1914.03.21
2,993 rows · 22,291 words · 245 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58
Τῆς 21ης Μαρτίου 1914.
(Παρασκευή, ὥρα 4,45′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Παρακαλῶ νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· Οἱ οἰνοπαραγωγοὶ Λευκάδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς οἰνοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Τρικκάλων Κορινθίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων περὶ διοικήσεως· Οἱ καπνοπῶλαι Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ ἡ σύμβασις περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ· Ἡ κοινότης Βογατσικοῦ ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ καταστροφῆς τοῦ Βογατσικοῦ καὶ ἀνοικοδομήσεως αὐτοῦ· Οἱ πρόσφυγες Ξάνθης παρακαλοῦσιν, ὅπως σωθῇ ἡ διαρπαγεῖσα περιουσία των· Ὁ Ν. Μαλαγαρδῆς πρώην Γυμνασιάρχης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπαναδιορισθῇ· Οἱ παραγωγοὶ Λευκάδος ὑποβάλλουσι σκέψεις περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος· Οἱ δημόται Σερρῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων· Οἱ κάτοικοι Εὐγήρου παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁριστικῶς ἐγκατασταθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀπολλωνίων εἰς Βασιλικήν· Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πειραιῶς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐργασίας. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Βασιλικῆς, Κονταραίνης, Εὐγήρου, Μαραντοχωρίου, Σύβρου, Βουρνικᾶ καὶ Ἁγίου Ἠλία παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐγκατασταθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀπολλωνίων μονίμως ἐν Βασιλικῇ· Οἱ ὑπόδικοι στρατιῶται τῶν φυλακῶν Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἢ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου ἢ ἀπολυθῶσιν· Ὁ Α. Γασπαράκης ἐκ Κρήτης, στρατιώτης, κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Κεφαλληνίας παρακαλεῖ, ὅπως τῷ δοθῶσιν αἱ ὀφειλόμεναι 1970 δραχμαί· Οἱ κάτοικοι Μαραντοχωρίου τῆς Λευκάδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἱδρυθῇ μόνιμον ἐν Βασιλικῇ Εἰρηνοδικεῖον· Οἱ κτηνοτρόφοι Φιλιππιάδος παρακαλοῦσιν, ὅπως καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν αἰγοπροβάτων· Ἡ Ἑλένη χήρα Κ. Κορδῆ, πνιγέντος τοῦ υἱοῦ της ἀνθυπιλάρχου εἰς τὸν Ἁλιάκμονα ποταμόν, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ δοθῇ σύνταξις νόμιμος. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἀλ. Παπασταθοπούλου. Ἀπών. Ὁ κ. Ἠλ. Κοπανίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν εἰσπρακτόρων Λακεδαίμονος.
§2ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Παρακαλῶ μόνον, κύριε Πρόεδρε, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη τῶν εἰσπρακτόρων Λακεδαίμονος, τῆς ὁποίας τὰ αἰτήματα εἶναι δικαιότατα, καὶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κοσονάκος ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§4Π. ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον μετὰ συστάσεως, ὅπως γίνῃ ἡ δέουσα ἐνέργεια ἐπ’ αὐτῆς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαβιβάζεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοπανίτσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δικαστικῶν κλητήρων Σπάρτης.
§7Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες Σπάρτης ζητοῦσι τροποποίησιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὅσον ἀφορᾷ τὰς προθεσμίας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ ὑποδεικνύουσι τὰς ἐπενεκτέας τροποποιήσεις.
§8Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἡ αὐτὴ ἀναφορὰ ἡ χθεσινή;
§9Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Μάλιστα. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§10Π. ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν μετόχων τῆς «Ἀμοιβαίας». Ἀπών. Ὁ κ. Ξηρὸς ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος.
§12Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠσχολήθη ἡ Βουλὴ κατ’ ἐπανάληψιν μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς «Ἀμοιβαίας», εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ὁποίας πολλὰ τὰ ἄτοπα εἶχον συμβῆ, καὶ ἐψηφίσαμεν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου καθωρίσθη ὅπως ἐκκαθαρισθῇ ἡ περιουσία καὶ γίνῃ ἡ διανομὴ τῶν ἐξασφαλισθέντων κεφαλαίων, συνεπείᾳ ἐπεμβάσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀτυχῶς ὅμως οἱ διορισθέντες μέλη τῆς ἐκκαθαρίσεως εἴτε διότι δὲν ἐπαρκοῦσιν εἴτε διότι στεροῦνται τῶν εἰδικῶν γνώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα οὐ μόνον νὰ βραδύνῃ ἡ διανομὴ τῆς περιουσίας αὐτῆς καὶ νὰ μένῃ ὁ κόσμος ἐν ἀγωνίᾳ πότε θὰ τελειώσῃ αὕτη, ἀλλὰ καὶ ζημίαι νὰ ἐπέρχωνται εἰς τοὺς μετόχους διὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐξησφαλίσθη, καθόσον καθημερινῶς πρόκειται ἡ ἐκκαθάρισις εἰς ζημίας λόγῳ πληρωμῆς ἐνοικίων, λόγῳ πληρωμῆς προσωπικοῦ καὶ λόγῳ χιλίων ἄλλων ἐξόδων καὶ δαπανῶν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος νῦν εἶναι ὁ ἁρμόδιος, ὅπως ὁ συνάδελφός του κύριος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐμερίμνησε διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας ταύτης, οὕτω καὶ αὐτὸς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ προβῇ ἐπίσης μετὰ γενναιότητος καὶ ἀντικαταστήσῃ τοὺς κ. ἐκκαθαριστάς, οἱ ὁποῖοι ἔχω τὴν πληροφορίαν, καὶ ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι εἶνε ἀσφαλής, ὅτι μετέβαλον τὰ γραφεῖα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Ἑταιρείας εἰς δικηγορικά των γραφεῖα καὶ διεξάγουσι πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν, παρὰ τὴν ἐργασίαν διὰ τὴν ὁποίαν πληρώνονται καὶ θὰ πληρωθῶσι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν κ. κ. αὐτῶν ἐκκαθαριστῶν. Δι’ ὑπομνήματός των, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριε Πρόεδρε, οἱ μέτοχοι τῆς Ἑταιρείας, οἱ δυνάμενοι νὰ γνωρίζωσι καλῶς τὰ πράγματα, ζητοῦσιν ὡρισμένας ἀσφαλείας, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τὸν χρόνον αὐτῆς, διότι μέχρι σήμερον, καίτοι παρῆλθεν ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα πολύ, δὲν ἠδυνήθησαν οὗτοι νὰ ἐκκαθαρίσωσιν οὐδὲ τοὺς μετόχους τοῦ ἐσωτερικοῦ. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ μέτοχοι τοῦ ἐσωτερικοῦ εἶναι διπλάσιοι, θέλομεν καταλήξει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι θέλει ἀπαιτηθῆ ὑπερδιετὴς προθεσμία εἰσέτι διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν κατὰ τὸ σύστημα τὸ καρκινοβατοῦν, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ σήμερον. (Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ τῶν μετόχων αὐτῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω ὅτι θέλει ἐργασθῆ μετὰ ζήλου διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τῶν μετόχων τῆς Ἑταιρείας «Ἀμοιβαίας».
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ ἀναφορὰν τῶν φοιτητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς.
§14Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, οἱ φοιτηταὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς οἱ καταταχθέντες κατὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν πρόκειται νὰ ἀκολουθήσωσι καὶ σπουδὰς καὶ νὰ ἐξέλθωσι καὶ ὡς ὀδοντοϊατροί.
§15Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν συνέστη ἡ ὀδοντοϊατρικὴ Σχολὴ ἀκόμη.
§16Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ αὐτοὶ ἐνεγράφησαν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ ἐλάμβανον πτυχίον ὀδοντοϊατροῦ. Οὗτοι ἤδη δὲν γνωρίζουσι τί νὰ κάμωσι· νὰ συνεχίσωσι τὰς σπουδὰς δὲν δύνανται, νὰ τὰς διακόψωσι δὲ εἶναι σκληρόν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη καὶ γίνῃ κάποια προσπάθεια νὰ θεραπευθῇ ἐκ τῶν ἐνόντων τὸ ἄδικον τοῦτο.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαριτᾶτος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ν. Περδικάρη τραυματίου. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Ι. Ξηρὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κιρρᾶς τῆς Παρνασσίδος.
§18Ι. ΞΗΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κιρρᾶς τῆς Παρνασίδος δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας παραπονοῦνται ὅτι τὰ ὅρια τοῦ Ἰχθυοτροφείου Σκληρή, τὰ ἀνέκαθεν ὑφιστάμενα, ἐπεξετάθησαν διὰ τῆς διακηρύξεως τοῦ Ἐφόρου Παρνασσίδος, κατὰ τρόπον παραβλάπτοντα τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῶν κατοίκων, παρεμποδιζομένων οὕτω καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν προκυμαίαν τοῦ χωρίου καὶ παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως διατάξῃ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ δημοπρασία μὲ τὰ παλαιὰ ὅρια.
§19Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ποιοῦμαι καὶ ἐγὼ καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐνοριτῶν καὶ ἐπιτρόπων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Διονυσίου.
§21Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, κείμενος ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σκουφᾶ, ἀνεγείρεται ἐκ νέου, ἔχουσι δὲ ἤδη δαπανηθῆ περὶ τὰς 200 χιλ. δραχμῶν καὶ πρόκειται νὰ δαπανηθῶσιν ἀκόμη πλέον τῶν 300 χιλιάδων διὰ τὴν περάτωσιν αὐτοῦ· θέλει οὕτω γίνει πράγματι ἓν ἱερὸν ἐγκαλώπισμα καὶ διὰ τὴν συνοικίαν ἐκείνην τῶν Ἀθηνῶν καὶ δι’ αὐτὰς τὰς Ἀθήνας. Ἀτυχῶς κεῖται ἐπὶ ὁδοῦ στενωτάτης, αἱ δὲ οἰκοδομαὶ αἱ πέριξ εἶναι ὑψηλαὶ καὶ ἀποκλείουσι καὶ τὴν θέαν καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ ναοῦ τούτου. Ἀπέναντι τοῦ ναοῦ ὑπάρχει οἰκόπεδον ἀσκεπὲς ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον. Οἱ ἐνορῖται ὑποβάλλουσι πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν παράκλησιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ συναινέσῃ, ὅπως τὸ οἰκόπεδον τοῦτο δωρηθῇ εἰς τὸν ναόν, ἵνα τοιουτοτρόπως συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν τοῦ ναοῦ τελείως εὐπροσώπου καὶ ἀναλόγου τῆς δαπάνης. Ἡ ἀξία τοῦ οἰκοπέδου εἶναι ἐλαχίστη, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀξίαν καὶ τὴν δαπάνην ἥτις γίνεται, προκειμένου νὰ ἀνιδρυθῇ ἓν οἰκοδόμημα τέλειον, τὸ ὁποῖον μέλλει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἶναι τὸ ἐγκαλλώπισμα οὐ μόνον τῆς συνοικίας ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν Ἀθηνῶν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐνοριτῶν τούτων, καὶ ἐν καιρῷ νὰ φροντίσῃ ὅπως ἐκπληρωθῇ ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ πόθος αὐτῶν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐμποροκτηματικοῦ Συλλόγου Πύλου.
§23Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγεται διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης εἶναι ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος· εἶναι ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν λύεται μὲ συστάσεις. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἢ μᾶλλον τί σκέπτεται νὰ κάμῃ, προκειμένου περὶ τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας.
§24Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Σᾶς εὐχαριστῶ διότι μοῦ δίδετε αὐτὴν τὴν ἀφορμήν, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δὲν ἦσθε παρὼν ὅτε ἔκαμα τὴν εἰσήγησιν τῶν νομοσχεδίων, διότι κατὰ τὴν εἰσήγησιν ἐκείνην διεκόπην ὑπό τινος τῶν κ. κ. ἐκ Μεσσηνίας Συναδέλφων καὶ ἠρωτήθην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἔδωκα δὲ ἀπάντησιν σαφῆ. Εἶπον δηλαδὴ ὅτι, ἐὰν ἐξετάσῃ κανεὶς τοὺς νόμους οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας καὶ ποιμνιοβοσκῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1836, θὰ ἴδῃ ὅτι ἐγένοντο πολλοὶ μὲν νόμοι, ἀλλ’ ὅτι πάντες ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγην ἐφαρμογὴν ἀπέτυχον. Ἐὰν λοιπὸν νομίζωμεν ὅτι θὰ ἱκανοποιηθῶμεν προσωρινῶς μὲ τὸ νὰ διορθώσωμεν μερικὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, τοῦτο θὰ ἦτο ἔργον λίαν εὐχερὲς διὰ τὸν κ. Ὑπουργόν. Τοῦτο εἶπον τότε. Ἀλλ’ εἶπον συνάμα ὅτι, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐζήτησα τὰς γνώμας ὅλων τῶν δημάρχων, ὅλων τῶν Νομαρχῶν τοῦ Κράτους ὡς καὶ τῶν ἀστυνόμων τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν καὶ κατηρτίσθη οὕτω εἷς μέγας φάκελος, τὸν ὁποῖον ἐμελέτησα ἐπισταμένως. Τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα, εἶπον καὶ τότε, λέγω καὶ σήμερον, εἶναι τοῦτο· ὅτι, διὰ νὰ γίνεται ἀγροτικὴ ἀσφάλεια πλήρης, χρειάζεται ἓν Σῶμα στρατιωτικῶς ὠργανωμένον τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἱεραρχίαν, νὰ ἔχῃ διαφόρους βαθμούχους, καὶ φυσικὰ καὶ ἕνα γενικὸν διευθυντήν. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔκαμα διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα — ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθε τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς μεγαλύνσεως τῆς Ἑλλάδος — ἀπῃτοῦντο περὶ τὰ 5.000.000 τουλάχιστον δραχμῶν διὰ νὰ δύναται νὰ γίνῃ, κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμούς, ὀργάνωσις τοῦ σώματος τούτου. Ἔλεγον δὲ τότε ὅτι, ἐὰν καὶ εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα ὑπολογίσωμεν τὴν ἔκτασιν, θὰ ἴδωμεν ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ποσὸν τοὐλάχιστον 9.000.000 δραχμῶν, ἐπανέλαβον δὲ καὶ τότε ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον καὶ σήμερον νὰ ἐξοικονομηθῶσι τὰ 9.000.000 αὐτά. Διακοπεὶς δὲ ὑπό τινων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν καὶ λαβὼν τὴν πληροφορίαν ἢ μᾶλλον τὴν συμβουλὴν ὅτι ὁ λαὸς θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ πληρώσῃ ἕνα στρεμματικὸν φόρον, ὥστε νὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον τὰς δαπάνας αὐτάς, ἔδωκα τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν, ὅτι· ναὶ μὲν καὶ σήμερον πληρώνεται φόρος, διότι καὶ σήμερον, ὡς εἶναι γνωστόν, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ὁ ἀγροφύλαξ, ζητεῖ ἀπὸ τὸν εἰρηνοδίκην νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς φυλάξεως, ὁ δὲ εἰρηνοδίκης ἐκκαθαρίζει, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν πληροφορίας ἢ προχείρους ἀνακρίσεις, ἀλλ’ ἐὰν τὸ Δημόσιον ἀναλάβῃ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀγροφυλάκων, δὲν δύναται βεβαίως ν’ ἀφήνῃ τὸν εἰρηνοδίκην νὰ ἐκκαθαρίζῃ τὰ φύλακτρα αὐτά. Ἐρωτῶ ὅμως· εἶναι δυνατὸν τὸ Δημόσιον νὰ μετέλθῃ τοιαύτην τινὰ μέθοδον; Ὄχι βεβαίως. Ἄρα τὸ Δημόσιον διὰ νὰ ἔχῃ εἰσπράξεις ἀναλόγως τῶν στρεμμάτων, πρέπει νὰ προνοήσῃ τακτικῶς περὶ ἐπιβολῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Ἀλλ’ εὔκολον εἶναι νὰ εἴπωμεν μίαν λέξιν στρεμματικὴ φορολογία, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅμως αὕτη, πρέπει νὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς δηλώσεις οἱ φορολογούμενοι καὶ ταύτας νὰ ἐξελέγχῃ ἓν σῶμα ὑπαλλήλων, καὶ ἐπὶ ἀμφισβητήσεων νὰ γίνεται καταμέτρησις τοῦ κτήματος τοῦ ἀμφισβητοῦντος. Σεῖς γνωρίζετε ὅτι ὑπῆρξεν ἐν ἰσχύϊ φόρος στρεμματικὸς ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, διότι ἀνήκετε εἰς οἰνοφόρον ἐπαρχίαν, καὶ γνωρίζετε ὅτι ἡ φορολογία ἐκείνη ἀπέδωκεν ἐλάχιστον μέρος ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀνεμένετο’ ὅτι ἕνεκα τούτου ἔμεινεν ἐν ἀχρηστίᾳ ἐπί τινα ἔτη καὶ κατόπιν κατερρίφθη μετὰ πατάγου. Πλήρης καταμέτρησις λοιπὸν δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ ὑπάρχει φόβος πᾶσα ἄλλη μέθοδος νὰ στρέψῃ τὸ πρᾶγμα εἰς φορολογίαν καταθλιπτικήν, τὰ ὄργανα δὲ τῆς ἐξουσίας, μὴ δυνάμενα ἐξ ἐλλείψεως κτηματικοῦ χάρτου νὰ γνωρίσωσι τὴν ἔκτασιν, θὰ θέτωσι στρέμματα ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερα καὶ θὰ ἐπέρχωνται δίκαι καὶ κατάθλιψις τῶν ἰδιοκτητῶν.
§25Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νὰ γίνῃ κτηματολόγιον.
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούω «νὰ γίνῃ κτηματολόγιον», ἀλλὰ τὸ κτηματολόγιον δὲν εἶναι, Κύριοι, εὔκολον νὰ γίνῃ οὔτε ἐντὸς ἑνὸς ἔτους οὔτε ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἢ τριῶν δεκάδων ἐτῶν. Ἐν Γαλλίᾳ εἰργάσθη μία μεγάλη ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ κτηματολογίου ἐπὶ ἔτη πολλά. Ἀλλ’ εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχεν ὠργανωμένη ἤδη ὡς βάσις τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος ἡ στρεμματικὴ φορολογία, θὰ ἦτο εὔκολον νὰ ἐπιθέσωμεν ἐπ’ αὐτῆς ποσοστόν τι πρόσθετον...
§27Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ πρᾶγμα ἠδύνατο νὰ λυθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον, ν’ ἀποτιμηθῇ ἡ ὑπὲρ τῶν ἀγροφυλάκων εἰσφορὰ ἡ γινομένη εἰς εἶδος, καὶ νὰ τεθῇ μία τοιαύτη φορολογία. Τοῦτο θὰ ἦτο πολὺ εὔκολον.
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπαναφέρει τὸ ἴδιον ζήτημα· «νὰ ἀποτιμηθῇ ἡ εἰσφορά». Ἀλλὰ καὶ τοῦτο πιστεύω εἶναι μία ἐργασία, ἥτις πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ εἶναι εὐχερής. Εἰς τὴν ἀποτίμησιν βεβαίως πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ ὄργανα, καταμετρητὰς ἢ ἐκτιμητάς, αὐτοὶ δὲ θ’ ἀποτελέσωσιν ἴδιον κλάδον ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἔχω νὰ προσθέσω καί τι ἄλλο· διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, εἶπον τότε, ἐπαναλέγω καὶ ἤδη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν σώματος ἀγροφυλακῆς δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, πρὶν ἢ ἴδωμεν ποῖον ποσὸν δαπάνης ἀπαιτεῖται διὰ τὰς νέας χώρας. Εἶπον καὶ κάτι ἄλλο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς· εἶπον ὅτι οἱ κ. Βουλευταὶ Κεφαλληνίας ἔχουσιν ὑποβάλει πρότασιν νόμου κατὰ τὴν ὁποίαν ὀργανοῦται σῶμα ἀγροφυλακῆς στρατιωτικῆς καὶ προσδιορίζονται ὡρισμένοι πόροι εἰς βάρος τῶν κατοίκων, εἶπον δὲ ὅτι εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν ὑπάρχει εἷς μέγας πυρὴν σκοπιμότητος διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀγροφυλακῆς, ὅτι θὰ μελετήσω, θὰ διαρρυθμίσω καὶ θὰ υἱοθετήσω τὴν πρότασιν αὐτήν, καὶ θὰ τὴν παρουσιάσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐκτυποῦται ἤδη εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ὡς διερρυθμίσθη ὑπ’ ἐμοῦ, τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. Τὸ σύστημα αὐτὸ θὰ ἐφαρμόσωμεν διά τινας μῆνας εἰς τὴν περιωρισμένην περιφέρειαν, εἰς ἣν ἡ πρότασις ἀναφέρεται, καὶ ἂν ἴδωμεν ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ, θὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸ εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Διὰ νὰ δώσω δὲ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὁμιλῶ λεπτομερέστερον. Ὑποθέσατε ὅτι παρουσιάζεται ἓν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὅτι ὀργανοῦται στρατιωτικῶς ἡ ἀγροφυλακή — αὐτὰ εἶναι τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτηθῶσι διὰ τοὺς διαφόρους βαθμοὺς — καὶ ὅτι πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ὅλου ἐπιβάλλεται καὶ εἷς φόρος, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ εἶναι ἀρκετὰ ὀγκώδης· διότι ποσὸν ἐννέα ἑκατομμυρίων δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξευρεθῇ διὰ φόρου μικροῦ. Ἐγὼ εἶμαι διατεθειμένος νὰ πιστεύσω, ἐκ τῶν διαμαρτυριῶν τῶν κ.κ. Βουλευτῶν καὶ ἄλλων πληροφοριῶν, ὅτι ὁ λαὸς δὲν θὰ ἐδέχετο δυσφόρως τὸν φόρον τοῦτον, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ ἐπετύγχανε πράγματι τὸ σῶμα τοῦτο τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἤθελε συστηθῆ. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι μετὰ πάροδον ὀλίγου καιροῦ τὸ στρατιωτικῶς ὠργανωμένον τοῦτο σῶμα, ὡς καὶ ἡ χωροφυλακὴ εἶναι στρατιωτικῶς ὠργανωμένον σῶμα καὶ ἡ δασοφυλακή, ἐάν, λέγω, ὑποτεθῇ ὅτι ἀποτυγχάνει, τί θὰ ἐλέγετε; Δὲν θὰ κατηρᾶσθε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ σώματος τούτου ἐπέβαλε μίαν τόσον μεγάλην φορολογίαν; Εἶπον δὲ τότε ὅτι εἶναι περίεργον ὅτι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ προσέξωμεν ἐν Ἑλλάδι εἴς τι τὸ ὁποῖον πολὺ ἔπρεπε νὰ προσέξωμεν. Σήμερον, Κύριοι, ὅλα τὰ ζητήματα κατήντησαν παντοῦ νὰ λύωνται πειραματικῶς. Καὶ αὐτὴ ἡ θεωρητικὴ ψυχολογία ἔγινεν ἐπιστήμη τοῦ πειραματισμοῦ καὶ τοῦ ἐργαστηρίου, διὰ τοῦτο δικαίως συνιστῶσι, προκειμένου νὰ γίνῃ μεταρρύθμισίς τις εἰς τι σύστημα, ὅπως πρὸ πάσης ἐφαρμογῆς πειραματίζηται ἡ Πολιτεία εἰς ἓν μέρος τῆς χώρας καὶ ἔπειτα, ἂν ἐπιτύχῃ, ἐφαρμόζῃ τὴν μεταρρύθμισιν εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν. Σᾶς εἶπον δὲ ὅτι ἡ ἐκκρεμὴς πρότασις τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκ Κεφαλληνίας εἶναι μία εὐκαιρία νὰ κάμωμεν τὸν διοικητικὸν αὐτὸν πειραματισμὸν καὶ κατόπιν, ἂν πεισθῶμεν ὅτι ἐπέτυχε, νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία θὰ εἶναι διάφορος πάντως ἢ ἐν Ἑπτανήσῳ, διότι διὰ τῆς φορολογίας, ἐὰν ἴδωμεν τὸ σύστημα ἐπιτυγχάνον, θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ μεταρρυθμίσεων, μεταρρυθμίσεων μάλιστα αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦσι πρὸς ἐφαρμογήν των μίαν φορολογίαν πολὺ μεγάλην τοῦ λαοῦ, δὲν δύναται εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταλογισθῇ ἀμέλεια ἐὰν δὲν προβαίνῃ μετὰ σπουδῆς, ἀλλὰ τουναντίον ἡ παρατηρουμένη ἐπιφύλαξις αὐτῆς πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποδεικνύουσα μελέτην καὶ μεγάλην στοργὴν πρὸς τὸν λαὸν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἐπαναλαμβάνω τὰς εὐχαριστίας πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκεν τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσω τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκιουλὲς παραιτεῖται· ὁ κ. Ζησιμόπουλος ἐπίσης. Ὁ κ. Κοκκέβης.
§30Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κάμνω τὴν αὐτὴν σύστασιν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Χαριτᾶτος καὶ Σταμούλης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ληξουρίου. Ὁ κ. Χαριτᾶτος διὰ σημειώματος μὲ παρακαλεῖ, ὅπως ἀναβληθῇ.
§32Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε· δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ ν’ ἀναβληθῇ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁρίστε.
§34Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἵνα λάβω ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης καὶ θίξω τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς ἔθιξεν καὶ ὁ κ. Κανελλόπουλος, τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς ἀσφαλείας. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ὑπόμνησιν καὶ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶπε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἤθελον ὅμως νὰ εἴπω ταῦτα, διότι καὶ τότε κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος ἡ κατασκευὴ ἑνὸς τοιούτου νόμου ἄνευ πειραματισμοῦ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων.
§35ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατασκευὴ εἶναι εὐκολωτάτη· οὐδέποτε ὑπῆρξε ἐν Ἑλλάδι ἡ κατασκευὴ νόμου δύσκολος.
§36Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐκολωτέρα καὶ ἀπὸ τὰ μακαρόνια!
§37Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐὰν βεβαίως ἠδύνατο διὰ τὴν εὐχερεστέραν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἔκθεσις καὶ ἡ πρότασις νόμου, ἥτις εἶχε ὑποβληθῆ πέρυσι κατὰ τὴν διπλῆν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Κασίμη καὶ ἡ ὁποία εἶχε ἐπεξεργασθῆ ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔχει πολλὰς γνώμας διατυπώσει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ὀργανώσεως τῆς ἀγροφυλακῆς, θὰ προέκυπτον καὶ πολλὰ ἄλλα ὠφελήματα. Ἀλλ’ οἱ λόγοι οἱ ἐξενεχθέντες πρότερον, ἐξήγησαν τὴν δυσχέρειαν τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς τοιούτου νόμου τοῦ Κράτους. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παραμένει πρὸ ἡμῶν ὁ πολὺς χρόνος διὰ τὴν σύνταξιν τοιούτου τινὸς νομοσχεδίου, ἵνα τύχῃ τοῦτο καὶ γενικωτέρας ἐφαρμογῆς καὶ καλειτέρας. Ἔρχεται ὅμως τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ ἀσφαλείας, ἰδίᾳ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι τσιφλίκια. Διὰ τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἠκούοντο ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ ὑφισταμένου, τοῦ 1907, παρατηρήσεις μού τινες αἱ ὁποῖαι νομίζω, δὲν θὰ ἦσαν ἐπιζήμιοι, ἀφοῦ δυσχερὴς εἶναι ἡ σύνταξις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ ἄλλου νόμου, διότι εἶναι προϊόν αὗται μελέτης ἐπισταμένης ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ δίκαιον συνάμα, ὅπως ὡρισμένας διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι ἀπολύτως δὲν εἶναι κακὸς ὁ νόμος, καθότι δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα ἐν οἷς ὑπάρχει ἰδιοκτησία ὄχι μεγάλη ἀλλὰ μικρὰ καὶ τὸν ἀγροφύλακα ἐκλέγουσι ἀπὸ κοινοῦ οἱ ἔχοντες ἀνάγκην ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, ἐκεῖ, λέγω, δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ὁ νόμος ἐπέτυχε. Ἀλλ’ ἐκεῖ ἔνθα ὑπάρχουσι τσιφλίκια καὶ τὸν ἀγροφύλακα ἐκλέγει ἀπ’ εὐθείας ὁ ἰδιοκτήτης, τότε τί θὰ συμβῇ ἀφοῦ ὁ ἀγροφύλαξ εἶναι τῆς ἀπολίτου ἐμπιστοσύνης τοῦ ἰδιοκτήτου; Θὰ κάμνῃ ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης κελεύει, καὶ διὰ τοῦτο παρατηρεῖται ἡ δυσφορία καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ ἐναντίον τῶν ἀγροφυλάκων καὶ ἀκόμη τῶν πταισματοδικῶν οἵτινες ἐκδικάζουσι τὰ ἀγροτικὰ πταίσματα καὶ ζημίας. Θὰ ἦτο λοιπὸν σκόπιμον.....
§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἶπον, ὅτι εἶναι συζητήσιμος ἡ πρότασις ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ δὲν εἶναι συναφὴς πρὸς τὴν ψηφιζομένην ὕλην.
§39Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ὑποσχεθῆτε ὅτι τοιαύτη τις πρότασις θὰ υἱοθετηθῇ παρ’ ὑμῶν, τότε νὰ τὴν ὑποβάλωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν τοιαύτην πρότασιν καὶ νὰ λάβῃ αὕτη τὸν ἀνάντη δρόμον τῶν προτάσεων τὸν ὁποῖον λαμβάνουσιν ὅλαι αἱ προτάσεις αἱ μὴ τυγχάνουσαι τὰς ἐκτιμήσεως τῶν κ. Ὑπουργῶν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἄσκοπος πᾶσα ὑποβολή. Ἐὰν λοιπὸν ἠθέλετε ὑποσχεθῇ ὅτι μία τοιαύτη πρότασις προτεινομένη θὰ συζητηθῇ, διότι ἡ Βουλὴ παρέχει τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως αὐτῆς βεβαίως θὰ ψηφισθῇ, διότι ἡ ἀγροτικὴ ἀσφάλεια πρὸ παντὸς εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα εὑρίσκεται εἰς πολὺ κακὸν σημεῖον, τότε νὰ τὸν ὑποβάλωμεν.
§40Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι θὰ θελήσω νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις αὕτη, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀτόπου, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς ὡρισμένον μέρος.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν καταδίκων Παλαμηδίου. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης.
§42Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κατάδικοι διαφόρων φυλακῶν οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς ἱκανὸν ἀριθμόν, ἀναφέρονται καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ἕν μέτρον ἐπιεικείας καὶ διὰ τοὺς καταδίκους τούτους. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ σοβαρόν τι μέτρον ὑπὲρ αὐτῶν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλοί, πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, κατέστησαν ἤδη ἄχρηστοι πάσχοντες ἐκ φυματιώσεως ἢ ἄλλων ἀνιάτων νόσων. Φρονῶ ὅτι διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλωνται δυσκολίαι διὰ τὴν ἀποφυλάκισιν, διότι δὲν ἔχει δι’ αὐτοὺς πλέον οὐδένα σκοπὸν ἡ ποινή. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶναι ἐπικίνδυνοι νὰ μεταδώσωσι τὰ νοσήματα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Κατὰ τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ βραδύνῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἡ παράτασις ἐν τῇ φυλακῇ τῶν καταδίκων ἰδίᾳ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστὸν ὑπὸ ποίας συνθήκας ἑλληνοπρεπεῖς — δύναμαι νὰ εἴπω — εὑρέθησαν ἵνα ἐγκληματίσωσι, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ποινῆς, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν σκοπιμότητα. Ἐνδείκνυται ἑπομένως νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον γενικόν· νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ νὰ ἀποκαθάρωμεν τὰς φυλακὰς καὶ νὰ ἐξαγάγωμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῆς ὑγείας των δὲν πρέπει νὰ παραμένωσιν εἰς τὰς φυλακὰς ὡς καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄντες ἐκεῖ καθειργμένοι ὅτι θὰ μεταβληθῶσι ἢ δὲν θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην βελτιώσεως, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐγκλημάτισαν διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζομεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν ἐντὸς τοὺς ἐκφύλους καὶ τοὺς ἐπικινδύνους τοὺς ὁποίους πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ προσπαθήσῃ νὰ βελτιώσῃ. Ταύτην τὴν πρότασιν κάμνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐφιστῶ ἐπὶ ταύτῃ τὴν προσοχήν της.
§43Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἐφ’ ὅσον εἶναι δικαία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐκτάκτων διανομέων Ἀθηνῶν.
§45Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, διότι εἶναι ἀξία πάσης μελέτης καὶ προσοχῆς. Πρόκειται περὶ ἀνθρώπων βιοπαλαιστῶν οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν ὑπερανθρώπως κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου. Ἤδη φοβοῦνται μήπως διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ἀποκλεισθῶσι.
§46Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν. Ἀναφορὰς τοιαύτας ἀπέστειλαν οἱ ἔκτακτοι διανομεῖς ἐκ πολλῶν μερῶν. Ὑπηρέτησαν ὡς ἔκτακτοι ὑπάλληλοι πιστοὶ εἰς τὸ καθῆκον. Εὐσυνείδητοι καὶ ἐντιμότατοι παρέσχον κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐπιστρατείας καὶ τῶν πολέμων πολυτίμους ὑπηρεσίας. Παρακαλῶ, ὅπως ληφθῇ νομοθετικόν τι μέτρον ὑπὲρ αὐτῶν.
§47Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δεχθῇ τὰ δίκαια αἰτήματα τῶν διανομέων.
§48Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀναφέρομαι εἰς τὰ λεχθέντα τοῦ κ. Πετροπουλάκη.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παρακαλεῖ τοὺς κ.κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐν τῷ καταρτιζομένῳ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σιδηροδρομικῷ προγράμματι τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου, περιλαμβάνεται καὶ ἡ γραμμὴ Κυπαρισσίας–Φιλιατρῶν–Γαργαλιάνων–Πύλου».
§50ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀναγκαιοτάτην καὶ ἐπιβεβλημένην τὴν μελέτην καὶ τῆς γραμμῆς ταύτης. Κατηγορηματικὴν δήλωσιν δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω περὶ τῆς κατασκευῆς αὐτῆς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) διατί εἰσέτι δὲν ἐξεδικάσθησαν αἱ ὑποθέσεις τῶν ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς φυλακαῖς Θεσσαλονίκης κρατουμένων ὑποδίκων, οἵτινες διατελοῦσι προφυλακισμένοι ἄνω τῶν πέντε μηνῶν· 2) ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ μάλιστα οἱ τραυματίαι πολέμου μὴ προαχθέντες κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμούς, θὰ προαχθῶσιν ἀναλαμβάνοντες τὴν ἀρχαιότητά των καὶ πότε, ἀφοῦ περὶ τούτου ἐψηφίσθη ἐσχάτως σχετικὸς νόμος;
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω ἐγγράφως ὑποβάλει τὴν ἀπάντησιν. Ὁ νέος νόμος ἀφορᾷ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βέρροιος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν ἐλήφθη ἢ θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ ἐκ Μποζαϊτίου εἰς Καστρίτσιον τῶν Πατρῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁποίας ἔχουσι δαπανηθῆ ὑπὸ τοῦ Κράτους 160 καὶ πλέον χιλιάδες δραχμῶν, καθίσταται δὲ ἄχρηστος, ἰδίᾳ ἐν χειμῶνι, διότι δὲν κατεσκευάσθη ἡ προσήκουσα γέφυρα ἐπὶ τοῦ διὰ ταύτης διερχομένου χειμάρρου. Ἐπίσης, ἂν θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Δίβρης–Τριποτάμου, ἥτις εὑρίσκεται εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστασιν, σχεδὸν ἀδιάβατος, καίτοι ἡ χρησιμότης αὐτῆς εἶναι σπουδαιοτάτη, καθόσον δι’ αὐτῆς συγκοινωνοῦσι τὰ Καλάβρυτα καὶ μέγα μέρος τῆς Ἀρκαδίας μετὰ τῆς Ἠλείας». Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί συμφώνως τῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἀπηλλάγη τῆς πληρωμῆς χαρτοσήμου ὁ προπληρώσας τὸ ἐνοίκιον τοῦ φόρου ἐλαίου ἐνοικιαστής Εὐστάθ. Γάτος, ὑποχρεωθεὶς πρὸς τοῦτο ἐπὶ ἀπειλῇ ἐκπτώσεως παρὰ τοῦ κ. ἐφόρου Αἰγιαλείας.
§54Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πᾶσα ἐνέργεια γενομένη, ἐγένετο κατόπιν ῥητοῦ νόμου.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτσούπης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτηται νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου διὰ τῶν ἐπιτυχόντων ἰατρῶν ἐν διαγωνισμῷ ἀπὸ τοῦ ἀριθ. 21–38 καὶ διὰ καταρτίσεως συμπληρωτικοῦ πίνακος ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων ἐπιτυχῶς κατὰ τὸν πόλεμον. Ἐπίσης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποία ἡ τύχη τοῦ στρατιώτου τοῦ 9ου πεζικοῦ συντάγματος, τοῦ 3ου τάγματος 1ου λόχου Ἀντωνίου Βασιλ. Νικολοπούλου. Οὗτος τραυματισθεὶς παρὰ τῷ Γαλλικῷ ποταμῷ δι’ ὀβίδος, ἥτις τοῦ ἀπέκοψε τὴν δεξιὰν χεῖρα, μετεκομίσθη τὴν 19 Ἰουλίου εἰς τὸ Χειρουργεῖον Αʹ. Ὁ πατὴρ τοῦ στρατιώτου τούτου τρὶς ἀναφερθεὶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως». Νομίζει δὲ ὅτι ἐγένετο ἔγκλημα διότι ὁ ῥηθεὶς εἶχε μεθ’ ἑαυτοῦ χρήματα».
§56Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω σήμερον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ὁ κληρωτὸς ἐκ τοῦ δήμου Αἰγείας Ἀντώνιος Ἀργυρίου Παπούλιας, ἐνῷ κατέβαλε τὴν πρώτην δόσιν, δὲν ἀναγράφεται εἰς τοὺς πίνακας τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου ὡς ἀπαλλαγείς».
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διετάχθη τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον νὰ προβῇ εἰς τὴν τοιαύτην ἀναγραφήν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διατί δὲν προβαίνει εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων Ἐλεγκτῶν Τελωνείων».
§60Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πλήρωσις τῶν θέσεων τούτων θὰ γίνῃ λίαν ταχέως.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημ. Κανελλόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ἐκηρύχθη λιποτάκτης ὑπὸ τοῦ 28ου πεζικοῦ Συντάγματος τῆς 11ης Μεραρχίας ὁ στρατιώτης Σταματελόπουλος Νικόλαος τοῦ Βασιλείου, ἐνῷ διατελῶν ἐν κανονικῇ ἀδείᾳ κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἐ. ἔ. ἠσθένησεν ἐκ μηνιγγίτιδος, ὅπερ ἐβεβαιώθη δι’ ἐκθέσεως τοῦ ἰατροῦ τῆς Ἀστυνομίας Βώλακος, ἡ δὲ ἔκθεσις αὕτη ἐστάλη ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας εἰς τὸ 28ον Σύνταγμα, ὅπερ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1750 διαταγῆς του διέταξε τὴν εἰς τὸ πλησιέστερον Νοσοκομεῖον μεταφοράν του· ὄντως δὲ μετεφέρθη εἰς τὸ Νοσοκομεῖον Πύργου τὴν 17ην Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἀπὸ τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν ἀνάρρωσίν του μετέβη ἀμέσως εἰς τὸ σῶμά του».
§62Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι ἀπὸ τὸ 28ον Σύνταγμα, αἵτινες θὰ διαβιβασθῶσιν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν εὐθὺς ὡς ἔλθωσιν. Ἀναβάλλεται εἶτα ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Σ. Τσακοπούλου «παρακαλοῦντος τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ, εὐαρεστούμενος τὴν Βουλήν, διατί δὲν ἐπληρώθησαν εἰσέτι τὸ ἀντίτιμον σανοῦ οἱ ἐν Τριπόλει Θ. Τσούκας, Ν. Τούτουνας, Ἀθαν. Ἀθανασόπουλος, Λ. Ἀσιούρας, Ν. Παπαδόπουλος, Χ. Γεωργόπουλος, Π. Λέμης, Δ. Κυριακούλης, ὧν αἱ ἀποθῆκαι σανοῦ ἐπετάχθησαν ἀπὸ 20 Ὀκτωβρίου 1912 καὶ ὁ σανὸς παρελήφθη».
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Κ. Σοκόλης, Ε. Βελλιανίτης, Ν. Μουζάκης, Ν. Κανάρης καὶ Λ. Τ. Μπασιᾶς «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὰς Μεραρχιακὰς ἐξετάσεις πρὸς εἰσαγωγὴν μαθητῶν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν, ἐζητήθησαν παρὰ τῶν ὑποψηφίων μαθηματικαὶ γνώσεις παρὰ τὰς διὰ τοῦ σχετικοῦ προγράμματος καθοριζομένας, ἤτοι ἐξητάσθησαν εἰς τὴν Θεωρητικὴν ἀριθμητικὴν ἀντὶ τῆς Πρακτικῆς ἀριθμητικῆς καὶ μόνης.»
§64Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐδόθησαν προβλήματα μὴ σύμφωνα πρὸς τὸ πρόγραμμα. Ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρακτικοῦ προβλήματος.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν τί ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 12 Νοεμβρίου 1913 ἀναφορᾶς τῶν φυλάκων τοῦ Ἐθν. Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου, ὑποβληθείσης αὐτῷ διὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Μουσείου τούτου». Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ. κ. Ε. Βελλιανίτης, Δ. Κανελλόπουλος, Σ. Ἀναστασιάδης, Ν. Γαρδικιώτης, Π. Σπυράκης, Π. Φλέσσας «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν».
§66Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ὑποβάλω τάχιστα ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ᾧ θὰ συμπεριλαμβάνωνται αἱ σχετικαὶ διατάξεις.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Περωτῆς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐὰν αἱ τρεῖς ἡλικίαι τῶν κληρώσεων 1912–1914 θὰ μείνωσιν ἄνευ στελεχῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, διότι μέχρι σήμερον δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ τῶν κατὰ Μεραρχίας σχετικῶν ἐκπαιδευτικῶν οὐλαμῶν δι’ ὧν ἀντικατεστάθη ἡ ἐν Κερκύρᾳ σχολὴ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν».
§68Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω ἔγγραφον τὴν ἀπάντησιν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Βουλευτής.
§69Κ. Α. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νέοι λαβόντες μέρος καὶ εἰς τοὺς δύο πολέμους, ἔχοντες δὲ καὶ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ἔδωκαν ἐξετάσεις διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου τῆς χωροφυλακῆς κατὰ τὸν π. Νοέμβριον. Ἐνῷ δὲ ἐπέτυχον καὶ ἐκ τῶν πρώτων μάλιστα, ὡς ὁ Ἀθανάσιος Παπαβασιλείου καὶ ἄλλοι, δὲν ἐκλήθησαν νὰ καταταχθῶσιν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἰς τὸν μεταξὺ μέχρι τῆς κατατάξεως χρόνον, συνεπλήρωσαν τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον, ἂν τοιαύτη εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου, νὰ προκληθῇ νομοθετικὴ θεραπεία καὶ πρὸς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ εὐαρεστούμενος τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§70Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ νόμος κωλύει τὴν νέαν συμμετοχὴν αὐτῶν εἰς τὰς ἐξετάσεις.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν προτείνονται οἱ πρὸς μονιμοποίησιν ἔφεδροι ἀξιωματικοί».
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀόριστος.
§73Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ τὴν σαφηνίσω, κύριε Πρόεδρε, καὶ θὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸ ἡμερῶν ἔδωκε τὴν πληροφορίαν περὶ τοῦ ἀνθυπιάτρου Κατσαροῦ, ὁ ὁποῖος φαίνεται κριθεὶς καὶ μὴ κριθεὶς ἱκανός, διὰ νὰ μονιμοποιηθῇ ὡς ἰατρός, ἐνῷ αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔχομεν εἶναι ὅτι δὲν ἐκλήθη οὐδόλως πρὸς μονιμοποίησιν· ἐν τούτοις ὅμως ἔχει πρότασιν πρὸς παρασημοφορίαν διὰ στρατιωτικὴν ἀρετήν, ἔπαινον δὲ ἡμερησίας διαταγῆς καὶ πρότασιν πρὸς μονιμοποίησιν. Ἑπομένως εἷς ἀξιωματικὸς τοιοῦτος ἔπρεπε νὰ προταθῇ, φαίνεται δὲ ὅτι, ἐπειδὴ συνέβη κἄποιον λάθος ὥστε ἡ αἴτησίς του νὰ μείνῃ εἰς τὸ γραφεῖον ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, δὲν εἰσήχθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Μεράρχων καὶ τοῦτο δὲν ἔκρινεν ἐπ’ αὐτῆς. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐξετάσητε, κύριε Πρόεδρε, διότι ἀσφαλῶς θὰ ἐκρίνετο ἱκανός.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἐνήργησεν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν Γεωρ. Γκιώνη, καὶ Λουκᾶ Ρεστόμη, διαβιβασθείσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 190 τῆς 19 Φεβρουαρίου 1914 ἐγγράφου τοῦ Δημάρχου Δρυμαίας περὶ πληρωμῆς τῶν δικαιωμάτων των ὡς πεταλωτῶν τοῦ στρατοῦ.
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς δίδω τὴν ἀπάντησιν ἐγγράφως.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, πῶς δικαιολογεῖται ὁ μηχανικὸς Πατρῶν, ὅστις εἰσέτι δὲν ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἐπισκευῆς τοῦ διδακτηρίου τῶν ἀρρένων τῆς κοινότητος Προστοβίτσης τῶν Πατρῶν, ἀφοῦ οὗτος διετάχθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 23.417 π. ἔ. διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἄνω κοινότητα καὶ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς οἰκείας ἐκθέσεως.
§78Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐδικαιολογήθη μέχρι τοῦδε.
§79Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ ἐπανέλθωμεν καὶ πάλιν, κύριε Ὑπουργέ.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον ἀπελύθη τῆς θέσεώς του μετὰ 18ετῆ ἄμεμπτον ὑπηρεσίαν ὁ συμβολαιογράφος Πλαταμώδους Ἀντώνιος Μαυροειδῆς καὶ εὐαρεστούμενος καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§81Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀπελύθη συμφώνως πρὸς τὸν νόμον δι’ ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου στηριχθείσης εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν ἐπιβληθεῖσαν εἰς αὐτὸν διὰ παράπτωμα ἱκανῶς μέγα· διότι ἐξέδωκεν ἀντίγραφον διαλαμβάνον πρᾶξιν μὴ ὑπάρχουσαν ἐν τῷ πρωτοτύπῳ, διὰ νὰ συγκαλύψῃ ἰδίαν αὑτοῦ πρᾶξιν. Τὰ ἔγγραφα εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας.
§82Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἀπελύθη ὁ συμβολαιογράφος οὗτος διότι ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς διὰ μιᾶς πειθαρχικῆς ποινῆς.
§83Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα. Ἀλλὰ διὰ παράπτωμα βαρύ.
§84Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὑπάρχει περίπτωσις τοῦ νόμου ὅτι δύναται νὰ ἀπολυθῇ συμβολαιογράφος ἢ δικαστικὸς ὑπάλληλος διὰ πειθαρχικὴν ποινὴν δεκαπενταδράχμου προστίμου;
§85Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι. Μηνιαία.
§86Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω βούλευμα, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω ἐδῶ, διότι δὲν ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἔλθῃ σήμερον ἡ ἐρώτησίς μου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν πρόστιμον δεκαπέντε δραχμῶν. Οὐδέποτε ἐτιμωρήθη καθ’ ὅλην τὴν δεκκοκταετίαν. Πρώτην φορὰν τῷ ἐπεβλήθη δεκαπεντάδραχμον πρόστιμον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ν. Ξηρὸς καὶ Λ. Παπαλουκᾶς ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἂν ὄντως ὑπάρχῃ ἕτοιμον νομοσχέδιον ἀφορῶν τὰς ἐθνικὰς γαίας καὶ πότε θέλει εἰσαγάγῃ τοῦτο.
§88Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπάρχει ἕτοιμον τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα.
§89Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ παραπόνων τῶν συμπολιτῶν μου ἀπετάθην πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἠρώτησα αὐτὸν ἂν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἔμαθον δὲ εὐχαρίστως ὅτι ἔχει ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ τὸ ὑποβάλῃ λίαν προσεχῶς. Ἑπομένως συγχαίρω αὐτὸν διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν συμπολιτῶν μου ἔχω νὰ ἐκφράσω πρὸς αὐτόν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί δὲν διετάχθη εἰσέτι ἡ μονιμοποίησις ὡς ἀνθυπασπιστοῦ τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ Ἀθ. Σακελλάρη μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ σχετικοῦ νόμου.
§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐξεδόθη Β. Διάταγμα σχετικόν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τίνα μέτρα ἔλαβεν ἢ πρόκειται νὰ λάβῃ περὶ τῶν ἀπαλλαγέντων τῶν ἀπογραφῶν 1903– 1910, οἵτινες διαμένοντες ἐν Ἀμερικῇ προσῆλθον ἐκπροθέσμως ἐκ κακῶν πληροφοριῶν τῶν Προξενικῶν ἀρχῶν, καὶ οἵτινες δίκαιον θὰ ἦτο νὰ ἀπελύοντο μετὰ ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας, ἐπὶ καταβολῇ ἀναλόγου ἀντισηκώματος».
§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἐρώτησις αὕτη περιττεύει διότι ἔδωκα προχθὲς τὴν ἀπάντησιν.
§94Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὄχι· ἐπρόκειτο περὶ ἀνυποτάκτων. Ἤδη πρόκειται περὶ ἀπαλλαγέντων. Ἰδίως πότε θὰ ἀπολυθῶσι καὶ ἐπὶ τίνι ἀντισηκώματι.
§95Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀπαλλαγέντων, κ. Πρόεδρε.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Περὶ τούτων δὲν εἶμαι ἕτοιμος σήμερον ν’ ἀπαντήσω. Ἐπιφυλάσσομαι δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§97Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαυρομιχάλης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐν Σπάρτῃ τηλεγραφείου, καθόσον τοῦτο ἀπὸ ἔτους λειτουργεῖ μὲ ἕνα μόνον ὑπάλληλον, παρ’ ὅλας τὰς ἀναφορὰς τοῦ διευθύνοντος τοῦτο πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν περὶ τῆς πλήρους ἀνεπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀνωτέρω γραφείου, ἥτις ζημιοῖ σπουδαίως τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα τῆς πόλεως Σπάρτης». Ἀπών. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διατί δὲν ἐκλήθησαν ἀκόμη νὰ ὑπηρετήσωσιν οἱ φύλακες βʹ τάξεως τελωνιακῆς ἀστυνομίας, ἐνῷ πρὸς τοῦτο Β. Διάταγμα ἐξεδόθη ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1912, διατὶ δὲ οἱ κληθέντες παραμένουσιν εἰς Ἀθήνας, χωρὶς νὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς διαφόρους διευθύνσεις αὐτῶν».
§99ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ αὕτη. Δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Θ. Φίλιος, Α. Χριστόπουλος, Ι. Χριστοδουλῆς, Ν. Χρυσόγελος, Γ. Τσακανίκας, Δ. Μαλλιόπουλος, Χ. Καρᾶς, Α. Παπαποστόλου, Ι. Κανναβός, Δ. Γκλαβᾶς, Ι. Καλαντζόπουλος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα σειρὰν ἀρχαιότητος θέλουσι καταλάβει οἱ προσεχῶς μονιμοποιηθησόμενοι ἔφεδροι ἀνθυπολοχαγοὶ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἤδη ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ μονίμους ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ἀνθυπασπιστάς, ὑπηρετοῦντας ὡς γνωστὸν πλέον τῶν δέκα ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα καὶ συμπληροῦντας πάντα χρόνον πρὸς προβιβασμὸν μέχρι τῆς 28ης Ἰουνίου ἐ. ἔ.
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ ὅπως οἱ κ. κ. Βουλευταὶ ν’ ἀναμείνωσι τοὺς προβιβασμούς, ὁπότε θὰ ἴδωσι πῶς κανονίζεται τὸ ζήτημά των διότι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ἔχει ὁρισθῇ τοῦτο.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 18 ἡ ὁποία παρελείφθη. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτηται νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου διὰ τῶν ἐπιτυχόντων ἰατρῶν ἐν διαγωνισμῷ ἀπὸ τοῦ ἀριθ. 21–38 καὶ διὰ καταρτίσεως συμπληρωτικοῦ πίνακος ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων ἐπιτυχῶς κατὰ τὸν πόλεμον». Ἐπίσης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίς ἡ τύχη τοῦ στρατιώτου τοῦ 9ου πεζικοῦ συντάγματος, τοῦ 3ου τάγματος, 1ου λόχου Ἀντωνίου Β. Νικολοπούλου. Οὗτος, τραυματισθεὶς παρὰ τῷ Γαλλικῷ ποταμῷ δι’ ὀβίδος ἥτις τοῦ ἀπέκοψε τὴν δεξιὰν χεῖρα, μετεκομίσθη τὴν 19 Ἰουλίου εἰς τὸ Χειρουργεῖον Αʹ. Ὁ πατὴρ τοῦ στρατιώτου τούτου τρὶς ἀναφερθεὶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως, νομίζει δὲ ὅτι ἐγένετο ἔγκλημα, διότι ὁ ῥηθεὶς εἶχε μεθ’ ἑαυτοῦ χρήματα».
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω σήμερον, ὡς σᾶς εἶπον ἤδη. Προσεχῶς θὰ λύσω τὸ ζήτημα αὐτό. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία αἴτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Αὐτὸ μὲ πληροφορεῖ ἡ ὑπηρεσία. Ἅμα λάβω τὴν πληροφορίαν θὰ σᾶς τὴν στείλω ἐγγράφως.
§104Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου, κ. Πρόεδρε, κατετμήθη εἰς διάφορα, ὥστε νὰ τεθῇ ἡ περὶ Νικολοπούλου ἐρώτησις τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει ἄλλοτε, καὶ νὰ ἀπαλειφθῇ ἄλλο μέρος, προκειμένου περὶ συμπληρώσεως ὅλων τῶν κενῶν τοῦ ὑγειονομικοῦ σώματος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι, προκειμένου νὰ συμπληρωθῶσιν ἑκατὸν πεντήκοντα θέσεις ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν....
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πόσαι; 150 ἀνθυπιάτρων; Ὄχι.
§106Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκ τούτων οἱ ἐπιτυχόντες ἐν τῷ συναγωνισμῷ καὶ συγχρόνως οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ.
§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οἱ μετασχόντες εἰς τὸν διαγωνισμὸν καὶ οἱ μετασχόντες ἐν τοῖς πολέμοις, πρέπει νὰ προηγηθῶσιν ὅλων.
§108Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ δεύτερον εἶναι ὅτι πλεῖστοι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὸ εὐτύχημα νὰ συγκαταλέγωνται, δὲν μετέσχον τοῦ διαγωνισμοῦ, μετέσχον ὅμως τῆς ἐκστρατείας. Ὑποθέτω ὅτι οἱ ἐν τοῖς δύο πολέμοις εὐδοκιμήσαντες ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἀνώτεροι ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσιν ἔξωθεν ἔστω καὶ ἂν ἀποδείξωσιν ὅτι γνωρίζουσι κάτι τι ἀπὸ τοὺς ἄλλους περισσότερον. Ἀναμφιβόλως αὐτοὶ ἔχουσι τόσην πεῖραν καὶ ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ ηὐδοκίμησαν, ὥστε κατὰ προτίμησιν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ζήτησις, πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν. Ὁ διαγωνισμὸς νὰ ἀφεθῇ διὰ τὰ μετέπειτα κενά.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέχρις ἐδῶ. Αἱ λοιπαὶ ἐρωτήσεις ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§110Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς ἐγγραφῆς καὶ ἐξετάσεως τῶν φοιτητῶν κτλ.» Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ πληροῦνται αἱ δηλώσεις ἃς ἐποίησεν ἡ Κυβέρνησις ὅταν ὑπέβαλον τὰ αἰτήματά των οἱ φοιτηταί. Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι· Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ ἄρθρον 47 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΓϠΗʹ τοῦ ἔτους 1911».
§112Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐν τῷ ἄρθρῳ μόνῳ τοῦ νόμου ΓϠΗʹ ἐν τῷ ἐδαφ. 5 ἀντὶ τῆς λέξεως «γενομένην», ἐτέθη «γενομένων» εἶναι λάθος τυπογραφικὸν καὶ νὰ διορθωθῇ. (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Ὁ κ. Ν. Δημητρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§114Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρὶς μέχρι τοῦδε, Κύριοι, ἐκλήθημεν νὰ νομοθετήσωμεν διατάξεις σχετικὰς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τῶν νέων χωρῶν, εἶναι δὲ ἤδη, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου, ἡ τετάρτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν καλούμεθα εἰς ὁμοίαν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐν τούτοις δὲν δυνάμεθα ἀκόμη νὰ κρίνωμεν ἐν γένει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων χωρῶν, διότι διὰ νὰ προέλθωμεν εἰς τοιαύτας κρίσεις θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ σύνολον τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις τὰς σχετιζομένας πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων χωρῶν. Τί ὅμως ἔχομεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δεδομένον μέχρι σήμερον; Ἔχομεν τὸν ἀρχικὸν νόμον περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν, νόμον ὁ ὁποῖος περιέχει καί τινας διατάξεις ἀτελεῖς ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ, σχέσιν ἐχούσας πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τῶν νέων χωρῶν. Ἔχομεν ἔπειτα τὰς εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον στηριχθείσας ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ περιεχομένου. Ἔχομεν δεύτερον νόμον τινὰ γενικῆς φύσεως, τὸν ὑπ’ ἀριθ. 80 ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ὁποῖος ἀπεσάφησε διάταξίν τινα τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὡς πρὸς τοὺς φορολογικοὺς νόμους τίθενται μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν ἰσχύϊ οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι, ὁσάκις ὑπάρχει κώλυμα ἀνυπέρβλητον πρὸς ἐφαρμογὴν ἐγχωρίου τινὸς νόμου. Ὁ αὐτὸς δὲ νόμος ἐπέτρεψεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος προβῇ εἰς συγχώνευσιν τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν προσαρτωμένων χωρῶν μετὰ τῶν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ὑφισταμένων, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς εἰσαγωγὴν ἐκεῖ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου ἐπηκολούθησαν ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐξεδόθησαν σχετικὰ Β. Διατάγματα. Ἐξεδόθη ἓν Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου εἰσήχθη εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Μακεδονίαν τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος. Ἕτερον Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Μακεδονίαν εἰσήχθη ἡ περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος νομοθεσία, ἀκόμη δὲ καὶ αἱ σχετικαὶ κλάσεις τοῦ δασμολογίου ἐν σχέσει πρὸς τὸ οἰνόπνευμα ὑπ’ ἀριθ. 147–149. Ἐξεδόθη τρίτον Β. Διάταγμα δυνάμει τοῦ ὁποίου εἰσήχθη ἡ νομοθεσία περὶ τελῶν χαρτοσήμου εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Μακεδονίαν. Ἐπίσης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐξεδόθη Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου αἱ οἰκονομικαὶ ὑπηρεσίαι τῆς Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας συνεχωνεύθησαν μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχομεν τρίτον νόμον, ὑπ’ ἀριθ. 107 εἰδικόν, διὰ τοῦ ὁποίου συνεχωνεύθη τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Κρήτης εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τελευταία νομοθετικὴ πρόνοια, ἀναγομένη εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὀργάνωσιν τῶν νέων χωρῶν, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία πρόκειται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ σήμερον, πρόνοια βεβαίως μορφῆς γενικωτέρας τῶν προηγηθεισῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύνολον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἆρά γε τὸ σύνολον τοῦτο ἐκπροσωπεῖ τὰ ὁριστικὰ μέτρα καὶ τὰς ὁριστικὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ θεμελιῶδες, τὸ σπουδαιότατον ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων χωρῶν. Περὶ τούτου σαφεῖς δηλώσεις καὶ ἐξηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχομεν. Πολλὰ δεδομένα πείθουσιν ἡμᾶς ὅτι δὲν εἶναι αὗται αἱ ὁριστικαὶ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εὑρισκόμεθα καὶ πάλιν μετὰ τοσοῦτον χρόνον καὶ τοσαύτας νομοθετικὰς ἀποπείρας εἰς στάδιον μεταβατικόν. Πόση ὅμως θὰ εἶναι ἡ διάρκεια τοῦ μεταβατικοῦ τούτου σταδίου; Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχεδίου οὐδὲν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην λέγει. Ἐν τούτοις εἰσηγουμένη τὴν μεταρρύθμισιν ὡρισμένων κλάσεων τοῦ δασμολογίου, ὑποδεικνύει ὅτι περαιτέρω σχετικὴ πρόνοια πρὸς ἄλλας δασμολογικὰς μεταρρυθμίσεις θὰ εἶναι ἐνδεχομένη ὅταν ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἀσχολουμένη εἰς τὴν γενικὴν ἐπεξεργασίαν καὶ ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου, ἤθελε περατώσει τὸ ἔργον αὐτῆς, καὶ ἀκόμη ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἔλθει εἰς φιλικὰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν Κρατῶν ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων συνδεόμεθα δι’ ἐμπορικῶν συμβάσεων ἀφορωσῶν τὸ δασμολόγιον. Αἱ ἐξηγήσεις αὗται τῆς Κυβερνήσεως παρέχουσιν ἡμῖν τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ ὁριστικῶν μέτρων, πάντως τὰ μέτρα τὰ ὑποβαλλόμενα ἤδη μετὰ τῶν προηγηθέντων, δὲν φέρουσιν ὅλως προσωρινὸν χαρακτῆρα. Θὰ ζήσωσι τουτέστιν ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, αἱ μέχρι τοῦδε μεταρρυθμίσεις αἱ φερόμεναι εἰς τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσα ἤδη καὶ εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον, θὰ ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τοῦ 1914. Παρὰ πάντα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις οὔτε διὰ τὸ ἐνεστὼς φαίνεται ἔχουσα ὡρισμένας γνώμας καὶ σαφεῖς οὔτε ὡς πρὸς τὸ καθόλου σύστημα τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως, οὐδὲ ὡς πρὸς αὐτὰς τὰς ἤδη εἰσακτέας δασμολογικὰς μεταρρυθμίσεις. Τοῦτο ἀποδεικνύουσιν αἱ χθὲς ὑποβληθεῖσαι μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις οὐσιώδεις ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον, δι’ ὧν πολλαὶ νέαι κλάσεις τοῦ δασμολογίου μεταρρυθμίζονται εἰσαγόμεναι καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Τοῦτο προσαποδεικνύει ὅτι καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ χθὲς ὑποβληθεῖσαι μεταρρυθμίσεις, πάλιν μεταβάλλονται σήμερον διὰ τοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην διανεμηθέντος νέου νομοσχεδίου. Ἐξ ὅλων τούτων ἀποβαίνει προφανές, ὅτι οὐδὲν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν σαφὲς καὶ ὡρισμένον. Ἔχομεν μίαν ὁριστικότητα μέτρων ὑπὸ μορφὴν προσωρινήν, καὶ μίαν προσωρινότητα μορφῆς ὁριστικῆς. Κάτι τι οὐχὶ ὁριστικόν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐντελῶς προσωρινόν. Τοῦτο ὅμως ἀκριβῶς ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ παρέλθῃ ἐν σιγῇ καὶ ἀνεξετάστως καὶ τοῦτο τὸ νομοθέτημα, ὅπως τὰ μέχρι τοῦδε τὰ ὁποῖα ἔφερον ἐντελῶς προσωρινὸν χαρακτῆρα καὶ μεταβατικὸν καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς φύσεως τούτων, παρῆλθον ἀπαρατήρητα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἄποψις αὕτη τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ ἐνδεικνυομένη, καὶ ἡ ἔρευνα ἐπιβεβλημένη, ἐξ ἄλλου δύναται δυστυχῶς αὕτη, νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν ἔκτασιν καὶ ἀκρίβειαν, ἐφ’ ὅσον οὐδ’ ἐν σχεδίῳ, οὐδ’ ἐν προγράμματι κἂν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὸ σύνολον τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὸ σύνολον τῶν μεταρρυθμίσεων τῶν φορολογικῶν, διὰ τῶν ὁποίων κατὰ τὰς ἰδέας αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐν μέλλοντι ἔστω θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν οἰκονομικὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων χωρῶν. Εἶναι δὲ ἀναγκαία ἡ γνῶσις τοῦ συνόλου τούτου, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς καθόλου πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν τούτων τῶν φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων αἱ ὁποῖαι περιέχονται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Τοῦτο μὲν διότι μὴ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ σύνολον, ἀδύνατον εἶναι, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν, νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰ ὁποῖα εἶναι πάντως σκοπιμώτερα καὶ ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ κρίσις περὶ τοῦ προσήκοντος καὶ ἐνδεδειγμένου τῶν μεταρρυθμίσεων τούτων. Διότι αὐτονόητον εἶναι ὅτι πᾶσαν μεταρρύθμισιν καὶ καθ’ ἑαυτὴν ὡς ὀρθὴν κρινομένην, θὰ καθίστα ἀδύνατον καὶ ἀνεφάρμοστον ἡ ἐκ ταύτης ἐνδεχομένη ὑπέρμετρος μείωσις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Τοῦτο δὲ διότι καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς πρακτικῆς ταύτης ἀπόψεως καὶ κατ’ ἀρχήν, ἡ κρίσις περὶ τοῦ προσήκοντος ὡρισμένης φορολογικῆς μεταρρυθμίσεως θὰ ἐπηρεασθῇ ἀναμφιβόλως ἐκ τῶν ἄλλων μεταρρυθμίσεων καὶ ἐκ τοῦ ὅλου συστήματος τοῦ φορολογικοῦ τοῦ ὁποίου θὰ ἀποτελέσῃ μέρος. Αἴφνης ἡ κρίσις περὶ τοῦ προσήκοντος κανονισμοῦ τῶν ἐμμέσων φόρων, κανονισμοῦ ὁ ὁποῖος γίνεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δὲν θὰ εἶναι ἀνεπαρκέστατος ἐκ τοῦ τοιούτου ἢ τοιούτου κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐσκέφθη ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἢ σκέπτεται νὰ φέρῃ ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων. Εἶναι ἄρα ἀναγκαῖον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ὅλα τὰ στοιχεῖα ὅσα ἀποτελοῦσι τὸ σύνολον τῶν μεταρρυθμίσεων, διὰ τῶν ὁποίων προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν δημοσιονομικὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων χωρῶν. Τί ὅμως ἔχει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἡ Βουλὴ ἤδη, καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασις ὑπὸ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ ἡ χώρα ὑπὸ τὴν καθόλου φορολογικὴν ἄποψιν εὐθὺς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τούτου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προεκδοθέντων ἤδη νόμων καὶ διαταγμάτων καὶ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἰδοὺ ποία θὰ ἐμφανισθῇ ἡ καθόλου κατάστασις. Θὰ ἔχωμεν ἐν πρώτοις τὴν ἄμεσον φορολογίαν τὴν τέως ἰσχύουσαν ἄθικτον ἐν ταῖς νέαις χώραις, διάφορον ἐν Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ καὶ ταῖς νήσοις, διάφορον ἐν Κρήτῃ καὶ διάφορον ἐν Σάμῳ. Θὰ ἔχωμεν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔμμεσον φορολογίαν, τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος εἰσηγμένον εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Μακεδονίαν, ἀλλὰ μὴ εἰσηγμένον εἰς Κρήτην, μὴ εἰσηγμένον εἰς Σάμον, οὐδὲ εἰς τὰς λοιπὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Θὰ ἔχωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ χαρτοσήμου εἰσηγμένην ἐπίσης εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Μακεδονίαν, οὐχὶ δὲ εἰς τὰς νήσους, οὐχὶ δὲ εἰς τὴν Κρήτην. Περαιτέρω θὰ ἔχωμεν τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τελωνιακοὺς δασμούς. Θὰ ἔχωμεν δηλονότι, ἀφ’ ἑνὸς ἀφομοίωσιν καθ’ ἅπασαν τὴν παλαιὰν καὶ τὴν νέαν Ἑλλάδα τῶν δασμῶν, μόνον ὅσον ἀφορᾷ ὡρισμένας κλάσεις τοῦ δασμολογίου, ἐξ ἄλλου δὲ ἰδίους κατὰ τὸ πλεῖστον δασμοὺς ἰσχύοντας εἰς τὰς νέας χώρας πρὸς 15 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν. Ἀλλὰ δὲν σταματᾷ ἐδῶ τὸ πολυμερὲς καὶ πολυσχιδὲς τοῦ δημιουργουμένου συστήματος. Διὰ νὰ αὐξήσῃ ἡ περιπλοκή, θὰ ἔχωμεν ἐπίσης ἐσωτερικὴν τελωνειακὴν ζώνην εἰς δασμολόγησιν διπλῆν: ἤτοι πρῶτον πρὸς ἐπιδασμολόγησιν τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσαχθῶσι ταῦτα ἐκ τῶν νέων χωρῶν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα· δεύτερον πρὸς αὐτοτελῆ δασμολόγησιν τῶν προϊόντων τῶν φυσικῶν καὶ βιομηχανικῶν τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν νέων χωρῶν θὰ μεταφέρωνται εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα· καὶ τέλος ζώνην τελωνειακὴν διὰ τινας μεταφορὰς ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Νέαν Ἑλλάδα μὲ ἄλλην φορολογίαν. Ὑπὸ τοιοῦτον φορολογικὸν καθεστὼς ἢ μᾶλλον ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν, τῆς ὁποίας ἀγνοοῦμεν τὴν μέλλουσαν ὁριστικὴν διαμόρφωσιν, ἐννοεῖ τις ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ ἀκριβὴς γνώμη ὄχι μόνον περὶ τῆς καθόλου πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων χωρῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς σκοπιμότητος καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῶν τούτων τῶν δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγομένων μέτρων. Διότι, ἐπαναλέγω, διὰ νὰ κρίνωμεν ἕκαστον οἰκονομικὸν μέτρον ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, δέον νὰ συσχετίσωμεν τοῦτο πρὸς τὸ ὅλον σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀνήκῃ συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως. Τὰς ἰδέας ὅμως ταύτας ἀγνοεῖ μέχρι σήμερον ἡ Βουλή. Ἐὰν μετὰ τὰς γενικὰς ταύτας παρατηρήσεις καὶ ὑπὸ τὰς ἐπιφυλάξεις αἱ ὁποῖαι ἐκ τούτων ἐνδείκνυνται, ἠθέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἑαυτὰς πλέον καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ συστήματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν ἢ θὰ ἀνήκωσιν ἐν τῷ μέλλοντι, θὰ ἠδυνάμεθα πολλὰ νὰ παρατηρήσωμεν, καὶ πολλὰ νὰ ὑποδείξωμεν, καὶ πολλὰς ἀπορίας νὰ διατυπώσωμεν. Εἰς τρία θεμελιώδη κεφάλαια ἀνάγονται, Κύριοι, αἱ μεταρρυθμίσεις τὰς ὁποίας εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὴν δασμολογικὴν ἀφομοίωσιν τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος. Τὸ δεύτερον κεφάλαιον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν ἰδιαιτέρων δασμῶν εἰς τὰς νέας μόνον χώρας. Καὶ τὸ τρίτον κεφάλαιον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν τελωνειακὴν ζώνην ἡ ὁποία θὰ χωρίζῃ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν Νέαν Ἑλλάδα. Ἕκαστον τῶν κεφαλαίων τούτων εἶναι ἐρευνητέον καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὰς λεπτομερείας. Καὶ ἐν πρώτοις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἶναι τριμερές, διότι τριμερῆ εἰσηγεῖται τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν ἡ Κυβέρνησις· τουτέστι φόρους τινὰς ἐπεκτείνει καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, ὡς ἔχουσιν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἑτέρους δασμοὺς τοῦ ἐν ἰσχύϊ δασμολογίου ἐλαττοῖ καὶ ἠλαττωμένους ἐπεκτείνει εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα, καὶ τέλος, ὡρισμένας κλάσεις δασμολογικῆς ἀτελείας, ὑφισταμένας κατὰ τὸ ἤδη ἰσχῦον ἐν Ἑλλάδι νομοθετικὸν καθεστώς, ἐπεκτείνει καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ ἐφ’ ὡρισμένων κλάσεων τοῦ δασμολογίου, πολλὰ βεβαίως θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ τὰ ἐπιδοκιμαστικά· πλεῖστα στοιχεῖα θὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἀρχὴν νὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐπικροτήσῃ τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως. Νομίζω ἐν τούτοις ὅτι, τῶν ἰδιαιτέρων τούτων παρατηρήσεων, προέχουσιν ἄρχουσαί τινες σκέψεις, διότι οἱαιδήποτε περιστάσεις ἀνάγκης ἢ ἀντιλήψεως σκοπιμότητος ὑπαγορεύουσι παρ’ ἡμῖν τὰς ἐλαττώσεις ταύτας τῶν δασμῶν, γεννᾶται ἡ σκέψις καὶ τὸ ἐρώτημα· δὲν θὰ ἦτο ἆρά γε ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης, ἡ ὁποία θ’ ἀποβῇ ἐπωφελὴς εἰς ἄλλα Κράτη ἐκ τῶν ὁποίων προμηθευόμεθα τὰ εἴδη ἐκεῖνα τῶν ὁποίων ἐλαττοῦμεν τὸν δασμόν; Δὲν θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἀποπειραθῶμεν νὰ λάβωμεν ἀνταλλάγματα παρ’ αὐτῶν; Ἡ παρατήρησις δὲν ἔχει ἐν προκειμένῳ τὴν γενικὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν εἰς πᾶσαν περίστασιν. Φρονῶ ὅτι αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤδη εὑρισκόμεθα, αἱ διαπραγματεύσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἡμῶν πρὸς σύναψιν συμβάσεων ἐμπορικῶν, καθιστῶσιν ὀξυτέραν καὶ ἴσως πρακτικωτέρας σημασίας τὴν παρατήρησιν. Καὶ εἰδικώτερον, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι εἶναι τελείως ἄκαιρος καὶ ἀδικαιολόγητος ἡ εἰσαγωγὴ νομοσχεδίου πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τῆς ζακχάρεως, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς διαπραγματευόμεθα τὴν σύναψιν ἐμπορικῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Κράτους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ κυριώτερος εἰσαγωγεὺς τοῦ προϊόντος τούτου παρ’ ἡμῖν. Ἀνεξαρτήτως δὲ τούτου, καὶ ἐὰν ἤθελεν ὁπωσδήποτε θεωρηθῆ ἐπιβεβλημένη ἡ τοιαύτη ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένων εἰδῶν, θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ εἶχεν ἡ Βουλὴ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰς περιστάσεις ὁμοίας κατὰ τὰς ὁποίας τοσοῦτον ῥιζικαὶ φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις καὶ δασμολογικαὶ ἐγένοντο, προσεκομίσθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Σχεδὸν πάντοτε εἰς περιστάσεις ἀναλόγους προσεκομίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακες ἐμφαίνοντες τὰ ἐξ ἑκάστης κλάσεως εἰσπραττόμενα κατὰ τὸ ἰσχῦον δασμολόγιον τελωνειακὰ τέλη, καὶ πίνακες ἐμφαίνοντες τὰ τέλη τὰ προϋπολογιζόμενα ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐκ τῆς μεταβολῆς ἡ ὁποία ἐπέρχεται διὰ τοῦ προτεινομένου δασμολογίου. Ὑπὸ τοιαῦτα δεδομένα, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν ἀληθῆ, θὰ ἦτο δυνατὸν ὁπωσδήποτε εἰς ἀσφαλεστέρας κρίσεις νὰ προέλθῃ ἡ Βουλή, κρίσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι οὐσιώδεις ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος, ἐὰν εἶναι καθ’ ἑαυτὰς ἢ δὲν εἶναι ἐπιβεβλημέναι αἱ ἐλαττώσεις. Ἐν προκειμένῳ τοιοῦτό τι δὲν ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μετὰ τόσας μακρὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία εἶχε πρὸ πολλοῦ συσταθῆ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου εὐλόγως ἀνεμένετο, ἐπίσης δὲν ἔλαβε χώραν διότι δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἐργασία αὐτῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἔχουσι στηριχθῆ αἱ προτεινόμεναι δασμολογικαὶ μεταρρυθμίσεις. Ἦτο δὲ ἐπιβεβλημένον νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς ἡ ἐργασία αὕτη πρὸς διαφώτισιν αὐτῆς περὶ τῶν λόγων οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰς προτεινομένας ἐλαττώσεις, διότι αἱ ἐξηγήσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὴν Βουλὴν περιορίζονται εἰς τὰς ἀτελεστάτας αἰτιολογίας τὰς ὁποίας ἀνευρίσκομεν εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Μόνον λοιπὸν ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διαγνώσωμεν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς ὑπηγόρευσαν τὰς προτεινομένας δασμολογικὰς μεταρρυθμίσεις καὶ πιθανώτατα νὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν ἐξήγησιν τῆς ἐμπορικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει τυχὸν ὑπ’ ὄψει αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις. Διότι ὅ,τι εὑρίσκομεν εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν νομίζω ὅτι θὰ θεωρηθῇ καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ὡς ἱκανοποιητικόν. Τὸ λεγόμενον ὅτι τὰς ἐλαττώσεις ἐπιβάλλει ἐπὶ ἀντικειμένων πρώτης ἀνάγκης, καὶ τὸ λεγόμενον ὅτι μεταρρυθμίσεις ἄλλας καὶ ἐλαττώσεις, οἷον τοῦ δασμοῦ τῶν αὐτοκινήτων, ἐπέβαλεν ἡ σκέψις ὅπως διευκολυνθῇ ἡ εἰσαγωγή των εἰς μέρη ἰδίως ἔνθα δὲν ὑπάρχει σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία, δὲν εἶναι βεβαίως ἠκριβολογημένα. Διότι ἐπὶ παραδείγματι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς σκέψεως αὐτῆς, ἐκ τῆς αἰτιολογίας αὐτῆς, νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν αὐτοκινήτων ἁμαξῶν αἱ ὁποῖαι διασχίζουσι τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ ὡρισμένων κλάσεων αὐτοκινήτων, ἤτοι τῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων, τῶν ῥυμουλκουμένων αὐτῶν καὶ τῶν λεωφορείων αὐτοκινήτων, ὡς τοιούτων χαρακτηριζομένων τῶν ἐχόντων ὀκτὼ τοὐλάχιστον μονίμους θέσεις, ἡ ἐξήγησις ἡ φερομένη ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, δύναται νὰ ἔχῃ τὴν θέσιν της. Ἀλλὰ δύσκολον εἶναι νὰ ἐννοήσῃ τις κατὰ τίνα τρόπον εἶναι ὑπηρετικὴ τῆς συγκοινωνίας ἡ μεταρρύθμισις ἡ ἐλαττοῦσα τὸν δασμὸν διὰ τὰς ἁμάξας τὰς αὐτοκινήτους, αἱ ὁποῖαι διασχίζουσι τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν. Κατὰ τίνα τρόπον διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τούτου πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ συγκοινωνία καὶ τῶν μερῶν ἐκείνων πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσι σιδηρόδρομοι. Καὶ ἐν σχέσει ὅμως πρὸς τὴν βεβαίωσιν ὅτι οἱ ἄλλοι δασμοὶ ἐλαττοῦνται, ὡς ἀναφερόμενοι εἰς ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, πολλοὶ γεννῶνται ἐνδοιασμοί, διότι πολλαὶ μὲν γίνονται ἐλαττώσεις ἀφορῶσαι ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης, καὶ ταῦτα ὅμως διὰ τὰς λαϊκὰς τάξεις τῶν πόλεων καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, δηλαδὴ διὰ τὸ πλεῖστον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὅμως εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ τις κατὰ τί καὶ ὑπὸ τίνα ἔποψιν εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης αἴφνης τὸ τέϊον ἢ τὸ κακάον ἢ ἡ σοκολάτα ἢ καὶ ἄλλα ἀκόμη ἀντικείμενα, ὑπαγόμενα εἰς τὰς ὑποβιβαζομένας δασμολογικὰς κλάσεις. Ἐν σχέσει μάλιστα πρὸς τὰ ἀντικείμενα τῆς κλάσεως τῶν γουναρικῶν, ἡ ὁποία προσετέθη καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, τῆς κλάσεως τουτέστι 364 ἐδάφιον 4 τοῦ δασμολογίου, θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι βεβαίως, λάθος τι ἔχει λάβει χώραν εἰς τὴν γενομένην διαρρύθμισιν, διότι ἐνῷ ἐπεζητήθη ἡ ἀνάλυσις καὶ ἡ ἀκρίβωσις τῆς κλάσεως, ἀξία πάσης προσοχῆς καὶ ἐπιδοκιμασίας, ἐξ ἄλλου παρωράθη ὅτι διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῆς ὁλόκληρος κλάσις ἐμπορευμάτων, τέως φορολογουμένων, τίθεται ἐκτὸς πάσης τακτικῆς φορολογίας. Καὶ ἵνα ἐξηγηθῶ σαφέστερον, τὸ τέταρτον ἐδάφιον τῆς κλάσεως 364 κατὰ τὴν ἰσχύουσαν ἤδη νομοθεσίαν ἔχει οὕτω: «μηλωταὶ (γουναρικὰ) ἁπλαῖ, οὐχὶ ἐραμμέναι ἐπὶ ὑφασμάτων, ὑπάγονται ὑπὸ γενικὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν δραχ. 20 εἰς μεταλλικὸν κατ’ ὀκᾶν». Ἡ κλάσις αὕτη ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἀναλυθῇ εἰς τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀναλύεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ καὶ τὸ ἐδάφιον τέταρτον, ὡς ἔχει, ἵνα περιλάβῃ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τὰς μηλωτάς, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν ἕτοιμον ἔνδυμα ἄνευ φόδρας. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ διαρρυθμισθῶσι τὰ λοιπὰ μὴ ἕτοιμα εἴδη εἰς ἰδιαίτερα ἐδάφια, ἀφῃρέθη ὁλόκληρος ἡ κλάσις, ὥστε τώρα εἶναι ἀδύνατον νὰ δασμολογήσητε τὸ εἶδος αὐτό, τουτέστι τὰς ἁπλᾶς καὶ ἄνευ φόδρας μηλωτάς. Διότι δὲν θὰ εὕρητε κλάσιν ὡρισμένην, ἐδάφιον ὡρισμένον, εἰς ὃ νὰ δύναται νὰ ὑπαχθῇ. Ἐπὶ τούτου θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἔδιδεν ἐξηγήσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§115ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ παρατήρησίς σας δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι ἡ τελευταία κλάσις ἀκριβῶς ὁμιλεῖ διὰ τὰ γουναρικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι αὐτοτελῆ ἢ μὴ αὐτοτελῆ καὶ τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται διὰ τὴν βιομηχανίαν αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὴν κλάσιν αὐτὴν περιλαμβάνονται ἀκριβῶς καὶ ἄλλα εἴδη, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται, ἐκανονίσαμεν τὴν τετάρτην κλάσιν εἰς τὰ τρία πρῶτα ἐδάφια κλιμακηδόν, διὰ τὰ λοιπὰ δὲ εἴδη, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ἐθέσαμεν τὸ ἐδάφιον τέταρτον.
§116Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ σφάλμα. Διότι ἐνῷ ἐκάμετε τὴν ἀνάλυσιν ὀρθότατα διὰ νὰ ἀποσπάσητε αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα, ἂς εἴπωμεν μὲ μίαν λέξιν, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πρώτη ὕλη μὴ κατειργασμένη, ἐνῷ ἠθελήσατε, λέγω, νὰ ἀποσπάσητε τὰ γουναρικὰ ταῦτα καὶ νὰ τὰ ὑποβάλητε εἰς ἰδίαν φορολογίαν, ἐλησμονήσατε καὶ διεγράψατε τὸ τέταρτον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον καὶ μετὰ τὴν ἀπόσπασιν ταύτην εἶχε χρησιμότητα, διότι προβλέπει περὶ κατειργασμένων μηλωτῶν, ἑτοίμων δηλαδὴ ἐνδυμάτων. Ὁμιλεῖ περὶ μηλωτῶν ἁπλῶν καὶ οὐχὶ ἐρραμμένων ἐπὶ ὑφασμάτων, δηλαδὴ περὶ μηλωτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσιν αὐτοτελὲς ἔνδυμα χωρὶς φόδραν.
§117Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.
§118Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξετάσατέ το καὶ θέλετε πεισθῆ.
§119Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δασμολογοῦνται ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνομεν σήμερον εἰς τὰ τρία ἐδάφια.
§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα αὐτὰ καλῶς ἐτέθησαν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ τέταρτον ἐδάφιον. Διότι εἴπετέ μοι τώρα, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος ἐδαφίου θὰ δασμολογηθῶσιν αἱ μηλωταὶ αἱ ἁπλαῖ, αἱ ἄνευ φόδρας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι πλῆρες ἔνδυμα, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν εἶναι ἐρραμμέναι ἐπὶ ὑφασμάτων, δηλαδὴ δὲν ἔχουσι φόδραν;
§121Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αἱ μηλωταί, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἐδῶ μέσα, εἶναι αἱ μηλωταὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦσιν ἕτοιμον προϊόν.
§122Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐξετάσατέ το καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἔχετε λάθος.
§123Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι σήμερον ἕτοιμον προϊόν, αὐταὶ ὑπάγονται εἰς τὸ ἐδάφιον ζʹ.
§124Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ ἐδάφιον ζʹ. Ἀφορᾷ ἐντελῶς ἰδιαίτερα εἴδη.
§125Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Περὶ αὐτῶν, νομίζω, δὲν ἀναγράφει, καὶ φορολογοῦνται κατὰ τὴν γενικὴν διάταξιν τοῦ δασμολογίου 20% ἐπὶ τῆς ἀξίας.
§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Μετὰ τὴν μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τῷ 1910, αὐταὶ ἐξῃρέθησαν ἀπὸ τὴν κατηγορίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο πρὶν μὴ ὑπαγόμεναι εἰς ὡρισμένον ἐδάφιον καὶ φορολογούμεναι κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν, ἀφῃρέθησαν, λέγω, καὶ ἀνεγράφησαν εἰς τὸ ἐδάφιον δʹ ὑπὸ τὴν ἑξῆς μορφήν, ὄχι πλέον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας «μηλωταὶ ἁπλαῖ, οὐχὶ ἐρραμμέναι ἐπὶ ὑφασμάτων ὑπάγονται ὑπὸ γενικὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν δραχμὰς 20 δρ. εἰς μεταλλικὸν κατ’ ὀκᾶν». Λοιπὸν ἦτο ἐνδεδειγμένη ἡ ἀνάλυσις ἡ ὁποία ἐγένετο, μὲ μίαν προϋπόθεσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διατηρήσωμεν τὸ ἐδάφιον τοῦτο ὅπως ἔχει καὶ ἔπειτα νὰ προστεθῶσι τὰ ἄλλα 4 ἐδάφια, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ἤδη μὴ κατεσκευασμένα, ἢ ἐντελῶς εἰδικὰ ἀντικείμενα. Παρατηρήσεις τινὰς εἶχον νὰ ὑποβάλω ἤδη ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπεκτεινομένας ἀτελείας. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου ἐπεκτείνονται καὶ εἰς τὰς νέας χώρας ὡρισμέναι ἀτέλειαι, ὑφιστάμεναι ἤδη κατὰ τὸ ἰσχῦον δασμολόγιον. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρισμέναι ἀτέλειαι ἰσχύουσαι ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἐπεκτείνονται καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, καταργοῦνται αἱ ἐπὶ τῇ βάσει προγενεστέρου νόμου, καὶ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπεκταθεῖσαι εἰς τὰς νέας χώρας ἀτέλειαι;
§127ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως.
§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπεθύμουν νὰ μάθω διὰ τίνα λόγον ἔπαυσαν ἰσχύουσαι ἀτέλειαι, αἱ ὁποῖαι δυνάμει προγενεστέρου νόμου...
§129ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἔπαυσαν ἰσχύουσαι ἀκόμη.
§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί θὰ παύσωσιν ἰσχύουσαι, δηλαδή, διατί καταργεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου δύο ἀτελείας, τὰς ὁποίας ὑμεῖς εἴχετε εἰσαγάγει;
§131ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τίνας; Τὴν περὶ ἐκκοκισμένου βάμβακος;
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δηλαδὴ ἡ κλάσις 150 τοῦ δασμολογίου, ἡ περιλαμβάνουσα βάμβακα ἐκκοκισμένον ἢ μή, πρὸς χρῆσιν ἀποκλειστικῶς τῶν βαμβακοκλωστηρίων. Ἐπίσης καὶ ἡ κλάσις 175α τοῦ δασμολογίου, ἥτις περιλαμβάνει «νήματα ἐξ ἐρίων ἀλεύκαστα, ἄστριπτα ἢ ἐστριμμένα», τὰ ὁποῖα εἶναι παρ’ ἡμῖν ἀτελῆ λόγῳ τῆς Γερμανικῆς συμβάσεως. Τῶν δύο τούτων κλάσεων, συνεπείᾳ ἐκθέσεως ὑμῶν ὑποβληθείσης εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀπεφασίσθη ὑπὸ τούτου, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ ἀτέλεια καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν ἐπέκτασιν καὶ εἰς τὰς νέας χώρας τῶν δύο τούτων ἀτελειῶν, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἐκρίθησαν οὐσιώδεις διὰ τὴν βιομηχανίαν τῶν νέων χωρῶν τὴν σχετικὴν πρὸς τὰ βαμβακοκλωστήρια καὶ τὰ νηματουργεῖα· ἐξ ἄλλου δὲ καὶ οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων αἱ ἀτέλειαι αὗται, αἱ οὕτω παρ’ ὑμῶν εἰσαχθεῖσαι καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος ἰσχύουσαι ἤδη καταργοῦνται. Ἐπίσης ἤθελον νὰ ζητήσω πληροφορίας τινὰς ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν σχετικῶς πρὸς τὰς ἀτελείας αὐτὰς ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, διότι νομίζω ὅτι ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐν γένει ὡς ἔχει ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία ἡ σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς φορολογίας εἰς τὰς νέας χώρας, ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως οὐχὶ πάσας τὰς ἐν Ἑλλάδι ἰσχυούσας ἀτελείας εἰσαγάγῃ εἰς τὰς νέας χώρας, ἀλλὰ τινὰς μόνον ἐξ αὐτῶν, ἡ μέριμνα, λέγω, αὕτη εἶναι ἐντελῶς ματαία· καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐμποδίζουσα τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἀτελειῶν πασῶν εἰς τὰς νέας χώρας, καὶ παρακρατοῦσα τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀποφαίνηται περὶ αὐτῶν, οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ ἀντλεῖ εἰς πίθον Δαναΐδων. Καὶ τοῦτο διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσάγωνται ἀτελῶς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα πάντα τὰ ἀντικείμενα ταῦτα, καὶ ἔπειτα ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος νὰ διαβιβάζωνται εἰς τὰς νέας χώρας, τοιουτοτρόπως δὲ νὰ καταστρατηγῆται εὐχερέστατα ἡ λαμβανομένη ἤδη νομοθετικὴ πρόνοια. Θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον πρὸς ἀποφυγὴν τῆς καταστρατηγήσεως ταύτης νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ὥστε νὰ ἐμποδισθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἀντικειμένων τούτων τῶν ἀτελῶς εἰσαγομένων ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι εἰς τὰς νέας χώρας ἢ νὰ φορολογηθῇ. Ἐλάβετε μέτρον τι περὶ τούτου;
§133Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω κατόπιν.
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω τί θὰ ἀπαντήσητε. Θὰ ἀπαντήσητε ὑποδεικνύοντες τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε μέχρι τοῦδε, διότι παρατηρῶ ὅτι καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, στηριζόμενον εἰς τὸν ἀρχικὸν νόμον περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν, ἀπεφάνθη ἐπὶ τῇ ὑμετέρᾳ εἰσηγήσει ὅτι τὰ εἴδη ταῦτα δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου, καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένα τῆς φορολογίας. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρηγγείλατε τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς τῶν νέων χωρῶν ὅπως, «ὁσάκις εἰσάγονται ἐκεῖ ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἴδη ἅτινα κατὰ τὸ ἰσχύον Ἑλληνικὸν δασμολόγιον εἰσὶν ἀτελῆ, καὶ συνεπῶς εἰς οὐδὲν ὑπήχθησαν τέλος κατὰ τὴν εἰσαγωγήν των εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, εἰσπράττωσι τὸν ἰσχύοντα εἰσαγωγικὸν δασμόν». Νομίζω ὅμως ὅτι καὶ τὸ τότε διαταχθὲν δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ νόμιμον, καὶ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἤδη πλέον εἶναι ἀνεφάρμοστον. Ὁ νόμος περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων μερῶν προεῖδε περὶ τῶν ἐκ τῆς Παλαιᾶς εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων καὶ διέταξε τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Ἀντιθέτως δὲ τὰ ἐξ Ἑλλάδος ἐμπορεύματα ἢ ἄλλα προϊόντα εἰσάγονται ἀτελῶς εἰς τὰς στρατιωτικῶς κατεχομένας χώρας». Ὑμεῖς ὑπελάβετε ὅτι εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν δὲν ὑπάγονται τὰ ἀτελῶς εἰσαγόμενα ἀπὸ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐμπορεύματα.
§135Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἂν δεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν τοῦτο ὡς ἀληθὲς—κατ’ ἐμὲ ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι ἡ διάταξις εἶναι γενική, οὐδεμίαν ποιουμένη διάκρισιν, —καὶ ἂν δεχθῶμεν, λέγω, ὅτι δὲν προβλέπει ἡ διάταξις αὕτη τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν τῶν τοιούτων εἰδῶν ἐρωτῶ ὑμᾶς: ἐπὶ τῇ βάσει τίνος διατάξεως θὰ φορολογήσητε τὰ εἴδη ταῦτα τὰ ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν Νέαν εἰσαγόμενα; Δὲν σημαίνει ἂν ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν τὰ ἀπαλλάσσει τῆς φορολογίας. Ἔχετε ἀνάγκην θετικῆς διατάξεως, δηλαδὴ νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ τὰ φορολογῇ. Ἔχετε νόμον τοιοῦτον; Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος διατάξεως θὰ ἀπαγγείλητε τὴν φορολογίαν καὶ θὰ εἰσπράξητε φόρον, δασμὸν ἐπὶ τῶν ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν Νέαν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων; Τότε διετάξατε ὅτι πρέπει νὰ εἰσπράττωνται τοιοῦτοι φόροι, καὶ ἴσως εἰσεπράττοντο ἄνευ ἐρεύνης καὶ πολυπραγμοσύνης. Τὸ πρᾶγμα ἄλλως τε τότε θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ ἔχῃ καὶ μίαν δυσαναλογίαν, διότι πρὸ τῆς ἐπισήμου προσαρτήσεως νομικῶς αἱ νέαι χῶραι δὲν ἦσαν χῶραι Ἑλληνικαί· κατείχοντο στρατιωτικῶς καὶ ἠδύνατο πᾶν μέτρον τοιοῦτο νὰ εὕρῃ ἔκ τινων ἀπόψεων στήριγμα καὶ αἰτιολογίαν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ προσάρτησις καὶ αἱ χῶραι ἐκεῖναι εἶναι ἐπαρχίαι τοῦ αὐτοῦ Κράτους, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου πλέον θὰ δικαιολογήσητε τὴν εἴσπραξιν φόρου ἐνῷ νόμον δὲν ἔχετε;
§137Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει ποίας λογικῆς θὰ διαιρεθῇ τὸ Κράτος;
§138Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λογικὴ πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ, καίτοι δὲν ἐξετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς ἀτελείας πάσας εἰς τὰς νέας χώρας, πρέπει νὰ λάβῃ νόμιμα μέτρα ὅπως προστατευθῇ ἡ μὴ ἐπέκτασις κατὰ πάσης καταστρατηγήσεως. Πρὸς τοῦτο ἀπαραίτητος εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν, νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ὡρισμένον διὰ τὰ εἰσαγόμενα ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν Νέαν τοιαῦτα εἴδη. Ὡς ἔχει ἤδη τὸ πρᾶγμα εἶναι νομικῶς ἀδύνατος ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, διότι οὐδένα νόμον ἔχετε ἐπιβάλοντα αὐτὸν καὶ τὸ ποσὸν αὐτοῦ κανονίζοντα. Τὸ δεύτερον κεφάλαιον, Κύριοι, τῶν φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων ἀνάγεται εἰς τὴν εἰσαγωγὴν ἰδίων φόρων εἰς τὰς νέας χώρας μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἰσχυόντων. Τοιοῦτος εἶναι ὁ προτεινόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγωγικὸς δασμὸς τοῦ πετρελαίου 20 καὶ 22 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς τοῦ σίτου πρὸς πέντε λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὁ τῶν ἀλεύρων πρὸς 10 λεπτὰ καὶ ὁ ἐπὶ τῆς ἀξίας φόρος τῶν λοιπῶν εἰδῶν, ὁ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἰσχύων τῶν 11%, τὸν ὁποῖον ἐξαιρέσει εἰδῶν τινων ὑποδήσεως ἀναβιβάζει εἰς 15%. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου τῶν δασμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ σπουδαιότεροι, περιλαμβάνοντες τὰ πλεῖστα τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν, ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινας. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἡ δασμολόγησις τῶν εἰδῶν αὐτῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐπεξετάθησαν αἱ τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ δασμολογίου θὰ γίνῃ πρὸς 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· πῶς καὶ παρὰ τίνος θὰ γίνηται ἡ ἐκτίμησις τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν; Καὶ τί θὰ γίνῃ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ παραλήπτης διαφωνήσει πρὸς τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν;
§139Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως εἶναι αὐθαίρετος.
§140ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κατὰ τοῦτο ἰσχύουσι τὰ τῆς Τουρκικῆς νομοθεσίας.
§141Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τουρκικὴ νομοθεσία θὰ ἰσχύσῃ εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον καὶ δὲν ἰσχύει ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ἡ ὁποία κανονίζει καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως καὶ τὸν τρόπον τῆς λύσεως τῶν ἀμφισβητήσεων αὐτῶν;
§142ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχουσι κανονισθῆ καὶ ἐκεῖ.
§143Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἔχουσι κανονισθῆ; Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι προκειμένου περὶ ἄρσεως ἀμφισβητήσεων αἱ ὁποῖαι γεννῶνται μεταξὺ παραλήπτου καὶ τελωνειακῶν ἀρχῶν, θὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν Διοικητικὴν δικονομίαν τὴν Τουρκικὴν διὰ νὰ λύσωμεν τὰς ἀμφισβητήσεις ταύτας, καθ’ ὃν χρόνον ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντα, καὶ ἐφαρμοζόμενον Ἑλληνικὸν νόμον περὶ τούτων; Ἔπειτα, δὲν νομοθετεῖτε κὰν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἰσχύσῃ ὁ Τουρκικὸς νόμος καὶ ποῖος εἶναι οὗτος, πῶς τὸν ἐφαρμόζουσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί.
§144ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁ νόμος τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν.
§145Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν, κατὰ τὴν προσωρινὴν διοίκησιν τῶν ὁποίων πολλαὶ αὐθαιρεσίαι ἦσαν μέχρι τινὸς ἀνεκταί. Ὁμιλῶ διὰ τὰ μετὰ τὴν ὁριστικὴν προσάρτησιν τῶν χωρῶν, διὰ τὰ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους.
§146ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα ἡ νομοθεσία ἐκείνη;
§147Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγετε. Ποία εἶναι ἡ νομοθεσία ἐκείνη;
§148ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπω· ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα ἐφ’ ὅσον δὲν καταργεῖται.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ· ἴσως δὲν ἀπεσάφησα καλῶς τὰς γνώμας μου. Δὲν φιλονεικῶ ἤδη ὅτι, ὅ,τι γίνεται νομίμως γίνεται. Ὑπῆρχεν εἷς νόμος περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ καὶ τῆς προσωρινῆς ἀποστολῆς του, ἀνεγνώρισεν ἰσχύουσαν Τουρκικὴν καὶ Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν ἀναμίξ, καὶ ἔδωκεν εὐρύτατα δικαιώματα εἰς τοὺς γενικοὺς διοικητὰς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἄρσιν πάσης διοικητικῆς καὶ νομοθετικῆς ἀκόμη δυσχερείας. Ἐρωτῶ ὅμως ὑμᾶς· μετὰ τὴν προσάρτησιν, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν τὸ προσωρινὸν ἐκεῖνο καθεστώς, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος δικονομίας διοικητικῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νομοθεσίας θὰ λύσητε τὰς ἔριδας τὰς ἀναφυομένας κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων; Νόμον δὲν ἔχετε. Διότι ὁ Τουρκικὸς εἶναι ἀνεφάρμοστος, τὸν δὲ Ἑλληνικὸν δὲν τὸν εἰσάγετε, ἀλλὰ ῥητῶς τὸν ἐξαιρεῖτε, διότι ῥητῶς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου λέγει ὅτι «αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΡΚΑʹ περὶ τελῶν, δασμολογίου ἐπεκτείνονται καὶ εἰς τὰς νέας χώρας διὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 3 καὶ 4 ἀναφερόμενα εἴδη»· ἄρα, διὰ τὰ εἴδη τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸ ἄρθρον 8, δὲν ἐπεκτείνετε τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν. Ἐρωτῶ· τίνα νομοθεσίαν θὰ ἐφαρμόσητε; Εἴπετε τὴν Τουρκικήν. Ἡ Τουρκικὴ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ Ἕλληνας ὑπαλλήλους εἰς Ἑλληνικὰς πλέον χώρας, παρὰ μόνον ἐὰν εἰδικῶς τὴν νομοθετήσητε καὶ οὐχὶ νὰ ἐπικαλῆσθε τὰς ἀορίστους καὶ ὅλως προσωρινῆς φύσεως διατάξεις τοῦ νόμου περὶ τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν. Τοῦτο ὅμως θὰ ἦτο πολιτικῶς οὐχὶ ἀνώμαλον καὶ μὴ σκόπιμον, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω πρωτοφανές, νὰ παρατείνητε τὴν ἰσχὺν τῆς Τουρκικῆς διοικητικῆς δικονομίας. Ἑτέραν τινὰ ἐρώτησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐν σχέσει πρὸς τὸ ποσοστὸν πρὸς 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας. Τὸ ποσὸν τοῦτο κανονίζετε ἀρά γε εἰς χαρτίνας δραχμὰς ἢ μεταλλικάς;
§150Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Χαρτίνας.
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἰσχύει καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐκείνων τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάγονται εἰς ὡρισμένην κλάσιν τοῦ δασμολογίου. Ἀλλὰ τὰ εἴδη ταῦτα εἶναι ἐλάχιστα καὶ τὸ πρᾶγμα ὅλως ἀσήμαντον. Διὰ τὰς νέας ὅμως χώρας τὰ τοιαῦτα εἴδη ἀποτελοῦσι σχεδὸν τὸ ὅλον, διότι ἐλάχιστα ὑπήχθησαν εἰς τὰς κλάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ δασμολογίου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγείρεται, νομίζω, ἓν ζήτημα φύσεως γενικωτέρας, ἀφορῶν τὴν ῥύθμισιν τῆς ἐμμέσου φορολογίας, εἰδικώτερον τῶν τελωνειακῶν δασμῶν εἰς τὰς νέας χώρας. Καὶ ἐρωτῶ· τίνες εἶναι οἱ λόγοι ἐκ τῶν ὁποίων ἀφωρμήθη ἡ Κυβέρνησις καθορίσασα τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν εἰδῶν τούτων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπήχθησαν εἰς τὰς κλάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ δασμολογίου, ἀπὸ 11% εἰς 15%. Καὶ τίνες λόγοι ὑπηγόρευσαν τὸν κανονισμὸν τοῦ δασμοῦ τὸν γενόμενον διὰ τὰ εἴδη τὰ ὑπαχθέντα εἰς τὰς κλάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ δασμολογίου; Ὅπως ἐξηγήσητε τὰς εἰσαγομένας εἰς ὡρισμένας κλάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ δασμολογίου μειώσεις τῶν δασμῶν, ἰσχυρίσθητε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ὅτι αἱ μειώσεις αὗται ὑπηγορεύθησαν ἐκ τῶν λόγων, ὅτι τὰ εἴδη ταῦτα εἶναι πρώτης ἀνάγκης, ἢ χρήσιμα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας. Οὕτω δὲ ὑπεβιβάσατε τοὺς δασμοὺς καὶ οὕτω μειωθέντας εἰσηγάγετε καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ εἴδη τοῦ δασμολογίου, ἐθεωρήσατε ὅτι εἴτε διότι δὲν ἀφορῶσιν ἀντικείμενα πρώτης ἀνάγκης εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, δὲν ἠδύνασθε νὰ ἐλαττώσητε τοὺς δασμοὺς καὶ ἐπεκτείνητε τούτους καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Καὶ διὰ τοῦτο διὰ μὲν τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα διετηρήσατε ἄθικτον τὸ δασμολόγιον ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων, διὰ δὲ τὴν Νέαν ηὐξήσατε τοὺς δασμοὺς κατὰ 3% ἐπὶ τῆς ἀξίας, ἤτοι ἀπὸ 11% εἰς 15%. Οὕτως ὅμως περιήλθετε εἰς πρωτοφανῆ ἀντίφασιν καὶ ἐδημιουργήσατε μίαν δυσαρμονίαν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς τὰς νέας χώρας, διότι εἰς αὐτὰς αὐξάνετε τεραστίως τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ἑλληνικοῦ δασμολογίου· ἐνῷ ἀντιθέτως πολὺ ὀλίγον αὐξάνετε τὰ τέλη τῶν ἄλλων εἰδῶν διὰ τῆς προσθήκης τοῦ 3% ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν. Τοιουτοτρόπως, ἐνῷ πρὸς ὡρισμένα εἴδη θεωρούμενα πρώτης ἀνάγκης ἢ χρήσιμα διὰ τὴν συγκοινωνίαν, ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐλάττωσιν τῶν δασμῶν καὶ τὴν ἐπιτυγχάνει διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα κατ’ ἀντίθεσιν τῶν λοιπῶν διὰ τὰ ὁποῖα διατηρεῖ ὑψωμένους δασμούς, ἀντιθέτως διὰ τὰς νέας χώρας, αὐτὰ μὲν τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης ἐμφανίζονται εἰς αὐτὰς μὲ τὴν νέαν διαρρύθμισιν ἐπιβεβαρημένα πλειότερον τῶν ἄλλων, τῶν μὴ ἀποτελούντων εἴδη πρώτης ἀνάγκης. Διότι, ἐνῷ ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναφέρονται εἰς τὰς ἐπεκτεινομένας κλάσεις τοῦ δασμολογίου, ἔχομεν αὔξησιν δασμοῦ μόνον κατὰ 3%, ἤτοι ἀπὸ 11% εἰς 15% ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰδῶν, τῶν χαρακτηριζομένων ὡς πρώτης ἀνάγκης, ἔχομεν ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρας αὐξήσεις. Αἴφνης ὁ δασμὸς τοῦ σίτου, ὁ ὁποῖος ἦτο πρὶν 11% ἐπὶ τῆς ἀξίας του, αὐξάνει ἤδη εἰς 22% περίπου, διότι εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται ἡ κατὰ 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν εἰσαγομένη ἤδη αὔξησις. Ἐπίσης εἰς τὸ ῥύζι ὁ δασμὸς αὐξάνει εἰς 25% περίπου, εἰς τὸν καφὲν ὑπὲρ τὰ 30%, εἰς τὴν ζάχαριν ὑπὲρ τὰ 100% καὶ καθεξῆς. Ἡ προφανὴς αὕτη ἀντίφασις καὶ δυσαρμονία προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι τῶν μὲν εἰς τὰς κλάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ δασμολογίου ὑπαχθέντων εἰδῶν ὁ δασμὸς ἔχει κανονισθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, ὅστις ἐπαγίωσε τὴν τιμὴν τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς εἰς 1.45, ὥστε ἡ γενομένη ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ ἐμφανίζεται ἄνευ ἐπιρροῆς τινος, τῶν δὲ ἄλλων εἰδῶν, ὁ ἐπὶ τῆς ἀξίας δασμός, ηὐξήθη μόνον κατὰ 3% καὶ ἐκανονίσθη οὐχὶ εἰς μεταλλικάς, ἀλλ’ εἰς χαρτίνας δραχμάς. Τὸ συμπέρασμα τῶν παρατηρήσεών μου τούτων εἶναι τὸ ἀκόλουθον· ὅτι ἐτίθετο σαφῶς ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως ἓν δίλημμα, καὶ ἔπρεπε νὰ λυθῇ κατὰ τρόπον μὴ παρέχοντα τὴν ἐξόφθαλμον ταύτην ἀντίφασιν πρὸς αὐτὰς τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἢ τουτέστιν ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δεκτικὰ τῆς μειώσεως τῶν δασμῶν, ὅτε ἔπρεπε νὰ φέρῃ ταύτην ἀναλόγως, οὐχὶ δὲ νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, ἢ ἀντιθέτως, ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἦσαν ἁρμόδιαι αἱ περιστάσεις διὰ τοιαύτας ἐλαττώσεις, δὲν ἔπρεπε νὰ περιορίσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τῶν λοιπῶν εἰδῶν εἰς τὰς νέας χώρας μόνον εἰς 3% ἐπὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν. Διότι ἤδη κατὰ τὴν γενομένην μεταρρύθμισιν τὸ ῥύζι λ.χ. ἡ σάκχαρις, ὁ καφὲς καὶ τὰ λοιπὰ εἴδη, εἰς μὲν τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα φορολογοῦνται ὡς εἴδη πρώτης ἀνάγκης μὲ δασμοὺς ἠλαττωμένους, εἰς δὲ τὴν Νέαν Ἑλλάδα παρίστανται ὡς εἴδη πολυτελείας, μὲ τεραστίως ηὐξημένους δασμοὺς ἐν σχέσει πρὸς τὰ λοιπὰ εἴδη. Τελευταῖον κεφάλαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης ἤθελον νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινάς, εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν ἵδρυσιν τῆς ἐσωτερικῆς τελωνειακῆς ζώνης. Δὲν θέλω νὰ ὑποδείξω τὴν σύγχυσιν ἡ ὁποία ἐκ ταύτης θὰ δημιουργηθῇ, τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τὸ λαθρεμπόριον τὸ ὁποῖον θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκάθεκτον ὑπὸ οἱασδήποτε ἴσως νομοθετικὰς προβλέψεις, ἀλλ’ ἤθελον ζητήσει ἐξηγήσεις τινὰς σχετιζομένας πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς ζώνης ταύτης. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον διπλῆ προορίζεται ἡ λειτουργία καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς ἐσωτερικῆς ταύτης τελωνειακῆς ζώνης. Ἐν πρώτοις θὰ φορολογηθῶσι δι’ αὐτῆς τὰ ἐγχώρια προϊόντα τὰ βιομηχανικὰ καὶ τὰ γεωργικὰ τῶν νέων χωρῶν, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελον ἀπαλλαγῆ παντὸς τέλους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων θὰ φορολογηθῶσι προσθέτως δι’ ἐπιδασμολογήσεως καὶ τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ὑπὸ τὸν δασμὸν 15% ἢ 35% ἐπὶ τῆς ἀξίας εἰσαχθέντα εἰς τὰς νέας χώρας ἐὰν πρόκειται καὶ περαιτέρω νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Τούτου τεθέντος διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς ἐσωτερικῆς τελωνειακῆς ζώνης οὐσιῶδες εἶναι τὸ ζήτημα τῆς προελεύσεως τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν. Διότι ἐκ ταύτης ἐξαρτᾶται ὁ κανονισμὸς καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, ἢ καὶ ἡ πάντως ἀτελὴς εἰσαγωγή. Καὶ ἐρωτῶ· κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐσωτερικῆς τελωνειακῆς ζώνης; Κατὰ τίνα τρόπον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου, θὰ ἀποδειχθῇ ἡ προέλευσις τῶν εἰδῶν τῶν ἐκ τῶν νέων χωρῶν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα εἰσαγομένων, ὥστε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τοιοῦτο ἢ τοιοῦτο εἰσαγωγικὸν τέλος, ἢ νὰ μείνωσιν ὅλως ἀτελῆ; Τίνα νομοθετικὰ μέτρα ἔχει λάβει ἡ Κυβέρνησις ἢ τίνα εἰσηγεῖται εἰς ἀπόδειξιν τῆς προελεύσεως, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἐξαρτηθῇ τὸ οὐσιῶδες ἡμῶν ζήτημα, τουτέστιν ἡ ἐπιδασμολόγησις μέχρι τοῦ ποσοῦ ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται κατὰ τὸ δασμολόγιον τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἢ ἡ ἐπιβολὴ τέλους μεταφορᾶς ἢ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ παντὸς τέλους; Ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι νομίζω ὅτι καὶ ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ ὑπάρχει νομοθετικὸν χάσμα τὸ ὁποῖον, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀποτελεσμάτων ἅτινα εἶχε μέχρι τοῦδε — καὶ εἶχε δεινὰ ἀποτελέσματα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ λαθρεμπόριον—ἐφεξῆς δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ θέσωσιν εἰς κίνδυνον αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐξαιρέσει τῶν ὀλίγων ἐκείνων κλάσεων τοῦ δασμολογίου, αἱ ὁποῖαι ἐπεκτείνονται καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, πάντες οἱ λοιποὶ τελωνειακοὶ δασμοὶ ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν τῶν 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς προσθέτου ἐπιδασμολογήσεως κατὰ τὴν ἀπὸ τῆς Νέας εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα εἰσαγωγήν των. Ἐὰν ἑπομένως ἡ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα εἰσαγωγὴ αὐτῶν δὲν φρουρηθῇ καταλλήλως πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἐπιδασμολογήσεως, ἐννοεῖται ποῦ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ φθάσωμεν. Τίς λοιπὸν θὰ εἶναι ἡ ἀπόδειξις τῆς προελεύσεως τῶν ἐκ τῶν νέων χωρῶν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα εἰσαγομένων εἰδῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας προελεύσεως θὰ κανονίζηται ἡ περαιτέρω φορολογία; Βλέπω μίαν τηλεγραφικὴν διαταγήν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἔχει δώσει εἰς τὰς τελωνειακὰς ἀρχὰς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ὁποίαν λέγει τὰ ἀκόλουθα· «Ὅπως ἀποδεικνύηται ὅτι προϊόντα φυσικὰ καὶ βιομηχανικὰ στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν εἶναι πράγματι παραγωγῆς τῶν χωρῶν τούτων καὶ ἀπολαύουσι τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου ΔΡΛΔʹ ἀτελείας, ὅταν εἰσάγωνται εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, δέον νὰ συνοδεύωνται μὲ πιστοποιητικὸν ἀρχῆς τινος τόπου παραγωγῆς, ὅπερ νὰ θεωρῆται ὑπὸ τελωνιακῆς ἀρχῆς τόπου φορτώσεως καὶ μνημονεύηται ἐν σχετικῇ διασαφήσει, εἰς τὰ πιστοποιητικὰ δὲ ταῦτα δέον αἱ τελωνιακαὶ ἀρχαὶ τῆς ἐκφορτώσεως νὰ ἀναγράφωσι πρᾶξιν ἐξοφλητικὴν ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ δευτέρα χρῆσις». Ἑπομένως διὰ νὰ ἀπολαύωσι τῶν ἀτελειῶν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔχωσι πιστοποιητικὸν ἀρχῆς τινος τόπου παραγωγῆς. Ἐν πρώτοις ποίαν ἀρχὴν ἐννοεῖτε; Οἱανδήποτε; Ἄρα δημοτικήν, οἰκονομικήν, στρατιωτικήν, δικαστικήν, ἐκκλησιαστικήν; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς παρατηρήσεως αὐτῆς προέχει ἄλλη, ἡ κυριωτέρα. Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου ἀπεφάνθητε οὕτω; Ποῦ στηρίζετε τὴν διαταγήν σας αὐτήν; Ποῦ στηριζόμενος καθορίζετε τοιαύτην τὴν ἀπόδειξιν τῆς προελεύσεως, ἀπόδειξιν ἐπὶ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ στηριχθῇ, οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον, ἢ ἡ ἐπιβολὴ ἑνὸς φόρου; Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου αἱ ἀρχαὶ αὗται θὰ δικαιοδοτήσωσιν ὥστε νὰ ἐκδώσωσιν ἐγκύρως πιστοποιητικὸν ἔχον τοιαῦτα ἔννομα ἀποτελέσματα, οἷα τὰ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου; Πῶς; Νόμον δὲν ἔχετε, νόμον δὲν εἰσηγεῖσθε ἤδη, καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἀποδειχθῇ ἡ προέλευσις; Ἡ δὲ ἀπόδειξις αὕτη εἶναι τοσοῦτον οὐσιώδης ὅσον οὐσιώδης εἶναι ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη εἴσπραξις, ἢ μὴ εἴσπραξις τῶν φόρων. Ἴσως πολλὰ ἠδύναντο νὰ δικαιολογηθῶσι προχείρως γινόμενα τότε ἐκ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, ἐκ τῆς ἐξαιρετικῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ ἤδη, μετὰ τὴν προσάρτησιν, ὅτε τέλος πάντων εἰσήχθησαν οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι, ὅτε καλούμεθα εἰς τακτικὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἀφομοιωτικὴν τῶν νέων χωρῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν μία ἀρχὴ οἱαδήποτε τόπου τινὸς νὰ δικαιοδοτῇ ἐπὶ τῇ βάσει αὐθαιρέτων ἐγκυκλίων καὶ κατὰ παράβασιν τῶν νόμων, οἵτινες κανονίζουσι τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς; Ἀφήνω δὲ πόσον εἶναι ἐπικίνδυνον τὸ πρᾶγμα νὰ δίδηται οὕτως ἀορίστως τὸ δικαίωμα εἰς οἱανδήποτε ἀρχήν, οἱουδήποτε κλάδου καὶ οἱουδήποτε βαθμοῦ νὰ πιστοποιῇ τὸν τόπον τῆς προελεύσεως καὶ νὰ καθιστᾷ δυνατὴν τὴν ἐπιβολὴν ἢ τὴν μὴ ἐπιβολὴν ὡρισμένου φόρου. Ἐπίσης κατὰ τὸ 2 ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 9, προκειμένου πάλιν περὶ τῆς δευτέρας τελωνιακῆς ζώνης, λέγετε· «Τὰ ἐγχώρια δὲ καὶ βιομηχανικὰ προϊόντα, τὰ ἐκ τῶν νέων χωρῶν εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα εἰσαγόμενα, θὰ ἀπολαύωσιν ἀτελείας κατόπιν γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς, ὁρισθησομένης διὰ Β. Διατάγματος προκαλουμένου ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ὥστε διὰ νὰ ἀπολαύωσιν ἀτελείας τὰ εἴδη αὐτὰ πρέπει νὰ ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα τοιοῦτον. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκδοθῇ; Θὰ πληρώνωσι τέλος; Καὶ πόσον τέλος;
§152ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Προχωρεῖτε.
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἴδω τὴν ἀπάντησιν.
§154ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν δύναμαι τώρα.
§155Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ἰδιαιτέρα φορολογία τῶν ἐγχωρίων καὶ βιομηχανικῶν προϊόντων, διὰ νὰ ἀπολαύωσι ταῦτα ἀτελείας πρέπει μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα τὸ ὁποῖον νὰ τὰ ὁρίζῃ ἀτελῆ. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι εἰς περίστασιν καθ’ ἣν τοιοῦτο Διάταγμα δὲν ἐκδοθῇ, πρέπει τὸ εἰσαγόμενον εἶδος νὰ ὑποβληθῇ εἰς τέλος. Εἰς πόσον ὅμως τέλος; Περὶ τούτου δὲν ἔχομεν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πλὴν μόνον διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς καὶ τὰ ἄλευρα, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τὰ λοιπὰ προϊόντα. Τί γενήσεται ὡς πρὸς ταῦτα καὶ εἰς πόσον θὰ ὑποβληθῶσι τέλος, ἀφοῦ οὐδὲν τοιοῦτο νομοθετεῖται; Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω, ὅσα προϊόντα ἐγχώρια καὶ βιομηχανικὰ ἐκ τῶν εἰσαγομένων ἀπὸ τῶν νέων χωρῶν εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα ἐκρίθησαν μέχρι τοῦδε ὡς ἀτελῆ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγενεστέρου νόμου περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν, διατηροῦσι τὴν ἀτέλειαν ἢ καταργεῖται αὕτη διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου;
§156ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὴν διατηροῦσι.
§157Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατηροῦσι τὴν ἀτέλειαν. Τοῦτο ἤθελον νὰ πληροφορηθῶ, ὅπως γίνῃ ἡ προσήκουσα διασάφησις πρὸς ἀποφυγὴν πιθανωτάτης συγχύσεως. Διότι ὁ νόμος περὶ διοικήσεως τῶν κατεχομένων στρατιωτικῶς νέων χωρῶν ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ δὲ προϊόντα τῶν χωρῶν τούτων φυσικὰ καὶ βιομηχανικὰ, εἰσάγονται ἀτελῶς, πλὴν τῶν διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰδικῶς ἐξαιρουμένων, ἅτινα ὑποβάλλονται εἰς τὸ αὐτὸ ἢ ἔλασσον τέλος». Ἡ ἀρχὴ ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀναχωρεῖ ὁ νόμος αὐτός, εἶναι ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ καὶ διὰ νὰ πληρωθῇ τέλος, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἡ ὁποία νὰ ἐπιβάλλῃ τοῦτο ὁρίζουσα καὶ τὸ ποσόν. Καὶ ὑπῆρξεν ἤδη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ταύτης ἐκδοθεῖσα, καθ’ ἣν ἐξῃρέθησαν τῆς ἀτελείας τὰ ἀκόλουθα εἴδη· (ἀναγινώσκει) 1) Ὁ ζῦθος καὶ ἡ βύνη. 2) Οἰνόπνευμα παντὸς εἴδους καὶ οἰνοπνευματώδη ποτά. 3) Ἐκρηκτικαὶ ὗλαι καὶ πυρῖτις. 4) Καπνὸς κεκομμένος ἢ μή. Σιγάρα καὶ σιγαρέττα. 5) Δασικὰ προϊόντα καὶ 7) Ἄλευρα ἐν γένει καὶ προϊόντα φυραματοποιΐας». Αὐτὰ ὑπεβλήθησαν δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τέλος καὶ αὐτὸ τὸ τέλος ἰσχύει. Ὁ νόμος αὐτὸς ἀναχωρεῖ, ὡς εἶπον, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι πάντα τὰ εἰσαγόμενα εἴδη εἶναι ἀτελῆ, ὅτι ἀτελῶς εἰσάγονται πλὴν ἐκείνων εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιβάλῃ τέλος τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἀντιθέτως ὅμως τὸ ὑπ’ ὄψιν μας νομοσχέδιον ἀναχωρεῖ ἀπὸ ἄλλην, ἀντίθετον ἀρχήν, διότι ὁρίζει ὅτι τὰ προϊόντα ταῦτα εἰσαγόμενα ἐκ τῶν νέων χωρῶν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα θὰ ἀπολαύωσιν ἀτελείας συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως, ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κλπ. ὥστε κατὰ μὲν τὸν παλαιὸν νόμον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφαίνετο περὶ ἐπιβολῆς τέλους, κατὰ δὲ τὸν ἤδη εἰσαγόμενον θὰ ἀποφαίνηται περὶ ἀτελείας. Ἑπομένως γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἐὰν δὲν ἐκδοθῇ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Β. Διάταγμα ἀπαγγέλλον ἀτελείας, ποῖον εἶναι τὸ τέλος εἰς ὃ θὰ ὑποβάλωνται τὰ προϊόντα τῶν νέων χωρῶν; Οὐδὲν βεβαίως, ἀφοῦ ὁ νόμος οὐδὲν ὁρίζει διὰ τὰ λοιπὰ προϊόντα πλὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῶν ἀλεύρων. Θὰ ἠδυνάμην, Κύριοι, νὰ ἐπεκτείνω τὰς παρατηρήσεις μου περαιτέρω. Νομίζω ἐν τούτοις ὅτι διὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν τὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς γινομένην ἱκανὰ ἐλέχθησαν, ὅπως ἀποδειχθῇ ὅτι ὄχι μόνον ἡ ὅλη τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ φορολογικῇ ὀργανώσει τῶν νέων χωρῶν εἶναι βραδεῖα, ἀμέθοδος καὶ ἐλαττωματική, ἀλλὰ καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ καθ’ ἑαυτὸ ἐξεταζόμενον δὲν εἶναι προϊὸν ὡρίμου μελέτης, ἐφαρμοζόμενον δέ, ὡς ἔχει, εἶναι προωρισμένον νὰ αὐξήσῃ καὶ νὰ μεγεθύνῃ τὸ χάος εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται ἐν γένει τὰ τῆς φορολογίας τῶν νέων χωρῶν καὶ νὰ ἐπιφέρῃ σοβαρωτάτας ζημίας ἐπὶ τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, τοιοῦτον εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ συγκροτήσει αὐτοῦ καὶ τοιοῦτον ἀναμένεται εἰς τὴν καθόλου ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἐὰν, ὡς ἔχει, γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, δὲν ὑπῆρξε διάφορος ἡ τύχη αὐτοῦ κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἐφαρμογήν. Διότι ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἤρχισαν εἰσπραττόμενα ἐν ταῖς νέαις χώραις τὰ δι’ αὐτοῦ προτεινόμενα τέλη, τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν δασμῶν ἐγένετο δυστυχῶς κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἄκρως ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ διοικητικῶς ἐπίμεμπτος καὶ πολιτικῶς πλημμελής, ἀφήσας ἐκτεθειμένα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ κῦρος καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν κερδοσκόπων. Ἕν ζήτημα οὐσιωδέστατον καὶ θεμελιῶδες, τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶσαν περίστασιν γεννᾶται εἰσαγομένων φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων καὶ αὐξήσεων δασμολογικῶν, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀντιθέσεως τῶν σχέσεων καὶ τῶν συμφερόντων μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν κερδοσκόπων. Ἕν ζήτημα σπουδαίας μερίμνης εἶναι, κατὰ τίνα τρόπον τὸ Κράτος, ἠναγκασμένον χάριν τῶν ἀναγκῶν αὑτοῦ νὰ ἐπιβάλῃ ηὐξημένην φορολογίαν, θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κερδοσκοπίαν ἡ ὁποία θὰ ζητήσῃ νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης ἀφ’ ἑνὸς εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς βάρος τῶν καταναλωτῶν. Καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀνέκαθεν ἐπελήφθησαν διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῶν δημοσίων συμφερόντων ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ τούτῳ μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν κερδοσκόπων, ὑπῆρξαν καὶ διοικητικὰ καὶ νομοθετικὰ καὶ συνταγματικὰ ἀκόμη. Ὑπῆρξαν διοικητικὰ διότι ἔργον προνοίας διοικητικῆς ἐθεωρήθη πάντοτε, στοιχειῶδες, ἡ τήρησις ἀπολύτου ἐχεμυθείας περὶ τῆς ἐπικειμένης αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ὡρισμένων εἰδῶν. Δὲν ἤρκει ὅμως τοῦτο μόνον, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς νέου νομοσχεδίου αὐξάνοντος τοὺς φόρους, μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, θὰ ἦτο, λέγω, δυνατὸν νὰ ἐπωφεληθῇ ἡ κερδοσκοπία ἐνεργοῦσα ἐν τῷ μεταξὺ μεγάλας προμηθείας μὲ ἠλαττωμένον δασμὸν εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ τῶν καταναλωτῶν. Ἐγένετο τούτου ἕνεκα δεκτὸν τὸ μέτρον, ὅπως ἅμα τῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προτείνοντος ηὐξημένα τέλη, εἰσπράττονται ταῦτα κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ τοιαύτην πρόνοιαν περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου λαμβάνων νόμος, οὐχὶ ἴσως ἀλόγως, κατεκρίθη ἄλλοτε ὡς ἀντισυνταγματικός. Ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος περὶ τελωνείων τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπεν ὥστε νὰ εἰσπράττωνται φόροι ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ νομοσχεδίου πρὶν ἢ τοῦτο περιβληθῇ τὸ νομοθετικὸν κῦρος. Ἡ ἀνάγκη ὅμως ἦτο τοσοῦτον σημαντικὴ καὶ μεγάλη διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κερδοσκοπίαν, ὥστε ἐκάμφθη ἡ θεωρία ἐνώπιον τῆς ἀνάγκης. Ἡ Βουλὴ ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐθεράπευσε τὴν ἀτοπίαν ταύτην, διότι εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς φόρος εἰσπράττεται ἄνευ νόμου, προσετέθη ἐξαίρεσις καθ’ ἣν εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζητήθη αὔξησις εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ἐννοεῖ τις ἐντεῦθεν, μετὰ τοιαύτας νομοθετικὰς καὶ συνταγματικὰς προνοίας, πόσον σπουδαῖον εἶναι καὶ ἐπιβαρὲς τὸ καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων ὅπως ἐξιδιασμένην καταβάλωσι πρόνοιαν εἰς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ ἀποτροπὴν τῶν τεχνασμάτων τὰ ὁποῖα εἰς βλάβην αὐτῶν μεθοδεύεται πάντοτε ἡ κερδοσκοπία. Τούτου τεθέντος, ἐρωτᾶται· κατὰ τίνα τρόπον διεχειρίσθη ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐπιβολὴν τῆς νέας φορολογίας; Νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξαγάγῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς ἐπιχειρήματα ἡ κυβερνητικὴ πρόνοια, διότι ἔχομεν δεδομένον, ἔχω ἐγὼ τοὐλάχιστον δεδομένον ἐκ πληροφοριῶν εἰς τὰς ὁποίας ἔχω πάντα λόγον νὰ δίδω πίστιν, εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων, Κύριοι, διότι ἐπεχείρησα νὰ ἐξακριβώσω ταύτας ἐπισήμως καὶ ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν ὡρισμένων πινάκων, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ καταθέσῃ αὐτοὺς μέχρι τῆς σήμερον· ἔχω, λέγω, ἐν τούτοις ἐκ τῶν πληροφοριῶν μου δεδομένον, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ἀγορὰ τῆς Θεσσαλονίκης ἦτο ὑπερπληρωμένη ἐμπορευμάτων ἐξ ἐκείνων τῶν κλάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὴν μεγαλειτέραν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ. Οὕτως, ἐκ τῆς ζαχάρεως εἶχον εἰσαχθῆ καὶ ἀποθηκευθῆ 130 χιλιάδες σάκκων, ἰσοδυναμοῦντες πρὸς δέκα ἑκατομμύρια καὶ πλέον ὀκάδας. Ἡ τεραστία αὕτη προμήθεια εὑρέθη ἀποθηκευμένη ἐν Θεσσαλονίκῃ μόνον κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν κατετέθη τὸ δασμολόγιον.
§158ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον.
§159Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, μάλιστα, μὲ τὰς νέας δασμολογικὰς κλάσεις. Ἐπίσης πετρελαίου ὑπῆρξαν πλήρεις δύο κτισταὶ δεξαμεναὶ καὶ 200 χιλιάδες κιβωτίων. Κατὰ τὰς αὐτὰς πληροφορίας ἡ εἰσαγωγὴ τῶν εἰδῶν τούτων ἐγένετο πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, μόλις κατὰ τὸ τελευταῖον τρίμηνον, καθ’ ὃ εἰς τὰς ἐμπορικὰς τάξεις τῆς Θεσσαλονίκης, εἰς στενὸν μάλιστα κύκλον, ἦτο γνωστὴ ἡ αὔξησις ἡ ἐπικειμένη τῶν εἰδῶν τούτων καὶ ἰδίᾳ τῆς ζακχάρεως καὶ τοῦ πετρελαίου. Ἀκριβῶς δέ, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν γνῶσιν ταύτην 15–20 ἔμποροι ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἔσπευσαν καὶ ἔκαμαν τὰς τεραστίας αὐτὰς προμηθείας, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνήθους καταναλώσεως τῆς ἀγορᾶς Θεσσαλονίκης, θὰ ἀρκέσωσι διὰ μίαν διετίαν περίπου.
§160Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι Ἑβραῖοι ἔμποροι.
§161Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι καὶ μία Ἑταιρεία Ἀμερικανική.
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶχον ἐκτελωνισθῆ;
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ἐκτελωνισθῆ μὲ τὸν παλαιὸν δασμόν. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω ὅτι, οἱ ἔμποροι γνωρίζοντες τὴν ἐπικειμένην αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τῶν εἰδῶν τούτων, ἔκαμαν τὰς τεραστίας αὐτὰς προμηθείας, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐπαρκέσει νὰ τροφοδοτήσωσι τὴν ἀγορὰν διὰ δύο ὁλόκληρα ἔτη, καὶ ἐκ τῆς ἠλαττωμένης δασμολογήσεως τῶν ὁποίων ὑπὲρ τὰ 10.000.000 θὰ ζημιωθῇ τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον, χωρὶς κἂν νὰ ὠφεληθῶσι ταῦτα οἱ καταναλωταί. Διότι, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἔσπευσαν ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑψώσωσι τὰς τιμὰς καὶ θὰ τὰς ὑψώσωσι βεβαίως πλειότερον, ὅταν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἐξασφαλίζον εἰς αὐτοὺς τὴν κερδοσκοπίαν. Ἠρωτήθην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἂν ταῦτα εἶχον εἰσαχθῆ. Ἀλλὰ τί σημαίνει τοῦτο; Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἦτο δυνατόν, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἐπιβεβλημένον καὶ ἐνδεδειγμένον νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν, διότι ἦτο κατάστασις πασίγνωστος εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ ἐξετασθῇ, προκειμένου νὰ ἐπιβληθῇ ἡ αὔξησις τοιούτου δασμοῦ, τί ἔκαμε τέλος πάντων ἡ κερδοσκοπία πρὸς ματαίωσιν τοῦ σκοποῦ ὃν ἐπιδιώκει τὸ μέτρον τοῦτο. Ἂν τοῦτο ἐγίνετο, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ εἰδικὴ πρόνοια νομοθετικὴ διὰ τὴν ἐπιδασμολόγησιν τῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰσαχθέντων εἰδῶν καὶ μετὰ τὴν εἰσαγωγήν των. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐρωτῶ· ἦτο δύσκολον ἢ δὲν ἦτο τάχα ἐνδεδειγμένον καὶ ἐξ ἀπόψεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ ἐξ ἀπόψεως ἠθικῆς ἀκόμη ἀπέναντι δολίων καταφανῶς κερδοσκόπων, δὲν ἦτο, λέγω, ἐνδεδειγμένον νὰ ἐκδοθῇ καὶ νομοθετικὸν ἀκόμη Διάταγμα, ἂν ἦτο ἀδύνατος ἡ πρόσκλησις τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐπιδασμολογηθῶσι τὰ εἴδη αὐτά, νὰ παταχθῇ ἡ κερδοσκοπία, νὰ προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσωσιν οἱ καταναλωταὶ νὰ τὰ πληρώσωσιν ὄχι εἰς τοὺς κερδοσκόπους, ἀλλ’ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὡς ἐφαίνετο ὑπονοοῦσα ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ὅτι εἶχον οὗτοι κεκτημένα δικαιώματα ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον γενομένης; Ἀλλὰ ποῖα κεκτημένα δικαιώματα ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσωσιν, ἀπέναντι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους νὰ φορολογήσῃ τὰ εἴδη ταῦτα οὕτω εἰσαγόμενα; Ὁποία τις θεωρητικὴ ἀντίληψις ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνοχὴν τοῦ Κράτους ἀπέναντι τοιαύτης δολίας καὶ καταφώρου κερδοσκοπίας;
§164Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ τελωνειακὴ ὑπηρεσία δὲν ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς ἀθρόας εἰσαγωγῆς;
§165Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω. Καὶ ἐπὶ τέλους θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐξωθήσῃ καὶ περαιτέρω τὰς σκέψεις αὐτοῦ καὶ νὰ εἴπῃ, ὑπὸ διατύπωσιν ζωηρὰν ἴσως, ἀλλὰ κατὰ τὴν οὐσίαν της ἀληθῆ, ὅτι καὶ ἐξ ἄλλης ἀπόψεως δὲν ἔχουσιν ἐδῶ θέσιν τὰ κεκτημένα δικαιώματα, διότι δασμοὶ τοιοῦτοι δὲν ἐπιβάλλονται κυρίως εἰς τοὺς ἐμπόρους οὐδὲ πληρώνονται παρ’ αὐτῶν· προκαταβάλλονται μόνον παρ’ αὐτῶν. Εἶναι φόροι ἐπιβαλλόμενοι εἰς τοὺς καταναλωτάς, οἱ δὲ καταναλωταὶ δὲν εἶχον πληρώσει τὸν φόρον, δὲν εἶχον ἑπομένως οἱ κερδοσκόποι νὰ χάσωσιν ἢ μόνον ἐκεῖνο τὸ ἀθέμιτον κέρδος, ὅπερ ἐπεδίωκον εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ εἰς βάρος τῶν καταναλωτῶν, οὐχὶ δὲ καὶ νὰ παραβλαφθῇ κατ’ οὐσίαν οἱονδήποτε κεκτημένον αὐτῶν δικαίωμα. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις παρέλιπε τὰ προσήκοντα διοικητικὰ καὶ νομοθετικὰ μέτρα ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτήν, ἐξώθησε τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἔτι περαιτέρω, διατάξασα τὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἠλαττωμένου φόρου δασμολόγησιν καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τὸ Τελωνεῖον ὅτε κατετέθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Διότι χθὲς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐπὶ ἐκείνων τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὸ Τελωνεῖον καὶ εἶχε κατατεθῆ τὸ δηλωτικόν, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ διασάφησις, εἰσεπράχθη ὁ παλαιὸς δασμός, οὐχὶ δὲ ὁ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ηὐξημένος. Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ παράβασιν ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ἰσχύοντος τελωνειακοῦ δασμολογίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡς πρὸς τὸ ἰσχῦον καὶ καταλογιστέον τέλος ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν κατετέθη ἡ διασάφησις, ἐν προκειμένῳ δὲ κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν κατετέθη εἰς τὸ Τελωνεῖον ἡ διασάφησις ἴσχυε πλέον τὸ ηὐξημένον δασμολόγιον, διότι εἶχε κατατεθῆ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἦτο ἑπομένως ἐνδεδειγμένον, αἱ τελωνειακαὶ ἀρχαὶ νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νέον δασμὸν καὶ νὰ εἰσπράξωσι τὰ ηὐξημένα τέλη. Ἀντὶ τούτου παρεβιάσθη ἡ διάταξις τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, εἰσεπράχθησαν δὲ ἠλαττωμένα τέλη τοῦ παλαιοτέρου νόμου καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, συνέτρεχον πάντες οἱ ὅροι τοῦ νόμου εἰς εἴσπραξιν τῶν ηὐξημένων τελῶν. Θὰ ἀναμείνω ἐπὶ τούτου τοῦ σημείου τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι σημειώσατε, ὅτι παρ’ αὐτοῦ δὲν φιλονεικεῖται τὸ γεγονός, ὅτι ὡς βάσις δασμολογήσεως ἐλήφθη τὸ δηλωτικὸν καὶ οὐχὶ ἡ διασάφησις, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μήπως γνωρίζετε τὴν ἀξίαν τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν;
§167Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τῆς βλάβης τοῦ Δημοσίου, ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ τοιούτου καὶ τοιούτου δασμοῦ, καὶ πίνακας τῶν ἐμπορευμάτων, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δυστυχῶς δὲν κατετέθησαν. Ἀλλ’ ὡς ἐὰν μὴ ἤρκουν τὰ σφάλματα ταῦτα καὶ αἱ ἐξ αὐτῶν προκύψασαι ζημίαι τοῦ Δημοσίου, συνωδεύθησαν ταῦτα καὶ μὲ ἀνωμαλίας πολιτικῆς φύσεως, αἵτινες καὶ ζημίας εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς Θεσσαλονίκης ἐπήνεγκον, καὶ τὸ γόητρον τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως ἐξέθηκαν, διότι ἐγεννήθησαν ἀμφισβητήσεις περὶ τοῦ δασμοῦ, εἰς ὃν θὰ ὑπεβάλλοντο τὰ εἰς τὸ Τελωνεῖον κατατεθειμένα ἐμπορεύματα, δὲν εὑρέθη δὲ ἑτοίμη νὰ λύσῃ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ὁπωσδήποτε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελωνισθῶσι ταῦτα, ἀλλὰ ἐπηκολούθησαν συνεννοήσεις μεταξὺ Γενικῆς Διοικήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀνταλλαγαὶ σκέψεων, καὶ ἀναβολαὶ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Καὶ ἐμεσολάβησαν πέντε ἡμέραι ὁλόκληροι, κατὰ τὰς ὁποίας λύσις δὲν εἶχε δοθῆ καὶ τὸ Τελωνεῖον δὲν εἰργάζετο ἐλλείψει ὁδηγιῶν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἐγερθέντος ὑπὸ τῶν ἐμπόρων ζητήματος, ἂν ἔπρεπε νὰ δασμολογηθῶσι τὰ ἐμπορεύματα κατὰ τὸ παλαιὸν ἢ τὸ νέον δασμολόγιον. Ἐξέθηκα, Κύριοι, τὰς σκέψεις μου καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ γενικώτερον ἐπὶ τῆς ὅλης ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων χωρῶν. Ἂν ἡ ἐργασία αὕτη καὶ ἀτελὴς εἶναι καὶ ὅλως ἀμέθοδος, νομίζω ἐξ ἄλλου ὅτι καὶ τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν νομοσχέδιον, ψηφιζόμενον, ὡς ἔχει, δὲν πρόκειται ἁπλῶς νὰ αὐξήσῃ τὸ χάος ἐν τῇ ἀφομοιωτικῇ ὀργανώσει τῶν νέων χωρῶν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ καταστήσῃ ἀνεφάρμοστον ἐν πολλοῖς τὴν φορολογίαν, ἔν τισι δέ, ὡς ἀπέδειξα νομίζω, νὰ ἐκθέσῃ καὶ εἰς κίνδυνον σπουδαῖον τὴν εὐστάθειαν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ἀλλὰ νομίζω, ἐκτὸς τούτου ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ἀπότοκος τῆς γενικωτέρας τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὴν καθόλου ὀργάνωσιν καὶ ἀφομοίωσιν τῶν νέων χωρῶν. Ἡ ὅλη νομοθετικὴ καὶ διοικητικὴ τακτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀκολουθεῖ, μετ’ αὐτῆς δὲ φερομένη ἀκολουθεῖ καὶ ἡ Βουλὴ ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοθετικὸν καὶ διοικητικὸν ἔργον, εἶναι νομίζω πλημμελής. Ἡ ὀργάνωσις καὶ ἡ ἀφομοίωσις τῶν νέων χωρῶν βαίνει ἄγαν βραδέως ἀλλὰ καὶ ἀτελῶς, καὶ ἀμεθόδως, καὶ ἄνευ ὡρισμένου συστήματος, τὴν στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ νέαι χῶραι μετὰ τοσοῦτον χρόνον καὶ μετὰ τοσαύτην νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, διοικοῦνται ἐν πολλοῖς κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος μόλις ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς καταλήψεως ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, πρόσκειται, νομίζω, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος μετὰ πάροδον πέντε ὁλοκλήρων μηνῶν ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως καὶ μετὰ πάροδον ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἀφ’ ἧς λειτουργοῦσιν ἐκεῖ αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί, ἡ ἐνασχόλησις τῆς Βουλῆς εἰς ἔργα ξένα ὅλως πρὸς τὴν διοικητικὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν ἄλλην ὀργάνωσιν τῶν νέων χωρῶν. Νομίζω δ’ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον πλέον, ὅπως ἄνευ ἀναβολῆς πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν στρέψῃ σύντονον τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν δευτερεύουσαν ὅλως, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο ἐπὶ τέλους ἀζημίως νὰ γίνῃ καὶ μετὰ ἓν ἔτος, νὰ καταλίπῃ δὲ σχεδὸν ἀνοργανώτους τὰς νέας χώρας ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ εἰδικώτερον ὑπὸ οἰκονομικὴν καὶ διοικητικήν. Εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ συγκεντρώσῃ πᾶσαν αὐτῆς τὴν προσοχὴν εἰς τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν ἡ Κυβέρνησις καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἢ νὰ προαχθῇ μέχρι τοῦ δυνατοῦ ἡ ἀφομοίωσις τῶν νέων χωρῶν, νὰ παρασκευασθῶσι δὲ ἐν τάχει ὅλαι αἱ προϋποθέσεις ἐκεῖναι αἱ ἀναγκαῖαι, ὅπως συμφώνως πρὸς τὸ πολίτευμα ἀντιπροσωπευθῶσιν ἐνταῦθα καὶ αἱ νέαι χῶραι, διότι ἡ παρέλευσις τοσούτου χρόνου ἀπὸ τῆς ἐπισήμου προσαρτήσεως τῶν νέων χωρῶν καὶ ἡ ἐξακολούθησις τακτικῆς βραδείας καὶ ἀμεθόδου τῆς ὁποίας δὲν προβλέπεται ταχὺ τὸ τέρμα, ἐγείρει, νομίζω, καὶ ζήτημα πολιτειακόν. Ὅταν τῳόντι παρῆλθον πέντε ἢ ἕξ μῆνες, δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδεμία ἔνδειξις ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν ταχέως εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων τὴν προσήκουσαν, τὴν σύμφωνον πρὸς τὸ πολίτευμα, νομίζω ὅτι δύναται ἡ παρέλκυσις αὕτη νὰ γεννήσῃ πλὴν ἄλλων καὶ ζήτημα πολιτεύματος. Κατ’ ἐξοχὴν δὲ ὠθεῖται τις εἰς τὴν σκέψιν αὐτήν, προκειμένου περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας οἵα ἡ σήμερον ἀπασχολοῦσα τὴν Βουλήν, διότι εἶναι δύσκολον νὰ ἀρνηθῇ τις, ὅτι νομοθετικὴ ἐργασία ἀναγομένη εἰς ἐπιβολὴν φόρων ἐν ταῖς νέαις χώραις, εἰς τὴν κυριωτάτην τουτέστι λειτουργίαν καὶ ἀποστολὴν τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν σωμάτων, θὰ ἦτο καὶ πολιτικῶς, ἴσως δὲ καὶ συνταγματικῶς, ἐνδεδειγμένον νὰ γίνῃ ὑπὸ Βουλῆς ἐχούσης συμπαρέδρους καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ φορολογηθῶσι.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§169Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ ὑποβληθέν, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον, ἀποβλέπον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ εἰδῶν τινων τῆς πρώτης ἀνάγκης, μὲ ἔφερεν ἀκριβῶς ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο. Παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ μὲ ἀκούσωσι μετ’ εὐμενείας. Πρὸ πολλοῦ, κύριοι Βουλευταί, ἡ μεγάλη καὶ καταδυναστευομένη ἐκείνη τάξις, ὁ λαός, ὁ λαός ὁ ἐργαζόμενος καὶ πάσχων, ὁ ἐργαζόμενος καὶ πεινῶν, ὁ ζητήσας πάντοτε τὴν φορολογικὴν ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην, ὁ λαὸς ὁ ὑγιὴς τὴν ψυχὴν καὶ τὸ πνεῦμα, ὁ λαὸς ὁ ἀποτελέσας τὴν ψυχὴν καὶ τὰς χεῖρας τοῦ νικηφόρου ἀγῶνος, ὁ λαός, λέγω, οὗτος πρὸ πολλοῦ ἐζήτει τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου ἐπὶ εἰδῶν τινῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀπαραιτήτων ὅλως διὰ τὴν συντήρησιν καὶ τὴν ζωήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁσάκις ἡ Πολιτεία ἔλαβεν ἀνάγκην χρημάτων πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν ἀπαιτήσεων, ἀπετείνετο μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν πρὸς τὸ αἰώνιον θῦμα καὶ τὸν παντοτεινὸν πληρωτὴν τὸν λαόν, ἀπετείνετο, λέγω, πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ὁ λαὸς οἰστρηλατούμενος ἀπὸ τὰς μεγάλας τοῦ Ἔθνους παραδόσεις ἔσπευδε νὰ καταβάλῃ τὰ φορολογικὰ αὑτοῦ βάρη ἀγογγύστως πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων. Ὀφείλετε ὅμως, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσητε πάντες μετ’ ἐμοῦ ὅτι, ἡ ἑλληνικὴ Πολιτεία τὰς ἐμπνεύσεις αὑτῆς καὶ τὰς φορολογικὰς αὑτῆς ἀποφάσεις ἐκανόνισε πάντοτε, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς χρηματικῆς καὶ κοινωνικῆς κινήσεως τῶν Ἀθηνῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θορύβων τῶν αὐτοκινήτων τῆς πρωτευούσης· ὑπεξέλαβεν ἡ Πολιτεία ὅτι Ἑλλὰς εἶναι Ἀθῆναι. Οὐδέποτε τὸ Κράτος ἐμελέτησεν ἐμπεριστατωμένως τὸν ἐργάτην καὶ τὸν γεωργὸν καὶ οὐδέποτε ἐσπούδασε τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν καὶ δύναμιν τοῦ λαοῦ εἰς σημεῖον τοιοῦτον ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς οἰκονομικῆς αὑτοῦ δυνάμεως νὰ κανονίσῃ τὰς φορολογικὰς αὑτῆς ἀποφάσεις. Ἡμεῖς, Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰσελθόντες δὲν ἐλησμονήσαμεν τὴν πολιτικήν μας καταγωγήν, φρονοῦμεν δ’ ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν τὴν μεγάλην ἐκείνην μᾶζαν τῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐπικροτοῦμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπικροτοῦμεν, ἀλλ’ ἐνταυτῷ καὶ ἀναμένομεν, ἀναμένομεν ὅπως προσεχῶς ἡ Κυβέρνησις διὰ μελέτης γενικωτέρας τοῦ δασμολογίου, λάβῃ μέτρα τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ βλέπωμεν τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἤδη εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις παρατηροῦμεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ λαὸς εὑρισκόμενος πρὸ ἀνυπερβλήτων οἰκονομικῶν ἀναγκῶν, πρὸ δυσχερείας οἰκονομικῆς σοβαρᾶς ἐτράπη καὶ τρέπεται εἰς δύο διεξόδους, εἰς τὸ ἔγκλημα καὶ τὴν μετανάστευσιν. Πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰς ἐπισήμους στατιστικὰς παρουσιάζει θέαμα ἐγκληματικὸν τοιοῦτον, ὥστε νομίζει τις ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν Κράτους εὑρισκομένου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ γεωγραφικοῦ πλάτους, ἤτοι τὴν Ἰταλίαν. Ἄλλοτε δὲ βλέπομεν τὸν εὔρωστον Ἑλληνικὸν λαὸν δυσπραγοῦντα εἰς σημεῖον ἀπογνώσεως, ὥστε μία διέξοδος, μία λεωφόρος νὰ μένῃ εἰς αὐτὸν ἐλευθέρα, ἡ λεωφόρος τῆς μεταναστεύσεως. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι τινὲς ὑπὲρ τῆς μεταναστεύσεως ἐπὶ τῷ ὅτι αὐτὴ ἔδωκε διέξοδον εἰς τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν ἐν τῷ τόπῳ, ὀφείλομεν πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι αὕτη ὑπῆρξεν ἐθνικὴ αἱμορραγία. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἡ τελευταία πρᾶξις τῶν ἐν Ἀμερικῇ Ἑλλήνων οἱ ὁποῖοι ἀπέστειλαν εἰς τὴν μητέρα Ἑλλάδα δύναμιν 57 χιλιάδων ἀνδρῶν, διέψευσεν ὅτι ὁ Ἀμερικανικὸς πολιτισμὸς θὰ ἀπερρόφα τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ πάντες θὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ μετανάστευσις ὑπῆρξεν ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν αἱμορραγία. Ὁ λαὸς ἐν τῷ Κράτει τούτῳ, Κύριοι, φορολογεῖται κατὰ τοιοῦτον τρόπον δασμολογικῶς, ὥστε ἐξ ἐπισήμων στατιστικῶν προκύπτει ἀναλλοιώτως ὅτι ὁ λαὸς φορολογεῖται ὑπὲρ πάντα ἄλλον περισσότερον. Κατ’ ἐπισήμους στατιστικάς, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν φορολογεῖται 33%, τὸ Βουλγαρικὸν 20%, ἡ Ἀγγλία 4%, ἡ Σερβία 18%, ἡ Ῥωμουνία 7%. Ὥστε ὡς βλέπετε ἐκ τῆς στατιστικῆς ταύτης, προκύπτει ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς φορολογεῖται ὑπὲρ πάντα ἄλλον περισσότερον. Λέγουσι, καὶ τὸ πιστεύομεν, οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰς ἀνωτέρας πολιτικὰς ἐπιστήμας, ὅτι ὁ λαὸς θὰ αἰσθανθῇ περισσοτέραν ἀνακούφισιν εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἔμμεσοι φόροι καταστῶσιν ὀλιγώτεροι ἀπὸ τοὺς ἀμέσους φόρους. Ἀλλ’ ἡμεῖς πληρώνομεν τελωνειακοὺς δασμούς, καὶ ἐξάγω τοῦτο ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀναγράφοντος 54 ἑκατομ. ἀπέναντι 21 ἑκατομ. εἰσπραττομένων ἐξ ἐμμέσων φόρων. Μόνον μείωσις τῶν εἰσαγωγικῶν δασμῶν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ τῶν ἐμμέσων φόρων. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ ἀπεχθὴς πράγματι αὕτη φορολογία, ἡ λυμαινομένη καὶ μαστίζουσα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐπρόκειτο νὰ μαστίζῃ τοῦτον καὶ μία ἑτέρα δύναμις δῆθεν βιομηχανικῆς παραγωγῆς, ἡ δύναμις ἐκείνη ἡ ὁποία καὶ τὴν κοινωνίαν παρέβλαψε καὶ τὸν συναγωνισμὸν ἐξηφάνισε καὶ τὸ λαθρεμπόριον ἐνίσχυσε καὶ τὸ σπουδαιότερον καὶ τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα παρέβλαψε. Ὑπῆρχε τάσις ἀπὸ τοῦ 1890 πρὸ παντὸς εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν λεγομένων προστατευτικῶν νόμων· οἱ προστατευτικοὶ νόμοι εἰς δύο τινα ἀποβλέπουσιν ἢ εἰς τὴν ἀτέλειαν τῶν εἰσαγομένων πρώτων ὑλῶν εἴτε εἰς τὴν ἐπιβολὴν βαρέως δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν τῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ἐνισχυθῇ. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς καὶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι εἰς τὴν ἀτέλειαν αὐτήν, εἰς τὴν ἀσυδοσίαν τῆς πρώτης ὕλης ἔγιναν, Κύριοι, μέγισται, ἐγκληματικαί, δύναται νὰ εἴπῃ τις, καταχρήσεις, διότι πάντες γνωρίζομεν ὅτι, προκειμένου περὶ πιλοποιΐας, ὥρισεν ὁ νόμος ὅτι τὰ ἀκατέργαστα δέρματα εἶναι ἀσύδοτα, ἀλλὰ μαζὺ μὲ αὐτὰ ἐθεωρήθησαν ὡς ἀσύδοτα καὶ τὰ πιλήματα, τὰ ὁποῖα μία μετουσίωσις τεχνικὴ μεταβάλλει εἰς καπέλλα. Αἱ φανέλλαι, Κύριοι, φορολογοῦνται 8 δραχ. αἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προερχόμεναι. Τὸ νῆμα, ἐξ οὗ κατασκευάζονται αἱ φανέλλαι εἶναι σχεδὸν ἀτελὲς πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας καὶ δὲν ἀπαιτεῖται τίποτε ἄλλο εἰμὴ ἡ μεταβολὴ τοῦ νήματος εἰς φανέλλας. Τελευταίως ὑπάρχει καί τι ἄλλο. Πρὸ καιροῦ ἔχει δημιουργηθῆ καὶ λειτουργεῖ μία Ἑταιρεία ἀνώνυμος ἐπονομαζομένη «Φοῖβος», ἡ ὁποία ἐσχάτως ἐβαπτίσθη «Ἀπόλλων». Ἕδρα τῆς Ἑταιρείας ἦσαν τότε αἱ Ἀθῆναι, ἤδη δὲ ἡ Κέρκυρα. Αὕτη ἦτο ἄλλοτε δημιούργημα τοῦ μακαρίτου Θών, τῇ εἶχε δὲ δοθῆ προνόμιον ὅπως τὸ λῖπος διὰ τοῦ ὁποίου γίνονται τὰ σπερματσέτα μένῃ ἀτελές, ἐνταυτῷ δὲ ἐπεβλήθη φορολογία εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα 2,90 κατ’ ὀκᾶν διὰ νὰ μὴ ἐπέρχηται συναγωνισμὸς καὶ τοιουτοτρόπως ἐνισχύσωμεν αὐτήν. Τώρα τί γίνεται; —καὶ καταγγέλλω τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν— ἀπὸ διετίας ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἔχει ἑτοίμην ἐγκατάστασιν ἔχει φέρει μηχανήματα, ὅπως ἐκ τοῦ λίπους αὐτοῦ, τοῦ ἀφεθέντος ἀτελοῦς διὰ τὴν κατασκευὴν σπερματσέτων, κατασκευάσῃ σάπωνα πρὸς καταστροφὴν τῶν ἄλλων τοιούτων βιομηχανικῶν ἐργαστηρίων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνίζωνται. Καταγγέλλω αὐτὸ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔχω ἀδίστακτον τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως καὶ ἡ βιομηχανία τῆς σαπωνοποιΐας καὶ οἱ ἰδιῶται μὴ παραβλαφθῶσι καὶ τὸ λαθρεμπόριον μὴ ἐνισχυθῇ. Διὰ τῆς δημιουργίας λοιπόν, τῶν λεγομένων προστατευτικῶν νόμων ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ συναγωνισμός, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐβλάπτετο τὸ Δημόσιον διὰ τῆς λεγομένης ἀτελείας τῆς πρώτης ὕλης καὶ ἐκ τρίτου ἐβλάπτετο ἡ κοινωνία διότι δὲν ἠδύνατο νὰ δημιουργηθῇ νέον ἵδρυμα πρὸς γένεσιν συναγωνισμοῦ καὶ ἐκ τετάρτου ἐνισχύετο τὸ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον ἔπληττε τὴν λεγομένην πάνδημον καὶ ἴσην φορολογίαν. Ὥστε θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου τὴν πολιτείαν ἐπικροτῶ, νὰ θέσῃ εὐρυτέρας βάσεις προκειμένου περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου. Βεβαίως, αἱ μεγάλαι μεταβολαί, αἱ κοινωνικαὶ μεταρρυθμίσεις, τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα, δὲν λύονται διὰ μιᾶς ὅταν μάλιστα τις ἔχει νὰ παλαίσῃ ἐναντίον ἑνὸς πολυχρονίου κακοῦ· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἂς χρησιμεύσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς μία ἀπαρχὴ νέας κατευθύνσεως τῶν σκέψεων τῆς Πολιτείας πρὸς δημιουργίαν νόμων τοιούτων, ὥστε νὰ ἐνισχυθῶσι καὶ αἱ δυσπραγοῦσαι λαϊκαὶ τάξεις. Θὰ παρακαλέσω ἐνταυτῷ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἀναθεωρήσῃ ἕνα ἄλλον νόμον προστατευτικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκπνεύσει πρὸ πολλοῦ καὶ κατὰ ἀνοχὴν τῆς Πολιτείας λειτουργεῖ. Ἐν Πειραιεῖ λειτουργεῖ ἐργοστάσιον τέλειον, Ἀργυροπούλου τινός, ἤδη δὲ τῶν κληρονόμων αὐτοῦ, πρὸς δημιουργίαν φιαλιδίων ὑποπρασίνων. Διὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου τὰ ὑποπράσινα φιαλίδια, χωρητικότητος ἡμισείας ὀκᾶς, ἐφορολογοῦντο 8½ δρχ. ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου τοῦ προστατευτικοῦ, φορολογοῦνται ἤδη 42½%, δηλαδὴ εἶναι τελείως ἐγκληματικὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤδη τελεῖται, νὰ πλουτίζωσιν οἱ ὀλίγοι εἰς βάρος τῶν πολλῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαττοῦται ὁ δασμὸς εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης....
§170Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης, τὰ γουναρικά, τὸ τσάϊ ἢ τὸ κακάο;
§171Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν πρέπει, κ. Συνάδελφε, νὰ λησμονῶμεν ὅτι αἱ λαϊκαὶ τάξεις ἐνισχύονται ἀπὸ τὴν μεγάλην τάξιν, τὴν τάξιν τὴν χρηστῶς διαχειριζομένην τὸ κεφάλαιον. Ἔχει ἀνάγκην ὅμως καὶ ἡ τάξις αὕτη ἐνισχύσεως διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ τονώσῃ τὸν ἐργάτην, διότι ἐφ’ ὅσον καὶ τῆς τάξεως αὐτῆς εἴδη φορολογοῦνται κατὰ τρόπον ἄνισον, βεβαίως καὶ ὁ ἐργάτης πάσχει, διότι ὁ ἐργάτης τονοῦται ἐκ τῆς τάξεως αὐτῆς. Δὲν ἐλησμόνησα βεβαίως τὴν καταγωγήν μου, εἰσελθὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ θὰ ἔλεγον, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος, τὴν Πολιτείαν καὶ κοινωνίαν, ἐὰν ἀπηρτίζετο τὸ ὅλον ἀπὸ πτωχοὺς ἀνθρώπους. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ τοῦ χρηστῶς καὶ τιμίως διαχειριζομένου τὸ εἰσόδημα. Πρέπει νὰ ἐνισχύσωμεν καὶ αὐτὸ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ τονωθῇ ὁ ἐργάτης. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ἔλεγον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀκόμη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἔλεγον καὶ θὰ παρεκάλουν εἰλικρινῶς νὰ μελετήσῃ καὶ ψυχολογήσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ, διότι ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία ἔχει φθάσει μέχρι σημείου τοιούτου, ὥστε ὁ λαὸς μὲ ὅλα τὰ μεγάλα γεγονότα καὶ μὲ ὅλην τὴν μεγάλυνσιν τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται ἐν οἰκονομικῇ δυσφορίᾳ καὶ ἐν καταστάσει ἀπογνωστέᾳ. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν μέγαν κοινωνικὸν παράγοντα, τὸν ἴσως ἴσως συντελεστήν, καὶ βεβαίως συντελεστὴν τῆς διαρρυθμίσεως καὶ τῆς τάξεως ταύτης τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χώρας, τὴν γεωργίαν. Εὔκολον, θὰ ἔλεγον, πρὸ ὀλίγου, καὶ θὰ προεκάλουν τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἶναι νὰ λέγωμεν· δημιουργήσατε κτηματολόγια, ἀλλ’ ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐν Γαλλίᾳ τὰ κτηματολόγια εἶναι καὶ πολυδάπανα, καὶ χρόνοι πολλοὶ ἀπῃτήθησαν. Ἐν Γαλλίᾳ ἀπῃτήθησαν 43 ἔτη, ἀπὸ τὸ 1807 –1850 καὶ ἐστοίχισαν 450.000.000. Ἐν Αὐστρίᾳ 43.000.000.
§172Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς πόσα ἔτη;
§173Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἰς 43 ἔτη. Ἐν Ἰταλίᾳ ἐργάζονται ἀπὸ τοῦ 1815, καὶ ὅμως δὲν ἐτελείωσαν ἀκόμη. Ὑπολογίζεται ὅτι θὰ λήξῃ κατὰ τὸ 1930 καὶ θὰ στοιχίσῃ 345.000.000. Ἐν Πρωσσίᾳ βεβαίως ὑπάρχει ἐλάττωσις χρόνου, πέντε ἔτη· ἀλλ’ ἐκεῖ ἐστοίχισε ποσὰ λίαν ὀγκώδη. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί. Ἂς πιστεύσωμεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀποτελέσῃ ἀρχὴν εὐρυτέρας σκέψεως τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν λαϊκῶν ἀναγκῶν, διὸ ἐπικροτοῦμεν πράγματι καὶ συγχαίρομεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ τάξις ἐκείνη ἡ καταδυναστευομένη, ἡ τάξις ἡ ὀργῶσα, ἡ ἔντιμος τάξις, ἡ τάξις ἥτις ἔφερεν ἴσως καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο νικηφόρων πολέμων, ἡ τάξις ἡ συνεισφέρουσα εἰς χρῆμα καὶ αἷμα, ἡ τάξις αὐτὴ δυσπραγεῖ, ὑποφέρει οἰκονομικῶς, πάσχει καὶ ἡ τάξις αὐτὴ δὲν λέγει τὴν τελευταίαν λέξιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν «πεινάω!» Ὑπὸ τοιαύτας σκέψεις κινούμενος παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὴν δύναμιν τοῦ ὅλου Κράτους, τὸν μοναδικὸν παράγοντα τοῦ Κράτους καὶ τὸν ῥυθμιστὴν αὐτοῦ.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης. Ἀπών. Ὁ κύριος Σοκόλης.
§175Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κατὰ κανόνα, Κύριοι, τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα εἰς τὰ Κράτη γίνονται ἀφορμὴ κοινωνικῆς ἐπαναστάσεως, καὶ κοινωνικὴ ἐπανάστασις εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν κυρίως ἓν ἔθνος ζητεῖ διὰ νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην του κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικότητος νὰ ἐκπληρώνῃ τὰ ἰδανικά του. Ἀλλὰ μία οἰκονομικὴ ἐπανάστασις, οἵαν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἡ ἀλλαγὴ τῶν οἰκονομικῶν ὅρων τοῦ βίου, ἐρωτᾶται· εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εἰς ἕνα λαὸν ἄνευ προδιαγεγραμμένου συστήματος τοῦ ὁποίου καὶ αἱ ἐλάχιστοι λεπτομέρειαι ἀκόμη νὰ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων διαγεγραμμέναι; Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐμφανίζεται νόμος, ὁ ὁποῖος ἐλαττοῖ τοὺς εἰσαγωγικοὺς δασμοὺς ὡρισμένων τινῶν προϊόντων. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐλάττωσις ὡρισμένης κλάσεως τοῦ δασμολογίου ὡς σύστημα οἰκονομικόν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίσῃ τις, διότι ὁρίζεται π. χ. ὅτι ὁ καφὲς ἐλαττοῦται κατά τινα λεπτά, ὅτι θὰ ὠφελήσῃ αὐτὸ τὸν λαόν; Ἢ μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀντίθετον, μὴ τυχὸν δηλ. διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν τούτων φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶπεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι προεξοφλοῦμεν οὕτω αὐτὰ τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀντὶ ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν; Ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ ἐρευνήσωμεν λεπτομερῶς ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, ἐρχόμεθα εἰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι πράγματι πρέπει σοβαρώτατα νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι δυνατὸν καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ἀτελὲς σύστημα, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δύναται νὰ κληθῇ σύστημα ἓν ἁπλοῦν νομοσχέδιον, εἶναι δυνατόν, λέγω, καὶ μὲ αὐτὸ νὰ ἐπέλθωσιν ἀγαθὰ ἐν τῷ τόπῳ, ἀρκεῖ ὅμως νὰ ληφθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πράγματι τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ νὰ εἶναι ἄμεσα καὶ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν. Ἠλαττώθη πρὸ ἐτῶν π. χ. ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ βακαλάου. Ὁ ἁλίπαστος γάδος ἀπετέλεσε ζήτημα. Ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, ὁ γάδος ἐπλήρωνε φόρον 15 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, δυνάμει δὲ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀγγλίας πληρώνει 5 λεπτά. Τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1904 εἰσέπραττε 566.000 δραχμάς, τῷ 1905 617.000 ἐπὶ εἰσαγωγῆς 3,700.000 ὀκάδων. Τῷ 1906 ἐπὶ εἰσαγωγῆς 3.172.000 εἰσπράττει 158.000. Ἀπὸ 617.000 ἐφθάσαμεν εἰς τὰς 158.000, διότι ἠλαττώθη κατὰ τὸ ⅓ ὁ δασμός. Καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου ἡ αὔξησις δὲν ἐπέρχεται τόσον πολὺ μεγάλη, ὥστε νὰ καλύψῃ τὰ κενά, διότι ἀπὸ 3.700.000 ἐφθάσαμεν τῷ 1908 5.200.000, τὰ ὁποῖα δίδουσι 263.000. Καὶ ἀπὸ τοῦ 1908 μέχρι σήμερον ἡ εἰσαγωγὴ βαίνει ἠλαττωμένη. Ἠλαττώθη δὲ εἷς δασμὸς ἄνευ οὐδενὸς λόγου. Ἠλαττώθησαν τὰ εἰσοδήματα τοῦ Δημοσίου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἶναι ζήτημα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῶσιν. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν μόνον νὰ λέγῃ τις ὅτι ἐλαττοῦται εἷς τελωνειακὸς δασμός· πρέπει νὰ ἐξετάζῃ κατὰ πόσον ἡ ἐλάττωσις εἶναι πρακτικῶς ὠφέλιμος, ὄχι μόνον εἰς τὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Κράτος. Ἀνάλογος παρατήρησις χωρεῖ, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ καφέ. Παρατηροῦμεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ καφὲ δασμολογουμένου πρὸς 145 δραχ. τὰς 100 ὀκάδας, ἔχομεν εἰσαγωγὴν τῷ 1911, 4.445.000 ὀκάδων τῷ 1912 δὲ 1.486.000, ἡ δὲ αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καφέ, ἐὰν ἀνέλθωμεν μίαν εἰκοσαετίαν πρὸς τὰ ὀπίσω, βλέπομεν ὅτι εἶναι τῷ μὲν 1896, 874.000 ὀκάδες τῷ δὲ 1906 1.319.000· ἑπομένως ἀπὸ τοῦ 1906 μέχρι σήμερον, ἐν διαστήματι ὀκτὼ ἐτῶν, ἡ αὔξησις εἶναι μόλις 100.000 ὀκάδων κατ’ ἔτος. Ἐνῷ δὲ ἡ αὔξησις τοῦ καφὲ εἶναι τοιαύτη ὥστε ἐντὸς δεκαετίας ἀπὸ τοῦ 1896–1906 φθάνομεν εἰς 1.320.000, δηλαδὴ ἔχομεν αὔξησιν κατὰ τὴν δεκαετίαν 500.000 ὀκάδων καφέ, ἡ ζάκχαρις κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἔχει μίαν αὔξησιν 1.300.000 ὀκάδων· ἔχομεν 4.750.000 τῷ 1896, 6.265.000 τῷ 1906. Ἐντὸς τῆς δεκαετίας ὁ καφὲς αὐξάνει κατὰ 500.000 ὀκάδας ἡ ζάκχαρις κατὰ 1.300.000. Ὑμεῖς αὐτοὶ δύνασθε νὰ προσέξητε τὴν τρομερὰν δυσαναλογίαν ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς αὐξήσεως τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καφὲ καὶ τῆς ζακχάρεως, διότι ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τοῦ καφὲ εἶναι ἡ ζάκχαρις, ἐνῷ ὁ καφὲς δὲν εἶναι ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τῆς ζακχάρεως. Ἡ αὐτὴ δὲ παρατήρησις ὑπὸ ἀντίθετον ὄψιν μᾶς ἐμφανίζεται κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὅτε ἠλαττώθη ὁ δασμὸς εἰς 57 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν καὶ βλέπετε ὅτι, ἐνῷ τῷ 1911 εἰσήχθησαν 7.500.000. τῷ 1912 εἰσήχθησαν 9.923.000 ὀκάδες, δηλαδὴ 2½ ἑκατομμυρίων ὀκάδων αὔξησις ἐντὸς τοῦ ἔτους διότι ἐξέπεσεν ὁ δασμός. Ὁ καφὲς ἔχει μίαν διαφορὰν 45.000 ὀκάδων ἐπὶ πλέον. Ἐνῷ δὲ ὑπάρχει μία τόσον κολοσσιαία διαφορὰ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ζακχάρεως, ὑπάρχει ἐλαχίστη διαφορὰ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ καφέ. Ἑπομένως αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ διδόμενα ὀφείλουσι νὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν εἰς τὰ συμπεράσματα κατὰ πόσον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφεληθῇ πράγματι ὁ λαός. Καὶ ὄχι μόνον νὰ ὠφεληθῇ ἀλλὰ καὶ νὰ δοθῇ καὶ ὤθησις μεγάλη εἰς τινα δημιουργίαν νέας βιομηχανίας διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι μὲ δασμὸν λεπτῶν 46, ὅπως ἐγένετο διὰ τὴν ζάκχαριν, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ εἰσαγωγὴ νὰ αὐξήσῃ. Ἀπόδειξις ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔχομεν αὔξησιν 2.500.000, ἐνῷ εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐξοδεύῃ τέσσαρας ὀκάδας κατ’ ἄτομον, ὅπως ἔρχηται ἡ ἀναλογία ἐπὶ 9.923.000.
§176Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διατί δὲν εἶναι δυνατόν;
§177Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διότι ἐξοδεύει πολὺ περισσότερον. Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε καὶ ὑμεῖς καὶ ἡ Βουλή, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐξοδεύει ζάκχαριν περισσότερον ἀπὸ 4 ὀκάδας, δὲν θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μόνον τὴν κατανάλωσιν τῶν Εὐρωπαϊκῶν λαῶν, ἀλλὰ τὴν κατανάλωσιν τῶν Ἀνατολικῶν λαῶν, ἐκείνων ἰδίᾳ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάλογα ἤθη καὶ ἀνάλογα ἔθιμα μὲ τὸν Ἑλληνικόν. Ἐὰν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἡ κατανάλωσις εἶναι δύο κοιλὰ κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἄτομον, δὲν ἕπεται ἐξ αὐτοῦ ὅτι θὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὴν Ἰταλίαν, ὅπως δὲν θὰ λάβωμεν καὶ τὴν Ἀγγλίαν ὅπου ἡ κατανάλωσις εἶναι 30 ὀκάδες. Θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν Ἀνατολήν, τὰς στατιστικὰς τὰς ὁποίας ἔχομεν περὶ τῆς καταναλώσεως εἰς τὰ μέρη τὰ ἐγγὺς ἡμῶν κείμενα καὶ περιπλέον τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς θὰ συγκρίνωμεν μὲ τὴν κατανάλωσιν τῶν Κρατῶν εἰς τὰ ὁποῖα ἡ βιομηχανία τῆς ζακχάρεως καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς προϊόντων ἔχει ἐξιχθῇ εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε ν’ ἀποτελῇ ἕνα ἀπὸ τοὺς σπουδαιοτέρους πλουτοπαραγωγοὺς παράγοντας. Ἡ Ἑλβετία ἔχει κατανάλωσιν 28 ὀκάδων κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἄτομον, ἡ Ὁλλανδία 25, ἡ Γαλλία 12. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ τὴν καταπληκτικὴν κατανάλωσιν σοκολάτας, καραμελλῶν καὶ ὅλων ἐκείνων τῶν ζαχαρωτῶν τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἀπὸ τὴν Ἑλβετίαν καὶ ἀπὸ τὴν Ὁλλανδίαν ἰδίως; Εἶναι δὲ τόση ἡ κατανάλωσις αὐτή, ὥστε ἵνα καταδειχθῇ ὅτι ἡ ἐπιμελὴς ἐφαρμογὴ τῆς ἐλαττώσεως ὡρισμένων δασμῶν ἔχει καταπληκτικὰ ἀποτελέσματα εἰς τὴν ζωὴν ἑνὸς τόπου, ἐπιτραπήτω μοι νὰ παρατηρήσω ὑμῖν ὅτι τὰ ζακχαρωτὰ τὰ ὁποῖα ἐπλήρωνον πρότερον βαρύτατον δασμὸν εἶχον ὀλίγην κατανάλωσιν. Ἔπειτα ὅμως ὅτε ἤρχισαν νὰ πληρώνωσι 38 καὶ 40 δραχ. κατ’ ὀκᾶν ἐν Ἑλλάδι, ἤρχισε νὰ γίνεται κατανάλωσις αὐτῶν τοσαύτη, ὥστε βλέπομεν ὅτι εἰδικὰ καταστήματα ἐγένοντο ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι καὶ ἐδημιουργήθησαν ἐργασίαι ἐκ τῶν ὁποίων ἀποζῶσι πολλοί. Ὅτε ὑπῆρχεν ὁ βαρὺς εἰς τὰ ζακχαρωτὰ δασμὸς βλέπομεν ὅτι κατὰ τὸ 1904 εἰσήχθησαν 4,168 ὀκάδες καὶ εἰσεπράχθησαν 18.000 δραχμῶν. Τῷ 1905 εἰσήχθησαν 7.500 ὀκάδες καὶ εἰσπράττονται 32.000 δραχ., τῷ 1906, ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν πίπτει ὁ δασμὸς εἰσάγονται 61.000 καὶ εἰσπράττονται 23.000 δραχμῶν. 32.000 δραχ. εἰσπράττονται τῷ 1905, 23.000 δραχ. εἰσπράττονται τῷ 1906. Τῷ 1907 εἰσάγονται 100.000 ὀκάδες καὶ εἰσπράττονται 38.000 δραχμ., τῷ 1908 εἰσάγονται 185.000 ὀκάδες καὶ εἰσπράττονται 70.000 δραχ. τῷ 1907 εἰσάγονται 264.000 ὀκάδες καὶ εἰσπράττονται 100.000 δραχ. καὶ τῷ 1910 εἰσάγονται 435.000 ὀκάδες καὶ εἰσπράττονται 167.000. Ἐπίσης εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἀπὸ καραμέλλας 167.000 δραχ., ἀπὸ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο πρᾶγμα, τὸ τιποτένιο, τὸ ὁποῖον κατώρθωσε νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς πολλὰς ἐργασίας, διότι ἐδημιουργήθησαν πολλὰ καταστήματα. Αὐτὴν τὴν ἐπαναστατικὴν δύναμιν ἔχει ἡ ἐλάττωσις ἑνὸς δασμοῦ καὶ ἀκριβῶς, διὰ τὸν λόγον αὐτόν, πρέπει σκοπίμως καὶ μεμελετημένως νὰ προχωρήσωμεν πρὸς τὰ πρόσω. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ὀρθὴ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀντίληψις, προκειμένου περὶ τοῦ καφὲ τὸν ὁποῖον ἐλαττώνει ἀπὸ 1,45 δρ. εἰς 80 λεπτά. Δὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ κανείς, Κύριοι, ἀπὸ τὸν καφέ, ὁ κύριος δὲ λόγος εἶναι τὸ ζήτημα τῆς νοθεύσεως. Ἐὰν θελήσητε νὰ κάμητε τὴν ἀναλογίαν τοῦ εἰσαγομένου καφὲ μὲ τὴν ἀναλογίαν τῆς εἰσαγομένης ζακχάρεως, θὰ ἴδητε ὅτι ἀπέχουσιν ἀμφότερα παρασάγγας. Διατί; Διότι ὁ καφὲς ὁ εἰσαγόμενος, ἐπὶ παραδείγματι τὸ ἔτος 1912 εἰσήχθησαν ὀκάδες 1,186.000, ἐν τῇ καταναλώσει δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ καφές, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη τῷ 1910, εἶναι μία ἄλλη οὐσία, ἡ ὁποία ἔχει ὅλως διόλου διαφόρους ὕλας, καὶ ἑπομένως ἡ τιμὴ δὲν ἔχει νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτὸν καθ’ ἑαυτὸν τὸν καφὲν οὔτε τὴν αὔξησιν τῆς εἰσαγωγῆς του. Εἶναι ἔθιμα μακρά, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς θὰ ἐξακολουθήσῃ ἑπόμενος, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀπολύτως λόγος νὰ ἐλαττωθῇ ὁ δασμὸς τοῦ καφέ, διότι εἶναι ἓν δῶρον ἄδωρον τὸ ὁποῖον δίδομεν εἰς τὸν λαόν· δὲν ἔχει ὁ λαὸς ἀπολύτως νὰ κερδήσῃ τίποτε· τουναντίον ἐπὶ τοῦ καφὲ καταβιβάζοντες τὸν δασμὸν προεξοφλοῦμεν κάτι τι τὸ ὁποῖον ἔχει πολὺ μεγάλην σημασίαν, διότι ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ περίπου 1.000.000 εἰσάγεται διαμετακομιστικῶς ἐκ τῆς Αὐστρίας, ὅπως ἀκριβῶς εἰσάγεται καὶ ἡ ζάκχαρις. Ἀλλ’ ἔχομεν νὰ προσέξωμεν ὅτι, ἐπὶ μὲν τῆς ζακχάρεως, τῆς Αὐστρίας τὸ συμφέρον εἶναι ὁ δασμὸς ἐν Ἑλλάδι νὰ εἶναι ὑπερβολικός, διότι μόνον οὕτω εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσάγηται Αὐστριακὴ ζάκχαρις, ἡ ὁποία εἶναι κατωτέρας ποιότητος καὶ εὐθηνοτέρας τιμῆς, ἐνῷ τουναντίον συμβαίνει ἐπὶ τοῦ καφέ. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι ἀκριβῶς αἱ στατιστικαί, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Κατὰ ταύτας διαρκούντων τῶν ἐτῶν τῆς φορολογίας τῆς ζακχάρεως ὅπως προϋπῆρχεν, ἡ εἰσαγομένη ἐν Ἑλλάδι ζάκχαρις ἦτο ἀποκλειστικῶς Αὐστριακή, ἐλάχισται δὲ ποσότητες εἰσήγοντο ἐξ ἄλλων μερῶν. Τῷ 1912, ὅπου βλέπομεν τὴν αὔξησιν τῶν 2.500.000 ὀκάδων, ἡ Αὐστρία εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐξέρχεται μὲ 8.640.000 εἰσαγωγῆς, παραλλήλως δὲ ἐμφανίζεται νέος παράγων ἄγνωστος εἰς τὴν Ἑλλάδα μέχρι τοῦ 1912, ἐμφανίζεται ἡ Ῥωσσία μὲ εἰσαγωγὴν 1.027.000 ὀκάδων· ἐπίσης ἐμφανίζεται καὶ ἕτερος παράγων, ἐλάχιστος μέν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἔχει ἐλπίδα μεγάλης αὐξήσεως, ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία δὲν εἰσῆγεν οὐδὲ ἕνα κόκκον ζακχάρεως εἰς Ἑλλάδα, βλέπομεν αὐτὴν εἰσάγουσαν κατὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν τοῦ 1912 ὀκάδας 60.000. Ἡ δὲ ἐξ Αἰγύπτου εἰσαγωγή, ἥτις ἦτο κατὰ μέσον ὅρον 40.000 ὀκάδες, βλέπομεν τῷ 1912 νὰ ἀνέρχηται εἰς 172.000 ὀκάδας. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ Αὐστρία ἔχει συμφέρον νὰ εἶναι μέγας ὁ δασμός, διότι μόνον οὕτω τὸ ἐμπόρευμά της δύναται ἀποκλειστικῶς νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§178Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πῶς ἐξηγεῖτε ὅτι ἡ κατωτέρα ποιότης εὐνοεῖ τὴν ἐξ Αὐστρίας εἰσαγωγήν;
§179Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω, κ. Συνάδελφε. Ἡ Αὐστριακὴ ζάκχαρις εἶναι ἡ εὐθηνοτέρα ὅλων· ἑπομένως καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχει εἷς μέγας δασμός, εἶναι συμφέρον τοῦ ἐμπόρου νὰ φέρῃ τὸ εὐθηνότερον ἐμπόρευμα· καθ’ ἣν στιγμὴν ὅμως ὁ δασμὸς δὲν εἶναι πολὺ μεγάλος, ἀλλ’ εἶναι μέτριος, τὸ ἐμπόριον ἔχει συμφέρον νὰ φέρῃ ἐμπόρευμα κατὰ τι ἀκριβώτερον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ποιοτικῶς εἶναι πολὺ καλύτερον, διότι ἔχει καὶ μεγαλειτέραν γλυκαντικὴν δύναμιν.
§180Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ὑπεστήριζον τὸ ἐναντίον.
§181Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ εἴχετε πολὺ ἄδικον, διότι εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα θὰ σᾶς προσθέσω καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι, ἂν λάβωμεν ὡς δεδομένον ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ζακχάρεως ἐν Ἑλλάδι νὰ εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀναφέρουσιν αἱ στατιστικαί.
§182Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ παραδέχεσθε αὐτό;
§183Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα. Τότε ἡ μὴ εἰσαγομένη διὰ τῶν τελωνείων ἀλλὰ διὰ τοῦ παραθύρου ζάκχαρις, εἶναι ἀναγκαστικῶς Αὐστριακή, διότι ἀπ’ ἐκεῖ προμηθεύονται τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰς ἀποθήκας διαμετακομίσεως τοῦ λαθρεμπορίου. Ἑπομένως εἰς τὴν Αὐστρίαν εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον ἐὰν ἡ ἐν Ἑλλάδι εἰσαγομένη ζάκχαρις εἰσέρχεται διὰ τῶν τελωνείων ἢ διὰ τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται εἶναι νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ζάκχαρίς της.
§184Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τῆς σακχάρεως ἐπῆλθεν αὔξησις ἢ μείωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου;
§185Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Βεβαίως ἐπῆλθεν μείωσις, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι ἀτομικῶς δὲν συμφέρει τὴν Αὐστρίαν ἡ ἐλάττωσις τοῦ δασμοῦ τῆς ζακχάρεως, ὄχι τὴν Ἑλλάδα.
§186Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ἔχει αὔξησιν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σακχάρεώς της.
§187Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἔχει ὅμως ἐξ ἀντιθέτου καὶ εἰσαγωγὴν ζακχάρεως ἐξ ἄλλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν εἰσῆγον.
§188Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὴν πειράζει αὐτό;
§189Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Βεβαίως τὴν πειράζει, διότι τὰ Κράτη αὐτὰ θὰ χωρήσωσι κατὰ γεωμετρικὴν πρόοδον, καὶ θὰ ἔλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Αὐστρία δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσάγῃ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἰσάγει σήμερον. Αὐτὸ ἀποδεικνύει καταφανῶς ἡ στατιστική, ἥτις λέγει ὅτι μόνον τῷ 1912 εἰσήχθη 1.500.000 περίπου ὀκάδων μὴ Αὐστριακῆς ζακχάρεως, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν τοιοῦτό τι δὲν ἔλαβε χώραν. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀποδεικνύει τὴν ἀκρίβειαν τοῦ συλλογισμοῦ μου.
§190ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς ἐνεφανίσθησαν οἱ νέοι αὐτοὶ παράγοντες. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς εἰδικὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου νόμου περὶ ζακχάρεως τοῦ ὑποβιβάσαντος τὸν δασμόν, καὶ ὁ ὁποῖος ὥρισεν ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ τῆς ζακχάρεως δὲν δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ γίνεται ἐλευθέρως εἰς σάκκους, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνεται δι’ ὡρισμένης συσκευασίας ἐντὸς κιβωτίων. Ἡ διάταξις αὕτη ἦτο προληπτικὴ κατὰ τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθε διατάραξίς τις τῶν συνηθειῶν τοῦ ἐμπορίου τῆς ζακχάρεως, δὲν ἠδυνήθησαν δὲ ἀμέσως οἱ ἐξ Αὐστρίας εἰσάγοντες ζάκχαριν νὰ εἰσαγάγωσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐχρειάζοντο εἰς αὐτούς, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν Ρωσσικὴν ἀγοράν, ἡ ὁποία εἶχε παραγωγὴν εἰς τοιαύτας συσκευασίας. Ἐντεῦθεν ἡ διαφορὰ αὕτη εἰς τὴν εἰσαγωγήν.
§191Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Προσέξατε, κύριε Ὑπουργέ· δι’ ἕν ποσὸν 2.500.000 ὀκάδων ζακχάρεως ἡ Αὐστριακὴ ἀγορὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ μικρά. 2.500.000 ὀκάδες ζακχάρεως διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς Αὐστρίας, ἡ ὁποία εἶναι παγκόσμιος ἀγορά, εἶναι μηδέν. Δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι δὲν εὑρῆκε τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον εἰς τὴν Αὐστριακὴν ἀγορὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῆς ζακχάρεως, ἀλλ’ ὅτι ἐπῆγε καὶ τὸ ἐπῆρε ἀπ’ ἀλλοῦ διότι εἶχε συμφέρον. Τὸ ποσὸν τῶν 2.500.000 διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς Τεργέστης, διὰ τόπον, ὅπου μέγιστα ποσὰ τοῦ ἐμπορίου εἶναι εἰς χεῖρας τῶν Τραπεζῶν καὶ κερδίζουσιν 2%, εἶναι ἐλάχιστον.
§192ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἐπρόφθανον νὰ κατασκευάσωσι νέα κιβώτια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ στείλωσιν ἐδῶ.
§193Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διαμφισβητήσω αὐτό, διὰ τόπον, ὅπου κατασκευάζονται ὅλα τὰ κιβώτια.
§194ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μήπως γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, πόσον ποσὸν ζακχάρεως εἰσήχθη τῷ 1913 ἐξ ἄλλων μερῶν πλὴν τῆς Αὐστρίας;
§195ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω· τοῦτο μόνον γνωρίζω ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ ἐν γένει εἶναι ἀνωτέρα τῆς τοῦ 1912.
§196Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ θὰ σᾶς εἴπω ἐγώ, κύριε Συνάδελφε. Πέρυσι αἱ τιμαὶ τῆς ζακχάρεως ἦσαν εἰς τελείαν ὑποτίμησιν ἕνεκα τῆς ὑπερπαραγωγῆς, ὥστε δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἔλειπον 2.500.000 ὀκάδων ζακχάρεως. Αὐτὸ εἶναι ἀστεῖον νὰ λεχθῇ διὰ τὴν Αὐστριακὴν ἀγοράν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας αὐτὰ τὰ δεδομένα, ἔχομεν ἀμέσως συμφέρον νὰ γίνωμεν ἀντικείμενον περιποιήσεως ἀπὸ ἕνα νέον πελάτην, τὸν ὁποῖον ἀποκτῶμεν, καὶ ὁ νέος πελάτης αὐτὸς εἶναι ἡ Ῥωσσία. Καὶ ἐρωτᾶται· εἶναι ὀρθόν — προκειμένου μὲν περὶ τῆς Αὐστρίας, αὕτη δὲν ἔχει συμφέρον νὰ δώσῃ ἀνταλλάγματα, ἔχει ὅμως ἡ Ῥωσσία—, εἶναι δίκαιον νὰ ἐλαττῶμεν τὸν δασμὸν κατὰ 0,10; Θέλετε νὰ προβῆτε εἰς ἔργον γενναῖον, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ πραγματικῶς τὴν οἰκονομικὴν ἐπανάστασιν, τὴν ὁποίαν νομίζετε ὅτι θὰ φέρητε μὲ τὴν σημερινὴν ἐλάττωσιν, ἔχετε καθῆκον νὰ καταβιβάσητε τὸν δασμὸν εἰς 0.20 κατ’ ὀκᾶν. Τότε μάλιστα, διότι ἂν προσέξητε εἰς ὅ,τι συνέβη εἰς τὴν Ἀγγλίαν θὰ ἴδητε ὅτι ἀνεπτύχθη ἐκεῖ ἡ κολοσσαία βιομηχανία τῶν ζακχαρωτῶν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ζῶσι χιλιάδες ἀνθρώπων καὶ ἡ ὁποία ἐξαποστέλλει τὰ Ἀγγλικὰ προϊόντα εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον καὶ κατορθώνει νὰ ἔχῃ μονοπώλιον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον κατασκευάζεται ἀπὸ πρώτας ὕλας, αἵτινες δὲν παράγονται ἐν Ἀγγλίᾳ. Καὶ ὄχι μόνον δὲν παράγονται, ἀλλὰ καὶ δυσκόλως μεταφέρονται, καὶ αὐταὶ εἶναι τὰ εἴδη τῶν νωπῶν καρπῶν. Ἡ μαρμελάδαις ἡ Ἐγγλέζικες, τὰ μπισκότα τὰ Ἐγγλέζικα, κυκλοφοροῦσιν ἀνὰ τὸν κόσμον ὁλόκληρον εἰς τιμὰς εὐθηνοτάτας, καὶ ὅμως ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ἡ Ἀγγλία βεβαίως δὲν παράγει πορτοκάλλια, δὲν παράγει τὰ ὀπωρικά, ἐκ τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἔχομεν ἐδῶ ἀφθονίαν μεγίστην, καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἡ πρώτη ἐν τῷ κόσμῳ παραγωγὸς ὕλη τῶν γλυκισμάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν ἔρχονται καὶ εἰς ἡμᾶς ἐδῶ. Ἡμεῖς εἴμεθα καταδικασμένοι νὰ βλέπωμεν, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν τὰ φροῦτα εἶναι ἐν μεγάλῃ ἀφθονίᾳ, νὰ μὴ ἔχωσιν καμμίαν ἀξίαν καὶ νὰ πετῶμεν αὐτὰ εἰς τοὺς δρόμους ἢ νὰ τὰ πωλῶσιν εἰς εὐτελεστάτας τιμάς, διότι δυστυχῶς οὔτε ἡ οἰκογενειακὴ ἑστία, οὔτε ἡ βιομηχανία εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ πρὸς κατασκευὴν γλυκισμάτων ἕνεκα τοῦ ὑπερβολικοῦ δασμοῦ τῆς ζακχάρεως. Νὰ μὴ ὑποτεθῇ δὲ ὅτι μὲ τὸν δασμὸν αὐτὸν τῶν 0,10 θὰ κατορθώσητε νὰ διαδοθῇ περισσότερον ἡ κατασκευὴ τῶν γλυκισμάτων ἐν Ἑλλάδι. Ὄχι· βεβαίως θὰ κατορθωθῇ κάτι τι, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ἀλλὰ τὴν ἐξωτερικήν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι κολοσσιαία, διότι γνωρίζομεν πολὺ καλά, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δύναται συμπληρωματικῶς νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ὁπόσαι κολοσσιαῖαι ποσότητες καρπῶν μένουσι τελείως ἀχρησιμοποίητοι ἐν Ἑλλάδι.
§197Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄγνωστον.
§198Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διότι εἶναι κολοσσιαῖαι, δι’ αὐτὸ εἶναι ἄγνωστον.
§199Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ τὸ δυσχερὲς τῆς μετακομίσεως.
§200Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Παρακαλῶ. Τὰ βερύκοκκα, τὰ ὁποῖα διατηροῦνται 10 ἡμέρας, διότι ἐντὸς 10 ἡμερῶν πρέπει νὰ καταναλωθῶσι, τὴν πρώτην ἡμέραν ἔχουσι 2 δρ. ἡ ὀκᾶ, τὰς δὲ τελευταίας ἡμέρας, ὅταν εἶναι μεγάλη ἡ παραγωγή, πωλοῦνται 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, διότι πρέπει νὰ πωληθῶσι, καθότι οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἀγοράσῃ καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ, ἐνῷ ἂν εἴχομεν ζάκχαριν εὐθηνὴν θὰ τὰ ἠγόραζε.
§201Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν κάμνει εὐθηνοτέραν.
§202Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κατὰ 10 λεπτὰ δὲν ὠφελεῖ. Πρέπει, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὀνειρεύεται καὶ ἡμεῖς θέλομεν, πρέπει νὰ εἶναι γενναία εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ διὰ νὰ ἔχῃ τὰ καταπληκτικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πράγματι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν διότι σήμερον μὲ τὰ 0,10 τὴν ὀκᾶν τὰ ὁποῖα δίδετε ὡς ἐλάττωσιν, δὲν δίδετε τίποτε. Ἀντὶ νὰ κατασκευάζῃ ἡ μητέρα μου ἕνα βάζο γλυκὸ θὰ κάμνῃ δύο, ἀλλ’ ἡ κατανάλωσις δὲν αὐξάνει, ἐνῷ ἂν γίνῃ ἡ βιομηχανία θὰ κατασκευάσῃ μεγάλας ποσότητας καὶ θὰ δώσῃ ὤθησιν ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐργατικότητα τοῦ τόπου, ἀλλ’ εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ σπουδαίου προϊόντος, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι τὰ ὀπωρικά, εἰς τὰ ὀπωρικὰ δὲ συμπεριλαμβάνω καὶ τὴν σταφίδα καὶ τὰ σταφύλια καὶ τὰ ἄλλα.
§203ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τί ἐννοεῖτε μὲ τὴν σταφίδα;
§204Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνηται μαρμελάδα, ὄχι ὡσὰν ἐκείνην τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία δὲν πωλεῖται, διότι δὲν ἔχει ζάκχαριν, ἀλλὰ καλυτέρα, διότι θὰ ῥίψωσι καὶ ζάκχαριν καὶ τότε θὰ πωληθῇ. Ἡ μαρμελάδα τῆς Ἑταιρείας πρέπει νὰ σᾶς εἰποῦν ὅτι εἶναι γλυκό, (ἱλαρότης), ἐνῷ δὲν εἶναι, ἅμα τῆς βάλετε ζάχαρι βεβαίως, θὰ γίνῃ γλυκό. Ἔχομεν λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἅπαντα τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ἂν καταρτίσωμεν συστηματικῶς, βεβαίως θὰ δώσωσι μεγάλας ὠφελείας εἰς τὸ Κράτος καὶ βεβαίως θὰ ἐπέλθῃ ἅπασα ἐκείνη ἡ εὐθηνία τοῦ βίου, τὴν ὁποίαν ὀνειρεύεται ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἴδωμεν πραγματοποιουμένην. Πλὴν αὐτοῦ ἤθελον, κύριε Ὑπουργέ, νὰ σᾶς ἐρωτήσω διατί ἐλαττώνετε τὸν δασμὸν τῆς ὀρύζης ὅταν ἔχῃ ἔλυτρον;
§205Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διότι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ κατ’ ἀναλογίαν ὁ δασμός, ἀφοῦ ἐλαττοῦται ὁ δασμὸς τῆς καθαρᾶς ὀρύζης· σημειώσατε δὲ ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῆς εἶναι μηδέν.
§206Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας ἡ ἵδρυσις μιᾶς σχετικῆς βιομηχανίας καθαρισμοῦ τῆς ὀρύζης, διότι εἰς αὐτὸ ἔπρεπε κυρίως νὰ ἀποβλέψωμεν.
§207Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἀπέβλεψα εἰς αὐτό. Ὑπεβιβάσθη ὁ δασμός, διότι ὑπεβιβάσθη ὁ δασμὸς τῆς ἐστιλβωμένης ὀρύζης· ἡ ἄλλη ὄρυζα δὲν εἰσάγεται διόλου.
§208Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Λοιπὸν ἦτο μία εὐκαιρία νὰ δοκιμάσωμεν μὴ τυχὸν ἦτο δυνατὸν νὰ καθαρίζηται ἡ ὄρυζα ἐν Ἑλλάδι.
§209Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι αἱ περισσότεραι βιομηχανίαι κατὰ τύχην ἐπροστατεύθησαν.
§210Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐγώ, κύριε Ὑπουργέ, ἐνόμισα ὅτι ἦτο caso pensato.
§211ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ βιομηχανία αὐτὴ τοῦ καθαρισμοῦ ἔχει εἰσαχθῆ· ἔχει πλῆρες ἐργοστάσιον ὁ κ. Ζωγράφος εἰς τὴν Θεσσαλίαν.
§212Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐκεῖνος παράγει ἰδικήν του ὄρυζαν· πρόκειται τώρα περὶ ὀρύζης ἐρχομένης ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ κατεργαζομένης ἐν τῷ τόπῳ.
§213ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶχε γίνει αὐτό, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχε.
§214Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Προσέξατε ὅτι τὸ μεγαλύτερον ποσὸν τῆς εἰσαγομένης ἐν Ἑλλάδι ὀρύζης ἐπὶ 4.000.000, τὸ 1.000.000 εἰσάγει ἡ Ὁλλανδία· ἡ Ὁλλανδία κατεργάζεται αὐτήν, διότι εἶναι προϊόν τῶν ἀποικιῶν της. Ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία ἔρχεται εὐθὺς κατόπιν, παράγει καὶ τὸ καλλιεργεῖ, Ἀλλ’ ἔχομεν τὴν καταπληκτικὴν παραγωγὴν εἰς τὸ Ἁμβοῦργον ὅπου βλέπομεν ἐργοστάσια ὁλόκληρα μὴ ἔχοντα ἄλλον σκοπὸν ἢ τὸν καθαρισμὸν τῆς ὀρύζης· ἑπομένως καὶ ἐνταῦθα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῇ παρομοία βιομηχανία.
§215ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῇ ὥστε νὰ συναγωνισθῇ πρὸς ἄλλας βιομηχανίας ἀνεπτυγμένας· δυστυχῶς, ὅπως παρατηρεῖται καὶ εἰς ἄλλους κλάδους, δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν ὑπὸ ἔποψιν τεχνικὴν τὰς ἄλλας βιομηχανίας.
§216Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι δὲν πρόκειται περὶ βιομηχανίας ἀπαιτούσης μεγάλας ἐγκαταστάσεις. Ἀντὶ νὰ ἱδρύωμεν ἐν Ἑλλάδι βιομηχανίας ἀπαιτούσας κολοσσιαίας ἐγκαταστάσεις καὶ ἀποβαινούσας εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἱδρύσωμεν βιομηχανίας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι πράγματι ἦσαν βιώσιμοι καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ὠφέλιμοι, ἀλλὰ καὶ νὰ συντελέσωμεν εἰς τοῦτο. Ἕν ἀπὸ τὰ ὄνειρά μας εἶναι νὰ ἴδωμεν τὸν Πειραιᾶ διαμετακομιστικὴν ἀποθήκην τῆς Ἀνατολῆς· τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ ἔχωμεν τὴν ὄρυζαν εἰσαγομένην ἀπὸ τὰς Ἰνδίας καὶ καθαριζομένην εἰς τὸν Πειραιᾶ διὰ νὰ πωλῆται εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Ἀνατολῆς, θὰ κάμωμεν ἓν βῆμα πρὸς τοῦτο.
§217Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἶναι 60% διαφορὰ· ἑπομένως πάλιν ὑπάρχει ἐπαρκὲς περιθώριον.
§218Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀρκετὸν αὐτό· δεδομένου ὅτι δὲν εἰσάγεται ἤδη τοιαύτη ὄρυζα, εἶναι ἀντικείμενον μελέτης νὰ καταργηθῇ ὁ δασμός, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἵδρυσις βιομηχανίας τόσον σοβαρᾶς καὶ δυναμένης νὰ ἀποτελέσῃ τὴν πρώτην βάσιν, νὰ γίνῃ ὁ Πειραιεὺς διαμετακομιστικὴ ἀποθήκη τῆς Ἀνατολῆς. Τοιαύτη ἀπόπειρα γίνεται σήμερον μὲ τὸν καφέν, διότι ἐνῷ βλέπομεν ὅτι ἔχομεν 334.000 ὀκάδας ἐξαγωγήν, παραλλήλως ἔχομεν 178.000 εἰσαγωγὴν κατ’ εὐθεῖαν ἐκ Βραζιλίας, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι ὑπάρχει κίνησις. Ἑπομένως δὲ ἔχομεν παρὰ νὰ ἐντείνωμεν τὴν κίνησιν αὐτὴν διὰ προστασίας, ἡ ὁποία δὲν θὰ βαρύνῃ τὸν λαόν, οὐχὶ διὰ προστατευτικῶν τελῶν, ἀλλὰ διὰ προστασίας ἁπλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἀποβῇ πάντοτε πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δημητριακοὺς καρπούς, βεβαίως κατὰ λάθος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρεται 2.27, διότι εἶναι 4.37. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν ἡ ἐλάττωσις δὲν εἶναι βεβαίως μεγάλη, εἶναι μικρά. Ἀλλὰ γεννᾶται ἓν μέγα ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς τροφῆς τῆς κτηνοτροφίας. Θὰ πληρώνωσι 3.50 δραχ. τὰς 100 ὀκάδας ὅλα ἐκεῖνα τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῆς κτηνοτροφικῆς τροφῆς, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἠδυνήθημεν ἀκόμη νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐντατικὴν κτηνοτροφίαν ἀκριβῶς ἕνεκεν τῆς ἀκριβείας τῶν τροφῶν. Βεβαίως, εἶναι ἓν μέτρον τὸ γενόμενον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον πρέπει νὰ εἶναι ἐπίσης γενναῖον, ὅπως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω διὰ τὴν ζάκχαριν, διότι μόνον μὲ γενναῖα μέτρα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι μεγάλα ἀποτελέσματα. Ἔχομεν δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ μίαν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσωμεν κάτι τι ἀπὸ τὴν τέως σύμμαχόν μας, διότι ἐπὶ γενικῆς εἰσαγωγῆς 20.000.000 δημητριακῶν καρπῶν, πλὴν τοῦ σίτου, ἡ Βουλγαρία ἔρχεται μὲ 16.000.000. Ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ποσὸν εἰσάγεται ἐκ Βουλγαρίας· ἑπομένως δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν νὰ μᾶς δώσῃ ἀνταλλάγματα. Καὶ γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν προϊόντα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν καταπιεστικῶν μέτρων τῆς τελωνειακῆς βουλγαρικῆς ἀρχῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προαχθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Ἑλλην. ἐμπορίου μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς ἀνεπτύχθη ἡ ἐν Ἑλλάδι εἰσαγωγὴ τοῦ Βουλγαρικοῦ. Κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὰ κρέατα, τῶν ὁποίων ἐλαττοῦται ὁ δασμός. Πρόκειται πραγματικῶς περὶ μιᾶς ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν αὐτήν; Ἐὰν ἀνοίξωμεν τὰς στατιστικὰς θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν παστῶν αὐτῶν κατὰ πρῶτον λόγον προέρχεται ἐξ Ἀγγλίας, ἀκριβῶς διότι ὁ δασμὸς εἶναι ἀκριβὸς καὶ ἑπομένως συμφέρει εἰς τὸ ἐμπόριον νὰ φέρῃ πράγματα ἀκριβά. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλαττοῦται ὁ δασμὸς εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ἔρχεται ἡ Ἀμερική, τὸ Σικάγον, τὸ παγκόσμιον ἐκεῖνο κρεωπαραγωγικὸν κέντρον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀποστείλῃ τὰ προϊόντα του, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι ἐκλεκτά.
§219ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ τρώγωμεν καὶ ἀνθρώπους.
§220Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ τρώγωμεν καὶ ἀνθρώπους, σήμερον ὑποχρεωτικῶς τρώγωμεν γαϊδάρους! διότι οἱ μορταδέλλες τῆς Ἰταλίας ἔχουσιν ὄνειον κρέας. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν μεγάλην εἰσαγωγήν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ γίνῃ ἀφορμὴ νὰ ἀρχίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ τρέφηται μὲ κρέας περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι τρέφεται σήμερον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· διατί νὰ δώσωμεν τόσον μεγάλα δικαιώματα εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, χωρὶς νὰ λάβωμεν οὐδὲν ἀντάλλαγμα; Μὴ βλέπετε τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς τῶν 8.000 ὀκάδων. Ὅταν τὸ χοιρομήριον θὰ ἔχῃ 6 δραχμ. κατ’ ὀκᾶν σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε· τίς θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ τρώγῃ χοιρομήριον καθ’ ἡμέραν; Ὅταν τὰ σαλάμια τὰ Ἀμερικανικὰ ἔχωσι 4 δρχ. τὴν ὀκᾶν τίς οἰκογένεια δὲν θὰ τρώγῃ;
§221Ι. ΞΗΡΟΣ. Εἶναι οἰκογενειακὴ ἡ τροφὴ αὐτή;
§222Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αἱ ἐλαῖαι εἶναι πολὺ ἀνθυγιεινότεραι. Πρέπει νὰ φάγῃ κρέας ὁ ἐργάτης ὁ πτωχός, τὸ χοιρομήριον δὲ εἶναι ἡ πρώτη τροφὴ εἰς τὸν κόσμον, ἡ δὲ νεωτέρα ὑγιεινὴ ἐπιβάλλει τὸ χοίρειον κρέας τὸ παστὸν καὶ εἶναι εὐκαιρία νὰ χορτάσῃ ἐπὶ τέλους ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὸν ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν νὰ τρέφωμεν μὲ ἄρτον καὶ ἐλαίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· διατί νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἀνταλλάγματα μὲ τὰ φοβερὰ εἰσοδήματα τὰ ὁποῖα ἐδώκατε; Ὅσον ἀφορᾷ τὰ βούτυρα, ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ σήμερον λίπους ἐξ Ἀμερικῆς καὶ τὸ λῖπος αὐτὸ δὲν χρησιμεύει τίποτε ἄλλο, παρὰ εἰς τὸ νὰ νοθεύῃ τὸ βούτυρον, ἀπαγορεύεται δὲ ἕνεκα βαρέως δασμοῦ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ καρυδελαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον ἀβλαβὲς διὰ νὰ νοθεύηται τὸ βούτυρον. Τοιουτοτρόπως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, μὴ δυνάμενοι νὰ προλάβωμεν τὴν νοθείαν, νὰ ὑποβοηθῶμεν τὴν χειροτέρευσιν αὐτῆς, καὶ ἑπομένως, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐλαττοῦτε τοὺς δασμοὺς τοῦ βουτύρου, ἔχετε καθῆκον νὰ ἐλαττώσητε τὸν δασμὸν τοῦ καρυδελαίου, διότι τοῦ λίπους δὲν δύνασθε νὰ ἐλαττώσητε τὸν δασμόν. Εἰς τὸ ζήτημα ὅμως τῶν δορῶν ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ ἐξηγήσητέ τι, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν· εἰς τὸ ζʹ ἀναφέρετε περιλαίμια, περιώμια, περιχειρίδας. Τὸ περιώμιον εἶναι τι τέλειον δὲν εἶναι πρώτη ὕλη.
§223ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα, καὶ δι’ αὐτὸ πληρώνει βαρὺν δασμόν.
§224Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα, ἐξαιροῦνται δὲ τὰ μὴ τέλεια τοιαῦτα, αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς τὸ κάμνετε χάριν τῆς βιομηχανίας τῆς ἀκμαζούσης πραγματικῶς. Ὥστε ἀποκλείετε τοῦ δασμοῦ τὸν ὁποῖον θέτετε πᾶν ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς τέλειον καὶ ἕτοιμον διὰ τὴν κατανάλωσιν.
§225ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως.
§226Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν δήλωσιν ἤθελον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, τοῦ ἀφορῶντος τὸ δασμολόγιον διὰ τὰς νέας χώρας τί γίνεται; Αἱ νέαι χῶραι διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἐσωτερικόν· ἑπομένως οἱ ἐξαγωγικοὶ φόροι οἱ πληρωνόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὰς νέας χώρας, προκειμένου περὶ ἐμπορευμάτων τὰ ὁποῖα διευθύνονται ἐκεῖ, δὲν θὰ καταβάλωνται.
§227ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τέλη μεταφορᾶς ἐννοεῖτε;
§228Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὄχι· π. χ. ὁ ἐλαιοπυρὴν ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ ἐπιβαρύνεται μὲ τὸ τέλος τὸ ἐξαγωγικὸν τῶν 2 λεπτῶν, ἀλλὰ μεταβαίνων εἰς Μιτυλήνην ἢ Κρήτην, δὲν θὰ πληρώσῃ τὸν ἐξαγωγικὸν αὐτὸν δασμόν, διότι αὗται εἶναι χῶραι τοῦ ἐσωτερικοῦ· ἑπομένως τὰ σαπωνοποιεῖα Μιτυλήνης καὶ Κρήτης δύνανται νὰ συναγωνίζωνται τὸ ἐσωτερικὸν προϊόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἕνα δασμὸν διὰ πάντα τὰ ἄλλα μέρη. Δὲν φρονεῖτε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄδικον;
§229ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰσαγωγὴ ἐλαιοπυρήνων εἰς τὴν Κρήτην καὶ Μιτυλήνην, δεδομένου ὅτι ἀκριβῶς αὗται αἱ δύο νῆσοι ἔχουσιν ἀφθονωτάτην παραγωγὴν τοιούτου εἴδους;
§230Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀκριβῶς, κύριε Ὑπουργέ, διότι συνέβη, νὰ εἶναι ὁ λόγος τοῦ συμφέροντος· ἁπλούστατα. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, θέλω δὲ παρακαλέσει, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ ἐδίδετο μεγαλειτέρα προσοχὴ εἰς τὴν συστηματοποίησιν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι πράγματι ἀποτελεῖ σπουδαιότατον παράγοντα, καὶ αὐτὸ καὶ μόνον δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ματαίως ἐπιζητοῦμεν δι’ ἄλλων μέσων νὰ φέρωμεν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει νὰ καλοφάγῃ· δὲν πεινᾷ, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς δυνάμεθα νὰ τὸν ἐξομοιώσωμεν μὲ τὰς μᾶλλον εὐπόρους τάξεις, ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ πράξωμεν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἰσότης· τὸ ζήτημα τῆς πραγματικῆς κοινωνικῆς ἰσότητος δὲν συνίσταται εἰμὴ εἰς τὸν τρόπον τοῦ ζῆν καὶ τοῦ διαιτᾶσθαι, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι κοινὸς δι’ ὅλους, δι’ αὐτὸ πρέπει αἱ τιμαὶ τῶν τροφίμων νὰ εἶναι προσιταὶ εἰς ὅλους, τοῦτο δὲ εἶναι ζήτημα συστήματος.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν). (Γίνονται εἶτα δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ νομοσχέδια· 1ον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 28 Σεπτεμβρίου 1913 Β. Διατάγματος περὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῆς Ναυτικῆς Βρεττανικῆς ἀποστολῆς καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». 2) «Περὶ ἐπιμισθίων θέσεων ἐν τῷ πολεμικῷ Ναυτικῷ». 3) Περὶ συστάσεως σώματος ἀεροπόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ δι’ ἀναστάσεως εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια. 1) «Περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθν. Στόλου καὶ τοῦ κ. Εὐγ. Χατζηδημητρίου». 2) «Περὶ συστάσεως σώματος ἠλεκτριστῶν μηχανικῶν ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῶν ἐν τῇ ξηρᾷ ἐγκαταστάσεων». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουνίου 1913 Β. Διατάγματος «περὶ διορισμοῦ ἀναπληρωτῶν τῶν Γενικῶν Διοικητῶν ἢ τῶν Γενικῶν Διοικητικῶν Ἐπιτρόπων»· καὶ 4) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ ͵ΓΧΚΑʹ νόμου τῆς 10ης Ἰουλίου 1899 περὶ γυμναστικῶν καὶ γυμναστῶν καὶ ἀθλητικῶν ἀγώνων». Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 18. Βʹ. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς ζωοτεχνικῆς καὶ κτηνιατρικῆς ὑπηρεσίας». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§232Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν ἐγγράφως.
§233Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως τὸν διαγωνισμὸν ὁ ὁποῖος θὰ προκηρυχθῇ νὰ μὴ προκηρύξῃ εἰς χρόνον ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀποκλείσει τοὺς ἀποφοίτους τῆς τετάρτης γυμνασιακῆς τάξεως, ἀλλὰ νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν διαγωνισμὸν ἡ συμμετοχὴ καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι τὸ ἀπολυτήριον αὐτῶν κατὰ Ἰούνιον.
§234Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ λόγος πρὸ τοῦ Ἰουλίου νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ προβῶμεν εἰς διαγωνισμούς. Ἑπομένως θὰ λάβωσι μέρος καὶ αὐτοί.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§236ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 καταθέτω ἔγγραφον τροπολογίαν.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται λόγῳ τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως πρὸς προμήθειαν διπλῶν χειροπριόνων». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). (Γίνονται εἶτα δεκτὰ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια. 1) «Περὶ κανονισμοῦ χρονικῶν ὁρίων τῆς ἐργασίας εἰς τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ πρατήρια». 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Ρώμῃ τῇ 26 Μαΐου 1906 διομολογηθείσης ἀναθεωρήσεως τῆς Συμφωνίας περὶ ἐγγραφῆς συνδρομητῶν εἰς τὰς Ἐφημερίδας καὶ περιοδικὰ συγγράμματα διὰ τοῦ Ταχυδρομείου μετὰ τοῦ συναφοῦς αὐτῇ Κανονισμοῦ ἐκτελέσεως». 3) «Περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ΔΟΓʹ τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1912 περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ στρατιωτικῶν εἰσφορῶν νόμου». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ Ἰθάκῃ».
§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὔριον παρακαλῶ διὰ νὰ διανεμηθῇ ἡ τροπολογία. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις τὸ 17ον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς Οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, (ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–11)». Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ ἐκεῖ ἔνθα λέγεται «νὰ διατάσσῃ ἐν ἀνάγκῃ» νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις ἐν «ἀνάγκῃ».
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 13–56)». Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται).
§242ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἵνα μὴ καταχρώμεθα τῆς καλωσύνης τῶν κ. Βουλευτῶν πρέπει νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως· (ἀναγινώσκονται)· ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς: ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐπανεξετάσεως ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν» ἀπετελέσθη ἐκ τῶν κ. κ. Στ. Ἀναστασιάδου, Π. Ἀγγελίδου, Σ. Θεοδωροπούλου, Δ. Κριεκούκη καὶ Λ. Κουτσοπετάλου. Ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ͵ΥϞΒʹ ἐπιβαλλομένου ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἐλαιοπυρήνων» ἀπετελέσθη ἐκ τῶν κ. κ. Π. Ἀραβαντινοῦ, Ν. Χαριτάτου, Ι. Τρικούπη, Γ. Καντιάνη, Π. Πολυχρονιάδου, Π. Λαγοπάτη, Κ. Ζαβογιάννη, Ν. Ξηροῦ, Θ. Σκάση, Π. Σπυράκη, Ν. Τριανταφυλλάκου, Ε. Γεωργιάδη». Αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῶν κάτωθι νομοσχεδίων· 1) «Περὶ παροχῆς δικαιώματος εἰς τοὺς στρατευθέντας μαθητὰς τῆς Σχολῆς τῶν γυμναστῶν καὶ τῶν σχολείων τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, τοὺς μὴ ἐξετασθέντας κατὰ τὸ 1914 ἢ μὴ δυνηθέντας νὰ ἐγγραφῶσι κατὰ τὸ 1913–1914, πρὸς ἐξέτασιν κατὰ τὸν Ἰούνιον ἢ Σεπτέμβριον 1914». 2) «Περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς παρὰ τὴν Σαλαμῖνα νησῖδος «Ἁγίου Γεωργίου». 3) «Περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1914». 4) «Περὶ προσλήψεως ἐκτάκτου ἐργατικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου». καὶ 5) «Περὶ ἐπισκευῆς καὶ ἐπεκτάσεως τῶν ἀρχαιολογικῶν μουσείων Κερκύρας, Ἀκροπόλεως καὶ Ὀλυμπίων» ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν. Ἐπίσης ὅτι ὑπεβλήθησαν αἱ κάτωθι τροπολογίαι. Τῶν κ. κ. Κ. Λομβάρδου, Ε. Βελλιανίτη, Μ. Φωτιάδη, Ν. Ραυτοπούλου καὶ Θ. Παπαϊωάννου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης προσωπικοῦ εἰς τὰς ὑπὸ τῶν νόμων ͵ΒΨΞΗʹ κλπ. περὶ ταχ. τηλ. καὶ τηλεφ. ὁριζομένας ὑπηρεσίας». Τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαϊωάννου ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων 1) «περὶ τροποποιήσεως διατάξεως τῶν νόμων ΓΨΚΑʹ καὶ ΔΙΒʹ. 2) «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ὑπὸ τῶν νόμων ΒΨΞΗʹ κλπ. περὶ ταχ. τηλ. καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». 3) «περὶ διοικήσεως τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως» καὶ 4) «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων τοῦ δασμολογίου». Τῶν κ. κ. Κ. Σταμούλη καὶ Κ. Λομβάρδου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀδείας συμπληρώσεως θέσεων ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῇ χωροφυλακῇ». Τοῦ κ. Γ. Φικιώρη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης προσωπικοῦ εἰς τὸ ὑπὸ τῶν νόμων ΒΨΞΗʹ κλπ. περὶ ταχ. τηλ. καὶ τηλεφ. ὑπηρεσίας». Τοῦ κ. Σ. Θεοδωροπούλου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως κλάσεών τινων τοῦ δασμολογίου». Τοῦ κ. Α. Σακελλαρίου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κλπ». Τῶν κ. κ. Ἠλ. Κοπανίτσα, Π. Κοσονάκου καὶ Π. Σπυράκη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». Τῶν κ. κ. Π. Πολυχρονιάδου, Δ. Χατζηγιάννη, Γ. Λαμπρινοπούλου καὶ Δ. Κανελλοπούλου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως σώματος Στρατιωτικῆς Ἐπιμελητείας». Τοῦ κ. Δ. Κανελλοπούλου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀδείας συμπληρώσεως θέσεων ἐν τῷ στρατῷ καὶ τῇ χωροφυλακῇ». Ἀνακοινῶ ἐπίσης ὅτι οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ Κρεστενίτης, Ν. Συριόπουλος, Γ. Λαμπρινόπουλος καὶ Κ. Γόντικας ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ παροχῆς ἀδείας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λιμένος Κατακώλου πρὸς συνομολόγησιν δανείου μέχρι 500 χιλ. πρὸς ἐκτέλεσιν λιμενικῶν ἔργων». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9).