1914.11.01
3,246 rows · 24,641 words · 174 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
τῆς 1ης Νοεμβρίου 1914.
(Σάββατον, ὥρα 5.10′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Αἱ διδασκάλισσαι Μακεδονίας παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἡρακλείου παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ φροντὶς περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν δημοδιδασκάλων· Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἄνω Κορακιάνας παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος Κερκύρας· Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Βελονάδων παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος Κερκύρας· Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἄφρας παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος Κερκύρας· Ὁ Νικόλαος Παλαιοκρασᾶς ἐξ Ἄνδρου ποιητὴς παρακαλεῖ ὅπως ἀμειφθῇ διὰ τὰς ποιητικάς του ὑπηρεσίας· Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀργοστολίου παρακαλεῖ ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλαττώσεως τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ· Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πάγων παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ὁ ἀγροτικὸς νόμος Κερκύρας· Οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Μακεδονίας ζητοῦσιν ὅπως εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Γενικῆς Διοικήσεων εἰσαχθῇ διάταξις ἥτις νὰ ἱκανοποιῇ καὶ τοὺς μὴ ἔχοντας τὰ νόμιμα προσόντα· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἱεραπέτρας τῆς Κρήτης παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν δημοδιδασκάλων· Ὁ Νικόλαος Τραγαζίκας ἐκ Δομοκοῦ τραυματίας παρακαλεῖ ὅπως τῷ πληρωθῶσιν αἱ καθυστερούμεναι συντάξεις του. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως χορηγεῖται ἄδεια ἀπουσίας 15ήμερος εἰς τὸν βουλευτὴν Μεσσηνίας κ. Σπ. Ντολιόπουλον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ὑποδιδασκάλων Ἤλιδος.
§2Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω τὴν ἀναφοράν, κ. Πρόεδρε, ταύτην καὶ τὴν συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, παρακαλῶ δὲ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Λ. Νάκος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ Πεδίου Ἄρεως.
§4Λ. ΝΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ κάτοικοι παραπονοῦνται διὰ τὴν σκέψιν ἥτις γίνεται διὰ τὴν ἀνέγερσιν φυλακῶν ἐκεῖ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Γ. Τσακανίκας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Λαμπίρη.
§6Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Λαμπίρη παραπονοῦνται διὰ μέτρα ἅτινα ἀσκοῦνται διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῆς. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ἵνα ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν ὁρίων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἀναβάλλεται ἡ ἐρώτησις τῶν κ. Α. Σακκελλαρίου, Λ. Κουτσοπετάλου καὶ Σ. Θεοδωροπούλου ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Λεβαδείας. Οἱ κ. Ν. Βελέντζας, Θ. Παππαϊωάννου καὶ Κ. Λιδωρίκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ τέως δήμου Εὐπαλίου.
§8Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§9Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τὴν ἰδίαν παράκλησιν διατυπῶ καὶ ἐγώ. Ἡ δαπάνη θὰ εἶναι μηδαμινή, θὰ ἐξυπηρετηθῇ δὲ ἡ συγκοινωνία ὁλοκλήρου τοῦ τόπου ἐκείνου.
§10Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ποιοῦμαι καὶ ἐγώ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ κ. Ν. Βελέντζας, Θ. Παππαϊωάννου καὶ Κ. Λιδωρίκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Τετραπόλεως.
§12Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἔργου ἐκείνου, κ. Πρόεδρε, δι’ ὃ ἐγένετο δημοπρασία, ἀλλ’ ὁ μηχανικὸς Ἀμφίσσης παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας διαταγὰς ἀρνεῖται νὰ ἐγκαταστήσῃ τὸν ἐργολάβον πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου καὶ παρακαλῶ νὰ τὸν διατάξητε ἐκ νέου, διότι διατρέχει κίνδυνον ὄχι μόνον τὸ ἔργον ἀλλὰ καὶ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἔχουσι κατατεθῆ.
§13Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὸν μηχανικόν, διότι κινδυνεύει νὰ ματαιωθῇ ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον πολὺ ἐκοπίασα νὰ συντελεσθῇ.
§14Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν θέλει ὁ ἐργολάβος, διότι ηὐξήθησαν οἱ μισθοὶ κτλ.
§15Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ὁ ἐργολάβος θέλει, ἀλλ’ ἂν δὲν θέλῃ τὸ πταῖσμα πάλιν εἶναι εἰς τὸν μηχανικόν, ὅστις ἀφῆκεν ἐπὶ τόσον χρόνον ἐκκρεμὲς τὸ πρᾶγμα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Ι. Βέρροιος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ δημάρχου Πατρέων.
§17Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ὁ δήμαρχος Πατρέων ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς πόλεως Πατρῶν, δι’ οὗ ἐκφράζει τοῦτο τὴν εὐχὴν ὅπως ἡ σεβαστὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα ἡ ἐκλεγεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τῶν Ἑταιρειῶν Ἀεριόφωτος καὶ Ἠλεκτρικῆς ἐπεκτείνῃ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῆς Ἑταιρείας Πατρῶν. Ἐνθυμεῖται καλῶς ἡ Βουλὴ ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ἐκείνης εἶχον λάβει τὸν λόγον καὶ ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρανομίας καὶ παραβάσεις τὰς ὁποίας ἡ αὐτὴ ἑταιρεία χορηγοῦσα τὸν ἠλεκτρισμὸν καὶ τὸ ἀεριόφως εἰς τὰς Πάτρας μετέρχεται καὶ ἐκεῖ καὶ τὰς ὁποίας ὁ δῆμος Πατρέων δὲν δύναται νὰ παρεμποδίσῃ οὔτε ἐκεῖ, διότι εὑρίσκει προσκόμματα, ὁσάκις δὲ θέλει νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς δὲν ἐκτελοῦνται ὑπὸ τῶν προϊσταμένων διοικητικῶν Ἀρχῶν καὶ ἑπομένως διαπράττονται καὶ ἐν Πάτραις πλειότερα τῶν διαπραττομένων ἐν Ἀθήναις. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω τὸ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Πατρέων καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐργασίαν της ἐπὶ τῆς πόλεως Πατρῶν, ἵνα ληφθῶσι τὰ αὐτὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ληφθῶσι διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, διότι πιστεύσατε ὅτι ὁ φωτισμὸς ἐκεῖ εἶναι τόσον πλημμελής, ὥστε ἡ πόλις τῶν Πατρῶν διατελεῖ μᾶλλον ἐν τῷ σκότει.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σακκελλαρίου ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Μακεδόνων φοιτητῶν.
§19Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὑπογεγραμμένης παρὰ πολιτῶν καταγομένων ἐκ Μοναστηρίου, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἐδοκίμασαν τὸ μέγα δυστύχημα νὰ μὴ δυνηθῶσι νὰ περιληφθῶσιν εἰς τοὺς ὑπηκόους τῆς μείζονος Ἑλλάδος, τώρα δοκιμάζονται καὶ ὑπὸ τῆς πενίας. Νομίζω ὅτι συντρέχει καὶ δι’ αὐτοὺς ὁ λόγος νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀτελείας τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ κ. Δ. Βρατσᾶνος καὶ Σ. Γρανίτσας.
§21Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἡ Πανελλήνιος Ὀδοντιατρικὴ Ἑταιρεία διὰ τοῦ προέδρου αὐτῆς ὑποβάλλει δύο ἀναφορὰς εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλοῦσα νὰ ληφθῶσι μέτρα τινὰ ἀφορῶντα εἰς ἄτοπα δημιουργηθέντα ἐκ τῆς ἀτελοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἱδρύσεως Ὀδοντιατρικῆς Σχολῆς. Διὰ τοῦ νόμου 3823 ἱδρύθη τοιαύτη Σχολὴ προσαρτηθεῖσα εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν. Ὁ νόμος ἵνα λάβῃ ἰσχὺν ἔπρεπε νὰ συνοδευθῇ ὑπὸ Β. Διατάγματος κανονιστικοῦ μὴ ἐκδοθέντος ἀκόμη. Ὁ νόμος συνεπῶς ἀδρανεῖ. Πολλοὶ ὀδοντίατροι ἐπωφελούμενοι τῆς μεταβατικῆς καταστάσεως ἔρχονται ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐφωδιασμένοι μὲ διπλώματα ξένων σχολῶν καὶ λαμβάνουσι τὴν ἄδειαν τοῦ ἐξασκεῖν τὸ ἐπάγγελμά των, δημιουργοῦσι δὲ τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα ἠθέλησεν ὁ νόμος νὰ προλάβῃ. Ἀλλὰ πλὴν αὐτοῦ δι’ ἑτέρας ἀναφορᾶς ἡ αὐτὴ ἑταιρεία παραπονεῖται ὅτι δὲν ἐλήφθησαν διὰ τοῦ νόμου 3823 καὶ τοῦ προγενεστέρου 4063 πάντα ἐκεῖνα τὰ μέτρα ἅτινα ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι πρὸς ἀποσόβησιν τῶν καταστρατηγήσεων τοῦ νόμου, ὥστε νὰ λείψωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐβλέπομεν, δηλαδὴ σαλτιμπάγκους, οἱ ὁποῖοι εἴτε διότι ἐμαθήτευσαν παρά τινι ὀδοντιάτρῳ εἴτε διότι εἶναι κατασκευασταὶ τεχνητῶν ὀδόντων κατορθώνουσι νὰ ἐφοδιάζωνται μὲ ἕνα χαρτὶ καὶ νὰ ἐξασκῶσι τὸ ὀδοντιατρικὸν ἐπάγγελμα.
§22Σ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν κάμνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§23Λ. ΝΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρός.
§25Ν. ΞΗΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν περιχώρων Αἰκατερίνης παραπονοῦνται ὅτι ὁ δασάρχης ἀπηγόρευσε τὴν βοσκὴν ἐπὶ ὡρισμένων ἐκτάσεων γαιῶν ἄνευ λόγου καὶ χωρὶς οὐδὲν δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς ὃν θὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορά, νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ νὰ διατάξῃ ἐπιθεωρητὴν ὁ ὁποῖος νὰ μεταβῇ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἐν τῇ ἀναφορᾷ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς. Ἀναβάλλεται διὰ τὴν Δευτέραν. Οἱ κύριοι Π. Ἀλεξάκης, Ἐπ. Δηλιγιάννης καὶ Σ. Τσακόπουλος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα γνώμην ἔχει ἐπὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως: Ὁ Δημ. Βελόνης ἐκ Στρωμνίτσης, τοῦ ὁποίου ὁ μόνος υἱός, διδάκτωρ τῶν Φυσικομαθηματικῶν, ἐφονεύθη εἰς τὴν ἐν Γενιτσοῖς μάχην, 70ούτης τὴν ἡλικίαν, κλινήρης δέ, ζητεῖται νὰ μεταβῇ εἰς Ναύπλιον, ὅπως θεωρηθῇ ἂν πράγματι εἶναι ἀνίκανος, ἵνα χορηγηθῇ αὐτῷ σύνταξις, ἀλλ’ ὁ περὶ οὗ πρόκειται εἶναι κλινήρης καὶ συνεπῶς καθίσταται αὐτῷ ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μεταβῇ εἰς Ναύπλιον. Τί συμβήσεται; Θ’ ἀπολέσῃ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἢ εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀνικανότης του παρὰ ἰατροῦ ἐν τῷ τόπῳ;
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγχειρίζω ἔγγραφον τὴν ἀπάντησιν. Ἡ Ὑπηρεσία δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἐκ τοῦ νόμου ν’ ἀποστέλλῃ στρατιωτικοὺς ἰατροὺς εἰς τὰς ἑστίας τῶν πασχόντων πατέρων πρὸς βεβαίωσιν τῆς σωματικῆς των ἀνικανότητος. Ἂν τοῦτο ἤθελε συμβῆ, ἡ Ὑπηρεσία θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ ἐν διαρκεῖ κινήσει ἀνὰ τὸ Κράτος στρατιωτικοὺς ἰατροὺς ὅπως ἐξετάζωσι τοὺς ὑποβάλλοντας αἰτήσεις πατέρας. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐξετασθέντων πατέρων ἐλάχιστοι εὑρέθησαν ἀνίκανοι πραγματικῶς. Ἂν δὲ ἤθελε ληφθῆ τὸ μέτρον παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας ὥστε οἱ αἰτοῦντες πατέρες νὰ ἐξετάζωνται εἰς τὰς ἑστίας των καὶ οὐχὶ νὰ προσέρχωνται οὗτοι εἰς τὰς συνιστωμένας στρατιωτικὰς ἐπιτροπὰς ἰδίαις δαπάναις, τὸ ἀδάπανον τῆς ἐν τῇ ἑστίᾳ των ἐξετάσεως ἤθελε πολλαπλασιάσει τὰς αἰτήσεις ἀνθρώπων μὴ πράγματι πασχόντων, τὸ δὲ Δημόσιον ἤθελεν ὑποστῆ τὰς δαπάνας τῶν ὁδοιπορικῶν τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν ἐπὶ ματαίῳ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἂν ἐβεβαιώθη τί ἐγένοντο δύο ἐπιστολαὶ ἐπὶ συστάσει ἀποσταλεῖσαι ἐξ Ἀμαλιάδος ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 194 καὶ 769 τῆς 13 Ἰανουαρίου καὶ 12 Μαρτίου 1914 ὑπὸ τοῦ πολίτου Θεοδώρου Ζάκα, ἡ μὲν πρώτη εἰς Κολωνίαν, ἡ δὲ δευτέρα εἰς Ἀργυρόκαστρον, πρὸς τὸν στρατιώτην τοῦ 24 πεζ. συντάγματος Βαρζελιώτην Ἀθανάσιον καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὑπέβαλεν ὁ ἀποστολεὺς ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον παραπονούμενος, ἐφ’ ἧς οὐδεμία ἐλήφθη ἀπάντησις».
§28Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Ἐὰν βεβαιωθῇ ὅτι ὄντως ἀπωλέσθησαν, θὰ διατάξω τὴν ἀποζημίωσιν καὶ τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐνόχου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετροπουλάκης, Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Α. Χριστόπουλος....
§30ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ἡ ἀπάντησις θὰ περιλάβῃ πολλά, θὰ τὴν ὑποβάλω ἐγγράφως, παρακαλῶ δὲ ν’ ἀναβληθῇ δι’ ὀλίγας ἡμέρας.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ἐπ. Δηλιγιάννης, Π. Ἀλεξάκης καὶ Σ. Τσακόπουλος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα εὐαρεστούμενος παράσχῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Ἡ Γεωργία χήρα Γ. Στρίζα, ἧς ὁ σύζυγος ἐφονεύθη κατὰ τὴν μάχην τῶν Γενιτσῶν τῇ 20ῇ Ὀκτωβρίου 1912, ὑπέβαλεν αἴτησιν μεθ’ ὅλων τῶν δικαιολογητικῶν τὸν Αὔγουστον 1913, ζητοῦσα ν’ ἀπονεμηθῇ αὐτῇ σύνταξις, ἀλλὰ μέχρι τοῦ Ἰουλίου τρέχοντος ἔτους οὐδεμίαν λαβοῦσα ἀπάντησιν ὑπέβαλε νέαν αἴτησιν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν ὅτι ἴσως ἐξηφανίσθησαν τὰ ἔγγραφά της καὶ δέον νὰ ὑποβληθῶσι νέα· συνεπῶς τῇ 8ῃ Ἰουλίου διὰ τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Σέρβου ὑπέβαλεν αὖθις ἅπαντα τὰ δικαιολογητικά, πλὴν μέχρι σήμερον ἀγνοεῖ τί ἔγιναν· δι’ ὃ παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως χορηγήσῃ πᾶσαν ἐπὶ τούτου πληροφορίαν».
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ σχετικὰ πρὸς πληρωμὴν τῆς συντάξεως ταύτης ἐστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 24703 ἐγγράφου.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Νάκος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν ἔχει γνῶσιν ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἰωαννίνοις Πλημμελειοδικῶν εἰσήγαγε δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἰωαννίνων τὸν δημοσιογράφον Γ. Καζαντζῆνον, διαστρεβλῶν δημοσίευμα αὐτοῦ ἐν τῇ «Ἀκροπόλει», ὅπως στερήσῃ τὸν δημοσιογράφον τῶν φυσικῶν αὐτοῦ δικαστῶν, οἵτινες ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι οἱ ἔνορκοι, καὶ ποῖα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ διὰ τὴν τοιαύτην παραβίασιν τῶν ἐγγυήσεων τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου».
§34Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ πρῶτον ἐκ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἔλαβον γνῶσιν περὶ τῆς ὑπάρξεως τοιαύτης ὑποθέσεως. Ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἀναλόγως θὰ ἐνεργήσω.
§35Λ. ΝΑΚΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ ζητήσητε τηλεγραφικῶς πληροφορίας. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν οὐδένα νόμιμον λόγον εἶχε νὰ εἰσαγάγῃ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως τὸν δημοσιογράφον αὐτόν. Δὲν πρέπει οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ διαστρεβλώνωσι τὸν νόμον καὶ νὰ καταπατῶσι τὰς ἐγγυήσεις τὰς τεθειμένας ὑπὲρ τοῦ Τύπου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν ἔλαβε γνῶσιν ἐγκλήματος κατὰ τῶν ἠθῶν λαβόντος χώραν ἐν Χαλκίδι ὑπό τινος νοσοκόμου κατὰ κορασίδος καὶ τί ἐνηργήθη σχετικῶς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ».
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔλαβον γνῶσιν, ἀλλὰ θὰ ζητήσω πληροφορίας.
§38Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὁ νοσοκόμος αὐτὸς ἔκαμε αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔκαμε. Τὸ ἐρώτημα ἦτο ἀναγκαῖον ἵνα κινηθῇ ἡ στρατιωτικὴ Δικαιοσύνη ἐν προκειμένῳ, διότι δὲν κινεῖται ἐπαρκῶς.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Κερκύρας καὶ τῶν νήσων Ὀθωνῶν καὶ Ἐρρικούσης, ὧν οἱ κάτοικοι παραμένουσιν ἀποκεκλεισμένοι καὶ ἰδίως τὸν χειμῶνα».
§40Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας τῶν νήσων τούτων εἶναι ζήτημα δαπάνης, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν καταβύθισιν καλωδίου, ἀλλὰ βεβαίως ἀποτελεῖ ἀντικείμενον τῆς ἡμετέρας μερίμνης.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πότε σκέπτεται ν’ ἀπολύσῃ τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ ἔτους 1910–1911, οἵτινες ἄλλως τε δὲν ὑπερβαίνουσι τοὺς 20».
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θ’ ἀπολυθῶσι μόλις ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῶν μηχανικῶν καὶ ὑπομηχανικῶν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Ν. Ξηρὸς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις Πέτρου Μακίκου περὶ ἀποζημιώσεώς του διὰ τὴν ἀξίαν ἑνὸς κοπαδίου τράγων, ἐπιταχθέντων κατὰ τὸν Βουλγαρικὸν πόλεμον πρὸς διατροφὴν τῆς 5ης Μεραρχίας».
§44ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γνωσθῇ πότε καὶ εἰς τίνα Ὑπηρεσίαν ὑπεβλήθη ἡ αἴτησις.
§45Ν. ΞΗΡΟΣ. Εὑρίσκεται ἐν τῷ τμήματι τῶν προμηθειῶν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Παππακωνσταντίνου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε γνῶσιν ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Στυμφαλίας περὶ ἀνάγκης καθαρισμοῦ τῆς Ἀδριανείου σήραγγος καὶ ἂν σκέπτεται νὰ διατάξῃ τὸν καθαρισμὸν αὐτῆς, ἵνα μὴ ἀποβῇ ματαία ἡ δαπάνη τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἄρσιν τοῦ ἐν αὐτῇ φράγματος καὶ μὴ καταστραφῶσι τὰ σιτηρὰ τοῦ τόπου».
§47Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοιαύτης ἀναφορᾶς.
§48Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλον ἐγώ. Ἐπιθυμῶ τοῦτο νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ καθαρισμοῦ ὁλοκλήρου τῆς σήραγγος· πρόκειται περὶ τοῦ τμήματος ἐκείνου μεταξὺ τοῦ φράγματος καὶ τῆς λίμνης. Ὡς γνωρίζετε, τὸ φράγμα ἤρθη, ἀλλ’ ἵνα ἀρθῇ τὸ φράγμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἐκ τῆς καταπτώσεως τῆς σήραγγος, ἐδέησεν ἡ Ὑπηρεσία νὰ κατασκευάσῃ ἕτερον προπαρασκευαστικὸν φράγμα διὰ σάκκων πλήρων χώματος. Μετὰ τὴν ἄρσιν τοῦ φράγματος ἡ Ὑπηρεσία ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ τὸ ὕδωρ νὰ ῥέῃ ἐλευθέρως, ἀλλ’ ἔθηκε θύραν ἀπὸ τῆς ὁποίας ἔδει νὰ ῥέῃ τὸ ὕδωρ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Ἐκ τούτου ὅλον τὸ χῶμα τοῦ φράγματος παρασυρθὲν ἰσοπέδωσε τὴν σήραγγα. Ἡ σῆραγξ μεταξὺ τοῦ τεχνητοῦ φράγματος καὶ τοῦ φράγματος τοῦ προελθόντος ἐκ τῆς πτώσεως τῆς σήραγγος δὲν λειτουργεῖ πλέον ἰσοπεδωθεῖσα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ν. Βελέντζας καὶ Π. Πετροπουλάκης «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν σκοπεῖ νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων καὶ τῶν Εἰσαγγελιῶν, κανονιζομένης ὡς πρὸς τοὺς τελευταίους τῆς μισθοδοσίας των διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὡς ἁπάντων τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν».
§50Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀπαντῶν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θεοδωρόπουλον εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνήκει ἰδίως εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Εὐθὺς ὡς καταστῇ δυνατὴ ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας δὲν θέλω λείψει νὰ προβῶ εἰς ταύτην.
§51Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὡς γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, οἱ ὑπογραμματεῖς δὲν λαμβάνουσι τακτικὴν μισθοδοσίαν, ἀλλὰ δίδεται εἰς αὐτοὺς ἀποζημίωσις.
§52Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μόνον τῶν Εἰσαγγελιῶν.
§53Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα αὐτό.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακκελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τίς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος διευθυντὴς τοῦ ταχυδρομικοῦ γραφείου Λαδικοῦς Ὀλυμπίας».
§55Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὁ διευθυντής.
§56Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Φαίνεται ὅτι συμβαίνει λάθος τι τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ διορθώσωμεν. Ἐκεῖ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ταχυδρομικοῦ γραφείου εἶχε πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως ὑπάλληλός τις, ὅστις μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐπιστρατεύσεως ἀνέλαβε πάλιν τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ἀπὸ τὸν προσωρινῶς διευθύνοντα. Ἀλλὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν καθ’ ἣν ἀνέλαβεν ὁ τακτικὸς διευθυντὴς τὰ δημόσια εἴδη τοῦ ταχυδρομείου ὁ προσωρινὸς διευθυντὴς τὰ ὑπέκλεψε.
§57Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Σ. Σακκελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διατί ὁ νομάρχης Μεσσηνίας δὲν ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς κοινότητος Λαδικοῦς τὰς αὐξήσεις τῆς μισθοδοσίας τοῦ διδασκάλου Ἀθανασίου Δρακᾶ, καθυστερουμένας ἐπὶ τρία ἔτη, παρακαλεῖ δ’ ἅμα ἵνα ἐνεργήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πᾶν νόμιμον».
§59ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σήμερον πληροφορηθεὶς τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐτηλεγράφησα ἀμέσως καὶ ἀναμένω ἀπάντησιν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν δύναται ὁ ἔκ τινος τόπου καταγόμενος ἐκ γενετῆς νὰ ὑπηρετῇ ἐν αὐτῷ ὡς ἀστυνομικὸς διευθυντής».
§61ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως ὄχι· πλὴν τῶν ὑπηρετούντων κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ νόμου ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ.
§62Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς Σερρῶν καταγγέλλεται ὅτι κατάγεται ἐκεῖθεν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν σκέπτεται νὰ ἐλαττώσῃ ἐν μέρει τὸ ἀντισήκωμα τῶν ἀνυποτάκτων τοῦ 1911, οἱ ὁποῖοι ἀντὶ νὰ ὑπηρετήσωσιν 8 μῆνας, συμφώνως τῷ νόμῳ ΔΡΞΕʹ, ὑπηρέτησαν 20 καὶ 22 μῆνας».
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοιαύτη σκέψις δὲν ὑπάρχει.
§65Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι, ὅτε ἐψηφίζοντο οἱ σχετικοὶ νόμοι, ἡ Βουλὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ὅτι οἱ ἀνυπότακτοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς διετοῦς θητείας, εἶχον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δεκαπενταμήνου προσθέτου ὑπηρεσίας, ὅτι εἶχον τὰς ὑποχρεώσεις τουτέστιν ἐκείνας περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν γνώσει ὅμως πάντων τούτων ἡ Βουλὴ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀνυποτάκτων νὰ τὴν καθορίσῃ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ στοιχεῖα αὐτὰ καὶ ὑπεχρέωσε τούτους νὰ ὑπηρετήσωσιν ὀκτάμηνον ὑπηρεσίαν καὶ νὰ πληρώσωσιν 800 δραχμάς. Οὗτοι ὅμως ὑπηρέτησαν ἐπὶ 20 καὶ 22 μῆνας. Νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία ὑπέχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἀντισήκωμα τὸ προσδιορισθὲν εἰς 800 δραχμάς, διότι, ἀφοῦ τὸ Κράτος διὰ τῶν τελευταίων νόμων τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν ἠμνήστευσε τοὺς ἀνυποτάκτους τοὺς πρὸ τοῦ πολέμου καὶ τοὺς ἀδηλώτους, καθ’ ὃν τρόπον τοὺς ἠμνήστευσε καὶ καθ’ ὃν τρόπον τοὺς ἀπήλλαξε πάσης σχεδὸν προσθέτου ὑποχρεώσεως, νομίζω, λέγω, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία καὶ τὸ Κράτος εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνεισήνεγκον καὶ αἷμα καὶ ὑπηρεσίαν κατὰ τοὺς τελευταίους πολέμους, νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἀντισήκωμα τῶν 800 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπερβολικόν, ἐπὶ τούτου δὲ ἤθελον τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Νικ. Ἀγ. Λυκούδη. Οὗτος κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1913–1914 ἐφοίτησεν ἐν τῇ Βʹ τάξει τοῦ Διδασκαλείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως προαχθεὶς εἰς τὴν Γʹ τάξιν, ἀριστεύσας δὲ κατὰ τὰς ἐξετάσεις. Ὁ μαθητὴς οὗτος ἐτύγχανε συγχρόνως μαθητὴς τῆς Δʹ τάξεως τοῦ Δʹ ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου, ἀλλὰ λόγῳ ἀπουσιῶν ἕνεκα τῆς ἐν τῷ ἀνωτέρω Διδασκαλείῳ φοιτήσεως αὐτοῦ δὲν προσῆλθεν εἰς τὰς κατ’ Ἰούνιον ἐξετάσεις. Ἔκτοτε ὅμως ἐδημοσιεύθη ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου καθ’ ἣν οἱ ἀποκλεισθέντες τῶν ἐξετάσεων μαθηταὶ Γυμνασίων κλ. δικαιοῦνται νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις. Τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματός του τούτου αἰτεῖται διὰ τῆς ἀναφορᾶς του, ἣν νοσηρᾶς ἀντιλήψεως διδασκαλικὴ ἑρμηνεία ἠρνήθη αὐτῷ».
§67Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ αἴτησις τοῦ μαθητοῦ Λυκούδη παρεπέμφθη εἰς τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν Σχολείων τῆς Αʹ περιφερείας, ὅστις διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 37 ἑ. ἔ. ἀναφορᾶς του ἀπεφήνατο ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὕτη δεκτή, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ὁ μαθητὴς οὗτος οὐδόλως σχεδὸν ἐφοίτησε καθ’ ὅλον τὸ σχολικὸν ἔτος καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ τύχῃ βαθμοῦ κατ’ οὐδέτερον τῶν ἑξαμήνων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι φοιτῶν ἀνελλιπῶς ἐν τῷ Διδασκαλείῳ καὶ λαβὼν παρ’ αὐτοῦ πιστοποιητικὸν σπουδῆς δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὅμοιον διὰ τὸ αὐτὸ σχολικὸν ἔτος καὶ παρὰ τοῦ Γυμνασίου.
§68ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἀντὶ νὰ θέσῃ εἰς τὴν διάθεσίν μου τὴν ἔκθεσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καλύτερον εἶναι νὰ τὴν μελετήσῃ ὁ ἴδιος, καθόσον ὁ ἐπιθεωρητὴς εἶναι δάσκαλος καὶ ὡς δάσκαλος ἔκρινεν. Αὐτοὶ εἶναι ἠλίθιοι καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσητε. Ὁ μαθητὴς αὐτὸς ἐφοίτησε κατὰ τὸ 1913–14 ἐν τῷ Διδασκαλείῳ, συγχρόνως δ’ ἐτύγχανε καὶ μαθητὴς τῆς τετάρτης τάξεως τοῦ Δʹ ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου, λόγῳ ὅμως ἀπουσιῶν ὡς ἐκ τῆς φοιτήσεώς του ἐν τῷ Διδασκαλείῳ δὲν προσῆλθε τὸν Ἰούνιον δι’ ἐξετάσεις, ἀλλὰ κατόπιν ἐδημοσιεύθη ἐγκύκλιος δι’ ἧς ἐπετρέπετο νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις οἱ ἀποκλεισθέντες. Ὁ ἐπιθεωρητὴς ὅμως λέγει ὅτι, ἐπειδὴ ἦτο ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ Διδασκαλείῳ, δὲν δύναται νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένος καὶ ἐν τῷ Γυμνασίῳ. Τίς νόμος λέγει αὐτὸ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τὸ πρᾶγμα.
§69Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀναβάλλω τὴν ἀπάντησιν ἵνα ἐξετάσω καὶ πάλιν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς «παρακαλεῖ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν ἂν θὰ διατάξωσι τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 5106, 5107, 5318, 5319 καὶ 5320 χρηματικῶν ἐνταλμάτων, ἐκδοθέντων πρὸ πενταμήνου καὶ ἀνερχομένων εἰς δρ. 9 χιλιάδας περίπου, ἀνηκόντων δ’ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ ἀτμοπλοίου «Πύλαρος» καὶ προερχομένων ἐξ ἐπιτάξεως τοῦ ἀτμοπλοίου του κατὰ τὸ ἔτος 1913· δέον δὲ πάντως ἢ νὰ πληρώνωνται ἀμέσως τὰ τοιαῦτα ἐντάλματα ἢ νὰ λογίζηται τοὐλάχιστον τόκος πρὸς ἓξ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀπαιτήσεως, διότι ἄλλως ἡ ἐπίταξις καθίσταται ληστρικὴ διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας ἀτμοπλοίων, οἵτινες οὐ μόνον στεροῦνται τῶν χρημάτων αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπιβαρύνονται καὶ μὲ τὸν τόκον, ὃν ἀναγκάζονται οὗτοι νὰ καταβάλλωσιν εἰς τοὺς τραπεζίτας πρὸς πορισμὸν χρημάτων ἀπολύτως ἀναγκαίων αὐτοῖς διὰ τὴν κίνησιν τῶν πλοίων».
§71ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου, καίτοι ἀναφέρεται εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐν τούτοις ἀφορᾷ καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται περὶ πληρωμῆς ἐνταλμάτων ποσοῦ 9 χιλ. δραχ. διὰ τὸ ἀτμόπλοιον «Πύλαρος» καὶ παρακαλῶ τὸ ταχύτερον νὰ πληρωθῶσι τὰ ἐντάλματα, διότι ἄλλως ἡ ἐπίταξις καθίσταται ληστρική.
§72Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θέλει ληφθῆ πρόνοια.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Στελλάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν οἱ ἐπιτυχόντες ἐν τῷ τελευταίῳ διαγωνισμῷ τῶν ἀνθυπιάτρων δὲν εἶναι δικαιότατον νὰ ὀνομασθῶσιν ἄνευ τῆς παρόδου τοῦ ἑξαμήνου ἀνθυπίατροι, ἀφοῦ οἱ πλεῖστοι τούτων κατ’ ἀμφοτέρους τοὺς πολέμους ὑπηρέτησαν εὐδοκίμως ὡς ἔφεδροι ἀνθυπίατροι καὶ πλέον ἢ ἐπαρκῶς ἐδοκιμάσθησαν ὡς ἰατροί».
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τοὺς εὐδοκίμως ὑπηρετήσαντας κατὰ τὸν πόλεμον ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς ἀπεφάνθη τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον διὰ τῆς ἀναγραφῆς των ἐν τῷ πίνακι τῆς μονιμοποιήσεως, διὰ δὲ τοὺς μὴ μετασχόντας τοῦ πολέμου καὶ ἐπιτυχόντας ἐν τῷ διαγωνισμῷ τῶν ἀνθυπιάτρων θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἰσχύων νόμος· θὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ ἑξάμηνον ἐν τοῖς νοσοκομείοις καὶ εἶτα ὡς ἀνθυπίατροι.
§75Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μονιμοποιηθῶσιν;
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν δὲν ἔλθωσι διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς μονιμοποιήσεως, θὰ ἔλθωσι διὰ τῆς ἄλλης.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θανόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διατί ἐκ τῶν φοιτησάντων ἐν τῷ καταργηθέντι σχολείῳ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀνεκλήθησαν μόνον 15 ὑπαξιωματικοὶ μαθηταί, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ ἀνθυπασπισταί, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἐνιαυσίων ἐξετάσεων προκύπτει ὅτι οὗτοι κατέλαβον καλυτέραν ἐν τῇ σειρᾷ ἱκανότητος θέσιν».
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ συνεφώνησεν ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν ἔπρεπε νὰ τοὺς προαγάγωμεν ἀμέσως.
§79Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ...
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τῆς Βουλῆς, διότι ἠρώτησα οἱ ὑπαξιωματικοὶ τί θέλουσι καὶ μὲ ἐβεβαίωσαν ὅτι πράγματι αὐτὸ ἤθελον. Βεβαίως νὰ εὐχαριστήσωμεν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ δὲν δυνάμεθα.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρὸ αὐτῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Ἀραβαντινός.
§82Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ κατὰ Μάρτιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, παρελθόντος ἔτους συσταθεῖσα ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐμοῦ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ κατοπτρίζονται τὰ πορίσματα τῶν ἐρευνῶν της. Ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε λάβει παρὰ τοῦ Σώματος ἦτο ὄντως εὐρεῖα. Εἶχεν ἐντολὴν νὰ ἐξελέγξῃ τὰ πεπραγμένα παρὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, δὲν θὰ ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς ἂν δὲν περιώριζε τὰς ἐρεύνας της χάρις εἰς τὰς καταγγελίας κατὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἂν δὲν κατένεμε τὴν ἐργασίαν μεταξὺ τῶν μελῶν της. Αἱ λοιπαὶ καταγγελίαι, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 7 Μαΐου 1913 συμβάσεως κτλ.», συνοψίζονται εἰς τὰ ἑξῆς τρία θέματα, ἅτινα ἀπετέλεσαν καὶ ἀντικείμενον ἐρεύνης τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶχον καταγγείλει πρῶτον ὅτι διὰ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία ὑπεύθυνος ἦτο αὐτὴ ἡ ἑταιρεία, δεύτερον ὅτι ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία εἶχεν ὑποπέσει εἰς καταστρατήγησιν τῆς συμβάσεως διὰ τῆς ὁποίας συνδέεται πρὸς τὸ Κράτος καὶ τρίτον ὅτι εἰς τοὺς ἐν τοῖς σταφιδικοῖς τόποις ὑπαλλήλους αὐτῆς ἤσκησε τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς ὄχι κατὰ τρόπον πάντοτε ἀνεπίληπτον. Τὰ θέματα ταῦτα ἠρευνήθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἔρευναν κατὰ τόπους καὶ κατὰ σταφιδικὰς ἐπαρχίας αὕτη ἀνετέθη διὰ μὲν τὴν Μεσσηνίαν εἰς τὸν συνάδελφον κ. Γόντικαν, διὰ τὴν Ἀχαΐαν καὶ Ἤλιδα εἰς τοὺς συναδέλφους κ. Δικαῖον καὶ Καντιάνην καὶ διὰ τὴν Κορινθίαν εἰς τὸν συνάδελφον κ. Φλέσσαν. Αἱ ἐκθέσεις αἱ εἰδικαὶ τῶν μελῶν τούτων ἔχουσιν ἤδη τεθῆ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Εἶναι τετυπωμέναι καὶ ἔχουσι κατατεθῆ εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ὥστε νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπ’ αὐτῶν. Ἡ ἔρευνα τοῦ κέντρου τῆς διοικήσεως ἀνετέθη εἰς τὸν ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον ὑμῶν. Ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδὴ δὲν εἶχε κ’ ἀκουσθῇ οὐδὲν παράπονον κατὰ τῆς εἰλικρινείας τῶν εἰς τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρείας ἐγγραφῶν, ἐθέσαμεν αὐτὰ ταῦτα τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρείας ὡς βάσιν, ἰδίως δὲ ἐπειδὴ τὸ ἔργον θ’ ἀπῄτει μεγάλας δαπάνας χρημάτων ἐθέσαμεν ὡς βάσιν αὐτοὺς τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς Ἑταιρείας τοὺς δημοσιευομένους. Εἰς μαρτυρίας προσώπων δὲν ἐστηρίχθημεν τόσον πολύ, διότι γλίσχρος ἦτο ἡ ἀπόδοσις τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων, ἐστηρίχθημεν ὅμως καὶ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφα δημόσια, ἔγγραφα ἄλλα ἰδιωτικά, τὰ ὁποῖα ἀπορρέουσιν ἀπὸ αὐτὴν ταύτην τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν, τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν καὶ ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσίν μας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐκθέσεις τῆς ὑπηρεσίας τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας περὶ τῆς ἐξελίξεως τῶν συναλλαγῶν αὐτῆς, συνάμα δὲ ἐτηρήσαμεν συνάφειαν καὶ μὲ τὴν σημερινὴν διεύθυνσιν τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, εἰς τρόπον ὥστε ὅσας ἐξηγήσεις ἠθελήσαμεν ἢ ἐκρίναμεν ἀναγκαίας νὰ λάβωμεν καὶ ταύτας ἐλάβομεν. Πρῶτον θέμα τὸ ὁποῖον ἠρευνήσαμεν ἦτο πόθεν προέκυψεν ἡ ζημία τῆς Προνομιούχου, βάσις δὲ τῶν ὑπολογισμῶν ἡμῶν ἐτέθη ἐκείνη ἡ ὁποία τίθεται ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐπιστεύετο ἄλλοτε καὶ εὗρεν ἀπήχησιν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ὅτι αἱ ζημίαι τῆς Προνομιούχου μοναδικὴν αἰτίαν εἶχον λάθος ὑπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε παρεισφρήσει κατὰ τὴν κατάρτισιν τῆς συμβάσεως, ὑπολογισμοῦ ἀναφερομένου εἰς τὴν κατὰ μέσον καὶ ἀνώτατον ὅρον ἐτησίαν παραγωγὴν τῆς σταφίδος καὶ τῶν εἰδῶν τῶν ἀνταγωνιζομένων πρὸς τὴν σταφίδα. Κατὰ πόσον ὁ συντελεστὴς οὗτος συνετέλεσεν εἰς τὰς ζημίας τοῦτο ἐθεωρήσαμεν ὅτι εἶναι ἀντικείμενον ἐρεύνης τῆς ἄλλης Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔχει ὑποβάλει τὴν ἔκθεσίν της. Ἡμεῖς ἀνεχωρήσαμεν ἐκ τῆς ἄλλης ἀρχῆς, ὅτι ἐπὶ προόψει τῶν ὑπερπαραγωγῶν αἱ ὁποῖαι παρετηρήθησαν κατὰ τὴν ὑπὸ κρίσιν χρονικὴν περίοδον εἶχεν ἐξοπλισθῆ ἡ Ἑταιρεία διὰ δικαιωμάτων, εἶχε δὲ καὶ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὰς διατάξεις τοῦ καταστατικοῦ. Τὸ ἐρευνητέον λοιπὸν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο ἂν ἡ διεύθυνσις τῆς Προνομιούχου ἐξήσκησε τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκ τῆς καταρτισθείσης συμβάσεως καὶ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑποστῇ ζημίας καὶ τὰς φυσικῶς ἐπελθούσας ζημίας νὰ δυνηθῇ νὰ τὰς ἀντικρύσῃ διὰ τῶν προσόδων τῶν νέων, τὰς ὁποίας προέβλεψεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει καταρτίσει τὴν σύμβασιν τὴν κυρωθεῖσαν διὰ νόμου. Ἂν θέλωμεν νὰ συνοψίσωμεν τίνα εἶναι αὐτὰ τὰ δικαιώματα διὰ τῶν ὁποίων εἶχεν ἐξοπλισθῆ ἡ Προνομιοῦχος ἵνα ἀντικρύζῃ τὰς ζημίας καὶ τὰς ἀνωμαλίας τῆς παραγωγῆς, βλέπομεν ὅτι ταῦτα εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ εὐχέρεια τὴν ὁποίαν εἶχε νὰ κατεργασθῇ τὸν ἀφεθέντα εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους σταφιδόκαρπον, δηλαδὴ ἐκτὸς τῶν παλαιῶν ἀποθεμάτων τῆς σταφίδος καὶ τὰ 35 ἢ 40 ἑκατοστὰ τῆς παραγωγῆς, τὰ ὁποῖα εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν φόρου εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν εἰσφορᾶς παρακρατοῦνται εἰς εἶδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα ἐπετράπη εἰς αὐτὴν ὑπὸ τὸ κῦρος τοῦ ἐγκρίναντος τὸ καταστατικὸν Β. Διατάγματος νὰ συναθροίσῃ ἀπὸ τοὺς μετόχους, ἀλλὰ καὶ τὰ ὁποῖα ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ εἰσπράττῃ ἀπὸ τοὺς παραγωγούς. Διεκρίναμεν λοιπὸν δύο εἰδικώτερα θέματα ἐρεύνης. Πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς βιομηχανίσεως τῆς σταφίδος καὶ τῆς ἐπιδιώξεως κερδῶν ἐκ νέας Ἑταιρείας διὰ τῆς κατεργασίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Τὸ πρόβλημα τοῦτο ἐπεχείρησε νὰ τὸ λύσῃ κατ’ ἀρχὰς πειραματικῶς διὰ τῆς ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας κατεργασίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Παρέδωκεν εἰς τὸν Εὐστάθιον Φινόπουλον καὶ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Οἴνων περὶ τὰ 6½ ἑκατομμύρια ἑνετικῶν λιτρῶν σταφίδος ἀντὶ τιμῆς 30 δραχμῶν τὸ χιλιόλιτρον. Ἡ ἀπόδοσις ἐκ τῆς κατεργασίας ὑπὸ τῶν δύο τούτων βιομηχάνων ὑπῆρξεν ἐπιζημία, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Προνομιοῦχος ὄχι μόνον νὰ μὴ κερδίσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ζημιωθῇ 118.000 δρχ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκφράζει ζωηρὰς ὑπονοίας ὅτι ἡ ζημία αὕτη προῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν μελῶν τῆς Προνομιούχου. Τὰς ὑπονοίας ταύτας τὰς στηρίζει, χωρὶς νὰ δύναται νὰ παράσχῃ ἀπόδειξιν εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι οὗτοι οἱ βιομήχανοι, οἱ ὁποῖοι τόσον ἐπιζημίως εἰργάσθησαν διὰ τὴν Προνομιοῦχον, ὥστε ν’ ἀναλογῇ ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος μετὰ τὴν κατεργασίαν ἀντὶ 30 δραχ. εἰς 20 δραχ., μετασχηματισθέντες ὁ μὲν εἷς εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Οἴνων, ὁ δὲ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου καὶ Σιας καὶ ἀναλαβόντες τὴν κατεργασίαν τῆς σταφίδος ὑπὸ βαρυτέρους ὅρους ἢ οἱ Φινόπουλος καὶ ἡ Ἑταιρεία τῶν Οἴνων, συνεκόμισαν κέρδη, τὰ ὁποῖα ἀνεβίβασαν τὴν τιμὴν κατὰ 114 δραχμὰς καὶ μερικὰ χιλιοστά, τοῦτο δ’ ἐγίνετο κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς καθιδρύσεως τῶν εἰρημένων βιομηχανιῶν, ὁπότε δὲν εἶχον δημιουργηθῆ δι’ αὐτοὺς καὶ οἱ ὅροι τῆς εὐώνου βιομηχανίσεως τῆς σταφίδος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει φρονοῦμεν ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς πρώτης συμπερασματικῆς κατεργασίας δὲν ἦσαν ἀποτελεσματικά, ἔχει δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ καταγνώσῃ δεινὴν ἐπιπολαιότητα εἰς τοὺς διαχειρισθέντας τὰ τῆς Προνομιούχου, διότι ἐπὶ τῇ βάσει μὴ συμπερασματικῶν πειραμάτων προέβησαν εἰς τὴν κατάρτισιν συμβάσεων καὶ εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων, διὰ τῶν ὁποίων προέκυψαν αἱ μεγάλαι ζημίαι αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὴν Προνομιοῦχον. Ἐγκαταλειφθείσης τῆς ὁδοῦ τῆς ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῆς Προνομιούχου βιομηχανίσεως σταφιδοκάρπου ἐπεχειρήθη ἡ βιομηχάνισις μόνον διὰ τῆς Ἑταιρείας «Φινοπούλου καὶ Σιας» καὶ διὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων, εἰς τὴν ὁποίαν μετέσχεν ὡς ἱδρυτὴς ἡ Προνομιοῦχος ὁμοῦ μετὰ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Τὸ κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας ἀπετελέσθη ἐξ 6.000.000, διαιρεθὲν εἰς 6.000 μετοχῶν, ἐξ ὧν τὰς 3.000 ἀνέλαβεν ἡ Προνομιοῦχος ἀπέναντι εἰσφορᾶς 100.000.000 λιτρῶν σταφίδος, ὑπολογισθείσης εἰς τὴν χαμηλοτάτην ἐμπορεύσιμον τιμὴν τῶν 30 δραχμῶν. Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς εἰσφορᾶς ταύτης καὶ τῶν εἰσφορῶν τῶν ἄλλων ὡς ἱδρυτῶν παρουσιαζομένων προσώπων, τὰ ὁποῖα καὶ ὡς ἱδρυταὶ ἔλαβον ἱδρυτικοὺς τίτλους τῆς συσταθείσης Ἑταιρείας, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν διστάζει νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὴν ταύτην τὴν σύμβασιν τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων ὡς σύμβασιν λεόντειον. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας, εἰσηγούμενον τὸν πρῶτον ἰσολογισμὸν αὐτῆς, ἰσχυρίζεται ὅτι εἰς τὴν κατάρτισιν τῆς Ἑταιρείας Οἴνων προέβη ἐν συνεταιρισμῷ μετ’ ἄλλων κεφαλαιούχων· ἀλλ’ ἂν ἐξαιρέσῃ τις τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν θὰ παρατηρήσῃ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συνεταιρισμοῦ μετ’ ἄλλων κεφαλαιούχων, οἱ ὁποῖοι νὰ εἰσφέρωσι χρῆμα. Ἡ μὲν Ἑταιρεία «Χαριλάου καὶ Σιας» ἔλαβε χρῆμα, ἔλαβεν 600.000 ἀντὶ ἑνὸς ἐργοστασίου, τὸ ὁποῖον εἰσέφερεν, ἡ δὲ Ἑταιρεία Οἰνοποιίας καὶ Γεωργικῆς Βιομηχανίας εἰσέφερε καὶ αὐτὴ ἐργοστάσιον, δὲν εἰσέφερε χρήματα, ἐπληρώθη δὲ διὰ 2.000.000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα δὲν κατεβλήθησαν εἰς αὐτήν, ἀλλὰ κατεβλήθησαν πρὸς ἀπόσβεσιν ἐνυποθήκου χρέους τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ ἡ Ἑταιρεία «Χαριλάου καὶ Σιας» καὶ ἡ Ἑταιρεία Οἰνοποιίας καὶ Γεωργικῆς Βιομηχανίας, τὴν ὁποίαν συντομίας χάριν θ’ ἀποκαλῶ εἰς τὸ ἑξῆς Οἰνογεωργικὴν Ἑταιρείαν, ἔλαβον ἱδρυτικοὺς τίτλους. Ἀπομένει ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἐπλήρωσεν αὐτὰς τὰς 600.000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν «Χαριλάου καὶ Σιας» εἰς ἀπόσβεσιν μιᾶς ἐνυποθήκου ἀπαιτήσεως τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας· ἔλαβε καὶ αὐτὴ ἱδρυτικοὺς τίτλους, ἀπέμειναν δὲ ὡς μόνον κεφάλαιον διὰ τὴν ἐπιχείρησιν τῆς Οἰνοποιίας αἱ 400.000 δραχμαί, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν ὡς capital de roulement δι’ αὐτὴν τὴν Ἑταιρείαν. Τώρα ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅρους συσταθεῖσα Ἑταιρεία νομίζω ὅτι δὲν θὰ φανῇ ὑπερβολικὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ὅτι αὕτη εἶναι λεόντειος, διότι ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία, ἡ ὁποία εἰσέφερε θετικὴν ἀξίαν, πρώτην ὕλην, ἰσοδυναμοῦσαν πρὸς ῥευστὸν χρῆμα, λαμβάνει μόνον τὰς ἡμισείας τῶν μετοχῶν, δὲν μετέχει δὲ παντάπασιν εἰς τοὺς ἱδρυτικοὺς τίτλους, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται νὰ ἐξυπηρετήσῃ αὐτούς, νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ κεφάλαιον τὸ μὴ εἰς χρῆμα, ἀλλ’ εἰς ἐγκαταστάσεις, διὰ τόκου 6%, νὰ ἐξυπηρετήσῃ δὲ καὶ τὴν ἐξαγορὰν τῶν μετοχῶν. Ἡ ἀνειλικρίνεια ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου εἰσηγουμένου τὸν πρῶτον ἰσολογισμὸν τῆς ἑταιρείας συγκεφαλαιοῦται εἰς τὸ ἑξῆς: Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον λέγει εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων ὅτι ἱδρύοντες τὴν ἑταιρείαν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἔχομεν ἐξασφαλίσει εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων 4 θέσεις Συμβούλων. Αὐτό, Κύριοι, εἶναι ψεῦδος! Τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως τὸ σχετικὸν ὁμιλεῖ μόνον περὶ ἑνὸς μέλους, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Προνομιοῦχος νὰ ἔχῃ ὡς ἀντιπρόσωπόν της ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων. Ἕτερον ὅμως καὶ δεινότερον ψεῦδος εἶναι ὅτε ἐβεβαίουν τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων ὅτι διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τὸν ὁποῖον εἶχε κάμει ἡ Προνομιοῦχος θὰ ἐλάμβανε τὰ 75% ἐκ τῶν κερδῶν τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων, διότι ἔχουσα πωλήσει μόνον εἰς αὐτὴν σταφίδα θὰ ἐλάμβανε τὸ ἥμισυ τοῦ μερικοῦ κέρδους ἐκ τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τοῦ σταφιδοκάρπου, ἔχουσα δὲ 30 χιλ. μετοχῶν, ἤτοι τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου κεφαλαίου, θὰ εἶχε κατ’ ἀνάγκην καὶ τὰ 50% ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων. Ἡ δήλωσις αὕτη ἦτο ἀπολύτως ψευδής. Ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία εὐθὺς ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων δὲν ἦτο ἡ ὁριστικὴ κάτοχος τῶν 30 χιλιάδων μετοχῶν. Ἀποκρύπτεται ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων ὅτι αἱ 15 χιλιάδες τῶν μετοχῶν ἐτέλουν ὑπὸ αἵρεσιν ὑπὲρ τῶν τυχὸν ἱδρυτῶν τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων, ὑπὸ αἵρεσιν ἡ ὁποία φυσικὰ θὰ ἐνησκεῖτο εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων θὰ προσέκοπτον. Ἡ αἵρεσις αὕτη ἐπληρώθη. Οἱ ἱδρυταί, οἱ κεφαλαιοῦχοι οἱ ὁποῖοι μετέσχον εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων τῷ 1908, ἀφῄρεσαν τὰς 15 χιλ. μετοχάς.
§83Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔχετε σημειώσει τὴν τιμήν;
§84Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχω σημειώσει ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν μετοχῶν ἐκείνων ἔμειναν πάλιν μὲ τὴν τιμὴν τὴν ὀνομαστικὴν τῶν 100 δραχμῶν.
§85Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ποίαν τιμὴν εἶχον εἰς τὸ Χρηματιστήριον τότε;
§86Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω τὴν τιμὴν τὴν τότε τοῦ Χρηματιστηρίου, ἀλλὰ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Ἑταιρεία τῶν Οἴνων, ἡ ὁποία ἔδωκεν 950 χιλιάδας δραχμῶν ἐπὶ κεφαλαίου 6 ἑκατομμυρίων, συμπεραίνω ὅτι εἶναι ἀδύνατον αἱ μετοχαὶ αὗται νὰ μὴ ἦσαν ὑπερτετιμημέναι. Δὲν εἶναι δὲ αὐτὸ μόνον, ἀλλ’ ἀφῃρέθησαν αἱ μετοχαὶ αὗται καὶ μετὰ τοῦ μερίσματος αὐτῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἐκ μόνου τοῦ μερίσματος ἐπῆλθε ζημία 256 χιλιάδων δραχμῶν εἰς βάρος τῆς Προνομιούχου. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον ἡ ἵδρυσις τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων σύμβασις λεόντειος ὑφ’ οὓς ὅρους οὐ μόνον τοὺς φανεροὺς ἀλλ’ ἐνισχυομένους καὶ διὰ τῶν κρυφίων ὅρων συνετελέσθη. Λεόντειος ὑπῆρξεν ἡ σύμβασις ἡ περιεχομένη ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 28884 συμβολαίῳ τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν κ. Γενοβέλη, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία ἐπώλησε πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Οἴνων ἅπαντα τὰ ἀποθέματα αὐτῆς, ἐξαιρέσει ὡρισμένων ποσοτήτων ἤδη προπεπωλημένων καὶ τῶν 15 ἑκατομμυρίων, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως. Ἡ ὅλη αὐτὴ παραγωγὴ διετέθη ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 30 χρυσῶν φράγκων ἢ 31 χαρτίνων. Βεβαίως ἡ τιμὴ αὕτη ἦτο μικροτέρα τοῦ γελοίου, ἀλλ’ εἶχε συμφωνηθῆ ὅτι ἡ Προνομιοῦχος θὰ ἐλάμβανε τὸ ἥμισυ τῶν καθαρῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα θὰ προέκυπτον ἐκ τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τῆς σταφίδος ταύτης. Ἡ συμφωνία διὰ τῆς ὁποίας ἡ πολὺ χαμηλὴ τιμὴ θὰ συνεπληροῦτο διὰ τοῦ ἡμίσεος τῶν καθαρῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα θὰ προέκυπτον ἐκ τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τοῦ σταφιδοκάρπου, ἦτο πολὺ ἐπικίνδυνος, διότι εἶναι πολὺ ἐλαστικοὶ οἱ ὅροι τῶν ἐκπτώσεων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ὁποίων θὰ προέκυπτε ποῖον εἶναι τὸ καθαρὸν κέρδος. Ἐφ’ ὅσον ἡ Προνομιοῦχος ἐφέρετο ὡς κάτοχος καὶ τῶν 30 χιλιάδων μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων, πᾶσα ζημία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑφίστατο διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ Ἑταιρεία τῶν Οἴνων, κακῶς θ’ ἀφήρει ἀπὸ τὰ βιομηχανικὰ κέρδη τῆς σταφίδος ὡρισμένον ποσόν. Θὰ ἰσοφαρίζετο δ’ αὐτὸ τὸ ποσὸν ὡς ἀποτελοῦν καθαρὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων τὰ ὁποῖα διενέμοντο μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας Οἴνων καὶ τῆς Προνομιούχου ὑπὸ τὴν μορφὴν μερίσματος 30 χιλιάδων μετοχῶν. Ἀλλ’ ἡ Προνομιοῦχος ἀπεξεδύθη κατὰ τὸ 1908 τῶν 15.000 μετοχῶν συνεπείᾳ τῆς option, τὴν ὁποίαν εἶχε συμφωνήσει ἤδη κατὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων. Βραδύτερον ὅμως τὸ χειρότερον εἶναι ὅτι τῇ ἀπέμειναν αἱ 15.000 μετοχαί, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ κολάσωσι τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίστατο κατὰ τὸ ¼. Ἀλλὰ καὶ τὰς 15.000 ταύτας ὑπολειπομένας μετοχὰς κατὰ τὸ 1911 τὰς ἐπώλησεν, οὕτως ὥστε ἡ ζημία ἡ ἐκ τῆς ἀσαφείας καὶ τῆς ἐλαστικότητος τῶν ὅρων περὶ τῶν ἐκπτώσεων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ὁποίων θὰ προέκυπτε ποῖα ἦσαν τὰ καθαρὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα θὰ διενέμοντο, οὕτως ὥστε ἡ παγία χαμηλὴ τιμὴ τῶν 30 χρυσῶν φράγκων νὰ βελτιοῦται δι’ ἀντιστοίχου ἀντικρύσματος κερδῶν, οὐ μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν εἶχε τὸ ἀντίκρυσμα τῶν ἀρχικῶν 30.000 μετοχῶν, ἀλλὰ τῷ 1911 ἔπαυσε νὰ ἔχῃ καὶ τὸ ἀντίκρυσμα τῶν ὑπολοίπων 15.000 μετοχῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπήνεγκε θετικωτάτην ζημίαν. Ποίαν ἐπιρροὴν ἀσκοῦσιν αἱ ἐλαστικαὶ ἐκπτώσεις ἢ μᾶλλον ἡ ἀσάφεια τῶν ὅρων προκειμένου περὶ τῶν ἐκπτώσεων προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τῆς διανομῆς τῶν κερδῶν ἐκ τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τοῦ σταφιδοκάρπου κατορθοῦται διὰ τῶν ἐκπτώσεων, τὰς ὁποίας ἐνεργεῖ ἡ Ἑταιρεία τῶν Οἴνων, ἐνῷ τὰ κέρδη εἶναι 2.500.000 δραχμῶν, ἡ Προνομιοῦχος, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μέρος εἰς ταῦτα τοὐλάχιστον 1.000.000, νὰ λάβῃ μόνον 196.000 δραχμῶν. Ἔχομεν ὑπολογίσει ποσὸν κέρδους κατὰ τὴν ἑπταετίαν, ἀπὸ τοῦ 1907 ἕως 1913, τὸ ὁποῖον ἔχει συγκομίσει ἡ Ἑταιρεία Οἴνων ἐκ τῆς βιομηχανικῆς κατεργασίας τοῦ σταφιδοκάρπου, ἐκ δραχμῶν 10.296.031, κατὰ τὸ αὐτὸ δὲ διάστημα ἡ Προνομιοῦχος, ἡ ὁποία ὤφειλε, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ Συμβούλιον εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ ἰσολογισμοῦ, νὰ λάβῃ τὰ 75%, λαμβάνει 2.975.000 δραχμῶν, ἤτοι τὰ 20% καὶ οὐχὶ τὰ 75%. Ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τῆς ἀσκήσεως ἐκ μέρους τῶν ἱδρυτῶν τῆς Ἑταιρείας Οἴνων τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαναγκαστικῆς ἐξαγορᾶς τῶν 15.000 μετοχῶν, ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη καὶ βραδύτερον κατὰ τὸ 1911 διὰ τῆς ἀποξενώσεως τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ τῶν 15.000 μετοχῶν γεννᾷ εἰς πάντα ἄνθρωπον τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ Προνομιοῦχος διῳκεῖτο ἀσυνειδήτως. Ἐὰν διῳκεῖτο εὐσυνειδήτως, θὰ ὤφειλεν, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον διὰ τῶν μερισμάτων τῶν μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας Οἴνων ν’ ἀντικρύσῃ τὴν ζημίαν ἢ νὰ ἐλαττώσῃ καὶ ἰσοφαρίσῃ ταύτην, θὰ ὤφειλε, λέγω, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ περιστείλῃ τὴν παράδοσιν σταφιδοκάρπου πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Οἴνων μέχρι τοῦ ἐλαχίστου ποσοῦ εἰς τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς συμβάσεως ὑπεχρεοῦτο νὰ παραδίδῃ εἰς αὐτήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ὤφειλε νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς λογαριασμούς, ἵνα μὴ γίνηται ἀφαίρεσις μειοῦσα τὸ μερίδιον τῆς Προνομιούχου ἐπὶ τῶν κερδῶν. Αὐτὸ εἶναι τόσον στοιχειῶδες, ὥστε δὲν θὰ ἐχρειάζετο μεγάλη οἰκονομολογικὴ ἱκανότης διὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃ τις εὑρισκόμενος ἐπὶ κεφαλῆς τῆς διαχειρίσεως τῆς Προνομιούχου. Ἀλλὰ τὸ ἐκπληκτικὸν εἶναι ὅτι, ἀντιθέτως πρὸς τὸ συμφέρον αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Προνομιοῦχος καὶ τὸ καθῆκον τοῦ διοικητικοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, βλέπομεν ὅτι μετὰ τὴν ἀποξένωσιν τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας Οἴνων προβαίνουσιν ἄνευ ἀνταλλάγματος εἰς διαφόρους πράξεις πρὸς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην. Τοιουτοτρόπως διὰ τοῦ συμβολαίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπωλήθη ὁ σταφιδόκαρπος πρὸς τὴν Ἑταιρείαν Οἴνων, ἔχει συμφωνηθῆ ὅτι λόγῳ ὑπηρεσίας τοῦ καταβεβλημένου κεφαλαίου εἰς οἶνον θ’ ἀφαιρῆται ἐκ τῶν καθαρῶν κερδῶν τόσον ὅσον τὸ κεφάλαιον τοῦτο νὰ ἐξυπηρετῆται πρὸς τόκον 6%. Βραδύτερον ἡ Ἑταιρεία Οἴνων προβαίνει εἰς αὔξησιν τοῦ μετοχικοῦ της κεφαλαίου καὶ ἐκδίδει νέας μετοχὰς τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ἀποσπᾷ δὲ παρὰ τῆς Προνομιούχου, ἡ ὁποία δὲν ἔλαβεν ἀντάλλαγμα δι’ αὐτό, τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι καὶ τὸ πρόσθετον αὐτὸ κεφάλαιον τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων θὰ ἐξυπηρετηθῇ προνομιακῶς ἀπὸ τὰ βιομηχανικὰ κέρδη, τῶν ὁποίων τὸ ἥμισυ ἀνῆκον εἰς τὴν Προνομιοῦχον ἐλαττοῦται κατὰ 120.000 δραχμῶν. Ἑπομένως ἄνευ ἀνταλλάγματος ἡ Προνομιοῦχος ἀναλαμβάνει νὰ πληρώνῃ κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἑταιρείαν Οἴνων 120.000 δραχμῶν. Ἀλλὰ ἔκαμεν αὐτὰς τὰς παραχωρήσεις ἄνευ ἀνταλλάγματος. Μήπως ἐζήτησε τοὐλάχιστον νὰ καρπωθῇ καὶ νὰ μετάσχῃ αὐτῶν εἰς τὴν διὰ τῆς παροχῆς τῆς Προνομιούχου προελθοῦσαν ὑπερτίμησιν τῶν μετοχῶν τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων; Αἱ νέαι μετοχαὶ τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων τῆς Ἑταιρείας Οἴνων ἐκδίδονται ὑπὲρ τὸ ἄρτιον, ἀποφέρουσαι κέρδος 411.000 δραχμῶν. Τὸ κέρδος τοῦτο, ἡ ὑπερτίμησις αὕτη, ὀφείλεται ἀναντιρρήτως εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ τόκου τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων εἶναι ἐξησφαλισμένη, διότι ἡ Προνομιοῦχος ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκπίπτηται ὁ τόκος ἀπὸ τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα αὐτὴ παρεῖχε. Τί δικαιότερον θὰ ἦτο τοῦ νὰ μετάσχῃ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπερτίμησιν ἡ Προνομιοῦχος; Ἐντούτοις οὔτε εἰς τὴν ὑπερτίμησιν ταύτην μετέχει, ἀλλὰ καὶ ἔκαμε δωρεάν. Εἶχε συμφωνηθῆ διὰ τοῦ πρώτου συμβολαίου ὅτι λόγῳ ἀποσβέσεων τῶν ἀρχικῶν ἐγκαταστάσεων τῆς Ἑταιρείας θὰ ἐκρατοῦντο κατ’ ἔτος χίλιαι δραχμαί, καὶ διὰ τοῦ ἐγγράφου τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα δέχεται ἡ Ἑταιρεία ἄνευ ἀνταλλάγματος ὅπως κρατῶνται δι’ ἀπόσβεσιν 2300 δραχμαί, λόγῳ μειώσεως ἀξίας τῆς μηχανικῆς ἐγκαταστάσεως, ἀλλὰ καὶ λόγῳ μειώσεως ἀξίας τῶν βαρελίων νὰ κρατῆται ἓν ποσὸν 150.000 δραχμῶν. Αἱ ἐκπτώσεις αὗται κρατοῦνται εἰς χεῖρας τῆς Ἑταιρείας Οἴνων, ἡ ὁποία λέγει: Ἐγὼ δὲν τὰς τοποθετῶ εἰς τὴν Τράπεζαν, τὰς κρατῶ». Αὐτὰ δὲ πάντα γίνονται καὶ ὑποκινοῦνται ἀπὸ τοὺς διοικητὰς τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας. Ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι ἡ Προνομιοῦχος εἶχε πάντα λόγον καὶ συμφέρον ὅπως ἐλαττώνῃ εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον τὴν παρασχετέαν ὑπ’ αὐτῆς ποσότητα σταφιδοκάρπου· ἐντούτοις διὰ μιᾶς πράξεώς της ἀπεκδύεται τῶν ποσοτήτων ἐκείνων τὰς ὁποίας ἦτο δεδικαιολογημένη νὰ μὴ παραδίδῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Τοῦτο γεννᾷ τὴν βουλιμίαν εἰς τὴν Ἑταιρείαν Οἴνων καὶ ἀξιοῖ αὕτη ὅτι διὰ τῆς συμβάσεώς της αὐτῆς ἔχει ἀποκτήσει δικαιώματα ἐπὶ τῆς τοπικῆς καταναλώσεως. Συμφωνοῦσιν ἄνευ ἀνταλλάγματος. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ἔγγραφον 5010 τοῦ 1912 παρουσιάζει ὅτι ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἀνταλλαγμάτων ἡ Προνομιοῦχος δέχεται νὰ μετέχῃ εἰς τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας Οἴνων ἐκ τῶν διαθεσίμων αὐτῆς κεφαλαίων, ἀλλ’ ἡ συμφωνία αὕτη, ἡ ἀντιπαροχὴ αὕτη, ἡ δῆθεν παρεχομένη εἰς τὴν Προνομιοῦχον, εἶναι φαινομενική. Τόσον εἶναι τοῦτο ἀληθές, ὥστε παρατηροῦμεν ὅτι εἰς τὸν λογαριασμὸν τὸν ὁποῖον ἀποδίδει ἡ Προνομιοῦχος εἰς τὴν Ἑταιρείαν Οἴνων ἐκ τῆς βιομηχανίσεως σταφιδοκάρπου ὄχι μόνον δὲν γίνεται λόγος ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ μέρος τῶν τόκων, ἀλλ’ ἀντιθέτως ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ λόγῳ τόκων εἰς τὴν Ἑταιρείαν Οἴνων δραχ. 170.000. Ἡ τοιαύτη διαχείρισις, ἐρωτᾶται, ὑπῆρξεν εὐσυνείδητος; Ὑπῆρξεν ἁπλῶς ἐπιπολαία ἢ ὑπῆρχε καὶ δόλος, δόλος ἐγκείμενος εἰς τοῦτο, εἰς τὴν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Προνομιούχου πρόσδοσιν κερδῶν εἰς τὴν Ἑταιρείαν Οἴνων; Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο δὲν θὰ εἴχομεν νὰ δώσωμεν κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν, ἂν δὲν μᾶς ἐβεβαίου αὐτὸς οὗτος ὁ πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου, ὁ ὁποῖος ἐν φυλλαδίῳ τελευταίως ἐκδοθέντι γράφει ὅτι αὐτὸς εἶχε λάβει τὴν πρωτοβουλίαν ὅπως καταστήσῃ οἰκονομικῶς ἀνεξάρτητον τὴν Ἑταιρείαν Οἴνων. Ὑπογραμμίζομεν τὴν φράσιν ὅτι εἶχεν ἀναλάβει τὴν πρωτοβουλίαν ὅπως καταστήσῃ οἰκονομικῶς ἀνεξάρτητον τὴν Ἑταιρείαν Οἴνων, διότι αὐτὸ ἀποδεικνύει προβεβουλευμένην τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ διὰ τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας ἔκαμε, προβεβουλευμένως δ’ ἐνήργησεν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Προνομιούχου. Δὲν θὰ ἦτο πλήρης ἡ ἔκθεσις, ἂν δὲν ἐκάμνομεν λόγον καὶ περὶ τῆς ῥήτρας τῆς χλωρᾶς σταφίδος, ἡ ὁποία περιέχεται ἐν τῷ αὐτῷ συμβολαίῳ τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα. Συνεφωνήθη ὅπως ἡ Ἑταιρεία Οἴνων ἀγοράζῃ καὶ χλωρὰν σταφίδα εἰς οἱανδήποτε ἤθελε ποσότητα. Αἱ ἀγοραζόμεναι σταφίδες θὰ ὑπολογίζωνται ἐν ἀναλογίᾳ καὶ ἀντὶ τῆς αὐτῆς τιμῆς τῶν 30 λεπτῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Προνομιοῦχος θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη διὰ τὰς ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων ἀγοραζομένας χλωρὰς σταφίδας νὰ πληρώνῃ ἐπιπροσθέτως εἰς αὐτὴν τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς τιμῆς τῶν 135 δραχμῶν καὶ τῆς τιμῆς τῶν 38 καὶ 5%. Ἡ τοιαύτη συμφωνία ἐδικαιολογεῖτο παρὰ τοῦ διοικητικοῦ Συμβουλίου ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τοῦ ἔτους 1906–1907 ἐκ δύο ἀπόψεων· ἡ μία ἄποψις ἦτο, ἀφοῦ ἡ Προνομιοῦχος εἶναι ὑποχρεωμένη εἰς περίπτωσιν ὑπάρξεως πλεονασμάτων ν’ ἀγοράζῃ τὰ πλεονάσματα εἰς τὴν κατωτέραν τιμὴν τῶν 115 δραχμῶν, ἂν ἀφῃροῦντο ἐκ τῆς σταφιδαγορᾶς ὑπὸ μορφὴν χλωρᾶς σταφίδος ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐγίνοντο πλεονάζοντα, ἡ Προνομιοῦχος θ’ ἀπηλλάσσετο τῶν 115 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως θὰ ἀφῃρεῖτο ἡ κατωτέρα ἐμπορεύσιμος ἀξία τῶν 135 δραχμῶν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ σταφιδόκαρπος ἔμενεν εἰς τὰς ἀποθήκας εἰς ξηρὰν κατάστασιν, ἑπομένως λέγει ὅτι ὁ συνδυασμὸς οὗτος εἶναι ἀζήμιος. Ἡ σκέψις αὕτη διὰ τῆς ὁποίας δικαιολογεῖται ἡ ἀγορὰ τῆς ξηρᾶς σταφίδος ἔχει τὴν βασιμότητα ὑπὲρ αὐτῆς, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὴν ἀγορὰν τῶν χλωρῶν σταφίδων δὲν τὴν ἐζήτησεν ἡ Ἑταιρεία τῶν Οἴνων διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν Προνομιοῦχον, τὴν ἐζήτησεν ἐκ τεχνικῶν λόγων χάριν τῆς ἰδικῆς της βιομηχανίας. Ἐνῷ δὲ ἡ Προνομιοῦχος ἔβλεπεν ὅτι εἶχε συμφέρον καὶ ὤφειλε νὰ βελτιώσῃ τὴν τιμήν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταβάλῃ μόνον ἀποζημίωσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Οἴνων, δὲν τὸ ἔπραξε. Ποία εἶναι ἡ ζημία ἡ ὁποία ἐντεῦθεν προέκυψεν; Ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1913–1914 τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦται ἡ Προνομιοῦχος νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Οἴνων διὰ διαφορὰν χλωρᾶς σταφίδος ὑπερβαίνει τὸ 1.500.000, ἐνῷ τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς βιομηχανίας τοῦ σταφιδοκάρπου λαμβάνει ἡ Προνομιοῦχος ἀνέρχονται μόνον εἰς 700.000. Οὕτω μὲ τὸν συνδυασμὸν τῆς χλωρᾶς σταφίδος βεβαίως ὄχι μόνον δὲν ἐπετεύχθη θετικὴ βελτίωσις, ἀλλ’ ὑπέστη καὶ ἐλάττωσιν ἡ ἀξία τοῦ σταφιδοκάρπου. Ὑπῆρξεν ὅμως καὶ μία ἄλλη δικαιολογία. Εἶναι καλὸν νὰ λεχθῇ, διότι δεικνύει πόσον περιεσκεμμένως προέβη εἰς τὴν περιγραφὴν τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως. Λέγεται ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τοῦ 1906–1907 ὅτι δίδομεν τὴν χλωρὰν σταφίδα, διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ὑπάρξῃ τεχνικὴ ἀνεπάρκεια τοῦ προϊόντος καὶ ἡμεῖς θὰ ἐλαμβάνομεν πλέον χρῆμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό· διὰ τῆς παρασχεθείσης εἰς τὴν Ἑταιρείαν Οἴνων ἀδείας τοῦ ν’ ἀγοράζῃ χλωρὰν σταφίδα ἐπεβλήθη εἰς αὐτὴν καὶ ἡ ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία πηγάζει ἐκ τοῦ ἄρθρου 13, τοῦ ν’ ἀγοράζῃ γλεῦκος. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ Ἑταιρεία Οἴνων ἀνέλαβε τὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀγοράζῃ χλωρὰν σταφίδα, ἀλλὰ βεβαρημένον μὲ τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀγοράζῃ καὶ γλεῦκος, ἑπομένως εἶναι σύμφωνος ἡ ἀγορὰ γλεύκους πρὸς τὴν ἀγορὰν σταφίδος. Θὰ ἔπρεπέ τις νὰ εἴπῃ ἑρμηνεύων τὴν σύμβασιν μὲ καλὴν πίστιν ὅτι τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον ἀποκομίζει ἡ Ἑταιρεία Οἴνων ἐκ τῆς κατεργασίας τῆς σταφίδος τὴν ὁποίαν ἀγοράζει ὀφείλει νὰ τὸ διανέμηται μετὰ τῆς Προνομιούχου. Ἐντούτοις, ἑρμηνεύουσα στενώτατα τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ συμβολαίου, δὲν δίδει κέρδη ἐκ τῶν οἴνων. Ἐφεῦρεν ὅμως καὶ ἕνα ἄλλον τρόπον κατασκευῆς, περὶ τῆς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ ὁμιλήσω, εἰς τὸν ὁποῖον ἂν ἤθελε καὶ θὰ ἐδικαιοῦτο ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἑρμηνευθῇ τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως νὰ μετάσχῃ εἰς τὰ κέρδη καὶ μόνον ἐν μέρει εἰς τὸ δέκατον, ἐκ τῆς τοιαύτης δ’ ἀφαιρέσεως ἐζημιώθη ἡ Προνομιοῦχος 145.000 δραχμῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ πιστοποιήσωμεν διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα. Ἐρχόμεθα εἰς τὸν ἕτερον συνδυασμὸν διὰ τῆς ἑταιρείας Φινοπούλου καὶ Σίας. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας ἐν τῷ ἰσολογισμῷ αὐτῆς τοῦ πρώτου ἔτους γράφει ὅτι κατώρθωσε νὰ συσφίγξῃ πάντας τοὺς ἐν Ἑλλάδι οἰνοπνευματοποιοὺς εἰς ἓν συνδικάτον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπώλησεν ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ, 60 φρ. κατὰ χιλιόλιτρον, καὶ μὲ συμμετοχὴν εἰς τὰ περαιτέρω κέρδη σταφιδοκάρπου τόσον ὅσον εἶχεν ἀνάγκην ἡ οἰνοπνευματοποιία ἐν Ἑλλάδι. Ἐν τῷ συμβολαίῳ τούτῳ τοῦ 1910, εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ὁποίου δὲν εἰσέρχομαι, — καὶ ἐδῶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκρύψωμεν τὴν λίαν δυσάρεστον ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν συναντᾷ ἡ Ἐπιτροπή, τοῦ ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Προνομιούχου, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε διὰ τῆς ἐξελίξεως τῶν σχέσεων τῶν συναλλαγῶν αὐτῆς πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Οἴνων νὰ ὠφεληθῇ, ὑφίσταται ζημίαν — ἀντὶ νὰ βελτιωθῶσιν οἱ ὅροι πρὸς τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου καὶ Σίας χειροτερεύουσι. Καὶ διὰ νὰ ἐξηγηθῶ· ἐν ἀρχῇ ἦτο συμπεφωνημένον ὅτι ἡ Ἑταιρεία Φινοπούλου καὶ Σίας θὰ ἐλάμβανε κατ’ ἔτος 25–30 ἑκατομμ. λιτρῶν σταφίδος. Ἐν τῷ νέῳ συμβολαίῳ βλέπομεν ὅτι ταῦτα γίνονται δεκαπέντε. Ἔχει ἀξίαν τὸ πρᾶγμα νὰ συσχετίσωμεν πρὸς τὰ συμβόλαια τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων. Ὅσον ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διαθέτει ἡ Προνομιοῦχος ὑπὲρ τοῦ Φινοπούλου καὶ Σίας τόσον αὐξάνει τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ὑπὸ χειροτέρους ὅρους δίδει εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Διὰ τοῦ πρώτου συμβολαίου εἶχε συμφωνηθῆ ὅτι τὰ ὑπὲρ τὴν ὡρισμένην ἐμπορικὴν ἀξίαν τοῦ παραγομένου οἰνοπνεύματος κέρδη τῆς Ἑταιρείας Φινοπούλου καὶ Σίας διανέμονται καὶ τὰ μὲν ⅔ λαμβάνει ἡ Προνομιοῦχος, τὸ δὲ ⅓ ἡ Ἑταιρεία Φινοπούλου καὶ Σίας· ὡς βάσις εἶχεν ὁρισθῆ ἡ μία δραχμὴ κατ’ ὀκᾶν οἰνοπνεύματος· ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου καταναλώσεως οἰνοπνεύματος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπέτρεπε τὴν συμβατικὴν τιμήν, βλέπομεν τὸ ἑξῆς περίεργον· ὅτι αὐξάνει ὁ φόρος καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος, ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὸ ἐμπορεύσιμον οἰνόπνευμα σημαίνει αὔξησιν 1.38 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν· ἔπρεπε νὰ προστεθῇ, ἂν ἐτηροῦντο οἱ ὅροι τοῦ πρώτου συμβολαίου, εἰς τὴν μίαν δραχμὴν ἡ 1.38, ὅτε θὰ εἴχομεν 2.38, καὶ τὰ περιπλέον ἔπρεπε νὰ διανεμηθῶσι κατὰ τὰ ⅔ εἰς τὴν Προνομιοῦχον καὶ κατὰ τὸ ⅓ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου καὶ Σίας. Τί βλέπομεν δέ; Ἡ Προνομιοῦχος μετέχει οὐχὶ πλέον εἰς τὰ ⅔ ἀλλ’ εἰς τὸ ½· ἐνῷ εἶχε συμφωνήσει διὰ τοῦ πρώτου συμβολαίου ὅτι ἐδικαιοῦτο ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία καταβάλλουσα δέκα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν διὰ δαπάνας κατεργασίας ἐὰν βιομηχανῇ ἡ ἰδία σταφιδόκαρπον, ἐν τῷ δευτέρῳ συμβολαίῳ ὁ ὅρος οὗτος ἀπεμπολήθη. Ἀλλὰ τὸ ἐκπληκτικώτερον, Κύριοι, εἶναι τὸ ἑξῆς· ἡ Ἑταιρεία Φινοπούλου καὶ Σίας ἦτο ὁμόρρυθμος· τὰ συμβόλαια ταῦτα εἶχε καταρτίσει ἡ Ἑταιρεία· ἀλλὰ ῥητῶς τὰ ὁμόρρυθμα μέλη αὐτῆς εἶπον ὅτι καὶ ἀτομικῶς αὐτὰ εὐθύνονται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως· ἡ σύμβασις ἔχει συμφωνηθῆ μέχρι τοῦ 1918· ἐν τῷ συμβολαίῳ τῷ ἀνανεωτικῷ βλέπομεν τὸ ἑξῆς περίεργον, ὅτι ἡ Προνομιοῦχος ἀξιοῖ ἀπὸ τὰ ὁμόρρυθμα μέλη τῆς Ἑταιρείας Φινοπούλου καὶ Σίας νὰ εὐαρεστηθῶσι ν’ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὴν Προνομιοῦχον τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν παρεῖχον οἱ ἴδιοι ὡς ἄτομα, ὡς ὁμόρρυθμα μέλη, καὶ ἀξιοῖ ἀπὸ τὰ ὁμόρρυθμα μέλη νὰ μετασχηματίσωσι τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου καὶ Σίας εἰς ἀνώνυμον Ἑταιρείαν. Θὰ ἐνόουν αὐτό, ἂν ἔλεγε νὰ μετασχηματίσωσι τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου καὶ Σίας εἰς ἀνώνυμον Ἑταιρείαν, ἂν ἐπρόκειτο ν’ αὐξήσωσι τὰ κεφάλαια· ἀλλὰ περὶ τούτου οὐδεὶς λόγος· μὲ τὸ αὐτὸ κεφάλαιον μὲ τὸ ὁποῖον ἐργάζεται ἡ Ἑταιρεία Φινοπούλου καὶ Σίας, μὲ τὸ αὐτὸ θὰ ἐργάζηται καὶ ἡ ἀνώνυμος. Διὰ τοῦ μετασχηματισμοῦ ὅμως ἡ Προνομιοῦχος χάνει τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ τῆς ἀτομικῆς εὐθύνης τῶν μελῶν, καὶ διὰ νὰ μὴ τύχῃ καὶ δὲν κάμωσι χρῆσιν οἱ κύριοι πνευματοποιοὶ αὐτῆς τῆς εὐκαιρίας ἡ ὁποία παρείχετο ἀπὸ τὴν Προνομιοῦχον σπεύδουσι καὶ τοῖς δίδουσι καὶ γέρας: «ἐὰν κάμητε αὐτὸ ἐντὸς ἔτους, θὰ σᾶς δώσωμεν καὶ παράτασιν τῆς συμβάσεως». Πῶς ἐξηγοῦνται πάντα ταῦτα; Ὁ ὅρος αὐτὸς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοὐλάχιστον ὑπῆρξεν ἀκατανόητος· οἰκονομικὴ ἀφορία δὲν ὑπῆρξε καὶ αὔξησις τοῦ κεφαλαίου· διὰ τίνα λόγον παραιτεῖται ἡ Προνομιοῦχος τῆς ἀσφαλείας τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ τῆς ἀτομικῆς εὐθύνης τῶν μελῶν τῆς ὁμορρύθμου ἑταιρείας; Ἐνομίζομεν ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄλλη λογικὴ ἐξήγησις εἰμὴ μόνον ἡ ἑξῆς. Διὰ νὰ νοηθῇ ὅμως τὸ πρᾶγμα, ὀφείλω ν’ ἀνατρέξω ὀλίγον εἰς τὸ παρελθόν, διὰ νὰ πιστοποιήσω μερικὰ γεγονότα. Κατὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς ἑταιρείας τῶν Οἴνων τῷ 1906 μετέσχεν ὡς ἱδρυτὴς καὶ ἡ Ἑταιρεία τῆς Οἰνοποιίας καὶ Γεωργικῆς Βιομηχανίας. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ οἰνοπαραγωγὴ δὲν ἦτο ἐν ἀνθηρᾷ καταστάσει· ἔχομεν μάρτυρας ὅτι ἐχρεώστει 4–5 ἑκατομμύρια· δύο ἑκατομμύρια ἐμφανῶς φαίνονται ἐν αὐτῷ τῷ συμβολαίῳ τῷ ἱδρυτικῷ τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων· ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ ἡ ἰδία ἀνέλαβε νὰ πληρωθῇ ἐκ τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν. Κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς ἡ Οἰνογεωργικὴ Ἑταιρεία εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, ἂν ἠλαττοῦντο τὰ κεφάλαιά της, νὰ προκαλέσῃ συνέλευσιν τῶν μετόχων περὶ διαλύσεώς της· ἡ Οἰνογεωργικὴ ὅμως δὲν διαλύεται· τὸ δὲ παράδοξον εἶναι ὅτι ὄχι μόνον δὲν διαλύεται, ἀλλὰ τὴν βλέπομεν ἐν τῷ πρώτῳ συμβολαίῳ τῆς Ἑταιρείας Φινοπούλου καὶ Σίας νὰ συμμετέχῃ καὶ αὐτὸ τὸ νομικὸν τέρας, ἡ ἀνώνυμος ἑταιρεία, ὡς ὁμόρρυθμον μέλος ὁμορρύθμου ἑταιρείας. Ἀφήνομεν αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ὅμως κατὰ μέρος καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ πέρας τοῦ 1906, ὁπότε καταρτίζεται ἡ ἵδρυσις τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων· ἡ Οἰνογεωργικὴ παρατηροῦμεν ὅτι παραχωρεῖ πάσας τὰς ἐγκαταστάσεις, παραχωρεῖ, ὡς μανθάνομεν ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ πρώτου ἔτους τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων, καὶ τὰς πρώτας ὕλας, τὰ ἀποθέματα· δὲν εἶχε πλέον τὰ μέσα οὔτε τὰ ὄργανα ἡ Οἰνογεωργικὴ Ἑταιρεία νὰ λειτουργήσῃ συμφώνως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἱδρύσεώς της, συμφώνως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ καταστατικοῦ της. Καθεὶς θὰ ὑπέθετε, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἡ Οἰνογεωργικὴ ἔχει ἐκλίπει μετὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων καὶ ἦλθε τὸ τέλος της· εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔχει ἱδρυτικοὺς τίτλους, ἀλλ’ οἱ ἱδρυτικοὶ τίτλοι δὲν δίδουσι δικαίωμα ἢ ἡ ἀπόκτησις περιουσίας δὲν δίδει δικαίωμα νὰ ζήσῃ, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ συμφώνως πρὸς τὸν προορισμὸν τὸν ἐν τῷ καταστατικῷ της εὑρισκόμενον. Παραδόξως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προϋπεθέτομεν τὸ βλέπομεν· νὰ συμμετέχῃ ὡς ὁμόρρυθμον μέλος ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ οἰνογεωργικοῦ αὐτοῦ συμβουλίου, τοῦ βρυκόλακος αὐτοῦ. Τίς εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος, Κύριοι; Εἶναι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, καὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία πῶς οἱ σύμβουλοι αὐτοί, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ γνωρίζωσι, καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἐγνώριζον, ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Ἑταιρείας τῆς Οἰνογεωργικῆς, πῶς ἐδέχθησαν νὰ συνεργασθῶσιν, ἐνῷ δὲν εἶχον κατάστημα οἰνοπνεύματος, ἐνῷ ἦτο ῥάκος ἡ Ἑταιρεία. Δὲν ἐγεννήθη εἰς αὐτοὺς ἡ ὑπόνοια ὅτι ἦτο πολὺ ὕποπτος ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἐμπίστου ὑπαλλήλου; Θὰ ὁμολογήσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι οἰκτρά, ὅτι τὰ πράγματα διεξάγονται μετὰ μεγάλης ἀνωμαλίας. Τίνα εἶναι τὰ αἴτια ἕνεκα τῶν ὁποίων δύο Ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τὸν αὐτὸν κλάδον καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ ὑπαλλήλων τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, ἐμφανίζεται καὶ συναλλάσσεται μὲ Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν καὶ συνομολογοῦσι καὶ τοὺς ὅρους, ὅτι πρέπει ἡ Ἑταιρεία Φινοπούλου καὶ Σίας νὰ σχηματισθῇ εἰς ἀνώνυμον ἑταιρείαν διὰ νὰ χάσῃ ἡ Προνομιοῦχος τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τῶν προνομιούχων μελῶν; Ἡ Οἰνογεωργικὴ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία παρίσταται εἰς τὸ Συμβούλιον, τί ἀντιπροσωπεύει; Διατί καταρτίζει αὐτὸ Συμβούλιον; Ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ κερδίσῃ κέρδη, ὅταν δὲν ἔχῃ ἐργασίαν; Καὶ δέχονται αὐτοὶ οἱ πραγματικοὶ οἰνοπνευματοποιοὶ τῶν Πατρῶν, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῆς Χαλκίδος νὰ λαμβάνωσι κέρδη ἐκ τῆς ἰδικῆς των ἐργασίας ἢ μήπως ὑπέκυψαν εἰς πίεσιν ἢ ἐξηναγκάσθησαν; Ἰδοὺ τὰ ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα γεννῶνται καὶ ἐκφράζουσι τὴν ὑπόνοιαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως πῶς νὰ ἐξηγηθῶσι τὰ πράγματα. Βεβαίως οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ πράγματι ἔπεσον θύματα μιᾶς πιέσεως, ἡ ὁποία ἠσκήθη καὶ ἡ ὁποία κατέστη δυνατὸν ν’ ἀσκηθῇ, διότι ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου εἶναι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Ἑταιρείας. Ἡ Οἰνογεωργικὴ Ἑταιρεία ἔχει μέγιστα συμφέροντα νὰ καθορισθῇ ἡ θέσις αὐτῆς, ἔζη ζωὴν σκιώδη, κατὰ τὸν νόμον ὤφειλε ν’ ἀνεχθῇ, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ, εἶχεν ὅμως μέγιστα συμφέροντα, τὰ παχύτατα κέρδη νὰ τὰ παγιώσῃ, ἀλλὰ πῶς θὰ ἐγίνετο, ἂν τὰ ἔκαμνε μετοχάς; Οὕτως ἐγεννήθη ἡ ἰδέα τῆς Ἑταιρείας Φινοπούλου, δηλαδὴ νὰ μεταβληθῇ ἡ Ἑταιρεία Φινοπούλου καὶ Σίας εἰς ἀνώνυμον ἑταιρείαν. Ἀλλὰ τίς θὰ ἐξεβίαζε τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου καὶ Σίας εἰς τὸ νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀνώνυμον; Μόνον ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία ἦτο εἰς θέσιν. Ἦτο ἀνάγκη μεγάλη διὰ τοὺς Κυρίους τῆς Οἰνογεωργικῆς Ἑταιρείας νὰ παγιώσωσι τὰ κέρδη των αὐτὰ κατὰ τὸν μυστικώτερον τρόπον, ἐνδύοντες αὐτὰ εἰς μετοχὰς τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας. Ὑπάρχει κατάθεσις προσώπου τινὸς ἡ ὁποία ἐλήφθη κατόπιν ἐξετάσεως ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων Δικαίου καὶ Ἰατροπούλου, οἵτινες ἐθεώρησαν τὸ πρᾶγμα βαρύ, ὅτι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας ἔλαβε δῶρα· ἂν ὅμως ἀποδειχθῶσι δικαστικῶς, θὰ καταδειχθῇ ὅτι δὲν ἦσαν ἁπλᾶ δῶρα, ἀλλὰ λύτρα. Ἐρχόμεθα πλέον εἰς τὴν ἄλλην τάξιν τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα ἐρευνῶμεν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς τοποθετήσεως τῶν κεφαλαίων τῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἑταιρεία εὑρέθη ἐξ ἀρχῆς ἔχουσα κεφάλαια ἱκανά· εἶχεν 20.000.000 μετοχῶν, εἶχε κεφάλαια εἰς χρυσόν, τὰ ὁποῖα μετετράπησαν εἰς δραχμὰς 22.520.493, εἶχεν ἐτήσιον εἰσόδημα τὸ ἑπτάδραχμον, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζομεν κατὰ μέσον ὅρον εἰς 2.000.000, ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ εἰσπράξῃ χρέη ὀφειλόμενα εἰς τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν ὑπὸ τῶν σταφιδοκτημόνων ὡς καὶ ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῶν ἐσοδειῶν 1903 καὶ 1904, ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ ἐξαργυρώσῃ ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, εἰσέπραξεν ἐγγυήσεις καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1907 καὶ 1908 εἰσέπραξε χρήματα παρὰ τῶν παραγωγῶν. Τὰ χρήματα τί τὰ ἔκαμε; Διὰ τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα θὰ τῇ ἐπέτρεπον ν’ ἀντικρύσῃ τὰς ζημίας ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τοῦ Κράτους διὰ τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ, διὰ νὰ δώσῃ μερίσματα εἰς τοὺς μετόχους της. Ἐν τῇ συμβάσει μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηναϊκῆς Τραπέζης οὐδένα ἔθηκε χαλινὸν εἰς τὴν Προνομιοῦχον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐνεργείας ἐπιχειρήσεων συνδεομένων ἀμέσως ἢ ἐμμέσως μὲ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ τοὺς σταφιδεμπόρους. Ἠδύναντο ἄριστα νὰ μεταχειρισθῶσι τὰ περισσεύματα πρὸς ὀργάνωσιν κλάδου σταφιδοπαραγωγοῦ. Ὁ κλάδος αὐτὸς ἤθελεν ἐξυπηρετήσει τὰς ἀνάγκας πάντων. Ἤδη ἡ σύμβασις εἶχεν ἐπιβάλει νὰ παρέχηται προκαταβολὴ 30% ἐπὶ τόκῳ 6%, ἐξ ἄλλου δὲ τὸ Κράτος εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταστήσῃ τὴν Σταφιδικὴν Τράπεζαν συμμέτοχον τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, εἶχε δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Σταφιδικὴ Τράπεζα νὰ πληρώνῃ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου τόκον 6%. Ἀλλ’ ἐκ πασῶν τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς, ἐκ τῶν ἐνεργειῶν αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ καταστατικὸν παρείχοντο εἰς αὐτήν, ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία οὐδεμίαν ἐξετέλεσεν. Ἀνατρέχοντες εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ πρώτου ἔτους παρατηροῦμεν ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος διέθετε πράγματι 7.000.000 πρὸς παραγωγήν, δὲν διέθετεν ὅμως ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἐνεργείας τῆς ἀναπτύξεως τοῦ τραπεζικοῦ κλάδου, τοῦ πιστωτικοῦ μηχανισμοῦ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας. Κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος παρατηροῦμεν ὅτι τὰ ποσὰ ἐλαττοῦνται εἰς τὸ ἐλάχιστον ἐν χρονικῷ διαστήματι ἑνὸς ἔτους, εἰς δύο ἔτη βλέπομεν ὅτι ἔχει διαθέσει εἰς προκαταβολάς, κατὰ σύμπτωσιν δὲ σημειώνεται ὅτι ἔφεραν καὶ τόκον καὶ κέρδη ἄφθονα εἰς τὴν Προνομιοῦχον. Ἀλλ’ ὁ κλάδος οὗτος παρημελήθη. Διὰ τίνα λόγον; Ὑπάρχει μαρτυρία, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω λόγον ν’ ἀμφισβητήσω, προσώπου τὸ ὁποῖον εἰργάζετο ἄλλοτε παρὰ τῇ Προνομιούχῳ καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσηγηθῆ εἰς τὸν τότε πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ὄντα καὶ Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ὅτι ὤφειλεν ἡ Προνομιοῦχος, ἀφοῦ εἶχε τὰ κεφάλαια αὐτὰ συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν καὶ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους εἶχε τὸ Κράτος, ὅτε κατήρτισε τὴν σύμβασιν, νὰ ὀργανώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀναγκῶν ἀνὰ τὰ σταφιδικὰ κέντρα. Ἡ ἀπάντησις τοῦ προέδρου τῆς Προνομιούχου, ὄντος καὶ Γενικοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἦτο· «καὶ τὰ ὑποκαταστήματα τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν τί θὰ τὰ κάμω; Θὰ τὰ κλείσω;». Ὁ Διευθυντὴς ἐκεῖνος, εὑρεθεὶς πρὸ δύο συγκρουομένων καθηκόντων, τοῦ καθήκοντος τὸ ὁποῖον ἀπέρρεεν ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἔχουσι πρὸς αὐτὸν οἱ μέτοχοι τῆς Προνομιούχου καὶ ἐκ τοῦ καθήκοντος τὸ ὁποῖον ἀπέρρεεν ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἀντὶ νὰ παραιτηθῇ τῆς μιᾶς θέσεως, ἐπειδὴ τὰ ἐκ τῶν θέσεων τούτων καθήκοντα προφανῶς συνεκρούοντο, προυτίμησεν αὐθαιρέτως νὰ θυσιάσῃ τοὺς μετόχους τῆς Προνομιούχου εἰς τοὺς μετόχους τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, νὰ θυσιάσῃ τὸ ἵδρυμα εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι συμμέτοχοι μόνον οἱ καταβαλόντες τὰ κεφάλαια, ἀλλ’ ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος εἰσφέρει τὴν ἐργασίαν ἐνσωματωμένην, προυτίμησε νὰ θυσιάσῃ τὸ ἵδρυμα αὐτὸ εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν. Ἂν ἡ Προνομιοῦχος ἐτοποθέτει τὰ κεφάλαιά της, τὸ μετοχικόν της κεφάλαιον καταλλήλως, συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν, ἤθελεν ἀποκομίσει ἐπὶ μόνου τοῦ μετοχικοῦ αὐτῆς κεφαλαίου, οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων χρημάτων τὰ ὁποῖα διαρκῶς συνεκόμιζε, τὸ ποσὸν τῶν 9.600.000 δραχ., ἀντὶ τῶν ὁποίων βλέπομεν ὅτι ἀπεκόμισε μόνον περὶ τὰ 6.000.000. Εἶναι 3.600.000 δραχμῶν ζημία μόνον ἐκ τῆς μὴ συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν ἐκτοκίσεως πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς διὰ τῶν προκαταβολῶν τοῦ μετοχικοῦ της κεφαλαίου. Πιστοποιήσασα τὸ γεγονὸς τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἔρευνάν της καὶ εἰς τὰ βαθύτερα αἴτια, ἠθέλησε δηλαδὴ ν’ ἀνερευνήσῃ ἂν ἡ παραβίασις τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν πιστωτικῶν ἀναγκῶν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ σταφιδεμπόρων ἐκ μέρους τῆς Προνομιούχου ὀφείλεται ἁπλῶς εἰς τὸν φόβον μὴ πάθῃ ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν ζημίαν ἢ ὀφείλεται καὶ εἰς κάτι τι θετικόν, εἴς τινα δόλον, τῆς περιποιήσεως ὠφελείας εἰς τρίτα πρόσωπα. Τὸ γεγονὸς ὅτι μὲ τὸν αὐτὸν πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου καὶ Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν συνεσχετίσθη ἡ δρᾶσις τῆς Προνομιούχου πρὸς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν μᾶς ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωμεν βαθύτερον τὰ πράγματα, ἀνακαλύπτομεν δ’ ὅτι τὰ διαθέσιμα κεφάλαια τῆς Προνομιούχου εἶναι κατατεθειμένα παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἀθηνῶν ἐπὶ τόκῳ 1%. Ἡ τοιαύτη τοποθέτησις ἐδικαιολογεῖτο διαρκῶς — ὑπάρχει συστηματική τις τάσις ὅπως δικαιολογῆται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου — ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς Προνομιούχου νὰ ἔχῃ ῥευστὸν χρῆμα· ἑπομένως ὤφειλε νὰ ἔχῃ ταῦτα εἰς Τράπεζαν, ἐπειδὴ δὲ ὁ τόκος τῶν ἐν ὄψει καταθέσεων εἰς τραπεζογραμμάτια εἶναι 1%, δι’ αὐτὸ ἐλάμβανεν 1%. Ἡ βάσις εἶναι ψευδής. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Προνομιοῦχος νὰ ἔχῃ πάντοτε ῥευστὸν χρῆμα εἰμὴ μόνον ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ῥευστὸν χρῆμα τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ κρατῇ καὶ τὸ ἄλλο νὰ τὸ διαθέτῃ ἐπωφελῶς καὶ οὐχὶ πρὸς 1%; Κατὰ τὴν ἑπταετίαν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡ Προνομιοῦχος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀγοράσῃ πλεονάσματα τριῶν ἐτῶν ἐπὶ τῶν ἑπτὰ ἐτῶν· κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη ἠδύνατο καὶ νὰ προβλεφθῇ ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀγορασθῶσι πλεονάσματα. Τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ἀναγκαστικῶς ἀγορασθέντος ποσοῦ σταφιδοκάρπου ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦ πλεονάσματος κατ’ ἐτησίαν σταφιδικὴν χρῆσιν παρατηροῦμεν κατὰ τὸ ἔτος 1909–1910, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνῆλθε τὸ πλεόνασμα εἰς 34.000.000 καί τι πλέον, ἀντιστοίχως δὲ ὑπεχρεώθη νὰ πληρώσῃ δρ. 4.300.000 διὰ τὰ 34.000.000, τὸ ἀνώτατον ποσὸν ῥευστοῦ χρήματος τὸ ὁποῖον ὑπεχρεοῦτο ἐκ τῆς συμβάσεως νὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς της, δὲν ὑπεχρεοῦτο δὲ νὰ ἔχῃ κατὰ τὸ δωδεκάμηνον διάστημα, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα. Παρεδέχθημεν λοιπόν, ἀφοῦ ἐξηλέγξαμεν ὡς ἕωλον τὴν δικαιολογίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου, ὅτι δὲν ἀπέρρευσεν ἡ τοποθέτησις τῶν διαθεσίμων χρημάτων τῆς Προνομιούχου παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἀθηνῶν ἐξ εἰλικρινοῦς προθέσεως ὅπως ὑπάρχῃ πάντοτε παρ’ αὐτῇ τὸ ἀναγκαῖον ῥευστὸν χρῆμα, ἀλλ’ ὠφείλετο εἰς τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ Σύμβουλοι τῆς Προνομιούχου, ὅσοι ἦσαν καὶ Σύμβουλοι τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ὑπὲρ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, Κύριοι, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι κατ’ ἀνάγκην νὰ καταλήξωμεν, ἂν ἀναγνώσωμεν τὸ φυλλάδιον τὸ ὁποῖον πρό τινος καιροῦ ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ πρώην Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐν σελίδι 20 καὶ ἑπομέναις ὁμολογεῖ ὅτι, ὅτε ἐκλήθη ν’ ἀναλάβῃ τὴν γενικὴν διεύθυνσιν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἡ κατάστασις τῆς Τραπέζης αὐτῆς ἐγέννα ζωηρὰς ἀνησυχίας καὶ περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς Τραπέζης, ὅτι ὑπῆρχον ζημίαι, αἱ ὁποῖαι ἔμενον ἀνεκκαθάριστοι, διὰ νὰ διανέμωνται μερίσματα εἰς τοὺς μετόχους, ὅτι ἀγρυπνήσας πολὺ πρὶν ἀναλάβῃ τὴν γενικὴν διεύθυνσιν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ἐξήρτησε τὴν ἀποδοχὴν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἐκ τῆς παραδοχῆς τοῦ συστήματος τοῦ ν’ ἀποκρυβῇ ἀπὸ τῆς κοινωνίας ἡ κατάστασις ἡ παθητικὴ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Ταῦτα λέγονται ἐν τῷ φυλλαδίῳ τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα. Εἶναι αὐτονόητον ὅτι μὲ τοιαύτην ἀντίληψιν τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ἐνόμισεν, ἐν τῷ συμφέροντι τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ὅτι ὤφειλε νὰ διευθύνῃ τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν. Ἀφοῦ δὲ αὐτὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν διὰ μελῶν αὐτοῦ ἀντεπροσωπεύετο καὶ ἐν τῇ Προνομιούχῳ Ἑταιρείᾳ, εἶναι αὐτονόητον ὅτι θὰ ἐχρησιμοποίει τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν ὅπως ἐνισχύσῃ τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ νὰ κρύπτῃ ζημίας, νὰ διανέμῃ δὲ μερίσματα. Ἡ κατάστασις αὐτὴ ἐξηγεῖ πολλὰ πράγματα· ἐξηγεῖ διατί δὲν ἀνέπτυξεν ἡ Προνομιοῦχος τὰς τραπεζιτικὰς ἐργασίας ἀνὰ τὰ διάφορα σταφιδικὰ κέντρα, διότι τὰ σταφιδικὰ κέντρα ἐδάνειζε μὲ χρήματα τῆς Προνομιούχου ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν καὶ ἐλάμβανεν αὐτὴ τόκον 5, 6 καὶ 7%, ἀντὶ τοῦ ὁποίου παρεῖχεν εἰς τὴν Προνομιοῦχον τόκον 1%.
§87Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶχεν ἑπομένως καὶ οἰκονομικὰ κέρδη ἡ Τράπεζα ἐξ αὐτοῦ, ὄχι ἁπλῶς ταμειακὰς εὐκολίας.
§88Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀλλ’ οὕτως ἐξηγεῖται, Κύριοι, καὶ εἷς συνδυασμός, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀποδεικνύεται, διὰ τὴν Προνομιοῦχον ὑπῆρξε μία ἀφάνταστος μωρία, ὁ συνδυασμὸς τοῦ δανείου τῆς ἐκριζώσεως, τὸ ὁποῖον ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ συνάψῃ διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΧΟΔʹ τοῦ 1910. Ἐπιστεύθη ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν σχετικὴν σύμβασιν, ὅτι τὸ δάνειον θὰ ἐξυπηρέτει πράγματι τὸ σύστημα τῆς ἐκριζώσεως, τὸ μόνον δυνάμενον νὰ φέρῃ ῥιζικὴν λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Τοῦτο λέγει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει του. Τὰς κυβερνητικὰς ταύτας σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1909 ἀφήνομεν κατὰ μέρος καὶ βλέπομεν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σκέψεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχε παρὰ τῇ Προνομιούχῳ νὰ ἐκδώσῃ δάνειον χρεολυτικὸν μέχρι 560.000 λιρῶν στερλινῶν ἐγγυώμενον διὰ προνομίου ἀπολύτως ἰσχυροτέρου παντὸς ἄλλου ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ δικαιώματος. Ἐν τῇ συμβάσει, ἐν ἄρθρῳ 2, τίθεται ὅρος ὅτι τὸ προϊὸν τοῦ δανείου θὰ κατατεθῇ παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἀθηνῶν. Τοῦτο δυστυχῶς ἐδέχθη ἡ τότε Κυβέρνησις μὴ ἀντιληφθεῖσα ὅτι χάριν αὐτοῦ προεβάλλετο ἡ θεωρία τῆς ἐκριζώσεως. Ἐὰν ἐγνώριζον οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ 1909 οἱ ὑπογράψαντες τὴν σύμβασιν ἐκείνην ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο ἐκανόνιζε καὶ τὸν ὅρον τῆς καταθέσεως παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἀθηνῶν, θὰ ὑπωπτεύοντο ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἦσαν ἐν τάξει καὶ θὰ ἔβλεπον ὅτι ὅλη ἡ φάμπρικα τῆς ἐκριζώσεως ἐδημιουργεῖτο πρὸς ἀποκλειστικὸν σκοπὸν ἵνα τὸ ἑπτάδραχμον σταφιδικὸν δικαίωμα προσφερθῇ ὑπὸ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο φερέγγυος, διὰ τοῦ παρενθέτου προσώπου τῆς Προνομιούχου εἰς τοὺς ὁμολογιούχους καὶ νὰ συναφθῇ δάνειον, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμοποιήσωσιν οὐχὶ οἱ μέτοχοι ἀλλ’ ἡ ἀφερέγγυος Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ ͵ΓΧΟΔʹ νόμου διανομὴ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου δὲν ἀφήνει ἀμφιβολίαν περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἐνῷ εὑρίσκετο πρὸ παραγωγῆς μικρᾶς, ἐνῷ εἶχε διαθέσιμα εἰς τὸ Ταμεῖον 12.000.000, προέβη ἀμέσως εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἄνευ ἀνάγκης ἐκδοτικῆς διὰ τὸ δάνειον εἰς τὴν φανερὰν τιμὴν—διότι ὑπῆρξαν καὶ κρύφιοι ὅροι τοὺς ὁποίους θὰ ἀκούσητε—τῶν 87½% καὶ ὡς ἐκ τῆς διαφωνίας μεταξὺ τῆς ὀνομαστικῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἐχρεώθη ἡ Προνομιοῦχος, πρὸς τὸ πραγματικὸν χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἐμέτρησαν οἱ ὁμολογιοῦχοι καὶ περιῆλθεν εἰς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν, ἐζημιώθη ἡ Προνομιοῦχος. Ἀλλὰ τὸ σκανδαλωδέστερον εἶναι ὅτι κατὰ τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου ὁ πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου καὶ Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ὡς μυθικὸς Πρωτεὺς ἤλλαξε τρόπον· μεταβαίνει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ὁμολογιούχων καὶ συμβάλλεται μετὰ τῆς Προνομιούχου διὰ συμβάσεως, δι’ ἧς, ἐκτὸς τοῦ κέρδους 15.625.000, τὸ ὁποῖον ἀφήνω νὰ ἐννοήσητε ποῦ θὰ διοχετευθῇ, συμφωνεῖ καὶ ἕτερον πρόσθετον ἐπίσης προνομιοῦχον ½% τοῦ αὐτοῦ ἑπταδράχμου, χωρὶς νὰ ἔχῃ δώσει ἄδειαν ἡ Κυβέρνησις, ὑπὲρ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Οἴκου, καὶ πρόσθετον ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τοῦ προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου ὡς ἐπιτρόπου τῶν ὁμολογιούχων ὡς καὶ πρόσθετον ὁδοιπορικὴν ἀποζημίωσιν. Εἶναι ἡ σύμβασις τῆς 4 Ἰουνίου 1910 μεταξὺ τῆς Προνομιούχου καὶ ὁμάδος κεφαλαιούχων ἀντιπροσωπευομένων ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Διοικ. Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε. Τὸ ἐκπληκτικώτερον εἶναι ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως συνομολογεῖται ὅτι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν χρεολυτικῶν δόσεων τοῦ δανείου τούτου ἀναλαμβάνει πάλιν ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὅτι διὰ τὰς πράξεις τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν δὲν εὐθύνεται ὁ κ. ἀντιπρόσωπος τῶν ὁμολογιούχων, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Πῶς νὰ μὴ γεννηθῶσιν ἀπορίαι διατί ὁ πρόεδρος τῆς Προνομιούχου, συναλλαττόμενος ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν ὁμολογιούχων καὶ ὢν συγχρόνως Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν κατὰ τὸ 1910 καὶ ἀναθέτων τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας τῶν χρεολυτικῶν δόσεων εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν, συνομολογεῖ τὸν ὅρον τοῦ ἀνευθύνου δι’ αὐτὸν διὰ τὰς πράξεις τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν; Καὶ πῶς συνομολογεῖ τὸν ὅρον αὐτὸν οὐχὶ ἀπέναντι τῶν ἐντολέων του ὁμολογιούχων, ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς Προνομιούχου; Εἰς τὴν ἀπορίαν ταύτην δὲν θέλω δώσει ἀπάντησιν, διότι ἄλλη Ἀρχὴ εἶναι ἁρμοδία ἵνα διερευνήσῃ τὰ πράγματα καὶ ἀφοῦ ἀκούσῃ τὰς ἐξηγήσεις τῶν ὑπευθύνων θὰ δώσῃ αὐτὴ ἀπάντησιν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Τὸ δάνειον ὅμως ἐξεδόθη καὶ ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὴν ἐκρίζωσιν. Ἀπὸ τοῦ 1910 μέχρι σήμερον μόνον 33.000 στρεμμάτων ἐξερριζώθησαν, ὑπολείπονται δὲ 3.500.000 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 12.000.000. Ἔχομεν πιστοποίησιν ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐπεδίωξεν ἡ Προνομιοῦχος τὴν ἐκρίζωσιν, ἀλλὰ καὶ δυσκολίας παρενέβαλεν· ἀλλ’ εἶχε συμφέρον νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐκρίζωσιν 500.000 στρεμμάτων, ἵνα λαμβάνῃ πρόσθετον μίαν δραχμήν, τὴν ὁποίαν ὁ ΓΧΟΔʹ νόμος ἐπέτρεψε νὰ λαμβάνῃ μετὰ τὴν ἐκρίζωσιν 500.000 στρεμμάτων. Ἀλλὰ μόνον τὸ δάνειον, τὸ τμῆμα τὸ μεγαλύτερον τοῦ δανείου, ἔμεινεν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἔδιδε τόκον 1% καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Προνομιοῦχος ἄνευ οὐδενὸς λόγου ἐπλήρωνεν εἰς τοὺς ὁμολογιούχους 5%. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα κορυφοῦται, ἀφοῦ μάθητε ὅτι οἱ δανεισταὶ εἶχον μετὰ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ἀνοικτοὺς λογαριασμούς, διότι ἐκ τοῦ αὐτοῦ φυλλαδίου ἐξάγεται ὅτι ἡ Διοίκησις τῆς Προνομιούχου παρίσταται ὡς συνεργὸς εἰς τὴν ἀπόκρυψιν τῆς παθητικῆς καταστάσεως τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἡ δὲ συνέργεια αὕτη στοιχίζει ὅτι σήμερον εἶναι 16.152.223 δραχμαί, περισσότεραι τῶν ¾ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς Προνομιούχου, δεδεσμευμέναι εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν. Ἐρευνῶντες τὰ βαθύτερα αἴτια τῆς ἐν ζημίᾳ τοποθετήσεως τῶν κεφαλαίων τῆς Προνομιούχου προσκρούομεν εἰς τὴν ἑπομένην σκανδαλώδη διαχείρισιν ἄλλης ὑποθέσεως. Ἀναγινώσκων τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ ἔτους 1908 τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων ἀνεκάλυψα ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἡ Ἑταιρεία ἐξέδωκε χρεολυτικὸν δάνειον 4.000.000 ἐπὶ τόκῳ 5%. Ἐπίσης ἀνεκάλυψα ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1907 ἡ Προνομιοῦχος εἶχε παράσχει εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Οἴνων προσωρινὸν δάνειον 1.428.000, μοὶ ἐγεννήθη δὲ ἡ ἀπορία διατί ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία ἔδωκε προσωρινὸν δάνειον 5% κατ’ Αὔγουστον, ἐνῷ κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἐκδίδει χρεολυτικὸν δάνειον μὲ τόκον 5%. Ἀπάντησιν εἰς τὰ δημοσιεύματα δὲν ἔλαβον, ἀλλὰ ζητήσαντες περισσοτέρας πληροφορίας ἐλάβομεν τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν παρὰ τῆς Προνομιούχου διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτῆς τῆς 11 Ἰουνίου 1914, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται ὅτι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο καθ’ ὃ ἡ Προνομιοῦχος ἔδωκε τὸ προσωρινὸν δάνειον ἠγόρασε καὶ ὁμολογίας τοῦ χρεολυτικοῦ δανείου τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων. Ἀλλ’ ἐνῷ αἱ ὁμολογίαι αὐταὶ εἶχον ἐκδοθῆ ὑπὸ τὸ ἄρτιον, ἡ πρώτη δὲ σειρά, τὰ 5.500.000, ἦσαν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 84, δηλαδὴ ὁμολογίαι τῶν 500 φράγκων εἶχον ἐκδοθῆ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 420 φράγκων, ἡ Προνομιοῦχος τὰς ἠγόραζεν ἀντὶ 500 φράγκων ἑκάστην. Ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἦτο πιστωτής, ἠγόρασεν ὁμολογίας τοῦ προσωρινοῦ δανείου, ἵνα καρπωθῇ κέρδος 320 χιλιάδων δραχμῶν. Ἀνατρέχοντες πάλιν εἰς τὸ φυλλάδιον τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν παρατηροῦμεν ὅτι ἡ ἔκδοσις καὶ ἡ τοποθέτησις τοῦ χρεολυτικοῦ τούτου δανείου τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων ὑπῆρξαν ἀντικείμενον τῆς ἰδίας πρωτοβουλίας καὶ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ἐνεργειῶν. Τὰς ὁμολογίας λοιπὸν τὰς ὑπὸ τὸ ἄρτιον ἐκδοθείσας τὰς ἔδωκεν εἰς τὴν Προνομιοῦχον εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἀρτίου καὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ λείψωσιν ἀπὸ τὴν Προνομιοῦχον αἱ 320 χιλιάδες δραχμῶν καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς ἐκείνους οἵτινες μετ’ αὐτοῦ ἀνέλαβον τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἐννοεῖται ὅτι, ἂν τὰ πράγματα ἐξετίθεντο οὕτως εἰς τοὺς μετόχους καὶ ἐλάμβανον γνῶσιν ἐκεῖνοι ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, βεβαίως ταῦτα δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ τελεσφορήσωσι. Παρατηροῦμεν δὲ τὰ ἑξῆς. Πρῶτον παρατηροῦμεν ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Οἴνων δὲν ἦτο ὀφειλέτης τῶν προσωρινῶν δανείων, ψευδῶς δ’ ἀνεφέρετο ὅτι ἡ Προνομιοῦχος εἶχεν ὁμολογίας τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων πρὸς 5%. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Οἴνων ἐτέλει ἐν ἀλληλοχρέῳ λογαριασμῷ πρὸς τὴν Προνομιοῦχον συνεπείᾳ τῆς συμβάσεως τῆς ἀγορᾶς σταφιδοκάρπου. Ἐχρειάζετο ὅμως καὶ ἡ ἐφεύρεσις τῶν προσωρινῶν δανείων, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἀπέναντι τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων ἡ ἔκδοσις τοῦ χρεολυτικοῦ δανείου. Ὡς δικαιολογίαν ἐζήτησε τὸν ἀλληλόχρεον λογαριασμόν, ἐν ᾧ ἀναγράφεται μία λογιστικὴ πρᾶξις ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον ἀποσπᾶται δι’ ἰδιαιτέρου λογαριασμοῦ, καὶ 427 χιλιάδες, περὶ ὧν δὲν ἔλαβον πρόνοιαν ἵνα κάμωσι τὴν τυπικὴν αὐτὴν πρᾶξιν, ἐβάπτισε δὲ τ’ ἀρχικὰ χρέη εἰς προσωρινὰ δάνεια, ἵνα δικαιολογηθῇ καὶ ἡ ἔκδοσις τοῦ χρεολυτικοῦ δανείου εἰς χρυσόν. Διατί, Κύριοι, νὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον εἰς χρυσόν; Παρατηρῶν τὰ τῆς καταστάσεως τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων εἶδον ὅτι δὲν ἔχει εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δανειστὴν μεγαλύτερον ἀπὸ τὴν Προνομιοῦχον, ἥτις ἀνέλαβε καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ δανείου. Ἡ Προνομιοῦχος εἶχε διαθέσιμα χρήματα 2.100.000 εἰς χρυσόν. Ἦτο πιστωτὴς καὶ ὄχι ὀφειλέτης, κέρδος δὲ εἶχε κατ’ ἐκεῖνο τὸ ἔτος 2.300.000. Διατί, Κύριοι, συνωμολογήθη τὸ δάνειον αὐτὸ εἰς χρυσόν, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἐκαλύφθη ἐν Ἑλλάδι; Τὴν ἀπάντησιν μᾶς παρέχει πρακτικὸν τῆς Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Προνομιούχου τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1908 ὡς καὶ τῆς 26 Νοεμβρίου 1908. Τῇ 14ῃ Ὀκτωβρίου 1908 ἐγένετο λόγος ὅτι ἡ Προνομιοῦχος ἔλαβε χρήματα ἔντοκα ἀπὸ τὰς εἰς τραπεζογραμμάτια καταθέσεις της καὶ μετέτρεψεν ἓν μέρος τοῦ διαθεσίμου αὐτῆς κεφαλαίου εἰς χρυσόν, καὶ ἀνετέθη εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ν’ ἀγοράσῃ αὐτὸν τὸν χρυσόν. Ἐγένετο δὲ ἡ μετατροπὴ εἰς χρυσόν, ἵνα ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος καὶ κερδοσκοπήσῃ ὁ πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τῶν διακυμάνσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ἡ δικαιολογία αὕτη εἶναι ψευδής, ὡς πᾶσαι αἱ δικαιολογίαι, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ν’ ἀφεθῇ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἐν ἀορίστῳ χρόνῳ νὰ κάμῃ τὴν μετατροπήν, διότι δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἡ Προνομιοῦχος. Εἶναι τόσον ψευδὲς τοῦτο, ὥστε καὶ ἐκ τῶν δημοσιευμάτων τῆς Προνομιούχου ἀποδεικνύεται ὅτι ἦσαν ψευδεῖς οἱ ἰσχυρισμοὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ πρόεδρος ἵνα παραχωρηθῇ ἡ ἄδεια εἰς αὐτὸν καὶ κερδοσκοπήσῃ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, διότι οὐχὶ μόνον δὲν εἶχε πλεονάσματα ἡ Προνομιοῦχος, ἀλλ’ ἀντιθέτως εἶχεν εἰσπράξει ἐγγυήσεις παρὰ τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ μέρος τοῦ φόρου ἐκ τῆς εἰσφορᾶς εἰς χρῆμα. Κατὰ τὸ πρακτικὸν τῆς 26 Νοεμβρίου 1908, 4 μῆνας βραδύτερον, ὁ πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἀνεκοίνου εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι ἠγόρασε τὰ 3.000.000, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν ἐδέχετο νὰ δίδῃ τόκον 2½%, ἐπειδὴ ὅμως ἐσκέπτετο νὰ κάμῃ ἀκόμη παραγωγὰ τὰ χρήματα, διὰ νὰ μὴ τὰ καταβάλῃ τώρα εἰς τὴν Τράπεζαν, εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ τὰ μετατρέψῃ εἰς χρυσόν, διότι ἦσαν ῥευστά, καὶ προέτεινε ν’ ἀγοράσωσι μετοχὰς τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων εἰς χρυσόν. Οὕτως ἔχετε ὁλόκληρον τὴν εἰκόνα ὅλης τῆς μεθοδεύσεως ἥτις κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς κερδοσκοπίας ἐπὶ τῶν 3.000.000 χρυσοῦ καὶ τῆς ἀφαιμάξεως 320.000 χρυσοῦ. Νομίζομεν ὅτι δὲν χρειάζονται πολλαὶ λέξεις διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ πρωτοβουλία τῆς προθέσεως ταύτης τοῦ κ. προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας. Ἐὰν θέλητε καὶ ἄλλο τι ἐποικοδομητικὸν εἰς τὴν ἀντίληψιν ταύτην, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἐξέλεξις τῶν δελτίων τοῦ Χρηματιστηρίου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος κατ’ ἀνώτατον καὶ κατώτατον ὅρον ἐκυμαίνετο μὲ ἐλαχίστην διαφορὰν κατ’ Αὔγουστον, Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον μεταξὺ 104, 103, 103½, 105¼, 105 καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὁ πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου εἰς ποίαν τιμὴν ἀγοράζει ἢ ἀναγγέλλει ὅτι ἠγόρασεν εἰς τὸ Συμβούλιον; Εἰς τὴν ἀνωτάτην τιμὴν τοῦ Ὀκτωβρίου, 107½. Ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ἡ προθεσμία αὐτὴ καὶ ἐχρέωσε τὰ πρόσωπα τῶν μετόχων μὲ 107½, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ἵνα κερδοσκοπήσῃ. Ἡ εἰκὼν τῆς συστηματικῆς καταχρήσεως, ἡ ὁποία, Κύριοι, διεπράχθη ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων διαχειριστῶν τῆς Προνομιούχου, θὰ εἶναι ἀτελής, ἂν δὲν προστεθῇ τὸ ἑξῆς γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπιστοποιήσαμεν. Εἴδομεν ὅτι μετὰ τὴν διὰ τῆς ἀσκήσεως τῆς option ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων ἀφαίρεσιν τῶν 15 χιλιάδων μετοχῶν ἐκ τοῦ χρηματοφυλακίου τῆς Προνομιούχου ἀπέμειναν εἰς αὐτὴν αἱ 15 χιλιάδες ὑπόλοιποι τῶν μετοχῶν. Αἱ μετοχαὶ αὗται ἦσαν πολυτιμόταται δι’ αὐτήν, διότι ἐχρησίμευον εἰς τὸ νὰ περιορίσωσι τὴν ζημίαν τὴν ὁποίαν ὑφίστατο ἐκ τῆς πωλήσεως τῆς σταφίδος εἰς τὴν τιμὴν τῶν 31½ χαρτίνων δραχμῶν. Ἕκαστος θὰ ἐσκέπτετο, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο μάλιστα καὶ περὶ Ἑταιρείας ἀποδιδούσης κέρδη, ὅτι τὰ πολυτιμότατα αὐτὰ χαρτιὰ δὲν ἔπρεπεν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τοῦ χρηματοφυλακίου τῆς Προνομιούχου· ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ αἱ μετοχαὶ αὗται ἐξέρχονται τοῦ χρηματοφυλακίου. Θεωρῶ ἔγκλημα τὸ γεγονὸς τῆς ἐκποιήσεως αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Ἀλλὰ δὲν ἤρκει τοῦτο διὰ τοὺς διαχειριστὰς τῶν τῆς Προνομιούχου· ἔπρεπεν ἐν τῇ τελεσιουργίᾳ τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ νὰ γίνῃ καὶ κάτι ἄλλο. Αἱ μετοχαὶ αὐταὶ πωλοῦνται εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ἀνάγκας ἡ Προνομιοῦχος, διότι εἶχεν 22 ἑκατομμύρια μὲ τὸ δάνειον τῆς ἐκριζώσεως, χρήματα δηλαδὴ τόσα ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀντικρύζῃ τὴν παραγωγὴν καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ῥευστοποιήσῃ μέρος τῶν ἀξιῶν της, πωλοῦνται δὲ αἱ μετοχαὶ αὐταὶ εἰς τρεῖς δόσεις. 5.000 πωλοῦνται κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1909 εἰς τιμὴν δραχμῶν 120, ἕτεραι 5.000 κατὰ Μάϊον εἰς τιμὴν δραχμῶν 130. Κύριοι, ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1910 εἶχε καθαρισθῇ μέρισμα τῆς Ἑταιρείας τῶν Οἴνων 14 δραχμ. κατὰ μετοχήν. Πῶς ἐχαρακτηρίσατε τὴν ἐκποίησιν τῶν μετοχῶν αὐτῶν καὶ πῶς θὰ τὴν χαρακτηρίσητε ἀφοῦ μάθητε ὅτι μόνον αἱ τελευταῖαι πεντακισχίλιαι μετοχαὶ ἐπωλήθησαν ἄνευ τοῦ μερίσματος κατὰ Ἰούνιον εἰς τιμὴν 145 δραχμῶν;
§89ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀγορασταὶ τίνες εἶναι;
§90Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ συνδικάτον τὸ καταρτισθὲν ὑπὸ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Τὸ συνδικάτον τοῦτο ἔκαμε χρυσὲς δουλειὲς εἰς βάρος τῆς Προνομιούχου. Ἐκέρδισεν ἀπὸ τὰ μερίσματα μόνον 140 χιλιάδας δραχμῶν, διότι ἐπωλήθησαν μετὰ τῶν μερισμάτων των. Ἀλλὰ δὲν ἐζημιώθη μόνον ἡ Προνομιοῦχος τὰς 140 χιλιάδας αὐτὰς δραχμῶν, ἀλλ’ ἐζημιώθη καὶ τὴν προσδοκωμένην ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν μετοχῶν διαφοράν, ἡ ὁποία δηλοῦται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι αἱ μετὰ τῆς μερισματαποδείξεως πωληθεῖσαι μετοχαὶ εἶχον τιμὴν 145 δραχμῶν. Κύριοι, τὸ πρῶτον θέμα τὸ ὁποῖον εἴχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐξηντλήθη. Ἡ Προνομιοῦχος κατεστρατήγησε τὴν σύμβασιν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ θέμα τὸ ὁποῖον θέλομεν προσφέρει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον τότε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ εἶχον ἀκούσει εἶναι ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου τοῦ ἔτους 1911–1912, ἐν τῇ ὁποίᾳ γίνεται λόγος περὶ τοῦ περιφήμου ἄρθρου 6, παραγράφου βʹ, τῆς συμβάσεως τί προκύπτει; Ἡ ὁμολογία τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Προνομιούχου ὅτι ἐν γνώσει τῆς μὴ ἀνεπαρκείας τοῦ προϊόντος ἐζήτησε τὴν εἴσπραξιν τῶν χρημάτων. Ἀφοῦ δ’ ἔχομεν αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν, ὅτι δι’ ἄλλους σκοποὺς καὶ δι’ ἄλλην αἰτίαν ἠθέλησε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου εἰς χρῆμα καὶ οὐχὶ εἰς εἶδος, ἀποροῦμεν μὲ τὴν δραστηριότητα μὲ τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐντολοδόχοι τῶν μετόχων τῆς Προνομιούχου, οἱ ζημιώσαντες αὐτοὺς διὰ τῆς ἀπίστου αὐτῶν διαχειρίσεως, διέβαλον αὐτὴν τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν ὅτι οὐδέποτε ἐπεδίωξε τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως ἐκείνης τοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῆς τῆς ὁμολογίας ὅτι εἶναι πρᾶξις δολία, πρᾶξις ἀθέμιτος. Διὰ τὴν καταστρατήγησιν τοῦ ἄρθρου 12, παραγράφου 4, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Τῇ 30 Δεκεμβρίου 1910 ἐνηργήθη δημοπρασία διὰ 728.000 λιτρῶν σταφίδος, κατεκυρώθη δ’ αὕτη εἰς τὴν Ἑταιρείαν κατὰ μέσον τίμημα 87 δραχμῶν κατὰ χιλιόλιτρον. Πρὸς καταβολὴν τοῦ τιμήματος τούτου ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρεία Φινοπούλου ἀπεριορίστως, ὄχι μόνον αὕτη ἀλλὰ καὶ τὰ ὁμόρρυθμά της μέλη. Καὶ ἐνῷ λοιπὸν τοιαύτη ὑποχρέωσις ἐβάρυνε τὴν Ἑταιρείαν νὰ καταβάλῃ δὲν κατέβαλεν, ὀλίγον δὲ βραδύτερον εἰσηγεῖται ὁ πρόεδρος νὰ χαρίσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου τὴν διαφοράν, ἥτις ἀνήρχετο περίπου εἰς 450.000 δραχμῶν. Ἡ εἰσήγησις ἐγένετο κατὰ τρόπον πονηρόν· ἐδημιουργήθη μία δῆθεν προφορικὴ ὑπόσχεσις δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ πρώτου προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑταιρεία Φινοπούλου μετέχουσα τῆς δημοπρασίας τῶν 15.000.000 θ’ ἀπεζημιοῦτο. Λέγω ὅτι ἐδημιουργήθη καὶ προσθέτω ὅτι ἐδημιουργήθη δολίως, διότι δὲν ἐπείσθη ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι δι’ ὑπόσχεσιν τοσοῦτον σημαντικὴν ἡ Ἑταιρεία δὲν θὰ εἶχεν ἔγγραφον, δὲν ἐπείσθη δ’ ἀκόμη ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχεν ἔγγραφον ἀπόδειξιν, δὲν θὰ ἐφρόντιζεν, ὅτε ἀνενέωνε τὸ συμβόλαιον, νὰ περιλάβῃ τὸν ὅρον αὐτὸν ἐν τῷ συμβολαίῳ. Πρόκειται προφανῶς ἑπομένως περὶ χονδροειδοῦς ψεύδους, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη ὁ πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου διὰ νὰ κερδίσῃ τὴν ψῆφον τῶν συμβούλων. Ἀλλὰ λέγει καὶ ἓν ψεῦδος, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ οἰνοπνευματοποιητική, διαλυθείσης τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐξ αὐτῆς, θὰ ἀνελάμβανε τὴν ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως τῆς Ἑταιρείας Φινοπούλου, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ὑπεχρεοῦτο αὕτη εἰς τὴν βιομηχάνισιν 15.000.000 σταφίδος, ἂν ἐχαρίζοντο εἰς τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου αἱ 450.000 δραχμῶν. Εἶναι θαῦμα, Κύριοι, μετὰ πόσης θρασύτητος λέγονται ψεύδη εἰς τὸ Συμβούλιον, ἐνῷ ῥητῶς ἀνεγράφετο ὡς ὅρος ὅτι ἡ Προνομιοῦχος θ’ ἀναγνωρίσῃ τότε μόνον τὴν Οἰνοπνευματοποιητικήν, ἀφοῦ ἀναλάβῃ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Ἑταιρεία Φινοπούλου. Ἑπομένως ἡ πληρωμὴ ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρείας Φινοπούλου εἶναι ὅρος ἵνα ἀναγνωρίσῃ ἡ Προνομιοῦχος τὴν Ἑταιρείαν τὴν Οἰνοπνευματοποιητικὴν ὡς διάδοχον τῆς Ἑταιρείας Φινοπούλου, διότι, ἂν δὲν ἀνεγνώριζε πάσας τὰς ὑποχρεώσεις ἡ Οἰνοπνευματοποιητική, εἶχεν ἡ Προνομιοῦχος δεδεσμευμένην τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου, καὶ τὰ ὁμόρρυθμα αὐτῆς μέλη εἰς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως. Ἐνῷ δ’ αὐτὸς ἦτο ὁ ὅρος, ψευδῶς ἔλεγεν ὁ πρόεδρος ὅτι, μόνον ἂν χαρίσωμεν αὐτὰ τὰ χρήματα, δέχεται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν σύμβασιν ἡ Οἰνοπνευματοποιητική. Ἡ πονηρία αὐτὴ καὶ ἡ κακοπιστία δὲν διέλαθε τοὺς συμβούλους, οἱ ὁποῖοι προυκάλεσαν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ζητηθείσης δὲ τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησε τοῦτο ὅτι δὲν πρέπει νὰ χαρισθῶσι τὰ χρήματα αὐτά. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἠκούσθη ἡ γνώμη αὕτη καὶ κατόπιν κατηρτίσθη τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 171 συμβόλαιον τῆς 28 Ἰανουαρίου 1912. Τὸ συμβόλαιον τοῦτο ἀποτελεῖ ἐμπαιγμὸν πάσης ἰδέας δικαίου καὶ ἰδέας εὐλαβείας πρὸς τὰς συμβάσεις. Διὰ τοῦ συμβολαίου τούτου ὑπὸ κεκαλυμμένην μορφὴν χαρίζεται τὸ χρέος τῶν 450.000 εἰς τὴν Ἑταιρείαν Φινοπούλου. Πῶς; Λέγει ὅτι ἀνέλαβεν ἡ Οἰνοπνευματοποιητικὴ νὰ συνεχίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρείας Φινοπούλου καὶ νὰ πληρώσῃ τὸ τίμημα τῆς δημοπρασίας, ἀλλ’ ἡ Προνομιοῦχος παρέχει τὸ αὐτὸ ποσὸν τὸ δημοπρατηθὲν τῆς σταφίδος εἰς τὴν Οἰνοπνευματοποιητικὴν ἐπὶ τιμῇ 33 δραχμῶν κατὰ ἑνετικὸν χιλιόλιτρον μὲ κατωτέραν τιμὴν 27 δραχμῶν. Ἡ τοιαύτη διάθεσις εἶναι καταφανὴς δωρεὰ πάλιν τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ, διότι ἡ Οἰνοπνευματοποιητική, οὖσα ὑπόχρεος, ὡς διάδοχος τῆς Ἑταιρείας Φινοπούλου, συνεπείᾳ τοῦ προσυμφώνου περὶ ἱδρύσεώς της, νὰ ἐκπληρώσῃ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρείας Φινοπούλου ἀπέναντι τῆς Προνομιούχου, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ν’ ἀγοράσῃ ἐκ τῆς ἐσοδείας τοῦ 1911 σταφίδα 15.000.000 εἰς τὴν τιμὴν τῶν 60 φράγκων. Ἐκ τῆς τιμῆς τῆς διδομένης τῶν 33 φράγκων ἔχομεν δωρεὰν 27 δραχμῶν, δηλαδὴ ἐνόμισαν ὅτι θὰ ἠδύναντο ν’ ἀπατήσωσι τοὺς ἐφορεύοντας ἐπὶ τὴν διαχείρισιν, ἀφοῦ δὲν ἐχάρισαν μὲν τὸ ποσὸν τῆς δημοπρασίας τοῦ 1910, ἀλλ’ ἐχάρισαν τὸ ποσὸν τοῦ 1911 καὶ νομίζουσιν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δωρεά. Ἀλλ’ ἐγένετο καὶ καταστρατήγησις τοῦ ἐδαφίου τούτου κατὰ τρόπον τόσον ἀνήθικον, γνωστὸν ἄλλως τε, ὥστε δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν καταστρατήγησιν τοῦ ἄρθρου 17, ἐδαφ. 45. Πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τὸ ὁποῖον σκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ τὴν Προνομιοῦχον τὰς ὠφελείας τὰς ὁποίας συνέδεεν ὁ νόμος πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς παρακρατήσεως. Περὶ τῆς καταστρατηγήσεως ταύτης εἰσηγήθησαν οἱ ἕτεροι συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι κατὰ τόπους ἐνήργησαν ἀνακρίσεις, ὑπάρχουσι δὲ καὶ λίαν λεπτομερεῖς ἐκθέσεις τοῦ κ. Δικαίου, αἱ ὁποῖαι ἔδωκαν εἰς τὴν ἀνακριτικὴν Ἀρχὴν Πατρῶν ἀφορμὴν ν’ ἄρξηται ἀνακρίσεων διὰ τὰ 3.000.000. Εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην ἀναφέρομαι καὶ κρίνω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχω νὰ τονίσω εἶναι ὅτι ἐτέθη εἰς τὴν διάθεσίν μου ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὸν ἀνακριτὴν Πατρῶν, καὶ τὰ συνοδεύοντα αὐτὸ ἔντυπα. Μοὺ ἔκαμεν ἐντύπωσιν τὸ ἑξῆς· ὅτι ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ διάπραξις τῶν ἀνομημάτων τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται ὑπὸ τοῦ κ. Δικαίου ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Προνομιοῦχος ἔχει ἐμπιστοσύνην δικαιολογουμένην ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἡ λεπτομέρεια εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἀπευθύνεται ἔγγραφον εἰς τὴν Προνομιοῦχον ἐν Ἀθήναις ἐκ Πατρῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεται: «Παρακαλῶ νὰ ἐκδώσητε δελτία διὰ 3.000.000 λιτρῶν σταφίδος, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῇ ἀποθήκῃ κτλ.». Εἶναι ἀληθῶς περίεργον ὅτι ἡ Προνομιοῦχος ἐπιμένει καὶ σήμερον νὰ νομίζῃ ὅτι εὑρίσκεται ἐν τάξει ἐνεργήσασα ὡς ἐνήργησε καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ἐνέργειάν της στηριζομένην ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο καταστρατηγεῖ τὸ ἄρθρον 11, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ ΒΨΞΕʹ νόμου. Ἡ καταστρατήγησις εἶναι πρόδηλος, νομίζομεν δ’ ὅτι αὕτη ὀφείλει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἀνακριτικῆς Ἀρχῆς, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ ἔπεσε θῦμα κακῶν εἰσηγήσεων. Ἂν ἴδητε τὰς χρονολογίας τῶν ἐγγράφων, θὰ παρατηρήσητε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦτο τῆς πρωτοβουλίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπόρροια ἡ πρότασις αὕτη, ἀλλ’ ἦτο ἀπόρροια συνεννοήσεως μεταξὺ τῆς Διευθύνσεως τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας καὶ τῶν φερομένων ὡς κατόχων τοῦ σταφιδοκάρπου ἔναντι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ μὴ τυχὸν παρενεβλήθη αὐτὴ ἡ ἠθικὴ προσωπικότης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἵνα παρασκευάσῃ τὸ ἔδαφος καὶ ἐποικοδομηθῇ ἡ ὑπεράσπισις τοῦ ἀποθηκαρίου Πατρῶν. Τώρα ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. ἀντεισαγγελέως Καλαμῶν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γεννήσῃ σκέψεις πειθαρχικὰς κατὰ τοῦ Κυρίου αὐτοῦ. Δὲν ἀναπτύσσω τὸ πρᾶγμα, ἵνα μὴ καταπονήσω τὴν Βουλήν. Κύριοι, θὰ ὁμολογήσητε ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶναι θλιβερά. Ἐκ τῶν γεγονότων, ὅπως ἡμεῖς τὰ ἐπιστοποιήσαμεν, προκύπτει ὅτι οὐ μόνον ἡ ζημία περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ἡ σύμβασις τῆς 7 Ἰουλίου 1913, ἀλλὰ πολλαπλασία ἐπηνέχθη εἰς τὴν Προνομιοῦχον ἐξ εὐθύνης αὐτῶν τῶν διαχειριστῶν. Προκύπτει ἀκόμη ἐκ τῆς ἐργασίας μας ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν ὑπευθύνων καὶ τῶν πρωτοβούλως διαχειρισαμένων τὴν Προνομιοῦχον δὲν ὑπῆρξεν εἰλικρινής, καταστρατηγηθείσης τῆς συμβάσεως, κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς ὁποίας ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρείας εἶχε σκοπὸν νὰ ῥυθμίσῃ ἄλλως τὸ σταφιδεμπόριον, νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας ἰδίᾳ τὰς πιστωτικὰς τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, νὰ προαγάγῃ τὴν βιομηχανίαν ὡς διέξοδον τοῦ ὑπερπαραγομένου προϊόντος, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν βαθμιαίαν διάλυσιν τῆς σταφιδικῆς κρίσεως. Προκύπτει ἀκόμη ὅτι οἱ διαχειρισθέντες ὑπευθύνως καὶ κατὰ πρωτοβουλίαν τὴν Προνομιοῦχον ἐχρησιμοποίησαν τοὺς σκοποὺς αὐτοὺς τοὺς ἀπατηλούς, ὡς μὴ ὤφελε, τοὺς ἐχρησιμοποίησαν θραύοντες τοὺς δεσμοὺς τῆς ἐμπιστοσύνης, οἱ ὁποῖοι τοὺς συνέδεον μὲ τοὺς μετόχους, ὅπως ἐνισχύσωσι ταμειακῶς τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν, ὅπως ὑποτάξωσι τὴν Προνομιοῦχον εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Οἴνων καὶ προσπορισθῇ ἡ δευτέρα ἀθέμιτα κέρδη, ὅτι δὲ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ δὲν ἐδίστασαν καὶ ψευδεῖς διαβεβαιώσεις νὰ διαπράξωσι καὶ εἰς καταστρατήγησιν τῆς συμβάσεως νὰ προέλθωσιν. Ὁδεύοντες δὲ ἐν τῷ σκότει παρέλειψαν νὰ ἀσκήσωσιν, ἐφ’ ὅσον εἶχον οἱ ἴδιοι τὴν ἐξουσίαν, τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κατὰ τόπους ὑπαλλήλων, περὶ τῶν ὁποίων πιστοποιεῖται ὅτι πιέζουσι τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Ἐρωτᾶται, Κύριοι, τίνα εἶναι τὰ γενικώτερα αἴτια εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλεται ἡ κατάστασις αὕτη. Εἰς δύο αἴτια ἡμεῖς ἀνευρίσκομεν τὴν ἀληθῶς θλιβερὰν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ Προνομιοῦχος. Τὸ πρῶτον αἴτιον εἶναι, Κύριοι, ἡ φυσικὴ ὑπόστασις τῶν διαχειριστῶν. Ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ παρίδωμεν τὴν ἀτομικότητα τῶν διαχειρισθέντων τὴν Προνομιοῦχον, διότι ἡ ἀτομικότης αὐτῶν προσδιορίζει καὶ τὰς πράξεις των. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ κατέλθωμεν εἰς τὰς ὁδοὺς διὰ νὰ συλλέξωμεν στοιχεῖα περὶ τῆς ἀτομικότητος αὐτῶν, ἠθελήσαμεν ὅμως τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔδει νὰ προσαγάγωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ τὰς ἔχωμεν κεκυρωμένας δι’ ἐπισήμου κύρους, διὰ δικαστικῶν πράξεων, διὰ διοικητικῶν πράξεων. Ἐκ τῶν διευθυνόντων κακῇ μοίρᾳ τὴν Προνομιοῦχον καὶ ὁ εἷς, ὁ πρώην πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, καὶ ὁ ἕτερος καὶ συγγενὴς αὐτοῦ, ὁ πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς σήμερον, ἀπησχόλησαν ἄλλοτε τὴν Δικαιοσύνην. Ἀνετρέξαμεν εἰς εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον, καθ’ ἣν ἐποχὴν παρεκάθηντο οἱ δύο αὐτοὶ Κύριοι εἰς μίαν Ἑταιρείαν, τοῦ Ἑλληνικοῦ Χαρτοποιείου. Τότε ἐλέχθη ὅτι εἶχον ἐκ συστάσεως διαπράξει πλαστογραφίαν πιστοποιητικοῦ, δυνάμει τοῦ ὁποίου παρεστάθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν ὡς κάτοχοι μετοχῶν περισσοτέρων καὶ ἀφήρπασαν τὴν διοίκησιν τοῦ Χαρτοποιείου. Κατηγγέλθησαν τότε, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1895, ὁ ἀοίδιμος Βάρβογλης, δι’ ἐγγράφου του τῆς 5 Ὀκτωβρίου 1895 παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Πῶς εἰργάσθη ἡ Εἰσαγγελία; Μὲ ταχύτητα χελώνης. Μόλις κατὰ τὸ 1898, τῇ 15 Μαΐου, εἶδε τὸ φῶς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 20 βούλευμα τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν, διὰ τοῦ ὁποίου πιστοποιεῖται ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ διέπραξαν τὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ χαρακτηρίζεται ἡ πρᾶξις ὡς πλημμέλημα, δι’ ὃ λέγεται ὅτι εἶχεν ἐπέλθει ἡ παραγραφή. Τὸ πρᾶγμα ἔχει τι τὸ λίαν σκανδαλῶδες, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ βούλευμα ἐκεῖνο ἐτηρήθη μυστικὸν ἀπὸ τὸν πολιτικῶς ἐνάγοντα. Ὅτε τὸ ἀνεκάλυψεν ὁ πολιτικῶς ἐνάγων, προσέφυγεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ψευδῶς πιστοποιεῖται ὅτι εἶχεν ἐπέλθει ἡ παραγραφή, διότι ἐν τῇ δικογραφίᾳ ὑπάρχει ἀποδεικτικὸν ἐπιδόσεως. Ὁ ἔχων δὲ τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ βεβαιοῖ ὅτι ἐξ ἐπισημειώσεως ἰδιοχείρου τοῦ ἀνακριτοῦ φαίνεται πράγματι παραγγελία πρὸς κλῆσιν διακόπτουσαν τὴν παραγραφήν.
§91ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τίνες εἶναι οἱ δικασταί;
§92Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω· ἀγνοῶ ἂν τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τοὺς δικαστὰς ἢ τὴν εἰσαγγελικὴν Ἀρχήν. Νομίζω ὅτι ἀνακαλύπτω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ῥίπτει σκιερὸν φῶς εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν Ἀρχὴν τοῦ 1898 καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα διευκρινισθῇ πῶς ἐγένετο τοῦτο διὰ τοῦ ὁποίου ἐξέφυγον τῶν χειρῶν τῆς Δικαιοσύνης οἱ ἄνθρωποι οὗτοι. Καὶ ἡ διοικητικὴ ὅμως ἀνάκρισις ἐπιστοποιεῖ ἐπίσης τὰ παράδοξα ταῦτα, ἡ διεξαχθεῖσα διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 1026 ἐγγράφου τοῦ γραμματέως τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ ἐπιστοποιεῖ ὅτι ἐκτὸς τοῦ γεγονότος ὅτι διὰ πλαστοῦ πιστοποιητικοῦ παρουσιάσθη Κύριός τις ὡς μέτοχος, ἀλλ’ ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ἐγκριθέντι ὑπὸ τοῦ ὑπὸ ἔλεγχον Προέδρου τῆς Προνομιούχου τοῦ 1894 ἐσημειώθησαν ψευδῶς διὰ προσθέτου πράξεως ἐν τῷ τέλει τοῦ Ἡμερολογίου διάφορα κονδύλια μὲ αὐξήσεις καὶ ἐλαττώσεις. Ὅτε δὲ διετάχθη νὰ παράσχῃ ἐξηγήσεις ἡ Ἑταιρεία περὶ τῆς πλαστογραφίας, διὰ τῆς ὁποίας τὰ κεφάλαια τῆς Ἑταιρείας ἐκείνης διενέμοντο ὡς κέρδη εἰς τοὺς μετόχους, ἡ ἀπάντησις ἦτο ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν εἰμὴ ν’ ἀκολουθήσωσι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖται εἰς πάσας τὰς Ἑταιρείας καὶ βιομηχανικὰς ἐργασίας. Κύριοι, ἡ οὕτως ἐρευνωμένη ὑπόθεσις, ἐφ’ ὅσον ἐρχόμεθα εἰς τὰ βαθύτερα αἴτια, πιστοποιεῖ πόσον ὀλέθριον πρᾶγμα εἶναι ἡ ψυχολογία ἐκείνων ἐκ τῶν κεφαλαιούχων οἱ ὁποῖοι ἄνευ ἀνωτέρας ἠθικῆς συγκροτήσεως μόνον εἰς τὴν τήρησιν τοῦ χρυσοῦ ἀποβλέπουσι, τὰ πάντα μηχανεύονται ἵνα ἀθροίσωσι κεφάλαια καὶ τὸ πᾶν πράττουσιν ἵνα μὴ χάσωσι τὸ κτηθέν. Ἡ ψυχολογία τῶν τοιούτων ἀληθῶς ἀξιοκατακρίτων κεφαλαιοκρατῶν εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος διὰ τὴν κοινωνίαν, πρέπει δὲ νὰ παταχθῇ ὅπου ἀνευρίσκεται ἡ τοιαύτη νοσηρότης. Τοιαύτη εἶναι ἡ νοσηρὰ ψυχολογία, ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι εἶχε πρυτανεύσει εἰς τοὺς διαχειρισθέντας ὑπευθύνως τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν. Συνέδεον τὴν διαχείρισίν των μὲ συμφέροντα κοινωνικά, μὲ τὴν πρόοδον τῆς βιομηχανίας τῆς οἰνοπνευματοποιίας. Ἡ Προνομιοῦχος ἐζημιώθη μέγιστα ποσά, οἷα δὲ ποσὰ ἀπεκομίσθησαν ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων διαχειριστῶν της, ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἀνέγραψα ἐν τῇ ἐκθέσει μου. Ἀλλ’ ὑπάρχει, Κύριοι, καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν· ὑπάρχει καὶ ἡ εὐθύνη τῆς Πολιτείας. Ἡ νομοθεσία μας περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν εἶναι ἀτελής. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἡ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως ἔχει ἀναγνωρισθῇ, καὶ μάλιστα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἡ ἐμβάθυνσις ὅμως εἰς τὴν οἰκτρὰν ἱστορίαν τῆς Προνομιούχου θὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδὲν εἶναι ἐπικινδυνότερον πρᾶγμα τῶν προσωπικῶν ἑνώσεων ἐν τῇ διοικήσει ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Διὰ τὸ νὰ εἶναι ἡνωμέναι διευθύνσεις τριῶν θέσεων εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον κατωρθώθη ὥστε ἡ μὲν Τράπεζα Ἀθηνῶν νὰ συγκαλύψῃ μέχρις ἐσχάτων τὴν κατάστασίν της, ἡ Προνομιοῦχος νὰ ὑποστῇ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐξιστόρησα, ἡ δὲ Ἑταιρεία Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων νὰ αἰσχροκερδήσῃ εἰς βάρος ἄλλων. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἔχει εὐθύνην ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀτέλειαν τῆς νομοθεσίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸ ὁποῖον ἀντελήφθη ὅτι ἔδει ν’ ἀσκῇ τὸν ἔλεγχον. Εἰς τὴν Προνομιοῦχον συνεταῖρος φυσικὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ἀντιπροσωπευόμενος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πῶς ἐξήσκησε τὴν ἐποπτείαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις; Διὰ τῶν Βασιλικῶν Ἐπιτρόπων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπέτρεψε μέχρι τῆς ὑπουργίας Κορομηλᾶ νὰ μισθοδοτῶνται παρὰ τῆς Προνομιούχου; Ἡ διὰ τῶν κυβερνητικῶν συμβούλων, τῶν ὁποίων τὴν δρᾶσιν ἀνακαλύπτομεν μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1911; Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, διότι θὰ ἐθεωρούμην ὅτι κομίζω γλαῦκα εἰς Ἀθήνας. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὰς θετικὰς προτάσεις τὰς ὁποίας ὑποβάλλει ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Βουλήν, αἵτινες εἶναι αἱ ἑξῆς: Πρῶτον νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τακτικὴν ἀνάκρισιν, δεύτερον νὰ προσκληθῇ ἡ σημερινὴ Διοίκησις τῆς Προνομιούχου ἵνα παρασταθῇ ὡς πολιτικὸς ἐνάγων καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὰ θυλάκια ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὴν ἐζημίωσαν μέρος τοὐλάχιστον τῶν ὅσα ἐζημιώθη, νὰ ζητήσῃ καὶ παρ’ ἐκείνων ἀκόμη κατὰ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ στραφῇ ἡ ποινικὴ Δικαιοσύνη. Ἀνεξαρτήτως δὲ τούτου νὰ ἐπιδιώξῃ εἴτε δικαστικῶς εἴτε ἐξωδίκως τὴν ἀκύρωσιν τῶν συμβάσεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύονται ὅτι ἐγένοντο κατὰ συμπαιγνίαν τῶν Διοικητῶν μετὰ τῶν Ἑταιρειῶν καὶ τέλος νὰ προσκληθῶσιν αἱ ἱεραρχικῶς προϊστάμεναι Ἀρχαὶ νὰ ἐρευνήσωσι τὴν ἐνέργειαν τῶν δικαστικῶν ὀργάνων εἰς τὰ δύο σημεῖα τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, τὴν ἐνέργειαν δηλαδὴ τοῦ ἀντεισαγγελέως Καλαμῶν καὶ τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς Ἀθηνῶν. Ὑποβάλλοντες, Κύριοι, τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ζητοῦντες ὅπως διὰ τῶν δικαστηρίων ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἐναντίον παντός, ζητοῦντες δὲ προσέτι τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων αὐτῶν, προσδοκῶμεν κατὰ τελικὸν λόγον τὴν διὰ τῆς νομίμου ἐκκαθαρίσεως ἀποκατάστασιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς κοινῆς γνώμης πρὸς τὴν ἀνώνυμον ἑταιρείαν.
§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ εὐχαριστήσω τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸν εἰσηγητὴν διὰ τὴν διαφωτιστικὴν ἔκθεσίν των, θὰ παρεκάλουν ὅπως καὶ ἡ ἄλλη Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὡρίσθη διὰ τὴν μελέτην τοῦ τί εἶναι πρακτέον διὰ τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν, ὑποβάλῃ καὶ αὕτη τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Τὸ ἔργον της εἶναι ἀκόμη εὐκολώτερον.
§94ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι, καίτοι ἐκλήθη ἐπανειλημμένως ἡ Ἐπιτροπή, ἅπαξ μόνον συνῆλθεν, ἀντήλλαξε σκέψεις τινὰς καὶ ἔκτοτε δὲν κατωρθώθη νὰ συνέλθῃ.
§95Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Συνῆλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ πρῶτον καὶ ἀνετέθη εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας μία ἐργασία. Τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἐκάμαμεν, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς. Ἔκτοτε δὲν ἐκλήθη ἡ Ἐπιτροπή.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ Ἐπιτροπή νὰ συνέλθῃ καὶ ὑποβάλῃ τὸ συμπέρασμά της. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§97ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης» ἔχον οὕτως: (Ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον μόνον. Τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐκλέγονται ὑπὸ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων αὐτῆς καὶ ἐγκρινόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διορίζονται διὰ Β. Διατάγματος ἐκδιδομένου τῇ προτάσει αὐτοῦ. Διὰ Β. Διατάγματος ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται ν’ ἀνακληθῇ ἡ ἔγκρισις καὶ ὁ διορισμός, διὰ τοῦ αὐτοῦ δὲ Β. Διατάγματος καλοῦνται οἱ μέτοχοι εἰς Γενικὴν Συνέλευσιν πρὸς ἐκλογὴν ἄλλου προσώπου. Τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου. Ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἐπιδιώκει νὰ εἰσαγάγῃ καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἀνάδειξιν τῶν Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὄχι εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀνάδειξιν τῶν Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀναλόγως, ὑπὸ μορφὴν μάλιστα ἠπιωτέραν ἐκείνου τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὰ πλεῖστα Κράτη, εἰς πάντα σχεδὸν πλὴν τῶν Ἀγγλοσαξωνικῶν. Ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1806, ὅτε ἱδρύθη ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας, ὁ Διοικητὴς καὶ οἱ δύο Ὑποδιοικηταὶ διορίζονται ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐν Ἀλγερίᾳ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διορίζει τὸν Διευθυντὴν τῆς Τραπέζης. Ἐν Βελγίῳ ὁ Βασιλεὺς διορίζει τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ χρόνον ὡρισμένον, ἀνὰ πενταετίαν. Ἐν Κάτω Χώραις ἡ διοίκησις ἀνήκει εἰς πρόεδρον, πέντε διαχειριστὰς καὶ ἕνα γραμματέα. Ὁ πρόεδρος καὶ ὁ γραμματεὺς διορίζονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως δι’ ὡρισμένον ἐπίσης χρόνον. Ἐν Αὐστροουγγαρίᾳ ὁ Διοικητὴς καὶ οἱ δύο Ὑποδιοικηταὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διορίζονται ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν δύο Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ τῆς Αὐστρίας καὶ τοῦ τῆς Οὑγγαρίας. Ἐν Πορτογαλλίᾳ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διορίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, νῦν δὲ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, δι’ ὡρισμένον χρόνον, ἀνὰ τριετίαν. Καὶ ὁ Ὑποδιοικητὴς ἀκόμη ἐν Πορτογαλλίᾳ διορίζεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἢ νῦν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἐκλεγόμενος μεταξὺ τριῶν προσώπων ὑποδεικνυομένων ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Καὶ ὁ Γενικὸς ἀκόμη Γραμματεὺς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διορίζεται ὡσαύτως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν Σερβίᾳ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον παρουσιάζει κατάλογον τριῶν προσώπων καὶ ἐκ τούτων ὁ Βασιλεὺς ἐκλέγει τὸν ἕνα ὡς Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐν Ῥουμανίᾳ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διορίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις διορίζει ἐπίσης καὶ δύο Διευθυντάς, οἱ δὲ μέτοχοι τέσσαρας Διευθυντάς, ἡ δὲ διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀσκεῖται ὑπὸ Συμβουλίου ἐκ δεκατριῶν μελῶν, οὗ τὸν πρόεδρον καὶ ἀντιπρόεδρον διορίζει ὁ Βασιλεύς. Ἐν Ἰαπωνίᾳ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διορίζεται δι’ αὐτοκρατορικοῦ Διατάγματος, ὁ Ὑποδιοικητὴς διορίζεται δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, Οἱ μέτοχοι ἐκλέγουσιν ὀκτὼ διαχειριστὰς καὶ ἐκ τοῦ καταλόγου τούτων διορίζει ἐπίσης τέσσαρας ὁ Ὑπουργός. Ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου πεπλανημένως ὑποτίθεται ὅτι ἡ Reichsbank εἶναι Τράπεζα τοῦ Κράτους, ὁ Διοικητὴς καὶ τὰ μέλη τῆς Διοικήσεως διορίζονται ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος. Ἐν Ἰταλίᾳ ὁ διορισμὸς τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἰταλίας ὑπόκειται εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω, Κύριοι, τί γίνεται ἐν Ῥωσίᾳ καὶ Βουλγαρίᾳ, ὅπου προδήλως ὁ διορισμὸς ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀποκλειστικῶς, διότι ἐκεῖ αἱ Τράπεζαι εἶναι ἀληθῶς Τράπεζαι τοῦ Κράτους. Ἡ μνεία τοῦ τί γίνεται ἀλλαχοῦ εἶναι, Κύριοι, ἀρκετὴ δικαιολογία τοῦ μέτρου τοῦ νομοθετικοῦ τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διατί σήμερον προέρχομαι νὰ προτείνω τὰ μέτρα ταῦτα καὶ διατί δὲν ἀνέβαλλον τυχὸν αὐτά, ὥστε νὰ τὰ παρουσιάσω ὁμοῦ μετὰ τῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν προσδοκῶμεν ὅτι θὰ καταρτίσωμεν μετὰ τῆς Τραπέζης διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων αὐτῆς, ὅπως τότε, ὡς θὰ ἐθεωρεῖτο φυσικώτερον, συνδυασθῶσι τὰ δύο ζητήματα καὶ ἀσχοληθῇ συγχρόνως ἡ Βουλὴ περὶ αὐτῶν. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῆς πλήρους εἰλικρινείας, τὴν ὁποίαν πάντοτε μετεχειρίσθην πρὸς αὐτήν, τί συμβαίνει, καὶ ποία εἶναι ἡ σύγκρουσις ἡ ὁποία ἀνεφύη μεταξὺ Διοικήσεως, ἢ ὀρθότερον εἰπεῖν τοῦ ἑνὸς τῶν Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Γνωρίζετε, Κύριοι, καὶ ἡ χθεσινὴ εἰσήγησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου σᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι τὸ Κράτος ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ τοῦ μὴ δυνατοῦ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ δανείου εὑρίσκεται εἰς στενοχωρίας ταμειακάς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, νομίζω, κατόπιν ἀποφάσεως ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐκάλεσε τὸν ναύαρχον Κουντουριώτην καὶ τῷ εἶπεν ὅτι πρὸς ἀντιμετώπισιν ἀναγκῶν ἐπειγουσῶν τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων παρακαλεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐράνων διὰ τὴν ναυαρχίδα ὅπως τὸ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθειμένον ποσὸν ἐπὶ τόκῳ 2% ἀναλάβῃ καὶ καταθέσῃ αὐτὸ ἐντόκως εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Ὁ ναύαρχος, φυσικά, οὐδεμίαν προέβαλεν ἀντίρρησιν. Ἀνεκοινώθη τὸ πρᾶγμα καὶ εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος ἦτο διττῶς ἐνδιαφερόμενος ἐν προκειμένῳ, καὶ ὡς Διοικητὴς τῆς Τραπέζης, ἀπὸ τῆς ὁποίας θ’ ἀνελαμβάνοντο τὰ χρήματα, καὶ ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς συλλογὴν τῶν ἐράνων, μέλος βεβαίως ἐπιφανές. Παρετηρήθη ὑπὸ τούτου ὅτι, κατὰ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς συλλογὴν ἐράνων, τὰ χρήματα ἔδει νὰ κατατίθενται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἐθεωρήθη οὕτως ὅτι ὑπάρχει κώλυμά τι ὅπως ἀναληφθῶσι τὰ χρήματα ἄνευ τροποποιήσεως τοῦ καταστατικοῦ. Ἐκρίθη ἑπομένως σκόπιμον νὰ συγκληθῇ ἡ συνέλευσις τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ὅπως προτείνῃ τὴν τροποποίησιν κατὰ τοῦτο τοῦ καταστατικοῦ, ἵνα μετὰ τὴν τροποποίησιν ταύτην τὰ χρήματα νομίμως παραληφθῶσιν. Ἡ συνεδρίασις ἐγένετο ἐν τοῖς Γραφείοις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην μετὰ μεσημβρίαν.
§98ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐπανόρθωσιν; Τὴν μίαν ἑσπέραν μετέβη ὁ ναύαρχος Κουντουριώτης μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, κατὰ τὰς πληροφορίας σας, εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ τὴν ἄλλην πρωΐαν περὶ ὥραν 11½ συνεκλήθησαν πάντες οἱ ἑταῖροι διὰ νὰ λάβωσιν ἀπόφασιν.
§99ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶπον τὸ ἐναντίον.
§100ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι· εἴπετε τὴν Πέμπτην.
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶπον ὅτι τὴν Τρίτην τὸ πρῶτον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὡμίλησεν εἰς τὸν ναύαρχον· τὴν Τετάρτην ἴσως ἐγένετο λόγος εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν ἔχει σημασίαν ἄλλως τε τοῦτο καμμίαν. Δὲν ἠμφισβητήθη ὅτι ἐκλήθη ἡ συνέλευσις τῶν μετόχων, ἀφοῦ ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν σύγκλησιν αὐτῆς, καὶ ὅτι συνεκλήθη ἀμέσως. Ἐκλήθη λοιπὸν καὶ παρεκλήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, μὴ γνωρίζων ὅτι ἐπρόκειτο νὰ εὑρεθῇ ἐνώπιον τῆς συνελεύσεως ταύτης τῶν μελῶν καὶ ἐκεῖ εἰσάγεται ἀνειδοποίητος, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ζητεῖται παρ’ αὐτοῦ ἵνα τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην ἡ ὁποία ἀνεκοινώθη εἰς τὸν Ναύαρχον καὶ ἀνεκοινώθη εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς καὶ πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐράνων, ἐζητήθη δηλαδὴ ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁ ἀνειδοποίητος Ὑπουργὸς νὰ προέλθῃ ἐνώπιον πλήθους πολλοῦ εἰς ἔκθεσιν τῶν ἀναγκῶν εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ Κράτος, ὅπως ταχέως ἔχῃ τὰ χρήματα ταῦτα δι’ ἀνάγκας τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων καὶ ὅτε τις ἐκ τῶν παρισταμένων μελῶν εἶπεν εἰς τὸν Ὑπουργόν: Ὑποθέτομεν ὅτι θέλετε ν’ ἀναλάβητε τὰ χρήματα σεῖς, διὰ νὰ δώσητε περισσότερον τόκον παρ’ ὅ,τι δίδει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα — ὁ συνάδελφός μου ἐνόμισεν ὅτι, ἀφοῦ πράγματι εἶχεν ἀποφασισθῆ ὅτι θὰ ἐδίδετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τόκος 4%, ὤφειλε ν’ ἀπαντήσῃ καταφατικῶς. Καὶ τότε ἠρωτήθη ὁ κ. Εὐταξίας: —Μὰ καλά, δὲν δίδετε καὶ σεῖς τὸν τόκον 4%; Καὶ ἀπήντησε: —Μάλιστα, καὶ ἡ Τράπεζα δίδει 4%. Καὶ ἦτο φυσικόν, μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Διοικητοῦ καὶ ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο δημοσίᾳ εἰς τὸ πλῆθος νὰ ἐκθέσῃ τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία καθίστα τὴν ἀνάληψιν τῶν χρημάτων ἐπείγουσαν, νὰ κριθῇ ἄσκοπος πλέον ἡ κατάθεσις τῶν χρημάτων εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἀφοῦ καὶ ἡ Τράπεζα παρίστατο ἀνταγωνιζομένη πρὸς τὸ Κράτος καὶ προσφέρουσα καὶ αὐτὴ 4% ἀντὶ τῶν 2% ἅτινα ἔδιδεν ἕως τότε. Πρέπει, Κύριοι, πρὶν προχωρήσω περαιτέρω νὰ ἐπιστήσω ἰδιαζόντως τὴν προσοχὴν ὑμῶν ὅτι τὸ Κράτος θέλον ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἐπειγούσας ἀνάγκας δὲν ἐσκέφθη οὐδὲ πόρρωθεν νὰ ζητήσῃ ν’ ἀναλάβῃ αὐτὸ καταθέσεις, δὲν θὰ ἔλεγον βεβαίως ἰδιωτῶν— θὰ ἦτο τερατώδης ἡ σκέψις κἄν —, ἀλλ’ οὔτε κἄν ἱδρυμάτων ἄλλων ἢ νομικῶν προσώπων φιλανθρωπικῶν. Θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι ἀσφαλέστερα εἰς χεῖρας τῆς Τραπέζης. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀποδέχομαι τοῦτο. Δὲν νομίζω ποτὲ ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι ὀλιγώτερον ἀσφαλὲς ἀπὸ μίαν Τράπεζαν, ἔστω καὶ τὴν Ἐθνικήν, ἀλλὰ δέχομαι ὅτι ἡ κοινὴ ἐντύπωσις εἶναι ὅτι ἐκεῖ εὑρίσκονται ἀσφαλέστερα, ἑπομένως τὸ Κράτος δὲν θὰ ἦτο ποτὲ ἐπιτετραμμένον νὰ ζητήσῃ, ἔστω καὶ νομίμως, τῇ συμπράξει δηλαδὴ τῶν διοικουσῶν τὸ φιλανθρωπικὸν τοῦτο κατάστημα Ἀρχῶν, ὅπως λάβῃ αὐτὸ περιουσίαν φιλανθρωπικοῦ καταστήματος κατατεθειμένην εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι τὸ φιλανθρωπικὸν κατάστημα δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ζήσῃ καὶ πέρα τοῦ Κράτους καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ τὰ χρήματα, Κύριοι, τῶν ὁποίων ἐπεζητήθη ὑπὸ τοῦ Κράτους ἡ παραλαβή, ἦσαν χρήματα κρατικά—ἃς εἴπω οὕτως—, ἦσαν χρήματα μέλλοντα νὰ ἐξυπηρετήσωσι δημόσιον σκοπόν· ἡ ναυαρχὶς δὲν ἦτο κἄν νομικὸν πρόσωπον, ἦτο ὄργανον πολεμικόν, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη ἔξω τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς προθυμίας τῶν εἰσφορῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ κατασκευασθῇ, ἂν δ’ ἐπρόκειτο τὸ Κράτος νὰ εἶναι ἀφερέγγυον καὶ τὸ Κράτος νὰ πτωχεύσῃ, βεβαίως δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην ναυαρχίδος· λέγω δὲ τοῦτο διὰ νὰ δικαιολογήσω ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως πλήρως τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ νὰ μὴ ἀφήσω τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κἄν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ ὅπως εἰς αὐτὴν κατατεθῶσι χρήματα ὄχι πλέον φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων ἀλλ’ οὐδὲ κἄν ἄλλων δημοσίων προσώπων, χρήματα μὴ ἐξυπηρετοῦντα ἀμέσως δημοσίους σκοπούς, ὅπως ἦσαν τὰ προωρισμένα διὰ τὴν ναυαρχίδα. Ὅτε, Κύριοι, ἔλαβον γνῶσιν τῆς σκηνῆς αὐτῆς τῆς ἐκτυλιχθείσης ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν Διοικητὴν αὐτῆς ἐπιστολήν, τῆς ὁποίας θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ περιεχόμενον. Ἀντὶ πάσης ἄλλης ἐξηγήσεως εὐρυτέρας τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι προυκάλεσαν τὴν ἀποστολὴν τῆς ἐπιστολῆς θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ περιεχόμενον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἐπαρκῶς, εἰ καὶ συντομώτατα, ἅτε τῆς ἐπιστολῆς ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν γινώσκοντα τὰ πράγματα, θίγει τὴν ὑπόθεσιν. Ἡ ἐπιστολὴ ἔχει οὕτω, σταλεῖσα χθὲς τὴν πρωΐαν (ἀναγινώσκει): «Κύριε Διοικητά. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως τὴν ἐπίσκεψιν ἣν μοὶ ἐκάμετε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Συνελεύσεως τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν ἐκλογὴν Διοικητοῦ εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ τόσον προώρως ἐκλιπόντος Βαλαωρίτου. Εἴχετε μάθει τότε, ὡς μοὶ εἴπετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐκλογὴ ὑμῶν ἔλυε κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον τὸ τόσον σπουδαῖον ὄχι μόνον διὰ τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ τὴν κοινωνίαν, ζήτημα τοῦτο καὶ μοὶ ἐδηλώσατε ὅτι, ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀνάγκην τοῦ ν’ ἀπολαύῃ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐθέτετε ὑποψηφιότητα, ἂν δὲν διελύοντο οἱ ἐνδοιασμοὶ ταύτης, ἀλλὰ καὶ ὀψέποτε ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελε διαταραχθῆ ἡ πλήρης ἁρμονία μεταξὺ Διοικήσεως Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως θὰ παρῃτεῖσθε εὐθὺς ὡς ἡ τελευταία αὕτη θὰ ἔκρινεν ἀναγκαίαν τὴν παραίτησιν ταύτην. Ἀπήντησα ἐκθέτων ὑμῖν ἀπεριφράστως τοὺς λόγους τῶν ἐνδοιασμῶν τῆς Κυβερνήσεως. Προσέθηκα ὅμως, ὅτι μὴ οὔσης εὐχεροῦς τῆς εὑρέσεως καταλληλοτέρου, θὰ ἔστεργον νὰ μὴ διατυπώσω ἀντίρρησίν τινα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς ἐκλογῆς ὑμῶν, χαίρων ἄλλως τε διότι αἱ δηλώσεις ὑμῶν ἀποτελοῦσιν ἐγγύησιν ὅτι ὀρθὴν ἔχετε τὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς θέσεως τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Ἀτυχῶς ἡ ἀντίδρασις ὑμῶν κατὰ τῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς συλλογὴν ἐράνων διὰ τὴν ναυαρχίδα ἀναλήψεως τοῦ κατατεθειμένου ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ποσοῦ καὶ καταθέσεως αὐτοῦ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον πρὸς ἀντιμετώπισιν ἐπειγουσῶν τοῦ Κράτους ἀναγκῶν καὶ ἡ προσπάθεια πρὸς ταπείνωσιν τοῦ Κράτους κατὰ τὴν χθεσινὴν σύγκλησιν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῆς ἐν λόγῳ Ἐπιτροπῆς ἀποδεικνύουσιν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν διστάζει, καταχρώμενος τῆς θέσεώς του, νὰ δυσχεράνῃ εἰς τὸ Κράτος τὴν ἐξεύρεσιν ἐπειγόντως ἀναγκαίων δι’ αὐτὸ χρημάτων, μόνον καὶ μόνον ὅπως ἐκβιάσῃ οὕτως αὐτὸ εἰς ἀποδοχὴν τῶν ὅρων οὓς ἐκεῖνος διετύπωσε διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τῆς Τραπέζης. Κρίνων ὅτι τοιαύτη διαγωγὴ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐν ταῖς παρούσαις μάλιστα περιστάσεσι, δὲν εἶναι ἀνεκτὴ καὶ ὅτι ἀποτελεῖ κίνδυνον διὰ τὸ Κράτος ἀναμένω νὰ μάθω ἐντὸς τῆς ἡμέρας εἰς ποίας θέλετε προβῆ ἀποφάσεις συμφώνως πρὸς τὰς πρὸ τῆς ἐκλογῆς γενομένας ἐπισήμους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δηλώσεις. Ἀλλὰ γνωρίζω συγχρόνως ὑμῖν ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν ὑμετέρων ἀποφάσεων ἡ Κυβέρνησις διὰ νομοθετικῶν μέτρων, ἅτινα θέλει προτείνει ἐπειγόντως εἰς τὴν Βουλήν, θέλει λάβει πρόνοιαν ὅπως προφυλάξῃ τὸ Κράτος ὁμοίων ἐν τῷ μέλλοντι κινδύνων. Μετὰ τιμῆς ἐξαιρέτου. Ἐλευθέριος Κ. Βενιζέλος. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν ταύτην μοὶ ἐστάλη μετὰ μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας ἀπάντησις μακρὰ τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἀναγινώσκων τὸ περιεχόμενον αὐτῆς. Θὰ ἦτο ὀχληρότατον καὶ δι’ ὑμᾶς τοῦτο, θὰ περιορισθῶ δὲ ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιστολῆς, ὅπου ὁ κ. Εὐταξίας ἀπαντᾷ εἰς τὴν ἐν τῇ ἐπιστολῇ μου ὑπόμνησιν τῶν δηλώσεων ἃς μοὶ ἔκαμε πρὸ τῆς ἐκλογῆς του. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐπιστολῆς). Ἀλλὰ δὲν ἦτο τοῦτο, Κύριοι, τὸ περιεχόμενον τῆς ὑποσχέσεως τοῦ κυρίου Διοικητοῦ πρὸ τῆς ἐκλογῆς του. Οὗτος, ἀναγνωρίζων ὅτι δὲν ἦτο ἀκινδύνως δυνατὴ ἡ ἔλλειψις ἁρμονίας μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐδήλου ὅτι εὐθὺς ὡς θὰ διεταράττετο ἡ ἁρμονία αὕτη ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔσπευδε νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Οὐδὲ πόρρωθεν δὲ ἡ δήλωσίς του εἶχε τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐπερχομένης τοιαύτης δυσαρμονίας θὰ ἐκαλεῖτο ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων ὅπως αὕτη ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς, ἵνα οὕτως ἡ μεταξὺ τοῦ Διοικητοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως σύγκρουσις ἐκταθῇ εἰς σύγκρουσιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ὅλην Τράπεζαν. Τὸ λοιπὸν τῆς ἐπιστολῆς ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς, διότι εἶναι θλιβερὸν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀποφασίσας νὰ μετέλθῃ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἀπέναντι τοῦ Κράτους δὲν εἶχε τοὐλάχιστον τὸ θάρρος τῆς γνώμης αὐτοῦ, ὥστε ἀποφασίσας ν’ ἀγωνισθῇ ν’ ἀγωνισθῇ τοὐλάχιστον μέχρι τέλους ἄνευ ὑπεκφυγῶν. Διότι ζητεῖ νὰ ἐξηγήσῃ ὅτι, ἂν προσέφερε τὰ 4% καὶ ἐκεῖνος διὰ νὰ κρατήσῃ τὰ χρήματα, ἔπραξε τοῦτο ὄχι διὰ νὰ ἐμποδίσῃ νὰ λάβῃ τὰ χρήματα ταῦτα τὸ Κράτος, ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῇ τάχα μεταβάλλων τὴν ἐν ὄψει κατάθεσιν εἰς ὑπὸ προθεσμίαν νὰ δώσῃ εἶτα τὰ χρήματα ταῦτα αὐτὸς εἰς τὸ Κράτος. Ὁ κ. Διοικητὴς φαίνεται συναισθανθεὶς βραδύτερον ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἦτο πρᾶγμα ἀφόρητον, ἀλλ’ ἀντὶ τοὐλάχιστον νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ εἰλικρινῶς ὅτι ἔσφαλεν, ὅτι μετῆλθε πολιτείαν ἀσύγγνωστον πρὸς τὸ Κράτος, ἀφόρητον ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ζητεῖ νὰ συγκαλύψῃ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὁ ἁρμόζων πρὸς τὴν ὑψηλὴν θέσιν τὴν ὁποίαν οὗτος κατέχει. Κύριοι, εἰς τὴν ἐπιστολήν μου πρὸς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λέγω ὅτι ἡ συμπεριφορὰ αὐτοῦ ἀποτελεῖ κίνδυνον διὰ τὸ Κράτος. Καὶ δὲν μεταχειρίζομαι, Κύριοι, οὐδεμίαν ὑπερβολήν. Διότι ἡ δύναμις ἡ ὁποία συγκεντροῦται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης, δύναμις ἡ ὁποία ὀφείλεται καὶ ἀλλαχοῦ μὲν ἀλλὰ πρωτίστως εἰς πάντα τὰ προνόμια καὶ εἰς ὅλην τὴν ἀκεραίαν συνδρομὴν τὴν παρεχομένην ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὸν οἰκονομικὸν τοῦτον ὀργανισμόν, ἡ δύναμις αὐτὴ ἡ κολοσσιαία δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι δύναται νὰ ἐγείρηται ἀντιμέτωπος ἀπέναντι τοῦ Κράτους εἰς στιγμὰς κρισίμους διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐκβιάσῃ τὸ Κράτος. (Εὖγε). Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔχει ὄχι μόνον δικαίωμα ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ ἵσταται ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ὁσάκις ἤθελε νομίσει ὅτι ὑπάρχει ἀντίθεσις συμφερόντων, προασπιστὴς γενναῖος τῶν συμφερόντων τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο γίνεται, οὐδεὶς κυβερνήτης τῆς Χώρας δύναται νὰ εἶναι τόσον ἰσχυρός, ὥστε ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν Διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀρνοῦμαι εἶναι τοῦτο· ὅτι δύναται τοιαύτη δύναμις καὶ τοιαύτη ἐξουσία νὰ χρησιμοποιῆται ὑπὸ τοῦ κατέχοντος αὐτὴν ἐντὸς τοῦ Κράτους ἐναντίον τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν τρόπον ἠσκήθη εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Εἰς Πολιτείαν, Κύριοι, κοινοβουλευτικὴν καὶ συνταγματικὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν ὅπως παρὰ τὰς νομίμους ἐξουσίας τοῦ Κράτους, παρὰ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐγκαθιδρυομένην διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως, διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης ὑμῶν, διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς κοινῆς γνώμης, ἐγείρηται ἀντιμέτωπος εἰς περιστάσεις κρισίμους ὁ διοικῶν τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν οἰκονομικὸν καθίδρυμα, χρησιμοποιῶν τὴν δύναμιν αὐτοῦ κατὰ τρόπον κακοποιόν. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, ἄλλοτε τὰ τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Τραπέζης διηύθυνον οἱ ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ἐλάμπρυναν πράγματι τὸ ἀξίωμα τοῦτο, φαίνεται—ἂν αἱ ἱστορικαί μου πληροφορίαι εἶναι ἀκριβεῖς—ὅτι τοιαύτη σύγκρουσις δὲν παρουσιάσθη.
§102Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πολλάκις.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, ὅτε τοιαύτη σύγκρουσις ἐμφανίζεται, ἔχομεν καθῆκον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ θέσωμεν χαλινὸν πρὸς περιορισμὸν αὐτοῦ. Ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος κατὰ τεκμήριον—λέγω κατὰ τεκμήριον—μόνον ἐκπροσωπεῖ τοὺς μετόχους αὐτῆς, — διότι γνωρίζετε πῶς γίνεται ἡ ἐκλογὴ καὶ γνωρίζετε ὅτι μέγας ἀριθμὸς μετοχῶν ἀνήκει εἰς ἱδρύματα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ κηδεμονίαν τοῦ Κράτους τελοῦντα, καὶ αἱ μετοχαὶ αὗται ἐγκρίσει τοῦ Κράτους εὑρίσκονται πάντοτε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπηρεσιακῶς, ἵνα εἴπω οὕτως, ὑποδεικνυομένου ὡς Διοικητοῦ — ὁ Διοικητὴς λοιπὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ οὕτως ἀναδεικνυόμενος, δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐξουσίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἐγείρηται ἀγέρωχος ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ ἀπέναντι τῶν νομίμων αὐτοῦ ἐξουσιῶν λέγων· «ἐγὼ δὲν θ’ ἀφήσω τὸ Κράτος νὰ ζήσῃ· ἐγὼ εἰς κρισίμους στιγμὰς θὰ μεταχειρισθῶ τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἀρύομαι ἐκ τῶν προνομίων τῶν δοθέντων ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ νὰ πλήξω αὐτὸ τὸ Κράτος». Ὁ κίνδυνος, Κύριοι, εἶναι, ἐν προκειμένῳ εἰδικῶς, τόσον μεγαλύτερος ὅσον ὀφείλετε νὰ μὴ ἀγνοῆτε ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης βεβαίως καὶ διὰ τὰ ἄλλα του προσόντα—οὐδεὶς τῷ τὰ ἀμφισβητεῖ—ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν μεγάλῳ μέτρῳ εἶναι συγχρόνως, Κύριοι, καὶ Πρόεδρος τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, ἐρχόμενος ἐν τῇ ἰδιότητί του ταύτῃ πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἀκόμη εἰς σύγκρουσιν ὁμοίως πρὸς τὸ Κράτος, καὶ Πρόεδρος τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλίας, καὶ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς διώρυγος τῆς Κορίνθου, καὶ Πρόεδρος τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας, καὶ Πρόεδρος τῶν σιδηροδρόμων τῆς Βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος, καὶ Πρόεδρος τῶν Γενικῶν Ἀποθηκῶν, καὶ Πρόεδρος τῆς Ἀσφαλείας «Ἐθνικῆς» καὶ Πρόεδρος τῆς Τραπέζης Ἀνατολῆς. Ὅτε ταῦτα πάντα ἔχετε ὑπ’ ὄψει, τότε θὰ κρίνητε ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοια ὅπως τεθῇ χαλινὸς εἰς κατάχρησιν τοιαύτης ἐξουσίας. Εἶπον, Κύριοι, προηγουμένως ὅτι τὸ ἔγκλημα διαγινώσκω οὐχὶ εἰς τὴν διαφωνίαν τὴν ἐκραγεῖσαν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, τὴν διαγινώσκω εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι, τῆς συμβάσεως ταύτης οὔσης ἐκκρεμοῦς καὶ τῆς διαπραγματεύσεως γενομένης διὰ τὴν συνομολόγησιν αὐτῆς, ὁ ἀντισυμβαλλόμενος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὅτι εἶναι Διοικητὴς τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικοῦ ἱδρύματος, ἐζήτησε νὰ ἐκβιάσῃ τὸν μετ’ αὐτοῦ διαπραγματευόμενον, ὁ ὁποῖος ἦτο τὸ Κράτος, στερῶν αὐτὸν εἰς κρίσιμον στιγμὴν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ῥητῶς ἐδηλώθη εἰς αὐτὸν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, ὅπως ἐξαναγκάσῃ τοῦτο νὰ ὑποκύψῃ, νὰ γονατίσῃ πρὸ αὐτοῦ! Αἴ! Κύριοι. Τὸ σημερινὸν Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν γονατίζει πρὸ οὐδενὸς καὶ ἰδιαιτέρως ἐκ χαρακτῆρος ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι γονατίζουσιν εὐκόλως. Καὶ θὰ ἐννοήσητε, Κύριοι, τὴν ἀγανάκτησίν μου, ἀφοῦ μάθητε ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἐζητήθη ν’ ἀσκηθῇ κατ’ ἐμοῦ ἡ ἐκβίασις αὕτη ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ προσώπου διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν. Ἤδη ἀφ’ ὅτου ἐν ζωῇ ἦτο ὁ μακαρίτης Βαλαωρίτης εἶχε ῥητῶς συμφωνηθῆ μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι μόλις θὰ καθίστατο δυνατὸν ν’ ἀγορασθῇ ἓν ἐκ τῶν μεγάλων θωρηκτῶν, τῶν ὁποίων ἐπεδιώκομεν νὰ γίνωμεν κύριοι διὰ τὴν ἄμυναν τῆς Χώρας, τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ θὰ κατεβάλλετο τοῖς μετρητοῖς ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, λαμβανούσης αὐτῆς ἀπὸ τοῦδε μέρος ἀνάλογον τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον θὰ ἔμελλε πιθανῶς νὰ ἐκδοθῇ περὶ τὸ τέλος τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ἡ Κυβέρνησις ἑπομένως ἐγνώριζεν ὅτι τὰ χρήματα ὑπῆρχον καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀνησυχῇ δι’ αὐτό. Ὅτε ἀνηγγέλθη ἡ ψήφισις ὑπὸ τῶν Ἀμερικανικῶν Βουλῶν τῆς ἀδείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν ἀγορασθέντων ὑφ’ ἡμῶν δύο θωρηκτῶν, ἐλήφθη συγχρόνως καὶ τηλεγράφημα τοῦ ἐκεῖ ἀντιπροσώπου ἡμῶν ζητοῦντος ὅπως τὰ χρήματα ἀποσταλῶσι τὸ ταχύτερον, ἐντὸς 3 ἢ 4 ἡμερῶν, διότι ἐδηλοῦτο ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν νὰ γίνῃ καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ συμβολαίου, γνωρίζετε δὲ πάντες ὅτι ἐπειγόμεθα εἰς ἄκρον καὶ νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας ἡμῶν τὰ πλοῖα καὶ νὰ ὑψωθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ σημαία καὶ νὰ φθάσωσιν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας μίαν ὥραν ταχύτερον. Ὅτε δὲ εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν, Ὑποδιοικητὴν τότε τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διοικοῦντα ὅμως αὐτὴν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου Βαλαωρίτου, ἀνεκοινώθη τὸ πρᾶγμα καὶ ἐζητήθη νὰ στείλῃ τηλεγραφικῶς τὰ χρήματα εἰς Ἀμερικήν, ὁ κ. Εὐταξίας ἐζήτησε νὰ μὲ ἴδῃ, καὶ μὲ εἶδεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, μοὶ εἶπε δὲ ὅτι: «Βεβαίως τὰ χρήματα εἶναι ἕτοιμα, ἀλλ’ ἠξεύρετε ὅτι, προκειμένου νὰ δώσῃ ἡ Τράπεζα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τόσον μέγα ποσὸν ὀρθὸν εἶναι νὰ γίνῃ συγχρόνως καὶ ἡ ἐπέκτασις τῶν προνομίων τῆς Τραπέζης». (Αἴσθησις) Κύριοι, σπανίως εἰς τὸν βίον μου εὑρέθην εἰς στιγμὴν ἀγανακτήσεως ζωηροτέρας, φοβοῦμαι δ’ ὅτι ὑπῆρξα ἐκ τῆς πολλῆς ἀγανακτήσεως καὶ σκαιός. Ἠγέρθην καὶ ἐδήλωσα πρὸς τὸν κ. Εὐταξίαν ὅτι ἀρνοῦμαι νὰ συζητήσω περαιτέρω, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν μοὶ ἐδηλοῦτο ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἦτο συμπεφωνημένον ὅπως δοθῶσιν εἰς τὸ Κράτος διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων, ὅτι τὰ χρήματα θὰ τὰ ἔδιδε μόνον ἂν ἐλύετο συγχρόνως τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων, ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἴχομεν ἀρχίσει κἂν διαπραγματεύσεις, διότι δὲν μᾶς εἶχεν ὑποβάλει ἡ Τράπεζα τὰς προτάσεις της, ἀφοῦ οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα, ἀρνοῦμαι νὰ συζητήσω, δηλῶ δὲ εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν ὅτι θὰ καλέσω τὴν ἀποῦσαν Βουλὴν καὶ τὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων, καθ’ ὃ δικαίωμα εἶχον ἐκ τοῦ καταστατικοῦ, διὰ νὰ ἴδω κατὰ τίνα τρόπον δύναμαι ν’ ἀντιμετωπίσω τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Διοικητοῦ. Ὁ κ. Εὐταξίας συνησθάνθη τότε πόσον ἡ διαγωγή του ἦτο τερατώδης.
§104ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς Ὑποδιοικητὴς σᾶς προέβαλεν αὐτὴν τὴν πρότασιν καὶ μετὰ ταῦτα τὸν ἐδέχθητε ὡς Διοικητήν;
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· θέλετε νὰ ἐπανέλθω νὰ σᾶς εἴπω ἐκτενέστερον διατί δὲν τὸν ἐνόμιζον κατάλληλον Διοικητήν;
§106ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι.
§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν θέλητε, σᾶς τὸ λέγω· δυστυχῶς ὅπου ἀπηυθύνθην δὲν ἐδέχθησαν οἱ κρινόμενοι κατάλληλοι, πολλοὶ δὲ δὲν ἦσαν οἱ κατάλληλοι. Ὁ κ. Εὐταξίας λοιπὸν ἐνώπιον τῆς στάσεώς μου ταύτης ἠναγκάσθη νὰ ὑποκύψῃ καὶ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τὴν πίεσιν ταύτην τῆς καταβολῆς τῶν διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων ἀναγκαίων χρημάτων νὰ γίνῃ ἡ διαπραγμάτευσις καὶ ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως περὶ ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων. Παρεκάλεσέ με μόνον, ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ἡ καταβολὴ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἦτο μία ἐξασθένησις τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου τῆς Τραπέζης, νὰ δηλώσω εἰς αὐτὸν ἂν ἤμην σύμφωνος, ὅπως ἀνέκαθεν ἤμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς δημιουργίαν νέας Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὰς νέας χώρας, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε μὲ τὴν ὑπάρχουσαν Τράπεζαν νὰ προβῶμεν εἰς συνεννοήσεις διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν τοιαύτην τινὰ δήλωσιν νὰ κάμω ὥστε αὕτη νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης. Ἐδήλωσα εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν ὅτι οὔτε τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἠδυνάμην νὰ κάμω, καίτοι εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν δημιουργίαν νέας Τραπέζης, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς ὅπως τὰ προνόμια αὐτῆς ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ κάμω τοιαύτην δήλωσιν, διότι, ἐὰν τοιαύτην ἔκαμνον δήλωσιν, θὰ ἔχανον ὅλην τὴν ἐλευθερίαν τὴν ὁποίαν διεξεδίκουν ὑπὲρ τοῦ Κράτους ὅπως συμπραγματευθῇ τοὺς ὅρους τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων. Καθ’ ἣν στιγμὴν δημοσίᾳ θὰ προηρχόμην εἰς δήλωσιν ὅτι ἡ συνεννόησις θὰ ἐγίνετο μόνον μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις θὰ παρίστατο τὸ Κράτος μὲ περιωρισμένην πλέον διαπραγματευτικὴν ἐξουσίαν. Ὁ κ. Εὐταξίας τὴν δυσχέρειαν αὐτὴν ἡ ὁποία παρουσιάζετο τὴν ἦρε διὰ τρόπου πράγματι εὐφυοῦς. Μοὶ εἶπεν: — Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀπευθύνω μίαν ἐπιστολὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς λέγω ὅτι γνωρίζω ὅτι σεῖς γνώμην ἔχετε καὶ ἀπόφασιν οὐχὶ νὰ δημιουργήσητε νέαν Τράπεζαν, ἀλλὰ νὰ συνεννοηθῆτε μετὰ τῆς νῦν Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἐπέκτασιν τῶν προνομίων της εἰς τὰς νέας χώρας. Ἐπεθύμουν τὴν γνώμην σας ταύτην νὰ καταστήσητε δημοσίᾳ γνωστὴν διὰ τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης. Ὅπως μὴ ὑποτεθῇ ὅμως ὅτι διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης ἤθελε περιορισθῇ ἡ ἐξουσία ὑμῶν πρὸς διαπραγμάτευσιν, ἡ ἐντελῶς ἐλευθέρα, δηλῶ ὅτι, ἐὰν ἠθέλετε προβῆ, καθὼς σᾶς ζητῶ, εἰς τοιαύτην δήλωσιν σεῖς, ἐγὼ ἀφ’ ἑτέρου ἀναλαμβάνω ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει μεταξὺ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ διαπραγματευομένου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τὴν σύμβασιν προέλθῃ διαφωνία, τῆς ὁποίας ἡ λύσις νὰ μὴ εἶναι ἄλλως δυνατή, ἡ λύσις τῆς διαφωνίας θ’ ἀφεθῇ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς εἰς διαιτητήν, ἡ δὲ ἀπόφασις αὐτοῦ θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τὴν Τράπεζαν. — Μόνον ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον ἐδεχόμην νὰ κάμω τὴν ζητουμένην δήλωσιν, ὅρον ὁ ὁποῖος ἄφηνεν εἰς ἐμὲ πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐνεργείας, ὅρον ὁ ὁποῖος πρακτικῶς βεβαίως δὲν ἔχει ἀξίαν, διότι μοὶ ἦτο ἠθικῶς ἀδύνατον νὰ κάμω ποτὲ χρῆσιν τῆς ἐξουσίας ταύτης, ὥστε διὰ τῆς ἀποφάσεώς μου νὰ διαρρυθμίσω τελειωτικῶς τὰ μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως ἐπίμαχα διὰ τὴν σύμβασιν ζητήματα. Μοὶ ἐχρησίμευε μόνον, ἐπαναλαμβάνω, ἡ δήλωσις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης ὅπως διατηρῶ ἀκόμη ἀκεραίαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Κράτους διὰ τὰς διαπραγματεύσεις. Μόνον δ’ ὅτε μοὶ ἀπηυθύνθη ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν ὅτι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπιστολὴν δι’ ἧς μοὶ δηλοῦνται αὐτὰ καὶ δηλῶ εἰς ἀπάντησιν ὅτι ὑπὸ τοὺς εἰρημένους ὅρους εἶμαι σύμφωνος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν νὰ ἱδρύσωμεν νέαν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τὰς νέας χώρας, ἀλλὰ θὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν προνομίων αὐτῆς. Βλέπετε ἑπομένως ὅτι ἡ ἐντύπωσις ἡ τόσον σφοδρά, τὴν ὁποίαν παρήγαγεν ἡ τελευταία στάσις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὑπῆρξε τόσον μᾶλλον ὀξυτέρα, καθόσον ἐπρόκειτο πλέον περὶ τοιαύτης συμπεριφορᾶς καθ’ ὑποτροπήν. Κύριοι, αἱ ἐλπίδες τὰς ὁποίας ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης φαίνεται ὅτι συνέλαβε καὶ αἱ ὁποῖαι ἐστηρίζοντο εἰς τοῦτο, εἰς τὸ ὅτι τὸ Κράτος, μὴ δυνάμενον ἄλλοθεν νὰ ἐξεύρῃ χρήματα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐδηλοῦτο ὅτι ἦσαν αὐτῷ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα διὰ τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, θὰ προσήρχετο γονυκλινὲς ἐνώπιόν του ἵνα δεχθῇ τὴν ἐπιβολὴν τῶν ὅρων του, αἱ ἐλπίδες αὗται τοῦ κ. Διοικητοῦ εὐτυχῶς διεψεύσθησαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἠρνήθη νὰ κάμῃ πρὸς τὸ Κράτος εἰς περίστασιν ἀνάγκης, αὐτὸ τὸ ἔκαμαν ἄλλοι, τὸ ἔκαμαν ξένοι. Καὶ τὸ Κράτος εἶχε τὴν εὐχαρίστησιν τὴν αὐτὴν ἑσπέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγίνετο ἡ ἄρνησις τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης —καὶ ἐπιμένω ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης ἠρνήθη καὶ ὄχι ἡ Τράπεζα, —εἶχε, λέγω, τὸ Κράτος τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μάθῃ ὅτι τὸ ἔκαμαν οἱ Παρίσιοι, θέσαντες εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως δραχ. 20.000.000 ὡς προκαταβολὴν ἀπέναντι τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δανείου.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ζήτω ἡ Γαλλία. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§109ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἡμέρας τὸ ἔκαμε καὶ ἄλλη Ἀγορά, ἡ Ἀγορὰ τοῦ Λονδίνου, θέσασα εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἕτερα 40.000.000 δραχμῶν, ἵνα συνεχισθῶσιν ἄνευ ἀναστολῆς αἱ ἐκκρεμεῖς ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Ἀγορᾷ πολεμικαὶ παραγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἀφορῶσαι ἰδίως εἰς τὰ ἐκεῖ κατασκευαζόμενα πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂν τὸ Κράτος διεξέφυγε τὸν κίνδυνον ὃν ἐζήτει νὰ δημιουργήσῃ ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ἕπεται ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸ νὰ λησμονήσῃ τὸν κίνδυνον τοῦτον καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ ὅπως ὀχυρωθῇ, ἵνα ἐξοπλισθῇ τὸ Κράτος διὰ τῶν ἀναγκαίων μέσων, ὅπως μὴ εἰς τὸ μέλλον ἀναφανῇ τοιοῦτος κίνδυνος. Τὸ νομοθετικὸν μέτρον τὸ ὁποῖον προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν εἶπον ὅτι ἀνταποκρίνεται πρὸς ὅ,τι ἤδη ἰσχύει ὑπὸ μορφὴν συνήθως πολὺ ἐντονωτέραν εἰς πάντα σχεδὸν τὰ Κράτη πλὴν τῶν Ἀγγλοσαξωνικῶν. Οὐδὲ δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι ὅ,τι ἀκινδύνως εἰσήχθη ἀπὸ τοσούτου χρόνου εἰς Κράτη καὶ μοναρχικὰ καὶ αὐταρχικά, ἀλλὰ καὶ δημοκρατικὰ ἐντελῶς, ὅτι αὐτὸ δύναται νὰ εἶναι δι’ ἡμᾶς ἐπικίνδυνον. Ὄχι, Κύριοι. Ἀντίρροπον κατὰ τῆς ἐξουσίας τῆς δικτατωρικῆς τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, συγκεντροῦντος, ὡς εἶπον προηγουμένως, τόσην δύναμιν, ἀντίρροπον εἶναι τὸ Κράτος ἐκπροσωπούμενον ὑπὸ τῶν νομίμων αὐτοῦ ἐξουσιῶν. Δὲν ὑπάρχει φόβος ὅτι τὸ Κράτος, ὅτι αἱ ἐκπροσωποῦσαι αὐτὸ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταχρασθῶσι τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν θ’ ἀσκῇ τὸ Κράτος κατὰ τὸν διορισμὸν καὶ κατὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀρχῆς τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης, ὅτι εἶναι δυνατόν, λέγω, τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν νὰ καταχρασθῶσιν ἐπὶ βλάβῃ τῆς Τραπέζης καὶ ἑπομένως ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Κράτους. Εὐτυχῶς ἡ ἀντίληψις τῆς κοινότητος τῶν συμφερόντων μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Κράτους ὑπῆρξεν ἀείποτε ἰσχυροτάτη καὶ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις καὶ εἰς τὰς προηγουμένας Διοικήσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Δύναμαι μάλιστα, μὴ θέλων παντάπασι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος τῆς ὑπὸ διαπραγμάτευσιν συμβάσεως, νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὸ κυριώτερον στάδιον τῶν συζητήσεων ἡ διαφωνία μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως δὲν ἦτο διαφωνία περὶ τοῦ τί θὰ λάβῃ τὸ Κράτος καὶ τοῦ τί θὰ δώσῃ ἡ Τράπεζα, ἀλλὰ διαφωνία κυρίως περὶ τοῦ κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν ἡ κυκλοφορία τῆς Τραπέζης νὰ εἶναι ἀπολύτως ὑγιής, ὥστε ἡ Τράπεζα νὰ εἶναι εἰς πᾶσαν περίστασιν ἑδραία, ἔρεισμα τῆς πίστεως τῆς κοινωνίας ἀλλὰ καὶ τῆς πίστεως ἐν μέρει καὶ αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Εἰς αὐτὸ ἐστρέφετο ἡ διαφωνία ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ μόνον ὅτε ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ πρὸ 10 ἢ 12 ἡμερῶν ἐφθάσαμεν εἰς μίαν συμβιβαστικὴν λύσιν, περιέχουσαν ὑποχώρησιν ἔν τινι ἡμῶν, ὑποχώρησιν μεγαλυτέραν τοῦ ἄλλου μέρους, μόνον τότε, ὅτε ἐνόμισαμεν ὅτι δὲν ἠδύνατο ὑπὸ τὸν τύπον αὐτὸν τὸν μέσον νὰ θιχθῇ ἡ ἀσφάλεια τῆς Τραπέζης, τότε μόνον προέκυψεν εἰς τὸ μέσον ἡ ἀντίληψις ὅτι, ἂν ταῦτα δεχθῶμεν, ἔστω καὶ ὑπὸ τὸν μέσον τοῦτον τύπον τὸν ὁποῖον ἐξεύρομεν, τότε ἐντεῦθεν θὰ ὑπῆρχον καὶ πλείονα τὰ κέρδη καὶ ἑπομένως θὰ ἔπρεπε καὶ μείζων νὰ εἶναι ἡ μετοχὴ τοῦ Κράτους. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι οὐδεὶς φόβος ὑπῆρχεν ὅτι ὅ,τι ἰσχύει εἰς πάντα τὰ Κράτη δύναται ν’ ἀποτελέσῃ παρ’ ἡμῖν κίνδυνον. Ἀπέναντι τῆς δικτατωρικῆς ἐξουσίας τοῦ Διοικητοῦ τῆς ἀνελέγκτου, Κύριοι, κατ’ οὐσίαν παρ’ ἡμῖν, τῆς ἀνευθύνου, Κύριοι, κατ’ οὐσίαν παρ’ ἡμῖν, ὑπάρχει ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, καθ’ ἥν στιγμὴν θὰ διενοεῖτο ὄχι διὰ λόγους οἷοι εἶναι οἱ ἐκτεθέντες πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ διὰ λόγους ἄλλους, ἀθεμίτους καὶ ἀνομολογήτους, νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἀσκήσῃ πίεσιν ἐπὶ τῆς διοικήσεως αὐτῆς, θ’ ἀνετρέπετο ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, θ’ ἀνετρέπετο ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θ’ ἀνετρέπετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας θὰ ἐνεφανίζετο. Οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι ἡ δύναμις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τοῦ ἱδρύματος τούτου τοῦ ἐθνικοῦ, ὅπερ ἀνεπτύχθη εἰς δύναμιν διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἄξιον πάσης τιμῆς, εἰς δύναμιν διὰ τὴν ὁποίαν πάντες δικαιούμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ ὑπερηφανευώμεθα, διότι ἔχομεν ἕνα τοιοῦτον ἰσχυρὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμόν, ἡ δύναμις, λέγω, τῆς Τραπέζης ἡ ὁποία διὰ τῆς ἐπεκτάσεως ἤδη τῶν προνομίων αὐτῆς καὶ εἰς τὰς νέας χώρας μέλλει καταπληκτικῶς ἀκόμη ν’ αὐξηθῇ, ἡ δύναμις αὕτη εἶναι ἀρκετὴ ἵνα προασπίζῃ τοὺς Διοικητὰς τοῦ ἱδρύματος τούτου ἀπὸ πάσης ἀθεμίτου ἐπεμβάσεως. Ἐγὼ θὰ εἶμαι εὐτυχής, ἂν διὰ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν κατορθώσωμεν ὥστε, ὅσον ἰσχυρὰ θὰ εἶναι ἡ Τράπεζα ἵνα ἀμύνηται τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς τῶν νομίμων κατὰ τυχὸν ὑπερβασιῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, ἄλλο τόσον νὰ καταστῇ ἱκανὸν τὸ Κράτος ὥστε εἰς πᾶσαν περίστασιν, καὶ ὅταν ἀκόμη εἴτε ἡ παροῦσα εἴτε ἄλλη Κυβέρνησις θὰ εἶναι ὀλιγώτερον ἰσχυρά, νὰ δύναται ν’ ἀμύνηται κατ’ ἴσον τρόπον καθ’ ὃν καὶ ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης τῶν νομίμων, τῶν διαρκῶν, τῶν μεγάλων συμφερόντων αὐτοῦ καὶ νὰ κατορθώσῃ τὰ μεγάλα ταῦτα συμφέροντα νὰ μὴ τὰ ἀφήσῃ ἔκθετα εἰς τὰς τοιαύτας ἢ ἀναλόγους ἐνεργείας τοῦ ἑκάστοτε Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. (Χειροκροτήματα).
§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Γινώσκων τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἐπιφυλάττομαι κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ν’ ἀποδείξω ὅτι πάντα ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι ὅλως ἀνακριβῆ.
§113Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶναι ὀλιγώτερα τῆς ἀληθείας.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἵνα ἐπανέλθωμεν τὴν 10½.
§115Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τί θὰ γίνῃ;
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀναγραφῆ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς Δευτέρας. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 10 καὶ 50′ μ. μ.)
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὑποβάλλεται πρότασις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς μετ’ ἐκθέσεως τῆς οἰκείας Ἐπιτροπῆς. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). (Γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον 1914 τῆς χρήσεως 1914 καὶ περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν αὐτῶν ἐξόδων διὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον τῆς αὐτῆς χρήσεως» καὶ 2) «περὶ συστάσεως Σώματος στρατιωτικῶν μηχανικῶν, ὑπομηχανικῶν καὶ ἐπιστατῶν». Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ στρατιωτικῆς προπαιδεύσεως καὶ τελειοποιήσεως». Ὡσαύτως ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–8 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως βυζαντηνοῦ καὶ χριστιανικοῦ Μουσείου» καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9).
§118Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑπέβαλον, κ. Πρόεδρε, τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 9, τὴν ὁποίαν δὲν εἶδον. Εἶχον ὑποστηρίξει ὅτι καλὸν ἦτο νὰ τεθῇ μία διάταξις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἱδρύσῃ καὶ ἐν Μυστρᾷ Μουσεῖον.
§119Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι εἰς τὸν Μυστρᾶν θὰ παραμένῃ πάντοτε εἷς ἐπιμελητής, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιμελῆται τῶν ἐκεῖ χριστιανικῶν μνημείων. Οὐδέποτε ἐσκέφθην νὰ μετακινήσω τι ἐκ τῶν κινητῶν τοῦ Μυστρᾶ. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 9 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐλαττώσεως τῆς μισθώσεως τῶν φόρων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τῶν δήμων κατὰ τὸ ἔτος 1914».
§121Λ. ΝΑΚΟΣ. Μετὰ τὴν λέξιν «ἐνοικιαστῶν» νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λέξις «ὑπενοικιαστῶν», διότι εἶναι δίκαιον καὶ οἱ ὑπενοικιασταὶ νὰ τύχωσι τοῦ εὐεργετήματος, ἐκτὸς ἂν πρόκειται νὰ τὰ φᾶνε ὅλα οἱ ἐνοικιασταί.
§122ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§123Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τὸ ἄρθρον 1 λέγει: «Ἂν τὸ ἁρμόδιον δημοτικὸν ἢ κοινοτικὸν Συμβούλιον κτλ.». Ἐπεθύμουν μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ «τὸ ἁρμόδιον». Ἐννοεῖτε τῆς πρωτευούσης τέως δήμου;
§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§125Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τότε ἂς γίνῃ μία δήλωσις ἥτις ἀναγραφῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 4).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§127Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἐκτὸς τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν φόρων γίνεται λόγος καὶ περὶ τῶν λιμενικῶν. Τὴν αὐτὴν τύχην θὰ ἔχωσι καὶ οἱ λιμενικοί; Ἄν δὲ δεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ λιμενικοί, φέρω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν: πῶς θὰ καταρτισθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ δικάσῃ;
§128ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ἔγιναν δύο τὰ μέλη, δύο κοινοτικοὶ ἢ δημοτικοὶ σύμβουλοι.
§129Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, προκειμένου περὶ λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, πρόεδρος τῶν λιμενικῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι ἢ ὁ νομάρχης ἢ ὁ εἰρηνοδίκης, ἀλλ’ ἀμφότεροι εἶναι μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὴν ἰδιότητά των ὡς νομάρχου ἢ ὡς εἰρηνοδίκου. Ἀλλὰ θὰ εἶχον καὶ γενικωτέραν ἀντίρρησιν. Διὰ μιᾶς λέξεως περιλαμβάνετε καὶ τὰ λιμενικὰ ταμεῖα. Συντρέχουσιν ἆρά γε αἱ αὐταὶ περιστάσεις; Θέλει τοῦτο ἡ Βουλή; Εἶναι ἐν γνώσει ἢ ἁπλῶς διότι ἐτέθη ἡ λέξις «λιμενικῶν»;
§130Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ ἐνοικιαστής, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν μείωσιν τοῦ φόρου ἕνεκα ζημίας, ἀποτείνεται πρὸς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον καὶ ζητεῖ τὴν μείωσιν αὐτοῦ. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἀρνηθῇ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον νὰ ποιήσηται ἄφεσιν περιουσίας πλέον δημοτικῆς ἢ δωρεὰν τῆς περιουσίας αὐτῆς δύναται ἡ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον Ἐπιτροπὴ νὰ διαθέσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ δήμου ἀφήνουσα ἢ δωροῦσα περιουσίαν δημοτικήν, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι θὰ τὸ κάμῃ;
§131Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου δι’ αὐτὸ τὸ ψηφίζομεν.
§132Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δωρεά· ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι σαφής.
§133Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι ἄφεσις χρέους.
§134Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι ἀναγνώρισις ζημίας.
§135Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτή· ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων ἕνεκα τοῦ τυχαίου αὐτοῦ περιστατικοῦ, τότε καὶ κατὰ τὸν ὑφιστάμενον ἀστικὸν νόμον ἐπέρχεται μείωσις τοῦ μισθώματος· αὐτὴ ἡ μείωσις ἀναγνωρίζεται παρὰ τοῦ νόμου, τὸ ποσοστὸν δὲ τῆς μειώσεως τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἀναγνωρίζεται διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§137Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὴν γνώμην μου ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν Ἐπιτροπῶν, τὴν εἶπον καὶ ὅτε ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τὸν θεωρῶ ἀντισυνταγματικόν, διότι ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος, καθόσον, ὡς καθορίζεται, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη λαμβάνει ἀποφάσεις, τέμνει διαφορὰς μεταξὺ τῶν δήμων καὶ ἰδιωτῶν πρὸς ἄφεσιν ἢ οὐ τῶν χρεῶν, ἐκδίδει ἀποφάσεις δικαστικάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ εἰδικῶς ἔχω νὰ παρατηρήσω καὶ μίαν παράβασιν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 δίδεται τὸ δικαίωμα, ὥστε νὰ λύωνται αἱ ὑφιστάμεναι συμβάσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει τὴν γνώμην ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται διὰ τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας παρὰ Βουλῆς μὴ ἐχούσης τὸ δικαίωμα τοῦτο ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὸ Κράτος; Ὑπάρχουσι μισθώσεις, καὶ εἰδικῶς σᾶς φέρω τὴν μίσθωσιν τοῦ φόρου τῶν θεαμάτων, ἐξ ὧν οὐδὲν εἰσεπράχθη καὶ δὲν ἐζητήθη ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν ὄχι ἔκπτωσις, ὄχι ἐλάττωσις, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ ἔτους 1915 σᾶς λέγουσιν οὗτοι: «Φέρετε ἕνα νόμον νὰ λύσητε τὴν μίσθωσιν διὰ τὸ 1915 καὶ νὰ εἰσπράξητε σεῖς τὸν φόρον, διότι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν ἕνεκα τῆς θεομηνίας αὐτῆς τῆς ἐπελθούσης ἐκ τοῦ γεγονότος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον ὁμολογεῖτε καὶ σεῖς καὶ φέρετε ὡς βάσιν ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου». Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἄδικον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδετε εἰς ἄλλους νὰ μὴ τὸ δίδῃ τὸ Κράτος δι’ ἑαυτὸ ὡς πρὸς τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας ἔχει συνάψει;
§138ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Φέρετε τροπολογίαν σχετικὴν εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ τὴν συζητήσωμεν.
§139Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κρατήσατε ὑμεῖς σημείωσιν τοῦ ζητήματος καὶ τροποποιήσατέ το μόνος σας.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 11 νομοσχέδιον ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ διευθετήσεως ποταμῶν καὶ χειμάρρων καὶ περὶ αὐξήσεως προϋπολογισμῶν ὁμοίων ἔργων ἐγκριθέντων διὰ τοῦ νόμου
͵ΔΛϚʹ».
§141Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προβλέπεται ἡ ἐκτέλεσις 17 ἐν ὅλῳ ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν αὐτῷ ὀνομαστικῶς. Διὰ προγενεστέρου δὲ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου διετέθησαν τὰ 3.000.000 τὰ ὁποῖα ἀνελήφθησαν ἐκ τῆς καταθέσεως παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἀπεφασίσθη ἡ ἐκτέλεσις ἄλλων ἀποξηραντικῶν ἔργων, 45 ἐν ὅλῳ, ἤτοι καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον προνοοῦσι περὶ 62 ὅλων ἀποξηραντικῶν ἔργων καὶ ἀντιπλημμυρικῶν. Μετ’ ἀπορίας μου βλέπω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐν ὅλῳ αὐτῷ τῷ καταλόγῳ γίνεται μνεία περὶ πάντων τῶν μικρῶν καὶ μεγάλων ἑλῶν καὶ περὶ ἑνὸς μόνου δὲν γίνεται μνεία, περὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ εἶχε τὰ περισσότερα δικαιώματα νὰ τύχῃ πρῶτον τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐξυγιαστικῆς ἀποστολῆς του ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τοῦ ὀφέλους τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προσπορίσῃ καὶ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων. Πρόκειται περὶ τοῦ ἕλους τοῦ κειμένου μεταξὺ τοῦ δήμου Τρινάσου καὶ τοῦ δήμου Ἕλους τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος. Τὸ ἕλος τοῦτο ἀπετέλει πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐκτεταμένην πεδιάδα ἐκ πολλῶν χιλιάδων στρεμμάτων, ἀποτελουμένων ἀπὸ γαίας εὐφορωτάτας, γαίας δυναμένας νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰς καλυτέρας γαίας τῆς Αἰγύπτου. Περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892 τὸ πρῶτον ἐγένετο ὁριστικὴ μελέτη ὑπὸ τοῦ νομομηχανικοῦ τῆς ξένης Ἀποστολῆς Ριβαμπέλλα, ἡγηθέντος συνεργείου ὁλοκλήρου. Ὑπεβλήθη ἡ μελέτη αὕτη εἰς τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον, συνετάχθη τὸ περὶ ἐκτελέσεως τῶν ἔργων καὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Τρινάσου νομοσχέδιον καὶ ἐπὶ πλέον οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων δι’ ἀναφορῶν των προσηνέχθησαν ἵνα ὑποβληθῶσι καὶ εἰς εἰδικὴν φορολογίαν ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους τούτου καὶ ἀποδοθῇ αὐτοῖς ἡ ὑγεία των καὶ ὁ πλοῦτός των. Ἔκτοτε, μέχρι τοῦ 1906, οὐδεμία ἐργασία ἔγινε, κατὰ δὲ τὸ 1906 διετάχθη νέα μελέτη, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς αἴσιον πέρας καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ δαπάναι δὲν θὰ ὑπερέβαινον τὰς 200.000 δραχμῶν.
§142Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν πιστεύω. Τὸ ποσὸν εἶναι πολὺ μεγαλύτερον.
§143Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι καὶ θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ ζητήσητε πάσας αὐτὰς τὰς πληροφορίας. Τὸ ἕλος αὐτὸ ἐκτείνεται μέχρι τῆς θαλάσσης, διὰ μιᾶς διώρυγος δὲ 1000 μέτρων δύναται ν’ ἀποξηρανθῇ. Ἡ δαπάνη ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ βάθους καὶ τοῦ πλάτους τῆς διώρυγος αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ μεγαλυτέρα ἂν εἶναι διὰ τῆς δαπάνης ταύτης πρόκειται ν’ ἀποξηρανθῶσι καὶ ἐξασφαλισθῶσι γαῖαι τῶν ὁποίων ἡ τιμὴ ὑπερβαίνει τὰς 500 δραχ. κατὰ στρέμμα, αἱ ὁποῖαι, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ὑπὸ τῶν ἐκτάκτων πλημμυρῶν τῶν παραρρεόντων ποταμῶν προσβαλλομένων καὶ καταστρεφομένων ἑκάστοτε, ὑπερβαίνουσι τὰς 100.000 στρεμμάτων καὶ ἐκ τῶν ὁποίων, ἂν μὴ αἱ πλεῖσται, αἱ ἡμίσειαι τοὐλάχιστον ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κ. Ὑπουργέ, καὶ παρακαλέσω ὑμᾶς, ἀφοῦ ἐκ τῶν κονδυλίων τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐξαντλεῖται τὸ ποσὸν τῶν 3.000.000, διότι ὑπολείπονται περὶ τὰς 500.000 ὡς καὶ οἱ τόκοι οἱ ἀποδοθέντες ἀπὸ τοῦ 1906 μέχρι τῆς σήμερον, ὅπως ἀποσύρητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἢ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν αὐτοῦ μέχρις οὗ ζητοῦντες τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς σχετικὰς ἐργασίας ἔγγραφα καὶ μελέτας ἐπεξεργασθῆτε ταύτας καὶ συμπεριλάβητε μεταξὺ τῶν ἐκτελεστέων ἔργων καὶ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Τρινάσου, διὰ τῆς ὁποίας μέγα συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἀλλὰ καὶ ἡ ὑγεία καὶ τὸ συμφέρον τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ.
§144ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἔχω, Κύριοι, ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οὐχὶ διότι τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, οὐχὶ διότι δὲν εἶναι χρήσιμον. Ἡ χρησιμότης αὐτοῦ εἶναι τόσον καταφανής, ὥστε οὐδεμία ἐντεῦθεν χωρεῖ ἀντιλογία, ἀλλ’ ἔχω ἀντιρρήσεις περὶ τοῦ ἂν τὸ νομοσχέδιον ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι προωρισμένον, περὶ τοῦ ἂν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει καὶ ἐννοεῖ νὰ ἴδῃ τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας κατὰ τὸ ἐνὸν ἐπεκτεινομένην ἐφ’ ὅλου τοῦ λαοῦ ἐξ ἴσου ἄνευ διακρίσεων καὶ ἐπιλογῆς. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ἐκ τῶν ὑποστηριζόντων ὅτι ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ὑπάρχει ἀπόλυτος δικαιοσύνη· τοὐναντίον ἔχω πικρὰν πεῖραν ὅτι αἱ διακρίσεις καὶ αἱ προτιμήσεις δὲν λείπουσι καὶ ὅτι οἱ δυνάμενοι θὰ λάβωσι πλείονα ἐκείνων οἵτινες φύσει καὶ θέσει εἶναι ἀσθενέστεροι. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἐπιδεικνύουσιν ἰδιάζουσαν μέριμναν διὰ τὰ κέντρα ἢ δι’ ἄλλα τινὰ μέρη· βλέπομεν τὴν Πολιτείαν νὰ μεριμνᾷ διὰ τὰ κέντρα ὅπως ἡ συγκοινωνία εἶναι οὐ μόνον πλήρης ἀλλὰ καὶ πολυτελής, οὐ μὴν δ’ ἀλλὰ καὶ νεωτεριστική, οὐχὶ δι’ ἁμαξῶν ἀλλὰ δι’ αὐτοκινήτων, οὐχὶ διὰ σιδηροδρόμων ἀτμοκινήτων ἀλλ’ ἠλεκτροκινήτων, ἐνῷ εἰς ἄλλα μέρη δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε βαταὶ ὁδοί. Ἐπίσης μεριμνᾷ ἡ Πολιτεία ν’ ἀποστραγγίσῃ ἀσήμαντά τινα ἕλη τοῦ Φαλήρου ἵνα μὴ παθαίνηται ἡ αἰσθητικὴ τῶν κατοίκων τῆς πρωτευούσης καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐγκαταλιμπάνει ὁλοκλήρους εὐφορωτάτας ἐκτάσεις ἀνεκμεταλλεύτους καὶ ἐπικινδύνους εἰς τοὺς περιοίκους. Ἐννοῶ πάντα ταῦτα ἀλλ’ ἐν μέτρῳ. «Βάρα τὸν πτωχό, ἀλλὰ κύτταζε καὶ τὸν Θεὸ» λέγει ἡ παροιμία. Δὲν νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς εὐχὰς καὶ προσδοκίας τοῦ λαοῦ, διότι εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι οὔτε πάντα τὰ ἕλη περιλαμβάνονται ἐν τῷ πίνακι τούτῳ οὔτε κἂν τὰ σπουδαιότερα. Π. χ. τὸ ἕλος τῆς Φενεοῦ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ πίνακι, καίτοι πρὸ ἐτῶν μελετηθέν.
§145Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τοῦ ἕλους αὐτοῦ ζητοῦμεν τὴν ἀποξήρανσιν· ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 3, θὰ τὸ ἴδητε.
§146ΕΥΣ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, τὸ ἀνέγνωσα καλῶς, διότι μὲ ἐνδιαφέρει· ἀλλὰ πρόκειται μόνον περὶ κοίτης τοῦ ποταμοῦ· ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἕλους Γκιόζας καὶ Μυσιᾶ, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι τὸ τῆς Στυμφαλίας καὶ Νεμέας;
§147Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ τὰ κάμωμεν ὅλα.
§148ΕΥΣ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Λέγω ὅτι ἐν τῷ πίνακι δὲν περιλαμβάνονται τὰ σπουδαιότερα, διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἄλλο ἕλος σπουδαιότερον ἀπὸ τὸ ἕλος τῆς Νεμέας, τὸ ὁποῖον μαστίζει τέσσαρα χωρία, τὰ Γαλατᾶν, Μόντι, Μπότσικα καὶ Πετρί, καὶ διὰ λιμοῦ καὶ λοιμοῦ καταβασανίζει ταῦτα. Ἀλλὰ μήπως τὸ ἕλος τῆς Στυμφαλίας ἔχει μικροτέραν σημασίαν;
§149Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Περὶ αὐτοῦ διαλαμβάνει ἡ σύμβασις τῆς ὑδρεύσεως· ὥστε βλέπετε ὅτι καὶ περὶ αὐτοῦ ἐλήφθη ἡ δέουσα μέριμνα.
§150ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν ἐπροσέξατε τὴν σύμβασιν, διότι ἄλλο εἶναι τὸ ἕλος τῆς Στυμφαλίας καὶ ἄλλο ἡ λίμνη τῆς Στυμφαλίας. Ἕλη εἶναι πᾶσαι αἱ ὡραῖαι ἐκεῖναι πεδιάδες τῆς Δούσιας, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία μετέβαλεν εἰς ἕλη καὶ διὰ τὰς ὁποίας ὑπέχει καὶ ἠθικὴν καὶ νομικὴν εὐθύνην καὶ ἔπρεπε κατὰ πρώτιστον λόγον τὰ ἕλη ταῦτα ν’ ἀποξηράνῃ. Ἄλλως, κ. Ὑπουργέ, ἐν τῇ συμβάσει ἣν ἀνεφέρατε οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης, καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ἡ ὕδρευσις τῆς πρωτευούσης θὰ γίνῃ διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκοπόν του. Οὐδόλως ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἰδέαν ἣν ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τοῦ ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐν προκειμένῳ μέριμνα τῆς Πολιτείας καὶ ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ ἀποσύρῃ καὶ τὸ συμπληρώσῃ.
§151Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου διατί ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν περιελήφθη καὶ τὸ ἕλος τοῦ Τρινάσου. Εἶναι γνωσταὶ αἱ μελέται αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1906, εἶναι γνωστὴ ἡ ἔκτασις τοῦ ἕλους ἐκείνου καὶ εἶναι γνωστὴ ἐπίσης ἡ πρόσοδος ἐκ τῶν στρεμμάτων τὰ ὁποῖα καλύπτει, τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Εἶναι γνωστὴ ἡ πρόσοδος καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους θὰ καλύψῃ αὕτη τὴν δαπάνην τῆς ἀποξηράνσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου ἐκφράζω συγχρόνως καὶ τὴν διαμαρτυρίαν τῶν συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι μαστίζονται εἰς ἔκτασιν μεγάλην ἐξ ἑλωδῶν πυρετῶν καὶ ἀπεψιλώθη ὁ τόπος τελείως. Δὲν πρόκειται ὅμως μόνον περὶ τούτου, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς λίμνης Βρωνίτης, ἡ ὁποία κατέστρεψεν ὁλοκλήρους πληθυσμούς, δὲν φρονῶ δ’ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ οἰκονομία 300.000 δραχμῶν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους θὰ καλυφθῇ ἡ δαπάνη.
§152Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ παρεκάλουν ἐν πρώτοις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν ὑπάρχει μελέτη περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Τρινάσου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω διατί δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ μελέτη, διατί δὲν ἐμερίμνησεν ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως ἡ μελέτη ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὰ παρελθόντα καὶ προπαρελθόντα ἔτη συμπληρωθῇ; Αἱ μελέται περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὑπάρχουσιν ἀληθῶς καὶ εὑρίσκονται ἐν τοῖς Ἀρχείοις τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἀλλ’ αἱ μελέται αὗται ἐθεωρήθησαν ὅτι εἶναι ἀνεπαρκεῖς ὅπως ἐπ’ αὐτῶν στηριχθῇ προϋπολογισμός. Ἐγένοντο ἄνευ ἐπιτοπίου μεταβάσεως· ἡ μὲν πρώτη ὁμιλεῖ περὶ ἑνὸς χάνδακος διὰ δαπάνης 30.000 δραχ., ἡ δὲ ἄλλη, ἑνὸς μηχανικοῦ Γράβαρη, ἀναβιβάζει τὴν δαπάνην εἰς 300.000, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ δὲν ἐγένετο ἐπισταμένως. Μελέτη κάπως ἐπισταμένη ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπὸ μηχανικῶν οἱ ὁποῖοι εἶχον σταλῆ ἐκεῖ καὶ ἡ ὁποία ἀνεβίβασε τὴν δαπάνην εἰς 700.000 μὲ κατασκευὴν προλιμένος, ὅπως μὴ τὰ θαλάσσια ὕδατα ἀπειλῶσιν ἐπίχωσιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ προπαρελθὸν ἔτος μετέβησαν δύο μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι ἐξήτασαν ἐπιτοπίως τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Τρινάσου, καὶ βεβαίως ἡ ἐργασία των δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ εὑρίσκεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Δὲν μὲ κάμνει τοπικὸς λόγος νὰ ὁμιλήσω ὅτι πρέπει ν’ ἀποξηρανθῇ τὸ ἕλος τοῦτο. Ὅ,τι θὰ εἴπω δύναται νὰ ἐξελεγχθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς τοσοῦτον ἀληθές, ὥστε κατὰ προτίμησιν παντὸς ἄλλου ἕλους νὰ πρέπῃ ν’ ἀποξηρανθῇ τὸ ἕλος Τρινάσου. Τὸ ἕλος τοῦτο κατακλύζει ἔκτασιν 36.000 στρεμμάτων, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ 20.000 ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, αἱ δὲ ἄλλαι δεκαὲξ ἀνήκουσιν εἰς πρόσωπα, πολλὰ τῶν ὁποίων δὲν ἔχουσι νομίμους τίτλους, ὥστε ἴσως καὶ ἐκ τούτων ποσότης τις ν’ ἀνήκῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Καὶ ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσιν ἕλη τῶν ὁποίων τὸ κατακλυζόμενον ἔδαφος ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος. Τὸ ἕλος τοῦ Τρινάσου περιέχει χώραν ἥτις ἀπεδείχθη διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ βάμβακος ἡ καλυτέρα ἐν Ἑλλάδι· ἀπεδείχθη ὅτι ἓν στρέμμα δύναται νὰ παραγάγῃ ἀκαθάριστον πρόσοδον 150 δραχμῶν, καθαρὰν δὲ 90 ἕως 100 δραχμῶν. Ὥστε πρόκειται περὶ ἀληθῶς ἐθνικοῦ θησαυροῦ, ὁ ὁποῖος ἀφήνεται ἐκεῖ ἐγκαταλελειμμένος, ἐνῷ πρόκειται διὰ τῆς ἰδίας προσόδου νὰ καλυφθῇ ἡ δαπάνη τῆς ἀποξηράνσεως. Αὐτὰ δὲ δὲν εἶναι λόγοι τοὺς ὁποίους λέγω ἐγώ, ἀλλ’ εἶναι λόγοι γνωστοί, διότι ἡ καλλιέργεια τοῦ βάμβακος μόνον εἰς τὸ ἕλος Τρινάσου γίνεται, ἢ μᾶλλον μόνον εἰς τὸ ἕλος Τρινάσου γίνεται εἰς ἱκανοποιητικὸν βαθμὸν ἡ παραγωγή, καὶ ὅμως ἡ ἔκτασις αὕτη ὄχι μόνον μένει κατακεκλυσμένη ὑπὸ τῶν ὑδάτων ἀντὶ τῆς ἐλαχίστης δαπάνης ἡ ὁποία καὶ χρόνον πολὺν θ’ ἀπαιτήσῃ· ἀλλ’ ὁμιλῶ διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων, διότι εἶναι τρεῖς δῆμοι τοὺς ὁποίους ἐπηρεάζει τὸ μόλυσμα τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν καὶ οἵτινες ἕνεκα τοῦ ἕλους ἠρημώθησαν· ἐνῷ ἔπρεπεν ἡ χώρα αὕτη νὰ εἶναι ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ὡς ἡ εὐφορωτέρα ἐν Ἑλλάδι, πάσχει ὑπὸ πείνης, ὥστε οἱ κάτοικοι ν’ ἀφήνωσιν αὐτὴν καὶ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅπως ἐκεῖ ζητήσωσι τεμάχιον ἄρτου! Ἀλλ’ αὐτὸ βεβαίως εἶναι γενικὸν θέμα. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ μάθω διὰ τίνα λόγον δὲν συμπεριελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ἕλος Τρινάσου. Ἂν ὁ λόγος εἶναι ἡ μὴ ἀποπεράτωσις τῶν προϋπολογισμῶν, διότι ἡ ἐπιτόπιος μελέτη ἐγένετο καὶ μόνον οἱ προϋπολογισμοὶ ὑπολείπονται νὰ γίνωσι, θὰ ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μέσον τι ποσὸν ὅπως καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἑλῶν, τὸ ὁποῖον, καὶ ἂν δὲν ἀρκέσῃ, νὰ χρησιμεύσῃ πάντως ὅπως ἐκ τῶν 36.000 στρεμμάτων ἡ γῆ ἡ κατακλυζομένη ὑπὸ τῶν ὑδάτων ἀποξηρανθῇ. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νομίζωσιν ὅτι ἡ ἀποξήρανσις ἄλλων ἑλῶν θὰ ἐξυπηρετήσῃ περισσότερον τὸ δημόσιον συμφέρον, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τὸ ἀκούσω.
§153Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐγὼ ἑνώνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας!
§154Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι πρόκειται «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ διευθετήσεως ποταμῶν καὶ χειμάρρων, ὧν αἱ μελέται ἐξητάσθησαν καὶ ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων»· πρόκειται δὲ περὶ ἐγκρίσεως δεκαὲξ προϋπολογισμῶν καὶ μελετῶν τοιούτων ἔργων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου εἰς συνάδελφον ὁμιλοῦντα εἶπεν ὅτι πλὴν τῶν δεκαὲξ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα. Ποῦ; Ρητῶς ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 1: «ἐγκρίνονται οἱ προσηρτημένοι τῷ νόμῳ τούτῳ· αʹ) 16 ἀρχικοὶ προϋπολογισμοὶ τῆς ἀπαιτουμένης ἐκ δραχμῶν 410.000 ὁλικῆς δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἑπομένων ἔργων».
§155Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Προβλέπει τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ ἄρθρον 3. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει: «Ἡ δαπάνη τῶν ἔργων τούτων καταβληθήσεται ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν 3.000.000 τοῦ διατεθέντος διὰ τοῦ νόμου ͵ΔΛϚʹ ὑπ’ ἀριθμὸν 4036 πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων τοιαύτης φύσεως». Ὁ δὲ νόμος ͵ΔΛϚʹ εἶναι αὐτὸς ὁ τοῦ ἔτους 1912, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται καὶ ἄλλοι προϋπολογισμοὶ ἀκόμη. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι ταῦτα ἐφ’ ὅσον οἱ προϋπολογισμοὶ εἶναι ἠλαττωμένοι. Λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐγκρίνονται οἱ προσηρτημένοι δεκαὲξ προϋπολογισμοί, προνοεῖ δ’ ἀφ’ ἑτέρου καὶ περὶ τῶν ἄλλων τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἐκτελεσθῶσιν διὰ νὰ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις.
§156Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ ἐννοῶ, κύριε Ὑπουργέ. Πρόκειται περὶ τῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων περὶ τῶν ὁποίων ἀπηύθυνα ἐρώτημα πρὸ δύο ἑβδομάδων, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπηντήσατε. Πρόκειται περὶ τοῦ χειμάρρου Χαράδρου (Τζαμί). Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ νομομηχανικὸς Μεσσηνίας κ. Σούλης ὑπέβαλε μελέτην, ἡ ὁποία ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, διὰ δαπάνην 25.000. Πρόκειται περὶ μελέτης ἐγκριθείσης ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων τοῦ τρέχοντος ἔτους, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον μῆνα. Τὸ ἔργον αὐτὸ δὲν περιλαμβάνεται οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ περιλαμβάνηται εἰς τὸν νόμον ͵ΔΛϚʹ. Λοιπὸν νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται ἢ περὶ παραλείψεως τῆς Ὑπηρεσίας, σᾶς βεβαιῶ δ’ ὅτι ὁ χείμαρρος ἐκεῖνος ὄχι μόνον τὰ κτήματα καλύπτει καὶ παρασύρει, ἀλλὰ καὶ χωρία ὁλόκληρα τῆς ἄνω Μεσσηνίας, τὰ χωρία Μάλτα, Κούρταγα καὶ Σανδάνι, ὑποφέρουσι προφανῶς ἐκ τοῦ χειμάρρου αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα δὲν θὰ στοιχίσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 25.000 κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ νομομηχανικός. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, ἀφοῦ λάβητε τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας ἀπὸ τὸ Τμῆμα τὸ ὁποῖον διευθύνει ὁ κ. Παππαδημητρίου, ὅπου θὰ ἴδητε ὅτι ἐνέκρινε τὴν δαπάνην κατὰ τὸν λήξαντα Ἀπρίλιον, νὰ περιληφθῇ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἔργον αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρετήσῃ ὁλοκλήρους πληθυσμούς.
§157Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις. Θὰ ἦτο περιττολογία, ἂν εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἔφεραν οἱ κύριοι ἐκ Λακωνίας Βουλευταὶ περὶ τῶν ἑλῶν τοῦ Τρινάσου προσέθετον καὶ ἐγὼ καὶ ἐπανελάμβανον τὰ αὐτά. Ὁ ἐθνικὸς θησαυρὸς ὁ ὁποῖος καλύπτεται ἐκεῖ ὑπὸ τῶν ὑδάτων εἶναι μέγας. Νομίζω ὅτι εἶναι ἄξιος μελέτης ἰδιαιτέρας καὶ θὰ ἤξιζεν ἴδιον νομοσχέδιον διὰ τὸν ἐκεῖ θησαυρόν, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Κουτούπης. Χρόνια ἐχρειάσθη τὸ Κράτος προκειμένου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Πιστεύσατε ὅτι, ἂν ταξιδεύσητε ἕως ἐκεῖ, θὰ ἴδητε ὅτι πρόκειται περὶ δευτέρας Κωπαΐδος.
§158Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐὰν ἀποξηρανθῇ τὸ ἕλος Τρινάσου ὅπως καὶ ἡ Κωπαΐς, καλὰ θὰ πᾶτε!
§159Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τὰ παθήματα τῆς Κωπαΐδος, κ. συνάδελφε, θὰ γίνωσι μαθήματα. Κύριε Ὑπουργέ, ἀξίζει ὄχι τὸν κόπον, ἀλλὰ εἶναι ἐπιβεβλημένον καθῆκον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας νὰ συντελεσθῇ ἡ μελέτη αὐτή, νὰ ὑπάρχῃ δ’ ἐλπὶς καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον αὐτό. Εἶναι δύο Κωπαΐδες ἐν τῷ δήμῳ Τρινάσου καὶ ἐν τῷ δήμῳ Ἕλους.
§160Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ζητήσατε, κύριε Ὑπουργέ, τὴν μελέτην τοῦ Ῥιβαμπέλλα τοῦ 1892.
§161Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐδῶ ὁμιλεῖτε περὶ 1000 στρεμμάτων, ἐνῷ ἐκεῖ πρόκειται περὶ χιλιάδων. Θὰ χαρίσητε μίαν ἐπαρχίαν εἰς τὸ Κράτος.
§162Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διὰ τὸ ἕλος Τρινάσου, καίτοι δὲν ἔχω ἐπαρκεῖς πληροφορίας ἐκ τῆς Ὑπηρεσίας, ὀφείλω νὰ δώσω τὴν γενικὴν πληροφορίαν ὅτι ἐν τῷ ὑπ’ ὄψει νομοσχεδίῳ πᾶσαι αἱ ἤδη ὑπάρχουσαι μελέται ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι ἐργασίαι διὰ τὸ ἕλος Τρινάσου ἀφορῶσιν εἰς τοπογραφικὰς ἐργασίας αἵτινες εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν περαιτέρω μελέτην τοῦ ἔργου τούτου, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ δεύτερον μέρος, τὸ καὶ σπουδαιότερον. Εἰς ποῖον ποσὸν θ’ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους τούτου δὲν δυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποφανθῶμεν, ἀλλὰ πάντως δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης 200 χιλιάδων, ἀλλὰ περὶ μείζονος, διότι θὰ χρειασθῶσιν ὄχι μόνον ἀποξηραντικοὶ χάνδακες, ἀλλὰ καὶ ἀμυντήρια ἔργα κατὰ τῆς προσχώσεως ἐκ τῆς θαλάσσης. Πάντως, ὡς φαίνεται, ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους τούτου εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τύχῃ τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐξυπηρετεῖ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ θὰ γίνῃ πρόξενον γενικωτέρας ὠφελείας εἰς τὸ Δημόσιον καὶ διότι θὰ δώσῃ σημαντικὰς ὠφελείας εἰς τὸ Κράτος ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους, οὗτινος μεγάλη ἔκτασις ἀνήκει αὐτῷ. Διὰ τοῦτο δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ μελέτη τοῦ ἔργου θ’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον εἰδικῆς μερίμνης, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ὑπόλοιπον ποσὸν ἐκ τῶν 3.000.000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἤδη ἔχουσι διατεθῆ κατὰ τὸ πλεῖστον. Πάντως ἐλπίζομεν ὅτι θὰ προσαγάγωμεν εἰδικὸν νομοθέτημα διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους τούτου, ἂν τὸ εἰδικὸν νομοθέτημα περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων, ὅπερ προσεχῶς θὰ εἰσαγάγωμεν, δὲν θὰ ἦτο ἐπαρκὲς διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους τούτου.
§163Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανορθώσω ἐν μέρει τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Καντιάνη ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ χειμάρρου Χαράδρου καὶ νὰ ὑπομνήσω τὴν μέριμναν τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, διότι ὁ κ. συνάδελφος κατ’ ἐπανάληψιν ἀπηύθυνε σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἵνα προνοήσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὸν κ. συνάδελφον καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ἐρευνήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐπανορθῶν ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος προσθέτω ταῦτα· ὅτι ὁ χείμαρρος περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε καὶ τὸ πρὸς αὐτὸν συναφὲς ἔργον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποξηρανθῇ διὰ τῆς πιστώσεως τὴν ὁποίαν διαθέτει τὸ Δημόσιον, διότι καὶ ὁ χείμαρρος αὐτὸς ἀνάγεται εἰς τὸ σύμπλεγμα τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς κοιλάδος Παμίσου, διὰ τὴν ἀποξήρανσιν δ’ αὐτοῦ ἔχει ἱδρυθῆ ἰδιωτικὸν ταμεῖον καὶ οἱ Μεσσήνιοι προσφέρουσι κατ’ ἔτος 100.000 δραχμῶν. Προσθέτων καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου παράκλησιν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα μεριμνήσῃ, ἀφοῦ ἡ μελέτη τοῦ ἔργου ἔχει γίνει, ἀφοῦ ἔχει γίνει ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἔχει ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, νὰ προκηρυχθῇ τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν.
§164Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἤκουσα τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Δὲν ἀμφιβάλλω διὰ τὴν εἰλικρίνειαν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ὁ νομὸς Λακωνίας τρέφεται μὲ δηλώσεις αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε πραγματοποιοῦνται. Δὲν ἐπῆλθέ ποτε ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὰς δηλώσεις τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ὅτι πάντα θὰ γίνωσι τάχιστα, ἀλλ’ ὁ νομὸς μας ἔχει πικρὰν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ μὴ πιστευθῇ ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας μᾶς ἡσυχάζουσι.
§165Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ φέρῃ τάχιστα τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ νὰ τὸ ἴδωμεν.
§166Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὑπεσχέθην τέλος πάντων ὅτι θὰ τὸ φέρω.
§167ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιστήσω καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῶν ἑλῶν Νεμέας καὶ Στυμφαλίας, προσθέτων ὅτι τὰ ἕλη αὐτὰ δὲν εἶναι περιφρονητέα, ὅτι εἶναι μεγάλαι ἐκτάσεις εὐφορώταται αἱ ὁποῖαι καὶ δὲν ἀπαιτοῦσι μεγάλας δαπάνας πρὸς ἀποξήρανσιν. Δεδομένου δ’ ὅτι ἔχουσι συντελεσθῆ ἐν τῇ Ὑπηρεσίᾳ αἱ μελέται, δὲν ὑπολείπεται ἄλλο ἢ νὰ περιληφθῶσι καὶ τὰ ἕλη ταῦτα μετὰ τοῦ τῆς Μυσιᾶς καὶ Γκιόζας ἐν τῷ προκειμένῳ πίνακι.
§168Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ζητοῦσι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι νὰ περιλάβωμεν δαπάνας· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβωμεν δαπάνας δι’ ἕνα νομὸν μόνον.
§169ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀφοῦ ἀποστέλλονται γεωμέτραι διὰ νὰ ἐξακριβώνωσι τὴν ἔκτασιν ἡ ὁποία καλλιεργεῖται καὶ ἡ ὁποία ἔχει, ἂς λεχθῇ, ἀποξηρανθῆ διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας τῶν κατοίκων, ἀμεθόδως καὶ ἄνευ ὁδηγίας τινὸς ἐργαζομένων, ἀφοῦ, λέγω, ἀποστέλλονται γεωμέτραι πρὸς καταμέτρησιν ἵνα λάβῃ τὸ Δημόσιον τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας, τὴν δὲ καταμέτρησιν τούτων ἐνεργοῦσιν ἐκεῖ μετὰ μοναδικῆς αὐστηρότητος, καίτοι οὐδὲν ἔχει δαπανηθῆ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν γαιῶν αὐτῶν, νομίζετε ὅτι δὲν ἔχετε πλέον ἄλλο καθῆκον; Καὶ ἀφοῦ τοῦτο γίνεται διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ ἐνθυμηθῇ τὰ μέρη ταῦτα, καὶ ὅταν πρόκειται νὰ δαπανήσῃ τι, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον δι’ ἐλαχίστου ποσοῦ θὰ εὐεργετήσῃ τοὺς δοκιμαζομένους πληθυσμοὺς καὶ τὸν δημόσιον πλοῦτον θ’ αὐξήσῃ. Ἰδοὺ διατί δὲν συμφωνῶ. Δὲν ζητῶ προτιμήσεις, ἀλλὰ λέγω ὅτι τὰ σπουδαιότερα δέον νὰ προτιμῶνται. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἡ σύστασίς μου αὕτη διὰ τὰ ἕλη ταῦτα εἶναι πλέον ἢ δικαία. Λυποῦμαι δὲ διότι δὲν δύναμαι δι’ ἐπιχειρημάτων τεχνικωτέρων νὰ σᾶς συγκινήσω καὶ νὰ σᾶς πείσω, ἀλλὰ τὰ γεγονότα εἶναι ὠμὰ καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι πάντοτε ἀλήθεια· ἡ δὲ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πρέπει νὰ λάβητε καὶ τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς ὑπ’ ὄψιν σας καὶ νὰ τοὺς εὐεργετήσητε, ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους.
§170Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ συνηγορήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφός μου. Εἶναι ἀνάγκη, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε μέτρα πρὸς θεραπείαν αὐτῶν τῶν δύο ἑλῶν. Ἀναγνωρίζω βεβαίως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ταυτοχρόνως ν’ ἀποξηρανθῶσι πάντα τὰ ἕλη καὶ δι’ αὐτὸ ἀληθῶς ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος ἔλαβε μίαν πρόνοιαν διὰ τὴν ἀποξήρανσιν ἑνὸς ἕλους τῆς Φενεοῦ. Τοῦτο ἤθελον συστήσει μόνον, νὰ γίνῃ πράγματι ἡ ἀποξήρανσις καὶ νὰ μὴ γίνῃ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, διότι ἡ Βουλὴ ἄλλοτε ἐψήφισεν ἕνα νόμον καὶ ἐγεννήθησαν ἐλπίδες εἰς τὸν κόσμον ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἡ ἀποξήρανσις, ἕως σήμερον ὅμως δὲν ἐπῆλθε. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικός, θὰ ἔχῃ μελετήσει κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ πρᾶγμα, ὥστε νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ἔργον. Θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ἔργον καὶ νὰ λάβῃ μέριμνάν τινα καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἑλῶν τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ὄχι μόνον ἐν τῷ νομῷ Κορινθίας ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλοις νομοῖς. Ἐλπίζω ὅτι τότε, ὅτε θὰ λάβῃ μέριμναν περὶ τῶν ἄλλων ἑλῶν, θὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ ἐκείνων τῶν ἑλῶν περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος κ. Παπακωνσταντίνου.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13.
§172Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεων· αʹ) διὰ τὴν ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων κυκλοφορίαν τῶν διαφόρων τύπων ἁμαξῶν τῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας τῶν κλιναμαξῶν καὶ τῶν ταχειῶν Εὐρωπαϊκῶν ἁμαξοστοιχιῶν· βʹ) διὰ τὴν ἵδρυσιν πρακτορείου ταξιδίων ὑπὸ τῆς αὐτῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας τῶν κλιναμαξῶν καὶ γʹ) διὰ τὰς ὑπὸ τῆς αὐτῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας γενησομένας διαφημίσεις εἰς τὰ διάφορα ὄργανα δημοσιότητος αὐτῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται ἐπίσης δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «περὶ χημικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Β. Ναυτικοῦ»· 2) «περὶ συστάσεως νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς νομοθεσίας καὶ σύνταξιν τοῦ νόμου περὶ σχεδίων πόλεων καὶ ἀπαλλοτριώσεως»· 3) «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ΒΣΛΗʹ τῆς 9 Μαρτίου 1894, δι’ οὗ ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ» καὶ 4) «περὶ προσθηκῶν καὶ τροποποιήσεων ἐν τῷ νόμῳ ΓΨΙʹ περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: 1) «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμων»· 2) «περὶ παροχῆς ὑπὸ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βόλου εἰσφορᾶς διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐν Παγασαῖς ἀνασκαφῶν»· 3) «περὶ ἐκποιήσεως τοῦ διδακτηρίου τοῦ Βαρβακείου Λυκείου καὶ ἀνεγέρσεως νέου»· 4) «περὶ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 104 τοῦ Συντάγματος πειθαρχικοῦ Συμβουλίου»· 5) «περὶ δικαστηρίου συγκρούσεων καθηκόντων», 6) «περὶ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 103 τοῦ Συντάγματος εἰδικοῦ δικαστηρίου πρὸς ἐκδίκασιν ἀγωγῶν κακοδικίας». Ἐπίσης ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων: 1) «περὶ προσλήψεως εἰδικῶν ἀλλοδαπῶν διὰ τὴν ἐποπτείαν τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ κατασκευαζομένων νέων σκαφῶν καὶ κυρώσεως συμφωνητικῶν»· 2) «περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς Κεφαλληνίας καὶ ἱδρύσεως δι’ αὐτῆς φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΨΚΗʹ τῆς 30 Μαρτίου 1910». Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταστροφῆς τῶν ἀρουραίων καὶ τῶν ἀκρίδων». Ἐπίσης γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διακανονισμοῦ τῶν πρὸς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον καθυστερουμένων εἰσφορῶν τῶν ναυτικῶν δήμων κτλ.»).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν προτείνει ὅπως ταχθῇ τριήμερος προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπικολλήσεως εἰκόνων τῶν ἐκλογέων εἰς τὰ ἐκλογικὰ βιβλιάρια» πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς. (Ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν πρότασιν). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδόσεως εἰς τὴν κοινότητα Θηρασίας ἐκ τῶν εἰσπραττομένων ἐκ τῆς ἐξαγομένης θηραϊκῆς γῆς» κατηρτίσθη ἐκ τῶν κυρίων Ν. Καμπάνη, Η. Κοπανίτσα, Α. Ζησιμοπούλου, Π. Φίλιππα, Θ. Σκάσση, Ι. Μπρισιμιτζάκη καὶ Ι. Μπουρνιᾶ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ βουλευταὶ κ. Κ. Ζαβιτσιᾶνος, Π. Φίλιππας καὶ Β. Πουλιάσης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν τῇ νήσῳ Λευκάδι ἐκ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ ἀγροτικῶν, ἐμφυτευτικῶν καὶ ἐδαφονομικῶν βαρῶν», ἡ ὁποία παραπέμπεται εἰς Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν βουλευτῶν κυρίων Κ. Ζαβιτσιάνου, Π. Φίλιππα, Β. Πουλιάση, Δ. Γκλαβᾶ καὶ Ι. Φαρμάκη· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου καὶ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας εἰς τὸν χημικὸν κ. Ι. Π. Δοανίδην» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθηκῶν καὶ τροποποιήσεων εἰς τὸν νόμον ͵ΓΨΙʹ περὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ͵ΓΨΙΑʹ νόμου τῆς 8 Ἀπριλίου 1910 περὶ παιδαγωγικῆς μορφώσεως καὶ δοκιμασίας τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΨΝΗʹ τοῦ 1911 περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπῶν»· Οἱ βουλευταὶ κύριοι Α. Κοκκέβης, Π. Φλέσσας καὶ Α. Ζησιμόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις ὑπαρχόντων δικαιωμάτων προτιμήσεως ἐπὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων»· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἅπασαι θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 12.25′ μ. μ.).