1914.03.06
4,868 rows · 36,947 words · 339 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
Τῆς 6ης Μαρτίου 1914.
(Πέμπτη, ὥρα 4,45′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ τελειόφοιτοι τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐξετασθῶσιν ἀτελῶς ὡς ἐπίστρατοι· Οἱ κάτοικοι τῶν Σερβίων παρακαλοῦσιν, ὅπως μεταφερθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον Κοζάνης εἰς Σέρβια· Ἡ Πανεργατικὴ Ἕνωσις Συλλόγων καὶ Σωματείων Βόλου παρακαλεῖ, ὅπως μεταρρυθμισθῇ τὸ σύστημα τοῦ ψηφοδελτίου ὡς μειοῦντος τὴν ἁγνότητα τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κρατούμενοι κατάδικοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς των. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ῥοζάτων τῆς Κεφαλληνίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου, ἡ ἐξασφαλίζουσα τὴν ἀγροτικὴν περιουσίαν ἐν τῷ νομῷ Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης. Ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος Κύμης παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις τῆς Ἑνιαίας ὡς καταστρεπτικὴ διὰ τοὺς οἰνοπαραγωγούς. Οἱ Ὀθωμανοὶ κάτοικοι Παραμυθιᾶς παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ πληρωμὴ τοῦ κτηματικοῦ φόρου παραταθῇ ἐπὶ τρίμηνον· Ἡ Ἐλευθερία, σύζυγος Δ. Βελονῆ, κάτοικος Στεμνίτσης, ἀπολέσασα ἐν τῇ μάχῃ τῶν Γενιτσῶν τὸν υἱόν της Γεώργιον, διδάκτορα τῶν μαθηματικῶν, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ ἀνάλογος μηνιαία σύνταξις· Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Γιανιτσᾶς τοῦ Δήμου Ἐλασσόνος παρακαλοῦσιν, ὅπως βελτιωθῇ ἡ θέσις των ὡς πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ χωρίου Ῥακνὶπ Χασὰν βέην· Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καρτερολίου τῆς Μεσσηνίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ ἀποκτήσωσιν ἱερέα· Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Αἰγίου παρακαλεῖ, ὅπως προαχθῇ τὸ τελωνεῖον Αἰγίου ἀπὸ γʹ τάξεως εἰς βʹ τοιοῦτον· Οἱ φοιτηταὶ ἁπασῶν τῶν σχολῶν ἀμφοτέρων τῶν Πανεπιστημίων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ διαφόρων φοιτητικῶν ζητημάτων· Ἡ Ἀδελφότης τῶν ὑπαλλήλων ζυθοπωλείων, καφενείων καὶ ζαχαροπλαστείων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλεῖ, ὅπως ἐφαρμοσθῇ καὶ δι’ αὐτὴν ὁ νόμος περὶ Κυριακῆς ἀργίας· Ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἐμποροϋπαλλήλων Πειραιῶς ὑποβάλλει γνώμας τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ χρονικῶν ὁρίων τῆς ἐργασίας εἰς τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα· Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Φενεοῦ παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς κατόπιν τῆς καταστροφῆς τῆς 10 Αὐγούστου· Οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων ὑποδεικνύουσι διάφορα μέσα πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεώς των· Ὁ ἐκ Μαράθου τῆς Μεσσηνίας Σ. Σκιαδᾶς παρακαλεῖ, ὅπως πιστωθῇ παρὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης διὰ δρ. 1000 ὡς πιστοῦχος κτηματίας 4.000 δραχμῶν· Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Γερολιμένος τοῦ Δήμου Μέσσης τῆς Λακωνίας παρακαλοῦσιν, ὅπως τὸ ἐκεῖ εὑρισκόμενον τελωνοσταθμαρχεῖον προαχθῇ εἰς ὑποτελωνεῖον· Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. Φίλιππας ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τοῦ εἰς τὸν Δήμαρχον Λευκαδίων ἀνατιθεμένου κληροδοτήματος Εὐσταθίου Ζάππα· Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Κανελλόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τοῦ συμβιβαστοῦ τῶν δικηγόρων καὶ δικολάβων πρὸς τὰ ἔργα τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου». Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεων διατάξεών τινων τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν νόμου». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Οἱ κ. κ. Σπ. Θεοδωρόπουλος καὶ Ν. Ξηρός, ὅπως καταθέσωσι καὶ ἀναπτύξωσι δύο ἀναφορὰς τῶν καταστηματαρχῶν καὶ ἐργατῶν τσαρουχοποιῶν.
§3ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν προκήρυξις δημοπρασίας πρὸς κατασκευὴν τσαρουχίων διὰ τὸν στρατόν, κατετέθη δὲ καὶ ὑπόδειγμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Δυστυχῶς ὅμως τὸ ὑπόδειγμα αὐτὸ δὲν ἔχει οὐδόλως τὸν τύπον τοῦ πατροπαραδότου τσαρουχιοῦ ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπερέβησαν οἱ εὔζωνοί μας τὸ Μπέλεσι καὶ ἐνδόξως ἐβάδισαν μέχρι Τζουμαγιᾶς. Τὸ ὑπόδειγμα τῆς νέας μόδας αὐτὸ ἀντὶ νὰ φέρῃ δύο ῥαφὰς εἰς τὸ ἄνω μέρος τοῦ τσαρουχιοῦ φέρει μίαν ῥαφὴν εἰς τὸ μέσον τοῦ πέλματος. Οἱ τεχνῖται τσαρουχοποιοὶ διὰ τοῦ συνδέσμου των καὶ οἱ καταστηματάρχαι ἀκόμη δι’ ἑτέρας ἀναφορᾶς ἀναφέρονται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλοῦσι τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὴν διάσωσιν τοῦ ἱστορικοῦ καὶ λεβέντικου τσαρουχιοῦ καὶ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καλῶς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ τσαρουχίου αὐτοῦ τῆς νέας μόδας νὰ βαδίσωσι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα· τοὐναντίον θὰ πληγώνωνται τὰ πόδια τῶν εὐζώνων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ὁρίσῃ μίαν ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν τεχνιτῶν καὶ ἀξιωματικῶν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων ν’ ἀποφανθῇ, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ περιπατήσῃ τις μὲ ὑπόδημα ἔχον τοιαύτην ῥαφὴν εἰς τὸ μέσον τοῦ πέλματος καὶ κατὰ μῆκος αὐτοῦ.
§4Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὑποθέτω καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ὅτι μεγαλειτέρα προσοχὴ πρέπει νὰ δοθῇ ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἡ ῥαφὴ τὴν ὁποίαν ἔθηκαν καὶ τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ πῶς ἐνέκριναν ἀξιωματικοί, ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ τσαρουχιοῦ εἶναι ἀκατάλληλος. Εἶναι τόσον στοιχειωδῶς ἀκατάλληλος διὰ τὴν ὑπόδησιν οἱουδήποτε ἀνθρώπου, ὥστε ὑποθέτω, ὅτι μόνον παρανόησις ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ τσαρουχιοῦ θὰ ἐγένετο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ περιπατήσῃ ἄνθρωπος ἔχων μίαν τοιαύτην ῥαφὴν ὑπὸ τὸ πέλμα ἐν τῷ ὑποδήματί του. Εἶναι τόσον στοιχειῶδες τὸ πρᾶγμα, ὥστε οἱ κύριοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐνέκριναν τοιοῦτον ὑπόδημα, πρέπει νὰ ὑποχρεωθῶσι καὶ μίαν ὥραν νὰ τὸ φορέσωσι διὰ νὰ πεισθῶσι περὶ τοῦ ὅτι εἶναι ἀδύνατον αὐτὸ τὸ ἐξάμβλωμα νὰ χρησιμεύσῃ δι’ ὑπόδησιν ἀνθρώπου. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ νὰ τῇ δώσῃ νὰ ἐννοήσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιπατήσῃ ἄνθρωπος μὲ τέτοια ῥαφὴ εἰς τὸ τσαροῦχι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Καρυᾶς τῆς ἐπαρχίας Ἐλασσόνος.
§6Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· πρὸ ἐτῶν οἰκογενειαί τινες ἐκ τοῦ χωρίου Καρυᾶς τῆς Ἐλασσόνος, καταδιωκόμεναι διὰ λόγους πολιτικοὺς ὑπὸ τῶν τουρκικῶν ἀρχῶν, ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ παραμεθόριον ἑλληνικὸν χωρίον Δερελῆ καὶ ἀλλαχοῦ. Αἱ ἀρχαὶ αἱ τουρκικαὶ ἐδήμευσαν τὰς οἰκίας αὐτῶν καὶ τὰς μετέβαλον εἰς στρατῶνας. Ἤδη, ὁπότε ἠλευθερώθησαν τὰ μέρη ἐκεῖνα, ζητοῦσι νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν πατρίδα των Καρυάν. Ἐπειδὴ τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον εὑρίσκεται εἰς τὴν κατοχὴν τῶν οἰκιῶν τούτων, καθ’ ὃ διάδοχον τῶν δικαιωμάτων τοῦ τουρκικοῦ δημοσίου, παρακαλοῦσιν δι’ ἀναφορᾶς των, ὅπως ἐπιστραφῶσιν αἱ οἰκίαι. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ παραπέμψητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα πράξωσιν ὅ,τι δεῖ διὰ τὴν ἀπόδοσιν εἰς ἐλευθερωθέντας ῥαγιάδες τῆς ὑπὸ τοῦ τυράννου δημευθείσης ἰδιοκτησίας των.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν καταδίκων Παλαμηδίου.
§8Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ καταθέσω ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Κατάδικοι περὶ τοὺς εἴκοσιν, εὑρισκόμενοι εἰς τὰς φυλακὰς Παλαμηδίου, ἔνθα ἀποτίουσι ποινὴν μεταξὺ ἑνὸς ἔτους καὶ τεσσάρων, παρακαλοῦσιν ὅπως μεταφερθῶσιν εἰς ἄλλας φυλακὰς διὰ νὰ ἐκτίσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς των. Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν ὅτι αἱ φυλακαὶ Παλαμηδίου εἶναι πᾶν ἄλλο παρὰ ἐνδιαιτήματα δι’ ἀνθρώπους· οἱ ἐκεῖ διαιτώμενοι ἐκτίουσι ποινὴν οὐχὶ ἐπανορθωτικήν, οὐχὶ εἱρκτῆς ἢ δεσμῶν, ἀλλὰ θανατικήν. Νομίζω ὅτι εἶναι φιλάνθρωπον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν αἴτησιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ διατάξῃ, ἀφοῦ τόσην ὀλίγην ποινὴν ἔχουσι νὰ ἐκτίσωσιν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτίσωσιν αὐτὴν εἰς ἀνθρωπινωτέρας φυλακάς, ὅπως σωθῶσιν ἀπὸ τοῦ βεβαίου κινδύνου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀφοῦ λάβῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, νὰ πράξῃ ὅ,τι δίκαιον καὶ φιλάνθρωπον.
§9Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἀναφορὰ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, θὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀλλ’ ἡ μεταγωγὴ αὐτῶν θὰ γίνῃ εἰς φυλακὰς ἐγκληματικὰς προκειμένου περὶ ἀνθρώπων καταδικασθέντων εἰς κακούργημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμιγνύωμεν αὐτοὺς μετὰ τῶν ἐκτιόντων ποινήν, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὀλίγος ὁ χρόνος τὸν ὁποῖον θὰ διανύσωσιν ἐν τῇ φυλακῇ.
§10Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκράτησεν, ὅταν ἡ ποινή, τὴν ὁποίαν πρόκειται ἀκόμη νὰ διανύσωσιν, εἶναι ὀλιγωτέρα τῶν πέντε ἐτῶν, νὰ μετατίθενται οὗτοι εἰς φυλακὰς τοιαύτας. Ὁπωσδήποτε ὅμως δὲν ἐπιμένω.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Κουμουνδοῦρος καὶ Μελισσηνὸς ὅπως συστήσωσιν ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Ἀσλάναγα.
§12Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Ἀσλάναγα καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ντολιόπουλος· ἀπών. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς, Σ. Βακράτσας, Ν. Πετσάλης κλπ. ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λίμνης.
§14Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἔκαμε δήλωσιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§15Σ. ΒΑΚΡΑΤΣΑΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταλλείων» ἐγὼ καὶ οἱ Συνάδελφοί μου θεωροῦμεν περιττὸν νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλήν. Προσθέτω μόνον ὅτι ὁ λαὸς τῆς Εὐβοίας, ὁ φιλόνομος καὶ νομοταγής, ἔχει πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἐν τῇ ὀξύτητι τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς θέλει προσπαθήσει νὰ διορθώσῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἄνευ μεγάλων ζημιῶν, διότι ὁμολογουμένως τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καντιάνης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ὀσμάναγα.
§17Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἑπτὰ χωρία ὁλόκληρα μὲ πολυανθρώπους πληθυσμοὺς μαστίζονται ἀπὸ τὸ ἑλῶδες μίασμα τὸ ἀναδιδόμενον ἐκ τοῦ ἐν τῇ περιφερείᾳ Ὀσμάναγα ἰχθυοτροφείου, πρόκειται δὲ νὰ σωθῶσιν, ἐὰν παραμενούσης ἀνοικτῆς τῆς διώρυγος εἰσρέωσι τὰ λιμνάζοντα ὕδατα εἰς τὴν θάλασσαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν.
§18Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μοὶ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§19ΑΝ. ΚΟΚΕΒΗΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν κάμνω καὶ ἐγώ. Προκειμένου κατὰ τὸν τρέχοντα μῆνα νὰ ἐνοικιασθῇ τὸ ἰχθυοτροφεῖον Πύλου, παρακαλοῦσιν οἱ κάτοικοι, ὅπως ἐν τῇ συμβάσει αὐτῇ περιληφθῇ ὡς διαρκὴς ὅρος κατὰ τὴν δεκαετίαν νὰ μείνῃ ἀνοικτὴ ἡ μποῦκα ὀνομαζομένη, ὥστε νὰ ἐκρέωσι τὰ ὕδατα πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ νὰ καταστρέφηται οὕτω τὸ ἕλειον μίασμα, διότι ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. προλαλήσας, ἑπτὰ χωρία ὁλόκληρα ὑποφέρουσιν, οὐδεὶς δὲ κάτοικος αὐτῶν ζῇ πλέον τῶν πεντήκοντα ἐτῶν λόγῳ ἀκριβῶς τῆς αἰτίας αὐτῆς!
§20Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ποιοῦμαι τὴν αὐτὴν σύστασιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ζησιμόπουλος ἀπών. Οἱ κ. κ. Π. Μερλόπουλος, Γ. Καντιάνης, Λ. Κοκίδης κλπ. ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ὀσμάναγα ζητούντων ὅπως τὸ θαλάσσιον ὕδωρ ἐπικοινωνῇ μετὰ τοῦ λιμναίου τοιούτου ἐν τῷ ἰχθυοτροφείῳ, ὥστε νὰ μὴ ἀναπτύσσωνται μικρόβια ἑλωδῶν πυρετῶν.
§22Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τηλεγραφικὴ αὕτη ἀναφορὰ ἀπευθυνομένη καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κλ. θὰ ἦτο ἀρκετόν, ἐὰν ἀπηυθύνετο πρὸς μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν τὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἶχον καλῶς, καθόσον εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἀποκλειστικῶς ὑπάγεται ἡ αἴτησις τῶν ἀναφερομένων. Προκειμένου νὰ ἐνοικιασθῇ τὸ ἰχθυοτροφεῖον, τὸ εὑρισκόμενον ἐν τῷ δήμῳ Πυλίων, τὸ λεγόμενον, «Νταλιάνι», ζητοῦσιν οἱ ἀναφερόμενοι νὰ τεθῇ ὅρος ἐν τῇ διακηρύξει τῆς ἐνοικιάσεως, ὅπως ἡ διῶρυξ ἡ ἑνοῦσα τὸ ἰχθυοτροφεῖον πρὸς τὴν θάλασσαν διατελῇ διαρκῶς ἀνοικτή, ὥστε τὰ ὕδατα νὰ ἐκρέωσι πρὸς τὴν θάλασσαν, διότι εἰς τὰ λιμνάζοντα ὕδατα ἀναπτύσσεται τὸ ἕλειον μίασμα, τὸ μαστίζον πληθυσμοὺς ὁλοκλήρους τῶν περιοίκων, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν τῆς Πυλίας. Ἡ αἴτησις ὅμως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσηνίας, ἡ ἀπευθυνθεῖσα καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δὲν ἐγένετο ἀτόπως, διότι καὶ τούτου ἡ προσοχὴ πρέπει νὰ ἐπισπασθῇ ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου, προκειμένου περὶ ἕλους καὶ οὐχὶ περὶ ἰχθυοτροφείου, διότι ἡ ἀποξήρανσις τοῦ ἕλους ἐκείνου ἐπιβάλλεται διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνδιαφέρει λόγῳ ἐξασφαλίσεως τῆς δημοσίας ὑγείας, ἀφοῦ τὸ ἰχθυοτροφεῖον, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι μᾶλλον ἕλος. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ἀποφράσσηται ἡ εἴσοδος τῶν θαλασσίων ὑδάτων εἰς τὸ ἕλος τοῦτο, ἵνα οὕτως ἔχωμεν ὕδατα Ἰχθυοτροφείου, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον νὰ ἐνοικιάζῃ καὶ νὰ ἀπολαμβάνῃ προσόδους ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων, τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ. Εἶναι προτιμότερον νὰ ἀποξηρανθῇ τὸ ἕλος καὶ νὰ παύσῃ ὑπάρχον τὸ ἰχθυοτροφεῖον, ἐξ οὗ αἱ πρόσοδοι, ἀλλὰ καὶ τὸ μίασμα. Θὰ συνίστων ὁπωσδήποτε μέχρι τῆς ἀποξηράνσεως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως θέσῃ ὅρον ἐν τῇ διακηρύξει τῆς ἐνοικιάσεως, ἵνα διατηρῆται διαρκῶς ἀνοικτὴ ἡ διῶρυξ, ἡ ἑνοῦσα τὸ ἰχθυοτροφεῖον πρὸς τὴν θάλασσαν, ἐξ ἄλλου δὲ εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἵνα μεριμνήσωσι περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους τούτου, ἑστίας μιάσματος καὶ ἑλωδῶν πυρετῶν μαστιζόντων τοὺς πληθυσμοὺς δύο δήμων τῆς ἐπαρχίας Πυλίας.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Θρακικοῦ Συλλόγου «Ἀλληλοβοηθείας».
§24Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Θρακικοῦ Συλλόγου «Ἀλληλοβοηθείας» εἶναι τόσον δεδικαιολογημένη, διότι τόσας ὑπηρεσίας προσέφερεν ὁ Σύλλογος οὗτος ἕως τώρα, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη θὰ ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Μπουρνιᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς μονῆς Γαλατάκη.
§26Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐγένετο.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται. Ὁ κ. Λ. Περρωτῆς.
§28Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ κ. Σπ. Τζάμαλη. Ὁ συμπολίτης μου οὗτος φαρμακοποιός, ἐν ζητεῖ διὰ τῆς ἀναφορᾶς, ὅπως τῷ ἀπονεμηθῇ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας. Οὐδένα διαφεύγει ὅτι μέγα μέρος τῆς Ἑλλάδος μαστίζεται ὑπὸ ἑλωδῶν πυρετῶν, ἐξ ὧν ἀποθνήσκουσι κατ’ ἔτος πολλοί, πλεῖστοι. Ὁ συμπολίτης μου οὗτος ζητεῖ νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας καὶ νὰ τῷ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐκμετάλλευσις φαρμάκου, περὶ οὗ ὑπάρχουσι πιστοποιητικὰ πλείστων καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ὡς τοῦ Λιβιεράτου, τοῦ Μπένση, τοῦ Χρηστομάνου, τοῦ Μακᾶ, τοῦ Ζαΐμη, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται ὅτι εἶναι πλέον ἢ ἱκανοποιητικὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ φαρμάκου αὐτοῦ. Φρονῶ ὅθεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξετάζων τὰ ἐν τῇ αἰτήσει ἀναγραφόμενα καὶ πειθόμενος περὶ τῆς ἀκριβείας τούτων, θέλει ἀσφαλῶς εἰσαγάγει σχέδιον νόμου περὶ παροχῆς τοῦ τοιούτου προνομίου, τὸ ὁποῖον ἂν δὲν πρόκειται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τῆς νόσου αὐτῆς, ἡ ὁποία μαστίζει τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ἀσφαλῶς θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν κατ’ ἔτος προσβαλλομένων ἀτόμων. Νομίζω ὅτι καὶ ἂν δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ συντελεσθῇ ἡ ἐξυγίανσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ εἰρημένη ἀναφορὰ ἀξία πάσης προσοχῆς καὶ ἐκτιμήσεως.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἀπών. Ὁ κ. Δ. Μαλλιόπουλος ἐρωτᾷ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διατί ὁ ἀναλαβὼν πρὸ μηνῶν τὴν κατασκευὴν τοῦ μικροῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ Μπελέτσι τοῦ νομοῦ Τρικκάλων ἐργολάβος, δὲν κάμνει ἔναρξιν τῆς ἐργασίας πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης.
§30Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχει ἐγκριθῆ ἡ πίστωσις καὶ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἐκτέλεσις. Ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ὅτι δὲν ἤρχισεν ἐζητήθησαν τηλεγραφικῶς πληροφορίαι παρὰ τοῦ νομομηχανικοῦ.
§31Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν γίνῃ ἡ ἔναρξις τώρα, φθάνει ὁ χειμὼν καὶ οὔτε μετὰ δύο ἔτη θὰ συντελεσθῇ ἡ κατασκευὴ τοῦ τμήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον διευκολύνει τὴν συγκοινωνίαν δύο δήμων.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Κατσιμπίρης καὶ Β. Ῥοῦφος ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ποίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τέλους θὰ λάβῃ ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ χωρίου Καμαρῶν τοῦ δήμου Ἐρινεῶν μετὰ τῆς δημοσίας γεφύρας, δι’ ἣν πρὸ ἐτῶν τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησεν ἑκατοντάδα χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἔχουσι καταδικασθῆ τὰ χωρία Καμάραι, Ζόργια, Προβοδός, Σαλμενῖκος εἰς ἀποκλεισμὸν παντελῆ, ἀφοῦ ἡ δαπάνη κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρὸ δύο ἐτῶν μελέτην τοῦ κ. Νομομηχανικοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἶναι ἐλαχίστη, ἤτοι 3,500 δραχμαί.
§33Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Προεκηρύχθη δημοπρασία διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων αὐτῶν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἐνηργήθη ἀνάκρισις πρὸς πειθαρχικὴν καταδίωξιν κατὰ τοῦ ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Πύργου ὑπηρετοῦντος ἐνωμοτάρχου Σπ. Καρύδα, ἐπὶ διαφόροις κατὰ πολιτῶν ἐκβιάσεσιν, ἂν ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς διὰ ταύτας καὶ ἂν ἀποδεικνυομένου ὅτι ὑπέπεσεν οὗτος εἰς ἐγκλήματα, παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα.
§35Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς δὲν ἔχει εἴδησιν περὶ καταδιώξεως ἀφορώσης τὸν ἐνωμοτάρχην διὰ πράξεις ἀναγομένας εἰς τὴν ἀστυνομίαν Πύργου καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μοὶ δώσῃ οὐδεμίαν πληροφορίαν. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τηλεγραφικῶς πληροφορίας ἀπὸ τὴν ἀστυνομικὴν διεύθυνσιν Πατρῶν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ, διατί, ἐνῷ ὑπάρχουσι κεναὶ θέσεις εἰς τὸ σῶμα τῶν φαροφυλάκων, δὲν συμπληροῦνται αὗται, ἐνῷ φύλακες καὶ ἐπιστάται ἔχουσι τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα, καθὼς οἱ φύλακες Α. Ἀργυρὸς καὶ Θ. Κασίμης τοῦ φάρου Ὀθωνῶν, οἵτινες ἔχουσι πλέον τῆς πενταετίας εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν, ὁ Γ. Κασίμης τοῦ αὐτοῦ φάρου καὶ Δ. Μηλιώτης τοῦ φάρου Ἀντιπάξων πλέον τῆς ἑξαετίας καὶ ὁ Σ. Λέκας τοῦ φάρου τῆς Παναγίας τῶν Παξῶν πλέον τῆς τετραετίας καὶ πρὸς τούτοις ὁ τελευταῖος οὗτος ἔχει ὑπηρετήσει καὶ περὶ τὰ δύο ἔτη μὲ βαθμὸν ἀνώτερον ἐκείνου, ὃν ἤδη κατέχει.
§37Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἐκρίθη σκόπιμον νὰ γίνῃ προαγωγὴ αὐτῶν, διότι πρόκειται νὰ καταρτισθῇ πίναξ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ γίνωνται οἱ προβιβασμοί. Ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος γίνεται ὁ πίναξ καὶ θέλει ληφθῆ πρόνοια καὶ περὶ ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων δικαίως ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτής.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος ἐρωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐὰν σκέπτωνται νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ χωρίου Νεοχωρίου, τοῦ δήμου Φαρκαδόνας, οὗτινος λήγει τὸ προσύμφωνον τὴν 23 Μαρτίου ἐ. ἔ., ἢ νὰ χορηγήσωσι τὴν ἐγγύησιν δυνάμει τοῦ νόμου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ νὰ καταβάλῃ αὐτὴ τὸ συμπεφωνημένον ποσόν.
§39ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἀπάντησιν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Ῥεβύνθης καὶ Ι. Μπρισιμιτζάκης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτηται νὰ προβῇ εἰς προβιβασμοὺς εἰς τὸν κλάδον τῶν τεχνιτῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, διότι δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ὁ μόνος κλάδος, ὅστις, ἐνῷ μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του, ἐν τούτοις εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προβιβασμοῦ ἔχει παροραθῇ.
§41Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐντὸς τοῦ τρέχοντος μηνὸς θὰ γίνωσιν αἱ προαγωγαί, αἱ ὁποῖαι ἐπεβραδύνθησαν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσιν ὅλαι αἱ διατυπώσεις τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ὁ νόμος.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἀπών. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἀπέγινεν ἡ κληρονομία τοῦ ἐν Ἁγίῳ Λουδοβίκῳ τῆς Ἀμερικῆς ἀποβιώσαντος πρὸ τριῶν ἐτῶν Διον. Ἀβούρου, ἀφοῦ οἱ ζητηθέντες ὑπὸ τοῦ Προξένου ἐν Πύργῳ τῆς Ἠλείας κληρονόμοι αὐτοῦ ὑπέβαλον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῶν ὡς κληρονόμων προσήκοντα ἔγγραφα καὶ διατί δὲν ἀπαντᾷ ὁ ἐν Ἁγίῳ Λουδοβίκῳ Πρόξενος εἰς τὰς περὶ κληρονομίας ταύτης διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου.
§43Γ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διέταξα ἤδη.
§44Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἀπὸ τριετίας καὶ ὁ πρόξενος οὐδὲν ἔτι ἀπήντησεν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ λάβῃ, εἰ δυνατόν, μέριμναν, ὅπως περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις αὐτή.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν σκέπτηται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ν’ ἀφομοιῶνται οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν τοῖς κατωτέροις βαθμοῖς πάσης προελεύσεως μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο πολέμων, καθ’ οὓς καὶ ἡ δρᾶσις τῶν εὐεργετικῶν λεγομένων ὑπῆρξεν ἐφάμιλλος τῶν λοιπῶν.
§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Νομίζω ὅτι τρὶς ἤδη ἠρωτήθην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν οὐδεμίαν δύναμαι ν’ ἀναλάβω εὐθύνην.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβάς. «Ἐρωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν 1) πῶς δικαιολογεῖται ὁ ἐργοδηγὸς Καλαβρύτων, ὅστις εἰσέτι δὲν ὑπέβαλε τὴν μελέτην διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Σοπωτοῦ, ἐφ’ ὅσον μάλιστα πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους ἔχει παραγγελθῆ ἀπὸ τὸ ἀρχιτεκτονικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας· καὶ 2) νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ πόσον διετάχθη ἡ μελέτη διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Κερτώζης, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, παρεχωρήθη τὸ οἰκόπεδον ἐφ’ οὗ τοῦτο θέλει ἀνεγερθῆ».
§48Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἀναβάλλω τὴν ἀπάντησιν δι’ αὔριον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς περιορισμὸν τῆς ἐπιδημικῆς μηνιγγίτιδος, τῆς κατακλυσάσης ὅλα τὰ χωρία τοῦ δήμου Λευκιμμαίων τῆς Κερκύρας».
§50Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τῆς ἐνσκήψεως τῆς ἐπιδημίας ἀπεστάλησαν ἑκατὸν φιαλίδια ἀντιμηνιγγιτικοῦ ὀροῦ πρὸς χρῆσιν τῶν ἐχόντων ἀνάγκην ἀσθενῶν. Βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν θ’ ἀμελήσῃ οἱονδήποτε μέτρον νὰ λάβῃ.
§51Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ καλλίτερον εἶναι ν’ ἀποστείλητε ἕνα ὑγειονομικὸν ἐπιθεωρητήν, διότι καθ’ ἑκάστην συμβαίνουσι δύο καὶ τρία κρούσματα, ἐν δὲ τῇ Λευκίμμῃ ὅλα τὰ χωρία ἔχουσι κατακλυσθῆ ἀπὸ μηνιγγίτιδα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν σκέπτηται νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως οἱ ἐπίστρατοι ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κατὰ τὰ ἔτη 1912 καὶ 1913».
§53ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπήντησα ἐπανειλημμένως, ἴσως δικαίως, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ὅτι θὰ προνοήσω καὶ θὰ ὑποβάλω σχετικὸν νομοσχέδιον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν σκέπτηται νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν βραχυπροθέσμων παραγραφῶν.
§55Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς ἑτέραν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐβοίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπήντησα, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίον πάσης παρατάσεως τῶν βραχυπροθέσμων παραγραφῶν, διότι ἀναιρεῖται ἡ ὑπόστασις αὐτὴ τοῦ νόμου διὰ τῶν παρατάσεων τούτων. Δὲν ἀποκρύπτω δὲ τὴν ἰδέαν μου ὅτι ἡ παράτασις ζητεῖται πρωτίστως ὑπὸ τῶν ἐχόντων πεπαλαιωμένας πιστώσεις, οἵτινες διστάζουσι νὰ λάβωσι τὴν ἡρωικὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ διαγράψωσι τὰς πιστώσεις ταύτας ἀπὸ τὰ κατάστιχά των ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐλπίδος ἄλλων εἰσπράξεων, τὸ μόνον δὲ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξεταστέον, εἶναι ἂν δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ δικαιοστασίου δύναται νὰ παραταθῇ εἰσέτι ἐπ’ ὀλίγον ἡ ὑφισταμένη ἀναστολή, ὅπερ εἶναι ζήτημα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§56Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ δοθῇ μία μικρὰ παράτασις, ἐπειδὴ λόγῳ τοῦ δικαιοστασίου δὲν ἠδυνήθησαν πολλοὶ νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀπαιτήσεών των.
§57Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐδόθη τετράμηνος παράτασις μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ δικαιοστασίου.
§58Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἂς δοθῇ μικρά τις ἀκόμη.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ οἱ μόνιμοι ἀνθυπασπισταὶ οἱ ὁποῖοι κατόπιν ἐξετάσεων κατετάχθησαν εἰς τὸν ἐπικυρωθέντα κατὰ Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον 1912 πίνακα».
§60ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος δὲν ὑπήχθησαν, διότι κατόπιν δηλώσεων αὐτῶν ἐξῆλθον τῆς μονιμότητος ἐπὶ τῇ βάσει διατάξεως τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐξέλθωσι.
§61Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναί τινες οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδήλωσαν ὅτι ἐξέρχονται τῆς μονιμότητος.
§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ πάλιν ὑπήχθησαν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ καθορίσητε τὰ ὀνόματα ἵνα ἐξετάσω.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν εὐαρεστούμενον νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: εἶναι· 1) ἀληθὲς ὅτι οἱ ἀπολυόμενοι ἔφεδροι τοῦ 1910 ἀπολύονται, ἀφοῦ παραδώσωσι τὰ ἐνδύματά των, ἅτινα ἀντικαθίστανται μὲ ῥάκη; 2) Τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς στρατωνισμὸν τοῦ στρατοῦ ἐν Βεροίᾳ, Βοδενοῖς καὶ Γεννιτσοῖς μετὰ τὴν διαταγὴν τῆς παραδόσεως τῶν σχολείων, ἐν οἷς ἐστρατωνίζοντο; Ἐξευρέθησαν κατάλληλα οἰκήματα; Ὑπάρχουσι τοιαῦτα;»
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐρωτήσεως ἀπαντῶ ὅτι κατὰ τὰς ὁδηγίας τοῦ Ὑπουργείου, ὁσάκις οἱ ἀπολυόμενοι δὲν ἔχουσι πρόχειρα ἰδικά των ἐνδύματα, δίδεται εἰς αὐτοὺς ἱματισμὸς στρατιωτικός. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν ὁ ἱματισμὸς τὸν ὁποῖον φέρωσιν εἶναι καινουργής, ἀνταλλάσσεται μὲ παλαιότερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος δὲν δύναμαι σήμερον ν’ ἀπαντήσω.
§65Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι, κύριοι Βουλευταί, θλιβερόν, ἀφοῦ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ὑπηρέτησαν τὴν Πατρίδα οἱ τοῦ 1910 κληρωτοί, ἤδη ὅτε ἀπολύονται νὰ γυμνῶνται καὶ μάλιστα ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπου τὸ ψῦχος εἶναι δριμύτατον καὶ γυμνοὶ νὰ κινδυνεύωσιν ἤδη ἐκ τῆς ἀβελτερίας τῆς Πολιτείας, τολμῶ νὰ εἴπω. Διατί δὲ τοῦτο; Διὰ μίαν χλαίνην ἡ ὁποία δὲν ἀξίζει πλειότερον τῶν πέντε ἢ 6 δραχμῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι φοβερὸν αὐτό· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τετραετίαν ὑπηρέτησαν τὴν Πατρίδα ν’ ἀμείβωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὑπὸ τῆς Πολιτείας.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Φλέσσας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ, ἐὰν θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ σειρᾶς τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀνθυπασπιστῶν τῆς χωροφυλακῆς ἤδη μαθητῶν τοῦ Σχολείου τῶν Ὑπαξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., ἀπέναντι τῶν τυχὸν προαχθησομένων εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου, ἀνθυπασπιστῶν τῆς χωροφυλακῆς, διαρκούσης τῆς φοιτήσεως τούτων ἐν τῷ σχολείῳ, ὡς καὶ ἀπέναντι τῶν προσεχῶς εἰσαχθησομένων 35 ἐνωμοταρχῶν τῆς χωροφυλακῆς, ἔχων ὑπ’ ὄψει ὅτι οἱ ἀνωτέρω 9 ἤδη μαθηταὶ ηὐδοκίμησαν εἰς τὰς διὰ τὸ σχολεῖον ἐξετάσεις των ἀπὸ τοῦ ἔτους 1912, εἰς ὃ δὲν εἰσήχθησαν λόγῳ τῆς κηρύξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ συνεπῶς δικαιοῦνται προστατευτικοῦ μέτρου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλήφθη πρόνοια διὰ νομοσχεδίου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐστ. Βελλιανίτης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί σκέπτεται νὰ διατάξῃ διὰ τοὺς προβιβασθέντας ὑπαξιωματικοὺς εἰς ἀνθυπασπιστὰς τὴν 28ην Ἰουνίου 1913, ἵνα μὴ οὗτοι ἀπολέσωσι τὴν ἀρχαιότητά των ἐν περιπτώσει μονιμοποιήσεως τῶν ἐφέδρων ἀνθυπολοχαγῶν κατὰ πολὺ νεωτέρων των.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀκόμη καταλήξει εἰς οὐδεμίαν ὡρισμένην ἀπόφασιν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ντολιόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν· 1) διατί εἰσέτι δὲν ἀνασυνέστησε τοὺς ἀστυνομικοὺς σταθμοὺς Λιγουδίτσης καὶ Μεθώνης, ἡ μὴ ἀνασύστασις τῶν ὁποίων δίδει τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα νὰ ὀργιάζωσιν εἰς βάρος τῶν κατοίκων τῶν εἰρημένων πόλεων, καὶ 2) διατί δὲν ἀποστέλλει τηλεγραφητὴν εἰς τὴν Λιγουδίτσαν τῆς Τριφυλίας, ἥτις μένει ἄνευ τηλεγραφητοῦ πρὸ πολλῶν μηνῶν, παραβλαπτομένων οὕτως οὐσιωδῶς τῶν πολλαπλῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων τῆς πόλεως καὶ τοῦ ἐμπορίου αὐτῆς».
§71Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἔλλειψις προσωπικοῦ εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἀνασυνεστήθησαν εἰσέτι οἱ ἀστυνομικοὶ σταθμοί, περὶ ὧν ἡ ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ. Λόγος δὲ παρόμοιος ἐμποδίζει καὶ τὴν ἀποστολὴν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ντολιόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν· 1) ἐὰν ὁ ἐν ἐκστρατείᾳ χρόνος ὑπηρεσίας τῶν κριθησομένων ἱκανῶν πρὸς μονιμοποίησιν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν θέλει ὑπολογισθῆ ἁπλοῦς ἢ διπλοῦς, καὶ 2) πότε θὰ ἔχωσιν οὗτοι δικαίωμα πρὸς προβιβασμόν».
§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ὁ ἐν ἐκστρατείᾳ χρόνος ὑπηρεσίας θεωρεῖται χρόνος διπλοῦς καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωσι δικαίωμα οἱ μονιμοποιηθησόμενοι ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ πρὸς προβιβασμόν, ὅταν συμπληρώσωσι τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον χρόνον, ὑπολογιζομένου διπλοῦ τοῦ ἐν ἐκστρατείᾳ διανυθέντος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πότε σκέπτεται νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ Β. Διάταγμα περὶ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν διαφόρων σιδηροδρομικῶν καὶ τροχιοδρομικῶν ἑταιρειῶν, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ΔΚΗʹ (4028) περὶ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρομικῶν καὶ τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων, ἀφοῦ ὄχι μόνον ἡ ἑξάμηνος προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπεχρεοῦντο αἱ ἑταιρεῖαι νὰ ὑποβάλωσιν σχέδια κανονισμοῦ παρῆλθεν, ἀλλὰ παρῆλθε καὶ πλέον τοῦ 1–1½ ἔτους ἀκόμη ἀπὸ τῆς προθεσμίας ταύτης».
§75Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ὑπηρεσία κατήρτισεν ἐντελῶς τὰ σχέδια τῶν διαγραμμάτων καὶ τὰ ὑπέβαλεν εἰς τὰς σιδηροδρομικὰς ἑταιρείας καὶ εἰς τοὺς συνδέσμους τῶν σιδηροδρομικῶν καὶ τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων ἵνα ἀνακοινώσωσι τὰς γνώμας των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι ἀνεστάλησαν λόγῳ τοῦ πολέμου. Κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον ἐπανελήφθησαν αἱ σχετικαὶ ἐργασίαι, αἵτινες καὶ ἐξακολουθοῦσι.
§76Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἶναι γνωστόν, διὰ τοῦ νόμου ΔΚΗʹ τοῦ 1912 ὡρίσθη ὅτι πᾶσα ἑταιρεία σιδηροδρομικὴ καὶ τροχιοδρομικὴ ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ μίαν ἑξαμηνίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου σχέδιον κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας της ἐν γένει, ἰδίως δὲ τῶν ὡρῶν ἐργασίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ τοὺς ὅρους τῆς προσλήψεως, ἀπολύσεως καὶ τῆς ἐπ’ αὐτοῦ πειθαρχικῆς ἐξουσίας τῆς ἑταιρείας. Μετὰ τὴν πάροδον τοῦ ἑξαμήνου τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συντάξῃ αὐτὸ τοὺς κανονισμούς, ἀφοῦ ἐρωτήσῃ ἑκάστην ἑταιρείαν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς. Τοῦτο ἐγένετο, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἀνεκοίνωσεν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους χωριστὸν κανονισμὸν διὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας καὶ ἀναπαύσεως καὶ χωριστὸν κανονισμὸν διὰ τὰς λοιπὰς σχέσεις τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὴν ἑταιρείαν. Διὰ τὸ πρῶτον μέρος ἀπεφάνθη καὶ ὁ Σύνδεσμος τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1912 καί τινες τῶν ἑταιρειῶν, ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν ὑπεβλήθη οὐδὲν σχέδιον Β. Διατάγματος πρὸς ὑπογραφὴν οὔτε ἐδημοσιεύθη μέχρι τοῦδε ἕνεκα τούτου ἐξακολουθοῦσιν οἱ ὑπάλληλοι τῶν διαφόρων σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν οὗτοι νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ 15 καὶ 16 ὥρας τὴν ἡμέραν. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐντείνῃ τὴν ἐνέργειάν του ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ σύνταξις τῶν κανονισμῶν τούτων καὶ δημοσιευθῶσι τὰ σχετικὰ Διατάγματα. Προσθέτω δὲ καὶ τοῦτο ὅτι ἡ ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς οὐδέποτε συνέταξε κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας της, ἀλλὰ τοιχοκολλᾷ καθ’ ἡμέραν ἀνὰ μίαν ἐγκύκλιον, αἱ ἐγκύκλιοι δὲ αὗται οὐδέποτε κωδικοποιηθεῖσαι ἀπαρτίζουσι τὸν κανονισμὸν τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι, ὡς εὐνόητον, δὲν δύνανται νὰ ἐνθυμῶνται ὅλας τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὰς τοιχοκολλουμένας ταύτας ἐγκυκλίους καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχομεν καθημερινὰ παράπονα τῶν ὑπαλλήλων καὶ διαρκῶς συγκρούσεις αὐτῶν πρὸς τὴν ἑταιρείαν. Διὰ νὰ λείψωσι τὰ ἄτοπα ταῦτα παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1912 μένει νεκρός, μένει χάρτης ἄγραφος ἀπέναντι τῶν πανισχύρων ἑταιρειῶν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ἠλ. Κοπανίτσας καὶ Π. Κοσονάκος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ αὐτούς, ἂν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν του ἀναφορά, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου καθειργμένοι κατάδικοι ἐκ τοῦ νομοῦ Λακωνίας παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν τούτων, ὡς μεροληπτοῦντος ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του καὶ τὰ αὐστηρότερα καὶ καταθλιπτικώτερα κατ’ αὐτῶν ἀποκλειστικῶς μετερχομένου μέτρα, ἕνεκα συμπαθειῶν αὐτοῦ πρὸς ἄλλους καταδίκους, μεθ’ ὧν οἱ ἀναφερόμενοι περιῆλθον εἰς μικροέριδας· ἂν διέταξε τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς βασιμότητος τῶν παραπόνων τούτων, καὶ τὴν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τιμωρίαν τοῦ ἐπιστάτου».
§78Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀναφορὰ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου καθειργμένων καταδίκων ἐκ τοῦ νομοῦ Λακωνίας δὲν περιῆλθε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Εὐθὺς ὡς περιέλθῃ αὕτη, ἀμέσως θὰ διατάξω ἀνακρίσεις.
§79ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Νὰ λάβητε παρακαλῶ ὑπ’ ὄψιν τὰ διατυπούμενα διὰ τῆς ἐρωτήσεώς μας, κ. Ὑπουργέ, παράπονα καὶ νὰ διατάξητε μίαν διοικητικὴν ἀνάκρισιν, διὰ νὰ περισταλῶσιν αὐτὰ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ὡς διατυποῦνται εἶναι φοβερά.
§80Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκτεθειμένων διὰ τῆς ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. Βουλευτῶν δύναμαι νὰ διατάξω ἀνακρίσεις, ἀλλὰ θὰ εἶχον μᾶλλον ἐμπεριστατωμένα γεγονότα, ἐὰν εἶχον καὶ τὴν ἀναφοράν.
§81Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον μακροσκελεστάτην ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ παριστάνουσι τὴν κατάστασιν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὡς ἀφόρητον λόγῳ τῆς στάσεως τοῦ ἐπιστάτου, ἡ ὁποία εἶναι μεροληπτική. Παρακαλῶ τηλεγραφικῶς νὰ διατάξητε νὰ γίνωσιν ἀνακρίσεις, διότι εἶναι ὁ μόνος ἐπιστάτης, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ μεταξὺ τῶν διαφόρων μερίδων διαφόρους ἔριδας, ἀντὶ νὰ προσπαθῇ νὰ καθησυχάζῃ τὰ πράγματα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ Βουλευτὴς κ. Σ. Σακελλαριάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνας λόγους ἀνεκλήθη εἰς ἐνέργειαν ὁ ἀποστρατευθεὶς ὑποφροντιστὴς Κοκκώνης καὶ ἐτοποθετήθη λιμενάρχης Καβάλλας. Νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς ἀποστρατεύσεώς του».
§83Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δυστυχῶς, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσιν ἄλλα ἔγγραφα, διότι δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦτα· τὰ ὑπάρχοντα ἔγγραφα τὰ κατέθεσα. Ὁ ὑποφροντιστὴς Κοκκώνης ἀνεκλήθη, διότι ὑπῆρχεν ἐπείγουσα ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ Κράτους καὶ παρέστη ἀνάγκη νὰ ἀνακληθῶσί τινες ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποστρατευθῆ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ὑποφροντιστὴς Κοκκώνης ἐκηρύχθη δὶς στάσιμος, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ κατόπιν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως ὅτι ἡ ὑπηρεσία ὑπευθύνως μοὶ συνέστησεν ὅτι ὁ ὑποφροντιστὴς Κοκκώνης ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι χρήσιμος, ὅπως πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην τῆς ὑπηρεσίας, δὲν προέρχεται δέ τι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος αὐτοῦ ὡς ἐκτάκτου.
§84Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν κατατίθεντο αἱ ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν περὶ τοῦ ὑποφροντιστοῦ Κοκκώνη, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὴν ἀποστρατείαν αὐτοῦ, θὰ ἀπεδεικνύετο ὅτι κακῶς ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπεμακρύνθη, δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἐπαναφορὰν αὐτοῦ καὶ δὴ τὸν διορισμόν του εἰς τὴν θέσιν τοῦ λιμενάρχου.
§85Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σᾶς παρεκάλεσα καὶ ἰδιαιτέρως, κύριε Συνάδελφε, νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν γνωρίζητε πληροφορίας τινὰς περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν αὐτὸν εἰς ἀποστρατείαν. Εἶναι δέκα ἡμέραι τώρα, καθ’ ἃς ἀναζητῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἄλλα ἔγγραφα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ δὲν εὑρίσκω τοιαῦτα.
§86Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις τῶν προϊσταμένων του καὶ ἐτέθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν τὰ ἐρωτήματα εἰς δύο Συμβούλια, καὶ τὰ δύο δὲ ταῦτα Συμβούλια ἀπεφάνθησαν ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς πρέπει νὰ μείνῃ στάσιμος, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νεωτέρου νόμου τοῦ 1913 ἀπεστρατεύθη ἢ μᾶλλον ἐξεκαθαρίσθη ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος. Λοιπὸν τοιοῦτον ἐκκαθαρισμένον ἀξιωματικὸν εἴχετε ὑποχρέωσιν νὰ μὴ τὸν ἐπαναφέρητε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ δώσητε μάλιστα εἰς αὐτὸν τὴν θέσιν τοῦ λιμενάρχου τῆς Καβάλλας. Θέλω νὰ σᾶς ἀποδώσω ἠθικὴν εὐθύνην μᾶλλον παρὰ νομικήν.
§87Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀνεκλήθη ἐντελῶς προσωρινῶς. Ὅταν θὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ Σώματος, ὁ ἀνακληθεὶς δὲν θὰ ἔχῃ θέσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ δὲν θέλω νὰ προσάψω εἰς αὐτὸν πλέον τι ἢ ὅ,τι εἶπον, ὅτι ἐκηρύχθη δηλαδὴ στάσιμος καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις δὲν ἀναφέρει τὸν λόγον τῆς στασιμότητος. Ἡ ὑπηρεσία λέγει ὅτι ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάκλησις αὐτοῦ προσωρινῶς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, ἀφοῦ περιῆλθον εἰς γνῶσίν σας αἱ ἐκθέσεις αὗται, ἄρα καὶ τὸ περιεχόμενον, νὰ μοὶ ὑποβάλητε τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν, διὰ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, διότι δὲν δύναμαι νὰ πράξω πλέον τι.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Γκλαβᾶς συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία λάβῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα ἀντιπλημμυρικὰ μέτρα διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ χειμάρρου Λεύκα τῶν Πατρῶν, καθότι ὡς ἐκ τῶν ἐτησίων θεομηνιῶν καταστρέφονται πολλαὶ χιλιάδες σταφιδαμπέλων, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπέρχονται ἀνυπολόγιστοι ζημίαι εἰς τὸν κτηματικὸν κόσμον».
§89Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πρόκειται περὶ ἔργου μεγίστης σπουδαιότητος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ ἐλλείψει πιστώσεως.
§90Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ ἔργον ἔχει προϋπολογισθῆ εἰς δραχμὰς 4,500. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ νὰ δαπανήσῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ περιουσίαν χιλιάδων δραχμῶν. Πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος γνωρίζουσιν ὅτι κινδυνεύει τόσον μεγάλη περιουσία κτηματιῶν, ὅσον καὶ χωρίον τι ἐγγὺς κείμενον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ φεισθῇ τόσον εὐτελοῦς ποσοῦ.
§91Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αἱ πληροφορίαι μου εἶναι εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς πληροφορίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Ἐὰν πρόκειται περὶ τόσον μικροῦ ποσοῦ, βεβαίως θὰ γίνῃ.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς Βουλευτὴς κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων εἰς ὁδοὺς καὶ τηλεφωνικὰς γραμμὰς ἀπὸ Καλαβρύτων μέχρι Μάνεσι, Πλατάνου, Φίλια, Λυκούρια, Βλασίας, Σοπωτοῦ καὶ Λειβαρτζίου, διότι, ὡς μὴ ὤφελεν, ἡ ἐπαρχία αὕτη εἶναι μόνη ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἥτις εὑρίσκεται ἐν πρωτογενεῖ καταστάσει καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ἐπιστεύετο ὅτι ἔχει ἀποξενωθῆ τῶν συμπαθειῶν τῆς πολιτείας, ἵνα μή τις εἴπῃ βαρυτέραν φράσιν».
§93Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αἱ ὁδοὶ Μάνεσι, Πλατάνων, Φίλια Λυκούργια καὶ Βλασίας περιλαμβάνονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν συντηρήσεων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913–1914. Αἱ ὁδοὶ Σωπωτοῦ καὶ Λιβαρτζίου δὲν περιλαμβάνονται. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τηλέφωνον, παραπέμπω τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς ἄλλους ἀξιοτίμους Συναδέλφους, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τι ἀμέσως.
§94Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀπεκδέχομαι μετ’ εὐγνωμοσύνης καὶ εὐχαριστῶ καθ’ ὑπερβολὴν τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν δι’ ὅσα εἶπε. Δὲν θὰ ἐπεθύμουν βεβαίως νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ οἰκτρὰ κωμῳδία, ἡ ὁποία ἐγίνετο ἄλλοτε. Ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν ἐβλέπομεν σειρὰν πολλῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι διηυθύνοντο ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ῥυθμίζοντες γραμμὰς εἴτε σιδηροδρομικὰς εἴτε τηλεφωνικὰς εἴτε τηλεγραφικὰς εἴτε οἱασδήποτε ἄλλης συγκοινωνίας, μόνον καὶ μόνον ὅπως παραπλανηθῇ ὁ κόσμος. Ὅταν δὲ παρήρχετο ὁ ὀξὺς ἐκλογικὸς πυρετὸς, ἡ ἐπαρχία ἔμενεν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ πρότερον καὶ νῦν εὑρίσκεται. Εὐχαριστῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀπεκδέχομαι μετ’ εὐγνωμοσύνης, τὰ ὅσα εἶπεν, τὸν παρακαλῶ δὲ νὰ δείξῃ εὐεργετικὴν στοργὴν πρὸς τὸν λαὸν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος καλλιτέρας τύχης παρὰ ἐκείνης τῆς ὁποίας ἄλλοι νομίζουσιν ὅτι εἶναι.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Μαλλιόπουλος ἐπερωτᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ ἑξῆς: «ὁ Παπᾶς Κωνσταντῖνος, στρατιώτης τοῦ 6ου εὐζωνικοῦ τάγματος τοῦ 5ου Συντάγματος ἐκ Βραγγιανῆς τοῦ δήμου Ἀργιθέας, τραυματισθεὶς ἐν τῇ μάχῃ τοῦ Πετσόβου τὴν 7ην Ἰουλίου 1913 μετεφέρθη εἰς τὸ ἀκολουθοῦν χειρουργεῖον, ὅπου κατὰ πληροφορίας δοθείσας παρὰ συναδέλφων του ἀπεβίωσεν ἐκ τοῦ τραύματος. Ἡ διοίκησις τοῦ Συντάγματός του ἐρωτηθεῖσα παρὰ τῆς οἰκογενείας του ἀπήντησεν ἐγγράφως ὅτι ἀγνοεῖται ἡ τύχη του. Ἐπίσης ὁ στρατιώτης Ξηροτύρης Γεώργιος τοῦ Ἀποστόλου τοῦ 4ου πεζικοῦ Συντάγματος τοῦ 11 λόχου τῆς Αʹ Μεραρχίας ἀπωλέσθη ἔν τινι μάχῃ καὶ ἀσφαλῶς ἐφονεύθη κατὰ πληροφορίας συναδέλφων του· καὶ τούτου ἡ διοίκησις τοῦ Συντάγματός του δὲν πιστοποιεῖ τὸν ἐν πολέμῳ φόνον του. Παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ τὰ οἰκεῖα σώματα τῶν ἄνω φονευθέντων ὁπλιτῶν, ἵνα χορηγήσωσι τὰ ἀναγκαιοῦντα πιστοποιητικὰ τοῦ φόνου αὐτῶν ἐν πολέμῳ».
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διετάχθη ἡ διεξαγωγὴ ἀνακρίσεων ἵνα βεβαιωθῶσι τὰ γεγονότα, τὰ ἀναφερόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ μετὰ τὸ πόρισμα αὐτῶν θὰ γίνῃ ἡ δέουσα ἐνέργεια.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Σ. Τσακόπουλος, Σ. Σακελλαριάδης, Ε. Δηλιγιάννης, Ν. Λεωνίδας, Α. Κανάρης, Κ. Σοκόλης, Θ. Τ. Μπασιᾶς, Μ. Στελλάκης, παρατηροῦσιν ὅτι οὐχὶ μέγας ἀριθμὸς ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς φοιτηταὶ κληρωτοὶ ἐσπούδασαν καὶ ἐξῆλθον ὡς ἀξιωματικοὶ ἀπὸ τὴν σχολὴν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, καίτοι ἐζήτησαν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστράτευσιν καὶ τὸν πόλεμον νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ ὑγειονομικὸν σῶμα δὲν εἰσηκούσθησαν, ἀλλὰ κατετάχθησαν ὡς μάχιμοι εἰς ἃ ὅπλα εἶχον τοποθετηθῆ ὡς ἔφεδροι ἀξιωματικοί, ἐξετέλεσαν δὲ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου τὴν μάχιμον ὑπηρεσίαν ὡς κύριον ἔργον, οἱ πλεῖστοι ὅμως τούτων ἐξετέλουν κατὰ τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν πρόχειρον ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τῶν σωμάτων. Ἤδη προκειμένου νὰ μονιμοποιηθῶσιν οἱ ὑπηρετήσαντες εἰς τὸ ὑγειονομικὸν σῶμα ἀποκλείονται τῆς τοιαύτης μονιμοποιήσεως ἀνεξετάστως, ἂν εἶναι ἱκανοὶ ἢ ὄχι οἱ ὑπηρετήσαντες ὡς μάχιμοι, ἐνῷ δίκαιον ἀλλὰ καὶ συμφέρον εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν εἶναι νὰ μὴ ἀποκλεισθῶσι τοῦ εὐεργετήματος τῆς μονιμοποιήσεως οἱ ἐκ τῶν μαχίμων πραγματικῶς ἱκανοί, ὡς εἶναι συμφέρον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ μὴ μονιμοποιηθῶσιν οἱ ἐκ τῶν ὑγειονομικῶν ἀνίκανοι. Συνιστῶσιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν νὰ μὴ ἀδικηθῶσιν οἱ εἰς τὰ μάχιμα σώματα ὑπηρετοῦντες ἰατροὶ ἢ τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις ὅτι ἐξετέλεσαν καὶ ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ προτάσεις μονιμοποιήσεώς των εἰς τὸ ὑγειονομικὸν σῶμα ἢ καὶ προτάσεις περὶ μονιμοποιήσεως εἰς τὰ μάχιμα ὅπλα, συμπεριλαμβανομένων καὶ τούτων μεταξὺ τῶν ὑποχρέων καὶ δοκιμασθέντων πρὸς μονιμοποίησιν καὶ μονιμοποιουμένων, ἐὰν ἤθελον ἀποδειχθῆ ὅτι εἶναι πράγματι ἱκανοί».
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὰς σκέψεις τῶν ἀξιοτίμων ἐπερωτώντων. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν κατὰ τὸν πόλεμον ὡς μάχιμοι ἀξιωματικοὶ νὰ μονιμοποιηθῶσιν εἰς τὸν ἰατρικὸν κλάδον. Ἐλλείπουσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα διὰ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ γίνῃ ἡ μονιμοποίησις διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέσχον τυχὸν ἐν πολέμῳ.
§99ΣΠ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μερικοὶ ἐξ αὐτῶν, ὄντες μάχιμοι, ἐξετέλουν καὶ τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τῶν σωμάτων, εἰς τὰς ἐκθέσεις δὲ τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ σωματάρχαι των συντάξει ἀναφέρεται καὶ αὐτό. Μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον, ἀφ’ οὗ ἄλλως τε ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὸ σῶμα θὰ γίνῃ δι’ ἐξετάσεων, νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτοί.
§100ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν ὑπάρχουν ἐκθέσεις περὶ αὐτῶν ἢ ἂν ἀπεσπάσθησαν κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ τὸ ἐξετάσω.
§101ΣΠ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεσπάσθησαν εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἐξετέλουν τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν τῶν σωμάτων καὶ ὑπάρχουσι περὶ τούτου ἐκθέσεις. Τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐξετάσητε.
§102ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσω.
§103Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ σημαντικώτερον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Αὐτοὶ ὑπηρέτησαν ὡς μάχιμοι, καίτοι ἐζήτησαν κατ’ ἐπανάληψιν νὰ ἀναλάβωσιν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ καὶ ὡς μάχιμοι ὑπηρετοῦντες δὲν παρέλειψαν νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὑγειονομικάς, αἱ δὲ ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν βεβαιοῦσιν ὅτι εὐδοκίμως ὑπηρέτησαν καὶ ὡς μάχιμοι καὶ ὡς ἰατροί. Ἀφοῦ λοιπὸν συνεπείᾳ τῶν ἐκθέσεων ηὐδοκίμησαν ὑπὸ τὴν διπλῆν ἰδιότητα, δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον νὰ παραλειφθῶσι καὶ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ διαγωνισθῶσι μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἰατρούς; Παρακαλῶ νὰ τὸ ἐξετάσητε καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι.
§104ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπεσχέθην ὅτι θὰ τὸ ἐξετάσω.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαριάδης· ἀπών. Ὁ κ. Ἐπ. Δηλιγιάννης, ὁ κ. Λεωνίδας, ὁ κ. Κανάρης, ὁ κ. Σοκόλης, ὁ κ. Μπασιᾶς, ὁ κ. Στελλάκης παραιτοῦνται. Ὁ κ. Σ. Ἀναστασιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τῶν οἰκείων Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸ διετίας καὶ πλέον ψηφισθέντων νόμων ΓϠΛΔʹ περὶ ὑγιεινῆς καὶ ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν καὶ ἰκριωμάτων οἰκοδομικῶν ἐργασιῶν, ὡρῶν ἐργασίας καπνεργατῶν, ὑγιεινῆς βυρσοδεψεργατῶν καὶ ΔΚΘʹ περὶ ἐργασίας ἀνηλίκων καὶ γυναικῶν, πρὸς καθησύχασιν τῆς εὐλόγου ἀδημονίας τῶν ἐργατικῶν τάξεων».
§106ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ μὲν εἰδικὸς κανονισμὸς ὁ ἀφορῶν τὴν ὑγιεινὴν ἐν τοῖς βυρσοδεψείοις εὑρίσκεται ἤδη ὑπὸ μελέτην. Τὸ γενικὸν Διάταγμα τὸ ἐκτελεστικὸν τοῦ νόμου περὶ τῶν γενικῶν ὅρων τῆς ὑγιεινῆς καὶ ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν ἐξεδόθη, πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1913. Ὑπάρχει ἕτερον Διάταγμα περὶ ἰκριωμάτων, τὸ ὁποῖον, ἀφ’ οὗ ἐπεξειργάσθη τὸ συμβούλιον, ἐθεώρησε καλὸν ὅτι ἔπρεπε νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν Πολυτεχνικὸν Σύλλογον νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των, διότι πρόκειται περὶ ζητημάτων τελείως τεχνικῶν, καὶ ἡ γνώμη τούτων ἤθελε συντελέσει εἰς καλυτέραν διατύπωσιν τοῦ Διατάγματος. Δὲν ἔλαβον εἰσέτι τὴν γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἀναμένω. Τὸ ἄλλο Διάταγμα, περὶ ὡρῶν ἐργασίας τῶν καπνεργατῶν, εἶναι ἤδη παρεσκευασμένον, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὸ δημοσιεύσω πρὶν ἢ ζητήσω τὴν γνώμην τῶν καπνεμπόρων, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους θεωροῦμεν ὡς ἀσφαλίζοντας τοὺς ἐργάτας νὰ ἀγάγωσιν εἰς τοσαύτην πίεσιν τοῦ καπνεμπορίου, ὥστε νὰ ὑποστῇ τοῦτο οἰκονομικὸν κλονισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ἐπικίνδυνος πρὸ πάντων εἰς τοὺς ἐργάτας. Ἀναμένω λοιπὸν καὶ τὴν γνώμην αὐτῶν. Ἐννοεῖται ὅτι, ἂν ἡ ἀπάντησις αὐτῶν εἶναι τελείως ἀρνητική, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή, ἀλλὰ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μόνον καθ’ ὅσον ὑποδεικνύει ὅρους τοῦ Διατάγματος κατ’ ἐξοχὴν πιεστικοὺς διὰ τὸ ἐμπόριον, δυναμένους δὲ νὰ τροποποιηθῶσιν ἄνευ βλάβης τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Ἐπίσης ἐξεδόθη Διάταγμα τοῦ νόμου ΔΚΘʹ περὶ ἐργασίας ἀνηλίκων καὶ γυναικῶν. Τὰ πάντα, ὡς βλέπετε, σταθερῶς προχωροῦσιν, ἀλλ’ οὐχὶ μετὰ σπουδῆς ὑπερμέτρου, διότι εἶναι βλαβερὰ ἡ ὑπέρμετρος σπουδή.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαϊωάννου «συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ νομοθετικὴν μέριμναν καὶ καταστήσῃ ὀργανικὴν τὴν θέσιν τοῦ ἐθναποστόλου Σ. Ματσούκα. Ἡ πατριωτικὴ αὐτοῦ δρᾶσις καὶ αἱ διακεκριμέναι αὐτοῦ ὑπηρεσίαι, πανελληνίως γνωσταί, δικαιολογοῦσι πᾶν μέτρον τεῖνον εἰς τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τοῦ ἐμπνευσμένου ποιητοῦ, τοῦ δημιουργοῦ τῆς «Νέας Γενεᾶς», τοῦ «Λευκοῦ Σταυροῦ», τοῦ μεγάλου διαλαλητοῦ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου, τόσων ἄλλων ψυχικῶν ἀναπλάσεων τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων».
§108ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ταχέως νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς παγίας συντάξεως. (Χειροκροτήματα)
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλ. Κοπανίτσας ἀπών. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης «παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) ἂν ἐνεκρίθη ὑπ’ αὐτῆς πρόγραμμα καταρτισμοῦ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἀποβλέπον εἰς τὴν διαρκῆ ἐξασφάλισιν τῆς ἀπὸ θαλάσσης ἀμύνης αὐτῆς καὶ ποῖον τοῦτο· 2) ἂν αἱ γενόμεναι παραγγελίαι ἑνὸς καταδρομικοῦ, 4 ἀντιτορπιλικῶν καὶ δύο καταδυομένων, στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἐγκεκριμένου προγράμματος· 3) ἂν ὁ Ἑλληνικὸς στόλος ἐν τῇ παρούσῃ συνθέσει του εἶναι ἐπαρκὴς τεχνικῶς πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀπὸ θαλάσσης ἀμύνης τῆς χώρας καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1914 4) τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου, ὥστε νὰ ἀποβῇ οὗτος ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1914 ἀπὸ θαλάσσης ἄμυναν τῆς χώρας».
§110Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας δι’ ἐπερωτήσεως παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν· 1ον) ἂν ἐνεκρίθη ὑπ’ αὐτῆς πρόγραμμα καταρτισμοῦ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἀποβλέπον εἰς τὴν διαρκῆ ἐξασφάλισιν τῆς ἀπὸ θαλάσσης ἀμύνης αὐτῆς καὶ ποῖον τοῦτο· 2ον) ἂν αἱ γενόμεναι παραγγελίαι ἑνὸς καταδρομικοῦ, 4 ἀντιτορπιλλικῶν καὶ δύο καταδυομένων στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἐγκεκριμμένου προγράμματος· 3) ἂν ὁ Ἑλληνικὸς Στόλος ἐν τῇ παρούσῃ συνθέσει του εἶναι ἐπαρκὴς τεχνικῶς πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀπὸ θαλάσσης ἀμύνης τῆς χώρας καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1914· 4) τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στόλου, ὥστε νὰ ἀποβῇ οὗτος ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1914 ἀπὸ θαλάσσης ἄμυναν τῆς χώρας. Εἰς τὴν πρώτην ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ἂν ἐνεκρίθη πρόγραμμα καταρτισμοῦ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι τῳόντι ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρόγραμμα καταρτισμοῦ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας ἀνάλογον πρὸς τοὺς πόρους τῆς μεγαλυνθείσης Ἑλλάδος καὶ πρὸς τὰς κατὰ θάλασσαν πολεμικὰς αὐτῆς ἀνάγκας. Κατὰ τὸ ἐγκριθὲν πρόγραμμα ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν κτῆσιν τριῶν θωρηκτῶν τύπου «Ἀφόβου», συνυπολογιζομένου καὶ τοῦ ὑπὸ κατασκευὴν τοιούτου ἐν τοῖς ναυπηγείοις Βούλκαν. Περαιτέρω ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν κατασκευὴν τριῶν εὐδρόμων καταδρομικῶν καὶ ἀναλόγου ἀριθμοῦ μικροτέρων πλοίων. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως κατηρτίσθη καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὸν ὑπό τε τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐπιτελείου καὶ τοῦ Ἐπιτελείου τῆς Βρεττανικῆς Ἀποστολῆς, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτου ἐγένοντο αἱ μέχρι τοῦδε παραγγελίαι, ἃς δὲν κρίνει ἡ Κυβέρνησις συμφέρον νὰ ἐκθέσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος πρὸς τὴν Βουλήν, τούτου δ’ ἕνεκα οὐδὲ νὰ καταθέσῃ δύναται τὰς σχετικὰς συμβάσεις, τὰς ζητηθείσας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας. Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡσαύτως καθῆκον νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν κρίνει συμφέρον ν’ ἀπαντήσῃ σήμερον ἐπὶ τῆς τρίτης καὶ τετάρτης ἐρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, διότι νομίζει ὅτι ἡ δημοσία συζήτησις ἐν τῷ παρόντι δὲν θὰ συνέβαλλεν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς χώρας. Διαβεβαιοῖ ὅμως τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχουσα πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας καὶ οὐδεμιᾶς φειδομένη θυσίας ἔχει στερρὰν τὴν ἀπόφασιν ὅπως διατηρήσῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τὴν ναυτικὴν ὑπεροπλίαν, τὴν ὁποίαν ἐθεμελίωσεν οὐ μόνον ἡ τεχνικὴ ὑπεροχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στόλου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὸ ἀκατάβλητον θάρρος καὶ ἡ αὐτοθυσία τῶν ἀξιωματικῶν καὶ πληρωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ ὑπὸ τὴν ἔνδοξον Ἀρχηγίαν τοῦ Ἀντιναυάρχου Ἀρχηγοῦ τοῦ Στόλου τοῦ Αἰγαίου. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι κατετέθησαν τὰ λοιπὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Ἀλεξάκη ζητηθέντα ἔγγραφα, δηλαδὴ αἱ προτάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐπιτελείου καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς, αἱ χρησιμεύσασαι ὡς βάσεις πρὸς καταρτισμὸν τοῦ ναυτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἰτήσει δέκα Βουλευτῶν ἐγγράφως ὑποβληθείσῃ γενικεύεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Ζητεῖ τις τὸν λόγον; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Οὐδενὸς ζητήσαντος τὸν λόγον, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ κ. κ. Κ. Λιδωρίκης Α. Περρωτῆς «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου κληρονομίας (κληρονομικῶν τελῶν) οἱ κληρονόμοι τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων ἢ ἀποθανόντων».
§112ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ ὑποβάλω προσεχῶς νομοσχέδιον. Ὁ κ. Δ. Βρατσᾶνος. Ἀπών. Ἀναβάλλεται.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ ἐνισχύσεως τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τοῦ στρατεύματος κατὰ τὸ ἔτος 1914» διὰ τῆς ἀποσπάσεως 2500 ἀνδρῶν ἐκ τῶν Συνταγμάτων τοῦ Πεζικοῦ. Ἡ ἐπέκτασις τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους δὲν κατέστησε δυνατὸν ὅπως ἐπαρκέσωμεν οὐδὲ ἐφέτος εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως ἄνευ τῆς ἐπικουρίας δυνάμεως ἐκ τοῦ στρατοῦ παρεχομένης. Θὰ παρακαλέσω νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ παραχωρήσεως φορβάδων στρατοῦ πρὸς ἰδιώτας», ὅπερ σχετίζεται πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνδεχομένης ἐπιστρατεύσεως καὶ κρίνεται ἐνδεδειγμένον κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν, ὅπως ἐπιτραπῇ ὑφ’ ὡρισμένους ὅρους καὶ ἐγγυήσεις νὰ παραχωρῶνται ἐν καιρῷ εἰρήνης εἰς ἰδιώτας, εἰς τὴν διάθεσιν πάντοτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς ἐποχὴν ἐπιστρατεύσεως. Παρακαλῶ, ὅπως κηρυχθῇ καὶ τοῦτο κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. (Γίνονται ἀμφότερα δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν κηρυχθέντα κατεπείγοντα συναινέσει τῆς Βουλῆς). (Κατόπιν γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν Νόμων «περὶ Κυριακῆς Ἀργίας» ΓΥΝΕʹ τῆς 3 Δεκεμβρίου 1909, ΓΦΜΔʹ τῆς 22 Ἰανουαρίου 1910, καὶ ΓΧΙϚʹ τῆς 11 Μαρτίου 1910, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν). (Γίνεται ἐπίσης δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προσθέτου ταχυδρομικοῦ τέλους ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς περιθάλψεως»). (Γίνεται εἶτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐξελέγξεως τῶν πρὸ τοῦ νόμου ΓΦΚΔʹ περὶ μεταλλείων ὑποβεβλημένων αἰτήσεων παραχωρήσεως μεταλλείων, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν»). (Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκαταστάσεως οἰκονομικῶν ἀρχῶν ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις καὶ συγκροτήσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν»).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων σχεδίου νόμου «περὶ Πρεσβειῶν». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§116Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα δύο συναφῆ νομοσχέδια, ἐψηφίσθησαν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἄνευ συζητήσεως. Νομίζω ὅτι νομοσχέδια τοιαύτης σπουδαιότητος ἔπρεπε νὰ προκαλῶσιν εὐρεῖαν συζήτησιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀλλ’ ὡς συμβαίνει συνήθως, νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῶσι πρόσωπα, νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων θίγονται συμφέροντα διαφόρων ὀργάνων τῆς Πολιτείας, προκαλοῦσι τὴν ὀλιγωτέραν συζήτησιν καὶ ἀδιαφορίαν πρὸς τὴν σπουδαιότητα αὐτῶν καὶ πρὸς τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας δύνανται νὰ ἐπιφέρωσιν. Εἷς τῶν λόγων τῆς σπουδαιότητος τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἐπέρχεται καὶ ἥτις δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ ὅτι προσεγγίζει κατ’ ἔτος τὸ ἑκατομμύριον, ὥστε νὰ μὴ ὑποτίθεται ὅτι εἶναι δυνατὸν τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἂν τουλάχιστον δὲν προεκάλει τὸν ἔλεγχον τῶν ἁρμοδίων, νὰ μὴ ἐπέβαλε τὴν δήλωσιν ὅτι τυγχάνει τῆς ἐγκρίσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ χαρακτηριστικὰ καὶ τῶν τριῶν τούτων νομοσχεδίων καὶ πρὸ πάντων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν εἶναι ὅτι ἐπέρχεται αὔξησις προσωπικοῦ· ὅτι γίνεται αὔξησις μισθῶν καὶ πρὸ πάντων καταβάλλεται μέριμνα, ὅπως θεραπευθῇ ἡ ματαιότης τῶν ὑπαλλήλων τούτων τόσον τῆς προξενικῆς, ὅσον καὶ τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, δηλαδὴ καταβάλλεται μέριμνα ὅπως ἐξυπηρετηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ προσωπικοῦ τῆς προξενικῆς καὶ διπλωματικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας. Αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ ἢ μᾶλλον διαρρύθμισις ἀλλοία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἤρξατο ἀπό τινων ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ εἰσῆλθον Ὑπουργοὶ ἀνήκοντες εἰς τὸ διπλωματικὸν στάδιον, ἡ αὔξησις ὅμως, ἡ γενομένη τότε, ἢ μᾶλλον αἱ τροποποιήσεις, δὲν συναπέφερον καὶ μεγάλας δαπάνας. Ἤδη ἡ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνήκοντος εἰς τὸ διπλωματικὸν στάδιον, προτεινομένη θεραπεία μαρτυρεῖ ἄλλην μίαν ἀκόμη φορὰν ὅτι οἱ εἰδικοὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι περισσοτέραν μέριμναν πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ προσωπικοῦ, πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν ἰδικιτέρων ἀπαιτήσεων αἱ ὁποῖαι οὐδόλως συμβαδίζουσι καὶ μὲ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τὰ διάφορα ἄρθρα τῶν τριῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ παρατηρηθῶσι διάφοροι διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν ἐξοικονόμησιν τῶν τριῶν κατηγοριῶν ἀπὸ ἀπόψεως μισθοῦ, ἀπὸ ἀπόψεως αὐξήσεως προσωπικοῦ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ματαιότητος, ἀλλ’ ἡ κυριωτέρα εἶναι ὅτι πρόκειται νὰ γεννηθῇ μία τοιαύτη ἀνισότης, ἡ ὁποία κατ’ οὐδένα λόγον νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ. Γνωρίζουσιν ὅλοι ὅτι οἱ διπλωματικοὶ καὶ προξενικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὑπηρετοῦντες ἐκτὸς τοῦ Κράτους, ἀμείβονται οὐχὶ συμφώνως μὲ τὸν βαθμὸν τὸν ὁποῖον κέκτηνται, ἀλλὰ συμφωνότερον πρὸς τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι, τὰ ὁποῖα ἀναμφιβόλως συνεπάγονται ὑποχρεώσεις τοιαύτας ὥστε ἡ Πολιτεία νὰ ἀμείβῃ αὐτοὺς ἰδιαιτέρως. Γεννηθέντος ὅμως τούτου τοῦ οὐχὶ κακοῦ, γεννηθείσης αὐτῆς τῆς αἰτίας, προέκυψεν ἡ ἀνισότης τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, δηλ. ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ ἐκτὸς αὐτοῦ. Ἤδη διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, πρὸ πάντων διὰ τοῦ περὶ πρεσβειῶν, πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία τῆς ἀνισότητος αὐτῆς, καὶ δίδονται εἰς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιδόματα τοιαῦτα ὥστε νὰ μειώσωσι τὴν ἀνισότητα μεταξὺ ἀποδοχῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων ὑπηρετούντων ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, χωρὶς νὰ ληφθῇ καὶ πρόνοια ὅπως διὰ τῆς ἀποπειραθείσης ἐξισώσεως ἐπέλθῃ ἄλλη ἀνισότης μεταξὺ τμηματαρχῶν οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσιν τὰ αὐτὰ σχεδὸν καθήκοντα καὶ ἡ σπουδαιότης τῶν ὁποίων εἶναι ἴση ἂν μὴ ἀνωτέρα. Ἔχομεν τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου πρόκειται νὰ δοθῶσιν ἐπιδόματα, ὥστε ὁ μισθός των νὰ μὴ ἀναλογῇ κἂν πρὸς τὸν μισθὸν τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων τῶν ὁποίων τὸ νομοσχέδιον περὶ πρεσβειῶν αὐξάνει. Δὲν ἐλήφθη ἐπίσης πρόνοια, ὅπως ἄλλοι τμηματάρχαι τῶν ἄλλων Ὑπουργείων, ἐξασκοῦντες ἐπίσης σπουδαῖα καθήκοντα, ὅπως οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν μὴ σπουδαιότερα, διότι δὲν νομίζω ὅτι τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα διεξάγουσιν οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι σπουδαιότερα ἀπὸ τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα διεξάγουσιν οἱ τμηματάρχαι εἰς ἄλλα ὑπουργεῖα, δὲν ἐλήφθη, λέγω, πρόνοια, ὅπως οἱ τμηματάρχαι ἄλλων ὑπουργείων λαμβάνωσι τὸ ἥμισυ ἢ καὶ τὸ τρίτον τῶν ἀποδοχῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωσιν οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Διὰ τίνα λόγον; Εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ δικαιολογία τις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τμηματάρχαι διεξάγοντες τόσῳ σπουδαῖα καθήκοντα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτῶνται τόσον μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους, νὰ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι οὗτοι διεξάγουσι καθήκοντα ἥττονος σπουδαιότητος; Ἢ θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ τμηματάρχου τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι σπουδαιότερα τοῦ τμηματάρχου ἄλλου ὑπουργείου; Γεννῶμεν λοιπὸν ἀνισότητα μεταξὺ ὑπαλλήλων τῆς αὐτῆς κατηγορίας, τῆς αὐτῆς σπουδαιότητος, ὡς πρὸς τὴν ἀμοιβήν, καὶ κατὰ τρόπον τοσοῦτον ἄνισον ὥστε αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ ἑνὸς ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ἄλλου νὰ εἶναι τριπλάσιαι! Ἀλλ’ ἂν ἤθελέ τις νὰ ἐξετάσῃ τὴν γεννωμένην αὐτὴν ἀνισότητα εἰδικώτερον, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ὑπάλληλοι τῆς αὐτῆς κατηγορίας, τῆς αὐτῆς προελεύσεως, τῶν αὐτῶν καθηκόντων, ἔχουσι διάφορα δικαιώματα, διότι εὑρέθησαν νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς ἓν κτίριον οἱ μέν, εἰς ἄλλο δὲ κτίριον οἱ ἄλλοι. Προκειμένου ἐν παραδείγματι περὶ τοῦ τμηματάρχου τοῦ λογιστικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπαλλήλου ἀποσπασθέντος ἐκεῖ ἀπὸ τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι διότι ὑπηρετεῖ εἰς τὴν ὁδὸν Φιλελλήνων καὶ ὄχι εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου, διότι παραλλήλως πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας τμηματάρχας λαμβάνοντας μέγαν μισθὸν πρέπει καὶ οὗτος νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν κλάδον τῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων, λαμβάνει καὶ οὗτος τὸν αὐτὸν μισθὸν καθ’ ὃν χρόνον καὶ ἡ μόρφωσίς του καὶ ἡ ἱκανότης του καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντός του ὄχι μόνον δὲν εἶναι διαφορετικὴ τῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ ἐλαφροτέρα; Διότι ἀναμφιβόλως ἡ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων ἑνὸς λογιστοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι σπουδαιοτέρα τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα διεξάγονται εἰς τὰ ἄλλα λογιστήρια καὶ δὴ πρὸς τὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ λογιστηρίου καὶ αὐτῶν τῶν ἐλεγκτῶν καὶ τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου. Εἰς τὴν τοιαύτην δὲ ἀνάμιξιν τῶν ὑπαλλήλων ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἄλλο· λόγου γενομένου περὶ τοῦ λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται, ἂν καὶ ὁ διευθυντὴς αὐτοῦ δὲν δύναται ὑπαγόμενος εἰς τὴν γενικὴν κατηγορίαν τῶν τμηματαρχῶν νὰ γίνῃ διευθυντής, ἐξομοιούμενος δὲ μὲ τοὺς ἄλλους νὰ λάβῃ καὶ τὸν τίτλον τὸν παράλληλον, ὥστε νὰ γίνῃ μίαν ἡμέραν ἐκτελῶν καὶ διπλωματικὰ καθήκοντα νὰ εὑρεθῇ ἀπὸ διευθυντὴς διπλωμάτης, δυνάμει, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ἁγίου πνεύματος! Ἀλλ’ ἂς περιορισθῶ κυρίως εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ καὶ σπουδαιότερον, τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1913 τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπετελεῖτο ἐκ 36 προσώπων, τώρα δὲ ταῦτα ηὐξήθησαν διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου κατὰ 10, ὥστε ἔχομεν 46. Ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται αἰτίᾳ τοῦ νομοσχεδίου ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 190 χιλιάδας, ἐνῷ μέχρι τοῦδε αὕτη ὑπελογίσθη εἰς 114 χιλιάδας, ἤτοι δαπάνη ἐπὶ πλέον 76 χιλιάδων, εἰς τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν καὶ τὰς δαπάνας διὰ τοὺς μεταφραστὰς τοῦ γραφείου τοῦ τύπου, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν 10 χιλιάδων, φθάνομεν οὕτως εἰς δαπάνην αὐξήσεως προσωπικοῦ ἐπὶ πλέον προσεγγίζουσαν τὰς 90 χιλιάδας κατ’ ἔτος διὰ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ἡ δαπάνη εἶναι σημαντικωτάτη, εἶναι εἰς τὰς πρεσβείας. Ἀναμφιβόλως ἡ διπλωματικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία δὲν ἀμείβεται, ὅπως εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ ἀμείψῃ αὐτὴν καλλίτερον· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ ἐπίσης ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι δὲν ἀμείβονται καλῶς. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἄλλων ὑπηρεσιῶν διεξάγοντες σπουδαιότατα καθήκοντα, λαμβάνοντες μέχρι 480 δραχμῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον μισθὸν ἀμείβονται ἐπαρκῶς. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία φροντίζει νὰ ἱκανοποιήσῃ ἕνα μόνον κλάδον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας γεννᾷ μίαν ἀνισότητα, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ φέρῃ πολὺ δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων γενομένη δι’ ἕνα κλάδον τόσον ζωηρῶς, ὥστε νὰ ἐπέρχηται αὔξησις δαπάνης προσεγγίζουσα τὸ ἑκατομμύριον, θὰ ἦτο, λέγω, καλὸν ἡ αὔξησις ἢ ἡ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας νὰ ἀποτελέσῃ θέμα γενικώτερον, διότι παρατηροῦμεν ὅτι Ὑπουργοὶ διάφοροι, κατὰ τὰ τελευταῖα μάλιστα ἔτη, ἔχοντες ἰδιαιτέραν ἀδυναμίαν ἢ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ κλάδου των, κατώρθωσαν ὥστε νὰ γεννηθῇ μία κολοσσιαία ἀνισότης μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας καὶ σήμερον νὰ μὴ βλέπωμεν οὐδεμίαν ἄλλην τάσιν παρὰ κατὰ τίνα τρόπον ἡ γεννηθεῖσα ἀνισότης νὰ ἀρθῇ καὶ ἑπομένως νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ συμβαίνει ὥστε διαφόρων Ὑπουργείων, διαφόρων κλάδων οἱ ὑπάλληλοι, νὰ μὴ ἔχωσιν Ὑπουργοὺς δυναμένους νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δίκαια αὐτῶν ἢ μὴ θεωροῦντας ὅτι ἔφθασεν ἀκόμη ἡ πρὸς τοῦτο κατάλληλος στιγμή. Θὰ ἐνόμιζον λοιπὸν ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς ἀμοιβῆς τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, δὲν ἔπρεπεν ἑκάστοτε νὰ ὑποβάλλωνται νομοσχέδια περὶ βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων μιᾶς ἑκάστης κατηγορίας, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἀποτελέσῃ θέμα γενικὸν καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ καθορισμοῦ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, διότι, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, θὰ παρατηρήσωμεν μίαν ἀνισότητα —ἀνισότητα κολοσσιαίαν—μεταξὺ ὑπαλλήλων τῆς αὐτῆς προελεύσεως, τῶν αὐτῶν γνώσεων καὶ μὲ καθήκοντα τῆς αὐτῆς σπουδαιότητος νὰ ἀμείβωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον διαφορετικόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο δὲν ἐγένετο, ὥστε ἡ Πολιτεία νὰ φροντίσῃ περὶ ῥυθμίσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ συγχρόνως νὰ φροντίσῃ καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ προήρχετο ἡ δαπάνη αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι μὲν ὁμολογουμένη, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐξ ἅπαντος θὰ προκαλέσῃ ἀναλόγως καὶ βάρη τοῦ λαοῦ, ὅπως ἀποκτηθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται, ἀφοῦ, λέγω, τοῦτο δὲν ἐγένετο καὶ ἑκάστοτε παριστάμεθα ἐδῶ μάρτυρες τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων γεννῶνται ἀνισότητες, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον μέχρι πρό τινων ἐτῶν, πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν ἐν γένει τῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων. Ἀποτόμως προτείνεται δαπάνη διὰ τὰς πρεσβείας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 480.000, δραχμῶν, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 3 ἡ δαπάνη τοῦ ἐνοικίου διὰ δέκα καὶ πέντε πρεσβείας, ἐὰν ὑπολογισθῇ μόνον εἰς 15.000 κατ’ ἔτος, κατὰ μέσον ὅρον — ποσὸν τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅτι ὑπολογίζεται ὑπερβολικὸν — ἡ δαπάνη θὰ εἶναι 225.000 κατ’ ἔτος. Ὡσὰν νὰ μὴ ἤρκει δὲ ἡ αὔξησις τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν τῶν πρέσβεων, ἡ ὁποία, οὕτως εἰπεῖν, αὐξάνει τὴν ἀποδοχὴν τῶν πρέσβεων κατὰ 15.000 κατ’ ἔτος, ἐκείνων δὲ οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς σπουδαιοτέρας πρεσβείας κατὰ πολὺ περισσότερον ποσὸν — διότι, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχουσι καὶ πρεσβεῖαι, ὡς ἡ τοῦ Λονδίνου ἐν παραδείγματι, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς ἐνοίκιον ὀκτακοσίων καὶ χιλίων λιρῶν κατ’ ἔτος — εἶναι πολυτέλεια — ἀλλ’ ἐὰν ὑπολογίσωμεν κατὰ μέσον ὅρον 15.000 βλέπομεν αὐξανομένας τὰς ἀποδοχὰς τῶν πρέσβεων κατὰ 15.000 κατ’ ἔτος. Καὶ ἐπειδὴ αἱ ἀποδοχαί των εἶναι μέχρι τοῦδε 30 ἢ 45 χιλιάδων, βλέπομεν τοὐναντίον μίαν αὔξησιν κατὰ 50% ἀποτόμως γενομένην. Ὡσὰν νὰ μὴ ἤρκει δὲ καὶ αὐτὴ ἡ αὔξησις, γίνεται ἑτέρα αὔξησις διὰ τῶν γραφικῶν ἐξόδων ἀνερχομένων εἰς ἄλλας 45,000 καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν κλητήρων καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐπιδομάτων τῶν ἀκολούθων γίνεται αὔξησις 36,000 καὶ διὰ τῆς προσθήκης τῶν πέντε συμβούλων ἑτέρων 70,000, εἰς τρόπον ὥστε ὁλόκληρος ἡ αὔξησις διὰ τὰς Πρεσβείας νὰ εἶναι 180,000 κατ’ ἔτος καὶ συγχρόνως νὰ γίνηται καὶ ἡ ἐφάπαξ δαπάνη 300,000 δι’ ἐπίπλωσιν τῶν πρεσβειῶν· ἐπέρχεται ἑπομένως δαπάνη χάριν τῶν πρεσβειῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσι κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἐκτίμησιν εἰς 780,000 μέχρις ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ἔξοδα ἐφάπαξ γινόμενα δι’ ἐγκατάστασιν τῶν πρεσβειῶν 300,000· ὥστε πολὺ προσεχῶς πρέπει νὰ εἴμεθα παρεσκευασμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ηὐξημένον κατὰ ἓν ἑκατομμύριον. Θὰ ἠρώτων· εἶναι ἐπιβεβλημένη αὐτὴ ἡ δαπάνη; Διὰ τῆς δαπάνης ταύτης πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ διὰ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποκτήσωμεν καταλληλότερα πρόσωπα, ὥστε διὰ τῆς ἀποκτήσεως τῶν καταλληλοτέρων προσώπων ἐπιτυχέστερον νὰ ἐξυπηρετῶνται αἱ ἐθνικαὶ ὑποθέσεις; Ἀκόμη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα ποῖοι θὰ εἶναι οἱ πρέσβεις, ποῖοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ καταλάβωσι τὰς πρεσβείας, καὶ ἡ τοιαύτη ἀναβολὴ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀμφιβολίας τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τῆς καταλληλότητος τοῦ τάδε καὶ τάδε προσώπου. Ὥστε, ἐνῷ ἀκόμη δὲν ἔφθασεν ἡ ὑπηρεσία εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, ποῖοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ καταλάβωσι τὰς πρεσβείας, ἐμερίμνησεν ὅπως αὐξηθῶσιν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν πρέσβεων καὶ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ ἓν τοιοῦτον σημαντικώτατον ποσόν. Διὰ τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ διὰ τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα συνεπείᾳ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθησαν, ἡ δαπάνη τοῦ Κράτους πρόκειται νὰ αὐξήσῃ κατὰ τοσαῦτα ἑκατομμύρια, ὥστε νὰ εἶχε δικαίαν τὴν περιέργειαν ἡ Βουλὴ νὰ μάθῃ, ἐὰν λαμβάνωνται καὶ ἀνάλογα μέτρα πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν τοιούτων δαπανῶν. Διότι ἐὰν ἔκαμνέ τις πρόχειρον ὑπολογισμόν, θὰ εὕρισκεν ὅτι κατόπιν τῶν ἀναγκῶν αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς μεγεθύνσεως τῆς Ἑλλάδος, κατόπιν τῶν ὑποχρεώσεων αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὸ Κράτος, ὅπως αὐξήσῃ τὰς πολεμικάς του δυνάμεις, καθ’ οἱονδήποτε ὑπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει φορολογικοῦ συστήματος, θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὥστε νὰ ἴδῃ ἔλλειμμα τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀνησυχῇ ὄχι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μεγάλου καὶ πλουσίου Κράτους. Προβαίνομεν εἰς αὐξήσεις τῶν δαπανῶν καθ’ ἑκάστην, χωρὶς συγχρόνως νὰ φροντίζωμεν καὶ περὶ τῶν ἀναλόγων πόρων. Καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον χρονικὸν διάστημα δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ ὑποδεικνύοντες τὰς ὁμολογουμένας ἀναγκαίας δαπάνας, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ παραδέχομαι νὰ νομίζωμεν ὅτι, διότι ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ καὶ θεραπεία. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μονομερές. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνεξάντλητον ποσὸν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ Κράτους, οὐδεμία συζήτησις θὰ ἐγεννᾶτο περὶ αὐξήσεως τῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πολὺ ὀλιγώτερον ἐμερίμνησε περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς, ἐνῷ οἱ Ὑπουργοὶ τῶν διαφόρων κλάδων διαβλέπουσι τὴν ἐκ τῶν διαφόρων κλάδων δαπάνην, δὲν φροντίζουσιν ἢ δὲν θεωροῦσιν ἴσως καθῆκόν των νὰ μεριμνήσωσι καὶ περὶ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα θὰ δώσωσι τὰς αὐξήσεις αὐτῶν τῶν δαπανῶν. Ἡ Βουλὴ ὅμως ἀντιπροσωπεύουσα ἀκριβῶς τὸν φορολογούμενον λαὸν καὶ ψηφίζουσα δαπάνας καὶ δαπάνας τόσον σημαντικάς, ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῶν τοιούτων αὐξήσεων, αἱ δὲ συνέπειαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλως παρὰ αὔξησις τῶν βαρῶν τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Τὸ ὅτι δὲ τοιαῦτα ἐπιβάλλονται, οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμει καὶ θὰ ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τὴν περιέργειαν νὰ μάθῃ πόθεν θὰ προκύψωσιν οἱ πόροι αὐτοί, κατὰ τίνα τρόπον θέλει φορολογηθῆ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἵνα ἐκτιμήσῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ βάρη τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εἶναι ἀνάλογα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς Πολιτείας, θὰ εἶναι δυνατὴ ἀκόμη ἡ ἐπ’ ἄπειρον αὔξησις τῶν βαρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ εἶναι σήμερον εἰς θέσιν κατόπιν τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὸ τελευταῖον χρονικὸν διάστημα, εἶναι περίστασις νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν βάρη, ἵνα βελτιώσωμεν τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων ἡ οἰκονομικὴ θέσις δὲν θὰ εἶναι ἴσως τόσον δυσάρεστος; Καὶ δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτος ἀναβολῆς, ὥστε πρὶν μεριμνήσωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ εὕρωμεν τοὺς πόρους νὰ προβῶμεν εἰς αὐξήσεις δαπανῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τόσαι δαπάναι εἶναι τόσον ἐπιβλητικαί, ὥστε τὸ Κράτος νὰ εἶναι ὑποχρεωμένον ἀδιακρίτως τῶν συνεπειῶν αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσι ν’ ἀναλάβῃ αὐτάς, αἱ δαπάναι δὲ αὗται εἶναι αἱ στρατιωτικαί. Οὐδεὶς θὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Πολιτείαν νὰ μὴ ἐπιβάλῃ τὰς δαπάνας, ὅταν πρόκειται περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ περὶ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων θὰ ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ἡ Πολιτεία διὰ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἵνα τῷ δώσῃ τὰ μέσα διὰ νὰ καταστῇ ἰσχυρότερος καὶ διὰ νὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις αὐτοῦ. Ἀλλ’ αἱ δαπάναι αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι δαπάναι αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι παραγωγικαὶ οὔτε δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τὸ ἑκατομμύριον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δοθῇ διὰ νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, ὅτι πρόκειται εἰς τὸ ἀμέσως τοὐλάχιστον χρονικὸν διάστημα νὰ βελτιώσῃ οἰκονομικῶς τὴν θέσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία βεβαίως θὰ ἐκπροσωπῆται εὐπρεπέστερον εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἡ ζωὴ τῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων θὰ εἶναι καλλιτέρα, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης καλλιτερεύσεως τῶν ὑπαλλήλων θὰ ἔχωσι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἄμεσα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ ὑποστῇ ὁλόκληρον τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσι σήμερον τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια καὶ τἆλλα τὰ ὁποῖα δὲν ὑπεβλήθησαν ἢ ὑπεβλήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν μέχρι τοῦδε. Παρατηρεῖται δὲ μία τάσις, τάσις αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι ἀκατάσχετος. Ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι ἀποδίδουσι τὴν κακοδαιμονίαν ἢ τὴν μὴ πρόοδον ἑκάστου κλάδου τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἔλλειψιν ὑπαλλήλων. Εἶναι πολὺ φυσικὸν οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι νὰ νομίζωσιν ὅτι τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν εἶναι ἀνεπαρκές, ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν αὐξήσῃ τις τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτῶν θὰ παρίσταται αἰωνίως εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη αὐξήσεως προσωπικοῦ.
§117Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ποσοτικῶς.
§118Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ποσοτικῶς. Οἱ διατελέσαντες Ὑπουργοὶ θὰ γνωρίζωσιν ὅτι τὸ πρῶτον παράπονον τὸ ὁποῖον ἤκουσα, ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀρκετὰ ὄργανα, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις τοιούτων. Ἀκούω διαμαρτυρίαν τινὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ηὐτύχησε νὰ διευθύνῃ Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τόσην ἀνάγκην, δὲν ἔχει τόσην πολυτέλειαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει τὸν σπουδαιότερον κλάδον του, τὸν δικαστικόν, οὐχὶ ὑπηρετοῦντα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀλλὰ μακρὰν τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων διὰ δαπάνης, ἡ ὁποία ἀνῆλθεν εἰς ἀρκετὰς ἑκατοστύας χιλιάδων....
§119Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τῆς κεντρικῆς.
§120Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὄχι τῆς κεντρικῆς. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι χωρὶς νὰ μάθω διὰ τίνα λόγον δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ αὐτῶν· ἐγὼ σχηματίζω τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ ἰσχυροὶ κλάδοι οὓς διαθέτει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας ἐκτελοῦσι δευτερεύοντα καθήκοντα, καὶ οἱ ἰσχυροὶ τοῦ κλάδου τούτου ἐπέτυχον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεδίωξαν καὶ τὸ ἐπέτυχον πολὺ ἀφθόνως μάλιστα· καὶ ἂν τὸ ἐπετύγχανον ὅπως κατ’ ἀρχὴν ἐζητήθη διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, Ὑπουργὸς τότε τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησεν, ἡ αὔξησις ἦτο σημαντικωτάτη, διότι ἀνήρχετο εἰς 50%. Λαμβάνεται λοιπὸν πάντοτε πρόνοια ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, ὅπως πείθωνται οἱ Ὑπουργοὶ ὅτι ἡ οἰκονομία τῶν ὑπηρεσιῶν ἀφ’ ἑνός εἶναι καλὴ καὶ ὅτι ὑπάρχει αὔξησις τῆς ὑπηρεσίας καὶ συγχρόνως διὰ τὸν αὐτὸν λόγον παρίσταται ἡ ἀνάγκη εἴτε δημιουργίας θέσεων νεωτέρων εἴτε αὐξήσεως ἀνωτέρων θέσεων, ὅπως μὴ οἱ ὑπάλληλοι μένοντες ἐπὶ μακρὸν χρόνον εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ἀμείβονται κακῶς καὶ μαραίνεται ὁ ζῆλός των. Ἐπέρχεται ἑπομένως περιττὴ αὔξησις προσωπικοῦ ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας καὶ ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ γίνηται χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς λόγος, διότι ἐὰν ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Βασιλείου πρὸ τῆς αὐξήσεως αὐτοῦ, πρὸ τῶν τελευταίων πολέμων, δὲν θὰ εὕρωμεν δικαιολογίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ βλέπωμεν ὅτι εἰς τὸ διάστημα μιᾶς εἰκοσαετίας ἢ εἰκοσιπενταετίας ἐπῆλθε διπλασιασμὸς καὶ τριπλασιασμὸς τοῦ προσωπικοῦ, χωρὶς οὔτε τὸ Κράτος νὰ διπλασιασθῇ οὔτε ὑπηρεσίαι νὰ παρέχωνται περισσότεραι. Ἀλλὰ γνωρίζομεν ὅτι ὁλόκληρος ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ βαίνει καρκινοβατοῦσα, ὅπως ἐκαρκινοβάτει καὶ ἄλλοτε, εἴτε εἴχομεν μικρότερον προσωπικόν, εἴτε ἔχομεν μεγαλείτερον. Τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια μοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς αὐξήσεως τῆς δαπάνης χωρὶς συγχρόνως νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ ὁποῖον ἴσως προβαῖνον εἰς δαπάνας ἔχει λάβει καὶ τὰ ἀνάλογα μέτρα, ὅπως ἐξεύρῃ τοὺς πόρους οἱ ὁποῖοι θὰ καλύψωσι τὰς δαπάνας ταύτας, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία διατελεῖ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν πόρων τοῦ Κράτους, ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, ἂν θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ ἀπέναντι τῶν κολοσσιαίων δαπανῶν τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος ποῖοι θὰ εἶναι οἱ πόροι, θὰ ἀπορήσῃ, διότι ὄχι μόνον δὲν βλέπει μέριμναν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς αὔξησιν τῶν πόρων, ἀλλ’ ἀπεναντίας μέριμναν ὅπως ταῦτα μείνωσι κατώτερα τοῦ ὁρίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μᾶλλον ἐπιβάλλει ὄχι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἰσότης μεταξὺ τῶν διαφόρων τμημάτων τοῦ Βασιλείου. Καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἀπεφασίσθη ἡ ἀφομοίωσις τῆς φορολογίας εἰς τὰς νέας χώρας καὶ ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι λόγῳ ἀνάγκης τῆς Πολιτείας ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ὑφισταμένη ἐλαφροτέρα φορολογία ἐκεῖ, πολὺ ὀλιγώτερον δὲν ἐμερίμνησε περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Βλέπομεν καθ’ ἑκάστην νὰ αὐξάνωνται αἱ δαπάναι τῆς Πολιτείας εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ γεννᾶται ἡ ἀπορία κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξισωθῇ τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον ἀνοίγεται μεταξὺ ἐξόδων καὶ ἐσόδων, πῶς θὰ καλυφθῇ τὸ κολοσσιαῖον ἐκεῖνο ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι προσωρινόν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ διὰ δανείου, ἀλλ’ εἶναι μόνιμον καὶ διαρκές, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ. Ἐπὶ διαφόρων ἄλλων ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινάς, ἀφοῦ ἄλλως τε θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ κατόπιν. Ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα τὰ ὁποῖα εἶπον, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τῆς σκέψεως τὴν ὁποίαν μοὶ ἐγέννησεν ἡ αὔξησις δαπανῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ λαμβάνηται καὶ ἀνάλογος μέριμνα περὶ ἐξευρέσεως τῶν πόρων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καλυφθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται.
§121Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος Συνάδελφος μὲ ἀναγκάζει ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, διότι εἶπεν ὅτι, προκειμένου περὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, οἱ ἁρμόδιοι νὰ λάβωσιν τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων, ἀποφεύγουσι νὰ τὸ πράξωσιν ἐκ συμπαθειῶν πρὸς τὰ πρόσωπα ὑπὲρ τῶν ὁποίων προνοεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀνέρχομαι δὲ εἰς τὸ βῆμα οὐχὶ διὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος· τοὐναντίον μάλιστα ἐγὼ ἔχω ἐντελῶς διάφορον γνώμην ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν φρονῶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη ν’ αὐξηθῶσιν αἱ μισθοδοσίαι τῶν ὑπαλλήλων δι’ ἔξοδα παραστάσεως, διότι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Οἱ ἐξωτερικοὶ ὑπάλληλοι λαμβάνουσιν ἔξοδα παραστάσεως εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ὁ ὑπουργικὸς γραμματεὺς λαμβάνων ὀκτακοσίας δραχμὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὡς γραμματεὺς Πρεσβείας λαμβάνει αἴφνης διαταγὴν νὰ ἔλθῃ νὰ ἐργασθῇ εἰς τὸ κέντρον μὲ μισθὸν διακοσίων δραχμῶν μόνον· θὰ μείνῃ δὲ προσωρινῶς εἰς τὸ κέντρον ἓν ἢ δύο ἔτη· δὲν ἔχει μόνιμον τὴν ἐγκατάστασιν αὑτοῦ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἔχει καὶ σχέσεις ἀναλόγους τῆς θέσεώς του καὶ οἰκονομικῶς καταστρέφεται ὁ ὑπάλληλος διὰ μιᾶς τοιαύτης μεταθέσεως. Ὡς ἐκ τοῦ λόγου τούτου δὲν εὑρίσκονται ποτὲ ὑπάλληλοι πρόθυμοι νὰ δεχθῶσι θέσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι συγγενεῖς καὶ γονεῖς τῶν ὑπαλλήλων ἤρχοντο πρὸς ἐμὲ ἱκετεύοντες νὰ μὴ μετατεθῶσιν εἰς τὰ κέντρα οἱ συγγενεῖς των διὰ νὰ μὴ καταστραφῶσιν οἰκονομικῶς· ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ φέρῃ εἰς τὰ κέντρα. Ἐπίσης, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράστασίν μας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβλεπομένη δαπάνη. Ὁμιλῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ὅπως λέγει ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δαπάνης, διότι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ κεφάλαιον τῶν ἐκτάκτων ἐξωτερικῶν δαπανῶν δὲν θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν δύο καὶ τριῶν ἑκατομμυρίων, ὅπως ἦτο ἐν τῷ παρελθόντι. Ἑπομένως ἐν τῷ συνόλῳ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν θὰ ἔχῃ αὔξησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἔχῃ ἐλάττωσιν μὲ ὅλας τὰς αὐξήσεις τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἕνεκα τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν, δὲν εἶμαι σύμφωνος καὶ μὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς πρὸς τὰ νομοσχέδιά του. Δὲν εἶμαι σύμφωνος, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς λαμβάνεται πραγματικὴ πρόνοια διὰ μερικὰς ἀνάγκας τῶν ἐξωτερικῶν ὑπηρεσιῶν, ἐν τῷ συνόλῳ ὅμως δὲν ἐξυπηρετοῦσι πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Βλέπει κανεὶς τὸ ἀναποφάσιστον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν τοῖς νομοσχεδίοις αὐτοῦ. Συνιστᾷ Πρεσβείας χωρὶς νὰ συστήσῃ Πρεσβείας, δημιουργεῖ Προξενεῖα ἐκεῖ ὅπου κατ’ οὐσίαν κάμνει Πρεσβείας, ὡς εἰς τὸ Ῥίον Ἰανέϊρον καὶ ἀλλαχοῦ. Διότι ὑποθέτω, ἀφοῦ δίδετε δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ δίδῃ τίτλον Πρέσβεων εἰς τοὺς Προξένους τῶν μερῶν αὐτῶν, δὲν θὰ στείλητε ὑπάλληλον χωρὶς νὰ τοῦ δώσητε τὸν τίτλον αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν τὸ λέγετε εἰλικρινῶς αὐτό· λέγετε ὅτι συνιστᾶτε Προξενεῖα, ἐνῷ πρόκειται περὶ Πρεσβειῶν, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν θὰ ἔχωσι καὶ τὰ μέσα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν ἑνὸς Πρεσβευτοῦ, διότι ὁ μισθὸς τῶν χιλίων διακοσίων δραχμῶν διὰ τὸν Πρεσβευτὴν ἐν Βουένος– Ἄϋρες καὶ Ῥίῳ–Ἰανείρῳ εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ. Ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τούτου ὑπάρχει πρὸς ἐξέτασιν καὶ ἕτερον ζήτημα. Ἄνευ συστήματός τινος δημιουργοῦνται Πρόσεδροι Ὑπουργοί. Δημιουργοῦνται δέκα καὶ πλέον νέοι Πρέσβεις ἄνευ Πρεσβειῶν μὲ τίτλον Πρέσβεων. Δίδεται τίτλος Πρέσβεως εἰς σύμβουλον Πρεσβείας καὶ οὐχὶ μόνον ἐπίτιμος βαθμός, ἀλλὰ βαθμὸς καὶ μισθὸς Πρέσβεως. Ἡ τοιαύτη δημιουργία τοιούτων θέσεων εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀκατανόητος, διότι δημιουργοῦνται ἀσκόπως οἱ βαθμοὶ αὐτοί. Δημιουργεῖτε δὲ βαθμοὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νέους τὸν τοῦ Διευθυντοῦ μὲ βαθμὸν Γενικοῦ Γραμματέως καὶ τὸν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ μὲ βαθμὸν ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου. Δημιουργεῖτε δύο νέους βαθμοὺς ἐν τῇ διπλωματικῇ ὑπηρεσίᾳ, τὸν τοῦ συμβούλου μὲ βαθμὸν Γενικοῦ Γραμματέως καὶ τὸν τοῦ συμβούλου μὲ τὸν βαθμὸν προσέδρου Ὑπουργοῦ. Δημιουργεῖτε νέον βαθμὸν ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ, τὸν τοῦ Γενικοῦ Προξένου μὲ βαθμὸν Πρέσβεως. Σᾶς ἐρωτῶ· τί θὰ γίνῃ ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅταν θὰ εὑρίσκωνται ὁ ἐπιτετραμμένος παρὰ τῇ Ὀθωμ. Αὐλῇ Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος, ὁ διευθυντὴς τοῦ Προξενικοῦ Γραφείου μὲ βαθμὸν Πρέσβεως καὶ ὁ Σύμβουλος μὲ βαθμὸν ἐπίσης Πρέσβεως; Θὰ ἔχωμεν ἐν Κωνσταντινουπόλει τρεῖς Πρεσβευτάς; Ὄχι· Ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ Πρεσβείαν καὶ θὰ εὐχαριστῆται μόνον μὲ τὸν τίτλον τοῦ Πρέσβεως, θὰ εἶναι ὑπάλληλος δίδων μεγάλην σημασίαν εἰς τὸν τίτλον καὶ θὰ γράφῃ εἰς τὸ ἐπισκεπτήριόν του «Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος».
§122Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Θὰ τὸν φέρῃ ἄνευ δικαιώματος.
§123Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἔχει δικαιώματα, διότι ὁ νόμος τῷ δίδει μισθὸν καὶ βαθμὸν Προσέδρου Ὑπουργοῦ. Ὁ λαμβάνων τὸν μισθὸν καὶ τὸν βαθμὸν ἔχει καὶ τὸν τίτλον.
§124Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι συνεπείᾳ τῆς διατάξεως ταύτης οἱ ἔχοντες τὴν θέσιν τοῦ ministre θὰ εἶναι ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ambassadeur καὶ δύνανται νὰ ἔχωσι καὶ οἱ δύο τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀποστέλλωμεν ambassadeur, ἀλλὰ μόνον Ὑπουργοὺς ἀπεσταλμένους δευτέρας τάξεως.
§125Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Καὶ ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος θὰ ἱκανοποιηθῇ μὲ τίτλον μόνον τοῦ Πρέσβεως, δίδει βεβαίως μεγάλην σημασίαν εἰς αὐτόν, διότι ὁ δίδων σημασίαν εἰς τὴν θέσιν καὶ ὄχι εἰς τὸν τίτλον δὲν θὰ δεχθῇ νὰ λέγηται Πρέσβυς καὶ νὰ εἶναι Γενικὸς Πρόξενος. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας. Εἰς αὐτὴν ὑπῆρχεν εἷς ὀργανισμός. Τοῦτον δὲν ἐξεπόνησα μόνος μου. Εἶχον συνεργάτας τοὺς δύο φίλους μου κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀφορμὴν ἔδωκε τότε εἰς τὸν νέον ὀργανισμὸν ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ κατάστασις, περὶ ἧς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι καὶ ἄλλοτε ἤκουσα πολλὰ ἐναντίον τοῦ τελευταίου ὀργανισμοῦ. Ὅλην τὴν ἐργασίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε συγκεντρώσει εἰς χεῖράς του ὑπάλληλος ἐντιμότατος, ἐργατικώτατος καὶ ἔχων πολλὰ προσόντα, ὑπηρετήσας ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς χωρὶς νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς οὐδὲν κόμμα πολιτικόν, ἐχέμυθος, οὐδέποτε ἀνακοινώσας τὰ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶχε καὶ ἓν ἐλάττωμα, τὸ ἐλάττωμα τῆς ἀρετῆς του· εἶχε συγκεντρώσει εἰς χεῖράς του ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τὴν τοῦ γραφείου ἀκόμη, καὶ εἰς οὐδένα ἄφηνεν ἄλλον ὑπάλληλον νὰ ἐργασθῇ, ἦτο δὲ φυσικὰ ἀνεπαρκέστατος δι’ ὅλην τὴν ἐργασίαν, διότι δὲν εἶχεν οὔτε τὸν ὑλικὸν χρόνον ἵνα ἀναγνώσῃ, ἵνα ἐργασθῇ καὶ μάλιστα ἐπισταμένως καὶ συστηματικῶς ἐπὶ τῶν διαφόρων ὑποθέσεων. Τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν ᾐσθάνθησαν ἰδίως οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐργαζόμενοι ὑπάλληλοι, διότι εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τὰ προσόντα τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ ἦσαν πολὺ χρήσιμα. Ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς δὲν εἶχε νὰ ἀνησυχήσῃ, διότι ἐμερίμνα ὁ ὑπάλληλος νὰ καλύπτῃ πάντοτε τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγένετο πολὺ αἰσθητὴ ἡ ἔλλειψις ἐργασίας ἐν τῷ κέντρῳ. Οὐδέποτε ἐλήφθησαν ὁδηγίαι εἰδικαί, οὐδέποτε διαταγαὶ ὑπεύθυνοι τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ἐγεννήθησαν παράπονα ἐναντίον τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου καὶ ἐζήτουν οἱ ὑπάλληλοι μίαν νέαν κατάστασιν ἐν τῷ κέντρῳ, τὴν ἀποκέντρωσιν τῆς ὅλης ἐργασίας. Τότε ἐγένετο ὁ νέος ὀργανισμὸς βάσιν ἔχων τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἐμελετήθησαν διάφοροι ἄλλοι ὀργανισμοὶ καὶ παρετηρήθη ὅτι εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα δύο συστήματα ὀργανισμοῦ ὑπάρχουσι, τὸ τῶν τμημάτων μὲ Γενικὸν γραμματέα καὶ τὸ τῶν Γενικῶν Διευθύνσεων. Εἰς τὰς Γενικὰς Διευθύνσεις ἐργάζονται δύο ἢ τρεῖς ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἀναλόγως τῆς ἐργασίας, ὑποδιαιρεῖται δὲ ἡ ὅλη ἐργασία τοῦ Ὑπουργείου εἰς τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῇ εἰς ἕνα πρόσωπον. Ἀπεφασίσαμεν τότε τὴν δημιουργίαν δύο Γενικῶν Διευθύνσεων, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τὸν ἀπαραίτητον ἐκεῖνον τὸν συγκεντροῦντα εἰς χεῖράς του τὴν ὅλην ἐργασίαν. Τὸ νέον νομοσχέδιον καταργεῖ τὰς Γενικὰς Διευθύνσεις. Εἶναι δικαίωμα βεβαίως τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ νὰ φρονῇ σήμερον ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα τῶν τμηματαρχῶν καὶ νὰ δημιουργήσωμεν θέσιν Γενικοῦ Διευθυντοῦ, Γενικοῦ Γραμματέως, ὀνομαζομένου Γενικοῦ Διευθυντοῦ. Σᾶς ὁμολογῶ ὅτι Γενικὸν Διευθυντὴν ἄνευ Διευθύνσεως δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ὑπάρχει Γενικὸς Διευθυντὴς Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, διότι ὑπάρχει ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ἀλλὰ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ ἄλλος ἄνευ διευθύνσεως δὲν ἐννοῶ οὔτε πιστεύω νὰ ὑφίσταται, ἀλλαχοῦ τοιούτου εἴδους Διευθυντής. Ὑπάρχουσι κατ’ οὐσίαν μόνον τμήματα ἐν τῷ νέῳ ὀργανισμῷ μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι πρέπει νὰ δημιουργήσῃ τίτλους, ἵνα δώσῃ βαθμούς. Ἄλλην σημασίαν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ γεγονός, καθ’ ὃ οἱ τμηματάρχαι θὰ λαμβάνωσι τίτλον Διευθυντοῦ, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωσι Διεύθυνσιν. Θὰ ἔχωσι βαθμὸν προσέδρου Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωσι Διεύθυνσιν. Ἐγὼ τὸν τοιοῦτον ὀργανισμὸν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ἐκτὸς ἂν δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἐξοικονομηθῶσι μερικαὶ περιστάσεις ἢ νὰ ἱκανοποιηθῶσι μερικαὶ φιλοδοξίαι ἢ μᾶλλον ματαιοδοξίαι. Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν εἰλικρίνειαν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα καὶ δημιουργοῦμεν τμήματα μὲ ἕνα Γενικὸν Γραμματέα ἢ ὅτι θὰ διατηρήσωμεν καὶ θὰ βελτιώσωμεν ἐν ἀνάγκῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήσαμεν, καὶ θὰ ἔχωμεν Διευθύνσεις μὲ Διευθυντάς. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω τώρα καὶ εἰς ἓν προσωπικὸν ζήτημα, τὸ τοῦ μέλλοντος Γενικοῦ Διευθυντοῦ, διότι, Κύριοι, δὲν εἶναι πλέον μυστικὸν δι’ οὐδένα ὅτι τὸ νομοσχέδιον γίνεται ὅπως ἀναλάβῃ τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ ἔκτακτος Καθηγητὴς τοῦ Δημοσίου Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῶν Παρισίων κ. Πολίτης. Καὶ δημιουργεῖται θέσις Γενικοῦ Διευθυντοῦ μὲ βαθμὸν ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου διὰ τὸν κ. Πολίτην καὶ τὸν κάμνομεν καὶ μόνιμον ὑπάλληλον. Ὁ κ. Πολίτης καὶ ἄλλοτε ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐγένοντο ἐνέργειαι, ὅπως ὁ κ. Πολίτης ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἷς λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἔκαμα τὴν διαίρεσιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο, ὅπως δυνηθῶ νὰ χρησιμοποιήσω τὸν κ. Πολίτην, διότι ὁ κ. Πολίτης, ὡς ἐπιστήμων, ὡς καθηγητὴς τοῦ Διεθνοῦς δικαίου ἐν Poitiers, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τμήματος, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε σχέσιν μὲ τὰς ἐπιστημονικάς του γνώσεις, καὶ ἐδημιούργησα τὴν δευτέραν διεύθυνσιν ἡ ὁποία εἶχε ζητήματα καθαρῶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπιστημονικά, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο πολὺ χρήσιμος ὁ κ. Πολίτης. Ἀλλὰ τί εἰδικότητα θὰ ἔχῃ ὁ κ. Πολίτης διὰ τὴν Γενικὴν Γραμματείαν, ὥστε νὰ δημιουργήσητε θέσιν, καὶ δὴ θέσιν μόνιμον, ὥστε οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἐν τῷ μέλλοντι, ἔστω καὶ μὴ ἔχων ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Πολίτην, νὰ δύναται νὰ παύσῃ αὐτόν; Ἡ θέσις τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως δὲν ὑπῆρξέ ποτε θέσις μόνιμος. Εἶναι θέσις κατ’ ἐξοχὴν ἐμπιστευτική· δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ δημιουργήσωμεν μίαν μόνιμον θέσιν διὰ τὸν κ. Πολίτην, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ εἶναι καθηγητὴς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου κ. κ. Weiss καὶ Renault εἶναι σύμβουλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἡμεῖς διὰ νόμου ἔχομεν σύμβουλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν καθηγητὴν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Καὶ ὁ κ. Martens ἐν Ῥωσίᾳ, ἐπιστήμων γνωστὸς εἰς ὅλον τὸν κόσμον, εἶναι σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωσίας, ἀλλ’ οὐδεὶς ποτὲ ἐσκέφθη νὰ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ῥωσίας εἰς τὸν κ. Martens, διότι εἶναι καλὸς διεθνολόγος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπιτρέπεται τῷ κ. Πολίτῃ νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Καὶ καθηγητὴς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ Γενικὸς Γραμματεὺς ἢ Γενικὸς Διευθυντής, ὅπως τὸν ὀνομάζετε ὑμεῖς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὰς δύο θέσεις; Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Σύμβουλος νὰ εἶναι καὶ ὑπεύθυνος ὑπάλληλος καὶ νὰ διεξάγῃ πολιτικὴν ὑπηρεσίαν; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν κ. Πολίτην τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, δύναται κάλλιστα νὰ διορίσῃ αὐτὸν Γενικὸν Γραμματέα καὶ μόνον Γενικὸν Γραμματέα, χωρὶς νὰ διορίσῃ αὐτὸν καὶ καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἂς χρησιμοποιήσῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἄλλους ἐπιστήμονας ἴσης ἀξίας διατελέσαντας καθηγητὰς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ἐν εὐρωπαϊκοῖς πανεπιστημίοις, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἴσως ἴσα δικαιώματα διὰ τὴν ἕδραν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Ὑπάρχει ἕτερος Ἕλλην ἐπιστήμων ἐν Εὐρώπῃ, ὁ κ. Κέπετζης, δὲν βλέπω δὲ διατί σήμερον τὸν ἕνα ἐπιστήμονα τὸν τέως ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὸν κ. Πολίτην, θὰ τιμήσωμεν διὰ δύο θέσεων, θὰ περιφρονήσωμεν δὲ ἕτερον ἐπιστήμονα ἴσης ἀξίας, ὁ ὁποῖος θὰ τιμήσῃ ἐπίσης τὸ ἐθνικόν μας Πανεπιστήμιον; Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἐπιφυλασσόμενος νὰ φέρω μερικὰς τροποποιήσεις εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἄρθρων.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στρέϊτ.
§127Γ. ΣΤΡΕΪΤ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Πρὶν ἢ ἀπαντήσω διὰ τὰς ἐπικρίσεις τὰς γενομένας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπεθύμουν νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ταχύτητα, μεθ’ ἧς εἰργάσθη, ὅπως καταθέσῃ τὴν ἑαυτῆς ἔκθεσιν καὶ διὰ τὰς εὐστόχους κατὰ τὴν γνώμην καὶ τῆς Κυβερνήσεως παρατηρήσεις, ἃς πολλαχῶς ἐπέφερε, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ πλείστας ἐδέχθην, ὡς φαίνεται ἐκ τοῦ τροπολογηθέντος νομοσχεδίου. Κατὰ τὰ λοιπὰ εὐχαριστῶ ἐπίσης τὸν δεύτερον τῶν προλαλησάντων, διότι προσῆλθεν ἀρωγὸς μετὰ κύρους καὶ μετὰ σοβαρῶν ἐπιχειρημάτων, διὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν πρῶτον ἐκ τῶν ἐπικρινάντων τὰ νομοσχέδια. Ἡ ἐπίκρισις τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ ἐπὶ τῶν τριῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἀφορᾷ εἰς τρία τινά· πρῶτον εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ, δεύτερον εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθολογίου καὶ τρίτον εἰς τὴν παροχὴν ἐπὶ ματαιότητι, ὡς εἶπε, τίτλων, οἱ ὁποῖοι νομοθετοῦνται διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον, τὴν αὔξησιν τουτέστι τοῦ προσωπικοῦ, ὄντως ἡ αὔξησις αὕτη ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ὑπάρχει, διότι ὑφίσταται καὶ ἡ ἀνάγκη νέων θέσεων, διότι, ὅπως ἐν τοῖς λοιποῖς κλάδοις μεγαλυνθεῖσα ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην μείζονος ἀριθμοῦ ὑπαλλήλων, οὕτω καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ αὐτὴ ὑφίσταται ἀνάγκη. Ἀλλὰ καὶ ὁ ὄγκος τῆς ἐργασίας τελευταῖον ηὔξησε καὶ καθημερινῶς αὐξάνει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, αὐξάνει δὲ ἀφ’ ἧς καὶ γενικώτερον ἀνεπτύχθη ὁ κύκλος τῆς ἐργασίας αὐτοῦ ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐργασίας, καὶ οἰκονομικὰ ζητήματα ἀπασχολοῦσι πολὺ εὐρέως καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα διοικητικὰ ἰδίως ἐκ τῆς μεταναστεύσεως καὶ τῆς μείζονος ἐπικοινωνίας ἐδημιουργήθησαν, ζητήματα διαρκῶς ἀπασχολοῦντα τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐπαγόμενα τὴν ἀνάγκην αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ! Ταῦτα διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ κέντρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν τῶν Πρεσβειῶν καὶ τῶν Προξενείων, νομίζω ὅτι θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ ἡ Βουλὴ ὅτι ἀνεπαρκὴς εἶναι ὁ ἀριθμὸς καὶ τῶν ἡμετέρων Πρεσβειῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τῶν ἡμετέρων Προξενείων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν ταῖς Πρεσβείαις καὶ ἐν τοῖς Προξενείοις ὑπαλλήλων, ὅτι ὅσον ἐξ ἐμοῦ ἐξαρτᾶται καὶ ἄλλας προσθήκας Προξενείων ἔχω νὰ προτείνω, τινὰς δὲ τούτων καὶ προκαταβολικῶς ἔχει δεχθῆ ἡ μεγάλη μερὶς τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐνδιαφέρονται ἰδιαιτέρως διὰ τὰ ζητήματα τῆς μεταναστεύσεως εἰς τὴν Ἀμερικήν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὴν τοῦ προσωπικοῦ αὔξησιν ἐπιβάλλει ἡ σημερινὴ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων. Περαιτέρω ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ἐπέκρινε τὸ τῶν μισθῶν, οἵτινες παρέχονται διὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑπὸ κρίσιν. Ἡ Κυβέρνησις ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον ὑπῆρξε φειδωλοτέρα ἢ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ προτείνασα τὴν συμπλήρωσιν τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν, ἣν εἶχε προτείνει ἡ Κυβέρνησις. Εὐγνωμονῶ δὲ τὰ μάλιστα τῇ Ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν τοιαύτην πρότασιν, ἥτις νομίζω ὅτι ὄντως πρόκειται νὰ πληρώσῃ ἀνάγκην μεγίστην, διότι, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλήν, ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπαραίτητος αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κέντρου, διότι καὶ ἡ μετάκλησις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὸ κέντρον ὑπαλλήλων ἐκθέτει τοὺς ὑπαλλήλους τούτους εἰς μεγάλας δαπάνας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι λόγῳ τῶν σχέσεων αὐτῶν, ἃς εἴτε ἔκαμον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἴτε γενικώτερον ἐπάγονται τὰ διπλωματικὰ ἢ προξενικὰ καθήκοντα, ὑποβάλλονται ἐκ τῆς θέσεώς των εἰς δαπάνας παραστάσεως καὶ ἐν τῷ κέντρῳ, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ οἱ ὑπάλληλοι τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Οὐδαμῶς ἐσκέφθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἐπέκρινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅτι αὐξάνουσα ἡ Κυβέρνησις τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κέντρου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν πράττει τοῦτο, διότι ἐννοεῖ ὅτι μεῖζόν τι αὐτοὶ ἔχουσι νὰ ἐπιτελέσωσι. Μεῖζόν τι βεβαίως ὄχι, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἔλασσον βεβαίως· διότι ἀκριβῶς, ἐὰν ἐπιτελέσωσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ὅπως πρέπει, νομίζω ὅτι μεγάλας καὶ σπουδαίας καὶ ὄχι ἐλάσσονας τῶν ἐν τοῖς λοιποῖς κλάδοις δύνανται νὰ παράσχωσιν εἰς τὸ Κράτος ὑπηρεσίας. Οὕτω νομίζω δικαιολογεῖται ἢ μᾶλλον ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ ἐν τῷ κέντρῳ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας. Ὅσον ἀφορᾷ τέλος τὸ τοῦ σκοποῦ, ὅστις πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ διὰ τῆς ἀπονομῆς τίτλων, νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ματαιότητος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης καὶ τῆς δικαίας καὶ εὐλόγου ἀξιώσεως ὑπαλλήλου, καθ’ ἣν οἱ συνάδελφοι ἄλλων χωρῶν ἔχουσιν ὡρισμένους διακριτικοὺς τίτλους καὶ ὡρισμένα ἀξιώματα, ὅπως καὶ οἱ ἡμέτεροι ὑπάλληλοι δύνανται νὰ κατέχωσι τὰ αὐτὰ ἀξιώματα, καθ’ ἑαυτὰ χρήσιμα, μὴ μειονεκτούσης δ’ ἐν ταὐτῷ τῆς ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας. Καὶ ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας ἣν ἔσχον διαμένων ἐν Βιέννῃ ἐπείσθην ὅτι ὄντως ὑπάρχει ἀνάγκη, ἵνα τινὲς τίτλοι καὶ βαθμοί, ὅπως ὁ βαθμὸς τίτλος τοῦ συμβούλου, προστεθῶσιν εἰς τὴν ἡμετέραν ὑπηρεσίαν καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς δὲν ὑπῆρξε ξένος πρὸς τὴν σκέψιν ταύτην, ἡ ὁποία καὶ ἄλλοτε ἀπησχόλησε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε δ’ ἐγκατελείφθη, αὐτοῦ ἄκοντος. Ἀλλ’ οἱ σύμβουλοι χρησιμεύουσιν ὅπως ἀναπληρῶσι καταλληλότερον καὶ μετὰ μείζονος κύρους τὸν Πρεσβευτὴν ἀπόντα, ἐπιρρωνυμένης διὰ τῆς προσθήκης τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τούτων τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας.
§128Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Συστηματικῶς, συστηματικώτερον νὰ γίνῃ. Ἐδῶ ἔχομεν συμβούλους τρεῖς Διευθυντάς.
§129Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἔχομεν πέντε συμβούλους ἐν ὅλῳ. Σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι καὶ πολλαὶ ἄλλαι νομοθεσίαι οὕτως ἔχουσιν ἕνα ἀριθμὸν ἐν συνόλῳ συμβούλων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἀνάγκας ἑκάστοτε διατίθησιν. Ἀλλ’ ἐὰν δικαιολογῆται ἡ αὔξησις ἡ γινομένη τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν μισθῶν, νομίζω ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας εἶναι τὰ μάλιστα ὑπερβολικός. Ὡμίλησε περὶ αὐξήσεως ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἐνῷ ὄντως δὲν πρόκειται ἢ περὶ αὐξήσεως τετρακοσίων τὸ πολὺ χιλιάδων δραχμῶν, δηλαδὴ τοῦ τρίτου περίπου ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπελόγισε. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὰ καθέκαστα. Ἀνέφερεν ὅτι ἐπειδὴ ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις περὶ ἐπιπλώσεως τῶν Πρεσβειῶν, θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ 300 χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ νομοσχέδιον λέγει «δύναται τὸ Κράτος νὰ δώσῃ», ἑπομένως ζήτημα Προϋπολογισμοῦ εἶναι, ἂν τὸ Κράτος θὰ ἀποφασίσῃ νὰ δώσῃ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, διὰ νὰ ἴδῃ, ἂν τοῦ μέτρου τούτου γίνεται κατάχρησις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Δηλῶ δὲ ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἡ σκέψις μου εἶναι, ὅτι μία ἢ δύο Πρεσβεῖαι κατ’ ἔτος πρέπει νὰ ἐπιπλῶνται, ὄχι διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐπιπλωθῶσιν ὅλαι αἱ Πρεσβεῖαι, ἀλλὰ διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θὰ ἐπεβαρύνοντο πολύ, ἐὰν πλείονες τῶν δύο Πρεσβειῶν ἐπιπλοῦντο καθ’ ἕκαστον ἔτος. Περαιτέρω ἡ αὔξησις ἐν τῷ κέντρῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπελογίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἰς 90 χιλιάδας δραχμῶν, συνυπολογίσας δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ τὰς λοιπὰς δαπάνας ὑπελόγισε τὰ πάντα εἰς 600 ἢ 700 χιλιάδας δραχμῶν. Εἶναι τελείως ὑπερβολικὸς ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος ἐν τῷ συνόλῳ· κατὰ σημείωμα τὸ ὁποῖον ἔχω ἐνώπιόν μου ἡ αὔξησις δὲν ὑπερβαίνει τὰς 600 χιλιάδας δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐπῆλθεν, ὅπως καὶ εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδια ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, εὐτυχῶς καὶ μεγάλη οἰκονομία δαπάνης διὰ τῆς καταργήσεως Γεν. Προξενείων καὶ Προξενείων, διὰ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων χωρῶν καὶ ἡ οἰκονομία αὕτη ἀνέρχεται εἰς ποσὸν 150 χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τοῦτο ἡ αὔξησις τὴν ὁποίαν ὑπολογίζω, ἐὰν ἐφαρμοσθῶσι πάντα τὰ μέτρα ἀμέσως καὶ ἀθρόως, ἡ αὔξησις δὲν ἀνέρχεται ἄνω τοῦ ποσοῦ τῶν 350.000 δραχμῶν, ἂν ὁλόκληρος πραγματοποιηθῇ ἐφέτος ἤδη ἡ δαπάνη.
§130Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν γραφικῶν δέκα καὶ πέντε Πρεσβειῶν διὰ τὰς ὁποίας διαθέτετε δραχμὰς 250 διὰ γραφικά, δὲν ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν εἰς δραχμὰς 45.000 ἐπὶ πλέον. Νομίζω προσέτι, ὅτι θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν εὑρίσκετε κατάλληλα οἰκήματα διὰ τὰς Πρεσβείας, ὅταν δὲ ἐνοικιάζῃ ὁ Πρέσβυς μόνος του νὰ δίδῃ τὸ ἀνάλογον ἐνοίκιον, ἀλλὰ βεβαίως ἐν Παρισίοις καὶ εἰς τὰς ἄλλας πρωτευούσας δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ κατάλληλον οἴκημα μὲ ἐνοίκιον ὀλιγώτερον τῶν 20 καὶ 25 χιλιάδων δραχμῶν.
§131Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἐπρόκειτο νὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Φρονῶ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 15.000 δραχμῶν θὰ ἦτο ὑπερβολικόν. Ἐγὼ εἶχον ὑπολογίσει ποσὸν 10.000–12000 δραχμῶν ὡς μέσον ὅρον δι’ ἑκάστην τῶν Πρεσβειῶν, ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ὑπάρχουσι πόλεις εἰς τὰς ὁποίας τὸ ἐνοίκιον τῆς Πρεσβείας κοστίζει 20 καὶ 25.000 δραχμ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἀποδεικνύει πόσον ὀλίγον δίκαιον εἶχεν, ὅταν κατηγόρει τῆς Κυβερνήσεως προσάπτων ὅτι παρέχονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἐνοίκια εἰς τὰς Πρεσβείας· διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἷς Πρεσβευτὴς ὁ ὁποῖος ἔχει, ὡς μέχρι τοῦδε, ἀποδοχὰς 30 χιλιάδας δραχμῶν, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ πληρώνῃ τὰς 25.000 δραχ. διὰ τὸ ἐνοίκιον, τότε τῷ ἀπομένουσι 5.000 διὰ πάντα τὰ λοιπὰ αὐτοῦ ἔξοδα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ζητῇ ἀπὸ κανένα ὑπάλληλον διπλωματικὸν ἢ οἱονδήποτε ἄλλον. Ἀλλὰ καὶ κακῶς ὑπολογίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑφισταμένων Πρεσβευτῶν εἰς δέκα πέντε. Κατηγόρησεν ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ὅτι δι’ αὐτοῦ δημιουργεῖται ἀνισότης μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων καὶ ὅτι δὲν ἐξευρέθησαν καὶ οἱ πόροι, οἱ ἀναλογοῦντες εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας βαρύνεται σήμερον ὁ Προϋπολογισμός. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἀνισότητα, εἶπον ἤδη ὅτι οὐδαμῶς βεβαίως πρόκειται περὶ ἀνισότητος ἐν τῇ ἀντιλήψει οἱουδήποτε. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν εἰδικῶν πόρων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντιμετωπίσωσι τὴν δαπάνην ταύτην, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον νομίζω θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὑπομιμνήσκω ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι διπλασιασθέντος τοῦ Κράτους ηὔξησαν οἱ εἰσπράξεις αὐτοῦ καὶ αἱ αὐξηθεῖσαι εἰσπράξεις δύνανται ἐν μέτρῳ τινὶ νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς μείζονας γενικὰς δαπάνας διὰ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, μετὰ τῶν λοιπῶν δὲ ὑπηρεσιῶν σκόπιμον εἶναι νὰ αὐξηθῇ καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Μεταβαίνω εἰς τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Βουλευτής. Ἐπετίμησε τὸ νομοσχέδιον πρῶτον, διότι διὰ τούτου δημιουργοῦνται θέσεις προστιθέμεναι· καὶ περὶ μὲν τῶν θέσεων τῶν προστιθεμένων εἶπον ἤδη ὅτι τοιαῦται καὶ ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσι καὶ ἑπομένως δίκαιον καὶ εὔλογον εἶναι ἡ Ἑλλὰς νὰ συγκαταλεχθῇ μεταξὺ τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα εὐρύτερον ἔχουσι δημιουργήσει τὰ τῶν ὑπηρετιῶν τούτων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν βαθμὸν τοῦ προσέδρου Ὑπουργοῦ τὸν ὁποῖον ἀνέφερε, βεβαίως ὅταν κατάχρησις γίνῃ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, κακῶς θὰ ὑφίστανται πολλοὶ συνυπηρετοῦντες καὶ ἔχοντες τὸν τίτλον τοῦτον, τῷ ὑπομιμνήσκω ὅμως ὅτι αὐτὸς εἰσήγαγε τὸν τίτλον τοῦτον διὰ τοὺς γενικοὺς διευθυντὰς καὶ ἐμοῦ συναινοῦντος τότε. Ὁ τίτλος καὶ ἀλλαχοῦ δίδεται. Ἀληθῶς δὲ ἐκ τῆς καταχρήσεως ὑπάρχει κίνδυνος ὄχι ἐκ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ δίδῃ τὸν τίτλον προσέδρου Ὑπουργοῦ. Καὶ ἀλλαχοῦ εὑρίσκεται πρεσβευτὴς πρώτης τάξεως καὶ παρὰ τὸν πρεσβευτὴν πρώτης τάξεως, πρεσβευτὴς δευτέρας τάξεως.
§132Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Ambassador.
§133Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ambassadeur, καὶ παρ’ αὐτῷ ὑφίσταται πρεσβευτὴς ministre, ἴσως δὲν εἶναι μεῖζον τὸ διάστημα, τὸ ἀπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ, τοῦ ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου, μέχρι τοῦ Προσέδρου Ὑπουργοῦ ἢ οἷον διάστημα εἶναι ἀπὸ τοῦ Ambassadeur ἀπὸ τοῦ πρεσβευτοῦ πρώτης τάξεως εἰς τὸ τοῦ ministre τοῦ πρεσβευτοῦ δευτέρας τάξεως. Πολὺ μεῖζον εἶναι σᾶς βεβαιῶ τὸ διάστημα, ἐὰν καλῶς σκεφθῆτε τὸ πρᾶγμα.
§134Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Τιτλοφοροῦνται ἀμφότερα ministre, ἀλλ’ ἄλλο εἶναι ambassadeur καὶ ἄλλο ministro.
§135Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ὁ Σύμβουλος τῆς Πρεσβείας Παρισίων, ὅστις εἶναι πρόσεδρος Ὑπουργός, κακῶς θὰ τιτλοφορῆται ministre de Grèce καὶ ἂν τὸ γράψῃ τοῦτο εἰς τὰ ἐπισκεπτήριά του, ὡς λέγετε, ὀφείλει νὰ τὸν ἀφαιρέσῃ, διότι ὁ σύμβουλος μὲ βαθμὸν προσέδρου Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι πρεσβευτὴς τοῦ τάδε Κράτους. Ὄχι· ἔχει τὸν βαθμὸν τοῦ προσέδρου, εἶναι δὲ σύμβουλος παρὰ τῇ Πρεσβείᾳ. Τοῦτο θὰ συμβῇ, θὰ ἔχῃ τὸν βαθμὸν τοῦ προσέδρου Ὑπουργοῦ θὰ εἶναι ὅμως σύμβουλος τῆς Πρεσβείας τάδε, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ συμβαίνει, καὶ οὕτω συνεπῶς κίνδυνος νὰ συμβῇ τὸ κωμικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρεστάθη, ὥστε νὰ εἶναι τόσον ἐπικίνδυνον τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχει. Ταῦτα καὶ ἀλλαχοῦ συμβαίνουσι καὶ τὸ κωμικὸν δὲν ὑπάρχει.
§136Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἔχετε καὶ Γενικοὺς Προξένους;
§137Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ὑπάρχουσι πλεῖστοι Γενικοὶ Πρόξενοι ἐν Βηρυτῷ, ἐν Βουδαπέστῃ, ἐν Τύνιδι, ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καὶ Καΐρῳ ἄλλων Δυνάμεων φέροντες τὸν τίτλον τοῦ Προσέδρου Ὑπουργοῦ.
§138Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Εἰς ὡρισμένα μέρη.
§139Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ἔστω.
§140Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Ἐδῶ τὸ ἐκτείνετε γενικῶς.
§141Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Περαιτέρω, τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἔχουσι διαρρυθμισθῆ, ἐπεκρίθησαν. Κύριοι· ὄντως καὶ ἐγὼ συνέπραξα καὶ ἐθεώρησα τιμήν μου τότε συμπράττων μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, συνέπραξα, λέγω, εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ὀργανισμοῦ, διαφωνήσας ἔν τισι, ἐν τοῖς πλείστοις ὅμως σημείοις εὑρέθην σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπεδείχθη τι πλημμελὲς ἢ ἀπεδείχθη τι χρῆζον βελτιώσεως ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι εἰσηγούμενος τοιούτου τινὸς μέτρου βελτιώσεως παλινῳδῶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος ἐπικρίσεως. Τὰ πράγματα τὰ ἀνθρώπινα προοδεύουσιν, οἱ ὀργανισμοὶ τῶν Ὑπουργείων, ἐν οἷς καὶ ὁ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, προοδεύουσι καὶ αὐτοὶ καὶ οὐδεὶς ἑπομένως ὑπάρχει λόγος νὰ μένωσιν ἀμετάβλητοι, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς πείρας κατεδείχθη ὅτι ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον προστιθέμενον θέλει βελτιώσει τοῦτον. Τοιαύτην βελτίωσιν κρίνω καὶ ἐγὼ ἐπαγομένην διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Φυσικὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ ψηφίσῃ ἢ μὴ ψηφίσῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, ἐὰν κρίνῃ μὴ ἐπαγομένην τὴν τοιαύτην βελτίωσιν. Ὅπως καὶ εἰσηγούμενος τῶν νομοσχεδίων εἶπον, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς τροποποιήσεως τοῦ σήμερον ἰσχύοντος ὀργανισμοῦ εἶναι οἱ ἑξῆς· Νομίζω ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὁ ὀργανισμός, ὁ εἰσαχθεὶς τότε, ὀρθῶς εἶχε διὰ τῆς ἱδρύσεως διευθύνσεων εἰσαγάγει ἀποκέντρωσίν τινα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν χρήσιμον, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τοῦ καθορισμοῦ ἐφάπαξ καὶ ἐκ τῶν προτέρων τῆς δικαιοδοσίας ἑκατέρας τῶν τότε διευθύνσεων, περισσότερον τοῦ δέοντος ἐδέσμευε τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἰδίᾳ ἐν Κράτει, ὅπερ ἀριθμεῖ μικρὸν ἀριθμὸν ὑπαλλήλων, ἐν ᾧ μικρῷ ἀριθμῷ ὑπαλλήλων δὲν ἐξευρίσκονται πάντοτε τὰ κατάλληλα πρόσωπα δι’ ἑκάστην θέσιν ὀργανικὴν ἐκ τῶν προτέρων διωρισμένα μὲ ἰδιαιτέραν δικαιοδοσίαν. Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ὁποῖον ἐζητήθη διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου εἶναι, ὅπως μεῖζόν τις ἐλαστικότης δοθῇ κατὰ τὸν καθορισμὸν τῶν δικαιοδοσιῶν τῶν Διευθυντῶν, χωρὶς ὅμως ὁ θεσμὸς νὰ καταργηθῇ. Καὶ συγκεκριμένως· ἐὰν ἔχω τινὰ τμηματάρχην, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἀναθέσω τινὰ ἐκ τῶν διευθύνσεων, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ τέως ὀργανισμός, νὰ προάγω αὐτὸν ἐνδεχομένως καὶ ἄνευ ἄλλου τμήματος, ἐὰν ὅμως ἔχω ἕνα τμηματάρχην, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ πλείονα τμήματα λόγῳ τῆς προηγουμένης του ὑπηρεσίας ἢ λόγῳ τῆς ἰδιοφυίας του ἢ λόγῳ τῶν γνώσεών του ἢ λόγῳ τῆς καθόλου ἱκανότητός του, νὰ δύναμαι καὶ τοῦτο νὰ τὸ πράξω. Οὕτω νομίζω ὅτι ὁ σήμερον εἰσαγόμενος ὀργανισμὸς ἐπωφελεῖται μὲν ἐκ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα εἰσῆγεν ὁ τότε ὀργανισμός, χωρὶς ὅμως νὰ δεσμεύηται ἐκ τῶν προτέρων ὀργανικῶς τὸ πρᾶγμα κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ ἐπάγηται βλάβην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ δημιουργεῖται καὶ θεσμὸς Γενικοῦ Διευθυντοῦ· καὶ ὅπως ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν πρόκειται ὄντως περὶ μετακλήσεως διακεκριμένου ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐπιστήμονος, ὅστις πολλὰ δείγματα παρασχὼν τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ, τῆς τε ἐπιστημονικῆς καὶ τῆς διπλωματικῆς, πρόκειται νὰ προσληφθῇ ὡς Γενικὸς Διευθυντὴς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Πρόκειται ὄντως περὶ τοῦ κ. Πολίτου, καὶ ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, καὶ ἄλλοτε ἐσκέφθη ὁ ἴδιος νὰ δημιουργήσῃ θέσιν διὰ τὸν κ. Πολίτην.
§142Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Τῇ εἰσηγήσει σας. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν τὸν γνωρίζω.
§143Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Τῇ εἰσηγήσει μου, τὸ ὁμολογῶ. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ὑμεῖς ἐπρόκειτο νὰ δημιουργήσητε θέσιν δι’ αὐτὸν μετακαλούμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν δύναμαι νὰ κακισθῶ τοῦτο εἰσηγούμενος καὶ ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς σήμερον, τὸ νὰ δημιουργηθῇ μία θέσις ἀνάλογος τῶν προσόντων τῶν ἔκτοτε αὐξηθέντων τοῦ κ. Πολίτου. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ ἀναπτύξωμεν ἀπὸ διοικητικῆς ἀπόψεως τὰ τοῦ προσωπικοῦ τούτου ζητήματος, διότι τὴν εὐθύνην τῆς μετακλήσεως τοῦ κ. Πολίτου εἰς τὴν θέσιν ταύτην φέρει ἡ Κυβέρνησις καὶ πέποιθεν ὅτι θέλει τελείως δικαιωθῇ ἐκ τῆς προσλήψεως αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Περὶ τούτου λοιπὸν νομίζω ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν πρόκειται, πρόκειται ὅμως περὶ τῆς δημιουργίας θέσεως Γενικοῦ Διευθυντοῦ ὡς Γενικοῦ Γραμματέως, ὅπερ δικαίως ἐπεκρίθη. Ὄντως ἄλλοτε, ὅπως εἶχε τὸ σύστημα τῆς μεγίστης ἐκείνης συγκεντρώσεως ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Γενικοῦ τότε Γραμματέως, κατεκρίνετο δικαίως καὶ εὐλόγως. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐζήτησε τὴν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων διά τινα ἀποκέντρωσιν, καὶ ἡ μὲν ἀποκέντρωσις δὲν βλάπτεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δημιουργεῖται ὅμως μία θέσις, ἥτις, ὡς εἶπον, εὐελπιστεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ πληρωθῇ ἀπολύτως ἐπαρκῶς, δημιουργεῖται, λέγω, μία θέσις, ἥτις νὰ συγκεντρώσῃ πως ἐπὶ τῶν γενικωτέρων ζητημάτων τὴν συγκεντρωθεῖσαν ὑπηρεσίαν χωρὶς καὶ νὰ ἐπέρχηται ἡ συγκέντρωσις ἐκείνη, ἡ ὁποία τότε συνέβαινεν. Οὕτω λοιπὸν νομίζω ὅτι ἀληθῶς καὶ πάλιν διατηροῦνται τὰ ἀγαθὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, οἷος ἰσχύει σήμερον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ παραβλάπτηται καὶ ἡ ὑπηρεσία.
§144Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Διατί θὰ συγκεντρωθῶσι σήμερον;
§145Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εἶναι μὲν εὐρεῖα, ἔχει ὅμως περιορισμόν τινα. Λέγει ὅτι ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν γενικωτέρων συμφερόντων.
§146Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἐφ’ ὅλης τῆς ὑπηρεσίας’
§147Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν γενικωτέρων συμφερόντων.
§148Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Γενικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς ὑπηρεσίας.
§149Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ἐνῷ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον συνέβαινεν ἄλλοτε, καὶ τὸ ὁποῖον δικαίως ἐπικρίνεται, ἦτο ὅτι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς εἰσήρχετο εἰς πᾶσαν διοικητικὴν μικρολεπτομέρειαν καὶ ἐξετέλει καὶ καθήκοντα γραφέως, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ἅτινα ἂν ἤθελε, δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ κατὰ τὸν σημερινὸν ὀργανισμὸν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του ἔχει τὴν ἀσχολίαν του ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι βεβαίως ἡ θέσις τοῦ γραφέως δὲν ἀνήχθη εἰς τὴν περιωπὴν τῶν γενικωτέρων τούτων συμφεράντων. Οὕτω λοιπὸν νομίζω ὅτι, ὡς διαμορφοῦται σήμερον ἡ θέσις ἐκείνη, διατηρεῖ μὲν ὅ,τι ἀγαθὸν ἔχει ὁ ἰσχύων ὀργανισμός, βελτιοῖ δὲ ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ τὰ πράγματα, οὕτως ὥστε τὰ πλημμελῆ, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἀπεδείχθησαν ὑφιστάμενα, νὰ ἀρθῶσιν εἰς τὸ μέλλον. Ὅτι δὲ ὑπάρχει ἡ εὐχέρεια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἵνα σὺν τῇ θέσει τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ κατέχῃ ὁ κατέχων τὴν θέσιν ταύτην καὶ τὴν τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦτο ἐν τόπῳ, ὅπου δυστυχῶς, δὲν ὑπάρχουσι τόσαι εἰδικότητες καὶ τόσοι ἱκανοὶ ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ, νομίζω εἶναι σκόπιμον ἵνα παρέχηται ἡ εὐχέρεια τοῦ τοιούτου συνδυασμοῦ καὶ ἡ πραγματοποίησις, εἶναι δὲ ζήτημα ἱκανότητος, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ τις καὶ εἰς τὰς δύο θέσεις. Ἄν δέ τις δὲν ἐπαρκέσῃ, εὐσυνείδητος ὤν, αὐτὸς πρῶτος θὰ θελήσῃ νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς ἑτέρας τῶν θέσεων τούτων. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ τεταγμένοι φύλακες, ὑπάρχει ἐπὶ τέλους καὶ ὁ Ὑπουργός, ὅστις θὰ δυνηθῇ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα διὰ καταλλήλου διοικητικῆς ἐνεργείας. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ὁ καθηγητὴς τοῦ Διεθοῦς Δικαίου νὰ εἶναι Γενικὸς Διευθυντής. Εὐχέρεια παρέχεται, ἂν δὲν ἔχωμεν τοὺς καταλλήλους δι’ ἑκατέραν τῶν θέσεων τούτων, νὰ συγκεντρῶμεν ἀμφοτέρας τὰς θέσεις ἐν ἑνὶ προσώπῳ. Οὕτω, Κύριοι, νομίζω ὅτι ἀπὸ οἰκονομικῆς μὲν ἀπόψεως ἡ ἐπιβάρυνσις, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, εἶναι τελείως δεδικαιολογημένη. Καὶ ὄντως μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα ὅτι καὶ γενικώτερα μέτρα θὰ ἐπεθύμει τις τῶν κυρίων προλαλησάντων νὰ ἐλαμβάνοντο ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ θέματος, ἀπὸ ἀπόψεως δὲ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας νομίζω ὅτι ταύτην τὴν προαγωγὴν ὑφίσταται ἡ ὑπηρεσία, ὅτι ἐγένοντο μόνον τινὲς βελτιώσεις τῶν σήμερον ὑφισταμένων, τηρουμένων ἅμα τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων, ἅτινα εἰσήχθησαν διὰ τοῦ σημερινοῦ ὀργανισμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§150Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι μοὶ διημφισβήτησε λογαριασμούς, εἰς οὓς θὰ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ τις ἔχων ὄχι ἀνωτέρας τινὰς γνώσεις, ἀλλὰ μόνον γνωρίζων τὰς τέσσαρας πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς. Ἐπειδὴ ὅμως εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅλα ταῦτα τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστράφη ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐν πρώτοις, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ αὔξησιν δαπάνης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶπεν ὅτι ἐν τῇ μεγαλυνθείσῃ Ἑλλάδι ηὔξησαν καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Εὐτυχῶς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης δὲν ἔχει ν’ ἀντιμετωπίσῃ περισσοτέρας δαπάνας, ἀλλὰ τοὐναντίον ὀλιγωτέρας, διότι μέγα μέρος τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλει προσωπικὸν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῶν ὑπηκόων καὶ τῶν ὁμοεθνῶν, περιελήφθη ἐν αὐτῇ ὥστε νὰ μὴ φροντίζωσι πλέον περὶ αὐτῶν οἱ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ νὰ φροντίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§151Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Περὶ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας ὡμίλησα.
§152Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὔτε βλέπω ἑπομένως ὅτι ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος θὰ ἔχῃ πλείονα καθήκοντα, ὥστε νὰ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπασχολήσῃ πλείονας ὑπαλλήλους. Ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ νὰ ὑποστηρίξῃ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα εἶχε μέχρι τοῦδε, πιθανὸν δέ, διότι ἐμεγαλύνθη, νὰ προσπαθῇ τινα τῶν συμφερόντων τούτων νὰ λύῃ διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων καὶ οὐχὶ διὰ παρακλήσεων τῶν ἰσχυρῶν, ὥστε ν’ ἀπασχολῇ περισσοτέρους ὑπαλλήλους. Ἡ δικαιολογία τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι θ’ ἀπασχολῇ αὐτοὺς εἰς διάφορα ζητήματα, μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδόλως εἶναι ἰσχυρά, διότι θὰ ἐπεθύμουν τὰ τοιαῦτα ζητήματα νὰ μὴ ἀπησχόλουν καθόλου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ν’ ἀρκῆται μόνον εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας θὰ δίδωσι τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα καὶ αἱ ἁρμόδιοι ὑπηρεσίαι. Τοῦτο τὸ κακὸν παρετηρήθη μέχρι τοῦδε, ὅτι αἱ διάφοροι συμβάσεις διενεργοῦνται διὰ τῶν ὀργάνων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰ ὁποῖα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως γνώσεων καὶ πείρας στεροῦνται τῶν ἐφοδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς σύναψιν τῶν διαφόρων ἐμπορικῶν συμβάσεων. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον προνοεῖ ἔν τινι ἄρθρῳ περὶ τοῦ τρόπου τῆς συνάψεως τῶν συμβάσεων. Πᾶν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συνιστᾶται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει καὶ τὰ φῶτα ὑπαλλήλου τινός, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ κρατήσῃ ἐντελῶς διάφορος τακτικὴ εἰς τὸ μέλλον, ὥστε αἱ συμβάσεις αἱ ἐμπορικαί, αἱ ναυτιλιακαὶ καὶ αἱ ἄλλαι συμβάσεις νὰ ἐνεργῶνται ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διακρίνωσι ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ζημίαι εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ζημίαι αἱ κοινωνικαὶ ἐκ τῶν διαφόρων συμβάσεων. Ἀναμφιβόλως δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ συναφθῶσιν αἱ ἐμπορικαὶ συμβάσεις εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, κατὰ πόσον δηλαδὴ ταῦτα θίγονται ἐκ τῶν ἐμπορικῶν συμβάσεων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν καθηκόντων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ τοῖς δώσωμεν καὶ τὰ ὁποῖα εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ μὴ λάβωσι...
§153Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Τὰ ἔχουσι.
§154Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κακῶς· ἔπρεπε μόνον νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς διατυπώσεως συμφώνως πρὸς τὸ Διεθνὲς δίκαιον, ὅπως μὴ γεννῶνται ζητήματα, ἀλλὰ τὰ ζητήματα ἀναμφιβόλως δὲν πρέπει νὰ λύωσιν οἱ Πρόξενοι καὶ οἱ διπλωμάται, οἵτινες οὐδέποτε εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσωσιν αὐτὰ καὶ νὰ γνωρίσωσιν ἐκ πείρας, διότι εἶναι ἀπησχολημένοι εἰς ἄλλας μελέτας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ εἶναι ἑπομένως οἱ ὀλιγώτερον ἁρμόδιοι νὰ γνωρίζωσι τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα. Τοσοῦτον δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὥστε καὶ ἡ Πολιτεία καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεγνώρισε τοῦτο, ὥστε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ λοιπὸν προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πέντε ἐμπορικοὺς ἀκολούθους, διότι ἔκρινε βεβαίως καὶ πολὺ ὀρθῶς ὅτι οἱ προξενικοὶ καὶ διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἦσαν ἐπαρκεῖς νὰ γνωρίζωσι τὰ ἐμπορικὰ ζητήματα. Ἂν δὲ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς νὰ γνωρίζωσι τὰ ἐμπορικὰ ζητήματα καὶ ἐκρίθη ἀπαραίτητος ἡ ἀνάγκη διορισμοῦ πέντε ἐμπορικῶν ἀκολούθων ἐπὶ τοῦ παρόντος, δέκα δὲ βραδύτερον καὶ ἔτι βραδύτερον πλειόνων, κατὰ τίνα τρόπον δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸ κέντρον θὰ γνωρίζωσιν ὅλας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ θεραπεύσῃ μία ἐμπορικὴ σύμβασις συναπτομένη μετά τινος Κράτους; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκτείνεται καὶ πέραν τούτου καὶ θεωρῶν πανσόφους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀρκεῖται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἕνα διαπρεπῆ ἐπιστήμονα νὰ διδάσκῃ τὸ μάθημα τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, πολὺ ἐπιτυχῶς κατ’ ἐμέ, ἀλλ’ ἔδωκε δυνάμει τοῦ ἄρθρου 20 τὸ δικαίωμα, ὅπως οἱ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ τμηματάρχου καὶ ἄνω, δύνανται νὰ ὑπηρετῶσι καὶ ὡς καθηγηταὶ ἐν τῇ ἕδρᾳ τῶν Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν ἐν τῷ Καποδιστριακῷ Πανεπιστημίῳ λαμβάνοντες ἐπιμίσθιον. Ἡ ἕδρα τῶν Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν εἶναι πρωτίστως τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας καὶ τῆς Δημοσιονομίας, δὲν γνωρίζω δὲ μέχρι τοῦδε κανένα τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις νὰ ἔθιξε καὶ ἓν ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τοὺς κλάδους τούτους.
§155ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν τὸ εὔχεσθε ὅμως νὰ γίνῃ;
§156Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ηὐχόμην ὄχι νὰ γίνῃ νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι εὔκολος, ἀλλὰ θὰ ηὐχόμην οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἶχον τὰς γνώσεις ταύτας· ἐπεθύμουν ὅμως πρῶτον νὰ ἀποκτήσωσι τὰς γνώσεις καὶ ἔπειτα νὰ γίνωσι καθηγηταὶ διὰ νὰ μὴ συμβῇ τὸ δυσάρεστον, νὰ μάθωσι κατὰ τὴν παροιμίαν «εἰς τοῦ κασίδη τὸ κεφάλι», διότι, ἂν οἱ καθηγηταὶ αὐτοὶ ἀναλάβωσι νὰ διδάξωσι μαθήματα εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, βεβαίως θὰ διδαχθῶσι πρῶτον οἱ ἴδιοι καὶ διὰ τῆς πείρας θὰ συντάξωσι φυλλάδιόν τινα, ἀλλ’ ἀναμφιβόλως δὲν θὰ γίνωσι καθόλου σοφώτεροι οἱ φοιτηταί, οἵτινες θὰ διδαχθῶσι. Εἶπον ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ κ. Πολίτου εἶναι πολὺ ὀρθὴ ἡ διάταξις καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς ὅτι ἐπιστήμων τῆς ἀξίας τοῦ κ. Πολίτου θὰ ἔχῃ τὸν χρόνον, διότι ἀκόπως διδάσκων τὸ μάθημα τοῦτο καὶ διαθέτων τρεῖς ὥρας καθ’ ἑβδομάδα θὰ δύναται πράγματι νὰ μεταδώσῃ φῶτα καὶ εἶναι εὐτύχημα, διότι γίνεται ἀρχή, ὅπως δημόσιοι ὑπάλληλοι διδάσκουσι, λέγω δὲ εὐτύχημα, διότι οἱ τοιοῦτοι προσφέρουσι τὸ ἑξῆς ἐπὶ πλέον. Ὅτι ὄχι μόνον διδάσκουσι τὴν θεωρίαν, ἀλλ’ ἀντλοῦντες διδάγματα ἀπὸ τῆς πείρας, διδάσκουσιν καὶ πράγματα τὰ ὁποῖα ὄχι ἡ ἐπιστήμη, ἀλλὰ ἡ πεῖρα διδάσκει. Ἀλλὰ δίδεται ἀτυχῶς τὸ δικαίωμα εἰς ὅλους τοὺς ἀνωτέρους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν οὔτε δίπλωμα Πανεπιστημίου, δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς νὰ διδάξωσι μαθήματα ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, καθιερουμένης μιᾶς ἀρχῆς....
§157Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Θὰ διδάσκωσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐκλεγόμενοι ὑπὸ τῆς σχολῆς ὡς καθηγηταί. Ἄν δὲν ἐκλεχθῶσι, δὲν θὰ διδάσκωσι. Τὸ ἄρθρον δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ διδάξωσι φυσικὰ αἱ προϋποθέσεις δὲν ἀπόκειται νὰ κριθῶσιν ὑπὸ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀλλ’ ὑπὸ σχολῆς Πανεπιστημίου. Τὴν εὐκαιρίαν πρὸς τοῦτο πρόκειται νὰ δώσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς δύναται νὰ δημιουργήσῃ καὶ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν ὄρεξίν τινος ἵνα καταλάβῃ τὰς θέσεις ταύτας, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι χρησιμώτερον εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὴν ὄρεξιν πρὸς τοιοῦτον συνδυασμὸν καὶ ἔπειτα νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ πρόσωπα, παρὰ νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ πρόσωπα πρῶτον καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ δημιουργήσωμεν νόμον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε πάλιν θὰ ἀκούσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠκούσαμεν ὅτι δημιουργοῦμεν προσωπικὸν νόμον.
§158Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ προσωπικοὶ νόμοι ἐπιβάλλονται πολλάκις, διότι οἱ ἐπιστήμονες εἶναι τόσον ὀλίγοι, ὥστε μετὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Πανεπιστημίου διὰ τοῦ εὐτυχῶς σήμερον προϊσταμένου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἶναι ἀναγκαῖοι. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλων νὰ δικαιολογηθῇ εἶπεν ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ Πανεπιστήμιον θέλει ἐκλέξει τοὺς καθηγητάς. Γνωρίζω ὅτι ἡ Σχολὴ προτείνει τοὺς καθηγητὰς οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθῶσι, ἀλλὰ κατὰ πόσον θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ μὴ εἰς ὑπάλληλον νὰ διδάξῃ, δὲν ἐξεύρω. Ἡ διάταξις αὐτὴ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ διδάξῃ....
§159Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ὄχι ὄχι.
§160Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δίδεται ἡ ἐξήγησις αὐτή...
§161Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δημιουργεῖται δι’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ὁ κίνδυνος, καθ’ ὃν οἱ διοριζόμενοι νὰ μένωσι πλέον μόνιμοι ὑπάλληλοι. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ θὰ ἦτο ἐξεταστέον.
§162Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐδικαιολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπορῶ πῶς εὗρε σύμφωνον καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβοηθήσαντα αὐτὸν εἰς τὰ ἐπιχειρήματά του, ὅταν θὰ ἔπρεπε νὰ μεριμνήσῃ περὶ παρομοίας διατάξεως εἰς τὸ ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του Ὑπουργεῖον.
§163ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Σκέπτομαι.
§164Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἀνάγκη γενικῆς διατάξεως. Διατί αὐτὴ ἡ προτίμησις αὐτῆς τῆς διατάξεως; Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔπρεπε νὰ εἴχετε ἀσχοληθῆ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς μορφώσεως τῶν ὑπαλλήλων· ἔπρεπεν ἡ σύστασις τῆς Σχολῆς νὰ εἶναι ἓν τῶν μελημάτων ὑμῶν πρὸ πάντων, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε νὰ ἐκτιμήσητε τὴν ἀνάγκην τῆς μορφώσεως. Ἔπρεπε νὰ μεριμνήσητε περὶ συστάσεως σχολῆς ὑπαλλήλων ἢ πολιτικῶν ἐπιστημῶν δι’ ἰδικιτέρου νόμου καὶ οὐχὶ διὰ διατάξεων τοιούτων, αἵτινες κατ’ οὐδένα τρόπον θὰ θεραπεύσωσι τὴν ἀνάγκην ἡ ὁποία ὑπάρχει. Οἱ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ οἱ νῦν καὶ οἱ τοῦ μέλλοντος, δὲν θὰ εἶναί ποτε ἱκανοὶ νὰ διδάσκωσι μαθήματα παρὰ ἴσως νὰ δώσωσι διαλέξεις τινάς, καὶ αὐτὸ ἂς γίνεται. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνωσιν εἰδικὰ σχολεῖα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ μόρφωσις ὑπαλλήλων.
§165Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μήπως θὰ δύναται νὰ διορισθῇ καὶ τμηματάρχης;
§166Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Φυσικά.
§167Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τότε θὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ. Θὰ διορίζωνται καὶ δὲν θὰ ἀπομακρύνωνταί ποτε.
§168Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Προχωρῶν εἰς τὰ κατωτέρω ἐπιχειρήματα καὶ ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸν Βουλευτὴν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας λέγω ὅτι δὲν ἐπείσθην, διατί οἱ ἔξωθεν ἐρχόμενοι ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸ κέντρον, διατί νὰ ἀμείβωνται περισσότερον· διατί οἱ διάφοροι χοροὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ στολίζωνται ἀπὸ τὴν παρουσίαν διαφόρων γραμματέων. Ἡ Πολιτεία δὲν θὰ ζημιωθῇ, ἐὰν λείψωσι δι’ ἔλλειψιν ἐξόδων παραστάσεως εἰς τὴν κοσμικὴν κίνησιν τῶν χορῶν οἱ γραμματεῖς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ προτάξω τοὺς ὑπολογισμούς μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔφερον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ὑπολογίσω τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον θὰ φθάσῃ ἡ δαπάνη εἰς 800.000 δρ. καὶ πλέον. Οἱ ὑπολογισμοὶ τοὺς ὁποίους ἔκαμα εἶναι ὅτι ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία σήμερον διαθέτει 121.000 δραχ. διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἂν θελήσω, παραπλεύρως πρὸς τὸ προσωπικὸν τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ ἄρθρον 1, νὰ ὑπολογίσω τὰ πρόσωπα, θὰ φθάσω εἰς 199 χιλ. Ἡ διαφορὰ εἶναι 76.000, αἵτινες διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ γραφείου τοῦ τύπου θὰ ἀνέλθωσιν εἰς ἄλλας 10· οὕτω τὸ ποσὸν θὰ φθάσῃ εἰς 86,000 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὰ ἄλλα κονδύλια. Παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν ὅτι τὸ ἐνοίκιον θὰ εἶναι 10.000, ὅπως τὸ ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὄχι 15 χιλ. ὅσον ὑπελόγισα ἐγώ. Ἀλλὰ γνωρίζω πολὺ καλὰ κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι Πρεσβευτὴς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἶχε μέγα πρόβλημα νὰ λύσῃ σχετικὸν μὲ τὸ ἐνοίκιον. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἦτο ἐπιτετραμμένος εἶχεν εἰς ὡρισμένην συνοικίαν οἴκημα, ἀλλ’ ἀμέσως, ὅταν ἐγένετο Πρεσβευτής, μετέβη εἰς ἄλλο οἴκημα. Ἐκανόνισεν ἑπομένως τὴν διαμονήν του, μολονότι εἶχε τὰ αὐτὰ καθήκοντα, ἀναλόγως τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους τοῦ ἔδιδεν ἡ Πολιτεία. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν ἔρευναν οἰκήματος, ὅπως ἐγκατασταθῇ τὸ πρῶτον ἐν Λονδίνῳ, ὁ πρώτην φορὰν τότε μεταβὰς εἰς Λονδῖνον Βούλγαρος διπλωματικὸς πράκτωρ καὶ τὸ ἐνοίκιον τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ πληρώνῃ τὸ Βουλγαρικὸν Διπλωματικὸν Πρακτορεῖον ἦτο 600 λιρῶν κατ’ ἔτος τὸ ὁποῖον κάμνει πολὺ περισσότερον ἀπὸ 15,000, ἀλλὰ τοῦτο διότι ἰδιαίτερον κονδύλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Βουλγαρίας ἐκανόνιζε τὰς δαπάνας δι’ ἐνοίκιον καὶ ὄχι ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀναμφιβόλως οἱ ἔχοντες μικρὸν μισθὸν περιωρίζοντο εἰς μικρὸν ἐνοίκιον, ἤδη ὅμως ὄχι μόνον ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ τὴν δαπάνην θὰ προβῶσιν εἰς ἐνοικίασιν οἰκιῶν ἄνω τῶν 15,000, ἀλλὰ θὰ ἀποδείξωσι τὰ πράγματα, ὅτι τὸ Κράτος θὰ πληρώσῃ καὶ 20 καὶ 25 χιλιάδας δι’ ἐνοίκιον καὶ ὅτι οἱ Πρέσβεις θὰ διαμαρτύρωνται ὅτι οἱ Ἕλληνες Πρέσβεις τῆς μεγαλυνθείσης Ἑλλάδος δὲν ἔχουσιν οἴκημα ἀνάλογον πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ Κράτους. Εἶναι καλλίτερον νὰ κανονίζητε μισθοὺς διὰ τὴν τάδε Πρεσβείαν μεγαλειτέρους παρὰ νὰ κανονίζητε μίαν εὐχέρειαν, διότι τὸ νομοσχέδιον δίδει εὐχέρειαν εἰς τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρονται ν’ αὐξήσωσι τὴν δαπάνην εἰς οἱονδήποτε ποσόν. Καὶ διατί ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία ἔχει οἴκημα, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι ἐγώ, ἀντὶ 1000 λιρῶν κατ’ ἔτος ἐν Λονδίνῳ, δὲν θὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ζητήσῃ ἀνάλογον οἴκημα; Καὶ εἶναι πολὺ εὐχερὲς τοῦτο, διότι ἄλλαι Πρεσβεῖαι πληρώνουσιν ἐνοίκιον μεγαλείτερον ἀπὸ 1100 λίρας ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὥστε οὔτε αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ὑπελόγισα πολὺ οὔτε αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος ὅπως δικαιολογηθῇ ἡ ἀμοιβὴ τῶν Πρέσβεων τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὡμολόγησα. Ἐγὼ δὲ εἶπον ὅτι ἡ ἀμοιβὴ ἡ ὁποία δίδεται δὲν ἦτο καλή. Θὰ ἦτο καλλιτέρα, θὰ ἦτο μεγαλειτέρα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάλογος καὶ δὲν συμβαδίζει καὶ παραλλήλως πρὸς ἄλλα μέτρα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἡ Πολιτεία ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ μεριμνᾷ μόνον περὶ δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐσόδων. Ἀλλὰ συνεχίζων τοὺς ὑπολογισμούς μου, ἀφήνω κατὰ μέρος τελείως τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπιπλώσεως τῶν 300,000 κατ’ ἔτος. Εὑρίσκω ὅτι δι’ ἐνοίκια, ἐὰν δεχθῶμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, 150,000, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5, δίδονται γραφικὰ ἔξοδα 15,000 κατ’ ἔτος· αὐτὰ εἶναι ὑπολελογισμένα καὶ δὲν δύνανται νὰ μειωθῶσι, γίνονται μηνιαίως 250· ἑπομένως τὸ ἄρθρον 5 ἐπιβάλλει εἰς τὴν Πολιτείαν 45,000 κατ’ ἔτος. Τὸ ἄρθρον 6 ἐπιβάλλει δαπάνην 19,000, διότι δίδεται εἰς κλητὴρ ἐπὶ πλέον ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ 100 δραχμῶν καὶ ὁ ἄλλος κάτι περισσότερον. Τὸ ἄρθρον 7 δίδει δαπάνην διὰ δέκα ἀκολούθους τῶν ὁποίων τὴν ἀποζημίωσιν ὁρίζει εἰς 300 δραχμάς, ἤτοι ἄνω τῶν 36,000 δραχ. Καὶ τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον προσθέτει πέντε συμβούλους, δίδει μίαν δαπάνην 70.000 δραχμῶν· τὸ ἄρθρον 14 δυνάμει τοῦ ὁποίου διορίζονται οἱ ἀρχειοφύλακες δίδει δαπάνην 54,000, ἡ ὁποία ταχέως θὰ γίνῃ 77,000, διότι αἱ 300 δραχμαὶ διὰ τὸν ἀρχειοφύλακα ἑκάστης Πρεσβείας δύνανται νὰ γίνωσι δυνάμει ἄλλης διατάξεως κατωτέρω 450 κατὰ μῆνα· ἑπομένως δίδομεν τώρα 54,000 ἐπὶ πλέον εἰς τοὺς ἀρχειοφύλακας αἱ ὁποῖαι εἶναι πολλαί, καὶ δι’ αὐτὸ λαμβάνεται καὶ πρόνοια ὅπως ἡ δαπάνη αὕτη αὐξήσῃ κατὰ 50%, διότι ὁ μισθὸς τῶν 300 γίνεται 450. Τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν τούτων ὑπολογίζω ἐγὼ εἰς 477,000 καὶ προσθέτω ὅτι εἶναι ἐφάπαξ δαπάνη 300,000, δαπάνη ὅμως ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀξία λόγου. Καὶ μόνον διὰ νὰ δείξω ὅτι θὰ γίνῃ καὶ αὐτὴ ἡ πρόσθεσις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀμφισβήτησις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι εἶναι μεγάλη, νομίζω ὅτι 20,000 τοὐλάχιστον δι’ ἐπίπλωσιν Πρεσβείας θὰ εἶναι τὸ ἐλάχιστον ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐπαρκέσῃ. Νομίζω δὲ ὅτι θὰ εἶναι ἀνεπαρκὲς τὸ ποσὸν αὐτό.
§169Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Νὰ τὸ αὐξήσωμεν!
§170Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κάθε ἄλλο! Ἡ δαπάνη, ἔπρεπε ἴσως νὰ νομίσῃ τις ὅτι ὀλίγη ὑπολογίζεται, ἀλλ’ ἐπειδὴ τίθεται περιορισμὸς ἤδη 20.000, βεβαίως ἡ δαπάνη θὰ εἶναι ἀνωτέρα. Ἐὰν ἔλθω τώρα εἰς τ’ ἄλλα νομοσχέδια — ἀφοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Πρεσβειῶν ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 477.000 ἐτησίως καὶ 300.000 ἐφάπαξ, — ἐὰν ἔλθω εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προξενικῶν ἀρχῶν, θὰ εἴπω ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 3 ἐὰν ἐξετασθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι τῶν διατάξεων περὶ αὐξήσεων καὶ μερικῶν μεταβολῶν καὶ ἐπιδομάτων δυναμένων νὰ δοθῶσι, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐὰν πρόκειται περὶ 20 προσώπων, διότι δίδονται καὶ εἰς τούτους ἐνοίκια......
§171Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ἀνέκαθεν ἐδίδοντο.
§172Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγραφόμενον εἶναι πολὺ μικρότερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁρίζεται, διότι δίδεται εἰς ὅλα τὰ Προξενεῖα. Ὥστε οἱ ὑπολογισμοί μου, ἐὰν σταθμηθῶσιν ὄχι μόνον ὅλαι αἱ δαπάναι αἱ ὁποῖαι ἀμέσως φαίνονται ὅτι θὰ δοθῶσιν, ἀλλὰ ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι θὰ δοθῶσιν, διὰ νὰ μὴ κάμω λόγον καὶ περὶ ἄλλων ἀοράτων δαπανῶν, διότι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν μας κατορθώνουσιν οἱ ὑπάλληλοι νὰ λαμβάνωσι γενναιοτέρας συντάξεις, διότι αὐξανομένου ὄχι μόνον τοῦ ἐπιδόματος τὸ ὁποῖον δὲν παρέχει συντάξεις....
§173Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ὁ ἀρχικὸς μισθὸς δὲν ηὔξησεν οὔτε κατὰ λεπτόν.
§174Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Πρεσβειῶν ὁρίζεται εἰς 700, 600 καὶ 500.
§175Γ. ΣΤΡΕΪΤ. 500 ὑπάρχουσι. Μάλιστα.
§176Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἑπομένως καὶ ἡ σύνταξις αὐξάνει ἀναλόγως. Δὲν εἶναι δὲ ἀσήμαντον τὸ ποσὸν αὐτό. Ἐκτὸς ὅμως ἑτέρας δαπάνης ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ πολὺ βραδύτερον, ὅτε τὸ Κράτος θὰ ἔλθῃ ἀρωγόν, ὥστε νὰ μὴ γίνηται ἀπὸ τώρα μέριμνα περὶ δαπανῶν τοῦ μέλλοντος, ἀρκεῖ ὅτι γίνεται μέριμνα περὶ τῶν δαπανῶν τοῦ παρόντος. Καὶ ἐπειδὴ ἔθιξε καὶ ἄλλα ζητήματα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι διὰ τῶν διαφόρων αὐτῶν βαθμῶν, τοὺς ὁποίους δίδει, θὰ γεννήσῃ πολλὰ πράγματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ προσπαθεῖ νὰ ἄρῃ δυσαρεσκείας δυναμένας νὰ ἐπέλθωσι. Καὶ φυσικὰ θὰ ἐπέλθωσιν ὡς ἐκ τῶν προαγωγῶν αἱ ὁποῖαι ἐπίκεινται, καίτοι διὰ τῆς παροχῆς τίτλων προσπαθεῖ νὰ κατασιγάσῃ τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα θὰ ἐγερθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι καθόλου δεδικαιολογημένα, διότι ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι καθόλου ὑποχρεωμένη νὰ ἀμείψῃ τοὺς ὑπαλλήλους διὰ τῶν ἀνωτέρων μισθῶν μετὰ ἑνὸς μηνὸς διάστημα. Ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι ὑπηρετοῦντες ἐπὶ 30 ἔτη μὲ μισθὸν πολὺ μικρόν. Θέλων ὅμως ὁ Ὑπουργὸς νὰ προλάβῃ αὐτὰς τὰς δυσαρεσκείας καὶ δημιουργῶν αὐτὰς τὰς θέσεις, θὰ δύναται νὰ γεννήσῃ καὶ δυσαρεσκείας, διότι βλέπω κατωτέρω διάταξίν τινα, τὴν ὁποίαν θὰ ἐνθυμῆται ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅτι ὁ Πρεσβευτὴς μετατιθέμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θεωρεῖται ὅτι προβιβάζεται, ἀλλὰ νὰ φαντασθῆτε ὅτι εἷς Πρεσβευτὴς ὁ ὁποῖος διὰ νὰ μείνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν τίτλον τοῦ προσέδρου Ὑπουργοῦ, θὰ εἶναι ἱκανοποιημένος ὅτι δὲν ὑπεβιβάσθη. Θὰ εἶναι δυνατὸν ἑπομένως ἡ τοιαύτη μετακίνησις τοῦ προσώπου, τοῦ νὰ ὑποβιβάζηται πράγματι ὄχι τίτλῳ, ἄλλοι δὲ νὰ προάγωνται καὶ ἑπομένως νὰ ἐπέλθῃ μία ἀναστάτωσις τὴν ὁποίαν δὲν θὰ κάμητε ὑμεῖς, ἀλλ’ ὁ διάδοχος ὑμῶν.
§177Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Εἶναι θεσμὸς ἰσχύων ἀλλαχοῦ· δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ μὲ βαθμὸν καὶ τίτλον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τοῦτο ἰσχύει εἰς τὰ ¾ τῶν εὐρωπαϊκῶν κρατῶν.
§178Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τοῦτο τὸ παραδέχομαι ὅτι γίνεται καὶ εἰς ἄλλα κράτη.
§179Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὅπως εἶναι ὁ ὀργανισμός, δύναται νὰ διαταχθῇ νὰ διευθύνῃ τὸ τμῆμα τοῦ λογιστικοῦ. Θὰ καταδεχθῆτε, ἐὰν δὲν σᾶς χαιρετίσῃ, νὰ τὸν παύσητε;
§180Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἐγὼ θὰ ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸν παύσω. Θὰ εἶναι Διευθυντὴς τοῦ πρώτου πολιτικοῦ τμήματος.
§181Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἐδῶ δὲν κάμνετε τοιαύτας διακρίσεις.
§182Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ νόμοι δὲν δύνανται νὰ στηριχθῶσιν εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῶν Ὑπουργῶν καὶ δὴ εἰς Ὑπουργοὺς τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ γνωρίζωσι τίνες θὰ εἶναι. Σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ θέτῃ φραγμὸν εἰς τὰς διαθέσεις τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς Ὑπουργούς, μὲ τὴν εὐχέρειαν δὲ τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς τὸν Ὑπουργόν, θὰ ἐπέλθῃ ἀνατροπὴ εἰς τὸ προσωπικόν, ὅπως θὰ ἐπέλθωσι καὶ ἄλλα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν προεῖδεν, ὅτε ὥριζε τοὺς διαφόρους βαθμούς. Καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν εἷς Πρεσβευτὴς λάβῃ τὸν τίτλον τοῦ προσέδρου Ὑπουργοῦ, ποίαν θὰ ἔχῃ θέσιν ἀπέναντι ἑνὸς Γενικοῦ Προξένου, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὁ προϊστάμενος τοῦ προξενικοῦ σώματος; Αὐτὸς θὰ ἔχῃ τίτλον Γενικοῦ Προξένου καὶ θὰ προΐσταται τοῦ ἰδικοῦ μας ἔχοντας τὸν τίτλον προσέδρου Ὑπουργοῦ, καὶ ὅμως ὑφισταμένου τοῦ Γενικοῦ Προξένου, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι κατώτερος; Δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε πῶς θὰ θεραπευθῇ αὐτὴ ἡ προσβολὴ διὰ τὸν Ἕλληνα, τὸν φέροντα τίτλον προσέδρου Ὑπουργοῦ, καὶ ἑπομένου ἄλλου Προξένου; Εἰπέτε μοι, αὐτοὶ οἱ Γενικοὶ Πρόξενοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποστέλλωνται εἰς τὸ Ῥίον–Ἰανέϊρον καὶ ἀλλαχοῦ μὲ δικαιώματα προσέδρου Ὑπουργοῦ θὰ ἔχωσι δικαιοδοσίαν ἐφ’ ὅλης τῆς ἐπικρατείας; Ὅλοι οἱ Ἕλληνες Πρόξενοι δὲν θὰ τοὺς δεχθῶσιν οὔτε πρὸς ἐπιθεώρησιν, διότι δὲν θὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν πέραν τῆς περιφερείας των. Πόσον καλλίτερον θὰ ἦτο, ἐὰν τοὺς ἐκάμνετε Πρεσβευτὰς μεταξὺ τόσων ἄλλων.
§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ Γεν. Πρόξενος Ῥίου–Ἰανείρου νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ γενικὴν δικαιοδοσίαν; Ὁ Ὁλλανδὸς Πρόξενος, ὁ ὁποῖος φέρει βαθμὸν Πρεσβευτοῦ, δὲν ἔχει δικαιοδοσίαν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα;
§184Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δύναται νὰ εἶναι Γενικὸς Πρόξενος, ἀλλὰ εἰς τὴν πόλιν τῆς Βραζιλίας.
§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κάμνομεν Προξένους.
§186Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ὁ Γεν. Πρόξενος ἐπὶ τῶν ἄλλων.
§187Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ.
§188Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχει μόνον ὁ Γεν. Πρόξενος.
§189Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Καὶ τί κωλύει νὰ δώσωμεν τοιαύτην;
§190Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Λάβετε νομοθετικὴν πρόνοιαν διὰ νὰ τὴν δώσητε.
§191ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκτείνεται ἡ δικαιοδοσία του εἰς ὅλην τὴν Βραζιλίαν.
§192Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν τὴν ἔχει.
§193ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ζητήσατε νὰ τροποποιηθῇ.
§194Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀτελειῶν ζητῶ νὰ διορθωθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ἀτέλεια· Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἀφοῦ τὸν λέγετε πρόσεδρον Ὑπουργόν, νὰ τὸν διορίσητε εἰς τὸ Ῥίον–Ἰανέϊρον πρόσεδρον Ὑπουργόν.
§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ λέγητε ὅτι ὁ Γενικὸς Πρόξενος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δικαιοδοσίαν. Ποῦ τὸ εὑρίσκετε αὐτό;
§196Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διότι εἶναι Πρόξενος.
§197ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποία διάταξις τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου λέγει ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκταθῇ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Γεν. Προξένου;
§198Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ τόσην δικαιοδοσίαν, τότε εἶναι Πρεσβευτής. Καὶ τότε καλλίτερον εἶναι νὰ τεθῇ ὁ τίτλος τοῦ Πρεσβευτοῦ.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§200Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἀφοῦ λαμβάνετε τόσην μέριμναν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διατί δίδετε ἄδειαν συνομολογήσεως δανείου μόνον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν;
§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ὑποβληθῇ τροπολογία.
§202Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω· διατί διὰ τὰ δάνεια νὰ ἔχῃ τὸ μονοπώλιον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα; Ἐὰν τὰ δώσῃ ἄλλη Τράπεζα μὲ ὀλιγώτερον τόκον, θὰ ἦτο δυσάρεστον; Ὅταν δανείζῃ μία Τράπεζα, δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι ἀξιόχρεως, ὅταν λαμβάνῃ τότε πρέπει νὰ παρέχῃ ἐγγυήσεις.
§203ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε νὰ τεθῇ Τράπεζα ἡμεδαπὴ ἢ ἀλλοδαπή.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται τροπολογία;
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 5–7). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§207Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ὁρίσῃ τὰς Πρεσβείας εἰς τὰς ὁποίας θὰ διορίζωνται σύμβουλοι. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ εἶναι ἀόριστοι. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη συμβούλων εἰς μίαν Πρεσβείαν, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῖαι εἶναι αἱ Πρεσβεῖαι, διότι οὕτως, ἀορίστως θὰ διορίζωνται σύμβουλοι εἰς τὰς Πρεσβείας. Διατί εἰς τὴν Κεττίγνην ἔχομεν ἀνάγκην διορισμοῦ συμβούλων; Εἰς τὰς Πρεσβείας τὰς μεγάλας εἶναι ἀπαραίτητοι, ἐπειδὴ δὲ εἴπετε ὅτι καὶ ἐγὼ εἶπον ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνωσι σύμβουλοι, σᾶς λέγω νὰ γίνωσι σύμβουλοι ὄχι διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν πρόσωπα.
§208ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί νὰ περιλάβωμεν αὐτὸ ἐν τῷ νόμῳ. Νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Μὴ μεταβάλητε τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἰς διοικητικὴν ἀρχήν.
§209Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ γίνῃ προσθήκη.
§210Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Τὸ εἶπον.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§212Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Ἐδῶ ἔχομεν τὸν μισθὸν τοῦ Διευθυντοῦ. Δὲν ὑπάρχει θέσις Διευθυντοῦ.
§213Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ὑπάρχει τοιαύτη ἐν τῷ ἡμετέρῳ νομοσχεδίῳ περὶ κεντρικῆς ὑπηρεσίας.
§214Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Ἄνευ Διευθύνσεως Διευθυντὴς εἶναί τι ἀκατανόητον. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§215Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἄν εἶναι δυνατόν, κ. Ὑπουργέ, νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν. — Μετὰ τὴν σύστασιν τῶν προξενείων ἐν Βορείῳ Ἀμερικῇ, τί χρησιμεύει αὐτὸς ὁ περιορισμός, νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ Γενικὸς Πρόξενος ὁ μὴ ὑπηρετήσας ἐπὶ δύο ἔτη εἰς ἓν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν;
§216Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Διατί;
§217Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Διότι ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ.
§218Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ὑποβάλλετε, παρακαλῶ, τροπολογίαν.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 11 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§220Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι εἰς ἄλλα κράτη.
§221Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ὑπάρχουσιν εἰς ὅλα τὰ Κράτη.
§222Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ χάσμα μεταξὺ ambassadeur καὶ ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου εἶναι πολὺ μικρότερον παρὰ μεταξὺ ἀπεσταλμένου καὶ προσέδρου Ὑπουργοῦ.
§223Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, κ. Ὑπουργέ, δημιουργήσατε βαθμοὺς συμβούλων μὲ μισθὸν προσέδρου Ὑπουργοῦ. Μὴ τοὺς ὀνομάζετε ὅμως προσέδρους Ὑπουργούς.
§224Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ὄχι διότι περιπίπτω εἰς τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἀποφύγω, τοῦ νὰ δημιουργήσω δηλαδὴ προσέδρους Ὑπουργοὺς μὲ τὰς θέσεις αὐτὰς καὶ νὰ μὴ γνωρίζω τί νὰ κάμω αὐτοὺς κατόπιν.
§225Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Τότε συμβούλους αʹ καὶ βʹ τάξεως. Λέγω ταῦτα πρὸς τὸ καλὸν τῆς ὑπηρεσίας· οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχω, ὁ δὲ πρώτης τάξεως νὰ ἔχῃ τὸν μισθὸν τοῦ προσέδρου Ὑπουργοῦ. Νὰ λείψῃ αὐτὸς ὁ πρόσεδρος Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ γεννήσῃ παρατράγῳδα.
§226Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ὑποβάλλετε τροπολογίαν.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§228Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνωνται ἐκ τοῦ τύπου θὰ εἶναι τὰ καταλληλότερα πρόσωπα. Ἐκ πείρας γνωρίζω ὅτι εἶναι ἄριστοι. Εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον ἐχρησίμευσαν περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους καὶ μοὶ παρέσχον πολλὰς εὐκολίας· μοὶ ἐφάνησαν εὐεργετικώτατοι. Λαμβάνω δὲ τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως κάμω εὔφημον μνείαν περὶ αὐτῶν. Ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ λαμβάνωσιν ἕνα μισθόν, ὅστις μάλιστα εἶναι δυνατὸν καὶ ν’ αὐξηθῇ, γνωρίζουσι καὶ τὰ μέρη καὶ τὴν γλῶσσαν καὶ εἶναι χρησιμώτατοι. Θὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εἰς θέσιν πολλοὶ προξενικοὶ ὑπάλληλοι νὰ ἐκτελέσωσι. Δύνανται λοιπὸν νὰ περικοπῶσιν ἄλλαι θέσεις, διότι αὐτὸς ὁ ἀρχειοφύλαξ θὰ δύναται νὰ παρέχῃ πολὺ μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας ἀπὸ πολλοὺς γραμματεῖς. Ὥστε ἀφοῦ προστίθεται προσθήκη, νὰ ἀποκόπτηται παραλλήλως ἄλλη.
§229Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὕτη, θὰ εἴχομεν πλῆθος ὑπαλλήλων, διότι γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ἔλλειψις κατωτέρου προσωπικοῦ καὶ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ ἐτέθη ὁ θεσμὸς τοῦ ἀρχειοφύλακος, δι’ αὐτὸ δὲν προτείνεται αὔξησις ἀκολούθων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑποβάλλετε τροπολογίαν.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 14–19, καθὼς καὶ τὸ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν νόμου». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§231Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§232Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Τὴν τροπολογίαν ταύτην δὲν τὴν περιέλαβον, ἂν καὶ θεωρῶ αὐτὴν ἐνδεικνυομένην, διότι θὰ ὑποβάλω σχετικὸν νομοσχέδιον.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§235ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ διακόψωμεν διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἔχομεν πολλὴν ἐργασίαν.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10ην. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8. 10′.) Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 10 20′ μ. μ.).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Α. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν νόμου.
§238ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου μεταρρυθμίζεται τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ΧΜΣΤʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν νόμων ΒΨΚʹ καὶ ΒΧΗʹ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁσάκις τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον κρίνῃ σκόπιμον, δύναται νὰ ἀναθέσῃ τὴν Διεύθυνσιν Γεν. Προξενείου, Προξενείου ἢ Ὑποπροξενείου εἰς ἕτερον ὑπάλληλον τῆς Κεντρικῆς Διπλωματικῆς ἢ Προξενικῆς ὑπηρεσίας ἐκ τῶν διὰ Β. Διατάγματος διοριζομένων, ἐξαιρέσει τῶν ἀκολούθων, οἷς δύναται ν’ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις προξενείου μετὰ διετῆ ὑπηρεσίαν». Ἐπίσης διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργεῖται τὸ ἄρθρον 40 τοῦ νόμου ΧΜΣΤʹ. Τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου τούτου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Δύναται νὰ διορισθῇ Ὑποπρόξενος ὁ ἐπὶ πενταετίαν ὑπηρετήσας ὡς διερμηνεὺς Γενικοῦ Προξενείου ἢ Προξενείου, ἂν ἔχῃ τὰ γενικὰ προσόντα τὰ ὁριζόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 30 τοῦ νόμου, φέρῃ δίπλωμα τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ ἡμετέρου ἢ ἄλλου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου, γινώσκῃ νὰ ὁμιλῇ καὶ γράφῃ τὴν Γαλλικὴν καὶ ὑποβληθῇ εἰς δοκιμασίαν, ἧς τὰς λεπτομερείας θὰ ὁρίσῃ ἐφάπαξ Β. Διάταγμα». Οὕτω, διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀναιρεῖται πρῶτον τὸ δικαίωμα τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, τοῦ νὰ ἀναθέτῃ προσωρινῶς τὴν διεύθυνσιν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν εἰς ὑπαλλήλους τῆς διερμηνευτικῆς ὑπηρεσίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τοῦ ἄρθρου 7 καταργεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ εἰς θέσεις Ὑποπροξένων τῶν ὑπαλλήλων τῆς διερμηνευτικῆς ταύτης ὑπηρεσίας. Ἡ αἰτιολογία τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι εἶναι πολὺ περιληπτικὴ «ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εὑρίσκεται, λέγει ὅτι «ὁ διορισμὸς Προξένων ἐκ τοῦ διερμηνευτικοῦ κλάδου δὲν κρίνεται ἐπωφελὴς τῇ ὑπηρεσίᾳ». Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἑρμηνεύω τὴν αἰτιολογίαν ταύτην ὡς ὑποστηρίζουσαν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀποβλέπει εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν διερμηνέων διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῶν ἀπὸ καθηκόντων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ των. Καὶ ὀφείλει τις νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι τὰ καθήκοντα τῆς διερμηνευτικῆς ὑπηρεσίας εἶναι πολὺ εὐρέα, εἶναι πολύπλοκα καὶ ἐξαιρετικῶς λεπτῆς φύσεως, ὥστε νὰ εἶναι ἀναγκαία καὶ εἰλικρινὴς καὶ ἀπεριόριστος, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἀφοσίωσις τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὰ ἔργα αὐτά, ἐὰν πραγματικῶς ἐπιθυμῶμεν νὰ ἔχωμεν τοὺς καρποὺς ἐκείνους τοὺς ὁποίους πλουσίους ὀφείλει τις νὰ ἀναμένῃ ἐκ μιᾶς ὑπηρεσίας εἰς χεῖρας τῆς ὁποίας ἔχουσιν ἀνατεθῆ, τοὐλάχιστον ἐν τῇ Βαλκανικῇ, σπουδαιότατα ἐθνολογικὰ ζητήματα. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ὑποβληθῇ ταχέως ἐργασία ὄχι μόνον μεταρρυθμιστική, ἀλλὰ καί, εἰ δυνατόν, ἀνακαινιστικὴ τοῦ κλάδου τούτου τόσον ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα καὶ τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ, ὅστις κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ὀφείλει νὰ καταστῇ καὶ εὐρύτερος καὶ σαφέστερος, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσόδου τῶν ὑπαλλήλων τούτων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς ἥν, ὡς γίνεται σήμερον, ἀληθῶς ζητοῦνται πολλὰ καὶ παραλείπονται τὰ κεφαλαιωδῶς οὐσιώδη, ἐπίσης δὲ εἰς ὅτι ἀφορᾷ καὶ τὴν ἀντιμισθίαν καὶ μάλιστα αὐτήν, διότι αὕτη στενῶς ἐξεταζομένη εἶναι ἀληθῶς ἀπογοητευτικὴ ὡς ἔχει. Ταῦτα κατὰ τὴν γνώμην μου δέον νὰ γίνωσι, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρατηρεῖ τις ὅτι ἡ Πολιτεία ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν κλάδον τοῦτον εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ προορισμόν, καθόσον εἰς οὐδένα εἶναι μιστικόν, καὶ δὲν θὰ εἶναι ἄσκοπον νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ἂν κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Πολιτεία παρεξέκλινε τῆς νομοθετικῆς ἀντιλήψεως τοῦ σκοποῦ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ τούτου κλάδου οὐχὶ ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλ’ ἐν μεγάλῳ μέρει, δηλαδὴ εὑρέθη διὰ τῶν διατάξεων περὶ ἑρμηνευτῶν μία εὐρυτάτη θύρα εἰσόδου εἰς τὸν Προξενικὸν κλάδον τῶν χρησίμων ἐκείνων ἀνθρώπων διὰ τοὺς ἐθνολογικοὺς ἡμῶν σκοποὺς ἐν τῇ ὑποδούλῳ Ἑλλάδι, τῶν ὁποίων ἡ προσέλευσις εἰς αὐτὸν διὰ διαφόρους λόγους δὲν ἦτο ἄλλως κατορθωτή. Διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον παρεμερίσθησαν ἢ μᾶλλον ἐτέθησαν ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ τὰ τυπικὰ προσόντα τοῦ νόμου, ἤτοι ἡ νομικὴ κατάρτισις καὶ ἡ γνῶσις τῶν διεθνῶν κανόνων, προετιμήθησαν δὲ ἄλλα προσόντα οὐσιωδέστερα, ἤτοι ἡ πλήρης γνῶσις τῶν συνθηκῶν τῆς ὑποδούλου χώρας, ἕνεκα τῆς καταγωγῆς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐστρατολογήθησαν εἰδικῶς ἐκ τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος, ἡ οἰκογενειακὴ ἐπιβολή, ἡ προσωπικὴ αὐτῶν παράστασις καὶ ἡ εἰδικὴ διὰ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ἐπαρχίαν μόρφωσις αὐτῶν, προσόντα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ἑρμηνευτικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τοὺς ἐξωτερικοὺς τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἀληθῶς ἀπὸ τῆς εἰσόδου τῶν διερμηνέων τούτων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῖς ἀνετίθετο ἡ προσωρινὴ διεύθυνσις τῶν προξενικῶν γραφείων κατὰ τρόπον μάλιστα, ὅστις ἔδιδε σαφῶς τὴν ἰδέαν ὅτι τόσον τὸ Κράτος ὅσον καὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐφαίνοντο ἔχοντες μίαν σαφῆ συμφωνίαν μεταξὺ των ὅτι διὰ τὸν προξενικὸν κλάδον προωρίζοντο. Δύναμαι ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἀναφέρω ὑπαλλήλους τοῦ ἑρμηνευτικοῦ κλάδου, οἵτινες ἀπὸ τῆς εἰσόδου αὐτῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρι σήμερον ἔχουσι διευθύνει διαρκῶς προξενικὰ γραφεῖα. Καὶ δύναμαι νὰ ὁμολογήσω ὅτι τοιαύτη ἀντίληψις τῆς Πολιτείας περὶ τοῦ τοιούτου σκοποῦ τῶν ὑπαλλήλων δὲν διεψεύσθη. Βεβαίως δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ αὐτὸ ὅτι ὁ ἑρμηνευτικὸς κλάδος δὲν ἔχει ἐν ἑαυτῷ καὶ τοὺς κακούς, καὶ τοὺς ἀποτυχόντας ὑπαλλήλους. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀστεία ἐξαίρεσις, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει κλάδος, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένος τῶν κακῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀποτυχόντων. Ὀφείλει ὅμως τις νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοιαύτης σκέψεως καὶ ἀπὸ τοιαύτης πεποιθήσεως ἐζητήθησαν, διότι ἀληθῶς ἐζητήθησαν, ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, οὐδενὸς διέψευσαν τὰς ἐλπίδας. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ προέλθῃ τις εἰς παραδείγματα, ἤθελεν ἴδει ὅτι ἡ ἐθνικὴ αὐτῶν ἐργασία εἶναι ἀληθῶς ἐξαιρετική. Καὶ ὑπῆρξαν ἀληθῶς ἐξαιρετικαὶ καὶ αἱ τιμαὶ τὰς ὁποίας ἐπεδαψίλευσεν εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Εἰς ἐκείνους μάλιστα, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὴν νομοθετικὴν ἡμῶν παράδοσιν, δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἤδη νομοθετημένη περὶ διορισμοῦ ἐκ τῆς ἑρμηνευτικῆς ὑπηρεσίας Ὑποπροξένων καὶ Προξένων, ἐξειδιάσθη ὡς ἀνταμοιβὴ τῆς ἐθνικῆς αὐτῶν ὑπηρεσίας. Δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν προξενικὸν κλάδον καὶ νὰ μὴ ἐπέτυχε τοῦτο. Ὁ Τζορμπατζόγλου, ὁ Κυπραῖος, ὁ Σεληνιάδης, ὁ Ξανθόπουλος, ὁ Λαγουδάκης, ὁ Ντάσσος, ὁ Παπαπαύλου, ὁ Λιάτης καὶ ὁ Ἀδαμίδης εἶναι ἐκ τῶν εἰσελθόντων ἐκ τῆς ἑρμηνευτικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ ἄνθρωποι τῶν ὁποίων ἡ πατριωτικὴ ἀφοσίωσις ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς πολλάκις τὴν εὐκαιρίαν νὰ αἰσθανθῶμεν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν καὶ συγκίνησιν. Ἓν πρόσφατον παράδειγμα δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω, τὸ παράδειγμα τοῦ διερμηνέως ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῆς ἄλλης ἐξαιρετικῆς αὑτοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῇ διευθύνσει τοῦ προξενικοῦ γραφείου εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ καὶ τὴν ἡρωϊκὴν αὑτοῦ αὐταπάρνησιν κατὰ τὸν τελευταῖον Ἑλληνοβουλγαρικὸν πόλεμον. Εἶναι ὁ διερμηνεὺς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συλληφθεὶς ἐν Δεδέαγατς ὡς δῆθεν κατάσκοπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τῶν Βουλγαρικῶν ἀρχῶν ἤχθη δέσμιος ἐν Ἀδριανουπόλει διὰ ν’ ἀπαγχονισθῇ, ἐξῆλθε δὲ τῶν φυλακῶν κατὰ τὴν τελευταίαν ἀνάκτησιν τῆς Ἀδριανουπόλεως ὑπὸ τῶν Τούρκων. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς βεβαίως δὲν εἶχε τὴν νομικὴν κατάρτισιν, δὲν εἶχε δίπλωμα νομικῆς σχολῆς· εἶναι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπόφοιτος τοῦ Δικαίου, τῆς Σχολῆς Μομπελιέ, ἀλλ’ εἶχε μίαν οἰκογενειακὴν ἀνατροφήν, μίαν γενικὴν μόρφωσιν καὶ τὸ συναίσθημα πρὸ παντὸς νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐν τῇ διευθύνσει τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας οὐδενὸς ἐδείχθη κατώτερος ἐκ τῶν ἀρίστων ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Ὅλους ὅμως τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς δυστυχῶς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον τοὺς ἀποκλείει ἀπολύτως τόσον ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν προξενικῶν γραφείων, ὅσον καὶ τὴν εἴσοδον εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν. Εἶπον ἀνωτέρω ὅτι ἐγὼ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς καθορίζεται σήμερον, θεωρῶ ὀρθήν, ἀλλ’ ὀφείλει τις νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ ἀρχὴ αὕτη νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν τοιαύτην ἐχόντων καταγωγήν, διότι οὗτοι κατῆλθον εἰς τὸν κλάδον τοῦτον ἀπ’ ἀρχῆς ἀντιθέτου, ἀλλ’ ἐπίσης ὀρθῆς, ἀρχῆς ἡ ὁποία ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσωσιν ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ μείνωσιν εἰς τὸν ἑρμηνευτικὸν κλάδον ἐφ’ ὅσον λαμβάνονται ἀμέσως καὶ προορίζονται διὰ τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, ἐφ’ ὅσον ἀκόμη τοῖς εἶχε καθορισθῆ ὁ σκοπὸς ἐκ τῶν προτέρων, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκον ἐκεῖ ὡς προξενικοὶ ὑπάλληλοι. Βεβαίως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν καί τις ὁ ἀποτυχών, ἀλλὰ δύναται νὰ γένηται μία ἐκκαθάρισις, ἡ ὁποία καὶ δυνατὴ εἶναι καὶ δεδικαιολογημένη, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία δύναται νὰ μεταβάλῃ μίαν τοιαύτην νενομοθετημένην βάσιν, ἡ ὁποία ἐκράτει ὡς κανὼν χωρὶς νὰ φρονῇ ὅτι δὲν ἀδικεῖ τὴν μεγάλην ὁμογενῆ οἰκογένειαν, ἥτις ἔδωκε τὰ καλλίτερα αὑτῆς τέκνα πρὸς τοῦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν εὔλογα παράπονα ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἑρμηνευτικὴν ὑπηρεσίαν, διότι οὗτοι γνωρίζουσι διὰ τίνα σκοπὸν καλοῦνται. Δὲν δύναταί τις πλέον νὰ εἴπῃ, ὡς ἤδη, ὅτι μία ἀγχίστροφος ἀπόφασις τῆς Πολιτείας τοὺς ἀποστερεῖ ἀληθῶς τῶν ἐλπίδων μιᾶς καλλιτερεύσεως τῆς θέσεως αὐτῶν, τὴν ὁποίαν εἶχον στηρίξει ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ ὑπάρχοντος καὶ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐκράτει. Σήμερον τὸ παράπονον αὐτὸ εἶναι ἀκαταμάχητον, διότι μία τοιαύτη πολιτειακὴ ἐπιταγὴ νὰ τραπῶσιν εἰς νέας ἐνασχολήσεις τοὺς εὑρίσκει ἐκτεθειμένους καὶ ψυχικῶς καὶ κατὰ μάθησιν· οὔτε δύνανται νὰ μεταβάλωσι τὴν ἀντίληψιν τῆς ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολούθησαν ἐν τῇ μακρᾷ των διπλωματικῇ δράσει. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, διὰ τὸ μέρος τοῦτο τὸ μικρὸν τοῦ ὑπαλλήλου, δὲν εἶναι σκόπιμον τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχετικὴν τροπολογίαν, ὅπως μὴ ἰσχύσῃ δι’ αὐτοὺς ὁ ὑφιστάμενος νόμος. Κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην «δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς ἄνω διατάξεις τοῦ νόμου, οἱ ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ διερμηνεῖς». Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ τὴν ἐλπίδα ταύτην βασίζω εἰς τοῦτο· ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν ἐτροποποίησε τὸ νομοσχέδιόν του κατὰ τι εὐνοϊκῶς, διότι ἀνέστειλε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς καταργήσεως τῆς τελευταίας διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 40 ἐπὶ μίαν τριετίαν μὲ τὸν σκοπὸν βεβαίως, ὅπως διευκολύνῃ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸν προξενικὸν κλάδον τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον κριθῆ ἄξιοι διὰ μιᾶς δοκιμασίας νὰ εἰσέλθωσιν εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ὡς εἶναι διατετυπωμένη ἡ διάταξις αὐτή, σήμερον δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπωφελῶς, ἂν δὲν συμπληρωθῇ μὲ τὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τούτους κατὰ τὸ τριετὲς τοῦτο διάστημα νὰ διευθύνωσι προξενικὰ γραφεῖα, διότι μόνον ἐὰν ἐξακολουθήσωσιν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ νὰ εἶναι ἐν συναφείᾳ μὲ τὸν προξενικὸν κλάδον διευθύνοντες προσωρινῶς προξενικὰ γραφεῖα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀπομάθωσιν οὔτε τὸν ὀργανισμόν, οὔτε τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐπιτυχία αὐτῶν ἐν τῷ διαγωνισμῷ. Διότι, ἂν τοῦτο δὲν γίνῃ, ἂν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι προσκολληθῶσιν μόνον εἰς τὸν διερμηνευτικὸν κλάδον, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θὰ ἀπομάθωσιν, ἔχοντες ἐστραμμένην ἀλλοῦ τὴν προσοχήν των, ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ μίαν ἐπιτυχῆ δοκιμασίαν. Καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ σήμερον νὰ προσέλθωσιν εἰς τοιαύτην δοκιμασίαν ἀμέσως, διότι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἔχωσι τὴν παρασκευήν, διὰ νὰ εἶναι δὲ δυνατὴ ἡ παρασκευὴ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὄντες ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸν προξενικὸν κλάδον, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ ὅτι διὰ τοὺς τοιούτους ὑπαλλήλους εἶναι περιττὴ ἡ δοκιμασία. Καὶ ἀληθῶς νομίζω ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη, διότι αὐτοὶ ὑπέστησαν ἤδη δοκιμασίαν αὐτοί, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχουσι τὴν δοκιμασίαν τῆς μακρᾶς πείρας ἐν τῇ ὑπερασπίσει τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων ἀποδείξαντες ἐκεῖ ἕκαστος τὸ μέτρον τῆς ἱκανότητός του, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν περισσότερον εἰς ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι μυστικὸν εἰς οὐδένα.
§239Γ. ΣΤΡΕΪΤ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ δηλώσω ὅτι δὲν δέχομαι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν· ἄλλως τε αὐτὸς ὁ εἰσηγούμενος τὴν τροπολογίαν ἀνέπτυξε τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐκρίθη σκόπιμος κατ’ ἀρχὴν ἡ ἐπιβολὴ διατάξεως, οἵα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅσον ἀφορᾷ καθόλου τοὺς ἑρμηνεῖς. Ὄντως δὲν πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀμφισβητηθῇ εἴτε ἡ ἀξία εἴτε ἡ θέσις τοῦ ἑρμηνέως, τοὐναντίον φρονῶ ὅτι τὰ ἑρμηνευτικὰ καθήκοντα, ὅπως ἐξήγησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, εἶναι ἴσης σπουδαιότητος πρὸς τὰ Προξενεῖα διὰ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν πράγματα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται ἀκριβῶς νὰ χωρισθῶσι δύο κλάδοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀλλοίαν τὴν δρᾶσιν καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀλλοῖα τὰ προσόντα καὶ ἀλλοίαν τὴν πρόοδον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν μελετᾷ ἤδη νομοσχέδιον ἀναφορικῶς πρὸς τὰ τῆς ἑρμηνευτικῆς ὑπηρεσίας. Ἀκριβῶς οὕτω νομίζω ὅτι καὶ τὰ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης θὰ ῥυθμισθῶσι καὶ θὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις εἰς κλάδον ὁ ὁποῖος παρέσχε πολλὰ ἀγαθά, παρέχει ὅμως, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, καί τινα τρωτὰ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἀκριβῶς μετὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ ἐτροποποίησα τὸ τελευταῖον ἄρθρον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν διερμηνέων εἰς θέσιν Προξένου, ἐτροποποίησα δ’ αὐτό, διότι μετὰ ὀρθοτέραν σκέψιν ἔκρινα ὅτι ἴσως ὑπάρχει τις ἄποψις δικαιώματος κτηθέντος δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον αἴτησιν καὶ ἑτοιμάζονται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις καὶ διὰ τοῦτο εἰς πάντας τοὺς κτησαμένους τὴν πενταετίαν δίδεται ἡ εὐχέρεια νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις, ἡ δὲ τριετία ἡ ὁποία τίθεται ἐξαρκεῖ ἵνα δώσῃ εἰς πάντα διερμηνέα τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ ἐξετάσεις. Τὰς ἐξετάσεις αὐτὰς νὰ καταργήσω θὰ ἐθεώρουν ὄχι ἐνδεδειγμένον, διότι ἀκριβῶς, ἐπειδὴ τὰ προσόντα τῶν Προξένων καὶ τῶν διερμηνέων εἶναι διάφορα, νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἄνευ δοκιμασίας νὰ μεταφέρω αὐτοὺς ἀπὸ τὸν ἕνα κλάδον εἰς τὸν ἕτερον. Ὑπάρχουσι στοιχεῖά τινα γνώσεων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὸν προξενικὸν ὑπάλληλον καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων καλὸν εἶναι νὰ ὑπάρξῃ ἔλεγχος πρὶν γίνῃ ἡ μετάθεσις, καὶ διὰ τοῦτο τὸ τελευταῖον μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος θὰ τὸ ἀπέκρουον, θὰ τὸ ἐνόμιζον ἀσύμφορον. Ἐὰν ὅμως ἐπεθύμει τὰ σήμερον ὑπάρχοντα πρόσωπα νὰ διατηρήσῃ ὑπό τινα προσόντα, ἐφ’ ὅσον οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον εὐδοκίμως διηύθυναν προξενεῖον, ὥστε νὰ ἐξακολουθήσωσιν οὗτοι νὰ διευθύνωσι προξενεῖον, θὰ ἠδύνατο τοιαύτη τις τροπολογία ὑποβαλλομένη νὰ γένηται δεκτή. Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ συναινέσει τῆς Βουλῆς. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§240Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ Γενικὸς Πρόξενος ἔχει μισθὸν 1200 δραχμάς· ἑπομένως δὲν βλέπω διατί δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διορισθῇ Πρέσβυς. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ἐρωτήσω μήπως εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς γίνεται ἡ παροχὴ θέσεως Πρέσβεως μὲ βαθμὸν Γενικοῦ Προξένου, ὅπως μὴ ἐξέρχωνται τῆς μονιμότητος τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ φθάνοντες τὸν βαθμὸν τοῦ προσέδρου Ὑπουργοῦ ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν εἰς τὴν μονιμότητα;
§241Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Βεβαίως.
§242Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὥστε μετατιθέμενοι ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης εἰς ἄλλην θὰ παραμένωσιν εἰς τὴν μονιμότητα;
§243Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Βεβαίως.
§244Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι μόνον τοιοῦτοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τοὺς τοιούτους συνδυασμούς. Νὰ εἶναι Πρέσβυς, νὰ ἔχῃ μισθὸν ἐπαρκῆ διὰ Πρέσβυν καὶ συγχρόνως νὰ μὴ εἶναι Πρέσβυς ὥστε νὰ ἐξέρχηται τῆς μονιμότητος. Ὑποθέτω ὅτι θὰ ὑπάρχωσι πρόσωπά τινα τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦσι νὰ μὴ ἐξέλθωσι τῆς μονιμότητος καὶ θεωροῦσιν ἐπικίνδυνον τὸν προβιβασμόν των εἰς Πρέσβυν, ἐὰν δὲ συνδυάσωμεν αὐτό, θὰ εἶναι εὔκολον νὰ μένῃ εἰς τὴν μονιμότητα, νὰ ἐκτελῇ καὶ καθήκοντα Πρέσβεως ἔχων συγχρόνως καὶ θέσιν ἀνάλογον.
§245Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Πάντα ταῦτα εἶναι δυνητικά. Δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτοὺς ὁ βαθμὸς τοῦ προσέδρου Ὑπουργοῦ, ὡς συμβαίνει τοῦτο καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ μεταφυτεύωμεν εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν θεσμούς, οἱ ὁποῖοι ἀλλαχοῦ ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐδοκιμάσθησαν καὶ ἐφάνησαν ἐπιτυγχάνοντες. Οὐδὲν νέον ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸν συνδυασμὸν Γενικοῦ Προξένου μὲ Πρεσβευτὴν οὔτε εἰς τὸν συνδυασμὸν Προξένου, εἰς ὃν ἀνατίθενται πρεσβευτικὰ καθήκοντα. Εἰς τὸν ἰταλικὸν νόμον θὰ εὕρητε τοιαύτας διατάξεις εἰσηγουμένας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1873.
§246Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὴν τὴν ἱκανότητα τὴν ἔχουσι, φαίνεται, οἱ ἡμέτεροι ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι κατορθώνουσι νὰ εὑρίσκωσι τοιαύτας διατάξεις εἰς τὰς διαφόρους νομοθεσίας.
§247Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Τοῦτο τὸ εὗρον μόνος μου (ἱλαρότης).
§248Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Εἰς τὰ προαγόμενα εἰς Γενικὰ Προξενεῖα καλὸν εἶναι νομίζω νὰ περιληφθῇ καὶ τὸ Προξενεῖον τῆς Κύπρου, ἥτις ἔχει πληθυσμὸν 70,000 κατοίκων καὶ εἶναι ἕδρα Ἁρμοστοῦ.
§249Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἐπεφυλάχθη ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι καὶ τοῦτο καὶ ἄλλα τινὰ Προξενεῖα, τὰ ὁποῖα τὴν αὐτὴν προαγωγὴν πρέπει νὰ λάβωσι, θὰ προαχθῶσι.
§250Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ λέγετε ὅτι «διαγράφονται τὰ γενικὰ προξενεῖα, προξενεῖα καὶ ὑποπροξενεῖα τὰ ἱδρυμένα ἐν ταῖς δυνάμει τῶν συνθηκῶν Λονδίνου, Βουκουρεστίου καὶ Ἀθηνῶν προσαρτηθείσαις χώραις». Δὲν θὰ ἦτο καλὸν νὰ προσθέσητε ὅτι καταργοῦνται καὶ τὰ ἱδρυμένα ἐν ταῖς προσαρτηθησομέναις χώραις;
§251Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Δυνάμεθα νὰ θέσωμεν «προσαρτωμέναις».
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§253Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 6ον, κ. Ὑπουργέ, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τὸν ὁποῖον ὑποβάλλετε διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι μετὰ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν σχεδὸν τὴν ὑπερέχουσαν θέσιν ἔχει ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν Προξενείων. Λοιπὸν τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Προξενικοῦ δι’ ἑνὸς διορισμοῦ μετὰ πενταετίαν τὸν κάμνομεν νὰ γίνῃ ἔκτακτος ἀπεσταλμένος· σὰν πολὺ τοῦ πηγαίνει!
§254Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἡ διάταξις περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Προέδρου καὶ ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου ὑπῆρχεν ἀνέκαθεν· ὁ ὑφιστάμενος νόμος ἔχει τριετίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐκάμαμεν πενταετίαν.
§255Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ναί· ἀλλ’ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν δίδετε σήμερον εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν Προξενείων. Ὡσαύτως ὁ Γενικὸς Πρόξενος μετὰ πενταετίαν δύναται νὰ γίνῃ ἐπιθεωρητὴς τῶν προξενείων.
§256Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Καὶ τοῦ Γενικοῦ Προξένου καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ προξενικοῦ δικαστηρίου ηὐξήσαμεν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τριετίαν εἰς πενταετίαν. Ὁπωσδήποτε, ἐὰν θέλητε, ὑποβάλλετε τροπολογίαν καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ τὴν συζητήσωμεν.
§257Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6ον, ὡσαύτως τὸ ἄρθρον 7ον, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὀργανώσεως τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διατάξεων τοῦ ͵ΓΨΙΑʹ νόμου». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§259Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἤκουσα καὶ ἀπὸ ἄλλους ρήτορας πρὸ τῆς διακοπῆς, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν εἰς ὀργανισμὸν Ὑπουργείου τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ νὰ τὴν καταστήσωμεν θέσιν μόνιμον. Γενικὸς Διευθυντὴς νομίζω ὅτι εἶναι πρόσωπον τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ δὲν εὑρίσκω κανὲν δικαιολόγημα εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ καθιερώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ νὰ καταστήσῃ ἐκ λόγων ἐντελῶς προσωπικῶν καὶ ἐκ λόγων συμπιπτόντων πρὸς τὴν προσωπικότητα τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκλεγέντος διακεκριμένου ἐπιστήμονος μόνιμον τὴν θέσιν ταύτην. Τοῦτο ἀντίκειται ἐντελῶς εἰς αὐτὴν τὴν οὐσίαν οἱουδήποτε ὀργανισμοῦ Ὑπουργείου. Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ μόνιμον θέσιν. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐτόνισαν τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἤκουσα δικαιολογίαν ἀνατρέπουσαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅτι εἶναι ὀρθότατος ἐντελῶς ἀναμφισβητήτου. Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ἢ Γενικὸς Γραμματεὺς ἑνὸς Ὑπουργείου ὑπὸ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ μὴ εἶναι μόνιμος. Ἐὰν εἴχομεν ἐκτὸς αὐτοῦ καὶ ἕτερον Γενικὸν Γραμματέα πολιτικῆς φύσεως, ἐὰν εἴχομεν δηλαδὴ ὑφυπουργὸν Κοινοβουλευτικόν, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο συγκεχωρημένον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχομεν ὀργάνωσιν, οἵαν ἔχομεν εἰς τὴν Πολιτείαν μας, δὲν ἔχομεν δὲ ὑφυπουργὸν κοινοβουλευτικόν, ὅπως ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ, νομίζω ὅτι ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ἔχων τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ὁποίαν ἀπονέμει εἰς αὐτὸν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὢν καὶ μόνιμος ὑπάλληλος συγκεντροῖ ἐν αὑτῷ δύο ἐννοίας ἐντελῶς ἀσυμβιβάστους. Πάντως θὰ θέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς δυσχερῆ θέσιν τὸν διάδοχον αὑτοῦ ἀπέναντι τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχει ἐν τῷ νῷ, θέτων αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἐπεθύμουν νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω ἀδιαμαρτύρητον τὴν ψήφισιν θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται εἰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ διέποντος ἡμᾶς κοινοβουλευτικοῦ συστήματος καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως.
§260Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν κατὰ πόσον γενικώτερον ὁ θεσμὸς τοῦ μονίμου Γενικοῦ Διευθυντοῦ ἢ Γενικοῦ Γραμματέως ἐνδείκνυται ἢ ὄχι, καίτοι πολλὰ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα νομίζω καὶ εἰδικώτερον θὰ ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι τὸ τοιοῦτον. Προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίζω ὅτι ἡ μονιμότης καὶ ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας ἐνδείκνυται περισσότερον ἢ ὁπουδήποτε ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ φέρωμεν τὸν διακεκριμένον ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἐπιστήμονα, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ δώσωμεν τὴν θέσιν αὐτὴν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, βεβαίως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τῷ προτείνωμεν ν’ ἀφήσῃ θέσιν μόνιμον, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀλλαχοῦ καὶ ἡ ὁποία τὸν ἐξασφαλίζει δι’ ὅλον του τὸν βίον, διὰ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ νὰ καταλάβῃ μίαν θέσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐκ τῆς ὁποίας εἰς πρώτην τυχοῦσαν κυβερνητικὴν μεταβολὴν ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ εὑρεθῇ ἐκτὸς θέσεως, χωρὶς τὴν τέως ὑπηρεσίαν αὐτοῦ καὶ χωρὶς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς τῷ ἀνεθέσαμεν. Ἄλλως τε εἰς τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως ἐπὶ μακρὰς δεκαετηρίδας ὑπῆρξε διακεκριμένος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον κατέχει ὑψίστην διπλωματικὴν θέσιν, καὶ ἐκ τῆς μακροτάτης ὑπηρεσίας τοῦ ὁποίου οὐδαμῶς ἐβλάβη ἡ ὑπηρεσία ὡς μονίμου γενικοῦ γραμματέως, ἀλλὰ τοὐναντίον τὰ μάλιστα ὠφελήθη αὕτη. Ἀλλὰ καὶ μόνιμος ὢν ὁ ἐν λόγῳ Γενικὸς Διευθυντὴς ὁ κριθησόμενος ἀκατάλληλος δὲν σημαίνει ὅτι δύναται νὰ μένῃ ἐκεῖ ἐφ’ ὅρου ζωῆς καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ τὸν μεταθέσῃ, ἀλλὰ τὸ μόνιμος σημαίνει ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸν διορίσῃ Πρεσβευτήν. Καὶ ἐπειδὴ ἅπαξ ἐλέχθη καὶ τὸ ὄνομα, ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶναι ἐκ τῶν διακεκριμένων διπλωματικῶν ὑπαλλήλων ὡς διευθυντὴς Πρεσβείας ὁ ἐν λόγῳ μετακαλούμενος. Ὅθεν κίνδυνος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν οὐδεὶς ὑπάρχει· τοὐναντίον νομίζω ὅτι εἶναι ἔργον καὶ προνοίας εὐλόγου καὶ δικαιοσύνης, ὅπως οὕτω διαρρυθμισθῇ ὁ θεσμός. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, καὶ διοικητικῶς ἐνδείκνυται ἡ διάταξις αὕτη ἡ τεθειμένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§261Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν γενικὴν ἀρχήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγὼ ἐστήριξα τὴν παρατήρησίν μου, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶπε τίποτε· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἄλλην οὐσιαστικὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρῃ τις καλὸν ὑπάλληλον, οἷος ὁ ἐν τῷ νῷ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἄνευ ἐγγυήσεών τινων, νομίζω ὅτι ὑπάλληλοι τοιαύτης ὑψηλῆς περιωπῆς, οἷος ὁ μετακαλούμενος, δέον νὰ ζητῶσι τὰς ἐγγυήσεις ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτῶν ἀξίᾳ καὶ τῇ ἱκανότητί των καὶ οὐχὶ ἐν τῇ μονιμότητι τῆς θέσεως. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία κατὰ τὴν τελευταίαν μάλιστα δεκαετηρίδα ἀπέδειξεν ὅτι σέβεται τοὺς καλοὺς ὑπαλλήλους, ὅπου ἂν εὕρῃ αὐτούς, ἐὰν οὗτοι ἦσαν ὑπηρεσιακοὶ ὑπάλληλοι. Δύναμαι μάλιστα νὰ ἀναφέρω ἀκόμη ὅτι καὶ ὅπου εὗρον καλοὺς καὶ ὑπηρεσιακοὺς νομάρχας αἱ Κυβερνήσεις τοὺς ἐσεβάσθησαν. Ἐπίσης δύναμαι νὰ ἀναφέρω ὅτι ὑπηρεσιακῶν ὑπαλλήλων, ὡς οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, τῶν ὁποίων ἡ θητεία ἐπὶ ὡρισμένῃ προθεσμίᾳ, ὁσάκις εὑρέθησαν οὗτοι καλοὶ πάντοτε ἡ θητεία αὐτῶν ἀνενεώθη. Δι’ ἄνδρα, ὁ ὁποῖος δέχεται μεγίστην τιμήν, πολὺ ἀνωτέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν κατέχει ὡς Ἀκαδημαϊκὸς διδάσκαλος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ — διότι ἡ θέσις ἡ διαπλαττομένη σήμερον, ἡ κατ’ ἐξοχὴν ἐμπιστευτική, μὲ δικαιοδοσίαν πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων εἶναι βεβαίως θέσις ὑψηλοτάτη — προτιμότερον θὰ ἦτο, ὁ καλούμενος εἰς τοιαύτην θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὅτι θὰ κρατηθῇ ἐν τῇ θέσει ταύτῃ, ἐφ’ ὅσον διακριθῇ ὡς ἱκανὸς καὶ ὑπηρεσιακὸς ὑπάλληλος, διότι ὑπηρεσιακὸς πρέπει νὰ εἶναι οὗτος, προκειμένου περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία δὲν μεταλλάσσει ἀναλόγως τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ πάντοτε τὴν αὐτὴν ὁδὸν τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Θὰ ἦτο προτιμότερον τοιοῦτος ὑπάλληλος τοιαύτην τιμὴν λαμβάνων νὰ ἐγνώριζεν ὅτι θὰ κρατηθῇ ἐν τῇ θέσει, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐκτελῇ καλῶς τὸ καθῆκόν του ὡς ὑπηρεσιακὸς ὑπάλληλος. Τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι μέλλων τις νὰ κατέλθῃ ὡς Γενικὸς Διευθυντὴς προτοῦ ὑπῆρχεν ἤδη ἐπὶ ἔτη μακρὰ ἕτερος Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κατὰ τοῦτο εὔστοχον, ὄχι διότι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ἐκεῖνος δὲν ὑπῆρξεν ἐξαίρετος ὑπάλληλος καὶ δὲν προσέφερεν ὅ,τι προσεδόκα ἡ πατρὶς παρ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐδημιούργησεν ἀκριβῶς διὰ τῆς μονιμότητος αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς παγιώσεως ὡρισμένου καθεστῶτος καὶ ὡρισμένων συνηθειῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τρόπον τινὰ ἐπανάστασιν καὶ εἶναι ἀξία σημειώσεως ἡ σύμπτωσις ὅτι σὺν τῇ ἐπαναστάσει ἐγένετο καὶ ἀπομάκρυνσις αὐτοῦ ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατεῖχε. Τοῦτο εἶχον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἀντιπαρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§262Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι τὰ προσόντα τὰ ἀπαιτούμενα καὶ τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα κέκτηται τὸ πρόσωπον, τὸ προωρισμένον διὰ τὴν θέσιν αὐτήν, δὲν εἶναι τὸ καταλληλότερον δι’ ὃν σκοπὸν εἶναι προωρισμένη ἡ θέσις αὕτη. Οἱ ὑπηρεσιακοὶ ὑφυπουργοὶ πανταχοῦ λαμβάνονται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ὁ ὑπηρεσιακὸς ὑφυπουργὸς ἔχει τὰ πλείονα καθήκοντα, θὰ ἴδωμεν ὅτι πάντοτε τὴν θέσιν τοῦ ὑπηρεσιακοῦ ὑφυπουργοῦ, ἐκείνου ὁ ὁποῖος κρατεῖ τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν συνέχειαν τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ παραδώσῃ τὰ μυστικὰ καὶ ὅ,τι ἄλλο σχετικὸν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Ὑπουργοῦ εἰς τὸν ἄλλον, ὁ ὑφυπουργὸς αὐτὸς προέρχεται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας· εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἓν ἀρχεῖον γνώσεων καὶ κέκτηται ἀκριβῶς τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν αὐτὸν συμπαθῆ μεταξὺ τῶν ὑποδεεστέρων. Τὸ προσωπικὸν τὸ ὁποῖον καλεῖται διὰ τὴν θέσιν ταύτην, ἴσως εἶναι κατάλληλον καὶ δι’ ἄλλην ἀνωτέραν θέσιν· ἴσως θὰ ἦτο ἔξοχος δι’ Ὑπουργὸς ἢ διὰ Πρεσβευτής, ἀλλ’ ἀκριβῶς, διὰ τὰ καθήκοντα ταῦτα δι’ ἃ τὸν προορίζομεν δὲν ἔχει τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται. Διαπρεπεῖς Διεθνολόγοι δὲν ἔλαβον τοιαύτην θέσιν· οὔτε ὁ κ. Μάρτενς ἐν Ῥωσίᾳ οὔτε ὁ Fiori εἰς τὴν Ἰταλίαν οὔτε ἀλλοῦ ἀλλαχοῦ οὔτε ὑποτίθεται ὅτι ἡ τελεία γνῶσις τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ ἡ ἀπαράμιλλος ἐπιστημονικὴ ἱκανότης ἀποτελοῦσι τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα διὰ τὸν ὑπάλληλον, ὅστις ἀκριβῶς ὑπηρεσιακὰ καθήκοντα θὰ ἔχῃ καὶ πολὺ ὀλίγον θὰ χρειασθῇ τὰς γνώσεις του ἐπὶ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ πολὺ περισσότερον θὰ ἐχρειάζοντο γνώσεις, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ πεῖρα καὶ ἡ γνῶσις τῶν γενομένων. Ἄλλως τε, διὰ τὰς γνώσεις, δι’ ἃς καλεῖται, ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ὁ καθηγητὴς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου διατελῇ σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ θέσις αὕτη θεωρεῖται κατάλληλος δι’ ἕνα ἱκανὸν εἰς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον δὲν βλέπω τίνα θέσιν ἔχει ὁ σύμβουλος, διότι ὁ σύμβουλος καθηγητὴς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου δὲν θὰ ἔχῃ νὰ προσθέσῃ τίποτε. Εἰς τὴν συγκεκριμένην δὲ αὐτὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν καλεῖται ὁ διαπρεπὴς αὐτὸς ἐπιστήμων, ἔχει νὰ προσφέρῃ πολὺ ὀλίγας γνώσεις, καθ’ ὅσον ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ ἔχει τοσαύτας γνώσεις εἰς τὸν αὐτὸν κλάδον, ὥστε νὰ μὴ ληφθῇ ἀνάγκη νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ φῶτα τοῦ ὑφισταμένου. Εἰς τὸν ὑπάρχοντα Ὑπουργὸν θὰ ἐχρειάζετο εἷς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας γνωρίζων ὅλα ὅσα συνέβησαν, ὅσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τις, ἐκεῖνος θὰ ἦτο ἱκανώτερος νὰ συμπληρώσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ὄχι τῶν ὑψηλῶν καθηκόντων του.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§264Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 2 ἀναγράφονται ἐντελῶς ἐξαιρετικαὶ διατάξεις διὰ τὸν προβιβασμόν. Ἐλήφθησαν ἐξαιρετικαὶ διατάξεις διὰ τὸν προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ηὐτύχησεν ἡ Ἑλλὰς νὰ διπλασιασθῇ κατ’ ἔκτασιν, ὥστε νὰ χρειασθῶσιν ὀκταπλάσια στελέχη, ἀλλὰ δὲν ἐδιπλασιάσθη ἡ γῆ διὰ νὰ διπλασιασθῇ ἡ διπλωματικὴ καὶ ἡ προξενική, ἡ μόνη ὑπηρεσία, ὥστε νὰ ληφθῶσιν ἔκτακτα μέτρα προαγωγῆς. Παρατηρεῖται σπουδή, ὅπως διὰ τῆς δημιουργίας τῶν θέσεων καὶ τῆς δημιουργίας τῶν τίτλων ἱκανοποιηθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἐκεῖνοι, οἵτινες δυνάμει τῶν νόμων δὲν ἔχουσι προσόντα. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί αἱ ἐξαιρετικαὶ αὐταὶ διατάξεις, ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον μὲ ἐκπλήσσει καὶ τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε καὶ πρὸ ὀλίγου νὰ παρατηρήσω τινὰ σχετικῶς εἶναι ὅτι ὁ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου τμηματάρχης τοῦ λογιστικοῦ ἐξομοιοῦται πρὸς τοὺς λοιποὺς τμηματάρχας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Μὲ ἐκπλήσσει δὲ τοῦτο, διότι, ἂν εἶχε κανεὶς τὴν ἀμφιβολίαν ὅτι αἱ γενικαὶ διατάξεις δὲν συμπεριλαμβάνουσι καὶ αὐτὸν ἢ εἰς τὸν μισθὸν ἢ τὸ ἐπίδομα καὶ τὰ δικαιώματα, διὰ ῥητῆς διατάξεως τίθεται ὥστε νὰ ἀρθῇ ἡ ἀμφιβολία. Ὁ τμηματάρχης τοῦ λογιστικοῦ τμήματος δικαιοῦται νὰ γίνῃ καὶ Διευθυντὴς καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸν μισθὸν τὸν μέγαν μὲ τὸ ἐπίδομα τῶν 220 δραχμῶν, νὰ λαμβάνῃ τὸν τίτλον τοῦ προσέδρου Ὑπουργοῦ καὶ νὰ δύναται νὰ μετατεθῇ εἰς διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ μίαν τοιαύτην διάταξιν νὰ τὴν ἐπεκτείνῃ, ἐφρόντισε νὰ προσθέσῃ εἰδικὴν τοιαύτην, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω ποία ἡ δικαιολογία, ὥστε, προκειμένου περὶ αὐτοῦ τοῦ τμηματάρχου, νὰ δώσωμεν περισσότερα δικαιώματα εἰς τίτλους καὶ βαθμοὺς ἀπὸ τοὺς συναδέλφους του, τοὺς ὁποίους ἀφῆκεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡρμήθη, καὶ δὲν βλέπω διατί θὰ εἶναι ἀνώτερος τοῦ συναδέλφου του τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἢ οἱουδήποτε ἄλλου Ὑπουργείου. Τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτὴν διάταξιν τὴν βλέπω καὶ δι’ ἄλλο πρόσωπον, διὰ τὸ γραφεῖον τοῦ Τύπου, τοῦ ὁποίου αἱ ἀποδοχαὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκουν αἱ 400 κατὰ μῆνα, ηὐξήθησαν κατ’ ἄλλας 200, δηλ. κατὰ 2400 ἐτησίως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποτελῶνται διὰ τὸν διευθύνοντα τὸ γραφεῖον τοῦ Τύπου δραχμαὶ 600. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν καὶ νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν δαπανῶν τούτων, ἐὰν ἀναγνωρίζῃ ἀνωτέραν θέσιν εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ γραφείου τοῦ Τύπου ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, ἀφοῦ ὁ ἴδιος λαμβάνει 800 δραχμὰς κατὰ μῆνα.
§265ΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ἔχει ἔξοδα παραστάσεως.
§266Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχουσιν ἔξοδα παραστάσεως; Δὲν ἔχουσιν ἀξιοπρέπειαν; Ἔχουσιν περισσότεραν οἱ διευθύνοντες ἓν γραφεῖον; Ἐκτὸς ἂν ἡ εἰδικὴ αὕτη διάταξις ἀφορᾷ εἰδικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀμειφθῇ εἰδικῶς δι’ εἰδικῆς διατάξεως.
§267Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρὶν τελειώσῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω μίαν γενικὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ προκάτοχος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε ἐποιεῖτο τὴν εἰσηγητικὴν αὑτοῦ ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἦλθον πρὸς ψήφισιν, ὡμίλει καὶ περὶ ἐκκαθαρίσεών τινων. Δὲν θὰ ἐφρόνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι διαδεξάμενος τὸν προκάτοχόν του, ὅστις ἐμερίμνα περὶ ἐκκαθαρίσεών τινων, δὲν ἠξεύρω κατὰ τίνα τρόπον, ὅτι θὰ ἐνεδεικνύετο, ἀφοῦ ἀπεφάσισε ν’ ἀπονείμῃ τόσους τίτλους, νὰ μεταχειρισθῇ τὴν πρόσοδον τῶν τίτλων αὐτῶν καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχεν ἀπὸ ἡμᾶς, ψηφίσας νόμον ἐπιτρέποντα τὴν προαγωγὴν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῶν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, διότι εἶναι κοινὸν μυστικὸν ὅτι δὲν ἔχουσι πάντα καλῶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐν τῇ διπλωματικῇ παραστάσει; Νομίζω ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ στέργει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν τοσούτων τίτλων καὶ βαθμῶν καὶ μισθῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαίως θὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν εἰς τὴν σύνταξιν, δὲν θὰ ἦτο ὁ ἀνωδυνώτερος τρόπος διὰ τὰ πρόσωπα, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐξυγίασις τοῦ διπλωματικοῦ κλάδου, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον προέχει καὶ αὐτῆς τῆς ὀργανώσεως.
§268Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Ἐγὼ θὰ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ὅπως δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προάγῃ μὲν κατ’ ἐκλογήν, ἀλλ’ εἰς ἕνα βαθμόν, διότι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προαγάγῃ κατὰ τρεῖς βαθμοὺς ἐντὸς 24 ὡρῶν.
§269Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Κατὰ δύο.
§270Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ψηφίζεται σήμερον, τμηματάρχης βʹ τάξεως διὰ νὰ προαχθῇ εἰς αʹ τάξεως ἀπαιτεῖται διετία. Ἑπομένως, προτοῦ συμπληρώσῃ τὴν τριετίαν, δύνασθε νὰ τὸν προαγάγητε εἰς τμηματάρχην αʹ τάξεως καὶ μόλις γίνῃ αʹ τάξεως, νὰ τῷ δώσητε δύο ἄλλους βαθμούς. Ἐντὸς 24 ὡρῶν τρεῖς βαθμούς, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς εἰς τὴν ἐποχήν μας ἐλάβομεν ἐντὸς ὀκταετίας ἢ δεκαετίας. Ἐπίσης, κ. Ὑπουργέ, μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Θέλετε καταργήσει τὸ λογιστικὸν τμῆμα ἢ μᾶλλον τὸν εἰδικὸν ὑπάλληλον. Τοῦτο τὸ θεωρῶ ἀδικώτατον κατὰ τοῦτο· ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν ὅτε τμηματάρχης τοῦ λογιστικοῦ ἦτο τακτικὸς ὑπάλληλος. Γνωρίζει τοῦτο ὅλη ἡ Βουλή. Οὐδεὶς ἐλάμβανε μισθόν, διότι ἠγνόουν τὴν ὑπηρεσίαν αὑτήν οἱ ἄλλοι διπλωματικοὶ ὑπάλληλοι. Μετὰ ταῦτα διωρίσθη εἰδικὸς ὑπάλληλος ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· ἔκτοτε δέ, ἂν ὑπάρχῃ μία ὑπηρεσία καλὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, αὕτη εἶναι ἡ λογιστική. Δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ λογιστικὸν τμῆμα, τὸ ὁποῖον σήμερον λειτουργεῖ καλῶς μὲ εἰδικὸν ὑπάλληλον. Νὰ ἀφήσητε νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸς ὑπάλληλος εἰς τὸν νῦν ὑπάρχοντα τμηματάρχην τοῦ λογιστικοῦ τμήματος εἶσθε δὲ ἐλεύθερος νὰ δώσητε οἱονδήποτε βαθμὸν θέλετε. Ἀλλὰ μὴ καταργῆτε τὸν θεσμὸν αὐτόν, διότι θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Οἱ ὑπάλληλοι ἄλλοτε εἶχον νὰ λαμβάνωσι μῆνας ὁλοκλήρους τοὺς μισθούς των, διότι δὲν ἐγνώριζον τὴν ὑπηρεσίαν, ὁ δὲ τμηματάρχης τοῦ λογιστικοῦ δὲν ἦτο ὁ καλλίτερος ὑπάλληλος, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο κατάλληλος εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, προσεκολλᾶτο εἰς τὸ τμῆμα τὸ λογιστικόν, ἡ δὲ λογιστικὴ ὑπηρεσία ἦτο εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ μὲν εἰς τὸν σημερινὸν τμηματάρχην τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον ἐγκρίνει, ἀλλὰ νὰ μὴ καταργήσῃ τὸ εἰδικὸν λογιστικὸν τμῆμα.
§271Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2ου παρατηρῶ ὅτι αἱ ἐν αὐτῷ προσωριναὶ διατάξεις παρέχουσι τὴν εὐχέρειαν προαγωγῶν καὶ κατὰ τὸν βαθμὸν τοῦ προσέδρου Ὑπουργοῦ ὑπηγορεύθησαν ἐκ τῶν ἑξῆς σκέψεων. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ καὶ τὰς πρὸ αὐτοῦ ἀθρόας παύσεις ἐδημιουργήθησαν προσωρινότητες, αἵτινες δέον νὰ ἀρθῶσι, μονιμοποιουμένης τῆς καταστάσεως. Εἰς τὰς προσωρινὰς ταύτας διευθετήσεις, αἵτινες εἶναι ὑπηρεσιακῶς ἐπιβλαβεῖς, προσετέθησαν ἄλλαι ὕστερον προσωρινότητες λόγῳ καὶ τῶν τελευταίων μεγάλων διεθνῶν ἀνωμαλιῶν, ἐδημιουργήθησαν μᾶλλον ὡς εἶναι εὔλογον, ἀπόψεις προαγωγῆς ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ ὑπαλλήλων, ταῦτα δὲ σήμερον χρήζουσιν ἀπαραιτήτως τακτοποιήσεως διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν πρὸς τοῦτο δικαιουμένων καὶ ἀξίων, ἵνα ἐπέλθῃ ἰσορροπία καὶ ἀποκαταστῇ μόνιμον καθεστώς, οἷον μόνον ἐγγυᾶται τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ περαιτέρω ἐν πᾶσι τοῖς κλάδοις τῆς διοικήσεως, ἐν πᾶσι τοῖς ὑπουργείοις ἐπέρχεται σήμερον διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀνωτέρων θέσεων τελεία προαγωγή. Διατί νὰ ὑστερήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν; Σὺν ἄλλοις οἱ ὑπάλληλοι θὰ ἔβλεπον τοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὁμηλίκους των ἐν ἄλλοις κλάδοις προαγομένους, ἐνῷ αὐτοὶ θὰ ἔμενον στάσιμοι, ἀφοῦ μάλιστα διὰ τῆς δημιουργίας νέων θέσεων ἀνάγκη ὑφίσταται ὅπως παραβληθῇ τὸ μέσον πρὸς κατάλληλον πλήρωσιν αὐτῶν διὰ ταχυτέρας προαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες θὰ ἐκρίνοντο ἄξιοι. Ἰδού, Κύριοι, ποῖος ὁ λόγος τῆς προσωρινῆς διατάξεως. Ὁ λόγος δέ, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ λογιστικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ὁμοιωθῇ πρὸς τὰ λοιπὰ τμήματα, ὑπῆρξεν ὁ ἑξῆς· ὅτι κατ’ ἐπανειλημμένας ὑπηρεσιακὰς εἰσηγήσεις πάντων τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐθεωρήθη ὅτι οὐδαμῶς ἀπαιτοῦνται εἰδικαὶ λογιστικαὶ γνώσεις διὰ τὴν διαχείρισιν.
§272Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὑπῆρχε χάος.
§273Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἡ εἰσήγησις πάντων τῶν ἁρμοδίων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἦτο ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη εἰδικῶν λογιστικῶν γνώσεων διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ τμήματος, ὅτι δὲ τὸ χάος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ὑπῆρξεν ἄλλοτε οὐχὶ ὅμως λόγῳ ἐλλείψεως τῶν εἰδικῶν γνώσεων τῶν ἀπαιτουμένων, ἀλλὰ λόγῳ ποιότητος διαφόρων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀκατάλληλοι διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης καὶ οἵτινες περιήγαγον τὸ τμῆμα τοῦτο εἰς τὸ περὶ οὗ πρόκειται χάος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ σήμερον κατέχοντος ὑπάρχει διαφωνία νομίζω μεταξὺ τῶν δύο προαγορευσάντων, τοῦ ἑνὸς κρίνοντος τοῦτον κατάλληλον, τοῦ ἑτέρου κρίνοντος τοῦτον ἀκατάλληλον πρὸς ἄλλην ὑπηρεσίαν μὴ λογιστικήν.
§274Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ λογιστὴς τμηματάρχης δὲν δύναται νὰ λαμβάνῃ περισσότερον ἄλλου συναδέλφου του εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον, διότι αὐτὸ εἶναι ἀνισότης. Ἐὰν μοὶ ἐλέγετε ὅτι ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του καλλίτερον τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων, τότε θὰ ἀπέδιδον τὴν ἰδιαιτέραν ταύτην μέριμναν τῆς Πολιτείας εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζω τοῦτο, ἔχω δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι γίνεται αὐτὴ ἡ διάκρισις· διότι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ γνωρίζωσιν οἱ ὑπάλληλοι ὅτι ἐξερχόμενοι τοῦ κύκλου των εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, θὰ ἔχωσιν ἰδιαίτερα πλεονεκτήματα.
§275Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ἐγὼ θεωρῶ τὸν περὶ οὗ πρόκειται τμηματάρχην δυνάμενον νὰ χρησιμοποιηθῇ καταλλήλως καὶ ἐν ἄλλῃ ὑπηρεσίᾳ, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτής, δι’ ὃ καὶ οὐδένα διαβλέπω κίνδυνον ἐκ τῆς ἀφομοιώσεως, ἐνῷ τοὐναντίον τὸ σύστημα τῆς ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν προβλέψεως τμηματαρχῶν διὰ τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπάγεται τὰς ἀνομοιότητας καὶ ἀνωμαλίας, ἃς ἐξῆρεν ὁ ἐκ Λακωνίας ἀξιότιμος Βουλευτής. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον, εἶτα δὲ καὶ τὸ 3ον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν μετοχῶν τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Σιδηροδρόμου ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου». Ὁ κ. Δημητρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§277Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω σκέψεις τινὰς ἐν σχέσει πρὸς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Λαρίσης, περὶ ἀγορᾶς τῶν μετοχῶν καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν συνημμένην πρὸς ταύτην σύμβασιν περὶ κατασκευῆς τῆς νέας γραμμῆς τῶν σιδηροδρόμων, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ τὴν προέκτασιν τοῦ Λαρισαικοῦ καὶ τὴν ἕνωσιν μετὰ τῶν Μακεδονικῶν σιδηροδρόμων. Εἶπον ὅτι προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω σκέψεις τινάς, διότι δυστυχῶς καὶ ὁ χρόνος καὶ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑποβάλλει τὰς συμβάσεις πρὸς ἐπικύρωσιν ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέχουσιν εἰς τὴν Βουλὴν καιρὸν νὰ ὑποβάλῃ ταύτας εἰς τὸν προσήκοντα ἔλεγχον, οὔτε παρέσχεν ἡ Κυβέρνησις τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκφράσῃ πλήρη ἐν τοῖς καθέκαστα καὶ πεφωτισμένην γνώμην ἐπὶ ἑκατέρας τῶν συμβάσεων. Ἀρκεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ συμβάσεις ὑπεγράφησαν ἤδη ἀπὸ τῆς 19 Ἰανουαρίου, ὑπεβλήθησαν δὲ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα, μόλις κατὰ τὴν 26 Φεβρουαρίου, μὲ τὴν προειδοποίησιν ὅτι μέχρι τῆς 12 Μαρτίου πρέπει νὰ εἶναι κεκυρωμένος καὶ δεδημοσιευμένος ὁ σχετικὸς νόμος ὁ κυρῶν τὴν σύμβασιν καὶ μετὰ τῆς καταπληκτικῆς πληροφορίας, ὅτι αἱ ἐργασίαι ἤδη περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ἡ ἑτέρα τῶν συμβάσεων ἤρξαντο. Τοῦτο τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ ἐργασίαι αἱ συντεθειμέναι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἤρξαντο ἤδη πρὶν ἢ ἀκόμη ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κύρωσιν τοῦ Σώματος ἡ σύμβασις, ἀποδεικνύει ποίαν ἀντίληψιν ἔχει ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ ἔργου καὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς Βουλῆς, ποίαν ἀντίληψιν ἔχει περὶ τῆς συνδρομῆς τὴν ὁποίαν δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ παράσχῃ αὕτη εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ τὰς ἐπὶ τούτῳ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δὲ δυστυχῶς ἡ παροῦσα ἡ μόνη περίστασις τοιαύτης ἀντιλήψεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ ἡμερῶν ὀλίγων, διὰ νὰ παραλίπω ἄλλας περιστάσεις, ὑπεβλήθη καὶ ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις ἡ ταχυδρομικὴ μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, καθ’ ὃν χρόνον δὲ συνεζητεῖτο αὕτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶχεν ἀρχίσει ἤδη ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς. Ὑπὸ τοιαύτην τακτικήν, ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ τίνα πλέον ἔχει ἀποστολὴν καὶ τίνα πληροῖ σκοπὸν ἡ Βουλή; Εἶναι δὲ τοῦτο τὸ περίεργον ἐν προκειμένῳ ὅτι εἰς ἐκ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἀσχολούμεθα, προβλέπει καὶ καθιεροῖ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀντικοινοβουλευτικὴν ἀνωμαλίαν. Προβλέπει αὕτη ὅτι θὰ ἐφηρμόζετο ἡ σύμβασις καὶ θὰ ἤρχιζον αἱ ἐργασίαι τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὸ ἄρθρον 9 τῆς συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων, θὰ ἴδητε ὅτι συνεφωνήθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρείας, ὅπως αἱ μὲν ἐργασίαι τῆς κατασκευῆς ἀρχίσωσιν ἐντὸς ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς τὸ βραδύτερον ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, ἡ δὲ κύρωσις ὑπὸ τῆς Βουλῆς συντελεσθῇ ἐντὸς δύο μηνῶν τὸ βραδύτερον. Εἶχεν ἄρα ὑπ’ ὄψει της καθ’ ὃν χρόνον συνῆπτε τὴν σύμβασιν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἠδύνατο νὰ προτρέξῃ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν, ἡ ἐφαρμογὴ δηλονότι τῆς συμβάσεως τῆς περὶ αὐτῆς κρίσεως καὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ τύχῃ ἐπιδοκιμασίας ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐννοῶ δὲ τίνες ποτὲ δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι προβαλλόμενοι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἠδύναντο σπουδαίως νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τακτικῆς, ἡ ὁποία οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον ἢ παραλύει τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Ἀλλ’ ὡσεὶ μὴ ἤρκει ἡ τακτικὴ αὕτη, ἡ ὑπερβάλλουσα τουτέστι σπουδὴ ἐν νομοθετικῷ μέτρῳ τοιαύτης σπουδαιότητος, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι μετὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν συμβάσεων ἠδύνατο νὰ συνδυάσῃ καὶ νομοθετικὸν ἔργον ἐντελῶς ἄσχετον καὶ ἐντελῶς ξένον πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς συμβάσεως. Διότι μετὰ τῶν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδιώκεται ἡ κύρωσις τῶν συμβάσεων, ζητοῦνται πρῶτον πιστώσεις ἓξ ἑκατομμυρίων, ἵνα χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἀγορὰν τροχαίου ὑλικοῦ διὰ τὴν νέαν γραμμήν, εἰς συμπλήρωσιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ τῆς παλαιᾶς γραμμῆς Λαρίσης. Ζητοῦνται πιστώσεις δέκα ἑκατομμυρίων ὁλοκλήρων, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν τεχνικῶν ἔργων καὶ τὴν ἄλλην ἐπιδιόρθωσιν τῆς γραμμῆς, τῆς ἤδη ὑφισταμένης, Πειραιῶς–Λαρίσης. Παραδόξως δὲ ζητεῖται ἡ ἄδεια ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ διατεθῶσιν αἱ πιστώσεις αὗται οὐχὶ κατὰ τὸν συνήθη τρόπον, νὰ διατεθῶσιν ἄνευ τινὸς συναγωνισμοῦ διὰ μειοδοσιῶν ἢ διὰ προσφορῶν, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας μετὰ τῶν ἐργοληπτῶν ἢ καὶ προμηθευτῶν, εἰδοποιούμεθα δὲ συγχρόνως διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσεται νὰ ζητήσῃ καὶ συμπληρωματικὰς πιστώσεις. Τακτικῆς τοιαύτης ἐγένετο μέχρι τοῦδε δυστυχῶς πολλάκις ἐφαρμογή. Ἀλλά, ἐὰν ἀνεγνώρισεν ἡ Βουλὴ ὅτι περιστάσεις ἔκτακτοι ἐδικαιολόγουν ἔκτακτα μέτρα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἐννοῶ ποῖοι δύνανται νὰ ὑπάρξωσι λόγοι ἤδη, ὅτε ἔπαυσαν αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, νὰ ἐπιδιώκηται καὶ πάλιν ἡ ἐφαρμογὴ τοιούτου μέτρου ἐξαιρετικοῦ καὶ νὰ ζητῆται ἡ ἄδεια παρὰ τῆς Βουλῆς πρὸς διάθεσιν δέκα ἓξ ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ φύσει του καὶ ἀνεξαρτήτως πολλάκις τῆς προθέσεως καὶ ἀνεξαρτήτως καὶ τῆς μερίμνης τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ἐνέχει σπουδαιοτάτους κινδύνους διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ζητεῖται ἡ διάθεσις εἰς τεχνικὰ ἔργα καὶ εἰς ἀγορὰν τροχαίου ὑλικοῦ δέκα ἓξ ἑκατομμυρίων ὅλων ὑπὸ τοιούτους ὅρους καὶ ἐπιδιώκεται ἡ ψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου ἄνευ τινὸς ἀνάγκης ὑπὸ τὴν σπουδὴν μετὰ τῆς ὁποίας κατ’ ἀνάγκην δημιουργηθεῖσαν, ἔστω καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιδιώκεται ἡ ψήφισις τῶν συμβάσεων. Ἡ ἀγορὰ τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, ὡς καὶ ἡ βελτίωσις τῆς παλαιᾶς γραμμῆς, δὲν εἶναι τι ἐπεῖγον, δὲν εἶναι ζήτημα ἡμερῶν οὔτε μηνῶν κἄν· ἡ ἀγορὰ τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ θὰ γίνῃ μετὰ τὴν συντέλεσιν τῆς γραμμῆς, τουτέστι μετὰ πάροδον ὁλοκλήρου ἔτους. Καὶ ἠδύνατό τις ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψει νὰ ἐρωτήσῃ· ποῖος ἦτο ὁ ἐξαιρετικὸς λόγος, ὥστε νὰ ζητηθῇ ἡ ἐπιψήφισις νομοσχεδίου ἀπαιτοῦντος τοιαύτας πιστώσεις ἐν συναφείᾳ πρὸς τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἐκ τῶν συμβατικῶν ὅρων ἀποβαίνει κατεπείγουσα πρὸς ἐπιψήφισιν; Ἀλλ’ ἡ ἀνωμαλία αὕτη...
§278ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναγνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως, ἰδίως δὲ αἱ διατάξεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ὑλικοῦ καὶ εἰς τὴν πίστωσιν τῆς βελτιώσεως τῆς γραμμῆς, δύνανται νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὡς καὶ αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ εὐρυτέρα συζήτησις θὰ γίνῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Εἶναι καὶ μία διάταξις τοῦ ἐδαφίου γʹ.
§279Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν 400.000 δραχμῶν; Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτήν. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μὲ ἀπήλλαξε βεβαίως ἀπὸ τῆς οὐσιαστικῆς ἐρεύνης.
§280ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἡ κατασκευὴ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς καὶ ἡ ἀγορὰ τῶν μετοχῶν.
§281Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ εἰλικρίνεια τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ κάμῃ αὐτὴν νὰ ὁμολογήσῃ αὐτὴν τὴν πρόσθετον ἀναγνώρισιν, ὅτι οὐδεμία δικαιολογία ὑφίσταται καὶ οὐδεμία δύναται νὰ προβληθῇ καὶ δι’ αὐτὴν τὴν συγκρότησιν τοιούτου νομοσχεδίου καὶ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Διότι, διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ κατάρτισις τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοιαύτας μορφάς, νὰ ἐπιδιωχθῇ δι’ αὐτοῦ ἡ ἐπιψήφισις τοιούτων πιστώσεων, νὰ ἐπιδιωχθῇ ἀκόμη ἡ ὀργάνωσις ὁλοκλήρου σχεδὸν Ὑπουργείου διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν σιδηροδρόμων καὶ νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ ψήφισις ὅλων τούτων κατεπειγόντως, ἐπεβραδύνθη ἡ σύνταξις καὶ ἡ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβολὴ τοῦ περὶ κυρώσεως τῶν συμβάσεων νομοσχεδίου ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυ μῆνα ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως. Ἐνῷ, ἐὰν δὲν ἐγίνετο τοιαύτη ἀπόπειρα κατὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο δυνατὸν εὐπρεπέστερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὴν εὐλάβειαν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ὑποβληθῇ ἐγκαίρως ἡ σύμβασις καὶ νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ τὰ ἴδια καθήκοντα νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν προσήκουσαν ἄσκησιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Παρερχόμενος ἤδη τὰ σημεῖα ταῦτα μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σκέψεις τινὰς ἐπὶ τῶν δύο συμβάσεων· πρῶτον ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου καὶ δεύτερον ἐπὶ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν μετοχῶν. Ἡ σύμβασις περὶ κατασκευῆς τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς ἀκολουθεῖ τύπον, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἄξιον πάσης ἐποδοκιμασίας· εἶναι ὁ τύπος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν εἰθισμένος ἐν Γαλλίᾳ εἰς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, τὰ ὁποῖα αὐτὸ τὸ Κράτος δι’ ἰδίων ἀποκλειστικῶς δαπανῶν κατασκευάζει καὶ δι’ ἀναδόχου ἑταιρείας, εἰς ἣν ὅμως δὲν παραχωρεῖται καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις. Οἱ ὅροι ἐν τούτοις ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐγένετο ἡ παραχώρησις τῆς κατασκευῆς ἀποδεικνύουσιν ὅτι δὲν κατεβλήθη ἡ προσήκουσα μέριμνα πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως καὶ πρὸς θεμελίωσιν τῶν ὅρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς παρομοίας συμβάσεις τίθενται εἰς προστασίαν ἄλλων δημοσίων συμφερόντων. Ἐν τῷ τύπῳ, τὸν ὁποῖον ὀρθῶς ἐξελέξατο ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου νὰ κατασκευάσῃ σιδηρόδρομον διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους δι’ ἑταιρείας, ἕν πρωτίστως σημεῖον ὑπάρχει σπουδαῖον, τοῦτο δὲ εἶναι ὁ καθορισμὸς τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῆς τιμῆς ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρέχεται ἡ κατασκευὴ εἰς τὴν ἑταιρείαν. Τὸ ὅριον δὲ τοῦτο διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἐκανονίσθη εἰς 12 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιχειρήσῃ τις νὰ ἀναζητήσῃ εἴτε εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν εἴτε εἰς τὴν προφορικὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσηγούμενος τὴν σύμβασιν εἰς τὴν Βουλήν, τοὺς λόγους εἰς τοὺς ὁποίους ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις ἵνα προβῇ εἰς τὸν τοιοῦτον τῆς τιμῆς καθορισμόν, ἐὰν ἀναζητήσῃ τὰ στοιχεῖα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη αὕτη, ὅπως παραχωρήσῃ ἀντὶ 12 ἑκατομμυρίων τὴν κατασκευὴν εἰς τὴν ἑταιρείαν Μπατινιόλ, οὐδαμῶς θὰ ἀνεύρῃ ἐν τούτῳ προβαλλομένους λόγους σπουδαίους καὶ πείθοντας. Ἡ ἑταιρεία κατήρτισε μελέτην τινά, ἧς τὸ μὲν μῆκος τῆς γραμμῆς ἀνέρχεται εἰς χιλιόμετρα 99,509 μ., τὸ δὲ σύνολον τῆς δαπάνης εἰς 12,920,000. Ἐξ ἄλλου τὸ Κράτος εἶχε καταρτίσει διὰ τῶν μηχανικῶν αὑτοῦ ἑτέραν μελέτην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ μῆκος τῆς γραμμῆς ἐν συνόλῳ ἀναβιβάζεται εἰς χιλιόμετρα 90,068 μ. καὶ ἡ δαπάνη εἰς 6,900,000. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης τῆς ἑταιρείας Μπατινιὸλ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης τῆς μελέτης τοῦ Δημοσίου, εἶναι τοσοῦτον κολοσσιαία, ὥστε εὐλόγως ἀνέμενέ τις ἐξηγήσεις εἰδικὰς καὶ σαφεῖς τῶν λόγων εἰς τοὺς ὁποίους ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις ἀναθέσασα εἰς τὴν ἑταιρείαν ἀντὶ 12.000.000 δραχ. τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, παρέχεται εἰς ἡμᾶς κατάλογος τῆς κατὰ χιλιόμετρον δαπάνης, ἡ ὁποία ἐγένετο διά τινας τῶν μέχρι τοῦδε κατασκευασθεισῶν γραμμῶν, καὶ ἡ βεβαίωσις τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὑπὸ τοιαύτην τιμὴν ἡ κατασκευὴ τῆς ἤδη παραχωρουμένης γραμμῆς πρόκειται ὡς ἡ εὐθηνοτέρα ὅλων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατεσκευάσθησαν μέχρι τοῦδε ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐκείνων ἀκόμη αἱ ὁποῖαι εἶναι πολὺ στενώτεραι τῆς κατασκευασθησομένης γραμμῆς. Εἰς τὸν κατάλογον προτάσσεται ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ Πειραιῶς–Παπαπουλίου, τῆς ὁποίας ἡ κατὰ χιλιόμετρον δαπάνη ὑπολογίζεται εἰς 205.000. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαβεβαίωσιν καὶ ἀφήνει εἰς αὐτὴν νὰ πιστευθῇ ὅτι, ἐνῷ ἡ γραμμὴ ἴσου πλάτους 1.44, ὡς εἶναι τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου, κατεσκευάσθη διὰ δαπάνης 205.000 κατὰ χιλιόμετρον, ἡ νῦν κατασκευασθησομένη γραμμὴ θέλει συντελεσθῆ διὰ χιλιομετρικῆς δαπάνης μόλις δρ. 120.500. Τοιαύτη διαβεβαίωσις πρὸς τὴν Βουλὴν γινομένη διὰ τῆς ἐκθέσεως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ σπουδαία· βεβαίως δὲ ἀδικεῖ τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὴν ποῖα εἶναι τὰ κολοσσιαῖα τεχνικὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, τὰ ὁποῖα ἀπῄτησαν δαπάνας ἑκατομμυρίων ὁλοκλήρων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἀποφασισθέντα τεχνικὰ ἔργα τῆς νέας γραμμῆς καὶ τὴν σπουδαιότητα αὐτῶν. Ἐκ τῆς συγκρίσεως ἑπομένως πρὸς τὰς παλαιὰς γραμμὰς οὐδεμία παρέχεται εἰς τὴν Βουλὴν ὁπωσδήποτε ἀσφαλὴς βάσις δικαιολογοῦσα τὴν τιμὴν τῆς παραχωρήσεως, ἥτις ἐστηρίχθη ἐπὶ μόνης τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ ἐνδιαφερομένη ἑταιρεία ὑπὲρ ἑαυτῆς κατήρτισεν. Ἀπομένει ἡ σημειωθεῖσα σπουδαιοτάτη διαφορὰ μεταξὺ τῆς μελέτης τοῦ δημοσίου καὶ τῆς μελέτης τῆς ἑταιρείας Μπατινιόλ, διαφορά, πρὸς ἐξήγησιν τῆς ὁποίας οὐδὲν σαφὲς καὶ ὡρισμένον, οὐδὲν εἰδικὸν καὶ διὰ τεχνικῆς μελέτης βεβαιωμένον ἀνεκοίνωσεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ κυβέρνησις περιωρίσθη νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τῶν τιμῶν ὀφείλεται πρῶτον εἰς τὴν διαφορὰν τοῦ μήκους τῆς γραμμῆς καὶ δεύτερον εἰς τὴν διαφορὰν τῶν ἐκτελεστέων ἔργων. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ κατὰ 10 χιλιόμετρα διαφορὰ τοῦ μήκους τῆς γραμμῆς καὶ ἡ διαφορὰ ὡρισμένων ἔργων, τὰ ὁποῖα οὐχὶ οἱ μηχανικοὶ τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία ἐθεώρησε κατασκευαστέα, αὑταὶ αἱ διαφοραὶ δικαιολογοῦσι τὴν διαφορὰν τῆς δαπάνης. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοιαύτην διάγνωσιν συνῆπτε τὴν σύμβασιν πρὸς τὴν ἑταιρείαν δεχομένη τὴν μελέτην τῆς ἑταιρείας, δεχομένη τὴν χάραξιν τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ ἑταιρεία, ἀποδεχομένη τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τεχνικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐσχεδίασε καὶ ἐμελέτησεν ἡ ἑταιρεία, θὰ εἶχεν ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ καθ’ ἑαυτὴ τὴν μελέτην τῆς ἑταιρείας, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις, θὰ εἶχε νὰ κρίνῃ ποία εἶναι ἡ ἀξία τῶν προσθέτων ἔργων τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ ἑταιρεία, ποία ἡ ἀξία τῆς γραμμῆς ἡ περιπλέον τῆς ἐκτάσεως τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ἡ ἑταιρεία, καὶ ἐὰν ἡ ἀξία τῆς διαφορᾶς ταύτης κατ’ ἔκτασιν καὶ κατ’ ἔργα δύναται νὰ καλύψῃ τὸ κολοσσιαῖον ποσὸν τὸ χωρίζον τὰς δύο αὐτὰς μελέτας. Ἀλλὰ τὸ περίεργον καὶ καταπληκτικόν, τὸ ἀπαλλάσσον ἡμᾶς τῆς ἀνάγκης τῆς τοιαύτης ἐρεύνης, εἶναι τοῦτο. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνεβλήθη μετὰ τῆς ἑταιρείας καὶ ἀνέλαβε νὰ πληρώσῃ ὡς ἀνώτατον ὅριον ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ τίμημα τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῆς, ἤτοι 12 ἑκατομμύρια, χωρὶς συγχρόνως νὰ δεχθῇ τὴν μελέτην τῆς ἑταιρείας ὡς πρὸς τὸ μῆκος τῆς γραμμῆς καὶ τὰ ἐκτελεστέα ἔργα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη τὴν μεγαλειτέραν χάραξιν τῆς γραμμῆς, δὲν ἀπεδέχθη τὰ ἰδιαίτερα τεχνικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα προέκρινεν ἡ ἑταιρεία καὶ διὰ τὰ ὁποῖα δικαιολογεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν δαπάνην. Ἰδοὺ ἐν πρώτοις τί λέγει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὡς πρὸς τὴν χάραξιν τῆς γραμμῆς (ἀναγινώσκει). «Ἐν τούτοις ἡ συντόμευσις τῆς κατασκευῆς κατὰ 10 χιλιόμετρα, ἡ προκύπτουσα ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς χαράξεως τῶν μηχανικῶν τοῦ δημοσίου ἦτο ἀξία λόγου, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐκλογὴ τῆς ὁριστικῆς χαράξεως ἔδει νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐκτίμησιν εἰδικῶν, κατόπιν ἐπιτοπίου λεπτομεροῦς ἐξετάσεως, ὡς ἐν τῇ συμβάσει προεβλήθη, τῆς ἑταιρείας ὑποχρεωθείσης νὰ ἀποδεχθῇ ἄνευ ἀντιρρήσεώς τινος τὴν ὑποδειχθησομένην αὐτῇ χάραξιν». Ἔχομεν λοιπὸν δεδομένον ὅτι χάραξις ὁριστικὴ κατὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον συνήφθη ἡ σύμβασις δὲν εἶχε γίνει, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν προετίμησε τὴν χάραξιν τῆς ἑταιρείας, τὴν κατὰ 10 χιλιόμετρα μεγαλειτέραν, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθη νὰ κρίνῃ, ἐὰν θὰ θεωρήσῃ ταύτην σκοπιμωτέραν ἢ τὴν χάραξιν τὴν ὁποίαν φέρει ἡ μελέτη τῶν μηχανικῶν τοῦ δημοσίου. Ἐξ ἄλλου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐκτελεστέα ἔργα, ἡ Κυβέρνησις ἀναφέρει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὅτι τὸ ζήτημα τῆς προτιμήσεως ἢ μὴ προτιμήσεως τῶν τεχνικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ ἑταιρεία καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων καθορίζει τὸ ποσὸν τῶν 12.000.000, τὰ ὁποῖα ἀπήτησε καὶ τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις, τὸ ζήτημα, λέγω, τῆς προτιμήσεως τῶν τεχνικῶν τούτων ἔργων εἶναι πραγματικόν, τὸ ὁποῖον ἐπεφυλάσσεται νὰ λύσῃ μεταγενεστέρως. Ἔχομεν λοιπὸν δύο οὐσιώδη δεδομένα. Τὸ δεδομένον, ὅτι τὴν διαφορὰν τῶν τεχνικῶν ἔργων ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς δὲν ἀπεδέχθη εἰσέτι ἡ Κυβέρνησις θέλουσα νὰ κρίνῃ, ἐὰν ταῦτα εἶναι σκόπιμα ἢ τοὐναντίον, ἐὰν εἶναι περιττά. Ἔχομεν ἐπίσης δεδομένον ὅτι τὴν χάραξιν τὴν κατὰ 10 χιλιόμετρα μεγαλειτέραν τῆς ἑταιρείας, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἰδικῆς χαράξεως ἐστηρίχθη καὶ ἡ τιμὴ τῶν 12.000.000, δὲν ἔχει ἀποδεχθῆ, διότι θέλει νὰ κρίνῃ, ἐὰν εἶναι προκριτωτέρα αὕτη ἢ ἡ ὑπὸ τοῦ δημοσίου προτεινομένη. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ δύο ταῦτα οὐσιώδη, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο ἡ ἀξίωσις τῆς ἑταιρείας εἰς παροχὴν 12.000.000, δὲν εἶναι ἐγκεκριμένα, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει βέβαιον, ἐὰν ἡ γραμμὴ αὕτη θὰ προκριθῇ ἢ θὰ προκριθῇ ἡ μελέτη τῆς γραμμῆς τοῦ δημοσίου, ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις συνῆψε σύμβασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι ὑποχρεωμένη ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας εἰς καταβολὴν τῶν 12.000.000 κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Εἰς περίπτωσιν ἄρα κατὰ τὴν ὁποίαν λόγοι τεχνικοὶ ἢ λόγοι ὁποιοιδήποτε ἤθελον πείσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὡς ὁριστικὴ χάραξις χρησιμεύσῃ οὐχὶ ἡ τῆς ἑταιρείας, ἀλλ’ ἡ μελέτη τοῦ Δημοσίου, ὅπως τὰ τεχνικὰ ἔργα μὴ εἶναι τὰ τῆς μελέτης τοῦ δημοσίου καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι πλήρως δεδικαιολογημένος ὁ ὑπολογισμὸς τῆς μελέτης τοῦ δημοσίου, καθ’ ἣν ἡ δαπάνη θὰ ἀνήρχετο μόλις εἰς 6.900.000 δραχ. καὶ κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν περίπτωσιν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἀνειλημμένην τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταβολῆς 12.000.000 δραχ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐκτὸς τοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον γενομένου καθορισμοῦ τοῦ μεγίστου ὁρίου τῆς δαπάνης, ἐξευρέθη καὶ ἄλλος τρόπος καὶ ἄλλη μέθοδος ἀσυνήθης, ἂν μὴ ἐντελῶς πρωτοφανής, πρὸς αὔξησιν τοῦ ἐπιδόματος, πρὸς αὔξησιν τῆς ἀμοιβῆς, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀσφαλισθῇ εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἀμοιβῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Καθωρίσθη δηλονότι ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ παραδώσῃ ἡ ἑταιρεία συντετελεσμένην τὴν γραμμήν, εἰς 18 ὅλους μῆνας, προκειμένου περὶ ἔργου τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλα τὰ συνήθη δεδομένα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους καὶ θὰ συντελεσθῇ πράγματι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους· ὡρίσθη ὅμως ἡ προθεσμία εἰς 18 μῆνας, μόνον καὶ μόνον ἵνα δοθῇ ἡ εὐκαιρία ὥστε ἡ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους συντέλεσις νὰ θεωρηθῇ ἐξαιρετικὸν κατόρθωμα τῆς ἑταιρείας καὶ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν συμφωνίας περὶ παροχῆς προσθέτου ἀμοιβῆς διὰ τὴν ταχύτητα ταύτην, ἀμοιβῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου, διότι ἔχει συμφωνηθῇ ὅτι εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἤθελε παραδοθῇ ἡ γραμμὴ θὰ λαμβάνῃ ἡ ἑταιρεία λόγῳ ἀμοιβῆς ἐπὶ πλέον ἓν ἑκατομμύριον. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ ὑπὸ ποίαν φειδὼ καὶ ἐπιμέλειαν καὶ ὑπὸ ποίαν εἰλικρίνειαν καθωρίσθη ὁ χρόνος καὶ παρεσχέθη ἡ ἀμοιβὴ διὰ τὴν συντόμευσιν, εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειώσω τοῦτο τὸ παράδοξον. Ὅτι δὲν καθωρίσθη ἡ ἔναρξις τῶν 18 μηνῶν ἐκ τοῦ χρονικοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἡ γενικὴ ἀντίληψις παρουσιάζει ὡς φυσικόν, δὲν ἐκανονίσθη ἡ ἔναρξις τῆς προθεσμίας ταύτης ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἔργων, ἀλλὰ συνεφωνήθη, ὅτι ἡ προθεσμία τῶν 18 μηνῶν θὰ ἀρχίσῃ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἔργων. Διότι συνεφωνήθη, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς θὰ γίνῃ ἡ ἔναρξις τῶν ἔργων, ἡ ὁποία καὶ ἐγένετο, ἀλλ’ ἐντὸς δύο καὶ ½ μηνῶν ἀπὸ τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως θὰ ἀρχίσῃ ὁ ὑπολογισμὸς τῆς δεκαοκταμήνου προθεσμίας, ἡ συντόμευσις τῆς ὁποίας θὰ παράσχῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν τὴν ἀμοιβὴν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν παρατηρήσεων τούτων, Κύριοι, ὁ τύπος τὸν ὁποῖον ἐξέλεξεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν κατασκευήν, τύπος, ἐπαναλαμβάνω, ἐθιζόμενος ἐν Γαλλίᾳ σταθερῶς διὰ τὴν κατασκευὴν τοιούτων ἔργων ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους, παρεῖχεν εἰς αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ῥυθμίσῃ συμβατικῶς ὡρισμένον ζήτημα, ὡρισμένας δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων ἔργων καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἀναφαίνονται συνήθως ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἰδιορρύθμου σχέσεως, ἡ ὁποία δημιουργεῖται μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἑταιρείας, τῆς ἀναδεχομένης ὑπὸ τοιοῦτον τύπον τὴν κατασκευὴν δημοσίου ἔργου. Οὕτω ζήτημα γεννᾶται ἐπὶ τοιαύτης σχέσεως, τίς φέρει τὸν κίνδυνον ἐν περιπτώσει καταστροφῆς τῶν ἐκτελουμένων ἔργων εἴτε πρό, τῆς πλήρους αὐτῶν ἀποπερατώσεως εἴτε μετ’ αὐτὴν καὶ πρὶν ἢ παραλάβῃ ταῦτα τὸ Κράτος; Τούτου δὲ ἕνεκα ὅλαι αἱ συμβάσεις σταθερῶς, αἱ γενόμεναι ἐν Γαλλίᾳ περὶ ἔργων δημοσίων τοιούτου τύπου ἀπὸ 15 ἐτῶν περίπου, περιέχουσι ῥήτραν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν κίνδυνον φέρει πάντοτε ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία. Τοιοῦτόν τι δὲν βλέπομεν ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ συμβάσει, δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον, ἐάν τις καταστροφὴ ἐπέλθῃ εἰς τὸ ἔργον ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, νὰ ἴδωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων τοῦ κοινοῦ δικαίου ἐπιρριπτομένην καὶ τὴν ἐντεῦθεν ζημίαν εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ἄλλαι συμβατικαὶ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι σταθερῶς παραδεδεγμέναι ἀλλαχοῦ ἐπὶ τῶν τοιούτων συμβάσεων, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ τύπου τῆς κατασκευῆς δημοσίων ἔργων, ὑποχρεώσεις ἀναλαμβανόμεναι ὑπὸ τῶν ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναλαμβάνουσι τὴν κατασκευήν, φαίνονται ἐλλείπουσαι ἀπὸ τὴν σύμβασιν ταύτην καὶ ἀγνοούμεναι ἴσως ὑπὸ τῶν κληθέντων νὰ προστατεύσωσι τὰ συμφέροντα τὰ δημόσια καὶ τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα. Παραλείπω τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι τὰ Κράτη ἀπέναντι τῶν ἑταιρειῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν τακτικὴν πληρωμὴν τοῦ μισθοῦ τῶν ἐργατῶν, πρὸς τὸν κανονισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἐργασίας αὐτῶν, τὰς ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας πρὸς ἀποζημίωσιν ἐν περιπτώσει δυστυχημάτων, καὶ περιορίζομαι νὰ παρατηρήσω ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην ἐλλείπει ἡ στοιχειώδης πρόνοια, ἥτις θὰ ἐπέβαλλεν εἰς τὴν ἑταιρείαν τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως μεταχειρισθῇ ὁ ἐργολάβος καὶ ἐργάτας Ἕλληνας καὶ οὐχὶ ἀλλοδαπούς. Ἐν Γαλλίᾳ, ὁπόθεν ἐλήφθη ὁ τύπος τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς, σταθερῶς ἀπὸ τοῦ 1899 καὶ ἐντεῦθεν εἰς πάσας τὰς συμβάσεις κατασκευῆς δημοσίων ἔργων ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑπὸ τοιοῦτον τύπον ἀναγράφεται ἡ ὑποχρέωσις τῶν ἑταιρειῶν καθ’ ἣν δὲν δικαιοῦνται αὗται νὰ προσλαμβάνωσιν κατ’ οἰκείαν βούλησιν ἀλλοδαποὺς ἐργάτας, ἀλλ’ ἡ διοίκησις κρατεῖ πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαρτήσῃ ἐκ τῆς ἰδίας κρίσεως, ἐὰν θὰ προσληφθῶσιν ἢ κατὰ τίνα ἀναλογίαν θὰ προσληφθῶσιν ἀλλοδαποὶ ἐργάται ἀναλόγως τῆς φύσεως τῶν ἔργων καὶ τοῦ τόπου, ἐν ᾧ ταῦτα ἐκτελοῦνται. Τοιαύτη πρόνοια δὲν ἐλήφθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τ’ ἀποτελέσματα δὲ τῆς ἐλλείψεως τοιαύτης προνοίας κατεδείχθησαν ἤδη ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ ἔργου. Θὰ ἐνθυμῆται βεβαίως ἡ Βουλὴ ὅτι καὶ ἐπερώτησις ἐγένετο ἐνταῦθα καὶ προσφυγὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τινα παρελθοῦσαν συνεδρίασιν καταγγέλλουσα ὅτι ἡ ἑταιρεία, ἡ ὑπὸ τοιαύτην ἐλευθερίαν ἀναλαβοῦσα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, προσέλαβεν ὡς ἐργάτας Ἰταλούς, Βουλγάρους καὶ Γκέγκηδες. Ἐὰν ἐγίνετο ὅ,τι ἀλλαχοῦ, ἐὰν ἡ ἑταιρεία Γαλλικὴ οὖσα ὑπεβάλλετο εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελαν ὑποβληθῆ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι της ἐκτελοῦσα δημόσια ἔργα, βεβαίως δὲν θὰ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοιαύτης συμπεριφορᾶς τῆς ἑταιρείας μετακαλούσης ἀλλοδαποὺς ἐργάτας καθ’ ὃν χρόνον χιλιάδες ἐργατικῶν χειρῶν Ἑλληνικῶν παραμένουσιν ἄνευ ἐργασίας. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τοιαύτην ἔλλειψιν στοιχειώδους προνοίας ἀποροῦμεν διὰ τὴν μετανάστευσιν καὶ ἀγωνιζόμεθα διὰ νομοσχεδίων ν’ ἀναστείλωμεν τὸ ῥεῦμα αὐτῆς, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ διπλασιασμὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐκτελεστέων δημοσίων ἔργων ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀνεμένετο γενικῶς νὰ δώσῃ ἐργασίαν εἰς τοὺς ἐργατικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ν’ ἀποτελέσῃ τὸν φυσικώτατον πολέμιον τῆς μεταναστεύσεως. Δυστυχῶς τὸ πρῶτον καὶ σπουδαιότατον τοῦτο ἔργον ἄνευ οὐδεμιᾶς προνοίας παρεδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον αὐτοβουλίαν ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς της εἶναι κερδοσκοπική. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτας ἀτελείας ἔχῃ, Κύριοι, ἡ σύμβασις περὶ κατασκευῆς τῆς νέας σιδηροδρομικῆς γραμμῆς δὲν εἶναι ἐπιτυχεστέρα ἡ σύμβασις περὶ ἐξαγορᾶς τῶν μετοχῶν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης. Ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει ταύτην ὡς μίαν οἰκονομικὴν ἐπιτυχίαν. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἐπιτυχία κεῖται ἐν τῇ ἐπιχειρήσει τῆς ἑταιρείας, ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ οἰκονομικὴ αὐτῆς κατάστασις, ὁποία παρουσιάζεται ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἰσολογισμῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1912. Καὶ βεβαίως δὲν δύναται ἢ νὰ θεωρήσῃ ἡ ἑταιρεία ὡς ἰδίαν ἐπιτυχίαν ὅτι κατώρθωσε νὰ λάβῃ ἀντὶ τῆς ἐκ 40 ἑκατομ. ἀρχικῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν αὐτῆς, ὁλόκληρον τὴν συμπεφωνημένην ἀρχικῶς πρόσοδον αὐτῆς, κεφαλαιοποιηθεῖσαν εἰς 12 ἑκατομμύρια, ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ ἓν ἀκόμη ἑκατομμύριον· διότι ἀντὶ δεκατριῶν ἑκατομμυρίων ἠγοράσθησαν αἱ μετοχαί, ἐνῷ αἱ εἰσπράξεις τῆς ἑταιρείας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῆς ὑπῆρξαν πάντοτε ἀνεπαρκεῖς ὥστε νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν κάλυψιν τῆς συμπεφωνημένης προσόδου τῶν μετοχικῶν αὐτῆς κεφαλαίων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἡ Κυβέρνησις ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτυχίας τῆς ἀγορᾶς τῶν μετοχῶν διατείνεται ὅτι ἡ ἑταιρεία παρῃτήθη τῶν μελλόντων αὐτῆς κερδῶν, τῶν κερδῶν τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν εἰς τὸ μέλλον, βελτιουμένων τῶν εἰσπράξεων αὐτῆς. Ὑπολογίζει δὲ ἡ Κυβέρνησις τὴν μέλλουσαν βελτίωσιν τῶν εἰσπράξεων τῆς ἑταιρείας οὐ μόνον ἐκ τῆς συνενώσεως τῆς ὑπαρχούσης γραμμῆς μετὰ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ δικτύου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ὑπάρχουσα γραμμὴ θέλει βελτιωθῆ δαπάναις τοῦ Δημοσίου διὰ νέου ὑλικοῦ καὶ νέων ἔργων καὶ σκέπτεται ὅτι συνεπείᾳ τῶν ἔργων τούτων θὰ περιωρίζοντο κατὰ πολὺ αἱ δαπάναι τῆς ἐκμεταλλεύσεως, θὰ ηὔξανον τὰ κέρδη καὶ κατ’ ἀκολουθίαν θὰ ηὔξανον τὰ κεφάλαια τῆς ἐξαγορᾶς, ὅταν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἤθελε κανονίσει ἡ Κυβέρνησις τὰς σχέσεις αὐτῆς μετὰ τῆς ἑταιρείας πρὸς ἐξαγορὰν τῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ ἡ βάσις τοῦ συλλογισμοῦ εἶναι νομίζω ψευδής. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰσηγούμενος τὴν σύμβασιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ διατυπῶν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσίν του περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως νομοσχεδίου διατείνεται ὅτι αἱ δαπάναι τῶν δέκα ἑκατομμυρίων, αἱ ζητούμεναι πρὸς ἐπιδιόρθωσιν καὶ βελτίωσιν τῆς ὑπαρχούσης γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου ἐπιβαρύνουσιν ἀποκλειστικῶς τὸ Δημόσιον, θὰ αὐξήσωσιν ὅμως κατ’ ἀνάγκην τὰ κέρδη τῆς ἑταιρείας καὶ θὰ καταστήσωσιν εἰς τὸ μέλλον ἐπιζήμιον εἰς τὸ Κράτος τὴν ἐξαγοράν. Εἶναι ὅμως τοῦτο ἀκριβές; Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι αἱ γενησόμεναι δαπάναι εἰς τροχαῖον ὑλικὸν καὶ εἰς βελτίωσιν τῆς παλαιᾶς γραμμῆς βαρύνουσιν ἀποκλειστικῶς τὸ Δημόσιον; Ὅτι οὐδαμῶς βαρύνουσι τὴν ἑταιρείαν καὶ ὅτι τοὐναντίον αὕτη θὰ ἐπωφεληθῇ πρὸς ἀπόλαυσιν τῶν ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως κερδῶν; Ἐν τούτῳ νομίζω ὅτι εἶναι πεπλανημέναι αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἁπλῆ ἀναδρομὴ εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1900, τὴν συναφθεῖσαν μετὰ τῆς ἑταιρείας Μπατινιὸλ διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκμετάλλευσιν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ἀποδεικνύει ὅτι οὐχὶ βεβαίως τὸ ὅλον, ἀλλὰ μέγα μέρος, ἴσως τὸ πλεῖστον τῶν δαπανῶν, δι’ ἃς ζητοῦνται αἱ πιστώσεις πρὸς βελτίωσιν τῆς ὑπαρχούσης γραμμῆς, βαρύνουσιν αὐτὴν τὴν ἑταιρείαν, δηλαδὴ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς. Οὕτω διὰ τοῦ ἄρθρου 23 τῆς συμβάσεως ὁρίζεται ὅτι «καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς παραχωρήσεως ὅ τε σιδηρόδρομος καὶ τὰ ἐξαρτήματα αὐτοῦ, ὡς καὶ τὸ μόνιμον καὶ τροχαῖον αὐτοῦ ὑλικὸν θέλουσι τηρεῖσθαι εἰς ἐξαίρετον κατάστασιν συντηρήσεως δαπάναις τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας, ἐν ἐναντία περιπτώσει καὶ μετὰ πρόσκλησιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει προνοεῖ περὶ τῶν ἐπιδιορθώσεων δαπάναις τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας». Τὸ δὲ ἄρθρον 32 τῆς συγγραφῆς τῶν ὑποχρεώσεων προσθέτει ὅτι «καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ ἔκτακτοι ἐπισκευαὶ βαρύνουσι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀνάδοχον». Ἔχομεν λοιπὸν δεδομένον ὅτι ὅλαι αἱ ἐπιδιορθώσεις τῆς γραμμῆς καὶ ἡ διατήρησις αὐτῆς εἰς ἐξαίρετον κατάστασιν ἀποτελοῦσιν ὑποχρέωσιν τῆς ἑταιρείας, δαπάνην τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τῆς ὁποίας ἡ πληρωμὴ προηγεῖται τῆς ἀπολήψεως τῶν προσόδων τῆς ἑταιρείας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Καὶ εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἤθελε γεννηθῆ ἀνάγκη οὐχὶ πλέον συντηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς τῆς ὑπαρχούσης γραμμῆς, ἀλλὰ ἀνανεώσεως τῆς γραμμῆς καὶ τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ καὶ εἰς τοιαύτην περίστασιν ἡ σχετικὴ δαπάνη βαρύνει τὴν ἑταιρείαν. Τὸ ἄρθρον 29 λέγει τὰ ἀκόλουθα· «ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία θέλει κρατεῖ κατ’ ἀποκοπὴν ἐκ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων, ὅπως καλύπτῃ πάσας τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως, συμπεριλαμβανομένων ἐν αὐταῖς καὶ τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν διὰ τὴν ἀνανέωσιν τῆς γραμμῆς καὶ τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ καὶ πάσης ἐν γένει δαπάνης, ἐκτὸς ἐκείνων, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν ἐπέκτασιν τῶν σταθμῶν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ». Καὶ αἱ δαπάναι ἑπομένως τῆς ἀνανεώσεως τῆς γραμμῆς καὶ τῆς ἀνανεώσεως τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ βαρύνουσιν ἀποκλειστικῶς τὴν ἑταιρείαν. Εἰς ὅλας δὲ τὰς δαπάνας ταύτας θ’ ἀνταποκριθῇ ἤδη τὸ Δημόσιον διὰ τῶν ζητουμένων πιστώσεων. Ἀλλὰ μήπως αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωσι διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν σταθμῶν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, βαρύνουσι τὸ Κράτος; Ὄχι. Τὸ ἄρθρον 30 λέγει τὰ ἑξῆς: «ἡ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀνάπτυξις τῆς κινήσεως ἤθελε καταστήσει ἀναγκαίαν τὴν αὔξησιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ ἢ ἔργα ἐπεκτάσεως τῶν σταθμῶν, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐγκρίνῃ τὰς αὐξήσεις καὶ ἐπεκτάσεις ταύτας αἱ δαπάναι αἱ ἐκ τούτων προκύπτουσαι θέλουσι καλυφθῆ ὡς ἑξῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ὁρίσει ἐκ συμφώνου μετὰ τῆς ἀναδόχου ἑταιρείας τὸ ποσὸν ὅπερ δέον νὰ κρατῆται ἐτησίως ἐκ τῶν καθαρῶν προσόδων εὐθὺς μετὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τόκου πρὸς 6% τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου». Ἔχομεν ἄρα δεδομένον ὅτι εἰς περίστασιν τῆς ἐπεκτάσεως τῶν σταθμῶν καὶ τῆς ἐπεκτάσεως καὶ αὐξήσεως τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, αἱ δαπάναι δὲν βαρύνουσι τὸ Κράτος, ἀλλὰ τὴν ἑταιρείαν, δηλαδὴ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις, τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῇ συμβάσει, καὶ μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι αἱ δαπάναι αὗται δὲν κρατοῦνται, ὡς αἱ ἄλλαι, πρὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ μετὰ τὴν πληρωμὴν τούτου. Πάντως ὅμως εἶναι αἱ δαπάναι τῆς ἐκμεταλλεύσεως, αἵτινες μειοῦσι τὰ λοιπὰ κέρδη τῆς ἑταιρείας, τὰ ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν μετὰ τὴν κάλυψιν τῶν τόκων πρὸς 6%. Ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἰδέαν ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀφορμᾶται, τὴν ἰδέαν τουτέστιν ὅτι πᾶσαι αἱ δαπάναι τὰς ὁποίας ζητεῖ βαρύνουσι τὸ δημόσιον, διατείνεται ὅτι καθ’ ὃν χρόνον συνέστη ἡ σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας κατεσκευάσθη ὁ σιδηρόδρομος Πειραιῶς–Λαρίσης, ἡ ἀντίληψις παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἡ ἀντίληψις παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ ὑπῆρχε τότε συνδεδυασμένη μετὰ τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμου τοπικῆς συγκοινωνίας, σιδηροδρόμου ὄχι διεθνοῦς. Δυνατὸν αἱ ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνέκυπτον ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου πρὸς διεθνῆ συγκοινωνίαν νὰ προβλεφθῶσι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ νὰ ἀποτελέσωσι μίαν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἑταιρείας. Δυστυχῶς καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν εἶναι ἰσχυρόν. Δὲν εἶναι ἰσχυρόν, διότι ἡ γραμμὴ κατεσκευάσθη ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ προβλέψει ἱδρύσεως διεθνοῦς συγκοινωνίας, καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ προβλέψει ἐκανονίσθησαν αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας. Μάλιστα κατὰ τὸ ἔτος 1906, ὅτε ἐγένετο ἡ τελευταία προέκτασις μέχρι τῶν Ὀθωμανικῶν συνόρων, ἐγένετο ἰδιαιτέρα σύμβασις μετὰ τῆς ἑταιρείας κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεχρεώθη αὕτη, ὅπως εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντὸς δύο ἐτῶν δὲν ἤθελε κατορθωθῇ ἡ ἕνωσις μετὰ τῶν Ὀθωμανικῶν σιδηροδρόμων, ἡ Ἑταιρεία κατασκευάσῃ διακλάδωσιν ἑνοῦσαν τὴν κυρίαν γραμμὴν μετὰ τῆς θαλάσσης ἐπὶ μῆκος 4.500 μέτρων καὶ συγχρόνως ἐξασφαλίσῃ τὴν μετὰ τῆς θαλάσσης συγκοινωνίαν διὰ καθημερινῆς γραμμῆς ἀτμοπλοίου. Πλὴν δὲ τούτου καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 35 τῆς συμβάσεως εἶχεν ὁρισθῆ ὅτι ἐν περιπτώσει ἑνώσεως μετὰ τοῦ Ὀθωμανικοῦ συμπλέγματος ἡ Ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ ἐκμεταλλεύηται τὴν γραμμὴν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Δεμερλῆ, τηροῦσα ἕνα μόνον λογαριασμὸν ἐκμεταλλεύσεως. Ἐντεῦθεν δυνάμεθα νὰ συναγάγωμεν, νομίζω, ὅτι αἱ ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται ἤδη διὰ τὴν γραμμὴν Πειραιῶς–Λαρίσης, ἀνάγκαι ἐνισχύσεως αὐτῆς, ἀνάγκαι βελτιώσεως τροχαίου ὑλικοῦ, ἀνάγκαι βελτιώσεως τῶν ἔργων, ὅλαι ἢ σχεδὸν ὅλαι αἱ ἀνάγκαι αὐταί, ἐφ’ ὅσον προεβλέπετο ἔκτοτε ἡ διεθνὴς σύστασις τῆς γραμμῆς εὑρίσκοντο ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑταιρείας. Καὶ ἐνῷ εὑρίσκοντο ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑταιρείας, ἡ Κυβέρνησις ἀνεχώρησεν ἀπὸ ἀντιθέτου ἐκδοχῆς, ὑποθέτουσα ὅτι βαρύνουσιν αὐταὶ τὸ Κράτος καὶ ἐκ τῆς ἀφετηρίας ταύτης ὁρμωμένη ἔκρινεν ὅτι, ἐὰν κατέβαλε τὰς δαπάνας ταύτας τὸ Κράτος, θὰ ἐβελτίου τὴν γραμμήν, θὰ ἠλάττου τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως, θὰ ηὔξανεν αὐτὴ τὸ κέρδος τῆς Ἑταιρείας καὶ θὰ διηυκόλυνε τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐξαγορᾶς καὶ τῆς ἀποκτήσεως τῆς γραμμῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους. Οὕτω δὲ κατέβαλεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν 13 ὅλα ἑκατομμύρια πρὸς ἐξαγορὰν τῶν μετοχῶν, ἀπήλλαξε δὲ αὐτὴν τοσούτων ὑποχρεώσεων, δι’ ὧν ἐβαρύνετο ἐκ τῆς προηγουμένης συμβάσεως. Ἀπεδείχθη, νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδειξεν ὅσην ἔπρεπεν ἐπιμέλειαν πρὸς προστασίαν τῶν δημοσίων συμφερόντων οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην σύμβασιν. Καὶ ἐὰν μὴ αἱ συμβάσεις αὐταὶ παρουσιάζοντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς προϊόν ἀνάγκης, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν αὐτὰς ἐκ τῶν λόγων τῆς ἀνάγκης αἱ ὁποῖαι τὰς ὑπηγόρευσαν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως παρουσιάζονται οὐχὶ ὡς τοιαῦται, ἀλλὰ τουναντίον ὡς οἰκονομικὰ κατορθώματα, δικαιούμεθα νὰ κρίνωμεν αὐτὰς ὡς προϊόντα σφάλματος, ὡς προϊόντα πλημμελοῦς ἀντιλήψεως καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑταιρείας. Δὲν παρέλιπεν ἐν τῇ εἰσηγήσει αὑτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρατηρήσῃ μετά τινος πικρίας ὅτι αἱ μέχρι τοῦδε συσταθεῖσαι συμβάσεις περιέχουσιν ὅρους ἐπαχθεῖς εἰς τὸ Κράτος καὶ ἐπωφελεῖς εἰς τὰς ἑταιρείας, ὅτι ἐδεσμεύσαμεν τὸ Κράτος καὶ ἀφήκαμεν μεγάλην ἐλευθερίαν εἰς τὰς ἑταιρείας. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι εὔλογον νὰ κατακρίνωμεν τὰ τότε γενόμενα, χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγένοντο, περιστάσεις πολὺ διαφόρους τῶν σημερινῶν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι τὸ Κράτος κατέστη, μέχρι τοῦδε, δυστυχῶς δὲ καὶ καθίσταται ἀκόμη καὶ τώρα ἀνίκανον νὰ ἀσκήσῃ καὶ ἐκεῖνα ἀκριβῶς τὰ ὀλίγα δικαιώματα τὰ ὁποῖα αἱ συμβάσεις ἐξασφαλίζουσιν εἰς αὐτό. Καὶ αὐταὶ αἱ συμβάσεις, αἱ σήμερον συζητούμεναι, ἀποδεικνύουσι, πόσον ἐλλιπὴς ὑπῆρξε, πόσον ἐλαττωματικὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας. Ἐξήτασα, Κύριοι, ἀμφοτέρας τὰς ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν συμβάσεις ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν ἔποψιν. Ἀλλ’ ὅμως ἑκατέρα τῶν συμβάσεων τούτων ἔχει καὶ τὴν πολιτικὴν αὑτῆς ἄποψιν. Ὑπὸ ταύτην δὲ τὴν ἄποψιν κρίνων ταύτας νομίζω ὅτι καὶ αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους καὶ ἡ διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ κατασκευὴ τῆς νέας γραμμῆς καὶ ἡ ἐξαγορὰ τῶν μετοχῶν τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης, ὡς μέτρα πολιτικῆς κατευθύνσεως εἶναι ἄξια πάσης ἐπιδοκιμασίας, τῶν γενικωτέρων ἰδεῶν τὰς ὁποίας παρεμπιπτόντως ἔρριψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἐθνικοποιήσεως τῶν σιδηροδρόμων καὶ μάλιστα ὅλων καὶ τῶν τοπικῆς συγκοινωνίας, ἢ περὶ ἑνιαίας αὐτῶν ἐκμεταλλεύσεως. Διότι ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἰδεῶν τούτων πολλὰς θὰ εἶχέ τις νὰ διατυπώσῃ ἐπιφυλάξεις, πάντως δὲ θὰ ἐξηρτᾶτο αὕτη ἐκ πολλῶν παραγόντων, ἐκ τοῦ χρόνου τῆς ἐφαρμογῆς, ἐκ τῶν κατ’ αὐτὸν πολιτικῶν ἡμῶν ἠθῶν καὶ ἀκόμη ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ἐκ τῆς ἰδίας αὑτῆς πολιτείας θὰ ἐνομιμοποιεῖτο, οὕτως εἰπεῖν, ἀξιοῦσα νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ἐθνικοποίησιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, ἐπαναλαμβάνω, τῶν παρατηρήσεων τούτων αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς τὸ μέλλον, τὸ ληφθὲν ἤδη μέτρον, προκειμένου περὶ τῆς γραμμῆς αὐτῆς, γραμμῆς διεθνοῦς συγκοινωνίας, δικαιολογεῖται νομίζω ἐπαρκῶς ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς γραμμῆς ταύτης, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὰ γείτονα Κράτη ἔχουσιν εἰς χεῖρας αὑτῶν καὶ ὄχι εἰς τὴν διάθεσιν ἑταιρειῶν τοὺς σιδηροδρόμους των. Εἶναι προφανές, νομίζω, ὅτι ἀνεξαρτήτως πάσης ἀπόψεως δημοσιονομικῆς, ἀνεξαρτήτως τῆς προσδοκωμένης ὠφελείας ἢ ζημίας τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως, αὕτη ἦτο ἐπιβεβλημένη καὶ ἐκ γενικωτέρων πολιτικῶν λόγων καὶ ἐκ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡμῶν ἐμπορίου, τοῦ ὁποίου ἡ ῥύθμισις δὲν θὰ ἦτο εὐχερής, ἂν τὸ Κράτος δὲν εἶχεν εἰς χεῖρας αὑτοῦ τὴν πρωτεύουσαν γνώμην εἰς τὴν τεχνικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς. Καὶ αὐτὰ ἐν τούτοις τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἀμφίβολα ἀκόμη, ἐφ’ ὅσον ἀγνοοῦμεν τὴν τύχην τῶν ὑφισταμένων ἤδη ἐν ταῖς νέαις χώραις τμημάτων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει πληροφορήσει εἰσέτι τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς ὡς πρὸς τὰς ἐν ταῖς νέαις χώραις γραμμάς, ἰδικώτατα δὲ ὡς πρὸς τὸ τμῆμα τῆς ἀπὸ Θεσσαλονίκης μέχρι Σεγόβου γραμμῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν προέκτασιν ἐκείνης, περὶ τῆς ὁποίας ἤδη συζητοῦμεν, γραμμῆς ἡ ὁποία θ’ ἀποτελέσῃ ἴσως τὴν κυριωτέραν ἀρτηρίαν τῆς διεθνοῦς συγκοινωνικῆς δράσεως τοῦ Κράτους ἡμῶν. Θὰ ἦτο ἴσως ἐνδεδειγμένον, ἂν γενικώτεροι λόγοι δὲν ἐπέβαλον ἐπιφυλάξεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται αἱ ἐνέργειαι αὐτῆς, διότι κατήντησε νὰ γνωρίζωμεν πλειότερα περὶ τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Σερβίας ἀπὸ τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰς τρεῖς γραμμάς, κατ’ ἐξοχὴν δὲ τῆς κεντρικῆς γραμμῆς, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα ἤδη. Ὑπολείπεται, Κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ ἐπὶ τῶν μελετωμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νέων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν. Διότι διὰ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐπιψήφισιν πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 400,000 «διὰ νὰ παραχωρήσῃ, ὡς λέγει, τὴν ἐκτέλεσιν μελετῶν τῶν σιδηροδρομικῶν ἔργων ἔν τε τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις». Πρὸς δικαιολογίαν τῆς πιστώσεως ταύτης ἀναφέρεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καταλήξει εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, εἰς διατύπωσιν ὡρισμένου προγράμματος ὅσον ἀφορᾷ τὰς κατασκευασθησομένας γραμμάς. Λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις «βαίνει ἐπὶ ὡρισμένου προγράμματος κατασκευῆς σιδηροδρομικῶν γραμμῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν τε νέων χωρῶν καὶ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου κατὰ σειρὰν προτιμήσεως βασιζομένην ἐπί τε τῶν ἐμπορικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν. Ἐπὶ τούτῳ δι’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐμελέτησεν ἐπιτοπίως πάσας τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ κατήρτισε γενικὸν πρόγραμμα τῶν πρὸς μελέτην νέων γραμμῶν, πρόγραμμα εἰς οὗτινος τὴν ἐφαρμογὴν προβαίνει κατόπιν βασάνου τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων ἐκ μέρους καὶ ἑτέρων τοῦ Κράτους ὑπηρεσιῶν, δυναμένων ἐγκύρως νὰ ἀποφαίνωνται ἐπὶ τῆς συγχρόνου καὶ καταλλήλου χρησιμοποιήσεως τῶν μεγάλων τούτων συγκοινωνιακῶν ἀρτηριῶν διὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας». Ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα ἔχῃ καταλήξει, ὅταν ἔχῃ προβῆ εἰς μελέτας καὶ ἔχει ὡρισμένον πρόγραμμα, ὡρισμένην δὲ τάξιν κατασκευῆς τῶν γραμμῶν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ· δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταστήσῃ γνώριμον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόγραμμα τοῦτο; Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταστήσῃ γνώριμον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τάξιν κατὰ τὴν ὁποίαν προτίθεται νὰ κατασκευάσῃ τὰς γραμμάς, ὥστε ἡ Βουλὴ παρὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται πίστωσις διὰ τὴν μελέτην τῆς κατασκευῆς τῶν γραμμῶν νὰ διατελῇ ἐν γνώσει τῆς γραμμῆς, ἡ ὁποία θὰ κατασκευασθῇ καὶ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ δαπανηθῇ τὸ ζητούμενον ποσὸν πρὸς κατάρτισιν τῆς μελέτης; Τίνος γραμμῆς τὴν μελέτην πρόκειται νὰ παραχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἐπὶ τούτου θὰ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω ἐξήγησίν τινα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ζητεῖτε ποσὸν 400,000 δραχμῶν διὰ παραχώρησιν ἐκτελέσεως μελετῶν; Ὑποτίθεται ἄρα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παραχωρήσῃ εἰς ἑταιρείαν τὴν σύνταξιν μελέτης καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης ταύτης θὰ προβῇ διὰ τῆς αὐτῆς ἴσως ἑταιρείας εἰς τὴν χάραξιν τῆς γραμμῆς κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον προέβη εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ἤδη ἐγκρινομένης γραμμῆς. Ἐὰν τὸ Κράτος ἐπρόκειτο νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας μελέτας, θὰ ἠδύνατο διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ὑπηρεσίας, διὰ τῶν μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐνεργήσῃ τὴν μελέτην καὶ ἂν ὑπῆρχε δυσπιστία τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἰδίους αὐτοῦ μηχανικοὺς νὰ μετακαλέσῃ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μηχανικούς, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ νὰ ἐκτελέσωσι τὴν μελέτην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καταβάλῃ τὰς δαπάνας εἰς ἑταιρείαν, ὅπως αὐτὴ ἐνεργήσῃ τὰς μελέτας καὶ νὰ δύναται κατόπιν αὕτη νὰ ἐπωφεληθῇ αὐτῶν πρὸς ἀνάληψιν καὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἔργου.
§282ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ τῆς πιστώσεως τῶν τετρακοσίων χιλιάδων ἐπεθύμουν νὰ σαφηνίσω ὡρισμένα σημεῖα. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πιστώσεως αὐτῆς δὲν προτίθεται νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην ὡρισμένης τινὸς μόνον γραμμῆς, ἀλλὰ ζητεῖ τὴν πίστωσιν διὰ νὰ προβῇ γενικῶς εἰς μελέτας σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, τὰς ὁποίας φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ. Ἴσως ἡ πίστωσις αὐτὴ δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαία ἐφ’ ὅσον αἱ δημόσιαι ἡμῶν ὑπηρεσίαι ἦσαν οὕτω τελείως ὠργανωμέναι ὥστε νὰ ἠδυνάμεθα καὶ διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν ὀργάνων νὰ προβῶμεν εἰς τὰς προπαρασκευαστικὰς αὐτὰς μελέτας τῶν μελλουσῶν γραμμῶν. Ἐπειδὴ ὅμως οὕτως ἀρτίως ὠργανωμένη ὑπηρεσία παρ’ ἡμῖν δὲν ὑφίσταται, νομίζομεν ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ ἀναθέσωμεν καὶ εἰς ἑταιρείαν τὰς μελέτας γραμμῶν, ὅπως ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς μελέτας ταύτας διὰ νὰ δύναται νὰ φωτισθῇ ἀκριβέστερον ἐπὶ τῶν ἄλλων ἔργων τὰ ὁποῖα θὰ θελήσωμεν νὰ ἐκτελέσωμεν καὶ τῶν γραμμῶν τῶν διαφόρων. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν μελετῶν αὐτῶν οὐδόλως προδικάζει τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐκτελεστέου ἔργου.
§283Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοῦτο διαφωνῶ, διότι ἀκριβῶς ἡ τακτικὴ αὕτη ἀποβαίνει ὀλεθρία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν κατασκευὴν τῶν δημοσίων ἔργων. Ἐὰν δὲν ἔχητε πεποίθησιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν σας, ζητήσατε τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν καὶ μετακαλέσατε μηχανικοὺς ἀλλοδαπούς. Ἀλλ’ εἶναι ὀλέθριον τὸ σύστημα νὰ ἐκτελῇ τὸ Κράτος μελέτας δαπάναις αὑτοῦ, οὐχὶ ὅμως δι’ ἰδίων ὑπαλλήλων καὶ δι’ ἴδιον λογαριασμόν, ἀλλὰ δι’ ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔργον ἤθελεν ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν θὰ ἦσαν αἱ πρῶται τοῦ δεξιοῦ ἵνα ἀναλάβωσι τὸ ἔργον.
§284ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἴδε καὶ τὴν ὕδρευσιν τῶν Ἀθηνῶν.
§285Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς βλέπομεν καὶ μὲ τὴν ὕδρευσιν τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα ὥστε ἢ αἱ μελέται τὰς ὁποίας αἱ ἑταιρεῖαι ἐκτελοῦσι δαπάναις τοῦ Κράτους νὰ παραμείνωσιν ἄχρηστοι, καὶ τότε μένει τὸ Κράτος μὲ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας κατέβαλεν, ἢ νὰ χρησιμοποιηθῶσι γινομένου ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν διαγωνισμοῦ πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἔργου, ὅτε ἡ ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἔκαμε τὰς μελέτας δαπάναις τοῦ Κράτους ἀπομένει κατ’ οὐσίαν μόνη ἐν τῷ συναγωνισμῷ, διότι πᾶς ἄλλος ἀγνοῶν ὅσα ἡ διεξαγαγοῦσα τὴν μελέτην ἑταιρεία γνωρίζει, θὰ ἀποφύγῃ βεβαίως νὰ προσέλθῃ ἵνα συναγωνισθῇ. Οὕτω δὲ οὐδένα λόγον ἔχει ὁ συναγωνισμός.
§286Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχει πλεονεκτικὴν θέσιν.
§287Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἁπλῶς πλεονεκτικήν, ἀλλ’ ἔχει μονοπωλιακὴν θέσιν. Ἦτο ἐνδεδειγμένον λοιπόν, ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις βεβαιοῖ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ὅτι κατέληξεν εἰς ὡρισμένας ἀποφάσεις καὶ κατήρτισε πρόγραμμα ἐπὶ τῆς σειρᾶς καθ’ ἣν θὰ κατασκευάσῃ τὰς γραμμάς, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην ἐκτελέσεως μελέτης ὡρισμένης γραμμῆς διὰ τὴν προκήρυξιν τοῦ διαγωνισμοῦ πρὸς κατασκευὴν αὐτῆς, τότε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν μελέτην διὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἰδίων αὐτῆς μηχανικῶν, καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτούς, νὰ μετακαλέσῃ ἀλλοδαπούς. Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν θὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐν σχέσει πρὸς τὴν προειδοποίησιν, ἥτις μᾶς ἐδόθη διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ἄγεται ὑπὸ τῆς ἀντιλήψεως ὅπως ἑνοποιήσῃ ὅλας τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμὰς ὑπὸ μίαν ἑνιαίαν διεύθυνσιν καὶ ὑπὸ ἕνα ἑνιαῖον τύπον ἐκμεταλλεύσεως, οὕτως ὥστε νὰ ἀσκῇ τὸ Κράτος ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν τιμολογίων. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καταλήξει εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα περὶ κατασκευῆς καὶ ἄλλων γραμμῶν, πρέπει νὰ λάβῃ ἀπὸ τοῦδε πρόνοιαν περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων αὐτῆς μετὰ τῶν ὑπαρχουσῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν. Ὀρθῶς παρετηρήθη ὅτι αἱ συμβάσεις αἱ ὁποῖαι συνδέουσι τὸ Κράτος πρὸς σιδηροδρομικὰς ἑταιρείας, εἶναι συμβάσεις ὑπό τινας ἐπόψεις ὑπερβαλλόντως δεσμευτικαὶ τοῦ Κράτους. Εἰς περίστασιν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐπιδιώκει τὴν ἑνοποίησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἢ εἰς μέλλουσαν ἐποχὴν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς θέσιν ν’ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα αὑτοῦ πρὸς ἐξαγορὰν τῶν γραμμῶν, θὰ ὑπεβάλλετο εἰς μεγίστας θυσίας, ἐὰν ἡ ἐξαγορὰ θὰ ἐγίνετο ὑπὸ τοὺς ὅρους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγεγραμμένοι εἰς τὰς συμβάσεις, καὶ ἡ ἑνοποίησις δὲ αὐτὴ τῆς ἐκμεταλλεύσεως θὰ ἀπέβαινεν ἀδύνατος ἄνευ δυσαναλόγων θυσιῶν. Διότι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, καὶ ἰδίως οἱ Θεσσαλικοὶ θὰ ἴδωσι τάχιστα σπουδαίως ηὐξημένα τὰ ἔσοδα αὐτῶν ἐκ τῆς μεγεθύνσεως τοῦ Κράτους καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως διεθνοῦς διὰ ξηρᾶς συγκοινωνίας. Ὑπὸ τοιαῦτα δὲ τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν κέρδη καὶ ὑπὸ τὸ βάρος τοιούτων συμβάσεων θὰ κατασταθῇ δυσχερεστάτη πᾶσα κίνησις τοῦ Κράτους πρὸς τὴν προσήκουσαν αὐτοῦ κατεύθυνσιν ἐν τῇ μεγάλῃ συγκοινωνίᾳ. Νομίζω συνεπῶς ἐνδεδειγμένον νὰ μετέλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε πᾶν μέτρον, ἵνα μεταρρυθμίσῃ πάσας τὰς συμβάσεις οὐ μόνον ὡς πρὸς τὴν τεχνικὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς ἐξαγορᾶς. Ἡ Κυβέρνησις δὲ ἐὰν θέλῃ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐξαναγκάσῃ εἰς τὴν τοιαύτην λογικὴν συνθηκολογίαν τὰς ἑταιρείας. Δύναται νὰ ἐνασκήσῃ μετὰ πάσης αὐστηρότητος ὅλα ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα παρέχουσιν εἰς τὸ Κράτος αἱ ὑφιστάμεναι συμβάσεις μετὰ τῶν ἑταιρειῶν, δικαιώματα σχεδὸν οὐδέποτε ἐνασκηθέντα μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἔχει ἐπὶ τέλους καὶ ἓν ἄλλο ὅπλον. Ἔχει νὰ σκεφθῇ νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ εἰδικὴν ἀκόμη φορολογίαν εἰς βάρος τῶν ἑταιρειῶν αὐτῶν. Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἔσοδα αὐτῶν πρόκειται ἀναμφισβητήτως νὰ ὑπεραυξηθῶσι νὰ ὑπεραυξηθῶσι δὲ οὐχὶ ἐξ ἰδίας αὑτῶν δραστηριότητος, οὐχὶ ἐξ ἰδίων ἔργων, οὐχὶ ἐκ μερίμνης αὐτῶν, οὐχὶ ἐξ ἰδίας ἐπιχειρήσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς λόγῳ μεγεθύνσεως τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητον, νομίζω, ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οὕτως ηὐξημένων κερδῶν αὐτῶν ἤθελον στηρίξει δικαιώματα ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ὅταν τοῦτο θὰ θελήσῃ νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματά του πρὸς ἐξαγορὰν ἢ νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους τῆς ἐκμεταλλεύσεως πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς πολιτικῆς του. Καὶ εἶναι, νομίζω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπὸ πάσης ἀπόψεως δεδικαιολογημένη ἡ σκέψις περὶ εἰδικῆς φορολογίας εἰς βάρος τῶν ἑταιρειῶν αὐτῶν, φορολογίας ἐχούσης τὴν εἰδικὴν ἀποστολὴν νὰ πλήξῃ τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν ἐσόδων των, τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ὀφείληται εἰς τὴν μέριμναν αὐτῶν οὔτε εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτῶν οὔτε εἰς τὴν πρόνοιαν αὐτῶν, ἀλλὰ θὰ ὀφείλεται εἰς τὴν μεγέθυνσιν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§288Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μετὰ προσοχῆς, Κύριοι, ἤκουσα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ προλαλήσαντος, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἀνεξαρτήτως ὑπερβολῶν τινων εἰς τὰς ὁποίας περιέπεσε κατὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του, εὑρίσκω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν, εἶναι ἄξια μεγίστης προσοχῆς. Ὑπέθετον ἐντεῦθεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κυρίως ἢ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν ἀπαντήσει εἰς τὰ τόσον σπουδαῖα ταῦτα ἐπιχειρήματα.
§289Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀπαντήσω.
§290Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φαίνεται ὅτι ἡ σύμβασις ἀνήκει μᾶλλον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρὰ εἰς τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Κύριοι, δύο συμβάσεις ἔχομεν· μίαν σύμβασιν διὰ τῆς ὁποίας παραχωρεῖται εἰς τὴν ἑταιρείαν Μπατινιὸλ ἡ προέκτασις τῆς γραμμῆς ἀπὸ τὸ τέρμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε σήμερον, μέχρι τῆς συναντήσεως τῆς γραμμῆς τῆς Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου καὶ ἡ ἕνωσις τῆς γραμμῆς ταύτης μετὰ τῆς γραμμῆς Θεσσαλονίκης–Σκοπίων καὶ ἑτέραν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἐξαγοράζει τὰς μετοχὰς τὰς ἀνηκούσας εἰς τὴν ἑταιρείαν Μπατινιόλ, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε παραχωρηθῆ τότε ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Λαρίσσης–Συνόρων. Ἄρχομαι, Κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τῆς συμβάσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν μετοχῶν, τῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὴν ἑταιρείαν Μπατινιόλ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐξαγορὰ αὕτη εἶναι λίαν ὠφέλιμος εἰς τὸ Κράτος· ὅτι ἐπεβάλλετο αὕτη κυρίως, διότι διὰ ταύτης θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἐφαρμόσῃ, ἂν ὄχι ἀμέσως τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν Σιδηροδρόμων, ἀλλ’ ἐμμέσως. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι, ἂν σκοπὸς τῆς συμβάσεως ταύτης εἶναι ἀκριβῶς ἡ εὐκολία ἡ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιζητουμένη, ὅπως ἡμέραν τινὰ καταντήσῃ εἰς τὴν παρ’ αὐτῆς ἐκμετάλλευσιν τῶν Σιδηροδρόμων, τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ λάβῃ εἶναι τὸ χειρότερον μέτρον τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπὸ κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ διαφωνήσω ἀπολύτως πρὸς τὰς γνώμας τὰς ὁποίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξε καὶ ὁ προαγορεύσας τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπεστήριξεν. Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν Σιδηροδρόμων, φρονῶ δὲ τοῦτο, διότι παραδείγματα τοσοῦτον διδακτικὰ ὑπάρχουσιν, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ παραμικρὰ ἀμφιβολία ὅτι ὁ πρεσβεύων ὅτι εἶναι δυνατὸν Κυβέρνησις Κράτους κοινοβουλευτικοῦ νὰ ἀναλάβῃ ἐκμετάλλευσιν Σιδηροδρόμων ὑποστηρίζει τι ἐναντίον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν φορολογουμένων. Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη διὰ μακρῶν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς ἐν Πρωσσίᾳ γινομένης ἐκμεταλλεύσεως τῶν Σιδηροδρόμων. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι ὁμιλῶν περὶ τῆς Πρωσσίας ὡμίλει περὶ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει μίαν γραφειοκρατίαν τοσοῦτον αὐστηράν, ὥστε ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαῦτα ἔργα. Ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν βεβαίως ὅτι, ὅτε τὸ ζήτημα ἐτέθη ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἐτέθη, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐξαγοράσῃ τὸ Κράτος τὸν Σιδηρόδρομον τοῦ «Ouest», ἐγένετο μεγάλη συζήτησις, ὅλοι δὲ οἱ κηδόμενοι τῶν συμφερόντων τοῦ τε δημοσίου καὶ τῶν φορολογουμένων ὑπεστήριξαν τότε ὅτι σφάλμα μέγιστον ἤθελε διαπράξει ἡ Γαλλία προβαίνουσα εἰς τὴν ἐξαγορὰν καὶ ἀναλαμβάνουσα τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ Σιδηροδρόμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ «Economiste» τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὸ 1904, καὶ θέλει ἀναγνώσει ἐκεῖ ἄρθρα σπουδαιότατα, δι’ ὧν ἀκριβῶς γίνεται ἡ σύγκρισις μεταξὺ Γερμανίας καὶ Γαλλίας, μεταξὺ τῶν ἐθίμων τῆς πρώτης καὶ τῶν ἐθίμων τῆς δευτέρας, μεταξὺ τῆς αὐστηρότητος τῆς πρώτης καὶ τῆς μὴ αὐστηρότητος κατ’ ἀνάγκην τῆς δευτέρας, καὶ θέλει ἴδει μεταξὺ ἄλλων ὅτι ὁ Rouvier ἀσχολούμενος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξέφρασε τὰς ἑξῆς ἰδέας: «Ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν Σιδηροδρόμων ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὡς ἀντιλαμβάνονται ταύτην τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ζῶσιν ὑπὸ σύστημα δημοκρατικόν, ἔχει καὶ σκοπὸν νὰ μεταβάλῃ ἐπιχείρησιν οἰκονομικὴν ἢ ἐπιχείρησιν βιομηχανικὴν ὡς εἶδός τι φιλανθρωπικῆς ἐπιχειρήσεως». Καὶ ἔλεγε ταῦτα, Κύριοι, τότε, ὅτε πολλοὶ ἠμφισβήτουν τὴν ἀλήθειαν τῆς ἰδέας ταύτης. Παρῆλθεν ὅμως χρόνος καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἀπέδειξαν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ταῦτα ὑπεστήριζον, ἦσαν πράγματι ἐν δικαίῳ, διότι ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἐξαγορὰ τοῦ Σιδηροδρόμου, περὶ τῆς ὁποίας τοσοῦτος ἐγένετο πάταγος, θέλομεν ἴδει ὅτι τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθασαν εἶναι τὰ ἑξῆς. Τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ Σιδηροδρόμου ἐκείνου ἀφῆκεν ἔλλειμμα 85.000.000, τὸ ἔλλειμμα δὲ ἀπὸ τοῦ 1909 μέχρι τοῦ 1914 ἀνέρχεται εἰς 327 ἑκατομμύρια! Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμεταλλεύσεως. Ἐν διαστήματι πέντε ἐτῶν ἔλλειμμα 327.000.000! Ἀλλὰ μήπως εἶναι τοῦτο μόνον; Τὸ Κράτος κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἐδαπάνησε χάριν τῶν γραμμῶν τοῦ συμπλέγματος τῶν ἐξαγορασθέντων σιδηροδρόμων 740.000.000. Ἑπομένως ἐν διαστήματι πέντε ἐτῶν ἡ Γαλλία ἐπεβαρύνθη μὲ δαπάνην ἑνὸς δισεκατομμυρίου! Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, Κύριοι, τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ Κράτους. Παρόμοια ἀποτελέσματα εἶχον ἐν Ἰταλίᾳ καὶ δι’ αὐτὸ σήμερον αἱ κρατοῦσαι ἰδέαι εἶναι ὅτι Κράτη δημοκρατικά, Κράτη κυρίως κοινοβουλευτικά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τοιαῦτα ἔργα διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἔχετε ἀπειρίαν καὶ ἀκαταλληλότητα ἀπόλυτον τοῦ Κράτους, ἔχετε σπατάλην, τὴν ὁποίαν δὲν εἰμπορεῖτε νὰ ἀποφύγητε, ἔχετε δὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα, ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ ἐν Εὐρώπῃ γραφόμενα, παρακολουθοῦσι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον πολλὰ ἔχει τὰ ἀγαθά, ἀλλὰ πλεῖστα ἔχει τὰ ἐλαττώματα κατὰ τρόπον ὥστε δὲν θὰ ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὸ σύστημα ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἡμῶν πάντοτε νὰ κακολογῶμεν, νὰ εὑρίσκωμεν ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν χείρονα τῶν μεγάλων ἐκείνων Κρατῶν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοὐλάχιστον ταύτην. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἴδω τὴν Κυβέρνησιν ἀσχολουμένην περὶ τῶν ζητημάτων τούτων καὶ μὴ ῥίπτουσαν τὴν ἰδέαν τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκμεταλλεύσεως τῶν Σιδηροδρόμων ὡς αἰτίαν δικαιολογοῦσαν τὰς θυσίας, εἰς ἃς προέβη, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐξαγορὰν τῶν μετοχῶν τῆς ἑταιρείας Μπατινιόλ. Καὶ ὅτι προέβη, Κύριοι, εἰς θυσίας οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι ναὶ μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, ἣν καὶ προφορικῶς ἀνέπτυξε, διὰ τῆς ὁποίας προσπαθεῖ νὰ παραστήσῃ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 13.000.000, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε τὸ Κράτος νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν ἀποτελεῖ ποσὸν μικρότερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπλήρωνε τὸ Κράτος κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐξαγορᾶς, δηλαδὴ τῷ 1927, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐξ ἄλλου ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐξαγορᾶς, ὅταν θὰ ἔχωμεν πρὸς τοῦτο τὸ δικαίωμα, θὰ καταβάλωμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν τὸ κεφάλαιον τὸ παρ’ αὐτῆς καταβληθέν, τὸ ὁποῖον, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀποτελεῖται ἐξ 8.000.000, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησε διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς καὶ ἐκ 2.000.000, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὸ κεφάλαιον τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Καὶ τὰ 2.000,000 βεβαίως ὑπάρχουσιν· ἄρα περὶ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Ἀλλὰ λαμβάνω τὸ ποσὸν τῶν 10.000.000 καὶ ἐρωτῶ· διατί τὰ 10.000.000 ἐγένοντο 13.000.000;
§291ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπιτρέπετε νὰ ἐξηγήσω μίαν ἀσάφειαν;
§292Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§293ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κατὰ τὴν σύμβασιν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, μέχρι τῆς ἐκπνεύσεως τῆς προθεσμίας τῶν 99 ἐτῶν, νὰ καταβάλλωμεν κατ’ ἔτος 600 χιλιάδας δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἡ λεγομένη πρόσοδος τῶν 10.000.000, ἢ νὰ κεφαλαιοποιήσωμεν αὐτὰς πρὸς 5%· ἑπομένως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἂν θέλωμεν ν’ ἀγοράσωμεν ἀμέσως τὰς μετοχάς, νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν 12.000.000 διὰ τὸ κεφάλαιον αὐτῆς ἀντὶ νὰ τῆς πληρώσωμεν 600 χιλ. ἐτησίως ἐπὶ 99 ἔτη ἢ ὅσα ὑπολείπονται.
§294Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐκ τῶν 12.000.000 θὰ ἀφαιρέσητε τὰ 2.000.000 χρησιμεύοντα ὡς Capital déposé, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ χαρίσητε εἰς τὴν ἑταιρείαν. Ἀλλὰ πολὺ καλά· θὰ δώσητε τὰ 12.000.000, δίδετε ὅμως 13.000.000 καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσητε τὰ 13.000.000 ἀναφέρετε ὅτι δυνάμει τῆς συμβάσεως ἡ ἑταιρεία καταβαλοῦσα τὰ 10 ἑκατομμύρια ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ 7½% ἐπὶ τῶν κερδῶν μετὰ τὴν πληρωμὴν ἐπὶ τῶν 600 χιλιάδων, καὶ λέγετε ὅτι εἶναι ποσὸν τοῦτο τὸ ὁποῖον ἀνεβιβάζει τὰ 12.000.000 εἰς ποσὸν ἀνώτερον. Προσθέτετε καὶ ἕτερόν τι· ὅτι ὑπάρχει ἀποθεματικὸν κεφάλαιον ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ ἑταιρεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ· ὅτι θὰ φθάσωμεν λοιπὸν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 19.000.000. Ἐγὼ εἰς αὐτὰ ἀπαντῶ· διὰ νὰ πληρώσητε σήμερον τὰ 13.000.000 εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ διαθέσητε μέρος τοῦ δανείου, δάνειον διὰ τὸ ὁποῖον καταβάλλετε 6½% καὶ ἑπομένως τὰ 13 ἑκατομμύρια σήμερον σᾶς στοιχίζουσι 830. χιλιάδας κατ’ ἔτος. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Καὶ ἐρωτῶ· ὑπάρχει λόγος νὰ κάμητε τοῦτο; Τί ἐπρόκειτο νὰ πληρώσητε μέχρι τοῦ 1927, ἂν εἴχετε τὴν διάθεσιν τῷ 1927 νὰ ἐξαγοράσητε; Νὰ πληρώσητε ἢ μὴ τὰς 600.000 δρ., καθ’ ὅσον ὑπῆρχον πρόσοδοι ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως καλύπτουσαι τὰς 600 χιλ. δραχμῶν. Συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον ἡ κατ’ ἔτος καταβολὴ 830.000 δρ., ὅπως σήμερον καταβάλλει τὸ ποσὸν διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρεία δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ 600 χιλ. δραχμῶν κατ’ ἔτος; Ἰδοὺ τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον θέτω εἰς ὑμᾶς. Καὶ σημειώσατε ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ ἑταιρεία μέχρι τοῦδε οὐδέποτε κατώρθωσε νὰ λάβῃ. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ὑμεῖς ἐν τῇ ἐκθέσει ὑμῶν ὁμολογεῖτε ὅτι μέχρι τοῦ 1911 τὸ χρεωστούμενον εἰς τὴν ἑταιρείαν ποσὸν ἀνῆλθεν εἰς 2.600.000.
§295ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. 1.680.000.
§296Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ νὰ προσέξητε περισσότερον. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ 1911, καὶ τῷ 1911 τὸ ποσὸν εἶναι 2.600. 000, ἀλλὰ τῷ 1912 ἦλθεν ὁ πόλεμος, αἱ μεγάλαι δαπάναι καὶ περιωρίσθη τὸ ποσὸν εἰς 1.680.000, ἀλλὰ τὸ ποσὸν εἶναι 2.600.000. Λέγετε τοῦτο ἄλλως τε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας καὶ ἑπομένως περὶ τούτου ἀμφισβήτησις δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ. Σημειώσατε δ’ ὅτι ἡ ἑταιρεία δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ τόκον ἐπὶ ποσοῦ μὴ πληρωθέντος αὐτῇ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Ἑπομένως μετὰ τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τῆς ἐκμεταλλεύσεως δὲν μένει ποσὸν ἐπαρκὲς ὅπως καλυφθῶσιν αἱ 600.000 δρ. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι ἡ ἑταιρεία ἤθελε λάβει τὸ ὀφειλόμενον εἰς αὐτὴν ποσὸν κατὰ τὰ μέλλοντα ἔτη, ἀλλὰ τοῦτο ἄνευ τόκου. Ἄρα ἀπὸ τῆς λειτουργίας τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι σήμερον, οὐδέποτε ἡ ἑταιρεία εἰσέπραξε τὰς εἰς αὐτὴν ὀφειλομένας 600.000, δρ. Ἔρχεσθε ὑμεῖς σήμερον, δανειζόμενοι πρὸς 6½%, νὰ πληρώσητε τὸ ποσὸν τῶν 13.000.000 καὶ θὰ λάβητε τί; Ἀντ’ αὐτῶν θὰ λάβητε τὸ ποσὸν τῶν 600.000, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἐκμετάλλευσις φθάσῃ αὐτὸ τὸ ποσόν, ἢ θὰ λάβητε μικρότερον ποσὸν ἐπιφυλασσόμενοι νὰ καλύψητε τὴν διαφορὰν διὰ τῶν μεταγενεστέρων ἐτῶν. Ὑπὸ χρηματιστικὴν ἔποψιν ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι κακίστη, διότι, ἂν ὑπολογίσητε ἀπὸ σήμερον μέχρι τοῦ 1927 τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου, θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ἔχητε εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν 12 ἐτῶν μίαν διαφορὰν 230.000 δρ. κατ’ ἔτος· ἄρα θὰ ἔχητε 3. 300. 000. Καὶ δι’ ἓν ποσὸν 3. 300. 000, τὸ ὁποῖον ἤθελε προκύψει ἀναμφισβητήτως ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ τῶν τόκων τῶν παρ’ ὑμῶν καταβαλλομένων διὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δίδετε σήμερον, καὶ τῆς διαφορᾶς τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους θὰ εἰσπράξητε ἐκ τῆς παραχωρήσεως τὴν ὁποίαν ἔχετε σήμερον τῶν 10.000.000 εἰς μετοχὰς τῆς ἑταιρείας, καὶ τοῦτο ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκμεταλλεύσεως θὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ σκεπάσωσι τὰ ἔξοδα καὶ νὰ ἀφήσωσι ποσὸν ἐπαρκὲς ὅπως καλύψῃ τὰς 600.000, ποσόν, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἐλήφθη, παρέχετε τόσα τῇ Ἑταιρείᾳ πλεονεκτήματα. Ἐὰν λοιπὸν ὁ σκοπός, δι’ ὃν ἡ ἐξαγορὰ ἐγένετο, εἶναι σκοπὸς καταστρεπτικός, διότι ἐκμετάλλευσις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους θὰ ἦτο καταστροφὴ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῶν φορολογουμένων, ἐὰν λοιπὸν σκοπὸς δὲν ὑπάρχῃ, ἡ δαπάνη εἶναι ἀδικαιολόγητος, δὲν βλέπω δὲ ποῦ εἶναι ἡ σημασία τῆς ἐξαγορᾶς, τὴν ὁποίαν κάμνετε καὶ ἐκ τῆς ὁποίας τὰ καλὰ διὰ μακρῶν ἐξυμνήσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ τώρα, Κύριοι, ἀφοῦ ἐξήτασα τὰ τῆς ἀγορᾶς, μεταβαίνω εἰς τὴν δι’ ὀλιγίστων ἐξέτασιν τῆς συμβάσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται καὶ περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ψηφίσῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἐκθέσεώς του καὶ τῆς ἀγορεύσεώς του, ἡ ὁποία εἶχε σκοπὸν νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν, ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ τιμὴ ἡ χιλιομετρική, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρεία Batignol ἀνέλαβε τὴν κατασκευήν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τιμὰς ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε κατασκευασθέντων ἐν Ἑλλάδι σιδηροδρόμων εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀποδεικνύει ὁποία ὑπῆρξεν ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει του ἀναφέρει πρῶτον τὴν γραμμὴν Πειραιῶς–Λαρίσης καὶ λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του (ἀναγινώσκει): «Ἡ γραμμὴ Πειραιῶς–Παπαπουλίου κλπ.». Ὡς πρὸς τοῦτο νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παρατηρήσω ὅτι εἰς λάθη τινὰ περιέπεσεν ἡ ὑπηρεσία ἐν τῇ ἀπαριθμίσει τῶν ποσῶν τούτων, διότι ἐκ τῶν συμβάσεων προκύπτει, ὅτι μέχρι Δεμερλῆ ἐδόθησαν 32,985,000 εἰς δραχμὰς καὶ 12,500,000 εἰς φράγκα. (Δεμερλῆ–Λαρίσης 3,650,000, Λαρίσης–Συνόρων 4,888,000. Λαμβάνω δὲ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν καὶ τὸ φέρω εἰς φράγκα καὶ καταντᾷ εἰς τὸ ποσὸν 54,023,000, ὅταν προσθέσωμεν δὲ καὶ τὸ τροχαῖον ὑλικὸν Λαρίσης—συνόρων 1,500,000, φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 55,523,000. Ὥστε βλέπετε ὅτι ὑπῆρχε μία διαφορὰ 11,000,000 μεταξὺ τῶν ποσῶν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἐκθέσει ὑμῶν καὶ τῶν ποσῶν τῶν πράγματι δαπανηθέντων ὑπὸ τοῦ Κράτους, λάθος εἰς τὸ ὁποῖον βεβαίως ἡ ὑπηρεσία περιέπεσε καὶ τὸ ὁποῖον θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐξακριβώσητε παραβάλλοντες τὰς συμβάσεις πρὸς τὰς δαπάνας αὐτάς. Δεύτερον λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία ὑμῶν περιέπεσεν εἶναι τὸ ἑξῆς: ἀναφέρει δαπάνην ἡμιτελοῦς γραμμῆς 22,478,000. Εἶναι πράγματι τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ἡ ὑπηρεσία ὑμῶν ὅτι διὰ κατασχέσεως τῆς ἐγγυήσεως καὶ τῶν κρατήσεων τὸ Κράτος ἔλαβεν ἐξ αὐτῶν τῶν 22,000,000 τῶν πληρωθέντων εἰς τὴν Ἑταιρείαν 4,000,000, ἅτινα πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰ 22,000,000· ἄρα ἔχετε καὶ ἐκεῖ λάθος 4,000,000. Ἐπιτρέπεται δὲ εἰς ἐμὲ νὰ ὑποθέτω ὅτι, ἐὰν εἰς τὸν λογαριασμὸν αὐτὸν ὑπάρχῃ λάθος ἀφ’ ἑνὸς 11,000,000 καὶ ἀφ’ ἑτέρου 4,000,000, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκω ἐν τῇ ἐκθέσει σας ἀναγεγραμμένα ἴσως ἔχουν τοιαῦτα λάθη. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὑμᾶς. Δὲν περιωρίσθη ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παραβάλῃ καὶ νὰ συγκρίνῃ τὰς δαπάνας τῆς νέας γραμμῆς πρὸς τὰς δαπάνας τῆς γραμμῆς Πειραιῶς– Λαρίσης–Συνόρων, ἀλλὰ παρέθηκε καὶ κατάλογον ὁλόκληρον γραμμῶν, π. χ. Πειραιῶς–Παπαπουλίου, Βόλου–Λαρίσης, Πύργου–Μελιγαλᾶ κλπ., διὰ νὰ παραστήσῃ ὅτι ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς κατασκευὴν τῆς ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς μέχρι τῆς γραμμῆς Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου καὶ Θεσσαλονίκης–Σκοπείων, εἶναι κατωτέρα τῆς τιμῆς ὅλων τῶν ἄλλων γραμμῶν. Ἀλλ’ οἱ συντάξαντες τὴν ἔκθεσιν ταύτην, καὶ ἐδῶ θὰ ἤθελον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι, βλέπετε, δὲν δύναμαι νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ταῦτα δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός του. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν σιωπᾷ· ἑπομένως στρέφομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρατηρῶ εἰς αὐτόν, διατί ἐνεθυμήθη ὅλους αὐτοὺς τοὺς σιδηροδρόμους καὶ δὲν ἐνεθυμήθη ἄλλους, π.χ. τὸν σιδηρόδρομον Πελοποννήσου, ὅστις εἶναι εἷς τῶν μεγαλειτέρων σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους; Ἡ ἑταιρεία, ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν κατασκευὴν ἐκ τῆς πιστωτικῆς, κατεσκεύασε τὸν σιδηρόδρομον αὐτὸν μὲ 80,000 κατὰ χιλιόμετρον. Ἀλλ’ ὁ σιδηρόδρομος Πελοποννήσου δὲν ἐτέθη εἰς τὸν κατάλογον· ἐπίσης Μεσολογγίου– Ἀγρινίου 70,000 κατὰ χιλιόμετρον δὲν ἐτέθη εἰς τὸν κατάλογον. Εἶναι ὅμως πολὺ πιθανὸν νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ πρῶτος εἶναι εἰς τὴν Πελοπόννησον, ὁ δεύτερος εἰς τὸ Ἀγρίνιον. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει, τότε διατί δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν σιδηρόδρομον ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Παπαπουλίου; Πόσον ἐστοίχισεν αὐτός; 106 χιλ. δραχμ. κατὰ χιλιόμετρον. Ἀπὸ Δεμερλῆ εἰς Λάρισσαν 87 κατὰ χιλιόμετρον. Εἶναι σιδηρόδρομοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι πρόκειται περὶ προεκτάσεως αὐτῶν ἀκριβῶς τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ δὲν συμφέρει νὰ γίνῃ λόγος περὶ αὐτῶν. Γίνεται λόγος διὰ τοὺς σιδηροδρόμους, οἱ ὁποῖοι ἐστοίχισαν 112 καὶ 126 καὶ 205 χιλ. δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει παρακαλέσει τὸν Συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παρατηρήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀκριβεστέρα, ὅταν πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ βασισθῇ ἡ κρίσις περὶ τῆς ἀξίας ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς συγκρίσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην νὰ προβῶ προκληθείς, καθόσον σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἤθελον προβῆ εἰς τὴν σύγκρισιν ταύτην, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω πῶς ἐσκέφθητε ὅτι διὰ τῆς συγκρίσεως αὐτῆς ἠθέλετε δικαιολογήσει τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε, καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα· τὰ τρία χιλιόμετρα ἀπὸ τῆς εἰσόδου τῆς σήραγγος Μπράλου μέχρι τῆς ἐξόδου τῆς μεγάλης γεφύρας ἐστοίχισαν 5.500.000. Εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῆτε ἐπὶ τῶν 5.500.000 αὐτῶν, ὅπως ὁρίσητε τὴν τιμὴν σιδηροδρόμου 100 ἢ 200 χιλιομ.; Κανονίζεται ἡ ἀξία ἑνὸς σιδηροδρόμου ἐκ τοῦ ἐδάφους ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ σιδηρόδρομος κατασκευάζεται· ἑπομένως ὅλαι αἱ συγκρίσεις αὗται δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Δι’ αὐτὸ θὰ ἦτο καλὸν ἴσως νὰ σταματήσητε εἰς τοὺς δύο σιδηροδρόμους τοὺς Θεσσαλικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὸν σιδηρόδρομον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ κατασκευάσητε. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀρκοῦμαι εἰς τὴν σύγκρισιν, ἐπαναλαμβάνω, διότι, ὅπως εἶπον, δὲν δίδω καμμίαν σημασίαν εἰς αὐτήν, ἀλλὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰς μελέτας καὶ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐλάθετε. Καὶ πρῶτον ἡ μελέτη τῆς ὑπηρεσίας ὑμῶν, ἡ ὁποία ὥρισε τὴν τιμὴν εἰς 7.000.000 δραχμῶν. Καὶ βεβαίως ἡ μελέτη τῆς ὑπηρεσίας ὑμῶν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ κἄπως ὑπ’ ὄψιν, νὰ καθαρισθῇ τοὐλάχιστον ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα τὰ δικαιολογοῦντα τὴν μεγάλην, τὴν μεγίστην διαφοράν, τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς αἰτηθείσης παρὰ τῆς ἑταιρείας Μπατινιὸλ καὶ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ὥρισαν οἱ παρ’ ἡμῖν μηχανικοί, οἱ λαβόντες ἐντολὴν ὅπως μελετήσωσι τὴν γραμμήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν παρίδωμεν τὴν μελέτην ταύτην λέγοντες βεβαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι ἡμῶν δὲν εἶναι καλῶς κατηρτισμέναι καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δυνάμεθα εἰς αὐτὰς ν’ ἀναθέσωμεν μελέτας, διότι προφανῶς, ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους ὑπολογίζῃ ὡς ἀναγκαίαν δαπάνην πρὸς κατασκευὴν ἑνὸς σιδηροδρόμου 7,000,000 καὶ ἐὰν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ αὐτοῦ σιδηροδρόμου δίδωνται 12,000,000, θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι κατηρτισμένη, ἐκτὸς ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία εἶναι κατηρτισμένη καὶ ὅτι ἡ ἑταιρεία ἔλαβε ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε δικαίως νὰ λάβῃ. Ἀλλ’ ἐὰν θέσωμεν κατὰ μέρος τὴν μελέτην, τὴν γενομένην παρὰ τῆς ὑπηρεσίας ὑμῶν, καὶ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἑτέρας δύο προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐλάβατε, ἀμφότεραι αἱ προτάσεις αὗται εἶναι κατώτεραι τῆς προτάσεως τῆς ἑταιρείας Μπατινιόλ. Καὶ τότε γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· μήπως ἡ ἐξαγορὰ ἡ γενομένη εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τῆς παρασκευῆς πρὸς ἐφαρμογὴν πολιτικῆς σιδηροδρομικῆς, ἐχούσης ὡς σκοπὸν τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν σιδηροδρόμων παρὰ τοῦ Κράτους; Μήπως, λέγω, ἡ ἐξαγορὰ ἀφ’ ἑνός, ἡ ἀποδοχὴ τιμῆς κατὰ τοσοῦτον ὑπερτέρας ἀφ’ ἑτέρου, μήπως ὅλα ταῦτα δὲν σχετίζονται πρὸς τὸ συνομολογηθὲν δάνειον; Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, μὴ γνωρίζων τὰ καθ’ ἕκαστα, δὲν θὰ εἶχον τὴν δύναμιν νὰ ἐπιμείνω, διότι εἶναι πιθανὸν νὰ εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις πρὸ τοιούτων δυσχερειῶν, ὥστε νὰ ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ μερικὰς παραχωρήσεις ὅπως ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐθεώρει ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖον χάριν τῶν μεγάλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν θὰ μακρηγορήσω τὴν ὥραν ταύτην καὶ δι’ αὐτὸ ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἴσως ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς ὅλης γραμμῆς γίνῃ παρὰ τῆς αὐτῆς ἑταιρείας, καθόσον θὰ ἦτο δύσκολον διὰ μικρὰν γραμμὴν 90 χιλιομέτρων νὰ ὑπάρχῃ εἰδικὸν τροχαῖον ὑλικόν, ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῇ προτάσεις ἀναμφισβητήτως ὑπερβαινούσας ὅλας τὰς ἄλλας, τὰς εἰς αὐτὴν ὑποβληθείσας. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἐγένετο δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, θὰ ἦτο καλὸν ν’ ἀναπτυχθῶσιν αὐτοὶ οἱ λόγοι.
§297Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κριθῇ ὡς ἔργον ἀνάγκης.
§298Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ νὰ μὴ ἐξάρωμεν τὰς ἐπιτυχίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ θελήσωμεν καὶ κατὰ τοῦτο νὰ μειώσωμεν τὴν ἐργασίαν προκατόχων, οἱ ὁποῖοι σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ὑπέγραψαν τὴν σύμβασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ καλλιτέρα σύμβασις ἡ ὁποία ἐγένετο, μετὰ μελέτην δύο ἢ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν, ἀλλ’ ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους. Ἐγὼ εἰργάσθην μετὰ δύο μηχανικῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐκφράζω ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι εἶναι καὶ τιμιώτατοι καὶ ἐργατικώτατοι καὶ λαμπροὶ ὑπάλληλοι καὶ οὗτοι εἶναι ὁ κ. Τριανταφυλλίδης ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὁ κ. Μπαλᾶνος ἀφ’ ἑτέρου, ἐπὶ μακρόν. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις, τοῦ νὰ ὁρίσῃ τὸ ἀνώτατον ὅριον εἶναι καλόν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως ἔλεγχος αὐστηρὸς ἐξασκηθῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου· καὶ εἶδον ὅτι γίνεται λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ περὶ καταρτισμοῦ ὑπηρεσίας ἐλέγχου· ἐδήλωσεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅτι τὰ ἄρθρα αὐτά, τὰ μὴ ἔχοντα βεβαίως σχέσιν ἄμεσον πρὸς τὴν σύμβασιν, θέλουσιν ἀποτελέσει ἀντικείμενον ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπιφυλάσσεται νὰ ὑποβάλῃ. Ἀλλ’ ὅταν θὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ εἶναι πολὺ ἀργά, μοὶ φαίνεται. Εἶπον ὅτι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον παρεδέχθητε εἶναι καλὸν ὑπὸ τὸν ὅρον αὐστηροτάτου ἐλέγχου, ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι ὑπάρχει μία διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 22, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται πολὺ περίεργος, διότι εἶναι ὡς ἑξῆς διατετυπωμένη· «Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ἔλεγχος δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ποσὸν ἢ τὸ ἐπωφελὲς τῶν γενομένων δαπανῶν». Καὶ ἐρωτῶ· ἐὰν ὁ ἔλεγχος δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ποσὸν ἢ τὸ ἐπωφελὲς τῶν γενομένων δαπανῶν, τί θὰ ἐπιβλέψῃ αὐτὸς ὁ ἔλεγχος; Τί; Διότι ἀμφισβήτησις δύναται νὰ γίνῃ ἀκριβῶς περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκτελεσθεισῶν ἐργασιῶν καὶ περὶ τοῦ ὠφελίμου αὐτῶν τῶν ἐργασιῶν, ἐπειδή, ὅταν ἔχητε ἀνώτατον ὅριον, εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ἑταιρεία θὰ προσπαθήσῃ νὰ προσεγγίσῃ πρὸς αὐτὸ τὸ ἀνώτατον ὅριον, ὅταν ὅμως δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε οὔτε τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάζῃ ἡ ἑταιρεία, οὔτε τὸ ὠφέλιμον τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελέσῃ, ἤθελον νὰ γνωρίζω τί θὰ κάμῃ αὐτὸς ὁ ἔλεγχος; Νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ βιβλία καὶ νὰ ἴδῃ ἂν τὰ ἀθροίσματα εἶναι ἀκριβῆ; Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι τὰ ἀθροίσματα θὰ εἶναι ἀκριβέστατα. Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ συνδυαζόμενον μὲ αὐστηρότατον ἔλεγχον εἶναι πολὺ καλόν, ἐννοεῖται δὲ ὅτι πρόκειται ὄχι μόνον περὶ δώδεκα ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ δεκατριῶν, διότι οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι ἡ ἑταιρεία, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κερδήσῃ ἓν ἑκατομμύριον, ἐὰν ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον ἐντὸς βραχυτέρας προθεσμίας, θέλει προθυμοποιηθῆ ὅπως ἐκτελέσῃ τοῦτο ἐντὸς βραχυτέρας προθεσμίας. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐμνήσθη τῶν προηγουμένων συμβάσεων καὶ εἶπεν ὅτι διὰ τῶν συμβάσεων ἐκείνων τὸ Δημόσιον ἔγινε δοῦλον τῶν ἑταιρειῶν. Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἡ κατηγορία αὕτη εἶναι πράγματι ἀκριβής, γινώσκω μόνον ὅτι ἡ ἑταιρεία Μπατινιὸλ ἔχουσα ἀμφισβητήσεις ἐπὶ πολλῶν ζητημάτων μὲ τὸ Δημόσιον προέβαλε τὴν ἀξίωσιν ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει εἰς αὐτὴν ποσὸν πέντε ἑκατομμυρίων, ἠξεύρω δὲ ὅτι τὸ Δημόσιον ποιούμενον χρῆσιν διατάξεως τῆς συμβάσεως προέβη εἰς διαιτησίαν ἐπὶ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς ἑταιρείας καὶ ὅτι ἡ διαιτησία περιώρισε τὸ ποσὸν τῶν πέντε ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ἡ ἑταιρεία, εἰς 600,000 φράγκων, ποσὸν τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη ἡ ἑταιρεία νὰ δεχθῇ. Δὲν φαίνεται λοιπὸν ὅτι τὸ Κράτος ἔγινε δοῦλον εἰς τοιοῦτον βαθμόν, διότι ἡ σύμβασις ἐκείνη παρεῖχεν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα ἵνα προασπίσῃ τὰ συμφέροντα αὑτοῦ, εὔχομαι δὲ ὅπως ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, παράσχῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ παλαιὰ σύμβασις ἀνεγνώριζε.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν κατασκευὴν ἑνωτικοῦ σιδηροδρόμου μεταξὺ τῆς γραμμῆς τῆς ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν γραμμῶν Θεσσαλονίκης —Μοναστηρίου καὶ Θεσσαλονίκης–Σκοπείων καὶ περὶ κατασκευῆς προσθέτων ἔργων ἐν ταῖς γραμμαῖς τῆς ἑταιρείας τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων, προμηθείας κινητοῦ ὑλικοῦ καὶ σιδηροδρομικῶν μελετῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὰ λοιπὰ ἀναβάλλονται.
§301ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· καὶ ἓν σύνολον περὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀρχῶν.
§302Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἀρκετὰ ἐψηφίσθησαν; Ψηφίσατέ τα ὅλα νὰ ἡσυχάσωμεν!
§303ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· ἐὰν φύγητε, δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν βεβαίως.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη ἤδη τὸ σύνολον, κ. Ὑπουργέ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ σύνταξιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας».
§305ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅσα ἔχουσιν ἀντίρρησιν δυνάμεθα νὰ τὰ ἀφήσωμεν.
§306ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν.
§307ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Νὰ μείνῃ αὔριον. Τὸ ἄλλο τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 10 δὲν εἶναι ἐπεῖγον. Τὸ 11 ἀπαιτεῖ συζήτησιν. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 12 «περὶ ὁπλοφορίας ἐψηφίσθη». Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 13 ἔχει κανεὶς τὸν λόγον;
§308Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§309ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχετε σεῖς; Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 17.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁριστικῆς κατατάξεως εἰς τὸ στράτευμα ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν μαθητῶν στρατιωτικῶν σχολείων». ΑΡΘΡΟΝ 1. (Ἀναγινώσκεται).
§311Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Μίαν λέξιν μόνον. Πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς;
§312ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§313Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Βεβαίως ὄχι, διότι περὶ αὐτῶν δὲν γίνεται μνεία. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τί θὰ γίνῃ περὶ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἐπανέρχονται εἰς τὰς τάξεις τῆς χωροφυλακῆς κατατασσόμενοι ἄνευ νόμου; Διότι δὲν θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς, τῆς ἐκ τῆς Σχολῆς ἐξόδου των τυγχανούσῃ προσωρινῆς. Ἑπομένως θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς.
§314ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· δὲν γίνεται λόγος περὶ αὐτῶν.
§315Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Τί θὰ γίνῃ τότε; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέον νὰ κληθῶσιν ἐν τῇ Σχολῇ πρὸς ἐκπαίδευσιν.
§316ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ μείνωσι.
§317Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἐζήτησα.
§318ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαιότατα. Εἴμεθα σύμφωνοι· δὲν ὑπάρχει λόγος.
§319ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§320Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν εἴπῃ κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, ὅτι θὰ ἔκαμνε μίαν τροποποίησιν ἢ προσθήκην σχετικὴν ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν διδαχθησομένων μαθημάτων.
§321ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τὸ ἀνακοινώσω. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τεθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ τὰ μαθήματα. Δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀποστολῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναγράφονται τὰ μαθήματα. Διὰ τὸ πεζικὸν τὰ μαθήματα εἶναι (ἀναγινώσκει σημείωμα)· «ἡ τακτικὴ τοῦ ὅπλου· ὁ ὁπλισμός· ἡ βολή· τὰ μυδραλλιοβόλα· ἡ τοπογραφία· ἡ πρόχειρος ὀχύρωσις· ἡ διαχείρισις· ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία ἐν ἐκστρατείᾳ καὶ διδασκαλία περὶ τῶν ἄλλων ὅπλων». Εἰς τὸ πυροβολικόν· «ἡ βλητική· τὰ καὶ περὶ ὀβίδων ἐκρηκτικῶν ὑλῶν· βολή· ἡ χρῆσις τοῦ πυροβολικοῦ· ἡ τοπογραφία· ἡ πρόχειρος καὶ ὁριστικὴ ὀχύρωσις ἡ ἐπίθεσις καὶ ἄμυνα ὠχυρωμένων θέσεων· ἡ τηλεγραφικὴ καὶ οὕτω καθεξῆς». Εἶναι τόσον εὐρὺ τὸ πρόγραμμα αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως τοῦ Στρατηγοῦ Ἐντοῦ, ὁ ὁποῖος μοὶ ὑπέβαλε μετὰ τῶν σχετικῶν δικαιολογιῶν τὰ μαθήματα. Θὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον εἶχε κατασταλάξει ἡ γνώμη, ὅτι τὰ μαθήματα τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς τρία ἔτη, ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶσι ταῦτα εἰς δύο ἔτη, ὅλη δὲ ἡ συζήτησις περιστρέφεται περὶ τὸ ἂν θὰ εἶναι τριετὴς ἢ διετὴς ἡ φοίτησις. Οὐδεὶς ὑπεστήριξεν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι μακροτέρα. Προσθέτω ἀκόμη ὅτι εἰσάγεται Σχολεῖον λοχαγῶν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἓν ὀχύρωμα ἐξαναγκάζον τοὺς καλλιτέρους ἀξιωματικοὺς εἰς καλλιτέραν ἐκπαίδευσιν. Θὰ ἴδητε ὅτι δὲν θὰ καθυστερῇ ἡ μόρφωσις.
§322Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Θὰ τοὺς φέρητε πάλιν εἰς τὸ σχολεῖον; Ἄλλοι ἔκαμαν 15 χρόνια.
§323Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ προχθὲς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Καταφανὴς εἶναι ἡ σκέψις ἐκ τῆς ὁποίας ὡρμήθην. Ἔχομεν ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ ὑπολοχαγοὺς ἐξελθόντας ἀπὸ τὴν σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, προπαιδευθέντας ἐν αὐτῇ μόνον εἰς τὰ γενικὰ καὶ στοιχειώδη, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰ στρατιωτικά· φέρουν μόνον τὴν πεῖραν δύο πολέμων. Εὐτυχῆ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον τοιαύτην ζύμην μὲ πεῖραν τοῦ πολέμου. Μορφώσατε τούτους εἰς τὰ στρατιωτικὰ μαθήματα ἵνα ἔχωμεν ἀρτίους ἀξιωματικούς. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ δὲν θὰ παρεβάλλοντο μὲ τοὺς καλλιτέρους τῶν Εὐρωπαίων ἀξιωματικῶν, διότι ἐφεξῆς ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ διοικητὰς μεγάλων μονάδων. Στρατολογοῦμεν πανταχόθεν ἐξ ὅλων τῶν σωμάτων καὶ ἀπαρτίζομεν μίαν λεγεῶνα ἀξιωματικῶν, θὰ καταλήξωμεν δὲ εἰς τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εἴχομεν φθάσει μὲ τοὺς εὐεργετικοὺς ἀξιωματικούς. Ἔχομεν ἀνάγκην γενναίων ἀλλὰ καὶ μορφωμένων ἀξιωματικῶν.
§324ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκείνους τοὺς 250 τοὺς ὁποίους εἰσηγάγομεν εἰς τὴν σχολὴν νὰ μὴ τοὺς καταστρέψωμεν διὰ τῆς συμφοιτήσεως.
§325Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι τῆς συμφοιτήσεως.
§326ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀξιωματικοὺς διὰ νὰ κάμωμεν δευτέραν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων. Διὰ νὰ ἡσυχάσητε, ἰδοὺ ἔχω εἰς χεῖράς μου ἔκθεσιν τοῦ Στρατηγοῦ Ἐντοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀποβλέπω εἰς τὸ συμφέρον τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξῆλθον ἀπὸ τὴν Σχολήν, θέλω δὲ νὰ ἀποβλέψω καὶ εἰς τὸ συμφέρον τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων. Ἐὰν ἤθελον ἐξαντλήσει ὅλην τὴν αὐστηρότητα διὰ νὰ ἐπιβάλω τὴν πειθαρχίαν, σᾶς βεβαιῶ ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ εἶχον θέσιν.
§327Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ πρόθεσίς μου εἶναι νὰ καταρτίσωμεν στρατόν.
§328ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅλοι αὐτὸ θέλομεν.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2ον ἄρθρον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 2–5, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μέτρων προστασίας κατὰ τῆς φυλλοξήρας». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§330ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 5 νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ὄχι ἀγνοίας». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7).
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§332Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ τεθῇ, κ. Ὑπουργέ, «ἢ κοινοτικῆς ἐργασίας».
§333Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δεκτόν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 10–20).
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
§335Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ «καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐν Ἀθήναις γεωργικοῦ χημείου». Νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς μέλος τοῦ συμβουλίου. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 22–30). Ἄρθρον 31 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 32 (ἀναγινώσκεται ἐπίσης καὶ γίνεται δεκτόν). (Ὁμοίως ἀναγινώσκονται ἔπειτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιρρήσεως 33–90).
§336ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται.
§337ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προαγγελθὲν σχέδιον νόμου τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ καὶ σχέδιον νόμου περὶ συστάσεως σώματος στρατιωτικῆς Ἐπιμελητείας. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὰ κηρύξῃ ἐπείγοντα καὶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν Στρατιωτικὴν μὲ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς νὰ ἔλθῃ τὴν προσεχῆ Τετάρτην νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν πάντως.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Παραπέμπονται τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν Στρατιωτικὴν, τασσομένης προθεσμίας μέχρι τῆς προσεχοῦς Τρίτης. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ἐπικυροῦνται).
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπεβλήθησαν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι· Τοῦ κ. Μ. Στελλάκη· 1) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Πρεσβειῶν» καὶ 2) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν» καὶ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Σ. Θεοδωροπούλου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν νόμων. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1. 40′ μ. μ.).