1913.12.20
3.686 στίχοι · 27.499 λέξεις · 346 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 20 Δεκεμβρίου 1913
(Παρασκευή, ὥρᾳ 4,40′ μ. μ.)
Προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Ν. Γαρδικιώτου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Ὁ ἐκ Κρήτης Νικόλ. Ἀναγνωστάκης, ὁριστικὸς δημοδιδάσκαλος, παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτῆς τῆς τάξεως τῶν δημοδιδασκάλων, ὑπαρχούσης μόνον ἐν Κρήτῃ. Ὁ ἐν Λαμίᾳ Σύνδεσμος Τσαρρουχοποιῶν, Σανδαλοποιῶν καὶ Μεταξουργῶν ἡ «Ἕνωσις», παρακαλεῖ τὴν Βουλήν ὅπως μεριμνήσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ γενικῶς καὶ ἐν τῇ πόλει των ὁ νόμος περὶ Κυριακῆς ἀργίας. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἀλποσπήτων τοῦ Δήμου Ἡρακλειτῶν τῆς Φθιώτιδος παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ ἀποκτήσωσι συγκοινωνίαν. Ὁ Ἀνδρέας Κεφαλᾶς, πρώην Βουλευτής, ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἡ ἐκ Τρικκάλων Φανὴ Ἀγγελίδου, ἀπολέσασα τὸν μόνον υἱόν της, ἔφεδρον ἀνθυπολοχαγόν, Χαρίλαον ἐν τῇ μάχῃ τῆς Μεχουμίας παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτὴν στερουμένην τῶν πάντων. Οἱ κάτοικοι Ἁγυιᾶς παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ γίνῃ ἡ μετάθεσις τοῦ ἀστυνόμου Καλαμπάκας. Ὁ ἐν τοῖς συνεργείοις τοῦ Β. Ναυστάθμου ἐργατοτεχνίτης Κ. Καλαντζῆς, κατόπιν δεκαεξαετοῦς ὑπηρεσίας ἀπολέσας τὸν ἀριστερὸν αὑτοῦ ὀφθαλμὸν παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἀπονεμηθῇ ἀνάλογος σύνταξις. Ὁ Γεώργ. Τσιάλπας ὑπηρετήσας κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ὡς δόκιμος ἰατρὸς παρακαλεῖ, ὅπως μονιμοποιηθῇ ὡς ἔφεδρος ἀνθυπίατρος. Οἱ πρακτικοὶ φαρμακοποιοὶ Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Νομαρχία κλείσασα τὰ φαρμακεῖά των καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως κατόπιν διαγωνισμοῦ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς ἀνοίξεως τούτων. Οἱ κάτοικοι Καλαβρύτων παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ συμπληρωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐκεῖ Ἑλληνικοῦ Σχολείου. Αἱ Ἡνωμέναι Συντεχνίαι Ἡρακλείου (Κρήτης) παρακαλοῦσιν, ὅπως ἱδρυθῇ ἐν Ἡρακλείῳ Ἐμπορικὴ Σχολή. Αἱ ἐξ Ἀργοστολίου ἀδελφαὶ Κ. καὶ Α. Χοϊδᾶ ἀπολέσασαι εἰς τὸν πόλεμον τὸν μόνον ἀδελφόν των, ἐπὶ πλέον δὲ ἔχουσαι πατέρα 65 ἐτῶν, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτάς. Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Φιλιατρῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ σταφιδικοῦ ζητήματος, Σταφιδικῆς Τραπέζης καὶ συμβατικοῦ τόκου. Οἱ κάτοικοι τοῦ Ἡρακλείου Κρήτης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἱδρυθῇ Ἐμπορικὴ Σχολὴ ἐν Ἡρακλείῳ. Ἐπιτροπὴ τῶν κατοίκων Γαργαλιάνων διαμαρτύρεται διὰ τὰς ἀνακριβείας τοῦ βουλευτοῦ κ. Βουρλούμη διατελοῦντος ἐξαγωγέως. Ὁ τέως ἔφεδρος ἰατρὸς καὶ πρώην βουλευτὴς κ. Φ. Μοσχούλας καταγγέλλει διαφόρους παρανομίας τῆς Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορά του. Ὁ Πρόεδρος τῶν Κρητῶν φοιτητῶν διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Δικαστικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ διετῆ ἄσκησιν παρὰ δικηγόρῳ τοῦ Ἀρείου Πάγου δι’ ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν. Οἱ ὑποψήφιοι μαθηταὶ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων παρακαλοῦσιν, ὅπως καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὁρισθέντος ἀριθμοῦ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Σχολήν. Ὁ Σπυρίδων Σπυρίδης ὑποβάλλει μήνυσιν ἐναντίον τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας τῆς ὑδρεύσεως καὶ ἠλεκτρισμοῦ Λαρίσης διὰ διαφόρους ἐκνόμους αὐτῆς πράξεις. Ὁ Γ. Σιμιτσόπουλος, πολιτικὸς συνταξιοῦχος, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ τὸν πληροφορήσῃ τί γίνεται ἡ τελευταία θέλησις τῆς νομίμου διαθήκης τοῦ ἀοιδίμου Συγγροῦ. Αἱ τηλεφωνήτριαι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως μεριμνήσῃ νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθός των. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κρατούμενοι κατάδικοι διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ ἐπιστάτου τῶν φυλακῶν καὶ τοῦ εἰρηνοδίκου ὡς διαπραττόντων ὄργια. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Μερλόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ὑδρεύσεως τῆς κωμοπόλεως Μελιγαλᾶ δι’ ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων». Οἱ κ. κ. Π. Ἰατρόπουλος καὶ Κ. Γόντικας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Ἰουνίου 1913 Ν. Β. Δ. κλπ». Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Ἰουνίου 1913 Ν. Β. Δ. κλπ». Οἱ κ.κ. Γ. Τσακανίκας, Σ. Γρανίτσας, Ι. Κανναβός, Γ. Καφαντάρης καὶ ἰδιαιτέρως ὁ κ. Ἀλ. Ρώμας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὸ στέλεχος τῆς ἐφεδρείας τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ ἀνθυπασπιστῶν». Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ νόμου ͵ΓϠΟΓʹ τοῦ 1911 περὶ δικηγόρων». Ὁ κ. Γ. Φικιώρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπολύσεως τῶν καταταχθέντων ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ ἐθελοντῶν. Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ἐρωτήσεων.
§2Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἀναφορὰν τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ.
§4Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη ἐν τούτοις.
§5Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπεδόθη ἀπὸ πρωίας εἰς τὸ γραφεῖον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Πετροπουλάκης, Σ. Σακελλαριάδης, Ε. Δηλιγιάννης, Σ. Τσακόπουλος, Π. Σπυράκης καὶ Ν. Βελέντζας ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων μαθητῶν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων ἔχουσι τὸν λόγον.
§7Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔκρινα ἐπιβεβλημένον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον καὶ ἰδίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τῶν ὑποψηφίων μαθητῶν τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων, ὅπως αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰσακτέων ἐν αὐτῇ, εἰσαχθῶσι δὲ πάντες, διότι οἱ βαθμοὶ τοὺς ὁποίους οἱ ἐξετασθέντες ἔλαβον ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν, ἐλάχιστοι δὲ εἰσὶν οἱ μὴ λαβόντες αὐτήν.
§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν ὅτι θὰ εἰσαχθῶσιν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῶσι, πέρα τοῦ ἀριθμοῦ δηλαδή, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς χωρητικότητος τῆς Σχολῆς καὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν μαθημάτων. Μόνον δηλαδὴ εἰς τὸ ἀπροχώρητον μένομεν.
§9Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν αὐτὴν καὶ σᾶς συγχαίρω ἐν ταὐτῷ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ὑστέρει ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν τὰ ὅμορα Βαλκανικὰ Κράτη λαμβάνουσι πρόνοιαν περὶ εἰσαγωγῆς μεγάλου ἀριθμοῦ μαθητῶν εἰς τὰς στρατιωτικὰς αὐτῶν σχολάς. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ δικαιολογία αὐτὴ εἶναι σοβαρά.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί. Τὰ κάμνομεν καὶ βλέπομεν. Ἀφήσατε νὰ γίνῃ πρῶτον.
§11Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ πάλιν σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν σας καὶ σᾶς συγχαίρω.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀγγελίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ζήση Κυριάκου. Ἀπών. Οἱ κ. κ. Α. Σακελλαρίου καὶ Α. Κουτσοπέταλος ὑποστηρίζουσιν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κουκουβαούνων τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν, παραπονουμένων κατὰ τοῦ αʹ ταμείου πληρωμῶν καὶ ζητούντων, ὅπως ἡ ἀναφορὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§13Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λείπει καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαλλιόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἀποστόλου Μπάρδα.
§15Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀφοῦ ἀπουσιάζει παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἀναπληρωτήν.
§17Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ προσωρινὸς Ὑπουργὸς δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσῃ καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε. (Καταλαμβάνει ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ν. Γαρδικιώτης, Δ. Παπαποστόλου, Θ. Φίλιος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Πόρτας–παζὰρ τῶν Τρικκάλων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γαρδικιώτης.
§20Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Πόρτας– Παζὰρ τῶν Τρικκάλων παραπονοῦνται διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν ἔργων τινῶν προσχώσεως καὶ ἄλλων πρὸς ἀποσόβησιν πλημμύρας, καίτοι καὶ ἄλλοτε ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει διὰ νόμου, ὅπως συντελεσθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα. Ἤδη ἐπικαλοῦνται τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, ὅπως διὰ διαθέσεως ποσοῦ τινὸς ἀποσοβηθῇ ἡ ἀπειλουμένη καταστροφὴ τῆς περιουσίας καὶ τῆς ζωῆς αὐτῶν. Πρέπει νὰ γίνωσι πρόχειρα ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα πρὸς ἀσφάλειαν αὐτῶν καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἔντιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ διατάξῃ τὸν Νομάρχην νὰ προβῇ τάχιστα εἰς τὴν ἐνέργειαν συμπληρωματικῶν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων, ἡ δαπάνη τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἀνέλθῃ τὸ ποσὸν τῶν 10000 δραχ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως ἀποστείλῃ ἀμέσως εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὴν ἐν λόγῳ ἀναφοράν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπαποστόλου. Εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Θ. Φίλιος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§22Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Τὴν ἰδίαν σύστασιν κάμνω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι κατὰ τὰς πλημμύρας πολλοὶ κάτοικοι ἀναγκάζονται νὰ τρέπωνται τὴν πρὸς τὰ ὄρη ἄγουσαν. Δὲν πρόκειται περὶ μεγάλου ποσοῦ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Α. Κοτρωνάρου.
§24Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ συμπολίτης μου ἀναφέρει ὅτι ὁ ἀφυπηρετήσας ἔφεδρος δημοδιδάσκαλος τοῦ χωρίου του προσεβλήθη ἐκεῖ, ὅπου ἀναφέρει ἡ αἴτησις, ὑπὸ μεταδοτικῆς νόσου. Ἐν ᾧ δὲ εἶναι καταφανῆ τὰ σημεῖα αὐτῆς οὐχ ἧττον αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ διδάσκῃ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διὰ τὸν διδάσκαλον καὶ διὰ τοὺς μαθητάς.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς συνοικίας Ἀκαδημίας–Πλάτωνος.
§26Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν Ἀθήναις, κ. Πρόεδρε, ὑπῆρχαν δύο νεκροταφεῖα, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἔχει κλείσει, διότι δὲν ὑπάρχει χῶρος ἐπαρκὴς πρὸς ἐνταφιασμόν, ἐξ οὗ οἱ ἀποθνήσκοντες μεταφέρονται εἰς τὸ πρῶτον νεκροταφεῖον. Πολλοὶ ὅμως πτωχοὶ δὲν δύνανται νὰ μεταφέρωσι τοὺς ἀποθνήσκοντας οἰκείους των ἐκ τῆς συνοικίας Ἀκαδημίας Πλάτωνος εἰς τὸ αʹ νεκροταφεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπέχει μίαν ὥραν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκαλέσῃ τὸν Νομάρχην καὶ νὰ τοῦ καταστήσῃ τοῦτο γνωστόν, διότι ὑπάρχει κάποια διαφορὰ μεταξὺ Νομάρχου καὶ Δημάρχου.
§27Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, συνενώνω τὴν φωνήν μου μὲ τὴν τοῦ κ. Συναδέλφου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ παράπονα τῆς συνοικίας Ἀκαδημίας Πλάτωνος. Οἱ κάτοικοι τῆς συνοικίας αὐτῆς ὑφίστανται ἀληθὲς μαρτύριον. Ἀπὸ τῆς συνοικίας αὐτῆς εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταφέρωσι τοὺς νεκρούς των εἰς τὸ αʹ νεκροταφεῖον. Φαντάζεσθε ὁποῖα βασανιστήρια ὑφίστανται. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι χάνουσι τοὺς ἀνθρώπους των ὑφίστανται πολλοὺς κόπους καὶ μεγάλας δαπάνας. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§28ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Νομίζω ὅτι εἶναι εὐτυχὴς σύμπτωσις ὅτι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι σήμερον ὁ κ. Κ. Ρακτιβὰν καὶ θὰ παρασχεθῇ εὐκαιρία ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης νὰ ἐπεμβῇ καὶ καταπαύσωσι τὰ βάσανα τῆς συνοικίας Ἀκαδημίας Πλάτωνος μετὰ θάνατον τοὐλάχιστον.
§29Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἄρσιν τῶν ὑπηρεσιακῶν δυσχερειῶν, διότι ἀρκετὰ ὑποφέρουσιν οἱ κάτοικοι τῆς συνοικίας Ἀκαδημίας Πλάτωνος. Νὰ ληφθῇ μία πρόνοια τοὐλάχιστον λόγῳ εὐλαβείας πρὸς τοὺς νεκρούς.
§30ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω νὰ ἑνώσω τὴν παράκλησίν μου μὲ τὴν τῶν κ. Συναδέλφων. Ἐξ εὐλαβείας πρὸς τοὺς νεκροὺς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν σοβαρῶς ἡ σύστασις καὶ ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς συνοικίας Ἀκαδημίας Πλάτωνος, οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς ἀποστάσεως εἶναι ὑποχρεωμένοι ἐφάπαξ ἐνταφιάζοντες τοὺς νεκροὺς οὐδέποτε νὰ ἐπαναβλέπωσι τὰ μνημεῖα αὐτῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κηδεμόνων τῶν τριετῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου.
§32Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν μέχρι τοῦδε ἐπέτρεψεν, ὅπως δίδωσιν ἐξετάσεις κατὰ Ἰανουάριον οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Νομίζω ὅμως ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἠστόχησεν ὡς πρός τινα κατηγορίαν φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔτι καὶ νῦν ὑπηρετοῦντες ἐξακολουθοῦσι νὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὰ ὅπλα. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἐν Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ εὑρισκόμενοι καὶ οἱ ἀρτίως ἀπολυθέντες τῶν τάξεων εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις κατὰ Ἰανουάριον μῆνα. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καίπερ ἀπόντα, ὅπως ἐπεκτείνῃ τὴν προθεσμίαν τῶν ἐξετάσεων διὰ νὰ δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος καιρός, ἵνα οἱ ἀπολυθέντες ἀρτίως καὶ οἱ μέλλοντες νὰ ἀπολυθῶσι μελετήσωσι καὶ δώσωσιν ἐγκαίρως ἐξετάσεις.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διαβιβάσῃ τὸ Προεδρεῖον τὴν παράκλησίν του πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος.
§35Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ στράτευμα καὶ οἱ ἀπολυθέντες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῶσι διὰ νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις. Συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς ἄτοπον· Ἐδόθη προθεσμία μέχρις Ἰανουαρίου· ἐὰν οἱ ἀπορριφθέντες ἐπανέλθωσι καὶ δώσωσιν ἐξετάσεις κατὰ τὸ τέλος Ἰανουαρίου, ὡς γνωστόν, δύνανται νὰ λαμβάνωσιν ἀποδείξεις διὰ τὰ φροντιστήρια. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν λήγῃ ἡ προθεσμία, δὲν θὰ ἔχωσιν ἀποδείξεις. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία μέχρι τέλους Ἀπριλίου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γόντικας ἐπὶ τῆς ἰδίας ἀναφορᾶς. Εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Γ. Μαραγκοπούλου.
§37Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν λήψεως μέτρων γενικῶν. Ὁ ἐνοικιαστὴς τῶν λουτρῶν Καλαμῶν ζητεῖ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν λῆψιν ἐπιεικῶν μέτρων ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Ἡ Βουλὴ διὰ μέτρων ἀναλόγων καὶ διὰ τῆς κυρώσεως τοῦ σχετικοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος ἔλαβεν ἀπόφασιν ἤδη. Νομίζω ὅτι εὔλογον εἶναι, ἵνα καὶ ἡ αἴτησις τοῦ κ. Γ. Μαραγκοπούλου, ἐνοικιαστοῦ, παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἔχομεν ἤδη ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον «περὶ παρατάσεως προθεσμίας τῆς καταβολῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον» καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δύναται νὰ γίνῃ τροποποίησις, ἐφ’ ὅσον συντρέχουσι δεδικαιολογημένοι λόγοι.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς.
§39Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἔχω νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν λουτρῶν Καλαμῶν Γ. Μαραγκοπούλου. Τὰ λουτρὰ Καλαμῶν ἐνῳκιάζοντο συνήθως μέχρις 7,000 δραχ. Ὁ Μαραγκόπουλος εἶχε τὴν γενναιότητα νὰ προσφέρῃ 14,200, ἀλλ’ ἐφέτος ἰδίᾳ ὑπέστη σοβαρὰς ζημίας ἐκ περιστατικῶν ἀπροόπτων. Κατὰ τὴν νύκτα τῆς 14ης πρὸς τὴν 15ην Σεπτεμβρίου ἐνσκηψάσης φοβερᾶς θυέλλης ἐν τῷ λιμένι Καλαμῶν, τὰ κύματα κατέρριψαν καὶ ἀφήρπασαν τὸ πλεῖστον τῶν λουτήρων τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ἐπῆλθε κατόπιν ἡ ἐπιστράτευσις καὶ προσεκλήθησαν εἰς τὸν στρατὸν οὐ μόνον οἱ περισσότεροι πελάται του, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο συνεταῖροί του, οὓς ἠναγκάσθη ν’ ἀντικαταστήσῃ διὰ μισθωτῶν μὴ ἐπαρκῶν μόνος, αἱ δ’ ἐκ τούτων ζημίαι του εἶναι μέγισται. Μέχρι τοῦδε ὑπῆρξε συνεπέστατος εἰς τὰς ὑποχρεώσεις του. Καὶ ἐκ τῆς τελευταίας δόσεως ἐκ δραχ. 2840 ἔχει πληρώσει δραχ. 1400. Ζητεῖ διὰ τῆς ἀναφορᾶς του νὰ τῷ ἀφεθῇ τὸ ὑπόλοιπον λόγῳ τῶν ζημιῶν του, περὶ ὧν εἶπον, καὶ νομίζω ὅτι ἡ αἴτησίς του δικαιοτάτη οὖσα δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, πρὸς ὃν παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ μετὰ τῆς δεούσης συστάσεως.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγορίου. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λαγκαδίων.
§41Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Χρυσοχοΐδης, ὅπως ὑποβάλῃ καὶ ἀναπτύξῃ πρότασιν νόμου. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Τζενεράδων τοῦ Δήμου Μαλακασίων.
§43Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, ὅπως παραπέμψητε τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἵνα λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θανόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Σοφίας Νούση.
§45Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐκ Σερρῶν οἰκογένεια Νούση, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ δεκαετίας ἐπρωτοστάτησεν εἰς τὸν Ἐθνικὸν ἀγῶνα καὶ πάντα τὰ μέλη αὐτῆς ἔπεσαν ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς ἰδέας, μένει δὲ μόνη αὐτὴ χήρα. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἀναγνωρίσασα τὴν καταστροφὴν τῆς οἰκογενείας εἶχε μεριμνήσει νὰ τῇ δίδηται μηνιαῖον ἐπίδομα ἀπὸ τὸ Προξενεῖον Σερρῶν. Ἤδη ἐπειδὴ τὸ Προξενεῖον Σερρῶν δὲν ὑπάρχει, θὰ παρακαλέσω νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν Μακεδονίας, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὴν τοὐλάχιστον τὸ μικρὸν ἐπίδομα, τὸ ὁποῖον καὶ πρότερον ἐλάμβανε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Μουσουλμανικῆς κοινότητος Τσουρχλίων τῶν Γρεβενῶν.
§47Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι, κ. Πρόεδρε, ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ συνθήκη τῶν Ἀθηνῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπαινετικώτατα ὡμίλησεν ὡς πρὸς τοὺς Μουσουλμάνους ὑπηκόους τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως χαρακτηρίσας αὐτοὺς ὡς φιλοπονωτάτους καὶ ἀξίους νὰ τύχωσι πάσης ὑποστηρίξεως. Τοιαύτην γνώμην ἔχω καὶ ἐγὼ ὡς πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴν φυλήν, καὶ τούτων δεδομένων, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἢ ὅτι παρέλκει πᾶσα δυνατὴ ὑποστήριξις ἐντὸς τοῦ μέτρου τοῦ λογικοῦ καὶ τοῦ δικαίου εἰς τὸν λαὸν αὐτόν. Εἶμαι εἰς θέσιν, κύριε Πρόεδρε, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὡς ἐκ τῶν περιοδειῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμα, νὰ γνωρίζω ὅτι ὄλεθρον κυριολεκτικῶς ὑπέστησαν χωρία τινὰ τῆς Μακεδονίας. Μεταξὺ τῶν ὑποστάντων τοιοῦτον ὄλεθρον εἶναι καὶ τὰ Γρεβενά, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν πανωλεθρίαν ἐκ τῆς εἰσβολῆς τοῦ Μπεκὶρ ἀγᾶ. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ζημίας καὶ τὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας ὑπέστησαν, ὁπωσδήποτε ἐπουλώθησαν, διότι ἐκ τοῦ προχείρου μὲ τὴν ἀτέλειαν ὑφ’ ἣν ἐπετράπη νὰ ξυλευθῶσιν ἐκ τῶν δημοσίων δασῶν οἱ Γρεβενιῶται κατωρθώθη νὰ ἀνοικοδομηθῶσι πρόχειρά τινα παραπήγματα καὶ νὰ δυνηθῶσιν οὕτω νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ διασκορπισθέντες εἰς τὴν πατρῴαν γῆν, ἐξ ἧς εἶχον φύγει περιθαλπόμενοι ὑπὸ Ὀθωμανῶν τῶν γειτονικῶν χωρίων. Ἀλλ’ ὁ βίος αὐτῶν καὶ ἡ περαιτέρω ζωή των δὲν κατέστη δυνατή, διότι ἐξησφάλισαν μίαν κατοικίαν· χρειάζεται ἡ καλλιέργεια τῆς γῆς, καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν ταύτην στεροῦνται τῶν ἀπαραιτήτων μέσων, στεροῦνται τῶν ἐργαλείων. Δὲν ζητοῦσι δὲ ἄλλο τι ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν εἰμὴ τὴν ἐγγύησιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν φροντίδα πρὸς συνομολόγησιν δανείου διατεθησομένου ὑπὲρ αὐτῶν κατὰ μικρὰ ποσὰ καὶ κατὰ οἰκογενείας, ἵνα διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ δυνηθῶσι νὰ καλλιεργήσωσι τὴν γῆν καὶ δυνηθῶσι νὰ ζήσωσι καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των. Δὲν ζητοῦσι λοιπὸν εἰμὴ τὴν ἠθικὴν ἀρωγὴν ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου ὑπὸ πᾶσαν ἀσφάλειαν παρεχομένην ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἀκινήτου. Ταῦτα ζητοῦσιν οἱ κάτοικοι τῶν Γρεβενῶν. Προκειμένου δὲ περὶ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς φιλόπονον καὶ ἄξιον πάσης ὑποστηρίξεως, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι περιττὴ μία πρόνοια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀγγελίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν χωρικῶν Μηλογούστης.
§49Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χριστοδουλῆς. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Ἀθ. Χριστόπουλος.
§51ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρ. Σακελλαρίου ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κουκουβαούνων τοῦ δήμου Ἀχαρνῶν, ἥτις ἀνεβλήθη προηγουμένως ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§53ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Διπλῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος, δι’ ἀγορεύσεώς του ἀπέδειξε τὰ καθήκοντα τῶν ὑπαλλήλων, ὅσον ἀφορᾶ τὴν συμπεριφορὰν αὐτῶν πρὸς τοὺς πολίτας. Ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς προηγουμένης ἀναφορᾶς τῶν συμπολιτῶν μου νὰ παραπονεθῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρακαλέσω αὐτόν, ὅπως ἀναλάβῃ καὶ δώσῃ τὸ κατάλληλον δίδαγμα εἰς τοὺς ἐνταῦθα ὑπαλλήλους τοῦ ταμείου τῶν πληρωμῶν διὰ τὴν πρὸς τοὺς πολίτας συμπεριφοράν. Τὰ μαρτύρια, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ ἐκ τῶν περιχώρων ἰδίως πολῖται, οἱ ἐρχόμενοι νὰ πληρωθῶσι τὴν ἀξίαν ἀνεπιταχθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κτηνῶν αὐτῶν εἶναι ἀνεκδιήγητα. Παρέστην μάρτυς ὁ ἴδιος τῆς διαγωγῆς αὐτῶν ἢ μᾶλλον τῆς βαναυσότητός τινων ἐκ τῶν ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ μέτρα, ἵνα περιορισθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι.
§54Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο. Πρέπει νὰ κατανοήσωσιν οἱ ὑπάλληλοι ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑβρίζωσι τὸν κόσμον τοιουτοτρόπως.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ι. Μπρισιμιτζάκης, Β. Κυρέλλος, Λ. Κουτσοπέταλος, Π. Λαγοπάτης καὶ Σπ. Θεοδωρόπουλος ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν σκέπτηται νὰ λάβῃ μέτρον τι πρὸς πρόληψιν τῶν κινδύνων, εἰς οὓς ὑπόκεινται οἱ ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις ἐργαζόμενοι λόγῳ....
§56Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κοσονάκος.
§58Γ. ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Νὰ ἔλθῃ πρῶτον ὁ κ. Ὑπουργός.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Χριστόπουλος. Ἀπών. Διαγράφεται. Ἐπίσης ἀπὼν ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς. Διαγράφεται. Ὁ κ. Γ. Βλάχος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν καρραγωγέων καὶ ἀγροτῶν Λαρίσης παραπονουμένων διὰ τὴν διάταξιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δι’ ἧς ἀπηγορεύθη ἡ ὑλοτομία εἰς τὰ δάση Κισσάβου.
§60Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι τῶν ἐν αὐτῇ ἀναφερομένων χωρίων κατὰ τῶν ἀρχῶν Λαρίσης, διότι αὗται ἀπηγόρευσαν τὴν ἐκκοπὴν ξυλείας καταλλήλου πρὸς κατασκευὴν γεωργικῶν ἐργαλείων εἰς τὰ δάση Κισσάβου. Οἱ ἀγρόται παραπονοῦνται ὅτι δι’ ἔλλειψιν ξύλου ὀξυᾶς εἶναι ἀδύνατον νὰ κατασκευάσωσι τὰ ἐξ αὐτοῦ κατασκευαζόμενα γεωργικὰ ἐργαλεῖα. Μέχρι τοῦδε ἐπετρέπετο ἐκεῖ ἡ τοιαύτη ὑλοτομία, ἀλλὰ τὰ δασικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ὅτι εἶναι ὑπάλληλοι μὴ ἔχοντες ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων των ἢ μᾶλλον ἑρμηνεύοντες ξηρῶς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀπεφάσισαν νὰ ἀπαγορεύσωσι τὴν ἐκεῖ ὑλοτομίαν ξύλων ὀξυᾶς καὶ φτελιᾶς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὄχι μόνον νὰ διατάξῃ τοὺς δασικοὺς νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν κατὰ τὸν νόμον ἀτελῆ ἐκκοπὴν ξυλείας καταλλήλου πρὸς κατασκευὴν γεωργικῶν ἐργαλείων, ἀλλὰ καὶ νὰ καλέσῃ αὐτοὺς εἰς ἀπολογίαν διὰ τὴν παράνομον αὐτὴν καταστροφὴν τῶν ἀγροτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπελπίσαντες θὰ μεταναστεύωσι.
§61ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὰ χωρία τῶν ἀγροτῶν κεῖνται ἐπὶ τοῦ Κισσάβου;
§62Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Μάλιστα.
§63ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς προσάγω τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἔνθα εἶναι δημοσιευμένοι οἱ δασικοὶ πίνακες, ἐν οἷς φαίνεται ὅτι ἐπιτρέπεται ὑλοτομία. Μὴ δίδετε πίστιν. Ἄνευ ἐξακριβώσεως καὶ ἐλέγχου τῶν παραπόνων, δὲν πρέπει νὰ μέμφησθε τοιουτοτρόπως ἀδίκως τὴν ὑπηρεσίαν. Τὰ δασικὰ ὄργανα ἐμποδίζουσιν τοὺς καὶ ἄλλα μέρη ὑλοτομοῦντας ἐκτὸς τῶν ἐπιτρεπομένων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς αὐτὰ τὴν ὑλοτομίαν.
§64Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Καὶ τὸ δάσος Κισσάβου περιλαμβάνεται εἰς τοὺς πίνακας αὐτούς;
§65Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§66Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ δάση κεῖνται ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς Ἁγυιᾶς. Πρόκειται περὶ δασῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται ὑλοτομία, καὶ ἐν τούτοις ἀπαγορεύεται νὰ ὑλοτομῶσιν οἱ ἄνθρωποι.
§67Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πληροφορίαι σας εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἐπισήμους.
§68Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξετάσητε καὶ θὰ πεισθῆτε ὅτι ἔχομεν δίκαιον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δ. Πετροπουλάκης. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Ι. Μᾶνος. Ἀναβάλλεται, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ, Διαγράφεται, ἐπειδὴ εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Ν. Ξηρός. Ἀναβάλλεται μέχρις ἐπανόδου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας. Ἀπὼν. Διαγράφεται.
§70ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀσυμβίβαστα τὰ πράγματα αὐτά· νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ βουλευταὶ οἱ ἔχοντες ἐρωτήσεις νὰ εἶναι ἀπόντες, διότι εἶναι μέλη ἐπιτροπῶν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἴδιοι κ. Βουλευταὶ ὥρισαν διὰ τὴν εὐκολίαν των τὴν ὥραν αὐτὴν νὰ συνεδριάζωσιν εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§72ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἀντιπολίτευσις ὅμως διεμαρτυρήθη καὶ διαμαρτύρεται, δὲν ἠξεύρει δὲ τί πρέπει νὰ κάμῃ.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐρωτήσεις τῶν κ. Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων μέλη ἐπιτροπῶν μόνον θὰ ἀναβάλλωνται. Ὁ κ. Θ. Φίλιος. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Γ. Τσακανίκας ἐπίσης. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Δ. Πετροπουλάκης. Ἀπών. Διαγράφεται ὁ Κ. Λιδωρίκης. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ὑπαξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς Δημ. Μαυρογιάννη καὶ Ἀναστ. Παπαθέου, οἵτινες πρὸ ἑνὸς ἔτους μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των συνέλαβον τὸν ἐπικεκηρυγμένον λῃστὴν Ἀλέξιον Στριφτέραν, ὡς ἀποδεικνύεται τοῦτο ἐκ τῶν διεξαχθεισῶν ἀνακρίσεων.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδὲν σχετικὸν ἔγγραφον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου εἰσέτι περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοσονάκος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐὰν οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπιτυχόντες εἰς τὰς προκαταρκτικὰς διὰ τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐξετάσεις καὶ ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως μὴ ὑποστάντες τὰς εἰσαγωγικὰς τοιαύτας, θὰ κληθῶσι πρὸς τοῦτο καὶ ἐὰν θὰ συμπεριληφθῶσιν οἱ ἐξ αὐτῶν κατὰ τὸ διάστημα τῶν πολέμων προαχθέντες εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἢ περὶ αὐτῶν θὰ ληφθῇ ἄλλο μέτρον.
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκλήθησαν, ὅπως δώσωσι τὰς προφορικὰς ἐξετάσεις, αἱ ὁποῖαι νομίζω ὅτι ὑπολείπονται ἀκόμη, ἵνα συμπληρωθῇ ἡ κατάταξίς των, θὰ καταταχθῶσι δὲ ἅμα ὡς ἐπιτύχωσιν εἰς τὰς προφορικὰς ἐξετάσεις ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄλλου ἀριθμοῦ τοῦ ὁρισθέντος. Καὶ οἱ καθ’ ὑπέρβασιν δὲ τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου, θὰ εἰσαχθῶσι καὶ οὗτοι, θὰ περιληφθῶσιν δὲ καὶ οἱ προαχθέντες εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος κ. Τρικούπης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτηται οὗτος νὰ λάβῃ μέτρα καὶ ποῖα ὑπὲρ τοῦ σώματος τῶν ὁπλοδιορθωτῶν καὶ δὴ ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες ἔχοντες ὑπερδεκαπενταετῆ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν ἐξακολουθοῦσι νὰ παραμένωσι μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου καὶ ἐπιλοχίου, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν παρηκολούθησαν τὰς ἐκστρατείας καὶ προσέφερον πολυτίμους ὑπηρεσίας κατὰ τοὺς δύο ἐνδόξους πολέμους.
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ διεξαχθῶσιν ἐξετάσεις διὰ τὴν προαγωγὴν αὐτῶν, ἐπειδὴ δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἀποστρατεύονται κατὰ Ἰανουάριον, διέταξα ὅπως αἱ ἐξετάσεις περατωθῶσι προτοῦ ἀποστρατευθῶσι.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νικόλαος Ξηρὸς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἠρνήθη τὴν ἀνακατάταξιν τῶν ὑπαξιωματικῶν Ν. Κρητικοῦ καὶ Λ. Κρητικοῦ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1910, σταλέντων εἰς τὰς ἑστίας των ἄνευ ἀποδοχῶν (ὄχι ἀπολυθέντων) δι’ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐνῷ ἀντιθέτως ἐδέχθη τὴν ἀνακατάταξιν ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας πλείστων τῆς αὐτῆς κλάσεως: 1) τοῦ Χ. Τσοκανούλη 4ου πεζ. Συντάγματος, ὅστις προήχθη εἰς μόνιμον ἀνθυπασπιστὴν καὶ ὑπηρετεῖ εἰς τὸ 2ον Σύνταγμα πεζικοῦ, 2) τοῦ Δημοσθένους Σηλιβερίδη, λοχίου τοῦ πυροβολικοῦ, προαχθέντος εἰς μόνιμον ἀνθυπασπιστήν, 3) τοῦ Δημ. Ἀναγνωστοπούλου, λοχίου τοῦ 3ου πεζικοῦ Συντάγματος, δίδοντος ἤδη ἐξετάσεις εἰς τὴν σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, 4) τοῦ ἐπιλοχίου Χατζηαναγνώστου, προαχθέντος καὶ εἰς ἀνθυπασπιστήν, 5) τοῦ Ν. Παπανικολάου, λοχίου πυροβολικοῦ, V. Μεραρχίας, 6) τοῦ Δ. Παπανικολάου, ὁμοίως, 7) τοῦ ἐπιλοχίου Δ. Ἀναγνωστοπούλου, 5ου πεζικοῦ Συντάγματος, 8) τοῦ λοχίου τοῦ 5ου πεζ. Συντάγματος Ἀθ. Δίκου, 9) τοῦ Κων. Παλιούλη τοῦ 5ου Συντάγματος καὶ 10) τοῦ λοχίου Γιακουβάκη, ἁπάντων προαχθέντων εἰς μονίμους ἀνθυπασπιστάς.
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τίποτε οὔτε ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐρωτήσεως.
§81Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ ἀναπτύξω ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τὴν ἐρώτησιν, ἵνα ἴδητε περὶ τίνος πρόκειται. Οἱ καταταχθέντες ὡς κληρωτοὶ τοῦ 1910 προήχθησαν εἰς ὑπαξιωματικοὺς ὑπηρετήσαντες μέχρι τοῦ χρόνου τῆς ἐπιστρατεύσεως. Οὗτοι διὰ λόγους ὑπηρεσιακοὺς ἀπεστάλησαν εἰς τὰς ἑστίας των ἄνευ ἀποδοχῶν καὶ ἀπελύθησαν, κηρυχθείσης τῆς ἐπιστρατεύσεως μετὰ 15 ἡμέρας. Ἀνακληθέντες ἐδήλωσαν ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ μείνωσιν εἰς τὸν στρατὸν ὡς ὑπαξιωματικοὶ μόνιμοι κατόπιν ἐγκυκλίου, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι εἰς τοὺς θέλοντας νὰ μονιμοποιηθῶσιν ἐπιτρέπεται ἡ μονιμοποίησις. Συνεπείᾳ τῆς διαταγῆς ταύτης μερικὰ σώματα ἐφαρμόζοντα τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν ἐδέχθησαν τὴν ἀνακατάταξιν τοιούτων ὑπαξιωματικῶν, ἄλλα ὅμως δὲν τὴν ἐφήρμοσαν. Οὕτως, ἐνῷ ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ τῆς αὐτῆς κληρώσεως, ἀναφερόμενοι ἐν τῇ ἐπερωτήσει, ἐμονιμοποιήθησαν, οἱ ἀδελφοὶ Κρητικοὶ τελοῦντες ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, ὄχι. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἄρῃ τὰ δύο μέτρα καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἕν. Ἢ ὅλους νὰ τοὺς δεχθῇ ἢ ὅλους νὰ μὴ τοὺς δεχθῇ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ τοὺς δεχθῇ ὅλους.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν πρόκειται νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς τῶν ἐφέδρων ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, τῶν δρασάντων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ των κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ποία.
§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἀμοιβή, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐν πολέμῳ δράσαντας εἶναι ἡ προαγωγὴ αὐτῶν. Ὅσοι κριθῶσιν ἄξιοι προαγωγῆς θὰ προαχθῶσιν.
§84Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οἱ κατώτεροι ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ εἶναι οἱ ἀθορύβως ἐκπληρώσαντες τὸ καθῆκόν των καὶ ὑποστάντες ὅλας τὰς κακουχίας. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μία ἀμοιβὴ καὶ δι’ αὐτούς.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης. Ἀπών. Διαγράφεται, καὶ ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς· Ἀπών. Διαγράφεται. Οἱ κ. κ. Η. Κοπανίτσας, Σ. Σακελλαριάδης καὶ Π. Κοσονάκος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου πολλὰ ἐγερθέντα παράπονα κατὰ τοῦ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ Προξενείου, ὡς εἰσπράττοντος παρὰ τῶν ἀναχωρούντων ἐκεῖθεν ἐπιστράτων ὑπέρογκα τέλη χαρτοσήμου διὰ τὰ διάφορα ζητούμενα πιστοποιητικὰ καὶ μὴ ἐπισυνάπτοντος τὸ ἀνάλογον ἔνσημον, καὶ ἐν καταφατικῇ ἀπαντήσει τί ἐνηργήθη πρὸς περιστολὴν τοιούτων παραβάσεων.
§86Δ. ΠΑΝΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπεβλήθη ἐκ Νέας Ὑόρκης ἀναφορὰ τὴν 15 Δεκεμβρίου 1912, δι’ ἧς διατυποῦνται παράπονα Ἑλλήνων ἐπιστράτων κατά τινος Ἑλληνικοῦ Πρακτορείου ταξιδίων καὶ κατὰ τοῦ Γενικοῦ Προξενείου ὡς μὴ προστατεύοντος αὐτούς. Τὴν ἀναφορὰν διεβίβασα τότε εἰς τὴν ἐκεῖ Πρεσβείαν, ἡ ὁποία ἀπήντησεν ὅτι τὰ παράπονα ἦσαν βάσιμα. Ἡ ἐξέτασις ὅμως τῆς ὑποθέσεως ἀνεβλήθη, διότι παρειλκύετο ἡ ἐπάνοδος τῶν ἐπιστράτων. Ἤδη, ἐπειδὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην ἐπιθεωρητὴς τῶν Προξενείων, ἔδωκα ἐντολὴν εἰς αὐτὸν νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως. Παρέχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν πλημμελῶς ἐχόντων εἰς τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν ἡμῶν ἐν Ἀμερικῇ ἀπέστειλα ἐπιθεωρητήν, ἕνα τῶν ἱκανωτάτων ὑπαλλήλων διὰ τὰ θέματα αὐτά. Ἡ δοθεῖσα ἐνοχὴ εἶναι εὐρυτάτη. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ Προξενεῖα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξετάσῃ πάντα τὰ θέματα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ ἀκριβὴς γνῶσις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῆς προξενικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας ἐν Ἀμερικῇ.
§87ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν δι’ ὅσας εὐηρεστήθη νὰ παράσχῃ πληροφορίας. Τὰ παράπονα τῶν συμπολιτῶν μου, τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης δηλαδή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη ἀποστείλασα μετανάστας εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἡ ἀριθμοῦσα, ἀγνοῶ ἂν δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, μεγαλείτερον ἀριθμὸν μεταναστῶν, δὲν εἶναι ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως μόνον, οὐδὲ ἀφορῶσι μόνον τὴν ἐκ συμπαιγνίας ὑπερτίμησιν τῶν ναύλων, ὥστε πολλῶν νὰ παρακωλυθῇ ἡ ἐπάνοδος καὶ κατάταξις εἰς τὸν στρατόν. Τὰ παράπονα αὐτά, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ καταστήσω γνωστά, ἀφορῶσι καὶ ἄλλας ἐνεργείας τῶν ἐκεῖ Προξενικῶν ἀρχῶν καὶ ἰδίᾳ τοῦ Προξενείου Νέας Ὑόρκης. Οἱ ἐρχόμενοι ὡς κληθέντες ἐπίστρατοι ἐκεῖθεν, εἶχον ἀνάγκην πιστοποιητικοῦ ὅπως βεβαιώσωσι τὴν ἔγκαιρον προσέλευσίν των. Καταφεύγοντες δὲ εἰς τὸ Προξενεῖον εὑρίσκοντο πρὸ ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν καὶ ἐπὶ τέλους ὑπεχρεοῦντο νὰ πληρώνωσι τέλη πολὺ δυσανάλογα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀναγράφει. Τὸ ὀλιγώτερον ποσόν, τὸ ὁποῖον κατέβαλον δι’ ἓν πιστοποιητικόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ πιστοποιηθῇ ἡ ἐκεῖ διαμονή των, ἦτο πέντε δολλάρια, ἀνήρχετο δὲ τὸ ἀντίτιμον ἀναλόγως τῆς ἀντιλήψεως τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων περὶ τῆς πορείας τῶν ζητούντων τοιαῦτα εἰς δέκα, ἐνίοτε δὲ καὶ δεκαπέντε. Ἡ κατάστασις αὐτὴ χρονολογεῖται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἀλλ’ ἤδη ἐπωφεληθέντες ἐκ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως καὶ τοῦ ζήλου τῶν ἐπιστράτων καὶ τῆς ἁθρόας προσελεύσεως αὐτῶν οἱ Προξενικοὶ ἐκεῖνοι ὑπάλληλοι τὰς τοιαύτας ἐκβιάσεις ἀνήγαγον εἰς τὸ κατακόρυφον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ ἐπὶ τούτου νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀποσταλέντος ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, ὅπως αὐστηρὰς ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις.
§88Δ. ΠΑΝΑΣ. Ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων καὶ ἐπὶ παντὸς ἄλλου θέματος θὰ ἐξετάσῃ ὁ ἐπιθεωρητής, ὁ εὑρισκόμενος εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀπὸ τριῶν μηνῶν, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς εἰσόδου μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς τοῦ μηνὸς θὰ ἔχῃ ἀποπερατώσει τὴν ἐντολήν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλ. Ντολιόπουλος, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Λαντζενάτο Τριφυλίας.
§90ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀποσύρω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπραξεν ὅ,τι ἔδει νὰ πράξῃ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Μ. Νεγροπόντης, Λ. Νάκος, Δ. Κουτσοπέταλος, Δ. Γρηπονησιώτης, καὶ Ι. Μπρισιμιτζάκης ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ διὰ τὴν διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Κηφισοῦ κλπ. Ἀπόντες. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σ. Βακράτσας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν κλπ. Διατί, ἐνῷ οἱ παντὸς βαθμοῦ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ τοῦ Β. Ναυτικοῦ κυβερνῶντες πλοῖα λαμβάνουσι δι’ ἔξοδα τραπέζης ποσὸν πάντοτε ἀνώτερον τοῦ εἰς τοὺς ὁμοιοβάθμους των ἐπιτελεῖς χορηγουμένου, ἐξαιρετικῶς δὲ οἱ πλωτάρχαι, κυβερνῆται πλοίων, λαμβάνουσι ποσὸν κατώτερον τοῦ τῶν ὁμοιοβάθμων των ἐπιτελῶν;
§92Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα καὶ ὑπόσχομαι νὰ φροντίσω νὰ διορθώσω τὸ πρᾶγμα, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχουσι πείθουσαι δικαιολογίαι ὅτι τὸ γινόμενον γίνεται καλῶς.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι οἱ κληρωτοὶ τοῦ 1913, οἱ κληθέντες τὴν 1ην Δεκεμβρίου 1913, τῶν δήμων Καρυστίων, Μαρμαρίων καὶ Στυρέων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μεταβῶσιν εἰς Χαλκίδα, ἵνα παρουσιασθῶσιν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, καθ’ ὅτι ἡ συγκοινωνία ἕνεκα τοῦ καιροῦ εἶχε διακοπῆ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, ὡς εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ παρὰ τῆς ἁρμοδίας λιμενικῆς ἀρχῆς Καρύστου, καὶ ἑπομένως εἶναι ἄδικον νὰ ἐπιβληθῇ αὐτοῖς ἡ τρίμηνος πρόσθετος ὑπηρεσία, ἀφοῦ παρὰ τὴν θέλησίν των ἀπέβη τοῦτο.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ λάβω τοῦτο ὑπ’ ὄψιν μου καὶ θὰ ἐξετάσω.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Γ. Βλάχος. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Φλέσσας. Ἀπών. Διαγράφεται. Οἱ κ. κ. Χ. Δικαῖος καὶ Π. Λυμπερόπουλος ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τίνα λόγον ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ἀναβάλλει ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον τὴν ἐγκατάστασιν τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ κωμοπόλει Εὐαίας τοῦ δήμου Εὔας, ἀριθμούσης περὶ τὰς 2500 κατοίκους καὶ μὴ ἐχούσης οὔτε τηλεγραφικὴν συγκοινωνίαν, ἐνῷ τὸ σύρμα τοῦ τηλεφώνου τῆς γραμμῆς Ἀσλάναγα–Ἀνδρούσης διέρχεται σχεδὸν διὰ τῆς κωμοπόλεως Εὐαίας καὶ ἡ δαπάνη τῆς ἐγκαταστάσεως μόλις θὰ ἀπαιτήσῃ ὀλίγας δεκάδας δραχμῶν.
§96Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Τὸ σύρμα τῆς τηλεφωνικῆς γραμμῆς Ἀσλάναγα Ἀνδρούσης διέρχεται διὰ τῆς κωμοπόλεως Εὐαίας τοῦ δήμου Εὔας. Οἱ κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως ταύτης πρὸ πολλοῦ ἐζήτησαν, ἵνα ἐγκαταστῇ τηλεφωνικὴ γραμμή, μία διακλάδωσις μικρὰ δηλαδή. Ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή, συνετελέσθη μελέτη, ὑπελογίσθη δαπάνη εἰς δραχμὰς 140, ἐνεκρίθη καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ διεύθυνσις μέχρι τοῦδε ἀναβάλλει ἀδικαιολογήτως τὴν ἐγκατάστασιν τῆς γραμμῆς. Βεβαίως ἂν ἐπρόκειτο περὶ μεγάλης δαπάνης, περὶ μεγάλης ἐγκαταστάσεως θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ἀναβολή, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοιούτου ποσοῦ 140 δραχμῶν νομίζω ὅτι οὐδόλως δικαιολογεῖται ἡ μὴ ἐκτέλεσις τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ἔργου καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διατάξῃ τὴν δέουσαν ἐνέργειαν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἀληθεύῃ ὅτι ἐκ παραδρομῆς παρελείφθη ἐν τῷ κατὰ τὴν 27 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἐπικυρωθέντι πίνακι προαγωγῆς 63 ἐνωμοταρχῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ τῆς χωροφυλακῆς κατ’ ἐκλογήν, οἵτινες καὶ προήχθησαν πάντες διὰ τοῦ ἀπὸ 30 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Β. Δ., ὁ ἐν Μιτυλήνῃ ὑπηρετῶν ὑπενωμοτάρχης Ἐπαμεινώνδας Πέρος, τελειόφοιτος τῆς Νομικῆς, πρώην ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς καὶ ἐπὶ 12 ἔτη ὑπηρετῶν εἰς τὴν χωροφυλακὴν λίαν εὐδοκίμως. Καὶ εἰδικῶς πρὸς τὴν περίστασιν, τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ προσγενομένου ἀδικήματος εἰς τὸν καθ’ ὅλα ἄξιον προαγωγῆς ὑπαξιωματικὸν τοῦτον.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ δώσω τὴν πληροφορίαν.
§99Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐξετάσητε τὴν ὑπόθεσιν, διότι ὄντως μεγάλως ἀδικεῖται ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτός, ὁ ὁποῖος καὶ ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς διετέλεσε.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§101Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε δηλαδὴ μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν δέχεται τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἵνα δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Δ. Γκλαβᾶν ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος;
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη· ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§105Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Προχθὲς εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματός μου· πῶς δικαιολογεῖται ὁ δήμαρχος Πατρέων ὅτι δὲν κατέβαλεν εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα τῆς πόλεως τὰ εἰς αὐτὰ ὀφειλόμενα ποσά, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς. Ῥητῶς δ’ ἀνέφερον τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον, τὸ Ἄσυλον, τὸ Οἰκονομικὸν Συσσίτιον, τὸν Σύνδεσμον τῶν Ἐμποροϋπαλλήλων, τὴν Γυμναστικὴν Ἑταιρείαν καὶ τὴν Φιλαρμονικὴν Ἑταιρείαν Πατρῶν. Ἀνέπτυξα τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Δημάρχου καὶ χθὲς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πατρέων ἢ μᾶλλον Δημοτικοὶ Σύμβουλοι ὡς ἄτομα, οὐχὶ ὡς πλειονοψηφία τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἶδον ὅτι ἀπέστειλαν τηλεγράφημα πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου παραπονοῦνται ὅτι ἐξετέθη ἡ ὑπόληψις τοῦ κ. Δημάρχου. Εἶναι ἀληθές, κ. Βουλευταί, ὅτι ὁ Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς ἀσυλίας ἀπὸ τοῦ βήματος, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ προσέχῃ ἵνα μὴ πληγώσῃ ἠθικὰς ὑπολήψεις, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὴν κοινωνίαν, εἰς τὴν πολιτείαν, εἰς τὰ ἄτομα, ἐὰν ὁ Βουλευτὴς ἔρχηται ἐν τῷ δικαιώματί του τούτῳ νὰ πλήξῃ ὑπολήψεις καὶ μάλιστα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ κοινά. Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ τῶν Δημοτικῶν Συμβούλων λέγει ὅτι ὁ δῆμος ἀνελλιπῶς κατέβαλεν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον καὶ εἰς τὸ Βρεφοκομεῖον τὰ εἰς αὐτὰ ὀφειλόμενα χρηματικὰ ποσά. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς Βουλευτὰς Πατρῶν· ὡμίλησα ἐγὼ περὶ Νοσοκομείου καὶ περὶ Βρεφοκομείου καὶ περιέλαβε τὸ ἐρώτημά μου τίποτε περὶ αὐτῶν;
§106Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Οὔτε αὐτὰ ἐπλήρωσεν ὅλα.
§107Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. Συνάδελφος ὅτι δὲν ἐπληρώθησαν ὅλα, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ αὐτῶν. Μοὶ ἐδόθη δὲ εὐκαιρία πρὸ ὀλίγων στιγμῶν νὰ ἴδω τὴν ἀγόρευσίν του, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Βουρλούμης ἐπλειοδότησε, διότι ἐξύμνησε τὰς ἀρετὰς τοῦ δημάρχου, ἀλλ’ ἐξύμνησε καὶ τὰς κακίας αὐτοῦ καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τῷ ἔκαμε μίαν νεκρολογίαν (ἱλαρότης). Ἐπιμαρτύρομαι τὴν φωνὴν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πατρῶν κ. Βουρλούμη καὶ τὸν ἐρωτῶ· ὁ ἔντιμος Δημοτικός Σύμβουλος Πατρέων κ. Τριάντης δὲν ἐκόπτετο, κ. Βουλευτά, καὶ εἶσθε ὑμεῖς εἰς θέσιν καλλιτέραν ὅλων ἡμῶν νὰ γνωρίζητε, δὲν ἐκόπτετο, διότι ὁ Δήμαρχος δὲν κατέβαλλε τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ ἵδρυμα τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου; Ἐρωτῶ διὰ νὰ μάθωμεν τίνες εἶναι οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ Δημάρχου; Θὰ παρεκάλουν τὸν ἔντιμον κ. Βουλευτήν, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ διστάσῃ πρὸ τῆς προσωπικότητος τοῦ ἐργοστασιάρχου αὐτοῦ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι δὲν ἐρχόμεθα νὰ ἀμαυρώσωμεν ὑπολήψεις, ἀλλὰ λαμβάνομεν τὸν λόγον, ὁσάκις πειθόμεθα ὅτι δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὐτῶν οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινά. Ἐγὼ ἔθηκα τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῆς πληγῆς· πιθανὸν τοῦτο νὰ μὲ ἔβλαψε πολιτικῶς, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ ἐμπνέηται ἀπὸ πολιτικὴν κερδοσκοπίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἐπιμαρτύρομαι δὲ ἐπὶ πλέον τὴν φωνὴν τοῦ κ. Κατσιμπίρη καὶ τὸν ἐρωτῶ· κατέβαλεν ὁ Δήμαρχος τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον;
§108Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι πάντοτε ὁ κ. Δήμαρχος δυστροπεῖ εἰς τὰς καταβολὰς πρὸς τὰ ἱδρύματα καὶ βεβαίως εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ ὁ κ. Συνάδελφος διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας τοῦ κ. Δημάρχου.
§109Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἰς ἐνίσχυσιν δὲ τῆς φωνῆς τοῦ κ. Συναδέλφου ἔρχεται συγχαρητήριον τηλεγράφημα τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου ἐν Πάτραις, τὸ ὁποῖον μὲ συγχαίρει διὰ τὴν στάσιν, ἣν ἐτήρησα καὶ μοὶ λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσω τὸν ἔλεγχον τοῦτον, διότι ὁ δήμαρχος παρὰ πᾶσαν νόμιμον ὑποχρέωσιν ἐξακολουθεῖ νὰ καθυστερῇ τὰ ὀφειλόμενα. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κ. Βουλευταί. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ περιβάλῃ διὰ τῆς ἐπιεικείας της, διότι τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συμπαρεδρεύω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδέποτε ἀπησχόλησα αὐτὴν ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ἂν δὲ τώρα ἔπραξα τοῦτο, μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ τὸ κάμω ἵνα λογοδοτήσω τόσον πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς καὶ πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§110Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἡ διαμαρτυρία, κύριε Συνάδελφε, τῶν κ. συμβούλων οὐδεμίαν ἔχει θέσιν καὶ κατὰ τοῦτο δὲν ὠφείλετε νὰ ἀπαντήσητε, διότι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθῇ ἦτο ὁ κ. δήμαρχος καὶ ὄχι οἱ κ. σύμβουλοι, οἱ ὁποῖοι ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των. Καὶ ἔπραξαν τοῦτο πάντοτε, διότι πάντοτε ἐνίσχυσαν τὸ ἐργατικὸν Κέντρον καὶ τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα.
§111Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Αὐτὸ ἦτο ἓν πιστοποιητικὸν διὰ τὴν ὑστεροφημίαν τοῦ μελλοθανάτου κ. δημάρχου.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἤδη. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913».
§113ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν τριῶν τελευταίων δωδεκατημορίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1913. Βεβαίως ὑπῆρξαν ἔκτακτοι ἐθνικαὶ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τὴν ἐπιψήφισιν τῶν προηγουμένων αὐτοῦ δωδεκατημορίων. Δὲν βλέπω ὅμως τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ὑποβάλλεται τώρα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὁλόκληρος ὁ Προϋπολογισμός, ἀφοῦ δὲν εὑρισκόμεθα πλέον ὑφ’ ἃς πρὶν ἐθνικὰς περιστάσεις.
§114Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ὡς γνωρίζετε δὲ συνεζητήθη τὸ ζήτημα ἂν θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ ψηφισθῇ αὐτὸς ὁ Προϋπολογισμός, ὅπερ θὰ ἦτο ἀναμφισβητήτως καὶ ὀρθότερον παρὰ νὰ ψηφισθῶσι τὰ δωδεκατημόρια αὐτά. Κατελήξαμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων ἐξ οὐδεμιᾶς ἄλλης σκέψεως ἀγόμενοι, παρὰ μόνον ὅτι ὀλίγαι μόνον ἡμέραι ὑπολείπονται μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς λόγῳ τῶν ἑορτῶν, καὶ ἀπὸ τῆς σκοπιμωτάτης ἰδέας καὶ οὐχὶ ἀπὸ ἄλλης τινὸς ἤχθημεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως ὅμως ἀναμφισβητήτως ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἐὰν ὑπεβάλλετο ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὁ Προϋπολογισμός.
§115ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποῦ συνεζητήθη τὸ ζήτημα καὶ ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις αὐτή.
§116Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§117ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἤκουσα ἐξωδίκως ὅτι δῆθεν διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὰς μακρὰς συζητήσεις ἀπεφασίσθη ἀντὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ψηφισθῶσι τὰ δωδεκατημόρια ταῦτα. Ἀλλὰ μήπως τὰ δωδεκατημόρια δὲν εἶναι Προϋπολογισμὸς καὶ δὲν δύνανται νὰ προκαλέσωσιν ἐπίσης εὐρεῖαν συζήτησιν, ὡς ἐὰν ἐψηφίζετο ὁλόκληρος ὁ Προϋπολογισμός; Ἡμεῖς γινώσκομεν κάλλιστα ὅτι δὲν ἐπέστη ἀκόμη ἡ ὥρα διὰ τοιαύτην συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅπως θὰ ἀφήσωμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως, τὸ αὐτὸ θὰ ἐπράττομεν, ἐὰν ἐψηφίζετο καὶ ὁλόκληρος ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1913. Ἀφοῦ δὲ τοῦτο εἶναι καὶ τὸ κανονικώτερον, ἐρωτῶ, διατί νὰ μὴ ψηφισθῇ νῦν ὁλόκληρος ὁ Προϋπολογισμός;
§118ΑΛΕΞ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ μόνος λόγος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἤγαγεν εἰς τὸ μέτρον αὐτό, ἦτο ὁ λόγος τῶν ἐλαχίστων ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§119ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἴχομεν κάλλιστα τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν, ἀφ’ ὅτου ἡ Βουλὴ συνεκλήθη εἰς Β.ʹ σύνοδον, νὰ ψηφίσωμεν ὄχι μόνον ἕνα, ἀλλὰ καὶ δύο προϋπολογισμούς. Νομίζω δὲ ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπον πρίν, δὲν δικαιοῦται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προβάλῃ τὴν βραδύτητα, ἡ ὁποία δῆθεν θὰ ἐπήρχετο, ἐὰν ἔμελλε νὰ ψηφισθῇ νῦν ὁλόκληρος ὁ Προϋπολογισμός· διότι τὸ ἴδιον δύναται νὰ συμβῇ μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὡς ὑπέδειξα ἤδη ἐγώ. Πρόφασις θὰ εἶναι καὶ τὸ λεχθὲν ὅτι δὲν ἔχομεν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὔτε ἐπὶ τῶν ἐσόδων οὔτε ἐπὶ τῶν ἐξόδων, ὅτι δὲ δὲν ἠδυνήθη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς τοιαύτης ἐκθέσεως, διότι δὲν ἐτυπώθησαν ἀκόμη αἱ ὑποβληθεῖσαι ἤδη δηλώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μέλλουσι δὲ νὰ κατατεθῶσι καὶ ἄλλαι τοιαῦται! Ἐγὼ νομίζω ὅτι θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος ἀκόμη μέχρις ὅτου συμπληρωθῶσιν αἱ δηλώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων· διότι τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν ἐγίνετο ὁπωσδήποτε μία σχετικὴ ἔκθεσις ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα τηρηθῶσι τὰ προσχήματα, θὰ ἐψηφίζετο οὗτος καὶ ἀντὶ τῶν νέων δηλώσεων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ ἓν νομοσχέδιον ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων συγκεντροῦν καὶ αὐτὸ τὰς ἐλλειπούσας νῦν δηλώσεις. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ ἔχων τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἦτο κανονικώτερον, ἐὰν ἐψηφίζετο νῦν ὁλόκληρος ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1913, διαβεβαιῶ δὲ καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν ὅτι, ὡς νῦν, προκειμένου περὶ τῶν τριῶν τελευταίων δωδεκατημορίων, δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω περὶ τῆς καθόλου οἰκονομικῆς καταστάσεως, τοῦτ’ αὐτὸ θὰ ἔπραττον καὶ ἐὰν ἐψηφίζετο ὁλόκληρος ὁ προϋπολογισμός, διότι δὲν θεωρῶ κατάλληλον τὴν παροῦσαν στιγμὴν διὰ τοιαύτην συζήτησιν.
§120Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἄηθες καὶ ἀντικανονικὸν τὸ μέτρον, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ, πρὸ πολλῶν μηνῶν ὑποβεβλημένου ὄντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται πίστωσις ἴση πρὸς τὰ τρία δωδεκατημόρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν τελευταίων μηνῶν τοῦ ἔτους 1913, εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ἓν καὶ μόνον νομοσχέδιον. Καθόσον ἀφορᾷ μὲν τὰ δύο δωδεκατημόρια τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου, αὐτὰ ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν ἐπραγματοποιήθησαν, διότι ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαθέσῃ τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένας πιστώσεις. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν πίστωσιν τὴν ἀντιστοιχοῦσαν εἰς τὸν μῆνα Δεκέμβριον, ἐπεφυλάχθη νὰ πράξῃ τοῦτο, ὅταν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐγκρίνει τὸ δωδεκατημόριον τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου εἴτε ὁλόκληρον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1913. Εἶναι ἀληθές, ὡς εἶπον, ἄηθες νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ κατὰ Δεκέμβριον, ἐνῷ εἶναι παροῦσα μάλιστα αὕτη ἀπὸ μηνῶν καὶ ἐνῷ εἶναι ὑποβεβλημένος ὁ Προϋπολογισμός, νὰ ψηφίζῃ, λέγω, ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου. Ἀλλ’ ὁ λόγος δι’ ὃν ἡ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὴν σκέψιν καὶ τὴν ἀπόφασιν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἰσήχθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐλάχιστον διάστημα χρόνου χωρίζει ἡμᾶς ἀπὸ τὸ τέρμα τοῦ μηνὸς τούτου, ὅτι ἐπίκεινται αἱ διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος λόγῳ τῶν ἑορτῶν καὶ ὅτι τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα δὲν εἶναι ἐπαρκές, ὅπως ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς συμφώνως μὲ τοὺς ὅρους, οὓς τὸ Σύνταγμα ὁρίζει. Βεβαίως καὶ ὁ λόγος οὗτος ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐβάρυνεν εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἕτερος κυρίως λόγος συνέτρεξε, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος βουλευτής, ἵνα ἡ Ἐπιτροπὴ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Εἶναι ὁ λόγος ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ ἔτους 1913 δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν εἰσέτι ἐντελῶς, ὅτι τὰ στρατιωτικὰ λογιστήρια ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη τὸν ἔλεγχον τῶν δαπανῶν τοῦ 1913 καὶ ὅτι ἐξακολουθοῦσιν εἰσέτι συντασσόμεναι αἱ δηλώσεις ἐκ μέρους τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ μάλιστα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας τὰς γενομένας εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913. Ἤθελεν ἄρα εἶναι ἄτοπον κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνόσῳ δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν αἱ δαπάναι καὶ δὲν ἐγένοντο αἱ δηλώσεις τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως ταύτης, νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913 καὶ νὰ προτείνῃ τὴν εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὀρθότερον καὶ σκοπιμώτερον, δύναμαι νὰ εἴπω, χάριν τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ἡ συζήτησις τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἐθεώρησε, λέγω, σκοπιμώτερον νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1913 καὶ ὁ τοῦ 1914 κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἐμήν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι εἰμὴ εἷς καὶ μόνος Προϋπολογισμός, εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ πολέμου. Ἐνόσῳ δὲ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου τὰ οἰκονομικὰ δὲν ἐξηκριβώθησαν εἰσέτι, καὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὁποῖα ἦσαν ταῦτα οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν, ἐνόμισε μετ’ ἐμοῦ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἔδει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913, ὡς ἀποτελοῦντος, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ πολέμου. Ἔχει λοιπὸν ἡ Βουλὴ στάδιον συζητήσεως εὐρύτατον, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914, ἵνα συζητήσῃ τὴν ὅλην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τήν τε οἰκονομικὴν εἰδικώτερον καὶ τὴν γενικωτέραν πολιτείαν αὐτῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου καὶ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα γενῶνται ἐκ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου. Βεβαίως δὲν εἶναι κανονικὸν τὸ γινόμενον ἤδη, νὰ ψηφίσωμεν τὸ δωδεκατημόριον, ἀλλ’ ἐν τῇ οὐσίᾳ οὐδόλως παραβλάπτονται τὰ πράγματα, ἂν ψηφίσωμεν τὸ δωδεκατημόριον. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν εὐρέως ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων ἐν σχέσει πρὸς τὸν πόλεμον, καὶ ὁ μὲν Προϋπολογισμὸς τοῦ 1913 θὰ εἶναι τότε μόνον ἀπολογισμός, διότι καὶ κατὰ τὰ δωδεκατημόρια θὰ ἔχῃ ἐκτελεσθῆ, ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πάντοτε ἐπιτετραμμένος, ὅταν πρόκειται συζήτησις τοιούτου ἀντικειμένου, καὶ θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1914 πρὸς συζήτησιν, μεθ’ οὗ εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένος ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1913.
§121ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος καὶ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ συγχέει τὸ ζήτημα τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς τὸ τοῦ ἀπολογισμοῦ, καθ’ ὅσον φαίνεται ὢν τῆς γνώμης ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς μὴ ἔχουσα ἐνώπιόν της τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν δαπανῶν τοῦ πολέμου. Ἡ ἐκκαθάρισις τῶν δαπανῶν τοῦ πολέμου θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Βουλήν, προκειμένου νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ τὸν ἀπολογισμόν. Ἐὰν ὅμως ἐκ τούτου ἐξηρτᾶτο ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν διαβεβαιῶ ὅτι οὔτε κατὰ τὸ 1914 οὔτε κατὰ τὸ 1915 θὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1913. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω νῦν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀποβαίνει δυσκολωτάτη ἡ ἐκκαθάρισις τῶν δαπανῶν τοῦ πολέμου καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ σύνταξις τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1913. Τὸν διαβεβαιῶ μόνον ὅτι διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1912, ἥτις ἔληξε πρὸ πολλοῦ, δὲν ἐστάθη ἀκόμη δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ δικαιολογητικὰ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δαπανῶν κατ’ αὐτὴν καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν οὐδὲ καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ συζητῶμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1914 νὰ ἔχῃ γίνει τοῦτο. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἀξιῶμεν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ καὶ τὸ ὁποῖον ἄλλως ἀνάγεται εἰς τὸν ἀπολογισμὸν καὶ ὄχι εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ὅταν δὲ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὰ τελευταῖα ταῦτα τρία δωδεκατημόρια, νομίζω ὅτι ψηφίζει ἤδη ὁλόκληρον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα νομίζοντες ὅτι, ὅταν ψηφίζωμεν καὶ τὰ τρία τελευταῖα δωδεκατημόριά του, δὲν ψηφίζομεν Προϋπολογισμόν. Τὴν Βουλὴν δὲν θ’ ἀπασχολήσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1913 ὡς τοιοῦτος, ὅσον ὡς ἀπολογισμός.
§122Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ μὲ τὴν ψήφισιν τῶν τριῶν δωδεκατημορίων νομίζω ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν παύει. Ὡς γνωστόν, τὰ δωδεκατημόρια τὰ πρῶτα ἐψηφίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ καὶ πρὸ τῶν δηλώσεων.
§123ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰ δωδεκατημόρια εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προηγουμένου Προϋπολογισμοῦ.
§124Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ σήμερον ὅμως ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον περὶ τῶν δωδεκατημορίων δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν ποσοτήτων τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν ἀρχικὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλ’ εἰς τοῦτον μετὰ τῶν δηλώσεων. Ἑπομένως παραμένει ποσὸν τῶν δηλώσεων ἀψήφιστον, καθ’ ὅσον δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰ τρία δωδεκατημόρια καὶ περὶ τούτων δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ ψηφίσασα τὰ δωδεκατημόρια τῶν πρώτων μηνῶν. Ὥστε ἡ ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, παραμένει ἀκεραία. Ἄν ἦτο ὁμαλώτερον, ἡ Βουλὴ ἀντὶ νὰ ψηφίσῃ τὰ δωδεκατημόρια νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ ἠδύνατο νὰ προκύψῃ τὸ ἑξῆς ὀρθόν· ὅτι θὰ ἐγίνετο παρασκευή τις τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914, ὅταν θὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ γενικῶς ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀναμφιβόλως ὅταν γεννῶνται ἔκτακτοι περιστάσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ προβλέπῃ περὶ ὅλων καὶ συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Εὐταξίου ὅτι σήμερον ἡ Βουλὴ δὲν καλεῖται νὰ ψηφίσῃ τὸν ἀπολογισμόν, ὥστε νὰ τελῇ ἐν γνώσει ὅλων τῶν ἀπροβλέπτων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαντῶνται ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τοῦτο διαφέρει ἀπὸ τοῦ ἀπολογισμοῦ κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις, κατὰ πόσον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβλεψεν ἐπακριβῶς ἐκεῖ ὅπου ἔχει τὰ στοιχεῖα περὶ τῶν δαπανῶν, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ μεριμνήσῃ. Σήμερον καὶ ἂν ἐψηφίζετο ὁ Προϋπολογισμὸς πράγματι ἀντὶ τῶν δωδεκατημορίων, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀσχοληθῇ λεπτομερῶς ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ ἔλειπον τὰ στοιχεῖα, θὰ ἠδύνατο ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, νὰ προκύψῃ τὸ ἀγαθόν, ὅτι ἴσως ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ ἐμανθάνομεν πράγματά τινα ἐκ δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ προσανατολισθῶμεν, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς ὁριστικῆς, τὴν ὁποίαν θὰ χαράξῃ βεβαίως διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914 καὶ οὐχὶ τοῦ 1913.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος.
§126Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἀπευθύνηται κατηγορία κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ἀνωμάλως προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ δωδεκατημορίου, νομίζω ὅτι ἡ κατηγορία αὕτη εἶναι ὅλως ἄδικος, διότι πρώτη ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισε καὶ πρῶτος ἐγὼ ἐν τῇ Βουλῇ ἀνεγνώρισα, ὅτι οὐχὶ ὁμαλὸν εἶναι τὸ μέτρον τῆς ψηφίσεως τοῦ δωδεκατημορίου τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα καὶ ἐργάζεται. Ἀλλὰ καὶ πάντες, νομίζω, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ μείνωμεν σύμφωνοι ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἐξετάζοντες καὶ ψηλαφοῦντες τὰ πράγματα ὅτι τὸ ἀνώμαλον τοῦτο εἶναι οὐχὶ μόνον συγγνωστόν, ἀλλ’ ἐπιβεβλημένον ἐκ τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς διατελεῖ σήμερον τὸ Ἔθνος. Δὲν νομίζω δὲ δι’ ὅσων εἶπον πρὸ ὀλίγου ὅτι δημιουργεῖται σύγχυσίς τις μεταξὺ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1913 καὶ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1913 εἴτε ὡς προϋπολογισμὸς εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε ὡς δωδεκατημόριον καὶ ὡς ἓν πολλοστημόριον τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ, εἶναι πάντοτε προϋπολογισμὸς δυνάμενος νὰ προκαλέσῃ τὴν συζήτησιν εὐρεῖαν ἐπὶ τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ σήμερον ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ἀπολογισμοῦ. Ἄν ἔχῃ τὴν διάθεσιν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913 καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, — διότι οὐδὲν ἄλλο εἶναι, ὡς εἶπον, τὸ τμῆμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ κύρωσις ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἄλλο εἶναι τὸ δωδεκατημόριον τοῦ Δεκεμβρίου εἰμὴ ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς ἀκέραιος — ἐπὶ τούτου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ πᾶς ἄλλος τῶν κ. Συναδέλφων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητήσῃ, οὐδόλως ἀποκλειομένης τῆς συζητήσεως, ἂν δὲν συντρέχωσιν ἄλλοι σπουδαιότεροι ἐθνικοὶ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ συζήτησις δὲν ἤθελεν εἶναι ἐπιτετραμμένη. Ἐν ὅσῳ λοιπόν, πάντες ἀναγνωρίζομεν ὅτι δὲν ὡρίμασαν ἀκόμη τὰ πολιτικὰ γεγονότα, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913, μόνον ἐκ τοῦ λόγου τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ σιγήσωσιν οἱ κύριοι Συνάδελφοι καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ἀπολογισμοῦ τοῦ 1913. Δὲν νομίζω λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἀνώμαλον τῆς περιστάσεως, ὡς παρουσιάζεται σήμερον, δύναται ν’ ἀποτελέσῃ αἰτίαν κατακρίσεως καὶ μομφῆς εἴτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως εἴτε κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔκρινε, δι’ οὓς ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου λόγους, ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο ἀφοῦ ἐν τῇ οὐσίᾳ τῶν πραγμάτων οἱ δύο προϋπολογισμοὶ τοῦ 1913 καὶ 1914 παρουσιάζονται ὡς εἷς καὶ μόνος προϋπολογισμὸς ἀποβλέπων εἰς ἕνα κύριον καὶ μέγαν σκοπόν, ἔκρινε, λέγω, ὅτι ὡριμωτέρα θὰ εἶναι ἡ εἰσήγησις, καὶ θὰ εἶναι πράγματι τοιαύτη, ὅταν ὡριμάσωσι τὰ γεγονότα τὰ πολιτικὰ καὶ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913 καὶ 1914. Δὲν ἀποκλείεται λοιπὸν τὸ στάδιον τῆς εὐρυτέρας συζητήσεως καὶ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῆς Διοικήσεως αὐτῆς κατὰ τὰ ἔτη 1913 καὶ 1914. (Γίνεται μετὰ τοῦτο συναινέσει τῆς Βουλῆς δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν κηρυσσόμενον ὡς κατεπεῖγον).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§128ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων τοῦ δασμολογίου καὶ μερικῆς ἐπεκτάσεως τούτου εἰς τὰς νέας προσαρτηθείσας ἐπαρχίας. Ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου νὰ μελετήσῃ ποίαν οἰκονομικὴν πολιτικήν, ποίαν φορολογικὴν ἰδίᾳ πολιτικὴν θέλει ἀκολουθήσει εἰς τὰς νέας προσαρτηθείσας ταύτας ἐπαρχίας, ὤφειλε νὰ ἀχθῇ ἀπὸ τῆς σκέψεως ὅτι ἡ ἔννοια τῆς φορολογικῆς ἰσότητος ἔπρεπε νὰ διέπῃ ταύτην, ἰσότητος ἐφαρμοζομένης εἰς ὅλα τὰ τμήματα τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ ἀρχὴ δὲ αὕτη τῆς φορολογικῆς ἰσότητος θὰ ἐφηρμόζετο πλήρης, ἐὰν ἦτο δυνατὴ ἡ ἀφομοίωσις ἡ φορολογικὴ ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ ἐκτάσει ἀμέσως ἀπὸ τοῦδε. Ἀλλ’ ἡ ἀφομοίωσις αὕτη, ἡ ἀφορῶσα τόσον εἰς τοὺς ἀμέσους ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους, θὰ ἔφερεν εἰς ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδημιούργουν μᾶλλον ἀνισότητα, θὰ εἶχε δὲ πρὸς τούτοις καὶ ἀποτελέσματα ἀπώτερα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν ὀλέθρια. Σήμερον διαγινώσκει ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ φορολογικὴ ἀφομοίωσις ἐν πάσῃ τῇ ἐκδοχῇ τῆς λέξεως ταύτης. Οἱ λόγοι δὲ οἱ ὁποῖοι ἄγουσιν αὐτὴν εἰς τὴν κρίσιν ταύτην εἶναι ἡ ἐντελῶς διάφορος κατεύθυνσις τῆς φορολογικῆς πολιτικῆς ἐν τῇ τέως ὁμόρῳ Αὐτοκρατορίᾳ καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ὅ,τι διακρίνει τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξε τοῦτο κυριώτατα: ὅτι ὁ ὄγκος ὁ μεγαλείτερος τῆς φορολογίας προήρχετο ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἰδιαίτατα δὲ ἐκ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν. Ἐντελῶς ἐν ὑστέρᾳ μοίρᾳ ἔρχονται οἱ φόροι οἱ ἄμεσοι γενικῶς, ὑστέρως δὲ ὅλως ἤρχοντο οἱ φόροι ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, μικρὸν ποσοστὸν τῆς ὅλης ἐπιβαρύνσεως ἀποτελοῦντες. Ἀλλ’ ἐντελῶς διάφορον ἦτο τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἐπολιτεύετο ἡ Τουρκία, τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη ἐν αὐτῇ μέχρις ἐσχάτων καὶ σήμερον ἀκόμη. Μελετῶντες δὲ τὸ σύστημα τῆς Τουρκίας παρατηροῦμεν ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο δὲν εἶναι αὐθαίρετόν τι προϊόν τῶν κυβερνώντων τὴν χώραν ταύτην, ἀλλ’ εἶναι ἱστορικὸν προϊόν ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ κρατούσης φορολογικῆς κανονικῆς τάξεως καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας, ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς ταύτης τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀκόμη τοὺς χαρακτῆρας τοῦ καθαρῶς γεωργικοῦ Κράτους. Κατ’ ἀκολουθίαν τῆς φύσεως ταύτης τοῦ Κράτους καὶ τῆς φύσεως τῆς κειμένης τάξεως, ἡ Τουρκικὴ φορολογικὴ πολιτικὴ δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ ἀποβλέπῃ ἰδίως εἰς τὴν φορολογίαν τῆς γῆς, ἥτις κατ’ ἀνάγκην ἦτο καὶ ἡ κυριωτάτη πηγή, ἐξ ἧς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν του ἤντλει τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τροφοδότησιν αὐτοῦ χρηματικὰ ἐφόδια, καὶ ἡ φορολογία αὐτὴ τῆς γῆς, ἡ ὁποία ὑπῆρξε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι βαρυτάτη, καθιστᾶ δυνατὴν τὴν μὴ κατ’ ἀναλογίαν ἐπιβάρυνσιν τῆς χώρας δι’ ἐμμέσων φόρων ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ διομολογήσεις ἐν Τουρκίᾳ αἱ ὑφιστάμεναι, καὶ αὐταὶ ἐξαναγκάζουσιν αὐτὴν νὰ μὴ δύναται νὰ διαρρυθμίσῃ τοὺς ἐμμέσους φόρους, ἰδίᾳ δὲ τὰς δασμολογικὰς διατάξεις, κατὰ βούλησιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀξιώσεων ἐκείνων τὰς ὁποίας ἡ σημερινὴ βιομηχανία καὶ τὸ σημερινὸν ἐμπόριον ἐπιβάλλουσιν. Ἔμεινεν ἡ Τουρκία ὑστάτη πάντων εἰς τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἐκτίμησιν δασμολογήσεως, σύστημα καθαρῶς μηχανικόν, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ποιούμενον διάκρισιν μεταξὺ τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι πρῶται ὗλαι ἢ ἡμικατειργασμένα ἢ ἕτοιμα βιομηχανήματα, ἐπιβάλλει ἐπὶ πάντων τούτων ἀδιαφόρως τὸ αὐτὸ τέλος 11% ad valorem. Ἀποτέλεσμα τοῦ συστήματος τούτου ὑπῆρξεν ὅτι δι’ ἔλλειψιν εὐλόγου τινὸς προστασίας δὲν ἠδυνήθησαν νὰ δημιουργηθῶσιν ἐν Τουρκίᾳ οὔτε βιομηχανία τις σημαντικὴ οὔτε ἐγχώριος ἐργασία, ἡ ὁποία νὰ προσδίδῃ εἰς τὴν χώραν χαρακτῆρα ὡρισμένον. Σήμερον εὑρισκόμενοι ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως διερωτώμεθα· ποία εἶναι ἡ τακτικὴ ἡ ὁποία ἐνδείκνυται, ποία εἶναι ἡ φορολογικὴ πολιτική, ἡ ὁποία ἐνδείκνυται ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων; Ἀφομοίωσιν καθολικὴν τῶν ἀμέσων καὶ τῶν ἐμμέσων φόρων ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ἀπολύτως ἀντικειμένην· δὲν ἔχομεν κἂν ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ἑνιαῖον σύστημα ἀμέσου φορολογίας ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν φορολογίαν ταύτην, ἀλλ’ ἔχομεν διαφόρους φορολογίας ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστον προσόδων, αἱ ὁποῖαι περιέχουσιν ἄλλοι ἄλλο σύστημα βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως. Ἐὰν οὕτως ἠθέλομεν νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὸ ἐν Τουρκίᾳ κρατοῦν σύστημα καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν τὰ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι κρατοῦντα, ἠθέλομεν εἰσαγάγει τι χεῖρον τοῦ ἐκεῖ ὑπάρχοντος, ἠθέλομεν δὲ φέρει ἀναστάτωσιν πλήρη τῶν ὑπαρχουσῶν ἐκεῖ σχέσεων, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ἀποτελέσματα κάκιστα καὶ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ διὰ τὴν παραγωγήν. Ἑπομένως νομίζομεν ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος μόνον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄμεσον φορολογίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς, πρέπει νὰ ἐμμένωμεν εἰς τὸ καθεστώς, τὸ ὑπάρχον ἐκεῖ, ζητοῦντες νὰ βελτιώσωμεν μόνον κατὰ τὸ ἐνὸν τὰ διάφορα κακά, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει τὸ σύστημα τοῦτο, κακὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ συστήματος τῆς διοικήσεως τῆς τουρκικῆς καὶ ἐκ τῶν μεθόδων ἐν γένει αἱ ὁποῖαι ἐφηρμόζοντο συνήθως ὡς ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων συνθηκῶν τῆς χώρας καὶ αἵτινες καθίστων ἔτι χειρότερον τὸ σύστημα παρ’ ὅ,τι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἦτο. Τούτου ὅμως δεδομένου, ἐρωτᾶται ἂν δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν ὁλόκληρον τὴν ἔμμεσον φορολογίαν ἡμῶν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ἰδιαίτατα δὲ τὴν φορολογίαν τὴν ἐκ τοῦ δασμολογίου προερχομένην. Καὶ εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ ἀνενδοιάστως ὅτι καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν ἤθελεν εἶσθαι ὀλέθριον, ἐὰν ἐπεξετείνομεν τὸ σύστημα τοῦ δασμολογίου ἡμῶν καὶ εἰς τὰς νέας προσαρτηθείσας ἐπαρχίας. Οἱ λόγοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἄγουσιν εἰς τὴν κρίσιν ταύτην, προέρχονται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς φύσεως τοῦ δασμολογίου ἡμῶν, ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἱστορίας αὐτοῦ. Τὸ δασμολόγιον ἡμῶν εἶναι ἓν τῶν μᾶλλον ἀπηρχαιωμένων δασμολογίων· εἶναι δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον δὲν παρήχθη ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ὡρισμένης ἀρχικῆς σκέψεως διηκούσης δι’ ὅλων τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἀλλὰ δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς μὲν ὑπῆρξε μόνον ταμιευτικόν, ἀναλόγως δὲ τῶν ἀναγκῶν τοῦ ταμείου καὶ ὡς ἐκ τοῦ κακοῦ συστήματος τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἡ ὁποία δὲν ἐπέτρεπεν εὐκόλως αὔξησιν αὐτῆς, ἠναγκαζόμεθα πάντοτε νὰ καταφεύγωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς διὰ τοῦ δασμολογίου, ὅπως ἀποκτήσωμεν νέα ἔσοδα, πλήττοντες τὰ εἴδη ἐκεῖνα τῆς εὐρυτέρας ἰδίᾳ καταναλώσεως, τὰ ὁποῖα μόνα θὰ ἠσφάλιζον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐτῷ ἑκάστοτε ποσά. Ἡ ταμιευτικὴ αὐτοῦ μορφὴ κατέστη ἔτι ἐντατικωτέρα, ὅτε βραδύτερον διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀξίας τῆς μεταλλικῆς δραχμῆς ηὐξήθησαν οὐσιωδῶς οἱ δασμοί. Ἀλλὰ τὸ ταμιευτικὸν δασμολόγιον εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν προστασίαν πολλῶν καὶ τὴν δημιουργίαν ἀπαγορεύσεων αὐτόχρημα, αἱ ἀπαγορεύσεις δ’ αὗται καὶ αἱ προστασίαι εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν δημιουργίαν ἐν τῇ χώρᾳ διαφόρων κλάδων βιομηχανίας, δημιουργίαν ὅμως ἐργασίας, μὴ γενομένην ἐπὶ τῇ βάσει δασμῶν λελογισμένως προστατευτικῶν καὶ οἱ ὁποῖοι τότε μόνον θὰ ἦσαν σκόπιμοι, ἐὰν εἰσήγοντο, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχον μελετηθῆ οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἠδύνατο βιομηχανία τις ὡρισμένη νὰ ἱδρυθῇ. Ἀμελετήτως εἰσαχθέντες οἱ δασμοὶ οὗτοι ἐπέτρεψαν εἰς διαφόρους βιομηχανίας νὰ προαχθῶσι χωρὶς καὶ νὰ δύνανται καὶ πραγματικῶς νὰ εὐδοκιμήσωσι, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνεπιστημονικῆς καὶ ἀντιοργανικῆς αὐτῆς νομοθεσίας ἐδημιουργήθησαν οἰκονομικαὶ σχέσεις καὶ ἐπλάσθησαν οἰκονομικαὶ ἀξίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι σήμερον, αἱ ὁποῖαι ὡς κείμεναι ἔχουσι βεβαίως καὶ αὐταὶ ἀξιώσεις προστασίας τινός, αἱ ὁποῖαι ὅμως κατὰ βάθος εἶναι ἐπιβλαβεῖς εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν αὐξάνουσαι τὸ σύνολον τῶν ἀπαιτουμένων δαπανῶν διὰ τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας. Τὸ δασμολόγιον τοῦτο, ὡς ὑπάρχει, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ ὑπάρχον, καὶ ἡ διαρρύθμισις τοῦ δασμολογίου ὑπῆρξεν ἓν τῶν κυριωτάτων καὶ πρωτίστων μελημάτων τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἰς τὴν μελέτην καὶ διαρρύθμισιν τοῦ δασμολογίου προέβημεν πρῶτον ἐπὶ τῇ βάσει διαρρυθμίσεως τῶν κλάσεων ἐπὶ τὸ ἐπιστημονικώτερον συμφώνως μᾶλλον πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς βιομηχανίας τῆς σημερινῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου τοῦ σημερινοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει μελέτης τῶν διαφόρων ὀργανώσεων ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπρυτάνευσαν εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν βιομηχανιῶν ἐκείνων αἵτινες ἐπιτρέπεται νὰ ἀπαιτήσωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον προστασίαν, ἐπὶ τῇ βάσει, λέγω, αὐτῶν τῶν ἀρχῶν ἡ Κυβέρνησις ἐμελέτησε καὶ προέβη εἰς διαρρύθμισιν νέου σχεδίου δασμολογίου μελετήσασα συγχρόνως καὶ τὸ ζήτημα τῆς διαπραγματεύσεως περὶ συνάψεως νέων ἐμπορικῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον ὑπὲρ αὑτῶν ἐπίσης τὸ ὅτι θὰ ἐστηρίζοντο ἐπὶ δασμολογίου ἀκριβεστέρου καὶ ἐπιστημονικώτερον διερρυθμισμένου. Αἱ ἐμπορικαὶ συμβάσεις θὰ ἀπέβλεπον εἰς τὸ νὰ ἀνοίξωσι κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ν’ ἀσφαλίσωσιν ἀγορὰς καταναλώσεως τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρωτίστως παράγει ἡ Ἑλλάς, ἀντὶ δὲ τῆς ἐξασφαλίσεως ταύτης θὰ ἔδιδεν ὡς ἀντάλλαγμα ἡ Ἑλλὰς ὠφελείας διὰ δασμῶν ἐπὶ ἑτοίμων ἰδίᾳ βιομηχανημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ βιομηχανία ἡμῶν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παραγάγῃ ἢ δὲν θὰ ἐπήρκει εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἤθελε διαπραγματευθῆ, δὲν θὰ ἐστηρίζοντο ὅλαι τουλάχιστον ἐπὶ τῆς ῥήτρας τῆς λεγομένης τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου κράτους, ἀλλὰ θὰ ἐπιζητήσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὸν καθορισμὸν δασμολογικῶν διατάξεων ἐν ταῖς συμβάσεσιν ἀπέχοντες τῶν μηχανικῶν ὅρων τῆς ῥήτρας, ἡ ὁποία ῥίπτει εἰς τὸ ἀβέβαιον τὰς συναλλαγὰς μεταξὺ τῶν ἑνουμένων διὰ συμβάσεως κρατῶν. Ἡ πρόοδος τῆς ἐργασίας τοῦ ὁριστικοῦ δασμολογίου ἔχει ἐπὶ τοσοῦτον συντελεσθῆ, ὥστε σήμερον θὰ ἠδυνάμεθα ὑπὸ ἄλλους ὅρους νὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη διαρρύθμισιν ὁλοκλήρου τοῦ δασμολογίου, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ αἱ συνθῆκαι τοῦ Κράτους ἡμῶν μετεβλήθησαν ἄρδην, αἱ νέαι χῶραι τὰς ὁποίας ἀπεκτήσαμεν ἔρχονται νὰ προσθέσωσι νέα στοιχεῖα εἰς τὸν πλοῦτον τῆς χώρας, νὰ προσθέσωσι νέους ὅρους εἰς τὴν ἐμπορικὴν καὶ βιομηχανικὴν ἐργασίαν τοῦ τόπου. Κατ’ ἀκολουθίαν τούτου δὲν ἠδυνάμεθα μὴ κατέχοντες εἰσέτι πλήρως τὰ διάφορα ζητήματα, τὰ σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὰς χώρας ταύτας, δὲν ἠδυνάμεθα οὔτε τὸ δασμολόγιον νὰ διαρρυθμίσωμεν ὁριστικῶς, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ ἔχωμεν προέλθει εἰς διαπραγματεύσεις περὶ ἐμπορικῶν συμβάσεων. Βλέπομεν δὲ παρακολουθοῦντες τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν ἐκ τῶν νέων ἡμῶν ἐπαρχιῶν, βλέπομεν ὅτι αἱ ἐμπορικαὶ ἡμῶν συναλλαγαὶ μετά τινων κρατῶν παρουσιάζουσι σήμερον μορφὴν ἐντελῶς διάφορον ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίαζον μέχρι τοῦδε, βλέπομεν αὐξανόμενα τὰ γεωργικὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἐξάγομεν, αὐξανόμενα ὄχι μόνον κατὰ ποσόν, ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιὸν καὶ κατὰ τὴν μορφήν. Ἑπομένως ἔχομεν σήμερον πολὺ περισσότερα στοιχεῖα εἰς χεῖρας ἡμῶν, ὅπως διαπραγματευθῶμεν ἐντελέστερον συνθήκας ἐμπορικάς. Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν σκέψεων τούτων ἐνομίσαμεν ὅτι ἐνεδεικνύετο ἡ μὴ ἐσπευσμένη διαπραγμάτευσις, μόνον δὲ ἀπὸ τοῦ νῦν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς διαπραγματεύσεις τοιαύτας, ὅπως καταλήξωμεν, ὡς ἐλπίζω, εἰς ἀποτελέσματα ἱκανοποιητικὰ διὰ τὴν παραγωγὴν ἡμῶν. Δεδομένου ὅμως τοῦ μὴ δυνατοῦ ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, τῆς εἰσαγωγῆς ὁλοκλήρου τοῦ δασμολογίου εἰς τὰς νέας χώρας, ἐρωτᾶται ποία θὰ εἶναι ἡ σχέσις, ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν δύο τμημάτων τῆς ἐπικρατείας; Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ Κυβέρνησις προτείνει τὰ ἑξῆς μέτρα ἐπὶ ὡρισμένων εἰδῶν εὐρείας καταναλώσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ἔχει ἐπιβάλει βαρεῖς δασμούς, καθαρῶς ταμιευτικοῦ χαρακτῆρος καὶ οὐχὶ οἰκονομικοῦ, μὴ ἀποβλέποντας δηλαδὴ εἰς προστασίαν τινά, ἀλλὰ μόνον εἰς ἐξασφάλισιν δημοσίων προσόδων ἐπὶ εἰδῶν τινων ἐκ τούτων ἡ Κυβέρνησις προτείνει μείωσιν τοῦ δασμοῦ καὶ ἐπέκτασιν τούτου καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, οὕτως ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἑνιαῖον δασμολογικὸν σύστημα καθ’ ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ εἴδη ταῦτα. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου τὸ μὲν δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀφορμὴ λαθρεμπορίου μεταξὺ δύο τμημάτων τῆς ἐπικρατείας, τὸ δὲ εἴδη εὐρείας καταναλώσεως θὰ τύχωσιν ἐκεῖ καὶ ἐδῶ τῆς αὐτῆς ἐπιβαρύνσεως, δὲν θὰ ἦτο ἄλλως δίκαιον, ἂν ὡρισμένα εἴδη ἐπίσης χρήσιμα ἐκεῖ ὅσον καὶ ἐδῶ εὑρίσκοντο ὑπὸ εὔνοιαν εἴς τι τῶν τμημάτων τῆς ἐπικρατείας. Παρὰ τὰ εἴδη ταῦτα τῆς εὐρείας καταναλώσεως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα τινὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα χωρὶς νὰ εἶναι εὐρείας καταναλώσεως ἐπιβάλλεται, ὅπως ἔχωσιν ἑνιαῖον δασμόν, συγχρόνως δὲ ἔχομεν καὶ πᾶν συμφέρον ἐνταῦθα νὰ μειώσωμεν τοὺς δασμοὺς τούτους, οἱ ὁποῖοι οὐδένα σκοπὸν οὔτε ταμιευτικόν, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον οἰκονομικὸν ἔχουσιν. Ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις προτείνει, ὅπως τὸ μέχρι τοῦδε ὑπάρχον σύστημα εἰς τὰς προσαρτηθείσας χώρας τῆς δασμολογήσεως πρὸς 11% κατ’ ἀξίαν αὐξηθῇ εἰς 15%. Τὸ 15% ad valorem βεβαίως δὲν εἶναι δασμός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπέρογκος· εἶναι δασμὸς ἄλλως τε ὁ ὁποῖος πρόκειται ὅσον οὔπω, ὡς φαίνεται, νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν ἀφ’ ἧς ἀπεσπάσθησαν αἱ νέαι ἡμῶν ἐπαρχίαι. Νομίζει δὲ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὰς νέας χώρας ὁλόκληρον τὸ ἡμέτερον δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει κατὰ μέσον ὅρον μεταξὺ 28–30% τὸ σύνολον τῆς ὑποκειμένης εἰσαγωγῆς μας, αὔξησις ἐν μέτρῳ τινι τῆς δασμολογήσεως εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας ἀπὸ τοῦ 11 εἰς τὸ 15%. Θέλω ἀναφέρει ὑμῖν λεπτομερῶς τοὺς νέους δασμοὺς τούτους, ὅπως λάβῃ ἡ Βουλὴ γνῶσιν αὐτῶν. Καὶ πρῶτον ἔχομεν δασμοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ ἰσχύσωσι καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον. Ἔχομεν ὄρυζαν (ἐδάφιον αʹ τῆς κλάσεως 23) τὸ ὁποῖον σήμερον πληρώνει 24, 65 κατὰ 100 ὀκάδας, θὰ πληρώνῃ 15. Κατ’ ἀναλογίαν μειοῦται καὶ τῆς ἄλλης ὀρύζης τῆς ἀκαθαρίστου ὁ δασμός. Ἡ μείωσις αὕτη ὅμως οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διότι τὸ εἶδος τοῦτο δὲν εἰσάγεται ἐδῶ. Διὰ τὸν ἐν τῷ ἐδαφίῳ αʹ τῆς κλάσεως 33 ἀναφερόμενον καφὲν ἄφρυκτον, εἰς φυσικὴν κατάστασιν, ὁ δασμὸς σήμερον εἶναι 145 κατὰ 100 ὀκάδας μειοῦται δὲ εἰς 80. Διὰ τὸ ἐν τῇ κλάσει 32 ἀναφερόμενον τέϊον ἀπὸ 5,70 κατ’ ὀκᾶν μειοῦται εἰς 2,20. Ἡ σάκχαρις, τῆς ὁποίας ὁ δασμὸς σήμερον εἶναι 57 λεπτά, θὰ δασμολογῆται μὲ 46. (Εὖγε!) Ἐπίσης ὑποβιβάζομεν τοὺς δασμοὺς τῶν ὀρυκτῶν ἐλαίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνδιαφέρουσι μὲν πολὺ τὴν εὐρεῖαν κατανάλωσιν, ἀλλ’ ἐνδιαφέρουσι πολὺ τὴν βιομηχανίαν, καὶ ὁ δασμὸς αὐτὸς εἶναι δασμὸς ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, διότι ἐπιβάλλεται ἐπὶ εἴδους πρωτίστης ἀνάγκης διὰ τὴν βιομηχανίαν δὲν ἀποβλέπει δὲ εἰς προστασίαν τινα. Ἀπὸ 72 δραχμὰς κατὰ 100 ὀκάδας, μειοῦται εἰς 20 δραχμάς. Ἡ βενζίνη ὑποβιβάζεται εἰς δραχμὰς 5 κατ’ ὀκᾶν.
§129Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀντί;
§130ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀντὶ 19.
§131Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θὰ μᾶς φέρητε καὶ αὐτοκίνητα!
§132ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα! Ἡ νάφθα ἡ ὀρυκτὴ καὶ τὰ ὑπολείμματα ταύτης ὡς εἶδος καύσιμον θὰ εἰσέρχηται ὑπὸ ἀτέλειαν. Μεταρρυθμίζομεν τὰς κλάσεις τοῦ δασμολογίου τὰς ἀναφερομένας εἰς τὰ αὐτοκίνητα, εἰς τὰς αὐτοκινήτους ἁμάξας, εἰς τὰ αὐτοκίνητα λεωφορεῖα καὶ τὰ σχετικὰ πρὸς ταῦτα. Δὲν ἀναφέρω λεπτομερῶς ἕνα ἕκαστον ἐξ αὐτῶν διότι αἱ κλάσεις εἶναι πολλαί, ὁπωσδήποτε ἡ ἔκπτωσις εἶναι σημαντική. Ὁ δασμὸς ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε ἦτο δασμός, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπραγματοποίῃ οὐδένα σκοπόν, διότι οὔτε ταμιευτικὸς ἦτο — διότι ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν αὐτοκινήτων βεβαίως δὲν ἐπρόκειτο νὰ εἰσπράξῃ ἀφθόνους προσόδους τὸ Δημόσιον — ἀλλ’ οὔτε καὶ οἰκονομικός, βεβαίως δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ βιομηχανία αὐτοκινήτου ἐδῶ. Ἦτο δασμός, ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη ὡς δασμὸς πλήττων εἶδος πολυτελείας καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ δασμὸς αὐτὸς ἐτέθη διὰ τὰ αὐτοκίνητα νὰ ἦταν ταῦτα ἀντικείμενα πολυτελείας τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἴσως νὰ ἐπιβαρυνθῶσι. Διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας ὅμως, ἰδίως δὲ διὰ τῆς μεγάλης χρήσεως τῶν αὐτοκινήτων πανταχοῦ τοῦ κόσμου, τὰ αὐτοκίνητα κατέστησαν κυριώτατον μέσον μεταφορᾶς καὶ αὐτῶν τῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ κυρίως παραγωγικαί. Ἑπομένως οὐδεὶς συντρέχει λόγος, ὅπως τὰ αὐτοκίνητα καὶ τὰ φορτηγὰ αὐτοκίνητα ἐπιβαρύνωνται πολύ, διότι οὔτε τὸ Δημόσιον εἰσπράττει ἱκανοποιητικὰ ποσὰ ἐξ αὐτῶν οὔτε εἰς ἄλλον σκοπὸν ἀποβλέπουσι. Τουναντίον διὰ τῆς εἰσαγωγῆς πολλῶν αὐτοκινήτων τὸ Δημόσιον θέλει εἰσπράξει περισσότερον ἀπὸ ὅσα εἰσπράττει διὰ τοῦ μεγάλου εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ.
§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσος εἶναι ὁ φόρος;
§134ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ῥυθμίζεται ὁ φόρος κατὰ τὸ βάρος τοῦ αὐτοκινήτου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δασμολογικῆς διαρρυθμίσεως τοῦ θέματος τούτου, τῆς γενομένης ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ.
§135Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὴν ὀκᾶν;
§136ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα· διότι ἡ δύναμις τῶν ἵππων εἶναι αὐθαίρετον κριτήριον. Σήμερον χρησιμεύουσιν ὡς βάσις αἱ 100 ὀκάδες. Αἱ φορτηγαὶ ἅμαξαι ἐπιβαρύνονται μὲ δασμὸν 15 δραχ. κατὰ 100 ὀκάδας χωρὶς νὰ δύναται ὁ δασμὸς νὰ ὑπερβῇ τὰς 275 δραχ. ἀντὶ τῶν ὑπὲρ τὰς 1000 τὰς ὁποίας καταβάλλουσι σήμερον. Ἀποτέλεσμα τούτου ἦτο ὅτι δὲν εἰσήγετο οὐδὲν αὐτοκίνητον, ἡ μὴ δὲ εἰσαγωγὴ τοιούτων ὑπῆρξεν αἰσθητοτάτη κατὰ τὸν πόλεμον, ὅτε ἠναγκάσθημεν ἐσπευσμένως νὰ παραγγείλωμεν ἀθρόως τοιαῦτα ἐπὶ ζημίᾳ μεγάλῃ. Τὰ ῥυμουλκούμενα μόνον μὲ 10% φορολογοῦνται, τὰ δὲ λεωφορεῖα αὐτοκίνητα μὲ 15 δραχμὰς χωρὶς νὰ δύναται τὸ ποσὸν νὰ ὑπερβῇ τὰς 300 δραχμάς. Κατόπιν ἔχομεν ἁμάξας αὐτοκινήτους συνήθεις, τῶν ὁποίων ἡ κατάταξις γίνεται κατὰ βάρος, διότι ὅσον βαρύτερον εἶναι τὸ αὐτοκίνητον τόσον ἡ ἀξία του αὐξάνει. Ἑπομένως δύναται καὶ προοδευτικῶς νὰ ἐπιβληθῇ ἡ φορολογία. Ἅμαξαι αὐτοκίνητοι μέχρι βάρους 600 χιλιογράμμων, αἱ ὁποῖαι εἶναι μικραὶ ὄχι πολυτελείας, ἐπιβαρύνονται μὲ δασμὸν 40 δραχ. κατὰ 100 ὀκάδας, δηλαδὴ ἐπὶ αὐτοκινήτων συνηθισμένων μικρῶν θὰ πληρώνωσιν 160 δραχ. ἀντὶ 700 δραχ., τὰ δὲ καουτσοὺκ τῶν αὐτοκινήτων, τὰ ὁποῖα σήμερον βαρύνοντο διὰ μεγάλου δασμοῦ θὰ πληρώνωσι 15 δραχ. κατὰ 100 ὀκάδ. Ἀλλὰ πλὴν αὐτῶν τῶν δασμολογικῶν μεταρρυθμίσεων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς δασμολογικὰς διατάξεις ἐπεκτεινομένας καθ’ ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν, ἡ Κυβέρνησις νομίζει τὴν περίστασιν ἐπίκαιρον ὅπως εἰσαγάγῃ μειώσεις τινὰς δασμολογικάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι ταμιευτικὸν χαρακτῆρα οὔτε οἰκονομικόν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐλάχιστα εἰσπράττει τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ βαρύνεται ἡ κατανάλωσις χωρὶς ἐκ τῆς ἐπιβαρύνσεως αὐτῆς νὰ ἐπέρχηται αὔξησίς τις οἰκονομικὴ ἐν τῷ τόπῳ διὰ τῆς προστασίας βιομηχανίας τινός. Τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὰς ἐν τῇ γʹ κλάσει ἀναφερομένας τροφάς. Γίνεται μείωσις ἀπὸ 2,90 δρ. εἰς 1,50. Αἱ ζωϊκαὶ τροφαὶ εἶναι τὰ διάφορα παστὰ κρέατα. Διὰ τὰ ἐν τῷ ἐδαφίῳ αʹ τῆς κλάσεως 12 ἀναφερόμενα ἐκτὸς τοῦ ὑφισταμένου δασμοῦ ἀπὸ 1,45 εἰς 1,71. Ἡ κλάσις ἀναφέρεται εἰς τὰ ψάρια τὰ παστά, κονσέρβες κτλ. Διὰ τὰς ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ κλάσεως 12 ἀναφερομένας σαρδέλλες ἀπὸ 2,70 εἰς 1,00 δραχ. Διὰ τὰς ἀμυλώδεις οὐσίας κλάσεως 22, αἱ ὁποῖαι πληρώνουσι 1,45, εἰς 58 λεπ. Αἱ ἀμυλώδεις οὐσίαι εἶναι τὸ ἀραρούτ, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζεται ὁ λαὸς πρὸς τροφὴν τῶν μικρῶν παιδίων, τὸ ὁποῖον εἶναι βεβαρημένον πολὺ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος. Ἐπίσης μεταρρυθμίζομεν τὴν κλάσιν 106, γάλα ἀπεστειρωμένον ἀπὸ 1,45 ἕως 0,72. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον κατεδείχθη ἀνάγκη ἀφθόνου γάλακτος, τὸ γάλα δὲ τὸ ὁποῖον ἠδυνήθημεν νὰ προμηθευθῶμεν εἶχε τιμὴν ἀκριβοτάτην, ἐνῷ δύνανται νὰ μεταχειρισθῶσι τὰ νοσοκομεῖα γάλα συμπεπυκνωμένον ἢ ἀπεστειρωμένον ἐρχόμενον ἔξωθεν, ἀλλ’ ὁ δασμὸς ἦτο τόσον ὑψηλός, ὥστε ἦτο ἀδύνατος ἡ χρῆσις αὐτοῦ ἑπομένως καὶ τούτου μειοῦται ἡ τιμὴ χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οὔτε ἄλλη τις. Καθότι ἀφορᾷ εἰς τὰς νέας χώρας, ἐπεκτείνομεν τὰς διατάξεις τοῦ ἡμετέρου δασμολογίου, τὰς ἀναφερομένας ἐν τῷ ἐδαφίῳ ΒΓ κλάσεως 6, ὡς καὶ τῶν 112, 113 καὶ 114, αἱ κλάσεις αὗται ἀναφέρονται εἰς τὰ δέρματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν βιομηχανίαν τῶν δερμάτων, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ τόσον ἐδῶ ὅσον καὶ εἰς τὰς χώρας, τὰς ὁποίας κατελάβομεν, εὑρέθημεν πρὸ συγκρούσεως ἐπανειλημμένως μεταξὺ τῶν ἐκεῖ καὶ ἐδῶ ἐργαζομένων. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ὑπὸ τὸ διάφορον δασμολογικὸν καθεστώς, ὑφ’ ὃ ἐβίουν αἱ βιομηχανίαι αὗται, ἐκ τοῦ σύνεγγυς νὰ παρακολουθῶμεν συνεχῶς διὰ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως τὴν εἰσαγωγὴν τούτων, ὡς ὤφειλε νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ μὴ παρακολούθησις αὕτη καὶ ἡ μὴ παρεμπόδισις ἔφερε ζημίας ὡρισμένας, τὰ βιομηχανικὰ δὲ καὶ ἐμπορικὰ συμφέροντα δύο τμημάτων τῆς χώρας συνεκρούοντο, διότι ὑπὸ διαφόρους συνθήκας ἔζων ἐκεῖ καὶ παρήγοντο καὶ ὑπὸ διαφόρους συνθήκας ἐδῶ, εἴχομεν δὲ ἐπανειλημμένην ἀφορμὴν ν’ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Νομίζομεν δὲ ὅτι ῥυθμίζεται δικαιότερον τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν ὑπαγάγωμεν τὴν βιομηχανίαν ταύτην ὑπὸ ὁμοίας δασμολογικὰς διατάξεις. Δὲν ἦτο δὲ συμφέρον νὰ μὴ εἰσαγάγωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐκ τῆς ἀπόψεως πλέον τῆς καθαρῶς ταμιευτικῆς, διότι ἡ δασμολόγησις τῶν κατειργασμένων δερμάτων τῶν ἐρχομένων ἑτοίμων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἶναι 11 ἢ 15%, συμφέρει δὲ εἰς τὸν ἔμπορον, ὅστις δύναται νὰ φέρῃ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς δέρματα ἕτοιμα, νὰ τὰ παρουσιάζῃ ὡς δῆθεν προϊόντα τῶν νέων χωρῶν καὶ νὰ τὰ εἰσάγῃ ἐκεῖθεν ἀτελῶς ἐνταῦθα. Θὰ μοὶ εἴπητε: δὲν δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσωμεν τὰ δέρματα ταῦτα καὶ νὰ φέρωμεν ἐμπόδια καὶ νὰ ζητῶμεν πιστοποιητικά; Προσεπαθήσαμεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὰ δέρματα τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι οὔτε εὔκολον οὔτε καὶ σκόπιμον. Αἱ σκέψεις αὐταὶ μᾶς ἤγαγον εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ θέσωμεν ὑπὸ τὸ κοινὸν δίκαιον τὸν κλάδον αὐτὸν τῆς βιομηχανίας τόσον εἰς τὰς νέας χώρας, ὅσον καὶ ἐδῶ. Ἀλλ’ εἰς τὰς νέας χώρας σήμερον εἶδος, τὸ ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι φορολογεῖται βαρύτατα καὶ εἶναι ἀντικείμενον μονοπωλίου, τὸ πετρέλαιον, πληττόμενον διὰ φόρου καταναλώσεως κυμαινομένου ἀναλόγως τῆς ἀξίας τῆς ἀγοραίας τοῦ εἴδους τούτου μεταξὺ 400–500 τοῖς ἑκατόν, εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας πλήττεται μὲ 11%. Ἡ διαφορὰ εἶναι τεραστία. Ἐπέκτασιν βεβαίως τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου εἰς τὰς νέας χώρας οὔτε διενοήθημεν, τὴν βαρυτάτην αὐτὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία πλήττει ἐπαχθῶς, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ δημοσίου ταμείου ἀσκόπως, εἶδος εὐρυτάτης καταναλώσεως, εἶδος ἀναγκαστικῆς καταναλώσεως, δὲν διενοήθημεν, λέγω, ὅτι πρέπει οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς φορολογίας οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Δὲν δυνάμεθα ὅμως ἐξ ἄλλου νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν δασμὸν τοῦ 11 ἢ 15%, διότι καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ εἶναι βεβαίως ἐκ τῶν εἰδῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ εἰσφέρωσι γενναίως εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ταμείου, εἶναι ἄλλως ἐκ τῶν εἰδῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα, ὅταν λελογισμένως πληχθῶσι διὰ φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως αὐτῶν, πραγματοποιοῦσι τὴν φορολογίαν τῶν τάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν φορολογοῦνται ἄλλως ἢ φορολογοῦνται πολὺ ἐλαφρῶς. Ἐνομίσαμεν ὅτι θὰ ἔπρεπε τὴν ἀρχὴν ταύτην νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν βαρυτέραν τῆς ἤδη ὑπαρχούσης καὶ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου ἀφήνοντες ἐλεύθερον ὅμως αὐτὸ εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰσάγοντες μόνον εἰσαγωγικὸν δασμὸν ἐπὶ τοῦ πετρελαίου. Καὶ ὁ δασμὸς αὐτὸς εἶναι 20 δραχμαὶ εἰς 100 ὀκάδας διὰ τὸ διεσκευασμένον ἐν δοχείοις, εἰς χῦμα δὲ 22 δραχμαί. Ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι, ὅταν εἶναι εἰς δοχεῖα, ἐπιβαρύνεται καὶ τὸ δοχεῖον διὰ τοῦ αὐτοῦ δασμοῦ, ἐπιτρέπομεν δὲ διὰ τοῦ περιθωρίου τῶν 2 λεπτῶν νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ κατασκευὴ τῶν δοχείων ἐν τῷ τόπῳ.
§137Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ συνεπάγεται μίαν δημιουργίαν φορολογικῆς ζώνης εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα.
§138ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως. Ἀμφιβάλλετε περὶ τούτου; Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἡ ὕπαρξις δύο δασμολογίων βεβαίως ἐπάγεται ζώνην, ἀλλὰ τὸ κακὸν τῆς ἐσωτερικῆς ζώνης καὶ τὸ κακὸν τῆς λαθρεμπορίας, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑπάρξῃ, εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπήρχετο, ἐὰν ἐπεξετείνομεν ὁλόκληρον τὸ δασμολόγιον εἰς τὰς νέας χώρας καὶ εἴχομεν πλὴν τῶν ἄλλων κακῶν καὶ οἰκονομικὰς συνεπείας ἐκ τῆς δημιουργίας νέων βιομηχανιῶν μὴ βιωσίμων εἰς τὰς νέας αὐτὰς χώρας κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἰδικῶν μας παλαιῶν δασμῶν καὶ θὰ εἴχομεν τότε βραδύτερον νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ ἐκεῖ ζητήματα νέων βιομηχανιῶν θνησιγενῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶχον προστασίαν καὶ εἰς τὸ μέλλον ἕνεκα τῶν ἐντελῶς παραλόγων δασμῶν τοῦ παρόντος. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ῥύθμισιν τοῦ ζητήματος τῆς δασμολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν· αἱ σκέψεις, ἀφ’ ὧν ὡρμήθημεν ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, εἶναι ὅτι ἀφομοίωσιν τελωνιακὴν δὲν ἔπρεπε ἀλλ’ οὔτε καὶ δυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν, διότι βεβαίως δὲν εἶναι σκέψις σοβαρὰ νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν διὰ τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου τοῦ ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ ἐπιβεβλημένου, τὸν σῖτον τὸν εἰσαγόμενον καὶ εἰς τὰς νέας προσαρτηθείσας χώρας. Αἱ ἐπαρχίαι αὗται βαρύνονται σήμερον μὲ μόνον 11% κατ’ ἀξίαν τῶν εἰσαγομένων δημητριακῶν, δηλαδὴ μὲ 3½ περίπου λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν σίτου, θὰ ἦτο δὲ ἐντελῶς παράλογον νὰ φορολογήσωμεν τὸν σῖτον πρὸς 9 λεπτὰ περίπου κατ’ ὀκᾶν, μὲ τὸν ἐνταῦθα δηλ. δασμόν. Ἡ διαφορὰ αὕτη μεταξὺ τῶν 3½ καὶ τῶν 9 λεπτῶν θὰ εἶχεν ἀντίκτυπον ἄμεσον καὶ σφοδρότατον πρώτιστα ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, θὰ εἶχεν ἐπίσης ἀντίκτυπον ἐπικίνδυνον ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν ἡμερομισθίων, τὰ ὁποῖα ἀμέσως θὰ ηὔξανον, θὰ εἶχεν ὅμως τέλος ἀντίκτυπον καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων καὶ τῶν πραγμάτων ἐν γένει, μὴ προερχόμενον ὅμως ἐκ δεδικαιολογημένης αἰτίας. Κατ’ ἀκολουθίαν πάντων τούτων, τῆς συνολικῆς δηλ. μετακινήσεως τῶν διαφόρων ἀξιῶν, ἐνομίσαμεν ὅτι καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν σῖτον δὲν ἔπρεπε νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν διὰ τὰ λοιπὰ εἴδη, τῆς αὐξήσεως δηλ. τοῦ δασμοῦ ἀπὸ 11% εἰς 15% κατ’ ἐκτίμησιν. Αἱ νέαι ἐπαρχίαι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἀπολύτως σιτάρκεις. Τουναντίον ἐκ τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς, φαίνεται ὅτι ὡρισμένον ποσὸν σίτου εἰσάγεται εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς.
§139Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δεδομένα τίνος ἐποχῆς;
§140Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τῆς ἐφετεινῆς.
§141Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐφέτος δὲν ἐκαλλιέργησαν.
§142Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐκαλλιέργησαν.
§143Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τουναντίον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ Δημόσιον νὰ τοῖς δώσῃ ἄρτον.
§144Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αἱ χῶραι αὗται δὲν φαίνεται νὰ εἶναι σήμερον ἀπολύτως σιτάρκεις, καίτοι δὲν δυνάμεθα μετὰ πλήρους ἀκριβείας νὰ γνωρίζωμεν τοῦτο. Ἴσως αἱ ἐπαρχίαι τῆς Μακεδονίας, αἱ ὁποῖαι περιῆλθον εἰς ἡμᾶς, εἶναι ὀλιγώτερον σιτάρκεις ἀφ’ ὅτι εἶναι αἱ λοιπαὶ καὶ ἴσως ἀπὸ σήμερον ἡ εἰσαγωγὴ δημητριακῶν ἐν Μακεδονίᾳ, ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Μακεδονίᾳ, ἐν τῷ τμήματι τῷ Ἑλληνικῷ, ἴσως θὰ εἶναι περισσοτέρα παρ’ ὅτι ἦτο κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, τοῦτο δὲ διότι ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἶναι πολὺ μᾶλλον διαδεδομένη εἰς τὰ βορειότερα μέρη, ἐνῷ τουναντίον εἰς τὰ ἀνατολικώτερα προέχει ἡ καλλιέργεια ἄλλων πολυτίμων προϊόντων. Ὁπωσδήποτε εἰσαγωγὴ δημητριακῶν καρπῶν γίνεται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ δὴ ἐκ Ῥωσίας, Ῥουμανίας, Βουλγαρίας. Θὰ ἦτο νῦν ἐνδεχόμενον, ἐὰν ἐπετρέπομεν τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν δημητριακῶν καρπῶν ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν εἰς τὴν παλιὰν Ἑλλάδα, θὰ ἦτο δυνατόν, λέγω, νὰ εἴχομεν ἀθρόαν εἰσαγωγὴν ξένων δημητριακῶν καρπῶν ἢ δημητριακῶν καρπῶν ἐγχωρίων μόνον, ἀλλ’ εἰς τὴν θέσιν τῶν ὁποίων θὰ εἶχον τοποθετηθῆ ἄλλοι ἔξωθεν εἰσαγόμενοι. Καὶ ἑπομένως θὰ εἴχομεν καταδολίευσιν εἰς βάρος τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου τοῦ εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα ἐπιβεβλημένου. Καὶ βεβαίως ἴσως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν καταναλωτῶν τὸ πρᾶγμα τοῦτο ἴσως νὰ μὴ ἦτο δυσάρεστον· ἀλλὰ τὴν γνώμην αὐτὴν δὲν δύνανται νὰ τὴν ἀσπασθῶσιν οὕτως οἱ ἀποβλέποντες εἰς τὴν οἰκονομικὴν σημασίαν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου διὰ τὴν ἐγχωρίαν παραγωγήν, δὲν δύναται ὅμως νὰ τὴν ἔχῃ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἠναγκασμένος νὰ φροντίζῃ ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ καταδολίευσις τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ σημαντικὴ ἐντεῦθεν μείωσις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ κινδύνου τούτου ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι πρέπει ὄχι ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ἐκ τῶν νέων χωρῶν ἢ νὰ θεωρήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ταύτην ὡς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προερχομένην, ἑπομένως ὑποκειμένην εἰς τὴν πληρωμὴν ὁλοκλήρου τοῦ δασμοῦ τῶν 9 περίπου λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλὰ νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ τέλος μεταφορᾶς ἐπὶ τῶν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μεταφερομένων δημητριακῶν καρπῶν. Ἐπιτρέπεται δηλ. μόνον ἡ ἐλευθέρα κίνησις δημητριακῶν καρπῶν μεταξὺ τῶν καταληφθεισῶν ἐπαρχιῶν. Προκειμένου ὅμως νὰ γίνῃ μεταφορὰ τούτων εἰς τὸ παλαιὸν Βασίλειον, καταβάλλεται τέλος τριῶν μὲν λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ τοῦ σμιγοῦ, δύο δὲ λεπτῶν διὰ τοὺς λοιποὺς δημητριακοὺς καρπούς. Τὸ τέλος τοῦτο τῆς μεταφορᾶς εἰσπραττόμενον δὲν θὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἀλλὰ θὰ διατίθεται ὑπὲρ δημοσίων ἔργων τῶν νέων ἐπαρχιῶν κατὰ τὴν περὶ τούτου γενησομένην νομοθετικὴν ῥύθμισιν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου νομίζομεν ὅτι θὰ κόψωμεν πρὸ παντὸς τὰς τάσεις τῆς λαθραίας εἰσαγωγῆς δημητριακῶν καρπῶν δῆθεν Μακεδονικῆς προελεύσεως, πράγματι ὅμως ὄχι ἐντοπίας παραγωγῆς, ἀλλὰ προελεύσεως κυρίας ζώνης. Ἐπειδὴ δ’ ἐξ ἄλλου ἔχομεν δεδομένον ὅτι αἱ ἐπαρχίαι αὐταὶ δὲν εἶναι σιτάρκεις, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι αὐταὶ ἔχουσιν ἀνάγκην εἰσαγωγῆς ξένων σιτηρῶν πρὸς ἐπάρκειαν, δὲν ἀποκόπτομεν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς τίποτε, τὸ ὁποῖον ν’ ἀνήκῃ πραγματικῶς εἰς αὐτάς, διότι δὲν θὰ μᾶς δώσωσιν ἐκ τῆς περισσείας τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αὗται, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνου τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχωσιν καὶ τὸ ὁποῖον θ’ ἀντικαταστήσωσι δι’ ἄλλου. Διὰ τοῦ τέλους ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς νομίζομεν ὅτι θὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὰς ὀρέξεις μᾶλλον ἐκείνων οἵτινες θὰ θέλωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸν ἐλαφρὸν δασμὸν παρ’ ὅ,τι θὰ εἶνε πραγματικὸν βάρος.
§145Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἴπετε τὸ 11% θὰ γίνῃ 15; Δηλαδὴ 4%.
§146ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι 4 ἀλλὰ 4½ καὶ 3, τὸ ὅλον 7½% διὰ τῆς κατὰ θάλασσαν μεταφορᾶς. Κατὰ ξηρὰν εἶναι ἐλεύθερος.
§147Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ κατὰ θάλασσαν μεταφορὰ δημιουργεῖ λαθρεμπόριον;
§148ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι πολὺ μικρόν. Δὲν θὰ ἐδίσταζον ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ, ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως ἀποδειχθῇ ἡ ἀνεπάρκειά του, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ 3 εἶναι ἐπαρκές, τὸ περιθώριον δὲ τὸ ὁποῖον μένει δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τοιοῦτον ὥστε νὰ τὸ φοβώμεθα. Σημειώσατε ὅτι δὲν εἶναι 9 λεπτά· εἶναι 8 καὶ 80.
§149ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ὁ ἐμπορευόμενος ἀρκεῖται εἰς κέρδος ἑνὸς φράγκου κατὰ τόννον εἰς τὰ σιτηρά, φαντάζεσθε δὲ τί δύναται νὰ γίνῃ ὅταν ἔχῃ κέρδος 20 δραχμὰς κατὰ τόννον.
§150ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νομίζω ὅτι, ἐὰν τὸ περιθώριον εἶναι μέγα, κατὰ βάθος ἡ ὠφέλεια θὰ εἶναι ὠφέλεια ὑπὲρ τῆς κοινωνίας καὶ ὄχι ὑπὲρ ἄλλου τινός. Ἔχω ἁπτὰ τὰ διδάγματα ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας.
§151ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἐπιτρέπηται καὶ ἡ εἰσαγωγὴ ἀλεύρων ἐκ τῆς νέας Ἑλλάδος;
§152ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι· ἄλλως τε δὲν ὑπάρχει βιομηχανία ἐπαρκὴς ἐκεῖ.
§153Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δύναται νὰ γίνῃ.
§154ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπίσης ἐπεκτείνοντες εἰδικοὺς δασμοὺς τοῦ ἡμετέρου δασμολογίου εἰς τὰς νέας χώρας, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκτείνωμεν καὶ σχετικὰς διατάξεις τοῦ τελωνιακοῦ ἡμῶν νόμου τὰς ἀναφερομένας εἰς τὰς διασαφήσεις. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως ταύτῃ νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἐνδεδειγμένον νὰ διορθώσωμεν κακόν τι κείμενον ἐν τῷ ἡμετέρῳ δασμολογίῳ. Διατάξεις τινὲς τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ῥηθέντος νόμου, γνωρίζουσιν αὐτὰς οἱ ἐμπορευόμενοι κάλλιστα, ἐπιβάλλουσι διαφόρους ποινὰς χρηματικάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπέρογκοι καὶ ἐνίοτε ἀδικαιολόγητοι. Τὰς χρηματικὰς αὐτὰς ποινὰς μειοῦμεν κατὰ τὸ ἥμισυ φρονοῦντες ὅτι θὰ εἶναι ἐπαρκέσταται, ὅπως φέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα, συγχρόνως δὲ καταργοῦμεν τὴν διάταξιν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου ἐκείνου. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀστήρικτος, διότι καταδικάζομεν ἀνθρώπους ἀμέσως μὴ ἔχοντας γνῶσιν τῶν γενομένων εἰς χρηματικὰς ποινάς. Ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἐγχώρια προϊόντα καὶ τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα τῶν νέων χωρῶν θὰ εἰσάγωνται ἐδῶ ἀτελῶς, ἐφ’ ὅσον ἀποδεδειγμένως εἶναι προϊόντα τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς. Ζητοῦμεν διὰ τοῦ νόμου τούτου καὶ τὴν ἵδρυσιν χημικῶν ἐργαστηρίων εἰς τὰς νέας χώρας ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν. Οὕτως ἔχει ἐν συνόλῳ τὸ δασμολογικὸν νομοσχέδιον ἢ μᾶλλον αἱ μεταρρυθμίσεις αἱ δασμολογικαί, τὰς ὁποίας προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν, ὅπως ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς τὰς νέας χώρας.
§155ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διετάχθησαν τὰ τελωνεῖα εἰς τὰς νέας χώρας;
§156ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§157Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἂν ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς δασμολογήσεως, θ’ ἀφεθῶσι τοῦ δασμοῦ καί τινα εἴδη τῆς νέας Ἑλλάδος πρὸς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Δασμολογικὴ μεταρρύθμισις σημαίνει διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα ἐλάφρυνσιν δασμολογικήν, διὰ τὴν νέαν Ἑλλάδα ἐπιβάρυνσιν πέρα τοῦ 16% τῆς δασμολογήσεως. Ἐρωτῶ παρὰ τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ὑπὸ μελέτην παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἕτερον μέτρον ἐλαφρύνσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι τῆς ἄλλως τε βαρυτάτης καὶ δι’ ἡμᾶς αὐτούς, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ μία ἰσορροπία φορολογίας χωρὶς ἐν τῷ συνόλῳ νὰ ὑπάρχῃ ἐπιβάρυνσις φορολογική;
§158Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐὰν εἴχετε ἀκούσει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰσηγούμενος κατ’ ἀρχὴν εἶπον ἡ ἐρώτησίς σας θὰ καθίστατο περιττή. Εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ φορολογία ἡ ἄμεσος ἐκ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς εἶναι ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις βαρυτάτη ἕνεκεν τῶν φορολογικῶν ἀρχῶν αἵτινες διέπουσι τὴν τουρκικὴν νομοθεσίαν, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, λέγω, ἀντενδείκνυται ἡ εἰσαγωγὴ ὁλοκλήρου τῆς δασμολογικῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλλάδος, διότι θὰ εἴχομεν μίαν ἐπιβάρυνσιν ἡ ὁποία ἀληθῶς θὰ ἦτο μεγάλη καὶ δυσβάστακτος· δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς προτείνομεν δασμολόγησιν κατὰ πολὺ μετριωτέραν τῆς ἰδικῆς μας. Εἶπον δὲ προσέτι ὅτι θέλομεν ὑποβάλει, ὄχι σήμερον, ἀλλὰ βραδύτερον, νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιφέρωμεν βελτιώσεις τοιαύτας ἐν τῇ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις κειμένῃ φορολογίᾳ τῆς παραγωγῆς, ὥστε ἐν τῷ συνόλῳ νὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν. Ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω ὅτι ἡ σημερινὴ φορολογία ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ εἶναι βαρυτάτη, ἡ μεγάλη ὅμως αὕτη φορολογία ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν ἄδηλον φορολογίαν ἕνεκα τῶν συνθηκῶν καὶ ἕξεων καὶ ἄλλων δεδομένων τοῦ ἐκεῖ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου. Ὅλοι οἱ ὅροι οὗτοι δὲν λέγω ὅτι θὰ ἐκλείψωσιν ὡς διὰ μαγείας ἅμα τῇ εἰσόδῳ τῆς ἑλληνικῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἤδη ἔχομεν ἀποτελέσματα τῆς νέας διοικήσεως, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται νὰ εἴμεθα ἱκανοποιημένοι· ἤδη ἔχει ἐπέλθει σχετικὴ ἐλάφρυνσις ἕνεκα τῆς κατ’ ἄλλον τρόπον ἐνεργουμένης βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως. Ἔχομεν δὲ σὺν τοῖς ἄλλοις ἁπτὴν ἀπόδειξιν ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ μέχρι τῆς ὁριστικῆς προσαρτήσεως τῶν χωρῶν τούτων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἑταιρεία ἡ ἰδία τοῦ Μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ ἐξέφρασε πρὸς ἡμᾶς τὰς εὐχαριστίας της, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀσκοῦσα τὴν ἐποπτείαν τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἤσκει αὕτη κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἐξέφρασε πρὸς ἡμᾶς τὰς εὐχαριστίας της διὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα παρέσχεν ἡ Ἑλληνικὴ Διοίκησις ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις αὐτῆς. Τὸ προκείμενον δασμολογικὸν νομοσχέδιον, ἐφ’ ὅσον εἰσάγει αὐξήσεις δασμῶν, ἐφαρμόζεται ἅμα τῇ καταθέσει του εἰς τὴν Βουλήν· ἑπομένως ἀπὸ αὔριον κατ’ οὐσίαν ἐν ταῖς νέαις χώραις θὰ ἐπέλθῃ ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένη αὔξησις δασμῶν, τῆς ἰσχύος αὐτῆς ἀπὸ σήμερον ἐπιτρεπομένης ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Αἱ μειώσεις ὅμως δὲν θὰ ἰσχύωσιν ἀπὸ σήμερον, ἀλλ’ ἅμα τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο θὰ εἶναι οἰκονομικῶς κακόν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ εἰσαγωγὴ ἐν τῇ ἀπόψει τῆς ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν αὐτῶν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ παραλάβῃ ὅ,τι πρέπει νὰ παραλάβῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς καταναλώσεως, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ θὰ ἐπέλθῃ στενότης τις εἰς τὸ ποσὸν τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ἡ κατανάλωσις καὶ ἑπομένως θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τιμῶν. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ἐνδείκνυται, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιβληθῇ διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν της, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις προτείνει εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως κηρύξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατεπεῖγον καὶ ψηφίσῃ αὐτὸ κατ’ ἀρχήν.
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§160Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, γνωρίζετε πόση εἶναι ἡ κατανάλωσις τῆς σακχάρεως σήμερον ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν ταῖς νέαις χώραις ἐν γένει κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἄτομον;
§161ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὡρισμένως καὶ ἀκριβῶς δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, διότι αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔχω ἀναφέρονται καὶ εἰς τμήματα τὰ ὁποῖα δὲν ὑπόκεινται ὅλα ὑπὸ τὴν διοίκησιν τὴν ἑλληνικήν. Ὑποθέτομεν ὅτι τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως ἐν ταῖς νέαις χώραις περιλαμβανομένης καὶ τῆς Κρήτης ὑπερβαίνει τὰ δέκα ἑκατομμύρια.
§162Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Περὶ Κρήτης ὑπάρχει εἰδικὴ πληροφορία;
§163ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν ἔχω αὐτὴν πρόχειρον.
§164Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅ,τι γνωρίζομεν περὶ τῆς καταναλώσεως τῶν διαφόρων προϊόντων γνωρίζομεν αὐτὸ ἀπὸ τὰς ἐκθέσεις τῶν Ἄγγλων Προξένων.
§165ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τῶν Ἄγγλων καὶ τῶν Αὐστριακῶν.
§166Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ κατανάλωσις τῆς σακχάρεως μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ηὔξησε καὶ ἐνῷ πρότερον ἦτο περίπου δύο καὶ ἥμισυ ὀκάδες κατ’ ἄτομον ἤδη ἀνῆλθεν εἰς τέσσαρες κατ’ ἄτομον. Ἐν Μακεδονίᾳ κατὰ τὰς ἀγγλικὰς στατιστικὰς ἔχομεν κατανάλωσιν ἕξ ὀκάδων κατ’ ἄτομον. Ἐν Κρήτῃ πόσην κατανάλωσιν ἔχομεν;
§167ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω ὡρισμένως.
§168Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι ἀνωτέρα τῆς νῦν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐν Σμύρνῃ εἶναι ἐννέα. Ἡ κατανάλωσις τῆς σακχάρεως διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ αὐξάνει καὶ ὑποθέτω ὅτι ἐλαττουμένου ἔτι μᾶλλον τοῦ δασμοῦ θὰ χρησιμεύσῃ ἡ σάκχαρις εἰς χρήσεις βιομηχανικὰς περισσοτέρας σύμφωνα μὲ τὰ ἡμέτερα ἔθιμα.
§169ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν εἴχομεν μίαν φορολογίαν τῆς σακχάρεως 107 τοῖς ἑκατόν. Ἀπὸ 107 κατήλθομεν εἰς τὰ 50% καὶ σήμερον εἰς τὰ 45%.
§170Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι βέβαιον, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἔχωμεν πληροφορίας τινὰς κατὰ τὴν συζήτησιν, ἵνα ἴδωμεν, ἂν εἶναι δυνατὸν ἡ φορολογία τῆς σακχάρεως νὰ κατέλθῃ ἔτι μᾶλλον ἵνα αὐξήσῃ ἡ κατανάλωσις καὶ προστατευθῇ ἡ κυρίως καὶ ἐμμέσως μὲ τὴν σάκχαριν συνδεομένη βιομηχανία ἑνὸς τῶν κυρίων προϊόντων μας, τῶν καρπῶν, οἵτινες σήμερον, δύναταί τις εἰπεῖν, εἰς τὴν ἐποχήν των ὡς ἐκ τῆς ἁδρᾶς προσφορᾶς σχεδὸν μένουσιν ἀχρησιμοποίητοι.
§171Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ τῆς ἀμέσου ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν, τὴν ὁποίαν προτείνει, θὰ προκύψῃ ζημία τοῦ ἐμπορίου καὶ ἰδίως ἐκείνων, οἵτινες κατέχουσι ποσότητας μεγάλας τῶν προϊόντων, ὧν ὑποβιβάζεται τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος. Πέρυσι κατὰ τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὡρισμένα μέτρα, ἵνα μὴ πλήξῃ τὸ ἐμπόριον. Ἡ σάκχαρις καὶ ἡ ὄρυζα, ὧν μειοῦται ὁ δασμός, εἶναι ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ εὐρυτάτης καταναλώσεως. Εἰς τὰ μέρη λοιπὸν ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει διαμετακόμισις, πιθανὸν τὸ ἐμπόριον νὰ ἔχῃ ἀποτεταμιευμένον μέγα ποσὸν ἐκ τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, ὁπότε θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη ζημία εἰς τοῦτο ἐκ τῆς ἀμέσου ἐφαρμογῆς τῆς νέας τελωνιακῆς φορολογίας.
§172ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σάκχαριν πέρυσιν, ὅτε προετείνετο ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου, εἶχον ληφθῆ ἐκεῖνα τὰ μέτρα ἀκριβῶς, διότι δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ ἄμεσος ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ σακχάρεως, ὥστε νὰ εἶναι ἀπότομος ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ δασμοῦ αὐτοῦ· ἕνεκα τούτου ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα μέτρα. Σήμερον ὅμως, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ ἀμέσως εἰς ἐφαρμογήν, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις, δὲν ὑπάρχει ἀποχρῶν λόγος νὰ λάβωμεν μέτρα περὶ ἀσφαλείας.
§173Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα προστατευτικὰ τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον κατέχει ποσὸν ἐκ τῶν ἐμπορευμάτων ὧν ἐπιζητεῖται σήμερον ἡ μείωσις τοῦ φόρου, διότι ἄνευ τῶν μέτρων τούτων δὲν θὰ δύναται νὰ συναγωνισθῇ τοῦτο πρὸς τὸ ἐμπόριον τῆς αὔριον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγῃ μὲ ἠλαττωμένην τιμὴν ὅλα τὰ εἴδη ὧν μειοῦται ὁ εἰσαγωγικὸς δασμός.
§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετασθῇ καὶ αὐτό.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου καὶ μερικῆς ἐπεκτάσεώς του ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἔχει τις τὸν λόγον;
§176Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ, ἐὰν εἰς τὰς μειώσεις περιλαμβάνῃ καὶ τὸ κατ’ ἐξοχὴν εἶδος, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἑλκύσῃ πρὸ παντὸς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ χωρὶς νὰ εἴπω περισσότερα, ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ γνωρίζει, τὸ ὀνομάζω ἀμέσως, τὸν φόρον περὶ τῶν σπερματσέτων, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ εἶδος τοῦτο χάριν μιᾶς Ἑταιρείας προστατεύεται κατὰ τρόπον λῃστεύοντα τὴν κοινωνίαν, χωρὶς καθόλου ἡ λέξις νὰ εἶναι ὑπερβολική.
§177Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Εἶναι ἀντικείμενον, κύριε Πρόεδρε, τοῦτο, τοῦ ὁποίου γίνεται χρῆσις ἀπὸ τῆς καλύβης τοῦ τελευταίου χωρικοῦ μέχρι τῶν Ἀνακτόρων.
§178Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος. Εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος καὶ διὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ῥυθμίζει, ἤτοι τὸ ζήτημα τῆς συσχετίσεως τῆς φορολογίας μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ τμήματος τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἄρτι προσαρτηθέντος, εἶναι ὅμως ἐπίσης μεγίστης σπουδαιότητος καὶ διὰ τὰς κατ’ ἰδίαν προτάσεις περὶ δασμολογικῶν μεταβολῶν καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐκεῖ. Νομίζων ὅτι θέμα τοιοῦτον ἔχει ἀνάγκην πλήρους καὶ διαφωτιστικῆς συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ τὸ ψηφίσωμεν, χωρὶς κἂν νὰ τὸ ἴδωμεν, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωμεν εἰς τὸ διάστημα τῶν ὑπολειπομένων μέχρι τῶν διακοπῶν ἡμερῶν, αἱ ὁποῖαι ἀγνοῶ ἂν εἶναι τόσαι, ὅσαι ἀπαιτοῦνται κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἵνα ψηφισθῇ μέχρι τῶν Χριστουγέννων. Καὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητῶ τοῦτο, εἶναι προφανής· κατατεθέντος τοῦ νομοσχεδίου αἱ δασμολογικαὶ αὐξήσεις ἐφαρμόζονται συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους ἀπὸ σήμερον, ἐνῷ ἐξ ἄλλου αἱ δασμολογικαὶ ἐλαττώσεις δὲν ἐφαρμόζονται. Εἶναι δίκαιον νὰ στερήσωμεν ἐκείνους, οἵτινες πρόκειται ἐκ τῶν δασμολογικῶν τούτων ἐλαττώσεων νὰ ὠφεληθῶσι τῶν ὠφελημάτων τούτων ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον; Περαίνων εἶπε καὶ ἄλλο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ὑπάρχει καὶ ἕτερός τις λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ὅτι...
§179ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ὁμογνωμοσύνη πλήρης τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν ἄμεσον καὶ ταχεῖαν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο κηρύττουσα τοῦτο κατεπεῖγον καὶ ψηφίζουσα αὐτὸ ἀπόψε κατ’ ἀρχὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ ἐντὸς τῶν ὀλίγων ὑπολειπομένων ἡμερῶν μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος λόγῳ τῶν ἐπερχομένων ἑορτῶν· ἀλλὰ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπῆρχον ἀντιρρήσεις καὶ δὴ σοβαραὶ καὶ εὔλογοι, οἵας ὑμεῖς ταύτην τὴν στιγμὴν διατυποῦτε, αἵτινες εἵλκυσαν καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δηλῶ λοιπὸν καὶ αὖθις ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν ἄμεσον ψήφισιν τούτου, ὑπαρχούσης διαφωνίας, οὕτω δὲ θέλουσιν ἀρθῆ καὶ αἱ ἀνησυχίαι τοῦ ἑτέρου ἐκ Πατρῶν κ. Συναδέλφου ἀπὸ τοῦ μέσου.
§180Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω μέχρι τέλους τὴν γνώμην μου, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἀφήσω νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θέλω νὰ στερήσω τὸν λαὸν τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου ἀπὸ τοῦ νὰ ἀπολαύσῃ ἀπὸ τῆς σήμερον τῶν δασμολογικῶν ἐλαττώσεων τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Θὰ δώσω λοιπὸν τὴν ἐξήγησιν, διατί δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ὀλίγαις λέξεσι, διότι ἐλάχιστα μοὶ ὑπολείπονται, παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς νὰ πιστεύσητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ κάμω τοῦτο, ὄχι διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ ἐγώ, ἀλλ’ ἵνα μὴ ἐπιδιώξωσι νὰ ὠφεληθῶσιν ἄλλοι ἐκ τῆς ἀναβολῆς. Λέγω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκτὸς τοῦ ἐνδιαφέροντος νὰ μὴ πληρώσωσιν οἱ φορολογούμενοι ὀλίγας δεκάρας ἐπί τινας ἑβδομάδας ἀκόμη εἶπε καὶ ἄλλην σκέψιν. Εἶπεν· ἠξεύρετε τί θὰ συμβῇ; Θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς· οἱ ἔμποροι δὲν θὰ παραλαμβάνωσιν ἐπὶ πλέον τὰ ἐμπορεύματα ἵνα, ὅταν ἐπέλθῃ ὁ χρόνος τῆς ἐφαρμογῆς τῶν δασμολογικῶν τούτων ἐλαττώσεων, μὴ εὑρεθῶσιν ἔχοντες ἐκ τούτων μεγάλην ποσότητα καὶ ὑποστῶσι ζημίας. Καὶ ἀποτέλεσμα τούτου θὰ ἔχωμεν τὴν ἀνατίμησιν τῆς ἀξίας τῶν ἐν μικρᾷ ποσότητι προσφερομένων ἐμπορευμάτων. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τῆς ἀνατιμήσεως ταύτης ὁ γνώμων εὕρηται ἐν τῷ δασμῷ αὐτῷ, καὶ ὅταν ἡ ἀνατίμησις φθάσῃ ὑπεράνω τῆς ἀξίας τοῦ ἐμπορεύματος σὺν τῷ δασμῷ, τὸ κέρδος θὰ ἀγάγῃ τοὺς ἐμπόρους εἰς παραλαβὴν ἀναλόγου ποσότητος καὶ προσφορὰν τοῦ ἐμπορεύματος εἰς τὴν ἀγοράν. Ὥστε τοιοῦτος κίνδυνος, οἷον ἐφοβήθη ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ὑφίσταται. Προκειμένου δὲ περὶ τοσοῦτον σοβαροῦ ζητήματος, χαίρω πολὺ ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις συνεμερίσθη τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§181ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις ἀποσύρει τὴν πρότασιν τῆς ἀμέσου κατ’ ἀρχὴν ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ὑποβάλῃ διάφορα νομοσχέδια.
§183ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου «περὶ διευρύνσεως τῶν κρηπιδωμάτων καὶ τῶν τελωνιακῶν κτιρίων Πειραιῶς». Ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ μακροῦ χρόνου μελετῶσα τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Πειραιῶς, ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ὁποίου ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως εἶναι εἰς πάντα γνωστή, ἐζήτησε νὰ μελετήσῃ βαθύτερον τὸ ζήτημα, ὅπως δὲ ἔχῃ ἔγκυρον πρὸς τοῦτο γνώμην μετεκάλεσε τὸν διακεκριμένον Γερμανὸν μηχανικὸν Κοῦμερ, εἰς ὃν ἀνέθηκε τὴν μελέτην τῶν ἀφορώντων τὸν λιμένα Πειραιῶς τεχνικῶν ζητημάτων καὶ τὴν ὑποβολὴν σχετικῶν πρὸς τοῦτο προτάσεων. Ὁ μηχανικὸς κ. Κοῦμερ ὑπέβαλεν ἤδη τὴν περὶ τούτου ἔκθεσίν του. Αἱ προτάσεις τοῦ μηχανικοῦ Κοῦμερ περὶ τοῦ λιμένος Πειραιῶς ἀποτελοῦσι σύνολον μελετῶν ἀναφερομένων εἰς ὅλα τὰ σχετικὰ ζητήματα πρὸς τὸν λιμένα. Δὲν πρόκειται τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὅλαι, οὔτε εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος διὰ νὰ εἰσηγηθῶ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιαύτης ἐκτάσεως. Πρόκειται μόνον περὶ τμήματος τῆς ἐργασίας τοῦ μηχανικοῦ Κοῦμερ, τοῦ τμήματος ἐκείνου τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ τελωνεῖον τοῦ Πειραιῶς. Εἶναι ἀλήθεια, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως, ὅτι τὸ τελωνιακὸν κατάστημα εἶναι αὐτόχρημα ἐρείπιον κατ’ οὐδὲν δυνάμενον πλέον νὰ συμβάλῃ εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ σημερινὸν ἐμπόριον. Ἀποτέλεσμα τῆς καταστάσεως τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, τῆς ἐλλείψεως χώρου καὶ τῶν ἀπαραιτήτων ἐκείνων μηχανημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ σημερινὴ ἐμπορικὴ κίνησις ἀπαιτεῖ διὰ τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας εἶναι ἡ σημαντικὴ αὔξησις τῶν διαμέσων δαπανῶν καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν διαφόρων εἰδῶν καὶ αὐτῶν τῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐν τέλει δὲ αὐτὴ ἡ ἐπιβάρυνσις τῆς καταναλώσεως. Τῆς διορθώσεως τῶν κακῶν τούτων ἡ Κυβέρνησις ἄρχεται ἀπὸ τῆς προτάσεως πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ διευρύνσεως τῶν κρηπιδωμάτων καὶ τῶν τελωνιακῶν κτιρίων Πειραιῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μελετῶν τοῦ μηχανικοῦ Κοῦμερ, οὗτινος συνυποβάλλομεν καὶ τὰ σχέδια μετὰ τῶν μελετῶν. Ζητοῦμεν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου τὴν ἔγκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δαπάνης ταύτης ἀνερχομένης εἰς 4.400.000 δραχ. Ἡ δαπάνη αὕτη θὰ διατεθῇ τὸ μὲν διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ νέου κτιρίου τοῦ τελωνείου.
§184Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Εἰς τὸ ἴδιον μέρος;
§185ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τὸ ἴδιον· τὸ δὲ διὰ τὴν μερικὴν πρόσχωσιν τοῦ παραπλεύρως κειμένου Κωφοῦ λιμένος, ὅπως δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου κατορθωθῇ εὔρυνσις τοῦ χώρου τοῦ περὶ τὸ τελωνεῖον, ἐπαρκέσῃ δὲ τοῦτο διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὁσημέραι αὐξανομένης κινήσεως. Ἀληθῶς τὸ ζήτημα τῆς τοποθετήσεως τοῦ τελωνείου Πειραιῶς ἐπὶ μακρὸν ἀπησχόλησε τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἶναι ζήτημα ἔχον μεγίστην σπουδαιότητα διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Πειραιῶς. Ἄν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ κληθῶμεν τὸ πρῶτον νὰ ὁρίσωμεν ποῦ πρέπει νὰ κεῖται τὸ τελωνεῖον, βεβαίως δὲν θὰ ἐξελέγομεν τὸν χῶρον τοῦτον, διότι ἡ θέσις αὐτοῦ ἡ φυσικὴ εἶναι ἡ ἀντίθετος πλευρά, ἡ βορεία· περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν. Ἐκεῖ καταλήγουσιν αἱ σιδηροδρομικαὶ γραμμαὶ καὶ ἐκεῖθεν ἀναχωροῦσαι ἀμέσως ἔρχονται ἄνευ προσκόμματος πρὸς ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ hinterland. Ἀριθμεῖ ὅμως ἤδη τὸ τελωνεῖον ἐκεῖ, ὅπου εἶναι, περίοδον 80 ἐτῶν περίπου, ἔχουσι δὲ δημιουργηθῆ ἐντεῦθεν διάφοροι σχέσεις καὶ ἐξυπηρετοῦνται ποικίλαι ἀνάγκαι καὶ διάφορα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα οὔτε εὔλογον, ἀλλ’ ἴσως οὔτε καὶ δυνατὸν εἶναι νὰ ἐκριζώσωμεν ἀποτόμως διὰ νὰ τοποθετήσωμεν τὸ τελωνεῖον εἰς τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλουσι τοῦτο οἱ κανόνες τῆς ἀπολύτου καὶ αὐστηρᾶς λογικῆς. Κατ’ ἀκολουθίαν τούτων ἡ Κυβέρνησις ἀποδεχομένη τὴν γνώμην καὶ τοῦ κ. Κούμερ, ὁ ὁποῖος μετὰ μελέτην ἐπιτόπιον ἐπανειλημμένην καταλήγων εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα ἐμμένει εἰς τὴν παραμονὴν τοῦ τελωνείου εἰς τὸ ἴδιον μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον εὑρίσκεται. Αὐξάνεται μόνον ὁ χῶρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ κεῖται τὸ τελωνεῖον, κατὰ 17 ἕως 18 χιλιάδας τετραγωνικὰ μέτρα, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοποθετοῦνται δύο κτίρια μεγάλα τελωνιακὰ μὲ τοὺς ἀναλόγους τῶν ἀναγκῶν ὀρόφους συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς τεχνικὰς καὶ ἐμπορικάς, αἱ ὁποῖαι ἐτηρήθησαν εἰς ὅλα τὰ ὅμοια κτίρια τῶν διαφόρων μεγάλων λιμένων. Ἡ μελέτη αὐτὴ τοῦ τελωνείου εἶναι ἡ πρώτη μελέτη, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς. Ἡ δαπάνη ὑπολογίζεται εἰς 1.400.000 δρ., ἴσως ὅμως οἱ ὑπολογισμοὶ εἶναι ὑπερβολικοί. Ἡ δαπάνη βαρύνει ἐξ ὁλοκλήρου τὸ Κράτος, ἀφιεμένου ὅπως ἄλλα ἔργα συναφῆ βαρύνωσι τὴν λιμενικὴν ἐπιτροπήν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως μελετᾷ καὶ ἀπὸ εὐρυτέρας ἀπόψεως τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος Πειραιῶς καὶ τῆς ῥυθμίσεως τῶν λιμενικῶν αὐτοῦ ἔργων, τοῦτο δὲ τόσον διὰ τὸν Πειραιᾶ ὅσον καὶ διὰ τὴν Θεσσαλονίκην· ἔχει δὲ τὴν ἀπόφασιν ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν προμελέτην αὐτὴν νὰ προβῇ ταχέως εἰς ῥύθμισιν τῶν τοῦ λιμένος Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης κατὰ τρόπον ἀσφαλίζοντα κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὰς δύο αὐτὰς πόλεις τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας ὑπὸ τὰς ποικίλας μορφάς, ὑφ’ ἃς παρουσιάζεται ὁ κλάδος οὗτος. Πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἄρῃ κατὰ τὸ δυνατὸν πᾶν ἐμπόδιον εἰς ταχεῖαν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου, οὕτως ὥστε ἀπροσκόπτως νὰ λειτουργῇ τοῦτο. Ὁ δὲ θεσμὸς τῆς διαμετακομίσεως, ὅστις κέκληται ἰδίᾳ ἐν Θεσσαλονίκῃ νὰ προαχθῇ μεγάλως, θὰ ῥυθμισθῇ κατὰ τρόπον παρέχοντα τὰς κατὰ τὸ δυνατὸν εὐρυτέρας εὐκολίας εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἐπειδὴ δὲ ἐπανειλημμένως ἐγένοντο ὁμιλίαι καὶ συζητήσεις περὶ τοῦ θέματος τοῦ ἐλευθέρου λιμένος τῆς Θεσσαλονίκης, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ εἴπω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐν σχέσει πρὸς τὴν ῥύθμισιν τοῦ θέματος τούτου ἀναφορικῶς πρὸς τὸν λιμένα Θεσσαλονίκης. Οἱ συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, χωρὶς καλῶς νὰ γνωρίζωσι πῶς ἔχουσι τὰ σχετικὰ ζητήματα, διετύπωσαν διαφόρους γνώμας, αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται εἰς βάσιν ἀληθῆ, διετύπωσαν ἰδίας γνώμας εἰλημμένας ἐκ παραδειγμάτων χρόνων ἀνεπιστρεπτὶ παρελθόντων, οἰκονομικῶν σχέσεων καὶ ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι ἐξέλιπον πλέον ἐντελῶς, ἰδίως δὲ ἐλησμόνησαν καὶ λησμονοῦσιν οἱ τοιαῦτα λέγοντες ὅτι ζῶμεν σήμερον πανταχοῦ ὑπὸ καθεστὼς ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ καὶ οὐχὶ ὑπὸ καθεστὼς ἐμποδίων καὶ ἐχθροτήτων δημιουργουμένων παραλόγως. Ταῦτα ὅμως μόνον ἐδικαιολόγουν ἐν μέρει κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν ὕπαρξιν τῶν διαφόρων ἐλευθέρων λιμένων καὶ πόλεων ἐν τῇ εὐρυτάτῃ ἐκείνῃ ἐκδοχῇ, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς αὐτὴν τὴν λέξιν. Περὶ τούτων ὅμως σήμερον πλέον δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ δημιουργήσῃ τόσον ἐν Θεσσαλονίκῃ ὅσον καὶ ἐν Πειραιεῖ τὴν λεγομένην ἐλευθέραν ζώνην ἢ ἐλεύθερον λιμένα—δύνασθε νὰ τῆς δώσητε οἵαν ὀνομασίαν θέλετε, ἀρκεῖ τὸ πρᾶγμα νὰ εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι — δηλαδὴ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐννοίας αὐτῆς τῆς ἐλευθέρας ζώνης ἢ τοῦ ἐλευθέρου λιμένος ὁποῖον εἶναι. Ὡρισμένος χῶρος ἐμβαδοῦ ὡρισμένου ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν περιπεφραγμένος καθίσταται κατὰ πλάσμα ἀλλοδαπὴ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς δασμολογικῆς. Ἐντὸς τοῦ χώρου τούτου δὲν ἐπιτρέπεται οἴκησίς τις ἀνθρώπων μονίμως ἐκεῖ βιούντων, δηλαδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται κατανάλωσις ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς οἰκονομικούς, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐξαιρετικῶς ἐν τῷ χώρῳ ἐκείνῳ. Τὰ εἰσαγόμενα ἐμπορεύματα ἐντὸς τοῦ χώρου τούτου, εἴτε εἶναι ἕτοιμα πρὸς κατανάλωσιν εἴτε εἶναι ἀνέτοιμα καὶ ἔχουσι προηγουμένως ἀνάγκην διασκευῆς, ἀδιαφόρως τῆς ἐκτάσεως ταύτης, εἰσέρχονται ὑπὸ ἀτέλειαν μὴ καταβάλλοντα ἐκεῖ ἄλλο τι παρὰ ἐνδεχομένως μόνον τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα τέλη, λιμενικὰ καὶ ἀποθηκεύσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν φορολογικὴν ἔννοιαν, ἀλλὰ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνταποδόσεως διὰ παρασχεθεῖσαν ὑπηρεσίαν. Ἐξερχόμενα ἐκεῖθεν τὰ εἴδη ταῦτα, ἐφ’ ὅσον μὲν προορίζονται διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν ὑπόκεινται εἰς τὸν τακτικὸν δασμὸν τῆς καταναλώσεως, τὸν ὁποῖον καταβάλλουσιν ὅλα τὰ ὅμοια ἐμπορεύματα, ἅτινα εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν κατανάλωσιν· ἐφ’ ὅσον ὅμως τὰ ἐμπορεύματα ἐξέρχονται ἐκεῖθεν διὰ νὰ μεταφερθῶσι εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἐξάγονται εἰς ταύτην χωρὶς νὰ εἶναι ἐπιβεβαρημένα μὲ δασμόν τινα. Ὁ σκοπὸς τῆς τοιαύτης ῥυθμίσεως τμήματός τινος τοῦ λιμένος εἰς ἐλεύθερον τοιοῦτον εἶναι, πῶς νὰ ἑλκύσῃ τις ὡρισμένην βιομηχανίαν καὶ ὡρισμένον ἐμπόριον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ ἐντὸς τοῦ χώρου ἐκείνου, ἐφ’ ὅσον αἱ συνθῆκαι τοῦ τόπου, οἰκονομικαὶ καὶ γεωγραφικαί, συντρέχουσιν εἰς τοῦτο. Ἂν π.χ. ὑπάρχωσιν ὡρισμένα προϊόντα τῆς χώρας, τὰ ὁποῖα μεταποιούμενα διὰ τῆς προσθήκης καὶ ἄλλων εἰδῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων, θὰ ἠδύναντο νὰ ἔχωσι μεγαλειτέραν ἀξίαν, εἴτε ἐπιτοπίως καταναλωθῶσιν εἴτε ἐξαχθῶσιν ὑπὸ νέαν μορφὴν πολυτιμοτέραν, συμφέρει ἡ ἐργασία αὕτη νὰ γίνῃ ἐν τῷ τόπῳ διὰ τὴν ἐντεῦθεν δημιουργουμένην ἐργασίαν, ἡ ἐξ ἧς ὠφέλεια μένει ἐν τῇ χώρᾳ. Θὰ ἐπιτρέπηται δηλ. ἐν τῷ ἐλευθέρῳ τούτῳ χώρῳ καὶ βιομηχανία, ἐπιδιωκομένου οὕτως ὅπως ἐμμέσως ὠφεληθῇ ἡ πόλις, παρ’ ᾗ ὑπάρχει ὁ ἐλεύθερος οὗτος χῶρος, γινομένη κέντρον μεγάλης ἐξαγωγικῆς ἀγορᾶς.
§186ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖον φόρον θὰ πληρώνωσιν, ὅταν θὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ ἐσωτερικόν;
§187ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως· τὸ ἴδιον τέλος τὸ ὁποῖον καταβάλλουσιν τὰ ἴδια ἀντικείμενα εἰσαγόμενα ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν. Ἐφ’ ὅσον δὲ θὰ προορίζωνται διὰ τὴν ἀλλοδαπήν, θὰ εἶναι ἐντελῶς ἀτελῆ, ἑπομένως καὶ θὰ συμφέρῃ εἰς τὰς ἐγγὺς κειμένας ἀγορὰς τῆς ἀλλοδαπῆς νὰ προμηθεύωνται ἐκεῖθεν. Ἀλλὰ τὰ ἔργα τὰ πρὸς διευθέτησιν τοῦ λιμένος Πειραιῶς εἶναι ἔργα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαιτήσωσι πολὺν χρόνον. Σήμερον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἀπολύτως ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ ἐμπορίου καὶ πρὸς πρόληψιν τῶν διαμαρτυριῶν, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται πολλαχόθεν, νὰ λάβωμεν καὶ πρόχειρα μέτρα. Θὰ ἦτο δὲ παράλειψις ἐκ μέρους ἡμῶν ἂν δὲν προεβαίνομεν ἀμέσως εἰς ὡρισμένας προσθήκας ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς, προσθήκας αἱ ὁποῖαι νὰ ἀσφαλίσωσιν αὐτὴν ταύτην τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπρόσκοπτον διεξαγωγὴν τοῦ ἐκτελωνισμοῦ. Ἡ αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς παρουσίασε τοιαύτην ἔντασιν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνεμένομεν καὶ δι’ ἣν ἤμεθα ἀνέτοιμοι. Ἡ αὔξησις δὲ αὕτη προβαίνει συνεχῶς, ὁ δὲ χῶρος εἶναι ἀπολύτως ἀνεπαρκὴς ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς εὐλογωτάτας ἀπαιτήσεις τοῦ ἐμπορίου. Ἐπιβάλλεται ἑπομένως νὰ προβῶμεν εἰς ὡρισμένα ἔργα προσωρινῆς φύσεως ἀμέσως σήμερον, διότι θὰ διαρρεύσῃ ἀκόμη ἀρκετὸς χρόνος, μέχρις οὗ συντελεσθῶσι τὰ ἔργα τοῦ τελωνείου Πειραιῶς· ἴσως νὰ ἀπαιτηθῇ τριετία ὁλόκληρος. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης μέχρι δραχμῶν 100,000 πρὸς κατασκευὴν ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς ἀποθηκῶν. Ζητῶ δὲ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δαπανήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ τὸν ῥηθέντα σκοπὸν ἄνευ τηρήσεως τῶν κανόνων τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ ἀναμείνωμεν τὰς διαφόρους προθεσμίας, τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ λογιστικὸς νόμος, ὡς ἐκ τῆς ἀμέσου ἀνάγκης ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, δὲν δυνάμεθα δ’ ἐπίσης νὰ ἀκολουθήσωμεν τὰς προθεσμίας διὰ τὰς διαφόρους μειοδοσίας. Ὡς ἐκ τούτου ζητεῖται, ὅπως διὰ Β. Διαταγμάτων ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδιδομένων ἐγκρίνωνται τὰ σχέδια καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἔργων. Παρακαλῶ ὅθεν τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κηρύξῃ κατεπεῖγον ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα ἵνα δυνηθῶμεν τὸ ταχύτερον νὰ ἀρχίσωμεν τὴν ἐργασίαν καὶ νὰ παραδώσωμεν εἰς τὸ ἐμπόριον τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ τῷ παρέχωμεν καὶ διότι ἔχομεν καθημερινὰς διαμαρτυρίας εὐλογωτάτας τῶν ἐμπορικῶν συλλόγων τόσον τῶν Ἀθηνῶν ὅσον καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἀλλ’ ἔχομεν ἐπίσης διαμαρτυρίας δικαίας καὶ τῶν διαφόρων πρακτόρων τῶν ξένων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιρειῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιρρίπτουσιν ὅλας τὰς εὐθύνας εἰς τὴν διοίκησιν διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ χώρου καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀποθηκῶν, ἀνεπάρκειαν τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθημεν πρότερον νὰ θεραπεύσωμεν ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ὑφ’ ἃς ἔζησε τὸ Κράτος κατὰ τοὺς τελευταίους δεκαπέντε μῆνας. (Ἀποφάσει τῆς Βουλῆς κηρύσσεται κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως». Ἄρθρον 35 (ἀναγινώσκεται).
§189Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ ἀντὶ εἰς τὰς πόλεις Ἡρακλείου, Ῥεθύμνης κτλ. νὰ θέσητε «εἰς τὰς πόλεις, ἐν αἷς ἑδρεύει Πρωτοδικεῖον». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 35, ὡς ἐτροποποιήθη). Ἄρθρον 36 (ἀναγινώσκεται).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριανταφυλλᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§191Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον 36 καὶ τὸ τελευταῖον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μετὰ τοσαύτης λεπτομερείας συνεζητήθη ἀναλόγως τοῦ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον διαρρυθμίζει, φαίνεται ὅτι ἦτο ἐντελῶς περιττόν, διότι ἀνάγεται, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀκριβῶς κρίνων, εἰς τὸ θέμα περὶ τοῦ ὁποίου τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ. Ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου ἐπεκτείνομεν εἰς τὰς νέας χώρας τὴν νομοθεσίαν τὴν κειμένην ἐν τῷ Παλαιῷ Βασιλείῳ, διὰ τοῦ ἄρθρου 36 οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν τὴν ἐφαρμογὴν νόμων κειμένων ἐντὸς τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου. Ἄλλως τε καὶ τὸ ἀντικείμενον περὶ τὸ ὁποῖον στρέφεται εἶναι ἀντικείμενον σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον ἀπήτει εἰδικὸν νόμον, διότι καὶ κατὰ τοῦτο ἔπρεπε τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς νέας συνταγματικῆς ἐποχῆς νὰ καινοτομήσωμεν, ὥστε ἡ ὕλη ἡ ὁποία θὰ περιλαμβάνηται ἐν ἑκάστῳ νόμῳ νὰ εἶναι σύμφωνος καὶ συνεπὴς πρὸς τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ νόμου. Διότι συμβαίνει καὶ τοῦτο παρ’ ἡμῖν, τὸ ὁποῖον πάντες οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων γνωρίζετε καλῶς, ὅτι πολλάκις εἰς νόμους ὑπάρχουσι κατεσπαρμέναι διατάξεις τὰς ὁποίας ἦτο ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις καὶ ἀνεύρῃ. Τοιουτοτρόπως ἡ νομοθεσία ἡμῶν κατέστη νομοθεσία ἀδιεξίτητος καὶ δυσχερεστάτη ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Εἶναι ὅμως τὸ περιεχόμενον τῆς διατάξεως ταύτης ὡς διερρυθμίσθη ἐντελῶς ἰδιότροπον καὶ καινοφανές. Ἐγὼ τουλάχιστον καίπερ ἐρευνήσας δὲν κατώρθωσα νὰ εὕρω ἀνάλογόν τινα διάταξιν οὐδαμοῦ, οὔτε ἐν χώρᾳ πεπολιτισμένῃ οὔτε ἴσως καὶ ἐν χώρᾳ βαρβάρῳ. Ἐὰν ἐφηρμόζοντο οἱ γενικοὶ κανόνες οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται, οἱ κανόνες τοῦ διεθνοῦς δικαίου δι’ ὧν ῥυθμίζονται νομοθετικῶς πάντοτε αἱ σχέσεις, αἱ γεννώμεναι ἐκ τῆς προσαρτήσεως ἢ ἑνώσεως χώρας, τίς θὰ ἦτο ἡ διάταξις ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀπησχόλει; Δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη διατάξεώς τινος, διότι ἡ προσαρτωμένη ἢ ἑνουμένη χώρα ἑνοῦται καὶ νομοθετικῶς μετὰ τῆς προσαρτώσης χώρας καὶ ἡ κυριαρχία ἑπομένως ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς νέας χώρας, ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ χώρα ἐπεξετάθη, ὑποκαθίσταται δὲ τὸ προσαρτῶν Κράτος εἰς τὰς σχέσεις καὶ ὑποχρεώσεις τοῦ προσαρτωμένου ἢ τοῦ ἑνουμένου· ἑπομένως ἡ νομοθεσία ἐφαρμόζεται τελείως, πρὸ πάντων ἡ νομοθεσία τοῦ δημοσίου δικαίου ἀναμφισβητήτως, αἱ δικαστικαὶ δὲ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετελέσθησαν εἰς τὴν προσαρτωμένην ἢ ἑνουμένην χώραν, αἱ ὁποῖαι ἐξεδικάσθησαν ἢ θὰ ἐκδικασθῶσι, θεωροῦνται καὶ τιμωροῦνται ὑπὸ τῆς προσαρτώσης χώρας αὐστηρῶς. Μίαν μόνον ἔκαμον εἰς τὰ δύο ταῦτα παρατήρησιν κοινῶς παραδεδεγμένην ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ποινικοῦ ἰδίως δικαίου θὰ ἐπικρατήσῃ ὁ ἐπιεικέστερος νόμος. Ἑπομένως ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα ἐξετελέσθησαν ἐν οἱῳδήποτε μέρει τῆς χώρας τῆς νέας, ἂν μὲν ἐξεδικάσθησαν καὶ ὑπάρχῃ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις θὰ ἐκτελεσθῇ παρ’ ἡμῖν, ἂν δὲν ἐξεδικάσθησαν τὰ ἐγκλήματα θὰ ἐκδικασθῶσιν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς ποινῆς θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἐπιεικέστερος νόμος. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀρχὴ ἡ διέπουσα τὰ θέματα ταῦτα ἀπαρεγκλίτως, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλως, διότι, ὡς σήμερον ἔχουσι τὰ πράγματα, ὅπου αἱ νομοθεσίαι καὶ αἱ Κυβερνήσεις προσπαθοῦσι νὰ τιμωρήσωσι πανταχοῦ γῆς τὸ ἔγκλημα καὶ συνάπτουσι συνθήκας περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, ὅπως καταστήσωσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν τὸ ἔγκλημα σπανιώτερον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἐν χώρᾳ ἐν τῇ ὁποίᾳ προσετέθησαν νέαι χῶραι, τὸ ἔγκλημα ἔμεινεν ἀτιμώρητον, καὶ ἑπομένως οἱ ἐγκληματήσαντες ἐν τῇ νέᾳ χώρᾳ θὰ εἶναι ἀσφαλεῖς ἐν τῇ παλαιᾷ χώρᾳ. Πῶς ὅμως νομοθετεῖται παρ’ ἡμῖν τὸ θέμα τοῦτο κατὰ τὴν διάταξιν τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν: (ἀναγινώσκει) «οἱ ἐγκληματίαι οἵτινες προσέφυγον εἰς τὴν χώραν τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου μέχρις ὡρισμένης προθεσμίας τῆς 1 Νοεμβρίου 1912, αὐτοὶ ἐν μὲν Ἑλλάδι μένουσιν ἀκαταδίωκτοι, αἱ ἐκδοθεῖσαι ἐν Κρήτῃ καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις δὲν ἐκτελοῦνται, ἀλλ’ οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρῴαν αὐτῶν γῆν, διότι ἐκεῖ καὶ αἱ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται κατ’ αὐτῶν καὶ ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ ἐξακολουθεῖ, καὶ ἑπομένως καταδιώκονται καὶ εἰσάγονται εἰς δίκην». Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, σοφὸν νομοδιδάσκαλον· εἶναι δυνατὸν τοιαύτη διάταξις νὰ ψηφισθῇ χωρὶς νὰ ἐκτεθῶμεν ἡμεῖς οἱ νομοθετοῦντες εἰς τὴν ἐπίκρισιν ὅλων τῶν δυναμένων νὰ κρίνωσιν ὅτι ἐθεσπίσαμέν τι ἀνώμαλον, κάτι τι ἄσκοπον, πρὸ πάντων δὲ ἐπιβλαβές; Διὰ νὰ ἐννοήσητε τίνα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης νομοθεσίας ἀρκεῖ νὰ σκεφθῆτε ὅτι ἐν τῇ μεγεθυνθείσῃ Ἑλλάδι θὰ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐνταῦθα δὲν θὰ θεωρῶνται ἔντιμοι καὶ θὰ εἶναι ἔντιμοι, διότι θὰ ἀναγνωρίζωνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας ὡς ἔντιμοι. Καὶ ἴσως εἶναι ἐντιμότατοι, ἐργασθέντες ἐντίμως ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀφ’ ἧς διεπράχθησαν τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐξέλθωσι τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν πατρῴαν αὑτῶν γῆν, ὅπως ἐπισκεφθῶσι τὰ κτήματά των καὶ ἐπιμεληθῶσι τῶν συμφερόντων των, διότι ἐκεῖ θὰ παύσωσι τοῦ νὰ εἶναι ἔντιμοι καὶ πολῖται χρηστοὶ καὶ θὰ εὑρεθῶσιν ἀμέσως ὡς φθάσωσιν ὑπὸ καταδίωξιν· θὰ ἐκτελεσθῇ κατ’ αὐτῶν καταδικαστικὴ ἀπόφασις ἢ θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην. Εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα νὰ νομοθετῶμεν χωρὶς νὰ ἐκτιθέμεθα εἰς τὴν κατάκρισιν παντὸς ἀνθρώπου ὅτι βεβαίως οὐχὶ μετὰ σπουδαιότητος καὶ μετὰ βαθύτητος καὶ μετ’ ἐμπειρίας θεσπίζομεν τοιούτους σοβαροὺς νόμους; Καὶ ὅταν τοιαῦτα νομοθετῶμεν μόνον περὶ τῶν ἐν Κρήτῃ ἀδικησάντων, δὲν σᾶς ἔρχεται, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἀμέσως τὸ ἐρώτημα· διατί δὲν λαμβάνομεν ὅμοιον τοὐλάχιστον νομοθέτημα καὶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς ἀδικήματα εἰς τὴν Ἤπειρον, εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου Πελάγους καὶ ἰδίως εἰς τὴν Σάμον, εἰς τὴν μυριοπαθῆ Μακεδονίαν; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νομοθετοῦντες νὰ δικαιολογηθῶμεν ὅτι θίγοντες θέμα τοσούτῳ μεγάλης κοινωνικῆς σπουδαιότητος ἴσως ἐθεσπίσαμεν μόνον περὶ ἑνὸς τμήματος τῆς νέας χώρας παραλείψαντες νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν τμημάτων τῶν ἄλλων; Ἀλλὰ ποίαν θὰ εὕρωμεν ἡμεῖς δικαιολογίαν τοιαῦτα νομοθετοῦντες, ὅταν μᾶς γίνῃ ἡ παρατήρησις ὅτι ἐν Κρήτῃ ὅπου εἴχομεν αὐτόνομον καθεστὼς ἀπὸ δεκαπενταετίας, εἴχομεν πολιτείαν ἐντελῶς ἑλληνικήν, ἐλευθέραν καὶ ῥυθμιζομένην ὑπὸ νόμων καλλίστων, ὅταν μᾶς γίνῃ ἡ παρατήρησις ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐν Κρήτῃ εἶναι θαυμασία —εἶναι δὲ τῷ ὄντι καὶ ἀνεξάρτητος καὶ ἀκεραία καὶ θαυμασία— τίνα, λέγω, θὰ εὕρωμεν ἡμεῖς δικαιολογίαν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τοιαύτην πολιτείαν, Ἑλληνικήν, ἔννομον, ὑπέπεσαν εἰς ἀδικήματα, ὅταν τοὺς συγχωρήσωμεν ἐνταῦθα, δὲν ἐλάβομεν δὲ ὁμοίαν πρόνοιαν περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς παρόμοια ἀδικήματα ἐν Ἠπείρῳ, Σάμῳ καὶ Μακεδονίᾳ, ἀφοῦ μάλιστα εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐτέλουν ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν κυριαρχίαν, ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπῆρξαν καὶ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καὶ ἄλλους λόγους, ἐν ᾧ ἐν Κρήτῃ, τῇ Πολιτείᾳ τῇ Ἑλληνικῇ, τὰ ἀδικήματα εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητα; Λέγων τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ θέμα δὲν πρέπει νὰ ῥυθμισθῇ, διότι ἀναμφισβητήτως ὅταν οἱ ἀδικήσαντες καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐξεπατρίσθησαν, εἶναι ἐγκατεστημένοι ἐνταῦθα ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐπεδόθησαν δὲ εἰς ἔργα εἰρήνης, εἰς ἔργα παραγωγικά, ἐδημιούργησαν δὲ καὶ περιουσίαν καὶ διήγαγον βίον ἔντιμον ἐντελῶς καὶ ἄψογον, δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν, εἶναι πολὺ σκληρὸν τοὺς ἀνθρώπους τούτους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ δεκαετίας καὶ πέρα ἴσως τοιαύτην διάγουσι πολιτείαν, τοὺς ἀνθρώπους τούτους νὰ τοὺς ῥίψωμεν ἐκ νέου εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν καταστροφὴν ἴσως. Ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦτο ὤφειλε νὰ ῥυθμισθῇ, ὡς εἶπον, γενικώτερον καὶ δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἐὰν δὲ ἐπετρέπετο εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, θὰ ἔλεγον μετὰ θάρρους ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε νὰ θεσπίσωμεν εἰδικὸν χρόνον παραγραφῆς καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι τὰ ἀδικήματα τὰ μέχρις ὡρισμένης ἐποχῆς συντελεσθέντα ἐν τῇ χώρᾳ ἡ ὁποία προσαρτᾶται σήμερον ἐν ᾗ συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ Κρήτη, τὰ ἀδικήματα ταῦτα ὑπόκεινται εἰς παραγραφὴν συντομωτέραν, νὰ προσθέσωμεν δὲ ὅτι ἡ παραγραφὴ αὕτη δὲν διακόπτεται διὰ τῶν συνήθων τυπικῶν καταδιωκτικῶν πράξεων τῆς εἰσαγγελικῆς ἐξουσίας, διότι, ὡς προεῖπον, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατέλιπον τὴν πατρῴαν γῆν καὶ ἐγκατεστάθησαν ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, ἑλληνικωτάτῃ, οἱ ὁποῖοι διήγαγον ἤδη βίον ἄμεμπτον, εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει διὰ νόμου νὰ ῥυθμισθῇ δι’ αὐτοὺς ἡ κατάστασις, ἀλλὰ διὰ νόμου καθολικοῦ καὶ γενικοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ, δύναμαι νὰ εἴπω, νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν τὴν παραγραφὴν τοῦ ἀδικήματος ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ, τὴν μὴ διακοπὴν αὐτῆς διὰ τῶν συνήθων τυπικῶν πράξεων καὶ πρὸ πάντων ἕνα ὅρον, τὸν σπουδαιότερον πάντων, τὸν ὅρον ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῆς ἑκουσίας ἐξορίας των δὲν ὑπέπεσαν εἰς ἄλλο ἀδίκημα ἐν τῇ χώρᾳ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐργάζονται καὶ κατοικοῦσι σήμερον. Τότε θὰ ἔχωμεν μίαν βάσιν λογικωτάτην, τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς ἀφ’ ἑνός, τὴν βελτίωσιν δ’ ἐξ ἑτέρου τῶν ἀδικησάντων. Ἀλλ’ ὡς εἰσάγετε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον ἀνθρώπων ἱκανῶν νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν νόμων, εἶναι ἀδύνατον νὰ διαφύγητε τὸν ἔλεγχον ὅτι ἐνομοθετήσατε οὐχὶ δικαίως, εἶναι ἀδύνατον νὰ διαφύγητε τὸν ἔλεγχον ὅτι καὶ αὐτούς, τοὺς ὁποίους νομίζετε ὅτι ἀπαλλάσσετε τῆς ποινῆς, τοὺς τιμωρεῖτε ἀκόμη περισσότερον, διότι τοὺς ὑποχρεώνετε ἰσοβίως νὰ μὴ δύνανται ἐλευθέρως νὰ κινηθῶσι, νὰ μὴ δύνανται πρὸ πάντων νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν ἰδίαν των πατρίδα.
§192Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Οὔτε μετὰ τὴν παραγραφήν;
§193Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μετὰ τὴν παραγραφήν, ναί. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐὰν ἐμμείνητε εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου — διότι δυστυχῶς ἀπεκτήσατε καὶ τὴν ἕξιν ταύτην, νὰ ἐπιμένητε — πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον προσβάλλει εἰς τὰ καιριώτατα τὴν περὶ δικαίου συνείδησιν τῶν πολιτῶν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τοιοῦτο νομοσχέδιον νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον. Ὑμεῖς ἔχετε συμφέρον πρὸ παντὸς τοιοῦτο νομοθέτημα νὰ μὴ ψηφίσητε, διότι ὑμεῖς καυχᾶσθε ὅτι ἀνορθώνετε τοὺς νόμους καὶ οἱ νόμοι δὲν ἀνορθοῦνται μόνον διὰ λόγων· ἀνορθοῦνται διὰ τῶν πραγμάτων. Πρέπει νὰ ἀποδείξητε ὅτι ψηφίζετε νόμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι βάσιν δικαιολογητήν, διότι ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα ἀπολύτως ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον τοιοῦτον, ἀλλ’ ἐπιμένομεν νὰ ληφθῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ προσβάλλῃ οὔτε τὸ δίκαιον, ἀλλὰ πρὸ πάντων οὔτε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς τῆς ψηφιζούσης, διότι, ὡς νομοθετεῖτε, δὲν γνωρίζω τί πράττετε, καθόσον δύο εἶναι αἱ ὁδοί, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖτε, ἢ δι’ ἀμνηστείας διὰ τῆς παραγραφῆς ἢ διὰ τῆς Βασιλικῆς χάριτος. Οὐδεμίαν ἐκ τῶν ὁδῶν τούτων ἀκολουθεῖτε, ἀλλ’ ἀκολουθεῖτε ἰδιότροπόν τινα ὁδὸν καὶ ὑποβάλλετε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ἐντελῶς sui generis!
§194ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τὴν ζητουμένην εἶναι βεβαίως sui generis, ἀλλ’ εἶναι ἰδιάζουσα ὅλως διόλου ἡ περίστασις ἡ εὐτυχής, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον τὸ Κράτος ἵνα κρίνῃ περὶ τῶν περιστάσεων αὐτῶν. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρόκειται ἁπλῶς διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις, ἐκείνη τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν δὲν ἠνέχθη ἁπλῶς ἀπό τινος χρόνου, ἀλλὰ καὶ περιεῖπε, διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ βαρυτέραν λέξιν, ἀπὸ μακροῦ χρόνου.
§195Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν διαφωνῶ εἰς τοῦτο. Ὡς πρὸς τὸν τρόπον διαφωνῶ.
§196ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά· νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτό. Τότε, Κύριοι, εἶμαι πρόθυμος νὰ δηλώσω ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται παρὰ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ῥυθμισθῇ τὸ ζήτημα, ἀναγνωρίζομεν δὲ ὅτι δὲν δυνάμεθα ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐδῶ ὡς Ἕλληνας εἰς τοὺς κόλπους μας καὶ βιοῦσιν ἐδῶ σήμερον, διότι ἡνώθη ἡ Κρήτη, νὰ τοὺς συλλάβωμεν καὶ ἐκτελέσωμεν τὰς κατ’ αὐτῶν ἀποφάσεις, εἶμαι πρόθυμος ὅπως ἡ διάταξις αὐτὴ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, παραπεμφθῇ δὲ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ὅπως μελετηθῇ ἐν ἡσυχίᾳ καὶ προσαχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διότι ἀναγνωρίζω τοῦτο ἐκ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι ἡ διάταξις ὀφείλει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν Σάμον ἐνδεχομένως δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ περιστατικὰ αὐτά. Γνωρίζετε ὅμως ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Κρῆτας, περὶ τῶν ὁποίων κυρίως γίνεται λόγος, ὑπάρχουσιν ἀτυχῶς χιλιάδες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐγκληματήσαντες ἐκεῖ κατέφυγον ἐδῶ καὶ ἐγένοντο δεκτοί· πρέπει δὲ νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο ἐξηκολούθησε νὰ γίνηται καὶ μετὰ τὸ Ἁρμοστειακὸν καθεστὼς ἐν Κρήτῃ, διότι ἐνῷ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησα νὰ μοὶ ἀποδοθῶσιν οἱ ἐνταῦθα καταφυγόντες ἐγκληματίαι, ὅμως δὲν μοὶ ἀπεδόθησαν. Νὰ ῥυθμισθῇ λοιπὸν περὶ τούτου ἐκ τῶν ὑστέρων τοιαύτη κατάστασις, δέχομαι δὲ νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποσπασθῇ ἡ διάταξις ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν καταρτιζομένην ὑπὸ νομικῶν, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμά της. Καὶ προτοῦ εἰσαχθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις μέτρα νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν σύλληψιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.
§197Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ διαγραφῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τὸ ὑποβάλω ὡς αὐτοτελῆ πρότασιν νόμου.
§198Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ παμψηφεὶ ἐδέχθη τὸ ἄρθρον αὐτὸ διὰ λόγους τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ διότι εὗρεν ὅτι τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐν Κρήτῃ, πλείστους εἶχον λόγους ἐκτὸς ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§199Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐτελείωσε. Διεγράφη αὐτό. Ἐὰν ἐπιμένητε θὰ λάβω τὸν λόγον.
§200Λ. ΝΑΚΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§201Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§202Λ. ΝΑΚΟΣ. Δικαιολογῶ τὴν ψῆφόν μου τὴν ὁποίαν εἶχον δώσει εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§203Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἀπετέλουν μέρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοιαῦται σκέψεις ὁποίας ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Τριανταφυλλάκος ἀνεκοινώθησαν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, μοὶ συνεστήθη δὲ ὅπως συνεννοηθῶ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§204ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπή.
§205Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν ἔχετε νομοσχέδιον;
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἀντικανονικόν. Τὸ 36 ἄρθρον ἀποσύρεται συναινέσει τῆς Βουλῆς καὶ τὴν θέσιν τοῦ 36 λαμβάνει τὸ 37. Ἄρθρον 37, τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ 36 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 37 γενόμενον 36 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται λόγῳ τῶν τροπολογιῶν.
§207Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑποβάλλω τὴν πρότασιν νόμου.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σὺν τῇ ὑποβολῇ τῆς προτάσεως νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§209Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Καταρτίζω ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κ. κ. Χ. Δικαίου, Π. Λαγοπάτη, Γεωργιάδου, Ν. Τριανταφυλλάκου καὶ Π. Τσαλδάρη, εἰς ἣν παραπέμπω πρὸς ἐξέτασιν τὸ ἄρθρον 36 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὑποβληθὲν ὡς αὐτοτελὲς νομοσχέδιον. Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν Πταισματοδικείων».
§211Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τροπολογίας;
§212Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅσας ἐδέχθην ἐμπεριέχονται εἰς τὴν ἀνατύπωσιν.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Σωτ. Κροκιδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§214Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως, διὰ τοῦτο περιορίζομαι εἰς τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφορᾷ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν Εἰρηνοδικείων εἰς αʹ καὶ βʹ τάξεως. Κατὰ τὰ σήμερον κρατοῦντα ὁ χαρακτηρισμὸς γίνεται τῇ προτάσει τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀναγράφοντος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Διὰ νὰ γίνῃ πρώτης τάξεως Εἰρηνοδικεῖόν τι πρέπει τὸ Συμβούλιον νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ αὐτοῦ. Τί ἄλλο καλλίτερον κριτήριον θέλει τούτου; Ἀτομικῶς ἔχω συμφέρον, διότι τὰ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου Εἰρηνοδικεῖα θὰ γίνουν σχεδὸν ὅλα πρώτης τάξεως. Τὸ ζήτημα εἶναι τίνα λόγον εἴχετε ἵνα γράψητε τὸ ἄρθρον. Δὲν ἤμην εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι οὐδένα εἴχετε λόγον, μόνον μεταφοραὶ καὶ μεταβολαὶ γίνονται, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι πρὸς ὠφέλειαν τῆς δικαιοσύνης. Δὲν ἦτο καλλίτερον τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον, κατὰ τὸ ὁποῖον διὰ νὰ γίνῃ Εἰρηνοδικεῖον πρώτης τάξεως πρέπει νὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, τοῦ Ὑπουργοῦ ἀναγράφοντος τὴν πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Τὸ Συμβούλιον εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ καὶ τὸ ποιὸν καὶ τὸ ποσὸν τῶν ὑποθέσεων. Δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως ἐπαναφέρῃ τὸ καταργηθὲν σύστημα. Διατί τάχα νὰ κανονίσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων τὸν βαθμὸν τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐνῷ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον εὑρισκόμενον καθημερινῶς εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς εἰρηνοδίκας δύναται νὰ γνωμοδοτήσῃ, πάντοτε τοῦ Ὑπουργοῦ ἔχοντος τὴν κρατοῦσαν, ἐὰν τὸ δεῖνα εἰρηνοδικεῖον πρέπει νὰ εἶναι 1ης ἢ 2ας τάξεως; Διὰ τοῦτο προοιμιαζόμενος εἶπον ὅτι δὲν βλέπω τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ ἄλλου ἄρθρου θὰ ὁμιλήσω κατόπιν.
§215Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ πληρώσῃ τὰ ὑφιστάμενα κενὰ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, διότι ὁ μὲν ἀριθμὸς τῶν εἰρηνοδικείων ἐκανονίσθη διὰ νόμου παγίως, ἀλλ’ αἱ τάξεις αὐτῶν ἔχουσιν ἱκανῶς ἀνωμάλως καὶ ἀφ’ ἑτέρου μετὰ τὸν νόμον, δι’ οὗ ἐθεσπίσθη ἵνα τὰς κενουμένας θέσεις εἰρηνοδικῶν καταλαμβάνωσι πρωτοδίκαι, ὑπάρχουσι κενὰ μὴ δυνάμενα νὰ πληρωθῶσι διὰ διορισμοῦ νέων εἰρηνοδικῶν. Αὐτὰ τὰ κενὰ καὶ τὰς μᾶλλον οὐσιώδεις ἐλλείψεις ἠθέλησα νὰ θεραπεύσω διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, γνωρίζετε δὲ ὅτι ἡ τελικὴ ὀργάνωσις τῶν εἰρηνοδικείων ἀποτελεῖ ἄλλο θέμα ὑπαγόμενον εἰς τὸ ἔργον τῆς ὑφισταμένης νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία προτίθεται νὰ συστήσῃ μονομελῆ ἐπαρχιακὰ δικαστήρια. Ὅπως προπαρασκευασθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ συστήματος τούτου ἐγένετο ὁ νόμος τῆς ἀποσπάσεως πρωτοδικῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ταῦτα πάντα κατεδείχθησαν ἀνεφάρμοστα, ἔφερα ἕνα κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ αὐτὸς ἐχαρακτήρισα ὡς προσωρινόν, ἀλλὰ τοιοῦτον ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς περιστάσεις. Ἐθεώρησα δὲ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς βάσις τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν εἰρηνοδικείων ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων, τοῦθ’ ὅπερ ἀποτελεῖ κριτήριον κατὰ 99% ἀσφαλές.
§216ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριοι Βουλευταί· διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθορίζονται δύο τάξεις εἰρηνοδικείων, πρώτη καὶ δευτέρα. Εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ πεῖρα τῆς διακρίσεως τῶν ὑπαλλήλων εἶναι τόσον ἐναντία, ὅπου πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀκόμη ὅλη ἡ κοινωνία καὶ τὸ Κοινοβούλιον μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἀπεδέχθη τὴν κατάργησιν τῆς διακρίσεως προκειμένου περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ὑπαλλήλων. Φρονῶ ὅτι δικαιοῦμαι νὰ νομίζω ὅτι ἡ διάκρισις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ θὰ ἤθελον νὰ εἶναι μία καὶ ὁμοιόμορφος ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν. Ὄντως ἡ διάκρισις εἰς βαθμοὺς μεταξὺ ὑπαλλήλων ἐχόντων τὰ αὐτὰ καθήκοντα οὔτε σκόπιμος εἶναι οὔτε ὠφέλιμος, καὶ ἂν δὲ δὲν εἶναι ἐπιβλαβής, πάντως εἶναι περιττὴ πολυτέλεια. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι λόγοι ἐκ τοῦ προκειμένου μὲ πείθουσι περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς ἀπαλείψεως τῆς διακρίσεως ταύτης, τοὺς ὁποίους λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τοὺς ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν κρίσιν εὐμενῆ. Δύο τάξεις εἰρηνοδικῶν καθιεροῦνται.
§217Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑφίστανται καὶ δὲν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρω ῥιζικὰς μεταβολάς. Τὰς εὗρον ὑφισταμένας καὶ τὰς ἀφῆκα καὶ ὑπὸ ἔποψιν μισθοῦ καὶ τοποθετήσεων.
§218ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δύνασθε καὶ ἄλλως πως νὰ ῥυθμίσητε τὸ πρᾶγμα. Ἐγὼ βλέπω τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι θὰ ἔχωμεν εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι ἑδρεύοντες εἰς ἕν μέρος θὰ μισθοδοτῶνται μὲ μεγαλείτερον μισθόν, καὶ θὰ ἔχωμεν ἄλλους εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἑδρεύωσιν εἰς ἄλλο μέρος καὶ θὰ μισθοδοτῶνται μὲ μικρότερον· τουτέστι θὰ ὑπάρχωσι πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ δικαιῶνται νὰ τύχωσι μερίμνης ἐνδελεχεστέρας καὶ μᾶλλον ἐπιμεμελημένης ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ἐνῷ δι’ ἑτέρους πληθυσμοὺς τοιαύτη φροντὶς θὰ εἶναι πολυτέλεια· θὰ ἤρκει δι’ αὐτοὺς καὶ ἀτελεστέρα τῆς Πολιτείας προσοχή. Καὶ ἐὰν μὲν ἐπρόκειτο περὶ τιμητικῆς διακρίσεως, τὸ πρᾶγμα οὐδεμίαν εἶχε σημασίαν σπουδαίαν, ἀλλ’ πρόκειται περὶ πραγματικῆς διακρίσεως, περὶ διαφορᾶς μισθοῦ, ἡ ὁποία συνεπάγεται κατ’ ἀνάγκην καὶ ποιότητα τῶν εἰρηνοδικῶν ἀνάλογον. Καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ἐντοπίσωμεν τὸ πρᾶγμα, εὔκολον εἶναι νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι οἱ θεωρούμενοι ἱκανώτεροι θὰ τοποθετῶνται εἰς τὰ κέντρα, τοὐναντίον δὲ οἱ ἄλλοι εἰρηνοδίκαι θὰ τοποθετῶνται εἰς τὰ ἀπόκεντρα. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σοφὴ ἡ διάταξις αὕτη· τοὐναντίον νομίζω ὅτι ἡ προσοχὴ τῆς Πολιτείας δέον νὰ στραφῇ ἐξ ἴσου εἰς ὅλα τὰ μέρη, θὰ προσθέσω μάλιστα ὅτι ἡ προσοχὴ αὕτη πρέπει νὰ εἶναι μεγαλειτέρα ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀναγκαιοτέρα. Καὶ τοιαύτη εὑρίσκω ὅτι εἶναι εἰς τὰ ἀπόκεντρα μέρη. Ἐκεῖ πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ καταλληλοτέρου εἰρηνοδίκου, διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὁ εἰρηνοδίκης ὅστις θὰ εἶναι εἰς τὰ κέντρα δὲν δύναται παρὰ ἐξ ἀνάγκης νὰ εἶναι καλός. Ἐνταῦθα δὲν εἶναι ὁ μόνος, ὅστις θὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν Πολιτείαν· θὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλαι ἀρχαὶ καὶ ὁ τύπος οἵτινες τὸν ἐπιτηροῦσι, τὸν ἐλέγχουσι καὶ τὸν βελτιοῦσι. Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὰ ἀπόκεντρα μέρη· ἐκεῖ ὁ εἰρηνοδίκης εἶναι ὁ μόνος ἀντιπροσωπεύων τὴν Πολιτείαν, ὁ εἰρηνοδίκης εἶναι ἡ μόνη ἀρχή, ἥτις θὰ ἐπιβάλῃ τὸν σεβασμὸν εἰς τοὺς πληθυσμοὺς καὶ θὰ ἐμπνεύσῃ τὴν ἀγάπην αὐτῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν διὰ τὰς ὑπὲρ αὐτῶν μερίμνας της. Ἀκατανόητον εἶναι δι’ ἐμὲ διατί θέλομεν μεταξὺ ὑπαλλήλων τὰ αὐτὰ ἐπιτελούντων καθήκοντα νὰ μισθοδοτῶμεν γενναιότερον τοὺς ἐν κέντροις διαμένοντας ἀπὸ τοὺς ἐν ἀποκέντροις μέρεσι τοιούτους, ἀφοῦ γνωρίζομεν ὅτι καὶ ἄνευ τῆς διακρίσεως τοῦ μισθοῦ ὅλοι προτιμῶσι τὰ κέντρα, πρὸς ἃ τρέχουσι καὶ συνωθοῦνται πάντες οἱ δυνάμενοι, καὶ μόνον ὅσοι δὲν δύνανται δέχονται νὰ μένωσιν ἐν τοῖς χωρίοις. Καὶ τοῦτο εἶναι φυσικώτατον· διότι εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ πρὸς τὸ ζῆν εὑρίσκουσιν εὐθηνότερα καὶ τὰς ἄλλας κοινωνικὰς ἀνάγκας των θεραπεύουσι καλλίτερον καὶ ἀμεσώτερον. Τουναντίον εἰς τὰ ἀπόκεντρα μέρη οὐ μόνον τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας δὲν θεραπεύουσιν, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς ἀποκεντρώσεως, τῆς ἀραιότητος τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα εἶναι ἀκριβότερα. Ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἰς ὃν θὰ ἔλεγον ὅτι ὁ βίος ἐν τοῖς ἀποκέντροις μέρεσιν εἶναι ἀκριβότερος οὐ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα, ἀλλὰ διότι καὶ αὐτὴ ἡ καύσιμος ὕλη εἶναι ἀκριβοτέρα μὲ τὴν τάσιν τῶν δασοκόμων νὰ μὴ ἐπιτρέπωσιν οὔτε τὴν ξύλευσιν. Πολὺ δὲ φοβοῦμαι μή, ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἄσκοπος αὐτὴ αὐστηρότης τῶν δασοκόμων καὶ ἐξακολουθήσῃ νὰ κρίνηται ἡ ἀξία καὶ ἡ πρὸς προαγωγὴν αὐτῶν ἱκανότης ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν πρωτοκόλλων καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων οὓς διὰ ψύλλου πήδημα θὰ στέλλωσιν εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, πολὺ φοβοῦμαι, λέγω, μὴ ἡ παρατηρουμένη τάσις τῶν κατοίκων νὰ περιποιῶνται καὶ νὰ προφυλάττωσι τὰ δάση καὶ ἡ ἅμιλλα τίνες κάλλιον δι’ ἀπαγορευτικῶν διατάξεων νὰ προφυλάξωσι ταῦτα, μεταβληθῇ ἀντιθέτως καὶ οἱ χωρικοὶ ζητήσωσι νὰ καταστρέψωσι τὰ δάση ταῦτα ἵνα ζήσωσι. Μὴ θέλωμεν λοιπὸν νὰ ἐπιτείνωμεν τὴν ὑπάρχουσαν ἀντίθεσιν, διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, ἂν μακρόθεν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως παρατηρήσωμεν τὴν χώραν, θὰ τὴν εὕρωμεν διῃρημένην εἰς ζώνας. Δὲν λέγω τοῦτο ὅτι ὀφείλεται εἰς ἀβελτερίαν ἢ ὑπαιτιότητα τῶν Κυβερνητῶν, ἀλλὰ τέλος πάντων, εἴτε ἐκ λόγων ἀνάγκης εἴτε ἐκ λόγων ἄλλων κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν, ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάκρισις, ἥτις καταφανῶς προσπίπτει εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς παντός. Θὰ ἴδωμεν τουτέστι μίαν ζώνην μᾶλλον εὐνουμένην, ἐν ᾗ καὶ ἀρχαὶ καὶ συγκοινωνία καὶ σιδηρόδρομοι τείνουσι νὰ μεταβάλωσι τὴν ζώνην αὐτὴν εἰς παράδεισον, θὰ ἴδωμεν ὅμως ἀφ’ ἑτέρου ἄλλην ζώνην ἔνθα οὐδὲν τούτων ὑπάρχει. Τουναντίον ἐκεῖ καὶ ἕλη καὶ λίμναι καὶ παντελὴς ἔλλειψις διαβάσεων τείνουσι νὰ καταστήσωσι ταύτην τοῦ Δάντου κόλασιν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν διάκρισιν αὐτὴν οὔτε πρέπει νὰ καθορίσωμεν διακρίσεις μεταξὺ τῶν διαφόρων πληθυσμῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ καθορίσωμεν τουλάχιστον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἰσότητα καὶ νὰ κανονίσωμεν ὁμοιόμορφον εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην. Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ κάμῃ ἐπωφελὲς ἔργον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ἀφορῶσαν τὴν διάκρισιν τῶν εἰρηνοδικείων καὶ νὰ καταστήσῃ μίαν καὶ ὁμοιόμορφον τὴν δικαιοσύνην τῶν εἰρηνοδικείων, ἀφοῦ μάλιστα καὶ πρὸ ὀλίγου ηὐξήσαμεν τὴν δικαιοδοσίαν τῶν εἰρηνοδικείων. Οὕτω δὲ πράττοντες, κύριε Ὑπουργέ, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι θὰ ἀποσπάσητε ἔτι μᾶλλον ἀμέριστον τὴν λαϊκὴν εὐγνωμοσύνην ἡ ὁποία σᾶς ὀφείλεται ἄλλως διὰ τὰς πολλὰς σας μερίμνας.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3ον γενόμενον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§220Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 2ου τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει δεύτερον ἄρθρον. Τὸ 3ον ἐγένετο 2ον.
§222Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Γίνεται μία ἀδικία ἐκ τῆς ἀπαλείψεως τοῦ 2ου ἄρθρου καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ μίαν διασάφησιν.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε ὁ Ὑπουργὸς οὔτε ἄλλος τις δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ 2ον ἄρθρον, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀπέρριψεν ἡ Βουλή.
§224Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ λάβητε πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν δικηγορούντων εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα οἱ ὁποῖοι εἶναι ἱκανώτεροι τῶν δικηγορούντων εἰς πολυμελῆ δικαστήρια. Ὁ εἰρηνοδίκης ἐκτὸς τῆς σχετικῆς μορφώσεως πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξέλθει ἐκ τῶν λαϊκῶν μαζῶν.
§225Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παραδέχομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκηται ἄριστον ὑλικὸν παρὰ τοῖς Εἰρηνοδίκαις, δὲν ἔχομεν ὅμως τὸν τρόπον νὰ τὸ ἀνεύρωμεν ἀσφαλῶς. Κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἀπεκρούσθη ἡ κρίσις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῷ λόγῳ ἀκριβῶς ὅτι δὲν γνωρίζει τοὺς δικηγόρους τοὺς ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ Ἐφετείου δικηγοροῦντας, προετιμήσαμεν δὲ τὸ συμβούλιον τῶν Πρωτοδικῶν, τὸ ὁποῖον βεβαίως γνωρίζει τοὺς ἐν τῇ ἕδρᾳ του δικηγόρους, ὄχι ὅμως καὶ τοὺς παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις διατελοῦντας. Ἐὰν ἠθέλομεν συμπεριλάβει καὶ αὐτούς, θὰ θέσωμεν τὸ Πρωτοδικεῖον εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ τοὺς δέχηται ἀνεξετάστως μεταβάλλον τὴν γνωμοδότησιν εἰς ἁπλοῦν τύπον ἢ νὰ ἀπορρίπτῃ τοὺς δικηγόρους τούτους, διότι ἀγνοεῖ αὐτοὺς καὶ ἂν εἶναι ἄριστοι.
§226Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέσον εἶναι προσωρινόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον πλὴν τῶν δικαστικῶν συμβουλίων, προκειμένου περὶ διορισμοῦ Πρωτοδικῶν ἢ παρέδρων, ἀκούεται καὶ ἡ γνώμη τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ περιληφθῇ ἡ αὐτὴ διάταξις καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἐλεύθερος μεταξὺ πλειόνων προτάσεων ἀπὸ μέρους τῶν διαφόρων δικαστικῶν συμβουλίων νὰ ἐκλέξῃ τοὺς κρείττονας, θὰ διεφωτίζετο ἐν τῷ ἔργῳ, ἂν ἤκουε καὶ τὰς προτάσεις τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων. Κατὰ πόσον ἐπετέλεσαν τὰ καθήκοντά των οἱ δικηγόροι ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ δικηγορικῶν συλλόγων θὰ κρίνητε ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀπαλλακτικῶν, καὶ θὰ κρίνητε μετὰ πόσης αὐστηρότητος, μετὰ πόσης εὐσυνειδησίας θὰ παράσχωσι τὴν συμβουλήν των καὶ διὰ προκειμένου νὰ καταρτισθῇ σῶμα δικαστικὸν τέλειον. Φρονῶ ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνω καὶ δίκαιον εἶναι καὶ τὴν φιλοτιμίαν τῶν Δικηγορικῶν συλλόγων θὰ κολακεύσῃ, ἐνῷ, ἂν παραμείνῃ ἡ διάταξις, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι θὰ ἀποδώσωσι τοῦτο εἰς ἀδιαφορίαν πρὸς αὐτούς. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5.
§227Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θὰ ἐδεχόμην, κ. Πρόεδρε, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ τῶν Παρέδρων ἦτο ὑποχρεωτική, ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διετυπώθη τὸ νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι θὰ ἀποσπάσωμεν παρὰ τοῖς εἰρηνοδικείοις μόνον ὑπερόπτας καὶ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν εἰς τὸ εἰρηνοδικεῖον ἢ τὸ πταισματοδικεῖον ἵνα δείξωσι τὴν δυσφορίαν των διὰ τὴν ἀγγαρείαν ἡ ὁποία τοῖς ἐπεβλήθη. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀφήσητε τὸν κλάδον ἄνευ αὐτῶν τῶν ὑπεροπτῶν, νὰ καταστῶμεν δὲ συστηματικώτεροι, ἀφοῦ μάλιστα εὑρισκόμεθα εἰς παραμονὰς διαρρυθμίσεως τῆς νομοθεσίας. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 5, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 6–8). Ἄρθρον 9ον (ἀναγινώσκεται).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σ. Σακελλαριάδου.
§229Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας μου κ. Πρόεδρε, ζητῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν ὑπογραμματέων τῶν ἐχόντων ἄδειαν δικηγόρου καὶ ὑπηρετούντων παρὰ διαφόροις δικαστηρίοις, ἰδίᾳ τῶν ὑπηρετούντων παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ.
§230Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Γνωρίζω καὶ ἐγὼ αὐτὸν ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ. Εἶναι κατὰ πάντα ἱκανός, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ προτείνω προσωπικὴν διάταξιν.
§231Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν προτεινομένην τροπολογίαν, διότι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἀδικεῖται μία ὁλόκληρος τάξις δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ προσόντα ὅπως χρησιμοποιηθῶσι.
§232Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν διατί ὁρίζει 35 ἐτῶν ἡλικίαν.
§233Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ὁρίζεται ἡ ἡλικία τὸ ὀλιγώτερον 35 ἐτῶν καὶ μέχρι 45. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 9, εἶτα δὲ καὶ τὸ 10 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 11).
§234Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἤθελον νὰ φέρω τὴν παρατήρησιν ἀρυόμενος αὐτὴν ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου διατηρεῖτε τοὺς πρωτοδίκας ἀπεσπασμένους εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰρηνοδίκου ἢ τοῦ πταισματοδίκου, ἐφ’ ὅσον χρόνον ἔχουσι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς αὐτήν, ἐνῷ θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἀνακαλέσητε τοὺς πρωτοδίκας αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσητε δι’ εἰδικῶν παρέδρων.
§235Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν πρόκειται νὰ παραμείνωσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι τοποθετημένοι ἐκεῖ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ὀφείλω πάλιν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ τοὺς ἀνακαλέσω καὶ θὰ τὸ πράξω τὸ ταχύτερον, διότι ἔχομεν ἀνάγκην μεγάλην τῶν πρωτοδικῶν αὐτῶν. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 11 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 12).
§236Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μακροτάτη ἐγένετο συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον περὶ καταργήσεως τῶν διέδρων εἰρηνοδικείων καὶ νομίζω ὅτι θ’ ἀποτελέσῃ λάθος σοβαρὸν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12, ἡ καταργοῦσα τὴν διάταξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τότε ἐνομοθέτησεν ἡ Βουλὴ μετὰ μεγάλην τῶν πραγμάτων ἔρευναν. Ὑπάρχουσιν, ὡς γνωρίζετε, μέρη εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς κατοίκους νὰ διαμένωσι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος· εἶναι χωρία, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι κατ’ ἀνάγκην ἔχουσι δύο κατοικίας, μίαν θερινὴν καὶ μίαν χειμερινήν. Καὶ ἐννοεῖται ὅτι οὗτοι θέλουσι πλησίον αὐτῶν καὶ τὸ εἰρηνοδικεῖον. Ἐὰν καταργήσητε ἤδη τὴν μίαν ἕδραν τῶν τοιούτων πρωτοδικείων δὲν θὰ κερδήσητε τίποτε, ἀλλ’ ἐνοχλεῖτε μόνον τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος θέλει τὸ εἰρηνοδικεῖον αὐτοῦ ἐκεῖ ὅπου κατοικεῖ, διότι δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλητε τὰ πράγματα. Δὲν βλέπω κατὰ τί ἡ δικαιοσύνη βελτιοῦται διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Εἶναι ἀνάγκαι τοπικαί, καὶ οὐδεὶς ἄλλος λόγος ὑπάρχει μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος.
§237Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ δικαίωμα τῆς καταργήσεως ἔχω καὶ ἐκ τοῦ ἰσχύοντος ἤδη νόμου κατόπιν γνωμοδοτήσεων τοῦ οἰκείου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ θὰ τὸ ἐξασκήσω καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, διότι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἡ μετακόμισις τῶν Ἀρχείων τῶν εἰρηνοδικείων καθ’ ἑξάμηνον ἐπὶ ἡμιόνου συντελεῖ εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ἀρχείων καὶ δὲν συντελεῖ καὶ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς δικαιοσύνης. Τὸ ἄλλο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον μεταβαίνει ὁ εἰρηνοδίκης μετὰ τοῦ γραμματέως του καὶ δικάζουσιν ὑποθέσεις πολιτικὰς καὶ ἰδίως ποινικὰς ἅπαξ ἢ δὶς τοῦ μηνός, αὐτὸ βεβαίως πρέπει νὰ μείνῃ καὶ εἶναι διατηρητέον. Ὥστε παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατηρηθῇ ἡ γʹ περίοδος.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§239Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τῆς διατάξεως, κύριε Πρόεδρε, τοῦ ἄρθρου 13 σκοπεῖται ἡ συγχώνευσις τῶν τριῶν ἐν Ἀθήναις εἰρηνοδικείων εἰς ἓν καὶ μόνον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του ὅτι τὰ τρία Εἰρηνοδικεῖα ἐκδίδουσι περὶ τὰς 10,000 ἀποφάσεων, αἱ δὲ 10,000 αὗται ἀποφάσεις σήμερον μὲ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Εἰρηνοδικείων θὰ αὐξηθῶσιν ἂν ὄχι διπλασίως, ἀλλὰ πάντως κατὰ τὸ ἥμισυ ἐπὶ πλέον· συνεπῶς ἡ συγχώνευσις τῶν Εἰρηνοδικείων αὐτῶν θὰ δημιουργήσῃ ἓν χάος καὶ μίαν σύγχυσιν κολοσσιαίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἀφοῦ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην εἶναι ἀνατεθειμένα ποικίλα καὶ πολλὰ καθήκοντα, ἰδίᾳ δὲ τὰ καθήκοντα τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας, διότι, ὅπως γνωρίζετε κάλλιστα, εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ διαδικασία τῶν συγγενικῶν συμβουλίων, αἱ ἐξώδικοι ἄλλαι πράξεις κατὰ παραπομπὴν ἐκ μέρους τῶν Πρωτοδικείων, καθ’ ἃς ὡς εἰσηγηταὶ ἐργάζονται οἱ εἰρηνοδίκαι, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωσιν οἱ τρεῖς εἰρηνοδίκαι μὲ τοὺς δύο ἢ τρεῖς παρέδρους ὅλην αὐτὴν τὴν κολοσσιαίαν ἐργασίαν. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ τὸ ὑπάρχον καθεστώς, προκειμένου διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν καὶ τὴν ταχεῖαν καὶ καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν ὅμως δὲν θελήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀποφάσεώς του περὶ τῆς συγχωνεύσεως τῶν τριῶν Εἰρηνοδικείων καὶ ἐπιμένῃ εἰς ταύτην, ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ ἀρχίσῃ ἀμέσως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου, ἀλλὰ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐφαρμογή του ἐπὶ ἕξ τουλάχιστον μῆνας ἀπὸ τῆς ἄρσεως τοῦ δικαιοστασίου, ἵνα ἐξαντληθῶσιν αἱ ἐκκρεμεῖς λόγῳ τῆς μακροχρονίου διαρκείας τοῦ δικαιοστασίου ὑποθέσεις.
§240Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θ’ ἀφήσω τὴν ἐφαρμογὴν νὰ κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος.
§241Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οἰκονομία διὰ τῆς προτεινομένης συγχωνεύσεως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἐπέλθῃ, διότι πάλιν θὰ μείνωσι τρεῖς εἰρηνοδίκαι, ὅπως καὶ πρότερον. Ἐπὶ πλέον δὲ μάλιστα συνηγορεῖ καὶ εἷς ἄλλος λόγος ὅπως μὴ γένηται ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι, ὅταν ἔχωμεν τρεῖς εἰρηνοδίκας ἐν τῷ αὐτῷ Εἰρηνοδικείῳ, θὰ ἔχωμεν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος τρεῖς διαφόρους γνώμας καὶ οὐδέποτε συνεπῶς θὰ ἔχωμεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν.
§242Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Γίνεται αὐτὸ εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, ὅπου ἔχετε τόσην ποικιλίαν συγκροτήσεων;
§243Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκεῖ ἐκδίδονται αἱ ἀποφάσεις κατὰ πλειονοψηφίαν, ἐνῷ εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα δὲν συμβαίνει τοῦτο.
§244Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης αὐτῆς, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀνεκινήθη καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῶν μεταρρυθμίσεων, συνεζητήθη, ἐγένετο νομοσχέδιον καὶ ἐπὶ τέλους κατενοήσαμεν ὅλοι, καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητής, ὅτι δὲν ἦτο σκόπιμον. Τὰ αὐτὰ ἐπράξαμεν καὶ διὰ τὰς νομαρχίας. Τότε μάλιστα ἠθέλομεν νὰ κάμωμεν καὶ οἰκονομίας, προχθὲς ὅμως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐζήτει καὶ νέας πιστώσεις διὰ νέον προσωπικόν. Πολὺ φοβοῦμαι μὴ ἀποτύχητε, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὴν γνώμην σας ταύτην. Θὰ ἴδητε τὴν ἀποτυχίαν.
§245Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ἴδητε τὴν ἐπιτυχίαν.
§246Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Σεῖς τὸ κατενοήσατε ὅτι θ’ ἀποτύχῃ καὶ λέγετε ὅτι θὰ κανονίζωνται αὐτὰ μεταξὺ γραμματέως καὶ εἰρηνοδίκου διὰ κανονισμοῦ. Μόνον ἔριδας καὶ διαμάχας θὰ ἔχητε. Σήμερον, μὴ ἐπιτρεπομένων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἄλλοτε, θὰ παρουσιασθῇ τοῦτο τὸ ἰδιαίτερον, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ προθυμία τίς νὰ λάβῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ τίς ν’ ἀποφύγῃ αὐτήν. Εὔχομαι νὰ μὴ εἶναι πολὺ ἐγγὺς ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ καταδειχθῇ ἡ ἀποτυχία καὶ θὰ φέρωμεν ἕτερον νομοσχέδιον ἵνα καταργήσωμεν τοῦτο.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14). Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§248Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν κάμνετε μίαν προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἵνα θεραπεύσητε μίαν ἀνάγκην; Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἅπαντα τὰ ἐπαρχιακὰ εἰρηνοδικεῖα, τὰ ἐν ταῖς πόλεσι πρὸ πάντων, εἶναι πλέον ἢ κατάφορτα ἀπὸ ἐργασίαν. Τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ εἰρηνοδικεῖον Τριπόλεως. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κάμητε προσθήκην, καθ’ ἣν τῇ προτάσει τοῦ Συμβουλίου τῶν πρωτοδικῶν θὰ δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ ἔμμισθοι ὑπογραμματεῖς.
§249Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τοῦτο εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος γενικοῦ νόμου, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀναγεγραμμένη πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 16–18). ΑΡΘΡΟΝ 19 (ἀναγινώσκεται).
§251Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μίαν δήλωσιν παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται νὰ προαχθῶσι.
§252Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος, ὁ ὁρίσας νὰ μεταβαίνωσι πρωτοδίκαι εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα λέγει ὅτι, μόνον καθ’ ὃν χρόνον ὑπηρετοῦσι δὲν μετατίθενται, δὲν τοὺς ἀφαιρεῖ ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς. Δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία περὶ αὐτοῦ. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται λόγῳ μεσολαβησάσης τροπολογίας. Εἶναί τινα ἐπείγοντα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτοῦσι μακρὰν συζήτησιν καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ νὰ προταχθῶσιν αὐτά.
§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων περὶ ναυτικῆς στρατολογίας». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπολύσεως τῶν καταταχθέντων ἐπὶ διετεῖ θητεία ἐθελοντῶν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῶν ἄρθρων 94 τοῦ ΑΝΖʹ Νόμου τοῦ 1912 περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον). Τὰ λοιπὰ ἀναβάλλονται διὰ τὴν 10ην ὥραν. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 50 μ. μ). Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 10, 20′ μ. μ.)
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§257Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸ κατωτέρω ὑπ’ ἀριθ. 4 τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ προταχθῇ.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ ἀστικοῦ νόμου τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1913». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Μπασιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§259Α. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα φέρω παρατηρήσεις τινὰς καὶ ἵνα μὴ διέλθῃ ὅλως ἀπαρατήρητον νομοσχέδιον ἐπιφέρον τροποποιήσεις εἰς τὸν ἀστικὸν νόμον. Γνωρίζετε πάντες ὁποία μελέτη καὶ ἐπεξεργασία δέον νὰ προηγῆται πάσης μεταβολῆς διατάξεων τοῦ ἀστικοῦ δικαίου καὶ λίαν εὐλόγως, καθόσον δι’ αὐτῶν ῥυθμίζονται ἡ κατάστασις καὶ αἱ σχέσεις τῶν ἀτόμων πρὸς ἄλληλα καὶ τὰ δίκαια αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἅπαντα τὰ κράτη, μόνον ὁσάκις ὡριμάσῃ παρά τε τῇ κοινῇ γνώμῃ καὶ τοῖς νομικοῖς μεταβολή τις, τότε μόνον φέρουσιν αὐτὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀφοῦ εἰδικαὶ ἐπιτροπαὶ ἐπεξεργασθῶσι τὸ προτεινόμενον νομοθέτημα. Τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἠκολούθησεν ἄλλως τε καὶ ὁ Ἕλλην νομοθέτης καὶ ἀνέκαθεν ἐσχημάτισεν ἐπιτροπὴν ἐκτὸς καὶ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, προκειμένου περὶ θεμάτων τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Ἤδη ὅμως παριστάμεθα ἐνώπιον τοῦ περιέργου θεάματος τῆς ἐπιψηφίσεως διατάξεων μεταβαλουσῶν τοιαύτας τοῦ ἀστικοῦ νόμου, περιεχομένας εἰς νομοσχέδιον, ὅπερ κηρυχθὲν κατεπεῖγον χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἀσυζητητὶ καὶ θὰ ἐψηφίζετο κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν σήμερον. Εἶναι τῷ ὄντι περίεργος ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς, ἥτις καταναλίσκει ὥρας ὁλοκλήρους εἰς συζήτησιν λεπτεπιλέπτων διαφορῶν προσόντων ὑπαλλήλων καὶ ἀφήνει ὅλως ἀπαρατήρητα νομοσχέδια ῥυθμίζοντα δίκαια τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ πολίτου, οὐχ ἧττον περίεργος τυγχάνει καὶ ἡ νομοτεχνία τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλούσης τῇ Βουλῇ ἀντικείμενα ἄξια μόνον ἐγκυκλίου ἢ τὸ πολὺ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν τοιούτοις νομοθετήμασι παρείσφρησις διατάξεων ἀλλοίων καὶ οὐδεμίαν θέσιν ἐχουσῶν. Οὕτως ἐν τοιούτῳ σχοινοτενεῖ νομοσχεδίῳ περὶ δικαστικῆς ὀργανώσεως τῶν νέων χωρῶν προσετέθη δεύτερον ἐδάφιον εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον, δι’ οὗ ἀπροόπτως ὅλως καὶ αἰφνιδίως λύεται τὸ ζήτημα, τίνες εἰσὶν Ἰόνιοι καὶ ἐπὶ τίνων ἐφαρμόζεται ὁ Ἰόνιος Κῶδιξ, ζήτημα ἐπὶ πολὺ ἀπασχολῆσαν τοὺς νομικοὺς καὶ τὴν νομολογίαν καὶ ὅπερ διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἐλύθη ἀσυζητητί, ὅτι ὁ Ἰόνιος νόμος ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν κατοικούντων μόνον ἐν τοῖς Ἰονίοις νήσοις. Διὰ τοῦ αὐτοῦ δὲ τρόπου ἐλύθη καὶ ἕτερον ζήτημα· ὅτι οἱ ἔξω Ἕλληνες θεωροῦνται ὡς ἔχοντες κατοικίαν τὴν τελευταίαν αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι τοιαύτην. Ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου παρατηρῶ ὅτι διὰ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ μόνου ἄρθρου αὐτοῦ καταργεῖται ἡ ὑπάρχουσα ἀρχὴ περὶ μεταβολῆς ἐθνικότητος. Ἐνῷ κατὰ τὰ ἤδη κείμενα ὁ Ἕλλην ἀποκτῶν τὴν ξένην ὑπηκοότητα ἀπόλλυσι τὴν ἑλληνικήν, μόνον δ’ ἂν πρὸ τῆς ἀποκτήσεως ξένης αἰτήσηται νὰ λάβῃ πρὸς τοῦτο ἄδειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐπανακτᾷ τὴν ἑλληνικὴν δι’ ἁπλῆς δηλώσεως, οὕτως ὥστε ἡ ἄδεια εἶναι εὐεργέτημα διὰ τὸν φιλοπάτριδα Ἕλληνα τὸν τηροῦντα τὸν πόθον τῆς εἰς τὰ πάτρια ἐπανόδου, διὰ τοῦ εἰσαγομένου θεσμοῦ ἡ Ἑλληνικὴ ὑπηκοότης εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς Ἕλληνας καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ τις ξένην ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ ταύτην καὶ ἐρωτᾷ τί πολῖται θὰ εἶναι οὗτοι οἱ διὰ τῆς βίας διατηρούμενοι ὑπήκοοι; Ποίαν πεποίθησιν ἐμπνέουσι καὶ ποίαν ἀνάγκην δύναται νὰ ἔχῃ τούτων τὸ Κράτος; Χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ ἀνελεύθερον τοιαύτης ἀρχῆς ἰσχυούσης μόνον ἐν Τουρκίᾳ καὶ Ῥωσίᾳ, δέον πάντως νὰ δώσωμεν τὴν ὀφειλομένην προσοχὴν εἰς τὰ ζητήματα τῆς διπλῆς ἐθνικότητος καὶ τὰς συγκρούσεις, αἵτινες διεθνῶς ἀφεύκτως θὰ ἐγερθῶσιν. Οὕτως Ἕλλην μὴ τυχὼν ἀδείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πολιτογραφηθεὶς δὲ Ἰταλός, Γάλλος ἢ Γερμανὸς θὰ ἔχῃ τὴν ἑλληνικὴν καὶ τὴν ἄλλην ὑπηκοότητα καὶ ἐὰν μὲν εὑρεθῇ ἐν Ἑλλάδι ἢ κέκτηται περιουσίαν κινητὴν ἐν Ἑλλάδι θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Ἑλληνικὸς νόμος, ἂν δ’ ἐν Γαλλίᾳ, Ἰταλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ, ὁ ξένος νόμος ἀναλόγως τῆς χώρας, ἂν ὅμως εὑρεθῇ ἐν ἑτέρῳ Κράτει, ὡς ἐν Αὐστρίᾳ, τότε θὰ ἐπέλθῃ ἀναμφισβητήτως σύγκρουσις νόμων καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ Αὐστρία θ’ ἀποφανθῇ ὅτι οὗτος εἶναι ἄνευ ὑπηκοότητος καὶ θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Αὐστριακὸν νόμον καὶ οὕτως ὁ Ἕλλην θὰ ἑρρεθῇ Αὐστριακὸς ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ καὶ παρὰ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν βούλησιν αὐτοῦ νὰ γίνῃ Ἰταλός, Γάλλος ἢ Γερμανός. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ παρεμποδισθῇ ἡ μεταβολὴ ὑπηκοότητος χάριν τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως ἢ τοιαύτης πρὸς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, τὸ τοιοῦτον θὰ ἠδύνατο δι’ εἰδικῶν νόμων νὰ προληφθῇ, ὡς ἐν Γαλλίᾳ ἢ Ῥουμανίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ τοιαύτη ἀνάγκη δὲν παρουσιάσθη ἰδίᾳ νῦν, ὅτε ἀθρόως προσῆλθον πανταχόθεν οἱ στρατεύσιμοι Ἕλληνες καὶ πλεῖστοι ἐθελονταί. Ἂν δ’ ὑπῆρχεν ἄλλη ἀνάγκη ἕνεκα τῶν καταληφθεισῶν χωρῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔδει νὰ ληφθῇ εἰδικὸν νομοθετικὸν μέτρον, χωρὶς νὰ θιχθῇ ὁ ἀστικὸς νόμος. Διὰ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖται ἡ ὑφισταμένη διάταξις τοῦ ἀστικοῦ νόμου, καθ’ ἣν ὁ ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως ἀναδεχθεὶς ὑπηρεσίαν παρὰ ξένῳ Κράτει ἀπόλλυσι τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα, θεσπίζεται δ’ ὅτι ὁ ἄνευ Βασιλικῆς ἀδείας ἀναδεχθεὶς τοιαύτην καὶ κληθεὶς ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπόσχῃ, μὴ συμμορφούμενος ἀπόλλυσι τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος. Οὕτω διὰ τοῦ ἐδαφίου τούτου τὸ μὲν λεληθότως ἐπανακτῶσι τὴν Ἑλληνικὴν ἰδιότητα οἱ ἀπολέσαντες αὐτὴν ὡς ἀποδεχθέντες ἐν ξένῳ Κράτει ὑπηρεσίαν ἄνευ ἀδείας τῆς Ἑλλάδος, ἄρα ὡς κληθέντες παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπόσχωσι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τοῦτο, τὸ δὲ οἱ ἀναλαβόντες παρὰ ξένῳ Κράτει ὑπηρεσίαν ἄνευ ἀδείας τῆς Ἑλλάδος μένουσιν εἰς τὴν αὐθαίρετον διάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δύναται νὰ κανονίζῃ τὴν ἰδιότητα αὐτῶν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι ἀστικοὶ νόμοι δέον νὰ περιέχωσι γενικὰς διατάξεις καὶ ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ Ἕλληνος δὲν δύναται νὰ μένῃ εἰς τὴν διάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι πάντως ἡ ἐλευθέρα βούλησις τοῦ ἀτόμου δέον νὰ εἶναι πλήρης καὶ νὰ κανονίζῃ τὴν ἐθνικότητα αὐτοῦ. Ἂν δὲ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ὑποκρύπτηταί τι, ὀρθότερον θὰ ἦτο ἡ ὑποβολὴ καὶ ἐπιψήφισις εἰδικοῦ νόμου ἢ γενικοῦ ἐπιτρέποντος τὴν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος πολιτογράφησιν ἐξόχων προσώπων ἢ παρασχόντων ἐξόχους ὑπηρεσίας. Διότι διὰ τοιούτων διατάξεων θ’ ἀπομακρύνωνται ἀνεπιστρεπτὶ ἐξ Ἑλλάδος οἱ τυχὸν ἀναδεχθέντες ὑπηρεσίαν παρὰ ξένῳ Κράτει ἢ πολιτογραφηθέντες ἐν ξένῳ Κράτει ἄνευ ἀδείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐπάνοδον αὐτῶν εἰς τὴν πατρίδα. Προκειμένου περὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νομοσχεδίου, ὁμολογῶ ὅτι ἡ στρυφνότης αὐτοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἵνα δυνηθῶ κἀγὼ νὰ κρίνω.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτ. Κροκιδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§261ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον εἶναι κακῶς διατετυπωμένον.
§262ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε νὰ μὴ ἔχῃ ἔκπτωτον ἕνα ὑπήκοον τῆς Ἑλλάδος.
§263ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ προκαταβολικῶς τὴν ἄδειαν;
§264ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολλοὶ δὲν ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀκολούθως ψηφίζεται καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§266ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 6, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν φυλάκων ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§268Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἰς τὸ 3 ἄρθρον νὰ τεθῇ «προτιμωμένων τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου».
§269Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι θὰ προτιμῶνται.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 4–14) Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§271Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας δέον νὰ ληφθῇ μέτρον τι. Νὰ προστεθῇ «καὶ οἱ προϋπηρετήσαντες». Δὲν πρέπει νὰ τοὺς πετάξητε εἰς τὸν δρόμον.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 16, 17, ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§273ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ 12ον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν ἐπιστρατευθέντων ἐπιτηδευματιῶν».
§275ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ἐτροποποιήθη παρ’ ἐμοῦ, κ. Πρόεδρε.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1ον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§277ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νὰ τεθῇ «ἀπαλλάσσονται ὡσαύτως τοῦ δημοσίου καὶ δημοτικοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν οἱ κάτοχοι τοιούτων κτηνῶν, τὰ ὁποῖα ἐπετάχθησαν κατὰ τὸ 1912 καὶ 1913».
§278ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ ζῷα ἐπιταχθέντα κατὰ τὸ 1912.
§279ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶπον κατὰ τὸ 1912 καὶ 1913.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3ον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§281ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπίσης νὰ προστεθῇ «ἐπίσης ἀπαλλάσσονται τοῦ ἡμίσεος ἐπιτηδεύματος τοῦ 1912 καὶ 1913 οἱ δικολάβοι».
§282ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Οἱ γεωργοί, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν κατὰ τὸ 1912 ἢ 1913 καὶ τῶν ὁποίων τὰ ζῷα δὲν ἐκαλλιέργησαν, πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου.
§283ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἐὰν ἐπετάχθησαν τὰ κτήνη των· ὑπάρχει τότε δικαιολογία. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἦσαν ἐπίστρατοι οἱ γεωργοὶ αὐτοὶ καὶ τὰ κτήνη των δὲν ἐκαλλιέργουν δὲν ἀπαλλάσσονται, διότι ἡ καλλιέργεια δυνατὸν νὰ ἐγένετο ὑπὸ ἄλλων.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4ον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Σπ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§285ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δίκαιον εἶναι εἰς τοὺς ὑπερνομοταγεῖς πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέψαντες ἀπὸ τὸν στρατὸν ἔσπευσαν νὰ πληρώσωσι τὸ ἐπιτήδευμα, νὰ ἐπιστραφῇ τὸ ἐπιτήδευμα αὐτό.
§286ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν δὲν τὴν δέχομαι. Εἶναι κανὼν τακτικώτατος ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐπληρώθη καλῶς ἐπληρώθη.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σπ. Θεοδωροπούλου.
§288ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς εἰς τὸ ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκει). «Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν φόρων τῶν χρήσεων 1912 καὶ 1913 τοῦ δημοσίου αʹ) ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζῴων, βʹ) ἐπὶ τῶν δημοσίων θεαμάτων, γʹ) ἐπὶ τῆς ῥητίνης, δʹ) ἐπὶ τῶν σταθμικῶν καὶ μετρικῶν δικαιωμάτων, εʹ) θαλασσίων καὶ ἰαματικῶν λουτρῶν καὶ στʹ) ἰχθυοτροφείων, ἀπαλλάσσονται ἀναλόγου ποσοῦ ἐκ τοῦ ὑπ’ αὐτῶν ὀφειλομένου εἰς τὸ δημόσιον ἐνοικίου, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον συνεπείᾳ αἰτήσεως αὐτῶν ὑποβαλλομένης ἐντὸς τριμήνου ἀπὸ τοῦ παρόντος νόμου ἤθελε βεβαιωθῆ διὰ πρωτοκόλλων τῶν διὰ Β. Δ. καταρτισθησομένων ἐπιτροπῶν ἐκ δημοσίων ἀρχῶν ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπῆλθεν αὐτοῖς ζημία. Οὐδέποτε ὅμως ἐπιτρέπεται ἡ κατὰ ταῦτα χορηγηθησομένη ἄφεσις χρέους καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1912, 1913 νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ ⅙ τοῦ ἐτησίου ἐνοικίου κ.λ.π.».
§289Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπαρχίας. Σᾶς φέρω παράδειγμα τὴν ἐπαρχίαν μου. Ἐπετάχθη ἐκεῖ ἓν μοναδικὸν θέατρον τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ κατέστη στρατών, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ θεάτρου δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ οὐδὲ ὀβολόν. Ἡ διάταξις τοῦ ἑνὸς ἕκτου τὸν ἀδικεῖ νομίζω· δύνασθε ἑπομένως νὰ θέσητε ἔτι μεγαλείτερον περιθώριον.
§290ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καταθέσατε τροπολογίαν ἵνα ἐξετασθῇ καὶ αὐτό.
§291Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Διὰ τὸν Δημοτικὸν φόρον τί θὰ γίνῃ;
§292ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ αὐτός.
§293Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν θὰ μείνῃ ἀρχή, ἡ ὁποία νὰ μὴ πιστοποιήσῃ ὅτι ἐπῆλθον ζημίαι καὶ τίποτε ἄλλο δὲν κάμνετε παρὰ νὰ χαρίζητε χρῆμα τοῦ δημοσίου.
§294Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρατηρήσῃ μὴ τυχὸν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι αἰτήσεις, διότι ἤκουσα ὅτι ἀπηριθμήθησαν ὡρισμέναι αἰτήσεις.
§295ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι αἱ αἰτήσεις τὰς ὁποίας ἔχομεν λάβει μέχρι τοῦδε.
§296Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Περὶ τῶν ἄλλων δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν; Τὸ νομοσχέδιον δὲν στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς βάσεως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ κατ’ ἐξαίρεσιν πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτῶν. Δὲν λαμβάνετε π.χ. πρόνοιαν διὰ τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου τῆς ζυγίσεως;
§297ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἀναφέρω καὶ τῶν σταθμικῶν δικαιωμάτων. Ἄλλως τε θὰ ἴδητε ὅλον τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν.
§298Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε δίκαιον νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ χάριν τῆς δικαιοσύνης καὶ ὄχι διὰ νὰ διασπασθῇ τὸ δημόσιον χρῆμα. Ἀλλ’ ἤθελον ἐρωτήσει· ὅσοι ἐπλήρωσαν δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀναλάβωσι τὰ πληρωθέντα;
§299ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι· τὸ εἶπον προηγουμένως. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5ον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶτα ψηφίζονται ἐπίσης τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§300ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ 13, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου: «περὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵Δ (4000) τῆς 14 Ἰανουαρίου 1912 περὶ παροχῶν τοῦ δημοσίου εἰς τὰ ταμεῖα τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης καὶ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§302Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησίν τινα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐκφράζω πάλιν τὴν εὐχὴν ὅπως ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ οὐχὶ περὶ προικοδοτήσεως τῶν ταμείων αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ καταργήσεως. Ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας θὰ εἶναι πάντοτε τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ὑπάρξεως τῶν εἰδικῶν αὐτῶν ταμείων, διότι ποτὲ δὲν φαντάζομαι ὅτι οἱαδήποτε Βουλὴ θ’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν οἱονδήποτε ποσὸν τὸ ὁποῖον ἤθελε ζητήσει πρὸς στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ 2 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις περὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΔΡΙʹ (4110) τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1912 περὶ προσωρινῆς μειώσεως ἢ καταργήσεως εἰσαγωγικῶν τινων δασμῶν». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1, εἶτα δὲ τὸ 2 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΔΡΟΖʹ τῆς 16 Ἀπριλίου 1913 καὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Αὐγούστου 1913 νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς εἴσπραξιν δημοσίων προσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1911 καὶ 1912 ἄνευ τῶν συνεπειῶν τῆς ὑπερημερίας». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ κανονίζοντος τὰς ποινὰς τῶν ἀνυποτάκτων ἄρθρου 152 τοῦ περὶ στρατολογίας ᾼΦΚΗʹ νόμου». Ὑπάρχουσιν ὑποβεβλημέναι τροπολογίαι, ὧν ἡ συζήτησις ἀναβάλλεται διὰ τὴν βʹ συζήτησιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§305ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ χορηγίας ἀδείας εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς συνομολόγησιν δανείου δραχ. χρυσῶν 500,000,000. Τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τούτου θέλει χρησιμοποιηθῆ ἐν πρώτοις πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ κυμαίνοντος χρέους τοῦ συνομολογηθέντος διὰ προσωρινῶν δανείων ἐνιαυσίων κατὰ τὰ ἔτη 1912 καὶ 1913, ὡς καὶ διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1913, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται, ὡς εἶπον κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν δηλώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς τρεχούσης χρήσεως, εἰς 100,000,000. Ἐπίσης θέλει χρησιμοποιηθῆ διὰ τὰς ἐνδεχομένας ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914, τέλος δὲ θέλει χρησιμοποιηθῆ καὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων ἐν ταῖς παλαιαῖς ἐπαρχίαις καὶ ταῖς νέαις τοῦ Βασιλείου, ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλομένων ὡς ἐπειγόντων. Ὁ τύπος τοῦ προκειμένου δανείου εἶναι τύπος 5% ἐξοφλητέου εἰς 50 ἔτη καὶ ἐκδοτέου εἰς τὰ 87,75. Ὁ τύπος οὗτος βεβαίως δὲν εἶναι ὁ ἰδεώδης τύπος, ἀλλ’ ἡ κατάστασις ἡ χρηματικὴ τῆς παγκοσμίου ἀγορᾶς δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ Κυβέρνησις παρὰ τὰς μεγάλας προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλε, καὶ τὰς μακρὰς διαπραγματεύσεις νὰ δύναται νὰ προσδοκᾷ ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ ὅρους καλλιτέρους ἢ ἄλλο κράτος ἐγγὺς ἡμῶν κείμενον, τοῦ ὁποίου ἡ δημοσία πίστις εὑρίσκεται τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ μὲ ἡμᾶς ἐπιπέδου· παρὰ τὴν μεγάλην δὲ ἠθικὴν ἀρωγὴν ἧς ἔτυχε παρὰ κραταιοτάτων παραγόντων τὸ κράτος τοῦτο δὲν ἠδυνήθη ἐπίσης νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ὑπὸ ὅρους βελτίονας, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον διὰ τὸ ἴδιον ἡμῶν δάνειον. Αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται εἰς τοὺς δανειστὰς διὰ τὴν τοκοχρεωλυτικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι τὰ ἐλεύθερα μένοντα πλεονάσματα τῶν ὑπεγγύων προσόδων, τὸ πρόσθετον τέλος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐκ 2 δραχ., τὸ ἐπιβληθὲν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1909, καὶ αἱ πρόσοδοι ὡρισμένων τελωνείων. Δὲν ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀνάγκην πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τούτου τοῦ νὰ μὴ προσφύγῃ εἰς τὴν παρέμβασιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως διὰ τῆς ἐνεργείας ταύτης συντελῆται ἡ ἐνιαυσία ὑπηρεσία τοῦ δανείου. Λέγω καὶ πάλιν ὅτι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ μεγαλείτερον τῶν ὅσων ποτε συνομολόγησεν ἡ Ἑλλὰς, δὲν εἶναι βεβαίως ἰδεώδεις, ἀλλὰ τονίζω ὅτι ἐκεῖνο πρὸ παντός, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἀποβλέψῃ, εἶναι τὸ πῶς νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ταμιακὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου πρὸς ἀντίκρυσιν ὅλων τῶν ἀναγκῶν καὶ ὅλων τῶν ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι σήμερον παρὰ τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ κατ’ ἀκολουθίαν τῶν πολεμικῶν περιπλοκῶν τῶν τελευταίων δεκαπέντε μηνῶν, τὸ πῶς νὰ ἐνισχυθῇ ἐπίσης καὶ οἰκονομικῶς, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Ἑλλάδα τῆς σήμερον ὡς ἐκ τῆς ἐν γένει καταστάσεως καὶ ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Τὰ διάφορα δάνεια, τὰ ὁποῖα ὑπὸ ὁμοίας συνθήκας διεθνεῖς καὶ ὑπὸ παρεμφερεῖς περιστάσεις συνήφθησαν καὶ παρ’ ἄλλων Κρατῶν ἰσχυροτάτων, μετὰ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι εὔλογον νὰ θελήσῃ τις νὰ παραβάλῃ ἔστω καὶ τὴν μεγαλυνθεῖσαν Ἑλλάδα, δάνεια τὰ ὁποῖα συνήφθησαν ἐπίσης μετὰ νικηφόρους πολέμους, δὲν περιέχουσιν ὅρους κατὰ πολὺ ἀνετωτέρους τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους περιλαμβάνει τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν νομοσχέδιον. Ἡ φύσις αὐτῶν τῶν πραγμάτων καὶ τὰ ψυχολογικὰ αἴτια τὰ προκύπτοντα ἐκ τοῦ πολέμου, ἔστω καὶ νικηφόρου πολέμου, ἔχουσι πάντοτε ὡς ἐπακολούθημα, ὅτι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει τὸ κεφάλαιον διὰ νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον νὰ καλύψῃ ὅλας τὰς δαπάνας αὐτὰς καὶ τὰς οἰκονομικὰς πληγὰς αἱ ὁποῖαι ἐπέρχονται, εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδοκᾷ τι ἢ κἂν νὰ ἐλπίζῃ ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ ὅρους καλλιτέρους. Δὲν ἐνόμισεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔπρεπε μετὰ τὰς προσπαθείας τὰς πολλάς, τὰς ὁποίας κατέβαλεν ὅπως ἐπιτύχῃ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ καλλίτερον, νὰ ὀρρωδήσῃ πρὸ τῶν ὅρων αὐτῶν, ἔχουσα δὲ συνείδησιν τοῦ βάρους τῆς εὐθύνης καὶ τῶν ἀπαιτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὴν σήμερον ὡς ἐκ τῶν ἐν γένει περιστάσεων, ἐπροτίμησε νὰ ἀποδεχθῇ τοὺς ὅρους τούτους, καὶ τοιούτους ὄντας, ἐν τῇ ἐλπίδι ὅτι βραδύτερον μετά τινα ἔτη, ὅταν αἱ συνθῆκαι ὄχι μόνον αἱ ἡμέτεραι, ἀλλὰ πρὸ πάντων αἱ συνθῆκαι τῆς χρηματικῆς ἀγορᾶς βελτιωθῶσι, θὰ δυνηθῇ νὰ τρέψῃ τὸ δάνειον τοῦτο κατὰ τὰ συνήθως ὑπὸ πάντων τῶν Κρατῶν γινόμενα καὶ νὰ καταστήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἧττον ἐπαχθῆ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἡ ψήφισις τοῦ νόμου τούτου ἐπείγει, διότι εἶναι ἀπαραίτητον, ὅπως ὑπάρξῃ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς ὑπογραφὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ταχυτέραν τῆς περὶ τοῦ δανείου τούτου συμβάσεως. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατεπεῖγον καὶ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν αὐτοῦ.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ συνάψεως δανείου 500 ἑκατομμυρίων κηρυχθῇ κατεπεῖγον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται ἐπίσης δεκτὴ καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου συναινέσει τῆς Βουλῆς).
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως ἐν μέρει τῆς ἰσχύος καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ͵ΔΞΗʹ (4068) νόμου περὶ ἀναστολῆς παραγραφῶν». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§308Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ τασσομένη προθεσμία;
§309Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ γίνῃ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου.
§310Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀπὸ τὸν παρελθόντα νόμον ἐγεννήθη ἀμφιβολία, ἂν τὰ γενόμενα διαμαρτυρικὰ εἶναι ἔγκυρα ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπαναληφθῶσιν. Ἐπὶ τούτου παρακαλῶ μίαν δήλωσιν, κ. Ὑπουργέ, ἵνα ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§311Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ νόμος ͵ΔΞΗʹ διαλαμβάνει ἰδίαν διάταξιν, καθ’ ἣν δύνανται ν’ ἀπαγορευθῶσι τὰ διαμαρτυρικὰ διὰ Β. Διατάγματος συμφώνως πρὸς τὸ ὅλον σύστημα· ἀλλὰ τοιαύτη διάταξις δὲν ἐξεδόθη. Ἑπομένως ἀπαγόρευσις συντάξεως διαμαρτυριῶν δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει ἀναστολὴ προθεσμίας, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν κωλύει· ἄρα τὸ γενόμενον διαμαρτυρικὸν εἶναι ἀναμφισβητήτως ἔγκυρον.
§312Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἔγκριτος νομικὸς μοὶ καταγγέλλει μίαν ἔλλειψιν τοῦ δικαιοστασίου, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν προσθέτοντες ἐν τῷ νόμῳ, καθὰ ἐγένετο καὶ διὰ τὰς νομίμους καὶ δικαστικὰς προθεσμίας, ὅτι ἀπὸ τῆς 17 Σεπτεμβρίου 1912 ἀναστέλλονται καὶ αἱ συμβατικαὶ προθεσμίαι, ὧν ἡ λῆξις συμπίπτει μεταξὺ τῆς 17 Σεπτεμβρίου καὶ τῆς 6 Ὀκτωβρίου 1912 ἐφ’ ὅσον μόνον ἐκ τῆς παρελεύσεως αὐτῆς ἐξαρτῶνται ἐκπτώσεις καὶ ποινικαὶ ῥῆτραι.
§313Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν προτεινομένην τροπολογίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξηγήσω περὶ τίνος πρόκειται. Διὰ τοῦ περὶ δικαιοστασίου νόμου ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἀναστολῆς τῶν νομίμων καὶ δικαστικῶν προθεσμιῶν καὶ τῶν συμβατικῶν, ἐφ’ ὅσον ἤθελον ἐγκριθῆ διὰ Β. Διατάγματος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος ἐψηφίσθη μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, προσετέθη εἰδικὴ διάταξις ἀναστέλλουσα τὰς νομίμους καὶ δικαστικὰς προθεσμίας ἀπὸ τῆς 17ης Σεπτεμβρίου ἀναδρομικῶς. Περὶ συμβατικῶν δὲν ὤριζεν ἡ ἐν λόγῳ διάταξις, μόνον διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων ἐθεσπίσθη ἀναστολὴ ὑπὸ περιορισμὸν «ὅτι ἀναστέλλονται αἱ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ἐνοχικῶν ὑποχρεώσεων ἀναγόμεναι συμβατικαὶ προθεσμίαι, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς παρελεύσεως αὐτῶν ἐξαρτῶνται ἐκπτώσεις δικαιωμάτων καὶ ποινικαὶ ῥῆτραι». Σήμερον ζητεῖται διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται ὁ κ. Κροκιδᾶς, ὅπως θεσπίσωμεν ἀναδρομικῶς ἵνα καὶ αἱ συμβατικαὶ προθεσμίαι ὑπὸ τὸν ἄνω ὅρον, ὅστις δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλ’ ἐτέθη ὑπὸ τῶν Διαταγμάτων, θεωρηθῶσιν ἀνεσταλμέναι καὶ διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου μέχρι 6 Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους. Ὑπάρχει οὕτω φόβος μὴ καταστρέψωμεν δικαιώματα κεκτημένα, τὰ ὁποῖα ἐννόμως ἐκτήθησαν ἔκτοτε. Ἡ ἀναδρομικὴ ἰσχὺς τῶν νόμων εἶναί τι ἐξαιρετικὸν καὶ ὕστερον ἀπὸ ἓν ἔτος νὰ ἐρχώμεθα νὰ καταστρέψωμεν δικαιώματα κεκτημένα θὰ εἶναι μᾶλλον παρακεκινδυνευμένον. Οὐχ ἧττον τὸ ζήτημα ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§314Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρόκειται περὶ συμβατικῆς προθεσμίας εἴτε ποινικῆς ρήτρας, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ὁ δανειστὴς εἰς μίαν ἀνώμαλον κατάστασιν.
§315Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶναι ἐπικίνδυνον. Δύναται νὰ πρόκειται καὶ περὶ ὡρισμένου συμφέροντος.
§316Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σοβαρώτατον. Πῶς θέλετε νὰ τιμωρήσητε ἕνα ὀφειλέτην ὅτι παρέβη τὴν προθεσμίαν τὴν συμβατικὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ προθεσμία συμπίπτει τὴν 17ην Σεπτεμβρίου;
§317Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν πρόκειται περὶ ποινικῆς ρήτρας; Ἐν ἑνὶ λόγῳ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐπικίνδυνον.
§318Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὄχι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ, ἤθελον νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ κάμω συστάσεις τινάς. Ὡς ζητεῖτε τὴν ἄδειαν, καὶ ὀρθῶς ζητεῖτε αὐτήν, ζητεῖτε, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος κανονίσητε τὴν ἀναστολὴν τῶν προθεσμιῶν. Ζητεῖτε ταύτην μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1914. Τὸ νὰ ζητεῖται τὴν αὐτὴν ἑσπέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθη καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, ἡ ἀναστολὴ τῶν προθεσμιῶν μέχρι τοῦ 1914 παρουσιάζει τοῦτο ἀνωμαλίαν τινά, διότι τείνει νὰ παραστήσῃ τὴν χώραν ὄχι εἰς καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθές· οὐδ’ ὑποθέτω ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὴν ἔννοιαν νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἐφηρμόσθη καὶ ὁ τελευταῖος ψηφισθεὶς νόμος, δηλαδὴ ἐν πάσῃ ἐκτάσει. Ἤθελον συστήσει ὅπως καθορίσητε διάκρισίν τινα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τὰ ἄξια προστασίας καὶ νὰ μὴ χρησιμεύσωμεν, ὡς ἐγένετο κατὰ τὰς περιστάσεις τὰς πολεμικὰς τὰς ἐχούσας δικαιολογίαν ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, εἰς ἀνακοπὴν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ τόπου, θέσωμεν δὲ καὶ εἰς ἀνησυχίαν τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πιστωτὰς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον συστήσει πρὸς ὑμᾶς, ὅπως κηρύξητε τὴν ἄρσιν τῆς ἀναστολῆς διὰ τὰς ὑποχρεώσεις αἱ ὁποῖαι προκύπτωσιν ἐκ συναλλαγῶν καταρτισθεισῶν μετὰ τὴν 17 Σεπτεμβρίου 1912, διότι ἐὰν ἐπέδρασεν ἡ πολεμικὴ κατάστασις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀντοχῆς τῶν ὀφειλετῶν, πρὸ παντὸς ἐπέδρασεν αὕτη εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν ἀντοχὴν ἀπέναντι τῶν χρεῶν τὰ ὁποῖα ἦσαν συνομολογημένα. Ἀλλὰ καὶ ἐφηρμόσθη, ὡς γνωρίζετε πάντες τοῦτο πολὺ καλά, τὸ δικαιοστάσιον, καὶ ἡ ἀναστολὴ ἐπεξετάθη καὶ ἐπὶ χρεῶν τὰ ὁποῖα συνήφθησαν μετὰ τὴν 17 Σεπτεμβρίου 1913. Τοιουτοτρόπως ἐπωφελήθησαν οὐχὶ πάντες, ἀλλά τινες, οἱ ὁποῖοι ἐκθέτουσι τὴν ἐπαγγελματικότητα καὶ τὴν καλὴν πίστιν τῶν ἄλλων ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι συνηλλάσσοντο καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καὶ οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον ὑπὸ τίνας ὅρους συνηλλάσσοντο καὶ εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν των, εὑρίσκοντο δὲ ἐν τῇ πλεονεκτικῇ θέσει τῶν δανειστῶν παρακωλύοντες τὴν πληρωμὴν αὐτῶν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαρρύθμισιν τῶν χρεῶν πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πιστωτὰς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, θὰ ἐπεθύμουν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβητε τὰ προσήκοντα μέτρα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ληφθῶσιν ἄνευ τοῦ εὐεργετήματος, τὸ ὁποῖον σκοπεῖτε νὰ παράσχητε ὑπὲρ τῶν ἐχόντων πραγματικὴν ἀνάγκην τοῦ εὐεργήματος αὐτοῦ. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσάγετε προκειμένου περὶ τῶν νέων χωρῶν, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ὡρισμένη τάξις ἀνθρώπων ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην τοῦ δικαιοστασίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως καὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων. Ὑποθέτω ὅτι κυρίως σκοπεῖ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου μὲ τόσον μέγα χρονικὸν διάστημα νὰ ἄρῃ τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ὑπὸ τὸ μεταβατικὸν καθεστὼς ἐν ταῖς νέαις χώραις. Τοιαύτη νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἔννοια ὑμῶν καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ὅπως λάβητε ὑπὸ σημείωσιν τὰς συστάσεις μου, ὥστε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου διὰ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων νὰ κάμητε μίαν διαχώρησιν τῶν διαφόρων σχέσεων.
§319Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τῶν διαχωρήσεων;
§320Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα· δηλαδὴ νὰ ἐξαιρεθῶσι τοῦ δικαιοστασίου ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ δικαιοστασίου καὶ οἱ ὁποῖοι καλυπτόμενοι ὑπὸ τὸ δικαιοστάσιον λόγῳ τῆς γενικότητος, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ νόμος, τείνουσι νὰ παραστήσωσιν ὅτι ἔχουσι καὶ αὐτοὶ ἀνάγκην προστασίας καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ κοινωνία δὲν εὑρίσκεται εἰς ἣν ἀνθηρὰν κατάστασιν πρὸς τιμὴν της εὑρίσκεται.
§321Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ ὑποδείξεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι πολλῆς προσοχῆς ἄξιαι καὶ θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν.
§322Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑξῆς περίπτωσιν. Πολὺ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως πολλοὶ κάτοικοι διαφόρων δήμων, προκειμένου νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἐδανείσθησαν τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα ἐπὶ ἐξωνήσει τῆς περιουσίας των, ὡς συνηθίζεται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἔφυγον τότε, ἀλλ’ ὅταν ἐπῆλθεν ἡ ἐπιστράτευσις ἔσπευσαν νὰ ἐπανέλθωσι χωρὶς νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξαγοράσωσι τὰ κτήματά των, διότι οὔτε ἐν τῇ ξένῃ ἔσχον τὸν καιρὸν νὰ συναθροίσωσι τὸ ἀπαιτούμενον κεφάλαιον οὔτε ἐνταῦθα στρατευθέντες νὰ τὸ εὕρωσιν. Ὥστε ἐὰν θεωρηθῇ ὅτι παρῆλθε δι’ αὐτοὺς ἡ πρὸς ἐξώνησιν ὁριζομένη προθεσμία, θὰ ἀπολέσωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τὰ κτήματά των.
§323Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Προκειμένου, κ. Πρόεδρε, περὶ τῆς τροπολογίας τῆς προταθείσης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, θεωρῶ ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον ἐκ συναρπαγῆς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ συζητήσωμεν τὴν τελευταίαν στιγμὴν περὶ αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι πιθανώτατον καὶ ἀσφαλέστατον ὅτι θὰ πλήξῃ κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ σεβαστὰ καὶ πολὺ ἱερά. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἐπίσης τὸ ἄρθρον 2 μὲ τὰς ἐπενεχθείσας εἰς αὐτὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τροπολογίας, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 3).
§324Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 3 γίνονται μερικαὶ λεκτικαὶ μεταβολαί.
§325Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐψηφίσθη, κ. Πρόεδρε.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως ἐψηφίσθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§327Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ ἄρθρον 4 περιορίζεται εἰς τὴν πρώτην παράγραφον, τὸ ὑπόλοιπον θὰ ἀποτελέσῃ ἕτερον ἄρθρον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§328Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐδέχθη νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 5 εἰς τὸ προκείμενον σχέδιον νόμου διάταξις, ἡ ὁποία δίδει μίαν προσωρινὴν ἀνακούφισιν παρὰ λύσιν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τοὺς ἐπιμόρτους ἐν τῷ Κράτει. Διεξετραγῳδήθησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ὅσα ἐγένοντο κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὸν πόλεμον, ἐπιστρέψαντες εὗρον ἀποφάσεις ἐξώσεων ἐκτελεσμένας κατὰ τῶν οἰκείων των καὶ ἐξωσθείσας οἰκογενείας, αἵτινες ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κατῴκουν εἰς τὰ κτήματα τῶν ἰδιοκτητῶν. Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας πρὸ πάντων ἠθέλησαν νὰ ληφθῇ προσωρινόν τι μέτρον, διότι ἡ ὁριστικὴ λύσις τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐσπευσμένως ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις ἀπαιτοῦσα τὴν συνδρομὴν οἰκονομικοῦ τινος ὀργανισμοῦ, δυναμένου νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐξαγορὰν μεγάλων κτημάτων καὶ τὴν κατανομὴν αὐτῶν εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ προστεθῇ σχετικὸν ἄρθρον εἰς τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον, καθ’ ὃ θὰ ἀνασταλῇ πᾶσα ἀναγκαστικὴ ἐκτέλεσις ἀποφάσεων μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1905 κατὰ κολληγῶν, θὰ διαμαρτυρηθῇ εἰς τὰ κτήματα ἡ ὑπάρχουσα πραγματικὴ κατάστασις, θὰ ἐξαιρῶνται τῆς κατασχέσεως σῖτος καὶ ἄλλα ἀντικείμενα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ συντήρησις τῶν οἰκογενειῶν τῶν κολληγῶν καὶ θὰ δικάζωνται ὑπὸ τῶν εἰρηνοδικείων κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν προσωρινῶν μέτρων αἱ διαφοραὶ μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν. Δίδεται τοιουτοτρόπως μία προσωρινὴ ῥύθμισις τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπάρξωσι, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ κίνδυνος, ὥστε ἐν τῷ μεταξὺ νὰ γίνωνται ἐξώσεις κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἐλπίζομεν ὅτι προσεχῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὁριστικῆς ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ὅταν αἱ ἐν γένει οἰκονομικαὶ συνθῆκαι βελτιωθῶσι καὶ ἐπιτρέψωσι τὸν πορισμὸν χρημάτων.
§329Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τίνα ἑρμηνείαν δίδετε εἰς τὴν φράσιν «ἐπίμορτος καλλιεργητής»; διότι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ κολλήγα.
§330ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἡ προσθήκη ὁμιλεῖ μόνον περὶ τσιφλικίων καὶ ὅτι εἶναι παγκοίνως γνωστὴ ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἔρχεται νὰ πληρώσῃ.
§331Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἐκεῖνοι δηλαδὴ τῶν ὁποίων τὸ μίσθωμα ὀφείλεται εἰς εἶδος.
§332Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν ἐπίστευον ὅτι κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε μᾶς φέρει νέον νομοσχέδιον.
§333ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἵνα συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ὥστε νὰ δοθῇ χρόνος εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς νὰ μελετήσωσι τὴν ὑποβληθεῖσαν ἤδη τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ἀνῆκεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον τὸ ἔχον ἀντικείμενον τὴν ἀναστολὴν τῶν προθεσμιῶν. Πρόκειται περὶ παρατάσεως ἀναστολῆς ὑποθέσεων.
§334Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι ἕκαστον νομοσχέδιον ψηφίζεται τρεῖς φοράς· ἐὰν θέλητε σεῖς μίαν, εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§335ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐχὶ ἅπαξ εἴδετε ὅτι παρηγγέλθησαν κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τροπολογίαι σπουδαιόταται, αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἦσαν καὶ ἀλλότριαι πρὸς τὰ ὑπὸ συζήτησιν θέματα. Εἶναι δυνατὸν ἡ παροῦσα τροπολογία νὰ εἶναι σπουδαία, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀλλοτρία πρὸς τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§336Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ ὅπως ὑποβληθῇ ὡς νέον νομοσχέδιον, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ καὶ κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ οὐχὶ κατὰ παρένθετόν τινα τοιοῦτον τρόπον.
§337ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπόψε ἐψηφίσαμεν καὶ ἄλλα κατ’ ἀρχήν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχομεν καιρὸν νὰ τὸ ψηφίσωμεν τώρα πρὸ τῆς διακοπῆς λόγῳ τῶν ἑορτῶν, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ὑποβληθῇ ὡς ἴδιον νομοσχέδιον καὶ νὰ κηρυχθῇ ἀπόψε κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ καὶ κατ’ ἀρχήν. Θὰ ἐπέμενον μόνον, ἐὰν δὲν εἴχομεν καιρὸν νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§338Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ τύπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑποβάλλεται τοιαύτη τροπολογία, θὰ παρεπέμπον τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴν εἰς μυρίας ὅσας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται. Μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν ὅτι ἐξαιρετικῶς εἰς τοιοῦτον νομοσχέδιον εἶχε νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀντίρρησιν ταύτην εἰς μίαν τοιαύτην διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀνθρωπιστικωτέρα, ἀπὸ ὅσας ἐψήφισεν ἡ παροῦσα Βουλή. (Χειροκροτήματα). Εἶναι λυπηρὸν ὅτι νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας προεκάλεσεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν προσοχὴν τοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ, ὥστε πρόκειται νὰ θυσιασθῇ ἡ οὐσία εἰς ἕνα τύπον....
§339ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Ὄχι. Θὰ ψηφισθῇ.
§340Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. ... τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ οὐδέποτε, ἐὰν εἶναι τύπος ἄξιος σεβασμοῦ, ἐσεβάσθη. Εἶναι τόσον κάτοχος ἡ Βουλὴ τοῦ θέματος τούτου καὶ συμπονεῖ ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία μίαν τάξιν πάσχουσαν τόσον πολύ, ὥστε δὲν ἐπετρέπετό ποτε νὰ εὑρεθῇ Βουλευτὴς νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἴσως εἰς τὰς καλλένδας, μόνον διότι ἴσως παρατύπως εἰσήχθη ἡ διάταξις αὕτη.
§341Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν εἶχον τὴν εὐτυχίαν ν’ ἀκούσω καλῶς κ. Συνάδελφον ὁμιλοῦντα περὶ ἐμοῦ, διότι δυστυχῶς δὲν μὲ βοηθεῖ ἡ ἀκουστικὴ τῆς Βουλῆς, δὲν βλέπω ὅμως κατὰ τί παρεκώλυσα τὰς ἰδέας του ἢ τὰς ἰδέας τῆς Βουλῆς ἢ τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ὑπενθυμίσας ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ. Διότι δὲν εἶναι κανονικὸν νὰ εἰσάγωνται ὡς τροποποιήσεις τοιαῦται διατάξεις ῥιζικαὶ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως καὶ προμελέτης τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ δὲν ἀπέκλεισα τὴν διάταξιν, ἀπέκλεισα τὸν τρόπον. Ἐπειδὴ δὲ καὶ πρὸ ὀλίγου ἐγένετο τὸ ἴδιον, εἶναι δυνατόν, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ὑποβληθῇ ὡς ἰδιαιτέρα πρότασις, νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα καὶ νὰ ψηφισθῇ καὶ κατ’ ἀρχὴν σήμερον.
§342ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπέμενε νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε, ἐὰν ὑπῆρχε καιρός. Ἀλλ’ ἀφοῦ δυνάμεθα νὰ τὸ ψηφίσωμεν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν βλέπω διατί νὰ διαφωνῶμεν.
§343Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δυνατόν, ὅπως εἶπε πρότερον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ψηφισθῇ ὡς τροπολογία, ἀφοῦ προηγουμένως μελετηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ἑνότητα τοῦ νομοθετήματος, διότι ἀναντιρρήτως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς ἔχει ἀντίθετον γνώμην, εἶναι ὕλη ἀναγομένη εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τῶν προθεσμιῶν. Δὲν δύναται νὰ διασπασθῇ ἡ ἑνότης εἰς δύο νόμους, εἷς μὲν νόμος νὰ πραγματεύηται περὶ ἀναστολῆς τῶν προθεσμιῶν καὶ ἕτερος νὰ περιλαμβάνῃ τὴν διάταξιν τὴν ὁποίαν ὡς τροπολογίαν εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ νόμιμον εἶναι τοῦτο, ὅτι εἰς ἕνα νόμον πρέπει νὰ περιληφθῶσι πᾶσαι αὐταὶ αἱ διατάξεις, δὲν εὑρίσκω δὲ ὅτι ὑπάρχει καὶ οὐσιαστικὸς λόγος νὰ μὴ ψηφισθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη ὡς τροπολογία. Δύναται ὅμως ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μελετηθῇ ἡ τροπολογία καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ.
§344Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ σεβαστός μοι συμπολίτης κ. Κροκιδᾶς ἴσως ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπεν, ὅτι δὲν τὸν ἐβοήθει ἡ ἀκοή, δὲν ἤκουσε τὴν τροποποίησιν, διότι θὰ ἔβλεπεν ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν πρόκειται περὶ νέας διατάξεως. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἰσχύει μέχρι τοῦ ἔτους 1914, εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῶν ἐκτελεστικῶν Β. Διαταγμάτων νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἀναστολὴν εἰς τὴν διαδικασίαν αὐτῶν περὶ ἐξώσεως προκειμένου περὶ ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγεται αὐτὴ ἡ τροπολογία ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἀναστείλῃ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως, τὸ παρατείνει μέχρι τοῦ ἔτους 1915. Μία δὲ τοιαύτη τροπολογία, ὅπως ἀπόψε πάλιν ἐτροποποιήθη καὶ τὸ Αὐγούστου ἐγένετο Ἰουλίου, δὲν ἀποτελεῖ σπουδαίαν διαφοράν. Δὲν ἀφήνομεν δὲ πλέον εἰς τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐφαρμόσῃ διὰ Β. Διατάγματος ἢ νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀναστολήν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἡ ἰδία συμπονοῦσα, ὅπως εἶπε καὶ ὁ Συνάδελφος κ. Κουτούπης, δικαιότατα καὶ ἐν πλήρει γνώσει τοῦ θέματος ὡς πρὸς τοὺς δυστυχεῖς κολλήγας ἐννοεῖ νὰ παράσχῃ αὐτὴ αὕτη τὸ εὐεργέτημα τοῦτο. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀποτελεῖ νέαν διάταξιν νόμου καὶ δὲν περιέχεται ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου.
§345Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον τῆς συζητήσεως, διότι ἂν ὑπάρχῃ σκοπός, ὅπως ψηφισθῇ ἡ διάταξις, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ διὰ τῆς μεθόδου τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὸ νὰ διατείνωνται οἱ Κύριοι ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθόν, διότι ἤκουσα, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαγορεύσεως κατασχέσεως ὡρισμένου ποσοῦ προϊόντων. Ἐρωτῶ· σχετίζεται μὲ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἡ διάταξις αὕτη; Καὶ δὲν ἐξεύρω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωσιν ὁ κ. Μερλόπουλος καὶ ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ὅτι ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστον μέρος. Αὐτὰ δὲν λέγονται πρὸς τὴν Βουλήν.
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀποτελέσῃ ἴδιον νομοσχέδιον καὶ κηρυχθῇ κατεπεῖγον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὡς πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τοῦ περὶ παραγραφῶν κατ’ ἀνάγκην προστίθεται 5ον ἄρθρον μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 4, τὸ ὁποῖον θὰ λέγῃ «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6ον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 11 καὶ 45′ μ. μ.).