1913.11.06
734 στίχοι · 5.237 λέξεις · 20 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 2.
Τῆς 6ης Νοεμβρίου 1913
(Τετάρτη, ὥρα 4.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Ἡ Μαρία χήρα Ἀνδρ. Κλεομένους ἰατροῦ, ἀποθανόντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ζητεῖ τὴν ἀπονομὴν μηνιαίας συντάξεως· Οἱ στρατιωτικοὶ κατάδικοι Ἀκροναυπλίας ἱκετεύουσιν, ὅπως ληφθῇ μέτρον πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης των· Οἱ φυλακισμένοι Φλωρίνης παρακαλοῦσι τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως διερμηνεύσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην των ἐπὶ τῇ ἀπελευθερώσει τῆς πατρίδος των καὶ τῇ ὑπογραφῇ τῆς εἰρήνης· Ὁ τραυματίας δεκανεὺς Κ. Γιαννακόπουλος δημοδιδάσκαλος, ἀκρωτηριασθεὶς εἰς τὸν δεξιὸν πόδα κατὰ τὸν πόλεμον, παρακαλεῖ, ὅπως ἀντὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ σύνταξις τοῦ δημοδιδασκάλου· Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου τῶν Καρυῶν παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέτρον ἐναντίον τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Μονῆς Βατοπεδίου, οἵτινες παρανόμως κατέλαβον τὸν ναὸν τοῦ Ἁγ. Δημητρίου καὶ δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν λειτουργίαν ἐν αὐτῷ· Οἱ ἐν Ἀθήναις Μικρασιᾶται φοιτηταὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐγγραφῶσιν ἀτελῶς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· Ὁ Μητροπολίτης καὶ ἡ Δημογεροντία Δράμας τηλεγραφοῦσιν ὅτι ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ τῆς εἰρήνης ἐτέλεσαν πάνδημον δοξολογίαν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους· Τὸ σωματεῖον τῶν καπνεργατῶν Καβάλλας παρακαλεῖ, ὅπως μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ὑγείας τῶν καπνεργατῶν, οἵτινες διατρέχουσι κίνδυνον λόγῳ τῶν ἀνθυγιεινῶν ἐργοστασίων· Ἡ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία ἐξηυγενισμένων φυτωρίων Καλαμῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ διανομὴ πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς τῶν Πρακτικῶν τοῦ Αʹ Παμμεσηνιακοῦ Γεωργικοῦ Συνεδρίου· Οἱ κατάδικοι φυλακῶν Πύλου παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτοὺς βασιλικὴ χάρις. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Λουκᾶς Ῥοῦφος Κανακάρης ὑποβάλλει παραίτησιν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος· Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διαβιβάζει πρὸς τὴν Βουλὴν διαφόρους αὑτοῦ ἀποφάσεις. (Παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπήν). Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ἰω. Μπρισιμιτζάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου· 1) «περὶ αὐτοτραυματιζομένων ἐν ὥρᾳ πολέμου»· 2) πρότασιν νόμου «περὶ ὑπηρετήσεως ἐν τῷ στρατεύματι τῶν ἐχόντων στρατεύσιμον ἡλικίαν καὶ μὴ ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς μητρώοις τῶν ἀρρένων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθ. Τυπάλδος Μπασιᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ νόμου ᾼΦΚΗʹ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν νεωτέρων νόμων καὶ τοῦ νόμου ͵ΔΡΞΕʹ» Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Ἐλ. Βενιζέλος μετὰ τῶν κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Ἐξωτερικῶν, τῆς Παιδείας, τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ναυτικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑποβάλλουσι νομοσχέδια «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων προκληθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς». Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Οἱ βουλευταὶ κ. Γ. Κρεστενίτης Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ Ἠλ. Τσιτσέλης Κεφαλληνίας ζητοῦσιν ὁ μὲν πρῶτος ὀκταήμερον, ὁ δὲ 20ήμερον ἄδειαν. Δέχεται ἡ Βουλή;
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἡ ἄδεια χορηγεῖται).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναγγείλω τὴν κατάθεσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῆς συνθήκης «περὶ ἀποδοχῆς ἐγκρίσεως καὶ ἐπικυρώσεως τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ τῇ 28 Ἰουλίου 1913 συνομολογηθείσης συνθήκης εἰρήνης μεταξὺ Ἑλλάδος, Μαυροβουνίου, Ῥωμουνίας καὶ Σερβίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ Βουλγαρίας ἀφ’ ἑτέρου καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὴν πρωτοκόλλων. Διὰ τῆς συνθήκης ταύτης τὰ πρὸς Βουλγαρίαν ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἐπεξετάθησαν μέχρι Νέστου καὶ Ῥοδόπης. (Χειροκροτήματα).
§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπογραφεῖσαν τῇ 1 Νοεμβρίου 1913 σύμβασιν περὶ εἰρήνης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, τὴν συνθήκην περὶ εἰρήνης, τὴν ἐν Λονδίνῳ συνομολογηθεῖσαν, καὶ σὺν αὐταῖς σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας εἰρήνης τῆς ὑπογραφείσης τῇ 1)14 Νοεμβρίου 1913» Θὰ παρακαλέσω, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, λόγῳ δὲ τῆς συναφείας τῆς ὕλης ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν, ὅπως αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐξουσιοδοτηθεῖσα νὰ ἐπεξεργασθῇ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον προβῇ καὶ εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου τῆς συμβάσεως ταύτης.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς παραπέμπεται τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀποτελουμένην ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν προσώπων, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. (Ὅρα συνθήκην ἐν Ἀρχείῳ Βουλῆς). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§7Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι Βουλευταί, ἡ εὐτυχεστέρα ἀναντιρρήτως στιγμὴ ἐμφανίσεώς μου ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ παροῦσα, καθ’ ἣν μέλλω νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας εἰς χώρας Ἑλληνικὰς διὰ νέων ἡρωικῶν ἀγώνων καὶ θυσιῶν τοῦ ἔθνους ἡμῶν ἀποδοθείσας εἰς τὴν ἐλευθερίαν καὶ συνενομυμένας ἤδη μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Ἡ γενικὴ ἀρχὴ ἡ διήκουσα τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, περὶ τῆς ἐν ταῖς προσαρτωμέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθετικῆς καὶ δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως εἶναι βεβαίως ἡ συνταύτισις τοῦ καθεστῶτος τοῦ νομοθετικοῦ, εἰδικῶς δὲ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικαστικοὺς λεγομένους νόμους, ἤτοι τοὺς ὑπὸ τῶν δικαστηρίων συνήθως ἐν ἐφαρμογῇ διατελοῦντας, ἡ ὀρθότης δὲ τοῦ κανόνος τούτου εἶναι ἀναμφισβήτητος. Ἐν πρώτοις οἱ νόμοι τῆς δημοσίας τάξεως, οἷοι οἱ ποινικοὶ νόμοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀναγόμενοι εἰς τοὺς τυπικοὺς ὅρους καθ’ οὓς ἀπονέμεται τὸ δίκαιον, οἱ δικονομικοὶ τουτέστι νόμοι, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ παραλλάσσωσι μεταξὺ τῶν διαφόρων δικαζομένων προσώπων. Ἐξαιρέσεις τινὲς μόνον μικραὶ ἐνδείκνυνται ὡς πρός τινα εἰδικῶς νομοθετήματα. Μείζονα δυσχέρειαν παρουσιάζει ἕνεκα τῆς ἰδιαιτέρας μορφῆς ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ εἰσέτι παρ’ ἡμῖν τὸ ἀστικὸν δίκαιον, μήπω κατορθωθείσης τῆς εἰσαγωγῆς ἀστικοῦ κώδικος. Ὡς πρὸς τοὺς νεωτέρους ἀστικοὺς νόμους, τούτων βεβαίως ἡ εἰσαγωγὴ ἐπιβάλλεται. Τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται ἀμφιβολία εἶναι τὸ Ῥωμ. Δίκαιον. Εἴς τινας ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν καὶ ὡρισμένως ἐν Κρήτῃ ἐψηφίσθησαν ἐν μέρει ἀστικοὶ κώδικες. Οἱ κώδικες οὗτοι ὀρθὸν εἶναι νὰ διατηρηθῶσιν, ὅπως ἐγένετο καὶ διὰ τὸν Ἰόνιον Κώδικα, ἕνεκα τουτέστι τῶν ἐλλείψεων τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ Ῥωμαϊκὴ νομοθεσία. Καὶ εἰς ἕτερα μέρη ἐκ τῶν ὑπὸ τὴν ἄμεσον κυριαρχίαν τοῦ ὀθωμανικοῦ Κράτους τέως διατελουσῶν χωρῶν ὑπάρχουσι διατάξεις τινὲς ὑπὸ τὸν τίτλον ἀστικοῦ κώδικος, ἀλλ’ αὗται εἶναι οὐσιωδῶς διάφοροι, διότι κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν μωαμεθανῶν ὁ ἀστικὸς οὗτος κῶδιξ χαρακτηρίζεται ὡς τὸ περὶ συναλλαγῶν τμῆμα τοῦ Ἱεροῦ αὐτῶν δικαίου, αἱ διατάξεις δ’ αὐτοῦ θεωροῦνται ἰσχύουσαι ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιτίθενται εἰς τὸ Ἱερὸν δίκαιον. Πλὴν τούτου καὶ ὡς νομοθετήματα καθ’ ἑαυτὰ ἐξεταζόμενα εἶναι ἀτελῆ, τέλος δὲ καὶ ἡ πρωτότυπος γλῶσσα ἐν ᾗ ἐγράφησαν εἶναι μᾶλλον δυσπρόσιτος εἰς ἡμᾶς καὶ τῆς Λατινικῆς, εἰς ἣν εἶναι τὰ κείμενα τῶν Πανδεκτῶν. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι διατηρητέαι αἱ συλλογαὶ αὗται, αἱ ἀποτελοῦσαι τὸν ὀθωμανικὸν ἀστικὸν κώδικα, ἐκεῖ δὲ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἡ ὅλη ἡμετέρα ἀστικὴ νομοθεσία, ἐξαιρέσει τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα φέρουσι καθαρῶς θρησκευτικὸν χαρακτῆρα, ὡς τοῦ γάμου, διαζυγίου κλπ., κατὰ τὰ ὁποῖα θ’ ἀφήσωμεν τὸ καθεστὼς νὰ διέπηται ὑπὸ τῆς θρησκευτικῆς νομοθεσίας τῶν τε Μωαμεθανῶν καὶ τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἐπίσης ἕτερον σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐνδοιασμός τις, εἶναι τὸ τοῦ κτηματολογίου. Ἀληθῶς ἐν Τουρκίᾳ ὑπάρχει κτηματολόγιον, ἐν τῷ ὁποίῳ καταχωρίζονται αἱ μεταβιβαστικαὶ τῶν ἀκινήτων πράξεις καὶ ἄνευ αὐτοῦ δὲν ἔχει κῦρος οἱαδήποτε πρᾶξις, ἀντιθέτως δὲ αἱ καταχωριζόμεναι ἔχουσι πλῆρες κῦρος. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐν μέρει τηρεῖται, διότι αἱ κληρονομικαὶ μεταβιβάσεις καταχωρίζονται, ἀλλ’ εἶναι δεκτικαὶ ἀμφισβητήσεως. Πλὴν τούτου τὸ κτηματολόγιον αὐτὸ δὲν εἶναι συντεταγμένον κατ’ ἐπιστημονικὴν τάξιν οὔτε βάσιν ἔχει διάγραμμα τοπογραφικὸν τῆς ὅλης χώρας οὔτε εὑρετήριον, πρέπει δέ τις νὰ κατέχῃ τὸ ταπίον ἢ τὴν χρονολογίαν αὐτοῦ, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῷ κτηματολογίῳ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους τὸ ὀθωμανικὸν κτηματολόγιον δὲν εἶναι πολλῆς χρησιμότητος, τὸ ἡμέτερον δὲ σύστημα τῆς μεταγραφῆς εἶναι πληρέστερον· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Ἑλληνικὸς νόμος. Ἀναντιρρήτως δ’ ἐφαρμοστέα εἶναι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία διὰ τὰς ὑποθήκας, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἐν Τουρκίᾳ κρατεῖ σύστημα ἐντελῶς ἀρχέγονον, τὸ τῆς πωλήσεως ἐπὶ ἐξωνήσει, δηλ. αἱ ὑποθῆκαι συντελοῦνται μόνον δι’ ἐντόκους μεταβιβάσεις τῆς κυριότητος τοῦ κτήματος καὶ εἶναι μόνον πρῶται ὑποθῆκαι. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς συναλλαγῆς, τὸ δὲ ἡμέτερον μετὰ τῆς δημοσιότητος τῶν βιβλίων τῶν ὑποθηκῶν καὶ εἰδικότητος τῆς ὑποθήκης εἶναι πολὺ τελειότερον. Ὡς ὑπηνίχθην ἐν ἀρχῇ, ἐπίσης καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ἐν ταῖς νέαις χώραις πρέπει νὰ εἶναι ὅμοιος πρὸς τὸν τοῦ λοιποῦ Βασιλείου. Αἱ λεπτομέρειαι βεβαίως δὲν δύνανται νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ συστήσῃ διὰ Βασ. Διατάγματος Ἐφετεῖα μέχρι τριῶν καὶ ἀνάλογον ἀριθμὸν Πρωτοδικείων καὶ Εἰρηνοδικείων. Ἐνδεικνύεται ἐπίσης καὶ πρὸς τὰ δικαστήρια τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὰ ἑδρεύοντα παρὰ τὰ παλαιὰ σύνορα νὰ ἐπέλθωσι μεταβολαί τινες πρὸς κρείττονα λειτουργίαν αὐτῶν διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς περιφερείας αὐτῶν, καὶ ἡ ὑπαγωγὴ πρωτοβαθμίων δικαστηρίων τῶν νέων χωρῶν εἰς Ἐφετεῖα τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου. Ἐπὶ τούτῳ ἀνατίθεται αὖθις εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως προβῇ εἰς τοιαύτας μεταρρυθμίσεις δι’ ἐκτελεστικῶν τοῦ νόμου Διαταγμάτων. Ἀλλὰ πλὴν τῆς συστάσεως τῶν νέων δικαστηρίων ἔχομεν νὰ συμπληρώσωμεν καὶ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν. Καὶ κατὰ τοῦτο βάσις θὰ εἶναι οἱ κείμενοι νόμοι μετά τινων τροποποιήσεων τὰς ὁποίας ἐνδεικνύουσιν αἱ ἐνεστῶσαι περιστάσεις. Ἐν πρώτοις τὰς ἀνωτέρας δικαστικὰς θέσεις δυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ προσόντων, τοῦ ὁποίου ἄλλως τε θέλω εἰσηγηθῆ καὶ γενικάς τινας τροποποιήσεις δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου. Αἱ θέσεις ὅμως τῶν ὁποίων ἡ πλήρωσις παρουσιάζει μείζονα δυσχέρειαν εἶναι αἱ θέσεις τῶν κατωτέρων δικαστῶν, πρωτοδικῶν καὶ ἀντεισαγγελέων, διότι τὸ ὑπάρχον τὴν σήμερον σύστημα τῆς δι’ ἐξετάσεων εἰσαγωγῆς εἰς τὰς θέσεις ταύτας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν ἕνεκα πλειόνων τοῦ ἑνὸς λόγων. Πρῶτον ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, εἶναι δ’ ἐκ πείρας ἀποδεδειγμένον ὅτι εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθωσι καὶ ἐπιτύχωσιν ὑποψήφιοι πέρα ὡρισμένου ἀριθμοῦ. Ἀλλὰ καὶ δεύτερος ἰσχυρότερος λόγος ὑπάρχει, ὅτι μέγας ἀριθμὸς ὑποψηφίων εὑρίσκεται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, οὗτοι δὲ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὦσι παρεσκευασμένοι διὰ νομικῶν μελετῶν οἷαι ἀπαιτοῦνται διὰ τοὺς διαγωνισμούς. Τούτου ἕνεκεν εἰσηγοῦμαι πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως αἱ θέσεις ὧν ἡ συμπλήρωσις ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ Βασιλείου πληρωθῶσι κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Πρὸ παντὸς προσωπικὸν ἄξιον λόγου παρέχει ἡμῖν ἡ Κρήτη καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἐξομοίωσιν τῶν αὐτόθι δικαστικῶν λειτουργῶν, δυναμένων νὰ καταλάβωσιν ἀντιστοίχους θέσεις καθ’ ἅπασαν τὴν νέαν Ἑλλάδα κατόπιν ἐλέγχου τινὸς δι’ ἐπιτροπῆς ἀπαρτιζομένης ἐκ τῶν διατελεσάντων αὐτόθι προέδρων ἐφετῶν καὶ ἀνωτέρων δικαστῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Πλὴν τούτου οἱ ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ ἔμμισθοι πάρεδροι ἔχοντες πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους εἰς τὴν θέσιν ταύτην δύνανται νὰ διορισθῶσι πρωτοδίκαι κατὰ γνωμάτευσιν τοῦ Ἀνωτάτου δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀπομένον ἔτι κενὸν νομίζω ὅτι ὁ καλλίτερος τρόπος εἶναι νὰ καλυφθῇ ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποδειχθῶσιν ἐκ δικηγόρων καὶ ἐξ εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν. Καὶ διὰ μὲν τοὺς δικηγόρους ζητοῦμεν πρότασιν τῶν συμβουλίων τῶν δικηγορικῶν συλλόγων καὶ δικαστικῶν συμβουλίων, διὰ δὲ τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ πταισματοδίκας πρότασιν τῶν δικαστικῶν συμβουλίων. Αἱ προτάσεις αὗται διαβιβαζόμεναι εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον θὰ ἐλέγχωνται ὑπ’ αὐτοῦ καὶ θ’ ἀποτελῶσι τὴν βάσιν καταλόγου, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ λαμβάνωνται οἱ διοριστέοι νέοι δικασταί. Θὰ διορισθῶσι δ’ οὗτοι εἰς τὴν θέσιν τοῦ παρέδρου κατ’ ἀρχὰς καὶ μετὰ ἓν ἔτος ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει κώλυμά τι ἐκ τῆς μέχρι τότε ὑπηρεσίας αὐτῶν θὰ μετατραπῶσιν εἰς τακτικοὺς δικαστάς, καθ’ ὃν τρόπον καὶ σήμερον οἱ πάρεδροι. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐκ Κρήτης δικηγόρους, οὗτοι βεβαίως θὰ ἐξομοιωθῶσι πρὸς τοὺς ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ θὰ τεθῶσιν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ ὄντες δεκτοὶ παρὰ πᾶσι τοῖς δικαστηρίοις τῆς μείζονος Ἑλλάδος. Οἱ ἐν Τουρκίᾳ ὅμως δικηγοροῦντες ἀνάγονται εἰς δύο τάξεις· ἡ μία εἶναι οἱ τῶν ἐχόντων δίπλωμα Πανεπιστημίου καὶ ἄδειαν, ἐνῷ ἄλλοι ἔχουσι μόνον ἄδειαν διδομένην ὅλως ἰδιορρύθμως, εἴτε καὶ ἁπλῶς διότι εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν ἐξήσκησαν τὸ ἐπάγγελμα. Εἶναι προφανὲς ὅτι μόνον οἱ πρῶτοι εἶναι χρήσιμοι, τῶν δικαστηρίων δ’ ἡμῶν λειτουργούντων ἐν τῇ ἐπισήμῳ γλώσσῃ ὅλως ἀναπόφευκτος ἔσται καὶ ἡ γνῶσις τῆς Ἑλληνικῆς. Ὥστε τότε μόνον θὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ θὰ ὑπογράφωσι δικόγραφα, ἐὰν εἶναι καὶ κάτοχοι τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης· ἄλλως θὰ περιορίζωνται εἰς γνωμοδοτήσεις, συμβουλὰς καὶ ἐξωδίκους πράξεις. Αὐταὶ εἰσιν αἱ κεφαλαιώδεις γραμμαὶ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου. Δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου προτείνεται ἡ ἵδρυσις μεταφραστικῶν γραφείων, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύωσιν ἐν ταὐτῷ καὶ ὡς ἀρχειοφυλακεῖα τῶν ἐν τῇ Τουρκικῇ γλώσσῃ γεγραμμένων ἐγγράφων καὶ ἀρχείων τῶν προϋπαρξασῶν Ὀθωμανικῶν Ἀρχῶν. Ἐπίσης εἶναι ἀπαραίτητον νὰ διορισθῶσιν ἔμμισθοι διερμηνεῖς παρὰ ταῖς δικαστικαῖς Ἀρχαῖς τῶν νέων χωρῶν, διὰ τὴν Τουρκίαν, ἐν Θεσσαλονίκῃ δὲ καὶ τὴν Ἑβραϊκὴν γλῶσσαν, συνδυάζω δὲ μετὰ τῶν διατάξεων τούτων καὶ τὴν εἰσαγωγὴν ἀμίσθων μεταφραστῶν τῶν τε Εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν καὶ τῆς Τουρκικῆς εἰς τὰ δικαστήρια τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, παρ’ οἷς ἡ τοιαύτη ἔλλειψις εἶναι λίαν αἰσθητή. Ἑτέρα ἀνάγκη ἀνακύπτει διὰ τὰς ἐπὶ κακουργήμασι δίκας, δι’ ἃς ἀπαιτοῦνται δικαστήρια ἐνόρκων κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, τοιοῦτον σύστημα δὲ δὲν ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε οὔτε εἰς τὰς χώρας τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους οὔτε ἐν αὐτῇ τῇ Κρήτῃ. Συνέταξα νομοσχέδιον, δι’ οὗ κανονίζεται βραχυτέρα διαδικασία πρὸς καταρτισμὸν καταλόγου ἐνόρκων οἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύωσι καὶ ἐν τῇ παρούσῃ μεταβατικῇ καταστάσει καὶ βραδύτερον. Πλὴν τῆς ἐργασίας ταύτης ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρὸ τῶν τελευταίων γεγονότων, τὰ ὁποῖα διέκοψαν ἐν μέρει καὶ τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος τὰς ἐργασίας καὶ ἐμὲ πρὸς καιρὸν μὲ ἀπεμάκρυναν τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἶχον συντελέσει καὶ ἑτέραν νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν ἀφορῶσαν εἰς δύο τινά, τὸ μὲν εἰς νομοθετήματα τῶν ὁποίων ἡ ψήφισις ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος πρὸς συμπλήρωσιν καὶ ἐφαρμογὴν ὡρισμένων διατάξεων αὐτοῦ, τὸ δὲ ἀφορῶντα μεταρρυθμίσεις καὶ βελτιώσεις τῶν ὑφισταμένων ὀργανικῶν καὶ δικαστικῶν ἐν γένει νόμων. Ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι χρήσιμος βεβαίως καὶ διὰ τὴν μείζονα Ἑλλάδα, μετά τινων ἐλαφρῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ ἐπέκτασις τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης τὸ σπουδαιότατον βεβαίως νομοθέτημα εἶναι τὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ ὅμως εἰσέτι διατελεῖ ὑπὸ μελέτην παρὰ τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ θὰ εἰσαχθῇ λίαν προσεχῶς. Μετ’ αὐτοῦ συνέχονται καὶ ἕτερα τρία νομοθετήματα, ἀφορῶντα τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον πρὸς ἄρσιν τῶν συγκρούσεων μεταξὺ Διοικητικῆς καὶ Δικαστικῆς Ἀρχῆς, τὸ Δικαστήριον τὸ μέλλον νὰ ἐκδικάζῃ τὰς ἀγωγὰς κακοδικίου κατὰ τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ τὸ πειθαρχικὸν Συμβούλιον τὸ ὁποῖον θ’ ἀφορᾷ ἐπίσης τὰ μέλη αὐτοῦ τούτου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὰ τρία ταῦτα νομοθετήματα συνέχονται μετὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καθόσον ἡ συγκρότησις τῶν εἰρημένων Δικαστηρίων ἀπαρτίζεται ἐν μέρει ἐκ μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ χωρισθῶσι τοῦ νομοσχεδίου περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, καὶ ἐλπίζω, ὡς εἶπον, ὅτι θὰ ὑποβληθῶσι πάντα λίαν συντόμως. Μία ἐκ τῶν οὐχὶ ἐπουσιωδῶν διατάξεων τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος εἶναι ἡ γενομένη εἰς τὸ ἄρθρον 9 προσθήκη διὰ τῆς ὁποίας λαμβάνει σάρκα καὶ ὀστᾶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, καθιερουμένης ὑποχρεώσεως τῶν δημοσίων Ἀρχῶν πρὸς ἀπάντησιν, προσθέτει δὲ ἡ συνταγματικὴ διάταξις ὅτι δι’ εἰδικοῦ νόμου θέλουσι κανονισθῆ τὰ τοῦ θέματος τούτου. Ἑπομένως πρὸς συμπλήρωσιν καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου ἐν τῷ ὁποίῳ καθορίζονται δύο τινά· πρῶτον καθορίζεται ἡ ἔννοια τῆς ἀναφορᾶς, διότι οὐχὶ βεβαίως πᾶσα αἴτησις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπαγομένη εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλά, ὡς προκύπτει καὶ ἐκ τῶν Συνταγμάτων τῶν περιεχόντων ἀντίστοιχον διάταξιν ἐξ ὧν ἐλάβομεν ταύτην, διὰ τοῦ ὅρου αὐτοῦ ἐννοεῖται ἡ διατύπωσις παραπόνων καὶ αἰτιάσεων ἀναγομένων εἰς τὴν λειτουργίαν Ἀρχῆς τινος καὶ ὑποβαλλομένων εἴτε εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν Ἀρχὴν τὴν ἀδικοῦσαν εἴτε τὴν ἀμέσως αὐτῆς προϊσταμένην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ἀναφοραὶ ἐπιβάλλουσαι ἀπάντησιν αἱ αἰτήσεις περὶ διορισμοῦ εἰς θέσεις οὔτε ἀκόμη αἱ αἰτήσεις αἱ ἀποτελοῦσαι ἔνδικα μέσα εἰς τὰ ὁποῖα ὁ νόμος κανονίζει ἄλλον τρόπον ἀπαντήσεως, ὡς εἶναι ὅλαι αἱ αἰτήσεις αἱ ὑποβαλλόμεναι πρὸς τὰς δικαστικὰς Ἀρχάς. Ὑπὸ τὸν περιορισμὸν λοιπὸν τοῦτον ἡ ἀναφορὰ συνεπάγεται ὑποχρέωσιν πρὸς ἀπάντησιν τῆς ὁποίας καθορίζονται λεπτομέρειαι, τουτέστιν εἰκοσαήμερος προθεσμία πρὸς ἀποστολὴν ἀπαντήσεως καὶ πειθαρχικὴ κύρωσις εἰς βάρος τοῦ παραβάτου ὑπαλλήλου. Τὸ ἀναθεωρηθὲν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 88 ἀναγράφον τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν καὶ τὴν μονιμότητα τῶν ἑτέρων τέως μὴ ἰσοβίων δικαστικῶν λειτουργῶν προστίθησιν ὡς περίπτωσιν καθ’ ἣν οὗτοι δύνανται ν’ ἀποχωρήσωσιν ἕνεκα ἀνεπαρκείας βεβαιουμένης, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει, τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93». Ἐπίσης τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἀναγράφει τὴν ἀποχώρησιν τῶν ἰσοβίων καὶ μονίμων δικαστικῶν λειτουργῶν ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας, τοῦ ὁποίου διαλαμβάνει προσωρινὴν διάταξιν καὶ ἐπαφίησι τὸν ὁριστικὸν καθορισμὸν εἰς νόμον. Τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νόμων τούτων, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα, καὶ τὴν ἐν γένει ἐπὶ τὰ κρείττω διαρρύθμισιν τῶν ἰσχυόντων νόμων περὶ προσόντων καὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἀφορᾷ ἕτερον νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας προτείνω ἵνα ὁρισθῇ τὸ ἑβδομηκοστὸν διὰ τοὺς ἀρεοπαγίτας, προέδρους καὶ εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, καὶ τὸ ἑξηκοστὸν πέμπτον διὰ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ ἑβδομηκοστοῦ πέμπτου διὰ τοὺς συμβολαιογράφους καὶ ὑποθηκοφύλακας τοὺς εἰς ἐλαφρότερα ἔργα ἀσχολουμένους. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποχώρησιν ἕνεκεν ἀνεπαρκείας, συμφώνως τῇ συνταγματικῇ διατάξει, ὀφείλομεν νὰ ὁρίσωμεν τὰς περιπτώσεις καὶ τὴν διαδικασίαν καθ’ ἣν κηρύσσεται ἡ ἀποχώρησις. Ὡς περιπτώσεις προτείνω τρεῖς τοιαύτας διὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἐν πρώτοις ἔλεγχον τῆς ἱκανότητος τῶν δικαστῶν δι’ ἐπιθεωρήσεων κανονιζομένων λεπτομερῶς καὶ μετὰ ὑποχρεωτικῆς ἠτιολογημένης ἐκθέσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ· δεύτερον λόγον φέρομεν τὴν παράλειψιν δικαστοῦ ἐπὶ σειρὰν προβιβασμῶν· ἐν τούτῳ δὲ συνδυάζεται καὶ τροποποίησις τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ προσόντων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον αἱ προαγωγαὶ γίνονται κατὰ τὰ ⅔ ἐξ ἀρχαιότητος καὶ κατὰ τὸ ⅓ κατ’ ἐκλογήν· πρὸς τοῦτο δὲ διχοτομεῖται ὁ κατάλογος τῶν ὑποψηφίων καὶ τὸ μὲν ἥμισυ ἀποτελεῖ τὸν πίνακα τῆς ἀρχαιότητος, τὸ σύνολον δ’ ἀποτελεῖ τὸν πίνακα τῆς ἐκλογῆς. Ὅταν πρόκειται κατὰ τὸν νόμον νὰ γίνῃ χρῆσις τοῦ πίνακος τῆς ἀρχαιότητος, δὲν δύναται τὸ Ἀνώτατον Δικ. Συμβούλιον νὰ κατέλθῃ κάτω τοῦ ἡμίσεος, δύναται ὅμως νὰ παρακάμψῃ τὸν προηγούμενον ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ δικαστικὸν λειτουργὸν δηλοῦν ῥητῶς αὐτὸν ὡς στάσιμον καὶ προβαίνει εἰς τὸν ἀμέσως ἑπόμενον. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ἐνεργείας ἔχει δύο μειονεκτήματα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν δυσχέρειαν τοῦ κριτοῦ ὅστις θὰ χαρακτηρίσῃ ῥητῶς ὡς στάσιμον τὸν ἔχοντα σειρὰν προαγωγῆς δικαστικὸν λειτουργόν. Καὶ ἂν μὲν πρόκειται περὶ τῶν κατωτέρων τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐκολώτερον· ὅσον ὅμως ἀνώτερος εἶναι ὁ λειτουργὸς οὗτος, ἐφ’ ὅσον ἦτο μέχρι χθὲς ἰσόβαθμος ἴσως συνάδελφος τοῦ δικαστοῦ, βεβαίως ὑπάρχει μείζων δυσχέρεια. Ἀλλὰ τὸ χειρότερον εἶναι ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς ὁ χαρακτηρισθεὶς ὡς στάσιμος τελεῖ ἐν μεμειωμένῃ ὑπολήψει καὶ αἱ πράξεις αὐτοῦ εἰς τὸ μέλλον δύνανται δυσμενῶς νὰ σχολιάζωνται καὶ ὁ ἴδιος ἀκόμη βεβαίως δὲν ἔχει τὴν ὑπερηφάνειαν ἣν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὡς δικαστικὸς λειτουργὸς ἀπονέμων τὸ δίκαιον. Ἕνεκα τούτου προτείνω νὰ καταργηθῇ τὸ σύστημα τοῦτο καὶ ν’ ἀντιστραφῇ· νὰ δοθῇ εἰς τὸ ἀνώτερον συμβούλιον πλήρης ἐλευθερία ἐκλογῆς, ἀλλὰ μετὰ τῆς ῥητῆς ἐκ τοῦ νόμου ὑποδείξεως ὅτι ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἀρχαιότητα, ὅτι μεταξὺ ἰσοδυνάμων θὰ ἐκλέξῃ τὸν ἀρχαιότερον ὡς ὑπηρετήσαντα μακρότερον τὴν Πολιτείαν καὶ ἑπομένως ἀξιώτερον τῆς ἀμοιβῆς τῆς προαγωγῆς. Ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἐὰν ἐπὶ τρεῖς κατὰ συνέχειαν προαγωγάς, ἀπεχούσας ἀλλήλων κατὰ τριμηνίαν τοὐλάχιστον, παραλειφθῇ ὁ ἀρχαιότερος καὶ προαχθῇ ὁ νεώτερος, ὑπάρχει τεκμήριον ἀνεπαρκείας τοῦ πρώτου, οὗ ἕνεκα δέον νὰ παραπεμφθῇ ὁ δικαστὴς αὐτὸς εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ ἀποχωρήσεως, ἕνεκεν ἀνεπαρκείας, ἐὰν εὑρίσκῃ ὅτι συντρέχει πρὸς τοῦτο λόγος. Τρίτη περίπτωσις ἀποχωρήσεως δι’ ἀνεπάρκειαν δύναται νὰ προκύψῃ ὁσάκις ἐξ ἐγγράφων, ἀποφάσεων καὶ ἄλλων πράξεων, ὁ Ὑπουργὸς πείθεται ὅτι δικαστής τις, καίπερ μὴ παρέχων βάσιν πρὸς πειθαρχικὸν ἔλεγχον, εἶναι ἀνεπαρκὴς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ὁπότε ὁ Ὑπουργὸς θέλει πέμπει τὰς πράξεις ταύτας πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως αὕτη ἀποφασίσῃ ἐπίσης ἂν κρίνει ἀποχωρητέον τὸν προτεινόμενον δικαστήν. Καὶ ἡ διαδικασία μὲν αὕτη τηρεῖται διὰ τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς λειτουργούς· ἀλλὰ διὰ τοὺς κατωτέρους, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ κατωτέρω, φρονῶ ὅτι ἐπιβαρύνεται παρὰ πολὺ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ δικάζῃ καὶ πάντας τούτους, ὑποχρεουμένους ἄλλως τε νὰ ἔρχωνται καὶ ἀπὸ τῶν ἄκρων τῆς Ἑλλάδος, τῆς μεγαλυνθείσης ἔτι μᾶλλον σήμερον, εἰς Ἀθήνας, διὰ νὰ κρίνωνται. Νομίζω δ’ ὅτι δι’ αὐτοὺς ἁρμοδιώτερον δύναται νὰ εἶναι τὸ Ἐφετεῖον ἐν ὁλομελείᾳ ἐπίσης κρῖνον τὰς περιπτώσεις ταύτας καὶ τὰς τῆς ἀποχωρήσεως ἕνεκα πειθαρχικῶν παραπτωμάτων, διὰ τοὺς εἰρημένους ὑπαλλήλους. Δι’ ἄλλης διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου αὑτοῦ μετριάζεται ἐν μέρει ἡ αὐστηρότης τοῦ ὑφισταμένου νόμου ὡς πρὸς τὴν ἀποχώρησιν τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἕνεκα παραπτωμάτων πειθαρχικῶν, διότι κατ’ αὐτοῦ ἀρκοῦσαι θεωροῦνται δύο ποιναὶ οἱαιδήποτε καὶ ὁποτεδήποτε ἐπιβληθεῖσαι. Φρονῶ ὅτι δέον ν’ ἀπαιτήσωμεν ποινὰς κατὰ τι βαρυτέρας ἢ συχνοτέρας. Ὡς διατυποῦται δ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ποιναὶ ἐπιβληθεῖσαι πρὸ πενταετίας οὐδὲ μετὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ δικαστοῦ, διότι τὸ γεγονὸς τῆς προαγωγῆς παρέχει τεκμήριον ὅτι τὸ προϋπάρχον παράπτωμα δὲν ἦτο τοιοῦτον, ὥστε ν’ ἀνακόψῃ τὸ στάδιον τοῦ δικαστοῦ. Τροποποιοῦνται ἐπίσης μερικῶς τὰ τῶν μεταθέσεων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα μεταθέσεις γίνονται, ἐὰν ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις, ἐὰν ὑποβληθῇ ἔγγραφος αἴτησις περὶ ἀμοιβαίας μεταθέσεως, ἐὰν ἐπιβάλληται ἡ μετάθεσις ἕνεκεν ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν, ἐπίσης δὲ γίνεται γενικωτέρα μεταβολὴ κατὰ διετίαν ἢ τριετίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς τρεῖς πρώτας περιπτώσεις ἀνατίθεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις καὶ ἂν κρίνει οὗτος πρέπον ν’ ἀπευθύνῃ ἐρώτημα, ἡ ἀπόφασις δὲ μόνον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν τελευταίαν περίπτωσιν ὁ νόμος, καὶ κυρίως τὸ κατ’ ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐκδοθὲν Βασιλικὸν Διάταγμα, καθιέρωσε τὸ ἑξῆς σύστημα· πέμπεται ὁλόκληρος ὁ κατάλογος τῶν συμπληρωσάντων τὴν τριετίαν ἢ διετίαν λειτουργῶν πρὸς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὅπερ κατὰ τὸ δοκοῦν ἐνεργεῖ τὰς μεταβολὰς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὴν βάσιν καὶ εἰς τὴν ὅλην οἰκονομίαν αὐτοῦ τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν μεταθέσεων καὶ τῶν δικαστικῶν ἐν γένει μεταβολῶν ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργόν, μόνον δ’ ὡς πρὸς τὰς ἐνεργείας αὑτοῦ ἀπαιτεῖται ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Ἑπομένως προτείνω, ὅπως καὶ κατὰ τὰς περιπτώσεις ταύτας τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνηται ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένου ἐρωτήματος τοῦ Ὑπουργοῦ διαλαμβάνοντος τοὺς δικαστάς, τοὺς ὁποίους κρίνει μεταθετέους ἐκ τῶν συμπληρωσάντων τὴν διετίαν ἢ τριετίαν. Νομίζω ὅτι ὁ περιορισμὸς οὗτος ἐνδείκνυται καὶ ἵνα διατηρήσῃ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὸ γόητρον αὐτοῦ καὶ μὴ τρέπηται εἰς καθαρὰν διοίκησιν. Διὰ νόμου ψηφισθέντος κατὰ τὴν Βʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἐξετάθη ἡ ἀνέκκλητος δικαιοδοσία τῶν Εἰρηνοδικείων μέχρις ἑκατὸν δραχμῶν, τοὐναντίον δὲ τὸ ὅριον τῆς ἐκτελεστικῆς ἁρμοδιότητος ἀφέθη εἰς δραχμὰς τριακοσίας, οἷα ὡρίσθη ἀπὸ τοῦ 1838. Σήμερον, ἐὰν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὴν Κρήτην, θὰ εὕρωμεν τὰ Εἰρηνοδικεῖα ἔχοντα ἐκτελεστικὴν δικαιοδοσίαν μέχρις 600 δραχμῶν. Νομίζω ὅτι τὸ ὅριον τοῦτο, ἀνταποκρινόμενον τελείως πρὸς τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἐν Κρήτῃ ἐπίσης καθὼς καὶ ἐν ταῖς νεωτέραις Εὐρωπαϊκαῖς νομοθεσίαις καθιεροῦται τὸ ἔνδικον τῆς ἐφέσεως μέσον κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικείων. Τὸ μέτρον τοῦτο παρ’ ὅσα καὶ ἂν λέγωνται ἀπὸ θεωρίας εἶναι πάντως σκόπιμον· εἶναι πάντοτε ἐνδεχόμενον ὁ δικαστὴς νὰ ὑποπέσῃ εἰς σφάλμα τι ἢ καὶ ὁ διάδικος νὰ ὑποβάλῃ ἀτελεστέραν τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ, ὁ ἔλεγχος δὲ ἐν δευτέρῳ βαθμῷ κάλλιον ἀσφαλίζει τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Δυστυχῶς ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ δικαστικὰ πράγματα δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο ἀπολύτως διὰ τὸν μέγαν ἀριθμὸν τῶν ἀποφάσεων καὶ διὰ τὸν μικρὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, οἵτινες εἶναι ὀλίγοι σήμερον, καὶ ἔτι μείζων καθίσταται ἡ ἔλλειψις τῶν προσώπων ἕνεκα τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ Βασιλείου. Ἕνεκα τούτου προτείνω, ὅπως εἰσαχθῇ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων μόνον τῶν Πλημμελειοδικείων, αἵτινες ἀπαγγέλλουσι φυλάκισιν ἑξάμηνον καὶ ἐπέκεινα· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἔφεσις ἀσκεῖται μόνον ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. (Χειροκροτήματα. Εὖγε, Εὖγε). Διὰ ἑτέρου νομοσχεδίου προσπαθῶ νὰ καταστείλω τὰς ἱκανῶς συχνὰς δυστυχῶς παρεκτροπὰς ἐπὶ πταισμάτων κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῇ προφάσει συλλήψεως τοῦ αὐτουργοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ περιορίζεται ἡ προσωπικὴ αὐτοῦ ἐλευθερία ἄνευ νομίμου περιπτώσεως. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶδον ἀστυνομικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ὥριζεν ὅτι οἱ παραβάται ἐκτὸς τῆς νομίμου ποινῆς θὰ κρατῶνται καὶ εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα. Ἡ διάταξις αὐτὴ βεβαίως διεγράφη, εἶναι ὅμως χαρακτηριστικὸν τῆς ἀντιλήψεως τῶν ἀστυνομικῶν μας. Ἐπὶ πταισμάτων ἐπ’ αὐτοφώρῳ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ μόνον προσωρινὴ σύλληψις πρὸς βεβαίωσιν τῆς ταυτότητος τοῦ κατηγορουμένου, ἐφ’ ὅσον οὗτος δὲν εἶναι γνωστός, μόνον δὲ ἐὰν εἶναι δυνατὴ ἡ παραχρῆμα ἐκδίκασις τοῦ πταίσματος, τότε νὰ παραδίδηται κατ’ εὐθεῖαν ὁ κατηγορούμενος εἰς τὸν δημόσιον κατήγορον. Τοῦτο δὲν δύναται βεβαίως πανταχοῦ νὰ ἐφαρμοσθῇ, δύναται ὅμως νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις, ὅπου λειτουργοῦσιν ἤδη πλείονες τοῦ ἑνὸς πταισματοδίκαι, δυνάμεθα καὶ νὰ συγχωνεύσωμεν εἰς ἓν τὰ δικαστήρια ταῦτα, ν’ αὐξήσωμεν δ’ ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, ὥστε νὰ ἔχωμεν παρόντα ἕνα πταισματοδίκην διαρκῶς δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας καὶ εἰς ὡρισμένας ὥρας τῆς νυκτός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου νὰ εἰσάγωνται παραχρῆμα οἱ παραβάται τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων. Ἕτερον κενὸν ὑπάρχει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, παραχθὲν ἐκ τοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν τελευταίαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν, διὰ τὰς θέσεις τῶν εἰρηνοδικῶν. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐθεσπίσθη, ὅπως αἱ κενούμεναι θέσεις πληρῶνται διὰ πρωτοδικῶν ἀποσπωμένων ἐπὶ ἓν ἔτος. Εὐθὺς ἀμέσως κατεδείχθη τὸ ἀνεφάρμοστον τοῦ νόμου τούτου καὶ κατελήξαμεν οἵ τε προκάτοχοί μου καὶ ἐγὼ εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, ν’ ἀφήνωμεν ἄνευ εἰρηνοδικῶν τὰ ἔχοντα τὰς ὀλιγωτέρας ἐργασίας Εἰρηνοδικεῖα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον. Διὸ προτείνω νὰ ἐπιτραπῇ ὁ διορισμὸς εἰρηνοδικῶν καὶ νὰ κανονισθῶσι προσόντα, δηλαδὴ ἡλικία 25 ἐτῶν καὶ διετὴς ὑπηρεσία δικηγορικὴ παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ καὶ γνωμοδότησις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν. Δι’ ἑτέρας διατάξεως τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ἐπίσης εἰσηγοῦμαι, ὅπως τὰ πολλαπλᾶ ὑπάρχοντα Εἰρηνοδικεῖα οἷα τὰ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ὡς καὶ τὰ Πταισματοδικεῖα, συγχωνευθῶσιν εἰς ἓν μὲ πλείονας εἰρηνοδίκας, ἐργαζομένους ἐκ περιτροπῆς διὰ κανονισμοῦ, ὡς γίνεται καὶ εἰς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια τ’ ἀποτελούμενα ἀπὸ δικαστὰς πολὺ ἀνωτέρου ἀριθμοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς συνεδριάσεως. Δι’ ἄλλου νομοσχεδίου εἰσηγοῦμαι τὴν κατάργησιν τῶν ἐν τοῖς Πρωτοδικείοις ἀμίσθων παρέδρων, τὴν εἰσαγωγὴν δ’ ἐμμίσθων τοιούτων παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις. Ἡ περὶ αὐτῶν διάταξις συνοδεύεται δι’ αὐστηρᾶς ἀπαγορεύσεως τῆς λήψεως οἱασδήποτε ἀμοιβῆς διὰ τὰς διεξαγωγὰς ἀποδείξεων καὶ δι’ ἄλλας ἐξωδίκους πράξεις. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ πρὸ διετίας ψηφισθέντος περὶ ὀργανισμοῦ τῶν φυλακῶν νόμου ὡς καὶ ἑτέρου περὶ ὀργανώσεως ὑπηρεσίας φυλακῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι χρήσιμοι καὶ διὰ τὰς νέας φυλακάς. Δι’ ἄλλου νομοσχεδίου εἰσηγοῦμαι τροποποιήσεις τινὰς καὶ βελτιώσεις ἐνίων ἐκ τῶν νόμων τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, οἵτινες ἐν τῇ ἐφαρμογῇ κατέδειξαν ἐλλείψεις ὁπωσδήποτε οὐσιώδεις καὶ δεομένας ἐπειγούσης θεραπείας. Διὰ Β. Διατάγματος κυρωθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀνεβλήθησαν αἱ ἐξετάσεις τῶν ὑποψηφίων δικηγόρων κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ τὸ πρῶτον τοῦ ἤδη λήγοντος, νομίζω δ’ ὅτι δὲν εἶναι ἐφικτὸν νὰ γίνωσι τοιαῦται ἐξετάσεις καὶ κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον. Ζητῶ λοιπὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ γίνωσιν ἐξετάσεις κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἀλλὰ ν’ ἀφεθῇ ὁ κανονισμὸς τῆς ἡμέρας τῶν ἐξετάσεων, συμφώνως τῷ νόμῳ ὃν κατὰ Φεβρουάριον ἐψηφίσαμεν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὑποχρεούμενον νὰ ὁρίσῃ αὐτὴν πρὸ ἑνὸς μηνός. Ἐπειδὴ δ’ ἐγεννήθησαν ζητήματα ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ τῶν δικηγόρων, ἐὰν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὸν χρόνον τῶν ἐξετάσεων ἡ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσία των, ὑποβάλλω νομοσχέδιον δι’ οὗ τὸ μὲν ζήτημα τοῦτο λύεται ἀποφατικῶς, διότι εἶναι σόλοικον νὰ θεωρῆται ἀσκούμενος ὁ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετῶν, ἀλλὰ δι’ ἐπιεικοῦς μέτρου περιορίζεται ὁ χρόνος τῆς ἀσκήσεως διὰ τοὺς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετήσαντας εἰς ἑξάμηνον. Τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον εἶναι τυπικόν· ἐπειδὴ εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν ἐν Λαμίᾳ στρατοδικῶν δὲν κατηρτίσθησαν κατάλογοι ἐνόρκων, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἰσχύσῃ ὁ τοῦ παρελθόντος ἔτους κατάλογος. Πάντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἤτοι: 1) Περὶ τῆς ἐν ταῖς προσηρτημέναις χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως· 2) Περὶ μεταφραστικῶν γραφείων καὶ ἀρχειοφυλακείων ἐν ταῖς προσηρτημέναις χώραις καὶ περὶ ἑρμηνέων ξένων γλωσσῶν· 3) Περὶ δικαστηρίων κακουργιοδικῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις· 4) Περὶ τῆς εἰς ἀπάντησιν ὑποχρεώσεως τῶν δημοσίων Ἀρχῶν ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων αὐταῖς ἀναφορῶν· 5) Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ προσόντων καὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμων· 6) Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 490, § 1, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ 353 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας· 7) Περὶ εἰσαγωγῆς τῶν ἐνδίκων μέσων τῆς ἐφέσεως κατ’ ἀποφάσεων τῶν Πλημμελειοδικῶν· 8) Περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ πταισμάτων καὶ τῶν δι’ ἐκθέσεως δημοσίας Ἀρχῆς βεβαιουμένων· 9) Περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν Πταισματοδικείων· 10) Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ· 11) Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 336 καὶ 355 τῆς Ποιν. Δικονομίας· 12) Περὶ ἀσκήσεως εἰδικῶν μέσων ἐν πολιτικαῖς δίκαις· 13) Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, ͵ΓϠΛΖʹ νόμου τοῦ 1911· 14) Περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν φυλακῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κράτους· 15) Περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 26 τοῦ περὶ φυγοδικίας ͵ΓϠΜΑʹ νόμου· 16) Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ͵ΓϠΝΑʹ νόμου τοῦ 1911· 17) Περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ͵ΓϠΛϚʹ τοῦ 1911· 18) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρ. 3, ἐδ. βʹ, τοῦ ͵ΓΤΠΖʹ νόμου τοῦ 1909· 19) Περὶ ἀσκήσεως τῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετούντων ὑποψηφίων δικηγόρων καὶ ἀναβολῆς τῶν ἐξετάσεων· καὶ 20) Περὶ ἰσχύος καὶ διὰ τὸ ἔτος 1914 τοῦ διὰ τὸ ἔτος 1913 κηρυχθέντος ὁριστικοῦ τῶν ἐνόρκων καταλόγου ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Λαρίσῃ Πρωτοδικῶν, παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν. Ἰδιαιτέρως δὲ παρακαλῶ νὰ ἐπισπευσθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῶν ἐπιτροπῶν ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας εἰς τὰς νεωτέρας χώρας καὶ τὸ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, διότι ἐξ αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἡ συγκρότησις τῶν νέων δικαστηρίων. Ὅταν μοὶ δοθῇ καιρός, ἐλπίζω νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλην ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω κατὰ τὸ πλεῖστον ἑτοίμην (Χειροκροτήματα).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἐρωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν εὑρίσκεται ἐν γνώσει ὅτι ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σταλέντων βοηθημάτων πρὸς διανομὴν εἰς τὰς ἀπόρους οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων δὲν διενεμήθησαν εἰσέτι τὰ τῶν μηνῶν Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου ποσὰ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν δῆμον Αἰγιέων, καὶ τίνα μέτρα προτίθεται νὰ λάβῃ κατὰ τῶν αἰτίων τῆς τοιαύτης βραδύτητος. Ἐπίσης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διατί ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σταλέντων βοηθημάτων διὰ τὰς ἀπόρους οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων μία μόνον διανομὴ ἐγένετο εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων καὶ τίς ἡ αἰτία τῆς τοιαύτης ἐπὶ μῆνας ὅλους καθυστερήσεως.
§9Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν μοὶ ἔφεραν τὰς πληροφορίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν διενεμήθησαν τὰ ποσὰ τῶν μηνῶν Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ δημάρχου καθυστερήσαντος τὴν ἀποστολὴν τῶν καταλόγων διανομῆς τῶν βοηθημάτων τῶν μηνῶν Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου, διετάχθη δ’ ὁ νομάρχης νὰ τάξῃ ἐπὶ τούτῳ βραχεῖαν προθεσμίαν ἧς παρελθούσης ν’ ἀντικαταστήσῃ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὸν δήμαρχον. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ Καλάβρυτα ἡ διανομὴ καθυστέρησεν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ Ἐπισκόπου, παρεπιδημοῦντος ἐν Ἀθήναις, ἐλήφθη δὲ καὶ περὶ τούτου φροντίς.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλάχος παρακαλεῖ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατὶ δὲν κατεσκευάσθη ἡ γέφυρα τοῦ Κουτσοχέρου.
§11Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω πληροφορίας καὶ ν’ ἀπαντήσω.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων προκληθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς». Παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διαρκῆ ἐπιτροπήν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῶν προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδοθέντων Βασ. Διαταγμάτων τῆς 31 Μαΐου 1913 «περὶ παροχῆς δικαιώματος εἰς τοὺς μαθητὰς τῆς σχολῆς τῶν γυμναστῶν πρὸς ἐξέτασιν κατὰ Ἰούνιον ἢ Σεπτέμβριον», περὶ περιορισμοῦ ἀπὸ ἑξαμήνου εἰς τρίμηνον τοῦ ὁριζομένου χρόνου διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων «περὶ κρίσεως τῶν διδακτικῶν βιβλίων» καὶ «περὶ ἐξετάσεων ἐπὶ πτυχίῳ τῶν τελειοφοίτων τῶν Πανεπιστημίων κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἄνευ ἀποδείξεως ἐξετάσεων ἐν τῇ γυμναστικῇ». Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διαρκῆ ἐπιτροπήν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων περὶ τῆς κατατάξεως ὡς ἀνθυπιάτρων τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ πολιτικῶν ἰατρῶν καὶ «περὶ διδασκαλίας καὶ ἐξετάσεων τῶν μαθητῶν τῆς τρίτης τάξεως τῆς σχολῆς τῶν Ν. Δοκίμων κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1912–1913».
§13Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ν’ ἀναβληθῶσι.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κ. συναδέλφους οἵτινες ἀποτελοῦσι μέλος εἰς τὰς διαφόρους ἐπιτροπὰς νὰ συνέλθωσι, διὰ νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας αὐτῶν. Ἐπίσης τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθέντα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νομοσχέδια παραπέμπονται εἰς τὴν διαρκῆ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπήν, ἐνισχυομένην διὰ τῶν κ. Κ. Γόντικα, Ν. Καμπάνη, Χ. Δικαίου, Ἰ. Φαρμάκη καὶ Σ. Σπυρίδου.
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσκληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἔχει ἤδη συσταθῆ πρὸ μηνῶν καὶ ἡ ὁποία ἐργάζεται ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νὰ προσαγάγῃ τὰς ἐκθέσεις της, διδομένης μιᾶς ὡρισμένης προθεσμίας.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν στέργει, ἀποδεχομένη τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργοῦ, νὰ ὁρίσω ὀκταήμερον προθεσμίαν διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων.
§17ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Κ. Ῥακτιβὰν ὑποβάλλει δήλωσιν «περὶ αὐξήσεως τῆς ἀναγεγραμμένης ὑπὸ κεφ. 28, ἄρθρον 2, πιστώσεως κατὰ δραχμὰς ἔτι 600 000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν. Ἤθελον ἤδη ἐρωτήσει τὴν Βουλήν, ἂν στέργει, ἀφοῦ ἐργασία κατ’ ἀνάγκην δὲν ὑπάρχει, διότι παρεπέμφθησαν τὰ νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ἐπειδὴ αὔριον εἶναι ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ μέχρι τοῦδε ἐπερωτήσεις δὲν ὑπεβλήθησαν, νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της μέχρι τῆς Δευτέρας, ὁπότε θὰ ἔχωσιν ὑποβληθῆ αἱ πλεῖσται τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5. 15′ μ. μ.)