1913.11.09
1.204 στίχοι · 9.061 λέξεις · 54 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 3.
Τῆς 9 Νοεμβρίου 1913
(Δευτέρα)
Προεδρία Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλήν ὅτι διὰ Βασ. Διατάγματος ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ν. Στράτου, διωρίσθη δ’ ἀντ’ αὐτοῦ ὁ συνάδελφος κ. Κ. Δεμερτζῆς.
§2ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος! Ἄξιος!
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ στρατιωτικοὶ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ἰωαννίνων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ τῆς εἰρήνης ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἐλευθερία· Οἱ φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου παρακαλοῦσιν, ὅπως διὰ καταλλήλου νομοθετήματος ἀπαλλαγῶσι τῶν δεκαδράχμων φροντιστηριακῶν τελῶν· Ὁ δῆμος Καλλονῆς τῆς νήσου Λέσβου ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην του ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς πατρίδος του· Οἱ ὑπόδουλοι φοιτηταὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφάς των τοῦ ἔτους 1911– 1912 καταβάλλοντες τὰ νόμιμα τέλη· Οἱ ἀπορριφθέντες καὶ μὴ προσελθόντες φοιτηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ διὰ καταλλήλου νομοθετήματος μεριμνήσῃ, ἵνα μὴ ἀποκλεισθῶσι καὶ ἐπανεξετασθῶσιν· Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Σπάρτης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπὶ τῷ χαρμοσύνῳ γεγονότι τῆς ὑπογραφῆς τῆς εἰρήνης δοθῇ εἰς αὐτοὺς Β. χάρις ἀναλόγως τῆς ποινῆς των· Ὁ πρόεδρος τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἐκδικάσεως τῶν κακουργημάτων Μακεδονίας ἐν τῇ περιφερείᾳ Λαρίσης, ὡς μειοῦντος τὰ συμφέροντα τῶν δικηγόρων. Οἱ κάτοικοι Χειμάρρας καὶ τῶν πέριξ χωρίων ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην των ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς πατρίδος των· Ἡ ἐπὶ τοῦ Β. Λόγου ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς συνθήκης Ἀθηνῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμβάσεως περὶ εἰρήνης τῆς 1(14 Ν)βρίου 1913. Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις ἐκτυπούμεναι εἶναι ἐλπὶς ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως νὰ διανεμηθῶσιν. (Ὄρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ὁ συνάδελφος Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Σ. Ἀγαπητὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, παραγράφου εʹ, τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν–Πειραιῶς». Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἰς ἣν τὸ νομοσχέδιον ὑπάγεται. Ὁ ἴδιος συνάδελφος κ. Σ. Ἀγαπητὸς ζητεῖ 15 ἡμερῶν ἄδειαν. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικά).
§4Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Νὰ διορθωθῇ ἡ ἡμέρα τῆς προσκλήσεως ἀντὶ τῆς Δευτέρας τὸ Σάββατον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως διορθοῦνται τὰ Πρακτικὰ καὶ ἐπικυροῦνται. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Γ. Βλάχος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ τῆς κατηγορίας κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ταχυδρομείου Λαρίσης.
§6Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρώτην φορὰν πληροφοροῦμαι τοῦτο.
§7Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διατάξητε τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν κατ’ αὐτοῦ, διότι διέπραξεν ἔγκλημα ἔχον κακοηθέστατον χαρακτῆρα, δηλαδὴ λαθρεμπόριον δέκα δοχείων πετρελαίου τὰ ὁποῖα κατεσχέθησαν ἐν τῇ οἰκίᾳ του, εἰς ἣν τὰ μετέφερεν ἐξ Ἐλασσόνος, καὶ τὰ ὁποῖα ἐκάησαν ἐν τῇ πλατείᾳ Λαρίσης. Ὑποθέτω ὅτι ἐπὶ τοιούτων ἀποδείξεων στηρίζεται καὶ προφυλάκισις, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ ἀνώτερος αὐτὸς ὑπάλληλος παραμένει ἐλεύθερος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν «ἂν ὁ ἐνεργήσας ἐσχάτως ἐπιθεώρησιν Νομαρχιῶν τινων ἁρμόδιος Τμηματάρχης ὑπέβαλε γραπτὴν ἔκθεσιν τῶν ἐκ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης ἐντυπώσεών του».
§9Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπέβαλε πρὸ μηνὸς καὶ πλέον.
§10Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὴν ἔκθεσιν ταύτην.
§11Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ περιεχομένου.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Διονύσιος Γκλαβᾶς ἐρωτᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας «ἂν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἀπέστειλε γεωπόνον πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ζημιῶν, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὰ κτήματα τῶν δήμων Λαπαθῶν καὶ Ἐρινεοῦ ὡς ἐκ τῶν ἐνσκηψασῶν θεομηνιῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, τίς ζημία προσεγένετο καὶ τίνες σκέψεις κρατοῦσι πρὸς ἀνακούφισιν τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων».
§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα ἐλήφθησαν τηλεγραφήματα ἀναγγέλλοντα τὰς ζημίας, ἐγένετο ὅ,τι γίνεται πάντοτε, δηλαδὴ ἀπεστάλησαν οἱ ἐγγὺς εὑρισκόμενοι νομογεωπόνοι οἵτινες ἐξετίμησαν τὰς ζημίας ἀνερχομένας ἀπὸ 20 μέχρι 30% εἰς ὡρισμένα μέρη. Αἱ ἐκθέσεις ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παρακληθέν ὅπως καταστήσῃ ἠπιωτέραν τὴν καταδίωξιν τῶν παθόντων, καὶ εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν, εἰς ἣν ὤφειλον ἐκ δανείων, παρακαλουμένην, ὅπως παραχωρήσῃ προθεσμίας εἰς τὰ δάνεια κατὰ τὸ δυνατὸν μεγαλειτέρας. Ἐλήφθη ἀπάντησις ὅτι εἰς τοὺς παθόντας θὰ παρασχεθῇ πᾶσα δυνατὴ ἐπιείκεια.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Αʹ ἀντικείμενον: Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμβάσεως περὶ εἰρήνης τῆς 1)14 Νοεμβρίου 1913». Πρὸ πάσης συζητήσεως δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα ἅτινα ἠδύνατο νὰ προσαγάγῃ. Οἱ βουλόμενοι δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῶν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν στέργει νὰ κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον.
§15ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§17Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλούμενοι, Κύριοι, νὰ φέρωμεν ψῆφον ἀποδοχῆς ἢ μὴ ἐπὶ τοῦ μεγίστου τῶν νομοθετημάτων, ἢ τῆς μεγίστης τῶν νομοθετικῶν πράξεων, ἐξ ὅσων ποτὲ ἀπησχόλησαν τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, δὲν εἶναι προσῆκον, νομίζω, νὰ παρέλθωμεν ταύτην ὅλως ἀπαρατήρητον καὶ τὴν ψῆφον ἡμῶν νὰ δώσωμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς δηλώσεως, ἄνευ ἐκφράσεως ὡρισμένης γνώμης. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ προβῶμεν εἰς ὡρισμένας δηλώσεις καὶ παρατηρήσεις ἐντὸς αὐστηρῶς ἐκείνου τοῦ κύκλου καὶ ἐντὸς ἐκείνων τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἐνδείκνυνται ἐκ τῆς φύσεως τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Ὀφείλω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ δηλώσω ὅτι αἱ παρατηρήσεις αὗται εἶναι ἐντελῶς ξέναι ἀπὸ τὴν ἔρευναν τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ διπλωματικῇ διαχειρίσει τοῦ ζητήματος τούτου. Εἶναι ἀκόμη ξέναι ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴν ἔρευναν μιᾶς ἑκάστης τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ κυρώσωμεν. Καὶ εἶναι ἐντελῶς ξένοι ἀναγκαίως, ὄχι μόνον διότι τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐστηρίζετό τις μελετῶν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τώρα μόλις ἀνηγγέλθη ὅτι κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν· ὄχι μόνον διότι ἡ ἐκκρεμότης πολλῶν ζητημάτων ἀναγκαίως παράγει τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ τὸ σύνολον τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως διαφωτίζουσι μετὰ τοῦ συνόλου τῆς ὑποθέσεως καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐτερματίσθη, ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ φύσιν φρονῶ ὅτι ἡ ὑποβαλλομένη συνθήκη, ἡ νομοθετικὴ πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ συμπράξωμεν, εἶναι ἐντελῶς ξένη, ὅλως ἀλλοτρία ἀπὸ τὴν ἔρευναν τῆς εὐθύνης τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀναγομένης εἰς τὴν διαχείρισιν τὴν διπλωματικὴν τοῦ ζητήματος. Ἡ ἐξέτασις τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος ἀποτελεῖ ζήτημα καθαρῶς πολιτικὸν ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀναγκαίως θὰ ὑπάρξωσι διαφωνίαι ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ εἰς ψῆφον τῆς Βουλῆς, ψῆφον κεκλημένην νὰ ἔχῃ πολιτικὰς συνεπείας. Ἀντιθέτως τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρέσῃ τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς· δὲν εἶναι ἄρα δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι ψῆφοι, ὡς δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ, ἀρνούμεναι τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συνθήκης. Ἂν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐρωτήσω· καὶ ἂν τὰ ἔγγραφα ἦσαν κατατεθειμένα καὶ ἂν ἦσαν ἀρτίως ταῦτα κατατεθειμένα καὶ ἂν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐρεύνης τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἠδυνάμην, λέγω, νὰ ἐρωτήσω· κατὰ τίνα ἔννοιαν καὶ ὑπὸ ποῖον κοινοβουλευτικὸν καθεστώς; καὶ ὑπὸ ποίαν ἐθιμοτυπίαν κοινοβουλευτικῆς τάξεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμπέσῃ ἡ συζήτησις πρὸς ἐπιψήφισιν τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης πρὸς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν; Πῶς, ἀφοῦ ἡ μία τῶν συζητήσεων ἀναγκαίως θὰ καταλήξῃ εἰς πολιτικὴν ψῆφον μὲ πολιτικὰς συνεπείας, ἡ δ’ ἄλλη ἀναγκαίως θὰ καταλήξῃ εἰς ἐπιψήφισιν τῆς συνθήκης; Ἂν ὑπῆρχέ τις μεταξὺ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐθεώρει ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένον ν’ ἀρνηθῇ δι’ οἱονδήποτε λόγον ψῆφον ἐπικυρωτικὴν πρὸς τὴν συνθήκην τῆς εἰρήνης, καὶ ἂν ἀκόμη θεωρῇ ταύτην ὀλεθρίαν πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, βεβαίως οὗτος θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ ὅτι δύναται νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἀπὸ κοινοῦ περὶ ἀμφοτέρων· διότι κοινὴ θὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ ἔκβασις, καὶ ἡ ψῆφος κατὰ τῆς συνθήκης θὰ ἦτο ψῆφος ἀποδοκιμάζουσα τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ὅμως ἀναχωρήσωμεν ἐκ τῆς ἀντιθέτου ἐκδοχῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν φαίνεται δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία, ὅτι ἡ μὲν πολιτικὴ εὐθύνη εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θ’ ἀπολήξῃ εἰς ψῆφον μὲ πολιτικὰς συνεπείας, ἡ δ’ ἄλλη ἐπὶ τῆς συνθήκης συζήτησις δὲν δύναται νὰ διαιρέσῃ τὰς γνώμας καὶ κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ψηφισθῇ, τότε φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι εἶναι διῃρημένα τὰ ζητήματα καὶ δὲν δύνανται νὰ συγχωνευθῶσιν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἀπολύτως παρατήρησιν, οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔρευναν θέλω φέρει ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἐπικρίνων οὔτε ἐπιδοκιμάζων. Ἀλλὰ θὰ ἠδυνάμην νὰ προσθέσω καὶ ἄλλο τι πλέον· Ὅτι καὶ συζήτησις οὐσιαστικὴ ἐπὶ τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων τῆς συνθήκης καὶ ἄσχετος εἶναι καὶ ξένη ἐντελῶς πρὸς τὰς νῦν ἀσχολίας τοῦ Σώματος. Διότι ἐφ’ ὅσον ἔχομεν δεδομένον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταρρυθμισθῶσιν οἱ ὅροι τῆς συνθήκης, τίνα λόγον θὰ εἶχε συζήτησις ἐν τῇ παρούσῃ συνεδριάσει καὶ ἔρευνα ἐν τῇ παρούσῃ συζητήσει τῶν οὐσιαστικῶν αὐτῆς διατάξεων; Ἡ ἔρευνα αὕτη εἶναι βεβαίως ἐνδεδειγμένη καὶ θὰ γίνῃ, ἀλλὰ μόνον ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν σχέσει πρὸς αὐτήν. Ὑπολείπεται ἡ ἐπιψήφισις ἢ μὴ ἐπιψήφισις τῆς συνθήκης, ἡ ἐπιψήφισις ἢ μὴ ἐπιψήφισις αὐτῆς κατ’ ἀρχήν, περὶ τοῦ ὁποίου σήμερον πρόκειται. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐσιαστικὴ συζήτησις. Εἴτε ὑπολαμβάνει τις τὴν συνθήκην θρίαμβον τῆς Ἑλληνικῆς Διπλωματίας εἴτε ὑπολαμβάνει αὐτὴν ὀλίσθημα, κατ’ ἀνάγκην εἶναι ὑποχρεωμένος ἐκ τῶν καθ’ ὅλου περιστάσεων νὰ φέρῃ ψῆφον ἐπικυρωτικὴν ἐπὶ ταύτης. Τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ζήτημα καθαρῶς ἐσωτερικόν, εἶναι ζήτημα τοῦ ἰδίου ἡμῶν οἴκου, εἶναι ζήτημα μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπικυρώσεως ἢ μὴ τῆς συνθήκης εἶναι ζήτημα ἐξωτερικόν, εἶναι ζήτημα μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀντεπροσωπεύθη διὰ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπέλαυε καὶ ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ τῶν λοιπῶν Κρατῶν, μετὰ τῶν ὁποίων προῆλθεν εἰς σύμβασιν. Εἶπον ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπικυρώσωμεν τὴν σύμβασιν. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω ὅτι δὲν μὲ λανθάνει βεβαίως ἡ συνταγματικὴ διάταξις, ἡ ὁποία καταλείπει ἐλευθερίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ ἢ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὰς συμβάσεις περὶ εἰρήνης, αἱ ὁποῖαι περιέχουσι τοιαύτας ὑποχρεώσεις. Ἀλλὰ δὲν εἰσηγοῦμαι ἤδη οὐδὲ τονίζω τὴν συνταγματικὴν καὶ τὴν νομικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Σπουδαιοτέρα ταύτης εἶναι ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ οὐσιαστικὴ καὶ πρακτικὴ ἄποψις, ἡ ὁποία δεσμεύει σχεδὸν πάντοτε τὰ πολιτικὰ Σώματα, δεσμεύει τὰς Βουλὰς εἰς ἀναγνώρισιν τῶν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις πεπραγμένων ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, εἴτε ταῦτα εἶναι ὑπηρετικὰ πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα εἴτε ἐλαττοῦνται ὁσονδήποτε ἐν τῇ ἀντιλήψει ταύτης. Διὰ τοῦτο σπανιώτατα εἶναι τὰ παραδείγματα ἐν τῇ πολιτικῇ ἱστορίᾳ τῶν Κρατῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα αἱ Βουλαὶ ἐκ τῶν ὑστέρων καλούμεναι εἰς ἐπιψήφισιν συνθηκῶν εἰρήνης ἠρνήθησαν τὴν ψῆφον αὐτῶν. Πάντα τὰ παραδείγματα ἄγουσιν εἰς τὴν ἐκδοχὴν ὅτι αἱ Βουλαί, οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν εἶχον, ἐπεκύρωσαν τὰς τοιαύτας συνθήκας, διότι ἡ ἄσκησις τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ ἄρνησις ψηφίσεως αὐτῶν ἤθελον ἀντιμετωπίσει περιπλοκὰς καὶ περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἕτοιμα τὰ Κράτη εἰς τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν καλοῦνται νὰ κυρώσωσι τὰς συνθήκας. Δὲν ὑπάρχει ἄρα στάδιον οὔτε ἐρεύνης πολιτικῆς διὰ τὴν Κυβέρνησιν οὔτε οὐσιαστικῆς διὰ τὴν συνθήκην τῆς εἰρήνης. Ἀλλ’ εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι δὲν θεωρῶ ὅτι θὰ εἶχον δικαίωμα νὰ συνδέσω τὴν ψῆφόν μου πρὸς αὐτὴν ἄνευ δύο δηλώσεων, ἄνευ δύο διαμαρτυριῶν. Ἡ πρώτη διαμαρτυρία στρέφεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἄλλη εἶναι ἀπολύτως ἄσχετος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἀφορᾷ ἀντικειμενικῶς τὴν γνώμην, ἣν ἔχω περὶ τῆς συνθήκης. Εἶπον προλαβόντως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἴμεθα ἀπολύτως ὑποχρεωμένοι ἐκ τῶν καθόλου περιστάσεων νὰ ἐπικυρώσωμεν τὴν συνθήκην, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχωμεν γνώμην περὶ αὐτῆς. Ἀλλά, ἐνῷ τοῦτο εἶναι σιδηρᾶ πολιτικὴ καὶ ἐθνικὴ ἀνάγκη, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ· ποία πλέον εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς ὡς Σώματος πολιτικοῦ; Ὅτε ἔχομεν δεδομένον ὅτι πρὸ δεκατριῶν καὶ πλέον μηνῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνήγγελλεν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐπιστράτευσιν τῆς χώρας καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ὅπως ἀποδυθῇ εἰς τὸν ὑπέρτατον ἀγῶνα, κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην συνέπραξε σιωπῶσα καὶ ψηφίζουσα ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία· ὅτε διέρρευσαν ἔκτοτε δεκατρεῖς ὅλοι μῆνες δοκιμασίας ἐθνικῆς καὶ ἀποφάσεων μεγίστων, διὰ τῶν ὁποίων διεκυβεύετο οὕτως ἢ ἄλλως καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τότε ἐσιώπα ἐπιψηφίζουσα τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἂν ὅτε ἀπεκαθάρθη ἡ κατάστασις καὶ ἔρχεται ἡ ἐπιψήφισις τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, ἂν καὶ τότε δὲν ἔχει στάδιον νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν ἔχει στάδιον νὰ δώσῃ γνώμην καὶ νὰ φέρῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς, ὀρθῶς ἐρωτᾶται· ποία εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑψίστων τῆς χώρας ζητημάτων; Ποία εἶναι ἡ ἀποστολὴ αὐτῆς, ποία ἡ δρᾶσις αὐτῆς, κατὰ τί συνέδραμε διὰ τῶν φώτων αὐτῆς εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως; Καὶ δὲν παρέμεινεν ἆρά γε, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ, δὲν παρέμεινεν ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, χωρὶς νὰ δυνηθῇ αὕτη νὰ βοηθηθῇ ἐκ τῶν φώτων, ἐκ τῆς ἐρεύνης, ἐκ τῶν στοιχείων καὶ τῶν ἐφοδίων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους; Δυστυχῶς τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει. Δυστυχῶς οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους λειτουργεῖ ἐν τῇ πράξει τὸ πολίτευμα εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα, οἱ ὅροι ἐκεῖνοι ἐπάγονται τὴν σιδηρᾶν ταύτην ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν καθ’ ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγελλε τὴν ἐπιστράτευσιν ὑπεδήλωσα, ἐπάγεται τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην τῆς ἀπορροφήσεως ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὅλων τῶν δικαιωμάτων, ὅλων τῶν συνταγματικῶν προνομίων τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Καὶ αἱ Βουλαὶ συγκατατίθενται πάντοτε σχεδὸν εἰς τὴν παραχώρησιν ταύτην. Αἱ Βουλαὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα ἀπέναντι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καλούμεναι νὰ δώσωσι τὰ μέσα εἰς τὴν διαχείρισιν τοιούτων ζητημάτων, νὰ ζητήσωσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐφόδια, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἠδύναντο νὰ σχηματίσωσι καὶ ἰδίαν ἀσφαλῆ γνώμην καὶ νὰ συνδέσωσι τὴν ψῆφον καὶ τὴν εὐθύνην αὐτῶν πρὸς ἀπόφασιν ἀφορῶσαν τὴν διαχείρισιν τῶν ὑψίστων ζητημάτων. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πολὺ ὀρθῶς δὲν ἤσκησε τὸ δικαίωμά της τοῦτο, δὲν ἐζήτησεν ἐξηγήσεις, δὲν ἐζήτησε στοιχεῖα, δὲν ἐζήτησε διαφωτιστικὰς πληροφορίας πλείονας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, νομίσασα εὐλόγως ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιορισθεῖσα νὰ εἴπῃ ὅσα μόνον εἶπεν ἔπραξε τοῦτο, καὶ οὕτω βεβαίως τὸ ἔπραξεν, ἀγομένη ἐκ τῆς προϋποθέσεως ὅτι ἡ παροχὴ πλειόνων στοιχείων, πλειόνων ἐξηγήσεων ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποβῇ ἐπιζημία εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ζητημάτων. Καὶ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τοιούτων ἀντιλήψεων ὁρμωμένη ἐπεψήφισεν ἀλαλήτως ὅλα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ πάσας αὐτῆς τὰς αἰτήσεις. Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, ἡ Βουλή, ὑπείκουσα εἰς νόμους ἀγράφους, ὑπαγορευομένους ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, προέβη εἰς τὴν ἀπεμπόλησιν τῶν δικαιωμάτων της, ἔστερξε τὴν ἀπορρόφησιν τῶν δικαιωμάτων της ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δύναμαι νὰ εἴπω ἤδη ἐλευθέρως ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶχε καὶ κατὰ τοὺς κειμένους θεσμοὺς τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ ἅπαξ ἔλαβε τὰ μέτρα παρὰ τῆς Βουλῆς, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρισθῇ τὰ ζητήματα ὡς ζητήματα ἀναγόμενα εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑπείκουσα εἰς τὴν ὑπαγόρευσιν τῶν αὐτῶν ἀγράφων νόμων εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, λέγω, νὰ ζητήσῃ τὰ φῶτα καὶ τὴν βοήθειαν καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἐπικοινωνοῦσα μετ’ αὐτῆς. Ὑπάρχουσι μέσα, τὰ ὁποῖα καθιέρωσεν ἡ πρακτικὴ τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν. Ὡς ὑπάρχουσι καὶ παραιτήσεις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς χάριν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται ἀντίστοιχος μείωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας εἰς προσήκουσαν διεξαγωγὴν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων. Ὑπάρχουσι μέσα καί, διὰ νὰ μὴ παραλίπω ἄλλο τι, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ἄνευ φόβου ἀντιρρήσεως, ὅτι ἦσαν ἐκτὸς τῆς Ἀρχῆς πέντε πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀρχηγοὶ τῆς ὑπευθύνου ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶχον διαχειρισθῆ πολλάκις τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Καὶ ἐκ μαθήσεως δὲ καὶ πείρας ἀκόμη θὰ ἠδύναντο νὰ παράσχωσι τὰ φῶτα αὐτῶν εἰς τὴν προσήκουσαν διαχείρισιν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ἡ συνδρομὴ αὐτῶν δὲν ἐπεζητήθη. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ἐν τῷ παρόντι, περιοριζόμενος αὐστηρῶς εἰς τὸν κύκλον τὸν ὁποῖον ἐχάραξα, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη ἔβλαψεν ἢ δὲν ἔβλαψε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐρευνητέον ἄλλοτε. Ὁμιλῶ ἤδη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῆς, ἀνεξαρτήτως τῶν συνεπειῶν αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἢ ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψωσιν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ παράλειψις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως ἐμείωσε τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον εἰς αὐτὴν νὰ συγκεντρώσῃ περὶ αὐτὴν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων πάντα τὰ ἐθνικὰ κεφάλαια. Ἂν τοῦτο ἐγένετο, βεβαίως ἡ Βουλή, ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία τόσον προφρόνως ὑπείκουσα εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα παρεχώρησε τὰ ἴδια αὐτῆς δικαιώματα, ἤθελε δώσει ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ ἀγῶνα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅλα τὰ ἐθνικὰ κεφάλαια, — εἶναι δὲ κεφάλαια ἐθνικὰ αἱ γνώσεις τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα καὶ ἡ μελέτη προσεπόρισαν εἰς τοὺς πολιτικοὺς τῆς χώρας ἄνδρας, — ὅπως ὅλα τὰ ἐθνικὰ κεφάλαια ἐκτιμηθῶσι καὶ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως διαχειριζομένης τὰ ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἤθελε δώσει ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀκόμη ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ μίαν εὐλάβειαν καὶ σεβασμὸν πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῆς, μίαν ἐπικοινωνίαν τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἤθελεν ἀκόμη δώσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι αἱ νέαι πολιτικαὶ ἰδέαι, τὰς ὁποίας τὸ μετεπαναστατικὸν καθεστὼς ἐνέπνευσεν, ἡ νέα πολιτικὴ συνείδησις τῆς χώρας εὗρεν ἑρμηνέα εἰς τὴν ἐντολοδότιδα τῆς ἐπαναστάσεως, εἰς τὴν ἐντολοδότιδα τῶν νέων ἐπαναστατικῶν ἰδεῶν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀντὶ ὅμως πάντων τούτων ἡ Κυβέρνησις συνεκεντρώθη εἰς ἑαυτήν, ἡ δὲ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἔμεινεν ἀπολύτως ξένη, ὡσεὶ ν’ ἀποτελεῖτο παρ’ ἀνδρῶν οὐχὶ Ἑλλήνων, πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Νομίζω ὅτι εἶμαι ἐλεύθερος νὰ εἴπω ἤδη, Κύριοι, ὅτι ἡ τοιαύτη πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδειξεν ὅτι αὕτη ἐμείωσε τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι προέκειντο αὐτῇ πρὸς ἐκμετάλλευσιν διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑποθέσεως· ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδείχθη ὅσον ἔπρεπεν εὐλαβὴς πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι ἐθριάμβευσαν αἱ μετεπαναστατικαὶ ἰδέαι, αἱ ἀπαιτοῦσαι τὴν ἐξημέρωσιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ τὴν ἐπ’ ἄλλου ἐδάφους θεμελίωσιν τῶν πολιτικῶν ἀγώνων. Δὲν ἔχω δικαίωμα βεβαίως νὰ ἀντιπροσωπεύσω τοὺς ἄνδρας τοὺς πολιτικούς, τοὺς ὁποίους οἱ λόγοι μου ὑποδεικνύουσιν. Ἀλλὰ δὲν ἀποκρύπτω ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅτι, ἂν τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐλευθέρως παρίσταμαι ἐνταῦθα καὶ δικαιοῦμαι νὰ ὁμιλήσω, ἤθελον παραλίπει τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην, θὰ ᾐσθανόμην θιγομένην τρόπον τινὰ τὴν ὑπερηφάνειάν μου ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους. Θὰ ἔχαιρον εἰλικρινῶς, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε νομίσει εἰς ἑαυτὸν ἐπιβεβλημένον ἐκ τῶν ἰδίων αὑτοῦ πεποιθήσεων νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις ἐπαρκεῖς πιστοποιούσας τὴν εὐλάβειαν αὐτοῦ πρὸς τὸ Σῶμα, ἀποδεικνυούσας δ’ αὐτὸν οὐχὶ ἄμοιρον ἀλλ’ οὐδὲ τὸ παράπαν ἐλλιπῆ, πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐαισθησίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἤδη νὰ εἴπω συντόμως τὴν δευτέραν παρατήρησιν καὶ νὰ διατυπώσω τὴν δευτέραν διαμαρτυρίαν. Ἡ δευτέρα αὕτη παρατήρησις εἶναι ὅτι ἡ συνθήκη τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, συνθήκη ἡ ὁποία εὐρύνει τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος μέχρι τῆς Ῥοδόπης καὶ τοῦ Νέστου, βεβαίως προκαλεῖ τὴν ἀνεκλάλητον ἐκείνην χαράν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο περιττὸν ὅλως νὰ πιστοποιηθῇ καὶ πάλιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ τὰ αἰσθήματα ταῦτα δὲν δύνανται ν’ ἀποκλείσωσι τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν θεωρῶ τὴν συνθήκην ταύτην ἀνταξίαν τῶν δύο νικηφόρων πολέμων, ἀνταξίαν τῶν μεγάλων στρατιωτικῶν ἀγώνων, ἀνταξίαν τῶν θυσιῶν καὶ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους. Μή τις ὑπολάβῃ ὅτι ἐννοῶ νὰ θίξω εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ δείξω ὅτι πρὸς τὴν ἀντίληψιν ταύτην σχετίζεται ἡ εὐθύνη αὐτῆς. Τὸ ἂν εὐθύνεται ἢ δὲν εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰ τοιαῦτα πολιτικὰ ἀποτελέσματα τῶν στρατιωτικῶν ἀγώνων, εἶναι ζήτημα ἄλλο. Ὅταν μελετηθῶσιν ἐν καιρῷ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα θὰ καταθέσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ προέλθῃ ἡ πολιτικὴ συζήτησις, βεβαίως θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν διπλωματικὴν διαχείρισιν τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν ἂν αἱ θυσίαι εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθημεν εἶναι ὀδυνηρὰ μὲν ἀλλ’ ἀναπότρεπτος ἀπόρροια καθολικωτέρων συνθηκῶν, γενικωτέρων περιστάσεων, ξένων πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, περιστάσεων ἀπέναντι τῶν ὁποίων εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἦτο ἀπολύτως ἀνίκανος ἐκ τούτων νὰ καταλήξῃ εἰς κρείττονα συμπεράσματα· ἢ ἂν ὀφείλονται τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα καθ’ ὅλου ἢ ἐν μέρει εἰς ἀνεπάρκειαν ἢ ἀδυναμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὰ προκύψαντα μεγάλα ζητήματα. Ἀλλ’ ἐν τῷ παρόντι οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ εὐθύνης αὐτῆς. Ἀρκεῖ νὰ λεχθῇ τοῦτο μόνον· ὅτι τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι ἀντάξια τῶν στρατιωτικῶν ἀγώνων, δὲν εἶναι ἀντάξια τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους, δὲν εἶναι ἀντάξια τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἰσχύος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὡς τοιούτου, δὲν εἶναι ἀντάξια τῶν θυσιῶν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν εἶναι ἀντάξια, δὲν εἶναι ἀνάλογα οὔτε ἐκείνων τῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν εἰς τοὺς ἀγῶνας συμμάχων ἢ ἀντιπάλων Κρατῶν. Εἶναι ἀδύνατον ἐν τῇ σειρᾷ ταύτῃ τῶν σκέψεων νὰ μὴ ἐνθυμηθῶ τὴν δύναμιν ἐκείνην μετὰ τῆς ὁποίας ἡ συνθήκη προχθὲς μόνον ἐκλείσθη, δύναμιν ἡττηθεῖσαν, συντετριμμένην, παλαίουσαν μὲ ἐσωτερικὰς δυσχερείας ὑπερτάτας, κουφότητα ἀποδείξασαν εἰς τὴν καθόλου πολιτικήν της καὶ ὅμως κατορθώσασαν χώρας τὰς ὁποίας ἀπώλεσεν ἐν πολέμῳ ν’ ἀνακτήσῃ ἐν εἰρήνῃ. Εἶπον ν’ ἀνακτήσῃ, λέγω νὰ κατακτήσῃ ἐκ νέου χριστιανικοὺς πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ἰδίου αὐτῶν αἵματος ἠλευθερώθησαν. Δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ μὴ στρέψω τὴν προσοχὴν εἰς τὸ νέον εἰς τὰ ἀνατολικὰ ἡμῶν σύνορα Κράτος, εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει βεβαίως τὰ ἐθνικὰ δίκαια ἰσοδύναμα πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν, τὸ ὁποῖον ἡττήθη καὶ συνετρίβη, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξεν εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον τὴν ἀγριότητα τῶν ἠθῶν του καὶ τὴν ἀνικανότητα ν’ ἀποτελῇ πεπολιτισμένον Κράτος, καὶ τὸ ὁποῖον ὅμως κατώρθωσε νὰ συμπληρώσῃ ὅλα τὰ ἐθνικὰ αὐτοῦ ὄνειρα ἐν σχέσει μάλιστα πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅλας αὐτοῦ τὰς βλέψεις, καὶ ν’ ἀναλάβῃ ἵνα διοικήσῃ χώρας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἃς εἶχεν ἀπολέσει ἐν πολέμῳ, μὲ ἀμιγῆ ἑλληνικὸν πληθυσμόν. Δὲν δύναμαι νὰ μὴ στρέψω τὴν προσοχὴν εἰς δύναμιν ἄλλην τὴν ὁποίαν δὲν φθονῶ, ἀλλ’ ὡς φίλην μακαρίζω, ἡ ὁποία κατώρθωσε χωρὶς νὰ θυσιάσῃ οὐδὲ ἕνα στρατιώτην νὰ ἐκτείνῃ τὸ ἔδαφος τῆς χώρας της καὶ ν’ ἀποκτήσῃ προνόμια μεγάλα καὶ εἰς ἄλλην χώραν. Δὲν δύναμαι νὰ μὴ στρέψω τὴν προσοχὴν πρὸς τὸ φίλον καὶ σύμμαχον Κράτος, τὸ ὁποῖον κατώρθωσε ν’ ἀπελευθερώσῃ πάντας αὑτοῦ τοὺς ὁμοφύλους πληθυσμούς. Καὶ ἀκόμη δὲν δύναμαι νὰ μὴ στρέψω τὴν προσοχήν μου εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εὑρέθη ἁπλῶς ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραιτήσῃ χώρας καθαρῶς Ἑλληνικάς, δι’ ἑλληνικοῦ αἵματος ἀποκτηθείσας, καὶ παραχωρήσῃ ταύτας εἰς ἄλλους, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσεν ἀκόμη νὰ ἐπιτύχῃ οὐδὲ τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ὁ ἀνθρωπισμὸς ἐπιβάλλει, τὰς ἐγγυήσεις ὄχι μόνον τῆς ζωῆς καὶ ἐλευθερίας, ἀλλὰ τῶν ἐθνικῶν δικαίων τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἐλευθερίας τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων τῶν ἑλληνικῶν οἱ ὁποῖοι μετέβαλον δεσπότην. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ στρέψω τὸν νοῦν μου ἀκόμη καὶ πρὸς τὴν ἀνιαρὰν περίοδον τριῶν ὁλοκλήρων μηνῶν κατὰ τοὺς ὁποίους καθυστέρησεν ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι ἀντιπάλων καὶ συμμάχων εὑρισκομένη εἰς ἄμαχον ἀνιαρὸν πόλεμον. Καὶ ὅτε ταῦτα ἔχομεν ὑπ’ ὄψει νομίζομεν ὅτι δικαιολογούμεθα λέγοντες ὅτι δὲν εἶναι ἀντάξια τῶν γενομένων θυσιῶν τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα. Εἶναι αὕτη ἀλήθεια πρὸς τὴν ὁποίαν εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ εὑρίσκετο ἡνωμένη ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Προκειμένου περὶ ψηφίσεως συνθήκης, περὶ πράξεως τουτέστι ξένης ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἔρευναν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο ὀδυνηρόν, ἐὰν κατελήγομεν εἰς συμπέρασμα ἀντίθετον, ἐὰν εὑρισκόμεθα διῃρημένοι, ἐὰν θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅ,τι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοιούτας περιστάσεις ἐλάβομεν εἶναι ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ὁ Ἑλληνισμός. Ἀντίληψις τοιαύτη ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θ’ ἀπετέλει δευτέραν πολιτικὴν ἧτταν καὶ μάλιστα ἧτταν δεινοτέραν τῆς πρώτης. Περαιτέρω προβαίνων δὲν ἐπιθυμῶ καὶ πάλιν νὰ εἴπω οὔτε ἀμέσως οὔτε ἐμμέσως ὅτι θίγω τὸ παράπαν τὴν διαχείρισιν τοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλω νὰ ὑπονοήσω τὸ παράπαν ὅτι ὑπῆρξεν οὐχὶ πλήρης, ὅτι ὑπῆρξεν ἀτελὴς ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ζητήματος. Δύναται ἄριστα νὰ ἐννοηθῇ ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους πρὸς ὅλας τὰς δυνάμεις αἱ ὁποῖαι συνέπραξαν ἵνα λάβωμεν ὅ,τι ἐλάβομεν. Δύναται ἄριστα νὰ ἐννοηθῇ ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἀκεραία καὶ ἀρτία καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εὑρεθεῖσα ἀπέναντι περιστάσεων, τῶν ὁποίων δὲν φέρει τὴν εὐθύνην, κατώρθωσεν οὐχ ἧττον νὰ λάβῃ παλαίουσα κατὰ δυσχερειῶν ἀνυπερβλήτων ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλαβεν. Ἀλλὰ πέρα τῶν σημείων αὐτῶν παραμένει ἀδιάσειστον τὸ ἀντικειμενικὸν γεγονὸς περὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται, νομίζω, νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη. Ἡ μελέτη τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος θὰ γίνῃ βεβαίως βραδύτερον. Καὶ θὰ γίνῃ, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἐξετασθῇ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θεωρῶ δευτερεῦον, ὅσον καὶ ἂν εἶναι σπουδαῖον, ἀλλ’ ἡ σπουδαιότης τῆς ἐρεύνης ταύτης θ’ ἀποδειχθῇ εἰς τὴν ἀντίθετον ἄποψιν. Ὅταν πιστοποιηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της, ἔδειξε πλήρη ἐπάρκειαν, ὅτι ἀντεμετώπισε τὰς περιστάσεις εὐστόχως, τότε ἀκριβῶς ἡ ἔρευνα θὰ εἶναι σπουδαιοτέρα, διότι τότε ἀκριβῶς ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας θὰ ὀρθωθῶσι δεινότερα, σπουδαιότερα, πολυπλοκώτερα καὶ δυσχερέστερα τὰ ἐθνικὰ προβλήματα. Τότε θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ κρίνῃ τὸ ἔθνος πῶς συνέβη, ὥστε ἐθνικὰ δίκαια ἀναμφισβήτητα, κέρδη πολεμικῶν ἀγώνων κεκτημένα, πῶς εἶναι δυνατὸν συνδυαζόμενα μὲ μίαν δεξιὰν διαχείρισιν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ περικοπῶσι κατὰ τρόπον τοσοῦτον ὀδυνηρόν, ὁ ὁποῖος ἐν ἀναλογίᾳ δὲν παρατηρεῖται πρὸς οὐδὲν ἐκ τῶν συναγωνισθέντων συμμάχων ἢ τῶν ἀντιπάλων Κρατῶν. Καὶ ἡ ἔρευνα αὕτη θέλει εἶναι κατ’ ἐξοχὴν χρήσιμος διὰ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Διότι θέλει διαφωτίσει τὸ διπλωματικὸν ἔδαφος, ἴσως δὲ θὰ διανοίξῃ διὰ τὸ μέλλον νέους ὁρίζοντας, νέας πολιτικὰς ὁδούς, νέας κατευθύνσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων εἴτε οἱ παρόντες εἴτε οἱ μέλλοντες κυβερνῆται τῆς χώρας θὰ θεμελιώσωσι τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους.
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τῇ παρεμβάσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐπῆλθε συνεννόησις μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἡ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται σήμερον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, γίνῃ κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§19Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐγνώριζον.
§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν λοιπῶν Κυρίων.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὡρίσθη ἡ Δευτέρα. Δὲν θὰ γίνῃ σήμερον.
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀρχικῶς μοὶ ἐλέχθη τοῦτο: ὅτι ἔγινε δεκτὴ ἡ ἐπίσπευσις τῆς συνεδριάσεως ἀπὸ τῆς Δευτέρας εἰς τὸ Σάββατον, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν, ὅπως κατὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καίτοι ἡ κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισις θὰ ἔχῃ γίνει ἤδη ἀπὸ τοῦ Σαββάτου, καὶ ἂν συζήτησις ἐγίνετο καὶ τὴν Δευτέραν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, ν’ ἀπαντήσω οὐχὶ διὰ μακρῶν, ἐλπίζω, εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπαντήσω, διὰ νὰ ἐξάρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἀντίφασιν εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν ἐν τῷ λόγῳ του ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀνελθὼν τὸ βῆμα ἠθέλησε ν’ ἀνακηρύξῃ ὡς ἀρχὴν ὅτι διαρκοῦντος ἑνὸς πολέμου ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπορροφᾷ πάσας τὰς ἄλλας· ἠθέλησεν ἐπίσης ν’ ἀνακηρύξῃ ὡς ἀρχὴν ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν συνθηκῶν πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῶν εἶναι ματαία καὶ περιττή, διότι δὲν δύναται αὕτη νὰ ἔχῃ κανένα λόγον, ἀφοῦ πρακτικῶς δύσκολον εἶναι εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς χώρας ν’ ἀποκρούσῃ τὴν συνθήκην μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἵνα περιπέσῃ τὸ Κράτος καὶ πάλιν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ἐμπόλεμον. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀνεγνώρισε τὴν πρώτην ὀρθὴν ἀρχήν, ὅτι διαρκοῦντος ἑνὸς πολέμου ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπορροφᾷ τὰς λοιπάς, διότι εἶναι ἀδύνατον ἐφ’ ὅσον φέρονται αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἐμπολέμου Κράτους ἐνώπιον τῆς δημοσίας συζητήσεως νὰ μὴ πάθωσιν ἀνεπανορθώτως, ἐνῷ, λέγω, ἀνεγνώρισε τοῦτο, ἤλεγξεν ὅμως ἀκολούθως τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐδείχθη ἐλλιπὴς κοινοβουλευτικῆς εὐαισθησίας, κλείσασα τὰς πύλας τῆς Βουλῆς καὶ ἀρνηθεῖσα νὰ ἔλθῃ κατὰ τινα τρόπον εἰς ἐπαφὴν μετ’ αὐτῆς κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα τῶν 13 μηνῶν καθ’ οὓς διήρκεσαν οἱ πόλεμοι τῆς Ἑλλάδος. Ἰδοὺ ἡ ἀντίφασις εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλὰ περιέπεσε καὶ εἰς ἀνακρίβειαν οὐσιώδη, ὅτε ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπῆρξεν ἐλλιπὴς κοινοβουλευτικῆς εὐαισθησίας, ἀποφυγοῦσα νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς χώρας, διὰ νὰ βεβαιοῦται ἑκάστοτε ἂν ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς.
§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι.
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλέχθη τοιοῦτόν τι· τὸ ἐνόησα καλῶς.
§27Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλέχθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδείχθη ἐλλιπὴς κοινοβουλευτικῆς εὐαισθησίας. Ἐσημείωσα καλῶς τὴν φράσιν σας, ὥστε νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ἐκ πλάνης λέγω τι διάφορον. Ἄλλως τε ἐδῶ ἔχομεν καὶ τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά.
§29Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον αὐτό, βεβαίως, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐμπιστοσύνης. Περὶ τῆς ἑρμηνείας διαφωνοῦμεν. Αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπω ἐγώ.
§30ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τί ἠθέλετε νὰ ἐννοήσητε τότε;
§31Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόουν, ἐπειδὴ εἰς δημοσίαν συζήτησιν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν.
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐννοῶ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας μέμφεται τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὐχὶ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τοῦ Σώματος ἀλλ’ ἐν μυστικῇ δὲν προῆλθεν εἰς περαιτέρω ἐπαφὴν μετ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ κανονίσῃ ἑκάστοτε τὴν πολιτείαν αὑτῆς κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Σώματος. Ἐλπίζω ὅτι ἄλλην τινὰ ἔννοιαν δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας παρὰ ταύτην. Ἐννοεῖ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ δημοσία συζήτησις ἑκάστοτε περὶ τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων, ἀλλὰ κακίζει τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, ἵνα ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἐπὶ τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἄλλην ἑρμηνείαν ἢ ταύτην, ὅτι κακίζει ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα τῶν δύο πολέμων συχνότερον, ἵνα ἐν μυστικαῖς συνεδριάσεσι ζητῇ τὴν γνώμην της ἐπί τε τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων.
§33Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐγὼ ἑρμηνεύω τοὺς λόγους μου οὕτω, σεῖς τοὺς ἑρμηνεύετε ἄλλως.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θ’ ἀπαντήσω. Ἐὰν ἔχητε ὑπομονήν, θὰ τὸ ἴδητε. Ἑρμηνεύω, Κύριοι, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας οὕτω, διότι τότε μόνον θὰ εἶχόν τινα ἐπίφασιν συνταγματικότητος. Ἀλλ’ ἐννοῶ πολὺ καλῶς ποῦ διηυθύνετο ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας καὶ θὰ σᾶς τὸ εἴπω αὐτὴν τὴν στιγμήν, θὰ σᾶς τὸ εἴπω δέ, διὰ νὰ σύρω — ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις — ἀπὸ τοῦ ὠτὸς αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν κατηγοροῦντα τὴν Κυβέρνησιν ὡς στερουμένην κοινοβουλευτικῆς εὐαισθησίας καὶ ἀποδείξω εἰς αὐτὸν ὅτι ὁ ἔχων ἀνάγκην νὰ εἶναι ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν κανόνων εἶναι αὐτὸς ὁ πειρώμενος δι’ ὅσων λέγει ν’ ἀναιρέσῃ νῦν τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἡ Κυβέρνησις ἐκάλεσεν ἑκάστοτε τὴν Βουλὴν καὶ προσῆλθε πάντοτε ἐνώπιον αὐτῆς εἰς ὅσας περιστάσεις ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένη ἡ παρουσία αὐτῆς καὶ ἀνεκοίνωσε τὰς εἰδήσεις τὰς ὁποίας ἐθεώρει αὕτη ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀνακοινώσῃ, δὲν παρέλιπε δὲ νὰ ζητήσῃ ὅπως βεβαιωθῇ ἑκάστοτε ἂν ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος. Οὐ μόνον δὲ δὲν ἐξεδηλώθη δυσφορία τις διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐκάλεσε συχνότερον τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἷς τῶν πρωταγωνιστῶν τῆς πολιτικῆς σκηνῆς ἐμέμφθη τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐκάλεσε τὸν Φεβρουάριον τοῦ τρέχοντος ἔτους τὴν Βουλήν, τὴν ἐκάλεσε δὲ κυρίως, ἵνα ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μετ’ αὐτῆς, οὐχὶ διὰ τὸν τυπικὸν σκοπὸν τῆς ψηφίσεως τῶν δωδεκατημορίων, ἀλλὰ δι’ ἀνώτερον πολιτικὸν σκοπόν, καὶ ἤλεγξε, λέγω, τὴν Κυβέρνησιν οὗτος ὅστις εἶναι ὁ ἕτερος ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὁ κ. Ῥάλλης, λέγων ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη ὅπως συνέλθῃ ἡ Βουλὴ διὰ τοιοῦτον σκοπόν. Ἠδύνατο, ὡς εἶπεν, ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὰ δωδεκατημόρια τότε καὶ διὰ Διατάγματος. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἐκάλεσεν ἑκάστοτε τὴν Βουλὴν ὁσάκις ἁπλῶς ἐνεδεικνύετο τοῦτο ὡς σκόπιμον κατὰ τὴν ἀντίληψίν της, ἐν τούτῳ ὑπῆρξεν εὐρυτέρα τῆς ἀντιλήψεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε διενοήθη νὰ πράξῃ ὅ,τι φαίνεται ἀξιῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας δὲν ἤθελε δημοσίαν συζήτησιν, διότι ἐνόει ὅτι αὕτη δὲν ἦτο δυνατή. Ἀλλὰ δὲν ἤθελεν οὐδὲ μυστικὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ Σῶμα νομίμως συγκεκροτημένον λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ ἐπ’ αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας εἶχε τὴν ἀπαίτησιν ὅπως ἡ Κυβέρνησις συντελέσῃ, ἵνα νοθευθῇ καὶ ἀναιρεθῇ ἡ ἔννοια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· ἤθελεν ἐκ τῶν κόλπων τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς χώρας νὰ πλασθῇ ἀριστίνδην εἶδός τι γερουσίας, ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ εὑρίσκηται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ παρέχηται ἡ εὐκαιρία εἰς ἐνίους ἐκ τῶν ὀλίγων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀριστίνδην ὁριζομένους νὰ γνωρίζωσιν ἑκάστοτε τί γίνεται, ἀπαλλάττωσι δὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐνώπιον τῆς χώρας ἀπὸ τῶν βαρυτάτων εὐθυνῶν τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν, ὅτε ὡδήγησε τὸ Κράτος εἰς τοὺς δύο πολέμους. (Χειροκροτήματα). Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τοῦτο μετὰ δριμύτητος ἀποκρούω τοιαύτας ἀντιλήψεις ἐκφερομένας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντελέσῃ εἰς τοιαύτην νόθευσιν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἠσθάνετο ἑαυτὴν ἐπαρκῆ ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις. Ἠσθάνετο ἑαυτὴν ἐπαρκῆ ὄχι διὰ τὴν ἀξίαν τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν μελῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν κολοσσιαίαν ἐμπιστοσύνην τῆς ὁποίας ἐγνώριζεν ὅτι ἀπολαύει ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐντεῦθεν παρεχομένην αὐτῇ δύναμιν ὅπως διεξαγάγῃ τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Θὰ ἦτο ἀναξία ἐντελῶς τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης, ἐὰν ἤρχετο ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς χώρας, διὰ νὰ ζητήσῃ ν’ ἀποκτήσῃ παραστάτας ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ δύναται βραδύτερον καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ νὰ ῥίψῃ ἓν μέγα μέρος τῶν εὐθυνῶν αἱ ὁποῖαι ἐβάρυνον καὶ ἔπρεπε νὰ βαρύνωσιν αὐτὴν καὶ μόνην. (Χειροκροτήματα). Ἄν, κύριοι Βουλευταί, εὑρίσκετε ὅτι ἀποκρούω μετὰ δριμύτητος τὰς ἐξενεχθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας γνώμας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξηγήσω ὅτι, ἂν ἔφθασα εἰς τὴν δριμύτητα αὐτὴν τῆς γλώσσης, τοῦτο ἐγένετο, διότι ἐπεζητήθη ὄχι μόνον νὰ ἐνδυθῶσι, νὰ περιβληθῶσιν αἱ καινοφανεῖς αὗται ἰδέαι αἱ ἐξενεχθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας μὲ τὴν κοινοβουλευτικὴν περιβολήν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ νὰ τεθῶσιν εἰς στενὴν συνάφειαν πρὸς τὸ μετεπαναστατικὸν καθεστὼς καὶ πρὸς τὴν ἀξιουμένην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας ἐξημέρωσιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν. Ἀλλὰ τίποτε δὲν θὰ ἐνόμιζον, κύριοι Βουλευταί, ὡς μᾶλλον ἀλλότριον ἀκριβῶς πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν πολιτικὴν τὴν δημιουργηθεῖσαν ἐν Ἑλλάδι ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἀπὸ τὴν σύγχυσιν αὐτὴν τῶν ἐξουσιῶν, ἀπὸ τὴν σύγχυσιν αὐτὴν τῶν εὐθυνῶν τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι ἠξίωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, οὐδενὸς ἐξαναγκάζοντος, διὰ ν’ ἀναπτύξῃ ὅτι προκειμένης συζητήσεως περὶ ἐπικυρώσεως συνθήκης εἰρήνης οὐδεμία ἔρευνα εἶναι οὐσιαστικῶς δυνατὴ ἢ σκόπιμος, ἀνελθών, λέγω, ἐπὶ τοῦ βήματος, ἀντὶ νὰ κατέλθῃ ἀμέσως μετὰ τοῦτο ἐκθέτων ἁπλῶς τὸν λόγον δι’ ὃν ἀναγκάζεται νὰ μὴ συζητήσῃ εἰσῆλθεν ἐν τούτοις εἰς οὐσιαστικὴν συζήτησιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καθιερώσῃ καὶ ἄλλην ἀρχὴν ἀντικειμένην ἐντελῶς πρὸς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀντίληψιν, τὴν ἀρχὴν ὅτι, ἐπειδὴ δυσχερὲς εἶναι νὰ μὴ κυρωθῇ ἡ συνθήκη περὶ εἰρήνης μετὰ τὴν συζήτησιν, διὰ τοῦτο ἀποβαίνει ἄσκοπος ἢ ἀδύνατος ἡ συζήτησις περὶ τῶν ὅρων τῆς εἰρήνης. Θὰ ἠδίκουν τὴν Βουλὴν ἂν παρέπεμπον αὐτὴν εἰς τὰς μακρὰς καὶ δραματικὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συνθήκης τοῦ Ἀγαδήρ.
§35Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Ἰταλικὴν Βουλήν.
§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ συζήτησις δὲν εἶναι ἄσκοπος, διότι δὲν εἶναι ἀδιάφορον διὰ τὴν χώραν, ὅταν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς καλοῦνται νὰ κυρώσωσι μίαν συνθήκην εἰρήνης, δὲν εἶναι ἀδιάφορον διὰ τὴν χώραν ἂν ἡ ἐκ τῆς συζητήσεως ἐντύπωσις θὰ εἶναι ὅτι τὸ Κράτος ἐξῆλθεν ἐξ ἑνὸς θριάμβου μᾶλλον παρὰ ἐκ μιᾶς ἥττης πολιτικῆς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας νομίζει ἀδιάφορον τοῦτο; Ἀνεξαρτήτως τῶν ἀμέσων πολιτικῶν εὐθυνῶν, αἱ ὁποῖαι συνδέονται πρὸς τὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ συναχθῶσιν ἅμα τῷ πέρατι τῆς συζητήσεως περὶ εἰρήνης διὰ τῆς ἐπικυρώσεως μὲν τῆς συνθήκης ταύτης, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς κατακρημνίσεως τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς Ἀρχῆς, ἀνεξαρτήτως, λέγω, ἀπὸ τῶν πολιτικῶν τούτων συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ συμβαδίσωσιν ὅπου ὑπάρχει περίστασις, ἀνεξαρτήτως ἐντελῶς ἀπὸ τῶν συνεπειῶν τούτων νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ὅτι εἶναι ἀδιάφορον ὄχι διὰ τοὺς παρακολουθοῦντας τὴν συζήτησιν ὀλίγους; ἀπὸ τῶν θεωρείων, ἀλλὰ δι’ ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐστραμμένην τὴν προσοχήν του πρὸς τὸ βῆμα τοῦτο, νομίζει, λέγω, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἡ ἐντύπωσις τῆς ἐκ τῆς περὶ τῆς συνθήκης συζητήσεως εἶναι ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐσημείωσεν ἕνα τῶν μεγαλειτέρων θριάμβων τοὺς ὁποίους ἀναφέρει ἡ ἱστορία αὐτῆς ἡ ὑπερχιλιετὴς ἢ τοὐναντίον; Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας δὲν πλανᾶται ἐν τούτῳ. Μετεχειρίσθη ἁπλῶς ῥητορικὸν σχῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχει τὸ βῆμα τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὴν συζήτησίν του ἐπὶ τῆς συνθήκης, ἀναγνωρίζων δ’ ὅτι δὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ παντελῶς, ἐὰν εἰσήρχετο εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ περιεχομένου αὐτῆς, ἀναγνωρίζων ὅτι δὲν εἶχε νὰ κερδίσῃ, ἐὰν εἰσήρχετο εἰς τὴν συζήτησιν μιᾶς ἑκάστης τῶν διατάξεων, συζήτησιν ἡ ὁποία ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἐπίχυσιν πλήρους φωτὸς ἐπὶ τῶν ἐπιμάχων ζητημάτων, ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἦτο ὠφέλιμον νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλων θεμάτων, εἰπὼν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐκ τοῦ πολέμου τούτου ἐξέρχεται ὀδυνηρῶς περικεκομμένον τὰς ἐλπίδας ἃς εἶχε στηρίξει ἐπ’ αὐτόν, ὅτι τὰ πολιτικὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐκ τοῦ πολέμου δὲν εἶναι ἀνάλογα πρὸς τὰ στρατιωτικά. Ἐνόμισε δ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ὅτι ἠδύνατο ἡ ἐπίθεσις αὐτοῦ νὰ φέρῃ ἀποτελεσματικώτερον πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, ἐὰν ἔλεγεν ὅτι αὐτὰ εἶναι δυστυχῶς τ’ ἀποτελέσματα τῶν δύο πολέμων, ὅτι ἐνώπιον αὐτῶν τῶν γλίσχρων ἀποτελεσμάτων εὑρίσκεται σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετὰ τὰς τόσας θυσίας εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη. Ἀλλ’ ἐάν, προσέθηκεν, ἀντικειμενικῶς ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑπεύθυνος δι’ αὐτά, διότι εὑρέθη ἐνώπιον δυσχερειῶν δυσυπερβλήτων. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνηγγέλλετο εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι προσεκομίσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα σχετικὰ ἔγγραφα ἠδύναντο νὰ προσαχθῶσιν ἐκ τῶν ζητηθέντων ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶχε καθῆκον ν’ ἀναμείνῃ, ὅπως λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων, καὶ τότε, ἀφοῦ ἐλάμβανε γνῶσιν αὐτῶν, τότε μόνον ἐδικαιοῦτο ν’ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν πολιτικῶν ἀποτελεσμάτων τῶν δύο πολέμων. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις περὶ ἐπικυρώσεως τῆς συνθήκης θὰ λάβῃ εὐρυτέρας διαστάσεις ἐκείνων τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Ἐλπίζω ὅτι τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, λαμβάνοντα γνῶσιν τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων, θὰ θεωρήσωσι καθῆκον αὐτῶν ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συζητήσωσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον προσάγεται εἰς τὴν ψῆφον αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναμείνῃ τις ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι τοιαύτης σημασίας νομοσχέδιον δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἐπιχυθῇ πλῆρες τὸ φῶς εἰς τὴν δημοσίαν συνείδησιν, ἵνα αὕτη γνωρίζῃ ἂν ἔχει νὰ χαιρετίζῃ θριάμβους ἢ ἂν ἔχει ν’ ἀντιμετωπίζῃ ἥττας πολιτικάς. Ἀλλ’ ἴσως, Κύριοι, ἔδωκα εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας μείζονα τῆς προσηκούσης σημασίαν. Ἐὰν δὲ νομίζω ἀναγκαίαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῆς συνθήκης, τὴν συζήτησιν ταύτην νομίζω ἀναγκαίαν οὐχὶ διὰ τὰ διαγραφέντα διὰ τῶν συνθηκῶν τούτων ὅρια τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νομίζω ἀναγκαίαν διὰ τὸ περιεχόμενον τῆς δευτέρας συνθήκης, τῆς μετὰ τῆς Τουρκίας, δι’ ἧς ῥυθμίζεται τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων μετὰ τῆς πρώην γείτονος καὶ νῦν μεμακρυσμένης ἀπὸ τῶν συνόρων ἡμῶν αὐτοκρατορίας. Ἀλλὰ διὰ τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος τὰ χαραχθέντα θὰ πρέπῃ νὰ εἶναι κανεὶς ἐκτάκτως τολμηρός, διὰ νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εὑρίσκεται ἐνώπιον ἀτυχιῶν καὶ ὅτι ἀπέβλεψέ ποτε σοβαρῶς κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ παρόντος ἀγῶνος εἰς ἀποτελέσματα εὐρύτερα γεωγραφικῶς ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐσημειώθησαν διὰ τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης τοῦ Βουκουρεστίου. Προσάγω πρὸ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, χάρτην τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου, περιέχοντα τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλάς, ἐκπροσωπουμένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήτεώς της, διετύπωσεν ὡς παρ’ αὐτῆς ἀξιουμένην ἀπέναντι τῶν συμμάχων, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τῆς διανομῆς. Αὕτη ἡ γραμμὴ εἶναι ἡ ἐρυθρὰ (δεικνύει τὸν χάρτην) ἀρχομένη ἀπὸ τοῦ Νέστου καὶ καταλήγουσα εἰς τὸν κόλπον τοῦ Αὐλῶνος. Ἡ κυανῆ εἶναι ἡ ἐπιτευχθεῖσα. Θὰ ἴδητε ὅτι, ἐνῷ πρὸς τὸ μέρος τῶν συνόρων τῶν μετὰ τῆς Σερβίας ἡ γραμμὴ αὕτη περιεστάλη, ἀπὸ τὸ μέρος τὸ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ἐπεξετάθη κατ’ ἴσην ἔκτασιν. Ἐξῆλθε λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῶν πολέμων, λαβοῦσα, ὅσον ἀφορᾷ τὰ σύνορα αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλγαρίαν καὶ Σερβίαν ὅλον ἐκεῖνο σχεδόν, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε νὰ λάβῃ. Δὲν ἔχετε ἑπομένως νὰ κρίνητε ἂν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου ὑπῆρξαν ἀντάξια πρὸς τὰς θυσίας τὰς καταβληθείσας· δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ εὑρίσκησθε ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ ἂν δύνασθε νὰ ἐλέγξητε τὴν Κυβέρνησιν, εὑρεθεῖσαν ἴσως, ὡς λέγετε, πρὸ δυσχερειῶν ἀνυπερβλήτων. Δύνασθε ν’ ἀσκήσητε τὸ ἔργον τῆς ἐπικρίσεως τόσῳ μᾶλλον εὐκολώτερον, ὅσῳ ἐκ τοῦ χάρτου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσίν σας, θὰ ἴδητε ὅτι ἐλάβομεν πᾶν ὅ,τι ἐζητήσαμεν κατὰ τὴν διεύθυνσιν ταύτην. Λυποῦμαι, διότι ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διευθύνσεις δὲν δύναμαι μετὰ τῆς αὐτῆς ὑπερηφανείας νὰ διεκδικήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁμοίας ἐπιτυχίας μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τοὐλάχιστον, ἀλλ’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Σερβίαν καὶ Βουλγαρίαν, τὰ σύνορα ταῦτα ἀνταποκρίνονται πρὸς αὐτὰς ταύτας ἐντελῶς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διατυπωθείσας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διετύπωσε τὰς ἀξιώσεις της καταπροδώσασα τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, δύνασθε νὰ κάμητε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ. Ὅ,τι ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν εἶναι τοῦτο· τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης θὰ ψηφισθῇ σήμερον κατ’ ἀρχήν· παρακαλῶ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ὑπάρχει λόγος ὅπως ψηφισθῇ σήμερον καὶ πρὸς τοῦτο νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκηρύχθη.
§38ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς Δευτέρας ὁμοῦ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, καί, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Δευτέρα δὲν ἀρκεῖ διὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως, θὰ συνεχισθῇ αὕτη κατὰ τὴν Τρίτην, ὁπότε δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς συνθήκης, καὶ κατὰ τὴν Τετάρτην. Ἐὰν ὑποτεθῇ δ’ ὅτι δὲν εἶναι τότε ἐξηντλημένη, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ νὰ ψηφισθῇ ἡ συνθήκη, ὅπως ἀνταλλαγῶσιν αἱ ἐπικυρώσεις ἐγκαίρως, νὰ συνεχισθῇ δὲ καὶ μετὰ τὴν Τετάρτην ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§39Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀποφασίσει ἐν τῇ πρώτῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν μέχρι τῆς Δευτέρας, ἐνῷ δ’ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταί, ὅσοι ἔτυχον παρόντες, ἐσκεπτόμεθα περὶ τῆς πορείας ἡμῶν, καθῆκον ἐχόντων ὡς ἀντιπολιτευομένων ν’ ἀσκήσωμεν τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνεφανίσθη πρὸ ἡμῶν καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι «ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἡ συνεδρίασις ἐπαναληφθῇ τὸ Σάββατον, διότι ἡ προθεσμία πρὸς κύρωσιν τῆς συνθήκης λήγει τὴν Τετάρτην ἀκριβῶς, δὲν ὑπάρχει δ’ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος ὅπως ἡ συνθήκη κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς». Ἡμεῖς προθύμως ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ὅτι, ὅτε τοιαῦται εἶναι αἱ περιστάσεις, βεβαίως οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίρρησιν νὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ τὸ Σάββατον, ἀλλ’ ἐπίσης παρετηρήσαμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ὅτι ἡ ἐπικύρωσις τῆς συνθήκης, ἡ ὁποία ἐγένετο μετὰ δύο ἐνδόξους καὶ νικηφόρους ἀγῶνας, τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὁποίων ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ὑπῆρξαν μεγάλα διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου τούτου, λέγω ὅτι ἡ ἐπικύρωσις τῆς συνθήκης ταύτης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἄνευ ἐλέγχου τῶν καθόλου πεπραγμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι διότι διενοεῖτό τις ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν κύρωσιν τῆς συνθήκης, ἀλλὰ διότι, ὡς ὀρθῶς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον παρετήρησε, ποία ἄλλη εἶναι καταλληλοτέρα περίστασις ὅπως ἐλεγχθῇ ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μακρὸν διάστημα τῶν ἀγώνων τῶν ἐθνικῶν, διὰ νὰ καταδειχθῇ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσε πᾶν ὅ,τι ἀπ’ αὐτῆς ἐξηρτᾶτο, ὅπως τ’ ἀποτελέσματα τῶν μεγάλων καὶ νικηφόρων ἀγώνων τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς ὦσιν ἀντάξια τῶν μεγάλων θυσιῶν, νὰ καταδειχθῇ ἂν κυρίως ἡ τελευταία ἐπὶ τρίμηνον παραμονὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὑπὸ τὰ ὅπλα ὑπῆρξεν ἀναγκαία ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν συνθήκην οἵαν ἐπετύχομεν, ἢ ἂν ἠδυνάμεθα τοιαύτην συνθήκην νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ πρότερον! Διότι, μὴ πλανώμεθα, τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν κυρίων θεμάτων δι’ ἃ θὰ ζητηθῶσι πολιτικαὶ εὐθῦναι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Παρετηρήσαμεν ὅμως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ δι’ αὐτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι, ὅπως διεξαχθῇ τοιαύτη συζήτησις, ἀνάλογος πρὸς τὸ μέγα θέμα καὶ πρὸς τὰς μεγάλας πολιτικὰς εὐθύνας, ἀπαραίτητος ἵνα διαφωτισθῇ ὁ τόπος, ἵνα ἀποδοθῶσιν εἴτε οἱ ἔπαινοι εἴτε οἱ ψόγοι, συμφώνως πρὸς τὰ πράγματα, ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον τοιαύτη συζήτησις νὰ γένηται ὑπὸ τὰς στενὰς προθεσμίας, ὑπὸ τὰς ὁποίας καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν συνθήκην ταύτην. Ὅτι δ’ αἱ προθεσμίαι εἶναι τόσον στεναὶ εἶναι φανερόν, διότι αὐτὴ ἡ Βουλὴ κηρύττουσα τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπείγουσαν ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐν ὁμαλότητι, διότι, ἂν κοινὰ νομοθετήματα ψηφίζωνται κατὰ ἀποστάσεις χρονικὰς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, πόσῳ μᾶλλον πρέπει τ’ ἀποστήματα ταῦτα τὰ χρονικὰ νὰ εἶναι καὶ ὅσῳ τὸ δυνατὸν μακρότερα, ὅτε πρόκειται περὶ τοσούτῳ μεγάλου νομοθετήματος, ἡ Βουλὴ εὐσυνειδήτως νὰ ἐκφέρῃ γνώμην; Εἶναι λοιπὸν φανερὸν ὅτι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν τοὐλάχιστον τῶν ἀντιπολιτευομένων, δὲν πρέπει νὰ γένηται συζήτησις, ἀκριβῶς διότι συζητοῦντες ἄνευ μελέτης, ἄνευ ἐλέγχου τῶν πεπραγμένων, ἄνευ πρὸ πάντων μελέτης τῶν ἀπαραιτήτων ἐγγράφων κινδυνεύομεν εἴτε ν’ ἀδικήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἴτε ἐνταῦθα νὰ πατριδοκοπήσωμεν. Ἀλλ’ ἡμεῖς τοιαύτην δὲν ἔχομεν πρόθεσιν προκειμένου νὰ συζητήσωμεν περὶ τοσούτῳ μεγάλων γεγονότων· ἔχομεν τὴν πρόθεσιν τὴν ἁγνὴν νὰ φανῶμεν δίκαιοι πρὸς πάντας, ἔχομεν τὴν πρόθεσιν νὰ διαφωτίζωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς πρῶτον καὶ τὴν κοινωνίαν τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύομεν κατὰ δεύτερον λόγον. Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν ἐν μέρει — διότι ἐγὼ δὲν τὰ εἶδον ἀκόμη, ἔχω δὲ μόνον τὴν πληροφορίαν ὅτι σήμερον κατετέθησαν ὀλίγα ἔγγραφα ὅσων τὴν κατάθεσιν ἐνέκρινεν ἡ Κυβέρνησις, ἐρωτῶ· Τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι θὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα νὰ συζητήσῃ, ἔστω καὶ τὴν Δευτέραν, μεμελητημένος; Καὶ μήπως ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἐπιδιώκοντας νὰ ἐπιδεικνύωνται πάντοτε τάχα μεταξὺ ἡμῶν; Πάντες ἐνταῦθα εἴμεθα ἴσοι, πάντες θεωρούμεθα ἄξιοι νὰ συζητήσωμεν, διότι πάντες πρὸς τοῦτο καλούμεθα, διότι πάντες πρὸς τοῦτο ἐστάλημεν ἐνταῦθα. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ὅλοι οἱ Βουλευταί, ὡς ἔχουσι καθῆκον, θὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ὅσον ὀλίγα καὶ ἂν εἶναι ταῦτα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατατεθέντα, ἐντὸς τῶν ὀλίγων ὡρῶν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως; Λοιπὸν συζήτησις εὐσυνείδητος εἶναι ἀδύνατον νὰ γένηται· ἔχομεν καθῆκον κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν εἰς ἄλλην καταλληλοτέραν εὐκαιρίαν, ὄχι πλέον συζήτησιν περὶ εἰρήνης, ἀλλ’ ὁποτεδήποτε καὶ ἂν φέρωμεν αὐτήν, διότι ἀείποτε καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ἐλευθέρως, ὁπότε ἐν πάσῃ ἀνέσει χρονικῇ, ἐν πάσῃ συνειδήσει θὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν πεπραγμένων. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, πᾶσα συζήτησις θὰ εἶναι ἐντελῶς ἐσπευσμένη. Βεβαίως ἔχω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι καὶ καθῆκον ἔχομεν καὶ ὑποχρέωσιν νὰ συζητήσωμεν· ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ἐκεῖνοι μάλιστα οἱ ὁποῖοι ἐξήνεγκον ἤδη γνώμας οὐχὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· μεταξὺ αὐτῶν κατατάσσομαι καὶ ἐγώ· ἔχω λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συζητήσω, ἀλλὰ θὰ συζητήσω προκειμένου νὰ ἐλέγξω τὴν ὅλην πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν δυνηθῶ εὐσυνειδήτως νὰ μελετήσω τὰ ἔγγραφα ὁλόκληρα καὶ ἀποφανθῶ τελείαν γνώμην. Τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν δι’ ὀλίγων διετύπωσα, ἐκείνην δύναμαι πάντοτε νὰ ὑποστηρίξω, διότι δι’ αὐτῆς κατακρίνω τὸ περιεχόμενον τῆς συμβάσεως ὡς ἀνάξιον τῶν δύο πολέμων. Ἀλλ’ αὐτὴ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν ὅλην συζήτησιν ἐπὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως. Ὁμοίαν νομίζω ὅτι θὰ ἔχῃ τύχην, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον κρίσιν, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἐὰν θέλωμεν ἐπίσης ἐν τῇ συζητήσει τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ Βασιλικὸς Λόγος δὲν περιέχει ἄλλο τι εἰμὴ τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, αἱ δὲ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως συσχετίζονται πρὸς τὴν ὅλην ἐνέργειαν αὐτῆς καὶ ἑπομένως καὶ ἐκείνη ἡ συζήτησις πάντως θὰ εἶναι ἐσπευσμένη, ἴσως ὀλιγώτερον ἐσπευσμένη. Ὅτι δὲ ταῦτα οὕτως ἐλέχθησαν καὶ οὕτω συνεφωνήθησαν ἀποδεικνύει καὶ τὸ ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἤμην μέλος, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη ὡς συναφὴς καὶ ἡ συνθήκη τῶν Ἀθηνῶν, οὐδεμία συζήτησις ἐγένετο περὶ τῆς συνθήκης, διότι εὐσυνειδήτως εἶπεν ὁ εἰσηγητής, συνεμερίσθην δὲ καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην του, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητήσωμεν οὔτε νὰ συντάξωμεν ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν πεπραγμένων.
§40Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι. Ἀπεχωρήσατε, καὶ ἡμεῖς ἐμείναμεν νὰ συντάξωμεν τὴν ἔκθεσιν.
§41Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐλέχθη. Τὸ λέγω πρὸς τιμήν σας.
§42Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν ἐλέχθη. Ἡμεῖς ἤμεθα πεπεισμένοι ἐκ τῶν ἐγγράφων.
§43Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ τὸ διαψεύσητε, ὑποθέτω ὅτι δὲν τὸ ἔχετε ἐν τῇ διανοίᾳ σας. Ἐλέχθη ἀκριβῶς, ἐγὼ δὲ εἶμαι σύμφωνος μαζὶ σας. Λοιπὸν τοιαύτην ἔχων γνώμην δηλῶ ἐκ μέρους μου ὅτι δὲν θὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐπιφυλασσόμενος ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ νὰ προκαλέσω μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων συζήτησιν εὐρυτάτην ἐπὶ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πεπραγμένων.
§44Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ παρεμβῶ εἰς τὴν συζήτησιν, τῆς ὁποίας κατήρξατο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Δημητρακόπουλος. Ἡ συζήτησις ἐκείνη καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διετυπώθησαν αἱ σκέψεις τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς ἰδικάς μου σκέψεις. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ πρᾶξις πολιτική, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐγκύψῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, εἶναι ἡ κύρωσις τῆς συνθήκης ἢ μᾶλλον τῆς συμβάσεως περὶ εἰρήνης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, τῆς συμβάσεως ἥτις ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ καὶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐχάραξε πολὺ εὐρυτέραν τὴν μέλλουσαν νὰ διεξαχθῇ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου. Ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐτέθη ἡ σύμβασις εἰρήνης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς οὔτε τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου οὔτε τὴν τοῦ Βουκουρεστίου.
§45ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε; Ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου ὑποβάλλεται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβαλλομένου, διότι διὰ τῆς λεγομένης συμβάσεως περὶ εἰρήνης τῶν Ἀθηνῶν κυροῦται κατ’ οὐσίαν ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου, διότι ἡ προηγουμένη συνθήκη τοῦ Λονδίνου δὲν εἶχεν ἐπικυρωθῆ· ὥστε δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐκτελέσεως τῆς συνθήκης, ἀλλὰ περὶ συνάψεως συνθήκης. Κατὰ παραπομπὴν ἤδη κυροῦται καὶ ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου. Ἑπομένως εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑποβάλλεται καὶ ἡ τοῦ Λονδίνου. Μόνον ἡ τοῦ Βουκουρεστίου δὲν ὑποβάλλεται, διότι συνταγματικῶς δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑποβληθῇ.
§46Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ κυρίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέμεινεν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον κατόπιν τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου. Οὕτως ἡ συζήτησις ἂν περιλαμβάνεται ἐμμέσως ἡ κύρωσις τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ εἰρήνης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, εἶναι σχετικῶς δευτερεῦον ζήτημα. Ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου ἐθεωρήθη ὡς διεθνὴς πρᾶξις μὴ ἔχουσα ἀνάγκην τῆς κυρώσεως ἡμῶν, καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς συνθήκης ἐκείνης δὲν δύναται νὰ καυχηθῇ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν πρόκειται νὰ δοθῇ τροπὴ γενικωτέρα εἰς τὴν συζήτησιν, δηλαδὴ νὰ ἐκτιμηθῶσι κατ’ οὐσίαν τ’ ἀποτελέσματα τῶν συνθηκῶν τοῦ Λονδίνου καὶ τοῦ Βουκουρεστίου, ἀναμφισβητήτως ἡ προθεσμία τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκής, τοσοῦτο μᾶλλον καθ’ ὅσον δὲν ἐχορηγήθησαν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλομεν ἀσφαλῶς ἐκτιμήσει αὐτά. Καὶ βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παρέλθωμεν τὴν εὐκαιρίαν, ἥτις χορηγεῖται ἡμῖν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλούσης ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως τῆς εἰρήνης, ὅπως συζητήσωμεν περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς αὐτῆς. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην τῶν μέσων, τῶν στοιχείων ἐφ’ ὧν θὰ στηριχθῶμεν, διὰ νὰ συζητήσωμεν. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔχομεν εἰμὴ τὸ κείμενον τῶν συνθηκῶν Λονδίνου καὶ Βουκουρεστίου καὶ τῆς συμβάσεως τῆς εἰρήνης τῆς συνομολογηθείσης τῇ πρώτη Νοεμβρίου 1913 μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τουρκικῆς. Αὐτὰ τὰ κείμενα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω ἤδη εἰς τὴν κατὰ μέρος ἐκτίμησιν τῶν ἄρθρων καὶ ῥητρῶν τῆς συμβάσεως εἰρήνης, ἥτις μόνον παραχωρήσεις πρὸς τὴν Τουρκίαν περιλαμβάνει, καὶ φρονῶ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ ἐθνική, ἐκτὸς ἂν θεωρῶμεν ὅτι ἦτό τι τὸ λίαν δυσκόλως ἐπιτευχθησόμενον, τὸ νὰ προέλθωμεν εἰς φιλικὰς σχέσεις πρὸς τὴν πρώην ὅμορον Ἐπικράτειαν, ἡ ὁποία ἔπαυσε δυστυχῶς δι’ ἡμᾶς νὰ εἶναι τοιαύτη χάρις εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔσχε τὴν εὐγένειαν ν’ ἀναγγείλῃ ἡμῖν ἀμέσως μετὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὅτι μετὰ σκέψιν ὡριμωτέραν ἐθεωρήθη ὅτι διὰ τὰς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ προθεσμίας ἐντὸς τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τῆς συμβάσεως τῆς εἰρήνης μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἔληγεν ἡ προθεσμία πρὸς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων δὲν θὰ ἐπήρκει ὁ χρόνος, ἐὰν αἱ συνεδριάσεις ἀνεβάλλοντο μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. Ἀλλὰ συνάδελφος παρετήρησεν ἀμέσως ὅτι ἡ σπουδὴ αὕτη θὰ ἦτο ἴσως καὶ ἄκαρπος διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, τὴν ἀνάγκην τῆς κυρώσεως παρ’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὑπέγραφε ταύτην, ἀφοῦ κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 16 «ἡ παροῦσα συνθήκη τεθήσεται ἐν ἰσχύϊ ἅμα τῇ ὑπογραφῇ αὐτῆς». Ἀπὸ τῆς 1ης λοιπὸν Νοεμβρίου καθ’ ἣν ὑπεγράφη ἡ συνθήκη περὶ εἰρήνης ἐτέθη αὕτη εἰς ἐκτέλεσιν. Τοῦτο δὲν ἠθέλησεν ἐν τῇ λεπτότητι τῶν παρατηρήσεων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ὁ ἀρξάμενος τῆς συζητήσεως νὰ ἐλέγξῃ. Ἔρχεται ἤδη ἡ Κυβέρνησις κατόπιν ἑορτῆς καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως ἐν σπουδῇ, καὶ μᾶς λέγει· Θεὸς φυλάξοι νὰ μὴ παρέλθῃ ἡ προσεχὴς Τετάρτη, διότι μέχρι τότε πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπικυρωθῇ ἡ σύμβασις. Ἀλλὰ τοῦτο εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ; Δὲν ἀπελύσατε ἤδη τοὺς αἰχμαλώτους; Ἀπὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου δὲν εὑρισκόμεθα εἰς φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Τουρκίας; Δὲν ἀντηλλάγησαν αἱ τυπικαὶ δεξιώσεις αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ἐκ τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης; Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἀντελέξαμεν ποσῶς εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς εἴπομεν αὐτῷ ὅτι προθύμως δεχόμεθα, ὅπως ἡ Βουλὴ συνέλθῃ ἀντὶ τῆς Δευτέρας σήμερον Σάββατον· ἐντεῦθεν ὅμως δὲν ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συζητήσωμεν. Ἀνελάβομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συζητήσωμεν ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἤθελεν εὐκολυνθῆ ἡ συζήτησις διὰ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων ἐγκαίρως. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἴσως ἐν τῇ προθυμίᾳ του ὅπως καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν συνεννόησιν, προσεφέρθη ἀμέσως, ὄχι σήμερον, ἀλλ’ ἀμέσως νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν τὰ μέσα, δηλαδὴ ἐδήλωσεν ἡμῖν ὅτι ἦτο πρόθυμος ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ τὰ μέσα ἀμέσως πρὸς σοβαρὰν μελέτην τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν κ. Τριανταφυλλάκον εἶπον ἀμέσως τὴν ἑπομένην ὅτι θὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα τὴν πρωίαν τοῦ Σαββάτου, τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο.
§48Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἐδόθη περισσότερος χρόνος πρὸς μελέτην τῶν ἐγγράφων τῶν σήμερον κατατεθέντων εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προτίθενται νὰ λάβωσι τὸν λόγον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§50Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ προθεσμία ἡ ὁποία δίδεται σήμερον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προτίθενται νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἄρχεται ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, δύναται νὰ κανονίσῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὅπως αὐτὸς θέλει, δύναται νὰ προτάξῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, δύναται καὶ νὰ μὴ προτάξῃ αὐτήν, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ δὲν εὐκολύνουσι τὴν εὐσυνείδητον συζήτησιν ἐπὶ τῶν πεπραγμένων, τὰ ὁποῖα ἔσχον ἀληθῶς καὶ ἀποτελέσματα ἔνδοξα, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἔσχον καὶ ἀποτελέσματα θλιβερὰ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ σκοπὸς τῶν ὀλίγων τὰ ὁποῖα εἶπον εἶναι ὅπως δηλώσω ὅτι θὰ προσπαθήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ μελετήσωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἤθελον μᾶς δοθῆ, ἵνα δικαιολογήσωμεν τὴν γνώμην ἣν ἀπ’ ἀρχῆς εἴχομεν σχηματίσει. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἤθελον χορηγηθῆ πρὸς ἡμᾶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς μελέτην δὲν ἤθελον εἶναι ἐπαρκῆ, ἀλλ’ οὐδ’ ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μᾶς χορηγεῖται, ἐπιφυλασσόμεθα ἐν ὑστέρᾳ ὥρᾳ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ ζήτημα γενικώτερον, σχετικῶς πρὸς τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως.
§51Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ͵ΔΡΛΔʹ τοῦ ἀφορῶντος τὰς διοικήσεις τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν. Διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης ἐπεκτείνεται ἡ εὐχέρεια τῆς ἐφαρμογῆς πλὴν τῶν ἄλλων νόμων καὶ τῶν φορολογικῶν ἀκόμη ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει κώλυμα πρὸς ἐφαρμογὴν ἐγχωρίου. Παρακαλῶ νὰ ἐκτυπωθῇ καὶ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, ὅπως ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὴν Δευτέραν. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδια νόμου «περὶ κυρώσεως 15 Βασιλικῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἐκδοθέντων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς» καὶ παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν παραπεμπόμενα εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΔΡΛΔʹ νόμου κηρυχθῇ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἕτερον τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβληθὲν παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διαρκῆ ἐπιτροπήν. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζω τὴν διαρκῆ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κ. Ἰ. Φαρμάκη, Σπ. Ἀγαπητοῦ, Ἀ. Κεφαλληνοῦ Στ. Γρανίτσα καὶ Ν. Καμπάνη». Ἐπίσης τὴν ἐπὶ τῆς ἐφορείας τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κ. Π. Τσαλδάρη, Π. Ἀραβαντινοῦ καὶ Σπ. Θεοδωροπούλου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποτελεῖ τὴν διαρκῆ ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§53Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ ἀνωτέρου προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν», διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἐπικύρωσις τοῦ ἀπὸ 17 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος, καὶ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Κατὰ τὴν συζήτησιν θέλω ἀναπτύξει τὰ καθέκαστα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νομοσχέδιον παραπέμπεται εἰς τὴν διαρκῆ ἐπιτροπὴν τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργείου. Οὐδενὸς ἀντικειμένου ὑπάρχοντος λύεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν Δευτέραν ὥρᾳ 4η μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.).