1913.11.22
4,249 rows · 32,890 words · 194 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
Τῆς 22 Νοεμβρίου 1913
Πέμπτη ὥρᾳ 4 40′ μ.μ.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς καὶ προχθεσινῆς συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ ἐν Ἀθήναις μαθηταὶ Γυμνασίων οἱ καλούμενοι ὡς κληρωτοὶ τοῦ 1914 ζητοῦσιν, ὅπως τοῖς δοθῇ ἀναβολὴ κατατάξεως· Ὁ δικαστικὸς κλητὴρ Ν. Βούλγαρης ζητεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ μεριμνήσῃ ἐπὶ παραγεγραμμένης μηνύσεώς του κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Τσαξίρη· Ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης ἰατρὸς Δ. Ἀντωνιάδης δι’ ἐκθέσεώς του ἐξιστορεῖ τὰ δεινοπαθήματα τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σουφλίου ἀφ’ ἧς τοῦτο ἀνακατελήφθη ὑπὸ τῶν Βουλγάρων· Ὁ ἐκ Βάρνης ὁμογενὴς Τηλ. Δαβιδόπουλος ζητεῖ τὴν ἀπόλυσίν του ἀπὸ τοῦ στρατοῦ· Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Αἰγίνης κατάδικοι ζητοῦσιν ἀναστολὴν ποινῆς· Αἱ χῆραι Ἀδηλὲ Ῥακῆπ καὶ Ἀλκὲ Ζουλφεκιὰρ ζητοῦσιν, ὅπως περαιωθῇ ἡ δικογραφία ἡ παραπέμπουσα εἰς τὸ Στρατοδικεῖον τοὺς υἱούς των ὡς συνενόχους τοῦ Μπεκὴρ Ἀγᾶ· Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μελιγαλᾶ «Ἑρμῆς» τοῦ δήμου Οἰχαλίας παρακαλεῖ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ κυριακῆς ἀργίας ἐφαρμοσθῇ εἰς ὁλόκληρον τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης· Οἱ κάτοικοι Ἄργους παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὰ τέκνα των, ἅτινα ὑπηρετοῦντα εἰς τὸν στρατὸν ὡς ἀνυπότακτοι δὲν ἀπολύονται διότι ἀδυνατοῦσι νὰ πληρώσωσι τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ποσὸν τῶν 500 δραχμῶν ἢ 800· Ὁ βουλευτὴς κ. Ἰ. Μπρισιμιτζάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑπηρεσίας ἐν ἐνεργείᾳ ἐφέδρων ἀνθυπολοχαγῶν καὶ ὑπολοχαγῶν τοῦ Μηχανικοῦ»· Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης ἄρθρων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων». Οἱ βουλευταὶ κ. Χ. Δικαῖος, Ἀ. Κοκκέβης, Ἀ. Ζησιμόπουλος, Π. Λυμπερόπουλος, Π. Φλέσσας, Δ. Γκιουλές, Π. Μερλόπουλος, Π. Ἰατρόπουλος, Σ. Ντολιόπουλος Ἀ. Περρωτής, Δ. Κανελλόπουλος, Γ. Καντιάνης, Β. Κυρέλλος καὶ Ε. Γεωργιάδης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος ἐν μέρει τοῦ νόμου ͵ΔΞΗʹ (4068) τοῦ 1912 περὶ ἀναστολῆς παραγραφῶν». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Μὴ ὑπαρχούσης εἶτα ἀντιρρήσεως χορηγοῦνται αἱ κάτωθι ἄδειαι· Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ἰ. Κοττίκαν 15 ἡμερῶν· Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Π. Ἀγγελίδην 15 ἡμερῶν.
§2ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 7 Ἰουλίου 1913 συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας πρὸς προστασίαν καὶ ἐμπορίαν τῆς σταφίδος». Ἡ σύμβασις αὕτη ὑπεγράφη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας πρὸς προσωρινὴν ἐπίλυσιν διαφορᾶς ἡ ὁποία ἐγεννήθη, ὡς γνωστόν, πέρυσιν. Ἐγεννήθη ἀμφισβήτησις ἐκ μέρους τῆς ἑταιρείας περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἐνεργείας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἀκολουθίαν τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία εἶχε γεννηθῆ κατὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ παρακρατήματος. Ἡ ἑταιρεία μὴ θέλουσα νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀντίληψιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε τὴν φιλικὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως φρονοῦσα ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τῆς λύσεως τῆς συμβάσεως, ὅτι δ’ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ῥηθεῖσα σύμβασις παρουσίαζεν ὄντως διάφορα κενά, τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε καταδείξει, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη συνεπῶς βελτιώσεών τινων καὶ τροποποιήσεων, αἵτινες θὰ καθίστων τὸν ὀργανισμὸν αὐτῆς βιώσιμον, ὀργανισμὸν καθ’ ἑαυτὸν παρέχοντα διαφόρους ὠφελείας εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ἀπεφάσισεν, ἀναβάλλουσα τὴν ὁριστικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος νὰ προβῇ εἰς προσωρινὸν διακανονισμὸν διὰ τὸ ἔτος τὸ σταφιδικὸν 1912–1913. Πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου, ἐπειδὴ οἱ μέτοχοι τῆς ἑταιρείας, ἀλλοδαποὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ὄντες, ἐστερήθησαν οἱουδήποτε μερίσματος κατὰ τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἔτη, ἐπέκειτο δὲ καὶ πέμπτον ἔτος, καθ’ ὃ ἐπίσης οὐδὲν ἐπρόκειτο νὰ διανεμηθῇ μέρισμα, καὶ ἐπειδὴ συγχρόνως ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τὴν κρίσιμον δὲν συνέφερε νὰ δημιουργηθῇ δυσφορία τις περὶ τῆς γονιμότητος τῶν κεφαλαίων τῶν τοποθετημένων ἐν Ἑλλάδι, ἐθεώρησεν ἐπιβεβλημένον νὰ προέλθῃ εἰς συμβιβαστικὴν προσωρινὴν λύσιν ἐπὶ τῇ βάσει μερικῆς ἐλαττώσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ καταβαλλομένου εἰς τὸ Κράτος λόγῳ φόρου. Παρεδέχθη οὕτως, ὅπως ἀσφαλισθῇ ὑπὲρ τῶν μετόχων τῆς ἑταιρείας κέρδος διὰ τὸ ἔτος 1912–1913 μέχρις 800,000 δρχ. κατ’ ἀνώτατον ὅριον, ὅπερ νὰ δύναται ν’ ἀποτελεσθῇ δι’ ἀφαιρέσεως ποσοῦ μέχρις 920,000 δραχ. ἐκ τοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον καταβλητέου φόρου. Εὐτυχῶς ὅμως ὡς ἐκ τῆς καλλιτέρας τῆς ὑπολογιζομένης ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος ἐφέτος τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ μειωθῇ εἰς ποσὸν ἴσως κάτω τῶν 500,000 δραχ. Ἐν τῇ συμβάσει περιλαμβάνονται καὶ ἄλλαι τινὲς διατάξεις ἀσφαλιστικαὶ κρείττονος λειτουργίας τῆς ἑταιρείας. 2) Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν ἐπιστρατευθέντων ἐπιτηδευματιῶν». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνεται μερικὴ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος ἕνεκα τῆς κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ πολέμου ἐπιστρατεύσεως. 3) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 50,000 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1913 διὰ δαπάνης μετακλήσεως τῶν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν E. Kummer καὶ W. Cauer πρὸς μελέτην διαρρυθμίσεως τῶν λιμένων Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης». Τέλος 4) ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ὀκτωβρίου 1913 Β. Διατάγματος περὶ ἐκτυπώσεως κερμάτων καὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ͵ΓΧΜΑʹ τοῦ 1910». Διὰ τοῦ νομοθετικοῦ τούτου Β. Διατάγματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κύρωσις, ἐπετράπη ἡ πρόσθετος κυκλοφορία κερμάτων νικελίνων καθὼς καὶ ἡ ἐκ νέου κυκλοφορία τῶν χαλκίνων κερμάτων, ἥτις εἶχεν ἀνασταλῆ διὰ προηγουμένου νόμου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον περὶ τῆς προνομιούχου παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κυρίων Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Α. Θανοπούλου, Δ. Γκλαβά, Ν. Χαριτάτου, Γ. Μεσσηνέζη, Π. Κριεκούκη, Ι. Βουρλούμη, Γ. Καντιάνη καὶ Ἀχ. Χρυσογέλου. (Ὀρκωμοσία Βουλευτοῦ). Ὁ κ. Α. Ροῦφος Κανακάρης παρακαλεῖται νὰ ὁρκισθῇ. (Προσέρχεται ὁ κ. Ροῦφος Κανακάρης καὶ δίδει τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθωρισμένον ὅρκον ἔχοντα οὕτως: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Χ. Καρᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ δημοδιδασκάλου Λ. Δραγάτση.
§4Χ. ΚΑΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 13466 ἐγκύκλιόν σας ἀπὸ τῆς 22 Ἰουνίου 1912, ἀπευθυνομένην πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ Ἕλληνας δημοδιδασκάλους, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐμφαίνεται ὅτι καὶ ὑμεῖς, κ. Ὑπουργέ, ἔχετε τὴν γνώμην ὅτι καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνον δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην ἐπὶ ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων τοῦ κλάδου των, ἀλλὰ καὶ νὰ διατυπώνωσι ταύτην καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς ὁμάδες καὶ διὰ τοῦ τύπου ἀκόμη. Καὶ πολὺ ὀρθῶς· διότι βέβαιον εἶναι ὅτι ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐκεῖνοι οἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσιν ἔγκυρον καὶ σαφῆ γνώμην ἐπὶ ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων ἀφορώντων τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπὲρ πάντα ἄλλον δύνανται νὰ σταθμίσωσι καὶ κρίνωσι ποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελεσματικὴν ἐπίδρασιν ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη διαρρύθμισις τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, εἶναι πρὸ παντὸς οἱ δημοδιδάσκαλοι. Παραδόξως ὅμως, κ. Ὑπουργέ, ἐνῷ καὶ ὑμεῖς τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ ἡμᾶς ἔχετε, τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Ἀττικῆς, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δημοδιδάσκαλοί τινες τῆς περιφερείας Ἀττικῆς μετ’ ἄλλων, ἄλλων ἐκπαιδευτικῶν περιφερειῶν, διετύπωσαν ἀντιθέτους γνώμας πρὸς τὰς ἰδικάς σας προκειμένου περὶ συστάσεως μονοταξίων διδασκαλείων, προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν δύο δημοδιδασκάλων. Ἡ πρᾶξις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου Ἀττικῆς, ἡ ὁποία ἐπεκυρώθη καὶ ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, διότι τὰ μέλη τοῦ Κεντρικοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου μὴ ἔχοντα ὑπὸ τοῦ νόμου δικαίωμα νὰ μεταρρυθμίζωσι πράξεις τῶν τοπικῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐπικυρώνωσιν ἢ νὰ ἀκυρώνωσιν αὐτάς, εἶναι ἀνέκκλητος. Ἡ τοιαύτη ἀπόφασις κρατεῖ ἐν συγκινήσει σύμπαντα τὸν δημοδιδασκαλικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος ὡς ἄδικος καὶ παράνομος, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ νόμος ͵ΒΤΜΘʹ ὁρίζει ὅτι δημοδιδάσκαλος ἀπολύεται, ἐὰν προηγουμένως πειθαρχικῶς τιμωρηθῇ δὶς κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος διὰ τὸ αὐτὸ παράπτωμα ἢ ἐὰν ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους τιμωρηθῇ τρὶς διὰ διάφορα παραπτώματα. Κατὰ τὸν νόμον δὲ τὸν ἰσχύοντα ͵ΓϞΗʹ δημοδιδάσκαλος ἀπολύεται, ὅταν καταστῇ ἀνεπίδεκτος διορθώσεως. Διὰ παράπτωμα δημοδιδασκάλου δύναται νὰ ἐπιβληθῇ πειθαρχικὴ τιμωρία, πρόστιμον, προσωρινὴ ἀπόλυσις καὶ μετὰ ταῦτα ἀπόλυσις ὁριστική. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ἑπομένως, κ. Ὑπουργέ, διὰ νὰ ἐπανορθώσητε ἀφ’ ἑνὸς τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα εἰς τοὺς ἀπολυθέντας δημοδιδασκάλους, νὰ προλάβητε δὲ καὶ ἄλλας ἀπολύσεις ἄλλων τοιούτων, ἄλλων ἐκπαιδευτικῶν περιφερειῶν, διότι πλὴν τῶν ἀπολυθέντων τούτων δημοδιδασκάλων καὶ ἄλλοι ὑπερεξήκοντα, πολλοὶ τῶν ὁποίων ὑπηρετοῦσι καὶ ἤδη εἰσέτι ἐν τῷ στρατῷ, θὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν τύχην, θὰ παρακαλέσω, λέγω, νὰ ὑποβάλητε πρότασιν νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Κεντρικὸν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον νὰ μεταρρυθμίζῃ πράξεις τῶν τοπικῶν ἐποπτικῶν συμβουλίων, ὁσάκις αὗται παρανόμως ἐκτελοῦνται. Ὁ νόμος δ’ οὗτος νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος καὶ πρὸς περιορισμὸν ἄλλων τοιούτων. Διότι θὰ εἶναι λυπηρόν, κ. Ὑπουργέ, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὑποδέχεται τοὺς ἐπανερχομένους ἐπιστράτους ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ προσφέρῃ εἰς τοὺς ἐπανερχομένους ἐπιστράτους δημοδιδασκάλους, οἵτινες ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, τὸν μποναμᾶν τῆς ἀπολύσεως.
§5Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Τρικκάλων καί, ἂν τὰ πράγματα εἶχον ὡς ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀναντιρρήτως ἤθελεν ἀδικήσει τις μεγάλως τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον προέβη εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν δημοδιδασκάλων. Εὐχαριστῶ ἐπίσης αὐτόν, διότι ἐμνήσθη τῆς ἐγκυκλίου τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα εὐθὺς ὡς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀπηύθυνα ἐγκύκλιον τῇ 21 Ἰουνίου 1912 πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων, θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ τί ἔλεγον τότε, διότι ἀληθῶς εὗρον κατάστασιν ἡ ὁποία δὲν ἦτο παντάπασιν ἐποικοδομητικὴ διὰ τὴν συμπεριφορὰν δημοδιδασκάλων τινῶν καὶ διὰ τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν οὗτοι ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι ἠκολούθουν (ἀναγινώσκει): «Ἀπὸ πολλοῦ παρατηρεῖται, ὅτι λειτουργοὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δημοσιογραφοῦσιν ὅλως ἀπρεπῶς κατ’ ἀλλήλων· παρατηρεῖται ὅτι διδάσκαλοι, ὀλίγοι εὐτυχῶς, ἔχοντες ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὸ καθῆκον νὰ παρέχωσιν εἰς τὸν λαὸν ἑαυτοὺς πρότυπον εὐπρεπείας, ὑπακοῆς εἰς τοὺς νόμους καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὰς καθεστηκυίας Ἀρχάς, ἐπετέθησαν μετ’ ἀνηκούστου ἰταμότητος ἐναντίον μέτρων τῶν προϊσταμένων καὶ ἐναντίον μέτρων ἔτι ἢ σχεδίων τῆς Πολιτείας. Τοῦτο ἐλέγχει παραγνώρισιν τῆς θέσεως τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, τὴν ὁποίαν δὲν ἐφροντίσατε νὰ περιστείλητε ἐγκαίρως καθ’ ὃ ἔχετε καθῆκον καὶ δι’ ὧν παρέσχεν εἰς ὑμᾶς ἡ Πολιτεία μέσων, οὕτω δὲ τὸ κακὸν ἐπεδεινώθη ἐσχάτως εἰς βαθμὸν ἐλέγχοντα αὐτόχρημα παράλυσιν τῆς πειθαρχίας. Δὲν στερεῖται ἡ Πολιτεία μέσων, ἵνα ἐπαναφέρῃ τοιούτους ὑπαλλήλους εἰς τὴν συναίσθησιν τοῦ καθήκοντος, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι διὰ τὰς παρεκτροπὰς των ταύτας ὑπέχετε καὶ ὑμεῖς ἀπέναντι τῆς Πολιτείας μεγάλην εὐθύνην ἐφ’ ὅσον ἀνέχεσθε αὐτὰς παρὰ τοῖς ὑφισταμένοις. Ὅθεν νομίζομεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσωμεν σύντονον τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναφέρητε ὅ,τι τάχιστα τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν προσήκουσαν ὑπηρεσιακὴν ἀντίληψιν, ἄν που ἐλλείπῃ αὕτη παρὰ τοῖς ὑφισταμένοις ὑμῶν. Θέλομεν τοὺς διδασκάλους νὰ ἐπιδιώκωσι δι’ ἡνωμένων δυνάμεων τὴν βελτίωσίν των, θέλομεν αὐτοὺς νὰ ἐνδιαφέρωνται καὶ παρακολουθῶσι τὴν ἐκπαιδευτικὴν κίνησιν, θέλομεν ἔτι νὰ βλέπωμεν αὐτοὺς μετέχοντας ἐνεργῶς δημοσίᾳ διεξαγομένης συζητήσεως περὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἀλλ’ εὐπρεπῶς. Προθύμως θὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ κρίσεις των περὶ πράξεων τῶν προϊσταμένων, ἐκφραζομένας ὅμως νομοταγῶς καὶ μετὰ προσήκοντος τόνου. Ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν λίαν δυσαρέστως πᾶσαν ἕνωσιν ἀποτολμῶσαν νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ νὰ τίθηται ἀντιμέτωπος τῶν μέτρων καὶ σχεδίων τῆς Πολιτείας. Θὰ ζητήσωμεν δὲ καὶ παρ’ ὑμῶν εὐθύνας διὰ πᾶσαν ἐνέργειαν ἢ ἐκδήλωσιν τῶν ὑφισταμένων σας ἀναιροῦσαν τὴν πειθαρχίαν καὶ τείνουσαν νὰ μειώσῃ τὸ κῦρος τῆς διοικήσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἂν δὲν ἐνεργήσητε προληπτικῶς καὶ πειθαρχικῶς τὰ δέοντα. «Ὅθεν ἐντελλόμεθα, ὅπως ἀνακοινώσητε ἀμέσως τὴν παροῦσαν εἰς ὅλους τοὺς λειτουργοὺς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς ὑμετέρας περιφερείας καὶ ζητεῖτε τοῦ λοιποῦ εὐθύνας παρ’ αὐτῶν, ὁσάκις κατέρχονται εἰς δημοσιογραφικὰς κατ’ ἀλλήλων ἀντεγκλήσεις ἢ ψέγουσιν ἀνευλαβῶς ἐν τῷ τύπῳ ἀποφάσεις καὶ μέτρα τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν ἢ ἀντιτάσσονται κατὰ μέτρων ἢ σχεδίων τῆς Πολιτείας ἢ καὶ προβαίνουσι τέλος ὑπὲρ τῶν προϊσταμένων αὑτῶν εἰς ἐπαίνους ἀτόπους καὶ δυναμένους νὰ χαρακτηρίσωσι τοὺς ἐπαινοῦντας ὡς ἀνθρώπους εὐτελοῦς χαρακτῆρος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Ἰανουαρίου 1912. Ὁ Ὑπουργὸς Ι. Δ. Τσιριμῶκος Περ. Φρειδερῖκος». Ἔκτοτε ὁ ἄκοσμος δημοσιογραφικὸς ἀγὼν μεταξὺ τῶν δημοδιδασκάλων κατέπαυσεν. Ἠσθάνθησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὤθουν τοὺς εὐπιστοτέρους ἐξ αὐτῶν εἰς τοιούτου εἴδους ἀγῶνας, μὴ προσήκοντας εἰς δημοσίους λειτουργούς, ἠσθάνθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσωσι, πεισθέντες ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ ἤθελον κολασθῆ αὐστηρῶς. Παρομοίαν παρατήρησιν ἔκαμε καὶ τὸ Κεντρικὸν Συμβούλιον, ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ δὲ πρός με ἐκθέσει τῶν πεπραγμένων τοῦ λήξαντος σχολικοῦ ἔτους, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρει (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν τοπικῶν συμβουλίων ὑποβληθεισῶν ἐφέσεων τὸ Κεντρικὸν Συμβούλιον ὑπῆρξε καὶ ἐφέτος φειδωλὸν περὶ τὴν ἀκύρωσιν τῶν καθ’ ὧν αἱ ἐφέσεις ἀποφάσεων, προβαῖνον εἰς ἀκυρώσεις μόνον ὁσάκις ἐπείθετο τελείως περὶ τοῦ δικαίου τῶν ἐφεσιβαλλόντων διδασκάλων ἢ ὁσάκις λόγοι τυπικοὶ ἐκινδύνευον νὰ περιπλέξωσι τὸ Δημόσιον εἰς δίκας προφανῶς ἐπιζημίους, αὐστηρῶς δὲ μάλιστα ἔκρινε τοὺς πταίσαντας καὶ προθύμως ἐπεκύρωσε τὰς τιμωρίας, ὁσάκις ἐξεδίκασε παραπτώματα διδασκάλων προσβάλλοντα τὴν πειθαρχίαν. Τοιαῦται περιπτώσεις ἀτυχῶς παρουσιάσθησαν ἐφέτος, διότι λειτουργοὶ τῆς λαϊκῆς ἐκπαιδεύσεως, ὠθοῦντες πέρα τῶν ἐπιτρεπομένων ὁρίων τὴν ἄλλως ἀξιέπαινον ὁμαδικὴν ἐνέργειαν, παρουσιάσθησαν δημοσίᾳ ὁμαδικῶς ἐπικρίνοντες πράξεις ἀνωτέρων Ἀρχῶν, οὕτως ὥστε ἀσχέτως πρὸς τὴν οὐσίαν τῶν ζητημάτων καὶ τὴν τυχὸν ὀρθότητα τῆς γνώμης των νὰ παρέχωσι τὸ φαινόμενον συστάσεως ἀντιπειθαρχικῆς. Πρὶν ἢ δημοσιευθῇ τὸ Διάταγμα τὸ νομοθετικὸν περὶ μονοταξίου διδασκαλείου, διεξήγετο ἀγὼν δημοσιογραφικὸς δι’ ὀργάνου, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὁποίου ἐφέροντο τρεῖς τῶν δημοδιδασκάλων ὡς ὑπεύθυνοι συντάκται. Δὲν προέβην τὸ παράπαν εἰς δίωξιν οὐδ’ αὐτῶν, διότι ὁ συντάκτης τοῦ ὀργάνου τούτου ἐτύγχανε συμπολίτης μου καὶ ὁ ἀγὼν ἐστρέφετο κατὰ τοῦ προσώπου μου, ἐνόμισα δ’ ἀνάξιον ἐμοῦ νὰ κατέλθω καὶ νὰ ζητήσω δίωξιν καὶ τιμωρίαν τῶν διδασκάλων, οἱ ὁποῖοι θέτουσι τὰ ὀνόματα αὑτῶν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον ὁ συντάκτης αὐτοῦ μετεχειρίζετο κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ των. Ὅτε ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, ἦτο φυσικὸν ὅτι ἤθελον προηγηθῆ κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις καὶ παρηκολούθουν μετὰ προσοχῆς πολλῆς τὰ γραφόμενα, διότι ἤθελον νὰ φωτισθῶ ἐκ τῶν εἰδικῶς ἀσχολουμένων περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ τροποποιήσω τὰς σκέψεις μου. Μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατῆλθον εἰς τὸν ἀγῶνα, ἦτο, ὡς εἰκός, καὶ ὁ συντάκτης τῆς «Σάλπιγγος», ἔλαβον δ’ ἀφορμὴν ἐκ συνεντεύξεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκα πρὸς τοὺς δημοσιογράφους, νὰ διαφωτίσω τὸ κοινὸν περὶ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων καὶ νὰ εἴπω ὅτι ταῦτα εἶναι ὡς μέτρον προσωρινὸν καὶ μέτρον ἀνάγκης τὸ ἄριστον, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία. Μεταξὺ τῶν ἄλλων κατὰ τὴν συνέντευξίν μου ἔλεγον περὶ τῶν δημοδιδασκάλων (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως κρινόμενοι οἱ νέοι διδάσκαλοι, φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ εἶναι κατώτεροι τοῦ μεγίστου μέρους τῶν σημερινῶν διδασκάλων». Αὐτό, Κύριοι, ἐξελήφθη ὡς μείωσις τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως τῶν ἤδη διδασκάλων καὶ ἠγέρθη ἐκ τούτου ἀγών, καὶ ἐκλήθησαν οἱ ἁπανταχοῦ διδάσκαλοι ἀπὸ τὸν προστάτην αὐτὸν τὸν ἐξωτερικὸν εἰς ἐξέγερσιν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ ὑβρίζοντος τὸ Σῶμα, διότι ἐτόλμησεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ ὅτι οἱ διδάσκαλοι οἱ προερχόμενοι ἐκ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων δὲν θὰ ὑστερήσωσι κατὰ πολὺ τοῦ μεγίστου μέρους τῶν ἤδη διδασκάλων, τῶν προερχομένων ἐκ τῶν τριταξίων διδασκαλείων. Καὶ τότε ἤρξαντο αἱ δημοσιεύσεις αἱ θίγουσαι πᾶσαν ἐνέργειαν καὶ αὐτὸ τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δημοσιεύσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἔφερον ὑπογραφὰς διδασκάλων, ἀλλ’ ὑπογραφὰς ἢ τοῦ ἰδίου συντάκτου ἢ τοῦ γραφείου τῆς Ἑνώσεως τῆς Πανελληνίου τῶν διδασκάλων, ὁ δὲ συντάκτης ἐφέρετο ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν ἀποτελούντων τὴν ἕνωσιν ταύτην διδασκάλων. Καί, ἐφ’ ὅσον τὰ πράγματα οὕτως εἶχον, οὐδαμῶς προσεῖχον εἰς τὰ γραφόμενα, τῶν ὁποίων ἀκούσατε μερικὰς ἐπιγραφὰς καὶ φράσεις (ἀναγινώσκει)· «Ἄνομοι πράξεις», «τόσον ἰταμῶς παράνομος εἶναι ἡ πρᾶξις», «θὰ ἴδωμεν τὸ ἀνάστημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι» κτλ.
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ λέγουσιν ἄλλοι αὐτά· δὲν τὰ λέγουσιν οἱ διδάσκαλοι.
§7Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Σᾶς παρακαλῶ. Μετὰ ταῦτα ἐπέρχεται ἡ δημοσίευσις εἰς τὸ «Ἐμπρὸς» τοῦ πρακτικοῦ, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἦσαν ὑπογεγραμμένοι περὶ τοὺς ἑξήκοντα διδασκάλους. Αἱ πληροφορίαι τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ὅτι οἱ διδάσκαλοι οὗτοι ὑπηρέτουν ἐνταῦθα ὡς ἐπίστρατοι, συνῆλθον δὲ καὶ ἀπεφάσισαν ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανονικὴ ἀντιπροσωπεία τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως ἐν Ἀθήναις. Ἐὰν ἀληθῶς, ἀφ’ ὅτου παρῃτήθη ὁ πρόεδρος αὐτῆς, δὲν ἐγένετο ἐκλογὴ νέα, νομίμως συγκεκροτημένον Σῶμα ἔκτοτε δὲν ὑπῆρξεν. Ἰδοὺ τί λέγουσιν ἐν τῷ δημοσιευθέντι πρακτικῷ (ἀναγινώσκει): «Διαμαρτύρονται ἐντόνως πεποιθότες ὅτι διερμηνεύουσι καὶ τὰ αἰσθήματα τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις συναδέλφων κατὰ τῶν ἀβασίμως ὅλως καὶ ἀδίκως καὶ ἐπὶ καταρρίψει τοῦ γοήτρου τοῦ διδασκαλικοῦ ἀξιώματος διατυπωθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐν τῇ δημοσιευθείσῃ περὶ μονοταξίων διδασκαλείων συνεντεύξει αὐτοῦ...». Δὲν πρόκειται κἄν, ὡς βλέπετε, νὰ δώσωσι γνώμην περὶ τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, ἀλλὰ μόνον νὰ ψέξωσι τὸν Ὑπουργόν, διότι δῆθεν ἐπέρριψε μομφὴν κατὰ τῶν διδασκάλων, ἐνῷ ἐγίνωσκον ὅτι τοῦτο εἶναι ψευδές, διότι οὐδὲν ἐνέχον προσβολὴν εἶπον κατὰ τοῦ κλάδου τῶν διδασκάλων, περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων χθὲς ἡ Βουλὴ ἔλαβε γνῶσιν κατὰ τίνα τρόπον μεριμνῶ ὡς Ὑπουργός. Κατωτέρω ἐν τῷ πρακτικῷ λέγουσιν (ἀναγινώσκει)· «Ἀποστρέφουσι μετὰ περιφρονήσεως τὸ πρόσωπόν των ἀπὸ εὐαρίθμους δημοδιδασκάλους δυστυχῶς ἐν Ἀθήναις ὑπηρετοῦντας, οἵτινες μοχθηρότατα ὅσῳ καὶ κωμικώτατα ἀκινδύνως ἐπιζητοῦσι νὰ παραστήσωσι δῆθεν τὴν Ἕνωσίν μας... ὡς μὴ ὑπάρχουσαν, καὶ οἵτινες — εὐτυχῶς εἶναι ἐλάχιστοι — μόνοι ἐξ ὅλων τῶν χιλιάδων τοῦ κλάδου εὗρον ὡς σύμφορον τὴν λειτουργίαν τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, χωρὶς νὰ ὑποστηρίξωσι δημοσίᾳ τὴν γνώμην των ταύτην, ἀλλὰ δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, συμφωνήσαντες μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ ἐξέλθωσι τῶν μονοταξίων θὰ εἶναι ἰσοδύναμοι καὶ ἀνώτεροι καὶ τῶν καλλιτέρων ἐκ τῶν ὑπαρχόντων καὶ οἵτινες διὰ τῆς εὐτελοῦς καὶ δουλοπρεποῦς αὐτῶν συμπεριφορᾶς κατεξηυτέλισαν εἰς τὸ πρόσωπόν των τὸ ὑπερήφανον, ὑψηλὸν καὶ ἱερὸν ἀξίωμα τοῦ Ἕλληνος δημοδιδασκάλου, οὗτινος ἀποδεικνύονται τελείως ἀνάξιοι». Γνωρίζετε δὲ διατί τὰ τελευταῖα ταῦτα γράφουσι καὶ κατὰ τίνων; Κατὰ τοῦ συνδέσμου τῶν διδασκάλων, τοῦ ἀριθμοῦντος ὅλους τοὺς ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ διδασκάλους, ἐκτὸς τῶν τριῶν αὐτῶν οἱ ὁποῖοι φέρονται εἰς τὴν ἐφημερίδα «Σάλπιγγα» ἐπὶ κεφαλῆς, διότι οὗτος προσῆλθεν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ διεμαρτυρήθη διὰ τὰ γραφόμενα καὶ δημοσιευόμενα, ἵνα μὴ ἐκληφθῇ ὅτι καὶ αὐτὸς ἀντιπροσωπεύεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον οἰκτρόν. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τοῦτο. Προσθέτουσιν ἐν τέλει τοῦ πρακτικοῦ (ἀναγινώσκει)· «Ἐκφράζουσι τὰ θερμότατα συγχαρητήρια καὶ τὴν ἀναλλοίωτον εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπόν της κ. Εὐάγγ. Ἀλχανοκάρδην, ὃν αὕτη περιβάλλει ἀείποτε διὰ τῆς ἀπολύτου καὶ ἀδιασείστου ἐμπιστοσύνης της καὶ ὅστις δὲν παύει ἀόκνως, πεφωτισμένως καὶ σθεναρῶς καὶ μετὰ εἰλικρινοῦς ἀφοσιώσεως ἐργαζόμενος ὑπὲρ τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ κλάδου καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Ἡ δὲ ἐμπιστοσύνη ἐξεφράζετο πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπαυσεν ἑβδομαδιαίως, καὶ ἀνθυπολοχαγὸς ἔτι ἔφεδρος ὤν, νὰ ὑβρίζῃ τὸ πρόσωπον τοῦ προϊσταμένου αὐτῶν Ὑπουργοῦ. Τότε λοιπὸν ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν, λίαν βραδέως δὲ τὸ ἐνόμισα, νὰ σταματήσω τὸν κατήφορον, εἰς τὸν ὁποῖον παρεσύροντο οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ διδάσκαλοι, καὶ νὰ ἐργασθῶ ὑπὲρ ἀνυψώσεως τοῦ γοήτρου αὐτῶν, ὑπὲρ ἀνυψώσεως τῆς θέσεώς των· ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ μὴ τοὺς ἀφήσω νὰ κατέρχωνται μέχρι τοιούτου ἐξευτελισμοῦ, ὥστε νὰ λησμονῶσιν ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι ἱκανὴ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα αὐτῶν καὶ νὰ ἐπιζητῶσι νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ πρώτου ἰδιώτου. Τότε δι’ ἐγγράφου μου πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν μερῶν ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατήγοντο οἱ διδάσκαλοι παρήγγειλα πειθαρχικὴν δίωξιν, ἂν καὶ οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἔχουσι τὴν γνώμην ὅτι παρὰ τὴν ἐγκύκλιον τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα καὶ παρὰ τὰ κελεύσματα τῶν νόμων, καὶ παρὰ τὰς ὁδηγίας καὶ παρὰ τὰς διαταγὰς ἐνήργησαν οἱ διδάσκαλοι. Ἐν τέλει δ’ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου ἔλεγον· «ἐπὶ πᾶσι τούτοις παραγγέλλω νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν ὑμῶν διδασκάλων ἀνακοινοῦντες εὐρύτατα ὅτι τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον δὲν ἀπαγορεύει εἰς αὐτοὺς νὰ ἔχωσι γνώμην ἐπὶ παντὸς ἐκπαιδευτικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἀξιοῖ τὴν γνώμην των οἱ διδάσκαλοι, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν εἶναι, νὰ ὑποβάλωσιν εἰς αὐτὸ μετ’ εὐλαβείας καὶ διὰ τῆς προσηκούσης ὁδοῦ, εἴτε μεμονωμένοι εἴτε εἰς συλλόγους ἡνωμένοι ἐνεργοῦσι, μὲ πλήρη βεβαιότητα ὅτι μετὰ προσοχῆς θὰ λαμβάνηται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν»· κατὰ τὴν στιγμὴν δηλ. καθ’ ἣν παρήγγελλον τὴν δίωξιν δὲν ἐλησμόνησα τὰς ἀρχὰς αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ προσωπικῶς ἐμέ· οὐδέποτε ἐλησμόνησα ὅτι πνεῦμα φιλελεύθερον πρέπει νὰ κυριαρχῇ ἐν πάσῃ ἡμῶν πράξει καὶ διὰ τοῦτο εἰς πάντας τοὺς διδασκαλικοὺς συλλόγους παρήγγειλα νὰ εἰσφέρωσι τὴν γνώμην αὐτῶν, προκειμένου νὰ καταρτίσω τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια. Πρὶν ἢ λάβῃ ὁ ἐπιθεωρητὴς Ἀττικῆς τὸ ἔγγραφόν μου τοῦτο —τὸ ἀπηύθυνα τῇ 23 Σεπτεμβρίου — εἶχε καλέσει τοὺς διδασκάλους εἰς ἀπολογίαν, — ἐκλήθησαν τῇ 18 Σεπτεμβρίου —, διότι τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν προυξένησε καὶ εἰς αὐτόν, ἣν καὶ εἰς ἐμέ, διότι οὐχὶ πρώτην φορὰν εἶχεν ἐπιληφθῆ τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἄλλων παρομοίων πράξεων, ἐκλήθησαν εἰς ἀπολογίαν, λέγω, τῇ 18 Σεπτεμβρίου, ἀλλὰ δὲν προσῆλθον, ὅπως ἀπολογηθῶσιν, ἀπέστειλαν ὅμως τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῶν πρὸς τὸν ἐπιθεωρητήν των καὶ ἐζήτησαν παράτασιν τῆς ταχθείσης προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἐπιθεωρητὴς προθύμως παρέσχε· καὶ πάλιν ὅμως δὲν ἀπελογήθησαν· ὁ δ’ ἐπιθεωρητὴς ἀπευθύνει προσωπικὴν ἐπιστολὴν πρὸς ἕνα τῶν διδασκάλων καὶ τὸν παρακαλεῖ ν’ ἀπολογηθῇ, ἀλλ’ οὗτος ἀπαντᾷ περιφρονητικῶς δι’ αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς (ἐπιδεικνύει τὴν ἐπιστολήν), τῆς ὁποίας τὸ ὀρθογραφικὸν μέρος δύνασθε νὰ ἐλέγξητε. Περιεφρόνησε λοιπὸν καὶ τὸν ἐπιθεωρητήν του. Ὁ ἕτερος ἀρχικῶς μετεμελήθη, εἰπὼν ὅτι δὲν ἐφαντάζετο ὅτι αὐτὸ τὸ πρακτικὸν θὰ ἐδημοσιεύετο κλπ. καὶ ὁ ἐπιθεωρητὴς τῷ εἶπε· «κάμε τὴν ἀπολογίαν σου, καί, ἂν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, θὰ τιμωρηθῇς ἐπιεικῶς. Ἀλλὰ μετὰ δύο ὥρας ἐπανέρχεται καὶ λέγει· ἐπιμένω εἰς ὅσα ἐκτίθενται εἰς τὸ πρακτικόν, καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον πρωτύτερα νὰ μὴ τὰ λάβῃς ὑπ’ ὄψιν». Περὶ τῶν δύο τούτων λοιπὸν διδασκάλων πρόκειται, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν, ὄχι διότι ἐδημοσίευσαν τὴν γνώμην των, διότι, ἐὰν τοιαύτην οἰκτρὰν ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων του εἶχε τὸ Συμβούλιον, ὅτι δηλ. ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῶσιν ἄνθρωποι ἐκφράσαντες γνώμην ἐναντίαν, ἠδυνάμην νὰ εἰσηγηθῶ μέτρον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀκυρώσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἀγαπῶ καὶ ἐκτιμῶ τοὺς ἔχοντας γνώμην ἰδίαν καὶ μετὰ παρρησίας ἐκφράζοντας αὐτήν, ἀλλὰ πολὺ ἀπέχει ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης ἀπὸ ἀνευλαβεῖς ἐκφράσεις, ἀπὸ τὰς ὕβρεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κατὰ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν. Ἐὰν τοιοῦτό τι ἐπιτρέψητε, παρέλυσε πᾶσα πειθαρχία καὶ εἰσῆλθεν ἡ ἀναρχία εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, δὲν θὰ εἶμαι δ’ ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἔχω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ διοικῶ τοιούτους ἀναρχικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐκλήθησαν καὶ ἄλλοι διδάσκαλοι εἰς ἀπολογίαν, ἀλλ’ ἰσχυρίσθησαν ὅτι οὔτε ἐντολὴν ἔδωκαν οὔτε ὑπέγραψαν τοιοῦτο πρακτικόν, ἄλλοι δὲ δύο δημοσιογραφικῶς ἐδήλωσαν ὅτι οὔτε ὑπέγραψαν οὔτε ἐντολὴν ἔδωκαν νὰ θέσωσι τὰς ὑπογραφάς των. Αἱ ἀπολογίαι τῶν διδασκάλων τούτων ἐστάλησαν ἀπὸ τοὺς ἐπιθεωρητὰς πρὸς τοὺς ἁρμοδίους εἰσαγγελεῖς διὰ νὰ καταδιώξωσι τοὺς τυχὸν πλαστογραφήσαντας τὰς ὑπογραφὰς τῶν διδασκάλων. Ἡ ἀπόλυσις τῶν διδασκάλων ὑπὸ τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου προυκάλεσε ταραχὴν εἰς τοὺς ὑπαιτίους, ἀπηύθυναν δὲ ἐγκύκλιον γράμμα ἐμπιστευτικὸν πρὸς πάντας τοὺς διδασκάλους τοῦ Κράτους, δι’ οὗ καλοῦσιν αὐτοὺς ν’ ἀπευθύνωσι τηλεγραφήματα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὴν Πανελλήνιον Ἕνωσιν, διὰ νὰ προκαλέσωσιν ἐπέμβασιν κυβερνητικὴν ὑπὲρ τῶν ἀπολυθέντων διδασκάλων καὶ διὰ νὰ προληφθῇ δῆθεν ἡ ἀπόλυσις καὶ ἄλλων ἑξήκοντα πταισάντων καὶ διωκομένων. Ἔχω ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ Συμβούλιον προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ ἰδίου προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ἐν Ἀθήναις προέβη εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεως διὰ τῆς ὁποίας ἐτιμώρησε τρεῖς ἑτέρους διδασκάλους ἀπολογηθέντας διὰ μηνιαίας μόνον προσωρινῆς ἀπολύσεως.
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατί αὐτὴ ἡ διαφορά, κύριε Ὑπουργέ;
§9Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀμέσως σᾶς ἀναγινώσκω τὸ σκεπτικὸν τῆς ἀποφάσεως (ἀναγινώσκει)· «Ἐπειδὴ ὑπάρχει μὲν ἀποδεδειγμένον τὸ παράπτωμα, εἰς ὃ ὑπέπεσαν οἱ κατηγορούμενοι διδάσκαλοι, ἀλλ’ ὅμως τὸ Συμβούλιον νομίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλην τὴν δικαιοδοσίαν του καὶ τιμωρήσῃ διὰ τῆς βαρυτάτης τῶν ποινῶν, καθόσον διὰ τῆς ἀπολογίας των, ἐν ᾗ μεταμέλλονται εἰλικρινῶς διὰ τὰ γενόμενα, ἀποδεικνύουσιν ὅτι οὐχὶ ἀπὸ προθέσεως παρέλιπον τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς τὰς προϊσταμένας των Ἀρχάς, οὐδ’ ἀπὸ κακῆς ἀνατροφῆς μετεχειρίσθησαν ἀνοίκειον καὶ ἀπρεπῆ συμπεριφορὰν πρὸς τοὺς συναδέλφους των, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρξαν θύματα ὑπερβολικῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τρίτους, ἔξω τοῦ δημοδιδασκαλικοῦ κλάδου εὑρισκομένους, οἵτινες ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν εὐπιστίαν καὶ ἐμπιστοσύνην τούτων πρὸς ἰδίους σκοπούς.) Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον τὸ τοπικὸν Ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἔκρινεν ἐπιεικέστερον περὶ τούτων· καὶ ταῦτα διὰ νὰ ἀπαντήσω ἀμέσως ὅτι τὸ γραφέν, ὅτι εὑρίσκετο ἐν διωγμῷ τὸ Σῶμα τῶν διδασκάλων, δὲν εἶναι ἀληθὲς οὐδὲ ἠδύναντο νὰ ἐπισύρωσι ποινὴν παρομοίαν οἱ διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι οὔτε ἰταμότητα ἐπέδειξαν οὔτε ἀνευλάβειαν ἴσην πρὸς τὴν τῶν ἀπολυθέντων.
§10Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου εἶναι ὁ ἴδιος πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν; Εἶναι τὰ αὐτὰ πρόσωπα;
§11Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀπόφασιν εἶναι ὁ ἴδιος.
§12Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ εἰς τὴν πρώτην;
§13Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς τὴν πρώτην ἦτο πρωτοδίκης.
§14ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πῶς λέγεται;
§15Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ κεῖται ἡ διάταξις καθ’ ἣν τιμωρεῖται ὁ πταίσας ἢ διὰ προσωρινῆς ἀπολύσεως μέχρι μηνὸς ἢ δι’ ὁριστικῆς ἀπολύσεως καὶ ὅτι τὸ κεντρικὸν συμβούλιον δὲν δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου.
§16Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν τὸ λέγει κανεὶς νόμος αὐτό.
§17Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ναί, ναί. Τὸ Κεντρικὸν Συμβούλιον ἢ ἀπορρίπτει τὴν ἔφεσιν ἢ δέχεται αὐτήν.
§18Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅταν δεχθῇ τὴν ἔφεσιν, αἱ διατάξεις εἶναι ἄλλαι.
§19Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὕτως ἔχει· οὕτως ἡρμηνεύθη.
§20Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν πιστεύω νομικὸς νὰ δέχησθε αὐτὴν τὴν γνώμην.
§21Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ χθὲς εἰσαχθέντος νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως ἐπήνεγκον τὴν τροποποίησιν αὐτὴν καὶ ὁρίζω ὅτι «ἐπικυροῖ ἢ ἀκυροῖ τὰς περὶ μεταθέσεως ἀποφάσεις καὶ τὰς περὶ ἐπιβολῆς ποινῶν, ἃς δύναται καὶ νὰ τροποποιῇ ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον».
§22Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁ ἰσχύων νόμος τί διατάσσει;
§23Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅτι τὸ Κεντρικὸν Συμβούλιον σκέπτεται ἐπὶ τῶν ἐφέσεων.
§24Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἀπορρίπτει αὐτάς. Ἀξιωματικῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος καὶ ἡρμηνεύθη ὅτι τὸ Κεντρικὸν Συμβούλιον δὲν δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὴν ποινήν. Ἢ δέχεται ἢ ἀπορρίπτει τὴν ἔφεσιν.
§25Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ δὲν περιλαμβάνει νομικόν, κύριε Ὑπουργέ.
§26Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐφηρμόσθη ἀπὸ τῆς ἐκδόσεώς του ὁ νόμος κατὰ τοιοῦτον ὁμοιόμορφον τρόπον, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ μεταπείσητε τὸ Συμβούλιον ὅτι ἔχει ἀντίθετον δικαίωμα.
§27Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἠσχολήθην, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσα!
§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ναί. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο. Διὰ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὁρίζεται ὅτι ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις ἐκτείνεται μέχρι τριῶν μηνῶν, διότι ἀληθῶς ὑπάρχουσι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἡ ποινὴ τῆς ὁριστικῆς ἀπολύσεως ἡ προσήκουσα, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἡ μικρὰ ποινὴ τῆς μηνιαίας προσωρινῆς ἀπολύσεως ἀρκετή. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφήσωμεν διαβάθμισιν μεγαλειτέραν, ὥστε νὰ κινῆται ὁ κριτὴς ἐντὸς αὐτῶν τῶν ὁρίων ἐλευθέρως. Πιστεύω, Κύριοι, ἀκραδάντως ὅτι τόσον ὁ ἀναφερόμενος πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ μαρτυρῶν διὰ τῆς ἰδίας του ἀναφορᾶς ὅτι αἰσθάνεται τὸ παράπτωμα εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε, διότι ἡ ἀναφορά του καὶ εὐλαβὴς εἶναι καὶ ἀπευθύνεται πρὸς τὸ ὕπατον Σῶμα τὸ νομοθετικὸν ζητῶν συνδρομήν, ζητῶν ἐπιείκειαν, πιστεύω, λέγω, ἀκραδάντως ὅτι καὶ οὗτος ὡς καὶ ὁ ἕτερος, οἱ θερμόαιμοι καὶ οἱ θερμοκέφαλοι, οἱ παρέχοντες ἐμπιστοσύνην εἰς πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ παρέχωσι τοιαύτην, παρεσύρθησαν. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι αὐτοὶ ἐξ ἰδίας σκέψεως καὶ ἐξ ἰδίων πεποιθήσεων προβαίνουσιν εἰς τὰ τοιαῦτα, διότι αὐτοὶ οὐδὲν τοιοῦτο συμφέρον ἔχουσιν. Ἂν ὑπάρχῃ που συμφέρον, ὑπάρχει ἐν τῇ δηλώσει ταύτῃ πρὸς τοὺς συναδέλφους. Τελευταῖον φύλλον τῆς «Σάλπιγγος» (ἀναγινώσκει)— «Πρὸ τοῦ ἀμέσου κινδύνου τοῦ ἀπειλοῦντος ὄχι μόνον τὰς κεφαλὰς 60 ἡμῶν συναδέλφων, ὧν αἱ ὑπογραφαὶ εἶναι εἰς τὸ πρακτικόν, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ γόητρον καὶ τὴν τύχην ὁλοκλήρου τοῦ κλάδου, ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις ἔχει ἀπόλυτον καὶ ἐπείγουσαν καὶ ἄμεσον ἀνάγκην ὄχι μόνον τῆς ἠθικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑλικῆς συνδρομῆς τῶν ἁπανταχοῦ συναδέλφων. Τὸ Σῶμα τῶν διδασκάλων πρέπει νὰ εὑρίσκεται ἐν διαρκεῖ διωγμῷ διὰ νὰ προσφεύγῃ εἰς τοὺς προστάτας, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτοὺς κατὰ τῆς Πολιτείας ἀγωνιζομένης νὰ συντρίψῃ τὸ διδασκαλικὸν Σῶμα! Εἴδετε δὲ τὸν Ὑπουργὸν κατὰ ποῖον τρόπον ἠγωνίζετο νὰ κατασυντρίψῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν χθὲς τὴν ἑσπέραν!» Ἂν λοιπὸν πιστεύω ὅτι τὸ συμφέρον ἔγκειται ἀλλαχοῦ καὶ ὅτι θύματα εἶναι οἱ δημοδιδάσκαλοι, βεβαίως ὀφείλω νὰ δεχθῶ τὴν γνώμην ὑμῶν ὅτι ἡ ποινὴ τῆς ὁριστικῆς ἀπολύσεως ἦτο αὐστηρά.
§29Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐστηροτάτη.
§30Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀκριβῶς δὲ θέλων νὰ συντελέσω εἰς ἀπαλλαγὴν καὶ σωτηρίαν τοῦ Σώματος τῶν διδασκάλων ἀπὸ ξένης προστασίας τοιούτου εἴδους δὲν διστάζω ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἔχω καὶ τὰς ὁποίας περιέλαβον ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τὰ ὁποῖα προσήγαγον ἐνώπιον ὑμῶν, θέλω εἰσηγηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, παρέχοντος τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Κεντρικὸν Συμβούλιον νὰ τροποποιῇ τὰς ποινάς, τὰς ἐπιβαλλομένας διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν τοπικῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, θέλω δ’ ἐκτείνει τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν κατ’ ἔφεσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, ἂν αἰτήσωνται τὴν ἀναθεώρησιν οἱ τιμωρηθέντες διδάσκαλοι ἐντὸς ταχθησομένης προθεσμίας (χειροκροτήματα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Π. Λαγοπάτης.
§32Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, παραιτοῦμαι.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ λοιποὶ παραιτοῦνται;
§34Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμολογήσητε μετ’ ἐμοῦ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κάτι τι τὸ ἀσύνηθες, ἵνα μὴ εἴπω τὸ πρωτοφανές, συμβαίνει ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν εἷς τέως ὑπάλληλος τοῦ Κράτους ἀπηύθυνε πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ζητῶν ν’ ἀποκατασταθῇ εἰς τὴν θέσιν του, τὴν ὁποίαν ἀδίκως καὶ μὴ νομίμως ἀπώλεσε. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὁ πολίτης οὗτος πλέον σήμερον διεβίβασε καθ’ ὅλους τοὺς τύπους πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπ’ αὐτῆς πρῶτος ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἡ ἀναφορὰ εἰσήχθη πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος τούτου, ὡς παρετηρήσατε, οὐχὶ μετὰ τῆς συνήθους ἠρεμίας καὶ γαλήνης, ὡς ἐπεβάλλετο, ὑπερημύνθη τοῦ ζητήματος. Ἔκρινεν εὔλογον ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως πρὸς τὸν πρῶτον ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει συνάδελφον, ὅστις ἔλαβε τὸν λόγον χωρὶς ν’ ἀναμείνῃ, ὡς συνήθως γίνεται, νὰ ἐξαντληθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσι Βουλευτῶν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς. Ἡ ἀναφορὰ μόλις εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου αὐτῆς, παρελήφθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν τὴν ἐπιοῦσαν πρὸς συζήτησιν.
§35Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε. Μοὶ ἔδωκαν τὴν ἀναφοράν, διὰ νὰ ἴδω περὶ τίνος πρόκειται, ἐλησμονήθη καὶ δὲν ἀνεγράφη τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ποῖον δικαίωμα ἀπωλέσθη καὶ ποία ζημία ἐπῆλθε;
§36Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κανὲν δικαίωμα δὲν ἀπωλέσθη, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐξετελέσθη. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, δὲν σᾶς διέκοψα κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας. Ἐπεκαλέσθην ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐφηρμόσθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἦλθε χθές, ὁπότε ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶχε τὴν εἰσήγησιν ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων καὶ οὕτω πως δὲν συνεζητήθη, ἀφοῦ ὅλη ἡ συνεδρίασις διετέθη διὰ τὴν μακρὰν εἰσήγησιν τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ νομοσχεδίων. Κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, καθ’ ἣν ἡ ἀναφορὰ ἦλθε πρὸς συζήτησιν πρώτη, συνέβη καὶ κάτι τι ἄλλο, τὸ ἀσύνηθες, ἐπαναλαμβάνω, εὐθὺς ὡς ὁ πρῶτος Βουλευτὴς ὁ ἐγγεγραμμένος ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, χωρὶς ν’ ἀναμείνῃ νὰ ἐξαντληθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νὰ ὁμιλήσωσι Βουλευτῶν.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ πταῖσμα εἶναι ἰδικόν μου. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐπειδὴ ἐγνώριζον τὸ περιεχόμενον τῆς ὁμιλίας του, νὰ λάβῃ πρῶτος τὸν λόγον, διὰ νὰ μὴ ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Κατ’ ἐμὲ ἡ ἀγόρευσίς του ἦτο ἱκανοποιητικὴ διὰ πάντας τοὺς ἐνδιαφερομένους. Τὸ πταῖσμα λοιπὸν ἦτο ἰδικόν μου.
§38Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε.
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπενέβην, διὰ νὰ μὴ ἐλεγχθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἐγὼ τὸν παρεκάλεσα.
§40Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος δὲν ἐπιμένω. Ἐν τούτοις θεωρῶ καθῆκον, διότι ἐδήλωσα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῆς, διότι δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὸν ἀπολυθέντα μόνον ὑπάλληλον ὁ ὁποῖος ἀπετάθη πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐνδιαφέρομαι καὶ διὰ 58 ἄλλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων 30 ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν νομὸν ὑπὸ τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ ἀντιπρόσωπος, πάντες δ’ οὗτοι κατ’ αὐτὰς εἰσήχθησαν ὑπὸ τῶν ἐποπτικῶν τοπικῶν συμβουλίων, ἵνα δώσωσι λόγον καὶ ἀπολογηθῶσιν ἐπὶ τῆς αὐτῆς πράξεως. Δὲν εἶμαι προδιατεθειμένος βεβαίως νὰ συνηγορήσω καὶ ἐγὼ καὶ νὰ ὑποθάλψω διαθέσεις ἀναρχικὰς εἰς οἱονδήποτε κλάδον δημοσίου ὑπηρεσίας δυναμένας νὰ ἐκδηλωθῶσι, διότι τοῦτο σημαίνει κλονισμὸν τῶν βάθρων ἐπὶ τῶν ὁποίων στερρᾶς πρέπει νὰ ἑδράζηται πᾶσα εὐνομουμένη Πολιτεία, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ καὶ μάλιστα ἐντόνως, ὅταν ἐκδηλῶνται ῥοπαὶ πρὸς τρομοκρατίαν, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως. Καθόσον φαίνεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐγένετο ἠχὼ ἢ μᾶλλον υἱοθέτησεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπὸ τῶν πολλῶν ἁπλοϊκῶν ἀκούεται ἐπαναλαμβανόμενον· Πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ οἱ κουτοδασκάλοι γνώμην;
§41Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκοινοποίησεν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας δίδει ἐλευθερίαν εἰς τὸ νὰ δίδωσι τὴν γνώμην οἱ δημοδιδάσκαλοι.
§42Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκεσθε ἴσως ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐντυπώσεως τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζετε τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἐνῷ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ὅπως ἐξετέθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§43Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὥστε ἀνέγνωσα ψευδῶς;
§44Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι καθόλου. Ἀνεγνώσατε μόνον ὅσα συνέφερον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπληρώθη ἡ ὥρα ἡ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ.
§46Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαφωτισθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, οὐδὲν ἄλλο ἔχω, ἀφοῦ ὁ χρόνος παρῆλθε, παρὰ νὰ καταθέσω ἔγγραφον σημείωμα, ἵνα κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ φάκελος ὁ ἀφορῶν τὴν ἀπόλυσιν τῶν δημοδιδασκάλων.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε, κ. Βελέντζα, νὰ λάβητε τὸν λόγον;
§48Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μάλιστα. Τὴν Δευτέραν δὲν θὰ ὁμιλήσω.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέντε λεπτὰ ἔχετε καιρόν.
§50Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι εὐχάριστον, κύριοι Βουλευταί, διότι ὁ κ. συμπολίτης μου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως παρελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετέγνω δι’ ὅσα ἀπειργάσατο κατὰ τῶν δημοδιδασκάλων, τῶν ὁποίων ἐζήτησεν αὐτὸς οὗτος τὴν ἀπόλυσιν. Ἂν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἀνέρχομαι, ἵνα ὑπερασπίσω, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, τὸν συμπολίτην μας ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς «Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων» πολλάκις παρέστη ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὸν ὁποῖον πλειστάκις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη παρ’ αὐτῷ καὶ συνεζήτησε μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ διαφόρων ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων.
§51Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ πάλιν θὰ τὸν δεχθῶ.
§52Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀείποτε εὐμενέστατα ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐξεφράζετο, ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ὡς ἀντιπροσωπεύων τὴν «Πανελλήνιον Ἕνωσιν τῶν δημοδιδασκάλων», διότι εἶχεν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐκρίθη ὑπ’ αὐτοῦ διὰ φράσεων ἃς πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπήγγειλε κατ’ αὐτοῦ. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς «Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων» δὲν ἦτο ἄξιος ὕβρεων παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι οὗτος εἰργάσθη ἐκ πεποιθήσεως ὑπὲρ τοῦ κλάδου τῶν δημοδιδασκάλων καὶ αὐτὸς πρῶτος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν κατάργησιν τῆς διαβαθμίσεως τῶν δημοδιδασκάλων καὶ τὴν ἐπέτυχε.
§53Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τίνα ἰδιότητα ἔχει αὐτὸς ὁ ἀντιπρόσωπος;
§54Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δημοδιδάσκαλοι μὴ δυνάμενοι νὰ παρευρίσκωνται ἐν Ἀθήναις ἔχουσιν οἱονδήποτε ἀντιπρόσωπον ἐν Ἀθήναις.
§55Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν κατάργησιν τῆς διαβαθμίσεως ὑπέβαλεν ὁμὰς Βουλευτῶν.
§56Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μάλιστα. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ κ. Βουλευταὶ δὲν συνετέλεσαν εἰς ταύτην οὐδ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων δὲν ἀπεδέχθη ταύτην, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπιτυχία τῆς ἄρσεως τῆς διαβαθμίσεως ὀφείλεται καὶ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως, ὅστις ἐδημιούργησε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο καὶ ὅστις ἄλλως πλειστάκις συνηγόρησεν ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ δὲν ἔπρεπεν οὗτος νὰ ἐκφρασθῇ ὡς ἐξεφράσθη κατ’ αὐτοῦ. Ταῦτα ὤφειλον νὰ εἴπω ἐν ἀρχῇ, ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω ἐπὶ πλέον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε παρήγγειλε διὰ διαταγῆς του τῇ 21 Σεπτεμβρίου τοὺς ἐπιθεωρητὰς νὰ ἐπιληφθῶσι καὶ τιμωρήσωσι πειθαρχικῶς τοὺς δημοδιδασκάλους, κατέλυσε τὴν ἀποκέντρωσιν, ἡ ὁποία ἱδρύθη ὑπὲρ τῶν δημοδιδασκάλων.
§57Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Χρέη εἰσαγγελέως ἔκαμα.
§58Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἠξεύρω τί ἐκάματε· ἠξεύρω ὅτι κατελύσατε τὴν ἀποκέντρωσιν, τὴν ὁποίαν πάντες ηὐχήθημεν καὶ πάντες ἐψηφίσαμεν, ἐνῷ δὲ γνωρίζετε καλῶς, ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ ἀσκοῦσι τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν παραπτωμάτων τῶν δημοδιδασκάλων, ὅτι τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀσκοῦσιν ἢ ἐπιβάλλουσι τὰς τιμωρίας τῶν δημοδιδασκάλων, δὲν ἔπρεπε, κ. Ὑπουργέ, νὰ παρεμβῆτε καὶ νὰ ὑποδείξητε τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν, διὰ τῆς διαταγῆς δὲ ταύτης νὰ γράφητε περὶ τοῦ κυρίου Λαχανοκάρδη (ἀναγινώσκει): «Οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐνήργησαν παρὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 13466 π. ἔτους ἐγκύκλιον καὶ ἐξέφρασαν τὰ θερμότατα συγχαρητήρια εἰς ἄνθρωπον ὅστις διὰ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδιδομένης ἐφημερίδος καὶ ἄλλων συστηματικῶς διαστρέφει τὴν ἀλήθειαν, δὲν συζητεῖ, ἀλλὰ κατασυκοφαντεῖ καὶ καθυβρίζει τὴν ὑπηρεσίαν κλπ.» καὶ νὰ παραγγείλητε τοὺς ἐπιθεωρητὰς νὰ καλέσωσιν εἰς ἀπολογίαν τοὺς δημοδιδασκάλους καὶ προκαλέσωσι τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια ν’ ἀποφανθῶσι κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ ΒΤΜΘʹ νόμου καὶ τοῦ ἄρθρ. 3, ἐδ. 5, τοῦ ΓΣΗʹ νόμου. Τί ἐζητεῖτε, κ. Ὑπουργέ, παρὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν διὰ τῶν ἀνωτέρω; Ἀναμφισβητήτως τὴν ἀπόλυσιν τῶν δημοδιδασκάλων. Τί ἐζητεῖτε τότε; Τὴν αὐστηροτέραν τῶν ποινῶν, καὶ σήμερον ἔρχεσθε καὶ λέγετε: Εἰσάγω τροπολογίαν ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ θέλω νὰ χαρίσητε τὴν παρανομίαν τῶν δημοδιδασκάλων. Ἂν παρενόμησαν οὗτοι, ὀφείλετε νὰ ἐμμείνητε· ἂν δὲν παρενόμησαν, δὲν δικαιολογεῖσθε ἀπέναντι τῆς Βουλῆς λέγοντες ὅτι πρέπει νὰ δώσητε συγχωροχάρτια εἰς αὐτούς.
§59Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι συγχωροχάρτια.
§60Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Βεβαίως. Διότι τότε ἐλέγετε, ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι οἱ ὑπογράψαντε, τὸ κατηγορούμενον πρακτικὸν καὶ συγχαρέντες τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως δὲν δύνανται νὰ εἶναι ὑπάλληλοι εὐνοουμένης Πολιτείας, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι οὗτοι ἀσεβοῦσι πρὸς τὰς προϊσταμένας των Ἀρχάς, ἐνῷ τώρα θεωρεῖτε αὐτοὺς ἀξίους ὑπαλλήλους. Ὀφείλετε, κ. Ὑπουργέ, νὰ εἴπητε, ὅτι τότε παρεσύρθητε ἐξ ὀργῆς ζητοῦντες τὴν ἀπόλυσιν τῶν δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠσέβησαν πρὸς τὴν προϊσταμένην Ἀρχήν, ἀλλὰ συνεζήτησαν μετ’ αὐτῆς καὶ ὑπερημύνθησαν κατὰ συγκρίσεων μειουσῶν τὸ γόητρον αὐτῶν. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ γενομένου ἀδικήματος σᾶς ἠνάγκασε καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, ἥτις κατεβόησεν ἐναντίον σᾶς διὰ τὴν παράνομον ταύτην πρᾶξιν τῶν Ἐποπτικῶν Συμβουλίων, τὴν ὁποίαν σεῖς οἱονεὶ ἐπεβάλετε εἰς αὐτά. Σᾶς ἠνάγκασεν ἐπὶ πλέον ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐδέχετο τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων, τὸν ὁποῖον σεῖς καθυβρίσατε. Λέγω τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄν πιστεύητε ὅ,τι δημοσιεύεται εἰς τὰς ἐφημερίδας! Ἐν τούτοις περιμένω νὰ σᾶς ἀκούσω.
§62Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἴπετε ὅτι...
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου μὲ ἐξήγειρε, διότι ἐθεώρησα τὴν δυσαναλογίαν μεταξὺ πταίσματος καὶ ποινῆς τερατώδη (χειροκροτήματα). Εἶπον ἐπίσης ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν ὅπως οἱ δημοδιδάσκαλοι ἡνωμένοι μάλιστα εἰς σύνδεσμον παρουσιάζωνται ὑβρίζοντες τὰς προϊσταμένας Ἀρχὰς πρὸς ἀνατροπὴν τῆς πειθαρχίας. Εἶπον ὅτι ἡ πρᾶξις πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, ἀλλὰ καὶ ἐξηγέρθην ὄχι ὡς ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν βαρύτητα τῆς ποινῆς.
§64Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ τὴν ὠνομάσατε τερατώδη.
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§66Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ κοινὴ γνώμη πάντων καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ σᾶς ἠνάγκασε τὴν τερατώδη ποινὴν νὰ μετριάσητε διὰ νόμου εἰς ὃν δίδετε καὶ ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα.
§68Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἄλλως, κ. Ὑπουργέ, καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς νομικὸς δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσητε τὴν ἐπιβολὴν τερατώδους ποινῆς διὰ παράπτωμα τὸ ὁποῖον δὲν ἤξιζεν οὐδ’ ἁπλῆν ἐπίπληξιν.
§69Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπληρώθη ἡ ὥρα.
§71Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ὀλίγας λέξεις, διότι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι προσηνέχθησαν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἀνευλαβῶς, διότι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἰς οὓς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ διαπαιδαγώγησις καὶ διάπλασις τῆς νεολαίας, καὶ ὅταν οὗτοι εἶναι τοιούτου χαρακτῆρος καὶ συμπεριφέρωνται οὕτως ἀτόπως καὶ ἀνευλαβῶς πρὸς τὰς ἀνωτέρας Ἀρχάς, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐπιβληθῇ ἡ ποινὴ αὕτη, δὲν δύνανται νὰ κατέχωσι τὴν προσήκουσαν θέσιν οὔτε μεταξὺ τῶν συναδέλφων των οὔτε καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἥτις ἐμπιστεύεται εἰς αὐτοὺς τὴν διάπλασιν τῶν τέκνων της. Πρέπει νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν προσηνέχθησαν ἀνευλαβῶς πρὸς τὸν Ὑπουργόν...
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον.
§73Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. .. τόσον ὥστε νὰ ἐπισύρωσι τοιαύτας ποινάς. Ἰδοὺ πῶς προεκλήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν τιμωρίαν τῶν δημοδιδασκάλων. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ δημοσιευθῇ τὸ Διάταγμα περὶ μονοταξίων διδασκαλείων, ὁ πρόεδρος τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως ἐκπροσωπῶν τοὺς δημοδιδασκάλους ἀπηύθυνεν ὑπόμνημα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, δι’ οὗ συνίστα, ἵνα μὴ τὰ σχολεῖα ταῦτα ἱδρυθῶσι, καὶ ὑπεδείκνυε νὰ μεταχειρισθῶσι πρὸς τοῦτο τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν διδασκαλιστῶν διὰ τὰς πολλαπλᾶς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας, ἃς ἐδημιούργησεν ἡ ἐπέκτασις τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος. Μέχρι τοῦ σημείου τούτου οὐδὲν ψεκτὸν ἔπραξαν οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νομοθέτημά του ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλάμβανε συνεντεύξεις διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ ὡμίλει περὶ τῶν δημοδιδασκάλων συγκρίνων αὐτοὺς πρὸς τοὺς τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, τοὺς ἀνυπάρκτους ἀκόμη, περὶ ὧν δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἂν θὰ ἔχωσι τὴν ἱκανότητα δεδοκιμασμένων δημοδιδασκάλων, οἵτινες ὑπηρέτησαν ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη καὶ διεπαιδαγώγησαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει συμπληρωθῆ ὄχι μόνον τὸ πεντάλεπτον ἀλλὰ καὶ ἡ ὥρα ἡ προωρισμένη διὰ τὰς ἀναφοράς.
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μεθαύριον.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἐπερώτησιν διὰ τὴν Δευτέραν.
§77Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τότε ἐγγραφόμεθα ἀπὸ τοῦδε ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρακτικὸν τὸ κατηγορούμενον, τὸ πρακτικὸν τῶν δημοδιδασκάλων, τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου καὶ πᾶν ἄλλο ἔγγραφον σχετιζόμενον πρὸς τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν ὁποίων ἔκαμε χρῆσιν σήμερον.
§78Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δύο λέξεις.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπληρώθη ἡ ὥρα.
§80Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον περὶ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Βούλγαρη, ὅστις ἔκρινε τόσον αὐστηρῶς καὶ τερατωδῶς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τοὺς δημοδιδασκάλους, ἵνα ἀποδειχθῇ τίς εἶναι ὁ ἄνθρωπος οὗτος καὶ ποίας ποινὰς ὑπέστη παρὰ τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καταγγελθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς καὶ ἄλλας πράξεις αἵτινες θὰ προκύψωσιν ἐκ τοῦ φακέλου καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καίπερ παρακληθεὶς δὲν κατέθηκε τοῦτον μέχρι σήμερον, καίτοι παρῆλθε τὸ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἑξαήμερον, διὸ παρακαλῶ τοῦτον νὰ δηλώσῃ ἂν θὰ καταθέσῃ τοῦτον ἢ μή, ὅπως ἐπερωτήσω πλέον τοῦτον συμφώνως τῷ Κανονισμῷ.
§81Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸν ἔχω ἕτοιμον καὶ θὰ τὸν καταθέσω αὔριον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ λοιπαὶ ἀναφοραί, δι’ αὔριον, διότι συνεπληρώθη ἡ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζομένη ὥρα.
§83Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπείγουσαν ἐρώτησιν περὶ τῶν ἀνυποτάκτων.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§85Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε δὲν θὰ ὑπάρχῃ ὥρα ποτέ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ μὲ ἐτάξατε ἐδῶ, ἵνα τηρήσω τὸν Κανονισμὸν καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὡς ἔχει οὗτος, δὲν ἐπιτρέπει παράτασιν τῆς συζητήσεως οὔτε δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουσιν ἄλλαι διατάξεις εἰς τὸν Κανονισμὸν αὐτὸν ὁρίζουσαι ὅτι διὰ διπλῆς ἀποφάσεως μεταβάλλεται ὁ Κανονισμός.
§87Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι αὐταὶ αἱ διατάξεις ἀφεώρων τὴν διπλῆν Βουλήν;
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§89Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τότε οὐδέποτε θὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν παραπόνων τῶν πολιτῶν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ παρίσταται εἷς τῶν κ. Ὑπουργῶν λ.χ. ὅστις θὰ καταναλίσκῃ τὴν ὥραν ἢ εἷς τῶν κ. Βουλευτῶν ὅστις θὰ νομίζῃ ὅτι ὑπάρχει συμφέρον τοῦ Α ἢ Β, νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν πᾶν παράπονον τῶν πολιτῶν δὲν φθάνει μέχρις ἡμῶν, πᾶς δ’ ἔλεγχος πράξεων κυβερνητικῶν καταργεῖται. Ἂν νομίσητε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ συνέπειαι αὗται δὲν βαίνουσιν ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου, νομίζω ὅτι καὶ σεῖς πρέπει νὰ ζητήσητε τὴν τροποποίησιν τῶν διατάξεων αὐτῶν τοῦ Κανονισμοῦ.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ζήτημα μελέτης. Ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ ἐφαρμόσω τὰς κειμένας διατάξεις, δυνάμει τῶν ὁποίων εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων προκληθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ν. Τριανταφυλλάκος ἔχει τὸν λόγον.
§91Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δι’ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου, Κύριοι, καλούμεθα νὰ κυρώσωμεν ὁρμαθὸν νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσῳ σπάνιον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, ὥστε δὲν εἶναι πρέπον νὰ παρέλθῃ ἄνευ διαμαρτυρίας καὶ διαδηλώσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῶν ἐναντίων γνωμῶν. Κατὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν ἀναγνωρίζεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ, οὐδ’ ἐν περιπτώσει ἐκτάκτου ἀνάγκης, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, κατὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα, ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουσι πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας ἐπιτρέπουσιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀσκῇ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ κανονίζουσιν ἀκριβῶς καὶ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὁ σφετερισμὸς οὗτος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐπιτρέπεται. Εἶναι δ’ αὗται, κατὰ τὰ πολιτεύματα ἐκεῖνα, ἀκριβῶς ὡρισμέναι περιστάσεις καὶ συνοψίζονται σχεδὸν εἰς πάντα τὰ πολιτεύματα ταῦτα εἰς δύο κυρίως ὅρους, εἰς τὸν ὅρον τοῦ κινδύνου τῆς δημοσίου ἀσφαλείας καὶ εἰς τὸν αὐτὸν ἀκριβῶς ὅρον ὑπὸ ἀντίθετον μορφὴν διατυπούμενον, ἤτοι εἰς τὴν ἀποτροπὴν ἀπροσδοκήτου καὶ ἀναποφεύκτου τινὸς κινδύνου. Ἐν τῷ ἡμετέρῳ δὲ πολιτεύματι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις· τοὐναντίον ὅπου τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἠθέλησεν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς, τὸ ἐπέτρεψε ῥητῶς. Οὕτω τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἀναθεωρηθὲν ἐπιτρέπει εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, ἐν περιπτώσει πολέμου ἢ στάσεως, τὴν ἔκδοσιν Β. Διαταγμάτων ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῶν ὁποίων Διαταγμάτων ἀναστέλλονται ὡρισμέναι διατάξεις τοῦ πολιτεύματος. Εἶναι ἡ μόνη ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἔχει, καὶ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη κυροῖ τὸν κανόνα καὶ τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅτι τὸ ἡμέτερον πολίτευμα δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀσκῇ νομοθετικὰ καθήκοντα. Ἐν τούτοις καὶ ὅπου τὰ πολιτεύματα δὲν ἐπιτρέπουσι τὸν τοιοῦτον σφετερισμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας αἱ ἀνάγκαι ἐνίοτε εἶναι τόσον μεγάλαι, ὥστε ἠναγκάσθησαν τὰ Κοινοβούλια ν’ ἀνέχωνται τὸν τοιοῦτον σφετερισμόν. Τὸ μέγα καθῆκον τότε τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ σφετερισθέντος τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἶναι εὐθὺς ὡς ἔλθῃ εἰς συνάφειαν μετὰ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι ὁ κύριος παράγων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς συγγνώμην καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ Διατάγματα εἰς τὴν κύρωσιν αὐτῆς. Ἐνῷ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ γενόμενα ἀπὸ δύο ἀπόψεων. Ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ Βουλὴ ἦτο ἀποῦσα πρῶτον, ὅτε καὶ μόνον ἐπετρέπετο ὑπαρχούσης ἀνυπερβλήτου ἀνάγκης νὰ σφετερισθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὴν νομοθετικήν, καὶ δεύτερον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τὰ ἐκδοθέντα Β. Διατάγματα ἐκ τῶν περιεχομένων αὐτῶν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δικαιολογῶσι τὴν τοιαύτην ὑπερβασίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῆς νομοθετικῆς. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, Κύριοι, ὅτι διῆλθε τὸ ἔθνος ἐκτάκτους περιστάσεις, ἀλλ’ ἐπίσης οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ Βουλή, κατὰ τὸ νέον πολίτευμά μας, ἦτο παροῦσα καὶ ἐπίσης οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν εἶχεν ἀπόλυτον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς οὐχὶ μόνον ἐκείνων οἵτινες φρονοῦσι τὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσιν ἐναντίας γνώμας, ὥστε πολλὰ τῶν θεμάτων ἠδύναντο νὰ καθορισθῶσι τῆς Βουλῆς συνερχομένης. Δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀρνηθῶ ὅτι αἱ περιστάσεις ἦσαν τόσον ἔκτακτοι, ὥστε ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλουσα νὰ ἔχῃ ὅλην αὑτῆς τὴν προσοχὴν ἐλευθέραν καὶ ν’ ἀφοσιωθῇ τελείως εἰς τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους διήλθομεν καὶ αἱ πολεμικαὶ ἐπιχειρήσεις ἀπαιτοῦσιν, ἐτόλμησε νὰ οἰκειοποιηθῇ πρὸς ὥραν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἀποφύγῃ πᾶσαν ἐνόχλησιν, πᾶσαν ἀπώλειαν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τοῦ χρόνου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ἐνεφανίσθη ἐν τῇ Βουλῇ, οὐχὶ μόνον νὰ ὑποβάλῃ τὰ νομοθετικὰ ταῦτα Β. Διατάγματα μετὰ αἰτιολογημάτων ἐπαρκῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ καθορίσῃ ἀκριβῶς ποῖα τῶν νομοθετημάτων τούτων ἦσαν τοιαύτης ἐπειγούσης ἀνάγκης, ἀναποτρέπτου ἀνάγκης, ὥστε θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα τὰ ἡμέτερα. Ἐξετάζοντες ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν τὰ Διατάγματα εὑρίσκομεν, ὅτι ταῦτα διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας. Ὑπάρχουσι Β. Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν διαρκοῦντος ἔτι τοῦ πολέμου, ἀναγόμενα εἰς τὴν στρατιωτικὴν κυρίως νομοθεσίαν. Ταῦτα τὰ Διατάγματα εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἔχουσι δικαιολογίαν τινὰ τοῦ ἐπείγοντος, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα Διατάγματα, νομοθετικὰ ἐπίσης, τὰ ὁποῖα φέρουσι χρονολογίαν πολὺ μεταγενεστέραν, ὅτε ὁ πόλεμος κατέπαυσεν, ὅτε ἡ Βουλὴ ἦτο δυνατὸν νὰ συνέλθῃ καὶ τῶν Διαταγμάτων τούτων οὐδεμίαν μᾶς δίδει ἡ Κυβέρνησις αἰτιολογίαν, διότι καὶ οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι δικαιολογίαν, ἐλλειπούσης πάσης προϋποθέσεως ἀνάγκης. Ἀλλὰ τὸ περιεργότερον, Κύριοι, καὶ ἴσως τοῦτο μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν διὰ ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ Διατάγματα νομοθετικὰ τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον δὲν στρέφεται περὶ τὰς στρατιωτικὰς ὑποθέσεις. Ὑπάρχουσι Διατάγματα, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι πᾶν ἄλλο ἢ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα ἔχουσι χαρακτῆρα πολεμικόν· τοὐναντίον εἶναι εἰρηνικωτάτου περιεχομένου. Οὕτω μεταξὺ τῶν Διαταγμάτων εὑρίσκω τοιοῦτο ἐκδεδομένον κατὰ τὴν 12 Αὐγούστου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεφάσισεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ οἰκειοποιηθῇ τὴν νομοθετικὴν καὶ νὰ προκηρύξῃ τί νομίζετε; Διαγωνισμὸν διὰ νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Αὐστρίαν 15 ὅπως σπουδάσωσι δασολογίαν, 3 ὅπως σπουδάσωσιν ἀνώτερα δασολογικὰ μαθήματα καὶ ἐπανέλθωσιν ὡς καθηγηταὶ δασικῆς σχολῆς, τὴν ὁποίαν ἐνταῦθα θὰ δημιουργήσωμεν καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀριθμὸν 4 ἢ 5 ἀκόμη διὰ νὰ σπουδάσωσι μηχανικοὶ καὶ κατασταθῶσιν εἰδικοὶ διὰ τὸν κανονισμὸν τῶν χειμάρρων τῶν δασῶν. Καὶ ποῖος ἀρνεῖται, Κύριοι, ὅτι τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος εἶναι πολὺ ὡραῖον; Δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὰ δάση ἡμῶν, δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἱδρύσωμεν σχολήν, ὅπως μορφώσωμεν ἐνταῦθα ἀνθρώπους ἱκανοὺς ν’ ἀντιληφθῶσιν ἀπὸ περιωπῆς τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἔχουσι νὰ ἐκτελέσωσιν ὅσοι ἀναλαμβάνουσι τὴν προστασίαν τῶν δασῶν. Ποῖος ἀρνεῖται ὅτι πολὺ ὡραῖον πρᾶγμα εἶναι, ὅπως ἀποκτήσωμεν εἰδικοὺς Μηχανικοὺς πρὸς κανονισμὸν τῶν χειμάρρων τῶν δασῶν; Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· τὸ περιεχόμενον τοιούτου Διατάγματος νομοθετικοῦ εἶναι ἐξ ἐκείνων διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ σφετερισθῇ τὰ ἔργα τῆς νομοθετικῆς; Ὑπῆρχε τάχα κίνδυνος ἄν, ἀντὶ τῆς 12ης Αὐγούστου, ἐνομοθετεῖτο τὸ θέμα τοῦτο —διότι τὸ περιεχόμενον τὸ ἀποδέχομαι — παρ’ ἡμῶν σήμερον; Ὄχι μόνον ἐνομοθετήσατε ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ ἀνάγκης, ἀλλὰ καὶ προεκηρύξατε καὶ ἐξετελέσατε διαγωνισμόν. Καὶ τὸ περίεργον εἶναι, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐθέσατε ὡς προσόντα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ προσήρχοντο εἰς τὸν διαγωνισμὸν ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 18 ἔτους μέχρι τοῦ 30οῦ. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ὑμᾶς ὡς ἀσκοῦντας τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ προκηρύξητε τοιοῦτον διαγωνισμὸν καὶ ν’ ἀποστερήσητε ὅλους ἐκείνους τοὺς ἄγοντας ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 21–30, οἱ ὁποῖοι ἐμάχοντο εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, τῆς ἱκανότητος νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα καὶ ἐν εἰρήνῃ, ἀφοῦ τὴν ὑπηρέτησαν διὰ τοῦ αἵματός των ἐν πολέμῳ; Ἐν λεπτομερείᾳ καταγράφονται τὰ προσόντα εἰς τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα καὶ ἕν τῶν προσόντων εἶναι νὰ ἔχωσιν ὑπηρετήσει τὴν πατρίδα στρατιωτικῶς ἢ νὰ ἔχωσιν ἀπαλλαγῆ. Ἀλλ’ ὅσοι εἶχον ὑπηρετήσει τὴν πατρίδα στρατιωτικῶς ἐμάχοντο τότε εἰς τὰ στενὰ τῆς Κρέσνας καὶ ὅταν σεῖς ἐκάματε διαγωνισμὸν προσῆλθον νὰ διαγωνισθῶσι μόνον οἱ ἀπαλλαγέντες. Μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν ἀγανάκτησιν, ἀλλ’ εἶναι αὕτη δικαία διότι ἐστείλατε νὰ σπουδάσωσιν εἰς τὴν Ἑσπερίαν Εὐρώπην ἀπαλλαγέντας καὶ σωματικῶς ἀνικάνους περιφρονοῦντες ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν μεγάλην Ἑλλάδα διὰ τοῦ αἵματός των (χειροκροτήματα). Εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀγανάκτησις τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι τόσον μεγάλη, ὥστε, ἂν παρεξετράπην κτυπήσας τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ βήματος, ζητῶ συγγνώμην παρὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἀλλὰ τοσοῦτον αἰσθάνομαι τὴν ἀδικίαν ἡ ὁποία μοὶ ἐνεπνεύσθη ἐξ ἐπιστολῆς ἣν ἔλαβον πρὸ ὀλίγου παρὰ στρατευομένου καὶ διαμαρτυρομένου ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ διαγωνισθῇ. Καὶ ἤλθετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπηξιώσατε νὰ δικαιολογηθῆτε· οὐδ’ ἔκθεσιν ἔχετε τῆς σωρείας τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα προεκαλέσατε, τὰ ὁποῖα σφετερισθέντες τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐξεδώκατε ἄνευ ἀνάγκης. Εἶναι τοῦτο ἔλλειψις ἁβρότητος πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἂν δὲν αἰσθανώμεθα, φοβοῦμαι ὅτι θὰ καταλήξωμεν πολὺ ταχέως εἰς χειροτέραν κατάστασιν ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν εἰς τὸ παρελθὸν ἀκριβῶς διά τινας ὁμοίους λόγους. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κύριοι Βουλευταί, καὶ εἰς τὸ παρελθὸν τοιούτου σφετερισμοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις καὶ οὐχὶ μὲ τοιαύτας παρεκβάσεις καὶ παραβάσεις. Ὅτε ἡνώθη ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἤπειρος μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἀείμνηστος Πρωθυπουργὸς Κουμουνδοῦρος αἰσθανόμενος ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν προέβη εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς καί, διὰ νὰ μὴ μείνωσι τὰ μέρη ἐκεῖνα ἄνευ διοικήσεως, ἐξέδωκε νομοθετικὰ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ὠργάνωσε τὴν χώραν καὶ ἐφήρμοσε καὶ εἰς τὴν χώραν ἐκείνην τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Οὐδὲν νέον ἔπραξεν ἢ τὴν κειμένην ἐν Ἑλλάδι νομοθεσίαν ἐφήρμοσεν εἰς τὴν προσαρτηθεῖσαν χώραν καὶ ἦλθεν ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ὁποίᾳ παρεκάθηντο καὶ οἱ ἐκ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου ἐκλεγέντες Βουλευταὶ καὶ τότε ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς τότε, ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ σφετερισθῇ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἐγὼ βεβαίως, ἂν ἤμην Βουλευτὴς τότε, ἴσως θὰ ἔλεγον ναί.
§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἴσως; Ἁπλῶς ἴσως;
§93Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ τότε εἶπεν εἰς τοὺς τότε κυβερνῶντας ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ σφετερισθῆτε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὠφείλετε νὰ καλέσητε τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λάβητε διὰ τῆς Βουλῆς τὰ νομοθετικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἠθέλετε, διὰ νὰ ὀργανώσητε τὴν χώραν· καὶ ἐνῷ ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ δὲν ἐξέδωκεν, ὅπως προεῖπον, Διατάγματα περὶ δασῶν, οὔτε Διατάγματα περὶ μελλούσης σχολῆς δασολογικῆς, οὔτε Διατάγματα περὶ μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ σπουδάσωσιν ἐν Αὐστρίᾳ, διὰ νὰ κανονίσωσι τοὺς χειμάρρους τῶν ἡμετέρων δασῶν, καὶ ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ ἠκύρωσεν ὁλόκληρα τὰ νομοθετικὰ ἐκεῖνα Διατάγματα καὶ εἰσήγαγε τὴν αὐτὴν νομοθεσίαν, ἀλλὰ τὴν εἰσήγαγε διὰ νόμου. Τοσοῦτον ἐσέβοντο τότε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ τοσοῦτον ἦσαν ζηλότυποι οἱ νομοθέται τῆς ἐντολῆς αὐτῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ τί ἄλλο ἔπραξε τότε ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος; Νομίζετε ὅτι εἰσήγαγε τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα πρὸς κύρωσιν ὅπως τὰ εἰσάγετε ὑμεῖς, κύριοι Ὑπουργοί; Εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλικὸν λόγον ἔκαμε λόγον περὶ τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη νὰ νομοθετήσῃ διὰ Διαταγμάτων. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν τῷ ἐπέτρεψε τοῦτο καὶ δύναμαι νὰ εἴπω δείξασα καὶ ἀγνωμοσύνην πρὸς τὸν μέγαν πατριώτην τὸν κατεψήφισεν. Ὑμεῖς μᾶς ἐφέρατε ὅλα αὐτὰ τὰ Διατάγματα καὶ δὲν μᾶς ἠξιώσατε οὐδὲ μιᾶς αἰτιολογίας. Ἀλλ’ ἔχετε καθῆκον καὶ κατὰ τὰ πολιτεύματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται τοιοῦτος σφετερισμὸς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, νὰ δικαιολογήσητε τὰς ὑμετέρας ὑπερβασίας, ἀλλ’ εἰς τὰ πολιτεύματα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται ὡς εἰς τὸ ἡμέτερον εἴχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσητε συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ ζητῶν συγγνώμην δικαιολογεῖ τὴν αἴτησιν ταύτην· δὲν ζητεῖ συγγνώμην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος οὐδ’ ἔκθεσιν αἰτιολογικὴν ὑποβάλλει περὶ τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Γεννᾶται ὅμως καὶ δεύτερον ζήτημα. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κυρώσῃ τὰ Διατάγματα· ἂν ἔλαβον τὸν λόγον, ἔλαβον τοῦτον διὰ νὰ παρατηρήσω τὰ γενόμενα ἔκτροπα καὶ διὰ νὰ φανῇ ὅτι δὲν παρῆλθεν ἀπαρατήρητον τοιοῦτο γεγονός. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕτερον νὰ παρατηρήσω· εἴμεθα σήμερον ὑποχρεωμένοι νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν Διαταγμάτων τούτων· νομίζω ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ὑποβάλλονται δι’ ἑνὸς ἄρθρου λέγοντος ὅτι κυροῦνται 15 νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται ἐκ 200 ἴσως εἰς τὸ σύνολον ἄρθρων, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ περιβάλωμεν διὰ τοῦ κύρους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα. Τὸ Σύνταγμα μᾶς καθορίζει πῶς ψηφίζονται οἱ νόμοι. Ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν εἰς μίαν συζήτησιν, κατ’ ἄρθρον δὲ εἰς δύο ἀκόμη συζητήσεις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα σύμφωνοι καὶ εὐλαβεῖς πρὸς τὸ πολίτευμά μας. Τὸ πολίτευμά μας μίαν καὶ μόνην καθιεροῖ τοῦ κανόνος τούτου ἐξαίρεσιν, ὅταν πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι κώδικες ἐπεξεργασθέντες παρ’ ἐπιτροπῆς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα καὶ κώδικας νὰ κυρώσωμεν δι’ ἑνὸς ἄρθρου μόνου. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται Διατάγματα νομοθετικά, ὅπως προεῖπον, προερχόμενα ἐκ σφετερισμοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ ψηφίσωμεν, νομίζετε ὅτι εἶναι πρέπον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα, ὡς ἐπιχειρεῖτε νὰ πράξητε; Καὶ δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο περισσότεραν ἀκόμη ἀνευλάβειαν πρὸς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα; Διότι καλεῖται τὸ Σῶμα τὸ νομοθετικὸν δι’ ἑνὸς μόνου ἄρθρου νὰ μεταβάλῃ εἰς νόμους Διατάγματα νομοθετικὰ ποικίλου περιεχομένου, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, διὰ νὰ γίνωσι νόμοι, ἔπρεπε νὰ ἐξελεγχθῶσι μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ μεγαλειτέρας αὐστηρότητος, ἀκριβῶς διότι ἐξεδόθησαν κατὰ σφετερισμὸν τῆς νομοθετικῆς ἡμῶν ἐξουσίας.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδαμῶς ἐκπλήττομαι, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἔφερε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ μικροῦ ὡμίλησεν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ ἀγόρευσίς του καὶ ἡ ἐπίκρισίς του ἔχει ἓν ἐλάττωμα οὐσιῶδες· εἶναι ὀλίγον ἐν καθυστερήσει. Ἐνίσταμαι κατ’ αὐτῆς ὡς βραδέως λίαν προβαλλομένης καὶ θὰ ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν τῆς ἐνστάσεώς μου ταύτης. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐκδώσῃ νομοθετικὰ Διατάγματα. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅπως εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, καθὰ ὁμολογεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι εἰς τοιαύτας περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὰ πράγματα, καὶ οἱ Θεοὶ ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀνάγκην, πολὺ περισσότερον αἱ Κυβερνήσεις καὶ τὰ Κράτη. Εὑρέθημεν λοιπὸν ἐνώπιον ἀνάγκης διὰ νὰ ἐκδώσωμεν νομοθετικὰ Διατάγματα· ἀλλὰ μήπως ἐκάμαμεν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἐν διαθέσει περιφρονήσεως πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ καθ’ ἑαυτὸ νομοθετικοῦ Σώματος; Μήπως πράγματι ἐκ τῆς ὅλης μας πορείας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐδείχθημεν ἐλλιπεῖς εὐλαβείας πρὸς τὸν κυρίως νομοθετικὸν παράγοντα, νομίσαντες ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν, νὰ ἐκδώσωμεν τόσα Διατάγματα, εἶναι σύνηθες πρᾶγμα, ὅτι οὐδὲν ἄλλο παρὰ ἐξάσκησιν δικαιώματος ἐξετελέσαμεν; Δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ὄχι. Ὅτε τὸ πρῶτον ἦλθον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ζητήσω τὴν ψῆφον αὐτῆς πρὸς κύρωσιν νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἐκδοθέντων διαρκούντων τῶν πολέμων αὐτῶν, εἶπον ὅτι ζητῶ ἀμνηστίαν τῆς Βουλῆς καὶ εἶπον μάλιστα, ὅτι ζητῶ — ἐνθυμοῦμαι καὶ τὴν ἔκφρασιν — ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Ποίαν περαιτέρω ἐκδήλωσιν τῆς εὐλαβείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἠθέλετε παρὰ τὸ «ἥμαρτον» καὶ ὅτι ζητῶ συγγνώμην ὅτι εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ἀναπόδραστον ὡς Κυβέρνησις νὰ τροποποιήσω κειμένους νόμους, ἵνα εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῶσι τὰ τοῦ Κράτους ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις ἀνομολογῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀνώμαλον πρᾶγμα καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ συγχωρήσῃ; Ἐνόμισα ὅτι, ἀφοῦ εἶπον τοῦτο μίαν φοράν, δὲν ἦτο ἀνάγκη εἰς ἕκαστον τῶν πεντήκοντα ἴσως νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προσάγονται διὰ τὴν ἔκδοσιν τοιούτων Διαταγμάτων, νὰ προσέρχωμαι ζητῶν συγγνώμην. Κάμνω τὴν δήλωσιν αὐτήν, ἂν παρεξηγήθην, ὅτι ἡ δήλωσίς μου αὕτη ἰσχύει διὰ πᾶν νομοσχέδιον, δι’ ἓν ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων ἰδιαιτέρως ζητῶ ταπεινῶς συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν (ἱλαρότης). Ἐλπίζω νὰ εἶναι ἱκανοποιητικὴ αὐτὴ ἡ δήλωσίς μου πρὸς τὴν Βουλήν. Τώρα μοὶ ἀντετάχθη τι ἄλλο ἄξιον μεγαλειτέρας προσοχῆς. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας: Πολὺ καλά· ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις δύνασθε ἐπὶ τέλους νὰ ἐκδώσητε νομοθετικὰ Διατάγματα, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰ στρατιωτικὰ πράγματα· διατί νὰ ἐκδώσητε νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ δι’ ἄλλα πράγματα; Πράγματι ἡ ἐπίκρισίς του εἰς τοῦτο εἶναι ἀξία μεγαλειτέρας προσοχῆς. Θὰ ἔλεγον ὅτι ὀλίγον ἀπέχει ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ἀσυγχώρητος, ἀλλὰ θὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ δώσω, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μὲ συγχωρήσῃ καὶ εἰς αὐτό. Δὲν θὰ ἐμμείνω ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὸ σημεῖον τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας ἰσχυρισθέντος ὅτι δὲν ἦτο ἡ Βουλὴ ἀποῦσα· ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ καὶ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἠθικῶς ἡ Βουλὴ ἦτο ἀποῦσα ἰδίως εἰς τὸν πρῶτον πόλεμον, καθ’ ὃν μέγας ἀριθμὸς Βουλευτῶν εὑρίσκετο εἰς τὸν πόλεμον. Ἂν μετὰ τινος εὐκολίας ἐθεωρήθη ἡ Βουλὴ ἀποῦσα, ὡς μὲ κατηγορεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, τὸ πταῖσμα δὲν εἶναι ἀποκλειστικῶς ἰδικόν μου· εἶναι ἐν μέρει καὶ τῆς Βουλῆς. Θὰ προσθέσω ὅτι ἦτο ἐν μέρει τῆς Βουλῆς, ὄχι τόσον τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ τῆς μειονοψηφίας, διότι, ὅτε ἐγὼ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην κατὰ πρῶτον νὰ λάβω Διατάγματα παρέχοντα πίστωσιν δωδεκατημορίων, καὶ ἔκρινα ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο παρὰ πολὺ τολμηρὸν νὰ γίνῃ διὰ νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἐκάλεσα δὲ τὴν Βουλὴν πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ διὰ τοῦτον τὸν σκοπόν, διὰ νὰ λάβω παρ’ αὐτῆς τὰ δωδεκατημόρια, ἡ Ἀντιπολίτευσις δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν ἐξόχων αὑτῆς μελῶν μὲ ἐπέκρινε: «μά, εὐλογημένε, εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν ὑπάρχει λογικὴ νὰ μᾶς καλῇς ἐδῶ καὶ ἔχομεν τὴν ἠρεμίαν τὴν ἀπαιτουμένην πνεύματος διὰ νὰ κάμνωμεν τοιαύτας συζητήσεις; Δὲν μᾶς ἀφήνεις ἡσύχους; Ὅπως ἦλθον τὰ πράγματα, δὲν κάμνεις τέλος πάντων ὅ,τι νομίζεις ἀναγκαῖον νὰ ξεκαθαρίσῃς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἅμα τελειώσῃ ὁ πόλεμος ἔλα νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον πρέπει νὰ σὲ συγχωρήσωμεν δι’ ὅ,τι ἔκαμες ἢ νὰ στήσωμεν στήλην εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος νὰ σὲ κρεμάσωμεν;». Νομίζω ὅτι ταῦτα ἐλέχθησαν τότε, ὅταν δὲ ἐνθυμηθῇ ταῦτα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο εὐκολωτέρα ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐκδώσῃ τοιαῦτα νομοθετικὰ Διατάγματα, δυσκολωτέρα ἀφ’ ἑτέρου νὰ καλῇ τὴν Βουλήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐφοβεῖτο μήπως τῇ φέρῃ τὴν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὰ ἡ συζήτησις ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἕνεκα τοῦ πολέμου δὲν ὑπάρχει ἠρεμία πνεύματος, πάρε τὰ ὑπ’ εὐθύνην σου καὶ ὅταν θὰ τελειώσῃ ὁ πόλεμος θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἠρεμία πνεύματος νὰ τὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ τὰ συζητήσωμεν τελεσφόρως. Ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ἕν, Κύριοι, ἐκ τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἢ δύο, ἂν θέλῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἵδρυσιν τῶν μονοταξίων διδασκαλείων, εἶναι δυσκολώτερον νὰ δικαιολογηθῶσι. Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι αὐτὰ ἠδύναντο ν’ ἀναβληθῶσι μέχρις ὅτου ἤρχετο ἡ Βουλή. Ἀληθῶς ἠδύναντο ν’ ἀναβληθῶσιν, οὔτε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα καὶ ἀφορῶντα τὰς πολεμικὰς ἀνάγκας ἦσαν ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ἀπαραίτητα, ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἐχάνετο, ἂν δὲν ἐνομοθετοῦντο ταῦτα. Δὲν εἶναι μόνη ἡ περίστασις τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπαραιτήτου ἡ ὁποία δύναται νὰ δικαιολογήσῃ, διαρκοῦντος ἑνὸς πολέμου, τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἀκόμη καὶ ἡ μεγάλη σκοπιμότης ἐν καιρῷ πολέμου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω.
§95Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διὰ τὸν διαγωνισμὸν τῶν δασολόγων οὐδέποτε θὰ μὲ πείσητε.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προσπαθῶ νὰ σᾶς πείσω. Τότε ἀποτείνομαι πρὸς τοὺς λοιπούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ πεισθῶσι, λέγων ὅτι ἡ σκοπιμότης ἐνεδείκνυε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Διότι εἰς πολίτευμα κατ’ ἐξοχὴν κοινοβουλευτικόν, πολίτευμα τῆς κοινῆς γνώμης, οἷον τὸ ἡμέτερον, θ’ ἀναγνωρίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὅτι ἡ συμπεριφορὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ζητούσης νὰ μὴ καλῆται ἡ Βουλὴ μέχρι τέλους τοῦ πολέμου ἦτο ἀρκετὴ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως χωρήσῃ περαιτέρω παρ’ ὅ,τι θὰ ἐχώρει ἄνευ τῆς στάσεως αὐτῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Παρακαλῶ κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον νὰ μὲ πιστεύσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ στάσις αὕτη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ποτὲ δὲν θὰ προεχώρουν εἰς τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν Διαταγμάτων ὅσον προεχώρησα, ποτέ, τὸν διαβεβαιῶ, καὶ ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ συνταγματικῆς κρίσεως, ἀλλὰ περὶ ζητήματος πληροφορίας, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ μὲ πιστεύσῃ. Ἐκεῖνα τὰ δύο νομοσχέδια ἰδιαιτέρως, ἐπαναλαμβάνω, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ προκαλέσωσιν ἀντιρρήσεις καὶ ἅτινα ἀναγκάζουσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέλθῃ μετὰ περισσοτέρας εὐλαβείας πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συγγνώμην μὲ περισσοτέραν ταπεινοφροσύνην, εἶναι τὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἀπασχολοῦσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν Βουλήν εἶναι τὰ ἀφορῶντα τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ μονοτάξια διδασκαλεῖα. Ἠδυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ ἕν ἔτος τὴν ἵδρυσιν τῶν μονοταξίων διδασκαλείων.
§97Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπέκρινα αὐτό ἐπέκρινα μόνον τὸ δασικὸν καὶ τοὺς διαγωνισμοὺς μεταξὺ ἀπαλλαγέντων.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ ἤθελον νὰ καταλήξω. Χαίρω πολύ, διότι τὸ πρᾶγμα στρέφεται εἰς τοῦτο· διατί νὰ κάμητε αὐτὸ τὸ Διάταγμα, ἀφοῦ θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸν κύκλον τῶν ἀπαλλαγέντων καὶ ὄχι εἰς τὸν κύκλον τῶν στρατευομένων. Ἔχω λοιπὸν νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας ὅτι, ὅτε διεξήχθησαν οἱ σχετικοὶ διαγωνισμοί, περὶ ὧν ὁ λόγος, ὁ πόλεμος καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος εἶχον λήξει, ἐδόθη δὲ διαταγή, ἐκοινοποιήθησαν τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ εἰς ὅλα τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ ἐν ἐκστρατείᾳ, καὶ ἐδόθη διαταγή, ὅπως εἰς πάντας τοὺς θέλοντας νὰ προσέλθωσι καὶ λάβωσι μέρος εἰς τὸν διαγωνισμὸν ἐπιτραπῇ νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἀθήνας.
§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἦσαν εἰς θέσιν αὐτοὶ οἱ ἀγωνιζόμενοι ἐν πολέμῳ νὰ ἔλθωσι καὶ λάβωσι μέρος εἰς ἐξετάσεις;
§100ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει· δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ σήμερον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καὶ νὰ τὸ ἀποχωρίσωμεν ἀπὸ τοῦ κύκλου τῶν ἄλλων νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ὅτε θὰ καθησυχάσω ἐντελῶς τὰς ἀνησυχίας σας. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐλήφθη ἐγκαίρως μέριμνα, ὅπως μὴ διεξαχθῶσι διαγωνισμοὶ εἰς τοὺς ὁποίους οἱ ἐν πολέμῳ εὑρισκόμενοι νὰ καθυστερῶσι· τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Παρακαλῶ λοιπόν, ὅπως τὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ συζητήσωμεν εἰδικώτερον καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ συνταγματικὸν εἰδικώτερον, ὅπως δυνηθῶ νὰ δώσω πληρεστέρας πληροφορίας. Ζητῶ πάλιν εὐλαβῶς συγγνώμην ἀπὸ τοῦ Σώματος διὰ πάντα τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, ἅτινα ἐξεδώκαμεν διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, καὶ ἐλπίζω πολὺ ὅτι τῆς συγγνώμης ταύτης θέλω τύχει.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας.
§102Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§104Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἂς συζητηθῇ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐμελέτησε τὸ Διάταγμα. Θὰ ἔβλεπε τότε ὅτι τοῦτο προνοεῖ περὶ τριῶν διαφόρων ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας· δὲν γινώσκω μάλιστα ἂν ἐμελέτησεν εἰδικώτερον τὰς ἐκθέσεις αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν.
§107Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀπὸ μνήμης τί λέγουσιν· εἶναι τοῦ Στέγγελ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἀντὶ πάσης θυσίας πρέπει τάχιστα νὰ προνοήσωμεν περὶ προσωπικοῦ τοιούτου.
§108Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει μόνον αὐτό. Λέγει καὶ ἄλλο τι· ὅτι, ἂν ἤθελεν ἀναβληθῆ ὁ διαγωνισμός, δὲν θὰ ἦτο εἰς θέσιν αὐτοπροσώπως νὰ ἐπιβλέψῃ διὰ τε τὴν κατάλληλον εἰσαγωγὴν καὶ τὴν εὔστοχον μόρφωσιν τῶν νέων ὑποτρόφων εἰς τὰς καταλλήλους Αὐστριακὰς σχολάς, καὶ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδαπάνα ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐδαπανῶντο ἐνδεχομένως ἐπὶ ματαίῳ καὶ σημειωτέον ὅτι πολλάκις, Κύριοι, εἴχομεν ἀποτυχίας κατὰ τὴν μόρφωσιν τῶν ὑποτρόφων καὶ ἀπώλειαν χρήματος ἄδικον, καὶ τοῦτο, διότι δὲν εἴχομεν ἀνθρώπους καταλλήλους νὰ ἐπιστατήσωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωκε τὸ Κράτος, ὡς πρέπει. Ἐπὶ τούτου λοιπὸν ἐπέστησε τὴν σύντονον προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ὁ ἀρχηγὸς τῆς δασικῆς ἀποστολῆς. Ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν ἄδειαν, διὰ νόμου ψηφισθέντος προτοῦ ἀναλάβω ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως μετακαλέσωμεν ἐνταῦθα δασικὴν ἀποστολήν, ἵνα μελετήσῃ τὴν κατάστασιν τῶν δασῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὀργανώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ δάση μας καταστρέφονται· εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ἠξεύρομεν ποῖα εἶναι τὰ δημόσια δάση, ποῖα τὰ κοινοτικὰ καὶ ποῖα τὰ ἰδιωτικά, καὶ ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα ἑκάστου ἐπὶ τῶν δημοσίων δασῶν, καὶ εἶναι ἀκόμη γνωστὸν ὅτι οὐδεμία διάταξις ὀργανωτικὴ καὶ οὐδεμία ἐπιστημονικὴ συστηματοποίησις τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν καὶ διὰ τοῦτο καταστρέφεται καθ’ ἡμέραν ὁ πλοῦτος ὁ δασικὸς τῆς χώρας. Ὅτε λοιπὸν ἐφέραμεν τὴν δασικὴν Αὐστριακὴν ἀποστολήν, διὰ τὴν ὁποίαν δαπανῶμεν τρεῖς ἕως τέσσαρας χιλιάδας κατὰ μῆνα, καὶ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς σᾶς λέγει, ὅτι, ἂν δὲν ἐκτελεσθῶσι πάραυτα αἱ συστάσεις του, δὲν θὰ κατορθωθῇ καμμία ὀργάνωσις, ὅτι ἀσκόπως χάνονται τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα δαπανᾶτε, διότι μετ’ ὀλίγον αὐτὸς θὰ φύγῃ καὶ οὐδεμίαν εὐθύνην θὰ ἔχῃ διὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἀποστολῆς, θὰ ἦτο παράλειψις βαρεῖα τοῦ καθήκοντος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἄφηνε νὰ δαπανηθῶσιν ἀσκόπως, νὰ χαθῶσι περὶ τὰς 150,000 δραχμὰς διὰ δαπάνας τῆς ἀποστολῆς, χωρὶς νὰ γίνῃ τάχιστα ὁ ὑποδεικνυόμενος διαγωνισμός. Ταῦτα λέγει σαφῶς ὁ κ. Στέγγελ. Ταῦτα ὑπέβαλον καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τοῦτο πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν τυπουμένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ μετὰ μακροτάτην συζήτησιν ἐκρίθη ὅτι πρέπει νὰ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα τοῦτο, ὡς ἐπεῖγον. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς δασικῆς ἀποστολῆς εἶναι εἷς ἐκ τῶν μᾶλλον μεμορφωμένων δασολόγων τῆς Αὐστρίας καὶ συναισθάνεται τὴν μεγάλην εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε καὶ ἀπέναντι τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου τῆς πατρίδος του καὶ ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ μετὰ πολλοῦ ζήλου ἐπελήφθη τοῦ ἔργου αὑτοῦ. Ἀλλὰ δικαίως μᾶς τονίζει, ὅτι, ἀφοῦ ἐφέραμεν ὀργανωτὴν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν, πρέπει νὰ τῷ παράσχωμεν ἄνευ ἀναβολῆς ὅλα τὰ μέσα ὅπως ἐκτελέσῃ εὐσυνειδήτως τὴν ἀποστολήν του, ἄλλως νὰ τῷ δηλώσωμεν καθαρῶς τὴν δυσχέρειαν ἵνα φύγῃ, διότι δὲν ἀνέχεται νὰ παραμείνῃ ἐνταῦθα ἄνευ ἀποτελεσμάτων καὶ νὰ φύγῃ κατόπιν προσβεβλημένος ἐκ τοῦ τόπου τούτου. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν καὶ τὴν οὐσιαστικὴν τυχὸν ζημίαν, ἥτις ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος. Τρεῖς εἶναι αἱ τάξεις τῶν ὑποτρόφων οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο ν’ ἀποσταλῶσι πρὸς σπουδάς. Ἡ μία, ἡ πολυαριθμοτέρα, εἶναι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ σπουδάσωσιν ὡς δασάρχαι· ἡ δευτέρα τάξις ἀποτελεῖται μόνον ἐκ δύο, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ σπουδάσωσι καὶ μορφωθῶσι διὰ τὴν διευθέτησιν τῆς κοίτης τῶν χειμάρρων, καὶ ἡ τρίτη ἀποτελεῖται, καὶ αὐτή, ἐκ δύο, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ σπουδάσωσιν εἰς τὴν ἀνωτέραν Ἀκαδημίαν, ἵνα γίνωσι καθηγηταὶ τῆς ἱδρυθησομένης ἐν Ἑλλάδι Ἀνωτέρας Δασολογικῆς Σχολῆς. Προκειμένου περὶ τῶν τελευταίων τεσσάρων, καθιστῶ γνωστὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν ἀνεβλήθησαν τρὶς οἱ διαγωνισμοί, τρὶς ἐστάλησαν προσκλήσεις τηλεγραφικαὶ καὶ διαταγαὶ εἰς πάντα τὰ σώματα τὰ στρατιωτικὰ ἵνα δώσωσιν ἀδείας εἰς πάντας τοὺς θέλοντας νὰ μετάσχωσι καὶ ἕνεκα τῆς λήψεως τῶν μέτρων τούτων προσῆλθον ὅσοι εἶχον νὰ προσέλθωσι· προσῆλθον μάλιστα καί τινες ἐπὶ τῇ ψευδεῖ προφάσει ὅτι θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν διαγωνισμόν, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον· ἐπωφελήθησαν μόνον τῆς εὐκαιρίας, ἵνα λάβωσιν ἄδειαν καὶ ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ τοὺς κατήγγειλα εἰς τὰς ἁρμοδίας στρατιωτικὰς Ἀρχάς, ἵνα τιμωρηθῶσι. Γνωρίζετε ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τοιούτου διαγωνισμοῦ; Ὅτι ἐπέτυχεν εἷς καὶ μόνον· ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐμάχοντο καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρασκευασθῶσι καὶ προσέλθωσι θὰ μετάσχωσι τοῦ διαγωνισμοῦ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Ὁμιλοῦμεν περὶ προπαρασκευῆς διὰ τὸν διαγωνισμόν, λέγοντες ὅτι ἦτο ἀδύνατος αὕτη διὰ τοὺς μέν, δυνατὴ ὅμως διὰ τοὺς δέ, τοὺς ἀπαλλαγέντας. Θὰ ἦτο βάσιμον τὸ ἐπιχείρημα, ἂν ὁ νόμος εἶχε δημοσιευθῆ πρὸ χρόνου πολλοῦ, ἂν ἦτο γνωστὸς πρὸ πολλοῦ εἰς τοὺς ἄλλους, τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἀλλὰ τὸ Διάταγμα ἐδημοσιεύθη ἐλάχιστον χρόνον πρὸ τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἦτο δυνατὸν λοιπὸν οἱ ἄλλοι οἱ μένοντες ἐδῶ νὰ παρασκευασθῶσιν εἰς τόσῳ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα; Ὄχι βεβαίως. Διὰ τὴν πρώτην τάξιν τῶν ὑποτρόφων, τὴν πολυαριθμοτέραν τάξιν τῶν δασαρχῶν, ἂς ἴδωμεν εἰς τί ἐξητάσθησαν οἱ προσελθόντες. Εἰς τὴν γερμανικὴν γλῶσσαν μόνον. Εἶναι δυνατὸν εἰς διάστημα δύο ἢ τριῶν μηνῶν νὰ ἐκμάθωσι τὴν γερμανικὴν γλῶσσαν οἱ ἀπολειφθέντες, ὥστε νὰ προσέλθωσιν εἰς διαγωνισμὸν διὰ τὴν γερμανικὴν γλῶσσαν; Ἀλλὰ μήπως εὑρίσκοντο ἐν τῷ στρατῷ ἐκ τῶν νέων τούτων ἄλλοι οἱ ὁποῖοι νὰ ἠδύναντο νὰ μετάσχωσιν ἐπιτυχῶς τοῦ διαγωνισμοῦ; Εἷς ἢ δύο θὰ εὑρίσκοντο ἴσως, οἱ δ’ ἄλλοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦσαν ἐν τῷ στρατῷ, διότι κατὰ τὸ Διάταγμα οἱ ὑποψήφιοι ἔπρεπε νὰ ἔχωσι περατώσει μόνον τὸ Γυμνάσιον ἢ τὸ Πρακτικὸν Λύκειον· κατὰ συνέπειαν οὗτοι θὰ εἶχον ἡλικίαν 17 ἢ 18 ἐτῶν, διότι ἄλλως, ἂν ἦσαν μεγαλείτεροι, θὰ εἶχον τραπῆ βεβαίως ἐν τῷ μεταξὺ εἰς ἄλλα στάδια. Ἐπιπλέον ὅμως καὶ διὰ τούτους ἐστάλησαν τηλεγραφικαὶ διαταγαὶ τρὶς εἰς ὅλους τοὺς σωματάρχας, ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα ὅπως λάβωσι γνῶσιν καὶ προσέλθωσι πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ διαγωνισθῶσι καὶ προσῆλθον πράγματι ὅσοι ἐγνώριζον τὴν γερμανικὴν καὶ εἶχον σπουδάσει εἰς τὸ Πρακτικὸν Λύκειον ἢ τὸ Γυμνάσιον. Μέχρι τοῦδε, Κύριοι, ἴσχυεν εἷς νόμος διὰ δασικοὺς ὑποτρόφους, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι οἱ ὑποψήφιοι ἔπρεπε ν’ ἀποπερατώσωσι τὸ Πολυτεχνεῖον, καὶ εἶτα δύνανται ν’ ἀποσταλῶσιν ὡς ὑπότροφοι εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ σπουδάσωσι τὴν δασονομίαν καὶ νὰ ἐπιστρέψωσι ν’ ἀναλάβωσι τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ ὑπηρεσία δὲ ἤρχιζεν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ δοκίμου δασάρχου. Ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀπαιτήσεως αὐτῆς τοῦ νόμου; Ἐλαμβάνομεν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τελειώσει τὸ Γυμνάσιον καὶ τὸ Πολυτεχνεῖον, καὶ μετὰ τοῦτο ἐζητοῦμεν νὰ σπουδάσωσι τέσσαρα ἔτη εἰς τὴν Ἀνωτέραν Σχολὴν ἐν Μονάχῳ, ἐν Γερμανίᾳ. Τὸ ἀποτέλεσμα; Ἢ δὲν ἐπέστρεφον πλέον ἤ, ὅσοι ἐπέστρεφον, πάντες κατελαμβάνοντο ἀπὸ μίαν κεντρομόλον ἕλξιν, καὶ ἤθελον νὰ μένωσιν ὅλοι ἐν τῷ κέντρῳ, ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν ἤθελον νὰ ὑπάγωσιν ἔξω τοῦ κέντρου νὰ ἐξασκήσωσι τὴν ὑπηρεσίαν των εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰ δάση, δὲν ἤθελον νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἔξω τοῦ κέντρου δύσκολον ἀλλ’ οὐσιώδη ὑπηρεσίαν. Τί ὑπεστήριξε καὶ τί ἤθελεν ὁ κ. Στέγγελ; Ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαιτήσωμεν μάθησιν μείζονα ἐκείνης ἣν ἡ Αὐστρία διὰ τοὺς ἰδικούς της δασάρχας ἀπαιτεῖ. Οἱ ἔχοντες τὴν ἐγκύκλιον μάθησιν δύναται νὰ σπουδάσωσι δασάρχαι, δὲν πρόκειται νὰ γίνωσι καθηγηταὶ τῆς δασονομίας. Σπουδάζοντες δὲ εἰς μέσας σχολάς, εὑρισκομένας ὄχι εἰς μεγάλα κέντρα, ἀλλ’ εἰς χωρία, θὰ συνηθίσωσι νὰ ἔχωσι μετρίας ἀξιώσεις καὶ θὰ παραμένωσι καὶ ἐν Ἑλλάδι εἰς τὰ δάση ἄνευ δυσχερειῶν καὶ θ’ ἀγαπῶσι τὸ δάσος καὶ τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἐπρόκειτο δὲ νὰ φύγῃ διὰ Βιέννην ὁ κ. Στέγγελ καὶ μόνος του ὡς πατὴρ παρέλαβε τὰ παιδιὰ αὐτὰ καὶ τὰ ἐτοποθέτησεν εἰς κατάλληλα σχολεῖα. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἠδύναντο νὰ γίνωσιν ἐπιτυχῶς δι’ ἄλλου μέσου, δι’ ἄλλου τρόπου, θὰ παρήρχετο δὲ τὸ ἔτος τοῦτο ἀσκόπως καὶ θὰ ἤρχεσθε ὕστερον νὰ παραπονεθῆτε καθ’ ἡμῶν ὅτι ἐδαπανήσαμεν τόσα χρήματα δι’ ἀμοιβὰς τῆς δασικῆς ἀποστολῆς καὶ δὲν ἐκάμαμεν τίποτε. Ἰδοὺ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἐκδώσωμεν ἐπειγόντως αὐτὸ τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα.
§109Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀπέδειξε τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι πάντες ἐνταῦθα εἶναι σύμφωνοι ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην μορφώσεως δασικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐγὼ πρῶτος ἐν τῇ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ εἶπον ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἄξιον πάσης συστάσεως καὶ παντὸς ἐνδιαφέροντος· μάλιστα προσέθηκα ὅτι θαυμάζω καὶ τὴν περίοδον ἐκείνην τοῦ νομοθετικοῦ σας Διατάγματος, διὰ τῆς ὁποίας ἀποστέλλονται εἰδικῶς διὰ τὴν σπουδὴν τῆς διευθετήσεως τῆς κοίτης χειμάρρων. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ τοιοῦτον νομοθετικὸν Διάταγμα ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς Διάταγμα συνδυαζόμενον μετὰ τῆς ἀποτροπῆς ἀναποφεύκτου κινδύνου. Εἶναι, ὡς προεῖπον, δύο μόνον ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὰ Κοινοβούλια ἀνέχονται νὰ σφετερίζηται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὴν νομοθετικήν. Ἔπρεπε νὰ μᾶς πείσητε ὅτι, ἂν τὸ Διάταγμα τῆς 12 Αὐγούστου ἐξεδίδετο τὴν 1 Νοεμβρίου ἢ τὴν 1 Ὀκτωβρίου, ὁ κίνδυνος δὲν θὰ ἀπετρέπετο ὁ μέγας καὶ ὅτι ἡ Πολιτεία θὰ ἐσώζετο καὶ τὰ ὄρη της θὰ ἀνεδασοῦντο ἐν διαστήματι ἑνὸς μηνός. Ἀνέγνωσα τὰς ἐκθέσεις· εἶδον τὰς αἰτιολογίας. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἑτοιμασθῶσιν αἱ αἰτιολογίαι, ὅτε ἐπρόκειτο τοιοῦτο νομοθετικὸν Διάταγμα νὰ ἐκδοθῇ. Ἀλλ’ αἱ αἰτιολογίαι αὗται εἶναι, Κύριοι, τόσον σπουδαῖαι, ὥστε νὰ πεισθῶμεν ὅτι καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας σφετερισθεὶς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὸν στεφανώσωμεν ἀκόμη; Διότι καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησεν ἐζήτησε καὶ στέφανον νὰ τῷ δώσωμεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν εὐτυχέστερος, διότι εἶπεν ἁπλῶς ὅτι εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην· ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ περὶ δασῶν Β. Διάταγμα, ἴσως δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον· ἤθελον εἴπει μόνον ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων, ἀλλὰ κατὰ τὰ λοιπὰ ἔπρεπε νὰ τὰ παρέλθωσιν ἐν σιωπῇ. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἶναι ὅτι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἂν ἔμενον ἕνα ἢ δύο μῆνας ἀργότερον, θὰ ἔχανον τὸν χρόνον ὁλόκληρον οἱ ἀποσταλέντες μετὰ διαγωνισμόν, ὡς γνωρίζομεν ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐσπουδάσαμεν ἐν Γερμανίᾳ. Ἡμεῖς ἀκριβῶς γνωρίζομεν ὅτι αἱ σπουδαὶ γίνονται ἐν Γερμανίᾳ κατὰ ἑξάμηνον· αἱ σχολαὶ λοιπὸν ἐν Γερμανίᾳ ἔχουσι δύο ἑξάμηνα, ἐξ ὧν τὸ πρῶτον ἄρχεται ἀπὸ 1 Νοεμβρίου καὶ λήγει τὸ Πάσχα, τὸ δὲ δεύτερον ἄρχεται ἀπὸ 1 Μαΐου καὶ τελειώνει τὴν 15 Αὐγούστου. Τίς θὰ ἦτο ἡ ζημία, ἂν δὲν ἐσφετεριζόμεθα τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἣν ζημίαν σφετερισθέντες ἀπεφύγομεν; Ὅτι θὰ μετέβαινον τὸν Νοέμβριον ἢ τὸν Δεκέμβριον. Ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν ἐντεῦθεν εἰς τὴν Γερμανίαν, ὁσονδήποτε καλῶς καὶ ἂν γνωρίζωσι τὴν γερμανικήν, θὰ προετοιμασθῶσι, διὰ νὰ ἐννοήσωσι τὸν διδάσκοντα καθηγητήν. Ὥστε πάντοτε τὸ πρῶτον ἑξάμηνον δὲν θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο. Ὑπάρχει πολὺ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ νὰ νοῶσι τὴν γραφομένην γλῶσσαν, ὅπερ δύνανται νὰ μάθωσι κάλλιστα ἐδῶ, καὶ τῆς ἱκανότητος νὰ δύνανται νὰ παρακολουθῶσι μαθήματα. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι πολὺ μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει νὰ ἐννοήσῃ τις τὴν γραφομένην γλῶσσαν ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀκούσῃ μαθήματα, καὶ δὴ μετ’ ἐπιτυχίας. Πάντως λοιπὸν δύο ἢ τρεῖς μῆνες κατ’ ἐλάχιστον διὰ τοὺς ἐπιμελεστέρους θὰ παρέλθωσι. Τί λοιπὸν ἐκερδίσατε διὰ τῆς τοιαύτης σπουδῆς; Μόνον ὅτι ἐδείξατε ὅτι ἐσφετερίσθητε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐν θέματι εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ διαγωνισμός, ὅτε ὅλοι αὐτοὶ ἀπὸ τοῦ 18 μέχρι τοῦ 31 ἐστρατεύοντο. Ὅσα εἴπετε λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ἐμὲ οὐδόλως ἔπεισαν. Συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν, ὅτι τὰ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῶν χειμάρρων καὶ ἐν γένει τὰ τῆς ὑδραυλικῆς ἐργασίας χρήζουσιν ἰδιαιτέρας μερίμνης. Ἐγὼ μάλιστα ὡς Ὑπουργὸς εἰσήγαγον καὶ νομοθέτημα περὶ ὑδραυλικῶν ἐργασιῶν ἐν γένει, εἰς τὸ ὁποῖον σᾶς παραπέμπω, διότι δὲν ηὐτύχησα νὰ ἐπιτύχω τὴν ψήφισιν αὐτοῦ· ἐψηφίσθη εἰς πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ εἰς τρίτην. Ἐπιμένω λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν ἐπείσθην ἐκ τῆς ἀπαντήσεώς σας, καὶ λυποῦμαι διὰ τοῦτο, διότι σᾶς τιμῶ πολὺ καὶ δι’ ἰδιαιτέρας δὲ προσωπικῆς φιλίας συνδεόμεθα ἀπὸ πολλοῦ χρόνου.
§110ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ἐμέμφθη τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς εὑρισκομένην ἐν καθυστερήσει, διότι ἀπεφάσισε μόλις τώρα νὰ ἐλέγξῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπιζητεῖται ἡ κύρωσις τῶν προκειμένων νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Κατ’ αὐτόν, ἀφοῦ οὐδεμία ἠγέρθη ἀντίρρησις, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔτυχον τῆς κυρώσεώς της τὰ τοιαῦτα Διατάγματα κατὰ τὴν ἡγουμένην βουλευτικὴν Σύνοδον, οὐδὲ τώρα πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄνευ συζητήσεως, ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως καὶ πολέμου; Καθ’ ὃν χρόνον, Κύριοι, ὑπερτάτη ἐθνικὴ ἀνάγκη ἐπέβαλε νὰ κοιμηθῶσι καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο, τιθεμένη ὑπεράνω τούτων, νὰ νομοθετῇ διὰ Β. Διαταγμάτων —διότι τότε εἷς μόνος νόμος ἔπρεπε νὰ κρατήσῃ, ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος, ὡς ἔλεγον οἱ πάλαι Ῥωμαῖοι— τότε ἦτο ἠναγκασμένη καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ν’ ἀνέχηται τὴν τοιαύτην κατάστασιν καὶ νὰ μὴ συζητῇ περὶ συνταγματικότητος τοῦ τρόπου τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἔκτοτε, Κύριοι, ἔληξεν ὁ πόλεμος, χθὲς δ’ ἐδημοσιεύθη καὶ τὸ Διάταγμα τῆς πλήρους ἀποστρατεύσεως, καὶ οὕτως ἐπανῆλθε τὸ πολίτευμα εἰς τὴν κανονικήν του λειτουργίαν, καθ’ ἣν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιτρέπεται πλέον ν’ ἀποτολμήσῃ πλέον ἀντισυνταγματικὰς πράξεις οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀνεχθῇ καὶ νὰ κυρώσῃ μάλιστα αὐτὰς διὰ τῆς ψήφου της. Τώρα ἐπέστη βεβαίως ἡ ὥρα, καθ’ ἣν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, χωρὶς νὰ παρεξηγηθῇ πλέον, ὡς παρεμβάλλουσα οὕτω πως πρόσκομμα τι εἰς τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς αἰσίαν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου, δικαιοῦται ἢ μᾶλλον ἔχει καθῆκον νὰ ἐλέγξῃ αὐτὴν διὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα, εἰς ἣν καὶ τώρα ἐν πλήρει εἰρήνῃ ζητεῖ νὰ παρασύρῃ τὴν Βουλήν, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιδιώκει αὐτὴ τὴν κύρωσιν τῶν νομοθετικῶν της Διαταγμάτων. Τὴν τοιαύτην, Κύριοι, ἀντισυνταγματικότητα κατέδειξεν ἤδη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Τριανταφυλλάκος, ἐπικαλεσθεὶς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτή, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἅπαξ μὲν κατ’ ἀρχήν, δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Ὁ αὐτὸς κ. συνάδελφος ὑπέδειξε καὶ τὴν ἀντικανονικότητα, καθ’ ἣν εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς κύρωσιν, τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος νομοθετικὰ Διατάγματα, χωρὶς δηλαδὴ νὰ συνοδεύωνται αὐτὰ ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὡς διακελεύει τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς. Ἵνα δ’ ἀποδείξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, δι’ ἧς πρέπει νὰ διαφωτίζηται ἡ Βουλὴ περὶ τῶν λόγων, τῶν ὑπαγορευόντων τὴν σύνταξιν ἑκάστου νομοσχεδίου, ἀνέφερεν ἓν τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων, καθ’ ὃ ἀπεφασίσθη ἡ ἀποστολὴ ὑποτρόφων τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἑσπερίαν πρὸς σπουδὴν τῆς δασολογίας, καὶ ἡ τέλεσις διαγωνισμοῦ ἐπὶ τούτῳ ἐν καιρῷ πολέμου καὶ ἐπιστρατεύσεως, ὅτε πλεῖστοι νέοι, εὑρισκόμενοι μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν, εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, δὲν ἠδύναντο νὰ μετάσχωσιν αὐτοῦ. Καὶ ἠρώτησε μετὰ τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ποία ἦτο ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν αἰσίαν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου, ἥτις καὶ μόνη ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν προσφυγὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ τοιούτου νομοθετικοῦ Διατάγματος. Ἔσπευσαν, Κύριοι, ν’ ἀπαντήσωσι πρὸς τὸ ἐρώτημα τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ προκαλέσας τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Διατάγματος, ζητοῦντες νὰ δικαιολογήσωσιν αὐτήν. Πρὸς τοῦτο ὁ μὲν δεύτερος ἀνέγνω πρὸς ἡμᾶς περικοπὴν τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐξ Αὐστρίας ὀργανωτοῦ τῆς δασικῆς μας ὑπηρεσίας, δι’ ἧς ὑποδεικνύεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποστολῆς τῶν προμνημονευθέντων ὑποτρόφων εἰς τὴν Ἑσπερίαν, ὁ δὲ πρῶτος προέβαλε τὴν σκοπιμότητα τοῦ σχετικοῦ Διατάγματος. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἄν τις ἐξ ὑμῶν ἐπείσθη, δι’ ὅσων εἶπον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅτι ἡ ἀποστολὴ ὑποτρόφων εἰς τὴν Ἑσπερίαν πρὸς σπουδὴν τῆς Δασολογίας εὑρίσκεται ἐν οἱᾳδήποτε σχέσει πρὸς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας, αἵτινες, ἀναφερόμεναι εἰς τὸν πόλεμον, ἠδύναντο νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν προσφυγὴν εἰς τὴν ἔκδοσιν νομοθετικοῦ Διατάγματος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι δευτερεῦον, ὡς τοιοῦτο δ’ ἀνεκινήθη αὐτὸ ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου, ἐνῷ πρωτεῦον καὶ κύριον ζήτημα παραμένει τὸ τῆς ἀντικανονικότητος καὶ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἰσαγαγοῦσα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετικὰ Διατάγματα ἐπιζητεῖ τὴν κύρωσίν των ὑπ’ αὐτῆς. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ μὲν κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐτήρησεν ἄκραν σιγήν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἠρκέσθη νὰ εἴπῃ ὅτι διὰ τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων ζητεῖται μόνον ψῆφος συγγνώμης παρὰ τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καθόσον αὕτη, σφετερισθεῖσα νομοθετικὰ δικαιώματα, προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος Διαταγμάτων· διὸ οὐδεμία ἀνάγκη ὑπῆρχε κατ’ αὐτὸν νὰ εἰσαχθῶσι ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς συνήθη νομοσχέδια μετ’ ἐκθέσεων αἰτιολογικῶν καὶ νὰ ψηφισθῶσι κατ’ ἄρθρον. Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, ἦτο τοῦτο ἀληθές, διατί τότε ὑπεβλήθησαν εἰς ἡμᾶς τόσα νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπιζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ κύρωσις τῶν διαφόρων νομοθετικῶν Διαταγμάτων; Θὰ ἤρκει πρὸς τοῦτο ἓν μόνον νομοσχέδιον ἢ καὶ ἁπλῆ ψῆφος τῆς Βουλῆς, παρέχουσα συγγνώμην πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διότι αὕτη εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνασκήσῃ νομοθετικὰ δικαιώματα. Καθόσον ὅμως ὑπεβλήθησαν εἰς ἡμᾶς διάφορα νομοσχέδια, τιτλοφορούμενα «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων προκληθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς»: καθόσον ἐν τοῖς νομοσχεδίοις αὐτοῖς ἀναγράφεται, ὅτι «κυροῦνται τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, προκληθέντα κάτωθι Β. Διατάγματα», ἕπεται κατ’ ἀνάγκην ὅτι ἐπιζητεῖται οὕτω πως ἡ κατὰ τὸ Σύνταγμα κύρωσις τῶν τοιούτων Διαταγμάτων, ἥτις δὲν δύναται ἄλλως νὰ ἐπιτευχθῇ, εἰμὴ μόνον καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα διακελεύει, ἤτοι εἰσαγομένων αὐτῶν, ὡς αὐτοτελῶν νομοσχεδίων, μετὰ τῶν οἰκείων αἰτιολογικῶν ἐκθέσεων καὶ ψηφιζομένων παρ’ αὐτῆς εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, τὸ πρῶτον κατ’ ἀρχήν, καὶ εἶτα δὶς κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἡ κατ’ ἀρχήν, Κύριοι, ἐπιψήφισις αὐτῶν ἐνέχει βεβαίως καὶ ψῆφον συγγνώμης διὰ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὴν ἐκδοῦσαν τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἀλλ’ ἵνα ταῦτα τύχωσι τοῦ ἐπιζητουμένου διὰ τῶν νομοσχεδίων κύρους καὶ ἰσχύσωσιν ἐφεξῆς ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ψηφισθῶσιν αὐτὰ ὄχι μόνον κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος. Περὶ τούτου οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἐγκαταλείπει τὸ ἄρθρον αὐτό, ὡς μετερρυθμίσθη ἀναθεωρηθὲν τελευταῖον κατ’ εἰσήγησιν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὡς ἔχει νῦν αὐτό, καθιεροῖ ἐξαιρέσεις τινάς, τὰς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιψήφισις δικαστικῶν κωδίκων, προπαρασκευασθέντων ὑπὸ εἰδικῶν ἐπιτροπῶν, συσταθεισῶν δι’ εἰδικοῦ νόμου, δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου, κυροῦντος τοὺς εἰρημένους κώδικας ἐν ὅλῳ.... Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ γίνῃ κωδικοποίησις ὑφισταμένων διατάξεων δι’ ἁπλῆς ταξινομήσεως αὐτῶν ἢ ἐν ὅλῳ ἐπαναφορὰ καταργηθέντων νόμων, πλὴν τῶν φορολογικῶν». Ἐάν, Κύριοι, καὶ διὰ τὴν κύρωσιν τῶν νομοθετικῶν Δικταγμάτων, τῶν ἐκδιδομένων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἤρκει ἰδιαιτέρως μόνον νόμος, κυρῶν αὐτά, ὡς νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔπρεπε μεταξὺ τῶν ἄλλων ν’ ἀναγραφῇ καὶ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις ἐν τῷ Συντάγματι. Ἀφοῦ ὅμως αὐτὴ δὲν ἀναγράφεται, ἕπεται κατ’ ἀνάγκην, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἰσχύει ἡ γενικὴ διάταξις τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ἐπιψήφισις αὐτῶν τούτων τῶν Διαταγμάτων. Ἰδού, Κύριοι, τὸ πρωτεῦον καὶ κύριον ζήτημα, ὅπερ προβάλλεται νῦν εἰς τὴν Βουλήν, καθ’ ὃν τρόπον εἰσήχθησαν εἰς αὐτὴν τὰ προκείμενα νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ ἐπιζητεῖται ἡ κύρωσις. Ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἄντικρυς ἀντισυνταγματικός, ὡς ἀπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος. Ἀντὶ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον, ἠρκέσθη μόνον εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἔκδοσίν των καὶ νὰ δικαιολογήσῃ δύο ἐξ αὐτῶν, τὸ προμνημονευθὲν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν σύστασιν μονοταξίων διδασκαλείων, προβαλὼν ὑπὲρ αὐτῶν τὸν λόγον τῆς σκοπιμότητος. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἀναγνωρίζομεν ἕνα καὶ μόνον λόγον τῆς προσφυγῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην εἰς ἣν εὑρίσκεται αὐτὴ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως καὶ πολέμου καὶ ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, νὰ ἐνασκήσῃ νομοθετικὰ δικαιώματα. Πρὸς αὐτὸν ὅμως τὸν λόγον τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης εἶναι ἄσχετος ὅλως ὁ λόγος τῆς σκοπιμότητος, ὃν προέβαλε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐάν, Κύριοι, ἡ Βουλὴ συνεμερίζετο τὴν τοιαύτην γνώμην, τότε θ’ ἀνεγνώριζεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ἵνα καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης, ὁσάκις λόγοι σκοπιμότητος θὰ ὑπηγόρευον τοῦτο, νομοθετῇ αὐτὴ διὰ Διαταγμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα νὰ ζητῇ εἶτα παρὰ τῆς Βουλῆς, συγκαλουμένης ἐπὶ τούτῳ, ψῆφον συγγνώμης, ὡς ἰσχυρίσθη πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἢ τὴν κύρωσιν αὐτῶν συλλήβδην δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου, ὡς γίνεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν ἁπλῆν παρῳδίαν τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ σεβομένη ἑαυτὴν καὶ τὰ δικαιώματά της δὲν δύναται ἢ ν’ ἀποκρούσῃ ἐκ παντὸς τρόπου. Κατ’ ἐμέ, Κύριοι, τόσον ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα κυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὰ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς ἐκδοθέντα νομοθετικὰ Διατάγματα κατὰ τρόπον ἀνατρέποντα ἄρδην τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς, ὅσον καὶ ἡ καινοφανὴς θεωρία του, καθ’ ἣν ὄχι μόνον λόγοι ἐθνικῆς ἀνάγκης ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἀλλὰ καὶ λόγοι σκοπιμότητος ἄσχετοι παντάπασι πρὸς τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἔκδοσιν τοιούτων Διαταγμάτων, ἀμφότερα ταῦτα μαρτυροῦσι τρανῶς τὴν ἐσχάτην αὐτοῦ ἀνευλάβειαν, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, πρὸς αὐτὴν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Καὶ ἐάν, Κύριοι, ὑπελείπετο ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ πράγματος, θὰ ἤρκουν, νομίζω, νὰ διασκεδάσωσιν αὐτὴν τὰ ἑξῆς γεγονότα. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ αὐτὴ τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν ὅτι θὰ διέτρεχον κίνδυνόν τινα νὰ καταψηφισθῶσι τὰ νομοθετικά της Διατάγματα. Ἀλλὰ διατί τότε ἐπιμένει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν προκείμενον ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντικανονικὸν τρόπον τῆς ἐπιψηφίσεώς των; Πλὴν τούτου, Κύριοι, πολλὰ νομοθετικὰ Δικτάγματα, ἐν οἷς καὶ τὸ περὶ ὑποτρόφων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης τοῦ Βουκουρεστίου, ὅτε καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν καὶ ἡ Βουλὴ παροῦσα ἐν Ἀθήναις ἦτο πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ αὐτὰ πάντα ἀσυζητητί, ἂν ὑπεβάλλοντο εἰς αὐτὴν ὡς νομοσχέδια. Ἀντὶ τούτου ὅμως προυτίμησεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη μὲν νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ οὕτω νομοθετοῦσα διὰ Β. Δικταγμάτων, τὴν δὲ πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὰ πέντε ἕκτα αὐτῆς νὰ συγκαλέσῃ διὰ τοῦ κ. Προέδρου της οὐχὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τοῦ Βουλευτηρίου, χάριν τοῦ νομοθετικοῦ της ἔργου, ἀλλ’ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Ἀκταίου ἐν Νέῳ Φαλήρῳ, χάριν τοῦ γνωστοῦ συμποσίου.
§111Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μολονότι οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι δύο συνάδελφοι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξήντλησαν τὸ θέμα, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος, νομίζω ὅτι δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ ἀκόμη τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ ἐξετάσω εἰδικῶς εἶναι ἂν ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐπιψήφισιν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της. Κυρίως τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πολιτικόν, καὶ νομίζω ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως. Ἐξεδόθησαν Δικτάγματα Βασιλικά, τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον εἶναι περιεχόμενον ὅπερ ἔδει νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου. Ἤδη εἰσάγεται νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ κύρωσις ὁμοῦ τινῶν τῶν Β. Δικταγμάτων τούτων. Κατ’ ἀρχὰς μάλιστα ἐζητεῖτο πλειόνων. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀφήρεσέ τινα. Ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑποβάλλεται ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει νὰ κυρωθῶσι τὰ Δικτάγματα ταῦτα. Εἶναι τοῦτο κανονικόν; Εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα; Φρονῶ ἀναντιρρήτως ὄχι. Ὅτε τὰ Δικτάγματα ταῦτα ἐξεδίδοντο, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην διεπράττοντο δύο τινά· ἐν πρώτοις ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὑπερέβαινε τὰ καθήκοντά της ἀντιποιουμένη ἐξουσίαν ἣν δὲν εἶχε, τὴν νομοθετικήν. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον. Ἐγένετο ὅμως καὶ ἕτερόν τι· ἐρρυθμίζοντο σχέσεις διὰ Δικτάγματος, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ῥυθμισθῶσι διὰ νόμου. Τοῦτο εἶναι τὸ δεύτερον. Ποῖον μετὰ τοῦτο τὸ καθῆκον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Ἡ παράβασις συνετελέσθη ἀπὸ διπλῆς ἀπόψεως καὶ τὸ καθῆκόν της εἶναι διττόν. Ἐν πρώτοις νὰ ζητήσῃ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν της, ὡς εἶπεν ἄλλοτε ὁ κύριος Πρωθυπουργός, διὰ τὴν ἀντιποίησιν τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν ἔκαμεν· ἀφ’ ἑτέρου νὰ ῥυθμίσῃ τὰς σχέσεις αὐτὰς νομίμως καὶ ἐγκύρως ἀντὶ τῆς ἐκνόμου καὶ ἀτάκτου ῥυθμίσεως, τὴν ὁποίαν ἔσχον αὗται διὰ τῶν Δικταγμάτων. Τούτων δ’ ἀμφοτέρων θὰ ἐπιτύχῃ βεβαίως διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ ἓν καὶ κατ’ ἄλλον τὸ ἕτερον· τὸ ἓν θὰ ἐπιτύχῃ διὰ ψήφου ἀφέσεως τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ἕτερον διὰ τῆς Βουλῆς νομοθετούσης καὶ μεταβαλλούσης τὰ Δικτάγματα εἰς νόμους. Εἶμαι μάλιστα τῆς γνώμης ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἓν καὶ νὰ μὴ ἐπιτύχῃ τὸ ἕτερον, διότι καὶ διάφοροι αἱ προϋποθέσεις τῆς μιᾶς ἀπὸ τῆς ἑτέρας πράξεως τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ νὰ εὕρῃ ὅτι πράγματι τὰ Δικτάγματα αὐτὰ ἦσαν καὶ χρήσιμα κατὰ περιεχόμενον· ἂν τότε ἀντικανονικῶς διὰ τούτων ἐρρυθμίσθησαν αἱ περὶ ὧν ταῦτα σχέσεις νὰ κανονίσῃ ταύτας κατὰ νόμον καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ὥστε ὁ τοιοῦτος κανονισμὸς νὰ ἰσχύῃ ἀναδρομικῶς ἀφ’ ἧς τὰ Διατάγματα ἐγένοντο, ἀλλὰ νὰ μὴ εὕρῃ περίστασιν συντρέχουσαν πρὸς ἄφεσιν τοῦ ἁμαρτήματος διὰ τὴν ἀντιποίησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· διότι, ὡς γνωστόν, αὕτη ἐπιτρέπεται μόνον ἂν ἦτο ἀδύνατος ἡ τῆς Βουλῆς σύγκλησις, ἔκτακτος δὲ περίστασις ἐντελῶς ἐξαιρετικὴ συνέτρεχε μὴ ἐπιτρέπουσα τὴν ἀναβολὴν ὡς πρὸς τὴν ῥύθμισιν τῆς σχετικῆς σχέσεως. Τοιοῦτό τι λόγου χάριν παρουσιάσθη ἐνώπιον ἡμῶν σήμερον ὡς πρὸς τὸ μεταξὺ τῶν ὑπὸ κύρωσιν σχετικὸν περὶ δασῶν Διάταγμα. Διὰ τοῦτο ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ προλαλήσαντος ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ νὰ ἐπαινῆται καθ’ ὁλοκληρίαν ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενόν του καὶ νὰ συνιστᾶται ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον· καὶ βεβαίως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὸ ψηφίσῃ σήμερον καὶ νὰ δώσῃ καὶ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἠκούσαμεν ὅτι γεννᾶται ζήτημα ὡς πρὸς τὴν ἄφεσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς κατὰ τοῦτο ἀντιποίησιν τῆς νομοθετικῆς, ὡς οὐδαμῶς συντρεχόντων τῶν ὅρων ὑφ’ οὓς θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι συγγνωστὴ ἡ τοιαύτη ἀντιποίησις. Καί, ἂν ἡ Βουλὴ νομίσῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσῃ ἄφεσιν, δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸν σχετικὸν νόμον χωρὶς νὰ παράσχῃ καὶ ταύτην. Καὶ ἀντιθέτως ἐπίσης δύναται νὰ συμβῇ, ὥστε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ εἴπῃ ὅτι συγχωρεῖ τὴν Κυβέρνησιν ἐκδοῦσαν ἓν τοιοῦτο Διάταγμα καὶ πλανηθεῖσαν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιστάσεων διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς ἀντιποίησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τὸ εὑρίσκω περιττὸν καὶ νὰ μὴ τὸ κυρώσῃ κατὰ τὸ περιεχόμενον μεταβάλλουσα αὐτὸ εἰς νόμον. Θὰ παρετήρουν μάλιστα ὅτι ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ Διατάγματος τὸ ὁποῖον ῥυθμίζει σχέσεις εἰς τὸ παρελθὸν ἀναγομένας, ἴσως τὸ ἓν ζήτημα νὰ συνδέηται ἀναποσπάστως μὲ τὸ ἄλλο καὶ ἡ ἄφεσις ν’ ἀπαιτῇ νὰ ψηφισθῇ καὶ ὁλόκληρον τὸ σχετικὸν Διάταγμα ὡς ἔχει· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ῥυθμίζονται καὶ σχέσεις ἀναγόμεναι εἰς τὸ μέλλον τὸ ζήτημα τῆς ἀφέσεως εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν πλέον ἄσχετον καὶ οὐδὲν θὰ ἐμποδίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ πρὸ παντὸς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ μὴ δεχθῇ ὁλόκληρον τὸ περιεχόμενον καὶ νὰ φέρῃ οἵας μεταβολὰς ἤθελε κρίνει ἀναγκαίας κατὰ τοῦτο. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνωσι, Κύριοι, ἀμφότερα ταῦτα, πρέπει ἀμφότερα νὰ ὑποβληθῶσιν ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ μὲν ὅπως κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἂν συντρέχει περίπτωσις ἀφέσεως, τὸ δὲ ἵνα καὶ τὸ περιεχόμενον τῶν σχετικῶν Διαταγμάτων μεταβληθῇ εἰς νόμον ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἐφ’ ὅσον κρίνεται σκόπιμον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ἄλλως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰμὴ μόνον διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ, διὰ τῆς ὁποίας εἰσάγονται καὶ ψηφίζονται αἱ προτάσεις. Πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι τὰ ἄρθρα ἑκάστου τῶν Διαταγμάτων ὧν ζητεῖται ἡ κύρωσις ὡς νομοσχέδιον καὶ μετὰ τῆς σχετικῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἀναλόγως πρὸς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ῥυθμίζει καὶ νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα διὰ πᾶσαν πρότασιν νόμου. Θὰ παραπεμφθῇ δηλαδὴ εἰς ἐπιτροπὴν ἢ ὄχι, ἀναλόγως, ἐφ’ ὅσον κηρυχθῇ κατεπεῖγον ἢ μή, καὶ θὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν συνόλῳ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατὰ τίνα τρόπον ἓν Διάταγμα δύναται νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, τῆς παρελθούσης Συνόδου, συνεζητήθη καὶ πάλιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἄφεσις. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐν τούτῳ γίνεται σύγχυσις τῶν δύο ζητημάτων· γίνεται σύγχυσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος πρὸς τὸ συνταγματικὸν ζήτημα. Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ῥητῶς ὅτι «οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτή, ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἅπαξ μὲν κατ’ ἀρχήν, δὶς δὲ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας». Σᾶς ἐρωτῶ· τὰ Διατάγματα, τῶν ὁποίων ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ κύρωσις, δι’ αὐτῆς θὰ μεταβληθῶσιν εἰς νόμους; Ἂν μοὶ εἴπητε ναί, θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι θὰ μεταβληθῶσιν εἰς νόμους κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον σεῖς κατασκευάζετε καὶ ὄχι κατ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν, διότι κατ’ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως εἰμὴ κατὰ τὸν τρόπον ὃν ἐξέθηκα καὶ ῥητῶς ὁρίζει τοῦτο.
§112Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ μεταβληθῇ διὰ τῆς κυρώσεως τὸ Διάταγμα εἰς νόμον;...
§113Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τοῦτο ζητεῖται.
§114Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διότι, νομίζω, τὸ Διάταγμα αὐτὸ περιέχει κανόνας δικαίου, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐγκρίνεται ἁπλῶς σήμερον. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σήμερον γίνεται κύρωσις ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅπως ἐκ τῶν προτέρων ἔχει ἀναγνωρισθῇ ὅτι δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ διὰ Διατάγματος νομοθετικὴν ὕλην. Τὰ Διατάγματα ταῦτα περιέχουσι κανόνας δικαίου, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κῦρος ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἐντολῆς, ἀλλὰ μὲ τοῦτο δὲν παύουσιν ὄντα Διατάγματα. Αἱ διατάξεις αὐτῶν εἶναι βεβαίως διατάξεις ἔχουσαι δύναμιν νόμου καὶ δὲν καταργοῦνται εἰμὴ δι’ ἑτέρου νόμου.
§115Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄν θέλητε ν’ ἀγορεύσητε, παρακαλῶ κατόπιν.
§116Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι κανὼν δικαίου, ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλον τὸ κῦρος.
§117Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι κάμνει νέαν σύγχυσιν οὐσιώδη δύο διαφόρων νόμων, τῶν τυπικῶν καὶ τῶν οὐσιαστικῶν νόμων. Ὑπάρχουσι βεβαίως περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρέχει διὰ νόμου ἄδειάν τινα εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ὡρισμένων πράξεων, ὡς λ. χ. κατὰ τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θέλει νὰ συνάψῃ ἓν δάνειον.
§118Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ...
§119Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν δέχομαι ἐπὶ πλέον διακοπάς, διότι κάμνετε ἀγόρευσιν. Ὑπάρχουσι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας, ὡς εἶπον, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει ἀνάγκην ἀδείας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δι’ ἐπιχείρησιν ὡρισμένων πράξεων. Ἡ ἄδεια αὕτη ἀποτελεῖ τὸν τυπικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι κανὼν δικαίου, ἀλλ’ ἀναγκαία τοῦ νόμου προϋπόθεσις διὰ τὴν ἐπιχείρησιν τῆς ὡρισμένης πράξεως, ἥτις ἐπίσης δὲν μεταβάλλεται ἐκ τούτου εἰς νόμον καὶ δὲν τίθησι κανόνα τοῦ δικαίου, ὡς συμβαίνει εἰς τὸ ἀναφερθὲν παράδειγμα τῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν δανείου, ἥτις βεβαίως δύναται καὶ ὑστέρως νὰ δοθῇ διὰ τῆς κυρώσεως τῆς σχετικῆς συμβάσεως. Ἤδη δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινός. Εἰσάγεται νομοσχέδιον δι’ οὗ ζητεῖται ἡ κύρωσις ὑπὸ τῆς Βουλῆς Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Ἀλλὰ δυοῖν θάτερον· ἢ τὸ περιεχόμενον τούτων εἶναι τοιοῦτο διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται νόμος ἢ δὲν εἶναι. Ἀλλὰ κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις ἡ ζητουμένη κύρωσις εἶναι ἄνευ σημασίας, διότι κατὰ μὲν τὴν τελευταίαν δὲν ἀπαιτεῖται, κατὰ δὲ τὴν πρώτην ἡ κύρωσις δὲν θὰ τὰ μεταβάλῃ εἰς νόμον. Νόμος θὰ γίνωσιν, ἂν εἰσαχθῶσι καὶ ψηφισθῶσι καθ’ ὃν ἐξέθηκα τρόπον συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι τὸ περιεχόμενον αὐτῶν εἶναι περιεχόμενον κανονιστέον διὰ νόμου. Νόμος δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα δὲν εἶναι πολιτικόν, ἀλλ’ εἶναι καθ’ ἑαυτὸ νομικὸν καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἀναγνωρίσῃ —καὶ θ’ ἀναγνωρίσῃ, διότι εἶναι σύμφωνος κατὰ τοῦτο, ὅτι πρόκειται περὶ Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θέτουσι κανόνα δικαίου διὰ νομοθετικοῦ περιεχομένου, ὡς προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ὁρίζεται ὅτι· «Κυροῦνται τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπούσης τῆς Βουλῆς προκληθέντα νομοθετικὰ Β. Διατάγματα»—, θ’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ εἰσαγάγῃ καὶ θὰ ψηφίσῃ ἕκαστον τῶν Διαταγμάτων ἰδιαιτέρως ὡς προτάσεις νόμου. Θὰ ἠδυνάμην ἐπὶ πλέον νὰ παρατηρήσω ὅτι ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἐπάγεται καὶ τὴν ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν, διότι οὗτος ὁρίζει ὅτι· «Ἐπὶ συνθέτων ζητημάτων ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει οἴκοθεν τὸ διαιρετόν. Τὸ διαιρετὸν ἀπαγγέλλεται ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῇ αἰτήσει παντὸς Βουλευτοῦ. Ὑπαρχούσης δ’ ἀντιρρήσεως ὡς πρὸς τὸ διαιρετόν, ἀποφαίνεται περὶ τούτου ἡ Βουλή». Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν περιλαμβάνον τὴν κύρωσιν πλειόνων Β. Διαταγμάτων, ἐκ πλειόνων ἄρθρων ἑκάστου, ἀποτελεῖ τὸ μᾶλλον πολυσυνθετώτερον τῶν ζητημάτων καὶ ὅμως κατ’ ἀνάγκην θὰ ψηφισθῇ ὡς ἓν ὅλον καὶ ὄχι κεχωρισμένως ἕκαστον ζήτημα. Ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ψήφισις, ἀπαιτεῖται ὅ,τι προηγουμένως ἐξέθηκα, ἵνα καὶ ἕκαστον τῶν Διαταγμάτων μεταβληθῇ εἰς νόμον. Τότε δὲ, ὅταν οὕτως εἰσαχθῶσι τὰ Διατάγματα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, αὕτη ἔχουσα ἕκαστον τούτων ὑπ’ ὄψει θὰ κρίνῃ καὶ περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἰδιαιτέρως ὡς πρέπει, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις σφετερισθεῖσα δι’ αὐτὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα καὶ θὰ τὸ ψηφίσῃ ἵνα γίνῃ νόμος ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἐπιφέρουσα μεταβολὰς ὅσας ἤθελε κρίνει ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν ἄρθρων, αἵτινες σήμερον εἶναι φανερὸν ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατοι, ἀφοῦ διὰ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου ψηφίζεται μόνον ἡ κύρωσις τῶν Διαταγμάτων, οὐχὶ δὲ αἱ διατάξεις αὐτῶν.
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω, Κύριοι, εἰς ἀπάντησιν τοῦ προλαλήσαντος κ. Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὡς καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἐλησμόνησα ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τῆς ἐπικρίσεώς του. Γίνεται ἡ ἑξῆς παραγνώρισις. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες νομίζουσιν ὅτι τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, δι’ ἃ ζητεῖται ἡ ψῆφος ἀφέσεως παρὰ τῆς Βουλῆς, αὐτὰ ἀποτελοῦσι πρότασιν νόμου, ὅτι ἔχουσι τοῦτο τὸ ἰδιάζον, ὅτι φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ συνήθως τὰ προσαγόμενα εἰς τὴν Βουλὴν σχέδια νόμου φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν μόνον τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Ἡ πλάνη εἶναι θεμελιώδης. Τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα δὲν εἶναι προτάσεις νόμου· εἶναι κανόνες δικαίου ἔχοντες ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ κανόνες τοῦ δικαίου, τὰς ὁποίας θέτει ἡ Βουλὴ μετὰ τοῦ Βασιλέως, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐξέρχεται τῶν τύπων τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἐξέρχεται τῶν συνήθων ὅρων τῆς ἐξουσίας αὐτῆς καὶ σφετερίζεται ἐξουσίαν μὴ ἀνήκουσαν εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς, διότι ἀνταποκρίνεται αὕτη πρὸς τὴν συναίνεσιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ σφετεριζομένη τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀσκεῖ πλήρη ἐξουσίαν καὶ θέτει κανόνας ἔχοντας τὴν αὐτὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ κανόνες οἱ τιθέμενοι κατὰ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Τοῦτο ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, θέλετε πεισθῇ ὅτι καλῶς ἔχουσι τὰ προσαχθέντα νομοσχέδια· ὑπῆρχε μόνον ἡ ἔλλειψις τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην δὲν ἐπέμειναν οἱ προαγορεύσαντες, ὁπότε θὰ ἐζήτουν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἵνα προσαχθῇ αὕτη, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἐπανέλθῃ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἔχει θεωρητικὴν ἀξίαν, θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, τί θὰ γίνῃ ἡ Βουλή, ἂν θέλητε νὰ τὴν δεσμεύσητε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε, ἐνῷ πρόκειται περὶ θέσεως κανόνων δικαίου ῥυθμιζόντων εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ ἔχῃ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα δικαίωμα νὰ τροποποιήσῃ τοὺς κανόνας τούτους, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον; Ἀλλὰ ποῖος εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κυρώσῃ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ὡς ἔχουσιν ἢ τροποποιημένα τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς σήμερον; Ὑπάρχει ὅμως μία διαφορά. Οἱ προαγορεύσαντες κ. Βουλευταὶ θέλουσι νὰ χαρακτηρίσωσι τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα ὡς προτάσεις νόμων καὶ θέλουσι νὰ ὑποβάλωσιν αὐτὰ εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Λησμονοῦσι δ’ ὅτι, ὡς εἶπον, ταῦτα εἶναι κανόνες δικαίου, διὰ τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ τὴν κύρωσιν παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τροποποιήσεις, οἵας καὶ εἰς τὰς προτάσεις νόμων, πρέπει ὅμως νὰ κανονίσωσιν αὐτὰς συμφώνως πρὸς τὰ διαγραφόμενα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τὸ κυρωτικὸν τῶν Διαταγμάτων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰ Διατάγματα τὰ νομοθετικά. Εἰς ἕκαστον τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων ἔχει δικαίωμα ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν νὰ φέρῃ τροποποιήσεις, ἑπομένως καὶ ὅλα τὰ ἄρθρα τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα περιέχουσι κανόνας δικαίου τεθειμένους, ὡς εἶπον, καθ’ ὑπέρβασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ὅλα τὰ ἄρθρα δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅσον ὑποβληθῶσιν ἐπ’ αὐτῶν τροπολογίαι, ἐφ’ ὧν θ’ ἀποφανθῇ αὕτη, ἂν θέλωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τῶν διατάξεων ἀλλὰ θὰ συζητηθῶσιν ὡς τροπολογίαι καὶ οὐχὶ ὡς προτάσεις νόμων.
§121Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σοβαρῶς ἐννοεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του. Τί εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Δὲν ζητοῦμεν, εἶπε, παρ’ ὑμῶν νὰ νομοθετήσητε, ἀλλὰ νὰ ἐγκρίνητε τὰ Διατάγματα τὰ νομοθετικά. Τί ἐννοεῖ τοῦτο; Ἐννοεῖ: Ἡμεῖς ἔχοντες τὴν Κυβέρνησιν, ἤτοι τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, ἐνομοθετήσαμεν καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν ἀξιοῦμεν καὶ πιστεύομεν ὅτι ἀποτελεῖ νόμον. Καὶ παρ’ ὑμῶν τῶν ἀσκούντων τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δὲν ζητοῦμεν νὰ θέσητε τοῦτο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐν τοῖς Διατάγμασιν ἐθέσαμεν ὡς νόμον, ἀλλὰ ν’ ἀναγνωρίσητε ὅτι τὸ παρ’ ἡμῶν τεθὲν ὡς νόμος εἶναι νόμος. Τοῦτο ζητοῦμεν. Ζητοῦμεν ὅμως ἐπὶ πλέον ν’ ἀποφανθῆτε ὅτι καλῶς παρ’ ἡμῶν ἐγένετο οὕτω τὸ γενόμενον. Καὶ προχωρῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διὰ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ διὰ τῶν Διαταγμάτων τεθὲν εἶναι νόμος, λέγει: Ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ θέματα, ἅτινα τὰ Διατάγματα ἐρρύθμισαν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἔγκρισις τῆς κοινῆς γνώμης περὶ τοῦ ὅτι καλῶς ἐγένετο ἡ ῥύθμισις τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν Διαταγμάτων ἐρρυθμίσθησαν, κατέστησαν τὴν ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ῥύθμισιν τῶν θεμάτων τούτων κανόνα δικαίου καὶ ἑπομένως νόμον. Καὶ οὕτως ἐμφανίζεται, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νέον σύστημα κυοφορίας τοῦ νόμου, γεννωμένου ἐκ τῆς μίξεως τῆς ἀνάγκης μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης. Ἡ δὲ κοινὴ γνώμη φέρεται ὡς ἐγκρίνουσα ὄχι τὴν ἀρχὴν ἀλλὰ τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων τῶν Διαταγμάτων, ἀνερχομένων εἰς πολλὰς δεκάδας καὶ ῥυθμιζόντων πληθὺν λεπτομερειῶν. Ἀλλ’ εἰς τίνας ἀνήκει καὶ πῶς ἀσκεῖται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ζήτημα θεωριῶν, οὔτε φράσεων ἢ λέξεων. Περὶ τούτου ὑφίστανται κανόνες καὶ ἐπιταγαὶ ἐν τῷ Συντάγματι.
§122Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὔτε ἀντικείμενον συζητήσεως.
§123Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὔτε ἀντικείμενον συζητήσεως δύναται τοῦτο νὰ γίνῃ ἐν οἱᾳδήποτε αἰθούσῃ, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον πάσης ἄλλης ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἰς τίνας ἀνήκει καὶ πῶς ἀσκεῖται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν θὰ καθορίσωμεν δυνάμει θεωριῶν ἢ ἀναπτύξεων εὐφραδῶς ἢ μή. Τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα. Πέρα δὲ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει ἢ δύναται ν’ ἀσκήσῃ τοιαύτην ἐξουσίαν. Δύναται νὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν μία Κυβέρνησις καὶ αὕτη νὰ ἐγκρίνῃ τὰς θεωρίας καὶ τὰς πράξεις αὐτῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ δημιουργήσῃ διάταξιν παράπλευρον τῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν τῶν νόμων γένεσιν ἄλλως καθορίζουσαν ἢ ὡς τὸ Σύνταγμα ἐπιτάσσει. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, ὁρίζεται δ’ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ θὰ ἐκδηλώσῃ τὴν σύμπραξίν της εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν ὁμαλῇ τῶν πραγμάτων ἐξελίξει. Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ περίστασις ἀνάγκης, καθ’ ἣν δὲν ἐπαρκεῖ ἡ συνήθης νομοθετικὴ μηχανή. Καὶ τότε θὰ ληφθῇ πρόνοια ἔξω τοῦ Συντάγματος. Τῇ ἀνάγκῃ καὶ Θεοὶ πείθονται, εἶπε προηγουμένως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, βεβαίως δὲ καὶ τὰ Κράτη καὶ αἱ Κυβερνήσεις. Οἱ κατέχοντες τὰ ἡνία τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας καθῆκον ὑπέρτατον ἔχουσι κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου νὰ λαμβάνωσι πάντα τὰ κατάλληλα μέτρα ἀντιμετωπίζοντες μὲ πάσας τὰς τυπικὰς εὐθύνας, ἐμπνεόμενοι δὲ ὑπὸ μόνης τῆς συναισθήσεως ὅτι ἐξυπηρετοῦντες τὸ συμφέρον τῆς χώρας καὶ ταύτην σῴζοντες οὐδεμίαν δύνανται νὰ ὑποστῶσι μομφὴν ὅτι κακῶς ἐνήργησαν, παραβιάσαντες τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἡ οὕτως ἐνεργοῦσα Κυβέρνησις, ἡ παραβιάζουσα τὸ Σύνταγμα, τί πράττει; Θέτει νόμον; Καθιστᾷ νόμον τὴν πρᾶξιν τὴν κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος ἐκδοθεῖσαν; Ὄχι βέβαια. Θέτει ἐπιταγὴν ἐμπράκτως ἐπιβλητέαν, ἐπιταγήν, τὴν ὁποίαν καθιστᾷ de facto ἐπιβλητέαν, ἀλλὰ δὲν τὴν καθιστᾷ νόμον. Ἐπεμβαίνει ἐμπράκτως, διὰ τῆς ἰσχύος, ἣν διαθέτει ἔχουσιν εἰς χεῖρας τὴν κυβερνητικὴν δύναμιν, ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔχει νομιμοποίησιν νὰ ἐπεμβῇ. Ἐπεμβαίνουσα ὅμως προσβάλλει τὸν νόμον, παρανομεῖ. Ὅ,τι πράττει τὸ πράττει παρὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων τῶν κειμένων καὶ ὑπόκειται εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ ταῦτα πράττει ὅπως σώσῃ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπειδὴ δ’ ἐκτίθεται εἰς εὐθύνας καὶ ἀντιμετωπίζει κίνδυνον νὰ ὑποστῇ συνεπείας παρανομίας χάριν τῆς σωτηρίας τῆς χώρας, εἶναι ἀξία παντὸς ἐπαίνου, τοῦτο πράττουσα. Ἀλλὰ δὲν δημιουργεῖ νόμον· προσβάλλει τὸν νόμον. Δὲν δημιουργεῖ δίκαιον, διότι τὸ δίκαιον εἶναι οἱ νόμοι οἱ κείμενοι, τοὺς ὁποίους προσβάλλει. Δὲν δημιουργεῖται νόμος διὰ τῆς ἐμπράκτου ἐπιβολῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ προσβάλλεται νόμος διὰ αὐτῆς. Ὅτε δὲ δὲν δημιουργεῖται νόμος, δὲν δημιουργεῖται οὔτε δίκαιον. Ὅτε προυβιβάσετε παρὰ τοὺς κειμένους νόμους περὶ προβιβασμῶν, ὅτε διωρίσατε παρὰ τοὺς κειμένους νόμους περὶ διορισμῶν, ὅτε ἐδαπανήσατε παρὰ τοὺς ὅρους τῶν κειμένων νόμων, βεβαίως δὲν ἐπράξατέ τι νόμιμον, βεβαίως προσεβάλετε τοὺς νόμους. Ἐνεργήσαντες οὕτω πράξεις ἐναντίον τῶν νόμων ἔχετε καθῆκον νὰ ἔλθητε πρὸ τῆς Βουλῆς καὶ ζητήσητε παρ’ αὐτῆς νὰ ἐγκρίνῃ τὰς παρανόμως ἐπιχειρηθείσας πράξεις ὡς καλῶς γενομένας· ὡς καλῶς γενομένας οὐσιαστικῶς, λόγῳ τῆς ἀνάγκης. Ἡ τοιαύτη ἔγκρισις σᾶς ἀπαλλάττει τῆς εὐθύνης διὰ τὴν παρανομίαν. Ἀλλ’ ἔχετε ἀνάγκην νὰ ζητήσητε τὴν ἔγκρισιν καὶ κατ’ ἄλλην ἔννοιαν, τὴν τυπικήν. Δέον νὰ ζητήσητε καὶ τὴν ἔγκρισιν τὴν καθιστῶσαν τὰς πράξεις νομίμους καὶ ἐγκύρους. Καὶ τοῦτο ἐπίσης ζητεῖτε διὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ ἐγκρίσεως. Δι’ αὐτῶν ζητεῖτε καί τι περισσότερον ἀκόμη. Ζητεῖτε νὰ ἐγκριθῶσι καὶ καταστῶσι νόμοι γενικαὶ ἐπιταγαὶ ὑμῶν ἀφορῶσαι ὄχι μεμονωμένον μέτρον ἐκτελεσθέν, ἀλλὰ προωρισμέναι νὰ ἰσχύωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον ὡς γενικαὶ νομικαὶ διατάξεις. Ταῦτα ζητεῖτε νὰ γίνωσι διὰ τῆς παρὰ τῆς Βουλῆς κυρώσεως. Καὶ θέλετε ὅλα αὐτὰ νὰ γίνωσι, χωρὶς νὰ τεθῶσιν ὡς νόμοι καὶ καθ’ οὓς ὅρους ὁρίζει τὸ Σύνταγμα ὅτι τίθενται οἱ νόμοι; Ἀλλὰ λέγετε ὅτι αἱ ἐπιταγαί σας ἐμπράκτως ἐπιβληθεῖσαι εἶναι νόμοι. Ἀλλὰ τότε τίνος κυρώσεως χρήζουσι; Τί ἐννοεῖτε λέγοντες «κύρωσις Διαταγμάτων. Κυροῦνται τὰ Διατάγματα»; Ὅτι δίδεται εἰς αὐτὰ κῦρος διὰ τῆς πράξεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τοῦτο σημαίνει ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπράξατε καὶ οὐ ζητεῖτε τὴν κύρωσιν δὲν ἔχει ἀφ’ ἑαυτοῦ κῦρος. Ἀλλ’, ἂν δὲν ἔχῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ κῦρος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπράξατε καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖτε νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸ κῦρος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίζητε ὡς νόμον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σεῖς πειθόμενοι τῇ ἀνάγκῃ, τῇ συμπράξει τῆς κοινῆς γνώμης, ἐθέσατε καὶ τὸ ὁποῖον ὁμολογεῖτε ὅτι δὲν ἔχει κῦρος; Ἀφοῦ παρὰ τῆς Βουλῆς ζητεῖτε ἤδη νὰ προσδώσῃ τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον θὰ καταστήσῃ νόμον τὴν ἐπιταγὴν τὴν ὁποίαν σεῖς διετυπώσατε καὶ ἐμπράκτως ἐπεβάλετε, πῶς ἰσχυρίζεσθε ὅτι αὕτη ἦτο νόμος, ἀφ’ ἧς ἐγένετο; Προέβητε τῇ ἀνάγκῃ ὑπείκοντες εἰς μίαν ἐπιταγήν, ἣν ἐμπράκτως ἐπεβάλετε. Καὶ ζητεῖτε αὐτὴν τὴν ἔμπρακτον ἐπιταγὴν νὰ κυρώσῃ ἡ Βουλή, ἤτοι νὰ καταστήσῃ νόμου ἐπιταγήν· ἀπὸ ἐπιταγήν, ἰσχύος νὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς ἐπιταγὴν δικαίου, διότι μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ δημιουργῇ δίκαιον θέτουσα νόμον. Οὕτως ὅμως ζητεῖτε νὰ δηλωθῇ ἡ βούλησις ἐκείνων τῶν παραγόντων τοῦ Κράτους οἱ ὁποῖοι καλοῦνται κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ῥυθμίζωσι τὰς σχέσεις ἐκείνας περὶ τῶν ὁποίων προνοοῦσι τὰ διάφορα ἄρθρα τῶν Διαταγμάτων τῶν νομοθετικῶν, τὰ ὁποῖα ῥυθμίζουσιν αὐτὰς ὄχι μόνον ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι; Τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ σήμερον, ἵνα τοῦτο τὸ ἔργον ἐπιτελέσῃ, ἵνα δώσῃ κῦρος εἰς τὰ Διατάγματα, ἵνα καταστήσῃ αὐτὰ νόμους; Θὰ τὰ ἐπεξεργασθῇ κατὰ τὸν τρόπον ἐκεῖνον κατὰ τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα νὰ ἐπεξεργάζηται τὰς προτάσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τύχωσι τοῦ κύρους τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ καταστῶσι νόμοι. Ποῖος εἶναι ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα; Ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις καὶ ψήφισις αὐτῶν. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις· καὶ τί ἐνδιαφέρει ἂν χωριστὰ κατὰ Διάταγμα καὶ κατ’ ἄρθρον ἢ ὁμοῦ δι’ ὅλα τὰ Διατάγματα καὶ οὐχὶ κατ’ ἄρθρον καὶ συνεπῶς διὰ μιᾶς ψηφοφορίας δοθῇ ἡ κύρωσις; Εἶναι μεγίστη ἡ διαφορά. Καὶ κατὰ πρῶτον εἶναι οὐσιώδης πρακτικῶς ἡ διαφορά. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὑπεβλήθη, θὰ ἐρωτήσῃ ἡμᾶς· ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ κυρώσῃ ὅλα τὰ Διατάγματα τὰ δεκαπέντε, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι κἂν τυπωμένα μαζὶ μὲ τὸ νομοσχέδιον; Ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ εἴπῃ ναὶ ἢ ὄχι. Πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ Διατάγματα ἔχουσι πλείονα ἄρθρα, μερικὰ μάλιστα καὶ παρὰ πολλά, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ὅλα αὐτὰ ὁμοῦ καὶ ἀδιαιρέτως ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ ἢ θ’ ἀπορρίψῃ. Ναὶ ἢ ὄχι δι’ ὅλα ὁμοῦ. Ὅλα ὁμοῦ θὰ δημιουργήσωσι δίκαιον διὰ τὸ μέλλον καὶ διὰ τῆς τοιουτοτρόπως ψηφίσεως θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπ’ οὐδενὸς νομοσχεδίου ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα προέτειναν μέχρι σήμερον, εἴτε ἡ παροῦσα εἴτε ἄλλη Κυβέρνησις, εἴδομεν, νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα αὐτὰ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀπολύτως μεταβολῆς. Καὶ ἦτο μὲν δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀξιώσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾷ ὅλα τὰ Διατάγματα καὶ ἀμετάβλητα, ἔχουσα δὲ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ τὸ ἐπιτύχῃ. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν τῶν ἐν τοῖς Διατάγμασι τούτοις νομικῶν διατάξεων τῶν προωρισμένων διὰ τὸ μέλλον, διατί νὰ θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον εἰσηγεῖται τὸ ἀδιαίρετον καὶ δὴ ὄχι μόνον ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ αὐτοῦ νομοθετήματος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀδιαίρετον δεκαπεντάδος νομοθετημάτων πρὸς ἄλληλα; Ἄν, Κύριοι, ἐχρειάζετο περίπτωσις, ἡ ὁποία νὰ ἐμφανίσῃ ὁλόκληρον τὴν σοβαρότητα τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τῆς ἀπαιτούσης τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ ψήφισιν, ἂν ἐχρειάζετο περίπτωσις ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἐμφανίσῃ ὁλόκληρον τὴν ἀτοπίαν τοῦ ἀντιθέτου συστήματος, ἀτοπίαν ἄγουσαν μέχρις ἀπεμπολήσεως τελείας τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ περίπτωσις αὐτὴ εἶναι ἡ προκειμένη. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: δύνασθε νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ζητῶ τὴν κύρωσιν, καὶ νὰ ἐξαιρέσητε ἢ τροποποιήσητε ἄρθρα τινὰ τῶν Διαταγμάτων. Εἶναι περίεργος πρότασις ἡ περὶ ὑποβολῆς τροπολογίας μεταρρυθμιζούσης διατάξεις ἄρθρων μὴ περιλαμβανομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ μὴ ψηφιζομένων. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μεθοδολογικῆς ἀπόψεως ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι περίεργος. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αἰσθάνηται τὴν πρακτικὴν ἀνάγκην τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς παρατηρήσεως τῆς ἀφορώσης τὰ ἐλαττώματα τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀδιαιρέτου ψηφίσεως δεκαπεντάδος νομοσχεδίων, ἂν αἰσθάνεται τὰς πρακτικὰς ἀτοπίας τὰς προκυπτούσας ἐκ τῆς τοιαύτης εἰσαγωγῆς τῶν νομοθετημάτων, δὲν εἶναι φυσικὸν νὰ μᾶς λέγῃ «ὑποβάλλετε τροπολογίαν». Εἶναι φυσικὸν νὰ μᾶς εἴπῃ «παραιτοῦμαι τῆς κατὰ τοιαύτην διαδικασίαν ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων καὶ δέχομαι νὰ γίνῃ ἡ ψήφισις κατὰ τὸν ἐν τῷ Συντάγματι ὡρισμένον τρόπον», τὸν ὁποῖον καὶ ἡμεῖς ζητοῦμεν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω· φοβοῦμαι ὅτι εἶπον περισσότερα τοῦ δέοντος περὶ θέματος τὸ ὁποῖον ἤλπιζον ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀνεκινήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ εἶχεν ὁμόφωνον τὴν γνώμην ὅτι, ἂν προυτάθη τι ἀντίθετον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ἐγένετο ἐκ παραδρομῆς καὶ οὐδενὸς ἐκπροσωπεῖ τὴν πραγματικὴν γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς σημασίας τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ὀφείλει αὕτη νὰ τὸ ἐκτελέσῃ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἂν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤλπιζον δὲν διεψεύδετο ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν εἶναι ζήτημα μεγίστης σπουδαιότητος. Πρόκειται περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, τὰ ὁποῖα, κατ’ ἐμέ, καταπατοῦνται διὰ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐπιζητεῖται ἡ ψήφισις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἀναμφισβητήτως δύο ζητήματα γεννῶνται· τὸ πρῶτον σχετιζόμενον πρὸς τὴν ἔλλειψιν ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἀναγνωριζούσης δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα προβῇ εἰς νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις διατάξεως τοιαύτης δὲν δύναται ν’ ἀναιρέσῃ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει ἵνα προστρέξῃ εἰς νομοθετικὰ τοιαῦτα Διατάγματα πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, εἶναι ἂν αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξεδόθη ἓν ἕκαστον τῶν Διαταγμάτων τῶν ὑποβαλλομένων ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἦσαν περιστάσεις δικαιολογοῦσαι αὐτὴν σφετεριζομένην τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἐκ τούτου προκύπτει, ὅτι καθῆκον ἀπαραίτητον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἵνα ὑποβάλῃ χωριστὰ εἰς τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς ἓν ἕκαστον τῶν Διαταγμάτων τούτων καὶ δι’ ἐκθέσεως δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάγκην ἑκάστου Διατάγματος καὶ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους δι’ οὓς ἔκρινεν ὅτι ὑπάρχει περίστασις ὅπως σφετερισθῇ τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Τοῦτο οὐδόλως ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ παράλειψις δ’ αὕτη ἀποτελεῖ τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο ἐλαττωμάτων τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον καλούμεθα ἵνα ψηφίσωμεν τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια. Καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ὁμιλίαν εἰρωνευόμενος τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴν τὸν ζητοῦντα ὅπως ἡ Κυβέρνησις ζητήσῃ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν· εἶπε· «Τί τὴν θέλετε αὐτὴν τὴν ἄφεσιν; Ἐζήτησα τοιαύτην, ὅτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον νομοθετικὸν Διάταγμα», καὶ ἐκάκισε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία παρέδωκε τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν: δύνασθε νὰ κάμητε ὅ,τι θέλετε· ὅταν τελειώσωσι τὰ πράγματα, ἢ δόξαν ἐκ τῆς ἐργασίας ὑμῶν θ’ ἀποκομίσητε, ἢ τρέχετε τὸν κίνδυνον νὰ σᾶς κρεμάσωσιν εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἠξεύρω ἄν ποτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἢ ἀντιπολιτευόμενός τις ἐν ὀνόματι αὐτῆς ἐξεστόμισε τοιαῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ τοιοῦτό τι οὐδέποτε ἤκουσα· καὶ προσέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· «ἂν δὲν ἀρκῆσθε εἰς τὴν πρώτην δήλωσιν διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτουν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, ὅτε εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον νομοθετικὸν Διάταγμα, ἐπαναλαμβάνω τὴν δήλωσιν καὶ ζητῶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν δι’ ὅλα τὰ Διατάγματα». Ἀλλὰ τοῦτο, κατ’ ἐμέ, δὲν ἀρκεῖ. Δὲν εἶναι τοῦτο κατ’ ἐμὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· τὸ καθῆκον ὅπερ ἔχει εἶναι νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν δι’ ἓν ἕκαστον Διάταγμα· αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν, ὅπως σφετερισθῶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ προβῶ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος. Ἀλλὰ δευτερολογῶν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἑτέραν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ ὅτι εὗρον μᾶλλον ἀδικαιολόγητον τῆς πρώτης, τὴν θεωρίαν τουτέστιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν γνώσει τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐν γνώσει καὶ ἑτέρου τινός, ἐν γνώσει τῆς ὑποστηρίξεως τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς αὐτὴν ἡ κοινὴ γνώμη, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἐνέργειαν αὑτῆς· φθάνει ἡ ἐκ τῶν προτέρων πεποίθησις, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἰδική του, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐξηκολούθει νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τῶν δύο βάσεων τούτων βασιζομένη ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἔχει νὰ σκεφθῇ, ὅπως δικαιολογήσῃ ἂν τὰ παρ’ αὐτῆς πραχθέντα δικαιολογοῦνται ἐκ λόγων ἐπειγούσης ἀνάγκης. Ὁμολογῶ ὅτι τὴν θεωρίαν αὐτὴν ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μάλιστα μέρος ἀποκρούω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχω. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ ἐπίκλησις πρὸς δικαιολογίαν ἐσφαλμένως πεπραγμένων τῆς κοινῆς γνώμης δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ἄξιον τῆς περιωπῆς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ γεννᾶται καὶ δεύτερον ζήτημα ἀνεξάρτητον τοῦ πρώτου, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι ἔλυσαν οἱ προαγορεύσαντες, τὸ ὁποῖον ζήτημα εἶναι σπουδαιότερον. Ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, δι’ οὗ καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ γνώμην περὶ τῶν εἰς αὐτὴν ὑποβαλλομένων νομοθετικῶν Διαταγμάτων; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξε τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα γεννᾷ δίκαιον καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη ἡ ἁπλῆς κυρώσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυροῦντος τὸ Διάταγμα καὶ ἐγὼ λέγω· ἐὰν τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα γεννᾷ δίκαιον, διατί ἐπιζητεῖτε τὴν κύρωσιν; Ἐὰν τὸ Διάταγμα ἐγέννησε δίκαιον, τὸ δίκαιον ὑπάρχει· ἄρα δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη κυρώσεως· ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη κυρώσεως, δίκαιον δὲν προϋπάρχει, καὶ ἑπομένως λέγω ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην, ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὴν κύρωσιν ἐκτελοῦσα τοὺς ὅρους τοὺς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλομένους διὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων, διότι ἄλλως ἠθέλομεν καταντήσει εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι, ἐνῷ ἡ Βουλὴ τακτικῶς νομοθετοῦσα ὅπως ἐγκύρως ψηφίσῃ ἕνα νόμον ἔχει καθῆκον νὰ ψηφίσῃ τοῦτον εἰς τρεῖς διαφόρους ἀναγνώσεις, εἰς δύο δὲ συζητήσῃ κατ’ ἄρθρον, ἂν ἡ θεωρία ὑμῶν ἦτο ὀρθή, θὰ ἐφθάνομεν, λέγω, εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία σφετεριζομένη τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ ἐνεργοῦσα ὡς νομοθετικὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετήσῃ χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν οἱ κανόνες τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τηρήσῃ, ὅπως ψηφίσῃ νόμον. Ἐν ἄλλαις λέξεσι φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἐνῷ νόμος προτεινόμενος ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἢ ὑπό τινος Βουλευτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖται νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν, ἀπαιτεῖται νὰ ψηφισθῶσιν εἰς δύο διαφόρους ἀναγνώσεις τὰ ἄρθρα τοῦ νομοθετήματος, ὅταν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία σφετερίζηται τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, τότε δὲν ἀπαιτοῦνται ὅλα αὐτά· ἀρκεῖ ἡ κύρωσις ἑνὸς ἁπλοῦ ἄρθρου λέγοντος· κυροῦνται τὰ Διατάγματα α, β, 17 τὸν ἀριθμόν. Φθάνομεν διὰ τῆς θεωρίας ταύτης πρός τι τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον λογικῶς νὰ δεχθῇ τις. Ἑπομένως ἐπιμένω φρονῶν ὅτι πρέπει ἕκαστον Διάταγμα νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἔκθεσιν δικαιολογοῦσαν τὸ ἐπεῖγον τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος τούτου, διότι δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνωσι· δὲν φθάνει νὰ εἶναι ἀνάγκη, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ὑπῆρχεν ἐθνικὴ ἀνάγκη ἐπείγουσα, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, ὅτε μὴ ὑπαρχούσης Βουλῆς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐσφετερίσθη τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δικαιολογεῖται ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος περὶ δασῶν, περὶ οὗ τοσοῦτος ἐγένετο λόγος, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι οὐδεὶς λόγος ἐπείγοντος, ἐπείγοντος ἐπιβαλλομένου ὑπὸ ἐθνικῶν ἀναγκῶν, θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος ἐκείνου. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκτὸς τῆς ἐκθέσεως, ἥτις ἔπρεπε νὰ συνοδεύῃ ἓν ἕκαστον τῶν Διαταγμάτων χωριστὰ, δι’ ἧς ν’ ἀποδειχθῇ τὸ ἐπεῖγον καὶ τὸ ὑπὸ ἐθνικῶν ἀναγκῶν ἐπιβαλλόμενον καθῆκον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως σφετερισθῇ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, πρέπει, λέγω, ἐκτὸς τῆς ἐκθέσεως ταύτης νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Διαταγμάτων κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὑποδεικνυομένους. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, τοῦ ὁποίου τὸ πνεῦμα ἀρέσκεται εἰς τὰς διακρίσεις τὰς νομικάς, εἰς τὴν εὕρεσιν τῆς ἑρμηνείας τῆς ἀληθοῦς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τοὺς νόμους, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἅπαντα τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεχθέντα, Θ’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν κατ’ ἐμὲ εὑρίσκεται, ὅπως ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ συμμορφούμενος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος προβῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν Διαταγμάτων κατὰ τρόπον σύμφωνον πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§126Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑποχρεωμένος, Κύριοι, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰδικῶς καὶ μόνον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συνταγματικοῦ ἢ μὴ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς, ὅτι ἀτάκτως καὶ ἀντισυνταγματικῶς ζητεῖται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἀναγκαστικοὺς τουτέστι νόμους, εὑρέθη ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι. Πάντα δὲ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν, ἐφ’ ὅσον τουλάχιστον γνωρίζω, ὑπὸ ἑνιαῖον τύπον. Τὸ νομοσχέδιον δηλαδὴ περὶ κυρώσεως τῶν Βασιλικῶν τούτων Διαταγμάτων, ἐν τῷ κειμένῳ αὑτοῦ περιελάμβανεν ὁλόκληρον τὸ κείμενον τῶν ἐκδοθέντων Διαταγμάτων μετὰ τῶν ὑπογραφῶν ἀκόμη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συνεζητεῖτο ὁλόκληρον καὶ ἐψηφίζετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, οὕτω δὲ τὸ σύνολον ἐδημοσιεύετο μετὰ ταῦτα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου πλείονας τοιούτους νόμους τῶν Κυβερνήσεων Ἀλεξ. Κουμουνδούρου, Χ. Τρικούπη καὶ ἄλλων κυρώσαντας τοιαῦτα Β. Διατάγματα, ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν ὑποβληθέντα καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον συμφώνως πρὸς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ψηφισθέντα. Ἡ τακτικὴ δ’ αὕτη, ὡς πρὸς τὴν ὑποβολὴν καὶ τὴν ψήφισιν, ἐτηρήθη μέχρι τοῦδε ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἀνεξαρτήτως τῆς φύσεως τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Καὶ εἶναι ἀναμφιβόλως ἡ τακτικὴ αὕτη ἡ μόνη ὀρθὴ πρὸς ἀκριβῆ τήρησιν τοῦ Συντάγματος, περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ὡρισμέναι διατάξεις δύνανται νὰ καταστῶσι νόμοι τοῦ Κράτους. Θὰ εἶχον ἐν τούτοις τὴν γνώμην, ἀποβλέπων περισσότερον εἰς τὴν οὐσίαν, περισσότερον εἰς τὰ οὐσιαστικὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ὀλιγώτερον εἰς τὸν τύπον, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου διαστολή τις, συμβιβάζουσα πλήρως καὶ τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ καὶ τὰς ὀρθοτάτας συνταγματικὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων διετυπώθησαν. Ἡ διαστολὴ πρέπει νὰ γίνῃ κατ’ ἐμὲ ἐκ τοῦ περιεχομένου ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑποβαλλομένων Διαταγμάτων. Ὑπάρχουσι νομοθετικὰ Διατάγματα περιέχοντα διατάξεις περιλαμβανούσας κανόνας δικαίου, τῶν ὁποίων ἡ ἰσχὺς καὶ τὸ κῦρος ἦτο προσωρινόν· Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐγένοντο διὰ νὰ δικαιολογήσωσιν ὡρισμένας κυβερνητικὰς πράξεις κειμένας ἐκτὸς τῶν νόμων ἐπειγούσης καὶ ἐκτελεσθείσας ἤδη, Διατάγματα κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς ἐξέλιπε πλέον καὶ δὲν ὑφίσταται καθ’ ἣν στιγμὴν καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν ταῦτα. Οὕτω μεταξὺ τῶν ψηφιζομένων αἴφνης τοιαύτης φύσεως Διαταγμάτων εἶναι τὸ τελευταῖον Διάταγμα, δυνάμει τοῦ ὁποίου οἱ μαθηταὶ τῆς αʹ τάξεως τοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων καὶ τοῦ τῶν Ὑπαξιωματικῶν, συμμετασχόντες τοῦ πολέμου, θὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις διὰ τὴν γʹ τάξιν μετὰ τῶν λοιπῶν μαθητῶν τῆς βʹ τάξεως. Τὸ Διάταγμα τοῦτο, φύσεως ὅλως προσωρινῆς καὶ μεταβατικῆς, ἐκτελεσθὲν ἤδη δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ πλέον. Ἐπίσης δυνάμει ἄλλου Β. Διατάγματος νομοθετικοῦ ἐδόθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα, ὅπως διαρκούσης τῆς παρούσης ἐπιστρατεύσεως παραλείψῃ κατὰ τὴν ἐνέργειαν στρατιωτικῶν προβιβασμῶν πάντα ἀξιωματικὸν μὴ προβιβαστέον κρινόμενον. Καὶ τὸ Β. τοῦτο Διάταγμα, προωρισμένον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς ἐπειγούσας καὶ προσωρινὰς ἀνάγκας καὶ ἐκτελεσθέν, δὲν πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ πλέον· ἀπέμειναν δὲ μόνον αἱ δυνάμει αὐτοῦ ἐνεργηθεῖσαι πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τοιαύτης φύσεως εἶναι καὶ ἄλλα Διατάγματα, εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει, περιέχοντα διατάξεις προσωρινῆς ὅλως καὶ μεταβατικῆς φύσεως, σκοπὸν ἐχούσας νὰ νομιμοποιήσωσιν ὡρισμένας πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας συντελεσθείσας ἤδη. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὰ τοιούτου περιεχομένου Διατάγματα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσι καὶ κυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν τύπον κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Διότι ἐπὶ τῶν τοιούτων Διαταγμάτων, ἐπὶ τῶν τοιαύτης φύσεως διατάξεων, τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καλουμένης ἤδη πρὸς κύρωσιν εἶναι κατὰ τύπους νομοθετικόν, κατ’ οὐσίαν δὲ καὶ κυρίως εἶναι ἔργον πολιτικόν. Εἶναι κατὰ τύπους νομοθετικόν, διότι δὲν πρόκειται ἤδη νὰ καταστῶσιν αἱ τοιαύτης φύσεως διατάξεις νόμοι τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ καταστῶσιν ἐκ τῶν ὑστέρων ἔγκυροι αἱ πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, αἱ δυνάμει τούτων ἐνεργηθεῖσαι. Ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ καταστήσῃ τὰς διατάξεις ἐκείνας κανόνας δικαίου, ὅπως ἰσχύωσιν ὡς τοιοῦτοι, ἀλλὰ μόνον νὰ καταστήσῃ ἐγκύρους καὶ ἀπροσβλήτους ὡρισμένας κυβερνητικὰς πράξεις. Πρὸς τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ κείμενον τῶν διατάξεων τούτων, αἱ ὁποῖαι οὐδὲ τροποποιήσεως εἶναι κἂν δεκτικαί. Ἡ Βουλὴ ἢ θὰ κυρώσῃ τὰς πράξεις ἢ δὲν θὰ κυρώσῃ αὐτάς. Ἐν τῷ σταδίῳ δὲ τούτῳ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι κυρίως νομοθετικόν, ἀλλ’ εἶναι ἔργον πολιτικόν. Καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἂν ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις κινδύνου τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἂν εὑρέθη εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ἐπειγούσας καὶ ἀνεπιδέκτους ἀναβολῆς, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς καθίστων ἀδύνατον τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις εὑρεθεῖσα, μὴ ἔχουσα δ’ ὑπ’ ὄψει αὐτῆς νόμον ἀπεφάσισε ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας καὶ νὰ διαχειρισθῇ τὰ δημόσια συμφέροντα, θεμελιοῦσα αὐτὴ νόμον. Ἂν οὕτως ἐκτιμήσῃ τὰ πράγματα ἡ Βουλὴ καὶ ἂν εἰς ταῦτα εὑρεθῇ σύμφωνος πρὸς τὴν κυβερνητικὴν ἀντίληψιν, δὲν ἔχει ἢ νὰ κυρώσῃ τὰ Διατάγματα. Οὐδένα δὲ λόγον ἔχει νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων τῶν τοιούτων Διαταγμάτων. Νὰ τροποποιήσῃ ταῦτα δὲν δύναται, ἄρα καὶ νὰ συζητήσῃ περὶ τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ Σύνταγμα θὰ ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ ὑποβληθῶσι, θὰ ἦτο αὐτόχρημα ματαιοπονία. Διότι ὡς ἔχει τὸ Διάταγμα ἐφηρμόσθη πλέον· συμφώνως πρὸς αὐτὰς ἀκριβῶς τὰς διατάξεις ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ μόνον ἂν τὰ πάντα ἐγκριθῶσιν ἡ ἐνέργεια της καθίσταται νόμιμος. Τί σημαίνει ἂν ἔλεγεν ἡ Βουλή «τὰ δέχομαι ὑπὸ τὴν ἄλφα ἢ βῆτα τροπολογίαν»; Εἶναι ὡς νὰ ἔλεγε «δὲν τὰ δέχομαι». Καὶ ἡ ἄρνησις θὰ εἶχε σημασίαν πολιτικήν, τὴν ἀπότισιν τῶν πολιτικῶν καὶ ἄλλων εὐθυνῶν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προέβη εἰς τοιαύτην παράνομον πρᾶξιν. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων φρονῶ ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καλουμένης νὰ κυρώσῃ νομοθετικὰ Διατάγματα εἶναι ἔργον νομοθετικὸν κατὰ τύπους, εἶναι πολιτικὸν κατ’ οὐσίαν. Οὐδὲν λοιπὸν ἐκ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς ἔχει ν’ ἀπολέσῃ ἡ Βουλὴ καλουμένη πρὸς κύρωσιν ἁπλῆν διὰ νομοσχεδίου τοιούτου Διατάγματος, τοῦ ὁποίου τὸ κείμενον δὲν περιέχεται ἐν τῷ σχετικῷ νομοσχεδίῳ. Καίτοι ἑπομένως ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι κατὰ συνταγματικὴν ἀκριβολογίαν ὀρθότερον θὰ ἦτο, ὅπως καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ περιεχόμενον τοῦ Διατάγματος ὑποβληθῇ εἰς τριπλῆν ἀνάγνωσιν καὶ ψήφισιν, ἐν τούτοις ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ὅτι δὲν πρόκειται τὸ περιεχόμενον τῶν τοιούτων Διαταγμάτων νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἀποβλέπων εἰς τὴν σκοπιμότητα καὶ τὴν οὐσίαν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν ἁπλῆν τῶν Διαταγμάτων κύρωσιν κατὰ τὸν τύπον τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν τοιαύτης φύσεως Διαταγμάτων ὑπάρχουσι καὶ Διατάγματα νομοθετικά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν αὐτόχρημα νόμους ὀργανικούς· νόμους ὀργανικούς, οἱ ὁποῖοι ὡς τοιοῦτοι διετυπώθησαν, οἱ ὁποῖοι ἐφηρμόσθησαν μὲν προσωρινῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εὑρεθείσης εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην καὶ νὰ προστατεύσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ ἰσχὺς καὶ τὸ κῦρος δὲν ἐκλείπει μετὰ τῆς ἀνάγκης· εἶναι νομοθετικὰ Διατάγματα περιέχοντα διατάξεις, περιέχοντα νόμους ὀργανικοὺς κεκλημένους καὶ μετὰ τὴν πάροδον τῆς ἀνάγκης καὶ μετὰ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκτελῶσιν ἐν τοῖς ἐφεξῆς τὴν λειτουργίαν αὐτῶν, νὰ ῥυθμίσωσι σχέσεις αἱ ὁποῖαι θὰ γεννηθῶσι μετὰ τὴν πάροδον τῆς ἀνάγκης καὶ μετὰ τὴν ἐμφάνισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εἶναι νόμοι ὀργανικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ προστατεύωσι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἐφεξῆς τὰ δημόσια συμφέροντα. Καὶ προκειμένου περὶ τῶν τοιούτων νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἐρωτῶ· νόμοι ὀργανικοὶ κεκλημένοι πλέον ὄχι μόνον ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἔκρινε τότε ἡ Κυβέρνησις ὑφισταμένην, ὄχι μόνον νὰ ῥυθμίσωσι τὰς τότε ὡς ἐπειγούσας ἀναφανείσας σχέσεις, ὄχι μόνον νὰ ἰσχύσωσι καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ ἦτο ἀποῦσα καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι παροῦσα, ἀλλ’ ὀργανικαὶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι θ’ ἀποτελέσωσι πλέον νόμους τοῦ Κράτους ῥυθμίζοντας ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς ὁμοίως τὰς γεννωμένας σχέσεις καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα, τοιοῦτοι ὀργανικοὶ νόμοι ἔχουσι σχέσιν τινὰ πρὸς τὰ λεγόμενα ἀναγκαστικὰ Διατάγματα ἢ πρὸς τοὺς ἀναγκαστικοὺς λεγομένους νόμους; Νομίζω οὐχί. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται ἁπλῶς νὰ κυρωθῶσιν αἱ εἰς τὸ παρελθόν, διαρκούσης τῆς ἀνάγκης, ἐκτελεσθεῖσαι κυβερνητικαὶ πράξεις. Πρόκειται συγχρόνως νὰ ἱδρυθῶσι κανόνες δικαίου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἰσχύσωσιν εἰς τὸ μέλλον, οἱ ὁποῖοι θὰ ἰσχύσωσιν ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς. Καὶ ἂν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καλουμένης νὰ κυρώσῃ τὰς γενομένας ἄνευ νόμου κυβερνητικὰς πράξεις εἶναι ἔργον κατὰ τύπους νομοθετικόν, κατ’ οὐσίαν δὲ πολιτικόν, ἐνταῦθα συμβαίνει τὸ ἐναντίον. Τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καλουμένης νὰ ψηφίσῃ Διατάγματα ῥυθμίζοντα σχέσεις διὰ τὸ μέλλον εἶναι ἔργον καθαρῶς νομοθετικόν, δὲν εἶναι τὸ παράπαν ἔργον πολιτικόν. Δὲν πρόκειται πλέον νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἂν εὑρέθη ἢ δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ ὡς ἐνήργησε. Πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἂν αἱ διατάξεις αὗται θὰ κρατήσωσι καὶ ἐν τοῖς ἐφεξῆς, ἂν θ’ ἀποτελέσωσι κανόνας δικαίου. Πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἴπῃ τοῦτο ἡ Βουλή; Πῶς ἄλλως ἢ διὰ τῆς συνταγματικῆς ὁδοῦ, διὰ τῆς ὁποίας θεμελιοῦνται οἱ νόμοι; Ἡ Βουλὴ δύναται, χωρὶς νὰ θίξῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἐγκύρους τὰς μέχρι τοῦδε πράξεις καὶ τροποποιήσῃ διὰ τὸ μέλλον τὰς διατάξεις τῶν Διαταγμάτων. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι βεβαίως δέχεται νὰ ὑποβληθῶσι τροπολογίαι, ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ ἐγώ· κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν καὶ εἶναι τακτικὸν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος προβλέπει περὶ τῶν τροπολογιῶν, ἐρωτῶ, λέγω, κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὗται; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, ἂν δὲν ἀναγνωσθῶσι κατ’ ἄρθρον αἱ διατάξεις τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων τῶν ὀργανικῶν, ἂν δὲν συζητηθῶσι κατ’ ἄρθρον, ἵνα ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι κατ’ ἄρθρον; Ἐπὶ τούτου ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὴν ἀπάντησιν. Ὡς διατυποῦται ἤδη τὸ νομοσχέδιον ἀναφερόμενον ἁπλῶς εἰς τὰ Διατάγματα, τροπολογία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ. Ἡ τροπολογία θὰ ὑποβληθῇ εἰς ἕκαστον ἄρθρον τῶν Διαταγμάτων. Ἀλλ’ ἵνα γίνῃ τοῦτο, τοῦ ὁποίου οὐχὶ μόνον τὴν συνταγματικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν πρακτικὴν σπουδαιότητα ἀνεγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις, πρέπει αὐτὸ τοῦτο τὸ κείμενον τῶν Διαταγμάτων τῶν νομοθετικῶν νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψιφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Νομίζω λοιπόν, ὅτι διὰ τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιέχουσιν ὀργανικοὺς νόμους, ἡ προσήκουσα διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦτο ἡ ἀκόλουθος, συμβιβάζουσα τελείως καὶ θέτουσα κατὰ μέρος τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον πάντα τὰ ἄρθρα τῶν τοιούτων νομοθετικῶν Διαταγμάτων, νὰ συζητηθῶσι κατὰ τὸ Σύνταγμα κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, νὰ ὑποβάλλωνται καὶ νὰ κρίνωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς αἱ ἑκάστοτε θεωρούμεναι ἀναγκαῖαι τροπολογίαι, ἐν τέλει δὲ νὰ προστεθῇ ἄρθρον τοιούτου περίπου περιεχομένου· «Κυροῦται τὸ δεῖνα Β. Διάταγμα. Ὁ παρὼν νόμος θὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἔκτοτε δὲ παύει τοῦ Β. Διατάγματος ἡ ἰσχύς». Τοιουτοτρόπως θὰ ἐκυροῦντο τὰ Διατάγματα καθ’ ὅλας τὰς διατάξεις αὐτῶν ὡς ἔχουσι, θὰ καθίσταντο νόμιμοι καὶ ἔγκυροι αἱ πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, αἵτινες ἐνεργηθεῖσαι μέχρι τοῦδε ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ θὰ περιβληθῶσι νόμιμον ἰσχὺν πᾶσαι αἱ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τὸ κράτος τῶν Διαταγμάτων τούτων συναφθεῖσαι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἔννομοι σχέσεις. Ἀλλά, ἐνῷ τοιουτοτρόπως θ’ ἀναγνωρισθῶσι πάντα ἐκεῖνα ὡς κῦρος ἔχοντα, θ’ ἀναγνωρισθῶσι πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ σχέσεις αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν Διαταγμάτων συνήφθησαν, συγχρόνως τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς θ’ ἀπομείνῃ ἐλεύθερον διὰ τὸ μέλλον. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ προσῆκον, καὶ συνταγματικῶς ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς. Διότι ἡ Κυβέρνησις δύναται ἄριστα νὰ ἰσχυρισθῇ, ἵνα δικαιολογήσῃ τοὺς ἀναγκαστικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλε διὰ τῶν Δικταγμάτων κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, δύναται ἄριστα νὰ εἴπῃ ὅτι· «Εὑρέθην ἀντιμέτωπος ἀναγκῶν ἀπροόπτων, ἐπειγουσῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἤρτητο ἡ προστασία γενικῶν συμφερόντων ἠναγκάσθην τῆς Βουλῆς ἀπούσης καὶ μὴ οὔσης δυνατῆς τῆς προσκλήσεως αὐτῆς, ἵνα ἀνταποκριθῶ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτάς, νὰ θέσω κανόνας τοιούτους, κανόνας νομοθετικούς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων προέβην εἰς κυβερνητικὰς ἐνεργείας. Ἔπραξα δὲ ταῦτα ὑπ’ εὐθύνην μου, προεξοφλήσασα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ ζητῶ ἤδη τὴν ἔγκρισίν της». Ἀλλὰ δὲν θὰ ἠδύνατό ποτε νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις οὔτε ὑποθέτω ὅτι θὰ εἴπῃ, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς προστασίας ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς ὑφισταμένων, ὅτι ἀνεξαρτήτως τούτου ἔκειτο εἰς τὸν κύκλον τῶν πολιτικῶν αὐτῆς ἀντιλήψεων νὰ προβῇ καὶ νὰ νομοθετήσῃ διὰ τὸ μέλλον, διὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν θὰ παρέλθωσιν αἱ ἀνάγκαι καὶ θὰ εἶναι παροῦσα ἡ Βουλή. Δὲν δύναταί ποτε νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐσκέφθη νὰ προεξοφλήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὸ μέλλον νομοθετικὸν αὐτῆς ἔργον καὶ νὰ ζητήσῃ καὶ διὰ τοῦτο ἁπλῶς τὴν ἔγκρισίν της διὰ τὰ γενόμενα κυρούσης ἢ μὴ κυρούσης ταῦτα. Αἱ πολιτικαὶ ἀνάγκαι ἔχουσι τὰ χρονικά των ὅρια. Δύναται ἄριστα ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ· «Προεξώφλησα τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀνταποκριθῶ εἰς τὰς ἀνάγκας· ζητῶ ἓν ναὶ ἢ ὄχι, μίαν κύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν τῶν νομοθετικῶν διατάξεων». Ἀλλὰ φρονεῖτε ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε καὶ εἶναι πολιτικὸν νὰ εἴπῃ· «Προεξώφλησα τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὸ μέλλον, καὶ δὲν θέλω ἄλλο τι ν’ ἀκούσω παρ’ αὐτῆς, ἢ νὰ εἴπῃ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι», παρὰ τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰς ἐγγυήσεις καὶ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα; Τοῦτο δὲν τὸ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, οὔτε θὰ τὸ εἴπῃ, πιστεύω. Φρονῶ δ’ ὅτι, ἂν ἡ διαρρύθμισις τοῦ νομοσχεδίου γίνῃ καθ’ ὃν ὑπέδειξα τρόπον καὶ ψηφισθῇ τοῦτο καθ’ ὃν τρόπον διετύπωσα, καὶ ἡ πολιτικὴ θέσις τῆς Κυβερνήσεως παραμένει ἄθικτος, καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς δὲν παραβιάζονται καὶ οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφισθῶσι καὶ οἱ ὁποῖοι πρόκειται ἐν τοῖς ἐφεξῆς νὰ κρατήσωσι θὰ περιβληθῶσι πάσας τὰς συνταγματικὰς ἐγγυήσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὁ θεμελιώδης ἡμῶν νόμος ἠθέλησε νὰ φρουρήσῃ τὸ νομοθετικὸν ἔργον.
§127Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ παρεμπῖπτον τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἀπόψε εἰς τὴν Βουλὴν ἔχει κατ’ ἐμὲ ἐξόχως πολιτικὴν σημασίαν, ἐλάχιστα δὲ νομικήν. Νομικῶς δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ὅτι τὰ γινόμενα γίνονται συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος. Ἡ Κυβέρνησις εὑρεθεῖσα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις ᾠκειοποιήθη νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἔθηκε διὰ Διαταγμάτων κανόνας δικαίου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἠρώτησε· τίνος εἴδους κανόνες δικαίου εἶναι οὗτοι, ἀφοῦ νόμον ὡς πηγὴν δὲν ἔχουσιν οὔτε ἔθιμον ἔχουσιν ὡς πηγήν, κανόνες δὲ δικαίου δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν ἢ μόνον διὰ νόμου ἢ ἐθίμου; Δὲν εἶναι κανόνες δικαίου, εἶπεν, ἀλλ’ ἐπιταγαί. Νομίζω ὅτι διὰ τοιαύτης περιενδύσεως τῶν πραγμάτων εἰς ἄλλας λέξεις δὲν κερδίζει τίποτε ἡ συζήτησις.
§128Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπιταγὴ ἔχουσα τὸ κῦρος τῆς ἐμπράκτου ἐπιβολῆς καὶ ἐστερημένη τοῦ κύρους τῆς νόμου ἐπιβολῆς.
§129Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπιταγὴ δεσμεύουσα τοὺς πολίτας ἐμπράκτως εἶναι κανὼν δικαίου κατ’ ἐμέ. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει ὁ λαὸς διὰ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ἡ κοινὴ συνείδησις ἡ σήμερον ἐπισήμως ἐκδηλουμένη διὰ τοῦ ὀργάνου αὐτῆς τοῦ κυριωτάτου, τῆς Βουλῆς, τὴν ἐπιταγὴν αὐτήν, αὕτη ἰσχύει καὶ ἀποτελεῖ κανόνα δικαίου. Μήπως δὲν συμβαίνει τι ἀνάλογον μὲ τὸ ἔθιμον, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζετε ὡς πηγὴν δικαίου; Ποία συνταγματικὴ διάταξις ὁμιλεῖ περὶ ἐθίμου; Δὲν ἠξεύρω διατί κατεφύγετε εἰς τὸ νὰ ἐκθέσητε τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ὑπὸ ἄλλας λέξεις. Πῶς νομίζετε ὅτι εὑρίσκετε ἐπιχείρημα, ὅταν λέγητε, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο θέσις κανόνος δικαίου, ὅτι ἡ θέσις τοιούτου κανόνος εἶναι ἀναγκαίως νομοθετικὴ πρᾶξις καὶ πῶς νομίζετε ὅτι οὕτως ἀντλεῖτε τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον τώρα κάμνομεν εἶναι ψήφισις προτάσεως νόμου καὶ ἔπρεπε νὰ περιβληθῇ πάσας τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα; Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δηλ. τὸ Στέμμα, τῇ εὐθύνῃ τοῦ προσυπογράφοντος Ὑπουργοῦ, εὑρεθεῖσα εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ἀναπόδραστον ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ῥυθμίσῃ σχέσεις μετὰ κύρους κατέφυγεν εἰς τὸ μόνον μέσον τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς τὸ Διάταγμα.
§130Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πόθεν ἔλαβεν αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν;
§131Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν ἔλαβεν ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ της, διότι εἶναι ἐξουσία καὶ ἔχει τὴν δύναμιν. Τὴν ἔλαβεν ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους ὡς ὀργανισμοῦ ζῶντος καὶ μὴ δυναμένου ν’ ἀποθάνῃ δι’ ἔλλειψιν συνταγματικῆς διατάξεως. Ἡ ἐξουσία ὑπάρχει καὶ ἐπιβάλλεται, καὶ ὅτε δὲν κατελήφθη δικαίῳ· ἀρκεῖ ὅτι ὑπάρχει πράγματι. Τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐκ τῆς ἰδίας δυνάμεως ἀντλοῦσα διατυπώνει τὴν θέλησίν της ὡς κανόνα γενικόν, ὡς κανόνα δικαίου. Ἐτέθησαν λοιπὸν κανόνες δικαίου ὑπὸ τὸν τύπον Διατάγματος. Δὲν πρόκειται ὅθεν σήμερον νὰ νομοθετήσωμεν· σήμερον μόνον ἐγκρίνομεν αὐτοὺς τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου, σήμερον ἡ Βουλὴ προσδίδει τὸ κῦρος εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο, αἴρει τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις, αἴρει ἁμαρτίαν αὐτῆς, διότι ἐσφετερίσθη νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ οὔτε τυπικῶς οὔτε οὐσιαστικῶς μεταβάλλει τὸ Διάταγμα εἰς νόμον. Οἱ κανόνες τῶν Διαταγμάτων ἐξακολουθοῦσι νὰ εἶναι κανόνες δικαίου τεθέντες διὰ τῶν Διαταγμάτων. Σήμερον ἡμεῖς δὲν μεταβάλλομεν τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου τοὺς περιεχομένους ἐν τοῖς Διατάγμασιν· ἀναγνωρίζομεν ἁπλῶς ὅτι καλῶς ἐτέθησαν καὶ θὰ ἰσχύσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι, μέχρις ὅτου διὰ νόμου μεταβληθῶσιν. Ὥστε ζήτημα συνταγματικὸν δὲν ὑπάρχει. Νομίζω ὅτι μόνον ζήτημα ὑπάρχει ἂν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν τάξιν τὴν κοινοβουλευτικήν, ἂν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀπαίτησιν ὅπως τὰ νομοσχέδια μελετῶνται πρὸς σοβαρὰν καὶ ἐμπεριστατωμένην συζήτησιν. Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου κατ’ ἐπανάληψιν ἔσχον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν διπλῆν Βουλήν. Καὶ ἀνεγνώρισα μὲν τότε τὴν συνταγματικότητα τοῦ τοιούτου τρόπου τῆς ἐνεργείας, πάντοτε ὅμως προέβαλον ὅτι δὲν ἦτο τακτικόν, διότι ἐδυσχέραινεν ἡμᾶς τοὺς θέλοντας νὰ ἐλέγξωμεν τὰς καθ’ ἕκαστον διατάξεις. Ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι ἡ συζήτησις διεξήχθη ἄλλοτε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐζήτει τὴν ἄδειαν νὰ ῥυθμίσῃ διὰ Διαταγμάτων ὕλην νομοθετικήν. Βεβαίως τὴν τακτικὴν ταύτην εἶχον καθιερώσει παγίως καὶ αἱ προγενέστεραι Κυβερνήσεις.
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρεῖτε ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον;
§133Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματός μας εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνα εἶναι par délégation.
§135Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς καὶ ἐκεῖνα εἶναι Διατάγματα ῥυθμίζοντα ὕλην νομοθετικήν, καὶ δὲν εἶναι νόμοι ψηφιζόμενοι τρίς. Ὑπάρχει διαφορὰ ὅτι ἐκεῖ ἐκ προοιμίων δίδει τὴν ἐντολὴν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνῷ ἐδῶ ἐγκρίνει ἐκ τῶν ὑστέρων. Ὥστε δὲν πρέπει νὰ ξενίζησθε ὅτι εἰς τὰ Διατάγματα ὑπάρχουσι κανόνες δικαίου.
§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξενίσθην.
§137Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σεῖς ὄχι. Ἀλλ’ ἀπαντῶν εἰς ὅσα ὑμεῖς εἴπετε ἐκφράζω τὴν ἑξῆς ἀπορίαν. Λέγετε ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ἐψηφίσθησαν νόμοι κυρώσεως ἀναγκαστικῶν Διαταγμάτων δι’ ἑνὸς μόνον ἄρθρου, τὸ ὁποῖον περιεῖχεν ἐν τῷ σώματί του τὰ διάφορα ἄρθρα τοῦ Διατάγματος. Νομίζετε ὅτι αὐτὸ διαφέρει οὐσιαστικῶς ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον;
§138Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σημαντικώτατα· διότι τὸ ἤκουεν ἡ Βουλή, τὸ ἐψήφιζεν ἅπαξ, τὸ ἐτροπολόγει, ἂν ἤθελε, τὸ ἐψήφιζε δὶς καὶ τρίς.
§139Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μήπως σήμερον τὸ κείμενον τοῦ Διατάγματος τὸ ὁποῖον θέλετε δὲν δύνασθε νὰ τὸ τροπολογήσητε, τροπολογοῦντες τὸ νομοσχέδιον;
§140Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό, ἀφοῦ δὲν ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα, νὰ ψηφισθῶσι; Παρακαλῶ, προσέξατε.
§141Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπρόσεξα νὰ εὕρω τὴν διαφορὰν τὴν ὁποίαν εὑρίσκετε ὑμεῖς, ἀλλὰ δὲν τὴν εὗρον.
§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν τὰ ἄρθρα τοῦ Διατάγματος ἀπετέλουν κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ἀνεγινώσκοντο πρὸς τὴν Βουλήν, ἐψηφίζοντο ἅπαξ, δίς, τρίς.
§143Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐψηφίζετο ὡς ἓν ἄρθρον, ἄνευ τριπλῆς ἀναγνώσεως κατ’ ἄρθρον τοῦ κυρουμένου Διατάγματος. Τὸ ἴδιον δὲ καὶ ἐδῶ γίνεται, μὲ τὴν μηχανικὴν διαφορὰν ὅτι θ’ ἀνατρέξητε εἰς ἄλλο κείμενον διὰ νὰ τὰ εὕρητε.
§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον δὲν ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα.
§145Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ποῖος σᾶς ἐμποδίζει νὰ τὰ ἀναγνώσητε καὶ νὰ τὰ φέρητε εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ τὰ τροπολογήσητε; Ἐὰν δὲν παίζητε μὲ τὰς λέξεις, μετατοπίζετε τὸ ζήτημα εἰς ζήτημα μηχανικῆς διευκολύνσεως, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐγὼ πρῶτος ἄλλοτε διεμαρτυρήθην ὅτι δὲν διευκολύνεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ οὔτε ζήτημα συνταγματικὸν ὑπάρχει οὔτε ἄλλο τι. Τὰ λοιπὰ εἶναι λόγια καὶ μόνον λόγια.
§146Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πολὺ φοβοῦμαι, Κύριοι, μὴ μετὰ τὰς νέας θεωρίας καὶ τὰς διακρίσεις, ἃς ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ καταργήσωμεν ὁλόκληρον τὸ Σύνταγμα. Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἄρθρον θεμελιῶδες ἀφορῶν εἰς τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῶσιν ὑποχρεωτικοὶ κανόνες καὶ καθορίζει τὴν δικαιοδοσίαν διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ θέλει φθάσει εἰς τὸ νὰ νομοθετήσῃ ἐγκύρως, ὅτε διὰ τῆς κυρώσεως παρὰ τῆς ἑτέρας Ἀρχῆς τῆς ἀσκούσης τὸ ἥμισυ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας θέλει προκύψει ὁ νόμος ὁ ὑποχρεωτικός. Ἡμεῖς ἐφθάσαμεν εἰς τὰς διακρίσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου, συγχέοντες τὸν ἐξ ἀνάγκης νόμον πρὸς τὸν νόμον τὸν καταναγκαστικόν. Ἀναμφισβητήτως ἡ στρατιωτικὴ Ἀρχὴ κατὰ τὴν κατάληψιν οἱασδήποτε ἐπαρχίας ἀσκεῖ καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐκεῖ δὲ αἱ διατάξεις αὐτῆς εἶναι ὑποχρεωτικαί, οὐδ’ ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς ἢ οἱασδήποτε ἄλλης Ἀρχῆς. Εἶναι, ὡς λέγουσιν, ἡ Κυβέρνησις τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία συγκεντρώνει ἐν ἑαυτῇ ὅλας τὰς ἐξουσίας, καὶ τὴν νομοθετικὴν καὶ τὴν ἐκτελεστικήν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοιαύτης περιστάσεως εὑρισκόμεθα; Πρόκειται περὶ τῆς περιστάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ στρατιωτικὴ Ἀρχὴ ἐξέδωκεν οἱασδήποτε διατάξεις καὶ ἐξετέλεσεν αὐτάς; Αὐτὰ τὰ Διατάγματα ἐν τέλει ἀποδεικνύουσιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου. Ἐκδίδονται ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, δηλ. ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς δὲν ἤθελεν ἐπέλθει θεωροῦνται ὡς ἄκυρα, ἀδιάφορον ἂν ἐξετελέσθησαν. Τώρα ἔρχεται τὸ ζήτημα πῶς θὰ δοθῇ ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς καὶ ἔχομεν τὴν θεωρίαν ὅτι ἀναμιγνύεται καὶ ἡ κοινὴ γνώμη εἰς τὰ καθήκοντα τὰ νομοθετικά. Τὰ ἐνέκρινε κατὰ τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν δὲν τὰ ἐνέκρινε. Καί, ἂν θέλητε νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ μέρος τὰς πράξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν δυνάμει τῶν διατάξεων αὐτῶν, σεῖς οἱ ἴδιοι ὡμολογήσατε ὅτι δὲν τὰς ἐνέκρινε, διότι ἠναγκάσθητε νὰ προέλθητε εἰς ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύουσιν ἀκριβῶς ὅτι δὲν τὰς ἐνέκρινεν ἡ κοινὴ γνώμη. Ἔχομεν τὸ Διάταγμα τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς προβιβασμούς. Προέβητε εἰς πράξεις ἀνατρεπούσας τὸν νόμον ἐκεῖνον περὶ προβιβασμῶν, καὶ ἐν τούτοις ἠναγκάσθητε τελευταῖον ν’ ἀναγνωρίσητε ὅτι ἐπράξατέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον. Αὐτὸ καὶ μόνον ἀποδεικνύει ὅτι πᾶσαι αἱ θεωρίαι καὶ διακρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, βεβαίως δὲν ἔχουσι βάσιν τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταστήσωμεν νέον συνταγματικὸν χάρτην, ἂν ἐπρόκειτο περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, θὰ εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν τὰς διακρίσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν. Σᾶς παρακαλῶ, εὑρίσκετε ταύτας εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος; Ὄχι. Μίαν διαδικασίαν καθορίζει τὸ Σύνταγμα ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς νομοθετήσεως, καὶ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτὴν τὴν γνωρίζετε. Ἄλλην διαδικασίαν δὲν ὁρίζει· θέλει τὴν ψήφισιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Ὅπως ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρὸς κύρωσιν τῶν πολλαπλῶν Διαταγμάτων τῶν ἐκδοθέντων ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 57; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας πρὸ ὀλίγου προέβη εἰς μίαν διάκρισιν μεταξὺ τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὀργανικὰ καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶναι ὀργανικά. Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν διάκρισιν;
§147Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν σκοπιμότητα.
§148Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ σκοπιμότης εἶναι ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ Συντάγματος καὶ οὐχὶ ἐν τῷ νῷ ὑμῶν καὶ τῇ ἐκτιμήσει ὑμῶν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν θέλομεν νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἔχομεν ὄχι πλέον Σύνταγμα οἷον εἶναι τὸ Ἀγγλικόν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἐν γένει πάντα καὶ ἰδίᾳ τὴν διαδικασίαν, διὰ τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ μία διάταξις νομοθετικὴ καὶ καταστῇ νόμος.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἡ συνταγματικὴ ἀκριβολογία αὐτὸ ἀπαιτεῖ.
§150Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀκριβολογία, εἶναι ἡ συνταγματικὴ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀκριβολογίας. Ἀκριβῶς τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε σχετικῶς πρὸς τὰ Διατάγματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τοὺς ὀργανισμούς, τὰ ὀργανικὰ Διατάγματα, διαψεύδει τὸν διάκρισιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβητε προηγουμένως. Μίαν μόνην διαδικασίαν ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος καὶ αὐτὴν πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν. Μέχρι τοῦδε εἴχομεν θεωρίας, νομοθέτησιν par délégation κατ’ ἐντολήν, τώρα ἔχομεν θεωρίαν περὶ ἐντολῆς δεδομένης ἐκ προκαταβολῆς. Τώρα ἔχομεν ἑτέραν θεωρίαν ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ νομοθέτησις κατ’ ἐντολὴν par délégation ἐκ τῶν ὑστέρων διδομένης τῆς délégation, διότι ἔχομεν τὸν δικονομικὸν κανόνα, τὸν κανόνα τοῦ δικαίου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀποδοχὴ τῶν πεπραγμένων ἐμφαίνει ἐντολήν. Ἄν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἐκ τῶν τοιούτων κανόνων ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀναμφισβητήτως θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ καταρτίσωμεν ἕν νέον Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα ὅμως ἐψηφίσατε σεῖς, καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ καθορίζει τοὺς κανόνας ἐντὸς τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἕν νομοθέτημα, εἰς μίαν νομοθετικὴν πρᾶξιν ἔγκυρον. Καὶ τονίζω αὐτό, Κύριοι, διότι τὰ δικαστήρια ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐξετάσωσι κατὰ πόσον κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων τηρεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Διὰ τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν, διὰ πολλῶν ἐκ τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κυρώσωμεν κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐγκρινούσης τῆς κοινῆς γνώμης, λάβετε τὴν κοινὴν γνώμην καὶ φέρετέ την εἰς τὰ θεωρεῖα καὶ θὰ ἔχητε ἔγκυρον τὴν ψήφισιν. Θίγονται συμφέροντα ἀτόμων διὰ τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν, καὶ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἔχομεν τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, καὶ πιθανὸν τὰ δικαστήρια νὰ μὴ ἐγκρίνωσι τὴν νέαν θεωρίαν τῆς συμμετοχῆς τῆς κοινῆς γνώμης εἰς συνταγματικὰς θεωρίας, θὰ εὑρεθῆτε δὲ τότε ἀπέναντι ἀξιώσεων καὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ πληρώσωσιν ἀκριβὰ τὴν νομοθεσίαν αὐτήν. Ἄν δὲ δὲν φροντίσητε, ὅπως τὰ Διατάγματα αὐτὰ κυρωθῶσι συμφώνως μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, ἠμπορεῖτε νὰ εὑρεθῆτε ἐνώπιον ἀποφάσεων καταδικαζουσῶν τὸ Δημόσιον, χαρακτηριζόντων τῶν δικαστηρίων τὸ Διάταγμα ὡς μὴ ἔγκυρον, καθὸ μὴ συντεταγμένον συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ εὐθύνης οὔτε περὶ πολιτικοῦ ζητήματος οὔτε περὶ διακρίσεως μεταξὺ νομοθετικοῦ καὶ συνταγματικοῦ καθήκοντος τῆς Βουλῆς· δὲν πρόκειται περὶ εὐθύνης, ἐπαναλέγω, δὲν πρόκειται νὰ ἐγερθῇ ζήτημα πολιτικόν. Ἀρκεῖ ἡ δήλωσις ἐκ μέρους ὑμῶν ὅτι εὑρέθητε πρὸ μιᾶς ἀνάγκης καὶ ἀρκεῖ ἡ κύρωσις εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ προέλθῃ, ἀλλ’ ἕως ἐκεῖ σταματᾷ. Μὴ ζητεῖτε ν’ ἀνατρέψητε τὴν ὅλην διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ θεμέλιον τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ἀμέσως ὡς θὰ προέλθητε εἰς τοιοῦτον πραξικόπημα, ἀναμφισβητήτως τὸ ἔργον ὑμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἐφήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξέγερσιν ὅλων τῶν συμφερόντων τὰ ὁποῖα κανονίζονται διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, καὶ τότε θὰ ἔχητε προσφυγὰς εἰς τὰ δικαστήρια, καθόσον πρόκειται περὶ Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα θίγουσι συμφέροντα ἀτόμων, θὰ ἔχητε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐρχομένην νὰ πατάξῃ τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Ὑπῆρξε δὲ τόσον ἀκριβολόγον τὸ νέον Σύνταγμα, ὥστε μίαν πρᾶξιν μικρὰν καθιερωθεῖσαν διὰ νόμου φορολογικοῦ, διὰ νόμου περὶ δασμολογίου, ἦλθε νὰ τὴν κανονίσῃ, διότι εὗρεν ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη, ἡ ἔκδοσις δηλαδὴ Διαταγμάτων ἀφορώντων εἰς μεταβολὴν τοῦ δασμολογίου ἰσχυόντων ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς, ἦτο ἄκυρος. Καὶ ἔρχεται πολὺ ὀρθῶς, διότι εἶχε γεννηθῆ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ προβλέπεται ἐν ἄρθρῳ 59 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 59 λέγει τὸ ἑξῆς: «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται οὐδὲ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ἐξαιρετικῶς ἐπὶ ἐπιβολῆς ἢ αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἡ εἴσπραξις αὐτοῦ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν καταθέσεως τῆς περὶ αὐτοῦ προτάσεως νόμου ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τὰ βραδύτερον ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς βουλευτικῆς Συνόδου». Ἡ δευτέρα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἡ ψηφίσασα τὸ Σύνταγμα ἐπέδειξε τόσην εὐαισθησίαν, ὥστε ἠθέλησε καὶ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία εἶχε καθιερωθῆ διὰ νομοθετικῶν διατάξεων καὶ διὰ πρακτικῆς πεντήκοντα ἐτῶν, καὶ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν νὰ κανονίσῃ καὶ τὴν ἐκανόνισε. Τόσον λεπτολόγος ὑπῆρξεν ἡ ἐπεξεργασία τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐρχόμεθα δὲ σήμερον, ὅτε ἔχομεν διάταξιν ὁποία εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 57, ἐρχόμεθα σήμερον καὶ κάμνομεν θεωρίας ὡς ἂν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ ψηφίσωμεν ἄλλο Σύνταγμα, καὶ ὁ μὲν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι ἡ δημοσία γνώμη ἐγκρίνει πάσας αὐτῆς τὰς πράξεις. Ἐρωτήσατε ὀλίγον περαιτέρω τὴν δημοσίαν γνώμην ἂν ἐγκρίνει τοὺς προβιβασμοὺς τοὺς στρατιωτικοὺς τοὺς ὁποίους ἐκάμετε κατ’ ἀνατροπὴν τῶν πινάκων. Ἀλλὰ τὴν κοινὴν γνώμην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβωμεν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου καὶ νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς συμπράττουσαν εἰς τὸ ἔργον τῆς νομοθεσίας. Ἡ κοινὴ γνώμη κρίνει καὶ ἐγκρίνει ἢ κατακρίνει τὰς πράξεις οἱασδήποτε Βουλῆς καθὼς καὶ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὄχι μόνον μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἡ κοινὴ γνώμη ἐξεγείρεται κατὰ μιᾶς νομοθετικῆς πράξεως καὶ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ οὕτω τοὺς Βουλευτὰς ὅπως μὴ ψηφίσωσιν, ἀλλὰ βεβαίως ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἔχει ψῆφον ἐδῶ. Ἐκ τῆς κοινῆς γνώμης ἀναμφισβητήτως ἀντλοῦμεν πάντοτε, ἀλλὰ διὰ τῆς θεωρίας σας πρέπει νὰ καταβιβάσωμεν τοὺς συμπολίτας μας ἐνταῦθα καὶ νὰ ἔλθωσι νὰ ψηφίσωσι καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον τὴν Βουλὴν οἷα καθίσταται διὰ τοῦ Συντάγματος ἀλλὰ τὸν δῆμον. Ἂν πρόκειται νὰ νομοθετήσῃ ὁ δῆμος, διαφέρει τὸ ζήτημα.
§151Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἐν πολλοῖς ἐξετοπίσθη. Εἶναι ἀναμφήριστον ὅτι τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ὅπως καὶ ὅλα τὰ Συντάγματα τοῦ κόσμου, δὲν προβλέπουσι παντάπασι περὶ τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν ὑπὸ ἐκτάκτως ἀνωμάλους περιστάσεις ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ἵνα δι’ ἰδίων αὐτῆς πράξεων, ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἑτέρου παράγοντος, κανονίζῃ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, κατὰ τὸν καταστατικὸν χάρτην τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ῥυθμισθῶσι τῇ συμπράξει ἁπάντων τῶν παραγόντων, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ὁ καταστατικὸς νόμος. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω καὶ συνταγματικὸν Κράτος, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ μὴ ἀναγνωρίζηται ὁ ὑπ’ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλόμενος ὑπέρτατος κανών, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθησαν πολλοὶ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, ὅτι τουτέστιν ὑπέρτατος νόμος εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως νόμος ὑπέρτατος καὶ αὐτοῦ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπηγορευμένον κατ’ ἀρχήν, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἡ πρόθεσις ἐν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ τῆς καταδολιεύσεως τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἵνα ὑπερβαίνουσα αὕτη τὰ καθήκοντα καὶ τὴν δικαιοδοσίαν, τὰ ὁποῖα διαγράφει εἰς αὐτὴν ὁ καταστατικὸς χάρτης, ἐπιληφθῇ ἀντικειμένων τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ ῥυθμίσῃ μόνον καὶ τῇ συμπράξει καὶ τοῦ ἑτέρου παράγοντος τῆς Πολιτείας, τῆς Βουλῆς. Τυπικῶς λοιπὸν καὶ ἀντικειμενικῶς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐν προκειμένῳ, ὑπερβᾶσα τὴν δικαιοδοσίαν της, διέπραξε πραγματικῶς ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον κοινῶς καὶ κατὰ τύπους φέρει τὸν χαρακτῆρα τοῦ πραξικοπήματος. Ἀλλά, ὅταν λέγωμεν πραξικόπημα, ὅταν λέγωμεν παράβασιν τοῦ πολιτεύματος, προϋποθέτομεν πάντοτε τὴν ἔρευναν τοῦ πράγματος οὐχὶ ἀντικειμενικῶς, ἀλλ’ ἐν σχέσει πάντοτε πρὸς τὴν πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἵνα, ὑπερβαίνουσα τὴν δικαιοδοσίαν της, καταστρατηγήσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχε μετὰ τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ μόνη. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐρευνωμένου τοῦ πράγματος, εὑρίσκομεν πάντες, ἀκολουθοῦντες, ἐπαναλαμβάνω, τὸν ὑπέρτατον νόμον, ὅτι δὲν παρέβη τὸ Σύνταγμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐνεργήσασα τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ἐρρύθμισεν ἀντικείμενα καθαρῶς νομοθετικά. Ἀλλ’ ἡ περὶ τούτου κρίσις φέρει κατ’ ἀνάγκην πολιτικὴν τὴν ἐκτίμησιν, διότι, ἐὰν καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιδικάσῃ, ἐὰν καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐπιδοκιμάσῃ, βεβαίως ἡ πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐκείνη, ἡ ἐγκρινομένη, παύει πλέον νὰ φέρῃ ὑποκειμενικῶς τὸν χαρακτῆρα τοῦ πραξικοπήματος κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Πολιτικὴν λοιπὸν ἐπιδοκιμασίαν ζητεῖ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅταν, ἀποκαθισταμένων ὁμαλῶν τῶν πραγμάτων, ἔρχηται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ λέγῃ· «κατεστρατήγησα ἓν δικαίωμά σου, ἐσφετερίσθην μίαν ἐξουσίαν σου καὶ ἐνομοθέτησα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ἐνήργησα μίαν πρᾶξιν ἡ ὁποία ἀπετέλεσε νόμον τοῦ Κράτους, ἐφαρμοσθέντα καὶ λειτουργοῦντα· ζητῶ λοιπὸν τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς». Ἡ ἔκφρασις τῆς ἐπιδοκιμασίας κατ’ ἀνάγκην φέρει μόνον πολιτικὸν χαρακτῆρα, διότι εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιδοκιμάσει τὴν πολιτικὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως δὲν ἔχει πλέον νὰ ἐξετάσῃ τὴν σκοπιμότητα τῆς νομοθετικῆς ῥυθμίσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ὅπως ἐγένετο παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ψῆφόν της ἡ Βουλὴ διὰ νὰ κρίνῃ πολιτικῶς τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ῥύθμισις ὅπως ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν ἤθελεν ἀρέσει εἰς τὴν Βουλήν, ἡ Βουλὴ ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της βεβαίως θὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ὑπὲρ τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης, ἀλλὰ ἔχει ἰδίαν ἐξουσίαν, ἂν δὲν ἀρέσκῃ εἰς αὐτὴν τὸ γενόμενον, νὰ ἐπιληφθῇ καὶ δι’ ἰδίας πράξεως, ἥτις θὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· «σοὶ ἀναγνωρίζω κατ’ ἀρχὴν ὅτι καλῶς ἔπραξας ἐνεργήσασα ὡς ἐνήργησας, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ῥύθμισις δὲν παρέχει ἐκείνας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ παρέχῃ, τὴν σκοπιμότητα τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι θὰ ἔδιδεν ἀλλοία νομοθετικὴ ῥύθμισις τοῦ ἀντικειμένου». Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐν τῇ ἀποκαταστάσει τῆς ὁμαλότητος τῶν πραγμάτων ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεὺς θὰ ἠδύναντο, τηροῦντες τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, νὰ προβῶσιν εἰς ἀλλοίαν νομοθετικὴν ῥύθμισιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Νομίζω ἐντεῦθεν, Κύριοι, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἁπλῆν ἐπιδοκιμασίαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ἴσως περιττὴ καὶ ἡ ψήφισις εἰδικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ περιελάμβανε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων τὴν τήρησιν ἀπαιτοῦσιν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος αἱ ἀφορῶσαι τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζονται αἱ προτάσεις τῶν νόμων. Ὅτε λοιπὸν σήμερον ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δὲν ἔχομεν νὰ πράξωμεν ἄλλο τι εἰμὴ νὰ κρίνωμεν μόνον καὶ μόνον ἂν ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων σφετερισθεῖσα, ὡς ἐσφετερίσθη, τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα εἶχε κοινὰ ἥ τε ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ Βουλή. Νομίζω ὅθεν ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα καὶ ὅλη ἡ γενομένη συζήτησις περὶ συνταγματικῶν τινων θεωριῶν καὶ τὰ παρόμοια δὲν μοὶ φαίνονται σκόπιμα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καὶ ἕτερόν τι, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον, ὅτι ἐγένετο χρῆσις πολλῶν λόγων σχετικῶς πρὸς θεωρίαν τινά, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισαν ὡς θεωρίαν ἀπορρεύσασαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ ἀντίληψις, ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς κοινῆς γνώμης, ὄχι διότι ἠθέλησεν ἐπ’ αὐτῆς μόνον νὰ στηρίξῃ ὅτι εἶχε δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ὅ,τι ἔκαμεν, ἀλλὰ διότι ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κοινὴ γνώμη ἀκόμη, ἡ ὁποία εἵπετο τῆς ἐπισήμως ἐκδηλωθείσης γνώμης τοῦ Σώματος τούτου, ἔδιδεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, τῶν περιστάσεων, ὥστε νὰ προβῇ εἰς τὴν ῥύθμισιν τῶν ἀντικειμένων αὐτῶν νομοθετικῶς διὰ Διαταγμάτων, ὡς τὰ ἐρρύθμισε. Δὲν μοὶ φαίνεται λοιπὸν ὅτι ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνεπτύχθησαν θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι θίγουσι τὴν ὑπόστασιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ προεβλήθη, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ ἀντίληψις, ἡ δικαιολογία ὅτι καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ κοινὴ γνώμη ἐφαίνετο ὅτι ἐγκρίνει ὅτι πραγματικῶς αἱ περιστάσεις ἦσαν τόσον σπουδαῖαι, τόσον σοβαραί, ὥστε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὑπὸ τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς Βουλῆς ἀπεφάσισε νὰ ῥυθμίσῃ νομοθετικῶς τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ ὡς τὰ ἐρρύθμισε διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων.
§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς κρατῶν εἰς χεῖράς του τὸ Σύνταγμα ἐζήτησε νὰ μὲ καταστήσῃ ἀναπολόγητον προσπαθῶν ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εὑρισκόμεθα ἔξω τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, εὑρίσκομαι ἔξω τοῦ Συντάγματος καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ, ἀντὶ νὰ δέχωμαι τὴν κατηγορίαν ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, ἀντιστρέφω ἐγὼ τὴν ἐρώτησιν καὶ ἐρωτῶ: Τί μοῦ ἐπικαλεῖσαι τὸ Σύνταγμα, εἰς περιστάσεις ποῦ εἴμεθα βγαλμένοι ἔξω ἀπὸ τὸ Σύνταγμα;
§153ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα;
§154ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ. Πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν συνταγματικὴν ἀξίαν τῶν Διαταγμάτων. Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν ὅτι τὰ Διατάγματα ταῦτα εὑρίσκονται ἐντελῶς ἔξω τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι εἴμεθα ἔξω ἐντελῶς ἀπὸ τὸ περιθώριον τοῦ Συντάγματος. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐπικρίνητε κρατοῦντες τὸ Σύνταγμα εἰς χεῖρας, ὅτι τὰ Διατάγματα δὲν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ ὅτι ἐξεδόθησαν ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Καὶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ὡς καὶ ὁ ἐκ Μεσσηνίας, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ ἀληθὴς τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ταῦτα πραξάσης, εἶναι ὅτι προέβη εἰς πραξικόπημα. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἀληθοῦς πραξικοπήματος. Ὁσάκις ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ Διατάγματα, ἐνῷ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ἔχει ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς κάμνει πραξικόπημα, ἐξέρχεται ἔξω ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, διαχειρίζεται ἐξουσίαν ἄλλην ἐκτὸς ἐκείνης ἣν ἀσκεῖ ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος ἐζήτησε νὰ παίξῃ μὲ τὰς λέξεις. Μὲ ἠρώτησεν, ἀφοῦ τὰ Διατάγματα χαρακτηρίζω ὡς κανόνας δικαίου, ἰσχυρίζομαι ὅτι αὐτὰ εἶναι νόμοι; Εἶναι ἀγὼν περὶ λέξεων, Κύριοι, ἡ ἐρώτησις ὅπως διετυπώθη. Ἂν νόμον ὁρίζομεν τὸ θετὸν δίκιον τὸ θεσπιζόμενον ὑπὸ τῶν συνταγματικῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν, νόμον δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ὀνομάσωμεν τὰ νομοθετικὰ Δικτάγματα. Ἀλλ’ ἐνῷ ὀνομάζομεν νόμον πάντα κανόνα τοῦ θετοῦ δικαίου, τότε νόμον βεβαίως ἀποτελοῦσι καὶ τὰ νομοθετικὰ Δικτάγματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ἄλλοι μὲν λέγουσι προσωρινοὺς νόμους, ἄλλοι ἀναγκαστικοὺς νόμους — τὸ ὀρθότερον εἶναι νὰ λέγωνται ἀναγκαστικοὶ νόμοι. — Εἶπε «θὰ εἶναι κανὼν δικαίου;». Θὰ ἔλεγον εἰς τὸν ἴδιον τί μὲ ἐρωτᾷ, ἀφοῦ εἶναι σύμφωνον τὸ Σύνταγμα, ἀφοῦ πρόκειται περὶ κανόνος ἔξω τοῦ Συντάγματος μὴ ἔχοντος ὀλιγωτέραν ἐπιβολήν; Μοὶ εἴπετε· «καὶ διατί ἐπικαλεῖσθε τὴν κοινὴν γνώμην;». Θὰ ἦτο ἀληθῶς μία ὕβρις πρὸς τὴν Βουλήν, ἂν ἔλεγον ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προτείνω, προτείνω αὐτά, καίτοι δὲν εὑρίσκομαι εἰς ἁρμονίαν πρὸς τὰ ἰδικάς σας ἀντιλήψεις, κ. Βουλευταί. Θὰ μὲ κατεκρημνίζετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐὰν ἔλεγον τοιαῦτα πρὸς ὑμᾶς. Μήπως εἶπον τοιαῦτα; Μήπως ἐπεκαλέσθην τὴν κοινὴν γνώμην ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἰδικήν σας; Ἄλλοτε ἐπεκαλέσθην τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλ’ ἦτο ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἐκλήθην νὰ σχηματίσω Κυβέρνησιν, ἀνέλαβον τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς καὶ ὡμίλησα ὅπως ἔπρεπε· δὲν εἶχον τὴν πλειονοψηφίαν τῆς τότε Βουλῆς, ἀλλ’ ἤλπιζον ὅτι εὑρισκόμην ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης.
§155Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ εἴπετε καὶ κατόπιν, ὅτε εἴχετε τὴν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς.
§156ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ὁσάκις ἐπικαλοῦμαι τὴν κοινὴν γνώμην, τοῦτο πράττω ἵνα ἐπιρρώσω τὴν ἠθικὴν θέσιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἰδικήν μου, τοῦτο δὲ καὶ θὰ ἐξακολουθήσω. Πάντα τὰ ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα κατ’ οὐσίαν, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα εἶναι πολιτεύματα κοινῆς γνώμης. Δὲν σημειῶ διὰ τοῦτο ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἰς κρισίμους περιστάσεις δὲν πρέπει ν’ ἀντιμετωπίζωσι τὴν κοινὴν γνώμην· ἀλλ’ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ὁ ἀληθὴς κυρίαρχος εἶναι ἡ λαϊκὴ γνώμη. Ἰδοὺ διατί ἐπεκαλέσθην τὴν κοινὴν γνώμην. Ὅτε εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκδοῦσα τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἔκαμε πραξικόπημα, τοῦτο εἶπον εἰς δύο Βουλευτάς, ὅτε δ’ εἶπον ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐξέδωκεν αὐτὰ τὰ Διατάγματα καθ’ ὑπέρβασιν καὶ σφετερισμὸν ἐξουσίας μὴ ἀνηκούσης εἰς αὐτήν, ἔσπευσα νὰ ἐξηγήσω ὅτι αὐτὰ εἶναι κανόνες δικαίου, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν δύναμιν τῆς ἐπιβολῆς, ὄχι διότι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ διότι ὑπῆρχεν ἄλλο στοιχεῖον ἀνώτερον ἀπὸ τὴν βίαν· καὶ εἶπον ὅτι, ἂν ἐξῆλθεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔξω τοῦ πολιτεύματος, διὰ νὰ θέσῃ τοὺς κανόνας τούτους τοῦ δικαίου, ἔπραξε τοῦτο, διότι ἐγνώριζε πολὺ καλῶς ὅτι εἶχεν ὄπισθεν αὐτῆς ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην, ὄχι μιᾶς μερίδος τοῦ λαοῦ, εἶχε πάντας ἡμᾶς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νομίζει ὅτι ἔφερεν ἡμᾶς εἰς δύσκολον θέσιν ὅτε εἶπε: «Κύριοι, ἂν εἶναι κανὼν δικαίου, διατί ἔρχεσθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητεῖτε τὴν κύρωσιν αὐτῶν;» Θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο· ἐπιζητῶ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου τούτου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἑπόμενος εἰς ἓν κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, εἰς ἓν συνταγματικὸν ἔθιμον, τὸ ὁποῖον ἔχει διαμορφωθῇ ἀλλαχοῦ, ὅπου εἶναι ἡ ῥίζα καὶ ἡ πηγὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἐκεῖ, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, πῶς λέγεται τὸ πρᾶγμα. Δὲν λέγεται κύρωσις τῶν νόμων τῶν ἀναγκαστικῶν ἢ τῶν ἀναγκῶν τοῦ δικαίου τῶν τιθεμένων ἔξω τοῦ Συντάγματος· ὀνομάζεται ἄλλως τὸ νομοσχέδιον· λέγεται bill of indemnity, τὸ ὁποῖον σημαίνει ἀμνηστίαν. Ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο πράττει παρὰ ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ λέγει· «ζητῶ νὰ μὲ ἀμνηστεύσητε δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔκαμα. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πραξικοπήσω. Παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ καὶ αὐτὴ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἕτερος νομοθετικὸς παράγων», «μάλιστα· ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εὑρέθης εἰς τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην σύ, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καὶ ἔκαμες κανόνας δικαίου καὶ σὲ συγχωροῦμεν». Τοιοῦτον ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τῆς ἐρωτήσεως. Ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τύπον ἀφέσεως ἁμαρτιῶν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὑπῆρξαν περιστάσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξῆλθεν ἔξω τοῦ Συντάγματος, διὰ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις.
§157Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν χρειάζεται.
§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι εὑρισκόμεθα ἔξω τοῦ Συντάγματος καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§159Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπαιτεῖται.
§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καθιερώθη νὰ εἰσάγωνται ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον. Εἶναι πληρέστερον τοῦτο· λέγω δ’ ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἔξω τῆς τάξεως τῆς ἀληθείας, ἂν εἰσήγετο ὑπὸ τὸν τύπον ἁπλῶς τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθω εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν εἰσάγεται σήμερον πρότασις νόμου. Δὲν εἰσάγονται τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα ὡς πρότασις νόμου. Ἡ πρότασις νόμου εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν ἔγκρισιν ἐκ μέρους ὑμῶν, τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐσφετερίσθη τὴν ἐξουσίαν αὐτήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενον παρ’ ἡμῶν καὶ ὄχι ἡ θέσις κανόνων δικαίου, οἵτινες ἐτέθησαν διὰ τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ κανόνα δικαίου οὐσιαστικὸν ἐν τοῖς πλείστοις, οὐχὶ τυπικόν. Εἶναι δὲ πλήρεις κανόνες τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, ὡς καὶ τὰ ἐκδιδόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος. Ἔχουσι καὶ ταῦτα τὴν αὐτὴν ἀξίαν καὶ οὐδένα περιορισμόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἠθέλησε νὰ διακρίνῃ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος ἂν εἶναι συζητήσιμον τὸ πρᾶγμα· ἀλλ’ ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς, ἡ διάκρισις οὐδὲν ἀπολύτως ἔχει ἔρεισμα.
§161Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνεζήτησα ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικότητος, ἀλλὰ σκοπιμότητος.
§162ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπικρίνω. Χαίρω μάλιστα ὅτι μοὶ ὑπενθυμίζετε τοῦτο. Τίποτε δὲν κωλύει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, ἂν ἔχῃ ἀντίρρησιν, νὰ φέρῃ διὰ τροπολογίας προσθήκην διατάξεως σχετικῆς, προσθήκην δευτέρου ἄρθρου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, λεγούσης ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἰσχύει μέχρι τῆς δημοσιεύσεως, ἢ παύει ἰσχῦον ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου καὶ πέρα, ἢ ἰσχύει ἐν τῷ παρελθόντι. Ἐγὼ οὐδένα λόγον ἔχω. Πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἰσχῦον τοῦ λοιποῦ καὶ ζητῶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέσῃ τὸν κανόνα τοῦτον τοῦ δικαίου. Ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἔλαβε πρῶτος τὸν λόγον, εἶπον πρὸς αὐτὸν ὅτι καθυστερεῖ εἰς ταῦτα. Ταῦτα δύναμαι νὰ εἴπω καὶ πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς τοὺς ἀγορεύσαντας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τὸ θέμα ἦλθε καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ κ. Σταμούλη ἀντιταχθέντος κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ κύρωσις νομοθετικῶν Διαταγμάτων πλειόνων, προκληθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. Καὶ προέβαλον τὰς ἀναλόγους ἀντιρρήσεις πρὸς τὰς σήμερον προβαλλομένας, καὶ ἔμεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τοῦ κ. Βελέντζα, νομίζω, ἡ δὲ ἄλλη Βουλὴ ἐνέκρινε καὶ συνῄνεσε. Τὸ ζήτημα λοιπὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης εἶναι λελυμένον. Κατὰ τὰς συνεδριάσεις, τὰς ἐπανειλημμένως γενομένας κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν πολέμων, αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἱκανὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐκυροῦντο συλλήβδην πλείονα νομοθετικὰ Διατάγματα ἐκδοθέντα κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον· μόνον θὰ ὑπομνήσω ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σκοπιμότητος ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ φέρῃ καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην τροπολογίαν μεταρρυθμίζουσαν τὰς διατάξεις τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων.
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομοτεχνικῶς πῶς θὰ γίνῃ;
§164ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ τροπολογία θὰ σᾶς παραπέμψῃ εἰς τὰ νομοσχέδια τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ κύρωσις πολλῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων.
§165Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κάμνετε σεῖς, ἀλλ’ ἡμεῖς, διὰ νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίαν, πρέπει ν’ ἀναγνώσωμεν τὰ ἄρθρα.
§166ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου σᾶς διενεμήθη· τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἐπίσης. Μάλιστα τὸ συζητούμενον εἶναι τετυπωμένον παρὰ τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας.
§167Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ, διὰ νὰ ψηφισθῇ; Περὶ αὐτοῦ ὁμιλοῦμεν.
§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ πρότασις αὐτὴ πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀστεία. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος δύνασθε νὰ φέρητε τροποποίησιν ὑπὸ τὸν τύπον τροπολογίας, ἥτις θὰ συζητηθῇ. Θὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν μοῦ ἐζητεῖτο νὰ χωρίσω τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ προσαχθῶσιν ἓν ἕκαστον ἰδιαιτέρως, ὄχι τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, ποτέ, ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια τὰ κυροῦντα τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν τὸ δέχομαι, διότι οὐδεμία τροπολογία οὔτε διατύπωσίς τις ὑπεβλήθη μέχρι τῆς στιγμῆς. Προσθέτω ἀκόμη ὅτι δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσχέρειαν, ὡς ὑπέδειξεν ὁ κ. προλαλήσας, νὰ δεχθῶ καὶ τμηματικὴν συζήτησιν εἰς τὰ σύνθετα ζητήματα. Ἔχω τὸ νομοσχέδιον ὡς εἶναι ὑπ’ ὄψει σας. Λέγει ὅτι κυροῦνται τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προκληθέντα νομοθετικὰ Διατάγματα. Οἱ κ. Βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ δώσωσι ψῆφον δι’ ἓν τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ ὄχι διὰ τὸ ἄλλο, δὲν ἔχουσιν ἢ νὰ ζητήσωσι τὸν χωρισμὸν καὶ νὰ προκαλέσωσιν ἰδίαν ψῆφον διὰ τὸ α ἢ β ἢ γ.
§169Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἂν ἔχητε τὴν ἰδέαν ὅτι δύναται νὰ ζητηθῇ ὁ χωρισμός, τότε ἔχει καθῆκον νὰ τὸ κάμῃ ὁ κ. Πρόεδρος καὶ νὰ χωρίσῃ τὰ σύνθετα ζητήματα.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ διαιρέσω αὐτοβούλως τὰ ζητήματα. Ἂν ἐξ ἄλλου ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἄρθρου δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ὑποβάλητε τροπολογίαν, ὅπως χωρισθῇ τὸ αʹ Διάταγμα τοῦ βʹ. Τοιουτοτρόπως εἴμεθα ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§171ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, ἂν Διάταγμά τι περιέχει ζητήματα συμπεπλεγμένα, σύνθετα, καὶ ζητηθῇ ὅπως ψηφισθῇ κατὰ περιόδους μόνον νὰ ψηφισθῇ. Ἐπειδὴ πάλιν ὑπάρχουσι κ. Βουλευταί, οἵτινες θέλουσι νὰ ἐγκρίνωσιν ἓν τῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἐγκρίνωσι τὸ ἕτερον, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον ὅπως προκαλέσῃ ψηφοφορίαν εἴτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως εἴτε δι’ ἀναστάσεως ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου. Ἐλπίζω ὅτι ἡ παράκλησίς μου ἀντιπροσωπεύει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ ψήφισις γίνῃ ἔστω καὶ δι’ ἀναστάσεως δι’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, διὰ ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ ὑπόνοια ὅτι ζητοῦμεν βίᾳ τὴν ἔγκρισιν πάντων τῶν Διαταγμάτων.
§172Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ κάμω συντόμους τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὗτινος ἡ τελευταία ἀγόρευσις ἔφερεν εἰς φῶς νέαν ὀψιγενῆ θεωρίαν περὶ τῆς φύσεως τῶν λεγομένων ἀναγκαστικῶν νόμων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξεν ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι ἀπορρέοντες ἐκ πολιτικοῦ πραξικοπήματος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι κανόνες δικαίου ἀφ’ ἧς ἐκδίδονται, καὶ ὅτι δὲν πρόκειται κἂν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτελέσῃ νομοθετικὰ καθήκοντα καλουμένη ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ κυρώσῃ τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως γενόμενα, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν ψῆφον συγγνώμης. Καὶ ὅτε διακόψας τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησα εἰς αὐτὸν ὅτι συμφώνως πρὸς αὐτὴν τὴν θεωρίαν του δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοσχεδίου οἱουδήποτε, οὐδὲ κἂν τριπλῆ ἀνάγνωσις καὶ τριπλῆ ψηφοφορία εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας, ἀφοῦ ἡ ψῆφος τῆς συγγνώμης ἐφάπαξ δίδεται, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ τοῦτο θὰ ἦτο κανονικὸν καὶ μετὰ τοιαύτην ψῆφον τὰ πάντα θὰ ἦσαν ἐν τάξει. Εἶμαι κατάπληκτος, Κύριοι, ἀπὸ αὐτὰ τὰ καινοφανῆ καὶ πρωτάκουστα πολιτικὰ καὶ συνταγματικὰ δόγματα. Νομίζω δ’ ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ καταλίπω ἀδιαμαρτύρητον πρωτάκουστον θεωρίαν ἀνατρέπουσαν καὶ σύνταγμα καὶ πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν γνωστὴν μέχρι τοῦδε πολιτικὴν καὶ συνταγματικὴν διδασκαλίαν. Εἶναι δὲ προσθέτως παράδοξον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμνημόνευσε μετά τινος δειλίας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του καὶ τῶν bills of indemnity τῆς Ἀγγλικῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωσθῇ, ὅτι εἶναι ἐντελῶς διάστροφος ἡ ἔννοια, ἣν ἐπεχείρησε νὰ δώσῃ εἰς ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὰ bills of indemnity, τὰ ὁποῖα κρατοῦσιν ἐν τῇ πράξει τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι νόμοι ἔχοντες διττὸν περιεχόμενον, διττὴν ἀποστολήν, διττὸν σκοπόν, ψηφίζονται δὲ καθ’ ὅλας τὰς διατάξεις καὶ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ψηφίζονται πάντες οἱ νόμοι, ἔχουσι δὲ τοῦτο τὸ διττὸν περιεχόμενον. Δι’ αὐτῶν λαμβάνουσι κῦρος ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ καθίστανται νόμιμοι πράξεις, αἵτινες καθ’ ὃν χρόνον ἐτελέσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἦσαν παράνομοι, διότι ἔγιναν ἢ κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων νόμων ἢ ἄνευ νόμων. Διὰ τοῦτο ψηφίζονται ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὅρους καὶ τὰς ἐγγυήσεις, ἃς καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα διὰ πάντα νόμον. Ἔχουσι δ’ οἱ νόμοι οὗτοι καὶ ἑτέραν ἀποστολὴν καθαρῶς πολιτικήν, παρέχουσι συγγνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπαλλάττουσι τοὺς κυβερνήτας τῶν συνεπειῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι παρέπονται εἰς τὴν γενομένην παραβίασιν τῶν νόμων. Ἂν ἡ ψῆφος τῆς συγγνώμης θὰ ἦτο ἀρκετὴ καὶ ἐφάπαξ διδομένη διὰ τὰς πολιτικὰς συνεπείας, εἶναι ὅμως τι πρωτάκουστον νὰ λέγεται ὅτι ἡ ψῆφος αὕτη ἀρκεῖ νὰ καταστήσῃ καὶ νομίμους καὶ ἐγκύρους ἐνώπιον τοῦ νόμου τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ παντὸς νόμου ἐνεργηθείσας πράξεις. Ὑποστηρίζει σπουδαίως τοιοῦτό τι ἡ Κυβέρνησις; Ὑποστηρίζει σπουδαίως ὅτι ἐκ τοιούτων κυβερνητικῶν πράξεων ἐγεννῶντο ἰδιωτικὰ δίκαια καὶ ἔφθανον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τοὺς διὰ πραξικοπήματος ἐκδοθέντας νόμους ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἐπακολουθήσασαν ψῆφον συγγνώμης τῆς Βουλῆς; Φρονεῖ σπουδαίως ὅτι θὰ ἐστηρίζετο οὕτω τὸ κῦρος τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ ἡ νομιμότης τῶν δυνάμει αὐτῶν ἐνεργηθέντων; Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, τοῦτο κάτι τι πρωτοφανές, κατὰ τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἀφοῦ μάλιστα προβάλλονται εἰς ἐπιμαρτύρησιν τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ δῆθεν γινόμενα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὰ bills of indemnity, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ πρᾶξις τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου, ἐκ τῶν ὑστέρων καλουμένου νὰ κρίνῃ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἐκ παντὸς νόμου διενηργήθησαν, δὲν εἶναι πράξεις ἁπλῆς πολιτικῆς συγγνώμης, εἶναι συγχρόνως πράξεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὸ πάσας τὰς ἐγγυήσεις καὶ ὑπὸ ὅλους τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος ψηφιζόμεναι καὶ καθιστῶσαι νομίμους τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, αἵτινες ἦσαν παράνομοι, ὅτε ἐξετελέσθησαν. Ὅτε τοιαύτας πολιτικὰς καὶ συνταγματικὰς ἰδέας ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶναι ἀνεξήγητον, διατί ἀντὶ νὰ ἐκδώσῃ νομοθετικὰ Διατάγματα προσωρινά, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς τότε ἐπειγούσας ἀνάγκας, ἔπλασε διὰ Διαταγμάτων ὀργανικοὺς νόμους. Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὅτι οἱ λεγόμενοι ἀναγκαστικοὶ νόμοι, οἱ εἰς τὰς ἐκτάκτους ὅλως περιστάσεις ἐκδιδόμενοι ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας φέρουσιν ἀναγκαίως καὶ πάντοτε τὸν χαρακτῆρα τοῦ προσωρινοῦ. Καὶ εἶναι φυσικὸν τοῦτο. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς ἐπειγούσας ἀνάγκας, εἰς κινδυνεύοντα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον προϋπόθεσιν ἔχουσι τὴν ἀνυπαρξίαν, τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν πεποίθησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὅτι δὲν δύναται νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς σύμπραξιν, ἐφ’ ὅσον τοιαύτας προϋποθέσεις ἔχουσιν οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι, εἶναι ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν ὑποστάσεως προσωρινοί, κεκλημένοι ν’ ἀποθάνωσιν εὐθὺς ὡς ἐκλείψωσιν αἱ ἀνάγκαι, κεκλημένοι ν’ ἀποθάνωσιν εὐθὺς ὡς ἐμφανισθῇ ἡ Βουλή, ἱκανὴ πλέον καὶ ἑτοίμη ἵνα ῥυθμίσῃ τὰ ἴδια αὑτῆς ἔργα. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν καὶ προηγουμένως ὁμιλῶν ἔκαμα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν χωρὶς νὰ τύχω ἀπαντήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς πολλὰ ἐπεχείρησε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἀλλ’ ἐσιώπησεν εἰς τοῦτο. Ἠρώτησα καὶ ἐρωτῶ· ἔκειτο εἰς τὴν πολιτικὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως προβάσης εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ εἰς τὴν συμφώνως πρὸς ταῦτα ῥύθμισιν τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐρωτῶ· ἔκειτο εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἀντίληψιν οὐχὶ μόνον νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς τότε ἐπειγούσας ἀνάγκας ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ ἀναλάβῃ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς τὴν εὐθύνην καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν, ἀλλὰ καὶ ἔτι περαιτέρω, νὰ προεξοφλήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διὰ τὸ μέλλον, διὰ τὸν χρόνον τουτέστι καθ’ ὃν θὰ ἦτο αὕτη παροῦσα καὶ ν’ ἀρκεσθῇ καὶ ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν εἰς ἁπλῆν ψῆφον συγγνώμης; Ἀνεξαρτήτως τῆς συνταγματικότητος ἢ μή, ἣν ἐξήγησα ἤδη, ἐρωτῶ· ἔκειτο εἰς τὴν πολιτικὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἱδρύσῃ ἀναγκαστικὸν νόμον, ὀργανικῆς φύσεως, διαρκοῦς βίου, μὲ μόνην τὴν σκέψιν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ψῆφον συγγνώμης;
§173Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, εἰς τὴν προτέραν αὐτοῦ ἀγόρευσιν εἰσήγαγε διαστολὴν εἰς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐπελήφθη κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ Βουλή, προκειμένης τῆς ἐγκρίσεως τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων, δεκαπέντε, νομίζω, ἐν ὅλῳ, τῶν ἐκδοθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπ’ εὐθύνην αὐτῆς καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς μεταγενεστέρας ἐγκρίσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἰσήγαγε τὴν διαστολὴν τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τετελεσμένας ἤδη πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων, τὸ περιεχόμενον τῶν ὁποίων ἀφορᾷ εἰς ῥύθμισιν οὐχὶ μόνον πράξεων τελεσθεισῶν ἤδη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς ῥύθμισιν σχέσεων τῆς Πολιτείας πρὸς ἄτομα, πρὸς ἰδιώτας, ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐκεῖνα τῶν Διαταγμάτων ὅσα ἐξετελέσθησαν ἤδη καὶ ἐξηντλήθησαν, ὡς εἶπεν, ἐκεῖνα μόνον ἐγκριθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐξήγησεν ὅτι τοῦτο πράττουσα ἡ Βουλή, οὕτω δηλ. ἐγκρίνουσα τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, ἐνεργεῖ συνταγματικῶς. Βεβαίως συνταγματικῶς ἤθελε πράξει ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, κυροῦσα τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα, ἀφοῦ ἀναγνωρίζεται ἢ τοὐλάχιστον ἡ Βουλὴ ἦτο διατεθειμένη ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ὑπὸ ἐπειγούσας ἀνάγκας ἐξεδόθησαν τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα καὶ εἰς πλήρωσιν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν ἀπέβλεπεν ἡ ἔκδοσις αὐτῶν. Σήμερον ἡ Βουλή, ἔχουσα γνώμην σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καλῶς καὶ συνταγματικῶς κυροῖ τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ ἕτερα Διατάγματα, τὸ περιεχόμενον τῶν ὁποίων ἀφορᾷ εἰς ῥύθμισιν σχέσεων ἐν τῷ μέλλοντι, ὡς πρὸς ἐκεῖνα ἠξίωσεν ὁ κ. Βουλευτής, ἵνα οὐχὶ ὡς εἰσηγεῖται ἡ κύρωσις αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἵνα ταῦτα κατ’ ἰδίαν νομοτεχνικὴν μέθοδον εἰσαχθῶσι καὶ κυρωθῶσι ψηφιζόμενα κατ’ ἄρθρον δὶς εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἵνα ᾖ συνταγματικὴ ἡ ἐνέργεια τῆς Βουλῆς. Ἅπαντες ὅμως, Κύριοι, οἱ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύσαντες ἀνεγνώρισαν ὅτι ἔξω μὲν τοῦ Συντάγματος εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις ἐκδίδουσα τὰ περὶ ὧν πρόκειται Διατάγματα, ἀλλ’ ἐπίσης ἀνεγνώρισαν ὅτι διέρχονται τὰ Κράτη ἐνίοτε τόσον κρισίμους καὶ τόσον σπουδαίας ἐθνικὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς λήψεως μέτρων εἰς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τῶν περιστάσεων τούτων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ὥστε καλῶς πράττουσιν αἱ Κυβερνήσεις παραμερίζουσαι τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ προβαίνουσαι εἰς τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν πράξεων ὑπὸ τὴν ἑαυτῶν εὐθύνην. Πάντες, λέγω, οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ θέματος ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ ταύτην ἀναγνωρίζοντες ἤγοντο εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ κυρώσῃ τὰ οὕτω πως κατὰ παράβασιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων ἐκδοθέντα Διατάγματα. Γνώμων λοιπὸν καὶ μέτρον κατὰ τὸ ὁποῖον ῥυθμίζεται ἡ ἐνέργεια τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν ὑστέρων ἐρχομένη νὰ ἐγκρίνῃ τὰ κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος ἐκδοθέντα Διατάγματα εἶναι ἡ ἀνάγκη ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων, ἡ ἀνάγκη ἡ ἐθνικὴ ἡ μεγίστη, ἡ πλήρωσις τῆς ὁποίας ἀπέβλεπεν εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ ἔθνους. Εἶναι λοιπὸν ζήτημα πραγματικὸν — ἢ πολιτικῆς ἀντιλήψεως ὡς ἤθελεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς — ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀνάγκης. Καί, ἂν ἐντεῦθεν δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν τὸ μέτρον πρὸς ἐκτίμησιν τῆς συνταγματικότητος τῆς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς, τὸ μέτρον τοῦτο ἔχει ἡ Βουλὴ καλουμένη νὰ νομοθετήσῃ σήμερον καὶ νὰ ἐγκρίνῃ καὶ τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπέβλεπον εἰς τὴν ῥύθμισιν σχέσεων καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐν αὐτῇ τῇ ἀντιλήψει τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀνάγκης. Ἐξεταστέον εἶναι μόνον κατὰ πόσον ὑπῆρχε πράγματι ἐν τῇ ἀντιλήψει τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀνάγκη αὕτη, κατὰ πόσον ἐν τῇ προθέσει τῆς Κυβερνήσεως ἐκδιδούσης νομοθετικὰ Διατάγματα ὑπῆρχεν ὁ σκοπὸς ῥυθμίσεως καὶ τῶν τοῦ μέλλοντος σχέσεων, κατὰ πόσον ἐν τῇ σκέψει αὑτῆς ἐκδιδούσης νομοθετικὰ Διατάγματα ὑπῆρχεν ἡ πρόθεσις οὐχὶ μόνον νὰ ῥυθμίσῃ τὰς ἐνεστώσας κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκδόσεως τῶν Διαταγμάτων ἀνάγκας, ἀλλὰ νὰ ῥυθμίσῃ καὶ σχέσεις αἵτινες ἤθελον ἀναφανῆ, ἤθελον ὑπάρξει καὶ ἤθελον δεῖσθαι θεραπείας καὶ ῥυθμίσεως καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐνταῦθα ἔγκειται ἡ λύσις τοῦ ζητήματος κατ’ ἐμέ· εἰς τὸ ζήτημα ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκδίδουσα τοιαῦτα Διατάγματα εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ δὲν ἐννοῶ περὶ τοῦ μέλλοντος ἐκείνου τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὴν θεραπείαν τῶν ἐνεστωσῶν, τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν περὶ τῶν ὁποίων προὐνόουν τὰ Διατάγματα, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅτε ὅμοιαι ἀνάγκαι ἤθελον ἀναφανῆ, ἀφοῦ ἀποκαθίστατο ὁμαλὴ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Διότι, ἂν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία βεβαιοῖ τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης προθέσεως, — καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦτο βεβαιοῖ ἐκδοῦσα τοιαῦτα νομοθετικὰ Διατάγματα, ὅτι δηλαδὴ ἀπέβλεπεν οὐχὶ μόνον εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀμέσων ἀναγκῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀναγκῶν αἵτινες ἤθελον ἀναφανῆ ἐν τῷ μέλλοντι, — ἡ Βουλὴ δὲν ὑπάρχει φόβος ὅτι παραβιάζει τὸ Σύνταγμα ἐγκρίνουσα, ἂν συμμερίζηται τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, τὰ Διατάγματα ταῦτα, διότι, εἴτε Διατάγματα ἀφορῶντα εἰς τὴν θεραπείαν ἀμέσων ἀναγκῶν ἐξεδόθησαν εἴτε Διατάγματα πρὸς θεραπείαν μελλουσῶν ἀναγκῶν ἐξεδόθησαν, πάντοτε ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος καὶ τοιαύτην πρᾶξιν ἀντισυνταγματικὴν τῆς Κυβερνήσεως καλεῖται νὰ κυρώσῃ ἡ Βουλή. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν εἶναι ἐξεταστέα μόνον ἡ πρόθεσις ἡ ὁδηγήσασα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τὴν λῆψιν μέτρων νομοθετικῶν ἀποβλεπόντων οὐχὶ μόνον εἰς τὴν θεραπείαν τῶν ἐπειγουσῶν κατὰ τοὺς δύο πολέμους ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν θεραπείαν ἀναγκῶν αἵτινες καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελον ἀναφανῆ. Ἂν οὕτω σκεπτομένη ἡ Κυβέρνησις, ἂν εἰς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἀποβλέπουσα καὶ τοιαύτας ἀνάγκας προτιθεμένη νὰ ῥυθμίσῃ ἐξέδιδε τὰ Διατάγματα περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, καλῶς σήμερον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ νομοθετήσῃ ἐγκρίνουσα αὐτά, διότι καὶ ἐν τῇ μιᾷ περιπτώσει καὶ ἐν τῇ ἑτέρᾳ οἰκειοποιεῖται ἀναντιρρήτως κατὰ τὴν γνώμην πάντων ἡμῶν δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, δηλ. καὶ ἐν τῇ περιπτώσει καθ’ ἣν ἐξέδιδε τὰ Διατάγματα ἀποβλέπουσα εἰς τὴν πλήρωσιν ἀμέσων ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν καὶ ἐν τῇ ἑτέρᾳ περιπτώσει καθ’ ἣν ἐξέδιδε τοιαῦτα ἀποβλέπουσα εἰς τὴν πλήρωσιν μελλουσῶν ἀναγκῶν καὶ μὴ σχετιζομένων πρὸς τὰς ἐξαιρετικὰς καὶ τὰς κρισίμους περιστάσεις, ἐν αἷς εὑρίσκετο τὸ ἔθνος, καὶ τότε ἀκόμη δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀντεποιεῖτο. Καὶ ἡ μία περίπτωσις καὶ ἡ ἄλλη παραβίασις τοῦ Συντάγματος τυγχάνει καὶ ἡ μία περίπτωσις εἶναι ἐξ ἴσου βαρεῖα ὡς καὶ ἡ ἄλλη, καὶ τὴν βαρύτητα αὐτῶν αἰσθανομένη ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην ἐξέδωκε τὰ Διατάγματα καὶ τὴν εὐθύνην προτιθεμένη νὰ καλύψῃ ζητεῖ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Δὲν βλέπω λοιπὸν διὰ τίνα λόγον θὰ ζητηθῇ ἡ διάκρισις τῶν Διαταγμάτων ὡς ἀποβλεπόντων τούτων μὲν εἰς θεραπείαν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν, τούτων δὲ εἰς θεραπείαν μελλουσῶν ἀναγκῶν ἐφ’ ὅσον καὶ ταῦτα καὶ ἐκεῖνα, οὕτως ἐκδοθέντα ὡς ἐξεδόθησαν, ἀπετέλεσαν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ὥστε μέτρον κατὰ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, ἂν καλῶς ζητεῖται ἡ ψῆφος τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς σήμερον ἐπὶ τῶν Διαταγμάτων τῶν ἐκδοθέντων, εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο, ἵνα οὕτω νομοθετήσῃ, ὡς ἐνομοθέτησεν. Ὅτι δὲ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκδόσεως τῶν Διαταγμάτων μαρτυρεῖ τὸ περιεχόμενον αὐτῶν τῶν Διαταγμάτων. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ περιεχομένου τῶν Διαταγμάτων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προχείρου δύναμαι νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τινὰ τῶν Διαταγμάτων ἐπραγματεύθησαν περὶ θεμάτων τοιούτων, πρὸς τὰ ὁποῖα κατ’ ἀπόλυτον ἀνάγκην, κατ’ ἀπόλυτον ἐπιβολὴν τῶν πραγμάτων συνεδυάζετο ἡ θεραπεία τῶν ἀμέσων καὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις τῆς Κυβερνήσεως ἀναγκῶν πρὸς ἀνάγκας ἄλλας τοῦ μέλλοντος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ γίνῃ διχασμὸς τῶν ἀναγκῶν ἐκείνων ἀπὸ τὰς ἀνάγκας ταύτας. Πῶς λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ διαστείλωμεν τὰς διατάξεις τῶν Διαταγμάτων τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ τετελεσμένον ἤδη μέρος αὐτῶν καὶ θὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα μὲν ὡς ἐξαντληθέντα πλέον καλῶς δύνανται νὰ κυρωθῶσι σήμερον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἕτερα Διατάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξηντλήθησαν καὶ τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔχωσιν ἐφαρμογήν, ὡς πρὸς ταῦτα ἡ Βουλὴ ἐπέχει, ἡ Βουλὴ διστάζει νὰ δώσῃ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖται ἡ ἔγκρισις; Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ μέτρον καὶ ὁ γνώμων περὶ τοῦ ἂν καλῶς καὶ συνταγματικῶς πράττει ἡ Βουλὴ κυροῦσα Διατάγματα ἐκδοθέντα κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτῆς εἶναι ἡ πρόθεσις καὶ ὁ σκοπὸς ἀφ’ ὧν ἀφορμᾶται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων. Ἂν ἡ Κυβέρνησις οἰκειοποιουμένη τὰ ἔργα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἀπέβλεψεν οὐχὶ μόνον πρὸς θεραπείαν τῶν ἐνεστωσῶν, καθ’ ὃν χρόνον τὰ Διατάγματα ἐξεδίδοντο, ἀναγκῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀναγκῶν αἵτινες καὶ εἰς τὸ μέλλον ἤθελον ἀναφανῆ, — καὶ περὶ τούτου μαρτυροῦσιν αὐτὰ τὰ Διατάγματα, — καλῶς καὶ ἀκινδύνως διὰ τὸ Σύνταγμα καὶ ἐν ἠρέμῳ συνειδήσει ὅτι δὲν παραβιάζει τὸ Σύνταγμα, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ τὰ Διατάγματα ταῦτα.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§175Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν διαφωνεῖ πρὸς τοὺς διαφόρους ῥήτορας, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ὅπως τὰ Διατάγματα ψηφισθῶσι καθ’ ὃν τρόπον τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι εἰς τὴν πρώτην του ἀγόρευσιν μετεχειρίσθη ὕφος εἰρωνικὸν καὶ εἶπε, κάμνων καὶ σχήματα, ὅτι «ἀναγνωρίζω ὅτι πρέπει νὰ ζητήσω συγγνώμην, ἀλλ’ ἐγὼ τὴν ἐζήτησα ἅπαξ καὶ ἤδη τὴν ζητῶ καὶ πάλιν». Εἰς τὴν δευτέραν του ἀγόρευσιν μετεχειρίσθη σοφιστείας μετὰ πολλοῦ τοῦ πνεύματος, ἀλλ’ εἰς τὴν τρίτην του ἀγόρευσιν ἠναγκάσθη νὰ σᾶς εἴπῃ «Θέλετε νὰ εἰκονίσωμεν τὸ Σύνταγμα, νὰ ψηφίσωμεν κατὰ τρόπον συνταγματικόν; Κάμετε τροπολογίας». Αὐτὰ εἶναι πράγματα ἀνάξια τῆς σοβαρότητος τοῦ ἀνδρός. Ψηφίσατε τροπολογίας! Εἰς ποῖα πράγματα; Εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπέφεραν ἀποτελέσματα καὶ ἐπέφεραν ἴσως ἀποτελέσματα καταστρεπτικὰ καὶ ἑπομένως αἱ τροπολογίαι δὲν θὰ εἶχον λόγον. Καὶ ἀπόδειξις τὸ Διάταγμα τὸ περὶ προβιβασμῶν, τὸ ὁποῖον μάλιστα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι προῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιβεβλημένης ἐκ τοῦ πολέμου, διότι τὸ Διάταγμα αὐτὸ ἐξεδόθη μετὰ τὸν Βαλκανοτουρκικὸν πόλεμον. Ὑπῆρχε διάστημα τεσσάρων μηνῶν κατὰ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τῶν φαυλοκρατῶν, ὁ νόμος περὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἀποκεντρώσεως τοσοῦτον εὐφήμως ὡμίλησε χθὲς ἀγορεύων ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐξαίρων τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλομεν ἡμεῖς οἱ φαυλοκράται, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὰς ἐπιθέσεις τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς Βουλευτὰς καὶ τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἀφήσωμεν ἐλευθέραν νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον. Ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος αὐτός, Κύριοι, κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων μηνῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἀνακωχή; Βεβαίως. Τί ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ; Ὅλος ὁ στρατὸς ἦτο ἐν Θεσσαλονίκῃ, κατὰ συνέπειαν ἠδύναντο νὰ προκληθῶσιν αἱ προτάσεις τῶν κ. διοικητῶν καὶ τῶν σωματαρχῶν καὶ νὰ συγκεντρωθῇ τὸ συμβούλιον τῶν μεράρχων ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἐν διαστήματι 15 ἡμερῶν νὰ συνταχθῶσιν οἱ πίνακες. Ποῖος λόγος ἦτο ἐκεῖνος ὅστις ἐπέβαλεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἁρπάσῃ αὐτὸν τὸν ἀποκεντρωτικὸν νόμον, νὰ τὸν πετάξῃ εἰς τὴν λάσπην τῶν ὁδῶν τῆς Θεσσαλονίκης, αἵτινες τότε ἔβριθον τοιαύτης, καὶ νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε καὶ διὰ τοῦ ὁποίου, Κύριοι, Διατάγματος τί νομίζετε ἐζήτησε καὶ τίνα ἐξουσίαν ἔλαβε; Θὰ τὴν ἀκούσητε καὶ θὰ ἴδω τίνες ἐκ τῶν συναδέλφων θὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν ὅτι ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι πρέπει νὰ τῷ δώσωμεν ἄφεσιν. Τί λέγει, κύριοι Βουλευταί, τὸ Διάταγμα; Θὰ τὸ ἀναγνώσω καὶ πιστεύω ὅτι μετὰ παρέλευσιν χρονικοῦ τινος διαστήματος δὲν θὰ δύναται νὰ ἐπικαλῆται τὴν κοινὴν γνώμην ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καταργῶν τὴν Βουλήν, λέγων ὅτι «ὅταν ἔχω τὴν κοινὴν γνώμην, ἔχω καὶ τὴν Βουλήν, διότι ἐκ τῆς κοινῆς γνώμης προέρχεται ἡ Βουλή· ἄρα ἔχω τὴν ἀπόφασιν τῆς ψήφου τῆς κοινῆς γνώμης, τῆς Βουλῆς κατὰ συνέπειαν». Πρέπει νὰ σᾶς γνωρίσω ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀποδίδομεν τὸν στρατὸν εἰς τὸν στρατόν, καθιστῶντες τὸ Ὑπουργεῖον διεκπεραιωτὴν τῶν ἀποφάσεων τῶν μεράρχων, ἐγὼ ἀντιτασσόμενος εἰς ἓν ἄρθρον τοῦ νόμου ἐζήτησα, ἂν ἦτο δυνατόν, ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔδιδε δικαίωμα εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν προβιβασμῶν καὶ κατὰ συνέπειαν ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ προσωπικά, διότι αἱ συνέπειαι, ἔλεγον τότε, θὰ ἦταν κακαί, οὐχὶ αἱ τοῦ Βελιγραδίου, καὶ τότε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ὁ τότε Πρωθυπουργὸς μὲ διέκοψε καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἐν τῇ Βουλῇ ταῦτα. Διατί δὲν ἤθελον, Κύριοι; Διότι ἔχω πικρὰν πεῖραν τοῦ πράγματος καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς Ἀξιωματικός, καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον τὸν ἐγωισμὸν καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ πιστεύῃ καὶ ἀνίκανος ὢν ὅτι ἠδικήθη. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε, ὅτι οἱ ἀνήκοντες εἰς οἰκογενείας στρατιωτικάς, συγγενεῖς δὲ τοῦ θεωρουμένου ἀδικηθέντος, δὲν δύνανται παρὰ νὰ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν συγγενῆ αὐτῶν. Καὶ οὕτω σχηματίζεται μία γνώμη, ἡ ὁποία ἔχει λυπηρὰς συνεπείας· ἐζήτουν λοιπὸν εἰς τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων νὰ μὴ δοθῇ τοιαύτη ἐξουσία καὶ νὰ μὴ ἀναμιγνύηται εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ αἱ σκέψεις ἐγέννησαν, Κύριοι τὴν ἰδέαν εἰς τοὺς φαυλοκράτας νὰ ψηφίσωσι τὸν ἀποκεντρωτικὸν νόμον καὶ ν’ ἀποφύγωσι τὴν ἐπέμβασιν ἑαυτῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ὄχι μόνον δὲν ἀναμιγνύεται κατὰ τὸν νόμον ὁ Ὑπουργὸς εἰς τοὺς προβιβασμούς, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰς μεταθέσεις οὔτε εἰς τὰς προσκολλήσεις. Τὶ δ’ ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ ἀνορθωτής; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον, θὰ ἴδητε ὅτι ἀνηγορεύθη φαυλοκράτης ἀπὸ ἀνορθωτοῦ. Καὶ ἐρωτῶ· πόθεν θὰ συλλέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς πληροφορίας περὶ τῆς ἱκανότητος ἢ μὴ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀφοῦ διὰ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ καταργεῖ τὸν νόμον, καὶ κατὰ συνέπειαν καταργεῖ τὴν βάσιν ἀπὸ τῆς ὁποίας θ’ ἀρύηται τὰς διαφόρους πληροφορίας περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν; Ἀπὸ ποῦ θὰ λαμβάνῃ; Ἀπὸ τὸν κ. Νίδερ; Ἀπὸ τὸ τμῆμα τοῦ πεζικοῦ; Ἀπὸ τὸν ἀντισυνταγματάρχην κ. Κωνσταντινίδην τοῦ τμήματος τοῦ προσωπικοῦ; Ἀπὸ ποῦ τέλος πάντων, διὰ νὰ ἔχῃ ὀρθὴν καὶ ἀληθῆ γνώμην περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ἀξιωματικῶν, ἀφοῦ κατὰ τὸ Διάταγμα καταργεῖ τοὺς ἁρμοδίους, οἷοι εἶναι οἱ στρατηγοὶ καὶ σωματάρχαι, διότι αὐτὸ λέγει, αὐτὸ ἐγκαθιδρύει τὸ Διάταγμα; Ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν αὐθαίρετον ἐνέργειαν, αὐτόβουλον ἐνέργειαν, ἀπολυταρχικὴν ἐνέργειαν κατὰ τῆς τύχης τῶν ἀξιωματικῶν, εἰς ποίαν δ’ ἐποχὴν, Κύριοι; Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δίκαιον τῶν ἀξιωματικῶν γράφεται καὶ στηρίζεται εἰς τὸ αἷμα. Ὅσον ἂν θέλῃ νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῶν φίλων του ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ εἶναι Θεὸς ἐνσαρκωμένος εἰς ἄνθρωπον, κατελθὼν εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα (ἱλαρότης), δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δεχθῶ ὅτι τοῦτο εἶναι καίριον σφάλμα. Διὰ νὰ φέρῃ ὅποιον θέλει, διὰ νὰ κόψῃ ὅποιον θέλει καὶ διὰ ν’ ἀπαγάγῃ εἰς τὸν παράδεισον ὅποιον θέλει, κάμνει ὅ,τι θέλει. Κύριοι, κατὰ τοὺς πίνακας θὰ εὕρητε ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι ἐθεωρήθησαν ἀνεπαρκεῖς καὶ κατὰ συνέπειαν στάσιμοι. Ἀλλ’ εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν διέπρεψαν καὶ διέψευσαν τὴν γνώμην τῶν μεράρχων ἐν ὥρᾳ πολέμου. Πῶς θὰ μάθῃ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐγὼ γνωρίζω τὴν παράλειψιν ἑνὸς ἢ δύο καὶ εἶναι εἷς ὁ ὁποῖος ἐν ἐνθουσιασμῷ ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος ἐξύμνει τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐπληγώθη ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς κατὰ τὸν πόλεμον καὶ βεβαίως διέψευσε τὴν γνώμην τῶν μεράρχων. Ἀλλὰ μήπως ἦτο μόνος αὐτὸς ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ὁποῖος διέψευσε τὴν γνώμην τῶν μεράρχων; Καὶ μὴ ἦτο μόνος αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐπληγώθη; Ἦσαν καὶ ἄλλοι. Τοὺς ἐγνώριζεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε ἐκοινοποίει τὸ Διάταγμα τῶν προβιβασμῶν; Βεβαίως ὄχι, διότι δὲν εἶχε τὰς πληροφορίας τὰς δεούσας, τὰς πραγματικὰς ἐκ μέρους τῶν σωματαρχῶν, ἐκ μέρους τῶν Διοικητῶν τῶν ταγμάτων καὶ συνταγμάτων, ἐκ μέρους τῶν ταξιάρχων καὶ τῶν μεράρχων καὶ βεβαίως δὲν τοὺς ἐγνώριζε. Καὶ ἂν εἶχέ τινα πλησίον του ἐκ τῶν ἀποστράτων αὐτῶν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ἔμενον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν μαχῶν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἠκολούθησαν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν Ἐλασσόνα εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, πάλιν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ποῖοι ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των καὶ ποῖοι δὲν τὸ ἔπραξαν. Ἐπιτρέπεται νὰ παρίδωμεν, Κύριοι, τὴν γνώμην τῶν μεράρχων, τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου τῶν στρατηγῶν δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους θὰ ἐθεώρουν ἱκανοὺς καὶ νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὰς γνώμας ταύτας τῶν στρατηγῶν, τῶν μόνων ἁρμοδίων; Ἐρωτῶ πῶς ἤθελε μάθει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ὁποῖος ἔλαβεν αὐτὴν τὴν αὐθαίρετον διάταξιν νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει ἐπὶ τῇ βάσει, λέγει, τῶν πληροφοριῶν τῆς ὑπηρεσίας; Τί ἦτο ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπέβαλλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον; Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πειθαρχία εἰς τὸ στράτευμα, ἂν δὲν ὑπάρξῃ ἀπόλυτος δικαιοσύνη· ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἐπέρχεται ἐπανάστασις. Καὶ ἐπῆλθεν ἐπανάστασις, διότι ἐπείσθη ὁ στρατὸς ὅτι δὲν ἀπενέμετο δικαιοσύνη. Τὶ δὲ συνέβη, ὅτε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀποδοκιμασίαι εἰς ὅλον τὸ στράτευμα, γογγυσμοὶ εἰς ὅλον τὸ στράτευμα, διὰ τὸ Διάταγμα αὐτό· ὄχι διὰ τὸ Διάταγμα, διὰ τοὺς προβιβασμούς, διὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Διατάγματος. Τίνα κρίσιν ἔφερον οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπὶ τῶν Διαταγμάτων καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προεβιβάσθησαν καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἔμειναν; Ἀπεδοκίμασαν αὐτό. Κύριοι, βεβαίως τὰ Διατάγματα αὐτὰ οὐδέποτε θὰ ψηφισθῶσι συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι, ἂν ψηφισθῶσι κατ’ ἄρθρον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῶσιν ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τὰς φρικαλέας, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῶν διατάξεων αὐτῶν τῶν Διαταγμάτων. Ἐρωτῶ τώρα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ· τί ἔγινεν αὐτὸ τὸ Διάταγμα, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον προσεκλήθησαν ἤδη οἱ μέραρχοι, ἀφοῦ εἶχεν ἐκπνεύσει ὁ νόμος μετὰ τὴν εἰρήνην νὰ συντάξωσι πίνακα προβιβασμῶν καὶ συνέταξαν τὸν πίνακα; Φήμη ὑπάρχει — δὲν τὸ γνωρίζω, δὲν ἐπιμένω —, φήμη ὑπάρχει ὅτι, ἐνῷ διετάχθησαν οἱ σωματάρχαι νὰ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν καὶ ἐνῷ αἱ ἐκθέσεις ἦλθον, λέγουσιν ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ συμβούλιον. Ὑπ’ ὄψει μοῦ ἔχω σύστασιν διοικητοῦ καὶ σωματάρχου δι’ ἕνα ἀξιωματικὸν τοῦ ἱππικοῦ, τὸν κ. Λιναρᾶν, ὁ ὁποῖος συνιστᾶτο νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογήν. Τὸ διαδιδόμενον εἶναι, ὅτι αἱ ἐκθέσεις δὲν προσήχθησαν ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ ἔμαθον καὶ τι ἄλλο καὶ νομίζω ὅτι, ἐνῷ ἀνέζησεν ὁ νόμος οὗτος, πάλιν ἐκοιμήθη καὶ ἀνέζησε τὸ Διάταγμα. Κύριοι, κατὰ τὴν κοινὴν γνώμην, μὴ παρουσιαζομένης οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως, ὁ ἀντισυνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ Κωνσταντινόπουλος διεκρίθη κατὰ τὸν πόλεμον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἀνεγράφη πρῶτος ἐν τῷ πίνακι τῶν ἀνδραγαθησάντων καὶ κατὰ συνέπειαν προβιβασθησόμενος κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογήν. Πῶς εἷς ἀξιωματικός, ὡς ὁ κ. Κωνσταντινόπουλος, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν του ἐν πολέμῳ νὰ κερδίσῃ τὴν κοινὴν γνώμην ὁλοκλήρου τοῦ στρατεύματος, ὅτι ἐπέτυχε κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ κριθῇ ὡς ἀνδραγαθήσας καὶ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ πίνακος, πῶς αὐτὸς νὰ παραγκωνισθῇ; Δὲν μέλει τὸν ἀντισυνταγματάρχην. Κρίνω ἐξ ἐμαυτοῦ. Οὐδὲν μοὶ εἶπεν, ἀλλὰ κρίνω ἐξ ἐμαυτοῦ, δὲν μὲ μέλει, ἂν γίνω στρατηγὸς ἢ συνταγματάρχης· μὲ μέλει μόνον ἡ ἐπίσημος Πολιτεία νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν πράξεών μου καὶ αὐτὸ βεβαίως θὰ εἶναι τὸ παράπονον τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἠκούσθη κάποια λέξις, ἡ ὁποία δὲν πιστεύω νὰ προῆλθεν ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν σήμερον ἐκεῖνο τὸ Διάταγμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ ὁ προβιβασμὸς τοῦ κ. Κωνσταντινοπούλου. Δὲν προσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Διάταγμα αὐτό. Τὸ ἄλλο Διάταγμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο οἱ προβιβασμοὶ ἐκεῖνοι, προυκάλεσε πολλὰς ἐπικρίσεις καὶ πολλὰ παράπονα.
§177Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ εἴπω· θὰ εἶμαι εἰλικρινὴς πρὸς ὑμᾶς.
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· ἐξετάζω ἤδη τὰ παράπονα ἐκεῖνα καὶ εἰς τὴν Βουλὴν θὰ προσαχθῇ ταχέως τὸ νομοθετικὸν ἐκεῖνο Διάταγμα μετὰ τῶν ἀναγκαίων τροποποιήσεων. Ἂν θέλητε λοιπόν, ἀφήσατε τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ τὸ σχετικὸν ἐκεῖνο Διάταγμα.
§179Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φαίνεται ὅτι αὐτὸς ὁ ὁποῖος σᾶς ἔδωκεν αὐτὴν τὴν πληροφορίαν δὲν θὰ ἐπρόσεξεν ὅτι ἐγὼ μόνον ἐπιχειρήματα ἔλαβον ἐξ ἐκείνου τοῦ Διατάγματος. Δὲν συζητῶ τὸ Διάταγμα, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει. Μανθάνω ὅτι — διότι δὲν εἶδον τὸ Διάταγμα — δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεταβάλῃ τοὺς πίνακας τοὺς συνταχθέντας ἐκ μέρους τῶν ἀντιστρατήγων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν νόμον ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ δίδωσι γνώμην ἀνέκκλητον καὶ ἀτροπολόγητον ὡς ἔχοντες πλήρη γνῶσιν τῶν λαβόντων χώραν. Τὸ Διάταγμα λέγει....
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου;
§181Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιχειρήματα, εἶπον, φέρω, κ. Πρόεδρε. Τί θέλετε νὰ λέγω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὁ Βίσμαρκ, ὁ Καβούρ, ὁ Μεσίας; Αὐτὰ θέλετε νὰ λέγω; Ὁ ἐνσαρκωμένος Θεὸς νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα;
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, οὔτε πόρρωθεν διενοήθην νὰ κανονίσω τὴν συζήτησίν σας. Ἤθελον μόνον νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν...
§183Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν συζητῶ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ἀλλὰ μόνον δανείζομαι ἐπιχειρήματα, διὰ ν’ ἀποδείξω τὸ ἐσφαλμένον τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν κατὰ τὸν πόλεμον. Ὁμιλῶ τόσον σαφῶς, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν προσέχετε. Ἔχετε τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν νέαν κατάστασιν τοῦ βίου σας καὶ ἐκ τούτου δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα. Εἶσθε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι Πρόεδρος δικαστηρίου, κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ὁποίου ἔχετε αὐθαίρετον δικαιοδοσίαν. Λοιπὸν λέγεται ὅτι εἰς ἐκεῖνο τὸ Διάταγμα δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν ἀντιστρατήγων. Ἄν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἐξακολουθεῖ ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὄχι πλέον ἡ ἀποκεντρωτική, ἀλλ’ ἡ φαυλοκρατική, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς κατηργήσαμεν, διότι ἐνθυμεῖσθε προχθὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐξαίρων τὸ νομοθετικόν του ἔργον ἐξῆρε τὸ ἀποκεντρωτικὸν ἔργον τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν ἡμεῖς, ἢ μᾶλλον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθιερώθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Δηλιγιάννη ἢ μᾶλλον ἀπὸ παλαιοτέρας ἐποχῆς, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Τρικούπη, ὁπότε δὲν εἶχον προκύψει ἀκόμη αἱ ἀνάγκαι αἱ κοινωνικαί, ὥστε ὁ λαὸς νὰ θέλῃ ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας. Ἄν ἀνατρέξητε εἰς τὸ παρελθόν, θὰ ἴδητε τοὺς κυβερνήτας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δηλονότι τοὺς πρὸ τοῦ 1883, νὰ μὴ ἔχωσι τὰς πιέσεις τοῦ λαοῦ καθ’ ὃν τρόπον ἔχομεν αὐτὰς σήμερον. Ἦσαν μὲν πιέσεις τινές, ἀλλὰ τοιαύτην σιδηρᾶν θέλησιν εἶχον ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες, ὥστε τοὺς φίλους των ἄφηνον μακρὰν τῆς ὑπηρεσίας ἐφ’ ὅσον χρόνον δὲν ὑπῆρχε κενὴ θέσις. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς εἶναι ὅτι εἴχομεν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν ἔξοδον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἓν περιβόλιον, τὸν λεγόμενον κῆπον τοῦ κλαυθμῶνος, ὅπου μετέβαινον οἱ παλαιοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἔκλαιον τὴν μοῖράν των. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρξατο ὁ λαὸς ν’ ἀναπτύσσηται, τότε ἐσκέφθησαν ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τὰς πιέσεις τοῦ λαοῦ καὶ εἰσήγαγον καὶ ἐγκαθίδρυσαν ἕνα νόμον ἀποκεντρωτικόν, ἔφερον νόμους, οἱ ὁποῖοι καθώριζον τὸ πῶς θὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ πῶς θ’ ἀπολύωνται οἱ ὑπάλληλοι, περιορίζοντες τὰ δικαιώματα τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ τώρα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν ἐπανέφερε τὸ πρώην καθεστώς, ἢ μᾶλλον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατηργήσαμεν ἡμεῖς αὐτὸ λέγουσι τὰ Διατάγματά του. Ἑλληνικὰ γνωρίζετε πάντες, διότι ἐσπουδάσατε εἰς τὰ σχολεῖα τὰ ὁποῖα ἱδρύσαμεν ἡμεῖς, καὶ δύνασθε ν’ ἀναγνώσητε, ἔχετε δὲ καὶ τὰ μέσα διὰ ν’ ἀγοράσητε τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», ὅπως μάθητε τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἡμεῖς, διὰ ν’ ἀναπτύξωμεν τὴν γενικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, διὰ τῶν σιδηροδρόμων, διὰ τῶν τηλεγράφων, τῶν λιμένων, τῶν ὁδῶν, γεφυρῶν κλπ. Δύνασθε ν’ ἀναγνώσητε καὶ τὰ Διατάγματα τὰ σημερινὰ καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγκαθιδρύει φαυλοκρατικὴν ἐποχήν. Τοῦτο δὲ πολλάκις ὡμολόγησε κρίνων τὰς πράξεις μας. Εἶπέ ποτε λ.χ. ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι «αἱ προβλέψεις μας διεψεύσθησαν, διότι δύο ἡμέρας πρότερον συνεκεντρώθη ὁ στρατὸς ἀφ’ ὅ,τι ὑπελογίζομεν»· δηλ. εἶπε μὲ τοῦτο ὅτι τὸ σχέδιον ἐπιστρατεύσεως τὸ ὁποῖον εἴχομεν οἱ φαυλοκράται ἦτο τόσον ἐπιτυχές, ὥστε ἔδωκε τὸ ἀποτέλεσμά του, νὰ συγκεντρωθῇ ὁ στρατὸς καὶ νὰ εἶναι ἑτοιμοπόλεμος δύο ἡμέρας πρίν. Λοιπὸν ἔχομεν, Κύριοι, κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐκ τῶν θεωριῶν τῶν συνταγματικῶν τῶν μετὰ πολὺ λεπτῆς σοφιστείας τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν θεωρίαν ὅτι τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἔχει καὶ ἐκ τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις χειροκροτεῖ εἰς ὅ,τι λέγει. Αὔριον θὰ δημοσιεύηται εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθὲς τὴν ἑσπέραν ἤρατο περιφανῆ νίκην, διότι ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐβάδιζεν ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον εἰς τὸ ἄλλο τοῦ βήματος καὶ ἀνέτρεψε τοὺς ῥήτορας διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων του. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἤδη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, ὁπότε δὲν ἤμην Βουλευτής, ὅτε ἦλθε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ «Ἀβέρωφ» ὑπέστη ζημίαν ἐκ προσαράξεώς τινος, εὑρέθησάν τινες νὰ τὸν χειροκροτήσωσι. Διατί; Διότι ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν δυστύχημα! Ἀλλὰ καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη ἀξιοθαύμαστον, διὰ τὸ ὁποῖον αἱ ἐφημερίδες ἔγραφον θούρια ἄρθρα, ὅτι, ὅτε τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις ἐδῶ ὅτι, ἂν εἴχετε εἰς τὸν «Ἀβέρωφ» πληρώματα ἀνάλογα τοῦ πλοίου, βεβαίως δὲν θὰ συνέβαινε τὸ δυστύχημα, τί νομίζετε ὅτι ἀπήντησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἐχειροκρότησαν; Ὅτι, ἂν εἶχεν ἀκόμη ἑκατὸν ναύτας ἐπὶ τοῦ «Ἀβέρωφ», ἤθελε βυθισθῆ περισσότερον τὸ πλοῖον καὶ ἡ ζημία θὰ ἦτο μεγαλειτέρα· δηλ. εἶπεν ὅτι, ἂν εἶχον μίαν τρίχα περισσότερον ἐδῶ εἰς τὸ χέρι μου, τὸ χέρι μου θὰ ἔπεφτε κάτω (ἀραιὰ χειροκροτήματα). Αὐτὴν τὴν εἰκόνα παρουσιάζουσι τὰ ἔθνη καὶ τὰ Κοινοβούλια, ὅταν τυφλῶς παραδίδωνται εἰς οἱονδήποτε ἄνθρωπον, οἱασδήποτε ἀξίας καὶ ἂν εἶναι αὐτός, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς πολιτικὸν τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζουσιν ἀκόμη, διότι οὐδεὶς τὸν γνωρίζει ἐκτὸς ἐμοῦ, ὅστις γινώσκω τίνες εἶναι αἱ ἰδέαι του καὶ πῶς ἐννοεῖ νὰ κυβερνήσῃ τὸ Κράτος. Βεβαίως τοιαῦτα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, ὅταν ἡ κρίσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μορφοῦται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνκυλίας τῶν δημοσιογράφων τῆς Εὐρώπης. Ἅπασα ἡ δημοσιογραφία τῆς Εὐρώπης ἐπανηγύριζε τὴν ἀνάρρησιν τοῦ κ. Βενιζέλου εἰς τὴν Ἀρχὴν καὶ ἔγραφεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε ἄλλοτε ἀπέκτησε τοιοῦτον πολιτικὸν ἄνδρα. Ποῦ τὸν ἔμαθον; Εἰς τὴν Κρήτην, ὅτε ἔκαμε τὸν περίπατόν του εἰς τὴν Χαλέπαν μετὰ τὸ δικαστήριον καὶ ἀνεπαύετο; Ἐκεῖ τὸν ἔμαθον ὅτι εἶναι πολιτικὸς νοῦς μέγας; Καὶ δὲν κάμνουσι τὴν κρίσιν πῶς αὐτοὶ οἱ δημοσιογράφοι ἐν συγκυλίᾳ πανηγυρίζουσι καὶ χαρακτηρίζουσιν αὐτὸν ὡς τὸν μόνον ἄνδρα, τὸν ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ Ἑλλάς; Ποῖον συμφέρον εἶχον; Ποῖος λόγος; Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χρήματα δὲν εἶχε νὰ δώσῃ. Τί συμβαίνει; Ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ πολιτικὸν ζήτημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ συζητηθῇ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω πολὺ νὰ τὸ ἐνθυμηθῆτε. Ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ ἡ συζήτησις δὲν εἶχεν ἀποτέλεσμα ἀνατροπὴν τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα τὰ Διατάγματα αὐτὰ ἐπέφερον, ἤθελεν ἐγερθῆ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἤθελεν εἴπει· «Κύριοι, κατὰ τὴν γνώμην μου διαφωνῶ, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήτω καὶ διὰ νὰ πιστεύσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κόσμος ὅτι δὲν ἐκτρέπομαι τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπένευσα καὶ ἐγὼ νὰ γίνῃ, τὰ ἀποσύρω καὶ θὰ τὰ ἐπαναφέρω ὡς ὑπεδείξατε». Ἀλλὰ δὲν ἔπραξεν αὐτό, διότι, ἐὰν κατ’ ἄρθρον καὶ κατὰ διάταξιν συνεζητοῦντο τὰ Δικτάγματα ταῦτα, ἤθελεν ἀναλυθῆ ὁλόκληρος ἡ ἐπαναστατικὴ κατάστασις καὶ τότε θὰ ἔχανε τὸ ἔργον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι εἶναι ἀνορθωτὴς καὶ ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ μεταβῶμεν νὰ καρατομηθῶμεν, οἱ ἀντεθνικοί! Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι σὺν τῷ χρόνῳ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποκαλυφθέντα καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω ἐνταῦθα θὰ δώσωσιν ἀφορμήν, ὥστε νὰ προσέξῃ ὁ λαὸς καὶ τότε ἐλπίζω εἰς τὸν Θεὸν ὅτι θὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ μονομανία τοῦ νὰ πιστεύῃ, θὰ παύσῃ νὰ πιστεύῃ, ὅπως ἐκεῖνος πιστεύει ὁ ὁποῖος κάμνει ἐνέσεις μορφίνης καὶ ὁ ὁποῖος φαντάζεται πράγματα εὐχάριστα ἀνύπαρκτα ὡς ἀληθῆ, θὰ κάμῃ πλέον τὴν σύγκρισιν μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν καὶ θὰ ἴδῃ ἂν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦσαν ἀληθῆ. Διατείνεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι εὗρε τὸ Κράτος εἰς μίαν κατάστασιν ἐντελῶς ἔκρυθμον καὶ παραλελυμένην. Οὔτε στρατὸς οὔτε στόλος οὔτε διοίκησις οὔτε συγκοινωνία οὔτε οἰκονομία ὑπῆρχον ἐν καλῇ καταστάσει. Δὲν ἀνεγίνωσκε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος προῆλθεν ἀπὸ Προϋπολογισμὸν μὲ ὑποχρεώσεις εἰς τὸ Κράτος καὶ παρεδόθη εἰς τὸν διάδοχόν του ἄνευ ἐλλείμματος καὶ ἰσοσκελής; Δὲν ἀνεγίνωσκε τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑπὸ τοῦ κ. Εὐταξίου εἰσαχθέντα, ὁ ὁποῖος παρεδέχθη φορολογίαν ἀρκετὰ σοβαρὰν καὶ ἐκτεταμένην καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνήθη νὰ κυβερνήσῃ ἀπροσκόπτως δαπανῶν ἀφειδῶς; Αὐτὰ δὲν τὰ ἀνεγίνωσκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Δὲν δέχομαι πρὸς χάριν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι δὲν τὰ ἐγνώριζε, διότι, ἂν ὑποθέσω ὅτι τὰ ἐγνώριζε καὶ μετέδιδεν ἀνακριβείας καὶ παρεπλάνα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀφήνω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν τοιαύτην πολιτείαν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος οὕτω διεβουκόλει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργός, Κύριοι, ἐνῷ ἔλεγεν ὅτι εὗρε τὸ Κράτος εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ τὸ ἔρριψεν εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ ἔλεγεν: «ὅτε ἐγὼ ἐκήρυξα τὸν πόλεμον, ἔλαβον τὸν ἀναδεδειγμένον στρατηγὸν καὶ ἔθεσα ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος». Ἀλλὰ τὸν ἀναδεδειγμένον στρατηγόν, τὸν ὁποῖον ἐλάβετε, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν ἀνεγνώρισε τὸ παρελθόν. Συγκαταλέγεται καὶ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος μεταξὺ τῶν φαυλοκρατῶν, διότι συνειργάσθη μετὰ τῶν φαυλοκρατῶν! Ἂν λοιπὸν εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐκλογῆς σας, ἐπαινέσατε τὸ ἔργον. Εἶναι τῆς ἐκλογῆς σας ὁ Βασιλεὺς ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ πολέμου; Ὄχι. Εἶναι τῆς ἐκλογῆς τοῦ στρατοῦ. Πῶς; Ἡ σιδηρᾶ Μεραρχία τῆς Λαρίσης, ὅτε ὁ Διάδοχος ἦλθεν εἰς τὰ ἐλευθέρια, κατῆλθον ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς Βελεστῖνον καὶ ὑπεδέχθησαν τὸν Βασιλέα καὶ τὸν συνώδευσαν μέχρι Βόλου πανηγυρικῶς καὶ ὑπέδειξαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ποῖον θέλουσιν Ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ὁ δὲ Διοικητὴς τῆς σιδηρᾶς ταύτης Μεραρχίας προσφωνῶν τὸν Διάδοχον τότε εἶπεν ὅτι ὁ στρατὸς ἐπανῆλθεν εἰς τὰς τάξεις του· εἶναι ὁ κατηρτισμένος κατὰ τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν τῷ ἐδώσατε εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ διεκδικήσῃ τὰ δίκαια τῆς πατρίδος μὲ τὴν θυσίαν τὴν ὁποίαν παρουσιάζει τὸ παράδειγμα τοῦ ἐκ τοῦ Βελεστίνου Ῥήγα Φεραίου. Καὶ τὸ ἀπέδειξεν ὁ στρατὸς κατὰ τὸν πόλεμον, ὅτι ὁ διοικητὴς τῆς Μεραρχίας ἐκείνης εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Τὸ ἀπέδειξε κατὰ τὸν πόλεμον καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον. Διατὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ τόσον ἐπαινεῖ καὶ διὰ τῶν πράξεων καὶ διὰ τῶν λόγων τὸ παρελθόν, καὶ ἀφοῦ εἶχε χρόνον τεσσάρων μηνῶν νὰ ζητήσῃ τὰς γνώμας τῶν στρατηγῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ, διατί ἔκαμεν αὐτὸ τὸ Διάταγμα; Διατί ἐζήτησεν αὐτὸς νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ αὐτὸς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἔφερεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, Κύριοι, τὸ στράτευμα, ὥστε νὰ γογγύσῃ μέχρι τοιούτου σημείου καὶ ὁ γογγυσμός του νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Βασιλέως, ὁ δὲ Βασιλεὺς νὰ ἐπεμβῇ διὰ νὰ σώσῃ καὶ τὴν Πατρίδα καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰ παράπονα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν αὐτῶν; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἠκούσατε, ἐπελήφθη τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν παραπόνων, εἰς ἣν ἀπόφασιν ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ προβῇ ὁ κ. Ὑπουργός. Κύριοι, ὅτι ἦτο ἡ δυσφορία τῶν ἀξιωματικῶν μεγάλη ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Βασιλέως καὶ ἐκ τούτου ἀντελήφθη πλέον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν δυσφορίαν ταύτην καὶ κατὰ συνέπειαν αὐτὸς ὡς δράστης καὶ ἁρμόδιος ὀφείλει νὰ διορθώσῃ τὰ διαπραχθέντα κακά. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς κ. συναδέλφους τοὺς ἀναπτύξαντας τὰς θεωρίας τὰς νομικάς, εἰς τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω, καὶ ἀκόμη εἰς τὰς νομικὰς φιλοσοφίας αὐτῶν, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἂν ἐκτελεῖται ἡ συνταγματικὴ ἐπιταγή, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ ψήφισις τῶν Διαταγμάτων τούτων. Βεβαίως ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιδιωκομένη ψήφισις τῶν Διαταγμάτων ἀντίκειται πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν οὕτως, ἂν θέλωμεν νὰ σεβασθῶμεν τὸ Σύνταγμα· ἄλλως θὰ ἴδωμεν νέαν λαϊκὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαϊκοῦ δικαστηρίου καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι τὸ πρὸ μικροῦ παρελθόν. Παρεξήγησεν ἡ λαϊκὴ αὕτη ἐξέγερσις τὸ παρελθὸν ἐκ τῶν κακῶν εἰσηγήσεων, τὰς ὁποίας βλέπετε νῦν ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἄλλων ῥητόρων ἀποδεικνυομένας ἀνακριβεῖς καὶ κατὰ συνέπειαν συκοφαντικὰς καὶ τότε ὁ λαός, μολονότι ἐπίστευσεν ὡς μὴ ὠφελήσασαν τὸν τόπον τὴν διοίκησιν ἐκείνην τῶν φαυλοκρατῶν μολονότι ἐπανεστάτησε κατ’ αὐτῶν, τούτους πάλιν ὡς μόνους καταλλήλους ἐζήτησε μὲ ὅλην τὴν μῆνίν του ὁ λαός, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλοι νὰ διευθύνωσιν ἐπωφελῶς τὰ πράγματα τῆς χώρας παρὰ οἱ φαυλοκράται καὶ τοὺς ὑπεχρέωσαν κατὰ συνέπειαν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ σκεφθῶσι περὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς συστάσεις τῆς ἐπαναστάσεως. Δὲν ἀπεμακρύνθησαν, Κύριοι, ἐκείνων καὶ ἀπόδειξις εἶναι τοῦτο, ὅτι, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ἐθεώρει ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ νὰ ἐγκαθιδρυθῇ μὴ ἔχων τὴν πλειονοψηφίαν, μᾶς διέλυσε, δὲν μᾶς ἀνεπλήρωσεν ὁ λαός, δὲν ἔστειλε Βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς πολιτικάς, ὄχι διότι δὲν ἦσαν ἱκανοί, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχον καὶ τὴν πεῖραν τὴν ἀπαιτουμένην καὶ τὴν κοινοβουλευτικήν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε καὶ νῦν ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι καὶ μορφώσεως ἔτυχον καὶ κοινοβουλευτικὴν πεῖραν ἀπέκτησαν ἐκ τῶν ἀναγνώσεων καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων, εἰς τὰς ὁποίας λαμβάνουσι μέρος, ἀπέτυχον καὶ δὲν ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των, μολονότι λέγουσι πολλὰ σοφὰ πράγματα ἀγορεύοντες. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ καταστῇ φυσικώτερος, ν’ ἀποβάλῃ τὸν ἐγωισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει ὡς ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν τῷ ἔδειξεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ νὰ φαίνηται εὐγνώμων πρὸς αὐτὸν τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐξωστράκισεν ἐκείνους καὶ καθυβρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔφεραν εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον τοῦ πολιτισμοῦ μὲ τὴν Εὐρώπην καὶ τὸν ὑπεστήριξαν μετ’ ἀφοσιώσεως. Νὰ παύσῃ νὰ στηρίζηται εἰς αὐτὰς τὰς ἰδέας, ν’ ἀκολουθήσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμαν οἱ παλαιότεροι, οἱ ὁποῖοι ἐσέβοντο καὶ νόμους καὶ Σύνταγμα καὶ ἀνεγνώριζον τὰ δικαιώματα ἑκάστου καὶ δὲν ἀφῄρουν δι’ αὐθαιρέτων Διαταγμάτων τὸ εἶναί των, τὴν ὕπαρξίν των, τὴν τιμήν των, τὸ ἰδανικόν των, διότι αὐτοὶ οἱ ἐνθουσιασμοὶ δὲν ὠφελοῦσι καὶ δὴ ὅταν ἀποκαλυφθῇ ὁποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ πράττοντες ταῦτα, καὶ τότε τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι δεινά. Ἐγὼ οὐδεμίαν δίδω σημασίαν, ἂν ἀνατραπῶσι τὰ πράγματα καὶ ζητήσωσιν εὐθύνας ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἑξήκοντα ὀκάδες κρέατος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσωσι τόσας ζημίας διὰ τῆς θυσίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἀπεύχομαι μίαν δευτέραν ἐπανάστασιν, τὴν ὁποίαν πολὺ καὶ φοβοῦμαι. Δὲν ὑπῆρξαν, Κύριοι, τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα τὰ ἀδικήματα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, οἷα ὑπῆρξαν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν· καὶ ὅμως οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπανεστάτησαν, καὶ ὅμως ὁ λαὸς παρεσύρθη καὶ ἐπανεστάτησε, καὶ ὅμως ὁ λαὸς ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ν’ ἀνατρέψῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἡ βάσις τῆς ὑποστηρίξεως αὐτοῦ καὶ τῆς προόδου αὐτοῦ. Ὅτε ὁ ἐκ Κερκύρας ἐπιφανὴς πολιτευτὴς καὶ ὁ ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ὁ ἐξ Οἰτύλου ἐμερίμνων περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς χώρας κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, προέβλεπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσαν νὰ προετοιμάσωσι τὸ Κράτος, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἑτοιμοπόλεμον, καί, ἂν ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ἐκάθητο ἀκόμη μίαν ἑβδομάδα, πάντα τὰ ἀναγκαῖα διὰ πόλεμον θὰ ἦσαν ἐντελῶς συμπεπληρωμένα, ὥστε οἱ δύο πόλεμοι νὰ διεξαχθῶσι καὶ νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην κατὰ τὸν πόλεμον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προμηθεύηται ὑλικόν. Ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ἐσάρωσεν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἐνθυμῆται αὐτὸ καὶ νὰ τὸ ἔχῃ περὶ πολλοῦ καὶ νὰ φέρῃ εὐγνωμοσύνην περὶ τούτου καὶ νὰ μὴ διαχειρίζηται, καθ’ ὃν τρόπον διαχειρίζεται τὴν Ἀρχήν, διότι, ἐπαναλαμβάνω τὰ ἀποτελέσματα θὰ ὑπάρξωσι τοιαῦτα, ὥστε ἡ Πολιτεία θὰ ζημιωθῇ καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπέλθωσιν ἀταξίαι ἐσωτερικαί, ἂν δὲν ἐπέλθωσι καὶ ἐξωτερικαί, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς θὰ μείνῃ ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι ἀνέτοιμος.
§184Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παρατηρήσαντος ὀρθῶς, ὅτι δὲν συζητεῖται τὸ νομοθετικὸν Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθησαν οἱ τελευταῖοι προβιβασμοί, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοθετικὸν Β. Διάταγμα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνετελέσθησαν οἱ τελευταῖοι στρατιωτικοὶ προβιβασμοί, νὰ συνυποβάλῃ καὶ τοὺς πίνακας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐκανονίσθησαν οἱ τελευταῖοι προβιβασμοί, ὡς καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν, διότι ἐκ τῆς μελέτης αὐτῶν θέλομεν ἀχθῆ εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ εἰς ὀρθὰ συμπεράσματα, διὰ νὰ κρίνωμεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένοντο οἱ τελευταῖοι προβιβασμοί. Ταύτην τὴν παράκλησιν ἤθελον νὰ κάμω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπωφελούμενος τῆς δηλώσεως αὐτοῦ.
§185Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§186Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἄν ἦτο δυνατὸν συγχρόνως νὰ προσκομίσῃ, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τοὺς μεράρχους, διότι ἐν καιρῷ θέλω ἀποδείξει πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ οἵτινες ἐκρίθησαν ἄνευ ἐκθέσεων καὶ οὓς δὲν εἶναι σκόπιμον ν’ ἀναφέρω ἐπὶ τοῦ παρόντος ὀνομαστί. Θ’ ἀποκαλύψω ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐγένοντο παραλείψεις καὶ ἀδικήματα καὶ λόγῳ τῆς ἠλεκτρικῆς ταχύτητος μεθ’ ἧς ἐγένοντο οἱ προβιβασμοὶ καὶ λόγῳ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐκθέσεων προεκλήθησαν ἀδικίαι αἱ ὁποῖαι ἐπιβλαβῶς ἐπέδρασαν ἐπὶ τῆς τύχης τῶν ἀξιωματικῶν. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσι πᾶσαι αἱ ἐκθέσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐκανονίσθησαν οἱ πίνακες.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἰσχύος καὶ διὰ τὸ ἔτος 1914 τοῦ διὰ τὸ ἔτος 1913 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ τῶν ἐνόρκων καταλόγου ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Λαρίσῃ Πρωτοδικῶν».) Ἀναβάλλεται ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀθεμίτου ἀνταγωνισμοῦ».
§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅσα δὲν θὰ προκαλέσωσι συζήτησι νὰ ψηφισθῶσι.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῶν προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδοθέντων Β. Διαταγμάτων· αʹ) τῆς 31 Μαΐου 1913 «περὶ παροχῆς δικαιώματος εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς σχολῆς τῶν γυμναστῶν πρὸς ἐξέτασιν κατὰ Ἰούνιον ἢ Σεπτέμβριον», βʹ) «περὶ περιορισμοῦ ἀπὸ ἑξαμήνου εἰς τρίμηνον τοῦ ὁριζομένου χρόνου διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων», γʹ) «περὶ κρίσεως τῶν διδακτικῶν βιβλίων» καὶ δʹ «περὶ ἐξετάσεων ἐπὶ πτυχίῳ τῶν τελειοφοίτων τῶν Πανεπιστημίων κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἄνευ ἀποδείξεως ἐξετάσεων ἐν τῇ γυμναστικῇ». (Γίνεται δεκτόν. Ἀκολούθως ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δικαστηρίων Κακουργιοδικῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις». Ἐπίσης ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3, ἐδάφ. βʹ τοῦ ΓΤΠΖʹ νόμου τοῦ 1909»). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 490, § 1, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ 353 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας».
§190Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ, παρακαλῶ.
§191ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 336 καὶ 355 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζεται εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσωρινῆς διὰ Β. Διατάγματος συγκροτήσεως τῶν ἀναγκαιουσῶν μεγάλων μονάδων στρατοῦ καὶ ὑποδιαιρέσεως τῆς χώρας εἰς στρατιωτικὰς περιοχὰς καὶ διαμερίσματα πρὸς διευκόλυνσιν τῶν στρατολογικῶν ἐργασιῶν»). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀσκήσεως τῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετούντων ὑποψηφίων δικηγόρων καὶ ἀναβολῆς τῶν ἐξετάσεων». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων προκληθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας τῶν ἐν τῷ στρατῷ ἐφέδρων».
§193Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον περὶ διδακτικῶν βιβλίων». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Τὰ λοιπὰ δὲν εἶναι ὥριμα. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 τοῦ νόμου περὶ προμηθείας ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ παροχῆς εἰς τοὺς γεωργοὺς γεωργικῶν εἰδῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς σταφίδος παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Α. Θανόπουλου, Δ. Γκλαβᾶ, Ν. Χαριτάτου, Λ. Μεσσηνέζη, Δ. Κριεκούκη, Π. Βουρλούμη, Γ. Καντιάνη καὶ Ν. Χρυσογέλου. Μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου ἀντικειμένου λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ. μ.)