1914.03.07
2.826 στίχοι · 21.380 λέξεις · 177 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
Τῆς 7ης Μαρτίου 1914.
(Παρασκευή, ὥρα 4.45′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν· Οἱ οἰνοπαραγωγοὶ τῶν δήμων Κυμαίων καὶ Κοτυλαίων διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ παροχῆς δωρεᾶς εἰς τὴν ἑνιαίαν 900,000 δραχμῶν· Ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ Θρακικὸς Σύλλογος παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέτρον παρὰ τῇ Βουλγαρικῇ Κυβερνήσει διὰ τὰς ἰδιοκτησίας τῶν ἐν τῇ Βουλγαρικῇ Θράκῃ Ἑλλήνων· Ὁ ἐξ Ἀρτοτίνης Γ. Διαμαντόπουλος τραυματισθεὶς ἐν πολέμῳ παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ ἀνάλογος μηνιαία σύνταξις· Αἱ ἐκ Κερατέας σύζυγοι, μητέρες καὶ ἀδελφαὶ τῶν ἀπαλλαγέντων τοῦ 1902 παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπολυθῶσιν οὗτοι· Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Τζιούκας (Ἠραίας) παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐξασκηθῇ αὐστηρὸς ἔλεγχος εἰς τοὺς κατὰ δήμους ἀντιπροσώπους τῶν βοηθημάτων· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Λίμνης παρακαλεῖ, ὅπως ὑποστηριχθῶσι τὰ συμφέροντά των ὅσον ἀφορᾷ τὸ μεταλλεῖον λευκολίθου Λίμνης· Οἱ ἀνίκανοι τραυματίαι τοῦ πολέμου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ πρόνοιαν ἐπὶ αἰτημάτων τινῶν· Οἱ κάτοικοι Πεσσάδων τῆς Κεφαλληνίας παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τάχιστα τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας· Οἱ κατάδικοι τῶν ποινικῶν φυλακῶν Λαρίσης παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἀποδοθῇ ἡ ἐλευθερία· Ὁ Δ. Πυλιώτης ὑποβάλλει σταφιδικὴν μελέτην Οἱ φαρμακοποιοὶ Πατρῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Γαλακτοκόμος (Βλύχες) ἀντικαταστήσῃ ἐν Ἑλλάδι τὸ Ἑλβετικὸν «Νεστλέ». Οἱ ἔμποροι καὶ φαρμακοποιοὶ Καλαμῶν αἰτοῦσιν, ὅπως ἡ Γαλακτοκόμος (Βλύχες) ἀντικαταστήσῃ ἐν Ἑλλάδι τὸ Ἑλβετικόν «Νεστλέ». (Μὴ ὑπαρχούσης εἶτα ἀντιρρήσεως χορηγεῖται ἄδεια 15 ἡμερῶν εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ἀπ. Ἀποστολίδην). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§2Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἡ χήρα Πανοπούλου παραπονεῖται, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐκ τῶν τριῶν υἱῶν της, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν εἰς τὸν πόλεμον ὁ εἷς ὑπηρετῶν εἰς τὸ 7ον Σύνταγμα ἔλαβε δύο διαμπερῆ τραύματα κατὰ τὴν μάχην Σαρανταπόρου, εἰσῆλθεν εἰς τὸ νοσοκομεῖον καὶ ἐθεραπεύθη μὲν ἐκ τῶν τραυμάτων τούτων, ἀλλ’ ἔπαθε τὰς φρένας, ἔκτοτε δὲ ἡ κατάστασίς του βαίνει ἐπὶ τὰ χείρω. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἀποστείλῃ τοῦτον εἰς οἱονδήποτε φρενοκομεῖον πρὸς θεραπείαν ἢ δώσῃ εἰς αὐτὸν σύνταξιν ἢ χορήγημά τι μηνιαῖον, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄπορος καὶ ἡ κοινωνία δικαίως ἐξεγείρεται θεωροῦσα ὅτι ἡ Πολιτεία φαίνεται ἄστοργος πρὸς τοὺς τραυματίας τοῦ πολέμου, ἐφ’ ὅσον δὲν προνοεῖ περὶ τελείας ἀποθεραπείας τούτων ἐκ τῶν συνεπειῶν τοῦ πολέμου.
§3ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι τραυματίας τοῦ πολέμου, θὰ λάβῃ ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τοιούτους σκοπούς, καὶ θὰ πληρώσω τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν διὰ τὸ φρενοκομεῖον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν τελειοφοίτων τῆς νομικῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§5Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς ἀδελφότητος τῶν ὑπαλλήλων καφενείων, Ζυθοπωλείων καὶ Ζαχαροπλαστείων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§7Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὴν συνιστῶ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς φοιτητῶν ἁπασῶν τῶν Σχολῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§9Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀναβάλλεται.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Συλλόγου Αἰγίου «Ἑρμοῦ».
§11Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Αἰγίου ὁ «Ἑρμῆς» ἐζήτει, κ. Πρόεδρε, παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως διὰ νόμου προαχθῇ τὸ τελωνεῖον Αἰγίου ἀπὸ τρίτης εἰς δευτέρας τάξεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ τελωνείου αὐτοῦ εἶναι τοσαῦται, ὥστε νὰ δικαιολογῆται πληρέστατα ἡ τοιαύτη προαγωγή. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως προβῇ εἰς ὑποβολὴν σχετικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρετήσῃ τά τε συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ τοῦ ἐμπορίου τοῦ Αἰγίου.
§12Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καρτερολίου τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν στεροῦνται ἱερέως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν. Πρὸ δύο μηνῶν ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ ἱερέως τοῦ χωρίου αὐτοῦ καὶ μάλιστα διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐναντίον φαίνεται τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ σχετικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον «οἱ ἐφημέριοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου τῇ προτάσει τῶν ἐνοριτῶν, τὴν ὁποίαν ὁ Ἐπίσκοπος δύναται ν’ ἀκυρώσῃ, μόνον ἐὰν ὁ προταθεὶς δὲν φέρῃ τὰ κανονικὰ ἢ τὰ ἐκ τοῦ νόμου προσόντα δι’ ἐγγράφου ἀποφάσεώς του», ὁ σεβασμιώτατος Μεσσηνίας οὔτε τὸν προταθέντα διορίζει οὔτε τὴν πρότασιν ἀκυροῖ, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, οὕτω δὲ τὰ χωρία μένουσιν ἄνευ ἱερέως. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλουσιν οἱ κάτοικοι Καρτερολίου ζητοῦσι νὰ παραγγελθῇ ὁ Ἐπίσκοπος Μεσσηνίας νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμά του καὶ εἴτε νὰ χειροτονήσῃ τὸν ἱερέα εἴτε νὰ ἀκυρώσῃ τὴν πρότασιν τῶν ἐνοριτῶν καὶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην θερμῶς συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος ἐπ’ αὐτῆς. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Καντιάνης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Μαράθου τῆς Μεσσηνίας Σκιαδᾶ.
§14Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὁ ἀναφερόμενος Σκιαδᾶς, κάτοικος Μαράθου τῆς Τριφυλίας, παραπονεῖται ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Κυπαρισσίᾳ ἀρνεῖται νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸν πίστωσιν ποσοῦ 5.000 δρ., καίτοι προσέφερεν ἐγγυητὰς ἀξιοχρέους. Αὐτὸ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δεῖ παρὰ τῇ Διοικήσει τῆς Τραπέζης, ὅπως διαταχθῇ ὁ διευθυντὴς τοῦ ὑποκαταστήματος καὶ παράσχῃ τὸ δάνειον τοῦτο εἰς τὸν ἀναφερόμενον συμπολίτην μου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς.
§16Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ποιοῦμαι καὶ ἐγώ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Γερολιμένος.
§18Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐστάλη πρὸς τὴν Βουλὴν μία ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Γερολιμένος τοῦ δήμου Μέσης παρὰ τὸ Ταίναρον. Εἰς τὸν Γερολιμένα ὑπάρχει Τελωνοσταθμαρχεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν κίνησιν τὴν ἐμπορικήν, διότι ὁλόκληρος ἡ πλευρὰ τῆς Δυτικῆς καὶ Ἀνατολικῆς Μάνης ἐμπορεύεται αὐτόθι. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς παρακαλοῦσιν, ὅπως προαχθῇ τὸ Τελωνοσταθμαρχεῖον, γνωρίζετε δὲ τὴν διαφορὰν μεταξὺ Τελωνείου καὶ Τελωνοσταθμαρχείου. Τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Παρακαλῶ νὰ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἐγκρίνῃ τὴν προαγωγὴν τοῦ Τελωνοσταθμαρχείου.
§19Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Τὴν αὐτὴν ἀναφορὰν συνιστῶ καὶ ἐγὼ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαίαν αἴτησιν τῶν κατοίκων Γερολιμένος πρὸς τὸ συμφέρον ὄχι μόνον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλ. Θανόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐρωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν: 1) πῶς δικαιολογεῖται ὁ ἐργοδηγὸς Καλαβρύτων, ὅστις εἰσέτι δὲν ὑπέβαλε τὴν μελέτην διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Σοπωτοῦ, ἐφ’ ὅσον μάλιστα πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους ἔχει παραγγελθῆ ἀπὸ τὸ ἀρχιτεκτονικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας· καὶ 2) νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ πόσον διετάχθη ἡ μελέτη διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Κερτέζης, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, παρεχωρήθη τὸ οἰκόπεδον, ἐφ’ οὗ τοῦτο θέλει ἀνεγερθῆ.
§21Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι καθ’ ἑκάστην γίνονται δυστυχήματα. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπόρροια ἑνὸς ἀτυχοῦς νόμου.
§22Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ληφθῇ μέριμνα.
§23Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 6230 τῆς 28 Μαρτίου 1912 διαταγῆς διετάχθη ὁ Νομομηχανικὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὅπως ὑποβάλῃ μελέτην καὶ προϋπολογισμὸν ἀνεγέρσεως διδακτηρίου ἀρρένων καὶ θηλέων ἐν Σοπωτῷ. Ἡ διαταγὴ αὕτη ὑπεμνήσθη αὐτῷ τηλεγραφικῶς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 849 ἀπὸ 9 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. διαταγῆς. Τοῦ διδακτηρίου Κερτέζης τὰ σχετικὰ τὰ ἀφορῶντα τὴν παραχώρησιν τοῦ γηπέδου ἐπεστράφησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν συμπεπληρωμένα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐπιστρατείας, ὁπότε εἶχεν ἀνασταλῆ πᾶσα τοιαύτη ἐνέργεια. Ἤδη διετάχθη ἡ ταχεῖα ὑποβολὴ τοῦ σχετικοῦ προϋπολογισμοῦ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κριακούκης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἔχωνται ἀληθείας τὰ ἀπό τινων ἡμερῶν ἀποδιδόμενα εἰς τὸν συνταγματάρχην κ. Κοντούλην ὅτι δῆθεν κατὰ τὴν ἐκκένωσιν τῶν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατεχομένων καὶ εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἐπιδικασθέντων μερῶν ἐνήργησε παρὰ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως ἢ καθ’ ὑπέρβασιν τούτων.
§25ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί· ὀφείλω εὐχαριστίας εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐρωτήσεώς του μοὶ παρέχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ὁ συνταγματάρχης Κοντούλης ὄχι μόνον συνεμορφώθη ἐντελῶς πρὸς τὰς διαταγὰς τὰς ὁποίας ἔλαβε παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ἐντολῆς, τῆς λυπηρᾶς δι’ αὐτὸν καὶ διὰ πάντα Ἕλληνα ἀξιωματικόν, ἔπαθε ψυχικῶς εἶμαι βέβαιος πολὺ περισσότερον παρὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν κατήγγειλαν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπηυθύνθησαν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τοὺς ἡγέτας τῶν κομμάτων διὰ νὰ καταγγείλουν τὴν διαγωγὴν τοῦ διακεκριμένου τούτου ἀξιωματικοῦ. Ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀρχὴν τοῦ τηλεγραφήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ συνταγματάρχης Κοντούλης ἐκθέτει τὰ κατὰ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Κορυτσᾶς, διὰ νὰ ἴδητε ποῖος ἦτο ὁ πόνος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ἐκτελοῦντος τὰς διαταγὰς τὰς ὁποίας ἔλαβε. Τὸ τηλεγράφημα ἀρχίζει οὕτως· «Ἡμέρας τραγικάς, ἡμέρας ψυχικῆς ὀδύνης, ἡμέρας σπαρασσούσας τὴν ἐθνικὴν καὶ ἀνθρωπίνην καρδίαν διέρχεται ὁ λαὸς τῆς Κορυτσᾶς, ἀφ’ ἧς ἐπισήμως κλπ...» Βλέπετε λοιπὸν τὸν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος τοιαῦτα αἰσθάνεται αἰσθήματα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δυσχεροῦς αὐτῆς ἐντολῆς, ὁ ὁποῖος καταπνίγει τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ, διότι ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ ὑπέρτατον καθῆκον ὡς στρατιώτης, νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων του· καὶ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν τὸν ἀγωνισθέντα ἐν τοῖς πρώτοις ἔρχονται σήμερον νὰ καταγγείλωσιν ὡς ἄνθρωπον μὴ ἔχοντα ἴσως πατρίδα, μὴ ἔχοντα ἐθνικὴν συνείδησιν καὶ δὲν γνωρίζω καὶ τί ἄλλο. Ἔχω καθῆκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διακηρύξω ὅτι ὁ συνταγματάρχης Κοντούλης ἐφάνη ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του οὐχὶ μόνον δι’ ὧν ὑπηρεσιῶν προσέφερε πρὸς ἀπελευθέρωσιν δούλων ἀδελφῶν, ἀλλὰ καὶ θὰ προσθέσω ἔτι μᾶλλον, διότι κατώρθωσε νὰ συμπνίξῃ τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ καὶ νὰ δειχθῇ ἐξωτερικῶς ἀπαθής, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ὡμίλει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μὲ αὐτὸν τὸν πόνον τῆς ψυχῆς τὸν ὁποῖον ἐκφράζει ἡ ἀρχὴ τοῦ τηλεγραφήματος τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα. Ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀναμένω, ὅπως περατουμένης τῆς θλιβερᾶς αὐτῆς ἱστορίας, ἡ ὁποία συγκινεῖ ὅλους ἡμᾶς, ὑποβάλω πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα πρότασιν περὶ ἀπονομῆς ἰδιαιτέρας ἠθικῆς ἀμοιβῆς πρὸς τὸν συνταγματάρχην Κοντούλην διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὡς πιστὸς στρατιώτης ἐξετέλεσε τὴν πρὸς αὐτὸν ἀνατεθεῖσαν δυσχερῆ ὑπηρεσίαν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λομβάρδος.
§27Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὰ λεχθέντα, Κύριοι, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελοῦσι τίτλον δεδικαιολογημένης καὶ ὀφειλομένης τιμῆς εἰς ἔντιμον στρατιώτην καὶ ἁγνὸν πατριώτην. Ὅσοι κατ’ ἐλάχιστον ἀκόμη παρηκολούθησαν τὰ τῆς ἐξελίξεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συνομολογήσωσιν ὅτι ἡ δρᾶσις τοῦ συνταγματάρχου Κοντούλη ὑπῆρξε πάντοτε δρᾶσις ἀνδρὸς ὑπερόχως ἀγωνιζομένου ἐν ὅλῃ τῇ ἁγνότητι τῶν αἰσθημάτων του ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Εἰς ἡλικίαν δέκα ὀκτὼ ἐτῶν εὑρίσκομεν αὐτὸν κατὰ τὸ ἔτος 1878 μαχόμενον εἰς τὰ ἠπειρωτικὰ πεδία, εὑρίσκομεν αὐτὸν φυλακιζόμενον ἐπὶ δύο ἔτη σχεδὸν εἰς τὰς τρώγλας τῶν φυλακῶν τῆς Τουρκίας. Ὅτε δὲ ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν Μακεδονίᾳ διέτρεχε τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, κίνδυνον ἐξοντώσεως σχεδόν, ἕνεκα τῶν ἐνεργειῶν ξένης προπαγάνδας καὶ τῶν ἀνοσιουργημάτων τῶν κομιτατζήδων ὁ συνταγματάρχης Κοντούλης, πρῶτος ἴσως μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ἔσπευσεν ἐκεῖ μετὰ τοῦ ἐθνομάρτυρος Παύλου Μελᾶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Καπετὰν Ζέζου μετ’ εὐλαβείας καὶ εὐγνωμοσύνης φέρεται εἰς τὰ στόματα τῶν Μακεδονικῶν πληθυσμῶν. Καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον διοικητὴς τοῦ τρίτου εὐζωνικοῦ τάγματος, τὸ ὁποῖον τοσαύτας ἀνέγραψεν ἐνδόξους σελίδας διὰ τοῦ τιμίου του αἵματος ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, φέρων δύο τραύματα εἰς τὸν τράχηλον ἐξηκολούθησε νικηφόρως μαχόμενος μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἐχθρικὴ σφαῖρα ἐθρυμμάτισε τὸν πόδα αὐτοῦ καὶ τὸν κατέστησε κλινήρη ἐπὶ πολλοὺς μῆνας. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀρθῶς καὶ δικαίως ἐκλέξασα πρὶν ἀκόμη ἰαθῇ ἐντελῶς τὸν ἀνεζήτησεν ἐπὶ τῆς κλίνης του, ἵνα τῷ ἐμπιστευθῇ τὴν στρατιωτικὴν καὶ πολιτικὴν διοίκησιν τῆς Κορυτσᾶς. Πῶς ἐξετέλεσεν ἐκεῖ τὸ καθῆκον του ὁ συνταγματάρχης Κοντούλης ἄλλοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ πιστοποιήσωσιν. Ἐγὼ ἓν μόνον γνωρίζω ὅτι ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν καὶ ἐν πολέμῳ καὶ ἐν εἰρήνῃ ὁ συνταγματάρχης Κοντούλης εἰργάζετο ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. (Τέλειος γνώστης τῶν πραγμάτων τῆς Ἀλβανίας καὶ τῆς γλώσσης τῆς ἀλβανικῆς, ἀφωσιώθη ὁλοψύχως εἰς τὴν ἰδέαν τῆς προσεγγίσεως τῶν ἀλβανικῶν πληθυσμῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην ἐκαλλιέργησεν μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἁγίου διὰ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς του. Ἂν τὰ συμφέροντα τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς ἀλλοίαν καὶ ἀπαισίαν διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπεφάσισαν λύσιν, ἓν καὶ μόνον καὶ τότε ὁ Κοντούλης ἐζήτησε· νὰ συνταυτίσῃ τὴν τύχην αὐτοῦ μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κορυτσᾶς. Δυστυχῶς τὰ πράγματα ἐπέβαλλον, ὅπως εἰς τὰς ἐπιτακτικὰς διαταγὰς τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὑποταχθῇ ὁ τίμιος στρατιώτης καὶ κενώσῃ αὐτὸς μέχρι τρυγὸς τὸ ποτήριον τῆς παραδόσεως τῆς Κορυτσᾶς εἰς τοὺς ἐντολοδόχους τῆς εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας καὶ τῆς ὑποστολῆς ἀπὸ τὰς ἐπάλξεις τῆς Κορυτσᾶς τῆς σημαίας ἐκείνης, ὑπὸ τὰς πτυχὰς τῆς ὁποίας ἐπόθησε νὰ πέσῃ μαχόμενος. Ἐὰν ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ καθήκοντος τούτου τοῦ λίαν ὀδυνηροῦ διὰ τὸν Κοντούλην ἐγεννήθησαν ἐν δεδικαιολογημένῃ ἴσως παραφορᾷ πατριωτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ ἀδικαιολόγητα παράπονα, τὰ παράπονα αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ οὐσίαν νὰ θίξωσι τὴν ὑπέροχον τοῦ Κοντούλη δρᾶσιν. Εὐχῆς ὅμως ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν κατεβάλλετο μεγαλειτέρα προσοχή, ὥστε νὰ μὴ διασύρωνται ἀναιτίως μετὰ περισσῆς ἐλαφρότητος αἱ ὑπολήψεις τῶν προμάχων τῆς Πατρίδος καὶ νὰ κλονίζηται ἡ ἐπ’ αὐτοὺς πεποίθησις, διότι οὗτοι ἀποτελοῦσιν ἠθικὸν κεφάλαιον μέγιστον καὶ διὰ τὸ παρόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι).
§28Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔτυχε νὰ γνωρίζω ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὸν συνταγματάρχην Κοντούλην καὶ παρακολουθήσας τὴν δρᾶσίν του ἔχω ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀνὴρ ὑπερόχου χαρακτῆρος καὶ στρατιώτης μεγάλης ἀνδρείας καὶ ἀξίας, εὔχομαι δέ, ὅπως χρησιμεύσῃ ἐν τῷ μέλλοντι ὡς ὑπόδειγμα εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς μονιμοποιήσεως ἀνθυπιάτρων τῶν ἐπιτυχόντων καὶ εἰς τὸν διαγωνισμὸν τοῦ 1910, ἐφ’ ὅσον ἐκλήθησαν καὶ οὗτοι πρὸς μονιμοποίησιν καὶ ἐκθέσεις μονιμοποιήσεως ἔχουσι μετασχόντες ἀμφοτέρων τῶν πολέμων».
§30ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκλήθησαν νὰ προσέλθωσι νὰ διαγωνισθῶσι.
§31Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐκαλέσατε πρότερον τοὺς τοῦ 1911.
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι ἦσαν νεώτεροι.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξηρὸς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί ἀπεκλείσθη τῆς κρίσεως περὶ μονιμοποιήσεως ὁ ἔφεδρος ἀνθυπίατρος Κατσαρὸς Κυριάκος, ὑποβληθείσης ἐμπροθέσμως αἰτήσεως καὶ ἔχων τὰ προσόντα.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἀπαντῶ ὅτι ὁ Κατσαρός, καίτοι ὑπέβαλεν αἴτησιν, ἐκπρόθεσμον, ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου καὶ ἀπεκλείσθη.
§35Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ ὑγειονομικοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε δύο προτάσεις προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογὴν καὶ παρασημοφορίας ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ στρατιωτικῇ. Θὰ ζητήσω τὴν κατάθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ φακέλου διὰ νὰ διασαφηνισθῇ ἡ ὑπόθεσις.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Τσακανίκας, Ἀθ. Χριστόπουλος καὶ Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί ἡ ἐπιμελητεία τοῦ στρατοῦ καθυστερεῖ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων εἰς τὸν ἐνταῦθα ἐνοικιαστήν, ἀφοῦ ὁ προσωρινὸς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ῥακτιβὰν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 84,082 π. ἔ. γνωματεύσεώς του παρήγγειλαν εἰς τὴν ἐπιμελητείαν τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου ὡς νομίμου ἀπαιτητοῦ».
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀντίθετον γνώμην· ἰσχυρίζεται ὅτι οὐδέποτε ἐπληρώθη φόρος σφαζομένων ζώων ὑπὸ τῆς ἐπιμελητείας τοῦ στρατοῦ.
§38Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ἡ προκειμένη ὑπόθεσις, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως προσέξωσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ἡ ἐρώτησίς μου. Πρόκειται περὶ τῆς παραδόξου ἀντιλήψεως τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι ἐκείνων μεθ’ ὧν συνεβλήθη· καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τοῦ ἔτους 1913 ἀνεδείχθη ἐνταῦθα ὁ κ. Κ. Σδράλης. Ἡ σχετικὴ διακήρυξις τῆς δημοπρασίας ἐγένετο κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1912. Ἐν τῇ διακηρύξει δὲν περιελαμβάνετο ὁ ὅρος τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων ἀπέναντι τῶν ἐνοικιαστῶν. Κατὰ τὸ μεταξὺ διάστημα τῶν δύο πολέμων εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ Δημόσιον ἢ μᾶλλον ἡ Ἐπιμελητεία τοῦ στρατοῦ ἔσφαξεν ἀρκετὰς χιλιάδας ζώων. Συμφώνως μὲ τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας καὶ συμφώνως πρὸς τὴν γενομένην ἔγκρισιν αὐτῆς τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπόχρεων νὰ ἀποδώσῃ τὸν φόρον τῶν ζώων τούτων. Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου ἐπανειλημμένως ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐκώφευσε. Κατόπιν ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μᾶλλον ἐμπεριστατωμένως ἐξετάσας τὸ πρᾶγμα εὗρε δικαίαν τὴν αἴτησιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ὅπως οὗτος πληρωθῇ τὸν φόρον τῶν σφαγέντων ζώων, ἐξέδωκε δὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 84,082 γνωμάτευσίν του πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον ὑπέχει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Ὁ διευθύνων ὅμως τὸ σχετικὸν τμῆμα τῶν προμηθειῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν παρὰ τὴν σχετικὴν γνωμάτευσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν προβάλλει ἀκόμη δυσχερείας πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἵνα δὲ μὴ περισσότερον ἐκτεθῶ, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον παρακαλέσει, εἶναι τοῦτο· νὰ λάβω μίαν ἀπάντησιν ὁριστικὴν καὶ κατηγορηματικὴν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τῶν σφαγέντων ζώων τοῦ ἔτους 1913 δικαιοῦται νὰ πληρωθῇ τὸν φόρον τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου σφαγέντων ζώων, ἵνα ἐν ἀρνητικῇ ἀπαντήσει καταφύγῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἰς τὰ δικαστήρια πρὸς εὕρεσιν τοῦ δικαίου του.
§39Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὁ προαγορεύσας κ. Συνάδελφος ἀνέπτυξε βεβαίως τὰ τῆς ὑποθέσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω, εἶναι νὰ λάβωμεν μίαν κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τραπῇ ὁ δικαιοῦχος εἰς τὴν δικαστικὴν ὁδόν. Ὁπωσδήποτε θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἐὰν ἐλύετο ἡ ὑπόθεσις κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ὑποβληθῇ ὁ ἐνοικιαστὴς αὐτὸς εἰς δικαστικὰς δαπάνας, καθόσον μάλιστα καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὅτι ὄντως ἡ ἀπαίτησις αὐτὴ εἶναι δικαία.
§40Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Πρέπει νὰ προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς περίεργον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν· ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τῶν προμηθειῶν, ἀρνεῖται τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν σφαγέντων ζώων, ἐνῷ ἀκριβῶς διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τούτου ἐκράτησεν ἀπὸ τοὺς ἑκάστοτε πωλητὰς τῶν ζώων πρὸς τὸ Δημόσιον τὰ δέρματα δικαιολογουμένη ὅτι διὰ τοῦ τιμήματος τῶν δερμάτων πρόκειται νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον αὐτόν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλ. Θανόπουλος ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§42Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε· οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Μουζέϊκα δι’ ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ἰδιαιτέρως δὲ ὅλως τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ συντρέξῃ ὑλικῶς αὐτοὺς—διότι αὐτοὶ ἔχουσι κάμει τὰ περισσότερα ἔργα ἰδιωτικῇ των πρωτοβουλία—ἵνα διευθετηθῇ ἡ κοίτη τοῦ ποταμοῦ Παμίσου, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν καταστροφὴν ὁλοκλήρου τῆς κωμοπόλεως ταύτης. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὸν νομομηχανικὸν Τρικκάλων, ἵνα μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα, ὁπότε θὰ πεισθῆτε ὅτι, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ μεγάλης δαπάνης, ἀντιθέτως ἡ ἐπαπειλουμένη καταστροφὴ εἶναι μεγάλη καὶ βεβαία.
§43Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος, ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἂν ἔλαβε γνῶσιν ἀναφορᾶς τῶν φυλάκων τῆς Ἀκροπόλεως, παραπονουμένων διὰ τὸ γλίσχρον καὶ ἄνισον μάλιστα τῆς μισθοδοσίας των ἐν σχέσει πρὸς τὴν μισθοδοσίαν συναδέλφων.
§45Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἀναφορὰν τῶν φυλάκων τῆς Ἀκροπόλεως καὶ προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ βραδύτερον νομοσχέδιον ῥυθμίζον τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα ταῦτα.
§46Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ νόμῳ ΓΨΛʹ ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐν ἄρθρῳ 9 λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν φυλάκων τοῦ κεντρικοῦ Μουσείου, ὁ ὁποῖος ὁρίζεται εἰς 70 δραχμὰς μηνιαίως αὐξανόμενος κατὰ πενταετίαν ἀνὰ 10 δραχμάς. Ἡ τοιαύτη ὅμως δικαία πρόνοια δὲν ἐλήφθη διὰ τοὺς φύλακας τῆς Ἀκροπόλεως, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι, ἐνῷ οἱ φύλακες τοῦ Κεντρικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου ἐργάζονται 7 ὥρας καθ’ ἑκάστην πλὴν τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν ἑορτῶν, οἱ φύλακες τῆς Ἀκροπόλεως δὲν ἔχουσι καμμίαν ἡμέραν ἀναπαύσεως, πλὴν τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας, καὶ ἐργάζονται ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς μέχρι τῆς δύσεως τοῦ Ἡλίου, κατὰ τὴν ἑβδομάδα δέ, καθ’ ἣν εἶναι πανσέληνος, ἐργάζονται καὶ ὁλόκληρον τὴν νύκτα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀρθῇ ἡ ἀνισότης αὐτή, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ δύο τάξεων ὁμοίας φύσεως δημοσίων ὑπηρετῶν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης «παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Δικαιοσύνης, νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν διατί κρατεῖται εἰσέτι εἰς τὰς φυλακὰς Ναυπλίου ὁ στρατιωτικὸς κατάδικος Ἀνδρέας Κοντογιαννακόπουλος πάσχων ἐκ φυματιώσεως».
§48Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὁ ἐν λόγῳ κατάδικος πάσχει ἐκ φυματιώσεως, ὑπάρχει δ’ αἴτησις αὐτοῦ ἐκκρεμὴς περὶ ἀπονομῆς χάριτος. Ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος εἰσέτι δὲν ἐνηργήθη, ὁ δὲ κατάδικος ἐξακολουθεῖ κρατούμενος ἐκεῖ, καὶ ἡ ὑγεία του βαίνει ὁλοὲν ἐπὶ τὰ χείρω. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως διατάξῃ μέχρις οὗ ἐνεργηθῇ καὶ ἀπονεμηθῇ αὐτῷ ἡ Β. χάρις, ἵνα μεταφερθῇ εἰς ἓν οἱονδήποτε θεραπευτήριον, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ τὸ τέλος του ἐντὸς τῶν ἀνηλίων ἐκείνων φυλακῶν πρὶν ἢ προφθάσῃ καὶ τῷ ἀπονεμηθῇ ἡ Β. χάρις.
§49Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ γενικὴ πρόνοια διὰ τοὺς φυματιῶντας φυλακισμένους.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Ἀραβαντινός, Θ. Κουτούπης, Δ. Κυρέλλος, Π. Μερλόπουλος, Στ. Γρανίτσας, Σπ. Θεοδωρόπουλος καὶ Γ. Κριεκούκης ἐρωτῶσι τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα τῆς ἄνευ τῶν τελικῶν ἐξετάσεων εἰσαγωγῆς εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Ὑπαξιωματικῶν τῶν μέχρι τοῦδε ἐπιτυχόντων εἰς δύο ἐπανειλημμένας αὐστηροτάτας ἐξετάσεις ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, ἀφοῦ μάλιστα οἱ ἐναπομείναντες ἐπιτυχόντες εἶναι ὀλιγώτεροι τῶν ὅσων τὸ σχετικὸν Β. Διάταγμα ὁρίζει ὡς εἰσακτέων· δὲν φρονεῖ ὅτι ἤθελεν εἶναι σκοπιμώτερον καὶ λυσιτελέστερον τὸ δίμηνον περίπου χρονικὸν διάστημα, ὅπερ θέλει καταναλωθῆ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν τελικῶν, τυπικῶν ἄλλως, ἐξετάσεων, νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐν τῷ Σχολείῳ πρὸς τελειοτέραν ἐκπαίδευσιν τούτων, εἰσαγομένων ἄνευ ἐξετάσεων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐκπνέει ὅσον οὔπω τὸ τρέχον σχολικὸν ἔτος;
§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ζήτημα μελετᾶται. Ἐλπίζω μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας νὰ εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντόσταυλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν οἱ ὑπηρετήσαντες κατὰ τὴν ἐκστρατείαν ὡς ἔφεδροι δόκιμοι ἰατροὶ καὶ προαχθέντες μετὰ τὴν ἀποστρατείαν εἰς ἐφέδρους ἀνθυπιάτρους, δικαιοῦνται εἰς μονιμοποίησιν, συντρεχόντων καὶ τῶν λοιπῶν στοιχείων τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν.
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μάλιστα· δικαιοῦνται καὶ αὐτοὶ νὰ κληθῶσι καὶ νὰ μονιμοποιηθῶσι. Νομίζω ἤδη ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν 20ὴν ἐρώτησιν, καίτοι δὲν παρίστανται οἱ ἐρωτῶντες βουλευταὶ κ. κ. Π. Ἀραβαντινὸς καὶ Θ. Κουτούπης. Ἡ ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς· «παρακαλοῦσιν οὗτοι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποία ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις διὰ τὰς τελευταίας ἀθρόας παρασημοφορίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς». Ὡς βάσις ἐχρησίμευσεν ἡ ἀρχή, καθ’ ἣν οἱ μὲν συνταγματάρχαι καὶ οἱ ἀρχαιότεροι ἐκ τῶν ἀντισυνταγματαρχῶν, ἰδίως τῶν σωμάτων τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν συντάγματα, ὅπως τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τοῦ Μηχανικοῦ, αὐτοὶ λάβωσι τὸν χρυσοῦν Σταυρὸν τοῦ Σωτῆρος, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῶν λοχαγῶν λάβωσι τὸν ἀργυροῦν Σταυρόν, ἂν πρόκειται περὶ ἀρχαίων λοχαγῶν, ἀρχαίους δὲ λοχαγοὺς ἐθεωρήσαμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὴν ἐπετηρίδα τοῦ 1912 καὶ ὄχι ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ γίνωσιν εἰς διάστημα 4 ἢ 5 ἐτῶν λοχαγοί. Τώρα ἀπὸ τὴν ἀπονομὴν αὐτὴν ἐξῃρέθησαν οἱ κηρυχθέντες στάσιμοι, ἀπὸ τοὺς κηρυχθέντας ὅμως στασίμους κατὰ διάκρισιν ἔλαβον παράσημον ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων ὁ λόγος τῆς στασιμότητος δὲν συνδέεται πρὸς ἐπίκρισίν τινα τῆς δράσεώς των, ἀλλὰ πρὸς σωματικὴν μᾶλλον ἀνικανότητα καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τίποτε τὸ ἐπιλήψιμον. Ἐπίσης ἀπενεμήθη ὁ ἀργυροῦς Σταυρὸς τοῦ Σωτῆρος εἰς ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν πίνακα Α καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον προαχθῆ, διότι εἶχον ἀπονεμηθῆ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν προβιβασμῶν τότε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πινάκων τῶν ἀντιστρατήγων παράσημα εἰς ἐκείνους ἐκ τοῦ πίνακος Α οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον προβιβασθῆ. Σήμερον, ἀφοῦ ἐλήφθη γενικὸν μέτρον ν’ ἀπονεμηθῶσι πολλὰ παράσημα, ἀπενεμήθησαν καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἐγγεγραμμένους εἰς τὸν πίνακα Α καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον προαχθῆ μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἔλαβον τὸν ἀργυροῦν Σταυρόν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί. Ἐνόμισα ὅτι ὑπάρχει καθυστέρησις εἰς τὴν ἀπονομὴν στρατιωτικῶν παρασήμων. Οἱουδήποτε στρατοῦ ἀξιωματικοὺς καὶ ἂν ἴδητε θὰ τοὺς ἴδητε κοσμουμένους ἀπὸ πολλὰ παράσημα καὶ ἰδίως παράσημα τῆς πατρίδος των, ἐνῷ ἰδικοί μας ἀντιστράτηγοι ἐτύγχανε νὰ μὴ ἔχωσι κανὲν παράσημον. Ἐπεβάλλετο νὰ δοθῶσι παράσημα λόγῳ τῆς γενικῆς αὐτῆς ἀρχῆς, χωρὶς βεβαίως νὰ ἐμποδίζηται ἡ ἀπονομὴ παρασήμου ἑκάστοτε δι’ ἰδιαιτέρας ἄλλας ὑπηρεσίας. Τώρα ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ πολέμου θὰ γίνωσι καὶ προαγωγαὶ θ’ ἀπονεμηθῶσι καὶ παράσημα ἐξαιρετικῶς, νομίζω ὅμως ὅτι ὅλοι οἱ ἀρχαῖοι ἀξιωματικοὶ ἐδικαιοῦντο νὰ ἔχωσι τοὐλάχιστον τὸν ἀργυροῦν Σταυρὸν τοῦ Σωτῆρος.
§54ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ μετάλλια;
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ταχύτατα θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὰ ἀπονείμωμεν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Βακράτσας...
§57ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὔριον θὰ δυνηθῶ ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτήν, καθὼς καὶ εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 24 ἐρώτησιν, κ. Πρόεδρε.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται τότε. Ὁ κ. Ἀλ. Θανόπουλος «παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα ἔλαβον ἢ σκέπτονται νὰ λάβωσι διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων τῶν δήμων τοῦ Κράτους, ἀφοῦ οἱ Δήμαρχοι ἐπληρώθησαν τοὺς μισθοὺς αὐτῶν».
§59Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐγένοντο παράπονα τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων, αἱ αἰτήσεις δὲ αὐτῶν διεβιβάσθησαν εἰς τοὺς ἁρμοδίους νομάρχας. Ἄν ἔχητέ τι συγκεκριμένον παρακαλῶ νὰ τὸ εἴπητε.
§60ΑΛΚ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συγκεκριμένον τι δὲν ἔχω, κύριε Ὑπουργέ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι ὅτι ἐπληρώθησαν ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ γραμματεὺς καὶ ἔμειναν ἀπλήρωτοι οἱ πτωχότεροι, ὁ βʹ γραμματεὺς καὶ οἱ κλητῆρες, οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς θὰ εἶχον ἀνάγκην πληρωμῆς παρὰ ὁ Δήμαρχος.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί δὲν προήχθη ὁ ἀνθυπασπιστὴς τῆς Χωροφυλακῆς Βασίλειος Κομνηνὸς ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ, καίτοι ὑπάρχουσι ὑπὲρ αὐτοῦ σχετικαὶ ἐκθέσεις».
§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε, δι’ αὔριον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτηται νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα, ὅπως οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοτικῶν φόρων ἀπαλλαγῶσιν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τῶν ὑποχρεώσεών των πρὸς τοὺς δήμους κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως».
§64Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μολονότι κατ’ ἀκρίβειαν τὰ τυχηρά, καὶ αἱ ὠφέλειαι καὶ αἱ ζημίαι εἶναι εἰς βάρος τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἐν τούτοις, προκειμένου περὶ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ 1912, καθ’ ὃ ἐξερράγη ὁ πόλεμος, ἐλήφθη ἐπιεικὲς μέτρον δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως τοὐλάχιστον διὰ μέρος τῆς ζημίας παρέχηται εἰς αὐτοὺς ἄφεσις. Αὐτὸ τὸ μέτρον ἐτηρήθη μέχρι σήμερον. Ἡ ἐγκύκλιος εἶναι 6372 τοῦ 1913.
§65Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ ἐτηρήθη ἀνίσως, Κύριε Ὑπουργέ, ἂν ἦτο δυνατὸν νομοθετικῶς νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ λείψωσι τὰ παράπονα, διότι ἄλλοι ἀπαλλάσσονται καὶ ἄλλοι δὲν ἀπαλλάσσονται.
§66Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαγάγωμεν νομοθετικὸν μέτρον νὰ ἀπαλλάξωμεν ὅλους τοὺς ἐνοικιαστάς; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῆς ζημίας. Καταβάλλεται πᾶσα μέριμνα πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ζημίας καὶ ἐκ τῆς ζημίας τὸ ἥμισυ καταλογίζεται εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς βάρος τοῦ ἐνοικιαστοῦ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτ. Κροκιδᾶς. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Ι. Μπρισιμιτζάκης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν· «τὴν 24 Φεβρουαρίου, ἐνῷ ἐδικάζετο ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ Θεσσαλονίκης εἷς Κρὴς χωροφύλαξ, ὅστις, ὡς λέγεται καὶ ὡς ἐν τῷ ἐκεῖ τύπῳ ἐγράφη, ἤχθη ἕως ἐκεῖ, διότι ἐν ὑπηρεσίᾳ ὢν παρὰ τὸν σταθμὸν Μοναστηρίου συμφώνως πρὸς τὰς δοθείσας ὑπὸ τῶν προϊσταμένων του διαταγὰς ἐξετέλεσε πλήρως τὸ καθῆκόν του, οὐ μόνον κατεδικάσθη εἰς εἰκοσαήμερον φυλάκισιν, ἀλλὰ καὶ σκαιῶς ἐξυβρίσθη αὐτὸς καὶ οἱ συνάδελφοί του διὰ βαρυτάτων φράσεων μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς ποινῆς ὑπό τε τοῦ προεδρεύοντος καὶ τοῦ εἰσαγγελεύοντος. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως συντόνως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, ἐὰν δὲ βεβαιωθῶσι τὰ καταγγελλόμενα, ἀμειλίκτως νὰ τιμωρήσῃ τοὺς οὑτωσὶ καταχρωμένους τοῦ ἀξιώματος αὑτῶν».
§68Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Πρὸ 15 ἡμερῶν εἷς Κρὴς χωροφύλαξ εὑρισκόμενος παρὰ τὸν σταθμὸν Μοναστηρίου τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἐκτελῶν ὑπηρεσίαν εἶδε κύριόν τινα νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸν σταθμὸν καὶ νὰ ἐξέρχηται αὐτοῦ καὶ πάλιν νὰ εἰσέρχηται. Τῷ ἀπέτεινε τὴν ἐρώτησιν τί ἐζήτει, διότι τοῦ ἐφάνη ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὑπόπτου προσώπου. Ἐκεῖνος ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως εἶπε πρὸς τὸν χωροφύλακα· δὲν ἔχω νὰ σοῦ δώσω λόγον καὶ λογαριασμόν. Εἰς τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ὁ Κρὴς χωροφύλαξ τῷ εἶπεν ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο ὑπὸ κράτησιν καὶ ἠθέλησε νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὸν εἰς τὸ κρατητήριον. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἕτερος χωροφύλαξ τῷ ἀνήγγειλεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀνακριτικοῦ ὑπαλλήλου, ὁ δὲ χωροφύλαξ τότε εἶπε πρὸς αὐτόν· διατί δὲν μοὶ ἔλεγες τὴν ἰδιότητά σου, ὥστε νὰ μὴ συμβῶσιν αὐτά, καὶ εὐθὺς τὸν ἀφῆκεν. Ὁ κύριος ὅμως αὐτὸς ἐθεώρησε φαίνεται ἑαυτὸν προσβεβλημένον, οὗ ἕνεκα προέβη εἰς μήνυσιν καὶ δι’ ἀπευθείας κλήσεως ὁ Κρὴς χωροφύλαξ εἰσήχθη ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καὶ κατεδικάσθη εἰς εἰκοσαήμερον φυλάκισιν. Καὶ δὲν ἤρκεσε τοῦτο, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ἕδρας μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς καταδίκης ὁ Πρόεδρος, ὃν δὲν γινώσκω τίς εἶναι, εἶπε τὰ ἑξῆς, ὡς ἐκεῖθεν μοὶ γράφουσιν (ἀναγινώσκει)· «Αἰωνίως δὲν θὰ γίνητε σεῖς ἄνθρωποι, ἀλλὰ πάντοτε θὰ φέρησθε βαρβάρως πρὸς τὸν κόσμον· ἀφοῦ οὕτω συμπεριφέρεσθε πρὸς ἕνα ὑπάλληλον, φαντάζομαι τί κάμνετε εἰς τὸν κοσμάκην. Καὶ διατί δὲν τὸν ἠρώτας, ἂν ἦτο ἀξιωματικὸς ἢ ἂν δὲν ἦτο; Ἦτο ἔφεδρος ἀξιωματικὸς καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν πόλεμον, ἐνῷ σεῖς δὲν ἐπήγατε καὶ μέχρι σήμερον ἦτο ὁ στρατιωτικὸς νόμος καὶ ἐκάμνετε ὅτι ἠθέλατε, τώρα ὅμως θὰ σοῦ τῆς δώσωμεν στὰ αὐτιά». Ὁ δὲ εἰσαγγελεύων προσέθηκε· «Αὐτοὺς τοὺς πέρνουν ἀπὸ τὸ βουνό, κ. Πρόεδρε, καὶ τοὺς κάμνουν χωροφυλάκους καὶ εἶναι ἀγράμματοι, βόσκουν πρόβατα καὶ τοὺς βάζουν εἰς τὰς πόλεις νὰ βλέπουν ἀνθρώπους». Ὡμίλουν οὕτω περὶ Κρητὸς χωροφύλακος καὶ τῆς Κρητικῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία ἐπέσπασε τὸν θαυμασμὸν πάντων καὶ ὑπέβαλε τὸ κράτος τοῦ νόμου εὐθὺς ἀμέσως ὡς εἰσῆλθεν ὁ στρατὸς εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ὡμίλουν οὕτω περὶ Κρητὸς χωροφύλακος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἄριστα νὰ σέβηται καὶ ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον. Ἐπιτρέψατε νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς τί ἄλλοτε συνέβη ἐν Ἡρακλείῳ τῆς Κρήτης. Εἶχεν ἀπαγορευθῆ ἡ θήρα. Κρὴς χωροφύλαξ ἔτυχε νὰ συναντήσῃ ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς θηρεύοντα καὶ ἠρώτησεν αὐτὸν ἂν εἶχεν ἄδειαν· οὗτος τῷ ἀπήντησεν ὅτι ἦτο ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς προσθέτω δὲ ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἦτο Κρής. Ὁ χωροφύλαξ προσέθηκε· «δὲν σᾶς ἐρωτῶ τίς εἶσθε, ἀλλ’ ἂν ἔχητε ἄδειαν διὰ θήραν». Καὶ ὁ ἀξιωματικὸς λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν εἶχεν ἄδειαν ὡδηγήθη εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἐτιμωρήθη μὲ μηνιαίαν φυλάκισιν, ὁ δὲ χωροφύλαξ ἐπῃνέθη διὰ τοῦτο. Οὕτως ἐφηρμόσθη ἐκεῖ ὁ νόμος, ἐν δὲ τῇ Θεσσαλονίκῃ βλέπετε ὅτι ἐτιμωρήθη ὁ χωροφύλαξ καὶ ταυτοχρόνως ἐξυβρίσθη αὐτός τε καὶ τὸ σῶμα τῆς Κρητικῆς χωροφυλακῆς. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, διότι ὄντως εἶναι σοβαρὸν καὶ ἐὰν ἔχῃ οὕτω τὸ πρᾶγμα, ὡς καὶ ὁ τύπος ἐν Θεσσαλονίκῃ ἐκτενῶς ἔγραψε περὶ αὐτοῦ, νὰ φανῇ ἀμείλικτος κατὰ τοῦ τυχὸν πταίστου. Τὸ imperium δὲν κάμνει τὸν δικαστήν, ὁ δικαστὴς τιμᾷ καὶ κάμνει τὸ ἀξίωμα. Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. Ὑπουργέ, νὰ σᾶς ὑποβάλω μίαν σύστασιν. Ἤδη, ὅτε πρόκειται νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις τῶν δικαστῶν, λάβετε ὑπὸ σοβαρὰν σημείωσιν καὶ συστήσατε καὶ πρὸς τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐκλέξωσιν ὡς δικαστὰς πρόσωπα τὰ ὁποῖα νὰ γνωρίζωσιν ὄχι μόνον νὰ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους καὶ ἑρμηνεύωσι τὰς πηγὰς καὶ τοὺς πανδέκτας, ἀλλὰ νὰ εἶναι πρὸ παντὸς κύριοι, διότι τὸ ἔνδυμα δὲν κάμνει τὸν μοναχόν.
§69Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ ὁ κ. Συνάδελφος ὅτι δὲν θέλω παραλείψει οὔτε παρέλειψα νὰ κάμω τὸ καθῆκόν μου εὐθὺς ὡς ἔλαβον γνῶσιν τοῦ ἐπεισοδίου διατάξας ἀνακρίσεις. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ προτρέχωμεν εἰς βεβαίωσιν τῶν γεγονότων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα δὲν βεβαιωθῶσι καὶ δικαστικῶς διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ. Αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ὅτι δὲν ἀπηύθυνε γενικήν τινα αἰτίασιν κατὰ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλ’ ἀπηύθυνεν αἰτίασιν κατὰ τοῦ χωροφύλακος αὐτοῦ μόνον. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω δὲν πρέπει νὰ προτρέχωμεν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§71Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βλέπω καθ’ ἡμέραν ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιον περὶ μεταναστεύσεως. Νομίζω ὅτι ἔχει ἀριθμὸν 61. Ἄν ἐξακολουθήσῃ οὕτω πάντοτε ἀναγραφόμενον εἰς τοιαύτην θέσιν, βεβαιωθῆτε ὅτι διὰ τὴν Λακωνίαν τουλάχιστον εἶναι περιττὴ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ χιλιάδας φεύγουσι διὰ τὴν Ἀμερικήν. Τὸ φαινόμενον εἶναι ὑψίστης σημασίας καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Πόλεις καὶ χωρία ἠρημώθησαν καὶ πρότερον μὲν ἔφευγον μόνον ἄνδρες, σήμερον ὅμως ἀναχωροῦσιν οὗτοι σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν κατωρθώθη ἀκόμη νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον πρὸ ἡμερῶν περὶ ἀδηλώτων, περιλαμβάνονται καὶ διατάξεις ἀποσπασθεῖσαι ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταναστεύσεως σχετικαὶ πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δυνατῆς παρεμποδίσεως τῆς ἀθρόας μεταναστεύσεως. Παρακαλῶ δὲ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ὑποβάλῃ συντόμως τὴν ἔκθεσίν της. Εἶναι σύντομον νομοσχέδιον καὶ ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ τάχιστα. (Γίνεται μετὰ τοῦτο δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐκχωρήσεως φορβάδων στρατοῦ εἰς τοὺς ἰδιώτας). (Ἐπίσης γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον· «Περὶ ἐνισχύσεως τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τοῦ στρατεύματος κατὰ τὸ ἔτος 1914»). (Γίνεται ἔπειτα δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων προκληθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς». (Γίνονται εἶτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια. 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ᾼΥΛΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας καὶ περὶ ἀντιβασιλείας». 2) «Περὶ ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν περιπτώσει ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους».
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ σύνταξιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας». Ὁ κ. Ἀθ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
§75ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὶν ἤ, Κύριοι, προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἔχω ἀνάγκην νὰ μοὶ λύσῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπορίαν τινά. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει ἀναγράφεται (ἀναγινώσκει)· «Ἐν ταῖς προσπαθείαις πρὸς ἀνόρθωσιν καὶ βελτίωσιν τῶν παρ’ ἡμῖν ἐφείλκυσεν, ὡς ἔδει, ἰδιαίτατα τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἡ μέριμνα ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου». Ἀλλὰ συμπληροῦται ὅσον οὔπω διετία, ἀφ’ ἧς ὁ ἔντιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφός μου προΐσταται τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἕκαστος δὲ δικαιοῦται νὰ ἐρωτήσῃ αὐτόν, πῶς μόλις τώρα ἐσκέφθη νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου μέριμνάν του; Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει δικαιολογεῖται τὸ πρᾶγμα, ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν δὲ ἡ τοιαύτη μέριμνα ἐβράδυνε νὰ ἐκδηλωθῇ, ἔσχε τὴν ἀφορμὴν αὐτῆς τὴν εὔλογον ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ καταστάσει τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις διπλασιασθεῖσα σχεδὸν μετὰ τῆς χώρας διὰ τῶν νικηφόρων πολέμων ἤδη ἀπὸ τοῦ προπαρελθόντος ἔτους ὤφειλε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἀναμένῃ τὸν πλήρη τῆς ἐκκρεμότητος τερματισμόν». Ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξηγήσῃ, ποία τις εἶναι αὐτὴ ἡ ἐκκρεμότης καὶ ἐὰν τῷ ὄντι ἔχει ἤδη τερματισθῆ, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται εἰς αὐτὸν τώρα ἡ ἐκδήλωσις τῆς μερίμνης του ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου. Ἰδού, Κύριοι, ἡ ἀπορία, τῆς ὁποίας τὴν λύσιν ἀναμένω τώρα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...
§76Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐξακολουθεῖτε.
§77ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐξηγήσεώς σας, κ. Ὑπουργέ, ἐξαρτᾶται νὰ ἐξακολουθήσω ἢ ὄχι τὴν ἀγόρευσίν μου.
§78Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἑλληνικὰ εἶναι γεγραμμένον.
§79ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς φαίνεται, Κύριοι, ἄλλος εἶναι ὁ συντάξας τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ὁ δὲ ὑπογράψας αὐτὴν Ὑπουργὸς παρίσταται ἐνταῦθα ὡς ὁ ὑπεύθυνος μόνον συντάκτης, ὅστις διὰ τοῦτο ἀδυνατεῖ τώρα νὰ παράσχῃ τὴν αἰτουμένην ἐξήγησιν περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν «Ἑλληνικὰ γεγραμμένον», ἀλλ’ ἡ ἔκφρασίς του εἶναι τόσον γενικὴ καὶ ἀόριστος, τόσον διφορουμένη, ὥστε ἀποφαίνει δυσεξήγητος καὶ εἰς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὡς ἀναγκάζομαι τώρα νὰ ἀποδείξω ἐγώ. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις προβάλλει τὴν ἐκκρεμότητα γενικῶς καὶ ἀορίστως ὡς τὴν μόνην αἰτίαν, δι’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργός, καίτοι ἀρχῆθεν διαφλεγόμενος ὑπὸ τοῦ ζήλου τῆς μερίμνης ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου καὶ δυνάμενος ἴσως διὰ τοῦτο νὰ ἀναφωνήσῃ μετὰ τοῦ ψαλμῳδοῦ «ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου κατέφαγέ με», οὐχ ἧττον ἠναγκάσθη αὐτὸς ἑκὼν ἄκων νὰ ἀναβάλῃ μέχρι τοῦδε τὴν ἐκδήλωσιν τῆς τοιαύτης μερίμνης του. Ἀλλὰ ποία τις ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκκρεμότης καὶ εἰς τί κυρίως ὀφείλεται αὕτη; Ὀφείλεται ἆρά γε εἰς τὸ ὅτι ἐβράδυνεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ὁ καθορισμὸς τῶν νέων ἡμῶν ὁρίων, οὕτως ὥστε νὰ μὴ γιγνώσκωμεν ἀκόμη ἀκριβῶς ἕως ποῦ θὰ ἐκτείνηται ἡ νέα Ἑλλὰς πολιτικῶς τε καὶ ἐκκλησιαστικῶς; Ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι αἱ μητροπόλεις καὶ ἐπισκοπαὶ τῶν νέων ἡμῶν ἐπαρχιῶν δὲν ἐχειραφετήθησαν ὑπὸ τῆς μέχρι τοῦδε ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς των ἀρχῆς οὐδ’ ὑπήχθησαν ἀκόμη διοικητικῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος; Ὀφείλεται συγχρόνως καὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ εἰς τὸν ἄλλον λόγον; Βεβαιότητα, Κύριοι, περὶ τοῦ πράγματος θὰ εἴχομεν τότε καὶ μόνον, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦτο εἰς θέσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐξηγήσῃ ποία τις ἡ ἐκκρεμότης, ἧς ἕνεκα δὲν τῷ ἐπετρέπετο μέχρι τοῦδε νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι πράγματι ἔχει ἐπέλθει ἤδη πλήρης τερματισμὸς τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκκρεμότητος ἐπιτρέπων τώρα εἰς αὐτὸν νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν τοιαύτην μέριμνάν του. Ἀλλὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀδυνατοῦντος νὰ πράξῃ τοῦτο, ὀφείλομεν ἡμεῖς τώρα, ἔστω καὶ εἰκοτολογοῦντες, νὰ ἐξηγήσωμεν τὸ πρᾶγμα. Κατ’ ἐμήν, Κύριοι, γνώμην ἡ ἐκκρεμότης, ἣν ὑπαινίττεται ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἡ ἑξῆς· Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπελύετο τὸ Ἠπειρωτικὸν καὶ Νησιωτικὸν ζήτημα, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ ἦτο ἀβέβαιον, ἕως ποῦ θὰ ἐπεξετείνοντο τὰ νέα ὅρια ἡμῶν καὶ τίνες ἀκριβῶς χῶραι θὰ συμπεριελαμβάνοντο εἰς αὐτά, κατ’ ἀνάγκην δὲν ἠδύνατο νὰ λυθῇ καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς νέας ἡμῶν ἐπαρχίας, οὐδὲ σκέψις νὰ γίνῃ περὶ βελτιώσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ τί ἐννοῶ ἐγὼ λέγων ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα ἀφορῶν εἰς τὰς νέας ἡμῶν ἐπαρχίας; Κατὰ θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματος, τοῦ διέποντος τὴν Ὀρθόδοξον Ἀνατολικὴν Ἐκκλησίαν, τὰς πολιτικὰς παρακολουθοῦσι καὶ αἱ ἐκκλησιαστικαὶ μεταβολαί. Ὁσάκις δηλαδὴ χώρα τις καθίσταται πολιτικῶς ἀνεξάρτητος ἐξ ἄλλης ἢ ὑπάγεται πολιτικῶς εἰς ἕτερον Κράτος ἢ μεταλλάσσονται τὰ ὅρια τῆς πολιτικῆς της διοικήσεως, τότε καθίσταται αὕτη καὶ ἐκκλησιαστικῶς αὐτοκέφαλος ἢ ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἑτέρου κράτους ἢ μεταλλάσσονται ὁμοῦ μετὰ τῶν τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως τὰ ὅρια. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἀπαντῶσα ἐν τῇ πράξει τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῆς πρώτης ἐξαπλώσεως καὶ ἐγκαταστάσεώς της ἀνὰ τὸ πάλαι Ῥωμαϊκὸν Κράτος ἀπεκρυσταλλώθη ὑπὸ τῆς Δʹ καὶ τῆς ΣΤʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου εἰς κανόνα θεσπίζοντα· «Τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν παροικιῶν (ἢ πραγμάτων) ἡ τάξις ἀκολουθείτω» (καν. ιζʹ τῆς Δʹ τῆς ΣΤʹ Οἰκουμ. Συνόδου). Αἱ ἐκκλησιαστικαὶ ὅμως μεταβολαί, αἱ ἐρειδόμεναι εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἐπέρχονται ἀφ’ ἑαυτῶν, ἀλλὰ μετὰ προηγουμένην χειραφέτησιν ὑπὸ τῆς ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς τοῦ κράτους, ἐξ οὗ χώρα τις ἀποσπᾶται πολιτικῶς. Οὕτω πως διασώζεται ἡ πνευματικὴ ἑνότης καὶ ἁρμονία τῶν διαφόρων κατὰ τόπους αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς ἀλλήλας τε καὶ πρὸς τὴν Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἥτις εἶναι ἀπ’ αἰώνων ἡ πρωτεύουσα μεταξὺ αὐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἀνυψώθη αὐτὴ εἰς μητρόπολιν τοῦ πάλαι Ῥωμαϊκοῦ Κράτους, ὁ δὲ πρὶν ἔχων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τὰ πρωτεῖα ἐπίσκοπος Ῥώμης ἀποσχισθεὶς ἐκ τῆς ἀρχαίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἐξέπεσε τῆς πνευματικῆς κοινωνίας πρὸς αὐτήν. Τῆς τοιαύτης, Κύριοι, χειραφετήσεως δὲν ἠδύνατο νὰ τύχῃ ἐν ἀρχῇ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Τουρκία, ὡς γνωστόν, ἐπὶ τῇ ἐκρήξει τῆς μεγάλης ἡμῶν ἐπαναστάσεως ἐπεχείρησεν ἄγριον διωγμὸν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν ἀπαγχονίσασα καὶ αὐτὸν τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Γρηγόριον τὸν Εʹ. Οἱ διάδοχοι τούτου πιεζόμενοι ὑπὸ τῶν Τούρκων ἀπεπειράθησαν πολλάκις νὰ πείσωσι τοὺς ἐν ἐπαναστάσει διατελοῦντας Ἕλληνας, ἵνα καταθέσωσι τὰ ὅπλα ὑπαγόμενοι ἐκ νέου εἰς τὸν Τουρκικὸν ζυγόν. Αἱ ἀπόπειραι δὲ αὗται ἐγέννησαν μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων τοιαύτην δυσπιστίαν πρὸς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, ὥστε ἀπεφάσισαν αὐτοὶ καὶ ἐν καιρῷ ἐπαναστάσεως καὶ μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου νὰ διακηρύξωσι καὶ τὴν ἐκκλησιαστικήν των ἀνεξαρτησίαν, χωρὶς ν’ ἀναμείνωσι τὴν χειραφέτησιν τῆς Ἐκκλησίας τῶν παρ’ ἐκείνης. Εἶχε παύσει οὕτω πως ἐπὶ δεκαετηρίδας ὅλας πᾶς πνευματικὸς δεσμὸς μεταξὺ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ νέου Βασιλείου καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐπὶ ζημίᾳ ἀνυπολογίστῳ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἐπεκράτησαν μετριοπαθέστεραι γνῶμαι παρ’ ἡμῖν, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἐζήτησε καὶ ἔτυχε τῆς ἐκκλησιαστικῆς χειραφετήσεως παρὰ τῆς Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διὰ τοῦ ἐκδοθέντος συνοδικοῦ τόμου ἐν ἔτει 1850. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι κατὰ τῆς τοιαύτης χειραφετήσεως ἀντετάχθη τότε ὁ πολὺς Θεόκλητος Φαρμακίδης, ἀνὴρ διακρινόμενος ἐπὶ φιλοπατρίᾳ καὶ θεολογικῇ παιδείᾳ. Αὐτὸς συνέταξε τὸν γνωστὸν «Τόμον ἢ περὶ ἀληθείας», ἐν ᾧ δυστυχῶς συμπεριέλαβε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπινοηθῇ κατὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δικαιώματος τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου καὶ ἐξ οὗ ἤντλησαν ὕστερον οἱ Βούλγαροι τὰ κυριώτατα αὐτῶν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἐκκλησιαστικῆς των ἀνεξαρτησίας. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως δὲν κατίσχυσεν ἡ γνώμη τοῦ Φαρμακίδου, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὡς ἐν ἔτει 1852 καὶ βραδύτερον κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐζητήθη ἁρμοδίως ἡ ἐκκλησιαστικὴ αὐτῶν χειραφέτησις παρὰ τῆς Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ ἐχορηγήθη αὕτη διὰ συνοδικοῦ τόμου. Καὶ τώρα, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἐλπίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ εὑρεθῇ ἐν Ἑλλάδι ὁ δυνάμενος νὰ διαμφισβητήσῃ πλέον τὸ δικαίωμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς χειραφετήσεως, ὅπερ κέκτηται ἡ Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία· οὐδεὶς θὰ διισχυρισθῇ ὅτι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ συνοδικοῦ τόμου δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ θεωρήσωμεν τὰς ἐν αὐταῖς Μητροπόλεις καὶ Ἐπισκοπὰς ὡς ἀνηκούσας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὡς ὑπαγομένας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ σκέψις περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀφορώσης εἰς οἱανδήποτε βελτίωσιν καὶ μεταρρύθμισιν αὐτῶν. Δὲν εἶναι, Κύριοι, αὐτὴ ἁπλῆ γνώμη ἐμοῦ καὶ μόνου. Εἶναι γνώμη αὐτοῦ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπερ εἶναι τὸ προπύργιον καὶ ἡ ἀκρόπολις τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει. Τοῦτο γίνεται κατάδηλον ἔκ τινος δημοσιεύματος τοῦ ἐπισήμου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου του, τῆς «Ἐκκλησιαστικῆς Ἀληθείας», τῆς 15 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ., φέροντος τὸν τύπον ἀνακοινωθέντος. Εἰς τὸ δημοσίευμα αὐτὸ τιτλοφορούμενον «φῆμαι ἀδέσποτοι» παρέσχον, ὡς φαίνεται, ἀφορμὴν τὰ ἀπό τινος γραφόμενα ἐν τῷ Ἀθηναϊκῷ Τύπῳ περὶ ἐνεργειῶν δῆθεν τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου πρὸς διακανονισμὸν τῆς θέσεως τῶν Μητροπόλεων τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἀναγινώσκομεν δὲ ἐν αὐτῷ τὰ ἑξῆς· «Φῆμαι διασταυροῦνται ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος ἐπιλαμβάνεται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας τοῦ διακανονισμοῦ τῆς θέσεως τῶν Μητροπόλεων τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος. Αἱ φῆμαι αὗται εἶναι ἀπίθανοι, καθ’ ὅσον προαπαιτεῖται μακρὰ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία καὶ συνεννόησις μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὑφ’ ὃ αἱ Μητροπόλεις αὗται πᾶσαι ὑπάγονται καὶ οὗ τῆς συναινέσεως ἄνευ δὲν δύναται κανονικῶς ἡ Ἱ. Σύνοδος νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν ἀπόφασιν». Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις καθόλου εἶναι τῆς γνώμης ὅτι ἔχει ἐπέλθει ἤδη ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν πλήρης τερματισμὸς τῆς ἐκκρεμότητος, ἐὰν δηλαδὴ θεωρῶσι λελυμένον ἤδη καὶ τὸ Ἠπειρωτικὸν καὶ τὸ Νησιωτικὸν ζήτημα. Ἀδυνατῶ ὅμως νὰ πιστεύσω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι τῆς γνώμης ὅτι ἔχει ἐπέλθει τοιοῦτος τερματισμὸς τῆς ἐκκρεμότητος καὶ ὑπὸ ἐκκλησιαστικὴν ἔποψιν, ἀφοῦ δὲν ἔχουσιν ἀκόμη χειραφετηθῆ διὰ συνοδικοῦ τόμου αἱ Μητροπόλεις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ὡς δὲ ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ πρὸ μικροῦ ἀναγνωσθέντος δημοσιεύματος τοῦ ἐπισήμου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, οὔτε συνεννόησις εἶχεν ἐπιτευχθῆ μετὰ τούτου οὔτε ἡ συναίνεσίς του εἶχε δοθῆ μέχρι τῆς 15 Φεβρουαρίου τοὐλάχιστον. Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, πῶς γίνεται λόγος ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ πλήρους τερματισμοῦ τῆς ἐκκρεμότητος, κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ ὁποίου ἐνόμισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐπέστη ἤδη ἡ ὥρα, ἵνα ἐκδηλώσῃ ἐπὶ τέλους τὴν μέριμνάν του ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου; Δὲν ἀντιτίθεται ὁ τοιοῦτος διϊσχυρισμὸς ἐκ διαμέτρου πρὸς τὴν ἀλήθειαν; Ἐὰν δὲ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἔσπευσε νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἀπαρέσκειάν του διὰ μόνας τὰς φήμας περὶ σκέψεων καὶ ἀποφάσεων τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου ὡς πρὸς τὸν διακανονισμὸν τῆς θέσεως τῶν Μητροπόλεων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, τί θὰ πράξῃ αὐτὸ τώρα μανθάνον ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἔγνω νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιζητεῖται ἡ σύστασις νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἡμῶν πράγματα, ἄρα καὶ διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς θέσεως τῶν Μητροπόλεων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ κανονικὴ χειραφέτησις τούτων ἢ οἱαδήποτε συνεννόησις μετὰ τῆς ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ὁποίας ὑπάγονται αὐταὶ εἰσέτι; Καὶ ἐπικαλεῖται, Κύριοι, ὁ συντάκτης τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ὑπὲρ τῆς ὀρθότητος τοῦ προτεινομένου ὑπ’ αὐτοῦ μέτρου δύο προηγούμενα, ἤτοι τὴν σύστασιν μιᾶς ἑπταμελοῦς ἐπιτροπῆς τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1833 ἐκ τριῶν κληρικῶν καὶ τεσσάρων λαϊκῶν καὶ ἑτέρας ἑνδεκαμελοῦς ἐπιτροπῆς τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1835 ἐκ τεσσάρων κληρικῶν καὶ ἑπτὰ λαϊκῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε τόσον ἀξιομίμητα αὐτὰ τὰ προηγούμενα, ὥστε νὰ προβάλλωνται τώρα ὡς πρότυπον ἴσως καὶ ὑπογραμμὸς διὰ τὴν προτεινομένην νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπήν; Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἀμφότεραι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐκεῖναι συνεστάθησαν τότε διὰ Β. Διαταγμάτων ἐν παντελεῖ παραγνωρίσει τῶν δικαιωμάτων τῆς Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἡ πρώτη μάλιστα, ἡ τοῦ 1833, καὶ εἰς τὸ πεῖσμα αὐτῆς, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας ἄνευ προηγουμένης χειραφετήσεώς της ἀπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Δὲν εἶναι δὲ ἄκαιρος καὶ ἄστοχος ἡ ἐπίκλησις τοιούτων προηγουμένων, καθ’ ὃν χρόνον ὑπὸ πνεύματος δυσμενείας πρὸς τὴν Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν δὲν πρέπει νὰ ἐμφορῶνται αἱ ἀποφάσεις ἡμῶν, προκειμένου περὶ ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ πᾶσα τοιαύτη σκέψις καὶ ἀπόφασις πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς κύριον σκοπὸν τὴν ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου καὶ τὴν ἐκ παντὸς τρόπου ἐνίσχυσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπερ διεξάγει τὴν σήμερον τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸ Γένος ἡμῶν; Ἔπειτα δὲ ἐκ τῶν ἐπιτροπῶν ἐκείνων ἡ πρώτη συνεστάθη ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Σπ. Τρικούπη τῇ 15 Μαρτίου καὶ οὐχὶ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1833, ὡς ἐσφαλμένως ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἀπηρτίσθη δὲ αὐτὴ ἐκ δύο ἐπισκόπων, τοῦ Ἀρδαμερίου Ἰγνατίου καὶ τοῦ Ἐλαίας Παϊσίου, τῶν ἀσημοτάτων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐξ ἑνὸς ἀρχιμανδρίτου, τοῦ Θεοκλήτου Φαρμακίδου, ἐκ δύο συμβούλων (τμηματαρχῶν) τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ Κ. Δ. Σχινᾶ καὶ τοῦ Σκαρλ. Δ. Βυζαντίου, καὶ ἐξ ἑνὸς γέροντος εὐπατρίδου, τοῦ Πανούτσου Νοταρᾶ. Ἡ δὲ δευτέρα ἐπιτροπὴ συνεστάθη ὑπὸ πρόεδρον τὸν τότε ἐπίσκοπον καὶ οὐχὶ ἀρχιερέα Ἀττικῆς τῇ 10 Ἰανουαρίου 1836 καὶ οὐχὶ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1835, ὡς ἐσφαλμένως καὶ πάλιν ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἀπηρτίσθη δὲ αὐτὴ ἐκ δύο ἀρχιερέων, δύο κατωτέρων κληρικῶν καὶ ἑπτὰ λαϊκῶν. Μήπως λοιπὸν ἐπεκαλέσθη τὰ δύο αὐτὰ προηγούμενα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι σκέπτεται ἴσως νὰ τὰ μιμηθῇ τώρα καὶ αὐτός, προκειμένου νὰ συστήσῃ τὴν προτεινομένην νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπήν; Μήπως σκέπτεται κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Σπ. Τρικούπη νὰ τάξῃ ἑαυτὸν πρόεδρον αὐτῆς καὶ νὰ τὴν καταρτίσῃ «ἐξ ἀρχιερέων καὶ λαϊκῶν» τηρῶν μεταξὺ τούτων τὴν ἀναλογίαν τῶν ἐπιτροπῶν τοῦ 1833 καὶ 1836; Ἐγώ, Κύριοι, τουλάχιστον δὲν δύναμαι ἄλλως πως νὰ ἐξηγήσω τὴν ἐπίκλησιν τοῦ παραδείγματος τῶν ἐπιτροπῶν ἐκείνων, ὅταν μάλιστα συνδυάσω αὐτὴν πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καθ’ ὃ οὔτε πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ὁρίζεται οὔτε ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν οὔτε ἀναλογία τις μεταξὺ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν λαϊκῶν ἐν αὐτῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιφυλάττει εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ πάντα ταῦτα διὰ Διατάγματος κατὰ τὸ ἑαυτῷ δοκοῦν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιφυλάττει εἰς ἑαυτὸν καὶ ἓν ἄλλο δικαίωμα σπουδαιότερον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει)· «Συνιστᾶται νομοπαρασκευαστικὴ ἐπιτροπεία ἐξ ἀρχιερέων καὶ λαϊκῶν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἱ. Συνόδου καὶ παντὸς ἐκκλησιαστικοῦ ἀντικειμένου, οὗτινος ὁ κανονισμὸς ἤθελε θεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου χρήσιμος». Τώρα, Κύριοι, θαυμάσατε ἐν πρώτοις τὴν λαμπρὰν σύνταξιν καὶ τὴν αὐστηρὰν λογικὴν ἀλληλουχίαν τῆς περικοπῆς ταύτης τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ συνταχθέντος ἐν αὐτῷ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, εἶτα δὲ τὸ θάρρος, μεθ’ οὗ ἀναλαμβάνει τοῦτο νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀναθεώρησιν παντὸς ἐκκλησιαστικοῦ ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου τὸν κανονισμὸν θὰ ἐθεώρει αὐτὸ χρήσιμον. Συνδυάσατε δέ, Κύριοι, τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὴν περικοπὴν ἐκείνην τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καθ’ ἣν ἡ νομοπαρασκευαστικὴ ἐπιτροπὴ παρίσταται ὡς ἓν εἶδος ἐργαστηρίου (ἀναγινώσκει)· «πρὸς ἀνακάθαρσιν διαφώτισιν καὶ διάπλασιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν νόμων σύμφωνον πρός τε τὰς συνθήκας τοῦ σημερινοῦ χριστιανικοῦ βίου καὶ τὸ νεώτερον πνεῦμα». Τὴν ἐξήγησιν τῆς περικοπῆς ταύτης θὰ ἀνεύρητε ἔν τινι συνεντεύξει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καθ’ ἣν οὗτος κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν νηστειῶν, τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν, τῶν κωλυμάτων τοῦ γάμου κλπ. Ἐν ἄλλοις λόγοις ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἐφιλοδόξησε νὰ γίνῃ ὄχι μόνον ὁ μέγας μεταρρυθμιστὴς τῆς Παιδείας, ἀλλὰ καὶ ὁ Λούθηρος τῆς Ἐκκλησίας (γέλωτες).
§80Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἔδωκα τοιαύτην συνέντευξιν.
§81ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χαίρω διὰ τὴν δήλωσίν σας ταύτην, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ μόνη ἡ πρὸ μικροῦ ἀναγνωσθεῖσα περικοπὴ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔχετε θέσει τὴν ὑπογραφήν σας, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναδείξῃ νέον Λούθηρον.
§82Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εὑρισκόμεθα πρὸ σχίσματος καὶ αἱρέσεως;
§83Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶμαι ἀρχηγὸς αἱρέσεως.
§84ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὐτυχῶς, Κύριοι, παρεμβάλλεται εἰς τοῦτο κώλυμα δυσυπέρβλητον, ἡ διάταξις τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν (ἀναγινώσκει)· «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος κεφαλὴν γνωρίζουσα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκεῖναι, τούς τε ἱερούς, ἀποστολικοὺς καὶ συνοδικοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις» κλπ. Τῆς ἀπαρασαλεύτου δὲ ταύτης τηρήσεως ὑπάρχει ἄγρυπνος φρουρὸς ἡ ἐν Ἑλλάδι ἱεραρχία, ἥτις καὶ ἐν τῷ ὑπομνήματι αὐτῆς, ὅπερ κυρίως ἐξηνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδηλώσῃ τώρα τὴν ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου μέριμνάν της, εἰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν εἰλικρινείᾳ καὶ φιλαληθείᾳ ἐνόμισε καλὸν τώρα νὰ ἀποσιωπήσῃ τὸ πρᾶγμα, διακηρύττει ὅτι τὴν βελτίωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐπιζητεῖ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν διαγεγραμμένων ὑπὸ τῶν θείων κανόνων καὶ τῶν ἱερῶν παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ νομοπαρασκευαστικὴ ἐπιτροπὴ ἠδύνατο νὰ συσταθῇ κάλλιστα καὶ διὰ Β. Διατάγματος καὶ δι’ ἁπλῆς Ὑπουργικῆς πράξεως μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον καὶ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Γ. Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρὸς τὴν Θεολογικὴν καὶ Νομικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου. Καθ’ ὑπόδειξιν δηλαδὴ αὐτῶν ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ διορίσῃ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξέλεγον εἶτα τοὺς εἰσηγητὰς τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, ἀφοῦ προηγουμένως ἀντήλλασσον γνώμας καὶ εὑρίσκοντο κατ’ ἀρχὴν σύμφωνοι ὡς πρὸς τὰς βάσεις αὐτῶν. Διατί ὅμως προετίμησεν αὐτὸς νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παρὸν νομοσχέδιον;
§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν.
§86ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἦτο τόσον ἀναγκαία αὐτὴ ἡ πίστωσις; Ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀμειφθῶσι χρηματικῶς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ αὐτοὶ οἱ ἱεράρχαι; Πῶς ἄλλοτε συνιστῶντο πρὸς σύνταξιν καὶ ἐπεξεργασίαν νομοσχεδίων ἐπιτροπαὶ ἄνευ ἀμοιβῆς; Μήπως ἄνευ ἀμοιβῆς δὲν εἰργάσθησαν πρὸς σύνταξιν ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων καὶ αἱ δύο ἐκεῖναι ἐπιτροπαί, τοῦ παραδείγματος τῶν ὁποίων γίνεται ἐπίκλησις ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει; Διατί νὰ μὴ θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μιμηθῇ τώρα τὸ παράδειγμά των τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην;
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σήμερον ἤλλαξαν τὰ πράγματα.
§88ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σήμερον βεβαίως εὑρισκόμεθα ἐν ἡμέραις ἀνορθώσεως, καθ’ ἃς ἔχομεν τόσην πληθώραν χρημάτων, ὥστε νὰ ἀμείβωμεν πλουσιοπαρόχως τοὺς πάντας, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ νομοπαρασκευαστικῆς ἐργασίας, γινομένης ὑπὸ ἱεραρχῶν καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἐγώ, Κύριοι, ἐννοῶ ἐπὶ τέλους τὴν ἀμοιβήν, τὴν χορηγηθεῖσαν διὰ νόμου καὶ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου τῇ εἰσηγήσει τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Δημητρακοπούλου, διότι πρόκειτο τότε περὶ συντάξεως δικαστικῶν κωδίκων, ἀριθμούντων ἑκατοστύας, ἂν ὄχι καὶ χιλιάδας ἄρθρων, ἤτοι περὶ ἐργασίας μακρᾶς καὶ ἐπιπόνου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἀπαιτεῖται τοιαύτη τις ἐργασία καὶ διὰ τὴν σύνταξιν ἢ ἀναθεώρησιν τοῦ Καταστατικοῦ νόμου τῆς Ι. Συνόδου καὶ τῶν νόμων περὶ Ἐπισκοπῶν, Ἐπισκόπων, περὶ Γ. Ἐκκλ. ταμείου καὶ περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων; Οὐδαμῶς. Μακρά πως καὶ ἐπίπονος ἐργασία θὰ ἀπῃτεῖτο ἴσως διὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποινικῆς δικονομίας.
§89Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θέλω τὴν πολύτιμον γνώμην σας. Εἶναι μεταρρυθμιστέα καὶ ἡ ποινικὴ δοσιδικία;
§90ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως· οὐδ’ ἐγχωρεῖ νομίζω δευτέρα περὶ τούτου γνώμη διὰ πάντας τοὺς ἔχοντας ἔννοιάν τινα τῆς πλήρους συγχύσεως καὶ ἀκαταστασίας, ἵνα μὴ εἴπω καὶ παντελοῦς αὐθαιρεσίας, τῆς ἀπαντώσης τὴν σήμερον παρ’ ἡμῖν ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τί πρέπει νὰ γίνῃ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην; Τὴν ἀνάγκην, Κύριοι, ἐκκλησιαστικῆς ποινικῆς δικονομίας συνῃσθάνθη τόσον ἡ Πολιτεία, ὅσον καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐν Ἑλλάδι, ὀλίγον μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἤδη ἐν ἔτει 1835 ὑπέδειξεν ἡ Γραμματεία Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως ἐκκλησιαστικῆς νομικῆς διαδικασίας, ἡ δὲ Σύνοδος ἀπαντῶσα εἰς τὸ σχετικὸν αὑτῆς ἔγγραφον ὑπεδείκνυε τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐκ κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, κεκτημένων τὰς ἀπαιτουμένας κανονικὰς καὶ νομικὰς γνώσεις, καὶ προδιέγραφε μάλιστα καὶ τὸ ἔργον αὑτῆς ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάσης δικονομίας προϋποτίθενται νόμοι, εὔλογον κρίνει ἡ Σύνοδος ἵνα ἀσχοληθῇ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπὴ καὶ εἰς τὴν διάταξιν καὶ διευθέτησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων ὑπὸ διάφορα κεφάλαια κατὰ τὰς ὕλας, διότι αὐτοὶ θεωροῦνται καὶ εἶναι οἱ νόμοι πρὸς τὰ τῶν κληρικῶν ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς πράγμασιν ἁμαρτήματα. Ἂν δὲ καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ κλήρου ἐν γένει κανονίζονται καὶ περιγράφονται παρὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων, πρὸς περισσοτέραν ὅμως διασάφησιν κρίνει εὔλογον ἡ Σύνοδος καὶ τὴν σύνταξιν αὐτῶν, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἀκριβέστερον καὶ ὁ ἐπίσκοπος καὶ ὁ πρεσβύτερος καὶ ὁ διάκονος καὶ ὁ μοναχὸς κλπ.» Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐπιτροπὴ εἶναι ἡ ἑνδεκαμελὴς ἐκείνη, ἡ συσταθεῖσα, ὡς προεῖπον, διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 10 Ἰανουαρίου 1836 καὶ ἥτις δὲν ἐναυάγησεν.
§91Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ ἔργον της ἐναυάγησεν.
§92ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη μετ’ ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις διώρισε τριμελῆ ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν μελῶν της, ἅτινα συντάξαντα τὸ προσχέδιον ὑπέβαλον τοῦτο εἰς τὴν ὁλομέλειαν καὶ ἀνεγνώσθη ἐν αὐτῇ. Πλὴν δὲν πρόκειται τώρα περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τοῦ τρόπου, ὃν αὐτὴ ἠκολούθησε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προσχεδίου τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομικῆς διαδικασίας καὶ ὅστις εἶναι ὁ μόνος ἐνδεδειγμένος καὶ τώρα. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ εἰσήγησις τῆς νῦν ἐπιζητουμένης ἐκκλησιαστικῆς ποινικῆς δικονομίας ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου ἐν τῇ Θεολογικῇ σχολῇ τοῦ Πανεπιστημίου, οὗτινος ἔχει βραβευθῆ ἤδη ὀγκῶδες σύγγραμμα περὶ τοῦ ποινικοῦ δικαίου τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ συλλέξῃ καὶ κατατάξῃ καθ’ ὕλην πάντας τοὺς κανόνας, ἐν οἷς ἀπαντῶσι ποινικαὶ διατάξεις, μεθ’ ὃ ἐν συνεργασίᾳ μετά τινος τῶν εἰδικῶν πρὸς τοῦτο καθηγητῶν τῆς νομικῆς σχολῆς νὰ συντάξῃ καὶ τὸ προσχέδιον τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποινικῆς δικονομίας. Ἡ ἐργασία, Κύριοι, αὕτη θὰ εἶναι βεβαίως μακρὰ καὶ ἐπίπονος, ὡς τοιαύτη δὲ πρέπει νὰ τύχῃ αὐτὴ δικαίας ἀμοιβῆς. Ἐν ἀνάγκῃ δύνανται νὰ τύχωσιν ἀμοιβῆς τινος καὶ ὅσοι ἱεράρχαι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν θὰ μετεῖχον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ δὴ ἀναλόγως τῆς διαρκείας τῆς παραμονῆς των ἐνταῦθα. Ἡ σχετικὴ δαπάνη δὲν θὰ ὑπερέβαινεν ἴσως τὰς 20 χιλιάδας δραχμῶν. Πῶς ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ζητεῖ τώρα διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ Γ. Ε. Ταμείου 60 ὅλας χιλ. δραχμῶν (ἄρθρον 2), αἱ ὁποῖαι δύνανται βραδύτερον ἴσως δι’ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων νὰ ὑπερβῶσι καὶ τὰς 100 χιλ. δραχμῶν; Πῶς ἀξιοῖ αὐτὸς νὰ διαθέσῃ κατὰ τὸ ἑαυτῷ δοκοῦν τὸ ποσὸν τοῦτο διορίζων ὅσα μέλη θελήσῃ (ἄρθρον 1),) ἕκαστον μὲ ἀμοιβὴν 3–4 χιλ. δραχμῶν (ἄρθρον 3), εἴτε εἶναι αὐτὸς εἰσηγητὴς εἴτε ὄχι εἴτε μένει ἐν Ἀθήναις εἴτε ἀπουσιάζει εἰς τὸν τόπον του; Πῶς ἀξιοῖ νὰ κανονίσῃ (ἄρθρον 6) κατὰ τὸ ἴδιον δοκοῦν καὶ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐπιτροπῆς; Εἶναι καιρός, Κύριοι, νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν συστηματικὴν λεηλασίαν τοῦ Γ. Ε. Ταμείου, τὴν ὑπὸ διαφόρους προφάσεις διενεργουμένην κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους. Πρόκειται περὶ ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, ἐξυπηρετούσης μέγαν καὶ ὑψηλὸν προορισμόν, ὃν κέκληται νὰ ἐπιτελέσῃ ἡ Ἐκκλησία ἐν τῷ ἡμετέρῳ ἔθνει. Τὸ Γ. Ἐκκλησιακὸν Ταμεῖον δὲν εἶναι ἐπίνοια τῶν εἰσηγητῶν αὐτοῦ ἐν ἔτει 1909. Εἶχε συσταθῇ αὐτὸ τὸ πρῶτον τῇ 25 Σεπτεμβρίου 1833, ὅτε ἀπεφασίσθη ἡ διάλυσις 312 μοναστηρίων καὶ μετοχίων ἐν Ἑλλάδι, πάντα δὲ τὰ εἰσοδήματα τούτων ὡς καὶ τὰ 10% ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν διατηρουμένων μοναστηρίων θὰ εἰσεπράττοντο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου «κρατοῦντος περὶ τούτου ἰδιαίτερον λογαριασμόν», θὰ διετίθεντο δὲ αὐτὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπὲρ ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἐκπαιδευτικῶν σκοπῶν. Διὰ νεωτέρων διαταγμάτων τῆς 1 Δεκεμβρίου 1834 ἀναδιωργανωθὲν αὐτὸ ἐτέθη ὑπὸ τὴν διαχείρισιν πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἥτις ὅμως χάριν οἰκονομίας κατηργήθη τῇ 1 Ἰουλίου 1837, ἀναλαβόντος τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ τοῦ τμήματος τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, ἕως οὗ τῇ 20 Ἀπριλίου ὑπήχθη αὐτὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅμως ὅρον ὅτι (ἀναγινώσκει)· «Τόσον τὰ κτήματα ταῦτα (τῶν διαλυομένων μοναστηρίων), καθὼς καὶ ἡ ἐκ τούτων καὶ τοῦ δευτέρου δεκάτου τῶν διατηρουμένων μοναστηρίων πρόσοδος, θέλουν ἐξακολουθήσει ἐγγραφόμενα εἰς βιβλία ἰδιαίτερα μηδαμῶς συγχεόμενα μὲ τὰ λοιπὰ τοῦ Κράτους κτήματα καὶ εἰσοδήματα» (ἄρθρον 2). Οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα μέχρι τοῦ 1909, ὅτε ἔγνωμεν ἡμεῖς ὄντες τότε ἐν τῇ Κυβερνήσει νὰ συντάξωμεν καὶ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, κυρίως εἰπεῖν, ἀνεβίου τὸ πάλαι Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον ἐπὶ εὐρυτέρων βάσεων· διότι τὸ ἐπροικοδοτήσαμεν μὲ διαφόρους νέους πόρους, ὧν σπουδαιότατοι ἦσαν τὰ περισσεύματα τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων τῶν μονῶν, ἅτινα πρὶν ἐλυμαίνοντο καταχρασταὶ κληρικοί τε καὶ λαϊκοί, καὶ ὁ ἐπιβληθεὶς τότε δασμὸς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων πρώτων ὑλῶν τῆς κηροπλαστικῆς, ἀφοῦ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἐπιβάλωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ, τὸ καθιερωμένον καὶ εἰς ἄλλας ὀρθοδόξους ἐκκλησίας. Ἐπειδὴ δὲ τότε τὸ Κράτος διήνυεν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἐπιφυλάχθημεν βραδύτερον ἅμα τῇ ἀποκαταστάσει τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτοῦ ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ταμεῖον τὰ εἰσοδήματα τῶν κτημάτων τῶν διαλελυμένων μονῶν καὶ νὰ καταργήσωμεν τὴν εἰσφορὰν τῶν ἐν ἐνεργείᾳ μονῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τὸ Κράτος, Κύριοι, ἤρκει ὅτι οὕτω πως ἐπέρριπτεν εἰς τὸ Γ. Ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον τὰ πρὶν ἐπιβαρύνοντα τὸν Δημόσιον Προϋπολογισμὸν ἔξοδα διὰ τὴν Ἱ. Σύνοδον καὶ τὴν Ἱεραρχίαν καθόλου, διὰ τοὺς ἱεροκήρυκας, διδασκάλους καὶ καθηγητὰς τῶν ἱερῶν μαθημάτων, διὰ τὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ ἐκπαιδευτικὰς δαπάνας τῶν ἐν τῇ διασπορᾷ Ἑλλήνων κλπ., ἤτοι πολλὰς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως. Ἐνῷ δὲ ἔκτοτε εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ περισσεύματα, τὸ Κράτος οὐ μόνον τὰ εἰσοδήματα τῶν κτημάτων τῶν διαλελυμένων μονῶν καὶ τὴν εἰσφορὰν τῶν μονῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἐξηκολούθησε κατακρατοῦν, ἀλλὰ καὶ ἔπαυσε χορηγοῦν εἰς τὸ Γ. Ε. Ταμεῖον τὸ ἐκ 250 χιλ. δρ. ἐτήσιον ποσὸν ἀπέναντι τοῦ εἰσπραττομένου ὑπ’ αὐτοῦ δασμοῦ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων πρώτων ὑλῶν τῆς κηροπλαστικῆς. Ὡσὰν δὲ μὴ ἤρκει τοῦτο, ἔθεσε χεῖρα καὶ ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων αὐτοῦ χάριν τῆς περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων, προτείνει δὲ τώρα τὴν αὔξησιν τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως εἰς 300 χιλ. δραχ. ἐτησίως καὶ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ζητεῖ ν’ ἁρπάσῃ παρ’ αὐτοῦ ἑτέρας 60.000 δραχμῶν. Ἡ τοιαύτη, Κύριοι, λεηλασία τοῦ Γ. Ε. Ταμείου παρὰ πάντα νόμον γραπτὸν καὶ ἄγραφον θὰ ἔχῃ ἐπὶ τέλους τὸν ἀντίκτυπόν της εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Μετὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν προσάρτησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν θὰ αὐξήσωσι καταπληκτικῶς αἱ δαπάναι τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ταμείου, χωρὶς νὰ προσδοκῶμεν καὶ ἀνάλογον αὔξησιν τῶν ἐσόδων αὐτοῦ. Ὅταν δὲ οὕτω περιστῇ αὐτὸ εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐπιβεβλημένας εἰς αὐτὸ ὑποχρεώσεις, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπέλθῃ εἰς αὐτὸ ἐπίκουρον τὸ Κράτος. Δὲν ἐννοεῖτε λοιπὸν ὅτι διαρπάζοντες καὶ σπαταλῶντες τὰ χρήματα τοῦ Γ. Ε. Ταμείου δὲν διαπράττετε μόνον κατάφωρον ἀδικίαν, ἀλλὰ καὶ παραβλάπτετε οὕτως αὐτὰ τὰ δημόσια συμφέροντα; Πρόκειται δέ, Κύριοι, τῳόντι περὶ καθαρᾶς σπατάλης τοῦ μεγίστου μέρους τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος 60.000 δραχμῶν. Ἀπορῶ δὲ πῶς δὲν ἐννοοῦσιν, εἰς ὁποίους καὶ ὁπόσους πειρασμοὺς θὰ ἐκτεθῶσιν οὕτω πως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐνόσω ὁ πρῶτος ἐπιφυλάττει εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ ὅσους καὶ ὁποίους θέλῃ αὐτὸς μέλη τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς μὲ ἀμοιβὴν 3–4 χιλ. δραχ., νὰ ὁρίσῃ δὲ τὴν ἀποζημίωσιν καὶ τοῦ βοηθητικοῦ αὐτῆς προσωπικοῦ, θὰ ἔχωσι καὶ αὐτὸς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπείρους ἐνοχλήσεις. Πολλοὶ θὰ ἐγείρωσι τὴν ἀξίωσιν, ἵνα μετάσχωσιν αὐτῆς τῆς πανδαισίας τῶν 60.000 δραχμῶν, δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον ἐπὶ τέλους νὰ ἐπιβληθῶσιν οἱ ἀνικανώτεροι καὶ οὕτω νὰ γίνῃ ἡ νομοπαρασκευαστικὴ ἐπιτροπὴ ἀντὶ καλοῦ κακοῦ μᾶλλον πρόξενος. Τὰ ἄτοπα, Κύριοι, ταῦτα δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν, ἂν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὁρισθῇ μὲν ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς τόσον τῶν ἱεραρχῶν ὅσον καὶ τῶν λοιπῶν, ἀνατεθῇ δὲ εἰς μὲν τὴν Ι. Σύνοδον νὰ ὑποδείξῃ τὰ πρῶτα, εἰς δὲ τὴν Θεολογικὴν καὶ τὴν Νομικὴν σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ὑποδείξωσι τὰ δεύτερα. Συγχρόνως ἂς ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τοῦ Γ. Ε. Ταμείου νὰ καταβάλῃ τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας δαπάνας διὰ τὸ ἔργον τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν πρέπει νὰ ὑπερβῶσι τὰς 20.000 δραχμῶν. Οὕτω πως, Κύριοι, δυνάμεθα ὄχι μόνον ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα ν’ ἀποφύγωμεν, εἰς τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην θὰ περιεπίπτομεν, ἐὰν ἐψηφίζετο τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐκλογὴν ὡς μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς μόνους τοὺς ἔχοντας ἀνεγνωρισμένην εἰδικότητα καὶ δυναμένους νὰ ἐργασθῶσι καὶ ἀγάγωσιν εἰς αἴσιον πέρας τὸ ἀνατεθησόμενον εἰς αὐτοὺς νομοθετικὸν ἔργον ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν πάντες, ἰδίως δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἡ παρασκευὴ ἐκκλησιαστικῶν νομοσχεδίων δὲν εἶναι ἔργον τοῦ πρώτου τυχόντος οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ ἐμπιστευθῶμεν αὐτὴν εἰς οἱασδήποτε χεῖρας. Ἐξ αὐτῆς ἐξαρτῶνται ὕψιστα συμφέροντα οὐ μόνον τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου. Ἐθεώρησα, Κύριοι, καθῆκόν μου ν’ ἀπευθύνω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, οὐχὶ βεβαίως ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ ἐξ εἰλικρινοῦς ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἐπιδιωκομένου δι’ αὐτοῦ σκοποῦ.
§93Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον, κύριοι Βουλευταί, νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι πρόθεσιν δημιουργίας νέας αἱρέσεως δὲν ἔχω ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὔτε ἐσκόπουν νὰ ἀνακινήσω ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα ἢ νὰ διασπάσω τὴν ἑνότητα τῆς ἐκκλησίας, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ πρόσωπον τοῦ ἀοιδίμου Φαρμακίδου ἠθέλησα νὰ ὑποδυθῶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου μὲ ἤλεγξε, διότι δὲν ἔσπευσα εὐθὺς ὡς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου νὰ συστήσω ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ εἶχε ἐργασθῆ πρὸς παρασκευὴν ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας ἢ πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ μεταρρύθμισιν πρὸς σύνταξιν Δικονομίας, πράγματα τὰ ὁποῖα καὶ οὗτος ἐθεώρει ἀναγκαῖον νὰ γίνωσιν. Ἐνῷ δὲ μὲ ἤλεγχεν ὅτι δὲν ἔσπευσα, μὲ ἤλεγξεν ἐν ταὐτῷ ὅτι σπεύδων ἐζήτησα νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη, καὶ ἔδει νὰ ἀναμείνω, ὅπως ἐκδοθῇ ὁ συνοδικὸς Τόμος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἵνα χειραφετηθῶσιν αἱ νέαι Μητροπόλεις καὶ Ἐπισκοπαὶ καὶ τότε νὰ προβῶ εἰς τὴν σύστασιν τοιαύτης ἐπιτροπῆς. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, Κύριοι, πῶς ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κατώρθωσε τὸν διπλοῦν αὐτὸν ἔλεγχον ν’ ἀπευθύνῃ κατ’ ἐμοῦ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι καταληφθεὶς ὑπὸ τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ὧν κατελήφθη τὸ Ἔθνος, δὲν εἶχον τὸν καιρὸν καὶ δὲν ἐνόμισα προσῆκον νὰ προβῶ τότε εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς εἴτε διὰ Β. Διατάγματος εἴτε διὰ νόμου νομίσας ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναμείνω τὸ πέρας τῶν ἀγώνων, τὸν καθορισμὸν τῶν ὁρίων τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τότε ἐν τῷ δικαιώματι τὸ ὁποῖον ἔχω ἐσκέφθην νὰ συστήσω διὰ Β. Διατάγματος νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν παρέμβασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, προκειμένου νὰ διατεθῇ πίστωσις πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεων καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκαίων δαπανῶν. Τὸν λόγον δὲ τοῦτον εὗρε καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ὡς δικαιολογοῦντα τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἠδύνατο κατὰ συνέπειαν τὸ νομοσχέδιον νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ πρὸς σύστασιν ἐπιτροπῆς πίστωσιν εἴτε εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου εἴτε εἰς βάρος τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου. Ἐν τούτοις μὲ ἐλέγχει, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 1ου προκειμένου περὶ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς κρατῶ ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ αὐτὴν ἐξ Ἀρχιερέων καὶ λαϊκῶν, μὴ καθοριζομένου οὔτε τοῦ ἀριθμοῦ οὔτε τοῦ εἴδους οὔτε τῶν προσώπων ὀνομαστί. Ἀλλ’ ἀφοῦ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ συστήσῃ νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπὴν διὰ Βασ. Διατάγματος ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς νομοθετικῆς Ἐξουσίας, διατί ἀσχάλλετε καὶ διατί νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν ὅρια διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων; Ἄλλως τε ἡ εὐθύνη τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς ἀνήκει καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκλέξῃ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἀκατάλληλα ἢ ἀναζητήσῃ ταῦτα ἐκεῖ, ὅπου νομίζετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀναζητήσῃ, εἶσθε ἐνταῦθα πάντοτε ἄγρυπνοι φρουροὶ διὰ νὰ ἐλέγξητε τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι προσῆκον νὰ δεσμεύηται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς Ἐξουσίας ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν προσώπων τούτων καὶ νὰ περιορίζηται τὸ δικαίωμα αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, δὲν ὁρίζει οὔτε τὸν ἀριθμὸν τῶν κληρικῶν οὔτε τὸν ἀριθμὸν τῶν λαϊκῶν, δὲν φαντάζομαι δὲ ὅτι σπουδαίως ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου νομίζει ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ λαϊκὰ θὰ ἀναζητηθῶσιν εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς τριόδους. Εἶμαι σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ ὅτι ὀλίγιστοι εἶναι οἱ δυνάμενοι νὰ ἐργασθῶσιν καὶ πρὸς τοὺς ὀλιγίστους ἐκείνους νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ ἀπευθυνθῶ, καὶ τοὺς ὀλιγίστους ἐκείνους θὰ ἀναζητήσω, διότι δὲν εἶναι ἔργον ἐμοῦ οὔτε τῆς οἰκογενείας μου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρασκευασθῇ, ἀλλ’ εἶναι ἔργον μέγιστον διὰ τὸ Ἔθνος, διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, διὰ τὸ Κράτος. Μὲ κατηγορεῖ προσέτι, διότι ἐτέθη ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἀσχοληθῇ καὶ περὶ «παντὸς ἐκκλησιαστικοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἤθελε κριθῇ χρήσιμον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ», καὶ ἐρωτᾷ ἀναγινώσκων τὸ Σύνταγμα, ἐὰν θὰ εἶναι ἐντὸς τῶν ἱερῶν καὶ τῶν θείων κανόνων, ὡσεὶ ἐγὼ ἤμην ἐκτὸς τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων καὶ ὡσεί, ἀφοῦ εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, δυνάμεθα διὰ τοῦ νόμου νὰ ὑπερπηδήσωμεν τὰ ὅρια τὰ Συνταγματικὰ καὶ νὰ θέσωμεν ἄλλα ἀντικείμενα ὑπὸ συζήτησιν τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος κείμενα. Ταῦτα ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἄξια τῆς σοβαρότητος τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου καὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ καὶ τῆς θέσεως αὐτοῦ. Δὲν μοὶ φαίνεται δέ, Κύριοι, ὅτι εἶναι πρέπον, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου σκοπεῖται ἡ σύστασις νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τοῦ ὁποίου προνοοῦμεν, ὅπως ἀνταμείψωμεν τὰ μέλη αὐτῆς, νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν συζήτησιν περὶ τῶν μεταρριθμιστέων διατάξεων τοῦ Καταστατικοῦ χάρτου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τοῦ νόμου περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀντικειμένων τούτων, διότι τότε δεικνύομεν ὅτι εἴμεθα ὥριμοι πρὸς συζήτησιν καὶ παρέλκει ἐντελῶς τὸ ἔργον τῆς νομοπαρασκευαστικῆς ταύτης ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο ἐγὼ περιωρίσθην μόνον εἰς τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐκίνησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ συστήσῃ τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ θὰ ἐξετάσω τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε καὶ τὴν διάταξιν περὶ ἀμοιβῆς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν γνωρίζω ποίους ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἐνόει τοὺς δυναμένους νὰ προσφέρωσι τὰ ἑαυτῶν φῶτα δωρεάν, ἀλλὰ βεβαιῶ αὐτόν, καὶ τὸ γνωρίζει καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι ὅσον νὰ ἀναζητήσωμεν αὐτοὺς εἰς τοὺς κρατίστους, θὰ προσκόψωμεν, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ζητήσωμεν τὴν παροχὴν τῆς συνδρομῆς αὐτῶν δωρεάν. Εὑρίσκω δὲ ὅτι εἶναι ἄκρως δεδικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις τῶν ἐπιστημόνων τούτων ν’ ἀμειφθῶσι, διότι θὰ κατατρίψωσι χρόνον μακρὸν εἰς πολλὰς συνεδριάσεις, ὅσον δὲ καὶ ἂν εἶναι ἕτοιμοι, θὰ χρειασθῶσι καὶ νέας μελέτας. Τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἐκράτησε καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, φίλον μου καὶ φίλον τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, ὅτε εἰσηγεῖτο τὸν νόμον περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπῶν, δὲν ὑπάρχει δὲ καμμία διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἐργασιῶν. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι ἡ ἐργασία ἐκείνη πολυσχιδεστέρα καὶ πολυπλοκωτέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀμοιβὴ τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν ἐκείνων εἶναι γενναιοτέρα καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶχε τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδεμία σοβαρὰ ἐργασία γίνεται ἄνευ ἐπαρκοῦς ἀμοιβῆς τῶν ἀποτελούντων τὰς τοιούτου εἴδους ἐπιτροπὰς ἐπιστημόνων. Ἀλλὰ τὴν πίστωσιν ἀνεζητήσαμεν εἰς τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον. Τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον ἔχει βεβαίως σκοποὺς νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ εἶναι ἀξιέπαινος ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἀνακινήσας τοῦτο. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀνακαθάρσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας δὲν εἶναι παντάπασι ξένον πρὸς τοὺς σκοποὺς τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ὥστε, ἂν τοῦτο εἰσφέρῃ πρὸς τοιοῦτον σκοπόν, δὲν εἰσφέρει πρὸς σκοπὸν ξένον αὐτῷ, νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διευθύνουσιν αὐτό, δὲν αἰσθάνονται τὸ παράπαν δυστροπίαν διὰ τοῦτο, οὐδ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι τοῦτο εἶναι πτωχὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ συγκινήσῃ τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου τὸ ποσὸν τῶν 60 χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ἐξ αὐτοῦ. Τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον ἔχει ἀπόθεμα πλούσιον δυνάμενον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας του τὰς ἀνάγκας καὶ θὰ δύναται καὶ αὔριον, διότι καὶ ἂν αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι αὐτοῦ, θὰ αὐξηθῶσιν ἐξ ἑτέρου καὶ τὰ ἔσοδα αὐτοῦ, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐργασθῶσι περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καὶ νέους πόρους, ἂν θελήσωσι, δύνανται νὰ ἀνεύρωσιν. Οὐδ’ εἶναι τὸ παράπαν ἐπιτετραμμένον νὰ χωρίζηται τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον ἀπὸ τῆς Πολιτείας ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔρχηται ἐπίκουρον ἀκριβῶς διὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. Μοὶ φαίνεται δὲ ἐντελῶς ἄδικος καὶ ἀστήρικτος ἡ μομφὴ ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀνέγραψα ποσὸν 300.000 ὡς εἰσφορὰν τῶν μονῶν ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ἀναγράφεται ὑπὲρ τῆς Δημοσίας ἐκπαιδεύσεως εἰσφορὰ τῶν μονῶν σήμερον ἐν τῷ νόμῳ; Δὲν εἰσφέρουσι καὶ ἤδη αἱ μοναί; Τί νέον ἀνέγραψα ἐγὼ ἐκτὸς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ; Ποῖος δὲ ἦτο ὁ ἀναγράψας τὸ ποσὸν αὐτό; (πρὸς τὸν κ. Εὐταξίαν). Δὲν εἶσθε σεῖς ὁ συντάκτης τοῦ νόμου περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου; Διεγράψατε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον αἱ μοναὶ εἰσφέρουσιν ὑπὲρ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως; Δὲν τὸ διεγράψατε.
§94ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠξεύρετε ὅτι δὲν ἔχουσι καμμίαν σύγκρισιν αἱ περιστάσεις. Ἡμεῖς, ὅταν ἀνελάβομεν εἰς τὴν ἀρχὴν εἴχομεν ἐνώπιόν μας ἔλλειμα 10.000.000 καὶ προσπαθοῦντες πῶς νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμα αὐτὸ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διαθέτωμεν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου εὐκόλως.
§95Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Φεύγετε ἀπὸ τὴν γενικὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐθέσατε. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅτι καὶ τότε εἰσέφερον καὶ σήμερον εἰσφέρουσιν αἱ μοναί.
§96ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. 300.000;
§97Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. 250.000· ὥστε ἡ αὔξησις εἶναι 50.000. Εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία θὰ συζητηθῇ, καὶ ἂν νομισθῇ τότε ὅτι ἡ εἰσφορὰ αὕτη ἀπὸ μέρους τῶν μονῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶναι μεγάλη, θὰ ζητηθῇ ἡ ἐλάττωσις. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ δηλώσω, εἶναι ὅτι εὑρίσκω δεδικαιολογημένον τὸ βοηθητικὸν προσωπικὸν νὰ καθορισθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τοῦτο δὲ θέλω κάμει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκείου ἄρθρου εἴτε σήμερον εἴτε κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πάντες οἱ προαγορεύσαντες κατὰ τὰ λοιπὰ εὑρέθησαν σύμφωνοι. Ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς πρὸς παρασκευὴν τοιαύτης ἐργασίας ἦτο ἐπιβεβλημένη. Τὴν ἐργασίαν αὐτὴν δηλῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ὅτι ἀπομιμούμενοι τὰ παραδείγματα τῶν προγενεστέρων δὲν θέλομεν διστάσει νὰ ἐμφανίσωμεν ἐνώπιον τῆς ἱεραρχίας τοῦ Βασιλείου, ἂν αὕτη κληθῇ εἰς Σύνοδον, διὰ νὰ εἰσφέρῃ καὶ αὕτη τὰς γνώμας της καὶ νὰ προσδώσῃ μεῖζον κῦρος εἰς τὸ ἔργον, μετὰ τοῦτο δὲ θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὥστε οὐδεμία σπουδὴ παρατηρεῖται εἰς τὸν Ὑπουργὸν διὰ νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, διότι, ἂν παρετηρεῖτο τοιαύτη σπουδὴ πρὸς ὁπωσδήποτε ἐπίδειξιν ἐργασίας, ὡς ἐκείνην τὴν ὁποίαν συνεβούλευσεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, θὰ ἠδύνατο νὰ παρασκευάσῃ πρόχειρόν τινα ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ἔχῃ τὰ κακὰ τῆς προχείρου ἐργασίας, διὰ νὰ εἶναι ἐργασία σοβαρὰ καὶ ἀξία τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀξία τῆς Πατρίδος ἡμῶν, διὰ τοῦτο καταρτίζεται ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή, διὰ τοῦτο ἡ παρασκευασθησομένη ἐργασία θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἴσως τῆς ὅλης ἱεραρχίας, μετὰ τοῦτο δὲ θὰ κατατεθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτε καὶ πάλιν θὰ ὑποστῇ ἔλεγχον, μάλιστα δὲ ἔλεγχον ἐμπεριστατωμένον ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, ἂν ἀποδεχθῇ νὰ προεδρεύσῃ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ καταρτισθῇ ὅπως μελετήσῃ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἡμῶν πράγματα.
§98Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως καὶ ἰδίως ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας δύναταί τις νὰ συναγάγῃ ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἔχει τὴν ἔκτασιν ἐκείνην, ἣν φαίνεται ἔχον ἐντὸς τῶν γραμμῶν τοῦ νομοσχεδίου, διότι πρόκειται ἀποκλειστικῶς περὶ ζητήματος ἐντελῶς τυπικοῦ, ἂν καλῶς ἐνόησα, καὶ οὐχὶ περὶ γενικοῦ μέτρου, περὶ μέτρου ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι σχέσιν μὲ αὐτὴν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
§99Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι.
§100Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐγένετο τίποτε ἄλλο, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀνεμίχθη εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, εἰμὴ σωρεία λαθῶν τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἕτερον ἔσχον ἀποτέλεσμα εἰ μὴ μόνον τὸν κλονισμὸν αὐτῆς ταύτης τῆς ὑποστάσεως τοῦ Ἔθνους. Δὲν εἶναι ἀνάγκη φυσικὰ νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς λεπτομερείας, ἵνα ἀναπτύξῃ πράγματα γνωστά, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἔρχεται πρὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρονται ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὅλα τὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα, χωρὶς ὡρισμένως νὰ κανονίζωνται, δικαιοῦταί τις νὰ ἐρωτήσῃ καὶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ὅτι κυρίως δὲν πρέπει νὰ θιχθῇ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ζήτημα ἀπὸ τῆς μορφῆς τῆς γενικῆς, τῆς ἐθνικῆς, ἀλλὰ δέον νὰ δοθῇ μόνον προσοχὴ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν νομοθεσίαν τῆς αὐτονόμου ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται περὶ τοιούτου ἀκριβῶς ζητήματος καὶ οὐχὶ περὶ ζητημάτων ἐθνικῶν, διὰ τὰ ὁποῖα πρωτίστως τὸν λόγον θὰ ἔχῃ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία. Μεταξὺ τῶν ζητημάτων, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν θὰ καταρτίσῃ, θὰ προέτεινον ὅπως κυρίως τονισθῇ καὶ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐν Ἑλλάδι ξένων προπαγανδῶν. Γνωρίζομεν ποίαν πληγὴν ἀποτελοῦσιν αὗται. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ἀποτείνονται εἰς τὴν θρησκευτικὴν πίστιν τοῦ Ἕλληνος, τὸ τοιοῦτον δὲν ἔχει ἀπολύτως ἢ ἐλαχίστην σημασίαν, διότι ἐπὶ τόσα ἔτη ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ εὑρέθη ἀκλόνητος πρὸ τῶν προπαγανδῶν καὶ δὲν ἔχομεν νὰ ἀριθμήσωμεν ἢ ἐλαχίστας, λίαν ἐλαχίστας θρησκευτικὰς μεταστάσεις. Ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου ἡ προπαγάνδα τῶν ξένων δὲν ἀρκεῖται μόνον εἰς τὸ νὰ προσβάλῃ τὸ θρησκευτικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ αἴσθημα· ἀναμιγνύει καὶ αἴσθημα πατριωτικόν, αἴσθημα ἐθνικόν, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα νομοθετικά. Πρόκειται περὶ καθαρᾶς ἀμύνης ὄχι πλέον τῆς θρησκείας, ἀλλὰ τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρωμεν λεπτομερείας περὶ τῆς προπαγάνδας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν βλέπομεν, ἐξαπλουμένην ὑπὸ διαφόρους μορφάς, προπαγάνδαν ἐναντίον τῆς ὁποίας οἱ Ἕλληνες καθολικοὶ ἀείποτε διεμαρτυρήθησαν, διότι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχε τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μὲ τὸ ζήτημα τῶν θρησκευτικῶν δογμάτων. Ἀείποτε οἱ Ἕλληνες καθολικοὶ διεμαρτυρήθησαν ἐναντίον τῶν προπαγανδῶν τῶν ξένων, ἀλλὰ διότι ἀκριβῶς ἐπῆλθεν ἡ διαμαρτυρία καὶ διότι βλέπομεν γεγονότα τὰ ὁποῖα τείνουσιν, ὅπως καὶ προηγουμένως ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἕλληνος, πρέπει καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα, ὥστε νὰ καθίσταται προβληματική, ἵνα μὴ εἴπω ἀδύνατος, οἱαδήποτε, ἔστω καὶ πόρρωθεν ἐμφαινομένη ἐπιτυχία ἐθνικῆς ὑποβολῆς τῶν διαφόρων νεοπλούτων, οἱ ὁποῖοι μόλις καταρτισθέντες εἰς Κράτος ἔρχονται νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν ἀκτῖνά των ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, ἐναντίον πληθυσμῶν ἑλληνικῶν, τοὺς ὁποίους θέλουσι νὰ παραστήσωσιν ὡς ἀνήκοντας εἰς αὐτοὺς διὰ λόγους ἱστορικούς, διὰ λόγους στρατηγικούς, διὰ λόγους δὲν ἠξεύρω τίνας, λησμονοῦσι δὲ νὰ εἴπωσι τοὐλάχιστον τὸ κύριον αὐτῶν σημεῖον διὰ λόγους μουσικούς, διὰ λόγους κιθαρωδικούς, διὰ λόγους θεατρικούς, ἐν οἷς πράγματι πρωτεύουσιν. Ἑπομένως ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀμυνθῶμεν ἐναντίον αὐτῶν καὶ ἀκριβῶς, διότι ἐπιβάλλεται ἡ ἄμυνα, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ληφθῶσι κατάλληλα μέτρα ἐναντίον τῶν τοιούτου εἴδους προπαγανδῶν. Ἐὰν δὲ μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ἔχω καὶ ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος, θὰ προέτεινον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως φροντίσῃ καὶ δοθῇ μία λύσις εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐπισκόπων τῶν καθολικῶν δι’ ἑνὸς Concordat, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συναφθῇ, ἵνα οἱ ἄνθρωποι οὗτοι τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι εἶναι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαυσαν νὰ εἶναι Ἕλληνες καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουσι, καὶ τὸ θεωροῦσι τιμήν των, νὰ εἶναι Ἕλληνες, μένωσιν ἀπρόσβλητοι ὄχι μόνον εἰς τὰς θρησκευτικάς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐθνικὰς αὐτῶν πεποιθήσεις πλήν τινων, ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων οἱ ὁποῖοι ἐπὶ κεφαλῆς ὄντες τῆς Ἐκκλησίας δὲν ὑποθέτουσιν αὐτοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ ξένους, διὰ σκοποὺς ἐντελῶς προπαγανδιστικούς. Δίδεται ἡ εὐκαιρία διὰ τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου νὰ ἀνακινηθῇ τὸ ζήτημα, δὲν ἔχω δὲ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς φρονοῦσα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θέλει ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ θέλει παρασκευάσει εἰδικὴν ἐργασίαν, ἵνα μείνῃ τοὐλάχιστον ἀπρόσβλητον τὸ ἐθνικὸν φρόνημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀείποτε τὸ εἶχον, πάντοτε τὸ ἔχουσι καὶ αἰωνίως οὐδεμίαν ἄλλην ἐπιθυμίαν ἔχουσιν ἢ νὰ τὸ διατηρήσωσιν. Εἰδικῶς δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐκκλησιαστικόν, διότι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνότητος, δὲν φρονῶ ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον κατηρτίσθη ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ὁ κατάλληλος, εἶναι ὁ ἀκριβής. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δέον νὰ συμμετάσχωσι κληρικοί, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος νὰ συμμεθέξωσι μόνον Ἀρχιερεῖς, διότι ἐκτὸς τῶν Ἀρχιερέων ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι κληρικοί, οἵτινες θὰ δυνηθῶσι νὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτα των ὑπὲρ ἑνὸς τοιούτου σκοποῦ. Θὰ παρικάλουν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργόν, ὅπως ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐκεῖ ἔνθα γίνεται λόγος περὶ Ἀρχιερέων, ἀναγράψῃ τὴν λέξιν «κληρικῶν», διότι καλλίτερον ἐμοῦ γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχουσι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἵτινες εἶναι κληρικοὶ καὶ οἵτινες δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποτελέσωσι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἐξακολουθῇ νὰ μένῃ διατετυπωμένον, ὡς εἶναι.
§101Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος, εὑρίσκω ὀρθοτάτην. Εἶναι πολλοὶ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἱεράρχαι, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἔχουσιν αὐθεντικωτάτην γνώμην ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων καὶ προχείρως θὰ ἀναφέρω τὸν ἄρτι γενόμενον καθηγητὴν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, τοῦ ὁποίου ἡ συμβολὴ καὶ ἡ συνεργασία εἰς τοιαῦτα νομοσχέδια θὰ ἦτο πολύτιμος.
§102ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου περὶ τῶν κατωτέρων κληρικῶν ὁ μόνος ἐνδεδειγμένος θὰ ἦτο αὐτός, ἐὰν δὲν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ὅπως τὰ μὲν μέλη ἐκ τῆς ἱεραρχίας ὑποδείξῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, τὰ δὲ ἄλλα μέλη ἡ Θεολογικὴ Σχολή, σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἰς ἐκ τῶν πρώτων ὑποδειχθησομένων ὑπὸ τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς, θὰ ἦτο ὁ ἐν λόγῳ κληρικός, ὁ καὶ τελευταῖον διορισθεὶς καθηγητὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας.
§103Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κατὰ τὴν θεωρίαν ἡ γνώμη σας θὰ ἦτο ἀκαταμάχητος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι οἱ κεραμεῖς κοτέουσι τοῖς κεραμεῦσι καὶ ὅτι, ἐὰν ἠθέλομεν παράσχει εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδείξῃ τοὺς καταλληλοτέρους, φοβοῦμαι μὴ δὲν θὰ ὑπεδείκνυεν αὐτούς.
§104ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προκειμένου περὶ ἱεραρχῶν;
§105Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ περὶ ἱεραρχῶν.
§106ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προκειμένου περὶ ἄλλων μελῶν;
§107Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα μέλη εἶναι τόσον ὀλίγοι ἀτυχῶς οἱ δυνάμενοι νὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτα των εἰς μίαν τοιαύτην ἐργασίαν, ὥστε δὲν θὰ ἀπῃτεῖτο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν κόπον ἡ Νομικὴ Σχολὴ διὰ νὰ ἀνεύρῃ αὐτούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἀνεύρισκε τούτους προχειρότερον. Εἰς ἕν τι θὰ διεφώνουν πρὸς ὑμᾶς ῥιζικῶς, κ. Συνάδελφε. Ἐνῷ ἀναγνωρίζετε κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀνάγκην τῆς μελέτης πρὸς μεταρρύθμισιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἐνομίσατε ὅτι διὰ ταύτην ἤθελεν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ καθηγητὴς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ.
§108ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον.
§109Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ κατὰ θεωρίαν ἀποκλειστικῶς εἰδικοὶ εἶναι οἱ κατάλληλοι νὰ ἔχωσι τὴν κυροῦσαν γνώμην.
§110ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ εἶναι εἷς εἰσηγητὴς καὶ ὅτι κατάλληλος εἶναι ὁ δημοσιεύσας σύγγραμμα; Αὐτὸς θὰ κάμῃ τὸ προσχέδιον.
§111Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Διατί δὲν εὑρίσκετε σοφώτερον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ νὰ ἱδρύσῃ μίαν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως θέλει περιληφθῆ καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου; Τοὐλάχιστον οὕτω θὰ ἐφρόνουν ἐγὼ ὅτι θὰ ἐξευρίσκοντο οἱ κατάλληλοι. Ἀλλὰ θὰ εἶχον τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐκλέξωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πέραν τῆς θεωρίας ἤθελον ἔχει καὶ πείρας μᾶλλον ὀρθὴν γνώμην. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθηγητὴν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, γνωρίζω τοῦτο, ὅτι ὁσάκις εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ εὕρω τὴν λύσιν ζητήματός τινος σχετιζομένου πρὸς τὸ ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, οὐδόλως ἐφωτίσθην ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ ἄλλως ἀξιολόγου τούτου κ. καθηγητοῦ. Εὑρέθην εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσφύγω ἀλλαχοῦ, ἵνα ἀνεύρω τοὺς κανόνας καὶ μορφώσω γνώμην. Ὁ κ. καθηγητὴς μακρὰν τῶν δικαστικῶν πραγμάτων, μακρὰν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἔχει μίαν καθολικὴν γνώμην δυναμένην νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἕνα νομοθετήσοντα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος νὰ νομοθετήσῃ, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρξεν ὁ κατάλληλος νὰ λύσῃ καὶ τὰ ζητήματα. Θὰ ὑπεμίμνησκον τὴν δίκην τοῦ συμπολίτου σας, τοῦ μακαρίᾳ τῇ λήξει ἐπισκόπου Λαμίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἀναμφισβητήτως καὶ σεῖς, ἐὰν τὴν παρηκολουθήσατε, θὰ ἐμορφώσατε τὴν γνώμην ὅτι ἀναμφισβητήτως τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, ἰδιαίτατα ἡ ποινικὴ δοσιδικία τῶν ἱεραρχῶν, εἶναι μεταρρυθμιστέα. Ὀρθώτατα δέ, κ. Συνάδελφε, εἴπετε γνώμην, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ποινικὴν δοσιδικίαν εἶναι ἀνάγκη νὰ συλλεχθῶσι, νὰ τακτοποιηθῶσι καὶ νὰ κωδικοποιηθῶσιν οἱ ἱεροὶ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ποινικοῦ δικαίου, διότι δὲν ἔχουσι τούτων οὔτε ἐπίγνωσιν οὔτε γνῶσιν κἄν οἱ διαχειριζόμενοι τὴν ἐκκλησιαστικὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Θὰ ἤμην ἐκτὸς τοῦ θέματος καὶ θὰ ἐγενόμην ὀχληρὸς εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν διὰ μυρίων ἐπιχειρημάτων ἐπεχείρουν νὰ ἐπικυρώσω τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐπεχείρουν, ὑπὸ ἄλλην μορφὴν θ’ ἀνεύρισκον ὅτι εἶναι μεταρρυθμιστέα ἡ ποινικὴ δοσιδικία τῶν ἱεραρχῶν, ἡ ἀπευθυνομένη πρὸς τὰ ποινικὰ δικαστήρια. Ἐν τούτῳ ὑπάρχει μία παρανόησις τοιαύτη, ὥστε νὰ ἄγωνται ἱεράρχαι διὰ καθαρῶς ἐκκλησιαστικὰ πλημμελήματα, μὲ πλεῖστα ἐπειδὴ καὶ διότι ἅτινα ἡ ἡμιμάθεια εὑρίσκει, ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου ὡς κατηγορούμενοι, ὅπως συνήθως οἱ ζωοκλέπται, διὰ νὰ ὑποβιβάζηται καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἱεράρχου καὶ νὰ καταξεσχίζηται καὶ τὸ συναίσθημα καὶ νὰ μειῶται ἡ θέσις ἐν γένει τοῦ κλήρου. Θὰ ἐνόμιζον καὶ πρὸς τοῦτο εὑρίσκω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη εἰδικοῦ νόμου, διότι δὲν ἐξάγεται σαφῶς ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζονται τὰ ἐπισκοπικὰ δικαστήρια ὡς ἔκτακτα δικαστήρια ἀνεγνωρισμένα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου, ὅτι μόνον ταῦτα θὰ ἦσαν ἁρμόδια νὰ ἐκδικάζωσι παραβάσεις. Ἀλλ’ ἐξ ὅλων τούτων καὶ μυρίων ἄλλων, τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ εἴπω, ὡς καὶ ἐξ ὅσων ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Συνάδελφος ὑπέδειξεν, ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι ἐπιτακτικῶς μεταρρυθμιστέοι καὶ μελετητέοι οἱ κείμενοι νόμοι καὶ τὸ κείμενον Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον. Ὑπολείπεται πρὸς ἐξέτασιν τοῦτο μόνον· εἶναι ἄρα σπατάλη ἡ ἀναγραφομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου πίστωσις τῶν 60.000 δρ. εἰς βάρος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἀμοιβὴν τῶν μελῶν καὶ δι’ ὅλα τὰ ἔξοδα; Εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ προκείμενον νὰ παρασκευασθῇ καθ’ ὃν τρόπον παρασκευάζονται συνήθως οἱ νόμοι; Ἀπολύτως δὲν ἔχω τὴν γνώμην οἵαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Συνάδελφος. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιχειρήσωσι νὰ συντάξωσι τοιοῦτο νομοσχέδιον, πρέπει νὰ εἶναι ἐγκρατεῖς καὶ γνῶσται καὶ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Δικαίου καὶ ἐν γένει τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, ἰδικώτατα δὲ νὰ γνωρίζωσι τὰ κατὰ τὰ μοναστήρια καὶ τοὺς διέποντας αὐτὰ νόμους, ἀλλὰ καὶ τὰς διεπούσας συνηθείας. Ταῦτα πάντα δὲ δὲν δύνασθε νὰ τὰ ἀνεύρητε εἰς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην, ὁ ὁποῖος ἐπὶ συνήθων νομοσχεδίων εἶναι εἰσηγητής. Δὲν δύνασθε νὰ ἐμπιστευθῆτε εἰς τὴν μόρφωσιν, εἰς τὴν γνῶσιν ἑνὸς μόνου ἀνδρός, διότι, ὡς γνωρίζετε, περὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι ἐξ ἴσου ἐγκρατής, ὡς καὶ περὶ τὰ λοιπά. Εὑρίσκω ἐντεῦθεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τοῦτο εἶναι ἐπιτυχέστερον, καθ’ ὅσον ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συλλέξῃ ὅπου καὶ ἂν εὕρῃ τοὺς καταλληλοτέρους νὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτά των. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ προσφύγῃ εἰς τὰ φῶτα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Συναδέλφου, ὅπως δὲν θὰ εἶχον ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος δὲν θ’ ἠρνεῖτο νὰ παράσχῃ τὴν πολύτιμον συνδρομήν του εἰς τοιαῦτα νομοσχέδια οὕτω σοβαρά. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἤμην πεπεισμένος ὅτι τοῦτο θὰ γίνῃ, διότι ὁ κ. Συνάδελφος πλὴν τῆς αὐθεντίας, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, εἶναι καὶ εἰς ἄκρον συντηρητικός, ὥστε νὰ παρέχηται ἐγγύησις ὅτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἤθελον κριθῆ μεταρρυθμιστέα θὰ μεταρρυθμισθῶσι, χωρὶς νὰ ἀποστῶμεν τῶν παραδόσεων τῶν παραδεδεγμένων, ὁσονδήποτε παλαιαὶ καὶ ἂν εἶναι αὗται, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀντίκεινται πρὸς τὸ νεώτερον πνεῦμα, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα εἶναι ἐπιτετραμμένον ἑκάστοτε νὰ προσαρμόζωνται πρὸς τὸ νεώτερον πνεῦμα, νὰ ἀκολουθῶσι συρμοὺς καὶ μόδας. Ἡ θρησκεία, ἐὰν ἤθελομεν θεωρήσει ταύτην ἀπὸ τῆς μεταφυσικῆς ὄψεως, δὲν θὰ ἦτο ἐκείνη, βεβαιωθῆτε, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ ἐμπνεύσῃ τινά, διότι οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνέλθῃ μέχρι τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς μεταφυσικῆς ὁδοῦ. Εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον τὸ ἑκάστοτε λεγόμενον καὶ γραφόμενον προχείρως ὅτι ἡ θρησκεία μας εἶναι πεπαλαιωμένη καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀνανεωθῇ. Ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης Ἰωακείμ, ἐνθυμοῦνται οἱ κ. κ. Συνάδελφοι, πρὸ πενταετίας ἢ πρὸ ὀκταετίας διά τινος προκηρύξεως ἢ προγράμματος, ἔθιξε τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων περὶ τῶν κωλυμάτων τοῦ γάμου. Ἔχω τὴν ἀνάμνησιν ὅτι διετέθη σφόδρα ἐναντίος πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐφρόνει ὁ Πατριάρχης, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι καὶ διὰ τοπικῆς Συνόδου ἠδύναντο νὰ μεταβληθῶσιν, διότι ἐγὼ νομίζω ὅτι ταῦτα μόνον δι’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κανονίζονται, ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ θεωρηθῶμεν αἱρετικοί. Προτιμῶ λοιπὸν τὴν νηστείαν νὰ εἶναι τεσσαρακονθήμερος χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ἔχῃ δικαιολογίαν, χωρὶς νὰ μὴ ἀναγνωρίζω ὅτι προκαλεῖ τοὺς χριστιανοὺς εἰς ἁμαρτίαν, διότι οὐδεὶς νηστεύει, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ μεγαλειτέρου κινδύνου νὰ δεχθῶμεν τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἡμῶν πράγματα μεταβλητὰ καὶ νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἐκκλησίαν ἀκολουθοῦσαν τὸν συρμόν, ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ κινδύνου προτιμῶ νὰ ἔχωμεν πάσας αὐτὰς τὰς ἀνοησίας διὰ τὴν σύγχρονον ἀντίληψιν, διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐθεσπίσθησαν δὲν ἦσαν παρὰ προϊόντα μελέτης. Κατὰ ταῦτα πολλὴ ἰδίως προσοχὴ χρειάζεται εἰς τὴν μελέτην τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τοῦ νόμου τοῦ περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐνοριῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἤξιζε τὸν κόπον νὰ συστηθῇ ὁλόκληρος ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν πολλοῖς ἐδεῖτο μεγάλης προσοχῆς, διότι εἰσήγαγε μεταρρυθμίσεις καὶ πάντες παρετηρήσαμεν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἱερέων ὡς μελῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβουλίων καὶ ἰδίως προέδρων. Καὶ πάντες παρετηρήσαμεν τὰ ἄτοπα ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, τὰ ὁποῖα, Κύριοι, εἶναι ἀξιοθρήνητα διὰ τὴν θέσιν τῶν ἱερέων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβούλων δεχόμεθα τὰς ἐπισκέψεις τῶν ἱερέων εἰς τὰς οἰκίας μας παρακαλούντων ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν τοῦτον ἢ ἐκεῖνον, ἵνα ἔχῃ τὰ μέσα ὁ ἱερεὺς εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον. Τοῦτο ἐνέχει καὶ τὸ ἄτοπον νὰ εὑρίσκηται αὐτὸς ὁ μισθοδοτούμενος εἰς τὴν Ἀρχήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μισθοδοτεῖται. Δὲν νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ φέρω περαιτέρω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος τὸ ὁποῖον θὰ ἤξιζε συστηματικῆς μελέτης, ἀλλὰ προήχθην νὰ ὑποβάλω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν ἐξ ὅσων ἤκουσα, σοφῶν ἄλλως τε, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Συναδέλφου. Ἓν ἔχω νὰ παρατηρήσω, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Συνάδελφος ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτευτικοῦ εἶπεν, ὅσα εἶπεν, διότι ὅλαι του αἱ προτάσεις ὑπῆρξαν πολύτιμοι. Ἐὰν ἔλειπε μάλιστα ἡ πρότασις «ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ», τὸ ὁποῖον προϋποθέτει μίαν δυσπιστίαν, οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχε δισταγμὸς ὅτι ὁ κ. Συνάδελφος, ὅπως πάντοτε, καὶ τώρα προῆλθε νὰ συνεισφέρῃ τὰ πολύτιμα αὑτοῦ φῶτα εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων.
§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι, Κύριοι, ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἀνταπαντῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἀντιπαρέρχομαι ἐν σιγῇ ὅσα εἶπεν αὐτὸς θελήσας νὰ μὲ ἀποδείξῃ ἀντιφάσκοντα, διότι δῆθεν κατέκρινα αὐτὸν ἐν ἀρχῇ μὲν ὅτι ἐβράδυνεν ἐπὶ πολὺ νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου μέριμνάν του, ἔπειτα δὲ ὅτι ἔσπευσε νὰ πράξῃ τοῦτο πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκλησιαστικὴ χειραφέτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν παρὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προχωρῶν ὑπεστήριξεν ὅτι εἶναι δύσκολον, ἂν ὄχι καὶ ἀδύνατον ὅλως, νὰ εὑρεθῶσιν οἱ θέλοντες νὰ παράσχωσι δωρεὰν τὴν συνεργασίαν των εἰς τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπήν. Ἐπεκαλέσθη δὲ πρὸς τοῦτο τὸ παράδειγμα τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὰ μέλη τῶν ὁποίων ἐχορηγήθη ἀμοιβὴ ἀνὰ 10 χιλ. δρ., ἐνῷ αὐτὸς ἠρκέσθη εἰς 3–4 χιλ. μόνον. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐξήγησα ἤδη τὸν λόγον, δι’ ὃν τὰ μέλη τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβον τὰς τοιαύτας ἀμοιβὰς, ἔπρεπε δὲ τὸ πολὺ ν’ ἀμειφθῶσιν ἀναλόγως καὶ οἱ ἐπιστήμονες, οἱ μέλλοντες νὰ συνεργασθῶσιν εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποινικῆς δικονομίας, ὡς ὑπέδειξα ἐγώ. Ἀλλὰ πρὸς τί, Κύριοι, ἡ τοιαύτη ἀμοιβὴ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἱ. Συνόδου νόμου καὶ τῶν νόμων περὶ Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐπισκόπων, περὶ Γ. Ε. Ταμείου, περὶ ἐνοριῶν, καὶ ἐφημερίων, οἱ ὁποῖοι ἀνὰ δεκάδας μόλις ἀριθμοῦσι τὰ ἄρθρα των; Ἐγώ, Κύριοι, καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνειργάσθην ἐπὶ ἑβδομάδας καὶ μῆνας ἐνίοτε μετὰ πολλῶν εἰδικῶν ἀνδρῶν εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ἐν ἐπιτροπαῖς ἐπεξεργασίαν σωρείας ὅλης νομοσχεδίων ὀργανικῶν, ἀριθμούντων πολλάκις ἑκατοστύας ἄρθρων, χωρὶς ποτὲ νὰ ἀρνηθῇ τις τὴν συνεργασίαν του, διότι δὲν ἠμείβετο δι’ αὐτήν. Πῶς τώρα θ’ ἀρνηθῶσιν ἄνευ ἀμοιβῆς νὰ μετάσχωσι τῆς προκειμένης νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς ἱεράρχαι καὶ ἐπιστήμονες;
§113Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπάλληλοι.
§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ὑπάλληλοι.
§115Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ συγκρότησις τοιαύτης ἐπιτροπῆς ἄνευ ἀμοιβῆς.
§116Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ φαντάζεσθε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι θ’ ἀρνηθῶσι νὰ μετάσχωσι τῆς ἐπιτροπῆς ἱεράρχαι, ὡς ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ἐνδεδειγμένος πρόεδρος αὐτῆς;
§117Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καλοῦμεν ἱεράρχας καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν.
§118Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν θὰ κληθῶσιν ἴσως ἱεράρχαι, ὡς οἱ Μητροπολῖται Θεσσαλονίκης, Κασσανδρείας, Σερρῶν καὶ εἴ τις ἄλλος τοιοῦτος ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, προσέτι δὲ οἱ ἐπίσκοποι Μεσσηνίας, Σπάρτης, Μαντινείας καὶ εἴ τις ἄλλος τοιοῦτος ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν. Ἀναφέρω τὰ ὀνόματα τῶν ἱεραρχῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ μετάσχωσι τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς διεδίδεται. Φαντάζεσθε λοιπὸν ὅτι καὶ αὐτοὶ μόνον μὲ τὴν ἀμοιβὴν τῶν 4 χιλιάδων δραχμῶν, τὴν ὁποίαν προσφέρετε ὑμεῖς εἰς αὐτούς, θὰ δεχθῶσι νὰ μετάσχωσι τῆς ἐπιτροπῆς; Δὲν εἶναι ἄντικρυς ὕβρις διὰ τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος ἱεράρχας νὰ παραδέχησθε ὑμεῖς, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἱκανὴ ἀμοιβὴ δι’ αὐτοὺς ἡ ἀγαθὴ συνείδησις ὅτι θὰ συνεισέφερον τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖράν των εἰς βελτίωσιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων; Ἐπὶ τέλους καὶ ἐὰν αὐτοὶ εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τύχωσι χρηματικῆς τινος ἐπικουρίας, δὲν ἀφήνετε νὰ κανονίσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο αὐτοὶ ἰδιαιτέρως μετὰ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ Γ. Ε. Ταμείου, ὡς ὑπέδειξα ἐγὼ πρίν, ἀλλ’ θέλετε νὰ ἐγκολάψητε εἰς αὐτοὺς τὸ στίγμα ὅτι μόνον ἀμειβόμενοι μὲ τὰς 4 χιλ. δραχμῶν, τὰς ὁποίας σεῖς τοῖς προσφέρετε, δέχονται νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν ἐκκλησίαν; Θέλετε, κ. Ὑπουργέ, καλὰ καὶ σώνει νὰ λάβητε τὰς 60 χιλ. δραχ. ἀπὸ τὸ Γ. Ε. Ταμεῖον καὶ νὰ τὰς φιλοδωρήσητε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλιπαρήσωσι πρὸς τοῦτο ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ θὰ εἶναι αὐτοὶ ἴσως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιόν σας, τὸ βρῖθον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἐκ συντακτικῶν καὶ λογικῶν ἀσυναρτησιῶν καὶ ἱστορικῶν ἀνακριβειῶν; Δύνασθε κάλλιστα νὰ πράξητε τοῦτο, ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ ἀσυζητητὶ πᾶν ὅ,τι ζητήσητε παρ’ αὐτῆς, ἀλλὰ φεισθῆτε τοὐλάχιστον τῆς ἱεραρχίας καὶ μὴ θέλετε νὰ τὴν ἐξευτελίσητε ἐπὶ τοσοῦτον συνεξομοιοῦντες αὐτὴν πρὸς ἐκείνους, χάριν τῶν ὁποίων κυρίως ἐσκέφθητε νὰ συντάξητε καὶ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ δι’ ἀναστάσεως τὰ ἄρθρα 2–7, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§120ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ἀδείας συνομολογήσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς κανονισμὸν ζητήματος ἐκκρεμοῦς εἰς σχέδιον νόμου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 50.000.000. Συνωμολογήθη πέρυσι δάνειον 50.000.000, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξόφλησις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τὴν 1ην Ἀπριλίου, ἐπειδὴ ὅμως ἐγγίζει ἡ προθεσμία καὶ δὲν εἶναι ἀκόμη συντετελεσμένη ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τῶν 500.000.000, ἐξ οὗ θὰ ἐγίνετο ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου τούτου, ζητεῖται ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας ταύτης, ὅπως εὑρεθῶμεν ἐν καιρῷ καὶ δυνηθῶμεν νὰ τὸ ἐξοφλήσωμεν μετὰ τὴν 1ην Ἀπριλίου. Ἐπειδὴ εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως θελήσῃ νὰ κηρύξῃ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον· εἶναι ἄλλως διανεμημένον ἤδη, διότι μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας πρέπει νὰ εἶναι ἐψηφισμένον. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον περὶ κανονισμοῦ προπληρωμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας».
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα κηρυχθῶσι κατεπείγοντα;
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτή, συναινέσει τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν τὰ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα νομοσχέδια) 1ον «περὶ ἀδείας συνομολογήσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 50 ἑκατ. τῆς 28ης Μαρτίου 1913, ὡς καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 82 τῆς 30 Νοεμβρίου 1913.» 2ον «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ ἄρθρον 47 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ΓϠΗʹ τοῦ ἔτους 1911».
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς αʹ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως κατ’ ἀποφάσεων πλημμελειοδικῶν».
§124Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι καιρός, Κύριοι, νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν, καὶ νὰ διατυπώσω τὰς τροποποιήσεις, ἃς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιφέρωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου κατόπιν τῆς γενομένης συζητήσεως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ῥητῶς ἀνεγνώρισα ὅτι τὸ ἐπιστημονικῶς ἐνδεδειγμένον ἦτο νὰ ἐφηρμόζετο τὸ μέσον τῆς ἐφέσεως ἐφ’ ἁπασῶν τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ αὐτῶν τῶν ἀθωωτικῶν, ἀλλὰ λόγοι ἀνυπερβλήτου ἀνάγκης συνδεόμενοι πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν συγκρότησιν τῶν δικαστηρίων ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς νὰ περιορίσωμεν τοῦτο ἐπὶ τῶν βαρυτέρων ἀποφάσεων. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας βουλευτοῦ κ. Σ. Κροκιδᾶ παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ ἦτο τοῦτο κατορθωτόν. Ἑπόμενος ὅμως εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἰσχυρῶς ἐκδηλωθεῖσαν ἐπιθυμίαν θὰ εἰσηγηθῶ ἐπέκτασίν τινα τοῦ ὁρίου τῶν ἐκκλητῶν ἀποφάσεων· νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸ ὅριον τῶν τεσσάρων μηνῶν.
§125Λ. ΝΑΚΟΣ. Τριῶν μηνῶν.
§126Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τριῶν μηνῶν, ἔστω· ἀλλὰ μετὰ τοῦ ἀντιστοίχου δικαιώματος τοῦ Ἐφετείου ὅπως καὶ χειροτερεύῃ τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου αὐξάνον τὴν ποινήν. Ἀπὸ θεωρίας ἀναντιρρήτως τοῦτο εἶναι τελείως δεδικαιολογημένον, διότι ὅταν προσφεύγῃ ὁ καταδικασθεὶς εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὴν ἀπόφασίν του ἀφιέμενος εἰς τὴν κρίσιν του ἐξ ὁλοκλήρου· ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ἡ διάταξις αὕτη θὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ παρέχουσα ἀφορμὴν εἰς τὸν καταδικασθέντα νὰ σκεφθῇ, ἂν ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ εἶναι εὔλογος καὶ μὴ κάμῃ ἔφεσιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Νὰ μὴ ἔχωμεν δηλ. ἐφέσεις ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς γενομένας, καταληγούσας εἰς ὑπερφόρτωσιν τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου μόνον ἀπὸ ἀσυστάτους ἐφέσεις. Ἐπίσης εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν τροπολογίαν, καθ’ ἣν δέον νὰ ἀναστέλληται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως διὰ τῆς ἐφέσεως, ἐπὶ τούτῳ δὲ σκοπιμώτερον κρίνω νὰ διατάσσηται ὑποχρεωτικῶς ἡ ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπόλυσις κατὰ τὴν ὑφισταμένην σχετικὴν διάταξιν, ἥτις ἀνώτατον ὅριον τάσσει τὰς 800 δραχμάς, τὸ δ’ ἐλάχιστον ὅριον καταλείπει ἀόριστον. Ἂν ὁ κατηγορούμενος κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς ἀποφάσεως δηλώσῃ ὅτι θὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως, παραχρῆμα τὸ δικαστήριον θέλει κανονίζει καὶ τὴν ἐπὶ ἐγγυήσει ἀποφυλάκισιν. Προτείνεται ἐπίσης νὰ ἐπεκταθῇ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως καὶ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐφετείου τῶν ἐκδιδομένων ἐπὶ ὑποθέσεων ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ δοθῇ καὶ οὕτω μάλιστα μονομερῶς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὰς ποινικὰς δίκας κατὰ δικηγόρων ἐνομοθετήθη ὅτι ἀντὶ ἀναιρέσεως χορηγεῖται τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως, ἐνώπιον τοῦ Βʹ τμήματος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἡ διάταξις εἰσήχθη κάπως ἀνωμάλως, διότι ἀφορᾷ εἰδικῶς εἰς τὰς δίκας τῶν δικηγόρων, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας ὑποθέσεις. Ἡ εἰσαγωγὴ αὕτη τοῦ μέσου τῆς ἀνακοπῆς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν νομίζω ὅτι ἀπέβη εὔστοχος, διότι καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον ἐπεβάρυνε καὶ ἐφ’ ὅσον γνωρίζω ἐκ πληροφοριῶν τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἀνταπεκρίθησαν πρὸς τὰς προσδοκίας, αἵτινες ἐπ’ αὐτοῦ ἐστηρίχθησαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει καὶ ἄλλο οὐσιῶδες κώλυμα· ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν ἔφεσιν κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐφετῶν ἐπὶ πλημμελημάτων τῆς ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας, τότε κατ’ ἰσχυρότερον λόγον πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ ἔνδικον τοῦτο μέσον, προκειμένου περὶ κακουργημάτων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλομεν νὰ ἱδρύσωμεν ἐπίσης καὶ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν κακουργιοδικῶν· ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τοῦ παρόντος· τουλάχιστον τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν. Δὲν ἀποκλείεται βεβαίως μετὰ ἰδίαν μελέτην νὰ γένηται μεταγενέστερον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἔφεσιν ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ ἐπὶ κακουργημάτων. Προσθέτω ὅτι ὀλιγώτερον δεδικαιολογημένη εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐκδιδομένων τελεσιδίκως ὑπὸ τῶν Ἐφετείων ἐπὶ πλημμελημάτων, διότι ἡ ὑπόθεσις ὑποβάλλεται εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸν δευτεροβάθμιον δικαστὴν τὸν ἁρμόδιον καὶ παρέχοντα μείζονας ἐγγυήσεις. Ὡς ἐπίσης ἔφεσις κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν τῶν ἐκδιδομένων ἐπὶ πταισμάτων τῶν αὐτῶν προσώπων δὲν χωρεῖ, καίτοι πρόκειται περὶ πταισματικῶν ἀποφάσεων, ὑποκειμένων ἐν γένει εἰς ἔφεσιν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν ἀστικῶν ἐν γένει διαφορῶν, αἵτινες δικάζονται ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου ἀμέσως κατὰ πρῶτον ἀλλὰ καὶ τελευταῖον βαθμόν. Καὶ ἀπὸ νομοθετικῆς ἀπόψεως δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἤδη ὥριμος τοιαύτη καινοτομία. Μετὰ τῶν ἀνωτέρω τροποποιήσεων θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἔχομεν δὲ καιρὸν διὰ τὰς ἐνδεχομένας ἔτι προτάσεις.
§127Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ περὶ ἀναδρομικῆς δυνάμεως;
§128Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι ἀδύνατον. Θὰ εὑρεθῶσι τὰ Ἐφετεῖα βεβαρημένα ἐκ τῶν προτέρων.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου.
§130Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Φαίνεται, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέληξεν ἀσφαλῶς εἰς τελικὰ συμπεράσματα καὶ ἀπεκρυστάλλωσε τὰς σκέψεις αὐτοῦ τὰς ὁποίας διετύπωσεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν ἔτεινε καὶ τείνει πρὸς παραδοχὴν μέτρων τοιούτων σχετικῶς πρὸς τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν, ὥστε νὰ παρέχωνται περισσότεραι ἐγγυήσεις διὰ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν· διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὑμεῖς ὅτι τὸ ζήτημα τῆς φανερᾶς ἀνακρίσεως, ὁ νόμος περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν, καὶ τὸ ἤδη ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ ἐκκλητοῦ τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων τῶν πλημμελειοδικῶν, ἀποτελοῦσι πράγματι, ἂν μή τι ἄλλο, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀσθενῆ γνώμην τὰ ἀγλαΐσματα τῆς νεωτέρας ποινικῆς νομοθεσίας. Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἀναφορικῶς πρὸς τὸ μέτρον τῆς ποινῆς τῶν τεσσάρων μηνῶν, προκειμένου περὶ τοῦ ἐκκλητοῦ, διότι, ὅταν ὁ πολίτης εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον καταδικαζόμενος εἰς κράτησιν ἐπὶ 24 ὥρας ἢ πρόστιμον 25 δραχμῶν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως ἐνώπιον τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου, διατί τάχα νὰ θέσωμεν ἡμεῖς εἰς ἀνωτέραν γραμμὴν τοὺς πλημμελειοδίκας; Δὲν εἶναι τάχα δικασταὶ οἱ πταισματοδίκαι ἀπονέμοντες δικαιοσύνην καὶ μάλιστα λαϊκὴν δύναται νὰ εἴπῃ τις; Δὲν εὑρίσκονται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἠθικοῦ ἐπιπέδου; Δὲν εὑρίσκονται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου; Ὑστεροῦσι τάχα εἰς τὴν ἀντίληψιν παροχῆς δικαιοσύνης ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπιλαμβάνονται τῶν ὑποθέσεων τῶν πλημμελειοδικῶν; Ὅταν λοιπόν, ὁσάκις πολίτης δικάζεται ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου εἰς κράτησιν πέραν τῶν 24 ὡρῶν, ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, καὶ ὅταν πολίτης καταδικαζόμενος εἰς πρόστιμον ποσοῦ 25 δραχμῶν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, διατί τάχα νὰ παρέχηται εἰς τοὺς δικαστὰς τῶν Πλημμελειοδικείων τὸ δικαίωμα νὰ δικάζωσι τοὺς πολίτας εἰς τεσσάρων μηνῶν καὶ ἄνω φυλάκισιν χωρὶς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως οἱ πολῖται; Θὰ ἦτο βεβαίως, Κύριοι, εἷς λόγος δικαιολογητικὸς ὅτι θὰ παράσχωμεν μεγίστην ἐργασίαν εἰς τὰ ἐφετεῖα. Ὀρθῶς ἐλέχθη πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι Σκυλώκ, ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι φιλάργυρος· ἡ Πολιτεία πρέπει πρὸ παντὸς νὰ φροντίζῃ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀπαιτήσεων τῆς κοινωνίας καὶ τῆς δικαιοσύνης χωρὶς νὰ σκέπτηται ὅτι θὰ δαπανήσῃ μικρὸν ἢ ἐλάχιστον ποσόν· ἄλλως τε κατὰ τὴν ἀσθενᾶ μου γνώμην ἔχω δι’ ἐλπίδος ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικῶν κατὰ πολύ, Κύριοι, θὰ ἐλαττωθῶσι, διότι, ἐὰν λάβῃ τις τὴν στατιστικὴν τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων τῶν τελευταίων ἐτῶν, θὰ ἴδῃ ὅτι καταπληκτικῶς ἠλαττώθησαν αὗται καί, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη καὶ ἐπιστεύθη καὶ εἶναι ἀληθές, εἰς ἀνακριτικὸν γραφεῖον ἢ εἰσαγγελίαν ἀνεπέτασαν σημαίαν λευκήν, διότι οὐδεμία ἐγκληματικὴ πρᾶξις ὑπῆρχεν, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς σὺν τῇ ἐξελίξει τῆς νέας φάσεως καὶ τῆς νέας μορφῆς τῶν πραγμάτων, θὰ παρουσιάσῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὥστε νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν θὰ ἔχομεν πολλὰς πλημμελεῖς πράξεις ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν πραγμάτων τῆς κοινωνίας. Ἔχω δὲ πολλὰ δεδομένα. Πρὸ ἡμερῶν ἔτυχε νὰ ἀναγνώσω τὸν «Κήρυκα», τὴν ἐν Χανίοις ἐκδιδομένην ἐφημερίδα, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἡ Κρήτη ἐπαρουσίαζε πλείστας ὅσας ἀνωμαλίας καὶ μοὶ ἔκαμε κατάπληξιν, ὅταν εἶδον ὅτι ἡ Κρήτη, ἡ ζωοφόρος ἐκείνη νῆσος, παρουσιάζῃ τοιαύτην ἐπίδοσιν, προκειμένου περὶ ἐγκληματικῶν πράξεων, ὥστε νομίζει τις ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χθὲς ἀπηλευθερώθη ἀλλ’ εἶναι τμῆμα Ἑλληνισμοῦ τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἑκατονταετίας ὅλης εὐνομεῖται. Ὥστε καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι οἱ φόβοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν δισταγμὸν νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐφέσεως τῶν ἀποφάσεων τοῦ Πλημμελειοδικείου. Ἀναφορικῶς, κύριοι Βουλευταί, πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νέας ἀπόψε διατυπώσεως εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὅτι, προκειμένου περὶ ἀναστολῆς δέον νὰ ἔχωμεν τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις. Δὲν φρονεῖτε ὅτι εἰς τὸ μέρος αὐτὸ δημιουργεῖται μία ἀνισότης; Διότι εἰς τὸ μέρος αὐτὸ δὲν εἶναι μυστικὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα δὲν σύρονται πρὸ παντὸς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὐποροῦσιν· εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα σύρονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς εὑρίσκονται εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν. Αἱ σχέσεις αἱ κοινωνικαὶ εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἐκεῖνοι νὰ ῥέπωσιν εἰς πράξεις ἐγκληματικάς· συνεπῶς θὰ εἶναι ἄδικον νὰ δημιουργηθῇ μία ἀνισότης, προκειμένου περὶ τοιούτων ἐγγυήσεων. Ἐγὼ θὰ ὑπέβαλον τὴν σκέψιν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἔχῃ ἀνασταλτικὴν δύναμιν ἡ ἔφεσις, προκειμένου περὶ κατηγορουμένων, διὰ τοὺς ὁποίους τὸ βούλευμα διατάσσει διάρκειαν προφυλακίσεως. Ἐνθυμεῖται αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής.
§131Λ. ΝΑΚΟΣ. Τὸ εἶπον.
§132Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐλέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας ἦτο ἡ αὐτή, διατί νὰ τιμωρῆται ὁ πολίτης διὰ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει πολλάκις, ἔκτασιν. Εἶναι τὸ αἰώνιον ζήτημα τῆς ἀδίκου ἐπιθέσεως, εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον περιέχει κάτι τι ἀκατανόητον, διὰ τὴν σημερινὴν δὲ ἐποχὴν περιέχει τι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἵστανται εἰς τὴν θέσιν των. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι θὰ εἴμεθα ἐν τάξει εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ συνήνει καὶ θὰ ἔστεργεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς καταλήγῃ μέχρι τριῶν μηνῶν, νὰ μὴ ἔχῃ ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς χειροτερεύσεως τὸ Ἐφετεῖον, διότι εἶναι πράγματι, ἂν ὄχι τι ἄλλο, τοὐλάχιστον μία τόλμη καὶ ἴσως ἐτόλμησε τὸ Ἐφετεῖον νὰ ἀναθεωρήσῃ, καθὼς ἀνεθεώρησε πλειστάκις τὰς ἀποφάσεις τοῦ Πλημμελειοδικείου, προκειμένου περὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Πταισματοδικείου.
§133Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πῶς τὸ γνωρίζετε;
§134Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐδικηγορήσατε καὶ τὸ γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς αὐτό, κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ δὲν ἠσθάνθητε τὴν σφοδρότητα τῶν συγκινήσεων τὴν ὁποίαν ὑφίσταταί τις εἰς τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις. Καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως κατέλθῃ εἰς τὸ τρίμηνον.
§135Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κατῆλθον.
§136Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ ἀπεδέχθητε;
§137Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§138Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ μὴ χειροτερεύῃ ἡ θέσις τοῦ κατηγορουμένου;
§139Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι.
§140Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κ. Βουλευταί. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ νομοθεσία αὐτὴ θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν γενικωτέρων μεταρρυθμίσεων τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι εὑρίσκεται ὄχι εἰς ἀγαθὰς σχέσεις ἀναφορικῶς μὲ τὴν κειμένην διὰ τὰς σημερινὰς ἀντιλήψεις.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Τομπάζης ὑποβάλλει τροπολογίαν «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Νάκος ἔχει τὸν λόγον.
§143Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐδέχθη ἐν μέρει τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἐφετεῖον θὰ ἠδύνατο νὰ χειροτερεύσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐκκαλοῦντος, ἀλλ’ ἐδέχθη τοῦτο μὲ τὸν περιορισμὸν πάντοτε αἱ ἐφέσεις νὰ ἐπιτρέπωνται εἰς καταδίκας αἱ ὁποῖαι θὰ συνεπάγοντο φυλάκισιν ἄνω τῶν τεσσάρων μηνῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν δέχεται ἐν συνόλῳ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἔφεσις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀσκηθῇ κατ’ ἀποφάσεων ἀπαγγελουσῶν οἱανδήποτε φυλάκισιν, διότι φοβεῖται ὅτι τὰ Ἐφετεῖα θὰ ἔχωσι πολλὰς ἐργασίας καὶ θὰ ἐπιβαρυνθῶσι μὲ πολλὰς ἐφέσεις καί, ὅπως εἶπεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, θὰ μεταβληθῶσιν εἰς Πλημμελειοδικεῖα.
§144Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ τὸ εἶπον, ὅτε ἐπροτάθη τὸ τριμελές. Δὲν ἔχει σημασίαν.
§145Λ. ΝΑΚΟΣ. Νομίζω λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ φόβοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μήπως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέσεων θὰ εἶναι μέγας εἶναι ἀδικαιολόγητοι. Εὐθὺς ὡς δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, δηλαδὴ τοῦ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ Ἐφετεῖον νὰ χειροτερεύῃ τὴν θέσιν τῶν κατηγορουμένων, νὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέσεων θὰ εἶναι ἐλάχιστος. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω σήμερον...
§146Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε;
§147Λ. ΝΑΚΟΣ. Παρακαλῶ.
§148Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅτι θὰ εἶναι ἐλάχιστος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέσεων, οὐδεμίαν καὶ ἐγὼ ἔχω ἀμφιβολίαν, ὄχι διότι θὰ φοβῶνται χειροτέρευσιν οἱ καταδικαζόμενοι, ἀλλὰ θὰ φοβῶνται τὴν δαπάνην τὴν δικαστικήν...
§149Λ. ΝΑΚΟΣ. Φυσικά, καὶ αὐτό.
§150Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. ἡ ὁποία εἶναι τεραστία καὶ ἡ ὁποία θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν κατηγορούμενον. Ἐκεῖ εἶναι ὁ φόβος.
§151Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, κύριοι Συνάδελφοι, σᾶς εἶπον προχθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ἔχομεν παράδειγμα τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἰταλίαν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἔχει τὸ Ἐφετεῖον τὸ δικαίωμα νὰ χειροτερεύσῃ τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου, εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲν τὸ ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, σᾶς εἶπον δὲ ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν ὁ διάσημος ἐγκληματολόγος Γαρόφαλο γράφων ζητεῖ νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος ἐν Ἰταλίᾳ καὶ νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ἐφετεῖον νὰ χειροτερεύῃ τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου διὰ νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέσεων. Ἡ διαφορὰ ἀληθῶς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφέσεων ἐν Ἰταλίᾳ ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν Γαλλίαν εἶναι καταπληκτική. Εὐθὺς ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ὅτι δηλαδὴ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ Ἐφετεῖον νὰ χειροτερεύῃ τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου, θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφέσεων εἰς τὸ ἐλάχιστον καὶ θὰ περιορισθῇ ἐκεῖ ὅπου ὁ κατηγορούμενος αἰσθάνεται ὅτι ἀδικεῖται. Μὴ περιορίζητε λοιπὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως. Εἶναι κοινωνικὴ ἀνάγκη νὰ πεισθῇ καὶ ὁ κατηγορούμενος ὅτι δὲν ἀδικεῖται· ἢ ἀφήσατέ τον νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἔρευναν τῆς ὑποθέσεώς του, διὰ νὰ πεισθῇ ὅτι ἡ καταδίκη του εἶναι δικαία. Ἀλλά, καὶ ἂν τὰ Ἐφετεῖα πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῶσι μὲ πολλὰς ἐργασίας, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ πείσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν συνολικῶς καὶ ὅπως τὴν ὑπέβαλον, δηλαδὴ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως καθ’ ὅλων τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων. Τὰ Ἐφετεῖα δὲν θὰ γίνωσιν, ὅπως ἡ σάλα τοῦ ἀρχοντοχωριάτου, ἡ ὁποία ἀνοίγεται κάθε Κυριακήν. Εἶναι δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σκοπὸν πρὸς πληρεστέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν ἡ Πολιτεία ἐθεώρησεν ὅτι ἡ πρώτη δίκη, εἶναι δίκη ἐκπλήξεων, εἶναι δίκη μᾶλλον πιθανὴ εἰς πλάνας, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀφήσῃ τὴν θύραν ἀνοικτὴν τοῦ Ἐφετείου, ὅπως ἐξαντλήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὅπως δώσῃ εἰς τὸν κατηγορούμενον ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἔλεγχον τοῦ δικαίου του καὶ πεισθῇ καὶ αὐτὸς ὅτι ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀνθρωπίνως τέλος πάντων λογικὴ καὶ δικαία. Ἔπειτα πῶς ὁ κ. Ὑπουργός, ὅταν αὔριον ἐπεκτείνῃ τὴν νομοθεσίαν εἰς τὴν Κρήτην, πῶς θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοὺς Κρῆτας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἤδη; Διότι ἐν Κρήτῃ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκκαλῶσιν ὅλας τὰς ἀποφάσεις τοῦ Πλημμελειοδικείου. Πῶς δύνασθε σήμερον ὑμεῖς, πῶς εἶναι δυνατὸν σήμερον ἡ Ἑλλὰς νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς Κρῆτας ὅτι ἡ νομοθεσία των, ἡ μᾶλλον φιλελευθέρα, καὶ προοδευτικὴ τὴν ὁποίαν εἶχον, δὲν εἶναι ὀρθή; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λάβητε ὀπίσω ἀπὸ τοὺς Κρῆτας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον; Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἰδέαν σας. Πρέπει ἀπολύτως νὰ δεχθῆτε τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως κατὰ πάσης ἀποφάσεως. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀνασταλτικῆς ἰσχύος τῆς ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Πλημμελειοδικείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ μετριάσῃ τὸ πρᾶγμα διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει.
§152Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ τοῦτο, προκειμένου περὶ ἀποφάσεων ἐπιβαλλουσῶν ποινὴν ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν.
§153Λ. ΝΑΚΟΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ τὸ δεχθῆτε, διότι νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιος ὅτι τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε καταδικαστικὴν ἀπόφασιν θὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἓν ποσὸν ἀπολύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει τόσον μέγα, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ τὸ πληρώσῃ ὁ κατηγορούμενος. Καὶ ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὴν τελευταίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, τὴν τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ δύναται, ὅταν ἔχῃ ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου, νὰ παραπέμπῃ εἰς νέαν δίκην τὴν ὑπόθεσιν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὴν τροπολογίαν μου ταύτην. Ὅσοι ἔχουσι τὴν ἕξιν τοῦ δικαστηρίου θέλουσιν ὁμολογήσει ὅτι πλειστάκις ὁ Ἄρειος Πάγος στραγγαλίζει τὴν οὐσίαν χάριν τῶν τύπων καὶ ἄλλοτε πάλιν στραγγαλίζει τὸν τύπον χάριν τῆς οὐσίας. Διατί νὰ μὴ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν, διατί νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν τὴν εἰλικρίνειαν εἰς τὴν νομολογίαν μας, διατί νὰ πιέζωμεν τὸν δικαστὴν ἄλλοτε μὲν νὰ στραγγαλίζῃ τὸν τύπον ἵνα δώσῃ μίαν διέξοδον εἰς τὰ αἰσθήματά του, ἄλλοτε δὲ νὰ στραγγαλίζῃ τὴν οὐσίαν χάριν τῶν τύπων καὶ ἀναλόγως τῆς ἰδιοσυγκρασίας του; Ὅταν συζητῆται παντοῦ, κ. Ὑπουργέ, ὁ τρόπος καθ’ ὃν θὰ πραγματοποιῶνται αἱ ἐφέσεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν κακουργιοδικείων, διατί δὲν δέχεσθε τὸν συντηρητικώτερον τρόπον διὰ τοιαύτην μεταρρύθμισιν; Διατί φοβεῖσθε νὰ χορηγήσητε δικαίωμα εἰς ἑπτὰ ἀρεοπαγίτας, ὅταν τοῖς γεννηθῇ ἡ ἀμφιβολία περὶ τοῦ δικαίου τῆς καταδίκης, διατί νὰ μὴ δώσητε τότε τὴν ἐλευθερίαν εἰς αὐτοὺς νὰ παραπέμπωσιν εἰς νέαν δίκην τὴν ὑπόθεσιν; Τί ἔχει νὰ φοβῆται ἡ Πολιτεία διὰ τοῦτο; Εἶπον ὅτι ὄχι μόνον καὶ χάριν τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ χάριν αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τῆς ἐπικρατήσεως ἐν τῇ νομολογίᾳ μας τῆς εἰλικρινείας, ἔχει συμφέρον ἡ Πολιτεία νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη. Γνωρίζετε σεῖς, κ. Ὑπουργέ, κάλλιον ἐμοῦ ποία εἶναι ἡ νομολογία τοῦ Ποινικοῦ τμήματος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἄλλοτε δέχεται τὴν μίαν λύσιν εἰς τὰ νομικὰ ζητήματα καὶ ἄλλοτε τὴν ἄλλην κατὰ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Διατί νὰ παρέχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ νομίζηται ἕνεκα τοιούτων ἀντιφάσεων τῶν δικαστηρίων, εἰς τὰς ὁποίας κατ’ ἀνάγκην ἐκτίθενται, νὰ νομίζηται ὅτι τὰ δικαστήρια ἀδικοῦσι διαφοροτρόπως ἑρμηνεύοντα κατὰ τὰς ὑποθέσεις τοὺς νόμους; Ἢ διατί χάριν τῶν τύπων νὰ θυσιάζωμεν τὴν οὐσίαν, ἀφοῦ ὑπάρχει τρόπος καὶ τὰ δύο νὰ σώζωνται; Ὅταν ἔχῃ ἀμφιβολίαν ὁ Ἄρειος Πάγος περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου, διατί νὰ μὴ παραπέμπῃ εἰς νέαν δίκην εἰλικρινῶς καὶ σαφῶς;
§154Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πῶς θὰ ἀποδεχθῶσιν ὅτι ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι;
§155Λ. ΝΑΚΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως, διότι ἔχω μελετήσει τὸ ζήτημα. Εἰς τὴν αἴτησιν περὶ ἀναιρέσεως ἐκτὸς τῶν λόγων περὶ ἀναιρέσεως τῶν ἀποφάσεων λόγῳ ἀκυρωτήτων θὰ περιέχηται καὶ ὁ λόγος αὐτός. Θὰ ἴδῃ τὸ δικαστήριον ἐκ τῆς δικογραφίας, ἂν διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον ὑπάρχωσιν ἀληθεῖς ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς ἀποφάσεως.
§156Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ γίνῃ οὐσιαστικὴ δίκη.
§157Λ. ΝΑΚΟΣ. Βεβαίως· καὶ δὲν ἐννοῶ ἐγὼ δικαστήριον οἱονδήποτε σήμερον μόνον τῶν τύπων. Γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι σήμερον μία εἶναι ἡ γνώμη τῆς ἐπιστήμης, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος, ὡς δικαστήριον μόνον τῶν τύπων, εἶναι δικαστήριον τοῦ παρελθόντος· ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ Ἄρειος Πάγος ὡς τοιοῦτος θὰ καταλυθῇ.
§158Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἔχει διδάγματα ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ αὐτοῦ.
§159Λ. ΝΑΚΟΣ. Καὶ ἐπιμένω νὰ ὑποστηρίζω ὅτι ἡ τροπολογία οὐδεμίαν ἔχει νὰ φέρῃ σύγχυσιν ἀπολύτως εἰς τὴν ἐν γένει δικαιοδοσίαν, ὅπως ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐκδίδων τὴν ἀπόφασίν του εἴτε θὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν διὰ λόγους ἀκυρωτικοὺς εἴτε θὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς νέαν δίκην διὰ τοῦ ὡρισμένου λόγου ὃν ἐξέθηκα. Ἔχετε τὴν εὐκαιρίαν νὰ δώσητε μίαν διέξοδον εἰς ἀδικίας αἱ ὁποῖαι γίνονται, ἔχετε τὴν εὐκαιρίαν, σᾶς ἐπαναλαμβάνω κυρίως, νὰ ἐπιβάλητε τὴν εἰλικρίνειαν εἰς τὴν νομολογίαν. Κάμετέ το καὶ τὸ κοινωνικὸν ὄφελος θὰ εἶναι μέγα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λαγοπάτης.
§161Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι Βουλευταί, ὁ περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τῆς ἐφέσεως κατ’ ἀποφάσεων ἐπιβαλουσῶν ποινὴν ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν καὶ ἄνω δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἐπιστημονικὴν δικαιολογίαν ἐπαρκῆ. Καὶ θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ συνηγορήσω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἐφέσεως κατὰ πασῶν τῶν ἀποφάσεων, ἐὰν ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν ἀνεγνώριζον τὴν δυσχέρειαν ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ Ἐφετεῖα, παρ’ ἡμῖν ἔπρεπε νὰ μεταρρυθμισθῶσι κατὰ σύστασιν καὶ κατ’ ἀριθμὸν διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσι. Δὲν εὑρίσκω ὅτι τὸ ὑποστηριχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Συναδέλφου, τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος, ὅτι παραδεξαμένου ἤδη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ δικαίωμα τῶν Ἐφετείων νὰ ἀποφαίνωνται ταῦτα καὶ κατὰ τῶν κατηγορουμένων, θὰ εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ περιστείλῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφέσεων. Διότι ἀκριβῶς ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, οἱ ἔχοντες τὴν δικαστηριακὴν πεῖραν, γνωρίζομεν ὅτι κατὰ κανόνα οἱ κατηγορούμενοι πάντοτε εὑρίσκουσιν ἑαυτοὺς ἀδικουμένους· δὲν εἶναι δὲ ἐπαρκὴς ἐγγύησις ὅτι καὶ ἡ συμβουλὴ, τὴν ὁποίαν θὰ παρέχωσιν οἱ δικηγόροι, δὲν θὰ εἶναι ἐμπνευσμένη ἐκ τῆς ὑποβολῆς, τὴν ὁποίαν πάντοτε πάσχομεν ὑπὲρ τῶν πελατῶν μας ἐξ ἀναλόγου ἀντιλήψεως. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἢ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἄμεσος μεταρρύθμισις τῶν Ἐφετείων, ἡ προσθήκη δηλ. ἑνὸς μεγάλου ἀριθμοῦ ἐφετῶν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας, δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ δεχθῶμεν ἀπόλυτον τὴν ἔφεσιν. Ἴσως θὰ εὕρισκον ὅτι ἐκ τῆς δυσκολίας ταύτης δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ δικαίωμα τῶν Ἐφετείων νὰ χειροτερεύωσι τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου, διότι τοῦτο θὰ προϋπέθετεν ἀπόλυτον τὴν ἔφεσιν. Στέργω ἐν τούτοις καὶ εἰς τὴν γνώμην ταύτην, ἐφ’ ὅσον μοὶ φαίνεται ὅλως ἀκίνδυνος. Τὸν κίνδυνον πάντες εὑρίσκομεν ἐκ τῆς πείρας μας εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια, εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα. Ἐὰν θὰ γίνῃ εἰδικὴ συζήτησις, ὡς προανηγγέλθη, περὶ τῶν δικαστηριακῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἔχω τὴν γνώμην μου, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς καταθέσεως τῆς δικογραφίας τῆς ἀφορώσης τὴν ἐκλογὴν Πύργου, διότι πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ ὑπὲρ αὐτῆς καὶ κατ’ αὐτῆς, καὶ ἐτόλμησα καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω γνώμην τινά. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα τοῦτο, θὰ ἠρκούμην νὰ εἴπω συμπερασματικῶς ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ οὐδεμίαν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, τουτέστιν οὐδεμίαν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς ἀπαρτίζοντας τὰ δικαστήρια τῶν Πλημμελειοδικείων δικαστάς, ὡς οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι λαμβάνονται καὶ μὲ τὴν μόρφωσιν τὴν ὁποίαν ἔχουσιν. Ὁσάκις ἐγείρεται ζήτημα ἀναφερόμενον εἰς τὴν δικαιοσύνην παρ’ ἡμῖν, στερεοτύπως ἀκούομεν τοὺς κ. Συναδέλφους καὶ μάλιστα τοὺς δικηγόρους διαμαρτυρομένους κατὰ τῶν δικαστῶν καὶ ἀποδίδοντας εἰς αὐτοὺς ἁμαρτίας πολὺ περισσοτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχουσι· στερεοτύπως ἐπίσης ἀκούομεν καὶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τοὺς ἑκάστοτε τῆς Δικαιοσύνης διαμαρτυρομένους κατὰ τῆς γνώμης ταύτης, πανηγυρίζοντας δὲ τὴν χρηστότητα καὶ τὴν σοφίαν τῶν δικαστῶν. Καὶ ἐγὼ τολμῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οὔτε οἱ μὲν ἔχουσι δίκαιον, ἀλλ’ οὔτε καὶ οἱ κ. Ὑπουργοί. Οἱ κ. Ὑπουργοὶ ὡς προϊστάμενοι τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπισήμως ὁμιλοῦντες θὰ ἦτο πολὺ λυπηρόν, ἐὰν δὲν ἠκολούθουν τὴν γλῶσσαν ἣν ἀκολουθοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς σφαλλόμεθα ἐν τούτῳ, ὅτι ἀδικοῦμεν τοὺς δικαστὰς ἀποδίδοντες εἰς προαίρεσιν αὐτῶν τὰς ἀτοπίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑποπίπτουσιν αἱ ὁποῖαι πολλάκις προκαλοῦσι τὴν θυμηδίαν τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς τελευταίας συζητήσεως π. χ. τῆς γενομένης διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Πύργου, ἠκούσθησαν ἐντεῦθεν διαμαρτυρίαι, ὅτι κινδυνεύει ἡ ὑπόστασις τῆς Πολιτείας· ὅτι κινδυνεύει ἡ ὑπόστασις τοῦ νομοθετικοῦ σώματος· ὅτι τὸν κίνδυνον εὑρίσκουσιν εἰς τὴν πρόθεσιν τῶν δικαστῶν. Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινὸς οὐδέποτε. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον συμφωνῶ μεθ’ ὅλων τῶν ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἐνεστῶτι κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι, ὅτι ἡ προαίρεσις τῶν δικαστῶν εἶναι ἀξία παντὸς ἐπαίνου. Ἴσως ἐγὼ οὐδένα γνωρίζω ὅστις ἐκ προαιρέσεως νὰ παρανομῇ. Ἀλλ’ εἶναι ἀκατάρτιστοι. Ἔχουσι μίαν περιωρισμένην μόρφωσιν, ἡ ὁποία οὐδέποτε παρέχει εἰς αὐτοὺς τὴν δύναμιν νὰ διαγιγνώσκωσι τὰ πράγματα ἀπὸ περιωπῆς καὶ πρώτιστα πάντων εἶναι ἐστερημένοι καὶ τῆς τὰ μάλιστα στοιχειώδους φιλοσοφικῆς μορφώσεως, ἡ δὲ νομικὴ μόρφωσις, ὅταν εἶναι ἐστερημένη φιλοσοφικῆς γνώσεως, μεταπίπτει εἰς ἐμπειρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἡμιλλῶντο ἐν πλείονι σοφίᾳ καὶ οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες. Ἡ γνῶσις τῶν ἄρθρων τῶν νόμων καὶ τῶν δικονομιῶν δὲν εἶναι τοῦτο τὸ ὁποῖον συνιστᾷ τὴν ἐπιστήμην, καὶ ἀτυχῶς ἐν τούτῳ μόνον περιορίζονται αἱ γνώσεις τῶν δικαστῶν μας. Πταίουσιν αὐτοί; Οὐχί. Λαμβάνουσι τὴν μόρφωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία τοῖς παρέχει, μόρφωσιν ἐντελῶς ἐμπειρικήν, μόρφωσιν ἀπηλλαγμένην παντὸς στοιχείου, ὥστε νὰ καθιστᾷ αὐτοὺς ἱκανοὺς ἀπὸ περιωπῆς νὰ κρίνωσι περὶ τῶν πραγμάτων καὶ νὰ κρίνωσι καὶ νὰ ἑρμηνεύωσι τοὺς νόμους. Εἰς τοῦτο κατ’ ἐξοχὴν πρέπει νὰ προσέξωμεν. Καὶ ὅταν ταῦτα φρονῶ καὶ ὑμεῖς τὰ συμφρονεῖτε, ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ μὲ ἀδικήσῃ τις, ὅταν λέγω μίαν ἀκόμη φορὰν ὅτι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ Πλειμελειοδικεῖα διὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, διὰ τὴν κρίσιν τῶν πραγμάτων, διὰ τὴν ἀναγωγὴν αὐτῶν εἰς νομικὰς διατάξεις. Οἱ ἐφέται δὲν εἶναι καὶ οὗτοι κατὰ κανόνα ἀρτιώτερον κατηρτισμένοι, ἀλλ’ ἔχουσι τὴν ἐκ τῆς ἡλικίας πολύτιμον πεῖραν. Ἔχων ταύτην τὴν ἐπιφύλαξιν κατὰ τῶν Πλημελειοδικείων, τολμῶ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι πρέπει ὅσον δυνάμεθα ἐλευθεριώτερον νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημελειοδικείων, ἐφ’ ὅσον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς ἐφετῶν ἐπαρκῶν πρὸς τοῦτο. Καὶ διὰ τοῦτο, συνεπὴς πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν τινά, ἥτις δὲν γνωρίζω, ἂν διενεμήθη, ἔχω δὲ καὶ ἄλλην τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν ἤδη νὰ ὑποβάλω. Ἄρχομαι δὲ ἀπὸ τῆς τελευταίας καὶ σοβαρωτέρας. Ὡς γνωρίζετε, ἐπιτρέπεται ἡ ἀναστολὴ τῶν ποινῶν τῶν μέχρι τριμήνου ἐπιβαλλομένων, ἐπετράπη δὲ διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ ἀναστολὴ τῶν πρὸ τοῦ Συντάγματος καταδικασθέντων. Καὶ ἔχομεν ἕνα μέγαν ἀριθμὸν ἐν ἀναστολῇ ποινῆς διατελούντων καὶ ἐξ ἐκείνων τῆς προελεύσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τῆς τοῦ νόμου. Γνωρίζετε ἐπίσης ὅτι ἀνακαλεῖται ἡ ἀναστολή, ἐὰν ἐπιβληθῇ οἱαδήποτε ποινή, ἔστω καὶ πταισματικὴ καὶ τριῶν ἡμερῶν φυλάκισις ἢ πέντε δραχμῶν πρόστιμον. Φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως χρήσιμον καὶ σκόπιμον νὰ ἀπεδεχόμεθα τροπολογίαν, καθ’ ἣν θὰ ἐπετρέπετο ἡ ἔφεσις κατ’ ἀποφάσεων ἐπιβαλλουσῶν οἱανδήποτε ποινὴν πλημμεληματικήν, ὅταν αὗται συνεπάγωνται τὴν ἔκτισιν ποινῆς ἀνασταλείσης, διότι κατ’ οὐσίαν δὲν θὰ πρόκειται ἢ περὶ ποινῆς μεγάλης, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται συνεπείᾳ τῆς μικρᾶς ποινῆς. Ἐπειδὴ δέ, πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλάβω ἀκόμη μίαν φοράν, οἱ δικασταί μας εἶναι ἀφιλοσόφητοι, βλέπουσι στενῶς εἰς τὰ πράγματα, σᾶς φέρω παράδειγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχήν σας, ἵνα δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν. Ἐπὶ ἀποφάσεως, προκειμένης νὰ ἐκδοθῇ ἐπί τινος πράξεως ἀνυπάρκτου, ἥτις θὰ συναπέφερε τὴν ἔκτισιν ποινῆς ἐν ἀναστολῇ ὑφ’ ἣν διετέλει ὁ ὑπὸ κρίσιν, ὁ εἷς τῶν δικαστῶν εἶπε, καὶ μάλιστα ὥστε νὰ ἀκουσθῇ ὑπὸ τοῦ ἀκροατηρίου· ἐγὼ θὰ κρίνω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τὴν ὁποίαν ἔχω μπροστά μου· δὲν γνωρίζω τί γίνεται πάρα πέρα. Καὶ αὐτὸ κατηγορῶ· δὲν βλέπουσι πάρα πέρα ἀπὸ τὴν μύτη τους. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα μέσα πρὸς διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου.
§162Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἔχει δυσκολίαν εἰς τὴν πρακτικὴν διατύπωσίν της.
§163Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἤχθη μάλιστα ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία ἐξεδόθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον· εἶχε μάλιστα καὶ μειονοψηφίαν καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν μὴ συντρέχοντος λόγου ἀναμφισβητήτου ἀναιρέσεως νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ὅτι πρέπει μετὰ διασταλτικότητος νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς νόμους, ἵνα μὴ παίζῃ τὸ παιγνίδιον τοῦ Λόρδου τῆς παροιμίας, ὁ ὁποῖος δὲν ἔσωζε γυναῖκα πνιγομένην, διότι δὲν τῷ εἶχε συστηθῆ. Ἔχω καὶ ἄλλην τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλει ἤδη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἐπίσης ἡ ἔφεσις τῆς ἀποφάσεως, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ποινὴ κατὰ τῶν ἀποφάσεων, τῶν ἐκδιδομένων ἐπὶ ἀδικημάτων τοῦ τύπου τῶν ἀναφερομένων εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὅσοι εἰργάσθητε κατὰ τὴν Δευτέραν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, θὰ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐγένετο μακρὰ συζήτησις κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος. Ὑπεστηρίχθη σχεδὸν ὁμοθύμως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅτι πρέπει τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου τὰ ἀναφερόμενα εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, κἄν τε εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον κἄν τε εἰς τὸν δημόσιον, νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ἐνόρκων. Τότε ἔσχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εὐλαβῶς τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ δημόσιος βίος κατὰ θεωρίαν εἶναι διεσταλμένος τοῦ ἰδιωτικοῦ, ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασι συγχέεται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύναται πράγματι διαστολὴ νὰ ὑπάρχῃ. Ἐφ’ ὅσον ἄλλως ὁ ἰδιωτικὸς βίος δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μέτρον τοῦ χαρακτῆρος τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἔχει συμφέρον ἄμεσον ἡ Πολιτεία, ἵνα διὰ τοῦ Λαοῦ κρίνῃ περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν ἑκάστοτε ὑπαλλήλων. Ὅταν κρίνῃ μόνον τοὺς ἀδικήσαντας διὰ τοῦ τύπου, δὲν κρίνει μόνον αὐτούς, ἀλλ’ ἐμμέσως κρίνει καὶ τοὺς ἀδικηθέντας. Εἶχον ὅμως ταύτην τὴν ἐπιφύλαξιν ὅτι, ἐὰν ἡ παραδοχὴ τοιαύτης τινὸς γνώμης θὰ ἐγένετο παραδεκτὴ ἐν τῷ Συντάγματι, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεραπεύσωμεν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα θὰ ἐνεδείκνυε, καὶ ἐνόμισα ὅτι ἕν τοιοῦτο μέτρον θὰ προσῆκε μᾶλλον εἰς τὴν νομοθετικὴν πρόνοιαν. Ταύτην καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεδέχθη, ἀπεδέχθη τουτέστι τὰ ἄτοπα τῆς ὑπάρχοντα εἰς τὴν διαδικασίαν τὴν κρατοῦσαν ἐπὶ ὁμοίου εἴδους ἀδικημάτων καὶ εὗρεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ θέμα νομοθετικῆς μερίμνης. Ὅταν ταῦτα εἶναι παραδεδεγμένα, ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ στέρξῃ καὶ ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι πρὸς τοῖς λόγοις, τοὺς ὁποίους ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω, θεωρητικῶς ἀληθεῖς, ὑπάρχουσι καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων πολλαὶ δικαιολογίαι, πολλοὶ λόγοι συντείνοντες εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς γνώμης ταύτης. Γνωρίζετε ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, καὶ ἴσως κατὰ κανόνα, τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου εἰσάγονται δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως· συνεπῶς δὲν ἔχει τις τὸ δικαίωμα τῆς ἐνασκήσεως ἐνδίκων μέσων καὶ δι’ ὑπέρβασιν δικαιοδοσίας καὶ δι’ ὑπέρβασιν καθηκόντων, ὄχι κατὰ τὴν δικονομικὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου, ἀλλὰ γενικώτερον λαμβανομένου. Ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου καὶ ὅταν σαφῶς ἀναφέρονται εἰς τὸν δημόσιον βίον τοῦ ὑπαλλήλου, βαπτίζει ὡς ἀναφερόμενα εἰς τὸν ἰδιωτικόν. Κατὰ τοῦ τοιούτου δὲν ὑπάρχει ἔνδικον μέσον. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην ὅτι καὶ ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ἀρκούντως σοβαρὰ ὥστε νὰ προκαλέσῃ ἰδιάζουσαν τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς ἵνα κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπὶ τῆς τροπολογίας καθ’ ἣν ὁ Ἄρειος Πάγος ὑπό τινας περιορισμοὺς νὰ θεωρηθῇ δεύτερος βαθμὸς οὐσιαστικῆς διαδικασίας, ἔχω πολλοὺς δισταγμοὺς νὰ τὴν ἀποδεχθῶ κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ πρὸ πάντων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀποδεχθῶ ἐν νομοσχεδίῳ ἀφορῶντι εἰς ἔφεσιν τῶν Πλημμελειοδικῶν. Εἶναι πολὺ μέγα τὸ βῆμα τὸ ὁποῖον ἔχει ὅλους τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος ὑπὲρ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἔχει ἐπίσης καὶ ἀντιθέτους γνώμας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐστερημέναι σοβαρότητος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο ἀκινδύνως νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν καὶ νὰ μελετηθῇ εἶναι τοῦτο. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχει δικαιοδοσίαν νὰ ἀποφαίνηται καὶ ὅταν αἰτιᾶται ὁ καταδικασθεὶς σφαλερὰν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἢ κακὴν ἐφαρμογήν. Τὸν λόγον τοῦτον ἀναιρέσεως ἀντιλαμβάνεται ἀπὸ πολλῆς στενῆς ἑρμηνείας ὁ Ἄρειος Πάγος. Ὁ Ἄρειος Πάγος σπανιώτατα ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ παρορᾷ τοὺς τύπους διὰ νὰ σώσῃ τὴν οὐσίαν. Ἐὰν θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ τι εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ὡς σφάλμα, θὰ ἦτο μία προσπάθεια πολὺ ἐπικίνδυνος διὰ τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, νὰ διασώζῃ τάχα τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τοιούτου πνεύματος ἀγόμενος νὰ ἐξαντλῇ ὁλόκληρον τὴν νομομάθειάν του, νὰ εὑρίσκῃ μερικὰς νομολογίας ἵνα ἀπορρίπτῃ λόγους ἀναιρέσεως βασιμωτάτους. Θὰ ἦτο λοιπὸν εὐχῆς ἔργον ἐὰν ἐτρέπετο ἄλλως ἡ ἀντίληψις τοῦ Ἀνωτέρου Δικαστηρίου ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ αὐτοῦ ὡς ἀκυρωτικοῦ κατὰ τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων, φρονῶ δὲ ὅτι δὲν θὰ ἦτο καὶ ἀνάγκη νομοθετικῆς προνοίας ἵνα εὐρύτερον κρίνῃ περὶ ἐσφαλμένης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἀρκεῖ νὰ ἐρευνᾷ, ἂν τὰ ἀδικήματα, ὡς διατυποῦνται, ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὸ ἱστορικὸν τοὐλάχιστον τοῦ βουλεύματος, διότι ἐν τούτῳ κατ’ ἐξοχὴν δύνανται νὰ παρατηρηθῶσι τὰ σφάλματα, αἱ ἀδικίαι, τὰ παροράματα τῶν δικαστῶν τῶν Κακουργιοδικείων. Ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Συνάδελφος ὁ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας εἶπε καὶ περὶ ἀδίκου ἐπιθέσεως ἵνα μοὶ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδιαίτατα εἰς τοὺς ἐν ἐπαγγέλματι κυρίους Συναδέλφους, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ τι τὸ ἐπικίνδυνον ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἶναι ὅτι τὰ κατηγορητήρια δὲν συντάσσονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμάτων, ὅπως ταῦτα ἀποδεικνύονται ἐκ τῆς δικογραφίας, ἀλλὰ συντάσσονται καθ’ ὃν τρόπον οἱ κύριοι δικασταὶ νομίζουσιν ὅτι ἀσφαλέστερον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ σύνταξις ἑνὸς κατηγορητηρίου καὶ ἡ καταδίκη. Εἶπον ὅτι ἡ ἄδικος ἐπίθεσις μοὶ παρέχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ βεβαιώσω τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβάνονται αὐτὴν οἱ κύριοι δικασταί. Ἡ ἄδικος ἐπίθεσις, διὰ νὰ περιορισθῶ εἰς αὐτήν, εἶναι ἀδίκημα κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου, ἀδίκημα τὸ ὁποῖον εἰς σπανίας περιστάσεις δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ συντρέχῃ ἄδικος ἐπίθεσις ὑπαρχούσης καὶ ὑπαιτιότητος ἐκ μέρους τοῦ καθ’ οὗ αὕτη, καὶ ἐν τούτοις βλέπετε οἱ δικασταὶ νὰ συντάσσωσι παρὰ τὸν νόμον ἐγκλητήρια ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀντελαμβάνετο εὐρύτερον τὸ καθῆκον αὑτοῦ κατὰ τὸν καθεστῶτα νόμον, κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, ἐὰν οὗτος ἤλεγχε τὴν σφαλερὰν ἢ μὴ σφαλερὰν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνευρίσκῃ ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ὀρθῶς ὡς ταῦτα ἐκ τῆς δικογραφίας ἐξάγονται. Τοῦτο θὰ ἦτο ὀρθότατον καὶ θὰ ἐσῴζοντο πολλοὶ ἐκ τῶν σφαλμάτων καὶ δὲν θὰ παρεῖχε τοὺς μεγάλους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι παρέχονται ἐκ τῆς ἀκράτως ἐλευθεριαζούσης γνώμης τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, γνώμης ἡ ὁποία δὲν στερεῖται πολλῆς βασιμότητος, ἀλλ’ ἡ ὁποία εἶναι προϊὸν μεγάλης καὶ ἐμβριθοῦς μελέτης, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται προχείρως νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ αὐτῆς καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν ταύτην καὶ ἐν νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τοιαύτην τροπολογίαν.
§164Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ· καὶ ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἀναγράφετε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει περὶ ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης καὶ ὁ συνειρμὸς καθόλου αὐτῆς ἄγει εἰς μείζονα ἔκτασιν. Ἐὰν λοιπὸν αὐτὴν τὴν βάσιν λάβητε ὑπ’ ὄψιν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένος ὁ περιορισμός. Διατί νὰ μὴ καταστήσωμεν ἐκκλητὰς ὅλας τὰς ἀποφάσεις διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν ἐγγύησιν; Δὲν θὰ ἀντετιθέμεθα δὲ οὔτε ἐν τῇ συνειδήσει τῆς κοινωνίας οὔτε καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ δικασθέντος, ὅτι δὲν ἀπολαμβάνει τοῦ εὐεργετήματος τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως νὰ καθίσταται χείρων παρ’ ἐφέταις ἡ θέσις τοῦ ἐκκαλοῦντος καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Νάκου, ἐὰν ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ αὐτὴν ὁπωσδήποτε, φοβοῦμαι μήπως ἐκ πνεύματος κακῶς ἐννοουμένης συναδελφότητος καὶ ἀξιοπρεπείας ἔχομεν φαινόμενα λίαν δυσάρεστα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ εἴμεθα ἐπιφυλακτικοὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι, ἐπαναλαμβάνω, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πνεύματος τῆς συναδελφότητος πολλὰ ἔκτροπα ἔχουσι γίνει. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι θὰ πολλαπλασιασθῶσιν αἱ ἐργασίαι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναδρομὴν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου αὐτοῦ, τασσομένου μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ διαφωνῆτε, διότι, ἀφοῦ δεχθῶμεν τὴν σκέψιν ταύτην διὰ τοὺς δικαζομένους νῦν, διὰ τίνα λόγον δὲν ἔχει ὡριμάσει ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν καὶ διὰ τοὺς πρὸ ἔτους ἢ ἓξ μηνῶν δικασθέντας; Ἀλλὰ καὶ εἰς ἓν ἄλλο ἀκόμη παρατηρῶ πλημμέλειάν τινα, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν πολλάκις νὰ διαμαρτύρωνται ἐνταῦθα πολλοὶ Συνάδελφοι· διατί δὲν δίδεται παρὰ τῶν δικαστηρίων ἀναστολή.
§165Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι ἄξιον μελέτης καὶ παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τὴν γνώμην σας εἰς τροπολογίαν.
§166Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἂς γίνῃ μία ἔφεσις διὰ τὰς ἀναστολὰς αὐτάς, ἵνα ἡσυχάσωμεν.
§167Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχω καὶ μίαν τετάρτην παρατήρησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Οἱ ἐφέται διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ παθόντος καὶ δύο μαρτύρων δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσπορίζωνται καὶ ἄλλα μέσα ἀποδείξεως. Καὶ ὁ μὲν πλούσιος κατηγορούμενος θὰ δύναται νὰ προσάγῃ σωρείαν μαρτύρων, ὁ πτωχὸς ὅμως, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ δύναται ἐλλείψει μέσων νὰ φέρῃ πολλοὺς μάρτυρας, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσκομίζῃ τὰς καταθέσεις ἁπάντων τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων τῶν ἐνόρκως ἐξετασθέντων καὶ τῶν ἀνωμοτὶ καὶ νὰ λαμβάνωνται πᾶσαι ὑπ’ ὄψιν.
§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὸ Ἐφετεῖον θὰ μεταβιβάζωνται μετὰ τῆς δικογραφίας ὅλαι αὗται αἱ καταθέσεις.
§169Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Προσέτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἡ σύνταξις τῶν πρακτικῶν εἶναι πλήρης. Βεβαίως ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δὲν δύνανται νὰ τηρῶνται· πάντως ὅμως νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τῶν γραμματέων καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§170Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε κατ’ ἐπανάληψιν καὶ κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν βʹ ὅτι, καίτοι θεωρητικῶς εὑρίσκει ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔφεσις καθ’ ὅλων τῶν ἀποφάσεων, δὲν νομίζει ὅμως τοῦτο σκόπιμον διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἐφετείων πρὸς ἐκδίκασιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐφέσεων. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τοῦτο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἔφεσιν καθ’ ὅλων τῶν ἀποφάσεων ἀνεξαιρέτως, ἀλλ’ ἀπὸ ὡρισμένου ὁρίου, καὶ ἐδέχθη, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ τρίμηνον. Ὁ συνάδελφος κ. Νάκος ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν, καθ’ ἣν συνδυάζεται τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα τῆς ἐφέσεως μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐφετείου νὰ χειροτερεύῃ τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου. Καὶ αὐτὸ εἶναι λογικόν· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται τὸ μέρος τῆς τροπολογίας, τὸ ὁποῖον χειροτερεύει τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου, δὲν ἀποδέχεται τὸ ἄλλο, ἀλλὰ περιορίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιβολῆς ποινῆς φυλακίσεως τριῶν μηνῶν καὶ ἐπέκεινα. Δὲν νομίζω ὀρθὸν τοῦτο οὐδὲ τὸν λόγον ὃν προβάλλει ὡς ἀποχρῶντα. Διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς χειροτερεύσεως, ὡς ἐξετέθη, ἀπαγορεύει πλέον εἰς τὸν κατηγορούμενον, τὸν πέρα τοῦ τριμήνου καταδικασθέντα, τὴν ἔφεσιν καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατί. Μὴ νομίσητε, ὅτι ὁ φόβος τῆς χειροτερεύσεως θὰ εἶναι ὁ λόγος ὁ ὁποῖος θὰ ἐμποδίζῃ τοὺς τοιούτους κατηγορουμένους νὰ κάμωσιν ἔφεσιν. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ὑπάρχουσι κατηγορούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ συνειδήσι των εὑρίσκουσι ὅτι καλῶς κατεδικάσθησαν εἰς ἥν ποινὴν κατεδικάσθησαν, διότι γνωρίζουσι τὸ ἀδίκημα καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ δικηγόροι των καὶ ἐνῷ ἀναμένουσιν ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον φυλάκισιν ἕξ μηνῶν λ. χ. ἀκούουσιν ὅτι καταδικάζονται εἰς τρίμηνον ἢ τετράμηνον φυλάκισιν. Μετὰ μίαν τοιαύτην ἐπιεικῆ ἀπόφασιν, οὐδεὶς συνήγορος θὰ συμβουλεύσῃ τὸν πελάτην του νὰ κάμῃ ἔφεσιν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἕτερος λόγος· ὑπάρχουσι καὶ κατηγορούμενοι, εἰς τοὺς ὁποίους τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ μέσου τούτου, διότι μία ἔφεσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στοιχίσῃ ὀλιγώτερον τῶν 150 δραχμῶν. Ποῖος δικηγόρος θὰ δεχθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ ἔφεσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον μὴ λαμβάνων κατ’ ἐλάχιστον πεντηκοντάδραχμον ἀμοιβήν; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τί χρειάζεται ὁ κατηγορούμενος ἵνα μεταβῇ ἐκ τοῦ τόπου του εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Ἐφετεῖου — παραλαμβάνων μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ μάρτυρας. Βεβαίως ὀλιγώτερον τῶν 150 δραχμῶν δὲν δύναται νὰ στοιχίσῃ εἰς αὐτὸν ἡ ὑποστήριξις μιᾶς τοιαύτης ἐφέσεως. Ἐγὼ γνωρίζω κατηγορούμενον ὑπερασπισθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ καταδικασθέντα εἰς εἱρκτήν, ἔχοντα δὲ βασίμους λόγους ἀναιρέσεως, ὅστις εὑρέθη ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ κάμῃ ἀναίρεσιν, διότι ἐστερεῖτο τοῦ παραβόλου τῶν 50 δραχμῶν. Ἠναγκάσθη νὰ ὑποστῇ μίαν ποινὴν εἱρκτῆς, διότι ἐστερεῖτο χρημάτων νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἀναίρεσιν, ἥτις ἀσφαλῶς θὰ τὸν ἀπήλλασε ταύτης! Οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγροτῶν, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον μὲ 20 ἢ 30 δραχμάς, πολὺ θὰ σκεφθῶσι νὰ κάμωσιν ἔφεσιν. Ὥστε μὴ σᾶς πτοῇ ἡ ἰδέα αὕτη ὅτι θὰ ἐπιβαρύνητε τὸ Ἐφετεῖον μὲ σωρείαν ἐφέσεων. Περιορίσατε τὴν ἔφεσιν εἰς ὡρισμένον ὅριον ποινῆς, ἀφήσατε τὰ πράγματα, ὡς εἶχον, καὶ μὴ δίδετε τὸ δικαίωμα τῆς χειροτερεύσεως· ἄλλως, διὰ νὰ εἶσθε συνεπεῖς, δεχθῆτε ὁλόκληρον τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναστολὴ τῆς ποινῆς, ὡς ἐξετέθη, καὶ ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις ὑπὲρ τῶν ἤδη καταδικασθέντων εἶναι ἐνδεδειγμέναι καὶ σκόπιμοι. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφέσεων μετὰ τὴν παροχὴν τοῦ τοιούτου δικαιώματος καὶ εἰς τοὺς ἤδη καταδικασθέντας, δὲν νομίζω τοῦτο ὑπερβολικόν. Ἐὰν ἔχητε τοιούτους χιλίους καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, διανέμοντες αὐτοὺς εἰς τὰ πέντε ἐφετεῖα ἐπιβαρύνετε ἕκαστον αὐτῶν μὲ διακοσίας ἐφέσεις. Δὲν εἶναι πολλαὶ οὔτε πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ στερήσητε τοῦ δικαιώματος τῆς ἐφέσεως ἕνα καταδικασθέντα πρὸ μηνός, ἴσως καὶ εἰς πενταετῆ φυλάκισιν, νὰ στερήσητε τοῦτον τοῦ δικαιώματος τῆς ἐφέσεως, καθ’ ὃν χρόνον παρέχετε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς ἕνα ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη εἰς τρίμηνον ἢ τετράμηνον φυλάκισιν. Τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰσότητα, ἀντίκειται εἰς αὐτὸν τὸν λόγον τὸν ὑπαγορεύσαντα τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἀνταποκριθῆτε, κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, ἀφοῦ ἀπεδέχθητε, καὶ λίαν ὀρθῶς, τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς πλεῖστα μέρη, ἐὰν ἀποδεχθῆτε καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην, δι’ ἧς ἀποδίδεται ἡ ἰσότης καὶ ἡ δικαιοσύνη εἰς πάντας καὶ οὐδεὶς πλέον δύναται νὰ μείνῃ παραπονούμενος. Ἄλλως τε ἐκ τούτου δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἡ δικαιοσύνη.
§171Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αἱ λοιπαὶ τροπολογίαι πλὴν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συνεζητήθησαν, θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποστολῆς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ὑποτρόφων πρὸς εἰδικὰς σπουδὰς διὰ τὴν κατάληψιν θέσεως ἐν τῇ σχολῇ ἐμπορικῶν ἐπιστημῶν καὶ ταῖς σχολαῖς τῆς μέσης ἐμπορικῆς ἐκπαιδεύσεως» κλπ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§173Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κύριοι Συνάδελφοι, παρατηρεῖται μία οὐσιώδης παράλειψις, ἥτις, ἐὰν μείνῃ ὡς ἔχει, θὰ καταλήξῃ εἰς κατάφωρον ἀδικίαν κατ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι περισσότερα προσόντα τῶν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου διαγραφομένων. Καὶ ἐξηγοῦμαι· πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσεχῶς θὰ διαγωνισθῶσιν, ὅπως ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς ἐκμάθησιν ἀνωτέρων ἐμπορικῶν σπουδῶν, διὰ νὰ καταλάβωσιν ἀκολούθως τὰς θέσεις τῆς ἀνωτέρας Ἐμπορικῆς Ἀκαδημίας. Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου 1 ἔχει καλῶς, τὸ δεύτερον ὅμως μέρος τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου εὑρίσκω ὅλως ἀδικαιολόγητον, διότι, ἐνῷ ὁρίζει ὅτι εἰς τὸν διαγωνισμὸν θὰ λάβωσι μέρος οἱ πτυχιούχοι καθηγηταὶ τῶν ξένων γλωσσῶν, οἱ διδάξαντες ἐπὶ τριετίαν καὶ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἀποκλείει τοὺς πτυχιούχους καθηγητὰς ξένων γλωσσῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν ἐπιτηδειότητα νὰ διορισθῶσι, χωρὶς νὰ εἶναι καὶ ἐκ τούτου ὀλιγώτερον ἱκανοὶ ἢ μᾶλλον κατ’ ἐμὲ πολὺ ἱκανώτεροι, διότι συμπίπτει πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ εἶναι καὶ τελειόφοιτοι μιᾶς σχολῆς τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου. Ἐκ τῆς ἁπλῆς δὲ ἀναγνώσεως καὶ παρατηρήσεως τοῦ νομοσχεδίου συνάγει τίς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐνῷ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῖ ὡς τεκμήριον τῶν διαγωνισθησομένων τὰς γραμματικὰς γνώσεις καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, ἐξ ἑτέρου ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἄγνωστον διατί, καὶ καταργεῖ ἐν μέρει τὸ τεκμήριον τοῦτο, χωρὶς, ὑποθέτω, νὰ εὑρίσκηται ἐν τάξει μὲ τὴν συνείδησίν του καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὸ διατί· ἴσως ἐκ κακῶν ὑποδείξεων. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν «διδάξαντες ἐπὶ τριετίαν τοὐλάχιστον» καὶ ν’ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τοὺς διαγωνισθησομένους. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, διότι ἐναντίον πράττων θέλει κινδυνεύσει νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς προσωπικὸν καὶ θέλει νομισθῇ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπεσε θῦμα κακῶν εἰσηγήσεων τῶν ἀμέσως ἐνδιαφερομένων προσώπων.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 2–6, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως πιστώσεως πρὸς προμήθειαν διπλῶν χειροπριόνων». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§175Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τοῦτο τὸ κακὸν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἐκ μέρος τοῦ Δημοσίου ἀγορᾷ γεωργικῶν ἐργαλείων, ὅτι, ἐπειδή, ἂν τὸ Δημόσιον φέρει τοιαῦτα ἐργαλεῖα καὶ διανέμει αὐτὰ, δωρεὰν μάλιστα, θὰ θέσῃ εἰς δυσχερῆ θέσιν τὸ ἐμπόριον τοῦ νὰ φέρῃ τοιαῦτα ἐργαλεῖα. Καὶ εἰδικῶς ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ἐν Πειραιεῖ ὑπάρχει ἔμπορος, ὁ κ. Ἀγιομαυρίτης, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε διπλοῦς χειροπρίονας, καὶ τοὺς εἰσήγαγε μὲ τὸν κίνδυνον ὅτι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ μεγάλην κατανάλωσιν, διότι ἡ χρῆσίς των εἶναι εἰσέτι οὐχὶ πολὺ γνωστή. Φαντάσθητε λοιπὸν ἐὰν τὸ Δημόσιον φέρῃ 200 χειροπρίονας, καὶ τοὺς διανείμῃ δωρεάν! Τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον τόσον διὰ τὴν μικρὰν αὐτὴν ζημίαν, ὅσον εἶναι σπουδαῖον, διότι πᾶς ἔμπορος θὰ δυσκολεύηται τοῦ λοιποῦ νὰ κάμῃ εἰσαγωγὴν ἐργαλείων γεωργικῶν οὐχὶ κοινῆς χρήσεως.
§176Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ μέτρον τοῦτο νὰ ἐξησκεῖτο συνεχῶς καὶ ἐπανειλημμένως, βεβαίως αἱ παρατηρήσεις ὑμῶν θὰ ἦσαν δίκαιαι καὶ εὔλογοι, ἀλλὰ μόνον ἐφάπαξ πρόκειται νὰ γίνῃ. Ἅμα συνηθίσωσιν οἱ ὑλοτομοῦντες ἀγρόται τότε θὰ δύνανται οἱ ἔμποροι νὰ εἰσαγάγωσι πολὺ περισσότερα καὶ νὰ πωλήσωσι πολὺ περισσότερα ἀπὸ τὰ τοιαῦτα ἐργαλεῖα. Εἰδικῶς δὲ διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ὅτι ἐλάχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἀφήσωσι τὴν χρῆσιν τοῦ ἀρχεγόνου πελέκεως, ὁ ὁποῖος καταστρέφει τὰ δένδρα. Λοιπὸν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία δοκιμή, ἐλπίζει δὲ ἡ Κυβέρνησις ὅτι οἱ ὑλοτομοῦντες θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ προσανατολισθῶσι πρὸς τὰς ὑποδείξεις ταύτας τῆς ἐπιστήμης.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Λονδίνῳ διομολογηθείσης ῥαδιοτηλεγραφικῆς συμβάσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8. 30′ μ. μ.).