1913.11.13
7.077 στίχοι · 55.802 λέξεις · 299 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
τῆς 13 Νοεμβρίου 1913
Προεδρία κ. Κωνστ. Ζαβιτσιάνου.
(Ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν: Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδείου κατάδικος Κ. Κωνσταντόπουλος παραπονεῖται ὅτι ἀπώλεσε ταχυδρομικὸν δέμα. Ἡ ἐκ Ζαχάρως τῆς Ὀλυμπίας Σταθούλα σύζυγος τοῦ στρατιώτου Παναγιώτου Γεωργοπούλου, πάσχοντος ἐκ κήλης, παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῇ οὗτος τῆς στρατιωτικῆς του ὑποχρεώσεως. Ὁ ἐκ Ναυπάκτου Ἰω. Λελούδας, πατὴρ τοῦ φονευθέντος ἐν Μπιζανίῳ ἀνθυπολοχαγοῦ Βασ. Λελούδα, πάσχων οἰκονομικῶς ἐκ τῆς ἀπωλείας τοῦ υἱοῦ του, παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ περὶ αὐτοῦ πρόνοια. Οἱ ἐν Ἀθήναις φοιτηταὶ τῆς Ἰατρικῆς σχολῆς τοῦ Ἐθν. Πανεπιστημίου παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῇ αὐτοῖς προθεσμία διὰ τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις των τοῦ βʹ ἔτους. Οἱ ἐν Καυκάσῳ Ἕλληνες ὑποβάλλουσι διὰ τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ ἱερέως Κ. Παπαδοπούλου ὑπόμνημα σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς μεταναστεύσεώς των. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μαζεΐκων παρακαλοῦσι νὰ ληφθῇ πρόνοια σχετικῶς μὲ τὸ κλείσιμον τοῦ σχολείου των κατόπιν τῆς ἐγγραφῆς 200 μαθητῶν. Μὴ ὑπαρχούσης εἶτα ἀντιρρήσεως χορηγοῦνται αἱ κάτωθι ἄδειαι· Εἰς τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ἀρ. Σακελλαρίου 25 ἡμερῶν. Εἰς τὸν βουλευτὴν Κυκλάδων κ. Σ. Βαφειαδάκην ἑνὸς μηνός. Εἰσέρχεται εἶτα ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. Πετροπουλάκης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ὅπως διὰ νομοθετικῆς πράξεως ληφθῇ ἐξαιρετικῶς μέριμνα διὰ τοὺς ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ διαμένοντας καὶ ἐξ ἀδυναμίας καθυστερήσαντας στρατευσίμους.
§3ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐλήφθη ἤδη πρόνοια περὶ αὐτῶν.
§4Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ ὑποβάλω σχετικὴν παράκλησιν. Πολλοὶ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ προσελθόντες κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι ὑποχρεωμένοι ἀπολυόμενοι νὰ καταβάλωσι ποσὸν 500 δρ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως λάβῃ περὶ αὐτῶν μέριμναν, διότι ὅσα χρήματα εἶχον τὰ ἐδαπάνησαν κατὰ τὸν πόλεμον. Ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς νὰ πληρώσωσι κατὰ δόσεις. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν, ὅπως οἱ ἐξ αὐτῶν τραυματισθέντες ἀπαλλαγῶσι τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καθυστέρησαν θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ καὶ περὶ αὐτῶν ἐπιεικής τις πρόνοια, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι οὐδεὶς Ἕλλην καθυστέρησεν εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος ἄνευ ἀνυπερβλήτου κωλύματος. Ἐλάχισται μόνον ἐξαιρέσεις θὰ ὑπάρχωσι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Σεραφεὶμ παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτεται νὰ ἐπιτρέψῃ ἤδη πρακτικὰς ἐξετάσεις τῶν διδακτόρων τῆς Νομικῆς, καὶ μάλιστα ἤδη μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἐφέδρων τοιούτων διδακτόρων, διότι πολλοὶ τοιοῦτοι ὑπάρχουσιν ἀπὸ τριετίας περίπου.
§6Β. ΣΕΡΑΦΕΙΜ. Ἐπειδὴ ὑπέβαλον γενικὴν ἐπερώτησιν μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, θὰ περιορίσω ἤδη τὴν πρότασίν μου μόνον εἰς ἐκείνους τοὺς δικηγόρους οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ ἀτύχημα εἴτε λόγῳ ἀπαλλαγῆς εἴτε ἕνεκεν ἄλλου λόγου νὰ μὴ ὑπηρετήσωσι τὴν στρατιωτικὴν θητείαν των. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς τούτους νὰ ὑποστῶσι τὰς δικηγορικὰς ἐξετάσεις των.
§7Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πάντες οὗτοι κατὰ τὰς πληροφορίας μου ἔχουσιν ἔτος ἀσκήσεως. Ἑπομένως οὗτοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις. Τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶναι εὐεργετικὸν χάριν ἐκείνων τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατὸν ἐπέκεινα τῶν ἓξ μηνῶν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστρατείαν καὶ δὲν ἔχουσι συμπληρώσει τὸν χρόνον τοῦ ἑνὸς ἔτους. Εἰς τούτους ἐπετράπη, ὅπως μετὰ ἑξάμηνον ἄσκησιν ἐπιτραπῇ νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς ἐξετάσεις, κατὰ τὴν διάταξιν δὲ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ προκηρύξῃ ἐξετάσεις κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον ἐ. ἔ. Κατὰ τὸν χρόνον λοιπὸν καθ’ ὃν θέλουσι προκηρυχθῆ αἱ ἐξετάσεις θὰ ἔχωσι πάντες συμπεπληρωμένον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως προσέλθωσιν εἰς αὐτάς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμβάσεως περὶ εἰρήνης τῆς 1)14 Νοεμβρίου 1913». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς.
§9ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Καλέργης ἀγορεύσας προχθὲς ἐπέκρινε τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν τῶν Ἀθηνῶν καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ σημεῖα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀδίκως ἀνησύχησεν ἀπὸ τὸν πρόλογον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου, ὅστις πρόλογος ἄφηνε σαφῆ τὴν ὑποψίαν ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἄρθρων τῆς συνθήκης τόσην λύπην θὰ δοκιμάσῃ, ὥστε θὰ μειωθῇ ἡ χαρὰ τὴν ὁποίαν ἠσθάνθημεν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐκ τῆς ἀφίξεως τοῦ νικηφόρου στρατοῦ. Λέγω δ’ ὅτι ἀδίκως ἀνησύχησε, διότι ἐκ τῆς ἀναλύσεως τῶν ἄρθρων τῆς Συνθήκης ταύτης κατεδείχθη ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἦτο ἐντελῶς ἀθῷος τοιαύτης προθέσεως, διότι οὐδὲν δυσάρεστον παρουσίασε, τὸ ὁποῖον νὰ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι ἡ συνθήκη αὕτη εἶναι ἔργον ἀξιολύπητον. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν διαφόρων ἄρθρων τῆς συνθήκης ταύτης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξεσφενδόνησε μύδρους τινὰς ἐναντίον αὐτῆς προτάσσοντας ἐπιφόβως, ὅτι μάλιστα εἰπεῖν ὅτι κατεστράφη τὸ ζήτημα τῶν νήσων διὰ τῆς ἐπαναλήψεως τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου, ὅτι ἐχειροτέρευσεν ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Θεσσαλίας, ὅτι τέλος ἐφορτώθημεν διὰ τῆς συνθήκης ταύτης περισσότερα βάρη τῆς συνθήκης τῆς Αὐστροουγγρικῆς καὶ ἴσα μὲ τὴν συνθήκην τὴν Βουλγαρικήν, καὶ τελευταῖον ὅτι ἐπανήλθομεν ἐν τῇ συνθήκῃ τῶν Ἀθηνῶν ὅλως ἐπιζημίως τὴν διάταξιν τῶν μουφτήδων τῆς Κρητικῆς Πολιτείας. Πάντα ὅμως ταῦτα ἀδίκως, λέγω, μᾶς ἐθορύβησαν, διότι ἀπὸ ἐλαφράς τινας διορθωτικὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε μὲν γραμματικάς, ὅτι ἡ ἐπανάληψις δὲν εἶναι παρὰ μία ἀναπαραγωγὴ εἰς ἕνα λόγον, εἰς ἓν βιβλίον, εἰς ἓν ἔγγραφον, μιᾶς σκέψεως, μιᾶς ἐννοίας, μιᾶς λέξεως, καὶ ὅτι ἡ σκέψις, ἡ ἔννοια καὶ ἡ λέξις δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι παρὰ τὴν αὐτὴν ἀξίαν τῆς πρωτοτύπου, ὅτε δὲ παρατηρήσεις φύσεως νομοερμηνευτικῆς, αἱ ὁποῖαι διεπίστωσαν ὅτι τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, καθ’ ὅσον μάλιστα ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀγροληψίαν, ἐβελτιώθη κατὰ πολὺ ἐκ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, ὅτε δὲ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως καὶ τῆς ἐπιδείξεως ἁπλῶς τῶν συνθηκῶν, τῆς τε Αὐστροουγγρικῆς καὶ τῆς Βουλγαρικῆς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη ὅτι οὐ μόνον δὲν εἶναι καλλίτεραι ἐκεῖναι, ἀλλ’ ὅτι ἐν πολλοῖς οὐδὲ ἴσαι τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τούτων, λέγω, τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εὐγενῶς σιωπήσας καὶ οὐδὲν ἀντειπὼν ἐφάνη ὅτι δὲν ἐπεθύμει νὰ προσθέσῃ λύπην εἰς τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἀλλὰ νὰ ἐξαπολύσῃ μόνον πυραύλους τινάς. Ἀλλά, ἐάν, Κύριοι, ἀπαλλάξωμεν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας τῶν ἀληθῶς ἀσυστάτων τούτων ἐπιχειρημάτων, θέλομεν εὕρει ὅτι αὕτη περιέχει καὶ μέρος πολλῆς σημασίας, τὸ ὁποῖον δεῖται ἐμβριθοῦς ἐρεύνης τῆς Βουλῆς, διότι ἀφορᾷ σημαντικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος προκειμένου περὶ τῆς τύχης τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων ὑπηκόων. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς διεξετραγώδησε δι’ ἀρκετῶν μελανῶν χρωμάτων τὴν θέσιν τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων ὑπηκόων, ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς τοὺς ἐξευτελισμούς καὶ τοὺς κολάφους, τοὺς ὁποίους ἐπανειλημμένως ἐδέχθη ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ προσώπῳ τῶν προξενικῶν Ἀρχῶν ἐν Τουρκίᾳ, ἐπαναλαβὼν ἐν τέλει τὰς ἀληθῶς φρικώδεις ἐνοχλήσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ ἐν Τουρκίᾳ ὑπήκοοι Ἕλληνες διὰ τὰ ζητήματα τῆς φορολογίας, τῆς ἰθαγενείας καὶ τῆς στρατολογίας. Ἡ εἰκὼν αὕτη οὐδένα ἦτο προωρισμένη νὰ ἐκπλήξῃ, ὅσον καὶ ἂν παρεστάθη τραγική, διότι ἡ εἰκὼν αὕτη δὲν ἦτο ξένη πρὸς ἡμᾶς, δὲν ἦτο πρωτότυπος. Ἡ εἰκὼν αὕτη, Κύριοι, παριστᾷ κατάστασιν τὴν ὁποίαν θλιβερῶς ἐζήσαμεν, ἡ ὁποία μᾶς ἔκαμε νὰ αἰσθανθῶμεν πολλάκις φρικιαστικὰς ἀνατριχιάσεις, ἡ ὁποία κατεστάλαξεν εἰς τὸν ἐθνικόν μας ὀργανισμὸν δηλητήριον, μᾶς ἀπέδωκεν ἐξευτελισμοὺς μέχρις ἐντροπῆς εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἐκνευρισμοῦ, ὥστε μικροῦ δεῖν ἐφθάνομεν οὐ μόνον μέχρις ἐπαναστάσεως ἀλλὰ καὶ μέχρις ἀλληλοσπαραγμοῦ! Ἡ εἰκὼν αὕτη ἄρα μᾶς εἶναι πολὺ γνωστή. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴν καὶ οἱονδήποτε ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εὐαρεστηθῆ, νὰ μοὶ δώσωσι τὴν ἀπάντησιν· νομίζουσιν ὅτι αὐτὴ ἡ εἰκὼν καὶ ἡ κατάστασις ἡ ἀφόρητος τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς τυχὸν μειονεκτικοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τοῦ 1897;
§10Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὄχι τὸ εἶπον. Ἀλλ’ ὀφείλεται καὶ εἰς αὐτούς.
§11Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ δύναται νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἢ εἴ τις ἄλλος ὅτι, ὅπως οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἐν Τουρκίᾳ μείνωσιν ἥσυχοι ἀπὸ τὰς Τουρκικὰς ὑπερβασίας, θὰ ἤρκει ἡ ἐπὶ τοῦ χάρτου μόνον βεβαίωσις ὅτι ἡ Τουρκία ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσῃ τοὺς συμφωνηθέντας ὅρους συνθήκης τινός;
§12Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε τότε νὰ μὴ κάμωμεν τίποτε· καμμίαν συμφωνίαν.
§13Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, ποῖοι ἦσαν οἱ ὅροι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετεβλήθησαν διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1897 ἢ μᾶλλον διὰ τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεων τῶν τεσσάρων μεγάλων Δυνάμεων. Αἱ παραλλαγαὶ αὗται εἶναι σχεδὸν αἱ ἑξῆς. Ἀπαλλάσσονται πλέον διὰ τῆς συνθήκης ταύτης τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τὰ πράγματα τῶν Ἑλλήνων προξένων, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσαγωγικὸν τέλος μὴ ὑπερβαῖνον τὰ 2500 γρόσια· ὅτι ἐπίσης κατηργήθησαν οἱ ἄμισθοι πρόξενοι· ὅτι ἡ Προξενικὴ Ἀρχὴ ὤφειλε ν’ ἀποστέλλῃ τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς ἐγκαίρως εἰς τὰ Ὀθωμανικὰ δικαστήρια διὰ τὴν συγκρότησιν μετὰ τοῦ Ἕλληνος ὑπηκόου, καὶ ὅτι «ἐὰν δὲν ἐγίνετο τοῦτο, θ’ ἀνεβάλλετο ἡ ὑπόθεσις διὰ μίαν φοράν, ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν θὰ ἐξεδικάζετο αὕτη· ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Προξενικὴ Ἀρχὴ λαμβάνουσα ἔγγραφόν τι ὤφειλε νὰ ἐπιδίδῃ τοῦτο ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἄλλως ἐπέδιδε τοῦτο ἡ Ὀθωμανικὴ Ἀρχή· ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ὀθωμανικῶν δικαστηρίων κατὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ὤφειλον νὰ ἐπιδοθῶσιν ἐντὸς δύο μηνῶν, διότι, ἐὰν δὲν ἐπεδίδοντο ἐντὸς δύο μηνῶν, ἀνελάμβανε τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Ὀθωμανικὴ Ἀρχή, καὶ ὅτι ὁ Ἕλλην Πρόξενος καλούμενος ὅπως παραστῇ εἰς τὴν ἔρευναν πλοίου, ὤφειλε νὰ σπεύσῃ ἐντὸς τριῶν ὡρῶν, ἄλλως ἐν ἀπουσίᾳ του ἤθελε πράξει τοῦτο ἡ Ὀθωμανικὴ Ἀρχή. Αὗται ἦσαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, αἱ μεταβολαὶ αἱ ὁποῖαι ἐπηνέχθησαν εἰς τὸ καθεστὼς τὸ πρὸ τοῦ 1897 διὰ τοὺς ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνας ὑπηκόους διὰ τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως τῶν τεσσάρων πρέσβεων τῶν μεγάλων Δυνάμεων τῷ 1901. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἐρωτήσω· ὅλοι οὗτοι οἱ ἐξευτελισμοὶ τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτής, ὅλοι οἱ προπηλακισμοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ εἰς ἡμᾶς, καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐνοχλήσεις τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ ὀφείλονται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τοὺς μειονεκτικοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ταύτης τοὺς ἐπενεχθέντας διὰ τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως τῶν τεσσάρων πρεσβευτῶν τῶν μεγάλων Δυνάμεων; Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας τὸ ἐναντίον ἀπέδειξε προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀνέφερε πρὸς ἡμᾶς τρία παραδείγματα παρεκβάσεων τῶν Τούρκων, παρεκβάσεων αἵτινες συχνὰ δίδουσιν ἀφορμὴν διωγμῶν κατὰ Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ. Τὴν πρώτην ἀφορμὴν τὴν σπουδαιοτέραν δίδει τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας, τὸ Τεμετουάτ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἡ Ἑλλὰς διὰ παλαιοῦ τινος πρωτοκόλλου τοῦ 1867 εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι πληρώνωσι φόρον ἐν Τουρκίᾳ, ὁσάκις ἤθελον ἀποτελέσει μέλος τῶν συντεχνιῶν (ἰσνάφ), ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπιτραπῆ τοῦτο εἰς ὑπηκόους ἄλλου κράτους ἤ, ἂν παραχωρηθῇ, θὰ παραχωρηθῇ ὑπὸ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις. Ἡ Πύλη ὅμως παρεχώρησε τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀργότερον εἰς ἄλλους ξένους ἄνευ φορολογίας εἰδικῆς, ἐξ οὗ προῆλθεν ἡ ἀμφισβήτησις. Τὸ προνόμιον τοῦτο οὐδόλως ἐθίγη διὰ τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως τοῦ 1904, ἀλλὰ παρέμεινεν ὡς εἶχεν ἀπὸ τῆς συστάσεώς του. Καὶ ἐρωτῶ: κατὰ τί ἤθελεν ἐνισχύσει τὸ προνόμιον τοῦτο ἡ ἐπάνοδος τοῦ πρὸ τοῦ 1897 καθεστῶτος, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας;
§14Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§15ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ εἴπετε.
§16Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἦσθε παρών;
§17ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι εἰς τὸ μέρος τοῦτο. Περίληψιν ἀνέγνωσα τῆς ἀγορεύσεώς σας εἰς τὰς ἐφημερίδας, διότι ὅλη δὲν ἐδημοσιεύθη.
§18Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἀπαντᾶτε εἰς ὅ,τι δὲν εἶπον. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐξομαλύνῃ τὰς διαφορὰς καὶ ἐπιτύχῃ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ὑπηκόων ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ πρώην καθεστῶτος δὲν ἠξίωσεν ἐν Λονδίνῳ.
§19ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καλῶς. Θ’ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο. Ὡς δεύτερον λόγον ἀντιθέσεων, ἐνοχλήσεων, καταδιωγμῶν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ, ἔφερε τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ Πύλη διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Κανλιτζᾶ ἀνεγνώρισε τοὺς μέχρι τοῦ 1868 πολιτογραφηθέντας ὑπηκόους Ὀθωμανούς, ὡς πολίτας Ἕλληνας, πλὴν κατόπιν ἔφερε πλείστας δυσκολίας πρὸς τοῦτο, μετὰ δὲ τὴν μεταπολίτευσιν αἱ δυσκολίαι ἐκεῖναι ἐξεδηλώθησαν πολὺ περισσότερον, ὅτε ἐπεβλήθη τὸ σύστημα τῆς στρατολογίας τῶν χριστιανῶν. Καὶ ἐντούτοις οὐδὲ τὸ προνόμιον τοῦτο ἐθίγη ποσῶς διὰ συμβατικῆς μεταβολῆς. Αὐτὰ τὰ τρία ζητήματα κατὰ τὸν κ. συνάδελφον ἔφερον τὰς μεγαλειτέρας ἐνοχλήσεις τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ, ὅτε δὲ ταῦτα δὲν ἐμειώθησαν οὐδὲ μετεβλήθησαν οὐδὲ ποσῶς ἐπηρεάσθησαν ἐκ τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων, ἀλλὰ μόνον τὸ ζήτημα τῶν διομολογήσεων, τὸ ὁποῖον, ἂν πραγματικῶς ἄνοιξε πληγήν τινα εἰς καταχρήσεις Τουρκικάς, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ἐπίσης ὅτι ἔκλεισε καὶ πληγὴν ἡ ὁποία ἕνεκα τῆς ἀσαφείας τῶν ὅρων τούτων ὑπῆρχε, πᾶς τις δέον νὰ πεισθῇ ὅτι οὐχὶ ἀσάφειά τις ἢ ἔλλειψις συμβατικῶν ὑποχρεώσεων τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ κακὴ πίστις ἁπλῶς ἦτο ἡ κυρία αἰτία τῶν καταδιωγμῶν τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων, τῶν ἐξευτελισμῶν καὶ προπηλακισμῶν. Ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω σωρείαν ὅλην περιστατικῶν, ἀρυομένων ἐξ ὑπομνημάτων τῶν διαφόρων Ἑλλήνων πολιτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκ τῶν ὁποίων διαπιστοῦται ὅτι αἱ περισσότεραι τῶν ἀμφισβητήσεων τούτων ἐγένοντο, ἐνῷ σαφῶς ὑπῆρχον διατάξεις εἰς τὰ προνόμια, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἔδιδον ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις. Καὶ ἐρωτᾶται· διατί ἄρα ἐδημιουργήθη ἡ κατάστασις αὕτη ἐφ’ ὅσον προνόμια ὑφίστανται σαφῆ καὶ ἄρτια; Ἡ ἀπάντησις, Κύριοι, εἶναι εὔκολος· ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι δυστυχῶς ὅλα τὰ προνόμια τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ ἔπασχον μίαν οὐσιωδεστάτην ἔλλειψιν, τὴν ἔλλειψιν τοῦ κύρους, τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἰσχύος τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἡ Τουρκία προήρχετο συχνὰ εἰς προπηλακισμοὺς ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δυστυχῶς δὲν ἦτο ἱκανὴ πρὸς μίαν ἐπιτυχῆ μετ’ αὐτῆς πολεμικὴν σύρραξιν. Βεβαίως ἔδει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἀλλὰ τὸ τέρμα ἐκεῖνο δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ διπλωματικοῦ κονδυλίου. Ὁσονδήποτε ἐπιτυχεῖς καὶ ἂν ἤθελε τυχὸν τοῦτο παρεμβάλει εἰς τὸν διπλωματικὸν χάρτην διατάξεις, ἂν καὶ σαφέστεραι δὲν θὰ ἦσαν τῶν παλαιῶν προνομίων, δὲν θὰ ἐκώλυεν αὐτὸ καὶ μόνον τὴν Τουρκίαν νὰ παρίδῃ αὐτὰς εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ. Διατί; Διότι σημαντικὴ διεθνὴς κύρωσις εἶναι μία μόνη· εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ Θ. Ροῦζβελτ· τὸ χονδρὸ μπαστοῦνι. Καὶ δυστυχῶς ἡ Ἑλλὰς μέχρι τοῦ 1912 δὲν εἶχε χονδρὸ μπαστοῦνι! Ἐναντίον τούτων τῶν ἀτασθαλιῶν τὸ χονδρὸ μπαστοῦνι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μόνη ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ προσεπάθησε νὰ προμηθευθῇ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὸν πόλεμον. Μὴ ἔχουσα, ἐπαναλαμβάνω, τὴν δύναμιν ἐκείνην ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο νὰ καταστήσῃ σεβαστὴν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς Τουρκίας προσεπάθησε νὰ τὴν ἐξοικονομήσῃ διὰ μιᾶς συμμαχίας· μᾶλλον δ’ ἐπιτυχῆ συμμαχίαν ἀπὸ τὴν Βουλγαρικὴν δὲν ἠδύνατο νὰ συνάψῃ, ὄχι μόνον διότι ἡ γεωγραφικὴ θέσις καὶ δύναμις τοῦ Κράτους τούτου ἦτο πρὸς τοῦτο ἀσφαλὲς ἐχέγγυον, ἀλλὰ διότι ἡ γνῶσις ἁπλῶς ἐν Τουρκίᾳ ὅτι τὰ δύο ταῦτα Κράτη συνενοήθησαν, τὰ μέχρι χθὲς θεωρούμενα ἐκεῖ ἀδιάλλακτα, ἦτο ἀσφαλὲς ἔρεισμα ὅπως ἀρθῇ ἡ προκλητικὴ ἐκείνη καὶ βλάσφημος πολιτικὴ τῆς Τουρκίας ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸς ἦτο κυρίως ὁ λόγος τῆς συνθήκης τῆς Βουλγαρίας, ἡ προσωρινὴ βοήθεια ἣν διὰ τοῦ ἐπακολουθήσαντος πολέμου προσεπαθήσαμεν νὰ μείνῃ ἡμῖν οἰκεία καὶ μόνιμος διὰ τοῦ διπλασιασμοῦ τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὑμεῖς — καὶ λέγω τοῦτο διὰ τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ ἔχοντας ἀντιθέτους ἀρχὰς τῇ Κυβερνήσει — κατηγορήσατε ἐπανειλημμένως καὶ τὴν σύναψιν τῆς συνθήκης ἐκείνης καὶ τὴν πολεμικὴν τῆς Ἑλλάδος δρᾶσιν, καὶ σήμερον μόνον, ἐνόσῳ ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἠρχίσατε νὰ λησμονῆτε τὰς τρομερὰς αὐτὰς κατηγορίας καὶ φθάνομεν μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον εἰς ἐπικρίσεις μόνον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δι’ ἀποτυχίας πλέον αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων! Δὲν κατακρίνω, Κύριοι, ὑμᾶς πρὸς τοῦτο. Σεῖς ἔχετε συνηθίσει εἰς τὰ διπλωματικὰ ἡμῶν γραφεῖα καὶ ἐτρέφετε μεγάλην ἀξίαν εἰς τὴν διπλωματικὴν γραφίδα. Εὐτυχῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤρχετο ἐδῶ ἐκ τῶν ὀρέων καὶ ἔτρεφε μεγαλειτέραν πεποίθησιν εἰς τὴν ἀξίαν τῆς πυρίτιδος. Καὶ μὴ θέλετε, Κύριοι, νὰ λησμονήσωμεν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τὴν ἀξίαν τῆς πυρίτιδος, ὅτι εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις διὰ τὴν φιλικὴν συμβίωσιν τῶν Κρατῶν, πρὸ πάντων ὅταν ἡ πυρίτις αὕτη κρατῆται ξηρὰ καὶ εἶναι πλουσία. Ἠθελήσατε νὰ μᾶς μεταπείσητε προχθὲς ὑμνοῦντες τὰς διπλωματικὰς ἐπιτυχίας τῆς διπλωματίας τοῦ 1897 ἀντιθέτως πρὸς τὰς ἀποτυχίας τοῦ 1913. Ἀλλ’ ἐζήσαμεν ἡμεῖς 15 ἔτη μετὰ τὰς διπλωματικὰς ἐκείνας ἐπιτυχίας ἀφόρητον βίον συγκινήσεων ἐκ τῶν δεινοπαθημάτων τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων. Ἀφήσατέ μας νὰ τὸν λησμονήσωμεν σήμερον. Ἀφήσατε νὰ πιστεύωμεν ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν Τουρκίᾳ μὲ ὀλιγωτέρας ἐπιτυχίας τῆς διπλωματίας ἐν τῷ χάρτῃ, ἀλλὰ μὲ διπλάσιον Κράτος, θὰ ζήσῃ ἀνετώτερον βίον. Ζημίας λοιπὸν δὲν δύναται κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς διὰ τῶν συμφωνηθέντων ἐν τῇ συνθήκῃ τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι ὑπέστη τοιαύτας ἐκ τῶν παραλειφθέντων νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, μὴ φροντίσασα νὰ ἐξομαλύνῃ τὰς διαφορὰς καὶ ἐπιτύχῃ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Δὲν θέλει τὸ καθεστὼς τὸ πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1913, δὲν θέλει τὸ καθεστὼς τοῦ 1897· ὄχι· θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς νέον καθεστώς, προνόμια συμπληροῦντα τὰ κενά, ὅπερ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζει ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐναντίως πράξασα ἀπεστερήθη τῶν πλεονεκτημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἡ πτέρνα τοῦ νικητοῦ δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς τὴν συντετριμμένην ἰσχὺν τοῦ ἡττημένου. Τοῦτο ἀξιοῖ. Καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ τὰ λάβῃ ἡ Ἑλλὰς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ· εὑρέθη ποτὲ ἡ Ἑλλὰς εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ τὴν Τουρκίαν εἰς τὴν ἀπόλυτον διάθεσιν αὑτῆς, καὶ πότε;
§20Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Σᾶς ῥίπτεται ὅτι εἶχε τὴν ἀξίαν τῆς πυρίτιδος.
§21ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διακοπὴ αὕτη γίνεται μᾶλλον δι’ ἱλαρότητα. Τὰ Πρακτικὰ τοῦ Λονδίνου εἶναι ἐδῶ, διὰ ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι πρὶν ἢ ὑπογράψωσι τὴν εἰρήνην δὲν παρέλειψαν νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τοὺς συναδέλφους αὐτῶν Ὀθωμανοὺς τὰ προνόμια ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων ἐξησφαλίζετο ἄνετος βίος τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων ὑπηκόων. Οὐδὲ πιστεύεται τὸ λεχθὲν ὅτι δὲν ὑπεβλήθησαν παχέως, διότι δὲν ἐξηνάγκαζέ τι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς συμμάχους τὸ κλείσιμον τῆς εἰρήνης ἐν μιᾷ συνεδριάσει. Δὲν εἶναι ἄρα τοῦτο αἰτία τῆς ἀποτυχίας. Ἀλλ’ εἶναι πασίγνωστον ὅτι ἄλλοι ἐμελέτησαν καὶ ἄλλοι κατήρτισαν καὶ ὑπηγόρευσαν ἡμῖν τοὺς ὅρους ἐκείνους, ὅτε δὲ ὅλοι οἱ ἄλλοι σύμμαχοι ἡμῶν τοὺς ὅρους ἐκείνους ἀπεδέχοντο, θὰ ἦτο μωρία, ἀνόητον, ἐπιζήμιον καὶ ἀντιπατριωτικὸν ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος νὰ ζητήσῃ κρείσσονας ὅρους, μὴ ὑπογράφουσα, μόνη αὕτη ἀπέναντι ἰσχυρῶν φίλων καὶ ἐχθρῶν, ἐκείνην τὴν συνθήκην. Αὕτη ἦτο ἡ μία στιγμὴ καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὴν Τουρκίαν ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον αὑτῆς διάθεσιν· ἂν τῇ διέφυγε, τὸ σφάλμα δὲν ἦτο ἰδικόν της. Ἀλλ’ ἐλέχθη ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἑτέρα τις στιγμή, ἡ στιγμὴ τῆς Θρακικῆς κατ’ Αὔγουστον διαφορᾶς μεταξὺ Τουρκίας καὶ Βουλγαρίας. Δὲν ἐλέχθη ποία ὤφειλε νὰ εἶναι ἡ πίεσις κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην οὔτε καὶ ποῖα τὰ πλεονεκτήματα ἐκ τῆς πιέσεως ταύτης. Τὸ πλεονέκτημα θὰ συνίστατο ἴσως εἰς τὸ ὅτι, ἐὰν παρενεβάλλοντο προσκόμματα εἰς τὴν ἀνακατοχὴν ὑπὸ τῆς Τουρκίας τοῦ μείζονος μέρους τῆς Θράκης καὶ τὴν ἀπώθησιν τῆς Βουλγαρίας μακρὰν τῆς Κωνσταντινουπόλεως — τοῦτο, νομίζω, εἶπεν ὁ κ. Δημητρακόπουλος...
§22Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἴπετε, παρακαλῶ;
§23ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Λέγω ὅτι δὲν θὰ εἶχε τὰ ἄνω πλεονεκτήματα ἡ Τουρκία, ἐὰν ἐθέτομεν προσκόμματα εἰς αὐτὴν ὅπως τὴν πιέσωμεν εἰς παραδοχὴν ὅρων τινῶν ὠφελίμων.
§24Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἐγὼ τοιοῦτόν τι;
§25ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὑμεῖς τοῦτο εἴπετε προχθές.
§26Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου αὐτὴ ὑπέστη πολλὰς συμφορὰς καὶ μία εἶναι καὶ αὐτή.
§27ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἡ μικροτέρα.
§28Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἀθῷος αὐτῶν ὅλων. Ἐὰν θέλητε νὰ δημιουργήσητε κάτι τι, διαφέρει.
§29ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι τοῦτο καὶ δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ Πρακτικά.
§30Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρήσατε τὰ Πρακτικὰ τὰ Ἐπίσημα καὶ τὰ Ἐστενογραφημένα.
§31ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἴπετε ῥητῶς ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐννοήσητε πῶς ἡ δύναμις ἐκείνη μετὰ τῆς ὁποίας ἡ συνθήκη προχθὲς ἐκλείσθη μὲ συντετριμμένην δύναμιν, χώρας ἀπολεσθείσας, ἐν πολέμῳ ν’ ἀνακτήσῃ ἐν εἰρήνῃ. Ἐκάμετε δὲ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὑπὸ τύπον ὄχι ἐπικρίσεως ἀλλὰ παραπόνων.
§32Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν παραπονοῦμαι. Ἡ ἔννοια τοῦ παραπόνου εἶναι ἔννοια κατωτέρου πρὸς ἀνώτερον· εἶναι ἔννοια ὑφισταμένου πρὸς προϊστάμενον· δὲν εἶναι Βουλευτοῦ πρὸς κυβερνήτην. Ὁ Βουλευτὴς ἐπιβλέπει τὴν Κυβέρνησιν, παρακολουθεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ἐλέγχει αὐτὴν καὶ δὲν παραπονεῖται.
§33ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὔχομαι νὰ μὴ παραπονῆσθε, ἀλλὰ προχθὲς τοιοῦτόν τι εἴπετε.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διεμαρτυρήθη.
§35ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἔστω· διεμαρτυρήθη.
§36Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραπονοῦμαι διὰ σᾶς! Μάλιστα! (Ἱλαρότης.)
§37ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διωρθώθη εἰς διαμαρτυρίαν. Ἐκ τούτων ἐξάγεται γενικώτερον ὅτι τὸ κέρδος θὰ ὑπῆρχεν, ὅτε θὰ παρεκωλύετο ἡ Τουρκία τὴν ὥραν καθ’ ἣν ἤθελε καταλάβει τὸ μεῖζον μέρος τῆς Θρᾴκης.
§38Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Δὲν ἀναγινώσκετε τὴν ἐστενογραφημένην μου ἀγόρευσιν, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη μαζὶ μὲ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; (Ἐγχειρίζει ἐφημερίδα).
§39ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ δοθέντος «Σκρὶπ» τῆς 10 Νοεμβρίου 1913). «Εἶναι ἀδύνατον ἐν τῇ πορείᾳ ταύτῃ τῶν σκέψεων νὰ μὴ ἐνθυμηθῶ τὴν Δύναμιν ἐκείνην μετὰ τῆς ὁποίας ἡ συνθήκη προχθὲς μόνον ἐκλείσθη, Δύναμιν ἡμιθανοῦσαν, κλαίουσαν, συντετριμμένην, μὲ ἐσωτερικὰς δυσχερείας ὑπερτάτας, κουφόνοιαν ἀποδείξασαν εἰς τὴν καθόλου πολιτικήν της καὶ ὅμως κατορθώσασαν χώρας τὰς ὁποίας ἀπώλεσεν ἐν πολέμῳ ν’ ἀνακτήσῃ ἐν εἰρήνῃ. Εἶπον ν’ ἀνακτήσῃ. Λέγω νὰ κατακτήσῃ ἐκ νέου χριστιανικοὺς πληθυσμοὺς οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ἰδίου αὑτῶν αἵματος ἠλευθερώθησαν». Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἀνάκτησις ὑπὸ τῆς Τουρκίας Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν οἱ ὁποῖοι ἠλευθερώθησαν δὲν σημαίνει εἰμὴ τὴν ὑπόδειξιν τῆς περιστάσεως καθ’ ἣν ἡ Τουρκία ἠδύνατο νὰ πιεσθῇ.
§40Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρατηρεῖτε ἀνωτέρω τί ἐννοῶ;
§41ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Παρεπονέθητε ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι Δυνάμεις κάτι ἀνέκτησαν ἐν τῷ μεταξύ.
§42Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐξήτασα γενικῶς καὶ κατ’ ἀναλογίαν τὰ πράγματα καὶ εἶπον ὅτι, ἐὰν ὁ ἡττημένος κερδίζῃ τοῦτο, τί πρέπει ἀναλόγως νὰ κερδίσῃ ὁ νικητής;
§43ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτό. Εἴπετε ὅτι ἐκέρδισεν ἡ Τουρκία τοῦτο. Καὶ ἐγὼ εἶπον ὅτι προβάλλεται μία περίπτωσις πιέσεως τῆς Τουρκίας ἡ Θρακικὴ ἀνάκτησις, ἣν ἐμνήσθη ἢ παρεπονέθη ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§44Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθήσατε! κάμετε τὴν ἀγόρευσίν σας.
§45ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι, εἴτε τοῦτο τὸ πλεονέκτημα εἴτε ἄλλο τι, ὅπερ δὲν ἐλέχθη, νομίζω ὅτι θὰ ἐκερδίζετο διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐπιχειρήσεως τῆς Ἑλλάδος.
§46Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπαντᾶτε εἰς αὐτό;
§47ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι! ὑμᾶς ἀνέφερον μόνον χρονολογικῶς. Καὶ ἔχω, Κύριοι, τὴν προσωπικὴν ἐντελῶς γνώμην ὅτι θὰ ἦτο πολὺ τολμηρὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγεν ὅτι ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς νὰ προβῇ, ὅπως ἐπιτύχῃ ταῦτα, εἰς πολεμικὴν δρᾶσιν, ὄχι διότι ἀμφέβαλλον ἐγὼ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων τῆς Ἑλλάδος — πᾶν ἄλλο — ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Μουτεβελῆ ἢ τῶν μουφτήδων δὲν ἦτο ζήτημα τιμῆς, δὲν ἦτο ζήτημα ἐθνικῆς ὑποστάσεως μέρους τινὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ· μόνον δὲ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς κατώρθου νὰ πείσῃ πάντας ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ζητημάτων τιμῆς ἢ ἐθνικῆς ὑποστάσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἠδύνατο νὰ διαταράξῃ τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης ἐκ τρίτου, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ θύελλα διαμαρτυριῶν παρ’ ὅλου τοῦ κόσμου. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω. Οἱ δὲ τὰ ἐναντία ὑποστηρίζοντες παραμερίζουσι τὴν ἀνάμνησιν τῶν μεγάλων Ἑλληνικῶν ζητημάτων, ζητημάτων τιμῆς, ζητημάτων ἐθνικῆς ὑποστάσεως, μέρους τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖράς της σήμερον ἡ Εὐρώπη, καὶ θρηνοῦσι μόνον τὰ ἐπισφαλῆ ἀποτελέσματα μιᾶς τοιαύτης πολεμικῆς μπραβούρας. Εἰς ἡμᾶς ὅμως τοὺς ἄλλους, Κύριοι, ἀφήσατε νὰ πιστεύωμεν ὅτι ὁ συγκομισθεὶς καρπὸς ἐκ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν εἶναι μέγα ἀγαθόν, καὶ οὗτος εἶναι ἡ εἰρήνη. Ἦτο καιρός, Κύριοι, ὅπως ἡ Ἑλλὰς θέσῃ τὸ ξίφος αὐτῆς εἰς τὴν θήκην του. Ἡ Ἑλλάς, Κράτος σήμερον ἐπιδιῶκον θετικοὺς σκοπούς, δὲν ὤφειλε νὰ παρακούῃ πάντας, φαινομένη ὁ ταραξίας τῆς Ἀνατολῆς. Ἦτο ἐξ ἄλλου ἐθνικῆς σωφροσύνης ἔργον ν’ ἀποδοθῶσι πλέον εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν 150,000 ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ δώδεκα μῆνας ἐξηντλοῦντο.
§48Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκρατήθησαν ἐπὶ τρεῖς μῆνας.
§49ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἂν ἐκρατήθησαν, ἐκρατήθησαν διαρκουσῶν τῶν διαπραγματεύσεων, διότι εἴχομεν εἰς ὀλίγων χιλιομέτρων ἀπόστασιν ἀπὸ τῶν συνόρων 200,000 Τούρκων, καὶ θὰ ἦτο μωρόν, ἄν, ἐφ’ ὅσον ἐξηκολούθουν αἱ διαπραγματεύσεις, ἀπολύσωμεν τὸν στρατόν, οὐδὲ νομίζω ὅτι τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκίας ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν εἰς μίαν ὥραν, καὶ ὅτι ὅλας τὰς διαμφισβητήσεις, αἵτινες ἐλύθησαν, ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν εἰς μίαν στιγμήν, διὰ ν’ ἀπολύσωμεν τὸν στρατόν. Ἀλλὰ ὅτε κατωρθώθη ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐπιτευχθῶσιν αἱ ἐν τῇ συνθήκῃ συμφωνίαι, ἦτο ὥρα νὰ παύσῃ ἡ αἱμορραγία ἐκ τοῦ πολέμου καὶ ἐκ τῆς ἐπιστρατείας, ἦτο ὥρα νὰ ἐνδυναμωθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ οἰκονομικὰ διὰ τῆς ἀρωγῆς τῆς Εὐρώπης, ἦτο ὥρα νὰ γίνωσι πάντα ταῦτα διὰ μιᾶς ἔστω θυσίας ἐπιεικείας πρὸς τὴν Τουρκίαν, τὴν ὁποίαν δέχομαι καὶ ἐγὼ ἐνυπάρχουσαν ἐν τῇ συνθήκῃ, ἐπιεικείας ὅμως ἥτις ἐπεβάλλετο καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τῆς μελλούσης φιλικῆς συμβιώσεως τῶν δύο Κρατῶν. Ἀπέναντι δὲ τῶν πλεονεκτημάτων τούτων, Κύριοι, τῆς εἰρήνης δι’ ἡμᾶς οὐδένα θέλετε πείσει ὅτι ἡ θυσία αὐτὴ ἦτο μέγα ἀντάλλαγμα. (Χειροκροτήματα).
§50Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι μεγαλειτέρα ἱκανοποίησις δι’ ἐμὲ ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ. Οὐδὲν ἀπολύτως ἀνεσκεύασεν ἐξ ὅσων εἶπον. Περιωρίσθη νὰ εἴπῃ ὅτι τῷ 1897 αἱ παραχωρήσεις δὲν ἦσαν τόσον μεγάλαι, πάντως ὅμως ἦσαν παραχωρήσεις. Ὡς πεπειραμένος δικηγόρος συνέταξε τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι ἐξεφώνησε προχθές. Οἱ λόγοι εἰς τοὺς ὁποίους ἀπήντα δὲν ἦσαν ἰδικοί μου λόγοι. Συνέταξε τὸν λόγον μου καὶ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν λόγον μου καὶ ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἐπιτυχίας διὰ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἦτο ἡ ἐξασφάλισις τοῦ πρὸ τοῦ 1897 καθεστῶτος! Εἶπον τοιοῦτόν τι;
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρηρμήνευσε τοὺς λόγους;
§52Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὄχι· συνέταξε τὴν ἀγόρευσίν μου.
§53Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἴπετε τὸ καθεστὼς τῆς ἥττης;
§54Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§55Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἴπετε καὶ ἐπεκρίνατε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διότι δὲν ἐδέχθη νὰ θέσῃ εἰς τὴν συνθήκην τὸ καθεστὼς τὸ πρὸ τοῦ 1897.
§56Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Οὔτε μίαν φορὰν εἶπον τοιοῦτόν τι· εἶπον τὸ καθεστὼς τῆς ἥττης δύο καὶ τρεῖς φοράς. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπε πρὸς τούτοις ὅτι, ἐὰν ἐπανήρχετο καὶ τὸ πρὸ τοῦ 1897 καθεστώς, οὔτε τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας θὰ ἐλύετο οὔτε τὸ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τὰ ἄλλα φορολογικὰ ζητήματα θὰ ἐλύοντο. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον συνάδελφον διὰ τὴν παρατήρησίν του· εἶχον ὅμως τὴν ἀξίωσιν νὰ γνωρίζω κάτι τι περισσότερον αὐτοῦ εἰς τοιαύτης φύσεως ζητήματα, καίτοι ὑπῆρξεν ὑποψήφιος πρεσβευτής. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γνωρίζω κάτι περισσότερον εἰς τοιούτου εἴδους ζητήματα. Λοιπόν, Κύριοι, ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι διὰ μιᾶς γενικῆς διατάξεως ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ ἐν αὐτῇ τῇ συνθήκῃ τοῦ Λονδίνου, ἔστω καὶ τὸ προσωρινὸν καθεστὼς τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δυνηθῇ ἀνέτως ἡ Κυβέρνησις μετὰ ταῦτα νὰ διαπραγματευθῇ πάντα τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα καί, ἐὰν ἠναγκάζετο, ὅπως συνέβη, νὰ δώσῃ παραχωρήσεις εἰς τοὺς Τούρκους, νὰ κατορθώσῃ ἀντ’ αὐτῶν νὰ λύσῃ τὰ ἄλλα ζητήματα τὰ ἐνδιαφέροντα τὸν Ἑλληνισμόν. Αὐτὸ ἦτο τὸ θέμα τῆς ἀγορεύσεώς μου.
§57Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. συναδέλφου, τοῦ πρὸ ὀλίγου κατελθόντος τοῦ βήματος ἀποδεικνύουσιν ὅτι πρέπει νὰ καυχώμεθα διὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897.
§58Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Βεβαίως ἦτο λαμπρὸν τὸ καθεστώς.
§59Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τόσας νικηφόρους μάχας, μετὰ τὴν κατατρόπωσιν τῶν Τούρκων καὶ τῶν Βουλγάρων ἐπετύχομεν τὸ μέγα ἀγαθὸν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν διπλωματικῶν σχέσεων, τὸ ἐπετύχομεν τότε ἐν Λαμίᾳ. Αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ἐπιχειρήματα κατελθόντα ὄχι ἐκ τῶν ὀρέων ἀλλ’ ἐκ τῆς πεδιάδος τῆς Καρδίτσης.
§60Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Δι’ ἐμέ, Κύριοι, μεγαλειτέρα ἱκανοποίησις ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων συναδέλφου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημά του ἦτο ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ εἴμεθα ἰσχυροὶ καὶ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιβάλλωμεν ὅ,τι ἂν θέλωμεν εἰς τοὺς Τούρκους· ἄρα κατὰ τὴν θεωρίαν αὐτὴν θὰ ἦτο περιττὸν ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία κλ. νὰ ἔχωσι συνθήκας μὲ τὴν Τουρκίαν, ἀφοῦ αἱ Δυνάμεις αὗται κατὰ πολὺ ἰσχυρότεραι τῆς διπλασιασθείσης Ἑλλάδος εἶναι καὶ τῆς Τουρκίας ἰσχυρότεραι, καὶ δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου νὰ κανονίσωσι τὰς σχέσεις των διὰ συνθηκῶν. Εἶναι πρωτοφανὴς ἡ θεωρία αὕτη καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἔχει κἂν ἀνάγκην ἀνασκευῆς.
§61Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ ἀπήντησα, κ. Πρόεδρε, εἰς ὅσα ἐδημοσιεύθησαν ἐν περιλήψει προχθὲς καὶ εἰς ὅσα διώρθωσεν ἀπόψε ὁ κ. συνάδελφος. Τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. συναδέλφου περιωρίσθησαν ἀπόψε εἰς τοῦτο· ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ βελτιώσῃ διὰ τῆς συνθήκης οὕτω πως τὴν θέσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Τουρκίᾳ, ὥστε νὰ ἀποφύγωμεν ἐν τῷ μέλλοντι πάσας τὰς προστριβὰς αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν εἰς τὸ παρελθόν. Ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ τοιαύτας διπλωματικὰς ἐπιτυχίας ἔδει νὰ εἶχε τὴν Τουρκίαν εἰς τὴν ἀπόλυτον διάθεσίν της καὶ δὲν τὴν εἶχε δυστυχῶς. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἀπαντᾷ εἰς τοῦτο, ἀλλὰ περιορίζεται νὰ εἴπῃ, ὅτι πάντα τὰ Κράτη προσπαθοῦσι μέχρι τοῦδε νὰ ἀσφαλίσωσιν ὄχι μόνον διὰ τῆς δυνάμεως αὐτῶν ἀλλὰ καὶ δι’ ἐγγράφων τὰς μεταξὺ αὐτῶν σχέσεις. Εἶπον ὅτι οὐδὲν ἠσφάλισεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι ὑπῆρχον τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων τὰ δίκαια ἐν τοῖς προνομίοις ἠσφαλισμένα· ἤρκει μόνον νὰ εὑρεθῇ ἡ δύναμις ὅπως τὰ προνόμια ταῦτα καταστῶσι σεβαστά. Αὐτὰ εἶπον ἐγώ, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰ ἀναιρέσῃ ὁ κ. Βουλευτής.
§62Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ συγχαρῶ, κύριοι Βουλευταί, τὸν κ. Καλέργην διὰ τὴν γενναιότητα τὴν ὁποίαν εἶχε νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀναιρέσῃ τὰ ἄρρητα ῥήματα τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Λέγω ἄρρητα ῥήματα, διότι, ὅταν τις ἀγορεύῃ ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ καθορίζῃ τὰς σχέσεις τῶν Ἑλλήνων, τῶν ἐχόντων ἰθαγένειαν Ἑλληνικήν, τῶν Ἑλλήνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι διφυᾶ ἰθαγένειαν καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἀποκτήσωσι τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν, ὅταν, λέγω, ἀγορεύῃ καὶ λέγῃ «τί ἐσήμαινε καὶ ἐὰν ἐθέτομεν εἰς τὸν χάρτην ἕν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζῃ τὰς σχέσεις ταύτας, ἀφοῦ ἡ αὐθαιρεσία ἡ Τουρκικὴ δὲν ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ ἤθελεν ἐξακολουθήσει τὰς αὐθαιρεσίας;», ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, τοιαῦτα λέγῃ ὁ ἀγορεύων, δύνασθε νὰ κρίνητε τὴν λογικὴν τοῦ μέλλοντος πρεσβευτοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει, τοῦ πρώην συμβούλου τοῦ Στέμματος καὶ συνεργαζομένου ἕως χθὲς μετ’ ἄλλων Ὑπουργῶν περὶ τοιούτων σοβαρῶν ζητημάτων διὰ τὸν τόπον. Ἦτο περιττόν, κύριοι συνάδελφοι, τότε νὰ κάμωμεν πολέμους· ἦτο περιττὸν νὰ ἐξοδεύωμεν χρήματα, διὰ νὰ καταρτίζωμεν στρατὸν καὶ νὰ ἐξοπλίζωμεν αὐτόν· ἦτο περιττὸν νὰ ἔχωμεν πρεσβευτάς· ἦτο περιττὸν νὰ σκεπτώμεθα περὶ ὁμοθρήσκων καὶ ὁμοφύλων, ὅταν θεωρῶμεν ὅτι αἱ συμβάσεις οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν καὶ ὅτι τὰ γραφόμενα ἐν αὐταῖς εἶναι χάρτης ἄγραφος, τὸν ὁποῖον δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἕν Κράτος νὰ ξεσχίζῃ ἀναλόγως τῶν ἑαυτοῦ ὀρέξεων. Τί εἶπεν ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς συμβάσεως, ὁ ὑπερασπιστὴς τῆς διπλωματίας τῆς Ἑλλάδος, ὅστις τοιουτοτρόπως ὁμιλῶν ἐνόμιζεν ὅτι ὑπερασπίζει τὴν Κυβέρνησιν; Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἂν πρόκειται νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας μὲ τοιαύτας ἀγορεύσεις, καλὸν εἶναι νὰ κλείσῃ τὸ Βουλευτήριον. (Γέλωτες). Κύριοι, κατὰ τὴν χθεσινὴν μονομαχίαν μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἀπεκόμισα ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀνακοινώσω πρὸς αὐτήν. Κατηγόρει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν κ. συνάδελφον ὅτι ὑπερέβη τὰ ἐσκαμμένα, ὅτι παρέβη τὰ πρέποντα, διότι χθὲς ὢν Ὑπουργὸς ἀνεκοίνωσε δι’ ἐφημερίδος μυστικὰ ἔγγραφα τοῦ Κράτους. Ἀνέγνωσα τὰ γραφέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐμπρός» καὶ δὲν εἶδον ἀνακοίνωσίν τινα ἐγγράφου μυστικοῦ. Εἶδον μόνον ὅτι ἤθελε νὰ παραστήσῃ, ἀναφέρων σημεῖά τινα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς συνέντευξιν μετὰ τῆς ἄνω ἐφημερίδος, εἶδον νὰ ζητῇ ὁ κ. Στράτος νὰ παραστήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς μὴ ἔχοντα ψυχραιμίαν καὶ ὡς ἐν παραζάλῃ ἐκτελοῦντα τὸ ὕψιστον πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατηγόρει τὸν κ. συνάδελφον ἐπὶ τοιαύτῃ ἀκατονομάστῳ συμπεριφορᾷ, αὐτὸς οὗτος ἀνέγνωσε προχθὲς ἔγγραφον ἐμπιστευτικὸν καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς ἤθελεν ἀλλοῦ μὲν ἀποσιωπῶν μέρη τοῦ ἐγγράφου, ἀλλοῦ δ’ ἀναφέρων μέρη αὐτοῦ, ζητῶν οὕτως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν καὶ νὰ κατηγορήσῃ τὸν κ. συνάδελφον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τὴν στιγμὴν αὐτὴν τί ἄλλο ἔπραττεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἢ τοῦτ’ αὐτὸ ὅπερ κατηγόρει; Ὄχι· ἔκαμα λάθος. Ἔπραττέ τι τὸ ὁποῖον δὲν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. Οὗτος οὐδὲν ἔγγραφον ἐδημοσίευσε διὰ τῆς ἐφημερίδος, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδημοσίευσεν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μάλιστα εἶπεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐρωτῶ· δὲν ἔκαμέ τι χειρότερον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε ἐξ αἰφνιδιασμοῦ ἐπετέθη κατὰ τοῦ συναδέλφου; Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπετέθη κατὰ τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ αἰφνιδιασμοῦ δὲν ἔκαμε καί τι χειρότερον μὴ καταθέσας τὸ ἔγγραφον, ἵνα ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν ὁ κ. συνάδελφος, μὴ καταθέσας καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ἅτινα ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὡς μὴ γνωρίζων τὸ περιεχόμενον αὐτῶν; Ἀλλὰ δὲν ἔκαμεν οὔτε καὶ αὐτὸ μόνον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς συνθήκης;
§64Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, καὶ λυποῦμαι, κ. Πρόεδρε, διότι, ἐπειδὴ δὲν δύνασθε νὰ παρακολουθήσητε τὰ ἐπιχειρήματά μου, διότι δὲν γνωρίζετε τὸ ὕφος μου, ἐπενέβητε καὶ μὲ διεκόψατε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐντὸς τῆς συνθήκης;
§66Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω. (Γέλωτες ἐν τῇ αἰθούσῃ). Δὲν θὰ γελάσητε καλά, ἂν μὲ ἀκούσητε μέχρι τέλους. Καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω τὸ Γαλλικὸν ῥητόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ γελῶν τελευταῖος γελᾷ καλλίτερον. Ἔκαμε καὶ ἄλλο τι χειρότερον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Χωρὶς οὐδὲν ἔγγραφον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει αὐτοῦ ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει χάσει καὶ τὸ ἠθικὸν του κῦρος. Τρομερόν! Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια τῆς τιμῆς, ὅταν ἀπὸ ἐπισήμου θέσεως ἐπίσημος ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἐκτοξεύῃ τοιαῦτα ἄνευ ἐγγράφων ἀποδεικτικῶν. Προσέξατε, Κύριοι, αὐτό. Τρέχομεν τὸν κίνδυνον καὶ ἡμεῖς, οἱ μέλλοντες νὰ ἀγορεύσωμεν ἐντεῦθεν, μὴ ἔχοντες ἔγγραφα νὰ θεωρηθῶμεν ὅτι λέγομεν πράγματα μὴ στηριζόμενα εἰς τὴν ἀλήθειαν οὔτε εἰς τὸ ὀρθόν, καὶ νὰ θεωρηθῶμεν ὅτι πράττομεν ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀνερχόμεθα, Κύριοι, εἰς τὸ βῆμα νὰ ἑρμηνεύσωμεν ὡς οἱ ἑρμηνεύοντες τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς ἢ μᾶλλον, ἵνα εἶμαι ἀκριβέστερος, ὡς οἱ μαθηταὶ ἑρμηνεύοντες τὸ κείμενον ἐνώπιον τοῦ καθηγητοῦ, διότι οἱ ἑρμηνεύοντες τὰ συγγράμματα τὰ ἀρχαῖα καταφεύγουσιν εἰς τὰς πηγὰς καὶ λαμβάνουσι στοιχεῖα, ἵνα τὴν α ἢ β γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐπὶ τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰ ἀρχαῖα συγγράμματα δεχθῶσιν, ἐνῷ ἡμεῖς στερούμεθα καὶ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον πᾶς ἄνθρωπος θέλων νὰ ἑρμηνεύσῃ ἔγγραφον ζητεῖ νὰ ἔχῃ. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς συμβάσεως προκαλεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὐρεῖαν συζήτησιν, διὰ νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον νὰ ἀνέλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε παρερμηνεύων τὴν ἀγόρευσιν τῶν προλαλησάντων προκαλεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὐρεῖαν τὴν συζήτησιν, ἀφοῦ εἶναι ἤδη προητοιμασμένος αὐτός. Τὸ ἔργον νικητοῦ Κράτους, τὸ πόρισμα τῶν ἀφαντάστων μαχῶν τοῦ στρατοῦ μας, τὸ μένος τοῦ ὁποίου ἐθαύμασεν ὁλόκληρος ἡ ὑφήλιος, ἔπρεπε νὰ εἶναι ἰσχυρὰ συνθήκη, τὸ πόρισμα δ’ αὐτὸ δὲν εἶναι σήμερον, προσέξατέ το, δὲν εἶναι οὐδ’ ἀνακωχὴ κἄν, ἀλλ’ εἶναι ἐκεχειρία, διότι πάντα τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην φαίνονται ὡς ἀμφισβητήσιμα καὶ εἰς πᾶσαν στιγμὴν δύνανται νὰ προκαλέσωσι καὶ συζήτησιν καὶ σύρραξιν. Καὶ καυχᾶται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔφερε τὴν εἰρήνην εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ ὡς πόρισμα τοῦ πολέμου τούτου ἔφερεν ἓν ἔγγραφον μόνον, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ τῷ ἀνεγείρωμεν καὶ ἀνδριάντα, λέγων μάλιστα ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου τούτου καὶ ὁ πόλεμος αὐτὸς εἶναι ἔργον αὐτοῦ. Καὶ ἐμάθομεν χθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ὅτι ἕνα μῆνα πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου τὸ ναυτικὸν ἦτο ἐν ἀποσυνθέσει· τὰ ἐφόδια εἶχον ἐξαντληθῆ, ἓν ἐκ τῶν σκαφῶν δὲν εἶχε τοὺς λέβητας καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προσπαθήσας νὰ ἀποκαταστήσῃ ἀξιόμαχον τὸν στόλον δὲν τὸ κατώρθωσε, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων τοῦ ἔλειπον τὰ πυρομαχικὰ καὶ οὕτως ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἀποκλείσωσι τὰ στενὰ ἀνεχώρησεν εἰς Δαρδανέλλια ἄνευ πυρομαχικῶν. Τοῦτο ἦτο γνωστὸν ἀπ’ ἀρχῆς. Ὅτε εἷς ἐκ τῶν δημοσιογράφων, ὁ μακαρίτης Σπανδωνῆς, μετέβη εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν καὶ εἰς διάλεξίν του ἀνέφερε τὸ πρᾶγμα, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διέταξε νὰ μὴ ἐκδικασθῇ. Ἐγνώριζον λοιπὸν τοῦτο ἐγὼ καὶ πρότερον, ἀλλ’ ἤδη ἠκούσατε αὐτὸ ἐπισήμως καὶ ὑμεῖς, κ. Βουλευταί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ῥάβδος, κύριε Βουλευτά, φυγαδευθέντος ἐκ τῆς Ἀρχῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ῥάβδος τὴν ὁποίαν καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὸν πόλεμον εἶχεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔφερε τὰ πράγματα εἰς οἵαν κατάστασιν τὰ ἔφερε. Δὲν τὴν εἶπε πυγμήν, τὴν εἶπε ῥάβδον. Τί θὰ μᾶς εἴπῃ ἆρά γε ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν ᾗ περιπτώσει προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ ἀποδείξωμεν δι’ ἐπιχειρημάτων ὅτι εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους οὐδαμῶς ἐμερίμνησε περὶ τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐχόντων ἰθαγένειαν Ἑλληνικήν, τῶν Ἑλλήνων τῶν ἐχόντων ἰθαγένειαν διφυᾶ, τῶν Ἑλλήνων οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἀποκτήσωσι τὴν ἰθαγένειαν τὴν Ἑλληνικήν; Ἐν τῷ ἄρθρῳ 8ῳ προβλέπεται ὅτι οἱ Ὀθωμανοί, οἱ θέλοντες νὰ τηρήσωσι τὴν ἰθαγένειαν τὴν Ὀθωμανικὴν καὶ οἱ θέλοντες νὰ μείνωσιν εἰς τὸ Κράτος ἢ θέλοντες νὰ μείνωσιν ἐν Τουρκίᾳ ἢ θέλοντες νὰ μείνωσιν εἰς ἄλλο μέρος τῆς Εὐρώπης δύνανται νὰ διατηρήσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν των. Ἡμεῖς διατί δὲν ἐζητήσαμεν διὰ τοὺς ὑπηκόους τοὺς ἰθαγενεῖς τοὺς ἰδικούς μας, ἐὰν θέλωσι, νὰ μετοικήσωσιν ἐκεῖθεν ἢ νὰ μεταβάλωσι τὴν ἰθαγένειάν των; Διότι ὑποθέσατε ὅτι πολλοὶ ἐξ Ἰωαννίνων οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν Σμύρνῃ εἶναι Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι, διότι προέρχονται ἐξ Ἰωαννίνων· διατί δὲν ἐζητήσαμεν, ἐὰν αὐτοὶ θέλωσι νὰ γίνωσιν Ἕλληνες ὑπήκοοι, νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ νὰ δύνανται νὰ διατηρήσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν των καὶ νὰ μὴ ὀφείλωσι νὰ τὴν ἐκποιήσωσι καὶ τότε νὰ φύγωσι καὶ τότε νὰ τηρήσωσι τὴν ἰθαγένειάν των; Καὶ ἠξεύρετε πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι διφυᾶ ἰθαγένειαν; Περὶ τὰς 400,000! Ἢ μήπως, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἐγράφη εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ὅτι σχεδὸν ἀποκατεστάθη τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, μήπως ὁ πληθυσμὸς αὐτὸς ὅλος δὲν θὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποτελῶν μέρος τοῦ Ἔθνους, ἀφοῦ δὲν ἀποτελεῖ μέρος τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεωρήσατε ὅτι οὐδεμίαν πρέπει νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων; Ποῦ δύναμαι, Κύριοι, νὰ στηριχθῶ, διὰ νὰ ἴδω ποῖοι λόγοι, ποῖαι περιστάσεις ἐπέβαλον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ; Ἂν κατακρίνω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν τοιαύτην ἀπροσεξίαν, διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρυτέραν λέξιν, διὰ νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ἀποδεικνύει παχυλὴν ἀμάθειαν τῶν πραγμάτων τῶν ἀφορώντων τοὺς ἐν τῇ Τουρκίᾳ Ἕλληνας, ἂν θελήσω νὰ κατηγορήσω τὸν κ. Πρόεδρον, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀκούσω καὶ ἐγὼ ὅσα ἠκούσαμεν λεγόμενα περὶ τοῦ κ. Στράτου. Καὶ ἐρωτῶ τὸν προλαλήσαντα· τοῦτο παραλειφθὲν ἀποδεικνύει τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν ὁποῖον ἔδωκε πρὸ τῆς συζητήσεως ταύτης; Ἡ Κυβέρνησις, Κύριοι, ἀφῆκεν ἐκτεθειμένον εἰς τὴν διάκρισιν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ εἰς πᾶσαν παρεκτροπὴν αὐτῆς ὅλον τὸν Ἑλληνισμὸν συνυπαγόμενον εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν ποῖος ἦτο ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ λησμονήσῃ ὅτι ὑπάρχει μέγας πληθυσμὸς Ἑλληνικὸς κατοικῶν εἰς τὴν Τουρκίαν περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔλαβε μέριμναν. Δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν εἶχε κανένα λόγον, ὅστις νὰ τῷ ἐπέβαλλε προσοχὴν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι ἡ Τουρκία δὲν ἔδωκέ ποτε ἀφορμὴν νὰ πικρανθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος διὰ παρεκτροπὰς, τὰς ὁποίας ἔκαμε πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν. Καὶ ὁ συλλογισμὸς αὐτός, Κύριοι, μὲ φέρει νὰ ἐνθυμηθῶ τὸν Πρωθυπουργὸν λέγοντα εἰς ἄλλην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, εἰς μίαν τῶν συζητήσεων αὐτῆς, ὅτι παρῆλθον πλέον οἱ χρόνοι, καθ’ οὓς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος προσήρχετο μὲ τὸν δίσκον τῆς ἐπαιτείας· τὸ Κράτος τώρα ἠνδρώθη καὶ δύναται νὰ δείξῃ τὴν πυγμὴν αὐτοῦ. Καὶ ἔλεγε τοῦτο καθ’ ἣν στιγμὴν ἔσφαζον τὸν ἀρχιερέα τῶν Γρεββενῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐμπορικὸς ἀποκλεισμὸς ἐγίνετο κατὰ τῆς Ἑλλάδος, χειροκροτούσης τῆς Βουλῆς, διότι ἕνεσις μορφίνης εἶχε ταράξει κατὰ τοσοῦτον τὸν νοῦν αὐτῆς, ὥστε ἐπίστευε πράγματι τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐφαίνετο λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἣν στιγμὴν διεπραγματεύετο τὴν σύμβασιν ταύτην ἐπίστευεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους δὲν θὰ προέβαινεν εἰς παρεκτροπὰς κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀφοῦ τὰς βιαιοπραγίας τὰς γενομένας ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας του δὲν τὰς ἀντελαμβάνετο, ὥστε νὰ λέγῃ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἔγινεν ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως αὐτοῦ τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ ἐπιδεικνύῃ τὴν στιβαρὰν αὐτοῦ πυγμήν. Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπασχολήσω ὀλίγον ἀκόμη τὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ ἄλλου ἄρθρου. Δὲν θὰ θελήσω νὰ συζητήσω ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων, διότι χρειάζεται μακρὸς χρόνος πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν κακῶν τὰ ὁποῖα περιέχονται ἐν αὐτῇ καὶ διότι πιστεύω ὅτι ἄλλοι εἰδικώτερον χειριζόμενοι τὰ τοιαῦτα ζητήματα καλλίτερον ἐμοῦ θέλουσιν ἀναπτύξει τὸ ζήτημα καὶ δὴ μετὰ τοιαύτης εὐκρινείας, πειστικότητος καὶ ἐπιχειρημάτων ἀκαταγωνίστων, ὥστε οὐχὶ μόνον νὰ μὴ σκεφθῶμεν περὶ ἀνδριάντος, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἄλλου τινός. Λυπηρόν, εἶπον, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτύξῃ τις τὸ θέμα τοῦτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ προέλθῃ εἰς γενικὴν συζήτησιν τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶναι λυπηρὸν διά τινας ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι περιοριζόμενοι παρὰ τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐντὸς ὡρισμένων ὁρίων δυσκολευόμεθα νὰ διαχειρισθῶμεν ἓν ζήτημα κατὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ πεισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἠδίκησεν ἡ σύμβασις αὕτη τὴν Πατρίδα. Ἐλπίζω ὅμως νὰ μὴ παρέλθῃ μακρὸς χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ εὐτυχήσω ἐλεύθερος εἰς τὸ βῆμα τοῦτο νὰ συζητήσω εὐρέως τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ κάμω τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον νὰ θαυμάσῃ ἀκόμη περισσότερον τὴν διπλωματικὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον ἦλθε νὰ ὑποστηρίξῃ ἐντεῦθεν. Τότε ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἀποδίδει τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, λησμονῶν ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ὅτι «εἰσέρχομαι εἰς τὴν συμμαχίαν, διότι θέλω ν’ ἀποφύγω τοὺς Κρῆτας Βουλευτάς», καὶ προσθέτω ἐγὼ καὶ διότι ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ ἐπανάστασιν, ἥτις ἦτο ἐπὶ θύραις, ἐπανάστασιν στρατιωτικήν, τὸν λόγον τῆς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Καὶ διὰ τοῦτο εἰσῆλθεν, ὅπως εἰσῆλθεν, εἰς τὴν συμμαχίαν καὶ διὰ τοῦτο παρηκολούθησε τὸ ῥεῦμα, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῶν περιστάσεων. Ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἤθελε μάθει ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ κάμῃ τὸν πανηγυρικὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἤθελε λυπηθῆ, καὶ θὰ λυπηθῇ, διότι ὡμίλησεν οὕτως ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ διαλευκανθῇ, Κύριοι, διὰ νὰ κατανοηθῇ τὸ ὕψος τῆς ζημίας τῆς ἐθνικῆς, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως διὰ τὸ ὁποῖον ὡμίλησε, πρέπει εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος νὰ δοθῇ χρόνος οὐχὶ ὀλίγος. Αἱ ζημίαι αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσι, Κύριοι, ἐκ τῆς παραλείψεως ἀνταλλάγματος, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ εἶναι μεγάλαι, ἀνυπολόγιστοι. Μόνον ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ ἔχοντες διπλῆν ἰθαγένειαν εἶναι τετρακόσιαι χιλιάδες, δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε ὁποία θὰ εἶναι ἡ ζημία τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τῶν βιούντων εἰς τὴν Τουρκικὴν Ἐπικράτειαν καὶ ἐχόντων ἐκεῖ περιουσίαν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἐὰν δὲν λάβωσι τὴν Τουρκικὴν ἰθαγένειαν, πρέπει νὰ πωλήσωσι τὰ κτήματά των καὶ νὰ φύγωσιν. Ἐὰν μείνωσιν ἐκεῖ, δὲν θὰ εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ τοὺς προστατεύσωμεν, διότι οὐδὲν μέτρον προνόησε νὰ λάβῃ ἡ σύμβασις περὶ αὐτῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ συγχαρῇ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὰ ἄρθρα, Κύριοι, τὰ ἀφορῶντα τὰς Κοινότητας, τὰς βακουφικὰς ἰδιοκτησίας, ἡ Κυβέρνησις ἠστόχησε μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ ἀποκαταστήσῃ ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν ἓν Κράτος ἄλλο. Ἡ σύμβασις ἀναφέρει ὅτι (ἀναγινώσκει) «Πάντων τῶν ἀκινήτων βακουφικῶν κτημάτων τῶν ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν κ.λ.π .......)». Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς Τουρκίας ἔχει δικαιώματα ἐκποιήσεως ἐπὶ τῶν κτημάτων τούτων καὶ δύναται κατὰ συνέπειαν νὰ λάβῃ τὸ χρῆμα αὐτό. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει συμμετοχὴν εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην. Ὁποία ἡ ἀξία, πόσαι αἱ πρόσοδοι, δὲν δύναμαι νὰ τὰς ὑπολογίσω, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καθορίσει τὸ μέσον, δι’ οὗ νὰ δύναταί τις νὰ παρακολουθῇ τὰ τοῦ εἰσπραττομένου χρήματος καὶ τῆς διαθέσεως αὐτοῦ. Κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, ἥτις εἶναι ὀρθή, τὸ συγκομιζόμενον ποσὸν εἶναι περὶ τὰ 40,000,000 καὶ περιέρχεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς Τουρκίας, δὲν γνωρίζω δὲ ἂν μὲ αὐτὸ δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ Τουρκία νὰ συγκροτήσῃ ἀξιόμαχον στόλον. Δὲν θὰ ζητήσω νὰ ἐξετάσω τὰ ἄλλα συλλήβδην ἐλαττώματα τῆς συμβάσεως, διότι εἰδικώτερον θὰ τὰ ἐξονυχίσωσιν ἕτεροι συνάδελφοι· ἀλλ’ αὐτὸ μοὶ ἔκαμε μεγίστην ἐντύπωσιν καὶ ἤθελον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ διαλύσῃ τὴν ἀπορίαν μου καὶ μὲ ἐπαναπαύσῃ ἀπὸ τὴν ἀνησυχίαν μου, διότι, ἂν ἡ διαχείρισις τῶν βακουφικῶν κτημάτων περιέρχηται εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναμαι νὰ ὑπολογίσω τὰς ζημίας τὰς δυναμένας νὰ προκύψωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Φαντάζομαι ὡς διατελέσας Ὑπουργός, ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, τὰς ζημίας καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἐντύπωσίς μου εἶναι πολύ...... —μὴ θελήσητε νὰ σᾶς τὸ εἴπω, διότι δὲν θέλω νὰ μιμηθῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔλεγεν, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Ἀρχήν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι συντετριμμένον καὶ ἀπεθάρρυνε καὶ τοὺς Ἕλληνας καὶ τοὺς θέλοντας νὰ συμμαχήσωσι μεθ’ ἡμῶν. Δὲν θέλω νὰ ἀνακοινώσω τὴν ζημίαν τὴν μέλλουσαν νὰ προκύψῃ εἰς τὸ Κράτος, διότι δὲν θέλω νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιβλαβῆ διὰ τὸν τόπον γλῶσσαν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ταῦτα καὶ νὰ εὑρεθῶ εἰς βραχὺ χρονικὸν διάστημα εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν τὸ Κράτος εὑρέθη νὰ προέλθῃ εἰς πόλεμον μὲ τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα, ἀφοῦ καὶ ὁ λαὸς καὶ τὰ ἄλλα Κράτη ἐπίστευον ὅτι τὸ Κράτος μας ἦτο ἀνίκανον κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ συνεπῶς ἀποτεθαρρημένον. Καὶ ἂν, Κύριοι, τὸ τονίζω, οἱ φαυλοκράται, οἱ ἀντεθνικοὶ δὲν εἶχον δημιουργήσει τὸν στρατὸν καὶ δὲν τὸν εἶχον παρασκευάσει εἰς πόλεμον καὶ ἂν δὲν εἶχον νομοθετήσει μέτρα, ὥστε ἡ συγκέντρωσις καὶ ἐπιστράτευσις νὰ γίνῃ ταχυτάτη, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκαυχήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰπὼν ὅτι δύο ἡμέρας πρὸ τῶν ὑπολογισμῶν του ὁ στρατὸς ἦτο εἰς τὰ σύνορα, δὲν ἠξεύρω τίς θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς χώρας ταύτης, ἀλλ’ ἀρκεῖ μόνον ὅτι ὁ στρατὸς ἦτο ἀποτεθαρρημένος, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς πρώτης συρράξεως, ὅτε ὁ στρατὸς εἶχεν ἐμπνευσθῇ ἀπὸ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἔδειξε δισταγμὸν κατὰ τὴν ἐπίθεσιν καὶ τὴν σύρραξιν ἐκείνην, δὲν ἠξεύρω, λέγω, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔφθανε μέχρι τῆς γραμμῆς τῶν προφυλακῶν διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς στρατιώτας, τίς θὰ ἦτο ἡ τύχη τῆς χώρας ταύτης. Δὲν τολμῶ νὰ τὸ εἴπω. Οἰστρηλάτησε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ὁ Βασιλεύς, παρέσχε διὰ τοῦ παραδείγματος Αὐτοῦ πλήρη ἀπόδειξιν τοῦ μεγάλου πατριωτισμοῦ καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως εἰς τὴν ἰδέαν τῆς Πατρίδος· διότι διὰ τῆς αὐτοθυσίας Του ταύτης ἔλεγε πρὸς τὸν στρατόν: δὲν θέλω διὰ τῶν ὀστῶν σας νὰ στηρίξω τὸν θρόνον Μου, ἀλλὰ θέλω τὰ ὀστᾶ Μου, τὰ ὀστᾶ τῶν τέκνων Μου καὶ τὰ ὀστᾶ τὰ ἰδικά σας νὰ μεγαλύνωσι καὶ νὰ δοξάσωσι τὴν Πατρίδα ἡμῶν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ εὐαίσθητος ἀντιληφθεὶς τῆς αὐταπαρνήσεως ταύτης τοῦ Βασιλέως ἔκαμεν ὥστε νὰ καταργηθῇ ἡ πυρῖτις, νὰ τεθῶσιν ἐκποδὼν τὰ πυροβόλα καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀρχέγονον κατάστασιν ἀναρριχώμενοι εἰς τὰ ὑψηλότερα σημεῖα, εἰς τὰ ὀχυρὰ ἐκ φύσεως καὶ ὀχυρωθέντα ἐκ τῆς τέχνης, καὶ οἱ στρατιῶται ἡμῶν νὰ παλαίσωσι πρὸς τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν ἐκ τοῦ συστάδην καὶ διὰ τῶν λίθων ἀκόμη. Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης αὐτοθυσίας τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ἡρωικοῦ στρατοῦ μας καὶ αὐτὸ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα, καὶ νὰ σεμνυνώμεθα διὰ τὴν στρατιωτικὴν δόξαν τῆς Ἑλλάδος. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν, διὰ νὰ διδάξω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ποίαν πρέπει νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν καὶ νὰ μὴ ζητῇ ἕνεκα τῶν περιστάσεων τοῦ πολέμου νὰ κλείῃ τὸ στόμα ἡμῶν καὶ νὰ αὐτοεπαινῆται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ θέλῃ νὰ πείσῃ αὐτὸν τὸν λαὸν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς τῆς ὅλης αὐτῆς καταστάσεως. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν συνθήκην. Ὅλα αὐτὰ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν μου, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ μιμηθῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ νὰ σᾶς εἴπω ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσι διὰ τῆς συνθήκης ταύτης. Δὲν θέλω νὰ σᾶς παραστήσω τοὺς συλλογισμούς μου καὶ ὡς στρατιώτου καὶ ὡς πολιτευομένου, διότι οὐ μόνον σεῖς θὰ σκεφθῆτε διαφορετικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ σκεφθῶσιν διαφορετικώτερον, διότι ἔχομεν ἀνάγκην τώρα, ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν καὶ θὰ ἔχωμεν τὴν προσοχὴν τῶν ἰσχυρῶν τῆς Γῆς, νὰ μὴ μειώσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν, καὶ κλείω τὸ στόμα μου καὶ δὲν καταθέτω ἐνώπιον ὑμῶν τοὺς συλλογισμούς μου τούτους. Βλέπετε, Κύριοι, διὰ τίνα λόγον ἀκόμη δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως κατ’ ἄρθρον, ἀλλὰ μεταβαίνω ἀπὸ ἄρθρου τινὸς εἰς ἄλλο ἄρθρον πολὺ μεμακρυσμένον. Λαμβάνω μόνον ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων δύναμαι νὰ ὁμιλήσω κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχω δίκαιον ἀντιτιθέμενος πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Βλέπετε ὅτι τὸ ὅλον ἔχω ἐξονυχίσει καὶ περὶ τοῦ ὅλου αὐτοῦ ἐγὼ ἔχω γνώμην, ἀλλὰ θὰ ἀκολουθήσω τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀγορεύσεώς μου. Δὲν δύναμαι νὰ κάμω ὅ,τι δύναται νὰ κάμῃ ὁ κ. Εὐταξίας. Ἄλλον τρόπον ἀγορεύσεως ἔχει ἐκεῖνος, ἄλλον ἐγώ. Ἔρχομαι εἰς τὸ εἰδικὸν πρωτόκολλον, Κύριοι, εἰς τὸ δεύτερον αὐτοῦ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει: «Τῆς Αὐτοκρατορικῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ἰσχυριζομένης ὅτι τὰ ἰδιωτικὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους ἀποτελοῦντα κτήματα, τὰ κείμενα ἐν ταῖς ἐκχωρηθείσαις χώραις, δέον νὰ παραμείνωσιν εἰς αὐτό, καὶ τῆς Βασιλικῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μὴ δεχομένης καὶ ἀντισχυριζομένης ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα δέον νὰ ἀνήκωσιν εἰς αὐτὴν τὰ δύο συμβαλλόμενα μέρη συνεφώνησαν νὰ ὑποβάλωσι τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὸ Διαιτητικὸν ἐν Χάγῃ Δικαστήριον, δυνάμει συνομολογηθησομένου συνυποσχετικοῦ». Ὅστις, Κύριοι, θ’ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ δὲν γνωρίζει τί ἐμπερικλείει, θὰ μειδιᾷ διότι ἐγὼ προσέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ζητεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ὀθωμανικὴν διακόσια τσιφλίκια ἐν Ἠπείρῳ καὶ πεντακόσια τοιαῦτα ἐν Μακεδονίᾳ, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ἤθελον νὰ κάμω συζήτησιν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, διότι ἡ ἀξία, τὸ ὕψος τὸ περιεχόμενον εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ πρωτοκόλλου εἶναι μέγα καὶ ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις — σημειώσατε καλῶς — ἐμερίμνησε περὶ αὐτοῦ, καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἡττηθεῖσα εἰς τὴν σύμβασιν ἐκείνην ἐπροφυλάχθη εἰς αὐτήν, διότι τὰ τσιφλίκια τὰ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ εἶναι μεγάλης ἀξίας, εἶναι πολὺ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπολογίζει. Καὶ ἐκεῖ ἔθεσεν ὅρον ἡ Βουλγαρία, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Βουλγαρικὸν Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ δώσῃ τὸ ἀντίτιμον τὸ ὁποῖον προεσυμφωνήθη καὶ νὰ ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν ἐκ τοῦ Βασιλείου της τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος, καὶ ἂν ἀκόμη τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος ἤθελε προέλθει εἰς συμφωνίαν μὲ ξένους ἀγοραστὰς οἱ ὁποῖοι νὰ δίδωσι διπλάσια καὶ τριπλάσια τῶν ὅσα ἀναγράφει εἰς τὴν σύμβασιν, νὰ προτιμᾶται πάντοτε καὶ εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἡ Βουλγαρία. Τοῦτο δὲν ἔχει ἐγγραφῆ ἐδῶ ἔχει μόνον ἐγγραφῆ ποσότης ἀπέναντι τῶν κτημάτων, ἀλλὰ δὲν ὁρίζεται ἂν κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ θελήσῃ νὰ ἀγοράσῃ αὐτὰ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἢ θελήσῃ νὰ πωλήσῃ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἂν θὰ ληφθῶσιν ὡς βάσις αὐτὰ τὰ ποσὰ καὶ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ ἀμφισβήτησιν ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, διότι δὲν καθορίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ. Τότε θὰ ἦτο εὐχάριστον εἰς ἡμᾶς, ἐὰν ὅμως, ὅπερ δὲν καθορίζεται, ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις μένῃ ἐλευθέρα νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει; Ποία ὑπάρχει ὠφέλεια εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας δὲν ἠξεύρω· δύνασθε ὅμως νὰ ζητήσητε πληροφορίας. Εἶσθε ἱκανοὶ νὰ διαχειρισθῆτε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ δύνασθε ὑμεῖς αὐτοὶ νὰ μάθητε τί ποσὸν θὰ προκύψῃ, ὅταν μάλιστα προχωρήσῃ ὁ χρόνος, ἐξωραϊσθῇ δὲ ὁ τόπος καὶ κατορθωθῇ νὰ πραγματοποιηθῇ ἓν σύμπλεγμα συγκοινωνίας κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἰργάσθη μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ τῆς ἀντιλήψεως ἐκείνης τὴν ὁποίαν αὐτὸ καθ’ αὑτὸ τὸ ζήτημα ἀπῄτει. Καὶ θὰ μοὶ ἐλέγετε ἴσως, Κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶπεν ὁ συνήγορος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δηλαδὴ μολονότι εἴμεθα νικηταὶ δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Ναί· ἐὰν ἡ διπλωματία τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἀξία τοῦ ὀνόματος καὶ εἶχε τὴν ἀντίληψιν καὶ τῶν περιστάσεων καὶ τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν ἀλλοῖα, καὶ οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὅτε ὑπεγράφη ἡ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος, Σερβίας, Μαυροβουνίου καὶ Βουλγαρίας ἐν Βουκουρεστίῳ, ὅτε ἀκόμη ἡ Τουρκία δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ τῆς ἀδυναμίας τῆς Βουλγαρίας, ὅτε ἀκόμη ἡ Τουρκία δὲν εἶχε προχωρήσει νὰ καταλάβῃ τὴν Ἀδριανούπολιν καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἀνακτήσῃ τὸ ἠθικὸν αὐτῆς κῦρος, ὅτε δὲν εἶχεν ἀκόμη συντελεσθῆ ἡ σύμβασις μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας, ὑπῆρχε καιρός —καὶ τὸ τονίζω—, ἦτο ἐπίκαιρος ἡ στιγμὴ διὰ νὰ προέλθωμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς συμβάσεως, διότι πρὸς τοῦτο ἦλθον οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Τουρκίας ἐδῶ, καὶ ἦτο ἐνταῦθα ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν συνεννόησιν ἤθελον νὰ προέλθωσιν, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προυτίμησεν, ἐπειδή, ὡς ἔλεγεν, ἦτο κουρασμένος, νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Λουτράκιον, ἵνα ἀναπαυθῇ τοὐλάχιστον 15–20 ἡμέρας καὶ ἀνακτήσῃ δύναμιν ἀπὸ τὸ ῥάδιον, διότι κατὰ τὴν ὁμολογίαν του εἶχε κουρασθῆ εἰς τὴν Παληοαγγλίαν, ὅπου ὁ βίος ἐκεῖ ἦτο πολὺ γλίσχρος καὶ μάλιστα εἰς τὰ ἀνάκτορα τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου! Καὶ ἐκουράσθη περιελθὼν τὸ Βελιγράδιον καὶ τὸ Βουκουρέστιον διὰ σιδηροδρόμων, τῶν ὁποίων ἡ εὐμάρεια ἦτο τοιαύτη, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω ἂν εἶχεν εἰς τὸ σπίτι του ἢ ἐν Κρήτῃ κατὰ τὴν πολυετῆ ἐκεῖ διαμονήν του, διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὴν ἔχω. Παρῆλθεν αὐτὴ ἡ στιγμή, ἀνέκυψεν ἡ Τουρκία καὶ ἔρχεσθε ὕστερον νὰ καταρτίσητε συνθήκην. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ τὰ ἀποτελέσματα; Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματά της, μὲ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κάθηται ἐκεῖ (δεικνύει τὸν κ. Γ. Θεοτόκην), τοῦ ὁποίου ὁ πατριωτισμὸς ὑπῆρξε τοιοῦτος, ὥστε, ὅτε προσεκλήθη ἐκεῖ, ἵνα ὑπηρετήσῃ τὴν Πατρίδα του, δὲν ἐσυλλογίσθη ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος τὸν προεπηλάκισε, τὸν παρουσίασε διὰ τῶν ἀγορεύσεών του ὡς τὸν ὀλετῆρα τῆς χώρας ταύτης. Ἔσπευσεν εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Βασιλέως καὶ δὲν ἐχρειάσθη μέγα χρονικὸν διάστημα εἰς τὴν Γερμανίαν διὰ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας, διὰ νὰ εὕρωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸν ὑβρίσωσιν, ἔγραψαν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅ,τι ἤθελον, ὡς προερχόμενον παρ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ τὸν ὑβρίσωσι τὴν ἀκόλουθον καὶ πάλιν. Ἦτο λοιπὸν τότε καιρός, Κύριοι, ὅτε ἡ Τουρκία εὑρίσκετο εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰς ζημίας διὰ τὸν τόπον, διότι ἡ σύμβασις αὕτη οὐδόλως μεριμνᾷ, Κύριοι, —ἐπαναλαμβάνω τοῦτο—περὶ τῶν ὑποδούλων.
§67Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Τῷ 1897 ἦτο καλλιτέρα, διότι τότε εἴχετε αἰχμαλώτους Θεσσαλούς, ἐνῷ κατὰ τὸ 1913 εἴχετε αἰχμαλώτους Τούρκους καὶ Βουλγάρους.
§68Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐνόησα τίποτε. Τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ ἡ δρᾶσις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ στηρίζεται εἰς τὸ παρελθόν, στηρίζεται εἰς τοὺς φαυλοκράτας, εἰς τὸν Βασιλέα, εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε σκανδαλωδῶς φιλέλλην. (Ἱλαρότης). Ἐὰν δὲν ἦτο ὁ Θεός, Κύριοι, νὰ βοηθήσῃ τὴν Ἑλλάδα σκανδαλωδῶς καὶ μᾶς ἄφηνε μόνους νὰ πολεμήσωμεν μετὰ τὸν Βαλκανικὸν πόλεμον, ἡ Ἑλλὰς ἦτο διαγεγραμμένη. Καὶ εἴπατέ μου, τώρα ἂν δὲν ηὐνόησε τὴν Ἑλλάδα ὁ Θεὸς σκανδαλωδῶς. Στενοχωροῦμαι, Κύριοι, πάλιν, διότι εἶναι σημεῖον γενικῆς πολιτικῆς καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐκταθῶ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ἀπὸ ποῖον λάθος προήλθομεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω διατί, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τὰ παλαιὰ Βουλγαροτουρκικὰ σύνορα, ἐπεστρέψαμεν εἰς τὸν Νέστον. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἦτο δυνατόν, ἐνῷ εἴχομεν ὄπισθεν ἡμῶν τὴν εὐγενῆ Γαλλίαν, τὸν Κάϊζερ, τὴν Ῥωμουνίαν, νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν Νέστον. Δὲν δύναμαι νὰ ἐκταθῶ, Κύριοι. Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ σημειώσητε τοῦτο. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς ἄλλο ζήτημα. Πῶς δὲν ἔχομεν τὴν ἐν Βουκουρεστίῳ συνθήκην ἐδῶ; Ἡ Λονδίνιος συνθήκη ἔδωκεν εἰς τοὺς συμμάχους τὰ κατακτηθέντα μέρη. Κατὰ τὴν διανομὴν συνεκρούσθημεν. Ὁ πόλεμος ὁ νέος μᾶς ἔδωκε νέα δικαιώματα καὶ κατελάβομεν νέας χώρας. Ἦτο δικαίωμά μας νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον ἐκείνας, τὰς ὁποίας κατελάβομεν μαχόμενοι πρὸς τοὺς Βουλγάρους. Εἴχετε δικαίωμα ὑμεῖς νὰ παραιτηθῆτε ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν 60% τοῦ χρέους τοῦ Ὀθωμανικοῦ διὰ τὰς κτήσεις τὰς ὁποίας κατέχομεν. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν διπλωματῶν δὲν γνωρίζω ἂν ἀφήνεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποφασίζῃ ὁριστικῶς χωρὶς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι λυπηρὸν ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν τὴν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ νὰ μὴ ἐκταθῶμεν εἰς γενικὴν πολιτικὴν συζήτησιν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ διαλευκάνωμεν μερικὰ ζητήματα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδείξωμεν μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διὰ νὰ μὴ παραπλανᾶται, διὰ νὰ μὴ παρασύρηται πρὸς ζημίαν τῆς Πατρίδος. Δὲν θὰ ἦτο δυνατόν, Κύριοι, ἐὰν ἦτο εὐρεῖα ἡ συζήτησις, ἐὰν ἦτο πολιτική, νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον πῶς οἱ τάφοι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδόξασαν τὴν Ἑλλάδα, ἀντὶ νὰ λιβανίζωνται ἀπὸ τὸν ἱερέα τὸν Χριστιανὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ πατῶνται ἀπὸ τοὺς πόδας τῶν τυράννων, τῶν Τατάρων, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ αἷμα τὸ ὁποῖον ἐζύμωσε τὴν γῆν ἐκείνην τῶν ἀθανάτων μαχητῶν τῆς Πατρίδος νὰ πατῆται ἀπὸ τοὺς πόδας τοιούτων τεράτων, ἀπὸ τοὺς πόδας ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐξεδίωξαν διὰ τῆς λόγχης καὶ τῶν λίθων οἱ ἀθάνατοι ἐκεῖνοι ἄνδρες. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἡ συζήτησις περιορίζεται, ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, θὰ δυνηθῆτε νὰ φθάσητε μέχρι τοῦ τελευταίου σημείου τῆς ὅλης αὐτῆς τραγῳδίας, διὰ νὰ μάθητε ἂν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ παρασύρησθε κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ νὰ καθιστᾶτε ἀνίκανον τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Δὲν ἔχω τὸ παράπονον κατὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεδέχθη τὸν Σφακιανάκην καὶ ἔχει ἰδίαν πολιτικήν· τὴν γνωρίζω· δὲν εἶναι καιρὸς νὰ τὴν εἴπω. Καὶ ὄχι μόνον νὰ τὴν εἴπω, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ἀποδείξω. Ὁ Πρόεδρος ἠκολούθησε τὴν πολιτικήν του, ἔχει τὰς γνώμας του. Δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἠδίκησε τὴν Πατρίδα του, ὅτε ἐσκέπτετο μὲ τὰς κρίσεις καὶ μὲ τὰς γνώμας ἄλλων καὶ δὲν ἐσκέπτετο μὲ τὰς ἰδικάς του, ὅτε ἀνεγίνωσκε τὰς ἐφημερίδας τὰς φίλας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν ἀνεγίνωσκε καὶ τὰς ἀντιθέτους, διὰ νὰ κάμῃ παραβολὴν καὶ νὰ κάμῃ κρίσιν καὶ νὰ ἔχῃ ὀρθὴν τὴν γνώμην καὶ πλήρη αὐτήν. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν μεταμεληθῶμεν κατὰ τρόπον πολὺ ἄσχημον διὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν κατὰ τύπους, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ φέρωμεν μεταβολήν τινα, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς της, καὶ ἐπειδὴ λειτουργεῖ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ὑπογραφῆς της δὲν ὑπῆρχε κανὲν ἐμπόδιον τοῦ νὰ προσαχθῶσι πάντα τὰ στοιχεῖα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν συζήτησιν, ὅτε ἡ συζήτησις αὕτη θὰ περιωρίζετο μόνον εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ὑπάρχουσιν ἐν τέλει ζητήματα, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἡ συζήτησις καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδίστασε νὰ τὴν παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ μὴ τὴν παρουσιάσῃ, διότι καμμίαν μεταβολὴν δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν· κατὰ συνέπειαν εἶναι ἐγκεκριμένη ἅμα τῇ ὑποβολῇ της. Καὶ βιάζεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν συζητήσῃ ἀμέσως, διότι θὰ ἀνταλλαγῇ! Τί θὰ ἀνταλλαγῇ; Ὑψώθησαν αἱ σημαῖαι, «ἅμα τῇ ὑπογραφῇ», λέγει. Ἠδύνατο νὰ τὴν ἀνταλλάξῃ καὶ ἡμεῖς νὰ ἐξακολουθῶμεν τὴν συζήτησιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, καμμίαν συζήτησιν δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἐζημιώθη τὸ Κράτος· ἡ σύμβασις θὰ μένῃ σύμβασις. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔχομεν ἐπιθυμίαν, σώνει καὶ καλά, νὰ ἐπιτεθῶμεν κατ’ αὐτοῦ Ὄχι. Σᾶς βεβαιῶ ὄχι. Ἔχομεν ἐπιθυμίαν νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μᾶς δώσῃ τὸν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ φέρῃ καὶ τὸ οἰκονομικόν του πρόγραμμα, διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἕνεκα τοῦ πολέμου τὸ Κράτος ποῖα μέτρα θὰ λάβῃ, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ ἀνέλθῃ καὶ θὰ διαδεχθῇ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐὰν ἤμην κυβερνήτης ἐγώ, δὲν γνωρίζω εἰς ὁποῖον κυκεῶνα ἤθελον εὑρεθῆ. Δὲν ζητοῦμεν λοιπὸν μετατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως· ζητοῦμεν μόνον νὰ ἀρθῇ ὁ πέπλος, νὰ ἴδωμεν τὰ πράγματα διὰ τῶν ἀποδείξεων, διὰ τῶν στοιχείων καὶ νὰ ἀποδώσωμεν ἑκάστῳ τὸ δίκαιον. Εἰς ἄλλην συζήτησιν, ὅτε ἠγόρευε, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Δ. Ῥάλλης, ὁ κ. Πρόεδρος τότε, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀγορεύσεώς του, προσήγαγε τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀπὸ τὴν ἑσπέραν, καὶ ἀνεγίνωσκεν αὐτὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ῥήτωρ ἠγόρευε διὰ νὰ ἐπισπάσῃ τὴν προσοχὴν τῶν συναδέλφων καὶ ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐντύπωσιν, ἣν θὰ προυκάλει ἡ ἔκθεσις τῶν πραγμάτων ἐκ μέρους τοῦ κ. Ῥάλλη. Δὲν εἶχε τὴν ἐπιβαλλομένην ἁβρότητα τοῦ ν’ ἀφήσῃ τὸν ῥήτορα νὰ περατώσῃ τὸν λόγον, διότι εἰς ἓν μόνον προσέχει, πῶς νὰ παραπλανᾷ τὸν λαὸν καὶ νὰ κερδοσκοπῇ πολιτικῶς. Τοῦτο προσπαθεῖ νὰ κερδίσῃ καὶ ἤδη μὴ προσαγαγὼν τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα διὰ τὴν συζήτησιν. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι δὲν συζητοῦμεν εὐρέως σήμερον τὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν, ἣν ἠκολούθησε τὸ Κράτος κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας, ἀλλὰ θὰ συζητήσωμεν, ὅταν θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας πάντα τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ μὴ δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὔτε νὰ κρυβῇ οὔτε νὰ μᾶς ἀναιρέσῃ καὶ διὰ νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἀλήθειαν. Δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρός, Κύριοι, καὶ θὰ ὁμολογήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἐὰν ἐκυβερνᾶτο κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ πολιτευομένους ἄλλους γνωρίζοντας τὴν ἱστορίαν, ἥτις εὑρίσκεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλοῖα θὰ ἦσαν τὰ διπλωματικὰ ἀποτελέσματα τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι τοιαῦτα, ἐπιζήμια καὶ καταστρεπτικά, οἷα εἶναι σήμερον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριανταφυλλᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§70Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν διακόπτομεν 5 λεπτά;
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν στέργῃ ἡ Βουλή.
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην τῆς διακοπῆς ταύτης ὁ ῥήτωρ, νὰ διακόψωμεν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐδήλωσεν ὁ ῥήτωρ.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε νὰ προχωρήσωμεν.
§75Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἀποκλείεται γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἐμμένω ἐν τῇ αὐτῇ πάντοτε γνώμῃ, διότι ὑπάρχουσι λόγοι, διττοὶ μάλιστα, κυροῦντες τὴν γνώμην ταύτην. Ἀφ’ ἑνὸς δὲν δυνάμεθα, ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ὑπὸ τὰς στενὰς προθεσμίας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα νὰ συζητήσωμεν τόσῳ μέγα ἔργον ὅσον ὑπῆρξαν οἱ δύο νικηφόροι πόλεμοι τῆς Ἑλλάδος, ἐξ ἑτέρου δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐν εὐρύτητι, διότι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ἕνεκα τῶν ἐκρεμῶν ζητημάτων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρα τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, ὅπως ἐξ αὐτῶν ἀντλοῦντες πληροφορίας δυνηθῶμεν εὐρέως καὶ εὐσυνειδήτως νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς συνθήκης. Ἀλλὰ πάντως, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ σήμερον, θὰ εἶναι ἀναξία ἡ Βουλή, θὰ εἶναι ἀναξία ἡ Κυβέρνησις, θὰ εἶναι ἀναξιωτέρα ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐὰν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου προκαλέσῃ εὐρυτέραν συζήτησιν, ὅπως πάντες διαφωτισθῶμεν, ὅπως διαφωτίσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς κατὰ πρῶτον λόγον καὶ τὴν κοινωνίαν κατὰ δεύτερον λόγον, τῆς ὁποίας εἴμεθα ἐνταῦθα οἱ ἀντιπρόσωποι. Καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριοι, περὶ τοιαῦτα θέματα νὰ μὴ γίνῃ εὐρυτάτη συζήτησις; Μήπως κατὰ τὸ 1881, ὅτε προσηρτήθη εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἡ Θεσσαλία καὶ μέρος τῆς Ἠπείρου, προσηρτήθη δὲ ἄνευ πολέμου, μήπως τότε ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων δὲν συνεζήτησε διὰ μακρῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης; Ἀλλὰ πρὸ τῆς συζητήσεως τότε ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἐδημοσίευσεν τὴν Λευκὴν βίβλον, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιελήφθησαν ἅπαντα τὰ ἔγγραφα ὅσα τότε διημείφθησαν, ἡ δὲ Βουλὴ ἀξία τοῦ προορισμοῦ της συνεζήτησεν εὐσυνειδήτως καὶ μεμελετημένως μετὰ πάσης λεπτομερείας. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γένηται τοιαύτη εὐρεῖα συζήτησις νῦν; Δὲν ἐννοῶ ταύτην τὴν στιγμήν, ἀλλ’ ἐν καταλλήλῳ ὥρᾳ, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, μετὰ τὴν λύσιν ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν θεμάτων εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ μὴ γίνῃ μεγάλη συζήτησις, ὅπως κρίνωμεν ἂν ὀρθῶς ἐπολιτεύθημεν, ὅπως κρίνωμεν ἂν ἐξετελέσαμεν τὸ ἡμέτερον καθῆκον γοργῶς καὶ καλῶς, ἂν παρελείψαμέν τι ἢ ἂν ἔδει νὰ δοθῇ ἀλλοία γενικὴ κατεύθυνσις εἰς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν; Ἀλλὰ εἶναι καιρὸς τοιαῦτα θέματα σήμερον νὰ ἐξετασθῶσι; Καὶ τότε ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι σαφέστερα καὶ ἀποκρυσταλλωμένα, θὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ἐν πάσῃ ἀνέσει καὶ ἐν δικαιοσύνῃ· διότι τότε θὰ ἀνοιχθῶσι πρὸ ἡμῶν ἄλλοι ὁρίζοντες πολιτικοί, πολὺ εὐρύτεροι, ἀλλ’ ἴσως καὶ πολὺ κινδυνωδέστεροι ἀπὸ τοὺς ὁρίζοντας, εἰς τοὺς ὁποίους ἤμεθα ἠναγκασμένοι ἐκ τῶν περιστάσεων νὰ συζητῶμεν μέχρι πρὸ ὀλίγου ἐνταῦθα. Οἱ νέοι πολιτικοὶ ὁρίζοντες θὰ προκαλῶσιν οἰκονομικὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νῦν διὰ μακρᾶς ἐργασίας συντόνου καὶ ταχείας ν’ ἀντιμετωπίσωμεν, διότι οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναφανῶσιν ἐκ τῆς καταστάσεως ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῶσιν ἐπὶ μακρὸν τότε, διότι δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν εἰς τὸ μέλλον νὰ κανονίσωμεν τὰς ἰδικάς μας ἐπιχειρήσεις ἢ καὶ πολιτικὰς κατευθύνσεις, θὰ εἶναι ἄλλοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσιν ἀντίθετα συμφέροντα νὰ ἐπιδιώξωσι, συμφέρον δὲ νὰ τὰ ἐπιτύχωσιν ἀντὶ πάσης θυσίας — ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ τὸ κατορθώσωσι — Θὰ εἶναι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κανονίσωσι κατὰ τὰς ἰδικάς των ἐπιθυμίας τὰς πολιτικὰς κατευθύνσεις, ἡμεῖς ἑπομένως ἀπὸ τοῦδε ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν, ὡς φιλοπάτριδες ἄνδρες, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι τάχιστα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ βλάψῃ τὴν ἡμετέραν Πατρίδα. Βλέπω τὴν θύελλαν ἐπερχομένην. Ἐμμένω, Κύριοι, καὶ πάλιν εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι ἀποκλείεται πᾶσα γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν πεπραγμένων καὶ ἴσως δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς συνθήκης, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ὁμιλίαν του ὑπέμνησεν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος νὰ γράψῃ ἐν τῷ τύπῳ ὀλίγας λέξεις περὶ συνθήκης, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐγὼ δὲ ὁσάκις προκαλοῦμαι, διότι δὲν εἶμαι συνηθισμένος νὰ προκαλῶ, συνηθίζω πάντοτε νὰ ἀπαντῶ. Ἡ κατάστασις ἡ ὁποία σήμερον δημιουργεῖται, θὰ ἐξετασθῇ, ὡς εἶπον, ἄλλοτε διὰ μακροτάτων, ἀλλ’ εἶναι πρέπον σήμερον ἐξετάζοντες τὴν συνθήκην νὰ ἀναπολήσωμεν ὁποία ἦτο κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ὁποία εἶναι νῦν ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος. Ὅτε τὸ Κράτος τοῦτο ἐδημιουργήθη μικρόν, μετὰ ἀγῶνας αἱματηροὺς καὶ μεγάλους, ὅτε σχεδὸν ἐξῆλθε συντετριμμένον ἐκ τῶν ὀκταετῶν ἀγώνων καὶ τῇ εὐνοίᾳ τῶν ἰσχυρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπεβράβευσαν τοιαύτην ἀνδρείαν καὶ τηλικαύτας ἐθελοθυσίας, διότι ἥμισυ ἑκατομμύριον ψυχῶν ἐτάφη ὑπὸ τὰ ἐρείπια κατὰ τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἀγῶνα· ὅταν, λέγω, οἱ ἰσχυροὶ τῆς Γῆς ἐξαναγκασθέντες διὰ τῆς ἐπιμονῆς καὶ τῆς ἀνδρείας τῆς ἀθανάτου φυλῆς μας ἀνεγνώρισαν τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐδημιούργησαν τὴν μικρὰν ταύτην χώραν, θαυμάσαντες τὴν ἀνδρείαν καὶ καρτερίαν ἥτις πάντοτε εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας ἐπιβάλλεται καὶ θαυμάζεται, ἀνεγνώρισαν τότε τὸ μικρὸν τοῦτο Κράτος ὡς ἰσότιμον πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, τοιαῦτα δίκαια ἔδωκαν εἰς τὴν μικρὰν Ἑλλάδα διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1830. Ἡ Ἑλλὰς μικρὰ κατ’ ἔκτασιν καὶ πληθυσμόν, ὅστις καὶ τρομακτικῶς ἐμειώθη κατὰ τοὺς μεγάλους ἀγῶνας, ἐτάχθη παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν ἰσχυρῶν τῆς Γῆς θαυμαζόντων τὸ θάρρος καὶ τὴν φιλοπατρίαν αὐτῆς. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Πύλη, ἥτις τότε τὸ πρῶτον συνετρίβετο καὶ ἐταπεινοῦτο ὑπὸ μικροῦ καὶ τέως δούλου λαοῦ, δὲν ἀνεγνώρισε τὴν ἐξαιρετικὴν ταύτην θέσιν τῆς Ἑλλάδος μετὰ προθυμίας, ἀλλὰ προσεπάθησε τοὐναντίον δι’ ὅλων τῶν μέσων τῶν γνωστῶν εἰς τὴν διπλωματίαν τῆς Πύλης νὰ μειώσῃ τὴν ἔξοχον ταύτην θέσιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἰς πᾶν βῆμα, ὅπερ ἐπεχείρει ἡ Ἑλλάς, στηριζομένη εἰς τὰ ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου δίκαιά της εὕρισκε τὴν δυστροπίαν τῆς Πύλης καὶ τὴν ἀκατανίκητον, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀντίδρασιν πρὸς τὸ δημιουργηθὲν Κράτος. Διότι οἱ Τοῦρκοι δυστυχῶς ἀπ’ ἀρχῆς εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι κύριος ἐχθρός των ἦτο ἡ Ἑλληνικὴ φυλή, πεπλανημένην γνώμην, ἥτις ἐπὶ τέλους ἔφερεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ὀφείλουσι νὰ θρηνῶσιν. Ἐν τούτοις τοιαύτην ἐκεῖνοι ἔχουσι πεποίθησιν καὶ οὕτως ἐπολιτεύθησαν πάντοτε, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις μέχρι πρό τινος ἦτο εἰς μέρος τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τῆς Πύλης διατελοῦν, γνωρίζει κάλλιον ἡμῶν τὰς δυστροπίας καὶ τὰ τεχνάσματα καὶ τὰς ἀντιδράσεις τῆς Τουρκικῆς διπλωματίας. Ὅτε δὲ ἡμεῖς, πρὸς τοὺς ὁποίους τὰ πάντα ἠρνοῦντο, ἐτολμήσαμέν ποτε νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Πύλης, ἦτο δὲ τότε πρεσβευτὴς ἐν Κωνσταντινουπόλει ὁ Ζωγράφος ὁ ἐκ Καλαβρύτων, ἡ μὲν Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική, ὑπερήφανος διὰ τὴν θέσιν ἣν κατεῖχεν, ἀνεκάλεσεν ἀμέσως τὸν πρεσβευτήν της, ὁ δὲ πρεσβευτής της ἐνταῦθα ἐπανελθὼν ὑπέστη τοιαύτην μείωσιν ὑπολήψεως, ὥστε οἱ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐνθυμοῦνται, ὅτι σχεδὸν ἐλιθοβολήθη, εἰς δὲ τὸν περίπατόν των τότε οἱ Ἀθηναῖοι, ὡς συνηθίζεται καὶ τώρα εἰς μερικὰς πόλεις καὶ χωρία τῆς Ἑλλάδος, ἔρριπτον λίθους ἀναθέματος καὶ ἐσχηματίσθη σωρὸς ἐκ λίθων σημαίνων ἀποδοκιμασίαν τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος τολμήσαντος νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχώρησιν εἰς τὰ ζητήματα, ἅτινα ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἐπεχείρει. Κατόπιν, ἵνα μὴ μακρηγορῶ, ἔγινεν ἡ ἐν Κάνλιτζᾳ περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας γνωστὴ συνθήκη τοῦ 1855, ὅτε αἱ σχέσεις ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας ἐρρυθμίσθησαν. Ἀλλ’ ἡ Πύλη οὐδέποτε ἔπαυσεν ἔχουσα περὶ ἡμῶν οἵαν σᾶς προεῖπον γνώμην. Ἐφθάσαμεν τοιουτοτρόπως εἰς τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897. Τὸν λέγω ἀτυχῆ, διότι βεβαίως ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο πρέπον μόνη νὰ ἐπιχειρήσῃ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ μὲ ὅλα τὰ ἀτυχήματα τοῦ πολέμου ἐκείνου ὑπῆρξαν καὶ σημεῖα ἱκανὰ ἱκανοποιητικά. Καὶ τότε ἡ φυλὴ ἔδειξε τὸ σθένος της κατελθοῦσα ὀλιγάριθμος καὶ ἀνέτοιμος καὶ μὲ ὁπλισμὸν ἀτελέστερον καὶ μόνη καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Τουρκίας, ἔδειξε τὸ ψυχικόν της σθένος, ἀντεπεξελθοῦσα κατὰ διπλασίων καὶ τριπλασίων ἐχθρικῶν δυνάμεων. Βεβαίως οὐδέποτε ὑπῆρξα σωβινιστής, οὐδέποτε ἐδέχθην τὴν γνώμην τῶν λεγόντων ὅτι δὲν ἡττήθημεν. Ἠττήθημεν, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἧτται καὶ ἧτται. Κατὰ τὴν ἧτταν ἐκείνην ἐδείχθη ἡ ψυχικὴ δύναμις τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, διότι πανικόβλητοι κατὰ τὸν πόλεμον ἀνασυνετάχθημεν καὶ ὀλιγάριθμοι ἀντετάχθημεν, ἐν Ἠπείρῳ δὲ ἡ νίκη ὑπῆρξεν ἀμφίρροπος. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡττήθημεν καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἥττης ὑπῆρξαν δι’ ἡμᾶς ὀδυνηρά, διότι ταῦτα ἐξεμεταλλεύθησαν ὄχι μόνον οἱ Τοῦρκοι, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ περὶ ἡμᾶς λαοί, οἱ μετὰ χαρᾶς ἰδόντες ὅτι ἀπεδύθημεν εἰς ἀγῶνα μόνοι καὶ ὅτι ἡττήθημεν ἡμεῖς οἱ ἀντίπαλοί των. Καὶ τότε παρεστάθη ἡ Ἑλληνικὴ φυλή, ἥτις ὑπῆρξε πάντοτε ἡ αὐτή, φιλότιμος, γενναία καὶ φιλόπατρις, ὡς ἀγέλη ἀνδραπόδων καὶ δειλῶν καὶ μετεδόθη εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν ὅτι ἐνταῦθα κατοικοῦσι μόνον ἔμποροι καὶ οὐχὶ φιλοπάτριδες, μόνον ἄνανδροι καὶ οὐχὶ γενναῖοι. Ἦλθον οἱ τελευταῖοι πόλεμοι καὶ ἀπέδειξαν ὁποία ὑπῆρξεν ἡ φυλὴ ἡμῶν καὶ πάντες ἠσθάνθημεν ὑπερηφάνειαν, διότι ἡ ἀλήθεια ἔλαμψε καὶ ἡ φυλὴ ἀνέκτησεν ὅλον τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐτοπεποίθησίν της. Ἤδη ἐρωτᾶται, διότι τοῦτο εἶναι κυρίως τὸ θέμα, ἡ συνθήκη ἡ γενομένη μετὰ δύο ἐνδόξους πολέμους εἶναι ἀνταξία τῶν νικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Μήπως ἐμείωσε τὰς ἐκ τῆς νίκης ἐντυπώσεις; Μήπως παρεστάθημεν ὡς ἡττημένοι; Ποῖα εἶναι τὰ θέματα, περὶ τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ στραφῇ ἡ συνθήκη; Τὰ θέματα ταῦτα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας διετύπωσεν ἀρκετὰ σαφῶς εἰπὼν ὅτι αἱ προστριβαὶ ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ὤφειλον νὰ ἐκλίπωσι καὶ δι’ ἄλλους πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ πολιτικώτατον λόγον, διότι πιθανὸν εἶναι τὰ πράγματα τοιαύτην νὰ τραπῶσι πορείαν, ὥστε νὰ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ μὴ ὑπάρχωσι προστριβαὶ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ἀλλ’ ἐκανονίσθη ζήτημά τι ἐκ τῶν γεννώντων κατὰ τὸ παρελθὸν προστριβάς; Τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, τῆς φορολογίας καὶ ὅλα τὰ συναφῆ; Οὐδὲν ἐλύθη. Ἀλλὰ μήπως ἐπῆλθε πρόνοια, ὅπως μὴ ἐπαναλαμβάνωνται αἱ προστριβαί, αἵτινες ἀναγκαίως θὰ γεννηθῶσι, ὅταν εἴμεθα ἠναγκασμένοι ὑπὸ προθεσμίαν νὰ συνάπτωμεν τὰς συνθήκας μετὰ τῆς Τουρκίας; Διότι κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ 1855 ἔχουσι κανονισθῆ τὰ τῆς ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, οὕτως ὥστε ἡ συνθήκη ἐκείνη εἶναι ἄνευ προθεσμίας, sine die, ἀλλ’ ὅτε ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος τοῦ 1897, ὁ λύσας τὰς συνθήκας προσωρινῶς, τῇ παρεμβάσει τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, παρεπέμφθησαν εἰς τὸ μεταξὺ Σερβίας καὶ Τουρκίας καθεστὼς κατόπιν διὰ διατάξεως ὡρισμένης ἐν τῇ ὁριστικῇ συνθήκῃ. Ἐτηρήθησαν αἱ διομολογήσεις καὶ τὰ προνόμια, παρεπέμφθημεν δὲ συγχρόνως εἰς τὸ νὰ κανονίσωμεν τὰς μεταξύ μας σχέσεις δι’ ἰδιαιτέρων συνθηκῶν, ἐμπορικῶν καὶ ἄλλων. Τί συνέβη; Ὑπεγράψαμεν συνθήκας, ἀλλ’ αὗται εἶναι ὑπὸ προθεσμίαν, ὅταν δὲ θὰ καταγγελθῶσι, πάλιν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς προστριβὰς μετὰ τῶν Τούρκων, διότι πάλιν θὰ ἀρχίσωμεν διαπραγματεύσεις πρὸς νέαν σύναψιν συνθήκης. Ἦτο τάχα μεγάλη θυσία νὰ ἀπαιτήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τοιοῦτον ὅρον σήμερον, νὰ ἀπαιτήσῃ, ἔστω τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐνομοθετήσαμεν, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσαμεν, νὰ εἶναι ἄνευ προθεσμιῶν, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται κατὰ πᾶσαν καταγγελίαν τῆς συνθήκης διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ εἶναι εὐχάριστοι ἢ ὀχληραί; Διὰ τῆς συνθήκης λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ ἀμνηστείας τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον ἦτο δυνατὸν νὰ συνέβησαν βεβαίως καὶ τοιαῦται πράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀδικήματα πολιτικά, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον τοῦτον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ὑπὸ ἐντελῶς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ὑπὸ τῶν Νεοτούρκων ἐν Τουρκίᾳ μεταβολῆς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς γενικῆς στρατολογίας, εὑρέθημεν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦτον πρὸ τοῦ παραδοξοτέρου τῶν φαινομένων, νὰ εὑρισκώμεθα Ἕλληνες ἡμεῖς ἀπέναντι ὁμοθρήσκων καὶ ὁμοεθνῶν. Καὶ οἱ μὲν πολλοί, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ φύσις τῶν ἀνθρώπων, τῶν Ἑλλήνων ὑπετάγησαν εἰς τοὺς νόμους τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἐπολέμησαν καθ’ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔνοπλοι ἠγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἐκείνων, βεβαίως ὄχι μὲ τὸ σθένος καὶ τὴν φιλοπατρίαν, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποταγὴν καὶ τὴν ἀπειλήν, ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπέναντι τῶν νόμων τῶν θετῶν ἐσεβάσθησαν τοὺς ἀγράφους νόμους καὶ εἶπον ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα Ἕλληνες τὴν ψυχήν, Ἕλληνες τὴν διάνοιαν, Ἕλληνες τὴν φωνὴν καὶ οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐλιποτάκτησαν εἴτε δὲν προσῆλθον ἢ καὶ ἐγένοντο κατὰ τὴν μάχην πρὸς ἡμᾶς αὐτόμολοι. Ποίαν πρόνοιαν ἐλάβετε, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῶν τοιούτων ἀνθρώπων, ἀκριβῶς περὶ τῶν ἀκραιφνῶν Ἑλλήνων, περὶ τῶν μεγάλων πατριωτῶν; Εἶναι τάχα μεγάλη θυσία νὰ εἴπητε ἀκριβῶς, ἐὰν μάλιστα προτιθέμεθα φιλικωτάτας σχέσεις μετὰ τῶν γειτόνων αὐτῶν, τῶν κατὰ θάλασσαν πλέον γειτόνων, νὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἐξακολουθήσωμεν, εἶναι τάχα μεγάλη θυσία νὰ ἀπαιτήσητε ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο κανονισθῇ, διότι θὰ γεννῶνται καθ’ ἑκάστην προστριβαὶ προσερχομένων ἐνταῦθα τῶν καταδιωκομένων καὶ παραπονουμένων; Εἶναι τάχα μεγάλη θυσία; Δὲν γνωρίζω. Ἐζητήσατε καὶ εἶναι δύσκολον τοῦτο νὰ κανονισθῇ; Μεταβαίνομεν εἰς ἕτερον ζήτημα, τὸ μέγα, τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας. Προτοῦ ὁ πόλεμος κηρυχθῇ, αὐθαιρέτως ἡ Τουρκία ἔκλεισεν εἰς τὸν Ἑλλήσποντον ἀπειρίαν πλοίων Ἑλληνικῶν καὶ μετεχειρίσθη ταῦτα διὰ τὰς ἰδίας αὑτῆς ἀνάγκας καταστρέψασα τὰ συμφέροντα πολυτιμοτάτου κλάδου παραγωγῆς, τῆς ἡμετέρας ναυτιλίας. Ποίαν πρόνοιαν ἐλάβετε περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν; Ποίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ τηρῇ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους πρῶτον, νὰ προστατεύῃ δὲ δεύτερον τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων αὐτῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι συμφέροντα τοῦ ἔθνους; Πόσην ἠσθάνθημεν τότε πάντες προσβολήν, διότι ἄνευ πολέμου ἔδειξαν ὅλην των τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ κατεκράτησαν περιουσίαν ἰδιωτικὴν ἄνευ πολέμου καὶ μάλιστα περιουσίαν κινουμένην ἐν θαλάσσῃ, ἡ ὁποία εἶναι, ὅπως γνωρίζετε πάντες, ἐλευθέρα πρὸς πάντας! Ἦτο πρᾶξις ἡ ὁποία προσέβαλεν οὐχὶ μόνον ἡμᾶς ὅλους, ἀλλ’ ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηται διὰ τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τῶν πλοίων ἐν τῇ θαλάσσῃ. Ποίαν πρόνοιαν ἐλάβετε, ἁπλουστάτην πρόνοιαν; Οὐδὲ τὸν κόπον ἐλάβετε νὰ καταδείξητε ὁποῖαι εἶναι αἱ ζημίαι. Καὶ ἐνῷ ἡ Τουρκία σᾶς ὥρισεν ἐν πρωτοκόλλῳ τὴν ἀξίαν τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας τοῦ Κράτους, σεῖς δὲν ἐλάβετε τὴν πρόνοιαν νὰ καταγράψητε ποῖα εἶναι τὰ πλοῖα τὰ κατακρατηθέντα καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀποζημιώσεις τὰς ὁποίας ζητοῦσι καὶ δὲν ἐλάβετε ἀκόμη τὴν μεγαλειτέραν πρόνοιαν νὰ καταστήσητε εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν πλοίων πιθανὴν τὴν ἀπόκτησιν τῶν δικαίων των. Διότι, ἐὰν νομίζητε ὅτι λαμβάνεται πρόνοια καὶ προστατεύονται τὰ συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων τούτων, τῶν μεγάλων παραγωγῶν τοῦ πλούτου καὶ τῆς δόξης καὶ τῆς ἀκμῆς τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦ ἄρθρου 9ου τῆς συνθήκης, διὰ τοῦ ὁποίου τοὺς παραπέμπετε νὰ διορίσωσι δύο διαιτητὰς αὐτοὶ καὶ δύο ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις διὰ συνυποσχετικοῦ καὶ κατόπιν ἐν ἀσυμφωνίᾳ ἐπιδιαιτητὴν νὰ διορίζῃ τὸ ὁμοσπονδιακὸν Ἐλβετικὸν συμβούλιον, σᾶς βεβαιῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν λαμβάνεται καμμία πρόνοια, ἀλλ’ ὅτι σκληρῶς εἰρωνευόμεθα τὰ δίκαια τῶν ἐντίμων αὐτῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι θύματα τῆς Πολιτείας καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ λάβητε εἰδικὴν πρόνοιαν. Πιστεύετε σεῖς ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε τοιαύτη ἀπαίτησις ζημιωθέντος πλοιοκτήτου νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας; Εἶνε δυνατόν ποτε νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὴν Πύλην ὅπως διορίσῃ διὰ συνυποσχετικοῦ διαιτητάς, ἵνα δικάσωσι τὰς ἀποζημιώσεις διὰ τὰ καθειρχθέντα πλοῖα; Ἐγὼ δὲν ἀδικῶ τὴν νοημοσύνην σας, κύριε Πρόεδρε. Δὲν πιστεύω νὰ τὸ πιστεύητε καὶ σεῖς. Εὑρέθητε ἠναγκασμένος νὰ τὸ δεχθῆτε, ὑπεχωρήσατε πλέον καθ’ ἕξιν. Δὲν πιστεύω ποτέ νὰ φρονῆτε ὅτι θὰ γίνῃ τοιαύτη ἀνόρθωσις τῶν δικαίων αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, καθ’ ὃν τρόπον περιγράφει ἡ συνθήκη. Ἐρχόμεθα εἰς ἕτερον θέμα. Κανονίζεται διὰ τῆς συνθήκης τὸ ζήτημα τῶν μουφτήδων ἐν Ἑλλάδι. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω κεφαλαιώδη παρατήρησιν. Περὶ μουφτήδων ὡμίλησε καὶ ἡ συνθήκη τοῦ 1881 καὶ ἐκείνη ἡ συνθήκη ὑπεγράφη παρὰ τῶν Τούρκων ἀφ’ ἑνός, διδόντων ἄνευ πολέμου Θεσσαλίαν καὶ Ἤπειρον, καὶ παρὰ τοῦ ἀειμνήστου τότε ἀνδρὸς Κουμουνδούρου, λαμβάνοντος τὴν δωρεὰν καὶ διαμαρτυρομένου. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐννοεῖ εἰς ποίαν θέσιν ἦτο τότε ὁ δεχόμενος ἄνευ τῆς βίας, ἡ ὁποία κανονίζει τὰ πράγματα ταῦτα ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν Ἐθνῶν. Ὁ ἄνευ τῆς βίας τῆς ὑλικῆς παραχωρῶν ἐπιβάλλει εὐκόλως οἱουσδήποτε θέλει ὅρους. Καὶ ὅμως πῶς ἐκανονίσθη τὸ ζήτημα τῶν μουφτήδων τότε; Κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τῆς τότε συνθήκης οἱ μουφτῆδες, ἢ ὅπως ἄλλως τοὺς λέγουσιν, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐντριβὴς περὶ τὰ τοιαῦτα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἴσως ἐντριβέστερος, εἶχον κατὰ τὴν συνθήκη τοῦ 1881 δικαιοδοσίαν μόνον ἐπὶ τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν ὑποθέσεων. Πῶς ἐκανονίσθη τὸ ζήτημα παρ’ ἡμῶν σήμερον; Δίδομεν δικαιοδοσίαν ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ δημιουργοῦμεν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἁρμοδία νὰ δικάζῃ ἐφ’ ὅλων τῶν διαφορῶν, προσωπικῶν καὶ περιουσιακῶν, τοῦ οἰκογενειακοῦ δικαίου, ἑπομένως περὶ διαζυγίου, περὶ δωρεᾶς προγαμιαίας, περὶ διατροφῆς κτλ.
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχουσι προγαμιαίαν δωρεὰν οἱ Τοῦρκοι.
§77Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶπον ὅτι δὲν εἶμαι ἐντριβὴς περὶ τὸ δίκαιον τῶν Τούρκων. Περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν θεμάτων ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ τοῦτο; Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος θὰ ὑποστῇ κατ’ οὐσίαν μείωσιν τῆς κυριαρχίας αὐτοῦ· κατὰ τύπους ὅμως ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι ἡ διάταξις ἀντίκειται εἰς τὸ πολίτευμά μας, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως ὑπὸ ἰσοβίων δικαστῶν, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως θὰ ἐξετάσω τὸ θέμα. Εἰσάγετε θεσμὸν ἑτεροδικίας καὶ πότε καὶ ὑπὲρ τίνων; Ὑπὲρ τῶν Μωαμεθανῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῶν δὲν ἔχουσι δικαιοσύνην ἀξίαν ἐμπιστοσύνης καὶ διότι δὲν ἔχουσι δικαιοσύνην εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἀνέχωνται ἑτεροδικίαν μεταξὺ τῶν ὑπηκόων εὐνομουμένων λαῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλεγόμεθα καὶ ἡμεῖς. Δὲν εἶναι τοῦτο μεγάλη προσβολή, ὡς καὶ τὰ ἄλλα ὅσα παρακατιὼν θέλω εἴπει, δι’ ὧν θέλει ἡ σύμβασις νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν θρησκείαν τῶν Τούρκων, δὲν εἶναι μία μεγάλη προσβολή, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὸ Ἔθνος ἡμῶν, διὰ τὸ ὁποῖον, ὅτε ἐδημιουργήθη, πρώτη ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία εἶχε δικαιώματα προστασίας ἐπὶ τῶν Καθολικῶν, πρώτη ἐκείνη εἶπε διὰ πρωτοκόλλου «ἀναγνωρίζω τὸ εὐνομούμενον ἀνεξάρτητον Κράτος καὶ παραιτοῦμαι τοῦ δικαιώματος προστασίας τῶν Καθολικῶν ἐν Ἑλλάδι»; Καὶ μετὰ αἰῶνος σχεδὸν ἐλεύθερον βίον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐδώκαμεν παραδείγματα μεγάλα τελείας ἀνεξιθρησκείας, ἐρχόμεθα σήμερον νὰ φέρωμεν συνθήκην, ἥτις φροντίζει νὰ ἀσφαλίσῃ ἐναντίον ἡμῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς πάντοτε ἐσεβάσθημεν, ἐκεῖνο ὅπερ οὐδεὶς ὑπάρχει Ἕλλην νὰ μὴ σέβηται, τὴν θρησκείαν τοῦ ἄλλου. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτων συνθηκῶν, ἀφοῦ ἤδη κατὰ τὸν πόλεμον πρὸς τιμὴν τοῦ πολιτισμοῦ ἡμῶν, πρὸς τιμὴν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, εἰς θαυμασμὸν καὶ ἔπαινον τῶν ἀνδρείων μας τέκνων ἐδείξαμεν τοιαῦτα παραδείγματα οὐχὶ ἀνεξιθρησκείας, ἀλλ’ εὐλαβείας πρὸς τὴν θρησκείαν τῶν ἄλλων; Καὶ δὲν ἀπεδώκαμεν ἡμεῖς ὅλους τοὺς ἱεροὺς οἴκους τῶν Τούρκων πρὸς αὐτούς, τοὺς ἁρπαγέντας — καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω τὴν λέξιν — ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, ὅπου εἰσήρχετο ὁ Ἑλληνικὸς στρατός; Καὶ δὲν ἐδέχοντο οἱ ἐν Μακεδονίᾳ Τοῦρκοι τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ὅπου εἰσήρχετο ὡς στοιχεῖον πολιτισμοῦ καὶ ἀνεξιθρησκείας, ὡς ἀντιπροσωπεύοντα τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν δικαιοσύνην; Τίνα λόγον ἔχουσιν ἐπιμένοντες οἱ Τοῦρκοι εἰς τοιαύτας διατάξεις;
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύνασθε νὰ τοὺς ἐρωτήσητε.
§79Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν ἐρωτῶ αὐτούς· ἐρωτῶ ὑμᾶς...
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, ἵνα μὲ ἀπαλλάξητε τοῦ κόπου νὰ ἀγορεύσω, διότι ἐφ’ ὅσον δὲν λάβῃ ἄλλος τὸν λόγον δὲν θὰ ἀπαντήσω;
§81Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε, διὰ τὸ κοπλιμέντο. Ἂν νομίζητε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ὡς ἀνάξια τῆς προσοχῆς σας, ἐγὼ δὲν σᾶς ἐπιτρέπω τοιαύτην φράσιν, οὐδ’ ἐπέτρεψά ποτε εἰς κανένα τοιαύτην.
§82ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ, δὲν θὰ ἀπαντήσω.
§83Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ μὴ ἀπαντήσητε, ἀλλὰ δὲν εἶναι δικαίωμά σας νὰ τὸ λέγητε κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ παρεξηγηθῇ.
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκπλήττομαι διὰ τὴν ἀγανάκτησίν σας.
§85Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ δώσητε μίαν διασάφησιν τῆς φράσεώς σας.
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ γίνῃ πολιτικὴ συζήτησις, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαντήσω. Σεῖς περιορίζεσθε εἰς τὸ νομικὸν μέρος τῆς συνθήκης, θεωρῶ δὲ ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν λάβῃ πολιτικὸν χαρακτῆρα ἡ συζήτησις.
§87Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν διασάφησιν. Εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι.
§88ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὴν ἀντίληψίν σας, ὅτι ἦτο ἐντελῶς περιττὸν νὰ μᾶς ζητήσωσι διὰ συνθήκης οἱ Τοῦρκοι νὰ σεβασθῶμεν τὴν θρησκείαν των. Ἀλλ’ ἡ συνθήκη δὲν ἐγένετο, διὰ ν’ ἀναγραφῇ τοῦτο. Ἡ συνθήκη ἐγένετο, διὰ ν’ ἀναγραφῇ, ὅτι ἡ Τουρκία μᾶς παραχωρεῖ τὰς ἐπαρχίας, ἃς ἀνεκτήσαμεν. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ὑπογράψωμεν τὴν συνθήκην, οἱ Τοῦρκοι ἐπέμενον ν’ ἀναγνωρισθῇ διὰ τῆς συνθήκης ἡ ἀνεξιθρησκεία· δὲν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνω, ἀφοῦ αὐτοὶ ἐπέμενον, καὶ τὸ ἐδέχθην. Δὲν ἠθέλετε μὲ μεμφθῇ, ἐὰν δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἠδύνατο ν’ ἀργοπορήσῃ ἡ ὑπογραφὴ τῆς συνθήκης ἔστω καὶ δέκα ἡμέρας;
§89Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Βεβαίως· εἶμαι συμφωνότατος εἰς αὐτό.
§90ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴχετε δίκαιον, ὅτε εἴπετε ὅτι δίδομεν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν εἰς τοὺς Μουφτῆδες. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν λεγόμενον προσωπικὸν θεσμόν, εἰς τὴν συνθήκην τοῦ 1881 δὲν εἶχε δοθῇ τοιαύτη δικαιοδοσία, ἀποτέλεσμα δὲ τούτου ἦτο, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἀθρόοι ἐξεκένωσαν τὴν Ἑλλάδα. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω...
§91Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ συμπληρώσω, διότι εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. ὅτι ἄγαμαι ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔχομεν συμφέρον ὑπέρτατον νὰ συγκρατήσωμεν τὸν Μουσουλμανικὸν πληθυσμὸν τῶν ἀνακτηθεισῶν χωρῶν. Εἶναι ἄριστον στοιχεῖον γεωργικὸν, στοιχεῖον πρώτης τάξεως, πολῖται λαμπροί, ὑπήκοοι λαμπροί. Ἔχομεν συμφέρον μέγιστον καὶ δι’ οἰκονομικοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ πολιτικοὺς νὰ τοὺς διατηρήσωμεν. Ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν διότι ἡ ὕπαρξις ἑκατοντάδων χιλιάδων Τούρκων εἰς τὸ νέον Κράτος εἶναι στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἐπίσης τοῦ μεγάλου, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἐν Τουρκίᾳ, θὰ χρησιμεύσῃ, ὅπως εἰς τὸ μέλλον αἱ σχέσεις τῶν δύο Κρατῶν γίνωσι στενώτεραι, ὅπερ ἐπιβάλλεται διὰ τὸ συμφέρον καὶ τῶν δύο Κρατῶν.
§93Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν, ἥν μοι ἐκάμετε, καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ὡμιλήσατε μοὶ ἔδωκε βάσιν τῆς παρεξηγήσεως.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοῶ τοιοῦτό τι, διότι οὐδὲν δεδομένον ἔχετε σεῖς νὰ ὑποθέσητε τοιαῦτα· τοὐναντίον βλέπετε μετὰ πόσης προσοχῆς σᾶς παρακολουθῶ.
§95Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο παρεξενεύθην, διὰ τοῦτο ἀπήντησα ὡς ἀπήντησα. Τὸ ἐπεισόδιον παρῆλθεν. Ἔχω τὴν γνώμην ἐντελῶς τὴν ὑμετέραν, ἀλλὰ παραπονοῦμαι, διότι δὲν ἐπεμείνατε περισσότερον, διὰ νὰ πείσητε αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, ὅτι τοιαῦται συνθῆκαι δὲν εἶναι δι’ ἡμᾶς.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ἐπέμενον, δὲν θὰ μὲ ἐπεκρίνετε διὰ τὴν ἀργοπορίαν;
§97Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι τοιουτοτρόπως φαίνεται, ὅτι τὸ ἀνεξίθρησκον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἐθεσμοθετήθη τοιαύτη διάταξις ὑπὲρ τοῦ Τουρκικοῦ πληθυσμοῦ, ὃν οἰκονομικοὶ λόγοι, ὅπως εἴπετε, καὶ πολιτικοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ συγκρατήσωμεν. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἐγίνετο οὐχὶ διὰ τῆς συνθήκης, βεβαίως θὰ εἶχεν ἄλλην σημασίαν, διότι τώρα, ὅπως ἐγένετο διὰ τῆς συνθήκης, ἐγένετο ὑπὸ τῆς Τουρκίας, ὅπως μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ παρῆγεν ἡ ἀνεξιθρησκεία καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῶν Τούρκων ὑπηκόων, ἥτις θὰ ἐγίνετο αὐθορμήτως ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας· τότε θὰ ἐπίστευον οἱ Τοῦρκοι τῆς Μακεδονίας, ὅτι, ὡς εἰσήλθομεν ὡς κομισταὶ τοῦ πολιτισμοῦ, οὕτως ἐξακολουθοῦμεν αὐθορμήτως διοικοῦντες αὐτοὺς κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ αὐτοῦ πολιτισμοῦ. Ἀλλ’ ἤδη εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους τοὺς ὁποίους καταρραδιουργοῦσιν, ὅπως ἠξεύρετε κάλλιον παντὸς ἄλλου προπαγανδισταὶ πάσης ἐθνικότητος, εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους θὰ παρασταθῇ, ὅτι ἐξηναγκάσθημεν ἡμεῖς διὰ τῆς συνθήκης, διὰ τῆς ἀπειλῆς ἑνὸς πολέμου, ἐξηναγκάσθημεν νὰ δεχθῶμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ φύσις ἡμῶν, ὁ πολιτισμὸς ἡμῶν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ πράξωμεν αὐθορμήτως. Εἶναι τοῦτο εἷς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων κινδύνων, τοὺς ὁποίους δημιουργεῖ ἡ συνθήκη. Καὶ ἔρχεται εἰς συμπλήρωμα τῶν τοιούτων διαθέσεων τῶν Τούρκων καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ εἰς ἡμᾶς ἐπέβαλον, ὅπως καταστήσωσι φανερώτερον ἀκόμη, ὅτι μᾶς ἐπέβαλον νὰ εἴμεθα ἀνεξίθρησκοι. Οὐδεμίαν ἐγὼ δίδω σημασίαν, ἂν ἐν Ἀθήναις ἐγερθῇ τζαμίον· τὸ ἐξετάζω ὅμως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν καὶ εὑρίσκω, ὅτι τὰ σχέδια τῶν Τούρκων ἐπιρρώννυνται, ὅταν εἴπητε εἰς τοὺς ὁμοεθνεῖς των διὰ τῆς συνθήκης ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀνεγείρωμεν τζαμίον μὲ ἰδικήν μας μάλιστα δαπάνην.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔλαβον ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνω καθόλου· μόλις διετύπωσαν τὴν εὐχὴν νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον τζαμίον ἐν Ἀθήναις, ἔσπευσα ν’ ἀναγνωρίσω τὴν εὐχὴν ὡς δικαιοτάτην, ἀφοῦ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν θὰ ἔχῃ ὑπηκόους τόσας χιλιάδας Ὀθωμανῶν.
§99Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀφοῦ ὑπεχωρήσατε εἰς τἆλλα, ἑπόμενον ἦτο νὰ ὑποχωρήσητε καὶ εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ἐγώ, ὅστις ἐξετάζω τὰ πράγματα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, δὲν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσητε εἰς τοῦτο. Οὕτω λοιπὸν κατεστήσαμεν συνθήκην, κύριοι Βουλευταί, ἥτις οὐδεμίαν ἐκ τῶν προστριβῶν τοῦ παρελθόντος ἔλυσεν, ἡ ὁποία οὐδὲν τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν, ἠσφάλισε. Καὶ κατωρθώσαμεν νὰ γεννηθῇ ἡ πεποίθησις, ὅτι οἱ Νεότουρκοι κατήγαγον διπλᾶς νίκας, κατὰ τῶν Βουλγάρων, διότι οὗτοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἀντιταχθῶσιν εἰς τὴν πρόοδον τῶν Τουρκικῶν στρατευμάτων, καθ’ ἡμῶν δὲ κατήγαγον τοιαύτην διπλωματικὴν νίκην, οἵαν δὲν προσεδόκων μετὰ τοιοῦτον πόλεμον. Πάντα δὲ ταῦτα, ὅπως εἶχον τὸ θάρρος καὶ ἀμέσως ἐν τῷ τύπῳ νὰ γράψω, φέρουσιν ἓν ἀποτέλεσμα πολὺ λυπηρὸν καὶ πολὺ ὀδυνηρόν· ἐνισχύουσι τὸ κόμμα τῶν Νεοτούρκων, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσατε καὶ ὡς νομικὸν πρόσωπον δι’ ἰδιαιτέρου πρωτοκόλλου, ἐν τελείᾳ ἀντιφάσει πρὸς τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης. Ἐδώκατε ἐνίσχυσιν διὰ τῶν συνθηκῶν τούτων εἰς τὸ κόμμα τῶν Νεοτούρκων, ὅπερ ἐγὼ θεωρῶ ὅτι ἀποτελεῖ κίνδυνον διὰ τὴν εἰρήνην ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ, ὅτι πρὸ παντὸς ἀποτελεῖ κίνδυνον διὰ τὴν ἡμετέραν φυλήν, διότι ἔδειξαν ἀπ’ ἀρχῆς οἵας ἔχουσι διαθέσεις κατὰ τῶν ἐθνοτήτων καὶ μάλιστα τῆς ἡμετέρας καὶ ἐξακολουθοῦσι φανερώνοντες καθ’ ἑκάστην διὰ τῶν πιέσεων καὶ τῶν ταπεινώσεων καὶ καταδιώξεων καὶ τῶν ἐξευτελισμῶν, οὓς ὑφίστανται ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἔχοντες τὴν ἀτυχίαν νὰ εὑρίσκωνται ἀκόμη ὑπὸ τὸν ζυγὸν αὐτῶν. (Χειροκροτήματα)
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας.
§101ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἀδυνατῶ νὰ ἐξηγήσω τὴν ἐπίμονον ἄρνησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἐκπληρώσῃ μίαν συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁσάκις προσάγει εἰς τὴν Βουλὴν συνθήκην, χρήζουσαν τῆς κυρώσεως ταύτης, νὰ τὴν συνοδεύσῃ μετὰ τῶν ἀναγκαίων διασαφήσεων. Ἀλλ’ ἂν αἱ τοιαῦται διασαφήσεις θεωροῦνται ἀναγκαῖαι διὰ πᾶσαν ἄλλην εἶναι αὐτόχρημα ἀπαραίτητοι αὐταί, προκειμένου περὶ συνθήκης, ὡς ἡ ὑπὸ συζήτησιν, ἡ ὁποία, ἐπισφραγίζουσα ἕνα μακροχρόνιον καὶ νικηφόρον πόλεμον, ὅστις τοσαύτας καὶ τηλικαύτας θυσίας ἐστοίχισεν εἰς ἡμᾶς, κέκληται νὰ διασώσῃ μὲν ἀκέραια καὶ ἀπαρασάλευτα πανθ’ ὅσα ἐπεβράβευσαν εἰς ἡμᾶς αἱ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν νῖκαι ἡμῶν, νὰ ἐξασφαλίσῃ δ’ ἐπὶ μακρὸν τὴν εἰρήνην, αἴρουσα ἐκ τοῦ μέσου τὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὸν πόλεμον. Καὶ ὅμως, Κύριοι, συνθήκην τοιαύτης σπουδαιότητος, ὁποία οὐδέποτε ἄλλοτε ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀντιπροσωπείαν, συνθήκην, λέγω, τοιαύτην ἔγνω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς συνήθη τινὰ καὶ τυπικὴν σύμβασιν, χωρὶς οὐδένα ἀπολύτως λόγον νὰ κάμῃ, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε διασάφησιν περὶ αὐτῆς. Ἀπὸ τῆς καταθέσεως ἐκείνης ἔχει παρέλθει ἤδη ἑβδομὰς καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξακολουθεῖ ἀρνούμενος νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον, ἂν καὶ προεκλήθη εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ πρὸ δύο ἤδη ἡμερῶν. Ἐθαύμασα δέ, Κύριοι, τὴν ἀφέλειαν, ἵνα μὴ τι ἄλλο εἴπω, μεθ’ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διακόπτων πρὸ ὀλίγου τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφον ἐδήλωσεν ὅτι δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὸν λόγον περὶ τῆς συζητουμένης συνθήκης. Ἀλλ’ ἐννοεῖ αὐτὸς νὰ τεθῇ ὑπεράνω τοῦ Συντάγματος, ὅπερ τῷ ἐπιβάλλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἰ μή τι ἄλλο, τουλάχιστον τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις περὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως; Καὶ εἶναι μέν, Κύριοι, ἀληθὲς ὅτι ἔχει προταχθῆ τοῦ συνοδεύοντος τὴν σύμβασιν ταύτην νομοσχεδίου περὶ κυρώσεώς της αἰτιολογική τις ἔκθεσις. Ἀλλ’ ὡς παρετήρησεν ἤδη καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Καλέργης αὕτη οὐδὲν διασαφηνίζει, οὔτε ἐν τοῖς καθόλου οὔτε ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα τῆς συμβάσεως. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος δῆθεν αἰτιολογικὴ ἔκθεσις περιορίζεται μόνον εἰς ἁπλῆν ἀπαρίθμησιν τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως καὶ τῶν προσηρτημένων αὐτῇ πρωτοκόλλων καὶ εἰς ξηρὰν περίληψιν τοῦ περιεχομένου αὐτῶν, ἀφήνει δ’ οὕτως ἀκεραίαν τὴν συνταγματικὴν ὑποχρέωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα παρερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν προφορικῶς τοὐλάχιστον τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις περὶ συνθήκης, ἀφορώσης τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, Κύριοι, ταύτην ὀφείλει αὐτὸς ἑκὼν ἄκων νὰ ἐκπληρώσῃ ἔστω καὶ νῦν κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς προκειμένης συμβάσεως. Ὀφείλει νὰ ἐξηγήσῃ πρὸς ἡμᾶς, ἂν καθόλου πληροῦται ὁ δι’ αὐτῆς ἐπιδιωκόμενος πρῶτος καὶ κύριος σκοπός, καθ’ ὃν, αἰρομένων ἐκ τοῦ μέσου τῶν γενεσιουργῶν αἰτίων τοῦ πολέμου, μέλλει οὕτω πως νὰ ἐξασφαλισθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ εἰρήνη. Ὀφείλει προσέτι νὰ παράσχῃ πᾶσαν ἀναγκαίαν διασάφησιν, τῆς ὁποίας χρήζουσιν αἱ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα διατάξεις τῆς τε συμβάσεως καὶ τῶν προσηρτημένων αὐτῇ πρωτοκόλλων. Διττά, Κύριοι, ὑπῆρξαν τὰ αἴτια τοῦ πολέμου, τὰ μὲν ἀφορῶντα ἰδιαιτέρως τὴν Ἑλλάδα, τὰ δὲ ἀναφερόμενα γενικώτερον εἰς πάντα τὰ χριστιανικὰ Κράτη τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου, τὰ μετασχόντα τοῦ κατὰ τῆς Τουρκίας πολέμου. Τὰ πρῶτα ἀνάγουσι τὴν ἀρχήν των εἰς τὰς διομολογήσεις, ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ προστασίαν τῶν ὁποίων διαβιοῦσιν ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει οἱ ξένοι ὑπήκοοι. Τὰ δεύτερα ἀφορῶσι τὴν τύχην τῶν ἐν τῷ αὐτῷ Κράτει Χριστιανῶν, οἵτινες τυγχάνουσιν ὑπήκοοι Ὀθωμανικοί. Ὑπὸ τὸ κράτος, Κύριοι, τῶν διομολογήσεων διατελοῦσιν ἐν Τουρκίᾳ μυριάδες ὅλαι Ἑλλήνων ὑπηκόων, ὅσους οὐδὲν ἄλλο χριστιανικὸν Κράτος τῆς Ἰλλυρικῆς Χερσονήσου ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἐν αὐτῇ. Εἶναι δὲ αἱ διομολογήσεις διεθνεῖς συμβάσεις, ἐξασφαλίζουσαι ὡρισμένα προνόμια ὑπὲρ τῶν ὑπαγομένων εἰς αὐτὰς χριστιανικῶν Κρατῶν καὶ τῶν ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει ὑπηκόων των, ὡς τοιαῦται ἐπεκταθεῖσαι καὶ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν ὑπηκόων τούτου ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1830, ἀφ’ ὅτου ἀνεγνωρίσθη καὶ ἡ πλήρης ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τὰς διομολογήσεις, Κύριοι, ταύτας ἐσέβετο κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐτήρει κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀπαρεγκλίτως ἡ Τουρκία ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ὑπηκόων της μέχρι τοῦ ἔτους 1866, ὅτε ἐκραγείσης τῆς ἐν Κρήτῃ ἐπαναστάσεως ἤρξατο αὐτὴ νὰ τὰς ὑπονομεύῃ καὶ ἀθετῇ. Ἔκτοτε ἀνεφύησαν καὶ ἐξηκολούθησαν μέχρι τῆς σήμερον ὑφιστάμενα καὶ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν προσλαμβάνοντα ὀξὺν χαρακτῆρα καὶ ἄλλα ζητήματα, μάλιστα δὲ τὰ τῆς ἰθαγενείας, τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ τῆς ἑτεροδικίας. Ὑπερέβη δὲ ἡ Τουρκία πᾶν ὅριον αὐθαιρεσίας ἐν τῇ καταδολιεύσει καὶ ἀθετήσει τῶν διομολογήσεων ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς ὑπηκόους της ἰδίως ἀπὸ τοῦ ἀτυχοῦς ἡμῶν πολέμου ἐν ἔτει 1897. Ἔκτοτε, Κύριοι, αὐτὴ κατεπάτησε πολλαχῶς καὶ ποικιλοτρόπως πάντα τὰ προνόμια οὐ μόνον τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν προξενικῶν ἡμῶν Ἀρχῶν ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει. Ἔκτοτε ἤρξατο συστηματικὸς διωγμὸς κατὰ παντὸς Ἑλληνικοῦ ἐν αὐτῷ, ὅστις τελευταῖον κατέληξεν εἰς τὸν ἐμπορικὸν ἡμῶν ἀποκλεισμὸν τὸν ἐπενεγκάντα ἀνυπολογίστους ζημίας εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν συμφέροντα, ζημίας ἀνερχομένας εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων. Πᾶσαι, Κύριοι, αἱ εἰρηνικαὶ προσπάθειαι, ἃς ἐν τῷ μεταξὺ κατεβάλλομεν, ὅπως τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν καὶ πεισθῇ ἡ Τουρκία νὰ σεβασθῇ ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος τὰς διομολογήσεις καὶ τὰ ἐκ τούτων ἀπορρέοντα προνόμια αὐτῆς καὶ τῶν ὑπηκόων της ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει, ἀπέβησαν μάταιαι. Ἀπὸ πολλοῦ δὲ ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις ὅτι μόνον δι’ ἑνὸς νικηφόρου κατ’ αὐτῆς πολέμου θὰ κατωρθοῦμεν νὰ καταστήσωμεν σεβαστὰ εἰς αὐτὴν τὰ διὰ τῶν διομολογήσεων ἀνεγνωρισμένα εἰς ἡμᾶς προνόμια καὶ δικαιώματα. Ἰδού, Κύριοι, τὸ πρῶτον αἴτιον τοῦ πολέμου ἡμῶν κατὰ τῆς Τουρκίας, τὸ ἀναφερόμενον ἰδιαίτατα εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας. Καὶ νῦν ἐρωτᾶται· ἀφοῦ ὁ πόλεμος αὐτὸς ἀπέβη ὑπὲρ ἡμῶν καὶ συνωμολογήθη ἡ παροῦσα σύμβασις πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης, αἴρεται τῳόντι διὰ ταύτης τὸ αἴτιον αὐτὸ ἐκ τοῦ μέσου; Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο καλεῖται νῦν νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ συνομολογήσας τὴν περὶ εἰρήνης σύμβασιν καὶ ὑποβαλὼν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν. Δεύτερον, Κύριοι, τοῦ πολέμου αἴτιον, γενικώτερον τοῦτο καὶ ἀναφερόμενον ἐξ ἴσου εἰς πάντα τὰ χριστιανικὰ Κράτη τὰ μετασχόντα τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας, ἦτο ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εἶχον περιστῆ κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη οἱ ἐν αὐτῇ ὁμόφυλοι καὶ ὁμόδοξοί των Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι. Οὗτοι οὐδέποτε ἔπαυσαν ὄντες ῥαγιάδες ἐν τῇ χειρίστῃ σημασίᾳ τῆς λέξεως μεθ’ ὅλην τὴν ἰσοπολιτείαν καὶ εὐνομίαν ἣν ἐπηγγέλλοντο πρὸς αὐτοὺς κατὰ καιροὺς τὰ διάφορα Χάττι–σερὶφ καὶ Χάττι–χουμαγιοὺν τῶν Σουλτάνων καὶ αἱ συνθῆκαι τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Βερολίνου. Οὐδέποτε ἔπαυσαν ὑφιστάμενοι τὰ πάνδεινα ὑπὸ τὸν ἀπεχθῆ ζυγόν, ὑφ’ ὃν ἀπ’ αἰώνων ἐστέναζον. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις αὐτῶν ἀπέβη αὐτόχρημα ἀφόρητος, ἀφ’ ὅτου ἐκυριάρχησαν ἐν Τουρκίᾳ οἱ Νεότουρκοι. Οὗτοι, Κύριοι, δὲν ἠρκέσθησαν πλέον εἰς μόνην τὴν πολιτικὴν ὑποταγὴν καὶ δουλείαν τῶν ῥαγιάδων. Ἐσκέφθησαν νὰ καθυποτάξωσι καὶ ὑποδουλώσωσι καὶ τὸ ἐθνικόν των φρόνημα, εἰ δυνατόν, ἐξοθωμανίζοντες αὐτούς. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐμηχανεύθησαν καὶ ἔθεσαν εἰς ἐνέργειαν οἱ Νεότουρκοι τὰ διαβολικώτερα μέτρα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἠναγκάσθησαν οἱ διαφόρων ἐθνοτήτων χριστιανοὶ Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι, οἱ τέως διιστάμενοι πρὸς ἀλλήλους καὶ τρέφοντες πάθη ἀδιάλλακτα μεταξύ των, νὰ σκεφθῶσι περὶ κοινῆς σωτηρίας προβαίνοντες εἰς ἀμοιβαίαν προσέγγισιν. Καὶ συνέβη, Κύριοι, τότε τι τὸ ἀπίστευτον τέως θεωρούμενον. Αὐτοὶ οἱ προαιώνιοι ἐχθροὶ Ἕλληνες καὶ Βούλγαροι δὲν ἐδίστασαν νὰ τείνωσι χεῖρα διαλλακτικὴν πρὸς ἀλλήλους, ὅπως ἀντεπεξέλθωσιν ἀπὸ κοινοῦ κατὰ τοῦ ἐπαπειλοῦντος αὐτοὺς κοινοῦ κινδύνου, διὰ τοῦ καταχθονίου σχεδίου τῶν Νεοτούρκων, ὅπερ ἐπεδίωκεν ἐξ ἴσου τὸν ἐθνικὸν ὄλεθρον ἀμφοτέρων. Καὶ ἐπῆλθεν ἔκτοτε προσέγγισις καὶ συνεννόησις πρὸς κοινὴν ἐνέργειαν εἰς ἀπόκρουσιν τοῦ τοιούτου κινδύνου μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων καὶ Βουλγάρων ἐν τῇ Ὀθ. Βουλῇ, εἰς ἣν ἐπηκολούθησε μετ’ ὀλίγον ἡ προσέγγισις καὶ συνεννόησις τῶν δύο πνευματικῶν των κέντρων, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας, καὶ ἐπετεύχθη τότε ἡ κοινοπραξία αὐτῶν εἰς ματαίωσιν τῆς νεοτουρκικῆς ἐπιβουλῆς ἐπὶ τῇ βάσει κοινοῦ προγράμματος. Ἡ δὲ τοιαύτη, Κύριοι, προσέγγισις καὶ συνεννόησις τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων καὶ Βουλγάρων δὲν ἐβράδυνε νὰ εὕρῃ ἀπήχησιν καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ Βουλγαρίᾳ καὶ νὰ ἀναγκάσῃ καὶ τὰ Κράτη ταῦτα, τὰ τέως ἀδιάλλακτα θεωρούμενα, νὰ τείνωσι χεῖρα πρὸς ἄλληλα καὶ νὰ σπεύσωσιν εἰς ἐπικουρίαν τοῦ περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνος τῶν ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει ὁμοφύλων καὶ ὁμοδόξων των, ἀναλαμβάνοντα αὐτὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ αἰτήματα ἐκείνων ἀπέναντι τῆς Πύλης, ἀναγραφόμενα ἐν τῷ ἑξῆς κοινῷ σημειώματι αὐτῶν (ἀναγινώσκει)· «1ον). Ἐπικύρωσις τῆς ἐθνικῆς αὐτονομίας τῶν ἐθνοτήτων ἐν τῇ Αὐτοκρατορίᾳ μεθ’ ὅλων τῶν συνεπειῶν αὐτῆς· 2ον). Ἀναλογικὴ ἀντιπροσώπευσις ἑκάστης ἐθνότητος ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κοινοβουλίῳ· 3ον). Διορισμὸς τῶν Χριστιανῶν εἰς πάντα τὰ δημόσια ἀξιώματα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς οἰκουμέναις ὑπὸ Χριστιανῶν· 4ον) Ἀναγνώρισις ὡς ἰσοβάθμων πρὸς τὰ Ὀθωμανικὰ σχολεῖα οἱουδήποτε βαθμοῦ τῶν Χριστιανικῶν σχολείων· 5ον). Ὑποχρέωσις τῆς Ὑψηλῆς Πύλης νὰ μὴ προσπαθήσῃ νὰ μεταβάλῃ τὸν ἐθνολογικὸν χαρακτῆρα τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας διὰ τοῦ ἐποικισμοῦ Μωαμεθανικῶν πληθυσμῶν· 6ον). Τοπικὴ στρατολογία τῶν Χριστιανῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας μετὰ στελεχῶν Χριστιανῶν. Μέχρι τοῦ σχηματισμοῦ τῶν στελεχῶν τούτων ἀναστολὴ τῆς στρατολογίας. 7ον). Ἀναδιοργάνωσις τῆς Χωροφυλακῆς ἀνὰ τὰ βιλαέτια τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας ὑπὸ τὴν πραγματικὴν ἀρχηγίαν διοργανωτοῦ Ἑλβετοῦ ἢ Βέλγου· 8ον). Διορισμὸς ἐν τοῖς κατοικουμένοις ὑπὸ Χριστιανῶν βιλαετίοις Βαλήδων Ἑλβετῶν ἢ Βέλγων τῇ ἐγκρίσει τῶν Δυνάμεων καὶ παρ’ αὐτοῖς συμβουλίων γενικῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐκλογικῶν διαμερισμάτων· 9ον). Ἵδρυσις παρὰ τῇ Μεγάλῃ Βεζιρείᾳ ἀνωτέρου συμβουλίου ἀπαρτιζομένου ὑπὸ Χριστιανῶν καὶ Μωαμεθανῶν ἐν ἴσῳ ἀριθμῷ πρὸς ἐπίβλεψιν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μεταρρυθμίσεων. Ἡ λειτουργία καὶ ἐργασία τοῦ εἰρημένου συμβουλίου θὰ παρακολουθῆται ὑπὸ τῶν πρεσβευτῶν τῶν Μ. Δυνάμεων καὶ τῶν τεσσάρων Βαλκανικῶν Κρατῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει».
§102Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Διὰ τίνων μέσων θὰ ἐπετύγχανον αὐτά;
§103Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατ’ ἀρχὰς διὰ τῆς εἰρηνικῆς ὁδοῦ, ἤτοι διὰ παραστάσεων, γινομένων ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν Πύλην παρ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων καὶ ἐμμέσως διὰ τῆς προσεπικλήσεως τῆς παρεμβάσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ὁμοφύλων καὶ ὁμοδόξων των ἐν Τουρκίᾳ. Ἀφοῦ δὲ οὐδὲν κατώρθωσαν διὰ τῆς εἰρηνικῆς ὁδοῦ, ἠναγκάσθησαν τότε νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ ὅπλα, ἵνα διὰ κοινοῦ πολέμου ἐπιβάλωσι τὰ αἰτήματά των εἰς τὴν Τουρκίαν. Καὶ ὁ πόλεμος οὗτος ἀπέβη ἤδη ὑπὲρ τῶν συμμάχων Κρατῶν τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον τὸ ἕτερον τούτων, ἡ Ἑλλάς, ἀπεφάσισε νὰ συνομολογήσῃ τὴν προκειμένην εἰρήνην ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νικηφόρου κατὰ τῆς Τουρκίας πολέμου, ἐρωτᾶται· κατὰ τίνα τρόπον ἐφρόντισεν αὐτὴ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πλήρωσιν τῶν αἰτημάτων ἐκείνων εἰς τὸν ἡττημένον ἐχθρόν, τίνας δ’ ἐγγυήσεις ἔλαβε παρὰ τούτου περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ὑπολειπομένων ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει ὁμοφύλων καὶ ὁμοδόξων μας;
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§105ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εὐχαρίστως.
§106Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ὑπομνήσω μόνον τοῦτο, ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἐπεδιώξαμεν ἀπὸ κοινοῦ τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, ἀφεώρων τοὺς Χριστιανοὺς τοὺς ἐν Εὐρώπῃ. Θὰ σᾶς ὑπομνήσω δ’ ὅτι δεκαπέντε ἡμέρας μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου ἐπήραμεν τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Εὐρώπης, ὥστε δὲν εἴχομεν πλέον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ αὐτῶν. Λυπεῖσθε διὰ τοῦτο; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μέρος τῶν Χριστιανῶν τῆς Θράκης ἔμεινεν εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων.
§107ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως, Κύριοι, δὲν λυποῦμαι δι’ ὅ,τι νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ διότι δὲν ἐφρόντισεν αὐτός, ὅπως οἱ σύμμαχοι ἡμῶν μὴ ἀποκλείσωσιν ἐκ τῆς κοινῆς μερίμνης των περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει ὁμοφύλων καὶ ὁμοδόξων των καὶ τοὺς ἐν τῇ Μ. Ἀσίᾳ ὁμοφύλους καὶ ὁμοδόξους ἡμῶν, εἰ καὶ τοῦτο ἐπέβαλλε προφανῶς ἡ ἀλληλεγγύη τῶν συμμάχων. Εἶτα δὲ ἀπορῶ πῶς ἡ Ἑλλὰς τοὐλάχιστον μονομερῶς δὲν ἐφρόντισε μετὰ τὸν νικηφόρον ἡμῶν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας νὰ λάβῃ παρ’ αὐτῆς ἐγγυήσεις περὶ τῶν ὁμοφύλων καὶ ὁμοδόξων ἡμῶν ἐν Μ. Ἀσίᾳ. Τέλος ὑπολείπονται ἔτι ἐν τῇ ὑπὸ τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος Θρᾴκῃ καὶ Κωνσταντινουπόλει, δηλαδὴ ἐν τῇ σημερινῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ, 500 χιλ. Ἕλληνες Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι, οἵτινες καὶ πρίν, μάλιστα δὲ νῦν, ὑφίστανται τὰ πάνδεινα. Καὶ εἶναι τόσον ἀνάξιος λόγου ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, ἵνα μὴ φροντίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ διὰ τῆς προκειμένης συνθήκης ἐγγυήσεις τινὰς περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης των;
§108ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδαμῶς ἀνάξιος, οὐδὲ εἶπον τοιοῦτόν τι.
§109Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὴν αἰτιολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οἱ Ἕλληνες δὲν πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται πλέον περὶ τῶν Πατριαρχείων τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
§110ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει καθῆκον, παρερχόμενος μετ’ ἐμὲ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο νὰ παράσχῃ τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἂν δηλαδὴ διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἐλήφθη πρόνοια νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου τὸ δεύτερον αἴτιον τοῦ πολέμου τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν ὁμοφύλων καὶ ὁμοδόξων ἡμῶν ἐν Τουρκίᾳ. Μετὰ τὰς καθόλου ταύτας διασαφήσεις ὀφείλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τὰς καθ’ ἕκαστα διατάξεις τῆς προκειμένης συμβάσεως, αἵτινες πᾶσαι σχεδὸν γεννῶσι δικαίας ἀπορίας καὶ χρῄζουσιν ἐξηγήσεως. Παραδείγματά τινα, τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω, δύνανται νὰ καταρτίσωσι καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς πάντα ἄλλον κατάδηλον ὁπόσον δίκαιος εἶναι ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμός μου. Διὰ τοῦ ἄρθρ. 2 τῆς συμβάσεως ἐπαναφέρεται εἰς ἰσχὺν τὸ καθεστὼς τὸ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐχθροπραξιῶν, ἤτοι τὸ ἀπὸ τοῦ 1897, ὅπερ ἐπεβλήθη εἰς ἡμᾶς ὡς εἰς ἡττημένους μετὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Ἀλλά, ἀφοῦ νῦν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ νικηταί, διατί δὲν ἀποκαθίσταται τὸ πρὸ τοῦ 1897 καθεστώς; Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκει), «οἱ κατοικοῦντες ἐν Ὀθωμανικαῖς χώραις, ταῖς περιερχομέναις εἰς τὴν κυριαρχίαν τῆς Ἑλλάδος, καθίστανται ὑπήκοοι Ἕλληνες». Ἀλλὰ κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ 1881, ἥτις ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν μετεβλήθη διὰ τῆς συνθήκης τῆς μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ὄχι μόνον οἱ κατοικοῦντες ἐν ταῖς παραχωρουμέναις εἰς τὴν Ἑλλάδα χώραις, ἀλλὰ καὶ οἱ καταγόμενοι ἐξ αὐτῶν καὶ ἀλλαχοῦ ὁπουδήποτε διαμένοντες ἐθεωροῦντο Ἕλληνες ὑπήκοοι. Πῶς νῦν ἐμειώθη δι’ ἡμᾶς, νικητὰς ὄντας, τὸ δικαίωμα τοῦτο; Διατί ἡ μὲν συνθήκη τοῦ 1881 ἐποιεῖτο λόγον περὶ κτημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν αὐτοκρατορικὴν οἰκογένειαν, τὸ δὲ ἄρθρον 7 τῆς παρούσης συνθήκης ἀντικαθιστᾷ τὴν λέξιν οἰκογένειαν διὰ τῆς δυναστείας; Τί δὲ σημαίνουσιν οἱ Τουρκικοὶ ὅροι οἱ ἀπαντῶντες ἐν τοῖς ἄρθροις 11 καὶ 12 μανσούριον, μουρασαλέν, τεβλίετ, ἰδζαρέϊ–Βαχιδδὲ ἰδζαρετέϊν, μουκατάς, κἄν τε ὦσι Μαζμουτά, Μουλχακὰ ἢ Μουστεσνὰ μουτεβελήδες ἢ Γαλλεδάρηδες; Ἱλαρότης (παρατεταμένη). Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν κανεὶς ἐξ ὑμῶν ἐννοεῖ τί σημαίνουσιν οἱ ὅροι οὗτοι. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι, ἂν καὶ ἔζησα ἐπὶ ἔτη ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐννοῶ ὀλίγα Τουρκικά, οὐχ ἧττον πάντες οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος Τουρκικοὶ ὅροι εἶναι εἰς ἐμὲ τελείως ἀκατάληπτοι. Ἀλλὰ πῶς θέλετε τότε νὰ ψηφίσωμεν πράγματα, τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἔννοιαν ἔχομεν; Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἔχουσι καθῆκον, εἴτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἴτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μᾶς ἐξηγήσωσιν αὐτὰς τὰς καββαλιστικὰς λέξεις; Πρόκειται πάντως περὶ ὅρων, οἱ ὁποῖοι ἐνέχουσιν ἐννοίας τινάς. Αὐτὰς λοιπὸν τὰς ἐννοίας παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἢ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν δὲν δύνανται ν’ ἀποδώσωσι τοὺς Τουρκικούς των ὅρους δι’ ἀντιστοίχων Ἑλληνικῶν, νὰ μᾶς τοὺς ἐξηγήσωσι τοὐλάχιστον περιφραστικῶς. Δὲν θὰ εἰσέλθω, Κύριοι, εἰς ἄλλας λεπτομερείας τῆς συμβάσεως, τὰς ὁποίας ἀρκετὰ διωνύχισαν οἱ προαγορεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν οὕτω περιτράνως ὅτι δι’ ὅλων αὐτῶν, ἀντὶ νὰ βελτιωθῇ τὸ μετὰ τὸν ἀτυχῆ ἡμῶν πόλεμον ἐν ἔτει 1897 καθεστώς, τοὐναντίον χειροτερεύει νῦν κατὰ πολὺ δι’ ἡμᾶς τοὺς νικητὰς τοῦ πολέμου τοῦ 1912–1913. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπὶ τὰ χείρω μεταβολὰς τῆς παρούσης συνθήκης νὰ παράσχῃ τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ πῶς τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἠναγκάσθη νὰ ἀποδεχθῇ τοὺς ὅρους περὶ Νεοτουρκικοῦ Κομιτάτου, ὡς νομικοῦ προσώπου, δικαιουμένου νὰ ἔχῃ ἰδίας κτήσεις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ταῖς παραχωρουμέναις εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τέλος περὶ τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλονίκης–Μοναστηρίου, τῶν Ἀνατολικῶν Σιδηροδρόμων καὶ τοῦ δικτύου τοῦ σιδηροδρόμου Θεσσαλονίκης–Δεδέαγατς. Πρόκειται, Κύριοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τῆς συμβάσεως, νὰ ὑποκατασταθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰ βάρη καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Αὐτοκρατορικῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν προμνημονευθεισῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν, πολὺ δὲ φοβοῦμαι ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν τελευταίαν στιγμὴν οὐχὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ἀπὸ σκοποῦ· διότι πρόκειται, ὡς φαίνεται, οὐχὶ περὶ μελλόντων, ἀλλὰ περὶ παρελθόντων βαρῶν καὶ ὑποχρεώσεων τῆς Τουρκίας, ἥτις ἀνέκαθεν ἀπέφυγε νὰ καταβάλῃ τὴν ἐτησίαν χιλιομετρικὴν ἐπιχορήγησιν τὴν ἀνερχομένην ἴσως τώρα εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων φράγκων. Δὲν νομίζετε ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει καθῆκον ἐπιτακτικὸν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοὐλάχιστον νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις; Κύριοι Βουλευταί, ἐλπίζω νὰ μὴ ἔχῃ μείνει ἀμφιβολία τις εἰς ὑμᾶς περὶ τῆς ὑποχρεώσεως ἣν ἔχει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς αἰτουμένας νῦν παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις, ὧν ἄνευ ἀποβαίνει βεβαίως ἀδύνατον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, σεβομένην ἑαυτὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν προκειμένην σύμβασιν. Ἀγορεύοντος, Κύριοι, προχθὲς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἠγέρθη μακρὰ διαλογικὴ συζήτησις μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἂν αὐτὴ περιέχει βαρυτέρους ἢ ἐλαφροτέρους ὅρους ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλας σχετικὰς συνθήκας, ἰδίως δὲ πρὸς τὴν τοῦ 1881, δι’ ἧς παρεχωρήθη ἡ Θεσσαλία εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὰς τῆς Αὐστρίας καὶ Βουλγαρίας μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἐγὼ ἀποδέχομαι μᾶλλον τὴν γνώμην τοῦ κ. Καλέργη, ἀνδρὸς ἐντριβεστάτου περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, καθ’ ἣν ἡ προκειμένη σύμβασις περιέχει ἐν πολλοῖς ὅρους ἐπαχθεστέρους τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος συνθηκῶν καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς κατὰ τὸ 1897 συνομολογηθείσης μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος, ἡττημένης τότε, καὶ τῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν οὐδεὶς ὅρος συγκρίσεως δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος συνθηκῶν. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἡ συνθήκη τοῦ 1881 συνωμολογήθη μεταξὺ τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας, ἀπεφασίσθη δὲ δι’ αὐτῆς ἡ παραχώρησις τῆς Θεσσαλίας καὶ τμήματός τινος μικροῦ τῆς Ἠπείρου ὑπὸ ὅρους, ὑφ’ οὓς καὶ μόνον ἐκλήθη τότε ἡ Ἑλλὰς νὰ δηλώσῃ ἂν ἀποδέχεται ἢ ὄχι τὴν γινομένην εἰς αὐτὴν παραχώρησιν. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὅρος συγκρίσεως μεταξὺ τῆς τοιαύτης συνθήκης καὶ τῆς προκειμένης, ἣν ὑποτίθεται ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπέβαλεν ὡς νικήτρια εἰς τὴν ἡττημένην Τουρκίαν; Ἡ Αὐστρουγγαρία, Κύριοι, κατέλαβε κατ’ ἀρχὰς τὴν Βοσνίαν καὶ Ἑρζεγοβίνην, κατὰ παραχώρησιν τῆς Βερολινίου συνθήκης, ὅτε δὲ ἐν ἔτει 1908 ἀπεφάσισε νὰ προσαρτήσῃ αὐτὰς ὁριστικῶς εἰς ἑαυτήν, συνωμολόγησεν ἐπὶ τούτῳ σύμβασιν μετὰ τῆς Τουρκίας, παραιτουμένης οἰκειοθελῶς τῶν ἐπ’ αὐτῶν δικαιωμάτων της. Ἡ Αὐστρουγγαρία τότε διὰ νόμου προέβη εἰς πολλὰς παραχωρήσεις πρὸς τοὺς ἐν Βοσνίᾳ καὶ Ἑρζεγοβίνῃ Μουσουλμάνους ἀφ’ ἑαυτῆς καὶ σκοπίμως, διότι τὸ ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις Χριστιανικὸν στοιχεῖον, ὂν Σλαυικόν, συμπαθεῖ πάντοτε πρὸς τὰ ὅμορα Σλαυικὰ Κράτη, εἰς ἃ ἐπιθυμεῖ αὐτὸ νὰ ὑπαχθῇ, μόνον δὲ τὸ Μουσουλμανικὸν στοιχεῖον εἶναι ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἔχει νὰ στηριχθῇ ἡ Αὐστρουγγαρία. Ὡς ἐκ τούτου οὐδεμία σχέσις δύναται νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῶν ὑπ’ αὐτῆς γενομένων παραχωρήσεων πρὸς τοὺς Μουσουλμάνους τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος χωρῶν καὶ τῶν παραχωρήσεων εἰς ἃς προβαίνει τώρα ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὴν ἡττημένην ὑπ’ αὐτῆς Τουρκίαν. Ἡ Βουλγαρία, Κύριοι, ἡττημένη ὑπὸ τῆς Τουρκίας ἠναγκάσθη, ἑκοῦσα, ἄκουσα, νὰ δεχθῇ πάντα ὅρον, ὑπαγορευθέντα εἰς αὐτὴν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς περὶ εἰρήνης συνθήκης τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐφοβεῖτο μήπως ἀπεκλείετο εἰς αὐτὴν ἡ κάθοδος εἰς τὸ Αἰγαῖον, ἔστω καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, διότι ἡ κάθοδος εἰς τὸ Αἰγαῖον ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ὁ ἐνδόμυχος αὐτῆς πόθος, ὑπὲρ τῆς πληρώσεως τοῦ ὁποίου ἀπὸ χιλίων ἐτῶν καὶ ἐπέκεινα ἠγωνίσθη διεξαγαγοῦσα πολλοὺς αἱματηροὺς πολέμους πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν. Προκειμένου λοιπὸν τώρα νὰ ἴδῃ πραγματοποιούμενον τὸ ὄνειρόν της αὐτὸ ἦτο ἱκανὴ νὰ θυσιάσῃ οὐ μόνον τὴν Ἀδριανούπολιν καὶ τὰς Σαράντα Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν Φιλιππούπολιν καὶ νὰ ἀποδεχθῇ πάντα ὅρον τῆς εἰρήνης, ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Τουρκίας. Πῶς λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ νῦν ὅρος συγκρίσεως μεταξὺ τῆς τοιαύτης συνθήκης τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς προκειμένης συνθήκης, ἣν ἡμεῖς ἐδικαιούμεθα, ὡς νικηταί, νὰ ἐπιβάλωμεν πρὸς τὴν Τουρκίαν; Δὲν εἶχεν ἄρα δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητῶν νὰ παραβάλῃ τὴν προκειμένην συνθήκην πρὸς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος μέχρι τοῦδε συνθήκας. Ὅρος, Κύριοι, συγκρίσεως δύνται νὰ ὑπάρξῃ μόνον μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς συνθήκης, δι’ ἧς ἡ μικρὰ Ἑλλὰς τοῦ 1880, τυχοῦσα τῆς ἀνεξαρτησίας της παρὰ τῆς Τουρκίας, ἐδέχθη τοὺς ἑξῆς ὅρους, ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῶν βακουφίων (Ἀναγινώσκει): «Ὅσον περὶ τῶν κτημάτων τῶν ἐγνωσμένων ὑπὸ τὸ ὄνομα βακούφια, οἱ πληρεξούσιοι συμφωνοῦσι μὲ τὴν γνώμην τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπων τῶν τριῶν Αὐλῶν, ἵνα ἐξ αὐτῶν τὰ κείμενα μὲν εἰς τόπους τοὺς ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν ἤδη ὄντας τῶν Ἑλλήνων μένωσιν εἰς τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τοῦ νέου Κράτους, χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἐξ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου καμμία ἀπαίτησις εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Εἰς τοὺς τόπους δὲ τοὺς ὄντας εἰσέτι ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν κυριότητα, ἀλλὰ μέλλοντας νὰ ἀποτελέσωσι μέρος τῆς Ἑλλάδος, παρετήρησαν οἱ πληρεξούσιοι, ὅτι διὰ τῶν παραγράφων 5 καὶ 6 τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1830 αἱ τρεῖς Αὐλαὶ ἐσκόπευσαν νὰ ἐξασφαλίσωσιν εἰς τοὺς Μουσουλμάνους ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν διατήρησιν τῶν ἰδιωτικῶν ἰδιοκτησιῶν των, ἂν ἤθελον νὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ κατοικῶσι τὰς εἰς τὴν Ἑλλάδα διορισθείσας χώρας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκποιήσωσι τὰς ἰδιωτικὰς ταύτας ἰδιοκτησίας των ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ἂν προτιμήσωσι νὰ ἐγκαταλείψωσι τοὺς διακληθέντας τόπους. Συνεπείᾳ τῆς ἀρχῆς ταύτης οἱ πληρεξούσιοι φρονοῦσιν ὅτι ἐκ τῶν κτημάτων τῶν λεγομένων βακουφίων καὶ κειμένων ἐν ταῖς ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν κατεχομέναις εἰσέτι χώραις, αἵτινες ὅμως μέλλουσι νὰ ἀποτελέσωσι μέρος τῆς Ἑλλάδος, ὅσα ἀπήρτιζον οὐχὶ ἰδιωτικὰς ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἐκκλησιαστικὰς ἢ δημοσίας (βακούφια σερὶ ἢ νόμιμα) ὑπὸ τὸ Ὀθωμανικὸν σύστημα, καὶ ἑπομένως ἀναπαλλοτριώτους κατ’ αὐτὸ καὶ διεχειρίζοντο παρὰ τοῦ Μεγάλου Βεζίρου ἢ παρὰ τοῦ Κιζλάραγα, θέλουν ἀνήκει αὐτοδικαίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος». Παραβάλετε, Κύριοι, τώρα τὸ κείμενον τοῦτο τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1830 πρὸς τὰς διατάξεις τῆς παρούσης συνθήκης, τὰς ἀφορώσας τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν Μουσουλμάνων, τὰ βακούφια κτήματα τοῦ αὐτοκρατορικοῦ στέμματος καὶ τοῦ Κράτους, τοὺς μουφτήδες καὶ τὸν ἀρχιμουφτῆν μὲ δικαίωμα δωσιδικίας ἐν Ἑλλάδι καὶ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς ἣν ὑποβάλλεται τώρα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐν τῷ μέσῳ τῶν περιλάμπρων νικῶν καὶ θριάμβων του, ἵνα ἀνεγείρῃ δι’ ἰδίων του ἐξόδων πέντε Τουρκικὰ τζαμία, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἐν μέσαις Ἀθήναις, καὶ θὰ ἴδητε ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς τότε μικρᾶς καὶ τῆς νῦν μεγάλης Ἑλλάδος. Ἀγνοῶ, Κύριοι, ὁποίας διασαφήσεις θὰ παράσχῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λαμβάνων μετ’ ὀλίγον τὸν λόγον, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ἵνα συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς προκειμένης συνθήκης. Πολὺ ὅμως φοβοῦμαι μὴ δὲν θὰ κατορθώσῃ αὐτὸς ποτέ, μεθ’ ὅλην τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν εὐγλωττίαν, μεθ’ ὅλην τὴν ἐγνωσμένην διαλεκτικήν του δύναμιν νὰ ἀποδείξῃ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης μετὰ τῆς Τουρκίας, ἣν ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπεκδέχηται ἡ Ἑλλὰς μεθ’ ὑπερηφανίας μετὰ τόσας θυσίας αἵματος καὶ χρήματος, μετὰ τόσους ὑπερανθρώπους ἀγῶνας, καθ’ οὓς ἤγειρεν αὐτὴ τρόπαια, κινοῦντα τὸν θαυμασμὸν ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Οὐδὲν ἐκ τῶν αἰτίων τῶν προκαλεσάντων τὸν πόλεμον αἴρεται δι’ αὐτῆς ἐκ τοῦ μέσου. Οὐδεμία διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν διομολογήσεων ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Τουρκίᾳ λαμβάνεται δι’ αὐτῆς ἐγγύησις καὶ ἀσφάλεια, ἀλλὰ παραμένουσιν ἄλυτα δι’ ἡμᾶς, ὡς μέχρι τοῦδε, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ζητήματα τῆς ἰθαγενείας, τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος καὶ τῆς ἑτεροδικίας, τὰ προκαλοῦντα ἑκάστοτε μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν προστριβάς, ἐγκυμονούσας διηνεκῆ κίνδυνον τῆς εἰρήνης. Οὐδεμία ἀπολύτως ἐγγύησις καὶ ἀσφάλεια λαμβάνεται περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης τῶν ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κράτει ὁμοφύλων καὶ ὁμοδόξων ἡμῶν, τῶν ἀνερχομένων εἰς ἑκατομμύρια ὅλα, ἀλλ’ ἐγκαταλείπονται οὗτοι, ὡς μέχρι τοῦδε, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἕρμαιον τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ἑκάστοτε κρατούντων ἐν αὐτῷ, χωρὶς πολλάκις νὰ ἔχωσιν ἀσφάλειαν ζωῆς, τιμῆς καὶ περιουσίας. Οὐδεμία ἐγγύησις καὶ ἀσφάλεια λαμβάνεται διὰ τὰ προνόμια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν, τὰ ὁσημέραι περικοπτόμενα καὶ καταπατούμενα ὑπὸ τῶν νῦν διεπόντων τὰς τύχας τῆς Τουρκίας. Ἐγκαταλιμπάνονται, τὸ δὴ λεγόμενον, εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ πάντες, οἱ δυστυχεῖς ὁμογενεῖς, οἱ λιποτάκται τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες ὡς ἐθελονταὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναγκασθῶσιν οὕτως ἢ νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὰς ἀγρίας ἀντεκδικήσεις τῶν Τούρκων ἢ νὰ ἐκπατρισθῶσιν. Ἐνῷ δέ, Κύριοι, κατὰ ταῦτα, ἡμεῖς, ὡς νικηταί, οὐδὲν σχεδὸν καρπούμεθα ἐκ τῆς προκειμένης συνθήκης, τοὐναντίον οἱ Τοῦρκοι, καίπερ ἡττημένοι, λαμβάνουσι παρ’ ἡμῶν τοιαύτας καὶ τοσαύτας παραχωρήσεις, ὅσας δὲν ἐφαντάσθησαν ν’ ἀξιώσωσιν αὐτοὶ παρ’ ἡμῶν, καὶ ὅτε ἐν ἔτει 1897 εἶχον φθάσει εἰς τὰ πρόθυρα τῆς Λαμίας. Δὲν νομίζετε ὅτι, πρὶν ἢ ψηφίσωμεν τοιαύτην σύμβασιν, δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν τοὐλάχιστον νὰ μάθωμεν πῶς ἀνεστράφησαν αἴφνης ἐπὶ τοσοῦτον οἱ ὅροι, ὥστε διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης νὰ ἐμφανιζώμεθα ἡμεῖς μὲν ὡς ἡττημένοι, οἱ δὲ Τοῦρκοι ὡς νικηταί; Δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν εἶναι αὐτοὶ οἱ καρποὶ τῆς εἰρήνης, οὓς ἡ Κυβέρνησις ἠδυνήθη ν’ ἀποκομίσῃ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως μετὰ τόσας θυσίας, μετὰ τόσους ἀγῶνας καὶ μετὰ τόσας περιλάμπρους ἡμῶν νίκας;
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὰ νέα ὅρια τῆς Ἑλλάδος τί εἶναι τότε;
§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλπίζω νὰ μὴ θελήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπαναλάβῃ καὶ σήμερον τὸ πυροτέχνημα, εἰς ὃ προσέφυγε πρό τινων ἡμερῶν ἐκτυλίξας ἐπὶ τὸ θεαματικώτερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν χάρτην τῶν νέων ἡμῶν ὁρίων. Τὰ ὅρια, Κύριοι, τῆς νέας μεγάλης Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ταύτης. Εἶνε ἔργον καὶ κατόρθωμα τοῦ μεγάλου ἡμῶν στρατηλάτου, τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου, ὅστις διὰ τῆς σπάθης Του διέγραψεν αὐτὰ πολλῷ εὐρύτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ χάρτης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἶναι ἔργον καὶ κατόρθωμα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ στόλου.
§113Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Τίς παρεσκεύασε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ στόλον;
§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως ὄχι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι ἐντὸς δύο ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν μέχρι τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, δὲν παρασκευάζονται οἱ στρατοὶ καὶ οἱ στόλοι. Καὶ τὰ στελέχη τούτων καὶ οἱ ὁπλῖται καὶ τὰ πληρώματα ἐξεπαιδεύθησαν καὶ ἐξεγυμνάσθησαν, ὅτε ἐκυβέρνων ἄλλοι τὴν χώραν. Ἐκεῖνοι ἐμερίμνησαν ἐν καιρῷ καὶ περὶ ὅπλων καὶ τηλεβόλων, περὶ φυσιγγίων καὶ πυρομαχικῶν καὶ περὶ πλοίων πολεμικῶν καὶ καθόλου περὶ ἐφοδίων πολέμου. Ἐκεῖνοι ἐπρομηθεύθησαν τὸν «Ἀβέρωφ», ἄνευ τοῦ ὁποίου ἦτο ἀδύνατον ἡ Ἑλλὰς νὰ συμμετάσχῃ τοῦ τελευταίου πολέμου. Ἐκεῖνοι ἐφρόντισαν νὰ πληρώσωσι καὶ τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους χρημάτων, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδεμία ποτὲ θὰ ἐγίνετο σκέψις περὶ πολέμου. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀναλαβοῦσα πρὸ τριετίας τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν εἶχεν ἀναπετάσει τὴν σημαίαν τῆς δεκαετοῦς εἰρήνης, πιστὴ δ’ ἐμμένουσα εἰς αὐτὴν ἐπὶ μίαν διετίαν, ἤτοι μέχρι τῆς ἐκρήξεως τοῦ πολέμου, οὔτε καμμίαν ἡλικίαν ἀπαλλαγέντων ἐκάλεσε πλέον ὑπὸ τὰ ὅπλα, οὔτε ὅπλα καὶ τηλεβόλα, οὔτε φυσίγγια καὶ πυρομαχικά, οὔτε πλοῖον κανὲν ἐπρομηθεύθη πλέον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ διαστρέψῃ. Ἐπανερχόμενος δέ, Κύριοι, εἰς τὴν πρώτην σειρὰν τοῦ λόγου μου παρατηρῶ ὅτι ἔργον καὶ κατόρθωμα τῆς στρατηγικῆς περινοίας τοῦ δαφνοστεφοῦς ἡμῶν Βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ τοῦ ἡρωικοῦ ἡμῶν στρατοῦ καὶ στόλου ἦτο νὰ ἐπεκτείνωσι τὰ ὅρια τῆς νέας μεγάλης Ἑλλάδος καὶ πέρα τῶν σημείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ χάρτης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνῷ ἔργον καὶ κατόρθωμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι κατὰ τὴν διπλωματικὴν διαχείρισιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος ἀφῆκεν αὐτὴ νὰ περικοπῶσιν ἐν πολλοῖς τὰ ὅρια, εἰς ἃ ἐπεξέτειναν ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ στρατὸς μετὰ τοῦ στόλου τὴν νέαν μεγάλην Ἑλλάδα. Ἔργον, Κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὅτι μέρη ἑλληνικώτατα, ὡς τὸ Δεδεαγάτς, τὴν Ξάνθην, τὴν Γκιουμουλτζίναν, τὸ Νευροκόπιον, τὸ Μελένικον, τὸ Πετρίτσιον, τὴν Στρώμνιτσαν καὶ τὴν Δοϊράνην, μέρη τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς κατέκτησε καὶ ἐπότισε διὰ τοῦ πολυτίμου αἴματός του, ἀπωλέσαμεν ἤδη ἀνεπιστρεπτί. Ἔργον αὐτῆς ἦτο νὰ φανῇ διὰ τῆς σιωπῆς της συγκατατιθεμένη εἰς τὴν ἀπώλειαν δι’ ἡμᾶς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τοῦ προπυργίου τούτου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς ἔργον αὐτῆς θὰ εἶναι, ἐὰν παρομοίας ἀπωλείας παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ὑποστῶμεν νῦν καὶ ἐν τῇ ἑλληνικωτάτῃ Ἠπείρῳ, ὡς ἀφῆκεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπονοήσωμεν δι’ ὅσων δηλώσεων ἔκαμε χθὲς τὴν ἑσπέραν ἀντεπεξερχόμενος κατὰ τῶν ἀποκαλύψεων τοῦ τέως συναδέλφου του Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἔργον τέλος καὶ κατόρθωμα ἀποκλειστικὸν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι αὐτὴ ἡ ὑπὸ συζήτησιν συνθήκη μετὰ τῆς Τουρκίας, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀνάγκην θὰ ψηφίσῃ τώρα ἡ Βουλή, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, καίπερ πιστεύουσα ἐνδομύχως ὅτι δι’ αὐτῆς δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ εἰρήνη ἐν τῷ μέλλοντι διὰ τὸ ἔθνος ἡμῶν, οὐδ’ ἀποσοβοῦνται οἱ μεγάλοι κίνδυνοι, οἱ ἐπικρεμάμενοι εἰς τὴν πέραν τοῦ Νέστου Ἑλλάδα, οὐχὶ μόνον εἰς τὴν Θρᾴκην καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Εὔχομαι, Κύριοι, ἐξ ὅλης καρδίας νὰ μὴ ἐπέλθῃ ταχέως ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ μετανοήσῃ ὅτι διὰ τὴν συνομολόγησιν τοιαύτης συνθήκης εἰρήνης ἐτέλεσε δοξολογίας. Ἡ συνθήκη αὐτὴ δὲν συντελεῖ εἰς ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τῆς Ἑλλάδος, κέκληται δὲ μόνον νὰ ἀμαυρώσῃ τὰς νίκας καὶ τοὺς θριάμβους ἡμῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος τῆς Βουλῆς).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψητε, κ. Πρόεδρε.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη τῇ 10ῃ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§119Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἂν ἡ μέχρι τοῦδε συζήτησις δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποδείξῃ ἄλλο τι, ἀναμφιβόλως ἐπιστοποίησε σαφέστατα τοῦτο μόνον· ὅτι συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Συζήτησις, ἐννοῶ, πολιτική, ἐκπληροῦσα πολιτικὸν σκοπόν· διότι περὶ τοιούτων μόνον συζητήσεων δύναται νὰ γίνῃ λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὅτε προχθὲς εἰσαγομένης τῆς συνθήκης εἰς ἐπιψήφισιν κατ’ ἀρχὴν ἔλαβον τὸν λόγον, ἔσπευσα νὰ διαγράψω ποῖα ἦσαν κατὰ τὴν γνώμην μου τὰ πολιτικὰ καὶ κοινοβουλευτικὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις. Ἐξήγησα τότε εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι, καὶ ἂν κατ’ ἀρχὴν ἀναμφισβήτητον, κατὰ συνταγματικὸν δικαίωμα, ἡ ἔρευνα τῆς συνθήκης καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς ἦτο δικαίωμα ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν — τῆς Βουλῆς τουτέστιν —, ἐν τούτοις ἡ πρακτικὴ συνέπεια καθιστᾷ τὴν συζήτησιν ταύτην ματαιόσχολον, ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας καλεῖται ἡ χώρα νὰ κρίνῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ καὶ ἐπικυρώσῃ τὴν συνθήκην εἶναι τοιαῦται, ὥστε εἶναι ἀδύνατον καὶ οἱ διαφωνοῦντες τυχὸν ὡς πρὸς τοὺς ὅρους αὐτῆς νὰ δώσωσι ψῆφον ἀκυρωτικήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρεθεὶς ἀπέναντι ταύτης τῆς συνεσφιγμένης, δύναμαι νὰ εἴπω, διαγραφῆς τῶν ὁρίων εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο, καὶ προσῆκον θὰ ἦτο καὶ κοινοβουλευτικὸν θὰ ἦτο, νὰ ἠσχολεῖτο ἡ Βουλή, ἔσπευσε νὰ διαμαρτυρηθῇ κατ’ αὐτῆς, ἔσπευσε νὰ διακηρύξῃ ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συνθήκης πρέπει νὰ γίνῃ. Ἠθέλησε κάπως νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα καὶ τὰς αἰτιολογίας ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφωρμήθην, ἀλλ’ ἐν τέλει, ὡς πάντοτε, χωρὶς νὰ θέλῃ ῥητῶς νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ πρᾶγμα, ἐνόμισε προσῆκον νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πολιτικὴν ἀνάγκην, τὴν λογικὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην, νὰ ἀναζητήσῃ κανονικὸν τρόπον, κανονικὸν μέσον, ὅπως ἀνοίξῃ πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ ἐδάφους δεκτικοῦ πολιτικῆς συζητήσεως, συζητήσεως ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ συμπέρασμα πολιτικόν. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, διὰ νὰ ἀνοίξῃ τὴν συζήτησιν, ἔσπευσε νὰ εἴπῃ ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας θὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἡ συζήτησις τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, συζήτησις ὁμολογουμένως ἀπὸ τῆς φύσεως αὐτῆς πολιτική, συζήτησις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν συνθήκην, ὡς εἶπε, θὰ ἠδύνατο βεβαίως ὑπὸ ἔποψιν κοινοβουλευτικῆς τακτικῆς νὰ προέλθῃ τὸ Σῶμα εἰς ἐρεύνας πολιτικὰς καὶ συμπεράσματα πολιτικά. Ἀλλά, ἐνῷ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἐν τέλει ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοιαύτη σὺν αὐτῇ σιωπηρῶς ἦτο ἡ ἀπόφασις τοῦ Σώματος, ἐξαίφνης εἰσήλθομεν εἰς κατωφέρειαν, ἐκ τῆς ὁποίας ὅσοι γνωρίζουσι τὴν στρατηγικὴν τακτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐμάντευσαν τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ, ὅτι τουτέστι συζήτησις ἀληθὴς δὲν θὰ γίνῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε λόγους, δὲν γνωρίζω ποίους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἤθελε τοιαύτην συζήτησιν, ἀλλὰ δὲν ἤθελε καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἤθελε τὴν συζήτησιν. Ἤθελε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν πρὸς συζήτησιν, ἀλλὰ συγχρόνως ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ συζητήσωμεν. Καὶ εἴδετε τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ συζήτησις διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετῆλθε τακτικήν, δύναμαι νὰ εἴπω, πρωτοφανῆ. Ἀνὰ πᾶσαν φράσιν σχεδόν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνόμιζεν ἑαυτὸν πρόχειρον εἰς ἀπάντησιν, ἀπήντα καὶ ἀνεσκεύαζεν ἢ ἔπειθεν ἑαυτὸν ὅτι ἀνασκευάζει. Ὅπου ἡ σιδηρᾶ παρατηρητικότης τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνέσφιγγε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀπήντα οὗτος ὅτι δὲν θὰ γίνῃ ἡ Βουλὴ ἀνακριτικὸν γραφεῖον, διὰ νὰ γίνῃ τοιαύτη διαλογικὴ συζήτησις, καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ γίνῃ ἰδιαιτέρως αὕτη καὶ νὰ ζητηθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι. Καὶ ἐν τέλει συνέβη νὰ περιέλθῃ εἰς δύσκολον θέσιν ὅπως ἀπαντήσῃ, καὶ ῥίψας τὸ βλέμμα του εἰς τὴν ψυχολογίαν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸ ἀκροατήριον ἔσπευσεν, ὅπως διασκεδάσῃ τὴν δυσάρεστον ἐντύπωσιν, νὰ διαβεβαιώσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτι θὰ τῷ ἀπαντήσῃ ἔπειτα, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ τῷ ἀπαντήσῃ. Τὴν αὐτὴν περίπου τακτικήν, ὅπου ἐνόμισε προσῆκον, ἠκολούθησε καὶ διὰ τοὺς ἐφεξῆς ἀγορεύσαντας, καὶ ἐν τέλει μετ’ ἐκπλήξεως θὰ ἤκουσεν ἡ Βουλή, ὄχι ἐγώ, τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι πολιτικὴ συζήτησις δὲν θὰ γίνῃ. Διατί τοῦτο; Διότι ὁ σκοπὸς ἐπετεύχθη. Ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ λεχθῇ καὶ νὰ γραφῇ, ὅτι θὰ γίνῃ πολιτικὴ συζήτησις, ἀπαιτούσης τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ ἀληθῶς τοιαύτη. Συνεπὴς πρὸς τὰς γνώμας τὰς ὁποίας διετύπωσα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν πρέπει νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν προτίθεμαι οὐδὲ λέξιν νὰ εἴπω ἐλέγχων τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων καὶ ἐπιδοκιμάζων ἢ ἀποδοκιμάζων τὴν πολιτικήν της ταύτην. Δὲν εἶναι τοῦτο τρόπος διατυπώσεως. Θὰ δώσω ἐξηγήσεις περαιτέρω καὶ θὰ ἴδῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ συγκεκαλυμμένως ὁμιλεῖν δὲν εἶναι ἐμὸν ἰδίωμα. Πρέπει νὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι ἐφ’ ὅσον τοιοῦτον ἔχω σκοπόν, νὰ μὴ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ ζητήσω πολιτικὰς εὐθύνας παρ’ αὐτῆς, μάταιον θεωρῶ ἐντελῶς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω οὐχὶ σπουδαῖον, νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς συνθήκης καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων αὐτῆς. Αἱ ἀσχολίαι τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἡ ἑρμηνεία τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων τῆς συνθήκης καθ’ ἑαυτήν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἂν αὗται εἶναι ἐπιβαρεῖς ἢ μὴ ἐπιβαρεῖς, ἐπωφελεῖς ἢ δυσμενεῖς. Δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ Δικηγορικὸς σύλλογος, δὲν εἶναι Δικαστήριον, διὰ νὰ ἑρμηνεύωνται συνθῆκαι ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος, ἄνευ σκοποῦ πολιτικοῦ. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν πρόκειται νὰ ἐλεγχθῇ τώρα ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ κριθῇ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπολιτεύθη· ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν ἐξ ἄλλου νὰ μεταβληθῶσι, νὰ βελτιωθῶσιν οἱ ὅροι τῆς συνθήκης, ποῖον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχει ἡ ἀνάλυσις τῶν διατάξεων αὐτῆς καὶ ἡ ἀπόδειξις ὅτι αὗται εἶναι δυσμενεῖς καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Τίνα πρακτικὴν χρησιμότητα ἔχει τοιαύτη ἀπόδειξις καὶ τοιαύτη θρηνολογία, ἀφοῦ πάντως ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀντιτάσσῃ ἤδη ὅτι αἱ περιστάσεις κατέστησαν ἀδύνατον τὴν ἐπιτυχίαν καλλιτέρων ἀποτελεσμάτων, καλλιτέρων ὅρων εἰρήνης; Τὸ ζήτημα ἑπομένως τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ ἀπασχολήσῃ καὶ θὰ ἀπασχολήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν Βουλὴν εἶναι τὸ ζήτημα τῆς κρίσεως ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἔρευνα τῶν ὑπ’ αὐτῆς πεπραγμένων καὶ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη καὶ ἀπεφάσισεν ὅ,τι ἀπεφάσισε. Καὶ τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ζήτημα λεπτομερειῶν, εἰδικοτήτων καὶ μερικῶν αἰτιάσεων τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ζήτημα γενικωτάτων γραμμῶν. Δύναμαι μάλιστα νὰ προσθέσω ὅτι ἀνάλωσιν τοῦ ζητήματος καὶ κατάρριψιν τοῦ ἀγῶνος τοῦ ἐλέγχου θὰ ἀπετέλει ἡ πρόσαψις αἰτιάσεων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ ζητήματα δευτερεύοντα, διὰ λάθη δευτερεύοντα. Ὅταν ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει τὸν διεξαχθέντα γιγάντειον ἀληθῶς ἀγῶνα, θὰ εἶναι ὑπεράγαν αὐστηρός, ἄδικος ἴσως, ἂν δὲν θελήσῃ νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ γίνωσι καὶ λάθη τινὰ χωρὶς νὰ δικαιοῦταί τις νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἀρνηθῇ πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνην τῆς χώρας, ἂν ὑπάρχῃ. Τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων θὰ κριθῇ ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι φύσεως γενικωτέρας. Θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τὸ ἐδαφικόν, ἂν ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησεν ἑλληνικὰς χώρας ἢ ὑστέρησεν εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τοιούτων χωρῶν, οὐχὶ διότι εὑρέθη ἀπέναντι ἀνυπερβλήτων περιστάσεων καὶ ἀναγκῶν, ἀλλὰ διότι περιέπεσεν εἰς σφάλματα σπουδαῖα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν αἱ ἀπώλειαι αὗται. Ἔλαβον χώραν ἆρά γε σφάλματα τῆς Κυβερνήσεως καὶ σφάλματα σπουδαῖα, ὑπῆρξεν ἀνεπάρκεια σοβαρά, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ ἀπώλεια αὐτῶν; Οὕτω τιθεμένου τοῦ ζητήματος δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν ἂν ἐδιπλασιάσθη ἡ Ἑλλάς, καὶ ἡ ἀναδίπλωσις χαρτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πρὸς ἀπόδειξιν αὐτοῦ. Θὰ ἐξετασθῇ ἐπίσης, ἂν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν τὰ ἐλάβομεν ἀντὶ τῶν προσενεχθεισῶν θυσιῶν ἢ μήπως αἱ θυσίαι εἰς χρῆμα καὶ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι πολλαπλάσιαι, εἶναι δυσανάλογοι ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτὸ τὸ δυσανάλογον ὀφείλεται οὐχὶ εἰς τὰς περιστάσεις, τὰς ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς σφάλματα αὐτῆς οὐσιώδη, εἰς ἀνεπάρκειαν. Καὶ ἄλλη ὄψις ἐπίσης σπουδαία θὰ ἐξετασθῇ. Ἡ ἀπώλεια τοῦ νῦν ἔξω Ἑλληνισμοῦ — διότι περὶ ἀπωλείας πρόκειται, ἡ ἀπώλεια τοῦ Θρακικοῦ Ἑλληνισμοῦ τοῦ ὑπὸ τοὺς Βουλγάρους, τοῦ εἰς τὴν Τουρκίαν Ἑλληνισμοῦ, διὰ νὰ ἀποσιωπήσω ἐν τῷ παρόντι τὸν ἄλλον ἀπολεσθέντα Ἑλληνισμόν, καὶ νὰ μὴ θίξω τώρα ζητήματα ἴσως ἐκκρεμῆ. Ἡ ἀπώλεια, λέγω, τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, αἱ παραχωρήσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβημεν πρὸς τὴν Τουρκίαν διὰ τῆς συνθήκης, εἶναι ἀπότοκος τῶν περιστάσεων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπέκυψεν, ἢ μήπως ὀφείλεται εἰς σφάλματα οὐσιώδη, εἰς ἀνεπάρκειαν αὐτῆς πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν μεγάλων προβλημάτων εἰς τὰ ὁποῖα εὑρέθη. Αὐτὴ ἡ μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκη τῆς εἰρήνης, ἡ ὑπογραφεῖσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, μήπως ἦτο δυνατὸν καὶ ἐνδεδειγμένον ὡς ἔχει νὰ εἶχεν ὑπογραφῆ πρὸ τριῶν μηνῶν; Καὶ μήπως αὐτὴ ἡ ἐπιβράδυνσις ὀφείλεται εἰς σφάλματα τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἀνεπάρκειαν αὐτῆς καὶ κακὴν διαχείρισιν, σφάλματα τὰ ὁποῖα, ἂν τυχὸν ὑπῆρξαν, ἐστοίχισαν εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν δεκάδας ἑκατομμυρίων, ἀπογοήτευσιν τοῦ στρατεύματος καὶ καταστροφὰς πολλάς; Οὕτω θὰ τεθῶσιν, ὅταν τεθῶσι, τὰ ζητήματα. Εἰς ταῦτα κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου θὰ περιστραφῇ ἡ ἔρευνα ὁλόκληρος τοῦ μεγίστου τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιμετώπισεν ἀπὸ τῆς συγκροτήσεως αὐτοῦ τὸ ἐθνικὸν συνέδριον. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῶσιν ἤδη, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξετασθῶσι. Καὶ ἂν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, εὐλαβουμένη τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα τὰ ἐκκρεμῆ, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου ὅλα τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν ἐν ἀρτιότητι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐρευνηθῇ ἡ πολιτικὴ αὐτῆς. Ἀλλ’ οὐδ’ ὁ χρόνος ἦτο ἐπαρκής. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ προχθὲς ἤρχισε ματαίαν συζήτησιν καὶ ἀντικοινοβουλευτικήν. Διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐδήλωσεν ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν συζήτησιν, συζήτησιν πολιτικήν, καὶ ἐνῷ ἐνόμιζον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ θὰ συνεμορφοῦτο πρὸς αὐτὴν τὴν δήλωσίν της ἢ ἀντιθέτως θὰ ἀνέβαλλε πᾶσαν συζήτησιν, ἀτυχῶς τὰ ἐπακολουθήσαντα γεγονότα, δηλαδὴ αἱ ἐπακολουθήσασαι συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἡ μετὰ τὴν ἐμὴν ἀγόρευσιν, ἡ χθεσινὴ καὶ ἡ σημερινή, μὲ ἔπεισαν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, δὲν θέλει τὴν συζήτησιν, χωρὶς καὶ νὰ ζητῇ τὴν ἀναβολὴν αὐτῆς. Θέλει συζήτησιν ὄχι ἀληθῆ. Δὲν θέλει τὸν ἔλεγχον. Ἀκολουθεῖ τακτικήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον τώρα, ἀλλὰ καὶ ἐφεξῆς, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν πρόρρησιν, θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν νὰ μὴ γίνῃ ἀληθὴς συζήτησις. Νομίζω ὅτι, ἂν καταστῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἡ ἐξακολούθησις τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἀσκεῖ καὶ τὴν ὁποίαν ἀμέσως θὰ σημειώσω, συζήτησις πολιτικὴ δὲν θὰ γίνῃ· συζήτησις ὡς τὴν ἐννοῶ καὶ τὴν διέγραψα, συζήτησις τῆς ὅλης ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἀπὸ περιωπῆς, οὐχὶ μικρῶν αἰτιάσεων, οὔτε ἀπὸ προκαταλήψεως, ἀλλ’ ἀληθὴς ἔρευνα ὑπὸ τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου καὶ μελέτη τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ἀγώνων μὲ πνεῦμα εὐπρεπείας καὶ τάξεως καὶ δικαιοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Συζήτησις τοιαύτη δὲν θὰ γίνῃ. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως παρέχει ὅλας τὰς ἐνδείξεις ὅτι εἰς ἐκεῖνον τείνει τὸν σκοπὸν καὶ τὸ τέρμα. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ τακτική, ἡ στρατηγική τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοιαύτη, ἐξ ἄλλου αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι, ἀφ’ ὧν ἀφορμῶνται αἱ πολιτικαὶ πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀρχὰς τὰς κανονιζούσας κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τὰς σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλήν, ὁδηγοῦσιν εἰς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Αἱ ἀρχαὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὡς ἐξεδηλώθησαν κατὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἔτος, εἰδικώτατα δὲ κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, εἶναι ἐντελῶς ξέναι πρὸς τὸ πολίτευμα· εἶναι ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι ἀποστέργουσι τὴν τοιαύτην ἔρευναν, καὶ εἶναι ἀρχαὶ αἵτινες θὰ τελεσφορήσωσι δυστυχῶς, ἐὰν παραμείνῃ ἀνεκτὴ ἡ τακτική, ἣν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι δύο λοιπὸν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων φαίνεται ὅτι θὰ ματαιωθῇ πᾶσα προσπάθεια τῆς Βουλῆς πρὸς ἔλεγχον τῶν πεπραγμένων. Εἶναι ἡ τακτική, ἡ στρατηγικὴ οὕτως εἰπεῖν, τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀναγομένη εἰς τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον καθιεροῖ διὰ τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις, καὶ εἶναι αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἀρχαὶ ἀντικοινοβουλευτικαί, ἀρχαὶ ἀπορροφήσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ἑκατέρου τῶν λόγων τούτων πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν, Κύριοι, διότι ἀμφότεροι ἀφορῶσι τὴν τάξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, τὴν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς, αὐτὴν τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Χθὲς ἡ αἴθουσα αὕτη παρουσίασε θέαμα πρωτοφανές, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας. Ἐννοῶ τὴν σφοδρὰν ἔριδα μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Δὲν πρόκειται νὰ θίξω τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἄλλο τι ὀξέως προσπεσὸν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, καὶ ἔχον σχέσιν καὶ πρὸς τὴν σημερινὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνελθὼν τὸ βῆμα τοῦτο ὡμίλησε περὶ πολιτικῆς εὐκοσμίας, ἐλέγχων τὸν τέως Ὑπουργὸν του μὲ εὐπρέπειαν ἀληθῆ, καὶ μὲ σεμνότητα καὶ ὕφος ἀληθοῦς ἱεροκήρυκος. Ἀλλά, ἐνῷ οὕτως ὡμίλησεν, εὐπρεπῶς καὶ εὐκόσμως, ἐλέγχων τὴν ἀκοσμίαν, ἐξαίφνης ἀνεπήδησαν διάλογοι μεταξὺ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ, ὑπομνήσαντες εἰς τὴν κατάπληκτον Βουλὴν τὴν παροιμιώδη ἐκείνην περὶ εὐπρεπείας ἀντίληψιν παλαιοτάτου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου τούτου αὐτοκαλουμένου ἁβρόφρονος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπέδιδεν εἰς συνάδελφόν του τὴν προσωνυμίαν τοῦ ὑπομονητικωτέρου τετραπόδου. Δὲν εἶχον παρέλθει ἢ ὀλίγα δευτερόλεπτα, ἀφ’ ἧς ὡμίλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ πολιτικῆς εὐκοσμίας, καὶ ἀνεπήδησαν ἐξαίφνης φράσεις καὶ λέξεις, εἰς τὰς ὁποίας ἤνθουν τὰ ἐπίθετα τοῦ «ψεύστου», τοῦ «συκοφάντου», τοῦ «οὐδεμίαν ἔχοντος σχέσιν πρὸς τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν εὐπρέπειαν». Καὶ ὁ τέως Ὑπουργὸς ἀμυνόμενος ἀποδίδει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὰς φράσεις, τὸν τίτλον τοῦ ψεύστου, συνοδεύων ταύτας διὰ φωνῆς ἰσχυρᾶς καὶ ἐντόνου καὶ τείνων τὴν χεῖρα, ἥτις, ἐὰν ἦτο μακροτέρα, θὰ ἔπληττεν ἴσως τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Εἰς τοιοῦτο θέαμα παρέστη χθές, Κύριοι, τὸ ἐθνικὸν συνέδριον. Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν καλεῖται ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἐργασίας της μετὰ δύο σχεδὸν ἔτη ἀφ’ ἧς συνεκροτήθη διὰ τῶν ἐκλογῶν τοῦ Μαρτίου 1911, καὶ πρόκειται νὰ ἐρευνηθῶσι τὰ ὕψιστα τῶν θεμάτων, παρουσιάζεται, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄχι συζητῶν, ἀλλ’ ὑβρίζων τὸν κ. τέως Ὑπουργὸν καὶ ἀνθυβριζόμενος ὑπ’ αὐτοῦ. Δὲν ἐνδιαφέρει βεβαίως τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον, αἱ σχέσεις τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἕτερον· ἐνδιαφέρει ὅμως τὸ ζήτημα τῶν σχέσεων ἀμφοτέρων πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ δὲν δύναμαι ἢ νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἀνευλάβειαν τὴν τακτικὴν ταύτην, ὡς ἄρνησιν τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως, ὡς τακτικὴν ἡ ὁποία, ἂν ἐπικρατήσῃ, θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς, ἀδύνατον τὴν προσήκουσαν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων της. Καὶ δὲν θὰ ἠσχολούμην ἴσως σήμερον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, ἂν μὴ ἀπετέλει τοῦτο ἐκδήλωσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως, ὡς ἀντιλαμβάνεται αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐκδήλωσιν συστηματικῆς μεθόδου, ἡ ὁποία ἐτέθη, φαίνεται, εἰς ἐφαρμογήν, ἵνα παραλύσῃ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν εὐπρέπειαν τῶν συζητούντων καὶ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν συζήτησιν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἐγνώρισεν ἄλλοτε ἡ αἴθουσα αὐτὴ καὶ τὰ ἄλλα Κοινοβούλια Βουλευτὰς παρεκτρεπομένους, τοὺς ζωηροτέρους καὶ νεαρωτέρους ἴσως, ἰδίᾳ τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Τοῦτο εἶναι πολλαχῶς εὐνόητον, καὶ ἐὰν δὲν εἶναι πάντοτε ἢ οὐδέποτε ἐπιδοκιμαστέον, εἶναι ὅμως κάπως εὐεξήγητον. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχει, Κράτος κοινοβουλευτικόν, οὗτινος ὁ ὑπεύθυνος ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐξετράπη εἰς φρασεολογίαν ὑβριστικήν, εἰς τὴν τραχύτητα τοῦ ὕφους, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δὶς μέχρι τοῦδε παρουσιάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὴν Βουλήν, μόλις ἀριθμοῦσαν πέντε συνεδριάσεις. Φαίνεται ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι συστηματική, σκοποῦσα νὰ παραλύσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ παραλύσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της, νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις δὲν εἶναι εὐχάριστος εἰς αὐτήν, καὶ τὴν διαφώτισιν τῶν ὑπ’ αὐτῆς πεπραγμένων. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν διετύπωσα τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἅτινα ἐξαίρει ἡ ἐπὶ τῆς συνθήκης συζήτησις, καὶ καυχῶμαι νὰ εἴπω ὅτι, ὡς πάντοτε, ἀσκῶν ἐπὶ τῶν νεύρων μου τὴν ἀπόλυτον δεσποτείαν τῆς θελήσεώς μου, περιώρισα τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς αὐστηρᾶς κοινοβουλευτικῆς εὐπρεπείας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐνθυμούμενος ἑαυτὸν καὶ λησμονῶν τὸ ἀξίωμά του ἐνόμισε προσῆκον νὰ ἀπαντήσῃ μὲ ὕφος τραχὺ καὶ ἀδέσποτον. Καὶ οὐχὶ μόνον τοῦτο, ὡς εἶδον μετὰ ταῦτα εἰς τὴν ἐφημερίδα δημοσιευθέν, διότι δὲν ἤκουσα τοῦτο ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, μετεχειρίσθη καὶ φράσιν, ἡ ὁποία ἐπιεικῶς θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀγοραία. Δὲν εὗρεν τρόπον ἄλλον νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὰ ἀπορρίμματα κέντρου ξένου πρὸς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἵνα μεταχειρισθῇ ὡς πολεμικὴν ἐναντίον ἑνὸς Βουλευτοῦ. Δὲν ἐξετάζω ἂν τοῦτο εἶναι ὑπαγόρευσις τῶν κοινωνικῶν ἀντιλήψεων τὰς ὁποίας ἔχει, εἶναι ὅμως τακτική, εἶναι μέθοδος ἡ ὁποία ἐφαρμοζομένη ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους, ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας, τὸν διευθύνοντα τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, θὰ καταστήσῃ ταύτην στάδιον προσωπικῶν ἀντεγκλήσεων καὶ θὰ παραλύσῃ τὰ ἔργα αὐτῆς καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἤδη, Κύριοι, προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ δευτέρου λόγου ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει καὶ δὲν θὰ θελήσῃ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ν’ ἀντιμετωπίσῃ εὐρεῖαν πολιτικὴν συζήτησιν, ἄν, λέγω, προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν ταύτην, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγνοεῖ τὸ πολίτευμα ἢ ἐν συνειδήσει παραβιάζει τοῦτο, τίς ἐξ ὑμῶν θὰ μὲ ἀδικήσῃ ἂν σύρω ἐκ τοῦ ὠτὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, δανειζόμενος πρὸς στιγμὴν τὴν φράσιν του, διὰ νὰ διδάξω αὐτὸν ὅτι δύναταί τις νὰ συζητῇ εὐπρεπῶς καὶ χωρὶς νὰ ὑβρίζῃ, ὅταν κατέχῃ τὰ ζητήματα καὶ ὅταν τὴν ἄγνοιαν αὑτοῦ δὲν θέλῃ νὰ συγκαλύψῃ διὰ τῶν ὕβρεων; Τὸ ζήτημα τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ τῆς στάσεως τὴν ὁποίαν τηρεῖ ἀπέναντι αὐτῆς, εἶναι ζήτημα θεμελιῶδες καὶ ῥιζικὸν καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Παρακολουθῶ τοῦτον μετ’ ἐπιστασίας πολλῆς, παρατηρῶ δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην περίοδον παρ’ αὐτῷ ἐκδηλώσεις καὶ τάσεις ἀνευλαβείας πρὸς τὸ Σῶμα, ἀνευλαβείας πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τάσεις δὲ οὐχὶ μεμονωμένας, τάσεις συστηματικάς, καὶ διὰ τοῦτο καθιστῶ ταύτας ἀντικείμενον πολιτικῆς συζητήσεως. Αἱ τάσεις αὐταὶ παρετηρήθησαν ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος· καὶ μέχρι τῆς ἑσπέρας ταύτης εἴχομεν ἑνιαίαν τὴν ἐμφάνισιν αὐτῶν, συστηματικὴν τὴν ἐκδήλωσιν, ὁμοίαν τὴν μορφήν. Διὰ παντὸς τρόπου ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ περιορίσῃ καὶ ἀπορροφήσῃ τὰ δίκαια τῆς Βουλῆς, δὲν δείκνυται εὐλαβὴς πρὸς αὐτήν, ἐνῷ εἶναι τὸ Σῶμα ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπορρέει καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται. Παρακολουθήσατε, Κύριοι, τὴν τακτικὴν αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν πολέμων, καὶ μετὰ τούτους, τὴν τακτικὴν αὐτῆς μετὰ τὴν εἰρήνην· ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν τακτικὴν τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως διαρκοῦντος τοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὴν συνθήκην τῆς εἰρήνης. Ἐνεφανίσθη, ἐνθυμεῖσθε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀνήγγειλε τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ τὸν ἐπικείμενον ἐθνικὸν ἀγῶνα. Ἡ Βουλή, ὡς ἦτο ἑπόμενον, παρουσίασεν ἑνότητα ἀντιλήψεως καὶ ἑνότητα κατευθύνσεως. Τοῦτο βεβαίως ἦτο ἐνδεδειγμένον ἐκ τῶν περιστάσεων, καίτοι δὲν θὰ ἦτο ἐκτὸς τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ἐὰν ὑπεδείκνυεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς ἐξηγήσεις τινὰς κάπως εὐρυτέρας, ἐφ’ ὅσον δὲν παρεβλάπτοντο τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐσιώπησεν. Ἐκαλεῖτο νὰ φέρῃ ψῆφον χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀπεδύετο ὁ Ἑλληνισμὸς εἰς τὸν ὕπατον τῶν ἀγώνων. Ἡ Βουλὴ ἐσιώπησεν, ἐχειροκρότησεν, ἐψήφισε. Κατὰ τὴν διαδρομὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος ἔτυχον περιστάσεις καὶ ἐνεφανίσθη καὶ πάλιν ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον αὐτῆς, εἴτε διὰ ν’ ἀναγγείλῃ νίκας εἴτε διὰ νὰ λάβῃ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν αὐτὴ ὡς ἐπείγοντα. Ἡ αὐτὴ ἐξηκολούθησε τακτική. Ἡ Βουλή, βωβὴ χειροκροτοῦσα, ψηφίζουσα πρὶν ἢ ἀκούσῃ τὴν ἀνάγνωσιν, καὶ παραδίδουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ πάντα, ἄνευ ἐξετάσεως, ἄνευ ἐλέγχου, ἄνευ συζητήσεως. Καὶ ἡ Βουλὴ ἔπραττε τοῦτο ἐν πλήρει συναισθήσει τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῆς. Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐγνώριζεν ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα πᾶσαν πληροφορίαν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ζητήσῃ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν τὰ μέσα, ὅπως ἐν γνώσει φέρῃ ψῆφον ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐγνώριζεν ἐπίσης ὅτι, ἐνῷ εἶχε τὸ δικαίωμα ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος τοῦ γεγραμμένου, εἶχεν ὑποχρέωσιν ὑπὸ τῶν ἀγράφων αὐτῆς κανόνων ὑπαγορευομένην νὰ μὴ θίξῃ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ δυσχεράνωσι τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἐσιώπα, καὶ ὅτε ἀκόμη εἶχε λόγους νὰ πιστεύῃ ὅτι πολλὰ μέτρα ἐφέροντο εἰς ἐπιψήφισιν ἄνευ συζητήσεως, χωρὶς νὰ ἔχωσι σχέσιν πρὸς τὸν διεξαγόμενον ἀγῶνα καὶ χωρὶς νὰ εἶναι ἐπείγοντα, ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἐξηκολούθησε καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τοῦ ἀγῶνος. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεξήγησε τὴν τακτικὴν ταύτην. Δὲν γνωρίζω ποῦ ἀπέδωκεν αὐτήν, ἀλλὰ δυσεξήγητος μοὶ φαίνεται ἡ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς οὕτω φερομένης, τοιαύτην τακτικὴν ἀκολουθούσης, τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον καὶ τότε ὅτι εἶναι ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ὡς πολιτικὸν Σῶμα σχεδὸν δὲν λειτουργεῖ, ἀλλὰ μεταβιβάζει, ἐκχωρεῖ ἑκουσίως τὰ δικαιώματα αὐτῆς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις συγκεντροῖ τὴν πᾶσαν δύναμιν. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου τίνες εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἀντιθέτως ἐπιβάλλονται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει βεβαίως ἐκ τοῦ πολιτεύματος τὸ δικαίωμα αὐτὴ μόνη καὶ ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην νὰ ἐνεργήσῃ. Οὐδεὶς φιλονικεῖ, ὅτι ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς καὶ τῆς διπλωματικῆς διαχειρίσεως ἀνῆκεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐξαιρετικὰς αὐτὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς τοιαῦται προέρχονται ἐκχωρήσεις ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν ἰδίων αὐτῆς δικαιωμάτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὑπαγορευόμεναι ἐξ ἀγράφων νόμων χάριν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, δυνάμει αὐτῶν τῶν νόμων προέρχονται ἀνάλογοι ἐκχωρήσεις ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τῶν ἰδίων αὐτῆς δικαιωμάτων. Δὲν θὰ ἐπανηρχόμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐὰν δὲν μοὶ ἐδίδετο ἐκ τῶν κατὰ τὴν χθὲς ἑσπέραν λαβόντων χώραν ἀφορμὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶχον ἤδη ἀναπτύξει τὰς ἰδέας μου ταύτας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, καὶ εἶχον εἰπεῖ ὅτι οὐχὶ ἐκ γεγραμμένων νόμων, οὐχὶ ἐξ ὑποχρεώσεων συνταγματικῶν, ἀλλ’ ἐξ ὑποχρεώσεων κοινοβουλευτικῆς ἐθιμοτυπίας, εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ κατὰ πάντα τρόπον νὰ ἐπικοινωνήσῃ μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ μὲ τὸ μετριόφρον ὕφος διδασκάλου πολιτικῶν ἐπιστημῶν εἶπεν ὅτι οὗτος δὲν ἐννοεῖ νὰ νοθεύσῃ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον τὰ ἔργα ταῦτα ἀνατίθησιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, λησμονῶν ὅτι διὰ τὰς περὶ τῶν ὁποίων προτείνεται μέτρον τοιοῦτον ἀπέβη κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, λησμονῶν ὅτι ἐφαρμόζεται ἐν Ἀγγλίᾳ, λησμονῶν ὅτι ἐφαρμόζεται ὁμοίως ἐν Γαλλίᾳ, λησμονῶν ὅτι ἐφηρμόσθη ἐν Σερβίᾳ ἐσχάτως, διὰ νὰ παραλίπω ἄλλα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη νὰ θεωρήσῃ τοῦτο ὡς μειοῦν τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ζηλοτύπως περιφρουρεῖ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἀριστίνδην ἐκλογή, ἡ ἀριστίνδην σύμπραξις, ἡ ἀριστίνδην συμμετοχὴ ἦτο κἄτι τι προσθέτως ἀντικείμενον εἰς τὸ πολίτευμα, κἄτι δημιουργοῦν Γερουσίαν· καὶ ἀδικῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου καὶ τῶν Βουλευτῶν καὶ θάλπων δῆθεν τὴν φιλοτιμίαν αὐτῶν εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἔστεργε νὰ κάμῃ κάτι δι’ ὀλίγους, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐγίνετο δι’ ὅλους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησε καὶ πάλιν ὅτι κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων ὑποθέσεων γίνεται ἀριστίνδην. Ἀριστίνδην συγκροτεῖται ἡ Βουλή, τοῦ λαοῦ ἐκ τῶν ἀριστέων κατὰ τεκμήριον ἐκλέγοντος τοὺς ἀντιπροσώπους του· ἀριστίνδην ἐκ τῆς Βουλῆς συγκροτεῖται ἡ Κυβέρνησις, τῶν ἀριστέων κατὰ τεκμήριον μετεχόντων εἰς αὐτήν. Ἀριστίνδην γίνεται ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁ Πρόεδρος, τοῦ ἀρίστου, κατὰ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον εὔχομαι οὐδέποτε νὰ διαψευσθῇ, λαμβανομένου ὡς τοιούτου. Ἀλλὰ, ἐνῷ τοιαῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθές, φαίνεται ὅτι δὲν θὰ τὰ ἐπίστευε. Διότι χθὲς ἐξαίφνης, ἐνῷ ἐγεννήθη ζήτημα παραχωρήσεως ἐγγράφων τινῶν, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει περιέχοντα καὶ σημεῖά τινα σχετιζόμενα πρὸς ἐκκρεμῆ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ παραδοθῶσιν εἰς δημοσιότητα, ἐνῷ, λέγω, τοιοῦτο ζήτημα ἐγεννήθη, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς δεξιᾶς καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀριστερᾶς, εἶπεν ὅτι «εἶμαι πρόθυμος νὰ τὰ δώσω εἰς ὑμᾶς, διὰ νὰ τὰ ἴδητε, τοὺς πρώην διαχειρισαμένους τὰ κοινὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ τὰ δώσω εἰς τοὺς Βουλευτάς».
§120Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· δὲν δύναμαι νὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν.
§121Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως καὶ θὰ ἴδητε ὅτι πάλιν θὰ μετανοήσητε. Ὁ εἷς τῶν κυρίων ἀρχηγῶν εἶπεν ὅτι ἀριστίνδην δὲν ζητεῖ τὰ ἔγγραφα· ὁ ἕτερος παρετήρησεν ὅτι δὲν ζητεῖ ἰδιαιτέρας συγκαταβάσεις, ἀλλά, ἂν εἶναι δυνατόν, πρέπει νὰ γίνῃ κατάθεσις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι «βεβαίως διὰ δύο, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν τὰ κοινά, βεβαίως δύναμαι νὰ τὸ κάμω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὸ κάμω γενικῶς». Δὲν ἐπρόκειτο περὶ καταθέσεως· ἐπρόκειτο ἂν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐτηρεῖτο διὰ τοὺς δύο, θὰ ἦτο προσῆκον νὰ ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τοὺς ἄλλους. Τὸ περίεργον εἶναι τοῦτο· ἐπεχείρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συγκαταβῇ εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς ἀρχῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔθιξα, ὑποδείξας τὴν ἀριστίνδην διάσκεψιν ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσεν, ἢ μᾶλλον κατώρθωσε τὸ ἀντίθετον. Διότι, ἐνῷ εἰς ἐκείνην τὴν περίστασιν ἡ ἀριστίνδην διοίκησις τῶν δημοσίων ὑποθέσεων ἀπῄτει ἀριστίνδην τὴν ἐκλογὴν πρὸς σύσκεψιν ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, τοὐναντίον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, περὶ τῆς ὁποίας χθὲς ἐπρόκειτο, ἡ ἀλήθεια εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀντίθετον πλευράν. Διότι δὲν ἐπρόκειτο χθὲς περὶ συσκέψεως διὰ τὴν διοίκησιν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων· ἐπρόκειτο ἁπλούστατα νὰ μὴ γίνωσι γνωστὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὰ ἔγγραφα. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν ἔχει θέσιν τὸ ἀριστίνδην, δὲν ἔχουσι καμμίαν θέσιν αἱ προτιμήσεις. Ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ στοιχειώδης ἀντίληψις νὰ μὴ διακοινωθῶσι τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους ὑπάρχει ἐξ ἴσου εἰς ὅλους τοὺς Βουλευτάς. Ἀγνοῶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμμένει εἰς αὐτὰς τὰς θεωρίας του. Παρετήρησα μόνον σήμερον εἰς τὸν λόγον του τὸν δημοσιευθέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκ τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὅλα αὐτὰ ἔχουσιν ἀφαιρεθῇ· οὐδὲν ἐδημοσιεύθη οὔτε περὶ ἀριστίνδην οὔτε περὶ συγκαταβάσεως οὔτε περὶ τῶν πρώην ὡς Πρωθυπουργῶν διαχειρισαμένων τὰ κοινά. Οὕτω, Κύριοι, ἀφ’ ἑνὸς ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ ἐξ ἄλλου ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐνησκήθησαν τὰ ἑκατέρωθεν δικαιώματα διαρκοῦντος τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Ἡ Βουλὴ εἶχε παύσει νὰ λειτουργῇ, εἴτε συνεδρίαζεν εἴτε μή. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀπορροφήσει τὰ πάντα καὶ ἕκαστος ὑπέκυπτεν ἀναμένων τὸ πέρας τῆς καταστάσεως, ὅπως Βουλὴ καὶ Κυβέρνησις ἀσκήσωσιν ἑκατέρᾳ τὰ ἴδια αὐτῆς δικαιώματα. Τί ὅμως ἐγένετο μετὰ τὴν εἰρήνην; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε κεκτημένην ταχύτητα, καὶ ἐνόμισεν ὅτι οὐδαμῶς ἢ σχεδὸν οὐδαμῶς μετεβλήθη ἡ θέσις αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὑπέβαλε πρὸς ἐπικύρωσιν τὴν συνθήκην τῆς εἰρήνης, καὶ ἡ ὅλη τακτική, τὴν ὁποίαν ἐφεξῆς ἐτήρησε καὶ τηρεῖ, ἔτεινεν εἰς κατάδηλον ἀνευλάβειαν πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ὑπεβάλλετο ἡ συνθήκη καί, ὅπως παρετηρήθη ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἐδίδοντο διασαφήσεις. Διότι θὰ ἦτο ἀστειότης νὰ νομίσῃ τις, ὅτι ἡ μεταφορὰ περιλήψεως τῶν ἄρθρων τῆς συνθήκης ὑπὸ μορφὴν αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, αὐτὸ εἶναι αἱ διασαφήσεις τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα. Διὰ νὰ νομίσῃ ἡ πολιτειακὴ ἐξουσία, ἡ συντακτικὴ ἐξουσία, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ὑποβολὴν διασαφήσεων πρὸς τὴν Βουλὴν σημαίνει ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ παίξῃ. Καὶ τί σημαίνει ὁ ὅρος τῆς ὑποβολῆς διασαφήσεων δεικνύει καθ’ ἑκάστην ἡ πρακτικὴ τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, ὅπου συνυποβάλλονται καὶ βίβλοι τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων, ὅπως προβῇ ἡ συζήτησις. Παρατηρῶ τοῦτο, διὰ νὰ ἀποδείξω καὶ δι’ αὐτοῦ ἀκόμη τὴν τακτικήν, ἡ ὁποία τηρεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν τακτικὴν τῆς ἐλλείψεως εὐλαβείας πρὸς τὸ Σῶμα. Καὶ ἐνῷ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι νὰ ψηφίσωμεν ἄνευ ἀντιρρήσεων τὴν συνθήκην, ἀφοῦ ἡ ὑπάρχουσα ἀκόμη ἐκκρεμότης εἴς τινα τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων δὲν ἐπιτρέπει τὴν κατάθεσιν ὅλων τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων, καὶ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐξέτασιν τῶν πεπραγμένων, ὅταν λυθῶσι τὰ ζητήματα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲ τοῦτο θέλει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει συζήτησιν μόνον διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἐγένετο τοιαύτη. Θέλει νὰ φανῇ ὅτι ἐλέγχομεν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ πεπραγμένα, χωρὶς νὰ ἐλεγχθῶσι, χωρὶς νὰ μελετηθῶσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεχίζει καὶ τώρα τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἐτήρει κατὰ τὸν πόλεμον. Πλήρης ἀνυπαρξία, πλήρης ἀχρηστία τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς ἐπὶ ἓν καὶ πλέον ἔτος ἀπολύτου σιωπῆς αὐτῆς ἤντλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ ἐφόδια τὰ ψυχικὰ νὰ φέρηται πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς Σῶμα ἀνύπαρκτον, προωρισμένον νὰ σιωπᾷ καὶ νὰ χειροκροτῇ. Νὰ προσέχῃ περισσότερον εἰς τὰ ἀκροατήρια παρὰ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἡ τακτική του αὕτη ἔσχε καὶ ἄλλας ἐκδηλώσεις, σπουδαίας καὶ ἐπικινδύνους διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν συνετάρασσε βαθύτατα ἡ διάδοσις ἡ κυκλοφορήσασα, ὅτι κατὰ τὴν συνθήκην μεταξὺ τῶν συμμάχων οὐδεμία πρόνοια εἶχε ληφθῆ ὡς πρὸς τὴν διανομήν. Εἶχον γίνει αἱ προστριβαὶ τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ εἶχε φθάσει εἰς τὸ κατακόρυφον ἡ ἐθνικὴ ἀγωνία ἐκ τῆς τοιαύτης διαδόσεως. Ἤκουσε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἐσκέφθη ὅτι δὲν συμφέρει νὰ παρατείνηται ἡ δυσφορία αὕτη εἰς βάρος του καὶ νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐκκαθάρισις αὐτὴ εἰς ἁρμοδίαν ἐποχήν. Καὶ ἐξαίφνης, οὐδεμιᾶς ὑπαρχούσης ἀνάγκης, ἐπιστρέφων διὰ Θεσσαλονίκης, σπεύδει νὰ δηλώσῃ μὲ δύναμιν χιλίων θριαμβευτῶν, ὅτι οὐδεμίαν συνεννόησιν ἔχει μετὰ τῶν συμμάχων· ὅτι οὐδὲ, ἐλέχθη, οὐδὲν συνεφωνήθη περὶ διανομῆς μεταξὺ αὐτῶν ἀλλὰ τὰ πάντα ἀφέθησαν εἰς τὴν τύχην. Ἔπρεπεν ἐγκαίρως νὰ ἐξοικειωθῇ ἡ δημοσία γνώμη πρὸς αὐτά, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξοικειωθῇ ἡ δημοσία γνώμη εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῶσιν, ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἐσιώπα, ὁ τύπος ἐσιώπα, ὅλοι ἐσιώπων· διότι ὁ στρατιωτικὸς νόμος εἶχεν ἀπαγορεύσει καὶ αὐτὰς τὰς προφορικὰς συνομιλίας εἰς τὰ δημόσια μέρη. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ στρατηγικὴν δεξιότητα ἐν τῷ πολιτικῷ ἀγῶνι ἔχων ἔξοχον καὶ γινώσκων τὴν ψυχολογίαν τοῦ πλήθους, — εἶναι σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἐνεβάθυνε καὶ εἰς τὰ ὁποῖα συνεκέντρωσε τὰ 9½ δέκατα τῶν μελετῶν του — ἐσκέφθη ὅτι καὶ αἱ μεγαλείτεραι συμφοραὶ ἀποτρίβονται διὰ τοῦ χρόνου, καὶ ὅτι συνεπῶς συμφέρον ἦτο νὰ μὴ ἀφήνῃ νὰ συσσωρεύωνται. Καλὸν εἶναι νὰ ἐξοφλῆται ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης καὶ νὰ ἐξοικειωθῇ ἡ δημοσία γνώμη πρὸς ὅλας, εἰ δυνατόν, καθ’ ὃν χρόνον δὲν θὰ ὑπάρχῃ τις ὁ ὁμιλήσων. Εἰς αὐτὸν τὸν σκοπόν, εἰς τὴν αὐτὴν τακτικήν, εἰς τὴν αὐτὴν στρατηγικήν, εἰς τὴν αὐτὴν ψυχολογικὴν ἐκστρατείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὀφείλεται καὶ ἡ δήλωσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν οὐδενὸς προκαλοῦντος ἔκαμε πρὸς τὴν Βουλὴν προκειμένου περὶ Θρᾴκης, καὶ εἶπεν ὅτι ὀφείλει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν εἶχεν ἐπ’ αὐτῆς ἀξίωσιν· προσέθετεν ἀκόμη, ὅτι δὲν θὰ τὴν ἐλάμβανε, καὶ ἂν τῷ παρεχωρεῖτο, διότι εἶναι ἐπιζήμιος διὰ τὸ ἔθνος δι’ ἔλλειψιν σπονδυλικῆς στήλης! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐσκέφθη τίνα βλάβην προυξένει εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε νὰ ἐξοφλήσῃ ἐγκαίρως τὸν λογαριασμὸν αὐτὸν μὲ τὴν δημοσίαν γνώμην, καὶ νὰ παραστήσῃ μάλιστα τὴν παραίτησιν ταύτην ὡς μεγαλοφυᾶ πολιτικήν! Ἡ Βουλὴ ἔμεινε κατάπληκτος, ἀλλὰ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα ἦσαν ἐκκρεμῆ. Τίς ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις θὰ εἶχε τὸν ἡρωισμὸν νὰ προβῇ εἰς συζητήσεις ἀκαίρους; Καὶ ὁ τύπος διὰ τὴν ἐκκρεμότητα τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ἐσιώπησεν. Αἱ εἰς τὰ διάφορα κέντρα συζητήσεις περιεστέλλοντο ὑπὸ κατασκόπων, καὶ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μόλις δὲν ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐθνικὸς θρίαμβος. Καὶ ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Χθὲς ἀκόμη ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἐκκενώσῃ τὰς νήσους, ἂν αἱ Δυνάμεις ἀποφασίσωσι τοῦτο. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀνέλαβε καὶ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν. Χθὲς ἐπίσης ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὴν αὐτὴν ἀκολουθῶν στρατηγικήν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι παρῃτήθη τῆς Ἠπείρου ἀπὸ τοῦ Στύλου μέχρι Κορυτσᾶς. Καὶ προέβη εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἀκόμη εἶναι ἐκκρεμῆ τὰ ζητήματα ταῦτα, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ Βουλευτὴς νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν καὶ ὅτι διὰ τὸν αὐτὸν λόγον θὰ σιωπήσῃ καὶ ὁ τύπος. Ἂς ἐξοικειωθῇ λοιπόν, ἐσκέφθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ μὲ τοῦτο ἡ δημοσία γνώμη, διὰ νὰ εἶναι ἑτοίμη νὰ δεχθῇ ὀλιγώτερον ἐπωδύνως παρομοίαν συμφοράν. Εἶναι τακτικὴ λοιπὸν αὐτή, δὲν εἶναι μεμονωμένη ἐνέργεια· εἶναι σύστημα σκοποῦν τὴν παρασκευὴν τῆς δημοσίας γνώμης εἰς χρόνον καθ’ ὃν ἀποκλείεται ὁ ἔλεγχος· ἀδιάφορον ἂν ἡ τακτικὴ αὕτη βλάπτει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ ἐξευτελίζει τὴν σιωπῶσαν Βουλήν. Εἶναι σύστημα κατατομῆς τῶν πεπραγμένων κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων· σύστημα σκοποῦν νὰ ἀποτρίψῃ μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὰ σφάλματα καὶ τὰς ἀπωλείας, νὰ καταστήσῃ ἀνιαρὰν πλέον μετὰ πάροδον τὴν ἐνιαίαν αὐτῶν ἔρευναν καὶ νὰ καταστήσῃ ἀνιαρὰν πλέον μετὰ πάροδον χρόνου πολλοῦ καὶ αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ἐκ τῆς αὐτῆς τακτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξηγεῖται καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν προσπαθεῖ νὰ κανονίσῃ τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς συνθήκης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἀνάγκην μιᾶς συζητήσεως, ἡ ὁποία ὅμως νὰ ὀνομάζηται οὕτω, χωρὶς καὶ νὰ εἶναι συζήτησις, ἑνὸς ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ εἶναι ἔλεγχος. Τοῦτο τῷ χρησιμεύει. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης συνεζητήθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι παλαιοὶ καὶ νέοι ὡμίλησαν, ὅτι τίποτε δὲν ἀπεδείχθη εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ συνθήκη ἐπεκυρώθη μὲ χειροκροτήματα. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποκρούει τὴν πρότασιν, ὅπως ἡ συνθήκη ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως, μὲ τὴν αὐτὴν δύναμιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἀποφεύγει τὴν ἀληθῆ καὶ πλήρη συζήτησιν. Εἴπομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εὑρίσκεται ἐνώπιον διλήμματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ. Εἶναι τώρα δυνατὴ ἡ προσήκουσα κατὰ τὴν κρίσιν της συζήτησις τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἀρτιότητι καὶ τῇ ἐπιβολῇ ἢ δὲν εἶναι; Ἐὰν δὲν εἶναι καὶ εἰσάγεται καθ’ ὃν τρόπον εἰσάγεται ἡ συνθήκη πρὸς ἐπικύρωσιν, οὐδὲν πρέπει νὰ λεχθῇ, καὶ νὰ ἐπιψηφισθῇ νὰ ἀποφύγωμεν δὲ ματαίας συζητήσεις τώρα, ἀναβάλλοντες τὴν πολιτικὴν συζήτησιν μετὰ τὴν λύσιν τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων. Ἐὰν ἀντιθέτως κρίνῃ τὴν συζήτησιν τώρα ἀβλαβῆ ἐθνικῶς, τότε πρέπει νὰ ἐφοδιάσῃ τὴν Βουλὴν μὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ καταστήσωσιν εἰς αὐτὴν δυνατὴν τὴν ἔρευναν τὴν προσήκουσαν. Καταθέσατε ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἀφοῦ νομίζετε ὅτι δὲν βλάπτονται τοῦ ἔθνους τὰ συμφέροντα, τυπώσατε ταῦτα καὶ διανείματε εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ μετὰ ταῦτα προκαλέσατε συζήτησιν, ὅπως κανονισθῇ ἡ πολιτικὴ ὑμῶν εὐθύνη. Καὶ ἄν, ὅπερ εὔχομαι, ἀποδειχθῇ ὅτι οὐδαμῶς ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ συζήτησις δὲν εἶναι ἄχρηστος. Τουναντίον θὰ ἀποβῇ τότε χρησιμωτέρα διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Διότι, ὅταν ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ ἀπώλειαι καὶ αἱ μειώσεις, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ Ἑλληνισμός, δὲν προέρχονται ἐκ κυβερνητικῶν σφαλμάτων, ἀλλ’ ἐκ περιστάσεων καὶ συνθηκῶν γενικωτέρων, ξένων δὲ πρὸς τὰς ἐνεργείας καὶ τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως, τότε θὰ ἐγερθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ζητήματα ἐθνικὰ καὶ πολιτικά, ἡ προσήκουσα μελέτη τῶν ὁποίων θὰ διανοίξῃ τὰς ὁδοὺς τῆς μελλούσης πολιτικῆς, ἰδίᾳ τῆς ἐξωτερικῆς, τοῦ Κράτους. Τοιαύτας γνώμας ὑπέβαλον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὑποστηρίξας ὅτι ἄνευ τινὸς ἐρεύνης ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ἡ συνθήκη, νὰ ἀναβληθῇ δὲ ἡ πολιτικὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν πεπραγμένων, ὅταν περατωθῶσι καὶ τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα καὶ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ κατάθεσις ὅλων τῶν ἐγγράφων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως εἰς τὸ δίλημμα αὐτὸ εὑρεθεὶς ἐξηκολούθησε τὴν τακτικήν του. Οὔτε συζήτησιν, οὔτε μὴ συζήτησιν θέλει. Θέλει μέσην, νόθον κατάστασιν. Καί, ὅπως τὴν δικαιολογήσῃ, μοὶ λέγει· «Δὲν νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι καὶ ἄνευ πολιτικῆς συζητήσεως, καὶ ἄνευ ψήφου τῆς Βουλῆς, κρινούσης τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ συζήτησις, ἵνα διαφωτισθῇ ὁ λαὸς ἂν μετὰ δύο πολέμους νικηφόρους ὑπῆρξαν τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα ἐλάσσονα τῶν προσδοκωμένων; Δὲν νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι καὶ ἄνευ πολιτικῶν συμπερασμάτων ἐπιβάλλεται ἡ συζήτησις; Ἀπαντῶ· ὄχι. Αἱ συζητήσεις τῶν πολιτικῶν Σωμάτων βεβαίως διαφωτίζουσι τὸν λαὸν καὶ εἶναι αὗται μία ἀπὸ τὰς ἀποστολὰς τῶν βουλευτικῶν συζητήσεων, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ μόνη. Δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ Ἀκαδημία, ἵνα προβαίνῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ λύῃ τὰ ζητήματα ἄνευ ἀποτελέσματος. Δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ Σύλλογος, ἵνα γίνωνται διαλέξεις ἄνευ ἀμέσου πολιτικοῦ ἀποτελέσματος. Ἡ Βουλὴ εἶναι Σῶμα πολιτικὸν καὶ αἱ ἀσχολίαι αὐτῆς συνδέονται ἀναποσπάστως πρὸς ψῆφον τοῦ Σώματος ἔχοντος ἀποτελέσματα πολιτικά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλῶνται συζητήσεις, χωρὶς νὰ ἔχωσι πολιτικὸν ἀποτέλεσμα, πολιτικὴν κατεύθυνσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὰς ἀσχολίας αὐτῆς· ἐνδιαφέρεται μόνον διὰ τὸ ἀκροατήριον· καὶ διὰ τοῦτο καθιέρωσε τὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα ἐπὶ τόσον χρόνον νὰ ἀσχολώμεθα εἰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχουσιν ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύει καὶ στέργει τὸ πολίτευμα· ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν ἀκόμη ἀποτέλεσμα ἀληθὲς οὔτε κἂν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ὁποίαν ἐτόνισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι ἀπὸ τοιαύτας συζητήσεις, συζητήσεις οὐχὶ πλήρεις, μόνον παραπλανᾶται, ἀλλὰ δὲν διδάσκεται ὁ λαός. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, ὑπὸ τοιαύτην τῆς Κυβερνήσεως τακτικήν, εἶναι ἑπόμενον οὔτε τώρα οὐδ’ εἰς τὸ μέλλον νὰ γίνῃ πολιτικὴ συζήτησις. Ἄν δὲ ἡ Βουλὴ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον λειτουργοῦσα, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον φερομένη πρὸς τὴν Βουλήν, βεβαίως καὶ προστριβὰς καὶ ταπεινώσεις θὰ ὑφίσταται τὸ Σῶμα καθ’ ἑκάστην καὶ τὸ πολίτευμα. Πρέπει καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεως, ὅτι ὁμιλῶν περὶ Βουλῆς καὶ τῆς ἀπέναντι αὐτῆς στάσεως τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶ περὶ σχέσεως τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὡς τοιαύτης πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, περὶ τῶν σχέσεων τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὴν Βουλήν, οὐχὶ ἁπλῶς πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω Κυβέρνησιν καὶ Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ Κυβέρνησιν καὶ Βουλήν, καὶ ἐξ ἄλλου πλειονοψηφίαν καὶ μειονοψηφίαν, ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν ὁμιλῶ ἤδη ὑπὸ τῆς τελευταίας ἀπόψεως, τοσοῦτο μᾶλλον καθ’ ὅσον εἶμαι ἐκ τῶν ψηφιζόντων ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τονίζω τὴν ὄψιν τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐν γένει, οὐχὶ τὴν συμπολιτευτικὴν καὶ ἀντιπολιτευτικήν. Δύναταί τις νὰ ἔχῃ πᾶσαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ παύσῃ νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην καὶ πρὸς τὸν ἑαυτόν του. Τὸ νὰ λέγῃ τις ὅτι, ἐπειδὴ ἔχω ἐμπιστοσύνην, εἶναι περιττὸν νὰ μοὶ δίδῃς λόγον, κάμε ὅ,τι θέλεις, περιττὸν νὰ σὲ ἐπιβλέπω, νὰ σὲ ἐπιτηρῶ, τοῦτο δὲν εἶναι ἔκφρασις πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης· εἶναι ἀναίρεσις τοῦ ἰδίου ἐγώ, ἀναίρεσις τῆς πολιτικῆς ἐντολῆς, παραφθορὰ τοῦ πολιτεύματος. Ὡμίλησα λοιπὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης παρατηρῶ μετὰ λύπης μου, ὅτι ὁ βίος ὁ πολιτικός, ὡς ἐξεδηλώθη κατὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἔτος, ἐμφανίζει κατάστασιν ἀνατρεπτικὴν τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως. Ἄν εἶναι προσῆκον ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις νὰ ἀνατραπῇ, ἂν πρόκειται νὰ ἀπορροφηθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν καθαρά. Ἄν εἶναι τοῦτο συμφέρον τῇ Πολιτείᾳ, νὰ γίνῃ. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ νόθος κατάστασις πρέπει νὰ παύσῃ. Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ἡ Βουλὴ εἶχε θέαμα πλήρους ἀνυπαρξίας. Τὰ νομοθετικὰ καθήκοντα ἤσκει ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ἐπείγοντα ἦσαν εἴτε μή. Καὶ ὅτε ἀκόμη συνεκαλεῖτο πρὸς συνεδρίασιν ἡ Βουλὴ, δὲν παρίστα ὄψιν Σώματος νομοθετικοῦ καὶ πολιτικοῦ συνεδριάζοντος. Ἄχρους, ἄπνους, ἄνευρος, ἄζωος, ἐνέπνευσεν εἰς τοὺς πολλοὺς τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶχε συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς ἢ ὅτι δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ τὰ ἀντιτάξῃ, διατελοῦσα κατάπληκτος ἀπὸ τὴν δημοτικότητα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὴν ἐπιβολὴν τῆς δημοσίας γνώμης ὑπὲρ αὐτοῦ. Φαίνεται ὅτι ὅμοιαι σκέψεις ἐνεθάρρυνον καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἁπλούστατα ἦτο ἡ Βουλὴ δεσμία, αἰχμάλωτος πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ἕκαστος συνῃσθάνετο ὅτι ἠδύνατο νὰ προκαλῇ συζητήσεις, καὶ ἀγνοῶν τὴν θέσιν καὶ τὴν πορείαν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων νὰ παραβλάψῃ ἄκων τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, καλὸν εἶναι νὰ τεθῶσι τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀληθῆ των θέσιν, νὰ λείψῃ ἡ μέση, ἡ ψευδὴς αὕτη κατάστασις. Καλὸν εἶναι νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ κρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἂν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον προχθὲς μόλις ἐψήφισε μετὰ μίαν ἐπανάστασιν καὶ ὑπὸ τὴν πνοὴν φιλελευθέρων ἀρχῶν, ἂν πρέπει τὸ πολίτευμα αὐτὸ νὰ ἐφαρμόζηται ἢ ἂν πρέπει νὰ καταπατῆται, νὰ γίνωνται εἰς βάρος τῆς Βουλῆς ὑπερβασίαι ἐξαλείφουσαι ἐντελῶς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας εἰς αὐτὴν ἐστήριξεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, καὶ μειοῦσαι καὶ τὸν προσωπικὸν ἀκόμη ἐγωισμὸν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω ταῦτα, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ παρουσιασθῶμεν μίαν ἡμέραν, ἂν ἀντίθετον ἔχει γνώμην, νὰ μὴ ἀνανεώσῃ τὴν ἐντολήν, ἂν πρόκειται κατὰ τὰς γνώμας ἴσως αὐτοῦ νὰ ἐκτελῆται αὕτη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, δουλικὸν καὶ ἀνελεύθερον, ὅστις ἐμφανίζει τὴν Βουλὴν καταχωρίζουσαν τὰς κυβερνητικὰς ἀποφάσεις, Βουλὴν μὴ σκεπτομένην, μὴ συζητοῦσαν, μὴ ἐπιβλέπουσαν τὴν Κυβέρνησιν, μὴ ἐλέγχουσαν τὰς πράξεις αὐτῆς, οὐδ’ ὅταν πρόκειται περὶ τῶν ὑψίστων τοῦ ἔθνους συμφερόντων. Ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συνθήκης καὶ τῆς ἐρεύνης τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον ὅτι ἡ μὲν συνθήκη πρέπει ἄνευ συζητήσεως νὰ ψηφισθῇ, νὰ ἀναβληθῇ δὲ ἡ ἐξέτασις τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὴν λύσιν καὶ τῶν λοιπῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων. Διέγραψα ἀκόμη καὶ τοὺς γενικωτάτους ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει κατ’ ἐμὲ νὰ ἐρευνηθῶσιν αὗται, παρατηρήσας ὅτι θὰ εἶναι ἀσυγχώρητος μικρολογία ἡ ἔρευνα μικρῶν ζητημάτων καὶ ἡ ἀναζήτησις μικρῶν σφαλμάτων ἀπέναντι τῆς διαχειρίσεως ἑνὸς ἀγῶνος μεγάλου καὶ πολυμεροῦς, εἰς τὸν ὁποῖον ἦτο φυσικὸν νὰ γίνωσι καὶ λάθη. Θεωρῶ ἑπομένως ἐνδεδειγμένον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις σεβομένη τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θάλπουσα τὴν ἰδίαν αὑτῆς φιλοτιμίαν ὡς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴ νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ συναινέσῃ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ συνθήκη, ἡ δὲ πολιτικὴ συζήτησις ἀναβληθῇ. Δὲν παραβλέπω ὅτι πάντοτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην εἰς τὸν προσήκοντα χρόνον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀναβολὴ διὰ δηλώσεως αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο θὰ σώσῃ τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς, θὰ σώσῃ τὴν φιλοτιμίαν καὶ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν πράξῃ τοῦτο καὶ θελήσῃ νὰ τερματίσῃ τὴν ψευδοσυζήτησιν αὐτὴν διὰ ψήφου ἐχούσης πολιτικὴν ἔννοιαν, ἐγὼ θὰ ὑπερψηφίσω τῆς Κυβερνήσεως. Μὴ ἀπορεῖτε διὰ τοῦτο. Δὲν κατέκρινα τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἀποτυχοῦσαν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, πρέπει δὲ νὰ εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζω καὶ ἂν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν νὰ τὴν ἐλέγξω διὰ τοιαύτην ἀποτυχίαν. Ὄχι διότι δὲν ἔχω καὶ ἐγώ, ὅπως ὅλοι, σχηματίσει γνώμην περὶ τούτου· ἀλλὰ διότι δὲν στηρίζεται αὕτη ἐπὶ ἐπισήμων δεδομένων, ἔχω δὲ πάντοτε ὑπ’ ὄψει μου ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον καὶ νὰ ὑπάρχωσι καὶ πολλὰ ἄγνωστα εἰς ἐμέ, τὰ ὁποῖα εἶχε καὶ ἔχει πρὸ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις. Προκειμένου δὲ νὰ φέρω ψῆφον ἐπὶ τόσῳ σπουδαίας ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ψῆφον ἡ ὁποία δὲν ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ ἁπλῶς πρόχειρον κοινοβουλευτικὴν λειτουργίαν, ἀλλ’ ἀποστολὴν καὶ ἔννοιαν βαθυτέραν, δὲν εἶναι συνήθης ψῆφος ἐμπιστοσύνης ἢ μὴ ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ εἶναι ψῆφος μομφῆς, ἔχω καθῆκον πρὸς τὴν ἰδίαν μου συνείδησιν καὶ τὴν ἰδίαν μου ἀξιοπρέπειαν, οἱανδήποτε γνώμην καὶ οἱανδήποτε προσωπικὴν σχέσιν καὶ ἂν ἔχω περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ οἱαδήποτε αἰσθήματα προσωπικὰ καὶ ἂν γεννᾷ ἡ τραχεῖα καὶ ὑβριστικὴ στάσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθῆκον, λέγω, ἔχω νὰ μὴ συνδέσω πρὸς τοιαύτας ἀντιλήψεις ψῆφον συνειδήσεως, ψῆφον πολιτικήν, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐξοχὴν ψῆφον ἐπὶ τοσούτῳ σημαντικοῦ ζητήματος. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν γνωρίζομεν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις οὕτως ἢ ἄλλως δὲν θέλει νὰ θέσῃ ὑπὸ ἔρευναν καὶ μελέτην τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα πρὸς σχηματισμὸν γνώμης ἀσφαλοῦς, εἶμαι ὑποχρεωμένος κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ κανονίσω τὴν ψῆφόν μου. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω καὶ πάλιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τοῦ διλήμματος ἐκείνου, τουτέστιν ἢ νὰ ἀναβάλῃ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν διὰ δηλώσεως αὐτῆς, χωρὶς νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῆς συνθήκης ἔννοιαν πολιτικήν, ἤ, ἂν τοιαύτην ἔννοιαν θελήσῃ νὰ δώσῃ, θέλει ψηφίσει τὴν συνθήκην ὑπὸ περιστάσεις καθιστώσας ἀγνώστους τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς. Τοιαύτη τακτικὴ καὶ μόνον δύναται νὰ σώσῃ τὴν φιλοτιμίαν αὐτῆς καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Τὸ δίλημμα εἶναι ἀκλόνητον. Θέλει τώρα ψῆφον πολιτικῆς ἐννοίας; Ἂς παράσχῃ ἄρτια καὶ πλήρη τὰ μέσα πρὸς πλήρη διευκρίνησιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ζητήματος. Δὲν θέλει τοιαύτην; Δὲν πρέπει νὰ στέρξῃ ἄλλο παρὰ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ὡς πρὸς τὰς πολιτικὰς αὐτῆς εὐθύνας. Εἶναι τοῦτο δίλημμα ἀδυσώπητον, ὀρθούμενον ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἀναγκασθῇ αὕτη ὑπὸ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης νὰ κύψῃ καὶ νὰ διέλθῃ ὑπὸ τὰ σκέλη αὐτοῦ, διὰ νὰ σώσῃ τὴν φιλοτιμίαν αὐτῆς ὡς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως.
§122ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς μετὰ τὴν ἀποτυχίαν εἰς τὴν ὁποίαν περιέστη κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του, εὑρέθη πρὸ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ, νὰ σιωπήσῃ, ὅτε ἐγώ, ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως, τὸ Σάββατον, νομίζω, ἐξέθηκα πρὸ ὑμῶν ἐν παραφράσει, ἂς εἴπω, τὴν ἔννοιαν τῶν καινῶν πολιτικῶν θεωριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ὑπ’ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἔρχεται σήμερον μετὰ τέσσαρας ὅλας ἡμέρας—καὶ εἶναι δικαίωμά του νὰ τὸ πράξῃ—ὅπως προσπαθήσῃ νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία παρήχθη ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης. Ἦλθεν ὅμως μετὰ τοσαύτας ἡμέρας μὴ φέρων τὴν ἠρεμίαν τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποίαν συνιστᾷ πρὸς ἐμέ, καίτοι ὁ διαδραμὼν χρόνος ἦτο ἱκανὸς ὅπως φέρῃ τὴν ἠρεμίαν ἐκείνην. Ἦλθε δὲ ἐκ προμελέτης οὐχὶ εἰς στιγμήν τινα διακοπῆς ἢ ἐν ὥρᾳ ἀγανακτήσεως, ἀλλ’ ὅτε τὸ Ἀρχεῖον τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ καὶ ἠδύνατο νὰ τὸ συμβουλευθῇ. Πρὶν ἢ ἐκστομίσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς κατηγορίας κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἦλθε χωρὶς νὰ συμβουλευθῇ τὸ Ἀρχεῖον τοῦτο, ὅπως χαρακτηρίσῃ τὸν ὑπεύθυνον κυβερνήτην τοῦ ἔθνους ὡς παραχαράκτην ἁπλῶς καὶ μόνον.
§123Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί λέγετε αὐτό;
§124ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. διότι οἱ συντάκται τῶν Ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων, οἱ συντάκται τῶν πρωινῶν φύλλων παρέλειψαν ἐν τῇ ἀντιγραφῇ τῶν πρακτικῶν τὴν περικοπὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν δήλωσίν μου, ὅτι πρὸς τοὺς ζητοῦντας τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, δύο πρώην Πρωθυπουργοὺς τοῦ Κράτους, ἤμην πρόθυμος νὰ παραδώσω καὶ τὰ ἔγγραφα ὅπως εἶχον. Δὲν εἶχε κἄν τὴν περιέργειαν ἁπλῶς νὰ ἀναγνώσῃ τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά, ἂν χρόνου μακροῦ θὰ ἦτο νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι τὸ μέρος τοῦτο κατεχωρίσθη καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά. Καὶ ἐπανέλαβε σήμερον, Κύριοι, τὴν αὐτὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του, τὴν μέθοδον ἐκείνην, καὶ ἡ ὁποία προυκάλεσε τὴν συζήτησιν τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἄσκοπον, ἀντιπολιτικήν, ἀντικοινοβουλευτικὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής. Διότι, ἂν εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔκρινα ἐπιβεβλημένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, ἔπραξα τοῦτο οὐχὶ εἰσάγων ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, προκαλῶν ἀπρόκλητος, ἀλλ’ ἀπαντῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴν καὶ ἀμυνόμενος κατὰ τῆς ἀγορεύσεώς του. Ἐκεῖνος ἀνῆλθε πρῶτος ἐπὶ τοῦ βήματος κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς, διὰ νὰ εἴπῃ τί, νομίζετε; Διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν νομίζει σκόπιμον τὴν συζήτησιν, διότι θεωρεῖ, ὅπως ἐλέχθη ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐκ Κερκύρας καὶ τοῦ ἑτέρου ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι μὴ προσκομιζομένου ὅλου τοῦ φακέλου τῶν διαπραγματεύσεων δὲν κρίνουσιν ὅτι εὑρίσκονται εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Ὄχι. Ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ μεταχειριζόμενος τὸ ῥητορικὸν σχῆμα τῆς παρασιωπήσεως ἦλθε νὰ εἴπῃ: Ἄ! συζήτησιν δὲν θὰ κάμω· συζήτησις δὲν εἶναι δυνατή. Ἀλλ’ ἂν δὲν κάμνω συζήτησιν, ἂν ἀρνοῦμαι νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν, ἔχω ὅμως νὰ κάμω μίαν διαμαρτυρίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλην μίαν διαμαρτυρίαν κατὰ τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Ἐκείνην μὲν διότι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα τοῦ πολέμου δὲν συνεβουλεύετο κατ’ ἰδίαν τοὺς ἀρίστους τουλάχιστον τῆς Βουλῆς, πρὸς δὲ τὰ πράγματα ἔχω νὰ κάμω τὴν διαμαρτυρίαν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξ ἑνὸς ἀγῶνος, εἰς τὸν ὁποῖον τοσαύτας ἠνάλωσε θυσίας, ἐξέρχεται μὲ τόσα ὀλίγα τὰ ἀποκτήματα καὶ τόσον μικρὰ τὰ κέρδη, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ λόγος νὰ φθονῇ τὸν χθεσινὸν ἀκόμη ἀντίπαλον, τὴν Βουλγαρίαν, ἡ ὁποία ἡττηθεῖσα ἐν τῷ πολέμῳ τοσαῦτα συνεκόμισε.
§125Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναλόγως.
§126ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀπέναντι τοιαύτης τακτικῆς, ἡ ὁποία ἐζήτει νὰ παρεμποδίσῃ μὲν τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ εἰς τὸν ἐπιτιθέμενον τὸ δικαίωμα νὰ παραστήσῃ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν στιγμὴν τῆς καθιερώσεως ἑνὸς μεγαλοπρεποῦς θριάμβου Ἐθνικοῦ, νὰ παραστήσῃ, λέγω, τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὡς μίαν ἧτταν ἐθνικὴν τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἐμὲ δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μείνω, χωρὶς νὰ ἀπαντήσω ὡς ἀπήντησα τότε εἰς τὰς καινοφανεῖς καὶ παραδόξους θεωρίας του, καὶ νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἐπιβεβλημένη. Καὶ λέγω παράδοξον τὴν θεωρίαν ταύτην, διότι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐθεώρησεν ὅτι ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ, ἦτο ὄχι ὅτι λείπουν τὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ὅτι, ὑποχρεωμένοι ὄντες νὰ κυρώσωμεν τὴν συνθήκην οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς συνθήκης αὐτῆς. Καὶ ὑπέδειξα εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας πῶς τὰ πράγματα ἠδύναντο νὰ συνδυασθῶσι καὶ πρὸς τὴν ἀνάγκην τὴν λογικὴν τῶν πραγμάτων καὶ πρὸς τοὺς κανόνας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ τῷ ἐξήγησα ὅτι ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ τὴν συνθήκην, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσῃ συγχρόνως ψῆφον μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία τοιαύτην προσήγαγε συνθήκην εἰς τὴν Βουλήν. Ταῦτα ἦσαν ὅσα εἶχον εἴπει τότε, ταῦτα ἦσαν δι’ ὧν παρίσταμαι ὡς προκαλέσας συζήτησιν, τὴν ὁποίαν τάχα δὲν ἤθελον, τὴν ὁποίαν ἐθεώρουν τάχα ἀδύνατον. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο σήμερον καὶ πάλιν νὰ παρουσιάσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν ἐξάμβλωμα, τὸ ὁποῖον ἐνεφάνισεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, νὰ τὸ ἐμφανίσῃ καὶ σήμερον πάλιν, προσπαθῶν νὰ τὸ περιβάλῃ διὰ νεωτέρας περιβολῆς, ὅπως τὸ καταστήσῃ ὀλιγώτερον ἀπεχθὲς πρὸς τοὺς ἀκούοντας. Αὐτός, ὁ ὑποστηρίξας κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι διαρκοῦντος ἑνὸς πολέμου τὸ νομοθετικὸν Σῶμα κατ’ ἀνάγκην ἀπορροφᾶται ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, αὐτὸς ἦλθε καὶ πάλιν νὰ ὑποστηρίξῃ σήμερον ὅτι, ἂν ἡ ἀπορρόφησις ὀρθῶς ἔχῃ, ἔπρεπεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν δύο πολέμων, ἐκλέγουσα οὓς ἂν ᾑρεῖτο, οὓς ἂν ἤθελε, ἐκ τῆς Βουλῆς τοὺς ἀρίστους, νὰ τάξῃ αὐτοὺς παραστάτας περὶ ἑαυτήν, ἵνα συμβουλεύηται αὐτοὺς ἑκάστοτε, ἵνα μετ’ αὐτῶν ἀποφασίζῃ περὶ τοῦ πρακτέου.
§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι...
§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν δὲν εἶχε τοιαύτην ἔννοιαν ἡ θεωρία σας, θὰ ἦτο ἀκόμη χειροτέρα. Ἂν ἡ ἔννοια αὐτῆς ἦτο νὰ συμβουλεύηται ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἀρίστους διὰ τὰς ὑποθέσεις τὰς σπουδαιοτάτας καὶ μετ’ αὐτῶν νὰ συναποφασίζῃ αὐτάς, ἀλλὰ διὰ νὰ διαχειρίζωνται μὲν αὗται πάντοτε κατὰ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑπάρχῃ ὅμως ἓν Βουλευτήριον μικρόν, τοῦ ὁποίου αἱ συζητήσεις θὰ ἀνεκοινοῦντο εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην, τότε θὰ ἦτο τερατωδεστέρα ἡ θεωρία σας, διότι θὰ εἴχομεν τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι, ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀπορρόφησιν τὴν ἐν πολέμῳ ἀναγκαίαν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διὰ νὰ ἔχωμεν ἑνιαίαν τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν διεύθυνσιν, θὰ ἐδημιουργεῖτε Σῶμα μὲ διχοστασίας ἐν ταῖς σκέψεσι καὶ ταῖς γνώμαις καὶ θὰ ἐβλέπετε τοὺς συμβούλους νὰ ἐξέρχωνται ἀκολούθως ἀπὸ τὰς ἰδιαιτέρας συνεδριάσεις τὰς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ καταγγέλλουν αὐτήν, ὅτι ταῦτα ὅσα πράττει σήμερον εἶνε ἀνόητα, ὅτι ταῦτα ὅσα πράττει θὰ ρίψουν τὸ Ἔθνος εἰς τὴν συμφορὰν καὶ τὴν ταπείνωσιν... Ἐννοεῖτε τὴν ἄβυσσον εἰς τὴν ὁποίαν ἐρρίπτετε τὸ Ἔθνος...
§129Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕλληνας θὰ ἐπαίρνατε...
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἕλληνας ὅμως ἔχοντας διάφορον ἀντίληψιν περὶ τοῦ πρακτέου, Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι, ὅτε ἐτόλμων ἐγὼ νὰ δώσω τὴν χεῖρα πρὸς τοὺς Βουλγάρους, διὰ νὰ κάμω τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, ἐχαρακτήριζον ὡς ἀπονενοημένην τὴν ἐνέργειάν μου. Οὔτε τοὺς κατηγορῶ διὰ τοῦτο· σέβομαι τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν, ἀλλ’ αὕτη ἦτο ὅλως διάφορος τῆς ἐμῆς. Πῶς θέλετε λοιπόν, ὅσον καὶ ἂν ἀναγνωρίζετε τὴν φιλοπατρίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, νὰ πιστεύσητε, ὅτε ἡ διαφορὰ τῆς ἀντιλήψεως ἦτο τοιαύτη, ὥστε ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους νὰ κρίνηται δεόμενος δημοσίας μαστιγώσεως ἐν Σόφιᾳ, τὴν ὁποίαν ἐπεσκέφθη οὗτος, πῶς θέλετε νὰ καθιερωθῇ αὐτὴ ἡ παράδοξος συνεργασία Κυβερνήσεως μετ’ ἀνθρώπων, ὧν οὐδεὶς ἀρνεῖται τὴν φιλοπατρίαν, ἀλλὰ ἐχόντων τότῳ διαφόρους τὰς ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶσαν περίστασιν θὰ ἠδύναντο νὰ ἔχουν διάφορον τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀντίληψιν—καὶ φυσικὸν ἦτο νὰ μὴ τὴν κρατήσουν δι’ ἑαυτούς, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀνακοινώσωσι καὶ εἰς τοὺς φίλους των καὶ νὰ γίνῃ κτῆμα τῆς ἀγορᾶς; Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἠγόμεθα ἐντελῶς εἰς τὸ ναυάγιον τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἂν ἀντὶ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, μὲ τὴν ὁποίαν εἶχε περιβληθῆ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας εἰς τὴν κρίσιμον αὐτὴν περίστασιν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἂν ἀντ’ αὐτῆς τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐζήτησε νὰ διαταράξῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἴχομεν σαλευμένον τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν διχογνωμιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγίνοντο εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ συγκροτούμενον ἐκ τῶν διάφορον ἀντίληψιν ἐχόντων πολιτικῶν; Κύριοι, ἐχαρακτηρίσθην ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας ὡς ἀντικοινοβουλευτικὸς καὶ ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς μετ’ ἐπιμονῆς ἀλλὰ καὶ πλήρους ἀστοχίας νὰ βάλῃ σκάνδαλα μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὑποστηριζούσης αὐτὴν πλειονοψηφίας. Ἐνῷ ἐκήρυττεν ὡς ἀρχὴν ὀρθὴν ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐν ταῖς περιστάσεσιν αὐταῖς ἀπορροφᾷ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ἐνῷ ἀνεκήρυττε τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ἤρχετο ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ εἴπῃ εἰς ἕκαστον ὑμῶν, οἵτινες ὑποστηρίζετε τὴν Κυβέρνησιν· «δὲν βλέπετε ποίαν περιφρόνησιν ἔδειξε πρὸς ὑμᾶς ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ δὲν ἐκάλει ὑμᾶς ἑκάστοτε ἰδιαιτέρως, ἵνα συνεννοῆται εἴτε περὶ τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων εἴτε περὶ τῶν πολεμικῶν ἐνεργειῶν;». Αἴ, Κύριοι, κανείς μας δὲν εἶναι τέλειος, ἀλλ’ ἀληθὲς εἶναι ὅτι τὴν κατηγορίαν τοῦ ἀντικοινοβουλευτικοῦ, τὴν κατηγορίαν τῆς ἐλλείψεως εὐλαβείας πρὸς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, δὲν ἀνέμενον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀρκαδίας. Δὲν ἀνέμενον ἀκόμη παρ’ αὐτοῦ νὰ χαρακτηρίσῃ ἐμὲ ὡς ἁπλῶς γνωρίζοντα τὴν λαϊκὴν ψυχολογίαν καὶ ἀποβλέποντα ἁπλῶς εἰς θεραπείαν τῶν ἀδυναμιῶν τοῦ πλήθους, μόνον δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν ἔχοντα δεσποτικὰς τὰς διαθέσεις. Ὅτε τὸ πρῶτον ἦλθον εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν κόσμον, κληθεὶς μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1910, θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὅτι ἐλθὼν ἐν μέσῳ τῆς ὁρμῆς ὑπὲρ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἀντιμετώπισα πλῆθος 30,000 ἀνδρῶν, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ὑπὸ τὸν ἐξώστην, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὡμίλουν, ἀντιμετώπισα αὐτὸ ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ τῆς Πλατείας τῆς Ὁμονοίας μέχρι τοῦ ξενοδοχείου φωνάζον διαρκῶς «θέλομεν Συντακτικήν». Καὶ ἐγὼ ὁμιλῶν εἶπον· «ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ ἔχωμεν Ἀναθεωρητικήν». Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἐκ τῶν θεραπευόντων τὰς ἀδυναμίας τοῦ πλήθους· τοὐναντίον εἰς πᾶσαν περίστασιν εἶπον τὴν ἀλήθειαν πρὸς τὸ πλῆθος, καὶ ὅτε αὕτη ἦτο πικρά. Ἂν κατωρθώθη τοῦτο, τὸ φυσικὸν κατ’ ἐμέ, τὸ παράδοξον κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν, ὅτι εἰς πάσας ταύτας τὰς περιστάσεις εὑρέθην τελικῶς ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν Κοινὴν Γνώμην, τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς κάμῃ νὰ ὑποθέσητε ὅτι εἶπον πάντα τὰ ἀρεστά· ἔπρεπε νὰ σᾶς κάμῃ νὰ ψυχολογήσητε καὶ σεῖς περισσότερον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, οἷος προῆλθεν ἐκ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1909, καὶ τότε θὰ ἐνοεῖτε διατί Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους, λέγων διαρκῶς πρὸς τὸν λαὸν τὴν ἀλήθειαν, κατορθώνει νὰ εἶναι ἐν πλήρει μετ’ αὐτοῦ ἁρμονίᾳ, καὶ ὅταν ἀκόμη λέγῃ τὰ δυσάρεστα καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καθόλου δημαγωγικά. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διὰ νὰ ἀναφέρω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας σᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς ἀποσκοποῦντα ἀκριβῶς εἰς ἅλωσιν τῆς εὐμενοῦς διαθέσεως τοῦ πλήθους. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἐκπλήττομαι ὅτι διετυπώθη ὑπ’ αὐτοῦ ἡ κατηγορία, ὅτι φέρομαι πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ κατὰ τρόπον δεσποτικόν. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑπομνήσω πρὸς τοὺς παρόντας ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρίσταντο καὶ εἰς τὴν διπλῆν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν ἠδύνατο νὰ κατηγορηθῇ τις ἐπὶ ἐλλείψει ἀνασκοπήσεως πρὸς τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς, αὐτὸς δὲν θὰ ἤμην ἐγώ· θὰ ἦτο ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος ἐνθυμεῖται ὅτι περὶ ζητημάτων δικαστικῶν ἁπλῶς, ὄχι περὶ γενικωτάτων ζητημάτων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπὶ νομοσχεδίων δικονομικῶν, ὅτε ἐγίνετο συζήτησις ἡ ὁποία ἔφερεν ὡς συμπέρασμα τὴν ἀνάγκην ὁπωσδήποτε μικρᾶς τινος τροπολογίας, ἠρνεῖτο ἐπιμόνως νὰ τὴν δεχθῇ.
§131Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι εἰς ὅσα ἀνάγονται εἰς τὸν χρόνον αὐτόν· ὥστε μὴ ἀσχολεῖσθε εἰς αὐτά.
§132ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἐμφανίσω καμμίαν διαφωνίαν, ἀλλὰ δὲν θὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει ἡ Βουλή.
§133Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ποίας ἀντιλήψεις ἔχω περὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ εἴπω τίποτε νέον, οὔτε θὰ ἐμφανίσω διάστασιν μεταξὺ συνεργατῶν, ἀλλ’ ἐγίνετο καταφανὲς ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἐπικαλοῦμαι ἰδίως τὸν κ. Μπακόπουλον, ὁ ὁποῖος ἤρχετο καὶ μοὶ ἔλεγε νὰ ἐπεμβῶ καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς πείσω νὰ δεχθῆτε μερικὰς τροπολογίας. Ὥστε δὲν λέγω ὅτι ὑπῆρχε διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν. Τὸ λέγω ἁπλῶς μόνον διὰ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ μέρους ὑμῶν νὰ γίνῃ κατηγορία κατ’ ἐμοῦ ὡς ἀνευλαβοῦς πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀφ’ ἧς ἀναγνωρίζετε ὅτι ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ἐπεβάλλετο ἡ ἀπορρόφησις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔνδειξις δεσποτικῶν τάσεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Ἄλλως τε ἐκλήθη ἑκάστοτε τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ὁσάκις ἐδόθη εὐκαιρία, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ. Θὰ ἀρκεσθῶ, Κύριοι, εἰς ταῦτα μόνα εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσα τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Ἤδη θὰ ἔλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου.
§135Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, διὰ νὰ μὴ δευτερολογήσω; Εἴπετε ὅτι δῆθεν ἐγὼ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου σᾶς κατήγγειλα ὡς παραχαράκτην.
§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι τοῦτο εἶναι παραχάραξις.
§137Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ὅτι δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι σφάλμα τοῦ πρακτικογράφου.
§138ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴπετε παραχάραξις, δὲν ἀπεκλείσατε δὲ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πρόκειται περὶ παραχαράξεως. Νομίζω ὅτι σᾶς ἐπεβάλλετο, πρὶν ἢ ἀπευθύνητε τὴν κατηγορίαν αὐτήν, νὰ συμβουλευθῆτε τὰ Πρακτικά. Ταύτην τὴν στιγμὴν μοὶ παρουσιάζουν ὅτι εἰς τὴν ἐφημερίδα «Πατρίδα» εὑρίσκεται ὁλόκληρος ἡ ἀγόρευσίς μου, μετὰ καὶ τοῦ μέρους ὅπερ ὑπωπτεύθητε ὅτι σκοπίμως ἀφῃρέθη.
§139Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων τὸ πρᾶγμα ἐσαφηνίσθη.
§140ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνων ἔρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν νομοσχεδίου. Εἶχον δηλώσει κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας κ. Ν. Τριανταφυλλάκου ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, καὶ ἀληθῶς δὲν προὐτιθέμην νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, αἱ γενόμεναι μετὰ τοσαύτης ἀληθῶς σεμνότητος, νομίζω ὅτι δὲν μὲ προεκάλουν εἰς ἀπάντησιν, μετὰ τὰς μικρὰς διακοπὰς, ἃς ἔκαμα καὶ πρὸς τὸν ἕνα καὶ πρὸς τὸν ἄλλον, διακοπὰς τῆς ἀγορεύσεώς των. Ἐθεώρουν ὅτι ἐφ’ ὅσον οἱ ἡγέται τῶν παλαιῶν πολιτικῶν κομμάτων ἔκρινον ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτοὺς νὰ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως ὅπως προσδώσωσιν εἰς αὐτὴν πολιτικὸν ἐντελῶς χαρακτῆρα, ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀγορεύσω, ἀλλὰ νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἔχει γίνει ἤδη τελεσιδίκως, νομίζω, ἐν τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ τῆς ἀξίας ἢ ἀπαξίας τῆς συνθήκης ταύτης. Ἀλλά, ἀφοῦ ἀνῆλθον τὸ βῆμα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν ἀγορεύσεων τῶν κ. Βουλευτῶν. Εἶμαι καθόλου σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ν. Τριανταφυλλάκου, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ ὡραιότερον, ἂν ὅλα αὐτὰ τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν προστασίαν τῶν Μουσουλμάνων τῆς Νέας Ἑλλάδος ἐγίνοντο διὰ νόμων ἐντελῶς ἐσωτερικῶν, ἄνευ ὑποχρεώσεως συμβατικῆς. Ἀλλ’ ἀπαντῶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας· θὰ μοὶ συνίστα, ἀφοῦ ὁ μεθ’ οὗ συνηλλασσόμεθα ἐπέμενεν εἰς τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν ἐν τῇ συνθήκῃ, θὰ μοὶ συνίστα νὰ παρατείνω ἔτι μᾶλλον τὰς διαπραγματεύσεις, ἔστω καὶ μόνον ἐπὶ ἓν δεκαήμερον, καὶ δὲν νομίζει ὅτι θὰ ἔτρεχον τὸν κίνδυνον δικαιοτέραν νὰ ὑποστῶ τὴν ἐπίκρισιν ὅτι ἐπὶ μῆνας παρέτεινον τὰς διαπραγματεύσεις καὶ ἑπομένως τὰς ἐντεῦθεν ζημίας, ἄνευ οὐσιαστικοῦ λόγου, ἀφοῦ μοῦ ἐζητεῖτο νὰ παραχωρήσω διὰ τῆς συνθήκης ὅ,τι ἤμην ἐντελῶς ἕτοιμος νὰ θεσπίσω δι’ ἐσωτερικοῦ νόμου; Ἀλλὰ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι ἀκόμη. Σήμερον ἐξήγησε τὴν ἀγόρευσίν του, ὡς μὴ σημαίνουσαν ὅτι ἀπέδιδε μεγάλην σημασίαν εἰς τὸ πρὸ τοῦ 1897 καθεστὼς ἐν Τουρκίᾳ, τὸ συμβατικόν. Νομίζω ὅτι οὕτως εἶπεν. Ἐπέκρινεν ἡμᾶς διότι καὶ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο δὲν ἐζητήσαμεν νὰ διορθώσωμεν, αἴροντες διὰ διατάξεων ἐν τῇ συνθήκῃ τὰς ἀμφιβολίας, αἱ ὁποῖαι ἠγείροντο καὶ ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Κάνλιτζα. Λοιπόν, Κύριοι, καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω πάλιν μίαν ἀλήθειαν. Κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν διαπραγματεύσεων, τῶν ἐν Ἀθήναις, διὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας — ὀνομάζω αὐτήν, συνθήκην τῆς εἰρήνης, διότι ἡ πρώτη συνθήκη, τοῦ Λονδίνου δὲν εἶχεν ἐπικυρωθῆ ὑπὸ τῆς Τουρκίας καὶ ἑπομένως συνθήκη περὶ εἰρήνης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας δὲν ὑπῆρχεν, ὥστε ἡ σύμβασις τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἡ σύμβασις περὶ εἰρήνης—ἰσχυρίζομαι ὅτι, ὅτε διεξήχθησαν αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Ἀθήναις διὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης αὐτῆς, ἡ Τουρκία δὲν ἦτο πλέον ὁ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ νικητοῦ εὑρισκόμενος ἐχθρός. Συνεζήτησεν ὡς Κράτος ἐντελῶς ἰσότιμον μετὰ τῆς Ἑλλάδος τοὺς ὅρους τῆς συνθήκης· τότε μόνον θὰ ὡμιλεῖτε περὶ ἐχθροῦ εὑρισκομένου εἰς τὴν διάθεσιν τῶν νικητῶν, ὅτε ἠθέλετε ἐπαναχθῆ ἱκανοὺς μῆνας πρὸς τὰ ὀπίσω, διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ Βουλγαρικὰ στρατεύματα εἶχον φθάσει πρὸ τῆς Τσατάλτσης, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κιαμὴλ πασᾶς ἔστειλε τὸ γνωστὸν τηλεγράφημα πρὸς τὸν Βασιλέα Φερδινάνδον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει νὰ σταματήσῃ τὴν προέλασιν, ἕτοιμος εἰς πάσας τὰς δυνατὰς παραχωρήσεις· ὅτε ἐγένετο δυστυχῶς τὸ λάθος ἐκεῖνο, νὰ μὴ γίνωσι δεκταὶ αἱ αἰτήσεις τῆς Πύλης πρὸς συνομολόγησιν ἀνακωχῆς καὶ προκαταρκτικῆς συγχρόνως εἰρήνης, ἀλλ’ ὁ Βουλγαρικὸς στρατὸς ἐπεχείρησεν ἀνέτοιμος νὰ διασπάσῃ τὰς γραμμὰς τῆς Τσατάλτσης καὶ ὑπέστη τὴν γνωστὴν ἀποτυχίαν, ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ἀποτυχίας ἐκείνης τὰ πράγματα εἶχον οὐσιωδῶς μεταβληθῆ. Ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ἀποτυχίας ἐκείνης ἡ Τουρκία δὲν εὑρίσκετο πλέον ἐντελῶς εἰς τὴν διάθεσιν τῶν νικητῶν συμμάχων. Ναὶ μὲν δὲν ἠδύνατο οὔτε αὐτὴ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπίθεσιν — ὁ ἀγὼν ἦτο κατ’ οὐσίαν κεκριμένος κατὰ τὰ λοιπά,—ἀλλ’ ἡ Τουρκία ἐγνώριζεν, ὅτι ὄπισθεν τῆς γραμμῆς τῆς Τσατάλτσης ἠδύνατο ὁριστικῶς νὰ ἀμυνθῇ. Ἐγνώριζε δὲ τοῦτο πολὺ ἀσφαλέστερον, ὅτε ἕτερα λάθη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν συνέπραξεν ἡ Ἑλλάς, ἔφερον τὴν συνομολόγησιν τῆς ἀνακωχῆς, ἡ ὁποία διήρκεσε μῆνας ὅλους, ἀνακωχῆς ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Τουρκίαν ὄπισθεν τῶν γραμμῶν τούτων, τῶν ἤδη μὴ προσβαλλομένων, νὰ ἀνασυντάξῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς δυνάμεις της, αἱ ὁποῖαι ἦσαν πάντοτε ἄξιαι προσοχῆς, διότι ἦτο καὶ πολὺ πολυπληθεστέρα καὶ πολὺ πλουσιωτέρα ἀπὸ τὰ ἀντίπαλα αὐτῆς μικρὰ Κράτη. Ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων εἴδετε ποία ὑπῆρξε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε τὸ λάθος ἐκεῖνο ἐπρόκειτο νὰ διαπραχθῇ, ὄχι μόνον δὲν μετέσχομεν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξωρκίσαμεν τὸν σύμμαχον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διάπραξίν του, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ, ὅπως ὁ διαθέσιμος Σερβικὸς καὶ Ἑλληνικὸς στρατὸς μεταβῶσι πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Βουλγαρικοῦ, ἵνα ἐκεῖ ἀπὸ κοινοῦ ἐπιβληθῶμεν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν καὶ ὑπαγορεύσωμεν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης. Ἐὰν ταῦτα οὕτως ἐγίνοντο, τότε βεβαίως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν παραδοχὴν ὅλων ἐκείνων τῶν ἐνδείξεων, ὅλων ἐκείνων τῶν εἰσηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ ὁ ἐξ Ἀρκαδίας· ἀλλὰ, ἐὰν ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης ὑπηγορεύομεν τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ὅσων ὡμίλησε καὶ περὶ ἄλλων ἀκόμη ἴσως. Ἀλλ’ ὅτε ταῦτα δὲν ἐγένοντο τότε, ὅτε ἀφέθη ἡ Τουρκία ἐντελῶς ἀνενόχλητος ἐπὶ μῆνας, καὶ ὅτε μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐχθροπραξιῶν ἐφάνη ἀπολύτως βεβαιωμένον ὅτι ἡ διάσπασις τῶν γραμμῶν οὔτε τῆς Τσατάλτσης οὔτε τοῦ Μπουλαῒρ ἦτο δυνατή, διότι ὁ Βουλγαρικὸς στρατός, ὁ ὁποῖος — πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν πρὸς τιμήν του καὶ πρὸς τιμὴν ἡμῶν οἵτινες ἐπολεμήσαμεν μὲ τοιοῦτον ἐχθρὸν — εἶχε κατορθώσει ἕως τότε ἔργα θαυμαστὰ διὰ τῶν νικῶν του τῶν μέχρι τῆς Τσατάλτσης, ὁ Βουλγαρικὸς στρατὸς ἦτο πλέον κεκοπιακὼς καὶ ἦτο ἐξηκριβωμένον πλέον, ὡς εἶπον, ὅτι αἱ γραμμαὶ τῆς Τσατάλτσης καὶ τοῦ Μπουλαῒρ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διασπασθῶσιν ἄνευ τῆς βοηθείας τῶν συμμάχων, βοηθείας τὴν ὁποίαν ἀπέστεργεν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ θέσις τῆς Τουρκίας ἦτο ἐντελῶς διάφορος. Ἤδη ἐν Λονδίνῳ, ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτε ὑπηγορεύετο ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης τῇ 28 Μαΐου, ἡ Τουρκία διεπραγματεύετο πρὸς τοὺς συμμάχους ὡς ἰσότιμος ἐντελῶς, ἡ Τουρκία διεπραγματεύετο ὡς Δύναμις ἡ ὁποία δὲν συνείχετο ὑπὸ ἀγωνίας καὶ ὑπὸ τρόμου, τί θὰ ἐγίνετο, ἂν τὴν ἐπιούσαν διεκόπτοντο πάλιν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ ἤρχιζεν ὁ πόλεμος; Ἀλλά, ἂν καὶ κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου τοιαύτη ἦτο ἡ Τουρκία, ἐννοεῖτε πόσον διάφορος ἦτο ἡ θέσις της, ὅτε σφάλματα, εἰς τὰ ὁποῖα πάλιν δὲν μετέσχομεν ἡμεῖς—ἡ Ἑλλὰς δηλαδὴ—, ἔφερον τὴν ῥῆξιν μεταξὺ τῶν συμμάχων. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος μεταξὺ τῶν συμμάχων καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Βουλγαρικὸς στρατὸς ἡττᾶτο ὑπὸ τῶν τριῶν ἄλλων συμμάχων — τῆς Ἑλλάδος, τῆς Σερβίας καὶ τοῦ Μαυροβουνίου — ἀφ’ ἧς στιγμῆς — δὲν ἐπανελάβομεν ἀκόμη τὰς διπλωματικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ δύναμαι ἑπομένως νὰ ὁμιλήσω ἐλευθεριώτερον περὶ τοῦ Κράτους ἐκείνου, καίτοι εὑρισκόμεθα ἐν εἰρήνῃ, — ἀφ’ ἧς, λέγω, στιγμῆς ἡ τύφλωσις ἐκεῖ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἢ τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν—διότι ἀμφισβητεῖται τίς ὁ πταίων — εἶχε φέρει ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ κενωθῇ ἐντελῶς ἡ Θράκη, ἡ ὁποία κατεκτήθη διὰ τοσούτῳ δεινοῦ πολέμου, ὅπως γίνῃ ἀσφαλεστέρα ἐπίθεσις κατὰ τῶν συμμάχων καὶ ἀνοιχθῇ φυσικὰ ἡ ὁδὸς εἰς τὴν ἐπανεισβολὴν τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης θὰ ὁμολογήσητε ὑποχρεωτικῶς, εὑρίσκεσθε εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην, ὅπως λέγει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας, νὰ τὸ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ Τουρκία ἦτο Κράτος ἐντελῶς ἰσότιμον καθ’ ὃν χρόνον ἔκαμνε τὰς διαπραγματεύσεις περὶ εἰρήνης μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ποιοῦμαι καὶ ἐγὼ τὴν ὁμολογίαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ὡς πρὸς τοιοῦτο συμπεριεφέρθην, ὡς πρὸς ἰσότιμον Κράτος, τὸ ὁποῖον ἤθελε μετ’ ἀτυχῆ πόλεμον νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰς σχέσεις τὰς ὁμαλὰς μετὰ τοῦ πρώην ἐμπολέμου, καὶ ὡς πρὸς τοιοῦτο συμπεριεφέρθην, καὶ οὐδέποτε ἐσκέφθην κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ πρὸ τῆς Τσατάλτσης, «vae victis, εἶσαι ἡττημένος, θὰ ὑποκύψῃς». Ἐὰν τοιαύτην μετεχειριζόμην γλῶσσαν, βεβαίως θὰ ἔφερον εἰς ναυάγιον τὰς διαπραγματεύσεις. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἓν σημεῖον τῆς δράσεως τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἐθίγη ἐπαρκῶς καὶ ὅμως ἦτο τὸ κυριώτερον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ὁ ἔλεγχος ἢ ἡ ἐπίκρισις. Εἶναι ἡ διατυπωθεῖσα ἐρώτησις οὐχὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀλλ’ ἔξω τοὐλάχιστον κατ’ ἐπανάληψιν· διατί, Κύριοι, περιεμένετε νὰ κλείσητε τὴν συνθήκην μετὰ τῆς Τουρκίας τῇ 1 Νοεμβρίου 1913 καὶ δὲν ἐπωφελεῖσθε, ὅπως ἐπιβάλητε τὴν θέλησίν σας τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Τουρκία εἶχε προελάσει εἰς τὴν Ἀδριανούπολιν, τὸ δὲ ζήτημα τῆς Ἀδριανουπόλεως δὲν ἦτο ἀκόμη λελυμένον ὑπὲρ αὐτῆς καὶ ἠδύνασθε νὰ τὴν ἐκβιάσητε; Φέρω λοιπὸν ἐγὼ μόνος τοῦτο τὸ κεφάλαιον τῆς ἐπικρίσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο σοβαρώτερον, καίτοι δὲν ἐτονίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ἔχω ἀνάγκην καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἀπαντήσω, μὴ θέλων νὰ ἀφήσω εἰς οὐδενός τὴν συνείδησιν οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ οὔτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, μὴ θέλων νὰ ἀφήσω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι διεπράχθη ἐν τούτῳ σφάλμά τι οὐσιῶδες, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, δὲν θὰ ἦτο σοβαρὰ ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία θὰ ἤρχετο σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς δύο τοιούτους πολέμους ὅλα ἐπῆγαν θαυμάσια καὶ οὐδὲν ἐγένετο λάθος οὔτε μικρὸν οὔτε μέγα. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ δὲν ὑπῆρξε λάθος. Ἰσχυρίζομαι ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν δὲν εἶχεν ἔτι συναφθῆ ἡ συνθήκη εἰρήνης μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας, εἶχεν ὅμως συνομολογηθῆ ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου, δὲν εἴχομεν ἀποτελεσματικὸν μέσον ἐπιβολῆς τῶν ἀξιώσεών μας ἐπὶ τῆς Πύλης. Τί ἠδύνατο νὰ γίνῃ; Πόλεμος κατὰ θάλασσαν, δηλαδὴ ἀποκλεισμός, διότι πόλεμος, ἐφ’ ὅσον δὲν θέλει ὁ ἐχθρὸς νὰ ἐξέλθῃ τῶν Δαρδανελλίων, δὲν εἶναι δυνατός, ἀποκλεισμὸς δηλαδὴ εἴτε τῶν Δαρδανελλίων εἴτε τῆς Σμύρνης. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· πιστεύετε ὅτι ἦτο διπλωματικῶς δυνατόν, ὅτι ἦτο διεθνῶς ἀνεκτὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Τουρκίας κατὰ θάλασσαν, πληγωνομένου περαιτέρω τοῦ διεθνοῦς ἐμπορίου, διότι ἡμεῖς συνεζητοῦμεν μετὰ τῆς Τουρκίας ζητήματα ἰθαγενείας, λιποτακτῶν, ἀνυποτάκτων καὶ βακουφικά; Ἔχετε ἱκανὴν γνῶσιν τῶν διεθνῶν πραγμάτων, ὥστε νὰ μὴ σᾶς ἀδικήσω ὡς πιστεύοντας ὅτι ἦτο δυνατὴ τοιαύτη ἐνέργεια εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τί ἔμενεν; Ἐνέργεια κατὰ ξηράν. Ἠθέλετε νὰ χωρήσῃ ὁ στρατὸς ἡμῶν διὰ τοῦ ἐδάφους τὸ ὁποῖον διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου ἀνεγνωρίσθη ὡς Βουλγαρικὸν πρὸς τὴν Ἀδριανούπολιν; Ὁ κ. ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος λέγει «ὄχι» καὶ ὀρθῶς. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο δυνατὸν ἄνευ συνεννοήσεως μετὰ τῆς Βουλγαρίας. Θὰ ἀπετέλει ἀθέτησιν ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἀναληφθεισῶν διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου ἀπέναντι τῶν συμμάχων καὶ φίλων μας. Δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐνέργεια αὕτη παρὰ ἐν συμμαχίᾳ μετὰ τῆς Βουλγαρίας. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ὁποῖος θὰ συνίστα εἰς ἐμὲ τοιαύτην ἐνέργειαν. Ἀλλὰ θὰ προβάλω ἐντεῦθεν, ὅπως ἀναιρέσω καὶ ἄλλην κατηγορίαν ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ μοὶ γίνῃ· «ἐὰν δὲν ἠδύνασο νὰ συμμαχήσῃς μετὰ τῆς Βουλγαρίας, διὰ νὰ ἐπιβληθῇς εἰς τὴν Τουρκίαν διὰ τὰς ἀξιώσεις σου, ἠδύνασο νὰ συνεννοηθῇς μετὰ τῆς Τουρκίας, διὰ νὰ βοηθήσῃς αὐτὴν εἰς ἀνάκτησιν τῆς Ἀδριανουπόλεως καὶ τῆς λοιπῆς Θράκης, ὅπως κατορθώσῃς ὡς ἀντάλλαγμα νὰ ἐπιτύχῃς τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης τοὺς ὁποίους ἤθελες». Καὶ ἀπαντῶ, Κύριοι, εἰς ταύτην τὴν ἐνδεχομένην ἐπίκρισιν, ὅτι οὔτε τοῦτο ἦτο δυνατὸν νὰ πράξω. Ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν Ἑλλάδα, Κράτος τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὅτι ἡ ἠθικὴ αὐτοῦ ὑπόληψις εἶναι παράγων ἐξ ἴσου ἄξιος προσοχῆς ὡς ἡ ὑλικὴ καὶ στρατιωτική του δύναμις, ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινὴν εἴτε εἰς ἄλλην οἱανδήποτε εὑρισκομένην εἰς τὴν Ἀρχήν, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, διὰ τῆς ὁποίας ἠσφαλίζετο ἡ ἰσορροπία μεταξὺ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν καὶ διὰ τῆς ὁποίας παρεχωροῦντο εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὰ ἐδάφη τὰ πέραν τοῦ Νέστου, ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκπροσωπουμένην εἴτε ἀπὸ τὴν παροῦσαν εἴτε ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην Κυβέρνησιν, ἦτο ἀδύνατον, λέγω, νὰ ἀθετήσῃ τὰς ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου ὑποχρεώσεις της καὶ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν καὶ πρὸς τὰ σύμμαχα Κράτη, καὶ ἀπέναντι τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου νὰ ἀναλάβῃ ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Βουλγαρίας τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ὑπογραφῆς τῆς μετ’ αὐτῆς εἰρήνης, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τῶν λιποτακτῶν, τῶν ἀνυποτάκτων καὶ τοῦ βακουφικοῦ.— Βλέπετε, λοιπόν, Κύριοι, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις ὑμῶν αἱ στηριζόμεναι εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπεδιώχθη διὰ τῆς συνθήκης νὰ ἀσφαλισθῶσιν ἐπαρκῶς τὰ συμφέροντα τῶν ἐν Τουρκίᾳ πολιτῶν Ἑλλήνων, ὅτι, λέγω, ἡ κατηγορία αὕτη στερεῖται παντὸς ἐρείσματος. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχε μέσον ἀποτελεσματικῆς πιέσεως καὶ ἐπιβολῆς κατὰ τῆς Τουρκίας δι’ ἐπιτυχίαν τοιούτων σκοπῶν.
§141Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἴπετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Τουρκίαν. Τοῦτο ἀποδέχομαι πληρέστατα, διότι αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Οὔτε κατ’ ἐξαίρεσιν, ἄνευ συμμαχίας μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ἦτο δυνατὴ ἡ παραβίασις τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου οὔτε κατὰ θάλασσαν οὔτε κατὰ ξηράν. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ἀφοῦ τοιαύτην εἴχετε γνώμην, ἀφοῦ ἠξεύρετε ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ πιέσητε, δὲν νομίζετε ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ καταδείξητε ποίας βελτιώσεις ἐφέρατε εἰς τοὺς ὅρους τῆς συνθήκης ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἕως σήμερον;
§142ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ σᾶς εἴπω προχείρως τὰ κυριώτερα· Κύριοι, ἦτο τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας ἓν τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων τὸ ὁποῖον εἴχομεν νὰ διαπραγματευθῶμεν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν θὰ μὲ κατηγορήσητε ἂν ἐπεδίωξα νὰ ἐπιτύχω ὅ,τι εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ὅπως δηλαδὴ πάντες οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν παραχωρηθεισῶν ἐπαρχιῶν καὶ πάντες οἱ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης κατοικοῦντες καὶ ὑπήκοοι τοῦ τέως Κράτους γίνωσιν ὑπήκοοι Ἕλληνες. Δὲν θὰ μὲ κατηγορήσητε ὅτι ἐπεδίωξα νὰ ἐπιτύχω τοῦτο,—δὲν τὸ ἐπέτυχον ἐν τῷ συνόλῳ,—ἐπέτυχον ὅμως τοῦτο κατὰ διαφορὰν πρὸς τὴν συνθήκην τὴν Βουλγαρικήν· ἐνῷ ἡ Βουλγαρικὴ συνθήκη ὁρίζει ὅτι οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰς παραχωρηθείσας ἐπαρχίας καὶ ἐκεῖθεν καταγόμενοι γίνονται ὑπήκοοι Βούλγαροι, διὰ τῆς συνθήκης τῆς ἰδικῆς μας ἀνεγνωρίσθη ὅτι ὄχι μόνον οἱ καταγόμενοι καὶ κατοικοῦντες ἀλλὰ καὶ οἱ ἁπλῶς κατοικοῦντες ὁποθενδήποτε καταγόμενοι, ὑπήκοοι ὅμως τοῦ Κράτους τοῦ τέως κυριάρχου, γίνονται πολῖται Ἕλληνες.
§143Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐζητήθη τοῦτο παρ’ ὑμῶν;
§144ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν φάκελον ὁ ὁποῖος ἔχει κατατεθῆ καὶ ὅπου ἀναφέρονται μόνον οἱ κατοικοῦντες, τὸ ὁποῖον ἐβελτιώθη κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, δηλαδὴ κατὰ τὰς τελευταίας διαπραγματεύσεις.
§145Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν καὶ ἐγένετο δεκτόν, ἐζητήθη καὶ ὑφ’ ὑμῶν;
§146ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§147Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κατὰ τίνα περίοδον τῶν διαπραγματεύσεων;
§148ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§149Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐκ τοῦ σχεδίου εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπετε δὲν προκύπτει τοῦτο. Κατετέθη μόνον τὸ σχέδιον τὸ μετακομισθὲν ἐξ Ἀθηνῶν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν.
§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει εἴς τι τῶν ἐγγράφων τῶν κατατεθειμένων. Ἐπεδιώξαμεν, Κύριε, νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἀνυποτάκτων καὶ λιποτακτῶν. Ἄν δὲν τὴν ἐπετύχομεν, κατακρίνετε ἡμᾶς διότι δὲν ὑπεχωρήσαμεν ἀμέσως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο; Σεῖς, ἐὰν διεπραγματεύεσθε τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ ὑπεχωρεῖτε ἀρχῆθεν ἢ θὰ ἐξηντλεῖτε ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα κατὰ τὴν συζήτησιν, κάμνοντες ἀλλαχοῦ ὑποχωρήσεις ἵνα ἐπιτύχητε τὸ ζήτημα τοῦτο; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν τὸ ἐπετύχομεν. Ἆρά γε ἐκ τῆς ἐπιτυχίας ἢ μὴ τῶν τοιούτων ζητημάτων θὰ κρίνητε ὀρθῶς καὶ δικαίως περὶ τῆς ἐνεργείας, τῆς δυνατῆς ἐνεργείας, τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ θὰ ἔλθω εἰς ἄλλα. Τὸ βακουφικὸν ζήτημα διετυποῦτο κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν ἔθιγεν οἰκονομικὰ ἁπλῶς συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἰς τὰ ὁποῖα ἤμην πάντοτε ἕτοιμος πρὸς εὐρείας παραχωρήσεις — διότι, προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, εἶχον τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ διάρκεια τῆς ἐκκρεμότητος ἦτο δαπανηροτέρα τῆς ὑποχωρήσεως, — ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἐγείροντα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας ζήτημα ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους τοιοῦτο, ὥστε νὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς θὰ ἦσαν διατεθειμένοι καὶ τρίτον πόλεμον νὰ ἀντιμετωπίσωσι μᾶλλον ἢ νὰ ἀνεχθῶσι τὸ ζητούμενον ὑπὸ τῆς Τουρκίας, τὸ ὁποῖον ἦτο τοῦτο· κατὰ τὴν κατάκτησιν τῆς Μακεδονίας ὑπὸ τῶν Τούρκων ὁ τότε Σουλτᾶνος παρεχώρησεν εἰς πολλοὺς ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχηγῶν, οἵτινες πρωτηγωνίστησαν εἰς τὴν κατάκτησιν, δημόσια νομήματα, φόρους, τὴν δεκάτην ὁλόκληρων ἐπαρχιῶν, ὅπως ταύτην καρπῶνται εἰς τὸ διηνεκὲς διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις τὰς παρασχεθείσας ὑπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν κατάκτησιν, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δίδωσι μικρά τινα τελέσματα ἐκ τοῦ ὅλου τῶν προσόδων αὐτῶν καὶ χάριν φιλανθρωπικῶν σκοπῶν. Ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν ὑπὸ τῆς Τουρκίας νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅ,τι ἀνεγνώρισεν ἡ Βουλγαρία εὑρισκομένη εἰς θέσιν ἡττημένου καὶ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας πλέον, ἐζητήθη παρ’ ἡμῶν, τῶν βεβαίως μὴ ἡττηθέντων, τῶν πρώην νικητῶν καὶ σήμερον ἰσοτίμων πρὸς τὴν Τουρκίαν, νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ταῦτα τὰ κυριαρχικὰ τοῦ Κράτους δικαιώματα θὰ ἐξακολουθήσουν ἀσκούμενα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀπὸ τοὺς κληρονόμους τῶν κατακτητῶν τῆς Μακεδονίας. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· θὰ ἐδέχεσθε μετὰ τὸν ἀγῶνα τὸν νικηφόρον πρὸς ἀνάκτησιν τῆς Μακεδονίας ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, θὰ ἐδέχεσθε καὶ διὰ μίαν στιγμήν, ὅπως τοιοῦτο δικαίωμα ἐξακολουθῇ καὶ σήμερον, ἵνα πληρώνουν οἱ Ἕλληνες, οἱ ἀνακτήσαντες ἴδιον ἔδαφος ὡς ἀληθεῖς αὐτοῦ κληρονόμοι, φόρον ὑποτελείας εἰς τοὺς κατακτητάς, τοὺς πρὸ πέντε αἰώνων, τῆς Μακεδονίας; Ὁμιλῶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἠθικῆς, ἀπὸ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, τῆς κυριαρχίας τοῦ Κράτους. Καί, ἐὰν τὸ ζήτημα ἦτο οὐσιαστικῶς μικρόν, ἡ ἄποψις αὕτη θὰ ἦτο ἡ προέχουσα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν οἱ Τοῦρκοι ἐζήτησαν νὰ ἀφαιρέσουν ἀπὸ τοῦ μέσου τὴν ἀντίθεσιν αὐτὴν τὴν προβαλλομένην, διότι ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι δύο Κρατῶν ἴσων ἦτο ἀδύνατον ἡ ἰσχυρὰ λογικὴ νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τέλους. Ἡ Τουρκία, ὅπως ἄρῃ ἀπὸ τοῦ μέσου τὴν ἀντίρρησιν ταύτην τῆς Ἑλλάδος, προέτεινε κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅτε εὑρίσκετο ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς Ῥωμουνίας, ὁ ἐλθὼν ἐνταῦθα χάριν ταξειδίου, χάριν ἐπισκέψεως, καὶ φιλικῶς παρεμβὰς εἰς τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Τουρκίας, προέτεινε, λέγω, ὅπως ἄρῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐπιχειρήματός μας νὰ ἐξαγοράσωμεν τὰ τελέσματα ταῦτα, τοὺς φόρους, τὴν δεκάτην καὶ γενναιοφρόνως μάλιστα — λέγω δὲ γενναιοφρόνως, διότι ἐπρόκειτο περὶ μεγαλειτέρου ποσοῦ — προέτεινε νὰ ἀναλάβωμεν τὴν πληρωμὴν κατ’ ἔτος 200,000 δρ. εἰς τοὺς δικαιούχους τῶν τελεσμάτων τούτων, ἀλλ’ ἠρνούμην καὶ τοῦτο νὰ δεχθῶ, διότι ἐνόμιζον ὅτι δὲν μοὶ ἐπετρέπετο μετὰ τὴν ἀνάκτησιν πολεμικῶς τῶν μερῶν ἐκείνων νὰ ἐξαγοράζωμεν διὰ χρημάτων πληρώνοντες μέρος τῆς κυριαρχίας τῆς ἀπαραιτήτως, τῆς ἀναμφισβητήτως περιερχομένης εἰς τὸ ἀνακτῶν Κράτος. Ἠρνούμην νὰ πληρώσω καὶ δὲν ἐπλήρωσα.
§151Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἰσοβίως ἐζήτουν τὰς 200,000 δρχ.;
§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὸ διηνεκές· κληρονομικῶς. Μάλιστα ἔχω διατετυπωμένην τὴν ἀξίωσιν εἰς ἐπιστολὴν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Τουρκίας διὰ τὴν καταβολὴν ἐτησίως τῶν 200,000 πρὸς τοὺς κληρονόμους τῶν κατακτητῶν. Ὑποθέτω δ’ ὅτι, ἂν ἐπροτείνομεν νὰ ἐξαγοράσωμεν διὰ πληρωμῆς ἐφάπαξ τὰς ἀπαιτήσεις ταύτας, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀντίρρησις.
§153Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἐπιστολήν;
§154ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§155Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀφοῦ ἐκάματε χρῆσίν της.
§156ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν κάμω χρῆσίν της. Λησμονήσατε τὴν ἐπιστολὴν καὶ λάβετε τὴν πληροφορίαν. Ἡ ἐπιστολὴ ἦτο γεγραμμένη οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ γράψαντος. Εἶναι γεγραμμένη μετὰ τόσης λεπτότητος καὶ εὐγενείας καὶ ἐπιζητεῖ, ὅπως μοὶ παραστήσῃ τὰ πράγματα τόσον περισσότερον δυνάμενα νὰ γίνωσιν ἀποδεκτά, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῆς ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ γράψαντος.
§157Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὴν θεωρεῖτε ἰδιωτικήν;
§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Ἐπίσημον, ἐπισημοτάτην. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι ὅλα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ὡς εἶπον καὶ χθές, δὲν δύναμαι νὰ προσαγάγω.
§159Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὅσων ἐκάμετε χρῆσιν ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ τὰ προσαγάγητε.
§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι θὰ δώσω μάθημα κοινοβουλευτικὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶναι δικαίωμά μου νὰ ἀναφέρω πρὸ τῆς Βουλῆς ὅλα τὰ γεγονότα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς ὑπὸ συζήτησιν διαπραγματεύσεις, καὶ ἂν ταῦτα τυχὸν ἐξάγωνται ἐξ ἐπιστολῶν ἢ δημοσίων ἐγγράφων. Θὰ ἦτο δὲ παράδοξον, ἂν ἀναφέρων γεγονὸς διατυπωθὲν εἰς χάρτην θὰ ἤμην πάντως ὑποχρεωμένος νὰ προσαγάγω καὶ τὸν χάρτην. Ἐὰν ἐπεκαλούμην τὴν ἐπιστολὴν ὡς τεκμήριον ἀξιώσεων ἰδικῶν μου, τότε θὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἀπαιτῆτε. Παρέργως ὅλως ἐμνημονεύθη ἡ ἐπιστολή. Σᾶς εἶπον ὅτι τοιαύτη ἀξίωσι, διετυπώθη καὶ διετυπώθη τὸ πρῶτον διὰ τοῦ κ. Ἰωνέσκους βραδύτερον δὲ μοὶ ἀπηυθύνθη ἡ ἐπιστολή. Θεωρήσατε τὴν ἐπιστολὴν ὡς μὴ γραφεῖσαν. Μείνατε μὲ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω διὰ τὸ ζήτημα. Ἀπέκρουσα τὰς 200,000 καὶ παρῃτήθη ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις.
§161Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, δὲν προκύπτει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προβάλλετε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δεκάτης περιεχομένης εἰς τοὺς ἀπογόνους τῶν συντελεσάντων εἰς τὴν κατάκτησιν τῆς Μακεδονίας καὶ ἐκ τῆς δεκάτης αὐτῆς μέρος περιήρχετο εἰς φιλανθρωπικὰ καταστήματα. Ἐξ ἐναντίας, ἐκ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ἔχομεν προκύπτει, ὅτι ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς δεκάτης ὡς τρόπου, δι’ οὗ συνετηροῦντο τὰ εὐαγῆ καὶ ἀγαθοεργὰ καταστήματα τὰ Ὀθωμανικὰ καὶ ἀντὶ τῆς δεκάτης ἀνελάβετε τὴν ὑποχρέωσιν, καθ’ ὅσον δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει τὰ ἄλλα εἰσοδήματα τὰ συντρέχοντα αὐτά.
§162ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν. Τὴν δεκάτην τὴν βακουφικήν, ἥτις εἶχεν ὁρισθῆ ὑπὸ τῶν Σουλτάνων, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς κατακτήσεως ἢ καὶ βραδύτερον, πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἱδρυμάτων εἴτε φιλανθρωπικῶν εἴτε θρησκευτικῶν, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, δηλαδὴ κατὰ τὴν δίοδον τῶν διαπραγματεύσεων ἀλλὰ πολὺ πρὸ τοῦ τέλους, εἶχον ἀναγνωρίσει ὅτι δι’ αὐτὴν τὴν δεκάτην ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ ἀναλάβῃ, ἐὰν τὰ φιλανθρωπικὰ ἢ θρησκευτικὰ ἱδρύματα ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἦτο ὡρισμένη ἡ δεκάτη καὶ συνεπείᾳ τῆς καταργήσεως αὐτῆς πρόκειται νὰ στερηθῶσιν ἀναγκαίων πόρων, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ λειτουργία αὐτῶν, ἡ Κυβέρνησις ἦτο πρόθυμος, λέγω, ν’ ἀναλάβῃ ὅπως παρέχῃ εἰς αὐτὰ ἀνάλογα βοηθήματα. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ μέρος τοῦτο, ὑπὸ τοιοῦτον διατυπούμενον τρόπον, εἰς οὐδὲν εἶχε νὰ θιχθῇ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους. Ἦτο καθῆκον τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς νέους αὐτοῦ πολίτας, τὰ θρησκευτικὰ ἢ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα τῶν ὁποίων ἐπάθαινον ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης πολιτικῆς μεταβολῆς, ἦτο καθῆκον, λέγω, τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον τὰ ἱδρύματα ταῦτα δὲν ἠδύναντο νὰ συντηρηθῶσι τοῦ λοιποῦ, νὰ προσέλθῃ ἐπίκουρον δίδον ἐπιχορήγησίν τινα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ ἦτο τοῦτο: ὅπως ἡ βακουφικὴ δεκάτη ἡ παραχωρηθεῖσα εἰς τοὺς κατακτητὰς τῆς Μακεδονίας ἐξακολουθήσῃ ἰσχύουσα καὶ μετὰ τὴν ὑφ’ ἡμῶν ἀνάκτησιν τῆς Μακεδονίας.
§163Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν προκύπτει, ὅτι ἡ δεκάτη τῆς ὁποίας τὴν συντήρησιν ἐπεζήτουν οἱ πληρεξούσιοι τῆς Πύλης κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, τὴν ἐζήτουν ὅπως ἀρχικῶς ἐλέχθη καὶ ὄχι ὡς μέσον συντηρήσεως τῶν εὐαγῶν καταστημάτων καὶ ἄλλων ἀγαθοεργῶν σκοπῶν.
§164ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προκύπτει ἐκ τῶν πληροφοριῶν μου.
§165Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχει μεγάλην διαφοράν. Ὅπως τὸ παρεστήσατε, φαίνεται ὅτι ἐκάματε μίαν μεγάλην ἠθικὴν νίκην, διότι ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον παραχωρηθῆ ὑπὸ τοῦ κατακτητοῦ εἰς τοὺς συντελέσαντας εἰς τὴν κατάκτησιν, ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομήματα τὰ ἐτσαλαπατήσατε. Τὸ ζήτημα ἐτέθη ἐξ ἀρχῆς ὡς ἑξῆς: ἡ δεκάτη χρησιμοποιεῖται πρὸς συντήρησιν ἀγαθοεργῶν σκοπῶν: τὴν δεκάτην αὐτὴν πρέπει νὰ τὴν ἀναγνωρίσω, ἀφοῦ ἀναγνωρίζω τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς συντήρησιν τῶν εὐαγῶν αὐτῶν καταστημάτων, ἀλλ’ ὀρθῶς ἀπηντήσατε ὅτι ἀντὶ τῆς δεκάτης προσφέρομαι νὰ χορηγήσω πρὸς αὐτὰ τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ τὰ ὁποῖα ἤθελον θεωρηθῆ ὡς ἐπιβαλλόμενα πρὸς λειτουργίαν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων.
§166ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ κρίσις σας, ὅτι ἡ ἐπιτυχία ἀποτελεῖ μίαν ἠθικὴν νίκην τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς λόγος νὰ ἀμφισβητήσητε τὴν ἀλήθειαν τοῦ πράγματος. Ἐγὼ δὲν τὴν ὠνόμασα κἂν ἠθικὴν νίκην. Ἐξήγησα ἁπλῶς διατί ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ δὲν ἠδυνάμην νὰ ὑποχωρήσω καὶ θὰ ἦτο ἀρκετὴ ἡ διαφωνία ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, διὰ νὰ παρατείνω τὰς διαπραγματεύσεις. Ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶσθε διατεθειμένος νὰ θέσητε οὔτε πόρρωθεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἐπίσημον πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκα, ὅτι δηλαδὴ ὑπῆρχε βακουφικὴ δεκάτη τῶν ἐπαρχιῶν ἢ χωρίων, ἥτις ἦτο προωρισμένη ἀπ’ εὐθείας πρὸς ἐξυπηρέτησιν εὐαγῶν σκοπῶν. Καὶ ταύτην δὲν ἐδίστασα ὄχι βεβαίως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ μέσου τῶν διαπραγματεύσεων ν’ ἀναγνωρίσω. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἄλλη βακουφικὴ δεκάτη, ἡ ὁποία ἦτο παρακεχωρημένη εἰς τοὺς κατακτητὰς τοὺς τότε, τοὺς πρωτοστατήσαντας εἰς τὴν ὑπὸ τῶν Τούρκων κατάκτησιν τῆς Μακεδονίας, ἡ ὁποία, διὰ νὰ ἔχῃ τύπον τινὰ βακουφικόν, ἐβαρύνετο μὲ τελέσματά τινα ὑπὲρ θρησκευτικῶν ἢ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων. Τὰ τελέσματα τὰ ὁποῖα εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ δώσωσιν οἱ καρπωταὶ εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα ἦσαν μικρὰ καὶ ὄχι πολλοῦ λόγου ἄξια. Ταύτην τὴν δεκάτην ἡμεῖς ἀπεκρούσαμεν μέχρι τέλους. Ταύτην προυτάθη πρὸς ἡμᾶς κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης νὰ ἐξαγοράσωμεν διὰ καταβολῆς ἐνιαυσίας πρὸς τοὺς δικαιούχους ἐκ 200,000 δραχμῶν. Εὐτυχῶς ἔχω τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον χθές — τὸ ἐζήτησα εἰς τὸν φάκελόν μου, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκεται, ἐπιφυλάσσομαι ὅμως νὰ τὸ καταθέσω αὔριον —, τηλεγράφημα ἑνὸς ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων δικαιούχων τῆς βακουφικῆς δεκάτης· εἶναι τὸ τηλεγράφημα τῶν κληρονόμων τοῦ Σβρενὶς Πασᾶ. Τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα διεκτραγῳδεῖ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ περιέλθουν ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης αὐτῆς καὶ ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ ποσὸν τῶν 200.000 δραχ. κατ’ ἔτος. Ἀναλαμβάνω νὰ καταθέσω τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν τῶν παρεχομένων ἐκ τῶν ἐγγράφων καὶ τῶν προφορικῶν ἀνακοινώσεών μου. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐξ Ἀργολίδος Κορινθίας καὶ Ἀρκαδίας. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ λεχθέντα ἢ ἀκριβέστερον εἰς μέρος τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἔδωκε περισσοτέραν πολιτικὴν χροιὰν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ἐπίκρισιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§167ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠθέλησα νὰ ὑποδείξω τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παράσχῃ αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις.
§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἔφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀπήχησιν τῶν λεγομένων ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, διὰ νὰ μειώσῃ τὸ συντελεσθὲν ἔργον. Ἐγράφη κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐλέχθη καὶ ἐνταῦθα· διατί ἡ Κυβέρνησις προσέρχεται μὲ τόσον ὑψηλὸν τὸ μέτωπον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ζητοῦσα τὴν κύρωσιν τῆς συνθήκης — διότι αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον τόλμημα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προσῆλθε μὲ τὸ μέτωπον ὑψηλὰ χωρὶς κανένα διθυραμβικὸν αἶνον πρὸς τὸ ἔργον της νὰ ἀκούσητε ἐξ αὐτῆς ἢ ἐξ ἄλλου τινός, — πῶς ἔρχεται μὲ τὸ μέτωπον τόσον ὑψηλά, ἀφοῦ ὅλον τὸ ἔργον τὸ συντελεσθὲν εἶναι ἔργον τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ τιμίου αἵματος, τὸ ὁποῖον ἔχυσεν ὁ στρατός; Ὅτε ἐλέγοντο τοιαῦτά τινα ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐθεώρησα τὸ πρᾶγμα φυσικόν, ἀλλὰ δὲν ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἐλέγοντο σοβαρῶς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ ἀνθρώπου σοβαροῦ, οἷος ὁ κ. Βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Τὸ λεχθὲν ὅτι οἱ θρίαμβοι αὐτοὶ οἱ πολιτικοί, οἱ ἐμπεριεχόμενοι εἰς τὰς συνθήκας τοῦ Βουκουρεστίου, Ἀθηνῶν καὶ Λονδίνου, εἶναι ἔργον τοῦ στρατοῦ μας, εἶναι, λέγω, τόσον προφανές, ὥστε νὰ χαρακτηρισθῇ τις ὡς βιάζων ἀνοικτὰς θύρας, ἐὰν θέλῃ ν’ ἀποδείξῃ τὸ πρᾶγμα. Εἶναι βεβαίως ἀποτέλεσμα τῶν νικῶν τοῦ στρατοῦ μας καὶ ὀφείλεται εἰς τὸ τίμιον αἷμα, τὸ ἄφθονον ἀτυχῶς χυθὲν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν. Ἀλλὰ τί ἠθέλετε, παρακαλῶ; Νὰ ἀνακτήσωμεν τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Κρήτην καὶ τὰς νήσους μὴ χύνοντες αἷμα καθόλου, κλείοντες τὸν στρατόν μας πουθενά, ἐπιδεικνύοντες αὐτὸν ὡς φόβητρον κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, διὰ νὰ τὸν ἀναγκάσωμεν νὰ ὑπογράψῃ τὴν συνθήκην περὶ παραχωρήσεως; Εἴχετε τὴν ἀξίωσιν πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν κατορθωμάτων αὐτῶν νὰ ἐχύνετο τὸ αἷμα τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως προσωπικῶς, μὴ ὄντων κἂν μηδὲ στρατιωτῶν; (γέλωτες).
§169ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σεῖς μόνον ἰσχυρίζεσθε τοῦτο.
§170ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μόνον τὸ ἰδικόν μου νὰ χυθῇ;
§171ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ἰσχυρίζεται τοιοῦτό τι.
§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως, Κύριοι, ὅλα τὰ ὀφείλομεν εἰς τὰς νίκας αὐτάς· ὅλα τὰ ὀφείλομεν εἰς τὸ χυθὲν ἄφθονον αἷμα. Ἐγράφη ἀκόμη, ὅτι, ἂν ἄλλως τὰ πράγματα διεχειρίζοντο, θὰ ἐχύνετο ὀλιγώτερον αἷμα. Ἡ κατάκρισις πλέον δὲν ἀπευθύνεται εἰς τὸν πολιτικὸν ἀρχηγόν· ἀπευθύνεται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἡγέτας. Φαίνεται ὅτι οἱ ἐπικρίνοντες θὰ εἶχον ἰδικόν των σχέδιον μὲ τὸ ὁποῖον αἱ διάφοροι μάχαι θὰ ἐγίνοντο μὲ τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ μὲ χύσιν ὀλιγωτέρου αἵματος! Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν θὰ ἔλθω βεβαίως εἰς συζήτησιν. Ἐμμένω λοιπὸν εἰς τὸ ὅτι ὅλα τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα κυροῦνται διὰ τῶν συνθηκῶν, ὀφείλονται εἰς τὰς νίκας τοῦ στρατοῦ μας, εἰς τὸ ἄφθονον καὶ τίμιον αἷμα, τὸ ὁποῖον ἐχύθη· ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀφοῦ ἀνῆλθον τὸ βῆμα καὶ ἡ συζήτησις λαμβάνει πολιτικώτερον χαρακτῆρα, νὰ ὁμιλήσω καὶ διὰ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ πολιτικὰ ταῦτα ἀποτελέσματα τὰ κυρούμενα διὰ τῶν συνθηκῶν. Ἔχω καθῆκον νὰ τὸ εἴπω καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη κἂν νὰ ἐξηγήσω διατί τὸ πράττω, ἀλλὰ θὰ τὸ ἐξηγήσω βραδύτερον, ὅταν ἐκθέσω ποῖος ἦτο ὁ ῥόλος, ποῖον ἦτο τὸ μέρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς πάντα ταῦτα, διότι ἐγράφη καὶ ἐλέχθη ὅτι, ἂν συγκομίζομεν αὐτοὺς τοὺς καρπούς, συγκομίζομεν ἁπλῶς τοὺς καρποὺς τῶν στρατιωτικῶν μας νικῶν, εἰς ταῦτα δὲ πάντα ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐντελῶς ξένη. Καὶ τοῦτο ἀκόμη τὸ λεγόμενον ἦτο μικρὸν καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀνεκτόν. Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ ἄλλο· ἐλέχθη καὶ τοῦτο ἀκόμη· τὰ ἐπιτευχθέντα εἶναι παραπολὺ μεγάλα· σχεδὸν καταντᾷ νὰ πιστεύσῃ κανεὶς ὅτι πταίει καὶ ὁ Θεός! Ὁ Θεὸς ὑπῆρξε σκανδαλωδῶς φιλέλλην! Ἐλέχθη καὶ ἄλλο· ἂν τοιαῦτα συγκομίζομεν ἀποτελέσματα ἐκ τῶν δύο πολέμων, ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἐθνικοὺς θριάμβους, ὁμοίους τῶν ὁποίων ἀπὸ πολλῶν αἰώνων δὲν ἐχαιρέτισε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἂν τοιαῦτα, λέγουσι, συγκομίζομεν ἀποτελέσματα, ταῦτα ὀφείλονται καὶ εἰς τὴν ἀναθεματισμένην τυφλὴν θεάν, τὴν Τύχην. Τύχης ἔργα ταῦτα! Ἄ! Κύριοι, δὲν λέγω ὅτι εἰς τοὺς πολέμους ἰδίᾳ ἡ τύχη δὲν ἔχει τὸ μέρος της, πολλάκις ἱκανῶς σπουδαῖον, ἀλλὰ τὸ ἔχει κυρίως εἰς τὰς μάχας. Διαρκούσης τῆς μάχης, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων, ἔχει πολλάκις ἡ τύχη μέρος σπουδαιότατον. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· ἀφοῦ παραιτήσητε τὸν σκανδαλώδη φιλελληνισμὸν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐπέμβασιν τῆς τύχης καὶ μείνητε εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν νικῶν καὶ τῆς χύσεως τοῦ αἵματος τῶν στρατιωτικῶν μας θριάμβων, σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι τύχης ἔργον ὅτι ἐγκαίρως ἐγένετο πρόνοια ὅπως τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς εἰρήνης Ἐκεῖνος, Ὅστις ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὸν νικηφόρως εἰς τὰ πεδία τῆς μάχης, ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἀκροατήρια νὰ μὴ χειροκροτῶσιν.
§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς προσέλθω καὶ ἐγὼ συνήγορος τῶν χειροκροτημάτων, ὄχι βεβαίως τῶν ἐκ τῶν ἀκροατηρίων, διότι ταῦτα εἶναι παρὰ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ τῶν προερχομένων ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀφήσατε νὰ χειροκροτήσωμεν μὲ ἀνοικτὴν καρδιὰν αὐτοὺς τοὺς θριάμβους, τοὺς ὁποίους θέλετε σεῖς νὰ παραστήσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μεμονωμένους, διότι αὐτὸ κυρίως ἐπιδιώκετε. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ ἑνὸς τῶν ἀκροατηρίων).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον ἐκεῖνο.
§176Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διατί, κύριε Πρόεδρε, θέλετε νὰ ἐμποδίσητε καὶ τὰ ἀκροατήρια νὰ ἀγάλλωνται ὅπως ἀγάλλονται καὶ οἱ Βουλευταί;
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι διαμαρτύρονται οἱ κ. Βουλευταί, διαμαρτύρεται καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἄν ἐπαναληφθῶσι τὰ χειροκροτήματα, θὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὴν μακρὰν καὶ σφοδρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε ἐπρόκειτο ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ νὰ τεθῇ ὁ μόνος Γενικὸς Ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὸν εἰς νικηφόρον πόλεμον. Ἐνθυμεῖσθε ἀκόμη τὴν δριμεῖαν ἐπίκρισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο κατ’ ἐμοῦ, διότι ἀπεμάκρυνα ἕνα ἔντιμον, ἕνα γενναῖον Στρατηγόν, ὁ ὁποῖος εἶχε τιμήσει τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα κατὰ τὸ 1897, ἀλλ’ ὅστις διὰ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ ἦτο ἀδύνατον νὰ διανοηθῇ ἄνθρωπος σεβόμενος ἑαυτὸν ὡς κυβερνήτην τῆς χώρας ὅτι ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ εἰς νέον πόλεμον τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος. Ταῦτα, Κύριοι, δὲν ἦσαν ἔργον τύχης· ἦσαν ἔργον προνοίας. Ἀλλ’ ἦτο ἔργον τύχης, ὅτι ἐτόλμησα νὰ δώσω τὴν χεῖρα εἰς τὸν προαιώνιον ἐχθρόν, διὰ νὰ ἀναλάβω μετ’ αὐτοῦ τὸν πόλεμον εἰς τὸν ὁποῖον μὲ ἐξηνάγκαζε, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀναποφεύκτως τὸ Κράτος τὸ Τουρκικόν, ἦτο τύχης ἔργον τοῦτο ἢ τόλμη, ἡ ὁποία μάλιστα ἐχαρακτηρίσθη παράφρων; Δὲν ἦτο ἔργον τύχης. Ἄν δὲν θέλητε νὰ τὸ ὀνομάσητε εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἔργον φρονήσεως, ἀφήσατέ το τουλάχιστον νὰ τὸ λέγωμεν ἔργον τόλμης. Εἶναι ἆρα γε ἔργον τύχης, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους ἐφρόντισεν ἡ ὑπ’ ἐμὲ Κυβέρνησις, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὰς σχέσεις αὑτοῦ μετὰ Κράτους, μετὰ τοῦ ὁποίου πολλὰ ἦσαν τὰ συνδέοντα ἡμᾶς, μετὰ τοῦ ὁποίου εἴχομεν τὰ διαιροῦντα ἡμᾶς, ἀλλὰ μὲ τὸ ὁποῖον κανένα δὲν εἴχομεν λόγον, ὅπως, διακεκομμένας ἔχοντες τὰς σχέσεις, ὠθῶμεν αὐτὸ πρὸς τὸ στρατόπεδον τῶν ἐχθρῶν; Εἶναι ἔργον τύχης ἡ ἀποκατάστασις τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας, χωρὶς ποτε νὰ παραβιάσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της ἀπέναντι τῶν συμμάχων, νὰ καταστήσῃ φιλικωτέρας τὰς πρὸς τὸ Κράτος τοῦτο σχέσεις της, ἔστω καὶ ἄνευ συνθήκης, ἡ ὁποία δὲν καθίστατο δυνατὸν νὰ συναφθῇ, ἀποκατάστασις σχέσεων ἡ ὁποία καὶ πρὸ τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Βουλγαρίας συνετέλεσεν ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἐπαφή, ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ Ῥωμουνία δὲν θὰ ἔβλεπεν ἀδιάφορος εἰς νέον πόλεμον κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλγαρία θὰ ἤθελε νὰ ἱδρύσῃ τὴν ἡγεμονίαν της ἐν τῇ Βαλκανικῇ; Εἶναι ἔργον τύχης, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἐπεδίωξεν, ὅπως συντόνως παρασκευάσῃ τὸ Κράτος εἰς πόλεμον; Εἶναι ἔργον τύχης, ὅτι, ἐνῷ ὁ πόλεμος ἐξερράγη ἕξ τοὐλάχιστον μῆνας πρὸ τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐθεωρεῖτο πιθανός, τὸ Κράτος εὑρέθη ἄφθονα ἔχον τὰ ἐφόδια καὶ ἠδυνήθημεν ὄχι μόνον νὰ παρατάξωμεν τὸν στρατόν, ὅστις ὑπελογίζετο, ἀλλὰ νὰ παρατάξωμεν, ἢ νὰ παρασκευάσωμεν τοὐλάχιστον, καὶ δύναμιν στρατιωτικὴν πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἑκάστοτε κενῶν ἀκριβῶς ἴσην πρὸς τὴν ἀρχικῶς ἐκστρατευθεῖσαν; Εἶναι ἔργον τύχης, Κύριοι, ὅτι ὁ στόλος μας εὑρίσκετο εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἡ ὁποία καθίστα δυνατὸν δι’ ἐργασίας ἑνὸς καὶ μόνου μηνὸς νὰ εἶναι ἕτοιμος ὅπως ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ὅπως καλυφθῇ μὲ τὰς δάφνας μὲ τὰς ὁποίας ἐκαλύφθη διὰ τῆς καταναυμαχήσεως τοῦ Τουρκικοῦ στόλου; Εἶναι ἔργον τύχης, Κύριοι, τὸ ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἐμπνεύσῃ ὄχι μόνον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τοῦ ἐλευθέρου βασιλείου, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ὡς ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης, λέγω, ταύτης, ἔσχομεν ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι, ἐνῷ ἐκηρύχθη εἷς πόλεμος, ὃν οὐδεὶς ἐζήτει, διότι ἡ λαϊκὴ γνώμη δὲν ἐπεζήτει αὐτόν, καὶ ὅστις ἐνέσκηψε σχεδὸν ὡς βόμβα, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον ἀπὸ περάτων προσέτρεξεν εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος μεθ’ ὁρμῆς, ἀλλὰ καὶ ἐμπιστοσύνης, ὅτι πρόκειται περὶ ἀγῶνος περὶ τῶν πάντων, καὶ παρέσχε τὰ μέσα, ὥστε ἡ διαθέσιμος στρατιωτικὴ δύναμις νὰ εἶναι διπλασία ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὑπεθέτομεν πάντες καὶ τὴν ὁποίαν ὑπελογίζομεν; Καὶ εἶναι ἔργον, Κύριοι, τύχης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ἰδιαιτέρως ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ διατάξῃ, ὅπως γίνῃ χρῆσις τῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἀποκρουσθῇ ἡ εἰς τὴν Βουλὴν εἴσοδος τῶν ἐκ Κρήτης πληρεξουσίων, ὧν οἱ πλεῖστοι ἦσαν συναγωνισταί του, καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ στερηθῇ ἑνὸς ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων συνεργατῶν του, ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως ἀποφύγῃ μονομερῆ σύγκρουσιν μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ ἐπιφυλάξῃ τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους διὰ τὸν ἐπικείμενον ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος τότε ὑπελογίζετο ὅτι θὰ ἐλάμβανε χώραν μετὰ ἓν ἔτος; Εἶναι ἔργον τύχης, ὅτι κατωρθώθη ἡ ἔγκαιρος συνομολόγησις τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας, ὥστε νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὁ δεύτερος πόλεμος κατὰ τῆς Βουλγαρίας; Εἶναι ἔργον τύχης ἢ ἔργον προνοίας ὅτι μετὰ ἕνα πόλεμον, τὸν πρῶτον — τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε, προχθές, ἀναγκάζομαι δὲ νὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον —, εἶναι, λέγω, ἔργον τύχης ἢ ἔργον προνοίας ὅτι μετὰ ἕνα πόλεμον, τὸν πρῶτον κατὰ τῆς Τουρκίας, εὑρισκόμεθα μὲ ἐφοδιασμοὺς ἴσους καὶ ἔν τισιν ἀνωτέρους τῶν ὅσους εἴχομεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ κατὰ τῆς Τουρκίας, πολέμου, διὰ νὰ διεξαγάγωμεν τὸν δεύτερον πόλεμον; Καὶ εἶναι ἔργον τύχης ὅτι, καὶ τούτου τοῦ πολέμου λήξαντος τὰ ἐφόδια ἡμῶν ἦσαν περίπου ὅσα ἦσαν καὶ κατὰ τὸν πρῶτον πόλεμον, καὶ τοῦ Στόλου τὰ ἐφόδια ἦσαν ὅσα σχεδὸν καὶ κατὰ τὸν πρῶτον πόλεμον, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τρίτον πόλεμον λήξαντος τοῦ δευτέρου; Εἶναι ἔργον τύχης ἢ ἔργον προνοίας τὸ ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀπεστρατεύθημεν πρὸ τῆς ὁριστικῆς ὑπογραφῆς τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας εἰρήνης, ὅπως ἄλλοι ἀπεστρατεύθησαν καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιστρατευθῶσι καὶ πάλιν; Εἶναι ἔργον τύχης διότι δὲν ἀπεστρατεύθημεν, ἀλλὰ διετηρήσαμεν συγκεκροτημένας τὰς πολεμικὰς ἡμῶν δυνάμεις μέχρι τέλους, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ διαπραγματευθῶμεν τοὺς ὅρους τῆς εἰρήνης ἴσοι πρὸς ἴσους; Κύριοι, ἂν ὡμίλησα περὶ πάντων τούτων, δὲν τὸ ἔπραξα, ὡς εἶπον, ἀποκλειστικῶς διότι ἤθελον νὰ ὁμιλήσω ἐγωϊστικῶς περὶ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω. Ὑπάρχει ὑψηλότερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε ταῦτα νὰ ἀκουσθῶσι. Κινδυνεύομεν, δι’ ὅσων ἐπιζητεῖται νὰ ἐμβληθῶσιν εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ κόσμου, νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἰδέα ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἡ στρατιωτικὴ δύναμις καὶ ὅπου αὕτη εἶναι καλῶς συγκεκροτημένη, αὐτὴ καὶ μόνη καθ’ ἑαυτὴν ἀρκεῖ, ὅπως ἄγωνται εἰς αἴσιον πέρας πολεμικοὶ ἀγῶνες καὶ πολιτικοί, οἵτινες συνυφαίνονται μετὰ τῶν πολεμικῶν. Οὐδεμία πλάνη θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι ὀλεθριωτέρα ταύτης. Δὲν κάμνω βεβαίως τὴν ὕβριν νὰ ὑποθέσω ποτὲ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ὁ δείξας τοιαύτην αὐταπάρνησιν καὶ τοιαύτην ἐθελοθυσίαν καὶ τοιοῦτον ἀληθῶς ὑψηλὸν πατριωτισμόν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραπλανηθῇ ποτε ἀπὸ τὰς θεωρίας αὐτάς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραπλανηθῇ, ὥστε νὰ θεωρήσῃ ὅτι τὰ ὅπλα μόνον ἄνευ τοῦ ἰθύνοντος νοῦ δύνανται ἀσφαλῶς πάντοτε νὰ χρησιμοποιῶνται ὑπὸ τῶν Κρατῶν.
§179ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὖγε!
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι, σᾶς φέρω τὸ πρόσφατον παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἔφερα καὶ προχθές. Εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἐν ᾗ βεβαίως ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐξηκριβωμένη διὰ τὸν καταμερισμὸν τῶν εὐθυνῶν, φαίνεται οὐχ ἧττον σχεδὸν βεβαιωμένον, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία διέταξε τὸν ἐγκληματικὸν κατὰ τῶν τέως συμμάχων πόλεμον, δὲν ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία διέταξε τὰ στρατεύματα νὰ ἐπιτεθῶσι καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων ἐναντίον τῶν Σέρβων καὶ Ἑλλήνων, διὰ νὰ καταλάβωσιν ὅσον ἔνεστι μεγαλείτερον μέρος τῶν διεκδικουμένων ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας· ἡ διαταγὴ ἐδόθη ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν. Ὁ Σαββὼφ εἶναι ὁδοὺς τὴν διαταγὴν τῆς ἐκκινήσεως τῶν στρατευμάτων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπεζητήθη ν’ ἀναχθῇ ἡ εὐθύνη καὶ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἀλλά, χωρὶς νὰ δύναμαι βεβαίως νὰ προέλθω μαρτυρῶν ἢ καταμαρτυρῶν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἐπ’ ἐλάχιστον γνωρίσας τὸν Βασιλέα Φερδινάνδον, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ πιστεύω ὅτι ἄνευ τῆς γνώμης τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεώς του θὰ μετεῖχεν εἰς τὴν ἐνέργειαν τὴν πολεμικήν, ἡ ὁποία διετάχθη κατὰ τῶν συμμάχων. Εἶχον λοιπὸν καθῆκον νὰ ὁμιλήσω ὡς ὡμίλησα ἕνεκα τῆς ὑψηλοτέρας αὐτῆς ἀντιλήψεως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀφεθῇ, ὅπως καλλιεργηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι ἀρκοῦσι τὰ ὅπλα καὶ ὁ στρατὸς καὶ ἡ ὀργάνωσις ἡ στρατιωτική, διὰ νὰ εὐροῶσι τὰ ἐθνικὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἐπὶ τὸ βῆμα, Κύριοι, μὲ ἀνήγαγε, παρὰ τὴν ἀρχικὴν ἀπόφασίν μου, ὅπως μὴ ὁμιλήσω, τὸ τελευταῖον ἰδίως μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος τὸ λεχθὲν ὑπ’ αὐτοῦ ὅτι (ἀναγινώσκει) «εὔχομαι νὰ μὴ ἐπέλθῃ στιγμὴ καθ’ ἣν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ μετανοήσῃ διὰ τὴν συνομολόγησιν, τῆς τοιαύτης εἰρήνης.» καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτοῦ ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του ὅτι ἡ συνθήκη αὕτη μειοῖ τοὺς ἐκ τῶν νικῶν θριάμβους ἡμῶν. Ὄχι πάλιν, Κύριοι, ἐξ ἐγωιστικῆς ἀντιλήψεως ἀλλ’ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὰ αἰσθήματα, πρὸς τὴν ἀντίληψιν τοῦ λαοῦ, τοῦ ἐνόπλου ἔθνους, τὸ ὁποῖον κατήγαγε τοὺς θριάμβους τοὺς πολεμικούς, ὧν ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὁ πολιτικὸς θρίαμβος, διαμαρτύρομαι κατὰ τοιούτων βλασφημιῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται, Κύριοι, εἶναι ἐγκληματικὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ζητῶμεν τὸν λαὸν αὐτόν, τὸν ἐπανερχόμενον ἀπὸ τὸν θριαμβευτικόν του πόλεμον, νὰ ἀποκαρδιώσωμεν καὶ ἀντὶ νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ ἀναλάβῃ τὰ εἰρηνικά του ἔργα μὲ τὴν πλήρη πεποίθησιν ὅτι διὰ τῶν θριάμβων του ἐπετέλεσε μεγαλουργήματα, ὅμοια τῶν ὁποίων ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν Ἱστορία ἀπὸ αἰώνων πολλῶν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ, νὰ θέλητε νὰ ἐνσταλάξητε εἰς αὐτόν, ἂν ὄχι τὴν ἀπογοήτευσιν, ἀλλὰ τὴν ἀμφιβολίαν τοὐλάχιστον μήπως τὸ χυθὲν αἷμα ἐχύθη ἀδίκως, μήπως τὰ κτηθέντα δὲν εἶναι ἀντάξια τῶν θυσιῶν, μήπως ὁ στρατὸς ἐπετέλεσε τὸ ἔργον του, ἀλλ’ ἡ τύφλωσις τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν ἐματαίωσε τὰ ἔργα του, ὅπως συνέβη ἐν Βουλγαρίᾳ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐλευθέρα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπίθεσις κατὰ μιᾶς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ μέχρι τοῦ ὁρίου αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ηὐρύνθησαν ἁπλῶς τὰ γεωγραφικὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ καὶ οἱ ψυχικοὶ καὶ οἱ διανοητικοὶ ὁρίζοντες τοῦ ἔθνους εὐκταῖον εἶναι νὰ ἐπέλθῃ ὁμοία εὔρυνσις εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τῶν εἰς ἑκατέραν τῶν μερίδων εὑρισκομένων Βουλευτῶν οὐχὶ χάριν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οὐδὲν ἔχει νὰ πάθῃ ἐκ τῶν ἐπιθέσεων τούτων, διότι τὸ ἔργον τὸ συντελεσθὲν δὲν θὰ κριθῇ οὔτε ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁριστικῶς οὔτε ἀπὸ τὸν τύπον τῆς αὔριον, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν Ἱστορίαν, ἐκείνη δὲ θὰ εἴπῃ τὴν ἐτυμηγορίαν τὴν ἀλάθητον, ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ὅστις ἐπὶ δεκατέσσαρας μῆνας ἔμεινε μακρὰν τῆς ἑστίας του, μὴ γνωρίζων πάντοτε ἂν τὰ φίλτατα τέκνα του εἶχον τὸν ἄρτον τῆς ἡμέρας, μαχόμενος, πετῶν ἀπὸ μιᾶς νίκης εἰς ἄλλην καὶ πάλιν ἕτοιμος ὅπως, ἂν ἡ Πατρὶς τὸ νομίσῃ ἀναγκαῖον, μεταβῇ καὶ ἀπὸ τοῦ δευτέρου καὶ εἰς τρίτον πόλεμον. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Νομίζετε ὅτι εἶναι θεμιτὸν νὰ κλονίσητε τὴν ἐμπιστοσύνην του καὶ νὰ μετριάσητε τὴν χαράν του, τὴν χαράν του, ἡ ὁποία εἶναι πολύτιμον ἠθικὸν κεφάλαιον μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ὁρμήσωμεν εἰς τὸν νέον βίον τὸν εἰρηνικόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον περιμένομεν ὅπως ἡ ἐδαφικῶς μεγαλυνθεῖσα Ἑλλὰς ὑπάρξῃ καὶ ἀληθῶς μεγάλη Ἑλλὰς καθ’ ὅλα τὰ στάδια τῆς ἀνθρωπίνης δραστηριότητος; Πλούσιοι εἶναι οἱ καρποὶ οἵτινες συνεκομίσθησαν ἐκ τῶν ἀγώνων τούτων. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ μαρτυρίας προσώπων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰς συζητήσεις τῆς αἰθούσης ταύτης· ἐπικαλοῦμαι μόνον φράσιν ἱστορικήν, ὅτι εἶναι πλούσιοι οἱ καρποὶ οἱ συγκομισθέντες διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, ἥτις εἶναι ἄθροισις τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Λονδίνου. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐπικαλεσθῶ παράδειγμα γείτονος ἡμῶν. Ἐγγὺς ἡμῶν ἡ Ἰταλία, Κράτος μέγα, τὸ ὁποῖον βαθύτατα λυποῦμαι ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσίν τινα πρὸς τὰ ἰδικά μας συμφέροντα σήμερον ἐν Ἠπείρῳ, ἀλλὰ Κράτος τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ πολιτισμοῦ, ἡ Ἰταλία, ὅτε πρὸ δύο ἐτῶν ἔκαμε τὴν ἐκστρατείαν τῆς Κυρηναϊκῆς καὶ τῆς Τριπολίτιδος, δὲν ἔπαυσε νὰ χαιρετίζῃ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἑκάστην ἐπιτυχίαν, μεγάλην ἢ μικράν, τῶν στρατευμάτων αὐτῆς. Δὲν θὰ εἴπω τίποτε τὸ θίγον βεβαίως τὴν μεγάλην ταύτην καὶ φίλην Δύναμιν, ἂν εἴπω ὅτι τὰ ἰδικά μας ἀποκτήματα τὰ ἐκ τοῦ πολέμου, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς ἐδιπλασιάσθη κατ’ ἔκτασιν καὶ ἐπολλαπλασιάσθη κατὰ πλοῦτον, ἐν ἀναλογίᾳ εἶναι πολὺ ἀνώτερα τῶν ἀποκτημάτων ἐκ τοῦ Κυρηναϊκοῦ πολέμου διὰ τὴν μεγάλην καὶ κραταιὰν Ἰταλίαν. Ἐκεῖ λοιπὸν ὄχι μόνον ἐχαιρετίσθη ἕκαστος τῶν στρατιωτικῶν, μεγάλων ἢ μικρῶν, θριάμβων ἐν πλήρει ὁμοφωνίᾳ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης ἐπεκυρώθη ἐν μέσῳ τῶν χειροκροτημάτων ὅλης τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος διεξήχθη ἓν ὁλόκληρον ἔτος μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς εἰρήνης, οἱ ἡγέται τῆς συνταγματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνόμισαν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτοὺς νὰ εἴπωσιν ὅτι τὸ ἔργον τὸ συντελεσθὲν ἐν Τριπολίτιδι εἶναι ἄψογον, ἡ Κυβέρνησις δὲ δὲν δύναται ἢ νὰ ἔχῃ τὴν ἐπιδοκιμασίαν πάντων. Δὲν ζητῶ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Ἀντιπολίτευσιν τοιαύτην συμπεριφοράν, ἀλλ’ ὅ,τι δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω εἶναι τοῦτο, ὅπως ἐμπνεόμενοι πάντες ἀπὸ τὰ νέα καθήκοντα τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιβάλλει ἡ νέα Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τῶν ὑπερλάμπρων ἀγώνων τοῦ ἐνδόξου στρατοῦ μας, ὅπως, λέγω, ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὰ νέα αὐτὰ καθήκοντα ζητήσωμεν νὰ λησμονήσωμεν τὸ παρελθὸν τὸ ἀπώτερον, ζητήσωμεν νὰ εὐρύνωμεν, ὅπως ηὐρύνθησαν τὰ γεωγραφικὰ ὅριά μας, νὰ εὐρύνωμεν τὰ ὅρια τῆς ψυχῆς καὶ ἀντιμετωπίσωμεν πάντες, μὴ διαιρούμενοι εἰς πτέρυγας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὰ νέα ἡμῶν καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἶναι καθήκοντα μεγάλα, καθήκοντα σοβαρά· διότι, ὡς εἶπεν ἀξιότιμος προλαλήσας, ἡ συνθήκη τῶν Ἀθηνῶν δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύησιν μακρᾶς εἰρηνικῆς περιόδου διὰ τὸ ἔθνος ἡμῶν. Οὐδεὶς γνωρίζει τί τέξεται ἡ αὔριον, ἀλλὰ τὸ καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ φροντίσωμεν μόνον, ὅπως μὴ ἀφήνωμεν νὰ χάνηται μηδεμία ἡμέρα, διὰ νὰ ἐνισχύηται ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τοῦ Κράτους πρὸς ἀντιμετώπισιν ὅλων τῶν ἐνδεχομένων περιπετειῶν, φροντίζωμεν δὲ συγχρόνως, ὅπως διατηρῶμεν ἀμείωτον τὸ ἠθικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιχαίροντος διὰ τοὺς θριάμβους του, ἑορτάζοντος δι’ αὐτούς, τοῦ λαοῦ ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους του, ὅπως μὴ τοῦ περιορίζουν τὴν χαράν, ὅπως μὴ τοῦ δηλητηριάζουν τὴν ἐντύπωσιν τὴν ἐκ τοῦ θριάμβου, καὶ ὅπως τὸν ἀφήσουν ἐν τῇ συναισθήσει ὅτι μεγάλα διέπραξε δι’ ὧν εἰργάσθη, ὅτι τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ πράξῃ, θέλει καὶ ταῦτα κατορθώσει, ἂν ἐμμείνῃ εἰς τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι ἐγκαινιάσθησαν ἀπὸ τετραετίας ἐν Ἑλλάδι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸν νέον πολιτικόν της βίον. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§181Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐφρόνουν, Κύριοι, καὶ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς πολιτικὴν συζήτησιν. Ἐφρόνουν τοῦτο καὶ φρονῶ, οὐχὶ μόνον διότι δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, ἄνευ τῶν ὁποίων πᾶσα συζήτησις θὰ εἶναι ἀτελής, ἀλλὰ διότι ἐνδομύχως πιστεύω, ὅτι συζήτησις γενικὴ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως διεξαγομένη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην θὰ εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Διατείνομαι δ’ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἑκάστοτε προβαίνει, δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· διατείνομαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, συζητουμένης τῆς συμβάσεως τῶν Ἀθηνῶν, προυκάλεσε γενικὴν συζήτησιν, προέβη αὐτὸς δῆθεν εἰς γενικὴν συζήτασιν, ὅπως ὑπὸ τὸ πρόσχημα ταύτης πλέξῃ τὸν πανηγυρικὸν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἔπραξέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Λέγω δ’ ὅτι αἱ δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει ἑκάστοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν συζητήσεσιν, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς ἐπιχειρήματα εἰς αὐτὸν ὑποβαλλόμενα, δὲν συντελοῦσιν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων. Καὶ ἔχομεν, Κύριοι, παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ὅλοι γνωρίζετε. Συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἡ δήλωσις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡμέραν τινά, ὅτι καὶ προσφερομένην τὴν Θράκην δὲν ἤθελε τὴν δεχθῆ; Ὅτε παρουσιάσθη περίπτωσις ἐν Βουκουρεστίῳ, ὅπως συζητήσῃ περὶ Θράκης, καὶ εἶχε τὸ καθῆκον νὰ συζητήσῃ περὶ Θράκης, ἀνεμνήσθη βεβαίως τῆς δηλώσεώς του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέφυγε πᾶσαν συζήτησιν, διότι ἡ δήλωσίς του αὕτη ἐκώλυεν αὐτὸν νὰ συζητήσῃ περὶ Θράκης. Καὶ χθὲς ἀκόμη, Κύριοι, προέβη εἰς ἑτέραν δήλωσιν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Καλέργης ἐξετάζων τὸ ἄρθρον 15 τῆς συμβάσεως, καθ’ ἃ τὰ δύο Ὑψηλὰ συμβαλλόμενα Μέρη ὑποχρεοῦνται νὰ τηρήσωσι τὰς ἀφορώσας εἰς Αὐτὰ διατάξεις τῆς ἐν Λονδίνῳ συνθήκης τῆς 30 Μαΐου 1913, συμπεριλαμβανομένων τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 τῆς ῥηθείσης συνθήκης, ἠρώτησε τὸν κ. Πρωθυπουργόν· διατί περιελήφθη ἡ διάταξις ἡ τελευταία τοῦ ἄρθρου «συμπεριλαμβανομένων τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 τῆς ῥηθείσης συνθήκης;». Ἀπαντῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀφελέστατα εἶπε πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν: Ἡ διάταξις αὕτη περιελήφθη τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει τῶν πληρεξουσίων τῆς Τουρκίας· δύνασθε νὰ μοὶ ἐξηγήσητε διατί προσετέθη ἡ διάταξις αὕτη; Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω διατί οἱ Τοῦρκοι ἐπέμενον. Ἀπῄτησεν ἡ Τουρκία, ὅπως ἡ διάταξις προστεθῇ. Μὴ ἐννοῶν τὸν λόγον τῆς ἐπιμονῆς τῶν Τούρκων ἀλλὰ μὴ διαβλέπων βλάβην δι’ ἡμᾶς ἐκ τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως συνῄνεσα εἰς ταύτην. Ἀνταπήντησεν ὁ κ. Καλέργης ὀρθότατα· δὲν νομίζετε ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀποκτῶσιν οἱ Τοῦρκοι δικαίωμα ὅπως τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λύσωσιν αἱ Μ. Δυνάμεις θεωρηθῇ ὡς ζήτημα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, παρέχον ἑπομένως εἰς τὴν Τουρκίαν δικαίωμα ὅπως ἀπαιτήσῃ αὐτὴ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων; Καὶ ἀπήντησεν ἀφελέστατα ὁ κ. Πρωθυπουργός· Ἐγὼ ἔχω σκοπὸν νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν τῶν Μ. Δυνάμεων. Κατὰ τί λοιπὸν θὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικά, ἂν τὸ ζήτημα καθίσταται προσωπικὸν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας; Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· νομίζει ὅτι, ἐκκρεμοῦς ὄντος τοῦ ζητήματος τῶν νήσων, ἡ δήλωσίς του, ὅτι «ἐγὼ θὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν τῶν Μ. Δυνάμεων», εἶναι δήλωσις ἡ ὁποία θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Καὶ θὰ μοὶ εἴπῃ: Ὑπάρχει ἄρθρον ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Λονδίνου, ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς λέγεται ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία ἀναθέτουσιν εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὰς νήσους. Καὶ γινώσκω τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργέ· Καθ’ ἣν στιγμὴν διαπραγματεύσεις διεξάγονται πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ὑποθέτω δ’ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν μένει μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ἀλλὰ προσπαθεῖ διὰ παντὸς τρόπου, ὅπως ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου ἀποβῇ εὐνοϊκὴ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποῖα ἐπιχειρήματα δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως προσπαθήσῃ νὰ ἐπιτύχῃ λύσιν εὐνοϊκὴν διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Ἀναμφισβητήτως τὸ ἐπιχείρημα τὸ βασιζόμενον ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ πηγάζοντος ἐκ τῆς κατακτήσεως τῶν νήσων ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, κατακτήσεως ἡ ὁποία ἐγένετο κατόπιν θυσιῶν, ἀγώνων, νικῶν, αἰχμαλωσιῶν ἐχθροῦ, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὑποθέτω, θὰ παραστήσῃ εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις ὅτι οἱαδήποτε ἀπόφασις, στεροῦσα τὴν Ἑλλάδα τῶν κατόπιν τοσούτων θυσιῶν κατακτηθεισῶν νήσων, τῶν κατοικουμένων ὑπὸ ἀμιγοῦς Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, θὰ ἦτο ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ ἔφερεν ἐξέγερσιν γενικὴν ἐν Ἑλλάδι, τὴν ὁποίαν καμμία Κυβέρνησις, ὅσον κραταιὰ καὶ ἂν εἶναι, θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐκτελέσῃ.
§182ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἐμποδίζεται νὰ γίνῃ τοῦτο σήμερον;
§183Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα· ἐμποδίζεται, κύριε Πρωθυπουργέ, ἀφοῦ λέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς: «Ἐγὼ θὰ ἐκτελέσω τὰς ἀποφάσεις τῶν Μ. Δυνάμεων»· διότι ἡ ἀπάντησις αὐτῶν εἰς τὰς ἀντιρρήσεις ὑμῶν θὰ εἶναι: Τί μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ κοινὴ ἐντύπωσις καὶ ἡ πιθανὴ ἐξέγερσις τῆς Ἑλλάδος; Ἡμεῖς ἔχομεν δήλωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ὅ,τι ἀποφασίσωμεν, θὰ ἐκτελεσθῇ. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δηλώσεων ὑμῶν καὶ ἰδοὺ διατί διατείνομαι ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ παρασύρησθε τοσοῦτον εὐκόλως εἰς ἀκαίρους καὶ ἐπικινδύνους δηλώσεις. Ἀλλὰ μήπως τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν προέβητε εἰς ἑτέραν δήλωσιν ἐπιβλαβῆ διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῆς συμβάσεως ὅλαι αἱ διακοπαὶ ὑμῶν ἔτεινον πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ὀρθότητος τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως. Ἅπασαι αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχον, παρουσιάζεσθε δὲ τὴν τελευταίαν ὥραν καί, ἐννοοῦντες ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξητε τὸ ὀρθὸν τῶν διατάξεων τούτων, ἐγκαταλείπετε ἐντελῶς τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν καὶ λέγετε: ὁμολογῶ ὅτι ὑπάρχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ κατακριθῶσιν, αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκονται οὔτε εἰς τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς συνωμολόγησε μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897. Ἀλλὰ τί νὰ κάμω;! Ἡ δύναμις τῆς Τουρκίας ἦτο πολὺ διάφορος ἐκείνης, ἡ ὁποία ἦτο πρὸ τῆς Τσατάλτσης· ἦτο πλέον ἰσόπαλος δύναμις ἡ Τουρκία.
§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἰσότιμος.
§185Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἰσότιμος. Παρ’ ὀλίγον θὰ ἔλεγεν ὅτι ἦτο ἰσχυροτέρα ἡμῶν. Ὀλίγον ἔλειψε νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν δήλωσιν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Τουρκία εἶναι ἰσχυροτέρα ἡμῶν. Καὶ ἐρωτῶ: Ὅτε τὸ ζήτημα τῶν νήσων μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας εἶναι ἀκόμη ἐν ἐκκρεμότητι, ὅτε πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ ἀποφανθῶσιν αἱ Δυνάμεις, νομίζετε ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔρχησθε ὑμεῖς νὰ ὁμολογῆτε ὅτι ἡ Τουρκία, ἂν δὲν εἶναι ἰσχυροτέρα ἡμῶν, εἶναι ἰσότιμος; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι αἱ δηλώσεις αὗται, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει μετὰ μεγάλης εὐκολίας ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι αἱ δηλώσεις αὗται εἰς ἃς προβαίνει, διότι νομίζει ὅτι ἵσταται τόσον ὑψηλά, ὥστε ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν οἱαδήποτε ἔκφρασις γνώμης καὶ ὅτι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ ἐλάχιστοι πολῖται, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀτενίσωμεν πρὸς τὸ ὕψος ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἵσταται καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ τολμήσωμεν ἔκφρασιν γνώμης ἀντίθετον πρὸς ἐκείνας τὰς ὁποίας διὰ τῶν δηλώσεών του ἐκφράζει. Ἀλλ’ ἐγὼ τολμῶ καὶ διατείνομαι ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἱ σχετιζόμεναι πρὸς ἐξωτερικὰ ζητήματα δέον νὰ διατυπῶνται μετὰ περισσοτέρας σκέψεως. Ἀλλά, Κύριοι, οὐδὲν μέχρι τοῦδε εἶπον περὶ συμβάσεως μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος. Ἡ περὶ ταύτης συζήτησις, αἱ ἐπ’ αὐτῆς ἐπικρίσεις, ἡ διὰ τῆς ἀναλύσεως τῶν ἄρθρων αὐτῆς ἀπόδειξις τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῆς δὲν προτίθεται νὰ συντελέσῃ εἰς μόρφωσιν γνώμης τεινούσης εἰς ἀπόκρουσιν τῆς συμβάσεως, διότι ὅλοι γνωρίζετε ὅτι κατὰ τύπους μόνον πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς συμβάσεως, καθόσον δὲν λησμονεῖτε ὅτι ὑπάρχει ἄρθρον ἐν αὐτῇ, ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς λέγεται ὅτι ἡ σύμβασις ἐφαρμόζεται ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς εἰρήνης ἤρξατο ἡ ἀποστράτευσις. Καὶ ἐρωτῶ· μετὰ τὴν ἀποστράτευσιν εἶναι δυνατὴ κἂν σκέψις περὶ ἀποκρούσεως τῆς συμβάσεως; Ἀλλὰ καθῆκον ἔχομεν, νομίζω, ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως, ἵνα ἐξετάσωμεν τὴν σύμβασιν ταύτην, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς γνωρίσῃ ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις αἱ περιληφθεῖσαι ἐν τῇ συμβάσει καὶ μάθῃ ἂν τὸ πρῶτον διπλωματικὸν ἀποτέλεσμα δύο νικηφόρων πολέμων, οἱ ὁποῖοι ἐδόξασαν τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον προβάλλεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀντάξιον τῶν μεγάλων θυσιῶν καὶ τῶν μεγάλων θριάμβων τοῦ Ἑλλ. στρατοῦ. Μετὰ τὴν ἐμβριθῆ ἐξέτασιν καὶ λεπτομερῆ ἀνάλυσιν, ἥτις ἐγένετο, τῶν ἄρθρων τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῶν προλαλησάντων κ. Βουλευτῶν πολλά, Κύριοι, δὲν προτίθεμαι νὰ προσθέσω, ἔχω ὅμως καθῆκον παρατηρήσεις τινὰς ἐπί τινων ἄρθρων τῆς συμβάσεως νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς. Καὶ πρῶτον τὸ ἄρθρον 2 λέγει: «Αἱ συνθῆκαι, αἱ συμβάσεις καὶ πράξεις αἱ συνομολογημέναι ἢ διατελοῦσαι ἐν ἰσχύϊ μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων θέλουσιν ἐπανέλθει ἀκεραίως ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς προκειμένης συμβάσεως, αἱ δὲ δύο Κυβερνήσεις πρὸς ἀλλήλας ὡς καὶ οἱ ὑπήκοοι αὐτῶν τίθενται ἐν τῇ αὐτῇ ἐν ᾗ εὑρίσκοντο πρὸ τῶν ἐχθροπραξιῶν καταστάσει». Ὀρθότατα παρετηρήθη ὅτι ἐπανέρχονται ἐν ἰσχύϊ αἱ κρατοῦσαι πρὸ τοῦ πολέμου συμβάσεις, ὅτι ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύϊ ἡ σύμβασις τοῦ 1881, ἡ ὁποία συνομολογήθη μετὰ παραχώρησιν ἐπαρχιῶν ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύϊ ἡ σύμβασις ἡ συνωμολογηθεῖσα μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897, ἀλλ’ ὅτι ἐπαναφέροντες ἐν ἰσχύϊ τὰς συμβάσεις ταύτας καθῆκον ἀπόλυτον ἔχομεν νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὸ πολλοῦ ἀπετέλουν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγέννα προστριβὰς καθημερινὰς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο. Ἐπαναφέρομεν ἐν ἰσχύϊ τὰς πρὸ τοῦ πολέμου ἰσχυούσας συμβάσεις, καὶ ἐρωτῶ· ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ ἐμπορικὴ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἔχει διάρκειαν 18ετῆ μόνον; Ὅτι συνομολογήθη τῷ 1903 καὶ ἑπομένως μετὰ παρέλευσιν 8ετίας, ἐὰν ἡ Τουρκία καταγγείλῃ τὴν σύμβασιν, ὅπερ βέβαιον, θὰ ὑφιστάμεθα ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἀμοιβαιότητος μετὰ τῆς Τουρκίας; Δὲν ἦτο δυνατὸν τουλάχιστον ἡ σύμβασις αὕτη νὰ παραταθῇ, ὅτε εἶναι γνωστὸν ὁποίας δυσκολίας ἔχει ἡ Τουρκία εἰς συνομολόγησιν συμβάσεων; Ἐπανέρχονται λοιπὸν αἱ συμβάσεις ἐν ἰσχύϊ καὶ ἅπασαι, ὅπως δηλοῖ τὸ ἄρθρον αὐτό. Καὶ δι’ αὐτὸ ὁμολογῶ ὅτι προχθὲς μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀποτεινόμενον πρός τινα τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅστις ἠρώτησεν· ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως τοῦ 1881, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Κράτους περὶ καταργήσεως σχέσεων καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ἰσχύει; Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν «ὄχι δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχύν».
§186ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶπον τοιοῦτό τι.
§187Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ τουλάχιστον οὕτως ἀντελήφθην τὴν ὑμετέραν ἀπάντησιν.
§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶπον ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ 1881 ἰσχύει, παρετήρησε δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει ἡ σύμβασις αὕτη, σημαίνει ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἡ ἐλευθερία τοῦ Κράτους περὶ τὴν κίνησιν τὴν νομοθετικὴν εἶναι μᾶλλον περιωρισμένη, διότι ἡ σύμβασις τοῦ 1881 περιέχει τοιούτους περιορισμούς. Εἶπον λοιπὸν τότε ὅτι οὔτε εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὑπάρχουν πλέον οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ κατόπιν τῆς νέας συμβάσεως, διότι οἱ περιορισμοὶ οἱ ὁποῖοι περιέχονται ἐν τῇ συμβάσει τῆς Θεσσαλίας ὁρίζουν τοῦτο, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ τοιοῦτος κανονισμὸς σχέσεων παρὰ μόνον διὰ νόμου γενικοῦ ἐφαρμοζομένου καὶ εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος. Ἐφ’ ὅσον ἀποκτῶμεν καὶ τὰς νέας ἐπαρχίας τοιαῦτα μέτρα δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθοῦν διὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ ὄχι διὰ τὸ λοιπὸν Κράτος. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν αἱ σχέσεις τῆς Θεσσαλίας εἶναι ὅμοιαι πρὸς τὰς ἐν Μακεδονίᾳ, δικαιούμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ.
§189Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἀμφισβητῶ λέγων ὅτι ἡ γνώμη ὑμῶν εἶναι ἐσφαλμένη, διότι σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε τί λέγει ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως τῆς 2 Ἰουλίου 1881 (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ, ὅπως πωλήσῃ τὰ κτήματά του εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ εἰς τρίτους οὐδὲ νὰ τοῖς παραχωρήσῃ μέρος ἐξ αὐτῶν· οὐδεμία δ’ ἐπίσης τροποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον». Καὶ ἐρωτῶ, ἂν ἡ διάταξις αὕτη ἐμποδίζει νὰ λύσητε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Θεσσαλίαν καθ’ ὃν τρόπον φρονεῖτε ὅτι τοῦτο δέον νὰ λυθῇ, δὲν ἐννοεῖτε ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ σᾶς ἐμποδίσῃ νὰ πράξητε τοῦτο καὶ μετὰ τὴν σύμβασιν τῶν Ἀθηνῶν, διότι εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς ὅλους ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Μακεδονία δὲν ἀποτελοῦσι τὸ ὅλον Βασίλειον καί, ὅπως ἔχητε πλήρη ἐλευθερίαν, πρέπει νὰ λάβητε μέτρα ἐφαρμοζόμενα εἰς ὅλον τὸ Βασίλειον.
§190ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑποθέτω νὰ δοθῇ τοιαύτη ἔννοια μέχρι τῶν τελευταίων χωρίων. Ἡ ἔννοια εἶναι πρόδηλος, νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ μόνον εἰς τὴν Θεσσαλίαν.
§191Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἄλλη ἔννοια· ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως τοῦ 1881 τῆς ἐπανερχομένης ἐν ἰσχύϊ, ῥητῶς ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ λάβητε μέτρα ἐφαρμοζόμενα καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι, ἂν εἴχετε διάθεσιν λύσεως τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων τὴν Θεσσαλίαν ἐν ἀπολύτῳ ἐλευθερίᾳ, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως μὴ ὑφίσταται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως τοῦ 1881. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μουφτήδων ἐλέχθησαν πολλὰ καὶ ἄριστα ἐλέχθησαν, ὀλίγα ἑπομένως θὰ εἴπω. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου τὸ ἄρθρον 11 δίδει εἰς τοὺς μουφτήδες τὰ δικαιώματα ἅπερ ἔχει ἐν Τουρκίᾳ ὁ Οἰκουμενικὸς Θρόνος, διότι ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν δὲν περιορίζεται ἐπὶ τῶν καθαρῶς θρησκευτικῶν ὑποθέσεων καὶ τῆς ἐποπτείας αὐτῶν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τῶν βακουφικῶν κτημάτων, ἀλλ’ ἀσκοῦσι τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν μεταξὺ Μουσουλμάνων ἐπὶ γάμων, διαζυγίων, διατροφῶν, ἐπιτροπειῶν, κηδεμονιῶν, χειραφεσίας ἀνηλίκων, ἰσλαμικῶν διαθηκῶν καὶ διαδοχῆς εἰς Θέσιν Μουτιβελλᾶ. Αὗται εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 11 τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως. Ὡς βλέπετε, ἡ δικαιοδοσία των ἐπεκτείνεται καὶ εἴς τινας ἐξ ἀδιαθέτου κληρονομίας καὶ φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κατακτητὴς ἰδίᾳ βουλήσει παρεχώρησεν εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον, τὰ παραχωρεῖ σήμερον ὁ κατακτητὴς εἰς τοὺς κατακτηθέντας ὄχι πλέον ἰδίᾳ βουλήσει, ἀλλὰ δυνάμει διεθνοῦς πράξεως ἐπιβληθείσης εἰς τὸν νικητὴν ὑπὸ τοῦ ἡττηθέντος καὶ διδούσης τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τουρκίαν ὅπως καθ’ ἑκάστην ἐξετάζῃ ἂν ἐκτελοῦνται ἐπακριβῶς αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως καὶ ἂν τὰ δικαιώματα τὰ χορηγούμενα εἰς τοὺς μουφτῆδες ἐξασκῶνται ἐλευθέρως ὑπ’ αὐτῶν. Ἰδοὺ τί γίνεται διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης τῆς περιφήμου, τῆς ἐπικληθείσης συμβάσεως τῶν Ἀθηνῶν, πρὸς τακτοποίησιν τῶν ζητημάτων μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος. Σημειώσατε δ’ ὅτι, ἂν ἐξετάσωμεν τὰ πρωτόκολλα τοῦ 1830, δὲν θέλομεν εὕρει ἐν αὐτοῖς μνείαν τῶν μουφτήδων. Ἄρχεται νὰ γίνηται μνεία τῶν μουφτήδων εἰς τὴν συνθήκην τοῦ 1881, συναφθεῖσαν μετὰ παραχώρησιν ὑπὸ τῆς Τουρκίας εἰς τὴν Ἑλλάδα δύο ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τότε ἡ δικαιοδοσία τῶν μουφτήδων περιορίζεται μόνον εἰς τὰς καθαρῶς θρησκευτικὰς ὑποθέσεις. Ἀλλὰ μήπως αἱ συμβάσεις μετὰ τῆς Ἑλλάδος μόνον περιορίζουσι τὰ δικαιώματα τῶν μουφτήδων εἰς καθαρῶς θρησκευτικὰς ὑποθέσεις; Ἐξετάσατε, παρακαλῶ, τὰς συμβάσεις ἄλλων Κρατῶν, τὴν σύμβασιν μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἀγγλίας περὶ Κύπρου καὶ θὰ ἴδητε ὅτι: «Ἡ δικαιοδοσία τῶν μουφτήδων περιορίζεται ἐπὶ ὑποθέσεων ἀποκλειστικῶς θρησκευτικῶν». Ἐξετάσετε τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου διά τε τὸ Μαυροβούνιον, τὴν Σερβίαν καὶ Βουλγαρίαν· θὰ ἴδητε ὅτι αὕτη ἀναγράφει ὅτι ἡ ἐλευθερία ἡ θρησκευτικὴ ἐξασφαλίζεται καὶ οὐδὲν πλέον. Περὶ μουφτήδων γίνεται λόγος εἰς τὴν σύμβασιν τῆς 6)19 Ἀπριλίου 1869 μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας, ἀλλὰ διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἀπέκτησε καὶ τόσα ἡ Βουλγαρία ἄνευ πολέμου, ὥστε ἦτο εὐνόητος ἡ παραχώρησις αὐτῆς καὶ ἡ ὑπ’ αὐτῆς ἀναγνώρισις τῶν μουφτήδων. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ ἡ δικαιοδοσία τῶν μουφτήδων περιορίζεται ἐπὶ θρησκευτικῶν ὑποθέσεων. Ἐκ τούτων προκύπτει, Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 11 τῆς συμβάσεως ἀποτελεῖ νεωτερισμὸν καὶ ὅτι πρώτην φορὰν ἐν συμβάσει μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ ἴσως πρώτην φορὰν ἐν συμβάσει μεταξὺ Τουρκίας καὶ ἄλλου Κράτους ἀναγνωρίζεται εἰς τοὺς μουφτῆδες δικαιοδοσία ἐπὶ ὑποθέσεων μὴ θρησκευτικῶν. Περὶ τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως τοῦ κανονίζοντος τὸ ζήτημα τῶν βακουφίων τί νὰ προσθέσῃ τις εἰς τὰ ὑπὸ τῶν προλαλησάντων λεχθέντα; Ἤκουσα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Γνωρίζω ὅτι κατὰ τὰς συνθήκας εἴτε τοῦ 1881 εἴτε τοῦ 1897 ἀναγνωρίζονται μόνον βακούφια ὧν αἱ πρόσοδοι ἀνήκουσιν εἰς εὐαγῆ καὶ φιλανθρωπικὰ καθιδρύματα ἐν Θεσσαλίᾳ εὑρισκόμενα, ἀλλὰ σήμερον διὰ πρώτην φορὰν ἐν συμβάσει μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος χορηγεῖται δικαίωμα εἰς τὰ ἐν Τουρκίᾳ κείμενα εὐαγῆ ἢ φιλανθρωπικὰ καθιδρύματα ὅπως ἀπολαύσωσι τῶν προσόδων τῶν κτημάτων των τῶν ἐν Ἑλληνικαῖς χώραις εὑρισκομένων. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη περιλαμβάνει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν περιελήφθησαν εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1881, ὅτε ἐπαναλαμβάνω, ἐπρόκειτο ἄνευ πολέμου ἡ Τουρκία νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἓν τμῆμα τῆς Ἠπείρου, δὲν εὑρίσκονται ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1897, συνομολογηθείσῃ μετὰ πόλεμον ὅπου κατὰ Κράτος ἐνικήθη ἡ Ἑλλάς. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· δικαιολογοῦνται αἱ διατάξεις αὗται τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶπε· τί ἠδυνάμην νὰ κάμω; Ἦτο δυνατὸν χάριν τῶν μουφτήδων ἢ χάριν τῶν βακουφίων ἢ χάριν τῆς προστασίας τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων νὰ παρατείνω τὰς διαπραγματεύσεις; Μὴ λησμονῶμεν δ’ ὅτι οἱ ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνες εἶναι πολλοί, καίτοι καταβάλλεται προσπάθεια ὅπως συνηθίσωμεν εἴς τινας φράσεις λίαν ἀμφιβόλους κατὰ τὴν κρίσιν μου. Λέγομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι ἠλευθερώθησαν σχεδὸν ἅπασαι αἱ Ἑλληνικαὶ χῶραι καὶ λησμονοῦμεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἀκόμη πολλαὶ χῶραι, ἔνθα τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον ἐπικρατεῖ· λησμονοῦμεν τὴν Θρᾴκην, τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ τοὺς ἐν αὐταῖς οἰκοῦντας Ἕλληνας, ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ οὐδεμία πρόνοια περὶ τούτων λαμβάνεται. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην· ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατόν, διότι ἡ Τουρκία δὲν ἐπέτρεπε τοῦτο. Ἔπρεπε τὸ ζήτημα τῶν μουφτήδων νὰ κανονισθῇ ἄλλως, ἀλλ’ ἡ Τουρκία δὲν συνῄνει· ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ ἄλλως τὸ ζήτημα τῶν βακουφίων, ἀλλὰ εὑρέθην ἀπέναντι ἀρνήσεως τῆς Τουρκίας· καὶ προέβη τότε εἰς ἱστορικὴν μελέτην, ὅπως ἀποδείξῃ ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἦτο πλέον ἡ Τουρκία ἡ πρὸ τῆς Τσατάλτσης, ἀλλ’ ἡ Τουρκία ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὰς ἑαυτῆς δυνάμεις, ἡ ὁποία πλέον εἶχε καταστῆ ἰσότιμος καὶ προκειμένου περὶ ἰσοτίμου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὴν ὡς ἡττημένην. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἂν τὰς ἰδέας ταύτας εἶχε περὶ Τουρκίας, καὶ ἂν τὰς ἰδέας ταύτας εἶχε μετὰ τὴν κατὰ τῆς Τσατάλτσης ἐπίθεσιν τῶν Βουλγάρων, καὶ ἑπομένως τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρξατο τῶν μετὰ τῆς Τουρκίας διαπραγματεύσεων, δὲν ἦτο συμφερώτερον νὰ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης ταχέως; Εἴπετε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβληθῇ ὑμῖν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο καὶ ἀπηντήσατε· προσεπάθησα νὰ ἐπιτύχω μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέτυχον καθ’ ὅλου, ἀλλ’ ἐπέτυχον ἄλλα ἐν μέρει τοὐλάχιστον. Εἴπετε· προσεπάθησα νὰ ἐξασφαλίσω τὸ ζήτημα τῆς ἰθαγενείας, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσα· προσεπάθησα νὰ ἐξασφαλίσω τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας ἀλλὰ δὲν κατώρθωσα νὰ τὸ ἐπιτύχω, ἀλλ’ εὑρέθην πρὸ δυσχερειῶν ἀνυπερβλήτων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων οἱ Τοῦρκοι πληρεξούσιοι ἐπεζήτουν, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι τὰ δικαιώματα, ἅπερ εἶχον οἱ ἀπόγονοι στρατηγῶν, εἰς τοὺς ὁποίους παλαιοὶ Σουλτάνοι παρεχώρησαν τὸ δικαίωμα τοῦ εἰσπράττειν δεκάτην ἐπί τινων κτημάτων, καί, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔθιγε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, ἐπέμενον καὶ παρετάθησαν αἱ διαπραγματεύσεις. Ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο ζήτημα 200,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἠρώτησε δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἂν ἦτο παντοτινὴ ἡ συνεισφορὰ αὕτη τῶν 200,000 καὶ εἶπεν ὅτι μεταβαίνει ἀπὸ τοὺς ἔχοντας σήμερον τὰ δικαιώματα ταῦτα εἰς τοὺς κληρονόμους αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ὑποθέτω πρὸς στιγμὴν ὅτι ἡ συνεισφορὰ αὕτη ἦτο παντοτινὴ καὶ ἐρωτῶ· διακόσιαι χιλιάδες κατ’ ἔτος ποῖον κεφάλαιον ἀντιπροσωπεύουσι; Τέσσαρα ἑκατομμύρια. Καὶ τότε ἐρωτῶ· πρὸς ἀποφυγὴν τῆς καταβολῆς τεσσάρων ἑκατομυρίων ἦτο ὀρθὸν νὰ κρατήσητε ἐν ἐπιστρατεύσει τὸν στρατὸν ὅλον τῆς Ἑλλάδος;
§192Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Καὶ τεσσαράκοντα δραχμῶν ἀκόμη ἂν ἦτο, ἀφεώρα τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους.
§193Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀφήσατε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, διότι καταβαλλομένου τοῦ κεφαλαίου δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ πλέον λόγος περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους. Ἄλλως τε πῶς νὰ γίνεται λόγος περὶ ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, ὅταν θὰ ἔχωμεν μουφτῆδες ἐξασκοῦντας ἐν Ἑλλάδι δικαστικὰ δικαιώματα; Δύναται νὰ γίνηται λόγος περὶ ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, ὅτε διὰ τῆς συμβάσεως ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ οἰκοδομήσωμεν ἐν Ἀθήναις τέμενος διὰ τοὺς Τούρκους καὶ ἄλλα τέσσαρα τεμένη εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος; Τί μοὶ ὁμιλεῖτε περὶ ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους; Καὶ κατὰ τί ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους προσεβάλλετο, ἂν κατεβάλλομεν ἓν ποσὸν τεσσάρων ἑκατομμυρίων; Ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους!... Ἑπομένως λέγω ὅτι ἄνευ λόγου τινὸς ἐτηρήσατε ἐπὶ τρεῖς μῆνας τὸν στρατὸν ἐν ἐπιστρατεύσει καὶ ἐπεβάλετε τοσαύτας ἀσκόπους στερήσεις εἰς τὸν στρατὸν αὐτόν, ἐπεβάλετε θυσίας ὑπερόγκους εἰς τὸ Κράτος, ἐπεβάλετε μεγάλας στερήσεις εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν στρατιωτῶν καὶ μεγάλην ἐλάττωσιν εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Δὲν ὑπάρχει καμμία δικαιολογία τῆς βραδύτητος ταύτης, διότι, ἂν δὲν ἐλέγετε μετὰ τόσης θετικότητος καὶ αὐθεντίας ὅτι ἡ Τουρκία εἶχεν ἀναλάβει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ ἐπιτύχωμεν παρ’ αὐτῆς παραχωρήσεις, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἦσθε ἐν γνώσει καθ’ ἣν στιγμὴν ἤρχισαν αἱ διαπραγματεύσεις, καὶ ἑπομένως ἀδικαιολόγητος εἶναι ἡ βραδύτης ἡ ὁποία ἐπῆλθε καὶ ἡ ὁποία τοσούτων κακῶν ἐγένετο πρόξενος. Ἀλλά, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τῆς ἀγορεύσεώς μου, περὶ εὐθυνῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, οὔτε εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτῶν. Εἶπον ποῖοι λόγοι σχετιζόμενοι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαγορεύουσι σήμερον τὴν συζήτησιν ταύτην. Λυποῦμαι ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι οἵτινες ὑποστηρίζομεν ὅτι λόγοι γενικοῦ συμφέροντος ἀπαγορεύουσι τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἐγὼ ἐνόμιζον πάντοτε ὅτι θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ὑπεμίμνησκεν εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον τοῦτο. Εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ὑπομνήσεως, Κύριοι, διότι συναισθανόμενοι τὴν σπουδαιότητα τῶν περιστάσεων, συναισθανόμενοι ὅτι δύο ζητήματα μεγάλα μένουσιν εἰσέτι ἐκκρεμῆ, τὸ ζήτημα τὸ Ἠπειρωτικὸν καὶ τὸ ζήτημα τὸ νησιωτικόν, θὰ ἐπράττομεν ἔργον βεβαίως ἀντιπατριωτικόν, ἂν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπεχειροῦμεν συζήτησιν ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ κατά τι μεμειωμένον τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐπιζητήσωμεν ἅπαντες ὅπως μείνῃ ὑψηλά, ἵνα ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσκολίας τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ μὴ ἀπαντήσω εἰς τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ. Ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι Πρωθυπουργὸς Κράτους τὸ ὁποῖον τοσαύτας ἔκαμε θυσίας, τὸ ὁποῖον διεξήγαγε δύο πολέμους οἵτινες ἐδόξασαν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, δύο πολέμους οἵτινες ἐδόξασαν τὸν Στρατηλάτην Βασιλέα καὶ τὸν στρατὸν τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ὅτι Πρωθυπουργὸς ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν εἶναι ἄμοιρος τῶν ἐπιτυχιῶν τούτων, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἵνα πλέξῃ τὸν πανηγυρικόν του· ἐνόμιζον ὅτι εἰς τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις τὸν ἔθηκαν ἤθελεν ἐννοήσει ὅτι ἡ Ἱστορία μίαν ἡμέραν θὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα εἴπῃ τί ἔκαμε καὶ τί δὲν ἔκαμε, χωρὶς ἐν τούτῳ νὰ τηρήσῃ τὴν ἐπιβαλλομένην ἀκρίβειαν: — Εἶναι ἔργον τύχης ἢ προνοίας, ἂν ὁ στρατὸς εὑρέθη ἕτοιμος; Εἶναι ἔργον τύχης ἢ προνοίας, ἂν ἀνετέθη ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν τότε Διάδοχον τοῦ Θρόνου, εἰς τὸν μόνον Στρατηγόν, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ τὸν στρατὸν εἰς τὴν νίκην; Καὶ ἐρωτῶ· δὲν νομίζετε ὅτι ἦτο δίκαιον ἵνα ἀναμνησθῇ ὁ Πρωθυπουργὸς ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι παλαίσαντες ἀγῶνα πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον οὗτος ἠγωνίσθη, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν τότε ἀρχηγόν, ὅτι ὑπῆρξαν ἄλλοι οἵτινες ἠγωνίσαντο ἀγῶνα κατὰ πολὺ δυσκολώτερον, ὅπως ἀναθέσωσι τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν τότε Διάδοχον; Ὑποθέτω ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ μνησθῇ καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ ἔθηκαν τὸν Διάδοχον τὸν ἐπὶ πολλὰ ἔτη διοικήσαντα αὐτόν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις σήμερον καυχᾶται ὅτι ἔθηκε τὸν τότε Διάδοχον ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Στρατοῦ, λησμονεῖ ὅτι συνεδέετο ἄλλοτε στενῶς μὲ ἐκείνους οἵτινες ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ὀρθὸν νὰ παύσῃ διοικῶν τὸν στρατὸν ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, καὶ ἂν ἀργότερον συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Διαδόχου εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἂν διὰ τοῦτο ἔπαινος αὐτῷ ὀφείλεται, θὰ ἠδυνάμην ἴσως, ἐὰν εἶχον διάθεσιν, νὰ μιμηθῶ τὸ παράδειγμά του, νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ μέρος τοῦ ἐπαίνου τούτου. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ζητῶ τοῦτο, διότι περὶ τούτου ἀδιαφορῶ πληρέστατα.
§194Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἴχετε τὸν Διάδοχον χωρὶς στρατόν.
§195Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Περιμείνατε, Κύριε! Περιμείνατε ὀλίγον. Ἦτο ὁ Διάδοχος χωρὶς στρατόν, λέγετε.
§196Λ. ΝΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§197Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι, ἂν δὲν ἦτο ζήτημα τύχης, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ προνοίας, ὅτι ὁ στρατὸς ἠδυνήθη νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἐπεχείρησεν, ἡ πρόνοια αὕτη δὲν ὀφείλεται εἰς τὸν Πρωθυπουργόν. Ὁ στρατὸς ὁ ἐπιχειρήσας τὸν πόλεμον ἦτο ὁ στρατὸς τὸν ὁποῖον ἄλλοι παρεσκεύασαν· ἦσαν ἄλλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προυμηθεύθησαν τὰ ὑλικὰ τὰ ἀπαιτούμενα ὅπως κινηθῇ ὁ στρατός· ἦσαν ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν, ὅπως κινητοποιηθῇ ὁ στρατός, ὅπως φθάσῃ εἰς τὴν θέσιν του τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ· ἄλλοι οἱ προμηθεύσαντες ὁπλισμόν, ὅπλα, πυροβόλα, ἱματισμόν. Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν ἔκαμε λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὰ πάντα ἀπέδωκεν ἐσφαλμένως καὶ ἀνακριβῶς εἰς τὴν πρόνοιαν αὐτοῦ. Συγχαίρω αὐτόν, τόσον εὐκόλως διακηρύττοντα ὅτι ἔργα αὐτοῦ εἶναι τὰ ὑπ’ ἄλλων τελεσθέντα, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ δόξα ἡ ἐκ τῶν ἀνδραγαθημάτων τοῦ Στρατοῦ προελθοῦσα εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε θὰ ἠδύνατο ἴσως, ἂν εἶχε πνεῦμά τι δικαιοσύνης, ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι καὶ ἄλλοι εἰργάσθησαν καὶ κατά τι συνετέλεσαν εἰς τὴν παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ στρατός, ὅστις ὑπ’ ἄλλων παρεσκευάσθη. Εἶναι τὸ ναυτικόν. Δὲν εἶναι βεβαίως τῆς τύχης ἀποτέλεσμα ἂν ὁ στόλος ἠδυνήθη νὰ κινηθῇ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· Ἂν ὁ στόλος ἠδυνήθη νὰ κινηθῇ καὶ νὰ νικήσῃ, ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὰς ἐνεργείας καὶ τὴν πρόνοιαν ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ, ἢ ὀφείλεται εἰς τὰς ἐνεργείας καὶ τὴν πρόνοιαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρεσκεύασαν τὸν στόλον; Ἐγὼ γινώσκω ὅτι τῇ ἐνεργείᾳ ὑμῶν τέσσαρα ἀντιτορπιλλικὰ προυμηθεύθησαν, ἀλλὰ γινώσκω ὅτι μέχρι τέλους τοῦ πολέμου τὰ ἀντιτορπιλλικὰ αὐτὰ ἔμειναν ἄνευ τορπιλλῶν — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε — καὶ νομίζω ὅτι, ὡς πρὸς τοῦτο τὸ κεφάλαιον τοὐλάχιστον, ἡ πρόνοια ὑμῶν δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη οἵαν ἠθελήσατε νὰ παραστήσητε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι ἔργον τύχης ἀλλ’ οὔτε τῆς ὑμετέρας προνοίας. Διὰ νὰ κινηθῇ στρατὸς καὶ στόλος, ἀπαιτοῦνται χρήματα. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, οἵτινες ὑποθέτω ὅτι ὅλοι ἦσθε ἐν γνώσει τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος τὰ ἂν ἐν τοῖς ταμείοις χρήματα εἰσῆλθον ἐν αὐτοῖς ἐκ προνοίας τῆς Κυβερνήσεως ἢ προῆλθον ἐκ δανείων συνομολογηθέντων ὑπ’ ἄλλων; Τοῦτο γινώσκομεν ὅλοι, καὶ ὑμεῖς καὶ ἐγώ· εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμένω. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα, Κύριοι. Ἐξακολουθῶν ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπεν· εἶναι ἔργον τύχης ἢ προνοίας ἡ συνομολόγησις τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας συνθήκης; Ἆ, ἐδῶ, Κύριοι, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία· ἐδῶ ἡ συνθήκη εἶναι ἔργον ἰδικόν σας ἀπολύτως· ἔργον ὑμέτερον εἶναι ἡ συμμαχία μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συνομολογήσεως τῆς συμμαχίας ταύτης, ὅτε αὕτη ἀνηγγέλλετο εἰς τὴν Βουλήν, τότε βεβαίως θὰ ἐδίσταζέ τις νὰ ἐκφέρῃ περὶ αὐτῆς γνώμην, ἀλλὰ σήμερον μετὰ τὰ τελεσθέντα νομίζετε ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς συμμαχίας ταύτης; Ἐὰν ὁ Θεὸς, ὁ ὑπό τινος συναδέλφου κληθεὶς σκανδαλωδῶς φιλέλλην, καὶ τὸν ὁποῖον ἐγώ, ὁ μὴ ἀρεσκόμενος εἰς ὑπερβολάς, καλῶ Μέγαν τῆς Ἑλλάδος Θεόν, ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἤθελε τυφλώσει εἴτε Δάνεφ εἴτε Σαββὼφ εἴτε Βασιλέα, δὲν ποιοῦμαι μεταξὺ αὐτῶν διάκρισιν, καίτοι ὑμεῖς προσεπαθήσατε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τῆς μεταξὺ αὐτῶν εὐθύνης, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐλύσατε, διότι δὲν εἶναι ἀκόμη γνωστὰ τὰ γεγονότα, ἐάν, λέγω, ὁ Θεὸς δὲν ἤθελε τυφλώσει ὅλους αὐτούς, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πρώτου πολέμου ποῖα θὰ ἦσαν, κ. Πρωθυπουργέ; Μικρὰ ἐπέκτασις τῆς Ἑλλάδος, μεγίστη ἐπέκτασις τοῦ Βουλγαρικοῦ Κράτους, μικρὰ Ἑλλὰς ἀπέναντι πανισχύρου ἐν τοῖς Βαλκανίοις Βουλγαρίας. Αὐτὰ θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς μετὰ τῆς Βουλγαρίας συμμαχίας. Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ δεύτερος πόλεμος, ὁ ὁποῖος ἔσωσε κατ’ ἐμὲ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα τύχης, ἀλλὰ προνοίας ὁ δεύτερος πόλεμος· ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι προχθὲς διὰ μακρῶν μᾶς ἀνέπτυξεν ὅτι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ἦτο ἐναντίος τοῦ δευτέρου πολέμου.
§198Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐθρήνει.
§199Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτι προσεπάθει νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν μετὰ τῶν Βουλγάρων, ὅτι ἤθελεν ἐγκαταλείψει καὶ Καβάλλαν καὶ Σέρρας, ὅπως ἀποφύγῃ τὸν πόλεμον.
§200ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ Πάγγαιον.
§201Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ θὰ εἴχομεν ὡς ὁροθετικὴν γραμμὴν τὸ Ὀρφανό.
§202Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς Ἐλευθεράς.
§203Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἂν ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ, λέγω ὅτι ὁ δεύτερος πόλεμος ὁ σώσας τὴν Ἑλλάδα, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποκλειστικὸν ἔργον ὑμῶν, ὡς ἔργον τῆς ὑμετέρας προνοίας. Ἡμέραν τινὰ καθ’ ἣν θὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἔγγραφα, ὅταν ταῦτα ὅλα κατατεθῶσι, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσωμεν ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως μέχρι σήμερον. Θὰ εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς, ἵνα ἐξετάσωμεν κυρίως ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ διπλωματικὴ κατεύθυνσις, τὴν ὁποίαν ἡ πολιτικὴ αὕτη ἐξηκολούθησε, καὶ ἂν αὕτη ἔφερεν εἰς ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ἢ ἐὰν τοὐναντίον ἠθέλομεν ἀκολουθήσει ἄλλην διπλωματικὴν κατεύθυνσιν, ἂν τὰ ἀποτελέσματα τῶν μεγάλων ἡμῶν στρατιωτικῶν ἐπιτυχιῶν θὰ ἦσαν ἀλλοῖα. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ σήμερον, διότι οὔτε ἔγγραφα ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν οὔτε τὴν ἱστορίαν ὁλόκληρον τῆς ὑποθέσεως δυνάμεθα νὰ ἐκθέσωμεν. Καὶ ἐπιφυλασσόμεθα, Κύριοι, ὅπως τοιαύτην συζήτησιν προκαλέσωμεν ἐν ὥρᾳ εὐθέτῳ. Εὑρίσκομεν ὅμως ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, ὅτε γινώσκετε ὅτι οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν δὲν εἶναι ἐφωδιασμένοι μὲ ὅλα τὰ μέσα τὰ ὁποῖα κατέχετε ὑμεῖς, ἵνα ἔρχησθε προκαλοῦντες γενικὴν συζήτησιν καὶ πολιτικὴν τοιαύτην, ὅτε εἶσθε πεπεισμένοι ὅτι οἱ ἀντίπαλοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσωσιν ὑμᾶς.
§204Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριοι, καλούμενοι ἵνα δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν ἐπὶ τῆς συνθήκης πρὸ παντὸς καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον αἱ συμφωνίαι αἱ ἐν αὐτῇ περιλαμβανόμεναι ἀνταποκρίνονται εἰς ἐκεῖνα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, πρὸς τὰ ὁποῖα ἀποσκοποῦσιν. Ἕπεται τῆς συζητήσεως ταύτης, ἥτις θὰ καθορίσῃ τὴν ἀξίαν τῶν συμφωνηθέντων, ἡ συζήτησις περὶ τῶν εὐθυνῶν, ἂν τὰ συμφωνηθέντα κακῶς ἔχουσιν. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ὑμετέραν κρίσιν παρατηρήσεις τινάς, εἰς ἃς προῆλθον ἐξετάσας τὰς διαφόρους τῆς συνθήκης συμφωνίας. Τὰ ἄρθρα πρῶτον καὶ δεύτερον τῆς συνθήκης προνοοῦσι περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ καθεστῶτος, τοῦ πρὸ τοῦ πολέμου ὑπάρχοντος, ἀνακαλοῦσι δὲ εἰς τὴν ζωὴν ὁλόκληρον τὸ συμβατικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐρρύθμιζε πρὸ τῆς ἐκρήξεως τοῦ πολέμου τὰς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας σχέσεις. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας παρουσίαζε τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, εἴτε ἐν τῇ διατυπώσει αὐτοῦ εἴτε ἐν τῷ τρόπῳ κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόζετο. Εἶναι ταῦτα γνωστὰ εἰς ὑμᾶς πάντας, ἐξετέθησαν δὲ ἐπαρκῶς καὶ ὑπὸ τῶν προλαλησάντων. Εἶναι γνωστὸν κατὰ ποῖον τρόπον τόσον τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, ὅσον καὶ τὰ συμφέροντα τῶν Ὀθωμανῶν μὲν ὑπηκόων, μεθ’ ὧν ὅμως δεσμοὶ στενώτατοι συνδέουσιν ἡμᾶς, τὰ συμφέροντα τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Χριστιανῶν, προσεβάλλοντο κατὰ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω διατί παρελείφθη ἡ συμπλήρωσις τοῦ συμβατικοῦ τούτου καθεστῶτος, τοῦ ἀποκαθισταμένου διὰ τῆς συνθήκης. Ἐφιστῶ ὅμως τὴν προσοχὴν ἐφ’ ἑνὸς σημείου. Ἐνῷ ἡμεῖς ἐπανεφέραμεν ἁπλῶς τὸ πρώην καθεστὼς ἡμῶν, ἡ Τουρκία διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου ἐπέτυχε βελτίωσιν αὐτοῦ ὡς πρὸς αὐτήν. Διότι ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ προστίθεται ὅτι «τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3 συνημμένον τῇ παρούσῃ συμβάσει πρωτόκολλον ἐφαρμοσθήσεται ἐν ἁπάσαις ταῖς χώραις τῆς Ἑλλάδος». Ἐπεκτείνεται δηλαδὴ τὸ πρωτόκολλον τοῦτο καὶ ἐπὶ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Καὶ περιέχει τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ ἕνα τῶν ἐπαχθεστέρων ὅρων, τὴν ἐγκατάστασιν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν μουφτήδων, περὶ τῆς ὁποίας θὰ διαλάβω μετ’ ὀλίγον. Τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 3 πραγματεύεται περὶ ἀμνηστίας. Ἵνα ἐννοήσωμεν, Κύριοι, τὴν ἀξίαν τῆς συμβάσεως, ἣν συζητοῦμεν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐν προγενεστέροις χρόνοις ἐκανονίσθησαν μετὰ τῆς Τουρκίας παρόμοια θέματα, καὶ νὰ παραβάλωμεν τὰ τότε πρὸς τὰ ἤδη συμφωνηθέντα. Αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐγένετο συμφωνία περὶ παροχῆς ἀμνηστίας ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας πρὸς Ἕλληνας, οὐχὶ Ἕλληνας ὑπηκόους, ἀλλ’ Ἕλληνας οἱ ὁποῖοι ἐν μεγίστῳ ἀριθμῷ διεβίουν καὶ διαβιοῦσιν ἐν Τουρκίᾳ, εἶναι αἱ ἑξῆς. Ἡ ἀμνηστία ἡ χορηγηθεῖσα κατὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἡ ἀμνηστία ἥτις διαλαμβάνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Λονδίνου τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἀναγινώσκων κατὰ λέξιν τὸ ἄρθρον ἐν ᾧ ἔχει διατυπωθῆ. Εἶναι ἡ διατύπωσις γενικωτάτη καὶ οὐδένα ἐξαιρεῖ. Δευτέρα περίπτωσις, καθ’ ἣν ἐγένετο λόγος περὶ ἀμνηστίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, εἶναι ἡ τῆς παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας κατὰ τὸ 1881. Ἐν τῇ συνθήκῃ τῆς 24 Μαΐου 1881 ἐν ἄρθρῳ 17 ἐχορηγήθη ἐπίσης γενικὴ ἀμνηστία. Εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐν τῇ συνθήκῃ ταύτῃ συμφωνεῖται ὅτι χορηγεῖται ἡ ἀμνηστία «εἰς πάντα τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἤθελον περιπλακῆ ἢ ἐκτεθῆ εἰς τὰ πολιτικὰ γεγονότα τὰ προηγηθέντα τῆς συνθήκης». Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν εἶχε γίνει πόλεμος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ πᾶσα ἀνωμαλία ἐκ μέρους Ἑλλήνων ἐν Τουρκίᾳ ἦτο γεγονὸς πολιτικὸν καὶ ἡ ἀμνηστία ἑπομένως ἦτο γενική. Τρίτη περίπτωσις ἀμνηστίας παρασχεθείσης ὑπὸ τῆς Τουρκίας ἦτο ἡ μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897. Ἡ ἀμνηστία τότε συνεφωνήθη διὰ δηλώσεως παρηρτημένης εἰς τὴν ἀπὸ 6 Νοεμβρίου 1897 προκαταρκτικὴν πρᾶξιν εἰρήνης καὶ ἡ διατύπωσις αὐτῆς ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἄρθρον 4ον τῶν προκαταρκτικῶν καθορίζει ὅτι ἡ συνθήκη ἡ ὁριστικὴ θέλει περιλαμβάνει ῥήτραν σχετικὴν πρὸς τὴν ἀμνηστίαν. Πρὸς διευκόλυνσιν τῆς μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων καὶ πρὸς ἐπιτάχυνσιν τῆς ἐπανόδου τῶν οἰκείων ὑπηκόων, συνεφωνήθη ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν κύρωσιν τῆς προκαταρκτικῆς πράξεως τῆς εἰρήνης, γενικὴ ἀμνηστία θέλει προκηρυχθῆ ἀμφοτέρωθεν διὰ τοὺς ὑπηκόους τῶν δύο χωρῶν τοὺς ἐνοχοποιηθέντας ἕνεκα τοῦ πολέμου. Τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνονται καὶ ἐν τῇ ὁριστικῇ συνθήκῃ περὶ εἰρήνης τῆς 22 Νοεμβρίου 1897 ἐν ἄρθρῳ 5. Τοιαῦται ἦσαν αἱ ἀμνηστίαι αἱ μέχρι τῆς παρούσης συνθήκης συνομολογηθεῖσαι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ὁποία τις εἶναι ἡ διατυπωθεῖσα ἐν τῇ παρούσῃ συνθήκῃ; Ἡ διατύπωσις ἡ δοθεῖσα ἐν τῇ συνθήκῃ περὶ ἧς κρίνομεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, εἶχεν ἤδη γίνει ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν Λονδίνῳ. Ἐκεῖ οἱ πληρεξούσιοι τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν συνεζήτησαν μετὰ τῶν τῆς Τουρκίας διαπραγματευόμενοι μετ’ αὐτῶν περὶ καταρτίσεως συνθήκης οἵα ἡ παροῦσα. Κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ὑπέβαλον οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Βαλκανικῶν καὶ σχέδιον τῆς συζητουμένης συνθήκης. Δι’ αὐτοῦ ἐζήτησαν, ἵνα ἡ ἀμνηστία εἶναι γενική. Οἱ Τοῦρκοι ἠξίωσαν νὰ προστεθῇ ὁ περιορισμὸς ὅτι ἡ ἀμνηστία χορηγεῖται εἰς τοὺς διωκτέους μόνον διὰ τὰ πολιτικὰ γεγονότα. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐζητήθη ἡ προσθήκη τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ, τῶν πολιτικῶν γεγονότων, εἶναι κατάδηλος. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεγνώρισεν ὅτι διὰ τῆς προσθήκης ταύτης ἐγένετο ἐξαίρεσις ὡρισμένων κατηγοριῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐμνημόνευσε. Διότι ἤκουσα λεχθὲν ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθῶμεν ὑφιστάμενοι τὰ δεινὰ τῆς παρατάσεως τῆς ἐπιστρατείας, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν ὅτι οἱ ἀνυπότακτοι καὶ οἱ λιποτάκται Ἕλληνες Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι δὲν θὰ τιμωρηθῶσιν.
§205Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀληθῶς ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν ἐγένετο συμφώνως πρὸς τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν.
§206Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ οὕτως οἱ λιποτάκται Ἕλληνες, οἱ ἐκ Τουρκίας, ὡς καὶ οἱ ἀνυπότακτοι, ἤτοι οἱ Ἕλληνες οἱ ἀρνηθέντες νὰ φέρωσιν ὅπλα κατὰ τῶν ἀδελφῶν των, θὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς ἀμνηστίας. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἡ διάκρισις τῆς ἀμνηστίας, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον ἐπετεύχθη ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος κατὰ πάσας τὰς ἐν τῷ παρελθόντι περιστάσεις, καθ’ ἃς ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ χορηγηθῇ τοιαύτη διὰ συνθήκης, ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἀμνηστίας ἐκείνης καὶ τῆς διὰ τῆς παρούσης συνθήκης εἶναι οὐσιωδεστάτη. Καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ἀναλογισθῆτε τὴν θέσιν τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ ἐκπατρισθῶσι, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν Τουρκίαν ὑπὸ κατηγορίαν, οἵα ἡ βαρύνουσα αὐτούς, ἀφοῦ δὲν θὰ ἀπολαύσωσι τῆς ἀμνηστίας· Καὶ εἶναι χιλιάδες ἀδελφῶν μας αὐτοί, οὓς δὲν ἐπροστατεύσαμεν ἤδη νικηταὶ ὅσον ἐπροστατεύσαμεν αὐτοὺς κατὰ τὸ 1897 ἡττημένοι. Ἕτερον ἄρθρον μείζονος σπουδαιότητος εἶναι τὸ κανονίζον τίνες θέλουσιν ἀπολαύσει τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἐκ τῶν συνδεομένων κατά τινα τρόπον μετὰ τῶν χωρῶν αἱ ὁποῖαι παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐπὶ τούτῳ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἐκθέσω κατὰ ποῖον τρόπον ἐκανονίσθη ἡ ἔκτασις τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας συνεπείᾳ σχέσεως πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε ἀπήλαυσαν τῆς ἐλευθερίας των· καὶ θὰ προβῶ εἰς τὴν ἀναδρομὴν ταύτην ὄχι μόνον διὰ τὴν σύγκρισιν ἀλλὰ καὶ διότι ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐρρυθμίσθη ἐν τῷ παρελθόντι τὸ θέμα τοῦτο, θέλετε συναγάγει ἀρχὴν γενικωτέραν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἐκθέσω, ἀφοῦ σᾶς ἀνακοινώσω τὰς σχετικὰς συνθήκας, διὰ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκανονίσθη τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας ἐν ταῖς ἐλευθερουμέναις ἑκάστοτε χώραις. Δύο μέχρι τοῦδε τμήματα τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς πατρίδος ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τοῦ κατακτητοῦ. Ἡ πρώτη ἀπόσπασις ἦτο ἐκείνη ἥτις ἔθηκε τὴν βάσιν τοῦ πρώτου μικροῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Τί ἐγένετο τότε; Κατὰ τὴν 3ην Φεβρουαρίου 1830, ὅτε συνεφωνήθη τὸ ἐν Λονδίνῳ Πρωτόκολλον μεταξὺ τῶν Προστατίδων Μεγάλων Δυνάμεων, ποίαν ἔθηκαν αὗται βάσιν; Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἕκτον ἄρθρον τοῦ πρωτοκόλλου· «Ἡ Ὀθωμανικὴ Πύλη θὰ χορηγήσῃ εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων της, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐγκαταλίπωσι τὸ Τουρκικὸν ἔδαφος, προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους, ἵνα πωλήσωσι τὰς ἰδιοκτησίας των καὶ ἀπέλθωσιν ἐλευθέρως ἐκ τῆς χώρας».
§207Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνθήκη εἶναι αὐτὴ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας;
§208Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ ἔγγραφον τὸ καταστατικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.
§209Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς λοιπὸν ἡ σχέσις;
§210Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς τὴν εἴπω, σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι εἶπον ὅτι ποιοῦμαι ἀνάπτυξιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ὄχι μόνον διὰ τὴν σύγκρισιν ἀλλὰ καὶ ἵνα συναγάγωμεν ἐξ αὐτῶν γενικώτερον ἀξίωμα ἐπικρατῆσαν, ὃ θὰ ἐκθέσω, ἐν τῇ διαρρυθμίσει τῶν τοιούτων ζητημάτων. Ἀκριβῶς δὲ τὸ ὅτι ἡ διαρρύθμισις ἐγένετο ὑπ’ ἐκείνων, ὑφ’ ὧν ἐγένετο, παρέχει εἰς τὸ ἀξίωμα, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω, μεῖζον τὸ κῦρος. Μὴ σπεύδετε λοιπόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ τῆς συνθήκης ὄχι μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατῴκουν ἢ κατήγοντο ἀπὸ τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν τὸ συνιστώμενον τότε Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τοῦ ὁποίου τὰ ὅρια δὲν εἶχον ἀκόμη διαγραφῆ, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολαύσωσι τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, ἀλλ’ ἐλαμβάνετο πρόνοια καὶ διὰ τοὺς Ἕλληνας τοὺς εὑρισκομένους ἔξω τῶν ὁρίων τοῦ συνιστωμένου Βασιλείου, ἵνα διευκολυνθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ εἴσοδος εἰς τὴν χώραν ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ἐλευθερωθῇ καὶ ἡ ἀπόκτησις τῆς ἰθαγενείας τοῦ νέου Βασιλείου. Κατὰ τὴν 16 Ἰουνίου 1830 ἐγένετο ἕτερον πρωτόκολλον. Ἀμφότερα τὰ πρωτόκολλα εἶναι σύμβασις μεταξὺ τῆς Τουρκίας καὶ τῶν προστατίδων Δυνάμεων. Διὰ τοῦ δευτέρου ἐκανονίζετο λεπτομερέστερον τίνες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ χῶραι τῆς Τουρκίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδύνατο ἐλευθέρως νὰ γίνῃ μετανάστευσις Ἑλλήνων πρὸς τὰς ἐλευθερουμένας χώρας. Καὶ ἀναγράφονται πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Τουρκίας ἐν ταῖς ὁποίαις ἐπικρατεῖ ἢ κατοικεῖ Ἑλληνισμός, ὄχι μόνον ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, ἥτις καὶ αὐτὴ ῥητῶς ἐμνημονεύετο. Ἐπίσης ὅλαι αἱ ἐν Εὐρώπῃ ἐπαρχίαι τῆς Τουρκίας καὶ αἱ νῆσοι. Ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν χωρῶν ἐπεβλήθη εἰς τὴν Τουρκίαν ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέρους τοὺς ἐκεῖ κατοικοῦντας, τοὺς ἐκεῖ γεννηθέντας, τοὺς μετ’ ἐκείνων τῶν χωρῶν συνδεομένους, οὐδένα δὲ σύνδεσμον ἔχοντας πρὸς τὸ ἐλευθερούμενον ἔδαφος, ἵνα συνδέσωσι τὴν μέλλουσαν αὐτῶν ἰθαγένειαν μετὰ τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου. Ἤρκει νὰ ἦσαν Ἕλληνες κατ’ ἐθνικότητα. Ταῦτα ἐγένοντο κατὰ τὸ 1830. Ἡ ὁροθεσία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου κατέστη ὁριστικὴ τῇ 7ῃ Δεκεμβρίου 1835. Τῇ 9ῃ Δεκεμβρίου 1835 αἱ προστάτιδες Δυνάμεις ἀνεκοίνωσαν αὐτὴν πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἥτις ἀπεδέχθη αὐτήν. Συγχρόνως ἀνεκοίνωσαν τῇ Τουρκίᾳ ὅτι ἡ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ κατὰ τὰ πρωτόκολλα τοῦ 1830 ἡ μετανάστευσις ἐκ τῶν λοιπῶν Τουρκικῶν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης καὶ θεωροῦσιν Ἕλληνας ἰθαγενεῖς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸς τὸ νέον Βασίλειον μετενάστευσαν ἢ ἤθελον ἐντὸς ἔτους μεταναστεύσει, ἀρκεῖ νὰ φέρωσι τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ Ἕλληνος, τὴν ἐθνικότητα Ὀθωμανοῦ ὑπηκόου. Κύριοι, ἡ βάσις αὐτὴ εἶναι βάσις τοιαύτης εὐρύτητος, ὥστε παρέχει σαφὲς καὶ ἀναμφίβολον τὸ πόρισμα ὅτι πρόκειται περὶ ἐμφανίσεως τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀρχῆς τῆς ἐθνικότητος ὡς συνδέσμου πρὸς τὸ νέον Βασίλειον καὶ ὑπὲρ τοὺς δεσμοὺς ὅσοι ὑφίσταντο πρὸς τὸ ἔδαφος αὐτοῦ, διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς σταθερῶς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐπεκράτει ἡ ἀρχὴ τοῦ διεθνοῦς δικαίου ὅτι, ἀποσπωμένου τμήματος χώρας ἀπό τινος Κράτους, ἐκεῖνοι μόνον συνακολουθοῦσι τὸ τμῆμα, οἵτινες συνδέονται πρὸς τὸ ἔδαφος αὐτοῦ, εἴτε ὡς κατοικοῦντες εἰς αὐτὸ εἴτε ὡς καταγόμενοι ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐδάφους. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου βλέπομεν ὅτι οὐχὶ μόνον οἱ κατοικοῦντες εἰς τὸ ἀποσπασθὲν ἔδαφος ἢ καταγόμενοι ἐξ αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ πᾶς Ἕλλην τὴν ἐθνικότητα, ἰθαγενὴς καὶ Ὀθωμανός, δύναται ἁπλῶς μεταναστεύων νὰ κτήσηται τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Παρὰ τὴν ἀρχὴν τῆς πρὸς τὸ ἔδαφος σχέσεως εἰσάγεται ἡ ἀρχὴ τῆς σχέσεως πρὸς τὴν ἐθνικότητα, ἡ ὁποία ὀργανοῦται διὰ τοῦ νέου Βασιλείου, καὶ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀναγνωρίζεται ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις τούτοις. Μὲ τοιαύτην εὐρύτητα, ὑπὲρ τὰ ὅρια τὰ τασσόμενα ὑπὸ τῶν ἀνεγνωρισμένων ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἐγένετο ἡ ῥύθμισις τοῦ θέματος τότε. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1881, ὁπότε ἡ Τουρκία παραχωρεῖ εἰς ἡμᾶς, ἐν πλήρει εἰρηνικῇ τῶν πραγμάτων ἐξελίξει, τὴν Θεσσαλίαν, τί γίνεται; Ἀποκτῶσι συνεπείᾳ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν οὐχὶ μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς Θεσσαλίας κατάγονται. Εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 τῆς συνθήκης τῆς 24ης Μαΐου 1881. Πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως σημειῶ ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ δὲν γίνεται λόγος τίνες θὰ κτήσωνται τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, γίνεται ὅμως λόγος εἰς τίνας ἐκ τῶν κτωμένων τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, δίδεται ἐπιλογὴ ὑπὲρ τῆς Ὀθωμανικῆς ἰθαγενείας (Ἀναγινώσκει). «Οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν χωρῶν τῶν παραχωρηθεισῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς καὶ οἱ ἐνεστώτως κατοικοῦντες ἐν αὐτοῖς, δύνανται ἐντὸς τριετίας, ἐπιλέγοντες τὴν Ὀθωμανικὴν ἰθαγένειαν καὶ μεταναστεύοντες νὰ διατηρήσωσι ταύτην». Ἄρα οἱ ἄλλοι πάντες ἀποκτῶσι τὴν Ἑλληνικήν. Τοιουτοτρόπως κατὰ τὴν παραχώρησιν τῆς Θεσσαλίας κατέστησαν Ἕλληνες οὐχὶ μόνον οἱ κάτοικοι Θεσσαλίας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατήγοντο ἐκ Θεσσαλίας. Ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος τοῦ 1897 καὶ διὰ τῆς συνθήκης τῆς 22ας Νοεμβρίου 1897 ἐν ἄρθρῳ 7 ἐπεκυρώθη ἐκ νέου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογηθῆ κατὰ τὸ 1881 ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐπέτυχε μόνον ἡ Τουρκία ἵνα εἰς τοὺς Μουσουλμάνους τοὺς ἐν Θεσσαλίᾳ διαμένοντας, τοὺς κτησαμένους τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἐπιτραπῇ ἡ ἐντὸς ἔτους ἔξοδος ἐκ Θεσσαλίας μετ’ ἀπωλείας τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ ἀνακτήσεως τῆς Ὀθωμανικῆς. Ἐκ τούτων προκύπτει ὅτι τὸ δόγμα τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπικρατήσει πάντοτε ὡς πρὸς τὴν ἰθαγένειαν, εἰς τὰς μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων συνθήκας, ἦτο δόγμα εὐρύτερον τοῦ κρατοῦντος ἐν τῷ Διεθνεῖ Δικαίῳ. Ἤδη, Κύριοι, ἐν τῇ συνθήκῃ, ἐπὶ τῆς ὁποίας καλούμεθα νὰ κρίνωμεν, ὑπάρχει περιορισμὸς οὐσιωδέστατος. Μόνον οἱ κατοικοῦντες ἐν ταῖς Ὀθωμανικαῖς χώραις, ταῖς περιερχομέναις εἰς τὴν κυριαρχίαν τῆς Ἑλλάδος, κτῶνται τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, καὶ οὗτοι θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς ὑπὲρ τῆς Ὀθωμανικῆς ἰθαγενείας διὰ δηλώσεως γινομένης πρὸς τὴν ἁρμοδίαν Ἑλληνικὴν Ἀρχὴν ἐν διαστήματι τριῶν ἐτῶν ἀπὸ σήμερον, δηλώσεως, ἣν θέλει ἐπακολουθῆ ἐγγραφὴ ἐν τοῖς Αὐτοκρατορικοῖς Ὀθωμανικοῖς Προξενείοις. Ἡ δήλωσις αὕτη θὰ ἐπιδίδηται ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ἑλληνικῶν Προξενείων καὶ θὰ ἐγγράφηται ὑπὸ τῶν Ὀθωμανικῶν Προξενείων· ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς ἐκλογῆς προϋποτίθησι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς μεταφορᾶς τῆς κατοικίας τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ τὴν ἐγκατάστασίν των ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐκ τῶν χωρῶν αὐτῶν κατάγεται μέγας ἀριθμὸς Ἑλλήνων, μὴ κατοικούντων ἐν αὐταῖς, διαμενόντων δὲ κυρίως εἰς τὴν ὑπόλοιπον Τουρκίαν. Διατί περὶ αὐτῶν δὲν ἐλήφθη πρόνοιά τις, ὄχι ὅπως κατὰ τὸ 1830 καὶ 1835, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὅπως κατὰ τὸ 1881, ὅτε ἐδόθη ἡ Θεσσαλία; Ἐλήφθη πρόνοια ὄχι περὶ αὐτῶν ἀλλὰ μόνον περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατάγονται μὲν ἐκ τῶν μερῶν αὐτῶν, δὲν κατοικοῦσιν ὅμως ἐν Τουρκίᾳ ἀλλ’ ἔξω ταύτης. Περὶ αὐτῶν ὅμως πᾶσα πρόνοια ἐπερίττευε, διότι οἱ καταγόμενοι ἐκ Μακεδονίας ἢ ἐξ Ἠπείρου ἢ ἐκ τῶν νήσων, καὶ εὑρισκόμενοι ἐν Λονδίνῳ καὶ Παρισίοις, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς συνθήκης οὔτε τῆς Τουρκίας, διὰ ν’ ἀποκτήσωσι τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Διὰ νὰ νοηθῇ ὁποίας σπουδαιότητος εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο σήμερον—πολὺ μεγαλειτέρας σπουδαιότητος ἢ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συνωμολογοῦντο αἱ προηγούμεναι συνθῆκαι—, ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, ἤτοι ὅτι ἐν Τουρκίᾳ ἰσχύει σήμερον ἡ καθολικὴ στρατολογία καὶ ὅτι ἐπιδιώκεται νὰ ἐφαρμοσθῇ αὕτη καὶ ἐπὶ τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι μὴ δυνάμενοι νὰ ὑποστῶσιν αὐτὴν καὶ μὴ θέλοντες νὰ στρατευθῶσιν ἐν Τουρκίᾳ, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκπατρίζωνται. Ποία δὲ δύναται νὰ ἐπέλθῃ βλάβη ἐκ τῆς τοιαύτης ἀθρόας φυγῆς ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν χωρῶν τῶν ὁμοεθνῶν μας αὐτῶν, πᾶς τις δύναται νὰ ἐννοήσῃ. Τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6 πραγματεύονται περὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῶσι νὰ μοὶ δώσωσι διασαφήσεις τινὰς καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν των. Τὸ ἄρθρον 5 ἀναγνωρίζει μίαν ὀρθοτάτην καὶ ἀναμφισβήτητον γενικὴν ἀρχήν. Λέγει· «τὰ μέχρι τῆς καταλήψεως τῶν ἐκχωρηθεισῶν χωρῶν κεκτημένα δικαιώματα καθὼς καὶ αἱ δικαστικαὶ πράξεις καὶ οἱ ἐπίσημοι τίτλοι οἱ ἐκδοθέντες ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὀθωμανικῶν Ἀρχῶν ἔσονται σεβαστὰ καὶ ἀπαραβίαστα μέχρις ἐννόμου περὶ τοῦ ἐναντίου ἀποδείξεως». Ἡ ἀρχὴ εἶναι ὀρθή. Μόνον ἡ φράσις «μέχρις ἐννόμου ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου» δὲν θὰ εἴπῃ τίποτε». Ὑποθέτω ὅτι μέχρις ἀποδείξεως πλαστότητος τῶν τίτλων θέλει νὰ εἴπῃ. Τὸ ἄρθρον 6 πραγματεύεται περὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας, ἐφ’ ἧς ἐφαρμόζει τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρ. 5. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἐδάφιον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον διατηρεῖται εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀπέλθει ἐκ τῶν χωρῶν αὐτῶν ἐπιλέγοντες τὴν Ὀθωμανικὴν ἰθαγένειαν καὶ οἱ ὁποῖοι καὶ ἀπόντες θέλουσι διαχειρίζεσθαι ὅπως θέλωσι τὰς ἀκινήτους περιουσίας αὐτῶν. Τὸ ἕτερον ἐδάφιον λέγει: «Τὰ ἐν ταῖς ἐκχωρουμέναις τῇ Ἑλλάδι χώραις δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν ἀκινήτων κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν δυνάμει τίτλων ἐκδιδομένων ὑπὸ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους ἢ συμφώνως πρὸς τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον καὶ προγενεστέρων τῆς καταλήψεως, ἀναγνωρίζονται». Ἔχομεν λοιπὸν τὰ ἐν ταῖς ἐκχωρουμέναις τῇ Ἑλλάδι χώραις δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν ἀκινήτων δύο εἰδῶν. Ἐπὶ τῶν κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν, δυνάμει τίτλων ἐκδεδομένων ὑπὸ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, καὶ ἄλλην κατηγορίαν δικαιωμάτων συμφώνως πρὸς τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐξηγήσητε τί ἐννοεῖ τὸ «κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν δυνάμει τίτλων ἐκδεδομένων ὑπὸ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους ἢ συμφώνως πρὸς τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον»;
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἔχουν ἐκδοθῆ ἀκόμη ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν τίτλοι, ἀλλ’ ἐκ κληρονομίας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ὀθωμανικοῦ νόμου, εἶναι ἰδιοκτῆται, καίτοι δὲν ἔλαβον τὸν τίτλον.
§212Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὥστε εἴτε ἔχουσι τίτλους εἴτε δὲν ἔχουσιν, ἐὰν εἶχον δικαίωμα ἰδιοκτησίας κατὰ τοὺς προγενεστέρους τῆς καταλήψεως Ὀθωμανικοὺς νόμους, ἀναγνωρίζονται. Καὶ ἤδη τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον λέγει (ἀναγινώσκει)· «Τὰ αὐτὰ κρατοῦσιν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ὡς ἄνω κτημάτων, τῶν ἐγγεγραμμένων ἐπ’ ὀνόματι νομικῶν προσώπων ἢ κατεχομένων ὑπ’ αὐτῶν δυνάμει τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων, τῶν προγενεστέρων τῆς εἰρημένης καταλήψεως». Ἐδῶ πρόκειται περὶ κτημάτων νομικῶν προσώπων. Καὶ ὡς πρὸς αὐτὰ ἔχομεν πάλιν δύο κατηγορίας. Κτήματα ἐγγεγραμμένα ἐπ’ ὀνόματι νομικῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζονται, καὶ κτήματα κατεχόμενα ὑπὸ τῶν νομικῶν προσώπων δυνάμει τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων τῶν προγενεστέρων τῆς εἰρημένης καταλήψεως. Ἐρωτῶ· ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ δύο κατηγορίαι;
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ τί συμβαίνει. Ἡ ἔκφρασις «τῶν προγενεστέρων τῆς Ἑλληνικῆς καταλήψεως» σχέσιν ἔχει μὲ ἐπίμονον ἀξίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τελευταῖον ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προστιθεμένης τῆς διατάξεως ταύτης ἀποκρουσθῇ ἡ ἐφαρμογὴ νόμου τινὸς ἐκδοθέντος, καθ’ ὃ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει δικαίωμα ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐκδίδῃ νόμους προσωρινοὺς καὶ ρυθμίζοντας τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἰδιοκτησίας τῶν νομικῶν προσώπων. Ὁ νόμος οὗτος ἐξεδόθη ὀλίγον χρόνον μετὰ τὴν κατάληψιν, πάντοθεν δ’ ἐπεστάθη ἡ προσοχή μας ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐπεδιώχθη ἀκριβῶς νὰ νομιμοποιηθῶσι τίτλοι ἰδιοκτησίας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον καλῶς καὶ δὲν ἦσαν νόμιμοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγενεστέρου καθεστῶτος. Καίτοι δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς τὴν σημασίαν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐν τούτοις ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ κάμωμεν τὴν ἐπιφύλαξιν αὐτήν, ὥστε νὰ μὴ ἀντιταχθῇ καθ’ ἡμῶν πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι νεώτερος τῆς καταλήψεως, καὶ εἴπομεν: πολὺ καλά· ἂν ὑπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα εἴτε δυνάμει τίτλων εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τῶν προγενεστέρων τῆς καταλήψεως, ἐννοοῦμεν νὰ τὰ σεβασθῶμεν. Πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν νομικῶν προσώπων εἶναι λίαν ἀμφισβητούμενον. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι νομικὰ πρόσωπα δὲν ὑπάρχουν, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἰδιόρρυθμος θεσμὸς τῶν βακουφίων, ὁ ὁποῖος εἶναι εἶδος νομικῶν προσώπων συνδεομένων πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα εἴτε πρὸς οἰκογενειακὴν ἀποκατάστασιν, εἴτε ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης ἰδιότητος, ὁ νομάρχης τοῦ δεῖνα ἢ ὁ κατῆς, παρέχω δὲ τὴν ἐξήγησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιφύλαξιν τὴν γενομένην, ὅτι ὡρίσθη, διὰ νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§214Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἐξήγησιν ζητῶ. Ὥστε εὑρισκόμεθα πρὸ συμφωνίας, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι ὁ νόμος ὁ ἐκδοθείς, ὡς εἶναι γνωστόν, κατὰ Φεβρουάριον, δηλαδὴ μετὰ τὴν κατάληψιν, δὲν ἀναγνωρίζεται ὡς δυνάμενος νὰ νομιμοποιήσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ ὑφίσταντο «ντὲ φάκτο» πρότερον ὡς πραγματικὴ σχέσις, ὡς πραγματικὴ κατοχή, τὰ ὁποῖα ὅμως κατὰ τὸ προϋφιστάμενον δίκαιον δὲν ἀνεγνωρίζοντο ὡς νόμιμα. Ἐδόθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ πληροφορία, κατά τινα προηγουμένην ἑσπέραν, ὅτι ἐκτὸς τῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν, καὶ τῶν πρωτοκόλλων, τὰ ὁποῖα εἶναι προσηρτημένα, ὑπάρχει καὶ ἐπιστολὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπευθυνομένη πρὸς ἐκείνους μεθ’ ὧν συνεβλήθημεν, δι’ ἧς ἐπιστολῆς ἐγένετο ἡ ἀναγνώρισις ὡρισμένου νομικοῦ προσώπου.
§215ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Θέλετε πληροφορίαν ἐπ’ αὐτοῦ; Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως μοῦ ἐζήτησαν τελευταῖον, καὶ τελευταῖον μόνον, κατὰ τὰς τελευταίας τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὅπως ἀναγνωρισθῇ ῥητῶς ἐκ μέρους ἡμῶν, ὅπως μὴ φιλονεικηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τεθέντος εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο περιορισμοῦ ἡ νόμιμος κατοχὴ τῶν κτημάτων αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ Νεοτουρκικοῦ Κομιτάτου. Τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ἀποδεχθῶμεν, διότι ἐπρόκειτο καθαρῶς περὶ οἰκονομικοῦ ζητήματος καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Νεοτουρκικοῦ Κομιτάτου καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Νεοτουρκικοῦ Κομιτάτου εἶναι καὶ Πρόεδρος τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν τελευταίαν διαρρύθμισιν, ἐπεβάλλετο νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀπαίτησιν καὶ νὰ μὴ φιλονεικήσωμεν τὴν ἀξίωσιν, διότι φαντάζομαι ὅτι δὲν ἦτο ζήτημα ἄξιον νὰ παρατείνῃ τὰς διαπραγματεύσεις.
§216Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς γεγονότος. Εἴπετε ὑμεῖς, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἠξιώθη καὶ ἐγένετο ὑφ’ ἡμῶν δεκτὸν ἵνα γίνῃ, ἡ διάταξις ὅμως ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῇ συνθήκῃ ἀπέκλεισε τὸ περὶ οὗ διελάβετε ἐν τῇ ἐπιστολῇ νομικὸν πρόσωπον. Τούτου ὅμως οὕτως ἔχοντος ἡ ἐν τῇ ἐπιστολῇ συμφωνία ἀντίκειται πρὸς τὰ ἐν τῇ συμβάσει συνομολογηθέντα καὶ θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ προσαρτηθῇ καὶ ἡ ἐπιστολὴ εἰς τὴν σύμβασιν, ὡς πρόσθετος ἐπὶ πλέον παραχώρησις.
§217ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δὲν διετύπωσε τοιαύτην ἀξίωσιν.
§218Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως.
§219ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἐκ μέρους ὑμῶν ἠδύνατο νὰ προέλθῃ τοιαύτη ἀντίρρησις, ἐφ’ ὅσον ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠξίωσε νὰ ἐπικυρωθῇ καὶ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς συνθήκης. Δὲν εἶναι ἰδική μας δουλειὰ νὰ ζητήσωμεν αὐτό.
§220Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἰδική σας δουλειά, τῆς Βουλῆς ὅμως εἶναι.
§221ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε τῆς Βουλῆς.
§222Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τῆς Βουλῆς βεβαίως εἶναι. Ὅταν λαμβάνωσι χώραν συμφωνίαι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσῃ νὰ προσαχθῶσι καὶ νὰ κυρωθῶσιν ἤ, ἂν δὲν κυρωθῶσι, νὰ μὴ ὑφίστανται.
§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀσχολώμεθα περὶ ὧν ἐνδιαφερόμεθα, δὲν ἐνδιαφέρει δὲ ἀκριβῶς ἡμᾶς νὰ ἀνοίξωμεν τὸ ζήτημα, ἀφοῦ οὔτε ἐγὼ οὔτε σεῖς ἠξεύρομεν ἀκριβῶς τὰ νομικὰ πρόσωπα τὰ ἐν Τουρκίᾳ.
§224Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τίποτε.
§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε ἀκόμη ὀλιγώτερον παρ’ ἐμὲ ἴσως ὁ ὁποῖος ἠξεύρω κάτι περισσότερα. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ προνοήσωμεν, ἀναγνωρίζοντες ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐπίμοχθον, ἦτο νὰ ἀξιώσωμεν, ὅπως ὁ νέος νόμος μὴ ἐφαρμοσθῇ.
§226Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὀρθότατα.
§227ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦτο ἐπιτυχόντες ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον τῆς παρατάσεως τῶν διαπραγματεύσεων νὰ μὴ δεχθῶμεν τὸ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν προταθὲν περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ Νεοτουρκικοῦ Κομιτάτου. Πρέπει νὰ σημειώσητε ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου νομικὰ πρόσωπα δὲν ὑπῆρχον ἐν Τουρκίᾳ, ἀλλὰ κατεσκευάσθησαν ἐξ ὑπογυίου, διὰ νὰ ἀντιταχθῶσι καθ’ ἡμῶν.
§228Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἂν ὑπῆρχον νομικὰ πρόσωπα. Ἤδη ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὴν συνθήκην μοὶ δίδουσι τὴν πληροφορίαν ὅτι δὲν ὑπῆρχον νομικὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἐδημιουργήθησαν τοιαῦτα, διὰ νὰ τὰ θέσωμεν εἰς τὴν συνθήκην καὶ προσδώσωμεν εἰς αὐτὰ δικαιώματα· μοὶ λέγουσιν ὅμως συγχρόνως ὅτι ἐλήφθη πρόνοια ἵνα ἀποκλεισθῇ διὰ τῆς τελευταίας προσθήκης τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ ἐμφάνισίς των. Ἀλλά, ἂν ἀπεκλείσθησαν ἐν τῇ συνθήκῃ, ἐν τούτοις ἐτέθησαν ἐν τῇ ἐπιστολῇ. Καὶ ἡ εὐτυχὴς πρόνοια ἐματαιώθη—ἄγνωστον κατὰ πόσον—διότι τὴν ἐπιστολὴν δὲν γνωρίζομεν, μὴ προσαχθεῖσαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἕτερον ἄρθρον, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, εἶναι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον καὶ οἱ προλαλήσαντες ἠσχολήθησαν· εἶναι τὸ ἄρθρον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς θρησκευτικῆς καὶ δικαστικῆς αὐτονομίας εἰς τοὺς Μουσουλμάνους, μέλλοντας ὑπηκόους Ἕλληνας. Ἂν ἀντελήφθην ὀρθῶς, κατά τινα ἑσπέραν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν περὶ τοῦ θέματος τούτου εἶπεν ὅτι ἐν Αὐστροουγγαρίᾳ ἐγένετο διὰ τὴν Βοσνίαν καὶ Ἑρζεγοβίνην διὰ νόμου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν γίνεται διὰ τῆς συνθήκης.
§229ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀνάλογον.
§230Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ βεβαιώσῃ ἂν εἶδε τὸν σχετικὸν νόμον, διότι ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸν εὕρω. Εἶναι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ νόμος τῆς 15ης Ἀπριλίου 1909.
§231ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα τοῦ πρεσβευτοῦ, τοῦ ἐν Βιέννῃ, τὸ ὁποῖον περιέχει περίληψιν τοῦ νόμου.
§232Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἔχετε ὅμως τὸ κείμενον τοῦ νόμου; Μετὰ τὴν πληροφορίαν ταύτην ἂς ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§234Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, εἶμαι πάλιν ὑποχρεωμένος ν’ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἐξετάσω τὴν προστασίαν ἡ ὁποία ἐχορηγήθη εἰς τοὺς Μουσουλμάνους κατὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας, χώρα κατοικουμένη καὶ ὑπὸ Μουσουλμάνων, ἀπεσπάσθη τῆς Τουρκίας καὶ προσηρτήθη εἰς ἄλλην χώραν χριστιανικήν. Εἰς τὰ κείμενα τὰ ἐπίσημα καὶ διεθνῆ, τὰ συστατικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, δὲν θὰ ζητήσωμέν τι ἀμέσως σχετικόν. Εἰς τὰ ἔγγραφα ὅμως ταῦτα ὑπάρχει ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν τιμητικὸν διὰ τὴν ἔκτοτε πασίδηλον ἀνεξιθρησκείαν τῶν Ἑλλήνων· ὑπάρχει μία δήλωσις Μεγάλης Δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής· ὑπάρχει ἡ δήλωσις τῆς Γαλλίας ἐν τῇ ἀπὸ 8 Ἀπριλίου 1830 ἀνακοινώσει τῶν προστατίδων Δυνάμεων πρὸς τὴν ἐλευθερωθεῖσαν Ἑλλάδα. Ἐν τῇ δηλώσει ταύτῃ, ἐπὶ τῇ βεβαιότητι ὅτι ἡ ἀνεξιθρησκεία εἶναι τελείως ἐξησφαλισμένη, ῥητῶς δηλοῦται ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας παραιτεῖται τῆς προστασίας τῶν καθολικῶν, τὴν ὁποίαν ἤσκει ἐπὶ τῶν ἐλευθερωθεισῶν χωρῶν, ἐφ’ ὅσον αὗται ἀπετέλουν μέρος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Εἶναι τοῦτο ἄξιον νὰ σημειωθῇ, διότι καταδηλοῖ ὅτι ἀνεγνωρίζετο ἔκτοτε ὅτι ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνεξιθρησκεία καὶ δὲν χρήζει διεθνοῦς συμφωνίας ἵνα ὑπάρξῃ. Βραδύτερον, ὅτε προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Θεσσαλία διὰ τῆς συνθήκης τῆς 24 Μαΐου 1881, ἐλήφθη πρόνοια περὶ προστασίας τῶν Μουσουλμάνων ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῶν θρησκείας καὶ ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις αὐτῶν θρησκευτικαῖς σχέσεσι πρὸς τοὺς λειτουργοὺς αὐτῆς. Ἡ συμφωνία, ἡ ὁποία ἀνεγράφη περὶ τούτου ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1881 ἐν τῷ ἄρθρῳ 8, εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν συμφωνίαν τὴν ἀναγγραφομένην ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου δι’ ὅλους τοὺς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν εἰς τὰς χώρας, περὶ ὧν ἡ συνθήκη αὕτη προνοεῖ. Ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου ἀνεγράφη αὐτολεξεὶ πεντάκις ἡ περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ἀνεξιθρησκείας διάταξις. Ἐν ἄρθρῳ 5 διὰ τὴν Βουλγαρίαν, ἐν ἄρθρῳ 27 διὰ τὸ Μαυροβούνιον, ἐν ἄρθρῳ 35 διὰ τὴν Σερβίαν, ἐν ἄρθρῳ 44 διὰ τὴν Ῥωμουνίαν καὶ ἐν ἄρθρῳ 62 διὰ τὴν Τουρκίαν. Ἐν πᾶσι τοῖς ἄρθροις τούτοις οὖσιν ὁμοιομόρφοις οὐδαμοῦ γίνεται λόγος περὶ δικαστικῆς δικαιοδοσίας, ἀλλὰ μόνον ὁρίζεται «ὅτι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἐξωτερικὴ λατρεία ὅλων τῶν θρησκευμάτων ἐξασφαλίζεται εἰς ὅλους τοὺς ἰθαγενεῖς ὡς καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαπούς. Οὐδεμία δυσχέρεια δύναται νὰ παρεμβληθῇ εἰς τὴν ἱεραρχικὴν ὀργάνωσιν τῶν διαφόρων θρησκευτικῶν κοινοτήτων οὐδὲ εἰς τὰς σχέσεις αὐτῶν μετὰ τῶν πνευματικῶν ἀρχηγῶν των». Ἐπὶ πλέον ὁρίζεται ὅτι «οὐδεμία θρησκευτικὴ διάκρισις δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς λόγος ἀποκλεισμοῦ ἀπὸ δημοσίας λειτουργίας ἢ ἀπὸ τὴν ἐξάσκησιν οἱουδήποτε ἔργου καὶ ἐπαγγέλματος». Κατὰ τρόπον ἀνάλογον κανονίζεται τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1881, δι’ ἧς ἡ Θεσσαλία παραχωρεῖται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐν αὐτῇ οὐδεὶς λόγος περὶ δικαστικῆς δικαιοδοσίας. Ἐν ἄρθρῳ 8 συμφωνεῖται ἐπὶ λέξει· «Ἡ ἐλευθερία ὡς καὶ ἡ ἐξωτερικὴ λατρεία τῆς θρησκείας ἐξασφαλίζονται εἰς τοὺς Μουσουλμάνους ἐν ταῖς χώραις ταῖς παραχωρουμέναις εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατ’ οὐδένα τρόπον θὰ παραβλαβῇ ἡ ἱεραρχικὴ ὀργάνωσις τῶν ὑπαρχουσῶν ἤδη ἢ σχηματισθησομένων μουσουλμανικῶν κοινοτήτων οὐδὲ ἡ διαχείρισις τῶν περιουσιῶν καὶ τῶν ἀκινήτων, τῶν εἰς αὐτὰς ἀνηκόντων. Οὐδεμία δυσκολία θὰ παρεμβληθῇ εἰς τὰς σχέσεις τῶν κοινοτήτων τούτων μετὰ τῶν πνευματικῶν αὐτῶν ἀρχηγῶν ἐπὶ θρησκευτικῶν ὑποθέσεων. Τὰ τοπικὰ δικαστήρια τοῦ Σερὶ θὰ ἐξακολουθήσωσιν ἀσκοῦντα τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν ἐπὶ ὑποθέσεων καθαρῶς θρησκευτικῶν». Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συνθήκης ταύτης ἐτέθη ὁ νόμος τῆς 22 Ἰουνίου 1882, ὁ ὁποῖος ὥρισε τὰ καθήκοντα τῶν μουφτήδων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνεγνώρισεν ἁρμοδιότητα μόνον γνωμοδοτικὴν περὶ τῶν θεμάτων, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ ἡ συνθήκη. Γνωμοδοτικὴν ὄχι δικαστικήν, ἥτις ἔμεινεν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐφηρμόσθη ἔκτοτε, δὲν εἶναι δὲ γνωστὸν νὰ ἐγεννήθησαν παράπονα περὶ καταπιέσεων γενομένων συνεπείᾳ τῆς μὴ δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν μουφτήδων, οὓς δὲν κατέστησαν τότε δικαστάς, ἐκδίδοντας ἀποφάσεις δικαστικάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν παρ’ ἡμῖν τελεσθέντων κατὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας ἀνάλογόν τι ἐγένετο καὶ ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, ἡ ὁποία ἀποσπασθεῖσα τῆς Τουρκίας καὶ ἔχουσα ἐν αὐτῇ Μουσουλμάνους εἰς οὐδεμίαν μὲν Δύναμιν προσηρτήθη, ἐτέθη ὅμως ὑπὸ τὴν κατοχὴν καὶ διοίκησιν Μεγάλης Δυνάμεως. Αὕτη εἶναι ἡ Κύπρος. Ὡς πρὸς τὴν Κύπρον συνεφωνήθη μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Τουρκίας διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 1 Ἰουλίου 1887, τοῦ παρηρτημένου εἰς τὴν συνθήκην τῆς 4 Ἰουνίου 1878, ὅτι «ἓν μουσουλμανικὸν θρησκευτικὸν δικαστήριον (Μεχκέμεϊ Σερί) θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑφίσταται ἐν τῇ νήσῳ καὶ θὰ δικάζῃ ἀποκλειστικῶς μόνον τὰς θρησκευτικὰς ὑποθέσεις καὶ οὐχὶ ἄλλας μεταξὺ Μουσουλμάνων». Ἀνάλογόν τι συνεφωνήθη καὶ μὲ τὴν Αὐστροουγγαρίαν, διὰ τὴν Βοσνίαν καὶ Ἑρζεγοβίνην. Διὰ τῆς συνθήκης τῆς 22 Ἀπριλίου 1879, δι’ ἧς ἔλαβε τὴν κατοχὴν καὶ διοίκησιν τῶν χωρῶν τούτων ἡ Αὐστροουγγρικὴ Μοναρχία, ὡς καὶ διὰ τῆς συνθήκης τῆς 6 Φεβρουαρίου 1909, δι’ ἧς προσήρτησε ταύτας ὁριστικῶς. Ἐν ἀμφοτέραις ταύταις ταῖς συνθήκαις οὐδεὶς γίνεται λόγος περὶ δικαστικῆς δικαιοδοσίας. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄρθρον τὸ σχετικὸν ἐπὶ τῆς συνθήκης τῆς ἀφορώσης τὴν Βοσνίαν καὶ Ἑρζεγοβίνην, παρέσχε δὲ καὶ τὴν πληροφορίαν προχθὲς ὅτι ἐκεῖ διὰ νόμου ἐγένετο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται παρ’ ἡμῖν διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως. Ἡ πληροφορία προέρχεται ἐκ τηλεγραφήματος τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς πρὸ μικροῦ ἠκούσατε, διότι τὸν νόμον δὲν τὸν ἔχει. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ πληροφορία αὕτη εἶνε ἀκριβής. Ἐκ τῆς μελέτης ὅμως ἣν ἔκαμα καὶ καθ’ ἣν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον ἀλλὰ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν περὶ τῶν συμβάντων κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ πρώτου ἐκλεγέντος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου Ρεῒς–ουλ–Οὐλεμά, ὡς ὀνομάζεται ὁ ἐκεῖ ἀρχιμουφτῆς, ἔχω πάντα λόγον νὰ πιστεύω ὅτι οὗτος δὲν ἔχει ἐν Βοσνίᾳ δικιοδοσίαν δικαστικήν, ὅτι ἔχει ἁπλῶς ἁρμοδιότητα γνωμοδοτικήν. Καὶ τοῦτο διότι, ὅπως ἐν τῇ λίαν λεπτομερεῖ ἐκθέσει παρετήρησα, δίδοται εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ Σεϊχουλισλάμη μόνον ἡ Μενσούρ, ἤτοι ἡ ἐξουσία νὰ ἐκδίδῃ φετφάδες καὶ ὄχι καὶ ἡ Μουρασελέ, ἤτοι ἡ ἐξουσία νὰ δικάζῃ. Δὲν ἐπιμένω ἐπὶ τῆς διακρίσεως ταύτης, διότι ἐνδέχεται νὰ ᾖ ἀτελής, ἡ λίαν λεπτομερὴς ἄλλως ἔκθεσις, καὶ νὰ ἔχῃ τὸ πρᾶγμα ὅπως ἀναφέρει τὸ τηλεγράφημα τὸ σταλὲν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅμως, Κύριοι, ὅτι βλέποντες τὴν δικαιοδοσίαν ἡ ὁποία διὰ τῆς ὑπὸ ἐξέτασιν συνθήκης παρεσχέθη εἰς τοὺς Μουφτῆδες ἐν πρωτοφανεῖ ὄντως ἐκτάσει, καὶ πρόδηλον ἔχοντες τὴν ἀναλογίαν τῆς δικαιοδοσίας ταύτης πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν ἡ ὁποία ἔχει ἔκπαλαι ἀναγνωρισθῇ ἐν Τουρκίᾳ ἄνευ συνθήκης, ἀλλ’ ἐκ τῆς σιδηρᾶς τῶν πραγμάτων ἀνάγκης εἰς τοὺς προϊσταμένους τῆς Ἑλληνικῆς ἐθνότητος τῆς ὑπὸ τοὺς Τούρκοις τελούσης δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ὁποῖον εἶδος δικαιοδοσίας δημιουργοῦμεν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν καὶ διὰ ποίους ἠθικοὺς λόγους ἐπεδιώχθη ὑπὸ τῶν Τούρκων ἡ συμβατικὴ ἀναγνώρισις τοιαύτης μειώσεως τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων μας. Περαιτέρω δὲ χωρῶν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ παράσχωσι τὴν πληροφορίαν ἂν διὰ τῆς δικαιοδοσίας τῆς ἀπονεμομένης εἰς τοὺς μουφτῆδες ἀφίεται αὐτοῖς καὶ ὁ καθορισμὸς τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου.
§235ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρὸ παντὸς τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου.
§236Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἑπομένως αὐταὶ αἱ κοινότητες αἱ Μουσουλμανικαὶ θὰ ἔχωσι τὸ ἴδιον αὑτῶν δίκαιον, τὸ ἐπ’ αὐτῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς Ἑλληνικῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐφαρμοζόμενον καὶ ἀμετάβλητον.
§237ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ μεταβαλλόμενον καθόσον δύναται ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ θεσπίσῃ πράγματα σχετιζόμενα πρὸς αὐτό. Ἐὰν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἔχῃ τοιοῦτο δικαίωμα, δὲν ἔχομεν οὔτε ἡμεῖς· ἂν ἐκείνη ἔχῃ δικαίωμα, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς. Ταῦτα εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ κληρονομικὸν δίκαιον.
§238Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ διάταξιν ἱεράν.
§239Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς περὶ μουφτήδων συμφωνίας ὀφείλω νὰ εἴπω, διὰ νὰ εἶναι πλήρης ἡ ἔκθεσις τῶν πραγμάτων, ὅτι αὗται ἐλήφθησαν σχεδὸν πᾶσαι ἐκ τῆς συνθήκης τὴν ὁποίαν εἶχε συνάψει ἡ Τουρκία μετὰ τῆς Βουλγαρίας τῷ 1909. Ὅτε ἐγένετο ἡ ἀνακήρυξις τῆς Βουλγαρίας εἰς Βασίλειον, ἐγένετο συνθήκη εἰδική, ἡ συνθήκη τῆς 6)19 Ἀπριλίου 1909 μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας. Εἶναι ἡ πρώτη συνθήκη δι’ ἧς ἡ Τουρκία ἐπέτυχεν ἀνάλογα τῶν ἤδη μεθ’ ἡμῶν συμφωνηθέντων. Ἐκεῖνα λοιπόν, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλγαρία παρεχώρησεν ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἀνεξαρτησίας αὑτῆς, ἐκεῖνα παρεχωρήθησαν ὑφ’ ἡμῶν ὡς ἀποτέλεσμα ἑνὸς νικηφόρου πολέμου. Παύω πλέον, Κύριοι, τὴν ἀνάλυσιν τῶν συμφωνιῶν τῆς συνθήκης καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτῆς πρὸς ἄλλας ὁμοίας. Ὅσα ἐξέθηκα εἶναι ἀρκετὰ ἵνα κατανοηθῇ ἡ ἀξία τῆς συζητουμένης συνθήκης. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὡμολογήθη δὲ τοῦτο καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ συνθήκη αὐτὴ δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵα θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ εἶναι, ἵνα ἱκανοποιῇ τὰ συμφέροντα ἡμῶν. Καὶ ἤδη προβάλλεται μὲν εἰς πάντας τὸ ἐρώτημα, ἰδίᾳ δὲ εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ Βουλῇ καλούμεθα περὶ ταύτης νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην, ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἠδύνατο αὐτὴ ἡ συνθήκη νὰ εἶναι ἄλλη. Καὶ ὅτι μὲν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συνθήκη αὐτὴ ὑπεγράφη δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι καλλιτέρα δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὸ δεχθῶ ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον, τούτου δεκτοῦ γενομένου, ἔρχεται ἀμέσως ἀφ’ ἑαυτοῦ εἰς ἐξέτασιν εἶναι μήτοι κατὰ τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον διέρρευσε μεταξὺ τοῦ πρώτου χρονικοῦ σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ γίνῃ διαπραγμάτευσις περὶ καταρτίσεως συνθήκης, καὶ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐγένετο ὑπῆρχε χρόνος εὐθετώτερος ὅπως κρείττων καταρτισθῇ ἡ συνθήκη ἤ, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρξε τοιοῦτος, μήπως ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ προγενεστέρως, ἔστω καὶ οἷα κατηρτίσθη, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τοὐλάχιστον τὰς ζημίας, τὰς ἐκ τῆς παρελκύσεως ζημίας, ἃς πᾶς τις δύναται νὰ ὑπολογίσῃ. Δὲν ἔχω, Κύριοι, ἐπαρκῆ ἔγγραφα, ἵνα ἀποφανθῶ ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τούτου σχετικῶς πρὸς ἄλλα χρονικὰ σημεῖα. Ὑπάρχει ὅμως ἓν χρονικὸν σημεῖον, τὸ ὁποῖον μοὶ δίδεται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς ἐν Λονδίνῳ συνδιασκέψεως, ἃ ἔχω ἐνώπιόν μου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ συναφθῇ ἡ συνθήκη ὄχι καλλιτέρα, ἀλλὰ πολὺ ἐνωρίτερον. Ἡ ἐν Λονδίνῳ συνδιάσκεψις κατὰ μὲν τὸ πρῶτον αὐτῆς στάδιον οὐδαμῶς ἀπησχολήθη μὲ τὸ θέμα τῆς συνθήκης· ἀπησχολήθη μόνον μὲ τὰ ἐδαφικά. Εἰς τὰ πρακτικὰ οὐδὲν ἀπαντῶ σχετικὸν πλὴν μιᾶς ἐπιφυλάξεως, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὑπεβλήθησαν ἐκ μέρους τῶν συμμάχων αἱ ἐδαφικαὶ ἀξιώσεις αὐτῶν. Ἡ ἐπιφύλαξις εἶναι γενική, εἶναι δ’ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ πρακτικῷ τῆς 10 Δεκεμβρίου 1913 (ἀναγινώσκει)· «Ὁ κ. Βενιζέλος ἐπιθυμεῖ πρὶν ἢ λήξῃ ἡ συνεδρίασις νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξουσίων ἐπὶ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ διατυπωθεῖσα ὑπὸ τῶν συμμάχων πρότασις ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς ἐδαφικὰς αὐτῶν ἀξιώσεις, ἐπιφυλάσσονται δὲ νὰ προτείνωσι καὶ τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν τὰς ἀναφερομένας εἰς ἄλλα ζητήματα μὴ ἐδαφικά». Μὴ ἐπιτευχθείσης συμφωνίας ἐπὶ τῶν ἐδαφικῶν ἀξιώσεων αἱ διαπραγματεύσεις διεκόπησαν. Ὅτε δὲ μετά τινας μῆνας ἐπανελήφθη ἡ συνδιάσκεψις, κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἄνευ τινὸς διαπραγματεύσεως ὑπεγράφη ἡ συνθήκη, διότι αἱ διαπραγματεύσεις εἶχον διεξαχθῇ τῇ παρεμβάσει τῶν Δυνάμεων καὶ εἶχον συνομολογηθῇ οἱ ὅροι, ἡ δὲ συνδιάσκεψις συνῆλθε μόνον διὰ νὰ ὑπογράψῃ. Τὰς ἑπομένας ἡμέρας ἐγένετο ἀπόπειρα νὰ προέλθωσιν εἰς συνεννόησιν οἱ σύμμαχοι μετὰ τῶν Τούρκων περὶ τῶν θεμάτων περὶ ὧν ἡ συνθήκη, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ ἤδη. Ὑπεβλήθησαν τότε δύο προτάσεις, μία ἐκ μέρους τῶν συμμάχων, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 24 Μαΐου, —εἶναι ἡ ἑπομένη τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης—καὶ ἑτέρα ὑπὸ τῆς Τουρκίας. Ἀναγινώσκων τοὺς ὅρους τοὺς ἀναγεγραμμένους ἐν τῇ προτάσει τῇ Τουρκικῇ εὑρίσκω ὅτι ἡ διαφορὰ αὐτῆς πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπεδέχθη ἡ παροῦσα συνθήκη εἶναι ἐλαχίστη. Ἡ οὐσιωδεστέρα εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς νομοθεσίας τῆς σχετικῆς πρὸς τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, περιορισμὸν οἷος ὁ εὑρισκόμενος ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1881, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ εἰσαγάγῃ νόμον ῥυθμίζοντα σχέσιν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, ἂν μὴ ὁ νόμος οὗτος εἶναι γενικὸς δι’ ὅλον τὸ Βασίλειον. Τοῦτο ὅπερ ὑπάρχει ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1881 δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ σημερινῇ συνθήκῃ. Μεθ’ ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγησε φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει τοῦτο μεγάλην σπουδαιότητα.
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχει πολὺ μεγάλην.
§241Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἴπετε, ἂν ὀρθῶς ἀντελήφθην, ὅτι αὐτὸς ὁ περιορισμὸς ὁ ὑπάρχων ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1881 ἐδημιούργει πρόσκομμα ἀνυπέρβλητον πρὸς διαρρύθμισιν τῶν κτηματικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ πραγμάτων. Τοῦτο εἶναί τι τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν θεωρῶ ὀρθόν, καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀναπτύξω κατόπιν· ἀλλ’ ἤδη ἐξακολουθῶ τὸν συλλογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσα εἴπετε. Ἐλέγετε κατόπιν ὅτι ἤδη, ὅτε ἐκτησάμεθα τὴν Μακεδονίαν, τὸ πρόσκομμα αὐτὸ ἐκλείπει καὶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Διατί ἐκλείπει; Διότι ἐλέγετε, ὅτι τὸ πρόσκομμα τῆς Θεσσαλίας συνίστατο εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχομεν ἄλλας χώρας Ἑλληνικὰς ἐν ταῖς ὁποίαις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος. Μὴ ὑπάρχοντος δὲ ἐδάφους ἐφαρμογῆς ἐν Ἑλλάδι, εἵπετο τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ νόμος δὲν θὰ ἦτο γενικός, καὶ ἂν ἐτίθετο. Ἤδη ὅμως, ὅτε ἀπεκτήσαμεν τὴν Μακεδονίαν, εἶναι ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι δυνάμεθα, θέτοντες τὸν νόμον, ἔχοντα δὲ ἔδαφος ἐφαρμογῆς ἐν Μακεδονίᾳ, νὰ τὸν κάμωμεν γενικόν. Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε Πρόεδρε;
§242ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἔχωμεν ἐλευθερίαν κινήσεως.
§243Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§244ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν καὶ διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας εἴμεθα περιωρισμένοι.
§245Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω δι’ αὐτό. Ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς τὴν συνθήκην τοῦ 1881 δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἡ συνθήκη τοῦ 1881 δὲν ἔχει τὴν ῥήτραν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ γενικοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν εὕρετε ὄχι ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1881, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἔμεινεν ἐν τῇ διανοίᾳ ὑμῶν ἐκ τῶν ἐν Λονδίνῳ προτάσεων τῆς Τουρκίας. Ἐν αὐταῖς ὄχι μόνον ζητεῖται ὅ,τι ἔχει τεθῇ ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1881, ἀλλὰ καὶ δι’ εἰδικῆς ῥήτρας ὁρίζεται τί ἐστὶ γενικὸς νόμος. Τὴν ἔννοιαν δὲ τοῦ γενικοῦ νόμου περιορίζει οὕτω· «Πᾶς νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελεν εὕρει ἐφαρμογὴν παρὰ μόνον εἰς τὰς ἐπαρχίας περὶ ὧν προνοεῖ ἡ συνθήκη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς γενικὸς νόμος». Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει τῆς Θεσσαλίκης. Ἑπομένως ἡ σύμβασις τῆς Θεσσαλίας ἀφήνει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν εἰς τὸ Κράτος νὰ ῥυθμίζῃ τὸ θέμα· ἀρκεῖ μόνον ὁ νόμος νὰ τεθῇ ὡς ἐφαρμοστέος καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχωσι περιστάσεις ἐφαρμογῆς. Εἰρήσθω δ’ ὅτι ὑπάρχει ἔδαφος ἐφαρμογῆς καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε ν’ ἀπαγορεύσῃ ἡ σύμβασις τῆς Θεσσαλίας, ἦτο νὰ μὴ κάμωμεν νόμον ἐξαιρετικόν, δηλαδὴ νὰ μὴ ἐπιδιώξωμεν δι’ εἰδικῆς ἐξαιρετικῆς νομοθεσίας νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν εἰς βάρος ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνόμιζεν ὅτι ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Τοῦ ὅρου τούτου τηρουμένου, τοῦ νόμου τιθεμένου γενικῶς, ἔχομεν πᾶσαν ἐλευθερίαν ἐνεργείας διὰ τὴν Θεσσαλίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι μόνη ἡ Θεσσαλία ἔχει τοιαύτην ἰδιοκτησίαν. Καὶ εἰς πολλὰ μέρη τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ὑπάρχουσι παρόμοιαι κτηματικαὶ σχέσεις. Ὡς εἶπε π. χ. ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος, ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐν τῇ Φθιώτιδι καὶ ἐν τῇ Εὐβοίᾳ καὶ ἐν τῇ Πελοποννήσῳ ἀκόμη, καὶ ἑπομένως θὰ ὑπάρξῃ στάδιον ἐφαρμογῆς τοῦ γενικοῦ νόμου, ἂν τεθῇ τοιοῦτος.
§246ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐν τῇ Ἀττικῇ.
§247Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ ἐν τῇ Ἀττικῇ. Τούτου δὲ οὕτως ἔχοντος καὶ τοῦ νόμου δυναμένου νὰ γίνῃ γενικοῦ, καὶ μάλιστα νὰ τύχῃ γενικῆς ἐφαρμογῆς καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ Μακεδονίαν καὶ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη, διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεών σας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσδώσητε πολὺ μεγάλην σημασίαν, καὶ ὀρθῶς, εἰς τὸ ὅτι ἐπετύχετε τοῦτο.
§248ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Πύλη ἐζήτει τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης· «Πᾶς νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εὕρισκε τὴν ἐφαρμογήν του κατὰ τὸ μέγιστον μέρος παρὰ μόνον εἰς τὰ παραχωρηθέντα μέρη, δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ γενικὸς νόμος». Νομίζετε ὅτι, τιθεμένης μιᾶς τοιαύτης διατάξεως, δὲν θὰ ἐπήρχοντο βραδύτερον διπλωματικαὶ δυσχέρειαι μετὰ τῆς Τουρκίας διὰ πάντα νόμον, τὸν ὁποῖον ἠθέλετε κάμει διὰ τὴν Μακεδονίαν;
§249Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι, διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ὅρου αὐτοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ σημασία εἶναι δευτερεύουσα, διότι δὲν ἐπρόκειτο, ἐπαναλαμβάνω, νὰ περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν σας ὁ ὅρος αὐτός, ἠδύνατο μόνον νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς ἐνδεχομένας ἀβασίμους ἐνοχλήσεις ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας διὰ τὴν Μακεδονίαν, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι, διὰ ν’ ἀπαλείψητε τὸν ὅρον τοῦτον, κατεβάλετε πολλὴν προσπάθειαν. Τούτων λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν, συγκρίνων τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας ἐν Ἀγγλίᾳ, εὑρίσκω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀξία λόγου διαφορά. Καὶ ἐρωτῶ· ἂν τὰ πράγματα ἦσαν ὅπως ἠθέλησεν ἀπόψε νὰ μᾶς τὰ παραστήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν συνέβησαν ὅσα συνέβησαν ἐν Τσατάλτσῃ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν συνέβησαν τὰ λάθη τῆς πρώτης ἀνακωχῆς τῶν Βουλγάρων καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ἑπόμενα, ἂν πάντα ταῦτα εἶχον γεννήσει τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀπόψε μᾶς ἐξέθηκε διὰ μακρῶν, ὅτι ἡ Τουρκία δὲν ἦτο πλέον δύναμις, μετὰ τῆς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ διαπραγματευθῶμεν ὡς νικηταί, δυνάμενοι νὰ εἴπωμεν τὸ vae victis, διατί δὲν ἐδέχθημεν τοὺς ὅρους, οὓς προέτεινεν ἔκτοτε ἡ Τουρκία καὶ τοὺς ὁποίους ἐπὶ τέλους ἐδέχθημεν; Καὶ πρὸς συμπλήρωσιν ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ παράσχητε τὴν πληροφορίαν, διότι δὲν ἔχομεν ἔγγραφα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἐπεθύμουν νὰ μοὶ παράσχητε τὴν πληροφορίαν ἂν καὶ μετὰ τὴν λῆξιν καὶ τῆς δευτέρας περιόδου τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Λονδίνου ἐπανελήφθησαν καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς ὑμᾶς αἱ προτάσεις, μερικαὶ πλέον, ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας περὶ συνάψεως τῆς συνθήκης. Ἐγένοντο τοιαῦται προτάσεις πρὸς τοὺς ἡμετέρους ἐν Λονδίνῳ ἀντιπροσώπους;
§250Δ. ΠΑΝΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐγένοντο.
§251Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δηλαδὴ μετὰ τὴν 21 Μαΐου δὲν ἐγένοντο πλέον;
§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἐντύπωσίς μου εἶναι ὅτι οὐδεμία τοιαύτη πρότασις ἐγένετο· δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω ἀπολύτως, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς.
§253Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀφοῦ ἔκτοτε εἴχετε τὴν πεποίθησιν, ἣν μᾶς ἐξεθήκατε, περὶ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν ἡ Τουρκία, διατί νὰ διαπραγματεύησθε ἐπὶ ὁλόκληρον τρίμηνον καὶ νὰ ὑφίσταται ὁ τόπος ὅλας τὰς ζημίας ἃς ὑπέστη καὶ ἐν τέλει νὰ προβῇ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ὑποχωρήσεις;
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπεχωρήσαμεν εἰς ὅλα τὰ σημεῖα. Εἶπον δ’ ὅτι ἡ θέσις τοῦ μεθ’ οὗ διεπραγματευόμεθα μετὰ τὸν πόλεμον μεταξὺ τῶν συμμάχων ἐγένετο πολὺ καλλιτέρα. Οἱ νικήσαντες τὴν Τουρκίαν ἦσαν οἱ σύμμαχοι καὶ ἀφ’ ὅτου διεσπάσθη ἡ συμμαχία ἐβελτιώθη καὶ ἡ θέσις τῆς Τουρκίας.
§255Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἰς ὅλα ὑπεχωρήσατε. Μᾶς εἴπετε ὅτι ἡ θέσις τῆς Τουρκίας ἐδημιουργήθη τοιαύτη ἀφ’ ἧς συνέβησαν ὅσα συνέβησαν ἐν Τσατάλτσῃ, ἐβεβαιώσατε δ’ ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἡ θέσις τῆς Τουρκίας ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσητε τὸ δόγμα τοῦ νικητοῦ κατὰ τοῦ ἡττημένου· μᾶς εἴπετε προσέτι ὅτι διαρκῶς ἡ θέσις τῆς Τουρκίας ἐβελτιοῦτο καὶ ἀνεπτύξατε διὰ μακρῶν ὅτι οὐσιώδης βελτίωσις ἐπῆλθεν ἅμα ἐξερράγη ὁ Βαλκανικὸς πόλεμος. Συνεπῶς ἤθελον νὰ μάθω διατί καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα καθ’ ὃ ἡ θέσις τῆς Τουρκίας ἐβελτιοῦτο, διατί δὲν ἐσπεύδετε νὰ τελειώσητε μίαν ὥραν ἐνωρίτερον. Διότι ἔχω τὴν ὑποψίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ στηρίξω εἰς τὰ ἔγγραφα, διότι δὲν προσήχθησαν, ἀλλ’ εἰς ὅσα ἐγένοντο κατὰ τὸ στάδιον τῶν διαπραγματεύσεων, ὅτι ὄχι μόνον ἀναβάλλοντες δὲν ἐπετυγχάνετε τίποτε, ὄχι μόνον ἀναβάλλοντες δὲν κατωρθώνετε νὰ πείσητε τὴν Τουρκίαν νὰ ὑποχωρήσῃ, ὄχι μόνον ἀναβάλλοντες κατεπονεῖτε τὴν χώραν διὰ τῶν δαπανῶν εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβάλλετο καὶ τὸν στρατὸν διὰ τῆς παρατάσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀξιώσεις τῆς Τουρκίας ἐβλέπετε καθ’ ἑκάστην αὐξανομένας. Διότι ἐπεθύμουν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ ποίαν ἡμέραν σᾶς ὑπεβλήθη ἡ περὶ σιδηροδρόμων ἀξίωσις.
§256ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι ἐξ ἀρχῆς.
§257Δ. ΠΑΝΑΣ. Μὲ τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Ἄμπρο.
§258Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δηλαδὴ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τοῦ πέρατος. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἠλαττοῦντο αἱ ἀξιώσεις ὅσον παρήρχετο ὁ χρόνος, ἀλλὰ καὶ ηὔξανον. Δὲν μοὶ λέγετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, πότε σᾶς προέβαλον τὴν περὶ νομικῶν προσώπων ἀξίωσιν καὶ ἐπέτυχον παρ’ ὑμῶν τὴν ἐπιστολήν;
§259Δ. ΠΑΝΑΣ. Εἶναι ἐν τῇ συμβάσει.
§260Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν νομικῶν προσώπων τῆς συμβάσεως. Πότε σᾶς ἀπήτησαν νὰ δώσητε ἑρμηνείαν περὶ τῶν νομικῶν προσώπων περιλαμβάνουσαν τὸ κομιτᾶτον, ἑρμηνείαν ἀντίθετον πρὸς τὴν σύμβασιν, δηλαδὴ νὰ δεχθῆτε νομικὸν πρόσωπον τὸ ὁποῖον δὲν προυβλέπετο ἐν τῇ συμβάσει;
§261Δ. ΠΑΝΑΣ. Πρὸ μιᾶς ἡμέρας πρὸ τῆς ὑπογραφῆς.
§262Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι διαρκῶς εἴχετε τὴν Πύλην ὄχι μόνον μὴ ὑποχωροῦσαν, ἀλλ’ αὐξάνουσαν τὰς ἀπαιτήσεις της. Δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω ποίαν ἄλλην φέρετε εὐθύνην, διότι δὲν δύναμαι νὰ σχηματίσω γνώμην ἄλλως ἢ ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, ἔγγραφα δὲ δὲν μᾶς προσήχθησαν, ἐνῷ τὰ ἐζητήσαμεν. Δι’ αὐτὸ δὲ δὲν ἐκφράζω γνώμην καὶ περὶ τοῦ γενικωτέρου τρόπου τῆς διαχειρίσεως τῶν πραγμάτων τῶν ἀφορώντων τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ τὴν εὐθύνην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐτόνισα πρὸ ὀλίγου, τὴν συνάγω ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σεῖς μᾶς εἴπετε, ὅτι ἔκτοτε εὑρίσκετο ἡ Τουρκία εἰς τοιαύτην θέσιν. Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἦτο ἡ θέσις τῆς Τουρκίας καὶ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἐβελτιοῦτο, ὡς λέγετε, σεῖς ἐξηκολουθεῖτε διαπραγματευόμενοι καὶ οὐδὲν ἐπιτυγχάνοντες παρὰ μόνον τὴν ἐπαύξησιν τῶν ἀξιώσεων τῆς Τουρκίας καὶ τὴν ἐπαύξησιν τῶν βαρῶν καὶ ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑφίστατο ἡ Ἑλλάς. Τοῦτο ἐξάγεται ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐξεθήκατε πρὸ ἡμῶν πρὸ ὀλίγου κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§263Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὴν τόσῳ λεπτομερῆ καὶ ἐπιμελῆ ἐξονύχισιν ὑπὸ πάντων τῶν προηγηθέντων συναδέλφων μιᾶς ἑκάστης ἐκ τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως θὰ ἦτο ἀληθῶς φορτικὸν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν ἀλλὰ καὶ δι’ ἐμὲ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλως ὡμολόγησεν ὅτι ὑπὸ τῆς σιδηρᾶς ἀνάγκης πιεζόμενος ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ τὰς πλείστας, ἂν ὄχι πάσας, τὰς ρήτρας τῆς συμβάσεως. Ὑποθέτω ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ ἐπείσθη καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Καρδίτσης, ὅτι τὸ τρόπαιον, τὸ ὁποῖον ἤρατο ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως τῆς 1 Νοεμβρίου, δὲν ἦτο ἐπίσης λαμπρὸν ὡς τὰ τρόπαια, τὰ ὁποῖα ἤρατο ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καὶ ὁ ἡγέτης αὐτοῦ. Θὰ ἦτο ἀληθῶς μωρὸν τὸ νὰ θελήσῃ τις ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον. Μόνον μωρὸς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι σύμβασις περιλαμβάνουσα τὰς ρήτρας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐξήτασαν τόσῳ λεπτομερῶς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη εἶναι ἴση ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀξίας καὶ τῆς τιμῆς πρὸς τὰ ἆθλα τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν στρατοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωνεν ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν συνήπτετο ἡ σύμβασις αὕτη μετὰ τῆς Τουρκίας δὲν ἦτο αὕτη ἡττημένη ἀπέναντι ἡμῶν· ἦτο ἰσότιμος πρὸς ἡμᾶς. Καὶ τὸ ἐτόνισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ τὸ ἐτόνισε πρὸς μείωσιν ὄχι τῶν εὐθυνῶν, διότι δὲν πρόκειται περὶ εὐθυνῶν, ἀλλὰ πρὸς μείωσιν τῆς ἐντυπώσεως, ἡ ὁποία προέκυψεν ἐκ τῆς συμβάσεως. Καὶ ἐξέθηκε τὰ γεγονότα, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ ἡμῖν καταληπτὴν τὴν τοιαύτην ἐκτίμησιν αὐτοῦ περὶ τῆς Τουρκίας, τῆς κατατροπωθείσης κατὰ κράτος ὑπὸ τῶν συμμάχων καὶ ἐν τῷ ἀγῶνι τῷ ἡμετέρῳ. Καὶ, ἐνῷ τοιαῦτα ἐβεβαίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἤλεγχε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του διότι ἠθέλησε ν’ ἀμαυρώσῃ τὰς δάφνας τὰς θαλεράς, τὰς ὁποίας ἔδρεψε μετὰ τοσούτους ἀγῶνας ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Ἀλλ’ ἄν τις ἠμαύρωσε τὰς δάφνας ἐκείνας ἢ ἐπεχείρησε νὰ τὰς ἀμαυρώσῃ, διότι αὗται δὲν ἀμαυροῦνται, αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις κατώρθωσε τὰ τρόπαια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰ τρόπαια τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος καὶ τῶν περιφανεστέρων στρατῶν τῆς Οἰκουμένης, κατώρθωσε, λέγω, νὰ ἐξατμισθῶσιν εἰς χεῖρας αὐτοῦ. Ναί, ἀφήκατε νὰ ἐξατμισθῶσι καὶ συνετελέσατε διὰ τῆς πορείας σας καὶ διὰ τῆς παραστάσεώς σας, συνετελέσατε νὰ ἐξατμισθῶσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν νικῶν, διότι αἱ νῖκαι ἐκεῖναι δὲν ἐξατμίζονται. Μία ἑκάστη ἐκ τῶν ῥητρῶν ἐκείνων, ὧν τινες διετυπώθησαν καὶ ὑπὸ τύπον παράδοξον ἀνταλλαγῆς ἐπιστολῶν, ἂν ὄχι ἕτερον, ἀποδεικνύουσι τὴν ἐσχάτην ὀλιγωρίαν ὡς πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν σᾶς ἠρώτησε περὶ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Τουρκίας, καὶ εἴπετε ὅτι, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἀξιώσεως προβαλλομένης ὑπὸ τῆς Λέσχης «Ἕνωσις καὶ Πρόοδος», ἠναγκάσθημεν νὰ τὸ δεχθῶμεν κατὰ παράβασιν τῆς ἀρχῆς, ἣν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ 14ῳ ἄρθρῳ. Καὶ ἀνεκηρύξατε ἕνα σύλλογον, σύλλογον πολιτικόν, ὡς ἑταιρείαν, καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην τῆς ἑταιρείας κατεστήσατε αὐτὸν πρόσωπον νομικὸν καὶ ἀνεγνωρίσατε δικαιώματα εἰς αὐτὴν τὴν ἑταιρείαν, δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἠρνήθητε ν’ ἀναγνωρίσητε εἰς τὰ νομικὰ ἐκεῖνα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προϋπῆρχον τῆς καταλήψεως, ἢ τοὐλάχιστον τὸ δῆθεν τοῦτο νομικὸν πρόσωπον, ἀναγνωρισθὲν τοιοῦτο μετὰ τὴν κατάληψιν, ἐθήκατε εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς τὰ νομικὰ ἐκεῖνα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως δικαιοῦνται εἰς τοιαύτην ἀναγνώρισιν ὡς προϋπάρξαντα τῆς στρατιωτικῆς καταλήψεως. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι, Κύριοι, δύο ἕτεραι ἐπιστολαὶ προσηρτημέναι εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, ὄχι πλέον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὧν ἡ ἑτέρα προέρχεται ἐκ χειρὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ αἱ ἐπιστολαὶ αὗται εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀποβλέπουσιν ἢ εἰς τὸ ν’ ἀνακηρύξωσι τὴν ἐπικυριαρχίαν τῆς Ῥωμουνίας ἐπὶ τῶν Κουτσοβλαχικῶν κοινοτήτων ἐν Ἑλλάδι. Θαυμάζω δ’ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἀκριβῶς τὸ σχετικὸν ζήτημα καὶ ὁ ὁποῖος παρίστατο, νομίζω, κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, θαυμάζω, λέγω, πῶς δὲν διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του καὶ δὲν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐπὶ 5 ἢ καὶ 10 ὁλόκληρα ἔτη ἐπάλαιεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο εἰς τὰ ὑψηλὰ τῶν ὀρέων τοῦ Θερίσου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν τίνας εἴχομεν δοκιμάσει πικρίας μὲ τὸ ζήτημα αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον μετὰ τοσαύτης ἐλαφρότητος ἀνελάβετε ἀντεθνικὰς ὑποχρεώσεις. Ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἐπικαταράτου Μαργαρίτου ἐσφάδαζον οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοί, οἱ Ἑλληνικώτατοι πληθυσμοί, τῶν Κουτσοβλάχων μεταξὺ τῶν ὀνύχων τῆς προπαγάνδας τῆς Ῥωμουνικῆς. Δὲν ὑπῆρξε μέσον καταπιέσεως, δὲν ὑπῆρξε μέσον ἐξωνήσεως τῶν συνειδήσεων, δὲν ὑπῆρξε μέσον ἐκβιάσεως καθ’ ὅλων ἐκείνων τῶν κοινοτήτων, τὸ ὁποῖον δὲν μετῆλθεν ἡ Ῥωμουνικὴ προπαγάνδα. Ὅλα ἐκεῖνα κατέληξαν εἰς τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων πρὸς τὴν Ῥωμουνίαν κατὰ τὸ 1906. Ἀμέσως πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔτυχε νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὴν Ἀρχήν, ἐνθυμοῦμαι δὲ τὰς γοερὰς κραυγὰς ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν ὑπὸ τὰς πιέσεις τότε, μεταξὺ τῶν ὁποίων, νομίζω, ἦτο καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ συνοδεύσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς Βουκουρέστιον. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶχε φθάσει εἰς Ἀθήνας γυμνὸς καὶ ἐκτετραχηλισμένος ἐκ τοῦ ἀδικήματος τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ εἰς αὐτόν, καὶ ἐσπεύσαμεν, καθ’ ὃ εἴχομεν καθῆκον, νὰ συντρέξωμεν αὐτόν, ὅπως δυνηθῇ νὰ περισυλλέξῃ τὰ ῥάκη τῆς περιουσίας του, ἡ ὁποία εἶχε διαρπαγῆ κατόπιν τῆς ἐπιθέσεως τῆς γενομένης εἰς τὰ τυπογραφεῖά του. Ἐπὶ κεφαλῆς δ’ ὅλης ταύτης τῆς κινήσεως πρέπει νὰ πληροφορηθῇ τὸ νοῆμον κοινὸν καὶ ἡ Βουλὴ ὅτι ἦτο ὁ κ. Τάκε Ἰωνέσκο, ὁ φίλος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὃν ὑπεδέχθημεν μετὰ τιμῶν ἀληθῶς ἡγεμονικῶν καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου ἐποιεῖτο καὶ τὰς ἐκδρομὰς εἰς Ἐλευσῖνα καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπως καὶ εἰς προηγουμένας ἐποχὰς εἰς Ζαγορὰν μετὰ τοῦ κ. Μπάουτσερ καὶ ἄλλων. Εἶχε καταστρωθῆ πρόγραμμα τότε τῆς Ῥωμουνικῆς προπαγάνδας, ἐκεῖνος δέ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς, ἦτο ὁ κ. Τάκε Ἰωνέσκο. Ἀμέσως ἅμα ἐπανελθὼν εἰς τὴν Ἀρχήν, διὰ νὰ ἐννοήσητε περὶ τίνος πρόκειται, ἐπανέφερε τὸν τότε ἀστυνόμον —τὸν ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πανᾶ—, τὸν κ. Μουρούζην, —καὶ θὰ τὸν ἐνθυμῆται καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης — ὡς ἀστυνόμον τοῦ Βουκουρεστίου. Ὑπῆρξεν ἄλλοτε, δολοφονηθεὶς κατόπιν ἐν μέσῳ Βουκουρεστίῳ, εἷς ἐπιθεωρητὴς τῶν Μακεδονικῶν σχολείων, ὁ Λαζαρέσκος Λεκάντα, καὶ ὑπῆρξε καὶ εἷς Ὑπουργὸς τῆς Ῥωμουνίας, ὁ κ. Χάρετ, οἱ ὁποῖοι διεῖδον εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς ἀξιώσεις τῆς Ῥωμουνικῆς προπαγάνδας ἐπὶ τῶν Κουτσοβλαχικῶν κοινοτήτων μόνον σκοπὸν ἐκβιάσεως καὶ κατασωτεύσεως τοῦ πλούτου τοῦ δημοσίου τῆς Ῥωμουνίας· διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ Ῥωμουνικῷ πρέπει νὰ μάθητε ὅτι, ἐνῷ ἀρχικῶς ἀνεγράφοντο ποσὰ δέκα, εἴκοσι χιλιάδων δραχμῶν, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ μέχρι τοῦ Χάρετ ἀνεγράφοντο ποσὰ 700 χιλιάδων λεβίων. Οὔτε ὁ Λεκάντα ἦτο φιλέλλην οὔτε ὁ Χάρετ, ὁ μὲν ἐπιθεωρητὴς τῶν σχολείων τῆς Μακεδονίας καὶ διευθυντὴς τῆς ἐν Ἰωαννίνοις Ῥωμουνικῆς σχολῆς, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Καὶ εἰς προηγουμένην ἐποχήν, κατὰ τὸ 1901, ἠρώτα ὁ Χάρετ τὸν Λεκάντα· «Διὰ τίνος τρόπου εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ ἡ προπαγάνδα ἡ Ῥωμουνικὴ εἰς τὰς Κουτσοβλαχικὰς κοινότητας; Διότι μέχρι τοῦδε βλέπω ὅτι μόνον κατελήξαμεν εἰς δαπάνην ἄσκοπον ἑκατοντάδων χιλιάδων φράγκων κατ’ ἔτος». Καὶ τότε ὁ Λεκάντα διέγραψε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ βαπτισθῶσιν αἱ Κουτσοβλαχικαὶ κοινότητες ἀπὸ Ἑλληνικάς, ὁποῖαι ἦσαν, εἰς Ῥωμουνικάς. Ἔλεγε· «Μὴ δαπανᾶτε· μὴ στέλλετε ἀποστόλους· μὴ θέλετε νὰ προικοδοτήσητε διὰ δωρεῶν τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Μαργαρίτου· ἔχετε ἐν Βουκουρεστίῳ πολλοὺς Κουτσοβλάχους· ἐξαγοράσατέ τους, πιέσατέ τους, καταδιώξατέ τους καὶ μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὅλαι αἱ κοινότητες αἱ Κουτσοβλαχικαί, αἱ εὑρισκόμεναι ἐν Τουρκίᾳ τότε, ἀντὶ νὰ εἶναι οἱ διαπρύσιοι κήρυκες τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ν’ ἀποδιώκωσι τοὺς ψευδαποστόλους ἡμῶν, θὰ εἶναι ὑποτακτικαὶ καὶ θέλουσι παραδοθῆ καὶ θέλουσι γίνει τὰ ὄργανα ἡμῶν». Αὐτὸ ἦτο τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον κατεστρώθη ἀπὸ κοινοῦ μεταξὺ Λεκάντα καὶ Χάρετ. Ἀλλ’ ὁ ἀνταγωνισμὸς ὁ κομματικὸς ἐν Ῥωμουνίᾳ ἔφερεν εἰς διάφορα ἀποτελέσματα. Τὸ πρῶτον ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ δολοφονία τοῦ Λεκάντα ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ ἐν Βουκουρεστίῳ, κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1904, καὶ κατόπιν ἡ μετὰ ζητωκραυγῶν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ τοῦ Βουκουρεστίου τῆς ἀποφάσεως περὶ ἀθωώσεως τῶν κακούργων τῶν δολοφονησάντων τὸν Λεκάντα. Ὁ Χάρετ, ἕνεκα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τοῦ κομματικοῦ, κατέστρωσεν ἐν ἐκθέσει του τῇ 15 Νοεμβρίου 1901 πρὸς τὸν Βασιλέα Κάρολον τὸν ἀπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τῶν γενομένων δῆθεν ὑπὲρ τῶν Ῥωμουνικῶν ἐν Τουρκίᾳ σχολῶν, καὶ εὑρίσκετο κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν αὐτὸν ὅτι ὑπῆρχον πάντοτε περισσότεροι διδάσκαλοι ἀπὸ μαθητὰς εἰς ὅλας τὰς σχολάς· ἀλλὰ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πάντοτε ὀλιγαριθμότεροι ἀπὸ τὸ διδακτικὸν προσωπικόν, ἦσαν πάντες ὑπότροφοι τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ ἔξοδα κάπως περιωρίσθησαν ἔκτοτε καὶ ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ των. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ἔλεγεν ὅτι ἦτο ζήτημα τάξεως διὰ τὴν Ῥωμουνίαν τὸ νὰ προστατευθῶσιν αἱ κοινότητες αἱ Κουτσοβλαχικαί, ὅτι ἄλλως ἀπέβαλε πλέον τὸ ζήτημα τὸ Κουτσοβλαχικὸν τὸν ὀξύν του χαρακτῆρα. Ἡ πολιτεία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πολλοὺς συνεπήγαγε κατὰ τὸ παρελθὸν κινδύνους, τοὺς ὁποίους εὐτυχῶς διεφύγομεν χάρις εἰς τὴν δρᾶσιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἔτι μεγαλειτέρους συνεπάγεται κινδύνους διὰ τὸ μέλλον. Καὶ καθ’ ἓν μέρος συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκρούσωμεν τοὺς περικυκλοῦντας ἡμᾶς πανταχόθεν κινδύνους, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ νῷ ἡμῶν τοὺς λόγους τοῦ στρατηλάτου Βασιλέως, ὅτι «πρέπει νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι πάντοτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ κρατήσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατεκτήσαμεν ἤδη». Ἐμβαθύνατε, σᾶς παρακαλῶ, εἰς τοὺς λόγους αὐτοὺς τοὺς Βασιλέως, διότι εἶναι βαθεῖς· αὐτοὺς τοὺς κινδύνους ὑπονοεῖ καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς κινδύνους πρέπει νὰ ἐντείνῃ τὴν προσοχήν της ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὸ ζήτημα τῶν Κουτσοβλαχικῶν κοινοτήτων ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐρωτήσω· Γνωρίζετε τὶ ψηφίζετε; Ἀνεγνώσατε κἄν, ἔστω καὶ ἐπιτροχάδην, τὰς ἐπιστολὰς ἐκείνας τὰς ἀνταλλαγείσας μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ῥωμουνίας; Ἠρωτήσατε ὑμᾶς αὐτούς, ἠρωτήσατε τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τί κοινὸν κυνὶ καὶ βαλανείῳ; Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου πρὸς τὸ θέμα τῶν ἐπιστολῶν τῶν ἀνταλλαγεισῶν μεταξὺ τῶν δύο Πρωθυπουργῶν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον κατεπλάγην, ὅτε εἶδον εἰς τὸ πλευρὸν τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, τὸ ἀγγοῦρι αὐτό (ἱλαρότης). Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω αὐτὰς τὰς ἐπιστολάς· δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξηγήσω τίνα σχέσιν εἶχον πρὸς τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου. Ἀλλ’ ἴσως θὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν σχέσιν αὐτὴν μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐκολίας καὶ ἴσως θὰ ἦτο ἕτοιμος νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ «ἄνοιξε τὰ στραβά σου, ἀνάγνωσε τὴν ἡμέραν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπιστολῶν, ἀνάγνωσε καὶ τὴν ἡμέραν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου καὶ θὰ ἐννοήσῃς περὶ τίνος πρόκειται. Εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἡ Ῥωμουνία παρ’ ἡμῶν». Παρεσκευάσαμεν οὕτω τὸ ἔδαφος εὔθετον διὰ τὴν Ῥωμουνίαν, ὅπως οὐ μόνον ἀποκτήσῃ ὅσα ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλγαρίας, ἀλλ’ ὅπως ἀποκτήσῃ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν ὠνειρεύθη νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν. Ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς συνετῆς καὶ σοφῆς πολιτικῆς τῆς Ῥωμουνίας; Χωρὶς νὰ καταναλώσῃ ἓν φυσίγγιον, χωρὶς νὰ θυσιάσῃ ἕνα καὶ μόνον ἄνδρα ἐκ τοῦ στρατοῦ της, χωρὶς νὰ δαπανήσῃ οὔτε μίαν δραχμὴν κατώρθωσεν ἡ Ῥωμουνία νὰ ἀποκτήσῃ μεγάλην ἔκτασιν, ὁλόκληρον τὴν Δοβρουτσάν, πλουσιωτάτην ἐπαρχίαν, καὶ νὰ καταρρίψῃ τὰ φρούρια τοῦ Ῥουχτσουκίου καὶ τῆς Σούμλας. Κατώρθωσε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν προστασίαν της ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ τὴν δοξάζομεν, πρῶτος ἐγώ, καὶ τὴν ὑμνολογοῦμεν· κατώρθωσε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν προστασίαν της ὡς μία τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐφ’ ὅλην τὴν Βαλκανικὴν καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο· κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ καὶ ἐπικυριαρχίαν ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα, ἥτις θὰ καταστῇ πληγὴ ἀενάως χαίνουσα, συνεπαγομένη μέλλοντας κινδύνους, πρὸς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀτενὲς τὸ βλέμμα. Ἀναγνωρίζεται διὰ τῶν ἐπιστολῶν ἐκείνων, τῶν ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει ἀνταλλαγεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνωρίζεται, λέγω, ἡ αὐτονομία τῶν ἐκκλησιῶν καὶ σχολῶν τῶν Κουτσοβλαχικῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις καθαρῶς Ἑλληνικῶν κοινοτήτων. Ἡ Βέροια ἀλλὰ καὶ τὸ Μέτσοβον θὰ εἶναι ἕδραι τῶν αὐτονόμων Κουτσοβλαχικῶν σχολῶν καὶ ἐκκλησιῶν, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο λάθρᾳ καθ’ ἡμῶν καὶ κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέχρι τοῦδε, θὰ γίνεται μὲ ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν εἰς τὸ μέλλον, διότι συνομολογεῖται διὰ τῶν ἐπιστολῶν, διὰ τὰς ὁποίας παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σπεύσῃ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διότι αἱ ἐπιστολαὶ αὗται συνεπάγονται ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ, διὰ τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν, ἐπαναλαμβάνω, ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ῥωμουνίαν νὰ δαπανᾷ διὰ τὰς σχολὰς καὶ τὰς ἐκκλησίας τῶν Κουτσοβλαχικῶν κοινοτήτων ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως! Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν τὸν σάρακα τῆς προπαγάνδας τῆς Ῥωμουνικῆς ἐντὸς τοῦ Κράτους μὲ τὴν ἐπικυριαρχίαν τῆς Ῥωμουνίας δαπανώσης πρὸς συντήρησιν αὐτῆς καὶ πρὸς ἐξάπλωσιν αὐτῆς. Καὶ τὸ παράδειγμα ἡμῶν ἀναμφισβητήτως θέλει ἐπιδράσει ἐπὶ τὴν τύχην καὶ τῶν Κουτσοβλαχικῶν κοινοτήτων τῆς Θρᾴκης, διότι στὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ Ἰραδὲ τοῦ 1905 προσέφερεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ῥωμουνικὴν προπαγάνδαν, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ λείψῃ νὰ τὴν προσφέρῃ καὶ ὁ νῦν Σουλτᾶνος, τὸν ὁποῖον ἐπεσκέφθη ἄρτι, ἀναχωρῶν ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ κ. Τάκε Ἰωνέσκο. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι εὐθὺς ὡς ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν προσεπάθησε νὰ ἐπαναφέρῃ τὰς ἀγαθὰς σχέσεις πρὸς τὴν Ῥωμουνίαν. Ἐρωτήσατε τὸν συνάδελφόν σας ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἂν τὴν ὁδὸν αὐτὴν δὲν ἐγνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς. Ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας ἐπῆλθεν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου ἡ θέσις τῶν πραγμάτων εἶχε καταστῆ τόσον ἀφόρητος ὥστε ἠναγκάσθην νὰ χορηγήσω ἄδειαν εἰς τὸν τότε εὑρισκόμενον ἐκεῖ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος, διὰ ν’ ἀποφύγῃ τοὺς προπηλακισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐπανελαμβάνοντο καθ’ ἡμέραν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη ἐφρόνει ὅτι ἠδύνατο νὰ κορέσῃ τὸν Μινώταυρον. Προσεπάθησε νὰ τὸν μαλάξῃ καὶ ἔκαμε πᾶσαν δυνατὴν παραχώρησιν, προσέφερε δὲ καὶ τὴν διαιτησίαν τῆς Χάγης. Ἀλλ’ εἰς τὰς προτάσεις ταύτας ἀπήντησε σκαιῶς ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωμουνίας Λαχοβάρης ἀπήντησεν ὅτι τὸ πρωτόκολλον τὸ προσηρτημένον εἰς τὴν σύμβασιν τὴν ἐμπορικὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας, δι’ οὗ ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ἠθικὰ πρόσωπα αἱ ἐν Ῥωμουνίᾳ Ἑλληνικαὶ ἐκκλησίαι καὶ σχολαί, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐνεθυμήθη καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγνώριζε τὰς τῶν Κουτσοβλαχικῶν κοινοτήτων ἐν ταῖς νέαις κτήσεσιν ἡμῶν ὡς αὐτονόμους ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τῆς Ῥωμουνίας, δὲν ἀποτελεῖ τὸ κύριον θέμα, ἀλλ’ ἡ γενομένη προσβολὴ εἰς τὰ ἱερὰ καὶ δίκαια τῆς ἀνθρωπότητος, εἰς τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα τοῦ Ῥωμουνικοῦ λαοῦ, ἤτοι ἡ μὴ ἀναγνώρισις τῶν Κουτσοβλαχικῶν κοινοτήτων ὑπὸ τοῦ Πατριαρχείου, ὡς εἶχεν ἀναγνωρίσει ἤδη ὁ Ἰραδὲς τοῦ 1905. Καὶ ἵνα δοθῶσι δείγματα τῆς προθυμίας, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὸ ν’ ἀποκαταστήσωσι τὰς φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἡμέραν τινὰ εἰσέβαλεν εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Ἑλληνικῆς πρεσβείας πλῆθος μαινομένων, οἵτινες ἐβιαιοπράγησαν καὶ κατὰ τοῦ ἐν ἀποστολῇ εὑρισκομένου ἐκεῖ προξένου τῆς Ἑλλάδος. Ἠναγκάσθη τότε ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη νὰ διακόψῃ τὰς σχέσεις μετὰ τῆς Ῥωμουνίας. Ἀφηγήθην πάντα ταῦτα, ἵνα ἀποδείξω ὅτι δὲν παρενέπεσέ τι προσωπικὸν ἐκ μέρους μου. Ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ὁρῶντος εἰς σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τὰ ὁποῖα ἐδέησε νὰ θυσιάσωμεν πρὸς ἐπανάληψιν τῶν φιλικῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ αὐτονομία τῶν Κουτσοβλαχικῶν σχολῶν καὶ ἐκκλησιῶν ἐν ταῖς νέαις κτήσεσι τὸ χορηγηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ῥωμουνικὴν προπαγάνδαν· ἐπέτρεψε καί τι πλέον· ἐπέτρεψε τὴν σύστασιν Ἐπισκοπῆς διὰ τοὺς Κουτσοβλάχους. Ἠξεύρετε δὲ ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῆς παραχωρήσεως ταύτης; ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸ Ἑλληνικὸν Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον μικροῦ δεῖν ἐλησμόνει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπόψε, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος. Ἀλλὰ τί θὰ εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος τὸν ὁποῖον ἀνελάβετε νὰ ἐγκαταστήσητε; Ποία θὰ εἶναι ἡ δικαιοδοσία του; Μέχρι τίνος σημείου θὰ ἐκτείνηται αὕτη; Θὰ εἶναι ὁ Πάππας Ῥώμης. Ἡ δικιοδοσία του θὰ ἐκτείνηται καθ’ ὅλην τὴν νέαν Ἑλλάδα καὶ θὰ εὑρίσκηται ἐν ἀντιθέσει, ὁποτεδήποτε αὐτὸς θέλει, πρὸς τὴν καθεστηκυῖαν ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχὴν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη, καὶ τὸ λέγω καὶ ἐγώ, ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη ἐπέβαλεν αὐτῷ ν’ ἀναγνωρίσῃ πάντα ταῦτα. Τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην παρεσκευάσατε ὑμεῖς μὲ τὴν πολιτείαν σας. Ἀλλὰ τάχα ἐκορέσατε τὸν Μινώταυρον μὲ τὰς παραχωρήσεις ταύτας; Σᾶς ἐρωτῶ· ἡ Ῥωμουνία σᾶς ἠρώτησεν, ὅτε προὐτίθετο νὰ στρατευθῇ;
§264Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ ἠρώτησε.
§265Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸ πιστεύω.
§266Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ διαψεύδητε οὕτω.
§267Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς διαψεύδουσιν ὅλαι αἱ δημοσιεύσεις αἱ ἐπίσημοι καὶ ἀνεπίσημοι ἐκ Βουκουρεστίου.
§268Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχων τὸ ἀξίωμα ὅπερ ἔχω καὶ διαβεβαιῶν ὑμᾶς ἐν τῷ ἀξιώματί μου τούτῳ ὅ,τι σᾶς διεβεβαίωσα δὲν πρέπει νὰ τυγχάνω διαψεύσεων. Λοιπὸν μὲ ἠρωτήσατε ἂν ἡ Ῥωμουνία μὲ ἠρώτησε πρὶν στρατευθῇ καὶ σᾶς ἀπήντησα ναί. Εἰπὼν ὅτι ἡ Ῥωμουνία μὲ ἠρώτησε μετεχειρίσθην κυριολεξίαν, χωρὶς ν’ ἀναφέρω προγενεστέρας ἐνεργείας. Σᾶς λέγω ὅτι πρὶν ἢ δημοσιευθῇ τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις μὲ ἠρώτησεν ἂν αἱ μετὰ τῆς Βουλγαρίας σχέσεις μας ἦσαν τοιαῦται, ὥστε μετὰ τὴν κατάστασιν τὴν δημιουργηθεῖσαν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῶν ἐν Παγγαίῳ συμπλοκῶν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρει ὅτι θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ φθάσῃ μέχρι πολέμου ἢ ἐθεώρει ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς συμβιβασμόν, καί, ὅτε ἐβεβαιώθη ὅτι ἡ ἰδική μας θὰ χωρήσῃ μέχρι πολέμου καὶ οὐδεμίαν θὰ δεχθῇ διαπραγμάτευσιν διὰ τὸν διακανονισμὸν τῶν συμπλοκῶν τοῦ Παγγαίου, τότε ἐδημοσίευσε τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεώς της. Πῶς τολμᾶτε λοιπὸν νὰ διαψεύδητε τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως;
§269Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖα στοιχεῖα ἔχετε ἐπιβεβαιοῦντα;
§270Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς τὰ εἶπον.
§271Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τολμῶ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχω δικαίωμα νὰ τολμήσω. Εἴπετε ὅτι ἡ Ῥωμουνία σᾶς ἠρώτησεν ἂν πρόκειται νὰ στρατευθῆτε κατὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ νὰ φθάσητε μέχρι πολέμου. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο. Εἶχε συμφέρον νὰ τὸ μάθῃ, ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπεν ὅτι θὰ ἐπιστρατευθῇ αὐτή. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· ὅτε αὕτη ἐπεστρατεύθη, δὲν προσεπαθήσατε νὰ τὴν προσεγγίσητε καὶ αὕτη σᾶς ἀπέκρουσε; Παραδόξως δ’ ἐχαρακτηρίσατε εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον τὴν αὐτοτελῆ δρᾶσιν αὐτῆς ὡς σύμπραξιν. Δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ὑπῆρξε συνεννόησις συμπράξεως πρὸς τὴν Ῥουμανίαν; Ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου ἀποδεικνύει ὅτι οὐδὲν ὑπῆρχε τὸ κοινὸν μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνης. Ἀναγνώσατε τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὁ Χριστὸς ηὐλόγησε πρῶτον τὰ γένεια του. Τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἦτο νὰ καθορισθῶσι τὰ νέα σύνορα τῆς Ῥουμανίας ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Βουλγαρίας καὶ κατόπιν εἰσῆλθεν εἰς τὴν διανομὴν τῆς λείας τῶν συμμάχων. Καὶ νομίζετε ὅτι εἰς τὸ μέλλον δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν Ῥουμανίαν σύμμαχον, ὅτε βλέπετε τὸν κ. Ἰωνέσκο ἀναχωροῦντα ἐντεῦθεν καὶ σπεύδοντα πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν; Ἀμφιβάλλετε ὅτι κατὰ νέας περιπλοκὰς θὰ προβάλῃ νέας ἀξιώσεις καὶ θὰ διεκδικήσῃ νέα συμφέροντα; Καὶ τόσον ἐλαφρῶς συνάπτονται συμβάσεις τοιαῦται καθιστῶσαι τὴν ἐπικυριαρχίαν ξένης Δυνάμεως ἐντὸς τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν; Σᾶς ἀπησχόλησα, Κύριοι, ἐπὶ πολὺ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Τὸ ἔπραξα, διότι θεωρῶ ὅτι ἦτο καθῆκόν μου, καθῆκον παντὸς πονοῦντος τὸν τόπον, νὰ προΐδῃ καὶ προδιαγράψῃ τοὺς κινδύνους ἐξ ὧν οὔτε ἡ σύμβασις τῶν Ἀθηνῶν οὔτε ἡ τοῦ Βουκουρεστίου μᾶς ἀπαλλάττει. Τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων ὡμολόγησε χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔχει ἀπολεσθῆ ἀπὸ τριῶν μηνῶν. Δυστυχῶς δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προΐδῃ τις ποῖοι οἱ κίνδυνοι ὡς πρὸς τὴν τύχην τῶν πεφιλημένων ἐκείνων Ἑλληνικῶν νήσων, αἱ ὁποῖαι, ἀφοῦ κατὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ἀνεξαρτησίας ἐπλήρωσαν διὰ τοῦ αἵματος ὅλων σχεδὸν τῶν κατοίκων των τὴν συμμετοχήν των, σήμερον κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν νομίζουσιν ὅτι εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀγκάλῃ τῆς μητρὸς κινδυνεύουσι ν’ ἀποσπασθῶσιν ἀπ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορηθῶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀνεκεφαλαίου πρὸ ὀλίγου ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἆθλα τὰ ὁποῖα ἐπετέλεσε, νὰ πληροφορηθῶ ποία εἶναι ἡ θέσις σήμερον αὐτῆς τῆς πατρίδος του, τῆς Κρήτης. Ἐὰν δυνηθῇ νὰ μὲ διαψεύσῃ, θὰ εἶμαι εὐτυχής. Ἐξ ἰδιωτικῶν πληροφοριῶν, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἄλλας, γνωρίζω ὅτι ἀκόμη δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ ἐπικοινωνία μεταξὺ τοῦ γενικοῦ διοικητοῦ τοῦ νῦν ὡς καὶ τοῦ προηγουμένου μετὰ τῶν προξένων ἐν Κρήτῃ. Ἐμνημόνευσεν ὡς ἆθλον ὅτι κατώρθωσε νὰ ἐκδιώξῃ ἐντεῦθεν τοὺς Κρῆτας Βουλευτάς, διότι ἐθεώρει ὅτι ἡ ὥρα τῆς εἰσόδου ἐνταῦθα τῶν Κρητῶν Βουλευτῶν δὲν ἦτο ἐκείνη τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐξέλεξαν. Παρῆλθον ἔκτοτε τόσαι περιστάσεις εὔθετοι ὅπως ἔχωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Κρήτης εἰς τοὺς κόλπους ἡμῶν, ὥστε θαυμάζει τις ὅτι δὲν τὸ ἐσκέφθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἐν τέλει εἰσῆλθον οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κρήτης ἐνταῦθα καὶ εἰσῆλθον μετ’ ἀγῶνας αἰώνων, τοὺς ὁποίους κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἰσῆλθον διὰ τῆς ἐπιμονῆς των καὶ ἐχειροκρότησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐχειροκρότησε καὶ ἡ Βουλὴ τὴν εἴσοδον αὐτῶν. Προσεκλήθησαν ν’ ἀποχωρήσωσι τότε, διότι δὲν εἶχον ἔνδυμα γάμου. Παρῆλθον ἔκτοτε μῆνες 14 καὶ δὲν εὑρέθη ἔτι ὁ ῥάπτης ὅπως κόψῃ τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου. Ἀλλ’ οὐδ’ ἐσκέφθη τις μέχρι τοῦδε περὶ προσαρτήσεως τῆς Κρήτης μετὰ τῆς μητρός, ἐνῷ περὶ τῆς Κρήτης ἔχομεν τίτλους, τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου, διὰ τῆς ὁποίας παρῃτήθη ἡ Τουρκία ὑπὲρ τῶν συμμάχων παντὸς δικαιώματος εἴτε κυριαρχικοῦ εἴτε ἐπικυριαρχικοῦ ἀφήσασα εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ν’ ἀποφασίσωσι περὶ τῶν λοιπῶν νήσων· ἔχομεν τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ Βουλγαρία παρῃτήθη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος πάσης ἀξιώσεως ἐπὶ τῆς Κρήτης. Καὶ ἐν τούτοις μέχρι σήμερον ὁ γενικὸς διοικητὴς τῆς Κρήτης δὲν ηὐτύχησε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν τιμητικὴν ἐπίσκεψιν τῶν προξένων τῶν Μ. Δυνάμεων τῶν εὑρισκομένων ἐκεῖ. Εἶναι καὶ τοῦτο ἓν τῶν ἄθλων τῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ κατήγγειλεν εἰς προηγουμένην ἐποχὴν ὡς ἐξευτελισθέντα διότι ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου ἐδεχόμην τοὺς πρεσβευτὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει τίνες ὑπῆρξαν αἱ σχέσεις μου πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ὅτε πρῶτον ἦλθον ἐνταῦθα, προσεφέρθην, ὅπως τὸν γνωρίσω μὲ τοὺς ἐν Ἀθήναις πρεσβευτάς. Θὰ ἐνθυμῆται τὴν ἐπίσκεψίν μας παρὰ τῷ πρεσβευτῇ τῆς Γαλλίας. Ἀμέσως μετὰ τὰς πρὸς ἡμᾶς δεξιώσεις τοῦ κ. πρεσβευτοῦ ἀνεκοινώθη ἡ ἐπίσκεψις τοῦ τότε προχειρισθέντος Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Δραγούμη. Καὶ ὁ Δεβὶλλ δυσφορήσας ἐφαίνετο διστάζων ν’ ἀπαντήσῃ. Τότε παρενέβην καὶ τῷ εἶπον ὅτι ἦτο εὐχάριστος ἡ σύμπτωσις τῆς ἐπισκέψεως τοῦ κ. Δραγούμη. Ἀλλ’ ὀλίγον πρότερον ὁ κ. Δεβὶλλ μὲ τὴν συνήθη ἐλευθεροστομίαν του, ἣν πάντες γνωρίζομεν, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Βενιζέλον τὸν ἠρώτησε: Que font les Crétois ? Τὸ ἐρώτημα ὑπῆρξεν ἀληθὴς αἰφνιδιασμὸς διὰ τὸν κ. Βενιζέλον. Καὶ τότε παρενέβην καὶ ἀπήντησα: Τοὺς Κρῆτας οὐδεὶς θὰ πείσῃ ν’ ἀρνηθῶσι τὴν ἐθνικότητά των καὶ τοὺς ἐθνικούς των πόθους, ἀλλ’ οὐχ ἧττον θὰ εἰσακούσωσι τὰς συμβουλὰς τῶν Μ. Δυνάμεων, πεπεισμένοι ὅτι θὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ δίκαιαι ἀξιώσεις των. Ὤφειλον νὰ ὑπομνήσω ταῦτα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποκρούσω τὴν μομφὴν τοῦ ἐξευτελισμοῦ. Ἀλλ’ ἐνεθυμήθη τὰς μαστιγώσεις καὶ δὲν ἐνεθυμήθη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξήγγειλεν ἐντεῦθεν αὐτός. Μήπως δὲν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν καὶ συμπολίτην μου ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι θὰ τὸν σύρῃ ἀπὸ τοῦ ὠτός; Ταῦτα εἶναι εἰκόνες, αἱ ὁποῖαι παριστῶσι ζωηρότερον τὴν σκέψιν. Οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς ἔστελλέ τις εἰς Σόφιαν, διὰ νὰ σᾶς ῥαβδίσουν. Ἀληθῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξανέστην. Δὲν ἐξανέστην δὲ μόνον καθ’ ὑμῶν, ἐξανέστην ἀκόμη καὶ κατὰ τοῦ Στρατηγείου, διότι εἶχον ἐγκαταλειφθῆ, ὅπως εἶχον ἐγκαταλειφθῆ, οἱ αἰχμάλωτοι τοῦ Παγγαίου, ὧν ἡ αἰχμαλωσία ὠφείλετο εἰς τὴν ὑμετέραν παρέμβασιν, ὡς τὴν περιεγράψατε σεῖς αὐτὸς χθὲς ἐπανορθῶν ὅσα δῆθεν πλημμελῶς ὁ Βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εἶπεν ἐνταῦθα περὶ τῶν λόγων τῆς ἀποχωρήσεώς του. Ἀναμφισβητήτως πάντες οἱ αἰχμαλωτισθέντες ἐν τῷ Παγγαίῳ ὑπῆρξαν θύματα τῆς πολιτείας ὑμῶν, διότι μᾶς ἀφηγεῖσθε χθὲς ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως στρατηγικῆς καθ’ ὑμᾶς δὲν εἶχε καμμίαν ἀξίαν τὸ Πάγγαιον, ἀλλ’ οὐδ’ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοιαῦτα ἰσχυριζόμενος ἀπεκοίμισε τὰς στρατιωτικὰς Ἀρχάς, ἰδίᾳ ἀμέσως μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς οὐδετέρας ζώνης, ἀφήσας ἐκτεθειμένους τοὺς δυστυχεῖς ὁπλίτας νὰ αἰχμαλωτισθῶσι καὶ ἀγγαρευόμενοι ὑπὸ Βουλγάρων ἀξιωματικῶν νὰ ῥαβδίζωνται. Αὐτοὺς τοὺς ῥαβδισμοὺς ἐπεθύμουν νὰ αἰσθανθῆτε. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξῆρε τὸ ἔργον τῆς συμμαχίας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Ἀλλ’ ἐγὼ κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἀνήγγελλεν ἐνταῦθα τὴν κήρυξιν τοῦ δευτέρου πολέμου κατελόγιζον αὐτῷ τὴν εὐθύνην τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας χάρις εἰς τὴν πολιτείαν του ἐξετίθετο ἐκ νέου ἡ Ἑλλάς. Διότι τὰς γνωρίζετε, Κύριοι· εἶναι κατατεθειμέναι τοὐλάχιστον αἱ δύο συμβάσεις μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ἡ μία, ἡ ἀμυντική, τοῦ Μαΐου 19 2, ἡ ἄλλη τῆς 24 Σεπτεμβρίου, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἠναγκάσθημεν νὰ ἐπιστρατευθῶμεν καὶ ἡμεῖς. Ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· Τί ἠθέλετε νὰ πράξω, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι ἐπεστρατεύθησαν τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως; Ἠναγκάσθη καὶ αὐτὸς νὰ ἐπιστρατευθῇ ὡσεὶ ἐπρόκειτο περὶ χυλοῦ, ὅστις δὲν ἔπρεπε νὰ κρυώσῃ. Εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην τὴν δευτέραν ὑπάρχει ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ συμφωνίας μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Σερβίας de l'accord avec la Serbie. Ἀλλ’ ἤκουσα ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐγνώριζε τὴν μετὰ τῆς Σερβίας σύμβασιν καὶ μάλιστα ἐπεκαλέσθη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ συνάδελφοί του δικηγόροι γνωρίζουσιν ὡς πρόχειρον εἰς τὰς δικηγορικὰς ὑπερασπίσεις. Τὴν ἐχαρακτήρισεν ὡς res inter alios acta· ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑπεχρεοῦτο ἐξ αὐτῆς. Ἀπὸ ἀπόψεως δικονομικῆς δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἀντίρρησις ἦτο ὀρθή, ἀλλ’ ἀπὸ διπλωματικῆς δὲν ἦτο τοιαύτη, ἀπὸ ἀπόψεως δὲ ὑπερασπίσεως τῶν συμφερόντων τῶν ἑλληνικῶν ἡ σχέσις ἦτο ὅλως διάφορος, διότι, ἂν ἐγνωρίζετε τὴν σύμβασιν, ὡς ὠφείλετε νὰ τὴν γνωρίζητε, τὴν μεταξὺ Σερβίας καὶ Βουλγαρίας, ἠθέλετε νοήσει εἰς τίνα κίνδυνον ἐνεβάλλετε τὸ Κράτος καὶ τὸ ἔθνος. Ἠθέλετε γνωρίζει ὅτι ἐπρόκειτο περὶ διανομῆς καὶ δὲν θὰ παρεπονεῖσθε ἤδη, διότι ἡ Βουλγαρία, καίτοι ἐπανειλημμένως ἐγένοντο ὑφ’ ἡμῶν προτάσεις διανομῆς, δὲν κατεδέχθη ν’ ἀπαντήσῃ. Ὑπάρχει τῷ ὄντι ἐν τῷ φακέλλῳ τηλεγράφημα τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς 7ης Νοεμβρίου 1912 περὶ διανομῆς, ὅπερ καθώριζε τὴν μερίδα ἣν ἠξίου ἡ Ἑλλάς. Τὸ τηλεγράφημα ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν κ. Πανᾶν, ὅστις διετέλει πρεσβευτὴς ἐν Σόφιᾳ. Κατ’ αὐτὸ «ὁ κατάλογος τῶν καζάδων, ὃν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνεχείρισε τῷ πρεσβευτῇ τῆς Βουλγαρίας ἐν Ἀθήναις, περιλαμβάνει μόνον τὰς μακεδονικὰς χώρας. (Ὅρια τῆς προτάσεώς μας ἐν ταῖς μεγάλαις γραμμαῖς εἶναι τὰ ἑξῆς. Ἀπὸ τοῦ βάθους τοῦ κόλπου τοῦ Αὐλῶνος μέχρις ὀλίγῳ βορειότερον τοῦ Τεπελενίου, κατόπιν ἐκεῖθεν εἰς τὸ ὄρος Δαγκλῆ καὶ Παναρέτη, κατόπιν ὀλίγον πρὸς δυσμὰς τῆς Μοσχοπόλεως, κατόπιν ἐκεῖθεν διέρχεται μεταξὺ τῶν λιμνῶν Ὀχρίδος καὶ Πρέσπας. Παρέκκλισις στρατιωτικὴ τὴν κατευθύνει μετὰ τὸ ὄρος τοῦ Κρουσόβου, ἀντὶ βορειότερον τῆς Ῥέσνας καὶ Γκόπας καὶ ἐκεῖθεν πλησιέστατα τοῦ Ζοβὶκ καὶ τοῦ Ῥόζδεν. Κατόπιν διευθύνεται πρὸς τὴν Μιρόβκα, ἀκολουθεῖ τὴν κορυφὴν τοῦ Βελανίκα, διέρχεται τὸν Στρυμόνα καὶ διὰ τῶν κορυφῶν τοῦ Τσεγγέλδαγ, Βροντοσδὰγκ καὶ Μποσδὰγκ συναντᾷ τὸν Νέστον. Οἱ καζάδες οὓς περιλαμβάνει ἡ γραμμὴ ἡμῶν εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ Αὐλῶνος, τὸ ἥμισυ τοῦ Τεπελενίου, τὰ ¾ τῆς Πρεμετῆς, ὁλόκληρος ὁ καζᾶς τῆς Χειμάρρας, Ἀργυροκάστρου, Δελβίνου, Βοστίνης, Λιασκοβικίου, Κονίτσης, Φιλιατῶν, Ἰωαννίνων, Παραμυθιᾶς, Μαργαριτίου, Μετσόβου, Λούρου καὶ Πρεβέζης». Αὗται ἦσαν αἱ προτάσεις διανομῆς τὰς ὁποίας ὑπέβαλε διὰ τοῦ ἀξιοτίμου τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Σόφιαν, ἀλλ’ ἐκεῖθεν δὲν ἀπήντων καὶ ἠδημόνει. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀναμείνῃ τὰς συμπλοκὰς τοῦ Παγγαίου, ὅπως ἐννοήσῃ τὰς διαθέσεις τῶν Βουλγάρων, διότι αἱ διαθέσεις τῶν Βουλγάρων κατηγγέλθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε ἀπεσταλμένου τῆς Ἑλλάδος εἰς Τσατάλτσαν, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὁποίας ἤρξαντο αἱ διαπραγματεύσεις τῆς ἀνακωχῆς μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέμενε τὰ γεγονότα τοῦ Ἀγγίτου, ὅπως ἀφυπνισθῇ. Ἀληθῶς ὁ στρατὸς ἡμῶν ἐπέδειξεν ἀνδρείαν ὅλως ἐξαιρετικήν, ἡμεῖς δ’ ἐχαιρετίσαμεν τὴν κήρυξιν τοῦ δευτέρου πολέμου ἐντεῦθεν ὡς τὸ ἄγγελμα τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, ὡς τὸ ἄγγελμα τῆς ἀνασυντάξεως τῆς ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διαρραγείσης ἀλληλεγγύης τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθρήνει χθὲς ἀκόμη ἐντεῦθεν διὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον. Δικαίως δ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἠρώτησε «τί θὰ ἐγίνετο εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε τυφλώσει ὁ Ὕψιστος τοὺς Βουλγάρους, εἰς τίνα θέσιν θὰ εὑρίσκεσθε; Ὑποχωρήσαντες εἰς τὰς Ἐλευθερὰς θὰ ἠναγκάζεσθε νὰ ἐγκαταλίπητε καὶ τὴν Θεσσαλονίκην». Ὅλα ταῦτα λέγω, διὰ νὰ ὑπενθυμίσω ὅ,τι εἶπον καὶ ἐντεῦθεν καὶ ὅ,τι διεμήνυσα ὑμῖν διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ῥέπουλη, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ κατεύθυνσις, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ εἰς τὴν διεθνῆ πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἦτο σφαλερά. Σᾶς ἔλεγον τότε διακόπτων τὴν ἀγόρευσίν σας ὅτι ἔδει ν’ ἀκολουθήσητε τὴν πολιτικὴν τὴν καιροσκοπικὴν καὶ ἡ παρατήρησις αὕτη ἐνεποίησεν ὑμῖν τὴν ἐντύπωσιν αἰφνιδιασμοῦ, καὶ ἀπηντήσατε μὲ ἀσύστατα καὶ ἀκατάληπτα ἐρωτήματα· «Καιροσκοπικὴν πολιτικὴν μὲ τὴν Τουρκίαν ἢ μὲ τὴν Βουλγαρίαν, πῶς δέ, ἀφοῦ κανεὶς δὲν ἐθεώρει ἀξιόμαχον τὸν στρατόν μας;». Τὰ ἐρωτήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀντέταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς παρατηρήσεις μου ὑπὲρ τῆς καιροσκοπικῆς πολιτικῆς θὰ τὰ ἀνεμνήσθη, ὅτε ἀνεχώρει εἰς Βουκουρέστιον. Καὶ τότε πάλιν μετεχειρίσθην μίαν εἰκόνα εἰπὼν ὅτι ἔδραμεν εἰς Βουκουρέστιον ὡς κύων δαρείς. Τοὺς φίλους του ἐπείραξε πάλιν ὄχι ἡ σκέψις, ἀλλ’ ἡ εἰκών. Εἶπον ἤδη ὅτι ἠναγκάσθη μεθ’ ὅλας τὰς νίκας τὰς περιφανεῖς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, μεθ’ ὅλας τὰς θυσίας τῶν ἡρώων ἡμῶν τῆς Κρέσνας καὶ τῆς Τζουμαγιᾶς, μετὰ δαπάνην 700 ὅλων ἑκατομμυρίων νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Κράτους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐνεκολπώθη τὴν καιροσκοπικὴν πολιτικήν, καὶ τ’ ἀποτελέσματα τῆς καιροσκοπικῆς πολιτικῆς τῆς Ῥωμουνίας τὰ εἴδετε καὶ τὰ ὑπέστητε. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο ἄλλοτε οἵαν τὴν εὕρετε. Ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἀκόμη μικροτέρα. Ἀλλ’ ἐμεγαλύνθη διὰ τῆς πολιτείας τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἄνευ θυσιῶν καὶ διὰ μόνης τῆς καιροσκοπικῆς πολιτικῆς του. Μέγας ἀληθῶς ἀνήρ. Εἰς αὐτὸν ὀφείλομεν τὴν Θεσσαλίαν, εἰς τὴν πολιτείαν αὐτοῦ ὀφείλομεν καὶ τὴν γραμμὴν τοῦ Βερολίνου, εἰς τὴν ὁποίαν κατελήξατε μετὰ τόσας θυσίας. Ἀδιάφορον ἂν ἐτροποποιήθη κατόπιν τὸ σύνορον ἡμῶν καὶ ἐλάβομεν ἐν Ἠπείρῳ μόνον τὸν νομὸν τῆς Ἄρτης μετὰ τῆς Θεσσαλίας ἕνεκεν ἀντιξόων περιστάσεων. Αὐτὴν τὴν πολιτικὴν συνεβούλευον· αὐτὴν τὴν πολιτικὴν πρὸς τὴν ὁποίαν ἐνετείναμεν πάντες τὴν προσοχήν μας, ἀσθμαίνοντες ἐν τῇ προσδοκίᾳ νὰ ἴδωμεν συμπλεκομένην τὴν Βουλγαρίαν μετὰ τῆς Τουρκίας, διότι κατὰ τὴν σύρραξιν ταύτην θὰ ἠδύνατο ν’ ἀσκηθῇ ἡ καιροσκοπικὴ πολιτική. Καὶ προητοιμάζοντο πάντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σεῖς εὕρετε. Ἀλλὰ καθυβρίσθη ὑπὸ τῶν ὀργάνων ὑμῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, ὅτε σᾶς ὑπέμνησε ταῦτα. Εὕρετε ὡς ὁπλισμὸν τὸ τελειότερον ἐπαναληπτικὸν ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ παρήγγειλα λύσας τὸ ζήτημα τὸ περίμαχον τοῦ ὅπλου πρὸς τὸ ὁποῖον προσέκρουσαν αἱ τότε Κυβερνήσεις, ἐγὼ ὁ ἀσθενὴς τὸν χαρακτῆρα, ὅστις ὅμως ἀπεδείχθην ἰσχυρός, ὅταν πρέπῃ, ἀπέναντι οἱουδήποτε. Εὕρετε τὰ τελειότερα πυροβόλα καὶ ἀξιωματικοὺς καὶ στρατὸν ἠσκημένους εἰς τὸν χειρισμὸν αὐτῶν, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς μετὰ τὴν προμήθειαν αὐτῶν συνομολόγησε τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν κάθοδον τοῦ Λακόμπ, ἐγὼ δὲ ηὐτύχησα νὰ τὴν ἐκτελέσω, χορηγήσας τὰ διὰ τὴν κάθοδόν του μέσα.
§272ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνος;
§273Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦ Λακόμπ· μάθετέ τον! Ἦτο ὁ πρῶτος Γάλλος ἀξιωματικὸς τοῦ Πυροβολικοῦ, ὅστις ἀνέλαβε καὶ ἐδίδαξε τὸν χειρισμὸν τῶν ταχυβόλων. Εὕρετε τὸν στόλον πλήρη καὶ ἀξιόμαχον· εὕρετε ὅλους τοὺς σιδηροδρόμους ἐν λειτουργίᾳ, εὕρετε ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους πεπειραμένους, διότι ἕνα δὲν ἠδυνήθητε νὰ δημιουργήσητε, εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν. Ἀλλ’ εὕρετε καὶ οἰκονομικὴν παρασκευὴν ἐπαρκῆ, διότι εὕρετε τὰ ταμεῖα τῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου πλήρη χάρις εἰς τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους ἐγὼ εἰσηγησάμην. Ἀλλ’ εὕρετε καὶ ἕτερόν τι· εὕρετε τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο τοῦ 1910, δι’ οὗ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠσφάλισεν εἰς τὴν ἀγοράν μας 150 καὶ πλέον ἑκατομμύρια μετὰ τῆς ἰσοτιμίας τοῦ συναλλάγματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπλάσατε εἶναι ὅτι κατεστήσατε μίαν βάσιν ἐνεργείας, ὑποτάξαντες τὸν ὄχλον, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀναγνωρίζω τὴν ἀξίαν σας. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τοὺς ἀγῶνας τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι παρεσκεύασαν τὰ μέσα, τὴν τράπεζαν τὴν ὁποίαν εὕρετε ἐστρωμένην ἵνα καθίσητε. Ἴσως κατηγορηθῶ, διότι ἐναντίον τῆς γνώμης πολλῶν συναδέλφων ἤγαγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον ἐκεῖνοι ὅτι ὠφείλομεν νὰ παρακάμψωμεν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκονται τὰ πράγματα ἡμῶν μόνη ἡ ἀλήθεια καὶ μόνη ἡ ἐνδελεχὴς ἔρευνα τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς ἤδη εὑρισκόμεθα, δύνανται νὰ μᾶς σώσωσι. Κινδύνους βλέπω πανταχόθεν. Προχθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκαυχᾶτο λέγων ὅτι δὲν ἔχομεν πλέον ὅμορον τὴν Τουρκίαν, καὶ ἐγὼ τῷ ἀπήντησα· δυστυχῶς δὲν τὴν ἔχομεν. Μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνης παρεμβάλλονται, χάρις εἰς τὴν πολιτείαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρεμβάλλονται οἱ Βούλγαροι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐθυσιάσαμεν ὁλόκληρον σχεδὸν τὸν Θρᾳκικὸν Ἑλληνισμὸν καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ τὸν θυσιάσωμεν πάντα, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ συνδιασκέψει τοῦ Λονδίνου ἐπέμενεν, ἵνα ἡ Ἀδριανούπολις δοθῇ εἰς τοὺς Βουλγάρους, ἄλλως ἤθελεν ἴσως αὐτοκτονήσει. Εὑρέθη ὑπὸ τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ δεχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πάντας τοὺς ὅρους τῶν συμμάχων, καὶ πρὸ ὀλίγου δικαιολογῶν ἑαυτὸν προέβαλεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραβῇ τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου. Ἡ Ῥωμουνία εἶχε προέλθει εἰς μίαν σύμβασιν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, καὶ μάλιστα μετὰ διαιτησίαν τῆς Ῥωσίας, ἀλλά, ὅτε ὁ δεύτερος πόλεμος ἐτράπη κατὰ τῆς Βουλγαρίας, τὴν ἐλησμόνησε καὶ μὲ μόνην τὴν κινητοποίησιν μέρους τοῦ στρατοῦ της ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε πολλὰ πέρα τῶν ἐκχωρηθέντων αὐτῇ διὰ τῆς διαιτησίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἄνθρωπος τίμιος καὶ εὐσυνείδητος καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ παραβῇ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς διεθνεῖς, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε· καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ τὰς παραβῇ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε παρέμεινεν εἰς τὸ Δεδεαγὰτς ὡς χωροφύλαξ τῶν Βουλγάρων περὶ τοὺς δύο μῆνας, ἐγκαταλείψας τὴν Γκιουμουλτζίναν, ἐγκαταλείψας τὴν Ξάνθην εἰς τὸ ἔλεος τῶν βασιβουζούκων, ἔπρεπε δὲ νὰ ἔλθῃ διὰ τοῦ Μητροπολίτου Δεδεαγὰτς ἓν τηλεγράφημα ἀπειλητικὸν τῆς ἀνεξαρτήτου Κυβερνήσεως Γκιουμουλτζίνης, διὰ νὰ σκεφθῇ ὅτι εἶχε καθῆκον ν’ ἀποβλέψῃ καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τὰ ἑλληνικά. Τὰ ἀγήματα τὰ ἑλληνικὰ παρέμενον φύλακες τοῦ Δεδεαγάτς, χάριν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες μᾶς παρεκάλεσαν — μεγάλη τιμή! — νὰ μετέλθωμεν τὸν χωροφύλακα τῆς Βουλγαρίας. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὑπῆρχον τὰ ἀνταλλάγματα. Ἡ Γκιουμουλτζίνα, ἡ Ξάνθη, καὶ τὸ Δεδέαγατς ἀπετέλουν τ’ ἀνταλλάγματα διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνασθε νὰ προσέλθητε ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας φέροντες ὄχι τὸ ῥάκος αὐτό, ἀλλὰ σύμβασιν ἀσφαλῆ, ἐγγυωμένην περὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Ἀλλὰ σεῖς ἐφοβήθητε μήπως σᾶς εἴπωσιν ὅτι συνεμαχήσατε πρὸς τοὺς Τούρκους. Καὶ ἐγκατελείψατε τὴν Γκιουμουλτζίναν, τὴν Ξάνθην, ἐνῷ κατὰ τὴν κατάληψίν των ἐδώκατε ἐπαγγελίας σωτηρίας πρὸς ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀτυχεῖς Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς, οὓς παρεδώκατε λείαν πρῶτον εἰς τὴν Βουλγαρικὴν θηριωδίαν καὶ κατόπιν πάλιν εἰς τὴν θηριωδίαν τῶν Τουρκικῶν ὀρδῶν. Σεῖς βλέπετε μόνον τὰ τρόπαια· ἐγὼ ἐθρήνησα καὶ θρηνῶ ὅλους ἐκείνους τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς Ἑλληνικούς, οἱ ὁποῖοι ἐθυσιάσθησαν δωρεάν. Αὔριον, ἐκτὸς τῶν προσφύγων τοὺς ὁποίους ἔχετε ἤδη ἐκ Θράκης, θὰ ἔχητε τοὺς πρόσφυγας τῆς Χειμάρρας, τοῦ Ἀργυροκάστρου, τῆς Δρυϊνουπόλεως, τοῦ Δελβίνου, τῆς Πρεμετῆς, τῆς Κορυτσᾶς καὶ πάντων ἐκείνων τῶν πληθυσμῶν τῶν Ἠπειρωτικῶν, τῶν ὁποίων τὴν δυστυχίαν πάντες θρηνοῦμεν. Θρηνοῦμεν δὲ πάντας αὐτοὺς τοὺς πληθυσμοὺς οὐχὶ διὰ τὴν ἀπογοήτευσιν μετὰ τόσας θυσίας, εἰς ἃς εὐαγγελισθέντες αὐτοῖς τὴν σωτηρίαν τοὺς ὑπεβάλομεν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀπειλουμένην ἤδη ἐξόντωσιν, διότι δὲν πρόκειται περὶ θυσιῶν πλέον· πρόκειται περὶ ἐξοντώσεως ἐκ τῆς καθόδου τῶν Ἀλβανικῶν ὀρδῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ δευτέρου πολέμου: «οἱ πόλεμοι αὐτὰ ἔχουν». Οἱ πόλεμοι δὲν ἔχουν αὐτά, ἀλλ’ αἱ συμμαχίαι, αἱ ἀλόγιστοι συμμαχίαι, συνεπάγονται ταῦτα. Δὲν ἐγνωρίζετε ὅτι ἡ Βουλγαρία ἀπὸ 1200 ἐτῶν εἶναι ἀμείλικτος ἐχθρὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Δὲν ἐγνωρίζετε τὰ ποικίλα συμφέροντα τῶν ἰσχυρῶν; Ἀλλὰ σεῖς ἐν τῇ ὁρμῇ σας ἐνομίζετε ὅτι δὲν ἐγνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ὁδὸν ταύτην, νὰ δώσωμεν τὴν χεῖρα πρὸς τοὺς Βουλγάρους· ἐν τῇ ὁρμῇ σας παρεσύρθητε εἰς ἐπαχθῆ συμμαχίαν, χωρὶς νὰ λάβητε τὴν ἐλαχίστην ἐγγύησιν, χωρὶς νὰ ὑπολογίσητε τὰ ἀντίθετα συμφέροντα τῶν ἰσχυρῶν. Τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα ὀφείλονται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἔλλειψιν πάσης προνοίας ἐκ μέρους ὑμῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκαυχᾶσθε πρὸ ὀλίγου. Ἐνομίζετε ὅτι ἔπρεπε νὰ πολεμήσητε διότι τὸ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλγαρία. Οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, καίτοι ὑπέστησαν τοιαύτας καταστροφάς, εἶναι ζῶντες ἀκόμη. Ἔχομεν καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν αὐτοὺς καὶ θὰ τὸ ἐπιτελέσωμεν μέχρι κεραίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤθελε τὸν δεύτερον πόλεμον, καίτοι δι’ αὐτοῦ ἀνεκτήσαμεν μέρος τῶν ἀπωλειῶν, τὰς ὁποίας εἴχομεν ὑποστῆ ἐκ τοῦ πρώτου πολέμου, μετὰ θυσίας ἀληθῶς αἱματηράς. Ἀλλ’ ὅ,τι ἀνεκτήσαμεν ὀφείλομεν, ὡς εἶπεν ὁ Βασιλεύς, νὰ τὸ φυλάττωμεν, ὡς ἂν νὰ ἐπρόκειτο κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ τὸ ἀνακτήσωμεν, διότι πανταχόθεν κυκλούμεθα ἀπὸ κινδύνους. Κίνδυνος ἐκ τῶν συνόρων πρὸς τὴν Ἀλβανίαν, κίνδυνος, ὁπωσδήποτε κίνδυνος, ἐκ τῶν νήσων, κίνδυνοι ἐκ τῆς γειτνιάσεως πρὸς τὴν Βουλγαρίαν καὶ τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τῆς Τουρκίας. Ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅτι οὐδένα προκαλοῦσα, ἀποβλέπουσα εἰς ἀνακούφισιν τῶν δεινῶς δοκιμασθεισῶν νέων κτήσεών της, εἶναι δυνατόν, ὑπὸ περιστάσεις αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται ἀπὸ σήμερον νὰ καθορισθῶσι, νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀμυνθῇ ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν ἢ ὑπὲρ τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν, ὅτι οὐδεμίαν κἂν πρέπει ν’ ἀπολέσωμεν ὥραν, βαίνοντες ἀμέσως πρὸς τὴν παρασκευὴν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας, ὡς εἶπε πάλιν ὁ Βασιλεύς, θὰ καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα πολύτιμον μὲν καὶ ποθητὴν σύμμαχον, ἀλλὰ καὶ ἐχθρὰν ἐπίφοβον.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§275ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν πόλεμον, εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ μετάσχωμεν τοῦ πολέμου, ἀλλὰ νὰ καιροσκοπῶμεν, δὲν θὰ φέρω παντάπασι τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις περὶ αὐτοῦ ἐξηντλήθη ἄλλοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ εἴπω δύο λέξεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κρήτην, τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, καὶ νὰ φέρω τὸν λόγον μακρότερον εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ Κουτσοβλαχικὸν ζήτημα. Διὰ τὴν Κρήτην θὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι φοβοῦμαι μήπως ἡ ἀπήχησις τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ἐκεῖ φέρῃ συγκίνησιν εἰς τὰ πνεύματα, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο ἐξυπηρετικὴ τῶν κοινῶν συμφερόντων. Ἐν Κρήτῃ ἀληθῶς οἱ ἄνθρωποι βλέποντες ὅτι ἀκόμη οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μ. Δυνάμεων δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ ἐγκαθιδρυμένον ἐκεῖ καθεστὼς συνέχονται — βεβαιωθῆτε — ὄχι πάντες, ἀλλ’ ἱκανοί, — ὑπό τινος ἀνησυχίας, μήπως πραγματικῶς ἡ τύχη τῆς Κρήτης ἀμφισβητεῖται. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρισταμένους, καὶ μάλιστα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, ἄλλοτε Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ῥίπτῃ ὁμοίας ὑπονοίας, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν τυχὸν ὑπάρχουσαν ἀνησυχίαν, καὶ ἐπιτρέπεται νὰ μὲ ἐρωτᾷ· τί γίνεται, Κύριε, ἡ ἰδιαιτέρα σου πατρίς, καὶ διατί δὲν προβαίνεις εἰς τὴν προσάρτησιν τῆς πατρίδος σου, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχουσι κωλύματα ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας δυνάμει τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου; Καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω· ἐπιτρέπεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ διεξερχώμεθα τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀνερχόμενον ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, τῆς κυρούσης τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου, δι’ ὧν παραχωρεῖται ἀκριβῶς ἡ Κρήτη, ἐπιτρέπεται, λέγω, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τὸ κυροῦν τὴν συνθήκην ταύτην, δι’ ἧς παραχωρεῖται ἡ Κρήτη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ συνευδοκουσῶν πασῶν τῶν Μ. Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἐπενέβησαν εἰς Λονδῖνον, διὰ νὰ συνομολογηθῇ ἡ συνθήκη ἐκείνη, ἐπιτρέπεται, λέγω, ὅτε εἴμεθα ἤδη ἀκριβῶς εἰς τὴν προτεραίαν τῆς διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συνθήκης προσαρτήσεως τῆς Κρήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ κατὰ τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν, ἐπιτρέπεται εἰς πρώην Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ ἔρχηται νὰ ἐνισχύσῃ ἀνησυχίας τυχὸν ὑπαρχούσας ἐκεῖ κάτω, εἰς ἁπλοϊκωτέρους τινὰς ἀνθρώπους, μὴ δυναμένους νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπικύρωσις τῆς συνθήκης ταύτης δὲν ἐγένετο καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀνεκοίνωσεν ἐπισήμως εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις τὴν γενομένην προσάρτησιν, ἡ ἔλλειψις ἀναγνωρίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐν Κρήτῃ καθεστῶτος ὑπὸ τῶν ἐκεῖ προξένων τῶν Μ. Δυνάμεων οὐδένα λόγον ἀνησυχίας δύναται νὰ προκαλέσῃ;
§276Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ συνθήκη τῶν Ἀθηνῶν οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν. Ἡ συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου καθ’ ὑμᾶς δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑποβληθῇ πρὸς κύρωσιν. Καὶ ἡ τοῦ Λονδίνο ὡς πρᾶξις καὶ αὐτὴ μεταξὺ τῶν Μ. Δυνάμεων, καθ’ ὑμᾶς, δὲν εἶχεν ἀνάγκην κυρώσεως. Λοιπὸν δὲν εἴχετε ἀνάγκην οὔτε τοῦ Τζαμίου τῶν Ἀθηνῶν οὔτε τῆς ἐκλογῆς τῶν μουφτήδων, διὰ ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὴν Κρήτην!
§277ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν δὲν πλανῶμαι, Κύριοι, ἡ Κρήτη μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐπικυρώσεως τῆς παρούσης συνθήκης, διὰ τῆς ὁποίας παραχωρεῖται καὶ κατὰ τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀνήκει τυπικῶς εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, κεῖται δὲ ὡς παρακαταθήκη εἰς τὰς χεῖρας τῶν τεσσάρων Μ. Δυνάμεων. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας ὅτι εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου οὔτε ἡ Τουρκία συνέπραξεν, ἀλλ’ οὔτε καὶ αἱ τέσσαρες Μ. Δυνάμεις. Ἀλλὰ μοὶ λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας: Μήπως ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου καὶ ἡ πρόσθετος συνθήκη τῶν Ἀθηνῶν δὲν ὁμιλοῦσι καθόλου περὶ τῆς Κρήτης; Ἐνόμιζον ὅτι ἀνεγνώσθησαν αἱ συνθῆκαι αὗται, καὶ ἐνόμιζον ὅτι ἐγένετο εἰς πάντας καταληπτὸν ὅτι διὰ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν ἐρχόμεθα νὰ ἐπικυρώσωμεν τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου, ἡ ὁποία ὑπογραφεῖσα μόνον, ἀλλὰ διατελοῦσα ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐπικυρώσεως ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων...
§278Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ Πρακτικὰ λέγουσι: «paix définitive».
§279ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ὅταν ὑπογράφηται μία συνθήκη εἰρήνης ὁριστικῆς καὶ ὄχι προκαταρκτικῆς— διότι τοῦτο σημαίνει τὸ «paix définitive» —ὅτι καὶ ἡ ὁριστικὴ συνθήκη δύναται νὰ περιλαμβάνῃ τὸν ὅρον—καὶ συνήθως τὸν περιλαμβάνουν ὅλαι—τῆς ἐπικυρώσεως αὐτῆς ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων συνομολογεῖται. Μήπως ἐπλανώμην πιστεύων τοῦτο ἕως τώρα; Καὶ μήπως τὸ «paix définitive» θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ συνθήκη οὖσα ὁριστικὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην κυρώσεως;
§280Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ναί, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἡ ἐπικύρωσις τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
§281ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου, ἐξαιρέσει τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὁποία ὑπέγραψεν ἰδιαίτερον πρωτόκολλον μετὰ τῆς Τουρκίας, κατὰ τὸ ὁποῖον ἴσχυεν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς της καὶ πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως, διὰ τὰ λοιπὰ σύμμαχα Κράτη, καὶ ἑπομένως καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ῥητῶς συνομολογεῖτο, ὅτι ἡ συνθήκη αὕτη ἐτέλει ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐπικυρώσεως.
§282Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκάμετε τὴν ἐπιφύλαξιν, ἀλλ’ οὐδεὶς τὴν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν.
§283ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι τόσον σαφῆ τὰ πράγματα, ὥστε, ἐάν τις κατὰ πλάνην περιῆλθεν εἰς ἀνακρίβειαν, δύναται νὰ ὁμολογήσῃ τοῦτο χωρὶς νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν πλάνην. Λοιπὸν ἡ συνθήκη αὕτη δὲν ἐπεκυρώθη ὑπὸ τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ κάμωμεν τὴν συνθήκην τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πρὸς ματαίωσιν τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου, ἀλλὰ πρὸς ἐπιβεβαίωσιν αὐτῆς, κατὰ δὲ τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου ἡ Κρήτη γίνεται ἰδική μας. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ Κρητικὸν ζήτημα. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ μακρῶν οὐδὲ διὰ τὸ Κουτσοβλαχικὸν ζήτημα. Δὲν εἶχον καθόλου σκοπὸν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κουτσοβλαχικοῦ ζητήματος. Πρέπει ἀκόμη νὰ προσθέσω ὅτι δὲν ἀπετέλουν θέμα συζητήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην αἱ ἀνταλλαγεῖσαι ἐπιστολαὶ μεταξὺ τῶν Προέδρων τῶν Κυβερνήσεων Ἑλλάδος καὶ Ρωμουνίας. Ἀναφέρονται πρὸς τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, ἡ ὁποία δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως δὲν συζητεῖται κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, θλίβομαι δὲ βαθύτατα διὰ τοῦτο. Ἐνόμιζον ὅτι ἦτο θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου, ἐφ’ ὅσον μάλιστα εἰδικῶς σήμερον δὲν ἐπρόκειτο λόγος, ἠδύνατο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας νὰ σιγήσῃ καὶ ὅτι δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος, διότι ἐν τῷ παρελθόντι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου προέβη εἰς ἐνεργείας καὶ ἔλαβεν ἀποφάσεις μὴ ἀπᾳδούσας πρὸς τὴν σημερινὴν θέσιν τῶν δύο ἐνδιαφερομένων Κυβερνήσεων, ὅτι δὲν ἦτο τοῦτο λόγος ἵνα ἔλθῃ σήμερον νὰ ἐπικρίνῃ τὴν συμφωνίαν περὶ τοῦ Κουτσοβλαχικοῦ ζητήματος καὶ νὰ ὁμιλήσῃ ὡς ὡμίλησε περὶ φίλου Κράτους. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον λόγον νὰ κρίνω ἐν ἀναδρομῇ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τῷ εἴπω ὅτι οὐδένα εἶχε λόγον νὰ ὑπενθυμίσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ Κουτσοβλαχικὸν ζήτημα ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ. Γνωρίζω ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν διιστάμεθα, καὶ διιστάμεθα ἀποτομώτατα μὲ τὴν Ῥωμουνίαν ἕνεκα τοῦ ζητήματος τοῦ Κουτσοβλαχικοῦ, καὶ ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα ἡ διάστασις αὕτη ἦτο ἐντελῶς δεδικαιολογημένη. Εἰς τόπον ὅπου ἀντηγωνιζόμεθα μὲ τόσας ἄλλας φυλάς, εἴχομεν πάντα λόγον ν’ ἀνησυχῶμεν, διότι τμῆμα ἄξιον λόγου ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, τοῦ πληθυσμοῦ, πληθυσμοῦ ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολλοῦ εἶχε συμπράξει καὶ συναγωνισθῆ μὲ τὸν Ἑλληνικόν, μᾶς διεφιλονικεῖτο ἀπὸ ἕνα ἀνταπαιτητήν, ὁ ὁποῖος ἀντηγωνίζετο πρὸς ἡμᾶς. Δὲν ἔρχομαι λοιπὸν νὰ ἐπικρίνω τὴν ἐνέργειαν τῶν Κυβερνήσεων ἐν τῷ παρελθόντι, ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι, ἂν ἡ πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐντελῶς εὐνόητος, δὲν ὑπάρχει πολλὴ δικαιολογία διὰ τὴν πολιτείαν εἰδικῶς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτε παραφερόμενος ἀπὸ ὀργὴν συνετέλεσεν ὥστε νὰ γίνῃ ἡ ἀνάκλησις τοῦ τότε πρεσβευτοῦ τῆς Ῥωμουνίας ἐν Ἀθήναις.
§284Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰ εἶναι παραμύθια τῆς «Πατρίδος».
§285ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐάν, Κύριοι, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας κατώρθωνεν ἐν τῇ ἐνασκήσει ὑπευθύνου Ἀρχῆς ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἶναι ἁπλῶς ἠρεμώτερος, ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν ῥῆξιν τῶν σχέσεων. Ἡ ῥῆξις τῶν σχέσεων γνωρίζετε τίνα ἀποτελέσματα ἐπέφερεν. Ὑπέμνησε τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἐλθόντα ἐδῶ καταδιωκόμενον καὶ κατατρεχόμενον. Ἐγένετο ὁ διωγμὸς ἐκεῖνος τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου ἐν Ῥωμουνίᾳ, ὁ ὁποῖος ἐπεσώρευσε ζημίας ἀνυπολογίστους εἰς τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον.
§286Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμίαν.
§287ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀνυπολογίστους ζημίας. Ἀλλ’ ἐπέφερε καὶ ἄλλην συμφοράν· ὅτι ὁ διωγμὸς ἐκεῖνος ἀπεδείχθη ὅτι ἀπὸ διεθνοῦς ἀπόψεως δὲν ἐδημιούργησε καμμίαν διὰ τὴν Ῥωμουνίαν δυσχέρειαν, ἐκινήθη δὲ οὕτως ἡ ὄρεξις ἄλλου Κράτους, ἀνταγωνιζομένου ἐπίσης πρὸς ἡμᾶς εἰς τὴν Μακεδονίαν, τὴν Βουλγαρίαν, καὶ συνέπεια ἀσφαλὴς τῶν ἐν Ῥωμουνίᾳ διωγμῶν, τοῦ μὴ ἐκθέτοντος τὴν Ῥωμουνίαν ἀπέναντι τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ κόσμου, ἦτο ὁ ἐν Βουλγαρίᾳ διωγμός.
§288Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀνάποδα. Ἐὰν εἴχετε τὴν παραμικρὰν γνῶσιν τοῦ ζητήματος, θὰ ἐμανθάνατε ὅτι ἡ Ῥωμουνία συνεδυάσθη μὲ τὴν Βουλγαρίαν.
§289ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶσθε εἷς τῶν αἰτίων διὰ τοὺς διωγμοὺς ἐκείνους τοὺς δύο, τῶν ὁποίων αἱ ὑλικαὶ ζημίαι δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ εἴπω ὅτι δύνανται νὰ μετρηθῶσιν ὄχι μὲ δεκάδας, ἀλλὰ μὲ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων. Ταῦτα, Κύριοι, παρεκβατικῶς πως, διότι διὰ τὸν σκοπὸν τῆς ὁμιλίας μου δὲν εἶναι ἀνάγκη κἂν νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν ὑπῆρξεν ὑπαιτιότης τις παρὰ τῷ τότε Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἐκ τοῦ παραφόρου τοῦ χαρακτῆρος, ὑπαιτιότης διὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων καὶ τοὺς διωγμοὺς τοὺς ἔκτοτε. Καὶ ἂν οὐδεμία ὑπαιτιότης ὑπάρχῃ καὶ ἂν καθ’ ὅλα καλῶς εἶχον αἱ ἐνέργειαι ὑμῶν ἐν τῷ ζητήματι ἐκείνῳ, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φαντάζηταί τις ὅτι ὑπὸ περιστάσεις τόσον μεταβληθείσας κατόπιν τῶν εὐτυχῶν πολέμων ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἐνδεδειγμένη διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὁμοία πολιτεία ἀπέναντι τοῦ Ῥωμουνικοῦ ὡς ἐκείνη ἡ ὁποία ἠκολουθήθη πρὸ τῶν εὐτυχῶν πολέμων καὶ πρὸ τῆς λύσεως τοῦ Μακεδονικοῦ ζητήματος; Ἐν ἐποχαῖς προγενεστέραις εἴχομεν πάντα λόγον νὰ συγκρατῶμεν καὶ ἕνα ἀκόμη ἐκ τῶν κατοίκων τῆς Μακεδονίας τῶν προσερχομένων πρὸς ἡμᾶς, ἵνα μὴ ἐξασθενίζηται ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν ἐπικράτησις εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ ἂν τούτου ἕνεκα ἠδύναντο αἱ τότε Κυβερνήσεις ν’ ἀδιαφορῶσιν ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τὰς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας, ἐρωτῶ· ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ ζήτημα τὸ Μακεδονικὸν ἐλύθη διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου καὶ διὰ τῆς ἀποτροπῆς τοῦ κινδύνου τῆς ἱδρύσεως μιᾶς Μακεδονίας αὐτονόμου, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἐπετρέπετο νὰ εἶναί τις τόσον μύωψ πολιτικός, ὥστε νὰ μὴ ἔβλεπεν ἀμέσως ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἕτερα Κράτη ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Εὐρώπῃ, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα νὰ ταυτίζωνται τόσον πλήρως ὅσον ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Ῥωμουνία; Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξέλιπε τὸ Κουτσοβλαχικὸν ζήτημα, ὅπερ θεωρῶ ἐντελῶς ἐκλιπόν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλύθη τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα καὶ ἡ Ῥωμουνία παρῃτήθη πάσης ἐδαφικῆς ἀπαιτήσεως ἐν Μακεδονίᾳ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ Κουτσοβλαχικὸν ἐλύθη διὰ τῆς λύσεως τοῦ Μακεδονικοῦ, ἐρωτῶ· τίς εἶναι ὁ μὴ ἀναγνωρίζων ὅτι δὲν ὑπάρχουν, ἐπαναλαμβάνω, δύο Κράτη ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Εὐρώπῃ, τῶν ὁποίων πάντα τὰ συμφέροντα νὰ ταυτίζωνται πλειότερον, τὰ ὁποῖα τίποτε νὰ μὴ διαιρῇ καὶ τῶν ὁποίων ὁ πολιτισμὸς εἶναι ἐγγύτερος τοῦ μὲν πρὸς τὸ δέ, διότι ἔχει τὰς αὐτὰς πηγάς; Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας προβλέπων τὴν ἀντίρρησιν ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο κατὰ τῶν ἐπικρίσεών του εἶπεν ὅτι θὰ σᾶς εἴπῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ἂν παραβάλητε τὰς χρονολογίας τῶν ἐπιστολῶν τὰς ὁποίας ἀντήλλαξα μὲ τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου, θὰ εὕρητε τὴν ἐξήγησιν τῶν ἐπιστολῶν τούτων. Θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀρκεσθῶ ἀληθῶς εἰς τὴν δικαιολογίαν ταύτην· θὰ ἦτο τόσον ἰσχυρά, τόσον πειστική, ὥστε οὐδεμία ἄλλη θὰ μοὶ ἐχρειάζετο. Ἀλλ’ ἡ δικαιολογία αὕτη, ἡ τόσον ἰσχυρὰ καὶ πειστική, ἔχει ἓν ἐλάττωμα, ὅτι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβής. Δὲν ἐξηναγκάσθην νὰ ὑπογράψω τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἐπικρίνετε, διὰ ν’ ἀσφαλίσω τὴν ὑποστήριξιν τὴν Ῥωμουνικὴν εἰς τὰ αἰτήματα τὰ Ἑλληνικὰ ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βουκουρεστίου. Ἡ ὑποστήριξις ἡ Ῥωμουνικὴ ὑπῆρξε πολύτιμος ἀληθῶς διὰ τὰς Ἑλληνικὰς ἀξιώσεις ἐν Βουκουρεστίῳ, ἀλλὰ μοὶ παρεσχέθη ἄνευ ἀνταλλάγματος ζητηθέντος τοὐλάχιστον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Δὲν ὑπῆρξεν ἐκβιασμὸς ἐκ μέρους τῆς Ῥωμουνίας, ὅπως ἀποσπασθῇ ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη μὲ ἀντάλλαγμα τὴν ὑποστήριξιν τῶν Ἑλληνικῶν αἰτημάτων. Ἀφοῦ κατὰ τὰς δύο ἢ τρεῖς πρώτας ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς διαπραγματεύσεως ἡ Ῥωμουνία ὑπῆρξεν ἐπαμφοτερίζουσα, τὴν τρίτην ἢ τετάρτην ἡμέραν ἐτάχθη ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων καὶ ἐδήλωσεν εἰς τοὺς Βουλγάρους ὅτι, ἂν καὶ μετ’ αὐτῶν ὑπεγράφη τὸ πρωτόκολλον τὸ κανονίζον τὰ νέα Ῥωμουνοβουλγαρικὰ σύνορα, τὸ πρωτόκολλον τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν συμασίαν, ἂν δὲν ὑπογραφῇ παρ’ αὐτῶν ἡ εἰρήνη καὶ μετὰ τῶν δύο τέως συμμάχων αὐτῶν, τῶν ἤδη συμπραττόντων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας. Εἶμαι λοιπὸν ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω πότε ἐδόθη ἡ παραχώρησις αὕτη εἰς τὴν Ῥωμουνίαν. Οὐσιαστικῶς ἡ παραχώρησις ἐδόθη ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1912 λήγοντος ἢ τοῦ Ἰανουαρίου 1913 ἀρχομένου, ἀφ’ ἧς δηλ. ἐν Λονδίνῳ συνηντήθην μετὰ τοῦ καὶ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς Ῥωμουνίας, ἐλθόντος ὡς ἀντιπροσώπου τὴν Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ συναντήσῃ τὸν κ. Δάνεφ καὶ συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας διετύπου ἡ Ῥωμουνία καὶ τὰς ὁποίας αὕτη εἶχε προβάλει ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν συνόρων τῆς Δοβρουτσᾶς. Ἔκτοτε ἡ Ῥωμουνία ὡς ὅρον τῆς ἀναγνωρίσεώς της διὰ τὴν ὑπὸ τῶν συμμάχων κατάληψιν καὶ ἐνδεχομένην ὑστέρως διανομὴν τῆς Μακεδονίας διετύπωσεν ἐν φιλικῷ τόνῳ τὴν ἀξίωσιν, ὅπως εἰς τὰ προσκυρωθησόμενα μέρη εἰς ἕκαστον τῶν συμμάχων, ὅπου θὰ ὑπῆρχον Ῥωμουνίζοντες Κουτσοβλαχικοὶ πληθυσμοί, ἐξασφαλισθῇ ἡ αὐτονομία αὐτῶν, καθ’ ὃν τρόπον περίπου διετυπώθη τοῦτο ἀκολούθως διὰ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπιστολῶν. Ὁ κ. Δάνεφ, ὁ ὁποῖος εἰς ὅ,τι ἀφεώρα τὴν διαρρύθμισιν τῶν συνόρων τῆς Δοβρουτσᾶς ὑπῆρξε τόσον ἀνένδοτος διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐδήλωσεν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ῥωμουνίας ὅτι οὐδεμίαν ἀντίρρησιν εἶχεν, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ αὐτονομία τῶν Κουτσοβλαχικῶν κοινοτήτων, ὅσαι θὰ περιήρχοντο εἰς τὴν Βουλγαρίαν διὰ τῆς συνθήκης τῆς διανομῆς. Ὅτε μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως συνωμίλησα περὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων, καὶ ἀντηλλάξαμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τῆς ταυτότητος τῶν συμφερόντων τῶν δύο χωρῶν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔλειπεν ἀπὸ τοῦ μέσου τὸ Κουτσοβλαχικὸν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ῥάλλης ὅτι ὁ κ. Τάκε Ἰωνέσκο εἶχε πρωτοστατήσει ἄλλοτε ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐν πνεύματι ἀνθελληνικῷ, ὅτε, λέγω, ἀντηλλάξαμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν περὶ τῆς ταυτότητος τῶν συμφερόντων τῶν δύο χωρῶν, δὲν ἐδίστασα νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ. Τάκε Ἰωνέσκο, θελήσαντα ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς ἐμὲ τὰς παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ Βουλγαρία, δὲν ἐδίστασα νὰ δηλώσω ἐκ τῶν προτέρων, χωρὶς ν’ ἀκούσω τὰς παραχωρήσεις τῆς Βουλγαρίας ὅτι ὅ,τι θὰ παρεχώρει ἡ Βουλγαρία θὰ παρεχωρεῖτο καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, διότι ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἦτο ὀλιγώτερον ἐλευθερία ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ζητήματος τῶν Κουτσοβλαχικῶν κοινοτήτων ἀπὸ ὅ,τι ἦτο ἡ Βουλγαρία. Καί, ὅτε μοὶ ἐδηλώθη ὡρισμένως τί παρεχώρει ἡ Βουλγαρία, ἐδήλωσα ἀμέσως ὅτι ταῦτα πάντα δέχομαι. Ἔκτοτε λοιπὸν ἀπὸ τῆς συνεννοήσεως ἐν Λονδίνῳ ἀνελήφθη ἡ ὑποχρέωσις ἡ ὁποία ὁριστικῶς συνωμολογήθη κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου διὰ τῶν ἀνταλλαγεισῶν ἐπιστολῶν. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, ὅτε οὐδὲν ἄλλο ζήτημα διήρει τὰς δύο ταύτας χώρας παρὰ τοῦτο, τίνα λόγον εἶχον ὅπως μὴ δεχθῶ ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τὰς παραχωρήσεις ταύτας πρὸς τοὺς Ῥωμουνίζοντας Κουτσοβλάχους τῆς Μακεδονίας; Μακράν, Κύριοι, ἀπ’ ἐμοῦ ἡ ἰδέα, ὅτι αἱ συμφωνίαι αὗται δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσιν εἰς πᾶσαν περίστασιν ἐν πνεύματι πλήρους εὐθύτητος ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Εἶμαι βέβαιος ὄχι μόνον περὶ τῆς ὑπ’ ἐμὲ Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ περὶ πασῶν τῶν διαδόχων Κυβερνήσεων, ὅτι μετὰ πλήρους εὐθύτητος θὰ ἐκπληρώσωμεν ὅλας ταύτας τὰς ὑποχρεώσεις· εἶμαι βέβαιος μάλιστα ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς θὰ ἔπραττε τὸ αὐτό.
§290Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως. Ἀφοῦ ἐδέσατε χειροπόδαρα τὴν Ἑλλάδα, τί θὰ κάμω;
§291ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ναί, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτὴν οἱ λόγοι σας ἐν Ῥωμουνίᾳ οὐδεμίαν θὰ εὕρωσιν ἀπήχησιν. Καὶ οὐδεμίαν θὰ εὕρωσιν ἀπήχησιν, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δικαιοῦμαι νὰ διακηρύξω ὅτι οὐχὶ ὑμεῖς διὰ τῶν ἀντιρρήσεων, ἃς φέρετε, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐγκαινίζει ἀπέναντι τῆς Ῥωμουνίας, εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ ὄχι πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ θὰ ἔλεγον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὄχι κἂν πρὸς μεγάλην πλειονοψηφίαν αὐτοῦ ἀλλὰ πρὸς τὴν παμψηφίαν αὐτοῦ. Καὶ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ διακηρύξω αὐτὸ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ φθάσῃ καὶ πέραν, μέχρι τῆς Ῥωμουνίας, ἡ διαβεβαίωσις αὕτη, ὅτι ἐκπροσωπεῖτε τὴν ἀτομικήν σας γνώμην, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐκπροσωπεῖτε τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μικροῦ ἢ μεγάλου μέρους. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Εἶπον, λοιπόν, Κύριοι, ὅτι μετὰ πλήρους εὐθύτητος θέλει ἐφαρμοσθῆ ἡ συμφωνία αὕτη πρὸς τὴν Ῥωμουνίαν, καὶ ἤδη ἠρξάμην ἐφαρμόζων αὐτήν. Ἀλλ’ εἶμαι καὶ περὶ ἑνὸς ἄλλου πράγματος βέβαιος. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, διὰ τὰς χώρας τὰς Μακεδονικάς, ὅσαι ἐπεδικάσθησαν αὐτῇ, καὶ τῆς Ἠπείρου, ὅσαι θὰ ἐπιδικασθῶσι, διὰ τὰς χώρας ταύτας δὲν ἔχει νὰ φοβῆται κανένα προπαγανδισμὸν ἐκ μέρους τῶν Ῥωμουνιζόντων Κουτσοβλάχων ἐναντίον τῶν Ἑλληνοφώνων Κουτσοβλάχων. Ἄν ὑπάρχῃ κίνδυνός τις προπαγανδισμοῦ ἀθεμίτου, μὴ διεξαγομένου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, μὴ διεξαγομένου κἂν ἐκ μέρους ὁμάδος τινὸς πολιτῶν, ἀλλ’ ἐγκείμενος ἐν αὐτῇ τῇ φύσει τῶν πραγμάτων, ὁ προπαγανδισμὸς οὗτος ἔσται ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ χρόνος πιθανώτατα θὰ φέρῃ, τῆς συμφιλιώσεως καὶ ἑπομένως τῆς συγχωνεύσεως τῶν ὀλίγων εἰς τοὺς πολλούς. Θὰ προσθέσω ἀκόμη, Κύριοι, ὅτι ταῦτα λέγων, ὡς πιθανῶς μέλλοντα νὰ συμβῶσιν, ὄχι μόνον δὲν θὰ τὰ ἐπιδιώξω, ἐφ’ ὅσον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι τῶν κοινῶν, ἀλλ’ οὔτε τὰ εὔχομαι· δὲν εὑρίσκω κανὲν συμφέρον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ὅπως τὰς ὀλίγας χιλιάδας Κουτσοβλάχων ἀπορροφήσωμεν ἐντὸς τῶν Ἑλληνιζόντων Κουτσοβλάχων.
§292Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ εἰς τοὺς Κουτσοβλάχους αὐτοὺς περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ μὴ Ῥωμουνίζοντες.
§293ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κανὲν συμφέρον ἐθνικὸν δὲν ἔχει νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἐξ ἐνδεχομένης τοιαύτης συγχωνεύσεως. Ὁ πληθυσμὸς αὐτός, φιλοπονώτατος, εὐφυέστατος, ἄριστον στοιχεῖον, εἶναι πολύτιμος, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποβλέπῃ ἠθικῶς πρὸς τὸ Βουκουρέστιον ὡς κέντρον ἐθνικῆς καταγωγῆς, ὅπως ἡ Ῥωμουνία οὐδαμῶς ὑπῆρξεν ἀσθενεστέρα διότι ἄλλοτε περιελάμβανεν ἑκατοντάδας χιλιάδων καθαρῶς ἐντελῶς Ἑλλήνων, ὧν τὸ μέγιστον μέρος βαθμιαίως καὶ φυσιολογικῶς ἀπερρόφησε, καὶ ὅπως οὐδαμῶς εἶναι ἀσθενεστέρα καὶ σήμερον διότι ἀκόμη ἔχει ὀλίγας χιλιάδας Ἑλλήνων. Αἱ ὀλίγαι αὗται χιλιάδες τῶν Ἑλλήνων ἐν Ῥωμουνίᾳ καὶ αἱ ὀλίγαι χιλιάδες τῶν Ῥωμουνιζόντων Κουτσοβλάχων ἐν Ἑλλάδι δὲν δύνανται πλέον ν’ ἀποτελοῦν ἀφορμὴν διχοστασίας μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Ἀφ’ ἧς ἐλύθη τὸ ζήτημα τὸ Μακεδονικὸν ἡ ὕπαρξις ὁμογενοῦς πληθυσμοῦ τοῦ ἑτέρου Κράτους παρὰ τῷ ἑτέρῳ εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον εἷς πρόσθετος δεσμὸς ἐξασφαλιστικὸς τῆς στενότητος τῶν σχέσεων τῶν δύο Κρατῶν. Περὶ τούτου εἶμαι ἀκραδάντως πεπεισμένος. Νομίζω ὅτι κάπως βλέπω συνήθως μακρότερον πρὸς τὸ μέλλον, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν ὀπτασίᾳ βλέπω, καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ὀπτασίας ταύτης, τὰ δύο Κράτη ὄχι μόνον φίλα, ὡς εἶναι σήμερον, ὄχι μόνον προσεγγίζοντα πρὸς ἄλληλα, ὅπως δεικνύουσι τὴν διάθεσιν νὰ προσεγγίζωσιν, ἀλλὰ τὰ βλέπω, λέγω, ὡς ἐν ἀπόπτῳ, χειροκρατούμενα στενῶς καὶ φίλα καὶ σύμμαχα Κράτη τοῦ αὐτοῦ πολιτισμοῦ, συγγενοῦς καταγωγῆς, μὲ πλήρη κοινότητα συμφερόντων, μὲ καμμίαν αἰτίαν διαφορᾶς ἐν τῷ μέλλοντι, καμμίαν ἀπολύτως. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι τὰς ἐλπίδας μου αὐτάς, τὰς πεποιθήσεις μου αὐτὰς καὶ τὰς εὐχάς μου αὐτὰς συμμερίζεται καὶ ὁλόκληρος ἡ χώρα (ζωηρὰ χειροκροτήματα). Δὲν τὰς συμμερίζεται μόνον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὁ ὁποῖος καταντᾷ νὰ εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δὲν συγχωρεῖ τὰς νέας ἰδέας, ὅπως δὲν συγχωρεῖ τὴν νέαν Ἑλλάδα καὶ πρὸ πάντων τοὺς θριάμβους αὐτῆς. (Νέα ζωηρὰ χειροκροτήματα πανταχόθεν).
§294Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα εὔχομαι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μιμηθῇ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τεσσαράκοντα ὅλα ἔτη ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τῆς χώρας καὶ τῆς φυλῆς ἐντελῶς ἀφιλοκερδῶς καὶ χωρὶς οὐδὲν νὰ ζητήσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, νὰ μὴ βλέπῃ ὁράματα· νὰ μελετήσῃ ἐμβριθῶς τὸ ζήτημα τὸ Κουτσοβλαχικὸν καὶ νὰ διίδῃ τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους δημιουργοῦσιν αἱ παραχωρήσεις αὐτοῦ. Ὁ Δάνεφ ἐγνώριζε περὶ τίνος ἐπρόκειτο καὶ ἠρνήθη νὰ παραχωρήσῃ ὅ,τι παρεχωρήσατε σεῖς. Ἀλλὰ σεῖς πρὸ ὀλίγου ἐλέγετε ὅτι ἡμεῖς ἕνεκα τῆς ῥήξεως αὐτῆς πρὸς τοὺς Ῥωμούνους ἐφέρομεν κατόπιν τὰς βιαιοπραγίας τῶν Βουλγάρων! Ὁποία ἄγνοια! Αὐτὰ εἶναι στοιχειώδη! Λάβετε ἕνα οἱονδήποτε ἀκόλουθον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ σᾶς τὰ διδάξῃ. Καὶ δὲν εἶναι δύσκολον ἔργον νὰ μάθητε αὐτά. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ὕστερον ἀπὸ τριῶν ἐτῶν δικτατωρίαν ἐν Ἑλλάδι δὲν γνωρίζετε αὐτά, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ τελευταῖος ἀκόμη ἀκόλουθος δύναται νὰ σᾶς διδάξῃ. Εἶναι τῳόντι θλιβερόν! Ἀλλά, ἐὰν δὲν πιστεύητε τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, πιστεύσατε τοὺς Ῥωμούνους αὐτούς· πιστεύσατε τὸν Μπαρμπουλέσκο, ὁ ὁποῖος εἶναι καθηγητὴς τῆς Σλαβιστικῆς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τοῦ Ἰασίου. Ἀκούσατε λοιπὸν τί λέγει περὶ τῶν Ῥωμούνων καὶ τῶν Κουτσοβλάχων καὶ πῶς ἐπῆλθεν ἡ μεταξὺ Βουλγάρων καὶ Ῥωμούνων σύμπραξις: «Οἱ Βούλγαροι ἐπέτυχον λοιπὸν νὰ πείσωσι τοὺς Ἀρρωμούνους ὅτι ὀφείλουσι ν’ ἀποβλέπωσι μόνον πῶς θὰ ἐπιτύχωσιν ἐκκλησίας καὶ σχολεῖα Ῥωμουνικά, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο ὀφείλουσι νὰ ἐξαφανίσωσι τὸν Ἑλληνισμόν. Ἡ Βουλγαρικὴ ἐφημερὶς Νόβιβεκ (1901) ὁμολογεῖ ὅτι οἱ Βούλγαροι ἐξερεθίζουσι τοὺς Ῥωμούνους κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Τέλος, λέγει, οἱ Ῥωμοῦνοι τῆς Μακεδονίας ἐνόησαν ὅτι χρησιμοποιοῦντες τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν εἰς τὰς Ἐκκλησίας των ἐκθέτουσι τὴν ἐθνικήν των προσωπικότητα καὶ ἐπείσθησαν νὰ πράξωσιν ὅ,τι πράττουσιν οἱ Βούλγαροι. Ἤδη ὅλη ἡ Μακεδονικὴ Ῥωμουνία μάχεται. Οἱ Ἀρρωμοῦνοι θὰ κατισχύσωσι, διότι ἡ Ῥωμουνία ὑποστηρίζει αὐτοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Πύλη ἔχει συμφέρον νὰ μειώσῃ τὴν ἐπιρροὴν τοῦ Πατριαρχείου. Ἡ νίκη τῶν Ἀρρωμούνων τῆς Μακεδονίας θέλει ὠφελήσει τὸ Βουλγαρικὸν στοιχεῖον. Ἡ κίνησις τῶν συμφερόντων θὰ συνεπαγάγῃ τὴν προσέγγισιν μεταξὺ Ῥωμουνίας καὶ Βουλγαρίας». Καὶ κατωτέρω: «Οἱ Ῥωμοῦνοι ἐπολιτεύθησαν κατὰ τὸν αὐτὸν μὲ τοὺς Βουλγάρους τρόπον πρὸς τοὺς Ἕλληνας. Οἱ Βούλγαροι προῆλθον εἰς συλλαλητήρια ἐθνικοφρόνων ἐν τῇ Ἡγεμονίᾳ των, ἐν Φιλιππουπόλει, Ἀγχιάλῳ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ἐλεηλάτησαν καὶ ἐνέπρησαν ὑπὲρ τὰς χιλίας οἰκίας. Κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν, κατ’ ἀπομίμησιν αὐτῶν Βουλγάρων, τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν Ἀρρωμούνων, τὰ αὐτὰ συνέβησαν καὶ ἐν τῷ Βασιλείῳ τῆς Ῥωμουνίας. Συλλαλητήρια ἐν Βουκουρεστίῳ, Γιουργέβῳ καὶ ἀλλαχοῦ, καθ’ ἃ οἱ Ἕλληνες πολλὰ ὑπέστησαν». Καὶ ἀλλαχοῦ: «Ἐξ ὅσων ἐξεθέσαμεν κατενοήθη ὅτι σκοπὸς τῶν Βουλγάρων εἶναι ἡ προσάρτησις τῆς Μακεδονίας εἰς τὸ Βασίλειόν των. Ἀλλά, ἂν ἐπρόκειτο νὰ προέλθωμεν εἰς τοιαύτας παραχωρήσεις πρὸς τοὺς Βουλγάρους, δὲν ἐννοοῦμεν διατί οἱ Μακεδονορρωμοῦνοι, οἵτινες μετὰ τῶν Ἀλβανῶν ἀνέρχονται τοὐλάχιστον εἰς ἓν ἑκατομμύριον ἐν Μακεδονίᾳ, δὲν θ’ ἀξιώσωσι καὶ αὐτοὶ νὰ κυριαρχήσωσι καὶ κυβερνήσωσι τὴν ἐπαρχίαν ταύτην ἀπὸ κοινοῦ μὲ τοὺς ὁμαίμονας τούτους (τοὺς Ἀλβανούς), ἂν δὲν θ’ ἀνήκῃ πλέον εἰς τὴν Τουρκίαν. Καὶ τοῦτο κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας κ. Τιττόνι ἐδήλωσεν εἰς τὸ Ἰταλικὸν Κοινοβούλιον ἐκεῖνο ὅπερ φρονοῦσι καὶ σήμερον ἐν τῷ Βασιλείῳ ὅτι ἡ Ἰταλία δὲν ἤθελεν ἴδει μετὰ δυσμενείας τὴν Ἀλβανικὴν Αὐτονομίαν». Τὸ βιβλίον τοῦτο ἐδημοσιεύθη τῷ 1912.
§295Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τοῦ πολέμου.
§296Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δυστυχῶς ὀλίγον πρὸ τοῦ πολέμου· ἄλλως θὰ ὑπέπιπτεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν πολλῶν, οἵτινες θὰ ἠδύναντο ν’ ἀποτρέψωσιν ἀπὸ πολιτείας, ἥτις ἀπειλεῖ ἡμῖν δεινὰς συμφοράς. Εἴδετε πῶς συνδέεται τὸ ζήτημα τὸ Κουτσοβλαχικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Ἀλβανίας. Τώρα γνωρίζετε καὶ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἤρξαντο αἱ Ῥωμουνικαὶ βιαιοπραγίαι, καθ’ ἃς ἐδοκιμάσθη δεινῶς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, γνωρίζετε δὲ καὶ τὰς σχέσεις μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Ῥωμουνίας. Ἐὰν τώρα θέλητε νὰ μάθητε πῶς ἐπῆλθεν ἡ ῥῆξις τῶν σχέσεων πρὸς τὴν Ῥωμουνίαν, δὲν ἔχετε παρὰ ν’ ἀναγνώσητε ταῦτα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τεῦχος, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν αἱ Κυβερνήσεις ἐθεώρουν ὅτι πρέπει νὰ διαφωτίζωσι καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐπῆλθεν ἡ ῥῆξις. Ὁ κ. Παπινίου, ἀφικόμενος ἐν Ἀθήναις πρό τινων ἡμερῶν, τῇ 26ῃ Ἰουνίου 1905, ἐγένετο δεκτὸς παρὰ τῷ Βασιλεῖ, ὅπως ἐπιδώσῃ τὰ διαπιστευτήριά του. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐπίσημον ταύτην ἀκρόασιν ἀπέδειξε τοὺς σκοπούς του. Ἦλθεν ἐνταῦθα, ὅπως πιέσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ αὐτῆς τὸ Πατριαρχεῖον ν’ ἀναγνωρίσωσι τὰς Ῥωμουνικὰς Κοινότητας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἤδη ἀναγνωρισθῆ διὰ τοῦ Ἰραδὲ τοῦ τότε ἐκδοθέντος τῆς 23 Μαΐου 1905. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐπίδοσιν τῶν διαπιστευτηρίων ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Γεώργιος Αʹ, μὲ τὴν συνήθη του εὐγένειαν καὶ εὐπροσηγορίαν ἠρώτησε τὸν κ. Παπινίου ἂν διετέλεσεν ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν Ὁλλανδίᾳ. Ἐκεῖνος ἀπήντησε Γαλλιστί: «Μάλιστα, Μεγαλειότατε· ἐπὶ ἓξ ὅλα ἔτη, καὶ θλίβομαι, διότι ἀφῆκα τὴν ὡραίαν ἐκείνην χώραν καὶ τὸν εὐγενῆ λαόν της». Ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς τότε στραφεὶς προσέβλεψε πρός με καὶ μετὰ χειραψίαν ἀπεχαιρέτισε σιωπῶν τὸν κ. Παπινίου. Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τούτου ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς μοὶ ἀνεκοίνωσε τὴν ἔκπληξίν του. Τὴν ἐπιοῦσαν μοῦ ἐζήτησε συνέντευξιν ὁ κ. Παπινίου. Τὰ κατ’ αὐτὴν περιγράφει τὸ ἀπὸ 28 Ἰουνίου 1905 ἔγγραφόν μου πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς Πρεσβείας ἐν Βερολίνῳ, Βιέννῃ, Λονδίνῳ, Παρισίοις, Πετρουπόλει καὶ Ῥώμῃ, ἔχον οὕτως· Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Ἰουνίου 1905. Ὁ νέος πρεσβευτὴς τῆς Ῥωμουνίας κ. Παπινίου, ὅστις εἶχε ζητήσει νὰ μὲ ἴδῃ δι’ ἐπείγουσαν ἀνακοίνωσιν, ἐλθὼν σήμερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐποιήσατό μοι, ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεώς του, τὰς ἑπομένας δηλώσεις. Ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις, μοὶ εἶπε, ζωηρῶς ἐνδιαφερομένη ὑπὲρ τῆς τύχης τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Ῥωμούνων, μετὰ δυσαρεσκείας ἔβλεπε τὰς καταδιώξεις, ἃς οὗτοι ὑφίσταντο ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων. Εἰς ὑποστήριξιν τοῦ περὶ τούτου ἰσχυρισμοῦ της ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις ἀνέφερε τὰ ἑπόμενα γεγονότα. Τὰ ἐπεισόδια τὰ λαβόντα χώραν ἐν Δόλιανῃ, Γραμματικόβῳ, Πισσοδερίῳ καὶ Βελλαμένῃ, ἔνθα προσπάθειαι ἐγένοντο νὰ κλεισθῶσι τὰ Ῥωμουνικὰ σχολεῖα· τὴν ὑπόθεσιν τῆς Νεγκοβάνης, ἔνθα ἐφονεύθησαν πέντε Ῥωμουνίζοντες, καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν Ἑλληνομακεδονικῶν σωμάτων κατὰ τοῦ ἐκ Βεροίας Ἀποστόλη Γώγου, ὅπως κλείσῃ τὰ ἐν Βεροίᾳ καὶ ἐν Καλυβίοις σχολεῖα καὶ διενεργήσῃ τὴν ὑπογραφὴν δηλώσεων ὑπὸ τῶν Ῥωμουνιζόντων ὅτι εἰσὶν Ἑλληνικῆς καταγωγῆς. Ἡ κατάστασις αὕτη, λίαν λυπηρὰ διὰ τὴν Ῥωμουνικὴν Κυβέρνησιν, προσέθηκεν ὁ κ. Παπινίου, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἔχῃ τὸν ἀντίκτυπον αὐτῆς ἐν Ῥωμουνίᾳ, ἔνθα ὑπῆρχε φόβος χρήσεως ἀντιποίνων κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ὡς τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ. Κατέληξε δ’ ἐκδηλῶν τὴν ἐλπίδα τῆς Κυβερνήσεώς του, ὅτι θὰ παρημπόδιζεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὰς ἐναντίον τῶν Ῥωμούνων τῆς Μακεδονίας καταδιώξεις καὶ ὅτι θὰ ἔδιδεν ἐν ταὐτῷ συμβουλὰς εἰς τὸ Πατριαρχεῖον νὰ μὴ ἀντιστῇ εἰς τὰς διὰ τοῦ τελευταίου Σουλτανικοῦ Ἰραδὲ γενομένας παραχωρήσεις. Ἀπαντῶν εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας εἶπον τῷ Ῥωμούνῳ πρεσβευτῇ ὅτι μεγάλως ἐξεπλησσόμην ἐπὶ τῇ γινομένῃ μοι ἐντολῇ τῆς Κυβερνήσεώς του ἀνακοινώσει ὅτι ἐπεβάλλετό μοι τὸ καθῆκον πάραυτα νὰ καταγγείλω εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις τὴν ἀπειλὴν τῆς Κυβερνήσεώς του περὶ χρήσεως ἀντιποίνων κατὰ τῶν ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐγκατεστημένων φιλησύχων Ἑλλήνων, οἵτινες, ὅπως καὶ ἡ Β. Κυβέρνησις, οὐδόλως ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὑπεύθυνοι τῶν ἐνεργειῶν τῶν Ἑλληνομακεδονικῶν σωμάτων, ἅτινα δὲν ποιοῦνται χρῆσιν ἢ τοῦ δικαιώματος τῆς νομίμου ἀμύνης· ὅτι ὤφειλον ν’ ἀπονείμω εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν τὸν ἔπαινον ὅτι πᾶν τὸ δυνατὸν ἔπραξε πρὸς παρεμπόδισιν τῶν κατὰ τῶν Ἑλλήνων διαδηλώσεων, ἃς καὶ ἀπεδοκίμασεν· ὅτι καθίστων τὴν Ῥωμουνικὴν Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον πάσης κακοποιήσεως τῶν ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐγκατεστημένων Ἑλλήνων· ὅτι, τοῦ Σουλτανικοῦ Ἰραδὲ θίγοντος τὰ δικαιώματα καὶ τὰς προνομίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, οὐδέποτε θὰ συνεβούλευον τὸ Πατριαρχεῖον ν’ ἀποδεχθῇ τὰς συνεπείας αὐτοῦ· ὅτι, τῆς Ὑψηλῆς Πύλης χορηγησάσης εἰς τοὺς Ῥωμουνίζοντας τὸ δικαίωμα μόνον τῆς ἱδρύσεως κοινοτήτων, θ’ ἀνθιστάμεθα, καίτοι μετὰ μετριοπαθείας, ἵνα μὴ ὁ Σουλτανικὸς Ἰραδὲς ἀποβῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν Ῥωμούνων, καὶ τέλος ὅτι μετὰ πολλῆς μου λύπης ἔβλεπον ὅτι, ἐὰν ἡ Ῥωμουνία ἐξηκολούθει ἐμμένουσα εἰς τὴν τελευταίαν αὐτῆς πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία εἶχεν ἀποδοκιμάσει διὰ τῆς πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα Κάρολον ἐκθέσεως τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Χάρετ, μοιραίως τὰ πράγματα θ’ ἀπέληγον εἰς τὴν ῥῆξιν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων. Ὡς πρὸς τὰ κατὰ τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Ἑλλήνων διατυπωθέντα παράπονα δέον νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ἥτις διεξήχθη μετὰ τὰ ἐν Νεγκοβάνῃ γεγονότα οὐδεμία ἀπόδειξις ἐνοχῆς τῶν Ἑλληνομακεδονικῶν σωμάτων προέκυψεν. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα δ’ ἐπεισόδια παρατηρῶ ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Ῥωμουνικὴ προπαγάνδα, ἀπελπισθεῖσα νὰ ἐπιτύχῃ τι διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς ἐνεργειῶν, προσέφυγεν εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν Βουλγαρικῶν σωμάτων, ὅπως ἐξαναγκάσῃ τὰ Ἑλληνικὰ χωρία ν’ ἀντικαταστήσωσιν ἔν τε ταῖς ἐκκλησίαις καὶ τοῖς σχολείοις τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν διὰ τῆς Ῥωμουνικῆς». Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐγράφη διὰ τῆς χειρός μου, διότι κατὰ τὴν συνέντευξιν δὲν παρίστατο οὔτε ὁ Γενικὸς γραμματεὺς οὔτε τμηματάρχης τις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, περιλαμβάνει δὲ τὴν πιστὴν ἀφήγησιν τῆς συνεντεύξεώς μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τοῦ κ. Παπινίου. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀφήγησις τοῦ κ. Παπινίου, ἡ δημοσιευθεῖσα ἐν τῇ Ῥωμουνικῇ Βίβλῳ, ἐπιβεβαιοῖ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἐγγράφου μου, ἐξ οὗ πᾶς τις κατανοεῖ ὅτι ἡ κατόπιν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Θεοτόκη ἐπελθοῦσα ῥῆξις τῶν φιλικῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας ἦτο φυσικὴ συνέπεια τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς καὶ τῶν βιαιοτήτων, ἃς μετῆλθε κατὰ τῶν ἐγκατεστημένων Ἑλλήνων ὑπηκόων.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον εἰς βʹ συζήτησιν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§298ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικὰ καὶ νὰ μὴ γίνῃ συνεδρίασις σήμερον, ἀλλὰ τὴν Παρασκευήν.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὑπ’ εὐθύνην μου κατὰ τὴν εἰδικὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου ΓΨΛΒʹ περὶ καταρτισμοῦ στελέχους τῶν ἀξιωματικῶν». Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ὁ βουλευτὴς κ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου «περὶ κυριακῆς ἀργίας». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἐὰν στέργῃ ἡ Βουλή, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν Πρεσβείας διὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἡ ἐκλογὴ γενήσεται κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Ἡ προσεχὴς συνεδρίασις θὰ γίνῃ τὴν Παρασκευὴν ὥρᾳ 4 μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 πρωϊνῇ).