1914.05.29
2.099 στίχοι · 16.165 λέξεις · 151 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80
Τῆς 29ης Μαΐου 1914.
(Πέμπτη, ὥρᾳ 5,15′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ ἐκ Σερρῶν Η. καὶ Τ. Ραμπότης συλληφθέντες ὡς συνώνυμοι ἄλλων κακούργων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀποφυλακισθῶσιν. Οἱ ἐπίστρατοι πτυχιοῦχοι τῆς Ἰατρικῆς παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν τῆς καταβολῆς τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ τέλους ἐπ’ ἀδείᾳ ἐξετάσεων. Ὁ Μουσικὸς Σύλλογος «Ἀπόλλων» παρακαλεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ χορηγήσῃ αὐτῷ ἐπιχορήγησιν. Ὁ Σύλλογος παντοπωλοϋπαλλήλων Ἀθηνῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ κανονισμὸς τῶν χρονικῶν ὁρίων ἐργασίας. Ὁ ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν ὑπηρετήσας ὡς τηλεγραφοφύλαξ Μετσόβου Γ. Ντούλας αἰτεῖ, νὰ τῷ χορηγηθῇ μηνιαία σύνταξις. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Παΐων, Ἀροανείας καὶ Ψωφίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ κάτοικοι Γρεβενῶν διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ ἐκεῖ Οἰκονομικοῦ Ἐπιτρόπου ὡς εἰσπράττοντος παρανόμως φόρον δεκάτης τοῦ 1912. Οἱ πρόεδροι τῶν κοινοτήτων Μακρυνείας εὔχονται, ὅπως ἀνανεωθῇ ἡ σύμβασις τῆς εἰσαγωγῆς ἑλληνικῶν καπνῶν εἰς Αἴγυπτον. Ὁ ὑπηρετήσας ὡς ὑπάλληλος τῆς τουρκικῆς Κυβερνήσεως Ε. Ντέλλας, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ μινιαία σύνταξις. Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Παλαιοβαρβασαίνης ὑποβάλλει σκέψεις τινὰς ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Οἱ κάτοικοι Ἰωαννίνων διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς ὑπαγωγῆς τῆς πόλεώς των εἰς τὸ ἐφετεῖον Κερκύρας. Ἡ Ἀβερώφειος Ἐπιτροπὴ Μετσόβου διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ Διοικητικοῦ ἐπιτρόπου, ὡς ἐμποδίζοντος τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ἑτοιμορρόπου κωδωνοστασίου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ὁ ἐκ Καστορίας Τραϊνὸς Μήρτου, συκοφαντηθεὶς καὶ φυλακισθείς, παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτόν. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κοζάνης κρατούμενος Δ. Ψυχόλλος παρακαλεῖ, ὅπως ἀποφυλακισθῇ. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἰθάκης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ κάτοικοι Ἀσπροπύργου διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ διορισμοῦ τοῦ διδασκάλου Πατριανάκου ὡς ἐντελῶς ἀνικάνου. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἀραχώβης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Πύργου τῆς Τήνου παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Ἕλληνες ὑπήκοοι, περὶ τὰς τριάκοντα χιλιάδας, ἐξ Ἀδραμύτων, ἀπελαθέντες ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν, ἐκλιπαροῦσι τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Σπάρτης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ ἐξ Ἄρτης Ε. Γαρουφαλιᾶς παρακαλεῖ, ὅπως ὑπαχθῇ διοικητικῶς καὶ οἰκονομικῶς τὸ τμῆμα τῆς Φιλιππιάδος εἰς Ἄρταν. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Αἰγίνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ λαὸς Σαμοθράκης παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς νήσου των μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Λιγουδίτσης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Εὐρωστίνης τῆς Κορινθίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Πααΐων καὶ Κλεπαΐδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Λαγκαδίων παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ Σύνδεσμος τῶν ἐν Χίῳ δημοδιδασκάλων παρακαλεῖ, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον δι’ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῶν δημοδιδασκάλων ἐκ μόνης τῆς γνώμης τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κοζάνης κρατούμενος Ε. Δεγγερᾶς παρακαλεῖ, ὅπως ἀποφυλακισθῇ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Π. Φίλιππας ἔχει τὸν λόγον.
§2Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναβληθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Λαμπρινόπουλος Δ. Γκλαβᾶς κλπ. ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ σταφιδικοῦ κόσμου Αἰγίου.
§4Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σταφιδικὸς κόσμος Αἰγίου ὑπέβαλεν ὑπόμνημα ἀφορῶν τὰ τῆς Προνομιούχου ἑταιρίας ὡς καὶ σκέψεις τινὰς περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος ἀφορώσας τὴν ἐκρίζωσιν ἢ ἄλλα μέτρα. Ὅμοια ὑπομνήματα ἔχουσιν ὑποβάλει καὶ κάτοικοι ἄλλων μερῶν, καθὼς καὶ οἱ κάτοικοι τῶν Βραχνέϊκων Πατρῶν. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ὅπως οἱ κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας προβῶσιν εἰς δηλώσεις πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τίνα μέτρα θὰ ληφθῶσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, διότι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία συνέστη, καθὼς ἐδήλωσε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος αὐτῆς, διελύθη. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς ἐσοδείας, πρέπει νὰ γνωρίζωσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ τίνα μέτρα θὰ ληφθῶσι περὶ τοῦ τόσον ἐνδιαφέροντος καὶ αὐτοὺς καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ζητήματος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς.
§6Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§7Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ἀξία προσοχῆς μεγάλης καὶ μελέτης καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Οἱ κ. Γ. Λαμπρινόπουλος καὶ Δ. Γκλαβᾶς ἔχουσι τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἐξ Ἤλιδος ἐφημερίου Τ. Παπασπυρίδου.
§9Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§10Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Γ. Λαμπρινόπουλος, Δ. Γκλαβᾶς καὶ Π. Βουρλούμης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Πάτραις σταφιδοκτημόνων.
§12Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀποσταλῇ παρακαλῶ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Κοντοβαζαίνης.
§14Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καλαβρύτων τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς.
§16Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Οἱ ἀναφερόμενοι ἐκ Καλαβρύτων ἐκφράζουσι φόβους μήπως τὸ Γυμνάσιον Καλαβρύτων συνεπείᾳ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Βουλὴν καταργηθῇ, ὑποβάλλουσι δὲ τὴν εὐχὴν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν εἰσηγητὴν τῶν νομοσχεδίων κ. Ὑπουργόν, ὅπως λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔλλειψιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, μὴ στερήσῃ τὴν ἐπαρχίαν τοῦ μόνου αὐτοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει. Ὡς γνωρίζουσι πάντες ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων οὔτε συγκοινωνίαν, οὔτε τίποτε ἄλλο ἔχει εἰμὴ μόνον τὸ Γυμνάσιον αὐτό.
§17Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἥτις εἶναι δικαιοτάτη.
§18Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἐγεννήθησαν ὄντως φόβοι παρὰ τοῖς κατοίκοις Καλαβρύτων μή, συνεπείᾳ τῶν ὑποβεβλημένων ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, καταργηθῇ τὸ Γυμνάσιον Καλαβρύτων. Ἐγὼ ὅμως δὲν δύναμαί ποτε νὰ φαντασθῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ καταργηθῇ τὸ Γυμνάσιον αὐτό, τὸ μοναδικὸν καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία ἀριθμεῖ 70.000 ψυχῶν. Ὑπάρχουσι δὲ πλὴν τούτου καὶ ἄλλοι λόγοι σκοπιμώτεροι, σπουδαιότεροι, λόγοι ἱστορικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, προκειμένου νὰ ληφθῇ τοιαύτη ἀπόφασις.
§19Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἰδιαιτέρως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀποστάσεις τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ὡς καὶ τὰς ἀποστάσεις ἀπὸ τῶν ἄλλων κέντρων, καὶ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ παραμείνῃ τὸ Γυμνάσιον αὐτὸ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔχει συγκοινωνίαν.
§20Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι ἵνα οἱ κ. Συνάδελφοι κάμωσι τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν ταύτας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν τεχνιτῶν κουρέων Ἀθηνῶν.
§22Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Συνιστῶ, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ παρακαλῶ νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποσταλῇ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ λαοῦ Ἀρακυνθίων τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Φαρμάκης. Ἀπών. Ὁ κ. Στ. Γρανίτσας.
§24Σ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι οἱ ἀναφερόμενοι στεροῦνται πάσης συγκοινωνίας.
§25Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπουσιάζει, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον ὅπως ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα μὲ τὴν σύστασιν ὅπως γίνῃ μικρὸς ἐκβραχισμὸς τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὁδοῦ.
§26Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κ. Πρόεδρε, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις τῶν ἀναφερομένων, καθόσον ὁλόκληροι πληθυσμοὶ εὑρίσκονται ἄνευ συγκοινωνίας.
§27Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν συμπολιτῶν μου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν. Γνωρίζων ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας, ἤθελον παρακαλέσει αὐτὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περαιτέρω πρὸς κατασκευὴν ἔργων τινῶν συγκοινωνίας ἀπαραιτήτων καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας. Ἀνάγκη ἰδίᾳ νὰ διαταχθῇ ἡ ὑπηρεσία ὅπως προβῇ εἰς τὰς ἀναγκαίας μελέτας τῶν ἔργων αὐτῶν ἀποστελλομένων ἐκεῖ τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ὑπογραμματέων καὶ δικαστικῶν γραφέων τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν.
§29ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑπογραμματεῖς, κύριε Πρόεδρε, καὶ οἱ δικαστικοὶ γραφεῖς τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, λαβόντες ἀφορμὴν ἐκ τῆς ὑποβληθείσης ἐργασίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κανονισθῇ ἐπίδομα εἰς τοὺς ὑπογραμματεῖς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων Θεσσαλονίκης, ἐξαιτοῦνται ὅπως τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο μέτρον ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς ὑπογραμματεῖς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων τῶν Ἀθηνῶν. Ὡς εἶναι γνωστόν, εἰς τὰς δύο πόλεις αὐτὰς ἡ ἀκρίβεια τοῦ βίου εἶναι αἰσθητή, ἐσχάτως δὲ ἡ ὕψωσις τῶν ἐνοικίων ἀποτελεῖ πρόβλημα αὐτόχρημα κοινωνικόν, τὸ ὁποῖον πλήττει κυρίως τὰς λαϊκὰς τάξεις. Πρόκειται περὶ δημοσίων λειτουργῶν οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦσιν ὑπεύθυνον ὑπηρεσίαν, ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ περιλάβῃ καὶ αὐτοὺς εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρεκάλουν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὴν ὕπαρξιν μόνον αὐτῶν μεταξὺ ὅλων εἰς τὰ διάφορα δικαστήρια ἀμίσθων ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ τὸ σύστημα τῆς παροχῆς ὑπηρεσιῶν ὑπὸ ἀμίσθων ὑπαλλήλων καὶ νὰ ληφθῇ μέτρον νομοθετικὸν ὥστε καὶ αὐτοὶ νὰ περιληφθῶσιν εἰς δίκαιον μισθόν.
§30Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διότι πράγματι εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσωσι μὲ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ζωῆς οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ληφθῇ καὶ δι’ αὐτοὺς πρόνοια, καθ’ ὅσον διεξάγουσιν ὑπεύθυνον ὑπηρεσίαν, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἤθελον νὰ καταχρασθῶσι θὰ ἐξέθετον εἰς μέγαν κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν.
§31Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, τὴν ὁποίαν εὑρίσκω δικαιοτάτην καὶ συνιστῶ θερμῶς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὑπόσχεσιν δοθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν ἐνσήμων. Διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης μία τάξις ὑπογραμματέων, τῶν Πρωτοδικείων τῶν ἀρχαιοτέρων, ἡ ὁποία προσέφερε πολλὰς καὶ σπουδαίας ὑπηρεσίας, ἐζημιώθη προφανῶς, διότι μόνον τὸ ὑπολειπόμενον ἐκ τῆς διανομῆς τῶν δικαστικῶν ἐνσήμων ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς καὶ συνεπληροῦτο ποσὸν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔκαμαν τότε 25 ἕως 30 δραχ. κατὰ μῆνα. Διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐνσήμων, ὁ ὁποῖος ἐβελτίωσεν ἄλλην τάξιν ὑπογραμματέων, κατὰ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπεφασίσθη ἵνα τὰ γραφικὰ δικαιώματα διανέμωνται γενικῶς εἰς ὅλους. Διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τότε τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν καὶ οὐδεμίαν δίδει ὠφέλειαν. Εἶναι δὲ αὐτοὶ οἱ ὑπογραμματεῖς τῶν ποινικῶν τμημάτων οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ παλαιότεροι καὶ βεβαρημένοι μὲ περισσοτέραν ἐργασίαν, διότι παρ’ ὅλην τὴν διάταξιν τὴν εὐεργετικὴν τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωσι τὴν ἀντιγραφὴν ἢ τὴν σύνταξιν πρωτοτύπων τῶν ἀποφάσεων λόγῳ τῆς πολλῆς ἐργασίας. Ὅτε τότε ὑπέβαλον τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶχον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπογραμματέων. Θὰ παρακαλέσω πάλιν, ἵνα τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ἤδη διὰ τὴν τάξιν ὑπογραμματέων τῶν Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω δίκαιον, νὰ ἐπεκταθῇ διὰ νομοσχεδίου γενικοῦ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ εἰς ὅλα τὰ Πρωτοδικεῖα, ἵνα ἐπὶ τέλους βελτιωθῇ καὶ ἡ τύχη αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὑπογραμματέων τῶν δικαστηρίων, οἱ ὁποῖοι εἶναι βεβαρημένοι μὲ ὅλας ἐκείνας τὰς ὑπηρεσίας εἴτε ὡς ὡς ὑπογραμματεῖς τῶν ποινικῶν εἴτε πολιτικῶν τμημάτων, καὶ τῶν πταισματοδικείων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τόσας εὐθύνας, διότι εἶναι ἀνατεθειμέναι εἰς αὐτοὺς σπουδαιόταται ὑπηρεσίαι. Οἱ περισσότεροι ἄλλως ἐξ αὐτῶν ἔχουν καὶ πολυετῆ ὑπηρεσίαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως διὰ νομοθετικοῦ μέτρου λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ γίνῃ τοῦτο εἰς ἐποχὴν μάλιστα καθ’ ἣν λαμβάνεται πρόνοια περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν. Οὐδεὶς ὑπάλληλος ὑπολείπεται τοῦ ὁποίου δὲν ηὔξησεν ὁ μισθός. Οἱ δασοκόμοι, οἱ τηλεγραφηταί, οἱ ὑπάλληλοι Ὑπουργείων, οἱ δημοδιδάσκαλοι, ὅλοι, καὶ εὐλόγως μὲ τὰς νέας ἀνάγκας τοῦ βίου ἔλαβον αὔξησιν τῶν μισθῶν των. Μόνον ἡ τάξις αὐτὴ ἔμεινε καὶ διὰ τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν ὑπογραμματέων πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια.
§32Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ οἱ χωροφύλακες.
§33Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔλαβον αὔξησιν τοῦ μισθοῦ των, διότι κατὰ τὸν νέον νόμον αὐξάνει ὁ μισθός των ἀπὸ 90 εἰς 110 δραχμάς. Διὰ τοὺς ἀνθρώπους ὅμως αὐτοὺς οὐδεμίαν μέριμνα ἐλήφθη. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως λάβῃ μέτρον γενικῶς διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς δι’ ὑποβολῆς νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας των.
§34Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς δικαιοτάτης αἰτήσεως τῶν δικαστικῶν γραφέων καὶ ὑπογραμματέων καὶ συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον διὰ νομοθετήματος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, διότι πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον διὰ τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ῥαγιάδες, τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς εἵλωτας, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται πλέον τῶν δέκα ὡρῶν καὶ εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνατεθειμένα τὰ σπουδαιότερα καὶ τὰ μεγαλείτερα συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ βοηθοὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν εὑρίσκονται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ῥαγιάδων καὶ εἱλώτων, νὰ ληφθῇ μέτρον νομοθετικόν.
§35Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν ὑπογραμματέων ἐλήφθησαν νομοθετικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι ἐπαρκῆ ἀλλὰ εἶναι τὰ μόνα δυνατὰ ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐγένετο ἡ τροποποίησις τοῦ νόμου περὶ ἐνσήμου καὶ ἐπαναφορὰ τῶν ἀντιγραφικῶν δικαιωμάτων, διδομένων ἀκεραίων εἰς αὐτούς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν ἡ ὑπηρεσία τῶν γραφέων ὑπολογίζεται διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπογραμματέων, κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὥστε τὰ ¾ τῶν ὑπογραμματέων νὰ λαμβάνωσιν ἤδη τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ μισθοῦ. Πέρα τούτου, ἐπὶ τοῦ παρόντος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε. Ἡ εἰδικὴ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα τοὺς ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων Θεσσαλονίκης δι’ ἓν καὶ μόνον ἔτος ἔχει τὸν λόγον ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἐντόπιον προσωπικόν, εἴμεθα δὲ ἠναγκασμένοι πρὸς καταρτισμὸν τῶν δικαστικῶν γραφέων νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Εἶναι δ’ ἄλλως ἐκεῖ ὁ βίος λίαν δαπανηρός, ὥστε οἱ ἐν λόγῳ ὑπάλληλοι μὴ ὄντες ἐντόπιοι ὑποβάλλονται εἰς περισσοτέρας δαπάνας καὶ διὰ τοῦτο ἐκρίθη ὀρθὸν νὰ δοθῇ μικρά τις ἐνίσχυσις ἐπὶ ἕν ἔτος, ὡς εἴρηται. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις διότι οὗτοι ἔχουσι τὰς οἰκογενείας των καὶ ὑφ’ ἃς συνθήκας μέχρι τοῦδε ἔζων, ἐνισχυόμενοι ἤδη ὑπὸ τῶν τελευταίων νομοθετικῶν μέτρων, θὰ παραμείνωσιν ἐπὶ τὸ παρὸν ἐξακολουθοῦντες τὸ ἔργον των. Ἔτι δὲ ὀλιγώτερον δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπέκτασις τοῦ εὐεργετήματος εἰς ὅλον τὸ Κράτος, διότι θὰ ἀπῃτεῖτο ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μόνον τὸ προσωπικὸν τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων ἐκ 200.000 δραχμῶν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Ν. Βελέντζας, Κ. Λιδωρίκης, Ν. Ξηρὸς καὶ Ι. Ξηρὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐξ Ἀρτοτίνης Σ. Σταματοπούλου.
§37Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Πανελληνίου ὀδοντοϊατρικῆς Ἑταιρίας τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κυρέλλος.
§39Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐπιστημόνων ὀδοντοϊατρῶν τῶν ἐν Ἀθήναις, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ ληφθῇ μέτρον ἀπαγορεῦον τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐπιστήμης των ὑπὸ ἐμπειρικῶν. Νομίζω ὅτι ἡ αἴτησις ἐξυπηρετεῖ καὶ τὸ κοινωνικὸν συμφέρον καὶ τὴν ἐπιστήμην καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ θελήσῃ νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σχετικὸν νομοσχέδιον.
§40Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὄχι ἐγώ, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Κουτσοπέταλος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν. Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ. κ. Ν. Ξηρός, Λ. Θανόπουλος, Π. Ἀραβαντινός, Ἀθ. Χριστόπουλος, Π. Πετροπουλάκης, Λ. Νάκος, Δ. Κριεκούκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν φόρων.
§42Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀναφορᾶς οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι ζητοῦσί τι τὸ δίκαιον. Ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν εὑρίσκεται ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτσοπέταλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ἠκυρώθη ἡ ἐνεργηθεῖσα ἐκλογὴ τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ, καὶ διατί δὲν διατάσσεται ἡ ἐνέργεια νέας ἐκλογῆς».
§44Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχω τῆς ὑποθέσεως, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Συνάδελφον, τὴν ἐκλογὴν ἐπικυροῖ ἢ ἀκυροῖ ὁ Ἐπίσκοπος, ἐκκαλεῖται δὲ ἡ ἀπόφασις ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Σήμερον ἐζήτησα πληροφορίας.
§45Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας περιμένομεν, κ. Ὑπουργέ, διότι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἀφοῦ ἔσπευσε νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν, ἵνα μὴ διαταχθῇ νέα, πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον μηνὸς κρατεῖ τὴν ἀπόφασίν της.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Τσακόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί δὲν προήγαγε τὸν ὑπενωμοτάρχην τῆς χωροφυλακῆς Παυλάκην Νικόλαον, ὅστις ἔχει καὶ πρότασιν προαγωγῆς διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ φυγοδίκου Καναβοῦ».
§47ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω διατί· θὰ ἐξετάσω.
§48Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ πληροφορήσητε μετά τινας ἡμέρας.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἑπομένη ἐρώτησις ἀναβάλλεται, ἀπουσιάζοντος τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Οἱ κ. Ἀθ. Χριστόπουλος καὶ Π. Ἀραβαντινὸς «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα καὶ τίνα πρὸς βελτίωσιν καὶ προαγωγὴν τοῦ κλάδου τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ἐπὶ τῇ βάσει δικαίων αὐτῶν αἰτημάτων ὑποβληθέντων ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ».
§50Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ θέμα εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ ἄξιον τῆς μερίμνης τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως λάβῃ μέτρα πρὸς βελτίωσιν τοῦ κλάδου τῶν δικαστικῶν κλητήρων καὶ πρὸς προστασίαν τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς αὐτούς. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, θὰ ὤφειλον δὲ χάριτας εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Συναδέλφους, ἂν διετύπουν τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν των εἰς νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἔχουσι δικαίωμα καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τρεῖς ἑπόμεναι ἐρωτήσεις ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Ἰ. Βέρροιος «παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ πρὸς ψήφισιν, πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἰδίᾳ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συγκομιδῆς τοῦ σταφιδοκάρπου τῆς προσεχοῦς ἐσοδείας, μέτρα ἀσφαλῆ καὶ προστατευτικὰ τῆς ἐν γένει σταφιδοπαραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος καὶ ἂν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις εἰς συνεννόησίν τινα μετὰ τῆς διοικήσεως τῆς Προνομιούχου Ἑταιρίας, πρὸς τούτοις δὲ ἂν θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰλικρινῶς ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας ταύτης καὶ ὁ θεσμὸς τῆς ἐκριζώσεως διὰ τοῦ ὑφισταμένου δανείου κατὰ τρόπον δυνατὸν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ».
§52Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). «Ἂν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ μέτρα», εἶναι μία ἐρώτησις, ἡ ὁποία ὑποβαλλομένη ἀδιακόπως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ ἀπαντήσεως. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦτο εἶναι τεταγμένη, διὰ νὰ λαμβάνῃ μέτρα δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν ἑκάστοτε, πρὶν ἢ καταλήξῃ εἰς ὡρισμένην ἀπόφασιν, νὰ ἀνακοινώνῃ ἑκάστοτε τί σκέπτεται.
§53ΙΩ. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἀποβλέπει εἰς τοῦτο. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὅτι διώρισεν Ἐπιτροπὴν Κοινοβουλευτικὴν διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τοῦ ζητήματος καὶ εἶχε προσδιορίσει καὶ χρόνον ὡρισμένον, καθ’ ὃν ἡ εἰρημένη ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὰ πορίσματα τῶν σκέψεων καὶ τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς. Ὁ χρόνος ὁ προσδιορισθεὶς παρῆλθε καὶ προβλέπω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μέχρι πέρατος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ δυνηθῇ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν καὶ τῶν σκέψεων αὐτῆς. Μετὰ ἕνα ἀκριβῶς μῆνα θὰ ἀρχίσῃ ἡ νέα ἐσοδεία τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἂν σκέπτεται νὰ λάβῃ προστατευτικὰ μέτρα, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν θὰ ὑπεβλήθησαν τὰ μέτρα καὶ τὰ πορίσματα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐρωτήσεώς μου, διὰ τῆς ὁποίας ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, ἂν εἶναι δυνατόν, καὶ ἂν εἶναι συγκεχωρημένον, ἂν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται, ἀνεξαρτήτως τῶν πορισμάτων καὶ τῶν μελετῶν τὰς ὁποίας μέλλει νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, νὰ ὑποβάλῃ μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου τῆς σταφίδος ἢ θὰ ἀναμένῃ τὸ πόρισμα τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§54Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ ἂν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ λάβῃ, ἐξηρτῶντο ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν, τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἰς πλείστας περιστάσεις θὰ ἀπέβαινεν ἀδύνατον νὰ ληφθῶσι μέτρα, εἴτε διὰ τὸν ἕνα εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη, ἐκεῖ ὅπου εἶναι τεταγμένη νὰ ἔχῃ ἴδια μέτρα, νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν ἀνεξαρτήτως τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαί, πολύτιμον ἀληθῶς συμβολὴν εἰσφέρουσαι ἤθελον ἐκφέρει ἐφ’ ὡρισμένων θεμάτων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐρωτᾶται ἡ Κυβέρνησις τί σκέπτεται, διότι, ἂν τὰς σκέψεις αὑτῆς ἑκάστοτε ἀνεκοίνου, ἂς εἶναι βεβαία ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐφευρίσκουσι διάφορα παιγνίδια τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ τὰς τοιαύτας ἢ τοιαύτας σκέψεις, διὰ νὰ ὑψώσωσιν ἢ χαμηλώσωσι τὰς τιμάς, ἤθελον ἐπωφεληθῆ τῶν τοιούτων ἀνακοινώσεων. Προτοῦ λοιπὸν αἱ σκέψεις καταλήξωσιν εἰς ἀπόφασιν δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε χρήσιμον εἰς τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου νὰ ἀνακοινῶνται.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Βουρλούμης ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§56Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐνόμισα ἐπιβεβλημένον, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ ἀφήσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην νὰ λάβῃ τὴν συνήθη τύχην τῶν ἀναφορῶν τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβαλλομένων, ὡς ἐκ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον θίγει. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἰδίᾳ δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον καὶ ἀφορᾷ. Ἡ ἀναφορὰ προέρχεται ἐξ ἐγκρίτου ἐπιστήμονος τῶν Πατρῶν ἰατροῦ, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται κατὰ μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Πάτραις Συνέδρων, ἥτις τὸν κατεδίκασεν εἰς πληρωμὴν δρ. 373, διότι κληρωθεὶς ὡς ἔνορκος ἀπουσίασε κατὰ τὴν Σύνοδον τοῦ Κακουργιοδικείου ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενής. Ὁ ἀναφερόμενος ἐν τῇ ἀναφορᾷ του, ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, οὐ μόνον μετὰ πολλῆς σεμνότητος καὶ μετριοπαθείας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πολλῆς πειστικότητος ἐξηγεῖ τοὺς λόγους δι’ οὓς δὲν ἠδυνήθη νὰ παραστῇ ὡς ἔνορκος. Τὴν ἀναφορὰν δὲ ταύτην καταθέτω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διαβιβάσῃ αὐτὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ φιλοσοφήσῃ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν οἱ λειτουργοὶ τῆς δικαιοδοσίας του ἀντιλαμβάνονται τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν. Δικασταί, κατ’ ἐμὴν γνώμην, καταδικάζοντες ἐπιστήμονα ἰατρόν, ὁ ὁποῖος, κατὰ βεβαίωσιν ἔνορκον ἐπιστήμονος ἰατροῦ, διετέλει κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ δικαστηρίου ἀσθενής, εἰς πρόστιμον 373 δραχ. καὶ ἀνεκκλήτως, τοιοῦτοι δικασταὶ βεβαίως δὲν ἔχουσι πλήρη καὶ ἀσφαλῆ τὴν ἀντίληψιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐνόρκου τῆς παρεχομένης ἀμισθεὶ ὑπὸ βιοπαλαιστῶν ἐπαγγελματιῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ τύχωσι πάσης τῆς ἐπιεικείας, τὴν ὁποίαν διαθέτει ἡ δικαιοσύνη εἰς τοιαύτας περιστάσεις.
§57Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀναφορά.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βέρροιος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν σκέπτεται νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀπαλλαγέντων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς κλάσσεις τῶν ἐτῶν 1912, 1913 καὶ 1914, ἐξ ὧν οἱ μὲν τῶν κλάσσεων 1912 καὶ 1913 ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ πλέον τοῦ ἔτους, οἱ δὲ τοῦ 1914 ἐπὶ ἑξάμηνον ἤδη. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι οἱ ἀπαλλαγέντες οὗτοι τυγχάνουσιν ὀρφανοί, μονογενεῖς καί τινες ἀπώλεσαν ἀδελφὸν κατὰ τὸν πόλεμον, στηρίγματα πάντες οἰκογενειῶν πολυμελῶν, τέλος δὲ ἄλλοι τῶν ἀπαλλαγέντων συνυπηρετοῦσι μετὰ ἀδελφῶν των».
§59ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω ἀκόμη.
§60Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἰδοὺ τί ἀφορᾷ ἡ δευτέρα ἐρώτησίς μου. Ἀξιωματικοί τινες, οἱ ὁποῖοι διὰ πράξεις κατὰ τὸ παρελθὸν εἶχον τιμηθῆ διὰ τοῦ παρασήμου τοῦ Ἀργυροῦ Σταυροῦ κατὰ τὴν ἐσχάτως γενομένην γενικὴν ἀπονομὴν παρασήμων εἰς ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, ἔλαβον τὸ ἴδιον παράσημον. Ἐρωτᾶται τώρα, ἀφοῦ πρὸ πολλῶν ἐτῶν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἔχουσι τιμηθῆ διὰ τοῦ Ἀργυροῦ Σταυροῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπονεμηθῇ τὸ αὐτὸ παράσημον διὰ τὰς ἐκτάκτους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκαν; Νομίζω ὅτι οἱ τοιοῦτοι πρέπει νὰ τιμηθῶσι διὰ τοῦ ἀμέσως ἀνωτέρου παρασήμου.
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λαγοπάτης μετὰ τοῦ κ. Σπ. Ἀγαπητοῦ ἐρωτῶσι τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου ἠκύρωσε τὴν μειοδοτικὴν δημοπρασίαν τῆς κατασκευῆς τῶν διὰ σιδηροπαγοῦς σκιρροκονιάματος ἔργων διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ Χημείου τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, καθ’ ἣν ἀνεδείχθη μειοδότης ὁ ἐργολήπτης Π. Καπερώνης, προσενεγκὼν τιμὴν 69.800 δρ. ἀπέναντι 152.000 καὶ 110.000 προσενεχθεισῶν ὑπὸ τῶν δύο ἄλλων διαγωνισθέντων, ἐνῷ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ τεχνικῶς καὶ οἰκονομικῶς ἐνέκρινε τὰ ὑποβληθέντα σχεδιαγράμματα τοῦ μειοδοτήσαντος».
§63Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐζητήθησαν αὐθημερὸν δι’ ἐγγράφου αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν αἱ ὁποῖαι, ὅταν δοθῶσι, θὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἐνεργηθῶσι τὰ νόμιμα.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπήλ. Ντολιόπουλος «παρακαλεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πότε σκέπτεται νὰ ἀπολύσῃ τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς τῆς ἀπογραφῆς 1909, οἵτινες ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ὑπηρετοῦσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἀναμένοντες ἐναγωνίως τὴν ἡμέραν τῆς ἀπολύσεώς των».
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἀπολύσεως τοῦ 1909.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Θ. Γρηγορίου, Α. Θανόπουλος, Δ. Κανελλόπουλος, Ν. Χαριτᾶτος, Δ. Γκλαβᾶς καὶ Λ. Κουτσοπέταλος «παρακαλοῦσι τοὺς κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοὺς νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν ἂν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν των ὅτι ἀνεφάνησαν πάλιν ἑστίαι ἠθικῆς μολύνσεως ὑπὸ τῶν τύπον θεατρικῶν παραστάσεων καὶ τίνα μέτρα σκέπτονται νὰ λάβωσι πρὸς κατάπαυσιν τοῦ δεινοῦ τούτου κακοῦ».
§67Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ δὲν μοὶ ἀνεκοίνωσέ τι σχετικόν. Βεβαίως θὰ ἐξετάσω κατόπιν τῆς ἐρωτήσεως τῶν κυρίων Βουλευτῶν, θὰ τοὺς παρακαλέσω δὲ μάλιστα νὰ μὲ βοηθήσωσι διὰ τῆς καταγγελίας ὡρισμένων γεγονότων.
§68Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ ὑποβάλω τὴν τοιαύτην μήνυσιν. Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔχουσιν ὑποχρέωσιν ὅπως αὐτεπαγγέλτως ἐπιβλέπωσι τὸ τοιοῦτον ζήτημα. Ἄλλως τε ἔχουσιν ὄργανα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δύνανται, ἂν θέλωσι, νὰ λάβωσι λεπτομερεστέρας πληροφορίας. Τὸ κατ’ ἐμὲ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐπαναφέρῃ τὸν πρώην Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, διότι φρονῶ ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἴσως περιορισθῶσιν αἱ ἀηδίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκτυλίσσονται κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν πρὸ τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κοινοῦ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων Οἱ κ. κ. Π. Τσαλδάρης καὶ Δ. Γούναρης «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πῶς καὶ διὰ τίνας λόγους καὶ ἐν τίνι δικαιώματι ὁ Νομάρχης Ἀττικῆς ἠκύρωσε τὴν συμφώνως τῷ νόμῳ ΓΦΑʹ καὶ κατόπιν προσκλήσεώς του ἐνεργηθεῖσαν τὴν 21 Φεβρουαρίου ἐκλογὴν δύο μελῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πειραιῶς ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων».
§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου ΓΦΑʹ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Πειραιῶς ἀποτελεῖται ἐκ δεκαπέντε μελῶν, ἐξ ὧν τὰ δύο διορίζονται μετὰ πρότασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, τὸ ὁποῖον ἐρωτᾶται ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; ἐντός δὲ δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ἐρωτήματος ὀφείλει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἀπαντήσῃ. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐν προκειμένῳ. Ἐστάλη, νομίζω, κατὰ τὴν 20 Ἰανουαρίου 1914 τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐρωτήματος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ τότε ὑφιστάμενον, συνῆλθε καὶ προέτεινε τὰ δύο παλαιὰ μέλη. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Συμβουλίου διεβιβάσθη διὰ μέσου τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὁ Νομάρχης, ἀντὶ νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠκύρωσεν αὐτήν. Τὸ σκεπτικὸν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον, διότι εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητον τὸ ἐν αὐτῷ φερόμενον ὅτι «μία Δημοτικὴ Ἀρχὴ ἔχει σχεδὸν ἐκλίπει». Ἢ ὑφίσταται, ἢ ὄχι. «Σχεδὸν» δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ. Δὲν εἶχε δὲ ἐκλίπει, διότι ὡς γνωστόν διὰ νόμου ἡ ἐξουσία τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς παρετάθη μέχρι τῆς 21 Μαρτίου, ὅτε ἔπρεπε νὰ ἐγκατασταθῶσιν αἱ νέαι Ἀρχαί. Σημειωτέον δ’ ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπήντησε, συνεπείᾳ ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐντὸς τῆς προθεσμίας καθ’ ἣν ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ. Ὁ Νομάρχης λοιπὸν δὲν εἶχε τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπεμβῇ, διότι δὲν χρήζει οὔτε τῆς κυρώσεως τοῦ Νομάρχου ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας του. Ἦτο Ἀρχὴ ὑφισταμένη, καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Νομάρχου οὐδόλως στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα καὶ ἐπὶ τούτου ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησε.
§71Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐζήτησα καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου δι’ ἄλλης ἐπερωτήσεως, ἄλλοτε ἐγγραφείς, διότι ἐνόμιζον ὅτι ὑπῆρχε πράγματι στάδιον ἐλέγχου εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς συγκροτήσεως τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἔψεξεν ὁ κ. Συνάδελφός μου καὶ συμπολίτης μου. Ἡ ὑποβληθεῖσα τότε ἐπερώτησίς μου ἐξεφωνήθη μέν, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχον λάβει ἐν τῷ μεταξὺ πληροφορίαν ὅτι εἶχεν ἐπέλθει ἀκύρωσις ὑπουργικὴ τῆς ἐνεργείας ἣν κακίζω, ἐδήλωσα ὅτι κανονισθέντος τοῦ ζητήματος συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ἐμῆς ἐπερωτήσεως δὲν ὑπῆρχε στάδιον ἀσκήσεως ἐλέγχου κατὰ τῆς ὑπουργικῆς ἐνεργείας, ἀφοῦ ἄλλως τε ἡ πρᾶξις, ἣν ἤθελον νὰ ἐλέγξω ἐξέλιπε. Τώρα, ἐπανερχομένου καὶ πάλιν τοῦ ζητήματος πρὸς συζήτησιν, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄτακτος ἡ μᾶλλον ὡς μὴ κανονικὴ ἡ μομφή, ἡ ὁποία γίνεται διὰ πρᾶξιν διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα ἤδη τὸν ἔλεγχον καὶ διωρθώθη τὸ ἐν αὐτῇ ἄτοπον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ στάδιον νέας ἐπερωτήσεως.
§72Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σεῖς ἐθεωρήσατε ἑαυτὸν ἱκανοποιημένον διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐγὼ ὅμως οὐχί.
§73Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Λέγω ὅτι εἶναι ἐκπρόθεσμος ἡ σημερινὴ ἐπερώτησις, δὲν ἐννοῶ ὅμως καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις, ἀφοῦ ἐγένετό τι ἄτοπον. Κατὰ τὸν νόμον ΓΦΑʹ, ὁ ὁποῖος ὠργάνωσε τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Πειραιῶς ὑπὸ σύστημα αὐτοδιοικήσεως ἀλλοῖον τοῦ ἰσχύοντος ἐν τῷ παρελθόντι, ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ὠργανώθη εἰς νομικὸν πρόσωπον οὐχὶ τοῦ τύπου τῶν συνήθων νομικῶν προσώπων, ἤτοι τοῦ τύπου τοῦ ἱδρύματος ἢ τοῦ σωματείου, ἀλλ’ ὡς ἰδιότυπον νομικὸν πρόσωπον τοῦ δημοσίου δικαίου. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ὡς νομικὸν πρόσωπον ἀπετελέσθη ἐκ προσώπων, τῶν μὲν διοριζομένων, ἄλλων ἐχόντων αὐτοδικαίως τὴν θέσιν των ὡς μελῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἄλλων δὲ αἱρετῶν ὑπὸ ὀργάνων τῆς αὐτοδιοικήσεως τῆς τοπικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς· δηλαδὴ ἀπετελέσθη ἐκ τριῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δήμου Πειραιῶς, δύο τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, τριῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου τοῦ Πειραιῶς καὶ δύο τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν, ἑνὸς ἐφοπλιστοῦ, καὶ ἑνὸς πράκτορος ἀτμοπλοΐας. Ὅταν ὁ νόμος ΓΦΑʹ συνθέτει οὕτω τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ λέγει ὅτι διὰ τὴν συγκρότησιν αὐτῆς ἀπαιτεῖται ὅπως τὰ αἱρετὰ μέλη προέρχωνται καὶ ταῦτα ἀπὸ ὄργανα τῆς αὐτοδιοικήσεως, βεβαίως ἀποβλέπει εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ ἐκλέγωνται τὰ αἱρετὰ μέλη ὑπὸ προσώπων ἀπολαυόντων τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν τῶν ὠργανωμένων εἰς ὀργανισμοὺς τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ πολιτικὸς λόγος ὁ ἐμπνεύσας τὴν τοιαύτην συγκρότησιν τῶν Λιμενικῶν Ἐπιτροπῶν. Ἡ πρώτη Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ διωρίσθη κατὰ τὸ 1910, ἐπέκειτο δὲ ἡ λῆξις τῆς τριετοῦς προθεσμίας της κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1914, ὁπότε συνέπεσε νὰ προκηρυχθῶσι καὶ αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί, διὰ τῆς προκηρύξεως τῶν ὁποίων τὰ ὄργανα τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς διοικήσεως τῶν Δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς παρεπέμφθησαν ἵνα ἐξετασθῇ ἡ νομιμοποίησις αὐτῶν, κατὰ πόσον εἶναι ἀντιπρόσωποι τῶν ὀργανισμῶν αὐτῶν, εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Δήμου Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Οἱ ἐκλογεῖς ἀπεφάνθησαν καὶ ἄραντες τὴν ἐμπιστοσύνην των ἀπὸ τὰ παλαιὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἀνέδειξαν νέα τοιαῦτα. Καὶ ὅμως ἀπὸ τὰ οὐσιαστικῶς καταργηθέντα παλαιὰ ἐζητήθη ἡ ὑπόδειξις τῆς νέας Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Συνέβη λοιπόν....
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τι ἂν καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰς χρονολογίας...
§75Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς τὰς ὑπενθυμίζω ἐγώ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλε τὸ ἔγγραφον ἀπὸ τῆς 19 Φεβρουαρίου 1914.
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αἱ ἐκλογαὶ ἐγένοντο τὴν 9ην Φεβρουαρίου δηλαδὴ τὸ Ὑπουργεῖον ἀφῆκε τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια νὰ ἐκλέξωσι καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν τριετῆ περίοδον τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, δέκα πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν νέων ἐκλογῶν, διότι δὲν εἶχον ἐγκατασταθῆ αἱ νέαι Δημοτικαὶ Ἀρχαί, ἐνῷ τὰ Συμβούλια ταῦτα εἶχον παραπεμφθῆ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς οἵτινες εἶχον ἀποφανθῆ περὶ τῆς νομιμοποιήσεως αὐτῶν.
§77Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶχεν ἀποφανθῆ ὁ ἐκλογικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν ὅτι αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην του ἀπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκπροσωπήσεως τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Τὸ αὐτὸ εἶχε πράξει καὶ ὁ ἐκλογικὸς Σύλλογος τοῦ Δήμου Πειραιῶς, ἐπὶ πλέον δέ, ἐπειδὴ οἱ Δημοτικοὶ Σύμβουλοι τοῦ δήμου Πειραιῶς ὑπέβαλον ἐκ νέου ὑποψηφιότητα ἥτις δὲν συνεβιβάζετο πρὸς τὴν ἰδιότητα τῶν Δημοτικῶν Συμβούλων, εἶχον ὑποβάλει καὶ παραίτησιν αὑτῶν ἀπὸ τῆς θέσεως τῶν Δημοτικῶν Συμβούλων, ἤτοι εἷς τῶν παραγόντων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, τῶν καλουμένων νὰ συγκροτήσωσι τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Πειραιῶς, ἦτο ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ. Καὶ ὅμως, ἐνῷ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, τὸ κατηργημένον Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηνῶν προέβαινεν εἰς ἐκλογὴν μελῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς.
§78Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεως πρόκειται περὶ τῶν Ἀθηνῶν.
§79Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Λέγω ἱστορικῶς πῶς ἐγένοντο τὰ πράγματα. Εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν, κάμνω δὲ κατ’ ἀνάγκην τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς ἐγὼ φαντάζομαι ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνει καὶ ὡς εἶχον ζητήσει νὰ γίνῃ. Ἑπομένως ζητῶ νὰ ἄρω τὸν ἔλεγχον ἀπὸ τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον θέτει αὐτὸ ἡ ἐπερώτησις τῶν δύο ἄλλων Συναδέλφων. Ὅτε ἔμαθον ὅτι ἐγένοντο αὐτὰ τὰ πράγματα εἶπον ὅτι ταῦτα εἶναι πολὺ ἄτοπα καὶ ἐθεώρησα ὅτι καὶ ἂν τυπικῶς ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ ὁ ἀναπληρῶν τότε προσωρινῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηνῶν, τὸ καταργηθὲν οὐσιαστικῶς διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ καὶ ἑπομένως μὴ δυνάμενον νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι καὶ ὄργανον τῆς ἐκπροσωπήσεως τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, ἐθεώρησα, λέγω, ὅτι καὶ ἂν τυπικῶς ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀναπληρῶν τύποις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, προσκαλῶν τὸ τύποις ὑφιστάμενον Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων νὰ ἐκλέξῃ τὰ μέλη τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡρισμένως ὅμως εἶχον τὴν γνώμην ὅτι πολιτικῶς δὲν ἦτο ὀρθὸν τὸ γενόμενον. Διὰ τοῦτο τὴν ἐπερώτησιν εἶχον διατυπώσει ὡς ἑξῆς. «Ποία πολιτικὴ σκέψις ὑπόκειται εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προκειμένου περὶ συμπληρώσεως ἑνὸς ὀργανισμοῦ μέλλοντος νὰ ζήσῃ ἐπὶ τρία ἔτη κλπ.».
§80Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θεωρεῖτε, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης διώρισε τὸν Ὑπουργόν;
§81Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὔτε τυπικῶς δὲν εὑρίσκετο τότε ἐν τῷ δικαίῳ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ὁ νόμος, ὅταν ὁμιλῇ περὶ τριετοῦς ἀνανεώσεως τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀνασυγκροτήσεως αὐτῆς, ἐννοεῖ ὅτι ἐκ τῆς ἀνασυγκροτήσεως θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ νόμιμος ἐπιτροπή, ἡ ὁποία καὶ νὰ λειτουργήσῃ. Ὅταν ὅμως εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ὁ Δῆμος Πειραιῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποδείξῃ ἀντιπροσώπους, τίνα σημασίαν πρακτικὴν θὰ εἶχεν ἡ ὑπόδειξις τοῦ Δήμου Ἀθηναίων; Οὐδεμίαν. Νέα Ἐπιτροπὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ νομίμως, ἡ δὲ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ οὔτε τυπικῶς ἦτο κατ’ ἐμὲ νόμιμος. Τότε ἐζήτησα νὰ ἐλέγξω, καὶ εἶχον τὸ θάρρος νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, μεθ’ οὗ μάλιστα συνδέομαι διὰ φιλίας ἐκτὸς τοῦ κοινοβουλίου καταρτισθείσης καὶ ἐκ τῆς ἄλλης κοινωνικῆς ζωῆς ἀναπτυχθείσης, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ παραγνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἦτο τότε προσωρινῶς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, χωρὶς νὰ παραγνωρίζω ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον ἐξ ἀπροσεξίας, ἐκ τῆς μὴ καταβολῆς τῆς δεούσης προσοχῆς εἰς διαχείρισιν μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο τυπικὴ νὰ παρασυρθῇ εἰς τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα παρεσύρθη. Διὰ τοῦτο ἐνέγραψα τὴν ἐπερώτησίν μου τότε εὑρισκόμενος εἰς δύσκολον θέσιν. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δυσκολίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀναπληρῶν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνόμισα ὅμως ὅτι οἱ πολιτικοὶ λόγοι ἦσαν ἀνώτεροι καὶ ὀφείλω δημοσίᾳ μάλιστα νὰ ἐλέγξω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι διὰ τοιαύτης μεθόδου ὑπονομεύει τὸ πνεῦμα τοῦ ͵ΓΦΑʹ νόμου. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ ΓΦΑʹ νόμου ἀπέβλεψεν εἰς συγκρότησιν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἐξ ἐμπίστων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως· βεβαίως δὲν ἀπέβλεψεν εἰς συμβούλια τεθνεῶτα μὴ ἀπολαύοντα τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν. Θέλων τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ ἀναχθεὶς ἐμμέσως εἰς ὄργανα τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων ἐνόει, ὅτι τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιπροσωπεύωσι τοὺς Δήμους Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, θὰ ἀπολαύωσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ ἦτο μία τυπικότης ὁμοία ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἤλεγξε χθὲς ὁ συνάδελφος κ. Νάκος, ἦτο μία τυπικότης, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ προσιδιάζῃ εἰς νομικοὺς οὐχὶ ὅμως εἰς τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐπερώτησις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον τότε. Ὁ κ. Νομάρχης ὅμως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως ἔσπευσε νὰ ἀκυρώσῃ τὸ ψήφισμα. Νομίζω ὅτι διὰ τούτου, οὔτε τὸν Ὑπουργὸν διώρθωσεν οὔτε κακῶς ἢ παρανόμως ἐνήργησέ τι. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὤφειλεν αὐτὸ πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἠδύνατο νὰ προβῇ νομίμως εἰς πράξεις τοιαύτας. Μὴ πράξαντος τοῦτο τοῦ Συμβουλίου, μετὰ τὴν ὑπόδειξιν τοῦ Νομάρχου τὴν ὁποίαν ὑμεῖς λέγετε ἀκύρωσιν, ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι εἶναι ἁπλῆ ὑπόμνησις, ὁ Νομάρχης νομίμως ἐπανῆλθε καὶ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ πράγματος, οὕτω δὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀνεκάλεσε τὸ πρῶτον ψήφισμα καὶ ἐξέδωκε νέον ψήφισμα. Νομίζω ἐν τούτῳ ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει παρανομία. Μία διοικητικὴ πρᾶξις εἶναι ἐλευθέρως ἀνακλητή, διότι οὐδενὸς εἴδους δημοσίου δικαίου ὑποκειμενικὸν δικαίωμα δι’ αὐτῆς ἐδημιουργήθη. Νομίζω ὅτι διὰ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ πρώτου ψηφίσματος οὐδενὸς ἐθίχθησαν τὰ δικαιώματα, διότι αὐτὸ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐθεώρησεν ὅτι πράγματι κακῶς εἶχεν ὑποβληθῆ τὸ ψήφισμα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ θανάτου τοῦ ἄλλου Συμβουλίου. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, ὑπῆρχε στάδιον ἐλέγχου διὰ τὴν πρώτην ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, στάδιον ἐλέγχου ὅμως σήμερον δὲν ὑπάρχει, διότι ἔχομεν μίαν νόμιμον ἐπανόρθωσιν ἑνὸς ἀτόπου καὶ ἀνόρθωσιν τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος τοῦ νόμου. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ διαδηλώσω ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου αὗται δὲν ἀπευθύνονται εἰς τὰ πρόσωπα τῶν δημοτικῶν Συμβουλίων παρὰ εἰς τοὺς ἐκλεκτοὺς τοὺς ἀπολαύοντας τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν Ἀθηναίων. Ἡ πρώτη ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο παραγνώρισις τῶν δικαίων τῶν πολιτῶν Ἀθηναίων, ἡ δευτέρα εἶναι ἀναγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν Ἀθηναίων, οἱ ὁποῖοι ἀπεδοκίμασαν τοὺς Δημοτικοὺς Συμβούλους, ἄραντες ἐξ αὐτῶν τὴν ἐντολήν.
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐγνώριζον ὅτι εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν καὶ ὁ κύριος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Συνάδελφος καὶ ἰδιαίτερος συμπολίτης μου. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τοῦτο παρατηρῶ ὅτι εἰς ἓν σημεῖον συνηντήθημεν. Εὑρίσκει καὶ αὐτὸς ὅτι πράγματι ἐγένετό τι τὸ παράνομον· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον εὑρίσκει ὡς παράνομον ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εἶναι ἡ πρώτη ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω Κατὰ τὸν νόμον ͵ΓΦΑʹ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτήσῃ τὰ ὡρισμένα ἐκεῖνα σωματεῖα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον εἶναι τεταγμένα νὰ προτείνωσι τὰ μέλη τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πειραιῶς, μεταξὺ δ’ αὐτῶν ἦσαν καὶ Δημοτικοὶ Σύμβουλοι τοῦ Δήμου Ἀθηναίων. Ἡ ἐρώτησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγένετο τὴν 19 Φεβρουαρίου, δηλαδὴ δέκα ὅλας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκλογήν, ὅτε ἐν πλήρει διετέλει γνώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἶχεν ἀρθῆ παρὰ τῶν προσώπων αὐτῶν ἡ ἐντολὴ τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ Δήμου Ἀθηναίων. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὀρθῶς κατ’ ἐμὲ ἔπραξε, συμμορφωθεὶς πρὸς τὸν νόμον, ὅστις οὐδεμίαν ἔκαμε διαστολὴν ἀπολύτως, ἀλλ’ ὥρισεν ὅτι ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ὀφείλει νὰ ἐρωτήσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ προτείνῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσωσι τὰ μέλη τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πειραιῶς. Συνεμορφώθη πληρέστατα πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ὁ νόμος δὲν διακρίνει τίνα εἶναι σήμερον καὶ τίνα εἶναι ἢ θὰ εἶναι αὔριον μέλη. Ἂν ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ συμπολίτης μου, ἦτο ὀρθή, τότε πλέον εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογὰς δὲν ἔπρεπε νὰ λειτουργῇ ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ ἡ πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὑφισταμένη. Τὸ πολὺ–πολὺ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἐξετείνοντο πέρα τοῦ χρόνου τῆς διαρκείας αὐτῶν μέχρι τῆς διαδοχῆς τῆς νέας. Ἀλλὰ τοῦτο, τοὐλάχιστον, δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχῃ μέσον νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Ὡς γνωστόν, πᾶσα πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖται παρὰ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς, ἐπιχειρεῖται παρ’ αὐτῆς ὡς Ἀρχῆς, ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν αὐτήν. Ὁ νόμος δὲν λέγει ὅτι ὁ α ἢ ὁ β, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς· ὁ νόμος λέγει ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὁρίζεται καὶ ὑφίσταται κατὰ νόμον — καὶ δὲν ὑφίσταται «σχεδόν», ὡς λέγει ὁ κ. Νομάρχης ἐν τῷ σχετικῷ ἐγγράφῳ του, ἀλλὰ ὑφίσταται «πλήρως» κατὰ τὸν νόμον — ἐφ’ ὅσον, λέγω, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὑφίσταται, εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν, ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἔλαβεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἑπομένως ἦτο σεβαστή. Πλὴν δὲ τούτου ὑπάρχει καὶ τὸ ἐπιπλέον ἄτοπον, ὅτι ἐγένετο καὶ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ ἐνήργησε συνεπείᾳ ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ δὲ Νομάρχης ἐθεώρησε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τὴν ἐνεργηθεῖσαν, ἐπαναλαμβάνω, συνεπείᾳ ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς μὴ νομίμως ἐνεργηθεῖσαν. Ἀλλ’ ἡ ἀκύρωσις αὕτη ἡ ὁποία ἐπῆλθε διὰ τῆς πράξεως τοῦ Νομάρχου ἦτο καθαρὰ ὑπέρβασις τῆς ἐξουσίας του, διότι οὔτε ἀπὸ τὸν νόμον ͵ΓΦΑʹ οὔτε ἀπὸ τὸν νέον νόμον περὶ κοινοτικῶν ἀρχῶν εἶχε δικαίωμά τι ἐπεμβάσεως ὁ Νομάρχης. Ὁ Νομάρχης ἐν προκειμένῳ δὲν ἐχρησίμευεν ὡς τι ἄλλο εἰμὴ μόνον ὡς μία διαβιβαστικὴ Ἀρχή. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δὲν ἠδύνατο ἀπ’ εὐθείας νὰ ἐπικοινωνήσῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατ’ ἀνάγκην διεβίβασε τὴν ἀπόφασίν του διὰ τοῦ Νομάρχου. Ὁ Νομάρχης ἓν εἶχε καθῆκον, νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἀπόφασιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οὐδὲν πλέον. Ἂν δ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν γνώμην ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἀπευθυνθεὶς πρὸς μίαν Δημοτικὴν Ἀρχήν, ἧς τὰ ἐκπροσωποῦντα αὐτὴν ἄτομα δὲν εἶχον ἐκλεγῆ ἐκ νέου, μόνον οὗτος θὰ ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ἀκύρωσιν τῆς σχετικῆς πράξεως καὶ ἡ τοιαύτη αὐτοῦ ἐνέργεια θὰ παρεῖχεν ἄλλο πλέον στάδιον ἐλέγχου. Ἐν προκειμένῳ ὅμως δὲν ἐγένετο τοῦτο, ἀλλ’ ἐπενέβη ὁ Νομάρχης καὶ ἠκύρωσε πρᾶξιν τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς, ἣν αὕτη ἐνήργησε κατόπιν πρὸς τοῦτο ἐντολῆς αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ Νομάρχης ὅτι ἡ Δημοτικὴ αὕτη Ἀρχὴ δὲν ὑφίστατο ἐπὶ τῷ ὅτι δὲν εἶχον ἐκλεγῆ τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὴν πρόσωπα ἐκ νέου, καθόσον ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητος τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν ἑκάστοτε προσώπων. Καὶ ἡ Ἀρχὴ αὕτη νόμῳ ὑφισταμένη, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν προσώπων εἶχεν οὐ μόνον δικαίωμα ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν ἐν ταὐτῷ, συμμορφουμένη πρὸς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἀπαντήσῃ καὶ καθορίσῃ τὰ διοριστέα πρόσωπα καὶ τοσοῦτο μᾶλλον ἀφοῦ καὶ ὡρισμένη προθεσμία τάσσεται ἐκ τοῦ νόμου διὰ τὴν ἀπάντησιν αὐτήν. Τοῦτο δὲ ἔπραξεν αὕτη συμμορφωθεῖσα πρὸς τὸν νόμον. Πᾶν ὅ τι μετὰ τοῦτο ἐγένετο, ἐγένετο παρανόμως καὶ ἐπὶ τούτου ἐλέγχω τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐν τῷ μεταξύ, ἐνῷ ὤφειλεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως αὐτῆς τοῦ Νομάρχου, ἡ ὁποία ἐγένετο καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας του,—δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἐγένετο κατ’ ἀνατροπὴν τῆς ἐξουσίας — διότι διὰ τούτου ἠθέλησε νὰ ἀκυρώσῃ μίαν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνῷ, λέγω, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς ἐπικύρωσιν τῆς πράξεως τοῦ Νομάρχου, τοὐναντίον ἐδέχθη τὴν πρᾶξιν αὐτὴν καὶ ἐγένετο νέα ἐκλογὴ ἣν καὶ ἐπεκύρωσε. Τοῦτο εὑρίσκω ἐντελῶς ἔκθεσμον.
§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐντελῶς τὰς χρονολογίας διότι δὲν ἐγνώριζον ὅτι θὰ κληθῶ ἐγὼ νὰ ὑπερασπίσω τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ἐν προκειμένῳ· ἀλλ’ ἤδη αἱ χρονολογίαι ἐδόθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρόσκλησιν τοῦ παλαιοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν δύο μελῶν, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουσι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Πειραιῶς, μοὶ ἐγένοντο παράπονα ἐκ μέρους ἐνδιαφερομένων πολιτῶν κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ παράπονα ταῦτα ὠφείλοντο εἰς τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν ἐγένετο ἤδη νέα ἐκλογὴ Δημοτικῶν Ἀρχῶν ὑπελείπετο δὲ μόνον ἁπλῶς ἡ ἐγκατάστασις, καὶ ἐνῷ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ ἐν τῷ παρόντι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Πειραιῶς, διότι Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐπαναλαμβάνω, Πειραιῶς δὲν ὑπάρχει, μοὶ ἐγένετο τὸ παράπονον, διατί ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων καὶ νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του καὶ δὲν περιέμενεν ὀλίγας ἡμέρας ὅπως τότε καλέσῃ τοῦτο, ὅτε καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πειραιῶς θὰ ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων του. Ἐξήτασα τὰ παράπονα καὶ ἀπηυθύνθην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀνεπλήρου τότε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ τακτικοῦ ἀπόντος εἰς Μακεδονίαν διὰ τὰ καθήκοντα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Εἶπον εἰς τὸν συνάδελφόν μου ὅτι θεωρῶ τὰ παράπονα δεδικαιολογημένα· εὑρίσκω ὅτι ἡ Διοίκησις ἐν προκειμένῳ δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐκλογὴν ἐκ μέρους τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων, ἀφοῦ οὐσιαστικῶς πράγματι ἡ ἐξουσία αὐτοῦ εἶχε λήξει καὶ πρὸ πάντων, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ ἡ νέα Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τὸ ὑπάρχον ἤδη κώλυμα τὸ ἐκ τῆς διενεργείας νέων ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον καταστήσει ἀδύνατον τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πειραιῶς· εἶπον δὲ συγχρόνως ὅτι νομίζω ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη πρὸς ὑμᾶς τὴν διαταγὴν αὐτήν, ὅπως τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προβῇ εἰς τὴν ἐκλογήν, εἶναι ἐλεγκτέος καὶ τιμωρητέος. Ὁ Συνάδελφός μου εἰς ἀπάντησιν μοὶ εἶπε τοῦτο, ὅτι δὲν εὑρίσκω ὅτι δύναμαι νὰ τιμωρήσω τὸν ὑπάλληλον τὸν ἁρμόδιον διότι οὗτος δὲν ἐψεύσθη. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰδικῶς δὲν προεκλήθη ἡ γνώμη μου καὶ ἡ ἀπόφασίς μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Μόνον, μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔληξεν ἡ ἐπιτροπὴ ἢ λήγει προσεχῶς ἡ περίοδος τῆς παλαιᾶς Ἐπιτροπῆς τῆς Λιμενικῆς, πρόκειται νὰ γίνῃ νέα καὶ ἐκαλεῖτο τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὅπως ἐκλέξῃ αὐτήν. Καὶ εἶπον «καλῶς» καὶ ὑπέγραψα. Δὲν μοὶ ἐπεστήθη ὅμως εἰδικῶς ἡ προσοχὴ καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν νομίζω ὅτι μοὶ ἀπέκρυψέ τι ὁ ὑπάλληλος ὥστε νὰ τὸν τιμωρήσω. Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον — δύο ἢ τρεῖς — ἦλθεν ἡ ἐπερώτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐπρόκειτο τότε νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα, ἐγὼ δὲ ἔκτοτε εἶχον δηλώσει ὅτι θὰ ἐξεδήλουν σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὴν γνώμην μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Διοικήσεως ἐν προκειμένῳ, καλούσης ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὴν καὶ μὴ ἀναμενούσης ὅπως γίνῃ ἐγκατάστασις τῶν νέων Ἀρχῶν, ὁπότε καὶ μόνον θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ὁλοκληρωτικὴ συγκρότησις τῆς νέας Δημοτικῆς Ἀρχῆς, δὲν εἶναι ὀρθὴ οὐσιαστικῶς. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐνέστησαν κατὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς γενομένης ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τότε δὲ διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον ὁ τακτικὸς Ὑπουργός. Ὁ τακτικὸς Ὑπουργὸς διεβίβασε τὰ παράπονα εἰς τὸν Νομάρχην λέγων ὅτι κατὰ πρῶτον βαθμὸν πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἐν προκειμένῳ οὗτος. Ὁ Νομάρχης ἀπεφάνθη καὶ εἶπεν ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ ἐκλογή, ἔστειλε δὲ τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον συμμερισθὲν τὴν γνώμην τοῦ Νομάρχου ἐκάλεσε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ νέον, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογήν. Σημειωτέον ὅτι ὑπῆρχε καὶ μία διατύπωσις κατὰ τὸν νόμον, ἡ διατύπωσις τῆς ἐκδόσεως Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐγκαθιδρύοντος τοὺς ἐκλεγέντας ἐκ τῶν δημοτικῶν συμβούλων ὡς μελῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ ἡ διατύπωσις δὲν εἶχε γίνη ὥστε ἡ Διοίκησις ἠδύνατο καὶ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐκλογήν. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτι ἡ Διοίκησις δύναται νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἐκλογήν, ἐφ’ ὅσον δὲν δύνανται νὰ προσβληθῶσιν ὑποκειμενικὰ δικαιώματα, ἔστω καὶ δημοσίου δικαίου, δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἡ κατηγορία ὅτι ἡ ἑρμηνεία ἐγένετο ὑπὸ ὑποδεεστέρας Ἀρχῆς δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ, διότι αὕτη ἐκλήθη νὰ δικάσῃ κατὰ τὴν γνώμην καὶ ἐπιταγὴν προϊσταμένης Ἀρχῆς.
§84Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα.
§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἰσχυρίζεσθε οὕτως ὅτι οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγήν.
§86Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Νομάρχου εἶναι ἄκυρος.
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε ὑπήρξατε ἀσαφής. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· δέχεσθε ὅτι ὁ Ὑπουργός, μὴ δημιουργουμένων ὑποκειμενικῶν δικαιωμάτων, δικαιοῦται νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν πρᾶξιν...
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν δέχομαι τοῦτο.
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὅτι, ἂν ἐδέχεσθε τοιοῦτό τι, δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ κατηγορία ὅτι ὑπὸ ὑποδεεστέρας Ἀρχῆς ἐγένετο ἡ ἀνάκλησις, διότι ὁ Νομάρχης ἀπεφάνθη κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ συζήτησις ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ἔχει εὐρυτέραν σημασίαν. Δύναμαι νὰ καυχηθῶ ὅτι εἶμαι εὐλαβέστατος πρὸς τοὺς νόμους ἐξ ἀνατροφῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ὅλης μου δράσεως. Εἶμαι εὐλαβέστατος, ἀλλὰ τονίζω ἐπίσης ὅτι εἶμαι μακρὰν ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν τὴν στενὴν τῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, χωρὶς νὰ ἔχω πρόθεσιν νὰ θίξω τινά, νὰ εἴπω ἀπὸ τὴν Φαρισαϊκὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν. Βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδεμίαν ἔχω πρόθεσιν νὰ πειράξω τινά. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἑρμηνεία κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ πρόσκλησις πρὸς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἀπὸ τοῦδε, ἐνῷ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πειραιῶς ἔπρεπε νὰ προέβαινεν εἰς τὴν ἐκλογὴν μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῶν νέων Δημοτικῶν Ἀρχῶν διὰ νὰ ἐπικυρωθῇ αὕτη, ἑρμηνεία, λέγω, κατὰ τὴν ὁποίαν οὕτως ἔδει νὰ ἐγίνοντο ταῦτα, θὰ ἦτο Φαρισαϊκὴ ἑρμηνεία, διότι δὲν πρόκειται περὶ πράξεως τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, περὶ πράξεως δημοτικῆς. Πρόκειται περὶ πράξεως τῆς Νομαρχίας, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Δῆμον. Εἶναι πρᾶξις δημοσίου δικαίου καὶ ἐγκαθιδρύθη κάποια αὐτονομία διὰ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ὥρισεν ὁ νόμος, ἀλλ’ εἶναι δημοσία ὑπηρεσία. Δὲν πρόκειται νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ πράξεως τοῦ δήμου Ἀθηναίων, τοῦ ὁποίου οἱ ἀντιπρόσωποι ἐδικαιοῦντο νὰ λύσωσι τὰ ζητήματα αὐτά. Σημειωτέον ἀκόμη καὶ τοῦτο· δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι τυπικῶς ἡ ἐκλογὴ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηναίων εἶναι ἄκυρος, ἀλλὰ συμμερίζομαι τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πράξεως ἀποκλειστικῶς τῆς διοικήσεως. Θὰ ἦτο ὀρθή, ἂν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἦτο σῶμα τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε τὰς προϋποθέσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἀνέθηκεν εἰς τὰ Συμβούλια νὰ στείλῃ ἀντιπροσώπους διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Τοιοῦτον σῶμα θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ προσκληθῇ ὅπως αὐτὸ ἐκλέξῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀντιπροσωπεύσει ἐν τῇ λιμενικῇ ἀρχῇ Πειραιῶς. Κύριοι, ὄχι ἐν τῷ διοικητικῷ δικαίῳ ἀλλ’ ἐν τοῖς κοινοῖς δικαστηρίοις ἀνάλογος ὑπόθεσις, ἂν ἐκρίνετο καθ’ ὃν τρόπον ὑποστηρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, θὰ ἀπετέλει ἑρμηνείαν στενήν, διαστρεβλωτικὴν τῆς οὐσίας τῶν νόμων, ἀρχὴν τοιαύτην κατὰ τῆς ὁποίας ὅλοι οἱ ἔχοντες τὰς νεωτέρας ἀντιλήψεις ἐξεγείρονται καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας κατήντησε νὰ κατηγορῶσιν ἡμᾶς τοὺς δικαστικούς, τοὺς νομικούς, ὅτι ἔχομεν στενὰς τὰς ἀντιλήψεις. Ἂν δὲ τοιαύτη ἑρμηνεία ἐν δικαστικῇ ἀντιλήψει καὶ ὑποθέσει θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς στενῆς ἀντιλήψεως ἑρμηνεία, ὡς θυσιάζουσα τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος εἰς τὸν τύπον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι ἐν τῷ διοικητικῷ δικαίῳ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ θεωρῆται Φαρισαϊκή.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων θὰ ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ ἐφαρμόζοντος τοὺς νόμους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ δεχθῆτε.
§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί γενικεύετε τὸ ζήτημα; Τὸ πρᾶγμα εἶναι τοῦτο, ἐὰν ἡ διοίκησις ἡ οὖσα κεκλημένη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, γενομένων ἤδη ἐκλογῶν καὶ ἐλλειπούσης μόνον τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν νέων Ἀρχῶν, ὀρθῶς ἔπραττε καλοῦσα τὸ πρῶτον Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ μὴ ἀκόμη νομίμως συγκεκροτημένον, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐγκατάστασιν τῶν μελῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ μίαν νέαν τριετίαν, ἐνῷ θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ διὰ τὸ ἕτερον Δημοτικὸν Συμβούλιον Πειραιῶς καὶ ἐὰν ὀρθῶς ἔπραξε λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐπεστήθη ἐπ’ αὐτοῦ ἡ προσοχὴ τῆς διοικήσεως ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἔκδοσιν τῆς διαταγῆς ὥστε ἡ ἐκλογὴ νὰ γίνῃ μετὰ 15 ἡμέρας. Ναί ἢ ὄχι; Οὕτω τίθεται τὸ ζήτημα. Δὲν τίθεται ἂν εἰς κάθε περίπτωσιν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα ἂν συμφέρει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἢ ὄχι κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κεκλημένου νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους. Ὅτε δὲ χθὲς ἐλέγομεν ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ θὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἐλπίδας τὰς ὁποίας στηρίζομεν ἐπ’ αὐτοῦ, μόνον καὶ μόνον, ἐὰν μὲ τοιαύτην ἀντίληψιν ἐξετάζῃ τὰ ζητήματα καὶ δὲν προσκολλᾶτε εἰς τυπικὰς ἑρμηνείας, δὲν ἐνομίζον ὅτι θὰ ἤρχεσθε σήμερον νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἐν προκειμένῳ ὑπῆρξε πταῖσμα τῆς Διοικήσεως καὶ κακὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου.
§92Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξα τὴν γνώμην σας χθές, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐνόμιζον ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων θὰ ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὰς σκέψεις ἑκάστου.
§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σέβομαι ἐντελῶς τὴν γνώμην σας· ἀλλὰ λέγω ὅτι παραγνωρίζετε τὸν χαρακτῆρα τῆς διοικήσεως ἰσχυριζόμενοι καὶ ἐπιμένοντες ὅτι ἡ διοίκησις ἦτο ἐν προκειμένῳ ὑποχρεωμένη, καὶ ἂν ἀκόμη ἐφιστᾶτο ἡ προσοχή της πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς διαταγῆς, καὶ ἂν ἐνεκαλεῖτο νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τὰς δεδομένας περιστάσεις τῆς συγκροτήσεως τῆς νέας ἐπιτροπῆς πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν νέων ἀρχῶν, νὰ καλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηναίων τοῦ ὁποίου ἡ ἐξουσία εἶχε λήξει διὰ νὰ ὡρίσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ. Ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει χάσμα τὸ ὁποῖον μᾶς χωρίζει. Ἡ ἑρμηνεία σας εἶναι τόσον στενὴ ὥστε καὶ εἰς δικαστήριον θὰ ἐχώλαινε· ἀλλὰ εἶναι τόσῳ μᾶλλον στενὴ δι’ ὑπόθεσιν διοικητικοῦ δικαίου, καὶ πρὸς τὰς νεωτέρας ἀντιλήψεις, μεταξὺ δὲ τῆς ἐπικρίσεως τῆς ἰδικῆς σας καὶ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος — ἀμφότεραι προέρχονται ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας — ἐγὼ προτιμῶ τὴν ἰδικήν σας διὰ νὰ εἶμαι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸν ἕτερον συνάδελφον.
§94Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ ἐμοῦ, ἀφεώρα ἕν παράπτωμα τῆς Διοικήσεως. Ὁ παρεμβὰς εἰς τὴν συζήτησιν ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἀπεκάλυψε δεύτερον παράπτωμα τῆς Διοικήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀγορεύσας περιέπεσεν εἰς τρίτον παράπτωμα, ἀφορῶν θεωρίαν γενικὴν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Τὸ πρῶτον παράπτωμα ἢ μᾶλλον τὸ δεύτερον, διότι ἀπὸ ἐκεῖνο πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν, διότι ἐκεῖνο χρονολογικῶς προηγεῖται περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτής, ὁ δεύτερον ὁμιλήσας, εἶναι παράπτωμα οὐσιαστικόν. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκλέξῃ τὰ μέλη τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα κατὰ νόμον ὑπ’ αὐτοῦ ἐκλέγονται. Ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου δεδομένης εἰς αὐτήν, ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ καλέσῃ καθ’ οἱονδήποτε χρόνον νομίζει εὔκολον νὰ ἐξασκήσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου παρεχομένην αὐτῷ ἐξουσίαν. Ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτήν, μὲ τὸν ὁποῖον προθύμως συμφωνεῖ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρεγνώρισε τὰ πράγματα καὶ παρεγνώρισεν αὐτὰ κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε ὄχι μόνον νὰ δύναται νὰ εἶναι ἐλεγκτέος ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀκόμη καὶ καθ’ ὑποκατάστασιν τιμωρητέος, διότι, λέγει, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ. Σημειωτέον δ’ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς καὶ οὐχὶ ὁ ὑπάλληλος περιέπεσεν εἰς παράπτωμα ἐνεργήσας πρᾶξιν ἡ ὁποία δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ ὅλον πνεῦμα τοῦ νόμου, πρᾶξιν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας τῆς προσδεδομένης ὑπὸ τοῦ νόμου, οὐσιαστικῶς κακήν. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Ὑπουργός σας, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἤσκησε κακῶς τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ νόμος, νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργόν σας νὰ προβῇ ἀκολούθως καὶ εἰς κατάφωρον παραβίασιν τοῦ νόμου; Καὶ τοῦτο ἐγένετο διὰ τῆς δευτέρας πράξεως, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ νὰ ἐλέγξῃ ἡ ἐπερώτησις ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κορινθίας, τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος καὶ ἐμοῦ διατυπωθεῖσα. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον κατόπιν τῆς πλημμελοῦς μὲν ἀνάγκης ἀλλὰ νομίμου τύποις ἐνεργείας εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ Ὑπουργός, καλέσας αὐτὸν εἰς ἐκλογὴν ὑπόχρεον ἐκ τοῦ νόμου νὰ προβῇ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ σήμερον εἰς τὴν ἐκλογήν, προέβη καὶ ἐξελέγησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν. Καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὁπόσην σχέσιν ἔχουσιν αἱ ἐξενεχθεῖσαι ὑπ’ αὐτοῦ θεωρίαι πρὸς τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται, νὰ μοὶ εἴπῃ τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τῆς ἐκλογῆς, ἡ Διοίκησις, εἴτε ὁ Νομάρχης εἴτε ὁ Ὑπουργός. Εἶπε, καὶ ἀληθῶς λέγει τοῦτο καὶ ὁ νόμος, ὅτι τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Πειραιῶς εἶναι νομικὸν πρόσωπον αὐτοτελές. Τὸ αὐτοτελὲς τοῦτο νομικὸν πρόσωπον διατελεῖ ἔν τινι σχέσει πρὸς τὴν διοίκησιν, τὴν κεντρικήν, ἐν τῇ σχέσει ἐκείνῃ εἰς τὴν ὁποίαν θέτει αὐτὸ ὁ νόμος. Πέρα ἐκείνης τῆς σχέσεως, οὐδεὶς δύναται νὰ θέσῃ αὐτὸ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην σχέσιν πρὸς τὴν διοίκησιν. Οὐδεμία θέλησις οὐδεμία γνώμη περὶ σκοπιμότητος, οὐδὲν σφάλμα τὸ ὁποῖον πρότερον ἐπράχθη ὑπὸ τῆς Κεντρικῆς ἐξουσίας. Ἐρωτῶ λοιπόν, καὶ ἐπεθύμουν νὰ λάβω ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· εὑρίσκει που ἐν τῷ νόμῳ, εὑρίσκει που ἐν ταῖς συστατικαῖς τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου νομίμους πράξεσι, ὅτι τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον καὶ δὴ αὐτὴ ἡ καταστατικὴ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν πρᾶξις, ἡ ἐκλογὴ μελῶν τινῶν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον ἢ τὴν ἐπίκρισιν τῆς διοικήσεως τοῦ Νομάρχου ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ; Βεβαίως ὄχι. Ὁ νόμος λέγει ὅτι ἐκλέγει τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, δὲν λέγει ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῆς ἐκλογῆς ἐγκρίνεται ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, ἐγκρίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ ἐκλογὴ γενομένη ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἶναι πλήρης ἐκλογὴ κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐδὲν ἕτερον ἔχετε νὰ κάμητε παρὰ νὰ ἐκδώσητε Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐγκαταστήσητε τὴν Ἐπιτροπήν. Διότι ἂν ἀφίετο εἰς ὑμᾶς ἡ ἐξουσία νὰ ἐγκρίνητε ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνητε τὴν ἐκλογήν, τότε δὲν θὰ εἴχομεν ἐκλογὴν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, θὰ εἴχωμεν ὑπόδειξιν, ὁ δὲ νόμος ὄχι μόνον ὁμιλεῖ περὶ ἐκλογῆς ἀλλὰ καὶ οὐδένα ποιεῖται λόγον περὶ ἐξουσίας τῆς διοικήσεως νὰ ἐγκρίνῃ τὰ ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου γενόμενα. Ἀλλὰ καὶ εἰδικώτερον, ὡς πρὸς τὸν Νομάρχην, τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ποιεῖται μνείαν ὁ νόμος, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία σχέσις τῆς πράξεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐν τούτοις τί συνέβη; Ὁ κ. Νομάρχης, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω ἂν εἶχε γνῶσιν τοῦ σφάλματος εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν ὁ προϊστάμενός του κ. Ὑπουργός, καὶ ἐσκόπει νὰ τὸ διορθώσῃ, ὁ κ. Νομάρχης δι’ ἑνὸς ἐγγράφου του ἀκυροῖ τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τοὺς λόγους τῆς ἀκυρώσεως ἐρωτῶ· ποῦ εὗρεν ὁ κ. Νομάρχης τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν, τὴν ὁποίαν συμφώνως τῷ νόμῳ καὶ μετὰ προηγουμένην νόμιμον πρόσκλησιν — νόμιμον καίτοι οὐσιαστικῶς πλημμελῆ —ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ γενομένην, ἐνήργησε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον; Ποῦ εὗρε τὴν ἁρμοδιότητα ὁ κ. Νομάρχης; Ποῦ; Ἐν τίνι νόμῳ; Οὐδαμοῦ. Καὶ οὕτω ἔχομεν πρᾶξιν τοῦ κ. Νομάρχου, πρᾶξιν μὴ νομίμως τελεσθεῖσαν, πρᾶξιν ἄνευ ἁρμοδιότητος ἀσκηθεῖσαν καὶ ἀνίκανον νὰ ἔχῃ νόμιμόν τι ἀποτέλεσμα θίγουσαν δὲ πρᾶξιν σωματείου τοῦ δημοσίου δικαίου πρὸς τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἐπιχειρήσει τῆς πράξεως ταύτης ὁ κ. Νομάρχης οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἔχει ἁρμοδιότητα, οὐδεμίαν ἔχει δικαιοδοσίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκει τοῦτο φυσικὸν καὶ λέγει ὅτι τὸ νὰ μὴ ἀναγνωρίζηται ὅτι ὁ κ. Νομάρχης, ἀποβλέπων εἰς τὸ ὀρθόν, ἀποβλέπων εἰς τὸ πρέπον, ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὅ τι ἔκαμεν, καὶ τὸ νὰ λέγηται ὅτι ὁ κ. Νομάρχης δὲν δύναται ἄνευ ἁρμοδιότητος νὰ ἀκυροῖ πράξεις ὀργάνων τοῦ δημοσίου δικαίου, τὰ ὁποῖα κατὰ νόμον ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιχειρῶσι ταύτας ἄνευ ἐξαρτήσεως ἀπὸ τοῦ κ. Νομάρχου, εἶναι ἑρμηνεία τοῦ νόμου Φαρισαϊκή. Κύριοι, εἶναι πολλὰ ἔτη κατὰ τὰ ὁποῖα καταγίνομαι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, δύναμαι δὲ νὰ καυχῶμαι ὅτι αἰσθάνομαι πάντοτε ἀγανάκτησιν, ἐκδηλουμένην πολλάκις καὶ μὲ νευρικότητα μὴ προσήκουσαν, ὅταν βλέπω εἰς τὴν κακὴν διατύπωσιν τοῦ νόμου, εἰς τὴν ἀτελῆ διατύπωσιν τοῦ νόμου, θυσιαζόμενον τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται ἱερὰν τὴν προσήλωσιν πρὸς τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν λαμβάνει δι’ ὡρισμένων λέξεων, ἡ ἰδέα τοῦ νομοθέτου. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι εἶναι ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος ἡ γλωσσικὴ μορφὴ μὲ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη ἡ ἰδέα τοῦ νομοθέτου. Χωρῶ καὶ περαιτέρω· φθάνω μέχρι τῆς μορφῆς ἐκείνης τῆς νομοθετικῆς ἰδέας ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν πλήρη διατύπωσιν τῆς ἐννοίας, ἥτις ἐνέπνευσε τὸν νομοθέτην, καὶ ὅταν ἀκόμη τῆς ἐννοίας ταύτης ἴσως καὶ αὐτὸς ὁ νομοθέτης δὲν ἔχει πλήρη τὴν ἀντίληψιν, καὶ ἐπιτρέπω καὶ τὴν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης διόρθωσιν τοῦ γράμματος, τοῦ ἀτελῶς διατυπωθέντος, καὶ τῆς ἰδέας τῆς ἀτελῶς ἀποκαλυφθείσης εἰς τὸν νομοθέτην. Ἀλλὰ πέρα τούτου—τὸ τελευταῖον μάλιστα δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ἐὰν εἶναι ὀρθόν—οὐδεὶς δύναται νὰ χωρήσῃ δι’ οἱασδήποτε ἑρμηνείας. Πᾶσα προχώρησις πέρα τῶν ὁρίων τούτων εἶναι κατάργησις τοῦ νόμου, εἶναι ὑπερπήδησις τοῦ νόμου, εἶναι ἀντιποίησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἄρνησις τοῦ κύρους αὐτῆς. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· ἡ δημιουργία δικαιοδοσίας, ἡ ἀντιποίησις δικαιοδοσίας ὑπ’ οὐδενὸς νόμου παρεχομένη εἰς ὄργανα τῆς διοικήσεως, τίνος εἴδους ἑρμηνεία εἶναι, ὅτε οὐδαμοῦ τοῦ νόμου εὑρίσκεται τοιαύτη δικαιοδοσία, ὅτε οὐδαμοῦ εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένη τοιαύτη ἐξουσία τοῦ ὀργάνου τῆς διοικήσεως; Ὁμιλεῖτε περὶ στενῆς καὶ εὐρείας ἑρμηνείας καὶ ὅτε ὁ νόμος δὲν σᾶς δίδει δικαίωμα παρεμβάσεως. Πῶς θὰ ἐπιτύχητε δι’ ἑρμηνείας τοῦτο; Τίνος νόμου ἡ ἑρμηνεία εἶναι ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας θὰ φθάσητε εἰς αὐτό; Ὅτε οὐδεὶς νόμος σᾶς δίδει ἐξουσίαν ἐπὶ ὀργάνου τινὸς τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ, ὡς ἐν προκειμένῳ, πῶς ἀκυρώνετε πράξεις αὐτοῦ νομίμως τελεσθείσας, σεῖς ὁ ὁποῖος οὐδεμίαν ἔχετε δικαιοδοσίαν ἐπὶ τούτων; Καὶ λέγετε τοῦτο ζήτημα ἑρμηνείας, ἐνῷ εἶναι ζήτημα φανερᾶς καὶ καταφώρου παραβάσεως τοῦ νόμου· διότι καὶ ἡ εὐρυτάτη ἑρμηνεία στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ νόμου, ἐνῷ αὐτὸ τὸ ὁποῖον σεῖς ἐπράξατε, ἀσκήσαντες δικαιοδοσίαν ἐκεῖ ὅπου οὐδεὶς νόμος σᾶς δίδει τοιαύτην, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἶναι παραβίασις, ἀνατροπὴ τοῦ νόμου. Καὶ λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ ἄλλαι πρέπει νὰ ἐπικρατήσωσι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἀρχαί, ἴσως στενώτεραι, ἐν τῇ Διοικήσει ὅμως εὐρύτεραι. Νομίζω ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη πρέπει νὰ διευκρινισθῇ. Οὕτω διατυπουμένη ἐνέχει σύγχυσιν καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς ἀπαραδέκτους συνεπείαις. Ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ τίθενται ὡρισμένοι κανόνες κατὰ τοὺς ὁποίους διέπονται ὡρισμέναι πραγματικαὶ σχέσεις. Καὶ ὡς πρὸς τοὺς κανόνας τούτους ἐνδείκνυται ἡ ὅσον ἔνεστι εὐρεῖα καὶ ἐλευθέρα ἑρμηνεία, ἡ ὅσον ἔνεστι σύμμετρος πρὸς τὴν πλήρη τῶν ῥυθμιστέων πραγματικῶν σχέσεων ἀντίληψις. Ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του, διότι τὸ ἀστικὸν δίκαιον θέτει ὡρισμένους κανόνας δι’ ὡρισμένας πραγματικὰς σχέσεις, καίτοι τὰ ὅρια τῆς ἑρμηνείας τῶν κανόνων αὐτῶν πρέπει νὰ τεθῶσιν ὅσον ἔνεστι εὐρέα, εἶναι πρόδηλον ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν δίδεται εὐρὺ στάδιον τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐφαρμογῆς, τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἐνεργείας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐν τῇ Διοικήσει οἱ νόμοι δίδουσιν ἐξουσίας, διαγράφουσι τὰ ὅρια ἐντὸς τῶν ὁποίων ἀφίεται ἐλευθερία διακριτικῆς ἐξουσίας εἰς ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους δὲν δίδονται αἱ ἐξουσίαι αὐταί, ἤτοι εἰς τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, ἵνα οὕτως ἢ ἄλλως διαχειρισθῶσι τὰς πραγματικὰς περιστάσεις περὶ ῥυθμίσεως τῶν ὁποίων πρόκειται. Ἐν τῇ φύσει τῶν νόμων τῆς Διοικήσεως ἔγκειται ἡ ἐλευθέρα χρῆσις τῶν ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ νόμου ἐδόθησαν μὲν εἰς τὰ ὄργανα, ἀλλὰ μὲ ἐξηρτημένην ἐκ τῆς κρίσεως αὐτῶν τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἐνέργειαν κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν περὶ τοῦ ἑκάστοτε προσήκοντος. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν ῥυθμιστέων ὑπὸ κανόνων αὐτῶν θεμάτων, μέγα μέρος τῆς ῥυθμιστικῆς ἐνεργείας ἀφίεται εἰς τὴν ἐλευθέραν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν αὐτῶν. Τοῦτο δὲν σχετίζεται ποσῶς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Τοῦτο ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἔχει τεθῇ οὕτω εὐρέως ἢ μὴ εἰς τὴν διάκρισιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰς ἐκ τοῦ νόμου χορηγουμένας ἐξουσίας· διότι ὅλοι οἱ νόμοι τῆς Διοικήσεως οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ χορήγησις ἐξουσιῶν εἰς τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ἵνα αὐτὰ ῥυθμίσωσι τὰ πραγματικὰ θέματα ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ῥυθμιστικὴ ἐνέργεια ἀφίεται εἰς τὴν διακριτικὴν αὐτῶν ἐξουσίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας. Ἡ τοιαύτη εὐρύτης εἶναι ἀπόρροια αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου τῶν διοικητικῶν νόμων. Ἐκ τοῦ ὅτι τοιαύτην εὐρύτητα ἔχουσιν οἱ νόμοι τῆς Διοικήσεως, δὲν ἕπεται ὅτι εἶναι εὐρύτεροι οἱ κανόνες οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν. Καὶ διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων αὐτῶν, ὅπως καὶ διὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην τῶν νόμων, ὑπάρχει ἓν ὅριον τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπερβῇ, καὶ τὸ ὅριον αὐτὸ εἶναι ἡ ἔννοια τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἔστω καὶ ὄχι ἐν πλήρει διαυγείᾳ ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ ὁ νομοθέτης. Ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς διὰ τοὺς νόμους τῆς διοικήσεως, τοὺς ἔχοντας τὸ περιεχόμενον οἷον πρὸ μικροῦ καθώρισα, ἤτοι τὴν διαγραφὴν ἐξουσιῶν ἐν δεδομένοις ὁρίοις, θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ νὰ δεχθῇ ὅτι, προκειμένου περὶ νόμων διαγραφόντων ὅρια διὰ τὴν ἐξουσίαν, μᾶλλον ἐπικίνδυνον εἶναι νὰ δέχηται τὴν τῶν ὁρίων τούτων ἐπέκτασιν πέρα τῶν ἐν τῷ νόμῳ τεθειμένων σαφῶς γραμμῶν παρὰ νὰ δέχηται τὸν περιορισμὸν αὐτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς θεωρίας τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν οὐχὶ μόνον δὲν ἀπεδέχθη ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα διαγράφονται διὰ τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως ὑπὸ τῶν διοικητικῶν νόμων, πρέπει νὰ τηρῶνται αἱ γραμμαὶ αἱ ἐν τῷ νόμῳ διαγραφόμεναι, ἀλλ’ ἐδέχθη ὅτι δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἐξουσία ἐκεῖ ὅπου οὐδεὶς νόμος ἀνεγνώρισε τοιαύτην. Δὲν εἶναι τοῦτο, Κύριοι ζήτημα εὐρυτέρας ἢ στενῆς ἀντιλήψεως· εἶναι ζήτημα περὶ τοῦ ἐὰν θὰ διεπώμεθα ὑπὸ νόμων ἢ θὰ διεπώμεθα ὑπὸ τῆς ἑκάστοτε ἀντιλήψεως περὶ τοῦ προσήκοντος τῶν ἀσκούντων τὴν Κυβερνητικὴν ἢ τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν. Κύριοι, ἐάν τις ἐσκέπτετο ἀνεξαρτήτως τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν, βεβαίως θὰ ἔλεγε ὅτι τὸ τελειότερον τῶν συστημάτων εἶναι ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπὸ τῶν ἀρίστων διεπομένη ἡ πόλις ἀφίησιν αὐτοὺς ἵνα τὰ ἄριστα βουλευόμενοι τὴν τύχην αὐτῶν, καὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν ἰθύνωσιν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ ἰδανικῶς πραγματοποιήσιμον ἀκινδύνως ἐν Πολιτείᾳ ἀγγέλων, τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἴσως ἰσχύει ἀκινδύνως ἐν τῷ παραδείσῳ, εἰς οὐδένα πολιτικὸν ὀργανισμὸν ὑγιᾶ ἐν ἀνθρωπίνῃ κοινωνίᾳ ἐγένετό ποτε δυνατὸν νὰ ἰσχύῃ καὶ εὐλόγως διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο ἀνθρωπίνως. Εἰς πολιτικόν τι σύστημα πᾶσα ἐξουσία, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἴς τινα, ἀνετέθη περιωρισμένη, διότι εἶναι ἐξουσία ἀπότοκος τῆς δυνάμεως τῆς εἰς πολλοὺς καὶ μόνον εἰς τοὺς πολλοὺς προσηκούσης. Ἀνετέθη περιωρισμένη καὶ οὐδένα διέφυγέ ποτε ὅτι ἡ διαγραφὴ τῶν περιορισμῶν τούτων δύναται ἐν δεδομένῃ περιστάσει ν’ ἀποβῇ ἐπὶ ζημίᾳ. Ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἐν δεδομένῃ περιστάσει δύναται ὁ περιορισμὸς τοῦ διαχειριστοῦ μιᾶς ἐξουσίας ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔταξεν ὁ νόμος, δύναται νὰ γίνῃ ἀφορμὴ νὰ προέλθῃ ζημία ἐν τῇ διαχειρίσει δεδομένου τινὸς ζητήματος. Ἀλλ’ ἂν λείψωσιν οἱ περιορισμοὶ οὗτοι, ἐμφανίζονται ἀμέσως κίνδυνοι τῶν αὐθαιρεσιῶν, εἴτε ἐξ ἰδίας ἀστόχου ἐμπνεύσεως εἴτε ἐξ εἰσηγήσεως κακῆς, καὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ζημία πολὺ μεγαλειτέρα ὥστε ἡ πρώτη, ἡ ἐκ τῶν περιορισμῶν ζημία, πάντοτε καὶ παρὰ πάντων ἐκρίθη προκριτέα. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ ὡς εὔρρυθμον πολιτικὴν ἐξουσίαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν θέτουσιν ὄχι οἱ νόμοι, ἀλλὰ τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, ἐπεμβαίνοντα ὅπου οὐδεὶς νόμος ἐπέτρεψε τοῦτο καὶ ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τοῦ προσήκοντος ἐπιχειροῦντα ὅ τι ἂν αὐτὰ ἤθελον νομίσει συμφερώτερον, θὰ ἦτο δὲ ἀληθῶς περιεργότατον ἂν τοιαύτη θεωρία ἀνεγνωρίζετο, ὅταν ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν περίπτωσιν καθ’ ἣν κατώτερον ὄργανον τῆς Διοικήσεως ἄνευ νομίμου δικαιοδοσίας ἐνήργησεν ἐπὶ ἀνατροπῇ πράξεως αὐτῆς τῆς προϊσταμένης αὐτοῦ Ἀρχῆς, ἥτις εἶχε νομίμως μὲν ἀστόχως δὲ ἐπιχειρισθῆ. Καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν ἐτέθη ἀπὸ τὸν κ. Νομάρχην αὐτὴ ἡ θεωρία τοῦ προσήκοντος, ἣν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει; Διὰ νὰ εὕρῃ εὐκαιρίαν ὁ κ. Νομάρχης νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ὅτε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προέβη εἰς τὴν ἐκλογήν, δὲν ἦτο Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅτι δὲν ἦτο κατ’ οὐσίαν Δημοτικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐὰν ἦτο κατ’ οὐσίαν Δημοτικὸν Συμβούλιον διότι εἶχον γίνει ἐκλογαὶ καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς εἶχον ἐκλεγῆ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι μὴ ἐγκατασταθέντες ἀκόμη δὲν ἦσαν μὲν κατὰ τύπους Δημοτικοὶ Σύμβουλοι, ἀλλὰ καὶ οἱ παλαιοὶ δὲν ἦσαν κατ’ οὐσίαν καὶ δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ἐνεργήσωσι πρᾶξιν τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι πρόκειται νὰ ἰσχύσωσιν ἐπὶ μίαν τριετίαν.
§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶχον κυρωθῆ. Εἶναι εὐρυτέρα ἀντίληψις.
§96Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἦσαν εἰς κατάστασιν καθεύδουσαν. Τί εἶναι αὐτά; Κύριοι· ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι ἡ ἐξουσία τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν παρατείνεται μέχρι τῆς δεῖνα ἐποχῆς· ἂν δὲν ἀπατῶμαι, μέχρι τῆς 14 Μαρτίου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ Δημοτικὴ Ἀρχή, καὶ αὐτοὶ ἐκλήθησαν ὑπὸ τῆς Διοικήσεως νὰ ἐκλέξωσι καὶ ἐξέλεξαν. Πῶς δύνασθε νὰ λέγητε ὅτι τοῦτο ἔπραξαν μὴ ὄντες σύμβουλοι πλέον κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξέλεξαν; Ποῦ στηρίζεσθε; Θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι καίτοι εἶχον τὴν κατὰ νόμον ἐξουσίαν, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε πλέον ἡ προϋπόθεσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν ὁ νόμος ἔθεσεν ὡς λόγον ἵνα τοὺς δώσῃ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι δὲν εἶχε πλέον τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τοῖς ἔδωκεν ὁ νόμος; Διότι αὐτὸ λέγετε. Ὁ νόμος κατὰ τὴν ὑμετέραν κρίσιν ἵνα δεχθῇ ὡς ἀντιπροσωπεύοντας τὸν Δῆμον, τοὺς Δημοτικοὺς Συμβούλους, ἀπῄτησε νὰ τυγχάνωσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐκλογέων τοῦ δήμου καὶ δι’ αὐτό, ὅταν κρίνητε ὅτι αὕτη ἔπαυσε τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν δήμων ἀπὸ αὐτούς· ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι ὁ νόμος διαγράφει μίαν διαδικασίαν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκδηλοῦται ἡ τοιαύτη ἐμπιστοσύνη, καὶ ὅταν ἐκδηλωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτὴ συμφώνως πρὸς τὴν διαγραφομένην ὑπὸ τοῦ νόμου διαδικασίαν, δέχεται ὁ νόμος ὅτι ἔχουσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκλογέων οἱ τυχόντες αὐτῆς καὶ δίδει εἰς αὐτοὺς τὴν ἐξουσίαν διὰ ὡρισμένον χρόνον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει· ἐπειδὴ ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ὁ νόμος τὴν ἐξουσίαν δίδει εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, διότι τοῦτο ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκλογέων, δημιουργῶ, κρίνω ἐγὼ δημιουργῶ ἕν μέτρον τῆς ἐξευρέσεώς μου μὲ τὸ ὁποῖον ἐξελέγχω ἂν ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτὴ ἐξακολουθῇ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνδείξεων τοῦ μέτρου τούτου ἀποφαίνομαι ἂν ἐξακολουθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν τῷ ἐχορήγησεν ὁ νόμος ἢ ὄχι. Ἀφοῦ δὲ ἐν προκειμένῳ εἶναι ἀναμφισβήτητον ἐκ τῶν ἐν τῷ μεταξὺ ἐκλογῶν ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκλογέων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀρνοῦμαι εἰς αὐτὸ ἐξουσίαν καὶ ἐπιτρέπω εἰς τὸν Νομάρχην νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν. Σημειωτέον ὅτι τοῦτο δὲν ἐνεθυμήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε ὡς Ὑπουργὸς τότε τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκάλεσε τὸ Συμβούλιον νὰ ἐκλέξῃ. Ἐνεθυμήθη αὐτὸ ὁ κ. Νομάρχης ὅτε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἤσκησε πλέον τὴν ἐξουσίαν του προσκληθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ εἶπε, κακῶς τὴν ἠσκήσατε καὶ ἐγὼ δὲν λογαριάζω αὐτό. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ καὶ ἄλλη δικαιολογία. Καὶ εἶπε ὁ κ. Πρωθυπουργός· πράγματι ὁ Νομάρχης δὲν ἠκύρωσε τὴν πρᾶξιν τοῦ Συμβουλίου. Λέγει ἡ πρᾶξις τοῦ Νομάρχου ὅτι ἀκυροῖ τὴν ἐκλογήν, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν δὲν συμβαίνει τοῦτο. Πράγματι ἐννοεῖ ὅτι ἀνακαλεῖ τὴν προηγουμένην πρᾶξιν, τῆς Διοικήσεως, τὴν καλοῦσαν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκλέξῃ. Θὰ ἦτο περίεργος ἀντίληψις τῆς διοικητικῆς ἱεραρχίας νὰ δύνηται ὁ Νομάρχης νὰ ἀνακαλῇ πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις καὶ ἐξετελέσθη ἤδη. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας, ἂς ἴδωμεν καὶ τὸ πρᾶγμα πῶς κατασκευάζεται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι ὁ Νομάρχης εἶναι ὑποκατάστατος τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὁ Νομάρχης δὲν εἶναι ὑποκατάστατος ὡς εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ἀντεισαγγελεὺς ἐν τῇ εἰσαγγελικῇ ἀρχῇ, ἥτις εἶναι ἑνιαία· ὁ Νομάρχης εἶναι ὑφιστάμενος, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ἀκυροῖ τὴν πρᾶξιν ὁ Νομάρχης οὐχὶ συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, οὐχὶ ὡς ὑποκατάστατος τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀναγνώσατε τὸ ἔγγραφον αὐτοῦ, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι οὐδαμοῦ ὁμιλεῖ περὶ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὥστε δὲν ἐνεργεῖ ὡς ὑποκατάστατος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ θεωρία αὐτὴ τῆς ἀνακλήσεως τῆς πράξεως ἐτέθη καὶ ἐνεκρίθη μὲ ἕνα περιορισμόν. Δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὅτι ὑπάρχει ἓν ὅριον πέρα τοῦ ὁποίου ἡ Διοίκησις δὲν δύναται νὰ ἀνακαλῇ τὰς πράξεις αὐτῆς, καὶ τὸ ὅριον εἶναι ὅταν ἐκ τῆς πράξεως αὐτῆς ἐτέθησαν ὑποκειμενικὰ δικαιώματα. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι ἐδῶ μετὰ τὴν ἐκλογὴν δὲν εἶχε νὰ ἀνακαλέσῃ τίποτε ὁ κ. Ὑπουργός. Ἡ εὐρεῖα ἀντίληψις, περὶ ἧς ὁμιλεῖτε, ἐπέβαλε νὰ ἐννοήσητε ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ σας, ἡ ἐν τῷ νόμῳ ἀναγραφομένη, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ μία ἁπλῆ εἰδοποίησις ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα τῆς ἐκλογῆς νέων μελῶν. Ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ κάποιος, ὁ ὁποῖος νά εἰδοποιήσῃ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ὅτι πρέπει νὰ προβῶσιν εἰς συγκρότησιν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνετέθη ἡ εἰδοποίησις αὕτη εἰς τὸν Ὑπουργόν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, περὶ ἀσκήσεως δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ· πρόκειται περὶ ἁπλῆς εἰδοποιήσεως τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ ὁ Ὑπουργός, ἀναγκαίας τυπικῶς, ἵνα λάβῃ ἀφορμὴν ἐνεργείας τὸ Συμβούλιον. Ἡ πρᾶξις δὲ ἡ οὐσιώδης, ἡ πρᾶξις ἡ οὐσιαστικὴ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ἡ ἐκλογή. Καὶ τί ἐκάματε μὲ τὴν διαταγὴν αὐτὴν τοῦ Νομάρχου; Ἀνετρέψατε πρᾶξιν ὄχι τῆς διοικήσεώς σας, ἀλλὰ πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, πρᾶξιν πρὸς τὴν ὁποίαν εἰς οὐδεμίαν ἐπαφὴν σᾶς ἔθεσεν ὁ νόμος. Ποῦ εὑρίσκετε τὴν διοικητικὴν πρᾶξιν, περὶ ἀνακλήσεως τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε; Τὸ ὅτι εἰδοποίησεν ὁ Ὑπουργὸς ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐκλογὴ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦτο ὀνομάζεται διοικητικὴν πρᾶξιν;
§97Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν εἶχε τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ὁ Ὑπουργὸς νὰ τοὺς προσκαλέσῃ βραδύτερον.
§98Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ἐξάγεται ἐξ αὐτοῦ τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ εἰδοποίησις αὐτὴ εἶναι διοικητικὴ πρᾶξις, εἶναι ἀπόφασις; Πάντοτε εἶναι εἰδοποίησις ἁπλῆ, δίδουσα ἀφορμὴν εἰς πρᾶξιν καὶ τίποτε ἄλλο. Ὁ νόμος ἐννοεῖ ὅτι ἐκεῖνα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ἐκλέγουσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια, πρέπει νὰ τὰ ἐκλέγωσι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρᾶξις ἡ διοικητική. Ἀλλὰ καὶ ἂν νομίζητε ὅτι ἡ εἰδοποίησις δύναται νὰ ἀνακληθῇ, φρονεῖτε ὅτι δύναται νὰ ἀνακληθῇ καὶ ἡ πρᾶξις ἡ ἐπιχειρηθεῖσα ὑπὸ ἄλλου ὀργάνου, ὡς ἡ ἐκλογὴ ἡ ἤδη τετελεσμένη; Βεβαίως ὄχι, διότι διὰ τῆς εἰδοποιήσεως ἐξαντλεῖται ἡ ἐνέργεια ἡ ἡμετέρα, ἡ δὲ ἄλλη, ἡ ὑπὸ τοῦ ἄλλου ὀργάνου ἐπιχειρηθεῖσα, δὲν ἐξαρτᾶται πλέον ἐξ ὑμῶν. Ὅταν δὲ ἐπεχειρήθη ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαία πρὸς ἐπιχείρησιν αὐτῆς προϋπόθεσις καὶ ἂν ἔπειτα αὕτη ἀνεκλήθη. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ εἴπῃ μὲ τὴν θεωρίαν του· θὰ ἐδέχετο ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἀνάκλησις τῆς εἰδοποιήσεως καὶ ὅταν οἱ ἐκλεγέντες παρέλαβον τὴν Ἀρχήν;
§99Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι πολὺ διαφορετικὸν τότε.
§100Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διατί παρακαλῶ;
§101Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διότι τότε ἔχει συγκροτηθῆ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπή.
§102Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὅταν ἡ θεωρία σας εἶναι ὅτι αἱ διοικητικαὶ πράξεις αἴρονται μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἤθελε δημιουργηθῆ ὑποκειμενικὸν δικαίωμα, διατί νὰ μὴ ἀνακληθῇ καὶ μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν; Ἂν τοιοῦτον δικαίωμα εἶναι ἡ ἐγκατάστασις, διατί δὲν εἶναι καὶ ἡ ἐκλογή; Κύριοι, ὡμίλησα ἴσως πολλὰ ἐν σχέσει πρὸς τὸ θέμα. Τερματίζων τὸν λόγον θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν νόμον ἀπαιτεῖ νὰ δεχθῇ ὅτι ἡ πρώτη ἐκλογὴ ὑφίσταται καὶ εἶναι νόμιμος καὶ οἱ διὰ τῆς πρώτης ἐκλογῆς ἐκλεχθέντες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὰ μέλη τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πειραιῶς. Ἡ διὰ τῆς δευτέρας ἐκλογῆς ἐκλεγέντες κακῶς ἐξελέγησαν, διότι ἡ ἐκλογὴ ἡ προσήκουσα ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἶχε συντελεσθῆ καὶ οὐδὲν ἕτερον ὑπελείπετο εἰς τὴν Διοίκησιν παρὰ νὰ ἐγκαταστήσῃ αὐτοὺς τοὺς κατὰ τὴν πρώτην ἐκλογὴν ἐκλεγέντας. Τοῦτο δὲν ἔπραξε. Εἶναι εἰς καιρὸν νὰ τὸ πράξῃ ἤδη.
§103Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως σημεῖά τινα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Συναδέλφου, διότι ἂν ἐλάμβανέ τις ὡς βάσιν ὅλα ὅσα εἶπε, τὰ ὁποῖα γενικῶς εἰπεῖν ὀρθῶς ἐλέχθησαν, θὰ ἠδύνατο νὰ παρασυρθῇ καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν ὑπάρχει διοίκησις. Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν θεωριῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Συνάδελφος, μέχρι τῶν ἄκρων, εἶναι ἄρνησις ἀπόλυτος τῆς διοικήσεως. Ἡ Διοίκησις ὀφείλει νὰ συμμορφώνηται πρὸς τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο διοίκησις ζῶντος ὀργανισμοῦ ἐκείνη ἥτις δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου νὰ ἀνακαλῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκει ὅτι κακῶς ἐγένετο ἢ ὅτι κατὰ καταλληλότερον τρόπον πρέπει νὰ ῥυθμισθῇ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι στηρίζονται—αὐτὸς βεβαίως δὲν παραγνωρίζει τοῦτο—ἐπὶ μιᾶς παραγνωρίσεως, τοῦ τί εἶναι διοικητικὴ πρᾶξις. Ἡ διοικητικὴ πρᾶξις δὲν ὑφίσταται περιωρισμένη ἐκ τῶν νόμων καὶ δὴ οὕτως, ὥστε ἅμα ὡς πρᾶξις συντελεσθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ καὶ λάβῃ ὑπόστασιν, νὰ δεσμεύσῃ καὶ τὴν διοίκησιν, ὥστε νὰ μὴ εἰμπορῇ νὰ ἀνατρέψῃ αὕτη τὸ ἀποτέλεσμά της.
§104Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§105Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐκεῖ ἐτείνετε. Οἱοσδήποτε ἤθελεν ἀκούσει ὑμᾶς εἰς αὐτὸ ἤθελε καταλήξει.
§106Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ μὲ ἤκουε καὶ θὰ ἀντελαμβάνετο τοιοῦτό τι, θὰ εἶχε κακὴν ἀντίληψιν.
§107Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
§108Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον διὰ σᾶς, διότι σεῖς εἴπετε ὅτι ἔτεινον ἐκεῖ.
§109Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξητε τοιαῦτά τινα, ἀλλ’ οἱοσδήποτε ἀκούων τὴν ἀνάπτυξίν σας, εἰς αὐτὸ ἤθελε καταλήξει· ὅτι ἡ διοίκησις εἶναι τοιαύτη ὥστε κακὸν μέγα, τὸ ὁποῖον βλέπει ὅτι δὲν ἐγένετο σκοπίμως ἢ ἐγένετο ἀτόπως, κωλύεται, ἐκ τοῦ ὅτι νομίμως συνετελέσθη ἡ πρᾶξις ἡ διοικητική, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ὅ,τι ἔπραξε νὰ τὸ μεταρρυθμήσῃ. Διὰ νὰ στηριχθῇ δὲ ἡ γνώμη αὕτη ἐγένετο μία διχοτόμησις, τριχοτόμησις τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας καὶ ἐπαρουσιάσθη μία διοικητικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τοῦτο εἰς τὴν ὑπὸ τῆς δημοσίας διοικήσεως, τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, συγκρότησιν ἑνὸς νομικοῦ προσώπου. Ἐπαρουσιάσθη ὅτι μέρος εἶναι πρᾶξις Ὑπουργικὴ καὶ μέρος εἶναι τοῦ ὀργάνου τῆς ἀντιδιοικήσεως· ἑπομένως πρὶν συμπληρωθῇ ὁλόκληρος ἡ συγκρότησις τοῦ νομίμου προσώπου ὁπότε καὶ μόνον ὑπάρχει συντετελεσμένη ἡ διοικητικὴ ἐνέργεια, ἐνῷ εὑρίσκετο ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ἐξελίξεώς της ἡ πρᾶξις, ἀνεκαλύφθη ὅτι ἐγένοντο ἄτοπα. Δὲν ἠδύναντο δὲ ταῦτα νὰ ἀρθῶσι, δὲν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀνακαλέσῃ ταῦτα διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐξήντλησε τὴν δικαιοδοσίαν του. Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ἐλέχθησαν εἰς συγκεκριμένην ὑπόθεσιν τοιαῦτα, διότι γενικῶς βεβαίως εἶναι στοιχεῖα τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, ἀλλ’ εἰδικῶς εἰς τὴν συγκεκριμένην ταύτην ὑπόθεσιν δὲν ἐπετρέπετο νὰ λέγωνται, διότι περιέχουσι παραγνώρισιν τῆς ἀρχῆς τί εἶναι διοικητικὴ πρᾶξις. Ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, ὅτι ὑπῆρξε παραβίασις τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς· ὅτι ἡ διοίκησις παρεβίασε τὰ δικαιώματα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς ὑπὸ τοῦ συγκεκροτημένου νομικοῦ προσώπου, ὅπως εἶναι ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπή, ἐξουσίας, διότι ὅταν ὑπῆρχε συγκεκροτημένον τὸ νομικὸν πρόσωπον, βεβαίως δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν διοίκησιν νὰ ὑποκατασταθῇ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τοῦτο ὑπάρχει περιορισμὸς τῆς ἐξουσίας τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἐν τῇ συγκροτήσει τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς ἔχομεν καθαρῶς διοικητικὴν πρᾶξιν καὶ θὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἐν ᾧ σταδίῳ ἐγένετο, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνορθωθῇ τὸ γενόμενον. Ναὶ ἢ οὔ; Ἐγὼ θέτω τὴν ἀρχὴν ὅτι βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνορθωθῇ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐδημιουργήθησαν ἤδη ὑποκειμενικὰ δικαιώματα δημοσίου δικαίου, ἄλλα τοιαῦτα δικαιώματα ἐνταῦθα δὲν ἐμφανίζονται. Τίνος τὰ δικαιώματα ἐθίχθησαν; Τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τὸ ὁποῖον ἔρχεται καὶ ἐγκρίνει τὰ γενόμενα ἀνακαλοῦν τὸ ψήφισμά του καὶ προβαῖνον εἰς διορισμὸν νέον ἢ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς παλαιᾶς ἢ τῆς νέας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κἂν συγκροτηθῇ; Ἢ μήπως ἐθίχθησαν τὰ δικαιώματα τῶν ἐκλεγέντων; Καὶ ὑπάρχει θεωρία, ὅτι οἱ ἐκλεγέντες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσωσι τὴν ἐντολήν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δέχονται τοιαύτην θεωρίαν ἐξαρτῶσι τὴν δημιουργίαν δικαιώματος ἐντολῆς ἐκ τῆς κοινοποιήσεως πρὸς αὐτοὺς τοῦ διορισμοῦ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκοινοποιήθη εἰς αὐτοὺς ὁ διορισμός, ἔχομεν ἐσωτερικὴν πρᾶξιν τῆς διοικήσεως, μίαν ἐνιαίαν διοικητικὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἐλευθερία νὰ ἀνακληθῇ.
§110Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι διορισμός· εἶναι ἐκλογή.
§111Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει τοιοῦτο δικαίωμα, μήπως θίγεται ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν μελῶν τῶν ἐκλεγέντων, διότι τυχὸν δὲν ἔτυχον τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ νέου Συμβουλίου, καὶ δὲν θίγεται περισσότερον ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτῶν ἄν, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Συμβουλίου τοῦ ἀπολαύοντος τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ, θελήσωσι νὰ ἀσκήσωσι τὴν ἐντολήν των; Ποῦ ἠκούσατε ὅτι ἐντολοδόχος φέρεται ἀξιοπρεπῶς ὅταν ἐννοεῖ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐντολὴν παρὰ τὴν γνώμην τοῦ ἐντολέως του; Οὐδενὸς δικαιώματα ἐθίχθησαν. Καλῶς ἐξελέγησαν οἱ νέοι Σύμβουλοι, οἱ δὲ παλαιοὶ οὐδ’ εἶναι κἂν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§112ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα βεβαίως εἶναι ἐξηντλημένον. Θὰ ζητήσω ὅμως συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς, ἂν πρόκειται νὰ τὴν ἀπασχολήσω ὀλίγας στιγμὰς ἀκόμη, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἶμαι πολὺ εὔθικτος εἰς πᾶσαν κατηγορίαν ὅτι παραβιάζω ἕνα νόμον, ὅτι διαστρέφω ἕνα νόμον κατὰ τὴν ἐφαρμογήν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀνεγνώρισεν ὅτι ἡ Διοίκησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου πρὸς ἐκλογὴν ἢ νὰ μὴ προβῇ, ἀποβλέπουσα εἰς τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν ἐνταῦθα. Μάλιστα ἀνεγνώρισεν ὅτι ἡ ἐπίκρισις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εἶναι βάσιμος· ὅτι κακῶς διετάχθη ἡ ἐσπευσμένη ἐκλογή, ἐνῷ ὀρθότερον ἦτο νὰ ἀναμείνωμεν ἐπί τινας ἡμέρας. Ἀλλ’ ἐνῷ δέχεται τὴν βάσιν ταύτην καὶ συμμετέχει τῆς κατηγορίας τῆς ἀπευθυνθείσης παρ’ ἀμφοτέρων τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἀναχωρεῖ ἐκ μιᾶς ἄλλης ἀρχῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἐν τῇ γενικότητί της ὀρθή, ἰσχυριζόμενος, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς διεξαχθείσης ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀθηνῶν, ἡ διοίκησις, εἴτε διὰ τοῦ Νομάρχου εἴτε καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν εἶχε δικαίωμα ἐλέγχου τῆς ἐκλογῆς. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὅπου κατὰ τοὺς διοικητικοὺς νόμους γίνεται ἐκλογὴ χωρὶς νὰ ὁρίζηται ὅτι ἡ διοίκησις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως ἢ μὴ ἐγκρίσεως τῆς γενομένης ἐκλογῆς, ἡ ἐκλογὴ εἶναι ὑποχρεωτική. Δὲν δύναται ἑπομένως ἡ Διοίκησις, οὔτε διὰ τοῦ προσώπου τοῦ Νομάρχου οὔτε διὰ τοῦ προσώπου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ἐκλεγέντα κακῶς ἐξελέγησαν ἢ ὅτι δὲν ἐξέλεξαν τοὺς καλλιτέρους, τοὺς ὁποίους ἠδύναντο νὰ ἐκλέξωσι καὶ διὰ τοῦτο ἀκυρῶ τὴν ἐκλογὴν καὶ ἐπαναστρέφω τὸ ζήτημα εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ὅπως ἐκλέξῃ ἄλλους. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, συμφώνως πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀχαΐδος καὶ Ἤλιδος, δὲν νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι μονομερῶς ἐξήτασε τὸ πρᾶγμα, καὶ δὲν φρονεῖ ὅτι παραμένει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑποχρέωσις, εἰς αὐτὴν ὅπως ἐξετάσῃ εἰς ἑκάστην περίστασιν ἂν ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο ἐγκύρως ἢ ἀκύρως;
§113Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τύποις.
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δέχεσθε λοιπὸν τοῦτο μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὅτι ὁ Νομάρχης δύναται νὰ εἴπῃ κακῶς ἐγένετο ἡ ἐκλογή, διότι π. χ. εἰς τὴν συνεδρίασιν δὲν παρέστησαν πάντα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου ἢ διότι τὸ ἀποφασισθὲν δὲν ἔτυχε τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας.
§115Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα, ὅταν ὑπάρχει παράβασις νόμου.
§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λοιπὸν δέχεσθε τοῦτο, ἀλλὰ περιορίζετε πάλιν αὐτὸ μόνον εἰς τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλέγχει τὸ τυπικῶς ἔγκυρον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα θέσωμεν οὕτω, δὲν νομίζετε ὅτι ἀναποδράστως ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Διοίκησις οὐχὶ καλῶς ἔπραξε, προσκαλέσασα τότε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογήν, ὅτι ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ὅτε ἐπαναφέρεται ἐνώπιόν της ἡ αὐτὴ ὑπόθεσις, ὅπως τὴν πρᾶξιν αὐτῆς, τὴν διοικητικήν, τὴν προηγουμένην, δι’ ἧς ἐκάλεσε κακῶς, σπεύσασα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὴν τὴν πρᾶξίν της καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν νέας ἐκλογῆς;
§117Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπολογίζετε τὰς πολιτικὰς συνεπείας; Ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις αὐτῶν τῶν τοπικῶν ὀργανισμῶν; Δὲν θὰ καταλύσητε ὅλην τὴν αὐτοβουλίαν τῶν Δήμων;
§118ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν ὑπῆρχον οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους διαβλέπετε εἰς τὸ ἐκκλητὸν τῶν διοικητικῶν πράξεων, δὲν θὰ καθιεροῦτο ὑπὸ τοῦ διοικητικοῦ δικαίου τὸ ἐκκλητὸν αὐτῶν. Οὐσιαστικῶς δ’ ἀπαντῶ ὅτι ὁ κίνδυνος δὲν ὑφίσταται, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Διοίκησις ἐξωτερικεύουσα τὴν ἐξουσίαν αὑτῆς διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως ὅτι καλῶς ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ καὶ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκαθιδρύεται ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπή, ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἡ ἐνέργεια τῆς Διοικήσεως δὲν ὑπάρχει πλέον. Μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν θὰ συγκροτηθῇ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Β. Διατάγματος τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ὅτι καλῶς ἐγένετο ἡ ἐκλογή, μόνον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δύναται νὰ ἐπεμβῇ ἡ Διοίκησις. Τίνα λοιπὸν φόβον ἔχετε καταλύσεως τῆς αὐτοβουλίας τῶν Δήμων;
§119Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὑρίσκετε ὅτι μέχρι τοῦ σημείου κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδώσῃ ἡ Διοίκησις τὸ Διάταγμα, θὰ δύναται, ἂν δὲν εἶναι ἀρεστὴ εἰς αὐτὴν ἡ ἐκλογή, νὰ προβάλλῃ οἱονδήποτε λόγον θέλει καὶ νὰ ἀκυροῖ τὴν ἐκλογήν;
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ κίνδυνος αὐτὸς εἶναι διαρκής. Πάντοτε ἐπικρέματε ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν κατωτέρων ὀργανισμῶν. Ἡ Διοίκησις ἔχει τόσην ἐλευθερίαν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτῆς, ὥστε δύναται νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν καὶ καλῶς γενομένην. Ἀλλ’ ἔχομεν μίαν ἀσφάλειαν κατὰ τούτου· ἔχομεν αὐτὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν βῆμα, ἔχομεν τὴν κοινοβουλευτικὴν γνώμην. Οὐδεμίαν ἄλλην ἐγγύησιν θὰ ἔχητε ἐν πολιτεύματι ἐλευθέρῳ, παρὰ αὐτὴν τὴν παρακολούθησιν ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βήματος τῶν πράξεων τῆς Διοικήσεως. Δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὴν ἐνδεχομένην κατάχρησιν τῆς Διοικήσεως, διὰ νὰ τὴν καταστήσητε μὴ ἐνεργόν, φόβῳ τῆς ἐνδεχομένης καταχρήσεως.
§121Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν λέγετε, οὔτε δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Διοίκησις θὰ ἐξετάσῃ τὸ τύποις ἔγκυρον τῆς πράξεως, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι κακῶς ἔκαμα πρότερον καλέσασα νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Δὲν δύναται νὰ τὸ κάμῃ αὐτὸ ἡ Διοίκησις, διότι δὲν δέχομαι ὅτι ἡ Διοίκησις ἡ δοῦσα ἀφορμὴν καὶ διὰ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς προκαλέσασα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν ὅτε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προέβη, ὅτι δικαιοῦται ἡ Διοίκησις νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν πρᾶξιν ἐκείνην. Καὶ ὁ λόγος εἶναι πρόδηλος. Ἐδέχθητε καὶ ὑμεῖς ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπικρίσεως τῆς ἐκλογῆς· ἐδέχθητε καὶ ὑμεῖς ὅτι θὰ ἐξετασθῇ ἂν ἔχει τὰ στοιχεῖα τοῦ τυπικῶς ἐγκύρου. Τούτου δεδομένου ἡ πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἶναι πλέον ἐξηντλημένη· εἶναι τετελεσμένη ἡ ἐνέργεια. Ἀπέναντι δὲ τετελεσμένης ἐνεργείας ἄλλου ὀργανισμοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν καὶ οὐδὲν δικαίωμα ἐλέγχου ἔχει ἡ Διοίκησις, πῶς θὰ ἐνεργήσητε διὰ τρόπου ὁ ὁποῖος θὰ συνεπιφέρῃ τὴν ἀνατροπὴν τῆς πράξεως; Ἡ πρᾶξις τῆς Διοικήσεως εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἄλλην πρᾶξιν ἄλλης Ἀρχῆς, ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Δημοσίου Δικαίου, ἐπὶ τῆς δικαιοδοσίας δὲ αὐτῆς δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κρίνητε ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ πρᾶξις.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη μηδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον. Οἱ κ. κ. Σ. Τσακόπουλος καὶ Ν. Βελέντζας «ἐπερωτῶσι τὸν κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργόν· 1) διατί εἰς τὴν κενὴν θέσιν τοῦ Ἐφόρου ἀρχαιοτήτων Ἀκροπόλεως δὲν μετέθεσε τὸν ἀρχαιότερον ἔφορον κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ΓϞΛʹ νόμου τοῦ 1910, ἀλλὰ νεώτερον αὐτοῦ. 2) Πῶς, ἐνῷ ἐκενώθη ἡ θέσις τοῦ τμηματάρχου τοῦ ἀρχαιολογικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, δὲν διώρισεν αὐτὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἀλλ’ ἀφῆκε ταύτην κενὴν ἀναθεὶς τὴν διεύθυνσιν τοῦ τμήματος εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ΓϞΛʹ νόμου. 3) Διατί δὲν συμπληροῖ τὴν κενωθεῖσαν θέσιν ἐν τῷ ἐθνικῷ Μουσείῳ, κενὴν οὖσαν ἀπὸ τῆς 1ης Μαΐου 1914».
§123Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐπαιδεύσεως). Ἡ πρώτη αἰτίασις εἶναι ὅτι εἰς τὴν κενὴν θέσιν ἐφόρου ἀρχαιοτήτων δὲν μετέθεσα τὸν ἀρχαιότερον ἀλλὰ νεώτερον αὐτοῦ. Καὶ ὁ κ. Συνάδελφος ὡμολόγησεν ὅτι ἀρχαιότερος πάντων ἦτο ὁ κ. Σταυρόπουλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπεδέχθη τὴν θέσιν, ἐτοποθέτησα δὲ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν τὸν κ. Κεραμόπουλον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρχαιότερος τοῦ κ. Ἀρβανιτοπούλου, ὁριστικῶς. Προσωρινῶς τότε, ὅτε διωρίσθη ὁ κ. Σωτηριάδης καθηγητής, παρήγγειλα αὐτὸν ὅπως ἐξακολουθήσῃ νὰ διευθύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν, τῆς Ἀκροπόλεως, διότι εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος δύναται νὰ ἀναλάβῃ καὶ πρόσθετον ὑπηρεσίαν, χωρὶς ὅμως νὰ πληρωθῇ δεύτερον μισθόν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης αὐτῆς καὶ ὁ κ. Σωτηριάδης ἐξηκολούθησεν ἐκπληρῶν καθήκοντα ἐφόρου τῆς Ἀκροπόλεως καὶ ὁ κ. Ἀδαμαντίου ἐξηκολούθησε καὶ ἐξακολουθεῖ ἐκπληρῶν καθήκοντα τοῦ ἐφόρου τῶν Βυζαντινῶν καὶ μεσαιωνικῶν ἀρχαιοτήτων. Ὅτε ὅμως ἀπήλλαξα τὸν κ. Σωτηριάδην τῆς διευθύνσεως τῆς προσωρινῆς,—διότι ἡ ὑπηρεσία του δὲν ἐπέτρεπεν ἐπὶ περισσότερον νὰ διευθύνῃ—μετέθεσα εἰς τὴν θέσιν ταύτην τὸν κ. Κεραμόπουλον, τοῦ τμηματάρχου μου μέχρι τοῦδε κ. Λεονάρδου ἀνακτήσαντος τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐπιγραφικοῦ μουσείου, διότι ὁ κ. Λεονάρδος δὲν ἐδέχετο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπηρετῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὡς παθὼν ὑπερκόπωσίν τινα νευρικήν. Ἐπανῆλθεν λοιπὸν οὗτος εἰς τὴν θέσιν του, ὁ δὲ Κεραμόπουλος, ἀρχαιότερος ὢν τοῦ Ἀρβανιτοπούλου, μετετέθη εἰς τὴν κενὴν θέσιν τοῦ ἐφόρου ἀρχαιοτήτων τῆς Ἀκροπόλεως καὶ ἔκτοτε ὑπηρετεῖ ἐν τῇ θέσει ταύτῃ. Ἀνέθηκα δὲ τὴν διεύθυνσιν τοῦ τμήματος εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα, διότι οἱ ἔφοροι τῶν ἀρχαιοτήτων δὲν εἶναι ἀρκετοί, ὥστε νὰ περισσεύωσι, δὲν ἐκάλεσα δὲ ἀμέσως ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τὸν κ. Κουρουνιώτην τὸν ὁποῖον εἶχον ἔκτοτε καλέσει. Ἔχω δὲ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ἐκλέξω μεταξὺ τῶν ἐφόρων τῶν ἐχόντων ὡρισμένην ὑπηρεσίαν, ἐκεῖνον πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἤθελον ἔχει ἐμπιστοσύνην, διότι ὁ νόμος δίδει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς μεταξὺ ἐφόρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πενταετῆ ὑπηρεσίαν—δεκκετῆ κατὰ τὸν πρῶτον νόμον καὶ κατὰ τὸν μεταρρυθμίσαντα πενταετῆ ὑπηρεσίαν. Ἐξέλεξα λοιπὸν τὸν κ. Κουρουνιώτην, ἀλλὰ δὲν ἐκάλεσα ἀμέσως αὐτὸν ἐπὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ τμήματος καὶ ἀνέθεσα προσωρινῶς τὴν διεύθυνσιν εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα, διότι οὐδεὶς νόμος κωλύει νὰ μὴ ἀναθέσω εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα τὴν διεύθυνσιν. Ὅτε συνετάχθη καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, Γενικὸς Γραμματεὺς δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ τμήματι. Μετὰ ταῦτα ὡρίσθη ἡ θέσις τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, ἐπὶ ἐρωτήματί μου δὲ ὁ Νομικὸς Σύμβουλος ἀπεφάνθη ὅτι οὐδαμῶς τοῦ νόμου ἀπαγορεύοντος τοῦτο, δύνασθε νὰ ἀναθέσητε εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἰσηγήθην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐν τῇ τροποποιήσει ἡ ὁποία ἐγένετο ἐτέθη ῥητὴ διάταξις ὅτι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ἀναπληροῖ ἀπόντα ἢ ἐκλιπόντα τμηματάρχην. Τρίτον ἐρώτημα εἶναι διατί δὲν συμπληρῶ τὴν θέσιν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Μουσείῳ. Διότι ὁ νόμος οὐδαμῶς ἐπιτάσσει τοῦτο. Ἂν πρόκειται νὰ καλέσω, θὰ καλέσω τὸν ἀρχαιότερον ἐκ τῶν ἐν ταῖς περιφερείαις ὑπηρετούντων· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀπογυμνώσω τὰς περιφερείας τῶν ἐφόρων ἀρχαιοτήτων καὶ νὰ συγκεντρώσω πάντας ἐν Ἀθήναις, ὅταν ἔχω ἔλλειψιν τριῶν ἐφόρων ἀρχαιοτήτων διὰ τοὺς ὁποίους θὰ διατάξω διαγωνισμόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἐκάλεσε τὸν ἀρχαιότερον τῶν ἐφόρων πρὸς πλήρωσιν τῆς θέσεως ἐν τῷ Ἐθν. Μουσείῳ, καὶ δηλῶ μάλιστα ὅτι δὲν θὰ καλέσω κανένα μέχρις ὅτου ἐνεργηθῇ διαγωνισμὸς καὶ πληρωθῶσιν αἱ θέσεις τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἔχω δὲ νὰ παρατηρήσω τοῦτο εἰς τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον, ὅτι ὅτε ἀνέθηκα τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα καὶ δὲν ἐκάλουν τὸν ἀρχαιότερον, δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὅτι ὁ Ἀρβανιτόπουλος, ὁ Οἰκονόμου, ὁ Κυπαρίσης, ὁ Παπαδάκης καὶ πάντες οἱ ἐπιμεληταί, διετέλουν ὡς ἔφεδροι ἀξιωματικοί· ἑπομένως ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1912 μέχρι τέλους τοῦ 1913 εὑρίσκοντο ἐν ἐπιστρατεύσει. Ἦσαν ἔφεδροι ἀξιωματικοί, ὑπηρετοῦντες ἔξω τῶν ὁρίων τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος.
§124Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διὰ τὸ 1914 πρόκειται.
§125Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τῷ 1914 σᾶς ἀπαντῶ διατί δὲν ἐκάλεσά τινα ἤδη εἰς πλήρωσιν τῆς θέσεως τοῦ κ. Κουρουνιώτη καὶ σᾶς δίδω μάλιστα καὶ τὴν πληροφορίαν ὅτι δὲν θὰ καλέσω ἐφ’ ὅσον ἔχω ἔλλειψιν ἐφόρων ἀρχαιοτήτων ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν ἐπαρχιῶν. Σημειώσατε δ’ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἶναι λίαν σπουδαία καὶ εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἔλλειψις τοῦ νόμου μάλιστα καὶ ἡ πρόσκλησις ἀνὰ τέσσαρας μῆνας κατ’ ἔτος, καὶ ἡ ἐγκατάλειψις τῶν θέσεών των ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον.
§126Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὰ γενόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἴσως εἶναι ἐξ ἐκείνων ἅτινα, λίαν ὀρθῶς, πρέπει νὰ γίνωνται, διότι δὲν θέλει νὰ στερήσῃ τὰ ἐπαρχιακὰ μουσεῖα τῆς παρουσίας τῶν ἐφόρων τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου, ὤφειλε νὰ πληρώσῃ τὰς θέσεις τῶν ἐφόρων τῶν ἐχόντων συμπεπληρωμένην ἀρχαιοτέραν ὑπηρεσίαν. Ἄν τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν, τότε νὰ ψηφίσῃ νόμον ἵνα πράττων ὅ τι δεῖ, εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ νόμου, διότι ἐφ’ ὅσον δὲ ὑπάρχει νόμος κείμενος, εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου ἐνεργήσας ὡς ἐνήργησεν.
§127Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις ἐπιτάσσουσα τὰς ὑποδείξεις σας.
§128Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπάρχει.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου «συνιστᾷ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως κρίνῃ ἐπιεικῶς τοὺς ἐπί τινας ἡμέρας ἐπιβραδύναντας τὴν προσέλευσίν των στρατιώτας τῆς κλάσεως 1911 καὶ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν, ὡς ὄντων ἀξίων τῆς ἐπιεικείας ταύτης κατόπιν μακροχρονίου καὶ ἐνδόξου ὑπηρεσίας».
§130ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐδήλωσα ἤδη κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι, οἱ πέρα τῆς διορίας ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας βραδύναντες, δὲν τιμωροῦνται.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος «ἀναφέρει ὅτι εἰς τὸ χωρίον Καρτερόλιον τοῦ δήμου Εὔας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ἔχουσιν ἑτοιμασθῆ τὰ πάντα πρὸς ἵδρυσιν σχολείου. Παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ διατάξῃ νὰ προσαχθῶσιν αὐτῷ τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου ταχέως, ἀπονέμων ἱκανοποίησιν τῆς δικαίας ἀπαιτήσεως τῶν φορολογουμένων πολιτῶν τοῦ χωρίου τούτου».
§132Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ σχολείου ἐλήφθη πρὸ πολλοῦ καὶ διετάχθη ὁ νομομηχανικὸς Μεσσήνης νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν δαπάνης, ἀλλ’ οὗτος, καίτοι διετάχθη ἀπὸ τῆς 4 Νοεμβρίου 1913, δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸν σχετικὸν προϋπολογισμόν. Σήμερον πάλιν διέταξα αὐτὸν νὰ τὸν ὑποβάλῃ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ Δημαρογκίνα Νικολάου τοῦ Ἠλία, ὅστις ἀναλαβὼν ἐθελουσίαν κατάταξιν ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1913 ὡς λοχίας, προαχθεὶς εἰς ἐπιλοχίαν καὶ εἰς ἀνθυπασπιστήν, φέρων δὲ τραῦμα διαμπερὲς ἐπὶ τοῦ θώρακος, ἀγνοεῖ τίνα ἰδιότητα φέρει, τὴν τοῦ μονίμου ἢ τοῦ ἐφέδρου».
§134Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς Δημαρογκίνης Νικόλαος καταταχθεὶς τὴν 1 Δεκεμβρίου 1913 ὡς λοχίας καὶ προαχθεὶς εἰς ἐπιλοχίαν καὶ εἶτα εἰς ἀνθυπασπιστήν, φέρων δὲ καὶ τραῦμα διαμπερὲς ἐπὶ τοῦ θώρακος, δὲν γνωρίζει ἂν φέρει τὴν ἰδιότητα μονίμου ἢ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ εἰρημένος ἀνθυπασπιστὴς ποῦ ἀνήκει.
§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Κ. Λομβάρδος καὶ Ν. Μουζάκης «ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τίνα λόγον δὲν ἐπληρώθησαν μέχρι σήμερον οἱ καθυστερούμενοι μισθοὶ διαφόρων ὑπηρετησάντων ὡς ἐφέδρων ἀνθυπιάτρων, περὶ ὧν διεβιβάσθη τῷ κ. Ὑπουργῷ σύστασις κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13 Μαρτίου καὶ εἶχε δοθῆ βεβαίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περὶ διορθώσεως τῆς γενομένης παραλείψεως.
§137ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσω. Λυποῦμαι πολὺ διότι ἔλαβον ἀργὰ τοῦτο καὶ δὲν προέλαβον.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις τῶν κ. κ. Α. Θανοπούλου, Π. Βουρλούμη, Γ. Κατσιμπίρη καὶ Ἀρ. Πετμεζᾶ ἀναβάλλονται.
§139ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Γρανίτσα νὰ γίνῃ.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στ. Γρανίτσας «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐξάρῃ τὴν ἀλήθειαν ἥτις ὑπάρχει ἐν τῷ ζητήματι τοῦ Ἰταλοῦ δημοσιογράφου Μαγκρίνι, ὅστις ἐμπνεόμενος ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐν τῇ συνηγορίᾳ του ὑπὲρ τῶν δικαίων τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου καὶ τῆς Ἠπείρου, ἐγένετο ἐκ μέρους κακοβούλων συναδέλφων του Ἰταλῶν θῦμα βδελυρῶν συκοφαντιῶν, παρασταθεὶς ὡς ὄργανον μίσθαρνον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως».
§141ΣΤ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, γίνεται ἐν Ρώμῃ δίκη, εἰς τὴν ὁποίαν κατήγορος εἶναι ὁ Ἰταλὸς δημοσιογράφος Λουκιανὸς Μαγκρίνι, κατηγορούμενοι δὲ οἱ συκοφάνται του. Ἡ δίκη αὕτη κινεῖ εὐλόγως μέγα ἐνδιαφέρον ἐν Ἑλλάδι, ὄχι μόνον διότι τὸ ὄνομα τοῦ διαπρεποῦς Ἰταλοῦ συναδέλφου εἶναι γνωστὸν μετὰ τιμῆς καὶ συμπαθείας, ἀλλὰ καὶ διότι προέρχεται ἐξ ἑλληνικῶν ζητημάτων. Εἶναι γνωστοί, Κύριοι, εἰς ὅλους οἱ ἀγῶνες τοῦ Μαγκρίνι ὑπὲρ τῶν Νησιωτῶν καὶ τῶν Ἠπειρωτῶν. Οἱ ἀγῶνες οὗτοι, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ τὴν ζωήν του ἐζήτησε νὰ προσφέρῃ— διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Σαμιακὴν ἐπανάστασιν εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ πυρός, συνεβοήθησε δὲ μετέπειτα εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Ἰκαρίας —οἱ ἀγῶνες οὗτοι, λέγω, προκαλέσαντες ἐνταῦθα αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης, ἀλλαχοῦ δὲ αἰσθήματα ἐκτιμήσεως καὶ θαυμασμοῦ πρὸς τὸν ἐπιφανῆ δημοσιογράφον, διότι μαζὶ μὲ τὸν ἀλησμόνητον ἐκεῖνον νεκρὸν τῆς Μανωλιάσας, τὸν ἄλλον δημοσιογράφον Νιοῦμπολτ, ἀποτελεῖ ἐν τῷ Τουρκοβαλκανικῷ πολέμῳ τὴν συνέχειαν τῆς ὡραίας ἐκείνης παραδόσεως τῆς παλαιᾶς Εὐρωπαϊκῆς δημοσιογραφίας, τῆς ὁποίας οἱ μαχηταὶ δὲν ἔγραφον μόνον, ἀλλὰ προσέφερον ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν των καὶ τὸ αἷμά των, προεκάλεσαν, δυστυχῶς, ἐν Ρώμῃ παρὰ τῶν ὀπαδῶν τῆς ἰμπεριαλιστικῆς πολιτικῆς ἐν Ἰταλίᾳ τὴν βδελυρὰν συκοφαντίαν ὅτι ἦτο μίσθαρνον ὄργανον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ὡς δημοσιογράφος, λαβὼν τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω μετὰ τὸ πέρας τῆς Ἠπειρωτικῆς ἐκστρατείας τὸ γραφεῖον τοῦ Τύπου Ἰωαννίνων, δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδέποτε ὁ Μαγκρίνι ἐζήτησεν ἢ ἐδέχθη εὐκολίαν τινὰ παρ’ ἐμοῦ προσφερθεῖσαν, ἀκόμη καὶ τὰς τυπικὰς τὰς σχετιζομένας μὲ τὴν συγκοινωνίαν, ἥτις λόγῳ τῆς καταστάσεως ἦτο πολὺ ἀνώμαλος. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξάρῃ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία εἶναι ὅτι ὁ ἔξοχος Ἰταλὸς δημοσιογράφος οὐδέποτε οὐδεμίαν ποτὲ εἶχε σχέσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι ἡ φωνή του ὑπὲρ τῶν Νησιωτῶν καὶ τῶν Ἠπειρωτῶν δὲν ἦτο οὔτε κἂν φωνὴ φιλέλληνος, ἀλλὰ φωνὴ ἀνθρώπου, ἔχοντος ἀπέναντι αὑτοῦ ἀνθρώπινα δίκαια. (Χειροκροτήματα).
§142ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι εὐτυχὴς Κύριοι, διότι καλούμενος δύναμαι νὰ δώσω τὴν ζητουμένην μαρτυρίαν, ὅτι ὁ Μαγκρίνι εἰς οὐδεμίαν ποτὲ σχέσιν ἐντελῶς ἦλθε πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν· ὅτι πρὸς τὸν κ. Μαγκρίνι ἐν οὐδεμιᾷ ποτέ στιγμῇ τῆς δράσεώς του τῆς δημοσιογραφικῆς ἐδόθη ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἴτε ὑλική τις εἴτε οἱαδήποτε ἄλλη ἀμοιβή.
§143Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀμοιβὴ ἠθικὴ ὀφείλεται ἐν τούτοις καὶ εἰς τὸν Μαγκρίνι καὶ εἰς τόσους ἄλλους δημοσιογράφους.
§144ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὀφείλεται βεβαίως εἰς ὅλους τοὺς δημοσιογράφους ἀμοιβή, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων. Ὁ Μαγκρίνι ἀνήκει εἰς τοὺς Ἰταλοὺς δημοσιογράφους, οἱ ὁποῖοι μνήμονες τῶν φιλελληνικῶν παραδόσεων ἐν Ἰταλίᾳ, τῶν σχέσεων τῶν ἀδελφικῶν, αἱ ὁποῖαι πρό τινος ἐψυχράνθησαν ἕνεκα λόγων οἵτινες πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι ταχέως θὰ ἐκλίπωσιν ἐντελῶς, συνηγόρησαν ὑπὲρ τῶν δικαίων τῶν Ἑλληνικῶν, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον πραγματικῶς ὅτι ἦσαν δίκαια ἀνθρώπινα καὶ εἶμαι εὐτυχὴς διότι μοὶ παρέχεται ἡ εὐκαιρία νὰ δώσω μαρτυρίαν ὑπὲρ τοῦ ἐξόχου αὐτοῦ Ἰταλοῦ δημοσιογράφου. (Χειροκροτήματα).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ ἑνὸς Ἕλληνος καταδιωκομένου ἀναιτίως ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ καταφυγόντος εἰς τὸ Προξενεῖον».
§146Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπείᾳ ἐπιστολῆς τινος, τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρά τινος ὁμογενοῦς ἐμπόρου ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, φαίνεται ὅτι ὁ ὁμογενὴς αὐτὸς ἀναιτίως καταδιώκεται ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν καὶ εἰς βαθμὸν μάλιστα, ὥστε νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Προξενεῖον ὅπου καὶ παραφυλάσσεται. Ἐπερωτῶν ἤθελον νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν ἔχει εἴδησίν τινα ἀπὸ τὸ Προξενεῖον Κωνσταντινουπόλεως περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐπερωτῶν διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῶ περίεργος καὶ ἁπλοϊκῶς ἐρωτητὴς ὅτι ἐρωτῶ νὰ μάθω ὁποία τις εἶναι ἡ τύχη ἑνὸς Ἕλληνος καταδιωκωμένου ἀδίκως ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν, ἀκριβῶς καθ’ ἣν ὥραν μέγιστοι Ἑλληνικοὶ πληθυσμοί, φεύγοντες τὸν ἐξανδραποδισμὸν καὶ τὴν ἀτίμωσιν, πλημμυροῦσι ἀπὸ τὰ νεκρὰ ἀλλὰ τίμια σώματά των τοὺς δρόμους τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῆς Θράκης. Ὄχι, Κύριοι. Δι’ ὅλους συμπονῶ καὶ σεῖς δι’ ὅλους συμπονεῖτε καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ ὅτι ἐπερωτῶ δι’ ἕνα μόνον. Ἐπερωτῶν δι’ ἕνα, ἀντιλαμβάνομαι τὴν ὑπάρχουσαν ἀλληλεγγύην μεταξὺ ὅλων τῶν δεινοπαθούντων. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ ἀποστείλῃ μέσα μεταφορικὰ τὸ ταχύτερον ὅπως ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν πρωτάκουστον θηριωδίαν τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀδελφούς μας καὶ μεταφέρῃ αὐτοὺς μακράν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περισώσωσιν τοὐλάχιστον τὴν τιμήν των καὶ τὴν ζωήν των.
§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἀνέρχομαι τὸ βῆμα ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὴν γενομένην ἐπερώτησιν βαθύτατα συγκεκινημένος. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐννοεῖ ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅστις ἐπερωτᾷ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν συγκινεῖται ἀκριβῶς διὰ τὴν τύχην κυρίως τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον εἰδικῶς κατονομάζει ἐν τῇ ἐπερωτήσει του. Ἕκαστος ἐννοεῖ ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς γίνεται ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου ὁ διερμηνεὺς τῆς βαθυτάτης συγκινήσεως, ἡ ὁποία κατέχει πᾶσαν Ἑλληνικὴν ψυχὴν διὰ τὰ διαδραματιζόμενα ἀφ’ ἱκανοῦ χρόνου εἰς τὴν ἐπικράτειαν τὴν Τουρκικήν. Ὄχι ἀπὸ ἑβδομάδων, ἀλλ’ ἀπὸ μηνῶν ἤδη ἤρξατο, ἐν ἀρχῇ ἐν τῇ Θράκῃ διὰ νὰ ἐπεκταθῇ εἶτα καὶ εἰς τὴν παραλίαν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, εἷς διωγμὸς ὁμοίους τῶν ὁποίων ἡ Ἱστορία ἀναφέρει ὀλίγους εἰς ἔντασιν, εἷς διωγμὸς ὁ ὁποῖος ἔχει σκοπὸν νὰ ἐκριζώσῃ πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ὄχι ἀπὸ τῆς χθὲς οὐδὲ ἀπό τινων αἰώνων, ἀλλὰ ἀπὸ χιλιετηρίδων ὅλων. Τὴν νύκτα συγκεντροῦνται περὶ ὡρισμένα χωρία ἐπιδρομεῖς, οἱ ὁποῖοι προσκαλοῦσι τοὺς κατοίκους νὰ ἀπέλθωσι καὶ ὅταν οἱ ἐπιδρομεῖς αὐτοὶ δὲν κατορθώσωσι διὰ τῆς προσκλήσεως αὐτῶν νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουσιν, ἀρχίζουσι τοὺς πυροβολισμούς, ἀρχίζουσι τὰς ἐπιθέσεις, ἀρχίζουσιν ὅλας τὰς κακώσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἱκαναὶ νὰ φέρωσι τοὺς πληθυσμοὺς εἰς τελείαν ἀπόγνωσιν καὶ νὰ ὠθήσωσιν αὐτοὺς ὅπως ἐγκαταλείψωσι τὰ πάντα, καὶ οἰκίας καὶ κτήματα καὶ κινητὰ καὶ τὴν χώραν τῶν πατέρων των, ἵνα προστρέξωσιν εἰς τὴν παραλίαν διὰ νὰ εὕρωσι πλοῖον, ὅπως διεκπεραιωθῶσι καὶ σώσωσιν ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν ζωήν. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ δὲν παρέλιπεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ κάμῃ ὅ τι ἐνόμιζεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν καὶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐπὶ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους μία τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων παρατεινομένη ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ. Ἀσχέτως πρὸς τὴν ἰδέαν ἐπεμβάσεως εἰς τὰ πράγματα τὰ ἐσωτερικὰ ξένου Κράτους, ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἦτο ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ ὁμαιμόνων καὶ ὁμογενῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξεδιώκοντο ὑπὸ τῆς γείτονος Αὐτοκρατορίας διὰ νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἐδῶ στεγασθῶσι καὶ ἐδῶ τύχωσι περιθάλψεως, αἱ ἐντεῦθεν δημιουργούμεναι διὰ τὸ Κράτος βαρύταται ὑποχρεώσεις οἰκονομικαὶ καὶ ἄλλαι ἔδιδον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικήν, ὅπως ἐπιστήσῃ φιλικῶς τὴν προσοχήν, ἐπαναλαμβάνω, τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐπὶ τῶν κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἐντεῦθεν ἠδύναντο νὰ δημιουργηθῶσιν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ Κυβέρνησις ἡ Ὀθωμανικὴ εἰς πάσας τὰς γενομένας παραστάσεις ἀπήντησεν ὄχι δικαιολογοῦσα τὰ γενόμενα, οὐδὲ δηλοῦσα ὅτι ἀνέχεται αὐτά, ἀλλ’ ἀποδίδουσα ταῦτα ἐν ἀρχῇ μὲν εἰς δῆθεν ἀντεκδικήσεις, εἰς τὰς ὁποίας οἱ πληθυσμοὶ τῶν μερῶν ἐκείνων προέβαινον διὰ τὰ δεινοπαθήματα τὰ θρυλλούμενα τῶν Μουσουλμάνων ἐν Μακεδονίᾳ, ὕστερον δέ, ὅτε τὰ δεινοπαθήματα ταῦτα ἀπεδείχθησαν ὅτι ἦσαν ψευδῆ καὶ ἀνύπαρκτα, προεβάλλετο ἡ δικαιολογία ὅτι δὲν ἦσαν γνωστὰ καθ’ ὅλην των τὴν ἔκτασιν τὰ γενόμενα, ὅτι προήρχοντο ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπὸ τοὺς μετανάστας καὶ ὅτι αἱ Ἀρχαὶ δὲν ἠδύναντο, δὲν εἶχον δυνηθῆ νὰ προλάβωσι τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανε τὸ κίνημα. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ ἐνώπιον ὑμῶν, ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ δὲν ἔθηκεν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὰς δικαιολογίας τὰς προβαλλομένας ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἔλειψεν εἰς κάθε περίστασιν νὰ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα ὅπως εἶχον, διὰ νὰ καταστήσῃ ἐμφανὲς ὅτι Κυβέρνησις θέλουσα νὰ ἀσκήσῃ ὅλην αὐτῆς τὴν ἐπιβολὴν δὲν δύναται παρὰ νὰ καταλήξῃ ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς τὸ κακόν, ὅπως ἀνακόψῃ αὐτό. Ἐκτὸς τῶν πολλῶν δεκάδων χιλιάδων, αἵτινες ἐκ Θράκης ἔχουσι προστρέξει ἤδη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος ζητοῦσιν προστασίαν καὶ στέγην κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, ἔχουσι καταφύγει διεκπεραιωθέντες εἰς τὰς ἀπέναντι νήσους, τὰς παρὰ τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, εἴκοσιν ὅλαι χιλιάδες προσφύγων, ἐνῷ κατὰ τὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν, ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ἀκτὴν τὴν Ἀσιατικὴν πολλαὶ πλείονες τῶν τριάκοντα χιλιάδων ἀκόμη προσφύγων, ἴσως πεντήκοντα χιλιάδες ὅλαι, ζητοῦσαι καὶ αὐταὶ τὴν ἀποστολὴν ἀτμοπλοίων, ὅπως περισώσωσιν ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν ζωήν, τὴν ὁποίαν ἔσωσαν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς φεύγοντες καὶ ἐγκαταλείποντες καὶ οἴκους καὶ περιουσίας καὶ τὰ πάντα. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλειψε νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα τὰ ἐνδεικνυόμενα ὅπως προσέλθῃ ἐπίκουρος εἰς τοιαύτην δυστυχίαν. Ἀπέστειλεν ἀτμόπλοια, ἀπέστειλε τροφάς, τὰς πρώτας παραμυθίας εἰς τοὺς φεύγοντας. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, Κύριοι· εἶναι δυνατὸν ἡ κατάστασις αὕτη νὰ παραταθῇ, καὶ εἶναι δυνατὸν παρατεινομένη ἡ κατάστασις αὕτη νὰ γίνῃ ἀνεκτὴ ἐπὶ πλέον; Δὲν θέλω νὰ ἀφήσω νὰ διαφύγωσιν τὸ ἕρκος τῶν ὀδόντων μου φράσεις ἀνεπανόρθωτοι, Κύριοι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ παρέλιπον τὴν ἐκπλήρωσιν στοιχειώδους καθήκοντος, ἂν ἀπέφευγον νὰ δηλώσω πρὸς ὑμᾶς ὅτι ἡ κατάστασις δὲν εἶναι σοβαρά, ὅτι ἡ κατάστασις δὲν εἶναι εἰς ἄκρον σοβαρά. Ἡ Κυβέρνησις συναισθάνεται ὅτι, ἂν εἰς τὸ κακὸν αὐτὸ τὸ ἀνήκεστον δὲν δοθῇ ταχύτατα τέρμα, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπίδῃ εἰς τὴν συντελουμένην καταστροφήν, περιοριζόμενον ἁπλῶς νὰ χύνῃ δάκρυα μετὰ τῶν καταστρεφομένων καὶ νὰ ἀνακουφίζῃ ἐκ τῶν ἐνόντων τὴν δυστυχίαν αὐτῶν. (Ραγδαῖα χειροκροτήματα). Θὰ προσθέσω ἀκόμη τοῦτο Κύριοι· ὅτι ἐκτὸς τῶν διωγμῶν εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἐκτεθειμένον τὸ ὁμογενὲς στοιχεῖον, ὑπάρχουσι καθημεριναὶ παραβιάσεις τῶν συνθηκῶν, τῶν δικαίων τῶν Ἑλληνικῶν, τῶν ὠχυρωμένων ἐκ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τῶν ἀφορώντων Ἕλληνας ὑπηκόους ἐν τῇ γείτονι Αὐτοκρατορίᾳ. Πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι αἱ ἀφθόνως παρεχόμεναι κατὰ τὰς τελευταίας ἀκόμη αὐτὰς ἡμέρας διαβεβαιώσεις ἐκ μέρους τῶν κυβερνώντων ἐν Τουρκίᾳ θὰ φθάσωσι ὅπως ἐπιβαλλόμεναι φέρωσιν ἀνακοπὴν τοῦ κακοῦ καὶ θεραπείαν τοῦ ἤδη συντελεσθέντος κακοῦ ἥτις θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ὅπως ἐξακολουθήσῃ διαβιοῦν μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας εἰς σχέσεις εἰρήνης τὰς ὁποίας ἐγκαθιδρύσαμεν διὰ τῆς συνθήκης τῆς 1ης Νοεμβρίου, τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν. Ταῦτα εἶχον Κύριοι, νὰ εἴπω.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν κ. Πρόεδρε.
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Αὔριον, αὔριον.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 6ην μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 10′ μ. μ.).