1914.05.28
3.405 στίχοι · 26.290 λέξεις · 211 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 79
Τῆς 28ης Μαΐου 1914.
(Τετάρτη, ὥρα 5,15′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν· Ἡ κοινότης Μαλακασίου διαμαρτύρεται κατὰ πάσης μεταρρυθμίσεως τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου, ΔΝΖʹ. Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Νέας Κουτσούφλιανης, διαμαρτύρεται κατὰ πάσης μεταρρυθμίσεως τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου, ΔΝΖʹ. Τὸ ἐργατικὸν κέντρον Λευκάδος παρακαλεῖ, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Λαδικοῦ παρακαλεῖ, ὅπως ὑπαχθῇ δικαστικῶς καὶ διοικητικῶς εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἡ κοινότης Κοντοβαζαίνης παρακαλεῖ, ὅπως κατασκευασθῇ τὸ ὑπολειπόμενον τμῆμα τῆς ὁδοῦ Δημητσάνης Πατρῶν. Ἡ κοινότης Ῥάχαις τῆς Ὀλυμπίας παρακαλεῖ, ὅπως ὑπαχθῇ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ὁ σταφιδικὸς κόσμος Αἰγίου καὶ περιχώρων ὑποβάλλει ψήφισμα ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Τὸ ἐργατικὸν κέντρον Χανίων παρακαλεῖ, ὅπως συσταθῇ εἰδικὸν ταμεῖον δημοσίων ἔργων. Ἡ κοινότης Βρύνης παρακαλεῖ, ὅπως ὑπαχθῇ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ νόμου «περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας». Οἱ κάτοικοι Μαλακασίου διαμαρτύρονται ἐναντίον σκηνιτῶν τινων, οἵτινες διὰ πολυαρίθμων ποιμνίων καὶ ζώων λυμαίνονται τὴν περιοχήν των. Οἱ κάτοικοι Βιτσίστης ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὴν Βουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ μονοπωλίου καπνοῦ». Οἱ κάτοικοι Καλαβρύτων παρακαλοῦσιν, ὅπως διατηρηθῇ τὸ ἐκεῖ Γυμνάσιον. Ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος Κυμαίων ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Φιλιατρῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ ἐν Ἁλυσσῷ τῶν Πατρῶν σύλλογος ἡ «Πρόοδος» ἐκφράζει τὴν εὐχήν, ὅπως ἐξαγορασθῇ τὸ προνόμιον τῆς Προνομιούχου. Ὁ ἐκ Χάβαρι ἐφημέριος Τ. Παππασπορίδης παρακαλεῖ, ὅπως πληροφορήσωσιν αὐτὸν αἱ Ἀρχαὶ περὶ τῆς ἐκ δρ. 820 κλοπῆς τῶν μισθοδοσιῶν του ἥτις πρότινος τῷ ἐγένετο. Οἱ νομαρχιακοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ὑποβάλλουσι σκέψεις περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεως αὐτῶν. Ὁ ἐκ Παραμυθίας Κ. Λάμπρος διευθυντὴς τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ παρακαλεῖ, ὅπως διορισθῇ τελώνης ἐν Σαγιάδες Ἠπείρου. Οἱ ἐν Πάτραις σταφιδοκτήμονες ὑποβάλλουσιν ἔντυπον ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλήν. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Φάριδος καὶ Φελλόης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπομνήματα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Χαλκίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Στεμνίτσης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ ἀμπελοκτήμονες Δραγαμέτσου παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ προστασία κατὰ τῆς οἰνοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Οἱ τεχνῖται κουρεῖς Ἀθηνῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως διακανονισθῶσιν αἱ ἐργάσιμοι αὐτῶν ὧραι. Ἡ κοινότης Ἀλῆ–Τσελεπῆ παρακαλεῖ, ὅπως καταργηθῇ ἡ Προνομιοῦχος. Ὁ λαὸς Ἀρακυνθίων παρακαλεῖ, ὅπως κατασκευασθῇ ὁδὸς ἀπὸ Μανδάνισσα–Προυσσὸν–Καρπενήσιον. Οἱ ὑπογραμματεῖς καὶ δικαστικοὶ γραφεῖς τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ τῆς θέσεώς των. Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν φόρων ὑποβάλλουσι πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπόμνημα, αἰτοῦντες δωρεάς. Ὁ ἐξ Ἀρτοτίνης Σ. Σταματόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως ὁ δασάρχης Δωρίδος τῷ χορηγήσῃ ἄδειαν ἀπουσίας. Ἡ Πανελλήνιος Ὀδοντοϊατρικὴ Ἑταιρία δι’ ὑπομνήματος ὑποδεικνύει τροποποιήσεις τῶν διατάξεων τοῦ ΔΞΓʹ νόμου. Οἱ γεωργοὶ τῆς περιφερείας Ζαβέρδας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὰς καταστραφείσας ὑπὸ τῆς χαλάζης περιοχάς των. Ὁ Μητροπολίτης Νικοπόλεως διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἄδικον κατανομὴν διακριτικῶς 30 ὑποτροφιῶν τοῦ Δομπολείου κληροδοτήματος. Ἡ κοινότης Ἀλῆ–Τσεπελῆ παρακαλεῖ, ὅπως ὑπαχθῇ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Οἱ Κύπριοι Βουλευταί, πανηγυρίζοντες ἐπὶ τῇ πεντηκονταετηρίδι τῆς Ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ἀποστέλλουσι πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων τὸν ἀδελφικὸν αὐτῶν ἀσπασμόν. Ἡ Εὐαγγελία χήρα τοῦ ἀποθανόντος ἐν πολέμῳ στρατιώτου Θ. Ἀδαμοπούλου μετὰ τῶν δύο ἀνηλίκων τέκνων της παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτήν. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κοζάνης κρατούμενος Ἠλίας Μπουζιώτης παρακαλεῖ, ὅπως ἀποφυλακισθῇ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Γκλαβᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». (Ὅρα παράρτημα). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἱερέως Β. Οἰκονόμου. Ἀπών. Ὁ κ. Γ. Λαμπρινόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Κοκκόβης.
§2Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κοινότης Κοκκόβης, ὅπως καὶ πολλαὶ ἄλλαι κοινότητες, μόλις καταρτισθεῖσαι ὑπέβαλον ἀναφορὰς διὰ τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας. Διάφορα ὑπομνήματα περὶ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος ὑπεβλήθησαν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἄλλων νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ προκειμένη ἀναφορὰ τῆς κοινότητος Κοκκόβης.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Αἰκατερίνης.
§4Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Οἱ κάτοικοι Αἰκατερίνης παραπονοῦνται ὅτι, ἐνῷ ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Θεσσαλονίκης δὲν ἀπέχουσιν εἰμὴ τρεῖς ὥρας μόνον ἀτμοπλοϊκῶς, ὑπήχθησαν ἐν τούτοις εἰς τὴν περιφέρειαν ἑτέρου Εἰρηνοδικείου, ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ ὁποίου ἀπέχουσι περὶ τὰς πέντε καὶ δέκα ὥρας. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ σπεύσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἄτοπον αὐτό, καθόσον μάλιστα καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἰς τὴν περιφέρειαν Θεσσαλονίκης ὑπήγοντο.
§5Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν ἔχω νὰ κάμω καὶ ἐγὼ, τόσῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον διατείνονται οἱ κάτοικοι, Κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἐδώκατε τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θέλετε μεταρρυθμίσει τὰ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
§6Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι τώρα, κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσκεψιν.
§7Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσῳ μᾶλλον εὔλογον τὸ αἴτημα τῶν κατοίκων, καθ’ ὅσον καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ὑπήγοντο εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Θεσσαλονίκης μετὰ τῆς ὁποίας εἶναι εἰς διηνεκῆ ἐπικοινωνίαν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ αἴτημα τοῦτο καὶ νὰ μὴ ἐξετασθῇ ἂν θὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Θεσσαλονίκης.
§8Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπρισιμιτζάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ λαοῦ Ἀρχανῶν.
§10Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐν Ἀρχάναις τοῦ δήμου Ἡρακλείου τῆς Κρήτης ὑπῆρχεν Εἰρηνοδικεῖον τὸ ὁποῖον τελευταίως κατηργήθη. Πρέπει νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν μεγάλην σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κωμόπολις τῶν Ἀρχανῶν, ἡ ὁποία κατοικεῖται ὑπὸ 6.000 κατοίκων. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐκεῖ ἐπαίχθη ἡ τύχη τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος καὶ ἐκεῖ διεξήχθησαν, κατὰ τὸ 1897, ὅλοι οἱ ἀγῶνες καὶ τὸ ἔδαφος τῶν Ἀρχανῶν ἐβάφη μὲ αἷμα. Εἶναι δ’ ἐπὶ πλέον, Κύριοι, καὶ προσοδοφόρος ἡ κωμόπολις διότι ἐκεῖ παράγονται οἶνοι, ἔλαιον, καὶ ἄλλα προϊόντα. Εἶναι συνεπῶς ἐμπορικωτάτη αὕτη. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως, ἂν εἶναι δυνατόν, ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὴν κωμόπολιν διὰ τῆς ἀπ’ κὐτῆς ἀφαιρέσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου.
§11Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεὶς ἀρνεῖται τοὺς ἱστορικοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ κ. Συνάδελφος. Παρετηρήθη ὅμως ὅτι κωμόπολις τῶν Ἀρχανῶν κεῖται λίαν ἐγγὺς πρὸς τὸ Ἡράκλειον, ὥστε νὰ περιττεύῃ ἡ ὕπαρξις Εἰρηνοδικείου ἐν Ἀρχάναις, ἐν αἷς ἐν τούτοις ἀφέθη συμβολαιογραφεῖον καὶ γραφεῖον μεταγραφῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν. Δὲν ὑποθέτω δ’ ἄλλως ὅτι οἱ κάτοικοι ἔχουσι καθημερινὰς δοσοληψίας μετὰ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ μὴ ἱκανοποιῶνται αἱ ἀνάγκαι αὐτῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ξηρὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν βυρσοδεψῶν Ἀμφίσσης.
§13Ι. ΞΗΡΟΣ. Οἱ βυρσοδέψαι Ἀμφίσσης εἰσάγοντες μεγάλας ποσότητας ἀκατεργάστων δερμάτων ζώων μεγάλης καὶ μικρὰς ἡλικίας, ζημιοῦνται μεγάλως μὴ ὑπαρχούσης διακρίσεως ἐν τῷ δημοτικῷ δασμολογίῳ μεταξὺ τῶν δύο εἰδῶν καὶ ἀναγκάζονται συνεπῶς νὰ πληρώνωσι 12 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν καὶ διὰ τὰ δέρματα ζώων μεγάλης ἡλικίας, ἅτινα τιμῶνται κατὰ τὸ ἥμισυ· δι’ αὐτὸ ὑπέβαλον ἀναφορὰν παρακαλοῦντες ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ μέριμναν περὶ ὑπαγωγῆς εἰς ἄλλην κλάσιν τῶν δερμάτων ζώων μεγάλης ἡλικίας ἐν τῷ δημοτικῷ δασμολογίῳ, καὶ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως διαβιβάσητε ταύτην πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Δελμοῦζος.
§15Ι. ΔΕΛΜΟΥΖΟΣ. Τὰ αὐτά, Κύριε Πρόεδρε.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης.
§17Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγώ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παππαϊωάννου.
§19Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Εἶναι καθ’ ὅλα δικαία ἡ ἀξίωσις τῶν βυρσοδεψῶν Ἀμφίσσης καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ αὐτὴν σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ὅπως καταθέσῃ ἢ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§21Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐλάβετε πρόνοιαν, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ διορίζητε τοὺς τραυματίας τοῦ πολέμου ὡς ἐπιστάτας τῶν σχολείων καὶ ἀλλαχοῦ καὶ εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ διορίσητε τοιοῦτον τραυματίαν τὴν 19 Δ)βρίου 1913 καὶ ἐν χωρίῳ τινὶ τῆς Δωρίδος, τὸν τραυματίαν τοῦ πολέμου Κ... Κατόπιν ὅμως, ἀγνοῶ διατί ἀπηλλάξετε τοῦτον τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διωρίσατε ἕνα ἀνήλικον παῖδα. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ἂν δὲν συντρέχῃ ἄλλος τις λόγος, νὰ ἐπαναφέρητε τὸν τραυματίαν αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν του.
§22Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτλ.). Νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἵνα ἐξετάσω διατί ἀπελύθη ὁ τραυματίας.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Γεωργικοῦ Συνδέσμου Μεσσηνίας.
§24Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τοῦ Γεωργικοῦ Συνδέσμου Μεσσηνίας, διότι τὰ ἀναφερόμενα εἶναι ἄξια τῆς προσοχῆς αὐτοῦ. Τὰ γεωργικὰ κέντρα Μεσσηνίας ἀνακινοῦσι τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξόχως ἐνδιαφέροντα διὰ τὸν Μεσσηνιακὸν λαόν. Καὶ πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως ἀγροτικῆς ἀστυνομίας ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἀγροτικὴ ἀσφάλεια ὑπάρχει. Καὶ περὶ τούτου μοὶ ἐδόθη ἄλλοτε ἀφορμὴ εἰς ἰδιαιτέραν συνομιλίαν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ λάβω τὴν ἀπάντησιν, ὅτι μελετᾶται τὸ ζήτημα καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς εἰσαγωγῆς καταλλήλου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐπίσης τὴν Μεσσηνίαν ἐνδιαφέρει, ἰδιαιτέρως μάλιστα τὰς Καλάμας, ἓν ἕτερον ζήτημα σπουδαιοτάτης κοινωνικῆς ὠφελείας, τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κουκουλίων, διότι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς φορολογίας τῶν κουκουλίων, τὰ ἐγχώρια δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ ἐξωτερικά. Ἀπαιτεῖται ἡ κατάργησις — βλέπω δὲ στρεφομένην ἀλλοῦ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν (ἱλαρότης) — τοῦ φόρου αὐτοῦ. Ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ ἀπόδοσις δὲν εἶναι μεγάλη, ἀντίστοιχος δ’ ἐκ τῆς καταργήσεως θὰ προκύψῃ σὺν τῷ χρόνῳ ὠφέλεια μεγαλειτέρα καὶ κοινωνικὴ καὶ τοῦ δημοσίου Ταμείου, διότι ἡ κατάργησις τοῦ φόρου θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν παραγωγήν, ὅταν δὲ συνεδυάζομεν καὶ μὲ ἄλλα μέτρα τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ μὴ ἀπεστειρωμένου σπόρου, τότε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἐλαφρά τις φορολογία ἐπὶ τῶν κουκουλίων, ἡ ὁποία ν’ ἀποδώσῃ πολλαπλᾶ. Νομίζω ὅτι καὶ τὸ αἴτημα τοῦτο εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο προσέτι αἴτημα ὑποβάλλουσιν οἱ εἰρημένοι κάτοικοι γενικωτέρας πολὺ σημασίας, τὸ αἴτημα τῆς συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης. Τὸ θέμα τοῦτο δὲν τολμῶ νὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἀναπτύξω, διότι καὶ τὰ ὅρια τοῦ χρόνου, τὰ ὁποῖα μοὶ δίδει ὁ κανονισμὸς δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Νομίζω ὅμως ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει νὰ κάμῃ ἱκανοποιητικὰς ἐπ’ αὐτοῦ ἀνακοινώσεις.
§25Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Διὰ τὸ πρῶτον ζήτημα, Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς τουτέστιν ἀσφαλείας, μοὶ ἐδόθη πολλάκις ἀφορμὴ νὰ κάμω λόγον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἶπον, παρατάξας τὸν ἀριθμὸν τῶν προσώπων καὶ τῶν ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα χρειάζονται, ἂν ἤθελε νὰ ὀργανώσῃ κανεὶς πλῆρες αὐτοτελὲς στρατιωτικὸν σῶμα ἀγροτικῆς ἀστυνομίας. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι σῶμα ἀγροτικῆς ἀστυνομίας ὁλοκλήρου, στρατιωτικῶς ὠργανωμένου, δὲν θὰ ἀπήτει ἁπλῶς δέκα χιλιάδας ἀνθρώπων, ἀλλὰ θὰ ἀπήτει καὶ ἴσον ποσὸν περίπου ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἦτο πολὺ δύσκολον νὰ σκεφθῇ κανεὶς ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἀμέσως ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τοιαύτη ὀργάνωσις ἄλλως εἰς οὐδὲν ἀπαντᾷ, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, μέρος τῆς Εὐρώπης, διότι εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας ἀφίεται ἡ μέριμνα καὶ ἡ δαπάνη. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι πληρώνονται ποσὰ ἀμοιβῶν σήμερον εἰς τοὺς ἀγροφύλακας, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι ἄλλοι πληρώνουσι καὶ ἄλλοι δὲν πληρώνουσι. Δὲν εἶναι ἡ τακτικὴ ἐκείνη πληρωμὴ ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν φόρον, καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ βάρος διὰ τοὺς πολίτας, ἡ εἰσαγωγὴ δὲ φορολογίας ἡ ὁποία δὲν θ’ ἀπέδιδε ἴσως τὰ ἑκατομμύρια, ὅσα θὰ ἐδαπάνα ἀναγκαίως τὸ Κράτος, θὰ ἐδημιούργει λανθάνοντα ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἔφερον εἰς τὴν ἀνάμνησιν ἄλλης θλιβερᾶς ἱστορίας τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, τὴν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα διηνεκῶς ἀπετέλουν ἀπειλὴν κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τοιαύτην ἀταξίαν περὶ τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά, οὔτε βλέπω ἐξ ἄλλου ποῦ, ἐπὶ ποίων ἀντικειμένων θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιβάλῃ νέαν φορολογίαν, χάριν ἐξαιρέσεως τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα περίπου ἑκατομμυρίων, ὅσα ἀσφαλῶς θὰ ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν δαπάνην τοῦ σώματος τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῆς στρατολογίας τῶν ἀνδρῶν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τοιοῦτον σῶμα, εἶναι πρόβλημα τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ ἀσφαλῶς. Ἡ πεῖρα τὴν ὁποίαν εἴχομεν, ὅτε πρὸ τῆς μεγεθύνσεως τῆς χώρας ἡμῶν ἠθέλομεν 5.500 ἄνδρας διὰ τὴν χωροφυλακήν, καὶ ἡ ἀπαίτησις ἥτις προβάλλεται νῦν ὅτε θέλομεν 12–14 χιλιάδας ἄνδρας διὰ τὴν χωροφυλακὴν τῆς ηὐξημένης Ἑλλάδος, μᾶς ἀποδεικνύουσιν ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν, πλὴν αὐτῶν, οὓς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ στρατολογήσωμεν, καὶ τοὺς ἀπαιτουμένους ἄνδρας διὰ τὴν ἀγροφυλακήν. Καὶ οἱ χρηματίσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐνθυμοῦνται ὅτι διαρκῶς ἠναγκάζοντο, παρὰ τὴν θέλησίν των καὶ τὴν ἐπιθυμίαν των καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ μὴ ἀπασχολεῖσθαι τοὺς στρατιώτας εἰς ἀλλότρια, νὰ φροντίζωσι περὶ ἐνισχύσεως τῆς χωροφυλακῆς δι’ ἀνδρῶν ἀποσπωμένων ἐκ τοῦ στρατοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ τὸν στρατὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ὠφελήσῃ ἀλλὰ καὶ τὴν χωροφυλακὴν δὲν ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ ὅπως ἔπρεπεν αὕτη νὰ ἐμφανίζηται. Ἰδοὺ οἱ δύο λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων μὲ ἀπῃσχόλει λίαν σοβαρῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἔπρεπε νὰ καταλήξῃ τις εἰς συμπέρασμα εἰς σύστημά τι, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ παρουσιάζῃ μὲν τὰ ἐλαττώματα τοῦ κρατοῦντος ἀθλίου ἀληθῶς συστήματος, νὰ κάμπτῃ ὅμως καὶ τὰ δύο ταῦτα προβλήματα, τὸ τῆς δαπάνης καὶ τὸ τῆς στρατολογίας. Μετὰ μακρὰν σκέψιν καὶ μετὰ μελέτην ἐμπεριστατωμένην τοῦ ζητήματος, συμπεράσματα ὡρισμένα ἀπεκρυσταλλώθησαν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι, πρὸ τοῦ ἀπέλθωμεν ἐντεῦθεν, θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ὀργανώσεως τῆς ἀγροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἐνῷ θὰ ἐξασφαλίσῃ ἀπὸ τῶν ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὁ σημερινὸς νόμος, νόμος ψηφισθεὶς μόλις πρὸ ἑξαετίας καὶ ἐπεξεργασθεὶς τότε ὑπὸ μεγάλης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, νόμος ἐπὶ τοῦ ὁποίου πάντες ἐστήριξαν ἐλπίδας ὅτι θὰ ἔφερε τὰ ἄριστα τῶν ἀποτελεσμάτων, ἐνῷ θὰ μᾶς ἐξασφάλιζε λέγω, ἀπὸ τῶν ἀνωτέρω ἀτοπημάτων, δὲν θὰ ἐνεφάνιζε καὶ τὰ δύο ἐκεῖνα σκληρὰ προβλήματα τὸ ἓν πρὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποχρεωμένου ὄχι μόνον ν’ ἀποσπᾷ ἄνδρας διὰ τὴν χωροφυλακὴν ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀγροφυλακήν, καὶ τὸ ἄλλο ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τρέμοντος διὰ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεκρέματο ἀπειλοῦν νὰ διαταράσσῃ τοὺς δημοσίους προϋπολογισμούς. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐλπίζω ὅτι προτοῦ ἀπέλθομεν, θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον ἐκείνου τοῦ νόμου. Ὁ Γεωργικὸς Σύνδεσμος Μεσσηνίας, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἀποδεικνύει πόσα δύναται νὰ πράξῃ καὶ πόσα πράττει ἓν καλῶς ὠργανωμένον σωματεῖον ὑπὲρ τῆς γεωργικῆς προόδου, ὑπέβαλε καὶ ἄλλα τινὰ αἰτήματα πρό τινος χρόνου, περὶ καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν κουκουλίων καὶ περὶ τῆς λήψεως μέτρων ἐναντίον τῆς νοθείας τοῦ βουτύρου καὶ τοῦ ἐλαίου. Δύναμαι νὰ εἶμαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι λίαν προσεχῶς θέλω ὑποβάλει σχέδια νόμου, προνοοῦντα διὰ τὰ μέτρα ταῦτα. Καὶ περὶ μὲν τοῦ δευτέρου δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, περὶ δὲ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσηνίας, τοῦ ζητήματος δηλ. τῆς καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ δασμοῦ τῶν κουκουλίων, μετὰ μακρὰν μελέτην κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ἂν πρέπῃ νὰ προαχθῇ ἐν γένει ἡ σηροτροφία παρ’ ἡμῖν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποβῇ μεγάλη πηγὴ πλούτου. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ταχέως συνειδὼς πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προαχθῇ ἡ σηροτροφία ἐν Ἑλλάδι, ἔσπευσε νὰ καταργήσῃ τὸν ἐξαγωγικὸν δασμὸν ἐπὶ τῶν κουκουλίων, ἀλλ’ ἔζησε πολὺ ὀλίγον χρόνον ἡ κατάργησις ἐκείνη, διότι ἐπεκράτησε κατόπιν εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν ἡ πεποίθησις ὅτι, ἂν ἠθέλομεν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἰδέαν ἐκείνην τὴν πεπλανημένην, νὰ προστατεύσωμεν τὴν βιομηχανίαν τῆς παραγωγῆς μετάξης καὶ κατασκευῆς ὑφασμάτων ἐν Ἑλλάδι, ἔδει νὰ θέσωμεν ἐξαγωγικὸν ἐπὶ τῶν κουκουλίων δασμόν, ὁ ὁποῖος ἦτο αὐτόχρημα ἀπαγορευτικός. Ἦτο 70 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, δηλαδὴ τοιοῦτος, ὥστε ὑπερετίμα τὰ κουκούλια καὶ ἦσαν ὑποχρεωμένοι οἱ παραγωγοὶ νὰ πωλῶσι τὰ κουκούλια εἰς τὸν τόπον. Ἔζησεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὁ φόρος οὗτος καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ βιομηχανία αὕτη οὔτε ηὔξησε σημαντικῶς, οὔτε ἡδραιώθη, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ νομίζωμεν ὅτι ἐπιβάλλοντες ὡρισμένας θυσίας εἰς 20–30.000 ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἀπησχολοῦντο τότε εἰς τὴν σηροτροφίαν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἕν ποσὸν σημαντικὸν ἐργατῶν ἀσχολουμένων μὲ τὴν βιομηχανίαν τῆς παραγωγῆς μετάξης καὶ τῆς κατασκευῆς μεταξίνων ὑφασμάτων ἐν Ἑλλάδι. Ὅλη αὕτη ἡ μακρὰ διαδρομὴ τῶν ἐτῶν ἀπέδειξεν ὅτι μόλις καὶ μετὰ βίας ἠδυνήθησαν νὰ ζήσωσιν ἐλάχιστα ἐργοστάσια καὶ ταῦτα ἀπησχόλουν 500 τὸ πολὺ ἐργάτας. Δὲν ἤξιζε λοιπὸν τὸν κόπον νὰ θυσιάζωνται 20–30.000 ἀνθρώπων χάριν 500 μόνον. Ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἑτέρου ἀληθὲς ὅτι δὲν εἶναι μόνον ὁ ἐξαγωγικὸς δασμός, ὁ ὁποῖος συντρέχει ὥστε παρ’ ἡμῖν νὰ μὴ προοδεύῃ πολὺ ἡ σηροτροφία. Εἰς τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ λίαν προσεχῶς, μεριμνῶμεν περὶ τῆς ἐν μέρει καταργήσεως τοῦ δασμοῦ τούτου, ὑποβιβάζοντες τοῦτον εἰς τὸ ἥμισυ, προνοοῦμεν ὅμως συνάμα καὶ διὰ τὴν λῆψιν μέτρων, ἅτινα ἔλαβον καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ἰδίᾳ τὴν Ῥωμουνίαν, τὴν Βουλγαρίαν, καὶ αὐτὴν τὴν Τουρκίαν, ἅμα τῇ ἱδρύσει τῆς ἑταιρίας τῆς διαχειριζομένης τὰ ὑπέγγυα χρέη αὐτῆς, μεριμνῶμεν ὅπως προστατεύσωμεν τὴν παραγωγήν, ἐπιβάλλοντες νὰ γίνεται χρῆσις τῶν κουκουλίων τῶν ἀπεστειρωμένων. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ ἔχωμεν διπλασιασμὸν τῆς παραγωγῆς, λαμβανομένου δὲ ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ γενικὴ ἡ μείωσις τοῦ δασμοῦ, οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀμφιβολίαν ὅτι, ἂν σήμερον ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς δίδει μίαν πρόσοδον ἐξ 1.500.000 λίαν προσεχῶς θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδει ἡ νέα Ἑλλὰς τῶν 6–7.000.000. Καὶ ἄλλο τι ζήτημα ἔθιξεν ὁ Γεωργικὸς Σύνδεσμος Μεσσηνίας, τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως Γεωργικῆς καὶ Κτηματικῆς Τραπέζης. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω τὰς σκέψεις τὰς ἐπικρατησάσας παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ ἰδίᾳ παρὰ τῷ ὑπευθύνῳ Ὑπουργῷ, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι τοῦτο θέλει συντελέσει εἰς γενικωτέραν διαφώτισιν τοῦ θέματος. Ἡ ὀργάνωσις τῆς κτηματικῆς καὶ ἀγροτικῆς πίστεως δὲν εἶναι ἐκ τῶν θεμάτων τῶν εὐκόλως λυομένων. Εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ περισσότερον οἰκονομικῶς προηγμένα ἀπὸ ἡμᾶς καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἓν ὡρισμένον οἰκονομικὸν καθεστὼς καὶ σύστημα, συζητοῦνται ἐν τούτοις διὰ μακρῶν καὶ ἐξονυχίζονται τὰ τῆς κτηματικῆς πίστεως καὶ τῆς γεωργικῆς πίστεως. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἵδρυσις μιᾶς μόνον Κτηματικῆς Τραπέζης μὲ οἱαδήποτε κεφάλαια, ὥστε νὰ φέρῃ τὴν πίστιν εἰς τὸν τόπον, καὶ τὸ χρῆμα εἰς τοὺς κτηματίας. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον κατεχόμεθα ἀπὸ τὸ θέλγητρον τῆς ἰδέας τοῦ χρυσοῦ, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ εἰσρεύσῃ, ὥστε πολλάκις περιφρονοῦμεν τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν οἱ ὑπευθύνως διαχειριζόμενοι τοιαῦτα ζητήματα εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ προκαλῶσιν, ὅπως μή, παρασυρόμενοι καὶ οὗτοι ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς εἰσροῆς τοῦ χρυσοῦ, παραδώσωσι προνόμια ἀποκλειστικὰ εἰς τοὺς συνήθως προσφέροντας προθύμως δελεαστικὰς προτάσεις, ὑφ’ ἃς ὑποκρύπτονται ἔνεδραι, καθιστῶσαι τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου ὑπόδουλον εἰς ὡρισμένα ἱδρύματα, ἂν ταῦτα ἤθελον τύχῃ τῶν ἐπιζητουμένων προνομίων. Μετά τινα ἔτη θὰ ἠκούοντο νέαι κραυγαί, οἷαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀκούονται διὰ τὴν προνομιοῦχον τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυσιν ἐχαιρέτησε γηθοσύνως ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ λαός, καὶ ἡ ὁποία ὅμως κατὰ τὴν γνώμην μου ἀπέβη ἀληθῶς φυτώριον διὰ τοὺς σταφιδοπαραγωγούς. Ὅταν, προερχόμενοι εἰς ἰδιαιτέρας συζητήσεις μὲ τοὺς ὑποβάλλοντας τὴν σκέψιν τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς τῆς Τραπέζης, τοὺς ἐρωτᾶτε· τί νομίζετε ὅτι θὰ κάμῃ ἡ Τράπεζα αὐτή; Λαμβάνετε τὴν ἀπάντησιν ὅτι θὰ κάμῃ δάνεια εἰς τοὺς γεωργούς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει μίαν ἀσυγχώρητον σύγχυσιν, ἡ ὁποία ἀτυχῶς δὲν ἐπικρατεῖ μόνον εἰς τὰς λαϊκὰς τὰς μὴ ἀνεπτυγμένας τάξεις, σύγχυσιν σφοδρὰν μεταξὺ τῆς ἐννοίας τῆς πίστεως τῆς κτηματικῆς καὶ τῆς ἐννοίας τῆς πίστεως τῆς ἀγροτικῆς. Δὲν ἐννοοῦσι δηλαδὴ ἢ δὲν γνωρίζουσιν ὅτι ἡ ἱδρυομένη κτηματικὴ Τράπεζα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ δάνεια παρὰ μόνον ἐνυπόθηκα καὶ δὲν ἐννοοῦσιν ὅτι τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς κτηματικῆς πίστεως εἶναι τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια, μὴ διδόμενα μάλιστα εἰς ποσὰ ὑπερβαίνοντα 50% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐνυποθήκου κτήματος διὰ τὰ ἀστικὰ κτήματα καὶ 33% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐνυποθήκου διὰ τὰ ἀγροτικὰ κτήματα, καὶ πάντοτε εἰς πρώτην καὶ ὄχι εἰς δευτέραν ὑποθήκην. Τὸ πρόβλημα τῆς δευτέρας ὑποθήκης εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ἔχει λυθῇ. Εἰς τὴν Γερμανίαν συζητοῦνται εἰς συνέδρια καὶ συμβούλια μεγάλων οἰκονομολόγων καὶ δὲν ἔχει ἀκόμη ἐξευρεθῇ τὸ ὅριον τῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται νὰ παρέχηται ἀπὸ μίαν κτηματικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς οὐδεμίαν κατωρθώθη νὰ φθάσωσιν λύσιν. Ἀλλ’ ὅταν τοὺς εἴπητε ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ὅτι μία τοιαύτη Τράπεζα θὰ δανείζῃ ὑπὸ τοιοῦτον τύπον, ἀμέσως ἐννοοῦσιν ὅτι πρόκειται περὶ Τραπέζης, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὴν τάξιν τῶν σταφιδοκτημόνων, καταχρέων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καὶ εἰς τὴν τάξιν τῶν μέσων ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν τάξιν τῶν ἰδιοκτητῶν ἀστικῶν ἀκινήτων καὶ εἰς τὴν τάξιν τῶν μεγάλων γαιοκτημόνων, διότι εἰς τὰς ἀγροτικὰς περιουσίας τὰς μικρὰς βεβαίως οὐδεμία Τράπεζα θὰ διακινδυνεύσῃ δανειακὰ κεφάλαια. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς γεωργικῆς Τραπέζης καὶ σᾶς λέγουσιν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διατεθῶσι κεφάλαια πρὸς διευκόλυνσιν τῶν μικρῶν ἰδιοκτητῶν ἢ τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ἐκ τῶν λυομένων ἐν σπουδῇ καὶ τυχαίως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὅλα τὰ Κράτη ὅσα ἐμελέτησαν τὸ ζήτημα τοῦτο, κατέληξαν εἰς ὡρισμένον σύστημα καὶ τοῦτο ἀκριβῶς μᾶς ἔκαμε νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι καὶ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι ἀδύνατον ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐφαρμοσθῇ. Εἶναι τὸ σύστημα τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἥν πρὸ 40 ἐτῶν καὶ πλέον ἐν Γερμανίᾳ ἁπλοῦς τις ἄνθρωπος ἐξήγγειλε τὴν ἀρχὴν ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς ὁ προσωπικὸς ἀποτελεῖ δύναμιν πίστεως, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὄχι μόνον εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον προώδευσε τὸ σύστημα τοῦτο, ἀλλὰ προώδευσε καὶ εἰς ὅλους τοὺς τόπους, ὅπου ἐγένετο ἀπόπειρα εἰσαγωγῆς αὐτοῦ, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐγένετο ἡ ἀπόπειρα μετὰ λεπτομερῆ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων καὶ μακροτάτην μελέτην τῶν συνθηκῶν τοῦ τόπου. Ὑπάρχει πεπλανημένη γνώμη περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὅτι ἐπέτυχεν ἐν Αὐστρίᾳ μετὰ ἔτη πολλὰ ἀφ’ ἧς ἐπέτυχεν ἐν Γερμανίᾳ, διότι ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐμελέτησαν τὰς συνθήκας, ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία τὸ ἐφήρμοσε διαφοροτρόπως· ἐπίσης ἐπέτυχεν, εἰς τὴν Βουλγαρίαν κατ’ ἄλλον τύπον, εἰς τὴν Ῥωμουνίαν, τὴν Σερβίαν, Νότιον Ῥωσίαν, εἰς τὰ βόρεια τῆς Ἰταλίας, καὶ τέλος, μετ’ ἀπόπειραν 30ετῆ καὶ μετὰ μελέτας 30ετεῖς καὶ μετ’ ἀποτυχίας 30ετεῖς, ἐπέτυχε καὶ εἰς τὴν νότιον Ἰταλίαν. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα εἰς χείρονα θέσιν πλείστων ἐκ τῶν λαῶν τούτων. Ἀλλ’ ἐμνημόνευσα εἰς ὑμᾶς τὴν Ῥωμουνίαν. Ἐκεῖ ἐγένοντο τρεῖς ἢ τέσσαρες ἀπόπειραι καὶ ἀπέτυχον πᾶσαι, μέχρις ὅτου εὑρέθη ὁ τύπος, ὁ ὁποῖος ἐχρειάζετο καὶ προώδευσε τὸ σύστημα εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὅταν εὑρέθη ὁ προσήκων διὰ τὸν τόπον τύπος, ὥστε ἀφοῦ παρῆλθον ἔτη τινά, κατὰ τὰ ὁποῖα, κατεχόμενοι πάντες ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐμπνεύσει ἡ ἀποτυχία τῶν πρώτων συστημάτων, ἐδυσπίστουν νὰ τροφοδοτῶσι τὰ ἱδρύματα ταῦτα διὰ τῶν καταθέσεων, ἀφοῦ τοῦτο ἐγένετο, νῦν, διασεισθείσης τῆς ἀπελπισίας ἐκείνης, κατωρθώθη ὥστε ἡ Ῥωμουνία εἰς τὰς λαϊκὰς ταύτας Τραπέζας νὰ ἔχῃ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 75.000.000 περίπου διὰ καταθέσεων τοῦ λαοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως ἔχουσιν. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ· ἀφοῦ ἐπέτυχε τὸ σύστημα αὐτὸ ἐκεῖ, διὰ τίνα λόγον δειλιᾷ ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν τὸ προσάγει; Ἀκριβῶς, Κύριοι, τὰ πειράματα τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἀλλαχοῦ, μᾶς ἄγουσιν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ὄχι ἁπλῶς νὰ μελετήσωμεν καὶ ἴδωμεν τίνες εἶναι αἱ ἑκασταχοῦ συνθῆκαι καὶ ὁποῖαι τινὲς αἱ ἐνταῦθα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμωμεν πειράματά τινα, ὄχι διὰ τῆς νομοθεσίας, ἀλλὰ διὰ τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας καὶ τῆς παροτρύνσεως τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, ὥστε νὰ ἴδωμεν ποῖαι εἶναι αἱ τάσεις καὶ αἱ κατευθύνσεις τὰς ὁποίας θὰ εἶχεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅλως δυσπίστως φερόμενος πρὸς τὸν συνεταιρισμόν. Ἔπρεπε νὰ μελετήσωμεν πάντα ταῦτα καὶ τότε νὰ ῥυθμίσωμεν τὸ σύστημα ἡμῶν ἀναλόγως πρὸς τὰς μελετηθείσας συνθήκας τοῦ λαοῦ, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ μεταρρυθμίσωμεν κατόπιν ὅσα ἡ πεῖρα θ’ ἀποδείξῃ ἐπιβλαβῆ, ἀλλὰ πρὸ πάντων φροντίζοντες ὅπως μὴ παραγάγωμεν μίαν δυσπιστίαν πρὸς τὸν λαὸν καὶ καταστήσωμεν ἀδύνατον ἔπειτα τὴν ἐφαρμογὴν οἱουδήποτε ἄλλου συστήματος ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Κύριοι, τὸν πειραματισμὸν αὐτὸν ὁ ὁμιλῶν τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸς ὑμᾶς, τὸν ἐφήρμοσε. Δὲν παρέλιπεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς Ὑπουργείας του δι’ ἀποστόλων εἰδικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ βοηθήσῃ τὴν ἵδρυσιν συνεταιρισμῶν εἰς διάφορα μέρη τοῦ Βασιλείου. Δὲν παρέλιπον νὰ κάμω τὴν δυνατὴν προπαγάνδαν, διὰ τὴν ἵδρυσιν τοιούτων συνεταιρισμῶν. Πλεῖστοι τούτων ἐπέτυχον, ἐκ τῶν ἐπιτυχιῶν δὲ συλλέγομεν συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν καλλιτέραν ῥύθμισιν τοῦ θέματος. Ὁριστικῶς δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι λίαν προσεχῶς θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Θὰ ἦτο ἓν τῶν εὐκολωτέρων πραγμάτων τοῦ κόσμου, νὰ λάβω μίαν ξένην νομοθεσίαν περὶ συναιτερισμοῦ, νὰ τὴν μεταφράσω εἰς 24 ὥρας καὶ νὰ τὴν παρουσιάσω ἐνώπιον ὑμῶν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἐξεπλήρουν οὕτω τὸ καθῆκόν μου, δὲν νομίζω ὅτι ἡ συνείδησίς μου θὰ ἦτο ἥσυχος.
§26Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν νομοθεσίαν νομίζετε ὅτι εὑρίσκεται ἡ ἀδιαφορία τοῦ κόσμου ἢ εἰς τὴν ψυχολογίαν τοῦ λαοῦ;
§27Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον εἶπον, ἀλλ’ ἦσθε ἀπών, ὅτε ἔλεγον αὐτό. Ἔλεγον ὅτι δι’ ἀποπειρῶν, διὰ πειραματισμῶν διαφόρων, ἐθεώρησα καλὸν νὰ δοκιμάσω τὴν ψυχολογίαν τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ καταδειχθῶσι τὰ μειονεκτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφήνουσι τὸν λαόν, νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, τῶν συνεταιρισμῶν, καὶ εἰς τὸ παρουσιασθησόμενον νομοθέτημα, νὰ λάβω μέριμναν πρὸς καθησύχασιν τῶν ἀμφιβολιῶν, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀποδώσῃ τοὺς προσδοκωμένους ἀγλαοὺς καρποὺς καὶ ὄχι μόνον τὰς συνήθεις προσωρινὰς ἐπευφημίας τοῦ εἰσαγαγόντος Ὑπουργοῦ. Τὰ γενόμενα εἰς τὸ διάστημα τοῦτο διοικητικῶς ἔδωκαν καρπούς, τοὺς ὁποίους δύναμαι νὰ εἴπω καλούς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς καὶ πρὸς διαφώτισιν τῆς περαιτέρω ἐρεύνης τοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσω καὶ ἄλλα τινά. Ὑπάρχει γνώμη ὅτι, εὐθὺς ὡς γίνῃ τὸ νομοσχέδιον «περὶ συναιτερισμῶν» νόμος τοῦ Κράτους, τὸ χρῆμα θὰ εἰσρεύσῃ ἄφθονον. Εἶναι τοῦτο πλάνη καὶ πλάνη βλαβερά. Ἠθέλησαν νὰ βαυκαλισθῶσι μὲ τὴν ἰδέαν αὐτήν, εἰς τὴν νότιον Ἰταλίαν, ἀλλ’ ἀπέτυχον. Συνέπεσε νὰ συνεννοηθῶ μετ’ ἀνδρῶν εἰδικῶν διὰ τὰ τῶν συνεταιρισμῶν καὶ εἶδον ὅτι εἶχον ἀκόμη τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀπέτυχον οὗτοι διὰ παντὸς εἰς τὴν νότιον Ἰταλίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθές. Οἱ συνεταιρισμοὶ ἀπέτυχον εἰς τὰς ἀρχάς, ἀλλ’ ἐπέτυχον ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Νεαπόλεως καὶ τῆς Σικελίας νὰ διαθέτωσιν ἓν μέρος τῶν ἀποταμιεύσεων αὐτῶν —τὸ ⅓— εἰς τὸ νὰ τροφοδοτῶσι τοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ παρακολουθῶσι τὴν δρᾶσιν αὐτῶν.
§28Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πείθετε καὶ σεῖς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἀναλάβῃ τὴν προστασίαν; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Δὲν εἶναι ζήτημα νομοθεσίας.
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἄν δὲν ἐσπεύδετε, θὰ ἐβλέπετε ὅτι συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ζήτημα νομοθεσίας, ὅπως νομίζουσιν οἱ περισσότεροι. Βλέπετε ὅτι εἴμεθα τελείως σύμφωνοι. Εἰς τὴν νότιον Ἰταλίαν ἀνέλαβον αἱ Τράπεζαι αὗται τὴν ὀργάνωσιν τῆς προσωπικῆς πίστεως, εἰς ἐμὲ δ’ αὐτὸν ἐλέχθη τοῦτο, ὅτι τὸ σύστημα τῆς γραπτῆς προπαγάνδας τὸ ὁποῖον ἠκολούθησαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀπέβη ἄκαρπον, ἂν δὲ ἐπέτυχε κατόπιν, ἐπέτυχε, διότι αἱ ἴδιαι Τράπεζαι, αἱ ἀναλαβοῦσαι τὸν θεσμὸν εἰς τὰς χεῖράς των, εὗρον ἀποστόλους τοὺς ὁποίους ἐξέπεμψαν εἰς τὰ διάφορα μέρη, ἵνα ἐξαπλώσωσι τὴν ἰδέαν τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ ἐπὶ πλέον ἐξασκῶσι καὶ ἔλεγχόν τινα ἐπὶ τῆς λειτουργίας τούτων. Παρετήρησα, Κύριοι, ὅτι ἱδρυομένων ἐκεῖ συνεταιρισμῶν τινῶν ἐπήρχετο εἷς διαχωρισμὸς καὶ μία ἀποκάθαρσις, ἀναλόγως τοῦ ποιοῦ τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ἐκ μέρους τῶν χρηματοδοτουσῶν Τραπεζῶν καὶ οὕτως οὗτοι διῃροῦντο εἰς συνεταιρισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο ὕποπτοι, καὶ διὰ τοῦτο αἱ Τράπεζαι δὲν συνηλλάσσοντο μετ’ αὐτῶν, καὶ εἰς συνεταιρισμοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ὕποπτοι, καὶ ἐτροφοδότουν αὐτοὺς αἱ Τράπεζαι. Ἀκριβῶς δ’ οὕτω κατωρθώθη νὰ ἐπιτύχῃ ὁ θεσμός. Φυσικὸν δὲ ἦτο νὰ σκεφθῶ καὶ ἐγώ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, ὅτι ἂν δὲν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς ἓν ἵδρυμα ἰδιωτικῆς μὲν φύσεως κατὰ τὸ πλεῖστον, μετέχον δὲ καὶ δημοσίων λειτουργιῶν, ὅπως εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρ’ ἡμῖν, τὸ ὁποῖον νὰ θελήσῃ νὰ ἐναγκαλισθῇ τὴν ἰδέαν τῶν συνεταιρισμῶν αὐτῶν καὶ νὰ τοὺς ἐπιβλέπῃ καὶ νὰ τοὺς τροφοδοτῇ, θὰ ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μείνωμεν μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν ἢ μὲ μίαν βραδυτάτην ἀνάπτυξιν τῶν συνεταιρισμῶν, καὶ δὲν ὤκνησα ἀπὸ διετίας περίπου νὰ προέλθω εἰς συνεννόησιν καὶ μετὰ τοῦ μακαρίτου Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Βαλαωρίτου καὶ μετὰ τοῦ νῦν Διοικητοῦ αὐτῆς κ. Εὐταξία. Καὶ ὁ μὲν μακαρίτης Βαλαωρίτης, ἀπασχοληθεὶς κατόπιν ὑπὸ ἐθνικῶν ὑποθέσεων, δὲν εἶχε καιρὸν πρὸς πλήρη μελέτην τοῦ πράγματος, ἀλλ’ ἐν πλήρει συνεννοήσει εὑρέθην μετὰ τοῦ νῦν Διοικητοῦ, ὅστις ἀσμένως ἠσπάσθη τὴν ἰδέαν καὶ μάλιστα ἐπισημότερον θὰ τὴν ἐκθέσῃ εἰς ὑπόμνημα ὑποβληθησόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ἃ ὑπεσχέθη. Ἡ ὁριστικὴ διαβεβαίωσις τῆς Τραπέζης πρὸ ὀλίγου χρόνου μόνον μοὶ ἐδόθη, ὅτε ἔλαβε τὰ ἡνία τῆς διοικήσεως αὐτῆς ὁ νῦν Διοικητής. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀπωλέσθη ἐπὶ ματαίῳ ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον — δὲν ὑπολογίζω τὴν πολεμικὴν δρᾶσιν — ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον ὑμῶν ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ὀργανώσεως τῆς πίστεως καὶ ὅταν θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον ὑμῶν θὰ παρουσιασθῇ μετὰ μελέτην τῶν συνθηκῶν καὶ ἰδίᾳ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς θὰ ἐνασκῆται ἡ ἐποπτεία καὶ ἡ προστασία τῶν συνεταιρισμῶν ἡ κηδεμονία ἡ ἀπαραίτητος τῶν συνεταιρισμῶν, ὑφ’ ἣν μόνον θὰ ἀποδοθῶσιν οἱ ἀγλαοὶ καρποὶ τοὺς ὁποίους ὅλοι προσδοκῶμεν καὶ ἐπιθυμοῦμεν, πρὸ πάντων δὲ θὰ κατορθωθῇ νὰ μὴ ἔχωμεν εἰς τὰ πρῶτα βήματα ἀποτυχίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ ἐμπνεύσωσι τὴν δυσπιστίαν εἰς τὸν λαὸν καὶ τὴν ἀπαγοήτευσιν. Ὁ χρόνος δὲν εἶναι πολὺ μακράν. Τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ εἴπω.
§30Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αἱ γενόμεναι δοκιμαστικαὶ ἀπόπειραι τῶν συνεταιρισμῶν ἀπέδειξαν εὐδοκίμησιν;
§31Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§32Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ ἐπέτυχον; Ἐγένοντο ἀγοραὶ ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως;
§33Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐδῶ πλησίον ἐν τῇ Ἀττικῇ, ἔχομεν ἄριστα λειτουργοῦντας συνεταιρισμούς.
§34Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχον δίκαιον, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ζητήσω νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἦτο δὲ καὶ εἶναι περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀφοῦ ὁ Συνάδελφός μου κ. ἐκ Μεσσήνης εἶχεν ἐξαντλήσει τὸ ζήτημα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ παρασταθῇ ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ συμφέρον τὸ γενικὸν καὶ τὸ εἰδικόν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλέξ. Παππαποστόλου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν διετάχθη ἡ ἐπιστροφὴ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν δῆμον Καρδίτσης τῆς ἐπὶ πλέον ὑπὸ τοῦ Δήμου τούτου καταβληθείσης εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς χωροφυλακῆς τῶν ἐτῶν 1906–1912, ἐπὶ τῆς διαφορᾶς μισθοῦ ἁπλῶν ὁπλιτῶν χωροφυλακῆς πρὸς τὸν μισθὸν ἐπίσης ὁπλιτῶν χωροφυλακῆς προερχομένων ἐκ τῆς ἀστυφυλακῆς ἢ ἐξ ἐθελουσίας κατατάξεως κατὰ τὸ ἄρθρον 76 τοῦ ͵ΓΡΞΕʹ νόμου περὶ Ἀστυνομίας, συνισταμένων εἰς τὰ ⅔ τῆς διαφορᾶς τῶν λεπτῶν 41–91 ἡμερησίως, νὰ διατάξῃ ἄλλως τὴν ἐπιστροφὴν τῆς διαφορᾶς ταύτης ἀνερχομένης εἰς ἱκανὰς χιλιάδας δραχμῶν».
§36ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχει καταβληθῆ δι’ εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας τῶν ἐτῶν 1906–1912 ποσὸν δραχμῶν 19.000 ἐπὶ πλέον πράγματι, τοῦ βαρύνοντος τὸν δῆμον τοῦτον ποσοῦ ἕνεκα ἐσφαλμένης χρεώσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὀφείλεται ὑπὸ τοῦ δήμου τούτου ποσὸν ἀρκετὸν τῶν ἐτῶν 1912 καὶ 1913 ἐκ δραχ. 29.000, διὰ ταῦτα ἡ ἐπιστροφὴ δὲν ἐγένετο.
§37ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Συνεψηφίσθη;
§38ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀ. Κοκέβης «παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν τὸ 9ον πεζικὸν Σύνταγμα ἀπήντησε, καὶ τί, ἐν περιπτώσει ἀπαντήσεως, ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 32525 ἐ. ἔ. διαταγῆς του, συνεπείᾳ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Γαργαλιάνων Ἰωάννου Θ. Διακουμοπούλου περὶ τῆς τύχης τοῦ υἱοῦ του Θωμᾶ, στρατιώτου τοῦ αὐτοῦ Συντάγματος».
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπήντησεν. Ἐζητήθησαν τηλεγραφικῶς πληροφορίαι ὡς καὶ ὁ λόγος τῆς μὴ ἀπαντήσεως.
§41Α. ΚΟΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τεσσάρων μηνῶν ἔχει διαταχθῆ τὸ 9ον πεζικὸν Σύνταγμα ν’ ἀπαντήσῃ καὶ δὲν ἀπήντησεν. Ὑποθέτω ὅτι τώρα, μετὰ τὴν τηλεγραφικὴν διαταγὴν τὴν ὁποίαν ἐκάματε...
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τιμωρήσω, κ. Βουλευτά, τὸν παρακούσαντα. Δὲν δύναμαι νὰ κάμω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ τιμωρήσω τὸν πταίστην ἂν δὲν δικαιολογηθῇ ἡ βραδύτης.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παππαϊωάννου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνας εἰδήσεις ἔχει ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία περὶ τοῦ ἐφέδρου δεκανέως Νικολ. Γιαννακοπούλου τραυματισθέντος εἰς τὴν μάχην Καρατζάκιοϊ παρὰ τὸ ὕψωμα 605 καὶ ἔκτοτε ἀγνοουμένου».
§44ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ὁρίσῃ τὸ Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ εἰρημένος δεκανεύς, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ ὑπὸ τὸ αὐτὸ ὄνομα ἀναφέρονται πλείονες τοῦ ἑνός.
§45Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἔχουσι δοθῆ ἐπανειλημμέναι ἀναφοραί! Θὰ δώσω πληροφορίας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ πότε θ’ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τῶν παραρτημάτων τῶν στρατολογικῶν γραφείων εἰς ἃ μέρη κατηργήθησαν ἢ μετεφέρθησαν τὰ τακτικά.
§47ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἀκόμη εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω.
§48Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι φαντάσθητε ὅτι ἀπὸ τὸν δῆμον Σπερχειάδος ν’ ἀναγκάζηται εἷς ἄνθρωπος νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Χαλκίδα νὰ λάβῃ ἓν πιστοποιητικόν! Τῷ χρειάζονται πέντε ἡμέραι, ἐνῷ ἡ Λαμία κεῖται ἐγγύτατα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παππαϊωάννου «παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων, καὶ μετὰ τὴν κατὰ τὴν 12 Ἀπριλίου τοῦ 1907 συζήτησιν καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ κ. Λ. Δεληγεώργη καὶ μετὰ τὴν δοθεῖσαν τότε πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπόσχεσιν, δὲν ἐπέδειξεν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ δικαστήριον ὅσα ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῷ ἐστάλησαν τῇ 14 Ἀπριλίου 1907 (ἀριθ. 4994) ὡς χρήσιμα διὰ τὴν δίκην τὴν μεταξὺ Γ. Καραπαναγιώτου καὶ Ν. Μαυροκορδάτου». Παρακαλεῖ ἐπίσης νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν.
§50Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον λόγος.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Χαριτᾶτος «ἐρωτᾷ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ παρακαλεῖ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον δὲν λαμβάνεται φροντὶς ὅπως εἰσαχθῇ εἰς τὸ φρενοκομεῖον ὁ ἐκ Περατάτων τῆς Κεφαλληνίας ἔφεδρος τῆς ἀπογραφῆς 1910 Ἀνδρέας Πέτρου Μαγουλᾶς, ὑπηρετήσας εἰς τὸ 12ον λόχον τοῦ 3ου τάγματος τοῦ 15ου Πεζικοῦ Συντάγματος καὶ ἀπολυθεὶς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, δι’ ἀποφάσεως τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς παθὼν διατάραξιν τῶν φρενῶν κατὰ τὸν αἰφνιδιασμὸν τοῦ Γριμπόβου καὶ ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ πάσχῃ. Εἶναι ἐντελῶς ἄπορος, καὶ ἐπικίνδυνος ἐκ τοῦ παθήματός του εἰς τοὺς συγχωρίους του καὶ ἰδίως εἰς τοὺς συγγενεῖς του».
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ κάμητε τὴν αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν».
§53Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἔπαθεν ἐν στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ.
§54ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔπαθεν; Ἀλλ’ ὅ,τι ὑποχρεοῦται νὰ πράξῃ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἶναι νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ. Ἅμα ἀπηλλάγη, εἶναι πλέον πολίτης.
§55Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Καὶ τώρα, εἶναι ὀρθὸν αὐτός, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν πόλεμον ἔπαθε, νὰ φέρηται ἐπικινδύνως πρὸς τοὺς ἄλλους;
§56ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν λέγετε οὕτως ἐν τῇ προτάσει ὑμῶν.
§57Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Οὕτω λέγω. Λέγω ὅτι: «παθὼν διατάραξιν τῶν φρενῶν κατὰ τὸν αἰφνιδιασμὸν τοῦ Γριμπόβου, ἀπηλλάχθη ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου»· ἑπομένως ἔπαθεν ὡς στρατιώτης καὶ νομίζω ἁρμόδιον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι πτωχός, ὁ ὁποῖος πένεται.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον προκύπτει ὅτι ἔπαθεν ἐν τῷ πολέμῳ ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§59Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ἂν θέλητε, ἔχω καὶ πιστοποιητικόν.
§60ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ἐρωτήσωμεν εἰς τὸ Σωφρονιστήριον ἂν ὑπάρχῃ θέσις.
§61Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἂν δὲν ἔχῃ θέσιν, τί θὰ τὸν κάμωμεν;
§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τί θέλετε νὰ κάμωμεν ἂν δὲν ἔχῃ θέσιν; Ἐγὼ θὰ εὕρω τὰ χρήματα. Ἄλλο τίποτε δὲν γίνεται.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν ἄν, συμφώνως πρὸς τὴν δοθεῖσαν πρό τινων ἡμερῶν ὑπόσχεσίν του πρὸς τὴν Βουλήν, ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀντισηκώματος τῶν ἀνυποτάκτων τοῦ 1911, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ 20 ἤδη μῆνας καὶ τίνα ἔλαβε σχετικῶς ἀπόφασιν».
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μετὰ μελέτην τοῦ ζητήματος δὲν εὑρίσκω ὅτι ὑπάρχει λόγος ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ σύστασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§65Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι νομίζω ὅτι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐψηφίσθη ὁ σχετικὸς νόμος, ὁ κανονίζων τὸ ποσὸν τοῦ ἀντισηκώματος τῶν ἀνυποτάκτων, ἐξέλιπε πλέον. Εἴχομεν τότε ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ νὰ ὑπηρετήσωσιν ὀκτὼ μῆνας καὶ ἑπομένως αἱ 800 δραχμαὶ ἐπρόκειτο νὰ καταβληθῶσι δι’ ἐξαγορὰν ὑπηρεσίας δέκα ἕξ μηνῶν. Ἤδη ὅμως, ὅτε ἔχουσιν ὑπηρετήσει εἴκοσι μῆνας, ὑπολείπεται δὲ νὰ ὑπηρετήσωσι μόνον τέσσαρας μῆνας, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ὁλόκληρον τὸ ἀντισήκωμα. Ἐὰν γίνῃ μερικὴ ἔκπτωσις, αὕτη θὰ ἦτο πλήρως δεδικαιολογημένη. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἄρνησίν του, ἀλλὰ νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον ὅπως μὴ πληρωθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ ἀντισηκώματος. Ἂν τοῦτο δὲν γένηται καθιεροῦται μία ἀνισότης τῶν πρὸ τῆς κλάσεως τοῦ 1911, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον 400 δραχμὰς καὶ τῶν ἀνυποτάκτων τοῦ 1911, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ εἴκοσι μῆνας.
§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀνισότητος δὲν μὲ συγκινεῖ, διότι πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τέρμα. Ἐὰν πρόκειται νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνισότητα ἤθελον προτείνει πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπηρετῶσι δύο ἔτη νὰ μὴ πληρώσωσι καὶ 800 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐὰν κάμωμεν τοιαύτην διάκρισιν, ἐρωτῶ· θὰ τὴν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή; Ἐπειδὴ εἰς τὸ παρελθὸν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσωμεν μίαν ἄφεσιν, νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν στρατεύσιμον κλάσιν;
§67Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνοι δὲν ἔχουσιν παρὰ τέσσαρας μῆνας νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ ὄχι δώδεκα, διότι τοὺς ἔχετε ἀπαλλάξει.
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώσωσιν 800 δραχμάς.
§69Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ ἦτο σκληρὸν νὰ πληρώσωσιν 800 δραχμάς.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν γνωρίζῃ ὅτι ἡ γενομένη ἐν Θεσσαλονίκῃ ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ ἐνοικίασις καταστήματος τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν ἰδιώτην Νικολόπουλον διελύθη, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον ὑπεχρέωσε τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ προέβη εἰς χρηματικὰς δαπάνας διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ κτιρίου».
§71ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νὰ ἐγγράψητε μετά τινας ἡμέρας πάλιν τὴν ἐρώτησίν σας καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος «παρακαλεῖ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορᾶς τοῦ Μιχ. Μπιλαλάκη».
§73Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Συνάδελφον ὅτι πρὸ μηνὸς καὶ πλέον, ὅτε ἤμην ἐν ταξειδίῳ, εἶχον λάβει ἐν Θεσσαλονίκῃ τηλεγράφημα τοῦ Μιχαὴλ Μπιλαλάκη παραπονουμένου ὅτι δὲν ἐνήργησε μετὰ τῆς δεούσης ἐπιμελείας ἡ ἀνάκρισις διὰ τὴν σύλληψιν τῶν ἀπαγωγέων τῆς θυγατρός του. Ἔδωκα τότε τηλεγραφικὴν παραγγελίαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἀθηνῶν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν του μετ’ ἐπιμελείας. Ὅτε ἐπανῆλθον ἐκ Θεσσαλονίκης εἶδον νὰ ἐξακολουθῇ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἀπηύθυνα τότε ἔγγραφον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ὅπως ἀναφέρῃ ποῦ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις. Ἐξεδόθησαν δὲ καὶ ἐντάλματα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἐξετελέσθησαν. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δι’ ἐγγράφου του ὑπὸ ἡμερομηνίαν 14 Μαΐου ἐ. ἔ. μοὶ λέγει ὅτι ἔδωκε τὰς δεούσας διαταγάς. Ἡ δυσχέρεια ἡ ἀφορῶσα τὴν ἐκτέλεσιν, δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαστικὸν μέρος ἡ ὑπόθεσις ἐνηργήθη μετὰ πάσης ἐπιμελείας.
§74Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ δύο μηνῶν, κύριοι Βουλευταί, ἀπήχθη ἡ κόρη τοῦ Μιχαὴλ Μπιλαλάκη ἐν μέσαις Ἀθήναις καὶ ὑπὸ τὰ κλειστὰ ὄμματα ὅλων τῶν Ἀρχῶν. Ὁ δυστυχὴς πατὴρ Μιχ. Μπιλαλάκης ἀνηνέχθη πανταχοῦ, ἐπιδιώκων νὰ ἀνευρεθῇ τὸ τέκνον του. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον κατώρθωσε κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν δύο μηνῶν εἶναι νὰ λαμβάνῃ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀπειλητικὰς ἐπιστολὰς ὑπὸ τῶν σχέσιν ἐχόντων πρὸς τὴν ὑπόθεσιν. Τόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅσον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς ἔφεραν ἐδῶ ἔγγραφα ἀντὶ πάσης ἄλλης ἐνεργείας, διότι ἐγὼ δὲν δέχομαι ὅτι ἐνέργεια ἀποτελεσματικὴ ἢ μᾶλλον ἐνέργειαι νόμιμοι εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ εἶναι μία συνήθης ἐνέργεια κάθε ἄλλο παρὰ σοβαρά. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τί ἔπραξε; Διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἐπὶ δύο μῆνας δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συλληφθῶσιν οἱ ἀπαγωγεῖς. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός· ἀλλ’ ἀντὶ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀνέγνωσεν ἔγγραφα ἀπὸ τὰ συνήθως ἀπευθυνόμενα τυπικῶς πρὸς διαφόρους Ἀρχὰς ὅπως φανῇ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἔμεινεν ἀδιάφορος. Ἀλλ’ αἱ ἁρμόδιοι Ἀρχαί, ἐπαναλαμβάνω, ἀντὶ πάσης ἄλλης ἐνεργείας, τί νομίζετε ὅτι ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ κάμωσιν; Ἔσπευσαν καὶ ἐζήτησαν παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορητήριον ἐναντίον ἑνὸς δημοσιογράφου, ὅστις ἐκάκισε τὴν κατάστασιν αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί. Εἶχον ἴσως ἔτι τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτων ζητημάτων, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κακίζῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ λέγεται τρομοκρατία, πρέπει δὲ νὰ γνωρίζωμεν πάντες, καὶ πρὸ παντὸς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσποιοῦνται ὅτι δὲν γνωρίζουσι τοῦτο, ὅτι ἡ τρομοκρατία δὲν εὑρίσκει ἔδαφος ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλά, Κύριοι, μήπως εἶναι τοῦτο τὸ γεγονὸς μόνον ἀπόδειξις τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ δημόσιος ἀσφάλεια; Ἀπὸ τριῶν μηνῶν περιφέρονται ἔνοπλοι, ἀκαταδίωκτοι καὶ ἀνενόχλητοι ἄλλοι ἀπαγωγεῖς ἀνὰ τὴν ἐπαρχίαν μου, οἵτινες ἀπήγαγον κόρην ἐντιμοτάτης οἰκογενείας, βίᾳ, καὶ τὴν μετέφεραν εἰς τὰ ὄρη. Περιφέρονται οὗτοι ἀνενόχλητοι καὶ ἀκαταδίωκτοι ὡς καὶ ἔνοπλοι ἐπὶ τρεῖς μῆνας, πρὸς τιμὴν καὶ δόξαν τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας εἰς τὰ ὁποῖα οἱ πολῖται ἔχουσιν ἐμπιστευθῆ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ζωήν των καὶ οὐδὲ σκιὰ Ἀρχῆς ἐφάνη που.
§75Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἀσφαλῶς τοὺς ὑποθάλπουσιν.
§76Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς τοὺς ὑποθάλπει, καὶ διὰ τοῦτο δυσανασχετῶ, διότι εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, ἥτις φημίζεται διὰ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, διαιτῶνται ὁπωσδήποτε ἐγκληματίαι. Ἀλλὰ τὸ παρήγορον εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἀπήλλαξε τοὺς μετακληθέντας ξένους ὀργανωτὰς τῆς χωροφυλακῆς ἀπὸ τοῦ χαρτοσήμου τῆς μισθοδοσίας των. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι μετὰ τὴν νέαν αὐτὴν ἀμοιβὴν οἱ κύριοι αὐτοὶ θὰ θελήσωσι νὰ ἐνδιαφέρωνται περισσότερον διὰ τὰ ἔργα διὰ τὰ ὁποῖα μετεκλήθησαν ἐδῶ.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς, ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἑξῆς· «Ὁ εὔζωνος Λ. Κραβαρίτης, μετασχὼν ἀμφοτέρων τῶν πολέμων ἐτραυματίσθη κατὰ τὴν μάχην τοῦ Πετσόβου, τὴν 17 Ἰουνίου 1913 εἰσήχθη εἰς τὸ χειρουργεῖον τῆς Μεραρχίας του, καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ 3ον στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τῆς 2 Σεπτεμβρίου 1913, ὅτε ἐξῆλθε λαβὼν 30 ἡμερῶν ἀναρρωτικὴν ἄδειαν. Μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς τὸ ἐν Ἀθήναις Φρουραρχεῖον ἐτοποθέτησε αὐτὸν εἰς τὸν λόχον τῆς προσκολλήσεως τοῦ 7ου πεζικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐκράτησε καὶ τὸ ἐξιτήριόν του καὶ τὸ φύλλον τῆς ἀναρρωτικῆς του ἀδείας, μετὰ τέσσαρας δ’ ἡμέρας ἔδωκεν αὐτῷ φύλλον πορείας διὰ τὸ Σῶμά του. Ἐκεῖ προσελθὼν προὐφυλακίσθη, διότι εἶχε κηρυχθῆ λιποτάκτης καὶ κρατεῖται ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας ὑπόδικος, ἐπειδὴ τὸ 7ον πεζικὸν Σύνταγμα δὲν ἀπέστειλεν εἰς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ 2ου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, οὔτε τὸ αἰτηθὲν τηλεγραφικῶς φύλλον ἀδείας οὔτε τὸ ἐκ τοῦ 3ου στρατιωτικοῦ νοσοκομείου Ἀθηνῶν ἐξιτήριόν του. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως ἐπὶ τῇ ἀφορμῇ ταύτῃ διατάξῃ τὰ Σώματα καὶ Στρατοδικεῖα, ἵνα ἐπιταχύνωσι τὰς τοιαύτης φύσεως ὑποθέσεις καὶ μὴ στερῶνται οἱ ἄξιοι τιμῆς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας των.
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐδόθησαν τηλεγραφικῶς αἱ δέουσαι διαταγαὶ πρὸς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον τοῦ Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης περὶ ταχείας ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως τοῦ εὐζώνου Καραβίτη ὡς καὶ ἀμέσου ἀπολύσεως αὐτοῦ, ἂν ἡ προφυλάκισίς του δὲν εἶναι δικαστική.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Ι. Μπουρνιᾶς μετὰ τοῦ κ. Ν. Ξηροῦ «παρακαλοῦσι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν ὅπως πληρωθῇ εἰς τοὺς ἀποστρατευθέντας διδασκάλους τὸ ἕτερον ἥμισυ τοῦ μισθοῦ των, ἀφοῦ πρό τινος ἐδημοσιεύθη ὅτι ἤθελε διατάξει τὴν πληρωμὴν αὐτῶν».
§80Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὐδὲν δικαίωμα ἔχω νὰ διατάξω τὴν πληρωμὴν παρομίων μισθῶν. Δῆμοί τινες εὔποροι ὄντες, ἐψήφισαν κονδύλιά τινα δι’ ἀμοιβὴν τῶν δημοδιδασκάλων ἐφ’ ὅσον χρόνον εὑρίσκοντο ἐν ἐπιστρατεύσει. Οἱ Νομάρχαι ἐνέκριναν τὰς πιστώσεις ταύτας. Οἱ ἄλλοι δημοδιδάσκαλοι τῶν ἀπόρων δήμων ἰδόντες τοῦτο, ἐζήτησαν ἐπέκτασιν τοῦ μέτρου. Τὴν ἐπέκτασιν ταύτην τοῦ μέτρου δὲν δύναται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ. Εἶναι ἔργον ἐντελῶς ἴδιον τῶν εὐπόρων δήμων, τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσωσιν οἱ ἄποροι. Καὶ πρὸς τὸν κ. Συνάδελφόν μου, Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διεβιβάσθη δι’ ἐγγράφου παράκλησις νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς Νομάρχας νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀνισότητα αὐτήν.
§81Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἀκριβῶς, ἐπιρρωνύων τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Μπουρνιᾶ, εἶχον σκοπὸν ν’ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν ὅπως διατάξῃ τοὺς κατὰ τόπους Νομάρχας ἵνα κρατήσωσιν ἴσον μέτρον, προκειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, διότι τινὲς τῶν Νομαρχῶν ἀπεφήναντο καὶ ἐνέκριναν ψηφίσματα Δημοτικῶν Συμβουλίων εὐπόρων δήμων, ἀλλὰ δὲν ἐνέκριναν ἀπόρων δήμων. Τοῦτο δημιουργεῖ ἀνισότητα. Ἔχομεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ ἐν τῷ αὐτῷ ζητήματι καὶ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν παρίστατο, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο καὶ νὰ τὸ διορθώσῃ. Δυστυχῶς δὲν παρίσταται καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρὸ τούτου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός.
§83Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 224 τῆς 5 Ἀπριλίου 1914 «περὶ ἐπιμισθίων θέσεων ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ». Ἐκρίθη ὅπως, πλὴν τῶν σταθερῶν ἐπιμισθίων τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς τὰ πληρώματα, ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας ἐκ τῶν ἀναλαμβανόντων ὑπηρεσίαν εἰς τὰ ὑποβρύχια καὶ τὰ ἀεροπλάνα, ἐκρίθη ἀναγκαῖον, λέγω, ὅπως δοθῇ καὶ πρόσθετον ἐπιμίσθιον ἀναλόγως τῶν καταδύσεων ἢ τῶν πτήσεων αἱ ὁποῖαι θέλουσι γίνῃ. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ προσλήψεως ἐκτάκτου προσωπικοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τμημάτων τῶν δημοσίων ναυτικῶν ἔργων», διότι προβλέπεται ἀνεπάρκεια διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν τμημάτων τούτων. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας». Τροποποιεῖται δι’ αὐτοῦ ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας δυνάμει τοῦ ὁποίου καὶ οἱ κληρωτοὶ τοῦ 1914 στρατολογοῦνται κατὰ διαδικασίαν ὁμοίαν πρὸς τὴν τῶν κληρωτῶν τοῦ 1913. Ἐπίσης ὑποβάλλω ἄλλο νομοσχέδιον «περὶ χημικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ». Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν τὰ μὲν τρία πρῶτα νομοσχέδια νὰ κηρύξῃ κατεπείγοντα καὶ ἂν συναινῇ, νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα σήμερον κατ’ ἀρχήν, τὸ δὲ τελευταῖον νομοσχέδιον «περὶ χημικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Β. Ναυτικοῦ», τὸ ὁποῖον προβλέπει μείζονα ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν πρὸς ἣν νὰ ταχθῇ ἀνάλογος προθεσμία πρὸς προσκόμισιν τῆς ἐκθέσεώς της.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅπως τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα τρία νομοσχέδια ἤτοι· αʹ) «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 224, περὶ ἐπιμισθίων θέσεων ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ». βʹ) «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 157 τῆς 6 Μαρτίου 1914 περὶ προσλήψεως ἐκτάκτου προσωπικοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ναυτικῶν ἔργων». γʹ) «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου 124 τῆς 31 Δ)βρίου 1913 περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ναυτικῆς στρατολογίας νόμων», κηρυχθῶσι κατεπείγοντα καὶ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχήν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§85Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Χωρὶς νὰ ἔχω ἀντίρρησιν θὰ παρεκάλουν, ὁσάκις πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια κατεπείγοντα, νὰ διανέμωνται τοὐλάχιστον ταῦτα προηγουμένως, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν περὶ τίνος πρόκειται, διότι ἔχει γίνη μία κατάχρησις τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίων ὡς κατεπειγόντων χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί ζητεῖται δι’ αὐτῶν. Τοῦτο ἀποτελεῖ παραίτησιν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Παραδέχομαι ὅτι ὑπάρχουσι περιπτώσεις ἀπαιτοῦσαι τὴν τοιαύτην ψήφισιν, ἀλλ’ ἡ ἀναβολὴ διὰ μίαν ἡμέραν τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίων περὶ ἐκτάκτου προσωπικοῦ, καὶ περὶ ἀμοιβῆς τῶν πληρωμάτων τῶν ὑποβρυχίων, νομίζω ὅτι δὲν θὰ φέρῃ ἀνωμαλίαν ἀφοῦ ἐκ τῶν ὑστέρων, εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα. Ἀναμφιβόλως τὰ νομοσχέδια εἶναι καλά, ἀφοῦ τὰ ἐνέκρινεν ἡ ὑπηρεσία. Δὲν ὁμιλῶ κατὰ τῶν νομοσχεδίων ἀλλὰ κατὰ τῆς καθιερωθείσης ἀρχῆς.
§86Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἄν ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει ἀντίρρησιν παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ κατ’ ἀρχὴν ψήφισις.
§87Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὄχι· δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, διότι κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ ἔχω εὐκαιρίαν νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Ἀλλ’ ἂν λέγω ὅσα εἶπον, λέγω ταῦτα δι’ ὅλα τὰ νομοσχέδια.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τῆς ἀρχῆς τῶν ἀναφερθέντων τριῶν νομοσχεδίων ἀναβάλλεται. Ἐκηρύχθησαν ταῦτα μόνον κατεπείγοντα. Τὸ ἕτερον νομοσχέδιον παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ· δέχεται νὰ ταχθῇ εἰς αὐτὴν προθεσμία ἑπτὰ ἡμερῶν;
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως δὲν διενεμήθη εἰσέτι ὥστε ἀναβάλλεται πρὸς στιγμήν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ 1914 διὰ τοὺς μῆνας Ἀπρίλιον, Μάϊον καὶ Ἰούνιον τοῦ 1914». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ν. Δημητρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§91Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ νέα μορφή, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε χθὲς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1914 ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, γεννᾷ ζήτημά τι ἐπὶ τοῦ ὁποίου προσήκει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις. Τὰ δωδεκατημόρια τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ 1914 ἐψηφίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913, τῶν δὲ τριῶν μηνῶν τὰ δωδεκατημόρια τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ζητεῖται νὰ ψηφισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914. Ἄν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ οὐσιώδης διαφορὰ τῆς κατατάξεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913 καὶ τοῦ 1914, φρονῶ ὅτι θὰ κατασταθῇ ἀδύνατος ἡ λειτουργία τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος λογιστικοῦ νόμου, ἂν δὲν ληφθῇ εἰδικὴ νομοθετικὴ μέριμνα.
§92Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 5ον.
§93Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5ον λέγει τὰ ἀκόλουθα· (ἀναγινώσκει) «τὰ διὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας τῆς χρήσεως τοῦ 1914 ἐνταλθέντα ἔξοδα ταύτης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1913, προσαρμοσθήσονται εἰς τὰ οἰκεῖα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1914, μετατρεπομένων προσηκόντως τῶν ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων». Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν διετέθησαν πᾶσαι αἱ πιστώσεις τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν τοῦ 1914· ὅτι τουτέστι θὰ ὑπάρχωσιν ἐντάλματα μὴ ἐκδοθέντα. Τί θὰ γίνωσιν αὐτά;
§94Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ πληρωθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 1914.
§95Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ γίνῃ αὐτό; Ἔχετε νόμον ἀπαγορεύοντα τοῦτο. Πρέπει ἑπομένως νὰ περιλάβητε ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν ἐνταλθέντων ἐξόδων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν μὴ διατεθεισῶν πιστώσεων νὰ τακτοποιήσητε ταύτας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατατάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914.
§96Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§97Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία πρόνοια ἐπίσης λαμβάνεται περὶ τῶν ἐσόδων. Κατὰ τίνα τρόπον καὶ κατὰ τίνα διατύπωσιν εἰσήχθησαν κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας τοῦ 1914; Βεβαίως θὰ ἐγένετο τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913. Πῶς ὅμως θὰ τακτοποιηθῶσιν αὐτά; Ὑπάρχει νομίζω οὐσιῶδες κενόν. Ἔχω μάλιστα ὑπ’ ὄψει μου ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ διαρρυθμίσῃ τὰ πράγματα κατὰ τρόπον ἀντικείμενον εἰς τὸν νόμον. Ἐδώκατε δι’ αὐτῆς διαταγὴν περὶ τῶν ἐσόδων τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἥτις εἶναι προφανῶς παράνομος, διότι πρῶτον, ἀντίκειται εἰς τοὺς δύο νόμους περὶ δωδεκατημορίων, τοὺς ψηφισθέντας, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦσι νὰ γίνῃ ἡ εἴσπραξις τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913, καὶ δεύτερον ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον γραμμάτια συμψηφισμοῦ ἐκδίδονται εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν περιλαμβάνεται καὶ ἡ περίστασις αὕτη. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ποιοῦμαι ὄχι τόσον διὰ νὰ ἐλέγξω τὴν γενομένην παρανομίαν, ἀλλ’ ὅπως ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια διότι θὰ εὑρεθῶσιν πρὸ δυσχερειῶν οὐσιαστικῶν οἱ τυχὸν δικαιούμενοι. Εἶναι ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ εἰδικὸν ἄρθρον τακτοποιοῦν καὶ κυροῦν τὰ μέχρι τοῦδε παρανόμως γενόμενα.
§98ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θ’ ἀπαντήσω.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναβάλλεται. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ σωματείων». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ͵ΓϠΝΖʹ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικῶν ὑποθηκοφυλακείων ἐμμίσθων». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 κακῶς ἐνεγράφη καὶ παραλείπεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας».
§101Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν τὸ ἀναβάλλεται, κ. Ὑπουργέ, ἵνα λάβητε γνῶσιν καὶ τοῦ ὑπομνήματος τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων;
§102Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὥριμον. Τὸ ὑπόμνημα τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων εἶναι ἔντυπον καὶ ἐπεδόθη εἰς ἐμέ, ἔλαβον δ’ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐν αὐτῷ παρατηρήσεις ὥστε δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ λόγος ἀναβολῆς.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§104Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, αὐξάνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν συμβούλων εἰς 12 τακτικούς, εἰς 6 ἐκτάκτους καὶ 7 παρέδρους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§106Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐκρίθη ἐπισημότερον νὰ δίδηται ὁ ὅρκος ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, συμπαρισταμένου καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§108Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ· μετὰ τὴν λέξιν «τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου», νὰ προστεθῇ «τακτικὰ ἐπὶ τριετίαν». Ἐπίσης καὶ εἰς τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους νὰ τεθῇ «τριετὴς ὑπηρεσία εἰς θέσιν μόνιμον ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς βαθμὸν Γεν. Γραμματέως ἢ θέσιν τμηματάρχου αʹ τάξεως ἐπὶ ἑξαετίαν».
§109Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον προτείνει νὰ διαγραφῶσι τελείως τὰ προσόντα τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τὸν λόγον ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν ἀπεδείχθησαν ἐπαρκῆ εἰς τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι συναφῆ πρὸς τὴν πεῖραν τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἐπρότεινον δὲ ὅπως ἐφαρμοσθῇ τὸ ἀκόλουθον ἄρθρον ὄχι μόνον κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον χθές, ὅτι ὄχι μόνον δύο τῶν νῦν Ὑπουργῶν δὲν ἔχουσι προσόντα νὰ γίνωσι μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἔχῃ τοιαῦτα, ὡς διαγράφονται, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον πρὸς διορισμόν; Οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ φόβος μὴ γίνῃ κατάχρησις καὶ διορισθῶσι μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι κατώτερα προσόντα ἀπὸ δικηγόρους. Ἡ Ἑλλὰς ἀφθονεῖ δικηγόρων καί τινες ἐκ τούτων θὰ ἦσαν πρόθυμοι νὰ ἀναλάβωσι καὶ πολὺ μικρότερα καθήκοντα, ἴσως καὶ γραφέως ἀκόμη, ὥστε νὰ μὴ θεωρῆται τόσον μέγα προσὸν τὸ τοῦ δικηγόρου, ἀφοῦ τοῦ προσόντος τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κακὴ χρῆσις. Διὰ τὰ μέλη λοιπὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἦτο καλλίτερον νὰ μὴ τεθῇ προσὸν μὴ τυχὸν ὑπάρξωσι πρόσωπα μεγάλης πείρας καὶ γενικῆς καὶ θεωρητικῆς μορφώσεως, ἥτις νὰ μὴ συμπίπτῃ πρὸς τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα διαγράφονται. Δύνανται ἄλλοι Ἕλληνες, ζήσαντες ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ διαχειρισθέντες ἐκεῖ καθήκοντα μεγίστης σπουδαιότητος, νὰ ζητήσωσι τοιαύτην θέσιν. Διατί νὰ μὴ δύνωνται οὗτοι νὰ γίνωσι Σύμβουλοι Ἐπικρατείας; Ἤθελον δὲ νὰ μάθω καὶ τὸ ἑξῆς· διάφοροι νομικοὶ τῆς δούλης Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δικηγόροι, δὲν θὰ εἶναι κατάλληλοι νὰ γίνωσι μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι δὲν θὰ ἔχωσι τὰ προσόντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διαγράφει ὁ νόμος; Διατί τάχα ν’ ἀποκλεισθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα; Καὶ ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ τὰ καθήκοντα τοῦ Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας δὲν εἶναι ξένα πρὸς τὴν διοίκησιν, οὔτε πρὸς τὴν νομοθεσίαν, διατί δὲν θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ὑπῆρχον τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τῆς γενικῆς ἀντιλήψεως καὶ τῶν γενικῶν γνώσεων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωσι τὰ προσόντα τῶν ἐλεγκτῶν τοῦ Συνεδρίου, οὔτε τὰ τῶν δικηγόρων πολυμελῶν δικαστηρίων; Δὲν ὑποθέτω ὅτι δύναται σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι εἰς μόνους τοὺς δικηγόρους καὶ τοὺς ἐλεγκτὰς τοῦ Συνεδρίου περιορίζονται τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§110Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἤμην ὁ εἰσηγητής, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς προτάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν παμψηφεὶ ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 3ου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰ προσόντα τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπρότεινα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ὅτι ἔπρεπεν ἄλλως νὰ καθορισθῶσι τὰ προσόντα τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ὅτι πάντως ἔδει νὰ ἀποκλεισθῶσι τὰ δικαστικὰ πρόσωπα ἀπὸ τοῦ νὰ δύνωνται νὰ καταλαμβάνωσι θέσιν συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἤγαγον εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ἡ ἐπιτυχία, Κύριοι, οἱουδήποτε θεσμοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῶν προσώπων. Διὰ νὰ ἐξεύρωμεν ὅμως τὰ κατάλληλα πρόσωπα πρέπει κυρίως νὰ ἀποβλέψωμεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ θεσμοῦ καὶ τί κυρίως ἀναμένει ἡ κοινὴ συνείδησις ἐκ τοῦ θεσμοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις ἐπέβαλε τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀποβλέπουσα ἰδίως ὡς εἰς βοηθὸν καὶ σύμβουλον, ἀλλὰ καὶ ἐλεγκτὴν ἀκόμη τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Ἡ κοινωνία ἐπὶ μακροὺς χρόνους ἔμενεν ἄνευ συνδρομῆς νομοθετικῆς καὶ οὐ μόνον δὲν εἶδε νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεζήτουν αἱ νεώτεραι ἀνάγκαι τῆς κοινωνίας, καὶ ὧν εἶχε καὶ ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἀλλ’ ἀκόμη ὡς ἐφιάλτην εἶχε καὶ ἔχει ἐπὶ τοῦ στήθους της τὴν παμπάλαιον νομοθεσίαν. Ἐνόμιζεν ἡ κοινωνία ὅτι διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἤθελεν ἀποκτήσει θεσμὸν διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο τὸ νομοθετικὸν σῶμα νὰ εὕρῃ σύμβουλον, νὰ εὕρῃ Σῶμα προπαρασκευαστικὸν τῶν νόμων ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην ἠσθάνετο, καὶ ἐδυσφόρει ἀκόμη ἡ κοινωνία διὰ τὸ ἀμελέτητον τῶν νομοθετημάτων καὶ ἐπεζήτει ἐλεγκτὴν πεφωτισμένον τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Αὐτὰ ἐπεζήτει ἡ κοινὴ συνείδησις. Ἀλλ’ ὅτε, κατὰ τὴν συζήτησιν πρὸς ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ ἐπελήφθησαν οἱ ἁρμόδιοι τοῦ ζητήματος, εἶδον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν Σῶμα μὴ αἱρετὸν νὰ εἶναι σύμβουλος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἐλεγκτὴς ἀκόμη αὐτῶν, ὡς ἐπεζητεῖτο, καὶ ἐσταμάτησε πρὸ τοῦ ἀδυσωπήτου ἐμποδίου. Τὸ πρᾶγμα ἦτο φυσικώτατον, καὶ ὅπου, Κύριοι, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ ἀπεβλέψαμεν πρὸς τοιαύτην ἀποστολὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ταχέως εἶδον τὰ σχέδιά των ματαιούμενα, καὶ ἐκεῖ δὲ ἡ ἐξέλιξις τοῦ θεσμοῦ ἀπέδειξεν ὅτι ἦτο ἀδύνατον εἰς Σῶμα μὴ αἱρετὸν νὰ εὕρωσι τὸν σύμβουλον καὶ τὸν ἐλεγκτὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν τῷ 1848, καταργήσαντες τὴν δευτέραν Βουλήν, ἐπεζήτησαν ν’ ἀναπληρώσωσιν αὐτὴν διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ παρῃτήθησαν ταχέως τῆς ἀποπείρας ἰδόντες — κατὰ τὴν γραφικὴν ἔκφρασιν ἑνὸς τῶν ῥητόρων ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ — ὅτι διὰ κιβδήλου νομίσματος ἐζήτουν ν’ ἀναπληρώσωσι τὴν χρησιμότητα τοῦ γνησίου, τὴν δευτέραν Βουλήν. Καὶ οἱ μελετήσαντες λοιπὸν τὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ παρ’ ἡμῖν, ὅτε ἐνέκυψαν εἰς τὴν μελέτην, εἶδον ὅτι μόνον ὡς διοικητικὸν δικαστήριον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ Σῶμα μὴ αἱρετόν, εἰς πολίτευμα κοινοβουλευτικόν, οἷον εἶναι τὸ ἡμέτερον. Καὶ εἰς τοῦτο ἀπέβλεψαν, πολὺ ὀρθῶς, διότι ἂν ἀνέμενον ἀπὸ Σῶμα μὴ αἱρετὸν νὰ εὕρωσι τὸν σύμβουλον τῆς ἐξουσίας τῆς νομοθετικῆς καὶ τὸν ἐλεγκτὴν τῶν ἔργων αὐτῆς, θὰ ἔβλεπον πολὺ ταχέως ἀνατρεπόμενον ὑπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ συνεδρίου τὸν θεσμόν. Κυρίως λοιπὸν πρέπει νὰ ἀναμένωμεν ἀπὸ τὸν θεσμὸν τὰ ἀγαθὰ ἑνὸς διοικητικοῦ δικαστηρίου, τοῦ ὁποίου ἔχει βεβαίως ἀπόλυτον ἀνάγκην ὁ πολιτικὸς ὀργανισμὸς τοῦ Κράτους, καὶ ἡ λειτουργία δὲ τοῦ θεσμοῦ ἀπὸ τοιαύτης καὶ μόνης ἀπόψεως θὰ εἶναι ἐπίσης εὐεργετικωτάτη. Ἄλλο εἶναι τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο ἡ κοινὴ συνείδησις νὰ εὕρῃ ἱκανοποίησιν τῶν πόθων αὐτῆς. Θὰ ἦτο ὁ θεσμὸς τῆς δευτέρας Βουλῆς. Τοιοῦτον μόνον σῶμα δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀντίρροπον Σῶμα τοῦ νομοθετικοῦ, ὡς ἐπεζήτει ἡ κοινὴ συνείδησις, καὶ ὄχι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἐφαντάζετο καὶ ἀπεκάλει τοῦτο ἐν ἀκυριολεξίᾳ ἀκόμη ἡ ἔκθεσις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀντίρροπον σῶμα τοῦ νομοθετικοῦ δύναται μόνον νὰ δώσῃ εἰς τὸν πολιτικὸν ὀργανισμὸν ἄλλο σῶμα αἱρετόν, ὡς ἡ δευτέρα Βουλή, ὄχι ὅμως ὅπως τὴν ἐννοοῦμεν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ δευτέρα Βουλή, ὅπως ἐξειλίχθη ὁ θεσμὸς εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ συστήματα κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους καὶ ὅπως ἐξελίσσεται σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ἀκόμη ὁ θεσμὸς δὲν ὑπέστη τὴν ὁριστικὴν σύγχρονον μορφὴν τῶν δευτέρων Βουλῶν τῶν νεωτέρων δημοκρατουμένων κρατῶν, ἐξέλιξις ἥτις ἀπατᾷ τοὺς πολλοὺς νομίζοντας ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ θεσμὸς τῆς δευτέρας Βουλῆς καταλύεται ἐκεῖ ὡς τοιοῦτος, ὡς Σῶμα δηλαδὴ αἱρετὸν ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ, μὲ ἴσα δικαιώματα ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς αὐτῆς λαϊκῆς πηγῆς, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα ἴσην λαϊκὴν ἰσχὺν καὶ ἐντολὴν μὲ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ πρώτη Βουλή. Περὶ δευτέρας Βουλῆς ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουσιν ἐσφαλμέναι παρ’ ἡμῖν ἰδέαι. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις με τὸ ἀληθῶς φωτεινὸν αὐτοῦ πνεῦμα διέγνωσεν ὅτι ἡ ἀσυνείδητος καὶ ἀόριστος ἐπιθυμία τῆς κοινῆς συνειδήσεως ἀλλὰ καὶ πολιτειακὴ ἀνάγκη πρὸς ἀπόκτησιν Σώματος βοηθοῦ καὶ ἐλεγκτοῦ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ νομοθετικόν της ἔργον, μόνον διὰ τῆς ἱδρύσεως δευτέρας Βουλῆς θὰ ἱκανοποιεῖτο, ἐπρότεινε τότε εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὅπως αὕτη χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν ἠρεμίᾳ καὶ ἀνέσει συζητοῦσα. Ἡ πλειονοψηφία ὅμως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂς διαλυθῶσι λοιπὸν τὰ ὄνειρα. Διὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, πρόκειται μόνον, Κύριοι Βουλευταί, σήμερον νὰ ἀποκτήσωμεν ἓν δικαστήριον καθαρῶς διοικητικόν, καὶ πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν ὥστε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ διαχειρίζωνται τοιαύτην ἐξουσίαν καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ θεσμός, νὰ εἶναι κατάλληλα διὰ τὸν σκοπὸν τοῦ θεσμοῦ καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπομεν. Ὁ τακτικὸς δικαστής, Κύριοι, ἐκ παραδόσεως ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, θεωρεῖ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς τυφλῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, τὸ νὰ μὴ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, εἶναι ζήτημα τιμῆς δι’ αὐτόν. Πανταχοῦ παρατηρεῖται καὶ σχολιάζεται ἡ ἀδιαφορία τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ πρὸς τὰς κοινωνικὰς συνεπείας τῆς ἀκάμπτου τακτικῆς τοῦ δικαστοῦ, τοῦ νὰ προσκολλᾶται εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Καὶ ἀλλαχοῦ ἡ ἐπίδρασις τοῦ νεωτέρου πνεύματος ἤρχισε νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ δικαστοῦ, παρ’ ἡμῖν ὅμως οἱ δικασταί μας εἶναι πολὺ προσηλωμένοι εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, καὶ πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἡ τοιαύτη στενὴ ἀντίληψις τοῦ δικαστοῦ μας ἐπικάθηται ὡς ἐφιάλτης ἐπὶ τοῦ στήθους τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ τί ἀναμένομεν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Θέλομεν δικαστὴν τοιαύτης ἀντιλήψεως καὶ προσηλωμένον κατὰ τοιοῦτον ἀντικοινωνικὸν τρόπον εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου; Πάντες γνωρίζομεν μετὰ πόσης ἐλευθεριότητος καὶ εὐρύτητος πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ διοικητικοὶ νόμοι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Οἱ νόμοι οἱ διοικητικοὶ εἶναι νέοι νόμοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον· δὲν εἶναι ἀκόμη προσηρμοσμένοι εἰς τὰ ἤθη, οὐδ’ ὑπέστησαν τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς πείρας, οὐδὲ ὑπάρχει νομολογία μακρά, ἡ ὁποία νομολογία, ἀποτελεῖ πηγὴν δικαίου καὶ νομοθεσίας, ὡς πόρισμα καὶ αὕτη τῆς ἐπιρροῆς τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς κοινῆς συνειδήσεως καὶ ὡς ἐξελισσομένη κατὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν διοικητικῶν ἡμῶν νόμων, τοιαύτη πηγὴ νομοθετικὴ παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει καὶ πρόκειται σήμερον νὰ τὴν ἀποκτήσωμεν. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ εἶναι ἡ τοιαύτη πηγὴ δικαίου διὰ τῆς νομολογίας του. Ἂν θελήσωμεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν τακτικὸν δικαστήν, ὅπως ἀποκτήσωμεν τὸν διοικητὴν δικαστὴν τῆς ἀνωτέρας ἀντιλήψεως, ἕνα δικαστήν, ὁ ὁποῖος θὰ εὑρίσκηται πλειστάκις εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τοῦ νόμου καὶ ὄχι ἀπολύτως κατ’ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει εὐρύτατα νὰ ἑρμηνεύῃ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὅπως σώσῃ τὸν ἰδιώτην, ὅπως σώσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ εὕρητε τοιοῦτον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ, τοῦ εὑρισκομένου εἰς ἄλλου εἴδους δικαστικὴν ἀντίληψιν. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ ἀνήχθη εἰς περίβλεπτον Σῶμα διεθνές, λόγῳ τῆς τακτικῆς του ταύτης, τῆς πεφωτισμένης ἀντιλήψεως τῆς ἀποστολῆς του ὡς διοικητικοῦ δικαστηρίου, τῆς πεφωτισμένης καὶ εὐρυτάτης ἑρμηνείας τῶν νόμων, σύμφωνα μὲ τὴν ζωὴν καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Αὐτὸ ἐδημιούργησε τὸ διοικητικὸν δίκαιον τῆς Γαλλίας, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν πηγὴν ὅλων τῶν διοικητικῶν δικαίων ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας ὀφείλεται αὐτὴ ἡ ἐξέλιξις τοῦ παγκοσμίου διοικητικοῦ δικαίου. Καὶ εἶναι πηγὴ νομοθετικὴ διεθνής, ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας. Μὴ ἀναμένητε ὅμως τοιαύτην εὐρύτητα δικαστικῆς ἀντιλήψεως ἀπὸ ἀνθρώπους συνειθισμένους πλέον ἐκ μακρᾶς ἕξεως εἰς ἄλλου εἴδους τακτικὴν ἐφαρμογῆς καὶ ἑρμηνείας τῶν νόμων καὶ στενῆς δικαστικῆς ἀντιλήψεως. Τὸν δικαστὴν τοῦτον θὰ παρασύρῃ πάντοτε τὸ γράμμα τοῦ νόμου, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας σήμερον λύει ἡ διοίκησις συμβιβαστικῶς καὶ εὐεργετικῶς ὑπὲρ τῆς κοινωνίας καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου, θὰ τὰς ἴδητε νὰ λύωνται κατὰ τὸν μᾶλλον ἀντικοινωνικὸν τρόπον. Θὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι πλειστάκις ἡ διοίκησις εὑρισκομένη εἰς περιπτώσεις ἐναντίας ῥητοῦ γράμματος τοῦ νόμου, διότι δὲν ἐγένοντο λ. χ. δηλώσεις ἐμπροθέσμως ἕνεκα τοῦ ὁποίου μεγάλαι δύνανται νὰ προκύψωσι ζημίαι κατὰ τοῦ ἰδιώτου, ἢ διότι μετὰ τὴν δήλωσιν ἐπῆλθον μεταβολαὶ εἰς τὸν ἰδιώτην, τοιαῦται πείθουσαι ὑπὲρ τῆς ἐπιεικοῦς λύσεως, εὑρισκομένη ἡ διοίκησις, λέγω, πρὸ τοιούτων περιπτώσεων, λύει ἐναντίον τοῦ γράμματος τοῦ νόμου καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου τὰ ζητήματα, χάριν τοῦ καλῶς ἐννοουμένου κοινωνικοῦ συμφέροντος. Νομίζετε ὅτι ἀπὸ τὸν δικαστικόν, ἀπὸ τὸν Ἀεροπαγίτην, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένητε τοιοῦτό τι; Ἀπατᾶσθε. Πρέπει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ καταβάλῃ μεγάλην προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν αὐτῆς, διότι τίθενται τὰ θεμέλια χρησιμωτάτου θεσμοῦ. Ἂν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ γίνῃ ὑπὸ ἥκιστα καταλλήλων προσώπων πρὸς τὸν σκοπόν του, οὐ μόνον δὲν θὰ ἀποκτήσωμεν τὸ εὐεργετικὸν διὰ τὴν κοινωνίαν διοικητικὸν δικαστήριον, τὸ ποθητὸν καὶ ἀναγκαῖον διὰ τὸν διοικητικὸν ὀργανισμόν, ἀλλὰ καὶ θὰ δημιουργήσωμεν μίαν νέαν πληγὴν διοικητικήν, καὶ θὰ εὑρεθῆτε ταχέως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητῆτε τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, ἰσχυριζόμενοι ὅτι ἀπέτυχεν ὁ θεσμός, ἐνῷ τὸ ἀληθὲς θὰ εἶναι ὅτι τὰ πρόσωπα ἐφόνευσαν τὸν θεσμόν. Προκειμένου περὶ τῶν δικαστικῶν προσώπων, καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἀκόμη εὑρίσκω ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ δώσητε εἰς χεῖρας μὲν τῆς διοικήσεως μέσα πρὸς σαγήνευσιν αὐτῶν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸν δικαστὴν πειρασμοὺς πρὸς ταπεινώσεις καὶ ἐκλιπαρήσεις. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ μείνῃ ἐντελῶς ἔξω πάσης βλέψεως πρὸς προαγωγὰς καὶ καταλήψεις ἀξιωμάτων, ἂν θέλητε ν’ ἀποκτήσητε δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀληθῶς ἀνεξάρτητον. Ἐμποδίσατε τὸν δικαστὴν νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε βλέψιν προαγωγῆς, ἂν θέλητε δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν πραγματικήν, καὶ εἶμαι ὑπὲρ καὶ αὐτῆς τῆς μονιμοποιήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπηρεσιῶν, ὥστε νὰ λείψωσιν αἱ προαγωγαὶ καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη τὸν κλάδον τὸν δικαστικόν, χάριν αὐτῆς τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος ἔχει βλέψεις εἰς προαγωγάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ποτὲ ἀνεξάρτητος. Φαντάσθητε τώρα δικαστήν, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποβλέψῃ νὰ καταλάβῃ ὑψίστην τινὰ θέσιν τῆς Πολιτείας, ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχῃ ἐγγυήσεις ἀνεξαρτησίας ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν ἠρεμίαν τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ δικαστής. Ἔπειτα ἄνθρωπος, ὅστις ἔφθασε ἤδη νὰ γίνῃ Ἀρεοπαγίτης, ἔφθασε πλέον εἰς τὸ τέρμα ἀγώνων καὶ κόπων πολλῶν καὶ δὲν ζητεῖ τὴν θέσιν ἢ πρὸς ἀνάπαυσιν. Τοιοῦτον Σῶμα ἐννοεῖτε νὰ κάμητε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὥστε νὰ εὑρίσκωσι τόπον ἀναπαύσεως ὅλοι οἱ κουρασμένοι τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης; Ἰδοὺ οἱ λόγοι ἐν συντόμῳ, κύριοι Βουλευταί, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐνώπιόν σας νὰ ζητήσω ὅπως ἀφεθῶσιν ἐντελῶς ἐλεύθερα τὰ προσόντα πρὸς κατάληψιν τῆς θέσεως τοῦ Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ὅτι πάντως ἔπρεπε ν’ ἀποκλεισθῶσιν οἱ δικαστικοί. Ἂν θέλητε νὰ δώσητε ζωὴν καὶ πνοὴν εἰς τὸν θεσμόν, πρέπει νὰ προσέξητε εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ἐξουσίαν ταύτην. Ὁ θεσμὸς ἔχει ἀνάγκην δικαστῶν εὐρυτέρας καὶ ἐγκυκλοπαιδικωτέρας μορφώσεως καὶ ὄχι τῆς στενῆς δικαστικῆς, ἥτις μάλιστα εἶναι καὶ ἐλάττωμα μέγα, εἰδικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας. Ἂν πρόκειται νὰ ἱδρύσητε θεσμόν, ὁ ὁποῖος ν’ ἀποτελέσῃ Σῶμα τῆς ῥουτίνας καὶ τῆς τυπικῆς ἐργασίας, ὡς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν ἔχετε ἢ νὰ δεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑποβάλλεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ ἀποκτήσωμεν συμβούλους Ἐπικρατείας λαμπροὺς διὰ μίαν τυπικὴν καὶ εὐσυνείδητον, παραδέχομαι τοῦτο, ἐφαρμογὴν τῶν διοικητικῶν νόμων. Τὸ Συμβούλιον ὅμως τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἔχει τοιαύτην ἀποστολήν· οὔτε εἰς τοῦτο ἀποβλέπει ὁ θεσμός, οὔτε ἔχει κἂν ἀνάγκην ὁ πολιτικὸς ὀργανισμός μας τοιούτου θεσμοῦ, καὶ τάχιστα θὰ ὀδυρώμεθα διὰ τὸ ἀνωφελὲς τοῦ θεσμοῦ. Δὲν θὰ πταίῃ ὅμως ὁ θεσμός, ἀλλ’ ἡμεῖς οἵτινες ἐστερήσαμεν αὐτὸν τῶν προσώπων πρὸς ἐπωφελῆ καὶ εὐεργετικὴν κοινωνικῶς λειτουργίαν αὐτοῦ.
§111Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ 3ον ἄρθρον, δὲν θὰ ῥιφθῇ νέα ζωὴ εἰς τὸ Σῶμα αὐτό, καὶ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος νὰ ἐπικρίνῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο προτείνω καὶ ἐγὼ ὅπως ἐκ τοῦ κλάδου τοῦ δικαστικοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ δύνωνται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, μὴ περιορισθῶμεν νὰ ἐπιτρέψωμεν μόνον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ Ἀντεισαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τὸν Ἀρεοπαγίτην, νὰ λάβῃ μέρος, ἀλλὰ νὰ περιλάβωμεν πάντα δικαστικόν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ δικαστικὸς κλάδος περικλείει πολλοὺς νεαροὺς ἐπιστήμονας ἱκανωτάτους. Ἐπίσης φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τῶν δικηγόρων, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται ἵνα ἀποκτήσῃ ὁ δικηγόρος τὸ προσὸν νὰ διορισθῇ τακτικὸς Σύμβουλος. Νὰ μὴ ἀναμένωμεν νὰ παρέλθῃ δεκαετία ἵνα καλέσωμεν τὸν δικηγόρον νὰ μετάσχῃ τοῦ Συμβουλίου τούτου, διότι τότε θὰ μεταβάλωμεν αὐτὸ εἰς γηροκομεῖον.
§112Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰ καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, Κύριοι, ὁρμώμενος, δὲν εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὡς πρὸς τὸ 3ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, εἶμαι τῆς γνώμης ἐν τούτοις ὅτι οἱ περιορισμοὶ οἱ τιθέμενοι ἐν τῷ ἄρθρῳ ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, ἂν μὴ πάντες, τινὲς ὅμως ἐξ αὐτῶν, καὶ ὡρισμένως ὁ περιορισμὸς καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἐκλέγωσι τὰ τακτικὰ μέλη μεταξὺ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἀπὸ τοῦ Ἀρεοπαγίτου ἢ Ἀντισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἄνω, πρέπει νὰ ἐκλίπωσιν. Ἐπίσης καὶ ὁ ἕτερος περιορισμὸς τῆς ἐκλογῆς τῶν τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῶν τακτικῶν ἢ παρέδρων, εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ὅπως ἀπαλειφθῇ ὄχι διότι κατὰ τὴν γνώμην μου εὑρίσκω ἐπικίνδυνον νὰ ἐγκαταστήσωμεν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας μέλη τακτικά, προσηλωμένα εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κακῶς θεωρεῖ ὡς μειονέκτημα ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, καθόσον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἱδρύομεν τοῦτο μέν, ἵνα ἐπεξεργάζητε τὰ νομοσχέδια τὰ ἀποστελλόμενα πρὸς αὐτὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τοῦτο δὲ ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς διοικητικὸν δικαστήριον ἔχον ἀναντιρρήτως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δικάσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, δικαστήριον δὲ ἢ δικαστής, ὁ ὁποῖος θ’ ἀπομακρυνθῇ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου καὶ θὰ δικάσῃ κατ’ οἰκείαν κρίσιν οἰκειοποιούμενος ἔργα νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν θὰ ἦτο ἄξιος διὰ τὴν θέσιν αὐτήν, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι τόσον ὁ δικαστὴς ὁ ἐγκαθιστάμενος ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας, ὅσον καὶ ὁ δικάζων τὰς μεταξὺ ἰδιωτῶν διαφορὰς δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, εἴτε ἐν προκειμένῳ εἴτε ὅταν θὰ δικάσωσιν ὡς διοικητικοὶ δικασταί, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ σκοπῷ ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῶν διατάξεων νόμου τινός, τὸν ὁποῖον καλοῦνται νὰ ἐφαρμόσωσι· ὄχι λοιπὸν δι’ αὐτοὺς ὅλους τοὺς λόγους, ἀλλὰ ὁ λόγος ὁ ὁποῖος μὲ πείθει νὰ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τῶν περιορισμῶν αὐτῶν εἶναι ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ εἰσαγομένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου θεσμοῦ. Ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οἷον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος, εἶναι τόσον ὑψηλὴ καὶ τόσον μέγα τὸ ἔργον τὸ ἀνατιθέμενον εἰς αὐτό, διότι θὰ χρησιμεύῃ τοῦτο μὲν ὡς συμπλήρωμα οἱονεὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ τῆς ἐπεξεργασίας τῶν νόμων, τοῦτο δὲ ὡς βοηθὸς τῆς διοικήσεως διὰ τῆς παρασκευῆς τῶν νομοτελεστικῶν Διαταγμάτων, ἐξ ἄλλου δὲ θὰ χρησιμεύῃ καὶ ὡς ἀνώτατον διοικητικὸν δικαστήριον καὶ ὡς δικαστήριον ἀποφαινόμενον περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, εἶναι λέγω, τόσον μεγάλη, ἡ ἀποστολὴ καὶ τόσον μέγα τὸ ἔργον τὸ ἀνατιθέμενον εἰς αὐτό, ὥστε ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις καλεῖται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον τοῦτον νὰ ἔχῃ εὐρεῖαν, εὐρυτάτην τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσωσι τὸ Ἀνώτατον τοῦτο δικαστήριον. Τοῦτο δὲ κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ὡς ἀρχὴ ἀπόλυτος καὶ ὡς βάσις τῶν σκέψεων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ πλήρης δηλαδὴ ἐλευθερία καὶ ἡ εὐρεῖα ἐξουσία, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων τῶν κεκλημένων ἵνα ἐκτελέσωσι τὸν νόμον τοῦτον, ἀντιτίθενται δὲ πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην οἱ περιορισμοί, τοὺς ὁποίους θέτει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἂν εἶναι περιορισμοὶ οἵτινες ἀντιτίθενται καὶ ἐκ τῶν προτέρων περιάγουσιν ἐν κινδύνῳ τὴν ὅλην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, εἶναι ἀκριβῶς οἱ περιορισμοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐπολέμησεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, τουτέστιν οἱ περιορισμοὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν μελλόντων τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἐκ τοῦ κλάδου τοῦ δικαστικοῦ ἢ ἐκ τοῦ κλάδου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἂν πρόκειται δέ, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, ἱδρύοντες Συμβούλιον Ἐπικρατείας νὰ ἱδρύσωμεν ἓν ἄλλο Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη πάντες γνωρίζομεν, θὰ ἦτο προτιμότερον ν’ ἀφήνομεν εἰς ἀργίαν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἥτις ἐπιβάλλει τὴν ἵδρυσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Διὰ τοῦτο, τυγχάνων καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὤφειλον νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἵνα ἐξηγήσω πῶς τινὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ τῆς ἀντιλήψεως τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, ἄλλα δ’ ἐξ ἄλλης τῶν πραγμάτων ἐκτιμήσεως, πάντα ὅμως ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν περιορισμῶν, τοὺς ὁποίους θέτει τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§113Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς αἱ παρατηρήσεις τῶν κ. Συναδέλφων πείθουσιν ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀποκλεισθῶσιν ἐκ προοιμίων οἱ δικαστικοί. Παρατηρῶ ὅτι εὐρύτης δίδεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἐκλέξῃ ὄχι μόνον κατὰ τὴν πρώτην συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου τὰ μέλη, ὁπότε δύναται νὰ λάβῃ ταῦτα ὁθενδήποτε, ἀλλὰ καὶ ἐφεξῆς. Ἐξ ἑνὸς μὲν δύνανται ταῦτα νὰ ἀνανεώσωσι τὴν θητείαν των, ἄνευ ἄλλων προσόντων ἐξ ἑτέρου δὲ δίδεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δικαίωμα ὅπως τὸ ⅓ τῶν θέσεων πληροῖ ἄνευ προσόντων ὁθενδήποτε. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δίδεται ἀποχρῶσα ἐξουσία εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ εὕρῃ τοὺς ἱκανούς, ὅπως καταλάβωσι τὰς θέσεις, τὰ δὲ προσόντα τὰ ὁποῖα ζητεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 εἶναι ὀρθὰ καὶ δεδικαιολογημένα.
§114Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῶσι μέλη τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωσιν ἀκεραίαν σύνταξιν, τὰ ὁποῖα νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Συμβούλιον.
§115Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπέχῃ καὶ τὰς εὐθύνας. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§116Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ 40ὸν ἔτος γίνεται 35. Ἐπίσης ἀντὶ «μέχρι δύο θέσεων ἐπὶ τῶν ἐννέα», νὰ τεθῇ «μέχρι τοῦ ⅓ τῶν θέσεων δύνανται νὰ πληρωθῶσι κλπ.». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 5, 6, 7, 8, 9). Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§117Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς βʹ ἐδάφιον ὅτι «μετὰ πενταετίαν ὁ μισθὸς τῶν τακτικῶν συμβούλων αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 200 μηνιαίως μὴ συνυπολογιζομένας εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς συντάξεως». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 10 ὡς ἐτροποποιήθη ὡς καὶ τὸ 11). Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§118Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐξάνομεν τὴν ἡλικίαν εἰς 45 διὰ νὰ εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῆς ἐκλογῆς, προστίθεται δ’ ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς δικηγόρους, ὅτι μεταγενεστέρως δύο τῶν θέσεων δύνανται νὰ πληρωθῶσι διὰ δικηγόρων ἐχόντων ἑξαετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 12ου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Χριστοδουλιάς.
§120Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἄν ἡ ἵδρυσις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας σκοπὸν ἔχει τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῶν ἀπολαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων, ἐξ ἑτέρου δέ, ὅπερ καὶ σπουδαιότερον, νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν κοινῶν δικαστῶν τὴν ἐκδίκασιν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ νομοθέτης ἔκρινεν ὅτι ἡ ἐκδίκασις αὐτοῦ ὑπὸ τῶν κοινῶν δικαστῶν δὲν παρέχει τὰ ἐχέγγυα τῆς ἀπονομῆς τοῦ διοικητικοῦ δικαίου. Καὶ ὄντως οἱ κοινοὶ δικασταί, ἀσχολούμενοι ἰδιαίτατα περὶ τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον, δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Πλὴν διὰ τοῦ ἄρθρου 12, περὶ προσόντων παρέδρων, ἀναγράφονται διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας διορίζονται πάρεδροι οἱ διατελέσαντες ἐπὶ πενταετίαν ἢ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἢ γραμματεῖς αʹ τάξεως ἐπὶ τετραετίαν. Καὶ ἡ μὲν πρώτη περίπτωσις, ὡς προηγουμένως εἶπον, ἀναιρεῖται ἐκ τοῦ σκοποῦ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀπαιτοῦντος τὴν πρόσληψιν προσώπων διοικητικῶς μεμορφωμένων, ἡ δὲ δευτέρα ἀφ’ ἑαυτῆς, διότι οὐδένα βλέπω τῶν Γραμματέων ἄξιον καὶ δυνάμενον νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἠδύνατο ἡ διάταξις αὕτη κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπεβάλλετο, ἂν ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ τὰς θέσεις ταύτας εἰς ἄνδρας οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἰδίας αὑτῶν ἐργασίας ἀπέκτησαν τὰ προσόντα ὥστε ἐπαξίως τὰς θέσεις ταύτας νὰ καταλάβωσιν ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Συμβουλίου, νὰ ὠθήσῃ καὶ νέους ἄνδρας πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἔχομεν δεδομένον ὅτι ὁ διαγωνισμὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος....
§121Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀπηλείφθη ὁ διαγωνισμός.
§122Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἔχω τὴν τιμὴν μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Τσακανίκα νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, δι’ ἧς τὰ προτεινόμενα προσόντα, νομίζω ὅτι εἶναι πολὺ ὑπέρτερα τῶν προτεινομένων διότι οἱ νέοι αὐτοὶ θὰ εἶναι οἱ μᾶλλον ἐπίλεκτοι.
§123ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἀμέσως πάρεδροι· νὰ γίνωσι πρότερον εἰσηγηταί.
§124Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος εἶναι ἀπολύτως δεδικαιολογημένη. Ὑπάρχουσι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐδικηγόρησαν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ διορισθῶσι μέλη τοῦ Συμβουλίου, καὶ δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι πάρεδροι;
§125Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν ὑπὸ τὴν ἑξῆς ὑποτροπολογίαν, ἤτοι τὸ ἥμισυ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης νὰ καταλογισθῇ εἰς σπουδὰς ἐν Εὐρώπῃ γενομένας μετὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δικηγόρου.
§126Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Οἱ μεταβαίνοντες δι’ εἰδικὰς σπουδὰς εἰς Εὐρώπην οὐδέποτε λαμβάνουσι τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, διότι δὲν ἐξασκοῦσί ποτε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου. Τί σᾶς χρειάζεται ἡ ἄδεια τοῦ δικηγόρου, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε θὰ χρησιμοποιήσωσι; Δι’ αὐτό, ἂν υἱοθετῆτε αὐτὴν τὴν ἀρχήν, ν’ ἀφήσητε τὸ στάδιον τοῦ δικηγόρου ὅπως τὸ ἔχετε ἐδῶ, ἀλλὰ νὰ θέσητε καὶ εἰδικὸν ἐδάφιον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ λέγητε ὅτι οἱ ἐπὶ τριετίαν σπουδάσαντες ἐν Εὐρώπῃ καὶ παρουσιάζοντες μελέτην τινὰ νὰ ἔχωσι καὶ αὐτοὶ εἰδικὰ προσόντα.
§127Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔχωσι καὶ πρακτικήν.
§128Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία ἡ δικηγορικὴ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν εἶναι ἐντελῶς τυπική. Δὲν γνωρίζω τί θὰ προσθέσῃ εἰς τὴν ἱκανότητα τοῦ διορισθησομένου εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἡ ἄσκησις τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος· κατὰ τί θὰ εἶναι ἱκανώτερος ὁ ἀσκήσας ἐπὶ ἑξαετίαν τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔκαμεν εἰδικὰς μελέτας.
§129Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν προσθέτει τι ἡ δικηγορία εἰς τὴν ἱκανότητα πρὸς ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου. Ἂν ἀφορᾷ τὴν γενικὴν μόρφωσιν τοῦ ἀτόμου, ἀφήσατε τὴν λέξιν δικηγόρος, ἀλλὰ μὴ θέσητε χρονικὸν διάστημα, διότι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Τσαλδάρη, ὅτι οἱ ἐπιδιδόμενοι εἰς πολιτικὰς σπουδὰς δὲν ἐπαγγέλλονται τὸν δικηγόρον εἶναι πολὺ ὀρθή. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 ὡς ὑπετροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). (Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13). Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§130Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ ἀπὸ 240 δραχμ. εἰς 300. Πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 ὡς ἔχει. Ἐπίσης τὰ ἄρθρα 15 καὶ 16). Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§131Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συμβουλίου νὰ κανονίζωνται μὲ τὰ ἰσχύοντα ὡς πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, διότι ἄλλως οὐδεμία ἄλλη διάταξις ὑπάρχει κανονίζουσα τὰ τῶν διακοπῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17 ὡς ἔχει. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ δι’ ἀναστάσεως τὰ ἄρθρα 18, 19 καὶ 20). Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
§132Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κατόπιν τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Συμβούλων θὰ ἔχωμεν δύο τμήματα «ὧν τὸ μὲν ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ προέδρου, πέντε τακτικῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων συμβούλων, τὸ δὲ ἐκ τοῦ ἀντιπροέδρου καὶ πέντε τακτικῶν συμβούλων».
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
§134Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ τεθῇ ἐδῶ· «ἐν πρώτῳ καὶ τελευταίῳ βαθμῷ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 23). Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
§135Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐξηγηθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὅρος τοῦ ἄρθρου, ὅτι τὸ Συμβούλιον ἀποφασίζει ἐν ὁλομελείᾳ· «αʹ) ἐπὶ αἰτήσεων ἀκυρώσεως διὰ παράβασιν νόμου τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν». Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγώ, ἀλλὰ καὶ πάντες ὅσοι παρηδρεύσαμεν ἐνταῦθα κατὰ τὴν Βʹ Διπλῆν Βουλήν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλήν, δηλώσαντος ὅτι ἐν τῷ ὅρῳ «πρᾶξις» περιλαμβάνεται καὶ ἡ παράλειψις.
§136Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπάρχει ἐν τῷ ἄρθρῳ 46.
§137Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ περιληφθῇ καὶ ἐδῶ. Ἐδῶ κανονίζεται ἡ ἁρμοδιότης τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου, διότι ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον θὰ δώσῃ λαβὴν εἰς παρεξηγήσεις καὶ ἀμφιβολίας, ἀμφιβολίας δὲ ῥιζικάς, σχετιζομένας πρὸς τὴν λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τῆς ἐργασίας τῆς ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν.
§138Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον 24 βεβαίως ἔχει γίνει συμφώνως πρὸς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ τὸ ὁποῖον ἐν τῷ ἄρθρῳ 46ῳ, δὲν εἶχε τὴν τροποποίησιν τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ νῦν, διότι ἐν τῷ πρώτῳ νομοσχεδίῳ, ὅπως ἐψηφίσθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, δὲν ἦτο ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 46 τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, κατὰ τὴν ὁποίαν· «προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διὰ τὸν ὑπ’ ἀριθ. 3 καὶ 4 λόγους εἶναι δεκτὴ καὶ ἐπὶ παραλείψεως ἀρχῆς τινος ὅπως προβῇ εἰς ὀφειλομένην νόμιμον ἐνέργειαν». Ἐκεῖ ἐγίνετο μνεία μόνον περὶ πράξεως καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο διατετυπωμένον σύμφωνα πρὸς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ὁμιλεῖ μόνον περὶ πράξεων. Ἠδύνατο λοιπὸν νὰ θεωρηθῇ ἀρκετὴ ἡ τροποποίησις, ἂν γίνῃ μία παραπομπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 46.
§139Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, νομίζετε ὅτι παραμένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία;
§140Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δυνατὸν διότι λέγετε· «ἐπὶ αἰτήσεων ἀκυρώσεως διὰ παράβασιν νόμου τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν». Φαίνεται ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη καὶ ἐν τῇ νομολογίᾳ τῶν ξένων δικαστηρίων, ὅπου ὑπῆρχε μόνον ἡ λέξις «πράξεις», ὀρθῶς δ’ ἐξηγήθη ὅτι περιλαμβάνονται μόνον αἱ πράξεις.
§141Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γεγονός, κ. Ὑπουργέ, καὶ μόνον, ὅτι γίνονται παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι δεκτικὸν ἀμφιβολιῶν.
§142Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ τεθῇ «ἐπὶ πράξεων καὶ παραλείψεων κατὰ τὸ ἄρθρον 46».
§143Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δέχομαι νὰ προστεθῇ ἡ φράσις· «κατὰ τὰ ἀνωτέρω ὁριζόμενα».
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).
§145Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς προσθήκη. «Ἡ γνώμη τῶν μειονοψηφούντων καταχωρεῖται μόνον ἐν τοῖς Πρακτικοῖς πλὴν τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἄρθρου 28, ἐφ’ ὧν δέον, κατὰ κανόνα, νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ οἱ λόγοι τῶν τυχὸν διαφωνιῶν».
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 25 ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 26, 27, 28 καὶ 29). Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται).
§147Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ, μετὰ τὰς λέξεις «τοῦ ἀρχαιοτέρου ἐν τῷ τμήματι» νὰ τεθῇ «τακτικοῦ συμβούλου». Ἐπίσης, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαρτίαν, «συνεδριάζει παρόντων τριῶν τοὐλάχιστον τακτικῶν μελῶν» κλπ, νὰ τεθῇ «τεσσάρων».
§148Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον νὰ προσέξητε· (ἀναγινώσκει τὸ βʹ ἐδάφιον) «ἐπὶ πειθαρχικῶν ὑποθέσεων τὸ Συμβούλιον δέον ν’ ἀπαρτίζηται ἐκ τακτικῶν συμβούλων. Πόσοι θὰ εἶναι;
§149Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν δύνανται νὰ εἶναι πλείονες τῶν τριῶν.
§150Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δύνανται νὰ εἶναι καὶ πλείονες τῶν τριῶν. Νομίζω ὅτι τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάζῃ ἐπὶ πειθαρχικῶν ὑποθέσεων, θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ὡρίζετο, διότι ἰδοὺ τί θὰ γίνῃ· θὰ συμβῇ νὰ δικάζωσιν ἐν ὁλομελείᾳ ἄλλοτε πέντε περὶ ἑνὸς καὶ ἄλλοτε τρεῖς.
§151Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ ἀποτελῆται ἐξ ἑπτὰ μελῶν;
§152Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅσους θέλετε. Θέσατε καὶ ἑπτά, ἀλλὰ καλλίτερον ν’ ἀπαρτίζηται ἐκ τριῶν.
§153Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ τεθῇ· «ἐπὶ πειθαρχικῶν ὑποθέσεων τὸ Συμβούλιον δέον ν’ ἀπαρτίζηται ἐξ ἑπτὰ μελῶν ὧν τέσσαρα τοὐλάχιστον τακτικοὶ σύμβουλοι».
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 30 ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 31, 32 καὶ 33). Ἄρθρον 34. (ἀναγινώσκεται).
§155Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἵνα μὴ μένῃ ἀμφιβολία τις νὰ προστεθῇ· «τὸ Συμβούλιον ἐπὶ τῶν τοιούτων προσφυγῶν δικάζει ὡς δικαστήριον δευτέρου βαθμοῦ κατὰ τε τὸν νόμον καὶ τὴν οὐσίαν, δυνάμενον καὶ νέας ἀποδείξεις νὰ διατάξῃ ἢ ζητήσῃ διοικητικῶς πληροφορίας, μὴ ἀποκλειομένου δὲ καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ὑπαλλήλου ὅπως ἐπικαλεσθῇ οἱαδήποτε ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα».
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 34 ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 35 (ἀναγινώσκεται).
§157Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ τεθῇ «δύο Σύμβουλοι καὶ δύο Πάρεδροι». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 35 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶτα δὲ τὰ ἄρθρα 36, 37, 38, 39 καὶ 40). Ἄρθρον 41 (ἀναγινώσκεται).
§158Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ὁρίζεται τί θὰ γίνῃ μετὰ τὴν ἀναίρεσιν; Ἂν ἀναιρεθῇ ἡ ἀπόφασις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, παραπέμπεται εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα; Ἀναιρεθείσης τῆς ἀποφάσεως ἀποφασίζει τὸ ἴδιον ἐπὶ τῆς οὐσίας;
§159Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 41ον ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀποδεχθέντος τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τσαλδάρη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 42ον (ἀναγινώσκεται).
§161Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον νὰ τεθῇ «οἰκειοθελῶς».
§162Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 42 καὶ 43). Ἄρθρον 44ον (ἀναγινώσκεται).
§163Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐδῶ τί δικαστήριον θὰ εἶναι;
§164Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι ἀκυρωτικόν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 44, 45 καὶ 46). Ἄρθρον 47 (ἀναγινώσκεται).
§165Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐδῶ λέγει «νόμιμα δικαιώματα». Τίνα εἶναι αὐτά;
§166Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀρκούμεθα εἰς μὴ χρηματικὰ δικαιώματα.
§167Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τίνα εἶναι νόμιμα δικαιώματα;
§168Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἔχομεν τὴν ἐφαρμογὴν κατωτέρω.
§169Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Φοβοῦμαι μήπως καταστῇ ἀνεφάρμοστον. Προκαλῶ αὐτὴν τὴν συζήτησιν, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ γίνῃ σχετικὴ δήλωσις, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἑρμηνεία πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, διότι νόμιμα δικαιώματα, ἔστω καὶ μὴ χρηματικά, εἶναι μία ἔννοια ὀλίγον ἀσαφής.
§170Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ θέσωμεν «ἔννομα συμφέροντα». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 47 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 48, 49, 50, 51 καὶ 52).
§171ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπεθύμουν κ. Πρόεδρε νὰ εἴπω ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος αὐτός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζονται τόσαι ἐλπίδες βάσιμοι, θὰ ἐπιτύχῃ ἂν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐμπνευσθῶσιν ὑπὸ τῆς νομολογίας τοῦ Γαλλικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ὡς βάσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὸ ὁποῖον κυρίως εἰπεῖν εἶναι Πραιτωρικὸν Δικαστήριον. Δὲν ἔχει κώδικας· ἔχει ἀποστολὴν οὐ μόνον νὰ ἐφαρμόζῃ τὸ κείμενον δίκαιον, ἀλλὰ νὰ δημιουργῇ νέον τοιοῦτον ἐν τῇ λύσει τῶν παρουσιαζομένων ποικίλων ζητημάτων πρὸς ἀσφαλῆ καὶ δικαίαν ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Πολιτείας.
§172Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ δήλωσις αὕτη νὰ εἶναι καὶ δήλωσις τῆς Βουλῆς, ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μετὰ τῆς δηλώσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως βεβαίως.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν προσωρινῶν διατάξεων τοῦ νόμου 231 τῆς 5ης Ἀπριλίου ἐ. ἔ. δι’ ἑβδόμου ἄρθρου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§175ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ δωρεᾶς τοῦ δάσους Γκολέμα–Ρέκα εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον». Εἰς ἔνδειξιν τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης παραχωρεῖται κατὰ πλήρη κυριότητα εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον τὸ ἐθνικὸν δάσος Γκολέμα–Ρέκα κείμενον ἐν τῇ περιφερείᾳ Ἐδέσσης. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως θὰ κυρώσῃ τὸν νόμον τοῦτον.
§176ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§177ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κ. Π. Μερλοπούλου, Ι. Φαρμάκη, Δ. Χατζηγιάννη, Σ. Βαφειαδάκη, Π. Βουρλούμη, Κ. Λομβάρδου καὶ Π. Τσαλδάρη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Διδασκαλείων τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως».
§179Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ παρεκάλουν, εἰ δυνατόν, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δι’ αὔριον.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ μόνον ἡ ἀρχὴ τούτου καὶ ἡ συζήτησις ἀναβάλλεται.
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι, ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραχωρήσεως τῆς νησίδος Σάσωνος εἰς τὴν Ἀλβανίαν». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§183Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί, τὴν Βουλὴν νὰ μὲ περιβάλῃ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς ἐπιεικίας αὐτῆς, ἂν τολμῶ νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐπὶ ζητήματος ἢ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τόσων ἐπιφανῶν ῥητόρων, ἀλλὰ καὶ τόσων ἐπιφανῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ συζήτησιν. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παρέσχεν ἀφορμὴν ἵνα ἐπικριθῇ γενικώτερον ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς Ἠπειρωτικῆς ὑποθέσεως. Θὰ ἐξετάσω, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, μὲ ὅλην τὴν ἔλλειψιν τῆς κοινοβουλευτικῆς μου ἀπειρίας......
§184Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἄρα ἐμπειρίας (ἱλαρότης).
§185Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. .. κατὰ πόσον ἡ διατυπωθεῖσα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορία εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ συγκίνησις, καὶ ἡ ἐπίκρισις τῶν ἐπιφανῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥητόρων. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο, Κύριοι Βουλευταί, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀνατρέξω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Χώρας διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον οἱ κατήγοροι ἵστανται εἰς τὸ ὕψος αὑτῶν καὶ κατὰ πόσον τὸ ἐνεστὼς εἶναι ἄξιον ἐπικρίσεως. Πάντες, κύριοι Βουλευταί, ἐνομίζομεν ὅτι, μετὰ τὰ ἀτυχῆ ἐκεῖνα γεγονότα τοῦ 1897, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία συνερχομένη ἐκ τῶν ἐθνικῶν ἐκείνων πληγμάτων καὶ συναισθανομένη τὴν ἐθνικὴν ταπείνωσιν, ἣν τότε ὑπέστημεν, ἤθελε ῥιφθῆ ἀκάθεκτος εἰς τὴν δημιουργίαν στρατοῦ καὶ τὴν προπαρασκευὴν ἀξιομάχου στόλου, ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικήν μας δύναμιν καὶ τὴν γεωγραφικήν μας θέσιν. Καὶ ἐνῷ τὸ τοιοῦτον ἀνεμένετο κατὰ λογικὸν νόμον καὶ ἱστορικὸν συμπέρασμα, δυστυχῶς ἀπὸ τῆς ἑπομένης ἀκριβῶς ἡμέρας τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ στρατοῦ τῆς τότε ὁμόρου ἐπικρατείας, ἀπὸ τῶν Θεσσαλικῶν πεδίων, ἐκηρύχθη ἡ Ἑλλὰς ἐν ἐπισήμῳ στρατιωτικῷ καὶ ναυτικῷ ἀφοπλισμῷ. Μάτην ὁ Ἑλλην. λαὸς ὁ ζητῶν τὸν ἄρτον τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς ἐπεζήτει ἀνόρθωσιν ὅλων τῶν κλάδων τοῦ συνταγματικοῦ μηχανισμοῦ καὶ πρὸ παντὸς τὴν ἀνασύνταξιν τῆς Χώρας στρατιωτικῶς, ἀναλόγως τῶν μεγάλων τοῦ Κράτους πρὸς τὴν φυλὴν ὑποχρεώσεων. Ἀντὶ στρατοῦ καὶ στόλου, ἐβλέπομεν αὐξανομένους τοὺς ἀστερίσκους τῶν εὐνοουμένων ἀξιωματικῶν, ἀντὶ δὲ οἰκονομικῆς διοικήσεως ἐχέφρονος, κατηγγέλθη ἄλλοτε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπὸ ἐπιφανοῦς μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐλυμαίνετο φαῦλος συρφετὸς ἐκ 4000 ἀργομίσθων. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει πολλὰς ἀρετάς, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ μεγαλείτερον τῶν πλεονεκτημάτων, νὰ εἶναι ἀνεκτικώτατος πρὸς τοὺς ἀρνητικῶς δρῶντας ἀντιπροσώπους αὐτοῦ. Οὐδέποτε ἡ προλαβοῦσα Βουλὴ ἐξήρθη εἰς σφαίρας πατριωτικάς. Τὰς ἐμπνεύσεις καὶ ἀποφάσεις αὐτῆς, ἐκανόνισε πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μικροπολιτικῆς καὶ μόνης αὐτῆς. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ἢ κάλλιον ὑμεῖς πρῶτοι γνωρίζετε, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ ἐν μιᾷ στιγμῇ ἐξάρσεως συνέτριψε τὸ εἴδωλον τῆς δημοκρατουμένης Γαλλίας, τὸν Κλεμανσώ, ὅστις εἶπεν ὅτι ἡ Γαλλία εἶναι ἀνέτοιμος πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων της καὶ περιφρούρησιν τῆς τιμῆς της. Τὰ ἔθνη, κύριοι Βουλευταί, διττῶς μορφοῦνται καὶ φρονηματίζονται, εἴτε διὰ παραδειγμάτων εἴτε διὰ παθημάτων. Ἡ Γερμανία, τὰς νίκας τοῦ 1870 ὀφείλει εἰς τὸ 1813. Ἡ μάχη τῆς Ἰένης ἐδημιούργησε τὴν δόξαν τοῦ Σεδάν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐσωφρονίσθημεν κατὰ τὸ 1868, δὲν ἐσωφρονίσθημεν κατὰ τὸ 1878, δὲν συνετίσθημεν οὐδὲ κατὰ τὸ 1885. Ἐπῆλθε τὸ 1893 μὲ τὸ «δυστυχῶς ἐπτωχεύσαμεν», καὶ μετὰ τὸ 1893 ἐπηκολούθησε τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο τοῦ 1897. Ἔκτοτε ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν διαρρεύσασαν δεκαετίαν μέχρι τοῦ μεγάλου ἐκείνου πολιτικοῦ ἀφυπνίσματος, δηλητηριασθεῖσα διὰ τοῦ ὀπίου τῆς συναλλαγῆς, ἐπιστεύθη ὅτι πολιτικῶς ἀπέθανε, καὶ ἔζη μόνον διεθνῶς μὲ τὰς ἀρχαιολογικὰς αὐτῆς ἀναμνήσεις. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, διότι τὰ δημόσια ὑπουργήματα ἀπετέλεσαν μόνον μέσον πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν φιλικῶν ἀπαιτήσεων καὶ συμβιβασμῶν τῶν οἰκογενειακῶν συμφερόντων, διότι τὸ δίκαιον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἦτο σχεδὸν προδιαγεγραμμένον, ἡ δὲ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη ἦτο συγκεχυμένη καὶ τὸ δίκαιον τῆς πυγμῆς, τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου, ἦτο τὸ κρατοῦν. Δὲν μετῆλθον οἱ κυβερνῶντες τὴν πολιτικὴν τῆς περισυλλογῆς ἀλλὰ τὴν τῆς διοικητικῆς πολυτελείας. Ἀντὶ νὰ ὀργανώσωσι στρατὸν καὶ στόλον, ὠργάνωσαν φάλαγγα ὁλόκληρον πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἀντὶ νὰ δημιουργήσωσι ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἥτις προϋποθέτει τοὺς δύο ἀπαραιτήτους παράγοντας στρατὸν καὶ στόλον, ἐδημιούργησαν, λέγω, διοικητικὴν πολυτέλειαν, ἀντὶ νὰ δημιουργήσωσιν χρηστὴν δικαιοσύνην καὶ διοίκησιν, ὅπως τὸ Κράτος ἐμπνεύσῃ τὸ Ἔθνος, δυστυχῶς δὲν ἔπραξαν τοῦτο. Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἰς οὐδένα ἀρνοῦμαι πατριωτισμόν· οὐδένα ἐγκαλῶ ἐπὶ ἀφιλοπατρίᾳ, μάλιστα δὲ τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι ἀμεσώτερον τὰ συμφέροντα τῶν Κρατῶν, αἰσθάνονται σφοδρότερον τὰς πατριωτικὰς συγκινήσεις. Ἀλλὰ διακρίνω ἀβουλίαν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἔλλειψιν πίστεως ἀφ’ ἑτέρου. Ἕκαστος ἐφρόνει ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ Κυβερνήτης τῆς χώρας, ὄχι βεβαίως διότι ἐνεπνέετο ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀγῶνας, ἀλλὰ διότι ἐφρόνει ὅτι ἦτο πρῶτος μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προεχειρίζοντο διὰ τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἐντεῦθεν, Κύριοι, ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν χρεωκοπία, ἐντεῦθεν ἡ ναυτικὴ ἡμῶν ἀποσύνθεσις, ἐντεῦθεν ἡ τότε κατὰ πολλὰ βήματα ὀπισθοβάτησις τῆς Κρήτης πρὸς τὴν ἕνωσιν, ἐντεῦθεν αἱ ἀπειλαὶ τοῦ Σεφκὲτ ὅτι θὰ ἐπιχειρήσῃ στρατιωτικὸν περίπατον μέχρις Ἀθηνῶν, ἐντεῦθεν ἡ ἄψογος στάσις καὶ ἡ ἐκ ταύτης πηγάσασα στρατιωτικὴ ἐπανάστασις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τί σημαίνει ἐπανάστασις; Κατὰ τὴν ἐμὴν ἀσθενῆ γνώμην ἐπανάστασις εἶναι ἡ εὔγλωττος ἐτυμηγορία τοῦ λαοῦ διὰ τὴν πολιτείαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς ἀπὸ τοῦ 1897 διεχειρίζοντο τὰ τῆς Χώρας. Αὐτὸ Κύριοι σημαίνει ἐπανάστασις. Δὲν δύναμαι δέ, Κύριοι, ἢ νὰ εἴπω — διότι θὰ ἠδίκουν πράγματι ἐὰν δὲν ἔλεγον — ὅτι ἡ πρώτη μετὰ τὴν ἐπανάστασιν Κυβέρνησις, ὑπὸ τὴν μετρίοφρονα καὶ συνετὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας πολιτευτοῦ ἡγεσίαν καὶ μὲ τὴν δραστηριότητα τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πράγματι κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ εἰς τὴν σοβαρότητα τῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ ἔπρεπεν ἡ ἐπανάστασις νὰ συνεχίσῃ τὸν δρόμον αὐτὸν ἕως ὅτου ἐκλήθη ἐν τοῖς πράγμασιν ὁ Βενιζέλος ὡς ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἡμεῖς κ. Βουλευταί, δὲν θέλομεν ἀποφανθῆ ἐπὶ τοῦ ἔργου αὐτοῦ διότι τὸ ἔργον τοῦ σήμερον Πρωθυπουργοῦ θὰ τὸ κρίνῃ καὶ θὰ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ ἡ ἱστορία. Ἡμεῖς ἓν μόνον λέγομεν· ὅτι ἡ Ἑλλὰς τῆς Θεσσαλίας εἶναι ἤδη ἡ Ἑλλὰς τοῦ Νέστου καὶ τῆς Ῥοδόπης, ἡ Ἑλλὰς ἥτις, ὡς ὀρθῶς ἄλλοτε ἐλέχθη, ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ἔτεινε τὸν δίσκον τῆς ἐπαιτείας, ἡ Ἑλλὰς ἤδη εἶναι τὸ ἀγλάϊσμα τῆς φυλῆς. Καὶ ἤδη, ἂν καὶ πάλιν συντελέσωσιν αἱ περιστάσεις, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ περιέλθῃ ἡ Ἑλληνικὴ σημαία θαυμαζομένη, ἀνὰ...
§186Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πάλιν ὁ ἑλληνικὸς στρατός.
§187Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸν στρατὸν τὸν ἀπαρτίζει ὁ ἑλληνικὸς λαός· ἡμεῖς ἀπαρτίζομεν τὸν στρατόν. Ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἐτόνισεν ἄλλοτε, ἀπὸ τοῦ ἐξώστου ὁμιλῶν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μετὰ τρία ἔτη θὰ καταστῇ ἀγνώριστος. Καὶ εἶπεν τοῦτο ὡς ἀληθὴς πολιτικός, διότι εἶχε πεποίθησιν εἰς τὸ μέλλον τῆς φυλῆς καὶ ἐπὶ τὴν ζωτικότητα τῆς φυλῆς. Ἐπίστευσεν εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ, διότι ἂν μέχρι τοῦ 1897 ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐσταδιοδρόμησεν ἐν τῇ ἐξελίξει αὐτῆς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι πρὸ παντὸς ἐκεῖνοι οἵτινες ἐκυβέρνων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη αὐτὴν δὲν ἐπίστευσαν εἰς τὴν ζωτικότητα αὐτήν. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπιστίας των ἐκείνης ἤδη διατρανοῦνται. Τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀληθοῦς πολιτικοῦ ἢ μᾶλλον τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ, ἔδωκεν ἄλλοτε διαπρεπὴς συμπολίτης μου καὶ ἐπιφανὴς πολιτευτὴς ὅστις εἶπεν ὅτι ὁ ἀληθὴς πολιτικὸς πρέπει νὰ ἔχῃ νοημοσύνην, γνῶσιν τῆς οὐσίας ὅλων τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, κατανόησιν τῶν νόμων τῆς δημιουργίας τῆς ἀνθρωπότητος. Ὁ ἀληθὴς πολιτικὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ παρελθόν, τὸ μέλλον, τὸ ἐνεστώς, καὶ νὰ ἐμπνέηται ὑπὸ τῶν μυστηριωδῶν φωνῶν τοῦ μέλλοντος, διότι πολιτικὴ εἶναι γνῶσις καὶ πρόγνωσις, δημιουργία καὶ ἔμπνευσις, ὑπολογισμὸς καὶ ἐμβρίθεια. Ὁ ἀληθὴς πολιτικὸς εἶναι μέγας κοινωνικῶς, ἀνακαλύπτει τοὺς ἀστέρας τοῦ μέλλοντος, εἶναι προφήτης. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ κυβερνᾶν εἶναι ἐπιστήμη, τοῦτο δὲ βεβαίως ὑμεῖς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, τὸ δὲ διοικεῖν εἶναι τέχνη. Ἐν ὅσῳ οἱ δύο οὗτοι ὅροι συμβαδίζουσι τὰ πάντα βαίνουσιν ὁμαλῶς, ἀλλὰ τὸν μηχανισμὸν αὐτὸν δὲν ἠθέλησαν οἱ κατὰ καιροὺς κυβερνῶντες νὰ ἐννοήσωσιν. Ἐπεκρίθη ἡ Κυβέρνησις διότι ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ὑπείκουσα εἰς πρᾶξιν διεθνῆ ἀπεφάσισε νὰ παραχωρήσῃ τὴν νησῖδα τὴν ἀκατοίκητον τὸν ξηρὸν Σάσσωνα εἰς τὴν Ἀλβανικὴν Ἐπικράτειαν. Ἀλλὰ θὰ ἠρώτων τοὺς κατηγόρους ἢ μᾶλλον τοὺς ψέγοντας τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει τὰς πράξεις ταύτας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεχώρει τῆς θέσεως ταύτης, δὲν θὰ ἦσαν τάχα οἱ διάδοχοι αὐτῆς ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ τὴν παρεχώρουν; Ἀλλ’ ὁ Σάσων ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἐπικρίσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς Ἠπειρωτικῆς ὑποθέσεως. Δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ πρῶτος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοῦ μικροῦ ἐν τῇ ὁράσει ἀλλὰ μεγάλου ἐν τῇ ἰδέᾳ, ἐξεδήλωσα ὅλον τὸν πόνον μου τὸν πατριωτικὸν ὅταν ἡ Εὐρώπη διὰ πράξεως διεθνοῦς ἀπεφάσισε νὰ προσεπικυρώσῃ τὴν Ἤπειρον τὴν Βόρειον εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἡ Ἰταλία τοῦ Τζιολίτι δὲν εἶναι Ἰταλία τοῦ Ματσίνι, ἡ Ἰταλία τοῦ Ἀμέλιο δὲν εἶναι ἡ τοῦ Γαριβάλδη, δὲν εἶναι ἡ Ἰταλία τοῦ αἰσθήματος, τῆς ἐλπίδος τῆς ἐλευθερίας. Διὰ τὴν Ἰταλίαν ἐξέλιπον τὰ ἰδανικά, κατέρρευσε τὸ καπιτώλιον καὶ ἀπέμεινε ἡ Ταρπηΐα πέτρα. Ταῦτα λέγω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης διότι ἤδη βάσις πάσης πράξεως διεθνοῦς δὲν εἶναι πλέον ἡ αἰσθηματολογία, ἀλλὰ τὸ συμφέρον καὶ ἡ ἰδιοτέλεια. Εἶναι ἀληθές, καὶ ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ὁ τετιμημένος πολίτης τῆς Ἠπείρου ὁ ἀναλαβὼν τὸν ἀγῶνα τὸν εὐοδοῖ ἀλλὰ συνέβη καὶ ἄλλο τι τὸ ὁποῖον γνωρίζουσι κάλλιον ἐμοῦ οἱ κατήγοροι, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ εἴπω. Ἂν δὲ συνέβαινε τὸ δεύτερον τοῦτο, ἴσως ἴσως ἡ Ἠπειρωτικὴ ὑπόθεσις δὲν θὰ ἐξικνεῖτο εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ὁ ἕτερος τῶν παραγόντων τοῦ Κοινοβουλίου, ἴσως ὁ ῥυθμιστὴς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἴσως ἡ ἐλέγχουσα ἐκείνη δύναμις ἡ ὁποία καυτηριάζει πᾶσαν παρεκτροπὴν πάσης Ἀρχῆς καὶ πάσης Ἐξουσίας, καὶ εἶναι ἀξία πάσης τιμῆς καὶ πάσης ὑπολήψεως τοιαύτη Ἀντιπολίτευσις, διεπομένη πάντοτε ἐκ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος καὶ ἀγομένη ἐκ καλῆς πίστεως, ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ ἐπὶ προόδῳ καὶ ἐπὶ μεγαλείῳ τοῦ τόπου. Ἐλέχθη, Κύριοι, ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἐγένετο ἔκκλησις πρὸς τὴν ὑπερτάτην κεφαλὴν τοῦ Ἔθνους, πρὸς τὸν ἐπόπτην καὶ ἔφορον ἐπὶ πάσης κινήσεως τῆς μηχανῆς τοῦ πολιτεύματος, ἐγένετο ἔκκλησις πρὸς τὸν θριαμβευτὴν στρατηλάτην καὶ Βασιλέα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι πρέπει νὰ παρεμβῇ διὰ νὰ παύσῃ ἡ κατάστασις ἡ κρατοῦσα ἀναφορικῶς πρὸς τὴν κίνησιν τῆς Κυβερνητικῆς μηχανῆς. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἔχω τὴν πεῖραν τὴν μακρὰν τὴν κοινοβουλευτικήν, ἵνα κρίνω κατὰ πόσον τοῦτο εἶναι ὀρθόν. Θὰ ἔλεγον ὅμως ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, τὸν δαφνηφόρον Στρατηλάτην καὶ θριαμβευτήν, εἰς τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον ἔταξεν αὐτὸν ἡ ἐθνικὴ ψυχή, εἰς τὴν λατρείαν τὴν ὁποίαν Τῷ ἀπέδωκε τὸ Ἔθνος, εἰς τὸ κορύφωμα τῆς δόξης καὶ τοῦ μεγαλείου εἰς τὸ ὁποῖον ἔταξαν Αὐτὸν οἱ Πανέλληνες. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἔργον προνοίας νὰ καταβιβάσωμεν τὴν ὑπερτάτην κεφαλὴν τοῦ Ἔθνους εἰς χθαμαλὰ πολιτικὰ ἐδάφη χάριν ἐξυπηρετήσεως ἰδίων συμφερόντων καὶ χάριν πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Θὰ ἔλεγον ἐπὶ πλέον ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ πᾶσα τοιαύτη συζήτησις ὅτι ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὁ στρατιωτικὸς ἀρχηγὸς καὶ ὁ πολιτικός, εὑρίσκονται εἰς διάστασιν καὶ προστριβήν, διότι ὡς ὀρθῶς ἐλέχθη καὶ ἐγράφη, ἀναμφισβητήτως ὑπῆρξε Βίκτωρ Ἐμμανουὴλ ἐν τῇ ἀναγεννήσει τῆς Ἰταλίας, ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ Καβούρ, ὑπῆρξε Γουλιέλμος διὰ τὴν Γερμανίαν, ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ Βίσμαρκ. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς ὅτι χάριν εὐρύθμου λειτουργίας τῆς πολιτικῆς μηχανῆς, ἡ Ἀνωτάτη κορυφὴ τοῦ Ἔθνους, ὁ ὑπέρτατος Ἄρχων, ὁ ἀρχηγὸς τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων τῆς Χώρας, πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἐν ὑπερτάτῃ θέσει χάριν τῆς προόδου καὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἔθνους. Λέγουσιν ὅτι εὑρίσκεται ἐν διαστάσει πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως ὁ Ἄναξ, ἀλλ’ ὁ Ἄναξ, ὁ ὑπέρτατος Ἄρχων, ἡ λατρεία καὶ τὸ ἴνδαλμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ κορύφωμα τῆς δόξης καὶ τοῦ μεγαλείου εἶπε πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως πρό τινος· «ἡ Πατρὶς σὲ εὐγνωμονεῖ» Πῶς λοιπὸν κατόπιν τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διφωνία καὶ διάστασις; Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, τὸ πρῶτον εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, εἶπον τότε ὅτι ἡ Πατρὶς εὐγνωμονεῖ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας πολιτευτήν, ἡ Πατρὶς εὐγνωμονεῖ ἐν τούτῳ τὸν ἀξιότιμον πολιτευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας· ἀλλ’ εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι ὁ πολιτικός των ἀστὴρ ἔδυσεν. Ἀνέμενον νὰ μιμηθῶσιν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπέτυχον κατὰ τὴν πολιτικήν των σταδιοδρομίαν. Δὲν ἀγνοεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ Ὀλιβιὲ μετὰ τὸν Γαλλο–γερμανικὸν πόλεμον ἀπέσχε τῆς ἐνεργοῦ πολιτικῆς, ὅπως ἐπίσης ἀπέσχεν αὐτῆς καὶ ὁ Κρίσπης μετὰ τὴν ἧτταν τῆς Ἀδούης. Ἡ Πατρὶς βεβαίως σᾶς εὐγνωμονεῖ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνετελέσατε, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει φρονῶ ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐννοηθῇ ὅτι τὸ Ἔθνος ἂν θελήσῃ νὰ στραφῇ εἰς μίαν νέαν κατεύθυνσιν, προκειμένου περὶ διακυβερνήσεως τῆς Χώρας, δὲν θὰ στραφῇ οὔτε πρὸς τὸν ἐκ Κερκύρας πολιτευτήν, οὔτε πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτήν. Τὸ Ἔθνος πράγματι θέλει Ἀντιπολίτευσιν. Τὸ Ἔθνος ζητεῖ τὸν παράγοντα τὸν ἕτερον τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Ἔθνος καὶ ὁ λαὸς ζητεῖ ὅπως προβάλῃ ἡ φυσιογνωμία ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐμπνεύσῃ τὴν λαϊκὴν ψυχὴν καὶ ἡ ὁποία θ’ ἀποτελέσῃ τὸν ἕτερον παράγοντα τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ δυστυχῶς τόσῳ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ὅσῳ καὶ ὁ πάσης τιμῆς ἄξιος τοιοῦτος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀντιληφθῶσι τὴν νέαν ἐποχήν. Ἡ ἐποχὴ ἡ σημερινὴ δὲν εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν παρελθόντων χρόνων, δυστυχῶς δὲ ὑμεῖς δὲν ἠθελήσατε νὰ ἀποβάλητε τὰς παλαιάς σας ἕξεις καὶ τὰς παλαιάς σας πολιτικὰς συνηθείας. Κύριοι Βουλευταί, μετ’ ἀτολμίας ὑποβάλλω πᾶν ὅ,τι ὑποβάλλω. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ἀπειρία κοινοβουλευτικὴ καὶ ἀτολμία μὲ διακρίνει, ἐπὶ πλέον δὲ δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἔχω τὸ ὕψος καὶ τὸ παράστημα εἴτε τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας εἴτε τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἵνα κρίνω αὐτούς τό γε νῦν. Εἰσῆλθον ὅμως εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἁγνός. Δὲν εἶμαι βουλευτὴς τοῦ χρίσματος. Ἀπεστάλην τρὶς ἤδη ἀπὸ μέρους τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ πᾶν ὅ,τι λέγω, λέγω τοῦτο διότι τὸ αἰσθάνομαι καὶ διότι ἔχω ὅλον τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον ἀντλῶ ἐκ τῆς λαϊκῆς μου παντοδυναμίας. Θὰ ἔλεγον ὅμως δι’ ὑστάτην φορὰν ὅτι θὰ ἐπεθύμουν καὶ θὰ ηὐχόμην μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μου ὅπως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἤδη ὑπέβαλον πρὸς τὴν Βουλήν, ν’ ἀποτελέσωσι τὸν πολιτικὸν ἐπικήδειον τῶν δύο ἀξιοτίμων πολιτευτῶν.
§188Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔχει ἓν καθῆκον, ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μὲ τὴν παντοδυναμίαν, τὴν ὁποίαν τῷ δίδει ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ καθῆκον νὰ λέγῃ πρὸ παντὸς τὴν ἀλήθειαν. Νὰ μὴ παραχαράσσῃ τὴν ἱστορίαν, νὰ σέβηται τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς Χώρας, διότι οὗτοι εἶναι τὰ στηρίγματα αὐτῆς καὶ νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς πανηγυρικοὺς λόγους σκοπὸν ἔχοντας τὴν ὕβριν τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἐπιτευχθῇ ὅ τι ὑπάρχει σήμερον, σκοπὸν ἔχοντας τὴν παραπλάνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἱστορία τοῦ τόπου μας μαρτυρεῖ ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὗρε τὴν Ἑλλάδα προηγμένην κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν διὰ μαγείας, ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, νὰ παρατάξῃ 150.000 στρατοῦ καλῶς κατηρτισμένου καὶ ἐξωπλισμένου, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ὁ ἀγών, ἐὰν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους δὲν ὑπῆρχον ὀγδοήκοντα δύο ὅλα ἑκατομμύρια. Αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν ὤφειλε νὰ σεβασθῇ ὁ προλαλήσας, ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, καὶ νὰ μὴ ἔλθῃ νὰ δώσῃ ὤθησιν εἰς σκέψεις ἐπιβλαβεῖς διὰ τὴν Χώραν. Καὶ λέγω ἐπιβλαβεῖς, διότι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν φύονται ὡς μανιτάρια. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες γεννῶνται καὶ ἀναπτύσσονται ἐν τῷ πολιτικῷ ἀγῶνι. Οἱ διοικήσαντες τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ 1827 μέχρι σήμερον, εἰς διάστημα 90 ἐτῶν, ἔφεραν αὐτὴν εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον πολιτισμοῦ εἰς ὃ εὑρίσκεται καὶ ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος καὶ οὕτως ἔχει τὴν εὐκαιρίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ν’ ἀπαγγέλλῃ πανηγυρικοὺς λόγους ἐκ τῶν προτέρων συντεταγμένους καὶ ἀναγινωσκομένους. Οἱ ἀξιότιμοι ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔθηκε ταύτην τὴν ἑσπέραν εἰς ἀποστρατείαν, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὀργανώσαντες τὸν στρατὸν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν καὶ ἀποκαταστήσαντες οἰκονομικῶς τὴν Χώραν, ἔδωκαν τὴν νίκην εἰς τὴν Πατρίδα ἡμῶν. Εἶπον ἄλλοτε οἱ Γάλλοι ὅτι δὲν ἐνίκησεν τοὺς Ἄγγλους ὁ στρατός, ἀλλ’ ὁ Καρνώ, ὁ ὁποῖος ὠργάνωσε τὸν στρατόν. Δυνάμεθα λοιπὸν καὶ ἡμεῖς σήμερον νὰ εἴπωμεν τὸ ἴδιον, διότι τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος ὠργάνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς καὶ οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Οἰτύλου καὶ ἐξ Ἀττικῆς τότε κ. Βουλευταί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὅστις ἔχει τὸ παράστημα ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἄνδρας αὐτούς. Ἄν ὑπάρχῃ, ἂς παρουσιασθῇ. Οὐδεὶς θὰ ἐμποδίσῃ αὐτόν. Ἡ αἴθουσα αὕτη τοῦτον ἔχει τὸν προορισμὸν καὶ τοῦτο ἐπιδιώκομεν πάντες οἱ ἐντεῦθεν συζητοῦντες, ἵνα εὑρεθῇ ὁ μᾶλλον ἄξιος ἵνα διοικήσῃ τὴν Χώραν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεὶς εὑρέθη, οὐδὲ αὐτὸς περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἔκαμε λόγον ὁ κ. Βουλευτής. Καὶ λέγω ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν προῆλθεν εἰς τὸν πόλεμον, δὲν εἶχε νὰ παρουσιάσῃ τίποτε τὸ ὀργανωτικόν, οὔτε στρατοῦ οὔτε ναυτικοῦ οὔτε διοικήσεως οὔτε οἰκονομικῶν. Καὶ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπηγγέλλετο ὅτι ἦλθε νὰ περισυλλέξῃ τὰ συντρίμματα καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ ἐγείρῃ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον μετὰ μίαν δεκαετίαν θὰ ἀπέδιδεν ἀγλαοὺς καρπούς. Ἐζήτει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δεκαετίαν ἵνα ἀναστηλώσῃ τὸ Κράτος, καὶ ὅμως μετὰ ἕνα μῆνα ἀποδύεται τοῦτο εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν; Ἦτο αὐτὴ ἡ ἀλήθεια; Ὁ πόλεμος ἀποδεικνύει ὄχι. Ταῦτα ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα. Τὸ νὰ ἀπαγγέλλῃ τις πανηγυρικοὺς λόγους κεχρωματισμένους μὲ ξένας ἰδέας καὶ μὲ ὀνόματα ξένων πολιτικῶν, εἶναι διὰ συλλόγους ἢ ἐκλογικὰς περιοδείας. Δὲν εἶναι διὰ τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ μόνον ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ ἀκούηται, ἡ δὲ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπεδύθη εἰς τὸν πόλεμον ἐνῷ εἶχε ἀποθαρρύνει πάντας διὰ τῶν ὁμολογιῶν του, ἀλλ’ ὁ πόλεμος διέψευσε τοὺς λόγους του διότι ἀπέδειξεν ὅτι καὶ στρατὸν εἴχομεν καὶ οἰκονομικὰ εἴχομεν καὶ ὁ στρατός μας ἔφθασε τὰ παλαιὰ σύνορα τῆς Βουλγαρίας καὶ ὁ στρατός μας διώκων τὸν Τουρκικὸν ἔφθασε μέχρι Τσκαλτάτσας. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀλήθεια καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διάφοροι Κύριοι, ν’ ἀπαγγέλλωσι πανηγυρικούς, πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ἐπικρίνωσι δὲ τοὺς παλαιοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν καὶ ἐξεπολίτισαν τὴν Ἑλλάδα.
§189ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν τώρα κ. Πρόεδρε.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν 10ην μετὰ τὸν δεῖπνον. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις τὴν 8 καὶ 30′ μ.μ.). Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρα 10 καὶ 30′ μ. μ.)
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. (Ἀναγινώκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ Ἀθηναίων τελεῖ αὔριον 10 π. μ. ἐν τῷ ἱερῷ Ναῷ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου ἐπιμνημόσυνον δέησιν ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τοῦ ἡρωϊκοῦ θανάτου τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Παλαιολόγου καὶ προσκαλεῖ τοὺς κ. Βουλευτὰς ὅπως παρευρεθῶσιν. Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραχωρήσεως τῆς νησῖδος Σάσσωνος εἰς τὴν Ἀλβανίαν». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Σπυρομήλιος.
§192Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀκούσητε τὴν ἱστορίαν τῆς Ἠπείρου καὶ τοῦ Σάσσωνος καὶ ν’ ἀκούσητε αὐτὴν μετὰ προσοχῆς, διότι ἡ διήγησίς μου πρέπει νὰ μείνῃ ἐν τῇ μνήμῃ ὑμῶν ὡς ἱστορικὴ ἀφήγησις αὐτόπτου μάρτυρος ὅλων τῶν γεγονότων ὅσα διεδραματίσθησαν ἐν Ἠπείρῳ, καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ πολέμου καὶ διαρκοῦντος αὐτοῦ καὶ περὶ τὸ τέλος αὐτοῦ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εἶσθε ἐπιεικεῖς, διότι δὲν εἶμαι χειριστὴς τοῦ λόγου, οὐδ’ ἔχω σχέσιν μεγάλην μὲ τὸ βῆμα. Ἡ ἐπιείκειά σας νὰ παραταθῇ ἀκόμη καὶ ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς διηγήσεως τῆς ἱστορίας αὐτῆς τῆς Ἠπειρωτικῆς, διότι τὸ ἰδιόρρυθμόν μου, ὡς ἔχουσί τινες τὴν καλωσύνην νὰ βεβαιῶσιν, ἀπαιτεῖ τὴν ἐπιείκειαν ταύτην. Καὶ θὰ εἶμαι εὐγνώμων πρὸς τὴν Βουλὴν ἂν μοὶ χαρίσῃ προκαταβολικῶς τὰ αἰτήματά μου ταῦτα. Ὅλοι, κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε πόθεν ἄρχονται τὰ σύνορα τῆς Ἠπείρου καὶ ποῦ περατοῦνται. Ἄρχονται ἐκ τῆς πόλεως Ἄρτης, τῆς κάτω Ἠπείρου, καὶ λήγουσιν εἰς τὴν πόλιν Ἄρταν τῆς Β. Ἠπείρου. Ἡ Ἄρτα τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω ἐχρησίμευσεν ὡς ὅριον τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος, καὶ ἡ Ἄρτα πρὸς τὴν ὁποίαν γειτονεύω ἐχρησίμευσεν ὡς ὅριον ἔσχατον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἡ μία πόλις καὶ ἡ ἄλλη κατὰ θείαν συγκυρίαν εἶχον φυσικὰ ὀχυρώματα δύο μεγάλους ποταμούς, τὸν Ἄραχθον καὶ τὸν Ἀῷον, ἀλλ’ ἡ τελευταία, ἡ γείτων μου Ἄρτα, ἔχει καί τι περιπλέον· ἔχει ἓν ἐπισημότατον ὀχύρωμα τὴν νῆσον τὴν ἀκατοίκητον, τὸν Σάσσωνα. Ἡ Ἤπειρος λοιπὸν εἶναι ἡ περιοριζομένη μεταξὺ τῶν δύο ποταμῶν. Ἡ Ἤπειρος ἦτο πάντοτε Ἑλληνικὴ καὶ τοῦτο ὑπὸ οὐδενὸς ποτὲ ἐφιλονεικήθη, εἴτε ὑπὸ ἔθνους ξένου εἴτε ὑπὸ κράτους ξένου. Ἀπετέλει πάντοτε μέρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὴν Ἤπειρον ταύτην, τὴν κοιτίδα τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, ἐφιλονείκησαν τελευταίως ξένοι, διημφισβήτησαν αὐτὴν καὶ κατώρθωσαν νὰ πείσωσιν ὅτι ἀπώλεσεν αὕτη ὅ τι ἐξαιρετικὸν εἶχε, τὴν ἑλληνικότητά της, καὶ ἀκόμη καὶ τὴν γλῶσσάν της! Διατί δὲ τοῦτο; Διότι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν ἠθέλησε νὰ τὴν διεκδικήσῃ, διότι δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ τὰ διεκδικήσῃ. Καὶ ἀρχίζω κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τὸν Βαλκανικὸν πόλεμον ὅστις κατέρριψε νεκρὸν σχεδὸν τὸ θηρίον, τὴν Αὐτοκρατορίαν τὴν Ὀθωμανικήν, ὅστις διεμέλισεν αὐτὴν καὶ ἠλευθερώθησαν Ἕλληνες πολεμήσαντες καὶ μὴ πολεμήσαντες, Ἕλληνες γνήσιοι, ἀλλὰ καὶ πλησίον αὐτῶν λαοὶ μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τοὺς Ἕλληνας. Ὁ Βαλκανικὸς πόλεμος ἠλευθέρωσε καὶ τὴν Ἤπειρον, ἥτις ἀνεκτήθη διὰ τῆς λόγχης τῶν Ἑλλήνων ὑπὸ τὸν Βασιλέα, ἀφοῦ ἐθυσιάσθησαν 50.000 μαχητῶν. Ἐπὶ ἕνδεκα μῆνας μετὰ τοῦτο οἱ Ἠπειρῶται ἔζησαν ὡς Ἕλληνες καὶ οἱ Χειμαριῶται ὡς ὑπερέλληνες. Μετὰ τοῦτο, αἰφνηδίως οἱ ἐλευθερωθέντες αὐτοὶ Ἠπειρῶται ἤκουσαν τὴν ἀπόφασιν, ἤκουσαν τὸ ἀπαίσιον ἄγγελμα ὅτι δὲν εἶναι Ἕλληνες, ὅτι δὲν εἶναι Ἠπειρῶται, ὅτι οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα ἐπὶ τῆς θρησκείας των, ἐπὶ τῆς γλώσσης των καὶ ὀφείλουσι νὰ ὑπακούσωσιν ἄνευ ὅρων εἰς τοὺς Ἀλβανούς, νὰ γίνωσιν Ἀλβανοί! Ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη παρὰ τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, ἐπεκυρώθη δὲ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον ἔδωκε καὶ τὸ ἄγγελμα! Καὶ εὑρέθη ἡ Ἤπειρος πρὸ μιᾶς τρομακτικῆς ἀποφάσεως, πρὸ ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέμενεν ἐλευθερωθεὶς λαός. Ἐζήτει νὰ μάθῃ διατί τοῦτο, καὶ δὲν ἠδύνατο. Ἐζήτει νὰ μάθῃ τίς ὁ λόγος τῆς θυσίας αὐτῆς καὶ οὐδεὶς ἐφαίνετο πληροφορῶν αὐτὸν περὶ τούτου. Τουναντίον ὅ τι ἔβλεπεν ἀπὸ τοὺς πρώην ἀδελφούς, ἀπὸ τοὺς μέχρι χθὲς Ἕλληνας ὁμοφύλους, ἦτο ἡ λόγχη καὶ ἡ παραγγελία, ὑπακούσατε! Πρὸς τίνα νὰ ὑπακούσωμεν, κύριοι Βουλευταί, καὶ τίνος τὴν παραγγελίαν νὰ ἐκτελέσωμεν; Πρὸς τὸ Κράτος τὸ ὁμόφυλον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρέδωκεν ἄνευ ὅρων, ὄχι εἰς τὴν Αὐτοκρατορίαν ὁπόθεν μᾶς παρέλαβεν, ἀλλ’ εἰς ἄλλο Κράτος τὸ ὁποῖον μία συμβολαιογραφικὴ πρᾶξις τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς τὸ ὠνόμασε Κράτος, χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τοιοῦτον, καὶ χωρὶς νὰ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ γίνῃ τοιοῦτον; Ἂν ἐπρόκειτο νὰ μᾶς παραδώσωσιν εἰς τὸν κατακτητήν, τὸ κακὸν δὲν θὰ ἦτο μέγα, διότι καὶ ἄλλα τμήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἠλευθερώθησαν κατὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον τρόπον, καὶ δὲν ἐπαγίωσαν τὴν ἐλευθερίαν των ἀμέσως. Ἠθέλομεν ἴσως καὶ ἡμεῖς δεχθῆ τὸ γεγονὸς τοῦτο μετὰ λύπης, βέβαια μεγάλης, ἀλλ’ ἠθέλομεν ἀρυσθῆ καὶ ἐκ τῶν ἰδίων δυνάμεων τὸ θάρρος καὶ ἐκ τῆς ἰδέας τῆς μεγαλυνθείσης Πατρίδος τὴν ἐλπίδα ν’ ἀναμένωμεν. Ἐγένετο κατοχὴ καὶ τῆς Κρήτης κατόπιν μιᾶς ἐκ τῶν πολλῶν ἡρωϊκῶν ἐπαναστάσεών της καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἔφυγεν ἐκ τῆς Κρήτης, ἀλλὰ ἡ Κρήτη δὲν ἔχασεν οὔτε τὴν θρησκείαν της οὔτε τὴν γλῶσσαν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν ἑλληνικότητά της, διότι κατόπιν τῆς ἀνακλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐτέθη ἐκεῖ κάτι τι ὑψηλότερον ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κρήτης, κατά τι τὸ συμβολίζον τὴν ἰδέαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ· διωρίσθη μέλος τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ὡς Διοικητὴς τῆς Κρήτης. Δὲν ἔχασεν ἡ Κρήτη τίποτε. Ἔχασε βεβαίως, μὴ ἑνωθεῖσα μετὰ τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν ἔχασεν οὔτε τὴν ἑλληνικότητά της οὔτε τὴν θρησκείαν της οὔτε τὴν γλῶσσάν της. Ἐγκαταλείψατε καὶ ἡμᾶς τοὺς Ἠπειρώτας, ἀλλὰ πῶς καὶ ποῦ; Τί ἐκάματε διὰ τὴν θρησκείαν καὶ τὴν γλῶσσάν μας; Δὲν εἴχετε τὴν δύναμιν νὰ ἐνεργήσητε; Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ πιστευθῇ, διότι ὅ,τι ἠθέλετε ζητήσει, θὰ ἦτο νόμιμον, θὰ ἦτο ἀπρόσβλητον ὑφ’ ὅλων τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς. Δὲν ἠδύναντο οὗτοι νὰ ἀπαιτήσωσιν ὥστε νὰ ἀλλαξοπιστήσωσιν οἱ Ἕλληνες, οὔτε νὰ χάσωσι τὴν γλῶσσάν των. Ἐλέχθη ὅτι μᾶς ἐξησφαλίσθη ἡ γλῶσσα καὶ ἡ θρησκεία, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν ν’ ἀποδειχθῇ τοῦτο, διότι δὲν εἶναι βεβαιωμένον. Εἶναι βεβαιωμένον ἀντιθέτως ὅτι χωρὶς νὰ ληφθῇ κἂν μέριμνα περὶ τῶν δύο αὐτῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων τοῦ λαοῦ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ, ἐξεχωρήθη οὗτος εἰς Κράτος τὸ ὁποῖον ἀποπειρῶνται οἱ ἰσχυροὶ νὰ δημιουργήσωσιν, ἀλλὰ ματαιοπονοῦσι, διότι ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κράτους αὐτοῦ εἶναι ἐξισλαμισθέντες Ἀλβανοί. Οἱ Τουρκαλβανοὶ δὲ εἶναι ὅ τι καὶ οἱ Τουρκοκρῆτες. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ Τουρκοκρῆτες θὰ γίνωσιν Ἕλληνες, ἄλλο τόσον καὶ οἱ Τουρκαλβανοὶ θὰ γίνωσι τοιοῦτοι. Ὁ ἐξισλαμισθεὶς εἶναι ἀνώτερος τοῦ Μουσουλμάνου, διότι ἡ ἀνάμνησις μόνον ὅτι οἱ πατέρες των εἶχον ἄλλο θρήσκευμα καὶ ἤλλαξαν αὐτὸ κατόπιν δυσκολιῶν τῆς ζωῆς καὶ κινδύνων, προξενεῖ εἰς αὐτὸν τὸ ἐρύθημα καὶ τὸν ἀναγκάζει νὰ πλειοδοτῇ εἰς τὴν νέαν θρησκείαν. Καὶ εἶναι γνωστὸν πῶς ἐχειρίσθη ἡ Αὐτοκρατορία τοὺς Τουρκοκρῆτας καὶ πῶς ἐχειρίσθη τοὺς Τουρκαλβανούς. Ἐχειρίσθη αὐτοὺς ὡς ὄργανα διὰ νὰ καταπιέζωσι τοὺς συμπατριώτας των, τοὺς συμπολίτας των, τοὺς πρώην ἀδελφοὺς ἐν θρησκεύματι. Ἐλέχθη ὅτι τὸ θρήσκευμα καὶ ἡ γλῶσσα ἦσαν ἐξησφαλισμένα διὰ τοῦ Ἀλβανικοῦ Συντάγματος καθ’ ὑπόσχεσιν τῶν Δυνάμεων. Ἐλέχθη χωρὶς νὰ βεβαιοῦται τοῦτο, διότι ἀντιθέτως εἶναι βεβαιωμένον ὅτι τὸ Ἀλβανικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκαλλιτέχνησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων—ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ—δὲν ὁμιλεῖ περὶ θρησκευτικῆς ἐλευθερίας οὔτε περὶ γλώσσης, ἀλλ’ ἔχει μόνον τὸν ὅρον, ὅτι εἶναι «ἀνεκταὶ» καὶ ἡ θρησκεία καὶ ἡ γλῶσσα. Ἀλλ’ ὑπὸ τὸν κατακτητήν, κύριοι Βουλευταί, ἡμεῖς οἱ διατελέσαντες ὑπὸ δουλείαν, γνωρίζομεν ὅτι εἴχομεν πλήρη θρησκευτικὴν ἐλευθερίαν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τῶν Πατριαρχείων, καὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἱστορίᾳ παραδείγματα νὰ ἀναφέρωσιν ὅτι αἱ ἐλευθερίαι αὗται σπουδαίως ἐκινδύνευσαν ἐπὶ τῆς Αὐτοκρατορίας αὐτῶν. Εἰς τὸ Ἀλβανικὸν ὅμως Κράτος εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς ἐθυσιάζετε καὶ ὑπὸ τὸ Ἀλβανικὸν Σύνταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλέχθη ὅτι ἐξησφάλιζεν εἰς τοὺς Ἠπειρώτας τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν θρησκείαν, οὐδεμία ὑπῆρχε ἐλευθερία θρησκείας καὶ γλώσσης δὲν θὰ ὑπῆρχε δ’ ἀκόμη οὔτε ἐλευθερία ὑπάρξεως μιᾶς καὶ μόνης ἐκκλησίας, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν γενναιοδωρίαν καὶ τὸ φιλελεύθερον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ὡς πρὸς τοὺς λαούς, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ὑπ’ αὐτο· ἐνῷ δηλαδὴ ἡμεῖς ἐχορηγοῦμεν εἰς τοὺς Κουτσοβλάχους Ρωμουνικὰ σχολεῖα, καίτοι οἱ Κουτσόβλαχοι ἀπὸ τῆς ἁλώσεως καὶ πρὸ ἀκόμη οὐδέποτε ἐπίστευσαν ὅτι εἶναι ἄλλο τι παρὰ Ἕλληνες—καὶ εἰς τοὺς Τούρκους τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγείρωσιν τὰ τεμένη των ὅπου ἂν θέλωσιν ἐν τῷ Βασιλείῳ, διὰ τὴν πτωχὴν τὴν Ἤπειρον δὲν ἐθήκαμεν ἕνα φραγμὸν νὰ ἐξασφαλισθῶσιν αἱ Ἐκκλησίαι καὶ τὰ Σχολεῖά της. Ἐνῷ λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ἠγαλλόμεθα ἐπὶ μῆνας κατὰ τὸν πόλεμον, διότι ἠλευθερώθημεν, καὶ ἐνῷ ἡ χαρὰ μας ἦτο μεγίστη κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν καὶ κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν κατοχήν, αἴφνης μίαν πρωΐαν, κύριοι Βουλευταί, ἐγκατελείφθημεν ὑφ’ οὓς ὅρους σᾶς ἀνέφερα. Καὶ ἐπειδὴ κατάπληκτοι καὶ ἀπηλπισμένοι ἐζητήσαμεν, ὅπως ὁ πνιγόμενος νὰ εὕρωμεν ἓν μέσον, ἓν στήριγμα, διὰ νὰ μὴ χάσωμεν τὴν θρησκείαν μας τὸν ἐθνισμόν μας, ἀντικρύσαμεν τὴν λόγχην τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους! Καὶ γνωρίζετε, ἢ θὰ ἠκούσατε, καὶ ἂν δὲν γνωρίζητε ἀκριβῶς προϊόντος τοῦ λόγου μου θὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι ἀπηγγέλθησαν διάφοροι κατηγορίαι ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ εἰς πτωχοὺς Ἠπειρώτας ζητοῦντας νὰ ἀντισταθῶσι κατὰ τοῦ παραγγέλματος καὶ τῆς ἐγκαταλείψεώς μας! Καὶ ἠπειλήθημεν, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ, καὶ ὠνομάσθημεν στασιασταί, καὶ διετάχθη ἡ σύλληψις διὰ τῆς βίας τοῦ Ἀρχηγοῦ Χειμάρρας, καὶ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν ἦτο εὐχερὲς διετάχθη ὁ στρατὸς νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν Χειμάρραν πρὸ τοῦ ἀκόμη λήξῃ ἡ προθεσμία ἡ ταχθεῖσα ὑπὸ τῶν Δυνάμεων! Καὶ ἔμεινε τὸ τμῆμα τοῦτο ἀπὸ 12 Φεβρουαρίου κενὸν πάσης Ἑλληνικῆς εὐνοίας καὶ προστασίας, διότι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ τμήματος ἐκείνου δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκήρυξε τὴν Αὐτονομίαν. Διότι ἐχαρακτηρίσθη στασιαστής! Διότι τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τὸ δυστυχές, εἶχε τὴν αὐταπάρνησιν νὰ θυσιάσῃ ὅ τι ἐναπέμεινεν εἰς αὐτὸ χάριν τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας, χάριν τῆς ἀρχαίας αὐτοῦ Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Καὶ ἔμεινε κενὸν μέχρι τῆς 16 Ἀπριλίου, ὁπότε ὁ ἄλλος στρατὸς ἀπεχώρησεν ἐκ τῶν λοιπῶν μερῶν τῆς Ἠπείρου, δηλαδὴ ἐδόθη πρὸς ἐξόντωσιν καὶ διηυκολύνθη ἡ συμφωνία τῆς παραδόσεως ἄνευ ὅρων! Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ τὸ Ἑλληνικὸν αὐτὸ τμῆμα εἶπε· κάμετε ὅ τι θέλετε. Ἐγὼ ἐγκατέλιπον αὐτό! Καλῶς. Ἐγκατελείφθη, κύριοι Βουλευταί, ἀλλ’ ἠσφαλίσθη τι διὰ τὴν θρησκείαν του; Ἠσφαλίσθη τι διὰ τὸ Σχολεῖόν του; Ὄχι. Καὶ ἕπεται συνέχεια παραδόσεως καὶ στιγμάτων ἐθνικῶν. Ἰδοὺ ἡ Κορυτσᾶ καὶ ἡ Ἐρσέκα καὶ οἱ Γεωργουτσάδες, καὶ οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα! Φθάνει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς σημεῖον νὰ ἐκτελῇ ὄχι πλέον καθήκοντα χωροφύλακος, ἀλλὰ καθήκοντα δημίου, διότι τὸ Κράτος ἐλησμόνησεν ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἱστορίαν εἶναι ἀναγεγραμμένον, ὅτι οἱ Ἕλληνες γίνονται δήμιοι Ἑλλήνων! Τὸ Κράτος ἐλησμόνησε, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἀλληλεγγύην τὴν ὁποίαν εἶχεν πρὸς τοὺς Ἠπειρώτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαυσαν ποτὲ νὰ εἶναι Ἕλληνες. Τὸ Κράτος, τοὺς ὑπερασπιστάς, τοὺς συμμαχητὰς τῶν Ἑλλήνων αὐτῶν Ἠπειρωτῶν, τὸν στρατόν, ἐχειρίσθη ἐναντίον αὐτῶν καὶ ἔρρευσε τὸ αἷμα, καὶ δὲν εἶναι ψεῦδος, εἶναι ἀλήθεια ἐξηκριβωμένη καὶ τὴν βεβαιῶ ἐν τιμῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἐθνικοῦ, ὅτι μᾶς διημφισβήτησαν ὀλίγα φυσίγγια, ἵνα ὑπερασπισθῶμεν κατὰ τῶν ὀρδῶν τὰς ὁποίας δυνάμει τῆς ἰσχύος των αἱ Δυνάμεις, συμπραττούσης καὶ τῆς Ἑλλάδος, θέλουσιν νὰ ἀποκαταστήσωσιν εἰς Κράτος. Ἀλλ’ ὅσον ἐγένοντο οἱ Τάταροι Κράτος, ἄλλο τόσον θὰ γίνωσι καὶ αὐτοί. Καὶ ἐχειρίσθητε τοὺς συμμαχητάς μας, τοὺς ἀδελφούς μας, διὰ νὰ μᾶς φονεύσητε, νὰ μᾶς παραδώσητε ἀόπλους. Ποῦ; Εἰς τὰ τέρατα αὐτά, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἀντιπροσωπεύουσιν εἰς τὸν κόσμον παρὰ μόνον τὴν ὑψηλοτέραν ἔκφρασιν τῆς ἀγριότητος, τῆς θηριωδίας τῶν ἀρχαίων Τούρκων καὶ ὄχι τῶν νεωτέρων. Φονεύουσι γυναῖκας εἰς Γεωργουσάδες, διότι ἐζήτησαν νὰ λάβωσι, καὶ δὲν ἔλαβον δυστυχῶς, ὀλίγα φυσίγγια διὰ νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν τιμήν των· διότι ἐζήτησαν νὰ εὕρωσι κάποιον ἀντέρεισμα ἐναντίον τοῦ κατακλυσμοῦ ἐκείνου τὸν ὁποῖον διὰ μιᾶς ἐξαπελύσατε ἐναντίον μας. Ἤμεθα ἡμεῖς ἐγκληματίαι οἱ ζητοῦντες νὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸν αὐτὸν τῆς συμφορᾶς; Τί εἶναι τότε οἱ διατάσσοντες πῦρ καθ’ ἡμῶν ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας, τῆς ἀθανάτου Ἑλληνικῆς Ἱστορίας; Ἡμεῖς ἤμεθα Ἕλληνες ὑπόδουλοι ἕως χθές, τοὺς ὁποίους ἐσεβάσθη ὁ κατακτητὴς καὶ ἀνύψωσε τὸν πρῶτον Ἀρχιεπίσκοπον αὐτῶν εἰς Ἐθνάρχην τῆς Θρησκείας καὶ τοῦ Γένους. Αὐτοὶ εἶναι ἐλεύθεροι Ἕλληνες καὶ ἐπιτάσσουσι «πάρετε Ἀλβανοὶ ῥάσα, παπάδες, εὐαγγέλια, ψαλτήρια· ὅπως θέλετε χειρισθῆτε αὐτά, ὅπως θέλετε ἀναγνώσατέ τα ἢ ἀρβανίτικα ἢ τούρκικα, τὸ ἴδιον μᾶς κάμνει». Δὲν ὑπακούετε; Ἀμέσως ἀπὸ τοὺς λόγους εἰς τὰ ἔργα. Συγκυλίομεν τὸν Ἱεράρχην Βελᾶς, διότι ἐζήτησε νὰ ἀναπετάσῃ τὴν σημαίαν τῆς Αὐτονομίας εἰς τὴν Ἐρσέκαν. Τὸν φραγγελώνομεν τὸν διαπομπεύομεν ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς Ἀλβανικῆς χωροφυλακῆς, τὴν ὁποίαν ζητωκραυγάζομεν!! Ἔστι δ’ Ἀλβανικὴ χωροφυλακή, ὄχι οἱ καραβινιέροι, ἀλλὰ κἄτι τι τὸ τέλειον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν εἶδον ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἤκουσα νὰ λέγηται ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν Εὐρώπην, τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς εὐγενείας, τοῦ καθήκοντος, τῆς ἀναπτύξεως, τῆς ἡμερότητος!!! Ὅλοι οἱ λησταί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου καὶ καθ’ ὃν χρόνον ὁ στρατὸς ἐμάχετο πρὸ τοῦ Μπιζανίου, ἐλεηλάτουν ὅλους τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ἠπείρου τοὺς ἐβασάνιζον καὶ ἥρπαζον τὰ ὑπάρχοντά των! Πρὸ τῆς χωροφυλακῆς αὐτῆς λοιπόν, τῆς εὐγενοῦς, διεπομπεύθη ὁ Ἐπίσκοπος Βελᾶς. Τί ἐζήτει ὁ Βελᾶς; Ἀντέρεισμα κατὰ τοῦ κατακλυσμοῦ τῆς δυστυχίας των τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀποστείλει πρὸς τὴν Ἤπειρον τὸ Κράτος. Αὐτὸ ἐζήτει ὁ Βελᾶς. Ἀλλ’ ὁ Βελᾶς θεωρεῖται ὡς κἄτι τι τὸ ἀνισόρροπον, ὡς ἔχων κἄποιαν ἔκφανσιν, ὡς μετέχων καὶ αὐτὸς τοῦ χοροῦ τῶν παλαβῶν. Τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ ὀνομάζῃ ὅσους ἤθελε παράφρονας· ἤρκει μόνον αὐτὸ νὰ ἐξετέλει τὸ καθῆκόν του. Οἱ παράφρονες περιορίζονται· αὔριον δὲν ὑπάρχουσιν· εἶναι ἄτομα καὶ μένουσιν εἰς ἀφάνειαν. Τὸ Ἔθνος ὅμως πρέπει νὰ ζῇ καὶ νὰ μένῃ ἔνδοξον. Ἂν ὁ Βελᾶς εἶχε παραφρονήσει, δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονηθῇ ὅτι ἦτο Ἱεράρχης. Ἀντεπροσώπευε τὸ Πατριαρχεῖον, ἀντεπροσώπευε τὴν θρησκείαν τὴν ἐθνικὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθημεν καὶ ἐδημιουργήσαμεν τὸ Ἔθνος ἡμῶν. Δὲν ἐπετρέπετο λοιπὸν εἰς τὸ Ἔθνος νὰ ἀνέχηται τὸ Κράτος νὰ διαπομπεύῃ τὴν θρησκείαν. Τὸ Ἔθνος ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ ὅπως τὸ Κράτος περιορίσῃ τοὺς παράφρονας, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἠδύνατο οὔτε δύναται νὰ ἀνεχθῇ νὰ ἐξισλαμισθῶσιν ὁμόφυλοί του, νὰ ἐμπαιχθῇ ἡ θρησκεία τῶν πατέρων του! Ἀλλ’ ἀνεφάνη καὶ ἕτερος, κύριοι Βουλευταί, παράφρων, ὁ Πρόεδρος τῆς Αὐτονόμου Ἠπείρου κύριος Γ. Ζωγράφος. Πιστεύω ὅτι θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι τὸ Κράτος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπεκάλεσεν αὐτόν, οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ, ἠλίθιον, διότι, «ἐνῷ ἐπείσθη συμφώνως μὲ τὸ Κράτος ὅτι πᾶσα ἀντίστασις ἦτο ἀδύνατος», ἐν τούτοις «διότι ἔλαβε δύο γράμματα ἐξ Ἠπείρου ἤλλαξε γνώμην!!!» Ὅλοι ἡμεῖς ἤμεθα παράφρονες καὶ ὅλοι ἠλίθιοι καὶ μόνον τὸ Κράτος ἦτο σοφόν. Ὅλοι ἡμεῖς ἤμεθα προδόται, τὸ δὲ Κράτος ἔσωζε τὴν Ἤπειρον διὰ τῆς ἀλβανοποιήσεως. Ἀλλὰ πότε κατηγγέλθημεν ἐπὶ προδοσίᾳ ἐθνικῇ; Πότε ἐζητήσαμεν πληρωμὴν ἐθνικῶν ὑπηρεσιῶν, ἢ πότε ἐφαντάσθημεν τοὺς ἑαυτούς μας πολὺ ὑπερόχους καὶ ἀξίους ἀμοιβῶν καὶ τιμῶν, ὥστε τὸ Κράτος αὐτὸ νὰ φοβῆται ἐπισκίασιν τῆς νοημοσύνης του καὶ μείωσιν τῆς τιμῆς του; Ὄχι, κύριοι Βουλευταί· εἴμεθα ἁπλοῖ ἐθνικοὶ ἐργάται. Παράφρονες τὸ δέχομαι, ἀλλὰ ἐργάται ἐθνικοὶ ἁπλοῖ, καὶ τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ φιλονεικήσῃ. Αὐτὴ ἡ ὁμὰς τῶν παραφρόνων τῆς Ἠπείρου, ἕν μόνον ἔχει ἁμάρτημα· ὅτι ἀντετάχθη κατὰ τοῦ κατακλυσμοῦ αὐτοῦ τῆς δυστυχίας τὸν ὁποῖον ἐξαπέστειλε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατὰ τῆς Ἠπείρου καὶ ἔσωσαν τὴν τιμὴν τὴν ἐθνικὴν τὴν θρησκείαν καὶ τὴν γλῶσσάν της. Ἀντετάχθη, μάλιστα, καὶ δὲν γνωρίζω ἂν παρεῖχε κανένα κίνδυνον ἡ τοιαύτη ἀντίστασις, ἀντίστασις ἀπηλπισμένων, εἰς τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ ὅπλα καὶ φυσίγγια, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν βίαν δι’ ἀξιωματικοῦ διοικοῦντος λόχους κατὰ ἱερολοχιτῶν τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος κύριος Ἀξιωματικὸς ἐγύμναζε διὰ νὰ παρασκευάσῃ νέους πολεμιστὰς διὰ τὸν τρίτον Ἑλληνικὸν πόλεμον. Ἀντέστημεν, κ. Βουλευταί, καὶ ἐζητήσαμεν τὸ ἔλεος καὶ τὴν βοήθειαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ὄχι τοῦ Κράτους, καὶ ὁ Ἑλληνισμός, ὁ ἀθάνατος αὐτὸς Ἑλληνισμός, ἔσπευσεν νὰ μᾶς βοηθήσῃ κατὰ τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ ὡς ἀνδράποδα μᾶς ἐχώρισε, μᾶς ἐπολέμησεν εἶτα λυσσωδῶς ἐξαποστέλλον ἐναντίον μας λόγχας, θωρηκτά, ἀποκλεισμοὺς καὶ πεῖναν! Ἀντέστημεν, διότι τὸ Κράτος αὐτό, μὴ δυνάμενον νὰ παραδώσῃ διὰ πρωτοκόλλου τοὺς Ἁγίους Σαράντα εἰς τὸν ἐλθόντα ἐκ Δυρραχίου μετὰ τοῦ πρώην νομάρχου Κερκύρας κ. Βαρατάση Ὀλανδὸν ἀξιωματικόν, ἐζήτησε νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ βίᾳ τὰς ἐκδιωχθείσας ἐκεῖθεν Ἑλληνικὰς Ἀρχάς. Καὶ ἐπειδὴ ἀπέτυχε, ἐφήρμοσε τὸν ἀποκλεισμὸν ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι τὰ ξένης σημαίας πλοῖα, τὰ προσεγγίζοντα εἰς Ἁγίους Σαράντα, ἐκινδύνευον ὑπὸ τῶν ἐπαναστατῶν!!! Καθ’ ὃν χρόνον δὲ ἐφηρμόσθη μὲ τοιαύτην πρόφασιν ὁ ἀποκλεισμὸς αὐτὸς εἶχον προσεγγίσει περὶ τὰ 14 Αὐστριακὰ καὶ Ἰταλικὰ ἀτμόπλοια, εἶχον πληρώσει καὶ τὰ τέλη τὰ ἀνάλογα καὶ εἶχον λάβη καὶ τὰ ναυτιλιακά των ἔγγραφα ὑπογραφέντα ὑπὸ τοῦ λιμενάρχου τῆς Αὐτονόμου Ἠπείρου, χωρὶς οὐδεὶς νὰ ἐνοχλήσῃ αὐτά. Μᾶς ἀπέκλεισε τὸ Κράτος διὰ νὰ προφυλάξῃ κινδυνεύοντα πλοῖα τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Αὐστρίας! Ἀλλὰ διαμαρτυρόμεθα, κ. Βουλευταί, καὶ διαμαρτύρονται καὶ αἱ δύο Κυβερνήσεις ἢ μᾶλλον αἱ δύο Ἀτμοπλοϊκαὶ Ἑταιρεῖαι ὅτι οὐδὲν κακὸν ἔπαθον ἐκτὸς τῆς καταβολῆς τῶν τελῶν. Ἂν διεμαρτυρήθησαν αἱ Κυβερνήσεις διότι ἐπλήρωσαν τὰ τέλη, αἴ! τότε πιθανὸν νὰ ἦτο δεδικαιολογημένος ὁ ἀποκλεισμός. Ἀλλὰ ποῦ νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς οἱ αὐτόνομοι ὅτι τὰ πλοῖα τὰ Εὐρωπαϊκὰ δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώνωσι τέλη εἰς ἕνα λιμένα Ἠπειρωτικόν; Ποῦ νὰ μαντεύσωμεν τὰς ἐπιθυμίας τοῦ Κράτους αὐτοῦ, ἐπιθυμίας αἵτινες μᾶς κατεδίωκον καὶ πέρα τοῦ τάφου, τὸν ὁποῖον δι’ ἡμᾶς ἠνέωξε; Δὲν ἐγνωρίζομεν, δὲν ἐμαντεύομεν καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς θὰ ἐξηκολούθει ἂν μὴ ἄλλα γεγονότα δὲν ἐπέβαλον τὴν ἄρσιν αὐτοῦ καὶ κατώρθωνεν οὕτω ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ μᾶς στείλῃ 1500 σάκκους ἀλεύρων καὶ νὰ μᾶς προφθάσῃ νὰ μὴ ἀποθάνωμεν πάντες τῆς πείνης. Ὁ ἀποκλεισμὸς εἶχε τὸν λόγον τῆς προστασίας τῶν ξένης σημαίας πλοίων. Οὕτω, νομίζω, ὅτι εἶπε τὸ Κράτος εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἤμην παρὼν ὅτε εἶπεν αὐτό. Ἀλλὰ τότε διατί μᾶς ἠμπόδιζε νὰ φέρωμεν τροφάς; Τί ἐπεδίωκεν; Ἤθελε νὰ ὑποκύψωμεν καὶ νὰ ὑποκύψωμεν ἄνευ ὅρων; Νὰ ὑποκύψωμεν δεχόμενοι νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ θρήσκευμά μας, νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν γλῶσσάν μας;
§193Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν!
§194Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Καὶ ἐλέχθη ὅτι ὅλα τὰ μέτρα ταῦτα ἐλαμβάνοντο χάριν προνοίας, διότι ὅλας τὰς ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ ἀνθρωπισμοῦ τῶν Ἠπειρωτῶν, ἐλέχθη, ἐπαναλαμβάνω, χωρὶς νὰ βεβαιῶται οὐδαμόθεν, εἶχε λάβει τὸ Κράτος. Καὶ ἀφοῦ οὕτω κατόπιν τῆς τρομερᾶς αὐτῆς δοκιμασίας, βοηθοῦντος τοῦ Θεοῦ καὶ μόνου καὶ κινουμένων μερικῶν παραφρόνων, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ζητήσωσιν οἱ ἰσχυροί, οἱ δημιουργοῦντες τὸ Κράτος τὸ Ἀλβανικόν, νὰ συζητήσωσι μεθ’ ἡμῶν δι’ ὅσα τὸ Κράτος ἔλεγεν ὅτι ἐξησφάλισεν, ἰδοὺ πάλιν τὸ Κράτος ἀνεφάνη οὐδεμίαν δίδον ὁδηγίαν, οὐδεμίαν βοήθειαν παρὰ μόνον τὴν παραγγελίαν· «ἐστὲ διαλλακτικοί». Ποῦ ἔμεινες ἐν ταῖς συμφωνίαις, Σὺ Κράτος, διὰ νὰ μὴ προχωρήσω ἐγώ; Τί ἔλαβες Σὺ ὑπὲρ ἐμοῦ, διὰ νὰ μὴ ζητήσω ἐγὼ τὰ ἐπὶ πλέον; «Ἐστὲ διαλλακτικοί», «φόβοι ἀλλοιώσεως τῆς Ἠπειρωτικῆς ὑποστάσεως καὶ ἀπωλείας τῆς Ἠπείρου». Ποίας Ἠπείρου; Ἀλλ’ οὔτε τὸ ὄνομα αὐτὸ τῆς Ἠπείρου κατωρθώσατε νὰ διατηρήσητε ἐν ταῖς συμφωνίαις, καὶ ἤδη, ἀντὶ νὰ μὲ βοηθῇς μὲ πτοεῖς, ἐξαποστέλλον νέον παράγγελμα «ἐστὲ διαλλακτικοὶ» ἀντὶ τοῦ μέχρι τῆς χθὲς τοιούτου, «ὑποκύψατε». Ποῖον ἀπώτερον μέλον σὲ φοβίζει διὰ τὴν Ἤπειρον; Τί εἶναι προτιμότερον, νὰ ἐπιτύχω τὰ πάντα ἢ νὰ περιπέσω ὑπὸ ξένην κατοχήν; Νὰ γίνω Μουσουλμάνος ἢ νὰ γίνω Κινέζος; Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ὅστις εἶμαι Ἠπειρώτης, θὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι προτιμῶ τὸ δεύτερον. Περὶ τίνος Ἠπείρου καὶ περὶ τίνος ἀπωτέρου μέλλοντος καὶ περὶ τίνος διαλλακτικότητος ὁμιλεῖ τὸ Κράτος καὶ πρὸς τίνας ὁμιλεῖ; Πρὸς τοὺς μέχρι τῆς χθὲς ἠλιθίους, πρὸς τοὺς μέχρι τῆς χθὲς παράφρονας!!! Καὶ ἦλθον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως μεθ’ ἡμῶν εἰς Κέρκυραν καὶ συνέταξαν κἄποιο χαρτί, τὸ ὁποῖον νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὸ περιγράψω, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι καλὰ πῶς λέγεται εἰς τὴν Διπλωματίαν αὐτὸ τὸ χαρτί· δὲν ἠξεύρω πῶς λέγεται Γαλλιστὶ καὶ πῶς Ἀγγλιστί, διότι εὐτυχῶς δὲν ἠξεύρω τίποτε ἄλλο ἀπὸ ἑλληνικὰ καὶ ἀρβανίτικα. Τὸ χαρτὶ λοιπὸν αὐτὸ ἔχει οὕτω. «Συνελθόντες οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτονόμου Ἠπείρου, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἀλβανικοῦ Βασιλείου καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων παρὰ τῇ Διεθνεῖ ἐπιτροπῇ ἐν Ἀλβανίᾳ, συνέταξαν τὰς ἐν τῷ προσηρτημένῳ κειμένῳ ἀποκρυσταλλωθείσας σκέψεις, αἵτινες θὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἔγκρισιν καὶ ἐγγύησιν τῶν Δυνάμεων καὶ τὴν ἀποδοχὴν τῶν Ἠπειρωτῶν». Τὸ προσηρτημένον αὐτὸ κείμενον περιεῖχε τὰ διδόμενα εἰς τοὺς Ἠπειρώτας, προνόμια ad referendum ὡς μοὶ εἶπον, κύριοι Βουλευταί· Τὸ ad referendum αὐτὸ εἴδετε εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ θὰ ἔχει βεβαίως αὐτὸ καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὑποθέτω, δὲν εἶμαι βέβαιος. Μὲ τὸ ad referendum λοιπὸν αὐτὸ καὶ μὲ ἓν ἄλλο ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε τὴν μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν, διότι περιεῖχεν ὅρον ὑπογεγραμμένον ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν μεγαλειτέραν σημασίαν, τὸν ὅρον ὅτι «ἡ ἀνακωχή», διακόπτεται, ἀφοῦ οἱ μαχόμενοι πρὸ 48 ὡρῶν εἰδοποιήσωσι τὸν ἀντίπαλόν των» ἀνεχωρήσαμεν ἐκ Κερκύρας, καὶ μέχρι σήμερον ἐπὶ ἕνα μῆνα μένομεν ἐν ἀνακωχῇ καὶ ἕπεται συνέχεια.... Περὶ δὲ τοῦ referendum οὐδεμίαν ἔχομεν εἴδησιν καὶ ὁ Θεὸς γνωρίζει ἂν θὰ ἔχωμεν.
§195Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλάβετε τὸ δίπλωμα τῶν ἐμπολέμων. Αὐτὸ εἶναι μέγα.
§196Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Τὸ ad referendum αὐτό, κύριοι Βουλευταί, οἱ καταγινόμενοι εἰς τὴν διπλωματίαν λέγουσιν ὅτι εἶναι ἔγγραφον σπουδαῖον καὶ ὅτι ἔχει σημασίαν μεγάλην, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ σᾶς φωτίσῃ. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἀπουσιάζει. Θὰ ἐπῆγεν ἀσφαλῶς νὰ τὸ φέρῃ!!» (γέλωτες).—Λέγουσι λοιπὸν ὅτι ἔχει σημασίαν τινὰ ἐπίσημον· ἀλλ’ ἐγὼ οὔτε τότε ἐνόησα αὐτὴν τὴν ἐπισημότητα τοῦ ἐγγράφου τούτου, οὔτε αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποῦ ὁμιλῶ. Ἕν μόνον μένει· τὸ ἄλλο ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον λέγει διὰ τὴν ἀνακωχὴν καὶ μὲ ἀπασχολεῖ περισσότερον τὸ δεύτερον, διότι τὸ πρῶτον, κύριοι Βουλευταί, δύναται νὰ μένῃ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος χωρὶς οὐδεὶς νὰ ἀπαντᾷ, χωρὶς οὐδεὶς νὰ τὸ ἐξηγῇ, χωρὶς οὐδείς ποτε νὰ εἶναι ὑπεύθυνος. Διότι ἐκ τῶν συμβληθέντων ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μένουσιν εἰς τὴν θέσιν των, εἴμεθα ἡμεῖς οἱ Ἠπειρῶται. Οἱ ἄλλοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν, οἱ Ἀλβανοί, θὰ ὁμολογήσωσι πάντες ὅτι δὲν ἵστανται καλὰ εἰς τὰ πόδια των. Κρίνατε μόνοι. Οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους ἐν Κερκύρᾳ, ἐνῷ μᾶς ἐπέβαλον εἰς τὰ σχολεῖά μας τὴν Ἀλβανικὴν γλῶσσαν, μετὰ τέσσαρας ἡμέρας, μεταβάντες εἰς Δυρράχιον, ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν πρίγκηπα Βὴδ τὴν Τουρκικήν. Γνωρίζετε δὲ διατί; Ἁπλούστατα, διότι τὸ Κοράνιον δὲν ἐπιτρέπει χρῆσιν ἄλλης γραφῆς παρὰ ἐκείνης μὲ τὴν ὁποίαν αὐτὸ τὸ ἴδιον ἔχει γραφῆ. Διὰ τὸν Μουσουλμάνον εἶναι τὸ ἔσχατον ἔγκλημα νὰ ἀναγνώσῃ ἢ νὰ δεχθῇ τις γράμματα ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κοράνιον. Καὶ ἀκόμη, κατὰ τὸ Κοράνιον, ἐπὶ τῶν πιστῶν δὲν δύναται νὰ βασιλεύσῃ ἄπιστος. Ὁ δὲ ἄπιστος εἶναι ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης ὁ Πρίγκηψ Βήδ, διότι εἶναι Χριστιανός. Ὅταν λοιπὸν τὸ ad referendum ἐδέχθη τὴν Ἀλβανικὴν γλῶσσαν, τὴν γλῶσσαν δηλαδὴ τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευσεν ἡ πλειονοψηφία ὡς γλῶσσαν τοῦ Κράτους αὐτοῦ, τί θὰ συμβῇ τώρα ὁπότε ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ συζητεῖ μετ’ αὐτῆς περὶ τῆς Τουρκικῆς γλώσσης; Τί θ’ ἀναμείνωμεν παρὰ τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἥτις πρὶν ἢ ἔλθῃ ἐν Κερκύρᾳ καὶ πρὸ τῶν σκηνῶν τοῦ Δυρραχίου ἔχει ἤδη δι’ ἀποφάσεώς της κανονίσει εἰς τὰ ἐν Αὐλῶνι δικαστήρια ἐπὶ δύο ἔτη τὴν χρῆσιν τῆς τουρκικῆς; Μετὰ τίνος, κύριοι Βουλευταί, συνεβλήθημεν καὶ διατί, καὶ ἐπὶ τίνος πράγματος καὶ τίς θὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ πότε καὶ τίς ἔχει τὸ κῦρος ὡς Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, ἀφοῦ Κράτος δὲν ὑφίσταται; Καὶ τίς φέρει τὴν εὐθύνην, κύριοι Βουλευταί, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡμεῖς, οἱ ὑποστάντες αὐτὸν τὸν κατακλυσμὸν τῆς δυστυχίας καὶ μὴ πνιγέντες Ἠπειρῶται, μένοντες ἐπ’ ἄπειρον μὲ τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς ἀνακωχῆς ἄνευ μέσων, ἄνευ ἄρτου, ἐμπόλεμοι ὑπὸ ἀνακωχὴν καταστραφῶμεν; Ποῖος, λέγω, θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην ἐν ᾗ περιπτώσει ἡμεῖς σωθέντες προσκαίρως ἀπὸ τὸν ἕνα κατακλυσμὸν ἐξαφανισθῶμεν ἀπὸ τὸν ἄλλον κατακλυσμὸν τῆς ἐξαντλήσεως; Ὁ δεύτερος κατακλυσμός, κύριοι Βουλευταί, θὰ εἶναι ἡ ἐξάντλησις καὶ ἡ ἐρήμωσις καὶ ἡ καταφυγὴ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει σκιὰ ἐλευθερίας καὶ ζωῆς. Τίς θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τούτου; Ἐγὼ ὁ Ἠπειρώτης, ὁ ὁπωσδήποτε σώσας, ἔστω καὶ μὲ τὸ ad referendum, τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, ἢ ἄλλός τις; Καὶ τίς ὁ ἄλλος ὁ φέρων τὴν εὐθύνην; Αὐτό, κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ προσέξητε. Ἀποτεινόμεθα εἰς τὸ Κράτος καὶ πάλιν καὶ λέγομεν· ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως ἐξεχωρήθημεν εἰς τὴν Ἀλβανίαν, πάντοτε ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι θὰ ἐγένετο Κράτος ἰσόνομον καὶ κατὰ τὸν τύπον τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, τώρα δέ, ὁπότε καὶ οἱ πλέον ἄπιστοι πιστεύουσιν ὅτι τὸ Κράτος αὐτὸ δὲν ὑπάρχει, δὲν νομίζετε ὅτι ἔχετε ὡς Ἑλληνικὸν Κράτος εὐθύνην τινὰ διὰ τοὺς ἐκχωρηθέντας; Δὲν νομίζετε ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ὑποχρέωσις ἣν ἀνελάβετε, ἡ ὑποχρέωσις αὕτη δὲν ὑφίσταται πλέον; Δὲν νομίζετε ὅτι οὐδεμία δύναμις, οὐδὲν δίκαιον θὰ ἀδικήσῃ τὸ Κράτος νὰ διορθώσῃ ὅ τι κακῶς ἐδημιούργησεν; Ὑπάρχει ἡ ἰδέα ἴσως ὅτι θὰ ζήσῃ τὸ Κράτος τὸ Ἀλβανικόν. Μὴ ματαιοπονεῖτε· μὴ βασανίζεσθε· μὴ καταπονεῖτε τὸν νοῦν σας. Εἶναι ἐκ τῶν ἀδυνάτων. Πράξατε διὰ τὴν Ἤπειρον ὅ τι ὠφείλατε νὰ εἴχετε πράξει ἀρχικῶς καὶ μὴ σπεύδετε, ἀφοῦ διαλύεται τὸ μὴ συσταθὲν Κράτος, νὰ ψηφίσητε ἐπειγόντως τὴν ἐκχώρησιν τοῦ Σάσωνος, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω τίνος ἁμαρτίας πληρώνει καὶ ἐκχωρεῖται. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἡ συγγένεια πρὸς τὴν Ἄρταν τὸν καταστρέφει καὶ αὐτόν. Καὶ εἶπον ὅτι ἡ Ἄρτα εἶναι τὸ ἀδιαφιλονίκητον ὅριον τοῦ Ἠπειρωτικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πᾶν ὅ τι ἀποτελεῖ τὴν βάσιν, τὸ προπύργιον τῆς ἀμύνης τῆς ἐθνικῆς, πᾶν ὅ τι εἶναι ἔρεισμα ἀπόρθητον διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, ἐκινδύνευσε καὶ κινδυνεύει. Χαρίσατε τὸν Αὐλῶνα, ἀλλὰ κρατήσατε τὸν Σάσωνα, διότι ἂν τὸν Σάσωνα κρατήσητε θὰ σᾶς χαρίσωσι τὸν Αὐλῶνα! Ἄν τὸν Σάσωνα τὸν κρατήσητε θὰ σᾶς χαρίσωσι τὸν Αὐλῶνα; ἐπαναλαμβάνω, διότι ὁ Αὐλὼν ἄνευ Σάσωνος εἶναι δῶρον ἄδωρον. Μόλις πέντε μίλια ἢ μᾶλλον τέσσαρα, ἀπέχει τοῦ Αὐλῶνος. Ὀχυρούμενος ὁ Σάσων δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ δημιουργηθῇ ναύσταθμος εἰς Αὐλῶνα, καὶ ἂν δημιουργηθῇ θὰ εἶναι ἄχρηστος. Ἀλλὰ διατί θὰ δώσητε τὸν Σάσωνα, ἀφοῦ ἐδώκατε τὸν Αὐλῶνα; Ἢ μήπως ἀμφιβάλῃ τις ὅτι δὲν ἐδώκατε τὸν Αὐλῶνα. Τὸν ἐδώκατε εἰσακούσαντες εὐχὴν διαβιβασθεῖσαν τηλεγραφικῶς ἐκ Ρώμης. Ὁ κ. Σὰν Τζουλιάνο «ἤθελεν εὐχαριστηθῇ ἂν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπεξέτεινε τὰς βλέψεις της μέχρι τοῦ Αὐλῶνος». Αὐτὸ ἦτο τὸ τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ἑλλάδος ἐν Ρώμῃ κ. Κακλαμᾶνος διεβίβασε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα ἤρκεσε διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ ἡ «Μακεδονία» καὶ ὁ στρατός, ὁ ὁποῖος ἔφθασε πρὸ τοῦ Σάσωνος, νὰ χαιρετίσωσι δὲ μόνον οἱ Ποταμοί, διότι εἶχον προηγηθῆ, τὸν Αὐλῶνα διὰ κανονιοβολισμῶν, προετοιμάζοντες τὴν ἀπόβασιν. Καὶ πολὺ καλά, ἐδώκατε τὸν Αὐλῶνα; Δὲν ἤρκει αὐτό; Ἦτο ἀνάγκη νὰ δώσωμεν τὰ Ἀκροκεραύνεια, τὸ Τεπελένι, τὸ Πόρτο–Παλέρμο, τοὺς Ἁγίους Σαράντα, τὸ Βουθρωτόν, τὸν Στῦλον καὶ ἀκόμη τὴν Παγανιᾶν; Διατί; Εἰς τὸν τρώγοντα ἔρχεται ἡ ὄρεξις, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνοι ὠρέγοντο, ἡμεῖς ἐδίδομεν. Διατί; Ἡμεῖς θὰ ἀναπληρώσωμεν ὅ τι οἱ σύμμαχοι κατεβρόχθισαν ἐκ τῆς Ἀλβανίας; Ἡ Πρεσρένα, ἡ Πριστίνα, ἡ Δέμπρα, τὸ Ἰπέκ, ἡ Διάκοβα, εἶναι καρδιὰ τῆς Ἀρβανιτιᾶς. Ἡ ἀναλογία τῶν Σέρβων ἐκεῖ εἶναι 5 πρὸς 195, καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ τὰ κατέφαγον καὶ τὰ ἐχώνευσαν. Οὐδεὶς ὁμιλεῖ περὶ αὐτῶν. Ἡμεῖς δ’ ἀντιστρόφως, δίδομεν γνησίους πληθυσμοὺς ἑλληνικοὺς διὰ νὰ ἀναπληρώσωμεν τὰ κενὰ καὶ δὲν χορταίνομεν αὐτὸν τὸν νέον καρχαρίαν, τὸν Ἀλβανικόν, διότι μᾶς ζητοῦσι τινὲς τὸν Σάσωνα. Λέγετε ὅτι «κατὰ τὴν Σύμβασιν κλπ». Σᾶς παρακαλῶ· αὐτοὶ οἱ διαιτηταὶ οἱ δικάσαντες ἐπιδικάσαντες καὶ καταδικάσαντες τὴν Ἑλλάδα εἰς αὐτὰς τὰ θυσίας, εἶναι διαιτηταὶ αὐτόκλητοι ἢ προσέκαλέ τις ἐξ ὑμῶν αὐτούς; Ἄν εἶναι διαιτηταὶ αὐτόκλητοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ διάφοροι κύριοι νομικοὶ νὰ τοὺς ἐρωτήσω, ἂν στηρίζωνται εἰς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον; Ἄν δὲν εἶναι αὐτόκλητοι καὶ προσεκλήθησαν ὡς διαιτηταὶ καὶ ἐγνωμοδότησαν πέρα τῆς ἐντολῆς των εἶναι καὶ αὐτό, κύριε Τσαλδάρη, σύμφωνον μὲ τὸ Διεθνές; Ἀλλ’ ἡ διαιτησία τῶν Δυνάμεων λέγει ὅτι κατακυροῦνται αἱ Νῆσοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, πλὴν τῆς Τενέδου, τῆς Ἴμβρου, ἄρθρον 1, ἄρθρον 2 καὶ ἄρθρον 3. Τὸ ἄρθρον 3 λέγει· «ἡ προσεπικύρωσις εἰς τὴν Ἑλλάδα τῶν Νήσων τότε θὰ γίνῃ ἂν ἐκκενώσῃ αὕτη τὴν Ἤπειρον καὶ λοιπὰ καὶ παραδώσῃ καὶ τὸν Σάσωνα». Διατί δὲν ἀποδίδετε τὸ κοπλιμέντο εἰς τοὺς διαιτητάς, προσθέτοντες ἓν 3 ἄρθρον εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον καὶ νὰ εἴπητε· «ὁ Σάσων θὰ παραδοθῇ εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος ἅμα συντελεσθῇ ἡ προσεπικύρωσις τῶν Νήσων εἰς τὴν Ἑλλάδα;» Πῶς διὰ τὸν Σάσωνα σᾶς ἔθηκαν τὸν ὅρον ὅτι τότε θὰ γίνῃ ἡ προσεπικύρωσις, ὅταν δώσητε αὐτόν, καὶ σεῖς δὲν κάμνετε τὸ ἴδιον ἵνα τοῖς ἀνταποδώσητε τὰ ἴδια; Καὶ ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, δὲν νομίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτήσητε· «ἐγένετο ἡ προσεπικύρωσις τῶν Νήσων;» Ἀλλ’ ἐγὼ βλέπω ὅτι ἑτοιμάζεσθε διὰ τρίτον πόλεμον. Ἡ προσεπικύρωσις λοιπόν, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς συμβάσεως καὶ τῆς Νότας αὐτῆς τῶν Δυνάμεων, οὐδαμοῦ φαίνεται. Φαίνεται μόνον ὅτι ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν ὑποχρεώσεις καὶ τὰς ἐκπληροῦμεν, αὐτοὶ δὲ ἀναλαμβάνουσιν ὑποχρεώσεις καὶ οὐδεμίαν ἐκπληροῦσιν. Διατί, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐδηλώσατε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι μᾶς ἐξησφαλίσατε ὅλας τὰς ἐλευθερίας καὶ ποῦ στηριζόμενος ἀνεκοινώσατε τοῦτο, καὶ διατί αὐτὸ δὲν μᾶς τὸ ἐγνωρίσατε ἐγκαίρως ὥστε νὰ μὴ τρομάξωμεν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸν καὶ νὰ μὴ σᾶς γεννήσωμεν πράγματα καὶ σᾶς φέρωμεν εἰς δυσχερείας, νὰ ἐξοδεύσητε τόσα κάρβουνα διὰ νὰ μᾶς ἀποκλείσητε; Χάριν τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης, διὰ τὴν ἰσορροπίαν τῶν Βαλκανικῶν, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα, 240000 Ἑλλήνων, ἐνοήσατε, ἐννοεῖτε καὶ θὰ ἐνοήσητε (ἂν μή τι ἄλλο ὁ Θεὸς ἐφ’ ἡμῶν ἐπινεύσῃ), νὰ τοὺς κάμητε Ἀλβανούς, χωρὶς νὰ δίδητε οὐδεμίαν δικαιολογίαν, χωρὶς νὰ κάμητε τὴν σκέψιν ὅτι ὄντως, χάριν τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης καὶ χάριν τῆς ἰσορροπίας τῶν Βαλκανικῶν ἐνδέχεται νὰ σᾶς ζητήσωσι τὴν θυσίαν τῶν 3.000.000 τῆς Μικρᾶς Ἀσίας; Καὶ θὰ μὲ ἐρωτήσητε· ἀφοῦ εἶσαι ἀπηλπισμένος διὰ τὰ 3.000.000, τί φωνάζεις διὰ τοὺς 240.000; Βεβαίως, ἀλλ’ ὑπάρχει μία διαφορά. Διὰ μὲν τὰς 240.000, εἴπετε ὅτι δὲν εἶναι Ἕλληνες· δὲν τοὺς θέλετε Ἕλληνας· τοὺς ἐκχωρεῖτε διὰ παντός, διὰ δὲ τοὺς Ἕλληνας τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τῆς Θρᾴκης δὲν τὸ εἴπετε, ἀκόμη. Ἀλλὰ πολὺ πιθανὸν νὰ τὸ εἴπητε, καὶ τοῦτο. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, διατί μὲ ἠμποδίσατε νὰ μεταβῶ εἰς τὸν Αὐλῶνα, καὶ διατί διηνεκῶς μὲ ὠθεῖτε νὰ ἔχω φιλίας μετὰ τῶν Ἀλβανῶν; Φωτίσατέ με· πιθανῶς νὰ εἶμαι παράφρων, ἀλλ’ οἱ παράφρονες ἔχουσιν ἀντίληψιν ἂν ὄχι ἀρτίαν τοὐλάχιστον μερικήν. Διατί ἀκόμη μὲ καθιστᾶτε ἀτομικῶς ὑπεύθυνον διὰ πᾶν ὅ τι ἐνεργήσω τὸ ὁποῖον νὰ μὴ εἶναι ἀπόρροια ἄλλης Ἀρχῆς; Ποίας; πόθεν; ποῦ; Κύριε Ὑπουργέ, μία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τὸ Κράτος παρέδωκε πληθυσμοὺς Ἑλληνικοὺς ἄνευ ὅρων. Οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ κατώρθωσαν τὴν διαγραφὴν αὐτῶν τῆς ἐθνικότητός των νὰ τὴν ἀνακόψωσι καὶ σεῖς καταγίνεσθε τὴν ἀνακοπὴν αὐτὴν νὰ τὴν ἐξαφανίσητε. Διότι τί ἄλλο πράττετε ὅταν δὲν ἀναλαμβάνητε εὐθύνην τῶν συμβησομένων; Κύριοι Βουλευταί, ἡ Ἤπειρος διὰ τὸ ἐπίσημον Κράτος ἔπαυσεν ὑφισταμένη. Εἶναι Ἀλβανία, ἂν δὲ κατώρθωσεν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἔχῃ μίαν λανθάνουσαν ζωήν, νὰ μὴ εἶναι δηλονότι οὔτε Ἀλβανικὴ οὔτε Ἑλλάς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰ ἀπονενοημένα κινήματα τῶν Ἠπειρωτῶν. Ὅ τι θέλουσι νὰ γνωρίζωσιν ἤδη, εἶναι τοῦτο· τίς θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς δευτέρας ταύτης καταστροφῆς. Δὲν εἴμεθα οὔτε Ἀλβανοὶ οὔτε Ἕλληνες· εἴμεθα Ἠπειρῶται ἐπαναστατήσαντες καὶ εὑρισκόμεθα ἐν ἀνακωχῇ. Τί θὰ γίνῃ πέρα τούτων; Αἱ ἐγγυήσεις τῶν Δυνάμεων, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ δοθῶσιν, ποῖος θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ζωὴν τῶν Ἠπειρωτῶν ὅταν τὰ μίση ἔφθασαν εἰς τὸ Ζενίθ, καὶ ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ μετὰ τὰς σφαγὰς καὶ τὰς ἐρημώσεις αἱ ὁποῖαι ἑκατέρωθεν συνέβησαν καὶ ποῖος ἀκόμη εἶναι δυνατὸν νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν Ἀλβανικὴν πλειονοψηφίαν, ὅταν μάλιστα ἔλαβε τὴν κατεύθυνσιν νὰ ἐξελιχθῇ εἰς Τουρκικὸν Κράτος; Κύριοι Βουλευταί, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διέπραξε τερατωδέστατον ἔγκλημα καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ διόρθωσις αὐτοῦ, παρὰ δι’ ἑνὸς καὶ μόνον μέσου, τὸ ὁποῖον εἶναι περιττὸν ἐγὼ νὰ ὑποδείξω. Πιστεύω ὅτι τὸ ἀντιλαμβάνεσθε. Χρεωστῶ ὅμως νὰ κάμω μίαν δήλωσιν, μίαν διαμαρτυρίαν ὡς Ἠπειρώτης. Τὸ Ἔθνος ἔδειξε τὴν ἀλληλεγγύην, τὴν δεικνύει, καὶ θὰ τὴν δείξῃ. Οἱ Ἠπειρῶται ἔπραξαν ὅ τι εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωσιν. Ἀλλ’ Ἔθνος καὶ Ἠπειρῶται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρισθῶσι, καὶ ἂν ἐχωρίσθησαν τοῦτο ἐγένετο μέχρι τῆς σήμερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ μέχρι τῆς αὔριον. Ἡ εὐθύνη βαρύνει τὸ Κράτος μόνον. Ἂν ἐσώσαμεν τὴν ἐθνικὴν τιμήν, ἂς προσπαθήσῃ τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος νὰ μὴ τὴν χάσῃ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν μὲ Ἀλβανούς, οὐδὲ νὰ γίνωμεν Ἀλβανοί, διότι Ἀλβανίαν, κατὰ τὴν ἐκδοχὴν τὴν εὐρωπαϊκήν, δὲν θὰ ἴδητε ποτὲ δημιουργουμένην. Τουρκίαν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀνεχθῶμεν ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπανήρχετο ἡ Αὐτοκρατορία. Κύριοι Βουλευταί, μὴ δυνάμενοι νὰ προχωρήσωμεν καὶ γίνωμεν κατακτηταί, μὴ δυνάμενοι νὰ μένωμεν ἐν ἀνακωχῇ ἐπ’ ἄπειρον, μὴ δυνάμενοι ἄλλο τι νὰ πράξωμεν παρὰ νὰ καύσωμεν τὰ πάντα, θὰ πράξωμεν τοῦτο καὶ θὰ διευθυνθῶμεν πρὸς ἀνατολάς, ἡ δὲ Ἀλβανία καὶ ἡ Εὐρώπη ἂν θέλωσιν ἂς ἔλθωσι νὰ λάβωσι τοὺς τόπους ἐρήμους καὶ καταστραμμένους. Ὁμιλῶ ὡς Ἕλλην, ἀλλ’ ὁμιλῶ καὶ ὡς Ἠπειρώτης. Λέγω γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Τὸ Κράτος ἂς διορθώσῃ καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸ γνωρίζει τὸ διαπραχθὲν ἔγκλημα, ἄλλως ἂς ἑτοιμασθῇ νὰ δεχθῇ τὴν δευτέραν ἐκδοχήν. Ἂν σᾶς ἀπειλῇ ἡ Τουρκία διὰ τῆς ἀποστολῆς 3,000,000 προσφύγων, δεχθῆτε καὶ τοὺς 240.000 Ἠπειρώτας. Πιστεύσατε, κ. Βουλευταί, ὅτι Τουρκαλβανοὶ καὶ ἰδέα κράτους καὶ ἰσοπολιτείας εἶναι πράγματα ἀσυμβίβαστα. Αἱ ἐγγυήσεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι λέγουσιν ὅτι θὰ μᾶς δοθῶσιν, εἶναι ἀτελεῖς. Εἰς μίαν νύκτα αἱ Ἀλβανικαὶ ὀρδαὶ ἐξαφανίζουσιν ὅ τι εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ ad referendum. Ἔχουσι δὲ καὶ τὴν πεποίθησιν οἱ πληθυσμοὶ ὅτι τοῦτο θὰ γίνῃ κατόπιν τῶν σφαγῶν καὶ τῶν ἐρημώσεων αἵτινες συνέβησαν. Δὲν δυνάμεθα νὰ συνυπάρξωμεν, ἐκτὸς ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡμεῖς θὰ ἀποτελέσωμεν τὸ Ἀλβανικὸν Βασίλειον, ὁπότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διευκολύνωμεν τὴν θέσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὅλα τὰ ἐδώκατε! Μὴ δίδετε τὸν Σάσωνα. Διὰ τὸν Σάσωνα θὰ διαμαρτυρηθῶ ἰδιαιτέρως, διότι αὐτὸς δὲν εἶναι κτῆσίς σας, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε διὰ τῆς λόγχης· εἶναι δῶρον τὸ ὁποῖον σᾶς ἔκαμε μία Δύναμις μεγάλη καὶ ὑποθέτω ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴχετε καὶ τὴν εὐγένειαν νὰ ζητήσητε καὶ τὴν ἄδειάν της, ἔστω καὶ διὰ τὸν τύπον, προκειμένου νὰ τὴν δωρήσητε καὶ πάλιν. Ἂν διὰ νὰ προσεπικυρωθῶσιν αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου πρέπει νὰ ἐκκενώσητε τὴν Ἤπειρον καὶ νὰ ἐκχωρήσητε τὸν Σάσωνα, τί σᾶς βιάζει νὰ κάμετε τὴν ἐκχώρησιν ταύτην καὶ διατὶ δὲν κρατεῖτε μίαν ἐπιφύλαξιν; Ἔχει τὴν πεποίθησιν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὅτι θὰ ζήσῃ τὸ Ἀλβανικόν; Πῶς, ἀφοῦ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν γνωρίζω ποῖος εἶναι ὁ Ἡγεμών, ποῖος ὁ Πρωθυπουργός, ποία ἡ πλειονοψηφία καὶ ποία ἡ μειονοψηφία; Θέλετε νὰ εὑρεθῆτε ἐν τάξει, ἀλλὰ προσθέσατε τότε, ἀνταποδίδοντες τὸ φιλοφρόνημα εἰς τὰς Δυνάμεις, 3ον ἄρθρον λέγον «ἅμα προσεπικυρωθῶσιν αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου θὰ δώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν Σάσωνα». Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ πείσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀλλάξῃ γνώμην· βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν αὐτῆς διὰ νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸν Σάσωνα, ἀλλὰ ψηφίζοντες τὸν Σάσωνα, ψηφίζετε καὶ τὴν τελείαν ἀποκοπὴν τῆς Ἠπείρου καὶ στερεῖτε ὄχι τὸ Κράτος, ἀλλὰ τὸ Ἔθνος τῶν φυσικῶν του προπυργίων. Ἡ ἑλληνοποίησις τῆς Ἀλβανίας διὰ τῆς ἀλβανοποιήσεως τῶν Ἑλλήνων, εἶναι οὐτοπία. Οἱ Ἕλληνες, ὅσοι ἐξεχωρήθησαν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἀπώλοντο ἀνεπιστρεπτεί! Δὲν σᾶς πείθω οὔτε ζητῶ νὰ σᾶς πείσω. Ὁ λόγος μου δὲν ἔχει ἄλλην ἔννοιαν παρὰ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ἐγκλήματα διαπραχθέντα εἰς βάρος Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἔπταισαν, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ ἂν ἡ ἀνάγκη σήμερον φαίνεταί που, τὴν ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς. Ὄχι νὰ σᾶς πείσω λοιπόν, ἀλλὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν Ἤπειρον ἡ ὁποία ἀγωνίζεται νὰ διατηρήσῃ τὴν γλῶσσάν της, τὴν ὁποίαν ἐδίδαξεν ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους εἰς τὸ Πανελλήνιον. Νὰ διατηρήσῃ τὴν θρησκείαν της, ἥτις ἐχορήγησεν εἰς τὸ Ἔθνος τοὺς καλλιτέρους ἱεράρχας καὶ τοὺς καλλιτέρους χριστιανούς. Ὄχι νὰ σᾶς πείσω, ἀλλὰ νὰ σᾶς ἐνθυμίσω ὅτι δὲν εἰμπορεῖτε οὐδὲ πρὸς στιγμὴν νά λησμονήσητε ὅτι εἶσθε Ἕλληνες καὶ ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ παρίδητε, ἔστω καὶ προσκαίρως, Ἕλληνας ἀποκτήσαντας διὰ τῶν ἰδίων των χειρῶν τὴν ἐλευθερίαν των, Ἕλληνας ἐλευθερωθέντας διὰ τῆς λόγχης. Οἱαδήποτε συμφέροντα καὶ ἂν ὑπάρχωσιν, οἱαδήποτε λάθη καὶ ἂν ἐγένοντο, ἡ πυγμὴ σήμερον εἶναι τοιαύτη, ὥστε δύναται νὰ διορθωθῇ ὅ τι κακῶς ἐγένετο. Κύριοι Βουλευταί, σώσατε τὴν Ἤπειρον διὰ νὰ σωθῇ καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς εἰς τὸ μέλλον ἐκ τῶν κινδύνων. Κύριοι Βουλευταί, τὰ σύνορα τὰ φυσικὰ εἶναι τὰ Ἀκροκεραύνεια, ὁ Αὐλών, τὸ Τεπελένι. Σήμερον δὲν ἔχετε ἐπαφὴν Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου, δὲν ἔχετε δὲ καὶ ἀσφάλειαν Ἰωαννίνων, διότι διὰ νὰ τὰ ἀσφαλίσητε, πρέπει νὰ ἐξοδεύσητε ὅ τι ἐξώδευσαν καὶ οἱ Ῥωμοῦνοι διὰ τὸ Βουκουρέστιον. Κύριοι Βουλευταί, ὅ τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατόν, ἐγένετο, ἀλλ’ ὅ τι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σήμερον, δὲν δύνανται νὰ τὸ ἐνεργήσωσιν οἱ Ἠπειρῶται. Ὅ τι μένει διὰ τοὺς Ἠπειρώτας εἶναι νὰ ἀμυνθῶσιν ἅπαξ ἔτι καὶ οἱ ἐπιζήσοντες νὰ βαδίσωσι πρὸς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Διορθώσατε τὰ λάθη, ἐν ὀνόματι τῆς ἀλληλουχίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἄλλως ἀναλάβετε τὴν εὐθύνην τῆς δευτέρας καταστροφῆς. Ὡμίλησα ὡς Ἠπειρώτης καὶ ὡς Ἕλλην, ὡς ἁπλοῦς ἐργάτης ἐθνικός, ὄχι ὡς πολιτευόμενος οὔτε ὡς πολιτικός. Διορθώσατε τὰ λάθη, διότι διὰ τὰς καταστροφὰς δὲν εὐθύνεται ἄλλος τις εἰμὴ τὸ Κράτος. Τοῦτο εἶναι βεβαιωμένον, καὶ ἂν ζητηθῶσι καὶ ἀποδείξεις δὲν θὰ λησμονήσωμεν νὰ τὰς προσαγάγωμεν. Κύριοι Βουλευταί, ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Πατρίδος, βοηθήσατε τὴν Ἤπειρον καὶ σώσατε αὐτήν. (Χειροκροτήματα).
§197Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Ἐκ τῶν τελευταίων ἀγορεύσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεκόμισεν ἡ Βουλὴ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ συζήτησις, ἥτις διεξήχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραχωρήσεως τῆς νησίδος Σάσωνος, εἶναι συζήτησις ἐντελῶς ἄνευ σπουδαιότητος καὶ ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος δευτερευούσης ἐντελῶς σημασίας· ὅτι πρόκειται δηλαδὴ περὶ παραχωρήσεως νησίδος ἀκατοικήτου, ἐπὶ τῆς ὁποίας ποτὲ σχεδὸν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤσκησεν κυριαρχικὰ δικαιώματα. Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς παραχωρήσεως τῆς νησίδος Σάσωνος, οὐδὲ πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὅλας τὰς ἐλευθερωθείσας χώρας διὰ μόνης τῆς θυσίας ταύτης. Παραχωρήσεις ἐγένοντο πολλαί, ἂν δέ, μιμούμενος τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκόμιζον ἐνταῦθα χάρτην ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἦτο κεχαραγμένη ἡ γραμμὴ τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατεῖχεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς τὸ τέλος τοῦ δευτέρου μας πολέμου, καὶ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ χάρτου ἦτο κεχαραγμένη ἄλλη γραμμὴ τῶν νέων Ἑλληνικῶν χωρῶν, τὰς ὁποίας κατώρθωσεν ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία νὰ νομιμοποιήσῃ διεθνῶς, θὰ ἐβλέπετε ὅτι παραχωρήσεις ἐγένοντο μεγάλαι καὶ ἡ παραχώρησις τῆς νησίδος τοῦ Σάσωνος εἶναι μηδαμινὴ ἀπέναντι τῶν ἄλλων παραχωρήσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Διότι βεβαίως ὅλοι γνωρίζετε ὅτι αἱ χῶραι, αἱ ἄνω τοῦ Δεμὶρ–Ἰσσὰρ μέχρι τῶν Βουλγαρικῶν συνόρων, ὅπου ἀναπαύεται εἷς Βελισσάριος, εἷς Κολοκοτρώνης, εἷς Κοντογούρης καὶ ἄλλοι τόσοι ἥρωες, αἱ χῶραι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κατελήφθησαν οὐχὶ ἀμελητεί, ἐπεστράφησαν τοῖς Βουλγάροις. Ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ἡ Θράκη, οἰκουμένη ὑπὸ ἀμιγοῦς Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, ἐπεστράφη. Ὅλοι γνωρίζετε ὅτι σήμερον ἐδόθη ἐπίσης εἰς τοὺς Ἀλβανοὺς καὶ ἡ ἐλευθερωθεῖσα Ἤπειρος, καὶ τίς οἶδε ὁποία θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς Ἠπείρου, ἂν δὲν εὑρίσκετο ἀνὴρ οἷος ὁ Ζωγράφος, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε μόνος του, μὲ ἐλαχίστας ἐλπίδας ἐπιτυχίας ὡς αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησε, ἀνέλαβε, λέγω, τὸν ἀγῶνα αὐτὸν καὶ ἔφερεν, οἷα ἔφερεν ἀποτελέσματα. Διότι σήμερον, ἂν δὲν ἀνελάμβανε τὴν πρωτοβουλίαν ὁ Ζωγράφος ἐν ᾗ εὑρίσκεται θέσει τὸ Ἀλβανικὸν ζήτημα, εἰς οἱοσδήποτε Ἀχμέτης ἢ Μεχμέτης θὰ ἦτο κύριος τῆς βορείου Ἠπείρου καὶ θὰ εἴχομεν ἐνταῦθα πρόσφυγας ὅλους τοὺς κατοίκους αὐτῆς. Καὶ τί θὰ ἐπράττομεν ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως; Θὰ συνεδρίαζε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ληπτέων μέτρων καθ’ ὃν τρόπον συνεδριάζει κατ’ αὐτὰς διὰ νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ διὰ τοὺς διωγμοὺς τῆς Θράκης καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς, τοὺς ὁποίους ὑφιστάμεθα ἐν Βουλγαρίᾳ ἔνθα κατεπατήθη Ἑλληνικὸν ἔδαφος, διότι Ἑλληνικὸν ἔδαφος εἶναι τὸ παρεκκλήσιον τῆς Ἑλληνικῆς πρεσβείας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχει καὶ εὐθύνας, διότι τὸ ζήτημα τῆς παραχωρήσεως τοῦ Σάσωνος ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ὅλον Ἠπειρωτικὸν καὶ νησιωτικὸν ζήτημα. Καὶ μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις ἀνελάμβανε μόνη ὑπ’ εὐθύνην της τὴν διεξαγωγὴν τῶν ζητημάτων τούτων, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῆς νησίδος Σάσωνος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς γνωρίζετε πάντες ὅτι ἡ παραχώρησις εἶναι ὅρος ὑποβληθεὶς ὑπὸ τῶν Μ. Δυνάμεων ὅπως ἀναγνωρισθῇ ἡ κυριαρχία τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, βεβαίως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία συμμετέχει τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἐσιώπων ὅσοι εἶχον ἀντίθετον τῇ κυβερνήσει τὴν γνώμην, δὲν θὰ ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των. Ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅπως προχθὲς εἶπεν ἀπαντῶσα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων Χωρῶν καὶ τῶν μελλουσῶν ἐκλογῶν, ὅτι ὅλα ἐγένοντο καλῶς καὶ κακῶς ἐλέγχομεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὅτε ἐτίθεντο τὰ ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν, προκειμένου περὶ τῆς τύχης τοῦ Σάσωνος, δὲν ἐλάβομεν τὸν λόγον ὅπως ἐλέγξωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διὰ νὰ μὴ εἶμαι ἄδικος ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ὅτε ἔλεγον περὶ παραχωρήσεων, δὲν ἐνόουν ὅτι δικαίως δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν δι’ ὅλας ἀνεξαρτήτως τὰς παραχωρήσεις εἰς ἃς μέχρι τοῦδε προέβη, διότι ἠναγκάσθη ἐκ τῆς μετὰ τῆς Σερβίας συνθήκης, ὡς λέγεται τοὐλάχιστον, νὰ παραιτηθῇ πάσης ἀξιώσεως ἐπὶ τῶν χωρῶν τῶν ἄνωθι τῆς Δοϊράνης καὶ Δεμὶρ–Ἰσσὰρ μέχρι τῶν Βουλγαρικῶν συνόρων. Ἐπίσης πιθανὸν—δὲν ἔχομεν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα διὰ νὰ γνωρίζωμεν τοῦτο θετικῶς—νὰ μὴ ἠδυνήθη νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμήν, τὴν περιουσίαν, καὶ τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα τῶν κατοίκων τῆς Θράκης διὰ λόγους ἀνωτέρας βίας· δὲν ἔχομεν ἐπαναλαμβάνω, τὰ στοιχεῖα, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ὅμως τῆς Ἠπείρου, βεβαίως φέρει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις. Ἡ κακὴ τροπή, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα, βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε προχθὲς νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἐπιέσθη καὶ διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Αὐλῶνος καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῶν παραχωρήσεων τῆς παραλίας μέχρι Στύλου, καὶ ὅτι ἀπέναντι τῆς στάσεως τῆς Ἰταλίας δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα. Τὴν Κυβέρνησιν κατηγοροῦσι, καὶ κατηγορῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ἀκαίρως καὶ προώρως, πρὸ τοῦ ἐνασκήσῃ ἐπ’ αὐτῆς Δύναμίς τις οἱανδήποτε πίεσιν, ἔσπευσε νὰ ὑποχωρήσῃ. Καὶ περὶ τῆς ὑποχωρητικότητος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχει βεβαίως δευτέρα γνώμη. Καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν ἄλλοτε ὅτι ἔχει τοιοῦτον ἐλάττωμα. Ἀλλ’ οἱ φίλοι του δικαιολογοῦσι τὴν ὑποχωρητικότητα αὐτοῦ. Οἱ ἀντίθετοι ὅμως εὑρίσκουσιν αὐτὴν πολλάκις ἀδικαιολόγητον. Ἓν μόνον εἶναι βέβαιον, ὅτι εἶναι ὑποχωρητικός. Τοῦτο ὡμολόγησεν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὑπεχώρησεν ἄνευ ἀνάγκης, ὑπεχώρησε δὲ ἀκαίρως. Εἶχον τὴν τιμήν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 28 Φεβρουαρίου 1913, νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἀνησυχίας τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Κοινὴ Γνώμη ἐφ’ ὅλης τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Καὶ ἔλεγον τότε· «καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Ἠπείρου εἴδομεν ἐπισήμως δημοσιευόμενα ἔγγραφά τινα, τὰ ὁποῖα ὁμολογῶ ὅτι ἀνησύχησαν τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ ὁμιλῶ περὶ τῶν διαφόρων σχεδιαγραμμάτων τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν συνδιάσκεψιν τῶν πρεσβευτῶν ἐκ μέρους διαφόρων ἐνδιαφερομένων. Εἴδομεν σχεδιάγραμμα Ἀλβανικὸν περιέχον Μεγάλην Ἀλβανίαν· Ἀλβανίαν ἡ ὁποία θὰ περιλαμβάνῃ ὁλόκληρον τὸν νομὸν Ἰωαννίνων, σχεδὸν ὁλόκληρον τὸν νομὸν Μοναστηρίου ἐκ τοῦ σατζακίου Σερβίων, ὁλόκληρον τὸν νομὸν Σκόδρας καὶ ἐκ τοῦ νομοῦ Κοσσυφοπεδίου ὁλόκληρον τὸ σατζάκιον τῆς Πρισρένης, μέρος τοῦ σατζακίου τῶν Σκοπείων καὶ μέρος τοῦ σατζακίου Πριστίνης. Εἴδομεν σχεδιάγραμμα Αὐστριακὸν περιέχον μέγα μέρος τῆς Ἠπείρου καὶ αὐτὰ τὰ Ἰωάννινα. Εἴδομεν καὶ ὑπόμνημα Ἑλληνικὸν ἢ μᾶλλον τῶν Συμμάχων. Τὰ σχεδιαγράμματα ταῦτα ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῷ τύπῳ τῷ ἡμιεπισήμῳ καὶ οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ μὴ δώσωμεν πίστιν εἰς αὐτά. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ὑπόμνημα τὸ Ἑλληνικόν, τὸ συμμαχικὸν μᾶλλον, ὡς πρὸς τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀλβανίας δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς βλέψεις τὰς Ἑλληνικάς. Δὲν λέγω τοῦτο ἵνα ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν· θὰ τὸ ἐξηγήσω βραδύτερον. Ἐγνωρίζομεν πάντοτε ὅτι διὰ μὲν τοὺς ἄγαν αἰσιοδόξους ἡ γραμμὴ τοῦ Γενούσου ποταμοῦ ἦτο ἡ φυσικὴ γραμμή, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ χωρίζῃ τὴν Ἀλβανίαν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς γραμμῆς ταύτης, ὑπάρχει καὶ ἑτέρα γραμμὴ φυσική, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἡ Ἑλληνικὴ Διπλωματία, ἀκριβῶς ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὰς Ἀλβανικὰς βλέψεις, διότι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε νοεῖ ὅπως καταπνίξῃ τὰ αἰσθήματα τῶν ἄλλων ἐθνικοτήτων· ἡ γραμμὴ δ’ αὕτη ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Ἀώου ποταμοῦ. Ἡ γραμμὴ τοῦ Ἀώου ποταμοῦ εἶναι μία φυσικὴ γραμμή, δημιουργηθεῖσα, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τῆς φύσεως, ἵνα χωρήσῃ τὰς δύο φυλάς· εἶναι γραμμὴ ἀνταποκρινομένη πρὸς τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα τῆς χώρας. Κατὰ περίεργον σύμπτωσιν ἀντὶ τῆς γραμμῆς ταύτης εἴδομεν ἐν τῷ ὑπομνήματι τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, εἴδομεν γραμμήν, ἡ ὁποία ἀπὸ τὰ Ἀκροκεραύνια, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καταλήγει εἰς τὴν Κορυτσᾶν. Ἡ γραμμὴ αὕτη, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς βλέψεις τὰς Ἑλληνικάς. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει περισσότερα ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ διὰ νὰ ἀναγκασθῇ, ἀντὶ τῆς ἐπιβεβλημένης φυσικῆς γραμμῆς νὰ χαράξῃ ἄλλην γραμμήν, φαίνεται ὅτι εὑρέθη πρὸ ἀνάγκης ἐπιβεβλημένης. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ διαθέσῃ κακῶς Μεγάλην Δύναμιν, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται ἵνα ὁ Αὐλὼν περιληφθῇ ἐν τῇ δημιουργηθησομένῃ Ἀλβανίᾳ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τονισθῇ ὅτι ἡ γραμμὴ ἡ ὑποβληθεῖσα δὲν εἶναι γραμμὴ ὑποβληθεῖσα πρὸς συζήτησιν καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθησαν αἱ γραμμαὶ αἱ ἄλλαι. Ἡ γραμμὴ ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν συνδιάσκεψιν, περιέχει προκαταβολικῶς μεγάλας ὑποχωρήσεις, καὶ νομίζω ὅτι ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ τονισθῇ, ἂν ἐννοεῖται ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑποβαλοῦσα τὴν γραμμὴν ταύτην δὲν ἔχει λάβει ὑπόσχεσιν ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ὑποβληθὲν σχεδιάγραμμα, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς τελευταίας ὑποχωρήσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ κάμῃ ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν Ἠπείρῳ, ὅτι πέρα τῆς γραμμῆς αὐτῆς αἱ ἀπώλειαι ἐπὶ τῆς Ἠπείρου θὰ εἶναι μεγάλαι. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ θελήσῃ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι δηλώσεις δὲν θὰ βλάψωσιν βεβαίως τὴν Ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν. Ἔκτοτε εἶχον παρατηρήσει, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεχώρει ἀδικαιολογήτως. Οὐδεμία πίεσις ὑπῆρχε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἦτο ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν συνεδρίαζον οἱ Πρεσβευταὶ τῶν Μ. Δυνάμεων ἐν Λονδίνῳ· δὲν ἠξεύρω ἂν ἐζητήθη κἂν ὑπόμνημα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ ὑπόνημα — ὑπόμνημα ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν περιελάμβανε τὸν Αὐλῶνα. Διὰ τίνα λόγον; Οὐδέποτε ἠδυνήθην νὰ τὸ ἐννοήσω διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν πάντες ὅτι οἱ διαιτηταὶ πρεσβευταὶ δὲν διαφέρουσι τῶν κοινῶν διαιτητῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ φανταζώμεθα τὴν διπλωματίαν ὡς κάτι τι ἔκτακτον. Ὅπως δὲ οἱ κοινοὶ διαιτηταὶ ὅταν πρόκειται νὰ συμβιβάσωσιν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι διαφοράς, ζητοῦσι νὰ εὕρωσιν μίαν λύσιν ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ ἀμφοτέρους, ἢ καὶ ἂν δὲν ἱκανοποιῇ ἀμφοτέρους δὲν δυσαρεστεῖ τελείως τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον, οὕτω πως οἱ διαιτηταὶ πρεσβευταὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξεύρωσιν μίαν λύσιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἡ λύσις μεταξὺ τῶν αἰτήσεων τῶν ἑλληνικῶν καὶ τῶν αἰτήσεων τῶν ἄλλων. Καὶ ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς οἱ Αὐστριακοὶ καὶ οἱ Ἀλβανοὶ ἐζήτουν Ἀλβανίαν περιλαμβάνουσαν τὰ Ἰωάννινα, τὸ Μέτσοβον καὶ ὅλα τὰ ἄλλα Ἑλληνικὰ μέρη, ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ μεγάλῃ αὑτῆς εἰλικρινείᾳ περιωρίζετο εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον τῶν ἀξιώσεών της καὶ δὲν περιελάμβανεν οὔτε κἂν τὸν Αὐλῶνα ἐν ταῖς αἰτήσεσιν αὑτῆς! Δὲν γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, τίνα πίεσιν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκήσωσιν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ, ἂν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀσφαλεῖς, εἶχεν ἑτοιμασθῇ ἐντολῇ τῆς Βασ. Κυβερνήσεως ἕτερον ὑπόμνημα ἐν Ῥώμῃ, ὑπόμνημα περιλαμβάνον τὴν γραμὴν ἀκριβῶς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχε πάντοτε ὑπ’ ὄψιν ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία, τὴν ἀπὸ τοῦ Ἀώου ποταμοῦ μέχρι τῆς Ἀχρίδος. Ἀλλ’ ἐν ᾧ εἶχον ἑτοιμάσει τοιοῦτον ὑπόμνημα, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὴν Διάσκεψιν τοῦ Λονδίνου, τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀπέρριψε τὸ σχέδιον τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνέθετεν εἰς τὸν παρ’ αὐτῷ ταγματάρχην κ. Ἑξαδάκτυλον τὴν σύνταξιν τοῦ νέου σχεδίου τοῦ περιλαμβάνοντος τὰ τελευταῖα ὅρια τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιώσεων. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ἐκ τῆς στάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἢ νὰ σχηματίσῃ τις τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔκτοτε ἦτο ὑποχωρητικός. Ἦτο δὲ ὑποχωρητικὸς διότι κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν δὲν εἶχε γνῶσιν τῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Ἠπείρῳ, ἢ μᾶλλον εἶχεν ἀτελεστάτην γνῶσιν τῶν δυνάμεων τούτων καὶ νομίσας ὅτι ἦσαν ὑπερβολικὰ ὅσα ἐλέγοντο εἰς αὐτὸν περὶ τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων, περιώρισε τὰ αἰτήματά του εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἕτοιμος νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ πέραν τούτου. Κατηγορεῖται ἑπομένως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὑπεχώρησεν οὐχὶ διότι ἐπιέσθη, ἀλλ’ ὅτι ὑπεχώρησεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Αὐλῶνος. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα τῆς παραλίας. Τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων ἐπρόκειτο νὰ λυθῇ ὑπὸ τῆς συνδιασκέψεως τῶν Πρεσβευτῶν ἐν Λονδίνῳ. Πρὸ τοῦ λάβωσιν οἱανδήποτε ἀπόφασιν οἱ Πρεσβευταί, ἔσπευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ ὅτι θὰ ἦτο ἕτοιμος νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν γραμμὴν τῆς παραλίας, ἂν ἐξησφαλίζετο εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατεχομένης Ἠπείρου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἤκουσα καὶ ἐγώ, καὶ περὶ ἧς ὡμίλησε προχθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτής, πληροφορία καθ’ ἣν ἡ δήλωσις αὕτη ἐγένετο ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἰταλίαν. Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν θετικῶς τὰ πράγματα, διότι δὲν κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἐκόμισεν ἐνταῦθα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μίαν Μαύρην Βίβλον· ἀνέγνωσεν ἐκ τῆς Μαύρης ἐκείνης Βίβλου ἀποσπάσματά τινα τηλεγραφημάτων, τὰ κείμενα ὅμως δὲν ἠθέλησε νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως λάβωμεν γνῶσιν ὅλης τῆς ἐπισήμου ἀλληλογραφίας καὶ γνωρίσωμεν θετικῶς τί πραγματικῶς ἔπραξεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, πῶς ὑπεχώρησεν καὶ εἰς τίνας δηλώσεις προέβη. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν εἶναι ὅτι ὅτε ἀνεκοινώθησαν ἐν Λονδίνῳ αἱ σκέψεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐταράχθησαν ὅλοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἐταράχθη καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ ὁ Πρέσβυς τῆς Γαλλίας.
§198Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Πῶς γνωρίζετε τοῦτο.
§199Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Τοῦτο ἐνδιαφέρει ἐμὲ καὶ μόνον· ἂς τὸ διαψεύσωσιν οἱ ἁρμόδιοι, ἂν δὲν εἶναι ἀληθές.
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ διαψεύδω κατηγορηματικῶς δι’ ὅλους δι’ ὅσους ὁμιλεῖτε. Γνωρίζω ὅτι ὑπαινίττεσθε ἓν τηλεγράφημα τοῦ κ. Σκουλούδη στηριζομένου εἰς τὴν ἐντύπωσιν τοῦ κ. Καμπών, ποῦ δύνανται νὰ φθάσωσιν αἱ ὑποχωρήσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§201Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Καὶ δὲν ἐταράχθη ὁ κ. Καμπών; Καὶ δὲν συνεβούλευσεν μὴ ἐπιδείξωσιν εἴς τινα τὸ τηλεγράφημά σας; «Remettez cela dans votre poche», ἦσαν αἱ λέξεις του.
§202ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ ἡμῶν. Σᾶς διαψεύδω. Σᾶς λέγω ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ λεγόμενα, δὲν ὑπάρχει δὲ τηλεγράφημα ὅτι ὁ κ. Καμπὼν ἐθεώρησε μεγάλην ὑποχώρησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν. Ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὅτι ὁ κ. Καμπὼν ἠρώτησε ποῖον εἶναι τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ ὑποχωρήσητε, εἴπομεν δ’ ὅτι, ἐὰν οἱ φίλοι ἡμῶν ἐν τῇ Διασκέψει δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ παραχωρήσωσι τὴν παραλίαν ἀλλὰ τὸν Στῦλον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δηλοῦμεν ὅτι ἠθέλομεν δεχθῆ νὰ ἀρχίσῃ τὸ ὅριον ἀπὸ τὸν Στῦλον, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δοθῇ ἡμῖν τὸ ἐσωτερικὸν καὶ ἡ Κορυτσᾶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ δήλωσις. Εἶναι περίεργον νὰ λέγητε ὅτι εἰς τὴν Διάσκεψιν ἔκαμεν ἐντύπωσιν δυσμενῆ τοῦτο.
§203Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Βεβαίως ἔκαμεν ἐντύπωσιν δυσμενῆ, ὅτι ὑμεῖς παραχωρεῖτε τὴν παραλίαν, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ κάμῃ μεγάλην ἐντύπωσιν, διότι δὲν εἶχεν ἀποφασισθῆ τι περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἠπείρου.
§204ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἐκπληκτικὸν νὰ ἐπαναλάμνητε αὐτὸ δεκάκις. Εἶναι ἐκπληκτικόν!
§205Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἐκπληκτικόν. Ὅτε προέβητε εἰς παραχωρήσεις, δὲν εἶχε ληφθῆ ἐν Λονδίνῳ ἀπόφασις περὶ τῶν συνόρων τῆς Ἠπείρου. Ἦτο περίεργον πῶς ἡ ἐνδιαφερομένη Ἑλλὰς πρώτη προέβαινεν εἰς παραχωρήσεις. Ὑπεχωρήσατε προώρως. Προτοῦ νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη σας ὑπεχωρήσατε εἰς τὴν παραλίαν. Ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὡμίλησαν πρὸ ἐμοῦ ἄλλοι ἐν ἐκτάσει. Θὰ ἔλθω λοιπὸν εἰς ἄλλο ζήτημα, διότι τὸ ἔργον τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται εἰς τὸν ἔλεγχον μόνον τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ νὰ προλαμβάνῃ, εἰ δυνατόν, ἀτόπους ἐνεργείας, νομίζω δὲ ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν καὶ ἄλλας ἴσως ὑποχωρήσεις τῆς Β. Κυβερνήσεως. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἡ τροπολογία μου συνίσταται εἰς τὴν προσθήκην δύο ἄρθρων. Διὰ τοῦ μὲν πρώτου ἄρθρου θὰ προσδιορίζωνται ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰ σύνορα τῆς νέας Ἑλλάδος ἀπὸ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Νέστου μέχρι τοῦ ἀκρωτηρίου Παγανιᾶς. Δυστυχῶς δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διατυπώσω τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι σήμερον μᾶς εἶναι γνωστὰ μόνον τὰ ὅρια ἀπὸ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Νέστου μέχρι τῆς κορυφῆς τοῦ Μπέλες. Ἀπὸ τῆς κορυφῆς δὲ ταύτης δὲν εἶναι γνωστὰ τὰ ὅρια, διότι περιλαμβάνονται εἰς τὴν μήπω δημοσιευθεῖσαν μυστικὴν συνθήκην μεταξὺ Σερβίας καὶ Ἑλλάδος. Ἐπίσης δὲν ἐδημοσιεύθη τὸ πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας καὶ εἶναι ἄγνωστα τὰ σύνορα τὰ Ἠπειρωτικά. Διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου θὰ προσηρτῶντο αἱ νῆσοι Κρήτη, Σάμος, Χίος, Μυτυλήνη, Λῆμνος, Ἰκαρία, Ἅγιος Εὐστράτιος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ ἐτίθετο τέρμα πλέον εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐκκρεμὲς καὶ οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ πλέον ἐνδοιασμός, οὔτε στενοχωρία οὔτε ἀνησυχία, περὶ μελλούσης ὑποχωρήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἠδυνάμεθα οὕτω νὰ σκεφθῶμεν ἀνέτως περὶ τῶν ἀφορώντων τὴν νέαν μεγάλην Ἑλλάδα. Ὅλα τὰ Βαλκανικὰ Κράτη ἔχουσι προβῆ εἰς τὴν προσάρτησιν τῶν νέων Χωρῶν, ἡμεῖς δὲ μόνον μένομεν εἰς τὴν ἐκκρεμότητα ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰς νήσους, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, ἀλλὰ μένομεν ἐν ἐκκρεμότητι καὶ ὡς πρὸς τὴν Μακεδονίαν. Δὲν ἔχει γίνει προσάρτησις τῆς Μακεδονίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ τοιαύτη προσάρτησις θὰ ἐγίνετο, εἴτε διὰ νόμου εἴτε διὰ Β. Διατάγματος εἴτε διὰ συνθήκης. Ἡ ἑτέρα θεωρία περὶ τοῦ τρόπου τῆς προσαρτήσεως νέων Ἑλληνικῶν χωρῶν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν καὶ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὅτι δηλονότι προκειμένου περὶ ἀπελευθερώσεως δούλων ἀδελφῶν καὶ ἀνακτήσεως Ἑλληνικῶν χωρῶν οὐδενὸς τύπου προσαρτήσεως ἀνάγκη εἶναι, δὲν τὴν ἀπεδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἄλλως δὲν θὰ εἶχεν ἐπιστρέψει τὴν Θράκην, τὴν Ἤπειρον, τὴν Ἴμβρον, τὴν Τένεδον, τὸ Καστελόριζον κτλ. ἄνευ νόμου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη ὅτι διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν συνθηκῶν ἐγένετο προσάρτησις τελεία τῆς Μακεδονίας. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές. Τί λέγουσιν αἱ δημοσιευθεῖσαι συνθῆκαι. Ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου παραχωρεῖ εἰς ὅλους τοὺς Συμμάχους τὴν τέως Εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν, γεννᾷ μίαν συγκυριαρχίαν εἰς τὴν τέως Εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου καὶ διὰ τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς γίνεται προσάρτησις οἱασδήποτε χώρας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μόνον ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου κάμνει προσάρτησιν, ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἑξῆς ζήτημα· ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου ὁρίζει πραγματικῶς τὰ ὅρια τῆς Νέας Ἑλλάδος; Ὄχι βεβαίως. Ὁρίζει τὰ ὅρια τῆς Νέας Ἑλλάδος ἀπὸ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Νέστου μέχρι τῆς τελευταίας κορυφῆς τοῦ Μπέλες, τὰ σύνορα δηλ. τὰ Ἑλληνοβουλγαρικά. Καὶ τί γίνεται πέραν αὐτῶν; Διὰ ποίας πράξεως καθορίζονται τὰ λοιπὰ σύνορα; Τοῦτο ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου, καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐνταῦθα ὅλην τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς ἁρμοδίου ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἡ συνθήκη, λέγω, τοῦ Βουκουρεστίου δὲν ἐδημοσιεύθη καθ’ ὃν τρόπον ἔδει νὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ συνθῆκαι, αἱ μὴ χρῄζουσαι κατὰ τὸ Σύνταγμα νομοθετικῆς κυρώσεως, δημοσιεύονται κατὰ τρόπον διάφορον διὰ νὰ ἔχωσιν ἰσχύν. Ἔχουσιν ἰδιαίτερον τύπον δημοσιεύσεως. Πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ἐπιταγὴν πρὸς ἐκτέλεσιν, ὁ τύπος δὲ εἶναι ὁ ἑξῆς· «προτάσει τοῦ ὑμετέρου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν· ἡ συνθήκη ἡ συνομολογηθεῖσα μεταξὺ κλπ. ἐκ τόσων ἄρθρων, ἧς τὸ κείμενον ἕπεται, ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν». Ὁ τύπος ὑφ’ ὃν ἐδημοσιεύθη ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου εἶναι ὅλως διάφορος· ἄνευ ἐπιταγῆς πρὸς ἐκτέλεσιν. Οἱ πλεῖστοι τῶν συγγραφέων τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ἰδίως τῆς Γερμανίας, ἰσχυρίζονται ὅτι αἱ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι δὲν δημοσιεύονται ὑπὸ τοιοῦτον τύπον, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχύν. Ἐννοῶ κάλλιστα ὅτι τὸ λάθος τῆς ἐλλιποῦς δημοσιεύσεως τῆς συνθήκης, βαρύνει τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὄχι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πάντως ὑπῆρξε παρατυπία. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι οὐδεμία ἐγένετο μέχρι τοῦδε προσάρτησις οὐδεμιᾶς χώρας. Φρονῶ ὅτι πρέπει σήμερον διὰ νόμου νὰ γίνῃ ἡ προσάρτησις, διὰ τοῦ νόμου δὲ ἀκριβῶς ἐκείνου δι’ οὗ παραχωροῦμεν τὴν νησίδα Σάσωνα εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Βεβαίως τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπαιτεῖ νόμον, ἀλλὰ δὲν ἀπαγορεύει τὴν διὰ νόμου προσάρτησιν. Θεωρῶ τὴν διὰ νόμου προσάρτησιν ἀνάγκην οὐχὶ συνταγματικὴν ἀλλὰ πολιτικήν. Ἔπρεπε δὲ νὰ γίνῃ διὰ νόμου καὶ ὅπως δώσωμεν τὴν δέουσαν ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην ἡ ὁποία, προχθὲς ἀκόμη, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἐχειροκρότησε τὸν ἐναρκτήριον Σουλτανικὸν λόγον δι’ οὗ ἐδηλώθη ὅτι ἡ Τουρκία δὲν θέλει συμμορφωθῆ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων ὅσον ἀφορᾷ τὰς νήσους. Νὰ δώσωμεν τὴν δέουσαν ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία τοιαύτας ἀπεδέχθη δηλώσεις καὶ ἡ ὁποία συνεζήτησεν περὶ ὅλων τῶν συνθηκῶν τῶν ὑπογραφεισῶν ἐσχάτως μεταξὺ τῆς Τουρκίας καὶ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν καὶ ἀπεσιώπησεν ἐπιμελῶς μόνον τὴν συνθήκην τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ὑποχρεοῖ τὴν Τουρκίαν νὰ σεβασθῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν Μ. Δυνάμεων, ὅσον ἀφορᾷ τὰς νήσους. Ταῦτα εἶχον ἐν ὀλίγοις νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τῆς παραχωρήσεως τοῦ Σάσωνος ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς προσαρτήσεως διὰ νόμου ὅλων τῶν νέων χωρῶν ὅπως προλάβωμεν δυσάρεστα ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ὅπως δυνηθῶμεν νὰ περισυλλεγῶμεν καὶ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς νέας Μεγάλης Ἑλλάδος.
§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἄλλων, ὅσα ἐλέχθησαν, δὲν νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀπαντήσω πλείονα τὴν ἑσπέραν ταύτην, μεθ’ ὅσα ἀπήντησα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει. Θέλω νὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Τὰ τῆς διαχαράξεως τῶν ὁρίων διὰ νόμου, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σχετικὰ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ καὶ διὰ ἄλλον λόγον δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Τὰ ὅρια τὰ Ἠπειρωτικὰ δὲν εἶναι ὁριστικῶς καθωρισμένα. Ἐὰν δὲ ζητῇ νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ παραχωρήσῃ τὸν Σάσωνα, ζητεῖ τοῦτο ἀκριβῶς ὅπως γνωρίσῃ ποῖα εἶναι τὰ ὅριά μας πρὸς τὴν Ἀλβανίαν. Γνωρίζετε καλῶς ὅτι αἱ Δυνάμεις προσηνέχθησαν νὰ ἐξετάσωσι μετὰ πνεύματος εὐμενείας τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς αὐτὰς ὅπως παραχωρηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἄνω κοιλὰς τοῦ Ἀργυροκάστρου, ἐπ’ ἀνταλλάγματι χρηματικῆς ἀποζημιώσεως, ὡς καὶ μέρος τῆς παραλίας. Ἐν τῇ τελευταίᾳ των διακοινώσει αἱ Δυνάμεις λέγουσιν ὅτι ἐπιφυλάσσονται νὰ ἐξετάσωσι τὴν αἴτησιν ὑπὸ εὐμενὲς πνεῦμα, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἐγένετο ἀκόμη δεκτόν. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου ἡμεῖς μονομερῶς νὰ κανονίσωμεν τὰ ὅρια. Ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλο μέρος ὑπάρχει ἀσάφεια τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Ἀλβανίας· ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὅρια ἡμῶν πρὸς τὸ παλαιὸν σαντζάκιον τῆς Κορυτσᾶς. Γνωρίζετε καλῶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀλλεπαλλήλως ἐπιμένουσα ὅπως γίνῃ καὶ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τροποποίησίς τις τῶν συνόρων, ὁποῖα διεχαράχθησαν διὰ τῆς Πρεσβευτικῆς Διασκέψεως τοῦ Λονδίνου, ἐν τῇ τελευταίᾳ δὲ διακοινώσει των αἱ Δυνάμεις ἐπιφυλάσσονται καὶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἂν καὶ μετ’ ἐπιφυλάξεων, νὰ ἐξετάσωσιν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀντιρρήσεις της. Ὥστε καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν δυνάμεθα νὰ χαράξωμεν τὰ σύνορα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν σήμερον. Μετὰ τὴν παραχώρησιν τοῦ Σάσωνος ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἔχουσα συνταγματικὸν κώλυμα νὰ παραχωρήσῃ αὐτόν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ὅπως λάβῃ ὁριστικὴν μορφὴν ἡ συνοριακὴ γραμμὴ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Ὅ τι ἀφορᾷ τὰς ἐγγυήσεις, τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον νόμου τὸ πρᾶγμα. Ἀρκεῖ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλα πρὸς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν, νομίζω κατὰ τὴν συζήτησιν πάλιν τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, ὡς μέλλον νὰ ἐκδοθῇ τότε, ὅτε ἀκριβῶς θὰ ἐξεπληροῦντο ἐκ μέρους ἡμῶν ὅλοι οἱ ὅροι καὶ αἱ προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας αἱ Δυνάμεις ἐδήλωσαν ὅτι θεωροῦσιν ὁριστικῶς προσεπικυρωμένας τὰς νήσους εἰς τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω ὅτι ἡ τελευταία ὑποχρέωσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνακοίνωσις ὅτι συνταγματικὸν κώλυμα δὲν ὑπάρχει ὅπως ἡ Κυβέρνησις παραχωρήσῃ τὸν Σάσωνα εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ὁπότε, μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου κωλύματος, ἡ Κυβέρνησις θέλει προβῆ εἰς τὴν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος προσάρτησιν τῶν νήσων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατέχονται παρ’ ἡμῶν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπεκυρώθησαν ὁριστικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία πρᾶξις Δημοσίου Δικαίου, ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ τίνες εἶναι ἀκριβῶς αὗται, διότι εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν δὲν ὁρίζεται τοῦτο. Ὥστε διὰ τοῦτον τὸν λόγον εἶναι ἀναγκαία ἡ ἔκδοσις Βασιλικοῦ Διατάγματος.
§207Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθόν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἀποδέχεται τὴν ὀρθότητα τῆς προταθείσης λύσεως ὑπὸ τοῦ κ. Καλλέργη διὰ τὴν προσάρτησιν τῶν νήσων, νὰ ἐκδώσῃ συγχρόνως Βασ. Διάταγμα καθορίζον τὰ βόρεια ὅρια τῆς Μακεδονίας, ἀπὸ τῆς λίμνης Δοϊράνης μέχρι τῆς Πρέσπας, μεθ’ ἣν ἄρχονται τὰ Ἀλβανικὰ ὅρια. Οὕτω δι’ ἐπισήμου πράξεως θὰ ἔχωμεν καθορισμὸν τῶν βορείων ἡμῶν συνόρων τὰ ὁποῖα ἐπισήμως δὲν ἔχουσι γνωστοποιηθῆ.
§208ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσεται νὰ κρίνῃ ἂν θὰ δημοσιευθῇ τὸ πρωτόκολλον τῆς διαχωρίσεως τῶν ὁρίων μετὰ τῆς Σερβίας καὶ ἂν χρειάζηται Βασιλικὸν Διάταγμα.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1ον ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον, εἶτα δὲ καὶ τὸ 2ον). Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Καλλέργη καὶ ἀπορρίπτει αὐτάς. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§210ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 53, νομοσχέδιον κ. Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω ὅπως ἡ Βουλὴ συναινέσῃ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ μὴ πληρωμῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἐξ ὑπηρεσίας ἀλλοδαποῦ κράτους εἰς μόνιμον δημοσίαν θέσιν ἐν Ἑλλάδι ὁριστικῶς διοριζομένους»).
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι. Τοῦ κ. Ν. Ἀλεβιζάτου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τοῦ προβιβασμοῦ αὐτῶν». Τοῦ κ. Π. Πολυχρονιάδου ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. 1) «Περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν. 2) «Περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν 16 παλαιῶν νομαρχιῶν τοῦ Κράτους». Τοῦ κ. Δ. Βρατσάνου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». Τοῦ κ. Π. Βουρλούμη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». Τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Χατζηγιάννη πρότασις νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῆς 1 § τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΕʹ». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροπολογίας καὶ συμπληρώσεως τοῦ ͵ΓΦΝΖʹ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 50′ π.μ.).