1913.12.10
2,541 rows · 19,385 words · 207 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
τῆς 10 Δεκεμβρίου 1913
(Τρίτη, ὥρᾳ 4, 30′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Μεσολογγίου διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων ἐπιτροπῆς· Οἱ ἀπολυθέντες ἔφεδροι Κρεστένων καὶ Σκιλλοῦντος παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως διασώσῃ αὐτοὺς ἐκ τῶν τοκιστῶν τῆς περιφερείας των· Οἱ ἐκ Δράμας πρόσφυγες ἱκετεύουσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς τύχης των· Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Καρδίτσης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου ζητῶν ὅπως τεθῇ αὕτη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἀραχώβης ζητοῦσιν, ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως· Οἱ ἐν Γενὶ–Καλὲ Θεσσαλονίκης κρατούμενοι κατάδικοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τύχης των· Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Παραλογγῶν τῆς Ἐλευσῖνος ἐκφράζουσιν τὴν εὐγνωμοσύνην των ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων· Ὁ Μουφτῆς Χουσεΐν–Ζουχδῆ παρακαλεῖ, ὅπως ἀποδοθῇ εἰς τοὺς Μουσουλμάνους τὸ τέμενος Χοΐν–Τικάρ· Ὁ Σ. Λύτρας ζητεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ μεριμνήσῃ περὶ τῆς τύχης του· Οἱ ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἄποροι φοιτηταὶ ζητοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ αὐτῶν, καθόσον κινδυνεύουσι νὰ χάσωσι τὸ ἔτος των· Ὁ Γ. Κατσίκας, πρώην ἀρχιφύλαξ δασῶν, ζητεῖ, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορά του· Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κεφαλληνίας κατάδικος Ἰ. Κονιδάρης ζητεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν τύχην του· Οἱ λιποτάκται τῶν δύο πολέμων ζητοῦσιν ἀμνηστίαν· Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Ναυπάκτου ζητεῖ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας· Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κοζάνης Τοῦρκοι ἀξιωματικοὶ ζητοῦσιν ἀμνηστίαν· Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαιοῦ Στρατῶνος Ἀν. Ρούμπας παρακαλεῖ, ὅπως ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεώς του· Ὁ ἐκ Κύμης Ἰ. Ἀλεξανδρίδης, ἐνοικιάσας τὴν οἰκίαν του ὡς Ἑλληνικὸν σχολεῖον, ζητεῖ, ὅπως πληρώνηται τακτικῶς τὸ ἐνοίκιον· Ὁ Γ. Ἀλογογιάννης ζητεῖ, ὅπως τῷ ἀπονεμηθῇ σύνταξις· Ὁ Κ. Κατέλης παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χαρισθῇ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς του· Ὁ λαὸς Μεσσήνης παρακαλεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῇ ὁ λιμενικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων Μεσσηνίας· Οἱ ἐν Κορίνθῳ σύλλογοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Κόρινθος γίνῃ στρατιωτικὸν κέντρον ὁλοκλήρου τῆς Πελοποννήσου· Οἱ Ἠλ. Μωκέας, Κων. Γεωργόπουλος, Ἰω. Πάλιος καὶ Λεων. Ἀστέρης, ἀνθυπολοχαγοὶ διαφόρων ὅπλων, παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ νόμον καθ’ ὃν καὶ αὐτοὶ οἱ ὡς ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ ἀνακληθέντες ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΓϠΜΗʹ περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν· Ἡ χήρα τοῦ ἀποθανόντος ἐργοδηγοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου Ἰω. Διαλέτη παρακαλεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ τῇ χορηγήσῃ ἐπίδομα πρὸς διατροφὴν τῶν ἀνηλίκων ὀρφανῶν της. Ἡ Αἰκατερίνη χήρα τοῦ φονευθέντος κατὰ τὴν μάχην τῶν Γενιτσῶν ἐπιλοχίου Νικολ. Μωκέα, κατοίκου Καλαμῶν, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ αὐξηθῇ τὸ ἐπίδομα τῶν δραχ. 33.75, ὅπερ λαμβάνει καὶ μὲ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ζήσῃ. Ἡ χήρα Ἀλ. Βραχνοῦ παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ βοήθημα. Ὁ δήμαρχος Καρδίτσης παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν δύο θυγατέρων του. Οἱ δικηγόροι Μυτιλήνης ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα μὲ τροπολογίας ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Τὸ ἀγροτικὸν συνδικάτον «Ἡ Δήμητρα» παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Δικαίου. Οἱ φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐγγραφῶσιν ἀτελῶς. Ἡ Μαριγὼ σύζυγος Παυλάτου παρακαλεῖ, ὅπως προβιβασθῇ ὁ σύζυγός της. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης θὰ εἰσαγάγῃ καὶ θ’ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ Ζήση Λάππα προέδρου τοῦ γεωργικοῦ συλλόγου Ἀρμενίου τῆς Θεσσαλίας.
§2Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν ἑνὸς πολίτου νομίζω καθῆκόν μου ν’ ἀναπτύξω αὐτὴν δι’ ὀλίγων, διότι τὰ γεγονότα, ἅτινα καταγγέλλει ἡ ἀναφορὰ αὕτη, δὲν εἶναι οὔτε μεμονωμένα δυστυχῶς οὔτε ἀσυνήθη, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι συμπτώματα νοσηρᾶς καὶ ἐκτρόπου καταστάσεως, κρατούσης ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπό τινος χρόνου. Μαρτυροῦσι δ’ ἐπὶ πλέον ταῦτα ὅτι εἰς τὴν χώραν τῶν εἰλώτων ὑπάρχει μία ὁμὰς ἥτις ἀποδεικνύει διὰ τῶν ἔργων της, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ μόνον πῶς νὰ ἐξευρίσκῃ διάφορα μέτρα καὶ μέσα, ὅπως καταστήσῃ τὴν ζωὴν τῶν δυστυχῶν ἐκείνων ἀνθρώπων ἔτι δυστυχεστέραν. Δὲν παρέρχομαι τὸ βῆμα, ὅπως προκαλέσω τὴν συγκίνησιν ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀδιαμαρτυρήτους ἐκτρόπους ἐνεργείας αἵτινες ἐξεγείρουσι πᾶσαν ἀγαθὴν συνείδησιν. Ὁ ἀναφερόμενος εἶναι κολλήγας εἰς χωρίον τι τῆς Θεσσαλίας, συμβαίνει ὅμως νὰ εἶναι καὶ πρόεδρος τοῦ ἐκεῖ γεωργικοῦ συλλόγου, καὶ ἐπειδή, διὰ νὰ γίνῃ ὁ σύλλογος, δὲν ἐζητήθη, ὡς εἰκός, ἡ ἄδεια τοῦ χωροδεσπότου, ὅστις δὲν ἐννοεῖ, φαίνεται, νὰ ἐφαρμόζηται τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ τσιφλίκιόν του ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτοῦ, προσεπάθησεν οὗτος παντὶ μέσῳ νὰ διαλύσῃ τὸν σύλλογον αὐτόν. Κατ’ ἀρχὰς ἐπεχείρησε νὰ δελεάσῃ τὸν πρόεδρον νὰ παραιτηθῇ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνος ἐπέμενε, τῷ ἐκοινοποίησεν ἀγωγὴν περὶ ἐξώσεως, ἥτις, λόγῳ τοῦ δικαιοστασίου, δὲν ἐδικάσθη. Ἀλλὰ μὴ ἀρκούμενος εἰς τοῦτο μόνον δὲν ἔδωκεν εἰς τὸν κολλήγαν οὐδὲ τὸν σπόρον. Ὁ χωρικὸς ὅμως εὗρεν σπόρον ἄλλοθεν. Τότε ὁ ἰδιοκτήτης μηχανᾶται νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ καὶ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν νόμον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις τῶν ζῴων ὡς ἀροτριώντων, ἐπιδίδει εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Λαρίσῃ Πλημμελειοδικῶν μήνυσιν, ὅτι τὰ ζῷα εἶναι δῆθεν κλοπιμαῖα. Ὁ εἰσαγγελεὺς διατάσσει ἀνάκρισιν, προσέτι δὲ παραγγέλλει εἰς τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην Ἀρμενίου (Γκερλῆ) νὰ κατάσχῃ τὰ ζῷα καὶ νὰ παραδώσῃ αὐτὰ εἰς μεσεγγυοῦχον, ὡς τοιοῦτος δ’ ὡρίσθη αὐτὸς ὁ μηνυτής. Εἰσάγεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὅπερ δι’ ἀποφάσεώς του ἀπαλλάσσει τὸν κατηγορούμενον καὶ διατάσσει τὴν εἰς αὐτὸν ἀπόδοσιν τῶν ζώων. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐγένετο καὶ ἄλλη δίκη κατὰ τοῦ ἰδίου χωρικοῦ, κατηγορουμένου, ὅτι δῆθεν εἶχεν ἀπευθύνει πρὸς τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας Λαρίσης ἀνώνυμον ἐπιστολήν, δι’ ἧς παρεπονεῖτο δι’ ἐνεργείας τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Γκερλῆ. Ἐθεωρήθη ὡς ὑβριστικὴ ἡ ἀνώνυμος αὕτη ἐπιστολή, ἐνοχοποιεῖται δι’ αὐτὴν ἄνευ ἀποδείξεων ὁ αὐτὸς χωρικὸς Ζήσης Λάππας καὶ καταδικάζεται εἰς τεσσαράκοντα ἡμερῶν φυλάκισιν, καθ’ ὃν χρόνον ὁ προεδρεύων τοῦ Πρωτοδικείου Λαρίσης, ὑβρίσας ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τὸν δικηγόρον καὶ συνάδελφον κ. Βλάχον, ἐκρίνετο ἀπαλλακτέος ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, καίτοι ὁ εἰσαγγελεὺς ἐθεώρησεν ἀνάρμοστον τὴν συμπεριφορὰν τοῦ δικαστοῦ ἐκείνου πρὸς ἕνα δικηγόρον.
§3Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑβρίσθην, διότι, ἐὰν ὑβριζόμην, θὰ ἠδυνάμην μόνος νὰ λάβω τὸ δίκιόν μου.
§4Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ χωρικὸς ἐκλείσθη εἰς τὴν φυλακήν, καὶ οὕτως, ἐνῷ τὸ δικαστήριον διέταξε τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ζώων, δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰ λάβῃ οὗτος. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ μηνυτὴς ἐπέβαλε συντηρητικὴν κατάσχεσιν ἐπὶ τῶν ζώων εἰς χεῖρας ἑαυτοῦ ὡς τρίτου, οὕτω δὲ ὁ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς διορισθεὶς ὡς μεσεγγυοῦχος ἐθεώρησεν ἑαυτὸν ὡς τρίτον ἀπέναντι τοῦ χωρικοῦ καὶ τῶν τυχὸν δανειστῶν αὐτοῦ. Ὁ ἀτυχὴς χωρικὸς ὑποβάλλει τότε αἴτησιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ ζητεῖ τὴν ἀπόδοσιν τῶν ζώων, ἀφοῦ διὰ τῆς παρανόμου κατασχέσεως ἐπιδιώκεται φανερῶς ἡ περιγραφὴ τοῦ νόμου. Ὁ δ’ εἰσαγγελεὺς ἀπεφάνθη, ὅτι ἐννοεῖ πολὺ καλὰ τὴν πρόθεσιν τοῦ τσιφλικιούχου, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις ἀνάγεται πλέον εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, διότι ἐκεῖνα εἶναι ἁρμόδια νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῆς κατασχέσεως. Ἀλλ’ ἔχομεν δικαιοστάσιον. Πότε θὰ δικάσωσιν; Ὁ χωρικὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἐργασθῇ κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, θὰ παρέλθῃ τὸ ἔτος, καὶ ὁ τσιφλικιοῦχος, ἐπειδὴ ὁ κολλήγας ἐγκατέλιπεν, ἔστω καὶ ἀκουσίως, τὴν καλλιέργειαν ἐπὶ ἓν ἔτος, θὰ ζητήσῃ τὴν ἔξωσιν τοῦ χωρικοῦ. Ποῖος λοιπὸν προκαλεῖ; Ὁ χωρικὸς ἢ ὁ τσιφλικιοῦχος; Πολλάκις, Κύριοι, ἠκούσαμεν, ὅτι εἶναι ἀδικαιολόγητος ὁ ἀγὼν κατὰ τῶν τσιφλικιούχων, διότι οὗτοι ἀποτελοῦσιν, ὡς λέγεται, στοιχεῖα, ἐγγυώμενα τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας πρὸς αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ τὰ πράγματα καταβοῶσιν, ὅτι ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν τσιφλικιούχων ἐκεῖνοι οἵτινες ὄχι μόνον δὲν ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ μεταχειρίζονται μέσα, ἵνα μένῃ ἡ γῆ ἀκαλλιέργητος, ἀρκεῖ μόνον διὰ τῶν μέσων αὐτῶν νὰ ἐπιτυγχάνηται ἡ ἔξωσις τοῦ χωρικοῦ. Καὶ ὅταν, κύριε Ὑπουργέ, τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διότι πρὸς ὑμᾶς τώρα στρέφω τὸν λόγον, ἡ ἐκτράχυνσις τῶν κολληγικῶν σχέσεων προκαλεῖ συμπτώματα νοσηρά, συμπτώματα, τῶν ὁποίων τὰ λυπηρὰ ἀποτελέσματα ἐπενεργοῦσι δυσαρέστως οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῆς τύχης τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς ὅλης παραγωγῆς, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται πλέον εἰς τὸ Κράτος ὅπως ἐπεμβῇ καὶ ἐξομαλύνῃ τὰ πράγματα. Καὶ ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτέρα ἐκεῖ ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους, ὅπου τὸ ἄτομον εἶναι ἀσθενέστερον. Τὸ Κράτος δὲν θὰ παραβιάσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ θὰ ἐπιβάλῃ σεβασμὸν εἰς τὰ δικαιώματα τῶν χωρικῶν, διότι, ὁσονδήποτε ἱερὰ καὶ ὁσανδήποτε ἀπαραβίαστος καὶ ἂν θεωρηθῇ ἡ ἰδιοκτησία, ἔχουσιν ὅμως καὶ οἱ γηγενεῖς χωρικοὶ αἰώνια καὶ τοῦ ἀγράφου δικαίου δικαιώματα. Ἰδοὺ διατί ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἐπεμβῇ χάριν καὶ τῶν χωρικῶν ἀλλὰ καὶ χάριν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς Πολιτείας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θανόπουλος.
§6Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἀρκετὰ εὐγλώττως παρεστάθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου τὰ ἔκτροπα τὰ λαβόντα καὶ λαμβάνοντα χώραν καθ’ ἑκάστην ἐναντίον τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Εἰς ταῦτα θὰ εἶχον νὰ προσθέσω πλεῖστα ὅσα μεταξὺ τῶν τσιφλικιούχων καὶ κολληγῶν συμβαίνουσιν, ἀρκοῦμαι ὅμως εἰς δύο καὶ μόνον τὰ οὐσιωδέστερα, εἶμαι δ’ ἐκ τῶν προτέρων βέβαιος ὅτι μετὰ φρίκης θ’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁλόκληρος ὁ ἑλληνικὸς τύπος καὶ ἰδίᾳ ἡ μερὶς ἐκείνη ἡ ἐξεγερθεῖσα κατὰ τῶν ἀγροτῶν, καὶ ἡ ὁποία ἀείποτε ἐξ ὅσων ἐγὼ γνωρίζω ἐπρωτοστάτησε πάντοτε κατὰ τῶν καταδυναστευομένων, ἵνα μάθωσι καὶ μὴ παραπλανῶνται παρὰ τῶν ἐπιτηδείων καὶ τῶν ἐχόντων ἄμεσον πρὸς τοῦτο συμφέρον. Πῶς θέλετε, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ ἐξανίσταται ὁ ἀγρότης τῆς Θεσσαλίας, ὅτε βλέπει εἰς τὸ πεδίον τῆς τιμῆς παρὰ τὸ πλευρόν του πίπτοντα τὸν ἀδελφόν του, τὸν ἀγωνιζόμενον ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος, ἐπανερχόμενος μετὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντός του δὲν εὑρίσκει τὴν οἰκογένειάν του, ἀλλὰ τοὐναντίον εὑρίσκει αὐτήν τε καὶ τὴν οἰκογένειαν τοῦ φονευθέντος ἀδελφοῦ του περιπλανωμένην καὶ ζητοῦσαν στέγην; Δὲν εἶναι ὑπερβολικὰ πάντα ταῦτα, ἀλλ’ εἶναι γεγονότα, καὶ θὰ ἐνθυμῆται βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἢ μᾶλλον ὁ ἀναπληρῶν τότε τοῦτον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς δὲ δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὰς διαμαρτυρίας μου, ὅτε ἐν μηνὶ Ἰανουαρίῳ ὑπὸ χιόνα ἀνωτέραν τοῦ ἡμίσεος μέτρου, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀγρότης τῆς Θεσσαλίας ἠγωνίζετο ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως, τῆς ἰδιαιτέρας μεγάλου ἐν Θεσσαλίᾳ τσιφλικιούχου πατρίδος, ἐκεῖνος ἀπέβαλλε καὶ ἔρριπτεν εἰς τὰς ὁδοὺς τὰς οἰκογενείας τριῶν ὁλοκλήρων χωρίων. Καὶ πῶς νὰ μὴ ἐξαναστῇ ὁ ἀγρότης Θεσσαλίας, ὅτε καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ὀλίγιστα, τὰ ὁποῖα ἔσχε τὴν τιμὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ λάβῃ προστατευτικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν γεωργῶν, βλέπει καταπατούμενα ὑπὸ τῶν τσιφλικιούχων, μετ’ αὐτῶν δὲ καὶ αὐτοὺς τοὺς νόμους, δυστυχῶς δὲ πολλάκις νὰ συμπράττῃ καὶ ἡ δικαιοσύνη;
§7Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐξετελέσθη ἀπόφασις κατὰ τῶν κολληγῶν παρὰ τὴν γνωμάτευσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§8Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐρρίφθησαν εἰς τὸν δρόμον ὁλόκληροι οἰκογένειαι τριῶν χωρίων. Μόνον τὰ δύο ταῦτα γεγονότα εἶναι ἱκανὰ οὐχὶ μόνον τὴν Βουλήν, οὐχὶ μόνον τὸν τύπον, ἀλλὰ καὶ πάντα ἐλεύθερον πολίτην νὰ πείσωσιν ὅτι δικαίως ἐξανίσταται ὁ Θεσσαλὸς ἀγρότης καὶ ζητεῖ κατάπαυσιν τῶν δεινῶν του, ὅπως παύσῃ ὁ ἄθλιος βίος εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει περιέλθει τελευταίως.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βλάχος ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν Ὀθωμανῶν Ἐλασσόνος.
§10Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ἁρμόδιον, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἐλασσόνος, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ ὑπαχθῶσι δικαστικῶς καὶ διοικητικῶς εἰς τὸν νομὸν Ἐλασσόνος, καθόσον καὶ ἐπὶ Τουρκίας ἡ Ἐλασσὼν ὑπήγετο εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης, διότι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς Ἐλασσόνος μέχρι Κοζάνης εἶναι μεγαλειτέρα ἢ μέχρι Λαρίσης.
§11ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀπαντήσω σήμερον.
§12Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ποιοῦμαι καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελίδης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Κοζάνης.
§14Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης.
§16Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπίσης παραιτοῦμαι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ καταδίκου Τσιλιβράκου.
§18Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν τοῦ καταδίκου Τσιλιβράκου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐσχατόγηρως ἄγων τὸ 75 ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἔχει δ’ ἐκτίσει εἱρκτὴν 28 ὁλοκλήρων ἐτῶν. Φρονῶ ὅτι ἡ περαιτέρω ἐν ταῖς φυλακαῖς παραμονὴ αὐτοῦ οὐδεμίαν πλέον ἔχει σκοπιμότητα καὶ λόγῳ τοῦ γήρατος καὶ διὰ τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ οἶκτον δι’ αὐτόν.
§19Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ὑπέβαλεν αἴτησιν ἀναστολῆς;
§20Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑπέβαλεν, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς πῶς ἑρμηνεύουσι τὸν νόμον οἱ κατὰ τόπους ἄλλοι δέχονται ταύτην καὶ ἄλλοι ἐκείνην τὴν ἑρμηνείαν.
§21Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§22Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλο σχετικὸν ζήτημα καὶ πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως ἐπ’ αὐτοῦ! Κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς πολλοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ κρατῶνται, οὐδεὶς δὲ σκοπὸς τῆς ποινῆς ἐκπληροῦται.
§23Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἂς σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βλάχος, ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν κατοίκων νέας Φιλιππουπόλεως.
§25Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἡ ἀναφορά μου ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ θὰ παρακαλέσω ἀμφοτέρους τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ὅπως λάβωσιν ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰς αἰτήσεις, διότι ἀφορῶσι τοὺς κατοίκους τῆς νέας Φιλιππουπόλεως, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται κλήρων. Οἱ κλῆροι ἀνέρχονται εἰς 40 στρέμματα, διὰ τεσσαράκοντα δὲ στρεμμάτων δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ γεωργὸς νὰ ζήσῃ, διότι, ὅπως γνωρίζετε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργήσῃ καὶ τὰ τεσσαράκοντα στρέμματα, ἀλλὰ μόνον τὰ 20, διότι τὰ ἕτερα 20 ἀναπαύονται. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ των δὲ ἀναφέρονται δύο ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι 5,000 στρέμματα, τὰ ὁποῖα εἶναι παρακείμενα εἰς τὸ χωρίον αὐτό, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀγορὰν κτημάτων, ἂς καλέσῃ καὶ τοὺς τσιφλικιούχους αὐτούς, διὰ νὰ μάθῃ τί ζητοῦσιν. Ἐὰν ζητῶσιν ὑπέρογκους τιμάς, ἂς γίνῃ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν χωρικῶν αὐτῶν ἐξετέλεσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν των, εἶναι δὲ πλεῖστοι πληγωμένοι καὶ θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐκπατρισθῶσιν, ἐὰν οὐδεμία ληφθῇ πρόνοια. Δὲν ζητοῦσιν ἐλεημοσύνην οὔτε δωρεάν· ζητοῦσι γαίας νὰ σπείρωσι καὶ νὰ πληρώσωσι τὸ ποσόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σταμούλης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διατί οἱ παραλειφθέντες τῶν μέχρι τοῦ 1912 κλάσεων, οἱ ἀνήκοντες ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των εἰς ἀπολυθείσας κλάσεις καὶ κριθέντες δι’ εἰδικοὺς τῆς ἡλικίας αὐτῶν λόγους ἀπαλλαγέντες, δὲν ἀπολύονται μετὰ τὸ ἀπὸ 15 Νοεμβρίου 1913 Β. Δ. καὶ τὴν ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπ’ ἀριθ. 156.459.
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σταμούλη ἡ ἀπάντησις εἶναι — δίδεται δι’ αὐτῆς ἀπάντησις καὶ εἰς τὸν κ. Χριστόπουλον —, ὅτι οἱ καταταχθέντες ὡς ἐθελονταὶ καὶ ἀπολυθέντες, ὡς ἐξαγοράσαντες τὸ 2ον ἔτος τῆς θητείας αὐτῶν, εἶτα δ’ ἐπιστρατευθέντες, δὲν δύνανται ν’ ἀπολυθῶσιν, ἐὰν ἀνήκωσιν ὡς ἔφεδροι εἰς κλάσσιν ἐπιστρατεύσεως τηρουμένην ὑπὸ τὰ ὅπλα. Οἱ δὲ κληρωτοὶ τῆς κλάσσεως 1913, οἱ γεννηθέντες κατὰ τὸ ἔτος 1893, οἱ ὑπηρετήσαντες ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἐπιστράτευσις ὡς ἐθελονταὶ καὶ ἀπολυθέντες, ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς θητείας αὐτῶν μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξαγοράσωσι τοῦτο, ἐκτὸς ἂν ἀνήκωσιν εἰς τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 119 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας κατονομαζόμενα προσόντα. Εἰς ἑτέραν ἐρώτησιν τοῦ κ. Σταμούλη ἀπαντᾷ ὅτι οἱ ἐν ἀρχῇ τῶν κληρωτικῶν πινάκων τῶν ἐτῶν 1910, 1911 καὶ 1912 ἐγγραφέντες καὶ τυχόντες ἀπαλλαγῆς, ἀνήκοντες δὲ ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των εἰς κλάσσεις ἀπολυθείσας, ὡς ὑπέχοντες τὰς αὐτὰς πρὸς τοὺς ἀπαλλαγέντας τῶν ἄνω ἐτῶν ὑποχρεώσεις, δὲν δύνανται ν’ ἀπολυθῶσι κατὰ τὸ ἀπὸ 15 Μαρτίου ἐ. ἔ. Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐπεξετάθη ὁ νόμος ΔΡΞΕʹ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀνυποτάκτων καὶ παραλειφθέντων τῶν ἐτῶν 1910, 1911 καὶ 1912 τῶν μὴ ἀπαλλαγέντων καὶ ἐκπληρωσάντων τὰς ὑπὸ τοῦ ῥηθέντος νόμου ΔΡΞΕʹ ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις. Εἰς ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Πολυχρονιάδου ἀπαντῶ ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἀπὸ 10 Μαρτίου 1910 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας οἱ κριθέντες ἱκανοὶ διὰ τὰς βοηθητικὰς τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίας, ὅταν κληθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐξετάζονται ἐκ νέου καί, ἂν μὲν ἡ πάθησις ὑφίσταται, χρησιμοποιοῦνται ὡς βοηθητικοί, ἂν δ’ ἐξέλιπε, κατατάσσονται εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν.
§28Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐθελοντοῦ καταταχθέντος κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1912, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1912 ἐκρίθη ὑπὸ τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς ἐξαιρετέος, διότι ἔπασχεν ἀπὸ φυματιώδη πλευρίτιδα. Ἤδη ἐκλήθη πάλιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, παρεπέμφθη ἐκ νέου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐκρίθη ὑπ’ αὐτῆς ἱκανός. Δὲν ὑπάρχει δεδικασμένον ὑπὲρ αὐτοῦ;
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσω. Εἰς ἐρώτησιν τοῦ κ. Τσακανίκα περὶ πληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεως, λόγῳ παρασκευῆς πρὸς ἐκστρατείαν εἰς τοὺς ἀπὸ 12 Αὐγούστου ἐ. ἔ. ὀνομαζομένους ἐφέδρους ἀξιωματικούς, ἀπαντᾷ ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΔΡΞΑʹ ὁριζομένη ἀποζημίωσις τῶν ἀξιωματικῶν λόγῳ παρασκευῆς πρὸς ἐκστρατείαν, ἐν γενικῇ ἐπιστρατεύσει παρεχομένη, ἔπαυσε πληρωνομένη εἰς τοὺς ὀνομαζομένους ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς καὶ ἄλλους προαγομένους εἰς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τῆς 12 Αὐγούστου ἐ. ἔ. κατόπιν τοῦ τῆς αὐτῆς ἡμερομηνίας Β. Διατάγματος περὶ ἀπολύσεως τῶν ἐθνοφρουρῶν, ἀφ’ ἧς ὁ στρατὸς ἔπαυσε διατελῶν ἐν γενικῇ ἐπιστρατεύσει. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀνθυπιάτρους, οἱ ὁποῖοι εἶχον διορισθῆ διὰ τοῦ ἀπὸ 18 Ὀκτωβρίου Β. Διατάγματος, συνέβη λάθος κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη ἀκολούθως καὶ καθ’ ἃ ἐπετρέπετο ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἐπεζητήθη διόρθωσις διὰ προσθήκης εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ Διάταγμα. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι παρῆλθεν ἱκανὸς χρόνος ἕως ὅτου ἐπιστραφῇ ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα τὸ Διάταγμα, νὰ σταλῇ ἐκ νέου καὶ νὰ δημοσιευθῇ, ὁπότε καὶ θ’ ἀρχίσῃ ἡ πληρωμὴ τοῦ μισθοῦ.
§30Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θ’ ἀδικηθῶσι λοιπὸν αὐτοί;
§31ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πῶς θ’ ἀδικηθῶσι; Θ’ ἀρχίσωσι νὰ πληρώνωνται ἀφ’ ἧς ἐκοινοποιήθη τὸ Διάταγμα· ἐν τῷ μεταξὺ ἦσαν νοσοκόμοι.
§32Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν διὰ δύο τοὺς ὁποίους γνωρίζω ὅτι ἦσαν νοσοκόμοι ἐν Τριπόλει· ἐγένοντο ἀξιωματικοὶ καὶ διετάχθησαν ἀμέσως κατὰ Ὀκτώβριον καὶ μετέβησαν εἰς Μακεδονίαν.
§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι ὡς ἀνθυπίατροι.
§34Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Περιεβλήθησαν τὴν στολὴν τοῦ ἀνθυπιάτρου καὶ ὡς ἀνθυπίατροι διετάχθησαν νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ. Μετέβησαν ἐκεῖ καὶ προσέφεραν τὰς ὑπηρεσίας των. Νομίζω ὅτι ἀπέκτησαν δικαίωμα, διότι ὑπεβλήθησαν ἐξ αἰτίας τῆς Πολιτείας εἰς δαπάνας, νὰ κάμωσι στολὰς καὶ ἄλλα. Ἂν κατόπιν ἐγένετο λάθος ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, τοῦτο εὐθύνει τὴν ὑπηρεσίαν καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ἀνθυπιάτρους, οἱ ὁποῖοι προσέφερον τὰς ὑπηρεσίας των.
§35ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δυστυχῶς τὰ σφάλματα τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων πληρώνουσι συνήθως οἱ ἀδικούμενοι, ὥστε οὔτε αὐτὸ μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν μεγάλην. Ἔχω ὅμως νὰ προσθέσω τοῦτο, ὀλίγον θὰ συγκινήσωσι τὴν Βουλὴν τὰ παράπονα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦντες ὡς νοσοκόμοι καὶ προαχθέντες πρόκειται νὰ λάβωσι τὸν μισθόν των ἕνα μῆνα ἀργότερον. Αὐτοὶ πρὶν ἦσαν νοσοκόμοι καὶ ἔκαμνον ἐργασίαν πολὺ ὑποδεεστέραν, ὑποθέτω δ’ ὅτι προαχθέντες δὲν ἐζημιώθησαν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἡ πληρωμὴ παρὰ ἀφ’ ἧς ἐκοινοποιήθη τὸ Διάταγμα, δὲν δύνασθε νὰ ἀξιώσητε νὰ εἰσαγάγω νομοσχέδια καὶ νὰ εἴπω ὅτι, ἐπειδὴ ἠδικήθησαν τρομερὰ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, σπεύδω νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ νὰ τὸ ἐπανορθώσω.
§36Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ βλέπω ἀνισότητα· οἱ κατόπιν διορισθέντες πληρώνονται ἐνωρίτερον.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λάθος τῆς ὑπηρεσίας· τὸ ἀναγνωρίζω.
§38Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ θὰ τὸ πληρώσωσιν αὐτοί;
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴθε νὰ ἦτο τὸ μόνον λάθος τῆς ὑπηρεσίας ποῦ ἔγινε κατὰ τὸν πόλεμον.
§40Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι πολλά.
§41Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν;
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· ἀλλ’ ἵνα μὴ καταναλώσωμεν σήμερον τὸν χρόνον, τίθεμαι εἰς τὴν διάθεσίν σας, ἂν θέλητε νὰ προσέλθητε αὔριον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μεταξὺ 11ης καὶ 12ης ἵνα ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα.
§43Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. Σᾶς εὐχαριστῶ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Δικαῖος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν ὁ νομάρχης Μεσσηνίας ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰς ζητηθείσας ὑπ’ αὐτοῦ πληροφορίας σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τῆς δημοδιδασκαλίσσης Ἀλητσελεπῆ Σταματίνας Ζέρβα καὶ ἂν κατετέθησαν αὗται ἐν τῇ Βουλῇ».
§45Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατὰ τηλεγράφημα τοῦ νομάρχου Μεσσηνίας τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον Οἰχαλίας προέτεινε τὸν διορισμὸν ὡς δημοδιδασκαλίσσης κατὰ πλειονοψηφίαν τῆς Χριστογιαννοπούλου, καταγομένης ἐκ Πάρου, καὶ κατὰ μειονοψηφίαν τῆς Ζέρβα ἐκ τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας· διώρισε κατὰ νόμον, ὡς λέγει ὁ κ. νομάρχης, τὴν καταγομένην ἐκ τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τίνα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ διὰ τοὺς ἄνδρας τῆς τελωνιακῆς Ἀστυνομίας, οἵτινες, ἐπανελθόντες ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, μένουσιν ἄνευ ἐργασίας, καίπερ μισθοδοτούμενοι».
§47ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπεραιώθη χθὲς ἡ ὑπόθεσις αὐτή.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στ. Ἀναστασιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν ἐνταῦθα διεύθυνσιν τοῦ τηλεγραφείου ταχυτέραν τὴν μεταβίβασιν τῶν ἐπιδιδομένων τηλεγραφημάτων τῶν ἰδιωτῶν, πολλῷ δὲ μᾶλλον τῶν δημοσιογραφικῶν πρὸς ἐπαρχιακὰς ἐφημερίδας, αἵτινες εἰς τόσας ὑποβάλλονται δαπάνας πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ κοινοῦ. Οἱ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παραπονούμενοι εἶναι πολλοί, ὧν τὰ ποικίλα συμφέροντα παρεβλάφθησαν».
§49Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον διαβίβασιν τῶν τηλεγραφημάτων πλεῖστα ὅσα παράπονα ἀκούομεν, συγκεκριμένως δὲ ἔχω νὰ εἴπω ὅτι τηλεγράφημα ἐπιδοθὲν ἐντεῦθεν ἔφθασεν εἰς τὸν Βόλον μετὰ 10 ὥρας, ὅσον περίπου χρονικὸν διάστημα θ’ ἀπῃτεῖτο, καὶ ἂν διεβιβάζετο ταχυδρομικῶς. Νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ συσταθῇ εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν, ὅπως καταβληθῇ μείζων ἐπιμέλεια πρὸς πρόληψιν τῶν ἀτόπων τούτων, τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνονται καθ’ ἑκάστην.
§50ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παράπονα τοιαῦτα ἀκούονται πλειστάκις, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν διατυποῦνται ὡρισμένα γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ προκληθῇ ἡ διοικητικὴ ἔρευνα, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν ἡ παράλειψις ὀφείλεται εἰς ὑπαιτιότητα προσώπου τινὸς ἢ εἰς ἐλλείψεις γενικὰς ἀναγομένας εἰς ἔλλειψιν γραμμῶν, ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει ἢ νὰ ἀπαντήσῃ ὅτι ἡ ὑπηρεσία πράττει πᾶν τὸ δυνατόν, ὅπως ἀνταποκριθῇ διὰ τῶν ἀνεπαρκῶν της μέσων εἰς ἀνάγκας ὑπερτέρας. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ, ἂν ἔχητε γεγονός, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ὑπάρχῃ ὑπαιτιότης προσώπων, νὰ μοὶ τὸ καταγγείλητε, ὅπως ἐνεργήσω ὅ,τι δεῖ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στ. Ἀναστασιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ παράσχῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Ἂν δικαιοῦται ἀτιμωρητὶ ἡ ἑταιρεία Πειραιῶς–Δεμερλῆ–Συνόρων 1) νὰ στοιβάζῃ ἑκάστοτε δίκην σαρδελλῶν τοὺς ἐπιβάτας ἐπὶ τῶν βαγονίων, ἀναμὶξ δὲ αʹ, βʹ καὶ γʹ θέσεως, 2) ἂν ἐπιτρέπεται αὐτῇ ἄνευ συνεπειῶν νὰ ἐκτελῇ συχνάκις τὸ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λάρισαν καὶ τἀνάπαλιν ταξίδιον εἰς 15 καὶ 16 ὥρας, καὶ 3) ἂν δὲν προβλέπει ἡ σύμβασις, ὅπως οἱ ἐπιβάται μὴ ταξιδεύωσιν ἐν πλήρει σκότει τῶν βαγονίων καὶ ἄνευ θερμάνσεως».
§52Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω ἂν ἐκ τῆς συμβάσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ κυβερνητικὴ μέριμνα διὰ τὴν κατάστασιν ἥτις παρατηρεῖται ὡς πρὸς τοὺς ἐπιβάτας τοὺς ταξιδεύοντας διὰ τῶν σιδηροδρόμων τῆς ἑταιρείας Πειραιῶς–Δεμερλῆ–Συνόρων. Ἐπιβάται αʹ, βʹ, γʹ θέσεως ἀναμὶξ τίθενται ἐντὸς τῶν βαγονίων στοιβαγμένοι ὁ εἷς ἐπὶ τοῦ ἄλλου καὶ πλειστάκις ἐν μέσῳ τῶν ἀποσκευῶν αὐτῶν. Ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ γνωρίζω ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῶσι μέτρα ἐκ τῆς συμβάσεως μεταξὺ Δημοσίου καὶ ἑταιρείας, διότι ἄλλως ἡ κατάστασις αὕτη προδίδει ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ὀπισθοδρομικότητα, ἕνεκα τῆς ὁποίας καὶ οἱ ξένοι ταξιδεύοντες ἀναντιρρήτως θὰ μᾶς ἐλεεινολογῶσι, παρακαλῶ δὲ νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν παραμέλησιν ταύτην τῶν καθηκόντων τῆς ἑταιρείας.
§53ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὡς διετυπώθησαν τὰ παράπονα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, εἶναι πολὺ ὀρθότερα ἀπὸ τὸν ἐγερθέντα ψίθυρον τῶν παραπόνων τῶν ἄλλων κ. συναδέλφων, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ὁ ἐρωτήσας ἠρώτησεν ἀκριβῶς ἂν ἐκ τῆς συμβάσεως δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ τὴν διόρθωσιν τῶν ἐλλείψεων τὰς ὁποίας ἀνέφερεν. Ὁ ψίθυρος τῶν παραπόνων ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῆ τὰ μέσα τῆς ἑταιρείας, ὅτι ἡ ἑταιρεία εἶναι οἰκτρά, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι βάρβαρος καὶ δὲν γνωρίζω τί ἄλλο, δὲν δύναται νὰ σημαίνῃ, νομίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον παραλείπει τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων του τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκ τῆς συμβάσεως, ὅπως διορθώσῃ τὰ πράγματα. Βεβαίως ἡ κατάστασις ποτὲ δὲν ἦτο καλή· εἶναι δὲ πολὺ χειροτέρα σήμερον, διότι ἡ κίνησις ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἦτο φυσικὸν ὅτι θὰ καθίστα ἀνεπαρκῆ τὸ ὑλικόν, καὶ ἂν ἦτο ἀκόμη ἐπαρκέστατον, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ὑλικὸν προωρισμένον διὰ τὴν κίνησιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁμαλῆς τάξεως πραγμάτων νὰ ἐπαρκῇ εἰς κίνησιν ἔκτακτον μὲ τὴν σωρείαν τῶν ἐπιστράτων; Ἡ Κυβέρνησις εἶχε ζητήσει παρὰ τῆς ἑταιρείας τὴν αὔξησιν τοῦ ὑλικοῦ, ἀλλ’ ἐὰν οἱ κ. συνάδελφοι ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ μελετήσωσι τὴν σύμβασιν θὰ ἐπείθοντο ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὲς ἔργον ὅσον ἐφαντάσθησαν ἡ αὔξησις τοῦ ὑλικοῦ. Ἡ αὔξησις τοῦ ὑλικοῦ εἶναι ἐπιτακτικῶς ἀναγκαία σήμερον ἐπὶ τῇ προβλέψει τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου τούτου μέχρι τῆς Θεσσαλονίκης, ἔχει δὲ κληθῆ ἡ ἑταιρεία νὰ ὑποβάλῃ πλήρη μελέτην καὶ ἀσχολεῖται εἰς τὴν μελέτην ταύτην ἀπὸ μηνῶν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὸ σύνολον τοῦ ὑλικοῦ τὸ ἀναγκαῖον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦσιν οἱ νέοι ὅροι τῶν πραγμάτων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν παρατήρησιν τοῦ κ. συναδέλφου, ἐπὶ τῶν καθυστερήσεων τῶν σιδηροδρόμων, ἡ Βουλὴ γνωρίζει ὅτι ἡ γραμμὴ αὐτὴ εἶναι ἁπλῆ καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῆς τῆς γραμμῆς ἐκινοῦντο πολλαὶ ἀμαξοστοιχίαι, ἂν δὲ μία καθυστερήσῃ, εἶναι πολὺ φυσικόν, ὅτι ἐπέρχεται καθυστέρησις ὅλων. Ἡ καταγγελία αὕτη τῶν δέκα καὶ δεκαπέντε ὡρῶν καθυστερήσεως δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι ποτὲ δὲν ὑπάρχει καθυστέρησις τόσον μεγάλη. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν πῶς ἀκριβῶς ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν θὰ ἠκούοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ καθυστέρησις αὕτη προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι κινοῦνται ἐν τῇ αὐτῇ γραμμῇ πολλαὶ ἀμαξοστοιχίαι, καὶ εἶναι φυσικώτατον ἡ καθυστέρησις μιᾶς ἀμαξοστοιχίας νὰ ἐπιφέρῃ τὴν καθυστέρησιν ὅλων. Προκειμένου ἤδη περὶ τῆς ἐλλείψεως φωτισμοῦ καὶ θερμάνσεως ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Ἔχει γεννηθῆ ζήτημα ἀπὸ πολλοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐκκρεμές, μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἐθεώρει ὅτι ἡ δαπάνη τοῦ φωτισμοῦ ὅπως καὶ τῆς θερμάνσεως πρέπει νὰ βαρύνῃ τὴν ἑταιρείαν. Ἡ ἑταιρεία ἠμφεσβήτησε τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν στηριζομένη εἰς τὸ ἄρθρον 30 τῆς συμβάσεως. Παρέπεμψα ὡς ἐκ τούτου εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τὴν ὑπόθεσιν, ἤθελον δὲ νὰ ἴδω ἂν ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου συμφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχον μορφώσῃ. Ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα παρέμεινεν ἐκκρεμές, διότι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἐπέκτασιν τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρεία δὲν ὑπεχρεοῦτο νὰ ἐκτελέσῃ ἰδίᾳ δαπάνῃ, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου καθ’ ὃν τρόπον προβλέπει τὸ ἄρθρον 30 τῆς συμβάσεως. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων προέρχεται ἡ ἔλλειψις· εὐλογώτατα τὰ παράπονα, ἀλλ’ ἐκεῖνο ὅπερ δὲν εἶναι εὔλογον εἶναι ὅτι θεωρεῖται εὐχερὴς ἡ θεραπεία τῶν κακῶς ἐχόντων, ἐνῷ δὲν εἶναι τόσον εὐχερὴς ὅσον ἐφαντάζοντο.
§54Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ γραμμὴ αὐτὴ θὰ καταρρεύσῃ μίαν ἡμέραν καὶ διατρέχουσι κίνδυνον νὰ καταρρεύσωσι μετ’ αὐτῆς καὶ ἐπιβάται.
§55Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐὰν τὰ τοιαῦτα συνέβαινον, κ. Πρόεδρε, μόνον κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἡ δικαιολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ βεβαίως θὰ εἶχε βάσιν τινά, ἀλλὰ μήπως καὶ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ μετ’ αὐτὴν τοιαῦτά τινα ἀκριβῶς δὲν συνέβαινον; Βρέχεται ὁ ταξιδεύων —ἐν καιρῷ βροχερῷ—ἐντὸς τῶν ἐλεεινῶν βαγονίων, δὲν παραλείπω δὲ νὰ τονίσω τὸ ἄλλο ἐκεῖνο ἄτοπον καθ’ ὃ καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς κινήσεως, διὰ ν’ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας των, πρέπει νὰ εἶναι ἐξησκημένοι καὶ εἰς τὴν ἀκροβατικήν, διὰ νὰ ἀναρριχῶνται ἐπὶ τῶν βαθμίδων τῶν βαγονίων πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν εἰσιτηρίων, τοῦθ’ ὅπερ εἰς πολλοὺς κινδύνους ἐκθέτει οὐχὶ πλέον τὴν ὑγίειαν ἀλλ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης συνιστῶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ.
§56Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀρκετὰ μᾶς ἐδικαιολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἑταιρείαν.
§57ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἐδικαιολόγησε τὴν ἑταιρείαν, ἀλλὰ τὴν Κυβέρνησιν.
§58ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἡ ἑταιρεία αὕτη, Κύριοι, φέρεται εἰς βαθμὸν ἐνοχλητικὸν συμφεροντολογικὴ πρὸς τοὺς ἐπιβάτας. Ἡ κατάστασίς της εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀθλία, κ. Πρόεδρε. Πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή, διὰ νὰ γνωρίζωσι πάντες καὶ ὅσοι δὲν ταξιδεύουσιν εἰς Λάρισαν, ὅτι ἡ κατάστασις καὶ ἡ στάσις τῆς ἑταιρείας καὶ πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς τοὺς διαφόρους ἐπιβάτας εἶναι ἥκιστα ἀξιοπρεπὴς καὶ ὑποφερτή, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων. Πρέπει νὰ ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα, νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ ἑταιρεία νὰ ἐκτελῇ τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ τὰ καθήκοντά της. Εἶναι δεδικαιολογημένον νὰ ἔρχωνται οἱ συρμοὶ τὴν ἑσπέραν μὲ βαγόνια ἀπὸ τὰς Θήβας μέχρις Ἀθηνῶν, χωρὶς φῶς καὶ ν’ ἀναγκάζωνται οἱ ἐπιβάται νὰ μεταχειρίζωνται ἰδικά των κηρία; Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν δικαιολογεῖται ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν ἐπιστράτευσιν, καθόσον θὰ ὑπῆρχεν ὀλίγον ἔλαιον νὰ ῥίψωσιν εἰς τοὺς φανούς. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ καταγγείλῃ τὴν ἑταιρείαν καὶ νὰ τῇ ἐπιβάλῃ πρόστιμα κατ’ ἐξακολούθησιν.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§60Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μάλιστα. Νὰ προκληθῇ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης, διότι ἡ ἑταιρεία διαπράττει καὶ μεγαλείτερον ἀδίκημα ἀπέναντι τῶν Θεσσαλῶν· συμπεριφέρεται, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀφιλανθρώπως πρὸς αὐτοὺς καὶ περιφρονητικῶς πρὸς τὰ συμφέροντά των, διότι ἐπὶ τρία ἔτη εἰς τὸ κυριώτερον σημεῖον ἔνθα συναντᾶται ὁ Λαρισαϊκὸς μὲ τὸν Θεσσαλικὸν σιδηρόδρομον εἰς Δεμερλῆ καὶ μεταβαίνουσιν οἱ ἐπιβάται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συρμοῦ εἰς τὸν ἄλλον παραμένουσι, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ ὕπαιθρον, χωρὶς φῶς καὶ κινδυνεύουσιν ἐν καιρῷ χειμῶνος ἀπὸ τὸ ψῦχος.
§61ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ διατυπώσωσιν ὡρισμένα παράπονα.
§62Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§63ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀκούω νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ κάμωμεν ἁπλῶς συζήτησιν, διὰ νὰ κάμωμεν συζήτησιν, εἶναι ἴσως περιττὸν τοῦτο.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέκα Βουλευταί, οἱ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος, Π. Πολυχρονιάδης, Ὄθ. Τετενές, Γ. Λαμπρινόπουλος, Θ. Κουτούπης, Π. Ἀραβαντινὸς κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν σιδηροδρομικῶν καὶ τροχιοδρομικῶν ἑταιρειῶν καὶ ἐφαρμογῆς τῶν μετ’ αὐτῶν συμβάσεων.
§65Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, ἀφοῦ κατατεθῶσι προηγουμένως αἱ συμβάσεις μεθ’ ὅλων αὐτῶν τῶν ἑταιρειῶν.
§66ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὁρισθῇ ἡμέρα ὡρισμένη πρὸς συζήτησιν τῆς προτάσεως ταύτης, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν καὶ τῶν μισθῶν, οὓς καταβάλλουσιν αὗται, διότι πάσας τὰς εἰσπράξεις αὐτῶν τὰς ἀπορροφοῦσιν οἱ διευθυνταὶ καὶ ὑποδιευθυνταὶ τῶν ἑταιρειῶν αὐτῶν.
§67ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν δέκα Βουλευτῶν θὰ παρεκάλουν, ὅπως διατυπωθῶσι μᾶλλον ὡρισμένως τὰ πράγματα. Τί ζητεῖται; Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀμύνομαι ὑπὲρ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἄλλως θὰ γεννηθῇ κυκεών. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διατυπωθῶσι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητηθῶσι.
§68Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ στραφῇ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν διαφόρων παραβάσεων τῶν συμβάσεων. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει ὅτι δὲν πταίει αὐτὸς διὰ τὰς συμβάσεις, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν παραπέμψω εἰς τὸν Ἔμπορον τῆς Βενετίας τοῦ Σαίξσπηρ. Αὐτὸς ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τὴν λίτραν τοῦ κρέατος, ἀλλ’ οὐδόλως ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ αἷμα. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰ μέσα καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰς ἑταιρείας τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συμβάσεων.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ζητεῖται νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος. Τὸ θέμα δύναται νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ δὲν δέχομαι νὰ ὁρισθῇ ἄλλη τις ἡμέρα ἐκτὸς τῶν ὡρισμένων διὰ τὰς ἐπερωτήσεις. Ἂς ἀναγραφῇ λοιπὸν τὴν Πέμπτην ἢ τὴν Δευτέραν, διὰ νὰ μὴ χάσωμεν ἄλλην ἡμέραν.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§71Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐξ ἀφορμῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐτέθη ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἂν ἔχει ἢ δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν ἑταιρειῶν. Διετυπώθη ἡ πρότασις ὅπως ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως τὸ θέμα τοῦτο, ἵνα ἐρευνηθῶσιν ἐν πλάτει ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων μᾶλλον ἐξακριβωμένων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Λαρίσης κατέθηκεν ἐνταῦθα καὶ τὰ ὁποῖα ὡς ἀόριστα ἤλεγξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ ἐπιπροσθέτως εἰπὼν ὅτι ἐκ τῶν συμβάσεων δὲν ἔχει πλείονα δικαιώματα, ἵνα ἐπιβάλῃ εἰς τὰς ἑταιρείας τὸν σεβασμὸν τῶν διατάξεων αὐτῶν. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ἵνα γίνῃ ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀντικειμενικῶς νὰ προσαχθῶσιν αἱ συμβάσεις, ἵνα τὰς μελετήσωμεν, καὶ διατυπωθῶσιν ὡρισμέναι αἰτιάσεις, ἵνα λάβῃ ἀφορμὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τὸ καθ’ ἑαυτήν, ἤ, ἂν πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο, νὰ ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ ἐλέγχου, ἀλλὰ ζητεῖται νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ὅπως ἐξακριβωθῶσι τὰ τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εὐχάριστος διὰ τὸν λαόν.
§72Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν φαίνεται ἀπορῶν καὶ ἀγνοῶν τίνα εἶναι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν νὰ συζητήσωμεν. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πολλάκις ἐπηνέχθησαν βλάβαι σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, μάλιστα τῆς γραμμῆς ἀπὸ Μπράλου καὶ ἄνω, ἀλλὰ τὸ γραφεῖον τοῦ ἐλέγχου τῶν σιδηροδρόμων οὐδέποτε ἐνήργησε καὶ οὐδένα ἔλεγχον ἤσκησεν. Ἵνα εἶναι ἐν τάξει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅταν προκληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζήτησις, καὶ δυνηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν συμβαινόντων, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁρισθῇ ἡ συζήτησις νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ἐλέγχου τῶν σιδηροδρόμων νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν γραμμὴν ἀπὸ Μπράλου καὶ ἄνω καὶ ἐπιθεωρήσωσιν αὐτήν, ἵνα πεισθῇ ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε οὐδεμία ἀσφάλεια παρέχεται εἰς τοὺς πολίτας. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὁλόκληρος βράχος κατέπεσε καὶ κατέστρεψεν ὁλόκληρον τμῆμα γραμμῆς καὶ διέκοψεν ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν. Ἐν τούτοις οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου ὅπως ἀποκατασταθῇ ταχύτερον ἡ συγκοινωνία καὶ ὅπως ἐξασφαλισθῇ καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἐπιβατῶν. Εἶναι δυνατόν, κ. Ὑπουργέ, διεθνὴς σιδηροδρομικὴ γραμμὴ νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς μὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του καὶ τὰ σημεῖα ταῦτα καὶ νὰ τὰ ἐξετάσῃ, ἵνα μᾶς παράσχῃ ἐπ’ αὐτῶν πληροφορίας σχετικὰς καθ’ ἣν ἡμέραν θὰ γίνῃ ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σιδηροδρομικοῦ ζητήματος.
§73ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Ἀκριβῶς αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἀπέδειξαν πόσον εὔλογος ἦτο ἡ παρατήρησίς μου ὅτι, ἀφοῦ δὲν κάμνομεν συζήτησιν γενικήν, δὲν θ’ ἀπολήξωμεν εἰς ὡρισμένον ἀποτέλεσμα. Πάντως εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἑτοίμη καὶ ν’ ἀπαντᾷ εἰς πᾶν ζήτημα, ἐφ’ ὅσον καταλαμβάνεται ὑπὸ τῆς συζητήσεως ἐξ ἀπροόπτου, ὅπως αἴφνης πρὸ ὀλίγου ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος περὶ καταστροφῆς ἑνὸς τμήματος σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐμερίμνησε δεόντως ἡ ὑπηρεσία. Φαντασθῆτε πρὸς στιγμὴν καὶ ἄλλας τοιαύτας παρατηρήσεις γινομένας. Ἔχω ὅμως καὶ πρὸς τὸν ἕτερον ἀξιότιμον συνάδελφον ν’ ἀπαντήσω, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπέδωκε δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἔκαμον, ὅτι ἐγὼ ἠρνήθην ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει οἱονδήποτε δικαίωμα ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς ἰσχυούσης. Τοιοῦτό τι δὲν εἶπον. Ὅταν γίνῃ συζήτησις καὶ μελετηθῶσιν αἱ συμβάσεις, τότε θὰ ὁρισθῇ ἐπακριβῶς ἂν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὑποχρεώσεων ἀναγομένων εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὑλικοῦ εἰς ἑταιρείας, οὕτως ὥστε κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ εἶναι παρεσκευασμένοι καὶ ἡ συζήτησις νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὅπως ἡ συζήτησις ἡ διατυπωθεῖσα εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ δέκα κ. Βουλευτῶν ὁρισθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Ὁ κ. Ἰ. Φαρμάκης ἐρωτᾷ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν, ἂν κρατεῖ σκέψις 1) νὰ διακανονισθῇ ἡ ὑποχρέωσις τῶν τέως ἐπιστράτων ὀφειλετῶν, σχετικῶς μὲ τὴν ἀπότισιν τῶν τόκων τῶν ἀναλογούντων εἰς τὸν χρόνον τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ 2) ἂν θ’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων οἱ τέως ἐπίστρατοι γεωργοὶ τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὸν χρόνον τῆς ἐπιστρατεύσεως».
§75Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἂς ἀναπτύξῃ ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἐρώτησίν του.
§76Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Ἐφρόνουν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν νομίζῃ ὅτι ἐκπροσωπεῖται ἡ ἰδέα τοῦ δικαίου, ἐὰν κανονισθῇ ἡ ἀπότισις τῶν τόκων τῆς τάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία κατὰ τὸ διάστημα δεκατεσσάρων ὅλων μηνῶν εἶχε κληθῆ ὑπὸ τὰ ὅπλα διὰ τὴν ἐπιδίωξιν καὶ τὴν πραγματοποίησιν ὡρισμένων ἰδανικῶν ἀφορώντων τὸ σύνολον τοῦ ἔθνους. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως ν’ ἀποζημιωθῶσι καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν οἱ ἀπασχοληθέντες ἐπὶ δεκατετράμηνον ὁλόκληρον, ἀλλ’ εἶναι εὔλογον νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὅπως μὴ ὑποχρεωθῶσιν εἰς τὴν ἀπότισιν τῶν τόκων τῶν ἀναλογούντων εἰς τὸ διάστημα τῶν δέκα καὶ τεσσάρων αὐτῶν μηνῶν, καθόσον θὰ παρουσιασθῇ ἓν θέαμα ὄχι εὐχάριστον ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ χρόνου τοῦ δικαιοστασίου, διότι θὰ καταδιωχθῶσιν ἄνθρωποι τελείως ἄποροι, διὰ ν’ ἀπαιτηθῇ ἡ πληρωμὴ τόκων διὰ κεφάλαιον τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο χρῆσις. Καὶ δὲν ἐγένετο χρῆσις ὄχι ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης ἀνωτέρας ἀφορώσης εἰς τὸ σύνολον τοῦ ἔθνους. Δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις βεβαίως θὰ ὑποστῶσιν ὡρισμέναι κοινωνικαὶ τάξεις περισσοτέρας ζημίας ἄλλων τάξεων. Καὶ διὰ τὰς θυσίας τοῦ αἵματος δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρξῃ κανὲν παράπονον. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς θυσίας τὰς οἰκονομικάς, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ σκέψις ὥστε νὰ μὴ τὰς ὑποστῇ συνολικῶς μία τάξις, ἡ τάξις τῶν ἐπιστράτων. Νομίζω ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ τὰς ὑποστῇ καὶ ἡ τάξις τῶν κεφαλαιούχων, ἡ τάξις ἐκείνη ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὸ κεφάλαιον. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Πολιτεία ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς δικαίαν καὶ ἀπαιτητὴν σήμερον ἀπαίτησιν τοῦ Α κεφαλαιούχου διὰ τὴν ἀπότισιν τῶν τόκων ἐκ μέρους ἐπιστράτου, τῶν τόκων τῶν ἀφορώντων τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀφοῦ ὁ ἐπίστρατος αὐτὸς οὐ μόνον δὲν ἔκαμε χρῆσιν κατὰ τὸν χρόνον αὐτὸν τοῦ κεφαλαίου διὰ τὸ κέρδος τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ τόκου ἀλλ’ οὐδὲ διὰ τὸ κέρδος τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὰς ἀνάγκας του; Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν εἶχε τὸ δικαίωμα κατὰ τὸν χρόνον αὐτὸν νὰ ἐργασθῇ καὶ δι’ ἄλλας οὐσιώδεις ἀνάγκας ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του; Αὐτὴ ἡ σκέψις μοὶ ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν, ἐπειδὴ ἐνδεχόμενον ἴσως μετ’ ὀλίγον, ὅτε θὰ τελειώσῃ τὸ δικαιοστάσιον, νὰ εἶναι ἀθρόαι αἱ τοιαῦται ἀναφοραὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν διαφόρων καταδιωκομένων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἦτο ἐπίκαιρον ἐκ τῶν προτέρων νὰ γίνῃ μία σκέψις λογικωτέρα ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ἀναγνωρίζω ὅτι δὲν εἶναι τόσον εὔκολον, ὅσον φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως τὸ πρᾶγμα. Ἴσως, ἐὰν ἀναγνωρισθῇ ἡ τοιαύτη σκέψις μου ὡς ὀρθὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἴσως, λέγω, γεννηθῇ ἡ ἰδέα νὰ ἐξετασθῇ ἐκ μιᾶς ἐπιτροπῆς εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς καὶ νὰ ληφθῇ μία πρόνοια συγκεκριμένη, περιορίζουσα ὅσον εἶναι δυνατὸν τὴν τοιαύτην ἀνισότητα.
§77Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αἱ σκέψεις αἱ ἀναπτυχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος εἶναι βεβαίως σπουδαιόταται καὶ πολλῆς μελέτης ἄξιαι. Ἀλλά, ὡς ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζει, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι εὐχερές, θὰ τὸν παρεκάλουν δέ, ὡς καὶ κατ’ ἰδίαν ἀνεκοίνωσα αὐτῷ, ἂν ἔχῃ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα ἐπὶ ὡρισμένων δεδομένων στηριζόμενα, νὰ διατυπώσῃ σχετικὴν πρότασιν νόμου....
§78ΙΩ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις.
§79Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. .. διότι ὁμολογῶ ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι τὸ μέτρον τὸ ὑποδεικνυόμενον, καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται ἐν τῇ ἐρωτήσει, ἤθελεν ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. Βουλευτής. Διότι οὔτε αἱ ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως ζημίαι περιορίζονται εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιστράτων, ὁπότε ἡ ἀνόρθωσις αὐτῶν θὰ ἦτο εὐχερεστέρα, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὀφείλῃ τὸ δάνειον ὁ ἐπίστρατος, ἀλλ’ ὁ πατὴρ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἴσως καὶ τὸν ἐσπούδασε διὰ τοῦ δανείου τούτου καὶ περιέμενε νὰ βοηθηθῇ παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους ἢ καὶ ἀντιθέτως, εἶναι δυνατὸν ἄλλοι ἐπίστρατοι νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν. Ἀλλ’ οὔτε εἶναι ἀσφαλὲς τὸ δεδομένον ὅτι ὅλα τὰ δάνεια ἀνήκουσιν εἰς κεφαλαιούχους, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνήκωσι τοιαῦτα καὶ εἰς οἰκογενείας ἐπιστράτων ἢ στενοχωρηθείσας ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη σεισάχθεια, εἰσαγομένη καθ’ ὃν τρόπον προτείνεται, θὰ ἐξυπηρέτει τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. Βουλευτής.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμπληρωθείσης τῆς ὥρας αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται δι’ αὔριον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΓϠΝΑʹ νόμου τοῦ 1911, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κλήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν».
§83Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν μετὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ γίνεται σκέψις ν’ ἀπολυθῶσι καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἔφεδροι ἀξιωματικοί.
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐξήγησα καὶ χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν τίς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον κρατοῦνται εἰσέτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ δύο Μεραρχιῶν τῆς 8ης καὶ 9ης Μεραρχίας. Τώρα συγκεντροῦται ἱκανὸς ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ὅπως πληρώσῃ τὰς θέσεις τῶν δύο Μεραρχιῶν καὶ καθ’ ὅσον συγκεντροῦνται οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἀπολύονται οἱ ἔφεδροι.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 26 τοῦ περὶ φυγοδικίας ΓϠΜΔʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν». (Γίνεται δεκτόν).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προσόντων καὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμων. Ὁ κ. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§87Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα, ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ὀλίγα τινὰ θὰ προσθέσω ὡς πρὸς τὴν δι’ αὐτοῦ διάκρισιν κατὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῆς ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Δι’ αὐτοῦ γίνεται διάκρισις μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων καὶ τίθεται ὡς ὅριον ἡλικίας ἀποχωρήσεως τὸ 70ὸν ἔτος διὰ τοὺς πρώτους καὶ τὸ 65ον διὰ τοὺς κατωτέρους, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπάγονται οἱ ἀπὸ τοῦ ἐφέτου καὶ κατωτέρω, περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἀντεισαγγελέων τῶν Ἐφετῶν. Ἐν τῇ σχετικῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει δὲν εὑρίσκω δικαιολογίαν τινὰ ὡς πρὸς τὴν τοιαύτην διαστολήν, ἀλλὰ μένει γενικῶς ὡς πρὸς τὸ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὅριον ἡλικίας. Τοιαύτη ὅμως δικαιολογία εἶναι ὅλως περιττή, διότι καὶ ἂν γενικώτερον ἦτο ἐρευνητέον ἂν δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἰσοβιότητος ὁ καθορισμὸς ὁρίου ἡλικίας ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστικῶν λειτουργῶν, παρ’ ἡμῖν δὲν δύναται νὰ γενικευθῇ τοιοῦτο ζήτημα, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ καθιέρωσε τὴν ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας ἀποχώρησιν καὶ μὲ τοιοῦτον περιορισμὸν ἔταξε τὴν ἰσοβιότητα. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀνωτέρω διαστολὴν παρετήρησα μόνον ἐν τῇ σχετικῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει νὰ γίνεται λόγος περὶ ἥσσονος ζημίας ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν κατωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν. Κατὰ τὴν ἐξήγησιν δὲν εὐηρεστήθη νὰ μοὶ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν προηγηθεῖσαν συζήτησιν, δὲν πρόκειται περὶ ὑλικῆς ζημίας, ἀλλὰ τοιαύτης τῆς ὑπηρεσίας. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ ἐπαναλάβω, ὅπερ καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν παρετήρησα, ὅτι γενικῶς προκειμένου περὶ ἀποχωρήσεως δικαστικῶν λειτουργῶν, λόγῳ ἡλικίας, δὲν δύναται νὰ γίνηται λόγος περὶ ζημίας ἐντεῦθεν τῆς ὑπηρεσίας καὶ συνεπῶς περὶ μείζονος ἢ ἐλάσσονος καθόσον πρόκειται περὶ ἀνωτέρων ἢ κατωτέρων.
§88Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπάρχει δευτέρα παράγραφος λέγουσα ὅτι καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἐξαιρετικός τις ὀργανισμός, ὅστις κατὰ τὴν ἡλικίαν ταύτην ἤθελε διατηρεῖ ἀκμαίας δυνάμεις, αὖθις ἡ ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτοῦ ζημία εἶναι πολλῷ ἥσσων τῆς ἐκ τῆς παραμονῆς τῶν εἰς τὸν κανόνα ὑπαγομένων γεγηρακότων.
§89Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁμιλεῖτε πάντοτε περὶ ἐνδεχομένης ζημίας, ἥτις θὰ γίνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως λόγῳ ἡλικίας, ἐνῷ ἡ ἀποχώρησις γίνεται κατ’ ἀνάγκην καὶ πρὸς ὄφελος τῆς ὑπηρεσίας λόγῳ τῆς ἐκ τῆς ἡλικίας ἐπερχομένης ἀνεπαρκείας τοῦ ἀποχωροῦντος περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Οὐδαμῶς δὲ δικαιολογεῖτε διατί εἰς τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἡ ἀνεπάρκεια αὕτη ἐπέρχεται εἰς μικροτέραν ἡλικίαν καὶ εἰς τοὺς ἀνωτέρους εἰς μεγαλειτέραν. Ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἐρευνήσω εἰς οὐδεμίαν ἄλλην νομοθεσίαν γίνεται σχετικὴ πρὸς τὴν τοῦ νομοσχεδίου διαστολή. Ἓν ὅριον ἡλικίας, τῶν 70 ἐτῶν, ἔπρεπε νὰ τεθῇ κοινῶς διὰ τὴν ἀποχώρησιν ἁπάντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Καὶ οἱ κατώτεροι ἔχουσι τὰ αὐτὰ οἷα καὶ οἱ ἀνώτεροι νὰ ἐπιτελέσωσιν ἔργα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ των, μάλιστα δὲ τὰ τῶν ἀνωτέρω ἔργα καὶ φωτεινοτέραν καὶ ἐνεργητικωτέραν ν’ ἀπαιτῶσι τὴν ἀντίληψιν, καὶ ἀφοῦ τούτους θεωροῦμεν ἱκανοὺς μέχρι τοῦ 70οῦ ἔτους, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ θεωρήσωμεν τοὺς κατωτέρους ἀνικάνους ἀπὸ τοῦ 65ου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναφέρει τὴν γνώμην Γερμανοῦ δικαστοῦ ὡς πρὸς τὴν λόγῳ ἡλικίας ἀποχώρησιν τῶν δικαστῶν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τί ὁ ἴδιος λέγει ὡς πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, ὅστις δέχεται τὸ 70ὸν ἀνεξαιρέτως δι’ ἅπαντας τοὺς δικαστὰς χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων. Ἐπίσης καὶ τὸ Συνέδριον τῶν δικαστῶν, τὸ συνελθὸν ἐν Baden νομίζω κατὰ τὸ 1910, μετὰ μακρὰν καὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔρευναν κατέληξε νὰ δεχθῇ ὡς ὅριον ἡλικίας ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν τὸ 70ὸν ἔτος ἄνευ διακρίσεως ὡσαύτως μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων. Μόνον ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἥτις ποιεῖται διαστολὴν μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν λοιπῶν δικαστῶν ὑπαλλήλων ὡς πρὸς τὰ τιθέμενα ὅρια ἡλικίας ἀποχωρήσεως, θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν διακρίσεως. Ἀλλὰ πρέπει ὡς πρὸς τοῦτο νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ διάκρισις δὲν δικαιολογεῖται, ἡ τοῦ Συντάγματος διάταξις εἰς οὐδὲν παρακωλύει ὅπως τεθῇ ἓν ὅριον ἡλικίας ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων κοινὸν διὰ πάντας καὶ δὴ τὸ 70ὸν ἔτος, πρὸς δὲ καὶ ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαστολὴν ἀπολύτως. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ τιθεμένου ὁρίου ἡλικίας ἀποχωρήσεως διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθορίζεται ἐπὶ πλέον ὅτι προβεβηκυῖα ἡλικία συνεπαγομένη ἀδυναμίαν εἰς τὴν προσήκουσαν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ἀποτελεῖ καθ’ ἑαυτὴν λόγον ἀποχωρήσεως. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἄμοιρος παντὸς κινδύνου ὡς πρὸς τὴν καθιερουμένην ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, καθ’ ὅσον οὕτω καὶ πρὶν ἢ ἐπέλθῃ τὸ καθιερούμενον ὅριον τῆς λόγῳ ἡλικίας ἀποχωρήσεως, ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος θὰ ἐξηναγκάζετο εἰς ἀποχώρησιν ἐὰν ἐκρίνετο ἀνίκανος πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του λόγῳ τῆς ἡλικίας του, ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ὁ καθορισμὸς σκοπὸν ἔχει τοῦτον, νὰ μὴ ἐξαρτήσῃ τὴν ἐκ τῆς ἡλικίας ἀποχώρησιν καὶ τὴν μετ’ αὐτῆς συνδεδεμένην ἰσοβιότητα ἐκ τῆς κρίσεως ὡρισμένων προσώπων. Ἤθελον δ’ ἐπὶ πλέον παρατηρήσει ὅτι μετὰ τὴν διάταξιν ταύτην θὰ ἦτο καὶ ὅλως περιττὸν νὰ καθορισθῇ κἂν ὅριον ἡλικίας ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι οὕτω θ’ ἀπεφεύγομεν καὶ τὸ ἄτοπον, ὅπερ φυσικῶς ἐνέχει ὁ καθορισμὸς ὡρισμένου ὁρίου ἡλικίας τοῦ νὰ ἀποχωρῶσι καὶ ὑπάλληλοι οἵτινες λόγῳ τοῦ ἰδιαιτέρως ὑγιοῦς ὀργανισμοῦ των θὰ ἦσαν ἄρτιοι διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των καὶ πέρα τοῦ ὁρίου τούτου. Καὶ ἀλλαχοῦ, συζητουμένου τοῦ ζητήματος περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, παρετηρήθη ὅτι μὲ ὅλον τὸ μειονέκτημα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐνέχει ὁ καθορισμὸς ὁρίου ἡλικίας ἀποχωρήσεως, δέον νὰ προτιμηθῇ παρὰ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν κρίσιν ὡρισμένων προσώπων ν’ ἀποφαίνωνται ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος εἶναι ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας του ἱκανὸς ἢ μὴ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, καθ’ ὅσον οὕτω πλέον θὰ ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῶν ἡ ἰσοβιότης του ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Δὲν βλέπω δὲ καὶ τὴν χρησιμότητα τῆς διατάξεως ταύτης ἀφοῦ ἔχομεν τὸν νόμον ͵ΥΜΓʹ περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν ὅστις ὁρίζει γενικῶς ὅτι γίνεται ἡ ἀποχώρησις καὶ πρὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας πρὸς ἀποχώρησιν, ὅταν ἐπῆλθεν ἀνικανότης ἕνεκα νόσου ἢ ἐξασθενήσεως τοῦ σώματος ἢ τοῦ νοῦ. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐπαρκὴς καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ προβεβηκυῖα ἡλικία ἐπέφερε τὴν ἀνικανότητα. Ἐξετάζεται δὲ κατ’ αὐτὴν τὸ ζήτημα τῆς ἐξασθενήσεως τοῦ σώματος ἢ τοῦ νοῦ καὶ ὄχι ἡ λόγῳ τῆς ἡλικίας ἀνικανότης, ὅπερ ἐνέχει τὸν ἄνω κίνδυνον. Πλὴν δὲ τούτου δὲν προσήκει εἰς τὸν νομοθέτην νὰ καθορίσῃ διὰ νόμου εἰδικὰς περιπτώσεις τῶν διαφόρων λόγων τῆς ἀνικανότητος τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ὡς πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ.
§90Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Θὰ φανῇ ἴσως παράδοξον εἰς τὴν Βουλήν, κύριοι Βουλευταί, διότι ἰατρὸς ὢν ἀναμιγνύομαι εἰς συζήτησιν νομοσχεδίου καθαρῶς δικαστικοῦ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι συγκεχωρημένον εἰς ἐμὲ νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ ἑπόμενα, τὰ ὁποῖα ἀφήνω εἰς τοὺς κ. δικηγόρους ἵνα τὰ κρίνωσι καὶ συζητήσωσιν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὥρισε δύο ὅρια ἡλικίας εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ἃ οἱ μὲν ἀνώτεροι λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης τότε θ’ ἀποχωρῶσι τῆς ὑπηρεσίας, ὅταν συμπληρῶσι τὸ 70ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ ὁρίζει τοὺς ἀνωτάτους λειτουργούς, οἷοι εἶναι οἱ ἀρεοπαγῖται, οἱ πρόεδροι τῶν Ἐφετῶν καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, διὰ δὲ τοὺς ἄλλους λειτουργούς, τουτέστι διὰ τοὺς ἐφέτας, διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν καὶ διὰ τοὺς πρωτοδίκας ἐν γένει θέτει ἄλλο ὅριον ἡλικίας τὸ 65ὸν ἔτος, τὸ ὁποῖον ὅταν συμπληρώσωσιν ὀφείλουσι ν’ ἀποχωρήσωσι τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἠδυνήθην παντάπασι νὰ ἐννοήσω διατί ἐτέθη αὐτὸ τὸ διπλοῦν ὅριον καὶ διατί νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἓν ὅριον ὡρισμένον οὕτως, ὥστε αὐτὸ τὸ ἄρθρον ὁλόκληρον νὰ εἶναι ἑνιαῖον. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω παντελῶς διατί ὁ ἀρεοπαγίτης δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ τὸ καθῆκον αὐτοῦ ἄνω τοῦ 65 ἔτους, μέχρι τοῦ 70 ἔτους συμπεπληρωμένου, καὶ ὁ ἐφέτης νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ αὐτὸ ἔργον, ὅταν συμπληρώσῃ τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Τί θὰ ἔλεγέ τις, ἐὰν ὁ ἐφέτης, ὁ ὁποῖος συνεπλήρωσε τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας του, εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς δικαστικῆς λειτουργίας, ἐὰν αὐτὸς μῆνάς τινας πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ χρόνου αὐτοῦ προάγηται εἰς ἀρεοπαγίτην, τότε ἡ θέσις τοῦ ἀρεοπαγίτου θὰ τὸν καταστήσῃ ἱκανὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ ἔργον αὑτοῦ (Εὖγε). Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι φυσικόν, δὲν εἶναι φυσιολογικόν, διότι δυνάμεθα βεβαίως νὰ ἔχωμεν ἀρτίους τὸ σῶμα καὶ τὸν νοῦν δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἔχοντας συμπεπληρωμένον τὸ 70ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των καὶ ἄνω, δυνάμεθα δὲ νὰ ἔχωμεν καὶ τοιούτους δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἔχοντας συμπεπληρωμένον τὸ 50ὸν ἔτος καὶ νὰ εἶναι ἀνάξιοι λόγῳ σωματικῆς καὶ πνευματικῆς βλάβης. Δὲν φαίνεται μᾶλλον ὀρθὸν καὶ μᾶλλον φυσικὸν χάριν τοῦ ἑνιαίου τοῦ νόμου νὰ ὁρισθῇ μία καὶ μόνη ἡλικία; Θέλετε τὸ 65ον ἔτος; Ὁρίσατε αὐτό. Θέλετε τὸ 70ὸν ἔτος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀρθότερον; Καθορίσατε αὐτό. Μία καὶ ἡ αὐτὴ ἡλικία πρέπει νὰ τεθῇ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅριον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ὑπ’ ὄψιν της καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ. Θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι πλείονας δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐκ τῆς μεγεθύνσεως τοῦ Κράτους. Θ’ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, θὰ ἔχωμεν κενὰ σύντομα, θ’ ἀπομακρύνωνται οἱ ὑπάλληλοι δικαστικοὶ κατὰ τὸ 65ον ἔτος, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται νὰ ἐξυπηρετήσωσι καὶ νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν ἐπωφελῶς πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πατρίδος. Θὰ ἔχωμεν ἓν κενόν, τὸ ὁποῖον θὰ βλάπτῃ πολὺ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι ταχέως θ’ ἀποχωρήσωσι πολλοὶ τούτων ἔχοντες μάλιστα ἀρκετὴν σύνταξιν, ἀπομακρυνόμενοι δὲ ἀπὸ τοῦ 65ου ἔτους τῆς ἡλικίας των θὰ βαρύνωσι πολὺ τὸν Προϋπολογισμόν, καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς ἔχομεν χρείαν νὰ κάμωμεν μεγαλειτέραν οἰκονομίαν χάριν τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι χάριν τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων ἐν τοῖς πολέμοις, αἱ ὁποῖαι ἐγκατελείφθησαν καὶ εἶναι ἐστερημέναι, νὰ χορηγήσωμεν συντάξεις, νὰ χορηγήσωμεν βοηθήματα· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ σκεφθῶμεν ὅτι καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνηται; Νομίζω ὅτι καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὸν οἰκονομικόν, πρωτίστως δὲ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαστολὴ μεταξὺ ὁρίου ἡλικίας. Πρέπει νὰ καθορισθῇ τὸ 70ὸν ἔτος, ὅταν δὲ ὁ δικαστὴς εἶναι ἀνεπαρκὴς ὄχι λόγῳ τῆς ἡλικίας αὑτοῦ ἀλλὰ λόγῳ ἄλλης ἀνικανότητος, ἡ ὁποία νὰ ἐπηρεάζῃ τὸν ὀργανισμὸν αὑτοῦ, εἴτε ἐκ τῆς φυσικῆς αὑτοῦ καταστάσεως εἴτε ἐκ τῆς πνευματικῆς ἐν γένει καταστάσεώς του, ὑπάρχει ὁ ἄλλος τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ἐξαναγκάζῃ τὸν δικαστὴν ν’ ἀποχωρῇ καὶ ν’ ἀπομακρύνηται, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν 1ην παράγραφον τοῦ νομοσχεδίου νομίζω ὅτι ἡ λέξις «προβεβηκυῖα», δηλαδὴ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας νὰ εἶναι ἱκανὸν νὰ θέτῃ εἰς κίνδυνον τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι ἡ ἡλικία θὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ὡς αἰτία καὶ ἀφορμὴ ὥστε ν’ ἀπομακρυνθῇ ὁ δικαστὴς ἀπὸ τῆς θέσεώς του, καὶ οὐχὶ ἕτεροι οὐσιώδεις λόγοι, ὡς θὰ εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια εἴτε ἡ σωματικὴ εἴτε ἡ πνευματική. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ μείνῃ ἄκαμπτος καὶ ἐπίμονος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀλλὰ νὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ ἓν ὅριον ὡρισμένον καὶ ὡς τοιοῦτον δέον νὰ καθορισθῇ τὸ 70ὸν ἔτος ἀκριβῶς.
§91Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Τὸ ἑξῆς θὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κ. συναδέλφων πρὸς συμπλήρωσιν γνώμης ὅτι ἓν ὅριον πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἴτε τὸ 65ον εἴτε τὸ 70ὸν ἔτος δι’ ὅλους τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς. Προκειμένου περὶ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, περὶ τοῦ ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, περὶ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ προέδρου τῶν Ἐφετῶν ὁρίζεται τὸ 70όν, περὶ ὅλων δὲ τῶν ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ὁρίζεται τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ὁ ὁρισμὸς τῆς ἡλικίας ἔχει ὡς ἀφορμὴν τὸν σχηματισμὸν γνώμης, ὅτι μέχρις ὡρισμένου χρόνου ἡλικίας ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος εἶναι ἱκανός, πέρα δ’ αὐτοῦ εἶναι ἀνίκανος. Καὶ αὐτὸ δυνατὸν νὰ εἶναι ὀρθόν. Ἔρχομαι τώρα καὶ ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· διατί ὁρίζει διὰ τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, διὰ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ διὰ τὸν πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑψηλὰ πολυπλοκώτατα καὶ κοπιωδέστατα καθήκοντα, — διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ἀποκαλοῦνται οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς δικαιοσύνης, — διατί ὁρίζει μέχρι τοῦ 70οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας των, τοὺς δὲ ἐφέτας τοὺς προέδρους τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καθήκοντα ὄχι τόσον σπουδαῖα, τοὺς θεωρεῖ ἀνικάνους ἄνω τοῦ 65ου ἔτους τῆς ἡλικίας των; Αὐτὸ ἤθελον νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διότι γνωρίζομεν πάντες οἱ νομικοί, ὅτι τὰ σπουδαιότερα καθήκοντα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, διότι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ καλὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Ἢ πρέπει, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ 65ον ἔτος δι’ ὅλους τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ τοῦτο εἶναι μία γνώμη ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι σεβαστή, ἢ νὰ θεωρήσῃ ὅτι τὸ 70ὸν ἔτος εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὁρισθῇ διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, δι’ ὅλους τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, διότι θὰ εἶναί τι τὸ ὁποῖον θ’ ἀφήσῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐνομοθέτησε δικαίως καὶ συμφώνως μὲ τοὺς νόμους, διότι ἡ Βουλὴ ναὶ μὲν ψηφίζει τοὺς νόμους καὶ ὁ Βασιλεὺς κυροῖ αὐτούς, ἀλλὰ πρέπει πρὸ παντός, διὰ νὰ εἶναι οἱ νόμοι καλοί, νὰ ὑπάρχῃ ἡ γνώμη καὶ παρ’ ἐκείνοις οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας αὐτῶν, ὅτι εἶναι δίκαιοι καὶ σύμφωνοι πρὸς τὴν ἠθικὴν καὶ τὸν φυσικὸν νόμον.
§92Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὴν διάκρισιν διττοῦ ὁρίου ἡλικίας καὶ τὴν θέσιν τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν ὑποδεικνύει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 88, ἐν ᾧ ὁρίζεται ἄλλο ἀνώτερον ὅριον διὰ τοὺς ἀρεοπαγίτας καὶ ἄλλο μικρότερον διὰ τοὺς ὑποδεεστέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὑπὸ τὴν διάκρισιν ταύτην δίδει τὸ δικαίωμα ἐντὸς τῶν ἀναγραφομένων σχετικῶν ὁρίων νὰ θέσωμεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας.
§93Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος;
§94Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ ἄρθρον 88. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ συνάδελφος κ. Βέρροιος νὰ φρονῶ ὅτι ἔχει ἰσχυρὰ ὑπὲρ αὐτῆς στηρίγματα.
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μόνον τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου;
§96Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα. Ἡ διάκρισις αὕτη, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι, εἶναι δέ, νομίζω, καὶ φυσιολογικῶς δεδικαιολογημένη. Τὸ γῆρας ἀναντιρρήτως πλήττει ἡμᾶς ὅλους ἀνεξαιρέτως, ἀλλὰ δὲν πλήττει πάντας κατὰ τὸ αὐτὸ στάδιον τῆς ἡλικίας οὔτε μετὰ ἴσης ἐντάσεως. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἀνωτέρων λειτουργῶν εἶναι πιθανώτατον ὅτι, διὰ νὰ λάβωσιν οὗτοι ἀνώτερα ἀξιώματα ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ, ἦσαν καὶ μᾶλλον ἰσχυροὶ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν ἐκ τῶν βραδύτερον ἐπηρεαζομένων ὑπὸ τοῦ γήρατος. Ἐκ τοῦ γεγονότος, λέγω, ὅτι προήχθησαν εἰς ἀνωτέρας θέσεις ἐν γένει ἐν τῷ σταδίῳ τὸ ὁποῖον ἐξέλεξαν, ὑπάρχει τεκμήριον ὅτι εἶναι ὀργανισμοὶ ἰσχυρότεροι. Τὸ μέτρον αὐτὸ τηρεῖται ὄχι μόνον εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ πανταχοῦ ὅπου ὑπάρχει ὅριον ἡλικίας. Καὶ ἀρκεῖ ν’ ἀναφέρω τὸν στρατόν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται περισσοτέρα ἀντοχὴ εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς καὶ ὀλιγωτέρα εἰς τοὺς ἀνωτέρους διότι πολὺ σοβαρωτέρα εἶναι ἡ ἐργασία τῶν ἀνωτέρων, καὶ ὅμως τίθεται εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς ὅριον ἀπώτερον. Ὑφίσταται ὅμως καὶ ἕτερος λόγος, τὸν ὁποῖον ἀναφέρω καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, καὶ ὃν δὲν ἐνόησεν ὁ συνάδελφος κ. Τσαλδάρης. Οἱ ἀνώτεροι οὗτοι ὑπάλληλοι ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ μορφώσεως εἶναι διὰ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ πολυτιμότεροι. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἡ ἀπώλεια ἑνὸς ἀνωτέρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ ἀκόμη τὰς δυνάμεις του καὶ εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ τὰς διατηρῇ μεταξὺ τοῦ 65–70οῦ ἔτους, ἀποτελεῖ μείζονα ζημίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν παρὰ ἑνὸς κατωτέρου, ὑπὸ ἀναλόγους περιστάσεις ἀποχωροῦντος κατὰ τὸ 65ον, ὥστε καὶ ἡ θέσις καὶ ὁ βαθμὸς δικαιολογεῖ τὴν διαφορὰν αὐτὴν ἀνεξαρτήτως μισθοῦ καὶ συντάξεως. Αὐτὸ δὲ εἶναι ἡ ζημία περὶ ἧς γίνεται λόγος ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὅπως στηρίξῃ ὅριον ἀνώτερον εἰς τοὺς μὲν καὶ κατώτερον εἰς τοὺς δέ. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον προσθέτομεν ἐνταῦθα καὶ ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα, καὶ εἶναι ἀκριβῶς ἡ διάταξις τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, τὴν ὁποίαν ἐπολέμησεν ὁ συνάδελφος κ. Τσαλδάρης, θέλων νὰ παραστήσῃ ταύτην σχεδὸν ἀντισυνταγματικήν. Τί λέγομεν ὅμως ἐν τῇ προτεινομένῃ διατάξει; Λέγομεν ὅτι (ἀναγινώσκει): «Καὶ πρὸ τῆς ἐπελεύσεως τοῦ ἄνω ὁρίου, προβεβηκυῖα ἡλικία συνεπαγομένη ἀδυναμίαν πρὸς προσήκουσαν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων οἱουδήποτε τῶν εἰς τὴν αʹ παράγραφον ὑπαλλήλων ἀποτελεῖ καθ’ ἑαυτὴν νόμιμον λόγον ἀποχωρήσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ΥΜΓʹ νόμου». Τί δὲ ὁρίζει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ΥΜΓʹ νόμου τοῦ ἰσχύοντος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος; Ὁρίζει τοῦτο, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐάν τις τῶν ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατασταθῇ πρὸ τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένης ἡλικίας ἀνίκανος εἰς ὑπηρεσίαν ἕνεκα νόσου ἢ ἐξασθενήσεως τοῦ σώματος ἢ τοῦ νοῦ, καὶ ἡ ἀνικανότης αὕτη διήρκεσεν ἤδη ἢ μέλλει νὰ διαρκέσῃ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐπὶ ἓν ἔτος, ἡ ἀποχώρησις αὐτοῦ γίνεται κατὰ τὰ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ ὁριζόμενα». Ὅθεν πρόκειται κυρίως περὶ διατάξεως ὑφισταμένης. Πρὸς ἄρσιν δὲ μόνον οἱασδήποτε ἀμφιβολίας, ἣν ἠδύνατο νὰ συνεπαγάγῃ ἡ νομοθέτησις ἑτέρου ὁρίου ἡλικίας ἐπερχομένη μετὰ τὸν ἀνωτέρω νόμον, ἐθεωρήθη προσῆκον νὰ τεθῇ ἰδία διάταξις ἐνταῦθα, ἥτις ἐξασφαλίζει κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἀπὸ τὸν κίνδυνον, ὃν συνεπάγεται ἡ θέσις ἀπωτέρου ὁρίου ἡλικίας εἰς τοὺς κατέχοντας βαθμὸν ἀνώτερον.
§97Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς οὐδόλως ἐπείσθην, ὑποθέτω δ’ ὅτι οὐδ’ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἐπείσθη. Μεθ’ ὅσα εἶπε, δὲν μοὶ ἐδικαιολόγησεν ἐκείνην τὴν ἀντίρρησιν, τὴν ὁποίαν ἔφερα. Ἡ σύγκρισις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν πρὸς τοὺς στρατιωτικοὺς ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι καὶ πολὺ πολὺ σύμφωνος πρὸς τὰ πράγματα.
§98Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσα ἴσα εἶναι ἀντίθετος.
§99Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὅλως διόλου. Ἄλλος ὁ σωφρονισμὸς καὶ ἄλλος ὁ τρόπος ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὅλως διόλου διάφορος ὁ τρόπος τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι πρὸ παντὸς δέον νὰ ἔχωσιν εὐρωστίαν νοῦ καὶ κατόπιν εὐρωστίαν σώματος. Ὁ λόγος τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἔχει συγχρόνως κυρίαν αἰτίαν τὴν μὴ εὐρωστίαν τοῦ σώματος, διότι, ὅταν ἔχητε ἀξιωματικὸν κατὰ πάντα μεμορφωμένον ἀλλὰ μὴ δυνάμενον νὰ ἱππεύσῃ, βεβαίως δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ οὗτος ἐν τῷ στρατῷ, μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι ὁ Μόλτκε ἀπεχώρησε τοῦ στρατοῦ διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἱππεύσῃ. Οὐδεμίαν λοιπὸν σχέσιν ἔχει ἡ σύγκρισις ὁρίου ἡλικίας ἀξιωματικῶν καὶ ὁρίου δικαστῶν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης — διότι θέλω νὰ ψηφίσω κατὰ συνείδησιν, — διατί διὰ τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ δὴ τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ προέδρους τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὕψιστα καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι καὶ ἰσχυρὰν λειτουργίαν τοῦ σώματος, διότι πρέπει νὰ ἐπιθεωρῶσι, διατί ὡρίσθησαν 70 ἔτη, καὶ δὲν ὡρίσθησαν καὶ διὰ τοὺς ἐφέτας, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία εἶναι πολὺ λεπτοτέρα; Διατί δὲν ὡρίσθη τὸ αὐτὸ διὰ τοὺς προέδρους τῶν Πρωτοδικῶν καὶ διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν καὶ διὰ τοὺς πρωτοδίκας; Θὰ μοὶ δώσητε τὴν ἀπάντησιν ὅτι, ἂν τὸ Σύνταγμα ὥρισεν ὅριον ἡλικίας, ἀφῆκεν ὅμως καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν λαμβάνουσαν ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅλας τὰς περιστάσεις νὰ ὁρίσῃ αὐτή, ὥρισε δὲ περὶ τῶν μὴ ἰσοβίων· περὶ τῶν ἰσοβίων ὥρισε τὸ 70 ἔτος. Ἔχει λοιπὸν τὸ δικαίωμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ὁ Ὑπουργός, εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδια αὐτά, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅλας τὰς περιστάσεις νὰ ὁρίσῃ τὸ ὅριον ἡλικίας. Δὲν μᾶς εἶπε λοιπὸν διατί ὥρισε δύο ὅρια ἡλικίας ὥστε διὰ τὴν διάκρισιν αὐτὴν δὲν μὲ ἔπεισε. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ μὲ πείσῃ, καὶ πολλοὺς ἄλλους μετ’ ἐμοῦ συμφώνους μὲ τὴν γνώμην αὐτήν, νὰ τὸ εἴπῃ, διὰ νὰ ψηφίσωμεν κατὰ συνείδησιν, εἰδεμὴ τὸν βεβαιῶ ἐγὼ ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ θ’ ἀναγκασθῇ ὁ ἴδιος ν’ ἀφομοιώσῃ τὸ ὅριον ἡλικίας.
§100Ι. ΜΑΝΟΣ. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι οἱ νόμοι τίθενται ὄχι μόνον ὑπὲρ τοῦ νομοθετοῦντος, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ ἐκείνου δι’ ὃν νομοθετοῦνται. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζουσα ὡς ὅριον ἡλικίας τὸ 65ον ἔτος ἱκανοποιεῖ τοὺς δικαστάς. Ὁ δικαστὴς ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ τοσοῦτον χρονικὸν διάστημα τὴν Πολιτείαν δικαιοῦται νὰ τύχῃ παρ’ αὐτῆς τῆς εὐνοίας, ὅπως τὸν ὑπόλοιπον αὐτοῦ βίον ζήσῃ ἐν ἀναπαύσει, ἀπολαύων ὅλων τῶν ἐξ ἑτέρων νόμων παρεχομένων αὐτῷ πλεονεκτημάτων. Ὅταν ὁ δικαστὴς φθάσας εἰς τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας του δὲν προαχθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀρεοπαγίτου, φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ βασίμως ὅτι κατὰ τὸ ὑπόλοιπον ἐναπομένον πενταετὲς διάστημα θὰ καταλάβῃ ἀνωτέραν θέσιν· δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ οὔτε φρονῶ ὅτι εἶναι συζητήσιμον ὅτι μεταξὺ τοῦ 65ου καὶ 67ου ἔτους ἡ ἡλικία δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς διανοητικῆς ἀρτιότητος, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἀξιουμένη νὰ ἐπιβληθῇ ὑπερτέρα τῷ δικαστῇ ὑπηρεσία εἶναι πρόσθετον βάρος ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἰς ὑπάλληλον εὑρισκόμενον ἤδη κατὰ τὴν δύσιν τοῦ βίου του. Θ’ ἀντιταχθῇ ἴσως ὅτι τὸ τοιοῦτον ὑποβάλλεται καὶ εἰς τοὺς κατέχοντας ἀνωτέρας τοῦ ἐφέτου θέσεις, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ ἐργασία τῶν ἄνω τούτων λειτουργῶν εἶναι ἀκοπωτέρα, ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τῆς Πολιτείας ἐπιβάλλει τὴν πέρα τοῦ 65ου ἔτους ὑπηρεσίαν τῶν ἀρεοπαγιτῶν, οἱ ὁποῖοι πρὸς ὄφελος αὐτῆς ταύτης τῆς δικαιοσύνης σκόπιμον εἶναι, ἵνα ἐπὶ μακρότερον χρόνον ἀσκῶσι τὰ τοῦ ἀνωτάτου λειτουργοῦ τῆς Θέμιδος καθήκοντα. Αἱ σκέψεις αὗται μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν.
§101Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ διατί, παρὰ τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος, εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διατί κάμνει τὴν διάκρισιν τοῦ προέδρου καὶ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τοὺς ὁποίους ὑπάγει εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος ποιεῖται διάκρισιν μόνον τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπέναντι ὅλων τῶν ἄλλων ἐμμίσθων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐν οἷς καὶ οἱ πρόεδροι καὶ εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν. Διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς ποιεῖται ἐξαίρεσιν τῶν εἰσαγγελέων καὶ τῶν προέδρων τῶν Ἐφετῶν καὶ δίδει εἰς αὐτοὺς τὸ ἀνώτατον ὅριον τὸ ἐπιτρεπόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ εἰς τοὺς ὑπογραμματεῖς λ. χ. οἱ ὁποῖοι ἔχουσι παθητικὴν ὅλως ἐργασίαν, ἤτοι νὰ κάμνωσιν ἀντίγραφα, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπηρετοῦσι μὲ εὐτελέστατον μισθόν, δὲν δίδει τὸ ἀνώτατον ὅριον, διὰ ν’ ἀπολαύσωσι τὸν νέον μισθόν, ἀπαλλασσομένου καὶ τοῦ Δημοσίου τῶν συντάξεων ἀνθρώπων δυναμένων εἰσέτι νὰ ἐργασθῶσιν, ἀλλὰ τοὺς ῥίπτει εἰς τοὺς δρόμους;
§102Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Οἱ πρόεδροι καὶ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ἐξομοιοῦνται πρὸς ἀρεοπαγίτας κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων.
§103Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν μοὶ εἶναι ἄγνωστον τοῦτο, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα κάμνει ῥητὴν διάκρισιν τῶν ἀρεοπαγιτῶν καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἐμμίσθων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, περὶ ὧν γενικῶς θέτει ἓν ὅριον ἡλικίας, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ποιεῖται διάκρισιν ἄλλην, περὶ ἧς ἐπιβάλλεται, νομίζω, κάποια ἐξήγησις.
§104Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, νομίζω ὅμως ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἔχει τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται νὰ εὕρωμεν ἂν πρωτοδίκης 65 ἐτῶν ἔχει τὴν αὐτὴν ἀντοχὴν μὲ ἀρεοπαγίτην 65 ἐτῶν. Νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς ἀλλὰ καὶ δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τίθεται μικρότερον ὅριον ἡλικίας ὑπὸ τοῦ νομοθέτου εἰς τὰς κατωτέρας θέσεις, διότι ὑποτίθεται ὅτι ὁ ἔχων τόσον χρόνον εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀλλὰ καὶ τὸν αὐτὸν βαθμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι καλὸς δικαστὴς ἢ καὶ ἀξιωματικός. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ δικαστοῦ, ἐφ’ ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ, θὰ ἐθεώρουν ἀρκετὸν καὶ τὸ ὅριον τῶν 50 ἐτῶν, διότι πρωτοδίκης, ὅστις εἰς τὸ 50ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας δὲν προήχθη, θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀνίκανος ἢ μεμειωμένος ἠθικῶς καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐκδιώκηται ἀπὸ τὸν δικαστικὸν κλάδον.
§105ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ ἀνωτέρου ὁρίου ἡλικίας δι’ ὅλους τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς, διότι πλὴν τοῦ λόγου, ὃν προέβαλον ἄλλοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ καθ’ ὃν εἶναι ἄτοπον νὰ γίνῃ ἡ προτεινομένη διάκρισις μεταξὺ αὐτῶν, ἐγὼ ἔχω νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ δύο ἄλλους λόγους, τοὺς ἑξῆς: Καθ’ ὃν χρόνον ἡ δικαστικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία, ὡς ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, ἔχει τόσην ἔλλειψιν ὑπαλλήλων, ὥστε ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ἵν’ ἀναπληρώσῃ τὰ κενὰ αὐτῆς διὰ τῆς στρατολογίας δικηγόρων, ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ἄτοπον ὅλως νὰ ψηφίσωμεν τὴν προκειμένην διάταξιν περὶ ὁρίου ἡλικίας, κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ὁποίας μέλλουσι ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἐξ αὐτῶν πλεῖστοι ὅσοι ἀρχαῖοι καὶ δεδοκιμασμένοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Οὐχ ἧττον, Κύριοι, ἄτοπον θεωρῶ ἐγὼ ν’ ἀπομακρυνθῶσιν οὗτοι νῦν ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας μὲ πλήρεις ἀποδοχὰς τοῦ μισθοῦ των, ὡς δικαιοῦνται οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν κατὰ νόμον, καθ’ ὃν χρόνον ὑπερτάτη ἐθνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους κλάδους τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. Ὡς καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ νῦν ἐπαναλαμβάνω ἔτι ἐντονώτερον ὅτι τὴν συνθήκην τῶν Ἀθηνῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας δὲν πρέπει νὰ θεωρῶμεν ὡς ὁριστικὴν εἰρήνην, ἀλλ’ ὡς ἁπλῆν ἐκεχειρίαν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους. Ὡς τοιαύτην ὑπολαμβάνοντες αὐτὴν καὶ οἱ Τοῦρκοι παρασκευάζονται ἀνενδότως, ἵνα ὦσιν ἕτοιμοι καὶ ἐπιτεθῶσι καθ’ ἡμῶν εἰς πρώτην εὐκαιρίαν. Δυστυχῶς δὲν θὰ ἔχωμεν ἐφεξῆς νὰ κάμωμεν μὲ μόνους τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλους ἐχθρούς, οἵτινες δὲν θὰ διστάσωσι νὰ σπεύσωσιν εἰς ἐπικουρίαν αὐτῶν. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῶν τελευταίων νικηφόρων πολέμων ἐδιπλασιάσθη, ὑπερεδιπλασιάσθησαν συγχρόνως καὶ οἱ περιστοιχίζοντες αὐτὴν κίνδυνοι. Ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν δυνατὸν νὰ ἐξαναγκασθῶμεν εἰς ἀγῶνα περὶ τῶν ὅλων, δι’ ὃν πρέπει νὰ παρασκευαζώμεθα καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τοῦδε ἀνενδότως ἂν θέλωμεν νὰ διασώσωμεν οὐ μόνον τὰ ἤδη κεκτημένα, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐθνικήν μας ὑπόστασιν. Ἀνάγκη ὅμως πᾶσα πρὸς τοῦτο νὰ ἔχωμεν ἀκμαῖα τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ καὶ κύριον ἡμῶν μέλημα τὴν πολεμικὴν παρασκευήν, θέτοντες τό γε νῦν ἔχον ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ πᾶσαν μέριμναν περὶ τῶν ἄλλων κλάδων τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου. Ἀντὶ τούτου ὅμως ἡμεῖς ὑπονομεύομεν ὁλονὲν τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ διὰ τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου χρήματος, ἣν ἀπὸ πολλοῦ ἐπιδεικνύομεν, καὶ διὰ τῆς σωρείας τῶν νομοσχεδίων, δι’ ὧν ἀσυνειδήτως ὅλως δημιουργοῦνται θέσεις ἐπὶ θέσεων καὶ δαπάναι δεκάδων ὅλων ἑκατομμυρίων διὰ τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα, χωρὶς μέχρι τοῦδε νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια καὶ περὶ ἀναλόγου αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Κινδυνεύομεν, Κύριοι, οὕτω πως νὰ δημιουργήσωμεν χάος οἰκονομικὸν καὶ νὰ εὑρεθῶμεν πολεμικῶς ἀπαράσκευοι, καθ’ ὃν χρόνον ἴσως θὰ κριθῇ διὰ τῶν ὅπλων ἡ τύχη τοῦ ἔθνους ἡμῶν ὁλοκλήρου. Κύριε Πρωθυπουργέ, λέγω ταῦτα δι’ ὑμᾶς, τὸν ὁποῖον ἡ ἀφοσίωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Στέμματος περιέβαλε δι’ ἐμπιστοσύνης, ὁποίας οὐδεὶς ἄλλος πολιτικὸς ἀνὴρ ἔτυχεν ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Τὰ λέγω δὲ ἵνα σᾶς ἀναχαιτίσω, εἰ δυνατόν, ἐνόσῳ εἶναι ἔτι καιρός, ἐν τῇ κατωφερείᾳ εἰς ἣν ἔχετε εἰσέλθει ἀπό τινος καὶ ἥτις δύναται θᾶττον ἢ βράδιον νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος ἡμῶν εἰς τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων!
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§107Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, αἵτινες ἀναφέρονται καὶ εἰς τὰ λοιπὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἀφορῶντα τὰς διαφόρους περιπτώσεις τῆς λόγῳ ἀνεπαρκείας ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ταῦτα φέρονται εἰς ἐκτέλεσιν τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων λόγῳ ἀνεπαρκείας. Βεβαίως ἡ ἀνεπάρκεια, περὶ ἧς ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν ἱκανότητα τὴν ἐπιστημονικὴν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων καὶ περὶ αὐτῆς πρόκειται νὰ κρίνῃ τὸ δικαστήριον, τὸ κατὰ τὸν νόμον καλούμενον. Τὸ νομοσχέδιον δὲν σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ τί ἐστὶ ἀνεπάρκεια, ἀλλὰ τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς εἰσάγεται δικαστικός τις ὑπάλληλος ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ.
§108Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐγένετο τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ παλαιοῦ νομοσχεδίου;
§109Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔλαβεν ἄλλην θέσιν διὰ τὸ κανονικώτερον.
§110Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐγένετο ἑνδέκατον.
§111Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον προβλέπονται τρεῖς τοιαῦται περιπτώσεις εἰσαγωγῆς ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ. Εἶναι πρῶτον ἡ συνεπείᾳ ἐπιθεωρήσεως, δεύτερον ἡ συνεπείᾳ τοῦ τεκμηρίου τοῦ καθιερουμένου ἐκ τῆς μὴ προαγωγῆς, καὶ τρίτον ἡ ἐξ ἀποδείξεων, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ συναγάγῃ ἐξ ἐγγράφων τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν πρώτην, μετὰ τροποποίησιν τὴν ὁποίαν κατ’ εἰσήγησίν τινος τῶν ἀξιοτίμου συναδέλφων ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν θὰ ἐξετάζωνται καὶ μάρτυρες ἐνόρκως, μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία τί θὰ ἐξετάζωνται οὗτοι. Θὰ ἐξετάζωνται περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος τοῦ εἰσακτέου, ἢ περὶ ἄλλου τινὸς καὶ περὶ τίνος; Ἂν ἡ ἐξέτασις στρέφεται πρὸς ἄλλο τι ἐκτὸς τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος τοῦ ὑπὸ κρίσιν ὑπαλλήλου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνεπαρκείας τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τῆς σχετικῆς διατάξεως, τοῦ Συντάγματος ἥτις κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν ἀφορᾷ τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ μόνον ἱκανότητα τούτου. Ἂν δ’ αὕτη ἐξετάζηται, τότε δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πρὸς τί θὰ χρησιμεύσωσιν οἱ μάρτυρες καὶ μάλιστα ἐνόρκως ἐξεταζόμενοι. Καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ μίαν διασάφησιν.
§112Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι καὶ ἡ σωματικὴ ἀνεπάρκεια. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι κωφός.
§113Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω. Αὐτὸ εἶναι ἀδυναμία πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, περὶ ἧς προβλέπει ὁ ΥΜΓʹ νόμος.
§114Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αἱ πράξεις τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου δὲν εἶναι μόνον ἔγγραφοι.
§115Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω, διότι ὑπάρχουσι καὶ μὴ ἔγγραφοι πράξεις τοῦ δικαστοῦ, ὅτι περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος αὐτοῦ προκειμένου, δέον νὰ ἐξετάζωνται μάρτυρες καὶ μάλιστα ἐνόρκως.
§116Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἂν εἶναι ἀνάξιος νὰ διευθύνῃ μίαν συνεδρίασιν Πλημμελειοδικείου;
§117Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ μὴ προσήκουσα διεύθυνσις εἴτε Πλημμελειοδικείου εἴτε ὁπωσδήποτε τοῦ δικαστηρίου, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ πάντοτε ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιστημονικῆς ἀνεπαρκείας. Ἀλλ’ οὔτε καὶ θὰ ἐδικαιολογεῖ τοιαύτη ἢ ἄλλη ἀνάλογος περίστασις τὴν ἐξέτασιν μαρτύρων καὶ μάλιστα ἐνόρκως, ἀφοῦ πάντως καὶ κατ’ αὐτῆς θὰ ἐξετασθῶσι περὶ τῆς κρίσεώς των καὶ ὄχι περὶ γεγονότων. Διὰ τοῦ μέσου δὲ τῶν μαρτύρων κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις ἀνοίγεται στάδιον ἥκιστα ἐποικοδομητικὸν τοῦ ὀφειλομένου γόητρου πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν περίπτωσιν τῆς ἀνεπαρκείας, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει ἀναφέρει ὅτι τὸν ἤγαγεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο ἡ κατάργησις ἣν διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ἐπιφέρει τῶν ἤδη διὰ τὴν προαγωγὴν ὑπαρχόντων δύο πινάκων, τοῦ κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογήν, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων θεωρεῖ ὅτι ἐπήρχοντο δυσχέρειαι διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν ἱκανωτέρων. Ἤδη ἡ προαγωγὴ γίνεται ἐλευθέρα. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ δικαστὴς ἐκ τῆς σειρᾶς του παρελείφθη τρίς, γεννᾶται κατ’ αὐτοῦ τεκμήριον ἀνεπαρκείας. Ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ τοιούτου συνδυασμοῦ ἐπεδιώχθη ἡ προαγωγὴ τῶν ἱκανωτέρων, νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς δὲν ἐπιτυγχάνεται. Φοβοῦμαι δὲ μὴ γίνῃ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν, ἀντὶ νὰ παραλείπηται δηλαδὴ ὁ ἀνίκανος δικαστὴς καὶ νὰ εἰσάγηται ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ, θὰ προάγηται διὰ νὰ μὴ εἰσαχθῇ. Πρέπει δὲ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὐ μόνον ἡ φυσικὴ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία, ἡ ἐνισχυομένη καὶ ἐκ τοῦ συνδέσμου τῆς συναδελφότητος μεταξὺ κρινόντων καὶ κρινομένων, θὰ συντελέσῃ εἰς τοῦτο, καθ’ ὅσον δύσκολον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι διὰ χρηστὸν ἀλλ’ ἀνεπαρκῆ δικαστὴν οἱ ἀνώτεροι κατὰ βαθμὸν συνάδελφοί του θὰ ἀνεχθῶσι νὰ γείνωσιν αἰτία νὰ τὸν στερήσωσι καὶ αὐτῶν τῶν μέσων πρὸς συντήρησίν του κηρύσσοντες αὐτὸν ἀνίκανον διὰ τὴν ἣν κατέχει θέσιν, ἀλλὰ καὶ τὸ συναίσθημα ἴσως γεννηθῇ ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι ἀμέτοχος ὅλως ὡς πρὸς τὴν ἐπαπειλουμένην δι’ αὐτὸν ἀδικίαν, δεχθεῖσα συνεπείᾳ μὴ ἐπαρκοῦς ἐλέγχου εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις πρόσωπον κατὰ τοσοῦτον ὑστεροῦν τῶν συναδέλφων του. Ὅπως μὴ ἐκ τῆς οὕτω πως καταδεικνυομένης ἀνεπαρκείας ἐπέλθῃ τὸ ἀνωτέρω ἄτοπον, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον τῆς ἐπ’ ἀναλόγῳ συντάξεως παροχῆς τῆς εὐχερείας εἰς τὸν δικαστὴν πρὸς ἑκουσίαν ἀποχώρησιν μετὰ παραλείψεως αὐτοῦ κατὰ τὴν προαγωγήν, ἀλλὰ διὰ προσήκοντος συνδυασμοῦ ὥστε οὔτε αὐτὸς ν’ ἀποχωρῇ, ἂν δὲν συντρέχῃ περίπτωσις ἀνεπαρκείας, ἀλλὰ καὶ νὰ τοῦ εἶναι ἐλευθέρα ἡ προσφυγὴ ὅταν συντρέχῃ τοιαύτη, ὁπότε καὶ οἱ συνάδελφοί του οὐδένα λόγον θὰ εἶχον πλέον νὰ φεισθῶσιν αὐτοῦ, δυνάμενοι κάλλιστα νὰ τῷ εἴπωσιν, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία σοὶ παρέχει τὰ μέσα ἀπομακρύνσεως οἰκειοθελῶς ἄπελθε, ἄλλως θὰ ὑποστῇς τὰς συνεπείας τῆς ἀνεπαρκείας σου.
§118Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ ὑπάρχει διὰ τοὺς συμπληρώσαντας δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν.
§119Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὡς ὑπάρχει δὲν εἶναι ὑπηρεσία. Πρέπει νὰ συνδυασθῇ μετὰ τῆς μὴ προαγωγῆς καὶ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ προλαμβάνηται διὰ ταύτης ἡ ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ ἀποχώρησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τρίτην περίπτωσιν εἰσαγωγῆς ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ, κατ’ αὐτὴν ἀφίνεται καθολοκληρίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων ἂν δύναται νὰ εἰσαχθῇ ἢ ὄχι ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ. Ἀλλ’ ὡς πρὸς ταύτην ἤθελον ἐρωτήσῃ· Θὰ δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι καὶ οἱ τεταγμένοι διὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν τῶν ἐπιθεωρήσεων καὶ θὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ἐναντίαν τυχὸν τούτων, νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ;
§120Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅταν ἔχῃ αὐτὴν τὴν γνώμην.
§121Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλὰ θεωρεῖτε ὅτι εἶναι ἁρμοδιώτερος ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς διὰ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων;
§122Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις τῆς ὁποίας ἔκαμον χρῆσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος νόμου.
§123Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τοῦτο ὅμως δὲν συνάδει πολὺ πρὸς τὸ ὅπερ ἔχει καθιερωθῇ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα καὶ ἡ ἐνδεχομένη σύγκρουσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τὰς ἐκ τούτου τεταγμένας ἀρχάς, ἀπὸ οὐδεμιᾶς ἀπόψεως δύναται νὰ θεωρηθῇ συντελεστικὴ διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς Δικαιοσύνης ἐν γένει.
§124Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου παρετήρησα. Διὰ τὴν ἐπάρκειαν τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου διὰ τῶν ἄρθρων 3,4 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου καθορίζονται εἰδικαὶ ἐπιθεωρήσεις ἢ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων καταγγελιῶν καθ’ ὡρισμένων προσώπων ἀπευθυνομένων ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Συμβούλιον ἢ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ διατασσόμεναι. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα πῶς θὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, ἀφοῦ οὗτος, διὰ νὰ μὴ εἶναι ἐπαρκής, πρέπει κατὰ τεκμήριον νὰ μὴ ἔχῃ ἐπαρκῆ ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν. Πρωτίστως αὕτη θὰ κριθῇ ἐκ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, δηλ. αὕτη θὰ κριθῇ μᾶλλον ἐκ τῶν ἐγγράφων. Ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται καὶ τὸ μαρτυρικὸν μέσον ἀποδείξεως. Δυνατὸν δικαστής τις νὰ ἔχῃ ἀρτίαν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, νὰ εἶναι ἱκανώτατος περὶ τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεων, ἀλλ’ ὡς προεδρεύων Πλημμελειοδικείου νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκὴς λόγῳ τῆς κακῆς καὶ ἀναρμόστου συμπεριφορᾶς του πρὸς τοὺς μάρτυρας καὶ πρὸς τοὺς δικηγόρους ἀκόμη. Ὅταν εἶναι τοιαύτη ἡ συμπεριφορά του, τὸν καθιστᾷ ἀνίκανον διὰ τὸ δικαστικὸν ἀξίωμα οἱανδήποτε μόρφωσιν ἐπιστημονικὴν καὶ ἂν ἔχῃ καὶ ἑπομένως δύναται ἐκ μαρτυρικῶν καταθέσεων ἐνόρκως λαμβανομένων νὰ κριθῇ ἡ ἐπάρκεια αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸ ποινικὸν μέρος. Δυνατὸν νὰ εἶναι εἷς δικαστὴς τελείως μεμορφωμένος, ἀλλ’ ὅταν ὡς ἀνακριτὴς συμπεριφέρηται βαναύσως καὶ ἀγροίκως πρὸς τοὺς μάρτυρας, ὑποβάλλῃ παραπειστικὰς ἐρωτήσεις, ζητῇ παρ’ αὐτῶν νὰ καταθέτωσιν ἀλλοῖα καὶ ἀλλοιοῖ τὰς καταθέσεις αὐτῶν, ὁ δικαστὴς αὐτός, οἱασδήποτε ἐπιστημονικῆς μορφώσεως καὶ ἂν εἶναι, εἶναι ἀνίκανος νὰ εἶναι δικαστής. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ διὰ μαρτύρων ἐξέτασις, διότι μὴ λησμονεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πολλάκις ἡμεῖς οἱ δικηγοροῦντες καὶ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φρίξωμεν πρὸ συμπεριφορᾶς ἀγροίκου δικαστοῦ τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν ὄχι πρὸς μάρτυρας, ὄχι πρὸς τὸ ἀκροατήριον, ἀλλὰ πρὸς αὐτοὺς τοὺς δικηγόρους, ἐπὶ παραδείγματι, ἐνῷ δικάζεται πολίτης τις κατηγορούμενος ἐπὶ ἐξυβρίσει τὴν ὁποίαν ἔκαμε, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ὁ μάρτυς ἐξυβρίζεται βαναυσώτατα ἀπὸ τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου, διότι ἐφαντάσθη ὅτι ὁ μάρτυς δὲν ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν. Παρέστημεν πολλάκις πρὸ τοιούτου θεάματος καὶ ἄλλων παραπλησίων. Ὁσονδήποτε λοιπὸν μεμορφωμένος καὶ ἂν εἶναι ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ἔχω τὴν γνώμην ἐγώ, ὡς δικηγορήσας ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις, ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς εἶναι ἀνεπαρκέστατος καὶ παρακωλύει καὶ τὴν ὑπηρεσίαν. Παρέστημεν πολλάκις πρὸ ἀνακριτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐρράπισαν κατηγορουμένους καὶ μάρτυρας, ἵνα ἀναιρέσωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατέθετον, ἅτε μὴ συμφωνοῦντα πρὸς τὴν γνώμην των. Ὁ νόμος περὶ φανερᾶς ἀνακρίσεως ἔθεσεν ἓν τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν· ἐν τῇ ἀνακρίσει παρίσταται ὁ δικηγόρος ἄφωνος μὴ δυνάμενος οὔτε νὰ προσβλέπῃ τὸν κατηγορούμενον, καὶ ἐξασφαλίζεται οὕτως ἡ θέσις τοῦ κατηγορουμένου κατά τι. Θὰ ηὐχόμην δὲ ὅπως ὁ θεσμὸς τῆς φανερᾶς ἀνακρίσεως ἐπεκταθῇ εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ δικηγόρος νὰ παρίσταται καὶ κατὰ τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, ἔστω καὶ ἄνευ τοῦ δικαιώματος ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς αὐτοὺς ἐρωτήσεις. Πρέπει οἱ δικασταὶ νὰ ἔχωσι πλήρη τὴν ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἐγὼ ἔχω ἁπτὰ παραδείγματα πολλῶν παρεκτροπῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὰ ὁποῖα δὲν θ’ ἀναφέρω τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐμποδισθῶσιν οἱ τοιούτου χαρακτῆρος δικαστικοὶ ὑπάλληλοι νὰ συμπεριφέρωνται ὡς συμπεριφέρονται, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιβληθῇ αὐτοῖς νὰ συμπεριφέρωνται ὡς ἐμπρέπει καὶ εἰς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἀλλὰ καὶ εἰς ἀνθρώπους κοινωνικούς, διότι ὁ καλὸς δικαστὴς δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συντάσσει καὶ ἐκδίδει καλὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις μόνον καὶ ἀναφέρει ἐν αὐταῖς περικοπὰς τῶν Πανδεκτῶν καὶ τῶν Βασιλικῶν, ἀλλὰ δικαστὴς καλὸς καὶ ἄριστος εἶναι καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος παρίσταται ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ὡς πρέπει, διότι ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ παρίσταται ὁλόκληρος ἡ κοινωνία καὶ κρίνει ἂν πράγματι ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του καὶ ἂν ὄντως ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος παρὰ τοῦ ὁποίου ἡ Πολιτεία ἀναμένει ἰσοπολιτείαν καὶ δικαιοσύνην εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος τῆς ὑψηλῆς θέσεώς του. Διὰ τοῦτο φρονῶ καὶ ὑποστηρίζω ἐν πεποιθήσει ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει, μάλιστα δέ, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ τεθῶσι περισσότεροι φραγμοὶ εἰς τὰς ἀτασθαλίας τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἔπραττον οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι.
§125Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο παρατηρήσεις ἔχω νὰ διατυπώσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν τελευταίως ἀγορεύσαντα, ὡς πρὸς τὸ λυσιτελὲς τῆς ἐξετάσεως τῶν μαρτύρων ἢ ὄχι. Ἐρωτῶ πάντας τοὺς δικηγοροῦντας ἐν ἐπαρχίαις, ὄχι τοὺς ἐν Ἀθήναις, διότι ἴσως οἱ ἐν Ἀθήναις δικηγοροῦντες δικηγοροῦσιν ἀπὸ περιωπῆς καὶ δὲν γνωρίζουσι καλῶς τὴν συμπεριφορὰν τῶν δικαστῶν, ἂν εὑρέθησαν μάρτυρες οἱ ὁποῖοι νὰ καταθέσωσι κατὰ δικαστοῦ τινος καὶ εἰς ποῖον κίνδυνον ὑποβάλλονται οἱ μάρτυρες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τολμήσωσι νὰ καταθέσωσι κατὰ δικαστοῦ. Διότι ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ ἐν δικαστηρίῳ μικρᾶς πόλεως βεβαίως θὰ ἔχῃ μάρτυρας καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ. Οἱ μάρτυρες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τολμήσωσι νὰ εἴπωσι κατὰ δικαστοῦ θὰ καταδικασθῶσιν ἐπὶ ψευδορκίᾳ, καὶ ὅταν δικαστὴς καταγγέλλῃ πολίτην τινὰ ἐπὶ οἱᾳδήποτε αἰτιάσει, βεβαίως εἶναι δύσκολον ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν συναδέλφων του. Ὑπερησπίσθην μέλη ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμά σου αὐτό· εἶναι δικαίωμα ἡμῶν νὰ διευθύνωμεν τὰ τῆς ἐκλογῆς. Σεῖς ἓν δικαίωμα ἔχετε, νὰ βεβαιώνητε τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις αὐτὴ τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου ἰσοβίου δικαστοῦ, ὄχι δικηγόρου, διότι ἰσόβιοι δικασταὶ εἶναι τὰ ἱερὰ πρόσωπα ἐν τῇ δικαιοσύνῃ τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ψεύδονται, ἐπειδὴ, λέγω, ἡ ἔκθεσις ἔλεγεν ὅτι διὰ κινημάτων καὶ ἀπειλῶν καὶ μορφασμῶν ἠσέβησαν πρὸς τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον, ἐτιμωρήθησαν δι’ ἑνὸς μηνὸς φυλακίσεως οἱ οἰκοκυραῖοι ἐκεῖνοι, ἐτιμωρήθησαν, ἐπαναλαμβάνω, τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐτόλμησαν νὰ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐχορήγει εἰς αὐτοὺς ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Νομίζετε λοιπὸν ὅτι διὰ τῶν μαρτύρων θὰ διδάξητε συμπεριφορὰν καὶ εὐγένειαν εἰς τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι πρέπει ἀπὸ τὸ σπίτι των νὰ ἔχωσι τὴν συμπεριφορὰν καὶ τὴν εὐγένειαν ὅπως φέρωνται καλῶς κατὰ τὴν συνεδρίασιν; Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βελέντζας περὶ συμπεριφορᾶς τῶν προεδρευόντων ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις δικαστῶν εἶναι ἀκριβέστατα. Ἀλλ’ ἂς τολμήσῃ νὰ βεβαιώσῃ ταῦτα αὐτὸς ὁ κ. Βελέντζας, ἐνόρκως, ἐνώπιον τοῦ ἀνωτέρου δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ ἐκεῖ πρὸς ἐπιθεώρησιν καὶ ἀνάκρισιν. Πάντα ταῦτα θ’ ἀπορριφθῶσι.
§126Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐγώ, ὅτε ὑπεστήριζον τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς Φθιώτιδος ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶχον τὸ θάρρος νὰ καταγγείλω τὰς παρεκτροπὰς δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ δικαστήρια νὰ ἐνασκήσω τὸ ἐπάγγελμά μου μὲ τοὺς ἰδίους δικαστάς.
§127Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐμὲ συνέβη τὸ ἀντίθετον. Εἴπατέ μοι παράδειγμα νὰ καταδικασθῇ δικαστὴς ἔχων βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ εἰρηνοδίκου. Οἱ νόμοι ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ λειτουργοῦσιν ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ κάτω. Οἱ ἰσόβιοι δικασταὶ εἶναι πρόσωπα ἀπαραβίαστα. Ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τοῦτο, ν’ ἀνοίξητε φυλακάς, διότι ὅσοι θὰ τολμήσωσιν ἐνόρκως νὰ βεβαιώσωσι κατὰ δικαστοῦ τινος, αὐτοὶ θὰ καταδιωχθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ ψευδόμενοι. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις, ἡ ὁποία εἶναι συναφεστάτη μὲ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Τσαλδάρη, ὁ ὁποῖος ἔχει μελετήσει τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐγὼ δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην παρατήρησιν ἔχω, τὴν ἑξῆς· ἐν ἄρθρῳ 3 τοῦ παλαιοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἄρθρον 2 διὰ τοῦ νέου λέγεται τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀνεπαρκείας τῶν μελῶν, κλπ. τρία μέλη μόνιμα τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ἢ οἱ νόμιμοι ἀναπληρωταὶ αὐτῶν συνερχόμενοι ἀναθέτουσι κλπ.» Τὰ τρία πρόσωπα μέλη τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου τίς θὰ τὰ ἐκλέξῃ;
§128Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐκ τοῦ νόμου ἐκλέγονται.
§129Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ τὸ λέγει;
§130Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ ἄρθρον 23 τοῦ ΓΥΓʹ νόμου.
§131Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναφέρονται τόσοι νόμοι, ὥστε ἔδει νὰ προστρέξω εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, ἵνα τὸ γνωρίζω, διότι οὐδεὶς, νομίζω, ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν θὰ ἔχῃ ἐν τῇ κεφαλῇ του ὅλην τὴν νομοθεσίαν τὴν ὁποίαν ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον.
§132Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ λέγει τὸ ἄλλο ἄρθρον.
§133Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· τὸ λέγετε εἰς τὸ ἄλλο ἄρθρον. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ παραιτηθῆτε τοῦ μαρτυρικοῦ μέσου.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δ. Γαλαβᾶ.
§135Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς ἣν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον προέτεινεν εἰσαγωγὴν γενικωτέρας ἐπιθεωρήσεως, φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπεδέχθη ταύτην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ παρεκάλουν, προκειμένου περὶ τῶν κατωτέρων δικαστικῶν προσώπων, ὅπως δεχθῇ τὴν πρότασίν μου συνισταμένην εἰς τοῦτο· οἱ εἰσαγγελεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐτησίως μεταβαίνουσιν εἰς ἐπιθεωρήσεις περὶ τῶν προσώπων τούτων, ν’ ἀποφαίνωνται καὶ περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν εἰρηνοδικῶν, γραμματέων καὶ συμβολαιογράφων, διότι τοὐλάχιστον θὰ ὑπάρχῃ οὕτω μία ἐπιθεώρησις.
§136Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οἱ εἰσαγγελεῖς ἔχουσι καθῆκον νὰ ὑποβάλλωσιν ἐκθέσεις, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ τοῖς δώσωμεν νόμιμον δικαίωμα. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4, 5).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§138Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον ἀποφανθῇ ἀρνητικῶς, τί γενήσεται; Θὰ προαχθῇ;
§139Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι.
§140Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε τὸ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὑποδεικνυόμενον ἄτοπον δὲν διορθοῦται. Καὶ ἀκόμη δὲν νομίζετε, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ πρέπει νὰ τεθῇ μετὰ τὸ «εἰσάγονται» ἡ λέξις «ὑποχρεωτικῶς», διότι αὐτὸ τὸ «εἰσάγονται» ἀορίστως εἶναι κάπως ἐλαστικόν, καθόσον δὲν γνωρίζομεν τί δύναται νὰ γίνῃ ἐν μέλλοντι, ἂν λείπῃ τὸ «ὑποχρεωτικῶς»; Εἰς ἄλλους νόμους περιέχονται αἱ λέξεις «ὀφείλει ὁ Ὑπουργός»· δὲν ἀφίεται τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπόλυτον.
§141Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ «εἰσάγεται» εἶναι ὑποχρεωτικόν.
§142Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἀρκεῖ· εἶναι ἐπίσημος δήλωσις. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6–9).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§144Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον ἀποκλείει σήμερον ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς τοὺς δύο καθηγητὰς τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, οἵτινες εἶναι οἱ πρὸ παντὸς χρήσιμοι, καθόσον οὗτοι δὲν ἀσκοῦσι δικηγορίαν καὶ πρέπει πάντως γενικῶς νὰ περιληφθῶσιν οἱ καθηγηταὶ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου.
§145Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Προκειμένου περὶ πρακτικῶν ἐξετάσεων οἱ καθηγηταὶ οἱ περιοριζόμενοι εἰς τὴν ἀπὸ καθέδρας μόνον διδασκαλίαν δὲν εἶναι τοσούτῳ κατάλληλοι ὅσῳ οἱ ἀσκοῦντες καὶ πρακτικῶς τὴν δικηγορίαν, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι συνάμα καὶ τὸ δικηγορικὸν Σῶμα ἐν ταῖς ἐξετάσεσι. Πρὸς διόρθωσιν τυπογραφικοῦ παροράματος ἀντὶ «δικηγόρων» νὰ τεθῇ «δικηγορίαν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 καὶ 11).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§147Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Τὴν ἑξῆς παρατήρησιν μόνον ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12. Νομίζω ὅτι εἰσαγγελεῖς τινες, ἐκ τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας ὁρμώμενοι, εἰσῆλθον εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπηρετοῦσιν ἤδη. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν πρόκειται περὶ τῶν εἰσαγγελέων ἐκείνων, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν κλάδον πρὸ τοῦ νόμου ΓϠΜΑʹ τοῦ 1911, οὐδεμία προσδοκία αὐτῶν περὶ ἐπανόδου των εἰς τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν διαψεύδεται ὑπὸ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου καὶ ἑπομένως τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄδικον. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν τοιαύτης προελεύσεως εἰσαγγελέων, οἵτινες εἰσῆλθον εἰς τὸν κλάδον μετὰ τὸν νόμον ͵ΓϠΜΑʹ τοῦ 1911, τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως, διότι ὁ νόμος οὗτος ἐπηγγέλθη εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθωσιν, ἐὰν θέλωσιν, εἰς τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν μὲ τὴν ἀρχαιότητά των καὶ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, καταργοῦν τὸν νόμον ͵ΓϠΜΑʹ τοῦ 1911, διαψεύδει μίαν ἐπαγγελθεῖσαν εἰς αὐτοὺς προσδοκίαν, ἧς ἕνεκεν ἐξῆλθον ἀκινδύνως τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας. Ὡς πρὸς τούτους λοιπὸν δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ ἐξαιρετικὴ πρόνοια καὶ νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ ἐπανέλθωσιν, ἂν θέλωσιν, εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀρχαιότητά των καὶ μὲ τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς.
§148Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ καταργεῖται τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρηθῇ ἐξαιρετικῶς κατὰ τὴν πρώτην πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου εἰς τοὺς πρωτοδίκας νὰ διορίζωνται εἰσαγγελεῖς. Λέγετε ἐν τῇ ἐκθέσει τῇ αἰτιολογικῇ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὸ μέτρον ὡς ἐξαιρετικὸν καὶ ἀντικείμενον εἰς τὴν βάσιν τοῦ εἰρημένου νόμου δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ πλέον. Ἀλλά, ἐνῷ τοῦτο γίνεται διὰ τοὺς πρωτοδίκας, δὲν γίνεται ὅμως καὶ διὰ τοὺς ἐφέτας; Ἐνῷ δηλ. ἐντὸς πενταετίας, ληγούσης τῇ 1 Ἰανουαρίου 1915 ἠδύναντο καὶ οἱ πρωτοδίκαι νὰ διορισθῶσιν εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν καὶ οἱ ἐφέται εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, τὸ δικαίωμα τοῦτο καταργεῖτε μόνον διὰ τοὺς πρωτοδίκας, οὐχὶ ὅμως καὶ διὰ τοὺς ἐφέτας, καίτοι ὁ αὐτὸς δικαιολογητικὸς λόγος πρὸς κατάργησιν τοῦ μέτρου ὑπάρχει, κατὰ τὴν ἔκθεσίν σας, καὶ διὰ τοὺς μὲν καὶ διὰ τοὺς δέ. Δίκαιον ἄρα ἢ νὰ διατηρηθῇ τὸ δικαίωμα καὶ διὰ τοὺς πρωτοδίκας ἢ νὰ καταργηθῇ καὶ διὰ τοὺς ἐφέτας. Ἄλλως θὰ ὑπάρχῃ ἀντίφασις καὶ ἀνισότης, ἐξ ἧς εὐλόγως παραπονοῦνται οἱ πρωτοδίκαι. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δέον νὰ μείνῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ͵ΓΥΛΖʹ νόμου ὡς ἔχει, ἤτοι ἰσχύουσα μέχρι τέλους τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ἵνα ἔχωσι τὸ δικαίωμα ὅσοι ἐκ τῶν πρωτοδικῶν θέλουσι νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ὅπερ ὁπωσδήποτε εἶχον κεκτημένον, ἄλλως νὰ μὴ γίνῃ διάκρισις διὰ τοὺς ἐφέτας ἐξαιρετικῶς.
§149Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ διάταξις ἡ καταργουμένη εἶναι ἀπολύτως ἄνισος, διότι ἐπιτρέπει τὴν προαγωγὴν εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως Πρωτοδικῶν ὁσηνδήποτε ὑπηρεσίαν ἐχόντων. Ἡ περὶ ἐφετῶν διάταξις εἶναι ὅλως ἄλλη, ἡ ἑξῆς τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ͵ΓΥΛΖʹ νόμου: «Κατὰ τὴν πρώτην πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου δύναται νὰ διορισθῇ εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἢ ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐφέτης ἐπὶ ὀκταετίαν ὑπηρετήσας ὡς τοιοῦτος». Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τοὺς ἐφέτας βεβαίως δὲν εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Ἀντιθέτως διὰ τοὺς πρωτοδίκας δὲν ὑπῆρχε κανὲν ὅριον ὑπηρεσίας, καὶ ἦτο ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ. Ἀναμφιβόλως ὁ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμος εἶναι ἐπιδεκτικὸς καὶ ἄλλων βελτιώσεων καὶ θὰ ὤφειλον χάριν εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ἂν ὑπέβαλλε σχετικὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπόσχομαι νὰ μελετήσω. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως διὰ τοὺς ἐφέτας δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη καταργήσεως αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τοῖς παρέχει ἡ προμνησθεῖσα διάταξις, διότι ἐλάχιστοι θὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτοῦ ἢ οὐδείς, ἐνῷ διὰ τοὺς πρωτοδίκας δὲν συμβαίνει τὸ αὐτό. Ἐξ ἑτέρου εἰς τοὺς πρωτοδίκας σήμερον ἀνοίγεται εὐρύτερον τὸ στάδιον τῆς προαγωγῆς των ἐν ταῖς νέαις χώραις καὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι κανὲν παράπονον ἂν τοῖς κλείηται ἡ θύρα τῆς εἰσαγγελικῆς προαγωγῆς, ἥτις δίκαιον εἶναι νὰ μείνῃ κυρίως διὰ τοὺς δικηγόρους.
§150Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω τὸ λεγόμενον, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι πρόκειται περὶ ὡρισμένου ἐφέτου, καὶ δι’ αὐτὸ διατηρεῖται ἡ διάταξις αὕτη.
§151Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οὐδὲν τοιοῦτον ὑπάρχει. Ὑποθέτω ὅτι ἐννοεῖτε διάταξιν ἑτέρου νομοσχεδίου, ἣν θὰ ἐξετάσωμεν ἐν καιρῷ, οὐδεμίαν ὅμως σχέσιν ἔχει μὲ τὸ προκείμενον.
§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ κάμω μίαν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον, ὁμοφώνως ἔκρινεν ὅτι τὰ τελευταῖα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου τούτου, τὰ ὁποῖα προνοοῦσι περὶ τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ἀπηλείφοντο. Ἐπεθύμουν νὰ ἔλθω ἐπίκουρος εἰς τὴν γνώμην ταύτην τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ συστήσω δὲ καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὡς ἔχει, καὶ νὰ στέρξῃ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῶν δύο ἐδαφίων. Διότι φρονῶ πεποιθότως, χωρὶς νὰ θελήσω τὸ παράπαν ν’ ἀδικήσω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν προτεινομένην μεταρρύθμισιν, ὅτι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, ἀνεξαρτήτως πάσης ἀγαθῆς προθέσεως ὄχι μόνον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν νομοθετεῖ δι’ ἑαυτήν, ἀλλ’ οἱασδήποτε εἰς τὸ ἐφεξῆς, αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, λέγω, ἡ μεταρρύθμισις αὕτη θὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα διὰ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ καὶ ὀλεθριώτερα, δύναμαι νὰ εἴπω, διὰ τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας.
§153Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ διὰ τὸν Ὑπουργόν.
§154Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Διότι διὰ τῶν μεταρρυθμίσεων αὐτῶν ἁπλούστατα τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους ἀνήκει εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου ἀφαιρεῖται, καὶ σχεδὸν ὁλοκλήρως μετατίθεται εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ. Ποῖον εἶναι τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον καθεστώς; Ὁ νόμος ὁ πάγιος ὁρίζει ὅτι δικαστικὸς ὑπάλληλος συμπληρώσας ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας ἐν ὡρισμένῃ θέσει μετατίθεται, ἐὰν περὶ τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ ἀποφασίσῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης κατὰ Ἰούλιον ἑκάστου ἔτους ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον κατάλογον περιέχοντα τὰ ὀνόματα ἐκείνων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένον χρόνον ὑπηρεσίας εἰς ὡρισμένον μέρος, συνυποβάλλων μετὰ τοῦ καταλόγου τούτου ὅλας τὰς τυχὸν ὑπαρχούσας αἰτήσεις δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν χρόνον ὑπηρεσίας μὲ ὅλας τὰς ἐκθέσεις καὶ δικαιολογητικοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἀξιοῦσιν οἱ ὑπάλληλοι ὅτι πρέπει νὰ μετατεθῶσιν. Ἐπίσης ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει καὶ ὅλας τὰς ὑπηρεσιακὰς πληροφορίας, ἃς νομίζει χρησίμους εἰς διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν στοιχείων ἀποφαίνεται τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἂν πρέπει νὰ μετατεθῶσι τίνες, καὶ ποῦ. Ποῖον εἶναι τὸ προτεινόμενον σύστημα; Εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον δὲν ὑποβάλλονται ὅσα εἶπον πρὸς ὑμᾶς. Δὲν ὑποβάλλεται κατάλογος τῶν ἐχόντων συμπεπληρωμένον τὸν νόμιμον χρόνον ὑπηρεσίας, δὲν ὑποβάλλονται αἰτήσεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων μετὰ τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων τῶν ὑπαλλήλων τούτων τῶν ἀξιοῦντων ὅτι συντρέχουσι λόγοι ὅπως μετατεθῶσιν, ἀλλ’ ὑποβάλλονται ἐκεῖνα μόνον τὰ ὀνόματα τὰ ὁποῖα θέλει ὁ Ὑπουργός. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριοι; Ἁπλούστατον· ἡ μετάθεσις ἢ μὴ μετάθεσις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἤρτηται πλέον ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ. Ἡ μὲν μὴ μετάθεσις ἀπολύτως, ἡ δὲ μετάθεσις μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι αὕτη εἶναι ἀδύνατος, ἐὰν δὲν θέλῃ ὁ Ὑπουργός. Τοιουτοτρόπως ἡ μὴ μετάθεσις κεῖται ἀπολύτως εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς δὲν θέλει, ἄρα ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς δὲν προτείνει, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μεταθέσῃ δικαστικὸν ὑπάλληλον. Ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος ὁ ἐξασφαλίσας κατὰ τὸν αʹ ἢ βʹ τρόπον, ὑπὸ τὸ ὑφιστάμενον καθεστώς, ὡρισμένην θέσιν ἐν Πάτραις ἢ ἐν Καλάμαις ἢ ἐν Πύργῳ ἢ ἐν Κερκύρᾳ ἢ ἐν Σύρῳ ἢ ἐν Βόλῳ ἢ ἀλλαχοῦ, ὅπου συνηθέστατα ἐπιζητοῦνται αἱ θέσεις ὑπὸ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, δύναται νὰ παραμένῃ αἰωνίως, ἀρκεῖ νὰ θέλῃ ὁ Ὑπουργός. Ἀδιάφορον ἂν ὑπάρχει λόγος, εἴτε νόμιμος εἴτε ὑπηρεσιακός, πρὸς μετάθεσιν· ἀδιάφορον ἂν συντρέχουσι περιστάσεις ἰσότητος πρὸς τοὺς ἄλλους δικαστὰς ἐνδεικνύουσαι ἐναλλαγὴν θέσεως μετὰ πάροδον χρόνου τινός. Οὐδὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ, ἵνα μετακινήσῃ αὐτοὺς ἐκεῖθεν· μόνον ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ ἀρκεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν παραμονήν των ἐν τῇ θέσει ταύτῃ. Καὶ ἀντιθέτως δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ὑπηρετοῦντες εἰς μέρη ἀπόκεντρα, ὅπου θεωρεῖται συνηθέστατα καταδίκη ἡ ὑπηρεσία, ἔχοντες δὲ λόγους μετὰ συμπλήρωσιν ὡρισμένου χρόνου ὑπηρεσίας νὰ ζητήσωσι καὶ ἐπιτύχωσιν ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὴν μετάθεσιν, θὰ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀκουσθῶσιν· ἀδύνατον νὰ ὑποβάλωσι τοὺς λόγους δι’ οὓς φρονοῦσιν ὅτι δικαιοῦνται εἰς μετάθεσιν. Ἐὰν θέλῃ ὁ Ὑπουργός, δύναται διαρκῶς νὰ καταδικάσῃ αὐτοὺς ἐκεῖ. Οὕτως ἡ μὴ μετάθεσις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐξαρτᾶται πλέον ἐκ τῆς ἀποκλειστικῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ μετάθεσις εἶναι πρωτίστως αὐτοῦ ἔργον. Διότι καὶ ὁ θέλων νὰ μετατεθῇ καὶ ὁ ἔχων λόγους νὰ πείσῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ μετατεθῇ, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ κατορθώσῃ, ἐὰν δὲν θέλῃ ὁ Ὑπουργός, διότι εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις νὰ προταθῇ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ προβαίνω περαιτέρω, Κύριοι. Κατὰ τὸν ὑφεστῶτα νόμον ἡ τοποθέτησις δικαστικοῦ ὑπαλλήλου γίνεται παρὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀφαιρεῖται διὰ τῶν τροποποιήσεων τῶν ὑποβαλλομένων· διότι ποία εἶναι ἡ ἐπὶ τούτου ὑποβαλλομένη τροποποίησις; Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον μετατίθησιν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ὁρίζει ποῦ μετατίθεται ὁ ὑπάλληλος· διότι δὲν δύναται τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ν’ ἀποφανθῇ περὶ μεταθέσεως ὡρισμένου ὑπαλλήλου εἰς ὡρισμένην θέσιν, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ὁρίσῃ τὴν θέσιν ὡς πληρωτέαν. Καὶ μετὰ τοιαύτας μεταρρυθμίσεις ἐρωτῶ· ποία εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου; Ποῖος ὁ προορισμός του; Τί ἀπομένει εἰς αὐτό; Καὶ ποίαν ἀποστολήν, θὰ ἠδυνάμην νὰ ὠθήσω τὰς σκέψεις μου καὶ νὰ εἴπω, θά ἔχῃ πλέον ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἀνέθηκεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου τὴν μετάθεσιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν τοποθέτησιν ἀκόμη τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Καὶ ἐρωτῶ προσθέτως· εἶναι ἆρά γε ἐφαρμογὴ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤδη προτείνεται νὰ γίνῃ, ἢ μήπως εἶναι πλήρης ἡ κατάργησις αὐτῆς, ἤ, ἂς εἴπω, μία σαφεστάτη καταστρατήγησις τοῦ ὅλου πνεύματος τοῦ Συντάγματος; Διότι τὸ νὰ λέγῃ τις ἀναγνωρίζω εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως, ἀλλ’ ἐγὼ κρατῶ τὸ δικαίωμα τῆς μὴ μεταθέσεως, εἶναι, νομίζω, ὄχι σπουδαῖον. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι μετατίθενται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἔρχεται ὁ νόμος καὶ λέγει· «Δὲν σοὶ θίγω τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐγὼ θέλω νὰ κρατῶ τὸ δικαίωμα τῆς μὴ μεταθέσεως. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ λειτουργήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου πρὸς μετάθεσιν, ὅταν προέχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς καθήλωσιν, πρὸς μὴ μετάθεσιν; Καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ λέξις μετάθεσις εἶναι λέξις μέση, ἔχουσα τὴν ἔννοιαν ὅτι εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀνετέθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ν’ ἀπορκίνηται ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ μετατίθενται οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι; Καὶ ἐρωτῶ ἐξ ἄλλου· εἶναι ἐφαρμογὴ τῆς ἄλλης διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον τὴν τοποθέτησιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐξήρτησεν ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅτε ἔρχεται ὁ νόμος καὶ λέγει· μάλιστα δὲν σᾶς παραβιάζω τὸ δικαίωμα τῆς τοποθετήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω ποῦ θὰ τοποθετήσητε αὐτούς. Ἀφ’ ἑνὸς δὲν δύνασθε νὰ μεταθέσητε, ἐὰν δὲν σᾶς ἐρωτήσω ἀφ’ ἑτέρου ἂν σᾶς ἐρωτήσω καὶ συγκατατεθῆτε, ἔχετε δικαίωμα νὰ τοποθετήσετε ἐκεῖ ὅπου ἐγὼ θὰ σᾶς ὁρίσω. Ἀλλὰ διὰ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ὑποβάλλω, δὲν προτίθεμαι Κύριοι, ν’ ἀνακινήσω τυπικῶς ζήτημα συνταγματικόν· ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετάσω μᾶλλον ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος τὸ ζήτημα. Νὰ ἐξετάσω ἂν εἶναι σκόπιμος ἡ προτεινομένη μεταρρύθμισις, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἀντίκειται αὕτη εἰς τὸν νοῦν, εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος· καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν εἶναί ποτε ἐπιτετραμμένον συνταγματικαὶ διατάξεις νὰ ἑρμηνευθῶσι μὲ τὴν στενότητα ἑρμηνείας δικονομικῶν διατυπώσεων, κανονιστικῶν προθεσμιῶν καὶ ἀποστάσεων ἢ ἂν τὸ πολίτευμα ἑρμηνεύεται ὑπὸ κάποιαν εὐρυτέραν ἀντίληψιν, ἂν πρέπει τις διὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ πολίτευμα νὰ ἀναζητήσῃ εἰς τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας ἡ κυριαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους ἔκρινεν ἀξίας τῆς τιμῆς νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ν’ ἀναζητήσῃ τοὺς πολιτικοὺς λόγους, τοὺς πολιτικοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἡ κυρίαρχος ἐξουσία ἐνόησε ν’ ἀποκρυσταλλώσῃ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἀντιλήψεων τούτων ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἔδαφος τὸ καθαρῶς νομοθετικὸν καὶ ἐρωτῶ· εἶναι σκόπιμος ἡ μεταρρύθμισις αὕτη, εἶναι ὑπηρετικὴ εἰς τὴν δικαιοσύνην; Φρονῶ ὅτι εἶναι ἀπολύτως πολέμιος τοῦ συμφέροντος τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ φρονῶ περισσότερον ὅτι ὀλεθριωτέρα θ’ ἀποβῇ εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας, καὶ ὅτι ἀντίκειται ῥιζικῶς εἰς τὴν σύγχρονον πολιτικὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν δικαιοσύνην, νομίζω ὅτι πλήττεται ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ δικαστικοῦ κλάδου καιρίως εἰς ἓν τῶν σπουδαιοτέρων σημείων τοῦ δικαστικοῦ βίου, εἰς τὴν μετάθεσιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· πλήττεται καιρίως καὶ παρέχεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὅπλον δεινότατον ἀπέναντι τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Εἶπον ἐν ἀρχῇ ὅσα ἔπρεπε νὰ εἴπω καὶ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον εἰς ἑκάστην κρίσιν τὴν ὁποίαν φέρω νὰ ἐπαναλαμβάνω ὅτι οὐδὲ τὸ παράπαν προτίθεμαι νὰ σχετίσω τὰς παρατηρήσεις μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι μόνον διότι δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὴν σκοποὺς πλαγίους, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, δὲν νομοθετεῖ δι’ ἑαυτήν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι διὰ τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως παρέχεται ὅπλον ἀπροσμάχητον εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θέλει ποτὲ σκεφθῇ ν’ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν ὀλεθρίαν ἐπὶ τῶν δικαστικῶν συνειδήσεων. Δίδεται εἰς αὐτὸν ἓν ὅπλον πρὸς ἀμοιβὴν καὶ ἓν ὅπλον πρὸς καταδίωξιν. Καὶ τί νομίζετε, ὅτι εἶναι μικρὰ ἀμοιβὴ νὰ ἐξασφαλισθῇ εἷς δικαστικὸς ὑπάλληλος νὰ παραμείνῃ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἤδη ἐσημείωσα, εἰς τὰς Πάτρας π.χ. τὸν Πύργον, Καλάμας, Σῦρον καὶ εἰς τόσα ἄλλα μέρη; Καὶ νομίζετε ὅτι ἡ συνείδησίς του θὰ δυνηθῇ νὰ παραμείνῃ πάντοτε ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος ἐκ τῆς ἐλπίδος ὅτι ἐκ τῆς βουλήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ μόνον ἐξαρτᾶται ἡ ἐξασφάλισις αὐτοῦ εἰς τὴν θέσιν του; Καὶ ἐρωτῶ ἀντιθέτως· ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Παρακαμπυλίων λ. χ. ἢ εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Καλαρρυτῶν, καὶ θέλει νὰ μετατεθῇ, θὰ ὑποστῇ μικρὰν καταδίκην ἀφηνόμενος νὰ μένῃ ἐκεῖ διαρκῶς καταδεδικασμένος ἐφ’ ὅσον θέλει ὁ Ὑπουργός; Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ἀνάγκην περαιτέρω ἀναπτύξεως καὶ ὅτι πολιτικὸς ἀνὴρ ὑπὸ τοιαύτην νομοθεσίαν δὲν θὰ παραμείνῃ ἐντελῶς ἄτρωτος, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἔχῃ καὶ ἐλαττώματα πολλά. Διότι ἔχει αὐτὸς οὗτος ὁ πολιτικὸς βίος καὶ ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἐν ἑαυτῷ συμφυῆ ἐλαττώματα, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ κρατήσῃ οὔτε συμφώνως πρὸς τὰς προθέσεις του καὶ τὴν ἐπιθυμίαν του καὶ τὸν χαρακτῆρά του τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ὁ λαὸς ἐπιθυμεῖ νὰ εὑρίσκηται καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀποβλέπει. Δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν μάρτυρας τοῦ καθήκοντος οὔτε ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅπου ἐν τούτοις ὑπάρχουσι καὶ τοιοῦτοι, οὔτε καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἰσχυρισθῆ ὅτι εἶναι ἱκανοὶ ὑπὸ νομοθεσίαν, ὁποία ἡ προτεινομένη, νὰ ἐμφανίσωσι πολὺ διάφορον χαρακτῆρα ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἔδειξεν ὁ πολιτικὸς καὶ κοινοβουλευτικὸς βίος ὅλων τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ἂν δὲν εἶναι ἐγωϊσταὶ ἀδιόρθωτοι, θὰ ἦσαν ἀναμφιβόλως ἀμελέτητοι καὶ ἀψυχολόγητοι εἰς τὸν πολιτικὸν βίον καὶ ἐντελῶς ἀνίδεοι τῶν ὅρων καὶ τῶν συνθηκῶν ὑφ’ οὓς ἐξειλίσσετο οὗτος. Θὰ μὲ ἐρωτήσητε ἴσως τώρα· θὰ καμφθῶσιν ἆρά γε οἱ δικαστικοὶ χαρακτῆρες, θὰ ὑποταχθῶσιν εἰς ἀπαιτήσεις, θὰ ἔλθωσιν εἰς στενὴν σχέσιν πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Τὸ πρᾶγμα θεωρῶ δευτερεῦον, ὅσον καὶ ἂν εἶναι σπουδαῖον. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι τὸν σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου, ἄν ποτε λάβῃ τὸ κῦρος τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ θὰ φέρῃ καὶ πάλιν μετὰ γενναιότητος καὶ ἀντοχῆς ὁ δικαστικὸς ἡμῶν κλάδος. Ἀλλ’ ἡ ἄποψις αὕτη ἡ οὐσιαστικὴ νομίζω ὅτι ἔχει δευτερεύουσαν σημασίαν. Ἐγὼ ἀνευρίσκω τὸ ἐλάττωμα τοῦ προτεινομένου συστήματος, ἀνεξαρτήτως πάσης, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιρροῆς οὐσιαστικῆς ἢ πάσης ἀντοχῆς τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, εἰς τὴν διασάλευσιν τῆς ὑπαρχούσης ἤδη εἰς αὐτὸν κοινῆς πεποιθήσεως. Ἡ κοινὴ πεποίθησις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι κεφάλαιον μέγα, κεφάλαιον πολύτιμον, προκειμένου περὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν αὕτη ἀνταποκρίνεται ἢ ὄχι πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἡ κοινὴ πεποίθησις θὰ ὑποστῇ κλονισμὸν βαθύτατον. Διότι ἐφεξῆς οὐδεὶς θὰ πιστεύῃ ὅτι εἶναι ἀνεπηρέαστος ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ θέσις ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ὁ κλονισμὸς οὗτος θὰ ἔχῃ ἄμεσον ἀποτέλεσμα καὶ ἄσχετον πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἀποτέλεσμα· ἄλλο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ, τὸ πάντων δεινότατον δεινὸν διὰ τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας, δεινὸν διὰ τοὺς Ὑπουργούς, δεινὸν διὰ τοὺς Βουλευτάς, δεινὸν διὰ τοὺς πολίτας. Δὲν πρέπει κανεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ δηλητηριασθῶσι τὰ πολιτικὰ ἤθη τῆς χώρας, ὅτι ὁ πολιτικὸς βίος θὰ ὑποστῇ ἰσχυροτάτην ἐπιρροὴν καὶ ἐπιρροὴν ὀλεθρίαν, καὶ ὅτι ἡ ἅλυσις ἐκείνη, ἡ ὁποία συνέδεε τὸν Ὑπουργὸν πρὸς τὸν Βουλευτήν, τὸν Βουλευτὴν πρὸς τὸν κομματάρχην, καὶ τὸν κομματάρχην πρὸς τὸν ἐκλογέα, ἡ ἅλυσις ἐκείνη τὴν ὁποίαν μία βιαία πολιτικὴ κίνησις διέρρηξε, θ’ ἀποκατασταθῇ καὶ πάλιν βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον. Παραδίδεται ἤδη ὁ πρῶτος παράγων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν δεσμῶν ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ὁλόκληρος ἡ χώρα κατεξανέστη, τῶν δεσμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τυράννους ἐν ταὐτῷ καὶ τυραννουμένους κατὰ τρόπον ἀλληλένδετον, ὥστε οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοήσῃ καὶ εἴπῃ εἰλικρινῶς ποῖος ἦτο ὁ θύτης καὶ ποῖον τὸ θῦμα, διότι τύραννος καὶ ἐν ταὐτῷ τυραννούμενοι ἀπετέλουν μίαν ἅλυσιν, κάτι ἀλληλένδετον τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε φαινομένην ἀρχὴν καὶ τέλος, ἐνῷ κάπου βεβαίως ἦτο ἡ ἀρχή του καὶ κάπου τὸ τέλος. Μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου ποιοῦμαι τὴν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ὑποβάλλω τροπολογίαν οὔτε προτίθεμαι νὰ προκαλέσω ψῆφον τῆς Βουλῆς, ποιοῦμαι τὴν σύστασιν νὰ πεισθῇ ὅτι οἱαδήποτε ἀγαθὴ πρόθεσις, καὶ αὐτῆς καὶ τῶν διαδόχων Κυβερνήσεων δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποστρέψῃ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ἐν τῇ φύσει τῶν μεταρρυθμίσεων αὐτῶν ἐγκείμενα, τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα θὰ πλήξωσι τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ θὰ πλήξωσι βαθύτερον ἔτι τὴν πολιτικὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας.
§155Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρῶτος ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἀναγνωρίζω τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος καὶ τὴν σπουδαιότητα τῶν παρατασσομένων ἐπιχειρημάτων. Ἂν ἀφήσωμεν ὑπερβολάς τινας ἢ ἀνακριβείας ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, εἶναι προφανὲς ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος ἑκατέρωθεν, διότι εἶναι πάντοτε ἐπικίνδυνος ἡ αὔξησις τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ μειώσει τῆς ἀποκεντρώσεως ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ τὰ μειονεκτήματα τοῦ κρατοῦντος συστήματος, ἐπὶ τούτων δ’ ὀφείλω νὰ ἐκταθῶ κάπως περισσότερον. Ἐν πρώτοις ἡ συνταγματικὴ διάταξις κατ’ ἐμὲ οὐδὲν ἀποτελεῖ πρόσκομμα. Τὸ Σύνταγμα λέγει «Ἄρθρον 90: Δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀπαλαύοντες ἰσοβιότητος; ἢ μονιμότητος ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων τοποθετοῦνται κλπ., δι’ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου», ἀπαιτεῖ τουτέστιν ὁ νόμος διὰ τὴν ἔγκυρον ἐνέργειαν τῶν ἀνωτέρω πράξεων τὴν ὕπαρξιν ἀποφάσεως ἢ συμφώνου γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικασαικοῦ Συμβουλίου, ἀποτελουμένου ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπαιτεῖ τουτέστιν ὁ νόμος διὰ τὴν ἔγκυρον ἐνέργειαν τῶν ἀνωτέρω πράξεων τὴν ὕπαρξιν ἀποφάσεως ἢ συμφώνου γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐφ’ ἧς θέλει στηρίζει ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, οὐδαμοῦ δ’ ἀπονέμει δικαίωμα πρωτοβουλίας εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Ὁ νόμος δὲ ὁ περὶ προσόντων ὁ ὁποῖος κανονίζει ὄχι μόνον τὸ ζήτημα τῆς μεταθέσεως ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς καὶ τὰ ζητήματα τῶν μεταθέσεων εἰς ἄλλας περιπτώσεις παρὰ τὰς κατὰ διετίαν καὶ τριετίαν, εἶχε καθορίσει ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὸ λειτουργοῦν ἤδη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Διατάγματος σύστημα ὡς ἑξῆς: Εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπόκειται νὰ ὑποβάλῃ ἐρώτημα νὰ πληρώσῃ θέσιν, διὰ προαγωγῆς, διὰ λόγους ὑπηρεσίας ἢ νὰ μεταθέσῃ, δὲν δύναται δὲ νὰ προβῇ οὔτε εἰς προαγωγὴν οὔτε εἰς μετάθεσιν ἄνευ συμφώνου προτάσεως τοῦ Συμβουλίου. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ πρωτοβουλία ἀφίεται εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῶν κατὰ τριετίαν ἢ διετίαν ἀθρόων μεταθέσεων προνοεῖ ὁ νόμος καὶ περὶ μεταθέσεως πρὸς πλήρωσιν κενῆς θέσεως, λέγει δ’ ὅτι εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀπόκειται, ἐὰν θέλῃ, νὰ προκαλέσῃ τὴν πλήρωσιν ταύτης διὰ μεταθέσεως ἢ διὰ νέου διορισμοῦ. Ἐπίσης ὁρίζει ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ὑπηρεσιακὴ ἀνάγκη πρὸς μετάθεσιν δικαστοῦ τινος, γνωμοδοτεῖ περὶ τούτου ὁ ἁρμόδιος πρόεδρος καὶ εἰσαγγελεὺς τοῦ προϊσταμένου δικαστηρίου, ἀλλ’ εἰς τὴν κρίσιν αὖθις τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπόκειται νὰ ἐρωτήσῃ ἢ μὴ τὸ Συμβούλιον διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν μετάθεσιν ταύτην. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις τῆς διετίας ἢ τριετίας ὁ νόμος καθιεροῖ τὸ ἑξῆς σύστημα: Ὑπάρχουσι θέσεις περιζήτητοι, καὶ θέσεις αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται σχεδὸν ὡς τόπος ἐξορίας. Ἐπ’ αὐτῶν τάσσει ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας, εἶναι ὑποχρεωτικὴ δὲ ἡ μετάθεσις· ἅμα συμπληρώσῃ τὸν ὡρισμένον χρόνον ὁ ὑπάλληλος κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου πρέπει νὰ μετατεθῇ. Περὶ αὐτοῦ δὲν γεννᾶται ἀμφισβήτησις ὅτι θὰ ὑποβληθῇ τὸ ἐρώτημα πρὸς μετάθεσιν ἥτις εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τὸ Συμβούλιον. Ἔχομεν ὅμως καὶ τὰς ἄλλας μεταθέσεις, τὰς δυνητικῶς ἐπιτελουμένας κατὰ διετίαν ἢ τριετίαν. Ἐπὶ τούτων καὶ ὁ νόμος καὶ ἡ ἑρμηνεία ἀνέθεσαν τὴν ὅλην ἐργασίαν ταύτην εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Ἐκ τῶν 200 εἰρηνοδικῶν π. χ. οἱ 100 συμπληροῦσιν διετίαν· ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ μετατεθῶσιν, ὅλοι δὲ οὗτοι δύνανται νὰ ὑποβάλωσιν αἰτήσεις καὶ περὶ τούτων καλεῖται ν’ ἀποφασίσῃ ἀπεριορίστως τὸ Συμβούλιον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μυστικὸν ὅτι ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον δὲν ἀποφεύγει τὰς προστριβὰς κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας ταύτης, προσθέτω δ’ ὅτι ὑποπίπτει καὶ εἰς λάθη καὶ ὀφείλω νὰ ἐξάρω μίαν περίπτωσιν ἐκ τῆς ἐμῆς πείρας. Ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῶν εἰρηνοδικῶν, περὶ ἧς ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ γίνεται πρόνοια, εἴχομεν κατὰ σημειώσεις καὶ ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀποφασίσει ν’ ἀφήσωμεν τὰ Εἰρηνοδικεῖα τὰ ἔχοντα ὀλιγωτέραν ὑπηρεσίαν μόνον μὲ γραμματεῖς καὶ τηροῦντες οὕτω τὴν νόμιμον διαδικασίαν εἴχομεν ἀφήσει πλὴν ἄλλων κενὰς τὰς θέσεις τῶν εἰρηνοδικῶν Σπετσῶν καὶ Σίφνου. Ὅτε ὅμως ἐπέστη ὁ χρόνος τῶν ἀθρόων κατὰ διετίαν μεταθέσεων, μετ’ ἀπορίας εἶδον ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον μετέθεσε καὶ εἰς αὐτὰς δύο νέους εἰρηνοδίκας καὶ οὕτω πως ἐπληρώθησαν θέσεις αἱ ὁποῖαι καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην γνώμην αὐτοῦ καὶ ἐκ πραγματικῆς ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης δὲν ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδέποτε ἤθελον ὑποβάλει τοιαύτην πρότασιν φοβούμενος μήπως ἐλεγχθῶ ὡς ἀνακόλουθος. Τὸ συμβούλιον ἔπραξε τοῦτο, ὑποθέτω, ἐκ παραδρομῆς. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐφρόνουν γενικῶς ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐνταῦθα τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον διήκει δι’ ὅλου τοῦ νόμου, τουτέστι νὰ ὑποβάλλῃ ὁ Ὑπουργὸς πρὸς τὸ Συμβούλιον ἐρώτημα διαλαμβάνον ὅτι ὡρισμένοι δικασταὶ συμπληρώσαντες τὸν νόμιμον χρόνον θεωροῦνται μεταθετέοι καὶ ἀποφανθῆτε σεῖς ἂν πρέπει νὰ μετατεθῶσιν. Ἐπὶ παραδείγματι ἐκ τῶν πρωτοδικῶν ἢ εἰρηνοδικῶν οἵτινες συνεπλήρωσαν τὴν τριετίαν ἢ διετίαν ἔχομεν εἴκοσιν οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐμὲ πρέπει νὰ μετατεθῶσιν. Ὑπάρχουσιν ἐπίσης καὶ ἄλλαι πέντε κεναὶ θέσεις, 25 τὸ ὅλον. Εἰς αὐτὰς καλεῖται τὸ Συμβούλιον νὰ τοποθετήσῃ ὅσους ἤθελε κρίνει μεταθετέους καὶ καθ’ ὃν τρόπον προνοεῖ ὁ νόμος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος συγχέει τὴν τοποθέτησιν μὲ τὴν μετάθεσιν· ἡ τοποθέτησις, περὶ ἧς ὁμιλεῖ καὶ τὸ Σύνταγμα, συνδέεται πρὸς τὸν ἀρχικὸν διορισμὸν ἢ τὴν ἐγκατάστασιν ὑπαλλήλου οὔπω λαβόντος θέσιν. Μετάθεσις δὲ εἶναι ἡ ἐκ τῆς δεδομένης θέσεως μετακίνησις τοῦ ἐν αὐτῇ ὑπαλλήλου. Δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ τῶν θέσεων τῶν προνομιούχων ἀφ’ ἑνὸς ἢ τῶν δυσμενῶν ἀφ’ ἑτέρου, περὶ τῶν ὁποίων ὁρίζει εἰδικὸς νόμος· πρόκειται περὶ τοῦ γενικοῦ κανόνος, συνήθως δὲ ὅλοι ζητοῦσι μεταθέσεις πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Λοιπὸν κατ’ ἐμὲ ἀναμφισβητήτως τὸ προεκτεθὲν σύστημα οὐδόλως προσκρούει πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Προκειμένου περὶ μεταθέσεως τὸ Ὑπουργεῖον ἐρωτᾷ ἂν πρέπει νὰ γίνῃ μετάθεσις ἐκ τῆς τοποθετήσεως αὐτῆς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπιτελέσει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν γίνεται τοιοῦτον ἐρώτημα κατὰ τεκμήριον ἡ τοποθέτησις ὑπάρχει ὡς ὥρισε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς κατ’ ἐμὲ δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὅτι προσκρούομεν καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον εἰς τὸ ἄρθρον 90 τοῦ Συντάγματος. Μένει ἀληθῶς, διότι ὀφείλω νὰ εἶμαι εἰλικρινής, τὸ δικαίωμα τῆς μὴ μεταθέσεως, ὅπερ θὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργός, καὶ ὁπωσδήποτε τοῦτο εἶναι ἄξιον νὰ φέρῃ ἐνδοιασμοὺς πρὸς παραδοχὴν τῆς προτεινομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου μεταρρυθμίσεως, καί, ἐπειδὴ δὲν βλέπω τὸ κατεπεῖγον αὐτῆς, νομίζω ὅτι δύναται ν’ ἀποσυρθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις, ἤτοι τὰ δύο τελευταῖα ἐδάφια, ὅπως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενομένης ἤδη συζητήσεως μελετηθῇ ὡριμώτερον ληφθῶσι δὲ ὑπ’ ὄψιν κατὰ προσεχῆ συνεδρίασιν τροποποιήσεις τοῦ περὶ προσόντων νόμου καὶ περὶ ἄλλα αὐτοῦ σημεῖα, ἅτινα καὶ ἕτεροι συνάδελφοι ἐν τῇ Βουλῇ ὑπέδειξαν.
§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά· πολὺ καλά. Εὖγε.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελέντζας.
§158Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Φίλιππας.
§160Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὀλίγου δεῖν νὰ λησμονήσω ἐμαυτὸν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, νομίσας ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, ἔνθα διαπρεπὴς ῥήτωρ τῆς ἀξίας τοῦ συναδέλφου κ. Δημητρακοπούλου ἔπλεκε τὸν πανηγυρικὸν τῆς Ἀγγλικῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐπλανήθην· εὑρίσκομαι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν καὶ πανηγυρίζεται ἡ Ἑλληνική. Καίτοι πρὸ διετίας, κύριοι Βουλευταί, γίγνομαι θεατὴς ἐκτρόπων καὶ δικαστικῶν σκανδάλων εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Λευκάδα, τὸ κρίσιμον τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων καὶ ἐνδοιασμοὶ μὴ τὰ ἐν Λευκάδι συμβαίνοντα ἀποτελοῦσιν ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος καὶ πᾶς πρόωρος θόρυβος ἤθελε βλάψει ἐν γένει τὴν δικαιοσύνην, μὲ ἠνάγκασαν νὰ τηρήσω Ἁρποκράτειον σιγήν. Ἀλλ’ ἤδη, ὁπότε ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑποβολῆς τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων πολλὰ διεξετραγῳδήθησαν ὑπὸ συναδέλφων καὶ δὴ εἰδικῶν εἰς βάρος αὐτῆς, οἱ παιᾶνες δὲ τῆς στιγμῆς ταύτης ὑπὲρ αὐτῆς ὑπὸ τοῦ διαπρεποῦς συναδέλφου μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἐξέλθω τῆς ἐπιφυλακτικότητος καὶ νὰ συνεισφέρω εἰς τὴν συζήτησιν οὐχὶ τὸν ὀβολὸν τῶν γνώσεών μου ὡς εἰδικός, ἀλλὰ τὸν ὀβολὸν τῶν πληροφοριῶν μου. Διότι δὲν πρόκειται, ὡς φαίνεται, κύριοι συνάδελφοι, περὶ μονομεροῦς κρούσματος, ἀλλὰ περὶ ἐπιδημίας δικαστικῆς, μολυσματικῆς ἀσθενείας, περὶ ἧς ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι σύντονα μέτρα ἀπομονώσεως, ἵνα μὴ κινδυνεύσῃ ἐξ αὐτῆς ὁλόκληρος ἡ ἡμετέρα δικαστικὴ κοινωνία. Διότι, ἐὰν καὶ δέκα ἔστω δικασταὶ εἶναι τοῦ ποιοῦ καὶ τῆς ὑποστάσεως τοῦ δικαστοῦ, ὃν ἔχω ὑπ’ ὄψει, ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη εἶναι τοῦτ’ αὐτὸ χίμαιρα. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐρωτήσω καὶ τὸν αἰσιοδοξότερον διὰ τὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ δὴ τὸν κ. Δημητρακόπουλον, ἂν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς δικαστικῆς ἀξιοπρεπείας ἡ συναναστροφὴ δικαστοῦ νυχθημερὸν μετ’ ἀέργων καὶ νυκτοβίων δανδήδων. Δύναται νὰ κρατῇ σταθερῶς καὶ ἀμερολήπτως τὸν δικαστικὸν ζυγὸν ἄνθρωπος ὅστις αὐτοκλήτως προσέρχεται μηνυτὴς ἐναντίον τῆς κλεπτρίας τῶν ὀρνίθων τῆς σπιτονοικοκυρᾶς του, δημιουργῶν σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τῇ ἐπεμβάσει τοῦ ὁποίου ἐπανεφέρθησαν τὰ πράγματα ὁπωσδήποτε εἰς τὴν θέσιν των; Σκανδαλίζει, ναὶ ἢ οὔ, τὸ κοινὸν ἄνθρωπος εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἐνεπιστεύθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας τὰ συμφέροντα αὐτοῦ τὸ νὰ συναναστρέφηται κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἀνακρίσεως μὲ κατηγορουμένους καὶ νὰ προπέμπῃ αὐτοὺς ἀναχωροῦντας; Δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ ἡ Πολιτεία εἰς τὸν χαρακτῆρα τοιούτου ἀνθρώπου τὴν ἀμερόληπτον διαχείρισιν τῆς πολυτιμοτέρας ὑπηρεσίας, ἰταμῶς ἐγκαυχωμένου εἰς συνάδελφόν του, ὅτι διὰ δικαστικοῦ αἰφνιδιασμοῦ ἔστειλεν εἰς τὸ φρέσκο ἀθῷον πολίτην; Ἔχει κἂν τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνθρωπισμοῦ κοινοῦ ἀστοῦ ἄνθρωπος ὅστις παρακωλύει διὰ προσχημάτων τὴν ἀναχώρησιν ὡραίας παθούσης καὶ θέτει δῆθεν αὐτὴν ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπίβλεψιν δι’ εὐνοήτους ἀκολάστους σκοποὺς καὶ σῴζει μόνον ταύτην τὸ ἄγρυπνον βλέμμα τῶν Λευκαδίων; Εἶναι, ναὶ ἢ ὄχι, μόλυσμα ἰοβόλον δικαστικὸς λειτουργὸς ὁ ὁποῖος, εἰς ἀρνήσεις τῶν συναδέλφων αὐτοῦ τοῦ νὰ μὴ καταδικάσωσιν ἄνθρωπον τὸν ὁποῖον δὲν ἐπεβάρυνον μαρτυρικαὶ ἀποδείξεις, ἀπήντα ἀσεβῶς ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην μαρτυριῶν ἵνα γνωρίσῃ τὸν ἔνοχον, διότι ἐσπούδασεν εἰς τὴν σχολὴν τῆς ὁποίας αὐτοὶ δὲν ἐγεύθησαν τὰ νάματα, καί, ὅτε οὗτοι ἀποροῦντες διηρώτων ποῦ, ἀπήντα εἰς τὰ χασισοποτεῖα τοῦ Πειρατῶς!; Διὰ ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ἐζήτησα πρὸ ἡμερῶν τὴν κατάθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν δικογραφιῶν καὶ βουλευμάτων, χειροτεχνήματα ἐνίων ἀθανάτων τοῦ κ. Δημητρακοπούλου, ἵνα ἴδητε τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐργασθῶμεν πάντες πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς μὲ τὸ ἐπ’ αἰσίοις οἰωνοῖς ἀρξάμενον ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἀποδοθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐπαρκὴς δικαιοσύνη, τὸ πρώτιστον ἀγαθὸν παντὸς εὐνομουμένου Κράτους εἰς τὸν Ἑλληνικόν, λέγω, λαόν, ὅστις μοχθῶν καὶ ἀποτροπιαζόμενος παρέχει πλούσια τὰ τροφεῖα εἰς αὐτὴν καὶ ὅστις τὴν ὠνειροπόλησε καὶ τὴν ἐχειροκρότησε χειραφετηθεῖσαν, πλουσίαν εἰς ἠθικὴν καὶ ἰσότητα, καὶ ἐν τούτοις τὴν εὗρεν ἐν πολλοῖς συντρίβουσαν ἀθλιότητα. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, μὲ γλῶσσαν εἰλικρινῆ καὶ ἄνευ ὑστεροβουλίας, δυσάρεστα μὲν ἴσως εἰς ἐνίους τῶν κ. δικαστῶν, ἀνταποκρινόμενα ὅμως πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας. (Γίνεται μετὰ ταῦτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης). Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§161Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ λέξις «εἶναι» περιττεύει.
§162ΕΠ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον 15 φαίνεται περιέχον τυπογραφικήν τινα ἀβλεψίαν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διωρθώθη.
§164ΕΠ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς διωρθώθη;
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηλείφθη τὸ «εἶναι» καὶ ἀναγινώσκεται ἄνευ τοῦ «εἶναι».
§166Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρὸς ὁρκωμοσίαν προθεσμίαν θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν δεχθῇ μηνιαίαν, διότι ὑπάρχουσι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὁ διορισθεὶς ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς του δὲν θὰ δύναται ἐντὸς βραχυτέρας προθεσμίας νὰ προσέλθῃ πρὸς ὁρκωμοσίαν. Βεβαίως ὁ ὑπάλληλος θὰ σπεύσῃ εἰς τὴν θέσιν του, διότι τοῦτο εἶναι καὶ τὸ συμφέρον του, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τώρα ἡ Ἑλλὰς ἐμεγάλωσε, ἑπομένως ἔχομεν καὶ μεμακρυσμένα μέρη, εἰς ἃ δυνατὸν νὰ εὑρίσκηται ὁ διορισθείς. Ἀναφέρω εἰδικὴν περίπτωσιν ἥτις μοὶ παρουσιάσθη. Ἀνθυπολοχαγὸς ἔφεδρος διορισθεὶς εἰς δικαστικὴν θέσιν, ἀλλ’ εὑρισκόμενος εἰς Κορυτσᾶν, ὑπέστη χίλια δύο βάσανα, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ὁρκισθῇ καὶ πάλιν, ἂν ὑπῆρχεν ἡ τεθεῖσα προθεσμία, δὲν θὰ ἐπρόφθανε. Θέσατε κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 30 ἡμερῶν.
§167Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἂς γίνῃ εἴκοσιν ἡμερῶν, χάριν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴκοσι;
§169Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἴκοσι.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§171Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου ἔχω μίαν παρατήρησιν. Τὸ ἐδάφιον λέγει· «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως αὐτοῦ, πλὴν τῆς περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν συμβολαιογράφων διατάξεως, ἥτις τίθεται ἐν ἰσχύϊ μετὰ ἓξ μῆνας». Διατί τίθεται τοῦτο;
§172Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὰ γραφεῖά των ἀποχωροῦντες ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται.
§174Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου ἀνεβλήθη τὸ σύνολον;
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι βʹ συζήτησις.
§176Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι πρώτη κατ’ ἄρθρον.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δευτέρα κατ’ ἄρθρον.
§178Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τότε πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε: «τὸ ἀποσύρω διὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν»;
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐτροπολόγησε τὰ ἄρθρα καὶ οὕτω πως τροπολογημένα ἐψηφίσθησαν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως τῆς κατασκευῆς μιᾶς ἀποθήκης ἐντὸς τοῦ περιβόλου τοῦ τελωνειακοῦ καταστήματος Πειραιῶς κλπ.» Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς εἰς ἀπάντησιν ὑποχρεώσεως τῶν δημοσίων Ἀρχῶν ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων αὐταῖς ἀναφορῶν».
§180Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§181Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ αὔριον ὅμως.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀποδεχομένης τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητρακοπούλου ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Ἐπίσης ἀναβάλλονται τὰ νομοσχέδια 1) περὶ ἀφομοιώσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τῆς νήσου Κρήτης καὶ 2) περὶ κατατάξεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τῆς Κρήτης εἰς βʹ συζήτησιν ἀμφότερα, διότι αἱ ὑπὸ τοῦ κ. Μπασιᾶ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι δὲν ἐξετυπώθησαν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ». Ἄρθρον 1ον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μετὰ τὴν εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. (Ψηφίζεται τὸ 1ον ἄρθρον). Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§183Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐκεῖνο τὸ «καὶ» σημαίνει ὅλα.
§184Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐσημειώσατε. Εἶναι τόσον γενικὴ ἡ φράσις «προϊόντα καὶ βιομηχανικὴ ἐργασία», ὥστε περιλαμβάνονται ὅλα, καὶ ἡ βιομηχανία καὶ ἡ γεωργία, διότι βιομηχανία εἶναι καὶ ἡ γεωργικὴ ἐργασία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον, ἀκολούθως δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Π. Βουρλούμη. Ἀπορρίπτεται συναινέσει τῆς Βουλῆς. Ἀκολούθως ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5). Ἄρθρον 6ον (ἀναγινώσκεται).
§185Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρελείφθη κατὰ τὴν τυπογραφικὴν στοιχειοθέτησιν ἡ φράσις «ὁ δὲ παραβάτης τιμωρεῖται». Πρόκειται περὶ παραδρομῆς.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀπὸ τὸ 6ον παρελείφθη τὸ ἑξῆς: «ὁ δὲ παραβάτης τιμωρεῖται». Εἶναι καταφανέστατον.
§187Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τροπολογίας.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ.
§189Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι τροπολογία. Τὴν ἔλαθεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀποσύρω καὶ τὰς ἄλλας.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι ἐπὶ τῶν ἄρθρων 6, 7 καὶ 21 ὑπὸ τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ ἀποσύρονται, διότι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 6–12). Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§191Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 ἐμφανίζεται ἓν σπουδαιότατον σημεῖον τοῦ βιομηχανικοῦ δικαίου ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶχε δηλώσει κατὰ τὴν πρώτην ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου συζήτησιν ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ τὸ συμπληρώσῃ, ἀκριβῶς ἵνα τύχωσι τῆς προστασίας ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ ζήτημα τοῦ ἰδιαιτέρου διακριτικοῦ γνωρίσματος τοῦ γνωστοῦ ὑπὸ τὸ ἐπιστημονικὸν ὄνομα enseigne, σύμβολον. Τὸ ζήτημα ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, ἀλλ’ ἀφορᾷ καὶ τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τοῦ τύπου, διότι διακριτικὸν γνώρισμα εἶναι καὶ ὁ τίτλος τῆς ἐφημερίδος, καθόσον εἶναι πολὺ πιθανὸν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἰδιαίτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, νὰ λείψωσι πολλὰ περίεργα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ διεκδικήσῃ τις ἐπὶ τοῦ τίτλου μιᾶς ἐφημερίδος, ἑνὸς περιοδικοῦ ἢ οἱουδήποτε ἐντύπου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δεχθῇ τις πολὺ εὐχαρίστως τὸ ἄρθρον ὁλόκληρον τοῦτο, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, διότι ἐκτὸς τῆς προστασίας, ἥτις ἰδιαιτέρως δίδεται εἰς τὸν τύπον καὶ ἐν γένει εἰς τὴν πνευματικὴν ἰδιοκτησίαν, περιπλέον ἐπέρχεται σπουδαιοτάτη συμπλήρωσις τοῦ νόμου περὶ σημάτων, διότι ἰδιαίτερα γνωρίσματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχωσι προστασίας, συμπεριλαμβάνονται πλήρως, διότι καὶ ἡ διάταξις ἡ πραγματικῶς ἐπιτυχεστάτη, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς μὲ τὴν λέξιν «ἰδιαίτερος διασχηματισμός», μᾶς δίδει τὴν ἔννοιαν ὅτι σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ προστατευθῇ καὶ σχῆμα καὶ χρῶμα καὶ περικάλυμμα προϊόντων, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑπὸ τὴν κρατοῦσαν νομοθεσίαν μένουσιν ἐντελῶς ἀπροστάτευτα. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 13, δυνάμενον νὰ θεωρηθῇ κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὡς μία ἀπαρχὴ συμπληρώσεως ὁλοκλήρου τοῦ βιομηχανικοῦ δικαίου, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ν’ ἀποτελέσῃ ἀκριβῶς μίαν πολύτιμον συμβολήν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν καὶ τὸ ἡμέτερον ἐμπόριον καὶ τὴν ἡμετέραν βιομηχανίαν ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκτάσει τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ λάβωσι κατόπιν τῆς ἐκτάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.
§192Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, ἀπαντῶν εἰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας εἶπον ὅτι δὲν ἐπρόκειτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ ἐξαντληθῇ ὁλόκληρος ἡ κυβερνητικὴ μέριμνα περὶ τῆς βιομηχανικῆς νομοθεσίας. Εἶπον πρὸς τούτοις ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μέριμνα περὶ συμπληρώσεως τῆς ἀτελοῦς ἡμῶν περὶ σημάτων νομοθεσίας. Δὲν ἔλειψα ἀκόμη νὰ βεβαιώσω ὅτι θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω ἄλλως, ἀναγνωρίζων τὴν ἰδιότητα τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα. Ἀληθῶς δ’ ἐκ τούτων παρωρμήθην νὰ θέσω ἐν τῷ ἄρθρῳ 13 ὡς ἐδάφιον 3ον τὴν διάταξιν, ἥτις περιέχεται εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Γερμανικοῦ νόμου τῆς 12 Μαΐου 1894 περὶ προστασίας τῶν ἐμπορικῶν ἐξαιρετικῶν γνωρισμάτων, διότι καὶ στενῶς συνδέεται ἔχουσα μεγίστην συνάφειαν μὲ τὸ ὑπὸ ψήφισιν θέμα, τοῦ ὁποίου τὴν ῥύθμισιν σκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐγένετο καὶ δεκτή, ἐφηρμόσθη ἐκεῖ καὶ παρέσχε μεγίστην προστασίαν εἰς τὸ εἰλικρινῶς πολιτευόμενον ἐμπόριον, ἐπὶ πλέον δὲ ἦτο εὔκολος ἡ τοιαύτη παραδοχὴ ἀπὸ τοῦδε, διότι διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς προστασίας ταύτης δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι κατακεχωρισμένον εἰς ἐπὶ τούτῳ τηρούμενον βιβλίον τὸ ἰδιαίτερον τοῦτο διακριτικὸν γνώρισμα. Ταῦτα ἐθεώρησα σκόπιμον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως ταύτης, ἥτις ἐπείσθην ὅτι ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 13 ὡς ἐδάφιον 3ον.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 13, 14 καὶ 15, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 16).
§194Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Παρακαλῶ κ. Ὑπουργέ, νὰ προβῆτε εἰς διασάφησιν ἐν τῷ ἐδαφίῳ 1ῳ τί ἐννοεῖτε «ἄνευ δικαιώματος», διότι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ παρεξήγησις. Ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναταί τις νὰ προβῇ ἀτιμωρητί;
§195Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «ἄνευ δικαιώματος» εἶναι φράσις γενική, ἥτις ἀπαντᾷ εἰς ὅλους τοὺς ποινικοὺς χαρακτῆρας νόμους καὶ ἥτις ἴσως ἠδύνατο καὶ νὰ λείψῃ, πολλάκις συναντῶμεν εἰς ποινικὰς διατάξεις ὅτι τιμωρεῖται ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε πρᾶξῃ τι «ἀθεμίτως», «ἄνευ δικαιώματος», «παρανόμως».
§196Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀναφέρεται εἰς κανένα εἰδικὸν νόμον;
§197Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὄχι. Εἶναι φράσις γενική, ἡ ὁποία ἠδύνατο καὶ νὰ λείψῃ. Ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι εἴθισται νὰ τίθηται, ἐξαίρουσα τὸ παράνομον τοῦ ἀδικήματος.
§198Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Σᾶς ἠρώτησα διότι δύναται νὰ γίνῃ παρεξήγησις. Εἷς ἐργάτης, ἐργαζόμενος ἐπὶ παραδείγματι εἰς κατάστημα κατεργαζόμενον δέρματα κατ’ ἰδιαίτερόν τινα τρόπον, χωρὶς ὁ καταστηματάρχης τοῦ καταστήματος αὐτοῦ νὰ ἔχῃ προνόμιον, δύναται ὁ ἐργάτης οὗτος φεύγων ν’ ἀνοίξῃ ἴδιον κατάστημα κατεργαζόμενος τὰ δέρματα κατὰ τὸν ἰδιαίτερον τρόπον τὸν ὁποῖον ἔμαθε. Θὰ τιμωρηθῇ οὗτος ἢ ὄχι;
§199Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἤδη ὑπὸ συζήτησιν, δὲν τὸν τιμωρεῖ. Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης καταστηματάρχης δὲν ἔχῃ λάβει προνόμιον, ὅταν θὰ ἔχῃ τυχὸν ψηφισθῆ ὁ εἰδικὸς νόμος περὶ προστασίας τῶν προνομίων ἐφευρέσεως, τότε ἡ ἐφεύρεσις αὕτη θὰ εἶναι κτῆμα τοῦ παντός. Ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ ὑποχρεώσῃ ἐκεῖνον ὅστις διατελεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τινὸς νὰ μὴ προδίδῃ τὰ μυστικὰ τοῦ καταστήματος εἰς τρίτους. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἰδιαιτέρας ἐφευρέσεως, ἐπειδὴ σήμερον, κατά τινας ἀτυχῶς ἢ κατ’ ἄλλους εὐτυχῶς, δὲν ὑπάρχει ἡ προστασία αὐτῆς, οὐδεὶς δύναται νὰ τιμωρήσῃ τὸν χρησιμοποιούντα αὐτήν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ παρὸν ἄρθρον, ἐφ’ ὅσον διατελεῖ τις ἐν ὑπηρεσίᾳ τινός, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραβιάζῃ τὰς ἠθικὰς σχέσεις τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἐν τῇ πράξει θὰ παρουσιασθῇ ὁ κίνδυνος ὃν φαντάζεσθε, διότι εἰς ἕνα ἁπλοῦν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος εὐκόλως ἀποχωρεῖ, συνήθως οἱ φρόνιμοι καταστηματάρχαι δὲν θὰ ἐμπιστευθῶσι μεγάλα καὶ ἰδιαίτερα μυστικά, οἷον καὶ τὸ τῆς ἐφευρέσεως. Οἱ δὲ ἔμπιστοι ὑπάλληλοι ὑπηρετοῦσι μακρὰν σειρὰν ἐτῶν,
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ἀποσυρομένης τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Γ. Ράλλη καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μετατροπῆς τῶν ἐκτάκτων στρατοδικείων Θεσσαλονίκης καὶ Ἰωαννίνων καὶ καταργήσεως τῶν στρατοδικείων Λέσβου καὶ Χίου». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ὡς ἑξῆς. «Συνιστᾶται δὲ καὶ δεύτερον Ἀναθεωρητικὸν Δικαστήριον ἐν Θεσσαλονίκῃ, οὗ ἡ ἁρμοδιότης ἐκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ στρατοδικείου Θεσσαλονίκης».
§202Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ μία τροπολογία τοῦ κ. Λαγοπάτη, ὅστις εἶναι ἀπών.
§203ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει· ἄλλως τε δὲν εἶναι αʹ ἀνάγνωσις.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Κ. Σοκόλη.
§206Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ὑπὸ τοῦ ὑποβαλόντος. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν). Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 84 τοῦ νόμου «περὶ ὑποθηκῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Ἀ. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει δήλωσιν περὶ αὐξήσεως διαφόρων πιστώσεων κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκπαιδεύσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀνωτέρου προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀλκ. Θανόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἐξετάσεων τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸν στρατὸν πρωτοετῶν καὶ δευτεροετῶν φοιτητῶν καὶ περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν ἐγγραφῶν αὐτῶν». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Κ. Σταμούλης, Δ. Κανελλόπουλος, Ν. Γαρδικιώτης καὶ Κ. Λιδωρίκης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου. Ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φυλάκων ἐν τοῖς σωφρονιστηρίοις» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ὁ συνάδελφος κ. Δ. Βινιερᾶτος αἰτεῖ δεκαπενθήμερον ἄδειαν. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται). Παρακαλῶ ἤδη τὸν κ. Γραμματέα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπεκυρώθησαν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικά). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις). (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 8,15′ μ. μ.).