1914.03.24
3.737 στίχοι · 28.310 λέξεις · 208 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
τῆς 24ης Μαρτίου 1914.
Δευτέρα ὥρα 5 καὶ 20 μ. μ.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ Θεωρεῖα. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος παρακαλεῖται νὰ προσέλθῃ ὅπως δώσῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον. (Προσέρχεται ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ ὁρκίζεται τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθωρισμένον ὅρκον).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν Ἡ ἐκ Παλαιοκαστρίου Δέσπω Π. Λάμπρου παρακαλεῖ, νὰ τῇ δοθῇ πιστοποιητικὸν τοῦ ἀποβιώσαντος συζύγου της δι’ ἀπονομὴν συντάξεως. Ὁ Δ. Ν. Μακρῆς ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τῶν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει Ἑλληνικῶν ἰδιωτικῶν Ἐκπαιδευτηρίων. Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Βόλου παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτούς. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ τοῦ Δήμου Δεσπιέων τῆς Τριχωνίας, διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ νέου μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Οἱ κάτοικοι Τροβάτου τοῦ δήμου Ἀγράφων τῆς Εὐρυτανίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας των. Οἱ κτηματίαι τοῦ Νομοῦ Ἄρτης παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ καταβάλλωσι τὸν φόρον τῆς δεκάτης ἐπί τινων προϊόντων ἐν τῇ πεδιάδι Ἄρτης κειμένων κτημάτων. Οἱ ἐκ Κρήτης διδάκτορες τῆς Νομικῆς τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου παρακαλοῦσιν, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου 147 περὶ τῆς ἐν ταῖς νέαις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας. Ὁ Εὐάγγελος Φραγκιαδάκης ἢ Γαλιανὸς ἐκ Ρεθύμνης, πρῴην ἀρχηγὸς ἀνταρτικοῦ Σώματος, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ μηνιαία σύνταξις. Ὁ λαὸς τῆς κοινότητος Βουρβούρων παρακαλεῖ, ὅπως συγκοινωνήσῃ δι’ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ μὲ τὴν Τρίπολιν. Ὁ Ἀρχιτεχνίτης καὶ τεχνίτης αʹ τάξεως τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἐργοστασίου παρακαλεῖ, ὅπως ὑπολογισθῇ ὁ πρὸ τοῦ νόμου ΒΦΞΗʹ χρόνος ὑπηρεσίας πρὸς σύνταξιν. Ὁ Ταχυδρομικὸς ἐπιστάτης Ἁγίων Σαράντα Θρασ. Μακρίδης παρακαλεῖ, ὅπως μονιμοποιηθῇ. Ὁ συνοικισμὸς Φαρακλάτων, παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς. Ὁ συνοικισμὸς Κερασιᾶ παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς. Οἱ κάτοικοι Καμιναράτων παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς. Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Τανίας παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν συγκοινωνίαν του. Ὁ ἐκ Τριπόλεως Ἀθανάσιος Χριστόπουλος ἐνοικιαστὴς ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸ μικρὸν ὑπόλοιπον ὃ χρεωστεῖ εἰς τὸν δῆμον. Οἱ κάτοικοι Κοτζιάδων Καρδίτσης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν ἐτῶν 1912–13–14. Οἱ καπνεργάται καὶ καπνεργάτριαι Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ταχέως τὸ νομοσχέδιον τοῦ μονοπωλίου καπνοῦ τῆς Ν. Ἑλλάδος. Οἱ κάτοικοι Βολτσινοῦ τοῦ δήμου Προλαίων τῶν Τρικκάλων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ ἔτους 1912. Οἱ Κοινοτικοὶ Σύμβουλοι Δολιανῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ ἀγροφυλακῆς. Οἱ Συγγραφεῖς διδακτικῶν βιβλίων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως παρακαλοῦσιν, ὅπως αὐξηθῇ ἡ ἀμοιβὴ αὐτῶν. Οἱ καπνέμποροι καὶ καπνοπῶλαι Λαρίσσης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀποσυρθῇ ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου καπνοῦ εἰς τὰς Νέας χώρας. Οἱ πλημμυροπαθεῖς κάτοικοι Τρικκάλων παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς χαρισθῇ τὸ παρὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης δάνειον. Ἡ Ἐλισάβετ χήρα Κωνστ. Τσακανίκα ἐκ Φθιώτιδος παρακαλεῖ, ὅπως ὁ υἱός της Γεώργιος καταδικασθεὶς ὑπὸ τοῦ στρατοδικείου Κοζάνης συγχωρηθῇ. Τὸ Ἐκκλησιαστικὸν καὶ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Εὐξεινουπόλεως παρακαλεῖ, ὅπως χορηγηθῶσι γαῖαι πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων καὶ ἀναληφθῶσιν εἰς χρεωλυτικὰς καταβολάς. Οἱ δημόται Ἀλαγονίας παρακαλοῦσιν, ὅπως καταργηθῇ ὁ νόμος περὶ προσθέτου φορολογίας ἐν τῷ εἰρημένῳ δήμῳ. Οἱ κάτοικοι τῶν 79 Ἰμπλιακιοχωρίων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν αὐτὰ ὡς ἰδιοκτησία των. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Σπερχειάδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ διὰ τοῦ ὑπομνήματος τῆς Πανελλ. Ἑνώσ. Δημοδιδασκάλων ὑποδεικνυόμεναι τροπολογίαι. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἁγίας Εὐθυμίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελλ. Ἑνώσεως τῶν Δημοδιδασκάλων. Οἱ Δημογέροντες Ἰκαρίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐξαιρεθῇ τοῦ μονοπωλίου καπνοῦ ἡ Ἰκαρία. Οἱ κάτοικοι Κάτω Τζουμαγιᾶς ὑποβάλλουσιν αἰτήματά τινα πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ Β. Παπανικολάου ἔμπορος Μεσολογγίου παρακαλεῖ, ὅπως ὁ Ἀλ. Μπολέτσης, πρώην γραμματεὺς τῆς ἐκεῖ Νομαρχίας, τῷ ἐπιστρέψῃ τὰς 678 δραχμὰς ἃς παρ’ αὐτοῦ ἐδανείσθη. Οἱ διδάσκαλοι Πελλήνης Ναυπακτίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελλ. Ἑνώσεως τῶν Δημοδιδασκάλων. Ἡ οἰκογένεια Βαλαωρίτου, δι’ ἐπιστολῆς της πρὸς τὸ Προεδρεῖον ἐκφράζει τὰς εὐχαριστίας της πρὸς τὸ Σῶμα, διὰ τὰς εἰς τὸν νεκρὸν τοῦ Βαλαωρίτου ἀποδοθείσας τιμάς. Ὅμοιον γράμμα εὐχαριστήριον ἀπέστειλε καὶ ἡ οἰκογένεια Κ. Καραπάνου. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ε. Μπενάκης, Λ. Παναγιωτόπουλος κ. Διον. Βινιεράτος, ἀποδεχθέντες τὴν ἐκλογήν των ὡς Δημάρχων, ὑπέβαλον τὴν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησίν των. Ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς κ. Κ. Δεμερτζῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων περὶ τῆς κατατάξεως ὡς ἀνθυπιάτρων τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ πολιτικῶν ἰατρῶν καὶ περὶ διδασκαλίας καὶ ἐξετάσεων τῶν μαθητῶν τῆς τρίτης τάξεως τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων, κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1912–1913. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Μιστρὰλ ἀποσταλέντος εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τηλεγραφήματος, ἐλήφθη τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα· «Αὐτοῦ Ἐξοχότητα Ζαβιτσιᾶνον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἑλλήνων Ἀθήνας «Οἱ συνάδελφοί μου καὶ ἐγὼ λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ εὐχαριστήσωμεν τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα καὶ παρακαλοῦμεν αὐτήν, ὅπως ἐκφράσῃ εἰς τὰ Μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς τὴν ἡμετέραν διάπυρον εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν πολύτιμον ἔνδειξιν τῆς συμπαθείας Αὐτῶν, ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ἐνδόξου ῥαψῳδοῦ τῆς Προβηγκίας, ὅστις τόσον συχνὰ ὕμνησε τὴν μεγαλοφυΐαν τῆς Ἑλλάδος. Παῦλος Ντεσσανὲλ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς» Ὁ Βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Κ. Ἀλαβάνος ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας πέντε ἡμερῶν. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συστάσεως περὶ ἀπονομῆς ἐπαρκοῦς ἰσοβίου συντάξεως εἰς τὴν χήραν καὶ τὴν ἄγαμον θυγατέρα τοῦ ἀειμνήστου πολιτευτοῦ Δημ. Βουλπιώτη.
§3Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Συντάξεις, Κύριοι, εἰς οἰκογενείας πολιτευτῶν διακεκριμένων, ἀπενεμήθησαν πολλάκις μέχρι τοῦδε. Διὰ τῆς συστάσεως τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρακαλοῦμεν ὅπως τηρηθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκογένειαν, ἰδίως δὲ τὴν χήραν καὶ τὴν ἄγαμον θυγατέρα, τοῦ ἐσχάτως ἀποβιώσαντος πολιτευτοῦ Δημ. Βουλπιώτη. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑπομνήσωμεν ἡμεῖς ὁποίαν κατεῖχε θέσιν ἐν τῇ πολιτικῇ τῆς χώρας ἱστορίᾳ ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος πολιτευτής, ὁ ὁποῖος παρεκάθησε ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν συναπτὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ὁλόκληρον διεχειρίσθη τὰ κοινὰ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Πρέπει νὰ ὑπομνήσω μόνον τοῦτο, ὅτι ἡ δεκαετὴς αὕτη περίοδος τῆς Ὑπουργείας του, εἶναι μία ἐκ τῶν γονιμωτέρων τοῦ παρελθόντος καὶ ἐσημείωσε πράγματι σταθμὸν καὶ εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης ἀφορῶντα καὶ εἰς τὰ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐνῷ ὅμως ὑπηρέτησε τὴν Πατρίδα οὕτως, τελευτήσας ἐκληροδότησεν ὡς ἦτο ἑπόμενον εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ πενίαν ἔντιμον, ἀλλὰ πενίαν πάντοτε, πενίαν, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἤδη ὅρους βίου τραχεῖς διὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀδυνατοῦσι διὰ τῶν ἰδίων των προσπαθειῶν νὰ ἀντεπεξέλθωσιν καὶ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ βίου αὐτὰς καὶ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς δυσβαστάκτους τῆς κοινωνικῆς των θέσεως. Εἴμεθα ὡς ἐκ τούτου βέβαιοι ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν περὶ αὐτῆς πρόνοιαν, διότι ὁ Βουλπιώτης ὄχι μόνον ὑπῆρξεν ἀληθὲς σέμνωμα τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν Πατρίδος, ἀλλὰ καὶ διότι θεωροῦμεν ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Πολιτείας νὰ ἔλθῃ ἀντιλήπτωρ εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι θεωροῦμεν ὅτι καὶ συμφέρον ἔχει νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Πολιτεία. Συμφέρει εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ μὴ ἀφήσῃ ἀφῃρημένην ἰδέαν, ἀλλὰ νὰ δώσῃ κῦρος εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ ὁποία πολλάκις, πάντοτε σχεδόν, ἀνεγνωρίσθη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε μετὰ γλισχρότητος καὶ φειδοῦς ἀδικαιολογήτου, τὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀφιεροῦσι τὸν ἑαυτῶν βίον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κοινῶν καὶ παραμελοῦσι κατ’ ἀνάγκην τῶν ἰδίων καὶ θυσιάζουσιν αὐτὰ χάριν τῆς κοινῆς εὐημερίας, δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλείπωνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Συμφέρει λοιπὸν πολλαχῶς εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν τοιούτων πολιτικῶν αὑτῆς ἀνδρῶν, καὶ δὲν εἶναι νομίζω ἀνάγκη νὰ δώσω εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος· συμφέρει ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἵνα μὴ τὸ πολίτευμα λεληθότως καὶ σὺν τῷ χρόνῳ φθάσῃ εἰς τοιαύτην διαστρέβλωσιν καὶ νοθείαν, ὥστε ἡ διαχείρισις τῶν κοινῶν ν’ ἀποβῇ κτῆμα μιᾶς καὶ μόνης τάξεως, τῆς τάξεως τῶν πλουσίων.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Ἰατρίδης, Στ. Γρανίτσας, Ι. Χριστοδουλιᾶς, Ι. Κανναβός, Θ. Γρίβας, Γ. Τσακανίκας, Γ. Τρικούπης, Γ. Χρυσόγελος καὶ Ι. Καλαντζόπουλος, συνιστῶσιν ἐπίσης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως ταύτης.
§5Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἑνώνω τὴν σύστασίν μου καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ οἰκογένεια τοῦ μεταστάντος πολιτευτοῦ Βουλπιώτη, καὶ νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζει ἐνδεδειγμένα, ἵνα κατορθώσῃ αὕτη καὶ ἀντικρύσῃ τὰς δυσχερεῖς τοῦ βίου οἰκονομικὰς περιστάσεις.
§6Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπερίττευε ἡ σύστασίς μου, κύριε Πρόεδρε, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπὸ δεκαετηρίδων ἤδη καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν νὰ δίδῃ συντάξεις εἰς τὰς πτωχὰς οἰκογενείας τῶν προσενεγκόντων μεγάλας ὑπηρεσίας πολιτευτῶν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγεται καὶ ὁ μεταστὰς ἀείμνηστος Βουλπιώτης, οὗτινος αἱ πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίαι εἶναι τόσον πολλαὶ καὶ μεγάλαι, ὥστε περιττεύει ἡ ἐκ μέρους μου ἔξαρσις αὐτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, νὰ εἶναι δὲ βέβαιος ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ θὰ σπεύσῃ ὁμόθυμον νὰ ψηφίσῃ τοῦτο.
§7Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ὁμόθυμος, προκειμένου περὶ τῆς συστάσεως τὴν ποίαν ἐποιήσαντο οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ὅσα ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, περὶ τῆς δράσεως τοῦ ἐκλιπόντος πολιτευτοῦ Δ. Βουλπιώτου, διότι ταῦτα ἀποτελοῦσι σελίδα τῆς συγχρόνου πολιτικῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία εἶναι εἰς πάντας γνωστή. Νομίζω ὅθεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις συμμεριζομένη τὰς ἰδέας τῆς Βουλῆς, θὰ σπεύσῃ νὰ προσαγάγῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§8Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ἤκουσε μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων κ. Βουλευτῶν, θέλει δὲ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀειμνήστου πολιτευτοῦ Δημ. Βουλπιώτου.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε!
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Χαριτᾶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀργοστολίου.
§11Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Μετὰ τὰς ἐπισήμους δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς προχθὲς ὅτι, ἡ πρότασις νόμου περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας ἐν τῷ νομῷ Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης θὰ ψηφισθῇ καὶ ὢν πεπεισμένος ὅτι θέλει ψηφισθῆ σήμερον, δὲν ἔχω ἄλλο νὰ κάμω εἰμὴ νὰ ἐκφράσω τὰ θερμὰς εὐχαριστίας ἐμοῦ καὶ τῶν συμπολιτῶν μου διὰ τοὺς κόπους τοὺς ὁποίους κατέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν τῆς προτάσεως ταύτης. Ἐπίσης αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην ἐμοῦ καὶ τῶν συμπολιτῶν μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων διὰ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπεδείξατο, ὅπως ἡ πρότασις αὕτη γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους πρὸς μέγιστον ὄφελος καὶ μεγίστην ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§13ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Καθὼς θὰ ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἔχομεν καθ’ ἑκάστην ἀναφορὰς ἀπὸ ὅλας τὰς κοινότητας καὶ τοὺς δήμους Κεφαλληνίας, οἵτινες ἐπιμένουσιν εἰς τὴν ταχίστην ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον 12ον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ θὰ παρεκάλουν ἵνα προταχθῇ, ὅπως ψηφιζομένου τούτου, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡμεῖς ἱκανοποιήσωμεν τὸν πόθον ὁλοκλήρου τοῦ Νομοῦ.
§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Οἱ ζῶντες δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἀργίαν τῶν Θανόντων.
§15ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Δὲν ἐλάβομεν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν τὴν πρότασιν.
§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βλέπετε· ζητεῖται καὶ ἤδη ἀπὸ βουλευτὴν Κεφαλληνίας νὰ ἀναβληθῇ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν τῶν τέως ὑπενωμοταρχῶν Γ. Βλάχου καὶ Γ. Κορπίρη.
§18Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ κ. Πρόεδρε, ὅπως ἡ ἀναφορὰ ἀποσταλῇ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὴν πεποίθησιν πάντως ὅτι θὰ ἄρῃ οὗτος τὴν ἀδικίαν, διότι ὄντως τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ εἶναι τοιαύτης μορφῆς, ὥστε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Ἑλένης χήρας Κορδῆ.
§20Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν αὐτοῦ. Ὁ ἀνθυπίλαρχος Κορδῆς κατὰ τὴν 12 Ὀκτωβρίου 1912 διετάχθη νὰ κάμῃ ἀναγνώρισιν ἐκεῖθεν τοῦ ποταμοῦ Ἁλιάκμονος. Ὁ πόρος, ὁ μόνος, τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ διαβῇ ἦτο ὁ πόρος Ζουγούρδα, ὁ ὁποῖος ὅμως ἦτο ἀδιάβατος διότι ἐκ τῶν βροχῶν εἶχε πλημμυρήσει ὁ Ἁλιάκμων καὶ ἦτο ἐπικίνδυνος ἡ διάβασις αὐτοῦ. Ἡ διαταγὴ ἐν τούτοις τῆς ἀναγνωρίσεως ἦτο ἐπιτακτική· τοῦτο ἐγνώριζεν ὁ ἀνθυπίλαρχος Κορδῆς καὶ παρ’ ὅλην τὴν παρότρυνσιν τὴν ὁποίαν ὁ λοχαγὸς τοῦ μηχανικοῦ τῆς Μεραρχίας, ὁ ἐντεταλμένος νὰ κατασκευάσῃ γέφυραν, ἔκαμεν εἰς τὸν ἀνθυπίλαρχον Κορδῆν, ὅπως οὗτος μὴ διαβῇ τὸν ποταμόν, αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν καὶ εὗρεν ἐκεῖ τὸν θάνατον τὸν ὁποῖον προέβλεπεν. Ὁ ἀνθυπίλαρχος λοιπὸν Κορδῆς ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῇ προόψει ἀσφαλοῦς κινδύνου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος του, δὲν ἐδίστασε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν κίνδυνον καὶ ν’ ἀποθάνῃ, ἐγκαταλείπων χήραν μητέρα καὶ ἀδελφὴν ἄγαμον. Διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον θέλοντες ν’ ἀμείψωμεν τοὺς θυσιασθέντας διὰ τὴν Πατρίδα των, ἐθεσπίσαμεν ὅτι οἱ φονευθέντες κατὰ τὸν πόλεμον, ἐὰν οἱ ὁμοιόβαθμοί των προήχθησαν διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, αὐτοὶ δέον νὰ λαμβάνωσι λόγῳ συντάξεως τὴν σύνταξιν τὴν ἀπονεμομένην εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμόν. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν ὑπέβαλεν καὶ ἡ χήρα Κορδῆ αἴτησιν καὶ ἐζήτησε ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ἄγαμον θυγατέρα αὐτῆς σύνταξις ἐπιλάρχου. Ἡ αἴτησις περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἀντίληψιν καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐποιήσατο διαστολὴν καὶ ἡρμήνευσεν ὅτι διὰ τοῦ ὅρου τοῦ νόμου «φονευθεὶς» ἐννοεῖται θάνατος ὁ ἐκ βλήματος προελθὼν ἐξ ὅπλου ἐχθρικοῦ. Ὑπὸ τοιαύτην στενὴν ἑρμηνείαν βεβαίως δὲν δικαιοῦται ν’ ἀπολαύσῃ τοῦ προνομίου τούτου ἡ χήρα Κορδῆ. Ἀλλὰ θέτω τὸ ζήτημα εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὸς τὸν νόμον, καὶ ἂν εὕρῃ ὅτι εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς ὅτι ὑπὸ τὸν ὅρον «φονευθέντες» δέον νὰ μὴ ἐννοήσωμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐν ὄψει τοῦ κινδύνου ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ ἀπέθανον διὰ βιαίου θανάτου, ἐὰν τοιαύτη λέγω, ἦτο ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς, τότε διοικητικῶς νὰ φροντίσῃ πρὸς ἀπονομὴν εἰς τὴν μητέρα τοῦ ἀποθανόντος τῆς προσηκούσης συντάξεως. Ἐὰν πάλιν εὑρίσκῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ τῆς μελέτης ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ νόμου θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ διορθώσῃ διὰ νομοσχεδίου τὸ ἄτοπον διότι ἀσφαλῶς θὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας φονευθέντες. Δὲν θὰ ἦτο βεβαίως ὁ στέφανος, ὁ ἐκ τοῦ ἀφροῦ τῶν κυμάτων ὁ ὁποῖος περιέβαλε τὴν κεφαλὴν τοῦ Κορδῆ, ἡ ἀμοιβὴ προσήκουσα, ἐὰν δὲν ἐδίδετο καὶ ὑλικὴ ἀμοιβὴ πρὸς τὴν μητέρα καὶ τὴν ἄγαμον ἀδελφὴν τοῦ μετὰ τοσαύτης αὐτοθυσίας ἐκτελέσαντος τὸ καθῆκον του.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν διστάζω νὰ δηλώσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον ὅτι ἐὰν τὰ πραγματικὰ γεγονότα ἔχουσιν ὡς τὰ ἐξέθηκεν, ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ὑπάγεται αὐτὴ ἡ περίπτωσις εἰς τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Δὲν θὰ ἐδίσταζον λοιπὸν καθόλου νὰ ἐξομοιώσω τὴν περίστασιν αὐτὴν τοῦ θανάτου πρὸς τὴν περίστασιν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν διετάσσετό τις νὰ κάμῃ ἔφοδον πρὸς κατάληψιν ὀχυρώματος καὶ ἔπιπτεν. Θὰ ἦτο στενὴ ἡ ἑρμηνεία ἐὰν προσηλούμεθα εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ φονευθέντος ὑπὸ ἐχθρικοῦ βλήματος καὶ μόνον. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τῆς οὐσιαστικῆς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης καὶ Π. Μερλόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ὑποδίκων στρατιωτῶν Θεσσαλονίκης.
§23Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ στρατιωτικοὶ ὑπόδικοι ἐν Θεσσαλονίκῃ ὑποβάλλουσιν ἐπανειλημμένας ἀναφοράς. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κρατοῦνται ὡς ὑπόδικοι ἐπὶ ὀκτὼ καὶ ἐννέα μῆνας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως διατάξῃ ἵνα ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ἐπιταχυνθῇ.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ διοικητικῆς ἀποφυλακίσεως, ἀπεφυλακίσθησαν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ δικαστικῆς, δὲν δύναμαι νὰ διατάξω τίποτε.
§25Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διατελοῦσιν ἐπὶ δέκα μῆνας ὑπόδικοι.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δημοτῶν τῆς πόλεως Σερρῶν.
§27Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατόπιν τῆς συστάσεως τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ κἄποια προσοχὴ περισσοτέρα. Πρέπει ἢ νὰ συντομευθῇ ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων ἢ νὰ παύσῃ ἡ προφυλάκισις ἡ ὁποία διαρκεῖ ἐπὶ ὀκτάμηνον ἢ δεκάμηνον. Εἶναι τόσον ἀσήμαντοι αἱ αἰτίαι διὰ τὰς ὁποίας κρατοῦνται ἐν ὑποδικίᾳ ὥστε δὲν δικαιολογεῖται τὸ παράπαν ἡ τόσον μακρὰ προφυλάκισίς των, διότι αἱ πράξεις αὐταὶ εἶναι ἐξ ἐκείνων αἵτινες, ἂν εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ ἀκροατήριον, δὲν θέλουσι τιμωρηθῇ οἱ ἔνοχοι μὲ φυλάκισιν μεγαλειτέραν τῶν τριῶν ἢ πέντε μηνῶν, ἐνῷ ἡ προφυλάκισις τῶν ἀναφερομένων διαρκεῖ ἐπὶ 8 ἢ 10 μῆνας. Νομίζω ὅτι ὀρθὸν καὶ δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον εἶναι νὰ ληφθῇ μέτρόν τι δι’ αὐτούς, διότι κρατοῦνται ἐν προφυλακίσει παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου ὅστις καθιέρωσε τὴν προφυλάκισιν ὡς μέσον προληπτικόν, καὶ ὄχι ὡς ποινήν, καὶ μάλιστα ποινὴν κατὰ πολὺ βαρυτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐπισύρει τὸ ἀδίκημα, ἐνίοτε δὲ καὶ ὅλως ἀδικαιολόγητον, ὅταν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται ὅτι ἀδίκημα δὲν ὑπάρχει. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα λάβῃ πρόνοιαν τινὰ περὶ τῶν στρατιωτῶν τούτων.
§28Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον, αὐτό, εἶναι ὑποβεβλημένον πρὸ 20 ἡμερῶν.
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δέχομαι νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν ἡ σχετικὴ πρότασις νόμου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§31Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καταθέτω ἀναφορὰν τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου, δι’ ἧς παρακαλοῦσι τὸ Σῶμα νὰ ἐκφράσῃ εὐχὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀναστείλῃ ἐγκύκλιον τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκδώσει, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται ἡ μεταφορὰ τῶν ἐκ τῶν φυλακῶν, καίτοι ἡ ποινή των ἠλαττώθη εἰς διάρκειαν μικροτέραν τῆς πενταετίας, ἐκ τοῦ λόγου ὅτι εἶχον καταδικασθῆ δι’ ἐγκληματικὴν ποινήν. Ἐπίσης καταθέτω αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Βαλτετσίου, ζητούντων παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα, ἂν εἶναι δυνατόν, μεσολαβήσῃ παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ σιδηροδρόμου καὶ ἱδρυθῇ εἰς θέσιν Λαγαϊκὸ σταθμός, διότι νῦν ἀναγκάζονται νὰ ἀποβιβάζωνται εἰς μέρος τὸ ὁποῖον ἀπέχει δύο ὁλοκλήρους ὥρας ἀπὸ τοῦ χωρίου των. Καταθέτω καὶ τὰς δύο ἀναφοράς.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τὰ δύο ἁρμόδια Ὑπουργεῖα.
§33Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Σερρῶν διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ δημοτικοῦ αὐτῶν συμβουλίου, διότι μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς πόλεως ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ τοῦτο εἰς τὸ ἐλάχιστον τὰ διαπύλια τέλη, ὅλως τουναντίον ηὔξησεν αὐτὰ ὑπερόγκως. Φρονῶ ὅτι καὶ οἱ πολῖται τῆς νέας Ἑλλάδος πρέπει νὰ ὑφίστανται τὰ βάρη τὰ δημοτικά· ἐν τούτοις νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ φόρου δημοτικοῦ τῆς πόλεως Σερρῶν, ἔχω καθῆκον εἰς τὰς διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων ταύτης νὰ ἑνώσω καὶ τὰς ἰδικάς μου. Νομίζω ἄλλως ὅτι συμφέρον ἐθνικὸν εἶναι νὰ ἐνισχυθῇ ἡ πόλις ἐκείνη.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος.
§35Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ἵνα ἰδιαιτάτα συστήσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν μέριμναν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ ἀναφορὰ τῶν Σερραίων δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων, οὔτε ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητος· προέρχεται ἀπὸ ἀνθρώπους τὰ πάνδεινα παθόντας, δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν καὶ δίκαιον κἂν νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία, καὶ μάλιστα τόσῳ βαρεῖα, ἐπὶ πολιτῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κατεστραμμένην τὴν περιουσίαν αὐτῶν καὶ ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν καπνίζουσιν εἰσέτι τὰ ἐρείπια τῆς πόλεως, ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν δὲν ἀποκατεστάθη ἡ τάξις ἐν τῇ πόλει. Θὰ ἦτο δὲ ἀδικώτατον πρᾶγμα νὰ ἐπιβληθῇ ἡ τόσῳ βαρεῖα φορολογία περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦσιν ἐν τῇ ἀναφορᾷ των, θὰ ἠδύνατο δέ τις νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὸ νόμιμον ἀκόμη τῆς φορολογίας ταύτης ἐφ’ ὅσον δημοτικὸν συμβούλιον νόμιμον δὲν ὑπάρχει ἐν Σέρραις. Θεωρῶ ἀναγκαῖον καὶ ἐπιβεβλημένον, ἵνα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐρευνήσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτοῦ περὶ τῆς ἐπανορθώσεως κατὰ τὸ ἐφικτὸν τῶν παμμεγίστων ζημιῶν τῶν κατοίκων, ἐπιφέρῃ ἐλαχίστην βεβαίως ἀνακούφισιν διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς αἰτήσεώς των.
§36ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐζητήθησαν ἤδη αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι· εἶχον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ὅτε ἤμην ἀκόμη ἐν Θεσσαλονίκῃ. Θὰ γίνῃ πᾶν τὸ δυνατόν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαλουκᾶς.
§38Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Δερνίτσης, κοινότητος ἀποτελουμένης ἀπὸ γεωργούς. Εἰς τὴν κοινότητα αὐτὴν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς καλλιεργίας παρελθόντος ἔτους ἐνέσκηψεν ἡ νόσος ἄνθραξ ἡ ὁποία προσέβαλε τοὺς βόας τῶν γεωργῶν ἐκ τῶν ὁποίων βοῶν ἔθανον περὶ τοὺς 35, ἔμειναν δὲ οἱ ὑπόλοιποι ὀλιγώτεροι καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ χρησιμοποιηθῶσι, διότι οἱ κάτοχοι αὐτῶν ἐφοβοῦντο νὰ τοὺς ἐκθέσωσιν εἰς τὸν κίνδυνον τῆς μεταδόσεως τῆς νόσου. Ὡς ἐκ τούτου οἱ κάτοικοι ἔμειναν ἄνευ καλλιεργίας καὶ ἄνευ προσόδων. Ἤδη διὰ τῆς ἀναφορᾶς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλοῦσιν αὐτόν, ὅπως τοὺς ἀπαλλάξῃ εἰ δυνατὸν τοῦ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὴν χρῆσιν 1913. Τοῦτο εὑρίσκω δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον, διότι ὄχι μόνον εἶναι ἀληθὲς καὶ βέβαιον ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐστερήθησαν τῶν προσόδων των, μὴ δυνηθέντες νὰ καλλιεργήσωσιν, ἀλλ’ ἔσχον καὶ πολλὰς δυσχερείας ὡς ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν χειρῶν αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ἐργασθῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν. Συγχρόνως δέ, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἀποστείλῃ κτηνίατρον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τῆς νόσου ταύτης καὶ φροντίσῃ ὥστε νὰ προληφθῇ ἡ περαιτέρω ἐξάπλωσις αὐτῆς, διότι ἄλλως ἀπειλεῖται τελεία καταστροφὴ εἰς τὴν γεωργίαν τοῦ τόπου ἐκείνου.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Χριστόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατὶ δὲν ὠνομάσθη ἔφεδρος ἀνθυποφαρμακοποιὸς ὁ ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς Δημ. Παπανδρέου ἢ Παπαγιαννόπουλος, καίτοι ὑπεβλήθη περὶ τούτου αἴτησις μετ’ ἀντιγράφου τοῦ διπλώματός του ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου 1912».
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοιαύτη αἴτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὑπάρχει.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ἀθ. Χριστόπουλος καὶ Ε. Παπακωνσταντίνου, ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐὰν ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑφ’ ὅλων τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων, ἰδίᾳ τῶν ἐμπόρων, διαβιβασθεῖσαν εὐχὴν περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν βραχυπροθέσμων παραγραφῶν. Θὰ εἶναι τοῦτο μέγα ἀγαθὸν οὐ μόνον διὰ τοὺς αἰτουμένους τὴν παράτασιν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διὰ τοὺς ὀφειλέτας οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπεβάλοντο ἀσκόπως εἰς ματαίας δαπάνας διὰ τῆς ἐγέρσεως ἀγωγῶν, ἐνῷ παρατεινομένου τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς θὰ δοθῇ καιρὸς καὶ εἰς τοὺς ὀφειλέτας νὰ διακανονίσωσι εἰρηνικῶς τὰς μετὰ τῶν δανειστῶν αὐτῶν σχέσεις».
§42Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω εἰσέτι ὁριστικῶς.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατί δὲν ἐκλήθησαν ἀκόμη νὰ ὑπηρετήσωσιν οἱ φύλακες βʹ τάξεως τελωνιακῆς ἀστυνομίας, ἐνῷ τὸ πρὸς τοῦτο Β. Διάταγμα ἐξεδόθη ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1912, διατί δὲ οἱ κληθέντες παραμένουσιν ἐν Ἀθήναις, χωρὶς ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς διαφόρους διευθύνσεις αὐτῶν.
§44Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀναβληθῇ παρακαλῶ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Βακράτσας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν θὰ διαταχθῇ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων εἰς τοὺς ἀγοράσαντας κτήνη τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς γενομένας δημοπρασίας προσβεβλημένα ἐκ μάλιος ἢ ἄλλης νόσου καὶ θανόντα ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν παραλαβήν των ὑπὸ τῶν ἀγοραστῶν».
§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου ἀπαγορεύει τοῦτο.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτηται νὰ συμπληρώσῃ τὰς θέσεις τῶν λοχαγῶν διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπολοχαγῶν τῶν διοικησάντων λόχους κατὰ τοὺς δύο πολέμους». Ἀπών. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί κρατεῖται ὁ ἀνθυποφαρμακοποιὸς Ἀχ. Λειβαδίτης ἢ Γαγάτσικις, ἐνῷ ἡ ἡλικία του τοῦ ἔτους 1904 ἀπελύθη, καὶ διατί, ἀφοῦ αὐτὸς ὑπηρετεῖ, ἡ ἀστυνομία ἔκλεισε τὸ ἐν Σοφάδες φαρμακεῖόν του. Ἀπών. Οἱ κ. κ. Γ. Καντιάνης καὶ Π. Μερλόπουλος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε γνῶσιν νεωτέρας ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Μπαλιάγα τοῦ δήμου Ἄριος, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Ἁγίου Φλώρου, κατάληψιν τῶν παρακειμένων κτημάτων των καὶ τὴν ἐπικειμένην ἐκρίζωσιν αὐτῶν πρὶν ἢ γίνῃ τακτικὴ καταμέτρησις καὶ κανονισθῇ ἡ ἀποζημίωσις. Ἐν καταφατικῇ περιπτώσει τίνα μέτρα ἔλαβεν ἢ προτίθεται νὰ λάβῃ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν δικαίων αἰτημάτων τῶν ἀναφερομένων».
§48ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέλει ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ἰ. Μπακόπουλος καὶ Θ. Γρηγορίου «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κυνουρίας».
§50ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Συνεζητήθη αὐτό.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Κ. Καλομενόπουλος. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἡ ὑπ’ αὐτὸν ἁρμοδία ὑπηρεσία ἀναβάλλει ἐπὶ δύο ἤδη μῆνας νὰ ἐκδώσῃ ἀντίγραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 110 δελτίου ἐπιτάξεως ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Δημ. Ματθ. Ῥωμέση, δήμου Κλεωνῶν, ὅπερ ἀπωλέσθη».
§52Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι ἀναγκάζομαι νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν διὰ τοιαῦτα μικρὰ ζητήματα. Κινδυνεύω μάλιστα καὶ νὰ χαρακτηρισθῶ δὲν γνωρίζω πῶς διὰ τοῦτο, ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἔχει φθάσει εἰς τὸ ἀπροχώρητον ἡ κατάστασις. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ πολῖται ἀναφερόμενοι νὰ λάβωσι πληροφορίας οὔτε νὰ ἴδωσι ἐκτελουμένας τὰς οἰκείας αὑτῶν αἰτήσεις. Οὕτω συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλας ἐρωτήσεις τὰς ὁποίας ἔχω ὑποβάλει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ὑπηρεσίας τῆς στρατιωτικῆς, καὶ ὁμολογῶ ὅτι αἱ ἐρωτήσεις τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἶναι οὐχὶ διὰ νὰ λάβω ἄμεσον ἀπάντησιν, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ καιρὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ δείξῃ ἄμεσον ἐνδιαφέρον καὶ ἐκτελεσθῶσιν ἐπὶ τέλους αἱ δίκαιαι ἀξιώσεις τῶν πολιτῶν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ λοιπαὶ ἀναβάλλονται διὰ τὴν αὔριον, καθόσον συνεπληρώθη τὸ χρονικὸν διάστημα. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου «ἐπερωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν διὰ τίνα λόγον δὲν καταβάλλεται ἡ χρηματικὴ περιουσία τοῦ ἐν Ἡνωμ. Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς ἀποβιώσαντος Γεωργίου Ἀναστασάκη εἰς τοὺς κληρονόμους του».
§54Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ταχίστην περάτωσιν τῆς ὑπὸ τοῦ φρουράρχου Θεσσαλονίκης διαταχθείσης ἀνακρίσεως, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐξαφάνισιν ἐν τῷ αὐτῷ φρουραρχείῳ χρημάτων καὶ ἄλλων τιμαλφῶν ἀντικειμένων, ἀξίας 1000 δραχ. ἀνηκόντων εἰς τὸν δεκανέα τοῦ 11ου πεζ. συντάγματος Ἠλιόπουλον Γεώργιον, παραδοθέντων δ’ ὑπὸ τούτου εἰς τὸ ἄνω φρουραρχεῖον κατὰ τὰ κεκανονισμένα τὸν Ἰούλιον 1913, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Βʹ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον Θεσσαλονίκης, ὅπου καὶ ἀπεβίωσεν».
§56ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ διεκπεραιωθῶσιν ὅλα.
§57Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἶναι πολὺς καιρός.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ σειράν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν δραχμ. 1000, ἃς κατέθεσαν οἱ Ἀθανάσιος καὶ Τρύφων Κίντος κλπ. διὰ φόρον οἰκοδομῶν τῶν ἐτῶν 1909– 1911, ὁ ὁποῖος φόρος ἐχαρίσθη, δυνάμει εὐεργετικοῦ νόμου ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν». Ἀναβάλλεται, κύριε Γκλαβᾶ;
§60Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ διατάξῃ συμφώνως τῷ νόμῳ τὰ δέοντα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Χριστόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ ἐνεργήσῃ παρὰ τῇ Κυβερνήσει τοῦ Σερβικοῦ Κράτους, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ τῶν Ἑλληνικῶν οἴνων εἰς Σερβίαν. Τούτου γινομένου θ’ ἀνοιχθῇ ἀγορὰ λίαν εὐμενὴς πρὸς τοὺς Ἑλληνικοὺς οἴνους, οἱ ὁποῖοι ἀτυχῶς διέρχονται κρίσιν». Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβῃ εὐεργετικόν τι μέτρον ὑπὲρ τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις καλουμένων στρατευσίμων, οἵτινες ὑπηρέτησαν καὶ εἰς τὸν Τουρκικὸν στρατὸν καταβαλόντες καὶ τὸ ἐκ 50 τουρκικῶν λιρῶν ἀντισήκωμα ἀπαλλαγῆς, καθ’ ὅσον θὰ ἦτο ἔργον δικαιοσύνης ἐὰν ἀπηλλάσσοντο τῆς στρατιωτικῆς θητείας ἢ ἂν περιωρίζετο ὁ χρόνος τῆς θητείας των».
§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σήμερον θὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον σχετικὸν καὶ νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ λυθῇ τὸ ζήτημα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥήγας Χατζηρρήγας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς μικρᾶς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ διὰ προεκτάσεως τῆς ὑπαρχούσης ἀπὸ τοῦ χωρίου Ἀχινοῦ μέχρι Γαρδικίου, πρωτευούσης τοῦ δήμου Κρεμαστῆς Λαρίσης τῆς Φθιώτιδος, τυγχανούσης ἀπαραιτήτου τόσον διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἀπολύτως στερουμένων ἄλλου μέσου τοιαύτης, πυκνῶς κατῳκουμένων μερῶν δύο δήμων μετὰ τοῦ λιμένος καὶ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Στυλίδος, ὅσον καὶ διὰ τὴν πρόληψιν τῶν ἕνεκα τῶν πλημμυρῶν τοῦ παρεμπίπτοντος χειμάρρου κατ’ ἔτος συμβαινόντων ἀνθρωπίνων θυμάτων».
§64ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Χρηστόπουλος «παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ἵνα, ἐφαρμοζομένου προσεχῶς τοῦ ληφθέντος μέτρου περὶ χρησιμοποιήσεως μέρους τοῦ δανείου διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς ταύτης ἀπὸ Σταθμοῦ Νεμέας εἰς Ἅγιον Γεώργιον. Ἡ γραμμὴ αὕτη, ἐνῷ οὐδεμίαν ζημίαν θέλει παράσχει εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς τὴν τυχὸν ἀνάδοχον ἑταιρείαν, ἀλλὰ κέρδη ἀσφαλῆ, ὡς τοῦτο ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοτ. Συμβουλίου Νεμέας ὑποβληθέντων ἐπισήμων στατιστικῶν πινάκων εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων προϊόντων, θέλει ἐν ταυτῷ θέσει εἰς ἐπικοινωνίαν καὶ τοὺς ὀρεινοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ἤδη ἐν ἀπομονώσει καὶ θέλει διευκολύνει τὴν κατανάλωσιν τοῦ πολυτίμου οἴνου Νεμέας».
§66ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων φυσικά, θὰ μελετηθῇ καὶ ἡ γραμμὴ αὐτή.
§67Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι καὶ δικαιότατον!
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν λόγων καὶ τῶν αἰτίων, ὧν ἕνεκα παρελείφθησαν ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς πρὸς προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ οἱ ἑξῆς ἐνωμοτάρχαι αʹ τάξεως, κατ’ οὐδὲν ὑστεροῦντες τῶν προταθέντων: 1) Παναγ. Χρυσούλης, ἔχων δεκαπενταετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ καὶ θερμὰς συστάσεις πρὸς προαγωγήν, ἰδίᾳ τῆς Ἀστυνομικῆς Διευθύνσεως Ζακύνθου, παρ’ ᾗ τελευταῖον ὑπηρέτει· 2) Ἐπαμ. Πέρρος, διδάκτωρ τῆς Νομικῆς καὶ ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς ἐπὶ πολὺ ὑπηρετῶν ὡς ἐνωμοτάρχης αʹ τάξεως καὶ διακεκριμένας παρασχὼν ὑπηρεσίας· 3) Γεώρ. Λίβας, καταταχθεὶς τῷ 1905 ὡς ἐνωμοτάρχης βʹ τάξεως, προαχθεὶς τῷ 1908 εἰς αʹ τάξεως, ἐκ τῶν ἱκανωτέρων τοῦ σώματος· 4) Ἀναστ. Στεφανόπουλος, διδάκτωρ τῆς Νομικῆς, καταταχθεὶς πρὸ 4– 5 ἐτῶν μὲ τὸν βαθμὸν ἐνωμοτάρχου αʹ τάξεως, ὅστις λόγῳ τῆς ἀδίκου παραλείψεως καὶ παραίτησιν ὑπέβαλεν ἐσχάτως· 5) Λεωνίδας Παπαγεωργίου, ἔχων 16 ἐτῶν εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν καὶ ἐπαινεθεὶς ἑπτάκις διὰ διακεκριμένας πράξεις ὑπὸ τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ ἄλλοι ἱκανοὶ ὑπαξιωματικοί, καὶ διατί, ἀντὶ τούτων, προετάθησαν ἐνωμοτάρχαι βʹ τάξεως, τέως ὑφιστάμενοί των, μετὰ τὴν ἐξίσωσιν τοῦ βαθμοῦ διὰ τῶν δύο νομοθετικῶν Β Δ. τοῦ 1913 καὶ εἰ δυνατὸν ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους καὶ τὰ αἴτια τῶν παραλείψεων καὶ προτιμήσεων».
§69Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ ἐπερώτησίς μου, Κύριοι Βουλευταί, ἀφορᾷ τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς προτάσεις ὅσον ἀφορᾷ τὸν προβιβασμὸν ἐνωματαρχῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ τῆς Χωροφυλακῆς. Διὰ τοῦ νόμου ΓΦΟΗʹ τοῦ 1910, καθιερώθη ἐν τῇ χωροφυλακῇ ὁ βαθμὸς ἀνθυπασπιστοῦ, τέως μὴ ὑπάρχων. Αἱ θέσεις τῶν ἀνθυπασπιστῶν, κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐπληροῦντο διὰ προβιβασμοῦ ἐνωματαρχῶν αʹ τάξεως, μετὰ ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνωματάρχου αʹ καὶ βʹ τάξεως καὶ καθ’ ἱκανότητα. Κατόπιν ἐπῆλθε τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα τοῦ Ἰουλίου 1913 κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ βαθμὸς τοῦ ἐνωμοτάρχου αʹ καὶ βʹ τάξεως συνεχωνεύθη· ἐθεωρήθησαν πάντες οἱ ἐνωμοτάρχαι ἰσόβαθμοι, μὴ διαφέροντες ἐν τῇ ἱεραρχικῇ βαθμολογίᾳ, «ἴσοι πρὸς ἀλλήλους», κατὰ τὴν ἐπίσημον ἔκφρασιν, μὲ τὰ αὐτὰ διακριτικὰ τοῦ βαθμοῦ των σημεῖα, σὺν τῇ διαφορᾷ ἰδίου διὰ τοὺς αʹ τάξεως διακεκριμένου σημείου. Ἐν τούτοις—καὶ πολὺ ὀρθῶς—τὸ νομοθετικὸν ἐκεῖνο Διάταγμα διετήρησεν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 2 μίαν πολὺ οὐσιαστικὴν διάκρισιν μεταξὺ ἐνωμοταρχῶν πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως διὰ τοῦ ἑξῆς ἐδαφίου· (ἀναγινώσκει) «Δὲν θέλουσιν ὅμως πᾶσαι αἱ ἰσχύουσαι μέχρι τοῦδε δι’ ἑκάστην τάξιν αʹ καὶ βʹ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἐνωμοτάρχου διέπουσαι διατάξεις, ὡς πρὸς τὰς ἀποδοχὰς καὶ τὰ δικαιώματα προαγωγῆς». Διὰ τῆς ῥητῆς αὐτῆς διατάξεως ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς τῶν ἐνωμοταρχῶν αʹ τάξεως· πλὴν ὅμως διὰ νεωτέρου νομοθετικοῦ Διατάγματος κατηργήθη ἡ διάταξις αὕτη· ἑπομένως ἀφέθη τὸ στάδιον ἐλεύθερον νὰ προάγωνται οἱ ἐνωμοτάρχαι ἀδιακρίτως, μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν καὶ ἐξίσωσιν τῶν τάξεων, τῇ προτάσει τοῦ ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς. Μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως ταύτης, τί συνέβη κ. Πρόεδρε; Τὸ ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς ἔκαμε προτάσεις πρὸς προαγωγὴν ἐνωμοταρχῶν καὶ κατὰ σύμπτωσιν πολλῶν ἐκ τῶν πρὸ τῆς ἀφομοιώσεως Βʹ. τάξεως, οἵτινες καὶ προήχθησαν, οἱ ὁποῖοι πρὸ τριετίας ἦσαν ὑπενωμοτάρχαι.
§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ν’ ἀναφέρητε ὀνόματα, διότι εἰς τὴν ἐπερώτησίν σας ἀναφέρετε μόνον τὰ ὀνόματα τῶν παραλειφθέντων...
§71Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἀμέσως μόλις φθάσω εἰς τὴν θέσιν μου ἔχω σημείωσιν ὀνομάτων καὶ θὰ τὰ ἀναφέρω. Τὰ ὀνόματα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου...
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ εἶδον.
§73Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Εἶναι ὀνόματα κατὰ τὸ πλεῖστον διδακτόρων ἐνωμοταρχῶν αʹ τάξεως, ἐχόντων ὑπηρεσίαν 8–10 καὶ 15 ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν μὲ ἓν ἰδανικόν, μὲ μίαν ἐλπίδα εὐρυτέρου μέλλοντος, καὶ ὅμως βλέπουν σήμερον ἑαυτοὺς παραγκωνιζομένους, προαγομένους δὲ ἐκείνους τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἀκόμη εἶχον ὑπὸ τὰς διαταγάς των. Δυνατὸν καὶ οὗτοι νὰ εἶναι καλοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι κατώτεροι. Οἱ πλεῖστοι, ὡς εἶπον, εἶναι διδάκτορες, εἷς μάλιστα, ὡς ἀναφέρω εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ἔχει ἐπιδίκως ἐπαινεθῆ διὰ διαταγῶν τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, διὰ πράξεις διακεκριμμένας. Δὲν παραπονοῦνται μόλα ταῦτα διότι προάγονται οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν νὰ εἶναι καλοί· οὔτε θέλουσι νὰ τοὺς κατηγορήσωσιν, ἀλλὰ θέλουσι νὰ μάθωσι διατί παραλείπονται κατ’ ἐπανάληψιν αὐτοί, οἱ κατ’ οὐδὲν ὑστεροῦντες ἐπὶ τέλους. Δὲν κατηγοροῦσιν αὐτοὺς ὡς κακούς.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί προηγοῦνται οἱ ἄλλοι;
§75Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μάλιστα· εἰς αὐτὸ στρέφονται τὰ παράπονά των. Προάγονται 63 τὸν Νοέμβριον· προάγονται 80, περισσότεροι ἢ ὀλιγώτεροι, δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἀκόμη τὰ ὀνόματα· ὑμεῖς εἶσθε ἁρμοδιώτερος νὰ γνωρίζητε τοῦτο· πληροῦνται οὕτω ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μέχρι σήμερον 150 θέσεις περίπου, καὶ ὅμως αὐτοὶ ἀφιερώσαντες τὰ ὡραιότερα ἔτη τῆς ἡλικίας των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἔχοντες ὅλα τὰ προσόντα καὶ τὴν ἀρχαιότητα, παραλείπονται ἐπιμόνως καὶ ἀδικαιολογήτως. Πολλὰ λέγονται, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ τὰ υἱοθετήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ὑμεῖς πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσητε καὶ ἐξακριβώσητε τοὺς λόγους καὶ τὰ αἴτια καὶ τῶν παραλείψεων καὶ τῶν προτιμήσεων τοῦ Ἀρχηγείου καὶ ἐπαναφέρητε, διὰ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου, τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἠρεμίαν εἰς τὰς συνειδήσεις ἱκανῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες εἶναι τελείως ἀπογοητευμένοι, καὶ πλέον ἔτι, διατελοῦσιν ἐν ἀπογνώσει ἐκ τῶν γενομένων, τὰ ὁποῖα θεωροῦσιν ὅτι πλήττουσιν αὐτὴν τὴν ἠθικήν των ὑπόστασιν. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ λάβητε ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο χάριν αὐτῆς τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας ἐν τῷ Σώματι.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§77ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου «περὶ κλήσεως πρὸς ἐκγύμνασιν τῶν κατοίκων τῶν νέων Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς κλάσεις τῆς ἐφεδρείας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐθνοφρουρᾶς, 18 ἐν ὅλῳ ἡλικιῶν». Παρακαλῶ νὰ συναινέσῃ ἡ Βουλὴ, ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον, καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην διὰ νὰ προφθάσωμεν πρὸ τῶν ἑορτῶν νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Δύναται νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως κηρύξῃ κατεπείγουσαν τὴν πρότασιν νόμου «περὶ τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 88 τῆς Στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας» διότι ὑπάρχει ἐπείγουσα ὑπηρεσιακὴ ἀνάγκη, νὰ ψηφισθῇ αὕτη κατ’ ἀρχὴν τὴν ἑσπέραν ταύτην, νὰ ἐγγραφῇ δὲ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον μεταξὺ τῶν πρώτων.
§78Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Φοβοῦμαι τὸ «δύναται».
§79ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποῖον δύναται;
§80Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ «ὁ Β. Ἐπίτροπος δύναται».
§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν; Γίνεται δεκτὸν τὸ κατεπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ περὶ κλήσεως πρὸς ἐκγύμνασιν τῶν κατοίκων τῶν νέων Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς κλάσεις τῆς ἐφεδρείας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τῆς Ἐθνοφρουρᾶς 18 ἐν ὅλῳ ἡλικιῶν συναινέσει τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ κατεπεῖγον ὡς καὶ ἡ κατ’ ἀρχὴν ψήφισις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 88 τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας.
§82Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἔχει ὑποβληθῆ σχέδιον νόμου «περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τὸν κ. Κωνσταντῖνον Σκᾶκον». Μέχρι σήμερον ὅμως δὲν ἔχει ἐγγραφῆ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἐὰν βραδύνῃ θὰ εἶναι ἄκυρος ἡ ἐπιψήφισις.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ Διατάξει ἐγγράφονται ἀφοῦ τελειώσει τὸ ἔργον της ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ φροντίσω νὰ ἐγγραφῇ.
§84Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συστήσητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ταχεῖαν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς Οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Στρατοῦ». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποστολῆς εἰς Ἑσπερίαν ὑποτρόφων τοῦ Κράτους πρὸς σπουδὴν τῆς κτηνιατρικῆς». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως σώματος Στρατιωτικῆς Ἐπιμελητείας».
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θὰ δηλώσω τίνας τροποποιήσεις δέχομαι.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σταμούλης. Παραιτεῖται. Ὁ κ. Χρηστόπουλος. Ἐπίσης. Ὁ κ. Πετροπουλάκης.
§88Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐλάμβανε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ ἐάν, συμπεριλαμβάνων καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Οἰκονομικοῦ εἰς τὴν Ἐπιμελητείαν, συμπεριλαμβάνῃ αὐτοὺς μὲ τὰ ἴδια προσόντα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οὗτοι.
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὔριον θὰ ἴδητε.
§90Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ν. Βελέντζας, Ι. Μπρισιμιτζάκης, Π. Σπυράκης. Παραιτοῦνται. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–6 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§92Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑποβάλλω τροπολογίαν. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 8–13).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι θέλουσι συζητηθῆ κατὰ τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσιν ὅλαι.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀδείας συμπληρώσεως θέσεων ἐν τῷ Στρατῷ καὶ τῇ Χωροφυλακῇ». Ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀνταποκρίνομαι καὶ πρός τινας ἐκ τῶν τροπολογιῶν αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν διατυπωθῆ, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνεγνώσθησαν διότι ἔλειπον οἱ ὑποβαλόντες, προτείνων εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις μὴ ἀναγραφομένης περιοριστικῶς τῆς προαγωγῆς μόνον λοχαγῶν εἰς ταγματάρχας, ἀλλ’ ἐν γένει δι’ ὅλους τοὺς βαθμοὺς ἐφ’ ὅσον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ ἐγκριθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχουσι θέσεις, νὰ γίνωσι γενικώτεραι προαγωγαί. Ἔχω καθῆκον νὰ κάμω μίαν ἀκόμη δήλωσιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ Οἰκονομικὸν Σῶμα, διότι, ὡς γνωστόν, ὁ νέος ὀργανισμὸς δὲν προβλέπει πλέον τὴν διαχείρισιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Σώματος ὡς ἐν τῷ παρελθόντι. Προβλέπεται περὶ ἐπεκτάσεως ἀκόμη τῶν θέσεων. Πρόκειται νὰ γίνῃ τὸ Σῶμα τῆς Ἐπιμελητείας εἰς τὸ ὁποῖον ἱκανὸς ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν τοῦ Οἰκονομικοῦ θέλει μετατεθῆ. Θὰ χρησιμοποιηθῶσι καὶ πρὸς ἄλλας ὑπηρεσίας οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ. Κάμνω τοὐλάχιστον τὴν δήλωσιν ὅτι, ἐφ’ ὅσον οὕτω θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, περὶ αὐτῶν θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πρόνοιαν δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ὥστε νὰ τεθῇ «ἀξιωματικῶν ἐν γένει» ἀντὶ «λοχαγῶν εἰς ταγματάρχας».
§97Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν πρόκειται ταχέως νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Στρατοῦ καὶ ἐὰν οἱ πίνακες οἱ καταρτισθέντες ὑπὸ τῆς Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐγκριθέντες ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, περικλείωνται εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Στρατοῦ, διότι ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχωμεν ὀργανισμὸν κανονίζοντα καὶ συνθέτοντα τὸν στρατόν, νομίζω ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου ἔρχεται πρωθυστέρως. Ἐκ προκαταβολῆς ζητεῖται ἄδεια ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ προβιβάσῃ, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ὑπεβλήθη ὁ ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος θὰ καθορίσῃ, θὰ ῥυθμίσῃ καὶ θὰ κατανέμῃ τὰ διάφορα ὅπλα. Σήμερον, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὡς πιθανολογεῖται, ὅτι θὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς πλέον τῶν 100 ἀξιωματικῶν τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ 200– 220 τοῦ Πεζικοῦ, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἀναλογία εἶναι ⅒ μεταξὺ τῶν δύο ὅπλων, νομίζω ὅτι θὰ γίνῃ ἓν ἄδικον, καὶ νομοσχέδιον οὕτως ὑποβαλλόμενον καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ψηφιζόμενον ἐπισπείρει ζιζάνια καὶ διασπᾷ τὸν στρατὸν τὸν ὁποῖον ὑπέρ ποτε ἔχομεν ἀνάγκην νὰ διατηρῶμεν ἐν ὁμονοίᾳ.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς καθησυχάσω βεβαιῶν ὑμᾶς ὅτι αἱ ἐν τῷ νέῳ ὀργανισμῷ θέσεις, δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅλας, ἀλλ’ αἱ θέσεις τῶν συνταγματαρχῶν, εἰς τὸ Μηχανικὸν καὶ Πυροβολικόν, ὁρίζονται ὀλιγώτεραι τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰς θέσεις αὐτὰς εἰς τὰ Σώματα ταῦτα.
§99Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὸ σᾶς τὸ λέγω διότι οὐδὲ πόρρωθεν θέλω νὰ ῥίπτηται ἡ ὑπόνοια ὅτι θὰ ἀδικηθῶσιν τινές. Θέλω δὲ τὸ κεφάλαιον τὸ ἠθικὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μείνῃ ἀλώβητον.
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, ἀλλὰ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι δὲν θὰ γίνῃ τίποτε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κανελλόπουλος.
§102Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου.
§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν ἀρχιτεκτόνων. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν. Αὐτοί, ὡς γνωστόν, προάγονται μόνον εἰς ἀρχιτεχνίτας αʹ τάξεως· ἐν τούτοις δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ αὐτῶν. Θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ληφθῇ τοιαύτη πρόνοια διότι ὑπάρχουσι καὶ περὶ αὐτῶν ἐκθέσεις ὥστε νὰ λάβωσι καὶ αὐτοὶ ἀνώτερον βαθμόν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1ον ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3). Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται λόγῳ τῆς τροποποιήσεως, ἥτις ἐνεφιλοχώρησεν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναβολῆς τῆς κληρώσεως τῶν στρατευσίμων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1914». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ Τελωνειακοῦ Δασμολογίου». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§105Π. Λ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ ἐρωτήσω αὐτόν, ἐὰν θὰ διανεμηθῇ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, διότι τρία τοιαῦτα ἐκ περιτροπῆς διενεμήθησαν, καὶ ἐὰν δὲν θὰ ἔχωμεν καὶ νέον τοιοῦτον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ διασαφήσῃ τὴν πρώτην § τοῦ ἄρθρου 1, ὁποίαν δηλονότι ἔννοιαν ἀποδίδει εἰς τὴν φράσιν «δημητριακοὶ καρποί».
§106ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι οἱ δημητριακοὶ καρποί, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται εἰς τὴν ἀνάλογον κλάσιν τοῦ δασμολογίου.
§107Π. Λ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρόκειται περὶ τῆς 20ῆς κλάσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ «δημητριακοὺς καρποὺς» γενικῶς, ἀλλὰ δὲν ἀφορᾷ οὔτε τὸν σῖτον οὔτε τὸν σμιγὸν οὔτε τὴν σίκαλιν. Εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τονίζεται ὅτι πρόκειται περὶ ἐλαττώσεως φορολογίας ἐπὶ εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐν τούτοις ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἡ φορολογική, ἂν καὶ ἀποβλέπῃ ὄντως εἰς ἀνακούφισιν πολυπληθεστάτης τάξεως ἐμψύχων ὄντων, δὲν περιλαμβάνει ὅμως οὔτε τὸν σῖτον οὔτε τὸν σμιγὸν οὔτε τὴν σίκαλιν, τὸν ἄρτον τουτέστι τοῦ λαοῦ, διότι ἡ 19η κλάσις δὲν θίγεται ποσῶς. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ μὴ ὁμολογήσω ὅτι καὶ αἱ γενόμεναι ἐλαττώσεις εἴς τινας δασμολογικὰς κλάσεις δὲν ἔχουσι σκοπιμότητά τινα, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τονισθῇ ὅτι ἀποβλέπει εἰς εἴδη πρώτης ἀνάγκης καὶ ἰδίᾳ εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις, διότι ἐλάττωσις φόρου τεΐου χοιρομηρίων, σαρδελλῶν τῶν κυτίων καὶ τῶν τούτοις ὁμοίων, δὲν εἶναι φορολογικὴ ἐλάττωσις ὑποτιμῶσα τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον τόσῳ ἀστόργως φορολογεῖτε, αἱ δὲ μειώσεις αὗται αἱ δασμολογικαὶ θὰ μᾶς ἀπομακρύνωσιν ἐπὶ μακρὸν ἴσως χρόνον, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μείωσιν ἂν μὴ τὴν κατάργησιν τῆς 19ης κλάσεως τῆς ἀφορώσης τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν πρὸ 7 ἢ 8 ἐτῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἐν Ἑλλάδι ἢ διέτριβεν ἔτι ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ καὶ ἔλαβε γνῶσιν ὅτι διαμερίσματα πολλὰ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ὡς καὶ τοῦ νομοῦ Λακωνίας, ὃν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, περιῆλθον εἰς τοιαύτην ὀξεῖαν οἰκονομικὴν κρίσιν κινδυνεύοντα νὰ ἀποθάνωσιν ἐξ ἀσιτίας. Αὐτόπτης μάρτυς τοιαύτης θλιβερᾶς εἰκόνος ἐγενόμην. Ὑπῆρξε περίοδος καθ’ ἣν οὔτε κριθὴν δὲν ἠδύναντο νὰ ἀγοράσωσι ὑπὸ τὸ κράτος τοσούτῳ βαρέως ἐμμέσου φορολογίας ἐξικνουμένης εἰς 17 λεπ. περίπου ἐπὶ τῶν ἀλεύρων κατ’ ὀκᾶν καὶ εἰς 10 λεπ. περίπου κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ σίτου. Ἔσχον δὲ τότε τὴν λυπηρὰν εὐκαιρίαν νὰ ἀπευθύνωσι πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν ψηφίσματα οἱ πενόμενοι κάτοικοι, ἐγὼ δὲ ἐθεώρησα ὡς μὴ περιττεῦον νὰ δημοσιεύσω ἐπιστολὴν ἀνοικτὴν ἐν ᾗ διεξετραγώδουν τὴν πενίαν τῶν ἀτυχῶν τούτων διαμερισμάτων καὶ συνίστων εὐλαβῶς, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀλλ’ ἀτυχῶς οὐδεμίαν ἔκτοτε εἶδον ληφθεῖσαν ἢ λαμβανομένην, καὶ ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀγνοεῖ πάντα ταῦτα καὶ δὲν λαμβάνει οὐδεμίαν πρόνοιαν σχετικήν, καίτοι εὐαγγελίζεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ εἰσηγητικῇ ἐλάττωσιν φόρου «δημητριακῶν καρπῶν!» Μὴ λαμβάνητε ὡς ὑπόδειγμα ὡρισμένας τάξεις τῶν μεγαλοπόλεων ἐν αἷς ζῆτε καὶ ἀναστρέφεσθε. Μὴ πλανᾶσθε ἢ μὴ θέλητε νὰ πλανᾶσθε. Μελετήσατε κ. Ὑπουργέ, τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, τὴν οἰκονομικὴν βαθέως, καὶ θέλετε πεισθῆ ὅτι ὁ Ἕλλην ἀγρότης καὶ ἀστὸς κακοδαιμονεῖ, πεινᾷ, διότι μετεβάλετε τὸν ἄρτον του δασμολογικῶς εἰς εἶδος πολυτελείας. Ὡμίλησε προχθὲς ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ εἶπεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν πεινᾷ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀτυχῶς πεινᾷ καὶ ὑπερανθρώπως ἐργάζεται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν ἄρτον τῶν τέκνων του. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ λαὸς ἐδεσμάτων οὔτε ὀρεκτικῶν, ἀλλ’ ἄρτου εὐθηνοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν λέγει ἐγευμάτισα, ἀλλ’ ἔφαγα ψωμί.
§108Ν. ΞΗΡΟΣ. Γεωργοὶ δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα;
§109Π. Λ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τίς ἀρνεῖται τοῦτο; Καίτοι γνωρίζω διατί διακόπτετε, θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἓν τῶν αἰτίων τῶν κυριωδεστέρων τοῦ ἐκπατρισμοῦ καὶ τῆς μεταναστεύσεως, εἶναι οἱ δυσβάστακτοι φόροι καὶ ἡ ἔλλειψις ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, ἡ ἔλλειψις ἐργασίας διὰ τὸν περιττεύοντα ἀγροτικὸν καὶ ἀστικὸν πληθυσμόν. Πάντες οἱ πλεονάζοντες πληθυσμοί, οἵ τε ἀστικοὶ καὶ ἀγροτικοί, μὴ εὑρίσκοντες ἐργασίαν, μὴ ἔχοντες ἀσφάλειαν, πληττόμενοι διὰ βαρυτάτης φορολογίας, ὠθοῦνται εἰς τὸν ἐκπατρισμόν. Ἰδοὺ τὰ αἴτια, ὧν ἕνεκεν δυσφορεῖ καὶ διαμαρτύρεται ὁ λαός ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς τῆς πρώτης ἀνάγκης ὑποχρεώσεις. Ἰδοὺ τὰ πλεῖστα τῶν αἰτίων, ὧν ἕνεκα ἐκπατρίζονται. Ἐλπίζω, κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἤμεθα σύμφωνοι εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἃς διετύπωσα, θέλω δὲ προσθέσει καὶ ἑτέρας τινὰς διὰ βραχέων. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι τὰ Λακωνικὰ προϊόντα ὑποβάλλονται εἰς δασμὸν ἔγγειον κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ὡς καὶ τὰ δασικά. Τὸ βαλανίδιον τὸ παραγόμενον ἐν τῷ νομῷ Λακωνίας ὑπετιμήθη ἔλαττον τῶν 18 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, φορολογεῖται δὲ ἀπὸ τοῦ 1893 πρὸς 3½ λεπ. κατ’ ὀκᾶν. Ἐπιβάλλεται μετὰ τὴν κρίσιν, ἥτις κρατεῖ ἀπὸ δεκαετίας, ἥτις ἀτυχῶς θὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι πλὴν τοῦ ἀνταγωνισμοῦ πρὸς τὰ βαλανίδια τῆς Ἀνατολῆς φαίνεται ὅτι ἀνταγωνίζεται καὶ πρὸς ἄλλας χημικὰς καὶ ὀρυκτὰς οὐσίας, αἵτινες τὸ ἐκτοπίζουσιν ὁσημέραι, ἐπιβάλεται, λέγω, καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ ὑπὲρ τοῦ προϊόντος τούτου σοβαρὰ μέριμνα, διότι προκειμένου περὶ προϊόντος ὑποτετιμημένου εἰς δέκα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἶναι αὐτόχρημα δήμευσις νὰ φορολογῆται πρὸς 3½ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἑτέραν παρατήρησιν ὑποβάλλω, Κύριοι, σχετιζομένην πρὸς τὴν οἰνολογικὴν κρίσιν ἥτις μαστίζει τοὺς οἰνοπαραγωγικοὺς πληθυσμούς. Μὴ δυνάμενοι ἄλλως νὰ ἐνισχύσωμεν τούτους ἐν τῇ κρίσει, ἂς ἄρωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν εἰδῶν ἐκείνων ἅτινα χρησιμεύουσι πρὸς κατασκευὴν βελτίων οἴνου, ὅστις δὲν εἶναι ἀνάξιος προσοχῆς. Περὶ τούτου σχετικὴν τροπολογίαν ἔχει διατυπώσει ὁ ἐκ Λευκάδος ἀξιότιμος συνάδελφος, ἣν υἱοθετῶ. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὑπέβαλον, ὅπως δώσω ἀφορμὴν πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἵνα συμπληρώσῃ τὰ κενὰ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ καὶ ἀνταποκριθῇ οὐσιαστικῶς εἰς τὰς ἐπαγγελίας του, ἃς ἀναπτύσσει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ἀλλ’ αἵτινες δὲν ἀποκρυσταλλοῦνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§110Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὀλίγιστα, Κύριοι, ἔχω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς. Ὡρμήθην ἀπὸ προσθήκας καὶ τροπολογίας τινας, ἃς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως κλάσεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Αἱ τροπολογίαι αὗται ἀφορῶσι τὰ ἑξῆς εἴδη, ἅτινα ἐθεώρησα ὅτι εἶναι πρωτίστης ἀνάγκης. Ὑπέβαλον τροπολογίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀποβιβασμὸν τοῦ τυροῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη ἐν μέρει ταύτην καὶ ὑπεβίβασε τοὺς τυροὺς τῆς πολυτελείας. Θὰ παρακαλέσω ὅμως αὐτὸν νὰ ὑποβιβάσῃ καὶ τὸν τυρὸν κασσέρι ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖται παρὰ τοῦ λαοῦ, καθόσον εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης. Ἐπίσης ὑπέβαλον τροπολογίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸ βούτυρον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη καὶ ταύτην ἐν μέρει καὶ ὑπεβίβασε τὸ βούτυρον τῆς πολυτελείας. Θὰ παρακαλέσω ὁμοίως αὐτὸν ὅπως ὑποβιβάσῃ τὸ μαγειρικῆς χρήσεως βούτυρον, οὗτινος γίνεται χρῆσις παρὰ τῷ λαῷ, ὥστε νὰ παύσῃ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ λίπους, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιβλαβέστατον εἰς τὴν ὑγείαν τοῦ λαοῦ. Ἐπίσης ὑπέβαλον τροπολογίαν ὅσον ἀφορᾷ τὸ χαβιάρι τὸ ἐρυθροῦν, κοκκινοχαβίαρον, τοῦ ὁποίου γίνεται μεγάλη κατανάλωσις παρὰ τῷ λαῷ. Καὶ διὰ τοὺς ξυλάνθρακας, ὁμοίως, ὅπως οὗτοι ὦσιν ἀτελεῖς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι λόγῳ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ξυλεύσεως, οἱ ξυλάνθρακες ἀνῆλθον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 13 δραχμῶν. Θὰ ἦτο πρόσφορον ἐὰν οὗτοι καθίσταντο ἀτελεῖς, ὥστε νὰ ἀνακουφισθῇ ὁ πτωχὸς λαός. Ἐπίσης ὑπέβαλον τροπολογίαν ὡς πρὸς φάρμακά τινα, τῶν ὁποίων μεγάλη χρῆσις γίνεται παρὰ τῷ λαῷ καὶ ἰδίως τῷ ἐργατικῷ κόσμῳ. Ἐπίσης τροπολογίαν ὡς πρὸς τὰ στεατοκήρια, τῶν ὁποίων γίνεται χρῆσις ἀπὸ τῆς καλύβης τοῦ χωρικοῦ μέχρι τοῦ μεγάρου τοῦ πλουσίου. Ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐδόθη προνόμιον εἰς βιομηχανίαν θνησιγενῆ, ἥτις καταχρᾶται αὐτοῦ καὶ οὐ μόνον δὲν προήγαγε οὐδὲ ἐβελτίωσε τὴν ποιότητα τῶν στεατοκηρίων, ἀλλὰ παρέχει πρὸς τὸν λαὸν στεατοκήρια κακίστης ποιότητος ἀκριβώτατα δέ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ χρησιμοποιηθῶσιν. Ἀπὸ τῆς Εὐρώπης ἔπαυσε πλέον πᾶσα εἰσαγωγή, διότι ἡ φορολογία εἶναι βαρυτάτη καὶ ἑπομένως ὁ λαὸς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ χρῆσιν στεατοκηρίων Κερκύρας. Ἐπίσης ὑπέβαλον καὶ ἑτέραν τροπολογίαν «περὶ ἀτελείας ἵππων καὶ ἡμιόνων». Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἰσάγει νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπιδιώκει νὰ κατορθωθῇ αὔξησις ἵππων, εἶναι ὀρθὸν ὅπως οἱ ἵπποι καὶ οἱ ἡμίονοι, χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Στρατοῦ, εἰσάγωνται ἀτελῶς. Κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ἐψηφίσθη νόμος παρέχων ἀτέλειαν ἐπὶ ἑξάμηνον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἵππων καὶ ἡμιόνων. Συνεπείᾳ τοῦ νόμου τούτου εἰσήχθησαν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἵπποι καὶ ἡμίονοι πρώτης τάξεως. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ μέλλουσα ἀνάγκη τοῦ στρατεύματος, φρονῶ ὅτι ἡ τροπολογία μου αὕτη πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Ταῦτα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν.
§111Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὁλόκληρος ἡ σημερινὴ Ἑλληνικὴ γενεὰ εἶδε τὸ φῶς, ἀνετράφη, ἠνδρώθη ὑπὸ γενικὸν ψυχικὸν μαρασμὸν καὶ ὑπὸ μεγάλην ἐθνικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀπογοήτευσιν. Οἱ πρὸ αὐτῆς, οἱ πατέρες μας, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ ζωὴ τῶν ἐθνῶν ἦτο ἢ ἐφαίνετο τοὐλάχιστον οὖσα ὀλιγώτερον δύσκολος καὶ ἡ εὐτυχία ἑνὸς ἑκάστου ἁπλουστέρα, ἡ νεολαία τοῦ «παλαιοῦ καλοῦ ἐκείνου καιροῦ», ἡ λικνιζομένη ἀμερίμνως εἰς τὰς στροφὰς τοῦ Παράσχου, ἴσως νὰ ἐγνώρισε αἰσιοδοξωτέρας στιγμὰς καὶ ἴσως τὸ μειδίαμά της νὰ παρέμεινεν ἄδολον ἀπὸ τὸν ὡς βαρὺ νέφος καταφθάνοντα μέγαν καὶ ἀπαίσιον σκεπτικισμόν. Τὰ κατόπιν ὅμως ἔτη τοῦ βίου της, ὑπῆρξαν πρὸ τῶν ὀμμάτων τῆς νέας γενεᾶς, δι’ αὐτὸ τοῦτο, ἔτι πικρότερα καὶ ὅσοι δὲν ηὐτύχησαν ν’ ἀκούσουν τὴν τελευταίαν κλαγγὴν τῶν ὅπλων μας, ἔκλεισαν βεβαίως τοὺς ὀφθαλμούς των μὲ βαθὺν πρὸς τοὺς ἱεροὺς πόθους στεναγμόν. Ἡ Ἑλλὰς ἐγνώρισε κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας σειρὰν ἀλληλενδέτων κρίσεων· κρίσιν οἰκονομικήν, κρίσιν κοινωνικήν, κρίσιν ἐθνικήν. Ἡ πρώτη, ὡς καὶ τ’ ἀναπόφευκτα ἐσωτερικά της ἐπακολουθήματα, ἐκολάσθη προσωρινῶς ἀφ’ ἑαυτῆς, διὰ μεγάλης τοῦ ὀργανισμοῦ μας αἱμορραγίας, τῆς Μεταναστεύσεως. Ἡ δευτέρα, εὗρεν ἐν τῇ ἐπαναστάσει καὶ ἰδίᾳ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τὴν εὐεργετικήν της ἐξέλιξιν. Ἡ τρίτη, ἡ Ἐθνική, ἐν ὑπερτάτῳ καὶ ἀπεγνωσμένῳ σπασμῷ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἤνοιξεν εἰς τὸ Ἔθνος καὶ εἰς τὴν Ἱστορίαν μας, τὰς πύλας τῆς Ἀθανασίας. Ἡ Ἑλλὰς ἑτοιμάζεται νὰ ζήσῃ. Μὲ ποῖα ὅμως στοιχεῖα, μὲ ποῖα ἐφόδια; Εἶναι νομίζω καιρὸς ν’ ἀναζητήσωμεν τὰ αἴτια τῆς ἄχρι τοῦδε κακοδαιμονίας μας, τὸ σπέρμα ἐκεῖνο τοῦ κακοῦ, δι’ ὃ Ἔθνος μὲ τόσην ζωτικὴν ἀντοχήν, ἔφθασεν, ὡς μὴ ὤφελεν, εἰς τὸ χεῖλος τῆς Ἀβύσσου. Διὰ τίνα κυρίως λόγον ὁ Ἕλλην ἔλαβε τὴν πρὸς τὴν Ἀμερικὴν ἄγουσαν; Ἁπλούστατον· διότι ἐπείνα. Διατὶ παρεδόθη τόσον εὐκόλως εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξαχρείωσιν; Διότι ἦτο ἐκ τῆς στερήσεως φυσιολογικῶς μειωμένος, διότι ἐπείνα. Διατὶ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας δὲν ἐξετέλουν ἀμέμπτως τὸ καθῆκον των; Διότι ἡ τροφή των εἶχε καταντήσει ἀνεπαρκής, διότι ἐπείνων. Ἡ πεῖνα, ἥτις ἂν δὲν θεραπευθῇ θὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ τάχιστα οἰκονομικῶς, κοινωνικῶς πολιτικῶς καὶ κατ’ ἀνάγκην ἐθνικῶς, εἰς χειροτέραν κατάστασιν, ἡ πεῖνα τοῦ λαοῦ ἦτο ἐκείνη ἥτις ἐν φαύλῳ κύκλῳ προὐκάλεσε ὅλα τὰ δεινὰ καὶ ἐδημιούργησε τὸ πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως νευρασθενικὸν περιβάλλον. Διατὶ λοιπὸν ὁ Ἕλλην ἐπείνα; Ἁπλούστατον· διότι εἶχε μίαν «φορολογίαν τῆς πείνης». Φορολογία τῆς πείνης δὲν εἶναι, ὡς θὰ ἐνόμιζέ τις, φορολογία ἐν συνόλῳ ὑπερβολική, πέραν τοῦ ὁρίου ἐνῷ κυμαίνονται τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Φορολογία τῆς πείνης εἶναι ἡ πλήττουσα πρὸ παντὸς τοὺς μὴ ἔχοντας, τὰς λαϊκάς, ἀλλὰ καὶ τὰς μεσαίας τάξεις. Φορολογία τῆς πείνης εἶναι ἡ προφαιροῦσα καθ’ ἑκάστην καὶ ἄνευ σχεδὸν κέρδους, τὰ ¾ τῆς τροφῆς τοῦ λαοῦ, ἀντὶ ν’ ἀφήνῃ πρὸ παντὸς αὐτὸν κἄπως ἐλεύθερον εἰς τὴν διατροφήν του. Φορολογία τῆς πείνης εἶναι ἡ θεωρία τοῦ ὀλιγώτερον καθ’ ἑκάστην χόρτον δίδοντος εἰς τὴν ἀγελάδα του, καὶ συχνότερον τράβηγμα τῶν μαστῶν της. Φορολογία τῆς πείνης εἶναι ἡ πρὸς ζημίαν τοῦ Κράτους φυσιολογικὴ μείωσις ἑνὸς λαοῦ καὶ ἡ ὡς ἀναπόφευκτον ἐπακολούθημα φθορὰ πνεύματος, ἰδιοφυίας καὶ χαρακτῆρος. Φορολογία τῆς πείνης εἶναι ἡ ἐμποδίζουσα τὸν φορολογούμενον, ἐναντίον τῶν ταμιευτικῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς πρωτογενοῦς του καταστάσεως, νὰ ὀσφρανθῇ ὀλίγον πολιτισμόν, νὰ μαντεύσῃ ζωὴν καλλιτέραν. Φορολογία τῆς πείνης εἶναι ἡ παραγράφουσα, ἄνευ λόγου, μὲ περισσὴν ὅμως καὶ βλακώδη κακεντρέχειαν, πᾶσαν μείωσιν τῶν δεινῶν τῆς ζωῆς, πάντα ἀνθρωπισμόν, πᾶσαν δυνατὴν ἄνεσιν, ἡ κλείουσα ἀπηνῶς τὸν ὁρίζοντα πρὸς πᾶσαν χαραυγὴν νέου βίου, νέων αἰσθητηρίων, νέων ἀναγκῶν, ἡ φιμώνουσα τυραννικῶς τὸ πρῶτον ψέλισμα τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς, ἡ ἀποδιώκουσα ἐν ἑνὶ λόγῳ τὸν πολιτισμὸν ἐκ τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Φορολογία τῆς πείνης εἶναι ἡ ἐξ ὑψώσασα τὴν στέρησιν εἰς ἀστικὴν ἀρετήν, ἡ διαβλέπουσα παντοῦ εἴδη πολυτελείας, ἡ μὴ ἐννοοῦσα, ἡ μὴ θέλουσα ἀκόμη σήμερον ν’ ἀντιληφθῇ τὴν φαεινὴν παράθεσιν τῶν δύο ἀλληλενδέτων ἐννοιῶν «εὐθηνία—κατανάλωσις». Φορολογία τῆς πείνης εἶναι ὁ τὴν δημοσιονομίαν μας μακραιώνων μοναχικὸς ἀσκητισμός, μὲ ἀορίστους τινας Σπαρτιατικὰς παραδόσεις. Μέλας ζωμὸς καὶ τρίχινον ἔνδυμα, ἰδοὺ τὸ ἄχρι τοῦδε φορολογικόν μας δημιούργημα. Ἀλλὰ πόθεν ἡ φορολογία αὕτη τῆς πείνης; Κύριοι Βουλευταί, ἀνέκαθεν, διὰ Κράτη ἐλάχιστα εἰς πολιτισμὸν προηγμένα, ἡ ἐμμέσως ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν φορολογία — μετὰ τὸν κεφαλικὸν φόρον — ὑπῆρξεν ἡ πρώτη καὶ εὔκολος πηγὴ τοῦ Δημοσίου ταμείου. Εἶναι ἀνάγκη ἑκατομμυρίων τινῶν; Ἐμπρὸς ὀλίγα πρόσθετα λεπτὰ εἰς τὸ πανί, εἰς τὸν καφέν, εἰς τὴν ζάκχαριν. Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς διοικήσαντες τὴν χώραν μας ἔπασχον ἄγνοιαν καλλιτέρου φορολογικοῦ συστήματος· δύναμαι ὅμως βεβαίως νὰ τονίσω ὅτι ἐπέδειξαν μίαν ἀπελπιστικὴν ἀμβλυωπίαν ἂν μὴ τυφλότητα πρὸ τῶν κακῶν ἅτινα ἡ ὁλονὲν ἐντατικωτέρα καὶ κακεντρεχὴς αὐτὴ ἐπιβάρυνσις τῶν εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης ἢ κοινοτάτης χρήσεως ἤθελεν ἐπιφέρει, πρῶτον ἀπὸ ταμιευτικῆς καὶ δεύτερον ἀπὸ πλουτοπαραγωγικῆς, κοινωνικῆς, ἐκπολιτιστικῆς καὶ τέλος ἐθνικῆς ἀπόψεως. Οὐδέποτε, οὔτε τὴν στιγμὴν ταύτην κατενοήθη δεόντως ἡ ἀλήθεια, ὅτι εἷς ταμιευτικὸς δασμὸς εὐθὺς ὡς ὑπερβῇ ὡρισμένον τι, μαθηματικῶς πλέον ἐξηκριβωμένον, ὕψος, παύει ἀκαριαίως λειτουργῶν, καὶ στρέφεται ἐναντίον τοῦ ταμιευτικοῦ τοῦ Κράτους σκοποῦ, διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ λαθρεμπορίου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς καταναλώσεως ἀφ’ ἑτέρου. Τὸ φορολογικόν μας αὐτὸ καθεστὼς ὑπεβοήθει καὶ μία ἔλλειψις θάρρους καὶ πρωτοβουλίας. Τὸ «κτίζω διὰ τὸ μέλλον» τοῦ Ἄγγλου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Λόϋδ Τζώρτζ, ὁμιλοῦντος ἐπὶ τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας, δὲν ἐκόσμησε τὸν οὐρανὸν τῆς οἰκονομικῆς μας Καζάρμας τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Τρίτος καὶ ἀπαισιώτερος παράγων τῆς τοιαύτης φορολογικῆς μας καταστάσεως, ὑπῆρξεν ἡ μέθη τῆς βιομηχανικῆς προστασίας. Ὅταν, Κύριοι, λέγω μέθης, ὑπαινίσσομαι ἁπλῶς τοὺς ἱεροφάντας μιᾶς τοιαύτης φαντασιοπληξίας, διότι καὶ μετὰ πολυχρόνιον πειραματισμόν, οὐδεὶς, λέγω, οὐδείς, ἠπατᾶτο ὑπὸ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ προστατευτικοῦ ψεύδους· διότι ἡ λέξις «Προστασία», μολονότι παρέμεινε, θὰ ἠδύνατο εὐκόλως ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «συμπαιγνία». Χάρις εἰς αὐτὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ μας πλούτου, εἷς αὐτοσχεδίαστος βιομήχανος, ἰσχυρὸς ὅμως πολιτικὸς παράγων, ἐζήτει καὶ ἐπετύγχανε ὡς πρῶτον ἀρραβῶνα καὶ ὡς μόνην βάσιν τῆς μελλούσης του βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως, βαρύν τινα ἐπὶ ἀναγκαιοτάτου εἴδους εἰσαγωγικὸν δασμόν. Χάρις εἰς αὐτὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν κοῦφον ἐλπίδα ἐπιτυχοῦς συναγωνισμοῦ πρὸς τὰς ξένας ἀγοράς, οἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνῆται, — δὲν λέγω τοῦτο ἵνα κακίσω αὐτοὺς διότι ὅλοι εἴμεθα ἀλληλέγγυοι μιᾶς καταστάσεως, — παρέδιδον ἑαυτοὺς ἀσμένως εἰς ποιόν τινα προστατευτικὸν ἐκβιασμόν, ἐνδίδοντες οὕτω φαινομενικῶς εἰς τοὺς πολιτικούς των ἀπαιτητὰς, ἐνδομύχως ὅμως ἐπιδιώκοντες διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ δεῖνα δασμοῦ, μπάλωμά τι προσωρινόν, χυδαῖον καὶ ἄτεχνον ἐπὶ τοῦ μοιραίως διατρήτου προϋπολογισμοῦ των. Χάρις εἰς τὴν ἀνάγκην μερικῶν ἑκατομμυρίων καὶ οὐχὶ εἰς τὸν διακαῆ πόθον τῆς βελτιώσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ πραγμάτων, ἐπεβάλετο πρὸ ἐτῶν ὁ βάρβαρος καὶ ἀτιμωτικὸς φόρος ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, ὅστις χωρὶς τὸ ἐπιχρύσωμα τῆς προστασίας, ἂν ἐνεφανίζετο γυμνὸς καὶ ὡς ταμιευτικὸν ἐξεύρημα, οἷον πράγματι ἦτο, οὐδέποτε θὰ ἐτύγχανε τοῦ νομοθετικοῦ κύρους. Ἡ «Προστασία» εἶχε καταντήσει, Κύριοι, ὅπως κατὰ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, ἡ ἄϋλος καὶ παντοῦ εἰσδύουσα Θεὰ Ἐλευθερία, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας διεπράττοντο ὅλα τὰ κακουργήματα. Συμπαιγνία προστατευτῶν, συμπαιγνία προστατευομένων. Ἐπιβολὴ δασμῶν προστατευτικῶν, οἵτινες κρυφίως ἦσαν ταμιευτικοί, ταμιευτικῶν, οἵτινες ἐνεφανίζοντο ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς προστασίας. Ψεῦδος δεξιά, ἀπάτη ἀριστερά, χωρὶς οὐδὲν ἱερὸν συμφέρον νὰ «προστατευθῇ», χωρὶς οὐδεμία ταμιευτικὴ θεραπεία νὰ ἐπέλθῃ, ἀφοῦ τὸ ἔνδυμα τῆς προστασίας ἀπῄτει ἰλιγγιώδεις δασμοὺς βάλλοντας συνεπῶς, ἀπὸ ἀπόψεως εἰσπράξεων, ὑπεράνω τοῦ σκοποῦ των. Καὶ οὕτως ἡ «Προστασία» ἐπεκάθησεν ἐφ’ ἡμῶν ὡς εἷς ἀπαίσιος ζόφος. Πρὸς γενίκευσίν της δὲν ἔλειψαν ἐπιχειρήματα Ἔλαβε, φυσικά, ὡς βάσιν καὶ ἀφετηρίαν τὴν παλαιὰν θεωρίαν τοῦ «ἐμπορικοῦ ἰσοζυγίου». Εἶναι ἡ οἰκονομολογία τοῦ γλυκοῦ νεροῦ, τοῦ «χρήματος ποῦ μένει εἰς τὸν τόπον». Ἐρείδεται ἐπὶ τῆς ἁπλοϊκῆς ἀντιλήψεως ὅτι ὁ χρυσὸς εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν πλοῦτος, καὶ ὅτι ἡ ἀνθηρὰ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑνὸς τόπου, ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς αὐτὸν εἰσερχομένου πλούτου. Κατὰ τὴν θεωρίαν λοιπὸν αὐτήν, ἕκαστον Κράτος ὀφείλει νὰ ἑλκύῃ πρὸς ἑαυτὸ ὡς οἷόν τε πλειότερον χρυσόν, πωλοῦν, ἤτοι ἐξάγον πάντοτε πλειότερα τῶν ὅσων ἀγοράζει, ἤτοι εἰσάγει. Ἄν ἡ τρυτάνη τῆς εἰσαγωγῆς γίνῃ βαρυτέρα τῆς ἐξαγωγῆς, δὲν ἔχομεν ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον. Ὁ τόπος αὐτὸς χρεοῦται καὶ θὰ πληρώσῃ τὴν διαφορὰν μὲ νόμισμα, καὶ ἂν ἡ κατάστασις αὕτη ἐξακολουθῇ, τὸ πολύτιμον μέταλλον ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐξέρχεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπειδὴ δὲ τὸ χρῆμα εἶναι ὁ πλοῦτος, ὁ τόπος αὐτὸς βαίνει εἰς τὴν καταστροφήν. Εἶναι ἡ τελεία παραγνώρισις τῆς ἀληθείας ὅτι τὸ νόμισμα εἶναι μόνον μέσον ἀνταλλαγῆς πραγμάτων ἢ ὑπηρεσιῶν, καὶ οὐδὲν πλέον. Ὅτι κατὰ βάθος δὲν ὑπάρχει παρὰ ἡ τελειωτικὴ αὕτη ἀνταλλαγή, προϊόντος μὲ προϊόν, ἐκδουλεύσεως μὲ ἐκδούλευσιν, καὶ ὅτι ἡ μεσολάβησις τοῦ χρήματος σκοπεῖ νὰ εὐκολύνῃ τοιαύτην ἀνταλλαγὴν διαιροῦσα αὐτὴν εἰς δύο πράξεις δυναμένας νὰ ἐκτελεσθῶσιν εἰς διαφόρους τόπους καὶ χρόνους. Πλοῦτος, Κύριοι, εἶναι δύναμις. Εἶμαι πλούσιος ὅταν ἔχω τὰ μέσα νὰ ἱκανοποιήσω καὶ θεραπεύω δυνατὰς ἐπιθυμίας καὶ ὀρέξεις μου. Ἐὰν ἔχω ἐμπορεύσιμα προϊόντα 100.000 δρ. λόγου χάριν, εἶμαι ἐπίσης πλούσιος ὡς ἐὰν εἶχον 100.000 δραχ. εἰς νόμισμα. Ἑπομένως, ὅταν ἕν Ἔθνος ἐξάγει λ. χ. 100 καὶ εἰσάγει 130, τοῦτο οὐδαμῶς σημαίνει ὅτι ἔγεινε πτωχότερον κατὰ 30, ἀφοῦ ἡ ἐπὶ πλέον αὕτη διαφορὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐγγράφεται εἰς τὸ ἐνεργητικόν του, ὅπως ἄλλως τὸ εἰσαγόμενον νόμισμα, αἱ κινηταὶ ἀξίαι καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὅταν, Κύριοι, εἰς ἕν ἐμπορικὸν κατάστημα εἰσάγωνται ἐμπορεύματα πλειότερα τῶν πωλουμένων, ὅταν ἐτησίως τὸ κατάντημα τοῦτο εὐμύνητον, εἶναι ἆρά γε τοῦτο σημεῖον ὅτι βαδίζει πρὸς τὴν καταστροφήν; Τὰ εἰσαγόμενα ἐμπορεύματα δὲν εἶναι καταστροφή· εἶναι πλοῦτος. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἰσοζύγιον οἰκονομικόν, καὶ οὐχί, ὡς λέγουσιν, ἐμπορικόν, ὑπάρχει ἀναγκαίως μεταξὺ τῶν διαφόρων Κρατῶν καὶ ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ πληρώνεται διὰ τῆς ἐξαγωγῆς, διότι οὐδεὶς χαρίζει τι εἰς τὸν ἄλλον, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τοῦτο δὲν περικλείεται ἐντὸς ὡρισμένων χρονικῶν πλαισίων, οὔτε κλείονται οἱ ἰσολογισμοὶ τῶν ἐθνῶν, ὅπως οἱ στατιστικοὶ πίνακες, τὴν 31 Δεκεμβρίου. Τὰ Κράτη ὁμοιάζουν μὲ ἐμπόρους ἔχοντας διηνεκῶς μεταξύ των τρεχούμενον λογαριασμόν. Ἐνίοτε χρεωστεῖ πλειότερα ὁ εἷς, ἐνίοτε ὁ ἄλλος, ἀνὰ πᾶσαν ὅμως στιγμήν, δύναται τὸ «δοῦναι» καὶ «λαβεῖν» νὰ ἰσοφαρίζωσι. Ἐὰν τόπος τις, ἐν ἔτει ἀφορίας, εἰσαγάγῃ πλειότερα τῶν ὅσα ἐξήγαγε, ἡ διαφορὰ αὕτη μοιραίως σὺν τῷ χρόνῳ θὰ συμψηφισθῇ, εἴτε διὰ μεγαλειτέρας ἐν τῷ μέλλοντι ἐξαγωγῆς εἴτε ἀναγκαστικῶς διὰ περιορισμοῦ τῆς εἰσαγωγῆς του. Ὅταν δὲν ἔχωμεν τὰ μέσα, δὲν ἀγοράζομεν. Πρέπει λοιπόν, ὅταν δὲν ἐλαττοῦται κυρίως ἡ ἐξαγωγή μας, τὴν ὁλονὲν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ μας ἐμπορίου νὰ θεωρῶμεν ἁπλούστατα ὡς σύμπτωμα ἀδήλου εὐεξίας οἰκονομικῆς, οὐχὶ δὲ ὡς αἰτίαν ἐξαντλήσεως. Γεμίζομεν τὰς ἀποθήκας μας ἁπλούστατα, διότι εἴμεθα πλούσιοι. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον μεταξὺ τῶν Κρατῶν ἐκ τῆς φύσεως τῆς συναλλαγῆς ἐπιβάλλεται. Προσθέτω ὅτι, ἂν δὲν καταφαίνηται τοῦτο πάντοτε εἰς τοὺς πίνακας τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἀναγκαστικῶς οὗτοι εἶναι ἀτελεῖς καὶ ἐσφαλμένοι. Εἶναι ἐσφαλμένοι διότι ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων εἰδῶν γίνεται ἐν ἑκάστῳ Κράτει διαφοροτρόπως, ἵνα μὴ εἴπω αὐθαιρέτως καὶ ἐπιπολαίως. Γενικῶς ὁ πίναξ τῆς εἰσαγωγῆς καταρτίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τοῦ ἐμπορεύματος κατὰ τὴν ἄφιξίν του εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, ἐνῷ ὁ τῆς ἐξαγωγῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας κατὰ τὴν φόρτωσιν. Οὕτως, ἓν φορτίον ἀξίας 100.000 δρχ. κατὰ τὸν ἀπόπλουν, πωλεῖται ἴσως ἀντὶ 150.000 κατὰ τὴν ἄφιξίν του. Ἐξ ἄλλου, ἡ παραβολὴ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἑνὸς τόπου κατὰ δύο ἢ πλειότερα διαδοχικὰ ἔτη, θολοῦται ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν τιμῶν τῶν εἰσαχθέντων καὶ ἐξαχθέντων ἐμπορευμάτων κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα. Ἐὰν εἰσήχθη τὸ αὐτὸ βάρος ἐμπορεύματος, δὲν σημαίνει ὅτι ὁ τόπος οὗτος ἐπλήρωσε τὸ αὐτὸ ποσὸν χρήματος, καὶ ἂν ἐπλήρωσε τὸ αὐτὸ ποσὸν χρήματος, δὲν εἰσήγαγε ἀναγκαίως τὸ αὐτὸ βάρος ἐμπορεύματος. Ὁ τρόπος τέλος, δι’ οὗ καθορίζεται ἡ ἀξία τῶν ἐμπορευμάτων, εἶναι εἰς ἕκαστον τόπον διάφορος. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1870 ἀρκοῦνται μὲ τὰς δηλώσεις τῶν ἐμπόρων, ἐπειδὴ δὲ ἐλάχιστα εἴδη ὑπόκεινται εἰς δασμόν, αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαὶ οὐδένα ἔλεγχον ἐξασκοῦσιν. Ἐν Βελγίῳ ὡς καὶ ἐν Ὁλλανδίᾳ τὸ σύστημα εἶναι μικτόν. Διὰ τὰ φορολογούμενα κατ’ ἐκτίμησιν δέχονται μὲ τοὺς ἀναγκαίους περιορισμοὺς τὴν δήλωσιν τοῦ ἐμπόρου, διὰ δὲ τὰ λοιπὰ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ καταρτίζει ἐτησίως ἐπίσημον τιμολόγιον. Εἰς πολλὰ μέρη, ὡς ἐν Ρωμουνίᾳ καὶ Ἱσπανίᾳ, κατὰ τὸν Bateman, εἰς τὴν ἀξίαν τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ τελωνειακὰ τέλη. Ἐν Ἀμερικῇ ἀφαιροῦνται τὰ ἔξοδα τοῦ ναύλου, συμπεριλαμβάνονται ὅμως τὰ ἔξοδα τῆς συσκευῆς. Ἐν Βελγίῳ ἡ ἀξία τοῦ ἐμπορεύματος περιλαμβάνει καὶ τὰς δαπάνας αὐτοῦ μέχρι πῶν βελγικῶν συνόρων. Τὸ ζήτημα τοῦ ἀποβάρου κανονίζεται ὡσαύτως διαφορετικὰ εἰς ἕκαστον τόπον. Πλειστάκις δὲν γνωρίζει τις ἂν εὑρίσκηται ἐνώπιον καθαροῦ βάρους ἢ ὄχι. Οὕτω ἡ μεγαλειτέρα αὐθαιρεσία βασιλεύει εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν εἰσαγωγικῶν καὶ ἐξαγωγικῶν πινάκων. Ἀλλ’ οἱ πίνακες οὗτοι δὲν εἶναι μόνον ἐσφαλμένοι· εἶναι καὶ ἀτελεῖς, διότι βεβαίως ἡ ἀνταλλαγὴ προϊόντων δὲν εἶναι ὁ μόνος τρόπος τῆς μεταφορᾶς ἀξιῶν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς τόπου εἰς ἕτερον. Χρηματικὰ ποσὰ ἐπιβατῶν, συναλλαγματικαὶ ἄσχετοι πρὸς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις, τοκομερίδια ξένων ἀξιῶν καὶ τόκοι κεφαλαίων ἀλλαχοῦ τοποθετημένων, ναῦλοι εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων ἐπὶ πλοίων ἑλληνικῶν, ὁλόκληρος ἡ ὑπὸ τὸ κῦμα μυστηριώδης αὕτη παλίρροια ἑκατομμυρίων, δυσκόλως ἐκλείεται εἰς τοὺς ξηροὺς πίνακας τοῦ εἰσαγωγικοῦ καὶ ἐξαγωγικοῦ ἐμπορίου. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἦτο διαφορετικόν, ἐὰν τῷ ὄντι οἱ στατιστικοὶ οὗτοι πίνακες εἶχον τὴν οἰκονομικὴν σημασίαν ἣν θέλουν μερικοὶ νὰ προσδώσουν, πῶς ἐξηγεῖται τότε ὅτι τὰ πλουσιώτερα τῶν Κρατῶν ἔχουν ἀμεταπτώτως πλειοτέραν εἰσαγωγὴν τῆς ἐξαγωγῆς των; Ἀπὸ τοῦ 1890–1908, ἵν’ ἀναφέρω μόνον τὰ τελευταῖα ἔτη, τὸ λεγόμενον ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον ὑπῆρξεν ἐλλιπὲς διὰ τὴν Γαλλίαν, Ἀγγλίαν, Γερμανίαν, Βέλγιον, Ὁλλανδίαν, Ἑλβετίαν, Ἰταλίαν, Σουηδίαν, Νορβηγίαν καὶ Δανίαν. Ἡ Ἀγγλία, ἧς τὸ ἐξαγωγικὸν ἔλλειμμα χρονολογεῖται ἀμεταπτώτως ἀπὸ τοῦ 1836, ἐσημείου κατὰ τὸ 1907 εἰσαγωγὴν 11 δισεκατομμύρια καὶ 300 ἑκατομμύρια φράγκων, ἐξαγωγὴν δὲ 8 δισεκατομμύρια καὶ 694 ἑκατομμύρια· ἤτοι μεγαλειτέραν εἰσαγωγὴν κατὰ 2 δισεκατομμύρια καὶ 605 ἑκατομμύρια. Ὁμοίως ἡ Γερμανία. 8 δισεκατομ. 746 ἑκατομ. μάρκων, ἐξαγωγὴν δὲ 6 δισεκατομ. 850 ἑκατομ., ἤτοι διαφορὰν 1 δισεκατομ. 895 μάρκων. Μόνον ἡ Ῥωσσία καὶ ἡ Ἀμερικὴ δεικνύουν εἰς τοὺς πίνακάς των πλεόνασμα ἐξαγωγῆς, χῶραι ἀποτελοῦσαι μόναι των ὁλόκληρον ὑφήλιον, καὶ ὅπου ἰδιαίτεροι ὅροι παραγωγῆς, πολιτισμοῦ κλπ. θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ δώσουν εἰς τὸ φαινόμενον τοῦτο εὔλογον ἐξήγησιν. Οὕτω, τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον οὐδὲν προκρίνει. Δύναται μάλιστα νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀξίωμα ὅτι ἡ σύγχρονος ἔστω καὶ ἄνισος αὔξησις εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, εἶναι σημεῖον προόδου δι’ ἕνα τόπον. Ἀντὶ λοιπὸν ν’ ἀτενίζωμεν μετὰ φόβου τὸ τυχὸν πλεόνασμα τῆς εἰσαγωγῆς μας, πρέπει τοὐναντίον νὰ τὸ προσθέσωμεν μετὰ χαρᾶς εἰς τὸ σύνολον τῆς ἐμπορικῆς μας κινήσεως, ὡς σημεῖον ἀλάνθαστον πολιτισμοῦ καὶ οἰκονομικῆς εὐεξίας. Ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐσφαλμένων αὐτῶν θεωριῶν, καὶ μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι κάθε ἀγορὰ ξένου προϊόντος εἶναι καὶ μία ἀφαίμαξις, ὡς ἐὰν εἷς ὑγιὴς ὀργανισμὸς ὅστις νὰ μὴ ἀνανεώνῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ αἷμά του, ἡ προστασία ἐπεκάθησε ἐφ’ ἡμῶν ὡς μία οἰκονομικὴ ἑλονοσία. Ἐνῷ οὐδεμία αἰσθητὴ ἐπείγουσα ἀνάγκη βιαίας ἱδρύσεως ἐθνικῆς βιομηχανίας ἐπαρουσιάζετο, ἐνῷ ὁ λαός, ἔχων τὸν ἄρτον του, τὰ ὑποδήματά του, τὸ πᾶν εὐθηνότερον, ἠρκεῖτο εὐτυχὴς μὲ τὴν ὕπαιθρον ἐργασίαν του, ἐνῷ οὐδεὶς μετηνάστευε διότι οὐδεὶς ἐπείνα, ἡ πολιτικὴ μεγαλομανία μας ἐνόμισεν ὅτι ἦτο πλέον καιρὸς νὰ μεταφέρῃ διὰ τῆς βίας τὸν ἀγρότην Ἕλληνα εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν τῶν βιομηχανικῶν κτιρίων. Αὐτὰ θὰ ἦσαν τὰ φρούρια ἅτινα θὰ ἔσωζον τὴν Ἑλλάδα. Σπεῦσον Ἑλληνισμέ! εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῶν ἐθνοσωτηρίων αὐτῶν προπυργίων!! Μὴ ἀγοράζου παρὰ δι’ αὐτά. Τὴν τροφήν σου, τὴν ἐνδυμασίαν σου, τὸν ἀνθρωπισμόν σου, τὸ πᾶν εἰς τὸ ἀρτισύστατον αὐτὸ ταμεῖον τῆς οἰκονομικῆς μας ἀμύνης! Ἀμύνης κατὰ τίνος; παρακαλῶ; Κατὰ τῆς Ἀγγλίας, κατὰ τῆς Γερμανίας, τῆς Γαλλίας, κατὰ τοῦ σύμπαντος; τὸ ὁποῖον οὐ μόνον μᾶς ἀγοράζει τὰ προϊόντα μας ἀλλ’ ἔχει καὶ τὴν ἀναίδειαν νὰ πλημμυρῇ τὴν ἀπολίτιστον χώραν μας μὲ τὰ εὐθηνότερα καὶ ὡραιότερα δημιουργήματα τῆς βιομηχανίας του. Μὴ λησμονῇς, ὦ Ἕλλην, ὅτι κάθε μέτρον βαμβακεροῦ ὑφάσματος, τὸ ὁποῖον ἀγοράζεις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, κάθε καπέλλο ἐρχόμενον ἐκ Βιέννης, εἶναι σταγόνες αἵματος, ἃς προσφέρεις καθημερινῶς εἰς τὸν Μινώταυρον τῆς Εὐρώπης. Κένωσε κάλλιον τὰς φλέβας σου εἰς τὸν Ἕλληνα βιομήχανον· οὕτω τοὐλάχιστον τὸ αἷμά σου δὲν φεύγει ἀπὸ τὸν τόπον. Κύριοι Βουλευταί, οὐδαμῶς ἀστειεύομαι, διότι τοιαύτη εἶναι ἀκόμη καὶ σήμερον ἡ ἐν γένει κατάστασις τῶν πνευμάτων. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως, εἶναι ἀληθές, ἐμπνέεται ὡς ἤδη ἀπέδειξε ὡς πρὸς τὴν ζάκχαριν, ὑπὸ ῥηξικελεύθων τῷ ὄντι ἰδεῶν, καὶ ὡς δεῖγμα τῆς τοιαύτης της πολιτικῆς χαιρετίζω τὸ νῦν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Θὰ προετίμων βεβαίως τὰς εἰσαγομένας μεταρρυθμίσεις πλέον ῥιζικάς, πλέον γενικάς, πλέον μεθοδικάς. Δὲν συμμερίζομαι ὅμως τὴν ἀνησυχίαν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου μου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπίκαιρον καὶ τὴν σκοπιμότητα τῶν δασμολογικῶν αὐτῶν μειώσεων. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι πρόκειται περὶ μειώσεων συμβατικῶν δασμῶν, ἑπομένως ὑποβοηθώντων τὴν σύναψιν καὶ τὴν ἀνανέωσιν ἐμπορικῶν συμβάσεων. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ δεῖνα ἢ δεῖνα δασμοῦ, δὲν ἀμβλύνει τὰ ἐμπορικά μας ὅπλα οὔτε παραλύει τὴν ἐμπορικὴν πολιτικήν μας τῆς αὔριον. Ἡ πολιτικὴ αὕτη ἀνοίγεται πρὸ ἡμῶν, κατὰ τὴν γνώμην μου, εὐθεῖα καὶ ἁπλουστάτη. Πρέπει ὅμως νὰ τεθῇ ἐπὶ ὡρισμένων βάσεων καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκ παραλλήλου καὶ συγχρόνως πρὸς ὅλα τὰ ξένα Κράτη. Ἡ πρώτη βάσις ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τοῦ μεγέθους τῆς «Προστασίας», ἣν ἐννοοῦμεν ἀκόμη ν’ ἀφήσωμεν εἰς ὡρισμένους ἀνταξίους κλάδους ἐθνικῆς βιομηχανίας. Ἡ δευτέρα, ἀφορᾷ τοὺς καθαρῶς ταμιευτικοὺς δασμούς. Ποῖον εἶναι τὸ ἀνώτατον ὅριον τὸ ὁποῖον καὶ αὐτοὶ ἐπὶ ποινῇ ἀποτυχίας τοῦ σκοποῦ των, δὲν ὀφείλουν νὰ ὑπερβῶσι; Θὰ εἶναι 30, 40, 50, 60% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν; Ἂς ὁρισθῇ ἐπὶ τέλους ἓν maximum καὶ ἂς ἔχωμεν τὸ θάρρος τοὐλάχιστον νὰ δηλώσωμεν ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐπισήμων μας δασμὸς 100% καὶ ἄνω ἐπὶ τῆς ἀξίας κοινῆς χρήσεως πράγματος, δὲν ἐνθαρρύνει τὸ λαθρεμπόριον, δὲν μειοῖ τὴν κατανάλωσιν, καὶ ὅτι θεραπεύει ἄριστα τὰ ταμιευτικὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τῶν βάσεων τούτων πρέπει νὰ καταρτίσωμεν ἓν διπλοῦν δασμολόγιον, ἓν γενικὸν καὶ ἓν συμβατικόν. Τὸ τελευταῖον θὰ θέσωμεν εἰς τὴν διάθεσιν ἐκείνων ἐκ τῶν ξένων Κρατῶν, ἅτινα διὰ παροχῆς ἀνταλλαγμάτων τινῶν θὰ ἔλθωσιν εἰς ἐμπορικὰς μεθ’ ἡμῶν συνεννοήσεις. Τὰ ἀνταλλάγματα ἅτινα θὰ ζητήσωμεν δὲν θὰ εἶνε καὶ τόσον διαβολικά. Ἔχομεν εὐάριθμα γεωργικὰ προϊόντα εἰς ἃ ὀφείλομεν νὰ δικαιώσωμεν ὀλίγον τὰς ξένας ἀγοράς. Σταφίς, ἔλαια, ἐλαῖαι, καπνά, οἶνοι, σῦκα, ὀπῶραι καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἡ Ῥωσσικὴ Κυβέρνησις ἴσως ν’ ἀφήσῃ νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ἀπέραντον αὐτοκρατορίαν της, ὀλιγώτερον βεβαρημέναι, ὀλίγη σταφὶς καὶ μερικαὶ ἐλαῖαι ἀπέναντι τῶν 36 ἑκατομμυρίων φράγκων, ἅτινα πλειότερον ἢ εἰς πᾶν ἄλλο Κράτος ἐτησίως δι’ ἀγορὰν σίτου εἰς αὐτὴν ἐμβάζομεν. Ὁμοίως ἡ Αὐστρία, ἧς τὸ ἐξαγωγικόν της μὲ τὴν Ἑλλάδα ἐμπόριον ἦτο ἄχρι τοῦδε διπλοῦν τοῦ διεξαγομένου ἐκ τῶν ἰδικῶν μας πρὸς τὰς αὐστριακὰς χώρας, ἔχει συμφέρον, ὅπως βεβαιώσῃ ὑπὲρ αὑτῆς τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον, νὰ συνάψῃ ἐμπορικὴν μεθ’ ἡμῶν σύμβασιν ὑπὸ ἀμοιβαίως ἐπωφελεῖς ὅρους. Εἶμαι ὅμως κεκηρυγμένος ἐναντίον πάσης μεμονωμένης καὶ ἀποκλειστικῆς μὲ ἓν Κράτος ἐμπορικῆς διαπραγματεύσεως, καὶ φρονῶ ὅτι πειστικώτερον διεξάγονται αὗται συγχρόνως καὶ ἐκ παραλλήλου ἐν διεθνεῖ οὕτως εἰπεῖν συναγωνισμῷ μὲ ὅλα τὰ ξένα Κράτη. Καὶ τώρα, Κύριοι, ἔλθωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὅλα τὰ προϊόντα τῆς γαλακτοκομίας, ἧς ἔχομεν μεγίστην ἀνεπάρκειαν, δύνανται ἄνευ οὐδενὸς φόβου διὰ τὴν κτηνοτροφίαν μας νὰ ὑποστῶσι γενναιοτέραν ὑποβίβασιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ των. Διὰ τὸν εὐρωπαϊκὸν τυρόν, ἐξ οὗ εἰσάγονται 50.000 ὀκ. ἐτησίως, μία δραχμὴ κατ’ ὀκᾶν φορολογία εἶναι πλέον ἢ ἀρκετή. Διὰ τὸ βούτυρον ζητῶ τὴν ἀφομοίωσιν τῶν δύο κλάσεων, βουτύρου τραπέζης καὶ βουτύρου μαγειρικῆς, μὲ ἑνιαῖον δασμὸν τοῦ τελευταίου τούτου 87 λεπτῶν. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἀφοῦ καὶ αἱ δύο αὗται ποιότητες ἔρχονται νὰ πληρώσουν ἐξ ἴσου τὰ κενὰ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς μας, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐνθαρρύνωμεν διὰ μικροτέρου δασμοῦ τὴν εἰσαγωγὴν λίπους — βουτύρου μαγειρικῆς — καὶ νὰ ἐμποδίζωμεν διὰ μεγαλειτέρου φόρου, τὸ ἁγνὸν βούτυρον —βούτυρον τραπέζης — ὑπὸ τὴν στρεβλὴν ἀντίληψιν ὅτι τοῦτο εἶναι εἶδος πολυτελείας. Πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος δημοσίας ὑγείας. Ὁμοίως εὑρίσκω τὴν μείωσιν τοῦ συμπεπυκνωμένου γάλακτος οὐχὶ ἀρκετήν. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ὑποβιβασθῇ εἰς λεπτὰ 50 κατ’ ὀκᾶν. Ὡσαύτως ζητῶ τὴν ἀφομοίωσιν τῶν σαρδελλῶν ἐν κυτίοις πρὸς τὰ λοιπὰ εἴδη τῆς ψαρικῆς, ἀστακούς, τόννον κλπ. ἀφοῦ τὰ εἴδη ταῦτα ἀρχικῶς πρὸ τοῦ 1903 ἐφορολογοῦντο ὁμοιομόρφως. Τὸ νομοσχέδιον, ἂν ἤθελε νὰ εἶναι συνεπὲς πρὸς τὸν σκοπὸν δι’ ὃν συνετάχθη, ὤφειλε νὰ συμπεριλάβῃ ἄνευ ἀναβολῆς καὶ πολλὰ ἄλλα εἴδη. Ἡ ἀναμενομένη ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ δασμολογίου, δὲν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τῶν ἀναγκαίων ἐλαττώσεων μερικῶν δασμῶν οὐδεμίαν ἐπιρροήν. Ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου «δεδικασμένον». Οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη τῆς ἀοράτου αὐτῆς ἐπιτροπῆς, μερικοὶ δασμοὶ δὲν δύνανται πλέον νὰ παραμείνουν. Ἰδοὺ πρῶτον τὰ στεατοκήρια μὲ ἀπαγορευτικώτατον δασμὸν 2.90 κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι μίαν δραχμὴν τὸ δέμα. Σημειωτέον ὅτι ὁ ἐν λόγῳ Ἕλλην βιομήχανος ἔχει καὶ ἄλλην προστασίαν. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1891 τὸ βόϊον λῖπος, ἀναγκαῖον διὰ τὴν στεατίνην, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται συνήθως μὲ 58 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἰσάγεται ὑπὸ τοῦ βιομηχάνου ἀτελῶς ἐπὶ τῇ βάσει 100 ὀκάδων λίπους διὰ κατασκευὴν 50 ὀκάδων στεατοκηρίων. Ἡ τιμὴ τῶν στεατοκηρίων ἐν Εὐρώπῃ ποικίλλει μεταξὺ 25–40 λεπτὰ τὸ δέμα. Ἑπομένως ὁ Ἕλλην βιομήχανος, πωλῶν τὸ δέμα πρὸς 1.40, ἐνθυλακώνει ὁλόκληρον τὸ ἐκ μιᾶς δραχμῆς προστατευτικὸν τέλος! Ἰδοὺ ἡ δασμολογικὴ κλάσις 159 παράγραφος βʹ περιλαμβάνουσα βαμβακερὰ ὑφάσματα «δρίλλια, ῥηγαδιά, διπλάρια καὶ τὰ διὰ τὴν ἐργατικὴν τάξιν καὶ ὑπηρετικὴν χρῆσιν νταμωτά». Ἡ φορολογία των, ἐπειδὴ ἀκριβῶς πρόκειται περὶ εἴδους «ἐργατικοῦ» κατὰ τὴν ἰδικὴν φράσιν τοῦ δασμολογίου, εἶναι 2.52 (!) κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὰ λεπτὰ τσίτια, ζεφύρ κλπ. παράγραφος αʹ, φορολογοῦνται μόνον μὲ 1.20. Ἡ κατανάλωσις τοιούτων λαϊκῶν εἰδῶν ὑπερβαίνει τὰ 3 ἑκατομ. ὀκάδων καὶ προτείνω, Κύριοι, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος εἰς 1.50 τουλάχιστον κατ’ ὀκᾶν, ὁπότε πάλιν μένει περιθώριον 30 λεπτῶν ὑπὲρ τοῦ Ἕλληνος βιομηχάνου ἀπέναντι τῶν λεπτοτέρων τσιτίων τῶν ἐξ Ἀγγλίας, ἅτινα φορολογοῦνται ὡς εἴδομεν μὲ 1.20 κατ’ ὀκᾶν. Ἰδοὺ ἡ κλάσις 162, ἥτις περιλαμβάνει 4 δικρόρους κατηγορίας ἀφορώσας μεταξὺ ἄλλων τὰ βαμβακερὰ χειρόμακτρα, μανδήλια, σεντόνια, παραπετάσματα κλπ. κατ’ ἐξοχὴν λαϊκὰ καὶ τῆς μεσαίας τάξεως εἴδη. Φορολογοῦνται μὲ 1.35 ἡ ὀκᾶ, ἤτοι μία πετσέτα καταντᾷ νὰ πληρώνῃ διὰ φόρον 1 δραχμήν! ἐνῷ τὰ λινὰ παρεμφερῆ ἀντικείμενα φορολογοῦνται ἐλαφρότερον, 3 δρχ. κατ’ ὀκᾶν. Προτείνω νὰ συμπτυχθῶσιν αἱ 4 κατηγορίαι τῆς κλάσεως ταύτης εἰς μίαν μὲ δασμὸν 2 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν, ἕως ὅτου ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ δασμολογίου ἐπιφέρῃ καὶ νέαν μείωσιν. Ἰδοὺ ἡ κλάσις 179, ἀφορῶσα εἴδη, ἅτινα ἴσως νὰ μὴ φανῶσιν εἰς ὅλους κοινοτάτης χρήσεως, περὶ τῶν ὁποίων ὅμως διενεργεῖται λόγῳ τοῦ ὑπερόγκου δασμοῦ φρικτὸν λαθρεμπόριον. Πρόκειται περὶ ταπήτων ἐπιστρώσεως παραπετασμάτων κατεσκευασμένων, ἐπικαλυμμάτων, ἐκ μαλλίου ἢ μαλλίου καὶ βάμβακος. Φορολογοῦνται πρὸς 14.50! ἡ ὀκᾶ, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ἐπίσημος εἰσαγωγή μας ἀναγράφει 39 μόνον ὀκάδας. Τὰ λοιπά, λαθρεμπόριον. Πρέπει πάραυτα ὁ φόρος οὗτος νὰ ἐλαττωθῇ εἰς δραχ. 5 κατ’ ὀκᾶν. Ἰδοὺ ἡ κλάσις 181, περιλαμβάνουσα μάλλινα εἴδη, φανέλλας, κουβέρτες, σάλια, καλύμματα κλινῶν, τραπεζῶν κλπ. ὅλα χρησιμώτατα εἴδη. Φορολογοῦνται μὲ 7.25 κατ’ ὀκᾶν· ἐν ἄλλοις λόγοις, μία φανέλλα καταντᾷ νὰ πληρώνῃ δασμὸν δραχμὰς 3, σὺν τῷ δημοτικῷ δὲ καὶ λιμενικῷ δρ. 4! Ὁ φόρος οὗτος πρέπει ἄνευ ἀναβολῆς νὰ περιορισθῇ μέχρι νέας ἐλαττώσεως εἰς δρ. 5. Μὴ λησμονῶμεν δ’ ὅτι ἡ ἐγχώριος βιομηχανία μας εἰσάγει τὰς μαλλίνους κλωστὰς ἀτελῶς, χαρακτηρίζουσα αὐτὰς ὡς ἀλευκάστους ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι λευκαίνονται ἁπλῶς διὰ θείου. Ἰδοὺ μία σοβαρωτάτη κλάσις ἡ τῶν ἐνδυμάτων ὑπ’ ἀριθμὸν 186. Ἡ πρώτη καὶ δευτέρα παράγραφος, περιλαμβάνουσα τὰ μάλλινα ἕτοιμα ἐνδύματα φορολογούμενα, τὰ μὲν θερινὰ μὲ δραχ. 15.95 κατ’ ὀκᾶν, τὰ δὲ χειμερινά, ὡς βαρύτερα, πρὸς δρχ. 11.60. Οὕτω μία ἐνδυμασία καταντᾷ νὰ πληρώνῃ δραχ. 25, ποσὸν λίαν ὑπερβολικόν. Ἔρχεται ὅμως ἡ τρίτη παράγραφος, ἡ σπουδαιοτέρα, ὡς περιλαμβάνουσα τὰ μαλλινοβάμβακα χειμερινὰ καὶ θερινά. Τὸ κατ’ ἐξοχὴν αὐτὸ προσιτὸν λαϊκὸν εἶδος, τὸ λεγόμενον Βιεννέζικον, φορολογεῖται μὲ 5.80 (!!) ἡ ὀκᾶ ἤτοι μία ἐνδυμασία ἀξίας 25 δραχμῶν, καταβάλλει φόρον δραχμῶν 15. Σημειωτέον ὅτι τὸ ὕφασμα τῶν τοιούτων ἐνδυμάτων φορολογεῖται μὲ δρ. 1.30 κατ’ ὀκᾶν, ἐν ἄλλοις λόγοις, μεταξὺ τοῦ δασμοῦ τοῦ ἑτοίμου ἐνδύματος (5.80) καὶ τοῦ δασμοῦ τοῦ ὑφάσματος (1.30), ὑπάρχει μία διαφορὰ 350%. Ὁ φόρος αὐτὸς στερῶν τὸν πτωχὸν εὐπρεποῦς ἐνδυμασίας, εἶναι βάρβαρος. Πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ τοὐλάχιστον εἰς δραχμὰς δύο. Ἰδοὺ αἱ κλάσεις 209 καὶ 210, ἀφορῶσαι τοὺς πίλους. Τὰ ἀκατέργαστα πιλήματα φορολογούμενα πρὸς 72 λεπτὰ ἕκαστον πρέπει πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῆς βιομηχανίας νὰ φορολογηθοῦν μὲ λεπτὰ 30. Ὡσαύτως τὰ ἡμιέτοιμα καὶ βεβαμμένα, ἀντὶ τῶν 1.15, καλὸν εἶναι νὰ πληρώνουν μόνον λεπτὰ 70. Δι’ αὐτὸ ὅμως ἀκριβῶς πρέπει καὶ οἱ ἕτοιμοι πῖλοι, ἡμίψηλα ρεμπούμπλικες, νὰ παύσουν φορολογούμενοι μὲ δρ. 3.62½ λεπτὰ ἕκαστος. Ὁ δασμὸς ὀφείλει νὰ ὑποβιβασθῇ εἰς δρ. 2 ἢ 1½. Σημειώσατε ὅτι εἰσάγονται ἐτησίως 35,000 καπέλλων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μὲ ὅλον τὸν βαρὺν φόρον. Αὐτὴ εἶναι ἡ βιομηχανία μας. Καὶ τέλος ἰδού, Κύριοι, ἡ κλάσις 279, περιλαμβάνουσα ἓν ἐξόχως ἐκπολιτιστικὸν εἶδος τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος, δι’ αὐτὸν ἴσως ἀκριβῶς τὸν λόγον, ἔπληξε δι’ ἀπαγορευτικοῦ δασμοῦ, χωρὶς ἄλλως τε οὐδεμίαν προστατευτικὴν βλέψιν. Εἶναι τὰ ἐκ γενικοῦ λεγομένου μετάλλου ἁπλᾶ, καλαισθητικὰ ἐπιτραπέζια σκεύη, μαχαιροπήρουνα, δίσκοι κτλ., ἀπαραίτητα διὰ λαὸν ἀξιοῦντα ν’ ἀποβλέψῃ εἰς ποιόν τινα πολιτισμὸν καὶ νὰ παραιτήσῃ τέλος τὰ σκεύη τῆς λιθίνης ἐποχῆς ἅτινα βλέπομεν εἰς τὰ Μουσεῖα. Φορολογοῦνται μὲ 14½ δραχμὰς τὴν ὀκᾶν, ἤτοι εἷς δίσκος ζυγίζων δύο ὀκάδας, πληρώνει δασμὸν 29 δραχμάς, ἐνῷ ἡ ἀξία του δὲν ὑπερβαίνει τὰς εἴκοσι. Θὰ εἶχον, Κύριοι, ἀπειρίαν παρατηρήσεων νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ δασμολογίου καὶ πλῆθος ἔτι κλάσεων νὰ ὑποδείξω εἰς ἃς ἐπιβάλλεται τάχιστα σημαντικὴ μείωσις. Δὲν θεωρῶ ἐν τούτοις τὴν στιγμὴν κατάλληλον καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ πράξω τοῦτο διὰ μακρῶν εἰς σκοπιμωτέραν περίστασιν. Θεωρῶ ὅμως τὰς ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδειχθείσας μειώσεις ἐπιβαλλομένας ἀνεξαρτήτως πάσης ἀποφάσεως τῆς δασμολογικῆς ἐπιτροπῆς μας. Καὶ τώρα, πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὴν ζάκχαριν. Βεβαίως ἀπησχόλησα, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀρκετὰ τοὺς συναδέλφους μου καὶ ἴσως νὰ ἐξήντλησα τὸ ἀνῆκόν μοι δικαίωμα ποίας τινος προσοχῆς ἐκ μέρους των. Θ’ ἀρκεσθῶ λοιπὸν εἰς ὀλίγας μόνον παρατηρήσεις. Αἱ θρεπτικαὶ ἰδιότητες τοῦ προϊόντος τούτου εἶναι πλέον γνωσταί, ἔχομεν δὲ ἐκτὸς τοῦ ταμιευτικοῦ καὶ κοινωνικὸν καθῆκον νὰ εὐκολύνωμεν τὴν ὡς οἷόν τε μεγαλειτέραν του κατανάλωσιν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ λανθάνουσα καὶ μόλις σήμερον ἀφυπνιζομένη καταναλωτική μας δύναμις, εἶναι καὶ λόγῳ κλίματος καὶ λόγῳ ἐθίμων καὶ παραδόσεων, κολοσσιαία θὰ γνωρίσῃ δὲ δυσθεώρητα ὕψη εὐθὺς ὡς τὸ πολύτιμον τοῦτο προϊόν καταστῇ πράγματι εὐθηνόν. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἰς τὰ χωρία πωλεῖται ἀκόμη σήμερον πρὸς 1.40 ἡ ὀκᾶ χάρις εἰς τ’ ἀτελῆ μέσα τῆς συγκοινωνίας μας καὶ τὰ διάφορα διαπύλια τέλη. Τὰ πέντε κιλὰ ἅτινα σήμερον ὁ Ἕλλην καταναλίσκει ἐτησίως, θὰ γίνουν εὐκόλως δέκα. Θὰ ὑπερβοῦν δὲ σὺν τῷ χρόνῳ καὶ τὸ ποσὸν αὐτό, ὅταν ἡ ζάκχαρις πωλεῖται εὐκόλως κάτω τῆς δραχμῆς. Ἡ κατανάλωσις τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, τῆς Ἀγγλίας μὲ 37 κιλὰ κατ’ ἄτομον, τῆς Ἑλβετίας μὲ 30, τῆς Δανίας μὲ 29, τῆς Σουηδίας μὲ 20, τῆς Γαλλίας μὲ 20, τῆς Γερμανίας μὲ 19½, μᾶς δεικνύει τὴν κατεύθυνσιν τῆς φορολογίας μας. Ὅτε τὸ πρῶτον ὁ δασμὸς τῆς ζακχάρεως ὑπεβιβάσθη εἰς 57 λεπτά, ἔσπευσα καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας νὰ ἐλεινολογήσω τὸ μέτρον ὡς ἡμίμετρον. Οὔτε τὸ λαθρεμπόριον ἔλεγον θὰ καταπολεμήσητε μὲ φόρον 57 λεπτῶν ῥιζικῶς οὔτε τὴν κατανάλωσιν θὰ ἀναπτερώσητε. Αἱ προρρήσεις μου ἐπηλήθευσαν, δύναταί τις δὲ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ παρατηρηθεῖσα αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς ὀφείλεται ἁπλῶς εἰς μικρὰν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως ἐν τῇ μεσαίᾳ μόνον τάξει. Διὰ τὴν καλύβην τοῦ πτωχοῦ ἡ ζάκχαρις παρέμεινεν ὅπως καὶ πρίν, εἶδος πολυτελείας. Τὰ 11 λεπτά, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀφαιρεῖτε ἐκ τοῦ φόρου τῶν 57 λεπτῶν, δὲν θὰ φέρωσιν εὐεργετικὴν ἀναστάτωσιν εἰς τὴν οἰκιακὴν τοῦ λαοῦ οἰκονομίαν. Ἔχομεν πρὸς τοῦτο ἀνάγκην εὐθηνοτέρας ζακχάρεως καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Κερκύρας κ. Σοκόλην. Πρέπει ὁ φόρος τῆς ζακχάρεως κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Μόνον διὰ τοιούτου φόρου θὰ κατορθώσητε κάτι τι ἁπτόν, θὰ ἐκριζώσητε τελείως τὸ λαθρεμπόριον, θὰ βοηθήσητε τὴν κατανάλωσιν, θ’ αὐξήσητε τὰς εἰσπράξεις σας, μόνον διὰ τοιούτου τρόπου θ’ ἀφήσητε τὸν λαὸν νὰ χορτάσῃ.
§112Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπεβλήθησαν παρ’ ἀξιοτίμων Βουλευτῶν τροπολογίαι ἀναφερόμεναι εἰς τοὺς ξυλάνθρακας καὶ τὰ καλαμπόκια κλπ. Θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ τὰς ἀποσύρωσι διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ τὰς ἀποδεχθῶ ἕνεκα ἐκκρεμότητος ὑφισταμένης περὶ τὰ ζητήματα αὐτά.
§113ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλαὶ πόλεις τῆς Μακεδονίας παραπονοῦνται δι’ ἐμοῦ ὡς πρὸς τὸν δασμὸν τῶν γουναρικῶν, τὴν κατεργασίαν τῶν ὁποίων ἔχουσιν ὡς μόνην βιομηχανίαν.
§114Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰς αἰτήσεις αὐτὰς τῶν πόλεων τῆς Μακεδονίας τὰς ἀπεδέχθημεν.
§115ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αἴτησιν τῆς Καστορίας;
§116Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀκριβῶς περὶ τῆς Καστορίας ἀνέφερα προχθές. Τὰ τεμάχια τὰ ὁποῖα κατεργάζονται ἐν Καστορίᾳ, ἤτοι τὰ ἀποκόμματα λεγόμενα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ κατεργασθῶσιν ἀλλοῦ, ἐκεῖνα θὰ φορολογῶνται διὰ 50 μόνον λεπτῶν.
§117ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτὴ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§118Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά. Τὸ λέγει ὁ νόμος.
§119ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοκόλης.
§121Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Παρακαλῶ, ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ πραγματικῶς πρόκειται νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ τέλη ἑνὸς εἴδους ἀπὸ τὸ ὁποῖον βρίθει ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς δὲν ὠφελεῖται ἀπολύτως τίποτε, διότι ἓν Κράτος κατ’ ἐξοχὴν ναυτικόν, περιβαλλόμενον ἀπὸ θάλασσαν, τῆς ὁποίας ἡ ἐπιφάνεια καλύπτεται ἀπὸ χρυσὸν τὸν ὁποῖον γνωρίζουσι καλὰ καὶ συλλέγουσιν οἱ Ἕλληνες ναυτίλοι καὶ τῆς ὁποίας ὀλίγον ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν εἶναι τελείως ἄγνωστον τὸ περιεχόμενον, διότι οὐδέποτε ἐγένετο μελέτη περὶ τῆς ἁλιείας τῶν ἰχθύων καὶ τοῦ πλούτου ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ὑπ’ αὐτήν, πρέπει καὶ αὐτὸ νὰ ἐξετάσῃ. Ἔχομεν κολοσσιαίαν εἰσαγωγὴν ἰχθύων οἱ ὁποῖοι ὑπὸ διαφόρους μορφὰς ἔρχονται εἰς τὰς ἑλληνικὰς ἀγορὰς καὶ διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐξάγει κατ’ ἔτος ἀρκετὸν ποσόν, κατὰ τὴν τελευταίαν στατιστικὴν π. χ. τοῦ 1912 περὶ τὰ ἓξ ἑκατομμύρια φράγκων. Ἀξίας ἓξ ἑκατομμυρίων ἰχθῦς ἀγοράζει κατ’ ἔτος ἡ Ἑλλὰς ἡ ὁποία περιβάλλεται ἀπὸ θαλάσσας, αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι πλήρεις ἰχθύων, ἀπέναντι δὲ τῆς κολοσσιαίας εἰσαγωγῆς, ἡ ἐξαγωγὴ ὁποία τις εἶναι; Νὰ μοὶ κάμητε τὴν τιμὴν νὰ προσέξητε διότι καταντᾷ κωμικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω. Ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἑλληνικῶν ἰχθύων ἀνῆλθεν τῷ 1912 εἰς 10.000 ὀκάδας, ἀπὸ δὲ τὰ αὐγοτάραχα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι πλοῦτον, εἰς τὰς στατιστικὰς ἀναφέρεται ὅτι τῷ 1912 δὲν ἐξήχθη τίποτε, τῷ 1911 δὲν ἐξήχθη τίποτε, τῷ 1909 ἐξήχθησαν 18 ὀκάδες αὐγοτάραχον ἀπὸ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ τῷ 1908 ἐξήχθησαν 48 ὀκάδες. Ἀπὸ τὴν Κέρκυραν δὲ μόνον δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ἐγὼ ὅτι ἐξάγεται ἕν κολοσσαῖον ποσὸν ἰχθύων νωπῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναφέρονται εἰς τὴν στατιστικὴν ὡς ἐξαγόμενοι. Λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ βεβαίως νὰ ἔχῃ τις μίαν ἐπίσημον βεβαίωσιν περὶ τοῦ τί πλοῦτον μᾶς δίδει τὸ ψάρι τῆς Ἑλλάδος· τοὐναντίον ὅμως εἰξεύρομεν τί πλοῦτος φεύγει ἀπ’ ἐδῶ διὰ τὸ ξένον ψάρι. Ἐξάγομεν μὲν ἰχθῦς, ὧν ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 20.000 δραχ. εἰσάγομεν δὲ ἰχθῦς ὧν ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 6.000.000! Ἐξάγεται καὶ ὁ σπόγγος, τοῦ ὁποίου ὅμως δυστυχῶς ἡ παραγωγὴ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐλαττοῦται καὶ ἑπομένως παραλλήλως ἐλαττοῦται καὶ ἡ ἐξαγωγή. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ παρατηρήσωμεν τί γίνεται εἰς ἄλλα Κράτη, εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς φαινομένου τὸ ὁποῖον πραγματικῶς εἶναι καταπληκτικόν. Ἡ Πορτογαλλία π.χ. εἶναι εἰσαγωγεύς ἐν Ἑλλάδι 203.000 ὀκάδων ἰχθύων, σαρδελλῶν δηλαδὴ παστῶν. Ἡ Αὐστρία ἔρχεται μὲ 216.000· ἀλλὰ ἡ Πορτογαλλία ἔχει μίαν ἐξαγωγὴν ἀπὸ 322.000 milreis, ὅπως εἶναι δηλ. τὸ νόμισμά της, τὸ ὁποῖον ἰσοδυναμεῖ πρὸς 5,25 περίπου, δηλαδὴ ἔχει 1½ ἑκατομμύριον δραχ. κατ’ ἔτος. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἡ περισσότερα σαρδέλλα τῆς Πορτογαλλίας ἡ ὁποία εἰσάγεται ἐν Ἑλλάδι, συσκευάζεται ἐπιτοπίως ὑπὸ Ἑλλήνων οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν ἐκεῖ, διότι εἶναι εἰς θέσιν πολὺ καλυτέραν νὰ συσκευάζωσι τὴν σαρδέλλαν ἐκεῖ παρὰ ἐδῶ ὅπου ἐπίσης ἁλιεύεται ἡ σαρδέλλα καὶ ὅπου ἐπίσης γίνεται παστή. Ἔρχομαι ἤδη εἰς ἄλλο μικρὸν Κράτος, εἰς τὴν Δανίαν. Ἡ εἰσαγωγὴ χρήματος ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἰχθύων εἶναι 7.000.000 κορωννῶν κατ’ ἔτος, δηλ. πρὸς 1 περίπου καὶ 36 ποῦ ἔχει ἡ κορώννα, ἴσον 9.000.000 φρ. Ἡ Σουηδία ἔχει ἐξαγωγὴν ἐπίσης ἕτερα 9.000.000 φρ. μόνον ἐξ ἰχθύων· ἐὰν δὲ ἐξετάσωμεν τὰς στατιστικὰς τῆς Ὁλλανδίας, βλέπομεν ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχουσιν 27.000.000 φιορινίων, κατ’ ἔτος ἐξαγωγὴ ἀπὸ ἰχθῦς, τὰ ὁποῖα πρὸς 2 καὶ 10 τὸ φιορίνιον μᾶς δίδουσι 54.000.000 φρ. καὶ πλέον. Ταῦτα δὲ εἰς ἕν Κράτος τὸ ὁποῖον ἔχει πληθυσμὸν μόλις 5½ ἑκατομμύρια κατοίκων καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοὺς ἐλαχίστους παράγοντας τῆς ἐξαγωγῆς εἶναι αὐτὸ τὸ καταπληκτικὸν ποσὸν τῶν 54.000.000 φρ. Ἡ Νορβηγία δὲ ἡ ὁποία εἶναι εἷς τόπος, ὁ μόνος δυνάμενος νὰ συγκριθῇ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, λόγῳ τῆς ἀφθονίας τῶν κόλπων καὶ τῆς εἰσχωρήσεως αὐτῶν ἐντὸς τῆς στερεᾶς, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκεῖ πλέον οἱ ἰχθῦς ἔχουσι φθάσει εἰς κάτι τι τὸ ὁποῖον εἶναι φανταστικόν. Δὲν ὑπάρχει στατιστικὴ σωρηδὸν, ὅπως εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, ὅπου βλέπομεν ὅτι ἀπὸ ἰχθῦς εἰσάγεται τόσον. Ἡ Νορβηγία ἔχει κεφάλαια καὶ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἰχθύων βλέπομεν ὅτι ἔχει ἕξ κύρια κεφάλαια· πρῶτον ἔχει τοὺς νωποὺς ἰχθῦς· δεύτερον ἔχει τὸν βακαλάον· τρίτον ἔχει τὰς ρέγγας· ὕστερον ἔχει ἄλλα εἴδη ἰχθύων μαζί· ὕστερα ἔχει ἀστακοὺς καὶ τέλος ἔχει καὶ τοὺς μικροὺς ἐκείνους ἰχθῦς τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν βεβαίως ἢ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας γνωρίζει τὸ ὄνομα, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἑλληνιστὶ πῶς λέγονται, τὰ ἀνσοά.
§122Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως νομίζετε ὅτι εἶναι ἰχθυολόγος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας;
§123Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τόσον τὸ καλλίτερον ποῦ δὲν τὰ ἐξεύρει κανείς. Τὰ ἀνσοὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ μικρά, τὰ μυρωδάτα.
§124Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰ ῥεγγάκια;
§125Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν εἶναι ῥεγγάκια. Ἄλλως τε τὸ ψάρι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἰδικόν σας.
§126Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ εἶμαι καὶ ἰχθυολόγος καὶ δασολόγος καὶ ὅλα τὰ ἄλλα.
§127Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἦσθε περισσότερον ἰχθυολόγος παρὰ δασολόγος.
§128ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καθὸ Πατρινὸς μάλιστα.
§129Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀπὸ τοὺς νωποὺς ἰχθῦς ἡ Νορβηγία ἔχει 6.275.000 κορωννῶν εἰσόδημα, ἀπὸ τὸν βακαλάον ἔχει 30.000.000 κορωννῶν, ἀπὸ τὰς ῥέγγας 10,000,000 κορωννῶν, ἀπὸ τοὺς ἄλλους (δὲ ἰχθῦς) τοὺς ἁλιπάστους 5.000.000, ἀπὸ δὲ τὰ ἀνσοά, ἀπὸ τὰ χαψιά, ἂς τὰ εἴπωμεν οὕτω, 890.000, καὶ ἀπὸ τοὺς ἀστακοὺς 914.000 κορωννῶν εἰσόδημα· ἐν ὅλῳ δηλαδὴ ἔχει 51.835.000 εἰσόδημα μόνον ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς θαλάσσης. Αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς ἂς τοὺς φέρωμεν εἰς παραλληλισμὸν πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἡ ὁποία εἶναι πλήρης ἀπὸ ἰχθυοτροφεῖα, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς θαλάσσης σχεδὸν καὶ θὰ ἴδωμεν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μία σοβαρὰ ὁμιλία περὶ ἰχθύων ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία ἔχει τόσους πολλοὺς ἰχθῦς καὶ ἡ ὁποία ὑποχρεοῦται νὰ τρέφῃ τὸν λαόν της μὲ βακαλάον ἢ ῥέγγας διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ λαὸς νὰ εἴπῃ ὅτι τρώγει κάτι τι ἀπὸ τὴν ψαρικήν της. Ταῦτα εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν λύονται βεβαίως ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ.
§130Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ὅμως τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἕως τώρα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ;
§131Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀναβαίνομεν ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ διδασκώμεθα, θὰ εἶμαι δὲ πολὺ εὐτυχὴς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μοὶ εἴπητε ὅτι ἔκαμέ τι.
§132Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§133Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐγὼ λέγω τί ἔγινεν ἕως τώρα.
§134Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ πῶς δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖράς σας ἓν φυλλάδιον τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος αὐτοῦ — διότι δὲν εἴχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα κανένα εἰδικὸν ἀτυχῶς — ὁ ἰταλὸς Vicing ierra Ἰταλιστὶ συνέγραψε αὐτὸ καὶ μετεφράσθη καὶ διενεμήθη εἰς πλείονα ἀντίτυπα καὶ μάλιστα διέταξα νὰ διανεμηθῇ καὶ εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς.
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐλάβομεν, δὲν ἐλάβομεν.
§136Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν πταίω ἐγὼ ἐὰν δὲν τὸ ἔλαβον ἀκόμη.
§137ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ καταλήγει εἰς συμπεράσματα ὡρισμένα μεταξὺ δὲ τῶν συμπερασμάτων αὐτοῦ εἶναι ὅτι χρειάζεται ὑπηρεσία εἰδική, διότι ἔχει καὶ αὐτὸς τὴν γνώμην, μετὰ τὴν μελέτην τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ πληθώρα ἰχθύων. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲ τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἤδη ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προτείνεται ἡ ἵδρυσις τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς ἐπειδὴ ὅμως προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς ἔπρεπε νὰ εἶναι ἄνθρωπος εἰδικὸς καὶ ἐπειδὴ τοιοῦτον δὲν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, ἐστείλαμεν ἕνα ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ κ. Vinciguerra εἰς πολλὰ μέρη τῶν ἰχθυολογείων τῆς Ἑσπερίας, καὶ εἶναι ἤδη κατηρτισμένος ἀρκετά, ὄχι ὅμως διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προϊστάμενος τῆς ὅλης ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦδε. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι δὲν θὰ ἦσαν πεταμένα χρήματα αὐτά· τουναντίον θὰ ἦτο κερδοφόρος δαπάνη, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ προμηθευθῇ εἰδικὸν ἐξ ἄλλου Κράτους ἵνα ὀργανώσῃ καὶ διευθύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν. Σκεφθέντες τοῦτο ἀπεφασίσαμεν νὰ ζητήσωμεν αὐτὸν τοῦτον τὸν μελετήσαντα τὰ τῆς Ἑλλάδος. Ὁμολογοῦμεν ὅτι εὑρέθημεν πρὸ δυσχερειῶν, διότι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις παρετήρησεν ὅτι ἔμελλε νὰ τῆς ἀφαιρέσωμεν τὸν καλλίτερόν της ὑπάλληλον. Ἀλλ’ ἐπεμείναμεν εἰς τὴν παράκλησίν μας καὶ πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐδόθη ἡ συγκατάθεσις τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔρχεται νὰ ἀναλάβῃ τριετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ τὸν συστήσω εἰς ὑμᾶς νὰ τὸν βοηθήσητε, ἂν θέλητε.
§138Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ τελευταῖον μὴ τὸ κάνετε.
§139Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλετε;
§140Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὄχι· εἶναι κάτι τι ἐθνικόν.
§141Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
§142Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀκριβῶς, ἡ ἔκθεσις ὑμῶν πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἡμετέρας ἐργασίας, αὐτή μοι δίδει ἀφορμὴν νὰ σᾶς εἴπω τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἶχον νὰ κάμω ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα. Ὑπάρχει μελέτη ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς σαρδέλλας ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, δηλαδὴ περὶ τοῦ ῥεύματος τῶν σαρδελλῶν, αἱ ὁποῖαι διέρχονται ἀπὸ τὸ Ἰόνιον καὶ τὸ Αἰγαῖον καὶ αἱ ὁποῖαι γίνονται ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως ἐν Λευκάδι, Κερκύρᾳ Χαλκίδι καὶ Ξηροχωρίῳ, ὁπόθεν εἶναι γνωστὸν ὅτι διέρχονται ῥεύματα σαρδελλῶν. Δὲν εἶναι ὅμως γνωσταὶ αἱ ἐποχαὶ καθ’ ἃς διέρχονται αἱ σαρδέλλαι καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν θὰ συλληφθῶσι, διότι αὐτὸ τὸ εἶδος ἀποτελεῖ σπουδαιότατον πλοῦτον εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῶσι κατὰ τὸ μικρὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον διέρχονται. Δι’ αὐτὸ βλέπομεν ὅτι ἐν τοῖς παραλίοις τῆς Γαλλίας ἡ ἁλιεία τῆς σαρδέλλας εἶναι καταπληκτική. Ἐν Ἑλλάδι βεβαίως ἔχομεν μόνον σαρδέλλαν, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἔχωμεν ῥέγκας, οὔτε βακαλάον τόσον ἀφθόνως ὅσος εἶναι ἐκεῖ. Ἔχομεν ἐν τούτοις καὶ εἴδη τὰ ὁποῖα εἶναι περαστικὰ καὶ ἀξίας, ὡς εἶναι ἡ σαρδέλλα, τὰ ἀνσοὰ (ἀντζοῦγες) καὶ οἱ τόννοι οἱ ὁποῖοι περνῶσι καταπληκτικῶς. Ἦσαν δὲ αὐτοὶ οἱ ἰχθῦς γνωστοὶ καὶ εἰς τοὺς ἀρχαίους ἀκόμη, διότι εἰς ἓν εἰδύλλιον τοῦ Θεοκρίτου ἀναφέρεται ὅτι ὑπῆρχε τις ὁ ὁποῖος κατεσκόπευε τὰς θῖνας, εἰς τὴν Γαλάτειαν τοῦ Θεοκρίτου· «ἀπ’ ἐκεῖ ὅθεν τὰς θῖνας σκοπιάζεται Ὄλπις ὁ γρυπεύς», διότι ἐγνώριζεν πόθεν διέρχονται καὶ ἡλίευεν αὐτάς. Σήμερον ἐν Γαλλίᾳ γίνεται μεγάλη ἐργασία ἐπὶ τῶν τόννων καὶ μεγάλη ἐξαγωγὴ ἰχθύων διερχομένων καὶ ἀπὸ τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας, ἐξ ὧν ὅμως οὐδέν, ὡς εἶπον, ὠφελεῖται ἡ Ἑλλάς, διότι ἐλάχιστοί τινες ἐξ αὐτῶν συλλέγονται. Διὰ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐργασία τῆς παρατηρήσεως τῶν περαμάτων τῶν ἰχθύων καὶ τῶν μερῶν ἐξ ὧν διέρχονται, δὲν φρονῶ ὅτι θὰ εἶναι συντελεστικὴ ἡ ἵδρυσις μιᾶς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου θὰ μελετήσῃ κυρίως τὰ ἰχθυοτροφεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι σπουδαιότατα καὶ μεγάλης παραγωγῆς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὠφελήσῃ τὴν παραγωγικὴν καλλιέργειαν. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν περαμάτων τῶν ἰχθύων, ἀπαιτεῖται ἄλλη ἐργασία. Ἐν Ἀγγλίᾳ τοὐλάχιστον ἐγένοντο διὰ τοῦτο πολλαὶ ἀποστολαὶ ἀγγλικαὶ· ἐν τῷ παρελθόντι ἀπεστάλησαν πολλοὶ εἰδικοὶ ἐπιστήμονες οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν τοὺς ἰχθῦς ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐμφανίσεώς των καὶ ἐσημείωσαν τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν παρηκολούθουν, ἐγένοντο δὲ τοιαῦται μελέται ὥστε νὰ παρουσιάζηται ἡ Ἀγγλία σήμερον ὡς ἓν κράτος τοιοῦτον τοῦ ὁποίου εἶναι περιττὸν ν’ ἀναφέρωμεν τὰς στατιστικὰς. Ἐγὼ δὲν ἀναφέρω παρὰ στατιστικὰς μικροῦ Κράτους Δυνάμεως σχεδὸν ἐφαμίλλου πρὸς τὴν Ἑλλάδα οὐχὶ δὲ μεγάλων Κρατῶν τῶν ὁποίων οἱ ἀριθμοὶ εἶναι πλέον ἢ καταπληκτικοί. Ἔχομεν ἀνάγκην, προκειμένου περὶ τῆς καλλιεργείας τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ πλούτου αὐτῆς, νὰ κάμωμεν ἐργασίαν μεγάλην, ἡ ὁποία θὰ στοιχίσῃ πολλὰ χρήματα εἰς τὸ Δημόσιον· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λυπηθῇ τις δι’ αὐτά, διότι αὐτὸς εἶναι πραγματικὸς πλοῦτος, πλοῦτος ἀνεκμετάλλευτος, τὸν ὁποῖον εἶναι τελείως ἕτοιμος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ βοηθήσῃ, διότι μὴ δυνάμενος νὰ τρώγῃ νωποὺς ἰχθῦς τρώγει τὰ ξένα ἁλίπαστα, διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνει 6.000,000 δραχ. εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν βοηθήσωμεν πρὸς ἀπόκτησιν τῆς καταπληκτικῆς ταύτης ἐργασίας, ἥτις καὶ αὐτὸν θὰ ὠφελήσῃ καὶ τὸ Κράτος, τῆς ἁλιείας τῶν ἰχθύων, τοῦ μεγάλου τούτου πλουτολογικοῦ παράγοντος, ὁποῖος δὲν εὑρίσκεται παρὰ δύο μόνον μέτρα καὶ ὀλιγώτερον ἴσως ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης. Οἱ ἀριθμοὶ οἵτινες ἐδῶ παρατάσσονται καὶ οἱ ἀριθμοὶ τῆς σπογγαλιείας, ἀποδεικνύουσιν ὅτι δὲν λείπει ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἡ προθυμία καὶ ἡ θέλησις τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λείπει ἐδῶ εἶναι ἡ ὁδηγία, ἡ ἀσφαλὴς, δι’ ἧς θὰ καθίστατο σπουδαιοτάτη βιομηχανία ἐν ὡρισμένῃ ἐποχῇ ἐν Ἑλλάδι. Μὴ λησμονῶμεν δὲ ὅτι οἱ ἰχθῦς αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς δὲν εἶναι ἀντικείμενον μόνον βιομηχανίας. Ἀπὸ τὴν μορφὴν τῶν ἰχθύων γνωρίζομεν τί λείπει. Ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει ὅτι ἡ σαρδέλλα καὶ ὁ βακαλάος δὲν ἔχουσι κεφαλήν. Διατί τοῦτο; Διότι αἱ κεφαλαὶ αὐταὶ χρησιμοποιοῦνται εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὅπου ὑπάρχει παρομοία βιομηχανία ἡ ὁποία ἐκμεταλλεύεται διὰ κατασκευὴν ψαρόκολλας καὶ ἄλλων προϊόντων. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἀπὸ τὰ περιττεύοντα μέρη τῶν ἰχθύων αὐτῶν, παράγεται πρώτης ποιότητος ἔλαιον, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖται ὡς σάπων, καὶ δι’ αὐτὸ ἐξηγεῖται πῶς ἡ Ἀγγλία κάμνει τὸ καλλίτερον ἔλαιον· διότι ἔχει σχεδὸν δωρεὰν τὴν πρώτην ὕλην. Ἔχομεν προσέτι καὶ τὴν ὠφέλειαν τῶν γεωργικῶν προϊόντων, διότι ἡ σαρδέλλα τοῦ κουτιοῦ θέλει ἔλαιον ἐκλεκτῆς ποιότητος. Ἑπομένως θὰ δώσωμεν ὤθησιν εἰς τὴν γεωργίαν ἡμῶν. Ἔχομεν λοιπὸν τοὺς ἰχθῦς καὶ ὡς βάσιν δεύτερον ἔχομεν τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἐλαίου, τοῦ ὁποίου ἡ κατασκευὴ καὶ ἡ ἀπόσταξις θὰ γίνεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἔχωμεν πρώτης ποιότητος τοιοῦτον, ὅπως ἐν Κερκύρᾳ, ὅπου ἡ ποιότης τοῦ ἐλαίου, ἔχει φθάσει εἰς τὸ ἰδεῶδες, καθότι ἡ ζήτησις προέρχεται ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα γίνεται ἡ παρασκευὴ τῶν σαρδελλῶν καὶ ὅλων τῶν ἰχθύων διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἀνάγκη ἐλαίου. Δι’ αὐτὸ βλέπομεν μεγάλας τιμὰς καὶ ἀρίστην ποιότητα καὶ τοῦτο γίνεται ἐπειδὴ δὲν εἶναι ῥεύματα, εἶναι δὲ καὶ στενὰ καὶ τὰ ψάρια εἶναι νοστιμώτερα ἀπὸ τὰ ψάρια τῆς θαλάσσης. Ἔχομεν λοιπὸν ὅλα τὰ στοιχεῖα μιᾶς βιομηχανίας τὴν ὁποίαν δυνάμεθα ν’ ἀναπτύξωμεν, ἀλλὰ βιομηχανίας, ἡ ὁποία δυστυχῶς μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἀνεπτύχθη ὅσον ἔπρεπε, διότι λείπει ἡ καθοδήγησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ παρὰ μόνον ἐκ τοῦ Κράτους μὲ μεγάλας δαπάνας καὶ ἐπιμένω τοιαύτας, ὥστε νὰ δώσωμεν βεβαιότητα εἰς ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀσχοληθῶσιν ὅτι εἶναι πραγματικῶς ἐπικερδὴς ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τόσα ἔτη ἀδίκως χάνομεν. Εἶναι ἑπομένως μία εὐκαιρία ἐκτὸς τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας λέγει διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἰχθυοτροφείων, διότι εἰς αὐτὰ θ’ ἀποβλέπῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου. Πρέπει ἑπομένως νὰ προσέξωμεν, νὰ μελετήσωμεν τὴν θάλασσαν ἡμῶν, νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῶμεν καὶ νὰ μὴ φεισθῶμεν δαπανῶν ἵνα δυνάμεθα νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν καὶ τὰ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης, διότι τὰ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας γνωρίζει καλὰ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ συλλέγει τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον ἐπ’ αὐτῆς εὑρίσκεται.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§144Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ δηλώσῃ τίνες εἶναι αἱ τροπολογίαι ἐκεῖναι τὰς ὁποίας σκέπτεται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ τὰς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει.
§145Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αἱ τροπολογίαι εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2ου. Θὰ σᾶς δώσω αὐτὰς ἐντύπους.
§146Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πότε;
§147Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ τὰς ἔχητε κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§148Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ τὰς ἔχωμεν εἰ δυνατὸν αὔριον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ τὰς μελετήσωμεν.
§149Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ προστεθῶσιν ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου καὶ αἱ ἑξῆς ἀκόμη τροποποιήσεις (ἀναγινώσκει)· «καὶ ἡ κλάσις 150 βάμβακος—διότι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ μὴ ἐπεκταθῇ ἡ ἀτέλεια αὐτῆς εἰς τὰς νέας χώρας—ἐπεκτείνεται».
§150ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλη;
§151Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι ἄλλη. Ἐπίσης εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 3, προστίθεται ἐδάφιον συμφώνως πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, διατί νὰ ὑπάρχῃ κενὸν εἰς τὴν νομοθεσίαν ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀτελῶς εἰσαγόμενα εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ μὴ περιλαμβανόμενα εἰς τὴν ἀτέλειαν. Ταῦτα, ἐφ’ ὅσον μεταβαίνουν εἰς τὰς νέας χώρας, περιλαμβάνεται διάταξις διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται ὅτι θὰ δασμολογῶνται (ἀναγινώσκει)· «Τὰ ἀτελῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰσαγόμενα εἴδη καὶ μὴ περιλαμβανόμενα εἰς τὴν ἄνω κατηγορίαν μεταφερόμενα ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὰς προσαρτηθείσας χώρας, θὰ δασμολογῶνται». Αἱ τροπολογίαι αὗται θὰ διανεμηθῶσιν αὔριον. (Ψηφίζονται τὸ ἄρθρον 2, εἶτα δὲ τὰ ἄρθρα 3–7).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 8 ἄρθρου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Τομπάζης.
§153Ι. ΤΟΜΠΑΖΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ· ἔχω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§154Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω· ἀναμείνατε κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν.
§155Ι. ΤΟΜΠΑΖΗΣ. Πολὺ καλά. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 8–14 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§156Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἔχομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ δωδεκατημόριον τοῦ Μαρτίου.
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν.
§158Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 10 μ.μ., διότι θὰ συζητήσωμεν τὸ «περὶ διοικήσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως» νομοσχέδιον.
§159ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὔριον εἶναι ἑορτή· εἰς τὰς 10 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν, διότι τὸ νομοσχέδιόν σας γνωρίζετε ὅτι θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Δὲν ὑπάρχει ἐπείγουσά τις ἀνάγκη.
§160Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, οἷον εἶναι τὸ περὶ οὗ γίνεται λόγος, εἶναι νομοσχέδιον ὑψίστης σπουδαιότητος δι’ ὁλόκληρον τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἡμῶν σύστημα, δὲν δύναται δέ...
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συζητεῖται αὐτό.
§162Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν θὰ ἐπανέλθωμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ ἔναρξις συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀποτελεῖ ὕψιστον καθῆκον, συζήτησις δὲ τοιαύτη θέλει γίνει κατὰ τὰς μεταμεσονυκτίους σχεδὸν ὥρας τῆς παραμονῆς τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς. Θὰ ἦτο εὐκταῖον ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ θέματος τούτου ἀμέσως μετὰ τὴν ἑορτήν, μεθαύριον.
§163Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τῇ προτάσει τοῦ κ. Συναδέλφου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἀπεφασίσθη νὰ ἐπαναληφθῇ εἰσηγουμένου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ συνεδρίασις μετὰ τὸ δεῖπνον. Ἐὰν ἡ Ἡμερησία Διάταξις περιλαμβάνει τὸ ἐκπαιδευτικὸν νομοσχέδιον καὶ ἐὰν ὁ ὑπομνήσας εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅτι θὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ τὸ δεῖπνον τυγχάνει νὰ εἶναι Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, δὲν σημαίνει ὅτι θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Προσθέτω δὲ ὅτι τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια κεῖνται πρὸ τῆς Βουλῆς πρὸ τεσσάρων μηνῶν, ὅτε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὑποτίθεται ὅτι πάντες οἱ κ. κ. Συνάδελφοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ συζητήσωσι, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὁ θελήσας νὰ φέρῃ τὴν ἀντίρρησιν ἀξιότιμος κ. Βουλευτής.
§164Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὡς ἐκ τῆς ὥρας νὰ γίνῃ συζήτησις.
§165Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν συζητεῖται ἂν τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη πρὸ καιροῦ εἰς τὴν Βουλήν, οὐδὲ ἂν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον, εἶναι παρεσκευασμένοι ἢ μή. Πρόκειται περὶ τοῦ ἀπολύτως ἀκαταλλήλου τῆς ὥρας ἵνα γίνῃ συζήτησις. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, δύναται νὰ τὴν ἔχῃ, βεβαιῶ ὅμως αὐτόν, ὅτι μεθ’ ὅσα εἶπε καὶ διὰ τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι τῷ ἐξέφυγον, δὲν μὲ ἔπεισε περὶ τοῦ ἐναντίου, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ἔπεισε καὶ ἄλλους ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένων.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον τῆς χρήσεως τοῦ 1914». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10 μ. μ. ὅτε θὰ ἐπανέλθωμεν. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 30′ μ. μ.) Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 10 30′ μ. μ.).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Γόντικας, Ἀγ. Σλῆμαν, Σπ. Θεοδωρόπουλος καὶ Δ. Χατζηγιάννης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ δασμολογίου». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως τῆς Δημοτικῆς καὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως». Ἅρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§168Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς πολίτης αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συγχαρῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας διὰ τὴν τόσον μεταρρυθμιστικὴν ἐργασίαν, ἣν παρουσίασεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶναι δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐτυχέστερος καὶ κατὰ τοῦτο τῶν προκατόχων αὐτοῦ, διότι καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία εἶναι τώρα μᾶλλον παρεσκευασμέναι ἵνα ἐνισχύσωσι πᾶσαν ἀγαθὴν προσπάθειαν, τείνουσαν πρὸς ἀνάπλασιν καὶ ἀνακαίνισιν τῶν καθ’ ἡμᾶς ἐκπαιδευτικῶν πραγμάτων. Εἶναι δὲ κοινὸς ὁ πόθος ὅπως τὸ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα ἐφαρμοσθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτιώτερον καὶ βελτιώτερον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις διὰ τῶν νομοσχεδίων του ἐδείχθη τόσον ἐγκρατὴς τῶν ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων, δὲν θὰ μὲ παρεξηγήσῃ ἐὰν τῷ ἀρνηθῶ τὸ ἀλάθητον τοῦ Πάπα. Τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν ἐθνικωτέρων ζητημάτων, καὶ διὰ τοῦτο ὅσον εὔλογος εἶναι ἡ ἀξίωσις τῶν δυναμένων νὰ ἔχωσιν ἔγκυρον γνώμην, ὅπως ἀκουσθῶσιν ἐπ’ αὐτῶν, ἐπὶ τοσοῦτον ἀντίστοιχος εἶναι καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως μετὰ προσοχῆς παρακολουθῇ ὅσα λέγονται ἐπ’ αὐτοῦ, εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς. Ἐρχόμενος εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, θὰ εἶχον νὰ ἐπιφέρω τινὰς παρατηρήσεις, εἰς ἃς θὰ παρεκάλουν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ προσέξωσιν. Κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον θ’ ἀποτελῆται ἐκ τριῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐκλεγομένων κατὰ περιόδους καὶ ἐξ ὀκτὼ μονίμων συμβούλων. Ὡς γνωστὸν, τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον ἀποτελεῖται μόνον ἐκ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Εἶναι προφανεῖς οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἵνα περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν εἰς τρία μέλη εἰς τὸ νῦν ἱδρυόμενον ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, αὐτοὶ οἱ λόγοι συνηγοροῦσιν, ὅπως ἀπαλλάξῃ τελείως τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ἀπὸ τῶν βαρῶν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Ὄλοι οἱ καθηγηταὶ μοὶ εἶναι συμπαθεῖς καὶ σεβαστοί, τινὲς μάλιστα ἐκ τούτων μὲ τιμῶσι καὶ διὰ τῆς προσωπικῆς των φιλίας. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα μόνον ἀπὸ ἀντικειμενικῆς ἀπόψεως, ἀποβλέπων εἰς τὴν βελτιωτέραν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου. Δυοῖν θάτερον θὰ συμβῇ. Ὁ καθηγητὴς θὰ εἶναι συγχρόνως καὶ μέλος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου μὴ δυνάμενος τότε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἀμφότερα τὰ ἔργα, κατ’ ἀνάγκην θὰ θεωρῇ ὡς πάρεργον τὸ ἓν τούτων. Ἀλλ’ εἴτε εἰς τὸ Πανεπιστήμιον εἴτε εἰς τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον ἀποδειχθῇ κατ’ ἀνάγκην ἀνεπαρκής, ἡ ζημία θὰ εἶναι προφανής. Ἡ πεῖρα ἐκ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τοῦτο μᾶς μαρτυρεῖ, διότι, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὸν, ὅτι καθηγητὴς καὶ μέλος τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου προσυπέγραψεν ἔγγραφον σπουδαιότατον, διὰ τοῦ ὁποίου διηνοίγετο χάσμα μεταξὺ ἐποπτικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ὑπέγραψε τὸ ἔγγραφον τοῦτο χωρὶς νὰ ἀναγνώσῃ αὐτό, μετὰ τὸν δημιουργηθέντα δὲ θόρυβον ἀνεκάλεσε τὴν ὑπογραφήν του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ τις ὅτι ὅλα τὰ μέλη τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου παρακολουθοῦσι μεθ’ ὅσης ἁρμόζει ἐπιμελείας τὰ ἔργα τῆς συνήθους μάλιστα ὑπηρεσίας τοῦ συμβουλίου. Ἡ ἀξία τῶν παρατηρήσεων τούτων αὐξάνει ἀκόμη περισσότερον, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τοῦ θεσπιζομένου ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου τὰ ἔργα καὶ ἡ ἀποστολὴ θὰ εἶναι ἀκόμη μεγαλειτέρα τῆς τοῦ Ἐποπτικοῦ συμβουλίου, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον ἔχει τὴν ἀποστολὴν νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐπιτυχίαν ἢ μὴ ἑνὸς νέου συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγκαινισθῇ ἀπὸ τοῦδε. Ἀλλὰ ζητῶ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν καθηγητῶν καὶ χάριν τῆς ἀποκεντρώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι εἰς πάντας γνωσταὶ αἱ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ διαιρέσεις τῶν καθηγητῶν. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ αὐτούς. Ἴσως νὰ εἶναι καὶ πρόξενοι προόδου, λόγῳ τῆς ἐπιστημονικῆς ἁμίλλης τῶν καθηγητῶν, ἀλλὰ θέλω αὐτοὺς νὰ μένωσιν ἕως ἐδῶ, εἰς τὸ ἐπιστημονικὸν ἐπίπεδον. Δὲν θὰ ἤθελον ὅμως οἱ ἐκπαιδευόμενοι νὰ βαυκαλίζωνται μὲ τὴν ἐλπίδα, ἔστω καὶ πεπλανημένην, ὅτι ἀκολουθοῦντες ὡρισμένην μερίδα, θὰ ἔχωσιν ἐν τῇ ἐπαγγελματικῇ αὐτῶν σταδιοδρομίᾳ ταύτην τὴν εὐμένειαν ἢ ἐκείνην τὴν δυσμένειαν ἐκ μέρους τῶν ρυθμιστῶν τῆς τύχης τοῦ διδάσκοντος προσωπικοῦ. Καὶ συνηγορῶ ἀκόμη ὑπὲρ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἀπὸ τῶν ἔργων τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου καὶ χάριν τῆς πνευματικῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ διδασκάλου. Μοὶ διηγήθησαν ἐπεισόδιον γενόμενον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν διδακτικῶν βιβλίων. Ὑπέβαλεν ἔργα εἷς καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ εἷς λειτουργὸς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἐξ ὧν ἡ ἐπιτροπὴ ἐνέκρινε τὸ ἔργον τοῦ καθηγητοῦ. Ὁ διδάσκαλος, νομίσας ὅτι τὸ ἰδικόν του ἔργον ἦτο καλλίτερον, προέβη εἰς κρίσιν τοῦ ἔργου τοῦ καθηγητοῦ, ἣν καὶ ἐδημοσίευσεν. Μέλος τι τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου ἐθεώρησεν ὅτι ἡ κρίσις τοῦ διδασκάλου ἀπετέλει πρᾶξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὴν ἱεραρχικὴν πειθαρχίαν τοῦ κλάδου καὶ κατήγγειλεν αὐτὸν εἰς τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον καὶ ἔδωκεν ψῆφον εἰς τὸ συμβούλιον, εἰς ὃ ἔλαβε μέρος, καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς καταγγελίας του· μηνυτὴς καὶ συγχρόνως δικαστής. Λοιπὸν ἂς ἀφήσωμεν τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· ἂς ἀφήσωμεν αὐτοὺς εἰς τὸ καθηγητικόν των ἔργον, ὅπερ εἶναι ἐπίσης μέγα καὶ εὐγενὲς ἐφ’ ὅσον τείνει νὰ καταστήσῃ τὸ ἰδικόν μας Πανεπιστήμιον ἐπιστημονικῶς ἰσότιμον πρὸς τὰ Πανεπιστήμια τῆς λοιπῆς Εὐρώπης. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Συμβούλιον, ἐὰν θὰ εἶναι ἑνιαῖον ἢ θὰ εἶναι δύο, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν ἀξιοτίμου Συναδέλφου, ἐδήλωσεν ὅτι ἐὰν ἐπείθετο ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων, δὲν θὰ ἠρνεῖτο, ὅπως τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον εἰς ὡρισμένα ζητήματα διχασθῇ εἰς δύο. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ μεταβληθῇ. Θὰ ἔχῃ ἕνα πρόεδρον κοινὸν καὶ θ’ ἀποφασίζῃ ὡς ἑνιαῖον συμβούλιον εἰς τὰ ζητήματα, ὅσα ἀνάγονται γενικώτερον εἰς τὴν ὅλην ἐκπαίδευσιν· ἀλλὰ προκειμένου περὶ ζητημάτων προσωπικῶν, ζητημάτων εἰδικωτέρας σημασίας, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἐὰν τὸ συμβούλιον ἐχωρίζετο εἰς δύο διακεκριμένα τμήματα, τὸ ἓν διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, τὸ ἕτερον διὰ τὴν δημοτικήν. Εἶναι πολλοὶ οἱ λόγοι, οἵτινες συνηγοροῦσιν εἰς τὴν κατανομὴν ταύτην τῶν ἔργων τοῦ Συμβουλίου, καὶ πρῶτον τὰ πλεονεκτήματα ὅσα γενικῶς προτείνονται ὑπὲρ τοῦ καταμερισμοῦ ὅλων τῶν ἔργων. Ἀλλὰ καὶ τὸ κῦρος τοῦ συμβουλίου θὰ εἶναι μεγαλείτερον καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ ἀποτελεσματικώτερον, ἐὰν οἱ μὲν διδάσκαλοι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως γνωρίζωσιν ὅτι θὰ κρίνωνται καὶ θὰ παρακολουθῶνται ὑπὸ συμβουλίου ἐκπαιδευτικοῦ, εἰδικοῦ διὰ τὸν κλάδον αὐτῶν, οἱ δὲ λειτουργοὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ὅτι θὰ παρακολουθῶνται ὑπὸ συμβούλων εἰδικῶν διὰ τὸν ἄλλον κλάδον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ καὶ τὸ γόητρον τοῦ συμβουλίου ἐπιβάλλει τὴν εἰς δύο διαίρεσιν τοῦ συμβουλίου, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 6 παράγραφος 5, μέλη τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου θὰ δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἄρα καὶ δημοδιδάσκαλοι. Οὗτοι θὰ εἶναι τέσσαρες. Τὸ συμβούλιον θὰ συνεδριάσῃ ἐν ἀπαρτίᾳ μὲ ἕξ μέλη. Θὰ ἦτο λοιπὸν δυνατὸν εἰς μίαν συνεδρίασιν νὰ ἔχωμεν δύο μέλη ἐκ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τέσσαρα ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ αὐτὰ νὰ συμπέσῃ νὰ κρίνωσι περὶ τῶν προσόντων καὶ τῆς ἀξίας γυμνασιάρχου ἢ ἄλλου λειτουργοῦ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἐλπίζω ὅτι εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην. Ἔχω καὶ ἄλλας παρατηρήσεις νὰ κάμω τὰς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§169Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύομεν ὅτι καὶ πάλιν ἡ παρουσία ἡμῶν ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ τὸ ὅτι ἐπιλαμβανόμεθα ἑκάστοτε — προκειμένου περὶ ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων — τῆς συζητήσεως αὐτῶν, θὰ ὑποληφθῇ ὅτι προέρχεται ἐκ λόγων οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ παρεξηγῶνται ἢ ὅτι ὁπωσδήποτε θίγουσι τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Τοὐναντίον, ἐπὶ τὸ βῆμα μὲ ἄγει ὁ πόθος καὶ μόνον τοῦ νὰ ἴδωμεν βελτιουμένην τὴν ἡμετέραν παιδείαν. Τοῦτο ἄλλως τε ἐπράξαμεν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, προκειμένου ἰδίως περὶ τῆς συζητήσεως τῶν ὀργανισμῶν τῶν δύο Πανεπιστημίων, διότι πολλάκις ἐλάβομεν τὸν λόγον. Ἄλλως τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπιζητεῖ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεώς του, ἀναφέρων ὅτι «ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐπικαλούμεθα τὴν ὑμετέραν προσοχὴν καὶ ἀπεκδεχόμεθα τὴν ὑμετέραν συνεργασίαν πρὸς βελτίωσιν αὐτοῦ». Ἐπιμένομεν εἰς τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἐφέραμεν εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποσπασθῇ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων καὶ συζητηθῇ προκαταβολικῶς τρόπον τινά, διότι ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἡ ὁποία τυγχάνει ὅλως ἀναπόσπαστος ἀπὸ τὴν ὀργάνωσιν, καθότι θὰ ψηφισθῶσι μέτρα διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα προσκρούουσιν εἰς τοὺς νόμους τοὺς καθεστῶτας, προκειμένου περὶ πολλῶν ζητημάτων. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου, εἶναι ἓν εἶδος προαποφάσεως τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν τύχην τῶν ἄλλων ὀργανωτικῶν νομοσχεδίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς στοιχειώδους. Ἂς ὑποθέσωμεν ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχεται τὸν θεσμὸν τῶν Γενικῶν Ἐπιθεωρητῶν. Τότε, ἐὰν δὲν γίνῃ παραδεκτὸς ὁ θεσμὸς οὗτος, θὰ ψηφισθῇ ἄλλο νομοσχέδιον προκειμένου περὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν θεσπιζομένων δέκα καὶ τεσσάρων αὐτῆς περιφερειῶν; Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐνομίζον ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου περὶ διοικήσεως. Τὸ ἄρθρον 2, προκειμένου περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου, λέγει ὅτι τοῦτο ἀνάγκη νὰ εἶναι ἑνιαῖον καὶ νὰ ἀποτελῆται ἐκ τριῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὀκτὼ μονίμων μελῶν, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ τέσσαρα θὰ προέρχωνται ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων ἐν γένει εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Ἀλλ’ ἡ καθιέρωσις τοῦ ἑνιαίου τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου, ὡς ἐλέχθη, ἀνατρέπεται σχεδὸν τελείως ὑπὸ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις δὲν συμφωνεῖ πρὸς τὴν βάσιν τὴν θεμελιώδη αὐτοῦ, καθότι δὲν παραδέχεται τὸ ἑνιαῖον τοῦ συμβουλίου, παρ’ ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις πρέπει νὰ διοικῆται παρὰ δύο χωριστῶν συμβουλίων. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ σκόπιμον, καθότι πολλὰ ζητήματα ὑπάρχουσι μεταξὺ τῆς μέσης καὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν ὡς ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν ἀντιθέσεων μεταξὺ τῶν δύο κλάδων, ἀντιθέσεων αἵτινες δὲν ὑπάρχουσι βάσιμοι ἐλπίδες ὅτι θὰ ἐκλείψωσιν εἰς τὸ μέλλον, ὅταν συνεργάζωνται ἐν τῷ αὐτῷ συμβουλίῳ δι’ ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὰς δύο βαθμίδας ζητήματα. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ γενικῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ νομοσχεδίου, προκειμένου περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀναφέρει ὅτι ἡ βαθμὶς αὕτη ὑφίστατο μέχρι τοῦδε διὰ νὰ προπαρασκευάζῃ μαθητὰς διὰ τὴν μέσην, προσέτι ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐθυσιάσθη εἰς τὴν μέσην καὶ ἀπερροφήθη ὑπ’ αὐτῆς, πρέπει δὲ νὰ εἶναι κατὰ πάντα αὐτοτελὴς ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἐνῷ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τὸ ἀντίθετον ἐξυπηρετεῖται. Ἡ μέση ἐκπαίδευσις ἀπορροφᾷ πλέον τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, διότι καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐν γένει τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον θὰ διοικῇ, προέρχεται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Τὰ προσόντα τῶν ἐπιθεωρητῶν εὕρηνται μόνον ἐν τῇ Μέσῃ Ἐκπαιδεύσει, καὶ τὰ ὑπάρχοντα δὲ πρόσωπα καὶ ἐκεῖνα ἐκ τῆς Μέσ. Ἐκπαιδεύσεως προέρχονται. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς παραδέχεται καὶ ἀναιρεῖ καὶ ἑτέραν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἂν μείνῃ, λέγει, ὅπως εἶναι, ἑνιαῖον τὸ συμβούλιον, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσι μέρος ὡς μέλη οἱ τρεῖς καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, διότι τὰ ἔργα τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου δὲν συμβιβάζονται ἐν γένει πρὸς τὰ ἔργα τῶν Συμβούλων. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ καὶ ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία, ὅπως εἶπον εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι πολλὰ τῶν μελῶν αὐτῆς ὑπογράφουσι μετ’ ἐπιφυλάξεως καὶ ἀνατρέπεται οὕτω αὐτὴ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, καλὸν θὰ ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις τέλος πάντων τὸ τί δύναται καὶ θέλει νὰ παραδεχθῇ, καθότι ἐξ ὅλων δείκνυται ὅτι ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη ἐν τῇ Βουλῇ ὅτι τὰ τῆς Ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ διοικῶνται ὑπὸ δύο χωριστῶν Συμβουλίων.
§170Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ καταλληλότερος τρόπος διὰ ν’ ἀνεύρωμεν, ἐὰν καὶ τί διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταλύεται τὸ ἐπιζήμιον, καὶ τί τὸ ἐπωφελὲς θεμελιοῦται, εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς Διοικήσεως διὰ δύο Συμβουλίων ἰδιαιτέρων, ἑνὸς διὰ τὴν Μέσην Ἐκπαίδευσιν καὶ ἑνὸς διὰ τὴν Δημοτικὴν ἀπέτυχε, καὶ ἂν ἀπέτυχε κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ διορθωθῇ ἢ διὰ μετακορυθμιστικῆς βελτιώσεως· νὰ πράξωμεν δὲ τοῦτο ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ πάσης ἐπηρείας ὅτι, τὸ θεμελιούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι καλλίτερον τοῦ ὑπάρχοντος. Διότι νομίζω ὅτι ἡ μεγάλη ἀλήθεια ἥτις πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ καὶ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν ταύτην εἶναι ὅτι δὲν πρέπει οὐδέποτε νὰ καταλύηται τὸ ὑπάρχον καλὸν μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνευρέσεως τοῦ καλλιτέρου. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σῶφρον νὰ καταλύσωμεν ὑπάρχον τι καλόν, ἐφ’ ὅσον τὸ καλλίτερον, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτον, εἶναι ἀδοκίμαστον, εἶναι ἐντελῶς νέον, πρὸ παντὸς δὲ νὰ πράττωμεν τοῦτο πειραματιζόμενοι, προκειμένου περὶ διοικήσεως τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς καλῆς ἢ κακῆς παιδείας ἑνὸς τόπου. Ἐρωτῶ ὅθεν· ἀληθῶς τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀπέτυχεν; Καὶ πρῶτον· ἀπέτυχεν ὡς ἀποκεντρικὸς θεσμός; Εἰς τοῦτο, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπαντᾷ ὄχι, διότι δὲν καταλύεται ὁ ὑπάρχων ἀποκεντρωτικὸς θεσμός· τοὐναντίον ἱδρύεται αὖθις ἀποκεντρωτικὸς θεσμός, ἀλλ’ ἑνιαῖος. Μήπως ἆρά γε ἀπέτυχε τὸ ὑφιστάμενον σύστημα κατὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διῴκουν τὴν χωριστὴν ταύτην διοίκησιν; Καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι, ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀκριβές, τὸ εὐκολώτερον, ἀντὶ νὰ καταλύσωμεν τὸν θεσμόν, νὰ καταλύσωμεν τὰ πρόσωπα καὶ ἀντικαταστήσωμεν ταῦτα διὰ καλλιτέρων; Μήπως ἄρα ὁ θεσμὸς οὗτος ἀπέτυχε διότι ὑπάρχουσι δύο Συμβούλια χωριστά, ἓν διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν καὶ ἓν διὰ τὴν δημοτικὴν τοιαύτην; Ναί, ἀπαντᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ θεσμὸς ἀπέτυχε κατὰ τοῦτο, ὅτι μέχρι σήμερον διῳκεῖτο διὰ δύο χωριστῶν Συμβουλίων καὶ ἡ διοίκησις δὲν ἦτο ἑνιαία. Πρὸς ἀπόκρουσιν, Κύριοι, τῆς τοιαύτης δοξασίας τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἐπιχείρημα, περὶ τῆς βασιμότητος, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφιβάλῃ, ὅταν γνωσθῇ ὅτι τὸ ἓν ἐκ τῶν Συμβουλίων τούτων, τὸ λεγόμενον Συμβούλιον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν εἰργάσθη, δὲν ἐλειτούργησεν, εἰμὴ μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος ἀρτίως, διότι ἐψηφίσθη κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1912 καὶ εἰργάσθη μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1913, τὸ μὲν ἕνεκα τινῶν ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα μετέθησαν εἰς ἄλλας διοικητικὰς ὑπηρεσίας, τὸ δὲ διότι πολλοὶ ἐπιθεωρηταὶ ἐκλήθησαν εἰς τὸν πόλεμον. Ἄρα τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἐλειτούργησε μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ Συμβούλιον τοῦτο, κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν ἐλειτούργησεν οὕτω ὁμαλῶς, δὲν ἀπέτυχε. Τουλάχιστον ἡμεῖς, ἐπιτροπὴ εἰκοσαμελὴς σχεδόν, ἀντιπρόσωποι οἵτινες ἤρχοντο ἐκεῖ ἐξ ἀντιθέτων πολιτικῶν φρονημάτων, ἔχοντες δὲ τὸ θάρρος νὰ λέγωσι ὅτι παρακολουθοῦσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ πράγματα μὲ ποιάν τινα προσοχὴν καὶ μέριμναν, ἡμεῖς λέγω, εὑρέθημεν κατὰ τοῦτο, σύμφωνοι, εἰς τὸ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν ἀπέτυχε. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἀπέτυχε, ὑποθέτω ὅτι καταρρέει ἀπολύτως τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον βασίζεται εἰς τὴν ἀποτυχίαν τῶν δύο χωριστῶν Συμβουλίων, τοῦ ἑνὸς διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τοῦ ἄλλου διὰ τὴν μέσην, διότι ὀφείλω νὰ γνωρίσω, ὡς γνωρίζει ὑποθέτω ἡ Βουλή, ὅτι διοικητικὸν ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον ἓν καὶ μόνον ὑπῆρξε μέχρι σήμερον ἐν Ἑλλάδι· λέγω διοικητικὸν συμβούλιον, ὡς τοιοῦτο θέλει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον· τὸ δὲ συμβούλιον τοῦτο ἦτο μόνον τὸ συμβούλιον τῆς δημ. ἐκπαιδεύσεως. Τὸ συμβούλιον τοῦτο καὶ μόνον εἶναι ἀποκεντρωτικὸν ἀπολύτως. Τὸ συμβούλιον τοῦτο καὶ μόνον εἶχε τὸ προγνωστικὸν αὐτοῦ μέρος, ἤτοι κατεγίνετο διὰ τὴν σύνταξιν τῶν προγραμμάτων καὶ τὸν καθορισμὸν τῆς διδακτικῆς ὕλης· δίδον σχέδια διοργανωτικὰ εἰς τὸν Ὑπουργόν, τὸ συμβούλιον τοῦτο εἶχε τὸν διπλοῦν βαθμὸν τῆς πειθαρχίας, τὸ συμβούλιον τοῦτο εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων διὰ γνωμοδοτήσεως παρ’ αὐτοῦ, καὶ τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων διὰ τοῦ τοπικοῦ συμβουλίου. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς καταργήσεως καὶ τῆς προαγωγῆς τῶν σχολείων, τὸ συμβούλιον δὲ τοῦτο πρὸ παντὸς ἀπετελεῖτο ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡς μόνον καὶ κύριον ἐπάγγελμα αὐτῶν τοῦ νὰ εἶναι μέλη τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου καὶ οὐχὶ νὰ ἔχωσι τοῦτο ὡς ἐπάγγελμα ἐφήμερον, προσωρινὸν καὶ μὴ μόνιμον. Τὸ συμβούλιον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, οὐδέποτε ὑπῆρξε συμβούλιον διοικητικόν. Τοῦτο ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίσῃ καλῶς, διότι τὸ συμβούλιον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἶχε σχεδὸν πρὸ τριετίας ἀκόμη ἐν τοῖς στέρνοις αὐτοῦ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς διοικήσεως, ἤτοι τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς τιμωρίας τῶν ἀμέσων αὐτοῦ ὀργάνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο δὲν εἶχε τὸν διπλοῦν βαθμὸν τῆς πειθαρχίας. Τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο δὲν ἀπετελεῖτο πρὸ παντὸς ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶχον μόνιμον καὶ κύριον ἐπάγγελμα τὴν ἐποπτείαν, ἀλλ’ ἀπετελεῖτο ἀπὸ καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι καὶ πάρεργον εἶχον τὸ ἐπάγγελμα, ἀλλὰ πρὸ παντὸς οἱ πλείονες ἐξ αὐτῶν ἐξελέγοντο ἐκ σχολῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἐκπαίδευσιν. Ὅταν, Κύριοι, ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀμφισβητηθῶσιν ἀπὸ κανένα, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι συμβούλιον διοικητικὸν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως δὲν ὑπῆρξε μέχρι σήμερον, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθορίζει, διότι μόνον του καθοριζόμενον, ὡς καθορίζει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ὀνομασθῇ «Συμβούλιον τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως Διοικητικόν». Τὸ συμβούλιον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὡς εἶχε, δύναται νὰ ὀνομασθῇ πειθαρχικὸν συμβούλιον, ἀλλὰ τίποτε πλειότερον τούτου, καὶ εἶναι ἄπορον, Κύριοι, ἀληθῶς πῶς τὸ συμβούλιον τοῦτο, οὕτω δημιουργηθέν, δὲν θὰ ἀπετύγχανε. Ἐγὼ ἔχω εἰλικρινῶς τὴν γνώμην ὅτι τὸ συμβούλιον τοῦτο, κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον συνέστη, δὲν ἀπέτυχε καὶ ἀπέδωκε καρποὺς ἀγλαούς, ἀλλ’ οἱ ἔχοντες ἐναντίαν ἐμοῦ γνώμην, ὀφείλουσι νὰ εἶναι ἐπιεικεῖς εἰς τὰς κρίσεις των, διότι τὸ συμβούλιον δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ δράσῃ διοικητικῶς, διότι δὲν ἐδημιουργήθη ὡς τοιοῦτον. Διὰ τοῦτο, ἐνόσῳ δὲν ὑπῆρξε συμβούλιον μέσης διοικητικόν, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι εἴχομεν διοίκησιν ἐκπαιδευτικήν, οὐδὲ δυνάμεθα ἐντίμως νὰ τὴν κατηγορήσωμεν ὡς τοιαύτην, ἀφοῦ ἦτο μονοσκελὴς καὶ τὸ μόνον σκέλος ἐπέτυχεν. Ἂν παρὰ ταῦτα ἐπιμένωμεν νὰ κατηγορῶμεν τὸ συμβούλιον τῆς μέσης, εἶναι ὡσὰν νὰ ἤρχετό τις ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος νὰ κατηγόρει τοῦ συμβουλίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ νὰ ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὴν διοίκησιν ἡ ὁποία προϋπῆρξε τοῦ συμβουλίου τούτου καὶ ἡ ὁποία γνωρίζομεν ὅτι μὴ ἔχουσα συμβούλιον ἀνώτερον ἐκπαιδευτικόν, μὴ δυναμένου δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ οὐδενὸς ἄλλου νὰ ἔχῃ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν κ. Ἐπιθεωρητῶν, ἦτο ἠναγκασμένη ἡ διοίκησις ἐκείνη ἀσφαλῶς νὰ ὑποστῇ τὴν ἀποτυχίαν τὴν ὁποίαν ὑπέστη. Ἐννοῶ τὰ συμβούλια τὰ τοπικὰ τοῦ νόμου τοῦ 1895. Ἄρα δὲν δύναταί τις σήμερον νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἔχομεν μίαν ἀποτυχίαν τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Μόνον ἐφ’ ὅσον εἴχομεν τὴν ἀποτυχίαν ταύτην ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ μεταβολῆς αὐτοῦ, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐφαρμόζηται ἀποτυχὸν σύστημα. Ἀλλ’ εἶναι ἄπορον ἀκόμη πῶς ὑπάρχει ἐν τῇ ἐκθέσει γνώμη τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, ἡ ὁποία λέγει ὅτι «τὰ συμβούλια ταῦτα κατήρτιζον τὴν ἐργασίαν περὶ ὀργανώσεως ἢ διαρρυθμίσεως τῶν προγραμμάτων ἐν ἀγνοίᾳ τὸ ἓν τοῦ ἑτέρου». Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐν γνώσει τὸ συμβούλιον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν σκέψεων τοῦ συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως περὶ προγραμμάτων, ἐφ’ ὅσον τὸ τελευταῖον συμβούλιον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτηται περὶ ὀργανώσεως καὶ προγραμμάτων, καθ’ ὅτι δὲν ἦτο συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶχε συντεθῆ πρὸς τοῦτο, ὡς ἐπίσης λέγει, ἡ ἔκθεσις ὅτι «οὐδέποτε ὑπῆρξε συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύο κλάσεων τούτων προκειμένου περὶ τοῦ προγράμματος καὶ τῆς διδασκαλίας». Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ νομοθέτης οὐδέποτε εἶχε δώσει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ συμβούλιον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως νὰ σκέπτηται περὶ τοιούτων ζητημάτων, θὰ ἦτο πολὺ ἄπορον ἂν εἴχομεν τὸ συμβούλιον καταγινόμενον περὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν σύνταξιν τῶν προγραμμάτων, ὅταν δὲν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα περιβληθῇ ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τοιαῦται σκέψεις δὲν δύνανται ν’ ἀποδείξουν μετὰ λόγου ὅτι τὸ συμβούλιον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως δὲν εἰργάσθη καλῶς. Δὲν ἔχομεν ἄρα, Κύριοι, σήμερον καμμίαν βάσιν, ἐφ’ ἧς νὰ στηρίξωμεν τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε λειτουργία τῶν δύο χωριστῶν συμβουλίων ἀπέτυχεν, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι διοικητικὰ συμβούλια δὲν ὑπῆρξαν μέχρι τοῦδε δύο. Τί ἔχομεν ἄρα ὡς βάσιν διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ κρατοῦντος συστήματος; Ἔχομεν τὸν εὐγενῆ πόθον νὰ ἐξεύρωμεν καὶ νὰ θεμελιώσωμεν τὸ καλλίτερον, ἀδιαφόρως τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη. Εἶναι δ’ ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει μία τάσις σήμερον τόσον γενική, τοῦ νὰ παρασύρῃ ἡ ὁρμὴ τῆς ἀνακαινίσεως τὸ καλὸν ἐξ ἴσου μὲ τὸ κακόν, ὥστε ἀληθῶς ἡ γνώμη ὅτι τὸ καλλίτερον εἶναι ὁ ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ, ἔχει ἀναχθῆ εἰς ἀξίωμα· νομίζω δὲ ἀληθῶς, ὅτι δὲν εἶναι ἀτυχὲς πρὸς τοῦτο παράδειγμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Σοβαρῶς συζητοῦντες περὶ τῆς διοικήσεως, ὀφείλομεν νὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν ἐνταῦθα, ἵνα ἀποδειχθῇ πρῶτον ὅτι τὸ ὑφιστάμενον πράγματι δὲν εἶναι καλὸν καὶ κατόπιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ ὑφιστάμενον νοσεῖ, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ δι’ ἑτέρου καλοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ νομοθετῶμεν ἔχοντες ὡς πολιτικὸν ἡμῶν δόγμα νὰ ἀφήνωμεν τὸ ὑφιστάμενον καλὸν διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ καλλίτερον, διότι ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι τὰ Κράτη δὲν εἶναι ὀργανισμὸς προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ῥιψοκινδυνεύουν τὸ ὑπάρχον εἰς τὰς ἐπιχειρηματικάς των τάσεις καὶ ὁρμάς. Τὰ Κράτη εἶναι συλλογικαὶ δυνάμεις αἵτινες ἔχουσιν ὡς βάσιν αὑτῶν τὴν συντήρησιν καὶ ὡς πρόγραμμα τὴν ἐργασίαν εἰς τὸ νὰ καταλύωσι τὸ κακῶς ὑφιστάμενον καθεστὼς καὶ νὰ ἀνιδρύωσιν ἓν ἄλλο καλόν. Οἱ πολιτικοί των ἄνδρες ἔχουσιν ὡς βάσιν οὐχὶ τὸ καλλίτερον διὰ τῆς καταλύσεως τοῦ καλοῦ, ἀλλὰ τὴν δημιουργίαν ἀπολύτως καλοῦ καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει, νὰ τὸ κάμνωσιν. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐξετάσωμεν· εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς ὅτι διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου θεμελιοῦται τὸ καλλίτερον; Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς θεμελιοῦται, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θέλει ζημιώσει καὶ τὴν μέσην καὶ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, πρὸ παντὸς δὲ τὴν δημοτικήν. Δι’ οὐδένα εἶναι μυστικὸν ἡ ἀντίθεσις ἥτις ὑπάρχει σήμερον μεταξὺ τῆς μέσης καὶ κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀναφέρει ἐπανειλημμένως εἰς τὴν εἰσηγητικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν ὅτι ὑφίσταται διαφορά, ὑφίσταται διαφωνία μεταξὺ τῆς μέσης καὶ κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως σήμερον. Ὁ λόγος τῆς διαφωνίας καὶ τῶν ἀντιθέσεων, τούτων Κύριοι, εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς ἐκπαιδεύσεως παρ’ ἡμῖν, ὅστις ἐπὶ μακρὸν καὶ μέχρι σήμερον παραμένει δυστυχῶς τὴν μορφὴν κλασικός, τόσον καθ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὅσον καὶ κατ’ αὐτὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐκ τῶν δύο σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἤτοι πρῶτον νὰ καταρτίσῃ τοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐξέλθωσι τοῦ σχολείου διὰ πρακτικοὺς σκοποὺς καὶ νὰ δώσωσι τὴν ἐκπαίδευσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐξακολουθήσουν ἀνωτέρας σπουδάς, ἐκ τῶν δύο, λέγω, τούτων σκοπῶν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐπεκράτησεν εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς, ἦτο δυστυχῶς ἡ κλασικὴ αὐτῆς μορφή, καθ’ ὅλους αὐτῆς τοὺς τύπους. Ὀλίγοι τινὲς παιδαγωγοί, ἀνήκοντες εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀντετάχθησαν πρὸ ἑνὸς ἔτους κατὰ τῆς ἀντιλήψεως ταύτης. Εἰς αὐτοὺς προσετέθη μία μερὶς τῆς παρ’ ἡμῖν ἀνεπτυγμένης κοινωνίας, ὀλίγοι δὲ Ὑπουργοὶ ἐτόλμησαν νὰ παρουσιάσωσι πρὸ τῆς Βουλῆς νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων, ἐνῷ ἀληθῶς ἐξηκολούθει ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις νὰ προπαρασκευάζῃ διὰ τὰς κλασικὰς σπουδάς, ἐν τοσούτῳ ἐκρίνετο σημαντικὸν καὶ τὸ μέρος τῆς πρακτικῆς σπουδῆς. Πόσον διὰ τὸν τόπον ὠφέλιμος θὰ εἶναι ἡ μεταρρύθμισις αὐτή, θέλω εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅταν θὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν τὰ νομοσχέδια περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ σήμερον τοῦτο ὀφείλει νὰ λεχθῇ καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἐλπίδα ὅτι διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως ταύτης θέλει σημαντικὸν ἐπέλθη καλὸν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ τόπου, μεταξὺ δὲ αὐτῶν πρὸ παντὸς εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διὰ τῶν δύο Ὑπουργῶν ἔφερε μέχρι τοῦδε τὴν ἐπὶ τούτῳ νομοθετικὴν ἐργασίαν, εἶναι ἀδύνατον ἀπολύτως νὰ μὴν φοβῶνται ὅτι ὅλη αὕτη ἡ μεταρρυθμιστικὴ ἐργασία δὲν θέλει ζημιωθῇ, ἐὰν πραγματικῶς παραμείνῃ ἡ διοίκησις ἑνιαία. Δὲν ἀγνοεῖτε πρῶτον, Κύριοι, ὅτι δυστυχῶς ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἔχει μέχρι σήμερον ἐν τοῖς σπλάγχνοις αὐτοῖς τοὺς ἐχθρούς της, διότι ὑπάρχει σημαντικὸν μέρος ἐπιθεωρητῶν, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, δὲν ἀγνοεῖτε δὲ ἀκόμη τὸ ἀδιάλλακτον δυστυχῶς τῶν ὀπαδῶν τῆς κλασικῆς καθ’ ὅλην τὴν ἐκπαίδευσιν μορφῆς. Τί δὲν ἐγράφη, τί δὲν ἐλέχθη, τί δὲν ἐτέθη ὡς τρόπος ἀντιπολιτευτικὸς κατὰ τῶν Ὑπουργῶν οἵτινες ἐτόλμησαν τὴν ἄνω μεταρρύθμισιν! Νομίζετε λοιπὸν Κύριοι, ὅτι σήμερον ἡ μικρὰ αὕτη ἐν τῇ διοικήσει ἀντίθεσις εἰς τὰς κλασικὰς γνώμας, ἡ ὁποία θὰ ἐγκατασπαρῇ διὰ τῆς λειτουργίας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἥτις θ’ ἀποτελέσῃ μέρος αὐτοῦ, θὰ εἶναι ἱκανὴ ὅπως κρατήσῃ τὴν νεωτεριστικὴν ταύτην μορφὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ δὲν φοβεῖσθε μήπως ὅ,τι θεμελιώσητε ἐνταῦθα ὑμεῖς, θέλει σύξυλα ἀνατραπῆ ἀπὸ ὅλους ἐκείνους, εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων ἐδώκαμεν ὅλην τὴν ἐκπαίδευσιν, τήν τε μέσην καὶ τὴν δημοτικήν; Πόσοι ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖτε ὅτι, εἶναι μὲν πολλὰ τὰ μέρη τὰ ὁποῖα κατ’ ἐπιφάνειαν εἶναι σημαίνοντα ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, ἀλλ’ οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἔχει τὴν ἀξίαν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα καλοῦνται ὅπως ἐποπτεύωσιν τὴν ἐκπαίδευσιν καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ μέρη; Τὰ πρόσωπα ταῦτα εἶναι οἱ ἐπιθεωρηταί. Εἶναι νομίζω, ἀναμφισβήτητον ὅτι ὅταν τὰ μέλη σχεδὸν πάντα τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου, τοῦ δημιουργουμένου διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀνήκωσιν εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, φυσικὸν εἶναι συμφώνως μὲ τὰς ἀρχὰς τῶν προσώπων αὐτῶν νὰ ἐκλεγῶσι καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ διὰ νὰ ἀντικατοπτρίζωσιν ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει τὰς ἀρχάς των ταύτας. Καὶ ὅταν τοιαῦτα εἶναι τὰ πρόσωπα, ὑπάρχει τις ἐξ ὑμῶν ὁ ὁποῖος πιστεύει ὅτι θέλομεν κρατήσῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐκεῖ ὅπου ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ τὴν φέρῃ; Νομίζω, Κύριοι, ἀκόμη ὅτι καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ πρόγραμμα τῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἀφίεται κατὰ τὴν τελειωτικὴν αὐτοῦ διασκευὴν εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ κατὰ τὸ πρόγραμμα τοῦτο, νομίζετε ὅτι δὲν θέλετε ῥίψῃ ἐν τῇ διοικήσει τὴν διχόνοιαν καὶ τὴν διάστασιν, ἐφ’ ὅσον θέλετε ἔχει ἐκεῖ πρὸς προκαταρκτικὴν αὐτοῦ κατάρτισιν συμβούλους ἐμφορουμένους ἀπὸ ἀντιθέτους τυχὸν σκέψεις καὶ ἀντιθέτους πεποιθήσεις τοῦ Ὑπουργοῦ, νομίζετε ὅτι δὲν θὰ καταρρίψητε τὸ imperium τοῦ σώματος αὐτοῦ ὅταν ἀπορρίπτωνται πάντοτε αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἤθελε τυχὸν προτείνῃ ἀντιθέτως πρὸς ἐκείνας τοῦ Ὑπουργοῦ; Ὅταν ἐπαναλαμβάνω ἔρχωνται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰς ἀπορρίψῃ, νομίζετε ὅτι δὲν κλονίζετε παρὰ τῷ λαῷ τὸ κῦρος τοῦ συμβουλίου τούτου, καὶ δὲν θέλετε ἐρωτηθῆ, διατὶ δημιουργεῖτε συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχετε ἀναθέσῃ ἐργασίας ἐφ’ ὅσον αὗται, ἀντίθετοι οὖσαι, γνωρίζετε ὅτι εἶναι περιτταὶ καὶ ἄχρηστοι; Διατί, κύριε, Ὑπουργέ, πράττετε ὅλα ταῦτα; Καὶ διατὶ δὲν προτιμᾶτε ἀντὶ τούτων ὅλων νὰ ἀφήσητε τὴν διοίκησιν, ὡς ἔχει, διακεκριμένην, ἑκάστην ἐξ αὐτῶν εἰς τοὺς ἰδίους της σκοπούς, μακρὰν ἀπὸ τὴν προστριβήν, μακρὰν ἀπὸ τὴν ἐπιροὴν τοῦ περιβάλλοντος τοῦ ἑτέρου; Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, εἰσάγων σήμερον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου τὴν διοίκησιν τῆς ἐκπαιδεύσεως καταρτίζει ἑνιαίαν, παρεξηγεῖ ἀπολύτως τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἐνόμισεν ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις νοσεῖ ἐκ τοῦ ἐπηρεασμοῦ ὅστις ἐπέρχεται εἰς αὐτὴν ἀπὸ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς συγχύσεως ἀμφοτέρων ἥτις συνετελεῖτο εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἐπὶ πλέον δὲ ἕνεκα τοῦ σκοποῦ τοῦ κλασικοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ δημοτικὴ αὕτη ἐκπαίδευσις εἶχε ἀποδεχθῇ μετὰ τὴν ἡλικίαν τῶν ἐννέα ἐτῶν· ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ἂν παρουσιάσῃ, εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων αἴρεται ἡ σύγχυσις αὕτη καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀποδίδει αὐτοτέλειαν εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, θὰ ἀπεκόπτετο καὶ ὁ τελευταῖος δεσμὸς μετὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος κρατεῖ εἰς μειονεκτικὴν θέσιν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλ’ ὅταν μέχρι σήμερον νομίζομεν ὅτι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις πάσχει ἐκ τούτου καὶ μόνου, φαντάσθητε τὸ τί θὰ γίνῃ αὔριον ὅταν δὲν ἔχῃ πλέον τὸν δεσμὸν τοῦτον ὄχι εἰς τὰ μέρη, ἀλλ’ εἰς τὴν κεφαλήν, ὄχι πλέον δεσμόν, ἀλλὰ μίαν σύγχυσιν, μίαν σύγχυσιν ἀπόλυτον τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως.
§171Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς ποῖον;
§172ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἰς τὴν διοίκησιν.
§173Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τί σχέσιν ἔχουσιν αὐτὰ μὲ τὸ πρόγραμμα;
§174ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ σύγχυσις δημιουργεῖται οὕτω εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὄχι εἰς τὸ πρόγραμμα μόνον. Ἐὰν ἐνομίζομεν ὅτι ὑπάρχει σύγχυσίς τις σήμερον εἰς ἓν μόνον μέρος τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἠρχόμεθα ἤδη καὶ ἐγκαθιστῶμεν τὴν σύγχυσιν ταύτην εἰς τὴν κεφαλήν. Ἐγώ, Κύριοι, ἐνόμισα, Ὑπουργὸς ὤν, ὅτι ὤφειλον νὰ ἄρω τὴν δι’ ἀμφοτέρας σύγχυσιν τὴν ὑπάρχουσαν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα· ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω αὐτοτελῆ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, νὰ δώσω εἰς αὐτὴν περισσότερον ποσὸν πρακτικῆς διδασκαλίας. Ἐνόμισα δὲ πρὸς τοῦτο ὅτι ὤφειλον νὰ κρατήσω χωριστὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ χωριστὰ τὴν μέσην, χωριστὰ τὴν διοίκησιν τῆς μιᾶς ἀπὸ τῆς ἄλλης, διότι οὕτως ἐφρόνουν ὅτι δυνάμεθα καὶ μόνον νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀληθῆ σταδιοδρομίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ὅταν κατήρτισα τὸ συμβούλιον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἠναγκάσθην νὰ καλέσω πρὸς τοῦτο καὶ μέλη, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνῆκον ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτό, ἀλλὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ πράξω διότι δυστυχῶς δὲν ὑπῆρχεν, ἕνεκα τῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία ἐκράτει μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, ἄνθρωπός τις, ὁ ὁποῖος νὰ εἶχεν ἀναπνεύσει τὴν ἀτμόσφαιραν τῆς κλασικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εἶχε γευθῇ τὸ μικρόβιον τῆς κλασικῆς μορφῆς. Διὰ τοῦτο δὲν ἐστήριξα τὴν ἐλπίδα τῆς βελτιώσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ μόνον εἰς τὴν εἰδικὴν κατάρτισιν τῶν διοικησάντων αὐτὴν προσώπων ἀλλὰ περισσότερον εἰς τὴν αὐτοτέλειαν ἣν ἀπέδιδον εἰς τὴν διοίκησιν ἐκείνην, ἣν ἀπέκοπτον ἀπὸ τὸν εἱρμὸν ὑπολοίπων κλάδων, τὴν ἀπέδιδον εἰς ἑαυτῆς σκοποὺς ὅπως ἀκολουθήσῃ ἀνεπηρεάστως τοὺς ἰδίους αὐτῆς σκοποὺς, τοὺς οὕτω μόνον ἐπιτύχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι εἶχε τὸν διπλοῦν ὁποίους πάντες προσδοκῶμεν ἐξ αὐτῆς. Τοῦτο ἦτο τὸ σημεῖον ἐκ τοῦ ὁποίου περισσότερον ἤλπισα. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἡ συνύπαρξις, ἡ συνδιοίκησις, ἡ σύσκεψις τῆς λειτουργίας τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως μετὰ τῶν τῆς δημοτικῆς, θέλει φέρει ζημίαν εἰς ἀμφοτέρους τοὺς κλάδους. Ἔχω ἀκόμη τὴν γνώμην ὅτι καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν δυστυχῶς ἡ συνύπαρξις τῶν ἀντιμετώπων τούτων εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ συμβούλιον, θέλει φυσικῶς ζημιώσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν. Ὁ λόγος δὲ εἶναι ὁ ἑξῆς· εἶναι γενικῶς γνωστὸν Κύριοι, ὅτι ἡ παιδαγωγικὴ καὶ ἡ διδακτικὴ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ καὶ τὸν αὐτὸν ἐπιδιώκουν σκοπόν. Ἡ γενικὴ αὕτη ἀρχὴ δυστυχῶς ποικιλοτρόπως μέχρι σήμερον παρεξηγήθη. Ἐπιμονώτερον δὲ ἐκ τῆς παρεξηγήσεως ταύτης ὑπεστηρίχθη ὅτι οἱ φιλόλογοι, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐπιτηδεύωνται τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπίσης δὲ ὅτι οἱ παιδαγωγοὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐπιτηδεύωνται τὰ τῆς μέσης. Οὐδὲν τούτου εἶναι ἀνακριβέστερον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱ κανόνες τῆς παιδαγωγικῆς εἶναι γενικῆς φύσεως καὶ ἀναφέρονται εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, ὡς ἐπίσης εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ διδακτικὴ διέπεται ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς κανόνας. Ὁ ἀνώτερος σκοπὸς τῆς ἀγωγῆς εἶναι εἷς καὶ ὁ αὐτός, τὰ δὲ μέσα αὐτῆς εἶναι τὰ αὐτά, ἀλλὰ τὸ περιεχόμενον τῶν παιδαγωγικῶν γνώσεων εἶναι διάφορον. Ἡ ὕλη ἡ διδακτικὴ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸν σχολικὸν βαθμόν, εἰς τὸν ὁποῖον διδάσκεται ὁ διδάσκαλος. Ὅταν δὲ εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ εἰδικοὶ παιδαγωγοὶ σήμερον διδάσκονται ἐπὶ τῶν προγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐν τοῖς σχολείοις, εἶναι ἀναμφισβητήτως διάφορος ἡ διδασκαλία, διότι ἄλλο τὸ πρόγραμμα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ ἄλλο τῆς δημοτικῆς· ἄλλα ἐπιδιώκει τὸ πρόγραμμα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ ἄλλα τῆς δημοτικῆς. Ἄρα κατὰ ποιὸν μὲν ἡ παιδαγωγικὴ εἶναι μία, κατὰ ποσὸν δὲ διάφορος. Ἐπίσης τὸ ἐκπαιδευτικὸν μέρος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι διάφορον κατὰ ποσὸν καὶ ποιόν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν δημοδιδασκάλων οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὴν μάθησιν ἐν τῷ διδασκαλείῳ· ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ εἶναι φιλόλογοι, ἐνῷ εἶναι διπλωματοῦχοι τοῦ Πανεπιστημίου, κατόπι καταγίνονται εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ὅπως καταστῶσιν ἱκανοὶ ὥστε νὰ ἐκλεγῶσι κατὰ προτίμησιν μέλη τοῦ συμβουλίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὤφειλον νὰ καταγίνωσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἄρα δὲν εἶχον τὸν καιρὸν οὔτε τὰ μέσα ὅπως ἐμβαθύνωσιν εἰς τὸν κλασικὸν νοῦν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τοῦτο δὲν εἶναι διόλου ἐπιτήδειοι, ὅπως γνωρίσωσι καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν μορφὴν τὴν Μέσην Ἐκπαίδευσιν. Ἀντιθέτως, ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι σήμερον ξένη πρὸς τοὺς παιδαγωγοὺς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι κατὰ τοῦτο ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη περὶ τῶν δημοδιδασκάλων ἐν Γερμανίᾳ, ὅτι εἶναι τόσον ξένη πρὸς τοὺς παιδαγωγοὺς τῆς μέσης, ὅσον πρὸς πάντα ἐπιστήμονα ἄλλου κλάδου. Ὅταν προσέξωμεν εἰς τοῦτο, ὀφείλομεν πάντες νὰ πιστεύσωμεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἀπολύτως νὰ διοικήσωσιν ὅλην τὴν ἐκπαίδευσιν καλῶς οἱ παιδαγωγοὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς κλάδους, διότι ὁ σύμβουλος τοῦ Συμβουλίου τούτου, ὡς δημιουργεῖται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ σύμβουλος θὰ ἀσκῇ τὴν δέουσαν ἐποπτείαν ἐπὶ πάντων τῶν διδασκαλείων τῆς Δημ. καὶ τῆς Μέσ. Ἐκπαιδεύσεως. Ἐρωτῶ· ποίαν ἐποπτείαν θὰ ἀσκῇ ὁ παιδαγωγὸς ὁ προερχόμενος ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἄνθρωπος οὐδεμίαν ἔχων γνῶσιν τῆς διδασκομένης ὕλης καὶ τῶν προγραμμάτων τῶν διδασκαλείων καὶ σχολείων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ὡς οὐδέποτε παρακολουθήσας ταῦτα; Πῶς θέλει ἀναπληροῖ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοὺς γενικοὺς ἐπιθεωρητάς, ἐλλείποντας ἐν ἀδείᾳ; Ποίαν ἐπιθεώρησιν θέλει κάμει ὁ σύμβουλος οὗτος τῶν γυμνασίων κλπ. ὅστις προέρχεται ἐκ τῆς Δημοτ. Ἐκπαιδεύσεως, ὁ μὴ γνωρίσας τὸν κλασικὸν νοῦν καὶ τὴν εἰδικὴν μάθησιν καὶ διδασκαλίαν ἐν αὐτοῖς; Ἐπὶ τῇ βάσει δ’ ὁποίων ἰδιοτήτων καὶ καταρτίσεως ὁ παιδαγωγὸς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως θὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ διδακτικοῦ τῆς Μέσ. Ἐκπαιδεύσεως; Ἐρωτῶ ὑμᾶς ἐπίσης· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τῶν διδασκάλων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἄνθρωπος προερχόμενος ἀπὸ τὴν Δημ. Ἐκπαίδευσιν ὡς θέλει τὸ νομοσχέδιον; Ἔπειτα οἱ παιδαγωγοὶ τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως ἐξετάζουσι τοὺς δημοδιδασκάλους τοὺς ὑφισταμένους δοκιμασίαν ἐπιθεωρητοῦ. Ὑπάρχει τις ὁ πιστεύων ὅτι, ὡς ἔχει σήμερον ἡ Δημ. Ἐκπαίδευσις, μὲ σωρείαν τεχνικῶν μαθημάτων, ἰδίαν ὀργάνωσιν, ἰδίους τεχνικοὺς σκοπούς, εἶναι δυνατὸν ταύτην τὴν ἐκπαίδευσιν νὰ τὴν ἐποπτεύσῃ εὐσυνειδήτως ὁ ἐν τῇ κλασικῇ ἐκπαιδεύσει διατρίψας πάντοτε καὶ ἐκ τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μηδὲν γνωρίσας, οὐδέποτε δὲ παρακολουθήσας τὰς ἀσκήσεις αὐτῆς; Τί ἄρα θὰ γίνῃ ἐὰν ἀναθέσωμεν τὴν διοίκησιν τῆς τε Μέσης καὶ Δημοτ. Ἐκπαιδεύσεως εἰς παιδαγωγοὺς φύρδην μίγδην ἐκλεγομένους ἐκ τῶν λειτουργῶν ἀμφοτέρων; Θὰ ἔχωμεν τοῦτο· ὅτι οἱ μὲν ἐκ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως προερχόμενοι θὰ ἀσχολῶνται εἰς τὰ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, θὰ ἐποπτεύωσι τὴν Δημ. Ἐκπαίδευσιν, θὰ διορίζωσι τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐπιθεωρητὰς τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, οἱ δὲ ἀπὸ τὴν Μέσην Ἐκπαίδευσιν, θὰ ἀσχολῶνται εἰς τὴν Μέσην Ἐκπαίδευσιν, θὰ διορίζωσι τοὺς διδασκάλους τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ θὰ ἐποπτεύωσιν ἀποκλειστικῶς καὶ ἀπεριορίστως αὐτήν. Τί θέλομεν κερδήσῃ, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐκ τοῦ τοιούτου ψευδοῦς καὶ κατὰ συνθήκην καθεστῶτος; Κατὰ τὴν γνώμην μου τίποτε ἄλλο, παρὰ μίαν ἠθικὴν ἐξαχρείωσιν τῆς κεφαλῆς τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἥτις οὕτω ἀπολέσασα πᾶν κῦρος καὶ γόητρον, θὰ εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καλόν, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς λειτουργούς. Ταῦτα, σημειωθήτω, θὰ γίνωσι, ἐὰν πραγματικῶς οἱ σύμβουλοι οὗτοι ἤθελον κατορθώσει νὰ διατηρήσωσι τὴν ἐπίφασιν τῆς συμφωνίας ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ νὰ μὴ φαίνωνται εἰς τὴν κοινωνίαν ἀνάξιοι τοῦ καθήκοντος τούτου. Ἐὰν ὅμως συμβῇ τὸ τοιοῦτον, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀσυμφωνία εἰς τὸ συμβούλιον τοῦτο ἐάν, ἐξ ὑστεροβουλίας περὶ τὴν ἀσυνείδητον διοίκησιν τοῦ ὅλου σώματος ἐκ μέρους τῶν ἐχόντων τὴν πλειοψηφίαν, τὸ πᾶν συναθροισθῇ εἰς χεῖρας τῶν ἐπιτηδείων κατὰ τὸν φανατισμὸν τῶν πεποιθήσεων, ἐσκέφθητε τί θὰ γίνῃ τότε εἰς τὸ Συμβούλιον; Θὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὸ κόμμα· θὰ ἔχωμεν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ στηρίζωνται εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ ἀγαθοῦ τοῦ μέτρου, ἀπὸ τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τῶν εἰδικῶν, ἀπόρροιαν μελέτης καὶ ἐρεύνης, ἀλλὰ πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία θὰ ἀπορρέῃ ἀπὸ τὴν φιλίαν τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλον ὁμόφρονα ἐν τῇ δοξασίᾳ, ἡ ὁποία θὰ ἀπορρέῃ ἀπὸ τὴν συναλλαγὴν τῶν ἐν τῇ φατρίᾳ συναδέλφων. Κύριοι, ἐγνώρισα εἰς ὑμᾶς τὴν ἀληθῆ μορφὴν τοῦ μέτρου τούτου· εἶπον εἰς ὑμᾶς ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ τί κακὸν τὸ μέτρον τοῦτο παρασκευάζει διὰ τὴν Ἐκπαίδευσιν. Καταργεῖ τὸ ὑπάρχον καλόν, χωρὶς νὰ θεμελιοῖ τὸ καλλίτερον, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοιοῦτον ὄν, δὲν θέλει ψηφισθῆ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ θέλει ἀποκρουσθῆ ἀπὸ αὐτῆς, ὡς ἀπεκρούσθη καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη, θέλει ἀποκρουσθῆ, ὡς ἀπεκρούσθη ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν κλάδον τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως. Τὴν ἑσπέραν ταύτην πρὸ μικροῦ ἔμαθον ἀπὸ ἀξιότιμον Συνάδελφον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέστειλεν πρὸ καιροῦ ἐγκύκλιον εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει τὴν γνώμην τῶν λειτουργῶν τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει, καὶ τῶν Ἐκπαιδευτικῶν Συμβουλίων, καὶ τῶν διδασκαλικῶν Συλλόγων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τῆς διοικήσεως. Αἱ ἀπαντήσεις ἦλθον πανταχόθεν, συνέστη δὲ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἐλέγξῃ τὰς ἐκθέσεις ταύτας. Ἀποπερατωθέντος τοῦ ἔργου ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνώρισε τῷ κ. Ὑπουργῷ, ὅτι κατὰ τὰ 90% αἱ ἀπαντήσεις εἶναι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ βεβαιώσῃ.
§175Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως;
§176Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα. Ὑπάρχουσιν, Κύριοι, ἀληθῶς νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα, ἕνεκα τῆς εἰδικῆς αὐτῶν φύσεως δὲν εἶναι τῆς κρίσεως ἡμῶν ὅλων καὶ ἕνεκα τούτου ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ σώματος διὰ τὰ μέτρα ταῦτα ὑπάρχει ἐκ τῶν προτέρων ἐν τῇ γενικῇ ἐμπιστοσύνῃ αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ μέτρα, καὶ νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐκ τούτων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶναι τῆς ἀντιλήψεως καὶ κρίσεως πάντων, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι πάντες ἡμεῖς ἀντελήφθητε ἐνταῦθα, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον νὰ ψηφίσωμεν τὴν μεταρρύθμισιν ταύτην. Τὸ μέτρον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἐκ τῶν μέτρων τῆς μεγάλης ἐκπαιδευτικῆς μεταρρυθμίσεως τῆς Κυβερνήσεως· εἶναι γνωστὸν ποία εἶναι ἡ μεγάλη μεταρρυθμιστικὴ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ θεωρήσω εὐτυχῆ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως τὸ ἐλπίζω, ὅταν ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς μεταρρυθμίσεως ἐκείνης. Τὸ μέτρον τοῦτο ἔχει βάσιν τὸν ἀποκεντρωτικὸν θεσμὸν ἐν τῇ διοικήσει. Τὸν αὐτὸν ἀποκεντρωτικὸν θεσμὸν εἶχε καὶ τὸ μέχρι τοῦδε σύστημα, τοῦ ὁποίου συστήματος, τὸ πρῶτον μέρος, ἤτοι τὸ Συμβούλιον τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι Κυβερνητικὸν ἔργον, διότι ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης. Ὁ νεωτερισμός, τὸν ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι μόνον τὸ ἑνιαῖον ἐν τῇ διοικήσει, κατεδείχθη ὅμως ὅτι ὁ νεωτερισμὸς οὗτος εἶναι τόσον ἐπιζήμιος εἰς τὴν Ἐκπαίδευσιν, ὥστε ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τὸν καταψηφίσῃ ἀδιακρίτως κομματικῆς ἀποχρώσεως.
§177Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶχον ὑπολάβει, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας κ. Συνάδελφος ἤθελε καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ διαίρεσις τοῦ συμβουλίου μόνον ὡς πρὸς τὸ καθαρῶς διοικητικὸν μέρος, ἐπιτρέπουσα τῷ συμβουλίῳ νὰ θεωρηθῇ ἑνιαῖον ὡς πρὸς τὸ διοικητικὸν μέρος ἢ τὸ προγνωστικόν, ὡς τὸ χαρακτηρίζει ὁ κ. Συνάδελφος, διότι ὑπῆρξα ὁ μόνος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξω καὶ δι’ ὀλίγων, ὅτι τὸ συμβούλιον πρέπει νὰ διαιρεθῇ τελείως, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι δύο συμβούλια δι’ ἀμφοτέρας τὰς κατηγορίας, τουτέστι διὰ τὸ παιδαγωγικὸν μέρος καὶ διὰ τὸ καθαρῶς διοικητικὸν καὶ προγνωστικόν. Διὰ δύο λόγους ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἑνιαῖον τὸ συμβούλιον· πρῶτον, διότι ἑνιαῖον εἶναι τὸ ἐκπαιδευτικὸν οἰκοδόμημα καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπως εἶναι ἑνιαῖος καὶ ὁ λαὸς πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνεται· ἑπομένως ἑνιαία πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἐκπαίδευσις, διότι ἄλλως ἐπέρχεται διάστασις τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐργασίας ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῆς, καὶ δεύτερον, διότι ἡ διαίρεσις τοῦ συμβουλίου γεννᾷ, καὶ ἐὰν δὲν γεννᾷ ὑποθάλπει, τὴν διχόνοιαν καὶ τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ τῶν λειτουργῶν τῶν δύο ἐκπαιδευτικῶν κλάδων, τῶν τῆς μέσης καὶ τῶν τῆς δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τοῦ τελευταίου. Εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ διχόνοια, ἡ ἀντίθεσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν λειτουργῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ εἶναι γνωστὴ καὶ ἡ μόνη ἀφορμὴ τῆς διχονοίας καὶ τῆς ἀντιθέσεως ταύτης, καὶ ἡ ἀφορμὴ αὕτη εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ μέχρι τοῦδε κρατήσασα περὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀντίληψις καθ’ ὁλοκληρίαν πεπλανημένη καὶ τὴν ὁποίαν ἔρχεται νὰ καταλύσῃ τὸ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργός. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν ταύτην ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, δὲν εἶχεν αὐτοτελῆ σκοπόν· ἦτο ἁπλῆ βαθμὶς τῆς ὅλης ἐκπαιδεύσεως καὶ στάδιον προπαρασκευῆς διὰ τὴν μέσην, θὰ φθάσῃ δὲ μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἡ τοιαύτη σύγχυσις, ὥστε τὰς δύο προσθέτους τάξεις, τὴν πέμπτην καὶ τὴν ἕκτην τοῦ δημοτικοῦ, τὰς δύο προαιρετικὰς αὐτὰς τάξεις, νὰ τὰς συγχύσωμεν τελείως μετὰ τῶν δύο κατωτέρων τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου, τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας. Ποῖον ἦτο τὸ ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα; Ὅτι οἱ λειτουργοὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἤρχισαν νὰ ἀνησυχῶσιν ἐκ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς δημοτικῆς· ὅτι πᾶσα εὐδοκίμησις τοῦ συστήματος αὐτοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον προσετίθεντο τάξεις εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον καὶ ηὐρύνετο ἡ Δημοτ. Ἐκπαίδευσις, ἐδημιούργει ἕνα κίνδυνον, τὸν ὁποῖον τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντηρήσεως ὑποχρεοῖ εἰς αὐτοὺς νὰ ἀποκρούσωσιν. Ἡ εὐδοκίμησις τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἠπείλει κατάργησιν τῶν δύο κατωτέρων τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου. Ἤρχισαν ὡς ἐκ τούτου οἱ λειτουργοὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως νὰ ἐγκαλῶσι τὸ δημοτικὸν σχολεῖον ὡς ἀνεπαρκὲς καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ ὡς ἀκαταρτίστους, οἱ δὲ λειτουργοὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οἱ δημοδιδάσκαλοι, ἀνταπεδίδοντες τὰ ἴσα εἰς τοὺς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, κατηγόρουν αὐτοὺς κυρίως δι’ ἔλλειψιν παιδαγωγικῆς μορφώσεως. Καὶ πῶς θὰ ἄρωμεν τὴν διχόνοιαν ταύτην, ὑποστηρίζει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, λέγων διὰ τῆς ἑνιαίας διοικήσεως. Ἀλλ’ ἡ ἑνιαία διοίκησις ἀποτελεῖ μίαν ἀντίφασιν ἀκριβῶς πρὸς τὰ γεγονότα, διότι ὅσον αὐτοτελῆ καθιερώσωμεν τὴν δημ. ἐκπαίδευσιν, ὅσον ἐξαίρομεν τὸν σκοπὸν αὐτῆς τὸν ἀνεξάρτητον καὶ ἐν τῇ ὀργανώσει αὐτῆς ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ διοικήσει αὐτῆς, ἐπὶ τοσοῦτον αἴρομεν ἀκριβῶς τὰς ἀφορμὰς τῆς ἀντιθέσεως μεταξὺ τῶν λειτουργῶν, ἐπὶ τοσοῦτον καθιστῶμεν τὸ στάδιον ἐλεύθερον μεταξὺ τῶν λειτουργῶν τῶν δύο κλάδων τῶν ἐκπαιδευτικῶν. Ἐὰν συγχύσωμεν ἀκριβῶς τὴν Μέσην πρὸς τὴν Δημ. Ἐκπαίδευσιν, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσωμεν τὸν σπόρον αὐτὸν τῆς διχονοίας, διότι θὰ ἀρχίσωσιν ἀκριβῶς αἱ ἑκατέρωθεν ἀντεγκλήσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας περιέγραψεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφος. Οἱ λειτουργοὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, δὲν θὰ ἀνέχωνται νὰ διοικηθῶσιν ἀπὸ τοὺς τῆς δημοτικῆς καὶ οἱ τῆς δημοτικῆς ἀπὸ τοὺς τῆς μέσης, πᾶν δὲ ἀποτέλεσμα τῆς διοικήσεως ταύτης θὰ εἶναι ἄστοχον διότι θὰ προέρχηται ἀπὸ ἀναρμόδια πρόσωπα. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω ὅτι ἡ δικαιολογία ἡ πρώτη τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἀρθῇ ἡ διχόνοια μεταξὺ τῶν λειτουργῶν τῶν δύο κλάδων, εὑρίσκεται ἐντελῶς εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε καὶ τὸ μέσον τὸ ὁποῖον ἐξέλεγξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅπως ἄρῃ τὴν διχόνοιαν διὰ τῆς ἑνιαίας διοικήσεως. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ἑνιαία εἶναι ἡ ἐξέλεγξις, ἑνιαῖος εἶναι ὁ λαός πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνεται, καὶ ἑπομένως ἑνιαία πρέπει νὰ εἶναι ἡ διοίκησις αὐτοῦ, ἵνα μὴ διασπασθῇ ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἐργασία. Ἤθελον νὰ μάθω εἰς τί συνίσταται ἡ ἑνιαία αὐτὴ ἐκπαιδευτικὴ ἐργασία; Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην μίαν δύναται νὰ ἔχῃ τοῦτο ἐκδοχήν· τίνα; Τὸ ὅτι ἐν τῷ καταρτισμῷ τῶν προγραμμάτων, τὰ ὁποῖα θέλει ἐπεξεργάζεσθαι τὸ ἑνιαῖον συμβούλιον, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι συμβιβασμοὶ καὶ ὑποχωρήσεις. Ἀλλ’ οἱ συμβιβασμοὶ καὶ αἱ ὑποχωρήσεις εἰς βάρος τίνος θέλουσιν ἐπέλθει; Εἰς βάρος ἀκριβῶς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ὡς ἀνεξάρτητος, ὡς ἀπευθυνομένη πρὸς τὰ τέκνα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ὤφειλε νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς μειονότητος τῶν 8% τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι προχωροῦσιν εἰς τὴν Μέσην Ἐκπαίδευσιν. Τὸ πρόγραμμά της ὤφειλε νὰ καταρτισθῇ αὐτοτελές, ἀποβλέπον εἰς τὸν σκοπὸν νὰ δώσῃ ἄρτιον τὸν κύκλον ἐκεῖνον τῶν στοιχειωδῶν γνώσεων τὰς ὁποίας ἀπαραιτήτως χρειάζεται ὁ μαθητὴς ὁ ὁποῖος θέλει ἐξέλθει ἀμέσως εἰς τὰς βιοποριστικὰς ἐργασίας. Δὲν τὸ λέγω ἐγὼ αὐτό· λέγει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Ἰδοὺ ἐν τῇ εἰσηγήσει του εἰς ἄλλο νομοσχέδιον τί γράφει· (ἀναγινώσκει) «Σκοπὸς τοῦ δημοτικοῦ σχολείου εἶναι νὰ παρέχῃ κλπ.». Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε κατὰ τίνα τρόπον τέλος πάντων, θέλετε ἐπιφέρει τὸν συμβιβασμὸν αὐτὸν μεταξὺ τῶν μορφωτικῶν ἀξιώσεων τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν μορφωτικῶν ἀναγκῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως; Ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ θυσιάσητε τὸ παράπαν, οὐδὲ πρέπει νὰ θυσιάσητε τὸ παράπαν τὰς μορφωτικὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ καταρτίσει τοῦ προγράμματος, κατὰ τίνα ἄλλον τρόπον, ἔχετε ἀνάγκην τῆς ἑνιαίας διοικήσεως ὅπως μὴ ἐπέλθῃ διάσπασις αὐτῆς τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐργασίας καὶ ὅπως τὰ προγράμματα ὁλοκλήρου τῆς ἐκπαιδεύσεως καταρτίζωνται ἀπὸ κοινοῦ; Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο εἶναι ἀκίνδυνον, διότι ἔχει ἁπλῶς γνωμοδοτικὴν ἀξίαν ὡς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐλεύθερος, ἐφ’ ὅσον βλέπει, ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι δυνατὸν νὰ θιγῶσι νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου. Κατὰ τὸ φαινόμενον, πράγματι τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀληθές, ὅτι ὡς πρὸς τὸ παιδαγωγικὸν μέρος, τὸ ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον γνωμοδοτεῖ, ἀλλὰ πράγματι καὶ κατ’ οὐσίαν ἀποφασίζει. Οἱ λειτουργοὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, γνώσεις εἰδικὰς περὶ τῶν προγραμμάτων, περὶ τῆς διδακτέας ὕλης, περὶ τοῦ ποσοῦ καὶ τῆς ποικιλίας τῶν διδακτικῶν βιβλίων, δὲν ἔχουσι. Κατ’ ἀνάγκην μόνον θὰ στηριχθῶσιν εἰς τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ των ἐπιτελείου καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρξωσι τοιοῦτοι ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἀορίστους τινὰς εἰδικὰς γνώσεις, θὰ ἦτο λίαν τολμηρὸν νὰ ἔλθωσιν αὐτοὶ νὰ ὑποκαταστήσωσι καὶ νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἰδίαν των ἀτομικὴν γνώμην πρὸς τὴν γνώμην ὁλοκλήρου ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου, προκειμένου περὶ ὀργανώσεως, περὶ ἀποφάσεως ἡ ὁποία προϋποθέτει εἰδικὰς γνώσεις. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε ἓν πρόγραμμα κατηρτισμένον ἀπὸ τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον, τὸ πρόγραμμα αὐτὸ καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὁ εἰδήμων καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἀνίδεος θὰ τὸ ἀποδεχθῶσιν καὶ θὰ τὸ εἰσαγάγωσιν εἰς τὰ σχολεῖα. Θεωρῶ λοιπὸν ὅτι ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν συμβουλίων καὶ τῆς ἑνιαίας διοικήσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπάρχει κυρίως καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὸ μέρος τῆς βάσεως αὐτῆς· εἰς τὸ μέρος τῆς καταρτίσεως τῶν προγραμμάτων καὶ τῶν βιβλίων, διότι κατὰ τὰ ἄλλα, ὡς πρὸς τὸ παιδαγωγικὸν διοικητικὸν καὶ πειθαρχικὸν μέρος τὸ ὁποῖον ἀπέκρουσεν ἡ Ἐπιτροπή, βεβαίως εἶμαι καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ διχασμοῦ ἐκείνων· ἀλλ’ ἐκεῖ διαβλέπω ὀλιγωτέρους κινδύνους ἀφορῶντας μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς λειτουργίας τῆς ἐκπαιδεύσεως οὐχὶ δὲ εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ συμφέροντα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. Εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος ὅτι ἡ ἐργασία ἡ προσκομισθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἀρίστη καὶ ἀξία λόγου· ὅτι σχεδὸν ἡ διοίκησις τῆς ἐκπαιδεύσεως γίνεται κατὰ τὸν μᾶλλον εὐκταῖον τρόπον, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ. Ἀλλὰ φοβοῦμαι διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, φοβοῦμαι, διὰ τὴν διοίκησιν ἀκριβῶς τῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ μέρος ἐκεῖνο ἔνθα ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν αἰσθάνεται οὐδένα φόβον.
§178Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι.
§179Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι· καθόλου, διότι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἤμην μόνος ἐγώ. Εὔχομαι νὰ εἶναι τόσον τέλειον τὸ σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ὥστε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βλέπομεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, νὰ κατισχύσωσι ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε ἡ Δημοτικὴ Ἐκπαίδευσις καὶ ἡ μέση νὰ πάθωσιν ἐκ τῆς συγχωνεύσεως τῶν συμβουλίων ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἵνα ἴδωμεν ἀνατολὴν νέας ἐκπαιδευτικῆς περιόδου.
§180Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον, κύριοι Βουλευταί, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν συνέπιπτε νὰ προεδρεύσω τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐὰν δὲν ἠσθανόμην ἐκ τούτου τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξω διὰ βραχέων καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὰς γνώμας τὰς ὁποίας καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπεστήριξα καὶ εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη σύμφωνος ἰσχυρὰ μερὶς τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ μολαταῦτα, ἐφ’ ὅσον μάλιστα καὶ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἔλαβον τὸν λόγον, θὰ παρέλιπον ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσω ἐὰν δὲν συνέπιπτε τὸ γεγονὸς κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς τῶν προαγορευσάντων ὑπεστήριξεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἠθέλησεν. Ἡ ἐπιτροπή, βέβαια, ἐξήτασεν ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὸ ζήτημα μεθ’ ὅσης προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας ἐπέβαλλεν ἡ σοβαρότης αὐτοῦ, διότι οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀντιληφθῇ ὅτι ἀναδιοργάνωσις καὶ ἀνόρθωσις τῆς ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ ἑνὸς μόνου νόμου, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐφαρμοσθῇ σκοπίμως, ἐφ’ ὅσον δὲν ληφθῶσι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου καὶ κατὰ τὴν διοίκησιν ἐν γένει τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐξασφαλίσει τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ. Θὰ ἦτο δὲ τῳόντι λυπηρόν, ἐργασία ἀληθῶς ἐπιστημονική, ἐργασία ἀληθῶς ἀνακαινιστικὴ τὴν ὁποίαν προσεκόμισεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργός, ἡ ὁποία ὡς πρὸς τὴν βάσιν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπικροτηθῇ γενικῶς καὶ μόνον νὰ συζητηθῇ εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτῆς χρειάζεται, θὰ ἦτο λυπηρόν, λέγω, ἐργασία τοιαύτη ν’ ἀποτύχῃ διότι κακῶς πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκρύψω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνισχύθη εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς ὁμοφώνου γνώμης ὅλων τῶν εἰδικῶν, τῶν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης περὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἀσχολουμένων. Οὐχὶ πλειοψηφία, ἀλλὰ παμψηφία δύναταί τις νὰ εἴπῃ συνηγόρησεν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο τῶν εἰδικῶν, ὑπὲρ τῶν συμπερασμάτων ὑπὲρ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέθηκε τὴν γνώμην της. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἑνιαία εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις, ὡς λίαν ὀρθῶς παρετηρήθη, καὶ ὅτι ὁπωσδήποτε συνοχὴ πρέπει νὰ κρατῇ ἐν τῇ διοικήσει τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἐκράτει συνοχή, βεβαίως δὲν θὰ παριστάμεθα μάρτυρες πολλῶν ἀσχημιῶν. Βεβαίως, ὡς λίαν ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, δὲν θὰ ἐβλέπομεν τὴν προσθήκην τῆς πέμπτης καὶ ἕκτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, δύο τάξεων δηλαδὴ αἱ ὁποῖαι ἐξωμοιώθησαν τελείως πρὸς τὴν πρώτην καὶ δευτέραν τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου. Ἡ πέμπτη καὶ ἡ ἕκτη τάξις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου οὐδεμίαν ἑνότητα ἔχει ὡς πρὸς τοὺς δημοσίους λειτουργούς, τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς λειτουργούς. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἔχει ἑνότητα ἀλλ’ ἴσως φθάνει καὶ μέχρι πλήρους μέχρι τελείας ἀντιθέσεως. Οἱ μαθηταὶ τῆς πέμπτης καὶ ἕκτης τάξεως τοῦ δημοτικοῦ, ἐξωμοιώθησαν πρὸς τοὺς μαθητὰς τῆς πρώτης καὶ δευτέρας τοῦ ἑλληνικοῦ· καὶ ἐνῷ ἐξωμοιώθησαν πρὸς αὐτούς, ἀπολυόμενοι δὲ ἐγγράφονται εἰς τὴν τρίτην τάξιν τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου μολαταῦτα οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη οὐδὲ διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν βιβλίων οὔτε διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ προγράμματος οὔτε διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς διοικήσεως οὔτε περὶ ὅλων τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ ἐλαμβάνοντο διὰ τὴν ἐν γένει διαρρύθμισιν τῶν δύο αὐτῶν κλάδων. Πᾶν ὅτι ἐγίνετο, ἐγίνετο ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἑτέρου κλάδου, ἐξ οὗ ἡ μεγάλη ἀντίθεσις ἡ ὁποῖα συνετέλεσεν, ὥστε οἱ δημοδιδάσκαλοι νὰ θεωρῶνται ἐχθροὶ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων καὶ τανάπαλιν. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε τὸ παράδειγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως, καθὸ πολὺ ζωηρόν, ἀπετέλεσε τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου σύμφωνα πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι λέγω τόσον ἰσχυρόν, ὥστε νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα; Μήπως τρέχωμεν τὸν κίνδυνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς συστήματος ἑνιαίου, ὁποῖον τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποστηριζόμενον, νὰ συναντήσωμεν δυσάρεστα πολλῷ πλείονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνηντήσαμεν διὰ τῆς ἐλλείψεως πάσης συνοχῆς, ἢ μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύστημα ἀρτιώτερον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ καὶ τὰς ἀτελείας ἐκείνας νὰ μὴ συναντήσῃ καὶ νὰ μὴ παραλύσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν; Ἐγώ, Κύριοι, δὲν διστάζω νὰ δηλώσω ὅτι, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν ὑφισταμένην οὐσιώδη διαφορὰν μεταξὺ τῶν δύο κλάδων, τὴν ἐκ ταύτης ἀπόλυτον ἀναρμοδιότητα ἑκατέρου τῶν κλάδων διὰ τὸν ἕτερον, δὲν διστάζω νὰ δηλώσω ὅτι, θὰ ὑπεστήριζον κατ’ ἀρχὴν τὴν ὕπαρξιν δύο χωριστῶν συμβουλίων. Εἶναι τόσον διάφοροι αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ διοικῶνται ἀμφότεροι οἱ κλάδοι αὐτοί, καὶ αἱ ὁποῖαι συνθῆκαι λεπτομερέστατα ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος Συναδέλφου ἐκ Τρικκάλων, εἶναι τόσον διάφοροι αἱ ἀντιλήψεις, ἐκ τῶν ὁποίων ὁρμῶνται οἱ λειτουργοὶ τοῦ ἑνὸς κλάδου, ἀπὸ τῶν ἀντιλήψεων τῶν λειτουργῶν τοῦ ἄλλου, ὥστε ἀσφαλῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ καὶ τῆς συνεργασίας αὐτῶν τῶν ἑτερογενῶν στοιχείων, εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε. Ὑπάρχουσι, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἀληθῶς οὐσιώδεις διαφοραὶ ὡς πρὸς τοὺς μερικοὺς σκοποὺς καὶ τὰ μέσα τῆς ἐπιτεύξεως αὐτῶν· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι τοιαῦται οὐσιώδεις διαφοραὶ ὡς πρὸς τοὺς μερικοὺς σκοποὺς καὶ τὰ μέσα τῆς ἐπιτεύξεως, δὲν πρέπει ὑποθέτω νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἕνωσιν τῶν ἑτερογενῶν ἐκείνων στοιχείων διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς συνενώσεως ἐκείνης. Ἐὰν ἠθέλομεν καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτό, ἕν ἐκ τῶν δύο ἀσφαλῶς θὰ συμβῇ· ἢ θὰ εἶναι ἀδύνατος πᾶσα συνεργασία ἢ ἕκαστον τῶν μελῶν θὰ ἀσχολῆται καὶ θὰ προορίζηται μόνον διὰ τὸν κλάδον, ἐξ οὗ προέρχεται. Οὕτω δὲ θὰ ὑπάρχῃ μέγας ἀριθμὸς μελῶν τοῦ συμβουλίου, ὁ ὁποῖος θὰ εὑρίσκηται ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ τί γίνεται εἰς τὸν ἄλλον κλάδον, ἐνῷ ἐξ ἄλλου διὰ πᾶσαν πρᾶξιν θὰ ἔχῃ πλήρη τὴν εὐθύνην. Ὁ χωρισμὸς εἶναι ἀναγκαία συνέχεια τῆς ἀπολύτου ἀνεξαρτησίας ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβληθέντων νομοσχεδίων. Ἡ ἀνεξαρτησία αὕτη ἀπαιτεῖ τῷ ὄντι χωριστὴν διοίκησιν. Ἡ μετάθεσις, ἡ προαγωγή, ἡ ἐποπτεία καὶ ἡ πειθαρχικὴ ἐν γένει δικαιοδοσία, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν καὶ τὰ συνηθέστερα ἂν ὄχι καὶ τὰ σπουδαιότερα ἔργα τοῦ συνιστωμένου συμβουλίου, εἶναι τῷ ὄντι τοιαῦτα, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξασκηθῶσι διὰ προσώπων ἀπὸ τῶν δύο κλάδων προερχομένων. Αἱ ἀντιλήψεις τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἐντελῶς διάφοροι τῶν ἀντιλήψεων τῶν λειτουργῶν τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ λειτουργὸς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως θεωρεῖ προτέρημα καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει τὴν γνώμην του, ὁ λειτουργὸς τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως θεωρεῖ ἐλάττωμα. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοηθῇ συνεργασία, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα, ὁποῖα ἀναμένει ὁ κύριος Ὑπουργός. Πρόκειται, περὶ διαφορῶν οὐσιωδῶν, πρόκειται περὶ διαφορῶν μεγάλων, ἐὰν δέ τις ἀποβλέψῃ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν δύο κλάδων παρ’ ἡμῖν καὶ τοὺς μειονεκτικοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς καλεῖται ἡ Δημοτικὴ Ἐκπαίδευσις νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸ συμβούλιον, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον τὰ μέλη τοῦ συμβουλίου θέλουν προσληφθῆ ἐκ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, τότε κατ’ ἀνάγκην θέλει καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐπιδιωκομένου συστήματος, θὰ ὑποταχθῇ ἡ δημοτικὴ εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐπιζήμιον καὶ καταστρεπτικὸν δι’ ἀμφοτέρους τοὺς κλάδους. Καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, Κύριοι, ὑπάρχει ἡ τάσις καὶ ὑποστηρίζεται γενικῶς ὅτι διὰ συμβουλίων πρέπει νὰ διοικεῖται ἡ ἐκπαίδευσις. Ἀλλ’ ἐνῷ ὑπάρχει τοιαύτη τάσις, ὄχι μόνον δὲν ὑπεστήριξέ τις ὅτι πρέπει ἓν καὶ τὸ αὐτὸ συμβούλιον νὰ διοικῇ καὶ τοὺς δύο κλάδους, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὑπάρχει ἔρις μεγίστη μεταξὺ τῶν περὶ τὰ τοιαῦτα ἀσχολουμένων, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβουλίων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διοικῶσι τὴν Μέσην Ἐκπαίδευσιν, ὡς καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ διοικῇ τὴν Δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν.
§181Λ. ΝΑΚΟΣ. Πολλὰ συμβούλια;
§182Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἐννοῶ διαφορὰς ὑφισταμένας εἰς τὸν αὐτὸν κλάδον, ἕνωσιν δὲ συμβουλίου οὔτε ὑπεστήριξέ τις οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ. Ἀλλὰ καὶ ἡ βελτίωσις τῆς ἡμετέρας Ἐκπαιδεύσεως, προελθοῦσα ἐκ τῆς εὐεργετικῆς ἐξελίξεως τῆς νομοθεσίας, βελτίωσις ἀνομολογουμένη παρὰ πάντων, βελτίωσις ὑποστηριζομένη καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἡ βελτίωσις αὕτη, λέγω, εἰς τοῦτο τὸ συμπέρασμα ὁδηγεῖ, διότι ἡ βελτίωσις ἐπῆλθε ἐκ τοῦ ἐπελθόντος σιγὰ σιγὰ χωρισμοῦ τῶν διοικήσεων ἐκ τῆς ἀποκεντρώσεως ἂν ἐπιτρέπηται ἡ ἔκφρασις ἑκάστου κλάδου. Εἶμαι τῆς γνώμης, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἓν βῆμα διὰ τῆς πρώτης δηλώσεως εἰς ἣν προέβη, ὅτι παρὰ τινος συναδέλφου προσεκλήθη νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅτι δηλαδὴ σκέπτεται νὰ προτείνῃ ὅπως παραμείνῃ ἓν συμβούλιον, ἀλλὰ νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο τμήματα, εἶμαι, λέγω, τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ προβῇ καὶ εἰς τὸ ἕτερον βῆμα, καταλήγων εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἀληθῶς δύο συμβούλια δέον νὰ ὑπάρξωσιν. Εἰς τὸ συμπέρασμα δὲ τοῦτο ὀφείλει νὰ καταλήξῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ ἐπιτύχῃ ἡ μεταρρυθμιστική του ἐργασία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ τοῦ διαφύγῃ ὅτι ἡ ἐπιτυχία αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς σκοπίμου διοικήσεως. Ἀλλὰ τὸ συμβούλιον, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποδεικνυόμενον, ἔχει τῷ ὄντι δικαιοδοσίαν ὑψίστην, διότι πλὴν τῶν ἄλλων, κατὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 3, (ἀναγινώσκει) «γνωματεύει περὶ παντὸς ζητήματος ἀφορῶντος τὴν ἐκπαίδευσιν εἴτε προκαλούμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἴτε καὶ αὐτεπαγγέλτως. Δεύτερον παρασκευάζει κλπ.». Ἐρωτᾶται· ἐπὶ τῶν δύο τούτων περιπτώσεων εἶναι δίκαιον, εἶναι ὀρθὸν καὶ σκόπιμον νὰ ἀποφαίνωνται κεχωρισμένως τὰ προτεινόμενα δύο συμβούλια; Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἡ ἐπιτροπὴ διὰ πλειοψηφίας ἰσχυρᾶς ἐδέχθη ὅτι οὐδὲν τὸ κωλῦον, ὅπως τὰ δύο αὐτὰ συμβούλια συνέρχωνται ὁσάκις πρόκειται εἰδικῶς περὶ τῶν δύο αὐτῶν περιπτώσεων, ἐχουσῶν γενικώτερον χαρακτῆρα, ὅπως συνέρχωνται δηλαδὴ καὶ ἀποφαίνωνται. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὑπάρχει πᾶσα ἐγγύησις ὅτι ἡ ἔλλειψις συνοχῆς, ἡ ὁποία παρετηρήθη κατὰ τὸ παρελθόν, βεβαίως δὲν θὰ παρατηρηθῇ εἰς μέλλον. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς διεφώνησε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑπεστήριξε τὸν ἀπόλυτον χωρισμόν, νὰ μὴ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην του ταύτην. Τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὅτι πρέπει νὰ καταρτίζηται χωριστά, βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν θεμάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λύωνται διὰ τῆς ὁλομελείας τρόπον τινὰ τῶν διοικητῶν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἄλλη ἀρχὴ νὰ ὁρίζῃ τὸ πρόγραμμα τοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ ἄλλη ἀρχὴ νὰ ὁρίζῃ τὸ πρόγραμμα τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου ἢ τοῦ ἀστικοῦ, ὅπως πρόκειται νὰ τὸ ἀντικαταστήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε; Τρέχομεν σοβαρὸν κίνδυνον τὰ αὐτὰ μαθήματα, τὴν αὐτὴν ὕλην νὰ τὴν ὑπαγάγωμεν εἰς τὰ δύο σχολεῖα.
§183Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι.
§184Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καθόλου. Θὰ τεθῇ ὡς βάσις τὸ πρόγραμμα τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου καὶ οἱ θέλοντες νὰ κανονίσωσι τὸ πρόγραμμα τῶν ἄλλων σχολείων, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των τί διδάσκεται εἰς τὸ Δημοτικὸν σχολεῖον, πῶς μορφούμενον τὸ ὑλικὸν θὰ παρουσιασθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ συμφώνως μὲ αὐτὸ νὰ κανονίζωσιν οὗτοι τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀφορᾷ τὴν μειονότητα τῶν μαθητῶν ἀπέναντι τοῦ πολλοῦ ἀριθμοῦ, ὁ ὁποῖος χρειάζεται εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν διὰ τὰς βιωτικὰς ἀνάγκας.
§185Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἶναι διαφορετικαὶ ἀντιλήψεις. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς νὰ ξεχωρισθῇ τὸ μάθημα, ἀλλὰ τὰ ὅρια τοῦ μαθήματος. Τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἤθελε καταρτισθῇ διὰ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, τὸ ὁποῖον λέγετε ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς βάσις, εἶναι ἓν πρόγραμμα τὸ ὁποῖον θὰ περιλάβῃ ὡρισμένην ὕλην. Ὁ βαθμός, τὸ μέτρον τὸ ποσὸν τῆς ὕλης, εἶναι ἀδύνατον νὰ καθορισθῶσι τελείως. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε πλήρη τὴν ἐγγύησιν ἐφ’ ὅσον τὰ πρόσωπα ταῦτα δὲν συνέρχονται ἀπὸ κοινοῦ ν’ ἀποφασίσωσι καὶ νὰ δίδωσι τὸ πρόγραμμα εἰς τὰ σχολεῖα. Πλὴν τοῦ προγράμματος, ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειψις σοβαρὰ εἰς τὴν ἐν γένει νομοθεσίαν μας, εἶναι ἡ ἔλλειψις ἑνότητος. Ἐφ’ ὅσον δημιουργοῦμεν συμβούλια εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ὑπαγάγωμεν καὶ τὸν καταρτισμὸν νόμων, Διαταγμάτων κτλ. αὐτὴ ἡ ἔλλειψις ἑνότητος, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ὑπῆρξε, ὑπάρχει κίνδυνος σοβαρὸς νὰ ἐξακολουθήσῃ, ὅταν οὐχὶ εἰς ἓν ἀλλ’ εἰς πλείονα κεχωρισμένα συμβούλια πρόκειται ν’ ἀναθέσωμεν τὸ ἔργον τοῦτο.
§186Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τὴν συνοχήν.
§187Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Τὸ ὑπεστηρίξατε πολὺ καλὰ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§188Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶπον ὅτι τὸ πρόγραμμα τῶν δημοτικῶν σχολείων θὰ καταρτισθῇ ἀνεξαρτήτως ἐκ μόνων τῶν ἀναγκῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅτι χρειάζεται ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις διὰ νὰ παράσχῃ εἰς τὸν μαθητήν, αὐτὸ θὰ τοῦ δοθῇ ἀνεξαρτήτως τῶν ἀναγκῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Θὰ καταρτισθῇ τὸ πρόγραμμα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὕστερον ἡ μέση ἐκπαίδευσις θὰ ἔλθῃ νὰ ἐρωτήσῃ, τί στοιχεῖα δίδει εἰς τὸν μαθητὴν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν θὰ καταρτισθῇ τὸ πρόγραμμα εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ μαθητὴς νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ αὐτὰ μαθήματα. Σᾶς παρακαλῶ ποία ἡ ἔλλειψις συνοχῆς, ποία ἡ ἀντίφασις;
§189Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀντιφάσεως. Πρόκειται περὶ τοῦ κινδύνου τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ συναντήσωμεν εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὅτι ἡ πρώτη ὕλη ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν, δὲν ἔχει σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην του τὸ ἕτερον συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ νὰ τὴν ὑπαγάγῃ εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν.
§190Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τίς θὰ ὑπερισχύσῃ ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ διαφωνία.
§191Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς τὰς διαφωνίας πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν καὶ θὰ τὰς ἀποφύγωμεν, ἐὰν ἔχωμεν ἕν συμβούλιον διὰ τὰ γενικὰ αὐτὰ ζητήματα.
§192Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἕν συμβούλιον θὰ ἐπέλθῃ μία διαφωνία, ἐὰν ὑπάρχουσιν ὅμως περισσότερα μέλη τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, θὰ ὑπερισχύσουν τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως πρὸς βλάβην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§193Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Εἶναι ζήτημα γνωμῶν, δὲν ἕπεται δὲ ποσῶς ὅτι, ὅταν τις προέρχηται ἐκ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, θὰ ὑποστηρίξῃ πᾶν ὅτι τείνει εἰς ἐνίσχυσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, οὐδὲ ὁσάκις προέρχεταί τις ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ ὑποστηρίξῃ ἀναγκαίως πᾶν ὅτι τείνει εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§194Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ συνοχῆς. Ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς τοὺς διαφωνήσαντας καὶ τοὺς νομίζοντας ὅτι τὸ Συμβούλιον δέον νὰ εἶναι ἓν διὰ τὴν διοίκησιν καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ διὰ τὸ πρόγραμμα, λέγω ὅτι περισσότερος κίνδυνος θὰ εἶναι ἂν ὑπάρχῃ ἑνότης εἰς τὸ πρόγραμμα καὶ ὄχι εἰς τὴν διοίκησιν. Σεῖς ἀναχωρεῖτε ἐκ τῆς ἰδέας καὶ ὑπεστηρίξατε τοῦτο καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι χρειάζεται ἑνότης. Ἐγὼ δὲν βλέπω διατί νὰ ὑπάρξῃ ἑνότης. Μέχρι σήμερον ὑπῆρξεν ἑνότης διὰ τῆς ὑποδουλώσεως τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸν κλασικισμόν. Ἐὰν πρόκειται νὰ καινοτομήσωμεν, πρέπει νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἐπανάστασιν, τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν νὰ τὴν διαιρέσωμεν εἰς αὐτοτελῆ ὀργανισμόν, ἔχοντα σκοπὸν τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἰδανικῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως.
§195Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἡ ποθουμένη ἐπανάστασις θέλει ἐπιτευχθῆ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως κατ’ ἀρχὴν ὅλου τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος καὶ ὑποστηριζομένου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο ἀκριβῶς θέλει καρποφορήσει ἀσφαλέστερον ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἀνατεθῇ εἰς δύο συμβούλια δυνάμενα νὰ συνέρχωνται ἀπὸ κοινοῦ ὁσάκις πρόκειται περὶ ζητήματος φύσεως γενικωτέρας, περὶ ζητήματος δηλαδὴ ἀναγομένου εἰς τὰς δύο πρὸ ὀλίγου μνημονευθείσας παρ’ ἐμοῦ κατηγορίας. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε ὅτι τὰ ἐξέθηκα μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν προσπάθειαν ὅπως συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν σκοπιμωτέραν ἐφαρμογὴν ἑνὸς νομοθετικοῦ ἔργου διὰ τὸ ὁποῖον ἡ εἰσηγουμένη τοῦτο Κυβέρνησις εἶναι ἀξία συγχαρητηρίων.
§196Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ οὐχὶ ἅπαξ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως τῆς Μέσης καὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ δὶς ἴσως δὲ καὶ τρίς. Δευτέραν φορὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην συζητεῖται καὶ πάλιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, διότι πάντες οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ κατέγιναν καὶ περὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ ὡμίλησαν. Ἀληθῶς δὲ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἑνιαῖον τῆς διοικήσεως τῆς Ἐκπαιδεύσεως τῆς δημοτικῆς καὶ τῆς μέσης, ἥτις καθιεροῦται ἐν τῷ 2 ἄρθρῳ, καὶ δύναταί τις εἰπεῖν ὅτι καλῶς καὶ εὐλόγως ἐπελήφθησαν οἱ κύριοι Συνάδελφοι τῆς συζητήσεως τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθησαν τὰ Ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια καθὼς καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν εὑρισκόμενον. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποκρύψω ὅτι τόσος ἐγένετο θόρυβος περὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, τά τε ὀργανικὰ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ περὶ διοικήσεως αὐτῆς, τόσος, λέγω, θόρυβος ἐγεννήθη περὶ αὐτὰ καὶ τόσα καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐλέχθησαν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς δημοσιογραφίας, ὥστε οὐδείς, οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν συναδέλφων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν μακρὰν τῆς πολιτικῆς ἱσταμένων, νὰ μὴ μείνῃ ἀμέτοχος τῆς κινήσεως ταύτης καὶ τοῦ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος τὸ ὁποῖον προὐκάλεσαν τὰ νομοσχέδια. Ἑπόμενον λοιπὸν ἦτο καὶ τὸ ἐμόν ἐνδιαφέρον νὰ κινηθῇ καὶ νὰ παρακολουθήσω, ἐφ’ ὅσον μοὶ ἦτο δυνατόν, τὰ λεχθέντα καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῶν νομοσχεδίων καὶ δὴ περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τὴν Βουλήν. Ὁ στόχος ὁ γενικὸς τῶν ἀντιτιθεμένων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπῆρξεν ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀρχὴ τῆς ἑνότητος ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἡ ἀρχὴ ἐξ ἧς ἤντλησεν ὁ Ὑπουργὸς τὸ πόρισμα νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ διχασμοῦ τῆς διοικήσεως ἐν τῇ Δημοσίᾳ Ἐκπαιδεύσει. Καὶ τὰ βέλη τὰ ὀξύτερα ἐστράφησαν πέριξ τῆς ἀρχῆς ταύτης καὶ ἐλέχθη καὶ ὑπεστηρίχθη διὰ μακρῶν καὶ πολλῶν ἐπιχειρημάτων ἡ ἀνάγκη τῆς ἐγκαταστάσεως δύο διακεκριμένων συμβουλίων, τῆς διοικήσεως τῆς Δημοτικῆς ἐξ ἑνός, καὶ τῆς διοικήσεως τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ἐξ ἄλλου. Καὶ ὡς μέση ὁδὸς ἐθεωρήθη ὁ διχασμὸς τοῦ Συμβουλίου εἰς δύο τμήματα ἵνα τοῦτο διοικῇ τὰ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἐκεῖνο δὲ τὰ τῆς Δημοτικῆς. Ἀλλ’ ἀμφότεραι αἱ προτάσεις αὗται τῆς τε ἐγκαταστάσεως δύο Συμβουλίων καὶ τῆς διχοτομίσεως τοῦ ἑνός τῶν Συμβουλίων, δὲν μοὶ φαίνονται ὡς δυνάμενα νὰ ἀγάγωσιν εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Παραδόξως δὲ τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀντλῶ ἐξ ὅσων οἱ κ. κ. Συνάδελφοι καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς μετασχόντες τῆς συζητήσεως εἶπον καὶ ὑπεστήριξαν πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἀντιθέτων, διότι οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἠρνήθη ὅτι μία καὶ μόνη καὶ ἡ αὐτὴ εἶναι ἁπαξάπασα ἡ Ἐκπαίδευσις οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν ἀλλὰ καὶ πανταχοῦ. Πράγματι, ἡ ἐκπαίδευσις ἡ δημοτική, ἐν συνεχείᾳ δὲ αὐτῆς καὶ ἡ Μέση, μέχρι περατώσεως τῶν γυμνασιακῶν σπουδῶν, μία εἶναι· ἄρα ἔρχομαι εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι μία πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ διοίκησις αὐτῆς. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ νοήσωμεν τὴν μίαν καὶ μόνην ἐκπαίδευσιν, τὴν εἰς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἀποβλέπουσαν, εἰς ἕνα σκοπὸν καταλήγουσαν, πῶς νὰ νοήσωμεν τοιαύτην ἐκπαίδευσιν διοικουμένην ὑπὸ δύο καὶ διαφόρων συμβουλίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι τὴν ἐποπτείαν αὐτῆς καὶ τὰ ὁποῖα θὰ προνοῶσι περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς κατευθύνσεως τῶν σκοπῶν αὐτῆς; Ἀλλ’ εὑρέθη ὁ χαρακτὴρ ὁ διακρίνων τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν ἀπὸ τὴν Μέσην ἐν τούτῳ τῷ περιστατικῷ, ὅτι ἡ κατωτέρα ἐκπαίδευσις, εἶπον, εἶναι προωρισμένη δι’ ἅπαντα τὸν λαὸν διὰ τὰ 95% τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἶναι ἀπαραίτητος εἰς πάντα πολίτην, ἐνῷ ἡ μέση ἐκπαίδευσις δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, δὲν ἀπευθύνεται πρὸς πάντας τοὺς πολίτας, ἀλλὰ μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι δι’ ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν. Ἐλέχθη ὅτι χαρακτὴρ ἰδιαίτερος τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ὅτι ἀποτείνεται εἰς πάντα τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ καὶ ἐν τῷ χαρακτῆρι τούτῳ ἐνόμισαν, οἱ λέγοντες, ὅτι εὑρίσκουσι διαφορὰν ἐν τῇ οὐσίᾳ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ἡ οὐσία τῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἄλλη, καὶ ἂν ἡ δημοσία αὕτη λειτουργία εἶναι διάφορος ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ, ἀπὸ τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν διδομένην εἰς ἄλλο στάδιον εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Ἐὰν εἴχομεν ἀφ’ ἑνὸς μίαν ἐκπαίδευσιν ἀνθρωπιστικὴν καὶ ἐξ ἄλλου μίαν ἐκπαίδευσιν ἐπαγγελματικήν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τοῦτο. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον μίαν ἐκπαίδευσιν τὴν ἀνθρωπιστικὴν καὶ μορφωτικήν, καὶ περὶ τῆς διοικήσεως ταύτης τῆς ἐκπαιδεύσεως, θέλομεν νὰ προνοήσωμεν, μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ εἶναι ἀκατανόητον νὰ ἐγκαταστήσωμεν δύο ἀρχὰς διακεκριμένας ἀπ’ ἀλλήλων καὶ μάλιστα ἐχθρὰς πρὸς ἀλλήλας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἐν αὐτῷ τῷ πράγματι, ἐν αὐτῇ τῇ δημοσίᾳ λειτουργίᾳ, οἵα εἶναι ἡ ἐκπαίδευσις, οὐσιαστική τις διαφορὰ καὶ ἀντίθετος τῆς μιᾶς ἀπὸ τῆς ἄλλης, ἐξ οὐδενὸς λόγου δικαιολογεῖται ἡ ἐγκατάστασις δύο ἀρχῶν διακεκριμένων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι λόγοι θετικοί, συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς ἐγκαταστάσεως τοιούτων διακεκριμένων ἀρχῶν ἢ συμβουλίων, εἶναι ἄξιον περιεργείας πῶς ὑπάρχουσι λόγοι ἀρνητικοὶ πείθοντες ἡμᾶς νὰ ἐγκαταστήσωμεν μίαν καὶ μόνην διοίκησιν. Καὶ οἱ τὰ ἐναντία ὑποστηρίζοντες δὲν ἠρνήθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐβεβαίωσαν ὅτι ὑπάρχει ἀντίθεσις μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου. Δὲν ἐξετάζω ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν αἰτίαν ἣν θεωρῶ ἀφορμὴν τῆς τοιαύτης ἀντιθέσεως, τῆς τοιαύτης ἀντιζηλίας, τῆς τοιαύτης διχονοίας, διότι καὶ ἡ λέξις αὕτη ἐλέχθη ἐντεῦθεν καὶ διεπιστώθη ὅτι ὑπάρχει διχόνοια μεταξὺ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς κατωτέρας, ἐμαρτυρήθη δὲ καὶ διεπιστώθη ὅτι ὑπάρχει ἀντίθεσις, καὶ ἀντίθεσις ῥιζική, μεταξὺ τῶν δύο τούτων κλάδων τῆς δημοσίας ταύτης λειτουργίας. Καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἀντίθεσις, νομίζω ὅτι ἡ στοιχειώδης φρόνησις ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἑνότητα ἐν τῇ διοικήσει τῶν δύο τούτων διακεκριμένων κλάδων, τῶν ἐν διχοστασίᾳ εὑρισκομένων, ἵνα ἐπιτύχωμεν εἰς τὸ μέλλον τὴν ἄρσιν τῆς διχονοίας. Δὲν φοβοῦμαι μὴ ἐκ τῆς τιθεμένης διοικήσεως ἐπιταθῇ ἔτι μᾶλλον ἡ διχόνοια. Μὲ πείθει εἰς τοῦτο τὸ παράδειγμα τοῦ παρελθόντος, διότι ἐὰν προέκυψε διχόνοια, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν δύο κλάδων. Διατί δὲν ἀφήνομεν, ὡς ἠξίου ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων Συνάδελφος, τὸν ὁποῖον μετὰ μεγίστης προσοχῆς παρηκολούθησα καὶ ὤφειλον νὰ παρακολουθήσω ὡς διοικήσαντα ἄλλοτε τὰ τῆς Παιδείας καὶ ἐπὶ μακρόν, διατί ἆρα γε δὲν ἀφήνομεν ἑκάστην ἐκπαίδευσιν εἰς τοὺς ἰδίους ἑαυτῆς σκοπούς, δίδοντες ἰδίας ἀρχὰς εἰς ἑκατέραν ἐξ αὐτῶν, ἰδίαν ὕπαρξιν καὶ αὐτοτέλειαν πλήρη; Ἐὰν εἴχομεν πραγματικῶς δύο ἐκπαιδευτικοὺς κλάδους, διακεκριμένους ὅλως ἀπ’ ἀλλήλων ἐπιδιώκοντας σκοπούς, θὰ ἐνόουν τὴν τοιαύτην διάκρισιν, θὰ ἐνόουν τὴν τοιαύτην διαίρεσιν μεταξὺ τῶν δύο κλάδων εἰς τρόπον, ὥστε ἑκάστη ἐκ τῶν ἐκπαιδεύσεων τούτων ν’ ἀκολουθῇ ἰδίαν πορείαν, ἰδίαν ὁδόν, ἵνα φθάσῃ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἀλλ’ ἐνόσῳ εἶναι ἀναντίρρητον καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, ὅτι εἷς καὶ μόνος καὶ ὁ αὐτὸς εἶναι πάντοτε ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς ὑπὸ πάσης ἐν γένει τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν οἱαδήποτε βαθμίδι καὶ ἂν ἐπιζητῆται οὗτος, ὁ σκοπὸς τοῦ ἐξανθρωπισμοῦ τῶν διδασκομένων νέων, οὐδένα βλέπω λόγον ὅστις νὰ μὲ πείθῃ ὅτι πρέπει νὰ καταστήσωμεν ἰδίας ἀρχὰς δι’ ἑκάστην ἐκπαίδευσιν καὶ ν’ ἀνοίξωμεν χάσμα μεταξὺ αὐτῶν, ἀντὶ νὰ φροντίσωμεν τὸ χάσμα, τὸ ἀνοιχθὲν ἤδη ἐκ τῶν γεγονότων καὶ ἐκ τῆς κακῆς ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων κατὰ τὸ παρελθόν, νὰ τὸ γεφυρώσωμεν καὶ νὰ τὸ πληρώσωμεν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐν τῷ μέλλοντι. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων Συνάδελφος φρονεῖ ὅτι καταργοῦμεν τὸ καλὸν ἐπιδιώκοντες καλλίτερον. Καὶ τότε βεβαίως, ἐὰν οὕτως ἐπολιτευόμεθα ἐπιδιώκοντες τὸ καλλίτερον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐγίνετο ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ, θὰ εἶχε πλῆρες δίκαιον ὁ κ. Συνάδελφος. Ἀλλ’ ὁποῖον, εἶναι, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. κ. Συνάδελφοι, τὸ καλόν, τοῦ ὁποίου τὴν κατάργησιν ἐπιδιώκομεν, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὸ καλλίτερον ῥυθμίζοντες κατὰ τὸ δυνατὸν τὰ πράγματα τῆς ἐκπαιδεύσεως; Μὴ εἶναι ἡ διχοστασία καὶ τὸ βάραθρον τὸ ὁποῖον ἠνεῴγη μεταξὺ τῆς Μέσης καὶ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως; Μὴ εἶναι ἡ διοίκησις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; ὡς αὕτη διεξάγεται νῦν δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ, ἄνευ ἐποπτείας Ὑπουργικῆς, ἀποφασίζοντος περὶ τῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Μήπως τὸ καλὸν εἶναι ἡ διχοστασία, ἡ ὁποία ἠνεῴγη μεταξὺ τῶν δύο κλάδων τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφότου ἐνεκατεστάθησαν τὰ ἑξατάξια δημοτικὰ σχολεῖα, τῶν ὁποίων αἱ δύο τελευταῖαι τάξεις ἐθεωρήθησαν ὡς αἱ δύο κατώτεραι τῶν ἑλληνικῶν σχολείων; Δὲν νομίζω ὅτι εἶναί τι καλὸν ἡ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ συνεπῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἐπιδιώκομέν τι τὸ καλόν, βεβαίως δὲν ἐπιδιώκομέν τι τὸ καλλίτερον τοῦ καλοῦ, διότι ὑπ’ ὄψει ἡμῶν δὲν ἔχομέν τι καλόν. Ἐξ ἐναντίας ἔχομεν κακὸν κάκιστον, καὶ τοῦ κακίστου τούτου εἶναι ἀναγκαία ἡ θεραπεία. Εἶμαι δὲ τῆς γνώμης ὅτι ἡ ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἄλλως εἰμὴ μόνον διὰ τῆς ἑνιαίας διοικήσεως. Ἀλλ’ ἆρά γε, θὰ ἔχωμεν πραγματικὴν διοίκησιν ἐγκαθιστῶντες τοιοῦτον συμβούλιον, ὁποῖον καθορίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἢ μὴ τυχὸν αἱ ἀντιζηλίαι, αἱ ὑπάρχουσαι μέχρι τοῦ νῦν μεταξὺ τῶν λειτουργῶν τῶν δύο κλάδων, καὶ αἱ ὁποῖαι δέον νὰ ἐκλίπωσιν ἐν τῷ μέλλοντι, θέλουσιν αὐξάνει τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ τῆς δημοτικῆς καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ περιέλθωσιν αὗται εἰς χειροτέραν κατάστασιν ἐν τῷ μέλλοντι, διότι τὸ Συμβούλιον καταρτίζεται ὡς προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον; Πρέπει νὰ κρίνῃ τις, Κύριοι, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ θεωρουμένου ὡς νόμου. Ἂς δεχθῶμεν ὅτι ἐψηφίσθη τοῦτο καὶ δὴ τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ μέλη τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου· δέχομαι, λέγω, ὡς κειμένας τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6, καὶ ἂς ἴδωμεν τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχοντες τὰ προσόντα καὶ μέλλοντες νὰ διορισθῶσι μέλη τοῦ ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες σκοπὸν καὶ πρόγραμμα τῆς ἐγκαταστάσεως αὐτῶν ἐν τῷ ἀνωτάτῳ τούτῳ Συμβουλίῳ θέλουσιν ἔχει, οἱ μὲν ἀνήκοντες εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν τὴν κατὰ πάντα τρόπον τὴν καταδίωξιν καὶ ἐξόντωσιν, δύναταί τις εἰπεῖν, τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, τουναντίον δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὡς ἐπιθεωρηταὶ τυχὸν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα τῶν ἐδαφίων αʹ, βʹ καὶ εʹ περὶ τῶν ὁποίων γίνεναι λόγος ἐν τῇ 8ῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 6, θέλουσιν ἐμφορεῖσθαι ἀπὸ πνεύματος ἀντιθέσεως καὶ ἀντιζηλίας καὶ μίσους, κατὰ τῶν Συναδέλφων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, καὶ συνεπῶς καὶ κατὰ τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ κατὰ τοῦ ὅλου κλάδου τούτου; Ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ ἑνός, ἐμφορουμένου ὑπὸ παθῶν προσωπικῶν καὶ ἰδιοτελοῦς, περὶ αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται περὶ ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἓν μόνον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν· τὴν ἐπάρκειαν τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτῶν πρὸς τὸ ἐκτελεῖν τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀναθέτει εἰς αὐτούς. Ἐκεῖνοι, οἵτινες λαμβάνονται ἐκ τοῦ κλάδου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, οἱ χρηματίσαντες γυμνασιάρχαι, ἢ ὑπηρετήσαντες ὡς διευθυνταὶ Διδασκαλείων ἢ ἔχοντες ἀποδείξεις περὶ ὁπωσδήποτε φιλοσοφικῶν ἢ παιδαγωγικῶν αὐτῶν σπουδῶν, δὲν θέλουσιν ἐμφορεῖσθαι ἀπὸ αἴσθημα συμπαθείας πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν; Καὶ διατί ἆρά γε, δὲν θὰ ἔχωσι τὴν ἐπάρκειαν πρὸς τὸ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν καθηκόντων αὑτῶν ἀπέναντι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸν προορισμὸν καὶ τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ αὕτη; Καὶ ἐρωτῶ· διατί οἱ μὲ τὰ προσόντα αὐτὰ εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Συμβούλιον, ἐξασφαλιζόμενοι διὰ τῆς μονιμότητος, ἔχοντες ὅλα τὰ ἐχέγγυα αὐτῶν πλήρη καὶ ἄρτια, ὅσα ὁ νόμος ζητεῖ παρ’ αὐτῶν, διατί, λέγω, οἱ ἀνώτατοι οὗτοι λειτουργοὶ δὲν θέλουσιν ἔχει τὴν ἐπάρκειαν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν; Μὴ τυχὸν τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι ἀπόρρητα καὶ μυστήρια ἀπροσίτου τινὸς σοφίας, τὴν ὁποίαν μόνον οἱ φοιτήσαντες διετίαν ἢ τριετίαν εἰς τὰ Διδασκαλεῖα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες δημοδιδάσκαλοι κατέχουσιν; Μήπως εἶναι μυστήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπρόσιτα εἰς τοὺς κατατρίψαντας τὸν βίον αὐτῶν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, εἰς τοὺς διδάξαντας ὡς γυμνασιάρχαι εἰς ἀνωτάτας διδακτικὰς θέσεις ἐπὶ δεκαετίαν, δεκαπενταετίαν ἢ καὶ εἰκοσαετίαν ὁλόκληρον, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι τὴν ἐπάρκειαν καὶ τὴν ἀντίληψιν τῶν ἔργων ἐν γένει τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὥστε νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὴν τὴν πρέπουσαν κατεύθυνσιν; Δὲν μοὶ φαίνεται, Κύριοι, νὰ ἔχωσι δίκαιον οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες· οὔτε νομίζω ὅτι εἶναι τόσον μυστηριώδης καὶ ἀπόκρυφος ἡ σοφία ἡ ἀποτελοῦσα τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν παιδαγωγικὴν ἐν γένει τῶν παιδίων τῶν φοιτώντων εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, ὥστε νὰ ὑπολάβω ὡς ἀνικάνους καὶ ἀναξίους ὅλους ἐκείνους, οἵτινες, ὡς εἶπον, κατέτριψαν τὸν βίον αὑτῶν ὁλόκληρον μελετῶντες καὶ σπουδάζοντες καὶ ἀσκοῦντες κατόπιν ἔργα ἀνωτάτων ἐκπαιδευτικῶν λειτουργῶν. Εἶναι τοιαύτη μάλιστα ἡ σοφία αὐτὴ ἡ δημοδιδασκαλική, καὶ ἡ ῥύθμισις τῶν κατ’ αὐτήν, ὥστε βλέπομεν κατ’ αὐτὰς ἄνδρα ἀξιοτιμότατον κατὰ τὰ ἄλλα, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, μὴ φοιτήσαντα ἐν τοῖς Διδασκαλείοις, οὐδ’ ἀναλαβόντα ποτὲ ἔργα δημοδιδασκάλου, ἀλλὰ δικηγόρον τὸ ἐπάγγελμα καὶ ἔφεδρον ἀξιωματικόν, διαχειριζόμενον ἐπιτυχέστατα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὅλα τὰ ζητήματα τῆς τε δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως! Καὶ τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει μου οὐδέποτε δύναμαι νὰ ἀμφιβάλω ὅτι οἱ χρηματίσαντες ἐπὶ δεκαετίαν ἢ εἰκοσαετίαν ὡς γυμνασιάρχαι, ἢ οἱ χρηματίσαντες ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἢ οἱ χρηματίσαντες τμηματάρχαι καὶ γενικοὶ ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν θέλουσιν ἔχει τὴν ἐπάρκειαν καὶ τὴν ἱκανότητα, ἵνα καλῶς κατευθύνωσι τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐγένετο ἐπίσης, Κύριοι, προσφυγὴ καὶ εἰς τὰ ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῶν νομοσχεδίων ἐκτιθέμενα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ προσπάθεια, ἵνα ἡ γνώμη τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ μέλλον ἡ ὑποταγὴ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου εἰς τὰ σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ μέλλον νὰ ὑπολαμβάνωμεν τὸ δημοτικὸν σχολεῖον εἰς μίαν βαθμίδα ἀναγκαίαν, ἵνα ἐκεῖθεν ὁ ἀποφοιτῶν ἐξακολουθήσῃ ἐν συνεχείᾳ τὰς σπουδὰς αὑτοῦ ἐν τοῖς σχολείοις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἵνα ἡ γνώμη αὕτη ἐξαρθῇ, ἵνα ἐνισχυθῇ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ φύσει τῶν πραγμάτων ἡ διάκρισις τῶν σχολείων τούτων ἀπὸ τῶν σχολείων ἐκείνων. Ἀλλὰ σημαίνει ἆρά γε τὸ λέγειν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὑποταγὴ τοῦ ἑνὸς σχολείου εἰς τὸ ἄλλο, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη διάκρισις καὶ τοιαύτη διαφορὰ ἐν τῇ οὐσίᾳ τῶν πραγμάτων, ἐν τῇ οὐσίᾳ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφοῦ πᾶσα ἡ ἐκπαίδευσις, ὡς πάντες γνωρίζομεν, δὲν εἶναι ἢ καθαρῶς ἀνθρωπιστική. Δὲν ἐπιτρέπεται βεβαίως ὑποταγὴ δι’ ἄλλον σκοπόν, διότι ὁ νομοθέτης καλῶς καὶ πρεπόντως σκέπτεται ὅτι μέχρις ἑνὸς σημείου ἀναγκαῖον εἶναι ὁ πολίτης, ὅστις θέλει νὰ εὐνομῆται, ὅστις θὰ καταστῇ ἱκανὸς νὰ προνοήσῃ περὶ τῶν ἑαυτοῦ συμφερόντων, ὅστις θὰ αὐτοδιοικηθῇ, ὅστις ἀνήκει εἰς χώραν κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένην, νὰ ἔχῃ ταῦτα καὶ ἐκεῖνα τὰ ἐφόδια ἢ τὰς γνώσεις αὐτάς. Ὥρισε λοιπὸν ἕν ποσόν, ἂν δύναμαι νὰ εἴπω οὕτω, γνώσεων, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ἀπαραίτητοι διὰ πάντα πολίτην καὶ ταῦτα τὰ ἐφόδια δίδονται εἰς τὰ παιδία ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις. Ἕπεται λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην ἐντεῦθεν ὅτι τὸ δημοτικὸν σχολεῖον ἔχει ἴδιον προορισμὸν καὶ παρέπεται ἐπίσης ἀναγκαίως ὅτι οὐδεμίαν ὑφίσταται ὑποταγὴν ἀπέναντι τῶν ἀνωτέρων σχολείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, διότι εἰδικὸν ἐπιδιώκει σκοπόν. Ἀλλ’ ἕπεται ἆρά γε ἐκ τοῦ ὅτι ἐπιδιώκει εἰδικὸν σκοπὸν καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ὑποταγὴ αὐτοῦ εἰς τὰ σχολεῖα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἕπεται, λέγω, ὅτι ὑπάρχει διάκρισις καὶ διαφορὰ ἐν τῇ οὐσίᾳ τῶν πραγμάτων; Οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο, ὅταν πάντες ἀναγνωρίζωμεν ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ σκοπὸν ἔχουσα τὸν ἐξανθρωπισμὸν τῶν ἐν τοῖς σχολείοις διδασκομένων. Ταῦτα, Κύριοι, ἐν ὀλίγοις εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι μοῦ ἐπιβάλλεται προτοῦ κατέλθω τὸ βῆμα, νὰ θίξω καὶ ἕν ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη ἐντεῦθεν ὡς μέση τις λύσις μεταξὺ τῶν ἀντιθέτων ἰδεῶν, μεταξὺ τῆς γνώμης τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου ἀνωτάτου συμβουλίου καὶ τῆς γνώμης τοῦ διχασμοῦ αὐτοῦ εἰς δύο συμβούλια, νὰ θίξω, λέγω, τὸ ζήτημα τῆς διχοτομήσεως τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου συμβουλίου εἰς δύο τμήματα. Δὲν νομίζω Κύριοι, ὅτι ἡ λύσις αὕτη εἶναι ἡ εὐστοχωτέρα ἀπὸ τὴν πρότασιν περὶ ἐγκαταστάσεως δύο διακεκριμένων συμβουλίων, διότι ἂν τὰ τμήματα ταῦτα καταρτίσωμεν ἐξ ἀνδρῶν ἐχόντων εἰδικά τινα προσόντα καὶ προθύμων ἐν συμβουλίῳ εἰδικῶς καὶ ἀποκλειστικῶς νὰ ἀσχολῶνται εἰς ἔργα προνοητικὰ καὶ διοικητικὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξ ἑνός, τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἐξ ἄλλου, θέλομεν καταλήξει ὑπὸ ἄλλο ὄνομα βεβαίως, ὀνομάζοντες τμήματα τὰ ἰδιαίτερα συμβούλια, εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, νὰ ἔχωμεν δηλαδὴ τὸν διχασμὸν διαιωνιζόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀντὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ καταργήσωμεν αὐτόν. Ἀλλ’ ἀντετάχθη ἡ γνώμη ὅτι δὲν εἶναι ἁρμόδιοι οἱ ἐν τῷ ἑνιαίῳ τούτῳ συμβουλίῳ διά τινα τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅτι ἀκόμη ἐνδεχόμενον ἐντεῦθεν νὰ ἐπέλθῃ μία ἀνάμιξις τῶν δικαιοδοσιῶν καὶ σύγχυσις εἰς τὸν προορισμὸν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ δὴ ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν προγραμμάτων. Καὶ ἀγορεύοντος, νομίζω, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενος ὁ τοιοῦτος κίνδυνος τῆς συγχύσεως καὶ τῆς ἀναμίξεως τῶν προγραμμάτων ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὅλης ἐκπαιδεύσεως, διότι δίδεται, ἐλέχθη, εἰς τὸ συμβούλιον ἡ ἐξουσία τοῦ καταρτίζειν τὰ προγράμματα τῶν σχολείων τῆς τε δημοτικῆς καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλὰ παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ἀληθῶς κανονίζεται ἡ δικαιοδοσία αὕτη τοῦ συμβουλίου καὶ δύναται κατὰ τὴν βʹ παράγραφον τὸ συμβούλιον νὰ παρασκευάζῃ σχέδια νόμων, διαταγμάτων, ἐγκυκλίων καὶ ὁδηγιῶν, νὰ συντάσσῃ τὸ πρόγραμμα καὶ τὸ ὡρολόγιον τῶν μαθημάτων τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς ποσότητος καὶ οἰκονομίας τῆς ὕλης κλπ. ἀλλὰ τὸ σχέδιον νόμου, ὡς ἔχει, δὲν ἀπειλεῖ ἡμᾶς διὰ τοιούτου κινδύνου, διὰ τοιαύτης συγχύσεως καὶ συμφυρμοῦ τῶν προγραμμάτων ἐπὶ ζημίᾳ τῆς καθόλου ἐκπαιδεύσεως, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀναγνωρίζει μὲν εἰς τὸ συμβούλιον τὸ δικαίωμα τοῦ συντάσσειν τὰ προγράμματα τῶν τε δημοτικῶν καὶ τῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως σχολείων καὶ τὰ ὡρολόγια τῆς διδασκαλίας, ἀλλὰ ταῦτα πάντα συντάσσει ἐν σχεδίῳ, παρωράθη δὲ ἡ λεπτομέρεια αὕτη τῆς διατάξεως.
§197Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καθόλου.
§198Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τοῦτο παρετηρήσατε ὑμεῖς, κύριε Συνάδελφε.
§199Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Φαινομενικῶς τὸ ἐκπαιδευτικὸν συμβούλιον συντάσσει ἐν σχεδίῳ τὰ προγράμματα καὶ ἐξασκεῖ καθήκοντα συμβουλευτικά, πράγματι ὅμως θὰ ἀποφασίζῃ περὶ αὐτῶν τὸ συμβούλιον, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὰς ἀπαιτουμένας εἰδικὰς γνώσεις. Πρὸς τοῦτο καὶ θὰ ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτό. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην περὶ τοῦ προγράμματος ἢ τῆς διδακτέας ὕλης; Φαινομενικῶς λοιπὸν γνωμοδοτεῖ τὸ συμβούλιον, πραγματικῶς ὅμως ἀποφασίζει.
§200Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤκουσα τοῦτο· ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος συμφυρμοῦ καὶ συγχύσεως τῶν προγραμμάτων τῶν δύο τούτων ἐκπαιδεύσεων, τῆς κατωτέρας καὶ τῆς μέσης, ἐπὶ ζημίᾳ ἀμφοτέρων. Ἀλλ’ ἂν παρήκουσα, ἀνακαλῶ τὰ λεχθέντα. Τοῦτο ὅμως ἔχω ἀνάγκην νὰ τονίσω ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα τὸ συμβούλιον νὰ συντάσσῃ τὰ προγράμματα, ἀλλὰ συντάσσει ταῦτα ἐν σχεδίῳ καὶ ὑποβάλλει αὐτὰ πρὸς κύρωσιν εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ὑπεράνω λοιπὸν τῶν ἔργων τοῦ συμβουλίου ἵσταται ὁ ἀνώτερος ἐποπτικὸς νοῦς τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὰ πράγματα, ὁ ὁποῖος μελετᾷ τὰ σχέδια καὶ ὅταν εὕρῃ αὐτὰ ὀρθά, συμφέροντα καὶ συμβιβαζόμενα πρὸς τὸν σκοπόν, ἐγκρίνει καὶ ἐπικυρώνει αὐτά. Ἀλλ’ ἀντιλέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς οὐχὶ ὁ νῦν, ἀλλ’ ἄλλος τις Ὑπουργός, δὲν ἔχει τὴν ἐπάρκειαν νὰ κρίνῃ καλῶς καὶ πρεπόντως περὶ τῶν ὑποβαλλομένων ἐν σχεδίῳ προγραμμάτων. Θ’ ἀπήντων ὅμως εἰς τὸν κ. Συνάδελφον ὅτι ὁ Ὑπουργός, ἐφ’ ὅσον ἐμφορεῖται ἀπὸ πλήρη συναίσθησιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ καὶ θέλει νὰ ἀφήσῃ ἴχνη καταφανῆ τῆς διαβάσεώς του ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, θὰ πράξῃ ὅτι πράττουσι τὰ μέλη τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦνται εἰδικὰ ἐν τῷ συμβουλίῳ, θὰ ἐρευνήσῃ τὰ πράγματα. Δὲν θὰ εἶναι ἐστερημένος τῆς ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων, ἵνα δώσῃ τὴν πρέπουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὴν λειτουργίαν ἐν γένει τῆς ἐκπαιδεύσεως. Δὲν βλέπω λοιπόν, Κύριοι, οὐδαμόθεν νὰ γεννᾶται κίνδυνος ἐκ τῆς καθιερώσεως ἑνὸς μόνου συστήματος, ἔχοντος τὴν ἑνιαίαν διεύθυνσιν ὅλης τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν ταύτης. Φρονῶ τοὐναντίον, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῇ τὸ μέγα ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ ὠφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν, τὸ ἀγαθὸν τῆς ἄρσεως τῆς διχονοίας, τῆς ὑφισταμένης νῦν μεταξὺ τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως. Ἀρκεῖ νὰ ἐλπίσωμεν, ἢ μᾶλλον νὰ πιστεύσωμεν, διότι ἐγὼ τουλάχιστον πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι μεταξὺ τῶν δύο τούτων κλάδων θέλει ἐπέλθῃ ἡ ποθητὴ εἰρήνευσις καὶ τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπέλθη πρὸ πολλοῦ χρόνου, θέλει γεφυρωθῆ, διὰ νὰ καλύψῃ ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσαν διχόνοιαν καὶ ἀντίθεσιν συμφερόντων.
§201Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων λεχθέντα τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς αὐτούς, ἀνέγνωσα ὅλα τὰ προβληθέντα ἔξωθεν ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔχω ἤδη καταλήξῃ εἰς συμπεράσματά τινα. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν θέλω προβῆ εἰς δηλώσεις τροποποιούσας ἐν τισι τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐκλείψωσι αἱ πολλαὶ ἀντιρρήσεις. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἔχει, εἶτα δὲ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της μετὰ τῶν ζητουμένων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων. Ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ναυτικῆς σχολῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της.
§203ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ κληθῶσιν αἱ ἐπιτροπαὶ τῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ νὰ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, διότι πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος αὐτῆς, τὴν Τετάρτην, θὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύσεως τῶν δύο πόλεων».
§204Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Εἶχε δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας θὰ ἐψηφίζετο σήμερον πρῶτον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὅπως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς Τετάρτης ἀναγραφῇ πρῶτον.
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν πρώτων.
§206ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13 ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχει ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της, δύναται νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν διότι κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τίνας τροποποιήσεις δέχομαι.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης προσωπικοῦ εἰς τὸ ὑπὸ τῶν Νόμων ͵ΒΨΞΗʹ τοῦ 1900 καὶ ͵ΓΦϞΕʹ τοῦ 1910» «περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας καὶ ͵ΓΣΟϚʹ τοῦ 1908 περὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων καθοριζόμενον προσωπικὸν» καὶ «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ͵ΒΨΚΗʹ καὶ ͵ΓΦϞΕʹ». (Ψηφίζεται εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Τὸ 37ον. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως καὶ ἐπισκευῆς τῶν ἀρχαιολογικῶν Μουσείων Κερκύρας, Ἀκροπόλεως καὶ Ὀλυμπίας». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Τὸ 31ον. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου «περὶ παροχῆς δικαιώματος εἰς τοὺς στρατευθέντας μαθητὰς τῆς σχολῆς τῶν γυμναστῶν καὶ τῶν σχολείων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, τοὺς μὴ ἐξετασθέντας κατὰ τὸ 1913 ἢ μὴ δυνηθέντας νὰ ἐγγραφῶσι κατὰ τὸ 1913–1914, πρὸς ἐξέτασιν κατὰ Ἰούνιον ἢ Σεπτέμβριον 1914». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Τὸ 57ον. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης διατάξεών τινων ἐν τῇ παραγράφῳ 12 τοῦ ἄρθρου 13 καὶ ἐν τῇ παραγράφῳ 1 τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Νόμου ͵ΒΨΞΗʹ περὶ ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Τὸ 52ον. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Ρώμῃ τῇ 26ῃ Μαΐου 1906 διομολογηθείσης ἀναθεωρήσεως τῆς Συμφωνίας περὶ ἐγγραφῆς συνδρομῶν εἰς ἐφημερίδας καὶ περιοδικὰ συγγράμματα διὰ τοῦ Ταχυδρομείου μετὰ τοῦ συναφοῦς αὐτῇ Κανονισμοῦ ἐκτελέσεως». (Ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς ἐγγραφῆς καὶ ἐξετάσεως τῶν φοιτητῶν». (Ψηφίζεται εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς παρὰ τὴν Σαλαμῖνα νησίδος «Ἅγιος Γεώργιος». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τοῦ εἰς τὸν δήμαρχον Λεβαδέων ἀνατεθειμένου κληροδοτήματος Εὐσταθίου Ζάκκα». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 μ.μ.)