1913.11.27
1,028 rows · 7,470 words · 90 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 27ης Νοεμβρίου 1913
(Παρασκευή, ὥρᾳ 4,50′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις κατὰ τῶν Πρακτικῶν; Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ φρουραρχείου Θεσσαλονίκης κρατούμενοι στρατιῶται παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ φροντὶς περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης των· Οἱ μαθηταὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις τετραταξίου Διδασκαλείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ζητοῦσιν, ὅπως περιληφθῶσι καὶ οὗτοι εἰς τὰ περὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως τῶν Διδασκαλείων ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργοῦ νομοσχέδια· Οἱ Δ. Ἀρβανιτάκης, Ἠ. Κουτρόπουλος, Δ. Πολύδωρος Ν. Κουβαντζῆς, Γ. Μπαμπούσης καὶ Κ. Ποριώτης παραπονοῦνται ὅτι, ἐνῷ ὑπέβαλον τὰ ἀπαιτούμενα ὑπὸ τοῦ Β. Διατάγματος ὁριζόμενα, δὲν ἐκλήθησαν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν πρὸς κατάταξιν εἰς τὸν ἀσύρματον τηλέγραφον· Οἱ ἐξ Ἠπείρου φοιτηταὶ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 22, ἐδ. 1, τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου· Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Σκαμνιλίου τοῦ Ζαγορίου τῆς Ἠπείρου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ διάταξις τοῦ πλειστηριασμοῦ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν δασῶν των· Αἱ ἐξ Ὀρτάκιοϊ 400 οἰκογένειαι διαφυγοῦσαι τὰς βουλγαρικὰς θηριωδίας καὶ θέλουσαι νὰ ἐπιστρέψωσιν ἐμποδίζονται ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν· Ἡ Φαίδρα Δ. Τωμαζαίου παρακαλεῖ, ὅπως χαρισθῇ εἰς τὸν στρατιώτην υἱόν της Δημήτριον τὸ ὑπόλοιπον τῆς ὑπηρεσίας του· Οἱ ἐν Δράμᾳ πρόσφυγες ἐκ Ξάνθης, Γκιουμουλτζίνης καὶ περιχώρων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ νόμον πρὸς περίληψιν καὶ ἐγκατάστασιν αὐτῶν ἐν ταῖς χώραις τῆς νέας Ἑλλάδος· Ὑποβάλλονται αἱ ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων· 1) περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως κατ’ ἀποφάσεως τῶν Πλημμελειοδικῶν· 2) περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ὀκτωβρίου 1912 Β. Διατάγματος περὶ τῶν ἐξετάσεων τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸν στρατὸν στρατιωτῶν καὶ φοιτητῶν τῶν Πανεπιστημίων. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ὑποβαλὼν ἐν ἔτει 1910 μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατὰ τοῦ δικηγόρου Γ. Βερανζέρου προυκάλεσεν ἀνάκρισιν μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὁποίας ὁ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς ἀπήγγειλεν αὐτεπαγγέλτως κατηγορίαν κατὰ τοῦ εἰρημένου δικηγόρου ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει. Ἡ περαιτέρω καταδίωξις κατὰ τοῦ δικηγόρου τούτου ἐμποδίζεται ἕνεκα τῆς ἀσυλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, καθ’ οὗ ὁ ἐν λόγῳ Βερανζέρος ὑπέβαλε μήνυσιν. Τούτων οὕτως ἐχόντων ὁ μὲν κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς ὅπως ἐνεργηθῇ ἡ ποινικὴ καταδίωξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ ἄνευ ἀναβολῆς τὴν ἄδειαν ταύτην, ἄνευ τῆς ὁποίας θ’ ἀποβῇ ἀδύνατος ἡ περαιτέρω καταδίωξις τοῦ μηνυθέντος δικηγόρου. Ἐπίσης ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν ὑποβάλει αἴτησιν δι’ ἧς ζητεῖ ἄδειαν πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τῶν βουλευτῶν κ. Σ. Θεοδωροπούλου, Κ. Δεμερτζῆ καὶ Α. Μαλασπίνα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Μεσολογγίῳ Πρωτοδικῶν ὑποβάλει αἴτησιν δι’ ἧς ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰ. Τρικούπη. Ἡ Διεύθυνσις τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων Μακεδονίας ζητεῖ δι’ ἐγράφου της τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Φιλίου.
§2ΙΩ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· δέχεται ὅπως δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Τρικούπην ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Τρικούπης ἔχει τὸν λόγον.
§6ΙΩ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω περὶ τῆς αἰτουμένης ἀδείας, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ παραιτηθῶμεν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παριστάμεθα μάρτυρες τοιούτων ἀνοήτων καὶ ἀνυποστάτων μηνύσεων. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παράσχῃ τὴν αἰτουμένην ἄδειαν πρὸς καταδίωξίν μου διὰ τῆς μηνύσεως ταύτης, ἥτις ἐπεδόθη τὸν Μάϊον τοῦ 1912, πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Πρόκειται περὶ ἐκλογικῶν παραβάσεων, καί, ἐνῷ εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ἐκλογὰς τοῦ Κράτους ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ἐπὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐκλογῶν ἐνστάσεις, μόνον διὰ τὸν νομὸν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας οὐδεμία ἔνστασις ὑπεβλήθη, διὰ τοῦτο δὲ παρεκάλεσα τὸν μηνυτὴν δι’ ἐπιστολῆς μου νὰ ὑποβάλῃ ἔκτοτε ἐν καιρῷ τὴν μήνυσίν του. Ἀλλ’ ὁ μηνυτὴς τότε ἐσιώπα, διὰ τίνα δὲ λόγον, νομίζετε; Διότι ἦτο ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος τρόφιμος τοῦ Δρομοκαϊτείου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· δέχεται ὅπως πᾶσαι αἱ ἀναγνωσθεῖσαι αἰτήσεις πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν παραπεμφθῶσι μετὰ τῶν σχετικῶν ἐγγράφων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργοὶ ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον «περὶ λογιστικοῦ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας τῆς Κρήτης». Ἐπίσης ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΔΡΜʹ (4140) τοῦ 1912 περὶ συστάσεως δικαστηρίων λειῶν» καὶ ἕτερον «περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ προβιβασμοῦ αὐτῶν καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». Πάντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα παραπέμπονται εἰς τὰς ἐπιτροπάς. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς).
§10Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ ἐπιβραδυνθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως χορηγεῖται εἰκοσιπενθήμερος ἄδεια ἀπουσίας εἰς τὸν κ. Μ. Φωτιάδην, ἀρχομένης ἀπὸ τῆς 2 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Παμίσου.
§12Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ, κ. Πρόεδρε, ὑπὸ δύο ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, τοῦ κ. Χ. Δικαίου καὶ τοῦ κ. Π. Ἰατροπούλου, πρότασις νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ προσθέτου λιμενικοῦ φόρου Μεσσήνης. Δὲν γνωρίζω τίς ἔσεται ἡ περὶ τῆς προτάσεως ταύτης γνώμη τῆς Βουλῆς. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ἵνα συναινέσῃ, ὅπως ἡ ἀναφορὰ καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Παμίσου, τὸ πραγματευόμενον περὶ τοῦ θέματος τούτου, παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν ἥτις θὰ ἐπεξεργασθῇ καὶ τὴν πρότασιν νόμου, ἵνα ἐν καιρῷ εἰσαχθῇ ἐπὶ τούτων ἡ οἰκεία ἔκθεσις εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπέχω ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐκφέρω τὴν ἐπὶ τούτων γνώμην μου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅταν ἔλθῃ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν. Προκαταβολικῶς δὲ μόνον δηλῶ ὅτι ἀναγκαιότατον θεωρῶ νὰ μὴ παροραθῶσι καὶ τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἐξ Οἰχαλίας καὶ Ἀνδανείας ὑποβαλόντων ἤδη τοιαῦτα εἰς τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν ταύτην, ἀλλὰ νὰ ἐξετασθῶσι καὶ ταῦτα μετὰ προσοχῆς καὶ δικαιοσύνης. Παρακαλῶ ὅμως νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ τὴν παραπομπὴν καὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ ψηφίσματος εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν ἥτις θὰ ἐπεξεργασθῇ τὴν πρότασιν νόμου.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ στέργει νὰ παραπεμφθῶσιν ἡ ἀναφορὰ καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Παμίσου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἥτις θὰ ἐπεξεργασθῇ τὴν πρότασιν νόμου; Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως παραπέμπεται εἰς τὴν περὶ οὗ πρόκειται ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων καὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ὁ κ. Πουλιάσης ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πόρου Λευκάδος.
§14Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην τῶν κατοίκων Πόρου Λευκάδος. Ἡ ὁδὸς αὕτη περὶ ἧς πραγματεύεται ἡ ἀναφορὰ ἐχαράχθη τῷ 1906, κατὰ δὲ τὸ 1907 ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ σχετικὸν κονδύλιον δαπάνης πρὸς ἀποπεράτωσιν αὐτῆς. Δυστυχῶς ὅμως ἡ δέουσα περαιτέρω ἐνέργεια δὲν ἐγένετο καὶ ἡ ὁδὸς παρέμεινεν ἀτελής. Ταῦτα ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, διότι οἱ κάτοικοι τοῦ τόπου ἐκείνου εἶναι ἐστερημένοι πάσης συγκοινωνίας.
§15Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας τοῦ χωρίου Πόρου μὲ ἀπησχόλησεν ἐνδιαφερόντως, ἀλλ’ ἀτυχῶς οἱ ἑκάστοτε ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἔδειξαν ἀδιαφορίαν. Ἤδη ἀπὸ ἔτους περίπου ἔκαμα τὰς παραστάσεις μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ φορτικότητος, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, φορτικότητος, λέγω, τὴν ὁποίαν μόνον ἡ περισσὴ καλωσύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἡ εὐγένεια αὐτοῦ ἠδύναντο νὰ ἐπιτρέψωσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πεισθεὶς εἰς τὰς δικαίας παραστάσεις μου καὶ ἐξετάσας τὸ δίκαιον τοῦ αἰτήματος τῶν ἀναφερομένων κατοίκων διέταξε καὶ ἐνεργήθησαν ὅλαι αἱ διατυπώσεις τοῦ νόμου, ὥστε ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ πληροῦται ἀποτελεσματικῶς ἡ δικαία ἀπαίτησις τῶν συμπολιτῶν μου. Ὥστε, κύριε Πρόεδρε, δὲν μένει τίποτε ἄλλο εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους των, εἰμὴ ἡ ὑποχρέωσις νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν πρόθυμον ἀποδοχὴν καὶ ἐκπλήρωσιν τῆς δικαίας αἰτήσεως τῶν κατοίκων Πόρου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ 1) ἂν σκέπτεται νὰ λάβῃ κανὲν μέτρον μονιμοποιήσεως διὰ τοὺς προαχθέντας καὶ προαχθησομένους ἐφέδρους ὑπαξιωματικοὺς τοὺς ἐπιθυμοῦντας ν’ ἀνακαταχθῶσι καὶ μείνωσιν εἰς τὸ στράτευμα, 2) ἂν σκέπτεται νὰ χορηγήσῃ ἄδειαν εἰς τοὺς ὑπὸ τοῦ βουλγαρικοῦ στρατοῦ αἰχμαλωτισθέντας στρατιώτας καὶ 3) ἂν σκέπτεται ν’ ἀπολύσῃ τοὺς ἀπαλλαγέντας 1910, 1911 καὶ 1912».
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ εἰσαγάγω νομοσχέδιον ἴσως σήμερον περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν.
§18Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς;
§19ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Θὰ ἴδητε τὸ νομοσχέδιον καὶ ἂν δὲν σᾶς ἱκανοποιῇ, λαμβάνετε τὸν λόγον. Διὰ τὸ ἕτερον ζήτημα δὲν ὑπάρχει σκέψις.
§20Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Τουλάχιστον νὰ κόψουν βεντοῦζες, διότι εἶναι ὅλοι κρυωμένοι.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅσοι εἶναι ἀσθενεῖς θὰ σταλῶσιν εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Ἐπίσης διὰ τοὺς ἀπαλλαγέντας οὐδεμία ἐλήφθη ἀπόφασις.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν 1) τίνες σκέψεις κρατοῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἐφέδρων τοῦ 1910 ὡς καὶ διὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀπαλλαγέντων τοῦ ἔτους 1900 καὶ 1902 ἐφ’ ὅσον μάλιστα αἱ δύο κλάσσεις τῶν ἀπαλλαγέντων νόμῳ ὑπήχθησαν εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν καὶ 2) πῶς δικαιολογεῖται ὁ διοικητὴς τοῦ 3ου πυροβολικοῦ συντάγματος, ὅστις διὰ χθεσινῆς διαταγῆς τοῦ ἐγνωστοποίησε πρὸς τὸ πυροβολικὸν ὅτι ἀπότισις τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς τῶν πυροβολητῶν ἄρχεται οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Β. Δ. περὶ ἀποστρατεύσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 27 τοῦ μηνὸς τούτου».
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχει σκέψις ἀπολύσεως. Πρέπει νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν κρατοῦνται ὑπὸ τὰς σημαίας, εἰμὴ ὅσοι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖοι καὶ ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις παρὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀπολύσῃ τοὺς περισσοτέρους ἐξ αὐτῶν. Διὰ τοὺς ἀπαλλαγέντας τοῦ 1909, 1901 καὶ 1902, οὗτοι θὰ μένωσι μέχρις ἕξ μηνῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, ὀρθῶς ἐνήργησεν ὁ Διοικητὴς τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔφθασαν τὰ σώματα τὰ ἐρχόμενα ἀπὸ τῆς Μακεδονίας εἰς τὰς ἕδρας των».
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Τσακανίκας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἄν διετάχθη ἡ πληρωμὴ πρὸς τοὺς μετὰ τὴν 12 Αὐγούστου ἐ. ἔ. ὀνομασθέντας ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ͵ΔΡΞΛʹ νόμου ὁριζομένου ἐφάπαξ ἐπιδόματος λόγῳ παρασκευῆς πρὸς ἐκστρατείαν ἢ ἂν θὰ διαταχθῇ αὕτη».
§25ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω ἀπάντησιν· ἴσως αὔριον. Εἰς τὴν ἑπομένην ἐρώτησιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν μετάθεσιν τῆς ἕδρας τῆς 3ης Μεραρχίας χθὲς ἐδόθη ἡ ἀπάντησις.
§26Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐρώτημα αὐτό, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἀλλὰ παρεκάλεσα ν’ ἀναγραφῇ τοῦτο καὶ σήμερον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε χθὲς ὅτι οὐδὲν εἶναι ἀκριβὲς περὶ τῆς μεταθέσεως τῆς ἕδρας τῆς 3ης Μεραρχίας ἐκ Μεσολογγίου εἰς Πάτρας, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς βεβαιώσῃ τί θὰ συμβῇ μὲ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἡ πληροφορία αὕτη ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μεγάλως μᾶς ηὐχαρίστησε καὶ τὴν θεωρῶ ἀρκετὰ ἱκανοποιητικήν. Ἀλλὰ σήμερον ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐξ ἄλλης πηγῆς πληροφοροῦμαι ὅτι ἡ σημερινὴ μετάθεσις τῆς ἕδρας εἶναι γεγονός. Τοῦτο πολὺ μᾶς λυπεῖ, ἰδίως δὲ κρατεῖ ἐν ἀναστατώσει τὸν πληθυσμὸν ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ, καὶ ἰδίᾳ τοῦ Μεσολογγίου. Φρονῶ δὲ ὅτι ἡ μετάθεσις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Δὲν θέλω νὰ ἐξάρω τὰ δικαιώματα τοῦ Μεσολογγίου καὶ ἀπὸ ἱστορικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀπόψεως· ἓν μόνον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ· ἄν πρόκειται ὁριστικῶς ἡ 3η Μεραρχία νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν στρατιὰν τῆς Ἠπείρου. Ἐὰν ναί, νομίζω ὅτι φυσικὴ ἕδρα τῆς Μεραρχίας εἶναι τὸ Μεσολόγγιον, διότι μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δυνατὸν νὰ δράσῃ...
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδὲν ἀπεφασίσθη ἀκόμη.
§28Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. διότι ἡ μεταφορὰ τῆς εἰς Ἰωάννινα θὰ γίνηται ἐντὸς 7–8 ὡρῶν. Ἐὰν τοὐναντίον ἡ ἕδρα μεταφερθῇ εἰς Πάτρας, θὰ ἀπαιτήσῃ πενταπλάσιον χρόνον, ἐκτὸς δ’ αὐτοῦ θ’ ἀπασχολήσῃ καὶ στόλον ὁλόκληρον.
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφήσατε ὅτε θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα πρὸς συζήτησιν.
§30Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν θερμῶς νὰ ἀφήσητε τὴν ἕδραν εἰς τὸ Μεσολόγγιον· ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ ὑπεβάλλομεν εὐλαβῶς καὶ πρὸς τὸν Ἄνακτα αἴτησιν νὰ μεσολαβήσῃ διὰ νὰ μὴ παροραθῶσι τὰ δίκαια τοῦ Μεσολογγίου, θὰ τὸ ἐπράττομεν εὐχαρίστως.
§31ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θ’ ἀποφασίσῃ τελειωτικῶς.
§32Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν πραγματοποιηθῇ ἡ μετάθεσις, αὕτη θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας.
§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· οὔτε αὐτὸ δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ. Ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν καιρῷ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δεσμεύεται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, δύναται μόνον ἐπιχείρημα νὰ φέρῃ ὅτι τοῦτο θεωρεῖ συμφέρον ἡ ὑπηρεσία.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπήλ. Ντολιόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί σκέπτεται ἡ ὑπηρεσία διὰ τὰς ἐν ἐκστρατείᾳ πειθαρχικὰς ποινὰς τῶν ἐφέδρων, οἵτινες ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἠδικήθησαν ἐκ τῆς ἀπολύσεως τῶν εἰς τὰ διάφορα ἔμπεδα προσκεκολλημένων καὶ πρώτων ἀπολυθέντων, ἄνευ ἐκτίσεως τῶν ὑπὸ τῶν σωμάτων τῶν ἐπιβληθεισῶν ποινῶν».
§35Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐρώτημα εἶναι σαφὲς καὶ δὲν χρήζει ἀναπτύξεως.
§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος οὐδεμία ἐλήφθη ἀπόφασις. Ὑπενθυμίζω μόνον ὅτι διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ἔπρεπε νὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει τῶν οἱ ἐπίστρατοι ὅτι θὰ ἐκτίσωσι τὰς ποινὰς μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς ὑποχρεώσεώς των. Ἐν τούτοις, ἴσως εὑρεθῇ τρόπος ὥστε νὰ ληφθῇ μέριμνά τις.
§37Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιλαμβάνομαι εἰς ὁποίας δυσχερείας εὑρίσκεται ἡ ὑπηρεσία· ἀλλ’ ἀπελύθησαν ἄλλοι ἄνευ ἐκτίσεως τῶν ποινῶν των.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Τουρκοβασίλης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν ἐνέκρινε τὴν δεκάδραχμον αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ δασοφύλακος αʹ τάξεως Βασιλείου Μπιρμπιλοπούλου, ὑπηρετοῦντος ὑπὲρ τὴν πενταετίαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν, συμφώνως τῷ νόμῳ ͵ΓΩΙΘʹ τῆς 12ης Ἰουλίου 1912, κατόπιν μάλιστα τῆς ὁμολογίας του, κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν δασικῶν νομοσχεδίων, ὅτι γλισχρότατα μισθοδοτοῦνται τὰ κατώτερα δασικὰ ὄργανα.
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ παράσχω εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν δὲν θὰ εἶναι πολὺ εὐχάριστος διὰ τὸ πρόσωπον δι’ ὃ γίνεται ἡ ἐρώτησις. Τὸ πρόσωπον αὐτὸ δὶς ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς ὑπὸ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ παραβάσει καθηκόντων, διατελεῖ δὲ ἤδη ὑπὸ τρίτην κατηγορίαν. Ἄν ἀπαλλαγῇ ταύτης τῆς κατηγορίας καὶ δείξῃ εἰς τὸ μέλλον καλλιτέραν διαγωγὴν, θὰ τύχῃ ἐγκρίσεως τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας του.
§40Β. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε τοὺς φακέλους τῶν πειθαρχικῶν τιμωριῶν τοῦ δασοφύλακος αὐτοῦ, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν εἶναι ἀπὸ τοὺς καταδιωκομένους ἐκ τῆς λεγομένης κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Ὅταν τοὺς καταθέσητε, θὰ ἐκθέσω τινὰ παρασκηνιακὰ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας.
§41Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· πρέπει νὰ τὰ μάθω.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Καρᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὶ ἐνήργησεν ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λογγᾶς τοῦ δήμου Τυμφαίων τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας, ἐξαιτουμένων ὅπως χαρισθῇ αὐτοῖς τὸ ἥμισυ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τοῦ ἔτους 1913, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὗτοι κατέβαλον εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν Μακεδονίας ἀνάλογον ποσὸν εἰς φόρον δεκάτης ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν γαιῶν των τῶν κειμένων πέραν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς καὶ ἀνηκουσῶν εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν νέων ἐπαρχιῶν Μακεδονίας, καλλιεργηθεισῶν δὲ διὰ τῶν αὐτῶν ἀροτριώντων κτηνῶν».
§43Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι μόνον διὰ τὸ χωρίον Λογγᾶ, ἀλλὰ καὶ γενικῶς διετάχθησαν οἱ κ. οἰκονομικοὶ ἔφοροι τῶν τέως παραμεθορίων ἐπαρχιῶν Καλαμπάκας, Τρικκάλων καὶ Λαρίσης, ἀναφέρωσι μήπως καὶ ἄλλων χωρίων τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐκαλλιέργησαν καὶ εἰς τὰ παραμεθόρια νέα μέρη. Ἅμα τοῦτο ἐξακριβωθῇ, θὰ ληφθῇ βεβαίως πρόνοια ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων τούτων κτηνῶν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§45Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐκπληρῶν τὴν ἐπαγγελίαν ἣν ἔδωκα πρό τινος χρόνου πρὸς τὴν Βουλὴν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς αὐτὴν σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Συμβουλίου Ἐπικρατείας». Ἡ σπουδαιοτάτη ἀναντιρρήτως μεταρρύθμισις ἡ γενομένη διὰ τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος εἶναι αὕτη, ἡ ἀνασύστασις δηλαδὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους πολὺ διαφορετικοὺς ἐκείνων ὑφ’ οὓς εἶχεν ἀρχικῶς νομοθετηθῆ. Ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὸ νέον Σύνταγμα εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνήκει ἡ ἐπεξεργασία τῶν προτάσεων νόμων καὶ τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων, ἡ ἐκδίκασις τῶν διαφορῶν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ καὶ ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα· περιπλέον καὶ ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ἀπολαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως κατὰ τοὺς περὶ τούτων νόμους, τουτέστιν ἐκ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀναμένομεν ὄχι μόνον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλλιτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων, εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν Διαταγμάτων τῶν ἐκτελεστικῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐν πολλοῖς παρουσιάζουσιν ἐλλείψεις, ἀλλὰ περιπλέον ἀπεκδεχόμεθα τὴν ἐγγύησιν περὶ τῆς ἀνελλιποῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ὑπὸ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν. Τὸ Σύνταγμα διέγραψεν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ἀλλ’ ἐπαρκῶς ὡρισμένως, πολλὰ σημεῖα τῆς συγκροτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐν πρώτοις ἔθηκε τὸν ἀριθμὸν τῶν συμβούλων, τῶν μὲν τακτικῶν κατ’ ἀνώτατον καὶ ἐλάχιστον ὅρον, τῶν δὲ ἐκτάκτων κατ’ ἀνώτατον· προσέτι ὥρισε καὶ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας τῶν τακτικῶν συμβούλων, ἐκανόνισε τὰ προσόντα τῶν ἐκτάκτων συμβούλων, τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν μελῶν αὐτοῦ πρὸς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ ἀφῆκεν εἰς τὸν νόμον νὰ κανονίσῃ τὰ προσόντα τῶν τακτικῶν μελῶν, τὰ περὶ ἀποχωρήσεως τούτων διαρκούσης τῆς θητείας, τὰ περὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ καὶ πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν διοργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων τοῦ Συντάγματος συνετάχθη τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὰ γενικώτερα σημεῖα εἶναι τὰ ἑξῆς: Οἱ τακτικοὶ σύμβουλοι ὁρίζονται εἰς 9, οἱ δὲ ἔκτακτοι εἰς 4. Κανονίζονται τὰ προσόντα τῶν τακτικῶν συμβούλων κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα νὰ ληφθῶσιν οὗτοι ἐκ πάντων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως καὶ δικαιοσύνης μετὰ περισσοτέρας ἐλευθερίας κατὰ τὴν πρώτην αὑτοῦ συγκρότησιν. Κανονίζονται ἐπίσης τὰ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν συμβούλων ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας καὶ ἕνεκα τῶν λοιπῶν λόγων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Πλὴν τῶν συμβούλων ὅμως ἦτο ἀνάγκη νὰ ῥυθμισθῶσι καὶ τὰ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ. Ἐν ἄλλαις Πολιτείαις τὸ προσωπικὸν τοῦτο εἶναι ἀρκετὰ πολυτελές. Πρὸ παντὸς ὑπάρχει τάξις τῶν λεγομένων maîtres de equête, παρέδρων, ὡς τοὺς ἐχαρακτηρίσαμεν ἡμεῖς, οἵτινες συντρέχουσι κατὰ πολὺ εἰς τὸ ἔργον τοῦ συμβουλίου, ἐν Γαλλίᾳ μάλιστα ἔχουσι καὶ ψῆφον ἀποφασιστικήν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔχομεν μόνον τακτικοὺς καὶ ἐκτάκτους συμβούλους μὲ δικαίωμα ψήφου, δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ δώσωμεν καὶ εἰς τοὺς παρέδρους τούτους ψῆφον ἀποφασιστικήν· διὰ τοῦτο περιωρίσθημεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς ψῆφον συμβουλευτικὴν καὶ καθήκοντα εἰσηγητῶν παρὰ τῷ συμβουλίῳ. Καὶ ἕτερον κατώτερον προσωπικὸν ὑπάρχει, οἱ λεγόμενοι ἐν Γαλλίᾳ auditeurs, τοὺς ὁποίους ὠνομάσαμεν εἰσηγητὰς κατ’ ἀναλογίαν ὁμοίου βαθμοῦ ὑπάρχοντος εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Τούτων ἔργον εἶναι ἡ προπαρασκευὴ τῶν ὑποθέσεων. Ὡς ἔχει ὁ ἀριθμὸς τῶν συμβούλων καὶ ἡ συγκρότησις ἐν γένει τοῦ ἡμετέρου Συμβουλίου Ἐπικρατείας, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολυτελῆ ὀργάνωσιν ἥτις ὑφίσταται ἀλλαχοῦ. Περιωρίσθημεν νὰ διαιρέσωμεν αὐτὸ εἰς δύο τμήματα, εἰς τὸ πρῶτον τῶν ὁποίων ὑπήχθη ἡ νομοπαρασκευαστικὴ ἐργασία καὶ ἡ κατάρτισις τῶν Διαταγμάτων. Εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο συμπράττουσι καὶ οἱ ἔκτακτοι σύμβουλοι. Εἰς τὸ αὐτὸ τμῆμα ὑπήχθη καὶ ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν μονίμων ὑπαλλήλων πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἑτέρας διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διαλαμβανομένης ἐν τῷ ἄρθρῳ 102 αὐτοῦ. Εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα ὑπήχθησαν αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, τῶν ὁποίων ἐπιλαμβάνεται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἴτε ὡς πρωτοεισάκτων εἴτε κατ’ ἔφεσιν καὶ ἀναίρεσιν. Τὰς πρωτοεισάκτους θέλουσι καθορίσει ἑκάστοτε εἰδικοὶ νόμοι, διότι βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ περιλάβωμεν αὐτὰς ἐν τῷ ὀργανικῷ νόμῳ περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀναιρέσεις κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὑπάγοντα πᾶσαι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Εἰς περισσότεραν δυσκολίαν εὑρέθημεν διὰ τὰς ὑποθέσεις τὰς κατ’ ἔφεσιν ἐκδικαζομένας, κατελήξαμεν δὲ νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπὸ τοῦδε μόνον τὰς περὶ χαρτοσήμου καὶ ὅσαι ἄλλαι ἤθελον κριθῆ εἰσακτέαι διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς ὁλομελείας τοῦ Ὑπουργείου ἐκδιδομένων. Ἀλλὰ τὸ κυριώτατον καθῆκον καὶ δικαίωμα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι τὸ τῆς ἀκυρώσεως διοικητικῶν πράξεων, διὰ παράβασιν νόμου, διότι διὰ τοῦ ἐνδίκου τούτου μέσου σκοπεῖται νὰ περιφρουρηθῇ ἡ ἀπαρέγκλιτος τήρησις τῶν νόμων ὑπὸ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν. Τὸ καθῆκον τοῦτο ὑπάγομεν εἰς τὴν ὁλομέλειαν καθ’ ὡρισμένην διαδικασίαν διαγραφομένην ἐν τῷ νόμῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁρίζονται καὶ αἱ περιπτώσεις καὶ οἱ δικαιούμενοι εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ μέτρου τούτου καὶ ὁ τρόπος ἐν γένει καθ’ ὃν συγκροτεῖται καὶ ἀποφασίζει τὸ Συμβούλιον. Πλὴν τούτου εἰς τὴν ὁλομέλειαν ὑποβάλλεται καὶ πᾶσα ὑπόθεσις ἥτις λόγῳ τῆς σπουδαιότητος αὑτῆς ἤθελε κριθῆ ὅτι πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ὁλομέλειαν εἴτε διὰ πράξεως τοῦ προέδρου εἴτε δι’ ἀποφάσεως τοῦ οἰκείου τμήματος. Κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν τὸ τμῆμα ἐπέχει θέσιν εἰσηγητοῦ πρὸς τὴν ὁλομέλειαν. Ταῦτα εἰσὶν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰ ὅρια ἅτινα διεγράψαμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Μετὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας συνέχονται καὶ τρεῖς ἔτι θεσμοὶ ἀναγραφόμενοι ἐν τῷ Συντάγματι. Κατὰ τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων μεταξὺ δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν, ὡς καὶ μεταξὺ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν, δικάζεται ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, μέχρις οὗ ἰδιαίτερος νόμος συστήσῃ πρὸς ἐκδίκασιν ταύτης μικτὸν δικαστήριον, ἀποτελούμενον ἐξ ἴσου ἀριθμοῦ ἀρεοπαγιτῶν καὶ τακτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου ἀναπληρωτοῦ αὐτοῦ. Τὸ δεύτερον ἄρα σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, διαλαμβάνει τὸν ὀργανισμὸν τοῦ εἰδικοῦ τούτου συμβουλίου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 103 τοῦ Συντάγματος «Ἀγωγαὶ κακοδικίας κατ’ ἀρεοπαγιτῶν, ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τακτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας δικάζονται ὑπὸ πενταμελοῦς εἰδικοῦ δικαστηρίου, συγκροτουμένου καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίσει διὰ κληρώσεως ἐκ τῶν τριῶν τούτων σωμάτων, τῶν ἐκ δικηγόρων μελῶν τοῦ ἀνωτάτου πειθαρχικοῦ συμβουλίου καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, λαμβανομένου ἑνὸς μέλους ἐξ ἑκάστου σώματος. Εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο ὑπάγεται καὶ πᾶσα προπαρασκευαστικὴ διαδικασία, οὐδεμία δ’ ἄλλη ἄδεια ἀπαιτεῖται. «Εἰς τὸ αὐτὸ δικαστήριον δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι διὰ νόμου καὶ αἱ ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ πρωτοδικῶν, ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελέων». Ὡς βλέπετε, τὸ Σύνταγμα ἐνταῦθα διεγράφει τελείως τὴν σύστασιν τοῦ δικαστηρίου τούτου. Ὑπολείπεται μόνον ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετὰ δυσχερής. Ἰδιάζουσαν κυρίως δυσχέρειαν παρουσιάζει ὁ συμβιβασμὸς τῆς προστασίας τῶν δικαίων τοῦ ἰδιώτου πρὸς τὴν προστασίαν ἐπίσης τὴν ὀφειλομένην πρὸς τὸν δικαστήν, ἵνα μὴ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε σύρηται εἰς ἀτομικὰς δίκας. Πρὸς τοῦτο καθιεροῦται γενικῶς προπαρασκευαστική τις διαδικασία, ἥτις κατὰ τὸ ἄρθρον 103 ὑπάγεται καὶ αὐτὴ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Ἡ διαδικασία αὕτη ὅμως ἔφερε πολλάκις εἰς καταχρήσεις, διότι κατὰ τὸ προπαρασκευαστικὸν τοῦτο στάδιον ἐζητεῖτο συνήθως νὰ βεβαιώσῃ τοὺς λόγους τῆς κακοδικίας ὁ διάδικος, ἐννοεῖται δὲ ὅτι τὸ τοιοῦτο δὲν εἶναι πάντοτε εὐχερές. Διὸ ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις, καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν πρόκειται περὶ παραπτωμάτων ἐγγράφως ἀποδεικνυομένων, ἐὰν ὁ διάδικος ἀποδίδῃ εἰς τὸν δικαστὴν ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει αὐτοῦ διέπραξεν ὡρισμένον σφάλμα μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν συγκεκριμένον ἔγγραφον, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὰ στοιχεῖα κατὰ τὴν προπαρασκευαστικὴν διαδικασίαν καὶ δύνανται νὰ ἐκτιμηθῶσι παραχρῆμα καὶ ν’ ἀποβληθῇ ἡ αἴτησις, ἐὰν ἐλεγχθῇ ἀβάσιμος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ παραπτωμάτων μὴ ἐγγράφως ἀποδεικνυομένων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει νὰ ὀνομάσῃ τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα καὶ τὸ περιεχόμενον ἑνὸς ἑκάστου ἀποδεικτικοῦ μέσου, νὰ διατυπώσῃ τὰς βάσεις τῆς ἀγωγῆς του καὶ τοὺς μάρτυρας, τοὺς ὁποίους φέρει εἰς ἀπόδειξιν ἑνὸς ἑκάστου γεγονότος, ἐνόσῳ δὲ τὰ γεγονότα ταῦτα περιέχουσι τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου, τὸ δικαστήριον ὀφείλει δεχόμενον τὴν αἴτησιν νὰ προβῇ εἰς τὸ δεύτερον στάδιον καὶ νὰ δώσῃ εἰς τὸν διάδικον τὸ μέσον νὰ βεβαιώσῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐκανονίσθη ἡ διεξαγωγὴ τῆς δίκης κατὰ τοὺς γενικοὺς δικαστικοὺς κανόνας.
§46Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Περιλαμβάνονται καὶ οἱ Πρωτοδίκαι;
§47Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα· ποιούμενος χρῆσιν τῆς διατάξεως τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 103 τοῦ Συντάγματος περιέλαβον καὶ τοὺς πρωτοδίκας. Ἕτερον πειθαρχικὸν Συμβούλιον ἱδρύει τὸ ἄρθρον 104 τοῦ Συντάγματος διὰ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας συγκείμενον ἐκ δύο μελῶν ἐξ ἑκάστου τῶν σωμάτων τούτων καὶ δύο καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁριζομένων πάντων διὰ κλήρου ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης». Καὶ διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Συμβουλίου τούτου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον. Ἐξ ὀνόματος ἐπίσης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἀντιβασιλείας», δυνάμει τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ Συντάγματος, διότι ὁ ψηφισθεὶς τελευταῖος νόμος συνεδέετο πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου. Ἐπίσης ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς δημοσιεύσεως εἰδήσεων καὶ ἀνακοινώσεων ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς κινήσεις, ἔργα ὀχυρώσεως καὶ παραγγελίας (ἐπιδοκιμασίαι). Κανονίζεται ὁ τρόπος καθ’ ὃν διακοινοῦται ἡ ἀπαγόρευσις αὐτὴ καὶ αἱ ἐπιβαλλόμεναι ἐν παραβάσει ποιναί. Εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πλῆρες σχέδιον νόμου περὶ τύπου καὶ ἐξυβρίσεως περιέχον καὶ δικονομικὰς διατάξεις. Τὸ σχέδιον τοῦτο κατ’ ἐμὲ ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον πρωτίστως ἁρμοδίας ὑφισταμένης προπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ποινικοῦ νόμου, διότι ἀποτελεῖ μέγα μέρος τῆς ἀνατεθειμένης εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἐργασίας ἐπί τε τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τῆς δικονομίας. Ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ ἔλαβον μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι διόλου ποινική, ἀλλὰ καθιστᾷ ὑποχρέωσιν τοῦ τύπου ὅπως ἐπανορθοῖ τὰς δι’ αὐτοῦ ἐπιγινομένας προσβολὰς ἢ ἐν γένει οἱανδήποτε ἀνακρίβειαν κατὰ τὸν προσφορώτερον τρόπον. Κατὰ τὴν γνώμην μου οὔτε κατασταλτικαὶ διατάξεις οὔτε ποινικαὶ εἶναι τόσον πρόσφοροι νὰ θεραπεύσωσι τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου ὅσον αὐτὸς ὁ τύπος κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ῥητοῦ «ὁ τρώσας καὶ ἰάσεται». Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας καὶ τὴν ἡμετέραν ὑπάρχει διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δημοσιογράφος ὀφείλει νὰ δέχηται καὶ καταχωρίζῃ δωρεὰν πᾶσαν ἐπανόρθωσιν δημοσιεύσεων ἀνακριβῶν ἢ προσβλητικῶν γενομένων ἐν τῷ φύλλῳ αὐτοῦ ἐπὶ τῇ αἰτήσει εἴτε τῆς Ἀρχῆς περὶ πράξεων τῆς ὁποίας πρόκειται εἴτε τοῦ ἰδιώτου, ὅστις ἐπίσης θίγεται διὰ τοῦ δημοσιεύματος. Ταύτης τῆς διατάξεως πλήρη διατύπωσιν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἕν ἔγκλημα σοβαρώτατον, ὅπερ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἰδίως ἔλαβε μεγάλας διαστάσεις, εἶναι τὸ χαρακτηριζόμενον ὡς σωματεμπορία τῶν λευκῶν, ἡ ἀποπλάνησις τουτέστι προσώπων ἀνηλίκων ἢ ἀδυνάτων πρὸς ἐκμετάλλευσιν διὰ τῆς παραδόσεως εἰς τρίτους ἐπὶ ἀκολασίᾳ. Ἐπὶ τούτου ὁ ἡμέτερος ποινικὸς νόμος οὐδεμίαν περιέχει διάταξιν, τιμωρῶν μόνον τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς διαπράττει τις τοιοῦτον ἀδίκημα πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἰδίου ἑαυτοῦ πάθους, δὲν δύνανται δὲ νὰ θεωρηθῶσιν ἐφαρμοστέαι αἱ περὶ συνεργείας διατάξεις, διότι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα παραδίδονται τὰ θύματα τοῦ ἀδικήματος, δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ὡρισμένα, πολλάκις δὲ εἶναι καὶ ἀθῷα, διατελοῦντα ἴσως ἐν καλῇ πίστει, ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲ τὸ ἀδίκημα ἐνταῦθα προηγεῖται τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ τετελεσμένον πρὶν ἔτι ἐπακολουθήσῃ αὕτη. Τὸ ἀδίκημα αὐτὸ προυκάλεσε πραγματικῶς μεγάλην συγκίνησιν ἐν Εὐρώπῃ ἀπό τινων ἐτῶν. Συνέστησαν ἰδιωτικαὶ Ἑταιρεῖαι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταπολεμήσεως αὐτοῦ, δύο συνέδρια δὲ συνεκάλεσεν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὸν προεκτεθέντα σκοπόν. Συμφώνως πρὸς τὰ πορίσματα τῶν συνεδρίων τούτων διετυπώθησαν εἰδικαὶ διατάξεις εἰς τοὺς ποινικοὺς κώδικας, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτων προτείνω ἀνάλογον προσθήκην εἰς τὸν ἡμέτερον ποινικὸν νόμον. Ἕτερον νομοσχέδιον ὑποβάλλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ συναδέλφου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφορῶν εἰς τὴν ῥύθμισιν τῆς ἐμπορίας τῶν ὅπλων καὶ εἰς τὴν ἄδειαν πρὸς χρῆσιν αὐτῶν, ἀπαγγέλλον δὲ καὶ ποινὰς ἐν περιπτώσει παρανόμου ὁπλοφορίας. Δύο ἕτερα νομοσχέδια εἶναι σχετικὰ πρὸς διόρθωσιν τῶν μᾶλλον ἐπειγουσῶν ἐλλείψεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, αἱ κυριώτεραι τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρουσιν ἰδιαιτέρως τὸν συνάδελφον κ. Κροκιδᾶν, διότι ἀνάγονται εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐκτελέσεως. Ἐπίσης ὑποβάλλω σχέδιον νόμου πρὸς διόρθωσιν ἀτόπου, ὅπερ κατὰ τὴν κρίσιν μου ἐνεφιλοχώρησεν εἰς τοὺς νόμους τοὺς κανονίσαντας τὸ ὅριον τοῦ τόκου. Ἐν αὐτοῖς ὁρίζεται τὸ νόμιμον μέτρον τόκου εἰς 9% καὶ 12% ἐπὶ μικρῶν μόνον δανείων, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει σύμβασις προγενεστέρα ἐπιτρέπεται ἡ λῆψις τοῦ 12%. Τοῦτο νομίζω εἶναι ἄνισον καὶ ἀντιφατικόν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ τιμωρῆται ἐπὶ τοκογλυφίᾳ ὅστις συνομολογεῖ τόκον μείζονα τῶν 9%, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπιτρέπηται, ὅπως ἀπολαμβάνῃ τοῦ τόκου τούτου ὁ συνάψας παλαιοτέραν σύμβασιν. Ὅθεν προτείνω, ἵνα τὸ νόμιμον τοῦ τόκου ὅριον τῶν 9%, καθ’ ὅσον ἰσχύει ἐπὶ τῶν νέων συμβάσεων, ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν προγενεστέρων, ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς ὅμως τοῦ νόμου. Ἐπίσης, διὰ ν’ ἀνακουφίσω, τὸ ἐπ’ ἐμοί, τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τακτοποιήσω καλλίτερον, ὡς νομίζω, τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑποθηκοφυλάκων, ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, δι’ οὗ ἀνατίθεται ἡ περὶ τούτων φροντὶς εἰς τοὺς συμβολαιογράφους, οἱ ὁποῖοι καὶ μόνιμοι εἶναι καὶ τὸ ἔργον αὐτῶν συνδέεται πρὸς τὸ τοῦ ὑποθηκοφύλακος. Εἰς ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεως στηριζομένης ἐπὶ διεθνοῦς συμβάσεως ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ προστασίας τοῦ σήματος καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ. Τελευταῖον νομοσχέδιον ὑποβάλλω τὸ περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου ὡς πρὸς τὰ ἀντιγραφικὰ δικαιώματα. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Μολονότι ἐπ’ ὀλίγον ἔχει ἐφαρμοσθῆ ὁ περὶ ἐνσήμου νόμος οὐχ ἧττον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατέδειξε τὰς μεγίστας δυσχερείας καὶ ἔφερεν εἰς τὸ ἀπροχώρητον τὰ δικαστικὰ γραφεῖα. Ἔχω ἐκθέσεις τῶν εἰσαγγελέων βεβαιούσας ὅτι ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία καθυστέρησεν αἰσθητότατα ἕνεκα τοῦ νόμου αὐτοῦ. Τελευταῖον δὲ ὁ πρόεδρος τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν καὶ προσωπικῶς καὶ δι’ ἐγγράφου ἀναφορᾶς μοὶ παρέστησεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἐπὶ τῇ ἐπαναλήψει τῶν δικαστικῶν ἐργασιῶν νὰ λειτουργήσῃ τὸ Πρωτοδικεῖον, ἂν διατηρηθῇ ὁ νόμος οὗτος. Καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Διὰ τοῦ ἐν λόγῳ νόμου ἐκανονίσθη, ὅπως τὰ ἀντιγραφικὰ δικαιώματα εἰσπράττωνται ὑπὲρ τοῦ Κράτους, τὸ ἥμισυ δὲ ἐκ τοῦ εἰσπραττομένου ποσοῦ διατίθηται ὑπὲρ τῶν ἀντιγραφέων. Συνεπείᾳ τούτου οἱ ἄμισθοι γραφεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπληρώνοντο δέκα λεπτὰ κατὰ φύλλον, ἔφυγον μὴ ἱκανοποιούμενοι, ἀφῆκαν δὲ τὰ γραφεῖα μὲ τοὺς ἐμμίσθους μόνον, μὴ ἐπαρκοῦντας, διὸ πανταχόθεν ζητεῖται ἐνίσχυσις τῶν γραφέων διὰ προσθήκης νέων ἐμμίσθων ὑπογραμματέων καὶ γραφέων, καὶ οὕτω πως τὸ ὄφελος τοῦ Δημοσίου μένει ἰδανικόν, ἐκτὸς τῆς δυσχερείας τῆς τηρήσεως τῶν βιβλίων, τῆς προτεραιότητος κλπ. τὰ ὁποῖα, οὐδέποτε ἐτηροῦντο. Αἱ καταχρήσεις δ’ ἀκόμη, αἵτινες ἐλάμβανον χώραν καὶ προηγουμένως, ηὔξησαν, διότι μὴ ἀμειβόμενοι ἐπαρκῶς καὶ παραχρῆμα οἱ ὑπάλληλοι, ἐφρόντιζον ἄλλοθεν νὰ λαμβάνωσι τὴν ἀμοιβὴν ἀπὸ τοῦ ἐνδιαφερομένου. Ἕνεκα τούτου προτείνω τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις. Τὰ ἀντιγραφικὰ δικαιώματα νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου καὶ νὰ περισταλῇ ὑπερβολή τις, ἐκεῖ ἔνθα παρετηρεῖτο τοιαύτη. Ὅσον ἀφορᾷ δηλ. τὰ ὀλιγόστιχα ἢ μονοσέλιδα ἀντίγραφα, ἐπ’ αὐτῶν νὰ ὁρισθῶσι πεντήκοντα λεπτά, ἐπὶ τῶν ἄλλων μία δραχμὴ κατ’ ἀκέραιον φύλλον. Μετὰ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ὑπερβολικὴ φορολογία ἡ δι’ ἐνσήμου εἴσπραξις 25 λεπτῶν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου κατὰ φύλλον ἀντιγράφου, ἐκτεινομένη καὶ ἐπὶ τῶν συμβολαιογραφικῶν ἀντιγράφων.
§48Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Εἶναι ἐλάχιστος ὁ φόρος αὐτός.
§49Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ περὶ συστάσεως μονοταξίων σχολείων ἀρρένων Β. Διατάγματος». Παρακαλῶ νὰ συστήσητε εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἰ δυνατόν, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως τῆς Μέσης καὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως».
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς ἐπιτροπῆς προεδρεύω ἐγὼ καὶ θέλω συγκαλέσει αὐτήν. Τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον παραπέμπεται εἰς τὴν τακτικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Τὸ δεύτερον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως: Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 τοῦ νόμου ͵ΓϠΙΘʹ περὶ προθεσμίας ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ παροχῆς εἰς τοὺς χωρικοὺς γεωργικῶν εἰδῶν».
§51Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ν’ ἀναβληθῇ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, διότι ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι τινὲς δεόμεναι μελέτης.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ ἀνωτέρου προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῶν προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδοθέντων Β. Διαταγμάτων τῆς 31 Μαΐου 1913 περὶ παροχῆς δικαιώματος εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν σχολείων τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς σχολῆς τῶν γυμναστῶν πρὸς ἐξέτασιν κατὰ Ἰούνιον ἢ Σεπτέμβριον, περὶ περιορισμοῦ ἀπὸ ἑξαμήνου εἰς τρίμηνον τοῦ ὁριζομένου χρόνου διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων περὶ κρίσεως τῶν διδακτικῶν βιβλίων, καὶ περὶ ἐξετάσεων ἐπὶ πτυχίῳ τῶν τελειοφοίτων τῶν Πανεπιστημίων κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἄνευ ἀποδείξεων ἐξετάσεων ἐν τῇ γυμναστικῇ». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει ὑποβληθῆ τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. Δ. Βρατσάνου.
§53Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξετάσεων τῶν φοιτητῶν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δύο ἄλλαι τροπολογίαι, τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ καὶ Θ. Παπαϊωάννου, ἔχουσαι οὕτως: «Ἡ αὐτὴ εὐκολία παρέχεται κλπ. (ἀναγινώσκει): (Ἀπορρίπτονται συναινέσει τῆς Βουλῆς αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ καὶ Θ. Παπαϊωάννου. Ψηφίζεται εἶτα τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ σύνολον). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω 1) σχέδιον νόμου περὶ μετατροπῆς τῶν ἐκτάκτων στρατοδικείων Ἰωαννίνων καὶ Θεσσαλονίκης εἰς τακτικὰ καὶ καταργήσεως τῶν στρατοδικείων Χίου καὶ Μυτιλήνης. Πρόκειται περὶ ἱδρύσεως ἑτέρου Ἀναθεωρητικοῦ ὅπως ἐπιτραπῇ νὰ ἐκδικασθῶσιν αἱ ὑποθέσεις αἱ ἀφορῶσαι τοὺς λιποτάκτας ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις στρατοδικείων· 2) «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας», πρόκειται τουτέστι περὶ σχεδίου νόμου δι’ οὗ παρέχεται ἀναβολὴ κατατάξεως εἰς τοὺς μαθητὰς τῶν διδασκαλείων κλπ.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
§57ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν, δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν ὡς κατεπείγοντα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντα στρατιωτικὰ νομοσχέδια κηρυχθῶσι κατεπείγοντα, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνονται εἶτα δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ μετατροπῆς τῶν ἐκτάκτων στρατοδικείων Θεσσαλονίκης καὶ Ἰωαννίνων εἰς τακτικὰ καὶ καταργήσεως τῶν στρατοδικείων Χίου καὶ Μυτιλήνης»· 2) «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 5 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, «περὶ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ».
§59Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὁ κ. Κ. Σοκόλης ὑπέβαλε τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις οὗ τυπωθῶσι.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀποδεχομένης τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 6 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, «περὶ προσόντων καὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων κλπ.».
§61Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ἀναβληθῇ, διότι δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀποδεχομένης τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 7, «περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας», ἀνεβλήθη διὰ τὴν Παρασκευήν.
§63Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐξεδηλώθη ἐπιθυμία τῆς ἐπιτροπῆς νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία.
§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν.
§65Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Ψηφίζονται εἶτα κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 26 τοῦ περὶ φυγοδικίας ͵ΓϠΜΑʹ νόμου». 2) «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ͵ΓϠΝΑʹ νόμου τοῦ 1911. Α. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ΓϠΛϚʹ τοῦ 1911». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§67Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἐψηφίσθη νόμος, καθ’ ὃν οἱ δικασταὶ οἱ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον μετατιθέμενοι δὲν δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν ὁδοιπορικὰ ἔξοδα. Ἐδικαιολογήθη τότε ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ μέτρου τούτου, διότι ἐδίδετο εἰς τοὺς δικαστὰς αὔξησίς τις τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Τὰ τῆς διαβαθμίσεως τῆς αὐξήσεως ταύτης εἶναι γνωστὰ εἰς ὑμᾶς, πλὴν διὰ τοῦ ἑρμηνευτικοῦ τούτου νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἑρμηνεύεται ὁ νόμος ἐκεῖνος, καθ’ ὃν δικαιοῦνται ὁδοιπορικῶν ἐξόδων μόνον ὅσοι δὲν ἔχουσι λάβει τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ των, ῥυθμίζεται ἐπιεικέστερον τὸ ζήτημα τοῦτο. Θὰ ἤθελον εὐμενῶς ν’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ πρότασιν τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως ἀποδίδωνται ὁδοιπορικὰ ἔξοδα εἰς τοὺς μετατιθεμένους ὑπαλλήλους καὶ δὴ ἐκ τοῦ σοβαροῦ κατὰ τὴν γνώμην μου λόγου ὅτι ἤδη, ὅτε τὸ Κράτος κατ’ εὐχὴν ηὐρύνθη καὶ αἱ δικαστικαὶ περιφέρειαι ἐγένοντο πολὺ μεμακρυσμέναι, δὲν εἶναι δίκαιον διὰ τὴν μικρὰν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ὡς δίδεται αὕτη, ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωνται ὁδοιπορικὰ ἔξοδα ὑπὸ τῶν δικαστῶν, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι μέγιστα, ὥστε δικαστὴς λ. χ. μετατιθέμενος ἀπὸ Κοζάνης εἰς Γύθειον ἔχει ἀνάγκην τριῶν μισθῶν τοὐλάχιστον δι’ ὁδοιπορικά.
§68Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§69Ν. ΞΗΡΟΣ. Φρονῶ λοιπόν....
§70Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀφήσατε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§71Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅταν ψηφισθῇ ὡς ἔχει, δὲν ἔχει λόγον ἡ συζήτησις καὶ ἐκφράζω γνώμην τὴν ὁποίαν θεωρῶ δικαίαν. Ἐὰν ἐφέρετο ὡς λόγος τῆς καταργήσεως τῶν ὁδοιπορικῶν διότι ἐλέγετο ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις, ὑποθέτω ὅτι οἱ δικασταὶ οἵτινες ἤθελον φωραθῆ καταχρώμενοι, κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν δημοσίαν πίστιν δὲν θὰ ἦσαν ἄξιοι νὰ εἶναι δικασταὶ καὶ θὰ ἔπρεπε βαρὺς ὁ πέλεκυς νὰ ἐπέλθῃ κατ’ αὐτῶν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δίκαιον εἶναι διὰ τῆς εἰσαγομένης τροπολογίας νὰ κατηργεῖτο ὁ ἰσχύων νόμος.
§72Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰσάγει δίκαιον μέτρον ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτυχαν αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ. Διὰ τοὺς τυχόντας ὅμως αὐξήσεως τὰ ὁδοιπορικὰ δὲν εἶναι βαρέως δυσανάλογα, διότι σήμερον αἱ μεταθέσεις εἶναι ἀραιότεραι καὶ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τοιαύτη ὥστε ὄχι μόνον νὰ ἰσοσταθμίσῃ ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπερβάλῃ τὰς δαπάνας ταύτας.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταφραστικῶν γραφείων καὶ ἀρχειοφυλακείων ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις καὶ περὶ ἑρμηνέων ξένων γλωσσῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς εἰς ἀπάντησιν ὑποχρεώσεως τῶν δημοσίων Ἀρχῶν ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων αὐταῖς ἀναφορῶν». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§74Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, Κύριοι, χρησιμοποιεῖ τι τὸ ὁποῖον εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅλων μας, ὅτι δηλαδὴ ὄχι σπανίως αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους παραπέμπουσι τὰς ἀναφορὰς at Calendas graecas καὶ ἀποφεύγουσι ν’ ἀπαντήσωσι πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ἀδιάφορον διὰ τίνα λόγον. Τὸ ζήτημα εἶναι κυρίως κοινωνικὸν καὶ ἑπομένως θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀπαντήσῃ ὅτι εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἡ τήρησις τῶν κοινωνικῶν τύπων ἀποτελεῖ θεσμὸν τελείως ἀπαράβατον δι’ ὅλους, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη τοιούτου νομοσχεδίου. Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ἡ ἀνάγκη παρίσταται ἀλλ’ ὄχι διατυπουμένη ὑπὸ τὸν γραφειοκρατικὸν τύπον ὑπὸ τὸν ὁποῖον διατυποῦται ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ, διότι ἀπαιτεῖται ἀναφορὰ ἡ ὁποία νὰ σταλῇ εἰς τὴν δημοσίαν Ἀρχὴν καὶ κατόπιν ἐπ’ αὐτῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσῃ αὕτη ἐντὸς προθεσμιῶν, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρει. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἂν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ μόνον ὁ πληθυσμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀλλὰ καὶ ὁ μέγας πληθυσμὸς τὸν ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἀφοῦ ἡ δι’ ἀναφορᾶς καὶ μάλιστα ἐπὶ χαρτοσήμου κατὰ τὸν τύπον τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον αἴτησις εἰς τὰς διαφόρους Ἀρχὰς δὲν θὰ εἶναι πρακτική, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατή, θὰ ἦτο προτιμότερον, λέγω, καὶ θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ τροποποίησιν κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ὑποβάλλωνται ἀναφοραί, ἀλλ’ αἱ δημόσιαι Ἀρχαὶ νὰ εἶναι ὑποχρεωμέναι ν’ ἀπαντῶσιν εἰς οἱανδήποτε αἴτησιν ὁπωσδήποτε ὑποβαλλομένην ἐνώπιον αὐτῶν. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν ἀκόμη πρακτικώτερον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐκτὸς τῆς μορφῆς τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν εἰς τὰς αἰτήσεις αὐτάς, πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ὡρισμένη προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ Ἀρχὴ ἥτις ἔλαβε τὴν αἴτησιν ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ πρὸ τῆς λήξεως αὐτῆς, κατόπιν δὲ τῆς πληροφορίας ὅτι ἐλήφθη, τότε ν’ αἴρηται ἡ προθεσμία τὴν ὁποίαν ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 2ον. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς κοινωνικόν· ὅτι ἔχει μεγίστην σημασίαν καὶ πρέπει νὰ τύχῃ τῆς ἀμερίστου προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Δέον νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως κυρίως συνηθίσῃ ὁ λαὸς νὰ ἔχῃ πεποίθησιν ἐπὶ τοὺς ἡγέτας αὐτοῦ, διότι οὕτω μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταργηθῇ ἓν καθεστὼς κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς καταντᾷ νὰ εἶναι πράκτωρ πληροφοριῶν, διότι μόνον εἰς αὐτὸν ἔχει ἐμπιστοσύνην ὁ λαὸς ὅτι θὰ ἔχῃ βεβαίαν τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ διαφόρων του αἰτημάτων ἢ πληροφοριῶν ἢ αἰτήσεων τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὰς Ἀρχάς. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δεικνύει ὅτι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τὴν ἄμεσον ἡ ὁποία ὑφίσταται καὶ παρακαλῶ αὐτὴν ἀκριβῶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὄχι τὸν γραφειοκρατικὸν τύπον, ὅστις ἀκολουθεῖται ἐν Γερμανίᾳ, διότι ἐκεῖ ἰσχύει ἄλλο σύστημα, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν κοινωνικόν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ διατυπώσῃ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ εὐκολία τὴν ὁποίαν σκοπεῖ νὰ δώσῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§76Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ εἰκοσαήμερος προθεσμία ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὰς ἀναφορὰς πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ, διότι δύναται ὁ ἀπαντῶν ὑπάλληλος ν’ ἀπαντήσῃ μετὰ 20 ἡμέρας «ἐλήφθη ἡ ἀναφορά σας καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν μετὰ ἔρευναν»· ἀφοῦ δὲ παρέλθουσι καὶ ἄλλαι 20 ἡμέραι ν’ ἀπαντήσῃ οὐσιαστικῶς καὶ νὰ εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ προθεσμία πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς πενθήμερον, ὁσάκις δὲν εἶναι οὐσιαστική.
§77Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ νόμος τάσσει τὸ ἀνώτατον ὅριον διότι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ὑποθέσεις ἐφ’ ὧν δὲν δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ταχύτερον ἡ Ἀρχή, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τῆς εἰκοσαημέρου προθεσμίας δύναται νὰ ἐλεγχθῇ πειθαρχικῶς ὁ ὑπάλληλος κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις, ἂν ἐπέδειξεν ἀμέλειαν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2ον καὶ 3ον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13 ἐν τῇ Ἡμερ. Διατάξει. Αʹ συζήτησις τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κλήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§80ΕΠ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὀλιγόλογος αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ἀρκετὴ ὅπως πείσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει. Ὡς θὰ παρετήρησῃ ἡ Βουλή, κινδυνεύουσιν ὡρισμένοι ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ νὰ παραμείνωσι διαρκῶς ὑπὸ τὰ ὅπλα, ἐνῷ ἄλλοι συνάδελφοί των τῆς αὐτῆς κλάσσεως ν’ ἀπέλθωσι καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Καὶ σήμερον ὑπάρχουσι διάφορα παράπονα ἰδίως ἐκ τῶν ὑπηρετούντων παρὰ τῇ 9ῃ Μεραρχίᾳ, ὅτι ὅλοι οἱ μόνιμοι ἀξιωματικοὶ ἀπῆλθον καὶ μένουσιν οἱ ἔφεδροι ἐξ αὐτῶν, οἱ ἀπολυόμενοι δὲ ἀπολύονται ἀναλόγως τῆς εὐνοίας ἢ μὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅπως εἴτε ὡρισμέναι κλάσσεις ἐφέδρων καλῶνται ἢ διαμένωσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα, εἴτε κατ’ αἴτησιν τῶν ἰδίων, ἢ κατὰ σώματα, ἂν πρόκειται δι’ ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ἢ πρὸς ἐκπαίδευσιν, ὡς δικαιολογεῖ τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ μόνου ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου.
§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ἐγένετο κακὴ χρῆσις τῆς ἐξουσίας, τοῦτο θ’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον κρίσεως, ἂν δ’ ὑπάρχωσι πληροφορίαι ὅτι ὡρισμένοι ἀξιωματικοὶ ἀδικοῦνται, δύναται νὰ γίνῃ ἐπίκλησις ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ ἄμυνα καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως.
§82Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὡρισμένα παράπονα τὰ ὁποῖα δι’ ἐπιστολῆς, ἐννοεῖται, μοὶ διετυπώθησαν. Ἐκ τῆς 9ης Μεραρχίας π. χ., ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἀκριβῶς εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, οὐδεὶς μόνιμος ἀξιωματικὸς παραμένει ἐκεῖ.
§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προκειμένου περὶ τούτου σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι 56 ἀξιωματικοὶ μόνιμοι διετάχθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας ἑβδομάδος νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ σώματά των.
§84Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια ὅπως ἀντικατασταθῶσιν οἱ ἀπολυόμενοι ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ ὑπὸ μονίμων μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐπιστρατείας, καὶ τούτου ἕνεκεν ἐξανίστανται, φοβοῦνται δὲ μὴ τὸ μέτρον αὐτὸ τὸ ὁποῖον προηγγέλθη, τὸ κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν εἰς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας ἢ πρὸς ἐκπαίδευσιν, φοβοῦνται, λέγω, μὴ καταστῇ δι’ αὐτοὺς δουλεία. Ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κρατῇ τὰς ἐφεδρείας καταναγκαστικῶς, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ γενικὴ ἀνάγκη. Αὐτοὶ ὑπηρέτησαν ἐπὶ 15 ὁλοκλήρους μῆνας, ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα των κληθέντες, καὶ ἐκινδύνευσαν, καὶ σήμερον κινδυνεύουσι, νὰ ἴδωσιν ἐπ’ ἄπειρον παρατεινομένην αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, ὑποχρέωσιν ἡ ὁποία δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τὴν αὐτὴν κλάσσιν ἢ εἰς τὸν αὐτὸν χρόνον, ἀλλ’ ἡ ὁποία θὰ ἐπιβληθῇ προσωπικῶς εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, μόνον καὶ μόνον διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελε κρίνει ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία των ἐν τῷ στρατεύματι. Ἄν ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατεύματι ἤθελε κριθῇ ἀναγκαία, ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των, ὑπάρχει δὲ τὸ τεκμήριον ὅτι πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἱκανοὶ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ ἐννοήσω αὐτὴν τὴν διάκρισιν ἡ ὁποία γίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν εἰδικὴν ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσωπικῶς νὰ κρατῇ ἕνα ἔφεδρον ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, τιμωρῶν οὕτως αὐτὸν ἐπ’ ἄπειρον, πέρα τῶν ὁρίων τοῦ νόμου καὶ τῆς ὑποχρεώσεως ἐκ τοῦ νόμου.
§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν διὰ τὰς ἀνησυχίας αἵτινες ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ὡς εἶναι γνωστόν, ἓν μέρος ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας πρόκειται νὰ μονιμοποιηθῇ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος νόμου, τοῦ παγίου, δὲν δύναται νὰ γίνῃ μονιμοποίησις, διότι περὶ τούτου δὲν προβλέπει ὁ νόμος. Σήμερον λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον σχετικόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ ἡ μονιμοποίησις. Τὴν 30ὴν Νοεμβρίου, λυθείσης τῆς ἐπιστρατεύσεως, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ μείνωσι, πρέπει νὰ ἀπολυθῶσι, διότι θὰ ἦτο παράνομος ἡ περαιτέρω παραμονὴ τούτων ἐν τῷ στρατεύματι, μέχρις ὅτου ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ προνοοῦν περὶ μονιμοποιήσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν προβλέπεται ἡ προσωρινὴ παραμονὴ αὐτῶν, διότι δὲν γνωρίζομεν τίνες θὰ μείνωσιν ὁριστικῶς. Τὴν 30ὴν Νοεμβρίου θ’ ἀπολυθῶσι. Τί θὰ γίνῃ ἐν τῷ μεταξύ;
§86Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κρατήσῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν ἐν τῷ στρατεύματι ἐφέδρους ἀξιωματικούς. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τοῖς ἐπιβάλῃ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν προσωπικῶς, ἐπειδὴ οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωσιν ὡς μόνιμοι ἐζήτησαν, καθ’ ὅσον ἤθελε κριθῇ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἀναγκαῖον, νὰ παραμείνωσιν ἐν τῷ στρατῷ ὡς δυνάμενοι ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν δύνασθε, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κρατήσητε ἐφέδρους ἀξιωματικούς, νὰ τοὺς μονιμοποιήσητε, ὅτε αὐτοὶ δὲν ἐζήτησαν τοῦτο. Ἄν δεχθῆτε μίαν μόνον τροπολογίαν, μίαν προσθήκην μιᾶς καὶ μόνης λέξεως, τότε δὲν θὰ ἐγερθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν σήμερον ἐκ τοῦ φόβου μὴ ὁ κλῆρος θέλει πέσει εἰς τὸν Α ἢ Β ἔφεδρον ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστῇ μίαν δουλείαν. Ἄν προσθέσητε τὴν φράσιν «καθ’ ὅσον ἐζήτησαν» ἂν ἐζήτησαν βεβαίως, τότε μάλιστα, ἀλλὰ τὴν ὑποχρέωσιν — παρακαλῶ εἰς αὐτὸ νὰ προσέξητε, κύριε Πρόεδρε — δὲν εἶναι δυνατὸν οἱαδήποτε ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ τὴν καταστήσῃ τοιαύτην, νὰ ὑποχρεώσητε τὸν ἔφεδρον, εἴτε ὁπλίτην εἴτε ἀξιωματικόν, νὰ ὑποστῇ μίαν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν αὐτὸς δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποστῇ καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐπιβάλλεται γενικῶς εἰς τὴν τάξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει.
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι πρόθυμος νὰ ἐξετάσω τὴν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ αὕτη, διότι ὁμολογῶ ὅτι τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι διατετυπωμένα πολὺ γενικῶς, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἐγέννησεν εὐλόγους ἀνησυχίας. Ἔχω νὰ προσθέσω ὅτι δὲν πρόκειται νὰ μονιμοποιήσωμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ μονιμοποιηθῶσι. Παρακαλῶ μόνον ἵνα ἡ τροπολογία εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ἄλλους, ἐκτὸς ἐκείνων τοὺς ὁποίους προτιθέμεθα, νὰ μονιμοποιήσωμεν, ἂν κριθῇ ἐνδεδειγμένον, νὰ κρατήσωμεν καὶ τάξιν τινὰ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐν τῷ στρατῷ. Βεβαίως διὰ τοῦ μέτρου τούτου δὲν θὰ κρατηθῶσιν ὁποιοιδήποτε προσωπικῶς, ἀλλὰ θὰ κρατηθῶσι μὲ σειράν τινα οἱ ἀρχαιότεροι, οἱ γεροντότεροι. Τὴν τροπολογίαν σας ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐξετάσωμεν μετὰ πολλῆς προσοχῆς.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. Τὰ λοιπὰ νομοσχέδια δὲν εἶναι ὥριμα πρὸς συζήτησιν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν στέργει ν’ ἀντιπροσωπευθῇ διὰ πρεσβείας κατὰ τὰς γενησομένας ἐν Κρήτῃ ἑορτὰς διὰ τὴν ἀνύψωσιν τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας.
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ πρεσβεία θὰ ἐκλεγῇ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6,15′ μ. μ.)