1913.12.23
2,342 rows · 18,244 words · 104 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 23ης Δεκεμβρίου 1913.
(Δευτέρα, ὥρᾳ 10 μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Παρακαλῶ νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς 30 συνεδριάσεως τῆς 21 τοῦ μηνός, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἐκτυπωθῆ καὶ δὲν ἐπεκυρώθησαν.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§4ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει προχθὲς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας Βουλευτοῦ κ. Τσαλδάρη τῇ ἀκολουθησάσῃ ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ἔκαμα τὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐφρόντισα νὰ διατυπωθῇ οὕτω εἰς τὰ πρακτικά, ἵνα δώσω πληρεστέραν τὴν ἔννοιαν αὐτῆς καὶ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ πράγματος, καὶ τὴν ὁποίαν ἀναγινώσκω· «ὁ συνταχθησόμενος τυχὸν συμπληρωματικὸς πίναξ Α θὰ συγχωνευθῇ μὲ τὸν συνταχθέντα τὸ πρῶτον πίνακα Α, ὁ συμπληρωματικὸς πίναξ Β μὲ τὸν ἀρχικὸν Β καὶ οὕτω καθεξῆς». Ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς δηλώσεως ἡ ἔννοια τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2, ἥτις ἔχει οὕτω· «οἱ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οὕτω καταρτισθησομένων συμπληρωματικῶν πινάκων προαχθησόμενοι εἴτε πρὸς πλήρωσιν χηρευουσῶν θέσεων εἴτε καθ’ ὑπέρβασιν ἀνακτῶσι καὶ τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῶν ὅπλῳ ἢ σώματι ἀρχαιότητά των, ἣν προήχθησαν ἤδη νεώτεροι αὐτῶν. Ὡς ἀρχὴ μετρήσεως, προκειμένου περὶ περαιτέρω προβιβασμοῦ, λογισθήσεται ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν προήχθησαν οἱ ἐν λόγῳ νεώτεροι αὐτῶν» εἶναι ὅτι οἱ προαχθησόμενοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συμπληρωματικοῦ πίνακος ἀνακτῶσι τὴν ἀρχαιότητά των ἀπέναντι τῶν προαχθέντων δι’ ἰσοτίμου πίνακος, δηλαδὴ ἐάν τις ἐν τῷ μεταξὺ ἐγγραφῇ εἰς τὸν συμπληρωματικὸν πίνακα Γ τῶν προβιβαστέων κατ’ ἀρχαιότητα καὶ προαχθῇ μετὰ 6 λόγου χάριν μῆνας δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀνακτήσῃ τὴν ἀρχαιότητα ἀπέναντι τῶν προαχθέντων διὰ τοῦ πίνακος Α ἢ Β. Αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀπεδίδομεν εἰς τὰς δηλώσεις μου. Παρακαλῶ νὰ γραφῶσι ταῦτα εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. (Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται). Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλήν· Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ ἀνθυπολοχαγὸς Π. Μπρίλιας παρακαλεῖ, ὅπως βελτιωθῇ ἡ σύνταξίς του καὶ ὑπαχθῇ εἰς τὸν ΓΠΜΗʹ νόμον· Ὁ Παγκρήτιος Διδασκαλικὸς Σύλλογος παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν παρατηρήσεις τινὰς ἃς ἐπιφέρουσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι· Οἱ φοιτηταὶ τῆς ἰατρικῆς παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ ταχείας λειτουργίας τῆς ὀδοντιατρικῆς σχολῆς· Ἡ Εὐφροσύνη χήρα Δ. Λεκάστα παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ τὸ ἐκ 500 δραχ. ἐτήσιον ἐπίδομα, ὅπερ τῇ ἐχορηγεῖτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· Ἡ Διονυσία σύζυγος Η. Ἀσημακοπούλου, ἐπικούρου ἰατροῦ ἐν τῷ Βʹ Στρατιωτικῷ Νοσοκομείῳ, παρακαλεῖ, ὅπως χορηγῆται ἄδεια διανυκτερεύσεως εἰς τὸν σύζυγόν της. Οἱ κ. Σακελλαριάδης, Ι. Παρτίδας, Χριστόπουλος, Γάγαλης καὶ Κοσκινᾶς ἐξ Ἰωαννίνων παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν τελειοφοίτων τοῦ Πανεπιστημίου, ὑπηρετούντων ὡς γραμματέων Βʹ. Ἡ Μαρία Πλέσσα παρακαλεῖ, ὅπως χορηγῆται εἰς τὸν ἀδελφόν της ἄδεια διανυκτερεύσεως ἐκ τοῦ Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου, καθότι μόνη ἐν Ἀθήναις οὐδένα ἔχει προστάτην. Ὁ Εὐστρ. Μπολάνης, κατάδικος ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης, ὑποβάλλει ἀναφορὰν κατὰ τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν Τραπεζουντίου. Ὁ ἐκ Κρήτης Στυλ. Ἀρχοντουλάκης, κατάδικος τοῦ Ἀγγλικοῦ Στρατοδικείου ἐν Ἡρακλείῳ, ζητεῖ, ὅπως τῷ ἀποδοθῇ ἡ ἐλευθερία του. Ὁ Ξενοφῶν Ἀδαμαντίδης, ἐκ Βιστίνης, Πρωτοδίκης ἐπὶ δεκαετίαν ἐν Ἀργυροκάστρῳ ἐπὶ Τουρκοκρατίας, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ νὰ προσληφθῇ ὡς Πρωτοδίκης παρὰ τῷ ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§6Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, ἐφ’ ὅσον ἔχει τοιαύτην. Ἀπὸ τριῶν ἤδη ἡμερῶν ἡ Ἠλεία καὶ ἰδίᾳ ὁ δῆμος Λετρίνων πάσχει ἀπὸ σεισμικὰς δονήσεις. Ἤθελον νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τίνας πληροφορίας ἔχει περὶ τῶν γενομένων ζημιῶν καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτὸν ὅπως πλὴν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, παρέμβῃ ἐπὶ πλέον, διότι ἐξώδικοι πληροφορίαι φέρουσιν ὅτι αἱ ἐπελθοῦσαι ζημίαι εἶναι σημαντικαί, καὶ δὲν πρέπει νὰ καταστραφῇ ὁ τόπος ἐκεῖνος.
§7Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς τῶν Ἐσωτερικῶν). Προχθὲς ἐλήφθη τηλεγράφημα παρὰ τοῦ Νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀγγέλλον ὅτι ἐγένοντο σεισμοὶ ἐν Πύργῳ καὶ Ἀμαλιάδι. Περὶ δυστυχημάτων καὶ ζημιῶν δὲν γίνεται λόγος ἐν τῷ τηλεγραφήματι. Ἐζήτει μόνον ὁ Νομάρχης ἐνίσχυσιν τῆς δημοσίας δυνάμεως, ἵνα φρουρήσῃ τὰς φυλακάς, διότι λόγῳ τῶν σεισμῶν οἱ φυλακισμένοι εἶχον μετενεχθῇ εἰς τὸ προαύλιον. Διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεστάλη ἡ ζητηθεῖσα ἐνίσχυσις. Κατόπιν ἠρώτησα ἐπανειλημμένως, ἀλλὰ καμμία δὲν ἐσημειώθη ζημία.
§8Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπίκειται διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, θὰ παρεκάλουν, ὅπως αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις διαβιβασθῶσιν εἰς τοὺς οἰκείους Ὑπουργούς, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης ἀναφορᾶς ἢ ἐρωτήσεως δέον νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ τότε νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὰς ἐρωτήσεις τὰς ἀπευθυνομένας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κατέθηκα ἐγγράφους τὰς ἀπαντήσεις.
§11Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ἀπεστάλη τηλεγράφημα διὰ τοῦ ὁποίου παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι Λουτρακίου διὰ διακοπὴ ἡ τηλεγραφική των συγκοινωνία, διότι, φαίνεται, ἔπεσαν οἱ πάσσαλοι.
§12Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ αὐτὸ τηλεγράφημα ἔλαβον καὶ ἐγὼ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα πρὸς ἐπανάληψιν τῆς συγκοινωνίας.
§13Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν λαμβάνω γνῶσιν καὶ θὰ φροντίσω.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτῶν).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν δανείου 500,000,000 δραχ. χρυσῶν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Εὐταξίας.
§16ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καλούμεθα, Κύριοι, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν δανείου 500 ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τὸ δάνειον τοῦτο κέκτηται μεγίστην δι’ ἡμᾶς σημασίαν, ὄχι μόνον διὰ τὸ ποσὸν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐφαντάσθημεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ διότι αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ πρῶτον μέγα ἐξωτερικὸν δάνειον τῆς Νέας Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ὡς γνώμων τῆς οἰκονομικῆς της πίστεως καὶ θὰ προκρίνῃ καθόλου τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας ἡμῶν. Ὡς τοιοῦτον ἔπρεπε τὸ δάνειον αὐτὸ νὰ τύχῃ τῆς συντόνου καὶ ἐνδελεχοῦς μελέτης καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, νὰ μὴ ἔλθῃ δὲ ἐξαπίνης ἐνώπιον ἡμῶν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον κατὰ τὰς τελευταίας τρεῖς ἢ τέσσαρας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς ἐπικειμένης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν της. Νομοσχέδια, Κύριοι, τοιαῦτα, ἀφορῶντα εἰς ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους καθόλου, δὲν συντάσσονται ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν, ὡς τὸ παρόν, καθ’ ἃ ἐδήλωσε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὐδ’ ὑποβάλλονται αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως οὐδὲ ψηφίζονται ἐκ συναρπαγῆς ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν. Ἀφοῦ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, δι’ οὓς λόγους αὐτὴ οἶδε, νὰ ψηφισθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καίτοι πρὸ δύο μόλις ἡμερῶν διανεμηθὲν εἰς ἡμᾶς, ἡ δὲ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ὑπείκουσα εἰς τὰ κελεύσματα αὐτῆς οὐδεμίαν ἔχει εἰς τοῦτο ἀντίρρησιν, ἡμεῖς, Κύριοι, οἱ ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ εὑρισκόμενοι, ὀφείλομεν ἑκόντες ἄκοντες νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ καὶ οὕτω, διότι, ὡς νομίζομεν, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐξαπέστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ἐπιγράφεται «περὶ χορηγίας ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν δανείου 500.000.000», ἀλλ’ εἰς τὸν ἀναγινώσκοντα αὐτὸ ἐπισταμένως προβάλλονται οἱονεὶ ἀφ’ ἑαυτῶν τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα: Πρόκειται πράγματι τὸ Κράτος νὰ εἰσπράξῃ ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ ποσόν, θὰ ἐξαρκέσῃ δὲ τοῦτο εἰς πλήρωσιν πασῶν τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν του; Εἶναι δὲ τοιοῦτοι οἱ ὅροι τοῦ δανείου, ὥστε νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν πεποίθησιν ὅτι δι’ αὐτοῦ ὄντως προβιβάζεται ἡ οἰκονομικὴ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν περιωπήν, ἥτις ἐμπρέπει αὐτῇ τὴν σήμερον; Εἶναι οἱ ὅροι αὐτοὶ ἀντάξιοι τοῦ μεγάλου οἰκονομικοῦ μέλλοντος, τὸ ὁποῖον διανοίγεται εἰς ἡμᾶς μετὰ δύο νικηφόρους πολέμους, κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς σχεδὸν ἐδιπλασιάσθη; Εἶμαι, Κύριοι, βέβαιος ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ ἀπήντα καταφατικῶς εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα, ἀμφιβάλλω δέ, ἐὰν καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὑπογράψας καὶ προσκομίσας εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, θὰ ἔπραττε τοῦτο. Αὐτὸς ἄλλως τε ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ παραστήσῃ τὸ προτεινόμενον δάνειον ὡς οἰκονομικὸν θρίαμβον τῆς νέας Ἑλλάδος, μετὰ πολλῆς δὲ τῆς συστολῆς προσεπάθησε νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς οἱ ὅροι αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐδικαιούμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα τὴν σήμερον, ἀλλὰ δύνανται νὰ θεωρηθῶσι μᾶλλον ἐπαχθεῖς δι’ ἡμᾶς. Καὶ ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῶν ὅρων τοῦ δανείου, ὡς οὗτοι ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλ’ ὡς ὑπέδειξα ἐγὼ ἤδη κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, οἱ ὅροι αὐτοὶ εἶναι ἐν πολλοῖς ἀσαφεῖς καὶ διφορούμενοι. Διατί τοῦτο; Βεβαίως, Κύριοι, δὲν πρόκειται οὕτω πως νὰ παγιδευθῶσιν οἱ κεφαλαιοῦχοι, μεθ’ ὧν θὰ συμπλακῇ τὸ Κράτος διὰ τὸ δάνειον. Αὐτοὶ φροντίζουσι πάντοτε, ἵνα οἱ ὅροι τῶν δανείων εἶναι σαφεῖς καὶ ἀνεπίδεκτοι ἀμφισβητήσεως πρὸς ἀποφυγὴν προστριβῶν καὶ συγκρούσεων μετὰ τῶν δανειζομένων Κρατῶν, ὅπερ ἄλλως τε ἀπαιτεῖ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον καὶ τούτων καὶ ἐκείνων. Ἀλλὰ διατί τότε ἀνεγράφησαν τόσον ἀσαφεῖς καὶ διφορούμενοι οἱ ὅροι τοῦ δανείου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Ἐγώ, Κύριοι, πολὺ φοβοῦμαι, μήπως ἐγένετο τοῦτο ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ἵνα φανῶσιν εἰς ἡμᾶς ὀλιγώτερον δυσμενεῖς οἱ ὅροι τοῦ δανείου, ἀπὸ ὅ,τι πράγματι εἶναι αὐτοί, καὶ διευκολυνθῇ οὕτω πως ἡ ἐπιψήφισις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Τοὺς φόβους μου δὲ αὐτοὺς δυστυχῶς ἐνίσχυσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀποφυγὼν προχθὲς νὰ παράσχῃ σαφεῖς καὶ κατηγορηματικὰς ἐξηγήσεις πρὸς τὰς διατυπωθείσας ὑπ’ ἐμοῦ ἀπορίας. Καὶ ἐὰν δὲ ὑπελείπετο εἰς ἐμὲ ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ πράγματος, ταύτην διεσκέδασεν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ἣν προέβη οὗτος ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἀποριῶν μου ἐκείνων καὶ καθ’ ἣν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον συνετάχθη καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἐν σπουδῇ μεγάλῃ κατ’ ἀκολουθίαν τηλεγραφήματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ληφθέντος μόλις πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν. Τί δὲ σημαίνει τοῦτο; Πρὸ μηνῶν, Κύριοι, ἀπῆλθεν εἰς Γαλλίαν συναποκομίζων μεθ’ ἑαυτοῦ γενναίαν ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Λ. Κορομηλᾶς. Ἔκτοτε διετυμπανίσθη ἐν τῷ τύπῳ ὅτι αὐτὸς εἶχεν εἰδικὴν ἀποστολήν, ἵνα διαπραγματευθῇ τὴν ἑνοποίησιν καὶ μετατροπὴν τῶν παλαιῶν ἡμῶν δανείων καὶ τὴν συνομολόγησιν νέου μεγάλου τοιούτου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι μετὰ μικρὸν ἔπαυσε νὰ γίνηται λόγος περὶ ἑνοποιήσεως καὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων. Ἀλλ’ ὁ τύπος ἐξηκολούθησεν ἀναγράφων ἑκάστοτε εἰδήσεις περὶ διαπραγματεύσεων πρὸς συνομολόγησιν νέου δανείου, ἕως οὗ τελευταῖον ἀνήγγειλεν ὅτι, ἀχθεισῶν τούτων εἰς αἴσιον πέρας, ὁ κ. Κορομηλᾶς ἀπῆλθεν εἰς τὴν νέαν θέσιν του ὡς πρεσβευτὴς ἐν Ῥώμῃ. Καὶ ἐπιτρέπεται, Κύριοι, τώρα εἰς ἡμᾶς νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἀνὴρ τῆς οἰκονομολογικῆς περινοίας καὶ ἀκριβολογίας τοῦ κ. πρώην ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠρκέσθη νὰ θεωρήσῃ λήξασαν τὴν ἐν Γαλλίᾳ ἀποστολήν του καὶ ἀπέλθῃ εἰς τὴν ἐν Ῥώμῃ θέσιν του, ἐὰν δὲν ἐφρόντισε προηγουμένως νὰ καθορίσῃ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου; Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἔχει συνταχθῇ ἤδη καὶ ἡ σχετικὴ σύμβασις, ὅτι δὲ ἀντίγραφον ταύτης ἔχει ἀποσταλῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, κυρίως εἰπεῖν, ζητεῖται μόνον ἡ ἄδεια πρὸς ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑποβάλλει εἰς ἡμᾶς αὐτὸ τοῦτο τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, τὸ ἀναγράφον ἐν πάσῃ σαφηνείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου, ἵνα οὕτως ἐν πλήρει καὶ τελείᾳ ἐπιγνώσει αὐτῶν ψηφίσωμεν ἡμεῖς τὸ δάνειον, ὅπερ τοσαύτην καὶ τηλικαύτην σπουδαιότητα κέκτηται διὰ τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν; Νομίζω ἐπὶ τέλους ὅτι εἶναι ζήτημα ἀξιοπρεπείας διὰ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ κειμένου τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἄλλως τε δὲν εἶναι κανὲν ἀπόρρητον τοῦ Κράτους, ἀφοῦ αὐτὴ μετὰ τὴν ὑπογραφήν της, ἵνα τεθῇ εἰς ἰσχύν, θὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νῦν, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, νὰ προκαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ἀπαραίτητον, ἵνα γίνῃ ἡ προσήκουσα συζήτησις περὶ τοῦ δανείου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκηται ἐν τῇ κατοχῇ τῆς συμβάσεως, θὰ προεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἔχαιρον μεγάλως, ἐὰν εἶχον τὴν σύμβασιν εἰς χεῖρας, ἵνα σᾶς τὴν παραδώσω.
§18ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀρκεῖ αὐτὴ ἡ δήλωσις. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην καὶ ἄλλης τινὸς δηλώσεως, ἵνα κατ’ αὐτὴν κανονίσω τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἐδημοσιεύθη σήμερον ἡ εἴδησις, καθ’ ἣν ὁλόκληρον τὸ δάνειον τῶν 500.000.000 εἶναι ἤδη ἐξησφαλισμένον, θὰ καταβληθῇ δὲ εἰς ἡμᾶς τὸ μὲν ἥμισυ αὐτοῦ νῦν ἀμέσως χάριν τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας πρὸς κάλυψιν τῶν προκαταβολῶν.
§19ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ εἴδησις εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβής.
§20ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν πραγμάτων ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι οἱ ὅροι τοῦ δανείου εἶναι ὄντως ἐπαχθεῖς. Ἀλλὰ προσεπάθησε νὰ τοὺς δικαιολογήσῃ εἰπὼν ἐν πρώτοις ὅτι ὡς ἐκ τῆς στενότητος τῶν σημερινῶν περιστάσεων ἀδυνατοῦσι νὰ συνομολογήσωσι δάνειον ὑπὸ κρείσσονας ὅρους καὶ Κράτη, ἔχοντα οἰκονομικὰ ἀνθηρότερα τῶν ἡμετέρων. Εἶτα δὲ ἰσχυρίσθη ὅτι καὶ ἡ Ἑλλάς, ὡς καὶ τὰ ἄλλα Κράτη τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου, τὰ μόλις ἐξελθόντα ἐκ τοῦ μακροῦ καὶ πολυδαπάνου πολέμου μὲ μεγάλα ἐλλείμματα, δὲν δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσι πολλὴν πεποίθησιν εἰς τὰ κεφάλαια. Εἰς ἀπόδειξιν μάλιστα τοῦ ἰσχυρισμοῦ του τούτου ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ γεγονός, καθ’ ὃ καὶ ἡ Σερβία ἐδανείσθη τελευταῖον ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς μὲ ἡμᾶς εἰμὴ καὶ ὑπὸ χείρονας ὅρους. Ἐγώ, Κύριοι, ἀγνοῶ, ἐὰν ἡ Σερβία συνωμολόγησε τελευταῖον μέγα ἐξωτερικὸν δάνειον καὶ δὴ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους πρὸς τοὺς προτεινομένους νῦν εἰς ἡμᾶς. Γινώσκω ὅμως κάλλιστα —καὶ τοῦτο ἀνέφερα καὶ προχθὲς— ὅτι ἡ Ῥωμουνία, Κράτος οὖσα καὶ αὐτὴ τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου καὶ μετασχοῦσα τοῦ τελευταίου κατὰ τῶν Βουλγάρων πολέμου, συνωμολόγησε πρὸ μικροῦ δάνειον ἐκ 250.000.000 φράγκων ἐν Γερμανίᾳ μὲ τιμὴν ἐκδόσεως 91 καὶ ἐπὶ τόκῳ 4½ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ἐνῷ τὸ ἡμέτερον δάνειον πρόκειται νὰ συνομολογηθῇ μὲ τιμὴν ἐκδόσεως 87¾ καὶ τόκον 5%. Τί δὲ σημαίνει τοῦτο; Ὅτι ἡμεῖς ἀναλόγως πρὸς τὸ Ῥωμουνικὸν δάνειον θὰ λάβωμεν ἐπὶ 500.000.000 3¼ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 16,250,000 ὀλιγώτερα καὶ θὰ καταβάλλωμεν ἐτησίως εἰς τόκον ½ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 2,500,000 δραχ. περισσότερα. Παρατηρητέον δέ, ὅτι ἡ Ῥωμουνία ἐπέτυχε κατώτερον τόκον ἐν Γερμανίᾳ, ἔνθα αὑτὸς εἶναι συνήθως 1–1½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἀνώτερος ἢ ἐν Γαλλίᾳ, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν ἑκατέρας τῶν χωρῶν αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε τότε οἱονεὶ λησμονῶν ὅ,τι εἶχεν εἴπει προηγουμένως, ὅτι δηλαδὴ καὶ Κράτη ἔχοντα ἀνθηρότερα Οἰκονομικὰ τῶν ἡμετέρων δὲν δύνανται τὴν σήμερον νὰ δανεισθῶσιν ὑπὸ ὅρους εὐνοϊκωτέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναγράφονται ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, ἔσπευσε, λέγω, ν’ ἀπαντήσῃ πρὸς ἐμὲ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύγκρισις μεταξὺ Ῥωμουνίας καὶ Ἑλλάδος ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν. Ἡ Ῥωμουνία κατ’ αὐτὸν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῆς περισσεύματα καὶ ὄχι ἐλλείμματα, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἐδανείσθη δὲ οὐχὶ πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων, ὡς αὑτή, ἀλλὰ διὰ κατασκευὴν μόνον δημοσίων ἔργων, ἤτοι διὰ δαπάνας παραγωγικάς. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, μικροῦ δεῖν ἀνεφώνει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τέλει τῆς τοιαύτης συγκρίσεώς του: «Βάλλει καὶ ἡ κοσκινοῦ τὸν ἄνδρα της μὲ τοὺς πραγματευτάδες!» Τόσον ταπεινὴν ἰδέαν, ὡς μὴ ὤφελε, φαίνεται ἔχων αὐτὸς ὁ νῦν διευθύνων τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ περὶ τῆς Νέας μεγάλης Ἑλλάδος ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, μὲ ὅλους τοὺς θριάμβους της ἐν πολέμῳ, μεθ’ ὅλον τὸν διπλασιασμὸν τῶν ὁρίων της καὶ ἰδίως μεθ’ ὅλην τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχήν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἐπέδειξε παραμείνασα πάνοπλος ἐν ἐπιστρατεύσει ἐπὶ δεκατέσσαρας ὅλους μῆνας. Ἀλλ’ εἶναι τῷ ὄντι τοιαύτη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ῥωμουνίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ δικαιολογῆται, ὡς νομίζει, ὁ κ. Ὑπουργός, ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὅρων τοῦ δανείου τοῦ νῦν προτεινομένου εἰς ἡμᾶς; Εἶναι κἂν ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπ’ αὐτοῦ ὅτι ἡ Ῥωμουνία ἐδανείσθη μόνον διὰ κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ζητεῖ νὰ δανεισθῇ κυρίως διὰ κάλυψιν ἐλλειμμάτων. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὸ πρόγραμμα τῆς ἐκδόσεως τοῦ Ῥωμουνικοῦ δανείου, ἐν αὐτῷ δὲ ἀναγράφεται ὅτι ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου τὸ ἓν τέταρτον, ἤτοι 70,000,000 φρ., θὰ διατεθῇ εἰς ἐξόφλησιν ἐντόκων γραμματίων, ἐκδοθέντων χάριν τῶν δαπανῶν τοῦ πολέμου, ἤτοι εἰς κάλυψιν ἐλλείμματος, τὰ δὲ ὑπόλοιπα διὰ κατασκευὴν δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ καὶ ἐν ἄρθρῳ 2 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀναγράφεται (ἀναγινώσκει): «Τὸ δάνειον χρησιμοποιηθήσεται πρὸς ἐξόφλησιν προσωρινῶν δανείων, συνομολογηθέντων πρὸς κάλυψιν ἐκτάκτων δαπανῶν τῶν προσαρτηθεισῶν χωρῶν καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων κλπ» Καὶ νῦν, Κύριοι, κρίνατε ὑμεῖς, κατὰ πόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ προχθὲς ἰσχυρισθεὶς ὅτι ἡ Ῥωμουνία ἐδανείσθη μόνον διὰ κατασκευὴν ἔργων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Ῥωμουνία δὲν ὑπέστη ὅσας ἡ Ἑλλὰς πολεμικὰς δαπάνας, διότι αὐτὴ ἠκολούθησε καιροσκόπον πολιτικὴν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ πολέμου τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Κρατῶν τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου κατὰ τῆς Τουρκίας μέχρι τοῦ πολέμου μεταξὺ τῶν τέως συμμάχων, ὅτε αὐτὴ ξιφουλκήσασα κατώρθωσε σχεδὸν ἄνευ θυσιῶν εἰς ἄνδρας καὶ πυρομαχικὰ νὰ ἐπεκτείνῃ μὲν τὰ ὅριά της εἰς βάρος τῆς Βουλγαρίας, νὰ καταστῇ δὲ διαιτητὴς τῶν τέως συμμάχων Κρατῶν καταλαβοῦσα πρωτεύουσαν, ἂν μὴ καὶ δεσπόζουσαν, θέσιν μεταξὺ αὐτῶν. Καὶ οὕτως ὅμως ἡ Ῥωμουνία, ἀφοῦ κατηνάλωσε τὰ περισσεύματα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ της, ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς ἔκδοσιν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε τώρα νὰ ἐξοφλήσῃ διὰ τοῦ δανείου. Καὶ ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη περισσεύματα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῆς, ὀφειλόμενα ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ Ὑπουργείου τῆς 15 Αὐγούστου, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη εἰς τὴν ἀρχὴν ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποσοβήσῃ τὸν τότε ἐπικρεμάμενον εἰς ἡμᾶς μέγαν οἰκονομικὸν κίνδυνον καὶ νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα διὰ τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. Καὶ κατωρθώσαμεν τότε ἡμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ μεγάλων οἰκονομιῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ γενναίων φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων, ἵνα τὸ πρὶν ἔλλειμμα τῶν 11 ἑκατομμυρίων μεταβληθῇ εἰς περίσσευμα 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Θὰ ἦτο δὲ τὸ περίσσευμα τοῦτο πολὺ ἀνώτερον, ἐὰν παρεμένομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ἐφηρμόζομεν ἡμεῖς πάντα τὰ οἰκονομικά μας μέτρα, δὲν διεδέχοντο δὲ ἡμᾶς ἐν τῇ ἀρχῇ ἄλλοι, κύριον μέλημα ἔχοντες, πῶς νὰ ὑπομονεύσωσι καὶ ἀνατρέψωσιν ἐν πολλοῖς τὸ ἡμέτερον ἔργον. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ οὕτως ἡ Ἑλλὰς εἶχε τότε νὰ ἐπιδείξῃ ἀνάλογα πρὸς τὴν ἔκτασιν, τὸν πληθυσμὸν καὶ τοὺς οἰκονομικούς της πόρους περισσεύματα ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν Ῥωμουνίαν. Ἀφοῦ δὲ αὐτὴ διεξήγαγε δύο πολέμους καὶ παρέμεινεν ἐν ἐπιστρατεύσει ἐπὶ δεκατέσσαρας μῆνας καὶ πλέον δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ὑποστῇ ἐκτάκτους πολεμικὰς δαπάνας ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Ῥωμουνία, ἐξ οὗ καὶ ἡ ἀνάγκη αὐτῆς, ἵνα συνομολογήσῃ καὶ διπλάσιον ταύτης δάνειον. Τοῦτο ὅμως δὲν ἦτο λόγος, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς διακηρύξῃ προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξῆλθεν ἐκ τῶν δύο πολέμων συντετριμμένη οἰκονομικῶς.
§21ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶπον κουρασμένη.
§22ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἴπετε πρῶτον «συντετριμμένη» καὶ ὕστερον «κουρασμένη», ἀφοῦ παρετηρήσατε τὴν γεννηθεῖσαν ἐν τῇ Βουλῇ δυσφορίαν διὰ τὴν φράσιν σας ἐκείνην. Τοιοῦτό τι ὅμως, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἐπιτρέπεται τὴν σήμερον ὄχι μόνον εἰς ὑμᾶς, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὸν ἔσχατον τῶν Ἑλλήνων νὰ ἐκστομήσῃ. Διότι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξῆλθε συντετριμμένη οἰκονομικῶς ἐκ τοῦ πολέμου, ἀφοῦ αὐτὴ ἐδιπλασιάσθη σχεδὸν κατ’ ἔκτασιν καὶ πληθυσμὸν προσαρτήσασα εἰς ἑαυτὴν χώρας γονίμους καὶ πλουσίας ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἐπὶ πλέον δὲ τώρα διανοίγεται ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος στάδιον εὐρύτατον εἰς ἀνάπτυξιν καὶ προαγωγὴν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας, τῶν δύο τούτων σπουδαιοτάτων οἰκονομικῶν παραγόντων, καθ’ οὓς αὐτὴ ὑπερτερεῖ οὐ μόνον τῆς Ῥωμουνίας, ἀλλὰ καὶ πολλῶν ἄλλων κραταιοτέρων ταύτης χωρῶν, ἐξ οὗ καὶ ἡ ἀντιζηλία καὶ ἀντίδρασις τούτων πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων της κατὰ γῆν, μάλιστα δὲ κατὰ θάλασσαν. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, ἀφοῦ κατὰ τὸν μακροχρόνιον πόλεμον ἐπέδειξεν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν κινήσασα τὸν θαυμασμὸν ὅλου τοῦ κόσμου, ἐξῆλθεν ἐξ αὐτοῦ μεγαλυνθεῖσα οὐ μόνον γεωγραφικῶς, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικῶς, ὅσον οὐδὲν ἄλλο τῶν Κρατῶν τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου, μηδ’ αὐτῆς τῆς Ῥωμουνίας ἐξαιρουμένης. Εἶναι αὐτὴ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν πάντες ἀναγνωρίζουσι τὴν σήμερον, δυστυχῶς δὲ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἤδη ἀποφασίσει νὰ ἐπιρρίψωσιν εἰς τὴν ῥάχιν ἡμῶν τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐξ ἐκείνου τοῦ ποσοῦ τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Τουρκίας, τὸ ὁποῖον θὰ κατανείμωσιν εἰς τὰ κράτη τὰ μεγεθυνόμενα νῦν τέλεσι καὶ δυνάμεσιν αὐτῆς. Μόνος ὁ μακάριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀναγνωρίζει αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν, μόνος αὐτὸς ἔχει τὴν ἀφέλειαν οὐ μόνον νὰ διακηρύττῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ καὶ νὰ πιστεύῃ δυστυχῶς ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξῆλθε συντετριμμένη ἐκ τοῦ πολέμου. Ἐὰν δὲν ἐπίστευε τοῦτο, βεβαίως δὲν θὰ ὑπέγραφεν οὐδὲ θὰ προσεκόμιζεν αὐτὸς εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκεται ἢ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὄντως ἐξῆλθε συντετριμμένη ἐκ τοῦ πολέμου, ἀφοῦ δέχεται οὕτω πως νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ὑπὸ ὅρους οὐχὶ ἁπλῶς ἐπαχθεῖς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ αὐτόχρημα τοκογλυφικούς, ὡς θὰ ἀποδείξω ἐγὼ νῦν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς ὑπελόγισεν ὅτι τὸ Κράτος θὰ εἰσπράξῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 500 ἑκατομμυρίων πρὸς 87¾ μόνον 435 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ αὐτὸς ἔλαβεν, ὡς φαίνεται, ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρ. 4 τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἔλαβεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρ. 5 τούτου, καθ’ ὃ (ἀναγινώσκει) «αἱ δαπάναι τῆς κατασκευῆς τῶν ὁριστικῶν τίτλων τῶν ὁμολογιῶν, τῆς χαρτοσημάνσεως αὐτῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τὰ τυχὸν ἔξοδα εἰσαγωγῆς ἐν τοῖς ἀλλοδαποῖς χρηματιστηρίοις συμφώνως τοῖς ὅροις τῆς συμβάσεως βαρύνουσι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.» Δὲν ἔλαβεν ὡσαύτως ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας τὸ ἐδάφιον εʹ τοῦ ἄρθρ. 4 καθ’ ὃ (ἀναγινώσκει) «ἡ καταβλητέα τοῖς ἀναδεχθησομένοις τὸ δάνειον προμήθεια, ἐν ᾗ περιληφθήσονται καὶ τὰ οἱαδήποτε ἔξοδα διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἐν οἷς καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὰς ἀποδείξεις ἐγγραφῆς καὶ τοὺς τυχὸν ἐκδοθησομένους προσωρινοὺς τίτλους». Ἠξεύρετε, Κύριοι, τί σημαίνουσιν αἱ διατάξεις αὗται; Ὁ κ. Ὑπουργὸς προκληθεὶς ἤδη κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι, ἂν τὸ δάνειον ἐκδοθῇ ἐν Γαλλίᾳ, θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τέλη χαρτοσημάνσεως πρὸς 3%. Καὶ τὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ ὅτι, ἀφοῦ τὸ δάνειον θὰ συνομολογηθῇ μετὰ Γάλλων κεφαλαιούχων, δὲν θὰ φροντίσωσιν οὗτοι, ὡς καλοὶ πατριῶται, νὰ τὸ ἐκδώσωσιν ἐν Γαλλίᾳ, ἵνα ἀποκομίσῃ ἐξ αὐτοῦ τὸ Κράτος των τὰ τέλη τῆς χαρτοσημάνσεως; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ δηλώσῃ εἰς πόσα θὰ ἀνέλθῃ ἡ προμήθεια, ἡ καταβληθησομένη τοῖς ἀναδεχθησομένοις τὸ δάνειον. Ἀλλ’ εὐτυχεῖς θὰ εἴμεθα, ἐὰν αὐτὴ δὲν ὑπερβῇ τὰ 3% καὶ ἐὰν τὰ ἄλλα ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου περιορισθῶσιν εἰς 1¾%. Ἀφαιρέσατε, Κύριοι, τώρα τὰ ἔξοδα ταῦτα ἐκ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, τῆς ὁριζομένης ἐν ἐδαφίῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς 87¾%, ἤτοι 3¾ καὶ ¾%, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ὑπολειφθῇ καθαρὸν προϊὸν τοῦ δανείου μόνον 80%, ὅ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον θὰ λάβῃ πράγματι μόνον 400 ἑκατομ. ἀπέναντι ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου 500 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ πληρώνῃ τόκον 5% καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐξοφλήσῃ ὁλόκληρον ἐντὸς πεντηκονταετίας κατὰ τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ νομοσχεδίου! Εἰς πόσον δὲ ἀνέρχεται ὁ τόκος τῶν 5% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ δανείου 400 ἑκατομμυρίων; Εἰς 6½% περίπου! Ἰδού, Κύριοι, οἱ ἀληθεῖς ὅροι τοῦ δανείου, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ἁπλῶς ὡς ἐπαχθεῖς. Καὶ νῦν ἐρωτῶ ὑμᾶς· δὲν εἶχον δίκκιον ἐγὼ ἀποκαλέσας αὐτοὺς πρὸ μικροῦ αὐτόχρημα τοκογλυφικούς; Δύνασθε δὲ ὑμεῖς νὰ φαντασθῆτε ταπεινωτικωτέρους καὶ ἐξευτελιστικωτέρους αὐτῶν ὅρους διὰ τὴν σημερινὴν μεγάλην καὶ ἔνδοξον, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὴν τὴν τέως μικρὰν καὶ ἄσημον Ἑλλάδα; Διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι οὐδέποτε ἐν τῷ παρελθόντι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ ἐν ἡμέραις ἔτι οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ ἐν τῷ μέσῳ ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ του, συνωμολόγησε δάνειον ὑπὸ τοιούτους ὅρους. Ἵνα δὲ μὴ ἀναδράμω πρὸς τοῦτο εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθόν, ἀρκοῦμαι εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ τελευταῖον ἐξωτερικὸν ἡμῶν δάνειον, τὸ τῶν 150 ἑκατομμυρίων. Τὸ δάνειον, Κύριοι, τοῦτο συνωμολογήθη ἐν ἔτει 1910, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ἑλλὰς διετέλει ἔτι ὑπὸ ἐπανάστασιν, ἦτο δὲ γνωστὸν μόνον ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1909 θὰ κατέληγεν εἰς ἔλλειμμα ἀνώτερον τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Καὶ εἶχον μὲν ἤδη ψηφισθῆ τὰ διάφορα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἡμεῖς, εὑρισκόμενοι ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας, ἐπεδιώξαμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν μας· ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἠδύναντο ἀκόμη νὰ ἐμπνεύσωσι πλήρη πεποίθησιν εἰς τὰ ξένα κεφάλαια· διὸ καὶ ἡ Δ. Ο. Ἐπιτροπὴ ἐδίσταζε τότε νὰ ἐγγυηθῇ διὰ τὸ δάνειον ἐκεῖνο καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων δι’ αὐτὸ προσόδων. Ὅτε, Κύριοι, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τοῦ 1910 ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Δραγούμη, ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι ἀντεπεξῆλθον κατ’ αὐτοῦ δριμὺς ἀποκρούων τοὺς ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένους ὅρους ὡς ἐπαχθεῖς. Διότι ἤμην τῆς γνώμης ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ἀναμείνωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν νέων οἰκονομικῶν μας μέτρων, ἐξ ὧν θὰ ἐπείθοντο πάντες ὅτι εἴχομεν πραγματικὰ καὶ μεγάλα περισσεύματα, καὶ τότε καὶ μόνον νὰ ζητήσωμεν δάνειον, ὅπερ καὶ θὰ ἠδυνάμεθα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ συνομολογήσωμεν ὑπὸ ὅρους ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ εὐνοϊκωτέρους. Καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον κατεπολέμησα ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Δι’ αὐτοῦ παρεισήγετο εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα. Ἐγὼ ὅμως εἶχον τὴν γνώμην ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θεωρῆται αὐτὴ καὶ εἶναι πράγματι ἐθνικὸν ἵδρυμα, ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς τὰ συμφέροντα αὐτῆς, ὡς δανειστρίας, εὑρίσκονται ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ δανειζόμενον Κράτος, διὰ τοῦτο ὑπεστήριζα τότε ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἀποφύγωμεν τὴν παρέμβασιν αὐτῆς εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, ν’ ἀναλάβῃ δὲ τὸ Κράτος ἀπ’ εὐθείας τὰς διαπραγματεύσεις περὶ αὐτοῦ. Τοῦτο γίνεται πανταχοῦ, ὅπου ὑπάρχουσι προνομιοῦχοι ἐκδοτικαὶ τράπεζαι, λεγόμεναι καὶ οὖσαι πράγματι ἐθνικαί· τοῦτο ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ γίνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἐν τούτοις, Κύριοι, δὲν εἰσηκούσθην ἐγὼ τότε. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς εἶχεν, ἡ δὲ Ἐθνικὴ ἡμῶν Τράπεζα ἀνέλαβε καὶ ἤγαγεν εἰς πέρας τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ δανείου τῶν 150 ἑκατομμυρίων ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν τότε καὶ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπὸ πολλῶν ἄλλων ἐπαχθεῖς. Ἔπρεπε δὲ ἔκτοτε νὰ ἐπιτευχθῶσι τὰ γνωστὰ περισσεύματα τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν χρήσεων 1910 καὶ 1911 διὰ τῶν οἰκονομικῶν μας μέτρων· ἔπρεπεν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἄρῃ τόσας νίκας καὶ τόσους θριάμβους ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ μεγαλυνθῇ εἰς βαθμόν, κινοῦντα τὸν θαυμασμὸν τῶν πάντων· ἔπρεπε τέλος αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ ἀναλάβῃ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ νέου μεγάλου δανείου δι’ ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν του, ἵνα ἐπιτύχῃ ὅρους δυσμενεστέρους καὶ αὐτῶν τῶν τοῦ δανείου τοῦ 1910! Τὸ δάνειον ἐκεῖνο συνωμολογήθη εἰς τιμὴν ἐκδόσεως πρὸς 85% καὶ ἐπὶ τόκῳ 4% μόνον καὶ δὴ ἄνευ παρεμβάσεως τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου. Ἐν τούτῳ δ’ ἔγκειται κυρίως ἡ μεγάλη ἀσφάλεια ἡ παρεχομένη τώρα εἰς τοὺς δανειστάς. Εἶναι δ’ ἱκανὴ ἡ τοιαύτη ἀσφάλεια, ὡς παρετήρησεν ἤδη καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτής, νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἡμέτερον Κράτος ἀξιόχρεων, ὅσον καὶ τὰ μᾶλλον εὐημεροῦντα οἰκονομικῶς καὶ κατ’ ἐξοχὴν φερέγγυα Κράτη. Διότι ἐγγύησις τῆς Δ. Ο. Ἐπιτροπῆς μετὰ διαχειρίσεως ὑπ’ αὐτῆς τῶν ἐκχωρουμένων ὑπεγγύων προσόδων σημαίνει κυρίως εἰπεῖν ἐγγύησιν τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, ὧν ἀντιπρόσωποι εἶναι τὰ μέλη αὐτῆς. Ἀφοῦ δέ, Κύριοι, διὰ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τὸ συνομολογηθησόμενον δάνειον τῶν 500 ἑκατομμυρίων τίθεται ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, ἐρωτῶ, δύναταί τις νὰ φαντασθῇ μείζονα ταύτης ἀσφάλειαν διὰ τοὺς δανειστάς; Δὲν εἶναι δὲ νὰ ἀπορῇ τις, πῶς ὑπὸ τοιαύτην ἀσφάλειαν προτείνονται εἰς ἡμᾶς διὰ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος δάνειον ὅροι τόσον ταπεινωτικοὶ καὶ ἐξευτελιστικοί, ὡς εἴδομεν, ὁποίους οὐδὲν ἄλλο δάνειον ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ οὔτε ἡμέτερον οὔτε ἄλλου τινὸς Κράτους; Ποῖαι δὲ θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι ἑνὸς τοιούτου δανείου δι’ ἡμᾶς; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς προέβη εἰς ὑπολογισμόν τινα περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ εἰσπραχθησομένου ἐξ αὐτοῦ ποσοῦ, καθ’ ὃν ἀπέδειξεν ὅτι, ἂν ἐξοφληθῶσι πᾶσαι αἱ μέχρι τοῦδε ἐκκρεμεῖς ὀφειλαὶ τοῦ Δημοσίου αἱ ἀνερχόμεναι εἰς 100 ἑκατομ. ὡς ἔγγιστα, θὰ ὑπολειφθῶσι μόλις 35 ἑκατομμύρια. Ἠρώτησε δὲ μετὰ τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν, τί θὰ πρωτοκάμῃ μὲ αὐτὸ τὸ ποσόν; Θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μέγα ναυτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον τελευταῖον ἐπηγγέλθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἢ θὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἰδίως σιδηροδρόμων, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ νομοσχεδίου; Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε τότε μεγαλαύχων νὰ δηλώσῃ, ὅτι θὰ συνομολογήσωμεν καὶ ἄλλο μέγα δάνειον! Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἐγὼ δὲν συμφωνῶ ἐν πᾶσι μὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Ἀπέδειξα ἤδη ὅτι τὸ καθαρὸν προϊὸν τοῦ δανείου δὲν θὰ εἶναι 435 ἑκατομ., ὡς αὐτὸς ἐνόμιζεν, ἀλλὰ μόλις 400. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἐξησφαλισμένον καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ὁλόκληρον; Παρακαλῶ τὸν κ. Συνάδελφον νὰ ἐπιστήσῃ πρὸς τοῦτο τὴν προσοχήν του εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃ (ἀναγινώσκει) «τὸ δάνειον δύναται νὰ συνομολογηθῇ καὶ τμηματικῶς ἢ καὶ ὁριστικῶς διὰ ποσὸν ἔλασσον τοῦ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ὁριζομένου». Ἐγὼ προεκάλεσα προχθὲς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς διατάξεως ταύτης, ἀλλ’ αὐτὸς ἀπέφυγε νὰ πράξῃ τοῦτο, ὡς ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς ἑτέραν ἀπορίαν μου, καθ’ ἥν, ἐὰν συνομολογεῖτο ὁλόκληρον τὸ δάνειον ὁριστικῶς (ferme) καί, ἐπερχομένης ἐν τῷ μεταξὺ βελτιώσεως εἰς τὰς διεθνεῖς ἀγοράς, ἐξέδιδον αὐτὸ οἱ δανεισταὶ εἰς ἀνωτέραν τιμὴν τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἤτοι εἰς τὰ 92 ἢ καὶ 95%, τίς θὰ ἐλάμβανε τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν, δυναμένην νὰ ἀνέλθῃ εἰς δεκάδας ὅλας ἑκατομμυρίων; Οἱ δανεισταὶ ἢ τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον; Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἠθέλησε νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός, ἂς ἐξηγήσω ἐγὼ τί σημαίνει ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1, ἡ τόσον ἁπλῆ καὶ ἀπέριττος φαινομένη ἐκ πρώτης ὄψεως. Πρὸ παντός, Κύριοι, παρατηρῶ ὅτι, ἵνα κατανοήσωμεν τὴν ἀληθῆ βούλησιν τῶν χρηματιστῶν, εἰς οὓς καταφεύγει τις ἐξ ἀνάγκης, διότι δὲν ἔχει ποῦ ἀλλοῦ νὰ προσφύγῃ, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν κατὰ δόγμα ἀλάθητον, κατὰ μαθηματικήν, οὕτως εἰπεῖν, ἀκρίβειαν ὅτι αὐτοὶ ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀμηχανίαν του καὶ ἐπωφελούμενοι τὴν διλημματικὴν ἔκφρασιν, ὁποία ἡ τῆς προκειμένης διατάξεως, θὰ ἐπιβάλωσι πάντοτε τὴν χείρονα δι’ αὐτὸν λύσιν. Ἐκ τῶν διαζευκτικῶς ἐκφερομένων τὸ κρεῖττον χρησιμεύει ἁπλῶς εἰς διακόσμησιν ἢ εἰς ἀποπλάνησιν τοῦ προσφεύγοντος εἰς αὐτούς. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὡς ἐκ τῆς εὐχερείας μεθ’ ἧς δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον καὶ τμηματικῶς καὶ ὁριστικῶς διὰ ποσὸν ἔλασσον τοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζομένου, πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι αὐτὸς δὲν θὰ συνομολογήσῃ δάνειον οὔτε 500 οὔτε 400 οὔτε καὶ 300, ἀλλ’ ἴσως μόνον 250 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικόν, ἤτοι 200 ἑκατομμυρίων πραγματικόν. Τί δὲ θὰ συμβῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, καθ’ ἣν δηλαδὴ τὸ δάνειον θὰ συνομολογηθῇ τμηματικῶς ἢ καὶ ὁριστικῶς δι’ αὐτὸ τὸ ποσόν; Τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ δανείου θὰ ἀποχωρισθῇ τοῦ ὑπολοίπου καὶ θὰ ἀποτελέσῃ ἴδιον δάνειον καθ’ ἑαυτὸ λαμβάνον ἰδίαν τάξιν ἐν ταῖς παραχωρουμέναις ἀσφαλείαις καὶ ἐγγυήσεσιν καὶ προηγούμενον ἐν αὐταῖς τοῦ ἄλλου τμήματος, ἐάν ποτε βραδύτερον ἐξεδίδετο τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ τμηματικὴ ἀνάληψις τοῦ δανείου ἐνέχει καὶ ἄλλην ἀντίθεσιν ὡς ἐκ τοῦ ὅρου «ἢ καὶ ὁριστικῶς», καθόσον δύναται νὰ γίνῃ αὕτη καὶ μὴ ὁριστικῶς. Ἀλλ’ ἴσως, Κύριοι, ἄπειρός τις περὶ τὰ τοιαῦτα ἐρωτήσῃ πῶς δύναται νὰ συνομολογηθῇ δάνειον μὴ ὁριστικῶς; Ἁπλούστατα, θὰ ἀπήντων ἐγώ· διὰ τῆς ἀναλήψεως τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ὑπὸ τοῦ δανειστοῦ ὡς παραγγελιοδόχου ἐπὶ προμηθείᾳ, διὰ λογαριασμὸν καὶ ἐπὶ κέρδει ἢ ζημίᾳ τοῦ δανειζομένου. Ἐνῷ τοὐναντίον, ὅταν τὸ δάνειον ἀναλαμβάνηται ὁριστικῶς, ὁ δανειστὴς ὀφείλει πάντως νὰ καταβάλῃ αὐτὸ ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας καὶ νὰ τὸ ἐκδώσῃ ἔπειτα ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ, ὅταν κρίνῃ τὴν περίστασιν κατάλληλον. Ταῦτα εἶναι τόσον σαφῆ καὶ στοιχειώδη, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις νὰ τὰ διαμφισβητήσῃ, ὡς καὶ τὰ ἀκόλουθα. Ὅταν, Κύριοι, ὁ δανειστὴς ἀναλαμβάνῃ ὡς παραγγελιοδόχος καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ δανειζομένου νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο διττῶς. Ἐν ἑκατέρᾳ περιπτώσει θὰ συμφωνηθῇ ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς ἐκδόσεως. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει, ἂν τὸ δάνειον κατορθωθῇ νὰ ἐκδοθῇ καὶ τοποθετηθῇ εἰς ἀνωτέραν τιμήν, ἡ διαφορὰ θὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ δανειζομένου καὶ ὁ παραγγελιοδόχος θὰ λάβῃ τὴν συμφωνηθεῖσαν προμήθειαν, ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει ὁ μὲν δανειζόμενος μόνον τὸν συμφωνηθέντα κατώτατον ὅρον θὰ λάβῃ μετ’ ἀφαίρεσιν προμηθείας, χαρτοσήμου κλπ. δαπανῶν, ὁ δὲ συμβληθεὶς ὡς δανειστὴς ἔχει πᾶσαν τὴν ὠφέλειαν, ὑπὲρ ἑαυτοῦ ἂν κατορθώσῃ νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον εἰς ἀνωτέραν τιμήν. Πολὺ φοβοῦμαι, Κύριοι, μήπως οἱ δανεισταὶ ἐπωφελούμενοι τὴν σχετικὴν ἀοριστίαν τοῦ νομοσχεδίου φροντίσωσι νὰ εἰσαγάγωσι τὸ δάνειον εἰς τὸ χρηματιστήριον τῶν Παρισίων ἀναλαμβάνοντες συμψηφιστικῶς ἐκ τῶν ὁμολογιῶν του, ὅσα ἔχουσι νὰ λάβωσι πρὸς 87¾, ἔπειτα δὲ ἐν πάσῃ ἡσυχίᾳ νὰ φροντίσωσι νὰ τοποθετήσωσιν αὐτὸ εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνωτέρας τιμάς, ἵνα καρπωθῶσιν οὕτω πῶς ὅσον οἷόν τε μείζονας ὠφελείας, ἡμεῖς δὲ θὰ περιμένωμεν τότε νὰ μάθωμεν, πότε θὰ γίνῃ ἡ πλήρης τοποθέτησις, ἵνα λάβωμεν τὸ ὑπολειπόμενον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως πρὸς 87 καὶ ¾%! Τοιαύτη ὅμως ἔκδοσις δημοσίου ἐθνικοῦ δανείου θὰ εἶναι πρωτάκουστος ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν δημοσίων δανείων, δι’ ἡμᾶς δὲ πλὴν τῆς αἰσχύνης θὰ ἔχῃ αὐτὴ ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα νὰ πλήξῃ εἰς τὰ καίρια τὴν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας καθόλου, οὕτως ὥστε τοῦ λοιποῦ ὄχι μόνον ἄλλο τμῆμα τοῦ προκειμένου δανείου, ἀλλ’ οὐδ’ ἄλλο δάνειον νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκδώσωμεν πλέον ἐν ταῖς Εὐρωπαϊκαῖς ἀγοραῖς. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγὼ δέχομαι πρὸς στιγμὴν ὅτι θὰ κατορθωθῇ νὰ πραγματοποιηθῇ ἀμέσως ὁλόκληρον τὸ δάνειον, τοῦθ’ ὅπερ διέψευσε πρὶν κατηγορηματικῶς ὁ κ. Ὑπουργός. Θὰ εἰσπράξωμεν ἐξ αὐτοῦ, ὡς σᾶς ἀπέδειξα πρίν, 100 μόνον ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὅμως, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν καλύψωμεν δι’ αὐτῶν τὰς προκαταβολὰς τῶν 90 ἑκατομμυρίων, τὰς γενομένας ἐπὶ πενταετεῖ προθεσμίᾳ, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ πάλιν δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι διὰ τὰς ἄλλας ἐκκρεμεῖς ἡμῶν ὀφειλάς. Ὀφείλομεν νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰς ἄλλας προκαταβολὰς καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐξ 100 ἑκατομμυρίων. Ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν διὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης γενομένας μέχρι τοῦδε παραγγελίας περὶ τὰ 130 ἑκατομμύρια καὶ τέλος 50 περίπου ἑκατομμύρια διὰ τὰς γενομένας ἤδη ναυτικὰς παραγγελίας. Ταῦτα πάντα συμποσοῦνται εἰς 280 ἑκατομμύρια, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσθέσωμεν ὅτι διὰ τὰ ἐλλείμματα τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ τοῦ πολέμου οὐχὶ 100 μόνον, ἀλλὰ τοὐλάχιστον 130 ἑκατομμύρια, πρέπει δὲ νὰ θεωρήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εὐτυχεῖς, ἐὰν μέχρι τέλους μὴ ὑπερβῶσιν αὐτὰ κατὰ πολὺ καὶ τὸ μνημονευθὲν ποσόν. Ἐν ἄλλαις λέξεσι χρειαζόμεθα ἐν ὅλῳ 410 ἑκατομμύρια καὶ πρόκειται νὰ εἰσπράξωμεν μόνον 400. Καὶ τότε, Κύριοι, τί θὰ ἀπογίνῃ τὸ μέγα ναυτικὸν ἡμῶν πρόγραμμα, τοῦ ὁποίου καὶ μόνου ἡ ἐφαρμογὴ ἀπαιτεῖ ὑπὲρ τὰ 300 ἑκατομμύρια; Τί θὰ ἀπογίνωσι τὰ δημόσια ἔργα καὶ οἱ σιδηρόδρομοι, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ χρειασθῶμεν 100 καὶ πλέον ἑκατομμύρια; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε προχθὲς πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα. Ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν εἶπεν ὅτι θὰ συνομολογήσωμεν καὶ ἄλλο μέγα δάνειον. Καὶ νομίζει αὐτὸς ὅτι εἶναι εὔκολον πλέον αὐτὸ μὲ τὸν κλονισμὸν ἢ μᾶλλον μὲ τὸ πλῆγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποστῇ εἰς τὰ καίρια ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις διὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ προκειμένου δανείου; Ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει, ἀφοῦ ὅ,τι ἔχομεν καὶ ὅ,τι δὲν ἔχομεν τὸ διαθέτομεν τώρα διὰ τὴν συνομολόγησιν τούτου, τί θὰ μᾶς μείνῃ διὰ τὸ ἄλλο μέγα δάνειον; Προεκάλεσα, Κύριοι, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ, ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ὡρισμένα τελωνεῖα τοῦ Κράτους, τῶν ὁποίων αἱ πρόσοδοι μέλλουσι νὰ διατεθῶσι κατὰ τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου ὑπὲρ τοῦ δανείου τῶν 500 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ αὐτὸς ἀπέφυγεν, ὡς συνήθως, νὰ παράσχῃ οἱανδήποτε περὶ τούτου ἐξήγησιν. Καθ’ ὃν χρόνον ὅμως γινώσκομεν πάντες ὅτι εἶναι ἤδη ὑπέγγυοι διὰ τὰ παλαιὰ δάνεια αἱ πρόσοδοι τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, ἐπικουρικῶς δὲ καὶ αἱ πρόσοδοι τῶν λοιπῶν κυριωτέρων τελωνείων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, δὲν χρειάζεται, νομίζω, πολλὴ φιλοσοφία, ἵνα ἐννοήσωμεν ὅτι τὰ ὡρισμένα αὐτὰ τελωνεῖα, τῶν ὁποίων αἱ πρόσοδοι θὰ διατεθῶσι τώρα ὡς ὑπέγγυοι διὰ τὸ δάνειον τῶν 500 ἑκατομμυρίων, δὲν εἶναι τὰ τοῦ Πεταλιδίου καὶ τοῦ Τσάγεζι, ἀλλὰ τὰ τῆς Θεσσαλονίκης, Καβάλλας καὶ Πρεβέζης. Καὶ τότε ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Πρωθυπουργόν· τίνας προσόδους ἔχομεν πλέον νὰ διαθέσωμεν διὰ τὸ μέγα ἄλλο δάνειον; Δὲν πιστεύω, Κύριοι, νὰ ἔχῃ λησμονήσει κανεὶς ἐξ ὑμῶν τὰς μεγαλαύχους ἐπαγγελίας τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Λ. Κορομηλᾶ περὶ ἑνοποιήσεως καὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων καὶ περὶ ἄρσεως τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, τοῦ στίγματος τούτου τῆς πάλαι φαυλοκρατίας. Ἀφοῦ κατώρθωσεν αὐτὸς διὰ τῶν δύο νομοθετημάτων του περὶ φόρου τοῦ εἰσοδήματος καὶ περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἐξ ὧν ὅμως τὸ τελευταῖον ὑπῆρξε θνησιγενές, νὰ μεταβάλῃ τὸ πρὶν ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξ 11 εἰς περίσσευμα 12 ἑκατομμυρίων, δὲν ὑπελείπετο πλέον τίποτε ἄλλο εἰς αὐτὸν ἢ νὰ ἐκτελέσῃ καὶ αὐτὸ τὸ θαῦμα θαυμάτων, ἤτοι τὴν ἑνοποίησιν καὶ μετατροπὴν τῶν πάλαι δανείων καὶ τὴν ἄρσιν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Ὑπῆρξε, Κύριοι, αὐτὸ τὸ μεγαλουργὸν οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ ἀπὸ τριετίας καὶ ἐπέκεινα κυβερνῶντος τὴν χώραν ἡμῶν κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τοῦ ἔχοντος ὡς ἔμβλημα τὴν ἀνόρθωσιν τῶν πάντων, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν. Ἐπέστη δὲ ἡ ὥρα ἡ κατάλληλος διὰ τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ, εὐθὺς μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης τοῦ Βουκουρεστίου, ὅτε καὶ ἀπεστάλη εἰς τὴν Ἑσπερίαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον αὐτὸς ὁ πρῶτος συλλαβὼν τὸ σχέδιον πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν συγχρόνως ἀνετέθη καὶ ἡ φροντὶς περὶ συνομολογήσεως τοῦ πρώτου μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου τῆς νέας Ἑλλάδος. Ὁποία, Κύριοι, ἐπιτυχία ἐπέστεψε τὰς περὶ δανείου προσπαθείας τοῦ μεγάλου οἰκονομολόγου τῆς ἀνορθώσεως, γινώσκετε ἤδη ἐξ ὅσων εἶπον ἐγὼ μέχρι τοῦδε περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς αὐτό. Ἴσως ἐπιθυμεῖτε τώρα νὰ μάθητε, πῶς ἀπέβησαν καὶ αἱ προσπάθειαι αὐτοῦ περὶ ἑνοποιήσεως καὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων καὶ περὶ ἄρσεως τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Λοιπόν, ἐὰν ἀπέτυχεν αὐτὸς εἰς τὴν ἑνοποίησιν καὶ μετατροπὴν τῶν παλαιῶν δανείων, κατώρθωσεν οὐχ ἧττον νὰ ἑνοποιήσῃ τὴν γνωστὴν πίστωσιν τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος προΐστατο τελευταῖον, μετὰ τῆς οἰκονομικῆς ἀποστολῆς εἰς τὴν Ἑσπερίαν, νὰ μετατρέψῃ δὲ αὐτὴν ἐκ τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ δι’ ὃν εἶναι προωρισμένη εἰς τὸ ἰδιαίτερόν του ταμεῖον. Τέλος, ἐὰν δὲν κατώρθωσε νὰ ἄρῃ τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἠδυνήθη ὅμως νὰ τὸν σταθεροποιήσῃ ἔτι μᾶλλον διὰ τῆς προτεινομένης νῦν συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 500,000,000 καὶ νὰ τὸν ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς τὰς Νέας Ἐπαρχίας. Συνδυάσατε, Κύριοι, τώρα τὴν ἐκχώρησιν τῶν προσόδων τῶν τελωνείων Θεσσαλονίκης, Καβάλλας καὶ Πρεβέζης, ὡς ὑπεγγύων διὰ τὸ δάνειον αὐτό, μὲ τὴν ἐγγύησιν καὶ διαχείρισιν ὅλων τῶν ὑπεγγύων αὐτῶν προσόδων τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου καί, ἂν δύνασθε, μὴ θαυμάζετε τὸ κατόρθωμα τοῦτο τοῦ μεγάλου οἰκονομολόγου τῆς ἀνορθουμένης Ἑλλάδος. Καὶ ὡμίλουν, Κύριοι, ἐπὶ ἔτη ἤδη καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἧς ἐθεωρεῖτο ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἓν τῶν ἐγκριτωτέρων μελῶν, περὶ ἑνοποιήσεως καὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἔννοιάν τινα τοῦ πράγματος. Διότι, ἐὰν εἶχον ἀμυδρὰν κἂν ἔννοιαν τούτου, θὰ ἔσπευδον βεβαίως ἅμα τῇ νικηφόρῳ προελάσει τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Μακεδονίαν νὰ προέλθωσιν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔπρεπε νὰ ὑποδείξωσιν εἰς ταύτην ὅτι μὲ τὴν προσάρτησιν τῶν νέων χωρῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ καταπολέμησις τοῦ λαθρεμπορίου τῶν εἰδῶν, ὧν οἱ φόροι εἶναι ὑπέγγυοι εἰς αὐτήν, ἔπρεπε νὰ ὑποδείξωσιν εἰς αὐτὴν ὅτι τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ὁμολογιούχων τῶν παλαιῶν δανείων ἀπῄτει νὰ παγιωθῶσιν, οὕτως εἰπεῖν, αἱ ὑπέγγυοι πρόσοδοι. Ἐν ἀρχῇ εἴχομεν δύο κυρίως πηγὰς προσαυξήσεως τῶν ὑπεγγύων προσόδων τῶν παλαιῶν δανείων. Ἡ μία τούτων, ἡ προερχομένη ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς ἐξέλιπεν ἤδη, ἀφότου ἀποκατεστάθη ἡ ἰσοτιμία μεταξὺ χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ τραπεζικῶν γραμματίων ἀφ’ ἑτέρου. Ὑπολείπεται ἔτι ἡ ἑτέρα πηγὴ ἡ ἐκ τῆς βαθμιαίας αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως τῶν εἰδῶν, ὧν οἱ φόροι εἶναι ὑπέγγυοι εἰς τὴν Δ. Ο. Ἐπιτροπήν. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἦτο τόσον δύσκολον νὰ ἐξευρεθῇ εἰς μέσος ὅρος, ἐν ἀνάγκῃ δὲ νὰ τεθῇ ὡς βάσις καὶ αὐτὸς ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς προσαυξήσεως τῶν τελευταίων πέντε ἐτῶν καὶ νὰ σταθεροποιηθῇ διὰ τὸ μέλλον. Ἡ τοιαύτη συμφωνία θὰ ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαία οὐ μόνον διὰ τὸν ἀπώτερον σκοπὸν τῆς ἑνοποιήσεως καὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων, διότι θὰ ἠδυνάμεθά ποτε τὸν προρρηθέντα σταθερὸν ὅρον νὰ κεφαλαιοποιήσωμεν εὐκόλως, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἐγγύτερον σκοπὸν τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Κατέχομεν, κύριοι, ὑπὲρ τὸ ἔτος τὰς νέας ἐπαρχίας καὶ οὐδὲ σκέψις ἐγένετο ἀκόμη περὶ φορολογικῆς ἀφομοιώσεως. Ἐνῷ δὲ πρὸ πολλοῦ ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπηγγέλθη μεγαλαυχῶν τὴν τελωνιακὴν ἕνωσιν πάντων τῶν Κρατῶν τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου, ἰδού, ὅτι καθιεροῖ τώρα τὸν τελωνιακὸν χωρισμὸν μεταξὺ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος. Σᾶς ἀπέδειξα, Κύριοι, μέχρι τοῦδε ὅτι τὸ δάνειον τῶν 500 ἑκατομμυρίων, πρὸς συνομολόγησιν τοῦ ὁποίου ζητεῖ τώρα τὴν ἄδειαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, εἶναι αὐτόχρημα τοκογλυφικόν, ὅτι δὲ αὐτό, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ δι’ αὐτὰς τὰς ἐπειγούσας ἡμῶν ἀνάγκας, καταφέρει μὲν καίριον τραῦμα κατὰ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, θέτει δὲ ἐν ἀμφιβόλῳ τὸ οἰκονομικὸν καθόλου μέλλον καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας ἡμῶν. Ὡς τοιοῦτο τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν ἔχει βεβαίως ἄλλον προορισμὸν ἢ νὰ ἀποδείξῃ τὴν Ἑλλάδα συντετριμμένην οἰκονομικῶς, ὡς εἶπε προχθές, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι «ἡ γλῶσσα λανθάνουσα τ’ ἀληθῆ λέγει». Ἀλλά, Κύριοι, μήπως καὶ δι’ ὅλων τῶν ἄλλων μέτρων τῆς Κυβερνήσεως δὲν φαίνεται ἐπιδιωκόμενος ὁ αὐτὸς σκοπός; Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι νῦν περὶ τῆς ἀσυγγνώστου σπατάλης, ἥτις διέκρινε τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων ἐν καιρῷ πολέμου, ἐξακολουθεῖ δὲ γινομένη αὐτὴ καὶ τώρα ἔτι μετὰ τῆς αὐτῆς ἀσυνειδησίας. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρίας διὰ τὴν σωρείαν τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλήν, δι’ ὧν δημιουργοῦνται δαπάναι δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων διὰ τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα, καθ’ ὃν χρόνον ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἐστραμμένην τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἀπερίσπαστον εἰς τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα χάριν αὐτῶν ἐπιδεικνύοντες πᾶσαν δυνατὴν φειδὼ διὰ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα. Καὶ τὸ Κράτος, Κύριοι, καὶ τὸ Ἔθνος ἡμῶν περιστοιχίζεται τὴν σήμερον ὑπὸ τοσούτων καὶ τηλικούτων κινδύνων, ὑφ’ ὅσων καὶ οἵων οὐδέποτε ἄλλοτε. Διὰ τῶν νικῶν καὶ θριάμβων ἡμῶν καὶ διὰ τῆς προσκτήσεως χωρῶν περιβλέπτων καὶ περιμαχήτων ὡς ἐκ τῆς μεγάλης πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς των σημασίας ἐκινήσαμεν τὸν φθόνον πάντων. Οἱ προαιώνιοι ἡμῶν ἐχθροὶ συνεσπειρώθησαν καθ’ ἡμῶν παρασκευαζόμενοι ἀνενδότως, ἵνα δράξωνται τῆς πρώτης εὐκαιρίας καὶ μᾶς ἐπιτεθῶσιν ἐπιχειροῦντες πόλεμον ἐξοντώσεως καθ’ ἡμῶν. Πιθανὸν ἐντὸς ἐτῶν, πιθανὸν καὶ ἐντὸς μηνῶν νὰ ἐξαναγκασθῶμεν ἵνα ἀναλάβωμεν πρὸς αὐτοὺς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Ἐν τῷ μέσῳ δὲ τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων δὲν νομίζετε ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς οἰκονομικὴ περισυλλογὴ καὶ ἀποφυγὴ πάσης σπατάλης καὶ πάσης ἔτι μὴ ἀπαραιτήτου δαπάνης διὰ τοὺς ἄλλους κλάδους τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου; Δὲν νομίζετε ὅτι ἔχομεν ὑπέρτατον καθῆκον πλὴν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων δαπανῶν διὰ τὴν συγκοινωνίαν τό γε νῦν ἔχον πᾶσαν ἄλλην δαπάνην τῶν πολιτικῶν ὑπουργείων νὰ περιορίσωμεν εἰς τὸ ἔσχατον αὐτῆς ὅριον καὶ νὰ διαθέσωμεν καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολόν μας ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀμύνης; Ἀνάγκη πᾶσα, Κύριοι, οὕτω πως νὰ ἐξασφαλίσωμεν πρῶτον αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν καὶ εἶτα νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἄλλης αὐτῶν εὐημερίας καὶ περὶ τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἡμῶν ἀποστολῆς. Ὡς τὰ ἄτομα, οὕτω καὶ οἱ λαοὶ ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι πάντοτε ὡς γνώμονα τοῦ βίου των τὸ ἀγαθὸν Ῥωμαϊκὸν λόγιον, «primum vivere et deinde philosophare!» (εὖγε καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς.)
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοκόλης.
§24Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αἱ δηλώσεις, Κύριοι, εἰς τὰς ὁποίας πρὸ μηνὸς περίπου προέβη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὴν Βουλὴν ῥητῶς ἐξέφραζον τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ δύναται πλέον, ὡς μεγάλη Δύναμις στηριζομένη ἐπὶ τῶν ἀναπτυχθέντων ὑπερβολικὰ ὡς ἐκ τῆς μεγάλης αὐτῆς ἐπεκτάσεως πόρων της, θὰ δύναται, λέγω, νὰ στηρίζεται εἰς τὸ δεδομένον, ὅτι θὰ ἐπιτυγχάνῃ νὰ συνάπτῃ δάνεια ὡς μία μεγάλη Δύναμις, ὡς μία Δύναμις ἐκ τῶν τῆς πρώτης τάξεως, διότι τὰ οἰκονομικά της πράγματα τῇ δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτηται ὅτι δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὸ τοιοῦτον. Εἴμεθα εὐοίωνοι ἔκτοτε, Κύριοι, συνεπείᾳ τῶν τοιούτων δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αἵτινες ὅσον ἀφορᾷ τουλάχιστον τὸ ζήτημα τῆς ἀναπτύξεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ Κράτους δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἦσαν ἀληθεῖς. Ὑπῆρχε βεβαίως ἡ κρίσις τῆς ἀγορᾶς τῆς Εὐρωπαϊκῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν τοποθέτησιν τοῦ δανείου, ἀλλ’ ὑπάρχει κάτι τι βεβαιότερον, τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῆς Ἑλλάδος. Δυστυχῶς τὸ προκείμενον δάνειον, ὡς εἰσηγήθη καὶ ἀνεπτύχθη ἐνταῦθα, καταδεικνύει ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐγένετο ὡς δάνειον μεγάλης Δυνάμεως, ἀλλ’ εἶναι κατώτερον δανείου συναφθέντος παρὰ Δυνάμεως φίλης βεβαίως πρὸς ἡμᾶς καὶ ἀνωτέρας καὶ κατ’ ἔκτασιν καὶ κατὰ πληθυσμὸν, ἀλλ’ οὐχὶ βεβαίως μεγάλης Δυνάμεως. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν εἰς ἥσσονα μοῖραν ὄχι μόνον τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλὰ καὶ τῶν μὴ μεγάλων τοιούτων καὶ ἑπομένως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον τοῦτο τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ πραγματικότης δὲν ἐπιβεβαιοῖ τοῦτο, ἀλλὰ τοὐναντίον διαρρήδην τὸ διαψεύδει. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐνῷ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνήφθησαν ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ ὅρους πολὺ χείρονας τῶν σημερινῶν, ὅτε τὸ Ἔθνος ἐξήρχετο μόλις πρὸ μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἀκριβῶς εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτὴν βλέπομεν ὅτι συνάπτεται δάνειον ἐν πλήρει σχεδὸν ἐπαναστάσει μὲ ὅρους πολὺ καλλιτέρους ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται σήμερον πρὸ ἡμῶν κατόπιν μάλιστα μιᾶς τοιαύτης κολοσσιαίας ἐπεκτάσεως. Ὄχι μόνον ὁ τόκος ἦτο μικρότερος, καίτοι τοῦτο ἐπὶ τέλους εἶναι ζήτημα καταλληλότητος χρόνου καὶ ζήτημα περιστάσεων τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ δημιουργήσωμεν, τοὐναντίον εἰς τὰς ὁποίας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπαχθῶμεν, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὅρους, ἰδίως δὲ διὰ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ δανείου εἰς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν εἶναί τι φοβερόν, εἶναί τι τὸ ὁποῖον οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ περιμένῃ ὅτι θὰ ἐξηγγέλλετο μετὰ περισσῆς μάλιστα ἀπαθείας πρὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει τὴν τιμὴν νὰ συνεδριάζῃ κατόπιν τόσων μεγάλων γεγονότων καὶ τόσων καταπληκτικῶν νικῶν. Τὸ δάνειον τοῦ 1910 τὸ βλέπομεν συναπτόμενον εἰς τὴν τιμὴν τῶν 85, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ὑπαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὸν Ἔλεγχον. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχετο τὸν Ἔλεγχον, διὸ καὶ ἐπήρχετο μία ἐλάττωσις κατὰ τὸ ½ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως καὶ τὸ δάνειον τοποθετεῖται εἰς τὸ 84½ χωρὶς νὰ ἐπιβληθῇ ὁ Ἔλεγχος, διότι οἱ δανεισταὶ εὗρον ὅτι κατόπιν τῆς περισυλλογῆς τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς περιμαζεύσεως πάσης σπατάλης διὰ τῆς τακτικῆς καὶ περιεσκεμμένης οἰκονομίας, ἥτις προηγήθη τῆς ἐπαναστατικῆς ἐποχῆς, κατώρθωσεν ἀκριβῶς νὰ παρουσιάσῃ ἓν οἰκονομικὸν καθεστὼς τοιοῦτον, ὥστε ἐν πλήρει ἐπαναστάσει τὸ Κράτος νὰ εὑρίσκῃ ἓν ἀρκετὰ σημαντικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον νὰ δανείζηται ὑπὸ ὅρους δύναταί τις νὰ εἴπῃ θαυμασίους, δεδομένου ὅτι θὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος ὁ Ἔλεγχος παρ’ ἡμῖν καὶ θὰ ἠδύνατο τὸ ξένον κεφάλαιον δυσπιστοῦν εἰς μίαν ἐπαναστατικὴν κατάστασιν νὰ ζητήσῃ τὴν παρέμβασιν τοῦ Ἐλέγχου. Ἐν τούτοις δὲν τὴν ἐζήτησε. Καὶ δὲν τὴν ἐζήτησε, διότι τὸ κεφάλαιον τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς προσέχει εἰς τὴν ἐξασφάλισιν αὑτοῦ εὑρίσκει ὅτι εἶναι τελείως ἐξησφαλισμένον ἐκ τῶν περισσευμάτων τοῦ ἐλέγχου, τὰ ὁποῖα κυρίως ἐδίδοντο διὰ τοὺς τόκους αὐτοῦ. Καὶ ἑπομένως, ὅταν ἐζητήθη ἡ συνδρομή του, τοῦτο ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα βέβαιον ὅτι καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ Ἐλέγχου θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκτήσῃ τὰ κέρδη εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέβλεπεν, ὅπως καὶ πράγματι συνέβη. Σήμερον κατόπιν τῶν γεγονότων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐν Ἀνατολῇ, βλέπομεν κάτι τι τὸ ὁποῖον εἶναι πραγματικῶς περίεργον. Ἐξαγγέλλεται, ὅπως ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ἀνέφερεν, ὅτι ἐπιζητεῖται ἡ ἑνοποίησις τῶν δανείων καὶ τοῦ Ἐλέγχου ἡ ἄρσις, ἀποστέλλεται δὲ πρὸς τοῦτο ἐπίσημος, οὕτως εἰπεῖν, ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἐκ παραλλήλου ὅμως στέλλεται καὶ ἕτερος ἀντιπρόσωπος ληφθεὶς ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον συμβαδίζει πάντοτε μὲ τὰς τύχας τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἱδρύματος τὸ ὁποῖον, δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ὅτι, ὅτε εἰσῆλθεν ἐν Ἑλλάδι ὁ Ἔλεγχος κατὰ τὸ 1897 μετὰ πόλεμον ἀτυχῆ, ἔσπευσεν αὐτὸ πρῶτον νὰ δυσπιστήσῃ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰς πρὸς αὐτὸ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους εἰς τὸν διεθνῆ ἔλεγχον χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαιτήσεις ξένων, ἀλλ’ ἀπαιτήσεις ἐθνικοῦ ἱδρύματος τὸ ὁποῖον ἀρρήκτως συνδέεται μὲ τὸν τόπον. Ὅταν λοιπὸν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τοιοῦτον παρελθόν, παρελθὸν δυσπιστίας πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, μεταβαίνει παραλλήλως πρὸς ἐπίσημον ἀντιπρόσωπον διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν τοῦ κεφαλαίου, δὲν πρέπει νὰ μᾶς φαίνεται περίεργον ὅτι ὡς πρώτη βάσις τίθεται τῆς διεθνοῦς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς ἡ παρέμβασις. Τὸ ἐναντίον ἐὰν ἤθελε συμβῆ, πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήξῃ. Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκτὸς τούτου συντείνει καὶ ἕτερόν τι γεγονός, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ συναγάγῃ ἐφόσον τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντα εἶναι δυνατὸν λεπτομερῶς νὰ μᾶς διαφωτίσωσι, βλέπομεν τὸ ποσὸν 30.000.000 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 50.000,000 τῶν ἐπιτάξεων, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τὸ δάνειον τοῦτο βλέπομεν ὅτι ἀποφέρει τόκον 6% καὶ ἀποφέρει καὶ προμήθειαν 5% μόνον διὰ τὸ Ἐξωτερικόν, ἐνῷ εἶναι ½% ἡ διὰ τὸ Ἐσωτερικὸν προμήθεια, ἐὰν δὲ εἰς αὐτὰ προσθέσωμεν καὶ τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου 3% καὶ ὑπολογίσωμεν ὅτι πρόκειται περὶ δανείου προσωρινοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξοφληθῇ καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ συναφθῇ τὸ νέον δάνειον, τότε ἡ προμήθεια τῶν 5% τὴν ὁποίαν δίδει θὰ πληρωθῇ δι’ ὁσονδήποτε χρόνον καὶ ἂν συνήφθη τὸ δάνειον...
§25ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ προμήθεια τῶν 5 ἐτῶν εἶναι ὑπὲρ τοῦ ὀφειλέτου· ἑπομένως ἐγὼ θὰ ἐξοφλήσω τὸ δάνειον αὐτὸ μετὰ 5 ἔτη. Ἐὰν τὸ ἐξοφλήσω πρότερον εἴτε διὰ τὸν α εἴτε διὰ τὸν β λόγον, βεβαίως χάνω τὴν προμήθειαν.
§26Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὑρίσκεσθε εἰς δίλημμα, διότι ἐὰν μὲν δὲν τὸ ἐξοφλήσητε σήμερον, ἀλλὰ μετὰ 5 ἔτη, ἔχετε νὰ πληρώσητε τόκον 7%, 6% τόκον καὶ 1% προμήθειαν, ὡς ἀναλύεται ἡ προμήθεια 5% ἐπὶ πέντε ἔτη, ἐνῷ σήμερον δανείζεσθε μὲ 5%, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ὀνομαστικῶν τόκων μόνον. Ἐὰν δὲ τὸ ἐξοφλήσητε σήμερον, ἔχετε μεγίστην τὴν διαφοράν, δεδομένου ὅτι ἐπληρώσατε προμήθειαν 5%, ὑπολογίζω δὲ ὅτι αὐτὸ τὸ δάνειον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ περισσότερον τοῦ ἑξαμήνου, ὅτε θὰ πληρώσητε τόκον 3%, ὡς εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ ἐτησίου τόκου πρὸς 6%. Ἔχετε λοιπὸν 5% τὴν προμήθειαν καὶ 3% τὸ ἥμισυ τοῦ τόκου 8% καὶ 3% τὸ δικαίωμα τοῦ χαρτοσήμου 11% καὶ ἥμισυ τὰ ἄλλα ἔξοδα 11½% δι’ ἕξ μῆνας· ἄρα πληρώνετε 23% δι’ ἓν ἔτος. Ἑπομένως εἴτε τὸ πληρώσητε τώρα εἴτε δὲν τὸ πληρώσητε εἰμὴ μετὰ πέντε ἔτη, πάντοτε ἐπιβαρύνετε τὸ Κράτος περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖον τὸ ἐπιβαρύνετε διὰ τοῦ μεγάλου δανείου, τοῦ ὁποίου σήμερον ἐπιζητεῖτε τὴν ἐπικύρωσιν. Εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἕτερον πράξητε, ὑπάρχει μία ἀπώλεια ἀρκετὰ σημαντική. Τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην βλέπομεν εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας δηλώσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διατίθενται τὰ Bons τῶν 30.000.000, καθὼς ἀνέγνωσα εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας, ἰδίως δὲ εἰς τὸ «Journal».
§27ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι ἀνακριβῆ τὰ δημοσιευθέντα καὶ οὐδεμίαν ἔχουσιν βάσιν.
§28Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ ὅτι δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν βάσιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἀμφισβητήσω· ἀνακριβῆ δυνατὸν νὰ εἶναι. Ἐὰν πρόκειται νὰ πληρώσητε τόκον τόσον τοκογλυφικόν, βεβαίως ἔχουσι βάσιν, διότι τὰ καταστήματα τὰ ὁποῖα διαπραγματεύονται τὴν τοποθέτησιν τῶν Bons εἶναι καταστήματα ἐντελῶς δευτερευούσης τάξεως καὶ μάλιστα ἀνέγνωσα εἰς τὸ «Journal» ὅτι Τράπεζα ἐπαρχιακὴ τῆς Γαλλίας ἐξέδωκε προκήρυξιν, τῆς ὁποίας τὸ ἀντίγραφον ἔχω ἐδῶ, καὶ καλεῖ τὰ Γαλλικὰ κεφάλαια νὰ προσέλθωσι καὶ ἐγγραφῶσιν εἰς δάνεια τοκογλυφικά, εἰς δάνεια τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον οὐδένα ἕτερον σκοπὸν εἰμὴ μόνον νὰ διασώσωσι τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Καθ’ ἣν στιγμὴν δὲ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος διασώζεται, δὲν πρέπει νὰ μᾶς φαίνηται παράδοξον διότι, ὅτε σήμερον ζητοῦμεν ἓν μέγα ποσόν, εὑρίσκομεν τὴν πίστιν κλονισμένην εἰς ἓν σημεῖον, ὥστε νὰ ἐπιζητῆται ὁ Ἔλεγχος, ὁ Ἔλεγχος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσεν ἀνέκαθεν τὸ στίγμα τῆς Ἑλλάδος, Ἔλεγχος ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ κράτος ἐν κράτει. Ἡ ἐνέργεια ἑπομένως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ζήτημα τῆς πραγματοποιήσεως ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ὡς σκοπὸν ἀκριβῶς τοῦ Ἐλέγχου τὴν ἄρσιν, οὐχὶ μόνον δὲν ἐπετεύχθη, ἀλλὰ τοὐναντίον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ, δεδομένου ὅτι τὰ κύρια ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἔδιδεν εἰς τὰς ξένας Κυβερνήσεις διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ Ἐλέγχου τὴν ἄρσιν, τὰ εἴδομεν δωρεὰν προεξοφλούμενα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου περὶ διαρρυθμίσεως τοῦ δασμολογίου. Ποῖος εἶναι, Κύριοι, ὁ σκοπὸς τοῦ Ἐλέγχου; Ὁ σκοπὸς τοῦ Ἐλέγχου εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς ὑπηκόους ὡρισμένων Δυνάμεων τὸ ἔσοδον τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον οὗτοι ἐδάνεισαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καθ’ ἥν στιγμὴν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκονται εἰς ἀνθηρὸν σημεῖον ὥστε νὰ εἶναι βεβαία καὶ ἀσφαλὴς ἡ πληρωμὴ αὐτῶν, ἐρωτᾶται· ἔχουσι συμφέρον αἱ Δυνάμεις αὗται παραλλήλως πρὸς τὴν τακτικὴν εἴσπραξιν τῶν τόκων αὐτῶν, εἴσπραξιν ἀποβαίνουσαν εἰς προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν ὑπηκόων των, ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ προστατεύσωσι τὰ συμφέροντα καὶ ἄλλης μερίδος ὑπηκόων αὐτῶν, μερίδος βιομηχάνων καὶ ἐμπόρων, οἵτινες θὰ ἴδωσι τὰ ἐμπορεύματα αὐτῶν καὶ τὰ προϊόντα αὐτῶν εἰσαγόμενα εἰς Ἑλλάδα εἰς σημεῖον ὥστε οὐχὶ νὰ διπλασιασθῇ ἡ ἐξαγωγή των, ἀλλὰ νὰ πολλαπλασιασθῇ; Καὶ ἐρωτᾶται· ποῖα ἀνταλλάγματα θὰ ζητήσητε ἀπὸ τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων τὸ ἐμπόριον καταπληκτικῶς θὰ αὐξήσωμεν διὰ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ δασμολογίου, ἐὰν δὲν ζητήσητε τοῦ Ἐλέγχου τὴν ἄρσιν; Θὰ ζητήσωμεν τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος; ἀλλ’ ἐρωτᾶται· τίνα ὠφέλειαν θὰ ἔχωμεν, ἐὰν ἐπιτύχωμεν τὴν κατ’ ὀλίγα λεπτὰ ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος; Διὰ ποῖον ἄλλο προϊὸν ἡμῶν θὰ ζητήσωμεν ἐλάττωσιν δασμοῦ; Θὰ ζητήσωμεν διὰ τὸ ἔλαιον· ἀλλὰ τὸ ἔλαιον εἶναι ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης διὰ τὴν παγκόσμιον ἀγορὰν καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζουσιν οἱ ξένοι. Θὰ ζητήσωμεν ἐλάττωσιν διὰ τὰ καπνά· ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι προϊὸν τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζεται ἐξ ἄλλων λόγων, δὲν εἶναι δὲ ἐπιδεκτικὸν ἀνταλλαγμάτων τόσῳ μεγάλων καὶ ἰδίως σήμερον, ὅτε, κάτοχοι τῶν ὑπὸ ἔποψιν ποιότητος περιζητήτων ἀνὰ τὸν κόσμον καπνῶν μας, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον μᾶλλον νὰ παρακαλώμεθα ἢ νὰ παρακαλῶμεν. Δυστυχῶς λοιπὸν βλέπομεν ὅτι τὸ μόνον ὅπλον τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἵνα ἄρωμεν τὸν Ἔλεγχον, τὸ προεξοφλοῦμεν καὶ τὸ προεξοφλοῦμεν δωρεάν. Εἶχε δὲ μέγα δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν ἐξονύχισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου τὸ ὁποῖον εἰσήχθη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῶν συνεδριάσεων καὶ τοῦ ὁποίου ὀρθῶς πράξασα ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ἀποσύρῃ τὴν ψήφισιν διὰ λόγους, οὓς αὕτη καὶ μόνη γνωρίζει. Δὲν ἦτο ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ λαοῦ νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον, διότι ὁ λαὸς θὰ εἶχε μεγαλύτερον ἐνδιαφέρον ἢ συμφέρον νὰ ἴδῃ αἰρόμενον τὸν Ἔλεγχον, τὸ στίγμα τοῦτο τῆς πατρίδος του, καὶ νὰ ἀναβάλῃ ἐπὶ δύο τρεῖς μῆνας τὰς παροχὰς κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν πτωχὸν ἐργάτην νὰ ταξειδεύῃ δι’ αὐτοκινήτου ἢ τὸν πτωχὸν ἀγρότην νὰ πίνῃ τσάϊ.
§29Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι συμφέρον διὰ τὸν ἐργάτην νὰ ἐλαττωθῇ ἡ τιμὴ τῆς ζακχάρεως;
§30Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἀνεκινήσατε τὸ ζήτημα, μὴ λησμονεῖτε ὅ,τι εἶπον προχθὲς διὰ τὴν σάκχαριν· πρέπει πολὺ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ τιμὴ τῆς ζακχάρεως διὰ νὰ δύναται νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ ὁ πτωχὸς λαός.
§31Λ. ΝΑΚΟΣ. Οὔτε τὴν ὄρυζαν δὲν χρησιμοποιεῖ;
§32Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν, διότι ἡ ἐλάττωσις εἶναι μικρὰ καὶ δυνατὸν κατὰ μέγα μέρος ν’ ἀπορροφηθῇ ἀπὸ τὸ ἐμπόριον τὸ κέρδος. Ἀναφέρω ἐκεῖνα τῶν ὁποίων ἡ ἐλάττωσις εἶναι μεγάλη καὶ δὴ ὑπὲρ τῶν πλουσίων. Καὶ ἐρωτᾶται σήμερον· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι δύναται νὰ ἀρθῇ ὁ Ἔλεγχος; Ὁ Ἔλεγχος λαμβάνομεν κατηγορηματικὴν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν αἴρεται, ἀλλὰ καὶ ἐπεκτείνεται ἐπὶ τῶν νέων χωρῶν, μὲ δήλωσιν μάλιστα, ὅτι θὰ ζητήσωμεν ταχύτατα καὶ νέον δάνειον. Καὶ ἐρωτᾶται· ἐὰν ὁ Ἔλεγχος καὶ εἰς τὸ νέον δάνειον ἐπεκταθῇ, τότε ἀκριβῶς θὰ καταντήσωμεν μικρὸν κατὰ μικρὸν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἔχωμεν δύο ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ὑπάρχον νὰ εἶναι ἁπλῶς τυπικόν, τὸ δὲ οὐσιαστικὸν νὰ μετατεθῇ ἀλλαχοῦ καὶ νὰ εἶναι εἰς τὰς χεῖρας ἴσως μὴ φίλων, εἰς χεῖρας ἴσως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι συμφέροντα μέγιστα νὰ ἐπηρεάζωσι τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν μας διὰ νὰ ἐξυπηρετῶσι τὰ ἴδια αὑτῶν συμφέροντα. Ἀκριβῶς δὲ ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησεν ἐπισήμως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶναι μὲν μία πολιτικὴ τοιαύτη, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς εἰλικρινής, ὡς φωνὴ εἰλικρινείας ἀπέναντι τῶν φίλων ἢ τῶν δῆθεν φίλων, ἀλλ’ εἶναι πάντοτε μία φωνὴ ἡ ὁποία προκαλεῖ τοῦ κεφαλαίου τὴν προσοχήν, τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποβλέπει εἰς φιλίαν, ἀλλ’ ἀποβλέπει ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς ἐξασφάλισιν. Ὅταν λοιπὸν βλέπωμεν ὅτι τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν ζητήματα ἐξακολουθοῦσι νὰ εἶναι ἐκκρεμῆ, ὅταν βλέπωμεν ὅτι αἱ ἐλπίδες ἀντὶ νὰ αὐξάνωσιν ἐλαττοῦνται, ὅταν βλέπωμεν, καὶ ἐννοῶ τὸ κεφάλαιον, δὲν ἐννοῶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν ἐννοῶ ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς ἔχομεν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι πάντοτε αἱ πολεμικαὶ ἡμῶν δυνάμεις, ὅτι πάντοτε οἱ πολεμισταί μας θὰ πράξωσι τὸ καθῆκόν των καὶ ἔχομεν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς νέους ἀγῶνας ἢ νὰ νικήσωμεν, ὅταν βλέπῃ τὸ κεφάλαιον πάντα ταῦτα, δὲν θὰ σκεφθῇ ὅπως σκέπτεται ὁ ἡμέτερος πατριωτισμὸς ὁ στηριζόμενος ἐπὶ ἑνὸς δεδομένου, ἐπὶ μιᾶς ψυχικῆς ὁρμῆς, τὴν ὁποίαν πασιφανέστατα κατέδειξεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μέχρι τίνος σημείου αὐτοθυσίας κατέχει. Τὸ κεφάλαιον δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ἐν τῇ ἀφυλακτικότητί του νὰ προσέχῃ τὰ πάντα καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν βλέπει ὅτι ἐλαττοῦνται αἱ ἐλπίδες τῆς διατηρήσεως τῶν ἀνακτηθέντων μερῶν κατὰ σημαντικὰ σημεῖα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν βλέπει ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς νέον πόλεμον τοῦ ὁποίου δι’ ἡμᾶς τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι βέβαιον καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου εἴμεθα ἀκραδάντως πεπεισμένοι ὅτι θὰ ἐξέλθωμεν νικηταί, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀμφίβολον, τὸ κεφάλαιον ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ διδόμενα, καθὼς καὶ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συμμετοχῆς ἡμῶν εἰς τὰς διεθνεῖς οἰκονομικὰς ὑποχρεώσεις τῆς Τουρκίας, τὰς μὴ κανονισθείσας εἰσέτι, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἀποβλέπει εἰς τὸ Παλαιὸν Βασίλειον, ἐπὶ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ ὁποίου ἔχει ἀκράδαντον πεποίθησιν. Δι’ αὐτὸ ζητεῖ τὸν Ἔλεγχον καὶ δὲν βλέπω διατί ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ὑποχρεωμένη νὰ τὸν δώσῃ. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια, δυστυχῶς διασύρομεν τὴν ἡμετέραν ἐθνικὴν ὕπαρξιν διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς δῆθεν εἰλικρινείας, διασύρομεν τὴν ἡμετέραν πίστιν ζητοῦντες νὰ εἰσπράξωμεν διὰ τῶν προσωρινῶν δανείων ἐλάχιστα κεφάλαια ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, διασύρομεν τὴν τοιαύτην πίστιν, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν λύομεν τὰ ζητήματα, δὲν παρουσιάζομεν κάτι τι καθεστὼς βέβαιον. Καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν ἅπαντα ταῦτα νὰ ἐκσπῶσιν ἐπὶ τῆς ἡμετέρας πίστεως καὶ νὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ βλέπωμεν ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀντὶ νὰ αἴρῃ, ὅπως πᾶς τις θὰ ἤθελε καὶ θὰ ηὔχετο, τοὐναντίον μᾶς παρατείνει μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε πάντοτε τὸ στίγμα τῆς Ἑλλάδος, στίγμα εἰς τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ ὑποταχθῇ, ὅταν τὴν ἐπρόδωκε τῶν ὅπλων ἡ τύχη. Διαφορετικὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῇ, ὅπως ἀκριβῶς δοθῶσιν ἐξηγήσεις διατί, καθ’ ἣν στιγμὴν παρουσιάζονται τόσα περισσεύματα, τόσα πλεονάσματα ἀπὸ τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπήν, πλεονάσματα κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκεῖθεν δυνάμενα εὐκόλως νὰ εἰσπράττωνται παρὰ τῶν δανειστῶν, ζητεῖται ὁ Ἔλεγχος; 25.454.000 εἴχομεν πλεονάσματα τοῦ Ἐλέγχου τὸ 1912, τὸ δὲ 1911 εἴχομεν 29.000.000. Ὁ πόλεμος δὲν ἐπηρέασε παρὰ μόνον κατὰ 1.000.000, ὅσον δὲ τὰ πλεονάσματα εἰς ἰσότητα μὲ τὸ 1910, ὅτε ἦσαν 25.900.000. Εἰς τὰ 1913 εἴχομεν κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν 12.100.000, τῆς δευτέρας δὲ ἑξαμηνίας δὲν εἶναι δυνατὸν μέχρι σήμερον νὰ συγκεντρωθῶσιν. Ἑπομένως, ἂν ἀπὸ τὰ ποσὰ ταῦτα ἀφαιρεθῶσιν ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν δανείων εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπέγγυα, περισσεύει πάντοτε ἓν ποσὸν 15 τουλάχιστον ἑκατομμυρίων λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ κατωτάτου ὁρίου. Καὶ ἐρωτᾶται· τὰ 15.000.000 αὐτὰ δὲν ἀρκοῦσιν ἵνα ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν μιᾶς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς δανειστάς, χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν Ἔλεγχον; Ἐξηντλήθη ἆρά γε τὸ μέσον αὐτό, ὅπως ἐγένετο μέχρι τοῦδε διὰ δύο σημαντικά μας δάνεια; Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τοῦ Κράτους ἡ κατάστασις, ἀνθηρὰ ὡς ἐκ τῆς ἐργασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις εἶναι τόσον πλούσιος, δίδει ὅλα τὰ δεδομένα ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ πάντοτε θὰ ὑπάρχωσι μὲ βεβαιότητα τεραστίας αὐξήσεως, ὡς ἐμφαίνει ἡ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1910 καὶ 1911 διαφορά, καὶ ἑπομένως καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχουσι διατί τὸ κεφάλαιον ἀμφιβάλλει; Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον. Κύριοι, εἶναι πάρα πολὺ σπουδαῖον διὰ τὸ μέλλον. Διότι ἀλλοίμονον ἐὰν πέσωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν ἐκείνων, οἵτινες τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων αὐτῆς θεωροῦσιν ὡς προσβολὴν τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων! Ἀλλοίμονον ἐὰν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπείκωμεν εἰς αὐτὸν προκειμένου περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους μας! Δυστυχῶς ὅμως ἐκεῖ καταλήγομεν καὶ μετὰ λύπης καὶ μετὰ πόνου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ ὅτι μετὰ ἕνα τόσον νικηφόρον πόλεμον ὁ Ἔλεγχος ἐξακολουθεῖ! Καὶ ἐν τούτοις αὐτὴ εἶναι ἡ σκληρὰ πραγματικότης! Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάνειον τὸ προκείμενον, παρατηρεῖται μία ἔλλειψις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατόν, φρονῶ, ποτὲ νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ Β. Διατάγματος· εἶναι τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας. Ἀναφέρεται μία προμήθεια ½% τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ διὰ τὴν τοκοχρεωλυτικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, ἀλλ’ αὐτὸ ἀφορᾷ τὰ κουπόνια· ἡ προμήθεια, τὴν ὁποίαν θὰ πληρώσωμεν ἐπὶ τοῦ δανείου, δὲν ἀναφέρεται καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν τῷ εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ, εἰς τί ποσὸν εἶναι πιθανὸν νὰ ἀνέλθῃ αὐτὴ ἡ προμήθεια.
§33ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπήντησα καὶ προχθὲς ὅτι θεωρῶ τὴν μὴ ἀναγραφὴν ποσοστοῦ ὡς ποσοστὸν μᾶλλον διότι συνήθως ὅταν ἐγγράφηται ποσοστόν τι προμηθείας ἐκ τῶν προτέρων, φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ ὁλόκληρον ἢ μὴ ἀναγραφὴ ποσοστοῦ βεβαίως περιέχει εὐρύτητά τινα, τὸ ὁμολογῶ· οὐχ ἧττον νομίζω ὅτι εἶνε πολὺ σκοπιμώτερον νὰ μὴ ἐγγραφῇ ποσοστόν.
§34Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπρόσεξα ἀλλ’ ἐρωτῶ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας καμμίαν προμήθειαν;
§35ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν
§36Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὥστε ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσωμεν μεγάλας προμηθείας, ἴσως δὲν ἀποκλείεται καὶ τὸ 5%, τὸ ὁποῖον ἐπληρώσαμεν καὶ εἰς τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἐνῷ τὸ δάνειον τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1910 ἀνέφερε προμήθειαν 2½%, καὶ μὲ χαρτόσημον ἠλαττωμένον κατὰ 2%. Δύνασθε ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριε Ὑπουργέ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, πόσον εἶνε τὸ ποσοστὸν τοῦ χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε τὸ δάνειον τοῦ 1910;
§37ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ φόρος ἦτο μικρότερος ἐν Γαλλίᾳ.
§38Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα ἦτο 2%, ἐνῷ τώρα εἶνε 3%.
§39ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1912 εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ ποσοστὸν τοῦ χαρτοσήμου καὶ ὅτι καὶ τὸ περισσότερον μέρος εἶχεν ἐκδοθῆ ἐν Γαλλίᾳ.
§40Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὑπολογιζομένου τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου πρὸς 1¼% εἰς τὸ δάνειον τοῦ 1910 ἔχομεν τιμὴν ἐκδόσεως ἐπὶ 84.50 καθαρὰν ἀπόδοσιν 89 καὶ ¾· ἑπομένως ἔχομεν μίαν ἐλάττωσιν ἀπὸ 4.75 ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ κεφαλαίου. Σήμερον, μὲ τὸ σημερινὸν δάνειον, δὲν εἶναι δυστυχῶς δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν τὴν προμήθειαν· γνωρίζομεν ὅμως τὸ χαρτόσημον, τὸ ὁποῖον εἶναι 3% καὶ ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς βεβαίως εἶναι πολὺ ἀνώτερος τῆς πραγματικότητος, διότι εἶναι ζήτημα, ἂν τὸ δάνειον τῶν 500.000.000 θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ πλέον τῶν 410.000.000, πάντως ἔλαττον, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς ἀδύνατον νὰ ἀποδώσῃ περισσότερον καὶ ἑπομένως ἔχομεν 90.000.000 περίπου, τὰ ὁποῖα δίδομεν δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ. Πλὴν δι’ αὐτὸ δὲν δυνάμεθα νὰ κατηγορήσωμεν κανένα, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς, ἀλλ’ ἐνῷ δίδομεν τόσα κέρδη, ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν τὸν Ἔλεγχον. Ἐπίσης παρετήρησα εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ δανείου, ἐδάφιον βʹ, ὅτι τίθεται μία διάταξις ὀργανική, ἡ ὁποία καταργεῖ προϋπάρχοντα νόμον. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν πράγματι τοιαύτη εἶναι ἡ διάθεσίς του. Κατὰ τὸν νόμον ΒΧΓΛʹ τοῦ 1899 ὑπογράφει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ Τμηματάρχης τοῦ Δημ. χρέους ἢ ὁ ἀναπληρῶν αὐτὸν ὑπουργικὸς Γραμματεὺς αʹ τάξεως τοῦ αὐτοῦ τμήματος καὶ προσυπογράφει ἰδιοχείρως τοὺς τίτλους, ἐνῷ εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι ἀναγεγραμμένον «ἢ ἑτέρου ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁρισθησομένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Ὑποθέτω ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως ὀργανικοῦ νόμου.
§41ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Περιέχεται ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὸν νόμον τοῦ δανείου τοῦ 1910. Εἶναι χάριν εὐκολίας.
§42Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἀντίκειται εἰς τὸν ὀργανικὸν νόμον.
§43ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶχε γίνει αὐτὸ εἰς ἐπανειλημμένα δάνεια συνομολογηθέντα παλαιότερον.
§44Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Προσέξατε, κ. Ὑπουργέ· σᾶς τὸ ἀνέφερα, διότι παρουσιάσθησαν δυσκολίαι ἐν Λονδίνῳ κατὰ τὸ τελευταῖον δάνειον τῆς ἐπαναστάσεως ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης καὶ διὰ νὰ ἀρθῶσιν αὐταὶ αἱ δυσκολίαι, θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ τὸ διορθώσητε. Ἕτερον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται εἶναι, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ διεθνὴς οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ ἔδωκε τὴν συγκατάθεσίν της ὅτι ἀναλαμβάνει τὸ προκείμενον δάνειον. Δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐπὶ τούτου;
§45ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.
§46Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Καὶ τοῦτο εἶναι ζήτημα σοβαρόν, διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀρνήσεως. Εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ εἴπῃ ναί, ἀλλ’ ἂν εὑρεθῶμεν, Κύριοι, πρὸ ἀρνήσεως, ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ζητούσης νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ Ἔλεγχον καὶ ὁ Ἔλεγχος νὰ ἀρνῆται; Θὰ εἴπητε ὅτι εἶναι ἀπίστευτον· τίποτε δὲν εἶναι ἀπίστευτον, προκειμένου περὶ χρημάτων. Διότι γνωρίζετε, Κύριοι, κάλλιον ἐμοῦ ὅτι ἡ Δ. Ο. Ἐπιτροπὴ ἐκπροσωπεῖ συμφέροντα Κυβερνήσεων· εἶναι δυνατὸν αὕτη νὰ ἐκπροσωπῆται παρ’ ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν παρουσιάζεται οἱονδήποτε ζήτημα, οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀπευθύνονται εἰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῶν Κρατῶν, ἡ ὁποία κανονίζει τὰς πράξεις καὶ τὰς ἀποφάσεις.
§47Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν εὔχεσθε, κ. Συνάδελφε, νὰ ἀρνηθῇ ὁ Ἔλεγχος νὰ δώσῃ τὴν συγκατάθεσιν: Θὰ ἦτο εὐτύχημα νὰ ἐγίνετο τοῦτο, διότι τότε θὰ εἴχομεν τὸ non possum.
§48Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέχει, κύριε Συνάδελφε, εἶναι ἡ ἠθικὴ ἄποψις, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ὁ πτωχὸς ὀφειλέτης ὅστις θὰ κυττάξῃ νὰ λάβῃ ὅπως ὅπως ὀλίγας δραχμάς, ἀλλὰ θὰ προσέξῃ ἐκεῖ ὅπου θὰ κτυπήσῃ τὴν θύραν νὰ εἶναι ἀνοικτή, διότι πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους. Ἐν τῇ πραγματικότητι θέλομεν νὰ ἀρθῇ ὁ Ἔλεγχος καὶ ἂν ἐπικρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐπικρίνομεν ἀκριβῶς, διότι δὲν μᾶς ἔφερεν ἐργασίαν τοιαύτην καὶ ἀκριβῶς διότι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προχθὲς ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ πᾶν ἄλλο ὁμιλεῖ ἢ περὶ ἄρσεως τοῦ Ἐλέγχου, ὡς ὤφειλεν. Ἔδει νὰ ἐγίνετο τοῦτο, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο, δὲν ἕπεται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κρούωμεν καὶ θύρας, αἵτινες δὲν εἶναι καὶ ἀδύνατον νὰ μὴ ἀνοιχθῶσιν. Αὐτὰ ἀκριβῶς, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσον σημαντικοῦ γεγονότος καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν θὰ εἶμαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Μ. Ἑλλάδος, διότι αἱ νῖκαι τὰς ὁποίας κατήγαγεν ὁ στρατός, αἱ νῖκαι αἵτινες ἐτίμησαν καὶ ηὔξησαν τόσον πολὺ τὸ Ἔθνος δὲν ἤρκεσαν ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν ταύτην νὰ αὐξήσωσι τὴν πίστιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ἠλάττωσαν. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γούναρης.
§50Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Συμφωνῶ, Κύριοι, πληρέστατα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ ὅτι οἱ ὅροι τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συναφθῇ, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς εἶναι ἐπαχθέστατοι. Βεβαίως εἶναι ἐπαχθεῖς κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ τόκου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ πληρωθῇ, τόκου ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 5,70 ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν.
§51ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. 5,69.
§52Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. 5,69. 8 εἶναι πολὺ προσεχέστερον πρὸς τὸ 70. Ἀλλ’ εἶναι ἔτι ἀπεχθέστερον τὸ δάνειον τοῦτο διὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, ἥτις πρόκειται διὰ τῆς περὶ τούτου συμβάσεως νὰ συνομολογηθῇ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ προβῶ εἰς ἐπίκρισιν τῆς συμβάσεως, οἵα θὰ καταρτισθῇ, διότι ἡ σύμβασις ἵνα καταρτισθῇ ἀπαιτεῖ συμφωνίαν τῶν βουλήσεων ἀμφοτέρων ἐκείνων, οἵτινες θὰ καταρτίσωσιν αὐτήν, εἶναι δ’ ἐνδεχόμενον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην τῆς συνάψεως τοῦ δανείου τούτου, διότι πρόκειται περὶ ἱκανοποιήσεως ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, νὰ εὑρεθῇ πρὸ ἀξιώσεων ἐκείνων μετὰ τῶν ὁποίων θὰ συμβληθῇ, αἱ ὁποῖαι νὰ καταστήσωσιν ἀναγκαίαν τὴν ἀποδοχὴν τῶν ὅρων μὲ ὅλον τὸ ἐπαχθὲς αὐτῶν. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐπεκτάσεως, τὴν ὁποίαν σήμερον εἰσάγομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Δ. Ο. Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους πόρων, καὶ νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ, ἵνα, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐξουσίαν τῆς Δ.Ο.Ε. καὶ ἐπὶ ἄλλων ἀκόμη τελωνείων ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται ἤδη, λάβῃ πρόνοιαν, ὥστε νὰ διατηρήσῃ τὴν αὐτοτέλειαν ἐν τῇ διαρρυθμίσει τῆς δασμολογικῆς αὐτῆς νομοθεσίας ἐν τῷ μέλλοντι.
§53ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὸ ὑπάρχει.
§54Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἰμπορεῖ νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Ὑπάρχει βεβαίως σήμερον ὅσον ἀφορᾷ τὰς τελωνιακὰς προσόδους τὰς ὑπεγγύους. Διότι σήμερον εὑρίσκεσθε ἀπέναντι περιθωρίου τῶν ὑπεγγύων ἐν γένει προσόδων τοιούτου, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ λόγος πῶς διαρρυθμίζετε ἐκείνας τὰς προσόδους ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν ὁποίων οἱ δανεισταὶ δὲν ἔχουσι συμμετοχήν. Ἡ ἐπέμβασίς των περιορίζεται μόνον ἐν τῇ διαρρυθμίσει ἐκείνων τῶν προσόδων ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν ὁποίων ἔχουν συμμετοχήν.
§55ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως.
§56Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πρόκειται νὰ συνάψητε τὸ δάνειον αὐτό, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία θὰ ἀνέλθῃ εἰς δραχμὰς 27,380,000, θὰ συνομολογηθῇ δὲ βεβαίως μὲ περιθώριον μέχρι καλύψεως τοῦ ὁποίου περιθωρίου θὰ δύνανται νὰ ἐπιλαμβάνωνται καὶ ἄλλων προσόδων, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῆτε αἴφνης εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ σᾶς εἴπωσιν ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ ἐνεργήσητε εἰς τὴν τελωνιακὴν νομοθεσίαν μεταβολάς, τὰς ὁποίας σεῖς νὰ θεωρῆτε εὐκταῖον νὰ ἐνεργήσετε καὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ εἶναι οὐσιώδεις, ὡς γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, κάλλιον ἐμοῦ. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς ὑμᾶς ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλετε ὑποβάλει τὰς προσόδους καὶ ἄλλων τελωνείων ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Δ.Ο.Ε. νὰ συνομολογήσητε τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς θὰ δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὴν τελωνιακὴν ἡμῶν νομοθεσίαν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, διότι, ἂν ἠθέλετε φθάσει εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ δεσμευθῆτε καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς τελωνιακῆς ἡμῶν νομοθεσίας, θέλετε στερηθῆ τοῦ σπουδαιοτέρου μέσου, ἵνα προσηκόντως διαρρυθμίσητε ἐπὶ τὸ μέλλον τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ παρατηρήσω εἰς ὑμᾶς, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν σεῖς ὑπὲρ ἐμὲ καὶ πάντα ἄλλον, ἀφοῦ σεῖς διαχειρίζεσθε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, βεβαίως συναισθάνεσθε, ἵνα διαρρυθμίσητε τὸ ζήτημα τῆς συμμετοχῆς τῶν ὁμολογιούχων τῶν παλαιῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συμμετέχουσιν εἰς τὰς ἀποδόσεις τῶν ὑπεγγύων προσόδων διὰ νὰ ἀνακτήσητε τὴν ἐλευθερίαν νὰ διαρρυθμίσητε τὰ τῆς νομοθεσίας τῆς ἀφορώσης τὰς προσόδους ταύτας καὶ ἐν τῇ νέᾳ Ἑλληνικῇ χώρᾳ, καθ’ ὃν τρόπον βούλεσθε, ἴσως δημιουργοῦντες καὶ ἐκεῖ ἀναλόγους προσόδους. Διότι τὴν ἐλευθερίαν αὐτὴν οὐδ’ ἐν ταῖς νέαις χώραις εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἔχητε πλήρη, ὅταν δὲν ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ διαρρυθμίσητε τὰ τῶν φορολογιῶν τούτων, καθ’ ὃν τρόπον βούλεσθε, ἐν τῷ Παλαιῷ Βασιλείῳ. Νομίζω δέ, ὅπως ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Συνάδελφος, δὲν θὰ εἶναι τὸ πρᾶγμα ἰδιαιτέρως δυσχερές. Δὲν θὰ εἶναι δυσχερές, διότι ἐκ τῶν τριῶν ὅρων τῆς αὐξήσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν πτώχευσιν, ὁ μὲν εἷς ἐπαγιώθη διὰ τῆς ἰσοτιμίας τοῦ συναλλάγματος, ὁ ἕτερος, δηλ. ἡ ἐπαύξησις τοῦ τόκου συνεπείᾳ τῆς προσθήκης εἰς τὸν τόκον τῶν ἀνεξοφλήτων ἀκόμη ὁμολογιῶν τόκου τοῦ προσήκοντος εἰς τὰ ἐξοφλούμενα κατ’ ἔτος ποσὰ τῶν δανείων τούτων, προκύπτει ἐξ ἁπλοῦ μαθηματικοῦ ὑπολογισμοῦ. Μένει μόνον τὸ τρίτον· μένει δηλ. ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰ πλεονάσματα, τὰ ὑπὲρ τὰς δρ. 28.900.000, τὰ ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῶν μονοπωλίων τοῦ χαρτοσήμου, τοῦ πετρελαίου κλπ. Ἔχετε ἤδη μίαν δεκαπενταετίαν πρὸ ὑμῶν καὶ ἐκ τῆς δεκαπενταετίας τῆς διαρρευσάσης δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ἡ αὔξησις καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἔχετε ἐπὶ πλέον τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως, ἡ ὁποία νὰ ἀποτελῇ σπουδαῖόν τι ποσὸν διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀσυμφωνία, διότι ὅλη ἡ αὔξησις καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν δεκαπενταετίαν ἀνῆλθεν εἰς 900.000 περίπου. Διότι κατὰ μὲν τὸ 1898 ἦτο 1.076.000 τὸ μέρος τὸ προσῆκον εἰς τοὺς ὁμολογιούχους, ἤτοι τὸ ποσοστὸν τῶν πλεονασμάτων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 18% διὰ τὰ ἔξοδα καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ δημοσίου κράτησιν τῶν 40%. Κατὰ τὸ 1898 ἦσαν δραχμ. 1.046.375, κατὰ τὸ 1912 ἦσαν δραχμ. 1,966.000. Πρόκειται λοιπὸν περὶ αὐξήσεως 900.000 δρ. ἐντὸς 15ετίας καὶ ἑπομένως, ὑπαρχούσης τοιαύτης μικρᾶς αὐξήσεως, θὰ ἦτο εὔκολος ἡ συνεννόησις μετ’ αὐτῶν. Δὲν νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἦτο εὔκολον εἰς ὑμᾶς νὰ ἄρητε τὸν Ἔλεγχον, νομίζω ὅμως καὶ συνιστῶ εἰς ὑμᾶς νὰ ἐπιδιώξητε τὴν διαρρύθμισιν τοῦ θέματος τούτου, ἵνα ἀποκτήσητε τὴν ἀναγκαίαν ἐλευθερίαν περὶ τὴν διαρρύθμισιν τῶν ὑπεγγύων τούτων προσόδων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὑμεῖς ὡς διαχειριστὴς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἔχετε ἤδη τὴν συναίσθησιν τῆς σπουδαιότητος τῶν ζητημάτων τούτων καὶ θὰ συνίστων εἰς ὑμᾶς νὰ ἐπιδιώξητε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ τροποποιήσητε τὴν συμμετοχὴν ταύτην τῶν δανειστῶν, σταθεροποιουμένης τῆς αὐξήσεως, ἵνα οὕτως ἀποκτήσητε καὶ τὴν ἐλευθερίαν ὑμῶν ἐν τῇ ῥυθμίσει τῶν προσόδων τούτων καὶ δυνηθῆτε νὰ πράξητε ὅ,τι ἠθέλετε νομίσει συμφέρον διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν πόρων τούτων τοῦ Κράτους καὶ ἐν ταῖς νέαις χώραις καὶ ἐν ταῖς παλαιαῖς. Διότι ἡ φορολογικὴ νομοθεσία, ἡ ὑπάρχουσα εἶναι ἐνδεχόμενον μελετωμένη καταλλήλως νὰ ἀγάγῃ ὑμᾶς εἰς συμπέρασμα ἐλαττώσεως φορολογιῶν ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ἐξ αὐτῶν μείωσις τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Καὶ σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὸ πετρέλαιον. Ἀνάλογον παράδειγμα εἶναι καὶ τὸ χαρτόσημον, τοῦ ὁποίου ὁ νόμος εἶναί τι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν παρόδῳ ἤδη νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ τὸ ὁποῖον χρήζει μεταβολῆς ῥιζικωτάτης καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν συναλλαγῶν, τὰς ὁποίας ὁ νόμος τῶν χαρτοσήμων, ὡς ἔχει, κατὰ τρόπον ἀπαίσιον καταπιέζει καὶ καταθλίβει ἄνευ ὠφελείας ἢ καὶ ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ὑπάρχουσι τοιαῦται διατάξεις ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, τὰς ὁποίας γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλητε. Γνωρίζετε ποσάκις ἐγένετο ἀπόπειρα καὶ προσπάθεια μεταβολῆς τῶν διατάξεων τούτων καὶ δὲν ἐπετράπη. Προσέξατε λοιπὸν μὴ τυχὸν εὑρεθῆτε εἰς παρόμοιον κίνδυνον ὄχι πλέον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς συμμετοχῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀνεπαρκείας τυχὸν τοῦ περιθωρίου· προσέξατε μὴ τυχὸν εὑρεθῆτε εἰς παρόμοιον κίνδυνον καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελωνιακὴν ἡμῶν νομοθεσίαν. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπαχθὲς τῶν ὅρων τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν. Δὲν θὰ συμφωνήσω ὅμως μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἰσχυριζόμενον ὅτι τὸ ἐπαχθὲς τῶν ὅρων τούτων ὀφείλεται εἰς αἴτια ἀντικειμενικά, εἰς αἴτια ἄσχετα πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δυνάμεων παρ’ ἐκείνων, οἵτινες πρόκειται νὰ μᾶς δώσωσι τὰ χρήματα, εἰς αἴτια γενικώτερα ἰσχύοντα διὰ πάντας. Δὲν δύναμαι νὰ παρίδω τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀντιταχθέντος εἰς τὰ τοῦ δανείου τοῦ ἄρτι συναφθέντος ὑπὸ τῆς Ῥωμουνίας. Εἶναι βεβαίως τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ῥωμουνίας καλλίτερα, διότι ἔχει περισσεύματα. Ἐν αὐτῇ τῇ διακηρύξει τοῦ δανείου τοῦ Ῥωμουνικοῦ, τῇ δημοσιευθείσῃ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Φραγκφούρτης», παρατίθενται τὰ ἀποτελέσματα τῶν 5 τελευταίων Ῥωμουνικῶν ἀπολογισμῶν. Καὶ προκύπτουσιν ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἀπολογισμῶν τούτων περισσεύματα ἄξια πάσης προσοχῆς μεταξὺ 40–100.000.000 ἐτησίως. Τῷ ὄντι δὲ ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ῥωμουνίας χορηγοῦνται εἰς αὐτὴν ἐπ’ ἀπείρως ἐλαφροτέροις ἢ εἰς ἡμᾶς ὅροις δάνεια. Τοῦτο ὅμως ἀκριβῶς σημαίνει ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν, καὶ οὐχὶ αἴτια ἐν τῇ ἀγορᾷ εὑρισκόμενα, δὲν εἶναι εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ εἶναι. Δὲν παραβλέπω ποσῶς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡμεῖς δανειζόμεθα πρὸς κάλυψιν ζημιῶν τοῦ πολέμου, ζημιῶν, ἐπελθουσῶν εἰς τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἶναι ἀρκετὸν ἵνα φθάσῃ ἡ μεταξὺ τῶν δύο δανείων διαφορὰ τοῦ τόκου εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασεν, ἂν ὑπῆρχε περὶ τὴν οἰκονομίαν ἡμῶν ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω ὅτι ἐμπνέουσι καὶ δικαιολογοῦσι τὰ πράγματα. Ἀλλὰ καὶ δὲν δύναταί τις νὰ παρίδῃ τὴν σοβαρότητα τοῦ κατὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀντιταχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, προχθὲς ἐπιχειρήματος. Διότι ἡμεῖς δὲν παρέχομεν ὡς βάσιν τοῦ δανείου τὴν ἐπάρκειαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δυνάμεων ἐν ὁλότητι, ἀλλὰ παρέχομεν ὡρισμένας προσόδους, τὰς ὁποίας ἀποσπῶμεν, οὕτως εἰπεῖν, διὰ μειώσεως τῆς κυριαρχίας ἡμῶν καὶ ὑποβολῆς εἰς τρίτον διεθνὲς πρόσωπον. Καὶ ἤρκει νὰ ὑπάρχῃ ἀσφαλὴς ἡ ἐπάρκεια αὐτή, ἵνα ἡ πίστις ἡμῶν ἵσταται εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ τοιοῦτος ἀποχωρισμὸς τῶν προσόδων τούτων ἀπὸ τῆς ἡμετέρας διαθέσεως. Τοιαύτη ἐπάρκεια πάντως θὰ ὑπῆρξε, διότι καὶ περιθώριον ἱκανὸν θὰ ζητήσωσι παρ’ ἡμῶν οἱ πιστωταὶ καὶ ἡμεῖς θὰ παράσχωμεν. Καὶ ὅμως ὁ τόκος, μὲ τὸν ὁποῖον δανειζόμεθα, καὶ μεθ’ ὅλον τοῦτο εἶναι οὐσιωδέστατα ἀγώτερος ἐκείνου μὲ τὸν ὁποῖον δανείζεται ἡ Ῥωμουνία. Ἡ Ῥωμουνία μὲ 4½% ἔκδοσις 91. Ἡμεῖς μὲ 5% ἔκδοσις 87¾. Ὅτι δὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ἔχει μεγίστην σπουδαιότητα προκύπτει ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἤμεθα οἰκονομικῶς συντετριμμένοι, κατὰ τὸ 1900, ἐδανείσθημεν, ὄχι βέβαια διότι ἡ ἐν γένει οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις παρουσίαζεν ἀνθηρότητα μείζονα παρὰ ἡ τότε οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ῥωμουνίας, ἀλλὰ διότι εἴχομεν τὸν Ἔλεγχον, ὑπὸ ὅρους οἰκονομικωτέρους παρὰ ἐκείνους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐδανείσθη ἡ Ῥωμουνία κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν. Διότι ἡ Ῥωμουνία κατὰ τὸ 1899 συνῆψε δάνειον 175,000,000 πρὸς 5% καὶ εἰς τιμὴν ἐκδόσεως 89.50, ἐνῷ ἡμεῖς κατὰ τὸ 1900 ἐδανείσθημεν πρὸς 4% καὶ τιμὴν 80, δηλ. μὲ 5% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου.
§57ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ ἱστορικὴ ἐκείνη περίοδος διὰ τὴν Ῥωμουνίαν δὲν ἦτο ἀγαθὴ διὰ τὰ οἰκονομικά της. Ἦσαν βαρεῖς οἱ ὅροι αὐτοί.
§58Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλὰ καὶ ἡ κατάστασις ἡμῶν τότε ἦτο χαώδης. Ἐὰν δὲ ἐδανείσθημεν ὑπὸ ὅρους εὐνοϊκωτέρους ἢ ἡ Ῥωμουνία, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν Ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον εἴχομεν, καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν δι’ αὐτοῦ παρείχομεν. Δι’ αὐτό, λέγω, τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας ἔχει σοβαρότητα. Ἡ ἐπίκλησις δηλ. τῆς ἰδιαιτέρας ἐγγυήσεως τῆς παρεχομένης ὑπὸ τοῦ Ἐλέγχου, τῆς αὐξούσης τρόπον τινά τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν δανειστῶν, εἶναι ἐπιχείρημα σοβαρόν. Καὶ ὅμως δανειζόμεθα ὑπὸ βαρυτάτους ὅρους. Εἶναι τοῦτο ἀπόδειξις ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν εἶναι ἥκιστα καλή. Πρέπει δέ, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν ὑμῶν σοβαρώτατα εἰς τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς πίστεως ἡμῶν. Διότι μεθ’ ὅσα προχθὲς ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν μεταξὺ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας καὶ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὸ δάνειον τοῦτο δὲν εἶναι τὸ μόνον, χάριν τοῦ ὁποίου προσφεύγετε εἰς τὴν πίστιν ἡμῶν. Παρετέθησαν διάφοροι ἀριθμοὶ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διατεθῇ τὸ δάνειον τοῦτο, προέκυψε δὲ ὅτι καὶ μετὰ τὴν διάθεσιν αὐτοῦ θὰ παραμείνωσι προκαταβολαὶ ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας μέχρι σήμερον ἐλάβετε 100.000.000 ἀνεξόφλητοι καὶ ὅτι θὰ καλύψητε διὰ τοῦ δανείου τούτου μόνον 100.000.000 ἐκ τῶν προκαταβολῶν. Θὰ καλύψητε ἐπίσης τὰ 100.000.000 τοῦ ἐλλείματος τοῦ 1913· θὰ καλύψητε τὰ 130.000.000 τῶν στρατιωτικῶν παραγγελιῶν τῶν δεδομένων ἤδη, ὡς δὲν ἀνεκοινώθη μὲν ἐπισήμως, ἀλλὰ καὶ δὲν διεψεύσθη· Θὰ καλύψητε τὰς ναυτικὰς δαπάνας τῶν ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἤδη ναυτικῶν παραγγελιῶν τῶν γνωστῶν καὶ τῶν τυχὸν ὑπαρχουσῶν, μὴ δημοσιευθεισῶν δέ. Καὶ ἂν μετὰ ταῦτα δὲν ἐμφανισθῶσιν ἄλλα ἀπρόοπτα, τὸ πολὺ πολὺ θὰ ὑπολειφθῶσι 2–3 δεκάδες ἑκατομμυρίων, αἱ ὁποῖαι, κύριε Ὑπουργέ, θὰ ὁμολογήσητε ὅτι θὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὰς προχείρους ἀνάγκας τοῦ Ταμείου. Διότι ἐκτὸς τῶν 100.000.000 τοῦ ἐλλείμματος, θὰ εἶσθε εὐτυχεῖς, ἂν μᾶς ἐπαρκέσωσι διὰ τὰ συμπληρωματικὰ ἐλλείμματα τοῦ 1913 αἱ 2–3 δεκάδες τῶν ἑκατομμυρίων, αἱ ὁποῖαι θὰ περισσεύσωσιν ἐκ τῶν ἀνωτέρω διαθέσεων. Θὰ εὑρεθῆτε οὕτως ἀμέσως μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ δανείου τούτου τὴν ταχυτάτην, θὰ εὑρεθῆτε πρὸ προκαταβολῶν 100.000.000, θὰ εὑρεθῆτε δὲ καὶ πρὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀντιμετωπίσεως ὅλων ἐκείνων τῶν ἀναγκῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀντιμετώπισις εἶναι βεβαίως ζήτημα ὑπάρξεως διὰ τὴν χώραν, ὑπάρξεως οὐσιαστικῆς, ἀλλὰ καὶ ὑπάρξεως οἰκονομικῆς. Ἔχετε λοιπὸν ἀνάγκην τῆς πίστεως. Καὶ δὲν θέλω νὰ προβῶ ἐγὼ εἰς ὑπολογισμὸν τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ ἐν προσεχεστάτῳ μέλλοντι, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ εἶσθε εὐτυχεῖς, ἂν σᾶς ἐπαρκέσῃ ἴσον πρὸς τὸ τοῦ δανείου τούτου ποσόν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἀκούσας τὰ 130.000.000 τῶν στρατιωτικῶν παραγγελιῶν δὲν τὰ διέψευσεν, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι δὲν τὰ ἀνεκοίνωσεν ἐπισήμως καὶ προσέθηκεν· «ἂν ἐγὼ ἐπρόκειτο νὰ κάμω ἀνακοινώσεις πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ, θὰ ἔλεγον πολὺ περισσότερα αὐτοῦ». Καὶ εἶπε μίαν μεγάλην ἀλήθειαν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι, καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἤθελεν ὁμιλήσει σχετικῶς, θὰ ἐπανελάμβανεν ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε. Καὶ θὰ ἔλεγε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μεγίστην ἀλήθειαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀνεμίχθη εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἠρώτα· τί θὰ διαθέσητε ἐκ τοῦ δανείου τούτου διὰ δημόσια ἔργα, ὡς ἀναφέρετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; δὲν σᾶς περισσεύει τίποτε; Σεῖς ἐλέγετε, ὅτι κακῶς ἔχει διατυπωθῆ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι βεβαίως ἐλάχιστα θὰ περισσεύσωσι. Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἐσιώπησε, θὰ ἠδύνατο νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ὑπάρχει ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη δημοσίων ἔργων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἁπλῆ βελτίωσις καταστάσεως, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἀκόμη ἀμετάβλητος ἐπί τινα χρόνον, ἀλλὰ δημοσίων ἔργων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅρος ὑπάρξεως διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ὑπόστασιν. Διότι, ἂν ἀτενίζωμεν, καὶ ἀτενίζομεν μετὰ πλήρους πεποιθήσεως πρὸς τὸ μέλλον, ἀτενίζομεν μετὰ πεποιθήσεως πρὸς αὐτό, διότι ἀπεκδεχόμεθα ὅτι ἡ δραστηριότης ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ἡ εὐφυΐα ἡ Ἑλληνικὴ ὄχι μόνον θὰ προαγάγῃ τὰς χώρας τὰς ἄρτι προσαρτηθείσας, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τοσούτους αἰῶνας ἠτύχησαν νὰ εὑρίσκωνται εἰς οἵαν εὑρίσκοντο κατάστασιν, εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐκεῖνο τῆς οἰκονομικῆς ἀκμῆς διὰ τὸ ὁποῖον ἡ φύσις προώρισεν αὐτάς, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ ἐκείνων πρὸς τὰς παλαιὰς θὰ ὠθήσῃ καὶ ταύτας εἰς ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον ἐπὶ βελτιώσει τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς ὅλης χώρας. Ἀλλ’ ἵνα ταῦτα ἐπιτελεσθῶσιν ἐν τῇ περιόδῳ τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, εἶναι ἀνάγκη ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία καὶ ἡ ἰδιωτικὴ δρᾶσις εἰς οὐδὲν ἰσχύουσιν. Εἶναι ἀνάγκη ἔργων, τὰ ὁποῖα μόνον τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ. Τὸ Κράτος τὸ σύγχρονον, ὄχι ὡς ὀργανισμὸς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πολλῶν ἀπὸ τοὺς ὀλίγους εὐδοκῶν ἐκ συγκαταβάσεως νὰ παράσχῃ καὶ ψυχίον τι πρὸς τοὺς φορολογουμένους, ἵνα τοὺς εὐεργετήσῃ, ἀλλὰ τὸ Κράτος ὡς κοινὸν ταμεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον συνεισφέρουσιν οἱ φορολογούμενοι ἵνα διὰ τῶν εἰσφερομένων τὰ ἔργα τὰ εἰς πάντας χρήσιμα συντελεσθῶσι. Διότι τὸ Κράτος, κύριε Ὑπουργέ, δὲν εἶνε πλέον τὸ Κράτος τὸ δεσπόζον, εἶναι τὸ Κράτος τὸ ὑπηρετοῦν. Ἐν τῷ μεγαλοπρεπεῖ ἀγλαϊσμῷ, τὸν ὁποῖον ἀποτελεῖ ἡ σύγχρονος κοινωνία, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδει τὰ νεῦρα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδει τὴν δύναμιν τῆς κινήσεως, τῆς ἀναπτύξεως, τῆς προόδου εἶναι ὁ θαυμάσιος συνδυασμὸς τῶν ἔργων, τῶν πράξεων, τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἄτομον δύναται νὰ εἰσηγηθῇ, οὐδὲν ἄτομον δύναται νὰ διευθύνῃ, οὐδὲν ἄτομον δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ. Ταῦτα εἰσηγεῖται, διευθύνει, πραγματοποιεῖ μόνον τὸ κοινὸν κέντρον, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσρέουσι τὰ ὑπὸ πάντων συνεισφερόμενα καὶ ὑπὸ κοινῆς διευθύνσεως ἐπὶ τὸ μέγα τοῦτο ἔργον χρησιμοποιοῦνται. Τὸ κέντρον τοῦτο εἶναι τὸ Κράτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λοιπὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει μελετήσει διὰ τῶν διαφόρων αὑτοῦ ὑπηρεσιῶν τὰ σχετικὰ θέματα θὰ σᾶς εἴπῃ καὶ αὐτὸς ὅτι θὰ λάβῃ ἀνάγκην πολλῶν χρημάτων. Δι’ αὐτὸ ἔλεγον, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ εἶσθε εὐτυχεῖς, ἐὰν κατορθώσητε τὰς ἀνάγκας ταύτας νὰ ἀντιμετωπίσητε δι’ ἄλλου δανείου ἴσου κατὰ ποσὸν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Θὰ προσφύγητε λοιπὸν ἐκ νέου εἰς τὴν πίστιν ἡμῶν. Θὰ εἶναι ὀδυνηρὸν δι’ ὑμᾶς, ὀδυνηρὸν διὰ τὴν χώραν, ἐὰν συναντήσητε τὴν πίστιν αὐτὴν οἵαν τὴν συναντᾶτε νῦν, ὅτε μετ’ αὐτῆς συμβάλλεσθε, ἢ χείρονα. Θὰ εἶναι δὲ τόσῳ μᾶλλον ὀδυνηρόν, διότι θὰ εἶναι ἀδικαιολόγητον. Διότι ἡ δυσπιστία αὕτη δὲν θὰ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Δὲν θὰ ὀφείληται εἰς τὴν ἀληθῆ ἐκτίμησιν τῆς καταστάσεως ἡ ὑποτίμησις αὐτὴ τῆς οἰκονομικῆς ἀνάγκης τῆς χώρας, τῆς οὕτως ἄρτι ἐπεκταθείσης, ἀλλὰ καὶ τόσον δεξιῶς κατὰ τὸ παρελθὸν ἐν τῇ μικρᾷ αὐτῆς ὑποστάσει δρασάσης καὶ ἀναπτυχθείσης. Δὲν θὰ εἶναι δικαία πρὸς τὴν χώραν ταύτην τοιαύτη δυσπιστία. Θὰ προέρχηται ἐξ ἄλλων λόγων, λόγων διὰ τοὺς ὁποίους οὐχὶ ἡ χώρα, ἀλλ’ οἱ διαχειριζόμενοι τὰ δημόσια αὐτῆς οἰκονομικὰ θὰ ὦσιν ὑπεύθυνοι, λόγων σχετιζομένων οὐχὶ μὲ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς χώρας, ἀλλὰ μὲ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Εἰς χεῖρας ὑμῶν, κ. Ὑπουργέ, ἔγκειται ἡ βελτίωσις τῆς δυσαρέστου σήμερον καταπτώσεως τῆς πίστεως ἡμῶν. Εἰς χεῖρας ὑμῶν ἔγκειται τοῦτο, οὐχὶ διὰ παραστάσεων πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους, οὐχὶ διὰ λόγων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διότι ταῦτα πάντα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰ ἐλατήρια τὰ ὁποῖα κινοῦσιν ἐκείνους, οἵτινες πρόκειται νὰ δώσωσι τὸ χρῆμα αὐτῶν. Εἰς χεῖρας ὑμῶν ἔγκειται τοῦτο διὰ τῆς προσηκούσης διαρρυθμίσεως τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν. Ἐλέγετε πρὸς ἡμᾶς πρὸ δύο ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον θὰ ὑποβάλητε διὰ τὸ 1914, εἰς τὸ ὁποῖον προσεχῶς εὑρισκόμεθα, δὲν θέλει ἔχει ἰσοζύγιον. Καὶ εἶναι φυσικὸν τὸ πρᾶγμα, θὰ ἦτο δὲ περίεργος ἀξίωσις νὰ ἐλέγομεν πρὸς ὑμᾶς ὅτι ὀφείλετε νὰ φέρητε Προϋπολογισμὸν τοῦ 1914, ὁ ὁποῖος νὰ καταλήξῃ εἰς πλῆρες καὶ τέλειον ἰσοζύγιον ἢ καὶ περίσσευμα. Ἀλλ’ ἡ ἐμφάνισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ ἰσοζυγίου, μὲ μόνην δικαιολογίαν τὴν τῶν πραγμάτων κατάστασιν, δὲν ἀρκεῖ διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ πίστιν πρὸς ἐκείνους πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνεσθε σήμερον καὶ θὰ ἀπευθυνθῆτε καὶ αὔριον, ἵνα ζητήσητε τὰ κεφάλαιά των. Ἡ ἐμφάνισις Προϋπολογισμοῦ ἄνευ ἰσοζυγίου μὲ δικαιολογίαν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν εἶναι μᾶλλον αἰτία δυσπιστίας. Διότι, ὅταν λέγητε πρὸς ἡμᾶς, καὶ τοῦτο τὸ ἀκούουσι καὶ ἐκεῖνοι, δικαιολογούμενος διὰ τὸ ἔλλειμμα· Τί θέλετε νὰ κάμω; Τὰ πράγματα εἶναι τοιαῦτα ὥστε ἐπιβάλλουσι τὸ ἔλλειμμα, βεβαίως θὰ σᾶς εἴπωσι· Δεχόμεθα ὅτι τὰ πράγματα ἐπιβάλλουσι τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ τότε ἔχετε ἔλλειμμα καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀξιοῖτε πίστιν, διότι δὲν ἔχετε οἰκονομικά. Εἶσθε ὑποχρεωμένος, κ. Ὑπουργέ, σὺν αὐτῷ τῷ Προϋπολογισμῷ νὰ ὑποβάλητε καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ παύσῃ, καὶ πότε θὰ παύσῃ, νὰ εἶναι ἀνισοσκελής. Διότι ἴσως δὲν δύνασθε νὰ φέρητε αὐτὸν εἰς τὸ ἰσοσκελὲς δι’ ἑνὸς καὶ μόνου μέτρου ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος. Ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ μελετήσητε τὴν ὅλην κατάστασιν καὶ νὰ διαγράψητε τὴν ὅλην πορείαν, ἣν θὰ διανύσωμεν, ἵνα εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν ἰσοζυγίου φθάσωμεν. Καὶ νὰ προσαγάγητε καὶ τὰ μέτρα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων βαθμιαίως κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς περιόδου αὐτῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τελεσθῇ ἡ πρὸς τοῦτο ἐργασία, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τελεσθῇ ἡ τοιαύτη ἐξέλιξις, τὰ μέτρα ἐκεῖνα, λέγω, διὰ τῶν ὁποίων εἴτε διὰ μειώσεως τῶν δαπανῶν εἴτε δι’ αὐξήσεως τῶν προσόδων θέλετε κατορθώσει νὰ ἐπιτύχητε τοῦτο, μέτρα τεθησόμενα καὶ κυρωθησόμενα ἀμέσως, προωρισμένα ἀσφαλῶς νὰ παραγάγωσι τοὺς βαθμιαίους καρποὺς αὐτῶν ἐν τοιαύτῃ προόδῳ, ὥστε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ μελετήσῃ ταῦτα ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως νὰ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἐξησφαλισμένον ἐν χρόνῳ προσεχεστέρῳ ἢ ὀλίγον ἀπωτέρῳ τὸ ἰσοζύγιον τῆς χώρας καὶ ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν πίστιν ἡμῶν μετὰ πλήρους πεποιθήσεως. Τοῦτο δέ, κύριε Ὑπουργέ, ἐπιβάλλει εἰς ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος διευθύνετε τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, νὰ ρίψητε τὸ ὄμμα ὑμῶν ῥυθμιστικὸν ἐπὶ παντὸς μέτρου οἱασδήποτε φύσεως δυναμένου νὰ συνεπαγάγῃ δαπάνας καὶ νὰ ἐρευνήσητε αὐτὸ μὲ τὸ πρακτικὸν πνεῦμα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος χρήματα διαχειρίζεται καὶ περὶ χρημάτων ἀποφασίζει. Διότι γνωρίζετε σεῖς ἐκ τῆς πείρας ὑμῶν ὡς Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ γνωρίζετε καὶ ἐκ τῶν μελετῶν ὑμῶν, ποία εἶναι ἡ θέσις σας· εἶσθε ὁ μολοσσὸς ὁ τεταγμένος πρὸ τοῦ χρηματοκιβωτίου τοῦ Κράτους καὶ φυλάττων αὐτὸ ἀπὸ παντὸς ἐκ τῶν συναδέλφων σας, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα εἰς αὐτό. Ἀσκήσατε ταύτην τὴν ἐξουσίαν σας χωρὶς νὰ μειώσητε τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ἀπόδοσις ἀξίζει τὴν δαπάνην. Χωρὶς τοῦτο νὰ πράξητε, διότι θὰ εἶναι ἀντιοικονομικόν, ἀσκήσατε ὅμως τὴν ἐξουσίαν σας ταύτην μεθ’ ὅλου τοῦ θάρρους καὶ ὅλης τῆς ἐπιβολῆς. Διότι ἐνθυμηθῆτε ὅτι, ὅταν ἐξογκωθῇ ὁ Προϋπολογισμός σας ἐλάχιστα θὰ ἔχητε ἐν αὐτῷ κονδύλια ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐν περιπτώσει ἀντιξόων περιστάσεων τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν, νὰ δύνασθε νὰ χρησιμοποιήσητε τὴν ψαλίδα. Ἐν τῷ ὀγκώδει Προϋπολογισμῷ, ὁ ὁποῖος θὰ διέπῃ ἡμᾶς εἰς τὸ μέλλον, θὰ ἔχητε τὸ δημόσιον χρέος, ἀνεπίδεκτον οἱασδήποτε μεταβολῆς, θὰ ἔχητε τὰς συντάξεις, τὰς ηὐξημένας, ἀνεπιδέκτους πάσης μεταβολῆς. Θὰ ἔχητε τὰς δαπάνας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας κατὰ τὸ παρελθὸν κατὰ τὰς στιγμὰς τῆς οἰκονομικῆς στενοχωρίας ἢ τῆς οἰκονομικῆς ἀπογνώσεως κατέφευγον οἱ προκάτοχοι ὑμῶν, καὶ διὰ τοῦ μετριασμοῦ τῶν ὁποίων ἐπετύγχανον βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐννοῶ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς ἀνάγκας. Ἐν στιγμῇ ἀνεχείας ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὰς κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ χεὶρ τῶν διαχειριζομένων τὰ οἰκονομικά. Πρὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων ἐμείουν τὰς δαπάνας τοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν εὐχέρειαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς σήμερον καὶ τῆς αὔριον, καὶ ἂς εὐχηθῶμεν βραχέος μέλλοντος, δὲν θὰ ἔχῃ. Διότι τότε αἱ δυνάμεις αἱ πολεμικαὶ τῆς Ἑλλάδος ἕτερον εἶχον προορισμὸν παρὰ τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς. Διὰ τὰς δυνάμεις τὰς πολεμικὰς ἡμῶν ἠδύναντο οἱ προκάτοχοι ὑμῶν νὰ εἴπωσιν· «ἂς ἀναβληθῇ πρὸ τῆς ἀδυναμίας τῆς οἰκονομικῆς ἐπί τινα χρόνον, ἐπὶ δύο τρία, ἢ ὀλιγώτερα ἔτη — ἡ αἰσιοδοξία πάντοτε ἐμείου τὸν χρόνον εἰς τὸ ἐλάχιστον καὶ τὰ πράγματα κατόπιν τὰ ἐπεξέτεινον ἴσως κατά τι περισσότερον — ἂς ἀναβληθῇ ἡ τελεία στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ παρασκευὴ τῆς χώρας. Διότι τότε ἡ παρασκευὴ αὕτη περιωρίζετο ἐπὶ τὴν πραγματοποίησιν ἱερῶν μὲν πόθων, ἀλλ’ εἰς τὸ μέλλον κειμένων, ἐνῷ σήμερον, κύριε Ὑπουργέ, ἡ στρατιωτικὴ καὶ ἡ ναυτικὴ ἡμῶν δύναμις δὲν εἶναί τι εἰς τὴν μείωσιν τοῦ ὁποίου δύνασθε οὔτε σεῖς οὔτε ἕτερός τις νὰ ἀποβλέψῃ, διότι διάφορος εἶναι καὶ ἀνεπίδεκτος πάσης ἀναβολῆς ὁ προορισμὸς αὐτῆς. Καὶ χάριν τοῦ προορισμοῦ διὰ τὸν ὁποῖον αἱ πολεμικαὶ ἡμῶν δυνάμεις ὀργανοῦνται καὶ ὑφίστανται σήμερον εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ θυσιασθῶσι τὰ πάντα. Διὰ τοῦτο θὰ εὑρεθῆτε ἐνώπιον Προϋπολογισμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἐλάχιστα θὰ ἔχητε νὰ μειώσητε, ὅταν ἐξογκωθῇ. Καὶ προσέξατε εἰς τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τοῦδε. Διότι τὸ γνωρίζετε ὑμεῖς, σᾶς τὸ διδάσκει ἡ πεῖρα ὅλων τῶν κρατῶν, σᾶς τὸ διδάσκει καὶ ἡ πεῖρα τοῦ Κράτους τοῦ ἡμετέρου, ὅτι αἱ δαπάναι ἅπαξ εἰσαγόμεναι εἶναι ἀδύνατον νὰ περιορισθῶσι κατόπιν. Εὐτυχῶς δέ, προκειμένου νὰ ἐπεκτείνητε τοὺς ὑπάρχοντας ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ὑπηρεσιακοὺς ὀργανισμοὺς καὶ εἰς τὰς ἄρτι προσαρτηθείσας χώρας, εὑρίσκεσθε σήμερον ὑπὸ περιστάσεις ἐξόχως εὐμενεῖς διὰ τὴν ὅσον ἔνεστιν οἰκονομικωτέραν διαρρύθμισιν τῶν ὀργανισμῶν τούτων. Διότι δύνασθε ἐπεκτείνοντες αὐτοὺς κατ’ ἐδαφικὴν ἔκτασιν πέραν τῶν πρώην ὁρίων νὰ ἐξαντλήσητε πᾶσαν τὴν δυνατὴν ἐνεργητικότητα αὐτῶν ἀποφεύγοντες νὰ τοὺς ἐξογκώσητε. Αὐτὰς, Κύριοι, εἶχον τὰς συστάσεις νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ δανείου. Κατερχόμενος δὲ τοῦ βήματος ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω ὅτι πᾶσαν πρόνοιαν νομίζω ἐνδεδειγμένην ἵνα ἀνυψώσωμεν τὴν πίστιν ἡμῶν. Διότι ταύτης ἔχομεν σήμερον καὶ θὰ ἔχωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα καὶ ὡς Κράτος συντηρηθῶμεν καὶ ὡς κοινωνία προαχθῶμεν. (Χειροκροτήματα).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης.
§60Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ συζήτησις, κύριοι Βουλευταί, ἐξετάθη πέρα τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ τοῦτο προκύπτει ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπαρουσίασε τὸν Προϋπολογισμόν, ὅπως οἰκονομικά τινα θέματα συζητηθῶσι κατὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ καὶ ὄχι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ δανείου ἀποτελοῦντος τὸ κυριώτερον οἰκονομικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας θὰ εἶχε τὴν θέσιν της, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσκόπει νὰ δημιουργήσῃ πολιτικὴν διὰ τοῦ δανείου τούτου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμβαίνει, διότι δὲν δημιουργοῦνται δαπάναι, τὰς ὁποίας τὸ δάνειον πρόκειται νὰ καλύψῃ, ἀλλ’ ἀνάγκας δημιουργηθείσας ἤδη ἃς εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Ὡς τοιοῦτον παρουσιάζεται ἐνώπιον ἡμῶν τὸ δάνειον καὶ ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τοῦ σημείου, κατὰ πόσον ὑπάρχουσι πράγματι τοιαῦται ἀνάγκαι. Περὶ τούτου ὅμως οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων καὶ μένει πρὸς ἐξέτασιν κατὰ πόσον αὗται εἶναι ἐπιτακτικαὶ ἢ κατὰ πόσον εἶναί τινες τουλάχιστον τούτων ἐπιδεκτικαὶ ἀναβολῆς, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν ἀμέσως καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς συνάψεως ὁλοκλήρου τοῦ δανείου ὁσονδήποτε βαρεῖς καὶ ἂν εἶναι οἱ ὅροι ἕνεκα τῶν περιστάσεων εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Ὅτι τὸ δάνειον, Κύριοι, συνάπτεται ὑπὸ ὅρους βαρεῖς δὲν ἀρνεῖται ἡ Κυβέρνησις ἀλλ’ οὔτε καὶ ἔχει ἐπιχείρημά τι διὰ νὰ ἀρνηθῇ αὐτὴν τὴν σκληρὰν ἀλήθειαν. Ἐὰν ἑπομένως μένῃ εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον ἔδαφος συζητήσεως, νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ σημεῖον κατὰ πόσον τὸ δάνειον πρέπει νὰ λάβῃ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατὰ πόσον πρόκειται νὰ καλύψῃ ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀναβληθῶσι διὰ χρόνον, ἔστω καὶ βραχύν, ἀλλὰ πάντοτε ἐπαρκῆ, ὅστις νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν σύναψιν ἄλλου δανείου κατόπιν τούτου ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους. Τὰ τρωτὰ τοῦ δανείου ἔγκεινται, ὅπως οἱ προαγορεύσαντες ἐξέθηκαν καὶ ἐγὼ λαβὼν τὸν λόγον κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου εἶχον ἀναπτύξει, εἰς τρία τινά· πρῶτον εἰς τὴν προμήθειαν, ἥτις δὲν σημειοῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἥτις δύναται νὰ εἶναι βαρεῖα, ἀφοῦ κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐγνώσθη εἰς ποῖον σημεῖον αὕτη ἐκτείνεται· τὸ δεύτερον δυσάρεστον στοιχεῖον τοῦ δανείου εἶναι ὁ τόκος, ὅστις ἀνέρχεται εἰς 5, 69%, καὶ τὸ τρίτον εἰς τὸ χρεωλύσιον, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ὡμίλησεν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ δυστυχῶς βαρύτατον ὅρον, ὅταν τοῦτο ἀνέρχηται εἰς ποσόν, ὥστε τὸ μέγα δάνειον τῶν 500 ἑκατομμυρίων νὰ πρόκειται νὰ ἐξοφληθῇ ἐντὸς 50ετίας. Θὰ περιορίσω λοιπὸν τὴν ἀγόρευσίν μου εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν, ἀλλ’ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ὅσον δήποτε βαρεῖς καὶ ἂν εἶναι οἱ ὅροι ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προβῇ εἰς τὴν σύναψιν δανείου μὴ ἔχουσα οὐδεμίαν ἄλλην διέξοδον. Ἐγένετο ἀπαρίθμησις ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκ τούτων ἐπιτακτικωτέρας εὑρίσκω τὰς τῶν 90 ἑκατομμυρίων, τῶν δύο διὰ συναλλαγματικῶν δανείων, ἡ ἐξόφλησις τῶν ὁποίων εἶναι ὑποχρεωτικὴ μετὰ μῆνας, καὶ τὸ ἔλλειμμα τῶν 100 ἑκατομμυρίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τὰ μὲν 90 ἑκατομμύρια δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξοφλήσῃ ἀμέσως, ὥστε νὰ θεωρῇ ὅτι εἶναι εἰς αὐτὴν ἐπιβεβλημένον τάχιστα καὶ δι’ ὅρων βαρυτάτων νὰ προβῇ εἰς σύναψιν δανείου, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ διεθνὴς ἀγορὰ δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ μῆνας 3 ἢ 5 ἢ 6 νὰ εἶναι εὐνοϊκωτέρα, διότι ἡ ἐξόφλησις τοῦ δανείου τῶν 90 ἑκατομ. εἶναι ὑποχρεωτικὴ μετὰ μῆνας 7 ἀπὸ σήμερον. Μένει ὅμως καὶ τὸ ἄλλο ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μεριμνήσῃ ἀμέσως. Ἀλλ’ ἆρά γε δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἄλλη τις διέξοδος διὰ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐξοικονόμησιν αὐτοῦ; Διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς Ἑλλάδος ηὔξησε καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐτῆς καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτοῦ ἐγεννήθη ἀνάγκη περισσοτέρου νομίσματος διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συναλλαγῶν τῶν νέων χωρῶν. Τὸ νόμισμα, τοῦ ὁποίου ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς ἀνέρχεται εἰς 130 ἑκατομμύρια καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκρίθη ἀνεπαρκὲς διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συναλλαγῶν, ὥστε ἐψηφίσθη ὁ ͵ΓΧΜΒʹ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐκδίδῃ χαρτονομίσματα ἀπέναντι συναλλάγματος ἢ χρυσοῦ εὑρισκομένου εἰς τὴν διάθεσίν της. Ἀρά γε δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ μέσον τοῦτο τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος οὐχὶ δι’ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ διὰ Τραπεζῶν, ἀφοῦ χαρτονομίσματος ἔχουσιν ἀνάγκην αἱ νέαι χῶραι καὶ ἦτο δυνατὴ ἡ σύμβασις περὶ τούτου μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης; Δὲν βλέπω διατί δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐξεύρεσις ποσοῦ τινος διὰ δανείου κατόπιν ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων διὰ τὸν ῥηθέντα σκοπόν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις βεβαίως θὰ ἤρχετο εἰς σύμβασιν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἔκδοσιν ποσοῦ τοιούτου θὰ ἠδύνατο νὰ δανείσῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ἠδύνατο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἐπιτακτικωτάτη ἀνάγκη τῶν 100 ἑκατομμυρίων τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ὑπερπηδηθῇ ἐν μέρει. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΧΜΒʹ ἔχει προβῆ εἰς τὴν ἔκδοσιν 160 ἑκατομμυρίων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῆς Κυβερνήσεως ἀποσύρουσα ποσόν τι ἐκ τῶν καταθέσεών της εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἢ τῶν εἰς τὴν κατοχήν της ὁμολογιῶν τῶν ἐθνικῶν δανείων. Μόνον ὅμως διὰ τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος θὰ ἠδύνατο νὰ εὐκολυνθῇ προσωρινῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ τοιοῦτον ἐπιτρέπει ὁ νέος πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος 80–90 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον. Ὥστε ἀντιθέτως πρὸς τοὺς προϋπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἔκαμάν τινες τῶν προαγορευσάντων καὶ πρὸ πάντων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, ὅτι αἱ ἐπιτακτικαὶ τοῦ Κράτους ἀνάγκαι εἶναι πολὺ μεγάλαι καὶ ὅτι τὸ δάνειον τοῦ ὁποίου τὴν ἔγκρισιν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνεπαρκές, ὥστε μόνον 20–30 ἑκατομμύρια θὰ ἀπομείνωσι διὰ παραγωγικοὺς σκοπούς, ἐγὼ φθάνω εἰς ἐντελῶς ἀντίθετον συμπέρασμα. Ἀλλ’ ἴσως ὑπάρχουσιν οἱ θεωροῦντες τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους τόσον ἐπιτακτικὰς ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ ἀναβολὴ οὔτε δι’ ὀλίγους μῆνας. Ἐν τούτοις ἀντιτάσσω ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχουσι τόσον ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι, ὥστε νὰ διατεθῇ ὅλον τὸ δάνειον καὶ μείνωσι 50 –30 ἑκατομμύρια μόνον διὰ παραγωγικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι, καὶ περισσότερον ποσὸν ἐὰν ἀκόμη εἶχεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διάθεσίν της, δὲν θὰ εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ διαθέσῃ διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐλλείπουσιν αἱ μελέται, κατόπιν τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐκτέλεσις τῶν παραγωγικῶν ἔργων. Ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω λόγων ἄγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι μεταξὺ τῶν ὅρων τοῦ δανείου ὡς κυριώτερος ὅρος ἔδει νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ προβῇ εἰς σύναψιν δανείου ἀπαραιτήτως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελεν ἐξασφαλίσει τοὺς καλλιτέρους ὅρους, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ καλυφθῶσιν ἀνάγκαι ἀνυπέρβλητοι. Αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους δὲν εἶναι βεβαίως γνωσταὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν, ἔχομεν ὅμως δεδομένα τινὰ καὶ δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν κατὰ πόσον ἐντὸς ἕξ μηνῶν ποσά, τὰ ὁποῖα ὑπελογίσθησαν ὡς ἐπιτακτικαὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους εἶναι πράγματι τοιαῦται ἢ ὄχι. Ἔχει δὲ τοῦτο ὄχι μικρὰν σημασίαν, διότι δὲν γνωρίζω, ἐὰν μετὰ 6 μῆνας δὲν θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ καλλιτέρους ὅρους, ὅταν μάλιστα συνάπτουσα τώρα μικρότερον δάνειον τοῦ ζητουμένου δὲν θὰ ἐπαρουσιάζετο εἰς τὴν διεθνῆ ἀγορὰν τοσοῦτον πιεζομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ὅπως κρούσῃ τὰς θύρας αὐτῆς. Αἱ ἀναληφθεῖσαι δαπάναι διὰ τὸν στρατὸν ὑπελογίσθησαν εἰς 140,000,000 καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια διὰ τὴν ναυτικὴν παρασκευήν, ἀλλὰ δὲν ὑπελογίσθη πόσον ποσὸν ἐκ τούτων θὰ χρειασθῇ ἐντὸς 6 μηνῶν, διὰ νὰ μὴ εἴπω περισσοτέρων. Ἄν παραγγελθῶσι πολεμεφόδια, ὅπλα καὶ πυροβόλα θὰ χρειασθῇ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, ὅπως ταῦτα ἑτοιμασθῶσι καὶ βεβαίως χρειάζονται προκαταβολαί τινες ἀπέναντι τοῦ τιμήματος αὐτῶν, ἀλλ’ αἱ προκαταβολαὶ αὐταὶ δὲν θὰ εἶναι τοσαῦται ὥστε νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 140,000.000 τῶν παραγγελιῶν διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας εἶναι ἀπαιτητὸν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἢ ἴσως περισσοτέρων, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ καλλιτέρους ὅρους συνάπτουσα ἄλλο δάνειον. Ἄν μάλιστα παρήρχετο χρονικόν τι διάστημα ἀπὸ τῆς σήμερον, ὅτε μόλις ἐξήλθομεν ἐκ μακροῦ πολέμου, θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐκαθαρίζετο ὁ ὁρίζων εἰς τὴν διεθνῆ ἀγορὰν καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ὡς σκοπὸν ἔχον νὰ καλύψῃ ἀπαραιτήτους ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ὑπὸ πολὺ καλλιτέρους ὅρους, ἐὰν μάλιστα ἐζητεῖτο διὰ παραγωγικοὺς σκοπούς, ὅτε ἡ διεθνὴς ἀγορὰ ὀλιγώτερον τρομαγμένη θ’ ἀντιμετώπιζε τὴν αἴτησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ συνέπειαν θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ περιορίσῃ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ σήμερον, ἀφοῦ τὸ πρῶτον δάνειον ἀπαραιτήτως θὰ συναφθῇ ὑπὸ βαρεῖς ὅρους, πᾶν δὲ δάνειον τὸ ὁποῖον θὰ συναφθῇ κατόπιν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συναφθῇ ὑπὸ καλλιτέρους τοιούτους. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη πράγματι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνάψῃ δάνειον πρέπει νὰ ἐκτείνῃ τοῦτο εἰς ποσὸν 500.000.000, ὥστε νὰ μὴ σκεφθῇ περὶ ἄλλου δανείου οὐχὶ πλέον μετὰ μῆνας, ἀλλ’ ἴσως μετὰ ἔτη πολλά. Καὶ διατί ἆρά γε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιορίσῃ τὰς ἀπαιτήσεις της εἰς μικρότερα δάνεια, ἔστω καὶ ὑπὸ βαρεῖς ὅρους, καὶ νὰ περιμείνῃ μῆνας ἢ ἔτος, ὅταν ἔχῃ ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα νὰ ἐπιτύχῃ δάνειον ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους; Ἆρά γε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις συνάψῃ τώρα δάνειόν τι, ἀπαγορεύεται εἰς αὐτὴν νὰ ζητήσῃ ἄλλο δάνειον μετὰ 6 μῆνας, ὅταν τὰ δύο ταῦτα δάνεια ἀθροιζόμενα ἀποτελοῦσι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἐφάπαξ; Εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον νομίζω καὶ μόνον δύναται νὰ στραφῇ ὁ ἔλεγχος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθησαν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπιτακτική, ὅτι οἱ ὅροι εἶναι βαρεῖς, ἀλλ’ ὅτι οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι, καὶ ἐὰν οἱ ὅροι ἦσαν βαρύτεροι. Ἐὰν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης συνεζητεῖτο τὸ δάνειον καὶ προέβαινεν εἰς δηλώσεις περισσοτέρας ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν δαπανῶν τῶν θεωρουμένων ἐπιτακτικῶν καὶ μὴ δυναμένων κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ καλυφθῶσι, θὰ ἐφωτίζετο ἡ Βουλὴ καὶ ἐν γνώσει θὰ ἔδιδε τὴν ψῆφόν της περὶ συνάψεως δανείου ἀπαραιτήτου νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀνεπιδέκτους ἀναβολῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει ἀπὸ τοῦδε, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ δάνειον τῶν 500.000.000 εἶναι ὅλαι ἐπιτακτικαί, διατί δὲν θέτει τὸν ὅρον τῆς προαιρέσεως (option), καθ’ ὃν ἐπὶ τοσοῦτον θὰ πραγματοποιῆται τὸ μέγα τοῦτο δάνειον μὲ τοὺς βαρεῖς ὅρους, ἐφ’ ὅσον παρίστανται ἐπιτακτικαὶ δαπάναι ἀπαιτοῦσαι τὴν κάλυψιν αὐτῶν; Ἐὰν δηλαδὴ οὐχὶ ἀνάγκαι 500.000.000, ἀλλὰ ποσοῦ μικροτέρου, ἔστω 200.000.000, εἶναι ἐπιτακτικαί, νὰ συναφθῇ δάνειον τοσούτου ποσοῦ, ὡς τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὴν σύναψιν τοῦ τελευταίου δανείου τῶν 150.000.000, τὸ ὁποῖον συνήφθη τμηματικῶς καὶ τοῦ ὁποίου τὸ τελευταῖον τμῆμα τῶν 40.000.000 δὲν ἐπραγματοποιήθη, διότι ἡ Κυβέρνησις ἄφησε νὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐδικαιοῦτο νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ. Τοιαύτην τινὰ σύστασιν θὰ ἤθελα νὰ κάμω, ὄχι μὲ τὴν ἀξίωσιν νὰ προστεθῇ διάταξις εἰδικὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τούτου, ἀλλ’ ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ ἐμποδιζομένη νὰ ἀκολουθήσῃ τοιαύτην τακτικὴν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της τὴν τμηματικὴν σύναψιν τοῦ δανείου καὶ μὴ θεωρήσῃ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον τὸ ποσὸν τῶν 500.000.000. Νομίζω ὅτι τοιοῦτος ὅρος δὲν θὰ ἔκαμε τοὺς δανειστὰς νὰ καταστήσωσι βαρυτέρους τοὺς ὅρους αὑτῶν ἀφ’ ὅ,τι διατυποῦνται εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην θὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–6). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§62Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 μίαν διασάφησιν. Τί ἐννοεῖ διὰ τῆς φράσεως «τὸ κεφάλαιον καὶ ὁ τόκος τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου ὑφισταμένου καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπιβληθησομένου κλπ.»; Δηλαδὴ δύναται τὸ ἔσοδον τὸ ἐπὶ τοῦ τοκομεριδίου αὐτοῦ τοῦ δανείου νὰ καταλογισθῇ διὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος;
§63ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας.
§64Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ζήτημα ἐννοίας.
§65ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ φόρου γενικοῦ, φόρου καθολικοῦ εἰσοδήματος, ἡ ἐξαίρεσις δὲν περιλαμβάνεται.
§66Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δηλαδὴ ὑπόκειται εἰς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος; Ἔχομεν ἤδη ὑφιστάμενον φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Τὸ ζήτημα τίθεται ὡς ἑξῆς: ἐάν τις ἔχῃ ὁμολογίας ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ καὶ εἰσπράττῃ τοκομερίδια, ταῦτα δὲν θὰ καταλογισθῶσι μεταξὺ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ τῶν ὑπολογιζομένων διὰ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος;
§67ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπίσημον δήλωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν δύναμαι νὰ κάμω.
§68Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφήνετε τὴν ἔννοιαν νὰ καθορισθῇ πότε;
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης μέχρι 100.000 δραχ. πρὸς κατασκευὴν ἀποθηκῶν ἐν τῷ Τελωνείῳ Πειραιῶς». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον καὶ 2ον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν».
§70Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ἐν τῇ 1ῃ παραγράφῳ «μέχρι τῆς 30ης Αὐγούστου 1915 ἀναστέλλεται πᾶσα ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων ἢ ἄλλων ἐκτελεστικῶν τίτλων κατὰ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν (κολληγῶν ἢ παρακεντέδων), πλὴν τῶν προερχομένων ἐκ χορηγίας εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης καὶ γεωργικῶν ἐργαλείων κατὰ τὴν τελευταίαν διετίαν γενομένης, ὡς καὶ τῶν ἐξ ἐννόμων σχέσεων ἐν γένει λαβουσῶν ὕπαρξιν μετὰ τὴν 2αν Νοεμβρίου 1912». Καθὼς γνωρίζετε, τὸν φόρον προκαταβάλλει ὁ ἰδιοκτήτης καὶ τὸν πληρώνει ὁ γεωργός, δηλαδὴ εἶναι εἰς βάρος τοῦ γεωργοῦ. Ἀρά γε ἡ ἐκ τούτου προκύψασα ἀπαίτησις περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν;
§71Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι γίνεται μέχρι τῆς σήμερον θὰ γίνηται καὶ εἰς τὸ μέλλον. Σήμερον τὸν φόρον προκαταβάλλει ὁ ἰδιοκτήτης καὶ τὸν πληρώνει ὁ γεωργός. Πρόκειται περὶ ἐννόμου σχέσεως ἡ ὁποία θὰ λάβῃ χώραν μετὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου 1913 καὶ ἑπομένως εἶναι φανερὸν ὅτι ἐξαιρεῖται τῆς ἀναστολῆς.
§72Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ὅ,τι ὀφείλεται μέχρι σήμερον ἀναστέλλεται;
§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅ,τι θὰ γεννηθῇ μετὰ τὴν 2αν Νοεμβρίου δὲν περιλαμβάνεται.
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καταφανές.
§75Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ὁ γεωργὸς καταβάλλει καὶ κατόπιν πληρώνει ὁ ἰδιοκτήτης.
§76Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἔτος αὐτὸ οἱ γεωργοὶ ἐπλήρωσαν τὸν φόρον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀπὸ τὰ ἁλώνια.
§77Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ἡ προτελευταία παράγραφος λέγει· «Μέχρι τῆς αὐτῆς ἐπίσης προθεσμίας ἀπαγορεύεται πᾶσα μεταβολὴ ἐν τοῖς τσιφλικίοις, ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν σχέσεις καὶ τὴν ὑφισταμένην αὐτόθι πραγματικὴν κατάστασιν». Ἡ φράσις αὐτὴ ἀφορᾷ τὸ σύστημα καλλιεργείας; Ἐὰν λόγου χάριν μέρος ἐκ τοῦ ὅλου τσιφλικίου μένει ἐν ἀγραναπαύσει καὶ μέρος καλλιεργεῖται, ἀπαγορεύεται νὰ μεταβληθῇ ἡ ὑφισταμένη αὐτὴ πραγματικὴ κατάστασις κατὰ τὰ δύο ἔτη;
§78Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι διατηρεῖται ἡ κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος ὑπάρξασα πραγματικὴ κατάστασις. Διότι βεβαίως θὰ ἐγεννᾶτο παρά τισιν ἡ ἀπορία, ἐὰν λ.χ. τὸ πρὸς ἀνατολὰς ἥμισυ μέρος πέρυσιν ἦτο ἐν ἀγραναπαύσει, ἐφέτος θὰ μείνῃ τὸ αὐτὸ ἐν ἀγραναπαύσει; Τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἀνόητον. Ἐτέθη δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γενικὴ ἔκφρασις, ὅτι διατηροῦνται αἱ ὑπάρχουσαι ἔννομοι σχέσεις καὶ ἡ πραγματικὴ κατάστασις οὕτως, ὥστε ἀσφαλῶς συνάγεται ὅτι, ἐὰν λ. χ. τὸ κτῆμα ἔχῃ πολλὰ στρέμματα καὶ τὸ ἥμισυ τούτων ἐτέλει ἐκ περιτροπῆς ἐν ἀγραναπαύσει, ἡ περιτροπὴ αὐτὴ θὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ τὸ μέλλον. Αὐτὴ ἡ φράσις περὶ τῶν ἐν γένει σχέσεων καὶ τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως ἐτέθη διὰ νὰ δώσῃ τὴν εἰκόνα τῶν σχέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται γενικῶς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, οὐχὶ μόνον εἰς τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον εἴπετε, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις. Ὁ ἰδιοκτήτης λ. χ. παρέχει εἰς τὸν μορτίτην κατοικίαν· εἶναι μία ἔννομος σχέσις τὴν ὁποίαν ἄλλοι χαρακτηρίζουσιν ὡς ἐμπράγματον δικαίωμα, ἄλλοι ὡς χαριστικὴν πρᾶξιν καὶ ἄλλοι ὡς ἐνοχικὸν δικαίωμα. Ἡμεῖς δὲν καθωρίσαμεν τὴν φύσιν τῆς σχέσεως ταύτης, ἀλλὰ προκειμένου περὶ προσωρινοῦ ὅλως νόμου ἠρκέσθημεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ πραγματικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ὑπῆρχε, θὰ μένῃ ἡ αὐτή. Ἔδιδεν ὁ ἰδιοκτήτης τόπον διὰ καλλιέργειαν κήπου ἢ διὰ βοσκὴν ζώων ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν; Αὐτὴ ἡ πραγματικὴ κατάστασις θέλομεν νὰ μὴ μεταβληθῇ μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁρίζει τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ νομοσχεδίου.
§79Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, ἐπεθύμουν νὰ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διασάφησις.
§80Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ προσθέσω τίποτε, διότι καὶ ἀπὸ τὸν γενικώτερον νόμον περὶ δικαιοστασίου καὶ ἐκ τῆς ὅλης διατυπώσεως τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου εἶναι καταφανὲς ὅτι αἱ ἀποφάσεις αἱ μετὰ τὸν νόμον ἐπιτρέπουσαι τὴν προσωρινὴν ῥύθμισιν εἶναι ἐκτελεσταί.
§81ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία.
§82Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχει μία διαφωνία περὶ τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Πρέπει πρῶτον νὰ συζητηθῇ κατὰ πόσον εἶναι πάντες σύμφωνοι καὶ δεύτερον φοβοῦμαι ὅτι θὰ γεννηθῇ τοιαύτη συζήτησις ἐκ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, ὥστε τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ματαιωθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§83Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὸν χρόνον τοῦ δικαιοστασίου ἔλαβε χώραν σωρεία ἐκτρόπων. Τὴν κατάστασιν τῶν ἐκτρόπων τῶν ἀθεμίτων τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν σκληροὶ καὶ ἄδικοι ἰδιοκτῆται δὲν πρέπει ν’ ἀνεχθῇ ἡ Πολιτεία. Ἀπεπέμφθησαν ἄνθρωποι τῶν οἰκιῶν των καθ’ ἣν στιγμὴν ἐφονεύοντο οἱ οἰκεῖοί των εἰς τὰ Γενιτσά. Ἠκούσατε πολλάκις ἀπὸ Θεσσαλοὺς Βουλευτὰς διεκτραγῳδουμένην τὴν κατάστασιν, ἠκούσατε ἐπίσης τί ἔπαθον αἱ οἰκογένειαι τῶν στρατιωτῶν. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐμάχοντο εἰς Ἐλασσόνα εὗρον τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ τοὺς ἐκβάλωσι δι’ ἐκβιαστικῶν μέτρων καὶ λάβωσι τίτλους ὑπὲρ αὐτῶν μετατρέποντες οὕτω τὴν πραγματικὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Διὰ τοῦτο ὑπεβάλομεν τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας ἐπιδιώκεται τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐὰν ἐγένετό τι κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας, ἂς εἴπωμεν, διετίας, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πρὸ διετίας ὑπάρξασαν ἔννομον σχέσιν, τὸ νομοσχέδιον νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, δηλαδὴ νὰ ἐκτείνηται καὶ ἐπὶ μίαν διετίαν πρὸς τὰ ὀπίσω, ἀπὸ τοῦ χρόνου τοῦ πολέμου ἀναδρομικῶς.
§85Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ τίς εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ φράσεως «πλὴν τῶν προερχομένων ἐκ χορηγίας εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης καὶ γεωργικῶν ἐργαλείων»· δηλαδὴ ὁ σπόρος ὁ ὁποῖος ἐδόθη εἰς τὸν καλλιεργητὴν θεωρεῖται ὡς πρώτης ἀνάγκης ἢ ἐννοεῖ ὡς πρώτας ἀνάγκας τοῦ καλλιεργητοῦ ἄλλα εἴδη;
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖ τὰς πρώτας ἀνάγκας τοῦ καλλιεργητοῦ· ὁ σπόρος δὲν συμπεριλαμβάνεται.
§87Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε θὰ ἐπέλθῃ ζημία ἐὰν δώσητε τοιαύτην ἔννοιαν, διότι θὰ λείψωσιν ἐξ αὐτῶν καὶ τὰ ἐργαλεῖα καὶ οἱ σπόροι. Ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ τὰ καταβληθέντα ἐντὸς τῆς διετίας τῆς τελευταίας καὶ καταβληθέντα ἀκριβῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς βοηθείας τοῦ καλλιεργητοῦ, ὅπως τὴν σποράν. Ἀναμφισβητήτως δὲν ὠφελεῖτε πλέον τὸν καλλιεργητήν· ζημιώνετε τὸν καλλιεργητήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησίς μου. Μετὰ ταῦτα ἔρχεται ἡ παράγραφος, ἐφ’ ἧς ἠγόρευσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ἀθανασάκης (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται πᾶσα μεταβολὴ ἐν τοῖς τσιφλικίοις, ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν σχέσεις καὶ τὴν ὑφισταμένην αὐτόθι πραγματικὴν κατάστασιν». Ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἀμφοτέρους; Δηλαδὴ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν εὕρει τὸ συμφέρον ὁ καλλιεργητὴς νὰ προέλθῃ εἰς μίαν συνεννόησιν μὲ τὸν ἰδιοκτήτην, τὴν τοιαύτην μεταβολὴν θὰ τὴν χαρακτηρήσητε ὡς μεταβολὴν ἄκυρον; Ἐὰν ἐννοῆτε νὰ τὴν χαρακτηρήσητε οὕτω, καθιστᾶτε δυσχερεστέραν τὴν κατάστασιν τοῦ καλλιεργητοῦ.
§88ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ τὴν λέξιν παρακεντέδες πῶς τὴν ἐννοεῖ. Διάφορον τῆς λέξεως κολλῆγαι.
§89Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ παρακεντέδες δὲν ἀπαντῶνται εἰς ὅλα τὰ μεγάλα κτήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι τσιφλίκια.
§90ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν οὐδεμία τροπολογία εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ συζητηθῇ βραδύτερον, τότε δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ τὰς τροπολογίας. Ἐὰν ὅμως θέλητε νὰ ψηφισθῇ σήμερον, πρέπει νὰ δεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὄχι· νὰ συζητηθῇ.
§92Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀφήνομεν τὰς τροπολογίας.
§93Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὐηρεστήθη ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν δευτέραν ἐρώτησιν. Θέλετε ν’ ἀπαγορεύσητε τὴν ἐλευθερίαν τῶν συμβάσεων;
§94Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν. Ὑπάρχει μία ἐλευθερία τῶν συμβάσεων ἀναμφισβήτητος. Εἶναι μέγα ζήτημα, ἐὰν ἡ ἐλευθερία αὐτὴ δύναται πραγματικῶς ν’ ἀπαντᾶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι τόσα πλεονεκτήματα ὑπὲρ τοῦ ἔχοντος τὴν ἔκτασιν τῆς γῆς, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἀφ’ ἑτέρου τόση ὑποδούλωσις οἰκονομικὴ τοῖς καλλιεργηταῖς. Γνωρίζετε δὲ κάλλιον ἐμοῦ, διότι ἐλάβετε μέρος εἰς τὰς περὶ τοῦ θέματος τούτου γενομένας ἄλλοτε συζητήσεις, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη πολὺ μεγαλείτερα τῆς Ἑλλάδος ἐκρίθη ὡς εἰκονικὴ καὶ ψευδὴς αὐτὴ ἡ ἐλευθερία. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Κράτος δὲν θελήσῃ νὰ ἐπεμβῇ καὶ νὰ θέσῃ περιορισμὸν εἰς τὴν λεγομένην ταύτην ἐλευθερίαν διὰ τὸ μέλλον τὸ ἀπώτερον, διὰ τὴν περίοδον ὅμως τοὐλάχιστον αὐτὴν ἠθέλησε νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸν κολλήγαν ἕρμαιον τῆς ἰδιοτροπίας τοῦ ἰδιοκτήτου, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ κατὰ τὸ διάλειμα τοὐλάχιστον τοῦτο νὰ προέλθῃ ἡ ὑποδούλωσις αὐτοῦ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Ἐὰν ἀγώμεθα ἀπὸ τοιαύτης προθέσεως, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν δηλοῦντες ὅτι ἐπέρχεται ἀκυρότης τῶν παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν συνομολογουμένων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν ὑμῶν παρατήρησιν, νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ἱκανὴ ν’ ἀσφαλίσῃ ἀπὸ παντὸς κινδύνου ἡ διάταξις τοῦ αʹ ἐδαφίου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ δοὺς τότε τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα καὶ τὰ ἄλλα πρώτης ἀνάγκης εἴδη ἐγνώριζεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ αὐτὰ ἢ ὅταν λήξῃ τὸ δικαιοστάσιον. Τὸ δικαιοστάσιον λήγει διὰ τοὺς ἄλλους τὴν 31ην Αὐγούστου 1914, δὲν εἶναι μεγάλη ζημία, ἂν διὰ τοὺς κολλήγας λήξῃ μῆνας τινὰς βραδύτερον.
§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὔχομαι αὐτὴ ἡ πρόνοια ἡ λαμβανομένη ὑπὲρ τοῦ καλλιεργητοῦ νὰ μὴ ἀποβῇ ἐπὶ ζημίᾳ αὐτοῦ. Δὲν λέγω τίποτε ἄλλο περὶ αὐτοῦ. Θὰ ἐπιμείνω ἐπ’ ἐλάχιστον χρόνον ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τῆς ἑτέρας παραγράφου. Ἴσως οἱ περιορισμοί, ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τοῦ καλλιεργητοῦ, δύνανται νὰ ἔχωσι τι τὸ βάσιμον, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ θέσητε ὑπὸ ἀπαγόρευσιν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς διαχειρίσεως καὶ ἂν θελήσητε νὰ ἐπεκτείνητε τὴν προστασίαν τῆς ἐλευθερίας διὰ τὸν καλλιεργητὴν ἔπρεπε κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ τὴν εὕρητε καὶ ὄχι ν’ ἀπαγορεύσητε τὰς συμβάσεις.
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀτύχημα εἶναι ὅτι μέχρι τοῦ νῦν δὲν ὑπάρχει ἡ πεῖρα ὅτι εἶναι συμβάσεις ὑπὲρ τοῦ καλλιεργητοῦ καὶ κατὰ τοῦ ἐργοδότου.
§97Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐγένετο ἡ μελέτη, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία τῶν συμβάσεων καὶ ἵνα ἀποφύγωμεν τὰς καταχρήσεις ἐκ μέρους τοῦ ἰδιοκτήτου· λόγῳ τῆς ἐπιδράσεως τοῦ ἰδιοκτήτου ἐπὶ τοῦ καλλιεργητοῦ. Εἶναι ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ γόνατος κατηρτίσθη καὶ διετυπώθη, οὕτω δὲ ἔχομεν τοὺς ἐλευθέρους πολίτας ὑποκειμένους εἰς μίαν ἀπαγόρευσιν πραγματικήν, διότι ἐννοοῦμεν νὰ παραλύσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν κινήσεων καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ καὶ τοῦ καλλιεργητοῦ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 23 Ἰουλίου 1913 περὶ ἐκδόσεως πιστοποιητικῶν καὶ ἀντιγράφων ἀπαιτουμένων δι’ ἀπονομὴν συντάξεων εἰς τοὺς τραυματίας τοῦ πολέμου καὶ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου».
§99Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§100ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰς ἑορτάς.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀναβάλλεται. Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΔΡΙʹ (ὑπ’ ἀριθ. 4110) τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1912 περὶ προσωρινῆς μειώσεως ἢ καταργήσεως εἰσαγωγικῶν τινων δασμῶν».
§102Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ψήφισις αὐτοῦ, καθότι ὑπάρχουσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἰς τὸν ἰσχύοντα νόμον.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ καὶ ἂς εἶναι περιττόν. Δὲν βλάπτει.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν ἐπιστρατευθέντων ἐπιτηδευματιῶν». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–9, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΔΡΟΖʹ τῆς 16 Ἀπριλίου 1913 καὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Αὐγούστου ἐ. ἔ. νομοθετικοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς εἴσπραξιν δημοσίων προσόδων τῶν χρήσεων 1911 καὶ 1912 ἄνευ τῶν συνεπειῶν τῆς ὑπερημερίας». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Α. Διομήδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως κλάσεών τινων τοῦ δασμολογίου κλπ.» καθ’ ἣν εἰς τὸ ἄρθρον 8 προστίθεται ἐδάφιον 2 ἔχον ὡς ἑξῆς· «Οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοὶ οἱ εἰσπραττόμενοι εἰς τὰς προσαρτηθείσας ἐπαρχίας καταβάλλονται τοῖς μετρητοῖς, καταργουμένης τῆς εἰς εἶδος εἰσπράξεως». Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ἐλ. Βενιζέλος ὑποβάλλει δήλωσιν, ὅπως εἰς τὸ κεφ. 10 ἄρθρον 1 «ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» προστεθῇ πίστωσις ἐκ δραχ. 11,196,50. Ἐπὶ δὲ τοῦ Κεφ. 25 ἄρθρον Μ. «Ἔξοδα πολέμου ἐν γένει» ἑτέρα πίστωσις δραχ. 8,380,000. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Δ. Πανᾶς ὑποβάλλει δήλωσιν· 1) «Περὶ αὐξήσεως τῆς ἐν τῷ εἰδικῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, χρήσεως 1913 καὶ ἐν τῷ κεφ. Δ ἄρθρ. 1 ἀναγεγραμμένης πιστώσεως» καὶ 2) «Περὶ αὐξήσεως τῆς ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν χρήσεως 1913 καὶ ἐν τῷ κεφ. Εʹ ἄρθρ. 1 ἀναγεγραμμένης πιστώσεως». Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Κ. Δεμερτζῆς ὑποβάλλει δήλωσιν· «Περὶ αὐξήσεως τῆς ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, χρήσεως 1913 ὑπὸ κεφ. Γʹ ἄρθρ. 1 ἀναγεγραμμένης πιστώσεως. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Α. Διομήδης ὑποβάλλει δήλωσιν αʹ) Ἐγγραφῆς πιστώσεως δρ. 3,207 ὑπὸ νέον ἄρθρ. 5 τοῦ κεφ. 14 Βουλὴ ὑπὸ αἰτιολογίαν «Ὀφειλόμενα ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων κατὰ τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς». βʹ) ὑπὸ κεφ. 41 «Συντήρησις δημοσίων κτημάτων καὶ ἄρθρ. 2 «Ἐξακρίβωσις ὁροσήμου κλπ. πίστωσις ν’ αὐξηθῇ ἀπὸ δρ. 15,000 εἰς 25,009. γʹ) Ἡ ὑπὸ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου πίστωσις διὰ μικρὰς ἐπισκευὰς τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ 25,000 ν’ αὐξηθῇ εἰς 35000 δρ. δʹ) Ἡ ὑπὸ ἄρθρ. 5 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου πίστωσις διὰ «φόρους, ἀσφάλιστρα καὶ λοιπὰ ἔξοδα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κτιρίων καὶ κτημάτων ν’ αὐξηθῇ ἀπὸ δρ. 14,000 εἰς 25,000 δραχ. καὶ εʹ) νὰ ἐγγραφῇ πίστωσις δρ. 6,000 ὑπὸ νέον ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ κεφ. 41 ὑπ’ ἀρ. 15 καὶ ὑπὸ τὴν ἑξῆς αἰτιολογίαν· «δι’ ἀποζημίωσιν γηπέδων τοῦ Ἐπ. Μπουραντίνου καταληφθέντος ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ τὴν 1.30′ π. μ. τῆς αὔριον. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1.20′ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).