ἡ Τράπεζα σχε-
4145δὸν παράρτημα τοῦ Κράτους καὶ ἐγεννήθη ἡ ἐντύπωσις ἐν
4146ταῖς ξέναις ἀγοραῖς ὅτι ἡ Τράπεζα εἶχε λάβει τὸν δρόμον
4147τὸν οἰκονομικὸν τοῦ Κράτους, δεχθεῖσα νὰ γίνῃ ὑποκατά-
4148στημα τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου. Καὶ τότε ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
4149πεζα ἐκινδύνευσε τὸν αὐτὸν κίνδυνον μετὰ τοῦ Κράτους,
4150ὅτε ἤρχισεν ἡ κατερείπωσις τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ, καὶ
4151ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν τὸ πρωτοφανὲς θέαμα νὰ διαπραγμα-
4152τευθῇ καὶ σύμβασιν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
4153ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα, εὐτυχῶς διὰ τὴν Τρά-
4154πεζαν καὶ εὐτυχέστερον διὰ τὸ Κράτος, σὺν τοῖς συμφέρουσι
4155τοῦ Κράτους προστατευθῶσι καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Τρα-
4156πέζης. Καὶ εἴδομεν τὴν Τράπεζαν ἀναθάλλουσαν καὶ πάλιν
4157εἰς ὀργανισμόν. Καὶ ὁ κίνδυνος διὰ τὴν Τράπεζαν ὑπῆρξεν
4158οἷος καὶ διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ δι’ ἅπαντα τὸν ὀρ-
4159γανισμὸν τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα συνέχει ἡ
4160Τράπεζα καὶ παρὰ τὴν πτώχευσιν τοῦ Κράτους, διότι ἡ
4161Τράπεζα δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν πλέον, μὴ ἔχουσα ἰδίαν
4162δύναμιν καὶ πίστιν, ν’ ἀσκήσῃ τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν.
4163Πρὸς τοιούτους κινδύνους βαίνομεν, ἂν θέσωμεν τὴν βάσιν
4164ὅτι ἡ Τράπεζα ἔπαυσε πλέον ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ τὴν θέσιν
4165τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἰσχυροῦ, τοῦ παραπλεύρου πρὸς τὸ Κρά-
4166τος, τοῦ ὀφείλοντος νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους,
4167ἀλλ’ ὀφείλοντος νὰ ἔχῃ καὶ ἰδίαν ἀνεξαρτησίαν καὶ οἰκονο-
4168μικὴν δύναμιν, ἂν μεταβληθῇ εἰς κατάστημα τοῦ ὁποίου
4169τὴν θέλησιν διέπει ἡ Κυβέρνησις, ἀπολύουσα τὸν Διοικητὴν
4170τῆς Τραπέζης καθ’ ἣν στιγμὴν ἤθελεν ἔχει ἀντίθετον
4171γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ταῦτα δύ-
4172νανται τὰ δεινὰ νὰ προκύψωσι βεβαίως ἐκ τῆς ἐνασκή-
4173σεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπολύσεως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ
4174τῶν Οἰκονομικῶν. Μὴ λησμονῶμεν δέ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔννοια
4175τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν τοῖς κοινοβουλευτικοῖς πο-
4176λιτεύμασιν εἶναι ἔννοια ἡ ὁποία δὲν παρέχει πάσας τὰς
4177ἀσφαλείας καθ’ ἃς περιπτώσεις πρόκειται νὰ συζητηθῶσι
4178τοιαῦτα δικαιώματα· μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἰς τὰ κοινοβου-
4179λευτικὰ πολιτεύματα, ἰδίως δ’ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προσο-
4180μοιάζουσι πρὸς τὸ ἐν Ἑλλάδι καθεστώς, ἡ ἔννοια τοῦ
4181Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πάντοτε προσομοιάζει πρὸς τὴν
4182ἔννοιαν τῆς μόνης Ἀρχῆς, διότι εἰς τὰ καίρια καὶ σοβαρὰ
4183ζητήματα πρωτεύει ἐπὶ τοσοῦτον ἡ γνώμη τοῦ Πρωθυ-
4184πουργοῦ, οὐχὶ ὡς Προέδρου πλέον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
4185βουλίου, ἀλλ’ ὡς ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, ἐπὶ τῆς
4186ὁποίας ἵσταται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὥστε οἱ
4187Ὑπουργοὶ νὰ μεταβάλλωνται κυρίως εἰς προϊσταμένους τῆς
4188διοικήσεως, ἀλλ’ εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ζητημάτων νὰ εἶναι
4189ὑποτεταγμένοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν γνώμην τοῦ Πρωθυ-
4190πουργοῦ, ὅστις παρέχει καὶ εἰς τοῦτο τὴν γνωμοδότησιν
4191πρὸς διορισμὸν καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τοῦ ἐξαναγκα-
4192σμοῦ τούτων εἰς παραίτησιν καὶ διέπων τὴν πλειονοψηφίαν
4193τῆς Βουλῆς διέπει καὶ τὴν γνώμην τῶν Ὑπουργῶν εἰς πάντα
4194τὰ κοινωνικὰ ζητήματα· βαίνομεν λοιπὸν τοιουτοτρόπως
4195οὐχὶ εἰς δημιουργίαν ζητήματος τὸ ὁποῖον διὰ κανονικῆς
4196συζητήσεως καὶ προσφορᾶς δύναται νὰ ὀνομασθῇ ζήτημα
4197πειθαρχικόν, οἷον εἶναι ἡ ἀπόλυσις ἑνὸς Διοικητοῦ τῆς Τρα-
4198πέζης, ἀλλὰ παρέχομεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ
4199δικαίωμα ἵνα αὐτὴ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἑνὸς καὶ ἐπὶ τῇ
4200βάσει τῆς δυνάμεως τοῦ ἑνὸς μοναρχικῶς λύῃ τὸ ζήτημα τοῦ
4201διορισμοῦ, τῆς ἀπολύσεως ἑνὸς Διοικητοῦ τοιούτου πιστωτι-
4202κοῦ ἱδρύματος. Αὐταί, Κύριοι, εἶναι αἱ πραγματικαὶ ἀντι-
4203λήψεις περὶ τῶν συμβαινόντων εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ
4204Κράτη· ἂν δὲ εἰς πᾶν κοινοβουλευτικὸν Κράτος αὐταὶ αἱ
4205ἀντιλήψεις, πλὴν τῆς Γαλλίας, ἥτις ἔχει εἰδικοὺς ὅρους συν-
4206θέσεως κοινοβουλευτικῶν ὁμάδων, ἐὰν αἱ πραγματικαὶ
4207ἀντιλήψεις εἶναι τοιαῦται εἰς πάντα τὰ κοινοβουλευτικὰ
4208Κράτη, κατὰ μείζονα λόγον εἶναι ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα ἡ ἔλ-
4209λειψις ἐκλογικοῦ ὀργανισμοῦ ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν ἐδη-
4210μιούργησε τὴν παντοκρατορίαν τῶν Πρωθυπουργῶν, εἰδικῶς
4211δὲ ἀπὸ τῆς ἀνωμάλου περιστάσεως τῆς ἐπαναστάσεως τῆς
4212στρατιωτικῆς ἐδημιούργησε παντοκρατορίαν τοιαύτην, ὥστε
4213πρὶν ν’ ἀκούσω τοὺς ἰδίους συναδέλφους ἐν τῇ Βουλῇ ἐπι-
4214τιμῶντας ὅτι ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ λέξις
4215δικτατορία, διότι ἀπὸ τετραετίας ἡ κατάστασις τῶν πρα-
4216γμάτων τῶν ἐξωτερικῶν ἀλλὰ καὶ ἡ κατάστασις ἡ ἐσωτε-
4217ρικὴ καὶ ἡ διάθεσις τῆς κοινῆς γνώμης — δὲν ἐξετάζω ἂν
4218δικαίως ἢ ἀδίκως, ἐξετάζω τὸ πραγματικὸν γεγονὸς — ἐδη-
4219μιούργησε τοιαύτην δύναμιν εἰς ἓν καὶ μόνον πρόσωπον, ὥστε
4220ὑπὸ τὸ πρόσχημα καὶ τὸ πρίσμα τῶν κοινοβουλευτικῶν
4221θεσμῶν εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα πράγματι ἄρχει
4222εἷς καὶ παρ’ αὐτῷ δὲν θὰ εἴπω τίποτε ὑπερβολικὸν ἐὰν
4223εἴπω ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἐπέχουσι τὴν θέσιν γραμματέως τῆς
4224Ἐπικρατείας καὶ οὐχὶ πραγματικοῦ Ὑπουργοῦ.
4225Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Οὕτως ἔχουσι
4226λοιπὸν τὰ πράγματα καὶ ἔχουσιν οὕτως ἐν τῇ ἀληθείᾳ·
4227εὑρισκόμεθα πρὸ ἀληθοῦς δικτατωρίας καί, ἂν τοῦτο μετὰ
4228λύπης καὶ συστολῆς ἔπρεπε νὰ λέγηται ἀπὸ τοῦ βήματος,
4229μὲ ἀναγκάζουσι νὰ εἴπω τοῦτο αἱ ἐπιτιμήσεις τὰς ὁποίας
4230ἤκουσα ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς δικτατωρίας·
4231ἂν ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ ἐξω-
4232τερικὴ καθιστᾷ τὴν ὕπαρξιν τῆς δικτατωρίας ὑπαρκτήν,
4233δεχόμεθα ταύτην, ἀλλ’ οἱ ἐπιθυμοῦντες, Κύριοι, τοὺς δι-
4234κτάτωρας μοὶ ὑπενθυμίζουσι πολὺ θλιβερὰν ἐποχὴν τῆς
4235ἱστορίας.
4236§215Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι τὰ μαθήματά σας εἶναι
4237περιττά;
4238§216Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἕκαστος θέλει νὰ διδάξῃ, πᾶς δὲ μὴ
4239διδασκόμενος...
4240§217Λ. ΝΑΚΟΣ. Ναί, ἀλλὰ καὶ οἱ διδάσκοντες πρέπει νὰ
4241εἶναι ἀνάλογοι.
4242§218Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἂν δὲν θέλητε ν’ ἀκούσητε...
4243§219Λ. ΝΑΚΟΣ. Θέλω ν’ ἀκούσω, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀκούῃ καὶ
4244ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα ὕβρεις.
4245§220Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα.
4246§221Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἠνέχθη δικτάτωρα,
4247οὔτε ἠνέχθη Πρωθυπουργὸν δικτάτωρα, ἀλλ’ ἀναγνωρίζει
4248τὸν Πρωθυπουργὸν ὡς ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας, ὁ ὁποῖος
4249ἐτίμησε καὶ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὸ Ἔθνος.
4250§222Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε συνάδελφε, χαίρω πολὺ διότι
4251ὅσα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκίνησαν τὴν εὔλογον δια-
4252μαρτυρίαν σας. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι σύμ-
4253φωνος πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπετίμησαν πρίν. Εἰς αὐτὸ
4254εἴμεθα σύμφωνοι.
4255Λοιπόν, Κύριοι, τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ ἡ
4256κατάστασις αὕτη γεννᾷ τοὺς μεγαλυτέρους κινδύνους
4257ἀκριβῶς ἐπὶ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα
4258διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦνται.
4259Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἑτέρου
4260ζητήματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
4261ἐδήλωσεν ὅτι αὐτὸς παραιτεῖται—ὑποθέτω ὅτι εἶμαι ἐν
4262τῇ ἀκριβείᾳ — τῆς διατάξεως τοῦ βʹ ἐδαφίου, ἐπιφυλασσό-
4263μενος ἵνα, ἐάν τις περίπτωσις δοθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, νέος
4264κανονισμὸς γίνῃ ἐν τῷ Σώματι.
4265§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι ἐπιφυλασσόμενος ἐγώ.
4266§224Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι. Ἐπιφυλασσομένης τῆς Βουλῆς.
4267Εἶναι ἀτυχὴς ἡ ἔκφρασις. Ἐπιφυλασσομένου τοῦ δικαιώ-
4268ματος τῆς Βουλῆς. Τοιουτοτρόπως ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δι-
4269καίωμα πάντοτε.
4270§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ γράψωμεν τίποτε ἐξ αὐτῶν
4271ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
4272§226Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη δὲν θ’ ἀναγραφῇ
4273βεβαίως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἦτο
4274δυνατὸν νὰ εἴπω τοιοῦτό τι ἐγώ· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω
4275ὅτι ἡ ψήφισις τῆς ἀρχῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διὰ τῆς ἀνάγ-
4276κης τῆς ἀπολύσεως τοῦ σημερινοῦ Διοικητοῦ αὐτὴ ἀκρι-
4277βῶς εἶναι ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς.
4278Κύριοι, ἴδωμεν τί εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐν τῷ μέλ-
4279λοντι. Ἡ Τράπεζα κατηγορεῖται καὶ κατηγορήθη πρότε-
4280ρον ὅτι ἤσκησε τοιαύτην ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων,
4281ὥστε αὕτη ἐθεωρήθη ὡς Κράτος ἐν Κράτει, φοβοῦμαι δὲ
4282ὅτι οἱ περισσότεροι στρέφονται τὴν στιγμὴν ταύτην κατὰ
4283τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐχὶ δι’ ὅσα κατη-
4284γοροῦνται ὅτι ἔπραξεν ὁ Διοικητής, ἀλλὰ διότι βαρέως φέ-
4285ρουσι πολλαὶ ψυχαὶ Ἑλληνικαὶ τὸ ὅτι ἡ Τράπεζα ὠρθώθη
4286ὡς ὀργανισμὸς ἰσχυρὸς ἐν τῷ Κράτει. Ἡ ἐπιβολὴ ἐνασκεῖ-
4287ται, ὡς εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, κατὰ δύο τρόπους· ἢ
4288εἶναι ἐπιβολὴ ἐκ τῆς ὑπεροχῆς τῶν διαχειριζομένων, ἢ
4289εἶναι ἐπιβολὴ ἐκ τῆς ὑπεροχῆς τῶν ἀναγκῶν· τὴν στιγμὴν
4290ταύτην, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον πρου-
4291κάλεσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, φοβοῦμαι ὅτι ὑπῆρ-
4292ξαν ἀμφότερα τὰ αἴτια ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Τράπεζα
4293κατηγορεῖται ὅτι ἤσκησεν ἐπιβολήν.
4294Κύριοι, ἀναμφισβητήτως, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας
4295καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
4296του, τὸ Κράτος δὲν κατώρθωσεν ἐπὶ τόσην σειρὰν ἐτῶν νὰ
4297ὀργανώσῃ ἐκείνας τὰς ὑπηρεσίας αἵτινες εἶναι οἱ βοηθοὶ
4298καὶ οἱ ἀρωγοὶ παντὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως
4299διαπραγματεύηται τὰς συμβάσεις· τοῦτο δ’ εἶναι μία ἀδυ-
4300ναμία ὀργανικὴ τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία καθιστᾷ τοῦτο ὑπο-
4301δεὲς ἀπέναντι τῶν μετ’ αὐτοῦ διαπραγματευομένων, καὶ
4302ἕνεκα τούτου οὐχὶ πλέον ὁ Ὑπουργὸς ὡς ἀρχηγὸς συνόλου
4303ὑπηρεσιῶν στρέφεται πρὸς τὴν Τράπεζαν διαπραγματευό-
4304μενος, βοηθούμενος παρὰ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁ
4305Ὑπουργὸς στρέφεται ὡς ἄτομον πλέον, ἄτομον ἐπιζητοῦν
4306ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἰδίαν ἐπιβολὴν ἐπὶ τῶν ἀντιπροσωπευόντων
4307τὴν Τράπεζαν, τὴν ἐπιβολὴν τῶν γνώσεων, τὴν ἐπιβολὴν
4308τῆς δογματικῆς ἐμπειρίας. Καὶ ἔχομεν ἁπτὸν παράδειγμα
4309ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὴν διαπρα-
4310γμάτευσιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν κατὰ τὴν καταγγελ-
4311θεῖσαν ἐκβίασιν, τὴν ὁποίαν δὲν θεωρῶ ὡς ἀληθῆ, ὡς θ’
4312ἀναπτύξω βραδύτερον, ἐφ’ ὅσον τὴν διαπραγμάτευσιν ἤσκει
4313ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν λέγω ὅτι
4314στερεῖται ἐμπειρίας, οὔτε θὰ ὑποστηρίξω ἐγὼ τοιοῦτό τι,
4315ἀλλ’ ὅστις λόγῳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος καὶ τοῦ
4316κυβερνητικοῦ καθεστῶτος δὲν δύναται ν’ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῆς
4317Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν ἐπιβολὴν τὴν
4318πρέπουσαν, ἐφ’ ὅσον γινώσκει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὅτι
4319ὑπάρχει ἄλλος, ὁ αὐτὸς ἔφα, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀσκήσῃ
4320ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
4321νομικῶν, ἀλλ’ ἤσκει ἐπ’ αὐτῆς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ εἰση-
4322γητοῦ τοῦ μεταφέροντος προτάσεις. Ὅτε ὁ Διοικητὴς
4323τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εὑρέθη ἀντιμέτωπος τοῦ κ. Προέ-
4324δρου τῆς Κυβερνήσεως, τότε τί ἐγένετο ἡ θρυληθεῖσα ἐκ-
4325βίασις; Ἐγκατελείφθη.
4326Ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθε-
4327τήματος παρέχοντος τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν
4328πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀφοῦ
4329ἤρχισεν ἡ ἐπίκρισις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ
4330ἡ κακομεταχείρισις αὐτοῦ, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
4331νομικῶν ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Διοικητοῦ. Ἀλλ’
4332ὅταν τοιαῦτα γίνωνται εἶναι τότε ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν
4333νόμον πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
4334ζης; Καὶ ἔχομεν παραδείγματα παλαιότερα. Ὅτε Πρωθυ-
4335πουργοὶ ἦσαν Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀείμνηστος
4336Θ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ ἀείμνηστος Χ. Τρικούπης καὶ ὁ κ.
4337Δ. Ῥάλλης, ὅστις ἐλάμβανε κατὰ προτίμησιν τὸ Ὑπουρ-
4338γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁσάκις ἐγίνετο Πρωθυπουργός,
4339ὁσάκις ἐπίσης Ὑπουργὸς περιωπῆς ἀτομικῆς ὡς ὁ ἀείμνη-
4340στος Α. Σιμόπουλος διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
4341μικῶν, αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς
4342Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶχον χαρακτῆρα ἐπιβολῆς τῆς Κυβερ-
4343νήσεως καὶ τῆς κυβερνητικῆς θελήσεως ἐπὶ τὴν Ἐθνικὴν
4344Τράπεζαν. Ἀλλ’ ὁσάκις ἀντελαμβάνετο ἡ Διοίκησις τῆς
4345Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅτι εἶχεν αὐτὴ τὴν ἠθικὴν ἐπιβολὴν
4346ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ
4347θέλησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπερίσχυε τῆς θελή-
4348σεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἔφθασαν τὰ πράγματα ὥστε,
4349ὅτε ὁ πρώην Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ἀείμνη-
4350στος Βαλαωρίτης, ἤσκησεν ἐπιβολὴν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ
4351Κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ οἵαν οὐδεὶς ἕτε-
4352ρος Διοικητὴς ἐν Ἑλλάδι ἤσκησεν, ἐπιβολὴν ἀγαθοποιόν,
4353ὑπῆρξε τοιαύτη ἡ ἐπιβολὴ αὐτοῦ, ὥστε αἱ διαπραγμα-
4354τεύσεις τῶν δανείων δὲν ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως
4355πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐκπροσωπουμένην ὑπὸ τοῦ
4356Διοικητοῦ, ἀλλ’ ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς
4357Τραπέζης πρὸς πάσας τὰς δανειακὰς ὁμάδας ὡς συμπαρέδρου
4358τῆς Πολιτείας ὡς οἰκονομικοῦ Συμβούλου τοῦ Κράτους.
4359Καὶ ἂν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἤσκησεν ἐπιβολὴν τοιαύτην
4360ἤσκησεν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ μακαρίτου Βαλαωρίτου, ὥστε
4361ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνι-
4362κῆς Τραπέζης ἦσαν ἐν ὁμοφωνίᾳ, διότι ἦτο ἡ ἐπιβολὴ τῆς
4363Κοινωνίας, ἐπιβολὴ ἐπὶ τοῦ προσώπου τοῦ Βαλαωρίτου.
4364Ἀλλά, Κύριοι, νομίζετε ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη ποτὲ
4365προσφυγῆς εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πρὸς ἀπόλυσιν τοῦ
4366Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἂν ἐν τῷ μέλλοντι
4367ὑπάρξωσι πρὸς διαπραγμάτευσιν συμβάσεις περὶ ἐπεκτά-
4368σεως ἢ ἀνταλλάγματος τοιούτων προνομίων; Ποτέ. Διότι
4369ἐν τῇ τοιαύτῃ διαπραγματεύσει ὁ παρέχων εἶναι τὸ Κρά-
4370τος καὶ λαμβάνουσα εἶναι ἡ Τράπεζα τότε δὲ ἡ Τρά-
4371πεζα ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν καὶ ἡ περίπτωσις τῆς διαφω-
4372νίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ, πότε θὰ προκύψῃ;
4373Θὰ προκύψῃ ὅταν τὸ Κράτος εὑρισκόμενον ἐν γονυκλισίᾳ
4374ἔχῃ τὴν ἀνάγκην τὴν δανειακήν· ὅταν τὸ Κράτος εἶναι τὸ
4375αἰτοῦν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἡ παρέχουσα, τότε τὸ Κρά-
4376τος στερεῖται τῆς ἰσχύος νὰ ἐπιβάλλῃ αὐτὸ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ
4377θέλησιν. Καὶ ἡ περίστασις αὐτὴ προέκυψε σήμερον. Καὶ
4378καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς τὴν κατάστασιν νὰ
4379διαφωνήσῃ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν λόγῳ δανειακῆς
4380διαφορᾶς εἶναι συμφέρον ἡ διαφωνία αὐτὴ νὰ ἔλθῃ οὐ
4381μόνον ἐν ὄψει τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν ὄψει τῆς Κοινωνίας
4382καὶ τῶν ἀγορῶν; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ δικαιολο-
4383γία τῆς ἀπολύσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
4384ποία θὰ εἶναι; Θὰ εἶναι διαφωνία περὶ τοὺς δανειακοὺς
4385ὅρους. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἴτε τὸ Κράτος ἐπιζητεῖ
4386ὑπέρογκα εἴτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ζητεῖ ἐκβιαστικοὺς
4387ὅρους, πάντοτε βάσις εἶναι ἡ οἰκτρὰ οἰκονομικὴ κατάστασις
4388τοῦ Κράτους. Καὶ εἶναι κέρδος διὰ τὸ Ἔθνος; διὰ
4389τὴν Κοινωνίαν ἡ γνωστοποίησις τοιούτου γεγονότος; Ἢ
4390νομίζετε ὅτι σήμερον, ἂν μὴ αἱ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις
4391αἵτινες διέπουσιν ἡμᾶς ἐπέτρεπον τὸν δανεισμὸν τῶν
439220.000.000 καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ κανονικῆς λειτουργίας
4393τῶν ξένων ἀγορῶν, ἡ νύξις τῶν ἀπλύτων τοῦ Κράτους θὰ
4394συνετέλει εἰς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἐν ταῖς
4395ξέναις ἀγοραῖς; Θὰ συνετέλει εἰς τὴν κατασπίλωσιν τῆς
4396πίστεως τοῦ Κράτους. Ἂν σήμερον λαμβάνομεν τὰ
439720.000.000 ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν ἀγοράν, λαμβάνομεν
4398ταῦτα ὑφ’ οὓς ὅρους διέπονται σήμερον πᾶσαι αἱ Εὐρω-
4399παϊκαὶ ἀγοραί, διότι ἡ δημοσία γνώμη τοῦ Ἑλλη-
4400νικοῦ λαοῦ καὶ αἱ ἐκδηλώσεις αἱ διὰ τῶν δημοσιο-
4401γραφικῶν ὀργάνων ἐπανειλημμένως γενόμεναι ἔχουσιν ὡς
4402πιστοποίησιν ποῦ στρέφονται αἱ συμπάθειαι τοῦ Ἑλλη-
4403νικοῦ λαοῦ. Ἂν ταῦτα δὲν ὑπῆρχον, ἤρκει ἡ διαφωνία,
4404ἤρκει ἡ συζήτησις ἡ ὁποία διεξήχθη τὴν ἑσπέραν ταύτην,
4405ὡς καὶ ὅσα ἐν τῷ Τύπῳ ἐγράφησαν καὶ ὅσα ἐνώπιον τῆς
4406Βουλῆς ἐλέχθησαν, ὡς καὶ ὅσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
4407Κυβερνήσεως ἀνεκοινώθησαν, ἵνα ἡ πίστις τοῦ Κράτους
4408διασαλευθῇ. Ἐρωτῶ· συμφέρουσι πάντα ταῦτα; Ἀλλά,
4409Κύριοι, φοβοῦμαι ὅτι τὸ τοιοῦτο μέτρον ἐν τῷ μέλλοντι δύ-
4410ναται νὰ πλήξῃ καὶ τὴν πολιτειακὴν ἠθικήν. Κύριοι, ὁσον-
4411δήποτε καὶ ἂν εἶναι σεβασταὶ καὶ ὑψηλὰ κεῖνται αἱ ἐξου-
4412σίαι, ὁσονδήποτε ἀνεκτὰ καὶ ἠθικὰ ἂν εἶναι τὰ ἄτομα,
4413ὑπάρχει εἰς ἕκαστον ἄτομον καὶ τὸ ὁρμέμφυτον τῆς ἰδίας
4414ἀμύνης, τὸ ὁποῖον εἶναι δῶρον θεῖον καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς
4415δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ παρ’ οὐδενός. Ὑποθέσατε, Κύριοι,
4416μίαν κατάστασιν ὁμαλὴν κοινοβουλευτικήν, δηλονότι πλειο-
4417νοψηφίαν κανονικὴν καὶ μειονοψηφίαν ἀρκετὰ ἰσχυράν, σε-
4418βαστήν, δυναμένην ν’ ἀγωνισθῇ καὶ νὰ παραλύσῃ ἐν δεδο-
4419μένῃ στιγμῇ τὰς κυβερνητικὰς ἀποφάσεις ἐπὶ τοιούτου θέ-
4420ματος, δυναμένην νὰ συγκινήσῃ τὴν κοινὴν γνώμην κατὰ
4421τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ κυβερνητικὴ ἐξουσία νὰ σταμα-
4422τήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ ὑποθέσατε διαφωνίαν
4423τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
4424ζης. Ἂν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκηται ἐν δυνάμει τινὶ ἀπέναντι
4425τῆς κοινῆς γνώμης, τί θὰ συμβῇ; Ὁ διαφωνῶν πρὸς τὴν
4426Κυβέρνησιν Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ στραφῇ
4427πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ὁ ἀγὼν μεταξὺ Κυβερνήσεως
4428καὶ Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοιραίως θὰ λάβῃ
4429χαρακτῆρα ἀγῶνος πολιτικοῦ. Εἶναι μοιραῖα ταῦτα. Καὶ ἡ
4430διαφωνία ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θὰ γίνῃ διαφωνία πολιτική,
4431καὶ ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς διαφωνίας θὰ εἶναι ἡ πλή-
4432ρης δημοσιότης τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς
4433Χώρας. Ἂν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκηται ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ
4434διασεσαλευμένη, θὰ πτοηθῇ τοὺς κινδύνους πρὸ τοῦ ἀγῶνος,
4435ὥστε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν βούλησιν τοῦ
4436Διοικητοῦ, ὅστις θὰ εἶναι θέσει ἰσχυρός. Ἂν εὑρεθῶμεν πρὸ
4437ἀνωμάλου κυβερνητικῆς καταστάσεως οἵα εἶναι ἡ παροῦσα...
4438§227ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καθόλου ἀνωμάλου σήμερον.
4439§228Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀνισότης καὶ
4440ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ ἐν κοινοβουλευτικῷ
4441Κράτει καὶ τοῦτο εἶναι ἀνωμαλία· δὲν τὸ εἶπον ὑπὸ κα-
4442κὴν ἔποψιν. Οὐχὶ ἀνωμαλία ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα,
4443διότι τὰ ἀποτελέσματα δύνανται νὰ εἶναι καλά· ὅπου
4444ὑπάρχει τοιαύτη ἀνισορροπία δυνάμεων δὲν δύναται παρὰ
4445νὰ εἶναι ἀνωμαλία. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Διοικητὴς
4446τῆς Τραπέζης εἶναι χειροκίνητος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
4447ὅστις, εἰσάγων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοθέτημα διὰ τοῦ
4448ὁποίου ἐξουσιοδοτεῖται ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀπόλυσιν τοῦ
4449Διοικητοῦ, δὲν καταρρίπτει μόνον τὸν Διοικητὴν ἀπὸ τῆς
4450θέσεώς του, ἀφοῦ ὁ ἀγὼν θὰ εἶναι ἄνισος, ἀλλὰ θὰ καταρ-
4451ρίψῃ καὶ τὸ ἄτομον ἀπὸ τοῦ ἐδάφους εἰς τὸ ὁποῖον δύναται
4452νὰ σταθῇ ὡς ἄνθρωπος, διότι, Κύριοι, ἡ δημοσία συζήτη-
4453σις περὶ ἀπολύσεως τοιούτων Ἀρχῶν εἶναι λίαν ἐπιβλαβής,
4454καθόσον εἶναι ἀπολύσεις αἱ ὁποῖαι δὲν θίγουσι τὸ ἀξίωμα,
4455ἀλλὰ τὸ ἄτομον, καὶ ὁ Διοικητὴς ὅστις θὰ εὑρεθῇ πρὸ τοιαύτης
4456καταστάσεως θὰ συλλογισθῇ ὅτι διατρέχει τὸν κίνδυνον ὄχι
4457μόνον, τῆς ἀπολύσεως, ὅστις εἶναι μικρότερος, ἀλλὰ τοῦ δη-
4458μοσίου στιγματισμοῦ, διότι τὸν κίνδυνον τοῦ δημοσίου
4459στιγματισμοῦ διατρέχουσι πάντες ἐκεῖνοι οἵτινες μὴ ἔχοντες
4460δύναμιν ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν ἰσχὺν εὑρίσκονται ἐκτεθει-
4461μένοι ἐκ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἰσχύος, ἥτις θέτει τοὺς
4462νόμους, ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης τῆς ἰσχυούσης, ἥτις
4463καθιστῶσα ἕνα χαρακτηρισμὸν περὶ ἑνὸς ἀτόμου καθιστᾷ
4464ἀνίσχυρον τὴν ἄμυναν πλέον εἰς αὐτό.
4465Ἐν οἱᾳδήποτε τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Διοικητὴς τοῦ
4466ὁποίου θὰ ζητηθῇ ἡ ἀπόλυσις ὑπὸ τοιούτους ὅρους κοινο-
4467βουλευτικοὺς καὶ κοινῆς γνώμης ἤθελε κινδυνεύσει νὰ χα-
4468ρακτηρισθῇ ὡς ἐθνικὸς προδότης, διότι περὶ τοιούτου κιν-
4469δύνου πρόκειται καὶ οὐχὶ περὶ κινδύνου σχετιζομένου πρὸς
4470τὴν ἐντιμότητα τῶν ἀτόμων.
4471Εἰς τοιαῦτα ἄτοπα, Κύριοι, ἄγει ἡ ὑποβολὴ νομοθετή-
4472ματος παρέχοντος τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς
4473ἀπόλυσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
4474Τώρα θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δι’ ὀλιγίστων νὰ ἐξετάσω τὸ
4475ζήτημα τὸ τρίτον.
4476Ἐζητήθη ἡ διάταξις δι’ ἧς παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρ-
4477νησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως τοῦ Διοικητοῦ, καθόσον
4478ὁ Διοικητὴς εὑρέθη εἰς διαφωνίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν
4479καταστήσας ἐμφανὲς ὅτι εἶναι δύναμις κακοποιός, κατὰ
4480τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι δύναμις ἀντιδρα-
4481στική, ἥτις ἐπεζήτησε καθ’ ὑποτροπὴν νὰ ἐκβιάσῃ τὸν
4482κυβερνήτην τοῦ Κράτους. Ποία εἶναι ἡ δευτέρα περίπτω-
4483σις τῆς ἐκβιάσεως; Ἡ πρώτη ἦτο τοῦ δανείου πρὸς ἀγο-
4484ρὰν τοῦ θωρηκτοῦ· ἡ δευτέρα εἶναι τῶν περιφήμων χρημά-
4485των τῆς περιφημοτάτης ἐπιτροπῆς τῆς ναυαρχίδος.
4486Κύριοι, ἡ πρώτη περίπτωσις θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συμ-
4487φωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλι-
4488δος ὅτι εἶναι περίπτωσις προδίδουσα ἴσως δυσχέρειαν δια-
4489πραγματευτικήν, ἴσως ἀκαμψίαν διαπραγματευτικήν, ἴσως
4490ἀδεξιότητα διαπραγματευτικήν, ἀλλὰ βεβαίως ποτὲ πρόθεσιν
4491ἐκβιάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἐκβιαστής, ὅταν προΐσταται
4492τοιούτου ἱδρύματος καὶ ἐπιχειρῇ νὰ ἐκβιάσῃ, βεβαίως δὲν
4493τρέπεται εἰς φυγὴν πρὸ τῆς πρώτης κατανεύσεως τῶν
4494ὀφρύων τοῦ Διός, διότι ἐδῶ παρεστάθη εἰς τὰς δηλώσεις
4495τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐξεγέρσει τοῦ
4496θυμοῦ του ὁ Ὑποδιοικητὴς τότε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
4497ὑπέκυψε. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι· εἴδετέ ποτε κανὲν εἶδος
4498τοιούτου ἐκβιαστοῦ ὅστις τοιαύτην ἔχων δύναμιν, ὢν δανει-
4499στὴς ἀπέναντι τῶν ὀφειλετῶν σπεύδει εἰς τὴν πρώτην ἐξέ-
4500γερσιν τοῦ δανειζομένου νὰ εἴπῃ: «Μά, Χριστιανέ μου, πάρε
4501αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖς καὶ ἔλα σὺ νὰ κρίνῃς τὰ περαιτέρω»;
4502Τὰ γενόμενα προδίδουσιν ὅτι ὑπῆρξε κακὴ συνεννόησις. Ἡ δή-
4503λωσις τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι δή-
4504λωσις καθιστῶσα τὸ ζήτημα ὅτι δὲν ἐζήτησε σύμβασιν
4505περὶ ἀνταλλαγμάτων, περὶ ἐπεκτάσεως προνομίων, ἀλλ’
4506ὅτι ἐπεζήτησε μόνον τὴν κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχήν. Ἦτο δὲ
4507ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καταρτισθῇ σύμβασις ἐντὸς μιᾶς
4508ἢ δύο ἡμερῶν περὶ ἐπεκτάσεως προνομίων.
4509Ἀλλ’ ἂν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔστω καὶ
4510ἂν εἶχε τὴν ἀτυχῆ ἔμπνευσιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησιν αὑ-
4511τοῦ ἐπὶ τὸ Κράτος, δὲν πρέπει νὰ νομισθῇ ὅτι εὑρέθη ἐν
4512ἀπολύτῳ κακῇ πίστει, ὅτε εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Πρω-
4513θυπουργοῦ νὰ δεχθῇ τὸν ὅρον ἔστω—διότι δὲν εἶναι ὅρος,
4514εἶναι μία ἐκδήλωσις εὐχῆς—ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ ὅτι ζη-
4515τοῦμεν τὴν κατ’ ἀρχὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ
4516προνομίου, καὶ ὅτε τῷ ἐδηλώθη πῶς θὰ γίνῃ ἡ διαπρα-
4517γμάτευσις, ἂν οἱ προβαλλόμενοι ὅροι εἶναι ἀπαράδεκτοι,
4518εἶπεν ὅτι καθιστᾷ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
4519λίου διαιτητήν, φαντάζεσθε τίνα σημασίαν ἔχει νὰ
4520εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς διαιτητὴς μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
4521τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Διοικητοῦ. Αὐτὴ ἡ ἐκ μέρους
4522τοῦ Διοικητοῦ ἀποδοχὴ τοῦ ὅρου τούτου αἴρει ἐντελῶς
4523πᾶσαν ἔννοιαν ἢ ὑπόνοιαν ὅτι ἐσκόπει τὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ
4524τοῦ Κράτους βίας ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης πρὸς ἐξασφάλι-
4525σιν τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου. Καὶ διὰ τοῦτο πάντα τὰ
4526γενόμενα, καὶ ἂν ὑπῆρξε τὴν στιγμὴν ἐκείνην παρεξήγησις
4527ὅτι ἐσκοπεῖτο ἐπιβολὴ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης ἐπὶ
4528τὸ Κράτος, πάντα τὰ γενόμενα ἔπρεπε ν’ ἄρωσι τὴν παρε-
4529ξήγησιν, καὶ ἦραν πράγματι τὴν παρεξήγησιν, διότι τὰ
4530κατόπιν τὰ καθ’ ὅλον τὸ θέρος γενόμενα ἀποδεικνύουσιν
4531ὡς Διοικητὴν καταστήματος θέλοντος νὰ ἐκβιάσῃ τὴν
4532Κυβέρνησιν.
4533Ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν πρᾶξιν καθ’ ἣν ἐπιτη-
4534δείως ἐπεχείρησεν ὁ Διοικητὴς νὰ παρεμποδίσῃ τὴν λῆψιν
4535τῶν χρημάτων τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἠθέλησε νὰ παγιδεύσῃ
4536τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρεισήγαγε τοῦ-
4537τον εἰς μίαν συνεδρίασιν πολυμελοῦς Σωματείου, εἰς τὴν
4538ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ
4539κάμῃ τὰς δεούσας δηλώσεις, τὰς ἀληθεῖς δηλώσεις. Τί
4540εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή; Συνεστήθη πρὸ ἑνὸς ἔτους μία
4541Ἐπιτροπή, εἰς ἣν πλὴν τοῦ Ναυάρχου Κουντουριώτου
4542ἔχουσι συγκεντρωθῆ 41 πρόσωπα τελείως ἄσχετα πρὸς
4543οἱονδήποτε ναυτικὸν ζήτημα. Αὕτη ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν
4544ναυαρχίδος. Καὶ μάλιστα αὕτη ἀνέλαβε καὶ ἔργα τοῦ Ναυ-
4545άρχου, διότι ὥρισε τὴν ναυαρχίδα καὶ τῇ ἔδωκε καὶ βα-
4546πτιστικὸν ὄνομα, τὸ ὄνομα «Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος». Ἐπὶ
4547τέλους τὸ ἔργον, παρὰ πάσας τὰς ἀτελείας καὶ τὰς ἀδεξιότη-
4548τας ὑφ’ ἃς συνελήφθη, ἤχθη εἰς ἀρκετὰ εὐτυχὲς συμπέ-
4549ρασμα, διότι συνελέγησαν 3½ ἑκατομμύρια δραχμῶν.
4550Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, ὡς δύναται ἐκ τοῦ τίτλου νὰ
4551συμπεράνῃ τις, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι Ἐπι-
4552τροπὴ αὐτή, ἀλλ’ εἶναι σωματεῖον ἔχον ἴδιον ὀργανισμὸν
4553ἐγκριθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι
4554ἦτο ἀναγκαία ἡ ἔγκρισις διὰ συλλογὴν τῶν ἐράνων. Ἡ Ἐπι-
4555τροπὴ αὕτη εἶχεν ἐν τῷ ὀργανισμῷ της διάταξιν, ὅτι τὰ
4556χρήματα ἔπρεπε νὰ εἶναι κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ
4557Τραπέζῃ. Τοῦτο τὸ ζήτημα ἐγέννησε τὴν ἀνάγκην τῶν
4558συζητήσεων, τὴν ἀνάγκην τῆς παρεμβάσεως τοῦ κ. Ὑ-
4559πουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ, ἵνα γένηται
4560ἡ συνεννόησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς παραλαβῆς τῶν χρημά-
4561των. Ἀλλ’ οἱ Κύριοι 42 οἱ ὁποῖοι συνῆλθον ἐν τῇ Τρα-
4562πέζῃ συζητοῦντες περὶ τοῦ ἀμέσου ἢ μὴ τῆς λήψεως τῶν
4563χρημάτων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνεθυμήθη-
4564σαν ὅτι ὑπάρχει νόμος περὶ σωματείων ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς
4565Βουλῆς κατὰ τὸν Ἰούνιον καὶ τεθεὶς εἰς ἰσχὺν ἀπὸ τῆς
456625 Σεπτεμβρίου, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 10 ὁρίζει ὅτι τὰ χρή-
4567ματα παντὸς σωματείου ὑποχρεωτικῶς κατατίθενται παρὰ
4568τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ οὐχὶ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον καὶ
4569πᾶς διαχειριστὴς συναινῶν εἰς κατάθεσιν ἔξω τῆς Τραπέ-
4570ζης ὑπόκειται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν;
4571§229Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε νομικὸς διαπρεπὴς
4572καὶ ἀπορῶ πῶς λέγετε ὅτι ἡ Τράπεζα εἶναι σωματεῖον,
4573ἐνῷ εἶναι καθίδρυμα.
4574§230Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἴδετε ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυ-
4575βερνήσεως» πῶς ἔχει ὁ ὀργανισμός του;
4576§231Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σωματεῖον ὑποθέτει
4577ὁλότητα, ἡ ὁποία ἐργάζεται διὰ τῶν ἰδίων της δυνάμεων
4578καὶ ἀπαρτίζει περιουσίαν ἢ κάμνει ἓν ἔργον· πρόκειται περὶ
4579ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δι’ ἰδίων εἰσφορῶν κάμνουσιν ἓν ἔργον.
4580§232Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει τὸ Διάταγμα τὸ ἐγκρῖνον
4581τὸν ὀργανισμὸν τοῦ σωματείου αὐτοῦ ὑπογεγραμμένον ὑπὸ
4582τοῦ προέδρου Κουντουριώτου, γραμματέως Βολονάκη καὶ
4583διαφόρων ἄλλων μελῶν, δι’ οὗ ἐδόθη ἡ ἄδεια τῆς συλλο-
4584γῆς ἐράνων. Μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι ἔχετε ῥητὴν διάταξιν
4585παρέχουσαν καὶ τὴν ἄδειαν εἰς τὰ σωματεῖα νὰ κάμωσιν
4586ἐράνους. Ὡς ἔχει ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς ἀπαγορεύεται ἡ μετα-
4587βολὴ τῆς καταθέσεως ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου, οἱ δὲ κ. Ὑ-
4588πουργοὶ μετέθησαν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἵνα ζητή-
4589σωσι τὴν ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας ἀνάληψιν τῶν χρημάτων
4590αὐτῶν. Αὕτη εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Τώρα βεβαίως
4591δὲν δύνασθε νὰ συνομολογήσητε τὸ ἀντίθετον, διότι δὲν
4592σᾶς συμφέρει, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐζητήθη πρᾶγμα τὸ
4593ὁποῖον ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ. Καὶ ὅτε τοιοῦτον ἐζητήθη,
4594εὑρίσκετο ἐν δόλῳ ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης μὴ σπεύσας
4595νὰ παραδώσῃ τὰ χρήματα εἰς τοὺς Ὑπουργούς; Καὶ παρα-
4596καλῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἠθέλησε
4597διὰ τῆς ἀρνήσεως τῶν 3½ ἑκατομμυρίων νὰ ἐκβιάσῃ τὸ
4598Κράτος, τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν. Εἶναι
4599σοβαρὰ ταῦτα; Ἠκούσαμεν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυ-
4600πουργοῦ καὶ εὑρισκόμεθα ἐν γνώσει ὅτι διαφωνία περὶ
4601τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον καὶ τὰ ἀνταλλάγματα αὐτοῦ δὲν
4602ὑπῆρξαν. Ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε διαφωνία οὔτε περὶ τὸν συμ-
4603πληρωματικὸν δανεισμὸν τοῦ Κράτους, οὔτε διαφωνία
4604ὑπῆρξε περὶ τὴν κυκλοφορικὴν ἀρχήν, διότι εἶπε πρὸς
4605ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἔχομεν διαφωνίαν μόνον ἐν
4606σχέσει πρὸς τὸ σύστημα τῆς ἐξυγιάσεως τῆς κυκλοφορίας,
4607διότι ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης εἶναι ῥιζοσπαστικώτερος,
4608ἡ δὲ Κυβέρνησις συντηρητικωτέρα. Ἐπρόκειτο ἄρα περὶ
4609διαφωνίας θεωρητικῆς ἐχούσης σχέσιν πρὸς τὴν κυκλοφο-
4610ρίαν, διαφωνίας ἥτις δὲν ἐξειλίχθη μέχρι τοῦ σημείου τῆς
4611ἀπαιτήσεως, τῆς σαφοῦς ἀπαιτήσεως ἀνταλλαγμάτων διὰ
4612τὴν γενομένην κυκλοφορικὴν συμφωνίαν. Διότι, ἀφ’ ἧς
4613στιγμῆς δι’ ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ.
4614Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς δεκάτης ἑσπερινῆς ὥρας
4615μέχρι τῆς μιᾶς μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἐγένετο ἡ συζήτη-
4616σις καὶ ἐπῆλθεν ἡ ὁμοφωνία πλέον περὶ τοῦ κυκλοφορι-
4617κοῦ ζητήματος, ὑπεβλήθησαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως
4618αἰτήσεις ἀνταλλαγμάτων νεώτεραι ἐπὶ τῆς κυκλοφορικῆς
4619ἀρχῆς, αἱ ὁποῖαι ἐνεκρίθησαν; Οὐχί. Διότι ὁ κ. Πρωθυ-
4620πουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ τοιαύτη ἀποδοχὴ τῆς συμφωνίας τῆς
4621κυκλοφορικῆς δίδει δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀξι-
4622ώσῃ ἀνταλλάγματα. Ἀλλὰ δὲν διετυπώθησαν, ἐξ ὅσων
4623ἐλέχθησαν, τότε τοιαῦτα ἀνταλλάγματα ἐκ μέρους τῆς
4624Κυβερνήσεως παρὰ τῇ Τραπέζῃ, ἅτινα ἡ Τράπεζα ἀπέρ-
4625ριψε, διότι δὲν ἐγένετο συζήτησις τοιαύτη. Ἐφ’ ὅσον δὲν
4626ἐπρόκειτο οὔτε περὶ τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου οὔτε περὶ
4627τοῦ δανειστικοῦ μέρους τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ
4628μόνον περὶ τοῦ ποῖον θὰ εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ χρυσοῦ ἀπο-
4629θέματος τοῦ ἐξασφαλίζοντος τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπε-
4630ζικῶν γραμματίων καὶ ποῖον τὸ ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν τῶν
4631ἐθνικῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινον ν’ ἀντικαταστήσωσι
4632τὸ χρυσοῦν ἀπόθεμα, ἐφ’ ὅσον περὶ τούτου καὶ μόνου
4633ἐπρόκειτο...
4634§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου καὶ
4635μόνου. Ἀφοῦ ἐλύθη τὸ κυκλοφορικὸν ζήτημα δι’ ὑποχω-
4636ρήσεων ἑκατέρωθεν, ἦλθε τὸ ζήτημα τῶν ἀνταλλαγμά-
4637των.
4638§234Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐζητήθησαν ἀνταλλάγματα;
4639§235ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαιότατα. Καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς
4640Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦλθε διαμαρτυρόμενος κατὰ τοῦ Ὑπουρ-
4641γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην
4642αἴτησιν.
4643§236Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
4644διαμαρτύρεται ὅτι ἔχει νὰ ἴδῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκο-
4645νομικῶν 22 ἡμέρας καὶ περὶ τῶν ἀνταλλαγμάτων οὐδεμία
4646μνεία. Περὶ πάντων τῶν ζητημάτων ἐγένετο συζήτησις, ἐνῷ
4647περὶ τούτου οὐδὲν ἠκούσαμεν. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἠκούσαμεν
4648ὅτι ἐζητήθησαν ἀνταλλάγματα. Ἐν τῇ προχθεσινῇ δηλώσει
4649εἴπετε ὅτι παρείχετε ἀποδείξεις πρὸς ἀξίωσιν ἀνταλλα-
4650γμάτων. Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἀπέναντι δυσχερειῶν τοῦ
4651Κράτους ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης προέτεινε ν’ ἀνοίξῃ
4652εἰς τὴν Κυβέρνησιν πίστωσιν ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ διὰ
465315.000.000;
4654§237ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὐδέποτε ἐγένετο τοιαύτη πρό-
4655τασις.
4656§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε περὶ λεπτοῦ.
4657§239Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
4658ὅτε ἐγένετο πρότασις περὶ προεξοφλήσεως τῶν ὑπεγγύων
4659προσόδων...
4660§240ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμ-
4661βάσεων.
4662§241Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τὰ πράγματα εὑρί-
4663σκονται ἐν τοιαύτῃ ἀντιθέσει τὴν στιγμὴν ταύτην, ὥστε βε-
4664βαίως δὲν δύναμαι νὰ θέσω ἐν ἀμφισβητήσει τὰς ὑπευθύνους
4665δηλώσεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδε-
4666χθῶ καὶ τόσον ἀφ’ ἑτέρου ἀπότομον διαβεβαίωσιν ἀντιθέ-
4667των πραγμάτων, φοβοῦμαι δ’ ὅτι ἡ παρεξήγησις περὶ τὴν
4668ἀντίληψιν ὑπάρχει ἢ λήθη περὶ ὡρισμένα πράγματα. Εἶναι
4669ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐγένετο ἡ συμφωνία, ἡ
4670κατ’ ἀρχὴν συμφωνία, ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Εὐταξίου, οἰκίᾳ
4671φιλοξενωτάτῃ, τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκεί-
4672νης βεβαίως δὲν προέκυψαν ἀμέσως διαπραγματεύσεις νεώ-
4673τεραι μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ
4674Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Βεβαίως δὲ ἡ ἄρνησις,
4675ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρξε, 3.500.000 δὲν ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ
4676ἀσκήσῃ ἐπὶ τοῦ Κράτους τὴν ἐπιβολὴν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρ-
4677νησις παρέστησε τόσον τραγικήν, ἀναμφισβητήτως δὲ ὁ κ.
4678Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅτε με-
4679τέβη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εὑρέθη ἀπέναντι ἀν-
4680τιρρήσεων μέλους τινὸς ἢ μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπερχό-
4681μενος νὰ μεταβῇ καὶ νὰ συναντηθῇ μετὰ τοῦ Διοικητοῦ
4682τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέ-
4683βαλε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς ὁ Διοικητὴς
4684τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο πρότασις ἡ ὁποία ἔπρεπε τὸν
4685ἴδιον τὸν Ὑπουργὸν νὰ ὠθήσῃ πρὸς συνεννόησιν μετ’
4686αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν νομικῶν ἀδυναμιῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας
4687εὑρίσκετο ἡ Διοίκησις ἢ ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ ἐπιτροπὴ ἵνα
4688λάβωσι τὸ χρῆμα. Ἀλλὰ τὸ χειρότερον ὅλων, Κύριοι, εἶναι
4689ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα κατηγοροῦντες τὸ ἄτομον, τὸ
4690ὁποῖον δὲν παρίσταται ἐνταῦθα, ἵνα ἀμέσως ἀμυνθῇ καὶ διὰ
4691συζητήσεων εὕρῃ καὶ αὐτὸ τὸ δίκαιόν του, χωρὶς νὰ λά-
4692βωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὴν εἰκόνα τῆς ἐκβιάσεως τὴν παρου-
4693σιάσαμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, διότι ἐθέσαμεν ἑαυτοὺς ἐν θέσει
4694ὑποτεταγμένων, ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐνεθυμήθημεν
4695ὅτι εἴχομεν ἀνάγκην 3.500.000 καὶ ὅτι ἄνευ τῶν ἑκατομ-
4696μυρίων τούτων διετρέχομεν τὴν ἐπαύριον δυσχερείας ἀνυ-
4697πολογίστους. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν τοιαῦτα πράγματα
4698δὲν συλλογίζονται αἱ Κυβερνήσεις, ὁσασδήποτε δὲ καὶ ἂν
4699κατεβάλλετε ἐνεργείας καὶ προσπαθείας ἐν ξέναις ἀγοραῖς
4700πρὸς εὕρεσιν τοῦ χρήματος—καὶ ἀκριβῶς ἡ ἐλπὶς τῆς ἐπιτά-
4701ξεως τῶν χρημάτων ἐκείνων καθιστᾷ ὑμᾶς ἀμελεστέρους
4702πρὸς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως—, ὁσαδήποτε καὶ
4703ἂν ἐπράξατε εἴχετε καθῆκον τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ
4704μὴ προσβλέψητε ἐπὶ τὸ χρῆμα ἐκεῖνο ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν
4705ἦτο δυνατὸν τὴν στιγμὴν ἐκείνην αἱ ἐργασίαι τῆς κυβερνη-
4706τικῆς μηχανῆς νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ ἔπρεπε ν’ ἀντιλη-
4707φθῆτε ὅτι ἡ ἐμφάνισις ὄχι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
4708μικῶν, ἀλλ’ ἡ ἐμφάνισις τῆς Κυβερνήσεως ἔστω καὶ διὰ
4709τρίτου προσώπου ἐνώπιον πολυμελοῦς σωματείου, εἰς τὴν
4710διοίκησιν τοῦ ὁποίου μετέχουσι 10 δημόσια γραφεῖα, καθι-
4711στᾷ ὁλόκληρον τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου ἐμ-
4712φανῆ ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἔπρεπε
4713πάντα ἄλλον πόρον νὰ ζητήσητε καὶ εἰς πᾶν ἄλλο διάβημα
4714νὰ καταφύγητε παρὰ νὰ προβῆτε εἰς ἀπόπειραν θυσιάσεως
4715ἐκείνων τῶν χρημάτων διὰ τὰ ὁποῖα ἐγνωρίζετε ὅτι καὶ
4716δυσχερείας εἴχετε ἵνα τὰ παραλάβητε καὶ διὰ τὰ ὁποῖα
4717ἔπρεπε ν’ ἀντιληφθῆτε ὅτι καὶ θόρυβος μείζων θὰ ἐγίνετο,
4718ἂν ἠθέλετε θίξει ταῦτα.
4719Οὐδόλως διαφωνῶ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πρόε-
4720δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν παρελθοῦ-
4721σαν συνεδρίασιν, ὅτι τὰ χρήματα τῆς ναυαρχίδος εἶναι
4722χρήματα προωρισμένα κατ’ ἐξοχὴν πρὸς σκοποὺς τοῦ
4723Κράτους καὶ δὲν εἶναι χρήματα οἱουδήποτε κοινοῦ σωμα-
4724τείου ἢ φιλανθρωπικοῦ ἱδρύματος καὶ βεβαίως, ἂν τὸ
4725Κράτος δὲν δύναται νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδιας του, εἶναι
4726περιττὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ ναυαρχίδος καὶ περὶ ἐρά-
4727νων, ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τοῦτο ἀληθὲς καὶ ὀρ-
4728θὸν καὶ παραδεχθῶμεν τὴν ὀρθότητα αὐτοῦ ὑπάρχουσι καὶ
4729ζητήματά τινα τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ψυχὴν γεννῶσιν ἰδιαιτέ-
4730ραν αἴσθησιν, διότι τὸ Κράτος θὰ παρίστα τὴν εἰκόνα ὅτι
4731τὴν τελευταίαν στιγμὴν πρὸς ἐξυπηρέτησιν ὡρισμένων
4732κυβερνητικῶν λειτουργῶν ἔθετο χεῖρα ἐπὶ τῶν χρημάτων
4733αὐτῶν.
4734Ἡ εἰκὼν αὐτὴ εἶναι εἰκὼν ἡ ὁποία ὑπὸ φακὸν μεγε-
4735θυντικὸν θὰ παρίστατο μεγάλη εἰς τὸν ξένον ἐκεῖνον ὁ
4736ὁποῖος τὸ μονόδραχμον ἢ τὸ πεντάδραχμόν του ἔδωκε μὲ
4737τὴν ἰδέαν ὅτι θέτει καὶ αὐτὸς ἕνα καρφὶ διὰ τὴν κατα-
4738σκευὴν τῆς μελλούσης ναυαρχίδος. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ
4739ζήτημα τοῦτο. Περὶ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως
4740ἐπεδείξατο βραδύτητα ἡ ὁποία δύναται νὰ γεννήσῃ
4741κινδύνους μείζονας κοινωνικούς, καὶ πρὸς τοῦτο νομίζω
4742ὅτι, ὅταν τὸ ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον καταγινόμεθα περατωθῇ
4743καὶ ἡ ἐπιθυμία ὑμῶν περὶ τὴν ῥύθμισιν τῆς Τραπέζης συν-
4744τελεσθῇ, πρέπει ὁλοταχῶς νὰ προβῆτε εἰς διευθέτησιν τῶν
4745ζητημάτων τούτων, διότι ὡς κατεστήσατε τὴν Τράπεζαν
4746διὰ τῆς πραγματοποιήσεως 80.000.000 περίπου προσωρι-
4747νῶν δανείων ἀφηρέσατε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὸ μέσον ἵνα
4748ἔλθῃ γενικώτερον ἀρωγὸς πρὸς τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα.
4749Τὰ χρήματα δὲ ταῦτα τὰ ὁποῖα εἴτε ἐδόθησαν εἰς τὸ
4750Κράτος εἴτε φυλάσσονται εἶναι χρήματα τὰ ὁποῖα ἀφηρέ-
4751σητε ἀπὸ τὰς κοινωνικὰς ἐργασίας καὶ λέγω πρὸς ὑμᾶς,
4752Κύριοι, ὅτι, ἂν ἀποκαταστήσητε ταχέως τὰ γενόμενα
4753καὶ ἂν δώσητε τὸ χρῆμα ῥευστὸν εἰς τὰ κοινωνικὰ ἔργα,
4754θέλετε εὑρεθῆ εἰς στιγμήν τινα ἴσως πρὸ δυσχερειῶν αἵτι-
4755νες εἶναι ἀνυπέρβλητοι.
4756Ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα σήμερον ἀναμένεται νὰ
4757παύσῃ ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ἵνα πᾶσα κοινωνικὴ συναλ-
4758λαγὴ καὶ πᾶσα ἐργασία σταματήσασα ἐπαναρχίσῃ. Ἂν
4759δὲ οἱονδήποτε ἐξωτερικὸν ἢ ἐξαίρετον γεγονὸς ἐπιβάλῃ
4760ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετέρας στάσεως
4761εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ὀφείλετε νὰ ἔχητε αὐτὴν παρε-
4762σκευασμένην ὅπως δεχθῇ οἰκονομικῶς τὸ μέτρον τοῦτο.
4763Ὅτε ἐξερράγη ὁ πόλεμος ὁ Βαλκανικός, ἡ οἰκονομικὴ
4764ὀργάνωσις ἦτο ἀρίστη καὶ ἡ ἀντοχὴ τῆς Τραπέζης οὐχὶ
4765μόνον πλήρης ἀλλὰ καὶ τοιαύτη ὥστε νὰ ἐνισχύσῃ καὶ τὰς
4766ἄλλας ἐν Ἑλλάδι Τραπέζας, ἵνα μὴ παραλύσωσι τὰς ἐρ-
4767γασίας αὐτῶν, καὶ ἔφευγον οἱ ἔφεδροι καὶ μετέβαινον εἰς
4768τὰς σημαίας τελείως ἀμέριμνοι οἰκονομικῶς διὰ τὰς τύχας
4769αὐτῶν, διότι εἶχον ἀποθέματα καὶ εὕρισκον εὐκόλως τὸν
4770δανεισμὸν ἵνα ἀφήσωσιν εἰς τὰς οἰκογενείας των τὸ ἀπαι-
4771τούμενον χρῆμα· σήμερον ὅμως μετὰ κρίσιν διετοῦς πολέ-
4772μου καὶ μετὰ τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐν τῇ
4773Κοινωνίᾳ ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου δὲν εἶναι παρεσκευ-
4774ασμένος ὁ κοινωνικὸς ὀργανισμὸς ἵνα δεχθῇ ἕτερον τοιοῦτο
4775πλῆγμα καὶ ὀφείλετε ἵνα μετὰ τάχους πλέον ἐπιληφθῆτε
4776τῶν κυρίων ζητημάτων. Διότι, ἂν εὑρεθῶμεν ἐνώπιον τοι-
4777αύτης ἀνάγκης καὶ εἶναι ἀπαράσκευος ἡ Κοινωνία, θὰ ἴδητε
4778τοὺς ἐφέδρους ἐκείνους, οἵτινες θὰ μεταβαίνωσιν ἐνθουσιώ-
4779δεις εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς Πατρίδος, νὰ μὴ εὑρίσκωσιν
4780οὔτε ἓν ἑκατοντάδραχμον διὰ νὰ δανεισθῶσιν εἰς οἱονδή-
4781ποτε τραπεζιτικὸν κατάστημα δι’ ἔλλειψιν χρήματος. Ἂν
4782λοιπὸν αἱ ἀνάγκαι αἱ ἐθνικαὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν εὐ-
4783τυχῆ περάτωσιν ἐπὶ τὴν χρῆσιν τῆς διαιτητικῆς ἐξουσίας
4784ἡ ὁποία παρεσχέθη εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὑπὸ τῆς
4785Τραπέζης, αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι σὺν ταῖς ἐθνικαῖς ἐπι-
4786βάλλουσι τὴν τοιαύτην κοινωνικὴν παρασκευὴν ταχυτέραν.
4787Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
4788κῶν ἐκ συνθέτου μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς
4789Οἰκονομίας καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σοβαρώτερον παντὸς
4790ἄλλου, διότι δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἐξ ἀντιθέτου ὄψεως
4791τοιαύτην κρίσιν, ἥτις νὰ δυσχεράνῃ τῶν πολιτικῶν λειτουρ-
4792γιῶν τὴν ἐκτέλεσιν. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν τὴν τελευταίαν
4793στιγμὴν νὰ θιχθῇ τὸ ἀπαιτούμενον χρῆμα δι’ ὁλόκληρον
4794τὸν πολιτειακὸν ὀργανισμὸν καὶ πᾶσα ἡμέρα ἥτις ἀπόλ-
4795λυται ἄπρακτος εἶναι ἡμέρα ἡ ὁποία δημιουργεῖ καὶ ἓν
4796περαιτέρω ζήτημα.
4797Κύριοι, ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ ζητῶν συγγνώμην
4798ὅτι κατεπόνησα τὴν Βουλὴν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι
4799παντὸς δυναμένου νὰ ἔχῃ γνώμην καθῆκον εἶναι νὰ ἐκθέσῃ
4800ταύτην καὶ ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα νὰ ἐρευνηθῇ, διότι ζή-
4801τημα τοιοῦτο διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῇ Βουλῇ ἀνακοινοῦται
4802καὶ τρέπει πλέον τὴν Βουλὴν εἰς νέα δόγματα ἐν σχέσει
4803πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὰ δὲ νέα δόγματα εἶναι ὀρθὸν
4804νὰ εἶναι μεμετρημένα καὶ διὰ τοῦτο θὰ συνίστων, γινο-
4805μένης κατ’ ἐμὴν γνώμην δεκτῆς τῆς ἀρχῆς, ἡ Κυβέρνησις
4806νὰ ἐγκρίνῃ τὸν διορισμὸν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
4807πέζης, τὸ δὲ ζήτημα τῆς διασπάσεως τῆς θητείας νὰ λείψῃ
4808ἀπὸ τοῦ μέσου. Διὰ τὸ ἄλλο ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν σημε-
4809ρινὸν Διοικητὴν καλούμεθα, Κύριοι, νὰ δικάσωμεν, διότι
4810ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ καθαρῶς πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τὴν ἑσπέραν
4811ταύτην. Εἶναι τὸ ἔργον πρωτοφανές, ἐπανερχόμεθα εἰς
4812τοὺς ἀρχαίους χρόνους καὶ ἀποκαθιστῶμεν τοὺς ἀρχαίους
4813ἡλιαστὰς μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι συνεδριάζομεν μὲ ἀστέρας
4814καὶ σελήνην. Ὁ δικαστὴς σύγχρονος πολιτικὸς δὲν δύνα-
4815ται νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἀμεροληψίαν, ἵνα δικάσῃ
4816πρόσωπον καὶ ἀποφανθῇ περὶ παροχῆς ἐξουσίας πρὸς κατά-
4817λυσιν προσώπου τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν πρὸς
4818τὴν Ἀρχήν, πρὸς ἣν οἱ μέλλοντες νὰ δικάσωσι συνδέονται
4819κατὰ τοιοῦτον τρόπον πολιτικόν, ὥστε, ἂν τὴν στιγμὴν
4820ταύτην ἤθελον νὰ μεταβάλωσι τὰ πολιτικὰ αὐτῶν φρονή-
4821ματα, ἤθελον εὕρει ἀντιμέτωπον τῆς κοινῆς γνώμης τὴν
4822συμπάθειαν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ ἡ μεγίστη συναί-
4823σθησις τῆς δικαιοσύνης ἂν ἐμφωλεύῃ ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν, τὸ
4824νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται παρὰ διὰ τοὺς ἔξω τῆς Βουλῆς,
4825τοὺς μὴ συμμεριζομένους τὰ φρονήματα ἡμῶν, ἀλλὰ τοὺς
4826βραδύτερον, τοὺς ἀμερολήπτως μέλλοντας νὰ ἐκτιμήσωσι
4827τὴν σημερινὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται, λέγω, ἢ ν’
4828ἀποτελέσῃ τὴν εἰκόνα τῆς πρωτοφανοῦς διὰ τὰ πολιτικὰ
4829ἱστορικὰ τῆς Βουλῆς ἀδικίας.
4830§242Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐφρόνουν, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς ἀγο-
4831ρεύσεις τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Βουλευτῶν Ἀχαΐας καὶ Ἤλι-
4832δος καὶ Ἀρκαδίας ἦτο ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
4833χάριν τῆς ἰδίας αὐτῆς ἀξιοπρεπείας, νὰ ἔλθῃ αὐτὴ ν’
4834ἀπολογηθῇ διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς
4835τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύναταί
4836τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκβαίνει καὶ τῆς συνήθους νομοθετικῆς
4837ἐξουσίας τῆς Βουλῆς, ὁ τρόπος δὲ καὶ ἡ ὁρμὴ μεθ’ ἧς ὑπε-
4838βλήθη τὸ νομοσχέδιον ἀποδεικνύουσιν οὐ μόνον, ὡς εἶπεν ὁ
4839ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι δὲν
4840εἶναι πόρισμα ἀκριβοῦς καὶ βαθείας μελέτης τῶν ἀναγκῶν
4841τοῦ μόνου πιστωτικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ
4842συνέπεια αἰσθήματος ἐκδικήσεως, σχέδιον συλληφθὲν ἐν
4843βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς, διότι ἀπέναντι τῆς αὐθαιρέτου θε-
4844λήσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, Κυβερνήσεως
4845ἡ ὁποία ἀποβλέπει μόνον εἰς τὸν κορεσμὸν καὶ τὴν
4846ἱκανοποίησιν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας αὐτὸς παρήγαγεν εἰς
4847ἑαυτὸν χωρὶς νὰ προβλέψῃ περὶ τῆς ἐγκαίρου τοὐλάχιστον
4848ἱκανοποιήσεως αὐτῶν, ἀπέναντι, λέγω, τῆς τοιαύτης
4849ἐφέσεως τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη μία προσωπικότης ἡ
4850ὁποία ἠθέλησε ν’ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν ἐκείνους οἱ
4851ὁποῖοι ἀπέβαλον ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν πάντα χα-
4852λινόν. Αἱ ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων
4853ὑπῆρξαν ἀληθῶς ἐμβριθεῖς καὶ ἤρεμοι· ἀλλ’ ἐν τῇ γαλήνῃ
4854ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐχειρίσθησαν τὸ ζήτημα διετύπωσαν κατηγο-
4855ρητήριον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οὐδὲν μέχρι τοῦδε
4856ἐσεβάσθη καὶ ἡ ὁποία τὰ πάντα ἠθέλησε νὰ ποδοπατήσῃ.
4857Αὐτὴ ἡ εἰσήγησις τοῦ νομοσχεδίου παρὰ τοῦ κ. Προέδρου
4858τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύει, ὡς εἶπον, ὅτι πρόκειται
4859περὶ σχεδίου συλληφθέντος ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς. Ὁ
4860κίνδυνος τὸν ὁποῖον διαβλέπω ἐν τῇ στάσει τοῦ Διοικητοῦ
4861κατὰ τῆς Πολιτείας εἶναι κίνδυνος τὸν ὁποῖον παρήγαγεν
4862αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ὀργῇ αὑτῆς καὶ ἐν τῇ ἐξάλλῳ
4863ἐνεργείᾳ της.
4864Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ ἑβδο-
4865μήκοντα καὶ πλέον ἐτῶν. Ἦλθον καὶ παρῆλθον κατὰ τὸ
4866μακρὸν αὐτὸ διάστημα τῆς σταδιοδρομίας αὐτῆς Κυβερνή-
4867σεις ἔχουσαι πολὺ μεγαλύτερον τὸ ἀνάστημα ἀπὸ τὴν ση-
4868μερινήν, καὶ πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι μετ’ εὐλαβείας
4869ἀπέβλεψαν πρὸς τὸ ἵδρυμα τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον μετὰ
4870πεποιθήσεως ἠδύνατο οὐ μόνον τὸ Κράτος ἀλλ’ ὁ Ἑλλη-
4871νισμὸς ν’ ἀποβλέπῃ. Δὲν εἶναι μόνον αἱ προνομίαι, ἃς ἐχο-
4872ρήγησε τὸ Κράτος, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν τὴν δύναμιν καὶ
4873τὸ κῦρος τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος, ἀλλὰ καὶ ἡ πεποίθησις
4874τὴν ὁποίαν ἐνέπνευσεν εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν,
4875ὅστις τὰς οἰκονομίας αὑτοῦ ἠσφάλιζε καταθέτων παρὰ τῇ
4876Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Τὴν περιωπὴν δὲ εἰς ἣν ὑψώθη ἡ Ἐθνι-
4877κὴ Τράπεζα ὀφείλει κυρίως εἰς τὸ κῦρος καὶ τὴν δρᾶ-
4878σιν τῆς Διοικήσεως αὐτῆς.
4879Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα ἔχομεν ἀποτελέσματα ἐκ τῆς δρά-
4880σεως ἐκείνης καὶ τῆς αὐτοτελείας τῆς Διοικήσεως τῆς
4881Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπέναντι τῆς Πολιτείας ἔρχονται ὁ κ.
4882Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
4883νομικῶν, διότι δυσηρεστήθησαν εἴς τινα διαπραγμάτευσιν,
4884τὴν ὁποίαν αὐτοὶ κακῶς διετύπωσαν καὶ κακῶς ἐξετίμη-
4885σαν, ἔρχονται, λέγω, νὰ ζητήσωσι τὴν κατάλυσιν τῆς αὐτο-
4886τελείας ἐκείνης, ἡ ὁποία κατέστησε τὴν Ἐθνικὴν Τράπε-
4887ζαν ἄγκυραν τοῦ Κράτους καὶ ἄγκυραν τοῦ Ἑλληνι-
4888σμοῦ ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ τοῦ Ἔθνους.
4889Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς δικαιολογίαν
4890ἐξέθηκε τὴν νομοθεσίαν τὴν σχετικὴν πρὸς τὰς διοικήσεις
4891Ἐθνικῶν Τραπεζῶν ἐν διαφόροις Κράτεσι καὶ διαφόροις
4892λαοῖς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ ἀποτυχία τῆς μέχρι τοῦδε δρά-
4893σεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ τρόπου τῆς διοική-
4894σεως αὐτῆς ἡ ὁποία ἤγαγε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνή-
4895σεως εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
4896Καὶ τὸ ὡμολόγησε, τὸ ὡμολόγησεν ἀμέσως κατόπιν ἐν τῇ
4897εἰσηγήσει του.
4898Διεῖδεν ὅμως κίνδυνον τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Διοι-
4899κητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐζήτησεν ἀνταλλάγματα
4900ἀπέναντι δανείου τὸ ὁποῖον προχείρως καὶ ἐντὸς 24 ὡρῶν
4901ἐζητεῖτο νὰ καταβληθῇ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δα-
4902νείου μεγίστου σχετικῶς πρὸς τοὺς πόρους αὐτῆς καὶ τὸ
4903μετοχικὸν αὐτῆς κεφάλαιον· διεῖδε κίνδυνον τοῦ Κράτους,
4904διότι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μέλος τῆς Ἐπι-
4905τροπῆς πρὸς συλλογὴν τῶν ἐράνων διὰ τὴν ναυαρχίδα,
4906ἐθεώρησεν ὅτι ἔδει τὸ καταστατικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς
4907ταύτης, τὸ καταστατικὸν τὸ κυρωθὲν διὰ Βασιλικοῦ
4908Διατάγματος, προκληθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
4909Ἐσωτερικῶν, πρὶν ἢ δοθῶσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰ συλλε-
4910γέντα χρήματα ὑπὲρ ὡρισμένου σκοποῦ καὶ τῶν ὁποίων θε-
4911ματοφύλαξ ἦτο αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐράνων, νὰ με-
4912ταβληθῇ.
4913Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἴσως μόνον τοῦτο, διότι ὁ κ. Πρόε-
4914δρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη ὅτι ἐνέπεσεν εἰς παγίδα,
4915εἰς ἐνέδραν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κληθεὶς ἢ
4916προσελθὼν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ εὑρεθεὶς ἐνώπιον τοῦ
4917ὄχλου ἐκείνου τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων,
4918Ἐπιτροπῆς συγκροτηθείσης διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
4919Καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τις πρῶτον τίς ὁ ὄχλος αὐτός. Θὰ
4920εὕρωμεν τὸν ὄχλον αὐτὸν ἐν τῷ Βασιλικῷ Διατάγματι
4921τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπείας
4922τῶν ἐράνων.
4923Ὁ ὄχλος αὐτὸς εἶναι ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὁ
4924Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης, ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστη-
4925μίου, ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ Νομάρχης
4926Ἀττικῆς, ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων, ὁ Δήμαρχος Πειραιῶς, ὁ
4927Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστι-
4928κῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ Γενικὸς Γραμμα-
4929τεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ Γενικὸς Γραμ-
4930ματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ Γενι-
4931κὸς Διευθυντὴς τῶν Πολιτικῶν Ὑποθέσεων τοῦ Ὑπουρ-
4932γείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ Προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου
4933τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ Προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν
4934Ναυτικῶν, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ὁ Τμη-
4935ματάρχης τοῦ Διοικητικοῦ Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν
4936Ἐσωτερικῶν, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης,
4937ὁ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ὁ τῆς Τραπέζης Ἀνατολῆς, ὁ
4938τῆς Ἐμπορικῆς Τραπέζης, ὁ τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης, ὁ τῆς
4939Τραπέζης Μαρίνου, ὁ Πρόεδρος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς
4940Πειραιῶς, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, ὁ Πρόε-
4941δρος τοῦ Χρηματιστηρίου, οἱ Πρόεδροι τοῦ Ἐμπορικοῦ
4942Ἐπιμελητηρίου Πειραιῶς, οἱ Διευθυνταὶ τῶν Ἀσφαλι-
4943στικῶν Ἑταιρειῶν «Ἐθνικῆς» καὶ «Ἀνατολῆς», οἱ Πρό-
4944εδροι τοῦ Συνδέσμου τῶν Ἐφοπλιστῶν καὶ τοῦ Βιο-
4945μηχανικοῦ Συλλόγου καὶ τέλος οἱ Διευθυνταὶ τῶν
4946ἐφημερίδων «Ἀθηνῶν», «Ἀκροπόλεως», «Ἀστραπῆς»,
4947μεταξὺ δ’ αὐτῶν καὶ οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς Κυβερνή-
4948σεως Διευθυνταὶ τοῦ «Ἐμπρός», τῆς «Ἑσπερινῆς», τῆς
4949«Ἑστίας», τῆς «Πατρίδος», τῶν «Καιρῶν», τῆς «Νέας
4950Ἡμέρας» κλ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὄχλος ἐνώπιον τοῦ ὁποίου
4951εὑρέθη ἀπροετοίμαστος καὶ ἀπαράσκευος ὁ κ. Ὑπουργὸς
4952τῶν Οἰκονομικῶν.
4953Ἔχομεν ὅμως εὐτυχῶς δημοσιευμένον τὸν λόγον τοῦ
4954κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸν εἰσαγωγικὸν τοῦ νομο-
4955σχεδίου. Καὶ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
4956νήσεως (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἠμφισβητήθη ὅτι ἐκλήθη ἡ
4957Συνέλευσις τῶν μετόχων, ἀφοῦ ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις
4958ἐζήτησε τὴν σύγκλησιν αὐτῆς, καὶ ὅτι συνεκλήθη ἀμέσως.
4959Ἐκλήθη λοιπὸν καὶ παρεκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
4960νομικῶν νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, μὴ γνωρίζων ὅτι ἐπρόκειτο νὰ
4961εὑρεθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης τῶν μελῶν, καὶ
4962ἐκεῖ εἰσάγεται ἀνειδοποίητος, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ζητεῖ-
4963ται παρ’ αὐτοῦ ἵνα τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην ἡ ὁποία ἀνεκοι-
4964νώθη εἰς τὸν Ναύαρχον καὶ ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς Διοικητὰς
4965τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκθέσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ
4966πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων. Ἐζητήθη
4967δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁ ἀνει-
4968δοποίητος Ὑπουργὸς νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον πλήθους πολλοῦ
4969εἰς ἔκθεσιν τῶν ἀναγκῶν εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ Κρά-
4970τος ὅπως ταχέως ἔχῃ τὰ χρήματα ταῦτα δι’ ἀνάγκας
4971τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων».
4972Ἄν δύνασθε, ἐξηγήσατε αὐτὰ τὰ ἀκατάληπτα. Ἡ
4973Κυβέρνησις καλεῖ τὴν Συνέλευσιν καὶ μεταβαίνει εἰς ταύτην
4974ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλά, κατὰ τὰς δη-
4975λώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μεταβὰς ἐκεῖ ὁ
4976κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρέθη ἐνώπιον τῆς
4977Συνελεύσεως ἀνειδοποίητος! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
4978νομικῶν ποῦ εὑρίσκετο, ὅτε ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνή-
4979σεως ἡ σύγκλησις τῆς Συνελεύσεως; Δὲν ἀπετέλει μέλος
4980τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Δὲν ἐλάμβανε μέρος εἰς τὰς
4981ἀποφάσεις αὐτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος τὸ
4982ὁποῖον ἀπέβλεπεν εἰς ἐπειγούσας οἰκονομικὰς ἀνάγκας τοῦ
4983Κράτους; Διότι δὲν εἶναι μυστικόν, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος
4984τούτου, ὡς μὴ ὤφελε, ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνή-
4985σεως ἐλέχθη ὅτι ἐζητήθησαν τὰ χρήματα αὐτὰ πρὸς ἱκα-
4986νοποίησιν ἀμέσων καὶ ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τῶν πολεμικῶν
4987Ὑπουργείων. Φείδομαι τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνή-
4988σεως μὴ ἐπαναλαμβάνων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν
4989ἐντεῦθεν.
4990Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὑποβαλλόμενον, διότι
4991δὲν ἱκανοποιήθη ἀμέσως ἡ ἀξίωσις τῆς Κυβερνήσεως ὅπως
4992εἰσαχθῇ τὸ ἐκ τῶν ἐράνων ποσὸν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον
4993καὶ δὲν ἱκανοποιήθησαν ἐντεῦθεν καὶ αἱ ἀνάγκαι ὑπὸ τὰς
4994ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις, ἀποτελεῖ καταδίκην αὐ-
4995τῆς, μὴ προνοησάσης περὶ ἐπειγουσῶν, ὄχι καὶ ἐκτάκτων
4996ἀναγκῶν, ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ προβλέπῃ ἡ
4997Κυβέρνησις καὶ ἡ Πολιτεία ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως πάσης χρή-
4998σεως, ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἐκτεθειμένη μέχρι τοῦ σημείου νὰ
4999ζητήσῃ νὰ θέση χεῖρα ἐπὶ χρημάτων ἐράνου τὰ ὁποῖα
5000προωρίσθησαν δι’ ἄλλον σκοπόν.
5001Ἀλλά, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετέβη
5002ἐκεῖ, ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐγνώριζε τὸν σκοπὸν διὰ τὸν
5003ὁποῖον ἐκλήθη ἡ Συνέλευσις; Εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι ἔλεγεν ὁ
5004κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέ-
5005διον, ὅτι δηλαδὴ εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
5006ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης ἀπροετοίμαστος;
5007Φρονῶ ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ
5008κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
5009τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήγησιν δηλώσεως τόσον ἀντιφατικῆς
5010πρὸς ἑαυτήν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
5011κατόπιν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέλαβον ὅτι
5012ἦτο ἐξευτελισμὸς τοῦ Κράτους καὶ πρόθεσις προσβολῆς
5013τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως τὸ νὰ γίνῃ συζήτησις
5014ἐπὶ τοῦ θέματος διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη ν’ ἀποφανθῇ ἡ
5015Συνέλευσις αὕτη.
5016Καὶ ἀφοῦ οὕτω διετυποῦντο τὰ γεγονότα ἐκ τῶν ἰδίων
5017δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξήνεγκεν
5018οὗτος ἐντεῦθεν κατὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
5019πέζης, τοῦ ἐθνικοῦ ἱδρύματος ἐκείνου πρὸς τὸ ὁποῖον
5020πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἀπέβλεπον μετ’ εὐλαβείας, ἐξήνεγκε
5021σκαιὰν ὕβριν, ἀναξίαν τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον φέρει,
5022ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰσηγούμενος
5023ἢ λαμβάνων μέρος εἰς τὴν σύσκεψιν διὰ τὴν μετατροπὴν
5024ἢ τοὐλάχιστον τὴν μετάθεσιν τῶν χρημάτων τοῦ ἐράνου
5025προέθετο νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν Κυβέρνησιν.
5026Εἶναι πρὸς Θεοῦ πράγματα λογικὰ αὐτά; Δύναται νὰ
5027λέγηται σοβαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἐν συσκέ-
5028ψει προκληθείσῃ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὁμο-
5029λογεῖ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, ἡ συμμετοχὴ τοῦ Διοικητοῦ
5030τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐν χερσὶ τοῦ ὁποίου κατετέθη ὁ
5031ἔρανος αὐτός, καὶ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου
5032μὲ τὸν ὁποῖον ἡ κατάθεσις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ μετα-
5033τεθῇ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἵνα χρησιμοποιηθῇ πρὸς
5034ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἶχον ὡς σκοπὸν τὴν
5035ἐκβίασιν τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρ-
5036νησιν εἰς τὸ νὰ πράξῃ τί;
5037Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου διάλογον, καθ’ ὃν ὁ Πρόεδρος
5038τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν ὅτι ἐζητοῦντο ἀνταλλάγματα.
5039Ἀλλὰ τίνα ἀνταλλάγματα ἐζητοῦντο ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντι-
5040κειμένου; Πρόκειται πάλιν περὶ τῆς συμβάσεως περὶ ἐπεκ-
5041τάσεως τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης καὶ περὶ τῆς κατα-
5042βολῆς τῶν 65 ἑκατομμυρίων; Πρόκειται περὶ τῆς συμβά-
5043σεως διὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης εἰς
5044τὰς νέας ἐπαρχίας;
5045Ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἐκείνη εἶχε τελειωθῆ ἤδη ἀπὸ μα-
5046κροῦ χρόνου. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως
5047τῆς 20 Ἰουνίου ἐ. ἔ., διὰ τῆς ὁποίας ἐγκρίνει καὶ ἀποδέ-
5048χεται τὴν κατ’ ἀρχὴν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν παρα-
5049χώρησιν τοῦ προνομίου τοῦ ἐκδοτικοῦ ἀντὶ ὡρισμένων ἀνταλ-
5050λαγμάτων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, χρονολογεῖται ἀπὸ μα-
5051κροῦ χρόνου καὶ διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης ἀναμφισβητή-
5052τως ἐτέθησαν αἱ βάσεις τῆς συμβάσεως καὶ ἐπερατώθη ἡ
5053διαπραγμάτευσις ἐκείνη.
5054Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐκβίασις
5055ἡ συζήτησις ἐν αὐτῇ τῇ Ἐπιτροπῇ περὶ τοῦ τρόπου μὲ
5056τὸν ὁποῖον ἦτο δυνατὸν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ
5057καταστατικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων εἶχον κατατεθῆ
5058εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὸ δημό-
5059σιον Ταμεῖον; Ποῦ ἔγκειται ἡ ἐκβίασις;
5060Οὐδὲ δυνάμεθα οὐδὲ πρέπει νὰ πλανώμεθα καὶ νὰ
5061καμμύωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀπέναντι τῶν σκοπῶν τοὺς
5062ὁποίους ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Αἱ θεωρίαι εἶναι καλαί,
5063ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ καταγγέλ-
5064λουσι τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει, τοὺς κατήγ-
5065γειλε δὲ καὶ σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο ν’ ἀγο-
5066ρεύσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἥλιδος Βουλευτής, ὁ κ.
5067Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγγέλλων τὴν τροπολογίαν
5068τὴν ὁποίαν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ.
5069Οὔτε τῆς Ἰαπωνίας ἡ σχετικὴ νομοθεσία οὔτε τῆς
5070Γερμανίας οὔτε τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης
5071εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρεκίνησαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς
5072Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοι-
5073οῦτο νομοσχέδιον, οὔτε ὁ δῆθεν ἐξευτελισμὸς τοῦ κυρίου
5074Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εὑρέθη ἐν συνελεύσει
5075ἣν συνεκάλεσε καὶ τὴν ὁποίαν κατήρτισεν αὐτὴ ἡ Κυβέρ-
5076νησις διὰ Β. Διατάγματος, οὔτε ἡ δῆθεν ἐκβίασις σχετι-
5077κῶς πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τῆς Τραπέζης εἰς
5078τὰς νέας ἐπαρχίας. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι εἷς, νὰ
5079κρατήσῃ μία θέλησις καὶ ἐν τῇ διοικήσει τοῦ πιστωτικοῦ
5080ἐκείνου ἱδρύματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ὅλη πίστις
5081τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου θὰ
5082εἰσορμήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τοῦ ἐθνι-
5083κοῦ ἱδρύματος ὡς ταῦρος ἐν ὑελουργείῳ καὶ θὰ θρυμματίσῃ
5084τὰ πάντα, καὶ τὴν πίστιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὴν
5085πίστιν τοῦ Κράτους.
5086Δὲν ἐννοεῖ, λέγει, νὰ παρεμβῇ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως,
5087ἀλλ’ ἐννοεῖ νὰ παύσῃ, ν’ ἀπολύσῃ τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐ-
5088θνικῆς Τραπέζης καὶ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸν κατόπιν ἀπο-
5089φάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως ἐγκρινομένης ὑπὸ τῆς
5090Κυβερνήσεως.
5091Ἐπλημμύρησεν ὁλόκληρος ἡ παλαιὰ καὶ ἡ νέα Ἑλλὰς
5092ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῶν ὁποίων ὀλιγάρι-
5093θμα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατέχουσι τὴν θέσιν αὐτῶν
5094χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἔμεινεν ὀρθία καὶ ἀκε-
5095ραία ἡ αὐτοτέλεια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐκεῖ
5096ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ ἡ αὐθαίρετος βούλησις τοῦ κυβερνήτου.
5097Πάντα δ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν εἴτε περὶ τῶν κρα-
5098τούντων εἰς ἄλλα Κράτη σχετικῶς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν
5099ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν εἴτε περὶ ἐκβιάσεως καὶ ἐξευτελισμοῦ
5100τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ κινδύνων, διότι ὁ κ. Εὐταξίας
5101ἐκτὸς τῆς θέσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
5102ἔσχε τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ ἄλλων σωματείων, τὰ ὁποῖα
5103ὑπεδείκνυεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς
5104λείαν, ἥτις θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς ἑταίρους, ὅταν κατα-
5105πέσῃ ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον συνεκεντρώθη ἡ ἐμπιστοσύνη
5106πάντων ἐκείνων τῶν σωματείων, εἶναι οἰκτραὶ καὶ κωμικαὶ
5107προτάσεις.
5108Καὶ περὶ μὲν τῆς ἐκβιάσεως διὰ τῆς συγκλήσεως τῆς
5109Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων ἐλέχθησαν ἤδη ἐπαρκῆ. Ἡ δὲ
5110ἐκβίασις διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων, ἀντὶ τῆς
5111ὁποίας ἐπεκτάσεως ἤθελον δοθῆ τὰ 65.000.000, ἡ ἐκβία-
5112σις αὕτη ἀνεγνωρίσθη ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως ὡς δι-
5113καία ἀξίωσις· διότι αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν
5114ὁποίαν μὲ τόσον σκαιὸν — ὡς ἐχαρακτήρισε τὴν ἰδίαν συμ-
5115περιφοράν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — μὲ τόσον
5116σκαιὸν τρόπον ἐδέχθη τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
5117ζης, αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἔγραφε τὴν ἐπιστολὴν ἡ
5118ὁποία ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Διοικητοῦ
5119τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
5120Ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται
5121πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι ν’ ἀναγνώσωσιν
5122οἱ κ. Βουλευταὶ πρὶν ἢ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των καὶ τὴν
5123ψῆφόν των ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς
5124Τραπέζης ἀφηγεῖται τὴν σκηνὴν ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν
5125καὶ ἡ ὁποία μαντεύετε ἐκ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον
5126συμπεριφέρεται ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνταῦθα
5127ἀπέναντι τῶν κ. Βουλευτῶν καὶ τῶν συναδέλφων του
5128κ. Ὑπουργῶν τίνας διαστάσεις ἔλαβεν. Ὁ Διοικητὴς τῆς
5129Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀφηγεῖται ὡς ἑξῆς τὴν σκηνὴν (ἀνα-
5130γινώσκει): «Τί μοὶ εἶπεν ἐκεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός; τὸ ἐπα-
5131ναλαμβάνει ἐν τῇ ἀγορεύσει του· ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι
5132τότε καὶ ἐντονώτερος ἦτο καὶ ἀποτομώτερος. Τῷ ἀπήντη-
5133σα, ὡς συνηθίζω, ἠρέμα».
5134Καὶ ὅσοι γνωρίζουσι τὸν κ. Ι. Εὐταξίαν γνωρίζουσι
5135τὴν γλυκύτητα καὶ ἠπιότητα τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ. Ἠμ-
5136πορεῖ νὰ εἶναι δύστροπος κατὰ τὴν διαχείρισίν του ἐν τῇ
5137ἐντολῇ του ὡς Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’
5138ἀναμφισβητήτως μειλιχιώτερος οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ.
5139(Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Κύριε Πρόεδρε, τὰ χρήματα
5140θὰ μεταβιβασθῶσι τηλεγραφικῶς εἰς Ἀμερικὴν πάντα ἐν-
5141τὸς τῆς αὔριον. Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε νὰ καλύψητε
5142τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῆς ἐντυπώσεως ὅτι ἀπε-
5143γυμνώθη τοῦ χρυσοῦ της. Τοῦτο δὲ γίνεται διὰ τῆς ἀνα-
5144γνωρίσεως κατ’ ἀρχὴν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπεκτάσεως
5145τῶν προνομίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης».
5146Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· εἶναι
5147ἀκριβῆ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐν τῷ ὑπομνήματί του ἀναφέρει ὁ
5148Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ἂν εἶναι ἀληθῆ αὐτά,
5149ποῦ ὑπάρχει ἡ δῆθεν ἐκβίασις; Ἐκβίασις ὑφίσταται, ὅταν
5150ζητῇ τις ἀθέμιτόν τι καὶ παράνομον, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ
5151μὴ ἔχῃ τις μηδὲ τὰς στοιχειώδεις γνώσεις ἐκτιμήσεως τῆς
5152ποινικῆς εὐθύνης ἢ ἐκ τοῦ ἐκτάκτου τῶν περιστάσεων νὰ
5153παραφέρηται ἐκ τοῦ πάθους, ὑφ’ οὗ παρεφέρετο ὁ κ. Πρόε-
5154δρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ,
5155ἵνα χαρακτηρίζῃ ὡς ἐκβίασιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισεν
5156ὡς ὀφειλόμενον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Καὶ τὸ ἀνε-
5157γνώρισεν αὐθημερόν, μεταγνοὺς ἴσως διὰ τὴν σκαιότητα
5158μεθ’ ἧς συμπεριεφέρθη πρὸς τὸν Διοικητήν, ὡς ἀποδεικνύει
5159ἡ ἑξῆς ἐπιστολή του (ἀναγινώσκει):
5160«Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Ἰουνίου 1914.
5161Κύριε Διοικητά,
5162Ὡς καὶ προφορικῶς ἐξέθηκα ὑμῖν, ἡ Κυβέρνησις ἀείποτε
5163ἀπέβλεψεν εἰς τὴν τοπικὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου τῆς
5164Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας καὶ οὐχὶ εἰς τὴν
5165ἵδρυσιν νέας ἐν αὐταῖς ἐκδοτικῆς Τραπέζης.
5166Ἐννοεῖται καλῶς ὅτι ἡ ἐπέκτασις αὕτη θὰ γίνῃ ἐξα-
5167σφαλιζομένων εἰς τὸ Κράτος εὐλόγων καὶ ἐπαρκῶν ἀνταλ-
5168λαγμάτων, ὡς τοῦτο ἐγένετο πανταχοῦ. Τὴν ἐλευθέραν δὲ
5169συζήτησιν τῶν ἀνταλλαγμάτων τούτων ἤθελον νὰ διαφυ-
5170λάξω ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ὅτε ἐδήλωσα ὑμῖν σήμερον τὴν
5171πρωίαν ὅτι δὲν δύναται ἡ περὶ τούτου συζήτησις νὰ γίνῃ
5172ἐν σπουδῇ.
5173Ἤδη, μετὰ τὴν λῆψιν τῆς σημερινῆς ἐπιστολῆς σας,
5174δι’ ἧς ὄχι μόνον ἀσφαλίζεται ἡ ἄνετος συζήτησις τῶν
5175ὅρων ἐφ’ οὓς θὰ γίνῃ ἡ ἐπέκτασις, ἀλλὰ φθάνετε νὰ
5176προβαίνητε ὅπως ἐν περιπτώσει διαφωνίας ἐπί τινος τῶν
5177ὅρων τούτων αὕτη λυθῇ διαιτητικῶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου
5178τῆς Κυβερνήσεως, οὐδένα πλέον ἔχω ἐνδοιασμὸν νὰ δηλώσω
5179ὑμῖν ὅτι ὑπὸ τοὺς ἐκτεθέντας ὅρους τὸ Ὑπουργικὸν Συμ-
5180βούλιον εἶναι σύμφωνον εἰς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου
5181τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, ὑπὸ τὴν
5182ἐπιφύλαξιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Τραπέζης Κρήτης, ἧς
5183ἐντούτοις τὴν συγχώνευσιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς οὐδαμῶς
5184ἀποστέργει ἡ Κυβέρνησις.
5185Μετ’ ἐξόχου τιμῆς
5186Ἐλευθ. Κ. Βενιζέλος»
5187Λοιπὸν ἀνεγνώρισε διὰ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ὁ κ. Πρό-
5188εδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ ἀξίωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
5189ζης καὶ τοῦ Διοικητοῦ αὐτῆς ὅπως ὑπὲρ αὐτῆς ἐπεκταθῶσι
5190τὰ προνόμια ἐπὶ τῶν νέων χωρῶν, ἡ ἀξίωσις αὕτη ἦτο δι-
5191καία. Ἀλλὰ μετὰ μῆνας τέσσαρας ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς τῆς
5192ἐπιστολῆς του καὶ ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἐπιστολῆς ἐκεί-
5193νης ἔρχεται καὶ καταγγέλλει ἐντεῦθεν, εἰσηγούμενος τὸ
5194ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅτι προσεπάθησε κατὰ πρῶ-
5195τον νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς
5196Τραπέζης κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν
519765.000.000 διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν θωρηκτῶν καὶ ὅτι τὴν
5198ἐκβίασιν αὐτὴν ἐπανέλαβε κατόπιν προκειμένης αἰτήσεως
5199περὶ ἀποδόσεως εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον τῶν ἐράνων τῶν
5200κατατεθειμένων διὰ τὴν ναυαρχίδα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τρα-
5201πέζῃ.
5202Αὐτά, Κύριοι, ἀποδεικνύονται ἐξ αὐτῶν τῶν δηλώσεων
5203τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκεῖνος ὅστις ἔχει
5204τὰς δηλώσεις ταύτας ὑπ’ ὄψει του δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ
5205κατὰ πόσον πάνθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου
5206τῆς Κυβερνήσεως ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς προερ-
5207χόμενα ἐξ εἰλικρινοῦς, ὡς εἶπεν ἐντεῦθεν, ἐκτιμήσεως τῶν
5208πραγμάτων.
5209Ἡ εἰλικρίνεια ἔγκειται εἰς τὴν ἐνέδραν τὴν ὁποίαν
5210ἠθέλετε νὰ στήσητε καὶ ἐστήσατε εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς
5211Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπερχομένης τῆς παύσεως αὐτοῦ θὰ
5212δυνηθῆτε ἐπὶ κεφαλῆς τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης νὰ
5213θέσητε ἓν ὄργανον ὑμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπακούῃ εἰς τὰ
5214νεύματα ὑμῶν ὡς νευρόσπαστον, ὡς εἶναι πάντες ἐκεῖνοι
5215τοὺς ὁποίους ἔχετε διορίσει ἢ ἐνταῦθα ἢ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρ-
5216χίαις.
5217Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖτε κἂν τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον δη-
5218μιουργεῖτε εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ εἰς βάρος τῆς πολι-
5219τείας ὑμῶν; Σεῖς εἰς ἓν ἀποβλέπετε, πῶς νὰ ἱκανοποιή-
5220σητε τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἐδημιουργήσατε κατόπιν
5221τῆς σπατάλης τὴν ὁποίαν ἐνεκαινίσατε ἐν τῇ διαχειρίσει
5222τῶν κοινῶν. Ἔχετε δ’ ἀνάγκην ἤδη, ὅτε ἐστείρευσεν ἡ
5223πηγὴ τῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ δανείων, ὅτε ἀναγκάζεσθε νὰ
5224ἐπαιτῆτε ἀπὸ τὰς ξένας ἀγορὰς μίαν ἐλαχίστην προκατα-
5225βολὴν ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως τοῦ δανείου τῶν 500 ἑκα-
5226τομμυρίων, ν’ ἀποβλέψητε καὶ ἀπεβλέψατε εἰς τὴν διοίκη-
5227σιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὅπως καταστήσητε εὐκολω-
5228τέραν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀβούλων ἀξιώσεων ὑμῶν.
5229Δὲν γνωρίζω οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ προΐδω τί δύναται
5230νὰ συμβῇ ὑπὸ τοιαύτην αὐθαίρετον κυβερνητικὴν ἐνέργειαν,
5231ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως προβλέπω εἶναι
5232ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνῃ. Καθ’
5233ὅσον αἱ ἀνάγκαι ὑμῶν θὰ καθίστανται μᾶλλον ἐπείγουσαι
5234καὶ μᾶλλον ἐπιτακτικαὶ — καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ν’
5235ἀποβῶσι μᾶλλον ἐπιτακτικαί, ἀφοῦ καὶ διὰ τῶν τελευ-
5236ταίων δηλώσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμία
5237δίδεται ἐλπὶς περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τοῦ οἰκονο-
5238μικοῦ ὑφ’ οὗ διεπόμεθα—, καθ’ ὅσον, λέγω, αἱ ἀνάγκαι
5239ὑμῶν θὰ ὑπάρξωσι μᾶλλον ἐπιτακτικαί, κατὰ τοσοῦτο θὰ
5240προσφεύγητε εἰς τὰ πρόχειρα αὐτὰ δάνεια παρὰ τῆς Ἐ-
5241θνικῆς Τραπέζης, τὰ ὁποῖα θὰ πραγματοποιῶνται εὐκολώ-
5242τερον, ὅταν θὰ ἔχητε ἓν νευρόσπαστον ἐπὶ κεφαλῆς τῆς δι-
5243οικήσεώς της. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε τοὺς κινδύνους τοὺς
5244ὁποίους, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, δημιουργεῖτε ὄχι μόνον εἰς
5245βάρος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ εἰς βάρος τῆς πο-
5246λιτείας ὑμῶν, εἰς βάρος τῆς Χώρας καὶ εἰς βάρος αὐτῆς τῆς
5247Κυβερνήσεως.
5248Τὰ δάνεια αὐτὰ βεβαίως εἶναι εὔκολα καὶ πρόχειρα,
5249καθ’ ὅσον δὲ εὑρίσκεται μία Κυβέρνησις ὑπὸ ἐπιτακτικὰς
5250ἀνάγκας, κατὰ τοσοῦτον εἶναι θελακτικώτερα· ἀλλὰ πρέπει
5251νὰ σκέπτησθε ὅτι τὰ ἱδρύματα τὰ πιστωτικὰ τὰ ἐθνικά,
5252Τράπεζαι ἐκδοτικαί, ἰδίᾳ δ’ ἐκείνη ἡ ὁποία συνεκέντρωσεν
5253ὁλόκληρον τὴν πεποίθησιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλ-
5254ληνισμοῦ, ἔχει ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐκπλη-
5255ρώσῃ, ὑποχρεώσεις ἐκ τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, πρέπει δὲ
5256νὰ ἐννοήσητε ὅτι, οἱανδήποτε πεποίθησιν καὶ ἂν ἔχητε εἰς
5257τὴν πολιτείαν ὑμῶν καὶ εἰς τὴν πίστιν τὴν ὁποίαν δύνα-
5258ται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμπνεύσῃ, ἡ πεποίθησις αὕτη εἰς
5259οὐδὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ καὶ οὐδόλως θέλει ἀσφαλίσει
5260τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι κινδύνων τοὺς ὁποίους
5261ἤθελον παραγάγει τὰ ἐπανειλημμένα κυβερνητικὰ δάνεια.
5262Ἡ πίστις καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους καὶ τὸ ἀξιό-
5263χρεον αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐπαρκῆ ἐφόδια διὰ τὴν λειτουργίαν
5264τῶν πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, διότι τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα,
5265ὅπως ἐξακολουθήσωσι τὴν λειτουργίαν αὐτῶν καὶ ὅπως
5266ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν, πρέπει νὰ
5267ἔχωσι πάντοτε τὰ κεφάλαιά των ῥευστά, καθ’ ὅσον δὲ τὰ
5268τοιαῦτα πιστωτικὰ ἱδρύματα δανείζουσι πρὸς τὸ Κράτος,
5269κατὰ τοσοῦτον καθίστανται ἀνεπαρκῆ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν
5270τῶν σκοπῶν χάριν τῶν ὁποίων ἱδρύθησαν. Μόνον ξυλοσχί-
5271στης δύναται ἐντεῦθεν ν’ ἀπαγγέλλῃ ὅτι εἶναι ἱκανὴ
5272ἀσφάλεια διὰ μίαν Τράπεζαν, ὅταν ζητῆται παρ’ αὐτῆς δά-
5273νειον τριπλάσιον τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου, ἡ πίστις
5274τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία πάντοτε ἐκρύπτετο ὄπισθεν τῆς πί-
5275στεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἤντλει δυνάμεις ἐκ τῆς
5276πίστεως αὐτῆς.
5277Ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας,—καὶ δὲν εἶναι πρᾶγμα
5278νέον καὶ οἱ ἄκρῳ δακτύλῳ ἁψάμενοι τῆς λειτουργίας τῶν
5279τοιούτων ἱδρυμάτων γνωρίζουσι τὰς περιπετείας δι’ ὧν
5280διῆλθεν αὕτη—, ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα μὲ τὴν πίστιν τῆς
5281Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βρεττανικῆς κυριαρχίας
5282συνεκλονίσθη ἐκ βάθρων ἕνεκα τῶν δανείων τῶν ἐπανει-
5283λημμένων, τὰ ὁποῖα ἐξηναγκάσθη κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ
5284ἄλλου αἰῶνος νὰ χορηγήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἀγ-
5285γλικήν, ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας συνεπήγαγεν ὁ
5286πόλεμος τῆς ἐξοντώσεως πρὸς τὴν Γαλλίαν.
5287Καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα εἶχεν, ὡς εἶπον, τὴν ἀσφά-
5288λειαν καὶ τὴν ἐγγύησιν τῆς Βρεττανικῆς κυριαρχίας, τοῦ
5289ἀπεράντου ἐκείνου Κράτους, τοῦ ἀπεράντου ὄχι μόνον
5290κατ’ ἔκτασιν, ἀλλὰ καὶ κατὰ δύναμιν καὶ πλοῦτον. Σεῖς
5291δέ, Ψωροκώσταινα, λέγετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ
5292ἔχῃ πεποίθησιν ὁ κόσμος εἰς τὴν φερεγγυότητα ὑμῶν καὶ
5293εἰς τὴν πίστιν τὴν ὁποίαν θὰ προσδώσητε εἰς τὴν Τρά-
5294πεζαν διὰ τῆς ἐγγυήσεως ὑμῶν!
5295Καὶ ποία εἶναι ἡ πίστις τοῦ Κράτους; Ἡ πίστις τοῦ
5296Κράτους ἀντικατοπτρίζεται ἐν τῷ Ἐλέγχῳ. Εἶναι ἡ πίστις
5297τὴν ὁποίαν χαίρει ἐκεῖνος ὅστις δίδει τὸ ὡρολόγιόν του
5298ὡς ἐνέχυρον. Μὲ αὐτὴν τὴν πίστιν νομίζετε ὅτι εἶναι δυ-
5299νατὸν νὰ λειτουργήσῃ καὶ ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν ἀπο-
5300στολήν του ἓν ἐθνικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον εἶναι Πανελλή-
5301νιον, ὁποῖον εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα; Ἐξακολουθήσατε
5302αὐτὴν τὴν πορείαν καὶ δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος ὅπως
5303μεταγνώσητε, διότι, φυσικά, καθῃμέραν ἐξαντλούμεθα.
5304Κατωρθώσατε νὰ λάβητε μίαν προκαταβολὴν 20 ἑκατομ-
5305μυρίων.
5306§243ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μένουσι δ’ οὕτω μόνον 15.000.000
5307ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ ὅλου δανείου τῶν 500.000.000.
5308§244Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ τὰ 20.000.000 εἶναι ἤδη
5309ἐξηντλημένα.
5310§245ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποῦ νὰ ἠξεύρητε ὅτι εἴμεθα σύμ-
5311φωνοι!
5312§246Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Χαίρω πολύ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς
5313παρακαλῶ εἶναι ἀντὶ νὰ συντρίψητε τὴν πίστιν τοῦ ἱδρύ-
5314ματος ἐκείνου, πρὸς τὸ ὁποῖον μετὰ πεποιθήσεως προσέβλε-
5315ψαν πᾶσαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, αἵτινες πᾶσαι ἐσε-
5316βάσθησαν τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, ἔστω καὶ ἂν δυστροπία τις
5317ἔφθανε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ στενοχωρήσῃ τὴν κυ-
5318βερνητικὴν ἐνέργειαν, ἀντί, λέγω, νὰ θέλητε νὰ συντρί-
5319ψητε τὴν πίστιν τοῦ ἱδρύματος αὐτοῦ, συντελέσατε εἰς τὴν
5320ἐνίσχυσιν αὐτοῦ, μὴ θέτετε δὲ χεῖρα ἀνευλαβῆ ἐπὶ τὴν
5321διοίκησιν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὴν αὐτοτέλειαν αὐτοῦ, χάρις εἰς
5322τὴν ὁποίαν ἐστηρίχθη καὶ ἐγιγαντώθη ἡ πίστις τοῦ Κράτους.
5323Τὸν ἀντίκτυπον τοῦ νομοσχεδίου σας θέλετε μετ’ ὀλίγον
5324τὸν αἰσθανθῆ.
5325Οὔτε σᾶς θεωρῶ ἱκανούς, οὔτε φοβοῦμαι ὅτι θὰ σκεφθῆτε
5326νὰ θέσητε χεῖρα ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν καταθέσεων ἢ τῶν
5327φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπεχειρή-
5328σατε νὰ πράξητε ἐν ἐπιτακτικῇ ἀνάγκῃ ἐπελθούσῃ ἐκ τῆς
5329ὑμετέρας ἀπρονοησίας ὡς πρὸς τὰ χρήματα τὰ ἐκ τῶν ἐρά-
5330νων διὰ τὴν ναυαρχίδα ἴσως δύναταί τις, μὴ ἐμβαθύνων
5331εἰς τὰς συνεπείας, νὰ εἴπῃ ὄχι μόνον ὅτι εἶναι συγγνω-
5332στόν, ἂν καὶ καταπατεῖτε ἓν καταστατικὸν περιβεβλη-
5333μένον μὲ τὴν ἐγγύησιν τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ
5334ὀρθόν. Διότι δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ, ἂν ὄχι ἄλλως,
5335ἀλλ’ ὡς μὴ πραγματοποιήσιμον τὴν ἰδέαν τοῦ καταρτι-
5336σμοῦ κεφαλαίου ἐπαρκοῦς δι’ ἐράνων πρὸς τὴν ἀγορὰν ἑνὸς
5337δρέδνοτ.
5338Τὰ χρήματα αὐτὰ μοιραίως ὤφειλον νὰ περιέλθωσιν
5339εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἂν καὶ τὰ χρήματα αὐτὰ συνε-
5340λέγησαν ἀληθῶς δι’ ἐκβιάσεως. Διότι ἐκβίασις ἠσκήθη ἐπὶ
5341μακροὺς μῆνας διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων τῶν φι-
5342λίως διακειμένων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ ἐκβίασις
5343πρὸς τοὺς ἐράνους αὐτοὺς ἠσκήθη καὶ παρὰ τῶν δημοσίων
5344Ἀρχῶν καὶ τῶν ὀργάνων τῶν κυβερνητικῶν. Ἀλλ’ ἔρανοι
5345ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ δι’ ἀπραγματοποιήτους σκοποὺς
5346καθιστάμενοι οὐδὲν ἕτερον ἀποτελοῦσι παρὰ φορολογίαν
5347ἐντελῶς ἄνισον καὶ ἄδικον.
5348Δύνασθε νὰ παραπονῆσθε κατὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς
5349Ἐθνικῆς Τραπέζης διότι εἰς μίαν εἰδοποίησιν ὑμῶν ὅτι εὑ-
5350ρίσκεσθε ἀπέναντι ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν δὲν σᾶς παρέ-
5351δωκεν ἀμέσως τὰ 3.500.000 τὰ ἐκ τῶν ἐράνων. Δὲν εἶναι
5352δὲ ἡ ἀντιποίησις τῶν χρημάτων αὐτῶν ἥτις ἀποτελεῖ τὸ
5353ἀδίκημα κατὰ τῆς πίστεως ὄχι μόνον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
5354ζης, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ κατάρριψις πάσης
5355πεποιθήσεως ἐπὶ τὰς ἐπαγγελίας τὰς κυβερνητικὰς καὶ ὁ
5356κλονισμὸς ἐκ βάθρων τῆς ἐμπιστοσύνης ἐπ’ αὐτάς, ἀφοῦ
5357δύνανται ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ καταθέσεις διὰ μιᾶς διαταγῆς
5358τῆς Κυβερνήσεως, μὴ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν οὔτε τοῦ Βα-
5359σιλικοῦ Διατάγματος ὅπερ κατήρτισε τόσον πανηγυρικῶς
5360τὴν Ἐπιτροπήν.
5361Ὅπως θέλει ἂς χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς
5362τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Οἱοσδήποτε χαρακτηρισμὸς καὶ
5363ἂν τῇ δοθῇ, ἓν εἶναι βέβαιον, ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως
5364ὅπως θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῶν χρημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα συνε-
5365λέγησαν παρ’ Ἐπιτροπῆς ἐγκριθείσης διὰ Βασιλικοῦ
5366Διατάγματος καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ καταστατικόν, διὰ τοῦ
5367αὐτοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐγκριθέν, πρέπει νὰ μέ-
5368νωσι κατατεθειμένα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ταῦτα
5369συνεπάγονται ἀναγκαίως τὴν ἐξαφάνισιν πάσης πεποιθή-
5370σεως ἐπὶ τὰς ἐπαγγελίας τὰς κυβερνητικὰς καὶ ἐπὶ τὴν
5371ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν χορηγεῖ τὸ ἐθνικὸν πιστωτικὸν
5372ἵδρυμα ὑπὲρ τῶν δανειστῶν του.
5373Καὶ ἄλλοτε εἴχομεν τοιαύτας ἀνάγκας ταμειακὰς καὶ
5374ἀπέναντι τοιούτων ἀναγκῶν προέβημεν εἰς ἐνέργειαν ἡ
5375ὁποία συνεπήγαγε τὴν ἐν μέρει ἀπώλειαν τῶν κυριαρχι-
5376κῶν τοῦ Κράτους δικαιωμάτων, διότι εἰς τοιαύτην τινὰ
5377ἐνέργειαν ὀφείλεται ἡ ἐπιβολὴ τοῦ Ἐλέγχου. Προσέξατε
5378μὴ ἐν τῇ παραζάλῃ ὅπως ἀποκτήσητε χρήματα διὰ τὰς
5379ἀνάγκας τὰς ὁποίας καὶ αἱ περιστάσεις ἐδημιούργησαν
5380ἀλλὰ καὶ ἡ μὴ συνετὴ ὑμῶν πολιτεία ἐπολλαπλασίασε
5381καὶ ηὔξησε, σπεύδοντες εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἐπι-
5382τακτικῶν ἀναγκῶν, καταστήσητε πρὸ τῶν ποδῶν ὑμῶν τὸ
5383βάραθρον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταπέσωσι πάντα τὰ ὄνειρα τῆς
5384ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποστάσεως καὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν μέλ-
5385λοντος.
5386Ὅταν πρόκειται περὶ τῆς πίστεως ἐθνικοῦ ἱδρύ-
5387ματος πιστωτικοῦ, ἐπὶ τὸ ὁποῖον στηρίζονται αἱ ἐλπίδες
5388καὶ αἱ πεποιθήσεις ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον
5389προσελκύει τὴν πεποίθησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ
5390ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε εὐλα-
5391βής, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος
5392Βουλευτής, ἡ πίστις εἶναι ὄργανον λεπτότατον καὶ ἐν τῇ
5393ὁρμῇ, ἡ ὁποία φυσικῶς γεννᾶται ἐν ἐκείνοις οἵτινες εὕρην-
5394ται πρὸ ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης, δύναται νὰ συντριβῇ κατὰ
5395τοιοῦτον τρόπον, ὥστε θρυμματιζόμενον νὰ θρυμματίσῃ καὶ
5396πᾶσαν ἐλπίδα ἀναρρώσεως τῆς ἐθνικῆς πίστεως.
5397§247Γ. Χ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Ὀρθῶς, Κύριοι, οἱ πλεῖστοι τῶν
5398ἀξιοτίμων προλαλησάντων ἐτόνισαν ὅτι ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν
5399ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ
5400καταδικασθῇ ὡς ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ὅλην λειτουργίαν
5401καὶ πρὸς τὴν πίστιν ἱδρύματος πιστωτικοῦ. Παράδειγμα ἡ
5402Γερμανία, ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία καὶ ἅπαντα τὰ Κράτη τὰ
5403ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ ἀρχὴ μάλιστα αὕτη
5404εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὁ Ναπολέων ἱδρύων τὴν Γαλλικὴν
5405Τράπεζαν κατὰ τὸ 1800 ἐξέφρασε, λέγων ὅτι ἡ Τράπεζα
5406αὕτη δὲν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς μετόχους, ἀλλ’ ἀνή-
5407κει καὶ εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ
5408προνόμιον τὸ ἐκδοτικόν· προσέθηκε δ’ ὅτι θεωρεῖ ἀπαραί-
5409τητον τὴν ἐξάρτησιν τῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλ’
5410ἐξάρτησιν μὴ ὑπερβολικήν. Συνυφαίνεται δὲ τόσον στενῶς ἡ
5411τύχη, ἡ πίστις τῆς Τραπέζης μετὰ τῆς τοῦ Κράτους καὶ
5412τἀνάπαλιν, ὥστε ἀδύνατον εἶναι ν’ ἀδιαφορήσῃ ἡ Κυβέρνησις
5413διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς Τραπέζης καὶ νὰ μένῃ ἄοπλος ἀπέ-
5414ναντι τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς. Ἂν ἑπομένως ἐπρόκειτο νὰ συ-
5415ζητήσωμεν εἴτε τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης εἴτε καὶ τὴν παρά-
5416τασιν τοῦ προνομίου αὐτῆς, ὀρθὸν καὶ δίκαιον θὰ ἦτο νὰ
5417ἐξετάσωμεν τὴν ἄποψιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ τὸ
5418παρὸν νομοσχέδιον.
5419Ἀλλά, Κύριοι, νὰ ἐρχώμεθα ν’ ἀνατρέψωμεν ῥιζικῶς
5420μίαν διοργάνωσιν ἡ ὁποία τόσον καλὰ ἔδωκεν ἀποτελέ-
5421σματα, καὶ τοῦτο μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τιμωρήσωμεν ἕνα
5422Διοικητήν, ὅστις ὑπεραμυνόμενος τῶν συμφερόντων τῆς
5423Τραπέζης δυσηρέστησε τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὔτε ἠθέλη-
5424σεν οὔτε ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὸ Κράτος, τὸ τοιοῦτο, Κύριοι,
5425θεωρῶ καὶ αὐθαίρετον καὶ ῥιψοκίνδυνον καὶ περιττόν. Αὐ-
5426θαίρετον εἶναι, διότι μονομερῶς καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως
5427τοῦ ἄλλου συμβαλλομένου διεκδικοῦμεν καὶ ἐπιβάλλομεν
5428δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἐπιφυλαχθῆ ὑπὲρ τῆς Κυ-
5429βερνήσεως, ῥιψοκίνδυνον δέ, διότι ἀγνοοῦμεν ποίαν ἐντύπω-
5430σιν θὰ προξενήσῃ ἡ κρατοποίησις τῆς Τραπέζης — ἂς μοὶ
5431ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφρασθῶ οὕτως — εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σήμε-
5432ρον ἔχουσιν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Τράπεζαν. Ὅσον
5433δὲ μεγάλη καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐπιβολὴ τῶν ξένων ἐκείνων ἱδρυμά-
5434των τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ὑπέστησαν
5435ἐκεῖνα δοκιμασίαν τοιαύτην, οἵαν πρόκειται νὰ ὑποστῇ ἡ
5436ἡμετέρα Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ δὲν ἔχουσιν ἄλλως τε ἀκτῖνα
5437ἐνεργείας τόσον εὐρεῖαν, ὅσην ἔχει ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλά-
5438δος. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ πίστις τῆς Τραπέζης ἡμῶν ἐρείδεται
5439ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς δυνάμεων καὶ οὐχὶ
5440ἐπὶ τοῦ κλονισθέντος οἰκονομικοῦ γοήτρου τῆς Ἐπικρατείας
5441ἡμῶν. Ἅπαξ δὲ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατωφερῆ ταύτην
5442ὁδόν, δὲν θὰ εὕρωμεν παρ’ ἡμῖν τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους
5443τῆς κοινῆς γνώμης τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
5444γός. Παρ’ ἡμῖν τὰ διάφορα συμφέροντα καὶ αἱ διάφοροι
5445τάξεις δὲν εἶναι ἀρκούντως διωργανωμέναι τόσον ἐν τῷ Κοι-
5446νοβουλίῳ, ὅσον καὶ ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, ὥστε ἡ γνώμη καλῶς καὶ
5447ὀργανικῶς λειτουργούσης Κοινωνίας νὰ περιορίσῃ ἐντὸς λο-
5448γικῶν ὁρίων τὴν παντοδυναμίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
5449Πρὸς τί λοιπὸν αὐτὸ τὸ πλῆγμα κατὰ διοργανώσεως
5450ἡ ὁποία τόσα ἀγαθὰ ἀπέδωκε καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν καὶ
5451εἰς τὸ Κράτος; Διὰ νὰ ἐπαυξήσωμεν τὴν ἐπιβολὴν τῆς
5452Πολιτείας; Ἀλλά, Κύριοι, δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι
5453τὸ Κράτος δὲν ἐνασκεῖ τὴν ἀπαιτουμένην ἐπιβολήν, ὅτι
5454ὄντως δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του ἢ ὅτι
5455εἴτε ὁ Διοικητὴς εἴτε ἡ Τράπεζα αὐτὴ δύναται ἀποινεὶ νὰ
5456ἀντιμετωπίσῃ τὴν κυβερνητικὴν ὀργήν; Καὶ νομίζετε ὅτι
5457δύναται οἱοσδήποτε Διοικητὴς νὰ παραμείνῃ ἐπὶ πολὺ ἐπὶ
5458κεφαλῆς τῆς Τραπέζης παρὰ τὴν ἐπιτακτικήν, οὕτως εἰπεῖν,
5459θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως;
5460Ἔχετε ἑπομένως ἀνὰ χεῖρας ὅπλον ἐπαρκὲς ἵνα ἐπι-
5461βάλητε τὴν θέλησίν σας. Ἰσχυρότερον ὅπλον δὲν θὰ δυνη-
5462θῆτε νὰ δημιουργήσητε διὰ νόμου, ἔχετε δὲ ὅπλον ἀθόρυ-
5463βον, ἀλλὰ μὴ καταφέρον θανασίμους πληγὰς εἰς τὴν πί-
5464στιν τῆς Τραπέζης. Ἀρκεσθῆτε εἰς τὸ ὅπλον αὐτό.
5465§248Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τὸ θέμα ἐξηντλήθη καὶ ἡ κόπω-
5466σις εἶναι τοιαύτη, ὥστε κατ’ ἀνάγκην θὰ περιορισθῶ εἰς
5467ὀλιγίστας λέξεις. Ἂν δὲ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἔπραξα
5468τοῦτο, διότι θεωρῶ ὅτι ἐπὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου
5469ἕκαστος ἔχει καθῆκον ἵνα τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐκφέρῃ. Λέγω,
5470Κύριοι, σοβαρὸν τὸ ζήτημα, καθόσον πρόκειται περὶ τοῦ
5471ἐθνικοῦ ἱδρύματος, περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αὕτη κατὰ
5472τὸ παρελθὸν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της οὐχὶ μόνον πρὸς τοὺς
5473μετόχους, ἀλλὰ πρὸς τὴν Χώραν ὁλόκληρον, πρὸς τὸ Κρά-
5474τος, πρὸς τὴν Ἑλλάδα, πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ ἰδίως
5475κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη· διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι,
5476ὁσάκις τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς ἐπιτακτι-
5477κὰς καὶ ἐπειγούσας ἀνάγκας, ἦλθεν ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ
5478πάντοτε ἀρωγὸς εἰς τὸ Κράτος. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ
5479ὅτι τὸ Κράτος ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς πίστεως τῆς Ἐθνικῆς
5480Τραπέζης ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας τῶν
5481δύο πολέμων. Καὶ ἐνῷ αἱ ὑπηρεσίαι αὐτῆς εἶναι τόσον
5482πρόσφατοι, ἐπιτρέπεται σήμερον διὰ νομοσχεδίου νὰ μετα-
5483βάλωμεν ἄρδην τὸν ὀργανισμὸν τῆς Τραπέζης; Διότι ποία
5484ἡ σημασία τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου; Πρόκειται,
5485κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἁπλούστατα περὶ νομοσχεδίου ἐπιτρέ-
5486ποντος ὅπως ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπομακρυνθῇ ὁ
5487Διοικητὴς αὐτῆς. Καὶ ἤκουσα, Κύριοι, ἀναπτυσσομένας ἀπὸ
5488τοῦ βήματος τούτου θεωρίας περὶ ἐπικρατήσεως τοῦ Κρά-
5489τους ἢ τῶν μετοχικῶν συμφερόντων, περὶ τοῦ δικαιώματος
5490τοῦ Κράτους πρὸς ἐπέμβασιν, ἤκουσα ν’ ἀναφέρηται τί γί-
5491νεται εἰς πολλὰ μέρη τοῦ Ἐξωτερικοῦ, εἰς τίνα τὸ Κράτος
5492ἀναμιγνύεται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Τραπεζῶν, εἰς τίνα
5493ἀνήκει εἰς αὐτὸ ὁ διορισμὸς τοῦ Διοικητοῦ. Ἀλλὰ πάντα
5494ταῦτα εἶναι ἐντελῶς περιττά, ἁπλούστατα διότι τὸ ζήτημα
5495περὶ οὗ πρόκειται εἶναι ἓν καὶ μόνον· πρόκειται νὰ εὑρεθῇ
5496μέσον, ὅπως ἀποπέμψωμεν τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς
5497Τραπέζης. Διατί νὰ δίδωμεν εἰς ζήτημα προσωπικόν — διότι
5498περὶ τοιούτου πρόκειται — τὴν χροιὰν ζητήματος θεωρητι-
5499κοῦ, καθ’ ὃ συζητεῖται ἂν τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐπικρα-
5500τήσῃ ἢ οἱ μέτοχοι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην αὐτῶν;
5501Ἁπλούστατα πρόκειται περὶ τῆς ἀποδιώξεως τοῦ Διοι-
5502κητοῦ τῆς Τραπέζης. Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα· τίνες οἱ
5503λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὴν ὀργήν, ὡς ὀρθότατα ἐλέχθη,
5504τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς νὰ πα-
5505ρασκευάσῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τὴν ψῆφον
5506τῆς Βουλῆς; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύο κυρίως ἀνέφερε
5507λόγους. Ἀνέφερε τὴν στάσιν τοῦ Διοικητοῦ εἰς τὸ ζήτημα
5508τοῦ δανείου πρὸς ἀγορὰν τῶν Ἀμερικανικῶν πλοίων καὶ
5509εἶπεν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος, ἂν ὄχι αὐτός,
5510ὁ προκάτοχός του, εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα δα-
5511νείσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς ἀγο-
5512ρὰν τῶν πλοίων — ὄχι αὐτῶν, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ αὐτῶν,
5513ἀλλὰ περὶ ἄλλων πλοίων, περὶ ὧν διεπραγματεύετο ἡ Κυ-
5514βέρνησις —, εἶχε δώσει τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτε δ’ ἐκλήθη ὅπως
5515πραγματοποιήσῃ ταύτην, ἠθέλησε νὰ ἐκβιάσῃ τὴν Κυβέρ-
5516νησιν ὁμιλῶν περὶ τῆς παρατάσεως ἢ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ
5517προνομίου τῆς Τραπέζης καὶ οὕτως ἀπεπειράθη νὰ ἐκβιάσῃ
5518τὴν Κυβέρνησιν. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
5519ὅτι κατὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ ἀξιώματος ἐκ μέρους τοῦ
5520κυρίου Εὐταξίου ἢ πρὸ αὐτῆς εἶχε γραφῆ παρ’ αὐτοῦ ἐπι-
5521στολή.
5522§249ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προφορικὴ διαβεβαίωσις.
5523§250Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔστω, ἡ ὁποία ὅμως ἐν ἐπιστολῇ
5524τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναφέρεται καὶ ἐγγράφως, ὅτι, ἄν
5525ποτε ἤθελεν ἐγερθῆ διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ
5526αὐτοῦ, θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ παραιτηθῇ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι
5527δὲν δύναμαι νὰ συγχωρῶ τὸν κ. Διοικητὴν διὰ τοῦτο. Οὗ-
5528τος ἔπρεπε νὰ ἵσταται ὑψηλὰ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως
5529καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· «ἂν ἔχητε ἐνδοια-
5530σμοὺς περὶ τοῦ διορισμοῦ μου, δὲν ἐπιμένω εἰς αὐτόν». Νο-
5531μίζω ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ μὴ προβῇ εἰς δήλωσιν τοιαύτην
5532ἀποτελοῦσαν μείωσιν αὐτοῦ.
5533Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ
5534ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἠθέλησε νὰ ἐκβιάσῃ
5535τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ὅρων τῆς ἐπεκτάσεως ἢ
5536τῆς παρατάσεως τοῦ προνομίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
5537ὡμολόγησεν ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἄλ-
5538λως τε ἐπεξηγεῖ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν τῷ
5539ὑπομνήματι τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Βουλὴν λέγων ὅτι παρέ-
5540στησεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν
5541ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἀφαίμαξις 60.000.000 ἐκ τοῦ εἰς χρυ-
5542σὸν ἀποθέματος ἔπρεπε νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν
5543Τράπεζαν ἡ εὐκολία ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς συνεπείας
5544αἵτινες ἤθελον ἀναγκαίως προέλθει ἐκ τῆς μεγίστης ταύτης
5545ραριμάξεως—αὕτη εἶναι ἡ ἐξήγησις ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ
5546Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης—, ὡμολόγησε, λέγω, ὁ κύριος
5547Πρωθυπουργὸς ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
5548ἀπέναντι τῆς διατυπωθείσης διαμαρτυρίας εἰδικῶς περὶ τῆς
5549ἀνάγκης τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς καταστάσεως τοῦ
5550προνομίου εἰς τὰς νέας χώρας ἐδήλωσεν εἰς αὐτὸν ὅτι, ἄν
5551ποτε ἤθελεν ἐπέλθει διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ αὐτοῦ
5552ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως διὰ τῆς ὁποίας ἤθελε πα-
5553ραχωρηθῇ ἡ ἐπέκτασις τοῦ προνομίου, ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς
5554τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἵνα διαιτητικῶς λύσῃ ὁριστικῶς τὰς
5555διαφωνίας κί ὁποῖαι ἤθελον ἐγερθῇ. Καὶ ἐνταῦθα ἔχομεν καὶ
5556δευτέραν ὑποχώρησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν παραδέχομαι καὶ
5557τὴν ὁποίαν ἐγὼ κατακρίνω, διότι φρονῶ ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ
5558Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης εἶναι τὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν συμ-
5559φερόντων, οὐχὶ μόνον τῶν μετόχων, ἀλλὰ τῆς Τραπέζης
5560τῆς Τραπέζης ἐν τῇ μεγάλῃ περιοχῇ αὐτῆς ὡς μόνου
5561πιστωτικοῦ καταστήματος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ἡ οἰ-
5562κονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ
5563Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὤφειλεν ἀπέναντι τοῦ
5564Κράτους νὰ τηρήσῃ ἀνεξάρτητον θέσιν καὶ νὰ μὴ ἀπαλλο-
5565τριώσῃ διὰ μιᾶς τὰ δικαιώματα τῆς Τραπέζης εἰς χεῖρας
5566βεβαίως ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Τραπέζης,
5567ἀλλ’ εἰς χεῖρας Πρωθυπουργοῦ διοικοῦντος τὸ Κράτος καὶ
5568ἀντιπροσωπεύοντος τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ
5569ἐρωτῶ· ἀπέναντι τῆς ὑποχωρήσεως ταύτης δύναται πλέον
5570νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἐκβιάσεως ἢ ἀποπείρας ἐκβιάσεως;
5571Καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέλαβε τὸ διάβημα τοῦ Διοι-
5572κητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς ἀποτελοῦν ἀπόπειραν
5573ἐκβιάσεως, ἐρωτῶ· διατί δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν
5574τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε προχθές; Διότι δὲν
5575ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ἂν κατώρθου ν’ ἀποδείξῃ ὅτι
5576ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ἐπωφελούμενος τῆς στενο-
5577χωρίας τῆς ἐκ τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης προερχομένης, ἔλαβε
5578τὴν τόλμην νὰ προβῇ εἰς ἐκβιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως,
5579ἔπραξέ τι τὸ ὁποῖον δὲν ἐδικαιολόγει εἰμὴ τὴν ἀποπομ-
5580πὴν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον κατέχει. Ἀλλ’ ὁ κ.
5581Πρωθυπουργὸς οὐδὲν τοιοῦτον ἔπραξεν, ἀλλ’ ἀπαντήσας
5582ἤρχισε τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς καταρτισμὸν τῆς συμ-
5583βάσεως πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου. Καὶ ἐρωτῶ· ἡ δια-
5584γωγὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἀπέδειξεν ὅτι δὲν εἶχε
5585τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προ-
5586έβη εἰς ἐκβίασιν ἢ ἀπόπειραν ἐκβιάσεως κατ’ αὐτοῦ; Καὶ
5587ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῆς συμβάσεως, καὶ εἶ-
5588πεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι διαφωνίαι ἠγέρ-
5589θησαν ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ταύτης. Καὶ ἐρωτῶ·
5590ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀνὰ χεῖρας ἐπιστολὴν
5591διὰ τῆς ὁποίας ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνε-
5592γνώριζεν αὐτὸν ὡς διαιτητὴν πρὸς λύσιν τῶν διαφωνιῶν αἱ
5593ὁποῖαι ἤθελον ἐπέλθει, διατί δὲν ἐξήσκησε τὸ διαιτητικὸν
5594αὐτοῦ δικαίωμα καὶ διατί δὲν ἐπέβαλε τὴν θέλησιν αὐ-
5595τοῦ καὶ τὴν παραδοχὴν τῶν ὅρων εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς
5596Τραπέζης δυνάμει τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχε, ἐφ’ ὅσον
5597τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνεγνώρισεν εἰς αὐτὸν ὁ Διοικητὴς τῆς
5598Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ἄρα δὲν ὑπῆρχε διαφωνία περὶ ὅρων,
5599διότι, ἂν ὑπῆρχε διαφωνία ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως,
5600θὰ ἤθελε βεβαίως προβῆ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς λύσιν τῆς
5601διαφωνίας ταύτης δυνάμει τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχε
5602καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγνωρίσει ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέ-
5603ζης. Ἄρα δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἐκβιάσεως οὔτε περὶ
5604διαφωνίας περὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, διότι ἡ δευτέρα
5605ἐκβίασις ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων αἱ ὁποῖαι
5606ἔγιναν μετὰ τὴν λεγομένην ἐκβίασιν, ἡ δὲ διαφωνία ἐπὶ
5607τῶν ὅρων δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ, διότι ὑπῆρχε τὸ δι-
5608καίωμα εἰς τὸν διαιτητὴν ὅπως ἄρῃ τὰς διαφωνίας
5609ταύτας.
5610Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, τουτέστιν
5611ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης παρενέβαλλε δυσκολίας εἰς
5612τὴν ἄρσιν ἢ εἰς τὴν μεταβίβασιν εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ δημο-
5613σίου ποσοῦ τινος τριῶν καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων προερ-
5614χομένου ἐξ ἐράνων διὰ τὴν ναυπήγησιν τῆς ναυαρχίδος.
5615Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι αὕτη πράγματι ἡ αἰτία τοῦ θυμοῦ τοῦ κ.
5616Πρωθυπουργοῦ; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι δὲν πιστεύω
5617ὅτι τοῦτο προυκάλεσε τὴν ὀργήν του. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
5618προυκάλεσε τὴν ὀργὴν αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ
5619τὸν ὁποῖον ἐγίνετο ἡ διαπραγμάτευσις ἐπὶ τοῦ ζητήματος
5620τούτου ἐξετέθη ἡ Κυβέρνησις καὶ κατ’ ἐμὲ ἐξετέθη ἀδίκως,
5621ὑπῆρχε δὲ τρόπος ὅπως ἀποφύγῃ τοῦτο. Καὶ λέγω ὅτι ἐξε-
5622τέθη, διότι, καίτοι εἶναι γνωστὴ ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατά-
5623στασις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εὐχάριστον εἰς μίαν Κυ-
5624βέρνησιν νὰ γίνηται λόγος περὶ 3.500.000 ὅπως ἐπαρκέσῃ
5625εἰς ἀπολύτους καὶ ἐπειγούσας ἀνάγκας.
5626Ἀλλὰ μήπως δὲν ὑπῆρχε λύσις τοῦ ζητήματος τού-
5627του; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
5628νὰ φρονῶ ὅτι, ἂν ἀντὶ νὰ τηρήσῃ τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν
5629ἐτήρησεν, ἀντὶ νὰ προσφύγῃ εἰς κάτι τι μὴ ἀκριβές, ὅτε
5630εὑρέθη ἀπέναντι ὁμηγύρεως, ἡ ὁποία ἴσως τὸν ἐτάραξεν,
5631ἀντὶ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς προμηθείας τόκου
5632μείζονος διὰ τὰ τρία ἑκατομμύρια, ἀντὶ ταῦτα νὰ πράξῃ,
5633ἔπρεπε νὰ εἶχε καλέσει κατὰ μέρος τὸν Διοικητὴν τῆς
5634Τραπέζης καὶ νὰ ἔλεγε πρὸς αὐτόν· ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγ-
5635κην τῶν 3 ἑκατομμυρίων...
5636§251ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶχε λεχθῆ ἤδη τὴν προηγου-
5637μένην.
5638§252Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά. Ἂν εἶχε λεχθῆ, δὲν
5639ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τὸ μέσον, διότι ὅπως εὑρεθῇ τὸ
5640μέσον, ὡς ἀνέφερεν ὁ Διοικητὴς ἐν τῷ ὑπομνήματι, θὰ
5641ἦτο διατεθειμένος νὰ δεχθῇ, ὅπως τὰ 3½ ἑκατομμύρια
5642ἐκδοθῶσιν εἰς ἀγορὰν ἐντόκων γραμματίων διὰ λογαρια-
5643σμὸν τῶν καταθετῶν, αὐτὸς δὲ νὰ δώσῃ 3½ ἑκατομμύ-
5644ρια τῶν ἐντόκων γραμματίων τῶν κατεχομένων ὑπὸ τῆς
5645Τραπέζης, νὰ δανείσῃ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἀκολούθως εἰς τὸ
5646Κράτος.
5647Ἰδοὺ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, χωρὶς νὰ γίνῃ ὁ πάτα-
5648γος ὁ ὁποῖος ἔγινε χωρὶς νὰ γίνῃ ὅλος ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος
5649βεβαίως δὲν συνετέλεσε νὰ παραστήσῃ τὰ τοῦ Κράτους
5650πράγματα εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει
5651πάντοτε νὰ προσπαθήσωμεν ὅπως παραστήσωμεν. Καὶ ὁ
5652δεύτερος λόγος λοιπόν, Κύριοι, δὲν μοὶ φαίνεται σοβαρός,
5653δὲν μοὶ φαίνεται τοιοῦτος, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὸ νομοσχέ-
5654διον τὸ ὑποβληθὲν καὶ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπα-
5655ναλάβω ὅτι μόνη ἔννοια εἶναι νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρ-
5656νησιν ὅπως ἀπαλλαγῇ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
5657πέζης, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἔχῃ τὴν συμπά-
5658θειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λη-
5659σμονήσωμεν ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
5660τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ πολλῆς εἰλικρινείας παρέστησε τὴν
5661εἰκόνα τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, ἐκ τῆς εἰκόνος δὲ ταύτης
5662τί προέκυψεν; Ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει εἴτε ἐξ ἐλλειμμάτων
5663εἴτε ἐκ προμηθειῶν ἐκτελεσθεισῶν εἴτε ἐξ ἀνοικτῶν ὑπο-
5664χρεώσεων 750 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐρωτῶ· καὶ ἐπὶ τῇ ὑπο-
5665θέσει πραγματοποιήσεως τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ δα-
5666νείου, τὸ ὁποῖον σχεδὸν ὁλόκληρον ἐπραγματοποιήθη, τί
5667ἀπομένει; Ἀπομένουσι 510 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα μέ-
5668νουσιν ἀκάλυπτα καὶ περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ κατα-
5669βληθῇ φροντίς. Ἀλλὰ μήπως πρόκειται μόνον περὶ φροντί-
5670δων ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως προερχομένων;
5671Ὄχι, Κύριοι· διότι δυστυχῶς ἐπῆλθεν ὁ Εὐρωπαϊκὸς πό-
5672λεμος, αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης εἶναι κεκλεισμέναι καὶ ἂς
5673μὴ κολακευώμεθα ἐκ τοῦ μικροῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομ-
5674μυρίων, διότι τὸ δάνειον τοῦτο θὰ ἐσχετίσθη βεβαίως μὲ τὰ
5675ὑπολειπόμενα τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ δανείου τῶν 500
5676ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ οὐδεὶς λογικῶς δύναται νὰ σκεφθῇ
5677ὅτι ἐν ᾗ καταστάσει εὑρίσκονται αἱ οἰκονομικαὶ ἀγοραὶ
5678τῆς Εὐρώπης ὑπάρχει ἐλπὶς χωρὶς νὰ παρέλθῃ πολὺς χρό-
5679νος ὅτι αὗται θὰ δυνηθῶσι νὰ προέλθωσιν εἰς ἀρωγὴν πρὸς
5680ξένα Κράτη. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης καταστάσεως δὲν
5681εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομο-
5682σχεδίου τι τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προαγάγῃ τὴν πί-
5683στιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δύναται —χωρὶς νὰ θέλω
5684νὰ βεβαιώσω τοῦτο, διότι, ὡς ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ
5685κύριος Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος προκειμένου περὶ
5686πίστεως αὕτη εἶναί τι λεπτότατον — νὰ μεταβάλῃ τὴν
5687πίστιν εἰς ἀπιστίαν. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, τὸ Κράτος εὑρί-
5688σκεται εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ
5689μὴ ἐπιτρέπηται νὰ ἐλπίσῃ ὅτι δύναται ἐπ’ αὐτοῦ νὰ
5690στηριχθῇ ἡ πίστις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ μᾶλλον
5691πειθόμεθα ὅτι τὸ Κράτος πρέπει ἐπὶ τῆς πίστεως τῆς Τρα-
5692πέζης νὰ στηρίξῃ τὸ μέλλον αὐτοῦ, νομίζετε ὅτι εἶναι ὀρ-
5693θὸν χάριν πραγματοποιήσεως ἐπιθυμίας προελθούσης ἐξ
5694ὀργῆς τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ὁ θόρυβος ὁ γεννηθείς, δὲν
5695ἠξεύρω ἂν ἐξ ἀμελείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἢ ἐκ δυστροπίας
5696ἔστω τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶναι ὀρ-
5697θὸν χάριν τοῦ αἰσθήματος τούτου νὰ διατρέξωμεν τὸν κίν-
5698δυνον τὸν χείρονα τοῦ πρώτου κινδύνου τὸν ὁποῖον προσπα-
5699θοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν διὰ τὴν Χώραν;
5700Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὴν
5701Βουλὴν καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ
5702ὁποῖος κατόπιν ἐπισκέψεως ἐγκρίτων πολιτῶν ἀπεφάσισε
5703νὰ τροποποιήσῃ τὸ χθὲς ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ σχέδιον,
5704ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀκούσας τὴν ἀνά-
5705πτυξιν πασῶν τῶν ἰδεῶν αἵτινες ἀντιτίθενται εἰς τὴν ψήφι-
5706σιν τοῦ νομοσχεδίου, ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Πρωθυ-
5707πουργός, ὅστις ἤδη ἔκαμεν ἓν βῆμα, δὲν θὰ διστάσῃ νὰ
5708προβῇ καὶ εἰς τὸ ἕτερον βῆμα.
5709§253ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευ-
5710ταί, θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν τὸ βῆμα τὸ ὁποῖον ἔκαμα κατό-
5711πιν τῆς ἐπισκέψεως τῶν ἐγκρίτων πολιτῶν ἠδυνάμην νὰ τὸ
5712διπλασιάσω καὶ μάλιστα νὰ πολλαπλασιάσω αὐτὸ κατό-
5713πιν τόσῳ ἀξίων προσοχῆς γνωμῶν αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν
5714τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρ’ ἀνθρώ-
5715πων ἐγκριτωτάτων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ὑπερέχουσιν ὅσον
5716ἀφορᾷ εἰς τὸ ἔγκριτον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μὲ ἐπεσκέφθησαν τὴν
5717πρωίαν. Δυστυχῶς οἱ μὲν ἐπισκεφθέντες με τὴν πρωίαν
5718κατώρθωσαν νὰ μὲ πείσωσι, καὶ οὔτε πολὺς χρόνος ἐχρειά-
5719σθη ἵνα πεισθῶ, διότι, μόλις μοὶ ἐξεδηλώθη ὑπὸ προσώπων
5720καλῆς πίστεως ὅτι ἡ θέσις τῆς τοιαύτης διατάξεως τοι-
5721ούτου θεσμοῦ ἀνησύχησέ τινας, ἐδήλωσα ὅτι ἐννοῶ νὰ
5722λείψῃ αὐτὴ ἡ ἀνησυχία, ἐνῷ πάντα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ
5723ὁποῖα ἤκουσα τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἠδυνήθησαν οὐδὲ
5724κατὰ πολλοστημόριον νὰ κλονίσωσι τὴν πεποίθησίν μου
5725τὴν στερρὰν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχε-
5726δίου καὶ τὴν ὁποίαν ἐδικαιολόγησα ἐπαρκῶς κατὰ τὴν
5727συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μάλιστα νὰ
5728προσθέσω ὅτι οὐδὲ κἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ν’ ἀνέλθω ἐπὶ
5729τοῦ βήματος τούτου, διότι ἐφρόνουν ὅτι, ἂν ἐλέχθη τι ἐκ
5730ὁποῖον νὰ ἦτο ὁπωσδήποτε ἄξιον λόγου, ἡ ἀπάντησις δι’
5731αὐτὸ θὰ ὑπῆρχεν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον κατὰ τὴν
5732συνεδρίαν τοῦ Σαββάτου. Ἂν ἀνέρχωμαι τὸ βῆμα, πράττω
5733τοῦτο μᾶλλον καθ’ ὑποχρέωσιν κοινοβουλευτικήν, διότι θὰ
5734ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ ἡ σιωπή μου μετὰ τὴν παρέλα-
5735σιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τόσων ἐπιφανῶν μελῶν τοῦ
5736Κοινοβουλίου.
5737Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιον ὑμῶν
5738σήμερον, μετὰ τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα κατὰ τὴν
5739ἀρχὴν τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας
5740καὶ Ἤλιδος, δύο πλέον ἔχει διατάξεις, τὴν διάταξιν κατὰ
5741τὴν ὁποίαν ὁ διορισμὸς τῶν ἀποτελούντων τὴν διοίκησιν
5742τῆς Τραπέζης δέον νὰ τελῇ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερ-
5743νήσεως καὶ τὴν δευτέραν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ
5744κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ἀποτελοῦντες
5745τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δύνανται ν’ ἀνακλη-
5746θῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καλουμένης συνελεύ-
5747σεως τῶν μετόχων γίνῃ ἐκλογή, ἡ ὁποία νὰ διατελῇ ὑπὸ
5748τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρώτην
5749διάταξιν, δὲν νομίζω ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀπασχολήσω
5750ἐπὶ πολλὴν ὥραν, διότι ἔχω εὐτυχῶς συμμαχητὰς πολλοὺς
5751τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀκόμη καὶ
5752τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ζωγράφον, ὅστις
5753δὲν ἠμφισβήτησε κατ’ ἀρχὴν τὴν σκοπιμότητα τῆς μετοχῆς
5754τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἀνάδειξιν τῶν διοικητῶν τῶν τοιούτων
5755ἱδρυμάτων.
5756Ἡ ἐπίκλησις τοῦ γεγονότος ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν παρου-
5757σιάσθη ἀνάγκη τοιαύτης προνοίας εἶναι δι’ ἐμὲ ἄνευ τινὸς
5758σημασίας. Αὐτὰ τὰ τελούμενα σήμερον θὰ ἠδυνάμην νὰ
5759ἐπικαλεσθῶ ὡς τὴν μᾶλλον κατηγορηματικὴν ἀπόδειξιν
5760τοῦ ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς διατάξεως ταύτης ἠδύνατο ν’ ἀγάγῃ
5761εἰς συνεπείας ὀλισθηράς. Δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐπικα-
5762λεσθῶ ἐνώπιον ὑμῶν ἄλλο τι παρ’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα προκα-
5763λοῦσιν εἰδικώτερον τὴν ἐν τῇ παρούσῃ στιγμῇ ὑποβολὴν τοῦ
5764νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, Κύριοι, καὶ ὑποτι-
5765θεμένου ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο θὰ ἠδύνατο
5766ν’ ἀντείπῃ τις ἂν προσαγομένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώ-
5767σεως τῆς συνομολογηθησομένης συμβάσεως μετὰ τῆς Τρα-
5768πέζης ἐζητεῖτο παρ’ ἡμῶν ὅπως καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς
5769ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἔγκρισιν τῶν ἐκλεγομένων
5770Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ὅταν, Κύριοι, τὸ
5771ἵδρυμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ παρελθόντι κατέλαβε τοι-
5772αύτην ὑπέρογκον θέσιν ἐντὸς τοῦ Κράτους, ὅταν τὸ ἵδρυμα
5773τοῦτο διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων αὑτοῦ εἰς τὰς
5774νέας ἐπαρχίας καὶ διὰ τῆς νέας συμβάσεως, οἵαν διετύ-
5775πωσεν αὐτὴν ὁ νῦν Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρό-
5776κειται κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ τοὺς αἰσιοδόξους,
5777ἀλλὰ τοὺς ὁποίους συμμερίζομαι ἐν μεγάλῳ μέτρῳ, νὰ ἔχῃ
5778κυκλοφορίαν τραπεζογραμματίων ἐντὸς βραχέος χρόνου,
5779—βεβαίως μετὰ τὴν πάροδον τῶν περιστάσεων τῶν πολεμι-
5780κῶν καὶ μετὰ τὴν πάροδον ἐτῶν τινων—ἡ ὁποία θ’ ἀνέλθῃ
5781εἰς ἥμισυ χιλιεκατομμύριον, νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ἐπιτε-
5782τραμμένον ὅπως ἀδιαφορήσωμεν καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ νὰ
5783μὴ καθιερώσωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν κανόνα τοῦ δημοσίου δι-
5784καίου, ὁ ὁποῖος ἰσχύει, ὅπως σᾶς εἶπον, εἰς πάντα τὰ Κράτη
5785πλὴν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου ὅμως, καθὼς
5786γνωρίζετε, ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν ὑπάρχει Διοικητὴς τῆς
5787Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ Συμβούλιον προεδρευόμενον ἑκά-
5788στοτε ἐκ περιτροπῆς, καὶ ἐλλείπει ἑπομένως ὁ κίνδυνος
5789αὐτῆς τῆς προσωπικότητος, τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήσαμεν
5790παρ’ ἡμῖν;
5791Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ
5792τῆς μὴ νομοθετικῆς προνοίας ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τὰς
5793ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσήνεγκεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐν τῷ
5794παρελθόντι, καὶ νομίζω ὅτι εἶμαι ὁ τελευταῖος ὅστις δύναται
5795νὰ ὑποτιμᾷ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας, ἔλαβον μάλιστα καὶ
5796ἀφορμὴν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ὑποστηρίξω τὰς ὑπηρεσίας
5797ταύτας κατ’ ἐπιθέσεων αἱ ὁποῖαι παρεγνώριζον αὐτάς.
5798Ἀλλὰ τίς πλανᾶται ὡς πρὸς τὴν σημασίαν τοῦ προτεινο-
5799μένου μέτρου, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο στρέ-
5800φεται κατὰ τῆς Τραπέζης καὶ ὅτι δὲν θεσμοθετεῖται ὑπὲρ
5801αὐτῆς; Τίς εἶπε πρὸς ὑμᾶς ὅτι, ἐπειδὴ προσήνεγκεν ὑπηρε-
5802σίας ἐν τῷ παρελθόντι τὸ ἵδρυμα τοῦτο, καὶ ἰδίως κατὰ τοὺς
5803δύο τελευταίους πολέμους, ὅτι ἡ μέριμνα τὴν ὁποίαν λαμβά-
5804νομεν ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀναγωγὴν ἐν τῇ διοικήσει
5805τῶν ἀρίστων, ὅτι αὐτὴ ἀποτελεῖ παραγνώρισιν τῶν ὑπηρε-
5806σιῶν τῆς Τραπέζης, ὡσεὶ τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἠδύνατο νὰ
5807προσωποποιηθῇ εἰς ἕνα ἄνθρωπον, τὸν Παῦλον, ὁ ὁποῖος
5808προσωπικῶς ἔκαμε τὰς εὐεργεσίας τὰς ὁποίας ἔκαμε, καὶ
5809ὅμως ἐρχόμεθα ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ τὸν διώξωμεν καὶ
5810αὐτὸς φωνάζει: «Διατί, Κύριοι; Ἐγὼ σᾶς ἔκαμα τόσα καλά»;
5811Ἀλλά, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἀληθῶς θὰ προεκάλουν τὴν
5812δυσφορίαν ὑμῶν, ἄν, εἰς τοιαύτην μάλιστα ὥραν, ἐπέμενον
5813περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχο-
5814μαι ἀμέσως εἰς τὴν δευτέραν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ
5815ὁποία εἶναι προδήλως καὶ εὐλόγως ἡ προκαλοῦσα τὰς με-
5816γαλυτέρας ἀντιρρήσεις.
5817Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας εἶπεν ὅτι ἕν προσω-
5818πικὸν ζήτημα προυκάλεσε τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου
5819ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν
5820ἔννοιαν τὴν ὁποίαν θέλει νὰ δώσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς
5821Κερκύρας εἰς τὸ ἐπίθετον τοῦτο. Προσωπικὸν εἶναι τὸ ζή-
5822τημα βεβαίως, ἐφ’ ὅσον καὶ ἐγὼ φρονῶ μετ’ ἀπολύτου πε-
5823ποιθήσεως ὅτι παρὰ τὰ ἄλλα χαρίσματα τοῦ νῦν Διοικη-
5824τοῦ τῆς Τραπέζης τὰ γενόμενα παρ’ αὐτοῦ, ἐκεῖνα ὧν
5825εἶμαι μάρτυς, κατ’ ἐμὲ βεβαίως ἀψευδής, ἀποδεικνύουσιν
5826ὅτι οὐχὶ ἀκινδύνως θὰ ἠδύνατο τὸ ἵδρυμα τοῦτο νὰ μείνῃ
5827ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ, μετὰ τὴν νέαν
5828μάλιστα σκοπουμένην ἐπέκτασιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ διὰ
5829τοῦ προσωπικοῦ δύναται ν’ ἀποδοθῇ ἡ ἔννοια ὅτι ἐγὼ ἔχω
5830προσωπικόν τι κατὰ τοῦ κ. Ἰω. Εὐταξίου, τοῦ Διοικητοῦ
5831τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θὰ ἦτο προφανὴς ἡ ἀδικία ἡ
5832ὁποία ἐκ τούτου θὰ μοὶ ἐγίνετο. Ὁ κ. Εὐταξίας δύναται
5833νὰ ἔχῃ ἀφορμὰς ἐναντίον μου, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, τὸν
5834ἐκακομεταχειρίσθην ἀπὸ τὴν πρώτην φορὰν καθ’ ἣν ἐγέ-
5835νετο ἡ πρώτη ἀπόπειρα καὶ διότι ἤδη ὑπέβαλον τὸ νομο-
5836σχέδιον διὰ τὴν δευτέραν ἀπόπειραν τῆς ἐκβιάσεως. Ἀλλ’
5837ἐγὼ τίνας ἀφορμὰς θὰ εἶχον κατὰ τοῦ κ. Εὐταξίου, ὁ
5838ὁποῖος, μεθ’ ὅλην τὴν κακομεταχείρισιν τὴν ὁποίαν τῷ
5839ἔκαμον κατὰ τὴν πρώτην ἐκδήλωσιν τῆς ἐκβιάσεως, ἐδεί-
5840χθη τοσοῦτον μετριοπαθής, ὥστε, ἀντὶ ἐξ ἄλλων αἰσθημά-
5841των ἀπέναντί μου νὰ καταληφθῇ, νὰ εἴπῃ: «Τί θέλετε;
5842Ἐγὼ ὑποχωρῶ· ἐγὼ φθάνω μέχρι τοῦ σημείου μάλιστα νὰ
5843ἐγκαταλείψω ἐντελῶς καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης καὶ
5844νὰ τὰ δώσω εἰς τὰς χεῖράς σου, ὡς διαιτητοῦ», ἐπὶ μειώσει
5845τοῦ γοήτρου τῆς θέσεώς του, ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βου-
5846λευτὴς Κερκύρας, διότι οὐχὶ ὀλιγώτερον τοῦ ἀξιοτίμου Βου-
5847λευτοῦ Κερκύρας ἐπικρίνω καὶ ἐγὼ τὴν ἐν τούτῳ ἐνέργειαν
5848τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης;
5849Καὶ θὰ παρετηρήσατε ἐκ τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν
5850παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὅτι τὴν ἀνάθεσιν αὐτῆς τῆς διαι-
5851τησίας δὲν τὴν ἀνέφερα παρὰ ἐπεισοδιακῶς μόνον καὶ μό-
5852νον, μὴ δώσας ἀξίαν εἰς αὐτήν, διότι οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν,
5853καὶ ἠπόρησα διατί ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας μοὶ
5854εἶπε· ποῦ εὑρίσκετε τὴν διαφωνίαν πρὸς τὸν Διοικητήν,
5855ἀφοῦ εἶσθε διαιτητὴς δυνάμενος νὰ διαρρυθμίσητε ὑμεῖς κατὰ
5856τὸ δοκοῦν πάσας τὰς ἀναφυομένας διαφωνίας καὶ καταρτί-
5857σητε τὴν σύμβασιν; Πῶς ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας
5858ὅτι θὰ ἦτο ἠθικῶς ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμέ, ἔστω καὶ ἂν δὲν
5859πρόκειται περὶ τῶν ἰδίων ἐμοῦ πραγμάτων, ἀλλὰ περὶ τῶν
5860δημοσίων, ν’ ἀποφασίσω μονομερῶς καὶ αὐταρχικῶς ἐπὶ
5861τῇ βάσει τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν, μὴ ἔχων αὐτός, ἔλα-
5862βον παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης καὶ πῶς δὲν ἔλαβεν
5863ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ τὸν ἐπληροφόρουν οἱ νομικοὶ ὅτι οὔτε κἂν νο-
5864μικῶς ἔρρωται ἡ σύμβασις αὐτή, καθ’ ἣν ὁ ἕτερος ἤθελε
5865κάμει ὅ,τι ὁ ἄλλος ἀποφασίσῃ; Θὰ ἐγίνετο ἴσως ἡ ἐρώτη-
5866σις «διατί ἐδέχθης τότε αὐτὴν τὴν προσφορὰν καὶ διατί
5867ἀντήλλαξες ἐπιστολήν;». Ἡ ἐξήγησις εἶναι προφανής· ὅτι
5868ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐνώπιον τῆς ἀγανα-
5869κτήσεώς μου συνῃσθάνθη ὅτι εἶχε κάμει ἓν βῆμα ὀλισθη-
5870ρὸν καὶ ἔσπευσε νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ μοὶ εἶπε:
5871«Πολὺ καλά· δὲν ἐπιμένω λοιπὸν νὰ γίνῃ τώρα ἡ σύμβα-
5872σις. Βεβαίως ἐντὸς 2–3 ἡμερῶν δὲν προφθάνομεν νὰ τὴν
5873τελειώσωμεν, ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ θέλω τοὐλάχιστον νὰ
5874ἔχω τὴν ἐκδήλωσιν τῆς διαθέσεως, τῆς κατ’ ἐπανάληψιν
5875ἄλλως τε γνωστῆς γενομένης εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι μὲ
5876ἡμᾶς θὰ διαπραγματεύησθε». Τῷ ἀπήντησα: «Οὔτε αὐτὸ
5877δύναμαι νὰ κάμω· καίτοι ἀπ’ ἀρχῆς ἡ ἀπόφασίς μου εἶναι
5878σταθερά, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω μίαν τοιαύτην διαβε-
5879βαίωσιν, διότι οὕτω θὰ ἐστέρουν ἐμαυτὸν πασῶν τῶν ἐλευ-
5880θεριῶν τὰς ὁποίας ἤθελον νὰ διατηρήσω». Διότι, ἂν ἐφθάνο-
5881μεν εἰς σημεῖον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ συμφωνία, δὲν
5882θὰ ἠδυνάμην νὰ διαπραγματευθῶ μὲ ἄλλον, διότι θὰ μοὶ
5883ἔλεγον: «Κύριε, ὑπεσχέθης νὰ συμβληθῇς μὲ ἡμᾶς καὶ ἐπ’
5884αὐτῆς τῆς δηλώσεώς σου ἐκανονίσαμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς οὕτως
5885ἢ ἄλλως». Καὶ τότε ὁ ἀξιότιμος Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ὁ
5886ὁποῖος εἶναι καὶ διακεκριμένος νομικός, εὗρεν αὐτὴν τὴν
5887διέξοδον καὶ εἶπεν ὅτι, ὅπως ἀποφευχθῇ ἡ ὑπόνοια ὅτι ἡ
5888δήλωσις στερεῖ ἐντελῶς ὑμᾶς τῆς ἐλευθερίας τῆς συζη-
5889τήσεως, ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος νὰ σᾶς κάμω δήλωσιν, καὶ
5890ἔγγραφον μάλιστα, ὅτι, ἂν προκύψῃ διαφωνία, ὑμᾶς καθιστῶ
5891διαιτητήν. Ταύτην εἶχε λοιπὸν τὴν ἔννοιαν ἡ διαιτησία, ἡ
5892ὁποία μοὶ ἀνετίθετο ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
5893πέζης.
5894Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας μὲ ἐρωτᾷ: «Διατί
5895λοιπὸν τότε, ὅτε ταῦτα ἐγένοντο, ὅτε ἡ ἀπόπειρα τῆς ἐκ-
5896βιάσεως ἦτο τόσον ἔκδηλος, διατί τότε δὲν προσήλθετε εἰς
5897τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ νὰ ζη-
5898τήσητε νὰ ὁπλισθῆτε διὰ τῆς ἐξουσίας διὰ τῆς ὁποίας
5899σήμερον ζητεῖτε νὰ ὁπλισθῆτε;». Ἡ διάλυσις τῆς ἀπορίας
5900ταύτης εἶναι εὐκολωτάτη. Ὅτι θὰ προσηρχόμην εἰς τὴν
5901Βουλὴν τὸ εἶπον τότε εἰς τὸν κ. Διοικητήν· εἶπον ὅτι θὰ
5902προσέλθω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι θὰ καλέσω τὴν Συνέλευ-
5903σιν τῶν μετόχων, καὶ ἡ ἀπειλὴ αὕτη τὸν ἠνάγκασε νὰ
5904ὑποχωρήσῃ. Ἀλλ’ ἐννοεῖτε καλῶς ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐπρό-
5905κειτο νὰ λάβω τὰ χρήματα διὰ ν’ ἀγοράσω τὰ πλοῖα —
5906καὶ ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐγένετο ἡ
5907ἀγορὰ αὐτῶν — δὲν ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ εἴπω εἰς τὸν κ.
5908Εὐταξίαν: «Ἆ! Τώρα δὲν δέχομαι τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα
5909μοὶ δίδετε· ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη
5910ἐκ τῆς στάσεώς σας. Κρατήσατέ τα. Τὰ πλοῖα δὲν τὰ ἀγο-
5911ράζω. Ἐγὼ θὰ φέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ
5912ζητήσω τὴν ἀπομάκρυνσίν σας». Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ἐπεῖγον
5913ζήτημα τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἦτο τί θὰ ἔκαμνον ἐγὼ
5914μὲ τὸν κ. Εὐταξίαν, ἀλλὰ τὸ ἐπεῖγον ζήτημα ἦτο τὸ τί
5915θὰ ἔκαμνον ἐγὼ ὅπως λάβω τὰ χρήματα καὶ ἀγοράσω τὰ
5916πλοῖα καὶ πλεύσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς τὰς
5917Ἑλληνικὰς θαλάσσας. Αὐτὸ ἦτο τὸ ἐπεῖγον.
5918§254ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠδύνασθε καὶ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο.
5919§255ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως ὑπῆρχε καιρὸς καὶ
5920ὕστερον, ἀλλὰ δὲν δικαιοῦσθε ν’ ἀντλήσητε ἐκ τούτου
5921ἐπιχείρημα ἐναντίον ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι μοχθηρός,
5922ἰδίως ὡς ἰδιώτης, καὶ ὁ ὁποῖος εἶχον λησμονήσει τὴν ἐπι-
5923οῦσαν ἐντελῶς αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιον, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι
5924μετά τινα χρόνον οὔτε θὰ τὸ ἐνεθυμούμην, διότι δὲν ἔχω
5925παραπολὺ ἰσχυρὰν τὴν μνήμην (φωναί· ἆ! ἆ! γέλωτες),
5926ἂν τόσον ταχέως ἀπόπειρα τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ δὲν ἐγί-
5927νετο καθ’ ὑποτροπήν.
5928Κύριοι, εἶμαι σύμφωνος ἐντελῶς μετὰ τοῦ ἀξιοτί-
5929μου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ καὶ εἰς ἓν ἄλλο μέρος ἀκόμη,
5930ὅτι ἡ ἐπίσκεψις τοῦ κ. Εὐταξίου πρὸ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ
5931διὰ νὰ μάθῃ ἂν ἀληθῶς ἐθεώρουν αὐτὸν τὸν κατάλληλον
5932διὰ νὰ καταλάβῃ τὸ ὑψηλὸν αὐτὸ ἀξίωμα, ἡ ἐπίσκεψις
5933αὐτοῦ καὶ ἡ μετὰ τὴν εἰλικρινῶς καὶ ἀπεριφράστως ἐκδή-
5934λωσιν τῆς γνώμης μου πρὸς αὐτὸν διαβεβαίωσίς του ὅτι,
5935ἐὰν δὲν θὰ προέβαλλον ἀντιρρήσεις δι’ οὓς λόγους ἐξήγησα
5936προχθὲς — διότι εἰς οὓς ἀπετάθην δὲν ἐδέχθησαν, καὶ διότι
5937δὲν ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι καλύτεροι — ἡ δήλωσις αὕτη,
5938λέγω, ὅτι, ἂν δὲν διετυποῦντο αἱ ἀντιρρήσεις ἐκεῖναι, εἰς
5939πᾶσαν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ προέκυπτεν ἡ διαφω-
5940νία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκεῖνος θὰ ὑπέβαλλε τὴν παραί-
5941τησίν του, ἡ δήλωσις αὕτη ἀπετέλει καθ’ ἑαυτὸ μίαν
5942μείωσιν τῆς θέσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,
5943οὔτε ἦτο προφανῶς φύσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ ἐξυψώσῃ ἐν
5944ἐμοὶ τὴν ἐκτίμησιν πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
5945πέζης. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ λησμο-
5946νήσω. Ἀφοῦ ὅμως δὲν ἔλαβον μόνον ταῦτα χώραν, ἀλλὰ
5947καὶ τὴν τελευταίαν ταύτην ἡμέραν ἐγένετο πλέον καὶ τὸ
5948ἄλλο ἐπεισόδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνι-
5949κῆς Τραπέζης ἐγνώριζεν ἐκ τῆς ἐμπιστευτικῆς ἀνακοινώ-
5950σεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὅτι τὸ Κράτος εὑρί-
5951σκετο εἰς ταμειακὴν στενοχωρίαν, ἡ ὁποία ἦτο ἀφόρητος,
5952ἀφοῦ, λέγω, ἐγνώριζε ταῦτα, ἔπαιξε τὸ ἀνάξιον τῆς θέσεώς
5953του παιγνίδιον, τὸ ὁποῖον ἔπαιξε κατὰ τὴν συνεδρίασιν
5954ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν προσεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν
5955τῶν Οἰκονομικῶν, καλῶν τὴν Συνέλευσιν τῶν μελῶν ἵνα
5956δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν τῆς παροχῆς τῶν χρημάτων
5957τούτων πρὸς τὸ Δημόσιον, παρουσιαζόμενος αὐτὸς ὁ ἐκπρο-
5958σωπῶν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὡς ἀνταγωνιστὴς τοῦ Δη-
5959μοσίου προσφέρων τόκον 4%...
5960§256ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν προσέφερε 4%, ἀλλὰ προσέ-
5961φερεν 6%.
5962§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τόσον τὸ χειρότερον, διότι ἐφάνη
5963ἔτι φοβερώτερος ἀνταγωνιστὴς πρὸς τὸ Δημόσιον ἐν τοιαύ-
5964ταις στιγμαῖς.
5965§258ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἦτο εὐδιάθετον τὸ
5966Δημόσιον νὰ πληρώσῃ ἔντοκα γραμμάτια πρὸς 6%, δη-
5967λαδὴ ἐσκέπτετο νὰ ὑπενδύσῃ τὰ γραμμάτια διὰ λογαρια-
5968σμὸν τοῦ Δημοσίου.
5969§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ἐξ ἴσου ἀνά-
5970ξια τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιώματος καὶ ὅλου τοῦ παρελθόντος βίου
5971τοῦ κ. Εὐταξίου. Διότι, Κύριοι, τὸ νὰ λέγηται ὅτι ὅλη αὐτή
5972ἡ κωμῳδία ἐπαίχθη τὴν ἡμέραν ἐκείνην μόνον καὶ μόνον
5973διὰ νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ μᾶς δώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα
5974ἀπ’ εὐθείας τὰ χρήματα, εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν πε-
5975ριέμενον ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δι’ ὑπο-
5976μνήματός του μάλιστα θ’ ἀνεκοίνου πρὸς τὴν Βουλήν.
5977§260ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
5978Οἰκονομικῶν λέγει ὅτι...
5979§261ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ Διοικητὴς τῆς
5980Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπεσκόπει ἦτο τοῦτο, ν’ ἀφήσῃ τὸ
5981Κράτος καὶ κυριώτερον τὴν ἐκπροσωποῦσαν αὐτὸ Κυβέρνη-
5982σιν, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδηλοῦτο εἰς αὐτὸν ὅτι
5983ἡ ταμειακὴ στενοχωρία ἦτο ἀφόρητος, νὰ τὴν ἀφήσῃ εἰς τὸ
5984ἀδιέξοδον, νὰ περιέλθῃ δηλαδὴ τὸ Κράτος καὶ ἡ ἐκπρο-
5985σωποῦσα αὐτὸ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Ἴσως θὰ
5986ἐφαντάζετο ὁ ἀξιότιμος Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
5987ὅτι εἶχεν ἀρκετὸν τὸ ἀνάστημα ἵνα προκαλέσῃ κυβερνητι-
5988κὴν μεταβολήν, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω ὅτι ὁ ἀξιότιμος
5989Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἤλπιζε τοὐλάχιστον ὅτι, ἐὰν δὲν
5990τὸν ἐπεσκεπτόμην προσωπικῶς, θὰ τῷ ἔστελλον ὅμως κά-
5991ποιον πρόσωπον νὰ τῷ εἴπῃ· Αἴ! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
5992Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του· δώσατέ μοι τώρα
5993τὰ τρία ἑκατομμύρια, καὶ προβαίνομεν περαιτέρω! Αὐτὴν
5994τὴν ἐλπίδα εἶχεν ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ
5995ἐπίστευσεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν σύστασιν τῆς
5996πολιτικῆς ἐξουσίας, νὰ ὑποδυθῇ δικαιώματα τὰ ὁποῖα κατὰ
5997τὸν νόμον ἀνήκουσιν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, τὸν Βα-
5998σιλέα καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην.
5999Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Κερκύρας καὶ Ἀχαΐας καὶ
6000Ἤλιδος φοβοῦνται μήπως ἡ ἐνέργεια αὕτη, τὴν ὁποίαν
6001ἄλλως τε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς
6002ἀνεγνώρισεν ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἀκριβείας τῶν ἐκτυ-
6003λιχθέντων γεγονότων, ὅπως ἐγὼ τὰ εἶπον — θεωρεῖ μόνον
6004ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀμφίβολον — οἱ ἀξιότιμοι, λέγω, οὗτοι
6005Βουλευταὶ φοβοῦνται μήπως ἡ ἐνέργεια αὕτη ἐπηρεάσῃ
6006ἐπιβλαβῶς τὴν πίστιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
6007§262ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀσφαλῶς.
6008§263ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀσφαλῶς δὲν δύναται νὰ ἐπη-
6009ρεάσῃ. Καὶ διατί νὰ ἐπηρεάσῃ, παρακαλῶ; Μήπως ζη-
6010τοῦμεν νὰ μειώσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
6011ζης; Μήπως ζητοῦμεν νὰ μειώσωμεν τὰ προνόμια τῆς
6012Ἐθνικῆς Τραπέζης; Μήπως ζητοῦμεν νὰ μειώσωμεν τὰς
6013ἀσφαλείας αὐτῆς; Διότι εἰς τὸ ἵδρυμα τοῦτο θέλομεν ν’
6014ἀσφαλίσωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι διοίκησιν ἀρτιωτέραν διὰ τῆς
6015συμπράξεως τοῦ ἱδρύματος τούτου μετὰ τοῦ Κράτους διὰ τῆς
6016ἐγκρίσεως τοῦ ἐκλεγομένου προσώπου ὡς Διοικητοῦ, διὰ
6017τοῦτο θὰ μειώσωμεν ἢ θὰ κλονίσωμεν τὴν πίστιν τῆς
6018Ἐθνικῆς Τραπέζης; Διότι, Κύριοι, ὅταν τὸ δικαίωμα αὐτὸ
6019διεκδικῆται ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἐν Ἑλλάδι μάλιστα, δὲν
6020πρέπει νὰ λησμονῆτε τοῦτο, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Διοικητοῦ
6021τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς γίνεται παρ’ ἡμῖν, δὲν ἔχει
6022κἂν ὑπὲρ αὐτῆς τὴν πραγματικὴν ἔνδειξιν ὅτι οἱ μέτοχοι
6023πάντες συνῆλθον, συνεσκέφθησαν καὶ ἀνέδειξαν τὸν καταλ-
6024ληλότερον. Γνωρίζετε κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ μαγει-
6025ρικὴ τῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων. Θὰ θεωρήσητε λοιπὸν
6026ὅτι, ὅταν ἡ ἐκλογὴ γίνηται κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν
6027ἀσφαλίζει κἂν ὅτι ἐκπροσωπεῖται ἡ ἀνεπηρέαστος γνώ-
6028μη τῶν μετόχων πάντων, ὅτι πρὸς κλονισμὸν τῆς πί-
6029στεως τῆς Τραπέζης θὰ ἦγεν ἡ διάταξις ἐκείνη, κατὰ
6030τὴν ὁποίαν ὁ ἐκλεγόμενος τελεῖ ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τῆς
6031Κυβερνήσεως; Ὄχι μόνον τοῦτο, Κύριοι, δὲν πρόκειται
6032νὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’
6033οὐδὲ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ
6034ἐπιδιώξῃ καὶ τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν διοίκη-
6035σιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι,
6036φρονεῖ ὅτι τὸ σύστημα τῆς δικτατορικῆς διοικήσεως τῆς
6037Τραπέζης ὀφείλει νὰ παύσῃ. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι δὲν
6038εἶναι ἀκίνδυνος εἷς μόνος ἄνθρωπος, ἐν ἀγνοίᾳ κατ’ οὐσίαν
6039παντὸς ἄλλου ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταστατι-
6040κοῦ κεκλημένων ὡς συμβούλων τοῦ καταστήματος, νὰ ἔχῃ
6041γνώμην. Εἶναι ἀδύνατον, λέγω, ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν θὰ
6042ἐπιδιώξῃ ἡ Κυβέρνησις, διὰ συνεννοήσεως φυσικὰ πρὸς τὴν
6043Τράπεζαν, νὰ λάβῃ, ὅπως παύσῃ οὖσα δικτατορικὴ ἡ
6044διοίκησις, οὔτε αὕτη, εἶμαι βέβαιος, εἶναι φύσεως δυναμέ-
6045νης νὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, τοὐναντίον εἰς τὸ
6046νὰ ἐξάρῃ αὐτήν, καὶ νὰ ζητήσῃ ὅπως, διὰ συνεννοήσεως
6047μετὰ τῆς Τραπέζης, καταλυομένης τῆς ἀνεξελέγκτου διοι-
6048κήσεως, εἰσαχθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον φῶς ἐν τῇ
6049διοικήσει τῆς Τραπέζης. Δὲν θὰ εἶναι οὔτε τοῦτο προωρι-
6050σμένον νὰ κλονίσῃ τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ τοὐ-
6051ναντίον θὰ ἐξυψώσῃ αὐτήν.
6052Διότι δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῆτε, Κύριοι, καὶ δὲν τὸ ἀγνο-
6053εῖτε βεβαίως, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀπό τινων ἐτῶν, ἱκα-
6054νῶν ἐτῶν, ἀπέστεργεν ἐντελῶς τὴν εἴσοδον τοῦ φωτὸς εἰς
6055τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ὅτι οἱ διοικοῦντες ἀπό τινων ἐτῶν τὴν
6056Ἐθνικὴν Τράπεζαν προσεπάθησαν διὰ παντὸς τρόπου νὰ
6057δημιουργήσωσι πέριξ αὐτῶν μίαν σιγὴν καὶ μίαν σκοτίαν,
6058ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς κανένα νὰ βλέπῃ τί γίνεται.
6059Τοῦτο ἐπεδιώχθη πλεῖον ἄλλων συστηματικῶς καὶ δι’ ἀπο-
6060πείρας διαφθορᾶς τοῦ Τύπου, συστηματικῶς ἐπεδιώχθη
6061ὅπως ἡ χρηματική, ἡ οἰκονομικὴ ἀδυναμία πολλῶν ἐκ τῶν
6062παρ’ ἡμῖν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων χρησιμοποιηθῇ ὅπως
6063διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μηδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ
6064καὶ μηδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γραφῇ, καθ’ ἣν στιγμὴν
6065τοὺς διαχειριζομένους τὰ κοινά, τοὺς καλουμένους εἰς τὴν
6066Ἀρχὴν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως, διὰ τῆς ἐμπι-
6067στοσύνης τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κοινῆς
6068Γνώμης, τοὺς ἀνερχομένους εἰς τὸ ἀξίωμα αὐτὸ κατόπιν
6069πάντοτε πολλῶν καὶ μακρῶν ὑπηρεσιῶν, ὅταν τούτους,
6070λέγω, παρακολουθῶμεν πάντες μὲ ὀφθαλμοὺς ἀνεῳγμένους,
6071ἐλέγχοντες πᾶσαν πρᾶξίν των διὰ τῆς δημοσιογραφίας
6072κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου, διὰ τοῦ Κοινοβουλίου καθ’
6073ὃν χρόνον τὸ ἵδρυμα τοῦτο συζητεῖ ἐν σκότῳ. Τοῦτο, Κύριοι,
6074δὲν δύναται ἢ νὰ εἶναι ἐπικίνδυνον καὶ διὰ νὰ μὴ προχω-
6075ρήσω περισσότερον, πρὶν ἀφήσω τὸν Τύπον, πρέπει νὰ εἴπω
6076ὅτι δὲν λέγω τοῦτο ἵνα περιποιηθῶ τὸν Τύπον, οὔτε
6077ἔχω λόγον κανένα νὰ θέλω νὰ τῷ φανῶ εὐχάριστος, ἀλλὰ διότι
6078δὲν θέλω νὰ εἶμαι ἄδικος, διότι φυσικὸν εἶναι τὸ γενόμενον,
6079ὅταν παρέχωνται, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ὀργανισμοὺς οἰκονομι-
6080κῶς ἀσθενεῖς ἄφθονα τὰ ὀφέλη καὶ τὰ ἀνταλλάγματα, οὐχὶ
6081κἂν τὰ κοινωνικά, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς πάντας ἐξ ἴσου,
6082ἀλλὰ καὶ ἔκτακτα πρὸς ἐκείνους τῶν ὁποίων αἱ ὑπηρεσίαι
6083δυνατὸν νὰ εἶναι πολυτιμότεραι. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώ-
6084μην, Κύριοι, ὅτι καὶ περὶ τούτου ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσω-
6085μεν, καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ
6086μεριμνήσωμεν καὶ αὐτοτελῶς, ἂν δὲν ἐπήρχετο συνεννόησις
6087μετὰ τῆς Τραπέζης, διότι ἐπὶ τῶν ἄλλων σημείων εἶπον
6088ὅτι μόνον μετὰ συνεννόησιν μετὰ τῆς Τραπέζης θὰ μερι-
6089μνήσωμεν, καὶ θὰ μεριμνήσωμεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου
6090κατ’ ἔννοιάν τινα, οἵα θὰ ἦτο διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν
6091ἡ ἀμοιβὴ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν
6092πρὸς τὰς ἐνταῦθα ἐφημερίδας καθίσταται παγία καὶ εἶναι
6093ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, μὴ δυναμένη
6094ν’ ἀποκοπῇ διὰ τοὺς δημοσιογράφους οἱ ὁποῖοι τυχὸν
6095ἀπαρέσκουσιν οὐδὲ ν’ αὐξηθῇ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι
6096εὐάρεστοι.
6097Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀπέδωκε τὴν ἀνάγκην
6098ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ ὁποία κατέστησε
6099δυνατὴν εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν
6100ἀπόπειραν τῆς ἐκβιάσεως, εἰς τὴν σπατάλην τῆς Κυβερνή-
6101σεως, εἰς τὴν ἐπιμονήν μου σήμερον εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ
6102τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἐτροποποίησα αὐτό, εἰς τὴν ἐπιθυ-
6103μίαν τοῦ νὰ δυνηθῶ νὰ ἐγκαταστήσω ἐν τῇ Τραπέζῃ ἄλλον
6104τινά, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ὄργανόν μου, διὰ νὰ μοὶ δίδῃ χρή-
6105ματα ὅπως ἐπαρκῶ εἰς τὴν σπατάλην. Ὁ κ. Βουλευτὴς
6106ἐξ Ἀρκαδίας ἐλησμόνησεν ὅτι μόλις θὰ ὑπεγράφετο ἡ
6107σύμβασις περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου ἡ Τράπεζα ἔθε-
6108τεν εἰς τὴν διάθεσίν μου 35.000.000 ὡς δάνειον.
6109§264ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δηλαδὴ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου
6110τῶν 300.000.000.
6111§265Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ 20.000.000 τὰ ἐλάβατε.
6112§266ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ 20.000.000 εἶναι ἄλλοθεν.
6113Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἔδιδεν ἡ Τράπεζα θὰ ἦσαν
611435.000.000. Ἡ Τράπεζα ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
6115δώσῃ 35.000.000 ἐκ τῶν 80.000.000 τὰ ὁποῖα θὰ ἐξέ-
6116διδεν εἰς τραπεζογραμμάτια. Ὄχι λοιπὸν σπουδὴ ὅπως
6117ἐξευρεθῶσι χρήματα, ἀλλ’ ἄλλα αἴτια ἔφεραν τὴν σύγ-
6118κρουσιν καὶ τὴν ἐπιμονήν μου ὅπως, πρὶν ἢ προβῶ περαι-
6119τέρω μετὰ τῆς Τραπέζης ἐν ἁρμονίᾳ διὰ τὴν διαπραγμά-
6120τευσιν τῆς συμβάσεως, τεθῇ ἐκποδὼν τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο
6121τὸ ὁποῖον διὰ τῆς μέχρι τοῦδε διαγωγῆς του ἐν τῷ ζητή-
6122ματι τούτῳ ἀπεδείκνυεν, ὡς ἀνέφερα καὶ ἐν τῇ πρὸς αὐτὸν
6123ἐπιστολῇ μου, ὅτι ἡ διαγωγή του ἦτο ἀφόρητος καὶ ἐπι-
6124κίνδυνος διὰ τὸ Κράτος.
6125§267ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἁρμόζει ἡ γλῶσσα
6126αὐτὴ εἰς Πρωθυπουργόν; Αὐτὸ εἶναι ὕβρις δι’ ἕνα Διοικη-
6127τὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
6128§268ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κάμνω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν
6129ἂν εὑρίσκει ὅτι ἡ γλῶσσά μου ἔχει τι τὸ ἀντικοινοβουλευ-
6130τικόν.
6131§269ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὅτε λέγετε ὅτι ἦτο ἐπικίνδυνος
6132διὰ τὸ Κράτος, τοῦτο εἶναι ὕβρις.
6133§270ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τίνα περίφρασιν θέλετε νὰ μετα-
6134χειρισθῶ πρὸς ἐκδήλωσιν τῆς γνώμης μου; Ἢ θέλετε
6135μόνον ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, καλούμενος νὰ
6136δικαιολογήσῃ τὰ νομοσχέδιά του, νὰ εἶναι ἐστερημένος τῆς
6137ἐλευθερίας τοῦ λόγου ὅπως ἐκφράσῃ πρὸς ὑμᾶς ὅ,τι ἀκριβῶς
6138αἰσθάνεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῆς
6139εὐπρεπείας;
6140Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς μοὶ ἔκαμε καὶ
6141μικρὰν ἢ μᾶλλον μακρὰν διδασκαλίαν περὶ τῆς ῥευστο-
6142ποιήσεως τῶν κεφαλαίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ περὶ
6143τοῦ κινδύνου, ὅπως τὸ Κράτος δανείζηται καὶ μάλιστα
6144παγίως καὶ μάλιστα μεγάλα ποσὰ παρὰ Τραπέζης ἐκδοτικῆς.
6145Τὸν εὐχαριστῶ πολὺ δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν διδασκαλίαν. Τὸν
6146ἐπληροφόρησα ὅμως καὶ διὰ μικρᾶς διακοπῆς, ὅπως καθη-
6147συχάσῃ ἐν τῇ ἀνησυχίᾳ ἐν τῇ ὁποίᾳ τυχὸν εὑρίσκετο ὅτι
6148ἐγὼ ἀντιθέτους εἶχον γνώμας, ὅτι δὲν εἶχον ἀντιθέτους
6149γνώμας, ὅτι εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος εἰς αὐτό· καὶ τὸν πλη-
6150ροφορῶ καὶ ἤδη, ἴσως πρὸς ἔκπληξίν του, ὅτι ἐπὶ μακρὸν
6151χρόνον ἡ διαφωνία μετὰ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
6152πέζης, ὅπως εἶπον καὶ προχθές, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐστρέφετο
6153εἰμὴ περὶ τὸ ζήτημα ἀκριβῶς τῆς κυκλοφορίας τῶν τρα-
6154πεζικῶν γραμματίων. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
6155ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἦτο ἀκίνδυνον διὰ τὴν πιστωτικὴν κυκλο-
6156φορίαν τοῦ ἱδρύματος ἂν ἐστήριζεν αὐτὴν κατὰ τὰ ¾ ἐπὶ
6157χρεογράφων ἑλληνικῶν, ἐπὶ καλύμματος ἀποτελουμένου
6158ἐκ χρεογράφων τῶν ἑλληνικῶν δανείων, τοῦτο δ’ ἀκριβῶς
6159ἠρνούμην νὰ δεχθῶ· διότι ἀκριβῶς εἶμαι σύμφωνος μετὰ
6160τοῦ κυρίου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ὅτι τὸ πρᾶγμα τοῦτο
6161θὰ ἦτο ἔτι χεῖρον, ἴσως καὶ καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμά-
6162των, ἴσως καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἐντελῶς τῆς κανο-
6163νικῆς οἰκονομικῆς ζωῆς, πάντως ὅμως σήμερον κατ’ ἐξοχὴν
6164ἐπικίνδυνον. Καὶ ἔλεγον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Διοικητὴν τῆς
6165Ἐθνικῆς Τραπέζης· πῶς εἶναι δυνατόν, τροποποιοῦντες
6166τὸν νόμον ͵ΓΧΜΒʹ, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐνδεχομένων ἀντιρ-
6167ρήσεων τοῦ Ἐλέγχου καὶ μετὰ τὴν ἔγκρισιν τυχὸν αὐτοῦ,
6168ν’ ἀποφασίσωμεν ὅπως τὰ ¾ τοῦ χρυσοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει
6169νὰ ὑπάρχῃ εἴτε αὐτούσιος εἴτε εἰς πρώτην ζήτησιν εἰς
6170Εὐρωπαϊκὰς Τραπέζας πρώτης τάξεως, ἀντικαταστήσω-
6171μεν διὰ χρεογράφων ἐθνικῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ
6172τοῦτο, ἀφοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς κρίσεως, καθ’
6173ἣν θὰ ἦτο ἀναγκαία ἡ εὕρεσις τοῦ χρυσοῦ, ἡ διὰ τοῦ χαρ-
6174τονομίσματος πώλησις τῶν ἐθνικῶν χρεογράφων, ὅπως
6175ἀναπληρωθῇ ὀλίγος χρυσός, θὰ φέρῃ κατρακύλισμα τῶν
6176χρεογράφων καὶ ἑπομένως κλονισμὸν ἰσχυρότατον τῆς Ἐθνι-
6177κῆς Τραπέζης; Ἐλπίζω ν’ ἀναγνωρίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ
6178Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ὅτι ἐν τούτῳ εὑρισκόμεθα συμφωνοῦν-
6179τες, καίτοι σπανίως τοῦτο κατορθώνεται. (Γέλωτες).
6180§271Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Γελᾷ ὁ μωρὸς κἄν τι μὴ γελοῖον ᾖ!
6181§272ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τί εἶπεν ὁ κ.
6182Βουλευτής, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας Βουλῆς.
6183§273Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ κάμνετε καλὰ νὰ μὴ τὸ
6184ἀκούσητε.
6185§274ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ ἐδήλωσα πρὸς τὴν
6186Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου ὅτι ἐν τῷ
6187σημείῳ τούτῳ, ὅπου ὑπῆρχεν ἀπότομος ἡ διαφωνία, κα-
6188τωρθώθη πρό τινων ἡμερῶν νὰ ἐπιτευχθῇ συμφωνία τις δι’
6189ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων νομιζομένων ἐκ μέρους τοῦ Διοι-
6190κητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω
6191τὴν Βουλὴν ἀγνοοῦσαν εἰς τί ἀκριβῶς συνίσταται ἡ ἐπελ-
6192θοῦσα συμφωνία. Ἡ συμφωνία ἦτο πρῶτον ὅτι τὸ πρᾶγμα
6193δὲν θὰ ἐγίνετο ἀπὸ κοινοῦ, ὅτι θὰ ἐγίνετο μόνον μετὰ τὴν
6194ἐπιτυχίαν τῆς συναινέσεως τοῦ Ἐλέγχου, ἀλλ’ ὅτι καὶ μετὰ
6195τοῦτο δὲν θὰ ἐγίνετο ὑπὸ περιστάσεις ἀνωμάλους καὶ ὅτι
6196καὶ μετὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐξετείνετο ἀσφαλῶς μέχρι τῶν ⅔
6197καὶ ὅτι καὶ μετὰ τοῦτο, ὅτε θὰ ἐπρομηθεύετο τὸν χρυσὸν ἢ
6198τὸ συνάλλαγμα εἰς Τράπεζαν πρώτης τάξεως, δὲν θὰ ἦσαν
6199ἀποκλειστικῶς χρεόγραφα ἐθνικά, ἀλλὰ θὰ ἦσαν χρεό-
6200γραφα ἐθνικὰ καὶ χρεόγραφα πάντων τῶν τεσσάρων–πέντε
6201πρώτων μεγάλων Κρατῶν τοῦ κόσμου, οὕτως ὥστε οἱαδή-
6202ποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ περιπέτεια ἡ ἐξωτερικὴ νὰ καταφεύγῃ
6203κανεὶς εἰς ἐκεῖνα τὰ χρεόγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι
6204κλονισμένα κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Καὶ ἐπειδὴ ἐπίσης
6205ἔμεινεν ἀμφιβολία τις εἰς τὸ πνεῦμα τινῶν ἐκ τῶν ἀγορευ-
6206σάντων — «λοιπὸν ἀφοῦ ἐφθάσατε εἰς συνεννόησιν καὶ εἰς
6207αὐτὸ τὸ στάδιον, σημεῖον τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τέως τὴν
6208κυρίαν διαφωνίαν σας, πῶς εὑρίσκεσθε νὰ εἶσθε ἐν διαφω-
6209νίᾳ μὲ τὸν Διοικητήν;»· ταῦτα δ’ ἔχει εἰπεῖ ὁ Διοικητὴς
6210τῆς Τραπέζης ἐν τῇ ἐπιστολῇ του καὶ τὸ ὑπόμνημά
6211του — ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφωνία, ἔχω καθῆκον νὰ ἐξηγήσω
6212πρὸς ὑμᾶς ὅτι, ἀφοῦ ἐν τούτῳ ἐπῆλθεν ἡ τοιαύτη συνεν-
6213νόησις, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα πρὸ μικροῦ, τότε ἐλέχθη πρὸς
6214τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ
6215τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος θὰ λάβῃ, μετα-
6216βάλλονται ἐντελῶς· διότι ἐπίσης πρέπει νὰ εἴπω πρὸς
6217ὑμᾶς ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς
6218ἐνεμένομεν εἰς τὸ ὅτι ὁ νόμος ͵ΓΧΜΒʹ πρέπει νὰ μείνῃ ἀμε-
6219τάβλητος, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὄχι μόνον δὲν
6220ἐθεωροῦμεν ὅτι τὰ ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα προσέφερεν ὁ
6221Διοικητὴς — λέγω ὁ Διοικητής, διότι μέχρι τότε τοὐλάχι-
6222στον κανεὶς δὲν ἐγνώριζεν ἐκ τῆς Τραπέζης τί ἐγίνετο —
6223ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἐθεωροῦμεν, ὅτι τὰ ἀνταλλάγματα τὰ
6224ὁποῖα ἐζήτουν καὶ τὰ ὁποῖα συνίσταντο εἰς τὴν παραχώ-
6225ρησιν τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐθεω-
6226ροῦντο ἀνεπαρκῆ ἢ μικρά, ἀλλὰ δὲν ἐδίσταζον κατ’ ἐπα-
6227νάληψιν νὰ εἴπω εἰς τὸν Διοικητὴν ὅτι φοβοῦμαι μήπως
6228μᾶς δίδετε περισσότερα. Ἔλεγον δὲ τοῦτο, ὄχι βεβαίως
6229διὰ νὰ ἐπιζητήσω ὀλιγώτερα, ἀλλὰ διότι ἤθελον νὰ ἐξη-
6230γηθῇ καλῶς ἐν τῷ πνεύματί του ὅτι πράγματι δὲν ἐζητοῦ-
6231μεν περιπλέον, οὔτε θὰ ἠθέλομεν νὰ λάβωμεν περισσότερα,
6232διότι θὰ ἐθεωροῦμεν ὅτι ἀληθῶς ὑπερέβαινε τοῦτο τὰς
6233δυνάμεις τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν
6234ὁποίαν ἐγένετο δεκτὴ ἡ τοιαύτη ῥύθμισις τῆς κυκλοφορίας
6235τῶν τραπεζογραμματίων τῶν ἐκδιδομένων ἐπὶ τῇ βάσει
6236τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ ἦτο φανερὸν νὰ γίνῃ σκέψις ἐν τῷ Ὑ-
6237πουργικῷ Συμβουλίῳ, τὸ ὁποῖον ἐπηκολούθησε τὴν ἑσπε-
6238ρινὴν ἐκείνην συνεδρίασιν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Εὐταξίου,
6239ἀφοῦ καὶ τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ καλύμματος τῶν τραπεζο-
6240γραμματίων πρόκειται ν’ ἀποτελῆται ἀπὸ χρεόγραφα ἑλ-
6241ληνικὰ καὶ τῶν ἄλλων μεγάλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα εὐτυ-
6242χῶς εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις θὰ ἠγοράζοντο ἐπίσης
6243εἰς τιμὰς χαμηλάς, ὥστε ν’ ἀποφέρωσιν ἕνα τόκον ἀξιό-
6244λογον—τότε ἐπρόκειτο περὶ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων
6245ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσδοκίας τῆς βασίμου κατ’ ἐμὲ τοῦ κ.
6246Εὐταξίου, ὅτι ἡ κυκλοφορία θ’ ἀνήρχετο μέχρις ἡμίσεος
6247χιλιεκατομμυρίου ἀποκαθισταμένων τῶν πραγμάτων, τότε
6248θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα
6249θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο διττῶς ὑπὸ τῆς Τραπέζης, διττὴν
6250ἀποφέροντα πρόσοδον, πρόσοδον ὡς τραπεζογραμμάτια καὶ
6251πρόσοδον ὡς χρηματόγραφα τῶν ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα
6252εἰς μὲν τὰ ἄλλα θὰ ἦσαν 5%, εἰς δὲ τὰ ἑλληνικὰ 4% —
6253καὶ εἴπομεν ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἑκατοντάδων ἑκατομ-
6254μυρίων, ὅπου θὰ ἔκαμνε διπλοῦν κούρευμα ἡ Τράπεζα,
6255ὑπεδείξαμεν ἡμεῖς καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε
6256νὰ ῥυθμισθῶσι ταῦτα.
6257Δὲν θέλω βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς ἀπασχο-
6258λήσω ἀπαντῶν εἰς ὅσα ἄλλα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκα-
6259δίας Βουλευτής, οὔτε βεβαίως ν’ ἀμυνθῶ κατὰ τῆς γνώ-
6260μης ὅτι ἐγέμισα τὴν Ἑλλάδα μὲ δημιουργήματά μου. Θὰ
6261ἦτο μικρὸν δι’ ἐμαυτόν, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον δὲν γίνεται
6262μία συζήτησις πολιτική, ἡ ὁποία θὰ εἶχε τοῦτον τὸν σκο-
6263πόν, νὰ θελήσω νὰ ἄρω ἕνα ἕτερον θρίαμβον κατὰ τοῦ κ.
6264ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, καὶ δὲν κάμνω κατάχρησιν αὐτῆς
6265τῆς εὐκαιρίας, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχε, δηλῶ μόνον ὅτι
6266εἶμαι ἕτοιμος, ἂν ἤθελε προκληθῆ ἡ συζήτησις, νὰ τῷ
6267εἴπω κατὰ ποῖον τρόπον διεχειρίσθην τὴν ἀρχὴν καὶ πόσον
6268ἀριθμὸν θέσεων ἐδημιούργησα ἐν τῇ παλαιᾷ καὶ νέᾳ
6269Ἑλλάδι· τότε θὰ τῷ εἴπω πρὸς παρηγορίαν του ὅτι κατ’
6270οὐσίαν δὲν πρέπει νὰ μὲ φοβῆται, διότι δὲν ἔχω οὔτε κόμ-
6271μα, ἀλλὰ περὶ τούτου εἰς ἄλλην ὥραν· τώρα εἶναι τόσον
6272ἀργά, ὥστε νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος.
6273§275ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δι’ αὐτὸ μᾶς προκαλεῖτε τοιαύτην
6274ὥραν, διότι εἶναι 3½ μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
6275§276ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὰς κατηγο-
6276ρίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ὅτι ἔπρεπεν ἡ
6277Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ ἐγκαίρως νὰ εὕρῃ χρήματα, ἐλη-
6278σμόνησεν ὅμως ὅτι τὰ εὗρον ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἡμέραν
6279κατὰ τὴν ὁποίαν ἠρνεῖτο ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
6280πέζης.
6281§277Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τῶν χρημάτων τῶν ἐράνων
6282ὡμίλησα.
6283§278ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περὶ αὐτῶν ἀκριβῶς λέγω καὶ
6284ἐγώ. Δι’ αὐτὰ μὲ κατηγορεῖτε ὅτι ἐκινδύνευσα νὰ γίνω
6285θῦμα; Εἶχον προνοήσει ἐγκαίρως.
6286Κύριοι, ἀρκετὰ εἶναι ὅσα ἐλέχθησαν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ
6287Βουλὴ ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀσφαλίζει μόνον
6288ἐν τῷ μέλλοντι κραταιὰν τὴν διοίκησιν τοῦ μεγάλου ἡμῶν
6289ἐθνικοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος συγχρόνως
6290ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔρχεται νὰ
6291σημειώσῃ μίαν ἀπαρχὴν περιόδου ἐξυγιάνσεως τῶν τραπε-
6292ζιτικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Εἶναι ἀκόμη, Κύριοι, ἔναγχος
6293εἰς τὰς ἀκοὰς πάντων ἡμῶν ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐκθέσεως τῆς
6294Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία διωρίσθη διὰ τὴν Προνομιοῦχον Ἑται-
6295ρείαν, τῆς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ἐντεῦθεν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιό-
6296τιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτής. Δὲν ἀνέ-
6297γνωσα τὴν ἔκθεσιν ταύτην βεβαίως καὶ δὲν δύναμαι νὰ
6298φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἡ
6299Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ φέρῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς
6300ἐκθέσεως εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς εἶμαι
6301καθ’ ὁλοκληρίαν ἀλληλέγγυος πρὸς τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ
6302ὁποῖα κατέληξεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της ἐκείνῃ. Ἡ
6303Ἑλλάς, Κύριοι, φέρεται πρὸς οἰκονομικὸν μέλλον ἀληθῶς
6304λαμπρὸν καὶ ἀσχέτως ἀκόμη πρὸς τὸν διπλασιασμὸν αὐτῆς
6305ἕνεκα τῶν δύο πολέμων, πρὸς τὴν ῥοπὴν τὴν ὁποίαν θὰ
6306ἔχωσιν αἱ ἐπιτυχίαι αἱ οἰκονομικαὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνά-
6307πτυξιν τῆς Χώρας. Ἀσχέτως πρὸς ταῦτα καὶ πρὸ τοῦ πο-
6308λέμου ἡ Ἑλλὰς ἡ πτωχή, ἡ παλαιὰ Ἑλλάς, ἐφέρετο πρὸς
6309οἰκονομικὸν μέλλον καλύτερον ἀφ’ ὅ,τι ἠδύνατο νὰ προϋ-
6310ποτεθῇ πρὸ δεκαετίας. Ἀλλὰ σήμερον μετὰ τὴν προσθή-
6311κην τῶν εὐφορωτάτων χωρῶν φέρεται πρὸς οἰκονομικὸν
6312μέλλον ἀληθῶς λαμπρόν. Ἀλλ’ ἵνα ἡ ἀνάπτυξις αὐτὴ ἡ
6313οἰκονομικὴ συντελεσθῇ ἀπροσκόπτως, ἵνα μὴ ἐπέλθωσιν
6314ἀποτυχίαι, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀνέκοπτον τὸ ἔργον αὐτῆς, ἐὰν
6315δὲν ἐπρόκειτο νὰ τὸ ματαιώσωσιν, ἵνα μὴ ἐπέλθωσι τοι-
6316αῦται ἀποτυχίαι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ καθ’
6317ἡμᾶς πράγματα τὰ τραπεζιτικά, τὰ πιστωτικά, γενικώ-
6318τερον τὰ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, κατὰ τρόπον ἐγγυώ-
6319μενον ὅτι δὲν θὰ συνεχισθῇ εἰς τὸ μέλλον κατάστασις
6320πραγμάτων ὁποία εἶναι ἡ ἐμφανισθεῖσα εἰς φῶς διὰ τῆς
6321ἀνασύρσεως μιᾶς πτυχῆς καλυπτούσης τὰς ἀνομίας τὰς
6322συντελεσθείσας ἐν τῇ Προνομιούχῳ Τραπέζῃ. Γνωρίζετε
6323ἄλλως τε ὅτι τὰ τραπεζιτικὰ πράγματα, ἐξαιρουμένου
6324τοῦ ἱδρύματος τοῦ μεγάλου τοῦ πιστωτικοῦ, δὲν βαίνουσι
6325καλῶς, ἂν δὲ τὰ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος ἔχουσι κα-
6326λῶς τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν δεξιὰν διοίκησιν τῶν πρώτων
6327Διοικητῶν τῆς Τραπέζης, τὴν συντηρητικήν, τὴν μὴ συντε-
6328λέσασαν ἴσως εἰς ἀνάπτυξιν μεγαλυτέραν, βαδίσασαν ὅμως
6329ἐπὶ ἐδάφους στερεωτέρου, ἀλλ’ ὀφείλεται καὶ εἰς τὰ μεγάλα
6330κέρδη τὰ ὁποῖα συνεκόμισεν ἡ Τράπεζα ἀπὸ τῶν πολέμων
6331καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ νό-
6332μου περὶ ἐλέγχου ἀπεδόθη ἐνίσχυσις ὀφειλομένη οὐχὶ εἰς
6333τὴν τυχὸν παρουσίαν τοῦ Διοικητοῦ, ἀλλ’ εἰς τὴν εὐσυνεί-
6334δητον ἀπόφασιν τοῦ Κράτους νὰ ἐνισχύσῃ τὸν οἰκονομικὸν
6335ὀργανισμὸν καὶ εἰς τὰ μεγάλα κέρδη τὰ ὁποῖα συνεκόμισεν
6336ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐκ τῶν μεγάλων προνομίων μὲ τὰ
6337ὁποῖα τὴν εἶχε περιβάλει τὸ Κράτος, αὐτὰ δὲ τὰ κέρδη τὰ με-
6338γάλα τὴν κατέστησαν ἱκανὴν ὅπως καὶ πᾶσα τυχὸν ἀνω-
6339μαλία ἐν τῇ Διοικήσει καὶ πᾶσα ἐπέκτασις τῆς ἐν τῷ
6340Κράτει κακοδαιμονίας καὶ τῇ διοικήσει τῆς Τραπέζης τὴν
6341κατέστησαν ἀκίνδυνον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ἱδρύματος.
6342Καὶ παρ’ ὅλας τὰς πλάνας καὶ παρ’ ὅλα τὰ σφάλματα τὰ
6343ὁποῖα διεπράχθησαν τὸ ἵδρυμα τοῦτο εὑρίσκεται σήμερον
6344ἐξιγμένον εἰς περιωπὴν ἡ ὁποία ἀληθῶς τὸ καθιστᾷ θεμέ-
6345λιον ἀσφαλές, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος δύναται νὰ στη-
6346ρίξῃ τὴν οἰκονομικήν, τὴν πιστωτικήν, τὴν κυκλοφορικὴν
6347καὶ τὴν νομισματικὴν πολιτικήν. (Χειροκροτήματα).
6348§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον
6349ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
6350§280ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ κηρυχθῇ
6351τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον, διὰ νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς
6352Ἐπιτροπήν, διότι εἶναι περιττόν.
6353§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
6354Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ
6355ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
6356δέχθη.
6357Ὑπάρχει πρότασις δεκαπέντε Βουλευτῶν περὶ ψηφοφο-
6358ρίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
6359Παρακαλοῦνται ὅπως προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ
6360κύριοι Σ. Τσακόπουλος καὶ Δ. Χατζηγιάννης.
6361Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι
6362«ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι».
6363(Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ
6364τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἄνω ψηφολεκτῶν κατὰ τὸ ἀκόλουθον
6365πρωτόκολλον).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
6366Νικόλ. Στράτος ΟΓεώργιος Στρατούλης Ν
6367Νικόλ. Χρυσόγελος Λουκᾶς Νάκος Ν
6368Ἀλέξ. Γρίβας ΝἈλέξ. Ἀναστασιάδης Ν
6369Ἰω. Τρικούπης ΝΛουκᾶς Κουτσοπέταλος Ν
6370Ἰω. Χριστοδουλίδης Ἰωάννης Ἀθανασάκης
6371Γεώργ. Τσακανίκας ΝἸωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
6372Ἰω. Καλαντζόπουλος ΝΒασίλειος Κυρέλλος Ν
6373Ἰω. Φαρμάκης ΝΚωνστ. Δεμερτζῆς Ν
6374Γεώρ. Καφαντάρης ΝΔημοσθ. Σωτηρίου Ν
6375Γεώρ. Ἰατρίδης Δημ. Κριεκούκης Ν
6376Στέφ. Γρανίτσας ΝΓεώργιος Καζανόβας
6377Ἰω. Κανναβός ΝἸωάν. Γριπονησιώτης Ν
6378Ἐμμ. Ῥέπουλης ΝἈριστοτέλ. ΣακκελλαρίουΝ
6379Ἀθαν. Χριστόπουλος ΝΣπυρ. Παπαχατζῆς Ν
6380Εὐσ. Παπακωνσταντίνου ΝΔημ. Διαμαντίδης Ν
6381Παναγ. Ἀραβαντινὸς ΝΣπυρ. Θεοδωρόπουλος Ν
6382Δημήτ. Καλλέργης ΟΔημ. Ζαβογιάννης Ν
6383Ἰωάννης Τερζάκης Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος Ν
6384Σπυρίδων Ἀγγελίδης Δημήτριος Γούναρης Ο
6385Σωτ. Κροκιδᾶς Ἀλέξανδρος Ζαΐμης
6386Παναγιώτης Φραντζῆς Γεώργιος Κρεστενίτης
6387Γ. Καρπετόπουλος Βασίλειος Ῥοῦφος Ν
6388Παναγ. Τσαλδάρης ΟΚωνστ. Γόντικας
6389Νικ. Τριανταφυλλᾶκος ΟἈριστόβ. Πετμεζᾶς
6390Νικ. Δημητρακόπουλος ΟΣπήλιος Ἀγαπητὸς Ν
6391Σπυρ. Τσακόπουλος ΟΔιον. Γαλαβᾶς
6392Βασίλ. Τουρκοβασίλης ΟἸωάννης Βέρροιος Ν
6393Ἰωάν. Μπακόπουλος Πολυχρ. Πολυχρονιάδης Ν
6394Παναγ. Σπυράκης ΟΛέων Μεσσηνέζης
6395Δημήτριος Γ. Ῥάλλης ΟΠαναγιώτης Βουρλούμης
6396Περικλῆς Ἀλεξάκης Γεώργιος Λαμπρινόπουλος
6397Στέφ. Σακελλαριάδης ΟΝικόλαος Συριόπουλος Ν
6398Βασίλειος Σεραφεὶμ Γεώργιος Κατσιμπίρης
6399Θεόδ. Γρηγορίου Νικόλαος Πετσάλης Ν
6400Ἐπαμ. Δηλιγιάννης ΟΝικόλαος Σταματιάδης Ν
6401Σπυρ. Σῖμος ΝΠαντιᾶς Κοντόσταυλος Ν
6402Ἀλέξ. Καραπάνος Ἰωάννης Μπουρνιᾶς Ν
6403Σπυρ. Σπυρομήλιος Εὐάγγελος Γεωργιάδης Ν
6404Ἐλευθ. Βενιζέλος ΝΣταμ. Βακράτσας Ν
6405Μιλτ. Νεγροπόντης ΝἈπόστολ. Ἀποστολίδης
6406Γεώργιος Ζωγράφος Ἐρρίκος Τομπάζης
6407Πολύβ. Λαγοπάτης ΝΓεώργιος Κοσόνας Ν
6408Κωνστ. Ῥακτιβὰν ΝἈλέξανδρος Ῥώμας
6409Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
6410Νικόλαος Μουζάκης Μιλτιάδης Δηλιγιάννης
6411Κωνστ. Ζαβιτσιάνος ΝΓεώργιος Βλάχος Ν
6412Γεώργιος Θεοτόκης ΟΠαναγιώτης Φλέσσας Ν
6413Λίνος Κογεβίνας Σπήλ. Ντολιόπουλος
6414Εὐθύμ. Βελλιανίτης Παναγ. Μερλόπουλος
6415Κωνσταντῖνος Σοκόλης Χριστόδουλος Δικαῖος
6416Πέτρος Φίλιππας ΝΓεώργιος Καντιάνης
6417Ἀνδρέας Κεφαλληνός Κωνστ. Κουμουνδοῦρος
6418Βασίλειος Πουλιάσης ΝΠαναγ. Λυμπερόπουλος
6419Ἠλίας Τσιτσέλης Ἀνδρέας Κοκκέβης
6420Ὄθων Τετενὲς Ἀθ. Περρωτὴς
6421Νικόλαος Χαριτᾶτος Ἀντώνιος Ζησιμόπουλος
6422Σ. Ἰγγλέσης ΝΔημήτριος Γκιουλὲς Ν
6423Νικόλαος Ἀλιβιζᾶτος ΝΔημήτρ. Κανελλόπουλος Ν
6424Νικόλαος Ῥαφτόπουλος Πέτρος Ἰατρόπουλος
6425Ἀθ. Τυπάλδ. Μπασιᾶς ΟΓεώρ. Ῥάλλης
6426Λεωνίδας Ἐμπειρῖκος Ν. Λεωνίδας Ν
6427Τριαντάφυλλος Παππαδὰμ Ἀλ. Διομήδης Ν
6428Κωνστ. Καλομενόπουλος Ἀπόστ. Ἀλεξανδρῆς
6429Θωμᾶς Σκάσσης ΝἈλέξ. Παππαποστόλου
6430Σταμ. Βαφειαδάκης ΝΝικόλ. Γαρδικιώτης
6431Σωκράτης ΠαππαβασιλείουΝΣωτ. Χατζηγάκης
6432Νικόλαος Καμπάνης ΝΚωνστ. Σταμούλης Ν
6433Κωνσταντῖνος Ἀλαβάνος Δημήτρ. Μαλλιόπουλος Ν
6434Δημήτριος Πετσετάκης ΝΔημήτρ. Μπούσδρας Ν
6435Ἀλέξανδρος Μαλασπίνας Γεώρ. Σπυρόπουλος Ν
6436Ἀντώνιος Ῥεβίνθης Ἀλκιβ. Θανόπουλος
6437Νικόλαος Κρίσπης ΝΧρῖστος Καρᾶς
6438Γεώργιος Γαϊτᾶνος ΝἸω. Κωτίκας Ν
6439Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης Θεόδ. Φίλιος Ν
6440Γεώργιος Μαυρομιχάλης Ἀθ. Μιαούλης Ν
6441Μιχαὴλ Στελλάκης ΟἸω. Μάνος Ν
6442Παναγιώτης Κοσονάκος Ἰάκ. Τομπάζης Ν
6443Παν. Πετροπουλάκης ΟἸω. Τσιριμῶκος Ν
6444Δημ. Πετροπουλάκης ΝἸω. Ξηρὸς
6445Γεώργιος Φικιώρης ΝΝικόλ. Ξηρὸς Ο
6446Θαλῆς Κουτούπης ΝἈθαν. Εὐταξίας Ν
6447Ἠλίας Κοπανίτσας ΟῬήγας Χατζηρήγας
6448Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν. Βελέντζας
6449Κωνσταντῖνος Σπυρίδης ΝΚων. Λιδωρίκης
6450 Ἀχιλλεὺς Παππαλουκᾶς Ν
6451Δημήτριος Χατζηγιάννης ΝΜιχ. Φωτιάδης Ν
6452Σ. Ἀναστασιάδης Ἰω. Δελμοῦζος
6453Ἀλέξανδρος Κασσαβέτης Θεμ. Παππαϊωάννου
6454Ἰωάν. Γκέκας ΝΔημοσθ. Βρατσᾶνος Ο
6455Πέλοπ. Ἀγγελίδης Ἀλέξ. Κανάρης
6456Μιλτιάδης Μπουφίδης
6457§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 103, ἐξ αὐτῶν ὑπὲρ
6458τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου 84, κατ’ αὐτῆς δὲ 19· τὸ νομο-
6459σχέδιον ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν.
6460(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ
6461τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
6462Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
6463Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει πρότασιν
6464νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΓΧΛΖʹ
6465τοῦ 1910 τοῦ τροποποιήσαντος τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου
6466ΣΜΗʹ τοῦ 1867 περὶ Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης», ἥτις παρα-
6467πέμπεται εἰς Ἐπιτροπὴν ἀποτελεσθεῖσαν ἐκ τῶν βουλευ-
6468τῶν κυρίων Α. Τ. Μπασιᾶ, Σ. Γρανίτσα, Σ. Θεοδωροπού-
6469λου, Π. Λαγοπάτη, Π. Πολυχρονιάδου καὶ Ε. Βελλια-
6470νίτου·
6471Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποδόσεως
6472εἰς τὴν κοινότητα Θηρασίας ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τῆς
6473ἐξαγομένης θηραϊκῆς γῆς» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς·
6474Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκπαιδεύ-
6475σεως ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν» ὑποβάλλει τὴν
6476ἔκθεσιν αὐτῆς·
6477Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Θανόπουλος ὑποβάλλει τροπολο-
6478γίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθηκῶν καὶ τροποποιή-
6479σεων εἰς τὸν νόμον ͵ΓΤΛʹ περὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρε-
6480σίας τοῦ Κράτους»·
6481Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Λεωνίδας ὑποβάλλει τροπολογίαν
6482ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου»·
6483Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως
6484τῶν συμβάσεων μετὰ τῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας κλιναμαξῶν»
6485ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς·
6486Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ι. Δελμοῦζος καὶ Π. Φίλιππας
6487ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἐλεγ-
6488κτικοῦ Συνεδρίου νόμων»·
6489Οἱ βουλευταὶ κύριοι Σ. Βακράτσας, Ν. Σταματιάδης,
6490Ι. Μπουρνιᾶς καὶ Π. Κοντόσταυλος ὑποβάλλουσι τροπολο-
6491γίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς τῆς σηροτρο-
6492φίας καὶ ὀργανώσεως σηροτροφικῆς ὑπηρεσίας»·
6493Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἰγγλέσης ὑποβάλλει τροπολογίαν
6494ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2
6495τοῦ νόμου ᾼΦΚΖʹ περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιου-
6496σίας τῆς Κεφαλληνίας καὶ ἱδρύσεως δι’ αὐτῆς φιλανθρωπι-
6497κῶν καταστημάτων ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ
6498τοῦ νόμου ͵ΓΨΚΗʹ τῆς 30ῆς Μαρτίου 1910».
6499Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
6500(Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
6501Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ
65023.45′ τῆς πρωίας, ὁρισθείσης ὡς ὥρας διὰ τὴν ἑπομένην
6503συνεδρίασιν τῆς 6ης μ. μ.).