1913.11.12
2,528 rows · 19,515 words · 189 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
τῆς 12 Νοεμβρίου 1913.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Ὁ Ὀθωμανὸς Σααδεδὶν Χασὰν βέης, ἐτῶν 75, φυλακισθεὶς ἐν Θεσσαλονίκῃ ὡς εἰπὼν ὅτι θὰ γίνῃ Τούρκικο, παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς τύχης του· Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Γαρδικίου τῆς Μεγαλοπόλεως παραπονοῦνται ἐναντίον τοῦ περὶ ἐνοριακῶν ναῶν νόμου ὡς κακῶς ἐφαρμοζομένου· Ἡ Ἐπιστήμη χήρα τοῦ ἀποθανόντος ἀντισυνταγματάρχου Ἀναγνωστοπούλου παρακαλεῖ, ὅπως τῇ δοθῇ σύνταξις μεγαλειτέρα· Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς ὑπόδικοι καὶ κατάδικοι ζητοῦσιν οἱ μὲν ἀμνηστίαν, οἱ δὲ χάριν. Ἡ «Ἀλληλοβοηθητικὴ Ἀδελφότης τῶν Τυπογράφων» ζητεῖ τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας· Οἱ βουλευταὶ κ. Χ. Δικαῖος, Π. Ἰατρόπουλος καὶ Γ. Καντιάνης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νόμου ΞΗʹ τοῦ 1847 περὶ δημοτικῶν φόρων». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέτει ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βλάχου σχετικῶς πρὸς τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς γεφύρας Κουτσοχέρου. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Κερκύρας Σ. Σαλβάνου.
§2Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ἀναφορὰν τοῦ συμπολίτου μου Σ. Σαλβάνου. Πρόκειται περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, ὑπαξιωματικοῦ φέροντος τὸν βαθμὸν ἐπιλοχίου, τοῦ ὁποίου τὸ ἀδίκημα εἶναι μέγα. Ὁ ἐν λόγῳ ὑπαξιωματικὸς ἔχει ἅπαντα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα καὶ ἀπαιτούμενα προσόντα ὅπως διαγωνισθῇ διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, ἐπὶ πλέον δὲ στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν πεῖραν δύο πολέμων, διότι ἔλαβεν ἀπ’ ἀρχῆς μέρος καὶ εἰς τοὺς δύο πολέμους. Δυστυχῶς ὅμως ἀπεκλείσθη τῶν ἐξετάσεων, διότι κατὰ τὴν 31 Αὐγούστου δὲν συνεπλήρωσε διετῆ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν ὡς ὑπαξιωματικός. Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι δὲν συνεπλήρωσε τῇ 31 Αὐγούστου τὴν διετῆ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ τῇ 8 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ., ἑπομένως μετὰ 8 ἡμέρας. Εἶναι, νομίζω, ἄδικον, κ. Πρόεδρε, διὰ διαφορὰν 8 ἡμερῶν ν’ ἀποκλεισθῇ τῶν ἐξετάσεων, τόσῳ μᾶλλον ἄδικον, ὅσῳ αἱ ἐξετάσεις δὲν ἐγένοντο οὔτε τῇ 31ῃ Αὐγούστου οὔτε τῇ 8ῃ Σεπτεμβρίου, ἀλλὰ τῇ 20ῃ Ὀκτωβρίου. Ἕνεκα τούτου παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως ἐνεργήσητε ὅ,τι πρέπει, ἵνα προσκληθῇ ὁ ἐν λόγῳ ὑπαξιωματικὸς καὶ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐξετάσεις διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων. Ἐὰν δὲ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ δώσητε τὰς δεούσας διαταγάς, ὅπως προσκληθῇ καὶ δώσῃ ἐξετάσεις διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν, αἵτινες θὰ ἐνεργηθῶσι τῇ 21ῃ τρέχοντος μηνὸς Νοεμβρίου ἐ. ἔ.
§3ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τῷ ἐπιτρέψω. Ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου.
§4Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Δυνάμει τῆς αὐτῆς ἐγκυκλίου ἀποκλείεται.
§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἂν θέλητε, νὰ διέλθητε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου καὶ θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς σας.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτεται ν’ ἀπολύσῃ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τοὺς ἐθελοντὰς τῆς ἑξῆς κατηγορίας. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὁπότε δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἐθελουσία κατάταξις, μικρὸς ἀριθμὸς νέων, διδακτόρων καὶ τελειοφοίτων τῆς Νομικῆς, κατετάχθησαν ἐθελουσίως δυνάμει εἰδικοῦ νόμου ἐπιτρέποντος εἰς αὐτοὺς νὰ καταταχθῶσι μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου, ὁρκιζομένων νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετίαν.
§7Β. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Φοιτηταί, κ. Πρόεδρε, καὶ τελειόφοιτοι τῆς Νομικῆς, οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν δυνάμει τοῦ εἰδικοῦ νόμου μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου, ὡρκίσθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετίαν ὡς ἐθελονταί, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταταχθῶσιν ἄλλως. Ἤδη οἱ νέοι οὗτοι, δὲν ἀπολύονται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ νόμος τοὺς ἐξῄρεσε. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν αὐτὴν καὶ ν’ ἀποφασίσῃ.
§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ καταταχθέντες κατετάχθησαν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου ἀκριβῶς διότι ἀνέλαβον διετῆ ὑπηρεσίαν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καντιάνης ἔχει τὸν λόγον.
§10Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πρό τινος χρόνου, κύριοι Βουλευταί, ἐδημιουργήθη πρωτοτύπως εἰς τὸν δῆμον Καλαμῶν σοβαρώτατον ζήτημα ὡς ἐκ τῆς φορολογίας τῶν διὰ τοῦ λιμένος Καλαμῶν εἰσαγομένων καὶ δι’ ἄλλους δήμους προωρισμένων ἐμπορευμάτων, φορολογίας μὴ ὑφισταμένης εἰς οὐδένα ἄλλον δῆμον τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως εἰς τοὺς μεγαλειτέρους, ὡς τοῦ Πειραιῶς, τῶν Πατρῶν κ.λ.π. Μεγαλέμποροι τῶν Καλαμῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουσιν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐμπορεύματα εἰς μεγάλας ποσότητας ὄχι πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν ἀλλὰ πρὸς μεταφορὰν καὶ παράδοσιν, μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν νομίμων διατυπώσεων, εἰς ἄλλους δήμους, ὑποχρεοῦνται εἰς καταβολὴν καὶ διὰ ταῦτα δημοτικοῦ φόρου εἰς τὸν δῆμον Καλαμῶν, ἐξ οὗ ἁπλῶς διέρχονται, ἐνῷ πάντως τοιοῦτον θὰ πληρώσωσι νομίμως εἰς τὸν δῆμον τοῦ προορισμοῦ των, ὅπου καὶ ἡ πραγματικὴ αὐτῶν κατανάλωσις. Ἡ φορολογία αὕτη, ἐνῷ εἶναι ἄδικος, καθιεροῖ καὶ μίαν φορολογικὴν ἀνισότητα εἰς βάρος τοῦ ἐμπορίου τῶν Καλαμῶν καιρίως διὰ ταύτης πληττομένου. Οὕτω πλὴν τῶν ἄλλων πρὸ ἡμερῶν ὁ μεγαλέμπορος Ἰω. Κωστόπουλος εἰσήγαγεν εἰς Καλάμας ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ 131 βαρέλια βακαλάου, διὰ τὰ 80 τῶν ὁποίων πωληθέντα εἰς τὴν ἀγορὰν Καλαμῶν ἐπλήρωσε τὸν ἀνάλογον δημοτικὸν φόρον. Διὰ τὰ ὑπόλοιπα, τὰ ὁποῖα εἶχε προπωλήσει, ἤτοι πρὸ τῆς ἀφίξεως, εἰς Τρίπολιν, Μεγαλόπολιν, Κρέστενα, συμμορφούμενος πρὸς τὸν νόμον ἐποιήσατο τὴν νόμιμον δήλωσιν κ.λ.π. καὶ ἀμέσως προέβη εἰς τὴν φόρτωσιν αὐτῶν ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου πρὸς μεταφορὰν εἰς τὸν τόπον τοῦ προορισμοῦ των, ἀλλ’ ὁ δήμαρχος Καλαμῶν ἐζήτει καὶ διὰ ταῦτα τὴν πληρωμὴν δημ. φόρου. Ἡ φορολογία αὕτη δὲν νομίζω ὅτι εἶναι νόμιμος. Κατὰ τὸ ἄρθρ. 11 τοῦ ΞΗʹ νόμου, ὁσάκις τὰ εἰς δασμὸν ὑποκείμενα ἐμπορεύματα μετακομίζονται διά τινος δήμου ἢ ἀποτίθενται προσωρινῶς ἐντὸς αὐτοῦ, ὀφείλει ὁ εἰσάγων νὰ κάμῃ τὴν προσήκουσαν δήλωσιν καὶ ζητούμενος νὰ καταθέσῃ καὶ ἀνάλογον ἐγγύησιν περὶ τῆς ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἐξαγωγῆς των, ἡ μὴ ἀπόδειξις τῆς ὁποίας τὸν ὑποχρεοῖ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Οἱ ἔμποροι τῶν Καλαμῶν εἰσάγοντες ἐμπορεύματα, δι’ ἄλλους δήμους προωρισμένα, συμμορφοῦνται ἐπακριβῶς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου, ἐν τούτοις ὁ δήμαρχος ἐπιμένει εἰς τὴν φορολογίαν καὶ τῶν ἐμπορευμάτων τούτων, ἴσως διὰ τὸν ἀέρα τὸν ὁποῖον παίρνουν διερχόμενα ἐκ Καλαμῶν· τὸ ζήτημα οὕτως ἔλαβε σοβαρὰς διαστάσεις καὶ συνεπείᾳ ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν ἤχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ ἔδωκε τὴν νόμιμον λύσιν, ἀποφανθὲν ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐμπορεύματα δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν ἀξιουμένην ὑπὸ τοῦ δημάρχου φορολογίαν. Κατόπιν ὅμως τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον ἐξήνεγκεν ἀντίθετον γνώμην καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀντὶ νὰ λυθῇ, ὡς ἠλπίζετο, ἐμπερδεύθη χειρότερα καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τῶν Καλαμῶν εὑρίσκεται εἰς εὔλογον ἀνησυχίαν καὶ συνάμα εἰς δύσκολον θέσιν, ἅτε μειονεκτῶν ἀπέναντι τῶν ἐμπόρων τῶν λοιπῶν μεγάλων δήμων τοῦ Κράτους, οἵτινες δὲν ὑποβάλλονται εἰς ὁμοίαν φορολογίαν. Πρὸς ὁριστικὴν λύσιν τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος καὶ χάριν τῆς φορολογικῆς ἰσότητος μετὰ τῶν συναδέλφων κ. Δικαίου καὶ Ἰατροπούλου κατεθέσαμεν σήμερον πρότασιν νόμου περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ ΞΗʹ νόμου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦ 1847 δὲν μοὶ φαίνεται ἀφῃρημένη. Διὰ τῆς φράσεως «τοπικὴ κατανάλωσις» ὁ νόμος πρωτίστως ἐννοεῖ τὴν πραγματικὴν κατανάλωσιν τοῦ ἐμπορεύματος καὶ ὄχι τὴν ἰδεολογικὴν ἐκ μιᾶς ἀφανοῦς καὶ ἀσυλλήπτου πολλάκις ἐμπορικῆς πράξεως. Ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ ἄλλων νεωτέρων νόμων δασμολογικῶν καὶ ἰδίως ἐκ τοῦ ΓΧΛΔʹ τοῦ 1910, ἐν ᾧ γίνεται σαφῶς ἡ διάκρισις μεταξὺ καταναλώσεως ἐντὸς τοῦ δήμου καὶ μεταφορᾶς πρὸς ἀνάλωσιν εἰς ἄλλους δήμους καὶ μάλιστα ἐνταῦθα πρόκειται περὶ κατεργασίας καὶ μεταποιήσεως. Αἱ ἐμπορικαὶ ἄλλως ἀγοραπωλησίαι εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι συνιστῶνται σήμερον διὰ διαφόρων μέσων καὶ τρόπων καὶ αὐταὶ καθ’ ἑαυτάς, ἄνευ ἑτέρου τινὸς ὅρου, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἀντικειμένου αὐτῶν, ἣν ἐννοεῖ ὁ νόμος. Δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματος λ. χ. καταρτίζεται μεταξὺ ἀπόντων μία σύμβασις ἀγοραπωλησίας εἰς τὸν Α τόπον, διὰ νὰ τελειωθῇ διὰ παραδόσεως εἰς τὸν Β τόπον. Ποῦ ὑπάρχει ἡ κατανάλωσις; Ἐὰν τὸ οὑτωσὶ πωληθὲν ἐμπόρευμα διέλθῃ ἁπλῶς ἐκ τοῦ Γ τόπου, μόνον ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἀποκτᾶται δικαίωμα φορολογίας ἐν τῷ τελευταίῳ; Δὲν νομίζω ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου καὶ ἑπομένως φρονῶ ὅτι ὁ δῆμος Καλαμῶν ἐδημιούργησεν, ὡς εἶπον, πρωτοτύπως σοβαρώτατον ζήτημα ἐκ τῆς εἰσπράξεως φόρων οὐδαμῶς ὀφειλομένων, δι’ ἧς καταπιέζεται τὸ ἐμπόριον τῆς μεσσηνιακῆς πρωτευούσης, ζήτημα οὗ ἡ λύσις κατὰ τὸν ὑποδειχθέντα τρόπον καὶ ἐπιβάλλεται καὶ ἐπείγει.
§11Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κατόπιν τῆς δευτέρας ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τὸ ζήτημα παρεπέμφθη εἰς τὸ νομικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔλυσεν αὐτὸ συμφώνως πρὸς τὴν δευτέραν γνώμην.
§12Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κατὰ πλειονοψηφίαν.
§13Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κατὰ πλειονοψηφίαν, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀστήρικτος, διότι τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου ὁρίζει ὅτι τότε μόνον ἀπαλλάσσονται τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὸν δῆμον ἐμπορεύματα τῆς δημοτικῆς φορολογίας, ὁσάκις ταῦτα εἴτε ἁπλῶς διαμετακομίζονται εἴτε ἀποτίθενται προσωρινῶς· ὅταν ὅμως, ὡς ἐν προκειμένῳ, ἐπακολουθήσῃ ἡ πώλησις τῶν εἰσαχθέντων, ὑπάρχει ὁπωσδήποτε πρᾶξις καταναλώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν προτεινομένην τροποποίησιν τοῦ νόμου, βεβαίως θὰ ἐξετάσω ταύτην, ὅπως ἀποφασίσω ἂν πρέπει ἢ μὴ νὰ υἱοθετήσω τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν.
§14Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ ὅταν ἡ πώλησις δὲν γίνεται ἐν Καλάμαις, ἀλλ’ ἔρχωνται προπωλημένα τὰ ἐμπορεύματα;
§15Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐχαρίστως ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θ’ ἀρχίσῃ ἡ καταβολὴ τῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὰς ἐπιτάξεις κτηνῶν. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα).
§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἀπό τινων ἡμερῶν, ὀλιγίστων, παρουσιάζει ἡ κοινωνία καὶ ὁ πολιτικὸς κόσμος μας ἓν θέαμα ἐκτάκτως λυπηρόν, τὸ θέαμα ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος καταλαβὼν οὐχὶ ἅπαξ τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα, ἀπομακρυνθεὶς δὲ τῶν ἑδωλίων τοῦ Ὑπουργοῦ, σπεύδει αὐθημερὸν νὰ καταφύγῃ πρὸς τὸ ἀντίπαλον στρατόπεδον καὶ παραγνωρίζων πάντα κανόνα οὐχὶ μόνον πολιτικῆς ἀλλὰ καὶ κοινωνικῆς ἀκόμη εὐπρεπείας ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν χθὲς συνεργατῶν του, ἰδίως δ’ ἐναντίον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέλος, καὶ πρὸ οὐδενὸς ὀρρωδῶν, οὔτε πρὸ ψεύδους οὔτε πρὸ συκοφαντίας, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρὸ τῆς διακοινώσεως μυστικῶν τοῦ Κράτους, εἴτε ὡς ταῦτα ἔχουσιν εἴτε ὡς ταῦτα συμφέρει νὰ παρασταθῶσι, διεξάγει ἕνα ἀγῶνα ἀκοσμίας, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι ἐμφανίζεται πρώτην φορὰν εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος. Ὅτε τὸ πρῶτον ἤρξατο ἡ ἐπίθεσις, ἐπέβαλον εἰς ἐμαυτὸν τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀπαντήσω· καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἡμέραν ἐνέμεινα εἰς τὰς αὐτὰς σκέψεις. Ἤλπιζον ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἡ συναίσθησις τῆς ἀκοσμίας, ὅτι θὰ κατέπαυεν ὁ θόρυβος καὶ ὅτι θὰ ἐμένομεν μόνον μὲ τὰς ζημίας, τὰς ζημίας γενικωτέρας σημασίας, αἵτινες ἐπῆλθον ἤδη χωρὶς διὰ τῆς ἀπαντήσεως ν’ ἀνακινηθῇ περισσότερον κατάστασις ἡ ὁποία ἐνεφάνιζεν ἀληθῶς βόρβορον. Ἀλλ’ ἡ συναίσθησις τῆς ἀκοσμίας καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ νὰ σταματήσῃ τὸ κακὸν δὲν ἐφαίνετο δυναμένη νὰ ἐπέλθῃ. Συνεχίζεται καὶ σήμερον μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι θὰ συνεχισθῇ καὶ αὔριον. Ἐνώπιον τοιαύτης ἐμμονῆς ἐλπίζω ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς χώρας γενικῶς, ἐλπίζω εἰδικώτερον ὅτι οἱ τιμῶντές με διὰ τῆς πολιτικῆς των φιλίας θ’ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἐκπληρῶ ὀδυνηρὸν καθῆκον, καθῆκον ὅμως ἐκπληρῶ ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος, συνεδριαζούσης μάλιστα τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐνώπιον αὐτῆς ἀπαντήσω εἰς ὅσα καταγγέλλονται διὰ τῶν δημοσιευμάτων τοῦ τέως συναδέλφου μας.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑποβάλλει ὡρισμένην πρότασιν, νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἤδη ἀνέπτυξεν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται τοῦτο.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐννοήσητε καλῶς ἀπὸ τοῦδε ὅτι δὲν θὰ θίξω ὅλα τὰ ζητήματα, ὅσα ὑπάρχουσιν εἰς τὰς δημοσιευθείσας διατριβάς. Θὰ θίξω ὅμως τὰ καιριώτερα, ἐὰν δέ τι τῶν καιρίων ἀντιπαρέλθω, θὰ δώσω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον τὸ στόμα μου δυστυχῶς εἶναι κεκλεισμένον καὶ δὲν δύναμαι ἐπ’ αὐτοῦ νὰ φέρω τὸν λόγον. Ἐπιδιώκεται, Κύριοι, ὑπὸ τοῦ χθὲς Ὑπουργοῦ νὰ παρασταθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο νικηφόρων πολέμων ἐτέλει ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν ἀνδρὸς ὁ ὁποῖος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ἀνὰ πᾶσαν δυσχέρειαν ἐστερεῖτο τῆς ἀπαιτουμένης ψυχραιμίας πρὸς διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας εἰς τόσον κρισίμους περιστάσεις, καθιστάμενος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν πανικόβλητος. Καὶ φέρονται ἐνώπιον τῆς δημοσίας γνώμης τὰ γεγονότα τοῦ Παγγαίου, διὰ νὰ λεχθῇ ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σφετεριζόμενος καθήκοντα ἀρχιστρατήγου ἐζήτησε νὰ δώσῃ διαταγὰς εἰς τὰς δύο Μεραρχίας τὰς ἐνεργούσας ἐν Παγγαίῳ κατὰ τὴν δευτέραν Βουλγαρικὴν ἐπίθεσιν, ὅπως προβῶσιν εἰς ὡρισμένας στρατιωτικὰς κινήσεις, ὁποία εἶναι προφανῶς καὶ ἡ ἐγκατάλειψις ὡρισμένου μέρους, ἀλλ’ ὅτι ἀπὸ τῆς ἀτοπίας αὐτῆς ἐσώθη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐσώθη καὶ τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐγκαίρου παρεμβάσεως τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐπὶ τῇ αὐτῇ εὐκαιρίᾳ διεκτραγῳδεῖται ἡ ψυχικὴ κατάπτωσις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ γεγονότα, Κύριοι, ἔχουσιν οὕτως. Ἀνηγγέλθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αἱ ἐπιθέσεις κατὰ τοῦ Παγγαίου, ἀνηγγέλθη συγχρόνως ὅτι καὶ ἡ ἑβδόμη Μεραρχία εἶχεν ἡττηθῆ. Ὁ ἐχθρὸς ἀνήρχετο εἰς 18 χιλιάδας τακτικῶν στρατιωτῶν καὶ 5 χιλιάδας ἐθελοντῶν. 23 ὅλαι χιλιάδες ἀνδρῶν εἶχον προσβάλει ἓν ἀρχικῶς Σύνταγμα τῆς ἑβδόμης Μεραρχίας εὑρισκόμενον παρὰ τὸν Ἀγγίτην. Εἶχε ληφθῆ ἐγκαίρως πρόνοια ὅπως ἡ ἑβδόμη Μεραρχία ἐνισχυθῇ ὑπὸ τῆς πρώτης. Ἅμα ὡς ἐγνώσθησαν τ’ ἀγγέλματα ταῦτα, ὁ Βασιλεύς, ἀρχιστράτηγος ὤν, εὑρέθη ἐν πλήρει ὁμοφωνίᾳ μετὰ τῆς Κυβερνήσεώς Του ὅτι ἐπεβάλλετο ν’ ἀπέλθῃ εἰς Θεσσαλονίκην, ὅπως τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ. Ἐν τῷ μεταξὺ κατέφθανον νεώτερα τηλεγραφήματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ κατάστασις τοῦ ἐκεῖ στρατοῦ τοῦ ἐν Παγγαίῳ ἦτο κρισιμωτάτη. Ἡ ἐπιδρομὴ τῶν Βουλγάρων εἶχεν ἀναγκάσει τοὺς κατοίκους πολλῶν χωρίων τοῦ Παγγαίου, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ἤδη ἐπεκταθῆ ἡ Βουλγαρικὴ κατοχή, νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸ Τσάγεζι, ὅπου ἠριθμοῦντο κατὰ χιλιάδας τέσσαρας ἢ πέντε τὰ γυναικόπαιδα. Πρέπει νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι πρὶν ἤδη ὁ ἀρχιστράτηγος ἀπέλθῃ εἰς τὸ θέατρον τοῦ ἐνδεχομένου πολέμου—ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συνεχισθῶσιν αἱ συγκρούσεις—εἶχον δηλώσει πρὸς τὸ Στρατηγεῖον ὅτι καλῶς γνωρίζων ὅτι ἡ κατοχὴ τοῦ Παγγαίου ἐξυπηρετεῖ ἁπλῶς πολιτικοὺς σκοπούς, οὐ μόνον δὲ δὲν ἐξυπηρετεῖ στρατιωτικούς, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀποτελεῖ αἰτίαν ἀδυναμίας οὐσιώδους στρατιωτικῆς, δηλῶν πρὸς τὸ Στρατηγεῖον, καὶ ἑπομένως πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον δὲν προτίθεται νὰ διατυπώσῃ ἀξιώσεις ὅπως ἡ πολιτικὴ αὕτη κατοχὴ παραταθῇ, ἀλλ’ ἐννοεῖ καθῆκον αὑτῆς νὰ δηλώσῃ πρὸς τὸν ἡγούμενον τοῦ στρατοῦ ὅτι τὰ πράγματα δύνανται νὰ ῥυθμισθῶσιν ὅπως ἐπέβαλλον αἱ στρατιωτικαὶ ἀνάγκαι, ἐν ἀνάγκῃ καὶ δι’ ἐγκαταλείψεως τοῦ Παγγαίου, ὅτε ὁ Βασιλεὺς εὑρίσκετο ἐν πλῷ, ἦλθον δ’ αἱ μεταγενέστεραι εἰδήσεις νέας συμπλοκῆς καὶ νέου κλονισμοῦ, προσέφευγον δὲ χιλιάδες περὶ τὸ Τσάγεζι, ἔκρινα ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ φροντίσω—ἦτο πλέον σχεδὸν μεσονύκτιον, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς πάντως ἦτο νύξ —, ὅπως κατὰ τὸ δυνατὸν ἀποσταλῶσι πρὸς τὸ Τσάγεζι ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι διαθέσιμα ἀτμόπλοια, ἵνα ταῦτα χρησιμοποιηθῶσιν ἐν ἀνάγκῃ ὑπὸ τοῦ ἀρχιστρατήγου, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐκκενώσῃ τὸ Πάγγαιον. Γράφεται ὅτι πρὸς τὸν Βασιλέα ἐδήλωσα ὅτι ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ Πάγγαιον. Τοῦτο εἶναι ψευδές. Εἰς τὸν Βασιλέα ἀκριβῶς διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ σταλῇ ὑπεμιμνήσκετο πάντοτε ὅτι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δὲν προβάλλεται ἀξίωσις ὅπως ἡ κατοχὴ ἐξακολουθῇ ἔχουσα χαρακτῆρα πολιτικόν, ἀλλ’ ὅτι ὁ ἀρχιστράτηγος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ῥυθμίσῃ τὰ τῆς κατοχῆς, τὰ τῆς διευθετήσεως τοῦ στρατοῦ ἀποκλειστικῶς κατὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας καὶ ὅτι συνεπείᾳ τῶν τελευταίων εἰδήσεων ὑποθέτουσα ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ ὁ ἀρχιστράτηγος εἰς θέσιν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Πάγγαιον στέλλει πρὸς Αὐτὸν ἐγκαίρως ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ σταλῶσι πλοῖα, διότι ἄγνωστον εἶναι εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι αἱ γέφυραι αἱ συνδέουσαι τὸ Πάγγαιον μετὰ τῆς ἐντεῦθεν τοῦ Στρυμόνος χώρας, διὰ νὰ εἴμεθα ἥσυχοι ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἡ διάβασις. Ἀληθὲς εἶναι τὸ λεγόμενον ὅτι συνεκλήθη Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισε ν’ ἀναμείνῃ μὲν τὴν ἄφιξιν τοῦ Βασιλέως μέχρι τῆς πρωίας καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν περαιτέρω πορείαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων εἰδήσεων τὰς ὁποίας θὰ μετεβίβαζεν ὁ Βασιλεύς. Ἐν τῷ μεταξύ, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἡ ἐνέργεια πρὸς συγκέντρωσιν διαθεσίμων πλοίων ἐξηκολούθει ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ προστίθεται εἰς τὰ δημοσιεύματα ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῷ ἀγγέλματι τῆς ἐν τῷ Παγγαίῳ ἀτυχίας ἦτο βαθύτατα συγκεκινημένος. Καὶ ἤμην ἀληθῶς βαθύτατα συγκεκινημένος, Κύριοι. Σπανίως, εἰς περιστάσεις δυσκόλους τοῦ βίου μου—καὶ εὑρέθην εἰς πολλὰς τοιαύτας—, σπανίως ᾐσθάνθην συγκινήσεις ζωηροτέρας τῶν συγκινήσεων τῆς ἑσπέρας ἐκείνης. Δύο ἐκ τῶν Μεραρχιῶν μας ἐφέροντο κατὰ τὰς εἰδήσεις τὰς ἐκεῖθεν ὡς ἡττηθεῖσαι, ἑπομένως ὡς ἀπολέσασαι τὸ ἠθικόν των, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ διαθέσιμοι Μεραρχίαι ἦσαν ὀκτώ· τὸ ἓν τέταρτον ἄρα τοῦ στρατοῦ μας, ἂν ὄχι ὁλοκλήρως, ἀλλ’ ἐν μεγάλῳ μέτρῳ παρουσιάζετο ὡς ἔχον κλονισμένον τὸ ἠθικόν του. Ἀλλ’ ὄχι τοῦτο μόνον· ἡ μετὰ τῆς Σερβίας συνθήκη δὲν εἶχε κατορθωθῇ ἀκόμη νὰ κλεισθῇ καὶ ὑπογραφῇ. Ἐὰν περιεπλεκόμεθα κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας εἰς πόλεμον, ἐὰν εὑρισκόμεθα ἐκτεθειμένοι εἰς μονομαχίαν, ἤθελον νὰ γνωρίσω τὸν τολμητίαν ὁ ὁποῖος θ’ ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην νὰ ὠθήσῃ εἰς μονομαχίαν τὴν Ἑλλάδα τότε μόνην πρὸς τὴν τότε Βουλγαρίαν! Ἤμην λοιπόν, Κύριοι, βαθύτατα συγκεκινημένος· ἔβλεπον ἐν ἀπόπτῳ εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο ἐνδεχόμενον ν’ ἀχθῇ τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος, ἐὰν μὴ ἀνακοπτομένης τῆς προελάσεως εὑρισκόμεθα ἀντιμέτωποι εἰς πόλεμον εἰς τὸν ὁποῖον κατερχόμενοι μόνοι ἤμεθα καταδεδικασμένοι νὰ ἡττηθῶμεν. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν θὰ μὲ ἀδικήσητε, ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὅλη ἡ συγκίνησίς μου ἐστρέφετο εἰς τὴν ἀναμέτρησιν τῶν εὐθυνῶν, διότι εἶχον ὠθήσει τὸ Κράτος εἰς πόλεμον τοῦ ὁποίου τοιαύτη θὰ ἦτο ἡ τελικὴ ἔκβασις. Θ’ ἀναγνωρίσητε δ’ ὅτι στοιχειώδης φιλοπατρία θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψυχικήν μου κατάστασιν, ἡ ὁποία συνεκυκᾶτο κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην. Ἀλλά, ἂν ἡ ψυχική μου κατάστασις ἦτο αὐτή, διαμαρτύρομαι μὲ τὸν ἐντονώτερον τρόπον κατὰ τῆς κατηγορίας ὅτι ἡ ψυχικὴ ταραχὴ εἶχε φέρει καὶ διανοητικὴν σύγχυσιν. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, Κύριοι, καὶ λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, οἱ ὁποῖοι ἐνώπιον τῶν δυσχερειῶν τὰ χάνουν, κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν· ἀκριβῶς αἱ δυσχέρειαι μὲ ἐνισχύουσι καὶ δὲν θὰ εἶχον νὰ ἐπικαλεσθῶ παρὰ ὑμᾶς μάρτυρας διὰ νὰ βεβαιώσητε, ἄν, ὁσάκις εὑρέθην εἰς δυσχέρειαν ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ μὴ μὲ ἀφήσῃ εἰς τὴν ψυχικὴν κατάστασιν τὴν μᾶλλον ἤρεμον, ἂν ἡ δυσχέρεια αὕτη ἐπέδρασεν εἰς τὴν διαύγειαν τοῦ πνεύματος. Ἀλλὰ μοῦ καταγγέλλεται ἓν ἔγκλημα. Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, Κύριοι, ὅτε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον παρετείνετο μέχρι καὶ ἴσως πέρα τοῦ μεσονυκτίου, ἀπεφασίζετο δὲ ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἐπιοῦσαν τὸ τηλεγράφημα τοῦ Βασιλέως μεταβάντος εἰς Θεσσαλονίκην, ἦλθε στιγμή τις κατὰ τὴν ὁποίαν παρὰ τῇ συγχύσει τῇ ψυχικῇ ἦλθε καὶ ὁ κάματος ὁ σωματικός, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε πρὸς τοὺς συναδέλφους νὰ τὸν συγχωρήσωσι, διότι τὸν κατέλαβεν ὁ ὕπνος. Εἶχε νὰ κοιμηθῇ 51 ὥρας καὶ σᾶς παρεκάλεσε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἄλλο θέμα συζητήσεως, εἶχε δ’ ἀποφασισθῆ νὰ περιμένωμεν τὸ τηλεγράφημα τοῦ Βασιλέως τὴν πρωίαν. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ψυχικὴ κατάστασις ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς δηλ. εἶχον ἀρχίσει αἱ συμπλοκαὶ τοῦ Παγγαίου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν εὑρίσκετο εἰς ἀγωνίαν καὶ τοιαύτην θέσιν ὥστε ἀπὸ 51 ὡρῶν εἶχε νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμούς του παρακολουθῶν τὴν ἐξέλιξιν τῶν ἐκεῖ γενομένων, νομίζετε ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶναι πρὸς κατηγορίαν καὶ ὕβριν τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο εἰς αὐτήν; Ἀλλὰ συγχρόνως, Κύριοι, διατυποῦται ἡ κατηγορία ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐχθρὸς τῆς ἰδέας τῆς συνάψεως τῆς συνθήκης συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας, ὅτι ἔκαμε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγῃ τὸ ποτήριον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐζήτουν νὰ τὸν ποτίσωσιν οἱ συνάδελφοί του, καὶ ὅτι ἁπλῶς καὶ μόνον παρεμβὰς κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὁπόθεν διήρχετο, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Σερβίας, συνετέλεσεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης, καὶ μὴ ὢν ἐν γνώσει τῶν ὅσα εἶχον συμφωνηθῇ ἐν Βελιγραδίῳ ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως Ἀλεξανδροπούλου καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ κ. Στρατηγοῦ ἐθυσίασα τὴν πόλιν τῆς Δοϊράνης καὶ τὸ ἥμισυ τῆς λίμνης, ἐνῷ ἀμφότερα εἶχον κερδηθῆ ἐν Βελιγραδίῳ. Εἶναι ψεῦδος, Κύριοι, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέστεργε τὴν Σερβοελληνικὴν συμμαχίαν. Ὄχι ψεῦδος ἁπλῶς, ἀλλ’ ἂν θέλω ν’ ἀποδώσω δικαιοσύνην, ὅπως ἀποδίδεται καὶ ὑπὸ τοῦ γράψαντος τὰς διατριβὰς πρὸς τὸν πρίγκιπα Νικόλαον, ὁ ὁποῖος, στρατιωτικὸς ὢν διοικητὴς τῆς Μακεδονίας, ἐχρησιμοποίησε τὴν θέσιν καὶ τὴν ἐπαφὴν αὑτοῦ τὴν συχνὴν πρὸς τὸν Σερβικὸν στρατόν, ὅπως παρασκευάσῃ ἐν πολλοῖς τὸ ἔργον τῆς συνομολογήσεως τῆς συνθήκης, ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ὁ κατ’ ἐξοχὴν συντελεστὴς τῆς συνθήκης, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἰς πᾶσαν στιγμήν, ὅτε κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις προσεκόπτομεν εἰς μικρᾶς σημασίας ἀντιρρήσεις, ἔλεγεν· ὑποχωρήσατε, Κύριοι, κατὰ τὴν συνήθη κατηγορίαν ἡ ὁποία μοὶ ἀπεδόθη· διότι πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι διὰ τὴν κατοχὴν ἑνὸς χωρίου Χαχμουλῆ, ἀποτελουμένου ἀπὸ 50 σπίτια, ἡ διαπραγμάτευσις διήρκεσε πολὺν χρόνον. Ὅτε λοιπὸν ἐγένοντο αἱ συμπλοκαὶ τοῦ Παγγαίου καὶ ὁ Βασιλεὺς εἶχεν ἀπέλθει ἀμέσως εἰς τὸ στρατόπεδον, μετὰ 4 ἢ 5 ἡμέρας ἀνεχώρησα εἰς Θεσσαλονίκην. Ἀνεχώρησα δ’ εἰς Θεσσαλονίκην πάλιν μὲ τὸν αὐτὸν σκοπόν, διὰ νὰ ἐπαναλάβω τὴν γνώμην ὅτι ἡ κατοχὴ τοῦ Παγγαίου, ἐφ’ ὅσον ἀντίκειται πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας, δὲν πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἐξ ἀντιλήψεων πολιτικῶν· διὰ νὰ δηλώσω καὶ πάλιν εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον ὅτι εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀναλάβω ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης ὅλας τὰς εὐθύνας, διότι θὰ ἐγκετελείπετο ἡ κατοχὴ τοῦ Παγγαίου, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐγκατάλειψις αὕτη ἐπεβάλλετο ἐξ ὑπερτέρων στρατιωτικῶν λόγων. Καὶ κατηγοροῦμαι συγχρόνως διότι πλὴν τῶν ἄλλων κακῶν, τὰ ὁποῖα ἔκαμα, ἔκαμα καὶ τοῦτο· ὑπέγραψα τὸ πρωτόκολλον τῆς διαρρυθμίσεως τῆς οὐδετέρας ζώνης μετὰ τῶν Βουλγάρων. Τὸ πρωτόκολλον ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου καὶ τοῦ στρατηγοῦ Ἰβάνωφ ἄνευ παρεμβάσεως πολιτικῆς τινος ἐξουσίας, καὶ ὑπεγράφη καὶ ἐπεδιώκετο παντὶ σθένει ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν Ἀρχῶν, ἐπεδιώκετο διὰ παντὸς τρόπου νὰ ὑπογραφῇ, διότι ἦτο πλέον ἀποφασισμένον, ἀφοῦ τὰ πράγματα ἐλάμβανον μορφὴν τοιαύτην, ὥστε ἐφερόμεθα πιθανῶς πρὸς πόλεμον, ἐλαμβάνετο ὁριστικῶς ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς Ἀρχῆς ἡ ἀπόφασις, ὅπως τὸ Πάγγαιον ἐγκαταλειφθῇ. Ἀλλ’ ὅπως ἐγκαταλειφθῇ τὸ Πάγγαιον ἐπεδιώκετο νὰ συνομολογηθῇ ἓν Πρακτικὸν διαχαράξεως οὐδετέρας ζώνης, ὄχι διότι ὑπῆρχεν ἐλπὶς ὅτι θὰ τηρηθῇ ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, ἀλλὰ διότι ἠθέλομεν νὰ ἔχωμεν βεβαιωμένον εἰς πᾶσαν περίστασιν ὅτι τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῆς κατοχῆς τῶν ἀμφισβητουμένων μερῶν. Ἀποσύρων δ’ ἐκεῖθεν τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν προυτίθετο τὸ στρατηγεῖον ν’ ἀφήσῃ ἐκεῖ ἀσθενέστατον φυλακεῖον, νὰ κάμῃ δὲ ἀλλαχοῦ τὴν στρατιωτικὴν συγκέντρωσιν, διὰ ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν πόλεμον ἅμα τῇ ἐκρήξει αὐτοῦ μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας. Ἐάν, Κύριοι, ὁ πόλεμος εὕρισκεν ἡμᾶς ἀκόμη μὲ δύο Μεραρχίας ἐν τῷ Παγγαίῳ ἀπησχολημένας, δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι θὰ εἴχομεν ἀλλοίαν πιθανῶς τὴν ἔκβασιν αὐτοῦ. Ὅ,τι ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὴν νίκην, πλὴν τῶν ἄλλων, ἦτο ἡ θαυμαστὴ στρατιωτικὴ συγκέντρωσις, ἡ ὁποία ἐπέτρεψε κατὰ τὸν ἀγῶνα νὰ διευθυνθῶσι καὶ αἱ ὀκτὼ Μεραρχίαι εἰς τὸ αὐτὸ κέντρον εἰς διάστημα ὀλιγίστου χρόνου. Ἀλλὰ μεταβὰς εἰς Θεσσαλονίκην ἔσπευσα νὰ κάμω καὶ τοῦτο· ἐζήτησα ν’ ἀναλάβω ἀπ’ εὐθείας εἰς χεῖράς μου τὸ ζήτημα τῆς συνομολογήσεως συνθήκης συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας· ἐτηλεγράφησα εἰς τὸ Βελιγράδιον πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον ἡμῶν, ὅπως παρακαλέσῃ ἐκ μέρους μου τὸν κ. Πάσιτς νὰ συναινέσῃ, ὅπως ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος μετὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώπου τοῦ Βασιλέως τῆς Σερβίας ἔλθωσιν εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἐκεῖ συμπράττοντος ἐμοῦ συνομολογηθῇ ὁριστικῶς ἡ συνθήκη τῆς συμμαχίας, καὶ πράγματι ἡ πρότασίς μου ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἔφθασεν εἰς Θεσσαλονίκην ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος μετὰ τοῦ κ. Μπάκοβιτς καὶ κατωρθώθη, Κύριοι, νὰ συντελεσθῇ εἰς διάστημα δέκα ὡρῶν ὁριστικῶς ἡ ὑπογραφὴ τῆς συνθήκης τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας. Κατηγοροῦμαι ὅτι ἐκεῖ ἐξηπατήθην νὰ θυσιάσω τὴν πόλιν καὶ τὸ ἥμισυ τῆς λίμνης τῆς Δοϊράνης, διότι τάχα ἠγνόουν, κατὰ τὰ δημοσιεύματα τῆς διατριβῆς, ὅτι ἐν Βελιγραδίῳ ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος εἶχεν ἐπιτύχει παρὰ τῆς Σερβίας τὴν παραχώρησιν τῆς Δοϊράνης· ἐλησμονήθη ὅμως ὑπὸ τοῦ διατριβογράφου ὅτι ἐν Θεσσαλονίκῃ ἦλθεν ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος μετὰ τοῦ κ. Στρατηγοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο στρατιωτικὸς ἀντιπρόσωπος ἡμῶν, καὶ ὅτι ἡ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν μου συνομολογηθεῖσα συνθήκη ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλεξανδροπούλου, ὡς πολιτικοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ κ. Στρατηγοῦ, ὡς στρατιωτικοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ στρατιωτικὴ σύμβασις. Τὰ γραφόμενα καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν Δοϊράνην καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν συνθήκην μετὰ τῆς Σερβίας εἶναι ἁπλᾶ καὶ καθαρὰ ψεύδη. Κατηγοροῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἀπεπειράθην νὰ συνομολογήσω συνθήκην συμμαχίας μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἰδοὺ ἓν οὐσιῶδες κεφάλαιον τῆς κατηγορίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ λαλήσω, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα, μὴ λαβὼν τὸν χρόνον καὶ μὴ νομίσας σκόπιμον νὰ ζητήσω τὴν συγκατάθεσιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀναφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὐδὲν σχετιζόμενον πρὸς ἐνδεχομένην διαπραγμάτευσιν ἢ πρὸς ἔναρξιν διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς Τουρκίας. Συγχρόνως ἀποδίδεται, Κύριοι, ἄλλη καταγγελία κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ καταγγελία ὅτι ὁ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας κ. Καμπὼν ἔξαλλος ἐκ θυμοῦ.....
§20Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔγραψα ἐγὼ αὐτὰ τὰ πράγματα.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. εἶπεν εἰς τὸν κ. Σκουλούδην· πῶς θέλετε ἐγὼ νὰ προστατεύσω τὰ συμφέροντά σας, ἀφοῦ σεῖς δέχεσθε τὴν γραμμὴν τοῦ Στύλου καὶ ἐγκαταλείπετε τὴν παραλίαν; Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἐλέχθη τοῦτο τὸ πρᾶγμα, κ. Βουλευταί. Εἶχε λεχθῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· τὸ ἐγνώριζεν ὅλος ὁ κόσμος. Θὰ εἴπω καὶ κάτι τι τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ κατηγορίαν ἰδικήν μου, ἀλλὰ θὰ τὸ εἴπω, ὅτι ἐφέρετο ἀνὰ τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς ῥύμας καὶ ἀνὰ τὰ καφενεῖα ὑπὸ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν — εἶναι ἰδική μου κατηγορία, τὸ ὁμολογῶ — ἐφέρετο πανταχοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διάδοσις ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθυσίασε τὴν παραλίαν κατελθὼν μέχρι τοῦ Στύλου καὶ ἐκίνησε τὴν ὀργὴν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν φίλων τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἐνόμισα τότε ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον ν’ ἀπαντήσω ἢ νὰ ὁμιλήσω. Ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο παροῦσα. Σήμερον νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ τὸ πράξω, ὅτε πλέον ἡ κατηγορία αὕτη δὲν ἔχει ἁπλῶς τὸ κῦρος κοινῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τὸ κῦρος χθεσινοῦ συμβούλου τοῦ Στέμματος καὶ ἄλλοτε διατελέσαντος τοιούτου. Νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον πρὸς τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ φίλους μου καὶ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην ἐν Ἑλλάδι νὰ ὁμιλήσω, διὰ νὰ διαφωτίσω αὐτὴν καὶ ν’ ἀφαιρέσω τὸν ἐνδοιασμόν, ὅστις εἰς τὴν ψυχὴν ὀλιγίστων ἔστω Βουλευτῶν ὑπάρχει, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπέλθωσι ζημίαι ἐκ κακῆς διαχειρίσεως τοῦ ζητήματος. Ἰδοὺ λοιπόν, Κύριοι, πῶς ἔχουσι καὶ τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τῆς παραλίας τῆς Ἠπείρου. Τηλεγράφημα τοῦ κ. Σκουλούδη, ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς εἰρήνης ἐν Λονδίνῳ, ὑπὸ χρονολογίαν 1/14 Ἰουνίου, λέγει μεταξὺ ἄλλων (ἀναγινώσκει)· «Ταύτην τὴν ἑσπέραν ὁ κύριος Καμπών, ἐλθὼν νὰ μὲ ἴδῃ, ἔφερε τὴν ὁμιλίαν ἐπὶ τῆς συνδιαλέξεώς του μετὰ τοῦ κ. Στρέϊτ καὶ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ, ἂν εἶναι δυνατόν, ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ τελευταῖαι παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ κάμῃ ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἰταλίας καὶ πέρα τῶν ὁποίων θὰ τῇ ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑποχωρήσῃ». Ἐζητεῖτο οὕτως ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μ. Δυνάμεων, εἰς ἃς εἶναι ἀνατεθειμένον τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς διαρρυθμίσεως τῶν συνόρων τῆς Ἀλβανίας, Δυνάμεως δὲ ἡ ὁποία πρωτηγωνίστησε — πρέπει νὰ λεχθῇ τοῦτο — κατὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐν τῇ συνδιασκέψει, ἐζητεῖτο, λέγω, νὰ γνωσθῇ ποίας ἐπὶ τέλους ὑποχωρήσεις ἡ Ἑλλὰς εἶναι διατεθειμένη νὰ κάμῃ ἀπέναντι τῆς Ἰταλικῆς ἐπιμονῆς, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τερματισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ παραχωρήσεις αὐταὶ πέρα τῶν ὁποίων τῇ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποχωρήσῃ. Κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅσον καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα εἶναι ὀδυνηρόν, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραλίας τῆς Ἠπείρου ὄχι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης, ἀλλὰ μῆνας δύο ἢ τρεῖς πρότερον, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρῇ ἐλπίδας ὅτι αἱ ἐθνικαὶ βλέψεις ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ οὐχὶ ἅπαξ ἀλλὰ δὶς πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως ἐν Ῥώμῃ ὅτι ἡ Ἰταλία εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραλίας εἶναι τοσοῦτον ἀνένδοτος ὥστε θὰ φθάσῃ καὶ μέχρι πολέμου κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ποῖος θὰ ἦτο, Κύριοι, τόσον μωρὸς ὥστε μετὰ τοιαύτην δήλωσιν μιᾶς μεγάλης Δυνάμεως νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διὰ τὸ ὁποῖον ἠπειλούμεθα προκαταβολικῶς διὰ πολέμου, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μέχρι τέλους ἐπιτυχῆ ἔκβασιν τῶν ἀξιώσεών μας; Ἰδοὺ λοιπὸν ποία εἶναι ἡ ἀπάντησις ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Καμπών, ὅπως μάθῃ τὸ τελευταῖον ὅριον τῶν παραχωρήσεών μας, καὶ θὰ ἴδητε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη δὲν εἶναι ἀπάντησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀπάντησις διδομένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν συνεπείᾳ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία προκειμένου περὶ ζητήματος τόσον οὐσιώδους εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνηται καὶ ἐλήφθη ἐν ὁμοφωνίᾳ, διότι δὲν πιστεύω ὅτι, ἂν ὑπῆρχεν Ὑπουργὸς διαφωνῶν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος πρὸς τοὺς συναδέλφους αὑτοῦ, θὰ παρέμενεν εἰς τὰς τάξεις τὰς ὑπουργικάς. Ἰδοὺ λοιπὸν ποία εἶναι ἡ ἀπάντησις. Τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Σκουλούδη φέρει χρονολογίαν 1)14 Ἰουνίου· τὴν ἐπιοῦσαν ἐδόθη ἡ ἑξῆς ἀπάντησις: «Κύριον Σκουλούδην Λονδῖνον. Ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπεφασίσθη ὅτι ἐνώπιον τῶν περιπλοκῶν αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διανομῆς μεταξὺ τῶν συμμάχων ἔχομεν πᾶν συμφέρον νὰ μὴ δυσαρεστήσωμεν τὰς φίλας Δυνάμεις καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἐκκρεμῆ ζητήματα ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ζημιωθῶμεν ἐπὶ τῇ προόψει ἐνδεχομένου πολέμου. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον δύο λύσεων προτεινομένων· τῆς λύσεως τῆς ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς ἐρεύνης, περὶ τῆς ὁποίας ὁ σὲρ Ἐδ. Γκρέϋ ὡμίλει, ὡς ἐὰν ἀκόμη ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ περὶ τούτου πρότασις δεκτὴ ὑπὸ τῆς συνδιασκέψεως, καὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Καμπών, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ ποῖον εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον εἰς τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα ν’ ἀρκεσθῶμεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀκτὴν τῆς Ἠπείρου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ σώσωμεν τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὴν Κορυτσάν. Προτιμῶμεν κατὰ πολὺ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐρεύνης, ἀκόμη καὶ ἂν αὕτη πρόκειται ν’ ἀρχίσῃ τὰς ἐρεύνας αὑτῆς ἀπὸ τοῦ Στύλου ἢ τῆς Φτελιᾶς, διότι εἶναι ἀδύνατον ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ μὴ καταπλαγῇ εἰς τὰ πρῶτα διαβήματα αὑτῆς ἀπὸ τὴν ἑλληνικότητα τῶν διαμερισμάτων τὰ ὁποῖα διεκδικοῦμεν. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ κατανοήσῃ τὴν δικαιότητα τῶν ἀπαιτήσεών μας καὶ δὲν δύναται παρὰ ν’ ἀναφέρῃ περὶ τῶν διαφιλονικουμένων διαμερισμάτων τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὴν κατεχομένην ἤδη παρ’ ἡμῶν ζώνην. Δὲν μᾶς λέγετε ἂν τὸ νέον τοῦτο διάβημα τοῦ κ. Καμπὼν ζητήσαντος τὸ ἔσχατον ὅριον τῶν ὑποχωρήσεών μας προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐρεύνης δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ γίνῃ ἀποδεκτή. Εἶναι φανερὸν ὅτι, ἂν αἱ φίλαι Δυνάμεις μᾶς εἰδοποίουν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσιν ὅπως καμφθῇ ἡ Ἰταλία καὶ ὅτι θὰ φθάσωσιν ὅπως ἀποδεχθῶσι τὸ ἀκρωτήριον τοῦ Στύλου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τοῦτο. Ἡ θυσία ἡ ἐθνικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ θὰ εἶναι λίαν ὀδυνηρὰ τῇ ἀληθείᾳ καὶ ζητοῦμεν διὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς φίλας Δυνάμεις νὰ μεσολαβήσωσιν, ὅπως σώσωσι τὸν πληθυσμὸν τοὐλάχιστον τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ μᾶς δώσωσι τὴν γραμμήν, ἥτις προσεγγίζει πρὸς τὴν παρ’ ἡμῶν διεκδικουμένην, δηλ. ὅπως ἡ γραμμὴ ἀναχωροῦσα ἐκ τοῦ Στύλου ἢ τῆς Φτελιᾶς χωρήσῃ πρὸς βορρᾶν περιλαμβάνουσα τὴν κοιλάδα τοῦ Δρίνου, τὴν Πρεμετὴν καὶ τὴν Κορυτσάν. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Αὐστρία δὲν ἐδέχοντο τοῦτο, ἦτο προτιμότερον νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἐρεύνης». Αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐνέργεια ἡ σχετικὴ πρὸς τὴν παραλίαν τῆς Ἠπείρου.
§22Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα αὐτά.
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ καταθέσω κανὲν ἔγγραφον. Θὰ καταθέσω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύναμαι νὰ καταθέσω.
§24Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὐθὺς ὡς ἐκάμετε χρῆσιν ἐγγράφων ὀφείλετε νὰ τὰ καταθέσητε.
§25ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον περιέχει καὶ ἄλλα ἄσχετα, τὰ ὁποῖα ἀρνοῦμαι νὰ τ’ ἀνακοινώσω. Εἶναι δὲ ὄχι μόνον δικαίωμά μου ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ καθῆκόν μου. Κύριοι, σοβαρῶς ἰσχυρίζεσθε ὅτι δύναμαι νὰ παραδώσω πρὸς ὑμᾶς τὸν τόμον τοῦτον τὸν περιέχοντα πολλῶν μηνῶν τὴν ἀλληλογραφίαν τὴν διπλωματικήν, διὰ νὰ γίνῃ κτῆμα ὅλου τοῦ κόσμου, καθ’ ἣν στιγμὴν βλέπετε ὅτι χθεσινὸς σύμβουλος τοῦ Στέματος ἔρχεται νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν δημοσιότητα τοιαῦτα μυστικὰ τοῦ Κράτους; (Χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων ζωηρά).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπαναληφθῶσι τὰ χειροκροτήματα, θὰ κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§27Δ. Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται καθ’ ἑκάστην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ὑπὸ τοιούτους ὅρους.
§28Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα καταθέσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ ὁποίου ἔκαμε χρῆσιν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ζητῶ οὔτε τὸν τόμον αὐτὸν οὔτε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζετε ὅτι ἔχετε καθῆκον ν’ ἀποκρύψητε ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ ὅταν ἔχητε χειροκροτοῦντας, ὅπως χειροκροτοῦσιν ἐδῶ, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δημοσιεύετε, βεβαίως ποτὲ δὲν θὰ σᾶς ζητήσωσι νὰ δώσητε λόγον.
§29Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὅ,τι ἐλέχθη ἐστενογραφήθη καὶ ὑπάρχει εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἔχετε καθῆκον νὰ καταθέσητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ τηλεγραφήματα τῶν ὁποίων ἐποιήσασθε χρῆσιν.
§31Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἅμα ἐκάμετε χρῆσιν ἐγγράφων, ὀφείλετε νὰ τὰ καταθέσητε. Εἶναι μεγάλη ἀσέβεια πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ἡ ἄρνησις.
§32Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν ἐν τῷ τηλεγραφήματι ὑπάρχωσι μυστικά, τὰ ὁποῖα νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῶσιν, οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχετε νὰ τὸ καταθέσητε, ἀλλὰ τὰ μέρη τοῦ ἐγγράφου τοῦ ὑφ’ ὑμῶν ἀναγνωσθέντος αὐτὰ εἶναι πλέον κτῆμα τῆς Βουλῆς.
§33Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνα τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο χρῆσις δὲν ζητοῦμεν νὰ κατατεθῶσιν.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ δεχθῶ τὴν γενομένην ἐξήγησιν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς καὶ ἄλλοι τινές, αἱ ὁποῖοι ἠγέρθησαν, μοῦ ἐζήτησαν νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα.
§35Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§36Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψω εἰς κανένα νὰ διαστρέψῃ τοὺς λόγους μου. Ἐζήτησα νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα τῶν ὁποίων ἐποιήσασθε χρῆσιν.
§37ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Εἶναι τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ διὰ τὸν θέλοντα νὰ κάμῃ χρῆσιν.
§38ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου ἔκαμον χρῆσιν, εἶναι τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά. Θὰ διαταχθῇ τὸ γραφεῖον, ἵνα μεταφρασθῶσιν ἀμέσως.
§39Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ ἕνα μῆνα!
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Ταύτην τὴν ἑσπέραν. Κάμνω μάλιστα τὴν δήλωσιν ταύτην πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴν ὅτι ὄχι μόνον τὰ Πρακτικὰ τὰ Ἐστενογραφημένα εἶμαι εἰς τὴν διάθεσίν των νὰ δώσω, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔγγραφον μεθ’ ὅλων ἐκείνων τῶν μερῶν τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν εἰς κοινὴν χρῆσιν.
§41Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ θέσιν ἀριστίνδην· ἐγὼ ζητῶ τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ.
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε σᾶς παραπέμπω εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά, ὅπου ἀναφέρεται τί ἠθέλησα ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου ν’ ἀναγνώσω. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θέτετε ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ ἐγγράφου.
§43Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄλλως ἀνακοινοῦνται ἐγγράφως καὶ ἄλλως ἀναγινωσκόμενα.
§44ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους στενογράφους νὰ μεταφράσωσιν ἀμέσως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, διὰ νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν, καὶ κάμνω τὴν δήλωσιν καὶ εἰς τοὺς δύο ἀξιοτίμους Βουλευτὰς ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διακρίσεως ἀριστίνδην. Εἶναι φυσικὸν ὅτι εἰς τοὺς διοικήσαντας τὴν Ἑλλάδα εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω καὶ ἄλλα ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐχεμυθίας.
§45Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιαύτην ἀξίωσιν. Τὸ μόνον δικαίωμα ἡμῶν εἶναι νὰ ζητήσωμεν, ὅπως καταθέσητε τ’ ἀναγνωσθέντα ἔγγραφα. Περὶ τῶν ἄλλων δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος.
§46ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δυστυχῶς. Εἶναι εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά. Δύνασθε νὰ λάβητε γνῶσιν. Κύριοι, ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω τοῦτο μόνον, ὅτι ἡ δήλωσις αὐτή, τὴν ὁποίαν φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πότε; τὴν παραμονὴν τῆς συζητήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἀκόμη τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, δίδει ὅπλα εἰς τοὺς ἀντιπάλους διὰ νὰ συζητήσωσι....
§47Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀντιπάλους;
§48Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δίδετε ὅπλα διὰ τῶν δηλώσεών σας;
§49ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀκριβῶς δίδω. Ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη ἐγένετο πρὸς ἐκείνας τὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τὰς διεκδικήσεις τὰς Ἑλληνικὰς ἐν Ἠπείρῳ ἐφαίνοντο διακείμεναι εὐνούστερον. Ἐγένετο πρὸς ἐκείνας τὰς Δυνάμεις, χωρὶς οὐδεμία κἂν νὰ ὑπάρχῃ ἀνάληψις ὑποχρεώσεως ἐπισήμου ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἢ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν συνδιάσκεψιν τοῦ Λονδίνου, τόσον, ὥστε, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπήρχετο μεταβολή τις ὑπουργικὴ ἐν Ἑλλάδι, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εὑρίσκετο μὲ δεσμευμένας τὰς χεῖρας ἀπέναντι τῆς συνδιασκέψεως. Τόσον εἶναι τοῦτο ἀληθές, ὥστε τῇ 26 Αὐγούστου (8 Σεπτεμβρίου) ἡ Ἑλλὰς ἀπευθυνομένη πρὸς πάσας τὰς Δυνάμεις ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀποφάσεις αἵτινες εἶχον ληφθῆ ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων, ὡμίλει οὕτως (ἀναγινώσκει)· «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐλπίζῃ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις θ’ ἀσχοληθῇ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν συνόρων θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ καθοδηγηθῇ εἰς τὰς ἐργασίας της ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ περιεχόμενα ἐν τῷ ὑπομνήματι τῷ παρουσιασθέντι ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Βενιζέλου καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ὑπομνήματος τούτου τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὴν διαχάραξιν τῶν ὁρίων».
§50Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ δὲν γνωρίζομεν.
§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχει δημοσιευθῆ, κύριε Βουλευτά. Νὰ σᾶς τὸ φέρω εὐχαρίστως. Δὲν εἶναι μυστικόν. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸ καταθέσῃ μέχρι τῆς αὔριον. Τὸ ἔγγραφον δὲ τοῦτο εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρονται αὐτὰ εἶναι ἐπίσης ἐκ τῶν δυναμένων νὰ κατατεθῶσι. Κύριοι, ταῦτα εἶναι τὰ σημεῖα τῆς διατριβῆς ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ φέρω τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Οὐχὶ διὰ πρώτην φορὰν μοὶ ῥίπτεται ὡς ὕβρις ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ δειλοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα καὶ πρὸ ὀλίγου. Εἶναι περίεργον. Σπανίως ἴσως πολιτικὸς βίος ἐν περιβάλλοντι μάλιστα τόσον στενῷ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ κατὰ τὸ πλεῖστον τοῦ βίου μου ἔδρασα, σπανίως, λέγω, πολιτικὸς βίος εὑρέθη ὑπὸ περιστάσεις δυσμενεστέρας, ἔτυχε δὲ νὰ εἶμαι τὸ πλεῖστον τοῦ βίου μου τούτου τοῦ πολιτικοῦ ἐπαναστάτης ὁτὲ μὲν πολιτικός, ὁτὲ δὲ στρατιωτικός, καὶ ἀντεμετώπισα, φαίνεται, περιστάσεις δυσχερειῶν καὶ πολιτικῶν καὶ πολεμικῶν τὰς ὁποίας ὀλίγοι, χωρὶς νὰ θέλω νὰ πειράξω κανένα ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρευρισκομένων, ἀντεμετώπισαν καὶ φαίνεται ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς ἐφάνην ἄνθρωπος ὄχι δειλός.
§52Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐταὶ αἱ περιστάσεις νὰ μὴ ὑπομνησθῶσι, διότι θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀπαντήσωμεν.
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλά, Κύριοι, μοὶ προσάπτεται ἡ κατηγορία τοῦ δειλοῦ, διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ τύπος, τὸ καθῆκόν του ἐκπληρῶν, ἐξεστράτευε κατὰ τῶν χθὲς συμμάχων, καταγγέλλων ὅλας τὰς βιαιότητας τὰς ὑπ’ αὐτῶν διαπραττομένας, ἐγώ, τῆς συμμαχίας διατηρουμένης εἰσέτι, ἐνεφανιζόμην πάντοτε προασπίζων τὸν συμμαχικὸν δεσμόν. Ὄχι μόνον μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν κατώρθωσα τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας, ὄχι μόνον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἔπραξα πᾶν ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν διὰ ν’ ἀποφύγω τὴν σύγκρουσιν μετὰ τοῦ ἑνὸς τῶν συμμάχων — ἡ ὁποία, ὅπως εἶπον καὶ πρὸ μικροῦ, καλῶς ἠσθανόμην καὶ οὐδεὶς ὑπῆρχεν ὁ ἀμφισβητῶν ὅτι θ’ ἀπέβαινεν ὀλεθρία δι’ ἡμᾶς, ἐὰν μέχρι τέλους εὑρισκόμεθα μεμονωμένοι — ἀλλά, Κύριοι, — καὶ δίδω πρὸς ὑμᾶς καὶ ἄλλην ὁμολογίαν διὰ νὰ κάμητε χρῆσιν αὐτῆς αὔριον, ἂν θέλητε, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συνθήκης — καὶ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας, ὁπότε αἱ ἀπόψεις ἐνδεχομένης πολεμικῆς συγκρούσεως ἦσαν ἐντελῶς διάφοροι, μετέβαλον μὲν βεβαίως στάσιν ἀπέναντι τῆς τέως συμμάχου, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔλθω ἐνώπιόν σας διὰ νὰ διεκδικήσω τὴν εὐθύνην καὶ ἑπομένως τὰς συνεπείας τῆς Βαλκανικῆς συγκρούσεως μετὰ τῆς Βουλγαρίας, διὰ νὰ σᾶς ὅτι εἴπω ἐξώθησα τὰ πράγματα εἰς τὸν πόλεμον. Ὄχι. Καὶ μετὰ τὴν συνθήκην τῆς συμμαχίας ἔπραξα ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν διὰ νὰ φθάσω εἰς εἰρηνικὸν καὶ ἐπιεικῆ διακανονισμὸν τῶν ζητημάτων μετὰ τῆς Βουλγαρίας. Ὅ,τι πλέον μετὰ τὴν συνθήκην τῆς συμμαχίας μὲ τὴν Σερβίαν ἦτο ἐπιβεβλημένον καὶ διὰ τὰ δύο Κράτη ἦτο ἡ ἐμμονὴ ὅπως μεταξὺ ἡμῶν μὴ παρεμβληθῇ ἡ Βουλγαρία, ὅπως κοινὰ ἔχωμεν τὰ σύνορα Ἑλλὰς καὶ Σερβία, Ἀλλ’ ὅ,τι ἀφεώρα εἰς τὸ λοιπὸν μέρος ἐγὼ καὶ τότε ἤμην διατεθειμένος εἰς λογικὰς παραχωρήσεις, διὰ ν’ ἀποφύγω τὸν πόλεμον. Ὁ πόλεμος ἐγένετο, Κύριοι, καὶ ὅλοι, σήμερον, ἴσως ὄχι ὅλοι, τοὐλάχιστον ἐγὼ καὶ ἡ κυβερνητικὴ πτέρυξ χειροκροτεῖ εἰς τὰ λαμπρὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου.
§54Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὅλοι.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι.
§56Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι ἐπήραμεν τόσον ὀλίγα, ὥστε πρέπει νὰ φθονῶμεν τὴν Βουλγαρίαν! Τοῦτο ἐλέχθη χθὲς ἐδῶ.
§57Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀπαντήσητε. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, καὶ μετὰ τὴν συνθήκην τῆς συμμαχίας, ἡ ὁποία ἐπέβαλλεν εἰς τοὺς συμμάχους τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ κοινὰ σύνορα, ἐγὼ ἔκαμα ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατόν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅπως ἀποφύγω τὸν πόλεμον. Κύριοι, ἐννοεῖτε καλῶς ποῖαι εὐθῦναι ἐβάρυνον τοὺς ὤμους μου. Ἐννοεῖτε καλῶς ὅτι δὲν ἄφηνον οὐδ’ ὥραν οὐδὲ στιγμὴν διαθέσιμον χωρὶς ν’ ἀναμοχλεύω τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα περὶ τοῦ πρακτέου. Τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ μοὶ ἔλεγεν ὅτι μετὰ τὴν συνθήκην τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας εἴχομεν δύο ἐλπίδας ἐπιτυχίας ἡμεῖς καὶ μίαν οἱ Βούλγαροι. Βεβαίως ἡ θέσις ἡμῶν ἦτο ἀξιόλογος· ἔπαυσα πλέον νὰ κατέχωμαι ὑπὸ ἐσχάτης ἀνησυχίας δι’ ἐνδεχομένην ἐπίθεσιν Βουλγαρικήν, ὅπως συνέβαινε μὲ τὴν ἐπίθεσιν τοῦ Παγγαίου. Εἶχον καὶ ἐγὼ ζωηροτάτας τὰς ἐλπίδας ὅτι ἡ πολεμικὴ σύγκρουσις θ’ ἀπέβαινεν ὑπὲρ ἡμῶν, ἀλλά, Κύριοι, δὲν ἐτόλμων μὲ ἐλαφρὰν καρδίαν νὰ ῥίψω τὸ ἔθνος πάλιν εἰς πόλεμον καὶ δίδω πρὸς ὑμᾶς καὶ ἄλλην ὁμολογίαν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἐὰν ἡ Βουλγαρία ἐδέχετο ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν περιεῖχεν ἡ συνθήκη τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας καὶ ἡ ὁποία γραμμὴ ἀναχωροῦσα ἀπὸ τῶν Ἐλευθερῶν ἐντεῦθεν τῆς Καβάλλας περιελάμβανε τὸ Πάγγαιον μέχρι τοῦ Στρυμόνος μὲ ὅρια κοινὰ μὲ τὴν Σερβίαν, ὁ δεύτερος πόλεμος δὲν θὰ ἐγίνετο· θὰ ὑπέγραφον τὴν συνθήκην. Βεβαίως ἔγινεν ὁ πόλεμος καὶ ἀπέληξεν αἰσίως. Εἴμεθα ὅλοι εὐτυχεῖς ἀπέναντι τῶν συνεπειῶν τοῦ νικηφόρου πολέμου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ πάντα εὐσυνείδητον πολιτικόν· θὰ ἐδέχετο ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς κινδύνους ἑνὸς πολέμου, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκβασις ἦτο ἄδηλος, καίτοι ὑπῆρχον ὑπὲρ ἡμῶν μείζονες αἱ πιθανότητες, ἀφοῦ ὁ πόλεμος ἔχει πολλὰ τ’ ἀνήκοντα εἰς τὴν τύχην, ἐρωτῶ λοιπόν, θὰ ὑπῆρχε πολιτικὸς ἔχων συναίσθησιν τῶν εὐθυνῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ὤθει τὸ Κράτος εἰς πόλεμον, χωρὶς νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλας τὰς προσπαθείας ὅπως ἐπιτύχῃ ἄνευ νέου πολέμου καὶ ἄνευ νέων θυσιῶν ἐπιεικῆ εἰρήνην; Κύριοι, οἱ περὶ τῶν πραγμάτων τούτων ὁμιλοῦντες παραλείπουσι νὰ συγκομίσωσι διδάγματα ἐκ τῶν παθημάτων ἑνὸς Κράτους τὸ ὁποῖον ἕως χθὲς ἐπὶ μίαν τριακονταπενταετίαν κατεῖχε τὴν ἡγεμονίαν ἐν τῇ Βαλκανικῇ καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρίσκεται ὅπου ἔφθασε. Μὲ κατακρίνουσι, διότι ἐζήτησα ν’ ἀποφύγω ὅσον ἠδυνάμην τὰς ἀβεβαιότητας ἑνὸς πολέμου καὶ ν’ ἀσφαλίσω τόσα ἀποκτήματα καὶ μὲ κατηγοροῦσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἂν ἔπραξα ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ὅπως ἐπιτύχω τὴν διανομὴν ἄνευ δευτέρου πολέμου, ἔπραξα ὅμως ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως ἐπίσης δυνατόν, ὅπως μὴ παραλειφθῇ οὐδὲν ἐξ ὅσων ἦτο ἱκανὸν διὰ ν’ ἀσφαλίσῃ, ἐπιστάσης τῆς ἀνάγκης, τὴν αἰσίαν ἔκβασιν τοῦ πολέμου. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα). Κύριοι, δὲν γνωρίζω πῶς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ σκέπτηται. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ἐμὲ τὸν ὑπεύθυνον κυβερνήτην, ὅστις ἐπρόκειτο διὰ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης τροπῆς τῶν πραγμάτων ἢ ν’ ἀσφαλίσω εἰς τὸ Κράτος τὰ 9)10 τῶν ὅσα ἐπρόκειτο νὰ ἀσφαλισθῶσιν ἄνευ περαιτέρων θυσιῶν ἢ νὰ ὠθήσω τὸ Κράτος εἰς ἕνα ἀγῶνα δεινόν, ὁ ὁποῖος θ’ ἀπήτει χιλιάδας θυμάτων, ὅπως ἐπιδιώξωμεν τὸ ὑπολειπόμενον ἀκόμη δέκατον μὲ ὅλας τὰς ἀβεβαιότητας καὶ ὅλους τοὺς κινδύνους τοὺς ἐκ τοῦ πολέμου, φρονεῖτε, λέγω, ὅτι δικαιοῦσθε νὰ μὲ μέμφησθε, διότι ἐπεδίωξα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, οὐχὶ διὰ νέου πολέμου, ν’ ἀσφαλίσω τὸ πλεῖστον τῶν ἀποκτημάτων, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὲ κατακρίνητε ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν παρεπλανήθην ὑπὸ τῆς ἐλπίδος ὅτι εἰρηνικῶς θὰ διηυθετοῦντο τὰ πράγματα καὶ παρέλειψα ν’ ἀσφαλίσω ὅλους τοὺς ὅρους τῆς ἐνδεχομένης ἐπιτυχίας ἐν περιπτώσει πολέμου πρὸς ἕνα τῶν συμμάχων; Κύριοι, ἐπερατώθη ὁ πρὸς τὴν Τουρκίαν πόλεμος, καί, ὅτε ἀνελάβομεν τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Βουλγαρίας, εἴχομεν ἐφόδια διὰ τὸν νέον πόλεμον οὐχὶ ἐλάσσονα, ἐν πολλοῖς δὲ πλείονα τῶν ὅσα εἴχομεν κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ κατὰ τῆς Τουρκίας πολέμου. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα δὲν θὰ ἤρκουν, ἂν δὲν ἐφρόντιζον νὰ ἐξασφαλίσω καὶ δὲν ἠσφάλιζον, ὅπως ἐξήγησα πρὸ μικροῦ, τὴν συμμαχίαν τῶν δύο ἐκ τῶν συμμάχων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ πόλεμος διεξήγετο ὑπὸ τοὺς ἀρίστους τῶν δυνατῶν ὅρων. Ἀλλ’ ἰδίως διὰ τῆς πολιτείας μου αὐτῆς δὲν παρεσκεύασα διεθνῶς τὸ ἔδαφος, οὕτως ὥστε εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ εἰς πᾶσαν περιπέτειαν νὰ μὴ παραγνωρισθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ὅπως μείνῃ πιστὴ εἰς τὸν συμμαχικὸν δεσμόν, ὅπως μὴ διασπάσῃ τὴν ἑνότητα τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, ὅπως μὴ ἐπιβουλευθῇ τοὺς συμμάχους τότε καὶ τοὺς ἀντιπάλους τῆς αὔριον; Νομίζετε ταῦτα μικρά, Κύριοι, καὶ νομίζετε ὅτι ὅλα ταῦτα καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ προσήλωσις πρὸς τὴν εἰρηνικὴν διευθέτησιν τῶν διαφορῶν, νομίζετε, λέγω, ὅτι πάντα ταῦτα δὲν εἶναι ἐκ τῶν παραγόντων τῆς νίκης τὴν ὁποίαν χαιρετίζομεν σήμερον; Κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν 17ην Ἰουνίου, ὅτε ἐξερράγη ἡ ἐπιβουλὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας καὶ διετάχθη ἡ κίνησις κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ Σερβικῶν δυνάμεων. Τότε, ὅτε διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ Παγγαίου ἤμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν κίνδυνον, ὁ πόλεμος κατὰ τῶν Βουλγάρων ἀπεφασίσθη εἰς διάστημα δύο λεπτῶν. Ὅτε ἡ προηγουμένη ἐνέργεια ἦτο τοιαύτη, ὥστε παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς τὸ ψυχικὸν σθένος ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ἐπιβουλὴν τοῦ συμμάχου καὶ ὁ κίνδυνος ἦτο μικρότερος, ἐπρόκειτο δὲ νὰ χωρήσωμεν πρὸς τὰ ἐμπρὸς μετὰ πεποιθήσεως, μετὰ πλήρους κατ’ ἄνθρωπον πεποιθήσεως, δι’ ὅσων εἴχομεν προεργασθῆ, ἀπεφασίσθη ὁ πόλεμος μετὰ τόσης ταχύτητος. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτε προσῆλθον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀρχομένου τοῦ πολέμου, τὴν τρίτην ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως αὐτοῦ ἡμέραν, μετὰ πόσης πεποιθήσεως ὡμίλησα πρὸς ὑμᾶς. Κύριοι, εἶναι ἐκτάκτως θλιβερὸν δι’ ἐμὲ ὅτι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν πραγμάτων τούτων, ἵνα ἀμυνθῶ κατ’ ἐνέδρας στηνομένης οὐχὶ ὑπὸ ἀντιπάλων, ὡς θὰ ἦτο φυσικόν, ἀλλ’ ὑφ’ ἑνὸς τῶν συνεργατῶν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, ἐξ οὗ ἐξέρχεται μεγαλυνθεῖσα ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶναι ἐκτάκτως λυπηρὸν διὰ τὰ πολιτικὰ ἤθη τῆς χώρας εἶναι ὅτι ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εἶναι τόσον μᾶλλον ἀδικαιολόγητος, ὅσον δὲν εὑρέθη ἐνώπιον οὐδεμιᾶς προσπαθείας ἐκ μέρους χθὲς συναδέλφων, ὅπως δυσχεράνωσι τὴν θέσιν του. Δὲν ἀπήντησεν εἰς πρόκλησιν. Ἐξῆλθεν εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς ῥύμας, ἵνα προσπαθήσῃ νὰ ῥίψῃ πηλὸν ἐπὶ τῶν συναδέλφων του, χωρὶς οὐδαμῶς νὰ τὸν προκαλέσωσιν. Ὅτε ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Διάταγμα ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεώς του, ἠτιολόγησα ἐν τῇ πρὸς αὐτὸν ἐπιστολῇ μου τὸν λόγον· ἐκ διαφωνίας ἐμφανισθείσης πρὸ ἕξ μηνῶν καὶ σχετιζομένης πρὸς τὴν κατασκευὴν θωρηκτοῦ. Ἀληθῶς δ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχον γνωρίσει εἰς τὸν τότε συνάδελφόν μου ὅτι, καίτοι ὑπέκυπτον πρὸ τῆς ἀνάγκης, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως τότε διὰ τ’ ἀποφασισθέντα οὐχὶ ἁπλῶς ἐν ἀγνοίᾳ, ἀλλ’ ἐναντίον ῥητῆς ἀπαγορεύσεώς μου, ἐδήλουν, λέγω, εἰς τὸν τότε συνάδελφόν μου ὅτι λήγοντος τοῦ πολέμου ἡ περαιτέρω συνεργασία ἡμῶν δὲν θὰ ἦτο δυνατή. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι ζητῶν σήμερον τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ τέως κυρίου συναδέλφου μου ἠδυνάμην καὶ ὤφειλον νὰ περιορίσω τοὺς λόγους αὐτῆς εἰς μόνην τὴν αἰτίαν ταύτην. Ἦτο αἰτία, ἥτις ἐξελέγετο ὑπ’ ἐμοῦ τοιαύτης φύσεως, ὥστε ὄχι μόνον νὰ μὴ θίγῃ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἀλλ’ ἀκριβῶς νὰ τῷ παρέχῃ, ἐὰν ἤθελε, καὶ ἔδαφος νὰ διαθρύψῃ τὴν κοινὴν γνώμην πρὸς ὄφελός του. Θὰ ἔλεγεν· ἰδού, διεφώνησα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐγὼ ἤθελον μεγάλο καράβι καὶ ἐκεῖνος ἤθελε μικρό. Τίποτε δὲν τὸν ἔθιγεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἐνῷ τὴν ἐπιστολὴν ἔπεμψα πρὸς τὸν τέως κ. συνάδελφον κατὰ τὴν Τρίτην, ἔσπευσεν οὗτος ἀμέσως καὶ μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι μὲ ἐξουσιοδοτεῖ νὰ προκαλέσω τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεώς του, ἀλλὰ μὲ παρεκάλει ν’ ἀναβάλω μέχρι τῆς ἐπιούσης Δευτέρας τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος διὰ λόγους του οἰκογενειακούς. Ὑπῆρξεν ἀτυχὴς ἡ ἔμπνευσις καὶ ἐκείνου νὰ τὴν ζητήσῃ καὶ ἐμοῦ ν’ ἀποδεχθῶ τὴν ἀναβολήν, διότι, ἐὰν ἐγίνετο τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ ἀποδοχὴ τῆς παραιτήσεως, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ συνδυασμὸς τῆς παραιτήσεως ταύτης πρὸς ἐπίθεσιν δημοσιογραφικήν, τῆς ὁποίας ἐγένετο ἀντικείμενον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Ἀλλ’ ὅτε βραδύτερον μὲ εἰδοποίησε, τὴν Παρασκευήν, νομίζων ὅτι ἐξέλιπον οἱ λόγοι τῆς ἀναβολῆς καὶ ὅτι ἡ παραίτησις ἠδύνατο νὰ γίνῃ δεκτὴ ἔσπευσα νὰ δηλώσω δι’ ἀνακοινώσεως ὅτι ἡ παραίτησις οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν πρὸς τὰ γραφέντα ἐναντίον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἀλλ’ ὅτι ἀνεφέρετο εἰς αἰτίας ἀσχέτους ἐντελῶς καὶ πολὺ προγενεστέρας. Καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ὑπὸ τοιούτους ὅρους ὑπῆρξε καὶ ἐκ μέρους τοὐλάχιστον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἧς εἶχε τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῇ ἕως χθὲς ἀκόμη μέλος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἡ ἐλαχίστη κἂν πρόκλησις, ἥτις ἐδικαιολόγει ἐκ μέρους τούτου τοιαύτην διαγωγήν; Διότι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι δὲν φαντάζομαι νὰ ὑποθέτῃ τις ὅτι, ἐὰν ἡ ἁρμονία ὑπῆρχε πλήρης ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ ἐπεισοδίου μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πιστεύω νὰ φαντάζηταί τις ὅτι θὰ ἐνέμενον μετὰ τοιούτου πείσματος ἐξ ὅλους μῆνας βραδύτερον εἰς τὴν ἀποχώρησιν αὐτοῦ διὰ τὴν αἰτίαν ταύτην. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐκλέξω λόγον οὐδαμῶς δυνάμενον ὑπ’ ἐχθρῶν τοῦ τέως συναδέλφου νὰ χρησιμοποιηθῇ, ὅπως κατ’ αὐτοῦ γίνῃ ἄδικος ἐπίθεσις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ ἄποψις αὐτή, ἡ ὁποία μὲ ἀνήγαγεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο σήμερον, ὅπως ὁμιλήσω κατὰ τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Δὲν εἶναι μόνη ἡ διαμαρτυρία ἡ ἔντονος ἐκ μέρους μου κατὰ πολιτικῶν ἠθῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ν’ ἀποδοκιμασθῶσιν ὑπὸ πάσης τῆς κοινωνίας. Ὑπάρχει ἄλλη ἄποψις, ἡ ὁποία ἐπιτακτικώτερον μοὶ ἐπιβάλλει ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, σχὼν τὴν τιμὴν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον νὰ εἶναι σύμβουλος τοῦ Στέμματος καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ταύτην λαβὼν γνῶσιν εἰδικῶς, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ἃς διήλθομεν κατὰ τὰ δύο ταῦτα ἔτη, σωρείας μυστικῶν τοῦ Κράτους σπουδαιοτάτων, ἐνόμισεν ὅτι ταῦτα ἦσαν ἀτομική του ἰδιοκτησία καὶ ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐξεδύετο τὴν τήβεννον τὴν ὑπουργικὴν δὲν ἔπαυεν ἔχων δικαίωμα διαθέσεως τῶν μυστικῶν τούτων καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ μεταχειρίζηται ταῦτα κατ’ ἰδίαν κρίσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ δὴ ἄνευ ὑπερτάτης τινὸς ἀνάγκης. Λέγω ἄνευ ὑπερτάτης ἀνάγκης, διότι, ἐὰν τὰ δημοσιεύματα αὐτά, δι’ ὧν ἐζητήθησαν νὰ παρασταθῶσιν ὅτι ἐγένοντο—μὴ ζητήσητε εἰς τὴν ἔκφρασίν μου οὔτε ἐπιβεβαίωσιν οὔτε ἀναίρεσιν τῶν γραφέντων, διότι οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο δύναμαι νὰ πράξω —, ἐάν, λέγω, τὰ δημοσιεύματα δι’ ὧν ἐπεζητήθη νὰ πιστευθῇ ὅτι ἐγένοντο διαπραγματεύσεις πρὸς Κυβέρνησιν Μεγάλης Δυνάμεως, πρὸς Αὐτοκράτορα Μεγάλης Δυνάμεως, ἐάν τι ἐχρησίμευεν ἀπαραιτήτως εἰς ἄμεσον ἄμυναν τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ τέως Ὑπουργοῦ, ἠδύνατο οὗτος νὰ προσέλθῃ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ δηλώσῃ ὅτι ἔχει ἀνάγκην βοηθείας τινός, ὅπως ἀμυνθῇ. Τὴν βοήθειαν ταύτην δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τῷ ἀρνηθῇ τις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς· δύνασθε νὰ δεχθῆτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ὑποβιβασθῇ, εἰς ὅ σημεῖον ὑποβιβάζεται σήμερον, διὰ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν της, ὅταν οὗτοι ἐξερχόμενοι τῆς Κυβερνήσεως σύρωσι τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους καὶ τὰ ῥίπτωσι δημοσίᾳ εἰς τὴν ἀγορὰν ἐκθέτοντες τὸ Κράτος διεθνῶς, ὑποβιβάζοντες αὐτὸ ἠθικῶς, οὕτως ὥστε μία Δύναμις ξένη, μεθ’ ἧς εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις ἢ συνεννοήσεις, νὰ εὑρίσκηται πρὸ τῆς ἀμφιβολίας ἂν δύναται ν’ ἀνοίξῃ τὸ στόμα της ἢ νὰ ἐμπιστευθῇ τι εἰς Κράτος τοῦ ὁποίου οἱ Ὑπουργοὶ αὔριον ἀπομακρυνόμενοι τῆς Ἀρχῆς θὰ ἔλθωσι νὰ ῥίψωσιν εἰς τὴν ἀγορὰν τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας; Κύριοι, δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἠθικῆς ἐκπτώσεως ἀτόμου· πρόκειται περὶ ἠθικῆς ἐκπτώσεως τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἀπεργάζεται ἡ συμπεριφορὰ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν τιμὴν νὰ εἶναι μέχρι τῆς χθὲς σύμβουλος τοῦ Στέμματος. Κύριοι, πρὶν κατέλθω τὸ βῆμα τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὸ «mea culpa», «ἰδικόν μου τὸ λάθος». Δύνασθε, Κύριοι, νὰ ἐπιρρίψητε τὴν εὐθύνην εἰς ἐμέ. Ἐλθών, Κύριοι, ἐνταῦθα εὕρηκα πολιτικῶς μεμειωμένον τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας.
§59Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδέποτε.
§60Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. ... Ἀπέφυγα νὰ τὸν προσλάβω εἰς τὴν πρώτην Κυβέρνησιν, ἣν συνεκρότησα. Βραδύτερον τὸν προσέλαβον καὶ εἶπον εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸν διαμαρτυρόμενον· Κύριοι, ὁ κ. Στράτος εἶναι ἄνθρωπος καὶ μορφώσεως καὶ ἱκανότητος καὶ φιλεργίας ἐξαιρετικῆς, καὶ εἰς ἕνα τόπον ὅπου δὲν τρέχουν εἰς τὴν ἀγορὰν οἱ ἄξιοι ἄνδρες, εἰς ἕνα τόπον τοιοῦτον, ἐνόμιζον ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο, οὐδὲν γνωρίζων περὶ τοῦ ἀνδρὸς ὅπερ νὰ θίγῃ τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ τιμήν, νὰ τῷ δώσω τὴν χεῖρα καὶ νὰ προσπαθήσω τὴν πολιτικὴν μείωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο, νὰ τὴν ἄρω, νομίζων, ὡς εἶπον, ὅτι ἐργάζομαι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἐγνώριζον καλῶς εἰς ὁποίαν ἀντιδημοτικότητα ἐξετιθέμην προσλαμβάνων συνάδελφον τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἔπραξα ἄνευ τινὸς ἐνδοιασμοῦ, νομίζων ὅτι ἐξυπηρέτουν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς Κύριοι, ἐπλανήθην καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὴν ὁμολογίαν ταύτην σήμερον πρὸς τὴν Βουλήν. Οὐδὲν ἐπέτυχον. Δι’ ὅσων ἔπραξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἀπέδειξεν ὅτι μένει πάντοτε εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν ἐπίπεδον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο καὶ προτοῦ τύχῃ τῆς τιμῆς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία παρουσιάζει τὴν Ἑλλάδα οἵαν παρουσιάζει σήμερον. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§62Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, καίπερ κατὰ τὰ ¾ μὴ φίλα πρὸς ἐμὲ διακειμένην, ν’ ἀκούσῃ μεθ’ ὑπομονῆς ὅσα θὰ εἴπω, ἔστω καὶ ἂν θὰ εἶναι δυσάρεστα εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας, ὁ ὁποῖος ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ¾ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς εὐχαριστήσεως ν’ ἀκούῃ τὰ χειροκροτήματα αὐτῆς. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠξίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ποιήσας χρῆσιν τοῦ κύρους καὶ τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν παρέχει αὐτῷ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ παρέχει αὐτῷ ἀκόμη ἐπί τινα χρόνον μόνον καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν λαϊκῶν ῥευμάτων...
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ πολὺν χρόνον.
§64Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. .. ἐπειδή, λέγω, ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας ἔκαμε χρῆσιν τοῦ κύρους τούτου ἀπαγγείλας κατηγορητήριον καθ’ ἑνὸς Βουλευτοῦ, πρώην συναδέλφου του, τὸ ὁποῖον δύναται πολλαχῶς νὰ παρεξηγηθῇ, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ εἶναι ἤρεμοι δι’ ὅσα θὰ εἴπω, διότι ἔργον συνειδήσεως τῶν πολλῶν, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἰσχύν, εἶναι ν’ ἀκούωσι τοὺς μεμονωμένους καὶ ἀδυνάτους.
§65ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν.
§66Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐξεστράτευσα κατὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐξεστράτευσα ὑπευθύνως δι’ ὅσων ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἐμπρὸς» ἔκαμα ἀνακοινώσεων, διότι ταύτας καὶ μόνας ἀναγνωρίζω, ὡς ταύτας καὶ μόνας ἰδιοχείρως ὑπ’ ἐμοῦ γεγραμμένας. Καὶ ἐξεστράτευσα ἴσως προώρως, ὡς δύναταί τις νὰ ἐλέγξῃ, διότι ὁ σύμβουλος τοῦ Στέμματος τῆς χθὲς δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐκστρατεύσῃ τὴν ἐπαύριον ἐναντίον τῶν τέως συνεργατῶν του. Ἀλλ’ ἐξεστράτευσα, διότι ἡ διαγωγὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπεδείχθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπῆρξε διαγωγὴ ἐπιβουλῆς καὶ ἐνέδρας καθ’ ἑνὸς συνεργάτου του. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι εὗρε τὸν συνεργάτην του πολιτικῶς μεμειωμένον, ἐνόμισεν ὅτι προσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα παρέχῃ ἀποδείξεις καλῆς ἢ κακῆς διαγωγῆς πρὸς τοὺς πολιτευομένους τῆς Ἑλλάδος, γινόμενος τιμητὴς τῶν πολιτευομένων αὐτῆς! Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ὁμιλεῖ περὶ μειώσεως πολιτικῆς ὁποιουδήποτε συνεργάτου του, ποίαν ὑπέστη μείωσιν, ὅτε τὸν συνεργάτην τοῦτον προσέλαβε κατόπιν; Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀπεκάλεσεν ἐμὲ πρὸ ὀλίγου ὡς πολιτικῶς μεμειωμένον, ὅτε προσῆλθεν ἐκ Κρήτης κληθεὶς ὑπὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, εὗρεν ἐμὲ πρὸ ὀλίγου γενόμενον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ πρώτην φορὰν γενόμενον Ὑπουργὸν ἐν τῷ βίῳ μου, εὗρεν ἐμὲ πρὸ ἑνὸς ἔτους μεταξὺ τῶν οὐχὶ δι’ ἀπαιτήσεως ἀλλ’ ἐξ ἐκτιμήσεως ὑποψηφίων Ὑπουργῶν τοῦ ἑτέρου κόμματος, μὴ γενόμενον δ’ Ὑπουργὸν οὐχὶ ἐλλείψει ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ διότι εὑρίσκοντο ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἐκ πολιτικῶν λόγων ἔπρεπε νὰ προτιμηθῶσιν ἀντ’ ἐμοῦ. Καὶ προκαλῶ τὸν κ. Θεοτόκην νὰ εἴπῃ ἄν, ὅτε δὲν μὲ ἔκαμεν Ὑπουργὸν κατὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ 1909, εὕρισκέ τι μεμπτὸν ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν μὲ ἔκαμεν Ὑπουργόν.
§67Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι.
§68Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ράλλην, τὸν ὁποῖον ἐπίκρανα, διότι ἀπεχωρίσθην αὐτοῦ, νὰ εἴπῃ ἂν ἐν τῇ τεσσαρακονθημέρῳ ὑπουργίᾳ τὴν ὁποίαν εἶχον παρ’ αὐτῷ εὗρέ τι τὸ ἐπίψογον, ὥστε νὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι εὑρισκόμην ἐγὼ ἐν πολιτικῇ μειώσει.
§69Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐμειώθη τὸ ἠθικόν σας καὶ ἡ θέσις σας ἡ πολιτικὴ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐγκατελείψατε τὰς τάξεις σας, ἵνα περιβάλητε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης σας τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§70Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς διὰ τὴν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, διότι πολιτευόμενός τις δὲν καταστρέφεται, ὅταν κατηγορῆται ὅτι μετέστη ἀπὸ τῆς μιᾶς τάξεως εἰς τὴν ἄλλην. Ἀλλ’ οὔτε ὁ κ. Θεοτόκης οὔτε ὁ κ. Ράλλης ἐνέγραψαν εἰς τὸ πρόγραμμά των ν’ ἀφήνωσι κενὰ εἰς βάρος τῆς ὑπολήψεως τῶν πολιτευομένων καὶ ν’ ἀφήνωσι νὰ πιστεύηται ἀπὸ τοὺς ἀναιδεῖς τῶν ὁδῶν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι πολιτευόμενοι πτωχοί, οἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωσι χεῖρα βέβηλον εἰς τὸ δημόσιον χρῆμα. Καὶ ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργός, καθ’ ἣν στιγμὴν τοιαῦται διασταυροῦνται κατ’ ἐμοῦ ἀτιμίαι παρ’ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι τὸν ὑποστηρίζουσιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀντὶ νὰ ἐξέλθῃ καὶ εἴπῃ πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ συνεργάτης μου ὑπῆρξεν ἄμωμος ἐν τῇ διαχειρίσει, ὁμιλεῖ περὶ πολιτικῶν μειώσεων καὶ ἀφήνει κενὰ εἰς βάρος τῆς ὑπολήψεως τοῦ ἄλλου, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπέβαλε τὴν ἕξιν τοῦ ὑπονομεύειν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἐν Κρήτῃ. Καὶ θέλω ἐπανορθώσει καὶ μίαν ἀνακρίβειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι μὲ εὗρεν ἐν πολιτικῇ μειώσει· ἀλλὰ, ἐπειδὴ οὐδὲν τὸ ἀκριβὲς ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ καὶ οὐδὲν ἀκριβῶς ἐγίνωσκεν, ἐθεώρησε ὀρθόν, λόγῳ τῆς ἐργατικότητος καὶ τῆς ἱκανότητός μου καὶ δὲν ἠξεύρω ποίων ἄλλων πλεονεκτημάτων, νὰ μὲ ὑψώσῃ εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι μὲ ἀνύψωσε πρότερον εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐλησμόνησε τοῦτο. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα δώσῃ τὴν κατεύθυνσιν εἰς τὰ πράγματα τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, εὑρίσκετο ἐν ἀγνοίᾳ προσώπων καὶ πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐγίνωσκε τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ πρόσωπα ἐκ Κρήτης διὰ τῶν ἐφημερίδων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὅτε προσῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς Ἀθήνας ἵνα λύσῃ τὰ ζητήματα τῆς Ἑλλάδος, εὑρέθη ἐνώπιον περικυκλώσεως, ἡ ὁποία τῷ ἐγένετο, ἐξ ὅλων τῶν κοινωνικῶν ἐκβρασμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπανάστασις ἤγαγεν εἰς φῶς, διότι, ὅτε ἡ στρατιωτικὴ ἐπανάστασις ἐγένετο, δὲν ὑπῆρξεν ἀπόβρασμα κοινωνικόν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐγένετο ὀργανωτὴς τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος περιεκυκλώθη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀλήτας, οἱ ὁποῖοι προσῆγον σχέδια ἀναδιοργανώσεως, ἔργον δὲ τῶν ἀλητῶν τούτων ἦτο νὰ συκοφαντῶσι πάντα ἔντιμον ἄνθρωπον καὶ πάντα πολιτευόμενον τῆς Ἑλλάδος, ἵν’ ἄρωσιν ὅλον τὸν πολιτικὸν κόσμον ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐπικαθίσωσιν ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτοί. Μεταξὺ τῶν συκοφαντηθέντων πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ ἔκ τινος ὑπαλλήλου τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀπέπεμψα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς συνεταῖρον μεταλλευτικῆς ἐπιχειρήσεως ἐν τῇ ἰδιότητι τοῦ ὑπαλλήλου καὶ ὡς κλέπτην τοῦ χρήματος τοῦ Δημοσίου, ὡς διαχειριστὴν 8,000,000 τῶν προσφύγων ἄνευ ἐλέγχου. Ὁ ἀνώτατος οὗτος ὑπάλληλος προσῆλθεν εἰς τὸν συμμαθητήν του κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ἐμοῦ πλήρει κατήγγειλεν ὅτι ὁ Νικόλαος Στράτος, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ εἶχε μετάσχει εἰς μεταλλευτικὰς ἐπιχειρήσεις. Κατήγγειλεν ἐπίσης ὅτι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Νικόλαος Στράτος ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ράλλη, εἶχε κάμει συμβιβασμὸν περὶ μεταλλευτικῶν ὑποθέσεων, τῶν ὁποίων ἦτο συνεταῖρος. Ἀλλὰ συνῆλθέ ποτε συμβούλιον μεταλλευτικόν, κ. Ράλλη, ἐπὶ τῆς προεπαναστατικῆς περιόδου ἐμοῦ ὑπουργοῦντος;
§71Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξε τοιοῦτος κατάπτυστος ὑπάλληλος.
§72Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπῆρξε, κ. Πρόεδρε.
§73Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἄπλυτα τῶν φιλελευθέρων.
§74Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ κατηγορία διετυπώθη ὑποβολιμαίως, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐκτὸς πολλῶν προτερημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἔχει καὶ πολλὰ ἐλαττώματα. Τὸ μεγαλείτερον δὲ τῶν ἐλαττωμάτων του εἶναι τὸ νὰ εἶναι καχύποπτος, νὰ τῷ ἀρέσκουν τὰ καν–κάν, νὰ τῷ ἀρέσκουν τὰ σκανδαλάκια, νὰ πιστεύῃ πάντα παληάνθρωπον, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖ καὶ πιστεύει ὡς εὐαγγέλιον τὰς ἀνωνύμους ἐπιστολάς. Δὲν πιστεύω νὰ εἴπῃ ὅτι ψεύδομαι, διότι ἔχω κρατήσει ὡς δεῖγμα δέκα ἀνωνύμους ἐπιστολὰς ἐκ τῶν πολλῶν τὰς ὁποίας μοὶ ἔπεμψεν ἐνυπογράφως ὁ κ. Πρωθυπουργός, διὰ νὰ κάμω ἀνακρίσεις. Τὰς ἐπιστολὰς ταύτας ἔχω εἰς χεῖράς μου. Ἐν ἀγνοίᾳ ἐγὼ τῶν συμβαινόντων ἐδικάσθην ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ κατεδικάσθην ὡς πολιτικῶς μεμειωμένος. Ὅτε τὸ πρῶτον κατηρτίσθη ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου, ἐγὼ δὲν μετέσχον, ἀποκαλύπτω δὲ τὴν αἰτίαν τὴν ὁποίαν δὲν ἐτόλμησε ν’ ἀποκαλύψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ τῆς Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐμοῦ ἀγνοοῦντος τὰ πάντα, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶχεν εἴπει συμβουλευτικῶς ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει μεγάλη καταφορὰ παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ, δὲν πρέπει νὰ γίνω Ὑπουργὸς τώρα, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον χρόνον, ὅτε θ’ ἀπεχώρει ὁ κ. Γρυπάρης. Εἶπον τότε τῷ κ. Πρωθυπουργῷ· ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἂς μὴ γίνω Ὑπουργός. Θὰ μεταβῶ ἤδη νὰ ἐνεργήσω τὰς ἐκλογάς μου. Καὶ ἐτελείωσε. Ἐγένοντο αἱ ἐκλογαί. Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐκλογὰς μανθάνω παρ’ ἑνὸς τῶν διαφόρων Κυρίων, οἱ ὁποῖοι ἐπεσκέπτοντο ἀνεπισήμως τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἐξετέλουν παρ’ αὐτῷ τὸ ἔργον τοῦ κουβαλητοῦ εἰδήσεων, κατασκοπειῶν καὶ πάσης φύσεως πληροφοριῶν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξεφράσθη κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν περὶ ἐμοῦ, μαθὼν ἀνακριβῶς ὅτι κάποιαν κληρονομίαν ἔχω λάβει, ὅτι «ἐπὶ τέλους ὁ Στρατὸς ἐκληρονόμησε καὶ θὰ παύσῃ ν’ ἀνακατεύηται εἰς τὰ μεταλλεῖα».
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὶ εἶναι αὐτά.
§76Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ τ’ ἀκούσητε αὐτά, Κύριοι· ἔχετε ὑπομονήν. Ἔλαβον τὸν φάκελον ὁλόκληρον, τὸν σχετιζόμενον πρὸς ἐμέ, καὶ παρέσχον πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν συμβολαιογραφικὴν ἀπόδειξιν ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ συνδηλωτὴς εἰς 13 μεταλεῖα, ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ἐν ἔτει 1871, ὅτε ἐγὼ δὲν εἶχον γεννηθῆ ἀκόμη, καὶ ὅτι ὁ πατὴρ μου δι’ ἑνὸς δωρητηρίου μοὶ εἶχεν ἐκχωρήσει τὰ δικαιώματά του. Αὐτὴ εἶναι ἡ συμμετοχή μου εἰς τὰ μεταλλεῖα Συγχρόνως δέ, ἐπειδὴ ἐγνώριζον τὸν συκοφάντην, παρέσχον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ἔγγραφον ἀπόδειξιν ὅτι ὁ Ἠλ Λιακόπουλος, ὁ πρώην Γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, παυθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ, ἦτο συνεταῖρος μεταλλείων ἐν τῷ δήμῳ Ἀκραιφνίου κατὰ 10% καὶ ὅτι τὸν συνεταιρισμὸν ἔλαβεν ἕνεκα τῶν ὑπηρεσιῶν του πρὸς παροχὴν τῶν μεταλλείων, τῶν ὑπ’ αὐτοῦ παρασχεθεισῶν. Τὸ συμβόλαιον τοῦτο νομίζω ὅτι γνωρίζει ὁ Βουλευτὴς Κερκύρας κ. Θεοτόκης, διότι τῷ εἶχεν ἐπιδείξει τοῦτο δύο ἡμέρας πρὶν καταλίπῃ τὴν Ἀρχήν. Εἶπον λοιπὸν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὶς εἶναι ὁ συκοφάντης, ὁ ἐν ἀγνοίᾳ μου συκοφαντήσας με, καὶ ποῖος ἤμην ἐγώ. Ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιδείξεως αὐτῆς ἦτο ὅτι μετὰ πάροδον ἑνὸς μηνὸς ἐβολιδοσκούμην διὰ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Γρανίτσα ἂν ἐδεχόμην τὴν προεδρίαν τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἀρχὰς ἠρνήθην, καὶ ἠρνήθην, διότι εἶμαι, καὶ καυχῶμαι νὰ εἴπω πτωχὸς ἢ μᾶλλον ἤμην πτωχὸς καὶ εἶμαι ἤδη πτωχότερος.
§77Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Μήπως γνωρίζετε ποῦ ὑπηρετεῖ ὁ κ. Λιακόπουλος;
§78Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ, ἀλλὰ μὴ διακόπτετε τὴν συνέχειαν τῆς ὁμιλίας μου. Ἔφερα δυσχέρειαν εἰς τὴν ἀνάληψιν τοῦ ἀξιώματος τούτου εἰπὼν ὅτι ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν δύναμαι νὰ ἐργάζωμαι δικηγορικῶς, καὶ δὲν ὑπῆρχον ἀποδοχαί, ἵνα δύναμαι νὰ ζῶ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέμενε, καὶ μοὶ εἶπε νὰ μὴ ἐξακολουθῶ ἀρνούμενος, διότι δὲν εὑρίσκει ἄλλον Πρόεδρον. Τῷ ὑπέδειξα τὸν κ. Δραγούμην, ἀλλὰ μοὶ εἶπεν ὅτι θέλει Πρόεδρον ὅστις νὰ πρόσκειται τῇ Κυβερνήσει. Τέλος μετὰ συζήτησιν μακρὰν ἐπείσθην, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν πολιτικῶς μεμειωμένον, τὸν ὁποῖον ἀνεβίβαζεν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἔδιδε σύναμα τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι ἀπὸ τῆς προεδρίας θὰ ἐξήρχετο ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ὑπουργίαν. Ἀναλαβὼν τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐξετέλεσα τὰ ἔργα μου κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προὐκάλεσε Διάταγμα παρασημοφορίας μου τότε διὰ τὴν δεξιότητα τῆς διευθύνσεως τῶν ἔργων τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἔβαινεν εἰς τὸ πέρας καὶ οἱ διάφοροι ἐν τῷ κόμματι μὴ καλὰ φρονοῦντες περὶ ἐμοῦ καὶ ἐχθρευόμενοί με καὶ ὑποβλέποντες ἐμὲ ἢ τὸ ἀξίωμα πρὸς ὃ ἐνόμιζον ὅτι βαίνω ἤρχισαν νὰ ταράσσωνται, καὶ τότε ἐξυφάνθη ἡ κατ’ ἐμοῦ συκοφαντία. Καὶ ἡμέραν τινὰ ὁ «Χρόνος» ἐξῆλθεν εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς ῥύμας τῆς πόλεως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀναγράφων ὅτι ἐγὼ εἶχον δωροδοκηθῆ διὰ διακοσίων δραχμῶν ὑπό τινος ἐκκαθαρισθέντος ὑπαλλήλου, ἵν’ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισίν του! Ἡ συκοφαντία ἐκείνη κατηγγέλθη καὶ ἐξεδόθη βούλευμα περὶ τούτου, βεβαιοῦν ὅτι ἐγὼ δὲν ἐξετέλεσά ποτε τοιαύτην πρᾶξιν. Ἀλλὰ τί ἀπεκαλύφθη κατόπιν; Ἀπεκαλύφθη ὅτι τὴν ἐπαύριον τῶν κατ’ ἐμοῦ ὕβρεων τοῦ «Χρόνου» ἀνεγράφησαν καὶ ὕβρεις κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ «Χρόνος» ἐχαρακτήριζε διὰ τῶν αὐτῶν περίπου ἐπιθέτων. Εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τότε συνεκλήθησαν διάφοροι Βουλευταί, ἵνα προβῶσιν εἰς μήνυσιν κατὰ τοῦ «Χρόνου» περὶ ἐξυβρίσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Μεταξὺ αὐτῶν παρευρέθη ὁ Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Λουκᾶς Ῥοῦφος, ὅστις ὑπέγραψε τὴν μήνυσιν. Ἀλλὰ ὅτε προσῆλθεν οὗτος ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ἠγέρθη ὁ κατηγορούμενος καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· «αἱ ἐξυβρίσεις κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶνε ἀνίεροι καὶ ἀξιοκατάκριτοι, ἀλλὰ, ὅτε σεῖς μὲ ἐβάλατε νὰ γράψω κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τί ἦσαν αἱ κατ’ αὐτοῦ ὕβρεις;». Καὶ ἀπεδείχθη τότε ὅτι ὁ ἐξυφάνας κατ’ ἐμοῦ τὰς συκοφαντίας ἐκείνας ἦτο ὁ κ. Λ. Ῥοῦφος, ὁ τιμηθεὶς τελευταίως ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ διὰ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Διοικητοῦ τῆς Κρήτης, ἐνῷ συγχρόνως ὁ Λακκόπουλος διωρίζετο νομικὸς σύμβουλός του. Οὕτω καὶ νῦν ὑπενομεύετο ἡ θέσις μου καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τοὺς συκοφάντας καὶ τοὺς ἀτίμους, ἵνα ἔρχηται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατόπιν νὰ ὁμιλῇ περὶ πολιτικῶν μειώσεων. Γνωρίζων τὴν τοιαύτην παρασκηνιακὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἦλθεν ἐπιβραβεύων ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι τ’ ἀναίσχυντα αὐτὰ κυνάρια ἐτίμα καὶ οὐδέποτε τ’ ἀπέβαλεν ἐκ τῆς παρ’ αὐτῷ συμπαρεδρεύσεως, γνωρίζων, λέγω, τὴν κατάστασιν ταύτην εὑρέθην πρὸ τοῦ ἀπροόπτου πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν νὰ κληθῶ, ὅπως δώσω παραίτησιν. Λέγω πρὸ ἀπροόπτου, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς ἐμὲ οὐδέποτε εἶπεν ὅτι ἅμα τῇ λήξει τοῦ πολέμου θὰ ἐκαλούμην νὰ δώσω παραίτησιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔγραψε μόνον πρὸς ἐμὲ ὅτι εἶπε τοιοῦτό τι, ἀλλά, ὅτε μετέβην πρὸς αὐτὸν καὶ ἠρώτησα «πότε μοὶ εἴπετε τοιοῦτον πρᾶγμα;», δὲν ἠδυνήθη νὰ μοὶ βεβαιώσῃ οὔτε τὸ τί μοὶ εἶπεν οὔτε τὴν ἡμέραν, μόνον δ’ ἐγὼ τῷ ὑπέμνησα μίαν χρονολογίαν κατὰ τὴν ὁποίαν μοὶ ὡμίλησε περὶ πολιτικῶν συνεπειῶν. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι μοί τὸ ἀνεκοίνωσε διὰ τοῦ κ. Κορομηλᾶ. Τῷ ἀπήντησα αὐτοστιγμεὶ ὅτι ὁ κ. Κορομηλᾶς οὐδέποτε μοὶ ὑπέβαλε τοιαύτην δήλωσιν. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μᾶλλον κλίνω νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ κ. Κορομηλᾶς ἔλαβε τοιαύτην ἐντολήν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἐξετέλεσεν. Ἐγὼ ἐζήτησα τηλεγραφικῶς ἀπάντησιν περὶ τούτου ἀπὸ τὸν κ. Κορομηλᾶν, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπήντησεν τηλεγραφικῶς, ὅτι γράφει ἀλλά, ὅταν ἀκούω εἰς τοιαύτην περίστασιν ὅτι γράφει, ὑποθέτω ὅτι κάτι ἐμπερδευμένον συνέβη. Ἀλλ’ ὅτε οὐδὲν μοὶ ἀνεκοινώθη, τότε δὲν ἐνόησά ποτε ἐγὼ ὅτι κατ’ ἀνοχὴν ἔμενον Ὑπουργός. Καὶ τοῦτο εἶπον πρὸς αὐτόν. Καὶ ὅτε τὸν ἐρωτῶ διατὶ δὲν τὸ ἐλέγετε εἰς ἐμέ, ἀλλ’ ἠθελήσατε νὰ μοὶ τὸ ἀνακοινώσητε διὰ τοῦ κ. Κορομηλᾶ, μοὶ ἀπαντᾷ ὅτι ἤμην μᾶλλον συνδεδεμένος μὲ τὸν κ. Κορομηλᾶν. Καὶ τῷ ἀπαντῶ· ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Κορομηλᾶν εἴπετε ὅτι θὰ δώσῃ καὶ αὐτὸς παραίτησιν. Διατὶ ὅμως τότε δὲν ἐλέγετε εἰς ἐμὲ τὴν ἀπόλυσίν μου καὶ δὲν ἐδίδετε τὴν ἐντολὴν εἰς ἐμὲ ν’ ἀνακοινώσω καὶ πρὸς τὸν κ. Κορομηλᾶν τὴν ἰδικήν του, ἀλλ’ ἠθελήσατε νὰ δώσητε εἰς αὐτὸν δύο ποτήρια νὰ πίῃ; Ἀλλ’ ὁ κ. Κορομηλᾶς ἐπρόκειτο ἀμέσως τότε ν’ ἀντικατασταθῇ καὶ τῷ ἀνεκοινώθη τοῦτο, εἰς ἐμὲ δὲ οὐδὲν ἐλέχθη. Αὐτὰ λέγονται σοβαρὰ πράγματα! Ὅτε λοιπὸν εὑρέθην ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταστάσεως, εὑρέθην καὶ ἐνώπιον ἄλλου τινὸς ἀπροόπτου. Ἐγὼ ἐκλήθην τὴν Τρίτην νὰ παραιτηθῶ, ἐνῷ τὴν Δευτέραν, γινομένου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ συζητουμένων νομοσχεδίων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεβούλευεν ἕνα συνάδελφόν μου τὰς ἰδικάς μου παρατηρήσεις νὰ δεχθῇ καὶ συγχρόνως μοὶ ἐδίδετο ἐντολὴ νὰ παρασκευάσω ὑποδοχὴν διὰ τοὺς ξένους στόλους. Ὅτε ἐζητήθη ἡ παραίτησίς μου, ἐζήτησα νὰ μοὶ δοθῇ προθεσμία, χάριν οἰκογενειακῆς περιπετείας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὴν ὁποίαν ἔσπευσα ταχύτερον νὰ διεξαγάγω. Ἀλλ’ ἐνῷ εἶχον ἀνταλλαχθῆ λόγοι τιμῆς μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ μὴ γνωσθῇ ὅτι ἐγὼ ἤμην ὑπὸ παραίτησιν μ’ ὅλα ταῦτα ἀξιωματικὸς τοῦ Ὑπουργείου, ὅστις συνεδέετο μετ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ εἶχεν ἐξαφανισθῆ ἐκ τῆς ὄψεώς μου ἀπὸ εἴκοσιν ἡμερῶν καὶ ἦτο ἐκ τῶν μυστικοσυμβούλων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατέστησε γνωστὴν τὴν ἐμὴν παραίτησιν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκαραδόκουν τὴν ἀπομάκρυνσίν μου. Καί, ἐνῷ εἶχεν ἀποφασισθῆ ἀπὸ τῆς Τρίτης ἡ παραίτησις, τὴν Πέμπτην ἀνεγράφη εἰς τινα ἐφημερίδα ἡ συκοφαντία ὅτι ἐματαίωσα διὰ δημοσιεύματος ἐν τῇ «Νέᾳ Ἡμέρᾳ» τὴν ἀγορὰν ἑνὸς Γερμανικοῦ Θωρηκτοῦ, ὅπως ἐπιτύχω τὴν ἀγορὰν τοῦ Βραζιλιανοῦ «Ῥίου Ἰανεΐρου» καὶ λάβω προμήθειαν.
§79Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπικροτοῦντος τοῦ στόλου.
§80Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς θὰ διορθώσῃ τὴν μούρην σας, κ. Κουτούπη.
§81Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ σεῖς θὰ δώσητε πρῶτον λόγον εἰς τὸν εἰσαγγελέα.
§82Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν θὰ δώσω λόγον ἐγὼ εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ἀλλὰ σεῖς ὅστις εἶσθε κατηγορούμενος. Ὁ εἰσαγγελεὺς θὰ τακτοποιήσῃ τὸν μισθωτὸν τῶν κεφαλαιούχων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἱδρυμένην ἀνώνυμον ἐκδοτικὴν ἑταιρείαν καὶ ἀνέθεσαν εἰς αὐτὸν τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐφημερίδος των.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Βουλευτά, νὰ δώσητε ἐξηγήσεις δι’ αὐτὰς τὰς φράσεις.
§84Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐξήγησις εἶναι ὅτι ἐπέδωκα μήνυσιν κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ αὐτοῦ εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα. Λοιπὸν ἐξετοξεύθη ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Λακωνίας κατ’ ἐμοῦ ἡ συκοφαντία ὅτι ἔχων ὑπ’ ὄψει προτάσεις περὶ ἀγορᾶς Γερμανικοῦ θωρηκτοῦ καὶ θέλων νὰ ματαιώσω ταύτην ἵνα πραγματοποιήσω τὴν ἀγορὰν ἑνὸς Βραζιλιανοῦ θωρηκτοῦ, τοῦ «Ῥίου Ἰανεΐρου», ἔδωκα πρὸς δημοσίευσιν τὴν εἴδησιν, ἵνα οὕτω λάβω μεσιτείαν! Ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅστις δὲν θέλει νὰ βεβαιώσῃ οὔτε ν’ ἀρνηθῇ τίποτε περὶ τοῦ Γερμανικοῦ θωρηκτοῦ, ἐγνώριζεν ὅτι ἐγώ, ὅτε ἤρξαντο αἱ συζητήσεις περὶ ἀγορᾶς πλοίου ἑτοίμου, ἐδήλωσα κατηγορηματικῶς αὐτῷ ὅτι δὲν ἐπεθύμουν ν’ ἀναμιχθῶ ποσῶς εἰς διαπραγματεύσεις οἰκονομικῆς φύσεως, ἐγνώριζε δ’ ἐπίσης ὅτι μ’ ἐκάλεσε τηλεφωνικῶς ἐκ τῆς οἰκίας μου ἑσπέραν τινά, 9½ ὥραν, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ἔχει τηλεγραφήματα ἐκ Λονδίνου καὶ Κωνσταντινουπόλεως καθιστῶντα ἀναγκαίαν τὴν ταχεῖαν ἀγορὰν τοῦ πλοίου τούτου, ἤκουσε δὲ παρ’ ἐμοῦ ὅτι τὸ πλοῖον «Ῥίον Ἰανέϊρον» πιθανὸν νὰ εἶναι καλόν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καλλίτερον αὐτοῦ ἄλλο, ἄλλης Κυβερνήσεως, ὄχι τῆς Γερμανικῆς, τῆς Χιλιανῆς, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι βραδυτέρας παραδόσεως, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ διαπραγματευθῶμεν αὐτὸ καὶ ν’ ἀφήσωμεν ὡς τελευταίαν λύσιν τὸ Βραζιλιανόν. Συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην μου παρεκλήθη καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν πρεσβευτὴν ἐν Λονδίνῳ, ἵνα διεξαγάγῃ συνεννοήσεις περὶ αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μ’ ἐκάλεσε μετά τινας ἡμέρας, παρόντος τοῦ κ. Πανά, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ἔχομεν παρὰ τοῦ οἴκου Ῥότσιλδ ἄμεσον ἀξίωσιν νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν ἂν ἀγοράζομεν τὸ Βραζιλιανὸν θωρηκτὸν ἢ ὄχι, καὶ ἐγὼ τῷ εἶπον νὰ μὴ σπεύδωμεν· ἐπὶ τέλους ἐγὼ εἶμαι κεκηρυγμένος, ὑπὲρ ἀγορᾶς μεγάλου πλοίου, ῥιζικῶς μάλιστα κεκηρυγμένος ἀλλὰ φρονῶ ὅτι, πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Βραζιλιανοῦ θωρηκτοῦ, δέον νὰ ἐξαντλήσωμεν ὅλα τὰ μέσα μήπως ἐξεύρωμεν ἄλλο σκάφος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφοβεῖτο μήπως χαθῇ ἡ εὐκαιρία τῆς ἀγορᾶς τοῦ Βραζιλιανοῦ θωρηκτοῦ, ἥτις κατ’ αὐτὸν ἦτο ἡ μόνη πραγματικὴ εὐκαιρία, διότι τἆλλα ἦσαν ἁπλαῖ πιθανότητες, συνῄνεσα εἰς τὸ ν’ ἀπαντήσῃ διὰ τὸ Βραζιλιανὸν θωρηκτὸν ὅτι εἴμεθα κατ’ ἀρχὴν ἀγορασταί, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἀγορὰ αὐτοῦ ἐκ τῆς μεταβάσεως ἐπιτροπῆς ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία θὰ ἐξετάσῃ τὸ σκάφος τεχνικῶς· ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἀντεῖπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός «πῶς θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς κατασκευαστὰς ὅτι δὲν ἐγνωρίζομεν τὸ πλοῖον;», τῷ ἀπήντησα ὅτι ἠδυνάμεθα εἰς πᾶσαν στιγμήν, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εὕρῃ τὸ πλοῖον καταλλήλως κατεσκευασμένον, ὅτι ἠδυνάμεθα ν’ ἀπορρίψωμεν τὸ πλοῖον ὡς ἐκπληροῦν μὲν τοὺς ὅρους τῆς περιγραφῆς, ἀλλ’ οὐχὶ καλῶς κατεσκευασμένον, ἐὰν ἐν τούτω τῷ μεταξὺ εἴχομεν εἰδήσεις περὶ τοῦ Χιλιανοῦ θωρηκτοῦ. Κατόπιν τούτων περιέμενον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τὰ πράγματα αὐτὰ — καὶ ἦτο παρὼν καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἐγνώριζεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐπιμείνω ποτὲ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δι’ ἀγορὰν ὡρισμένου πλοίου, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις ἐγνώριζεν ὅτι καθημερινῶς ἐλάμβανε τηλεγραφήματα παρὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπιτετραμμένου, ὡς παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτοῦ κ. Γενναδίου ἐν οἷς ἐφέρετο ὁτὲ μὲν ὅτι ἡ Τουρκία θὰ ἀγοράσῃ τὸ Βραζιλινὸν θωρηκτὸν, ὁτὲ δ’ ὅτι θὰ τὸ ἀγοράσῃ ἡ Ῥωσία καὶ ἄλλοτε δὲν ἠξεύρω ποῖος ἄλλος καὶ ἐζήτουν τὴν ἄμεσον ἀγορὰν καὶ ἐξήρτων ἐκ τῆς ἀμέσου ἀγορᾶς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἀγορᾶς τοῦ πλοίου, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις ἐγνώριζεν ὅτι τηλεγραφήματα τοιαῦτα ἤρχοντο δύο καὶ τρία καθ’ ἑκάστην — καὶ δυστυχῶς κατελήφθην ἐξ ἀπροόπτου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπὸ τῆς συζητήσεως, ἄλλως ἔχω τὰ τηλεγραφήματα καὶ θὰ ἐβλέπετε πῶς ἐτρομοκρατεῖτο ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτοῦ κ. Γενναδίου — περιέμενον, λέγω, ἐγὼ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξέλθῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ὄχι μόνον ἡ παραίτησις δὲν σχετίζεται πρὸς τά γραφέντα ὑπὸ τῆς «Νέας Ἑλλάδος», ἀλλ’ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καθ’ ἃ γνωρίζω ἐκ τῶν ἐνταῦθα συνεννοήσεων, δὲν ἀνεμίχθη κἄν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας. Καὶ, ἐὰν ταῦτα ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς φερόμενος εὐθέως ἀπέναντι τοῦ συναδέλφου του, τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν θὰ κατηγόρει καὶ δὲν θὰ ἀπεκάλυπτεν αὐτόν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἐφρόντισε μόνον ἐπιμελῶς νὰ καθορισθῇ ὅτι τὰ ζητήματα τῆς παραιτήσεως εἶναι ἄσχετα μὲ τὰ ζητήματα τοῦ πλοίου, διότι ἔπρεπε νὰ δώσωμεν εὔσχημον κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅστις δὲν τὸ ἐζήτησεν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νὰ μὴ πειράξωμεν καὶ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἴδωσιν αὐτὸν πτῶμα! Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο τοῦτο μόνον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπουργεύει ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1912, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διαχειρισθεὶς δύο πολέμους διεχειρίσθη 50 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὸ σπουδαιότερον ὅλων συνέταξε τὸν στόλον αὐτόν, ὁ ὁποῖος μετέβη νὰ πολεμήσῃ καὶ νά νικήσῃ, διότι εὗρε τοῦτον ἄνευ προπαρασκευῆς, εὗρεν αὐτὸν ἀσύντακτον. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖται τὴν στιγμὴν ταύτην, εὗρε τὸν στόλον ἄνευ γαιανθράκων, διότι, ὅτε ἀνέλαβεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, χίλιοι τόννοι γαιανθράκων ὑπῆρχον διὰ τῆς προνοίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας, καί, ὅτε ὁ ναύαρχος ὁ Ἄγγλος ἐζήτει ἄνθρακας διὰ γυμνάσια, δὲν ὑπῆρχον τοιοῦτοι, ὡς δὲν ὑπῆρχε καὶ ἱματισμός, διότι εὗρον τὰς ἀποθήκας τοῦ ἱματισμοῦ κενάς. Καὶ ὅτε ἐπρόκειτο, Κύριοι νὰ σκεφθῶμεν ὅτι πρέπει ν’ ἀναχωρήσῃ ὁ στόλος μας διὰ νὰ πολεμήσῃ, εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ θωρηκτοῦ «Ἀβέρωφ» ὀλίγιστα ἦσαν τὰ πυρομαχικά. Καὶ ἔσπευσα τότε καὶ παρέλαβον τὰ ὀλίγα ἀκόμη ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπὸ κατασκευὴν πυρομαχικὰ τηλεγραφικῶς ὑπὸ ἰδίαν μου εὐθύνην ἄνευ δοκιμῶν βλητικῶν. Μήπως θὰ κατηγορηθῶ καὶ διὰ τοῦτο ἀκόμη; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὗρε τὸ θωρηκτὸν «Ὕδρα» ἄνευ λεβήτων, μὲ τοὺς λέβητας ἐξηγμένους τοῦ πλοίου καὶ ἐρριμμένους εἰς τὰς προκυμαίας τοῦ Ναυστάθμου. Αὕτη ἦτο ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν εὗρεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὡς διάδοχος τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐζήτησε, διὰ ν’ ἄρῃ τὴν γελοίαν αὐτὴν κατάστασιν, τὴν μέχρις ἐγκληματικότητος ἐξικνουμένην, ἑνὸς μηνὸς προθεσμίαν καὶ μόνον, ὅτε τῷ ἀνηγγέλθη ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς Ὀκτωβρίου θ’ ἀρχίσῃ ὁ πόλεμος, καὶ κατὰ τὸν μῆνα αὐτὸν ἐμαρτύρησα ἐγώ, ἵνα δώσω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Βενιζέλον νὰ καυχᾶται ὅτι ἐδιπλασίασε τὴν Ἑλλάδα.
§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀρκεῖ ἡ ὁμολογία σας ὅτι ἑνὸς μηνὸς ἐργασία κατέστησε τὸν στόλον ἀξιόμαχον· εἰς τοιαῦτα χάλια ἦτο!
§86Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτά, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ τὰ εἴπητε εἰς τοὺς χάσκοντας καὶ ὄχι εἰς ἐμέ, διότι ἡ ὁμολογία μου συνδέεται μετὰ τῆς ἑξῆς δηλώσεως, ὅτι, ὅτε ἐκάλεσα τὸν Ἄγγλον ἀρχιμηχανικὸν ν’ ἀποκαταστήσῃ τοὺς λέβητας τῆς «Ὕδρας» καὶ νὰ τοὺς συνδέσῃ μοῦ ἐζήτησεν 100 ἡμερῶν προθεσμίαν καὶ τὰς 100 αὐτὰς ἡμέρας κατεβίβασα ἐγὼ εἰς 30 καὶ μόνον ἡμέρας διὰ τῆς συνεχοῦς ἐργασίας τριῶν ὁλοκλήρων συνεργείων καὶ δαπάνης πολλῶν χρημάτων. Μὴ θέλετε λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξα ἐγὼ διὰ τῆς ἐνεργητικότητός μου καὶ τῆς αὐτοθυσίας μου νὰ τὸ λάβητε ὡς ἐπιχείρημα ἐναντίον μου. Γνωρίζετε δὲ πολὺ καλῶς ὅτι τόσον τότε ἐξετιμᾶτε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὸν πολιτικῶς μεμειωμένον, ὥστε, ὅτε ἀνεχωρήσατε διὰ Λονδῖνον, εἰς αὐτὸν ἐνεπιστεύθητε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον σας.
§87Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διώρθωσε τὸ λάθος του.
§88Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ζητήσας 30 ἡμερῶν προθεσμίαν, κατὰ τὴν 31 ἡμέραν ἦτο ἕτοιμος, Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἦτο τοιαύτη ἡ προπαρασκευὴ τῆς ἐπιστρατεύσεως τὴν ὁποίαν εἶχε διευθύνει ὁ παραδοὺς τὰ πάντα εἰς τὸν διάβολον ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὁ μὴ γνωρίζων τί γίνεται ἐκεῖ μέσα, δὲν ὑπῆρχε σχέδιον ἐπιστρατεύσεως, ὥστε δὲν ἦτο καθωρισμένον ποία δύναμις θὰ ἐκαλεῖτο ὑπὸ τὰ ὅπλα, δὲν ἦτο γνωστὸν ποῖον σχέδιον πολεμικὸν θὰ ἠκολουθεῖτο ποία θὰ ἦτο ἡ κίνησις τοῦ στόλου, ἵνα γίνηται τακτικῶς ὁ ἐφοδιασμός, καὶ ὑπελογίζετο ὑπὸ τῶν ναυτικῶν Ἀρχῶν, εἰς τὰς ὁποίας οὐδέποτε εἶχεν ἀνακοινώσει τὰς σκέψεις του ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι μὲ 15 χιλ. τόννους γαιανθράκων θὰ ἐκινεῖτο ὁ στόλος, ἵνα διεξαγάγῃ τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Τουρκίας καὶ τῶν συμμάχων, ἐν ᾧ κατηναλώθησαν 130 χιλ. τόννοι. Ἐὰν δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀνελάμβανε κολοσσιαίας εὐθύνας, ἵνα τηλεγραφικῶς φέρῃ ὁλόκληρον στόλον μεταγωγικῶν πλήρων γαιανθράκων, ὁ στόλος ἡμῶν θ’ ἀπέμενεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἄμαχος ἐλλείψει ὑλικῶν κινήσεως. Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, τοιούτων ἐνεργειῶν καὶ τοιούτων προσπαθειῶν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεχώρουν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου δὲν εὑρέθη οὔτε ἓν εὐχαριστῶ διὰ τὸν ἐργασθέντα οὕτω καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν δύο πολέμων. Ὄχι παράσημα, τὰ ὁποῖα περιεφρόνησα πάντοτε, ἀλλ’ οὔτε κἄν μίαν εὐαρέσκειαν εὗρον διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτε δι’ ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς εἰρήνης ἐδόθησαν τρία παράσημα διὰ τὰς ἐν τῷ πολέμῳ ἐργασίας των καὶ ὅτε ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὡς συγκεντρῶν τὸ σύνολον τῶν προσπαθειῶν, ἐτιμᾶτο διὰ τοῦ Μεγαλοσταύρου. Διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε τὸν Στράτον, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι δύναται νὰ τὸν πολεμήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ τὸν παρουσιάσῃ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας πτῶμα. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριε Βενιζέλε, πτῶμα δὲν γίνομαι ποτὲ οὔτε θὰ ἐπιτρέψω εἰς κανένα νὰ μὲ κάμῃ πτῶμα. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι Βουλευταί, βλέπω τὴν ὑπόνομον στηνομένην πρὸ ἐμοῦ ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς κλήσεώς μου εἰς παραίτησιν.
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Πιστεύετε εἰλικρινῶς ὅτι μεταξὺ τῆς παραιτήσεώς σας καὶ τῶν δημοσιευμάτων τῆς «Νέας Ἑλλάδος» ὑπάρχει συσχέτισίς τις;
§90Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Τῇ ἀνοχῇ σας.
§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τίνα τρόπον;
§92Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τῆς μὴ δηλώσεώς σας ὅτι ὁ Ὑπουργός σας δὲν ἐξετέλεσε τὰς προσαφθείσας πράξεις, ὡς ἐγνωρίζετε καλῶς.
§93Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ψευδέστατον.
§94Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σιωπήσατε σεῖς· δὲν σᾶς ἀξιῶ συζητήσεως.
§95Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Σεῖς εἶσθε κατηγορούμενος· ἐγὼ σᾶς κατήγγειλα ἐνυπογράφως καὶ εἶσθε κατηγορούμενος ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα θὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§96Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ σᾶς κατήγγειλα, σᾶς βεβαιῶ δὲ ὅτι ἐπράξατε ἐν πλήρει ἡμέρᾳ διὰ τῆς πέννας σας τὸ ἔργον τοῦ μισθωτοῦ κακοποιοῦ τῆς νυκτός. Ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, Κύριοι συνάδελφοι, ἠναγκάσθην ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἐκτυλίξω μόνον ἵνα καταστῇ γνωστὸν καὶ νοητὸν διατί ἐπὶ τέλους ὁ πρώην Ὑπουργὸς τοσοῦτον ἐλησμόνησεν ἑαυτόν, ὥστε νὰ ἐξέλθῃ τὴν ἄλλην ἡμέραν ὄχι εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, ἀλλ’ εἰς δημοσιογραφικὸν ὄργανον κύρους τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐτιμήθη δι’ ἐπισκέψεως ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἀποστόλων του, ἵνα ζητήσωσι τὴν ὑποστήριξίν του, καὶ ἀποκαλύψῃ τὸν Πρωθυπουργόν. Καὶ ἠθέλησα, ἵνα ἄρω ἐπὶ τέλους ἀπ’ ἐμαυτοῦ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρθῇ, καὶ ἵνα εἴπω εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην ὅτι, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία δὲν ἐσκέφθη νὰ μοὶ ἀναγνωρίσῃ ὑπηρεσίας τινάς, ἀναγκάζομαι νὰ καταστήσω ἐγὼ ταύτας γνωστάς, γνωστοποιῶν τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας μου ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἵν’ ἀποκαταστήσω τὴν ὑστεροφημίαν μου. Ἡ ἐνέργεια ἣν ἔκαμα, ἦτο οὐχὶ ἵνα καταδιώξω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλ’ ἵνα ἀμυνθῶ πολιτικῶς ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχον ἀηδεῖς, οἵτινες ἠδύναντο νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι οἱανδήποτε πρᾶξιν ἐξετέλεσα μὲ συνείδησιν ἀντιβαίνουσαν πρὸς τὴν χρηστότητα. Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ μεταβῇ παρ’ αὐτῷ καὶ παρακαλέσῃ αὐτὸν ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς νὰ διεξαγάγῃ ἐξέτασιν εἰς τὰς ἐν Ἀθήναις Τραπέζας, ἵνα βεβαιωθῇ ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τὸν ὁποῖον ἐτόλμησαν αὐτοὶ οἱ Κύριοι νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς θέλοντα νὰ λάβῃ μεσιτείας, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐγένετο Ὑπουργός, ηὔξησε τὰ χρέη του κατὰ 15,000 δραχμῶν, διαχειρισθεὶς περὶ τὰ 60.000.000 τοῦ Κράτους. Ὅταν δὲ ἡ ἐξέτασις τῶν βιβλίων τῶν ἐν Ἀθήναις Τραπεζῶν βεβαιώσῃ ὅτι γραμμάτιά τινα προϋπάρχοντα ηὔξησαν εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τότε ὑποθέτω ὅτι οἱ τίμιοι ἄνθρωποι δὲν θὰ καταδεχθῶσιν οὔτε νὰ χαιρετίσωσι τοὺς ἀηδεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιρρίπτουσιν ἐναντίον παντὸς πολιτευομένου τοὺς λιβέλλους των καθ’ ἡμέραν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμύνης καὶ ἀπεφάσισα νὰ εἴπω ὅσα ἠκούσατε εἰς ἀπόδειξιν ὅτι ὡς Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους καὶ ὡς σύμβουλος τοῦ Βασιλέως, ὁσάκις ἐκλήθην νὰ δώσω γνώμην, ἔδωκα τὴν γνώμην τὴν ὀρθὴν καὶ ἐπωφελῆ ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἀλλά, ἐπειδὴ εἶχον καὶ τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠνείχετο τὴν δημιουργηθεῖσαν κατ’ ἐμοῦ κατάστασιν, θέλω ν’ ἀποκαλύψω τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, νὰ γνωρίσῃ ἡ κοινὴ γνώμη ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ περὶ πολιτικῆς μειώσεως καὶ αὐξήσεως περὶ τοῦ Α ἢ Β. Αὕτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Καὶ νὰ μὴ ὁμιλῇ περὶ ἐνεργειῶν τοῦ στέμματος ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι ὑπῆρξα καὶ σύμβουλος τοῦ Στέμματος ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ἀλλ’ οὐδὲν ἐδημοσίευσα, οὔτε ἔφυγον ἀπὸ τὸ κόμμα του. Ὑπῆρξα καὶ τοῦ κ. Θεοτόκη, ὄχι Ὑπουργός, ἀλλὰ φίλος ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, καὶ ἐγνώριζον πολλά, ὄχι κακά, ἐκ τῶν παρασκηνίων, ἀλλὰ δὲν ἐξῆλθον νὰ εἴπω οὔτε καλὸν οὔτε κακὸν εἰς τὰς ἐφημερίδας οὔτε εἰς τὴν Βουλήν. Ἐσεβάσθην πάντοτε τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγούς, ἀλλὰ καὶ οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ οὗτοι οὐδέποτε συνώδευσαν τὴν ἀποχώρησιν ἑνὸς φίλου των ἐκ τοῦ κόμματος διὰ τοιούτων συκοφαντιῶν. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προυκάλεσαν τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵνα ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, μὴ ἀρκεσθεὶς μόνον ν’ ἀναιρέσῃ ἢ μᾶλλον νὰ βεβαιώσῃ τὰ γεγονότα, ἀλλὰ καὶ νὰ κάμῃ τὴν ἐπίθεσιν αὐτὴν κατ’ ἐμοῦ τὴν ὁποίαν ἠκούσατε. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ζητήματος τοῦ Παγγαίου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἤρξατο ὁ κ. Πρωθυπουργός. Φοβοῦμαι μὴ ἡ μνήμη ἀπέλιπε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ μὴ πολλὰ γεγονότα, συμπίπτοντα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, συγκεχυμένως παρουσιάσθησαν ὑπ’ αὐτοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὴν ἐπαύριον τῆς ἐνάρξεως τῶν πρώτων συμπλοκῶν ἐν τῷ Παγγαίῳ ἐλήφθη τηλεγράφημα τοῦ μεράρχου τῆς πρώτης Μεραρχίας κ. Μανουσογιαννάκη βεβαιοῦν ὅτι τέσσαρα τάγματα τῆς ἑβδόμης Μεραρχίας εὑρίσκονται ἐν ἀποσυνθέσει καὶ ὅτι καταγίνεται νὰ τὰ ἀνασυντάξῃ. Ὄχι ἡ Μεραρχία ὁλόκληρος. Ἐνθυμοῦμαι δὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγινώσκων τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐν τῇ ψυχικῇ καταστάσει ἐν ᾗ εὑρίσκετο ἀνεγίνωσκεν ὅτι ὁλόκληρος ἡ Μεραρχία εὑρίσκεται ἐν ἀποσυνθέσει καὶ τῷ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§97ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τσ, τσ, τσ.
§98Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀφήσατε τὰ τσ, τσ, τσ, τσ, διότι θὰ προκαλέσω τὴν μαρτυρίαν τῶν κ. Ὑπουργῶν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ψεύστης. Τέσσαρα τάγματα. Ὡμιλεῖτε περὶ καταστάσεως μιᾶς Μεραρχίας καὶ ἐγὼ εἶπον τέσσαρα τάγματα. Καλοῦμαι τῇ 7ῃ ὥρᾳ αἰφνιδίως νὰ μεταβῶ ἐσπευσμένως παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ. Μετέβην πράγματι. Σχεδὸν συγχρόνως ἀφίκετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ μετά τινα λεπτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Μοὶ λέγει ἀμέσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν ἀνώμαλον καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ παρασκευάσωμεν πλοῖα, ἵν’ ἀποσύρωμεν τὸν στρατὸν ἐκεῖθεν. Ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην μετέβαινεν εἰς Θεσσαλονίκην ἐπὶ τοῦ «Πάνθηρος», ἀποπλεύσας ἐκ Χαλκίδος τῇ 2 μ.μ. Μὲ παρεκάλεσε λοιπὸν νὰ μεριμνήσω περὶ ἀποστολῆς τῶν πλοίων. Τῷ ἀπήντησα αὐτοστιγμεὶ ὅτι ἡ θαλασσία μεταφορὰ δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τότε μοὶ λέγει «νὰ καλέσητε τὸν κ. Κοντόσταυλον καὶ νὰ τῷ δώσητε διαταγάς», μάλιστα δ’ ἐκράτησε τὸ μέτωπόν του, δηλώσας ὅτι εἶναι κουρασμένος. Ἐκάλεσα λοιπὸν τὸν κ. Κοντόσταυλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Συγχρόνως μοὶ εἶπεν ὅτι κατὰ τὴν 9½ ἔχει συμβούλιον. Περὶ ὥραν 9 ἐμφανίζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὁ συνταγματάρχης Νίδερ κομίζων τηλεγράφημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγον ὄχι αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδῶ. Δυστυχῶς ὅμως τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο ἐσχίσθη καὶ ἐρρίφθη εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων. Τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο ἔλεγεν ὅτι ἡ κατάστασις ἡ δημιουργηθεῖσα ἐν τῷ Παγγαίῳ ἐπιβάλλει τὴν ἐγκατάλειψιν αὐτοῦ, προσέθετε δέ· «διέταξα τὸν ἄμεσον ἀπόπλουν πλοίων μεταγωγικῶν, ὅπως παραλάβωσι τὸν στρατὸν ἐκ Τσάγεζι».
§99Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς κατείχομεν τὸ Πάγγαιον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην;
§100Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω. Τὸ Πάγγαιον εἶχε καταληφθῆ ὑπὸ διαφόρων Μακεδονομάχων, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὴ ὄντος ἐξ ὑπαρχῆς συμφώνου, διότι ἀπεκάλει αὐτοὺς κομιτατζῆδες.
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ψευδολογία συστηματική.
§102Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς ψεύδεσθε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀνακαλέσητε, κ. Βουλευτά, τὴν λέξιν. Ἀπὸ τὴν ψευδολογίαν ἕως τὸ ψεύδεσθαι ὑπάρχει διαφορά.
§104Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγώ, κ. Πρωθυπουργέ, οὐδέποτε ἔδειξα ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὰς γνώμας τῶν ἄλλων, ἀλλὰ σεῖς μὲ ἀπεκαλέσατε ψεύστην ἀπὸ τοῦ βήματος. Τροποποιήσατε τὸν τρόπον τῆς ἐκφράσεώς σας, ἵνα τροποποιήσω καὶ ἐγὼ αὐτόν.
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐγνώριζον πολὺ καλὰ ὅτι ἡ κατάληψις τοῦ Παγγαίου δὲν ἐγένετο ὑπὸ κομιτατζήδων.
§106Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦσθε εἰς τὸ Λονδῖνον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ δὲν γνωρίζετε ἀκριβῶς τὰ πράγματα.
§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγένετο ὑπὸ τοῦ σώματος τῶν προσκόπων, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν μέρος τοῦ στρατοῦ καὶ ἦσαν ὡπλισμένοι καὶ ἔφερον εἰδικὴν στολήν. Οἱ Βούλγαροι τὸ κατέλαβον διὰ κομιτατζήδων.
§108Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ λέξις κομιτατζῆδες ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ, ἀλλὰ σεῖς τοὺς ἀπεκαλεῖτε οὕτω. Πράγματι οἱ καταλαβόντες ἦσαν οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες εἶχον ἐργασθῆ ἄλλοτε ἐν Μακεδονίᾳ καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναλάβει νὰ καταρτίσωσι σῶμα ἐλευθέρων σκοπευτῶν.
§109Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κατείχομεν κατόπιν συμβάσεως καθορισμοῦ ζώνης;
§110Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι, ὄχι. Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῶν Ἰωαννίνων, ὁπότε μετεκινήθησαν αἱ Μεραρχίαι πᾶσαι εἰς Μακεδονίαν, τότε ἡ παράταξις τοῦ στρατοῦ ἐγένετο ὡς ἑξῆς. Ὁλόκληρος δύναμις στρατοῦ συντεταγμένη ἐγκατέστη εἰς τὸ Πάγγαιον, αὕτη δ’ ἀπετελεῖτο ἐκ τῆς πρώτης καὶ ἑβδόμης Μεραρχίας. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου ὡμίλησε περὶ στρατηγικῶν συγκεντρώσεων, ὀφείλω νὰ τῷ ὑπομνήσω ὅτι, ὅτε ἐγένετο ἡ κατάληψις τοῦ Παγγαίου ἡ πρώτη, μᾶλλον ἐγένετο διὰ λόγους πολιτικούς. Ἡ στρατιωτικὴ κατάληψις ἐγένετο διὰ λόγους στρατηγικούς, διότι καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ἑλλὰς ἐπέτυχε διὰ ταχίστης στρατιωτικῆς ἐνεργείας νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ὀκτὼ Μεραρχίας ἐπὶ τοῦ Μακεδονικοῦ ἐδάφους ἡ Βουλγαρία ἦτο ἀπησχολημένη εἰς τὴν Ἀδριανούπολιν καὶ κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν παράταξιν ἰσχυροτέραν ἀπέναντι τῶν Σερρῶν, τότε δὲ στρατιωτικῶς ἐπρόκειτο περὶ τῆς καταλήψεως τῶν Σερρῶν καὶ οὐχὶ τῆς πρὸς Κρέσναν πορείας. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους λοιπὸν ἔγινεν ἡ παράταξις.
§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἔγινε τότε ἡ παράταξις καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἔπρεπε νὰ παύσῃ ὑπάρχουσα.
§112Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ συγκέντρωσις τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ δὲν ἦτο τότε τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἡ ἄμεσος μεταβολὴ τῆς παρατάξεως τῆς ἰδικῆς μας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθορυβήθη ἀπόψε ὅτι θὰ τῷ ἀπεδίδετο ἡ διεκδίκησις στραταρχικῶν ἔργων. Ἀλλ’ ἐκείνην τὴν ἑσπέραν τοῦτο ἔπραξεν. Ἀνέλαβεν ἔργα στραταρχικά, διότι εἶπε πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Πάγγαιον.
§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς ἀντιτάσσω ῥητὴν κατηγορηματικὴν διάψευσιν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Δὲν ἔδωκα διαταγὴν εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ Πάγγαιον. Δὲν ἔδωκα καθόλου διαταγὰς στρατιωτικῶν κινήσεων.
§114Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅτε διετάσσετε τὴν πρώτην Μεραρχίαν νὰ μεταβῇ διὰ Βόλου εἰς Σαραντάπορον, τί ἐκάμνετε;
§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅτε ἐπῆλθεν ἡ καταστροφὴ τῆς πέμπτης Μεραρχίας, ἀνεφέρθην εἰς τὸν Διάδοχον τότε καὶ τῷ εἶπον, ἂν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὴν δύναμίν του μέρος καὶ νὰ στείλῃ αὐτὸ ἐκεῖ, παρακαλῶ νὰ τὸ πράξῃ. Δὲν ἔδωκα διαταγὴν οὔτε διενοήθην τοιοῦτο. Ἀλλὰ σεῖς μοὶ ἀρνεῖσθε τὸ δικαίωμα ν’ ἀναγγείλω εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον τί συνέβη ἐκεῖ;
§116Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ δικαίωμα νὰ τῷ ἀναγγείλητε τὴν ἧτταν μιᾶς Μεραρχίας δὲν σᾶς ἀρνοῦμαι, ἀλλὰ τὴν ἧτταν εἶχε μάθῃ ὁ ἀρχιστράτηγος πρὸ ὑμῶν. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁλόκληρον τὴν νύκτα μείναντες εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πανικόβλητος ἀπεστείλατε εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον διαταγήν, ὅπως τὴν 1ην Μεραρχίαν ἀποβιβάσῃ εἰς Ἐλευθεροχώριον καὶ ἀποστείλῃ διὰ Βόλου εἰς Σαραντάπορον πρὸς ἄμυναν τῆς Κοζάνης.
§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον σᾶς διαψεύδω. Οὐδέποτε ἔδωκα διαταγὰς κινήσεων στρατιωτικῶν. Παρεκάλεσα τὸν ἀρχιστράτηγον νὰ ἐνισχύσῃ τὸ εἰς Μυτιλήνην καὶ Χίον μικρὸν ἄγημα, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συντελεσθῇ ἡ κατάληψις τῶν νήσων αὐτῶν.
§118Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ καταθέσητε τὸ τηλεγράφημα πρὸς ἀπόδειξιν τῆς φιλαληθείας ὑμῶν, διότι δὲν δύναται νὰ διαψεύδῃ ὁ Πρωθυπουργὸς χωρὶς νὰ καταθέτῃ ἔγγραφα.
§119Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ προσαγάγητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τηλεγράφημά σας. Καὶ ἐπανέρχομαι ἤδη εἰς τὸ θέμα μου. Ὑπεστήριξα ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἐν σχέσει μὲ τὸ Πάγγαιον ὅτι ἡ διαταγή σας εἶναι στρατηγική, ὅτι δὲν δικαιοῦσθε νὰ δώσητε τοιαύτην, διότι δεσμεύετε τὰς χεῖρας τοῦ ἀρχιστρατήγου, ὅστις μεταβαίνων ἐπὶ τόπου ἔχει τὸ στρατηγικόν του σχέδιον νὰ ἐφαρμόσῃ ἐν περιπτώσει συνεχίσεως τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ ὅτι καθίστασθε ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν στρατιωτικὴν ἀτυχίαν. Ἐγένετο οὕτως ὅλη αὐτὴ ἡ στρατιωτικὴ συζήτησις καὶ ἀποτέλεσμα αὐτῆς ἦτο νὰ παραιτηθῇ ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ στρατιωτικοῦ μέρους τοῦ τηλεγραφήματος. Τώρα τὸ τηλεγράφημα ἔχει καὶ πολιτικὸν μέρος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν τὸ ἔθιξε, δὲν τὸ διέψευσεν.
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ διαψεύδω μὲ τὸν κατηγορηματικώτερον τρόπον, διότι ἀφορᾷ τὴν συνθήκην μετὰ τῆς Σερβίας ἡ ὁμιλία μου.
§121Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τὸν Σαράφωφ διαψεύδετε ὅτι τὸν ἐκαλέσατε πρὸς κανονισμὸν τῆς Ἑλληνοβουλγαρικῆς ὁροθετήσεως;
§122ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν διαψεύδω καθόλου. Πρέπει νὰ σᾶς προσθέσω ὅτι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει ἐνδεχομένην τοιαύτην ἐπίθεσιν ἑνὸς τῶν συνεργατῶν, διὰ νὰ κρατῶ Πρακτικὰ τῶν συζητήσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ νὰ εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντῶ εἰς πᾶσαν σχετικὴν ἐρώτησιν τοῦ τέως συναδέλφου. Ἐνθυμοῦμαι ἐν τούτοις ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶχε προτείνει τὴν ἀποστολὴν εἰς Ἀθήνας τοῦ Σαράφωφ πρὸς διαπραγμάτευσιν τοῦ ζητήματος τῆς διανομῆς. Ἐπειδὴ δὲ αἱ μετὰ τῆς Σερβίας συνεννοήσεις διὰ τὴν συμμαχίαν ἦσαν τότε λίαν προκεχωρημέναι καὶ ἡ συμμαχία αὕτη ἀπηγόρευεν ἀκριβῶς ἰδιαιτέρας διαπραγματεύσεις ἑκατέρου τῶν συμμάχων πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, ἀπεφύγομεν τὴν ἀποστολὴν τοῦ Σαράφωφ, χωρὶς ῥητῶς νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν. Ὅτε δὲ δύο Μεραρχίαι ἡμῶν ἐθεωροῦντο ἡττημέναι, ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς Σόφιαν, ὅπως ἀποσταλῇ ὁ Σκράφωρ, διότι ὅ,τι ἐπεδιώκομεν πρὸ παντὸς ἦτο νὰ κατορθώσωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τότε τὸν πόλεμον ἀφοῦ ἡ μετὰ τῆς Σερβίας συμμαχία δὲν εἶχε γίνει.
§123Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δόξα τῷ Θεῷ ὅτι ὁμολογεῖτε. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀμφισβητεῖ τοῦτο, ἐγὼ τὸ ἀντιπαρέρχομαι πλέον, διότι ἀποτελεῖ ἀλήθειαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Δοϊράνης, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετέβη εἰς Θεσσαλονίκην πράγματι, διὰ νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ Παγγαίου. Ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς στρατιωτικῆς ζώνης, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἡ στρατιωτικὴ Ἀρχή, παρόντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ, καὶ συνωμολογήθη ἐκεῖ ἐντὸς 10 ὡρῶν συνθήκη μετὰ τῆς Σερβίας.
§124Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πότε;
§125Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαΐου ἢ ὀλίγας ἡμέρας μετά. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν ἡμέραν.
§126Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τῆς Σερβίας; Δὲν εἶχε κατέλθει πρὶν ὁ Διάδοχος τῆς Σερβίας πρὸς συνεννόησιν ὀλίγας ἡμέρας;
§127Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξεστόμισε πρὸ ὀλίγου διαψεύδων με μίαν ἀνακρίβειαν. Ἡ συνθήκη μετὰ τῆς Σερβίας συνωμολογήθη μετὰ τὰς πρώτας συμπλοκὰς τοῦ Παγγαίου.
§128Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὰς δευτέρας;
§129Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι.
§130Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τότε ποίας ὀνομάζετε δευτέρας Τότε εἶναι μετά.
§131Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰς οὐσιώδεις, ὅτε ἐπετέθησαν τὰ πέντε Βουλγαρικὰ Συντάγματα. Τὰς πρώτας δὲν ὀνομάζω καθόλου, διότι αὗται ἦσαν ἀσήμαντοι.
§132Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ τῆς καθόδου τοῦ Πάσιτς εἰς Θεσσαλονίκην καὶ πρὸ τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶχε κατέλθει incognito ὁ Διάδοχος τῆς Σερβίας;
§133Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀκριβῶς μὲ διέψευσε πρίν, ὡς εἰπόντα ὅτι αὐτὸς εἶχε κηρυχθῆ κατὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς συνθήκης τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας. Ἐγώ, ὅπου ὑπευθύνως ἀνεκοίνωσα πληροφορίας, δὲν ἔχω εἰπεῖ τοιοῦτό τι. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐθεώρει ἀνέφικτον τὴν συντέλεσιν συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας.
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐθεώρησα ταύτην ἀνέφικτον.
§135Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ τοὐλάχιστον ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνου ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἐτηλεγράφησε μάλιστα, ἐπειδὴ αἱ διαπραγματεύσεις εἶχον γίνει ἐντελῶς ἀνεπισήμως, ὥστε νὰ μὴ φαίνηται κυβερνητικὴ παρέμβασις μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν ἡγεμονικῶν Οἴκων, ὅτι παρακαλεῖσθε διερχόμενος ἀπὸ τὴν Σερβίαν νὰ βολιδοσκοπήσητε τὴν κατάστασιν ἐκεῖ. Αὐτὸ τοὐλάχιστον γνωρίζομεν ἡμεῖς οἱ Ὑπουργοί.
§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδείς μοὶ εἶπέ τι.
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τί σᾶς εἶπον. Ἐγὼ βεβαιῶ αὐτά. Διήλθετε ἐκ Σερβίας καὶ οὐδεμίαν νύξιν ἐν Σερβίᾳ ἐκάμετε περὶ τῆς ἀνάγκης συνομολογήσεως Ἑλληνοσερβικῆς συνθήκης. Τοῦτο ἀνεκοινώσατε σαφῶς ἐν τῇ ἁμαξοστοιχίᾳ Λαρίσης εἰς ὅλους τοὺς Ὑπουργούς, ὅτε ἤρχεσθε ἐκ Χαλκίδος εἰς Ἀθήνας. Κατὰ συνέπειαν αἱ πρῶται βάσεις τῶν συνεννοήσεων....
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἦτο εὐθὺς μετὰ τὸ Λονδῖνον.
§139Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ βραδύτερον ἐγένετο ἡ συνθήκη.
§141Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαιότατα.
§142ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δίδω μίαν πληροφορίαν, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ διάψευσιν καὶ ἡ ὁποία θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ.
§143Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ ἴδωμεν.
§144ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν Λονδίνῳ, ὁπότε ἐφάνησαν καταφανεῖς αἱ διαθέσεις τῆς Βουλγαρίας, κατ’ ἐπανάληψιν ὡμίλησα μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Σερβικῆς ἀποστολῆς κ. Νοβακόβιτς καὶ τῷ εἶπον· «Βλέπετε τὴν διαγωγὴν τοῦ Δάνεφ καὶ πολὺ φοβοῦμαι μὴ δὲν φθάσωμεν εἰς ὁμαλὴν διανομὴν τῶν ἐλευθερωθέντων μερῶν. Δὲν νομίζεται ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὰ δύο Κράτη Σερβίαν καὶ Ἑλλάδα, ἐνώπιον τῶν διαθέσεων αὐτῶν τῶν Βουλγαρικῶν, τῶν ἐνδεικνυομένων διὰ τῆς στάσεως τοῦ Δάνεφ, νὰ προσεγγίσωσι καὶ συνεννοηθῶσι περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ γίνῃ ἡ διανομή, ὥστε ἡ Βουλγαρία νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτει ἀρχικῶς;». Ὁ κ. Νοβάκοβιτς μοὶ εἶπε· «Μάλιστα· εἶμαι σύμφωνος πρὸς αὐτό. Δυστυχῶς δὲν ἀνήκω εἰς τὸ κρατοῦν κόμμα. Θὰ γράψω ὅμως εἰς τὸν κ. Πάσιτς· καὶ ἠξεύρω ὅτι ἔκαμεν ἔκθεσιν εἰς τὸν κ. Πάσιτς. Ὅτε δὲ διηρχόμην ἐκ Βελιγραδίου, διηρχόμην μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ τύχω ἀπαντήσεώς τινος, χωρὶς νὰ ἐρωτήσω βεβαίως τὸν κ. Πάσιτς ἄν ἔχει καμμίαν ἀπάντησιν· ἀλλὰ βολιδοσκοπήσας, ὅσον ἐνεδέχετο, δυστυχῶς οὐδὲν ἀπεκόμισα. Καὶ ὁ λόγος ἦτο ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Πάσιτς, τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος εἶχε συνθήκην περὶ τῆς διανομῆς μετὰ τῆς Βουλγαρίας, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐνόμιζεν ὅτι τὰ πράγματα Σερβίας καὶ Βουλγαρίας εἶχον τόσον καλῶς, ὥστε νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς περιπλοκὴν μετ’ αὐτῆς ἐξ αἰτίας τῆς Ἑλλάδος. Ὅτε βραδύτερον μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν διαπραγματεύσεων ἐν Λονδίνῳ, ἐγένοντο καὶ ἐν Βελιγραδίῳ αἱ σκέψεις ὅτι ἡ συνθήκη, ἡ ἐκ τῶν προτέρων καταρτισθεῖσα, ἔπρεπε ν’ ἀναθεωρηθῇ ἕνεκα τῶν μεγαλειτέρων ἰδίως θυσιῶν εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ἡ Σερβία, βοηθήσασα τὴν Βουλγαρίαν διὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Ἀδριανουπόλεως, τότε ἡ Σερβία ἤρχισε νὰ σκέπτηται περὶ συμμαχίας μετὰ τῆς Ἑλλάδος, διὰ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν Βουλγαρίαν καὶ τότε ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ ἡμῶν καὶ Σερβίας περὶ συμμαχίας διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς διανομῆς. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς δ’ ἐκείνης ἔκαμα ὅ,τι ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν διὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμμαχίας ταύτης. Καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι πολλάκις εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτε δὲν προσῆλθεν εἷς συνάδελφος ἡμῶν, ἐξανέστην, διότι παρελκύονται αἱ διαπραγματεύσεις.
§145Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Τὴν κατόπιν ἐπιτάχυνσιν τῶν ζητημάτων δὲν ἀμφισβητῶ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαιῶ εἶναι ὅτι, ὅτε ἤλθετε ἐκ Λονδίνου, αἱ μὲν συνεννοήσεις μεταξὺ τῶν ἡγεμονικῶν Οἴκων ἔβαινον προϊοῦσαι, ὑμεῖς δὲ διελθόντες ἐκ Βελιγραδίου ἤλθετε ἐδῶ χωρὶς νὰ ἐπιληφθῆτε αὐτῶν. Κατόπιν ἐπελήφθητε τοῦ ἔργου τούτου, καὶ ἐπελήφθητε αὐτοῦ μετὰ τόσης ταχύτητος, ὥστε ἐν Θεσσαλονίκῃ πλέον μεταβάντες ἐν διαστήματι δέκα ὡρῶν νὰ δωρήσητε ὅλην τὴν περιοχήν, ἡ ὁποία ἠμφισβητεῖτο πεισματωδῶς μεταξὺ Σερβικῆς καὶ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὴν περιοχὴν τὴν πρὸς βορρᾶν τῆς Δοϊράνης, περιλαμβάνουσαν τὴν πόλιν, τὴν λίμνην ἀκεραίαν καὶ μικρὰν περιοχήν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐπεφυλάσσομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς ἀντιστάθμισμα πρὸς τὴν Σερβίαν διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν, πολέμου ἐπιχειρουμένου καὶ νίκης ἐπιστεφούσης τὸν πόλεμον, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐπεξετείνετο πρὸς ἀνατολὰς κατὰ τρόπον, ὅστις νὰ ἐπέβαλλε πρὸς τὴν Σερβίαν παροχὴν ἀνταλλαγμάτων. Τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε· καὶ δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε ὅτι ὅλην αὐτὴν τὴν περιοχὴν ἀπεκόψατε διὰ μιᾶς, ἀπεκόψατε τὴν πόλιν τῆς Δοϊράνης καὶ τὸ ἥμισυ τῆς λίμνης αὐτῆς.
§146ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύνασθε νὰ βεβαιώσητε τὸ γραφὲν παρ’ ὑμῶν ἔν τινι ἐφημερίδι ὅτι ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος εἶχεν ἐν Βελιγραδίῳ ἐπιτύχει τὴν παραχώρησιν ὁλοκλήρου τῆς Δοϊράνης καὶ ὅτι ἐν Θεσσαλονίκῃ παρεχωρήθη τὸ ἥμισυ τῆς λίμνης;
§147Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοῦτο μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§148ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ παραπέμπετε δυστυχῶς εἰς ἀπόντα ἄνθρωπον. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ν’ ἀπευθυνθῆτε πρὸς τὸν κ. Στρατηγόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀντισυνταγματάρχης καὶ ἦτο στρατιωτικὸς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν Σερβίᾳ. Παρ’ αὐτοῦ δύνασθε νὰ βεβαιωθῆτε ὅτι τοὺς ἐκάλεσα νὰ ἔλθωσιν ἐν Θεσσαλονίκῃ, διὰ νὰ τελειώσῃ ἡ συνθήκη. Πρὶν δὲ φθάσωσιν εἰς Θεσσαλονίκην, ἐν Βελιγραδίῳ ἤδη ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος μετὰ τοῦ Στρατηγοῦ εἶχον συμφωνήσει ὅτι ἡ πόλις τῆς Δοϊράνης καὶ τὸ ἥμισυ τῆς λίμνης θὰ ἀνήκῃ εἰς τοὺς Σέρβους καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ τῆς λίμνης εἰς ἡμᾶς.
§149Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ σᾶς παραπέμπω πρὸς τὸν ἐν Ῥώμῃ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὑμεῖς μὲ παραπέμπετε πρὸς τὸν κ. Στρατηγόν.
§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ διεξάγων τὰς διαπραγματεύσεις ἦτο ὁ κ. Στρατηγός.
§151Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ δίδων ὁδηγίας εἰς τὸν κ. Στρατηγόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἴπετε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι ἐγὼ σᾶς παρέστησα ὡς μεταβάντα εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἀγνοοῦντα τί ἐγένετο ἐν Βελιγραδίῳ. Τοιοῦτό τι δὲν εἶπον. Ἐγὼ εἶπον καὶ ἔγραψα ὅτι μετέβητε εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἐκεῖ ἦλθεν ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος καὶ ὁ κ. Στρατηγὸς κληθέντες πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου. Σᾶς λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὅλον τὸ τμῆμα τὸ περιλαμβάνον τὴν πόλιν καὶ τὴν λίμνην τῆς Δοϊράνης καὶ ἡ πρὸς βορρᾶν περιοχὴ ἠμφεσβητεῖτο πεισματωδῶς, σεῖς δ’ ἐντὸς δέκα ὡρῶν τὰ ἐχαρίσατε εἰς τοὺς Σέρβους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ κ. Καμπῶν, ἐγὼ ὑπευθύνως τοιοῦτο ζήτημα δὲν ἀνεκοίνωσα, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τοῦ τρόπου τῆς διατυπώσεως, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι τὴν εὐθύνην τοῦ τρόπου τῆς διατυπώσεως ἀναλαμβάνω εἰς ὅ,τι γράφεται εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρός». Τῶν διατυπώσεων τούτων ἀναλαμβάνω ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε ὅτι ὅτε ἐστάλη, τὸ τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσατε πρὸ ὀλίγου, πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, συνετάχθη κατόπιν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς ὃ παρεμπιπτόντως ἐφέρετε τὸ ζήτημα αὐτό. Μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς εἶπεν ὅτι «δὲν στέλλω τὸ τηλεγράφημα, ἐὰν δὲν γίνῃ ἡ δήλωσις ὅτι δεχόμεθα τὴν γραμμὴν τοῦ Στύλου ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ λάβῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ τὴν Κορυτσᾶν». Σᾶς ἐζήτησε δὲ καὶ ψηφοφορίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ κάμω τηλεγράφημα ὅπως τὸ θέλετε σεῖς.
§152Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Διατί δὲν παρῃτήθητε τότε;
§153Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡσυχάσατε.
§154Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Αὐτὸ εἶνε τὸ οὐσιῶδες.
§155Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Τώρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ καταλήξωμεν καὶ μὲ τὸ ἱλαρὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, ἤθελε νὰ συγκινήσῃ τὴν Βουλήν, διότι τὸν κατηγόρησα ὅτι κατελήφθη ὑπὸ ὕπνου εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐνῷ ἦτο 54 ὥρας ἄϋπνος, καὶ εἶπε δῆθεν νὰ διακόψωμεν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι εἶναι κεκοπιακώς. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι διαρκοῦσης τῆς συζητήσεως, κατὰ τὸ Ὑπουργικὸν ἐκεῖνο Συμβούλιον, μεταξὺ τοῦ κ. Ῥακτιβὰν καὶ τοῦ κ. Κορομηλᾶ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατελήφθη ὑπὸ τοῦ ὕπνου καὶ μετ’ ὀλίγην ὥραν ἀνανήψας ἐξηκολούθησε τὴν συζήτησιν. Λέγω τοῦτο, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν. Βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἠγρύπνησεν ὑπερβαλλόντως, ἐγὼ δέ, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἐκεῖνο εἰργαζόμην τὰς αὐτὰς ὥρας καὶ πλείονας ἀκόμη καὶ γνωρίζω πόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰργάζετο, δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος θὰ κατηγορήσω ἕνα Πρωθυπουργὸν ἢ οἱονδήποτε ἄλλον ὅτι κατελήφθη ὑπὸ καμάτου, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τῆς καταπτώσεως τῆς νευρικῆς ὑπὸ τῆς ὁποίας εἶχε καταληφθῆ διὰ τὸ γεγονὸς τοῦ Παγγαίου, διὰ τὴν ἧτταν τεσσάρων Ἑλληνικῶν ταγμάτων ὑπὸ πέντε συνταγμάτων Βουλγαρικῶν, τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ὑπῆρχε δὲ καὶ ἄλλη πρᾶξις τὴν προτεραίαν, ὅτε συνεζητοῦντο αἱ πρῶται συμπλοκαί, καὶ ἄλλη πρᾶξις ἐμφαίνουσα τὴν ἀποθάρρυνσιν. Ἐνῷ ἐζητοῦντο ὁδηγίαι ὑπὸ τῆς ἐν Λονδίνῳ ἀντιπροσωπείας ἡμῶν διὰ τὰ ζητήματα τῆς ἐν Λονδίνῳ συναπτομένης συνθήκης μεταξὺ συμμάχων καὶ Τουρκίας, προσῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φέρων ὁλόκληρον τὸ σχέδιον τῶν ὁδηγιῶν, τῶν ὁποίων πολλὰ κεφάλαια περιελήφθησαν τροποποιημένα εἰς τὴν συνθήκην τῆς εἰρήνης τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετέβη παρὰ τῷ Βασιλεῖ. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἦσαν τεταραγμένοι, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ συζητήσωσι τὰ θέματα τῆς συνθήκης, ὅτε δ’ ἐπέστρεψεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, προέτεινεν ὁ ἴδιος ν’ ἀποσταλῇ τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην καὶ τὸν κ. Στρέϊτ ἐντελλόμενον νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν ἐλευθέρως. Ταῦτα εἶναι τὰ γεγονότα, καὶ δὲν ὑποθέτω ὅτι θ’ ἀμφισβητηθῇ καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα, ὅτι τὴν στιγμὴν τῆς διαπραγματεύσεως τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου ἡ ἧττα τεσσάρων Ἑλληνικῶν ταγμάτων ἔκαμε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ στείλῃ τηλεγράφημα πρὸς ἕνα πρεσβευτὴν καὶ ἕνα ἰδιώτην ἀφήνων αὐτοὺς ἐλευθέρους νὰ διαπραγματευθῶσι τὴν συνθήκην ὅπως θέλουν. Ἤμην ἠναγκασμένος νὰ εἴπω πάντα ταῦτα, λυποῦμαι ὅμως, διότι ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἄμυνάν μου, ἐπαναλαμβάνω, ἐναντίον τῶν ὅσα μοὶ παρεσκεύασαν. Τελευτῶν ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ τοῦτο, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς παραιτήσεώς μου εἶναι ζήτημα κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καθαρῶς τῆς μεγεθύνσεως τοῦ θωρηκτοῦ. Βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν, διότι εἶναι καθαρῶς ζήτημα ναυτικῆς συντάξεως τῆς χώρας, καὶ παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος. Κάμνω τὴν ἑσπέραν ταύτην μίαν δήλωσιν, διὰ νὰ ἄρω ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἀνακριβείας εἰς ἣν ὑπέπεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς καὶ μία ἑσπερινὴ ἐφημερίς, πεσοῦσα θῦμα τῆς καλῆς της πίστεως καὶ τῶν ψευδῶν πληροφοριῶν αἵτινες τῇ ἐδόθησαν. Ἐνταῦθα ἐλέχθη ὅτι ἐγὼ ἐμεγέθυνα τὸ θωρηκτὸν ἐναντίον ῥητῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐγράφη ἔξωθεν· δὲν ἐλέχθη ἐνταῦθα.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ εἶπον.
§157Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγράφη ἔξωθεν· δὲν ἐλέχθη ἐνταῦθα.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐλέχθη.
§159Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐλέχθη ἐνταῦθα ὅτι ἐναντίον τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρηγγέλθη τὸ θωρηκτόν. Ἐγράφη ἔξω, χωρὶς νὰ λεχθῇ ἐνταῦθα, ὅτι, ἐνῷ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔμεινε σύμφωνον διὰ τὴν μεγέθυνσιν τοῦ θωρηκτοῦ, ἐζητήθη τῇ παρεμβάσει τινὸς τῶν Ὑπουργῶν ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ κ. Κορομηλᾶς εἶπεν ὅτι θὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ὅτι μόνον κατόπιν ῥητῆς συγκαταθέσεώς του θὰ ὑπεγράφετο τὸ συμβόλαιον. Ὁ δοὺς τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὴν καλῇ τῇ πίστει πεσοῦσαν θῦμα ἐφημερίδα εἶναι ψεύστης κακοηθέστατος, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτος. Ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκετο ἐνταῦθα ἀκόμη, ἐλάβομεν ἓν τηλεγράφημα ἐγὼ καὶ ἕτερον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐγὼ μὲν παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐν Στέττιν ναυτικῆς ἀποστολῆς κ. Κανελλοπούλου, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς παρὰ τοῦ ἐν Βερολίνῳ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος, βεβαιοῦντα καὶ τὰ δύο τηλεγραφήματα ὅτι κατετέθη τὸ πρῶτον ἔλασμα τῆς τρόπιδος τοῦ θωρηκτοῦ καὶ συγχαίροντα τὴν Κυβέρνησιν. Κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα, ἔτυχε νὰ συνομιλῶ μετ’ ἀξιωματικοῦ ἀνωτέρου διακεκριμένου ὄντως, πρό τινων ἡμερῶν, πρὸ τριῶν, νομίζω, ἐπανελθόντος ἐξ Ἀγγλίας, ἔνθα ἠσχολεῖτο πρὸς παραλαβὴν πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ ἀνακοινώσαντος εἰς ἐμὲ ὅτι, ὡς τὸ θωρηκτὸν αὐτό, τὸ παραγγελθὲν κατὰ τὸν Ἰούνιον, εἶχε παραγγελθῆ, ἡ γνώμη τῶν ναυπηγικῶν κύκλων τῆς Ἀγγλίας, ὄχι τῶν ἐμπορικῶν, ἀλλὰ τῶν ἐπισήμων, ἦτο ὅτι τὸ θωρηκτὸν αὐτὸ δὲν ἀπετέλει ἀρτίαν μονάδα καὶ ὅτι ὑστέρει πολύ, συνιστῶντος δ’ εἰς ἐμέ, ἵνα λάβω πᾶσαν πρόνοιαν, ὅπως διορθωθῶσι τὰ ἐν τῇ μελέτῃ τῆς παραγγελίας τοῦ θωρηκτοῦ, μελέτῃ τῆς ὁποίας δὲν μετέσχον ἐγώ, διότι δὲν ἤμην Ὑπουργὸς τότε, τὰ ἐν τῇ μελέτῃ ταύτῃ γενόμενα λάθη. Ἔσπευσα πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἵν’ ἀνακοινώσω πρὸς αὐτὸν τὰς σκέψεις μου ταύτας, μόλις δ’ εἰσῆλθον εἰς τὸ γραφεῖον αὐτοῦ μοὶ ἔτεινε τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐπιτετραμμένου ἐν Βερολίνῳ καὶ μοὶ εἶπεν· ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα αὐτό· τί λέγεις, κύριε συνάδελφε; Ἡ Ἑλλὰς ἐμεγάλωσε, τὰ οἰκονομικά της αὐξάνουσι· δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κάμωμεν μεγαλείτερον τὸ θωρηκτόν; Τῷ ἀπαντῶ ὅτι δι’ αὐτὸ ἦλθον καὶ χαίρω ὅτι μὲ προελάβετε. Βεβαίως τὸ θωρηκτὸν τὸ ὁποῖον παρηγγείλαμεν ἀντεμετώπιζε τὰς ἀνάγκας τὰς πολεμικὰς τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος, διότι ἦτο τὸ ἀνώτατον πλοῖον τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν, ὑφ’ οὓς ὅρους παρηγγέλλετο τοῦτο. Ἀλλὰ τώρα, ὅτε εὑρισκόμεθα πρὸ σπουδαίας αὐξήσεως τοῦ Κράτους, ὀρθὸν ἦτο νὰ μελετήσωμεν, ἵνα καὶ ἡ μονὰς ἡ κατασκευαζομένη καταδικασθῇ εἰς ἀπομόνωσιν λόγῳ κρεισσόνων μονάδων, αἱ ὁποῖαι θὰ παρηγγέλλοντο κατόπιν, ἢ ἀποτελέσῃ κακὴν βάσιν πολλαπλασιασμοῦ πρὸς σχηματισμὸν μοίρας, ὅτε θὰ κατηρτίζομεν στόλον ἀνάπηρον. Ἀφοῦ εὗρον σύμφωνον τὸν κ. Πρωθυπουργόν, τῇ ἀδείᾳ καὶ συγκαταθέσει αὐτοῦ κατήρτισα ἐπιτροπὴν ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες προέβησαν εἰς μελέτην τῆς αὐξήσεως τοῦ πλοίου καὶ τῶν ἐπενεκτέων εἰς τοῦτο βελτιώσεων, ἐτηλεγράφησα δὲ πρακτικὰ εἰς τὸ κατάστημα Βούλκαν διὰ τοῦ ἐν Στέττιν ἀντιπροσώπου κ. Κανελλοπούλου, ἵνα σταματήσῃ ἡ ναυπήγησις, διότι μελετᾶται ἡ μεγέθυνσις τοῦ θωρηκτοῦ, ὑφ’ ἃ στοιχεῖα ἠθέλομεν ἀποστείλει τηλεγραφικῶς, προεκάλουν δὲ τὴν εἰς Ἀθήνας ἀποστολὴν ἀντιπροσώπου τοῦ καταστήματος, ἵνα συνεργασθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τακτοποίησιν τοῦ ζητήματος. Πράγματι μετὰ 18 ὥρας ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε καταρτίσει πρόχειρον διάγραμμα, διότι αἱ ἐπενεκτέαι μεταβολαὶ ἦσαν κεχωνευμέναι εἰς τὰς σκέψεις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, καὶ εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦτο περιελαμβάνετο αὔξησις τοῦ θώρακος κατὰ ἕνα δάκτυλον, αὔξησις τῆς ταχύτητος κατὰ ἓν καὶ ἥμισυ μίλλιον, αὔξησις τῶν πυριτιδαποθηκῶν, ὥστε νὰ περιέχωσιν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ἄλλαι τινὲς αὐξήσεις εἰς δευτερεύοντα σημεῖα. Συγχρόνως δ’ ὑπελογίσαμεν ὅτι αἱ αὐξήσεις αὗται θὰ ἦγον ἡμᾶς εἰς θωρηκτὸν 16,500 τόννων. Ἔδωκα τὸ σημείωμα τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ πρωτόκολλον, εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις τὸ διεξῆλθε τὴν νύκτα ἐν τῇ οἰκίᾳ του, τὴν δ’ ἐπαύριον μοὶ τὸ ἐπέστρεψεν εἰπὼν ὅτι εἶναι σύμφωνος ἐκτὸς δύο σημείων, τῶν ὁποίων τὸ ἕν, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ἦτο τὰ διαμερίσματα τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ τὰ ὁποῖα μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει ν’ αὐξήσωμεν τὸν ὄγκον ἑνὸς πλοίου. Μάλιστα ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ θὰ ἴδητε τὸ ἓν δι’ ἐρυθρᾶς μολυβδίδος σεσημειωμένον καὶ τὸ ἄλλο διὰ κυανῆς, διὰ χειρὸς τοῦ ἰδίου κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἔφυγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τοῦ Ὑπουργοῦ ἔχοντος ἐντολὴν νὰ προβῇ εἰς μεγέθυνσιν τοῦ θωρηκτοῦ εἰς τὰ σημεῖα ἐφ’ ὧν εἴχομεν συμφωνήσει. Ἦλθον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ καταστήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτηλεγραφήσαμεν τὰς ἐπενεκτέας βελτιώσεις, καὶ προσήγαγον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν κατήρτισα, ἀμέσως τὸ σχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀξιώσεων ἡμῶν, σχέδιον θωρηκτοῦ 16,500 τόννων. Κατήρτισα ἐπιτροπὴν, τῆς ὁποίας πρόεδρον ἔταξα ἓν τῶν μελῶν τῆς τότε ναυτικῆς ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, τὸ διαπρεπέστερον, τὸν πλοίαρχον Κάρτεϊλ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετάσασα τὸ σχέδιον εἶπεν ὅτι εἶναι καλόν. Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκετο ἐν Λονδίνῳ. Ἀλλὰ τὴν ἐπαύριον μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πρωτοκόλλου ἔλαβον ἀναφορὰν τοῦ πλοιάρχου Κάρτεϊλ, ἀναφέροντος πρὸς ἐμὲ ὅτι ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς συνυπέγραψεν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ὅτι τὸ πλοῖον εἶναι καλόν, ἀλλ’ ἰδὼν καὶ ἕτερον σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸ κατάστημα Βούλκαν καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει βελτιώσεις, αὔξησιν τοῦ πυροβολικοῦ κατὰ δύο πυροβόλα τῶν 35 διαμετρημάτων καὶ τέσσαρα τῶν 15, θεωρεῖ ὅτι τὸ πλοῖον τοῦτο εἶναι τὸ διὰ τὴν Ἑλλάδα χρήσιμον, εἶναι τὸ ἄρτιον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐγγυᾶται τὴν ἀσφάλειαν τὴν ναυτικὴν τῆς χώρας καὶ δύναται ν’ ἀποτελέσῃ τὴν ἀληθῆ μονάδα τῆς μελλούσης δυνάμεως τῆς χώρας, ἐὰν πολλαπλασιασθῇ αὕτη καὶ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς θέλῃ νὰ καταρτίσῃ πλήρη μοῖραν θωρηκτήν, καὶ παρεκάλει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πρότασίν του ταύτην εὐνοϊκῶς. Εἶχον τὴν ὑπογραφὴν ἀξιωματικοῦ τοιούτου κύρους, οὐχὶ δὲ Ἕλληνος, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξεφράζετο ὅτι πάσχουν ἀπὸ θωρηκτομανίαν καὶ πυροβολομανίαν, ἀλλὰ ξένου ἀμερολήπτου. Παρέπεμψα ἀμέσως δι’ ἐγγράφου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐξέτασιν τοῦ δευτέρου τύπου, ἥτις ὁμοφώνως ἀπεφαίνετο ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ πλοῖον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐχρειάζετο. Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου συνελθοῦσα ἐνέκρινε τὸ σχέδιον, μέλη δέ τινα αὐτῆς συνέστησαν καὶ ἄλλην αὔξησιν καὶ προσθήκην δύο ἀκόμη τηλεβόλων. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην προσήγαγον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τοῦτο ὁλόκληρον προυτίμησε τὸν τελειότερον τύπον. Μία ἐρώτησις μόνον ὑπεβλήθη ὑφ’ ἑνὸς τῶν κ. Ὑπουργῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἐβάσταζον τὴν περιπλέον δαπάνην. Ἦτο δὲ δαπάνη 8,000,000, διότι ἀντὶ τῶν 27,900,000, ἅτινα εἶχον ζητηθῆ διὰ τὸν πρῶτον τύπον, διὰ τῆς προσθήκης τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνέκρινεν, ἀνεβιβάζετο ἡ δαπάνη εἰς 34,500,000 καὶ διὰ τῆς τελευταίας προσθήκης ἀνεβιβάσθη εἰς 42,500,000. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος μὲ 20,000,000, ὡς εἶδον ἀναγραφόμενον ἐν ἐφημερίδι, ἀλλὰ μόνον μὲ 8,000,000, διότι περὶ τῶν περιπλέον ἑκατομμυρίων δὲν ὑπῆρχε διαφωνία. Ὅτε λοιπὸν ἠρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐστράφη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν — εὐτυχῶς ἔχω τόσον ἰσχυρὰν μνήμην, ὥστε νὰ ἐνθυμοῦμαι τὰ πράγματα κατὰ δευτερόλεπτον — καὶ εἶπε· σεῖς διεχειρίσθητε τὰ οἰκονομικὰ ἐπὶ ἔτος· ἐγὼ μόλις ἔχω δύο μῆνας. Δύνασθε νὰ δώσητε ἐπαρκεστέρας πληροφορίας πρὸς τὸν κ. συνάδελφον. Καὶ ὁ κ. Κορομηλᾶς εἶπεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐμεγάλωσε, χρήματα θὰ ἔχῃ καὶ δύναται νὰ δαπανήσῃ ἀκόμη 8 ἑκατομμύρια, διὰ ν’ ἀποκτήσῃ ἓν καλὸν θωρηκτόν. Κατόπιν τούτου τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁμοφώνως ὑπέγραψε τὸ πρακτικὸν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως. Ἔχων τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ χάσωμεν τὸν χρόνον τῆς ναυπηγήσεως ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ὑπογράψω καὶ τὸ συμβόλαιον περὶ αὐξήσεως τοῦ τύπου. Ταῦτα εἶναι τ’ ἀληθῆ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκετο ἐν Λονδίνῳ. Ὁ κ. Κορομηλᾶς δὲν ἐτηλεγράφησε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν οὔτε περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ τύπου τοῦ πλοίου, οὔτε, νομίζω, καὶ περὶ τῆς ὑπογραφῆς. Ἔμαθον μόνον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔμαθε τὴν εἴδησιν ἐκ τῶν ἐφημερίδων.
§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοὶ εἶχεν ἀναγγελθῆ.
§161Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λαβὼν γνῶσιν τοῦ πράγματος ἐτηλεγράφησε κατὰ πρῶτον ὄχι τεχνικὰς ἀντιρρήσεις, ἀλλ’ ὅτι ἡ μεγέθυνσις τοῦ τύπου τοῦ θωρηκτοῦ δυσχεραίνει τὴν λύσιν τοῦ διπλωματικοῦ ζητήματος παριστῶσα τὴν Ἑλλάδα ὡς ἔχουσαν ἀξιώσεις ὑπερφιάλους, διότι ἐθεωρεῖτο ἡ μεγέθυνσις τοῦ θωρηκτοῦ ὡς προδηλοῦσα Ἑλληνικὸν ἰμπεριαλισμὸν ἐν τῇ Μεσογείῳ καὶ καθιστῶσα δυσπίστους τὰς ἄλλας μεσογειακὰς Δυνάμεις πρὸς τὴν τρομερὰν μεγέθυνσιν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν. Εἰς τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ὁ κ. Κορομηλᾶς μετὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ παρεκλήθη νὰ τηλεγραφήσῃ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τί ἔκαμεν ἔκτοτε ἀγνοῶ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι ὅτι, ὅτε ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ Λονδίνου...
§162Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω νὰ προσθέσω.
§163Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπήν. Λέγω ὅτι, ὅτε ἐπέστρεψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ Λονδίνου, ἐπέστρεψε μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ θωρηκτοῦ εἶχε λυθῆ, ἐγὼ δ’ εὑρισκόμην, ὡς καὶ τὸ λοιπὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶχε παραιτηθῆ τῶν ἀντιρρήσεών του. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκών, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε ἔκαμεν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ παρατηρήσεις δριμείας, διότι ἐδημιουργήθη αὐτὴ ἡ κατάστασις.
§164ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε ἓν γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ σᾶς βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§165Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὑπάρχει μία διαφορά. Ὁ κ. Κορομηλᾶς ἀνεκοίνωσε τὴν δευτέραν ἀπόφασιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰπὼν σύναμα ὅτι εἶχεν ἀντιρρήσεις ὁ κ. Βενιζέλος, ἀλλὰ θὰ μεταπεισθῇ. Ἔκτοτε δὲ δὲν ἔκαμε λόγον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διατελοῦν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεῖπεν ὁ κ. Κορομηλᾶς ἐκεῖνο καὶ ἐγένετο.
§166Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Πρόκειται περὶ ἑνὸς δευτέρου τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἔφερε δευτέρας ἀντιρρήσεις τεχνικάς. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκετο ἐν ἀγνοίᾳ.
§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα τὸ δεύτερον πρέπει νὰ ὀνομάσητε· ἔλεγε ῥητῶς καὶ σαφῶς· «δὲν δέχομαι τὴν αὔξησιν, νὰ ἀκυρωθῇ ἡ σύμβασις καὶ ν’ ἀποζημιώσητε ἀκόμη». Ἐπέμενον εἰς αὐτό, διότι, ἐνῷ τὸ θωρηκτὸν ηὔξανετο κατὰ 50%, τὸ πυροβολικὸν τοῦ νέου θωρηκτοῦ ηὔξανετο κατὰ δύο καννόνια ἐπὶ ἕξ. Τὰ δύο καννόνια ἐγένοντο ὀκτώ.
§168Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι· καὶ τὰ ὀκτὼ μέσου πυροβολικοῦ ἐγένοντο δώδεκα.
§169ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τοῦτο καλῶς εἶχε τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ τὰ ἕξ τὰ μεγάλα ἐγένοντο ὀκτώ, δὲν ἐγένοντο ἐννέα.
§170Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἐννέα.
§171ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ κυρία ἀντίρρησις δὲν ἦτο μόνον εἰς τὸ οἰκονομικὸν μέρος· ἦτο καὶ ζήτημα προγράμματος. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ ὥρα νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§172Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα μόνον τοῦτο ν’ ἀναιρέσω, τὸ λεχθὲν ὅτι ἐγένετο ἡ σύμβασις παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀκριβές.
§174Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ σύμβασις εἶχε γίνει.
§175ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ εἰς τὸ πρῶτον τηλεγράφημα ἐλέγετο ῥητῶς, καὶ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνεκοινώθη, ὅτι δὲν συμφωνῶ εἰς αὐτό.
§176Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ ἐκτίθεσθε εἰς διαψεύσεις, διότι ἡ σύμβασις εἶχε συνομολογηθῇ, ὅτε σεῖς ἐλάβετε γνῶσιν.
§177ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν ἐκάματε χωρὶς νὰ μ’ ἐρωτήσητε.
§178Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι αὐτό, δηλώνω μόνον τοῦτο, ὅτι ἐμείναμεν σύμφωνοι διὰ ν’ αὐξήσῃ τὸ πλοῖον εἰς 16.500 τόννους καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῆτε, τὸ ηὔξησεν εἰς 19.500 τόννους.
§179ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε εἰς 16.500 τόννους εἶχα μείνει σύμφωνος. Μόνον εἰς τὸ ν’ αὐξηθῇ ὁ θώραξ συνεφώνησα.
§180Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἐγνωρίζετε πολὺ καλά. Σᾶς εἴπομεν ὅτι θὰ εἶναι θωρηκτὸν 16.500 τόννων· ὅτε δ’ ἠρωτήσατε περὶ τῆς διαφορᾶς τῆς δαπάνης, σᾶς εἶπον προχείρως ὅτι αὕτη θὰ ἦτο 6.000.000 ἕως 6.500.000, ὑπολογίσας ἀμέσως αὔξησιν 3.000 τόννων πρὸς 2.200 φρ. τὸν τόννον, τὸ ὁποῖον κάμνει 6.500.000 δραχμῶν.
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅτε θὰ ἐτοποθετοῦντο καννόνια, θὰ ηὔξανεν ἡ τιμή.
§182Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα, ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν εἶσθε ἀκόμη πολὺ προκεχωρημένος. Ἐγὼ εἶχον ἐντολὴν νὰ φθάσω εἰς 16.500 τόννους τὸ θωρηκτόν, τὸ ὁποῖον ηὔξησα εἰς 19.500 τόννους πρὶν ἢ γνωσθῇ ἡ τοιαύτη ἀπαγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ στηριζομένη εἰς τὸ ὅτι δυσχεραίνονται αἱ διαπραγματεύσεις καὶ μεταβάλλεται τὸ ναυτικὸν πρόγραμμα. Ὅτε ἐγνώσθη ἡ ἀντίρρησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ σύμβασις εἶχε γίνει καὶ ἐπῆλθεν εἶτα ἡ ῥῆξις, τῆς ὁποίας τὴν ἐκδήλωσιν ἔσχομεν τῇ 5ῃ Νοεμβρίου. Ἀνεκοίνωσα ταῦτα, διὰ νὰ γνωσθῇ σαφῶς ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπεβάρυνα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ 20.000.000, ἀλλὰ μόνον δι’ 8.000.000. Διότι ἀπόψε μία ἐφημερὶς παραπλανηθεῖσα ἀναγράφει ὅτι ηὔξησα τὰς δαπάνας κατὰ 20.000.000. Καὶ εἶναι μὲν ἐν καλῇ πίστει ἡ ἐφημερίς, ἀλλ’ εἶναι ἐν κακῇ πίστει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὴν πληροφορίαν. Ἐπίσης δὲ γράφει ὅτι εἶχον ἀπαγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ δήλωσιν τοῦ κ. Κορομηλᾶ ὅτι δὲν θὰ ὑπογραφῇ τὸ συμβόλαιον ἄνευ ἀδείας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀνεκοίνωσε ταῦτα εἰς τὴν ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα δὲν εἶναι ἄξιος τιμῆς, διότι εἶναι ψεύστης ἐξ ἐπαγγέλματος. Κατόπιν τούτων, ἐξηγηθέντων τῶν ζητημάτων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἵνα καταθέσῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελον.
§183Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ ἐγγράφως.
§184Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν πειράζει. Νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὸν φάκελον· τὸν ἔχουσιν ἕτοιμον. Ἐφρόντισα πρὶν φύγω νὰ μὴ σᾶς ὑποβάλω εἰς κόπον. Ὁ φάκελος εἶναι εἰς τὰς διαταγάς σας. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος τοῦ θωρηκτοῦ, διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις ναυτικὴ πλέον, αἰρομένων ἀπὸ τοῦ μέσου τῶν προσωπικῶν ζητημάτων τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν παραίτησιν, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι ἀπόψε ἔληξαν, διότι δὲν ἔχει ὄρεξιν ἡ Βουλὴ ν’ ἀσχοληθῇ καὶ ἄλλην μίαν φορὰν εἰς ἀντεγκλήσεις Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ παραιτηθέντος. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα πλὴν τῶν δύο τηλεγραφημάτων, τῶν ὁποίων ἡ κατάθεσις δὲν εἶναι δυνατή, καταθέσῃ τὰ τηλεγραφήματα τ’ ἀνταλλαγέντα μετὰ τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ Πρεσβείας καὶ τοῦ ἐν Γαλλίᾳ ἐπιτετραμμένου γραμματέως, τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ «Ῥίου–Ἰανεΐρου», διότι μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας θὰ ἔλθῃ ἡ αἴτησις τοῦ εἰσαγγελέως πρὸς παροχὴν ἀδείας καταδιώξεως τοῦ συκοφαντήσαντός με Βουλευτοῦ Λακωνίας ἢ πιθανόν, ὡς ἤκουσα διαδιδόμενον εἰς τὰς ῥύμας καὶ τὰς ἀγυιάς, θὰ ὑποβληθῇ ἡ πρότασις εἴκοσι Βουλευτῶν περὶ καταδιώξεως ἐμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων. Ἐπαναλαμβάνω δ’ ὅτι τὰ δύο τηλεγραφήματα πιθανὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θεωρήσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῶσιν, ἀλλὰ τὰ λοιπὰ εἶναι καταθέσιμα, διότι ἀφορῶσι συνεννοήσεις πρὸς ἰδιώτας καὶ οὐχὶ πρὸς Κράτος. Ἐγὼ δ’ ἐννοῶ οἱανδήποτε συζήτησιν διεξαχθησομένην ἐν τῇ Βουλῇ νὰ διεξαγάγωμεν ἐν ἡμέρᾳ ὡρισμένῃ καὶ ὄχι δι’ αἰφνιδιασμῶν, ὥστε ἐγὼ νὰ μὴ ἔχω πρόχειρα τὰ ἔγγραφα μέσα τῆς ἀποδείξεως τῶν λόγων μου. Συγχρόνως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων θ’ ἀποδειχθῇ πληρέστατα ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πιθανῶς νὰ παρέβη τὴν ἀπαιτουμένην πειθαρχίαν, τὴν ἀπαιτουμένην ἱεραρχίαν, τὴν ἀξιουμένην Σουλτανικὴν κυριαρχίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλ’ αὐξήσας τὸ θωρηκτόν, ἔστω καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔσωσε τὸ ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος.
§185Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, οὔτε διὰ μακρῶν οὔτε μὲ τόσον ἀνήσυχον τόνον, ὅσον ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος. Δὲν ἔχασα χαρτοφυλάκιον καὶ ἑπομένως δὲν ἔχω χάσει καὶ τὴν ψυχραιμίαν μου. Εἰς τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἐν τῇ φυσικῇ του ὀργῇ ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἐξετόξευσεν ἐναντίον μου, θὰ ἔλθῃ καιρὸς ὅπως ἀπαντήσω. Παρετήρησα ὅμως ὅτι ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἔδωκεν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνυπογράφως ἔγραψα εἰς μίαν ἐφημερίδα ἔννοιαν πολὺ μεγαλειτέραν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θ’ ἀνεγίνωσκε αὐτά. Ἐγὼ ἐνυπογράφως κατήγγειλα ὡρισμένα γεγονότα· ἔννοιαν ὅμως ἐπὶ τῶν γεγονότων τούτων δὲν ἔδωκα οἵαν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ὁ κ. πρώην Ὑπουργός. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Στράτου ὅτι ὅσα ἐνυπογράφως ἔγραψα ἐγένοντο κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ πεισθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἐξ αὐτῶν τῶν γεγονότων....
§186Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔφυγε.
§187Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ἔφυγε· δὲν τὸν συμφέρει νὰ μείνῃ· εἶναι φυγάς, διότι μόνον οἱ φυγάδες δὲν ἔχουσι θάρρος ν’ ἀκούσωσιν ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὕβρισαν. Ἀλλ’ εἶναι τοιοῦτος ὁ χαρακτήρ του, ἐγὼ ὅμως θὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ εἴπω ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν εἶχον τὰ δημοσιευθέντα πρὸς τὴν παραίτησιν, ἀλλ’ ἀπετέλουν ἄθροισμα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔγραψα πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Δέκα πέντε ἡμέρας πρὶν κατηγορήσω ἐνυπογράφως τὸν κ. Στράτον εἶχον γράψει ὅτι ἦτο σκανδαλώδης ἡ μὴ ἀποστολὴ εἰσέτι πληρωμάτων, ὅπως ὁδηγηθῶσιν ἐνταῦθα τὰ ἕξ τορπιλλοβόλα, ἐνῷ ἐπέκειτο ὁ πόλεμος ὁ ὁποῖος θὰ διεξήγετο κατὰ τῆς Τουρκίας μόνον κατὰ θάλασσαν. Διὰ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Ἀραβαντινοῦ ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μὲ εἰδοποίησεν ὅτι δὲν συμφέρει νὰ γίνῃ περαιτέρω λόγος διὰ τὰ τορπιλλοβόλα, ἐπειδὴ θὰ ἐλάμβανε γνῶσιν ἡ Τουρκία καὶ θὰ ἐπενέβαινε παρὰ τῇ Γερμανίᾳ, ὅπως ἐμποδίσῃ τὸν ἀπόπλουν αὐτῶν. Ἐσιώπησα. Ἀργότερα ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ Βραζιλιανοῦ πρὶν ἢ γίνῃ ἡ σκέψις παρὰ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ ν’ ἀναγκάσῃ τὸν κ. Στράτον εἰς παραίτησιν. Ὥστε εἶχε γίνει λόγος καὶ περὶ τῶν τορπιλλοβόλων καὶ περὶ τῆς μεσιτείας τοῦ Βραζιλιανοῦ. Ταῦτα ἦσαν γνωστά· ἐπεκαλέσθην κατόπιν καὶ τὴν πλαστότητα τοῦ τηλεγραφήματος τῆς «Νέας Ἡμέρας» καὶ τούτου ἡ ἀκρίβεια ἐξηλέγχθη, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐγένετο ἐπινόησίς τις, διότι ὁ ἴδιος διευθυντὴς τῆς «Νέας Ἡμέρας» ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα του ἐνυπογράφως ὡμολόγησεν ὅτι τὸ τηλεγράφημα ἦτο πλαστόν, ὅτι ἡ εἴδησις περὶ παραγγελίας θωρηκτοῦ ἐχαλκεύθη ἐν Ἀθήναις. Ἂν συνέδεσα τὴν πλαστότητα τοῦ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἂν εἶπον ὅτι ἐκεῖθεν ἔλαβε τὴν πληροφορίαν, τοῦτο ἔκαμα, διότι οὕτως ἐπληροφορήθην καὶ τοιαύτας ἀποδείξεις ἔχω· οὐδ’ ἠδύνατο παρ’ ἄλλου μὴ Ὑπουργοῦ νὰ λάβῃ τοιαύτην πληροφορίαν ἡ «Νέα Ἡμέρα». Ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη ἐχάλκευσε τὸ ἀντεθνικὸν ἐκεῖνο τηλεγράφημα, τὸ συνταράξαν τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον, ὡς προελθὸν δῆθεν ἐκ Βιέννης, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Εὐρώπη οὔτε εἴδησιν εἶχεν, ὡς ἐπίσης δὲν εἶχεν εἴδησιν οὔτε ἡ Ἑλλάς. Ποῦ εὑρίσκετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐγὼ ὄργανον γενόμενος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θέλοντος ν’ ἀπολύσῃ τὸν Ὑπουργόν του καὶ προσάψῃ εἰς αὐτὸν μομφὴν ἐδημοσίευσα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσα, ἀφοῦ τὰ μὲν δύο πρῶτα στοιχεῖα τῆς κατηγορίας εἶχον ἤδη δημοσιεύσει εἰς τὴν ἐφημερίδα, τὸ δὲ τρίτον εἶναι ἀποτέλεσμα ἐνεργείας ἄλλου μὴ διαψευσθείσης, ἀλλ’ ἐπιβεβαιουμένης ὑπ’ αὐτοῦ ὅστις τὴν διέπραξε; Ποῦ εὑρίσκετε συμπαιγνίαν γενομένην μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐμοῦ, ὡς ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, συμφώνως πρὸς τὸν ἄπιστον αὑτοῦ χαρακτῆρα, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ; Ὅσα εἶπεν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τὰ εἶπε μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐκδικηθῇ, διότι ἔχασε τὸ χαρτοφυλάκιον, ὄχι δὲ διότι ἐγὼ τὸν κατηγόρησα. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν φοβοῦμαι τὴν κατηγορίαν ἐπὶ συκοφαντίᾳ καὶ ἐξυβρίσει. Ἂν τὴν ἐφοβούμην, θὰ ἔκαμνα χρῆσιν τῆς ἀσυλίας καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ κατήγγελλον ὅσα κατήγγειλα, ἀλλ’ ἐγὼ ἐχρησιμοποίησα ἐφημερίδα καὶ τὴν ὑπογραφήν μου, διὰ νὰ καταγγείλω ὡρισμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ διαψευσθῶσι. Διότι οὔτε τὰ ἕξ τορπιλλοβόλα εἶχον παραληφθῆ, καίτοι ἓξ μῆνες εἶχον παρέλθει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν τὸ πρῶτον τορπιλλοβόλον ἔπρεπε νὰ καταπλεύσῃ ἐκ Στεττίνου, οὔτε εἶναι μυστήριον εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὅτι διεξήγοντο διαπραγματεύσεις πρὸς προμήθειαν θωρηκτοῦ ὑπὸ μεσίτου, οὔτε εἶναι ψευδὲς ὅτι ἐχαλκεύθη ὑπὸ ἐφημερίδος τηλεγράφημα, ἀφοῦ ἡ ἐφημερὶς ὡμολόγησε τοῦτο. Ἂν ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα κατήγγειλα ὑποψιάζεται ἄλλα, καχύποπτος ὤν, διὰ τοῦτο δὲν πταίω ἐγώ· πταίει ἡ κοινὴ γνώμη, ἥτις τοιαύτην ἔχει σχηματίσει γνώμην περὶ τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὥστε αὐτὸς παρελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὁμιλήσῃ περὶ πραγμάτων περὶ ὧν οὐδεὶς τὸν κατηγόρησε, νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς πενίας του, νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι καταχραστής, ἀφοῦ οὐδεὶς τὸν κατηγόρησε ὡς τοιοῦτον, νὰ μᾶς παραπέμψῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπως μάθωμεν ὅτι ἔκαμε χρέη, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔκαμνεν, ἐὰν εἶχε κερδίσει ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐφαντάσθη ὅτι τῷ ἀπεδώκαμεν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ κατηγορούμενος, ἀλλ’ ἐκεῖνος εἶναι κατηγορούμενος. Θὰ ἔχω δὲ τὴν δύναμιν νὰ κατηγορήσω αὐτὸν διὰ πολλὰς ἄλλας παρανομίας, ὅταν θὰ ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἀλλ’ ὁ κ. Στράτος θέλει ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἄλλα ἐλατήρια τὴν κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν μου. Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον τῆς τοιαύτης πολεμικῆς ἐναντίον τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, ὅτε ὑπέβαλε σωρείαν νομοσχεδίων, εἴκοσι καὶ δύο ἐν ὅλῳ, ἐνῷ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρασκευάζων 200.000 στρατοῦ ὑπέβαλε τρία μόνον νομοσχέδια, καὶ ἐκ τῶν εἴκοσι καὶ δύο μόνον δύο ἢ τρία εἶχον σχέσιν μὲ τὴν πολεμικὴν παρασκευήν, ὅλα δὲ τὰ λοιπὰ εἶχον προσωπικὸν χαρακτῆρα, ἠναγκάσθην ν’ ἀπευθύνω ἐπιστολὴν πρὸς αὐτόν, διότι συνεδεόμην μετ’ αὐτοῦ διὰ προσωπικῆς φιλίας, διὰ τῆς ὁποίας τῷ ἐδήλουν, ὅτι ἡ συνείδησίς μου ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους δὲν μοὶ ἐπέτρεπε καὶ εἰς τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις ν’ ἀφήσω ἀπολέμητα τὰ νομοσχέδιά του. Μὲ ἐκάλεσε δι’ ἀξιωματικοῦ εἰς τὸν οἶκόν του καὶ ἐκεῖ ἐγένετο συμβιβασμός, ἀφοῦ ἀπεκόπησαν πολλαὶ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐθεώρουν καταστρεπτικάς, καὶ οὕτως ἐψηφίσθησαν ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’ ὅτε ἦλθεν ὁ Φεβρουάριος καὶ ὁ κ. Στράτος ἐν τῷ μεταξὺ θύσας καὶ ἀπολέσας κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ἦλθε πάλιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὑπέβαλε σωρείαν ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν εἶχον σχέσιν μὲ τὴν πολεμικὴν παρασκευήν, ὡς θ’ ἀποδείξω, ἠναγκάσθην νὰ μετέλθω πολεμικὴν ἥτις ἐτάραξε τὸν κ. Στράτον, ὅτε μὲ ἤκουσεν εἰπόντα ὅτι ἔχω ἀντίρρησιν ὅπως κηρυχθῶσι τὰ νομοσχέδιά του κατεπείγοντα, διότι θέλω νὰ λάβω τὸν λόγον· ἐταράχθη δέ, διότι δὲν περιέμενε τοιαύτην πολεμικήν. Τὰ νομοσχέδια ἐπολεμήθησαν, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἐστρέφοντο κατὰ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, κατὰ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ μὴ δύναταί ποτε νὰ μείνῃ ἥσυχος, ἀλλὰ νὰ σπαταλᾷ τὰ δημόσια χρήματα ἐκεῖ ὅπου οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη. Εἶναι περιττὸν νὰ θέλῃ ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ ἄλλα ἐλατήρια, ὅτε οὐδὲν ἄλλο ἐλατήριον ὑπάρχει παρὰ μόνον ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος. Διεκρίθην μάλιστα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ μίαν ἀδυναμίαν, νὰ ψέγω πᾶν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητοῦντο ἀδικαιολόγητοι δαπάναι εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Καταγγέλλων τὸν κ. Στράτον θὰ ἠδυνάμην, καθὼς εἶπον, ἂν ἐφοβούμην τὸν ποινικὸν νόμον, νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀσυλίας καὶ νὰ λάβω τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ παρῃτήθην τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, διὰ νὰ δώσω ἀκριβῶς εἰς αὐτὸν τὴν εὐκαιρίαν νὰ μὲ καταγγείλῃ. Ἀλλὰ πρὶν μὲ κατηγορήσῃ αὐτὸς θὰ τὸν κατηγορήσω ἐγώ, διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔγραψα ἐναντίον του, ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα τὸν κατηγορῶ, δὲν εἶναι ἐγκλήματα διὰ ν’ ἀχθῶ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀχθῇ οὗτος ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, διότι τὰ ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα κατήγγειλε εἶναι πολιτικὰ καὶ οὐχὶ κοινά, καὶ ἁρμόδιον δὲν εἶναι τὸ ποινικὸν δικαστήριον, ἀλλὰ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Πρέπει πρῶτον νὰ καθαρίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν θέσιν του, θέσιν τὴν ὁποίαν ἐδυσχέρανεν ἡ πορεία μου ἀφ’ ὅτου ἐγκατέλιπε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν, ὅτε ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἠκούσθησαν καὶ τόσα ἄλλα ἐναντίον του, διὰ νὰ δικαιοῦται νὰ κατηγορήσῃ ἄλλους. Δὲν θὰ ὀκνήσω ἐγὼ νὰ προσέλθω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅταν θὰ φθάσῃ ἡ στιγμὴ καὶ λάβω τὰ στοιχεῖα ὅπως ἀναπτύξω τὴν κατηγορίαν, ὅτι ὅλα ὅσα κατήγγειλα εἶναι σωστὰ καὶ ἀκέραια. Θ’ ἀποδείξω πρὸς τούτοις ὅτι ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα εἶναι ἐπίσης ὀρθά, καὶ θ’ ἀποδείξω ταῦτα δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὥστε οὐδεμία νὰ μείνῃ ἀμφιβολία εἴς τινα τῶν κ. Βουλευτῶν περὶ τῆς βασιμότητος τῶν καταγγελιῶν μου. (Χειροκροτήματα).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν (Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΔΡΛΔʹ νόμου τῆς 28 Φεβρουαρίου 1913». Ἐπίσης γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων περὶ κυριακῆς ἀργίας ͵ΓΟΝΕʹ τῆς 3 Δ]βρίου 1909, ͵ΓΦΜΔʹ τῆς 22 Ἰανουαρίου 1910 καὶ ͵ΓΧΙϚʹ τῆς 11 Μαρτίου 1910»).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι μέλη τῶν διαφόρων κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν νὰ ἐπισπεύσωσι τὰς ἐργασίας των, διότι τινὲς ἐξ αὐτῶν οὔτε ἀρχαιρεσίας κἂν ἔκαμον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8.15′ μ.μ.