1914.03.27
5,508 rows · 41,871 words · 420 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
τῆς 27ης Μαρτίου 1914.
Πέμπτη ὥρα 5 μ. μ.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· Οἱ κάτοικοι Μεθώνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπανορθωθῇ ἡ νοθεία τῶν κοινοτικῶν ἐκλογῶν Μεθώνης καὶ Γρεβενῶν. Οἱ σπουδασταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Πολιτικῶν Μηχανικῶν ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ τῆς κατωτέρας τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑλλάδι. Οἱ κάτοικοι Σερρῶν διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς συμβάσεως, περὶ τοῦ Μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Οἱ φοιτηταὶ τῶν ἀπογραφῶν 1912 καὶ 1913 παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιστραφῶσι τὰ καταβληθέντα τέλη. Ὁ Σύνδεσμος τῶν Παντοπωλῶν Πατρῶν παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημά του περὶ δασμολογίου. Οἱ ἐπιτυχόντες ἐνωμοτάρχαι ἀλλὰ παραλειφθέντες, ὡς συμπληρώσαντες τὸ 25 ἔτος, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ περὶ αὐτῶν πρόνοια. Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Πλατυστόμου τῆς Φθιώτιδος παρακαλεῖ, ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ χῶρος τῶν Λουτρῶν Πλατυστόμου. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Πανόρμου παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν Δημοδιδασκάλων. Οἱ στρατευθέντες δικηγόροι παρακαλοῦσιν, ὅπως καταλογισθῇ ὡς χρόνος δικηγορικῆς ὑπηρεσίας ἡ κατὰ τοὺς δύο πολέμους ἐφεδρικὴ τοιαύτη. Οἱ καλλιεργηταὶ Φαναρίου Μαγούλας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτοὺς τὰ ἁρπαγέντα κτήματά των. Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Λευκάδος παρακαλεῖ, ὅπως ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις νόμου τοῦ βουλευτοῦ κ. Φίλιππα περὶ ὑπαγωγῆς κληροδοτήματος Ζάκκα. Ὁ ἀρχιμανδρίτης Γιανιτσῶν Ἀστέριος, ἐκφράζει τὰς εὐχάς του ἐπὶ τῇ Ἐθνικῇ ἑορτῇ. Οἱ ἔμποροι Σικυῶνος παρακαλοῦσιν, ὅπως περατωθῶσι μέχρις Ὀκτωβρίου αἱ βραχυπρόθεσμοι παραγραφαί. Οἱ γνήσιοι οἰνοπαραγωγοὶ Λευκάδος διαμαρτύρονται ἐναντίον οἰνοπαραγωγῶν τινῶν, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Ἐχίνου τῆς ἐπαρχίας Ξηρομέρου διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς συμβάσεως καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ. Οἱ κάτοικοι Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς ὑπερβολικῆς αὐξήσεως τῶν ἐτησίων συνδρομῶν τῆς τροχιοδρομικῆς Ἑταιρείας. Οἱ κάτοικοι Ἀνδινίου τῆς Μεσσηνίας παρακαλοῦσιν, ὅπως αἱ πρόσοδοι τῶν κοινοτήτων ὦσιν ἀνάλογοι τοῦ πληθυσμοῦ. Ὁ ἐκ Κερκύρας Μ. Μαργαρίτης παρακαλεῖ, ὅπως παραταθῇ ἀκόμη ὁ ἴδιος δασμολογικὸς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου βουτύρου. Οἱ ἔκτακτοι ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγρ. ὑπάλληλοι Ἠπείρου παρακαλοῦσιν, ὅπως μονιμοποιηθῶσιν. Ὁ δικηγόρος Δ. Σωμερίτης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπὶ τῇ πεντηκονταετηρίδι τῆς Ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου εἰσαχθῇ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἡ αὐτὴ κληρονομικὴ νομοθεσία ἀντὶ τῆς εἰδικῆς ἐκεῖ ὑφισταμένης ὅλως ἀνίσου καὶ ἀδίκου προκειμένου περὶ θηλέων. Οἱ Δημοδιδάσκαλοι Λεβαδείας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν Δημοδιδασκάλων. Ὁ Ν. Τυρολόπουλος ἐκ Μεθώνης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπανορθωθῇ ἡ νοθεία τῆς κοινοτικῆς ἐκλογῆς Μεθώνης καὶ Πιεδιτσῶν. Ὁ ἀπόστρατος Λοχαγὸς Δ. Βλαχάκης παρακαλεῖ, ὅπως ἀρθῇ τὸ εἰς αὐτὸν γενόμενον ἀδίκημα τοῦ μὴ προβιβασμοῦ του. Οἱ κάτοικοι Λιγουδίστης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ ἀποδοθῇ Β. χάρις εἰς διαφόρους καταδίκους κρατουμένους ἐν Πύλῳ. Ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις τῶν Δημοδιδασκάλων ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ Διοικήσεως τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἡ Ρωξάνη χήρα Ν. Σταθακοπούλου ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἀπονομῆς μηνιαίου ἐπιδόματος. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, χορηγεῖται ἄδεια 30 ἡμερῶν ἀρχομένη ἀπὸ τῆς 16 Ἀπριλίου εἰς τὸν Βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Μ. Φωτιάδην.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§3Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κατὰ τοὺς φακέλους τοὺς κατατεθέντας ἀπεδείχθη ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ δήμου Αἰγιέων καθυστεροῦντο ἀπὸ τοῦ 1906 μέχρι σήμερον. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ διατάξῃ τὸν Νομάρχην νὰ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα καὶ διατάξῃ τὴν ὑποβολὴν τῶν καθυστερουμένων ἀπολογισμῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ἐδήλωσεν, οὐδεμία ποινὴ ἐπεβλήθη εἰς τοὺς ἑκάστοτε Νομάρχας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δύο ἢ τρεῖς ἐκ τῶν Νομαρχῶν ἐκείνων εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι διατελοῦντες ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Παρακαλῶ νὰ λάβῃ μέτρα καὶ προβῇ εἰς τὴν ἐπιβολὴν ποινῶν εἰς τούτους διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην, ἐκ τῆς ὁποίας ἐβλάβησαν καιρίως τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου Αἰγιέων.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος.
§5Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καταθέτω τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν ἑνὸς τῶν μεγαλειτέρων δήμων Ζακύνθου ἐν ᾗ διαμαρτύρονται οἱ κάτοικοι ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐπιτάξεως τῶν κτηνῶν προσδιώρισεν ὡς ἡμέραν προσαγωγῆς τῶν κτηνῶν τὸ μέγα Σάββατον. Ἐννοεῖται ὅτι, προκειμένου περὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ προσέλθωσι τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία δὲν ἐπρόσεξε καὶ ὥρισεν αὐτὴν τὴν ἡμέραν. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀποστείλητε τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀναστασιάδης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν καπνοπωλῶν Λαρίσης.
§8Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Οἱ καπνοπῶλαι Λαρίσης παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς συμβάσεως· ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσυρθῇ, τοὐλάχιστον νὰ ἀναλάβῃ τὸ μονοπώλιον τὸ Κράτος, καθόσον διατείνονται, γινώσκοντες ἐκ πείρας, ὅτι ἡ ἑταιρία ἀπεδείχθη μέχρι σήμερον εἰς ἄκρον πιεστική.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Βαρυμπόμπης τῆς Φθιώτιδος, ἀναβάλλει δὲ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς δι’ ἀπουσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κούνου.
§10Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν κατοίκων Κούνου, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσιν ὅπως συστηθῇ ἐκεῖ τηλεφωνεῖον, διότι ἐκ τῆς πρωτευούσης Μέσης καὶ ἀπὸ τὴν Ρήγγλια ἀπέχουν πολύ, εἶναι δὲ πλέον τῶν 400 οἰκογενειῶν καὶ ἐνδείκνυται ἡ ἐκεῖ σύστασις τηλεφωνείου. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§11Π. ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι δικαιοτάτη ἡ αἴτησις. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἄλλως τε εἶναι ἐλαχίστη ἡ δαπάνη.
§12Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ μελετηθῇ ἡ αἴτησις τῶν κατοίκων Κούνου καὶ ἂν πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἶναι εὔλογος, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης.
§14Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ τί θὰ διατάξῃ διὰ τὴν ἄδικον κατάσχεσιν τῶν ἵππων καὶ ἁμαξῶν τῶν δύο πτωχῶν βιοπαλαιστῶν Βλασίου Κωνστάντη καὶ Κωνσταντίνου Πρωτοψάλτη, κατοίκων χωρίου Πανδάτικα Κερκύρας, ἀφοῦ μάλιστα τὰ κτήνη καὶ αἱ ἅμαξαι αὐτῶν ἐπωλήθησαν συνεπείᾳ δημοπρασίας παρὰ τοῦ δημοσίου, χωρὶς δὲ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι κατὰ τὴν ὥραν τῆς κατασχέσεως τῆς μικρᾶς αὐτῶν περιουσίας νὰ λάβωσι τὴν ἐλαχίστην ἀπόδειξιν. Φρονῶ ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ἄλλοτε ἔφερα τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ διαταχθῶσι σοβαραὶ καὶ αὐστηραὶ ἀνακρίσεις καὶ νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ δύο οὗτοι οἰκογενειάρχαι, οἵτινες κατεστράφησαν τελείως διὰ τῆς ἀπωλείας τῆς περιουσίας αὐτῶν».
§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά, ἀλλὰ διατί δὲν ἀποτείνονται οἱ αἰτοῦντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διατάξητε τηλεφωνικῶς νὰ ἔλθῃ ἐδῶ ὁ τμηματάρχης τῶν προμηθειῶν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος κ. Πουλιάσης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παρακαλεῖ αὐτόν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἐρωτήματος. Πῶς καὶ διατί συμβαίνει ἐπίστρατοι καὶ δὴ ναῦται, κληθέντες κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπιστρατεύσεως, προσελθόντες ἀμέσως καὶ πολεμήσαντες εἰς τοὺς δύο πολέμους, ἀπολυόμενοι κατόπιν νὰ καταδιώκωνται καὶ συλλαμβάνωνται ὡς λιποτάκται, καίτοι ἔχουσι τὸ ἀπολυτήριόν των, καὶ ἐν κουστωδίᾳ χωροφυλάκων ὁδηγοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον ἐνώπιον τοῦ Εἰσηγητοῦ; Τὸ βιβλιάριον, τὸ ἀπολυτήριον, ἡ ἄφεσις τὴν ὁποίαν ἡ ὑπηρεσία τοῖς ἔδωκε δὲν ἔχει ἰσχύν, δὲν ἔχει βαρύτητα, δὲν ἔχει ἀξίαν, δὲν εἶναι σεβαστή; Καὶ ἂν τοῦτο οὕτως ἔχει, αὐτὸς ὁ ἐπίστρατος πῶς καὶ μὲ τίνα μέσα πρέπει νὰ ἐφοδιασθῇ, ἵνα μὴ προσαφθῇ εἰς αὐτόν, ἐκτελέσαντα τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν του, ἡ μεγαλειτέρα, σοβαρωτέρα καὶ αἰσχροτέρα μομφὴ τοῦ λιποτάκτου, καὶ ἵνα μὴ ὁδηγηθῇ καὶ ἐγκλεισθῇ εἰς τὰς φυλακὰς ὡς λιποτάκτης; Πρὸ ἡμερῶν συνελήφθη παρὰ τῆς Ἀστυνομίας Κερκύρας ὁ ναύτης Μιλτιάδης Μεταλληνὸς καὶ ἀπεστάλη εἰς τὸ Στρατοδικεῖον ἐνώπιον τοῦ ἀντεισηγητοῦ, διότι κατηγορούμενος ἀπὸ τὸ 2ον ἔμπεδον τοῦ Αʹ Συντάγματος ἐπὶ λιποταξίᾳ, ὤφειλε νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, ἐνῷ αὐτὸς ναύτης ὢν ἀπελύθη ἐν Ναυστάθμῳ καὶ ἐφωδιάσθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 17632 τῆς 26 Αὐγούστου 1913 ἀφέσεώς του προσυπογεγραμμένης καὶ ἐπικεκυρωμένης παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν τοῦ Ναυστάθμου. Οὕτω δὲ πτωχὸς οἰκογενειάρχης ἐγκατέλιπε τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὴν ἐργασίαν του ἐπὶ δέκα ἡμέρας καὶ μετεφέρθη ἐνταῦθα ὑπὸ συνοδείαν χωροφυλάκων. Φρονεῖ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὰ τοιαῦτα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα κάμνει ἡ ὑπηρεσία τῶν στρατιωτικῶν γραφείων».
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὅτι φέρουσιν ἀπολυτήριον δὲν ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπέπεσαν εἰς λιποταξίαν διαρκούσης τῆς στρατιωτικῆς αὐτῶν ὑπηρεσίας.
§18Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Δὲν λαμβάνουν ἀπολυτήριον ἂν δὲν ἀποτίσουν τὴν ποινὴν τὴν ὁποίαν ἔχουν. Αὐτὰ εἶναι ἄτοπα τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ συμβαίνουν. Ἡ ἀταξία καὶ ἡ ἀδιαφορία ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς πλεῖστα στρατιωτικὰ γραφεῖα εἶναι μεγάλη, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινός.
§20Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί βραδύνει ὁ διακανονισμὸς τῆς συντάξεως τῆς ὀφειλομένης εἰς τὸν Παναγιώτην Ι. Ρουμελιώτην ἐκ Παλαιᾶς Κορίνθου καὶ πατέρα τοῦ ἡρωϊκῶς πρὸ τοῦ Μπιζανίου πεσόντος υἱοῦ του Ἠλία, ὅστις ἦτο καὶ μόνος προστάτης τῆς οἰκογενείας του.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καταθέτω ἔγγραφον ἀπάντησιν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτηται νὰ ἐπεκτείνῃ εἰς τοὺς ἐξ ἀναβολῆς τῆς κλάσεως 1912 τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν περὶ ἀπολύσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον καταβολῆς χρηματικοῦ ποσοῦ, ὡς ἐγένετο διὰ τοὺς ἐξ ἀναβολῆς τῶν κλάσεων 1910 καὶ 1911 καὶ διὰ τοὺς ἐν ἀρχῇ τοῦ κληρωτικοῦ πίνακος τοῦ 1912 ἐγγεγραμμένους».
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναμαι σήμερον νὰ ἀπαντήσω».
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν διωρθώθη ὁ παρὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Αἰγιέων ὁρισθεὶς φόρος ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων διὰ Β. Δ. ἐπὶ τῶν δερμάτων 3%, ἐνῷ ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς ψηφοφορίας οὗτος ὡρίσθη εἰς 2% μόνον, παρὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου;».
§25ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ Β. Διάταγμα ἐξεδόθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸ πρακτικὸν τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει 2%. Ἐπειδὴ εὑρέθημεν πρὸ τῆς τοιαύτης διαφωνίας τοῦ πρακτικοῦ πρὸς τὸ ψήφισμα, πάντως δὲ τὸ Ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ψήφισμα, ἐζητήσαμεν διασαφήσεις ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον τὸ ὁποῖον δὲν ἀπήντησε, καὶ ἀναμένομεν τὸ νέον Συμβούλιον διὰ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τί συμβαίνει.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης.
§27Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἂν ὁ ἱερεὺς καὶ ἐφημέριος ἐν Γαργαλιάνοις Δ. Κοκώνης ἔχει πτυχίον Ἱερατικῆς Σχολῆς καὶ πτυχίον δημοδιδασκάλου, διότι καὶ ὡς πτυχιοῦχος Ἱερατικῆς Σχολῆς παρουσιάζεται καὶ ὡς πτυχιοῦχος δημοδιδάσκαλος, ἐν ὑπηρεσίᾳ δὲ ὢν πιθανῶς νὰ εὑρίσκηται διὰ πλαστοπροσωπίας. Ἐπίσης ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἂν δὲν θεωρῇ δίκαιον νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν νέαν δοκιμασίαν ἐνώπιον τῆς Νομικῆς Σχολῆς κατὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν εἰς ἀπορριφθέντας τελειοφοίτους καὶ ἐγγραφέντας κατὰ τὸν παλαιὸν τοῦ Πανεπιστημίου ὀργανισμόν.
§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ μεριμνήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Π. Πετροπουλάκης.
§30Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου ΓΥΙϚʹ (3.416) τῆς 18 Νοεμβρίου 1909 οἱ ἀποστρατευθέντες λαμβάνουσι μισθοδοσίαν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἐὰν δὲν εἶχον ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν· οἱ ἔχοντες ὅμως ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ἐλάμβανον καὶ τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Φρονῶ ὅτι, οἱ μὴ προαχθέντες, λαβόντες ὅμως σύνταξιν ἀνωτέρου βαθμοῦ, ὄντες δὲ ἀρχαιότεροι κατὰ πολὺ τῶν προαχθέντων εἰς ἀνώτερον βαθμὸν καὶ λαβόντες σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, εἶναι δίκαιον νὰ προβιβασθῶσιν, ἀφοῦ ἄλλως τὸ δημόσιον δὲν θὰ ὑποστῇ καμμίαν ζημίαν. Θὰ εἶναι μία ἀμοιβὴ ἠθική, ἀφοῦ ἄλλως τε τὸ Ὑπουργεῖον ἄλλοτε ἔλαβε μέτρον τοιοῦτον οἷον σήμερον, τουτέστιν οἱ ἔχοντες ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ἔλαβον τὸν ἀνώτερον βαθμὸν καὶ ἔλαβον καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ των. Δὲν πρόκειται περὶ οὐδεμιᾶς δαπάνης τοῦ δημοσίου καὶ φρονῶ ὅτι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι καὶ ἤδη κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν προσέφερον ὑπηρεσίας πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ φέρωσιν ἓν κομβίον, ἀφοῦ δὲν θὰ ὑποστῇ καμμίαν δαπάνην τὸ δημόσιον.
§31Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Συμβαίνει τὸ ἑξῆς, Κύριοι. Δυνάμει τοῦ νόμου τῆς ἐπαναστάσεως κατεβιβάσθη τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπετράπη δὲ ὅπως μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν αὐτοὶ λαμβάνωσι τὴν ἀποστρατείαν προαγόμενοι κατὰ ἕνα βαθμόν. Μετὰ 2–3 ἡμέρας ἐψηφίσθη ἕτερος νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισεν ὅτι οἱ ἐξ ἀποστρατείας ἀνακαλούμενοι εἰς τὴν ἐνέργειαν ἀνακαλοῦνται μὲ τὸν βαθμὸν τῆς ἀποστρατείας, ἐκτὸς ἂν εἶχον κηρυχθῆ στάσιμοι. Εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην τῶν ἐπανερχομένων μὲ τὸν βαθμὸν τῆς ἐνεργείας των καὶ οὐχὶ τῆς ἀποστρατείας των θέλει νὰ ὑπαγάγῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ αὐτοὺς οἵτινες ἀπεστρατεύθησαν οὐχὶ κατόπιν ὀκταετοῦς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ κατόπιν πεντακετοῦς.
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἦσαν στάσιμοι αὐτοί.
§33Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἦσαν στάσιμοι, εἶχον ὅμως τὸ ἑξῆς πλεονέκτημα. Ἡ στασιμότης αὐτῶν ἠδύνατο νὰ θεραπευθῇ, εἶχον δὲ ἄνευ τοῦ νόμου τῆς ἐπαναστάσεως τριετῆ προθεσμίαν ἐνώπιόν των ὅπως κριθῶσιν ἐκ νέου.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ......
§35Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν μνημονεύονται ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ δυνάμει τοῦ ὁποίου αὐτοὶ ἀπεστρατεύθησαν, ὁ ὁποῖος ὅμως ὁμιλεῖ περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀποστρατευθέντων. Δεύτερον ἡ ὑπηρεσία, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀνεκάλεσεν αὐτοὺς εἰς τὸν πόλεμον, δὲν τοὺς ἀνεκάλεσε μὲ τὸν βαθμὸν τῆς ἐνεργείας, ἀλλὰ μὲ τὸν τῆς ἀποστρατείας. Σημειώσατε δὲ τὸ ἑξῆς· ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων προέτεινεν αὐτοὺς νὰ προαχθῶσιν εἰς βαθμὸν ἀνώτερον ἐκείνου ὃν εἶχον ἐν ἀποστρατείᾳ.
§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς ποῖον πίνακα; τὸν Γ ἢ Δ; διότι μόνον τοὺς ἐν τῷ πίνακι Β προήγαγε πάντας.
§37Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Προήχθησαν, ἀλλὰ προήχθησαν οὐχὶ συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν.
§38ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά, ἀλλὰ προήχθησαν καὶ ἐν ἐνεργείᾳ διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τὸν βαθμὸν τὸν ὁποῖον θὰ ἔφερον μόνον ἐν ἀποστρατείᾳ. Ἐὰν αὐτὸς ὁ ἀποστρατευθεὶς λαμβάνῃ ἕνα βαθμὸν παραπάνω, κηρυχθεὶς στάσιμος πρὸ τῆς ἀποστρατείας, τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον τὸν λαμβάνει μόνον ἐν ἀποστρατείᾳ· ἐὰν αὐτοὶ εἶχον καταταχθῆ εἰς τὸν πίνακα Β καὶ ἀπεστρατεύθησαν, θὰ ἀποκτήσωσι καὶ τὸν βαθμὸν ἐν ἐνεργείᾳ. Ἐὰν εἶναι εἰς τὸν πίνακα Γ δὲν προήχθησαν, διότι ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὅλους τοὺς εἰσελθόντας εἰς τὸν στρατὸν νὰ τοὺς προαγάγωμεν. Ἀρκετὰ εἶναι τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§39Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι εἷς Παναγιωτόπουλος, εἷς Δημητρακόπουλος, ἄνθρωποι ἔχοντες ἐκθέσεις.
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι εἰς τὸν πίνακα Β προήχθησαν, ἐὰν εἶναι εἰς τὸν Γ οὔτε προήχθησαν οὔτε θὰ προαχθῶσιν.
§41Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Λοιπὸν βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι διὰ τῶν προαγωγῶν τῆς 25 Μαρτίου προήχθησαν αὐτοὶ εἰς τὸν βαθμὸν τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ ὑπὸ τὸν ὁποῖον αὐτοὶ διῴκουν συντάγματα.
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καλά. Θὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸν τὸν βαθμὸν τὸν εἶχον μόνον ἐν τῇ ἀποστρατείᾳ καὶ τοῖς δίδεται τώρα ὁριστικῶς, ἐν ἐφεδρείᾳ δηλαδή, ὥστε καλούμενοι ἐν πολέμῳ θὰ τὸν ἔχωσιν. Ἐὰν κακῶς τοὺς ἐκάλεσεν ἡ ὑπηρεσία μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, ἔπρεπε νὰ τοὺς καλέσῃ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου καὶ τώρα καλούμενοι ἐν ἐπιστρατεύσει ἔχουσι τὸν βαθμὸν αὐτόν.
§43Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἑξῆς διαφορὰ ὑπάρχει· οἱ στάσιμοι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1890 ἐκεῖνοι ἐκαλοῦντο...
§44ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη διαφορὰ ὅτι οἱ μὲν στάσιμοι τοῦ 1890 ἐλάμβανον τὸν βαθμὸν μετὰ ὀκταετῆ, οἱ δὲ ἄλλοι μόνον μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρατσᾶνος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Εἶναι ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ αὐτὸς κ. Δ. Βρατσᾶνος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, «διατί δὲν συμπεριελήφθη μεταξὺ τῶν προακτέων διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ὁ ἔφεδρος λοχίας τοῦ 7ου πεζικοῦ συντάγματος Δ. Λεοντόπουλος κλπ.». Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Οἱ κ.κ. Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Ἀρ. Σακελλαρίου «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν θὰ δύνανται νὰ δικηγορήσωσιν οἱ δικηγόροι καὶ δικολάβοι οἱ ἐκλεγόμενοι πρόεδροι τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων καὶ ἀποδεχόμενοι τὸ ἀξίωμα τοῦτο».
§46Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ δηλώσω ὅτι ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν οὔτε εἰς ἄλλον τινά, ἀλλὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἑπομένως ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι ἀτομική.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ντολιόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 108 τῆς 30 Δεκεμβρίου 1913 εὐεργέτημα ἀπαλλαγῆς τῶν ἐνοικιαστῶν διαφόρων φόρων, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐζημιώθησαν λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως κατὰ τὸ ἔτος 1912 καὶ 1913, ἀφορᾷ μόνον τοὺς ἐνοικιαστὰς τοὺς ὀφείλοντας τοιούτους φόρους ἢ καὶ τοὺς ἐκπληρώσαντας τὰς ἐκ τούτων ὑποχρεώσεις των. Ἂν δὲ δὲν περιλαμβάνωνται οἱ δεύτεροι, μολονότι βεβαιοῦνται καὶ τούτων ζημίαι ὑπὸ τῆς ἐπὶ τούτῳ συστάσης ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ στερηθῶσιν οὗτοι τοῦ εὐεργετήματος τούτου διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἐφάνησαν ἐπιμελεῖς πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των».
§48Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως, διότι εἶναι ῥητὸς ὁ νόμος, καὶ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ὄχι μόνον αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν νόμων.
§49ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέβαλον τὸ ἐρώτημα αὐτό, διότι εἶναι ἄδικον πρᾶγμα οἱ κακῆς πίστεως πληρωταὶ νὰ προστατεύωνται καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των νὰ μὴ προστατεύωνται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἱκανοποιεῖ τοὺς κακῆς πίστεως πληρωτάς.
§50Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶναι κακῆς πίστεως πληρωταί.
§51ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει τέλος πάντων νὰ ληφθῇ κἄποια πρόνοια δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σπυρόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν κατὰ τὸ τρέχον οἰκονομικὸν ἔτος 1914 θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ σπειρομένων γαιῶν ἢ θ’ ἀφήσῃ πάλιν τὸν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν». Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ.κ. Χαριτᾶτος καὶ Α. Τ. Μπασιᾶς «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐνεκρίθη ἡ κατὰ τὴν 15 Μαρτίου ἐ.ἔ. γενομένη δημοπρασία πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ ἐν Ἀργοστολίῳ δικαστικοῦ μεγάρου καὶ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν δεόντων διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ἐν λόγῳ μεγάρου· ἅμα παρακαλοῦσι ν’ ἀναγράψῃ τὴν σχετικὴν πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ».
§53ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ προσφορὰ ἐγένετο καὶ εἶναι ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης εἶναι ἀπών. Διαγράφεται. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 25. Ὁ κ. Α. Κοκκέβης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ὁ στρατιώτης τοῦ 36ου συντάγματος, 7ου λόχου, ἀνυπότακτος τοῦ 1910, Βασίλειος Κ. Σταθόπουλος, δὲν ἀπελύθη τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, καίτοι ἀπὸ τῆς 3ης Μαρτίου ἐ. ἔ. κατέβαλε τὸ νόμιμον ἀντισήκωμα εἰς τὸ 34ον σύνταγμα, εἰς ὃ ἀνῆκε πρότερον.
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐζητήθησαν καὶ ἀναμένονται πληροφορίαι ἀπὸ τὸ 36ον σύνταγμα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ἡ ὑπ’ αὐτὸν ἁρμοδία ὑπηρεσία διατηρεῖ εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις Νοσοκομεῖα ὑπιάτρους καὶ ἀνθυπιάτρους, ἐξετόπισε δὲ εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος τοὺς δοκίμους ἰατροὺς καὶ ἀπασχολεῖ αὐτοὺς εἰς ἀνεξάρτητον καὶ ὑπεύθυνον ὑπηρεσίαν εἰς τὰ διάφορα συντάγματα, ἂν καὶ δὲν ἔχουν ὑποστῆ τὰς ἐπ’ ἀδείᾳ ἐξετάσεις, οὕτω δὲ ἀφ’ ἑνὸς μὲν παραβιάζεται ὁ νόμος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παρακωλύεται ἡ ἐκπαίδευσις τῶν δοκίμων ἰατρῶν».
§57Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐφ’ ἑνὸς ἀτόπου, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς βάρος τῶν δοκίμων ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ὑποστῆ τὰς ἐξετάσεις των ἀκόμη. Ἡ ὑπηρεσία κρατεῖ αὐτοὺς ἐνταῦθα ὡς ἀνθυπιάτρους καὶ ὑπιάτρους καὶ τοὺς ἀπασχολεῖ εἰς διάφορα κέντρα, ἀποστέλλει δὲ αὐτοὺς εἰς διάφορα νοσοκομεῖα παρὰ τὸν νόμον. Εἰς τὴν Καστορίαν εἶχεν ἀποσταλῆ εἷς ἀνθυπίατρος καὶ κατόπιν εἰς Κέρκυραν. Ὑποθέτω ὅτι προσωπικαὶ εὔνοιαι συνετέλεσαν εἰς τοιαύτας μεταθέσεις καὶ εἰς τοιούτους ἐκτοπισμοὺς τῶν νέων αὐτῶν ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι δίκαιον εἶναι νὰ ὑπηρετῶσιν ἐδῶ πλησίον τοῦ κέντρου τῶν σπουδῶν των, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι τὴν ἄδειάν των.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ διατίθηνται καὶ δόκιμοι ἰατροὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σωμάτων.
§59Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατὰ τοὺς κανονισμοὺς δὲν εἶναι τοῦτο τὸ κανονικόν. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς ἐκστρατείας καὶ περιμένουν νὰ δώσουν ἐξετάσεις, νὰ διασύρωνται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Εἷς ἐκ τῶν δοκίμων τούτων ἰατρῶν μετετέθη εἰς Καστορίαν καὶ ἐκεῖθεν εἰς Κέρκυραν καὶ πάλιν ἐδῶ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί νὰ ὑπάγῃ αὐτὸς ἐκεῖ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς δαπάνας τοῦ ταξιδίου, διότι ἦτο δῆθεν ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν γνωρίζω τοιαύτην ἀνάγκην. Νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι προστατευόμενοι, εἶναι δηλαδὴ κἄτι πράγματα τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἀτόπως ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὰ ὁποῖα βαρύνουσι τὴν ὑπηρεσίαν. Καθ’ ἡμᾶς τοὺς γνωρίζοντας, αὐτὰ γίγνονται ἐν ἀγνοίᾳ σας κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνοντες δὲ ἀφορμὴν ἐξ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ ἐξασκήσητε αὐστηρῶς τὰ καθήκοντά σας.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Στελλάκης εἶναι ἀπὼν καὶ διαγράφεται. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις κατὰ τῶν ὑπαιτίων τοῦ φόνου τριῶν ὑποδίκων στρατιωτῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Θεσσαλονίκης, καὶ τί ἐνήργησε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κατὰ τοῦ ἐκδόντος τὴν παράνομον διαταγὴν ἀξιωματικοῦ. Ἔτι δὲ νὰ παράσχῃ πᾶσαν σχετικὴν πληροφορίαν, καταθέτων ὁλόκληρον τὸν σχετικὸν φάκελον μετὰ τῆς πληροφορίας ἂν ἦτο ἀπολύτως ἀπαραίτητον, διὰ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ τάξις ἐν ταῖς φυλακαῖς, νὰ φονευθῶσιν οἱ τρεῖς στρατιῶται ἢ ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ αὕτη καὶ δι’ ἠπίων ἢ ἄλλων μὴ αἱματηρῶν μέτρων».
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πληροφορῶ τὸν κ. Συνάδελφον, ὅτι ὁ σχετικὸς φάκελος κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, παρεδόθη δὲ εἰς τὴν διεκπεραίωσιν καὶ παρακαλῶ νὰ τὸν ἀναγνώσητε.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ἀγγελίδης καὶ Γ. Βλάχος. Διαγράφεται. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς εἶναι ἀπὼν. Διαγράφεται. Οἱ κ. κ. Δ. Γαλαδᾶς, Ε. Βελλιανίτης, Κ. Σοκόλης, Α. Μπασιᾶς καὶ Κ. Κουμουνδοῦρος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων τῶν Πρωτοδικείων καὶ Ἐφετείων καὶ Εἰσαγγελιῶν».
§63Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ λάβω μέτρα τινὰ ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας διὰ τὴν θέσιν τοῦ γραφέως. Εἶναι τὸ ζήτημα σοβαρόν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διατί κρατεῖται ἐπὶ πολλὰς ἤδη μῆνας προφυλακισμένος εἰς τὰς φυλακὰς Θεσσαλονίκης ὁ δεκανεὺς Χ. Ξένος.
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐζήτησα περὶ τούτου πληροφορίας.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Τρικούπης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἰς τὸ νέον σιδηροδρομικὸν δίκτυον τῆς Π. Ἑλλάδος συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ προέκτασις τῆς γραμμῆς τοῦ Βορειοδυτικοῦ Σιδηροδρόμου Μεσολογγίου–Ἀγρινίου μέχρις Ἄρτης καὶ Ἰωαννίνων».
§67ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ἄλλοτε νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν δύναται νὰ προβῇ ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις εἰς δηλώσεις κατηγορηματικὰς περὶ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἡ ὁποία θὰ κατασκευασθῇ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αὕτη εἶχε μελετηθῆ πρότερον φυσικά μελετᾶται καὶ ἤδη διὰ τὴν ἐπέκτασιν τὴν νέαν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Καλαντζόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν εἰς τὸ καταρτισθὲν σιδηροδρομικὸν δίκτυον συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ προέκτασις τῆς γραμμῆς τοῦ Βορειοδυτικοῦ σιδηροδρόμου Μεσολογγίου μέχρι Ναυπάκτου, καὶ Μεσολογγίου–Ἀγρινίου μέχρι Ἄρτης καὶ Ἰωαννίνων, δεδομένου ὅτι διὰ τὴν προέκτασιν μέχρι Ναυπάκτου ἀφ’ ἑνὸς καὶ Ἄρτης ἀφ’ ἑτέρου ἔχει ψηφισθῆ νόμος πρὸ ἐτῶν».
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν καθόλου.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ὁ ἐνωμοτάρχης Βλάχος Ἰωάννης, γλωσσομαθής, τελειόφοιτος τῆς Νομικῆς, ἔχων ἑπταετῆ ὑπηρεσίαν, προταθεὶς εἰς ἀνθυπασπιστὴν δὲν ἐπροβιβάσθη».
§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι δὲν προετάθη ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Σ. Ἀναστασιάδης καὶ Δ. Χατζηγιάννης «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πότε θ’ ἀπολυθῶσιν οἱ ἀπαλλαγέντες τουλάχιστον τοῦ 1911, καθόσον οὗτοι καὶ ἀπὸ 18 μηνῶν ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατεύματι καὶ προστάται τυγχάνουσιν οἰκογενειῶν ὀρφανῶν, ἐχουσῶν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς προστασίας των».
§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω οὐδὲ σήμερον.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν διατί δὲν ἀπολύονται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ οἱ ἀπαλλαγέντες τοῦ 1902 οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ Διευθύνσει τῆς ἀστυνομίας Ἀρκαδίας, ἀφοῦ ἀπελύθη ἡ ἡλικία των».
§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀπολύονται τμηματικῶς καθόσον προσέρχονται διὰ νὰ τοὺς ἀναπληρώσουν οἱ τῆς κλάσεως τοῦ 1911. Κατ’ ἐπανάληψιν ἔδωκα διαταγὰς αὐστηροτάτας, δὲν κατωρθώθη ὅμως νὰ μεταβῶσιν οἱ νεώτεροι τῆς κλάσεως τοῦ 1911 διὰ νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν. Ἀναγνωρίζω ὅλον τὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ κάμω τίποτε.
§76Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπληροφορήθην ἀπὸ ἄλλας διευθύνσεις ἀστυνομικὰς ὅτι ἀπ’ ἐκεῖ ἀπελύθησαν ὅλοι.
§77ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς μίαν διεύθυνσιν τυγχάνει νὰ ὑπάγωσι περισσότεροι τῆς κλάσεως τοῦ 1911.
§78Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ νὰ μὴ βασανίζωνται.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Π. Σπυράκης καὶ Κ. Σοκόλης «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν κατὰ τοὺς προσεχεῖς στρατιωτικοὺς προβιβασμοὺς συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ἀξιωματικοί, μόνιμοί τε καὶ ἔφεδροι, τοῦ Κρητικοῦ Συντάγματος περὶ ὧν αἱ ὑπὸ τοῦ Διοικητοῦ των ὑποβληθεῖσαι σχετικαὶ ἐκθέσεις διαδίδεται ὅτι ἀπωλέσθησαν».
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω σήμερον εἰς αὐτό.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Κυρέλλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν ἔλαβε γνῶσιν ἀναφορᾶς φιλησύχων καὶ νομοταγῶν κατοίκων τῆς πόλεως Θηβῶν, παραπονουμένων ὅτι ὁ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Θηβῶν ὑπηρετῶν ὑπενωμοτάρχης Κωνσταντῖνος Κοντογεῶργος, συνέλαβεν αὐτοὺς ἄνευ νομίμου λόγου, ὡδήγησεν εἰς τὸ κρατητήριον, ἐκακοποίησε καὶ ἐκράτησεν αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπὶ 24 ὥρας, καὶ τίνα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ πρὸς τιμωρίαν τοῦ ὑπενωμοτάρχου τούτου, ὅστις διὰ τοῦ βανδαλισμοῦ αὐτοῦ ὑπενθύμισεν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν πάντες ἐπιστεύομεν ἀνεπιστρεπτὶ παρελθοῦσαν».
§82ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς καὶ ἐζήτησα πληροφορίας. Τὰ πράγματα ἄλλως παρουσιάσθησαν ὑπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ὅτι ὑπαίτιοι εἶναι οἱ ἀναφερόμενοι. Ἐν τούτοις διεβιβάσθη ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς ἵνα ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεων.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σπυρόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πότε θὰ ἀπολυθῶσιν οἱ ἔφεδροι ἀνθυπασπισταὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοὶ τῆς κλάσεως 1910». Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ι. Καλαντζόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτηται νὰ συμπληρώσῃ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος τὴν κατασκευὴν ὑπολοίπου μικροῦ τμήματος τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Ναυπάκτου–Μεσολογγίου, κατασκευασθείσης ἀπὸ 30 ἐτῶν διὰ δαπάνης 600 χιλ. δραχμῶν καὶ ἀδυνάτου καθισταμένης τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτῆς ἕνεκεν ἐλλείποντος μικροῦ τμήματος καὶ ὀλίγων τεχνικῶν ἔργων. Διὰ τῆς ἀχρηστίας καταστρέφεται ὁσημέραι καὶ ἡ κατασκευασθεῖσα, ἐπὶ κινδύνῳ ἀπωλείας τόσων ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν, στερεῖται δ’ ἅμα καὶ ὁ λαὸς τῆς Ναυπακτίας συγκοινωνίας μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ».
§84ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐγένετο σύστασις· δὲν ἐλήφθη ἀπάντησις.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) Ἂν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ἐκδοθέντος βουλεύματος ὑπ’ ἀριθ. 5008 τῆς 31 Δεκεμβρίου 1913 ἐπὶ ὑποβληθείσης μηνύσεως κατὰ τοῦ ὑποθηκοφύλακος Ἀθηνῶν Δημητρίου Ἀναργύρου, κατηγορηθέντος ἐπὶ πλαστογραφίᾳ δι’ ἐκδόσεως ψευδῶν πιστοποιητικῶν ὑπό τινος Νικολάου Παστεράκου, κτίστου, καὶ εἰς τίνας ἐνεργείας προέβη ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὡς ἀρχὴ ἐν σχέσει πρὸς τὸν εἰρημένον ὑποθηκοφύλακα. Τὸ βούλευμα λέγει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «ὁ κατηγορούμενος κληθεὶς εἰς ἀπολογίαν, ἀντὶ ὡς ἔδει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὄντως ἐξέδωκε τοιαῦτα πιστοποιητικά, διότι δὲν κατέβαλε τὴν δέουσαν ἐπιμέλειαν εἰς τὰ σχετικὰ βιβλία, πειρᾶται διὰ διαφόρων ὑπομνημάτων νὰ πείσῃ τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν ὅτι δὲν ἐξέδωκε τοιοῦτόν τι, διότι δὲν τῷ ἐζητήθη, ἐκ τοῦ ὁποίου καταδεικνύεται ἡ πρὸς τὰς προϊσταμένας αὐτοῦ ἀρχὰς ἔλλειψις σεβασμοῦ». Ἑπομένως παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐξακριβωθῇ, ἂν ἡ ἀσέβεια αὕτη πρὸς τὰς προϊσταμένας ἀρχὰς τοῦ ὑποθηκοφύλακος ἐτιμωρήθη ἐπὶ τούτοις, ἐὰν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔπραξε τοῦτο μέχρι σήμερον. Παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ ἂν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς διεβίβασε τὸν φάκελον τῆς δικογραφίας εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὅπως κρίνῃ περὶ τῆς ἐπαρκείας τοῦ ὑποθηκοφύλακος. 2) Νὰ πληροφορήσῃ τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης αὐτῷ πρὸ ἑπτὰ περίπου μηνῶν ἑτέρας μηνύσεως, δι’ ἧς κατηγορεῖται ὁ ὑποθηκοφύλαξ Ἀθηνῶν ὅτι ζητεῖ καὶ λαμβάνει πλείονα τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένων τελῶν, κερδίζων οὕτω περὶ τὰς 400 δραχ. μηνιαίως παρανόμως, εἰς βάρος τῶν πτωχῶν ὀφειλετῶν· καὶ 3) Τί ἐνήργησεν ἐπίσης ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης αὐτῷ αἰτήσεως, ἐν ᾗ ὑπάρχουσι συνημμένα τὰ ὑπ’ ἀριθ. 7515, 4801, 22990 καὶ 5310 τέσσαρα ἀναληθῆ πιστοποιητικὰ καὶ ἀντιφάσκοντα πρὸς ἄλληλα δι’ ὧν ἀποδεικνύεται ἡ ἀνεπάρκεια καὶ ἀνικανότης τοῦ ὑποθηκοφύλακος.
§86Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον διὰ νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Βελλιανίτου ἀναβάλλεται διότι ἀπουσιάζει. Οἱ κ. κ. Ι. Μάνος, Ἀθ. Μιαούλης καὶ Ἰάκ. Τομπάζης παρακαλοῦσι τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν διατί οἱ καταταχθέντες ἐν τῇ Τελωνιακῇ Ἀστυνομίᾳ δυνάμει τοῦ νόμου ΓΩΠΗʹ (3888) καὶ ἀνήκοντες εἰς τὴν κατὰ θάλασσαν δύναμιν αὐτῆς, ἀποσπασθέντες δὲ κατὰ τὸν πόλεμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, δὲν ἀνεκλήθησαν εἰσέτι εἰς τὸ Σῶμά των, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσιν ὑπηρετοῦντες παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀνωτέρω νόμου, εἰς τὰς τάξεις τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ».
§88Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διετάχθη ἡ ἀνάκλησις.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν πληρώνεται ἡ πρόσθετος μισθοδοσία εἴς τινας ἀνθυπασπιστὰς τῆς χωροφυλακῆς ἀνήκοντας εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐν ἄρθρῳ 9 τοῦ ͵ΔΡΞΑʹ νόμου περὶ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς.
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, γνωρίζετε ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ μισθοῦ, ἢ μᾶλλον τῆς προσθέτου μισθοδοσίας τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς ὅταν μεταβαίνωσιν εἰς τὰς κατακτηθείσας χώρας. Εἰδικῶς μάλιστα πρόκειται περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν. Ἄλλοτε μοὶ εἴπετε ὅτι ἡ γνώμη σας εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ πληρωθοῦν. Ἐν τούτοις μέχρι σήμερον δὲν ἐπληρώθησαν.
§91ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ νομικοῦ συμβουλίου τὸ ὁποῖον παμψηφεὶ ἀπεφάνθη πρὸ δύο ἡμερῶν, ὅτι πρέπει νὰ πληρωθῶσι καὶ ἐδόθησαν ἀμέσως αἱ δέουσαι διαταγαὶ καὶ εἰς τὰς διευθύνσεις καὶ εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ν. Συριόπουλος, Γ. Λαμπρόπουλος καὶ Κ. Γόντικας «παρακαλοῦν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ὁ Νομάρχης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐπεκύρωσε χαριστικὴν πρᾶξιν τοῦ Δημοτ. Συμβουλίου Λετρίνων ἐκ δραχμῶν 10.000 πρὸς ἐνοικιαστὴν τοῦ δημοτικοῦ φόρου διὰ τὸ ἔτος 1913, ὅστις ἐτύγχανε καὶ δημοτ. σύμβουλος καὶ ἐψήφισεν ὑπὲρ αὐτοῦ. 2) ὅπως καταθέσῃ τὸ ἐπὶ τούτου ψήφισμα τοῦ Δημοτ. Συμβουλίου, τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου».
§93ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Σήμερον μόλις ἔλαβον γνῶσιν, ἐζήτησα δὲ πληροφορίας τὰς ὁποίας θὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλήν.
§94Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ τότε.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ι. Καλαντζόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς χρηματικῶς εἰς τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Ναυπάκτου, ὑποστάντας μεγίστας ζημίας ἐκ τῶν τελευταίων ἰσχυρῶν σεισμῶν, βεβαιωθεῖσαι ἐπισήμως καὶ δι’ ἐκθέσεως ὑπὸ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν, κατόπιν διαταγῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ δικαίου ἡ τοιαύτη κυβερνητικὴ μέριμνα, ὡς ἐγένετο εἰς παρομοίας περιστάσεις πρὸς κατοίκους ἄλλων σεισμοπαθῶν πόλεων».
§96ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ δώσω οὐδεμίαν διαβεβαίωσιν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ἀργ. Λομβάρδος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς εἰς αὐτὸν ὑποβληθείσης πρὸ μηνὸς καὶ πλέον καταγγελίας τῆς Μαρίας Ῥοντοπούλου κατὰ τοῦ ὑποθηκοφύλακος Ἀθηνῶν ὡς ἐγγράψαντος παρὰ τὸν νόμον ὑποθήκην ἐπὶ οἰκίας της».
§98Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ καταγγελία αὕτη διεβιβάσθη εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν ἀπὸ τῆς 6ης Μαρτίου, δὲν γνωρίζω δὲ τί ἀπέγεινε, διότι δὲν ἀπήντησε μέχρι σήμερον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Καλαντζόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν περατοῦται ἡ ἀπὸ ἔτους διαταχθεῖσα μελέτη τῆς κατασκευῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ναυπάκτου εἰς Πλάτανον, ἧς τὸ μελετηθὲν τμῆμα κατεσκευάσθη δαπάναις τοῦ ἐν Πλατάνῳ (Ναυπακτίας) εἰδικῶς συστάντος συλλόγου «Πρόοδος», προτιθεμένου νὰ συνεχίσῃ τὴν κατασκευὴν μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς μελέτης, εἰς ἣν δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι θὰ ἔλθῃ ἐν καιρῷ ἀρωγὸν τὸ Κράτος χρηματικῶς».
§100ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι ἡ ἔλλειψις μηχανικῶν· ἐλπίζω, ὅτι λίαν προσεχῶς θέλει παραταθῆ ἡ μελέτη.
§101Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν περάτωσιν τῆς μελέτης, διότι καθὼς γνωρίζετε καὶ σύλλογος συνεστήθη δαπάναις τοῦ ὁποίου κατεσκευάσθη τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ναυπάκτου εἰς Πλάτανον τὸ ὁποῖον εἶχε μελετηθῆ, ἔχει δὲ οὗτος τὴν πρόθεσιν νὰ συνεχίσῃ τὴν κατασκευὴν μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς μελέτης, καίτοι τὸ Κράτος δυστυχῶς κατὰ τὸ παρελθὸν πάντοτε ἐδείχθη πολὺ ἀδιάφορον προκειμένου περὶ τῆς συγκοινωνίας τόσον τῆς ἁμαξιτῆς, ὅσον καὶ τῆς βατῆς καὶ τῆς σιδηροδρομικῆς ὁδοῦ ἀκόμη, προκειμένου περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ στρατιωτικὴν ἀξίαν καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος κ. Ι. Καλαντζόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν περατοῦται ἡ μελέτη τῆς κατασκευῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Μόρνου, ἥτις διετάχθη πρὸ ἔτους, δεδομένου ὅτι ἡ γέφυρα αὕτη εἶναι ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων, ὡς μέλλουσα νὰ διατηρῇ τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπακτίας καὶ Δωρίδος, διακοπτομένην, καθ’ ὅλον τὸν χειμῶνα ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ οἰκονομικῇ ζημίᾳ τῶν δύο ἐπαρχιῶν».
§103ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ αὐτὴ ἀπάντησις.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ὡς πρὸς τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς καὶ πίναξ Β, καὶ ἐν καταφατικῇ ἀπαντήσει, διατί δὲν προήχθησαν καὶ οὗτοι ἀφοῦ προήχθησαν οἱ τοῦ πίνακος Γ, καὶ τέλος ἂν σκέπτηται νὰ προβῇ εἰς μονιμοποίησιν καὶ πότε».
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Κατηρτίσθη πίναξ Β ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ἐὰν δὲν προήχθησαν ἐκ τοῦ πίνακος Β κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμούς, ἐνῷ προήχθησαν ἐκ τοῦ πίνακος Γ, τοῦτο προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι οἱ τοῦ πίνακος Β ἔχουσι δικαίωμα νὰ μονιμοποιηθῶσιν, ἀναμένομεν δὲ νὰ περατωθῶσιν αἱ διατυπώσεις τῆς μονιμοποιήσεως καὶ τότε, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ προαχθῶσιν, ἐκεῖνοι θὰ ἀνακτήσωσι τὴν ἀρχαιότητά των ἀπέναντι τῶν προαχθέντων ἐκ τοῦ πίνακος Γ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς καθυστερήσεως. Ἀλλὰ συγχρόνως ἔχω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι, ὡς ἀπεδείχθη ἐξ ὑποβληθέντων τινῶν παραπόνων, ὑπάρχουσιν ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐπετηρίδι τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν. Γνωρίζετε ὅτι ἐπετηρὶς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν δὲν ὑπῆρχε. Πρώτην φορὰν συνετάχθη. Ἐὰν ὑπῆρχεν εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν δὲν γνωρίζω. Συνετάχθη τὸ πρῶτον ὅτε ἀνέλαβον ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον, τῷ 1912. Ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἀτελής, διότι σήμερον ἀκριβῶς προσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δύο παραπονούμενοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι γεγραμμένοι εἰς τὴν ἐπετηρίδα καὶ ἑπομένως περὶ αὐτῶν οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη· δὲν εἶναι δὲ γεγραμμένοι οὔτε εἰς τὸν πίνακα Γ οὔτε εἰς τὸν πίνακα Δ. Ἐκδίδεται σήμερον ἐγκύκλιος ἡ ὁποία καλεῖ ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μένουν, ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναφέρονται εἰς τοὺς πίνακας Α, Β, Γ, νὰ ἀναφερθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ὑποβάλωσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀποδεικνύοντα τὴν ἰδιότητα αὐτῶν ὡς ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ὥστε νὰ γίνῃ καὶ περὶ αὐτῶν κρίσις.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου «ἐπερωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν διὰ τίνα λόγον δὲν καταβάλλεται ἡ χρηματικὴ περιουσία τοῦ ἐν Ἡνωμ. Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς ἀποβιώσαντος Γεωργίου Ἀναστασάκη εἰς τοὺς κληρονόμους του».
§107Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ περιουσία εἶναι ἑτοίμη εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κληρονόμων.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χριστόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ ἐνεργήσῃ παρὰ τῇ Κυβερνήσει τοῦ Σερβικοῦ Κράτους, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ τῶν Ἑλληνικῶν οἴνων εἰς Σερβίαν. Τούτου γενομένου θὰ ἀνοιχθῇ ἀγορὰ λίαν εὐμενὴς πρὸς τοὺς Ἑλληνικοὺς οἴνους, οἱ ὁποῖοι ἀτυχῶς διέρχονται κρίσιν».
§109Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἓν τῶν κυριωτέρων εἰδῶν ἅτινα θ’ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον διαπραγματεύσεων εἶναι τοῦτο. Ὥστε ἐλπίζω νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ οἰνοφόροι ἐπαρχίαι.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἐπερωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν διατί δὲν προήχθη κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον εἰς ἀνθυπίλαρχον ὁ ἀνθυπασπιστὴς Δημ. Ἀποστολάκος, καίτοι ὑπῆρχον ἐκθέσεις ὑπὲρ αὐτοῦ ὅπως προαχθῇ κατ’ ἐκλογήν, κατὰ τίνα δὲ τρόπον θὰ ἀνακτήσῃ οὗτος τὴν ἀπολεσθεῖσαν ἔκτοτε ἀρχαιότητα λόγῳ τοῦ προβιβασμοῦ ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου καὶ ἐντεῦθεν νεωτέρων καὶ δὴ ἐπιλοχιῶν εἰς ἀνθυπολοχαγούς».
§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἀπάντησιν σήμερον διότι ἔλαβον πολὺ ἀργὰ τὴν ἐπερώτησιν.
§112Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς αὐτὸς ἔχει ἐκθέσεις πολὺ καλάς. Ἐκτὸς τούτου εἶχε τραυματισθῆ κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα καὶ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἐδικαιοῦτο κατὰ τὸν Ἰούνιον νὰ προβιβασθῇ. Καὶ ὅμως, ἐνῷ προὐβιβάσθησαν ἄλλοι ἄνευ ἐξετάσεων, αὐτὸς δὲν προὐβιβάσθη. Κατὰ τὸν Αὔγουστον αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον κατιδὸν τὸ ἄδικον προήγαγεν ἐκ τῶν παραλειφθέντων ἀνθυπασπιστῶν δύο μὲ τὴν ἀρχαιότητά των ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου, πλὴν αὐτοῦ. Παρακαλῶ νὰ ἀρθῇ τὸ ἀδίκημα αὐτό, διότι πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ μοναδικοῦ ἔχοντος ἀρίστας ἐκθέσεις τραυματισθέντος δὲ κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα καὶ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἔχοντος καὶ τὴν Βασιλικὴν εὐαρέσκειαν ἀκόμη, διότι παρουσιάσθη τραυματίας πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ ἐζήτησε νὰ τοῦ δοθῇ σῶμα πεζικὸν νὰ διοικήσῃ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἱππεύσῃ. Ὁ Βασιλεὺς ὄντως ἔθεσεν αὐτὸν ἐπὶ κεφαλῆς σώματος πεζικοῦ, ἀλλ’ ἐτραυματίσθη καὶ πάλιν. Αἱ ἐκθέσεις δι’ ὧν προτείνεται ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δὲν εἶναι ὑπαίτιος αὐτός, διότι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Σημειωτέον ὅτι αἱ ἐκθέσεις ὑπῆρχον ἐξ ἀρχῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀποσταλῇ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως τάχιστα ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα καὶ διαταχθῇ τὸ Ἐλεγκτήριον 3ης Μεραρχίας, νὰ ἐκδώσῃ τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν καθυστερουμένου ἀντιτίμου ἐπιταχθέντων εἰδῶν εἰς τοὺς δικαιούχους Δαμιανὸν Βλάχον, Κωνστ. Φίλιππαν, Ἐπαμ. Ρομποτῆν, Ἰωάννην Βερίκιον, Γεράσ. Μωραΐτην, Δ. Τζεβελέκην, Θεοδ. Μεσσήνην, κατοίκους Λευκάδος, καθόσον οἱ ἄνθρωποι, βιοπαλαισταὶ ὄντες, ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτῶν.
§115Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα πρὸς ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων αὐτῶν καὶ πληρωθῶσιν οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι.
§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐπίσπευσιν καὶ ἀποπεράτωσιν τῆς προμελέτης διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Αἰγείρας–Ἀρφαρῶν ὡς καὶ τὴν ὁριστικὴν μελέτην διὰ τὴν αὐτὴν ὁδόν.
§118ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πολὺ καλά.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης μετὰ τοῦ κ. Θ. Κουτούπη ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν διατί δὲν ἐκδίδεται τὸ ἔνταλμα τῆς πληρωμῆς τῶν χορηγητῶν ἄρτου εἰς τὸ Πολεμικὸν Ναυτικὸν τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ἐνῷ ἐξεδόθησαν τοιαῦτα τῶν προηγουμένων ὡς καὶ τοῦ Φεβρουαρίου. Ἀναβάλλεται μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατί δὲν διετάχθη ἡ ἐπισκευὴ τῶν διδακτηρίων ἀρρένων τοῦ Σιδηροκάστρου, τοῦ Γέρμας, τῶν Καμινίων, Φάριδος τῆς Λακεδαίμονος καὶ τοῦ Γεωργιτσίου, Πελάνας Λακεδαίμονος περὶ ὧν ὑπάρχουν ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν».
§120Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐκθέσεις, θὰ διαταχθῶσι τὰ δέοντα.
§121Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ σχολείου Σιδηροκάστρου, ἦλθεν ἐπιθεωρητὴς καὶ εἶδε τὴν κατάστασιν. Οἱ κάτοικοι προέτειναν τὴν δωρεὰν ἐπισκευὴν τοῦ σχολείου, ἔχουσι δὲ συλλέξει καὶ 300 δραχμάς. Ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται 2.000 δραχ. διὰ νὰ ἐπιδιορθωθῇ. Κάθηνται οἱ μαθηταὶ εἰς τὸ χῶμα. Ἐπίσης διὰ τὰ σχολεῖα Γνύθου, Γεωργιτσίου, Πελάνας Λακεδαίμονος ἔχουσι γίνει ἐκθέσεις ὑπὸ τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὅπως ἐπισκευασθῶσιν.
§122Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔλαβον ἤδη.
§123Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κ. Ὑπουργέ.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης «συνιστᾷ καὶ παρακαλεῖ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον μηχανικὸν Λευκάδος, ἵνα ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἀπαιτηθησομένης δαπάνης πρὸς ἐπισκευὴν καὶ σωτηρίαν τῆς ἐθνικῆς κεντρικῆς ὁδοῦ τῆς πόλεως Λευκάδος–Βονίτσης. Ἡ ὁδὸς ἐκείνη κατεστράφη εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε κατέστη ἀδιάβατος, καθόσον ἔχει νὰ συντηρηθῇ καὶ ἐπισκευασθῇ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐχαρακτηρίσθη ἐθνική».
§125ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πολὺ καλά.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρακαλεῖ αὐτὸν θερμῶς, ὅπως λάβῃ μέριμναν καὶ διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον μηχανικὸν Λευκάδος, ἵνα ὑποβάλῃ μελέτην διαρρυθμίσεως τοῦ καταστρεπτικοῦ χειμάρρου Βασιλικῆς–Ἁγίου Πέτρου τοῦ δήμου Ἀπολλωνίων καὶ Εὐγήρου–Λευκάδος. Ὁ χείμαρρος οὗτος ἐν καιρῷ χειμῶνος διὰ τῆς ὑπερεκχειλίσεως αὐτοῦ ὄχι μόνον διακόπτει πᾶσαν συγκοινωνίαν τῶν κατοίκων Βασιλικῆς–Ἁγίου Πέτρου, ἀλλὰ καταστρέφει τελείως ὅλους τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς καὶ λοιπὰ προϊόντα τοῦ μέρους ἐκείνου. Ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη εἶναι ἀσήμαντος, τὸ δὲ προσγενόμενον ἀγαθὸν εἶναι μέγα. Βασιζόμενος εἰς τὴν ὅλως πατρικὴν μέριμναν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει καὶ τὴν ὁποίαν λαμβάνει περὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀναγκῶν, ἐλπίζει ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην καὶ θὰ προβῇ τάχιστα εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου».
§127ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν καὶ ταύτην.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ παρακαλεῖ αὐτόν, ὅπως διατάξῃ τὸν ἁρμόδιον μηχανικὸν Λευκάδος, ἵνα τάχιστα ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ ἀπαιτούμενον σχεδιάγραμμα πρὸς ἀνέγερσιν δημοτικοῦ σχολείου θηλέων ἐπὶ τοῦ δωρηθέντος οἰκοπέδου ὑπὸ τοῦ δήμου Λευκαδίων. Ἡ δωρεὰ παρὰ τοῦ δήμου καὶ ἡ ἀποδοχὴ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐγένετο πρὸ διετίας καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία ἐνέργεια ἐγένετο μέχρι τοῦδε».
§129Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔλαβον ὑπὸ σημείωσιν τὴν ἐρώτησίν σας καὶ θὰ διατάξω τὰ δέοντα.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Καφαντάρης, Γ. Τσακανίκας καὶ Π. Ἀραβαντινὸς ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν μὴ παρ’ αὐτοῦ κατάθεσιν τοῦ ζητηθέντος φακέλου πειθαρχικῆς καταδιώξεως κατὰ τοῦ τέως ἐφέτου Λαρίσσης κ. Ἀμπελᾶ.
§131Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἄσκησις τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας ἀνάγεται εἰς τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος συνισταμένη κυρίως εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν ἢ ἐξιλασμὸν παραπτώματος μὴ φέροντος χαρακτῆρα βαρύτερον. Ἑπομένως καθ’ ἑαυτὴν ἡ δημοσιότης θὰ ἐπεδείνου τὴν θέσιν τοῦ πειθαρχικῶς τιμωρηθέντος δικαστοῦ καὶ τοιαύτη ἐπιδείνωσις δὲν θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη διὰ τὸ ἄτομον τοῦ δικαστοῦ, ἔτι μᾶλλον ἀντενδείκνυται αὕτη καὶ ἐκ λόγων ἀκόμη κοινωνικοῦ συμφέροντος. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μειοῦται τὸ κῦρος καὶ τοῦ τιμωρηθέντος δικαστοῦ καὶ τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ πειθαρχικοῦ παραπτώματος. Ἀλλ’ ἐν τῇ παρούσῃ περιπτώσει δύο λόγοι συντρέχουσι πρὸς τὴν ζητηθεῖσαν ἀνακοίνωσιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι δὲν ζητεῖται νὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐν τῷ προκειμένῳ οὐδεμίαν πρᾶξιν ἐνήργησε σχετικῶς πρὸς τὴν πειθαρχικὴν ὑπόθεσιν, ἥτις δὲν ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ μὴ περατωθεῖσα. Ἐζητήθη παρ’ ἰδιωτῶν κατ’ ἀρχὰς διὰ τοῦ πληρεξουσίου των δικηγόρου, ὅπως ἀνακοινωθῇ αὐτοῖς ἡ πειθαρχικὴ δικογραφία καὶ εἰδικῶς χορηγηθῇ ἀντίγραφον τοῦ κατηγορητηρίου τοῦ παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελέως. Ἡ αἴτησις αὕτη διεβιβάσθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν περίπου τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα ἐν ἀρχῇ πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς μὴ δημοσιότητος τῆς πειθαρχικῆς διαδικασίας, συνεπείᾳ δὲ τῆς ἀρνήσεως ταύτης ἐζητήθη ἡ διὰ τῆς Βουλῆς ἀνακοίνωσις. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος συντρέχει, ὅπως μὴ δοθῶσι τὰ ἔγγραφα, διότι ἡ δικογραφία αὐτὴ δὲν εἶναι πλήρης. Ὑπάρχει μόνον, ὡς εἶπον, τὸ κατηγορητήριον τοῦ Εἰσαγγελέως καθὼς καὶ αἱ μαρτυρίαι τῆς κατηγορίας. Ὁ κατηγορούμενος ἐφέτης δὲν ἀπελογήθη οὐδὲ ἀπόφασις ἠκολούθησε. Ζητεῖται ἄρα νὰ ὑποβληθῇ δικογραφία εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται ὅτι κατηγορεῖται διὰ τὴν ἄλφα καὶ βῆτα πρᾶξιν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὔτε ἀπολογία τοῦ κατηγορουμένου οὔτε ἀπόφασις, ἐνῷ ἂν ὑπῆρχε δικαστικὴ ἀπόφασις θὰ ἀπεκρυστάλλου τὸ ἀληθὲς πόρισμα περὶ τῶν γεγονότων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καταθέσω τὸν περὶ οὗ πρόκειται φάκελον.
§132Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Προφανῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμε σύγχυσιν δύο περιπτώσεων. Ἐζητήθη ἰδιωτικῶς ἡ παροχὴ ἀντιγράφου τοῦ κατηγορητηρίου τοῦ ἀπευθυνθέντος κατὰ τοῦ ἐφέτου κ. Ἀμπελᾶ, ἐζητήθη πρὸ καιροῦ ἡ κατάθεσις τοῦ φακέλου τῆς κυβερνητικῆς καταδιώξεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πρόκειται δὲ περὶ τοῦ ἑξῆς: ὅτε ὁ περὶ οὗ λόγος ἐφέτης, εἶχε διενεργήσει τὴν ἀνάκρισιν κατὰ τῶν ἀθέων, ὡς ἐχαρακτηρίσθησαν, τοῦ Βόλου, κατηγγέλθη ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων ἐπίεσε τοὺς μάρτυρας ἵνα καταθέσωσι κατὰ τῶν κατηγορουμένων μὴ διστάσας νὰ διαστρέψῃ καὶ τὰς μαρτυρίας ἐν ταῖς ἀνακριτικαῖς ἐκθέσεσιν. Ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης ἐνηργήθη πειθαρχικὴ ἀνάκρισις, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπέβαλε πρότασιν δυσμενῆ διὰ τὸν τέως ἐφέτην εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ζητῶν τὴν τιμωρίαν του, ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀληθεῖς. Ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς προτάσεως ταύτης, ὁ τέως ἐφέτης ἐζήτησε τὴν ἀποχώρησίν του ἐκ τῆς δικαστικῆς του ὑπηρεσίας. Παραδόξως ὅμως ταὐτοχρόνως τότε ἐσταμάτησε καὶ ἡ πειθαρχικὴ ἐνέργεια, καὶ ὁ δικαστὴς ἀπεχώρησεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας χωρὶς νὰ ἀσκηθῇ ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία. Ἐζητήσαμεν τὸν φάκελον, ἵνα ἐλέγξωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, νὰ θεωρῇ δηλ. ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προέρχηται ἡ Πολιτεία εἰς συμβιβασμὸν πρὸς τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἵνα ἀποφεύγωσιν οὗτοι τὰς συνεπείας τῶν πειθαρχικῶν παραπτωμάτων.
§133Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μεγαλειτέρα πειθαρχικὴ ποινὴ εἶναι ἡ ἀποπομπὴ ἐκ τοῦ σώματος.
§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄλλο αὐτό.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὴ ταράττεσθε. Θὰ σᾶς εἴπω περὶ ὅλων. Εἰς ἀπάντησιν τῆς αἰτήσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκεν ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑποστηρίζοντος ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ φακέλου εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἀπαγορεύει τοῦτο ὡρισμένον ἄρθρον τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τὴν γνώμην δὲ ταύτην ἐπανέλαβε σήμερον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς συμμεριζόμενος οὕτω καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν γνώμην τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· ἐζήτησα ἐγὼ ἢ ἄλλος συνάδελφος ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραστῶμεν εἰς συνεδρίασιν τοῦ Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου; Διότι περὶ τοιούτου τινὸς πρόκειται. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐγὼ ἢ ἄλλος τις ἐζήτησε τὴν ἀνατροπὴν τῆς διατάξεως τῆς καθιστώσης μυστικὰς τὰς συνεδριάσεις τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλ’ ἕως πότε θὰ καλύπτωνται μὲ τὸν πέπλον τοῦ μυστηρίου αἱ πειθαρχικαὶ ὑποθέσεις; Καὶ ὅταν αὐτὴ λάβῃ πέρας, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ ὑπόθεσις διὰ τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον, τὸν ὑπόλογον, ἔχει περατωθῇ καὶ παρεπέμφθη εἰς τὸ ἀρχεῖον, δι’ ὅλην δὲ τὴν λοιπὴν ἀνθρωπότητα εἶναι ἀκόμη ἐκκρεμής; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι θὰ ἐκτείνηται ὁ πέπλος οὗτος τοῦ μυστηρίου ἐπὶ τῶν πειθαρχικῶν ὑποθέσεων καὶ πέραν τῆς περατώσεως τῶν δικογραφιῶν; Ἀπορρέει τοῦτο ἐκ τῆς ὅλης νομοθεσίας ἡμῶν; Οὐχὶ βεβαίως καὶ δι’ αὐτὸ θέλω νὰ σᾶς ἐλέγξω, κύριε Ὑπουργέ, διότι λέγετε διὰ τοῦ στόματος τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ ἰδίου ὑμῶν στόματος, ὅτι ἡ ἄσκησις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας εἶναι ὑπόθεσις ἐσωτερικῆς φύσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος, εἶναι οἰκειακὸς κολασμός, εἶναι castigatio domestica.
§136Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κάθε στενοκεφαλιά.
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ὅτι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, εἴτε Βουλὴ εἴτε κοινωνία εἴτε ἄτομα, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ῥίψωμεν βλέμμα εἰς τὰ ἄδυτα τῶν μυστηρίων τῶν πειθαρχικῶν, διότι θὰ εἴμεθα ἀδιάκριτοι ἀναμιγνυόμενοι εἰς ξένας οἰκογενειακὰς ὑποθέσεις. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ξένη ὅλως πρὸς τὴν ἀντίληψιν τοῦ σημερινοῦ πολιτεύματος.
§138Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κάθε ἄλλο.
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἡ ἄγκυρα, ἡ ἀσφάλεια τῆς ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ὑπόθεσις οἰκογενειακὴ τοῦ δικαστικοῦ σώματος; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης· ὅταν αὔριον θὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου οἱ μάρτυρες καὶ εὑρεθῶσιν εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὰς καταθέσεις τὰς ἐγγράφους τὰς ὁποίας ἔκαμαν κατὰ τὴν προδικασίαν, τί θὰ συμβῇ; Θὰ συλληφθῶσιν αὐτοὶ καὶ θὰ φυλακισθοῦν ὡς ψεύδορκοι; Ὁ δὲ κατηγορούμενος θὰ καταδικασθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταθέσεων αὐτῶν, τῶν καταθέσεων τῶν συλληφθέντων ὡς ψευδομαρτύρων; Ἰδοὺ τὰ ἀπορήματα τὰ ὁποῖα γεννῶνται. Καὶ ὅμως ὅλα αὐτὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔλθουν εἰς φῶς! Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ἀντιλήψεως καθ’ ἣν αἱ καταθέσεις αὗται ἀποτελοῦσιν οἰκειακὴν ὑπόθεσιν τῆς δικαιοσύνης καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔλθωσιν εἰς φῶς, διότι ἐκθέτουν τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Θέλετε λοιπὸν τὸ κῦρος τῆς δικαιοσύνης αὐτῆς, κῦρος ψευδές, κ. Ὑπουργέ, κῦρος στηριζόμενον ἐπὶ τῆς παραπλανήσεως τῆς κοινωνίας; Ἐζήτησα, Κύριοι, ἀκριβῶς τὸν λόγον, ἵνα καταδείξω τὴν ἀντίληψιν τὴν ἐπικρατοῦσαν εἰς τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς, ἀντίληψιν ἐντελῶς ἀσύμφωνον πρὸς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Βλέπετε τὰ πράγματα καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Εἶναι προϊὸν ἄλλης ἐποχῆς ἐξ οὗ καὶ ὁ ὅρος ὁ λατινικός, τὸν ὁποῖον ἐτόνισα ἰδιαιτέρως. Βλέπομεν ὑπὸ ποῖον πνεῦμα ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀσκητὴν ἐξουσίας, θεμελιώδους ἐξουσίας ὁποία εἶναι ἡ πειθαρχική.
§140Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι γνωστὰ τὰ σκάνδαλα τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀλλὰ σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα οὔτε εἰς τὴν Ῥωμαϊκὴν οὔτε εἰς τὴν Βυζαντινὴν ἐποχήν. Ἔχομεν ἄλλην σύγχρονον ζωήν, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ μεταβάλῃ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἀπορρεούσας ἐκ τῆς Ῥωμαϊκῆς καὶ Βυζαντινῆς ἐποχῆς. Διὰ νὰ ἀρνηθῆτε τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου ὡς ὑπεύθυνος καὶ ὑπόλογος ἐνώπιον τῆς ἐξελεγκτικῆς τοῦ Κοινοβουλίου ἐξουσίας, ἕνα λόγον δύνασθε νὰ προβάλητε, ὅτι διὰ τῆς καταθέσεως αὐτοῦ κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Εἶναι ὁ μόνος λόγος δι’ ὃν εἷς Ὑπουργὸς δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον. Τούτου μὴ ὑπάρχοντος ὑποχρεοῦσθε νὰ καταθέσητε τὸν ζητούμενον φάκελον. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξητε, ὑπέχετε ὑμεῖς τὴν εὐθύνην διότι ἀφήσατε νὰ διαφύγῃ τὴν τιμωρίαν, εἷς δικαστικὸς λειτουργὸς ὁ ὁποῖος δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του.
§142Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἐζητήθη, κ. Βουλευταί, ὁ φάκελος τῆς δικογραφίας τῆς κατὰ τοῦ κ. Ἀμπελᾶ διώξεως ὄχι ὅπως διασυρθῇ ἡ ὑπόληψις τοῦ δικαστικοῦ τούτου προσώπου, οὐδὲ νὰ ἐκτεθῇ ἡ ὑπόληψις τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅπως ἀσκηθῇ τὸ ὕπατον δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, τὸ ὁποῖον πᾶς κατηγορούμενος ἔχει καλούμενος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Διότι ἐκ τῆς καταθέσεως τῆς δικογραφίας ταύτης θὰ προκύψῃ κατὰ πόσον ὀρθῶς ἐνήργησεν ὁ ἐνεργήσας τὴν δίωξιν κατὰ τῶν καταγγελθέντων τῶν ὁποίων ἡ δίκη ἔσται προσεχῶς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὠχυρώθη ὄπισθεν τοῦ μυστικοῦ τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ποινικὴ δικονομία δὲν ἀναγράφει οὐδεμίαν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποκλείεται ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων, ἐκτὸς ἐὰν κινδυνεύωσι μυστικὰ τοῦ Κράτους. Ἀκριβῶς δὲ ζητοῦμεν τοῦτο νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ποῖα εἶναι τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα κινδυνεύουσι ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ φακέλου. Ζητοῦμεν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν ταύτην, διότι καὶ ἡ ἄρνησις αὐτή, ἐν ἐλλείψει τῆς δικογραφίας, θέλει χρησιμεύσει πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ὑπερασπίσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ στερήσῃ τινὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀχυρούμενος ὄπισθεν ἐπισφαλοῦς δικαιολογίας, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκτεθῶσι συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§143Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Συνυπέγραψα καὶ ἐγὼ τὴν ἐπερώτησιν πρὸς ἄσκησιν ἐλέγχου κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καίτοι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν αἰτησάντων τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Συνυπέγραψα τὴν ἐπερώτησιν διὰ νὰ ἐλέγξω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατόπιν τῆς πληροφορίας, τὴν ὁποίαν ἔμαθον παρὰ τῶν ἐντίμων Συναδέλφων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρνήθη τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων προβαλὼν ὡς δικαιολογίαν τὴν ἀπάντησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον εἶχε ζητήσει τὴν δικογραφίαν. Μοὶ προὐξένησεν ἐντύπωσιν πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην ὅτι δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, καὶ ἐζήτησε ταύτην ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§144Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὰ ἐζήτησα μετὰ τὴν γνώμην του.
§145Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καὶ θέλω νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἀσυναισθήτως, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, ἡ ὁποία εἶναι βαρεῖα ᾠκειοποιήθη τὴν ἀντίληψιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁποῖος οὐδεμίαν ἔχει θέσιν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Ὠκειοποιήθη ζήτημα πολιτικόν, ζήτημα συνταγματικὸν καὶ τὸ ἔθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ζητῶν νὰ ἄρῃ ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου τὸν ἔλεγχον. Περὶ τούτου πρόκειται. Τὴν ἀντίληψιν ταύτην δὲν εἴχετε ἐν ἀρχῇ, τὴν ᾠκειοποιήθητε κατόπιν, διότι ὑπεστήριξεν αὐτὴν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἶναι Κράτος ἐν Κράτει ἐν Συνταγματικῷ πολιτεύματι, ὅτι ἀποτελεῖ ἓν ἰδιαίτερον τμῆμα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀπολαύει πλεονεκτημάτων περισσοτέρων ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει οἱοσδήποτε ἄλλος πολίτης καὶ οἱονδήποτε ἄλλο τμῆμα ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Πᾶν τμῆμα τοῦ δημοσίου βίου ὑπάγεται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, μόνον δὲ ἐὰν θίγωνται συμφέροντα τοῦ Κράτους, δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀρνηθῇ τὴν παροχὴν πληροφοριῶν ἢ τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων. Περὶ τοιούτου τινὸς ὅμως δὲν πρόκειται. Οὐδὲν συμφέρον ἐθνικόν, οὐδὲν συμφέρον τοῦ Κράτους θίγεται. Εἶναι μία ὑπόθεσις περὶ τῆς ὁποίας αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε πρὶν ὅτι ὁ παραιτηθεὶς ἐφέτης ὑπέστη τὴν μεγαλειτέραν τιμωρίαν διότι παρῃτήθη. Ἐχαρακτήρισε τὴν παραδοχὴν τῆς παραιτήσεώς του ὡς τιμωρίαν. Ἑπομένως ἔλυσε τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὸ Κράτος. Ὑπάρχει ζήτημά τι καὶ ζητεῖτε νὰ καλυφθῇ τὸ ἄτομον τοῦ ἐφέτου, τοῦ ἤδη μὴ ὄντος ἐφέτου, διὰ τῆς ἐπιταχύνσεως μιᾶς δίκης ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος. Ἀσκῶ ἔλεγχον μετὰ λύπης διὰ τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶμαι ὁ ζητήσας τὰ ἔγγραφα ἀλλ’ ἔμαθον παρ’ ἄλλων συναδέλφων τὴν τοιαύτην διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐνῷ εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον αὐτῷ νὰ καταθέσῃ τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα ἐν τῇ Βουλῇ, μετέβαλε γνώμην ὅτε ἦλθε ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ παρέταξε τὰς θεωρίας του, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὀρθαὶ δι’ ἀπολυταρχικὰ πολιτεύματα καὶ ὄχι διὰ κοινοβουλευτικά, καὶ ᾠκειοποιήθη αὐτὰς καὶ εἶπεν ὅτι ἡ ἄσκησις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐκφεύγει τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην παράλειψίν του.
§146Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ τελευταῖον τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀγορεύσας κ. Συνάδελφος οὐδαμῶς εἶπον ἐγώ. Ἀκριβῶς ἐτόνισα ὅτι δὲν ἐζητήθη ὁ φάκελος πρὸς ἄσκησιν ἐλέγχου κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα γίνῃ σκέψις σοβαρὰ περὶ καταθέσεως. Ἀλλὰ ἀπαντῶ κατὰ σειρὰν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Συναδέλφους. Ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ἐσύγχυσε τὴν πειθαρχικὴν καταδίωξιν πρὸς τὴν ποινικήν. Ἐὰν ὁ ἐφέτης ἐβεβαίωσε ψευδῶς, διέστρεψε καταθέσεις μαρτύρων εἰς τρόπον ἐπιβαρύνοντα τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου, τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποτελεῖ ἔγκλημα δίδον χώραν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν καὶ βεβαίως ὀφείλει ὁ ἰδιώτης νὰ τὸν καταγγείλῃ ποινικῶς. Ἀπεναντίας, ἡ πειθαρχικὴ δίωξις δὲν ἔχει τοιαύτην βάσιν· εἶναι πρᾶξις ἐσωτερικῆς τάξεως τοῦ σώματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ ὑπάλληλος, εἴτε ἀξιωματικὸς εἴτε δικαστὴς εἴτε διοικητικὸς ὑπάλληλος. Διὰ τοῦτο δὲ ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Συνάδελφον ὅτι παρέλκει ἡ ἄσκησις πειθαρχικῆς διώξεως ἐπὶ ὑπάλληλον, ὅστις ἀπεχώρησεν ἤδη τῆς ὑπηρεσίας, διότι δὲν ἔχει λόγον τὸ σῶμα, ὅπως ἐξαγνισθῇ ἀπέναντι αὐτοῦ ὁ μὴ ἀνήκων πλέον εἰς τὰς τάξεις του. Δὲν εἶπον ὅτι ὁ ἐφέτης ἀποχωρήσας ἐτιμώρησεν ἑαυτόν. Εἶπον ὅτι ἡ παῦσις εἶναι ἡ μεγαλειτέρα τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν, ἀποκόπτουσα τὸν ὑπάλληλον ἐκ τοῦ σώματος, διότι ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἀφορᾷ τὴν σχέσιν τοῦ σώματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ ὑπάλληλος πρὸς αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον· δὲν ἀφορᾷ κυρίως τοὺς τρίτους. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν ἔχομεν κἂν βεβαιωμένον ἐν τῇ ζητουμένῃ δικογραφίᾳ τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ ὁ κ. Συνάδελφος, διότι, ὡς εἶπον, ἡ πειθαρχικὴ δίωξις δὲν συνεπληρώθη, ἀλλὰ κατέληξεν εἰς ἀπόφασιν. Ἐὰν ἐξητάσθησαν μάρτυρες, δύνασθε νὰ τοὺς καλέσητε καὶ ἐν τῇ ποινικῇ δίκῃ.
§147Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουν αὐτὰ ἐν τῇ Βουλῇ;
§148Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἤρχισα ἀπὸ τοῦ ἐλέγχου καὶ θὰ καταλήξω εἰς τὸν ἔλεγχον ὡς ἐννοῶ τὸν ἔλεγχον ἀσκούμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τοὐναντίον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιωτικὴν ὑπόθεσιν, ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ δικογραφία νὰ ἦτο μέσον πρὸς προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου. Ὁ δεύτερος ἀγορεύσας κ. Συνάδελφος ὡμολόγησε παρρησίᾳ ὅτι δὲν ζητεῖ τὴν δικογραφίαν πρὸς ἄσκησιν ἐλέγχου τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐδέχθη τὴν ἀποχώρησιν τοῦ δικαστοῦ ἐν τῷ σταδίῳ κατὰ τὸ ὁποῖον διεξήγετο πειθαρχικὴ δίκη. Ὡμολόγησεν ἀπεριφράστως ὁ κ. Τσακανίκας ὅτι ζητεῖ τὸν φάκελον διὰ τοὺς δικαζομένους ἐν Ναυπλίῳ. Ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ θελήσωσι ν’ ἀσκήσωσιν ἔλεγχον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτήν, εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω λόγον καίτοι δὲν εἶμαι ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὑπογράψας τὴν ἀποχώρησιν τοῦ ἐφέτου. Ἐὰν συγκεκριμένως οἱ κύριοι Συνάδελφοι δηλώσωσιν, ὅτι ζητοῦσι τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ὅπως ἐλέγξωσι τὸν Ὑπουργόν, ὡς ὑπογράψαντα τὴν ἀποχώρησιν, δὲν ἔχω δυσκολίαν, ἐάν, λέγω, μοὶ δηλωθῇ τοῦτο ἀπ’ εὐθείας νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα.
§149Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ δώσητε λόγον.
§150Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἀρνεῖσθε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀσκήσῃ ἔλεγχον;
§151Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἀγορεύσεώς μου οὐδαμῶς ἠρνήθην εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐλέγχου, οὐδὲ συνεμερίσθην ὁλοκλήρως τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τὸ μέρος τοῦτο. Τοὐναντίον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἐτόνισα ῥητῶς ὅτι δὲν ζητεῖται ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων, ἵνα ἀσκηθῇ ἔλεγχος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ ζητεῖται χάριν ἰδιωτικῆς ὑποθέσεως. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶχον θέσιν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Εἰσαγγελέως μόνον ἐφ’ ὅσον τὰ ἔγγραφα ἐζητοῦντο παρ’ ἰδιώτου καὶ ὄχι ἐὰν ἤθελον ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς.
§152Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπήντησεν εἰς τὸ ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ὁ φάκελος νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν;
§153Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀπήντησεν εἰς τὸ ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο καὶ ἡ γνώμη του ἐὰν ἐνδείκνυται καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συμφέροντος τῆς Δικαιοσύνης ἡ παροχὴ εἰς τὴν δημοσιότητα τοῦ τοιούτου φακέλου. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης ἐνδιαφέρει βεβαίως τὴν Βουλήν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἤθελε νὰ διασυρθῇ ἡ Δικαιοσύνη.
§154Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θέλει νὰ διασυρθῇ ἡ Δικαιοσύνη, ἀλλὰ θέλει νὰ ἐλεγχθῇ ὁ Ὑπουργός.
§155Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ αὐτὸς ἔλεγχος ἠδύνατο ν’ ἀσκηθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν πειθαρχικῶν Συμβουλίων τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτε ὅμως ὑπεδηλώθη ὅτι λόγοι πειθαρχίας ἐπιβάλλουσι νὰ μὴ ἔρχωνται εἰς τὸν βουλευτικὸν ἔλεγχον αἱ ἀποφάσεις αὗται, ἡ Βουλὴ ἐσταμάτησεν.
§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· προσήχθησαν.
§157Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἠρνήθην τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἐλέγξῃ τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἂν ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἐζητοῦντο τὰ ἔγγραφα τῆς περὶ ἧς πρόκειται πειθαρχικῆς ὑποθέσεως, δὲν ἤθελον ἀρνηθῆ νὰ προσκομίσω ταῦτα, ἐκτὸς ἐὰν ὑπῆρχε σημεῖόν τι ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἐπετρέπετο ἡ κατάθεσις ὅπερ ἤθελον τότε ὑποδείξει· ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐζητοῦντο πρὸς ὑποστήριξιν ἰδιωτικῶν συμφερόντων ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, εἶχον τὸ καθῆκον ν’ ἀρνηθῶ τὴν κατάθεσιν.
§158Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, εἰλικρινῶς διότι ἀνεκίνησα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δηλώσεις παριστώσας ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς παραγνωρίζει τελείως καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἀποστολὴν καὶ τῶν Βουλευτῶν καὶ τῆς Βουλῆς. Διότι ἐκτὸς τῆς στρεβλῆς ἀντιλήψεως ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου περὶ τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς σημασίας τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι ὑπόθεσις οἰκογενειακὴ τοῦ Δικαστικοῦ Σώματος, ἐκτὸς τῆς ἀντιλήψεως ταύτης, εἴχομεν σήμερον καὶ ἑτέραν ἀντίληψιν, τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν ὅτι δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάζῃ καὶ ἀναδιφᾷ τὴν πρόθεσιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν οἱ Βουλευταὶ ζητοῦσι τὴν κατάθεσιν ἐγγράφου τινὸς καὶ ἂν ὁ σκοπὸς καὶ ἡ πρόθεσις αὕτη δὲν ἀποβλέπωσιν οὐσιαστικῶς τὸν ἔλεγχον αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς ἕτερόν τινα σκοπόν, τότε ν’ ἀρνῆται τὴν κατάθεσιν τοῦ ἐγγράφου· διότι τὸ ἱστορικὸν εἶναι τοῦτο, ὅτι διὰ σημειώματος ἐζητήθη ἡ κατάθεσις ἐγγράφων καὶ ὅταν ζητῆται ἔγγραφόν τι, ἓν μόνον πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ Ὑπουργός, ὅτι ζητοῦνται ἔγγραφα ἵνα γίνῃ ἔλεγχος τῶν πράξεών του. Πέρα τούτου δὲν δικαιοῦται νὰ ἐξετάζῃ τίποτε πλέον, οὐδὲ δύναται νὰ ἀποκρύψῃ ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει σκοπὸν τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ τὴν ὑπεράσπισιν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἂν εἰλικρινῶς ζητῶμεν τὰ ἔγγραφα ἵνα ἐνεργήσωμεν ἔλεγχον θὰ καταθέσῃ ταῦτα, ἂν ὅμως ἀνειλικρινῶς...
§159Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν εἶπον ἀνειλικρινῶς.
§160Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἔστω· μὴ εἰλικρινῶς· τότε δὲν θὰ καταθέσῃ αὐτά! Εἶπον ὅτι λυποῦμαι ὅτι ἔδωκα ἀφορμὴν εἰς τὰς δηλώσεις αὐτάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον, ἡ εὐθύνη του δὲ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἶναι σαφής· παρέλιπε ν’ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπιτρέψας εἰς τὸν δικαστὴν ν’ ἀποχωρήσῃ ἑκουσίως τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας.
§161ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὴν ἀποχώρησιν τοῦ ἐν λόγῳ ἐφέτου ἀπεδέχθην ἐγὼ ὡς διευθύνων προσωρινῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§162Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἐλέγξω τότε ὑμᾶς. Ἐὰν εἶσθε ὑμεῖς, ὑμεῖς ἐπράξατε κακῶς καὶ πρὸς ὑμᾶς θ’ ἀπευθυνθῇ ὁ ἔλεγχος· τοῦτο ὅμως δὲν ἀπαλλάσσει τὸν Ὑπουργὸν τῆς ὑποχρεώσεως νὰ καταθέσῃ τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν θ’ ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ἰσχυριζόμενος ὅσα ἰσχυρίζεται. Ἔχει ὑποχρέωσιν, διότι ὑπάγεται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ὡς προϊστάμενος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ τὸν δικαστὴν ν’ ἀποχωρήσῃ, διότι, ἐπαναλέγω, ἡ ἀποχώρησις δὲν εἶναι τιμωρία.
§163Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ποία εἶναι ἡ βαρυτέρα πειθαρχικὴ ποινή;
§164Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ ἀποχώρησις. Ἀλλά, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ μὲν τῆς ἀποχωρήσεως καλύπτεται τὸ παράπτωμα καὶ ἡ παράβασις τοῦ ὑπευθύνου δικαστοῦ, διὰ δὲ τῆς ἀπολύσεως πιστοποιεῖται. Δὲν ἐνδιαφέρει ὑμᾶς αὐτό, ἀλλ’ ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν τὴν ἄλλην. Καὶ ἂν νομίζητε ὅτι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία εἶναι ἐσωτερικῶς κολάσιμος δύναμαι δι’ ἰδιαιτέρων παραδειγμάτων νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸ ἀντίθετον. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ ἀνάκρισις βραδυπορεῖ· ὅτι χωλαίνει. Ἐπέρχονται ζημίαι εἰς ἰδιωτικὰ συμφέροντα καὶ εἰς γενικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ ἐνδιαφέρεται μόνον ἡ Δικαιοσύνη; Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι σύγχρονος ἀντίληψις. Ἡ σύγχρονος ἀντίληψις θέτει τὰ πάντα ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὸ φῶς, οὔτε ὑπάρχει πειθαρχικὴ ἐξουσία, οὐδὲ ἄλλη τις ἐξουσία, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ μένῃ αἰωνίως κεκαλυμμένη ὑπὸ τὸν πέπλον τοῦ μυστηρίου. Δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἀνάκρισιν, διότι μόνον ἡ ἀνάκρισις καλύπτεται διὰ τῆς μυστικότητος. Δὲν προχωρεῖ ὁ ἔλεγχος ἐκεῖ ὅπου κινδυνεύουσι συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐνταῦθα ὅμως οὔτε ἡ μία οὔτε ἡ ἄλλη περίπτωσις παρουσιάζεται. Ἐδῶ ὑπάρχει περίπτωσις ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον, καὶ ὀφείλετε νὰ καταθέσητε τὸν φάκελον.
§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἅμα τὸν θέλετε θὰ κατατεθῇ.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διατί παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΩΚΗʹ τοῦ 1881, προέβη εἰς διορισμὸν ἑλληνοδιδασκάλου εἰς τὸ ἐν Ἀμφίσσῃ ἰδιοσυντήρητον Ἑλληνικὸν Σχολεῖον Γιαγτσῆ καὶ ἄνευ προηγουμένης προτάσεως τῆς ἐπιτροπείας πρὸς αὐτὸν καὶ παρὰ τοὺς ὅρους καὶ διατάξεις τοῦ ἱδρυτοῦ Νικ. Γιαγτσῆ.
§167Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διωρίσθη κληθεὶς διδάσκαλος εἰς τὸ ἐν Ἀμφίσσῃ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον ἄνευ προηγουμένης προτάσεως τῆς ἐπὶ τοῦ κληροδοτήματος Γιαγτσῆ ἐπιτροπείας, διότι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ΒΡΛΒʹ τοῦ 1893, ἡ πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐν Ἀμφίσσῃ Ἑλληνικοῦ Σχολείου δαπάνη καταβάλλεται οὐχὶ ὑπὸ τοῦ κληροδοτήματος, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀναγραφομένου κατ’ ἔτος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους τοῦ ἀναλόγου ποσοῦ, ἔκτοτε δὲ ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1883 δὲν διορίζονται διδάσκαλοι εἰς τὸ ἐν Ἀμφίσσῃ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον κατόπιν προτάσεως τῆς ἐπιτροπείας, καθόσον τοῦτο ἐξωμοιώθη πρὸς τὰ λοιπὰ ἐν τῷ Κράτει ὑπὸ τοῦ Δημοσίου συντηρούμενα, οὕτω δὲ ἐνεκρίθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΩΚΗʹ νόμου τῆς 16 Μαρτίου 1881.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Ν. Βελέντζας συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρακαλεῖ αὐτόν, ὅπως λάβῃ μέτρον τι πρὸς περάτωσιν τῆς ἡμιτελοῦς ἐθνικῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἀχινοῦ μέχρι Γαρδικίου τῆς Φθιώτιδος καὶ κατασκευὴν γεφύρας ἀπὸ τοῦ χειμάρρου Βέλλας. Καὶ προσέτι ἂν σκοπῇ νὰ λάβῃ μέτρον τι πρὸς περάτωσιν τῆς ἡμιτελοῦς ἀφεθείσης γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Βιτρίτσης τῆς Φθιώτιδος, δι’ ἣν ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε ποσὰ πλειότερα τῶν 150 χιλ. δραχμῶν.
§169Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πρόκειται, κ. Ὑπουργέ, περὶ ἐθνικῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία μένει ἡμιτελής, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔχει φθάσει εἰς τὸ τέρμα εἰς ὃ ἦτο προωρισμένη. Ἡ ἐπέκτασις τῆς ὁδοῦ ἔχει μελετηθῆ, ὁ δὲ σχετικὸς φάκελος εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὴν περάτωσιν αὐτῆς, διότι δὲν πρόκειται περὶ μεγάλης δαπάνης διὰ τὴν περάτωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης καὶ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Βελλᾶς, ἡ ὁποία ἐπίσης εἶναι ὀλιγοδάπανος, διότι ἕνεκα τῆς ὑπερπλημμύρας τοῦ χειμάρρου τούτου πολλὰ κτήματα καταστρέφονται. Ἐπίσης συνιστῶ εἰς ὑμᾶς τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς κατασκευῆς τῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Βιτρίτσης. Ἐγένοντο τὰ βάθρα, κινδυνεύουν δὲ νὰ καταστραφῶσι καὶ αὐτά, ἂν καὶ ἐδαπανήθησαν πλέον τῶν 150 χιλ. δραχμῶν, ἐνῷ δὲν ὑπολείπεται τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον τὸ ἐπίστρωμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ καὶ ξύλινον. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅπως λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις μου ταύτας καὶ διατάξητε τὴν περάτωσιν τῶν ἡμιτελῶν αὐτῶν ἔργων, περὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ σᾶς πληροφορήσῃ καὶ ὁ Συνάδελφός σας κύριος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργός.
§170ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀφοῦ μὲ πληροφορεῖτε σεῖς, τὸ ἴδιον κάμνει.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ἀ. Περρωτῆς καὶ Σ. Ντολιόπουλος συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα καὶ ἐπιδιορθωθῇ ἡ ὁδὸς Ἀριστομένους, ἥτις εἶναι ἡ κυριωτέρα ὁδὸς τῆς πόλεως Καλαμῶν, καθότι ἑνώνει τὴν πόλιν μετὰ τῆς παραλίας καὶ ἡ ὁποία λόγῳ τῆς κακῆς συντηρήσεως κατέστη ἀδιάβατος.
§172Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὁδὸς Ἀριστομένους εἶναι ἡ κυριωτέρα καὶ ἡ μόνη ὁδὸς τῆς πόλεως Καλαμῶν, ἡ ὁποία ἑνώνει τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν μετὰ τῆς παραλίας καὶ ἐν γένει μετὰ τοῦ λιμένος αὐτῆς. Ἐν τούτοις εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ μὴ ἀποτολμᾷ πλέον κανεὶς νὰ μεταβῇ πεζῇ εἰς τὴν παραλίαν, διότι ἐν μὲν ἡμέρᾳ καλοκαιρίας διατρέχει τὸν κίνδυνον ν’ ἀποπνιγῇ ἐκ τῆς σκόνης, ἐν ἡμέρᾳ δὲ βροχῆς νὰ διέρχηται δι’ ἑνὸς τέλματος ἀδιαβάτου. Καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ νομίσῃ ὅτι ἡ μεγίστη δαπάνη, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ ἐπισκευὴ καὶ συντήρησις τῆς ὁδοῦ ταύτης ὑπῆρξεν ἡ κυριωτέρα αἰτία καὶ ἀφορμὴ τῆς τοιαύτης παραλυσίας. Θέλει ἐν τούτοις ἐκπλαγῆ τις ὅταν πληροφορηθῇ ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη οὖσα ἐκτάσεως ἑνὸς καὶ ἡμίσεος χιλιομέτρου, καὶ χρησιμεύουσα κατὰ τὸ θέρος διὰ τὸν ψυχαγωγικὸν περίπατον τῶν ἀτυχῶν κατοίκων τῆς πόλεως ἐκείνης, δὲν θὰ ἀπῄτει ἢ ἐλάχιστα διὰ τὴν συντήρησίν της. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τὸ ταχύτερον μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον γνωρίζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι μᾶς ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν πόλιν μας, ὁποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ὁδὸς αὕτη δι’ ἡμᾶς, ἡ ὁποία δίδει καὶ τὴν εἰκόνα, οὕτως εἰπεῖν, ὁλοκλήρου τῆς πόλεώς μας.
§173Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ κάμνω τὴν αὐτὴν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι, κ. Ὑπουργέ, ἡ ὁδὸς αὕτη κατέστη ἀδιάβατος.
§174ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Γνωρίζω τὴν μεγίστην σημασίαν τῆς ὁδοῦ ταύτης διὰ τὴν πόλιν Καλαμῶν, δὲν δίδω ὅμως ἀπάντησιν ταύτην τὴν στιγμήν, διότι νομίζω ὅτι διένεξίς τις ὑπάρχει καὶ πρέπει νὰ διευκρινισθῇ.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον, ὅπως κάμῃ συστάσεις τινὰς εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν.
§176Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αἱ συστάσεις, τὰς ὁποίας θέλω νὰ κάμω, καὶ τὰς ὁποίας ἀπευθύνω ἤδη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν μόνον παρόντα, ἀφορῶσι τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας καὶ εἶναι τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἄρχομαι δὲ πρῶτον ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν αὐτῆς, ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Κορίνθου. Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος τῆς Κορίνθου μὲ πληροφορεῖ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μελετᾷ τὴν κατασκευὴν ἀποβάθρας ἐν Ἰσθμίᾳ. Ἐὰν ἡ εἴδησις αὕτη ἀληθεύῃ, προφανῶς τοῦτο γίνεται διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν, δεδομένου ὅτι ἡ Κόρινθος εἶναι οὐσιαστικῶς τὸ σπουδαιότερον στρατιωτικὸν κέντρον τῆς Πελοποννήσου. Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σημείου· ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσιν ἔργα συνδέοντα τὸν ἤδη ὑπάρχοντα μῶλον τῆς Κορίνθου πρὸς τὴν πόλιν τῆς Κορίνθου, θέλει δὲ κατορθωθῇ τοῦτο ἀντὶ ἐλαχίστης δαπάνης, δαπάνης ἐξυπηρετικωτάτης ἀκριβῶς διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἐπιβίβασιν καὶ ἀποβίβασιν, διότι ὑπάρχει ἤδη ἡ ἀποβάθρα ἥτις δύναται ἀντὶ ἐλαχίστης δαπάνης νὰ ἐπεκταθῇ. Ἅμα δὲ οὕτως ἐπιτευχθῇ ἡ συνένωσίς του μετὰ τῆς ξηρᾶς, τότε δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν Ἰσθμίαν ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι θὰ χρειασθῇ δαπάνη ἀνωτέρα διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον αὐτό. Ἐὰν κατασκευασθῇ οὕτως ἡ ἀποβάθρα αὕτη, θὰ ἐξυπηρετήσῃ βεβαίως καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς Κορίνθου, διότι θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν παραμονὴν τῶν πλοίων μεγίστης χωρητικότητος καὶ ἀρκετοῦ βυθίσματος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι εὔκολος καὶ ἡ φόρτωσις καὶ ἡ ἐκφόρτωσις ἐμπορευμάτων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιβίβασις καὶ ἀποβίβασις ἀνδρῶν καὶ κτηνῶν. Ἕτερον ζήτημα ἐπίσης τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος εἶναι τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον θέτω ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας ὁ νόμος τῶν κοινοτήτων, ἂν καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν ἐφηρμόσθη, δεικνύει ὅμως ὅτι θὰ σημειώσῃ ἐπιτυχίας καταπληκτικάς. Αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ὅτι ἔχει καταλάβει μία ἅμιλλα τὰς Κοινότητας διὰ νὰ προαγάγωσι τὰ τοπικά των συμφέροντα, ὥστε ταχέως θὰ ἴδωμεν μεγάλα πράγματα. Τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦδε ἔχουν ἀρχίσει μετὰ θέρμης ἐργαζόμεναι εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας. Μανθάνω ὅτι εἰς τὰ χωρία τῆς Σικυῶνος διὰ προσωπικῆς ἐργασίας ἐργάζονται οἱ κάτοικοι διὰ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν συνένωσιν τῶν χωρίων πρὸς τὰς δύο μεγάλας ἀρτηρίας τάς τε παραλιακὰς καὶ τὰς ἀγούσας πρὸς τὰ ὀρεινὰ μέρη διὰ κατασκευῆς ὁδῶν. Ἀλλὰ σταματῶσι πρὸ δυσχερειῶν, διὰ τὰς ὁποίας εἶναι δίκαιον νὰ ἐπέλθῃ συνεπίκουρον τὸ Κράτος, δυσχερειῶν τεχνικῶν. Ὑπάρχουσι τεχνικὰ ἔργα τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ κατασκευάσωσι, δὲν ζητοῦσι δὲ νὰ κατασκευασθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα διὰ δαπάνης τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ ζητοῦσιν, ὅπως μελετηθῶσι τὰ ἔργα καὶ ὑποδειχθῶσιν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους τὰ δέοντα γενέσθαι, ἵνα κατόπιν αὐτοὶ δι’ ἰδίων δαπανῶν συντελέσωσιν εἰς τὴν κατασκευὴν τούτων. Θὰ παρακαλέσω θερμότατα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχουσῶν αἰτήσεων, ἀλλὰ καὶ ἄνευ αἰτήσεων, νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιτόπιον ὑπηρεσίαν νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τῶν τοιούτων ἔργων καὶ ἐφοδιάσῃ τὰς κοινότητας μὲ τὰ σχεδιαγράμματα καὶ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας διὰ νὰ προβῶσι μόνοι των πλέον εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων. Ἐπίσης ἕτερον ζήτημα τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχοντα ἀναλάβει ὑποχρέωσιν καὶ ὡς ἄτομον, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι ἡ συμπλήρωσις τοῦ τηλεφωνικοῦ δικτύου. Καὶ ἐνταῦθα θὰ εὑρεθῇ πρὸ τῆς μεγάλης ἐπιτυχίας τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων, διότι αἱ κοινότητες προσφέρονται νὰ συμβάλωσιν εἰς τὰ ἔξοδα, ἰδίως εἰς τὴν μεγάλην δαπάνην τῶν τηλεφωνικῶν στύλων ἐξ ἰδίων, ἀρκεῖ νὰ προηγηθῇ ἡ ἐγκατάστασις τῶν συρμάτων καὶ τῶν τηλεφωνικῶν μηχανημάτων. Διότι πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε θὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁλόκληρος ὁ δῆμος Τρικάλων καὶ τὰ χωρία τῆς Σικυῶνος, τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται ἄνθησιν οἰκονομικήν, στεροῦνται τηλεφώνων, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ ἔτι ὀρεινότερα τῆς Στυμφαλίας, τοῦ Φενεοῦ καὶ ἄλλα. Τοιουτοτρόπως νομίζω ὅτι ἐξήντλησα ἓν τμῆμα ἐξ ὅσων ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἔρχομαι ἤδη εἰς μίαν ἄλλην ἐπαρχίαν τὴν τῶν Κυθήρων, εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἡ ὁποία ἔχει δικαιότατα παράπονα, διὰ τὴν ἔλλειψιν συγκοινωνίας καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀσκήσῃ αὐστηρότατα τὰ δικαιώματά του ἐναντίον μιᾶς ἑταιρείας, ἥτις, ἐνῷ λαμβάνει ἐτήσιον ἐπίδομα γενναιότατον, διπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ ἐκτελοῦντος τὴν συγκοινωνίαν ἀτμοπλοίου, τοῦ ἀγορασθέντος ἐν Κωνσταντινουπόλει, διότι εἶχε κριθῆ ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν ὡς ἀκατάλληλον, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐπετράπη ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν νὰ πλέῃ μόνον ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἐνῷ, λέγω λαμβάνει τόσον ἐπίδομα, ὅμως καὶ τοιοῦτον ἀτμόπλοιον διαθέτει διὰ τὴν συγκοινωνίαν αὐτὴν ἐπὶ κινδύνῳ τῶν ταξειδιωτῶν καὶ συγκοινωνίαν τακτικὴν δὲν ἐκτελεῖ.
§177ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ποῖον ἀτμόπλοιον;
§178Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω τὸ ὄνομα.
§179ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ποία ἑταιρεία ἔχει τὴν γραμμήν;
§180Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ἑταιρεία Γιαννουλάτου, ἡ ὁποία ἀπέσπασεν αὐτὴν τὴν σύμβασιν καὶ διαθέτει ἓν τοιοῦτον ἀτμόπλοιον καὶ ἐπὶ πλέον ἔχουσα τὸ μονοπώλιον ἀξιοῖ νὰ λαμβάνῃ ὡς ναῦλον ἐκ Πειραιῶς μέχρι Κυθήρων 18 δραχμάς, καθ’ ἣν στιγμὴν μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Γυθείου, ὅπου ὑπάρχει συναγωνισμὸς ὁ ναῦλος εἶναι μόνον 7 δραχμαί. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ ἐπιδείξῃ ὅλην τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴν πυγμὴν αὑτοῦ ἐναντίον τῆς ἑταιρείας ταύτης ἡ ὁποία κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκμεταλλεύεται τοὺς κατοίκους τῆς νήσου Κυθήρων, οἵτινες ἁπαξάπαντες ζωηρῶς κραυγάζουσι δι’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Συμβαίνει πολλάκις νὰ μείνωσιν ἄνευ συγκοινωνίας, διότι ὅταν θέλει ἡ ἑταιρεία κάμνει προσεγγίσεις καὶ τότε δὲ εἰς ἀκαταλληλοτάτας ἡμέρας, καὶ μάλιστα παραγγέλλει πολλάκις ὅτι θὰ διέλθῃ τὸ ἀτμόπλοιόν της, καὶ ἐν τούτοις δὲν διέρχεται λόγῳ δῆθεν τῆς θαλασσοταραχῆς. Ὑπάρχει οὕτω μία κατάστασις ἀφόρητος, τὴν ὁποίαν θὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι, ὅπως ἔρχονται πρός με αἱ ἀναφοραί, ἔρχονται καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του. Τὴν σύστασιν ταύτην τὴν κάμνω ἐπίσης μετὰ θερμότητος καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Κοπανίτσας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς περὶ τοῦ ἐν Πειραιεῖ Θεοδωρακοπουλείου Λυκείου ὑπαρχούσας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἀναφορὰς τοῦ ἐκεῖ Γυμνασιάρχου καὶ τὰς κυκλοφορούσας ἐν τῇ συνοικίᾳ φήμας περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Λυκείου τούτου καὶ μετ’ αὐστηρὰν ἀνάκρισιν λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα ὅπως ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον ὅπου ἀνήκει.»
§182Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ ἐνεργήσω τὰ δέοντα.
§183Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἠθικῆς τοῦ σχολείου. Ὁ διευθυντὴς τοῦ Λυκείου ἀπεπέμφθη ἐξ Ἀλεξανδρείας διὰ παρόμοια συμβάντα. Ἔχει ἐξαναστῆ ὁλόκληρος ἡ συνοικία τῆς ὁδοῦ Τσαμαδοῦ καὶ ὁ γυμνασιάρχης ἔχει ὑποβάλει ἐπανειλημμένας ἀναφοράς.
§184Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ παραγγείλω τὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ ἐνεργήσῃ, ὅ,τι ἐν προκειμένῳ ἐπιβάλλεται.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς συνιστᾷ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως ἐξακριβώσῃ παρὰ τίνων ἀπηρτίζετο ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις παρέλαβε τὴν βρύσιν ἄνευ ὕδατος, γενομένην δημοσίᾳ δαπάνῃ, ἐν Πλατάνῳ τῶν Ὀλυμπίων, συνιστᾷ δὲ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως παραγγείλῃ τὸν Εἰσαγγελέα Πύργου καὶ ἐνεργήσῃ πᾶν ὅ,τι θὰ ἐνεδείκνυε μία τοιαύτη κολάσιμος πρᾶξις.
§186Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα λάβῃ ὑπὸ σπουδαιοτάτην ἔποψιν τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς αὐτόν, διότι καθ’ ἃ μοὶ καταγγέλλεται ἐκ τῆς κοινότητος Πλατάνου, τοῦ Δήμου Ὀλυμπίων, τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, ἐκεῖ πρὸ δύο ἐτῶν ἐγένετο δημοσίᾳ δαπάνῃ βρύσις, ἡ ὁποία ἐστοίχισε περὶ τὰς ἕξ χιλιάδας δραχμῶν. Ἐν τέλει ἐπιτροπὴ παρέλαβεν αὐτὴν καίτοι δὲν ἔρρεεν ἐξ αὐτῆς οὔτε σταγὼν ὕδατος. Βεβαίως εἶναι πρόδηλον περὶ τίνος πρόκειται καὶ τί συνέβη μεταξὺ ἐργολάβων καὶ τῶν κυρίων, οἵτινες τὴν παρέλαβον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι βεβαίως δὲν εἶναι τὸ πρῶτον σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται, οὔτε τὸ τελευταῖον, νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ παρεμβῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς Πύργου ἐναντίον τῶν μελῶν ἐκείνων τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα παρέλαβον βρύσιν χωρὶς νὰ ῥέῃ οὔτε σταγὼν ὕδατος. Τὸ σκάνδαλον εἶναι μέγα, καὶ ἀποτελεῖ ἐμπαιγμὸν πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ σφετερισμὸν τοῦ δημοσίου πλούτου, ἐνῷ οἱ κύριοι αὐτοὶ ἀνενόχλητοι παρατηροῦσι τὰ συμβαίνοντα. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ παρεμβῆτε καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ παρεμβῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς Πύργου.
§187ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἐνεργήσω.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Θανόπουλος «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν κατασκευὴν περιπτέρου πρὸς διάσωσιν τῶν ἀρχαιοτήτων τοῦ Μουσείου Βόλου, ἐκτεθειμένων εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἀτμοσφαίρας, ἀντὶ ἐλαχίστης δαπάνης».
§189Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἅμα ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐγγεγραμμένον σχετικὸν κονδύλιον.
§190Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκτεθειμένα ὅλα, κύριε Ὑπουργέ.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λομβάρδος «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἄδικον φορολογίαν τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ κατασκευαζομένου ἀρωματικοῦ σάπωνος».
§192Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐν Ἑπτανήσῳ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἰδίως ἐν Κερκύρᾳ καὶ Ζακύνθῳ ἀνεπτύχθη ἀπό τινος βιομηχανία ἀρωματικοῦ σάπωνος, ἥτις ὅμως κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ ἕνεκα προφανοῦς ἀδικίας, ἡ ὁποία γίνεται κατὰ τὴν φορολογίαν τοῦ προϊόντος αὐτῆς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ ὁ κοινὸς σάπων κατασκευαζόμενος ἐξ ἐλαίου, ὑποβάλλεται εἰς εἰδικὴν φορολογίαν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν λεπτῶν (5) πέντε κατ’ ὀκᾶν, ἡ ὁποία φορολογία μὲ τοὺς τοπικοὺς φόρους ἀνέρχεται εἰς 8½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, τοῦτο δὲ διὰ νὰ φορολογῆται τὸ πρὸς κατασκευὴν τοῦ κοινοῦ σάπωνος χρησιμοποιούμενον ἔλαιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχῦον φορολογικὸν σύστημα φορολογεῖται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Τοῦτο ἀποτελεῖ βεβαίως ἀνισότητα πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι κατασκευαζομένου σάπωνος (ὅστις εἰς οὐδεμίαν ὑπόκειται καταβολὴν τελῶν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν αὐτοῦ εἰς ἄλλα μέρη. Ὁπωσδήποτε λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς αὐτοῦ ποιότητος ὁ Ἑπτανησιακὸς σάπων κατορθώνει νὰ ἀνταγωνίζηται πρὸς τὴν παραγωγὴν τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, καίτοι ἐν προφανεῖ φορολογικῇ ἀνισότητι εὑρισκόμενος. Ὡς πρὸς τὸν σάπωνα ὅμως τὸν πραγματικὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου δὲν χρησιμοποιεῖται οὐδόλως τὸ ἔλαιον, ἀλλ’ ἄλλαι οὐσίαι, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται ἔξωθεν καὶ φορολογοῦνται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν, μέχρις ἀκόμη καὶ τῶν πρὸς συσκευὴν αὐτοῦ κιβωτίων, δὲν γίνεται καμμία διάκρισις ἐξ ἀτελείας τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ καὶ τοῦ κοινοῦ σάπωνος καὶ ἑπομένως ὑποβάλλεται εἰς τὴν φορολογίαν τῶν 8½ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἀφομοιούμενος πρὸς τὸν ἐξ ἐλαίου σάπωνα. Δὲν εἶναι ὅμως αὕτη ἡ μόνη ἀδικία ἣν ὑφίσταται ὁ ἀρωματικὸς σάπων εἰσαγόμενος εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, χαρακτηρίζεται ἐκεῖ ὡς σάπων ἀρωματικός, ἤτοι σάπων πολυτελείας καὶ ὑποβάλλεται εἰς καταβολὴν ὑπερόγκου εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ, ὁ ὁποῖος φθάνει καὶ μέχρι 55 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ὅπως συνέβη ἐσχάτως ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ὑπάρχει περὶ τούτου ἀμφισβήτησις ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου, τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ κρίνῃ ἐν τῷ μέτρῳ τῆς ὀφειλομένης δικαιοσύνης. Ἢ πρόκειται περὶ σάπωνος ἀρωματικοῦ καὶ τότε κακῶς φορολογεῖται οὗτος ὡς κοινὸς σάπων κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ἢ πρόκειται περὶ σάπωνος κοινοῦ καὶ τότε κακῶς φορολογεῖται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς ἄλλους τόπους μὲ τὸν ὑπέρογκον δασμὸν τῶν 55 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ καλῶς τὴν ὑπόθεσιν, διότι εἶναι τόσον προφανὲς τὸ ἀδίκημα, ὥστε εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει σπεύσει νὰ λάβῃ ἓν μέτρον. Καὶ ἄλλοτε ἐγένοντο παραστάσεις καὶ ἐθεωρήθη τότε ὅτι τὸ ἄτοπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ παρὰ διὰ νόμου. Παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα καὶ νὰ θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιφέρῃ διόρθωσιν, πρὶν ἢ ἡ βιομηχανία αὕτη τελείως καταστραφῇ.
§193ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ζακύνθου εἶναι σπουδαιόταται καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ μοὶ σταλῇ ἀπόσπασμα ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ τὰς μελετήσω.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Γ. Βλάχος, Κ. Δημοκωστούλας, Π. Ἀγγελίδης καὶ Δ. Χατζηγιάννης «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος διατάξῃ τὰς ἐν Λαρίσῃ καὶ Ἁλμυρῷ ἁρμοδίας ἀρχὰς νὰ δώσωσιν εἰς τοὺς δικαιούχους τὰ δελτία ἐπιτάξεως, διότι παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων οὐδεμία ἐδόθη προσοχή».
§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά, θὰ φροντίσω.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ἰω. Μπουρνιᾶς, Π. Κοντόσταυλος, Ν. Πετσάλης καὶ Σ. Βακράτσας «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος λάβῃ πρόνοιαν καὶ διαταχθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐπιταξίμων ζῴων τοῦ στρατοῦ νὰ μεταβῇ πρὸς σύναξιν τοῦ καταλόγου καὶ εἰς τὰ Στύρα, καθότι διετάχθησαν οἱ δυστυχεῖς κάτοχοι τοιούτων ζώων τοῦ δήμου Στυρέων νὰ μεταβῶσι τὴν ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἰς Κάρυστον, ἀπέχουσαν δώδεκα ὁλοκλήρους ὥρας καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ δῆμος Στυρέων εὑρίσκεται ἐν ἐξεγέρσει».
§197ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔδωκα διαταγὴν νὰ γίνῃ τὸ ζητούμενον καὶ διετάχθη ἡ ἐπιτροπὴ ὅπως διευκολύνῃ τοὺς κατόχους τοιούτων ζώων.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ε. Βελλιανίτης καὶ Σ. Τσοκόπουλος ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοὺς κοινοποιηθέντας στρατιωτικοὺς προβιβασμοὺς τῆς 25ης Μαρτίου 1914».
§199Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τύχωσι προβιβασμοῦ, δὲν ἔτυχον. Διὰ τίνα λόγον;
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὰς κενὰς θέσεις προεβιβάσθησαν. Αἱ θέσεις ἦσαν τέσσαρες κεναὶ μόνον. Ὅταν ψηφισθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ συστάσεως τοῦ μεταγωγικοῦ σώματος καὶ γίνῃ ἡ μετάθεσις τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐπιμελητείας, τότε θὰ κενωθοῦν θέσεις.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις γενικεύεται κατόπιν αἰτήσεως δέκα Βουλευτῶν.
§202Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα, ἀντίκειται εἰς ὡρισμένην διάταξιν νόμου ἀκριβῶς ψηφισθέντος διὰ τοὺς ἀδικηθέντας, οἵτινες προάγονται καὶ καθ’ ὑπέρβασιν, ἀλλὰ κατὰ πόσον ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἐνέργειάν του δὲν θὰ ἀποβῇ ποσῶς δύσκολον νὰ τὸ ἀποδείξω. Τὸ ζήτημα τῶν στρατιωτικῶν προβιβασμῶν ἀτυχῶς μετεβλήθη εἰς ζήτημα στρατεύματος. Καὶ βεβαίως ἀφοῦ ἐξεπήδησεν ἐκ τῶν στρατιωτικῶν κύκλων καὶ ἔφθασε μέχρι τῆς Βουλῆς τὴν ὁποίαν σχεδὸν καθ’ ἑκάστην ἀπασχολεῖ. Τὸ ζήτημα τῶν στρατιωτικῶν προβιβασμῶν ἔχει καὶ λεπτότητα καὶ σπουδαιότητα οὐχὶ τὴν τυχοῦσαν, τὸ μὲν διότι ἀφορᾷ τὴν τύχην τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ δὲ διότι ἀφορᾷ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἀναγκαιοῦσαν ἐν τῷ στρατεύματι ἀγάπην μεταξὺ τῶν συναδέλφων, δηλαδὴ δύο οὐσιωδῶν παραγόντων τῆς πειθαρχίας καὶ τῆς ἀμοιβαίας ἐκτιμήσεως καὶ ἀγάπης μεταξὺ συστρατιωτῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων παραγόντων δὲν δύναται νὰ νοηθῇ στρατὸς ἀντάξιος τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του. Τοσαύτης σπουδαιότητος ζήτημα εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ μίαν ἔρευναν γενικωτέραν καὶ εἰλικρινῆ ὅταν πρόκειται μάλιστα ἐκ τῆς τοιαύτης ἐρεύνης νὰ καταδειχθῇ ἂν αἱ γενόμεναι προαγωγαὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον ἀσφαλίζωσι τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐξ ἄλλου ἡ τοιαύτη ἔρευνα θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἀφορμὴ νὰ ἐξετασθῇ ἂν ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον γίνονται οἱ προβιβασμοὶ καὶ γενικῶς κρίνεται ἡ τύχη τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ὁ καταλληλότερος καὶ ἂν τ’ ἀποτελέσματα τῶν προαγωγῶν τούτων εἶναι ἀποτελέσματα καθησυχάζοντα τοὺς ἔχοντας καθῆκον νὰ ἐνδιαφέρωνται ὅπως ἐν τῷ στρατεύματι ἐπικρατῇ ἡ ἀναγκαιοῦσα γαλήνη. Εὐθὺς ἀκριβῶς μετὰ τὴν λῆξιν καὶ τοῦ δευτέρου πολέμου, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην πρὸς συμπλήρωσιν τῶν παρουσιασθέντων μεγάλων κενῶν νὰ προβῇ εἰς προβιβασμοὺς εἰς τοὺς ὁποίους καὶ προέβη, οὐδεμίαν ἄλλην διατύπωσιν ἀκολουθήσασα, ἀλλ’ ἀκριβῶς καὶ μόνον λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν σχετικὴν ἀρχαιότητα τῶν βαθμοφόρων ἐν τοῖς διαφόροις ὅπλοις. Δὲν ἐζήτησε, προκειμένου νὰ προέλθῃ εἰς προβιβασμούς, νὰ ἐλέγξῃ καὶ ἐξακριβώσῃ ἂν οἱ προβιβασθησόμενοι ἀξιωματικοὶ ἐκέκτηντο τὰ ὑπὸ τῶν ἰσχυόντων νόμων προαπαιτούμενα προσόντα, ἀλλ’ ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὸν πρὸς προαγωγὴν χρόνον. Οἱ γενόμενοι προβιβασμοὶ δὲν ἐπλήρωσαν ὅλα τὰ κενὰ τὰ προκύψαντα ἐκ τῶν ἀπωλειῶν τῶν πολέμων καὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μονάδων. Ἐλήφθη τότε ἡ ἀπόφασις ὅπως ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς νέους προβιβασμοὺς κρινομένους καὶ ἀναγκαίους καὶ ἐπείγοντας. Πρὶν ἢ ὅμως προβῇ εἰς τοὺς νέους αὐτοὺς προβιβασμοὺς ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξασκήσῃ ἔλεγχον τῶν προσόντων τῶν προαχθησομένων, ἵνα δικαιοτέραν ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀμοιβὴν τῶν κεκτημένων δικαιώματα πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν καὶ ἐσκέφθη τὸν τοιοῦτον ἔλεγχον νὰ ἀναθέσῃ εἰς τοὺς ἁρμοδιωτέρους ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητός των καὶ τοὺς μόνους δυναμένους ὡς ἐκ τῆς ἐν τῷ στρατεύματι θέσεώς των νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν κατὰ τίνα τρόπον ἀκριβοδίκαιον πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ οὗτος τοὺς προβιβασμούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προεκάλεσε Βασιλικὸν Διάταγμα τὸ ὁποῖον μεταγενεστέρως περιεβλήθη τὸ κῦρος νόμου, δι’ οὗ ἡ ἐργασία τοῦ ἐλέγχου τῶν προσόντων τῶν προαχθησομένων ἀνετίθετο εἰς τὸ συμβούλιον τῶν Μεράρχων τῶν λαβόντων μέρος εἰς τοὺς πολέμους καὶ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ὁποίων ὑπηρέτησαν οἱ κριθησόμενοι ἀξιωματικοί. Ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη τὴν τύχην τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος τῆς πατρίδος εἰς ἐκείνους παρ’ ὧν δικαίως ἀπεξεδέχετο δικαιοσύνην, ὀρθότητα κρίσεως καὶ σταθερότητα ἀποφάσεως. Τὸ συμβούλιον, ἀντάξιον τῆς μεγάλης πρὸς αὐτὸ ἐμπιστοσύνης, ἕν εἶχε καθῆκον, νὰ μὴ φεισθῇ οὐδενός, ἀλλὰ καὶ οὐδεμία νὰ ἀκουσθῇ διαμαρτυρία ἀδικουμένου. Κανεὶς ὅμως ὑποθέτω δὲν ὑπάρχει ὁ δυνάμενος νὰ βεβαιώσῃ ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου ὑπῆρξαν ἀνάλογοι πρὸς τὰς προσδοκίας μας. Τέλος τὸ συμβούλιον τῶν Μεράρχων, συνῳδὰ τῷ Διατάγματι, συνῆλθε τὸ πρῶτον ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ὡς ὤφειλεν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρὸς αὐτὸ ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων ὑπὸ τῶν διαφόρων σωματαρχῶν συνέταξε τοὺς κεκανονισμένους πίνακας ταξιθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων βαθμῶν καὶ ὅπλων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων πινάκων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνήργησε γενικοὺς προβιβασμοὺς εἰς ὅλα τὰ ὅπλα καὶ ἁπάσας τὰς ὑπηρεσίας, μὲ μόνην τὴν ἐξαίρεσιν ὅτι ἐκ τοῦ πίνακος Α προήγαγε μόνον τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου. Τί ἐπηκολούθησεν ἅμα τῇ δημοσιεύσει τῶν προαγωγῶν τούτων κανεὶς δὲν ὑπάρχει ὅστις νὰ μὴ τὸ γνωρίζῃ καὶ περισσότερον παντὸς ἄλλου ὁ Στρατηγὸς Βασιλεὺς καὶ ὁ ἐδῶ παρακαθήμενος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Παντοῦ ἠκούοντο ἔντονοι διαμαρτυρίαι, ἀνάλογοι πρὸς τὸ μέγεθος τῶν ἀδικημάτων. Ἀξιωματικοὶ μὲ διάτρητα τὰ στήθη ἀπὸ σφαίρας ἔσπευσαν καὶ ἐπαρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ Ἀρχηγοῦ των καὶ συμπολεμιστοῦ των Βασιλέως διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἀδικιολόγητον παράλειψίν των ἀπὸ τοὺς προβιβασμούς, ζητοῦντες νὰ τοῖς παρασχεθῶσιν ἀποδείξεις παραλείψεως καθήκοντος ἢ ἀνικανότητος. Ἡ δημοσία γνώμη ἐφάνη ὅτι δὲν ἔμεινεν ἀσυγκίνητος καὶ αὐτή. Πάντες διηρώτων μὴ ἠδικήθησαν γενναῖοι πολεμισταὶ καὶ ἠμείφθησαν ἀνάξιοι. Διεμαρτύροντο οἱ ἀξιωματικοὶ ἐξακολουθητικῶς ὅτι ἠδικήθησαν κατὰ τρόπον ἀδικαιολόγητον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς ὃν ἐπίσης προσέφυγον, ἤκουσε τὰς διαμαρτυρίας τῶν οὑτωσὶ διαμαρτυρομένων ἀξιωματικῶν καὶ εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος ὅτι δὲν ἔμεινεν ἀσυγκίνητος, διότι ἐν πολλοῖς θὰ ἀνεγνώρισε τὰ δίκαιά των. Ἀπὸ τὸ αὐτὸ συναίσθημα τῆς συγκινήσεως καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαίου κατελήφθη καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δικαίων τῶν δικαμαρτυρηθέντων ἀξιωματικῶν ὑπῆρξε τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ ἕτερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου διετάσσετο ἡ ἀναθεώρησις τῶν πρώτων ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου τῶν μεράρχων. Ὑπῆρξε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μία ψυχολογικὴ κατάστασις ποῦ διηρώτα ὁ καθεὶς τί θὰ ἐπισυμβῇ ὅταν τὸ συμβούλιον τῶν μεράρχων, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν ἀκόμη ἐξέδωκεν ἀπόφασιν κανονίσασαν οὕτως ἢ ἄλλως τὴν τύχην τῶν ἀξιωματικῶν, συμμορφούμενον μὲ τὸν νέον νόμον ἐπικυρώσῃ ἢ ἀκυρώσῃ τὰς πρώτας του ἀποφάσεις. Ἐζήτει τὸ νομοσχέδιον τὴν ἐπανόρθωσιν ἀδικημάτων ἢ νέα ἀπόφασις τοῦ συμβουλίου τῶν μεράρχων δὲν θὰ ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἀναγνώρισις τοῦ δικαίου τῶν παραπονεθέντων; ἐὰν δὲν ἦτο ὑποχώρησις πρὸ ἀδίκων ἀξιώσεων ἢ θὰ ἦτο ὑποχώρησις πρὸ ἀδίκων ἀξιώσεων ἢ θὰ ἦτο ἀπόφασις ἀπορρίπτουσα τὰ παράπονα ὡς ἀβάσιμα καὶ γενικῶς ὁ κόσμος, ἐνδιαφερόμενος νὰ παρακολουθῇ τὰ γινόμενα, ἀνέμενε νὰ μάθῃ ἂν αἱ δεύτεραι ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου θὰ ἀντέκειντο πρὸ τὰς πρώτας. Ὀλίγον παρῆλθε χρονικὸν διάστημα καὶ ἦλθον εἰς φῶς αἱ νεώτεραι ἀποφάσεις τῶν μεράρχων, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεγνωρίζετο κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ δίκαιον τῶν ἀδικηθέντων. Καὶ ὅταν ἀνεγνωρίζετο τὸ δίκαιον τῶν παραπονεθέντων ὡμολογεῖτο, ὅτι τὸ συμβούλιον τῶν μεράρχων κατὰ τὴν πρώτην του κρίσιν, ἐὰν δὲν ἠδίκησε, πάντως ὅμως ἔσφαλεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τώρα πλέον ὑπ’ ὄψιν τὰς νέας προτάσεις τοῦ συμβουλίου, προτάσεις ἀνατρεπούσας τὰς πρώτας καὶ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν εἰς τὴν πρώτην γνώμην καὶ τὴν ἀντίληψιν, ἐκείνους τοὺς ὁποίους κατεδίκασεν ὡς μὴ ἐκτελέσαντας τὸ καθῆκόν των, ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἀφῆκεν ὑπὸ τὰ σχόλια τὰ δίκαια τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, ἤρχετο τώρα νὰ τοὺς δικαιώσῃ, διότι οὐδὲν ἄλλο σημαίνουσιν αἱ δεύτεραι ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου τῶν μεράρχων παρὰ τοῦτο, τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαίου τῶν ἀδικηθέντων. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τώρα ὑπ’ ὄψιν της τὰς νέας προτάσεις τοῦ συμβουλίου, διὰ τῶν ὁποίων προτάσεων, εἶναι κοινὸν μυστικὸν ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ τὸ πρῶτον κριθέντες ἀνίκανοι εὑρίσκονται ἤδη ἱκανοί. Ποῖα προέκυψαν ἤδη γεγονότα ἢ ποίων στοιχείων παρελείφθη ἀδικαιολογήτως ἡ ἀναζήτησις τὸ πρῶτον θὰ ἐπεθύμουν νὰ τὸ μάθω. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συναντήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα συνάδελφον. Ὅτε ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συγκινηθεὶς ἐπὶ τῇ ἀναγνωρίσει τῶν δικαίων τῶν παραπονεθέντων εἰσηγεῖτο εἰς τὴν Βουλὴν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδιώκετο ἡ ἐπανόρθωσις τῶν ἀδικημάτων, ἐὰν ταῦτα ἔλαβον χώραν, ἐζήτησε νὰ ἐπανορθώσῃ ἀκόμη περισσότερον τὰ δίκαια τῶν τυχὸν ἀδικηθέντων καὶ διὰ τοῦτο ὥριζεν εἰς τὸν νόμον — ἄρθρον 2 — ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπελάθετο ὅτε ἀπήντα εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα Συνάδελφον, διότι τί εἶπεν εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα Βουλευτήν; ὅτι δὲν ἐχήρευον παρὰ μόνον θέσεις τέσσαρες εἰς τὸ Οἰκονομικὸν Σῶμα, καὶ αἱ τέσσαρες θέσεις ἐπληρώθησαν, ἄφηνε δὲ νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἐκεῖνοι, ὧν ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιον θὰ προαχθῶσιν ἀργότερον, ὅταν θὰ δημιουργηθῶσι θέσεις ἢ ὅταν θὰ χηρεύσωσι τοιαῦται. Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω τὸ πρᾶγμα. Ὅτε εἰσηγεῖτο τὸν νόμον, κατ’ ἄλλον τρόπον ἐσκέπτετο καὶ ὡρισμένως τότε ἐσκέπτετο ὀρθότερον ἢ νῦν. Τότε ἐσκέπτετο ὅτι ἐὰν ὑπῆρξεν ἀδίκημα ἡ Πολιτεία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν εὐθυωρεὶ νὰ τὸ ἐπανορθώσῃ, νὰ τὸ ἐπανορθώσῃ δὲ κατὰ τρόπον ἐνδεικτικώτατον, ἵνα μὴ ἀφήσῃ οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν τοὺς ἀδικηθέντας ἐκθέτουσι. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Συναδέλφους νὰ ἔχωσι τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούσωσιν. «Ἄρθρον 2ον τοῦ νόμου 115. «Ἐὰν κατόπιν τῆς ἀρξαμένης κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου ἀναθεωρήσεως προκύψωσι στοιχεῖα ἐφ’ ὧν βασιζόμενον τὸ Ἀνώτερον Στρατιωτ. Συμβούλιον ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον συμπληρωματικοὺς πίνακας, οἱ πίνακες οὗτοι κυροῦνται ἐπίσης διὰ Β. Διατάγματος καὶ ἰσχύουσιν ὡς καὶ οἱ ἤδη κυρωθέντες. Οἱ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οὕτω καταρτισθησομένων συμπληρωματικῶν πινάκων προαχθησόμενοι, εἴτε πρὸς πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων εἴτε καθ’ ὑπέρβασιν, ἀνακτῶσι καὶ τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῶν ὅπλῳ ἢ σώματι ἀρχαιότητα ἣν προήχθησαν ἤδη νεώτεροι αὐτῶν». Νομοθετῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὥριζεν ὅτι τοὺς ἀδικηθέντας καθὸ παραλειφθέντας ἀπὸ τοὺς γενομένους προβιβασμοὺς θὰ προῆγεν ὁπωσδήποτε ἔστω καὶ καθ’ ὑπέρβασιν, διότι οὕτω καὶ μόνον οὕτω ἐνόει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ ἐδικαίου τοὺς ἀδικηθέντας. Ὥστε ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἑσπέραν ταύτην πρὸς τὸν ἐρωτήσαντα Συνάδελφον δὲν εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύει ὁ νόμος. Εἶχεν ὑποχρέωσιν συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθην τοῦ ἐπίτηδες ψηφισθέντος νόμου νὰ προαγάγῃ καὶ τούτους καὶ ἐὰν δὲν εἶχε θέσεις νὰ τοὺς προαγάγῃ καθ’ ὑπέρβασιν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις τοὺς ἀφῆκε διὰ νὰ τοὺς προαγάγῃ πότε; ὅταν θὰ χηρεύσωσι θέσεις ἢ ὅταν θὰ δημιουργηθῶσι τοιαῦται; Αὐτὰ λέγονται τώρα τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν κελεύει ὁ νόμος; ὁ νόμος κἄτι τι ἄλλο κελεύει. Κελεύει ὅτι εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς προαγάγῃ καὶ καθ’ ὑπέρβασιν. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν γενομένων τεσσάρων προαγωγῶν ἐν τῷ Οἰκονομικῷ Σώματι, διότι καὶ ἐκεῖ ἐὰν ζητήσω στοιχεῖα, θὰ εὕρω εὐκόλως, διὰ νὰ ἀποδείξω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μὴ ὄντα ἐν τάξει, ἐκτὸς ἂν ἀρκετὴ διὰ τοὺς ἀδικηθέντας ἱκανοποίησις εἶναι ἡ σημερινὴ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δήλωσις ἐντελῶς παρὰ τὸ δίκαιον καὶ τὸν πρόσφατον ἀκόμη νόμον. Ἐπαυξάνει ἐπὶ πλέον τὸ πρὸς αὐτοὺς σοβαρὸν ἀδίκημα ὁ κ. Ὑπουργὸς προάγων ἄλλους νεωτέρους, τοὺς ὁποίους θέτει ὑπεράνω αὐτῶν εἰς τὴν ἀρχαιότητα καὶ ἀφήνει αὐτοὺς ἕως ὅτου εὕρῃ τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν πρὸς προαγωγήν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πράξει τί ἡ ἐσπευσμένη ἐπιψήφισις τοῦ νόμου, ὃν κατ’ ἐπανάληψιν ἐπεκαλέσθη; Ἡ γενομένη ἔρευνα κατέδειξεν ὅτι ἡ ληφθεῖσα νομοθετικὴ μέριμνα εἰς οὐδὲν ὠφέλησε τοὺς ἀδικηθέντας ἕξ ἢ ὀκτὼ λοχαγοὺς τοῦ Οἰκονομικοῦ, διότι ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη δι’ αὐτούς, ἐνῷ ἐφηρμόσθη δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους τοὺς ὑπὸ τὰς αὐτὰς εὑρεθέντας συνθήκας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπάντησις εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα ἐκ Κερκύρας Βουλευτήν, ἦτο ἔργον προχειρότητος, εἶμαι δὲ πλέον ἢ βέβαιος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δίκαιον τῶν ἀδικηθέντων καὶ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα διότι καὶ τοιαύτην ἄλλως τε ἔχει ὑποχρέωσιν ἐπιτακτικὴν ἐκ τοῦ νόμου. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ στραγγαλίζωνται οἱ νόμοι καὶ μάλιστα εἰς βάρος ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἐδείχθη ἐκ τῆς ἀναθεωρήσεως ὅτι δὲν ὑπῆρξαν τοιαῦτα, ὥστε καθεὶς νὰ τὰ στιγματίζῃ, διότι στιγματισμὸς αὐτόχρημα εἶναι ἡ παράλειψίς των ἀπὸ τοὺς προβιβασμοὺς μετὰ δύο πολέμους. Ἡ κατηγορήσατέ τους, κύριοι ἁρμόδιοι, καὶ εἴπατε καθαρὰ πρὸς αὐτοὺς «δὲν δικαιοῦσθε νὰ προαχθῆτε· περιττεύετε εἰς τὸ στράτευμα· εἶσθε ἀνίκανοι, ἐδείχθητε δειλοί»· ἤ, καθόσον τοὺς κρατεῖτε καὶ μάλιστα νομοθετεῖτε ἀποδεχόμενοι τὰ δίκαια παράπονά των, ἔχετε ὑποχρέωσιν, ἔχετε καθῆκον νὰ τοὺς δικαιώσητε καὶ νὰ τοὺς ἀποκαταστήσητε ἀποδίδοντες εἰς αὐτοὺς ὅ,τι τοῖς ἀνήκει. Ἀλλά, Κύριοι, μήπως τὸ ζήτημα τῶν προβιβασμῶν ἐσταμάτησεν ἐδῶ; Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ ὑπάρξῃ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ αἰσθάνηται ἀφορμὴν νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ κατάφωρα, τὰ γενόμενα καὶ πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐφέδρους. Διεπράχθησαν διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἀποστράτους καὶ τοὺς ἐκ τῆς ἐφεδρείας ἀνακληθέντας ἀδικήματα πρωτοφανῆ. Ἐγένετο ἐνέργεια δι’ αὐτούς, ἥτις δὲν θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἀσχημίζει καὶ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων. Καὶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐγὼ αἰσθάνομαι ὄχι λύπην, ἀλλὰ θλῖψιν, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κακίσω τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐσκέφθη καὶ ἐνήργησε τὸ Συμβούλιον τῶν Μεράρχων, εἰς τὸ ὁποῖον μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἐμπιστοσύνην ἀπέβλεψεν ἡ Πολιτεία, ὅταν τῷ ἐνεπιστεύετο τὴν τύχην τοῦ Στρατεύματος. Καὶ δι’ αὐτό, Κύριοι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἐπεκαλέσθην τὴν προσοχήν σας, μήπως ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης προκύψῃ ἀφορμὴ ὥστε νὰ σκεφθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπαναπαύησθε εἰς τοῦ Συμβουλίου τὴν δρᾶσιν. Βεβαίως, ἰδέαι ἀποκεντρώσεως ἐπεκράτουν ὅτε ἐζήτουν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις ν’ ἀπεκδυθῶσι πάσης εὐθύνης, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Στράτευμα, καὶ μετετόπιζον τὰς εὐθύνας καὶ τὰ δικαιώματα εἰς ἄλλους. Καὶ ὑπῆρξαν ὑπουργοὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον ὅτι ἐξυπηρέτουν τὴν γενικὴν ἀντίληψιν, ὅτε ἐπεζήτουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τοὺς δέσῃ τὰς χεῖρας, διατί; διὰ νὰ μὴ παρανομοῦν ὑποκύπτοντες εἰς πιέσεις. Δὲν εὑρέθη, Κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδεὶς ὁ παρανομήσας χωρὶς νὰ δώσῃ λόγον. Ἐγὼ θέλω ὑπευθύνους νὰ διαχειρίζωνται τὰς ἐξουσίας. Δὲν εὑρίσκω ἄλλον περισσότερον ὑπεύθυνον παρὰ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν ἐδῶ νὰ παρακάθηται καὶ νὰ εἶναι δοσίλογος εἰς πᾶσαν στιγμὴν διὰ πᾶσαν ἐνέργειάν του. Ἀποτέλεσμα ἀποκεντρωτικῶν σκέψεων ὑπῆρξε τελεία ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ στρατεύματος καὶ ἡ παράδοσις αὐτοῦ εἰς εἰδικούς, εἰς ἀνθρώπους ἐμπνευσμένους, ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των, εἰς ἀνθρώπους τοῦ καθήκοντος, εἰς ἀνθρώπους μὴ λησμονοῦντας τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ σεβομένους τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων. Ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι δι’ ἐμὲ ἀρκετά· θέλω καὶ τὴν ὑπεύθυνον ἀντίληψιν τοῦ Ὑπουργοῦ· θέλω ἐκεῖ νὰ παρίσταται αὐτός, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχω ὑπεύθυνον ἐγὼ καὶ ὅλοι οἱ ἐδῶ συμπαρεδρεύοντες εἰς πᾶσαν στιγμήν. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μοὶ εἶναι γνωστή, ἐκ τῶν προτέρων. Θὰ μᾶς εἴπῃ· «τί ἠθέλετε, Κύριοι, νὰ πράξω πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων»; Τί ἄλλο παρὰ νὰ παραδώσω τὴν τύχην τῶν στρατευομένων εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τοῦ Στρατεύματος». Δὲν ζητῶ ὅμως ἐγὼ κατάργησιν τῶν Ἀρχηγῶν· ζητῶ ἔλεγχον τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω πουθενά. Μόνον οἱ ἄτολμοι μετατοπίζουν τὰς εὐθύνας, ἀλλ’ αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀνίκανοι νὰ προλάβουν καὶ τὰς καταστροφάς. Κανένα ἄλλον δὲν θεωρῶ περισσότερον ὑπεύθυνον ἀπὸ τὸν ἐδῶ παρακαθήμενον, ὅστις κάθε στιγμὴν ἀντικρύζει τοῦ λαοῦ τὸ βλέμμα καὶ τὴν κρίσιν. Καὶ ἔλεγον, Κύριοι, προτοῦ παρεκβῶ, ὅτι τὰ αὐτὰ καὶ μεγαλείτερα ἀδικήματα ἐπισυνέβησαν καὶ εἰς τοὺς ἀποστράτους καὶ ἐφέδρους ἀξιωματικούς, διὰ τοὺς ὁποίους δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, ὡσὰν καὶ αὐτοὶ νὰ μὴ ἀνήκουν εἰς τὸν ἐθνικὸν στρατόν. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῶν Μεράρχων καὶ κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν, προκειμένου περὶ τῶν μονίμων ἀξιωματικῶν, ἐλάχιστα ἠσχολήθη, προκειμένου περὶ τῶν ἐξ ἀποστρατείας καὶ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν φοβοῦμαι μὴ οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν ἠσχολήθη. Αὐτὸ μαρτυρεῖ ἡ ἐργασία των, αὐτὸ διατρανώνουν οἱ γενόμενοι προβιβασμοί. Ὡσὰν οἱ ἀπόστρατοι καὶ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ νὰ μὴ ἀπετέλεσαν καὶ νὰ μὴ ἀποτελοῦν τὴν ἐθνικὴν δύναμιν, καὶ αὐτοί. Ἡ περὶ τῶν ἀποστράτων καὶ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτόχρημα ἄδικος. Καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐλέχθησαν ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προσκληθέντος ἔπαινοι πρὸς τοὺς τοιούτους ἀξιωματικούς, ἀλλ’ οἱ ἔπαινοι παρέμειναν ἔπαινοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καθόσον ἀναγνώρισις ἐπίσημος τῆς Πολιτείας ἀναγνώρισις φανερά, τὴν ὁποίαν νὰ δικαιοῦνται οἱ ἐπίσης ἀγωνισθέντες, οἱ ἐπίσης θυσιασθέντες νὰ τὴν ἐπιδεικνύωσι, διὰ νὰ ἀπολαμβάνωσι τὸ μεγαλείτερον ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει ἐκεῖνος ὅστις καλεῖται καὶ σπεύδει εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος, ἀναγνώρισις λέγω τοιαύτη οὐδεμία ἐδόθη πρὸς αὐτούς. Ὅ,τι ἀπεφάσισε διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους τὸ συμβούλιον ἐπιμαρτυρεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν ἀδιαφορίαν του, τὴν δημιουργήσασαν ὁλοφάνερα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέθαλψε καὶ ἐν πολλοῖς ἐπηύξησεν ἡ ἐπίσης ἀσυγχώρητος ἀδιαφορία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων καὶ οἱ ἐπακολουθήσαντες προβιβασμοὶ μᾶς παρέχουν ἀσάλευτον τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίζωμεν ὅτι δὲν ἐδικαιώθησαν πάντες οἱ δικαιούμενοι ἀμοιβῆς, εἰς τρόπον ὥστε αὐτὴ ἡ Πολιτεία νὰ παρουσιάζηται ὡς ἀδικήσασα.
§203Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔκαμεν ἔγκλημα.
§204Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, αὐτὴν τὴν στιγμήν θέλω νὰ ἐπικοινωνήσω καὶ μὲ τὴν ψυχήν σας καὶ μὲ τὴν καρδίαν σας. Εἶσθε ὅλοι ἔντιμοι Κύριοι. Ἐζήσαμεν καὶ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζήσωμεν μὲ ὄνειρα, μὲ πόθους, μὲ ἐγωϊσμόν, μὲ φιλοτιμίαν. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων καὶ ἡ ἐν γένει ἐνέργεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἔσβυσαν Κύριοι, τὰ ὄνειρα, ἐνέκρωσαν τοὺς πόθους, κατέρριψαν τὸν πατριωτικὸν ἐγωϊσμὸν καὶ ἐπλήγωσαν τὴν φιλοτιμίαν τῶν στρατευθέντων. Διὰ νὰ μὴ νομίζητε, κύριοι Συνάδελφοι, σεῖς οἱ ἔχοντες τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούητε, διὰ νὰ μὴ νομίζητε ὅτι μόνον λόγους λέγω, παρακαλῶ νὰ σχηματίσητε κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τῶν πράξεων τοῦ συμβουλίου, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ προσέλθω κατήγορος, ὅπως ὑποστηρίξω ὅσα τώρα ἰσχυρίζομαι καὶ δὲν θὰ βραδύνητε νὰ πεισθῆτε, ὅτι προήχθησαν ἴσως ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι οὐδόλως ἐδικαιοῦντο προαγωγῆς, καὶ δὲν ἱκανοποιήθησαν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐδικαιοῦντο τοὐλάχιστον νὰ εἴπωσιν ὅτι συμμετέσχομεν τῶν πολέμων, ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ εἴπωσιν ὅτι ἐσώσαμεν ἀπὸ καταστροφὰς καὶ συνετελέσαμεν εἰς τὴν διάσωσιν τῆς τιμῆς τοῦ στρατεύματος. Οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ τοῦτο δικαιούμενοι νὰ εἴπωσι παρωράθησαν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Συνάδελφοι, ἐὰν ὑπῆρξα ἱκανὸς νὰ σᾶς δώσω πιστὴν τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως τῶν γενομένων εἰς βάρος τῆς φιλοτιμίας ἀνθρώπων ὑποχρεωμένων νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν τιμήν των καὶ τὴν φιλοτιμίαν των. Δὲν εἶναι ὁ ἀξιωματικὸς ἐπαγγελματίας κοινός. Καὶ ὁ οἱοσδήποτε ἐπαγγελματίας ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κήδηται τῆς τιμῆς του καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας του, τί θέλετε διὰ τὸν στρατευόμενον ἀξιωματικόν; Μὲ μειωμένην τὴν ἠθικήν του ὑπόστασιν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ὁ φρουρὸς τῆς πατρίδος; Ἐὰν λέγω, Κύριοι, δὲν ἐπείσθητε πλήρως ἐκ τῶν ὅσων εἶπον ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ συμβουλίου τῶν Μεράρχων ἐν πολλοῖς ἠδίκησαν ἀδικιολογήτως, πάντες ὅμως θὰ ἐπείσθητε ὅτι ὅσα παρ’ ἐμοῦ ἐλέχθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐλέχθησαν ὄχι διὰ νὰ κατηγορήσω κανένα, ὄχι διὰ νὰ συκοφαντήσω κανένα, διότι τὰ ἔργα αὐτὰ ὑπῆρξαν πάντοτε ξένα πρὸς ἐμέ. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἔχων τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι· ὑπῆρξα πάντοτε ὁμιλητὴς μὴ θέλων νὰ ὑπερβαίνω τὰ ὅρια τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνωμαι καὶ διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ πιστεύσητε ὅτι, ὅ,τι εἶπον, εἶπον αὐτὸ ἀπὸ πεποιθήσεως, ἀπὸ καλῆς πίστεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω ὁποίαν ἔχει γνώμην καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ θελήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ ὅσα ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐξέθηκα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῇ συστήσω νὰ φροντίσῃ διὰ παντὸς τρόπου καὶ μέσου νὰ δώσῃ τὴν ἀπαραίτητον γαλήνην εἰς τὸ στράτευμα, νὰ δώσῃ εἰς τὸ στράτευμα τὴν γαλήνην, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην διὰ νὰ ἰσχυροποιηθῇ, διὰ νὰ τονωθῇ καὶ νὰ μεγαλουργήσῃ διὰ νὰ σᾶς δώσῃ καὶ πάλιν τὸ δικαίωμα τὸ στράτευμα, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ παρουσιάσητε, καὶ τὸ πιστεύω ὁλοψύχως, πολὺ ταχέως νέον χάρτην ἀκόμη μεγαλειτέρας Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα).
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί· προσεκλήθην ν’ ἀσφαλίσω τὴν γαλήνην εἰς τὸ στράτευμα, ἀλλὰ βεβαιώθητε, ὅτι διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ μὴ σαλεύηται ἡ γαλήνη αὕτη, ἔχω ἀνάγκην πρὸ παντὸς τῆς συνδρομῆς τῆς ἰδικῆς σας. Εἶναι ἀνάγκη ὅπως μὴ ἐρχώμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ σαλεύωμεν τὴν γαλήνην ἐκείνην, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικρατῇ εἰς τὸ στράτευμα, καὶ ἐννοεῖτε πολὺ καλῶς ποῖον σάλον εἶναι δυνατὸν νὰ ῥίψητε ἀκριβῶς εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ὅταν ἔρχησθε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπὸ τῆς ἐπισήμου θέσεώς σας καὶ κατηγορῆτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τίνας; αὐτοὺς τούτους τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὸ στράτευμα, αὐτοὺς τούτους τοὺς Ἀντιστρατήγους οἱ ὁποῖοι διώκησαν τὸν στρατὸν κατὰ τοὺς δύο νικηφόρους πολέμους. Ὅταν ἔρχησθε καὶ ἰσχυρίζησθε ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων δὲν διέθεσεν οὐδεμίαν κἂν στιγμὴν τοῦ χρόνου του εἰς τὸ νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, Κύριοι, εἶσθε ἄδικοι ἐντελῶς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη καὶ ἐκ τοῦ παγίου νόμου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ τελευταίου περιστατικοῦ, ἂς τὸν εἴπωμεν οὕτω, νόμου, τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐκτέλεσις ἐργασίας δυσχερεστάτης, δυσχερεστάτης κατὰ τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον εὐτυχῶς ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ μας, ὅτε ἀπεδύθημεν εἰς τοὺς δύο πολέμους, δὲν ἦτο τόσον πλήρης ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ διαρκούντων αὐτῶν τὴν ἐκτέλεσιν σοφῶν διατάξεων τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν, ὁριζόντων ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν καὶ μεθ’ ἑκάστην στρατιωτικὴν ἐπιχείρησιν τὴν σύνταξιν ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐὰν ἐγένοντο τότε δὲν θὰ εἴχομεν μετὰ τὸ πέρας τῶν πολέμων νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ δύσκολα προβλήματα τῆς ἀπονομῆς δικαιοσύνης εἰς ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Τὸ ἔργον ἦτο δυσχερέστατον. Οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι οἱ Ἀντιστράτηγοι ὑπελήφθησαν αὐτοῦ μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μὴ ἀδικήσωσιν οὐδένα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἔργον των ὡς ἀνθρώπινον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἰς πλάνας. Ἐνεφιλοχώρησαν πλάναι καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψε καὶ πάλιν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν Ἀντιστρατήγων. Ἀλλ’ ἀκριβῶς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δευτέρας ἀναθεωρήσεως καὶ ὁ ἀριθμὸς ἀκόμη τῶν παραπόνων τῶν ὑποβληθέντων, ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ἔργον τὸ πρῶτον εἰς τοὺς πλείστους ἦτο ἔργον ἐπιτυχές. Σήμερον δὲ στρέφεται κατηγορία δριμεῖα κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων διὰ τὸ ἔργον αὐτῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τῶν πινάκων τῶν ἀφορώντων τοὺς ἐξ ἀποστρατείας ἀνακληθέντας εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ἄλλους ἐφέδρους ἀξιωματικούς. Ὀφείλω νὰ διαμαρτηρηθῶ, Κύριοι, κατὰ τῆς κατηγορίας αὐτῆς ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων δὲν διέθεσε διὰ τὴν σύνταξιν τῶν πινάκων τούτων οὐδὲ μιᾶς ὥρας χρόνον ὡς εἶπεν ἐν ὑπερβολῇ ἀώρῳ, ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Διέθεσε μακρὸν χρόνον, εἰργάσθη ἐπὶ μακρὸν χρόνον, ἐπὶ μακρὰς ἑβδομάδας διὰ τὸ ἔργον τοῦτο. Θὰ μὲ ἐρωτήσετε ἴσως ἂν πιστεύω ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι καὶ πάλιν ἀλάθητον. Πιστεύω ὅτι τὸ ἔργον — εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος — ὅτι τὸ ἔργον εἶναι εἰλικρινὲς καὶ εὐθύ. Πιστεύω ἐπίσης ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνταποκρίνεται πρὸς αὐτὰ τὰ πράγματα, ὅτι ὅμως δυνατὸν νὰ ἐνεφιλοχώρησαν καὶ πλάναι κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν πινάκων δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀμφισβητήσω, δὲν δύναμαι καὶ νὰ τὸ βεβαιώσω. Μοὶ ὑπεβλήθησαν ἤδη δύο παράπονα ἀποστράτων ταγματαρχῶν, μετασχόντων τοῦ πολέμου καὶ μὴ ἐγγεγραμμένων εἰς τὸν πίνακα Β, καὶ τὰ παράπονα ταῦτα ἀνέλαβον νὰ ἐξετάσω. Ἐὰν συνεπείᾳ παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὑποβληθῆ, θὰ ἐμόρφωνον γνώμην ὅτι ἔλαβον χώραν ἀδικίαι, οὐχὶ βεβαίως ἐν γνώσει ἀλλ’ ἐκ πλάνης, διὰ τὴν ἀτέλειαν τῶν πληροφοριῶν, δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ ζητήσω καὶ πάλιν ν’ ἀνοιχθῇ ἡ θύρα πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν τυχὸν δικαίων παραπόνων ἢ ἐπανόρθωσιν ἀδικιῶν καταφώρων. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον, Κύριοι, νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπάρχει δυστυχῶς μία πεπλανημένη γνώμη, ὄχι μόνον μεταξὺ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μετέσχον τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἔξω εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ φοβοῦμαι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο μέρος μὴ καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν Βουλήν, ὅτι πᾶς ὅστις συμμετέσχε τοῦ πολέμου, πρέπει ν’ ἀμειφθῇ τουλάχιστον ἂν μὴ ἄλλως διὰ τῆς προαγωγῆς ἑνὸς βαθμοῦ ἀξιωματικοῦ. Αἴ, Κύριοι, εἰς οὐδένα στρατὸν τοῦ κόσμου μετ’ οὐδένα πόλεμον ἔγινεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· δύναμαι δὲ νὰ προσθέσω — δὲν ἔχω βεβαίως ὑπ’ ὄψει μου ὅλην τὴν ἱστορίαν τῶν στρατευμάτων καὶ βεβαίως τοῦτο μᾶλλον ὡς ῥητορικὸν σχῆμα δύναται νὰ ληφθῇ, διότι ἴσως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑπερβολὴ — ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρξε πόλεμος κατόπιν τοῦ ὁποίου ἐγένοντο προβιβασμοὶ εἰς τόσον εὐρεῖαν κλίμακα ὅσον ἐγένοντο παρ’ ἡμῖν κατόπιν τῶν δύο πολέμων. Ἔχετε λοιπὸν ὑπ’ ὄψει ὅτι ὅλοι οἱ ἀνακληθέντες ἐκ τῆς ἀποστρατείας ἀξιωματικοί, ἐπειδὴ βλέπουν ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ πλεῖστον προήχθησαν, διότι ὁ στρατός μας ἐμεγάλωσε, διότι ηὐξήθησαν τὰ στελέχη καὶ τοῦτο ἐπέτρεψε νὰ προαχθοῦν πάρα πολλοί, ἔχουν τὴν ἰδέαν ὅτι καὶ ἐκεῖνοι πρέπει νὰ προαχθῶσιν ὅλοι. Ἀλλ’ αὐτό, Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ποτέ. Γνωρίζετε καλῶς ὅτι προήχθησαν ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν πίνακα Β, ἠκολούθησα δὲ τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τῆς ὁποίας δηλῶ ὅτι δὲν θὰ ἀποστῶ, ὅπως μὴ προβιβάσω τοὺς ἐν τῷ πίνακι Γ ἐγγεγραμμένους ἐξ ἀποστρατείας.
§206Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προεβιβάσατε ἐμέ. Ὥστε μὴ κάμνετε αὐτὴν τὴν δήλωσιν.
§207ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προεβίβασα ἐκ τοῦ πίνακος Β ἐκ τοῦ Γ ὅμως οὐχί.
§208Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ ἐγώ.
§209ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ μοῦ εἴπητε τίνας.
§210Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μοῦ φέρουν τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἣν ἐζήτησα καὶ θὰ σᾶς εἴπω.
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτόν τι εἶναι ἀντικείμενον ἰδίας ἐπικρίσεως.
§212Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τοῦ πίνακος Γ ἐννοῶ.
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προεβίβασα βεβαίως ὅλους τοὺς ἐν τῷ πίνακι Γ ἐφέδρους ἀξιωματικούς, ὄχι ἐκ τῆς ἀποστρατείας, ἀλλὰ τοῦ ἐφέδρου στρατοῦ, καὶ τοὺς προεβίβασα διότι ὄχι μόνον ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἐκρίθησαν οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ αὐστηρότερον ἀκριβῶς διότι ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἦτο γνωστὸν ὅτι οἱ τοῦ πίνακος Β θὰ ἐμονιμοποιοῦντο καὶ φοβοῦμαι, ὅτι τοῦτο συνετέλεσεν, ὥστε ἡ κρίσις νὰ εἶναι αὐστηροτέρα, ἀκριβῶς διότι ἐπρόκειτο περὶ μονιμοποιήσεως τῶν ἐν τῷ πίνακι Β, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ προαγωγὴ αὐτῶν δὲν φέρει οὐδὲν βάρος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Θὰ κατεχρώμην ὅμως τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀσκῶ, ἐὰν ἤθελον νὰ φανῶ ἁπλῶς εὐχάριστος εἰς ὅλους τοὺς ἔχοντας ἀξίωσιν, προβιβάζων ἄνευ ἀνάγκης καὶ ὅλους τοὺς ἐξ ἀποστρατείας ἐπανελθόντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐν τῷ πίνακι Γ ἐγγεγραμμένους μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δώσω τὴν εὐκαιρίαν νὰ αὐξηθῇ τὸ κονδύλιον τῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε πολὺ καλὰ πόσον ἦτο ὀγκῶδες καὶ πρὸ τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ εἰς ποῖα δυσθεώρητα ὕψη θ’ ἀνέλθῃ μετὰ τὸν πόλεμον. Δηλῶ λοιπὸν ὅτι, οὔτε προεβίβασα ἐκ τοῦ πίνακος Γ, τοὺς ἐξ ἀποστρατείας ἐπανελθόντας εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, οὔτε προτίθεμαι νὰ προαγάγω ἐκ τοῦ πίνακος Γ τοὺς ἀποστράτους ἀξιωματικούς, ἐκτὸς ἂν κατόπιν τῆς ἐρεύνης εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προβῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατυπωθέντων παραπόνων, ἤθελε κριθῆ σκόπιμον νὰ γίνῃ ἀναθεώρησίς τις τῶν πινάκων καὶ τότε βεβαίως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκρίνοντο ἐγγραπτέοι εἰς τὸν πίνακα Β θὰ προεβιβάζοντο. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ἀφορῶντα κυρίως τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐκίνησε τὴν συζήτησιν· ἔρχομαι εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν, βραχέως διατυπουμένην δὲν ἐνόησα τὸ πρῶτον. Ἐνόμισα ὅτι ἠρωτήθην, διατί δὲν κάμνω καὶ ἐκεῖ εὐρυτέρους προβιβασμοὺς καὶ ἔδωκα τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκα. Ἀλλ’ ἤδη ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ διασαφηνίζεται τὸ πρᾶγμα. Ἡ ἐπίκρισις εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι αὕτη· διατί ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Οἰκονομικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι εἰς πίνακα κατώτερον τοῦ Β, κατὰ τὴν πρώτην ἐργασίαν τῶν Ἀντιστρατήγων καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπροτάθησαν ν’ ἀναβιβασθῶσιν εἰς πίνακα ἀνώτερον κατὰ τὴν δευτέραν ἐργασίαν, διατί καὶ τούτους δὲν προήγαγον πάντας; Ἔχω δὲ νὰ δώσω ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ δώσω λόγον προφανῶς εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἐπεκύρωσα τοὺς τελευταίους πίνακας τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λοχαγοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ σώματος. Καὶ θὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπεκύρωσα τὸν πίνακα Β, τὸν σχετικὸν πρὸς τοὺς λοχαγοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ. Ὀφείλω συγχρόνως νὰ δηλώσω, ἵνα μὴ οὐδεμία μείνῃ ἀμφιβολία εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὰ λοιπὰ ἐπεκυρώθησαν πάντες οἱ ἀπὸ τῶν Ἀντιστρατήγων συνταχθέντες καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον πίνακες πλὴν τοῦ πίνακος Α τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, διότι ἐπεκυρώθη ὁ πίναξ Α τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας. Αἱ δὲ διατάξεις τοῦ παγίου περὶ προβιβασμῶν νόμου ἐπανελήφθησαν καὶ ὑπὸ τοῦ τελευταίου νόμου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Οἱ προβιβασμοὶ δ’ ἐγένοντο κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παγίου νόμου, δηλαδὴ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης ἀναλογίας κατ’ ἐκλογὴν προακτέων καὶ κατ’ ἀρχαιότητα προακτέων εἰς τοὺς διαφόρους βαθμούς. Ἔχω δὲ ν’ ἀντιμετωπίσω προσωπικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζω μετὰ πλήρους πεποιθήσεως ὅτι θὰ τύχω τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς. Οἱ προακτέοι λοχαγοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, εἶναι ἂν δὲν ἀπατῶμαι ἕξ. Δὲν ἔχω τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν τὴν ἔχητε παρακαλῶ νὰ μοῦ τὴν δώσητε.
§214Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μοῦ τὴν ἔφεραν ἀκόμη.
§215Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον δὲν ηὐδόκησε νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐφημερίδα τῆς 25ης. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις.
§216Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τέσσαρες εἶναι.
§217ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύο κατ’ ἐκλογὴν καὶ δύο κατ’ ἀρχαιότητα. Αἱ κεναὶ θέσεις ἦσαν αὐταί· σημειωτέον δ’ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρώτων πινάκων, εἰς τὸν πίνακα τῆς κατ’ ἐκλογὴν προαγωγῆς ἐφέρετο δεύτερος ὁ λοχαγὸς Κολοκούβαρος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων πινάκων τῶν ἀναθεωρηθέντων, διὰ τῶν ὁποίων προετείνετο ἡ μετάστασις ἀπὸ τοῦ πίνακος Γ εἰς τὸν πίνακα Β ὀκτὼ ἄλλων ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο, καίτοι πλὴν τοῦ Α πίνακος καθ’ ὅλα τὰ λοιπὰ ἠκολούθησα τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ν’ ἀπομακρυνθῶ ἀπ’ αὐτῆς. Ἠκολούθησα τὴν γνώμην καὶ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων ὅσον ἀφορᾷ πάντα τὰ λοιπὰ καὶ ἐξ ἐμπιστοσύνης φυσικὰ πρὸς τὸ ἔργον αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἀκόμη ὑπερτέρους. Ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἀτομικῶς τῶν προτάσεων τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν προτεινομένων ἀξιωματικῶν. Γνωρίζω καλῶς ὅτι διὰ τῆς δηλώσεως ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπεκφύγω τὰς εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι συνταγματικῶς μὲ βαρύνουσι, διότι, ἀφοῦ εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικυρώσεως ἢ τῆς μὴ ἐπικυρώσεως τῶν πινάκων, βεβαίως ὅλα τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἤθελον ὑπάρχει, βαρύνουσι καὶ ἐμέ.
§218Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ παντὸς σᾶς, διότι σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνος.
§219ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἦτο ὄχι σοβαρὸν νὰ ἀξιώσῃ τις ὄχι κἂν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἁπλῶς ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἄνευ τῶν ἄλλων αὐτοῦ βαρῶν, νὰ ἀξιώσητε ὅτι θὰ ἠδύνατο ἐν συνειδήσει χωρὶς νὰ ὑποστῇ εἰσηγήσεις ἢ ἐπηρεασμοὺς ἄλλους ὀλιγώτερον ὑπευθύνους ἢ τῶν Ἀντιστρατήγων νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλης ἐκείνης τῆς ὀγκώδους ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθησαν νὰ κάμουν οἱ Ἀντιστράτηγοι ἵνα φθάσουν εἰς τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα ἔφθασαν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀπεμακρύνθην ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων, ἔπραξα τοῦτο ἀκριβῶς ὅπου τὸ θέμα προσέπιπτε εἰς τὴν κρίσιν μου, ἄνευ δυσχερείας. Καὶ ὅτι ἔπραξα διὰ τὸν πίνακα Α, τὸν ὁποῖον δὲν ἐκύρωσα οὔτε τὴν πρώτην οὔτε τὴν δευτέραν φοράν, τὸ ἔπραξα εἰς τὸν νέον πίνακα Β τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικούς. Διότι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τοὺς δύο πολέμους, ἐγνώριζον ὅτι μεταξὺ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διεκρίθη ἐν τοῖς πρώτοις, ἀληθῶς ὑπῆρξεν ὁ λοχαγὸς Κολοκούβαρος.
§220Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ πρὸ τοῦ πολέμου. Εἶναι ἀξιωματικὸς εἰς ὃν ὀφείλονται πολλά.
§221Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς διαμφισβητεῖ τοῦτο;
§222ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας δὲν ἀμφισβητεῖ· τὸν εὐχαριστῶ. Ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐνέργειάν μου, ἡ ὁποία ἄλλως θὰ ἐφαίνετο ἀδικαιολόγητος. Καὶ ἡ δικαιολογία εἶναι ὅτι ὑπαρχουσῶν τεσσάρων μόνον θέσεων, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ δύο ἔπρεπε νὰ δοθοῦν εἰς τὸν πίνακα τῆς ἀρχαιότητος, καὶ αἱ δύο εἰς τὸν πίνακα τῆς ἐκλογῆς, ἐνόμιζον ὅτι μοι ἐπιβάλλετο, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ πραγμάτων διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς τὰ φῶτα ἄλλων, ἀλλὰ τὰ ἐγνώριζον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὑπηρεσιακῆς καὶ ἐπισήμου, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλετο νὰ μὴ ἀφήσω ν’ ἀδικηθῇ ἀξιωματικὸς ὅστις ἐφέρετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρώτου πίνακος τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων ὡς προτακτέος, διότι ἦτο δεύτερος. Διὰ τοῦτο δὲν ἐπεκύρωσα τὸν δεύτερον πίνακα, ἀλλ’ ἀφῆκα αὐτὸν ἐν τῇ πεποιθήσει τῇ ἀκραδάντῳ ὅτι κανεὶς ἐξ ἐκείνων οἵτινες προηγοῦντο κατὰ τὴν ἀρχαιότητα τοῦ λοχαγοῦ Κολοκουβάρου ἐν τῷ πίνακι ἐκείνῳ δὲν ἦτο καλλίτερος αὐτοῦ. Δὲν ἠδίκησα κανένα. Εἶμαι βέβαιος ὅτι συνετέλεσα εἰς πρόληψιν ἀδικίας ἀσκῶν ὑπεύθυνον ἀρχήν, διὰ τὴν ὁποίαν εἴδετε ὅτι μὲ καλοῦν, καὶ πολὺ δικαίως, νὰ δίδω λόγον, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐκτελῶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων. Ἀσκῶν ὑπεύθυνον ἀρχήν, δὲν ἠθέλησα ν’ ἀφήσω νὰ περατωθῇ ὁ πόλεμος αὐτὸς χωρὶς νὰ προαχθῇ ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος προσέφερε τοιαύτας ἐξαιρετικὰς ὅλως διόλου ὑπηρεσίας ἐν τῷ κύκλῳ τῆς δράσεώς του, ἐνῷ κατὰ τοὺς πίνακας τοὺς συνταχθέντας κατὰ πρῶτον εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς. Δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἡ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀναθεωρηθοῦν οἱ πίνακες καὶ ἐπανορθωθῇ γινόμενον τυχὸν ἐκ πλάνης ἀδίκημα, ἔφθανε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἀπαιτῇ καθαρὰν ἀδικίαν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο, ἐὰν ἄφηνον ὁ λοχαγὸς Κολοκούβαρος νὰ κατέλθῃ κατωτέρω καὶ νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ προαχθῇ. Ἀλλ’ ἐγένετο καὶ ἄλλη ἐπίκρισις. Διατί δὲν προηγάγετε ὅλους; Διότι, ἀπαντῶ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον θέσεις κενὰς δὲν ἐδικαιούμην νὰ τοὺς προαγάγω. Θὰ προσθέσω δὲ ἀκόμη καὶ ἄλλο. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἢ καταργεῖται τὸ σῶμα τὸ Οἰκονομικόν, δὲν ἐνόμισα ὅτι ὑπῆρχε λόγος νὰ σπεύσω διὰ νὰ ἱκανοποιήσω ἁπλῶς τὰ πρόσωπα νὰ κάμω προβιβασμούς, ἀφοῦ ἔκαμα κατ’ ἐπανάληψιν καὶ σήμερον καὶ προηγουμένως τὴν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι περὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀναλάβω οὐδεμίαν ῥητὴν ὑποχρέωσιν περὶ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἰσήρχοντο εἰς τὸ σῶμα τῆς Ἐπιμελητείας καὶ οἱ ὁποῖοι κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο εἰς τὸν στρατόν, θὰ μεριμνήσῃ δι’ αὐτὸ ἡ Πολιτεία τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ ἐξήρχοντο τοῦ στρατεύματος. Καὶ τότε θὰ ἐξητάζετο κατὰ πόσον ἡ ὑπηρεσία, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν δευτέραν κρίσιν τῶν Ἀντιστρατήγων, ἐπέβαλλε τὴν λῆψιν μέτρου προνοίας, τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ ἦτο καὶ μέτρον δικαιοσύνης. Ταῦτα εἶναι ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐξ ἀφορμῆς τῶν λεχθέντων.
§223Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὼς μὲ ἠδίκησε καὶ πάλιν, ὅτε ἀρχόμενος τοῦ λόγου του εἶπεν ὅτι δὲν ταράσσει τὴν γαλήνην ἡ Κυβέρνησις, ἡ προνοοῦσα περὶ τῶν αἰτημάτων τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τὴν ταράσσουν οἱ ἐρχόμενοι νὰ θίξουν τοιαύτης φύσεως ζητήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐγὼ κάθε ἄλλο παρὰ νὰ ταράξω τὴν γαλήνην τοῦ στρατεύματος ἐπεχείρησα.
§224ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἀπέδωκα τοιαύτην πρόθεσιν.
§225Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς ἀνησυχῶν δι’ ὅσα γίνονται ἐν τῷ στρατεύματι, ἦλθον ἐδῶ ὡς ἔχων ὑποχρέωσιν νὰ κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ὅστις ἐπέρχεται ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων. Ἀκριβῶς ἀνησυχῶν δι’ ὅσα γίνονται, ἦλθον νὰ διαμαρτυρηθῶ ζητῶν μὲ τὸν πόνον τοῦ Ἕλληνος πολίτου καὶ ἐπὶ πλέον τοῦ στρατιώτου, νὰ προλάβω ἢ μᾶλλον νὰ σταματήσω διαμαρτυρίας αἱ ὁποῖαι ἐγείρονται καὶ αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐποικοδομητικαὶ διὰ τὸ γόητρον καὶ τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος. Καὶ τὴν τοιαύτην εἰλικρινῆ προσπάθειάν μου ἐσπεύσατε, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ τὴν μεταβάλητε εἰς ἐνέργειαν ἢ ἀπόπειραν γενομένην πρὸς ζημίαν τοῦ στρατεύματος. Δικαίως θὰ ἐζήτουν παρ’ ὑμῶν νὰ ἐπαινέσητε τὴν πρᾶξίν μου ἢ μᾶλλον τὴν τόλμην μου, διότι ἔφερα ἐδῶ τὰ ζητήματα αὐτὰ ὅπως εἶναι, πραγματικά, καὶ δὲν ἀφῆκα νὰ συζητῶνται εἰς τὰς τριόδους ὅπου ἦτο δυνατὸν μεταβάλλοντα ὄψιν νὰ ὑποσκάψωσι τὰ θεμέλια τοῦ στρατεύματος. Θὰ ἐδικαιούμην ν’ ἀναγνωρίσητε ὅτι ὑπηρεσίαν προσέφερα, τὰ ζητήματα ταῦτα προσκομίσας εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν ἁρμοδιωτέραν ὅλων καὶ ὑποχρεωμένην νὰ ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προέβλεπον, ἐπεχείρησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀνεγνώρισεν εἰς τὸν σθεναρὸν ὁμιλητήν, κ. Πρωθυπουργόν, τὴν ἀδυναμίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη προκειμένου νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς ἰδικάς του. Καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὰ ζητήματα ἔμειναν ἀσάλευτα ἐκεῖ ὅπου ἐγὼ τὰ ἔθεσα. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου παραμένουσαι καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οἵας ἐγὼ τὰς ἀφῆκα, ἐν πολλοῖς καταδεδικασμέναι. Μάτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεχείρησε νὰ τὰς ἀνασηκώσῃ ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἐγὼ τὰς ἔρριψα ἐν ὀνόματι τοῦ δικαίου. Ἔλεγε πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν ἐγένοντο ἀδικήματα καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν εἰς τὸ στράτευμα. Τοῦτο ἔλειπεν. Ἡ ἀδικία νὰ γίνῃ καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Καὶ ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐπισυνέβησαν καὶ ἀδικήματα καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπισυμβῶσι τοιαῦτα. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ νομίζει ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διορθωθῶσιν ἢ μᾶλλον νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ δίκαιαι ἀξιώσεις ὡς τὰς ἀνεγνώρισε τῶν διαφόρων ἀδικηθέντων ἀξιωματικῶν διατί τότε εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου διετάσσετο ἡ ἀναθεώρησις τῶν πρώτων πινάκων; Τί ἄλλο ὤθησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον αὐτόν, δι’ οὗ κατωρθοῦτο νὰ ἐπανορθωθῶσι τὰ ἀδικήματα; Τί ἄλλο τὸν ὤθησεν ἢ ἡ ἀναγνώρισις τοῦ δικαίου. Τί ἄλλο τὸν ὤθησεν ἢ ἡ ἀντίληψις τὴν ὁποίαν εἶχε τοῦ πόνου τῶν ἀδικηθέντων. Βεβαίως αὐτὰ τὰ συναισθήματα τὸν ὤθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρῃ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου διετάσσετο ἡ ἀναθεώρησις τῶν πρώτων ἀποφάσεων τῶν Μεράρχων, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ πεισθῇ ὅτι ἐν τῷ στρατεύματι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ ὕπαρξιν ἀξιωματικός, τοῦ ὁποίου ἡ τύχη ἐκρίθη ἀδίκως ἢ καὶ δυσμενῶς. Ἀνεγνώρισεν ὅτι ἐν ταῖς πρώταις ἀποφάσεσι τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, ὅτι ἔλαβον χώραν ἀδικήματα καὶ ἦλθε διὰ τοῦ δευτέρου νόμου ἀκριβῶς νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ ἀδικήματα ταῦτα. Καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων, τὴν νεωτέραν, τὴν ἀνατρέπουσαν τὴν πρώτην ἀπόφασιν αὐτῶν τῶν ἰδίων, καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τί τοῦτο σημαίνει, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανορθῶν τὰ ἀδικήματα προβαίνει σύμφωνα μὲ τὸν δεύτερον νόμον εἰς τὸν προβιβασμὸν ὅλων τῶν ὀκτὼ λοχαγῶν τῆς Οἰκονομίας. Μὴ δυνάμενος δὲ νὰ δικαιολογηθῇ ἄλλως διὰ τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν παρανομίαν εἰς ἣν προέβη, δὲν διστάζει νὰ μετατοπίζῃ τὰ ζητήματα εἰς ὅλως ἀσχέτους καὶ ἐκζεζητημένας δικαιολογίας, καὶ τέλος νὰ ὁμολογῇ ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τὴν πολιτικήν. Ἀναγνωρίζει τὸ ἄδικον, ὁμολογεῖ τὸ παράνομον, ἀλλὰ τίποτε δὲν πράττει πρὸς διόρθωσιν ἄμεσον. Ἡ ἀδυναμία τὴν ὁποίαν ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡ ἀδυναμία, λέγω, τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ προβιβάσῃ ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, ἐφηρμόσθη μόνον διὰ τοὺς ὀκτὼ ἀξιωματικοὺς τῆς οἰκονομίας. Διὰ τὴν προαγωγὴν ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ πολὺ δικαίως τῶν ἀδικηθέντων, τοιαύτη ἀδυναμία δὲν ὑπῆρχε. Καὶ ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ἔγινεν ὅ,τι ἔγινεν ἐν Ἑλλάδι μετὰ δύο δηλ. πολέμους νὰ προαχθῶσιν ὅλοι. Ἐὰν μετανοῇ δι’ ὅ,τι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔπραξεν, ἑαυτὸν ἂς κακίσῃ· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον μὲ τὴν συζητουμένην ὑπόθεσιν. Πάντως ὅμως τοῦ συνιστῶ νὰ μὴ μετανοῇ διὰ τοὺς γενομένους προβιβασμούς, ἐφ’ ὅσον οὗτοι ἦσαν δεδικαιολογημένοι ὡς ἀμοιβὴ τῶν ἀξίων, διότι ἦσαν ἐπιβεβλημένοι. Θέλων καὶ ἄλλως νὰ δικαιολογηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπέπεσεν εἰς νέαν ἀντίφασιν εἰπὼν ὅτι δὲν εἶχε κενὰς θέσεις. Καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μᾶλλον ἀπαντᾷ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον προσφάτως ἐψήφισεν (ἀναγινώσκει τὸν νόμον).
§226Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅτι θὰ ἐπικυρώσῃ τὸν πίνακα.
§227Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἐπεκύρωσε.
§228ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§229Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἴπετε· ὅτι ἐν μέρει ἐπεκυρώσατε τοὺς πίνακας. Σοφὸς ὁ νόμος αὐτὸς ὁ νεώτερος. Ὀρθοτέρα διάταξις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Διάταξις προνοοῦσα, καὶ προνοοῦσα δικαίως, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἐπανορθωθῶσιν ἀδικίαι. Καὶ ἐσκέφθη, καθ’ ἣν στιγμὴν συνέταξε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, ἀναγνωρισθέντος τοῦ δικαίου διὰ νεωτέρας ἀποφάσεως τῶν μεράρχων, νὰ τοὺς προβιβάσῃ πρὸς συμπλήρωσιν θέσεων, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον τοιαῦται καθ’ ὑπέρβασιν. Ὥστε καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι δὲν εἶχε κενὰς θέσεις εὐχερῶς κατέπεσεν. Ἀλλὰ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσε μόνον κατὰ τῶν ὀκτὼ ἀξιωματικῶν, ἠθέλησε καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ τὸ δικαιολογήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἰσχυρίσθη ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προαγάγῃ ἄλλους ἀξιωματικοὺς ἐγγεγραμμένους εἰς τοὺς πρώτους πίνακας. Καὶ τίς ἠρνήθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προαγάγῃ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε νὰ προαγάγῃ; Ἐγὼ δὲν διαμφισβητῶ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχε περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοὺς ὁποίους προήγαγεν· ἐπικροτῶ μάλιστα τὴν γνώμην του. Ἀλλὰ τί ἐκώλυε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προαγάγῃ καὶ τοὺς ἄλλους; Ἐὰν ἤθελε δικαίως καὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον νὰ ἐνεργήσῃ, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν πρωτίστως καὶ πρὸ παντὸς νὰ προαγάγῃ ἐκείνους τῶν ὁποίων ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιον, ἠδύνατο δὲ συγχρόνως νὰ προαγάγῃ καὶ τοὺς ἄλλους, τοὺς ὁποίους ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ προαγάγῃ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἶχε θέσεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προαγάγῃ ἐκείνους, οἵτινες νόμῳ εἰδικῷ ἐδικαιοῦντο νὰ προαχθῶσι, πῶς εἶχε θέσεις καὶ προήγαγε δύο κατ’ ἐκλογὴν καὶ δύο κατ’ ἀρχαιότητα; Πῶς εὕρισκε τὰς τοιαύτας θέσεις δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἔπρεπε κατὰ τὴν κρίσιν του νὰ προαγάγῃ, καὶ δὲν εὕρισκε θέσεις δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους νόμῳ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προαγάγῃ; Ἰσχυρίσθη ἐπὶ πλέον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι σκέπτεται περὶ τοῦ Σώματος αὐτοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς προβιβασμοὺς ἐν τῷ Σώματι αὐτῷ τοῦ ὁποίου ἡ τύχη ἀγνοεῖται. Δὲν γνωρίζω τίνας σκέψεις ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Βεβαίως αἱ σκέψεις του ἀνάγονται εἰς τὰς γενικὰς σκέψεις περὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ Στρατοῦ, καὶ ὅταν αὗται ἔλθωσιν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς θὰ συζητήσωμεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τίνα σχέσιν ἔχουσιν αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ Σώματος μὲ τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Σώματος τούτου, ὅταν εἰδικὸς νόμος ὥρισεν ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι πρέπει νὰ προαχθῶσι καὶ καθ’ ὑπέρβασιν; Εἶσθε ὑποχρεωμένος ἐκ τῆς ἐπιτακτικῆς ταύτης διατάξεως τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἶσθε ὑποχρεωμένος ὡς ἀναγνωρίζοντες τὸ δίκαιον νὰ μὴ ἀφήσητε τοὺς ἀνθρώπους νὰ παραπονῶνται ὅτι τοὺς ἠδίκησεν ἡ Πολιτεία, ἥτις ἐκπροσωπεῖται καὶ ἐν τῷ προσώπῳ σας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις Πολιτείαν εὐνομουμένην εἰς τὴν ὁποίαν τὰ ἄτομα ἀδικοῦνται ὑπ’ αὐτῆς, καὶ σεῖς ὁ καθημερινὸς ἐγκαυχώμενος ὅτι ποθεῖτε εὐνομουμένην νὰ καταστήσητε τὴν Πολιτείαν, οὐδὲν ἕτερον πράττετε παρὰ πῶς νὰ ἀποδείξητε ὅτι ἐδημιουργήσατε ἄδικον Πολιτείαν. Τίνα δικαιολογίαν, κ. Πρόεδρε, θὰ δώσητε εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς; οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουσι· δικαιούμεθα ὑπὸ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἐπὶ τέλους ν’ ἀμειφθῶμεν; Ἡ δικαιολογία τὴν ὁποίαν ἐδώκατε ἀπὸ τοῦ βήματος εἶναι ἀνίσχυρος νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἀδικηθέντας. Δὲν εἴχετε θέσεις, ἐδικαιοῦσθε ἐκ τοῦ νόμου νὰ τοὺς προαγάγητε, σᾶς ἀπέδειξα δὲ ὅτι, ἐνῷ ἰσχυρίζεσθε ὅτι δὲν εἴχετε θέσεις, ἐν τούτοις εὑρίσκετε θέσεις διὰ νὰ προαγάγητε τοὺς ἄλλους κατὰ τὴν ἐκτίμησίν σας καὶ καθ’ ὑπέρβασιν μάλιστα παρὰ τὸν νόμον δι’ ἐκείνους. Καὶ καταλήγων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν λόγον, ἐμνήσθη τὰς αἰτιάσεις μου διὰ τὸ ζήτημα τῶν προαγωγῶν τῶν ἐκ τῆς ἀποστρατείας καὶ τῆς ἐφεδρείας ἀνακληθέντων ἀξιωματικῶν καὶ ἰσχυρίσθη καὶ πάλιν ὅτι ἡ κρίσις τῶν Μεράρχων ὑπῆρξε δικαία, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ὅλον, κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἐνταῦθα νὰ ἐνεφιλοχώρησαν ἀδικίαι. Ἐγὼ κατόπιν τῶν ὅσα εἶπον καὶ περὶ τῶν μονίμων ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ἀποστράτων καὶ τῶν ἐφέδρων τοιούτων, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὄχι μόνον διεπράχθησαν ἀδικήματα πρωτοφανῆ, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Συμβουλίου τῶν Μεράρχων ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἀσχημίζει καὶ τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ ἐν πολλοῖς. Καὶ ἐπαναλέγω, ἵνα μὴ νομίζητε ὅτι λέγω ἀνακριβῆ, ὅτι εἰμὶ πρόθυμος καὶ σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λάβητε μίαν ἀπόφασιν νὰ σχηματίσητε ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα αὐτά. Θὰ ἔχω ὅλον τὸ θάρρος ἐγὼ νὰ προσέλθω ἐκεῖ κατήγορος.
§230ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ λάβητε τοιαύτην εὐκαιρίαν.
§231Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω διότι δὲν εἶσθε διατεθειμένος νὰ γνωσθῇ ἡ ἀλήθεια. Βεβαίως δὲν θὰ λάβω αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει συμφέρον τὰ πράγματα νὰ παραμείνωσιν ὅπως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ· νὰ ἐπέλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου καὶ νὰ λησμονηθοῦν ὅλα ὅμως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονηθοῦν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδικαιολόγησε καὶ μάλιστα ἐποιήσατο τὴν δήλωσιν ὅτι οὐδένα ἐκ τῶν ἀποστράτων προήγαγεν ἐκ τοῦ πίνακος Γʹ.
§232ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§233Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προεβιβάσατε ἐμὲ καὶ ἄλλους.
§234ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν προεβιβάσθησαν ἀπόστρατοι ἐκ τοῦ πίνακος Γʹ.
§235Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει ἀναφέρων πολλὰ ὀνόματα πολλῶν ἀξιωματικῶν ἀποστράτων ἐκ τοῦ πίνακος Γʹ. προαχθέντων). Νομίζω ὅτι ἀρκετοὶ προήχθησαν.
§236ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι καὶ ἄλλοι εἰς τὸ Ὑγειονομικόν.
§237Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ πίνακος Γʹ καὶ ἄλλα ὀνόματα).
§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δι’ αὐτοὺς θὰ σᾶς ἀπαντήσω αὔριον.
§239Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκάμετε δήλωσιν τοιαύτην ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ ἠθέλησα νὰ σᾶς προλάβω διότι εἶχον ἐννοήσει ὅτι δὲν εἶσθε ἐνήμερος ἐνεργειῶν, δὲν γνωρίζω τίνων, ἐνεργειῶν ὅμως τῶν ὁποίων ὑμεῖς ἔχετε ἀμέριστον τὴν εὐθύνην. Ἐγὼ ὅταν εὕρω τὴν εὐθύνην τὴν ἀποδίδω εἰς ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τὴν ἀποδώσω καὶ οὗτος εἶσθε ὑμεῖς. Καὶ καταλήγοντες, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸν λόγον σας, ἰσχυρίσθητε ὅτι δὲν προηγάγετε περισσοτέρους ἐκ τοῦ πίνακος Γ, διότι δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐπὶ πλέον ὁ προϋπολογισμὸς ἢ μᾶλλον τὸ κονδύλιον τῶν συντάξεων. Κύριε Πρόεδρε, ἀκριβῶς διετύπωσα ὅ,τι εἴπετε, ὅτι δηλαδὴ δὲν προέβητε εἰς προαγωγὴν περισσοτέρων ἐκ τοῦ πίνακος Γʹ ἀποστράτων, διότι δὲν ἠθελήσατε νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ κονδύλιον τῶν συντάξεων; Οὕτω διετυπώσατε τὸ πρᾶγμα.
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα, περίπου.
§241Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἔχω κατηγορηματικὴν τὴν ὑμετέραν δήλωσιν.
§242ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ζητήσατε ἀπὸ τὸν στενογράφον νὰ σᾶς βεβαιώσῃ.
§243Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπετε. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀντίληψίς σας ἀφήνει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἀναγνωρίζετε τὰς ὑπηρεσίας τῶν τοιούτων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ τὰς ἀμείψητε διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνητε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν συντάξεων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι αἱ θυσίαι καὶ αἱ ὑπηρεσίαι πρὸς τὴν Πατρίδα δὲν ἀμείβονται μὲ χρήματα οὐδὲ πιστεύω ὅτι ἡ Πολιτεία ἀποδίδει μεγαλειτέραν ἀξίαν εἰς τὸ ὀλίγον χρῆμα παρὰ εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὰς ὑπηρεσίας.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος.
§245Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προχθὲς μόλις ἀπεμακρύνθη ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ φέρει τὴν ἀπήχησιν τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀγανακτήσεως τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τοὺς προβιβασμοὺς οἱ ὁποῖοι ἔλαβον χώραν. Διεμφισβήτησε τοῦτο ἄλλοτε, ὅτε ἐγὼ ἠγόρευον ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἔλεγεν, ἂν ἐνθυμῆσθε τότε, ὅτι ἐγὼ ὑπερέβαλλον τὰ ζητήματα καὶ ὅτι δὲν ἐγένοντο ἀδικίαι· ὅτι ὑπῆρξαν μὲν τινές, ἀλλὰ θὰ διώρθωνε ταύτας. Λοιπὸν καὶ μετὰ τόσας προαγωγὰς ἐξακολουθεῖ ἡ ἀγανάκτησις, ἐξακολουθεῖ ὁ πόνος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ δι’ ἐκείνους ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι δὲν προήχθησαν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἱκανοποιήθησαν, ἐξακολουθεῖ ἀπὸ ὅλον τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν ὁ πόνος αὐτός, διότι κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀνικανοποίητος ἡ θυσία τοῦ αἵματος. Καὶ ἐταπείνωσε τὸ ζήτημα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅταν εἶπεν ὅτι χάριν τῶν συντάξεων δὲν ἔκαμε μερικὰς προαγωγάς. Δὲν ἀγανακτοῦν διὰ τὸ χρῆμα οἱ ἀξιωματικοί· ἀγανακτοῦν διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ ἡ Πολιτεία εἰς αὐτοὺς ἀπέναντι τῶν πράξεων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν. Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐν ἀγανακτήσει ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ἐγένοντο μετὰ πόλεμον τοσοῦτοι προβιβασμοί, ἀλλὰ καὶ οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ἀναφέρεται ὅτι στρατὸς πρώτην φορὰν βαπτιζόμενος εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ πυρὸς ἐπετέλεσε τοιαύτην ἐποποιίαν, οἵαν ἐπετέλεσεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς σήμερον. Οὐδαμοῦ, εἰς οὐδένα στρατὸν τοῦ κόσμου ἔπεσαν τόσοι ὑπὲρ τῆς Πατρίδος αὐτῶν, ὅπως ἔπεσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρώτην φορὰν ἐβαπτίζοντο εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ πυρός, καὶ διὰ τοῦτο δικαίως ἠξίουν νὰ τιμηθῶσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας διὰ τὴν ἐποποιίαν των ταύτην καὶ διὰ τὰς ὑπηρεσίας των τὰς ὑπερτάτας πρὸς τὴν Πατρίδα. Ἐλησμόνησαν ἐκεῖνοι τὰ οἰκεῖα, ἐλησμόνησαν τὰ τέκνα των, τὰς συζύγους, τὴν εὐμάρειαν αὐτῶν, καὶ ἐθυσίασαν ἑαυτοὺς διὰ νὰ δοξάσωσι τὴν Πατρίδα ἡμῶν. Δικαίως λοιπὸν ἠξίουν νὰ τιμηθῶσιν ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ αὕτη τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν. (Διάλογοι εἰς τὰ ἑδώλια τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου). Ἐὰν νομίζητε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις......
§246ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σεῖς ἔχετε νὰ κρίνητε διὰ τὴν ἀγόρευσίν σας.
§247Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς εἶσθε Ὑπουργὸς ὑπεύθυνος καὶ ὀφείλετε νὰ ἀκούσητε τὰς κατηγορίας ὡς ἀκούετε καὶ τοὺς ἐπαίνους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Σεῖς ὀφείλετε νὰ ἀκούσητε ἐὰν διεπράξατε πράξεις ἀντιβαινούσας καὶ εἰς τὸν νόμον ἢ ὄχι, διὰ νὰ δώσητε λόγον, μὴ νομίζητε δ’ ὅτι ἐδῶ εἶναι καφενεῖον διὰ νὰ συζητῇ κανεὶς ὅπως θέλῃ.
§248Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Τί εἶναι αὐτά!
§249Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁποιοσδήποτε ἔχει ὄρεξιν νὰ ἐρωτήσῃ τί εἶναι αὐτά, ἂς μὲ ἐρωτήσῃ ἔξω, καὶ θὰ τῷ δώσω ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Ἐδῶ εἶμαι ἀντιπρόσωπος καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φέρω εἰς τάξιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρεκτρέπονται, ἐνῷ ἐγὼ ἀγορεύω ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὰ εἶναι, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζετε πρώτην φορὰν εἰσελθόντες σεῖς ἐδῶ καὶ διὰ τοῦτο ὁμιλεῖτε καὶ μέμφεσθε κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκ τῆς θέσεώς σας. Σᾶς συμβουλεύω νὰ μὴ ἐπαναλάβητε ταῦτα καὶ νὰ μὴ νομίζητε ὅτι ἡ πλειονοψηφία λύει τὰ ζητήματα αὐτά· τὰ λύει ἡ ἠθικὴ εὐθύνη τὴν ὁποίαν ὑπέχουσιν οἱ Κυβερνῶντες ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν δὲν γνωρίζητε τὸ καθῆκόν σας, περιμένετε νὰ τὸ μάθητε ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς παλαιοτέρους καὶ νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς αὐτό. Μὴ μᾶς φέρητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν τάξιν ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος δὲν σᾶς ἐπαναφέρει, καὶ μὴ πιστεύετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέρχηται ἕκαστος εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐπαινῇ καὶ νὰ προσφέρῃ θυμιάματα μόνον διὰ νὰ διατηρῇ τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐλέγχωσι καὶ νὰ μὴ προσφέρωσι θυμιάματα καὶ ἐπαίνους εἰς κανένα, διότι αὐτὰ εἶναι ἄξια ἀνθρώπων ταπεινοῦ χαρακτῆρος καὶ ἀναξίων ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Οἱ Βουλευταί, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἔχουσι τὸ ὑψηλότερον καὶ μεγαλείτερον ἀξίωμα, καὶ πρέπει νὰ εἶναι ὑπερήφανοι· νὰ μὴ εἶναι ταπεινοί, νὰ μὴ λησμονῶσι δὲ πρὸ παντὸς τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν πατρίδα διὰ νὰ μὴ χάσωσι τὴν βουλευτικήν των θέσιν, διότι δὲν ἔχουν πολιτικὰς βάσεις εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Μὴ μὲ διακόπτετε λοιπόν, ἵνα μὴ μὲ παρασύρητε, καὶ ἔρχομαι εἰς τοιαύτας παραινέσεις καὶ ἐπιπλήξεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Κύριοι, ἐλησμόνησε τὴν ἱστορίαν τῶν προβιβασμῶν, ἐλησμόνησε τί διέπραξε σήμερον, καὶ ἐλησμόνησεν ὅτι ἠσέβησε πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Μεράρχων, τὰς ὁποίας θεωρεῖ εἰλικρινεῖς, ἐλησμόνησεν ὅτι αὐθαιρέτως ἔκαμε προβιβασμούς, ἐλησμόνησεν ὅτι ὑπέβαλε Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβε δικαιώματα αὐτός, ἐλησμόνησεν ὅτι ἔκαμε χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων του καὶ παρηγκώνισεν ἀνθρώπους καὶ ἠδίκησε κόσμον καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρῃ νόμον διὰ νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς πεπραγμένα. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι μετὰ τὸν πρῶτον πόλεμον, ἐνῷ εἶχε καθῆκον νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον καὶ νὰ προσκαλέσῃ τοὺς Μεράρχους νὰ καταρτίσωσι τοὺς πίνακας τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν ἀξίαν τῶν ἀξιωματικῶν, τοὐναντίον αὐτὸς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀποφάσεις τὰς ἐν εἰρήνῃ, τὰς ὁποίας ὁ πόλεμος κατήργησε, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων προέβη εἰς προβιβασμούς. Δὲν δύναται δὲ νὰ δικαιολογηθῇ ὅτι δὲν εἶχεν καιρόν, διότι πρὸ αὐτῶν εἶχε χρόνον καὶ ἠδύνατο νὰ προσκαλέσῃ τοὺς κ. Μεράρχους νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τῶν πεπραγμένων ἐν πολέμῳ ὑπὸ τῶν κ. ἀξιωματικῶν. Καὶ πότε ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἔκαμε σωρείαν προαγωγῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν εἰρήνῃ προτάσεων, ὁπότε ἡ ἐκτίμησις τῶν Μεράρχων ἦτο εὐμενὴς πρός τινας καὶ δυσμενὴς πρὸς ἄλλους. Ἀλλ’ ὁ ἐπελθὼν πόλεμος, Κύριοι, μετέβαλε τὴν ἀπόφασιν τῶν Μεράρχων, διότι κατὰ τὴν δρᾶσιν ἀπεδείχθησαν ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν θεωρηθέντων στασίμων εἶχον τὸ παράστημα καὶ εἶχον τὴν ἱκανότητα καὶ ἀπέδειξαν αὐταπάρνησιν ὥστε νὰ ἔχωσι δικαίωμα πρὸς προαγωγήν, ἐνῷ ἄλλοι ἠστόχησαν καὶ δὲν ὑπῆρξαν ἐπαρκεῖς κατὰ τὸν πόλεμον, μολονότι ἐν εἰρήνῃ ἐκρίνοντο ἄξιοι προαγωγῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμῶν νὰ προαγάγῃ ἐκείνους ὑπὲρ ὧν διεφέρετο, προήγαγεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν εἰρήνῃ πινάκων τῶν Μεράρχων. Προέβη λοιπὸν παρανόμως καὶ αὐτοβούλως εἰς προαγωγὰς καὶ ἠδίκησε πολλοὺς ἐξ οὗ ἠπειλήθη ἔκρηξις μεγάλη ἐν τῷ στρατεύματι, τοῦθ’ ὅπερ ἠνάγκασε αὐτὸν νὰ φέρῃ νέον νόμον. Κατόπιν, Κύριοι, ἐξέδωκεν ἓν Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐστηρίζετο μὲν εἰς τὸν νόμον τὸν πάγιον, ἀλλ’ ἔδιδεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάσῃ κατ’ ἀρέσκειαν ἀνατρέπον τὰς ἀποφάσεις καὶ τὸ ἔκαμεν. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὅλα αὐτὰ καὶ ἔρχεται ἤδη ἐνώπιον ὑμῶν καὶ λέγει ὅτι αὐτὸς οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ προσβάλῃ τὰς πράξεις τῶν Ἀντιστρατήγων, ἐνῷ τοὐναντίον συνεμορφώθη πρὸς αὐτὰς καὶ ἂν ἔκαμέ τι ἔκαμε τοῦτο διὰ τὸν κ. λοχαγὸν Κολοκούβαρον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐσχημάτισε τὴν γνώμην ὅτι ἦτο εἷς ἐκ τῶν ἱκανωτάτων ἀξιωματικῶν καὶ ἔπρεπε νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογήν. Κύριοι, εὐτυχῶς ὁ κ. Καρπετόπουλος ἐξῆλθε καὶ δύναμαι νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ ἄλλων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ κ. Καρπετοπούλου. Ὁ κ. Καρπετόπουλος ἐξετέλεσε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ καθῆκόν του, ὥστε προετείνετο νὰ προαχθῇ κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν· ἐν τούτοις, ὁ κ. Καρπετόπουλος προήχθη κατ’ ἀρχαιότητα! Ἐρωτῶ· εἶχον τὰς περὶ αὐτοῦ ἐκθέσεις οἱ Μέραρχοι; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ κ. Καρπετόπουλος ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσε ὑπερόχως τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Εἶναι πολλοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων σωμάτων οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὑτῶν καὶ μολαταῦτα δὲν προήχθησαν. Ἐρωτῶ· εἶδον τὰς περὶ αὐτῶν ἐκθέσεις οἱ Μέραρχοι; Ἐστάλησαν εἰς τοὺς Μεράρχους αἱ ἐκθέσεις αὐταί; Εἶχον οὗτοι τὸν χρόνον νὰ τὰς ἐλέγξωσι; Καὶ ἂν δὲν εἶχον, ἐν τίνι δικαιώματι καὶ μὲ ποίαν συνείδησιν ἐλαφρὰν ἐγνωμάτευσαν χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις; Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα· ποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην, οἱ κ. Ἀντιστράτηγοι ἢ ἡ Κυβέρνησις; Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ εἰς τοὺς Μεράρχους τὸ συναίσθημα τοῦ πόνου, τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἐξ ἀδικήματος προσγινομένου εἰς τὸ ἐπάγγελμα αὐτῶν, διότι οἱ ἴδιοι αὐτοὶ ἔχουν τὸ ἴδιον πνεῦμα καὶ τὸ ἴδιον συναίσθημα, τὸ ὁποῖον ἔχουν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των. Μοὶ γεννᾶται λοιπὸν ἡ ἰδέα ὅτι δὲν ἔφθασαν μέχρι τῶν Μεράρχων αἱ ἐκθέσεις πᾶσαι. Ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ χρόνος, δὲν ἐζήτησαν τάχα οἱ Μέραρχοι παράτασιν; Καὶ ἂν ἐζήτησαν, ἐχορήγησε ταύτην ἡ Κυβέρνησις; Καὶ ἂν δὲν ἐζήτησαν, αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων εἰς χεῖρας τὰς ἐκθέσεις, μόνον τὸν κ. Κολοκούβαρον εὗρεν ὡς ἀδικηθέντα καὶ κανένα ἄλλον ἀξιωματικόν; Δὲν ἔχω τὴν πλειονοψηφίαν, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ ἐπιβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σχηματίσῃ τὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Καρπετόπουλος διὰ νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος καὶ νὰ ἴδωμεν ἂν ἀσκῶμεν δικαιώματα πραγματικὰ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἢ παίζομεν κωμῳδίαν καθήμενοι ἐκεῖ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλων νὰ ἀποφύγῃ πᾶσαν εὐθύνην, ἔστρεψε τὸ ζήτημα καὶ εἶπεν εἰς τὸν κ. Καρπετόπουλον· δὲν θὰ σοῦ δώσω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ μὲ κατηγορήσῃς. Καὶ δικαίως συμπεριφέρεται ἡ Κυβέρνησις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, διότι ἡ παρασυρθεῖσα κοινὴ γνώμη ἀπὸ τὴν συναυλίαν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ τύπου, ἡ ὁποία παρέστησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς μίαν προσωπικότητα τὴν ὁποίαν οἱ αἰῶνες ἠγωνίσθησαν νὰ γεννήσωσιν, ἔδωκαν πρὸς αὐτὸν δικτατορικὴν ἐξουσίαν καὶ ταύτην διαχειρίζεται ὄχι πλέον ὡς συνταγματικὸς κυβερνήτης, ἀλλ’ ὡς ἀπόλυτος Μονάρχης. Εἴδετε δὲ σεῖς πόσον ἡ κοινὴ γνώμη ἐξακολουθεῖ ἔχουσα τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτόν· δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἐλευθέραν γνώμην διότι τοιαύτην ἐντολὴν ἔχετε. Ὁ Πρωθυπουργὸς λησμονεῖ τὸ Σύνταγμα εἰς τοῦ ὁποίου τὴν σύνταξιν μετέσχε, λησμονεῖ τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ στρέφει τὸ ζήτημα πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ καταφρονεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὴν Βουλήν. Δὲν κατηγορῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· εἶναι τοῦ προγράμματός του, τοῦ χαρακτῆρός του, τῆς ἀποστολῆς του, τῆς συμπεριφορᾶς του, ὅσα πράττει. Κατηγορῶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁ ὁποῖος ἔδωκε τοιαύτην δικτατορικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν χειρίζεται οὗτος καθ’ ὃν τρόπον τὴν χειρίζεται. Ἀλλὰ λέγω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἡ ἀδικία τοῦ αἵματος ἔχει τὴν ἀνταπόδοσιν καὶ τὴν ἱκανοποίησιν διὰ τοῦ αἵματος, ἐκεῖνος δὲ ὅστις πνίγει καὶ ἀδικεῖ, λαμβάνει τὰ ὅμοια.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης.
§251Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἐπίστευα, κ. Πρόεδρε, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν ἣν ἔχω πρὸς τοὺς προλαλήσαντας Συναδέλφους, τοιοῦτον ζήτημα εἰς τοιαύτην στιγμὴν νὰ ἤρχετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπίστευον, λέγω, εἰς τοιαύτην στιγμὴν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ τοιοῦτον ζήτημα, ὅτε ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα εἶναι ἐκκρεμῆ. Διότι τοιαῦτα ζητήματα, ὅσον καὶ ἂν δὲν συγκινῶσι τὸ στράτευμα, πάντως δημιουργοῦσι παράπονα. Δὲν θὰ εἰσέλθω λοιπὸν διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Καὶ ἂν ἔλαβον τὸν λόγον, ἔλαβον αὐτὸν μόνον διὰ νὰ εὐχηθῶ ὅπως καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς ἠδικήθησαν, ὀφείλουσι νὰ πνίξωσι τὰ παράπονά των, νὰ ὑποστῶσιν ἐν ἀνάγκῃ ἀγογγύστως τὴν ἀδικίαν καὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι μετὰ τῆς αὐτῆς αὐταπαρνήσεως ὅπως πάντοτε ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τοῦ στρατεύματος χάριν τῆς πατρίδος.
§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν εἶπον ἀκριβῆ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτε ἐβεβαίωσα, ὅτι δὲν προήγαγον κανένα τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ πίνακος Βʹ καὶ ἀνέγνωσεν ὀνόματά τινα προαχθέντων τῳόντι. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, στρατιωτικὸς ὤν, γνωρίζει ὅτι κατὰ τὸν νόμον, περὶ στελέχους ἐφεδρείας, αἱ προαγωγαὶ ἐν τῷ στελέχει τῆς ἐφεδρείας γίνονται ἐν πολέμῳ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους γίνονται ἐν τῷ στελέχει τοῦ μονίμου στρατοῦ. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον θὰ προαχθῶσι λοχαγοὶ κατ’ ἐκλογήν, θὰ προαχθῶσιν ἰσάριθμοι καὶ κατ’ ἀρχαιότητα, ἐφ’ ὅσον δὲ προαχθῶσιν ὑπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπολοχαγοὶ κατ’ ἐκλογὴν θὰ προαχθῶσι καὶ διπλάσιοι κατ’ ἀρχαιότητα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ περιεχόμενον τῆς δηλώσεώς μου ἦτο τοῦτο· ὅτι πέρα ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ πράξω ἐκ τοῦ νόμου δὲν τὸ ἔπραξα. Ἐσταμάτησα ἕως ἐκεῖ· δὲν ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ προαγάγω καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκρίνοντο προακτέοι, διότι ἐτάχθησαν εἰς τὸν πίνακα τῆς ἀρχαιότητος. Ταῦτα ὡς πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἔχω νὰ διατυπώσω μίαν ἀπορίαν ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν Βουλευτὴν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἂν ἦτο μόνον ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, θὰ ἦτο ἀρκετὸν τοῦτο· ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη ἀξιωματικός ὁ ὁποῖος μετέσχε καὶ τοῦ πολέμου. Ἔχω λοιπὸν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διατυποῦνται διὰ τοιαύτης τραχύτητος γλώσσης ἐπικρίσεις κατὰ τίνος; Κατ’ αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ του ἐκπροσωπήσει. Ἀκριβῶς κατὰ τῶν Ἀντιστρατήγων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὸν στρατὸν αὐτὸν εἰς τοὺς δύο νικηφόρους πολέμους. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας προσηκόντως ἐρχόμενοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔστω καὶ ὡς ἁπλοῖ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους καὶ ὄχι καὶ ὡς στρατιωτικοί, νὰ ἐπικρίνωμεν μετὰ τοιαύτης δριμύτητος γλώσσης τὴν ἐνέργειαν ἀκριβῶς, ἐπαναλαμβάνω, αὐτοῦ τούτου τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ ἀποδίδοντες ἐπὶ τέλους εἰς ἀνθρωπίνην πλάνην τὸ τυχὸν γενόμενον ἀλλὰ πέραν τούτου σείοντες καὶ σαλεύοντες τὰ θεμέλια τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἀμφισβητοῦμεν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς αὐτὰς τὰς ἀνωτάτας κορυφὰς αὐτοῦ τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης, τὴν ἐπιθυμίαν ὅπως προληφθῇ κάθε ἄδικον; Καὶ ὅταν κλονίζωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸ στρατιωτικὸν καθεστώς, νομίζετε, ἂν ἡ ἀπήχησις τῆς φωνῆς ὑμῶν ἠδύνατο νὰ εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συντελέσητε καθόλου ὅπως ὁ νέος στρατὸς τῆς μεγαλειτέρας Ἑλλάδος, ὁ τριπλάσιος στρατός, ἀναχθῇ πραγματικῶς εἰς τὴν περιωπὴν εἰς τὴν ὁποίαν πάντες εἶναι βέβαιοι ὅτι πρέπει ν’ ἀναχθῇ;
§253Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλων νὰ μὲ αἰτιάθῃ διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον συνεζήτησα, μοὶ ὑπέμνησεν ὅτι ἐκτὸς τῆς ἰδιότητος τοῦ πολιτευομένου, ἔχω καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ στρατιώτου, τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ ὅτι ὄντως μέχρι χθὲς ἀκόμη εἶχον τὴν μεγάλην τιμὴν νὰ φέρω. Προσέθηκε δὲ μάλιστα ὅτι, ἂν καλῶς ἐνθυμεῖται, συμμετέσχον τοῦ πολέμου καὶ ὅτι δι’ αὐτὸ προήχθην. Ἐὰν συμμετέσχον τοῦ πολέμου καὶ ἂν δι’ αὐτὸ προήχθην, ἀφήνω εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐνθυμηθῇ, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ πρῶτον ἠγόρευεν ἴσως δὲν τὸ ἐνεθυμεῖτο. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ὅτι μετῆλθον τραχύτητα γλώσσης διὰ νὰ ἐπικρίνω πράξεις Ἀρχῆς συγκεντρούσης τὸ κορύφωμα τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως, νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἠδίκησεν, ἀφοῦ ὁμιλῶν μετεχειρίσθην γλῶσσαν πλέον ἢ εὐπρεπῆ, καὶ δὲν ἀφῆκα τὴν εὐκαιρίαν μᾶλλον νὰ ἐξάρω τὸ πολεμικὸν ἔργον τῶν ἀποτελούντων τὸ Συμβούλιον τῶν Μεράρχων. Θὰ ἤμην ἄδικος ἐὰν ἀντίθετον εἶχον τὴν γνώμην καὶ δὲν περιέμενον οὔτε ἦτο ἀνάγκη νὰ μοῦ ὑπομνήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν ἐλησμόνησα. Ἂν ὅμως ἐπέκρινα τὴν ἐργασίαν τοῦ Συμβουλίου ἀσχέτως πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα αὐτό, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἠδίκησά τινα. Ἤλεγξα ἐκεῖ ὅπου ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι, ὅπως ἐπετελέσθησαν τὰ πράγματα, δὲν ἐπετελέσθησαν ὅπως προσῆκε. Καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἐδῶ σιγὴν καὶ νὰ σταματήσῃ τὸν ἔλεγχον, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὑποδείξῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη Βουλῆς, Βουλῆς ἐλεγχούσης, καὶ ἡ σκέψις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς τὴν διετύπωσεν εἰς τοῦτο ἀπέβλεπε τὸ πρῶτον. Εἰς τὸν ἀγορεύοντα ἐντεῦθεν, ἐφ’ ὅσον, κ. Πρόεδρε, δὲν ἔχετε λόγον νὰ τοῦ καταλογίσητε κακὴν πίστιν ἢ συκοφαντικὴν πρόθεσιν, περιττὸν νὰ ὑποδεικνύητε ὅτι πρέπει νὰ σιγήσῃ, νὰ σιγήσῃ ἐκεῖ, ὅπου νομίζει ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσῃ. Καὶ νομίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἐλευθερία αὐτὴ ὅταν θωρακίζετε τοὺς ἐνασκοῦντας διαφόρους ἐξουσίας, τοὺς θωρακίζετε μὲ δηλώσεις σας ἢ καὶ προσπαθείας σας, ὥστε ν’ ἀποκλεισθῇ πᾶς δίκαιος ἔλεγχος; Νομίζετε ὅτι οὕτω πράττοντες προφυλάσσετε τοὺς διαχειριζομένους ἐξουσίας, ἢ περισσότερον τοὺς ἐκθέτετε εἰς τὴν ἄδικον κρίσιν; Καὶ ἂν ἐνταῦθα δὲν ἀκουσθῇ ὁ δίκαιος ἔλεγχος ἐναντίον οἱουδήποτε, ἐναντίον καὶ τοῦ πλέον ἀνευθύνου, ποῦ θέλετε ἐνασκηθῇ οὗτος; Νομίζετε ὅτι εἶναι ἔργον εὐσυνειδήτου πολίτου καὶ εὐσυνειδήτου ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους νὰ σιγήσῃ ἐκεῖ, ὅπου νομίζει ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὸν τόπον του ὅταν ὁμιλήσῃ; Καὶ ἂν ἐνταῦθα δὲν ἀκουσθῇ διαμαρτυρία καὶ ἂν ἐδῶ δὲν ἐνασκηθῇ ἔλεγχος ἐναντίον, ἔστω τῶν κορυφῶν εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν καὶ ἂν εὑρίσκωνται, ποῦ ζητεῖτε λοιπὸν τὸν ἔλεγχον νὰ τὸν μεταφέρητε; Εἰς τὰ καφενεῖα καὶ τὰς ὁδοὺς; Διότι ὅταν ἐνταῦθα θελήσητε νὰ μὴ ἀκούηται ὁ ἔλεγχος, κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε ὅτι κατ’ ἀνάγκην θὰ μεταφερθῇ ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶναι εὐπρεπές. Καὶ προτιμᾶτε τὸν ἔλεγχον καὶ τὸν θόρυβον τῶν ὁδῶν καὶ δὲν προκρίνετε τὸν ἔλεγχον ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ὅταν προέρχεται ἀπὸ τὸ εὐσυνείδητον τοῦ ἐλέγχοντος καὶ ἀπὸ τὸν πόνον αὐτοῦ, τοῦ νὰ διορθωθῶσι τὰ κακῶς ἔχοντα; Ποίου εἴδους διδασκαλία ἐλευθεριῶν εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ καθιερώσητε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, σεῖς ὁ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων ἐπαγγελλόμενος; Ἐγὼ οὐδέποτε ἠδίκησα ἐνταῦθα ὁμιλῶν, μᾶλλον ἐσεβάσθην τοὺς πάντας. Ἤλεγξα ὁσάκις ἐνόμιζον ὅτι ἤμην ὑπόχρεως νὰ ἐλέγξω καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ σιωπήσω πρὸ οὐδενός. Γνωρίζετε τοῦτο πολὺ καλά. Ἂν εἴχετε τὴν τιμὴν νὰ μὲ παρηκολουθεῖτε ἀπὸ τῶν πρώτων ἐτῶν τῆς πολιτείας μου, θὰ ἐβεβαιοῦσθε ὅτι πρὸ οὐδενὸς ὑπεχώρησα, ὅταν ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω, ἀδιαφορῶν ἂν θὰ καθιστάμην δυσάρεστος. Ἕν μόνον διεφύλαττον καὶ διαφυλάττω, νὰ μὴ κατηγορηθῶ ὅτι ἐγενόμην ἄδικος καὶ ὁμιλητὴς κακῆς πίστεως. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ ἀποδοθῇ, οὐδεὶς θὰ μὲ πείσῃ ὅτι πρέπει νὰ μὴ ὁμιλῶ, ὅταν εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ ἐλέγξω, ἀλλὰ καὶ νὰ κατηγορήσω, ἀρκεῖ νὰ εἶμαι δίκαιος κατήγορος. (Χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως).
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ζήτημα μετετέθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Δὲν ἐζήτησα σιγήν· δὲν ἠρνήθην τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους καὶ ὡς στρατιωτικόν, ἦτο τοῦτο ὅτι τὸν ἔλεγχον, προκειμένου περὶ τῶν προσώπων τῶν Ἀντιστρατήγων, τῶν κορυφῶν τοῦ στρατοῦ, ὤφειλε νὰ κάμῃ μετὰ γλώσσης πολὺ περισσότερον μετρίας. Δὲν ἐζήτησα σιγὴν οὐδὲ ἠρνήθην τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου· οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀνώτερος τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλά, Κύριοι, ἐρωτῶ ὑμᾶς ὅσοι παρηκολουθήσατε τὰ γινόμενα εἰς ἄλλα κοινοβούλια· εἴδετε συζήτησιν διεξαγομένην μετὰ τῆς δριμύτητος μετὰ τῆς ὁποίας διεξήχθη κατὰ τῶν Ἀντιστρατήγων τῶν ὁποίων ἠμφεσβητήθη ἀκόμη καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ κάμωσι τὸ καλλίτερον; Εἴδετέ ποτε ὄχι εἰς τὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Ἰταλίαν ἢ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἴδετε συζήτησιν τοιαύτην περὶ τοιούτου ζητήματος, καὶ μάλιστα μετὰ τοιαύτης γλώσσης διεξαγομένην; Ὄχι βεβαίως. Εἶχον καθῆκον λοιπὸν νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν γλῶσσαν αὐτήν. Βεβαίως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν διαμαρτυρίαν μου. Ἐὰν ἔλαβεν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ λαοῦ, θὰ τὴν ἀσκήσῃ καθ’ ὃν τρόπον θέλει. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν κωλύει καὶ ἐμὲ νὰ εἴπω τὴν κρίσιν τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐξασκήσει ἡ ἐπίκρισις αὕτη, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ τονίζων ὅτι τοιοῦτος τρόπος ἐπικρίσεως, προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων καὶ περὶ προβιβασμῶν, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τείνῃ, ὄχι βεβαίως ἐκ τῶν διαθέσεων τοῦ ῥήτορος, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων, νὰ ἐνθαρρύνῃ τὴν ἰδέαν περὶ τοῦ μόνου αὐτοῦ στρατοῦ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἡ εὐρυνθεῖσα ἐπιδιώκει νὰ κάμῃ.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐρωτῶ ἤδη τὴν Βουλήν, θέλει νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ κατόπιν;
§256ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως, βεβαίως. Νὰ τελειώσωμεν.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10 καὶ ½ μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 μ. μεσημβρίαν) Μετὰ τὴν διακοπήν (ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά). Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§259Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἀναγράφεται, ἐν αὐτοῖς κ. Πρόεδρε ὅτι ἀπερρίφθη ἡ τροπολογία, ἣν ὑπέβαλον, ἐνῶ ἐγὼ δὲν ὑπέβαλον τοιαύτην.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ διορθούμενα συμφώνως πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγήσεως ἀδείας διὰ τὴν κατασκευὴν προσθέτων ἔργων ἐπὶ τῶν γραμμῶν τῆς ἑταιρείας Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων καὶ προμηθείας τροχαίου ὑλικοῦ κτλ.» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ἐπίσης ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεων ἐν τοῖς νόμοις ͵ΒΨΑʹ τῆς 27 Μαρτίου 1900 καὶ ͵ΓΣΟʹ ͵ΓΣΒʹ τῆς 7 Ἀπριλίου 1907, ͵ΓΤΘʹ, ͵ΓΦϞΗʹ, ͵ΓΩΠΓʹ, ͵ΔΜΘʹ καὶ ͵ΔΙΘʹ περὶ ἐκποιήσεως καὶ διανομῆς κτημάτων τῆς Ζαππείου περιουσίας, περὶ συνοικισμοῦ καὶ διανομῆς γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου, περὶ ἀδείας συνομολογήσεως γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ δανείου καὶ ἀγορᾶς καὶ διανομῆς χωρίων καὶ περὶ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ χωρίου Σοφάδων». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδου τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν ἐνταῦθα Μουσικὸν καὶ Δραματικὸν Σύλλογον». (Γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Ψηφίζονται ἐπίσης τὰ σύνολα τῶν νομοσχεδίων· 1ον) «περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΓΨΚΑʹ καὶ ͵ΔΙΒʹ» 2ον) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1913 Β. Διατάγματος, περὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῆς Ναυτικῆς Βρεττανικῆς ἀποστολῆς καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων»· 3ον) «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου καὶ τοῦ κ. Εὐσταθ. Χατζηδημητρίου». Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ Ἰθάκῃ. Α. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῆς παρατάσεως τῆς λειτουργίας τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις Χώραις». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον).
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ Τελωνειακοῦ δασμολογίου.
§262ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου κατὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἐξήνεγκε τὴν μομφὴν ὅτι ἡ ἐν συνόλῳ φορολογικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς νέας χώρας δείκνυται ἄστατος καὶ μὴ ἔχουσα σαφῆ τὴν κατεύθυνσιν. Φέρων δὲ διάφορα παραδείγματα τῆς ἐλλείψεως κατευθύνσεως, ὑπεμίμνησκε τὰ διάφορα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθησαν ἀφ’ ἧς ἐπελήφθη τῆς ῥυθμίσεως τῶν σχετικῶν ζητημάτων ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔλεγεν ὅτι ἄλλα ἰσχύουσιν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ Ἤπειρον καὶ ἄλλα εἰς τὰς Νήσους. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον τοῦτο, τὴν διάκρισιν δηλ. ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν Νήσων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος ἀφ’ ἑτέρου, ἡ μομφὴ δὲν εἶναι ἀκριβής κατὰ τοῦτο, διότι ἡ διάκρισις ὑπῆρξε σκόπιμος. Ὅτι φορολογικαί τινες διατάξεις ἰσχύουσαι ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Ἤπειρον, δὲν ἐπεξετάθησαν δὲ εἰσέτι καὶ εἰς τὰς Νήσους τοῦ Αἰγαίου, τοῦτο ὀφείλεται ὄχι διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ ἐκεῖ αὗται, ἀλλὰ διότι ὁ χρόνος ἀκόμη δὲν κρίνεται ὅτι ἐπέστη πρὸς τοῦτο. Ἐφ’ ὅλων τῶν προσαρτηθεισῶν χωρῶν, αἱ ὁποῖαι προηγουμένως ὑπήγοντο εἰς τὴν Τουρκικὴν κυριαρχίαν, ἰσχύει καὶ θέλει ἰσχύσει τὸ αὐτὸ σύστημα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν· ἑπομένως, ἐάν τινες διατάξεις δὲν ἐφαρμόζονται παντοῦ, ὡς λ.χ. ἡ φορολογία τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευμάτων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπεξετάθησαν εἰσέτι καὶ εἰς τὰς νήσους, τοῦτο συμβαίνει διότι νομίζομεν ὅτι χρονικῶς δὲν ἐπέστη ἀκόμη ἡ στιγμὴ ἡ κατάλληλος πρὸς τοῦτο θὰ ἐπεκταθῶσι πάντως ἐντὸς βραχέος. Ἡ ὅλη ὅμως μομφὴ τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὅτι ἡ φορολογικὴ κατεύθυνσις τῆς Κυβερνήσεως δείκνυται ἄστατος, εἶναι καὶ γενικώτερον ἀδικαιολόγητος, διότι ἡ ἀρχὴ ἀφ’ ἧς ὡρμήθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πολιτικήν της, τὴν φορολογικήν, ἐν ταῖς νέαις χώραις, εἶναι πῶς κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ μὴ διαταραχθῇ βαθέως φορολογικὸν καθεστὼς ἰσχῦον ἀπὸ μακροῦ εἰς τὰς χώρας ἐκείνας καὶ πῶς θὰ κατορθωθῇ ὥστε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἠρεμώτερον καὶ ἧττον βιαίως, αἱ χῶραι ἐκεῖναι αἱ ἀναπτυχθεῖσαι καὶ βιώσασαι ὑφ’ ὡρισμένον σύστημα νὰ ἀφομοιωθῶσι μετὰ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνωδυνώτερον. Ἐνδείκνυται δὲ ἡ ἁπαλότης αὕτη ἐν τῇ φορολογικῇ ἀφομοιώσει ὄχι μόνον διότι ἓν ὑπάρχον καθεστὼς οἰκονομικὸν εἶναι καθ’ ἑαυτὸ σεβαστόν, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἐδαφικὴ μεταβολή, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὰς χώρας ἐκείνας καὶ ἡ μετακίνησις ἡ ποικίλη ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὰς ἀξίας καὶ τὴν ἔκτασιν αὐτῶν συνεπείᾳ τῆς μεταβολῆς τῆς πολιτειακῆς καὶ τῆς ἐδαφικῆς, ἐπέφερον εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους τοιαύτην ἐπὶ τοῦ παρόντος συνταραχὴν ὥστε ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ εἶναι ἀπότομος εἰς τὰς μεταβολάς, τὰς ὁποίας θὰ εἰσαγάγῃ διότι ἐνδεχομένως αἱ μεταβολαὶ αὗται θὰ εἶχον ἐπίδρασιν βαθυτάτην ἐπὶ τῆς ὅλης οἰκονομίας τοῦ λαοῦ καὶ τῶν συνθηκῶν τοῦ βίου του. Βεβαίως θὰ ἦτο πολὺ εὐκολώτερον, ἐάν, ἀκολουθοῦντες κανόνας ἀπολύτως ὀρθολογικούς, εἰσήγομεν ὁλόκληρον τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν τὴν ἰσχύουσαν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι διὰ μιᾶς καὶ μόνης διατάξεως νόμου λέγοντες ὅτι, ἡ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύουσα νομοθεσία ἡ φορολογική, θέλει ἰσχύσει καὶ εἰς τὰς νέας χώρας ὡς ἐστὶ καὶ εὑρίσκεται. Ἀλλ’ ἡ μηχανικὴ αὕτη ἐπέκτασις φορολογίας καὶ φορολογικοῦ συστήματος εἰς χώρας μὴ ἐθισθείσας μὲ τὸ ἡμέτερον φορολογικὸν σύστημα, ἀλλ’ ἀναπτυχθείσας ὑπὸ σύστημα φορολογικὸν τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη καὶ ἐπλάσθη ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς εἰδικῆς ἐκείνης οἰκονομικῆς ἀτμοσφαίρας, ἡ ὁποία περιέβαλε τὰς χώρας ἐκείνας, θὰ ἦτο πρᾶξις ἀσύνετος θὰ εἶχε δὲ καὶ ἀποτελέσματα οἰκονομικὰ τόσον διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅσον καὶ διὰ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας ἐν τῷ συνόλῳ, ὀλεθριώτατα. Ἔπρεπε δὲ νὰ μὴ θίξωμεν βαθέως τὰς δύο ἐκείνας κατηγορίας τῶν φόρων, τοὺς φόρους ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς τῆς χώρας καὶ τοὺς φόρους τοὺς εἰσαγωγικούς, διότι ἀκριβῶς αὐταὶ αἱ δύο ὁμάδες τῶν φόρων εἶναι αἱ καὶ περισσότερον τῶν ἄλλων ἐπιδρῶσαι ἐπὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομίας ὡς ἐκ τῆς πολλάκις ἀβεβαίας αὐτῶν ἐκπτώσεως καὶ τῶν γενικωτέρων των οἰκονομικῶν συνεπειῶν. Εὑρίσκονται δὲ ἄλλως κατ’ ἀνάγκην οἱ φόροι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως καὶ οἱ ἄμεσοι φόροι ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ἐν τινι ἀλληλουχίᾳ μεταξύ των, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τυχαῖον γεγονὸς ἀλλ’ ἀποτέλεσμα τῆς ὁλικῆς οἰκονομικῆς ἐξελίξεως καὶ δεδομένης καταστάσεως χώρας τινος, καὶ αὐτὴν τὴν συσχέτισιν καὶ ἀναλογίαν, τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ὁμάδων τῶν φόρων, δὲν ἔπρεπεν ἀποτόμως νὰ διαταράξωμεν, θέλοντες νὰ ἐπεκτείνωμεν φορολογικὸν σύστημα ἔχον διάφορον ἀναλογίαν, ἀλλοίαν βάσιν καὶ ἐξ ἄλλης φορολογικῆς ἀφετηρίας ὁρμώμενον, ὡς εἶναι τὸ εἰς τὸ παλαιὸν τμῆμα τοῦ Βασιλείου ἰσχῦον σύστημα. Ἀλλὰ ταῦτα κατ’ ἀρχὴν ἀποδεχόμενοι ὡς βάσιν τῆς πολιτείας ἡμῶν ἐν τῷ θέματι, δυνάμεθα λεπτομερείας τῆς φορολογίας καθορίζοντες, νὰ ἐπιφέρωμεν τροποποιήσεις εἰς τὸ καθεστὼς αἱ ὁποῖαι θὰ ἐσυνείθιζον βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὰς νέας χώρας νὰ ἀποδεχθῶσι σύστημα τὸ ὁποῖον θὰ προσήγγιζε περισσότερον εἰς τὸ σύστημα ἡμῶν, ταυτοχρόνως δὲ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, ὅπως καὶ τὴν δυσαναλογίαν ἡ ὁποία ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ὅπως τὴν δυσαναλογίαν αὐτὴν μειώσωμεν κατὰ τὸ δυνατόν, ἀκριβῶς διότι αἱ περιστάσεις παρέχουσι τὴν εὐχέρειαν, μὲ τὴν ἔκτασιν ἣν αἱ πρόσοδοι ἡμῶν λαμβάνουν, νὰ ἐπιτρέπηται ὅπως μειώσεις ἐπέλθωσιν ἄνευ ταμιακῆς διαταραχῆς. Αὐξάνοντες ἐξ ἄλλου κατά τι τὰ φορολογικὰ ὅρια τῶν δασμῶν, ἐθίζομεν τὰς νέας χώρας εἰς βαρυτέραν πως ἔμμεσον φορολογίαν, παρέχοντες ὅμως ἀφ’ ἑτέρου εἰς αὐτὰς καὶ τὰς οἰκονομικὰς εὐνοίας τὰς ὁποίας περιέχει τὸ ἴδιον ἡμῶν προστατευτικὸν σύστημα. Αἱ εὔνοιαι αὗται εἶναι αἱ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν διαφόρων ἀτελειῶν εἰς τὰς πρώτας ὕλας παρεχόμεναι προστασίαι εἰς τὴν βιομηχανίαν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ δασμολογίου, ἦτο ἐνδεδειγμένον ὅπως ἀπὸ τοῦδε μεριμνήσωμεν περὶ εἰσαγωγῆς φόρων τινῶν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως οἱ ὁποῖοι συνήθως ἀπαντῶσιν εἰς ὅλα τὰ κράτη καὶ οἱ ὁποῖοι πλήττοντες ἀντικείμενα εὐρείας καταναλώσεως, χωρὶς νὰ εἶναι συγχρόνως ταῦτα καὶ πρώτης ἀνάγκης, παντοῦ χρησιμεύουν ὡς πηγὴ σημαντικῆς προσόδου διὰ τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Καὶ οἱ εἰδικοὶ αὐτοὶ ἔμμεσοι φόροι εἶναι κυρίως ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ζακχάρεως ὡς καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου. Ἔπρεπε δὲ, ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ νὰ ἐθίσωμεν τὰς νέας ἡμῶν χώρας βαθμηδὸν εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν τὴν βαρυτέραν ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων τῆς εὐρείας καταναλώσεως, νὰ εἰσαγάγωμεν τὰς φορολογίας αὐτάς, ἀλλὰ καὶ διότι ἄλλος λόγος ἐπιτακτικὸς συνέτρεχεν εἰς τοῦτο, λόγος ἐπιτακτικώτερος ἴσως τοῦ πρώτου ἐπιβάλλων τὴν εἰσαγωγὴν τῆς νομοθεσίας ταύτης. Ὁ λόγος δὲ οὗτος εἶναι ὅτι, ἐὰν παρέμενον τὰ διὰ ταύτης πληττόμενα εἴδη φορολογούμενα ὡς καὶ πρότερον ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ἐν δὲ τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἔμενον ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀρχικῆς φορολογίας, θὰ εἴχομεν ἕνεκα τῆς πυκνῆς ἐπικοινωνίας, ἡ ὁποία ἱδρύεται μεταξὺ τῶν δύο τμημάτων τῆς ἐπικρατείας, θὰ εἴχομεν ἰσχυρότατον λαθρεμπόριον, ἐπιζημιώτατον εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποκοπῇ μὲ ὅλας τὰς τελωνειακὰς ζώνας καὶ ὅλας τὰς περιφρουρήσεις τούτων τὰς ὁποίας θὰ εἴχομεν. Τὴν ζώνην τὴν τελωνειακήν, τῆς ὁποίας ὁ διατήρησις ὑπῆρξεν ἀντικείμενον μομφῆς, κατ’ ἀνάγκην τὴν διατηροῦμεν καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ τὴν ὑποστῶμεν ἐπί τινα εἰσέτι χρόνον, ὄχι μόνον ἕνεκα τοῦ λόγου τῆς ὑπάρξεως διαφόρων δασμολογικῶν διατάξεων ἐκεῖ καὶ ἐδῶ, ἀλλὰ διότι ἕνεκα τοῦ περὶ ὑπεγγύων προσόδων διεθνοῦς καθορισμοῦ καὶ τῆς λειτουργίας τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διατηρήσωμεν τὴν φορολογικὴν ἰδιοσύστασιν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ἐπί τινων εἰδῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προκειμένου δασμολογικοῦ νομοσχεδίου ἐνομίσαμεν ἐνδεδειγμένον νὰ προβῶμεν καὶ εἰς μειώσεις τινὰς δασμῶν πληττόντων εἴδη καταναλώσεως δασμῶν, οἱ ὁποῖοι κυριώτατα ἔχοντες ταμιευτικὸν σκοπόν, ἔπληττον ἀντικείμενά τινα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνομίζομεν ὅτι ἡ φορολογία ὡς ἔκειτο ἦτο ἀδικαιολόγητος. Δὲν ἀπεβλέψαμεν ὅμως διόλου εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγωμεν μεταρρυθμίσεις οὐσιωδεστέρας ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ δασμολογίου ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην βαθυτάτων καὶ ῥιζικῶν μεταρρυθμίσεων. Θὰ ἦτο εὔκολον νὰ θίξωμεν καὶ πολλὰ ἄλλα κεφάλαια τοῦ δασμολογίου ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπεδείχθησαν ἐντεῦθεν παρὰ ἀξιοτίμων προλαλησάντων καὶ τὰ ὁποῖα ὄντως θὰ εἶχαν ἐπίδρασιν σπουδαίαν καὶ εὐεργετικὴν ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ λαοῦ, πλὴν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐθίξαμεν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τροπολογίαι τοιαῦται, θὰ εἶχον τι τὸ αὐθαίρετον μὴ συνδυαζόμενον πρὸς ῥιζικωτέραν δασμολογικὴν μεταρρύθμισιν. Ἄνευ μεταρρυθμίσεως ὁλοκλήρου τῆς τεχνικῆς καὶ οἰκονομικῆς βάσεως τοῦ δασμολογίου, δὲν θὰ ἦτο πρέπον νὰ μεταβάλωμεν μονομερῶς δασμοὺς ἔχοντας οἰκονομικὸν χαρακτῆρα καὶ οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν συναφείᾳ πρὸς τὴν ὑφισταμένην σήμερον δασμολογικήν μας νομοθεσίαν. Τὸν τοιοῦτον ὅμως σκοπὸν δὲν φέρει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Χωρὶς νὰ γίνῃ μείωσις πολλῶν δασμῶν συναφῶν πρὸς ὑφισταμένους προστατευτικοὺς δασμούς, θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος καὶ πολὺ ἀντιοικονομικὴ μονομερὴς μεταρρύθμισις δασμῶν προστατευτικῶν. Ἐρωτᾷ ὅμως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας· αἱ μειώσεις αἱ δασμολογικαὶ τὰς ὁποίας εἰσάγομεν εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται καὶ εἰς τί ποσὸν ὑπολογίζονται αἱ ἐλαττώσεις τῶν εἰσπράξεων. Κατὰ τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου καὶ ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τοὺς μέσους ὅρους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων μιᾶς δεκαετίας, αἱ μειώσεις τῶν εἰσπράξεων αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπήρχοντο μηχανικῶς ἀνέρχονται εἰς 2.708.000 κατ’ ἀκρίβειαν μαθηματικήν. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται αἱ μειώσεις νὰ ἰσχύσουν ἐφέτος ἐπὶ 9 μῆνας μόνον, ἡ μείωσις θὰ εἶναι μικροτέρα τῶν 2.000.000. Ἀλλ’ ἡ μείωσις ἡ μηχανικὴ προκύπτει ἐκ τῶν ὑπολογισμῶν τῆς εἰσαγωγῆς, ἡ μείωσις ὅμως αὕτη θὰ εἶναι πολὺ μικροτέρα, διότι ἔχομεν τὰ παραδείγματα τοῦ παρελθόντος, ὅτι ἐκ τῆς μειώσεως τοῦ δασμοῦ ἐπέρχεται αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ αὐτῆς τῆς προσδοκωμένης αὐξήσεως, βεβαίως κατὰ τὸ τρέχον ἔτος —καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ τάσις πρὸς αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων δὲν θὰ παρουσιάσῃ μείωσιν καὶ κατὰ τὸ μέλλον — κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, λέγω, ὁπωσδήποτε δὲν θὰ ἔχωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὴν μείωσιν ταύτην, διότι μόνον ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπράξεων τῶν τελωνείων τοῦ παλαιοῦ Κράτους, δηλαδὴ τοῦ Ἰανουαρίου, τοῦ Φεβρουαρίου καὶ τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Μαρτίου, ἔχομεν αὔξησιν ἐπὶ πλέον τοῦ παρελθόντος ἔτους κατὰ 2.300.000· εἴσπραξιν δὲ μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Μαρτίου δηλ. διὰ τὸ πρῶτον τρίμηνον θὰ ἔχωμεν ὑπὲρ τὰ 3.000.000. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ μᾶς συγχύσῃ τὸν νοῦν, ὅτι ὁ παραλληλισμὸς γίνεται πρὸς τὸ παρελθὸν ἔτος, τὸ ὁποῖον ἦτο ἔτος πολέμου, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τοῦ πολέμου αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὑπελογίζομεν ἀρχικῶς, τῶν 42.000.000. Ἀλλ’ ἐὰν παραλληλίσωμεν καὶ μόνον τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1911 πρὸς τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1912, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ παρουσιάζων τὰ περισσότερα ἔσοδα σχετικῶς πρὸς ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη, ἔχομεν πάλιν ἀπέναντι τοῦ Ἰανουαρίου αὔξησιν εἰσπράξεων κατὰ 550.000. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἡ αὔξησις αὐτὴ παρουσιάζεται καίτοι κατὰ τοὺς μῆνας τούτους ὑπελήφθη σημαντικῶς ἡ εἰσαγωγὴ τῶν εἰδῶν, ἐφ’ ὧν ὑπῆρχε πρότασις μειώσεως τῶν δασμῶν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ πλὴν τῶν γενικῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τῆς ὅλης ὑφῆς καὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου, ἔχω νὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἴσως περισσότερον τῆς οἰκονομικῆς βάσεως ἀπησχόλησε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰ εἰσαχθέντα εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐμπορεύματα.
§263Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐλήφθησαν οἱ πίνακες;
§264Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ ζητηθέντες;
§265Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβεῖς. Εἰς ἓν σημεῖον περιέχουσιν ἀτελείας τινὰς καὶ ἐτηλεγράφησα νὰ τὰς συμπληρώσωσι. Τὸ ζήτημα εἶναι μᾶλλον ζήτημα ἀρχῆς ἢ λεπτομερειῶν. Θὰ σᾶς ἀναπτύξω διατί. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἀναγνωρίζει τὸ σύστημα τοῦ λεγομένου Cadenas συμφώνως πρὸς τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ εἴσπραξις δασμοῦ καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅμα τῇ καταθέσει τούτου. Ὁ δὲ λόγος τοῦ συστήματος τούτου εἶναι διὰ νὰ μὴ γίνεται, ὑπὸ τὴν σκέπην δασμολογικῶν διατάξεων γνωστῶν, κερδοσκοπία εἰς βάρος τοῦ καταναλωτοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπλήρωνε τὴν ἀρχικὴν τιμὴν σὺν τῷ νέῳ δασμῷ πρὶν ἢ ἐμβληθῇ ἡ δασμολόγησις. Πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ συστήματος τοῦ Cadenas ἡ ἡμετέρα νομοθεσία περιέχει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νόμου περὶ τελωνειακοῦ νομοσχεδίου λέγουσα ὅτι καταλογιστέον εἶναι τὸ τέλος τὸ ὑπάρχον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς καταθέσεως τῆς διασαφήσεως· δηλαδὴ ἡ διασάφησις δημιουργεῖ τίτλον ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἡ διάταξις αὕτη ἥτις καὶ προηγουμένως ἐφηρμόζετο ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἀντισυνταγματική, κατέστη συνταγματικὴν δι’ εἰδικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν περιέλαβε τὸ ἡμέτερον Διάταγμα.
§266Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ διάταξις αὕτη ἡ ὁποία εἶναι ἀντισυνταγματική. Εἶναι ἄλλο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§267Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς διασαφήσεως. Τὸ ὅλον σύστημα ἦτο ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἐγένετο συνταγματικόν. Τὸ σύστημα αὐτὸ συνεπείᾳ τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅπου ἐπεξετάθη τὸ Σύνταγμα. Ἑπομένως ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ὅθεν τῆς καταθέσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, ἔπρεπε νὰ δασμολογηθῶσι καὶ τὰ εἴδη τὰ εἰσηγμένα. Ἀλλ’ ἐν ταῖς νέαις χώραις ἰσχύει τὸ σύστημα τὸ τελωνειακόν, τὰ κατὰ τὴν τουρκικὴν νομοθεσίαν ὑφιστάμενον. Τὸ σύστημα δὲ αὐτὸ τοῦ τουρκικοῦ νόμου ἰσχύει καὶ διὰ ῥητῆς διατάξεως τῆς ἰδικῆς μας νομοθεσίας, ἡ ὁποία διὰ τοῦ νόμου περὶ τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν καὶ τοῦ κατόπιν ψηφισθέντος νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τούτων καὶ ἀφ’ ἧς ἔπαυσαν αἱ χῶραι αὗται νὰ εἶναι στρατιωτικῶς κατεχόμεναι μέχρις οὗ γίνῃ ἡ ἀφομοίωσις ἡ νομοθετική. Κατὰ ταῦτα ἡ νομοθεσία ἡ τουρκικὴ ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη, ἀγνοεῖ ὅμως αὕτη τὸ σύστημα τοῦ Cadenas καὶ ἀγνοοῦσα τοῦτο ἐννοεῖται ὅτι δὲν περιλαμβάνει διάταξιν ἀσφαλίζουσαν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι ἡ διασάφησις ἔχει καὶ διὰ τὸν τουρκικὸν νόμον τὴν αὐτὴν οἵαν καὶ δι’ ἡμᾶς ἔννοιαν, ν’ ἀποτελῇ τίτλον ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ὑπῆρχεν ὅθεν κενὸν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, τοῦτο δὲ καλούμεθα νὰ πληρώσωμεν. Ποῖον δὲ θὰ εἶναι τὸ σημεῖον τοῦ χρόνου, ὅπερ θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς τὸ ἐπιβαλλόμενον διὰ τὴν νέαν δασμολόγησιν; Εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν δύο ὁδούς, λύσιν αὐστηρὰν καὶ λύσιν ἐπιεικῆ. Ἡ αὐστηρά, ἡ αὐστηροτέρα λύσις, θὰ ἦτο ἡ ἀγνοοῦσα καὶ αὐτὴν τὴν διασάφησιν ἀκόμη καὶ ἡ λέγουσα ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου ὅλα τὰ ἐμπορεύματα τὰ μὴ ἐκτελωνισθέντα, ἀδιαφόρως, ἐὰν περὶ τούτων ἔχουσι κατατεθῆ διασαφήσεις ἢ οὔ, ὑπόκεινται εἰς τὸ νέον καθεστὼς καὶ ἑπομένως πίπτουν καὶ αὐτὰ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νέου νόμου καὶ καταβάλλουσι τὸν νέον δασμόν. Ποίαν λύσιν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ καὶ ποίαν νὰ ἐφαρμόσῃ; Ἡ ἔννοια τοῦ συστήματος τοῦ Cadenas εἶναι ὅτι, προκειμένου νὰ γίνῃ μεταβολὴ δασμολογική, αὕτη νὰ μὴ δύναται νὰ ἀποβῇ ἀφορμὴ κερδοσκοπίας ὑπὸ τῶν ἀτόμων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· αἱ δασμολογικαὶ μεταρρυθμίσεις, αἵτινες ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰς νέας χώρας ἦταν ἢ δὲν ἦσαν γνωσταὶ εἰς τοὺς κατοίκους τὸν χρόνον ἐκεῖνον; Ἀνέμενον ἢ δὲν ἀνέμενον οἱ ἐνδιαφερόμενοι κύκλοι τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας καὶ πρὸ πάντων τῆς δασμολογικῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία τοὺς ἐνδιέφερε περισσότερον;
§268Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὴν ἀνέμενον.
§269Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διότι ἀνέμενον τὴν δασμολόγησιν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καὶ μάλιστα τὴν εἰσαγωγὴν ὁλοκλήρου τοῦ ἡμετέρου δασμολογίου. Πρὸ τῆς ἀπόψεως δὲ αὐτῆς ἀπὸ μακροτάτου χρόνου εἶχον ἀρχίσει νὰ ὀχυροῦνται ἐναντίον ὅλων τῶν ἐνδεχομένων.
§270Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εἰσαγωγὴ ἐγένετο εἰς τὰ εἴδη τῶν ὁποίων ηὐξήσατε τὸν δασμόν.
§271ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ κυριώτερα εἴδη. Εἶχον προΐδει τοῦτο καὶ εἶχον ἀρχίσει ἀπὸ μακρῶν μηνῶν τὸν ἐφοδιασμόν, ἀκριβῶς κάμνοντες ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμνε πᾶς τις βλέπων πρὸ αὐτοῦ ἐρχόμενον νέον οἰκονομικὸν καθεστώς.
§272Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει αὐτό.
§273ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως.
§274Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔπρεπε νὰ λάβητε πρόνοιαν ὅπως ἡ τοιαύτη ἀπόπειρα κλοπῆς τοῦ δημοσίου προληφθῇ.
§275Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐν συνειδήσει καὶ ἐπιγνώσει οὐδὲν μέτρον ἐλάβομεν. Σᾶς γνωρίζω μάλιστα καὶ τοῦτο, ὅτι οὐδὲν μέτρον ἐλάβομεν καὶ σήμερον ὁπότε γνωρίζομεν πολὺ καλὰ ὅτι εἰς τὰς νήσους, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἔχει ἐπεκταθῆ τὸ δασμολόγιον, γίνεται ἡ ἐνέργεια τῆς εἰσαγωγῆς εἰδῶν τοιούτων.
§276Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον μίαν διασάφησιν. Ὁ συλλογισμὸς ὑμῶν στηρίζετε εἰς τοῦτο ὅτι ὑπάρχει νομοθετικὸν κενὸν καὶ ὅτι ὑμεῖς ἀγόμενοι ἀπὸ σκοποὺς πολιτικοὺς ἀπεφάνθητε ὡς ἀπεφάνθητε. Νομίζω ὅμως ὅτι νομοθετικὸν κενὸν δὲν ὑπάρχει καὶ ἐπὶ τούτου ἤθελον ἐξηγήσεις. Ὑμεῖς φρονεῖτε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς νόμος, τὸ ἄρθρον 12, δὲν εἰσήχθη εἰς τὰς νέας χώρας, ἀλλ’ ἰσχύει εἰς αὐτὰς ὁ Τουρκικὸς νόμος δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν. Ἐγὼ ὅμως ἔχω νὰ ὑποδείξω εἰς ὑμᾶς ὅτι, καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν νόμων τούτων, ὑπάρχει νόμος μὲ πλήρη αὐτάρκειαν καὶ ὑποχρεωτικῶς ἐφαρμοστέος καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, Εἶναι τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς γενομένης προσαρτήσεως ἰσχύει αὐτοδικαίως καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, καὶ τὸ ὁποῖον περιέχει σχετικὴν διάταξιν ἀμέσως ἐφαρμοστέαν καὶ ἐν προκειμένῳ. Δὲν εἶχε δὲ ἀνάγκην τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος νὰ ὑπηρετηθῇ ἀπὸ νόμον ὀργανικὸν ὅπως τύχῃ ἐφαρμογῆς, διότι ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 59· «οὐδεὶ φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου· ἐξαιρετικῶς, ἐπὶ ἐπιβολῆς ἢ αὐξήσεως δασμοῦ, ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν καταθέσεως τῆς περὶ αὐτοῦ προτάσεως νόμου». Ἑπομένως ἐν προκειμένῳ, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἔπρεπε νὰ εἰσπράξητε τὸν φόρον αὐτόν. Τὸ Σύνταγμα εἶναι ἐφαρμοστέον καὶ ἐκεῖ· συνεπῶς ἐξετόπισε πάντα νόμον τέως ἐκεῖ ἰσχύοντα. Συνεπείᾳ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Συντάγματος οἱ νόμοι οἱ προγεγενημένοι, οἱ τελωνειακοί, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἐγίνετο ἡ εἴσπραξις, καθίστανται ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο περιττοί, διότι ἔχει αὐτάρκειαν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἔπρεπε λοιπὸν ἀπὸ τῆς 22 Δεκεμβρίου 1912 τὰ μὴ ἐκτελωνισθέντα εἴδη νὰ ὑποβληθῶσι εἰς τὸν νέον φόρον.
§277ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ μὴ ἐκτελωνισθέντα.
§278Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνα ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶχε πληρωθῇ ὁ δασμός. Ὁ τελωνειακὸς ὑπάλληλος ἐφ’ ὅσον εἶχε τὸ νομοσχέδιον ἀφ’ ἑνός, τὸ ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁρίζον ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς εἰσπράττεται ὁ νέος φόρος, καὶ ἐξ ἄλλου τὸ Σύνταγμα, θὰ ἐζήτει παρὰ τῶν εἰσαγομένων τὸν φόρον τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ ποῖος τελωνειακὸς νόμος ἴσχυεν· ἴσχυε τὸ Σύνταγμα καὶ μετ’ αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ἐξετάσῃ ἂν κατατέθη ἡ διασάφησις εἴτε τὸ δηλωτικόν, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπῄτησε τοιοῦτό τι. Ἦτο νομίζω ἡ λύσις αὕτη σιδηρᾶς καὶ ἀκαποτέπτρου λογικῆς ἀνάγκης.
§279ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν μὲ ἐπείσατε περὶ τούτου.
§280Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς; Τὸ Σύνταγμα λέγει ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν καταθέσεως τῆς περὶ αὐτοῦ προτάσεως νόμου, τὸ δὲ νομοσχέδιον περιέχει διάταξιν περὶ ἀμέσου ἐφαρμογῆς. Ἄρα οἱ συνταγματικοὶ ὅροι ἐτηρήθησαν πάντες καὶ ὁ φόρος ἦτο εἰσπρακτέος.
§281ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθή, ἀλλὰ δὲν λέγετε διόλου οὔτε ἡ νομοθεσία ἡ ἐν Τουρκίᾳ λέγει ὁποία εἶναι ἡ ἡμέρα ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὸ δασμολόγιον.
§282Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα ἡ ἡμέρα τῆς καταθέσεως.
§283Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει ἅμα τὰ καταθέσῃ.
§284Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὁ καλούμενος νὰ ἐκτελωνίσῃ ἐμπορεύματα τὴν ἑπομένην τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, δύναται, σᾶς ἐρωτῶ, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα, δύναται νὰ εἴπῃ: εἰσπράττω τὸν φόρον ὄχι τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὸν φόρον τοῦ προηγουμένου νόμου;
§285Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τότε τί εἰσπράττει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διασαφήσεως, ἐνῷ ἡ διασάφησις ἔχει γίνει προγενεστέρως.
§286Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περὶ διασαφήσεως, εἶναι προγενέστερος τοῦ Συντάγματος. Ἐφ’ ὅσον δέχεσθε ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν εἰσήχθη εἰς τὰς νέας χώρας καὶ δὲν ἰσχύει, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐφαρμόσητε ἀμέσως καὶ ἄνευ διακρίσεώς τινος τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τελωνίζοντες ὅλα τὰ μήπω ἐκτελωνισθέντα ὑπὸ τὸ νέον δασμολόγιον.
§287Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ συστήματος αὐτοῦ εἶναι τὸ πῶς νὰ μὴ γίνῃ κερδοσκοπία εἰς βάρος τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι πράγματι σκόπιμον νὰ μεταχειρισθῶμεν μὲ δύο μέτρα καὶ μὲ δύο σταθμὰ τοὺς εἰσαγωγεῖς ὅταν οἱ μὲν τῶν εἰσαγωγέων φέρουν τὰ εἴδη των ἐγκαίρως καὶ τὰ ἐκτελωνίσουν ἐγκαίρως εἴτε ἐκ τύχης εἴτε ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης προνοίας, οἱ δὲ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο μετ’ αὐτοὺς καὶ δὲν κατώρθωσαν νὰ εἰσαγάγουν τὰ ἐμπορεύματά των ἐγκαίρως, εἴτε διότι δὲν ἐπρόφθασαν εἴτε διότι ὑπῆρχεν ἀνεπάρκεια χώρου καὶ προσωπικοῦ, εἴτε δι’ ἄλλας τινας τυχαίας αἰτίας, νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο προσῆκον διὰ τοὺς δευτέρους τούτους νὰ ὑπῆρχε δυσμενεστέρα μεταχείρισις; Ἔχομεν πλὴν τῶν ἀνωτέρω ἐπιχειρημάτων καὶ τὴν τακτικὴν ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται ἐν Γαλλίᾳ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἐν Γαλλίᾳ ἔχομεν τὸν θεσμὸν ὁλόκληρον ὡς περίπου ἰσχύει παρ’ ἡμῖν. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπίσης ἰσχύει περὶ τῶν διασαφήσεων ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν. Αἱ διασαφήσεις εἶναι καὶ ἐκεῖ αἱ δημιουργοῦσαι τίτλον ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ δημοσίου. Προκειμένου δὲ καὶ ἐν Γαλλίᾳ περὶ καταθέσεως νομοσχεδίου δασμολογικοῦ ἀφορῶντος μάλιστα εἴδη πρώτης ἀνάγκης, ἡ εἴσπραξις τῶν νέων δασμῶν ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ δὲν νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ ὁ δασμὸς ἐφ’ ὅλων τῶν ἀντικειμένων τῶν καταληφθέντων κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Θεωροῦσιν ὅτι ὅλα τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ἀποδεδειγμένως ἀναχωρήσαντα διὰ λιμένας Γαλλικοὺς πρὸ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα ὅλα αὐτὰ ὑπόκεινται εἰς τὸν παλαιὸν δασμὸν καὶ ὄχι εἰς τὸν νέον, διότι ἀκριβῶς τὸ σύστημα τοῦτο θέλει νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παραγγελία τις καὶ ἐκμετάλλευσις ἐν γνώσει τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται, καὶ ὁ ὁποῖος κατὰ κανόνα ἔπρεπε νὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ μεταγενεστέρας χρονολογίας, καὶ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Τὴν διάταξιν δ’ αὐτὴν τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται ὡς ἀνέφερον καὶ ἡ ὁποία ἀπεικονίζει τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ δικαιολογίαν τῆς γνώμης καὶ πολιτείας ἡμῶν. Ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ μὴ δασμολόγησις τῶν ἐμπορευμάτων ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχε διασάφησις, ἀλλὰ περὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν ὑπάρχει δηλωτικόν, δηλαδὴ ἡ δασμολόγησις τῶν ἐμπορευμάτων τὰ ὁποῖα εἶχον φθάσει εἰς τὸν λιμένα τῆς Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ δὲν εἶχον προφθάσει νὰ τελωνισθῶσιν, ἦτο ἡ ὀρθοτέρα ἀντίληψις καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐν γένει πρακτικῆς ὠφελείας. Θὰ ἦτο δὲ λίαν ἀνεπιεικὲς ἐάν, ἐμπορεύματα εἰσαχθέντα καὶ ἀποβιβασθέντα ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς Θεσσαλονίκης μίαν ἡμέραν προηγουμένως, ἀφήνομεν νὰ τελωνισθῶσι μὲ τὸ 11%, τὰ ὀλίγον βραδύτερον δὲ καταφθάσαντα ἢ τὰ ὀλίγον βραδύτερον ἀποβιβασθέντα, αὐτὰ τὰ ἐμπορεύματα τὰ ἐθέτομεν ὑπὸ δυσμενεστέρους ὅρους. Θὰ εἴχομεν τότε ἐν Θεσσαλονίκῃ μίαν τάξιν, ἡ ὁποία θὰ εὑρίσκετο ἀναμφιβόλως ὑπὸ τοὺς οἰκονομικῶς εὐνοϊκωτέρους ὅρους, θὰ εἴχομεν δὲ ἄλλην τάξιν ἡ ὁποία θὰ εὑρίσκετο ὑπὸ δυσμενεστάτους ὅρους ἢ μᾶλλον ἡ μία θὰ ἐξεμεταλλεύετο ὁλόκληρον τὸν δασμόν, ἐνῷ ἡ ἄλλη θὰ εἶχε νὰ παλαίσῃ κατ’ αὐτῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἐρωτῶ δὲ καὶ τοῦτο. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀθρόας εἰσαγωγῆς ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ μόνον περὶ ζακχάρεως πρόκειται, διότι τὸ πετρέλαιον εἶναι εἰς πολὺ ὀλιγωτέραν ποσότητα, τὸ ἀποτέλεσμα, λέγω, ποῖον ἦτο, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμὴν τῶν εἰδῶν αὐτῶν εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ἑπομένως τὸν καταναλωτήν; Εἴχομεν τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι κατορθώθη ἐπὶ χρόνον μακρὸν ἡ τιμὴ τῆς καταναλώσεως τῆς ζακχάρεως νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ μὲ ὁλόκληρον τὸν δασμόν, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῆς λιανικῆς πωλήσεως νὰ εἶναι μικροτέρα ἐκείνης ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἐὰν εἶχεν εἰσπραχθῆ ὁλόκληρος ὁ δασμός. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε τί σᾶς ἐνδιαφέρει τοῦτο. Σεῖς εἰσάγοντες τὸν δασμὸν τῆς ζακχάρεως ἀποβλέπετε εἰς τὸν ταμιευτικὸν σκοπόν. Μάλιστα. Ἀλλὰ οἰκονομικῶς καὶ πρακτικῶς πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐπί τινα χρόνον τὴν μὴ αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν ὅλων αὐτῶν τῶν μέτρων διὰ νὰ μὴ καταστήσωμεν ταῦτα ἀμέσως ὀξέα. Ζητοῦντες διὰ τῆς εἰσαγωγῆς φορολογίας βαρυτέρας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως νὰ ἐθίσωμεν τοὺς κατοίκους ἐκεῖ, πρέπει βαθμιαίως νὰ ἑτοιμάσωμεν τὸ ἔδαφος ὅπως δυνηθῶμεν νὰ πλήξωμεν ἡμέραν τινὰ αὐτὸ δι’ ὅλων τῶν βαρέων ἐμμέσων φόρων. Τοῦτο ὅμως βαθμηδὸν γίνεται. Νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη οἰκονομικῶς ἡ ἐπιδασμολόγησις ὅλων αὐτῶν τῶν ἀποθεμάτων καὶ νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο πραγματικῶς οἰκονομικῶς δικαία ἡ χρῆσις τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου διὰ τὰ ἀποθέματα τὰ ὑπάρχοντα ἐν Θεσσαλονίκῃ; Ἀλλ’ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν εἰδῶν τούτων ἅπαξ γενομένη βεβαίως δὲν ἔμεινεν εἰς χεῖρας τοῦ πρώτου κατόχου, ὥστε νὰ ὑπάρχωσιν ἐν μιᾷ ἀποθήκῃ ἢ ὀλίγαις ἀποθήκαις, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀνήκωσιν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καὶ εἰσήγαγον τὰ ἐμπορεύματα αὐτά. Τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα ἅπαξ εἰσαχθέντα, δὲν ἔμειναν εἰς χεῖρας τοῦ πρώτου εἰσαγωγέως. Μετήλλαξαν ἔκτοτε πολλοὺς κατόχους, ἔφθασαν δὲ καὶ μέχρι τοῦ μικροτέρου μεταπράτου. Οὕτω δὲ ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα μεταφερθέντα, εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τρόπον τινὰ ὅτι ὅλοι οἱ εἰς οὓς περιῆλθον, κατένειμαν τὰ ὀφέλη τὰ ὁποῖα θὰ προήρχοντο ἐκ τῆς μὴ καταβολῆς ὁλοκλήρου τοῦ δασμοῦ. Καὶ νομίζετε ὅτι φορολογία γενομένη ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἰς χεῖρας ὄχι τοῦ πρώτου, ὅτε θὰ ἦτο δικαία, νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἐπέφερεν διαταραχὰς ὀχληροτάτας εἰς ὅλον τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλονίκης; Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη εἶναι πόλις ἐμπορικὴ τῆς ὁποίας τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ κίνησις ὑπῆρξαν σημαντικώτατα· ὅτι ἡ Θεσσαλονίκη, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς μεταβολῆς τῆς ἐδαφικῆς ἡ ὁποία ἐγένετο, ὑπέστη κλονισμὸν οἰκονομικόν· ὅτι τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐθισθῆ εἰς ὡρισμένας ἀντιλήψεις καὶ εἰς ὡρισμένα συμφέροντα, εὑρέθη πληττόμενον εἰς τὰ συμφέροντα ταῦτα ἐκ τοῦ γεγονότος τῆς ἐδαφικῆς ἀλλοιώσεως ἐν Μακεδονίᾳ· ὅτι δὲ ἔχομεν πᾶν συμφέρον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην νὰ δώσωμεν πάλιν τὴν προτέραν της ἀκμὴν καὶ εἰ δυνατὸν νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἀκμήν της· ὅτι, ἕως ὅτου κατορθωθῇ ὅπως οἱ ἐμπορικοὶ κύκλοι τῆς Θεσσαλονίκης ἐθισθῶσιν εἰς τὴν νέαν μορφὴν τοῦ ἐμπορίου, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ τοῦτο εἰς τὸν νέον τρόπον συναλλαγῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν δύναται πλέον νὰ εἶναι ὁποῖαι ἦσαν κατὰ τὸ παρελθόν, διότι ἀλλοῖα εἶναι ἡ πελατεία καὶ ἀλλοῖος εἶναι ὁ τρόπος καὶ τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐξελιχθῇ τὸ ἐμπόριον, δὲν νομίζετε ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐμπορικὴ κατάστασις τῆς Θεσσαλονίκης εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς ἐπιδράσεις ταύτας, ὅτι ἔχομεν πάντα λόγον νὰ μὴ ζητῶμεν διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν διαφόρων διατάξεων νὰ πλήττωμεν αὐτήν, ἀποβλέποντες μόνον εἰς τὸν ταμιευτικὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ ἔχωσιν αἱ φορολογικαὶ ἡμῶν μεταρρυθμίσεις;
§288Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διὰ τοῦ νόμου, ὄχι διὰ τῆς παραβιάσεως τοῦ νόμου.
§289Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν φρονῶ ὅτι ὑπάρχει παράβασις τοῦ νόμου. Δὲν νομίζετε σεῖς ὅτι μᾶς ἐπιβάλλεται ἀπόλυτος ἐπιείκεια, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, οὕτως ὥστε τὰ ἤδη πεπληγμένα συμφέροντα τῆς Θεσσαλονίκης νὰ μὴ πλήξωμεν ἔτι περισσότερον ἡμεῖς;
§290Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπιείκεια, ἀλλὰ σωζομένου τοῦ κύρους τοῦ Κράτους.
§291Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπλήγη ἡ Θεσσαλονίκη διότι ἐγένετο Ἑλληνική; Ἀπορῶ πῶς λέγετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§292ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ κάμωμεν ζήτημα πατριωτισμοῦ διὰ αὐτό. Βεβαίως ὁ πόλεμος ἔφερε μέγα πλῆγμα εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλονίκης καὶ σήμερον πάσχει αὕτη.
§293Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πάσχει ὅπως ὅλη ἡ Ἑλλάς.
§294ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ περισσότερον ἡ Θεσσαλονίκη. Κρῖμα νὰ τὸ κάμωμεν ζήτημα πατριωτισμοῦ καὶ αὐτό.
§295Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε νὰ κάμωμεν νόμον.
§296ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἠρώτησε ἂν ἐπλήγη ἡ Θεσσαλονίκη διότι ἐγένετο Ἑλληνική.
§297Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ ἀλλαγὴ τῆς κυριαρχίας ἔφερε ζημίαν.
§298Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§299ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἦτο ἑπόμενον καὶ φυσικὴ συνέπεια μετὰ πόλεμον τοσούτων μηνῶν νὰ ὑποστῇ κλονισμὸν ἡ Θεσσαλονίκη. Ἐλπίζομεν ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν.
§300Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι προσωρινὸς ὁ κλονισμὸς καὶ ὅτι μία Ἑλληνικὴ διοίκησις καλὴ θὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των.
§301ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐλπίζω ἢ μᾶλλον εἶμαι βέβαιος περὶ αὐτοῦ.
§302Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ἔχετε δίκαιον.
§303Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καταλήγων, λέγω, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐν σχέσει μὲ τὴν Θεσσαλονίκην νὰ ἀφήσωμεν νὰ πρυτανεύῃ πνεῦμα αὐστηρῶς ταμιευτικόν· εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὸν πλοῦτον τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τὴν ἐμπορικὴν ἄνθησιν τῆς πόλεως πάλιν ἐπανερχομένην, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσκῶμεν φορολογικὴν ἐπιείκειαν καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων νὰ θεραπεύσωμεν μόνον τὸ ταμιευτικὸν συμφέρον.
§304Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ὥρα κατάλληλος νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Ἤθελον ὅμως νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐμπορευμάτων τῶν εὑρισκομένων ἐν τῷ τελωνείῳ Θεσσαλονίκης, κατὰ πληροφορίας, ἃς ἔχω, εἶναι ὁ ἑξῆς: 15.000.000 ὀκάδ. ζακχάρεως καὶ 20.000.000 ὀκάδ. πετρελαίου.
§305Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι ἀνακριβεῖς οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἔχετε. Οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἔχω εἶναι 8.367.000 ὀκάδες ζακχάρεως καὶ 144.000 κιβώτια πετρελαίου.
§306Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς δώσητε μίαν πληροφορίαν; Ἐφορολογήσατε καὶ τὰ ἐν ταῖς ἀποθήκαις ἐμπορεύματα ἢ ὅσα ἦσαν εἰς τὸ τελωνεῖον;
§307Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅλα τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα εἶχον καταφθάσει καὶ εἶχον δηλωτικόν. Ἐφύγαμεν ἀπὸ τὰς διασαφήσεις καὶ ἐστηρίχθημεν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ ἐμπορίου λεγόμενα μανιφέστα, δηλαδὴ ὅλα τὰ ἐμπορεύματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον προφθάσει νὰ ἐκτελωνισθῶσι, διότι ἦσαν πολλὰ καὶ διότι ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἀνεπαρκής, καὶ διότι συνέπεσε τὸ Σάββατον νὰ μὴ γίνηται ἐκτελωνισμός.
§308Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ τελευταῖον δίμηνον χρονικὸν διάστημα, τὸ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ συζητοῦμεν, εἰσήχθησαν ἐμπορεύματα 15.000.000 ὀκ. ζακχάρεως καὶ 20.000.000 ὀκ. πετρελαίου.
§309Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ δεχθῶ τὰς πληροφορίας σας.
§310Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς αὐτῆς ἀκριβείας εἶναι ἀμφότεραι αἱ πληροφορίαι.
§311ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε τὴν ἰδίαν πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ εἰς τὰς ἰδιωτικὰς πληροφορίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ.
§312Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦτο διὰ τὰς πληροφορίας του.
§313Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πληροφορίαι αὐταὶ διὰ τὸ τελευταῖον δίμηνον χρονικὸν διάστημα...
§314Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τρίμηνον εἶναι τὸ διάστημα.
§315Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὅτι, καὶ ὅταν ἀκόμη ἡ Θεσσαλονίκη ἐτροφοδότει ὁλόκληρον τὴν Μακεδονίαν καὶ μέγα μέρος τῆς Ἀλβανίας, δὲν εἰσῆγε τόσα ἐμπορεύματα ὅσα εἰσήγαγε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Εἶναι φανερὰ ἡ δολία πρόθεσις τῆς ἐμπορικῆς κερδοσκοπίας ἐξ ἐνδεχομένης αὐξήσεως τῶν δασμῶν. Τὰ τέλη, ἅτινα ἐπιβάλλομεν τώρα καὶ ἐπὶ τῆς ζακχάρεως καὶ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, ἐπιβάλλομεν διὰ σκοποὺς ταμιευτικούς. Ναὶ ἢ ὄχι; Ἀλλὰ τὰ ἀποθέματα ἅτινα εἶναι συγκεντρωμένα εἰς τὴν Μακεδονίαν, εἶναι ἱκανὰ νὰ τροφοδοτήσωσι τὴν ἐκεῖ ἀγορὰν τοὐλάχιστον ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἔτος. Κατὰ φυσικὴν συνέπειαν τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν θὰ εἰσπράξῃ οὐδ’ ὀβολὸν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, διότι οἱ ἔμποροι ἔχοντες ἀποθέματα τοιαῦτα μὲ ἠλαττωμένον δασμόν, θὰ ἔχωσι μέγιστον περιθώριον κέρδους καὶ θὰ κανονίζωσι τιμάς, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι συναγωνισμὸν εἰς εἰσαχθησόμενα τοιούτου εἴδους ἐμπορεύματα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἔχει τίποτε νὰ κερδήσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν φόρων αὐτῶν, τότε πρὸς τί νὰ ψαφίσωμεν αὐτοὺς τοὺς δασμοὺς διὰ τὰς νέας χώρας καὶ νὰ μὴ τροπολογήσωμεν τὸ νομοσχέδιον οὕτως ὥστε ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῆς ζακχάρεως καὶ τοῦ πετρελαίου ὁ ἐπιβαλλόμενος δασμὸς εἰς τὰς νέας χώρας;
§316Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Καὶ τότε θὰ ξαναφέρουν ἄλλα!
§317Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει φόβος λαθρεμπορίου μεταξὺ τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, εἰς ἃ ὑπάρχει ἡ διαφορὰ τοῦ τέλους. Ὑπάρχουσι καὶ πλεῖστα ἄλλα. Ὥστε κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑπάρξῃ τελωνειακὴ ζώνη μεταξὺ Νέας καὶ Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ὅπως θὰ προσέξωμεν διὰ τὰ ἄλλα εἴδη, θὰ προσέξωμεν καὶ δι’ αὐτά.
§318Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἐπὶ τόσον χρόνον θὰ παραταθῇ ἡ ἀτέλεια;
§319Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Πολιτεία θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἴδῃ τότε ὅτι τὰ ἀποθέματα θὰ εἶναι ὀλίγα. Καὶ ἂν σήμερον ἡ Πολιτεία πολεμοῦσα τὴν δολίαν προαίρεσιν τῶν κερδοσκόπων εἴπῃ ὅτι ἂν δὲν καταναλωθῶσι τὰ ἀποθέματα μετὰ ἓξ ἢ ὀκτὼ μῆνας, θὰ φορολογήσωμεν πᾶν ἀπόθεμα, τί θὰ κάμωσιν οἱ ἔμποροι αὐτοί; Θὰ κρατήσωσι τὰ ἀποθέματα ἕως ὅτου ἐπέλθῃ ἡ φυσικὴ διὰ τῆς καταναλώσεως ἐξάντλησις τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν; Ὄχι βέβαια. Κάμνουσι τοῦτο σήμερον, διότι ἔχουσι νὰ κερδήσωσι τεσσαράκοντα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ὅταν ὅμως ἐπιβληθῇ φόρος καὶ δὲν θὰ ἔχωσι νὰ κερδήσωσι πλέον τῶν δέκα λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, δὲν θὰ τοῖς συμφέρῃ νὰ χάνωσι τὸν τόκον διὰ νὰ τὰ κρατῶσι. Τί θὰ κάμωσι τότε; Θὰ φέρωσι νὰ πωλήσωσι ταῦτα εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀφοῦ πληρώσωσι τὴν διαφορὰν τοῦ δασμοῦ. Ἑπομένως πάντως εἰς ὀλίγον διάστημα θὰ ἐξαντληθῶσιν αὐτὰ τὰ ἀποθέματα καὶ ἡ κατανάλωσις θὰ κερδήσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐμπόρους.
§320Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἐπειδὴ ἐχάσαμεν τὸ ἥμισυ νὰ τὰ χάσωμεν ὅλα.
§321ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς γνώμης, ὅτι εἰσήχθησαν παρὰ πολλὰ τοιαῦτα εἴδη, ἔχω νὰ φέρω τοὺς ἀριθμοὺς τῶν εἰσπράξεων τοῦ τελωνείου Θεσσαλονίκης ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν. Κατὰ Σεπτέμβριον, ὅστις ἦτο ὁ πρῶτος μὴν σχετικῶς ἡσυχίας, ἔχομεν εἰσπράξεις· (ἀναγινώσκει) 862.698, τὸν Ὀκτώβριον 1.035.497, τὸν Νοέμβριον 1.070.244. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις ὅτι μετὰ τὴν ἀθρόαν αὐτὴν εἰσαγωγὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο κατ’ ἄλλον τρόπον, ὁ Ἰανουάριος καὶ ὁ Φεβρουάριος ἤθελον ἔχει μείωσιν. Ἐν τούτοις ὁ Ἰανουάριος παρουσιάζει 1.217.594 καὶ ὁ Φεβρουάριος 1.054.711.
§322Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζομεν τίνα ἐμπορεύματα εἰσήχθησαν τοὺς πρώτους μῆνας καὶ τίνα μετέπειτα. Ἐφ’ ὅσον δὲν δύνασθε νὰ δώσητε πληροφορίας ὡρισμένας, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δίδητε ἄλλας μὴ δυναμένας νὰ ἀποσαφήσωσι τὰ πράγματα. Εἶναι 15 ἡμέραι ἀφ’ ἧς ἐζητήθησαν αἱ πληροφορίαι καὶ δὲν κατετέθησαν αὗται. Ἡμεῖς ἐκτιμῶμεν τὰς ἀνάγκας μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις τὰς ὁποίας μᾶς ἐδώκατε καὶ δὲν ἐπιμένομεν εἰς τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς δὲν πρέπει νὰ παρέχητε τοιαύτας ἀορίστους πληροφορίας.
§323Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μόνον ἂν καθωρίζοντο τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα εἰσήγοντο, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν συμπέρασμα.
§324ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἂν ὑπῆρχε τόσον ἀθρόα εἰσαγωγή, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἑπομένων μηνῶν θὰ ἦτο πολὺ ἀξιοθρήνητον, διότι θὰ εἶχον μειωθῆ αἱ εἰσπράξεις σημαντικῶς, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐγένετο.
§325Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν ἀσφάλειαν τὸ πρᾶγμα, διότι δύο μόνον εἴδη εἰσήχθησαν τόσον ἀθρόως.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γούναρης.
§327Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρὶν ἢ εἴπω, Κύριοι, τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐφηρμόσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ περιεῖχε καὶ καθ’ ἣν πᾶσα αὔξησις δασμοῦ δι’ αὐτῆς καθοριζομένη ἔπρεπε νὰ ἄρξηται εἰσπραττομένη ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει) «τὰ διὰ τοῦ παρόντος νόμου προτεινόμενα τέλη εἰσπράττονται εἰς τὰς νέας μὲν χώρας ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὰς παλαιὰς δ’ ἐπαρχίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου». Καὶ ὑποβάλλω τὸ ἐρώτημα· εἶναι ἡ διάταξις αὐτὴ ἰσχυρὰ καὶ ἐφαρμοστέα καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ὅσων εἶπεν, ἠθέλησε νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὸ κῦρος τῆς διατάξεως ταύτης. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀποψινῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀρκαδίας ὅστις ἔψεξεν αὐτὸν ὡς κακῶς ἐφαρμόσαντα τὴν διάταξιν ταύτην εἶπε· κατηγορεῖτε ἡμᾶς διότι δὲν ἐφηρμόσαμεν τὴν διάταξιν ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν δὲν εἶχε κατατεθῆ διασάφησις, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ἐντὸς πλοίων, τὰ ὁποῖα εἶχον καταθέσει τὸ δηλωτικὸν αὐτῶν καὶ κατηγορεῖτε ἡμᾶς ἀγνοοῦντες ὅτι τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, τὸ ὁρίζον τὰ περὶ διασαφήσεως, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, καὶ ἀγνοεῖτε, ὅτι εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τὸ Τουρκικόν, τὸ ὁποῖον ἀγνοεῖ τὸ σύστημα τοῦ Καντενᾶς, ὅπως τὸ ὠνόμασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἂν ὁ συλλογισμὸς οὗτος ἦτο ἀκριβής, ἤθελέ τις ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν τὸ σύστημα τὸ Τουρκικόν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην ὑμῶν ἐξακολουθεῖ ἀκόμη ἰσχῦον εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, ἂν τὸ σύστημα τὸ Τουρκικὸν δὲν γνωρίζει ὁλόκληρον τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου· τότε πῶς ἐφηρμόζετε ἔστω καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐμπορευμάτων τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου; Τοῦτο ᾐσθάνθη ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθη νὰ μεταβάλῃ σειρὰν σκέψεων ἅμα τῇ διακοπῇ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας παρατηρήσαντος εἰς αὐτὸν ὅτι διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶχε ἀνάγκην τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου οὔτε τοῦ Τουρκικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ἐφαρμόσῃ ὅσα τὸ νομοσχέδιον διατάσσει δυνάμει διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς λέγει ὅτι «οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδ’ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ἐξαιρετικῶς ἐπὶ ἐπιβολῆς ἢ αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν καταθέσεως τῆς περὶ αὐτοῦ προτάσεως νόμου». Ὅταν ἔχητε τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία ἐπιτρέπει ἵνα ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου γίνῃ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως τῆς περὶ ἐπιβολῆς αὐτοῦ προτάσεως νόμου, ὅταν ἐν τῇ προτάσει τοῦ νόμου ἐγένετο χρῆσις τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ Σύνταγμα καὶ ὡρίσθη ἐν αὐτῇ ὅτι ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου θὰ γίνῃ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς αὐτῆς, εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ εἰσπράξητε τὸν φόρον ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν βλέπων ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποκρούσῃ τοῦτο, εἶπε ναί· ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ ἐμπορεύματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ δασμολογηθῶσι κατὰ τὸ σύστημα αὐτό; Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐρωτήματος εἶπε, δὲν χρησιμεύει ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Νόμου περὶ δασμολογίου, καθ’ ἣν προκειμένου νὰ καθορισθῇ τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ τὸ ἐμπόρευμα, ἂν τὸ τέλος ὑπέστη μεταβολὴν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ τέλος τὸ ἰσχῦον κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὑπεβλήθη ἡ διασάφησις. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός· ἀφοῦ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ δασμολογίου δὲν ἴσχυε ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ οἱονδήποτε χρόνον ἤθελον καὶ νὰ μὴ δεχθῶ ὡς ἐμπορεύματα φορολογήσιμα κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα εἶχον κατατεθῆ δηλωτικά. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σκέψεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι τοῦ σημείου νὰ δεχθῇ ὡς μὴ φορολογήσιμα, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὄχι μόνον ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα εἶχον κατατεθῆ δηλωτικά, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐταξείδευον πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην ἢ κατὰ τὸ Γαλλικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνεκοίνωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον προαγγελθῆ εἰς ἀλλοδαπὰς χώρας παραγωγῆς διὰ νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς Θεσσαλονίκην ἐν καιρῷ. Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἠδύνασθε νὰ λέγητε ταῦτα ἂν εἴχετε ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου περὶ δασμολογίου, διότι τὸ ἄρθρον 12 δὲν ἔχει τεθῆ ἵνα ἐπιβαρύνῃ τοὺς εἰσάγοντας ἐμπορεύματα. Τὸ ἄρθρον 12 δὲν ἔχει τεθῆ διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν τῶν εἰσαγόντων ἐπαχθεστέραν· ἔχει τεθῆ διὰ νὰ δημιουργήσῃ εὐκολίαν ὑπὲρ τῶν εἰσαγόντων, ἐπιτρέπον τὴν πληρωμὴν δασμοῦ μικροτέρου ἀπὸ τὸν ἰσχύοντα ὅταν γίνεται ὁ ἐκτελωνισμός. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 12; Ὡς πρὸς τὸ πληρωτικὸν τέλος λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, ὁ νόμος ὁ ἰσχύων κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς καταθέσεως τῆς διασαφήσεως καὶ ὄχι τὸ διὰ μεταγενεστέρου μέχρι τοῦ ἐκτελωνισμοῦ ἰσχύσαντος νόμου εἰσαχθὲν τέλος. Τὸ ἄρθρον 12 ἔχει ὑπ’ ὄψει τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑψοῦται τὸ τέλος καὶ λέγει ὅτι ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν θέλει κατατεθῆ ἡ διασάφησις καὶ προτοῦ γίνῃ ἡ πραγματικὴ τοῦ ἐμπορεύματος εἰσαγωγὴ καὶ ἐκτελώνισις δημιουργεῖ τίτλον ὑπὲρ ἐκείνου ὁ ὁποῖος εἰσάγει τὸ ἐμπόρευμα, νὰ πληρώσῃ τὸ τέλος τὸ μικρότερον, τὸ ἰσχύον καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ διασάφησις κατατίθεται. Καὶ δι’ αὐτό, ἐξακολουθεῖ, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ κατατεθῆ ἡ διασάφισις, ἀπαιτεῖται καὶ ἕτερόν τι. (Ἀναγινώσκει). «ἐὰν ὅμως τὸ ἐμπόρευμα κλπ». Πρόκειται λοιπὸν περὶ διατάξεως, ἡ ὁποία ἐτέθη διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐπιεικεστέραν, περὶ διατάξεως ἡ ὁποία ἐὰν δὲν ὑπῆρχε θὰ ἐπηκολούθει ἡ ἁπλῆ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καθ’ ἣν θὰ ἐπληρώνετο τὸ τέλος τὸ μεγαλείτερον τὸ ἰσχύον κατὰ τὸν χρόνον τοῦ ἐκτελωνισμοῦ. Περὶ τούτου ὑποθέτω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 12 ἦτο σαφής. Ἐὰν εἴμεθα σύμφωνοι, ὡς μοι νεύετε, περὶ τούτου, τότε λέγω πρὸς ὑμᾶς· τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν εἴπετε ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἰσχύει, ὁποῖον συμπέρασμα ἐπεβάλλετο; Ἀποκλεισμὸς τοῦ πλεονεκτήματος, τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ διάταξις, καὶ ὄχι νὰ ἀποκτήσητε ὑμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ παράσχητε πλεονεκτήματα πολὺ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτοὺς ἡ διάταξις καὶ τὰ ὁποῖα ὑμεῖς λέγετε ὅτι δὲν ἴσχυον δι’ αὐτούς. Ἐὰν ἐδίδετο ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κειμένου δικαίου, ἓν θὰ παρουσιάζετο ζήτημα· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφαρμόζων τοὺς νόμους τῆς ἐπιεικείας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ θὰ ἐτασσόμην προθύμως, θὰ ἐφήρμοζε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 καὶ ἐν ταῖς νέαις χώραις. Καὶ ἂν κατηγόρει τις αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, στηρίζων τὴν κατηγορίαν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος εἶπεν καὶ ἔλεγε πρὸς αὐτόν· δὲν ἰσχύει, κύριε Ὑπουργέ, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις καὶ κακῶς τὴν ἐφηρμόσατε καὶ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν τοῦ Συντάγματος, χωρὶς νὰ παράσχητε τὴν εὐκολίαν τοῦ ἄρθρου 12, ἐάν τις, λέγω, στηριζόμενος ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατηγόρει καὶ ἠξίου ὅτι ἔπρεπεν νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα εἰς τὰς νέας χώρας ἀπὸ ὅσα θὰ εἰσέπραττεν ἐδῶ, διότι τὸ ἄρθρον 12 δὲν ἰσχύει ἐκεῖ, βεβαίως τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ: Κύριοι δὲν ἠδυνάμην νὰ εἶμαι ἀμείλικτος καὶ νὰ ἀξιώσω παρὰ τῶν νέων Ἑλλήνων νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ δασμολόγιον κατὰ τρόπον ἀμειλικτότερον ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται ἐνταῦθα. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἅπασα ἡ Βουλὴ θὰ ἔλεγε πρὸς αὐτὸν ὅτι ὀρθῶς ἔπραξε. Ἀλλὰ τὸ νὰ διατείνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὄχι μόνον ἐδικαιοῦτο νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑπὲρ αὐτῶν ἐφαρμογὴν νόμου, κατὰ τὴν γνώμην του, μὴ ἰσχύοντος ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἰσχύει ἐκεῖ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὅπως αὐτὸς ἠθέλησε, τοῦτο εἶναι ἀξίωσις ὑπερβολική, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσῃ οἱοσδήποτε μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ λόγους σκοπιμότητος. Κύριοι, ἀπέναντι τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων δὲν ὑπάρχουν λόγοι σκοπιμότητος. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε γίνῃ δεκτόν, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ παραβιάζῃ τοὺς νόμους διὰ λόγους σκοπιμότητος, ὁσονδήποτε σοβαροὶ καὶ ἂν εἶναι οὗτοι — σπεύδω δὲ νὰ προσθέσω ὅτι οἱ λόγοι οὓς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι σοβαροὶ — τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐξ οἵων δήποτε λόγων σκοπιμότητος, ὁσονδήποτε σοβαρῶν, ἤθελε γίνει δεκτὸν ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δικαιολογεῖται ὅταν παρεβίασε τὸν νόμον, θὰ ἀνετρέπετο πᾶσα σχέσις τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε πλέον λόγον ὑπάρξεως. Ἀλλὰ μὴ οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργός, ἔχουσί τινα βασιμότητα· Εἶπε πρὸς ἡμᾶς· Κύριοι, ἠθέλησα νὰ ἀποφύγω τὴν ἀνισότητα, ἡ ὁποία ἐδημιουργεῖτο μεταξὺ τῶν καταθεσάντων διασάφησιν καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον καταθέσει καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἐμπορεύματα εὑρίσκονται ἐν τῷ λιμένι, ἐν τῷ πλοίῳ, καὶ αὐτὴ ἡ ἀνισότης θὰ ἦτο μία ἀδικία. Καὶ ἐρωτῶ· ποία εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀντίληψις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Νομίζει ὅτι τοὺς φόρους αὐτούς, τοὺς ὁποίους οἱ ἔμποροι καταβάλλουσιν εἰς τὸ τελωνεῖον, τοὺς καταβάλλουν αὐτοὶ ἐκ τοῦ ἰδίου των βαλαντίου καὶ καταβάλλοντες τοὺς φόρους αὐτοὺς μειοῦσι τὴν περιουσίαν των; Χθὲς ἀκόμη ὁ κ. Πρωθυπουργός, διακόπτων τὸν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀγορεύοντα κ. Βουλευτὴν ἐκ Φθιώτιδος, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι οἱ ἔμποροι τῶν καπνῶν εἶπον πρὸς αὐτὸν ἐν Μακεδονίᾳ ὅτι δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει οἱοσδήποτε φόρος καὶ ἂν ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν καπνῶν, ἔλεγεν εἰς αὐτόν, κύριε Βουλευτά, ἀγνοεῖτε ὅτι οἱ ἔμποροι ἁπλῶς προκαταβάλλουσι τοὺς φόρους καὶ ἐπικαλεῖσθε τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῶν ἐμπόρων, ὡς ἂν αὐτοὶ πρόκειται νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους; Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· νομίζει ὅτι τοὺς φόρους αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ πληρώσουν οἱ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ ἐμπορεύματά των ὑπὸ δηλωτικόν, νομίζει ὅτι αὐτοὺς τοὺς φόρους θὰ τοὺς ἐπλήρωνον αὐτοὶ καὶ ἐφοβήθη μὴ ἀδικηθῶσι; Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀδικίας αὐτῶν, οὐδὲ περὶ ἀδικίας ἄλλων ἐμπόρων. Ὡς πρὸς τοὺς ἐμπόρους δὲν χωρεῖ λόγος παρὰ περὶ ἀδίκου ὠφελείας αὐτῶν εἰς βάρος ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνομίσατε ἴσως διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγετε ὅτι θὰ φανῆτε ἐπιεικής. Διότι οἱ ἔμποροι πάντες, ἅμα ὡς ἐτέθη ὁ φόρος θὰ ὕψουν τὴν τιμὴν καὶ τῶν ἐμπορευμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον καταβάλῃ αὐτόν. Καὶ ἂν θὰ συνέβαινέ τι ἄδικον ἀναπόφευκτον ἐν πάσῃ τοιαύτῃ περιπτώσει, τοῦτο θὰ ἦτο εἰς βάρος τῶν καταναλωτῶν, ἢ τοῦ Δημοσίου. Διότι τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον συνεπείᾳ τῆς ἀμέσου ὑψώσεως τῶν τιμῶν ἔφυγε καὶ ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ φύγῃ ἀπὸ τὰ θυλάκια τῶν καταναλωτῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸ χρῆμα ἐκεῖνο εἰσῆλθεν εἰς τὰ θυλάκια τῶν ἐμπόρων, ὡς καθαρὰ καὶ ἀδικαιολόγητος ὠφέλεια, ὡς ἐκ τῆς προηγουμένης εἰσαγωγῆς τῶν ἐμπορευμάτων. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον, ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἦτο ἐπιεικὲς νὰ γίνῃ εὐκολία καὶ εἰς ἄλλους, μὴ ἔχοντας ἀκόμη εἰσηγμένα τὰ ἐμπορεύματά των, νὰ ἐνθυλακώσωσι ἀνάλογον ποσὸν ἐκ τῶν χρημάτων τῶν φορολογουμένων, τῶν προωρισμένων νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Διότι δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὡς δὲν ἀμφιβάλλει οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἤρξατο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐφαρμοζόμενον ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐπῆλθον ἀμέσως τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑψώσεως τῶν τιμῶν τῶν ἐμπορευμάτων κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἠλαττωμένον ἴσως κατά τι ὡς ἐκ τῆς προηγηθείσης ἀθρόας εἰσαγωγῆς καὶ συναγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν ἐχόντων τὰ ἀποθέματα, ἐπιδιωκόντων τὴν ταχυτέραν πώλησιν διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωνται μὲ ἔξοδα καὶ τόκους ἢ ἔχοντας ἀνάγκην χρημάτων· πάντως ὅμως ἡ ὕψωσις ὡς ἐκ τοῦ δασμοῦ καὶ κατὰ τὸ μέγιστον μέρος αὐτοῦ ἐπῆλθεν ἀμέσως.
§328Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀφοῦ παρέστη ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ δι’ ἀστυνομικῆς διατάξεως ἡ τιμὴ τῶν ἐμπορευμάτων.
§329Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ αὔξησις ἐπῆλθε καὶ ἐπῆλθε μετὰ τοιαύτης ταχύτητος, ὥστε ὁ συνάδελφος ὑμῶν, κ. Ὑπουργέ, ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ διευθύνων τὰ πράγματα νὰ νομίσῃ ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον καὶ ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπεμβῇ καὶ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ἀδικίαν ταύτην. Καὶ ὅταν εἴχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι τοῦτο ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ γίνῃ, διατί συνεβουλεύσατε ἵνα αὐτοὶ οἱ κύριοι λάβωσι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς θὰ ἐξήρχοντο, καὶ ἐξῆλθον χάρις εἰς τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν, ἐκ τοῦ θυλακίου τῶν καταναλωτῶν καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ εἰσέλθωσι ταῦτα εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ δημοσίου; Δὲν εἶναι τοῦτο δωρεὰ χρημάτων; Καὶ ὀνομάζετε τοῦτο ἀποκατάστασιν ἰσότητος μεταξὺ ἐκείνων καὶ τῶν προηγουμένων κερδοσκοπησάντων; Ἀλλὰ δὲν ἐπικαλεῖσθε μόνον αὐτὸν τὸν λόγον τῆς σκοπιμότητος· ἔχετε καὶ ἄλλον. Λέγετε· ὁ τόπος ἐκεῖνος πάσχει, ὁ τόπος ἐκεῖνος ὡς ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῶν ἐξ αὐτοῦ περιπετειῶν ὑπέστη ζημίας καὶ πρέπει πρὸς τὸν τόπον αὐτὸν μετ’ ἐπιεικείας νὰ προσφερώμεθα. Τοῦτο εἶναι τι ἀληθὲς τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι, ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν κατάρτισιν τῶν σχετικῶν νόμων. Ἡ ἐπιείκεια, παρὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων διὰ τῆς παρεχομένης εὐκολίας τοῦ μὴ ἐκτελεῖν αὐτούς, δὲν πιστεύω νὰ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἐπιείκεια δικαιολογημένη ὡς ἐκ τῶν ζημιῶν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐρωτῶ· εἰς τὸν τόπον ἐδόθησαν τὰ χρήματα ταῦτα; Καὶ ἐδῶ πάλιν παραγνωρίζεται ἡ πρὸς τὸν δασμὸν σχέσις τοῦ ἐμπορίου καὶ τοῦ καταναλωτοῦ. Ἀπὸ τὸν τόπον δὲν εἰσεπράχθη ὁ δασμός, δὲν ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς ὀλίγους κερδοσκόπους, οἱ ὁποῖοι τὸν εἰσέπραξαν ἀπὸ τὸν τόπον; Δὲν ἐχαρίσθη τὸ χρῆμα τοῦ τόπου εἰς τοὺς ὀλίγους, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ζημιοῦνται κατὰ τοὺς πολέμους; Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τοὺς πολέμους ἐπέρχονται μὲν γενικῶς ζημίαι, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἐμπόρους ἢ τοὐλάχιστον εἰς ὡρισμένους ἐξ αὐτῶν, ἐπέρχονται οὐχὶ σπανίως καὶ ἀπροσδόκητα κέρδη. Ἀλλὰ καὶ τρίτον λόγον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργός, τὸν λόγον ὅστις σχετίζεται ἀπ’ εὐθείας μὲ τὸ ἐμπόριον. Τὸ ἐμπόριον Θεσσαλονίκης, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, διετέλει ὑπὸ συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ μακροῦ ὑφιστάμεναι σήμερον μετεβλήθησαν. Ἡ μεταβολὴ αὕτη βεβαίως δὲν ἤσκησε οὐσιώδη ἐπιρροὴν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ μεταβολὴ αὕτη ἐδημιούργησεν ἀναμφιβόλως μεταβατικὴν κατάστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ἐπιρροή, ἥτις ἠσκήθη, νὰ εἶναι ἐπιζημία, ἀλλ’ ἐλπίζει καὶ εὔχεται καὶ εἶναι βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχων σύμφωνον εἰς τοῦτο καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι αὐτὴ ἡ μεταβολὴ ἐν τοῖς κατόπιν, ὅταν παρέλθῃ ἡ μεταβατικὴ αὕτη κατάστασις, θὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμπορίου τῆς Θεσσαλονίκης. Ἀλλά, λέγει, ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἐν τῇ μεταβατικῇ καταστάσει μειονεκτικότητος τοῦ ἐμπορίου τῆς Θεσσαλονίκης, ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ δειχθῶμεν πρὸς αὐτοὺς ἐπιεικεῖς. Τί ἐννοεῖ τοῦτο; Νὰ δειχθῶμεν ἐπιεικεῖς, δωροῦντες εἰς τοὺς ἐμπόρους τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου; Ἀλλὰ φθάνει μέχρις ἐκεῖ ἡ ἐκ τῆς περιστάσεως αὐτῆς ἐνδεδειγμένη ἐπιείκεια; Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τοῦτο ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι ὅταν ὡμίλει περὶ ἐπιεικείας βεβαίως δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα τῆς πράξεως δι’ ἧς τὰ περὶ ὧν πρόκειται χρήματα ἀφέθησαν εἰς τοὺς κερδοσκόπους ἐμπόρους. Ἐρωτῶ λοιπὸν ἤδη ἀφοῦ καθωρίσθη ὁ χαρακτὴρ τῆς πράξεως ἦτο, ἕνεκα τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας διετέλει τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλονίκης, ἐπιτετραμμένον ἵνα ἡ ἐνδεδειγμένη ἐπιείκεια φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου τούτου; Ἐὰν νομίζητε κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε τοιοῦτό τι εἰπέτε το καὶ ἐγὼ μόλις τὸ εἴπητε θὰ δεχθῶ ὅτι ἐνεργήσατε ὀρθῶς καὶ δικαίως. Εἶμαι ὅμως βέβαιος ὅτι δὲν θὰ εἴπητε. Δὲν θὰ ἐξετάσω, Κύριοι, ὁπόση εἶναι ἡ ζημία, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Δὲν θὰ ἐξετάσω τοῦτο, διότι εἶναι ἀδιάφορον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλεγεν πρὸ ὀλίγου ὅτι τὸ ζήτημα, εἶναι ζήτημα μᾶλλον ἀρχῆς, παρὰ ποσοῦ ζημίας. Εἰς τοῦτο διαφωνῶ. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα χρήματος, χρήματος τὸ ὁποῖον ἀφῃρέθη ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐταλαιπωρήθησαν εἰς τὸν πόλεμον, οἱ ὁποῖοι ἐζημιώθησαν ἐκ τοῦ πολέμου, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ὅλα τὰ δεινὰ καὶ ὅλας τὰς συμφορὰς τῶν πολέμων, χρήματος, τὸ ὁποῖον ἦτο, ἕνεκα ἀκριβῶς ταύτης τῆς προελεύσεώς του, κατὰ μείζονα λόγον ἐπιβεβλημένον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον καὶ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, χρήματος διὰ τὸ ὁποῖον οὐδαμῶς ἐπιτρέπεται νὰ παρασχεθῇ εὐκολία νὰ τὸ οἰκειοποιηθῶσιν οἱ κερδοσκόποι. Καὶ διότι πρόκειται περὶ χρήματος ἐνδιαφέρει τὴν Ἀρχὴν καὶ τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ζημία τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης ἀνεκοίνωσεν ἀριθμούς τινας οἱ ὁποῖοι βεβαίως οὐδεμίαν ἔχουσι αὐθεντικότητα. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐδήλωσεν ὁ ἴδιος ὅτι δὲν ἔχουν καμμίαν αὐθεντικότητα. Ἐζητήθησαν οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ πρὸ μακροῦ χρόνου, πρὸ χρόνου τοσούτου ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι σταλῇ καὶ προσαχθῇ ἐνταῦθα. Ἂν ὡς εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργός, αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ἐκεῖ, ἐδικαιολογήθησαν πρὸς αὐτόν, λέγουσαι ὅτι δὲν ἐπρόφθασαν νὰ τοὺς ἀποστείλουν, γεννᾶται ὑπόνοια μήπως αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ἐκεῖ, εἶχον καὶ ἄλλους λόγους νὰ μὴ εὐχαριστοῦντο ἵνα οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅταν θὰ ἐγένετο ἡ συζήτησις. Καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ καὶ ὀφείλω νὰ τονίσω τοῦτο, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν οὐδὲ πρέπον, προκειμένου νὰ γίνεται τοιαύτη συζήτησις, νὰ μὴ ἔχει ληφθῆ πᾶσα πρόνοια, ὥστε οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ νὰ εὑρίσκωνται ἐνταῦθα· νομίζω δέ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τοῦτο, ὅτι μὴ οὔσης δεδικαιολογημένης, ὡς ἐξέθηκα, τῆς ἀτελείας τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ προσκομίσῃ καὶ δὲν προσεκόμισε, ὑπῆρξε πλέον τοῦ δέοντος τονισμένη ἡ ἀξίωσις αὐτοῦ νὰ θεωρήσωμεν τὸ ζήτημα, ὡς ζήτημα ἀρχῆς. Ἡμῶν ἔργον δὲν εἶναι νὰ συζητῶμεν τὰ ζητήματα νομικῶς· δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Νομικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, διὰ νὰ ἐρευνῶμεν ἀκαδημαϊκῶς ἂν ὁ νόμος οὕτως ἢ οὕτως ἔχει, ἵνα ἂν συμβῇ εἰς τὸ μέλλον ἄλλη περίστασις ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ὅταν λ. χ. θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος εἰς τὰς νήσους, ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὴν ὀρθὴν ἔννοιαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ ὅτι, ὅταν γίνεται ἐνταῦθα λόγος περὶ νομικῆς ἀρχῆς, γίνεται τοιοῦτος λόγος μόνον χάριν προστασίας συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ ὄχι διὰ νὰ λυθῶσι ζητήματα ἀκαδημαϊκῶς. Ὅταν δὲ νοηθῇ ὅτι ὑπὸ μόνην ταύτην τὴν ἔννοιαν δικαιούμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν, ἐκεῖνοι οἵτινες ἐφήρμοσαν ἀρχὰς ἀποληξάσας εἰς ζημίαν τοῦ Δημοσίου, καθῆκον ἐπιβεβλημένον ἔχουσι νὰ φέρωσι πρὸς ἡμᾶς πάντα τὰ στοιχεῖα τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ νὰ συζητήσωμεν κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν. Καὶ ἤδη, Κύριοι, καταλείπω τὸ ζήτημα τοῦτο. Θεωρῶν αὐτὸ ἐξηντλημένον. Πιστεύω ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπῆρξαν ἱκανὰ ἵνα πᾶς τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μορφώσῃ γνώμην· πιστεύω δὲ ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι μία καὶ σύμφωνος εἰς πάντας ἀνεξαιρέτως, καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον θίγει δύο προβλήματα. Τὸ πρόβλημα τῆς δασμολογικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ τὸ πρόβλημα τῆς ἑνότητος τῆς δασμολογικῆς, ἢ ἂν θέλητε γενικώτερον, τῆς φορολογικῆς καὶ γενικώτερον τῆς οἰκονομικῆς, τῆς μεταξὺ τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος. Ἔχω, Κύριοι, ἀμφιβολίας, ἐὰν οἱ συντάξαντες καὶ εἰσηγηθέντες τὸ νομοσχέδιον, ἔσχον σαφῆ καὶ διαυγῆ τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀπείρου σοβαρότητος, τὴν ὁποίαν τὰ δύο ταῦτα προβλήματα ἐνέχουσι διὰ τὴν χώραν. Καὶ ὅταν ἐκφράζω τοιαύτην ἀμφιβολίαν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν δικαιολογήσω πρὸς ὑμᾶς. Καὶ πρὸς δικαιολογίαν ἀναφέρομαι εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ν’ ἀναμνησθῆτε τῆς ἡμέρας ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Μετὰ βραχεῖαν εἰσήγησιν ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν —ὑπελείποντο ἡμέραι τέσσαρες μέχρι τῶν διακοπῶν τῶν Χριστουγέννων— Κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει καί τινας ἐλαττώσεις δασμῶν· ἐπειδὴ ὡς πρὸς τὰς ἐλαττώσεις δασμῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς του, ἀλλὰ θὰ ἐφαρμοσθῇ ὅταν ψηφισθῇ καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ στερηθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ποιήσωνται χρῆσιν τῶν ἀντικειμένων, τῶν ὁποίων ἐλαττοῦνται οἱ δασμοὶ κατὰ τὰς ἐπερχομένας ἡμέρας, ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅσον ἔνεστι τάχιον καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην δικαιολογίαν ἐζήτει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἵνα ἡ Βουλὴ κάμῃ τί, παρακαλῶ; ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς εἶχεν ἴδει, εἰς οὐδένα εἶχε διανεμηθῆ καὶ οὐδεὶς τὸ ἐγνώριζε. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργός· παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν ἀμέσως τώρα, καὶ τούτου γενομένου νὰ ψηφισθῇ τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ τὴν μεθεπομένην — ἦτο καὶ ἡ τελευταία ἡμέρα ἡ ὑπολειπομένη μέχρι τῶν διακοπῶν — εἰς βʹ ἀνάγνωσιν καὶ νὰ καταστῇ οὕτω νόμος τοῦ Κράτους. Ταῦτα, Κύριοι, οὕτως ἐγένοντο καὶ τὰ ἐνθυμεῖσθε. Ὅταν δὲ τῇ παρατηρήσει τῇ ἰδικῇ μου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐδέχθη ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, δὲν ἔλειψεν ἵνα ἀφήσῃ νὰ φανῇ καὶ ἡ θλῖψις αὐτοῦ, διότι θὰ ἐστεροῦντο οἱ ἀτυχεῖς φορολογούμενοι τῶν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου εὐεργετημάτων κατὰ τὸ εἰκοσαήμερον τὸ ὁποῖον παρενέπιπτε μέχρι τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔλειψαν δὲ καὶ αἱ ἐπικρίσεις ἔξωθεν, ὅτι ἐγὼ παρεκώλυσα τοὺς φορολογουμένους ν’ ἀπολαύσωσι τῶν εὐεργετημάτων τούτων διὰ τῆς ἀστόχου ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἔσχον, ἵνα ἀξιώσω ὅπως τοιοῦτον νομοσχέδιον μὴ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς μὴ ἰδούσης κἂν αὐτὸ πρὸς τὴν ὁποίαν οὔτε εἶχε κἂν διανεμηθῆ. Ἔχω, Κύριοι, ἢ δὲν ἔχω δίκαιον ν’ ἀμφιβάλω περὶ τούτου ἂν ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ἀξιώσας οὕτως νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἔσχε πλήρη τὴν ἀντίληψιν τῶν προβλημάτων τῶν μεγίστων, τὰ ὁποῖα αὐτὸ θίγει; Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα ἔνδειξις δικαιολογοῦσα τὰς ἀμφιβολίας μου ὑπάρχει. Αὐτὴ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ὁποία μόλις δέκα σειραὶ μνημονεύουσι τὸ πρῶτον τῶν προβλημάτων τούτων, τὴν δασμολογικὴν μεταρρύθμισιν διὰ νὰ εἴπωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὕτη ἀκόμη, περὶ δὲ τοῦ δευτέρου, οὐδεὶς λόγος γίνεται. Καὶ καταναλίσκεται διπλάσιος ἀριθμὸς σειρῶν, — διότι μὲ τὰς σειρὰς ἀριθμοῦνται ὅλα τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει λεγόμενα — διὰ νὰ δικαιολογηθῶσι τὰ περὶ μεταβολῆς τοῦ μετρικοῦ συστήματος καὶ ἀνακοινωθῇ ὅτι ἐν Παρισίοις ὑπάρχει τὸ μέτρον τὸ ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τοῦ συστήματος αὐτῶν, κατασκευαζόμενον καὶ φυλαττόμενον ἔν τινι ἐπιστημονικῷ ἱδρύματι κατὰ τρόπον ἀσφαλῆ. Εἶπον ὅτι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει μνημονεύεται τὸ πρῶτον πρόβλημα, τὸ περὶ δασμολογικῆς μεταρρυθμίσεως· καὶ ἀκούσατε τώρα, Κύριοι, πῶς μνημονεύεται. «Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου προτείνεται ἡ ἐλάττωσις δασμῶν τινων ἐπὶ εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. Εἶναι μὲν βέβαιον — ἐνταῦθα ἐπικαλοῦμαι, Κύριοι, ὁλόκληρον τὴν προσοχήν σας, διὰ νὰ κατορθώσητε ν’ ἀντιληφθῆτε ἐν τῷ χωρίῳ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν μόνην συσχέτισιν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸ πρόβλημα τῆς δασμολογικῆς μεταρρυθμίσεως — εἶναι μὲν βέβαιον ὅτι τὸ ἐν ἰσχύϊ δασμολόγιον χρήζει γενικῆς ἀναθεωρήσεως ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστημονικωτέρας καὶ μεθοδικωτέρας κατατάξεως τῶν διαφόρων εἰδῶν καὶ δασμολογήσεως ἐπὶ τῇ βάσει κατ’ ἀρχὴν ὡρισμένου ποσοστοῦ ἐπὶ τῆς ἀξίας των» καὶ ἐξακολουθεῖ· μὴ νομίσητε ὅτι παραλείπω καμμίαν λέξιν· «ἰδίως δὲ τῶν προϊόντων ἐγχωρίου παραγωγῆς ἢ βιομηχανικῶν τοιούτων». Ὅστις ἐξ ὑμῶν ἐνόησε τί τοῦ λέγει, εἶναι ἄξιος βραβεύσεως (ἱλαρότης). Πρό τινος καιροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγορεύων ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀπηύθυνεν ἔκκλησιν πρὸς τοὺς νεανίας τοὺς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον φοιτῶντας καὶ ἔλεγε πρὸς αὐτούς· Κύριοι, ὅταν ἀπευθύνησθε πρὸς τὴν Βουλήν, καθῆκον ἔχετε νὰ γράψητε τὴν ἑλληνικὴν καὶ αἱ λέξεις αἱ ὑφ’ ὑμῶν τιθέμεναι ἐν τοῖς ἐγγράφοις, νὰ ἐκπροσωπῶσιν ὡρισμένας ἐννοίας. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπευθύνῃ συχνὰ τὴν συμβουλὴν αὐτὴν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συντάττουσι τὰς εἰσαγωγικὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν εἰσηγουμένων ὑπὸ τῆς ὑπ’ αὐτὸν Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ τρίτος λόγος δικαιολογῶν τὴν ἀμφιβολίαν τὴν ὁποίαν ἔχω, ἂν ὑπῆρξεν ἐπίγνωσις τῆς σοβαρότητος τῶν προβλημάτων τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον ἀντιμετωπίζει. Αἱ διακοπαί, πρὸ τῶν ὁποίων ἠξιώθη ἡ ψήφισις αὐτοῦ, ἐπερατώθησαν. Ἐπανήλθομεν ἐνταῦθα καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐλησμονήθη. Ἐχρειάσθη νὰ ὑπομνήσῃ αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἷς Βουλευτής, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Καὶ τότε τί ἐγένετο; Ἐνεφανίσθη ἑτέρα ἔκδοσις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ προσετέθησαν νέαι διατάξεις ἐν αὐτῷ, καὶ προσετέθησαν νέοι δασμοὶ καὶ νέαι δασμολογικαὶ διατάξεις. Καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ ἂν αἱ διατάξεις αὗται προσετέθησαν διότι ἦσαν ἁπλαῖ παραδρομαὶ ἢ παραλείψεις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῆς τῶν πραγμάτων ἀντιλήψεως, ἢ εἶναι διατάξεις αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν, διότι καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο ἀφορμὴ ζημιῶν εἰς τὰς νέας χώρας, ζημιῶν δήλων, ἀφήνω τὰς ἀδήλους. Διότι παραδείγματος χάριν, διατὶ προσετέθη ὅλη ἡ διάταξις περὶ γουναρικῶν; Διότι εἶχε παροραθῇ ὁλόκληρος ἡ σχετικὴ βιομηχανία τῆς Μακεδονίας, ἡ βιομηχανία Καστοριᾶς. Δὲν ἔχει οὕτως;
§330ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Διότι κατόπιν ἦλθον αἱ ἐκθέσεις.
§331Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ποῦ εἶναι αἱ ἐκθέσεις αὐταί, παρακαλῶ, διὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία ἡ κατάστασις καὶ ποῖαι αἱ ἀνάγκαι τῆς βιομηχανίας ταύτης διὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνετε τόσον βραδεῖαν πρόνοιαν, ὥστε, ἐὰν δὲν συνέπιπτεν ἡ ἐξ ἐμῆς ὑπαιτιότητος ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἐπήρχετο τὸ ἀποτέλεσμα νὰ γίνωσιν αἱ ὄψιμοι αὐταὶ προσθῆκαι; Πῶς θὰ κρίνωμεν ἂν ἡ συνδρομὴ τὴν ὁποίαν παρέχετε δι’ αὐτῶν εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην εἶναι ἐπαρκής; Ὅλη ἡ διάταξις ἡ περὶ ὑποδημάτων βεβαίως δὲν εἶναι τυχαία· βεβαίως ἐτέθη διότι προῆλθον ζημίαι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου σας εἰς τὰς νέας χώρας ἕνεκα ἐλλείψεως διατάξεως περὶ αὐτῶν.
§332ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαιότατα.
§333Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ χαλβᾶ.
§334ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως.
§335Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν διάταξιν τῶν ζακχαρωτῶν Ἦτο δὲ τόσον εὐχερὲς νὰ νοηθῇ ὅτι, ὅταν αὐξάνετε τὸν φόρον τῆς ζακχάρεως καὶ δὲν αὐξάνετε ἀναλόγως τὸν φόρον τῶν ζαχαρωτῶν καὶ τὸν φόρον τοῦ χαλβᾶ, θὰ καταστρέψητε πᾶσαν βιομηχανίαν τοῦ χαλβᾶ καὶ τῶν ζαχαρωτῶν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Τοῦτο δὲν ἐνοήθη ἐγκαίρως· ἐδέησε νὰ παρεμπέσῃ τόσος χρόνος καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον ἵνα ληφθῇ πρόνοια περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον παραλειφθῆ ἐνῷ ἡ ἐλαχίστη μελέτη θὰ τὰ παρουσίαζεν ἀπ’ ἀρχῆς. Ἐρωτῶ ὑμᾶς· εἶμαι δεδικαιολογημένος ἢ οὔ νὰ λέγω ὅτι ἔχω τὴν ἀμφιβολίαν ἂν ὑπῆρχεν ἐπίγνωσις τῶν σοβαρῶν προβλημάτων τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀντιμετωπίζει; Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον παρέκαμψε τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, δὲν ἕπεται ὅτι ταῦτα δὲν ὑφίστανται. Ἡ παράκαμψις τῶν προβλημάτων εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς στρουθοκαμήλου τῆς κρυπτούσης τὴν κεφαλὴν ἐντὸς ἄμμου διὰ νὰ μὴ βλέπῃ τὰ ἐπερχόμενα δεινὰ τῶν ὁποίων ἡ ὑπερνίκησις εἶναι δυσχερὴς εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ τῆς στρουθοκαμήλου δὲν σώζει ἀπὸ τὰ δεινά. Οὔτε εἶναι ἡ πολιτική, ἣν πρέπει νὰ μιμηθῶμεν. Ἡ παράκαμψις τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ πραγματικότητι, ἀπαλλάττει μὲν προσκαίρως ἐνοχλήσεων, καθίστησιν ὅμως δυσχερεστέραν τὴν λύσιν αὐτῶν. Καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα πρὸς τὰ προβλήματα ταῦτα τὰ σχετιζόμενα μὲ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ πρῶτον πρόβλημα εἶναι τὸ τοῦ δασμολογίου. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης — καὶ εἶπε μεγάλην ἀλήθειαν — ὅτι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ δασμολογίου ἡμῶν εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη. Ἦτο ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐπιβεβλημένη, ἤδη δὲ εἶναι ἀνάγκη ἀναπόφευκτος διότι συνδέεται καὶ μὲ τὸ δεύτερον πρόβλημα τὸ τῆς δασμολογικῆς ἀφομοιώσεως. Κύριοι, πρὸ πάσης συζητήσεως περὶ τούτου παρακαλῶ, ῥίψατε ἓν βλέμμα πρὸς τὴν ἐξέλιξιν τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Συλλάβετε τὴν εἰκόνα τῆς νομοθεσίας ταύτης ἐν τῇ διανοίᾳ ὑμῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ βοηθήσω ὑμᾶς ἐν τῇ διαγραφῇ τῶν γενικωτέρων γραμμῶν τῆς εἰκόνος ταύτης. Εἴμεθα, ὅτε ἱδρύθη τὸ Βασίλειον, χώρα μικρὰ καὶ πτωχή. Τὰ ἰδιωτικὰ εἰσοδήματα ἦσαν ἐλάχιστα. Ἐξηρχόμεθα μακρᾶς δουλείας, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὁποίας ἐπὶ αἰῶνας τὸ Κράτος τοῦ ὁποίου τὴν ἐξουσίαν διεχειρίζετο βάρβαρος κατακτητής, ἐχθρὸς καὶ ἐκμεταλλευτὴς τοῦ ἀτόμου πάντοτε, οὐδεμίαν εἶχεν ἐμπνεύσει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ ἄτομον. Εἴχομεν δημοσίας ὑπηρεσίας κατὰ φυσικὸν λόγον ἀτελευτήτους, ἀνεπαρκεῖς, κατὰ ποιὸν καὶ κατὰ ποσόν. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἴχομεν, ἐκ λόγων ἱστορικῶν, ἐκ λόγων ἐθνικῶν, ἀνάγκας ὑπερτέρας καὶ τῶν μικρῶν πόρων τοὺς ὁποίους διεθέτομεν καὶ τῶν ἀτελῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων ἐκαλούμεθα νὰ συλλέξωμεν καὶ χρησιμοποιήσωμεν τοὺς πόρους αὐτούς. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀφετηρία τοῦ Κράτους ἡμῶν. Ὅταν ἦλθε νὰ ἀντιμετωπίσῃ διὰ τῆς φορολογικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, τὰς μεγάλας τὸ Κράτος ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς πολίτας ἀνάλογον μέρος τῆς προσόδου ἑκάστου ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτάς. Τοῦτο εἶναι τὸ ἰδανικὸν πάσης φορολογίας. Νὰ εἰσφέρωσιν οἱ πολῖται ἕκαστος ἀναλόγως τῆς προσόδου αὐτοῦ. Εἶχε τοῦτο ἀναγραφῆ καὶ ἐν τοῖς συντάγμασιν ἡμῶν. «Ἕκαστος εἰσφέρει ἀναλόγως τῶν προσόδων αὐτοῦ». Ἀλλὰ τὸ ἰδανικὸν τοῦτο πάσης φορολογίας, ὅταν αἱ ἀτομικαὶ πρόσοδοι εἶναι πολὺ μικραί, ὅταν αἱ πρόσοδοι αὗται παράγωνται εἰς ἀπειροστὰ τμήματα κατανεμόμενα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ὡς π. χ. ἡ διὰ τοῦ ἡμερομισθίου πρόσοδος τοῦ ἐργάτου, ὅταν δυσπιστία μεγάλη ἐμπνέει τὸν πολίτην πρὸς τὸ Κράτος καὶ δὲν ἐννοεῖ ὁ πολίτης νὰ διευκολύνῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς φορολογίαν σύλληψιν τῆς προσόδου του, ὅταν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην ἄσκησιν, ἵνα προσηκόντως τὸ ἔργον τοῦτο ἐκτελέσωσι, τὸ ἰδανικὸν τοῦτο, λέγω εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ. Διότι ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους εἶναι ἀδύνατον τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀναλόγως μέγα τοῦ ὁποίου ἔχει τὴν ἀνάγκην διὰ τῆς συλλήψεως καὶ ὑπαγωγῆς εἰς φορολογίαν τῶν ἰδιωτικῶν προσόδων κατὰ τὴν παραγωγὴν αὐτῶν. Μοιραίως φέρεται τὸ Κράτος τότε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἰδιωτικῶν προσόδων πρὸς φορολογίαν κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν αὗται καταναλίσκονται. Καὶ ἀπευθύνεται πρὸς ἐκείνας, πρὸς τὰς ὁποίας θὰ προσφύγῃ ὁ πολίτης, ἵνα δαπανῶν τὰ εἰσοδήματα αὐτοῦ, προμηθευθῇ τὰ ἀναγκαῖα ἢ χρήσιμα εἰς αὐτὸν εἴδη καὶ λέγει πρὸς αὐτούς· ἐπιβάλλω τὸν φόρον ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων, ζητῶ δὲ ἀπὸ σᾶς νὰ μοὶ προκαταβάλητε τὸν φόρον αὐτόν, τὸν ὁποῖον θὰ εἰσπράττητε μαζὶ μὲ τὸ ἀντίτιμον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀγοράσωσιν ἀπὸ σᾶς τὰ εἴδη ταῦτα, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταναλώσεως. Καὶ οὕτω ἐμφανίζεται ὁ φόρος τῶν καταναλώσεων. Φόρος ἀπείρως εὐχερεστέρας τοποθετήσεως καὶ εἰσπράξεως, παρὰ ὁ φόρος ὁ δι’ ἀπ’ εὐθείας λήψεως ἀπὸ τοῦ φορολογουμένου μέρους τῶν εἰσοδημάτων αὐτοῦ. Εἶναι ὁ τρόπος οὗτος εὐχερέστερος, διότι διανέμει τὸν φόρον εἰς πάμπολλα τμήματα· εἰς τόσα τμήματα, ὅσα εἶναι αἱ προμήθειαι τῶν εἰδῶν, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ πρὸς κατανάλωσιν ὁ φορολογούμενος. Ἀπείρως εὐχερέστερος, διότι συγχωνεύει τὸν φόρον μὲ τὸ ἀντίτιμον τοῦ εἴδους καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεται ὁ φορολογούμενος ὅτι πληρώνει φόρους. Δίδει εἰς τὸν φόρον χαρακτῆρά τινα ἑκουσιότητος. Εἶναι ὡσὰν νὰ λέγῃ πρὸς τὸν φορολογούμενον· «ἐὰν θέλῃς αὐτὸ τὸ εἶδος, θὰ πληρώσῃς φόρον· ἐὰν δὲν θέλῃς νὰ πληρώσῃς φόρον, δύνασαι νὰ τὸν ἀποφύγῃς μὴ ἀγοράζων αὐτὸ τὸ εἶδος». Τέλος δὲν φέρει τὸν φορολογούμενον εἰς οὐδεμίαν ἐπαφὴν μὲ κανένα δημόσιον λειτουργόν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἄγουσιν εἰς τὸ νὰ εἰσαχθῇ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν καταναλώσεων. Βεβαίως, τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας εἶναι εὐχερές. Βεβαιότατα ὅμως ὅταν ἐπικρατήσῃ ἐν τῷ ὅλῳ φορολογικῷ συστήματι, ἄγει εἰς ἀδικίας ἀξιοθρηνήτους. Προτοῦ ἐξάρω τὴν ἐκ τῶν φόρων τούτων ἀδικίαν, ἂς μὴ ἐπιτραπῇ παρατήρησις ὅτι, μεταξὺ τῶν εἰδῶν τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται εὐχερέστερον παντὸς ἄλλου φόροι, εἶναι τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα. Διότι ταῦτα συλλαμβάνονται κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν χώραν· γίνεται ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων κατ’ αὐτὴν ἀπὸ τοὺς εἰσάγοντας αὐτά, οἱ ὁποῖοι κατόπιν εἰσπράττουσι τὰ καταβληθέντα ἀπὸ τοὺς καταναλωτάς. Οὕτω δημιουργεῖται τὸ δασμολόγιον. Ἀλλὰ καὶ οἱ φόροι τοῦ δασμολογίου, καὶ γενικώτερον ὅλοι οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως, εἶναι μὲν εὐχερεῖς, ἀλλ’ εἶναι πάντως ἄδικοι, διότι τὸ Κράτος, διὰ νὰ εἰσπράξῃ γενναῖα ποσά, εἶναι ἠναγκασμένον νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς τοιούτους φόρους εἰς ἐκεῖνα τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα εἴτε κατὰ φύσιν εἴτε καθ’ ἕξιν εἶναι ἀναγκαῖα, καὶ ἔχουσι καταστῆ γενικῆς χρήσεως, καὶ τῶν ὁποίων ἡ κατανάλωσις δὲν δύναται νὰ μειωθῇ ἐπαισθητῶς ἐκ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς. Τὰ εἴδη ταῦτα πλήττει κατὰ κανόνα ἡ φορολογία καὶ τὰ πλήττει ἀπηνῶς, διότι διευκολύνεται ἀπὸ τὴν ἀπόκρυψιν τοῦ φόρου ἐκ τῆς συγχωνεύσεως αὐτοῦ μετὰ τοῦ ἀντιτίμου. Ἀλλὰ τὰ εἴδη ταῦτα εἶναι ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα καταναλίσκεται τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν μικροτέρων εἰσοδημάτων. Ὅσον μικρότερον τὸ εἰσόδημα, τόσον μεγαλείτερον ποσοστὸν αὐτοῦ καταναλίσκεται εἰς τὰ εἴδη ταῦτα. Τὰ ἐλάχιστα εἰσοδήματα καταναλίσκονται σχεδὸν ὁλόκληρα εἰς τοιαῦτα εἴδη. Καὶ οὕτω καταντᾷ τὰ μεγαλείτερα εἰσοδήματα νὰ φορολογῶνται ὀλιγώτερον καὶ ἡ φορολογία ἑκάστου ἀτόμου νὰ εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογος πρὸς τὸ εἰσόδημά του. Διότι τὰ μεγάλα εἰσοδήματα καταναλίσκονται μὲν καὶ αὐτὰ ἐν μέρει εἰς τὰ αὐτὰ εἴδη τὰ λεγόμενα τῆς κοινῆς χρήσεως καὶ βαρέως πληττόμενα ὑπὸ τῆς φορολογίας, ἀλλὰ κατὰ τὸ λοιπὸν καταναλίσκονται εἰς ἄλλα εἴδη, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ πλήξῃ ἐπίσης βαρέως τὸ Κράτος, διότι θὰ ἐμειοῦτο ἡ κατανάλωσις αὐτῶν. Καὶ τέλος τὰ μεγάλα εἰσοδήματα ἐν μέρει καὶ δὲν καταναλίσκονται, ἀλλ’ ἀποταμιεύονται· οὐδένα πληρώνουσι φόρον καταναλώσεως διὰ τὸ ἀποταμιευόμενον ποσόν. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι οἱ ἔχοντες μικρὰ εἰσοδήματα εἰσφέρουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ποσοστὸν τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν πολὺ μεγαλείτερον, πολλάκις ἀπείρως μεγαλείτερον, ἀπὸ τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον εἰσφέρουσιν οἱ ἔχοντες τὰ μεγαλείτερα εἰσοδήματα. Ὁ ἀγοράζων λ. χ. καπνὸν καὶ καταναλίσκων αὐτόν, πληρώνει ἓν ποσὸν χρηματικὸν ἐκ τοῦ ποσοῦ ὅμως αὐτοῦ τὰ ¾ ἢ ⅔ εἶναι φόρος. Ὁ ἀγοράζων πετρέλαιον, πληρώνει τὰ ⅚ τοῦ ἀντιτίμου εἰς φόρον. Ὁ προμηθευόμενος ζάκχαριν μὲ τὴν παλαιὰν φορολογίαν, ἐπλήρωνεν ἀντίτιμον ποσὸν χρηματικὸν ἐκ τοῦ ὁποίου τὰ ¾ ἦσαν φόρος, σήμερον εἶναι τὸ ἥμισυ καὶ πλέον μὲ τὴν νέαν φορολογίαν. Ὁ τρώγων ἄρτον πληρώνει 20% ἐκ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἐξοδεύει εἰς φόρον. Φορολογία 20% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι μεγίστη φορολογία. Οἱ δαπανῶντες τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν εἰς δαπάνας τοιαύτας πληρώνουσι μέγα μέρος τοῦ εἰσοδήματός των εἰς φόρους. Καὶ τὰ μικρὰ εἰσοδήματα δαπανῶνται ὁλόκληρα εἰς εἴδη ἐκ τῶν οὕτω ἀπηνῶς φορολογουμένων. Ὅσον μεγαλείτερα εἶναι τὰ εἰσοδήματα, τόσον περισσότερον περισσεύει ἐξ αὐτῶν, ἵνα δαπανηθῇ εἰς εἴδη ἐπιεικέστερον — ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς μὴ ἐλαττώσεως τῆς καταναλώσεως — φορολογούμενα καὶ ἵνα ἀποταμιευθῇ. Ἐννοεῖται ὅτι τοιουτοτρόπως ἐκ τοῦ συνολικοῦ εἰσοδήματος, ἂν μὲν εἶναι μικρόν, δαπανώμενον εἰς βαρέως φορολογούμενα εἴδη, εἰσπράττει εἰς φόρον μέγα ποσοστόν, ἂν δὲ εἶναι μέγα, εἰσπράττεται ὀλιγώτερον. Καὶ ἡ φορολογία ἦτο ἀντιστρόφως ἀνάλογος πρὸς τὸ μέγεθος. Ἀλλὰ ὅταν οἱ φόροι τῶν καταναλώσεων ἐπιβάλλωνται ἐπὶ εἰδῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων, ἔχουν καὶ ἄλλας συνεπείας. Συνεπείᾳ αὐτῶν ὑψοῦται τὸ ἀντίτιμον τῶν εἰδῶν αὐτῶν. Ἡ ὕψωσις αὕτη προκαλεῖ τὴν ἐν τῇ χώρᾳ δημιουργίαν κλάδου παραγωγῆς τῶν εἰδῶν τούτων ἐπιτυχῶς συναγωνιζομένην, χάρις εἰς τὸν φόρον πρὸς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα. Ἅμα ὡς τοῦτο συμβῇ, ὁ φόρος ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνηται ἀπὸ τοὺς καταναλωτάς, παύει ὅμως νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἰσρέει εἰς τὴν σχετικὴν ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν. Συντελεῖται οὕτω ἰδιοποίησις τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε τὸ Κράτος, νὰ πληρώνηται ἀπὸ τοὺς καταναλωτὰς χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου ταμείου τῆς σχετικῆς ἐπιχειρήσεως. Καὶ τοιουτοτρόπως τὸ καταβαλλόμενον ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν χρῆμα, μεταβάλλεται ἀπὸ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, εἰς χορηγίαν πρὸς τὴν ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν. Τὸ κακὸν τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς ἀνοίξεως μιᾶς ἢ πλειόνων τοιούτων ὀπῶν εἰς τὸν σωλῆνα τὸν διοχετεύοντα τὸ χρῆμα τὸ εἰσφερόμενον ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἔχει ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν ἀνεπάρκειαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους τῶν μέχρι τοῦ ταμείου φθανόντων ποσῶν καὶ τὴν ὕψωσιν ἔτι μᾶλλον τῶν τοιούτων φόρων. Ἄμεσος ἐντεῦθεν συνέπεια εἶναι ἡ ἐπαύξησις τῆς ἀδικίας τῆς συμφυοῦς εἰς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν καταναλώσεων καὶ ἐπαύξησις τῆς εὐκολίας νὰ ἀνοιγῶσι καὶ ἄλλαι ὀπαί, διὰ τῆς δημιουργίας καὶ ἄλλων τοιούτων κλάδων παραγωγῆς. Ὅλα τὰ ἄτοπα ταῦτα, Κύριοι, ἐνεφανίσθησαν καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον ἐν τῇ μικρᾷ ἐξελίξει ἣν ἔσχεν ἡ ἡμετέρα δασμολογικὴ νομοθεσία. Ὑψώθησαν εἰς τὸ ἀκρότατον οἱ δασμοὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν. Ἐφορολογήθησαν ἀπηνῶς πάντα τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα καὶ αὐτὰ τὰ οὐχὶ πρὸς κατανάλωσιν εἰσκομιζόμενα, ἀλλὰ πρὸς παραγωγήν. Ἐκορυφώθη ἡ συμφυὴς εἰς τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως ἀδικία. Ἡ ἰδιοποίησις τοῦ χρήματος τῶν φορολογουμένων ἀπὸ παντοίας ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις συνετελέσθη κατὰ τρόπον ἀξιοθρήνητον, καὶ οὐδὲν τῶν ἀτόπων τοῦ συστήματος ἔλειψεν ἢ ἐνεφανίσθη εἰς περιωρισμένον βαθμόν. Διὰ τοῦτο ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ δασμολογικὸν ἡμῶν σύστημα. Ἐν τούτοις ὑπάρχουν μεγάλαι δυσκολίαι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν ὁμιλῶν ἀπόψε, λέγει δὲ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει του ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν σήμερον τὰς δυσκολίας ταύτας. Ἡ μεγίστη δυσκολία προῆλθεν ἐκ τῆς ἰδιοποιήσεως τοῦ φόρου ὑπὸ ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα. Χάρις εἰς τὴν ἰδιοποίησιν ταύτην ἐδημιουργήθησαν ἐν τῷ τόπῳ διάφοροι κλάδοι παραγωγῆς, τοὺς ὁποίους βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ πλήξωμεν ἀδιαφόρως. Παρακαλῶ ἐνταῦθα, Κύριοι, νὰ μὴ γίνῃ σύγχυσις μεταξὺ τῆς ἰδιοποιήσεως τοῦ φόρου τῆς ἐκ μέρους ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων γιγνομένης μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους προερχομένην προστασίαν εἰς τὴν ἐγχώριον παραγωγήν. Ἡ προστασία εἶναι πρᾶξις πολιτική. Ἡ προστασία ἀπορρέει ἀπὸ λελογισμένην ἀπόφασιν τοῦ Κράτους νὰ παράσχῃ συνδρομὴν εἰς κλάδον τινὰ παραγωγῆς. Ἡ προστασία προϋποθέτει ὅτι τὸ Κράτος ἔκρινεν ὅτι ὡρισμένος κλάδος παραγωγῆς εἶναι ἀναγκαῖον ἢ συμφέρον, ν’ ἀναπτυχθῇ ἐν τῇ χώρᾳ ἀλλὰ παρετήρησεν ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τοῦ κλάδου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἕνεκα τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ὁμοειδῶν προϊόντων· ὅτι ἐπείσθη ὅτι συμφέρει νὰ προβῇ χάριν τῆς ἀναπτύξεως τοῦ κλάδου τούτου εἰς ὡρισμένας θυσίας, ὅτι ὑπελόγισεν τὰς θυσίας ταύτας ὡς ἥττονας τῶν ὠφελειῶν τῶν μελλουσῶν νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς ἐν τῇ χώρᾳ ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς ταύτης καὶ ὅτι ἀπεφάσισε τὰς ἀναγκαίας θυσίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς προστασίας, ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους, ἤτοι ἡ λελογισμένη ἐνέργεια αὐτοῦ. Οὐδὲν κοινὸν ἔχει αὕτη πρὸς τὴν ἰδιοποίησιν ἐκ μέρους ἰδιωτικῶν ἐπιχειρηματιῶν φόρου, ὁ ὁποῖος ἐτέθη ὄχι διὰ νὰ προστατεύσῃ αὐτούς, ἀλλὰ χάριν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ προστασία καταλλήλως καὶ λελογισμένως ἐφαρμοζομένη, δύναται νὰ ἐπιδράσῃ εὐεργετικὴ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Λέγω λελογισμένως, μετὰ ὥριμον ὑπολογισμὸν τῶν θυσιῶν, ἃς ἐπιβάλλει καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς ἐν τόπῳ ἀναπτύξεως διαφόρων κλάδων παραγωγῆς. Καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ λησμονηθῇ ὅτι τὸ μόνον συμφέρον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν, εἶναι ἡ ἐν τῷ τόπῳ χρησιμοποίησις τῶν ἐργατικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἡ τοιαύτη ὅμως προστασία ὡς λελογισμένη πολιτικὴ ἐνέργεια δὲν θὰ λησμονήσῃ ποτέ, ὅτι ἡ ἐν τῷ τόπῳ χρησιμοποίησις τῶν ἐργατικῶν δυνάμεων τῆς χώρας δέον νὰ ᾖ παραγωγικὴ καὶ ὅτι τὴν παραγωγικότητα αὐτῆς παριστᾷ ἡ ἀξία τῶν προϊόντων αὐτῆς κατὰ τὸν διεθνῆ συναγωνισμὸν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν διὰ τῆς προστασίας χορηγουμένης συνδρομῆς. Τοιαύτη προστασία δὲν θὰ φθάσῃ ποτὲ μέχρι τῆς τερατωδίας νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν τόπον θυσίαι ὑπερβάλλουσαι ὁλοκλήρους τοὺς μισθοὺς τοὺς ὁποίους λαμβάνουν οἱ ἐργάται τῆς προστατευομένης παραγωγῆς. Εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα φθάνει μόνον ἡ αὐτόβουλος ἰδιοποίησις τοῦ διὰ ταμιευτικοὺς λόγους τεθέντος φόρου. Καὶ ἔφθασε βεβαίως παρ’ ἡμῖν οὐχὶ ὡς πρὸς ἓν μόνον εἶδος. Ἀλλὰ ἡ τοιαύτη ἰδιοποίησις καὶ ἄλλας συνεπείας ἔχει ἐπιβλαβεῖς, βοηθήσασα τὴν ἀνάπτυξιν διαφόρων μειονεκτικῶν κλάδων παραγωγῆς ἐπὶ παραμελήσει ἄλλων, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐπὶ μακρᾷ συνδρομῇ εἴτε καὶ ἄνευ τοιαύτης θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῶσιν. Τοιουτοτρόπως ἡ ἄστοχος διαχείρισις τῆς δασμολογικῆς φορολογίας ἐδημιούργησε ὄχι μόνον οἰκτρὸν φορολογικὸν ἀλλὰ καὶ οἰκτρότερον πλουτολογικὸν καθεστώς. Καὶ ἀμφότερα ταῦτα πρέπει νὰ ληφθῶσι ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ δασμολογίου. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος ἦτο δυσχερὴς διότι δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία γνῶσις ἐπακριβὴς τῶν πραγμάτων. Γνῶσις θετικῶς ἐξηκριβωμένη καὶ ἀσφαλής. Γνῶσις βεβαία, ὄχι ὑποθέσεις, ὄχι ἐντυπώσεις. Ὁ πρῶτος ὅρος ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος ἦτο νὰ ἐνεργηθῇ ἡ προσήκουσα τῶν πραγμάτων μελέτη. Δι’ αὐτῆς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ποῖοι οἱ κλάδοι τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ καθεστῶτος, ποία ἡ σπουδαιότης ἑκάστου αὐτῶν, ποῖαι αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑφίσταται, ποῖαι αἱ θυσίαι εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ἡ χώρα χάριν αὐτῶν καὶ ποῖος ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνῃ δυνατὸν ἄνευ καταστροφῶν, διὰ βαθμιαίας ἐξελίξεως τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον θέλει κριθῆ τὸ κατάλληλον, ἵνα θεραπεύσῃ τὴν κατάστασιν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς οἰκτρᾶς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα καὶ νὰ ὑποκαταστήσωμεν, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη ἢ συμφορά, τὴν προστασίαν τὴν λελογισμένην, αὐτοβούλως ἤδη συντελουμένην ἰδιοποίησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἵνα πάντα ταῦτα γνωσθῶσιν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ ἔρευνα τῶν πραγμάτων. Πρὸ ἐτῶν, κατὰ τὸ 1906, συνεζητεῖτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομοσχέδιον ἀνάλογον μὲ τὸ σημερινόν, περὶ μερικῆς δασμολογικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἐξετέθησαν τότε αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς ὑπό τινος Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος προέτεινε καὶ προσθήκην εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἑνὸς ἄρθρου διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίζετο (ἀναγινώσκει) «νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ σκοπὸν ἔχουσα τὴν ὅσον ἔνεστι ἐμπεριστατωμένην μελέτην ὅλων τῶν κλάδων τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἰδίως τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν συνθηκῶν αὐτῆς, καὶ νὰ συλλέξῃ τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν πρὸς μόρφωσιν τῶν ἐνδεικνυομένων συμπερασμάτων καὶ νὰ ὑποδείξῃ τὴν ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς διάταξιν τῶν δασμολογικῶν νόμων». Περαιτέρω ἡ τροπολογία αὐτὴ ὥριζεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς δι’ ἣν ἐτάσσετο ὡρισμένη προθεσμία, ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον καθολικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ δασμολογίου. Ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ἐγένετο τότε δεκτή. Ἡ αὐτὴ πρότασις ὑπεβλήθη κατόπιν κατὰ τὸ 1908 ὡς νομοσχέδιον. Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν ἐψηφίσθη. Ὑπεβλήθη καὶ πάλιν ὡς νομοσχέδιον κατὰ τὸ 1909 ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Εὐταξίου, Ὑπουργοῦ τότε διατελοῦντος, καὶ ἐψηφίσθη καὶ ἀπετέλεσε τὸν ΓΦΙΒʹ νόμον τῆς 4 Ἰανουαρίου 1910, κατὰ τὸν ὁποῖον κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ ἔχουσα ἐντολὴν ἐπὶ λέξει ἐκείνην τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέγνωσα ἐκ τῆς τροπολογίας τοῦ 1906, ὡρίσθη δὲ χρόνος πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς τὸ τέλος Δεκεμβρίου 1910. Ἡ ἐπιτροπὴ συνεκροτήθη, ἐκδοθέντος τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς. Παρήλθεν ὅμως ὁλόκληρον τὸ 1910, ὁλόκληρον τὸ 1911 ὁλόκληρον τὸν 1912. Σταματῶ εἰς τὸν πόλεμον. Παρήλθε μέχρι τοῦ πολέμου ὁλόκληρος σχεδὸν τριετία. Τί ἐγένετο; Δὲν εἴδομεν τίποτε. Καὶ θὰ μοὶ εἴπητε τί θέλετε νὰ ἴδητε, ἀφοῦ δὲν ἐπεράτωσε τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἡ ἐπιτροπὴ καὶ δὲν ἐδημοσιεύθη τὸ ἔργον της. Καὶ ἐγὼ σᾶς ἀντιτάσσω ὅτι ἡ ἐργασία ἡ ὁποία ἐσκοπήθη διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν ἦτο ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ. Ἐσκοπεῖτο ἐργασία ἐρεύνης τῶν πραγμάτων. Τοιαύτην ἐργασίαν οὐδεμίαν εἴδομεν τελουμένην, καὶ φοβοῦμαι κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ παρεγνωρίσθη τελείως ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον συνέστη ἡ ἐπιτροπή. Φοβοῦμαι μὴ ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει ὅτι συνέστη ἵνα συνέρχηται εἰς τὸ δωμάτιόν της καὶ καταγίνηται εἰς τὸ νὰ κάμνῃ σκέψεις καὶ νὰ ἐπινοῇ ἰδέας. Ἰδεῶν καὶ σκέψεων ἔχομεν ὑπερπαραγωγὴν ἐν Ἑλλάδι, κ. Ὑπουργέ, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς αὐτὰς ἡ παρακράτησις. Ἡ ἐπιτροπὴ συνέστη κ. Ὑπουργέ, ὄχι διὰ σκέψεις καὶ ἰδέας, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐρευνήσῃ τὰ πράγματα, διὰ νὰ εἰκονίσῃ διὰ τῆς ἐρεύνης της τὴν ζωντανὴν πραγματικότητα καὶ κατὰ τὴν οὐσίαν καὶ κατὰ τὴν κίνησιν αὐτῆς· διότι, Κύριοι, δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῶμεν ὅτι καίτοι ζῶμεν ἐν τῇ χώρᾳ οὐδέποτε ἤλθομεν ἐπισήμως καὶ σοβαρῶς εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ἐν αὐτῇ παραγωγῆς, ἵνα ἀντιληφθῶμεν τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας τελεῖ ἡ καθόλου παραγωγὴ τῆς χώρας, ἐπὶ τῆς ὁποίας διὰ τοῦ δασμολογίου ἀναγκαίως θὰ ἐπιδράσητε ἢ τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ μεταρρυθμίσητε. Περὶ τῆς ἐπιτροπῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδένα ποιεῖται λόγον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς πρώτης ἐκδόσεως. Λέγει μόνον ἐν τῇ ἐκθέσει ὅτι διὰ νὰ γίνῃ ἡ δασμολογικὴ μεταρρύθμισις, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ γνωρίζωμεν τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς ἐν Ἑλλάδι ὑφίσταται ἡ βιομηχανία, τῆς ὁποίας μὴ γνωρίζοντες δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν. Δὲν μᾶς λέγει δὲ τί γίνεται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τί πράττει.
§336Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητεῖ πίστωσιν.
§337Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐν τῇ πρώτῃ ἐκδόσει τοῦ νομοσχεδίου οὔτε πίστωσιν ζητεῖ. Ἐν τῇ δευτέρα ἐκδόσει ἐμφανίζεται μία σκιὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Ζητοῦνται χρήματα, ζητεῖται πίστωσις διὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον τῆς μελέτης τοῦ δασμολογίου, δὲν λέγει κἄν ἐπιτροπῆς οὐδὲ ἐκεῖ.
§338Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ; Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ὁποίας ἡ ζωὴ ἔληξε, διότι ὁ νόμος ὅστις τὴν εἶχε συστήσει ὥρισεν ὡρισμένον χρόνον ζωῆς, συνέλεξε πολὺ ὑλικὸν ἀναμφισβητήτως καὶ προέβη εἰς διαφόρους ἐκθέσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξιαι. Ἡ πίστωσις ἡ ὁποία εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1912, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶχε ἀναγραφῆ διὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐργασίας αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἐπραγματοποιήθη· ἑπομένως πρὸς δημοσίευσιν τῆς ἐργασίας τῆς μέχρι τοῦδε ὑπαρχούσης, ζητεῖται ἡ πίστωσις.
§339Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι εἶχεν ἡ ἐπιτροπὴ περιωρισμένον τὸν βίον ἐκ τοῦ νόμου, ὅστις τὴν συνεκρότησεν, ἐξέπνευσε δὲ ἀπὸ τῆς τεταγμένης προθεσμίας, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1910.
§340Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρετάθη διὰ νεωτέρου νόμου μέχρι τοῦ 1912 ὅτε καὶ ἐξέπνευσε.
§341Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρετάθη διὰ νεωτέρου νόμου ὁ βίος τῆς ἐπιτροπῆς μέχρι τοῦ 1912, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς δηλοῖ ὅτι ἔχει πολύτιμον ἐργασίαν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὶν ἢ δημοσιευθῇ καὶ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μετ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουν τὰ σχετικὰ συμφέροντα. Ἐν τούτοις, καίτοι παρῆλθεν ἔκτοτε ὁλόκληρος διετία, κρατεῖ τὴν πολύτιμον ταύτην ἐργασίαν ἐν τῷ ἀδύτῳ τῆς κιβωτοῦ, τὴν κρατεῖ ἄγνωστον καὶ ἄχρηστον ἐπὶ δύο ὁλόκληρα ἔτη καὶ ἐὰν δὲν συνέπιπτε νὰ ἔχω ἐγὼ τὴν ἀτυχῆ ἔμπνευσιν νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτε ἐζητήθη ἡ ἀσυζητὶ ψήφισίς του, ὥστε νὰ γίνῃ δυνατὸν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν νὰ ζητηθῇ δι’ αὐτοῦ ἡ πίστωσις, τὶς οἶδε πόσος θὰ παρήρχετο ἀκόμα χρόνος ἵνα τυπωθῇ αὐτὴ ἡ ἐργασία ἡ κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν πολύτιμος τῆς ἐπιτροπῆς.
§342Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ἐζητεῖτο δι’ ἄλλου νόμου.
§343Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκει καὶ δεύτερον λόγον εἰς τὰ τῆς ἐλλείψεως τῆς μελέτης διὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δασμολογικὴν μεταρρύθμισιν. Καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὸν λόγον τοῦτον. Ἰδοὺ πῶς ἐκτίθεται ἐν τῇ ἐκθέσει ὁ λόγος οὗτος. «Ἡ γενικὴ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου, ἥτις σχετιζομένη πρὸς τὰς μεταξὺ τῶν ξένων Κρατῶν συμβάσεις δὲν δύναται νὰ συντελεσθῇ πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς φιλικὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν ξένων Κρατῶν ἐκείνων, μεθ’ ὧν ἡ Ἑλλὰς συνδέεται δι’ ἐμπορικῶν συμβάσεων». Καὶ ἐρωτῶ: εἰς τὰς διαπραγματεύσεις αὐτὰς θὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις πρὶν ἢ τὰ πορίσματα τῆς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς συναχθῶσι, δημοσιευθῶσι, μελετηθῶσι, καὶ τεθῶσιν ὡς βάσις τῆς δασμολογικῆς αὐτῆς πολιτικῆς; ἢ ἀφοῦ πάντα ταῦτα γίνωσι; Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διατελεῖ ἐν διαπραγματεύσει συμβάσεως μετὰ φιλικῆς ἐπικρατείας, ἡ μετὰ τῆς ὁποίας ἐμπορικὴ σύμβασις ἔχει ἀπὸ ἐτῶν λήξει. Τίνος εἴδους σύμβασιν διαπραγματεύεται ἡ Κυβέρνησις; Βεβαίως σύμβασιν ἐμπορικήν, σύμβασιν δασμολογικήν. Διαπραγματεύεται δηλαδὴ σύμβασιν δυνάμει τῆς ὁποίας διὰ διεθνοῦς ὑποχρεώσεως πρόκειται νὰ κυρώσωμεν δασμολογικὰς διατάξεις. Καὶ ἐνῷ τοῦτο πράττει ἡ Κυβέρνησις, λέγει ἀφ’ ἑτέρου ὅτι δὲν εἶναι ὥριμος νὰ ρυθμίσῃ δασμολόγιον διὰ νόμου, διότι στερεῖται τῶν πρὸς τοῦτο μελετῶν. Ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις, ἡ κατὰ τὰς ὁμολογίας της μὴ ἔχουσα φῶτα ἐπαρκῆ διὰ νὰ συντάξῃ δασμολόγιον καὶ κυρώσῃ αὐτὸ διὰ νόμου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μεταβάλῃ εἰς πᾶσαν στιγμήν, αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἡ ἐστερημένη φώτων, διαπραγματεύεται, εἰς τὴν σκοτίαν διατελοῦσα, συμβάσεις δι’ ὧν θὰ καθορίσῃ δασμολογικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μεταβάλῃ πρὸ τῆς λήξεως τῶν συμβάσεων, διότι θὰ ἀποτελέσωσιν αὗται διεθνεῖς ὑποχρεώσεις. Κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ τοῦτο; Ὅταν ἐν τῇ ἐκθέσει ὁμολογεῖται ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὰ φῶτα τὰ ἀπαιτούμενα ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν δασμολογικὴν μεταρρύθμισιν διὰ νόμου, πῶς προβαίνομεν εἰς τὴν δασμολογικὴν μεταρρύθμισιν διὰ συμβάσεων; Καὶ ποῦ νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἀποβλέπουσιν ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων διαπραγματεύεται; Ἀναμφιβόλως δὲν ἀποβλέπουσι κατὰ κύριον λόγον — καὶ τοῦτο δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς — εἰς τὴν ἁπλῆν ἐλάττωσιν τῶν δασμῶν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς αὐξήσεως τῆς παρ’ ἡμῖν καταναλώσεως, λόγῳ τῆς εὐθηνίας τῶν προϊόντων αὐτῶν μὲ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἀναμφιβόλως ἀποβλέπουσι κυρίως εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως τῶν προϊόντων αὐτῶν δι’ ἐλαττώσεως τῶν φόρων, ἀλλὰ συνεπείᾳ τῆς ἐπιδράσεως τὴν ὁποίαν ἡ ἐλάττωσις αὕτη θὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν ἐγχωρίων προϊόντων πρὸς τὰ ἰδικά των. Ἡ κυρία αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ζητήσωσι μείωσιν τελῶν, κ. Ὑπουργέ, — δὲν πιστεύω ὅτι ἀμφισβητεῖτε οὔτε τοῦτο —, θὰ εἶναι ἵνα ἐπιτύχωσι διατάξεις δασμολογικάς, δημιουργούσας εἰς τὰ προϊόντα αὐτῶν θέσιν πλεονεκτικὴν ἢ ὀλιγώτερον μειονεκτικὴν ἀπέναντι τῶν ἐγχωρίων προϊόντων. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχετε τὰ στοιχεῖα, ἵνα σχηματίσητε γνώμην περὶ τῶν ὅρων ὑφ’ οὓς ὑπάρχουσιν οἱ διάφοροι κλάδοι τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, πῶς διαπραγματεύεσθε συμβάσεις δασμολογικάς, ἀφοῦ δὲν δύνασθε, ἐλλείψει τῶν στοιχείων αὐτῶν νὰ κατανοήσητε τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν σημασίαν τῶν παραχωρήσεων εἰς ἃς προβαίνετε; Ἢ πράττετε τοῦτο συλλέγοντες πληροφορίας τυχαίως ὅπως ἐκεῖναι τὰς ὁποίας συνελέξατε διὰ νὰ συντάξητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως, ὑπέστη πέντε ἀλλαγάς; Ἀφοῦ οὕτω αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύνανται νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ δασμολογικῆς μεταρρυθμίσεως, καὶ ὁμολογεῖτε τοῦτο ἐν τῇ ἐκθέσει, δημιουργεῖται πρὸς στήριξιν αὐτῶν ἄλλος λόγος· (ἀναγινώσκει) «Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, λέγει ἡ ἔκθεσις, προτείνεται ἡ ἐλάττωσις δασμῶν τινῶν ἐπὶ εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης». Καὶ ὀλίγον κατωτέρω· «Ἐκρίθη ἀναγκαία ἡ ἀνακούφισις τοῦ λαοῦ διὰ τῆς μειώσεως εἰδῶν τινῶν πρώτης ἀνάγκης». Οὕτω βάσις τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου δίδεται ἡ ἀνακούφισις τοῦ λαοῦ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐν ταῖς αἰτιολογικαῖς αὐτοῦ ἐκθέσεσι νὰ ποιεῖται χρῆσιν λέξεων ἀποδιδουσῶν ἐννοίας θετικὰς καὶ σαφεστέρας ἀπ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ἡ λέξις «ἀνακούφισις». Τί ἐννοεῖτε ὅταν λέγητε «ἀνακούφισις» δι’ ἐλαττώσεως φόρου; Οἱ φόροι εἶναι εἰσφοραὶ τὰς ὁποίας ζητεῖ τὸ Κράτος ἀπὸ τοὺς πολίτας διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάγκαι τῶν πολιτῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάγκαι, τῶν ὁποίων τὴν ἱκανοποίησιν θέλουν πολῖται, ἐννοοῦντες νὰ γίνῃ αὕτη διὰ τῶν εἰσφορῶν αὐτῶν· διότι ἡ ἱκανοποίησις τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐξασφαλίζει τὴν ὕπαρξιν, κινεῖ τὴν ζωήν, ὠθεῖ τὴν πρόοδον τοῦ Κράτους ἀπαραιτήτου διὰ τὴν ὕπαρξιν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἀτόμου. Αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ κατάργησις ἢ ἡ ἐλάττωσις φόρου δὲν εἶναι ἀνακούφισις, οὔτε ἡ ἀνακούφισις δικαιολογεῖ αὐτήν. Διὰ νὰ ἐλαττώσητε λελογισμένως ἕνα φόρον, θ’ ἀναχωρήσητε ἐξ ἄλλων λόγων θετικωτέρων. Τοιοῦτος λόγος εἶναι π. χ. ὅταν ὁ φόρος εἶναι ἄδικος, ὅταν ἐν τῷ συνόλῳ τῆς φορολογίας ὡρισμένη κοινωνικὴ τάξις πλήττεται περισσότερον τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς αὐτήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προβαίνετε εἰς κατάργησιν ἢ ἐλάττωσιν ἐκείνου τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῶν κοινωνικῶν περιστάσεων ἐπίκειται εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν τὴν ὑπερβεβαρημένην καὶ ἑπομένως διὰ τῆς καταργήσεως ἢ ἐλαττώσεως αὐτοῦ, ἀποκαθιστᾶτε τὴν δικαιοσύνην. Δύνασθε νὰ προβῆτε καὶ ἐξ ἄλλου λόγου εἰς κατάργησιν ἢ ἐλάττωσιν φόρου. Ὅταν τὸ σύνολον τῆς φορολογίας σᾶς δίδει περισσότερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Τότε ἐλαττώνετε τὴν φορολογίαν δι’ ὅλους ἀναλόγως. Δύνασθε ν’ ἀποβλέπητε διὰ τῆς ἐλαττώσεως φόρου καὶ εἰς ταμιευτικοὺς λόγους καὶ νὰ προβαίνητε εἰς ἐλάττωσιν τῆς φορολογίας, ἵνα εἰσπράξητε περισσότερα διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως. Ἐκ τίνος τοιούτου λόγου προβαίνετε εἰς τὰς ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐλαττώσεις; Ἔχετε καθῆκον νὰ μᾶς εἴπητε τὸν λόγον, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν ὁ λόγος τὸν ὁποῖον προβάλετε εἶναι πραγματικός, καὶ ἐὰν τὸν ἐπιτυγχάνετε διὰ τῶν ἐλαττώσεων ἃς προτείνετε. Εἴπατε αὐτόν τὸν λόγον ἵνα ἴδωμεν πῶς πρέπει νὰ μειώσωμεν τὸ βάρος τῆς φορολογίας, τῆς δυσαναλόγως ἐπιβεβλημένης εἰς ὡρισμένας λαϊκὰς τάξεις, καὶ ἵνα ἴδωμεν ἐὰν αἴρεται ἢ μειοῦται ἡ ἀδικία διὰ τῶν ἐλαττώσεων τοῦ φόρου τὰς ὁποίας προτείνετε ἢ ἂν ἐνδείκνυται νὰ ἐπιδιωχθῇ τοῦτο δι’ ἄλλου τρόπου ἀσφαλέστερον; Ἐὰν ἔχητε τὸν λόγον τῆς γενικῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων διότι σᾶς περισσεύουν, εἴπατέ τον, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν ἐπέρχηται γενικὴ ἤτοι ὑπὲρ ὅλων ἀνάλογος μείωσις καὶ μέχρι ποίου σημείου. Ἐὰν ἔχητε τὸν τρίτον λόγον, τὸν τῆς αὐξήσεως τῶν ταμιακῶν προσόδων, εἴπατέ τον ἵνα ἐρευνήσωμεν νὰ ἴδωμεν μήπως ὑπάρχωσιν ἄλλα τινὰ εἴδη τῶν ὁποίων ἡ ἐλάττωσις τῆς φορολογίας θὰ συνεπήγετο μείζονας εἰσπράξεις; Ἀντὶ τοιαύτης τινὸς ὡρισμένης ἐννοίας ἔρχεσθε καὶ λέγετε ἀορίστως τὴν λέξιν ἀνακούφισις, ἡ ὁποία δὲν δίδει κανὲν κριτήριον, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ γίνῃ δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμεν θετικῶς τί σκοπεῖται καὶ νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπετε πραγματοποιεῖται διὰ τῶν ἐλαττώσεων τὰς ὁποίας προτείνετε, ἢ θὰ ἐπραγματοποιεῖτο θετικώτερον δι’ ἄλλων ἐλαττώσεων. Ἀλλὰ ἂς προχωρήσωμεν περαιτέρω ἵνα ἴδωμεν, διατί ὁμιλεῖτε περὶ ἀνακουφίσεως δι’ ἐλαττώσεως δασμῶν ἐπὶ εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. Ὁ ὅρος πρώτης ἀνάγκης εἶναι ἄτεχνος. Ὀρθότερον θὰ ἦτο ἀπὸ φορολογικῆς ἀπόψεως ἂν ἐλέγετε γενικῆς χρήσεως. Ἂς ῥίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὰ εἴδη τῶν ὁποίων τὸν δασμὸν ἐλαττοῦτε. Βεβαίως ἡ ὄρυζα δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς γενικῆς χρήσεως, ὡς ἐπίσης ὁ καφὲς καὶ ἡ ζάκχαρις, καὶ ἑπομένως ἡ ἐλάττωσις τῆς φορολογίας αὐτῶν ἔν τινι μέτρῳ θὰ ὠφελήσῃ πάσας τὰς κοινωνικὰς τάξεις. Ἀλλὰ τὸ τσάϊ, τὸ κακάον καὶ ὅλα σχεδὸν τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται ἐν τῷ 2ῳ ἄρθρῳ, λ. χ. αἱ καπνισταὶ γλῶσσαι, τὰ ἐκχειλίσματα τοῦ κρέατος, τὰ χοιρομοίρια, αἱ μορταδέλαι τοῦ κουτιοῦ, ὁ σάγος, ἡ ταπιόκα καὶ τὰ τοιαῦτα — εἶναι εἴδη πρώτης ἀνάγκης ἢ κἂν κοινῆς χρήσεως; Καὶ δὲν λέγω ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἴσως νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἐπ’ αὐτῶν διὰ λόγους ταμιευτικούς, ἀλλὰ λέγω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει του ὅτι ἐλαττώνει μόνον φόρον ἐπὶ εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. Τὸ περίεργον δὲ ὅτι ὑπάρχουσι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ εἴδη τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι κἂν εἴδη καταναλώσεως πρὸς συντήρησιν. Ὡς πρὸς τὰ εἴδη ταῦτα θὰ συνίστων πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν μείζονα γενναιότητα, διότι τὰ εἴδη ταῦτα εἰσάγονται ὄχι ἵνα καταναλωθῶσιν ἀγοραζόμενα διὰ τοῦ εἰσοδήματος τῶν φορολογουμένων, ἀλλ’ εἰσάγονται ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς ὄργανα ἐργασίας, ἀγοραζόμενα διὰ τῶν κεφαλαίων τῶν εἰσαγόντων αὐτά. Καὶ κατὰ τὴν τερατωδῶς διεστραμμένην ἀντίληψιν τῆς ἐννοίας τοῦ δασμοῦ, ἐφορολογήθησαν καὶ ὄχι σπανίως ἐφορολογήθησαν ἀπηνῶς, διότι ἐφθάσαμεν μὲ τὸ περίφημον δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, νὰ φορολογῶνται καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα εἰσαγόμενα, προορίζονται ν’ ἀποτελέσωσι ὄργανα ἐργασίας πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ παραγωγικοῦ πλούτου τῆς χώρας καὶ ἐκεῖνα τὰ εἴδη τῶν ὁποίων ἡ εἰσαγωγὴ ἀποτελεῖ ἁπλῆν ἀντικατάστασιν κεφαλαίου μὴ ἱκανῶς ἢ μὴ ποσῶς παραγωγικοῦ δι’ ἄλλου παραγωγικωτέρου. Οὕτω φορολογοῦνται εἰσαγόμενα διάφορα μηχαναὶ ἢ ὑλικὰ χρήσιμα πρὸς ἐγκαταστάσεις παραγωγικάς· καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ πρῶται ὗλαι δὲν εἶναι πάντοτε ἀπηλλαγμέναι φορολογίας. Ὀρθότατα ὅθεν προτείνεται ἡ ἐλάτωσις τῆς φορολογίας διαφόρων τοιούτων εἰδῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν μεγαλειτέραν γενναιότητα καὶ δι’ ὅσα περιλαμβάνει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ δι’ ἄλλα παρεμφερῆ τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνει. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐξήγησις, νὰ ὑπάρχῃ δικαιολογία τῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους προτείνονται αὗται αἱ ἐλαττώσεις. Ὄχι ἡ ἁπλῆ καὶ ἄσχετος πρὸς τὰ εἴδη αὐτὰ αἰτιολογία· «προτείνεται ἡ ἐλάττωσις δασμῶν τινῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης», διότι ἂν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι μὲ αὐτὴν ἐξοφλεῖ τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποχρέωσίν του, ὑπολαμβάνει τὴν Βουλὴν πολὺ ὀλιγαρκῆ. Καὶ ἤδη ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ κλείσω τὰς σχετικὰς πρὸς τὸ πρῶτον πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζει τὸ νομοσχέδιον, παρατηρήσεις μου δι’ ἑνὸς γενικωτέρου συμπεράσματος. Φοβοῦμαι, Κύριοι, μὴ ἡ μέθοδος ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίας ἐν τῷ παρελθόντι τοσαῦται καὶ τοσοῦται ζωηραὶ καὶ εὔλογοι ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἔξω αὐτῆς ὡς ἀσκούσης οὐσιώδη ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβῆ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς διευθύνσεως τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων, ἡ μέθοδος τῆς κατ’ ἐμπειρίαν ῥυθμίσεως τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, δὲν ἔπαυσεν ἀκόμη ἰσχύουσα. Ἠξιώθη, Κύριοι, ἀπὸ χρόνου μακροῦ καὶ ἠξιώθη ἐπιμόνως καὶ ἐπιτακτικῶς ὑπὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως ἵνα μὴ διευθύνωσι τὰ πράγματα ἡμῶν ἐμπειρικὰ πορίσματα, δηλαδὴ αἱ ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας ἔστω καὶ διαπρεπεῖς περὶ τὰ δημόσια ἀσχολούμενοι καὶ ἐκ τῆς τυχαίας ἐπαφῆς αὐτῶν μετὰ τῶν πραγμάτων ἀποκτῶντες τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀποκομίζωσιν, ἐντυπώσεις περὶ τῶν δεόντων γενέσθαι, ἔθετον ὡς βάσιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε προέτεινον. Ἠξιώθη νὰ κανονίζῃ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν τὸ ἐκ μεθοδικῆς ἐρεύνης τῶν πραγμάτων, ἐγγυωμένης τὴν πληρότητα τῆς ἀντιλήψεως αὐτῶν, συλλεγόμενον ὑλικὸν καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει πεφωτισμένης ἀντικειμενικῆς σκέψεως πορίσματα. Ἐζητήθη νὰ μὴ μᾶς διέπωσιν αἱ ἐντυπώσεις, ἔστω καὶ τῶν ἐμπείρων, αἱ ἐξ ἀορίστου καὶ ἀμεθόδου ἐπαφῆς πρὸς τὰ πράγματα προκύπτουσαι, ἀλλὰ αἱ σκέψεις αὐτῶν αἱ ἐξ ἀντικειμενικῆς μελέτης τῶν μεθοδικῶς συλλεγομένων στοιχείων καταρτιζόμεναι. Τὸ ἀμελέτητον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μᾶς πείθει ὅτι ἐξακολουθοῦμεν διεπόμενοι ἀπὸ ἐντυπώσεις. Φοβοῦμαι δὲ μὴ τυχὸν ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι ἀπὸ τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἐμπειρίας περιήλθομεν εἰς τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἀπειρίας. Καὶ ἤδη ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ τοῦ δευτέρου προβλήματος. Περὶ τοῦ προβλήματος τῆς ἑνότητος ἢ μὴ τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος ὑπὸ ἔποψιν δασμολογικήν, καὶ γενικώτερον φορολογικὴν καὶ γενικώτατα οἰκονομικήν. Περὶ τούτου οὐδεμία λέξις ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργεῖται ἓν καθεστὼς μεταξὺ Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ περιγράψω ἐν ταῖς γενικαῖς γραμμαῖς. Τὰ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ἀναφερόμενα εἴδη, καθὼς καὶ τὰ ἐν τῷ τετάρτῳ, δασμολογοῦνται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ καὶ ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι. Αἱ ἀτέλειαι αἱ ἰσχύουσαι ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἐφαρμόζονται καὶ ἐν τῇ Νέᾳ, μόνον ἐφ’ ὅσον ἀναφέρονται ἐν τῷ τρίτῳ ἄρθρῳ. Τὰ λοιπὰ εἴδη, τὰ ἀτελῶς εἰσαγόμενα εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, εἰσαγόμενα εἰς τὴν Νέαν εἴτε ἔξωθεν, εἴτε ἐκ τῆς Παλαιᾶς, πληρώνουσιν φόρον. Ἐπιτρέπεται ἡ ἐπέκτασις τῶν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἰσχυουσῶν ὑπολοίπων δασμολογικῶν ἀτελειῶν καὶ εἰς τὴν Νέαν διὰ Β. Διατάγματος κατόπιν γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς καταρτισθησομένης ἐπίσης διὰ Β. Διατάγματος. Ὅλα τὰ ἄλλα εἴδη εἰσαγόμενα εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα, ὑπάγονται εἰς φορολογίαν ἀναγραφομένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, 15% κατὰ κανόνα 35% ἐξαιρετικῶς εἴδη τινὰ ὡρισμένον ποσόν, ἄλλα ἐλάχιστα εἴδη καὶ 20% ἕν εἶδος σήμερον προστεθέν.
§344Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πάντα ταῦτα κατόπιν ὑποβληθείσης τροπολογίας.
§345Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ νωποὺς καρπούς. Ὅλα τὰ εἰς ἰδιαιτέραν φορολογίαν ὑπαγόμενα ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι εἴδη, μεταφερόμενα εἰς τὴν Παλαιάν, θὰ ὑποβάλωνται εἰς πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς ὡς προσθέτου φόρου. Καὶ εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου συστήματος ἔρχεται ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 9, κατὰ τὸ ὁποῖον: «τὰ ἐγχώρια καὶ βιομηχανικὰ» προϊόντα, τὰ ἐκ τῶν νέων χωρῶν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα εἰσαγόμενα, θὰ ἀπολαμβάνωσιν ἀτελείας, κατόπιν γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς ὁρισθησομένης διὰ Β. Διατάγματος καὶ τῇ ἐγκρίσει Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ἐπὶ τῆς τελευταίας ταύτης διατάξεως ἤθελέ τις ἐρωτήσει: τὰ ἐγχώρια προϊόντα εἶναι ἄλλα ἀπὸ τὰ βιομηχανικὰ ἢ τὰ βιομηχανικὰ δὲν ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι ἐγχώρια; Τὰ ἐγχώρια δὲν περιλαμβάνουν τὰ βιομηχανικά; Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι γλωσσικὴ παρατήρησις. Καὶ ἂς τὴν παρατρέξωμεν. Αὐτὰ λέγει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν τελευταίαν διάταξιν περὶ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ὁρίζῃ ποῖα ἐκ τῶν προϊόντων τῶν νέων χωρῶν θ’ ἀπολαύωσιν ἀτελείας εἰσαγόμενα εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα — ἐρωτῶ: ἔχετε ὑπ’ ὄψει, κ. Ὑπουργέ, ὁποῖον ἔργον ἀναθέτετε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ ὁποίας σημασίας δύναται ν’ ἀποβῶσιν αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς διὰ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν καὶ διὰ τὸ Δημ. Ταμεῖον; Διότι, ἔχετε βεβαίως ὑπ’ ὄψει ὅτι τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν παράγονται ἐξ ἐγχωρίων πρώτων ὑλῶν. Παράγονται καὶ ἐξ ὑλῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων, αἱ ὗλαι δὲ αὗται οὐχὶ σπανίως πολὺ μικρὰν ὑφίστανται ἐπεξεργασίαν. Ποῖα προϊόντα καὶ κατόπιν ποίας ἐπεξεργασίας θὰ θεωρηθῶσιν ἐγχώρια καὶ θ’ ἀπολαύσωσι τῆς ἀτελείας κατὰ τὴν ἐκεῖθεν εἰσαγωγήν των ἐδῶ; Ἐννοεῖται βεβαίως τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τούτου. Περὶ αὐτοῦ δὲ τοῦ τόσον σπουδαίου ζητήματος ζητεῖτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ σᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναθέσητε τὴν ἀπόφασιν εἰς μίαν ἐπιτροπήν, ἣν σεῖς θὰ καταρτίσητε διὰ Β. Διατάγματος χωρὶς κἂν νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ πῶς θὰ τὴν καταρτίσητε, καὶ τῆς ὁποίας τὰ πορίσματα δὲν θὰ δύνασθε παρὰ νὰ ἐγκρίνητε, διότι θὰ στερεῖσθε παντὸς μέσου νὰ ἐξελέγξητε αὐτά. Δὲν νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀξίωσις ὑπερβολική; Δὲν νομίζετε ὅτι τοιαύτην ἐξουσίαν θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ ἐκχωρήσῃ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα εἰς μίαν ἐπιτροπήν; Διότι πρόκειται ἁπλούστατα περὶ ἐξουσίας τοῦ ἐπιβάλλειν ἢ μὴ φόρους καὶ δὴ καὶ μὲ περαιτέρω ἀποτελέσματα.
§346ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Αὐτὸ εἶναι μεγαλειτέρα ἀσφάλεια.
§347Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν τὸ ἀντιλαμβάνομαι.
§348ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μόνον ἐὰν ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν ἀτελῶς τὰ ἐγχώρια ἢ βιομηχανικὰ προϊόντα, θὰ εἰσέρχωνται. Δὲν νομίζετε δὲ ὅτι ἡ ὕπαρξις ἐπιτροπῆς ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζητημάτων εἶναι μία ἀσφάλεια;
§349Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν λέγω νὰ μὴ ἔχητε τὴν ἐπιτροπήν· μάλιστα θὰ σᾶς συνεβούλευον νὰ ἔχητε διαρκῆ ἐπιτροπὴν διηνεκῶς παρακολουθοῦσαν καὶ μελετῶσαν τὰ δασμολογικὰ ζητήματα. Ἐγὼ λέγω ἄλλο. Λέγω ὅτι εἰς μόνα τὰ φῶτα τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι πάντοτε εὔκολον νὰ ἐξελεγχθῶσιν πόθεν καὶ κατὰ ποῖον τρόπον συνελέγησαν, ἐγὼ δὲν θὰ ἀνέθετον τὴν περὶ τοιούτων ζητημάτων λύσιν καὶ θὰ ἠξίουν, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν σας, ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων νὰ προσάγωνται ἑκάστοτε τὰ πορίσματα τῆς ἐπιτροπῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ λαμβάνωσι κῦρος νομοθετικόν. Διότι ἡ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κύρωσις δὲν ἔχει μόνον τὴν ἀξίαν ὅτι δίδει εἰς τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς μέτρον τὴν σοβαρότητα τὴν ὁποίαν τοῦτο προσκτᾶται ἐκ τοῦ ὅτι περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτοῦ συμπίπτει καὶ ἡ γνώμη τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθημένων. Αὕτη εἶναι ἡ ἐλαχίστη ἀξία ἣν προσκτᾶται ἐκ τῆς εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβολῆς καὶ τῆς ὑπ’ αὐτῆς κρίσεως. Ἔχει πολλῷ μείζονα καὶ πολὺ σπουδαιοτέραν σημασίαν ἡ ὑποβολὴ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ αἴθουσα αὕτη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ αἴθουσα τῆς συναντήσεως μεγάλων ἀριθμῶν διαπρεπῶν κυρίων, σκεπτομένων περὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας καὶ συνεισφερόντων τὰ ἴδια αὐτῶν φῶτα ἐν τῇ συσκέψει τῶν αὐτῇ. Ἡ αἴθουσα αὕτη εἶναι τὸ πεδίον τῆς διαπάλης ὅλων τῶν ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης συμφερόντων, τὰ ὁποῖα οἱ ἐν αὐτῷ διαπρεπεῖς κύριοι ἀντιπροσωπεύουσι καὶ τῶν ὁποίων εἶναι διερμηνεῖς καὶ παραστάται. Καὶ ὅταν φέρητε οἱανδήποτε σχετικὴν πρὸς τὰ ἔξω τῆς αἰθούσης συμφέροντα πρότασιν, δὲν θὰ ἀκούσητε μόνον τὰς σοφὰς ἢ μὴ σοφὰς γνώμας τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθημένων, ἀλλ’ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐδῶ, θὰ εἶναι συζήτησις εἰς τὴν ὁποίαν θ’ ἀκουσθῶσι πάντα τὰ συμφέροντα τὰ δυνάμενα νὰ πληχθῶσιν ἐκ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ λάβητε, θὰ εἶναι πάλη, καθ’ ἣν θὰ μετρηθῇ ἡ σοβαρότης ἑκάστου αὐτῶν. Ἐνῷ ἡ ἐπιτροπή σας ἐν τῷ δωματίῳ της ἐργαζομένη καὶ ἄγνωστον πόθεν τὰς πληροφορίας αὐτῆς συλλέγουσα καὶ ἄγνωστον πῶς τὰ πορίσματα αὐτῆς καταρτίζουσα, καὶ ἂν ἀποτελῆται ἀπὸ πρόσωπα τελείως διακεκριμμένα καὶ πεφωτισμένα, δὲν δύναται νὰ παράσχῃ τὰς ἐγγυήσεις ὅτι θὰ προέλθῃ εἰς πορίσματα ἐπίσης σύμμετρα πρὸς τὰ διὰ τῆς ἀποφάσεώς της θιγόμενα συμφέροντα ὅπως ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις αὕτη διὰ τὰ πορίσματα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ προέλθῃ ἡ ἐνταῦθα συζήτησις. Διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν οὐσιώδη σημασίαν τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐργασίας, εἶναι ὄχι τὰ λεγόμενα ἐν αὐτῇ, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πᾶσα πρότασις φερομένη ἐδῶ ὑποβάλλεται εἰς ὅλην τὴν χώραν, ἥτις λαμβάνει οὕτω γνῶσιν ὅτι περὶ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ θέματος πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, τοῦτο δὲ προκαλεῖ τὴν ἀφύπνισιν πάντων τῶν ἐν τῇ χώρᾳ δυναμένων νὰ θιγθῶσι συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι φυσικῶς ἐκ τῆς συγκροτήσεως τοῦ σώματος τούτου τὸ μέσον ἵνα παρασταθῶσι καὶ ὑποβάλωσι πᾶν ὅ,τι πρὸς προστασίαν αὐτῶν συντελεῖ καὶ παλαίσωσι πρὸς ἐπίτευξιν τούτου. Μὴ λησμονεῖτε δὲ ὅτι αὐτὰ τὰ κατ’ ἰδίαν συμφέροντα, ὡς εὔκολον καὶ ὀργανικὸν σύμπλεγμα λαμβανόμενα, ἀποτελοῦσι τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Δι’ αὐτὸ θὰ συνίστων εἰς ὑμᾶς, ἐὰν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ποιήσω σύστασιν, νὰ δεχθῆτε ἵνα τὰ πορίσματα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑμῶν φέρονται ἐδῶ καὶ κυροῦνται ἑκάστοτε διὰ νόμου. Ἄλλως κινεῖται τόσον εὐκόλως ἡ νομοθετικὴ μηχανὴ κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ φοβηθῆτε ὅτι θὰ παρουσιασθῇ οἱαδήποτε ἐκ τοῦ τοιούτου συστήματος πρακτικὴ δυσχέρεια. Θὰ εὕρητε ἐν αὐτῷ τὰς ἀναγκαίας ἐγγυήσεις μόνον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ἐκείνων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ὁποῖα μὲ τὸ ὑμέτερον σύστημα ὑπάρχει κίνδυνος νὰ παροραθῶσι καὶ συντριβῶσι.
§350Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Φοβοῦμαι πολὺ τὸ δυσκίνητον τοῦ νόμου. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει πρόκειται περὶ προϊόντων τῶν νέων χωρῶν· ἑπομένως πρόκειται περὶ ἑνὸς συστήματος τῆς Ἐπικρατείας. Μόνον ἂν ἐξαιρετικὴ περίστασις ὑπῆρξεν ἐπιβάλλουσα τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς εἰσαγωγῆς, μόνον τότε πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ. Κατὰ κανόνα δὲν πρέπει νὰ ἀπαγορεύηται.
§351Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ νὰ τὸν λέγητε κανόνα θὰ ἔχῃ καὶ ἐξαιρέσεις. Καὶ τὸ ζήτημα εἶναι πῶς θὰ χαραχθῇ ἡ γραμμὴ μεταξὺ κανόνος καὶ ἐξαιρέσεως ἵνα μὴ ἐπέλθωσι ζημίαι. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τοῦτο εἶναι παρατήρησις μερική. Ἐκ τοῦ ὅλου συστήματος, οἷον συνάγεται ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, προκύπτει ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγκαθιστᾷ τὸν δασμολογικὸν χωρισμὸν μεταξὺ Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ νέων χωρῶν. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ἔχωμεν τὴν Ἑλλάδα δασμολογικῶς διῃρημένην εἰς δύο τμήματα διὰ μιᾶς ἐσωτερικῆς τελωνειακῆς ζώνης καὶ θὰ ἔχωμεν ἄλλην φορολογίαν ἐντεῦθεν τῆς ζώνης, καὶ ἄλλην ἐκεῖθεν. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ εἶμαι πεπεισμένος, δυστυχῶς δὲν εἶμαι, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἡ ἐπίγνωσις τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ συστήματος αὐτοῦ παρὰ τοῖς εἰσηγουμένοις αὐτό. Ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀπόψε τὸ πρῶτον, τονίζοντα τὰς δυσκολίας πρὸ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἐν σχέσει μὲ τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τούτου. Μοὶ ἐφάνη ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς προσδίδει ὑπέρμετρον σημασίαν εἰς τὴν φυσικότητα τοῦ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις φορολογικοῦ καθεστῶτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μόνον οὐχὶ μᾶς παρίστανεν ὅτι ἡ ἐκεῖ κατάστασις ἡ δασμολογικὴ καὶ ἡ φορολογικὴ εἶναι κατάστασις, ἡ ὁποία προκύψασα ἐκ τῆς φυσικῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀνεπίδεκτος μεταβολῆς καὶ σχεδὸν ῥητῶς, μᾶς εἶπεν ὅτι μετὰ πολλοῦ δέους πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῆς. Ὡς πρὸς τοῦτο ἔχω ἐντελῶς ἀντίθετον γνώμην. Τὸ καθεστὼς τὸ δασμολογικὸν καὶ τὸ καθεστὼς τὸ φορολογικὸν ἐν ταῖς νέαις χώραις, δὲν εἶναι προϊὸν τῆς φυσιολογικῆς τῶν πραγμάτων ἀναπτύξεως. Ἀπεναντίας ὀφείλεται εἰς ἀτελῆ οἰκονομικὴν ἀντίληψιν καὶ ἀνώμαλον οἰκονομικὴν κατάστασιν. Καὶ ἐπιλαμβανόμενοι αὐτοῦ καὶ μεταρρυθμίζοντες αὐτὸ οὐδὲν τὸ κατὰ φύσιν ὀρθῶς πρόκειται νὰ θίξωμεν. Ἀλλὰ τὸ οὐσιωδέστερον εἶναι νὰ ἐννοήσωμεν ποῦ πρέπει νὰ τείνωμεν καὶ νὰ ἔχωμεν βαθεῖαν τὴν συναίσθησιν τῆς ἀναποφεύκτου ἀνάγκης ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τείνωμεν καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ δασμολογικὴ ἀφομοίωσις. Καὶ δι’ αὐτὸ οὐχὶ μετ’ εὐκολίας, ἀλλὰ μετὰ δυσφορίας, ὡς μεταβατικὴν μόνον, ἐπιτρέπεται νὰ ἀποδεχώμεθα τὴν διατήρησιν τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος, καταβάλλοντες ὅμως πᾶσαν ἡμῶν τὴν προσπάθειαν ἵνα ὅσον ἔνεστι τάχιον τεθῇ τέρμα εἰς αὐτὸ καὶ ἐπιτευχθῇ ἀφομοίωσις. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ λύσις τοῦ προβλήματος δὲν εἶναι εὔκολος ὅπως ἦτο ὅτε ἡνώθη ἡ Ἑπτάνησος, ὡς ἦτο ὅτε προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία. Ὅτε ἡνώθη ἡ Ἑπτάνησος ἡ Ἑλλὰς εἶχε 1.300.000 κατοίκων. Εἶχεν εἰσπράξεις ἐκ τελωνειακῶν δασμῶν μόλις περὶ τὰ 5.000.000. Ὅτε προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία, εἶχεν 1.700.000 κατοίκων καὶ εἰσέπραττε ἐκ τελωνειακῶν δασμῶν περὶ τὰ 17.000.000. Ἡ ἐπιβάρυνσις ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων ἦτο περίπου ἴση καὶ εἰς τὴν παλαιὰν καὶ εἰς τὴν νέαν χώραν. Τὸ ἔργον ἦτο εὐχερέστατον τότε· βεβαίως εἶναι πολὺ δυσκολώτερον σήμερον. Καὶ βεβαίως θὰ ὑπάρξῃ μία μεταβατικὴ περίοδος, ἀλλὰ ἡ μεταβατικὴ αὕτη περίοδος δέον νὰ ἔχῃ ὡρισμένον τὸ τέρμα καὶ ἐκ τῶν προτέρων διαγεγραμμένην τὴν πορείαν. Τοιαύτην ἀντίληψιν ἐν τῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας εἰσαγομένῳ καθεστῶτι, δὲν διαβλέπω κύριε Ὑπουργέ. Ἀπεναντίας, δι’ ὅσων μᾶς εἴπετε ἀπόψε, προσεπαθήσατε νὰ μᾶς πείσητε ὅτι τὸ νομοσχέδιον σας πράττει πᾶν τὸ δυνατόν, τὰ δὲ περαιτέρω θὰ ἐξαρτηθῶσιν ἐκ τῶν περιστάσεων. Τοιαύτη ἀντίληψις τοῦ πράγματος εἶναι πλημμελὴς καὶ μεστὴ κινδύνων διὰ τὸ μέλλον. Κύριοι, δὲν πρέπει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀποβάλωμεν τῆς διανοίας ἡμῶν ὅτι τὸ τέρμα εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ἀναποφεύκτως καὶ ταχέως νὰ φθάσωμεν εἶναι ἡ πλήρης καὶ ἀρτία τελωνειακὴ ἕνωσις τῶν νέων χωρῶν μετὰ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ὁ χωρισμὸς ὁ φορολογικὸς καὶ ἰδίᾳ ὁ δασμολογικός, δὲν θὰ εἶναι μόνον τοιοῦτος. Θὰ εἶναι κατὰ φυσικὴν συνέπειαν καὶ χωρισμὸς οἰκονομικός. Καὶ ἀναλογίσθητε τὰς ἐκ τοιούτου χωρισμοῦ ζημίας. Τὰς ἐκ τούτου ζημίας διὰ τὸ Κράτος, ἐν μέρει ἀπὸ τοῦδε ἐπερχομένας, σεῖς τὰς αἰσθάνεσθε, κύριε Ὑπουργέ. Ἐγὼ τὰς φαντάζομαι· ἐν μέλλοντι εἶναι εὐχερὲς νὰ προΐδητε. Θὰ ὑποβληθῆτε εἰς μεγάλας δαπάνας καὶ θυσίας χωρὶς νὰ δυνηθῆτε νὰ φυλάξητε τὴν ζώνην τὴν ὁποίαν θὰ χαράξητε. Τὸ ἐσωτερικὸν λαθρεμπόριον δὲν θὰ κατορθώσητε νὰ τὸ διαφύγητε. Θὰ δυσχεράνητε σπουδαίως τὰς ὑπηρεσίας σας διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε ὑπαλλήλους ἐπαρκῶς μεμορφωμένους καὶ διὰ τὰ ἐκεῖ καὶ διὰ τὰ ἐδῶ κρατοῦντα. Εἰς τὸν σημερινὸν λογιστικὸν κυκεῶνα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν, θὰ προσθέσητε νέον παράγοντα καθιστῶντα μετὰ βραχεῖαν ἐφαρμογὴν τελείως ἀδιέξοδον τὸν λαβύρινθον. Δὲν προχωρῶ περαιτέρω ἀπαριθμῶν τὰς ἐκ τοῦ χωρισμοῦ ἐπιζημίους συνεπείας διὰ τὸ Κράτος, διότι ἀρκοῦσιν ὅσας ἐμνημόνευσα διὰ νὰ ἐννοήσῃ πᾶς τις ὅτι τὴν κατάστασιν τοῦ χωρισμοῦ τοῦ δασμολογικοῦ πρέπει νὰ τὴν θεωρῶμεν ἀφόρητον, πρέπει νὰ τὴν κρίνωμεν ὡς κατάστασιν ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ὡς τάχιστα νὰ παρέλθῃ. Τὸ πρόβλημα εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω εἶναι δύσκολον. Δὲν τὸ ὑποτιμῶ ποσῶς καὶ παραδέχομαι ὅτι θὰ χρειασθῇ μία μεταβατικὴ περίοδος. Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι δὲν ἔχει καὶ βάσιν μεταβατικήν τινα κατάστασιν, οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη μὲ ὡρισμένον σχέδιον ταχέως τερματισμοῦ αὐτῆς. Οὔτε νομίζω ὅτι τὸ πρόβλημα εἶναι ἀνεπίδεκτον λύσεως· ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν τούτου ἐν τῇ ἐπιτευχθείσῃ λύσει αὐτοῦ ἀλλαχοῦ, καὶ μάλιστα ἐν ἀπείρως εὐρυτέρῳ κύκλῳ. Γνωρίζετε καλῶς, κ. Ὑπουργέ, ὅτι χῶραι αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον κἂν ἀκόμη ἕνωσιν πολιτικὴν πρὸς ἀλλήλας, ἡνώθησαν τελωνειακῶς. Καὶ ἦσαν χῶραι ἀπείρως μείζονος ἐκτάσεως, ποικιλωτάτης παραγωγῆς, καὶ εὑρίσκοντο πρὸ ἀσυγκρίτως μειζόνων δυσχερειῶν. Καὶ ὅμως ἡνώθησαν τελωνειακῶς καὶ προηγήθη ἡ ἕνωσις ἡ τελωνειακὴ δεκάδος ἐτῶν τῆς ἑνώσεως αὐτῶν τῆς πολιτικῆς. Ὁμιλῶ περὶ τῆς Γερμανικῆς τελωνειακῆς ἑνώσεως τῆς ὁποίας τὴν ἐξέλιξιν ἔχετε μελετήσει καλλίτερον ἀπὸ ἐμέ, κύριε Ὑπουργέ. Γνωρίζετε ἐπίσης ὅτι ἄλλαι χῶραι μὲ πολιτικὸν σύνδεσμον χαλαρόν, μὲ ἁπλῆν προσωπικὴν ἕνωσιν, μὲ παραγωγὴν ποικίλλουσαν καὶ ἔχουσαν ἐν ἑκάστῃ ἀξιώσεις ὄχι εὐκόλως συμβιβαζομένας πρὸς τὰς τῆς ἄλλης, διατελοῦσιν ἐν τελωνειακῇ ἑνώσει καὶ δὲν χωρίζονται διὰ τελωνειακῆς ζώνης. Ἐννοῶ τὴν Αὐστρουγγαρίαν. Τὸ πρόβλημα λοιπὸν δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀνεπιδέκτων λύσεως. Καὶ σεῖς πρέπει νὰ ἔχητε ἐργασθῆ δι’ αὐτό. Πρό τινος καιροῦ ἀνεκοινοῦτο ὅτι εἶχε συλληφθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως καὶ ὑμεῖς, κ. Ὑπουργέ, συνεπράξατε διὰ τῶν φώτων ὑμῶν τῶν οἰκονομικῶν, σχέδιον συνδέσεως εἰς τελωνειακὴν ἕνωσιν, ἀνάλογον μὲ τὴν Γερμανικὴν ἁπασῶν τῶν Βαλκανικῶν χωρῶν. Ἑνώσατε παρακαλῶ αὐτοῦ τοῦ σχεδίου τὰς γενικὰς βάσεις, διὰ νὰ ἴδωμεν μή τυχὸν δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμέν τι ἐξ αὐτοῦ, ἵνα κατορθώσωμεν καὶ τὸ ἐφαρμόσωμεν ἐν τῇ ἀπείρως μικροτέρᾳ ἀκτῖνι τοῦ ἑνιαίου Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὅταν ἐμελετήσατε—διότι ἐγένετο λόγος ποικίλος περὶ μελέτης καὶ σχεδίου τῆς προτάσεως αὐτοῦ εἰς τὰ ἄλλα Βαλκανικὰ Κράτη—ὅταν ἐμελετήσατε νὰ ἑνώσητε εἰς τελωνειακὴν ἕνωσιν πάσας τὰς χώρας, τὰς ἀχανεῖς, τὰς ἀπὸ τῶν Καρπαθίων μέχρι τῆς Κρήτης, βεβαίως κατηρτίσατε σύστημά τι κατὰ τὸ ὁποῖον τοῦτο θὰ καθίστατο δυνατόν. Διατί δὲν χρησιμοποιεῖτε αὐτὸ ἤδη διὰ τὴν λύσιν τοῦ πολὺ ἁπλουστέρου ἐσωτερικοῦ ἡμῶν προβλήματος; Ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐργασία σας, καθ’ ὃν τρόπον ἐμφανίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σας δὲν ἄγει εἰς τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος, διότι ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω διὰ τὸ νομοσχέδιόν σας κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔλεγον ἐὰν σεῖς ὁ ἴδιος δὲν ἐδίδετε εἰς αὐτὸ διὰ τῆς ἐκθέσεώς σας, ἀνάλογον χαρακτηρισμόν· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι τὸ νομοσχέδιόν σας περιέχει ἁπλᾶ ἐμβαλώματα. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς εἰς ὃν ἐπιβάλλεται νὰ φθάσωμεν, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀφομοίωσις ἡ δασμολογική, βεβαίως δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον μέσον τὰ ἐμβαλώματα. Ὁ σκοπὸς οὗτος θὰ ἐπιτευχθῇ ὅταν ὑπάρξῃ πλήρης καὶ ἀρτία ἡ συνείδησις ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἕνωσις ἡ ἐθνικὴ τῶν νέων χωρῶν, ἕνωσις ἡ ὁποία ὑπάρχει πλήρης, διότι ἔχομεν κοινοὺς πόθους καὶ κοινὰ τὰ αἰσθήματα, χάρις εἰς τὴν κοινὴν ἱστορίαν καὶ τὰ κοινὰ παθήματα, ἀλλὰ ὅτι ἀξιοῦμεν καὶ θέλομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἐκεῖνοι, ἵνα ἔχωμεν κοινὰ καὶ τὰ συμφέροντα, κοινὴν καὶ ἑνιαίαν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν. Ἡ κοινότης τῶν συμφερόντων εἶναι ἀναγκαία νὰ ὑφίσταται, διότι αὕτη συνδέει εἰς ἕν ἑνιαῖον σύνολον, τοῦ ὁποίου ἡ ἑνότης ἐκδηλοῦται ὄχι μόνον κατὰ τὰς ἐξαιρετικὰς στιγμὰς τῆς πραγματώσεως τῶν ἐθνικῶν αἰσθημάτων, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀνθρωπίνης ἐνεργείας. Καὶ τοιαύτης πλήρους καὶ τελείας ἑνότητος ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος ἡμῶν, ἵνα ὡς ὀργανισμὸς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἑνιαῖος, ἀναπτύξῃ ἀπερισπάστως ἀπὸ πᾶσαν ἐσωτερικὴν ἀντίθεσιν, ὁλόκληρον τὴν δύναμιν τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην, ἵνα πραγματοποιήσῃ τὴν ἀποστολήν, τῆς ὁποίας κατέδειξεν ὅτι τόσον βαθεῖαν ἔχει τὴν συναίσθησιν ἡ ἡμετέρα φυλή. Τῆς ἑνότητος ταύτης, τῆς οἰκονομικῆς, ἔχομεν ἀπόλυτον καὶ ἄμεσον ἀνάγκην. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι δυσχερὴς δὲν εἶναι ἀδύνατος. Χρειάζεται ὅμως ἐργασία. Λέγω ἐργασία καὶ ὄχι προσπάθεια. Δὲν ἀρνοῦμαι τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ἀμφισβητῶ τοὺς κόπους εἰς οὓς ὑποβάλλεται. Ἀμφιβάλλω ὅμως ἂν οἱ κόποι οὗτοι καὶ αἱ προσπάθειαι αὗται ἀποτελοῦσιν ἐργασίαν. Ἐργασίαν ἀποτελεῖ ἡ κατόπιν σαφοῦς ἀντιλήψεως τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, καὶ πλήρους καὶ ἀρτίου καθορισμοῦ τῶν πρὸς ἐπίτευξιν αὐτοῦ μέσων, μεθοδικὴ χρησιμοποίησις τῶν διαθεσίμων δυνάμεων τῆς χώρας, πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ διὰ τῶν καθορισθέντων μέσων. Τοιαύτην ἐργασίαν δὲν ἐμφανίζει τὸ νομοσχέδιόν σας. Καὶ τοιαύτης ἐργασίας ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ χώρα, ἰδίως τώρα μὲ τὰς νίκας καὶ τὴν ἐξ αὐτῶν ἐπέκτασιν. Αἱ νίκαι ἀνυψοῦσι τοὺς λαοὺς εἰς ἐπίπεδον ὑψηλότερον. Πᾶσα ἀνύψωσις διὰ τοὺς λαούς, ὅπως καὶ διὰ τὰ ἄτομα, συνεπάγεται μεγαλειτέρας ὑποχρεώσεις, διότι διανοίγει στάδιον δυσχερέστερον ἐν τῇ πραγματοποιήσει ἔργων μεγαλειτέρας σοβαρότητος. Διὰ τῆς ἐπαρκείας ἐπὶ τὰς δυσχερείας ταύτας, ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ἀνυψωθεὶς λαὸς εἶναι ἄξιος τῆς νέας αὐτοῦ θέσεως, ἡ ὁποία μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ἀποτελεῖ ἀφετηρίαν νέας περιόδου ἀναπτύξεως καὶ προόδου. Πρῶτος ὅρος τῆς ἐπαρκείας ταύτης εἶναι ἡ ἐνδελεχὴς καὶ ἀκάματος, ἀλλὰ καὶ μεθοδικὴ ἐργασία. Τοιαύτην δὲ ἐργασίαν συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι δι’ αὐτῆς θὰ φθάσῃ ἀσφαλῶς εἰς τὴν ὀρθὴν λύσιν καὶ τῶν δύο μεγάλων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιόν σας ἔθιξε μέν, ἀλλ’ οὔτε ἔλυσεν οὔτε πρὸς τὴν λύσιν ὤθησεν. (Χειροκροτήματα).
§352ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν), Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐκ δευτέρου ὅπως ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς τὸ τελευταῖον ἰδίως μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν Συναδέλφου, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθη περὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς φορολογικῆς, τῆς φαινομένης ὅτι προκύπτει ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβεβλημένου ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ τείνωμεν εἰς τὸ πῶς τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα ἐν γένει τῶν δύο τμημάτων τῆς Ἐπικρατείας νὰ εἶναι τὰ αὐτά, διότι μόνον ἐφ’ ὅσον κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν ἀφομοίωσιν οἰκονομικῶν συμφερόντων, τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν καὶ ὅρων τοῦ βίου, μόνον τότε θὰ ἔχωμεν τὴν πραγματικὴν ἕνωσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀποκτήσωμεν κατὰ τὸ δυνατόν. Ἀλλὰ τίς ἔχει ἀντίρρησιν εἰς τὴν ὀρθοτάτην ταύτην ἀρχήν, καὶ τίς δὲν φρονεῖ ὅτι θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν σήμερον ἤδη, νὰ ἔχωμεν τὴν πλήρη ἀφομοίωσιν τὴν φορολογικὴν μεταξὺ τῶν ἐκεῖ καὶ τῶν ἐδῶ; Ἀλλὰ τοῦτο ἀμέσως σήμερον βεβαίως οὔτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς οὔτε ἄλλος τις φαντάζεται ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ.
§353Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐδήλωσα τοῦτο ῥητῶς.
§354ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαιότατα. Ἰσχυρίζομαι ὅμως ὅτι ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον μετὰ πολλοῦ οἴκτου ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, εἰς τοῦτο τείνουν, εἰς τὸ νὰ φέρωσιν ἡμᾶς ἐγγύτερον κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς αὐτὴν τὴν ποθουμένην ἀφομοίωσιν. Νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο πραγματικῶς ὀρθόν, πραγματικῶς συνετόν, ἐὰν ἠθέλομεν σήμερον, ἀποβλέποντες εἰς τὸ πῶς νὰ φθάσωμεν ταχύτερον εἰς αὐτὴν τὴν ἀφομοίωσιν, ὅτι θὰ ἦτο καὶ οἰκονομικῶς ὀρθὸν διὰ τὸν λαὸν καὶ διὰ τὸ Δημόσιον, ἐὰν ἐπεξετείνομεν εἰς τὰς χώρας ἐκείνας τὰς νέας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀκόμη παρθένοι ἀπὸ ἐμμέσους φόρους, τοὺς διαφόρους ἐμμέσους φόρους μὲ τὰς ἐπιβαρύνσεις αὐτῶν, τὰς ἐντελῶς παραλόγους, τὰς ὁποίας ὑμεῖς ὁ ἴδιος ἐψέξατε πλειστάκις;
§355Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἀπέρριψα μόνος μου.
§356ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν νομίζετε ἰδίως, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φόρους ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ τοὺς φόρους ἐπὶ καταναλώσεως, δὲν νομίζετε ὅτι ἐπ’ αὐτῶν τῶν δύο ἀκριβῶς ζητημάτων πρέπει καὶ κατὰ τὴν μεταβατικὴν αὐτὴν περίοδον νὰ φροντίσωμεν νὰ εἴμεθα κατὰ τὸ δυνατὸν μαλακοί, καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀφομοίωσιν μόνον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ βαθμιαίως; Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι ἀκριβῶς — διὰ νὰ περιορισθῶ μόνον σήμερον εἰς τὰ δασμολογικὰ ζητήματα — δὲν νομίζετε ὅτι ἀκριβῶς ἡ αὔξησις τῆς δασμολογήσεως καθ’ ὡρισμένον ποσοστόν, ὅτι αὐτὴ ἡ αὔξησις φέρει ἡμᾶς ἐγγύτερον πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν τῆς δασμολογήσεως τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ δυσχερέστατον τῶν ζημάτων, καὶ εἰς αὐτὴν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν, διότι ἡ ἄλλη νομοθετικὴ ἀφομοίωσις δύναται ὁπωσδήποτε νὰ περιμείνῃ καὶ περισσότερον; Δὲν νομίζετε ὅτι εἰσάγοντες ἀκριβῶς ὡρισμένους τινὰς δασμοὺς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰδικευμένοι εἰς τὸ ἰδικόν μας δασμολόγιον, ὅτι εἰσάγοντες αὐτοὺς ἀπὸ τοῦδε ἐκεῖ καὶ ἐγκαθιστῶντες οὕτως ἑνιαῖον σύστημα δασμοῦ ἐπὶ διαφόρων εἰδῶν, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν τῶν δασμῶν ἐπεκτείνομεν ἀκριβῶς τὰ ἐνταῦθα ἰσχύοντα καὶ ἀφομοιοῦμεν κατὰ τοῦτο τοὺς ἐκεῖ πρὸς τοὺς ἐδῶ; Δὲν νομίζετε ὅτι ἐπὶ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνήθως φορολογοῦνται περισσότερον καὶ χρησιμεύουν ὡς πρόσοδος πλουσιωτέρα τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ὅπως ἡ ζάκχαρις, ὁ καφὲς καὶ ἄλλα τινὰ εἴδη, ὅτι ἡ ἐπέκτασις τῶν ἐδῶ ἰσχυόντων δασμῶν καὶ εἰς τοὺς ἐκεῖ, ὅτι εἶναι ἔναρξις ἀφομοιώσεως καὶ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ δασμοῦ ἐπὶ τῶν δερμάτων, ὅπως εἶναι ἐκεῖ καὶ ἐδῶ, ὅτι εἶναι ἔναρξις ἀναγνωρίσεως τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπάρξεως τῶν αὐτῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν, τῆς αὐτῆς οἰκονομικῆς ἀτμοσφαίρας, ἡ ὁποία οὕτως θ’ ἀναπτυχθῇ ὅπως ἐδῶ οὕτω καὶ ἐκεῖ;
§357Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπιτρέπετε, Κύριε Ὑπουργέ, νὰ σᾶς κάμω μίαν ἀνακοίνωσιν σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπον; Δὲν δύναμαι νὰ νομίζω τίποτε δι’ ὅλα αὐτὰ δι’ ἃ μὲ ἐρωτᾶτε διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι ἐπεθύμουν τὰς ἰδέας αὐτάς, τὰς ὁποίας λέγετε ὅτι ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ δίδωμεν, νὰ τὰς ὑποβάλητε εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας μετὰ μιᾶς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἐκτίθενται πάντα ταῦτα, καθὼς καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐνεργεῖτε περὶ ἀφομοιώσεως. Ἀντὶ τούτων μᾶς ἐφέρετε ἓν νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδὲ λέξιν λέγετε περὶ ἀφομοιώσεως.
§358ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὥστε λείπει μόνον ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις;
§359Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν λείπει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις· λείπουσι τὰ πράγματα, διότι ἡ διὰ τῶν ἐρωτήσεων ἀνακοίνωσις ἀπὸ τοῦ βήματος τῶν ἰδεῶν σας αὐτῶν, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, διότι αὐτὰ εἶναι λέξεις, εἰς τὰς ὁποίας ὅμως ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ παρατάξωμεν τὰ πράγματα.
§360Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀντὶ νὰ ἔχωμεν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν...;
§361Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν γεγονότων.
§362Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχομεν διάταξιν, ἡ ὁποία ἐπεκτείνει τὸν δασμὸν τῆς ζακχάρεως, ἡ ὁποία ἐπεκτείνει διαφόρους δασμούς, ἐξ οὗ συνάγεται ἡ πρόθεσις, ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ καταστήσῃ ἑνιαῖον σύστημα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δασμοὺς αὐτούς. Νομίζω ὅτι τὰ πράγματα εἶναι ἰσχυρότερα τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἡ ὁποία, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ, θὰ ἦτο πολὺ καλλίτερον καὶ πολὺ εὐχάριστον· ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἐλλείπει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ὡς τὴν ἐννοεῖτε καὶ ὑπάρχουσι τὰ πράγματα, δὲν ἕπεται ὅτι τὰ πράγματα χάνουσιν τὴν ἀξίαν αὐτῶν.
§363Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κάμνετε· πρόκειται περὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα δὲν κάμνητε.
§364Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἐξεύρω πῶς θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἄλλως τὰ πράγματα διὰ πολλῶν λεπτομερειῶν· ἀρκεῖ ὅτι καὶ κατὰ τὴν πρώτην εἰσήγησιν τῆς δευτέρας μορφῆς ἐδηλώθη ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ φορολογικὴ τάσις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, νὰ διατηρήσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ καθεστώς, νὰ χωρήσωμεν δὲ κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον εἰς τὴν ἀφομοίωσιν, ἀφομοιοῦντες ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κρίνομεν ὅτι πρέπει νὰ ἀφομοιωθῶσι καὶ ἀφήνοντες τὰ λοιπὰ ἐντὸς τῆς ἀφομοιώσεως μὲ τὴν διαρρύθμισιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὰς νέας χώρας.
§365Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ ἀμφισβητήσητε ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι καίτοι μεταξὺ Ἑπτανήσου καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ὑπάρχει κοινότης φορολογικὴ εἰς πολλὰ εἴδη, ἐν τούτοις, καίτοι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἑορτάζομεν τὴν πεντηκονταετηρίδα ἀπὸ τῆς ἑνώσεως, ἡ ἀφομοίωσις δὲν ἐγένετο. Ὅσον δὲ ἀπομακρύνετε τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἀφομοιώσεως, ἐπὶ τοσοῦτον δημιουργεῖτε οἰκονομικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι δυσχερεστέραν τὴν ἀφομοίωσιν.
§366ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τολμᾶτε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι σεῖς ὡς Ὑπουργός, θὰ ἐκάμνετε ἀμέσως τὴν ἀφομοίωσιν;
§367Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§368ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐτυχῶς ὅτι δὲν εἶσθε Ὑπουργός.
§369Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ἀνελαμβάνετε ὑπευθύνως τοῦτο;
§370Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ κ. Κουτούπης δὲν ἐννοεῖ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰς νέας χώρας τὸ ὑπάρχον ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι καθεστώς, ἀλλὰ νὰ μεταβληθῇ καὶ τοῦτο προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ καὶ ἐκεῖ.
§371ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς φέρει μερικὰς μεταβολὰς καὶ τὰς ἐφαρμόζει· μόλις εἶναι δυναταὶ νὰ γίνωσι καὶ ἄλλαι θὰ εἰσαγάγῃ καὶ τὰς ἄλλας. Ὁ κ. Κουτούπης θέλει νὰ τὰς κάμωμεν ὅλας ἀμέσως μὴ τυχὸν ἀναβληθῶσιν ἐπὶ μίαν πεντηκονταετίαν.
§372ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ ἀφομοίωσις θὰ γίνῃ βαθμιαίως. Σήμερον διὰ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου εἴμεθα πολὺ ἐγγύτερον εἰς τὴν ἀφομοίωσιν, δυνάμεθα δὲ νὰ προσδοκῶμεν ὅτι μετ’ οὐ πολὺν χρόνον θὰ δυνηθῶμεν ἴσως νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ἄλλους δασμοὺς ἐκ τῶν ἐνταῦθα ὑπαρχόντων ἀλλὰ θὰ παρέλθῃ χρόνος τις πρὶν ἢ γίνῃ ἡ τελειωτικὴ ἀφομοίωσις εἰς τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς φορολογίας.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχουσιν ὑποβεβλημέναι δύο τροπολογίαι ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Λαμπρινοπούλου καὶ Θ. Παπαϊωάννου· (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Λαμπρινοπούλου συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἀποσύρεται δὲ ἡ τοῦ κ. Θ. Παπαϊωάννου). (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει ἡ διανεμηθεῖσα τροπολογία τῶν Βουλευτῶν κ. Σπ. Ἀγγελίδου, Θ. Σκάση, Π. Ἀγγελίδου, Ν. Συριοπούλου, Ν. Χαριτάτου, Κ. Ἀλαβάνου, Π. Πολυχρονιάδου, Δ. Γκλαβά, Γ. Τσακανίκα, Ι. Βερροίου, Θ. Γρηγορίου, Σ. Θεοδωροπούλου, Τετενέ, Σταματιάδου, Καλομενοπούλου καὶ Κ. Λομβάρδου.
§375Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσι διατυπωθῆ μετ’ ἐπισταμένην ἐξακρίβωσιν τῶν πραγμάτων.
§376Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὰ σπερματσέτα τὰ ἀφήνετε εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν;
§377Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν τελευταίαν στιγμὴν τροπολογίαν. (Ἀπορρίπτεται συναινέσει τῆς Βουλῆς ἡ ἀνωτέρω τροπολογία).
§378ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡς πρὸς τὸν δασμὸν τοῦ βουτύρου.
§379Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ βουτύρου εἶναι δασμὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει οἰκονομικὸν χαρακτῆρα. Ἄν καλῶς ἢ κακῶς ἱδρύθη ἕν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔζησε ὑπὸ τὸ κράτος δασμοῦ, ὅστις ἴσως εἶναι ὑπερβολικώτερος τοῦ πρέποντος, δὲν δυνάμεθα τώρα νὰ καταβιβάσωμεν αὐτὸν τὸν δασμόν, διότι θὰ φέρωμεν κλονισμὸν εἰς ἕν οἰκονομικὸν καθεστώς.
§380Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Διὰ τῆς ἀφομοιώσεως τοῦ δασμοῦ πλήττετε τὴν κτηνοτροφίαν.
§381Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τελευταίαν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε σχετικῶς πρὸς ἕν εἶδος, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἀνάγκη χάριν προστασίας τῆς παραγωγῆς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, νὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν καὶ οὐχὶ ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ. Πρόκειται περὶ τῶν ἑσπεριδοειδῶν, ὑπάρχει δὲ σχετικὴ πρότασις τοῦ κ. Ι. Τομπάζη.
§382Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐγένετο δεκτὴ αὕτη.
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του.
§384Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι πρὸς ἀναβολὴν τοῦ μέτρου περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῶν σπερματσέτων συμβάλλουν αἱ συμβάσεις, ἔχω νὰ ἀπαντήσω ὅτι τὰ τοιαῦτα εἴδη δὲν πρόκειται νὰ εἰσαχθῶσι ὑπὸ Κράτους μεθ’ οὗ εὑρισκόμεθα εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς σύναψιν συμβάσεως· ἑπομένως ἠδύνατο νὰ ἑλκύσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη ἐκεῖνα τῶν κονσερβῶν, τὰ ὁποῖα ἐλαττώνει καὶ τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς ποσότητας ἀρκετὰς μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ πολὺ μεγαλειτέρας ὅταν ἐλαττωθῇ ὁ φόρος. Νομίζω ὅτι τὰ κηρία αὐτά, ὅταν ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς δὲν θὰ εἶναι ἀπαγορευτικός, θὰ εἰσάγωνται ἐξ Ἀγγλίας ἢ Γαλλίας, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς συνάψεως ἐμπορικῆς συμβάσεως. Δὲν νομίζω δ’ ὅτι ἡ Αὐστρία, μεθ’ ἧς εὑρισκόμεθα εἰς διαπραγματεύσεις, πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ τοιαῦτα εἴδη, διότι ἐκεῖ ἡ βιομηχανία δὲν εἶναι τόσον ἀνεπτυγμένη, ὥστε νὰ ἐλπίζηται ἐνίσχυσις τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας ταύτης. Ἐὰν οἱ λόγοι τῆς συνάψεως ἐμπορικῆς συμβάσεως, ἀπηγόρευον τὴν λῆψιν μέτρου περὶ εἰδῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἔχει σχηματισθῆ πεποίθησις ὅτι δύνανται νὰ καταστῶσιν ἀντικείμενα ἀνταλλαγμάτων, ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ ὑποβληθῇ καθόλου, ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπεβλήθη καὶ ἀποβλέπει εἰς ἐλαττώσεις οἱουδήποτε εἴδους, τὸ πρῶτον εἶδος ἔπρεπε νὰ εἶναι τὰ σπερματσέτα. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· πρόκειται καὶ περὶ τῆς καταργήσεως μιᾶς χαριστικῆς πράξεως, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς δύο ὡρισμένα ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα, μὴ ἀρκεσθέντα εἰς τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα τοῖς ἐξησφάλισεν ὁ εἰσαγωγικὸς δασμός, ἐσκέφθησαν ὅπως συννενοηθῶσι καὶ αὐξήσωσι τὴν παράλογον αὐτὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι δὲ τοιαύτη ἡ τιμή, ὥστε οὔτε καὶ εἰς τὸ ἥμισυ ἂν ἠλαττοῦτο, θὰ ἦτο δικαία. Καταντᾷ ἡ τιμὴ τῶν σπερματσέτων νὰ συγκρίνηται μὲ τὴν τιμὴν τοῦ πετρελαίου, τῶν πυρείων καὶ τῶν ἄλλων ἐκείνων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται πολὺ περισσότερον ἢ τὰ σπερματσέτα. Κατ’ οὐδένα λόγον νομίζω ὅτι ἡ ἀναβολὴ τοῦ μέτρου αὐτοῦ θὰ συνέβαλεν εἰς τρόπον ὥστε νὰ συναφθῶσιν καλλίτεραι συμβάσεις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ χαριστικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ὑπαγορεύει τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ κακοῦ. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἔχει, εἶτα δὲ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3ον).
§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 3ου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Π. Φίλιππα. Τὴν ἀποσύρετε;
§386Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ὄχι, θὰ τὴν ὑποστηρίξω. Ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω οὔτε διὰ βούτυρον οὔτε διὰ κηρία, διότι οἱ συμπολῖται μου δὲν ἔχουσι τοιαύτας ἀνάγκας. Κύριε Πρωθυπουργὲ καὶ κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε ὅτι ἀπὸ εἰκοσαετίας ἡ οἰνοπαραγωγὴ εὑρίσκεται εἰς κρίσιν καὶ πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ σκεφθῇ ὅπως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐνισχύσῃ τὸ προϊόν τοῦτο, διότι ὅταν οἱ οἰνοπαραγωγοὶ καταντήσουν ὡς οἱ παρακεντέδες τῆς Θεσσαλίας, τότε θὰ ἔχωμεν τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε θὰ ζητῶσι καλύβην πρὸς στεγασμὸν καὶ γῆν πρὸς ταφὴν καὶ ἡ Πολιτεία δὲν θὰ δύναται νὰ ἔλθῃ ἀρωγός. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ τὴν ἀτέλειαν τῶν δουγῶν, τῶν στεφανίων καὶ τῶν βαρελίων.
§387ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τί ἀνταλλάγματα δίδετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖτε;
§388Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Τί ἄλλα ἀνταλλάγματα θέλετε νὰ δώσωμεν, ἐκτὸς τῆς ἄρσεως τῆς δυσπραγίας τοῦ λαοῦ, κύριε Πρόεδρε;
§389ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βλέπετε ὅτι δὲν δίδετε τίποτε, διότι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ δώσητε. Δι’ αὐτὸ θὰ ἀποταθῶμεν ἀλλοῦ, ὅπου θὰ εὐμπορέσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἀνταλλάγματα.
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φίλιππα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἔχει, εἶτα δὲ ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 4–7). Ἄρθρον 8ον (ἀναγινώσκεται).
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 8ου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Τομπάζη ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτή.
§392Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, ἡ ὁποία δυστυχῶς δὲν ἐτυπώθη. Εἰς τὴν κλάσιν 115, ἡ ὁποία ὑπόκειται εἰς φορολογίαν 35% ἐπρότεινα νὰ περιληφθῶσιν καὶ τὰ ἀρώματα. Δὲν πρόκειται περὶ μειώσεως τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία τρομάζει τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ περὶ αὐξήσεως· διότι τὰ ἀρώματα ἀπὸ τῆς ἐλευθερώσεως τῶν νέων χωρῶν εὑρίσκονται εἰς θέσιν δυσχερεστέραν ἀπὸ τὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρίσκοντο ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἠδύναντο νὰ εἰσάγωνται καὶ νὰ συναγωνίζωνται τὰ ἀλλοδαπά, ἐνῷ ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθοῦν τὰ ἀλλοδαπά, διότι τὰ ἀλλοδαπὰ εἰσαγόμενα εἰς νέαν Ἑλλάδα πληρώνουν μόνον φέρον 15%, ἐνῷ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία, πληρώνουσα τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος, εἶναι εἰς ἥσσονα μοῖραν τῆς ξένης βιομηχανίας. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἔργον προνοίας καὶ δικαιοσύνης νὰ ἐξισωθῇ ἡ βιομηχανία ἡμῶν πρὸς τὴν ἀλλοδαπήν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία 35% καὶ ἐπὶ τῶν ἀρωμάτων τῶν εἰσαγομένων ἔξωθεν εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα. Νομίζω ὅτι ἡ σύστασίς μου αὕτη δὲν θὰ προσκρούσῃ εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν ἀνταλλαγμάτων, ἣν ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀρνούμενος πᾶσαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τροπολογίαν.
§393Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν, διότι φρονῶ ὅτι ἡ προστασία τῶν 15% ἡ ὁποία ὑπάρχει διὰ τὰς νέας χώρας εἶναι ἀπολύτως ἐπαρκής. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι γίνεται εἰσαγωγὴ μεγάλη ἑλληνικῶν ἀρωμάτων, καὶ δὴ κολώνιας, εἰς τὰς νέας χώρας, ἥτις συναγωνίζεται κάλλιστα τὰ ξένα ἀρώματα. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος νὰ ἀναβιβάσωμεν τὸν δασμὸν εἰς 35%. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἔχει, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 9ον).
§394Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν τροποποίησιν, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον 8, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη μία μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου 9. Μετὰ τὸ «10%» νὰ προστεθῇ «ἢ 20% ἢ 35%».
§395Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 9 ὡς ἐτροποποιήθη καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 10ον).
§396Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 10ου ἤθελον κάμῃ τὴν σύστασιν νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις «πρὸς ὁριστικὴν αὐτῶν ἐγκατάστασιν», διότι εὑρίσκω αὐτὰς ὅλως περιττάς, ἀντιθέτως δὲ δυναμένας νὰ γεννήσωσι πράγματα, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν τὰ πιστοποιητικὰ ὅτι εἰσάγονται πρὸς ἐγκατάστασιν καὶ ὄχι διὰ νὰ ἐξαχθοῦν ὡς ἔπιπλα.
§397Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 10 ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται).
§398ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 7 ἀναβάλλεται. Τὸ 9ον. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου εἰς τὰς νέας χώρας». (Ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–14 τοῦ νομοσχεδίου).
§399ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Προστίθεται 15ον ἄρθρον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει) «Διὰ Β. Διατάγματος ὁρίζεται ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου καὶ κανονισθήσονται αἱ λεπτομέρειαι τῆς ἐκτελέσεως». (Ψηφίζεται ἡ προσθήκη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§400Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχει τις ἀντίρρησιν ὅπως ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας;
§401ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§402ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας). (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή).
§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς περιθάλψεως τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν, τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων καὶ τῶν καταστάντων ἀνικάνων, περιπτέρων ἐπὶ τῆς δημοσίας καὶ δημοτικῆς πλατείας καὶ ὁδοὺς τῶν πόλεων διὰ τοὺς τραυματίας τοῦ πολέμου». (Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§404ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγήσεως ἀδείας διὰ τὴν κατασκευὴν προσθέτων ἔργων ἐπὶ τῶν γραμμῶν τῆς Ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων καὶ προμηθείας τροχαίου ὑλικοῦ διὰ τὰς γραμμὰς ταύτας καὶ τὴν γραμμὴν Παπουλίου– Τόψιν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§405ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13, κύριε Πρόεδρε.
§406ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς εἴσπραξιν τῶν χρεῶν τῆς χρήσεως 1913 ἄνευ συνεπειῶν ὑπερημερίας». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§407Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὡς ἐτροπολογήθη.
§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§409Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 20 εἶναι τὸ περὶ ἐγγραφῆς τῶν φοιτητῶν.
§410ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε, πρότασις ὑπὸ ἕνδεκα Βουλευτῶν, ὅπως προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 69, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀντίρρησιν.
§411Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα, μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι ἔχει ψηφισθῆ ἡ ἀρχὴ καὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν εἶναι τώρα.
§412ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 88 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν).
§413ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ 35 ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.
§414ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§415ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν κρατήσεων ἐκ τοῦ ἀντιτίμου τῶν τροφῶν ἱματισμοῦ καὶ ὑλικοῦ ἐν γένει ἐκτὸς τῶν πυρομαχικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§416Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε ἡ πρότασις νόμου ὑπ’ ἀριθ. 78 «περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τοῦ εἰς τὸν Δήμαρχον Λευκαδίων ἀνατεθειμένου κληροδοτήματος Εὐσταθίου Ζιάκα».
§417ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης ἔχει ἀντίρρησιν.
§418Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ὁ κ. Σοκόλης ἐπειδὴ εἶναι νομικός, νὰ μᾶς εἴπῃ πῶς θέλει νὰ τὸ διατυπώσωμεν.
§419Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν εἶναι ὅτι θέλω ἐγὼ νὰ τὸ διατυπώσω, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ψηφίσωμεν τὴν τελευταίαν ὥραν.
§420ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 10 ἤδη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τῶν νόμων ΔΝΖʹ καὶ ΔΡΙΖʹ τοῦ 1912 περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων εἰς τὰς νέας χώρας». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι Αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων καὶ προτάσεις νόμων· 1) Περὶ χορηγήσεως ἀδείας διὰ τὴν κατασκευὴν προσθέτων ἔργων ἐπὶ τῶν γραμμῶν τῆς Ἑταιρείας Ἑλλην. Σιδηροδρόμων καὶ προμηθείας τροχαίου ὑλικοῦ κλπ. 2) Περὶ ἐπανεξετάσεως τῶν ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. 3) Περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεων ἐν τοῖς νόμοις ΒΨΑʹ τῆς 27 Μαρτίου 1900 καὶ ΓΣΟʹ, ΓΣΒʹ τῆς 7 Ἀπριλίου 1907, ΓΤΘʹ, ΓΦΖΗʹ καὶ ΓΩΠΓʹ, ΔΜΘʹ καὶ ΔΙΘʹ περὶ ἐκποιήσεως καὶ διανομῆς κτημάτων τῆς Ζαππείου περιουσίας, περὶ συνοικισμοῦ καὶ διανομῆς γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου, περὶ ἀδείας συνομολογήσεως γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ δανείου καὶ ἀγορᾶς καὶ διανομῆς χωρίων καὶ περὶ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ τοῦ τμήματος τοῦ χωρίου Σοφάδων·» καὶ 4) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρ. 1–7 τοῦ ΔΡΟΒʹ νόμου περὶ ἱδρύσεως διοικητικῶν δικαστηρίων τῶν Ναυτικῶν ἐπιτάξεων» ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Γκλαβᾶς, Λ. Περωτῆς, Δ. Χατζηγιάννης, Σ. Ντολιόπουλος, Β. Βλάχος, Θ. Φίλιος, Χ. Καρᾶς, Α. Θανόπουλος καὶ Ι. Φαρμάκης, ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ἐνοικιαστῶν δημοτικῶν φόρων τῶν παρ’ αὐτῶν ὀφειλομένων τοῖς δήμοις». Ἐπίσης ὑποβάλλουσι τροπολογίας· Ὁ κ. Π. Βουρλούμης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης προσωπικοῦ εἰς τὸ ὑπὸ τῶν νόμων ΒΨΞΗʹ ΓΡΨΕʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Οἱ κ. κ. Ι. Ξηρὸς καὶ Θ. Παπαϊωάννου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως σώματος ἠλεκτριστῶν μηχανικῶν ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ κλπ.» Οἱ κ. κ. Ἠ. Κοπανίτσας καὶ Π. Κοσονάκος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης προσωπικοῦ κλπ. περὶ ταχυδρομικῆς τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Ὁ κ. Λ. Ἀλεξανδρῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπαυξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Συναινούσης τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. Αὔριον παρακαλῶ εἰς τὰς 5 μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2.30′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).