1913.12.22
823 στίχοι · 6.303 λέξεις · 43 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 22 Δεκεμβρίου 1913
(Παρασκευή, ὥρα 6,10′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος δημοσιευθέντος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Δ. Πανᾶ καὶ ἀντ’ αὐτοῦ διωρίσθη τοιοῦτος ὁ κ. Γ. Στρέϊτ.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος, ἄξιος (χειροκροτήματα). Ὁ νομάρχης Κοζάνης ὑποβάλλει ψήφισμα κατοίκων τῆς Ἠπείρου διαμαρτυρομένων κατὰ τῶν Δυνάμεων. Ὁ Δήμαρχος Καστορίων ὑποβάλλει ἀναφορὰν κατοίκων Καστανᾶς περὶ ἀποκαταστάσεως τηλεγραφείου καὶ τηλεφώνων. Ὁ Ἀθ. Χριστόπουλος ἐνοικιαστὴς δημοτ. φόρου Τριπόλεως παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ γενικὸν μέτρον διὰ τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν δημοτ. φόρων. Οἱ κάτοικοι διαφόρων κωμοπόλεων τοῦ δήμου Ἐλευσῖνος τῆς Γορτυνίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ἐκτελῆται ταχύτερον. Ὁ Μ. Μπασακίδης ἐκ Κάμπου Ἀβίας παρακαλεῖ, ὅπως ὁ υἱός του λοχίας προαχθῇ εἰς ἀνθυπασπιστήν. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βλάχος ὑποβάλλει δύο τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποστολῆς ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς ἐκπαίδευσιν». Οἱ κ. κ. Σ. Κροκιδᾶς καὶ Π. Βουρλούμης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων καὶ Ὑπαξιωματικῶν». Ὁ κ. Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Κυριακῆς ἀργίας». (Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). (Ὅρα τροπολογίας Ἀρχείου Βουλῆς). Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν στέργει νὰ ἀπασχοληθῇ ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Φίλιππα διὰ προσωπικὸν ζήτημα;
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§4Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριοι Βουλευταί· ἐζήτησα τὴν ἐπιεικῆ συγκατάθεσίν σας ἵνα καταναλώσω ὀλίγον ἀπὸ τὸν χρόνον τὸν πολύτιμον ἄλλως τε τῶν ἐργασιῶν μας διὰ καθαρῶς προσωπικὸν ζήτημα. Ἐγνώριζον ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων περὶ τῶν δικαστικῶν ἐν γένει πραγμάτων, ἤθελον θορυβήσει τὸν θιγόμενον. Ἐγνώριζον ὡσαύτως ὅτι ὁ θιγόμενος δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ γανωμένος θέλων νὰ καλύψῃ τῆς γάναις του γανώνεται περισσότερον· ἐγνώριζον ὡσαύτως ὅτι θὰ εὕρῃ συνηγόρους ὑπὲρ αὑτοῦ, ἐγνώριζον ὅτι εἶχε συνηγόρους, εἶχε διαφόρους πηγὰς νὰ ἐκλέξῃ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, εἶχε τοὺς ὑποτακτικούς του, εἶχε τοὺς συναθλητάς του εἰς τὴν ἀκολασίαν, εἶχε τοὺς ἐκμεταλλευτὰς τῶν τοιούτων σκανδαλωδῶν ἐπεισοδίων, εἶχε καὶ μέρος τῶν πολιτικῶν ἀντιφρονούντων με ἐκλογέων. Δὲν ἐπίστευον ὅμως ποτέ, κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι ἀφοῦ εἶχε τόσας πηγὰς τὸ πρόσωπον αὐτό, ὁ καὶ δικαστής, ἤθελε καταφύγει εἰς τὴν πελατείαν τοῦ ποινικοῦ νόμου. Μὴ νομίσητε, κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι διὰ τῶν λεγομένων μου θέλω νὰ παραστήσω ὅτι τὸ Κέντρον τῶν ἐργατῶν Λευκάδος ἀποτελεῖται ἐκ κακοποιῶν στοιχείων· μακρὰν τῆς βλασφημίας! Εἶναι ἄνθρωποι βιοπαλασταὶ ἐντιμότατοι ἀποτελέσαντες ἕνωσιν ἐξ ἀγαθοῦ σκοποῦ πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης των. Πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἐκμεταλλευτῶν. Ἄνθρωποι σχόντες πολλοὺς λογαριασμοὺς μετὰ τῆς δικαιοσύνης, τοὺς ὁποίους ἐξώφλησαν μὲ τὴν ἐγκάθειρξίν των εἰς τὰ σωφρονιστικὰ ἄσυλα τῶν κοινωνικῶν ἀνορθογράφων τοῦ Κράτους, ἔχοντες ἤδη καὶ ἑτέρους ἐκκρεμεῖς λογαριασμούς, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῶσι παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ κυρίου αὐτοῦ δικαστοῦ, ἵνα τύχωσι τῆς συνδρομῆς του. Ἄνθρωπος ἄεργος, ἐκβιαστὴς τοῦ ἐσχάτου εἴδους, γενικὸς γραμματεὺς ἤδη τοῦ Κέντρου, ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, ὁ Πᾶνος Κουνιάνης, κατηγορούμενος ἤδη — καὶ ἔχω ὑποβάλει ἐρώτημα εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν—ἐπὶ ἐκβιάσει, ἐξυβρίσει καὶ διαταράξει οἰκιακῆς εἰρήνης ἐντιμοτάτης ἀρχοντικῆς καὶ πρώην ἐνεργῶς πολιτευομένης οἰκογενείας τοῦ τόπου μας, ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας ὁ ἐπωαστικὸς αὐτὸς κλίβανος ὅλων τῶν μικροβίων τῆς κοινωνικῆς διαφθορᾶς, ἵνα ἐξαποστείλῃ ἐναντίον μου τὸ εἰδεχθὲς προϊόν τῆς πνευματικῆς του ψυχῆς θέσας εἰς τὸ καθαρὸν στόμα τῶν ἐντίμων συμπολιτῶν μου ποταπὰς συκοφαντίας. Ἕτερος Καππαδόκης, ὁ δήμαρχος Καρυᾶς Σπυραντώνης Φραγγούλης, συναθλητὴς τοῦ ἥρωος εἰς τὴν ἀκολασίαν, δι’ οὗ ἦλθον καὶ ἔρχονται τὰ δικαστικὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα θὰ ἴδητε ἐκ τῶν αἰτηθέντων ὑπ’ ἐμοῦ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ κατατεθῶσιν ἐνώπιόν σας βουλευμάτων, καὶ κατηγορούμενος ἤδη ἐπὶ πλαστογραφίᾳ συνεπείᾳ μηνύσεως τοῦ Νομάρχου Κερκύρας, ἀφοῦ ἠγόρευσε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῶν μελῶν τοῦ ἐργατικοῦ Κέντρου συστήσας τοῖς ἀδελφοῖς ὁμόνοιαν, προσέφερε τὰ ἀναψυκτικὰ μετὰ τὸ ψήφισμα, εἶτα δὲ ἔλαβε τὴν πρὸς τὰς Ἀθήνας ἄγουσαν, ἵνα ἐγχειρίσῃ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν γνωρίζω καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸ λιβελλογραφικὸν αὐτὸ ἐναντίον μου ψήφισμα δαπανήσας ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔξοδα τῆς δημοσιεύσεως. Ὦ καιροί! ὦ ἤθη! Δὲν θὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πολὺ καταχρώμενος, ὡς εἶπον, τὴν ἐπιείκειαν τῆς Βουλῆς διὰ τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν ἔκδοσιν τοῦ ψηφίσματος τούτου, ἀλλὰ θὰ ἀρκεσθῶ σείων βαρεῖαν τὴν κεφαλὴν ἐξ οἴκτου πρὸς τοὺς ἀγαθούς μου συμπολίτας διὰ τὰς ἀκουσίας των βλασφημίας νὰ δηλώσω εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς πάντα ἄλλον ὅτι οὐδεμία διαμαρτυρία θὰ δυνηθῇ νὰ μοὶ ἐπιβάλῃ σιγὴν ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὴν ἠθικὴν καὶ τὰ συμφέροντα οὐχὶ μόνον τῶν συμπολιτῶν μου, ἀλλὰ παντὸς ἀνθρώπου. Πρὸς δὲ τὸν κ. δικαστὴν θὰ ἐτόλμων νὰ συστήσω νὰ ἀφήσῃ τὰ πιστοποιητικὰ τοιαύτης προελεύσεως μὲ ἀντάλλαγμα τὴν δικαστικήν του συνείδησιν, νὰ ἀφήσῃ τὴν πεπλανημένην ὁδὸν καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν δρόμον τοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ εἰς τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία κατεσκεύασε καὶ ἐπιμελῶς συντηρεῖ εἰς βάρος ἡμῶν τῶν πολλῶν, πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ καὶ τὸ συμφέρον τῶν πολιτῶν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἱερᾶς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἡ Πατρὶς τῷ ἀνέθηκε, καὶ τότε ἂς εἶναι βέβαιος ὅτι πρῶτος ἐγώ, ὁ νῦν ἀμείλικτος αὐτοῦ κατήγορος, θὰ σπεύσω νὰ τοῦ τείνω τὴν χεῖρα τῆς συγγνώμης καὶ τῆς ἐκτιμήσεως. Ἐπειδή, κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ ψήφισμα ἀναφέρεται ὅτι τὰ λεχθέντα εἶχον ἀφορμὴν ἐπονειδίστου ῥουσφετολογίας, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ἵνα διατάξητε τὰς ἐν Λευκάδι δικαστικὰς ἀρχὰς νὰ βεβαιώσωσιν, ἄν ποτε προῆλθον πρὸς αὐτοὺς διὰ τοιαῦτα ζητήματα καὶ ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐζήτησα παρ’ αὐτῶν ῥουσφέτια καὶ ὁποίου εἴδους, ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἄμυνα κατὰ τοῦ σφαγιασμοῦ τοῦ δικαίου, ἡ διαμαρτυρία κατὰ τῆς διαπομπεύσεως τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ πολίτην ἢ πολιτευόμενον ἀποτελῇ κατὰ τὸν δικαστὴν αὐτὸν καὶ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ὑποβληθέντος ψηφίσματος ἐπονείδιστον ῥουσφετολογίαν!! Ὡσαύτως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ἵνα διὰ παντὸς τρόπου καὶ μέσου ἀπομακρύνῃ τὸν κύριον αὐτὸν δικαστὴν ἐκεῖθεν, ὅπως ἡ ἀνάκρισις ἡ ὁποία καὶ δικαστικῶς διετάχθη ἐνεργηθῇ, τῆς ὁποίας καὶ διοικητικῶς ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος ἐπελάβετο ὥστε νὰ γίνῃ ἀνεπηρέαστος, παύσῃ δὲ καὶ ὁ σκανδαλώδης θόρυβος, ὁ ὁποῖος γίνεται εἰς βάρος τῆς Δικαιοσύνης, ἀρθῇ δὲ τέλος, κ. Ὑπουργέ, οὐχὶ πλέον ἐκ τῆς αὐλῆς ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ τοῦ θαλάμου τῆς ἐν Λευκάδι Δικαιοσύνης ἡ κόπρος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἴσως φέρει τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν εἰς τὴν συναίσθησιν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἡ μεγάλη αὐτοῦ θέσις τῷ ἔχει χαράξει. Ἐὰν δὲ καὶ μετὰ ταῦτα ἀποτύχητε, τότε παραδώσατέ τον εἰς τὸν κ. Συνάδελφον ὑμῶν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἵνα τὸν χρησιμοποιήσῃ ἀδαπάνως ἴσως καὶ δι’ οἱανδήποτε ἄλλην ἐργασίαν, ἀλλὰ πάντως καὶ διὰ τὸ προσεχῶς ἐγκαθιστάμενον ἱπποφορβεῖον (γέλωτες).
§5Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὴν ἀναφορὰν ἢ τὸ ψήφισμα περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἔπεμψα εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, ὅπως ἀνακαλύψῃ, ἂν ὁπωσδήποτε ἐνέχεται εἰς αὐτὸ ὁ δικαστὴς τὸν ὁποῖον κατήγγειλε. Πλὴν τούτου παρήγγειλα ὅπως ἐξετάσῃ ἐν γένει τὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ δικαστοῦ καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐπιβάλλεται.
§6Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἂς ἐρωτήσῃ τοὺς δικαστάς, ἂν μὲ γνωρίζωσιν ἢ ἂν τοὺς ἠνώχλησα. Μόνον οἱ ἀτακτοῦντες μὲ γνωρίζουσι, διότι μὲ συναντῶσιν ἐμπρός των.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Ἰουνίου 1913 νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ συγκροτήσεως Ἀνωτέρου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ καταρτισμοῦ πινάκων προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν», ὡς μετερρυθμίσθη κατὰ τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν συντάξεων, ὡς μετερρυθμίσθη κατὰ τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μονιμοποιήσεως ἀξιωματικῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὸ στέλεχος τῆς ἐφεδρείας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ ἀνθυπασπιστῶν, ὡς μετερρυθμίσθη κατὰ τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις τῶν νόμων ΤΟΔʹ τῆς 27 Φεβρουαρίου 1871, ΥΙΕʹ τῆς 29 Μαΐου 1871 καὶ ΩΞΗʹ τῆς 27 Νοεμβρίου 1880 περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας». Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§9Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι σπουδαῖον ἢ μᾶλλον νομίζω ὅτι καλεῖται νὰ γίνῃ σπουδαῖον, ἂν κατά τι τροπολογηθῇ, διότι εἶναι ἓν ἐκ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, δι’ οὗ ἐξαιρέσει τοῦ περὶ ἐπεκτάσεως τῆς δικαστικῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς νέας χώρας λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως ἐξοπλισθῇ ἡ διοίκησις ἐν ταῖς νέαις χώραις μὲ τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τὴν καταστήσωσιν ἱκανήν, ὥστε νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κράτος αὑτῆς κατὰ παντός, ὅστις ἤθελε σκεφθῆ νὰ διαταράξῃ ἐκεῖ τοῦτο. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, ἀπησχόλησε δὲ καὶ τὸν τύπον κατὰ τοὺς τελευταίους δύο μῆνας ὑπὸ μορφὴν πολιτικῆς συζητήσεως, καὶ θὰ ἦτο λίαν ἐπίκαιρον, ἂν ἡ ἀρξαμένη συζήτησις ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων μετεφέρετο καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ νὰ λεχθῶσιν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ εἴπωσι τὰ κατάλληλα, καὶ κατορθωθῇ νὰ σχηματίσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτιωτέραν γνώμην περὶ τῆς διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν. Λέγω ταῦτα, διότι ἐλαύνομαι ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ περίοδος τὴν ὁποίαν διερχόμεθα εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε δὲν εἶναι κατ’ ἄνθρωπον οὐδὲ κατ’ ἀνθρώπους οὔτε κατὰ ἓν κόμμα δυνατὸν νὰ τεθῶσι τὰ θεμέλια τοῦ μεγάλου οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ στεγάσῃ τὸ μέλλον τῆς φυλῆς μας. Ἔχομεν καθῆκον ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν ἀποχρώσεων νὰ συντελέσωμεν πάντες, ὥστε νὰ ἐπικρατήσῃ κατὰ τὴν δημιουργικὴν ταύτην ἐργασίαν ἡ ὀρθοτέρα γνώμη, διότι καλούμεθα νὰ δημιουργήσωμεν ἑλληνικὸν οἶκον. Ἐν τῷ τύπῳ συνεζητήθη καὶ διημείφθησαν γνῶμαι περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν, ἰδίως εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῶν νέων χωρῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει συμμιγὴς πληθυσμὸς καὶ κατὰ φυλὴν καὶ κατὰ θρήσκευμα. Ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως ἓν προέκυψε, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δεκτικὸν ἀμφισβητήσεως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ διοίκησις τῶν νέων χωρῶν νὰ ἐξοπλισθῇ μὲ ὅλα τὰ μέσα ὥστε νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· προέχει δηλαδὴ διὰ τὰς νέας χώρας κυρίως τὸ ζήτημα τῆς ἀστυνομίας, ὡς μέτρον δὲ τοιοῦτον εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Φέρω δὲ τὸν λόγον ἀπὸ τοῦδε ἐπ’ αὐτοῦ, διότι παρετήρησα ὅτι μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ ἀπελθὼν ὡς Γενικὸς Διοικητὴς εἰς Θεσσαλονίκην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπάρχει καὶ ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον δεικνύει ὅτι δὲν εἶναι τελείως καθαραὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν αἱ ἀντιλήψεις περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν. Εἰσηγεῖται καὶ νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δέον νὰ μελετηθῇ σοβαρώτερον. Ἐὰν ἀναγνωρίζωμεν τὴν ἀνάγκην—καὶ ἡ ἀνάγκη εἶναι πράγματι ἐπιτακτικὴ—τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀστυνομικῆς τοῦ Κράτους ἐξουσίας, θὰ συμφωνήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὸ ζήτημα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, ὥστε διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων περὶ τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως νὰ εἰσαγάγωμέν τι τὸ ὁποῖον νὰ ἀποτελῇ συγκερασμὸν κατὰ τῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, τῆς ὁποίας ἀκριβῶς τὴν ἐνίσχυσιν ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν. Τοῦτο εἶναι μία γενικὴ σκέψις, τὴν ὁποίαν προλαμβάνω νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε, διότι προβλέπω ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ διακοπῶσι καὶ ἐθεώρησα ὅτι εἶχον καθῆκον ὡς πολίτης καὶ ὡς Βουλευτὴς νὰ εἴπω τοὐλάχιστον τὰς ἐμὰς γνώμας, ἵνα αὗται ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι τελείως σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω ὅτι θεωρῶ οὐχὶ ἐπαρκὲς τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἀναμφιβόλως προέθετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι κάλλιον ἐμοῦ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὴν ἐκεῖ κατάστασιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι ἐχρημάτισε καὶ Γενικὸς Διοικητὴς ἐν Μακεδονίᾳ. Δὲν εἶναι δὲ ἐπαρκὲς καὶ πρὸς τὸν σκοπόν, ὁ ὁποῖος ἀπορρέει ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Διὰ τῆς ἐπεκτάσεως ἁπλῶς τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων περὶ λῃστείας εἰς τὰς νέας χώρας, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς λῃστείας, οἵα ἀναγράφεται εἰς τὸν ποινικὸν νόμον καὶ εἰς τοὺς σχετικοὺς περὶ λῃστείας νόμους, δὲν νομίζω ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν πλήρως τὴν τάξιν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ τὴν ἡσυχίαν τοῦ ἐκεῖ φιλησύχου πληθυσμοῦ καὶ νὰ ἀντιταχθῶμεν τελεσφόρως κατὰ τῶν κακοποιῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἴτε ἐκεῖ ὑπάρχουσιν, εἴτε ἔξωθεν θὰ ἀποπειραθῶσι νὰ εἰσβάλωσιν ἵνα δημιουργήσωσι ταραχάς. Ὑπάρχουσι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νὰ μᾶς ἐμβάλωσιν εἰς σκέψεις, γεγονότα μὴ διαψευσθέντα. Ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τῶν ὁμόρων κρατῶν ἐγένοντο ἐπιδρομαὶ ἤδη εἰς τὸ Σερβικὸν ἔδαφος, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀντεκδίκησιν καὶ εἶτα τὴν πυρπόλησιν τῆς πόλεως Στρωμνίτσης. Ἐὰν τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἤρχισαν τὰ ἄτακτα Βουλγαρομακεδονικὰ σώματα καὶ ἡ Βουλγαρομακεδονικὴ ὀργάνωσις κατὰ τῆς Σερβίας, ἤθελον ἐπεκτείνει καὶ κατὰ τῆς Μακεδονίας, νομίζω ὅτι διὰ τοῦ ὑπάρχοντος σχεδίου νόμου, διὰ τῶν μέσων δηλαδὴ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἀσχέτως πρὸς τὰ ζητήματα τῆς διεθνοῦς παρεμβάσεως καὶ τῆς διεθνοῦς βίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα διὰ τῶν μέσων, λέγω, τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως νὰ τὴν ἀποτρέψωμεν· μᾶλλον δὲ οὐχὶ νὰ ἀποτρέψωμεν καὶ καταστείλωμεν, ἀλλὰ νὰ προλάβωμεν ἐνεργείας τὰς ὁποίας ἔχω πάντα λόγον νὰ πιστεύω ὅτι συντόμως θέλουσιν ἐπιδιώξει νὰ καταβάλωσι καὶ ἐφαρμόσωσι καὶ ἐν ταῖς νέαις Ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις. Θὰ ἐνόμιζον ἐν τῷ κύκλῳ τούτῳ τῶν σκέψεων ὅτι ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι καιρὸς νὰ πράξῃ τοῦτο ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον εὐρύτερον νὰ ὁρίσῃ τὸ ἔγκλημα τῆς λῃστείας ἢ νὰ ἐπιφυλάξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ ὁρίσῃ καὶ ἄλλας πράξεις ὡς ἀποτελούσας τὸ ἀδίκημα τῆς λῃστείας. Ὁ ποινικὸς νόμος διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τινὰ ὡς λῃστὴν ἀπαιτεῖ θετικὸν ἐγκληματίαν, ἐγκληματίαν διαπράξαντα ἤδη ἐγκληματικὴν πρᾶξιν κατὰ τῆς περιουσίας διὰ τῆς χρήσεως βίας. Δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν νόμων περὶ λῃστείας τοῦ 1870, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐθεωρήθη ὅτι καὶ ἡ ἕνωσις πλειόνων πρὸς ἐκτέλεσιν πράξεως μὴ ἐκτελεσθείσης διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεως τῶν συνενωθέντων, εἶναι καὶ αὐτὴ πρᾶξις λῃστείας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ διοίκησις ἡ ἀστυνομικὴ ἐν ταῖς νέαις χώραις θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἔν τινι μέρει καὶ οὐχὶ πρὸ ἑνώσεως προσώπων, θὰ εὑρεθῇ καὶ πρὸ μοναδικῶν προσώπων, πρὸ ὁπλοφορούντων ἐπὶ τῇ προθέσει βιαιοπραγιῶν ἢ πρὸ κρατούντων βομβίδας.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει διάταξιν διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν. Δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν λῃστείαν.
§11Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀκριβῶς· αὐτὸ ἤθελον νὰ τεθῇ, διότι αὐτοὶ δύνανται νὰ ὑποθάλπωνται, θὰ ἤθελον δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ νόμῳ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτοπίσεως τῶν συγγενῶν καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ὑπόπτους ἀκόμη. Εἶναι ἓν μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ φανῇ ὑπερβολικόν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον νομίζω — καὶ κρίνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους, ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου δὲν εἶναι ἐσφαλμέναι — ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατον διὰ νὰ προλάβωμεν πᾶσαν ἀπόπειραν καὶ πᾶσαν σκέψιν ἀποπείρας διαταράξεως τῆς τάξεως ἐν Μακεδονίᾳ. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν ὅπως εἴτε διὰ τροπολογίας ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ νόμῳ, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ καλλίτερον, εἴτε δι’ ἐπιφυλάξεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ καθορίσῃ καὶ χαρακτηρίσῃ καὶ ἄλλας πράξεις ὡς πράξεις λῃστείας, ἵνα περισώσωμεν οὕτως ὑπὲρ τῆς διοικήσεως τὰ μέσα ὥστε ἀπέναντι οἱασδήποτε ἐμφανίσεως κομιτατζήδων Βουλγαρομακεδόνων ἀποπειραθησομένων νὰ διαταράξωσι τὴν τάξιν νὰ εἶναι εἰς θέσιν οὐχὶ ἁπλῶς νὰ καταστέλλῃ αὐτάς, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰς προλαμβάνῃ. Ἐν τῷ κύκλῳ τούτῳ τῶν σκέψεων καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της ἐπί τινα χρόνον, νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐκθέσω ἢ μᾶλλον νὰ θέσω καὶ ἄλλα τινὰ ὑπὸ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως σχετικῶς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν νέων χωρῶν ζητήματα. Πρῶτον θέτω ὡς ζήτημα ὅτι, ὅταν ζητήσητε, ὅπως ὀφείλετε νὰ ζητήσητε ἐνίσχυσιν τῆς ἀστυνομίας, πρέπει πολὺ νὰ σκεφθῆτε διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἡ αὐτοδιοίκησις εἶναι μία ἔννοια ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀστυνομίαν καὶ πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν φαντάζομαι δὲ ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τόπους χειμαζομένους ὑπὸ ἀτάκτων στοιχείων, εἰς τόπους τοὺς ὁποίους ἐσόβει ἡ ἀναρχία μέχρι πρὸ μικροῦ, μέχρι πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν, ὅτι θὰ ἦτο ἔργον συνετὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτοδιοίκησιν καὶ δὴ καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι τὰ ὄργανα τῆς αὐτοδιοικήσεως δύνανται νὰ εἶναι καὶ ὄργανα τῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους ἐν τῇ τοπικῇ των περιφερείᾳ, διότι τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ ἐθεώρουν τόσον συνετόν. Ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ κοινοτήτων, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, παρέχει βεβαίως πολλὴν ἐξουσίαν εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ἐνῷ διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νομοσχεδίου ζητοῦμεν ἐξουσίαν ὥστε νὰ τοῖς καταστήσωμεν ὅσον ἔνεστι σεβαστὴν τὴν ἔννοιαν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ἤθελον νὰ θέσω ὑπὸ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἀσχέτως πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἤδη ἀπὸ τοῦδε νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα διὰ νὰ καταστήσῃ πραγματικῶς τὰς Ἀθήνας θρησκευτικὸν κέντρον ὄχι μόνον τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν ἀλλοδόξων Ἑλλήνων ὑπηκόων, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι ὀφείλει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν θρησκευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων, ἀλλά, καὶ διότι, ἂν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς, οἱ ἐκεῖ θρησκευτικοὶ λειτουργοὶ τελοῦσιν ὑπὸ τρομοκρατίαν, ἥτις ἔχει τὸ κέντρον καὶ τὴν πηγὴν ἔξωθεν. Θὰ ἦτο εὔκαιρον νὰ καταστήσωμεν θρησκευτικὸν κέντρον τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν οἱ λειτουργοὶ τῶν ἄλλων θρησκειῶν ὑπὸ τὴν αἰγίδα καὶ τὴν προστασίαν αὐτῆς καὶ ὑπὸ τὸ ἁγνὸν Ἑλληνικὸν περιβάλλον τῆς Ἑλληνικῆς Πρωτευούσης νὰ ἐξασκήσωσι τὴν ἐπιρροὴν αὑτῶν πρὸς καταπολέμησιν προπαγανδῶν καὶ καταπιέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐνασκοῦνται εἰς βάρος τοῦ ποιμνίου των ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναρμοδιώτατοι πλέον νὰ ἐνασκήσωσι τὰς τοιαύτας καταπιέσεις καὶ προπαγάνδας. Ἀκόμη ἐν τῇ αὐτῇ μερίμνῃ ὑπὲρ τῶν νέων χωρῶν, τῆς ὁποίας ἓν τμῆμα βλέπω διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου λαμβανόμενον, καὶ ἐπὶ τῇ προβλέψει ὅτι θὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας μας, νομίζω ὅτι εἶναι εὔκαιρον νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προνοήσῃ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς συγκοινωνίας πολὺ πυκνοτέρας μετὰ τῆς Μακεδονίας, διότι ἡ συγκοινωνία ἤδη εἶναι πολὺ ἀραιά. Τοῦτο δὲ λέγω διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἐντελῶς κεχωρισμένους ἢ πολὺ κεχωρισμένους ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Μακεδόνας, καταργηθείσης τῆς ἐπιτάξεως τῶν πλοίων τὰ ὁποῖα ἐπετέλουν τὴν μετὰ τῆς Θεσσαλονίκης συγκοινωνίαν. Ὁ καλλίτερος τρόπος διὰ νὰ παγιωθῇ ἡ τάξις εἶναι ἐκεῖνος βεβαίως, νὰ ἐμπνευσθῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἀγάπην πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πατρίδα, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξοικειωθῶσιν ἀκόμη περισσότερον, ὅταν ἐπικοινωνῶσι μὲ τοὺς νέους συμπολίτας των τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου. Ἀκόμη ἐν τῷ κύκλῳ τῶν αὐτῶν σκέψεων θὰ ἐπεθύμουν νὰ συστήσω καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου ἐλάχιστον τμῆμα ἐργασίας σχετικῶς μὲ τὴν διοίκησιν τῆς Μακεδονίας βλέπω παρουσιαζόμενον ἐνταῦθα, νὰ μελετήσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς ἀστυνομίας εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, καὶ τοῦ καταρτισμοῦ πολιτικῆς ἀστυνομίας, διότι, ἂν αἱ πληροφορίαι μου δὲν εἶναι ἐσφαλμέναι, ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς δημιουργίας ἀστυνομίας ἀσφαλείας ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔχουσι καὶ τὰ ἄλλα Κράτη ἀστυνομίαν ἀσφαλείας. Ἡ Κρητικὴ χωροφυλακὴ ἐπέτυχε πληρέστατα, ἀλλ’ ἐπέτυχεν ὡς ὄργανον κατασταλτικόν· χρειαζόμεθα ἐνίσχυσιν τῆς ἀστυνομίας ὡς ὀργάνου προβλεπτικῆς διοικήσεως, ὡς ὀργάνου ἀσφαλείας. Ἀναγνωρίζω ὅτι πολλὰ τῶν ὅσων εἶπον δὲν ἔχουσι σχέσιν ἄμεσον μὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ ζητῶ τὴν ἐπιείκειαν τῆς Βουλῆς διὰ τοῦτο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἦτο ἐπίκαιρον νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἐν σχέσει ὅμως μὲ τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐτόλμων νὰ συστήσω εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὑπὲρ τῆς ἀστυνομίας εὐρύτερα δικαιώματα ἢ ὅσα διεκδικοῦνται ἀπὸ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίως κατ’ αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἂν δὲν εἶναι ἐπίκαιρος σήμερον ἡ τροπολογία αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου διὰ τὴν ἔννοιαν τῆς ληστείας ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτοπίσεως, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία· νὰ δύναται νὰ ἐκτοπίζῃ τοὺς συγγενεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑποθάλπουσι τοὺς ληστάς.
§12Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἔχει καὶ ἄλλην διάταξιν.
§13Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν τὴν βλέπω.
§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (ἀναγινώσκει). «Ἀλλὰ καὶ οἱ ὕποπτοι καὶ ἐπικίνδυνοι εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν» ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 21.
§15Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἂν νομίζητε, διότι ἐγὼ δὲν τὸ νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐπαρκές, ἔχει καλῶς· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκές. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διεκδικήσατε ὑπὲρ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα ἵνα διὰ Β. Διαταγμάτων ὁρίζηται καὶ ὅ,τι ἄλλο ἤθελε θεωρηθῇ συντελεστικὸν πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος.
§17Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω βραχείας τινὰς παρατηρήσεις ἀναγομένας εἰς τὸ νομοτεχνικὸν μόνον μέρος τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 παρατηρῶ ὅτι ἐπεκτείνεται δι’ αὐτοῦ ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων ΤΟΔʹ τοῦ 1871, ΥΙΕʹ τοῦ 1871 καὶ ΩΞΗʹ τοῦ 1880 καὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὁ νόμος ὁ ἀρχικὸς περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας τῆς 27 Φεβρουαρίου 1871 ἐψηφίσθη ἔχων προσωρινὴν διάρκειαν τετραετῆ καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν μετὰ τινα χρόνον ἀνεφάνη ἡ ἀνάγκη τῆς λήψεως παρομοίων αὐστηρῶν μέτρων, ὡς τὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1871, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον διὰ νέου νόμου νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς ἰσχὺν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΤΟΔʹ. Τοῦτο δὲ ἔπραξεν ὁ νόμος ΧΙΘʹ τοῦ 1877, ὅστις καὶ οὗτος προσωρινὴν εἶχε διάρκειαν, καὶ ληξάσης τῆς διαρκείας τοῦ νόμου τοῦ 1871 ἔπαυσε καὶ ὁ νόμος οὗτος νὰ εἶναι ἐν ζωῇ. Ἐδέησε δὲ μετὰ τοῦτο, κατὰ τὸ 1880, ὅτε καὶ πάλιν ἀνεφάνη ἡ ἀνάγκη παρομοίων αὐστηρῶν διατάξεων, νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος ΩΞΗʹ, ὅστις ἐπέτρεψε τὴν ἐπαναφορὰν εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀρχικοῦ νόμου διὰ Β. Διατάγματος. Οὕτως ὁ νόμος ὁ ἀρχικὸς ἦτο νόμος καὶ εἶναι νόμος προσωρινῆς διαρκείας, δὶς μὲν ἐπανελθὼν εἰς τὴν ζωὴν διὰ νεωτέρων προσωρινῶν νόμων, τελικῶς δὲ ἐπαναφερόμενος εἰς τὴν ζωὴν διὰ Β. Διατάγματος, ὡς ὥρισεν ὁ νόμος τοῦ 1880. Ἀλλ’ ἤδη μὴ ὑπάρχοντος Διατάγματος ἐπαναφέροντος εἰς ἐνέργειαν τὸν νόμον τοῦ 1871 δὲν ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον τοῦ 1871 ΤΟΔʹ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σκοπιμώτερον θὰ ἦτο, ἵνα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐπαναλάβωμεν πάσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΤΟΔʹ τοῦ 1871, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν ἐνεργείᾳ. Τὸ μέτρον δὲ τοῦτο δὲν προτείνω ἐγώ, ἀλλ’ ἀρύομαι τὸ δίδαγμα τοῦτο ἐκ προγενεστέρων Βουλῶν, αἵτινες νομοθετοῦσαι καθ’ ἣν ἔννοιαν νομοθετοῦμεν ἡμεῖς σήμερον, δηλαδὴ πρὸς ἐπαναφορὰν τοῦ νόμου περὶ ληστείας, ἐπανελάμβανον τὸ κείμενον τοῦ νόμου καὶ δὲν ἐθέσπιζον μόνον ὅτι ἐπανέφερον εἰς τὴν ζωὴν τὸν νόμον τοῦ 1871. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ὁ νόμος ὁ εὐθὺς ἀμέσως ἐπακολουθήσας αὐτόν, ὁ νόμος τοῦ 1877, ὅστις ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 1ῳ ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ὁ περὶ καταδιώξεως ληστείας προσωρινὸς νόμος ΤΟΔʹ τοῦ 1871, οὗ τὸ κείμενον ἕπεται, δύναται ἐπελθούσης ἀνάγκης νὰ τεθῇ προσωρινῶς εἰς ἐνέργειαν διὰ Β. Διατάγματος. Παραθέτει λοιπὸν ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ μέλλοντος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἐνέργειαν νόμου ΤΟΔʹ. Καὶ λέγω ταῦτα, διότι ἔχω πρόσφατον παράδειγμα περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς κρίσεως τῶν δικαστηρίων, δὲν γνωρίζω δὲ ταῦτα σκεπτόμενος, ἂν κύριον δικαστήριόν τι καλούμενον ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς διατάξεων καὶ μέτρων τοσοῦτον αὐστηρῶν, ὡς τὰ τοῦ νόμου ΤΟΔʹ· δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι κακῶς ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις αὐτοῦ, διότι ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ εἴπωμεν ὄχι μόνον ὅτι ἐπαναφέρεται εἰς ἐνέργειαν ὁ νόμος ΤΟΔʹ τοῦ 1871, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν, τροποποιοῦντες ταῦτα καθ’ ὃν τρόπον ἡ Κυβέρνησις κρίνει καλὸν νὰ τροποποιηθῶσι. Ταύτην τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1. Ἐρωτῶ νῦν τὸν εἰσαγαγόντα τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν κ. Ὑπουργόν· πῶς θὰ ἦτο δυνατόν, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ δημοσιευομένου ὡς νόμου καὶ τιθεμένου εἰς ἐνέργειαν, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ἡ ἀναβιοῦσα διάταξις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ νόμου ΤΟΔʹ τοῦ 1871, ἢ τὸ τμῆμα τουλάχιστον τῆς διατάξεως ταύτης κατὰ τὸ ὁποῖον «αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 21 καὶ 22, αἱ ὁρίζουσαι τὸ περὶ ἐκτοπίσεως, ἐφαρμόζονται μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου;» Ὁ νόμος τοῦ 1871 θέτει διορίαν τριῶν μηνῶν μετὰ τὴν δημοσίευσίν του ἀπὸ τῶν ὁποίων καὶ πέρα δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ ἄρθρα 21 καὶ 22. Ἐρωτῶ λοιπόν, ἐφαρμοσθήσεται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθ. 35; Ἄν ἐφαρμοσθῇ, δὲν δύνασθε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐφαρμόσητε τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 21 καὶ 22 τοῦ νόμου τοῦ 1871 πρὸ τοῦ παρέλθωσι τρεῖς μῆνες ἀφ’ ἧς ἡμέρας δημοσιευθῇ ὁ ἤδη ψηφιζόμενος νόμος. Τὴν παρατήρησιν ταύτην νομίζω ἀξίαν τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τὴν μελετήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§18ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προκαλούμενος ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εὔθετον νομίζω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν σκέψεων αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσιν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς συνταγματικῆς νομοθεσίας καὶ λοιπῆς ἐν ταῖς νέαις χώραις. Πρὸ τοῦ εἴπω τὴν γνώμην μου κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν ἐδημοσιεύθησαν διὰ τοῦ τύπου ἐγκύρως αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν διεβεβαίωσα ὅτι ὑπὸ οὐδενὸς δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου διερμηνεύονται αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως ἐγκύρως οὐδὲ ὑπὸ τῶν φιλικώτερον πρὸς αὐτὴν διακειμένων. Παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἦτο δυνατὸν μετὰ τὴν ἐπαύξησιν τοῦ Κράτους αἱ προσαρτηθεῖσαι νέαι ἐπαρχίαι νὰ διέπωνται ὑπὸ πολιτικοῦ καθεστῶτος διαφόρου ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει οὐδὲ ὅτι τὸ Σύνταγμα τὸ Ἑλληνικὸν δὲν θὰ ἐφαρμόζηται αὐτοδικαίως ἐπὶ τῆς εὐρυτέρας σήμερον Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὑπῆρξεν ἀμφιβολία ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀνεγνώρισεν ἐν τούτοις πάντοτε ἡ Κυβέρνησις—καὶ νομίζει ὅτι ἐν τούτῳ εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς—ὅτι ἀφομοίωσις τῆς συνήθους νομοθεσίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀμέσως οὔτε τῆς φορολογικῆς οὔτε τῆς διοικητικῆς οὔτε τῆς ἄλλης ἐν γένει. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Συντάγματος παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι, ἂν δὲν ἐνεργήθησαν ἐκλογαὶ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἐνεργηθῶσι σήμερον ἐκλογαί, διότι ἐλλείπουσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἠδύναντο νὰ ἐνεργηθῶσιν αὗται, πρωτίστως δὲ οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι. Μόλις καταστῇ δυνατὸν νὰ συνταχθῶσιν οὗτοι, βεβαίως θὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαί. Καὶ ὑποθέτω ὅτι μέχρις ὅτου συνταχθῶσιν οἱ κατάλογοι οὗτοι, θὰ εἶναι δὲ ἴσως δυνατὸν νὰ συνταχθῶσι τοιοῦτοι ἐντὸς τοῦ προσεχοῦς ἔτους καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαί, καὶ θὰ ἦτο σκόπιμον τότε νὰ ἐνεργηθῶσι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν συμπληρωματικὰς ἐκλογὰς τῆς παρούσης βουλευτικῆς περιόδου. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διοικητικὴν ἀφομοίωσιν βεβαίως οὐδεὶς σκέπτεται ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ πλήρης αὕτη καὶ ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς ἄλλην. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν αὐτοδιοίκησιν, ὅταν θὰ εἰσαχθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, θὰ ἐκθέσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Προφανὲς ὅτι οἱ κοινοτικοὶ ὀργανισμοὶ ἐν ταῖς νέαις χώραις θὰ διατηρηθῶσιν. Εἶναι ζήτημα μόνον, ἐὰν εἰς τὸν προϊστάμενον αὐτῶν τῶν νομικῶν προσώπων δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν καὶ τὸν χαρακτῆρα πράκτορος τῆς διοικήσεως. Ὑποθέτω ὅτι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι κατὰ τὴν συζήτησιν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ. Ὅ,τι ἀφορᾷ εἰδικώτερον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ὑπῆρξεν εὐτυχὴς ἡ Κυβέρνησις ὅτι εὑρέθη παρ’ ἡμῖν ἰσχύων ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἀπὸ 10ετίας, εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν Κυβερνητικὴν ἐπαρκεῖ πλήρως πρὸς τὰς περιστάσεις. Καὶ εἶπον ὅτι ὑπῆρξεν ἡ Κυβέρνησις εὐτυχὴς ὅτι εὑρῆκεν αὐτὸν τὸν νόμον, διότι εἰς οὐδένα ἤθελε νὰ παρασχεθῇ τὸ δικαίωμα νὰ διακηρύξῃ καθ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην ὅτι ἡ Ἑλλὰς προσκτήσασα τὰς νέας ἐπαρχίας κατέφυγεν εἰς τυραννικὸν νόμον διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν εἰς τὸ Κράτος. Οὐδεὶς θὰ κατηγορήσῃ τὸ Κράτος ὅτι ἐφαρμόζει ἕνα νόμον ἐξαιρετικόν, νόμον ἐφαρμοζόμενον πρὸ 10ετίας, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ οὐδεμίαν ἀνησυχίαν. Τὸν νόμον αὐτὸν θεωρῶ ἐπαρκῆ, νομίζω δ’ ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικοῦ συμφέροντος εἴχομεν καθῆκον νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ ἐντείνωμεν αὐτὸν περισσότερον καὶ ἐὰν ἤθελε πλανηθῆ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸν διορθώσῃ. Ἐν τῷ παρόντι πεποιθότως φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἰσχύει ἀπὸ 10ετίας εἶναι ἐπαρκής. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ κ. ἐκ Μεσσηνίας Συναδέλφου, ὁ Συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἀπαντήσῃ ὡς εἰδικώτερος· ἐγὼ μόνον εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Συνάδελφος παρατηρῶ τοῦτο, ὅτι ὁ νόμος περὶ ληστείας τοῦ ὁποίου ἡ ἐπέκτασις θεσπίζεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου μὲ μικρὰν ἀλλοίωσιν, ὁ νόμος αὐτὸς ἔπαυσε νὰ εἶναι νόμος προσωρινός. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1880 εἶναι πάγιος νόμος, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ἰσχύει παρὰ ἐφ’ ὅσον τίθεται ἑκάστοτε εἰς ἐφαρμογὴν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, δὲν ὑπῆρχε λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ περιλάβωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς διατάξεις. Ἐπεκτείνεται ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ καὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, ὅπως ἰσχύει καὶ εἰς τὰς παλαιάς. Ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας Συναδέλφου, ἀξίαν προσοχῆς, πρὸς ὃν θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς εἰδικώτερος, τὴν παρατήρησιν μήπως κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ ληστείας ἐν Ἑλλάδι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὴ παρὰ τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἐὰν ἔχῃ οὕτω, κατὰ τοῦτο πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν τὸν νόμον. Ἐὰν ὅμως, ὡς νομίζω, ὁ νόμος περὶ ληστείας ἐφαρμόζηται ἅμα τῇ ἐκδόσει τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος χωρὶς νὰ χρειάζηται παρέλευσιν προθεσμίας, τότε ἡ ἀνησυχία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη.
§19ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὀλίγα τινὰ ἔχω νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος εἰς τὰς νέας χώρας. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐδημοσιεύθησαν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» ἡ εἰρήνη τοῦ Βουκουρεστίου καὶ ἡ εἰρήνη τῶν Ἀθηνῶν, τὸ Σύνταγμα ἐπεξετάθη εἰς ὅλας τὰς χώρας ἐκείνας, αἵτινες συμπεριλαμβάνονται εἰς τὰς συνθήκας καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἡ συνταγματικὴ προθεσμία διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Δὲν ἤρχισεν ἡ συνταγματικὴ προθεσμία, δὲν διετάχθησαν αἱ Βουλευτικαὶ ἐκλογαί; Τοῦτο σημαίνει ὅτι αἱ χῶραι αὗται διατελοῦσιν ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν διέταξε τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ δικαιολογηθῇ ὡς πρὸς τὴν Μακεδονίαν ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν συνετάχθησαν ἀκόμη οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἐν αὐτῇ. Ἀλλὰ τὴν Μακεδονίαν κατέχομεν ἀπὸ ἔτους· δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ συνταχθῶσιν οἱ ἐκλογικοὶ αὐτῆς κατάλογοι; Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Θεσσαλία καὶ ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν εἶχον συνταχθῇ οἱ κατάλογοι καὶ διενηργήθησαν αἱ ἐκλογαί. Δὲν πρόκειται ὅμως μόνον περὶ τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς Κρήτης, ὅπου ὑπάρχουσιν ἐκλογικοὶ κατάλογοι καὶ ἐκλογικαὶ περιφέρειαι. Διατί τοὐλάχιστον ἐν Κρήτῃ δὲν διετάχθησαν καὶ δὲν διενηργήθησαν μέχρι τοῦδε βουλευτικαὶ ἐκλογαί; Ἴσως διότι ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησεν οὕτω πως ν’ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ἀνωτέρα τοῦ Συντάγματος. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει αὐτὴ νὰ ἀντιτάξῃ ἐπιχείρημά τι εὐλογοφανέστερον τούτου, δι’ οὗ θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποδείξῃ ὅτι αὐτὴ δὲν εὑρίσκεται τώρα ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1ον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§21Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου, ἐφ’ ὅσον τροποποιεῖται δι’ αὐτοῦ τὸ 21ον ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1871. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1871 καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 21ον οἱ συγγενεῖς, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐκτοπίζονται ἀπὸ τῆς στερεᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ τἀνάπαλιν. Κατηγορηματικῶς ὁρίζει τὸ ἄρθρον τὸν ἐκτοπισμόν, ἐνῷ τὸ ἄρθρον, ὡς ἀλλοιοῦται διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς εἰσαγομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ὁρίζει κατηγορηματικῶς τὸν ἐκτοπισμόν, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον «δύνανται» νὰ ἐκτοπισθῶσιν ἀπὸ τοῦ μέρους ἔνθα κατοικοῦσιν εἰς οἱονδήποτε μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου. Ἐπίσης καὶ ἡ ἑπομένη παράγραφος τὰ αὐτὰ διαλαμβάνει, ἔχει δὲ οὕτως· «ἐπίσης δύνανται νὰ ἐκτοπισθῶσι μετὰ τὴν ἀπότισιν τῆς ποινῆς των καὶ οἱ καταδικασθέντες ἐπὶ παραβάσει τῶν ἀνωτέρω ἄρθρων 4, 5, 6 καὶ 7 τοῦ ΤΟΔʹ νόμου, ὡς καὶ ἀνεξαρτήτως καταδίκης οἱ ἐκ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν ὕποπτοι εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὁσάκις περὶ τούτων ἤθελον ἐκ συμφώνου γνωμοδοτήσει ἡ ἁρμοδία εἰσαγγελικὴ καὶ ἀστυνομικὴ ἀρχή». Ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου ὅτι θεωρεῖται ἀνεπαρκὲς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται διὰ τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐν ταῖς νέαις χώραις τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ὁ νόμος τοῦ 1871, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθιστᾷ αὐτὸν ἀνεπαρκῆ ὑποκαθιστῶσα εἰς τὴν κατηγορηματικὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1871 περὶ ἐκτοπισμοῦ διάταξιν δυνητικήν, δι’ ἧς τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου. Περὶ τούτων θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ μάθω, ἐὰν ἐκ προθέσεως αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1871 μετεβλήθησαν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον διὰ τῆς δυνητικῆς διατάξεως περὶ ἐκτοπισμοῦ τὴν ὁποίαν εἰσάγει.
§22Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν νομίζω ὅτι ἐξασθενεῖ ὁ νόμος αὐτός, ὅταν παρέχηται ἡ αὐτὴ ἐξουσία. Νομίζω ὅτι, ὡς εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον, εἶναι σκοπιμώτερον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§24Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ νὰ ἄρω τὴν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἄρχεται ἡ ἰσχὺς τῆς διατάξεως, παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἐκεῖ ἔνθα λέγει «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», νὰ τεθῇ «ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ταύτης εἶναι ἐφαρμοστέαι καὶ αἱ περὶ ἐκτοπίσεως διατάξεις». (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§25ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω δήλωσιν «περὶ αὐξήσεως τῆς ὑπὸ Κεφ. ΙΗʹ ἄρ. 1 πιστώσεως τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς 900,000 δραχ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν αἰτίᾳ πολέμου προβιβασμῶν θερμαστῶν καὶ διόπων μηχανικῶν καὶ θερμαστῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τῶν Σχολείων τῶν Εὐελπίδων καὶ Ὑπαξιωματικῶν). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§27Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μεταξὺ τῶν ἐξετασθέντων, οἵτινες θὰ εἰσέλθωσιν, ὑπάρχουσι μαθηταί, οἱ ὁποῖοι μετέσχον τῶν δύο πολέμων, υἱοὶ δὲ καὶ στρατιωτικῶν. Θὰ ἦτο δίκαιον νομίζω, κ. Πρωθυπουργέ, ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ διδάσκωνται δωρεάν.
§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπικρατεῖ σκέψις γενικῶς νὰ καταργηθῶσι τὰ δίδακτρα διὰ νὰ προσελκύσωμεν μαθητὰς ἐξ ὅλων τῶν τάξεων.
§29Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον συμπεπληρωμένον τὸν χρόνον καὶ ἐξητάσθησαν ὡς πολῖται. Ἐξ αὐτῶν προεβιβάσθησάν τινες καὶ εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ μετέσχον τῶν πολέμων καὶ ἐτραυματίσθησαν. Οὗτοι ἔλαβον τὴν βάσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ καὶ τὰ μαθηματικὰ καὶ δὲν ἔλαβον ταύτην μόνον εἰς τὰ Γαλλικά. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσέξῃ διότι θὰ ἦτο μεγάλη ἀδικία νὰ ἀποκλεισθῶσιν οὗτοι. Θὰ εἶναι ἄλλως τε ἕν ποιόν ἄριστον μαθητῶν καὶ ἀξιωματικῶν. Σύστασιν ποιοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπολύσεως τῶν καταταχθέντων ἐπὶ διετῆ θητείᾳ ἐθελοντῶν».
§31Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ ἀνυποτάκτων κατὰ Μάρτιον εἴτε κατὰ τὸ τέλος τοῦ Βαλκανοτουρκικοῦ πολέμου ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου τούτου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισάσης ὅτι οἱ προσελθόντες διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ἀνυπότακτοι εἶναι ἄξιοι ποιᾶς τινος εὐνοίας καὶ εὐμενείας. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ παρετάθη ἡ προθεσμία τῆς προσελεύσεως αὐτῶν καὶ ἐχορηγήθη εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα, καίτοι προσελθόντων ἐκπροθέσμως, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ἀπολύωνται μὲ τοὺς ἀπολυομένους τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς ἐπὶ καταβολῇ ἀντισηκώματος. Ἀνεγνωρίσθη τὸ τοιοῦτο κατὰ τὸ τέλος, ὡς εἶπον, τοῦ Βαλκανοτουρκικοῦ πολέμου, διότι ἐθεωρήθη πολὺ εὐλόγως καὶ δικαίως ὅτι στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον καὶ ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα των κατὰ τὸν πόλεμον, εἶναι ἄξιοι τοιαύτης εὐνοίας καὶ ἐπιεικείας. Ἐπῆλθεν ὅμως νέος πόλεμος, ὁ Ἑλληνοβουλγαρικός, καὶ ἀνυπότακτοι, οἱ ὁποῖοι δὲν κατώρθωσαν νὰ προσέλθωσι κατὰ τὸν Βαλκανοτουρκικὸν πόλεμον, προσῆλθον ὅμως πρὸ τοῦ Βουλγαρικοῦ πολέμου, ἔλαβον μέρος εἰς αὐτὸν καὶ ἐτραυματίσθησαν. Αὐτοὶ οἱ προσενεγκόντες τὰς ὑπηρεσίας των καὶ διὰ τῆς χύσεως τοῦ αἵματός των πρὸς τὴν Πατρίδα σήμερον ἀπειλοῦνται ὄχι πλέον διὰ τῶν ποινῶν τῶν ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τοῦ στρατοδικείου κατ’ αὐτῶν ὡς ἀνυποτάκτων πολέμου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ διανύσωσιν ἐπὶ ὁλόκληρα δύο ἔτη ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατῷ καὶ μὲ πρόσθετον ὑπηρεσίαν 15μηνον. Ὡς πρὸς τὸ ποινικὸν μέρος δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω οὐδόλως, ἂν πρέπῃ ἢ ὄχι, καὶ δέχομαι ὅτι πρέπει νὰ ὑποστῶσι τὰς ποινὰς τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου στρατολογίας ἐπιβαλλομένας, καὶ εἰς ἐκεῖνο τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ αὐτούς, ἂς δικαιολογηθῶσιν, ἐὰν δεδικαιολογημένως ἢ ὄχι ἐβράδυνον νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἡ τόσον βαρεῖα δι’ αὐτούς, ἡ ὁποία δὲν ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ ὑπηρετήθῃ ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀνυποτάκτων, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ χαρισθῇ καὶ εἰς αὐτούς, ὅπως ἐχαρίσθη καὶ εἰς ἐκείνους, ἀφοῦ μάλιστα ἐχαρίσθη εἰς ἀνυποτάκτους, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον μὲν τότε, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πόσοι ἐξ αὐτῶν ἔλαβον μέρος ἐν τῷ πολέμῳ ἐκείνῳ. Αὐτοὶ ἀπελύθησαν ἐπὶ καταβολῇ ἀντισηκώματος, ἐνῷ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον, ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πόλεμον καὶ ἐτραυματίσθησαν, νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τύχωσι τῆς αὐτῆς εὐνοίας, τῆς τοιαύτης ἐπιεικείας παρ’ ἡμῶν καὶ νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ ἀπολυθῶσι καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μετὰ ὀκτάμηνον ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔκτοτε διήνυσαν ἐπὶ καταβολῇ ἀντισηκώματος; Νομίζω ὅτι οὐδὲν δικαιότερον τούτου καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προσθέτων διάταξιν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν τοσαύτην ἐπιδειξάμενον εὔνοιαν καὶ ἐπιείκειαν, ἀλλὰ δεδικαιολογημένην καὶ εὔλογον, πρὸς πάντας τοὺς λαβόντας μέρος κατὰ τοὺς πολέμους καὶ πρὸ πάντων εἰς τοὺς τραυματίας, ὅπως δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν ἵνα ὑπερψηφίσῃ αὐτήν. Σημειώσατε ὅτι δὲν θὰ εἶναι πολλοὶ αὐτοί, διότι προσθέτω εἰς τὴν τροπολογίαν μου «καὶ ἐτραυματίσθησαν». Τοιούτους ἐγὼ γνωρίζω δύο ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀπὸ τὰς νήσους Χάϊ–βάϊ μετὰ 50 ἡμερῶν ταξίδιον κινδυνωδέστατον, ἀλλ’ ἦλθον ἕνα μῆνα μετὰ τὰς ταχθείσας προθεσμίας διὰ τοῦ νόμου. Αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἦλθον, ἔλαβον μέρος καὶ ἐτραυματίσθησαν, εἶναι δίκαιον νὰ ὑποχρεώσωμεν νὰ ὑπηρετήσωσι 15 μῆνας ἐπὶ πλέον; Πρέπει νὰ τοὺς ἀπολύσωμεν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἀφ’ οὗ ὑπηρέτησαν καὶ 8 μῆνας, ἀφ’ οὗ καταβάλωσι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον κατέβαλον καὶ οἱ ἄλλοι, ἐὰν δὲ ἀδικαιολογήτως ἐβράδυναν νὰ προσέλθωσιν, ἂς δώσωσι λόγον ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης.
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, θὰ τὴν μελετήσω. Δὲν δύναμαι νὰ τὴν δεχθῶ σήμερον. Τὸ ζήτημα ἔχει δύο ὄψεις, ἔχει τὴν ὄψιν τοῦ δικαίου καὶ τὴν ὄψιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Πάντες οἱ μὴ ἐλθόντες κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν θὰ ἔχωσι νὰ ὑποστῶσι μίαν ζημίαν. Ὅλοι γνωρίζετε τίνα σημασίαν ἔχει ἡ ἄμεσος προσέλευσις καὶ ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ μετὰ 6 ἢ 8 μῆνας τοιαύτη. Θὰ μελετήσω ἐν τούτοις τὴν τροπολογίαν καὶ ἂν εὕρω ὅτι πρέπει νὰ εἰσηγηθῶ σχετικὸν νομοσχέδιον, θὰ εἰσηγηθῶ αὐτό. Σήμερον ὅμως ἀποκρούω τὴν τροπολογίαν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης.
§34Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παραιτοῦμαι.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῶν ἄρθρων 94 τοῦ ΑΝΖʹ νόμου τοῦ 1912 περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ κανονίζοντος τὰς ποινὰς τῶν ἀνυποτάκτων ἄρθρου 152 τοῦ περὶ στρατολογίας ΑΦΚΗʹ νόμου». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ ναυτικῆς στρατολογίας». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Βουλήν, ἐὰν στέργῃ αὔριον, ἡμέραν ἐκ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, νὰ παραλείψωμεν αὐτὸν καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§40ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὡσαύτως ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Βουλήν, ἂν στέργῃ νὰ συνεδριάσωμεν τὴν 9ην καὶ ἡμίσειαν αὔριον τὴν ἑσπέραν, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ κάμωμεν δύο συνεδριάσεις, ὧν τὴν ἑτέραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον τὸ ἑσπέρας 9½. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 καὶ 30′ μ. μ.)