1911.12.06
2.630 στίχοι · 20.351 λέξεις · 189 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 185
Τῆς 6ης Δεκεμβρίου 1911.
(Τρίτη, ὥρα 4 καὶ 30′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται ν’ ἀναγνώσῃ τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται ταῦτα)· Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Ὁ κοινοτικὸς Σύλλογος Καβασίλων συγχαίρει τῇ Κυβερνήσει διὰ τὴν ἀνδρικήν της στάσιν· 2) Ὁ ἐκ Κερκύρας ἀπόστρατος ἀνθυπολοχαγὸς Γ. Κρητικὸς αἰτεῖται αὔξησιν συντάξεως· 3) Κάτοικοι Γαργαλιάνων αἰτοῦνται προφύλαξιν τῶν κτημάτων των ἀπὸ τῶν ποιμνίων· 4) Δημοδιδάσκαλοι Τρικολώνων αἰτοῦνται ἐπιψήφισιν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων· 5) Κάτοικοι χωρίων τοῦ δήμου Γόμφων αἰτοῦνται ὑπαγωγὴν διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τρικκάλων· 6) Κάτοικοι χωρίων τοῦ δήμου Οἰνιαδῶν ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ περὶ κοινοτήτων νομοσχεδίου περὶ ἐθνικῶν λιβαδίων· 7) Ὁ Π. Λουκάκος διαμαρτύρεται, διότι τὸ καφενεῖον τοῦ Πταισματοδικείου Ἀθηνῶν παρεχωρήθη εἰς ἄλλον δωρεάν, ἐνῷ αὐτὸς προσφέρει 600 δραχμάς· 8) Ἡ Πτηνοτροφικὴ Σχολὴ αἰτεῖται τρισχιλιάδραχμον βοήθημα πρὸς ἐγκατάστασιν προτύπου ἐπιστημονικοῦ πτηνοτροφείου· 9) Κάτοικοι Μελιγαλᾶ διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν Π.Α.Π. εἰς τὰ κτήματά των· 10) Κληροῦχοι κάτοικοι Ν. Ἀγχιάλου αἰτοῦνται φορολογίαν ἀγρῶν των πρὸς 50 λεπτὰ κατὰ στρέμμα, ὅπως διὰ τῶν προσόδων συναφθῇ δάνειον πρὸς χρῆσίν των· 11) Κάτοικοι κωμοπόλεως Κριεκουκίου (Ὀλυμπίων) αἰτοῦνται διακανονισμὸν τῶν ἰδιωτικῶν χρεῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Φ. Νέγρης ὑποβάλλει προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 7 ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξελέγξεως τῶν αἰτήσεων ἀδειῶν μεταλλευτικῶν ἐρευνῶν κλπ.»· Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Ἰ. Ἀκρίδας ὑποβάλλει διαφόρους τροπολογίας ἐπὶ διαφόρων ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δικηγόρων»· Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Κ. Γόντικας ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 119 καὶ 120 ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως δήμων καὶ κοινοτήτων»· Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ν. Λάσκαρης καὶ Τ. Ν. Παπαδὰμ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως δήμων καὶ κοινοτήτων»· Οἱ βουλευταὶ Μεσσηνίας κύριοι Γ. Σπηλιόπουλος καὶ Π. Ἰατρόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ διαθέσεως ποσοῦ μέχρι δραχμῶν 8500 ἐκ τῶν ὀφειλομένων ἐκ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας εἰς τὸν δῆμον Ἀλιφείρας πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τῷ χωρίῳ Μπάρτζελι τοῦ αὐτοῦ δήμου· Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀ. Βαλσαμάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 120 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως δήμων καὶ κοινοτήτων»· Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συνομολογήσεως Γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ χρεολυτικοῦ δανείου ἐκ δραχ. 2,850,000»· Οἱ βουλευταὶ κύριοι Μ. Πιπιλῆς, Φ. Βακαλόπουλος, Ἀ. Παναγιωτόπουλος, Γ. Νικολαΐδης, Δ. Κανελλόπουλος, Ἀ. Κοκκέβης, Π. Φραντζῆς καὶ Ν. Σακελλάριος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ κατασχέσεως τῶν μισθῶν τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων»· Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἰγγλέσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως δήμων καὶ κοινοτήτων νομοσχεδίου»· Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Βουρλούμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως δήμων καὶ κοινοτήτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Συγγούρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δικηγόρων»· Οἱ βουλευταὶ κύριοι Γ. Καζανόβας καὶ Ν. Φραγκίστας αἰτοῦσιν ἄδειαν 20 ἡμερῶν· ὁ κ. Δ. Βινιεράτος αἰτεῖται ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν· ὁ κ. Β. Γρίβας αἰτεῖται τεσσαράκοντα ἡμερῶν τοιαύτην· ὁ κ. Ἀρ. Φωτήλας αἰτεῖται ὁμοίως 10 ἡμερῶν ἄδειαν. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, χορηγοῦνται αἱ ζητηθεῖσαι ἄδειαι. Θέλουσιν ἅπαντα ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Θανόπουλος ἐρωτᾷ «τί ἐγένετο σχετικῶς πρὸς τὸν καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ χάρτου Καρδίτσης».
§2ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διετάχθησαν τὰ δέοντα. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ἂν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀναβάλλοντες δι’ αὔριον τὰς ἀναφοράς, διότι θὰ εἶναι δύσκολον ἀπόψε ἕνεκα τῆς ἑορτῆς πολλῶν τῶν κυρίων συναδέλφων νὰ ἐπιστρέψωμεν μετὰ τὸ δεῖπνον.
§3Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καίτοι ἐπρόκειτο ἐπὶ τριῶν ἐρωτήσεων νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐπειδὴ πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς κωλυσιεργικὰς τάσεις καὶ νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν μομφὴν ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ καταστήσωμεν περισσότερον στεῖρον τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀποσυρόμεθα τέλος πάντων καὶ ἀφήνομεν ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§4ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ἓν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ν’ ἀναβάλω.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης δὲν συναινεῖ· ὑπάρχει ἄλλος τις μὴ συναινῶν; Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης «τί ἐνεργήθη ἐπὶ τῶν κατὰ τοῦ ἐφέτου Μ. Οἰκονόμου κατηγοριῶν».
§6Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐφέτης, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐρώτησις, ὑπέπεσεν εἰς πειθαρχικὰ παραπτώματα, κατεδιώχθη καὶ μετὰ τοῦτο παρεπέμφθη εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἵνα ἀποφανθῇ ἂν θὰ παραμείνῃ οὗτος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἢ θὰ ἀναχωρήσῃ.
§7ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε· ὑποθέτω ὅτι μετὰ πάντων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα διεβιβάσθησαν εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, διαβιβάζεται καὶ μία μακρὰ μήνυσις ἐκ μέρους 15 δικηγόρων τοῦ Ναυπλίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων καί τινες τῶν κυρίων συναδέλφων, διότι ἐν αὐτῇ ἀναφέρονται πράξεις, τὰς ὁποίας ἀναμφιβόλως θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἢ θὰ κρίνῃ προσηκόντως τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὥστε, ἂν εἶναι ἀληθῆ τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκείνῃ, ν’ ἀπαλλαγῶσιν αἱ δικαστικαὶ τάξεις ἑνὸς ἀνωτέρου δικαστικοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύεται ὅτι καὶ ἔργον τοκογλύφου ἀσκεῖ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν.
§8Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται αὐτά. Προκαταλαμβάνουσι τοὺς μέλλοντας νὰ κρίνωσιν.
§9Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄντος βεβαίου ὅτι ἀπηλλάγη διὰ πάντα ταῦτα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§11Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω ν’ ἀνακοινώσω συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἀνέπτυξα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐκδηλωθεῖσα δυσφορία εἶναι ἄγαν δεδικαιολογημένη. Ἡ ἀναφορὰ τῶν δικηγόρων ἐν Ναυπλίῳ ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμέ, ἀπετέλεσε τὴν βάσιν τῆς πειθαρχικῆς διώξεως, καὶ ὁμοῦ μὲ τὸ σύνολον τῶν ἀνακρίσεων ὑπεβλήθη εἰς τὴν ὁλομέλειαν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως δήμων καὶ κοινοτήτων». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 53 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης.
§13Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως συστήσητε εἰς τὸν κ. Παπαναστασίου τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του.
§14Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Παρεπονέθην καὶ προχθὲς ὅτι τὸ Προεδρεῖον παρέλειψε νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τὸ περὶ διανομῆς τῶν Ζαππείων κτημάτων.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μᾶς ἐδόθη ἡ πληροφορία ὅτι ἤθελε κατατεθῆ ἡ ἔκθεσις, καὶ ἀνεβάλομεν τὴν ἐγγραφήν, διὰ νὰ κατατεθῇ αὕτη. Ἤδη μᾶς παρέχεται ἡ πληροφορία ὅτι ἐντὸς τῆς σήμερον θὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις. Αὔριον θὰ ἐγγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, καὶ ἂν δὲν κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 53 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης.
§16Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐψηφίσθη προχθὲς τροχάδην τὸ ἄρθρον 34, τὸ ὁποῖον κανονίζει ἔξοδα παραστάσεως εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, καὶ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως ἀνακόψω τὴν ταχεῖαν πρόοδον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ὅμως εὑρισκόμεθα εἰς τὰς δαπάνας οὐχὶ πλέον διὰ τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ λοιπὸν προσωπικόν, θὰ ἤμην ἐναντίος πάσης δαπάνης, ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον καὶ ἂν ἐδίδετο, διότι τὰ ἔξοδα τῆς παραστάσεως ἐν Ἑλλάδι διδόμενα ὅπως καὶ τὰ γραφικὰ ἀποτελοῦσι κατὰ τὴν συνείδησιν παντὸς ὑπαλλήλου δικαίωμα ἄνευ ὑποχρεώσεως. Οὔτε ἐπὶ τοῦ μισθοῦ των νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι τόσον δικαίωμα, ὅσον ἐπὶ τῶν ἐξόδων παραστάσεως καὶ ἐπὶ τῶν γραφικῶν. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι χρησιμοποιοῦσι τὴν χειρίστην ποιότητα χάρτου, διότι νομίζουσιν ὅτι τὸν πληρώνουσιν ἐξ ἰδίων των. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπόν, ὅπως οὐδὲν ἔξοδον παραστάσεως δίδηται εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, καὶ εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν παρίσταται ἀνάγκη, τότε νὰ συνέρχηται καὶ νὰ ψηφίζῃ τὸ συμβούλιον διὰ τὴν παρουσιαζομένην ἀνάγκην. Διὰ προσωπικῶν γραμματέων καὶ κλητήρων βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο διὰ πάσας τὰς κοινότητας ἐκείνας, τὰς ὁποίας συμφώνως μὲ τὰς μέχρι τοῦδε ἐπικρατησάσας ἰδέας πρόκειται νὰ ἱδρύσωμεν. Μεταξὺ μιᾶς κοινότητος χωρικῆς καὶ μιᾶς πόλεως ὑπάρχει κολοσσιαία διαφορὰ, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὅ,τι εἶναι ὀρθὸν διὰ τὴν μικρὰν θὰ εἶναι τοιοῦτον καὶ διὰ τὴν μεγάλην. Ἐπειδὴ ὅμως δύνανται νὰ ἐπικρατήσωσι διάφοροι σκέψεις κατὰ τὴν ὁριστικὴν διατύπωσιν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπεθύμουν ἀπὸ ἀπόψε αἱ μικραὶ δαπάναι διὰ τὰς μικρὰς κοινότητας ν’ ἀφαιρεθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ ἤδη κοινότητες δὲν ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των, ἀλλὰ περιορίζονται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν προσόδων, τὰς ὁποίας ἔχουσι, καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν κοινοτικῶν ἔργων. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν, ἂν προσωρινῶς δοθῶσι τοιαῦτα καθήκοντα εἰς τὴν κοινότητα, πολὺ ταχέως θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Πολιτεία νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ καθήκοντα ταῦτα καὶ νὰ ἐμπιστευθῇ αὐτὰ εἰς ὑπαλλήλους ἰδίους τῶν κοινοτήτων, διότι τοιουτοτρόπως, ἀντὶ νὰ δημιουργήσωμεν ἐπιτροπὰς, ὅπως διοικῶσι τὰ κοινοτικὰ συμφέροντα, θὰ δημιουργήσωμεν ὑπαλλήλους πολίτας. Ἡ ὑποχρέωσίς των, ὅπως ὑπηρετήσωσι συμφέροντα τῆς Πολιτείας, θ’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιότητα αὐτῶν, ὅπως κανονίζωσι τὰς προσόδους τῆς κοινότητος. Εἰς μικρὰς κοινότητας οὐδενὸς κλητῆρος καὶ γραμματέως ὑπάρχει ἀνάγκη, τὰ δὲ μικρὰ καθήκοντα δύνανται νὰ τὰ ἐκτελέσωσι μόνοι, ἀλλὰ καὶ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν τύχῃ νὰ μὴ εἶναι τόσον ἐγγράμματοι, θὰ εἶναι φιλότιμοι, θὰ εὕρωσι τὸν ἐν τῷ χωρίῳ κατάλληλον, ὅπως παράσχῃ οὗτος τὰς βοηθείας του καὶ κρατήσῃ τὰς ὀλίγας ἐκείνας ἐγγραφάς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ ἀγαθοὶ ἀγρόται καὶ ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν ἐγγραφῶν κατὰ τὸ διπλογραφικὸν σύστημα θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρατήσωσιν εἰς ἓν δεφτέρι σημειώσεις ἀκριβεῖς, ὥστε, ὁπόταν θέλῃ ἡ Πολιτεία, νὰ ἐξελέγχῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν εἰσπράξεων. Βεβαίως εἰς κοινότητα μεγαλειτέραν, ὅπου τὰ κοινοτικὰ καθήκοντα θὰ εἶναι μεγαλείτερα καὶ ὅπου ἡ ἀντίληψις πρὸς παροχὴν ὑπηρεσίας λόγῳ κοινωνικοῦ συμφέροντος εἶναι ἐντελῶς διάφορος, εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ δαπάνη τις, ἀλλ’ εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας εἶναι καλλίτερον νὰ μὴ ὑπάρχῃ δαπάνη.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης.
§18Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀναγνωρίζω τὸν δημοδιδάσκαλον ὡς γραμματέα, ἀδιαφορῶν ἂν θὰ εἶναι ἔμμισθος ἢ ἄμισθος. Ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι τὴν δύναμιν τοῦ δημογραμματέως τοῦ σημερινοῦ, τὴν δύναμιν τὴν κομματικήν, ἡ ὁποία εἶναι μεγάλη, τὴν δύναμιν τοῦ δημάρχου εἰς τὸ μικρὸν χωρίον θὰ τὴν συγκεντρώνῃ ὁ δημοδιδάσκαλος, ὁ ὁποῖος, ἂν εἶναι ἐντόπιος, εἶναι πιθανὸν νὰ κάμῃ κομματικὴν χρῆσιν τῆς δυνάμεως ταύτης· τοιουτοτρόπως ἀσχέτως πρὸς τὸν φόβον, τὸν ὁποῖον θὰ ἔχῃ τις διὰ τὴν ἀκριβῆ λειτουργίαν τοῦ θεσμοῦ τῶν κοινοτήτων, θὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁ φόβος ὅτι θὰ διαφθαρῇ ὁ δημοδιδάσκαλος, θὰ προκληθῇ δὲ δυσαρέσκεια τοῦ ἡμίσεος τῶν κατοίκων κατὰ τοῦ διδασκάλου πλέον καὶ οὐχὶ κατ’ αὐτοῦ ὡς γραμματέως, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τοῦτο. Ἂν νομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἔχουσί τι οὐσιῶδες αἱ παρατηρήσεις αὗται, χωρὶς νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὰς γνώμας ἄλλων μὴ ὑπευθύνων διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἂς λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ.
§19Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις, διότι θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ποίαν γνώμην ἔχω ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ὡς πρὸς τὰς πρώτας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, τὰς ἀναγομένας εἰς τὰ ἔξοδα παραστάσεως, ἀρκεῖ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντι, ὅπως γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα κατὰ πάντα σύμφωνοι εἰς τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐξόδων, ὡς γίνεται οὗτος ἐν τῇ τροποποιήσει τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐσκέφθημεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀρνηθῶμεν ἔξοδα παραστάσεως, τοὐλάχιστον εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας, διὰ τοῦτο δέ, ὡς θὰ παρετήρησεν ἡ Βουλή, ἐν τῷ ἄρθρῳ 26 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀρχικῶς ὑπεβλήθη, ὡρίζετο ὅτι μόνον τὰ κατ’ ἐντολὴν τοῦ συμβουλίου γινόμενα ἔξοδα ἀποδίδονται εἰς τὸν πρόεδρον καὶ τοὺς συμβούλους· ἐθεωρήθη ὅμως ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἔξοδά τινα ἐκ τῆς παραστάσεως τῆς κοινωνικῆς, τὴν ὁποίαν διὰ τὸ ἀξίωμα θὰ ἔχῃ ὁ προϊστάμενος τοῦ συμβουλίου, ἅτινα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδίδωνται ἑκάστοτε διὰ ψηφισμάτων τῶν συμβουλίων, καὶ δι’ αὐτὸ ὡρίσθη ἐλάχιστον ποσόν, ὡς παρατηρεῖ ἡ Βουλή, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ μιᾶς ἑκάστης κοινότητος. Ἐθεωρήσαμεν δ’ ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι τόσῳ μικρόν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελῇ δέλεαρ διὰ τοὺς προέδρους τῶν συμβουλίων, δεδομένου ὅτι τὸ μεγαλείτερον ποσὸν εἶναι δραχ. 300, δύναται δὲ νὰ προστεθῇ κάτι περισσότερον διὰ τὰς μεγαλειτέρας κοινότητας. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας θὰ παρετήρουν ὅτι καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τόσον τῷ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντι, ὅσον καὶ ἐν τῷ τροποποιηθέντι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως τὰ καθήκοντα τοῦ γραμματέως ἀνατίθηνται εἰς ἕνα τῶν ἐγγραμμάτων συμβούλων ἀμισθί. Πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ πιθανὴ ἔλλειψις ἐγγραμμάτου δυναμένου νὰ διεξάγῃ τὰ ἔργα τοῦ γραμματέως, διότι πρόκειται ὄχι ἁπλῶς περὶ μικρᾶς τινος καταγραφῆς, ἀλλὰ περὶ συντάξεως ἀποφάσεων καὶ Πρακτικῶν· πρέπει ἄρα νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ γνωρίζων γράμματα. Τούτου δεδομένου, τῆς ἀνάγκης τουτέστι, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ἢ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ εἰς πολλὰς κοινότητας, καθ’ ἣν θὰ προσληφθῇ γραμματεὺς ἐκτὸς τοῦ συμβουλίου, ἐγένετο ἡ σκέψις ὅτι ὁ μᾶλλον ἐγγράμματος εἶναι ὁ δημοδιδάσκαλος, εἰς τὸν ὁποῖον διττῶς πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν—καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Ἀρκαδίας—. Πρῶτον διότι τὸν διδάσκαλον εὑρίσκομεν εὐθηνότερον γραμματέα, κατὰ τὴν διάταξιν δὲ τοῦ νομοσχεδίου τὴν ὑπ’ ἐμοῦ διατυπωθεῖσαν μέχρις 20 δραχμῶν ἐπιτρέπεται νὰ δοθῶσιν ὡς μισθὸς γραμματέως εἰς τὸν δημοδιδάσκαλον, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι δύνανται νὰ δοθῶσι καὶ 10, τὸ δὲ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ὁρίζει 10, ἀλλὰ πλὴν τούτου δὲν νομίζω ὅτι μέλλομεν νὰ φθείρωμεν τὸν δημοδιδάσκαλον ἢ νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν ὄργανον φατρίας ....
§20Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διατί νὰ δίδηται μισθὸς διὰ τὸν δημοδιδάσκαλον καὶ νὰ μὴ δίδηται εἰς ἕνα πολίτην ἐγγράμματον;
§21Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Διατί νὰ δίδηται μισθὸς εἰς τὸν διδάσκαλον καὶ ὄχι εἰς ἕνα ἐγγράμματον πολίτην;
§22ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ὅτι εἶναι προτιμότερος ὁ δημοδιδάσκαλος, ἀκριβῶς διὰ τὴν ἀποφυγὴν τοῦ φατριασμοῦ. Νομίζω δ’ ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν ἐδῶ καὶ ν’ ἀποκλείσωμεν τὸ στάδιον εἰς ἄλλους ἐκτὸς τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀφήσῃ νὰ διατυπωθῇ ὑπ’ ἐμοῦ τὸ ἄρθρον καὶ εἶτα νὰ φέρῃ ὅσας θὰ ἔχῃ παρατηρήσεις.
§23Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν τῇ σχετικῇ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου ὁρίζεται ὅτι «εἰς κοινότητας, ὧν τὰ πραγματοποιηθέντα ἔσοδα ἐτησίως δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 4000 δραχμῶν, τὰ καθήκοντα κλητῆρος ἀνατίθενται εἰς ἀγροφύλακα ἐπὶ ἐπιμισθίῳ 5 δραχμ. κατὰ μῆνα», ἀλλ’ ὑπάρχουσι κοινότητες, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἀγροφύλακας· τί θὰ γίνῃ εἰς αὐτάς;
§24Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ κάποιος περιορισμὸς εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 53, διότι λέγει ὅτι «διὰ κοινότητας, ὧν τὰ πραγματοποιηθέντα ἐτησίως ἔσοδα ὑπερβαίνουσι τὰς 40 χιλιάδας δραχμῶν, δὲν ἰσχύουσιν οἱ ἀνωτέρω περιορισμοί».
§25ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶπον, περιμείνατε νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον ὑπ’ ἐμοῦ. Θὰ περιστείλῃ πολὺ τὰς δαπάνας τὰς διατυπουμένας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§26Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσι κοινότητες, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν οὔτε 500 δραχμῶν ἔσοδα. Θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ὁρισθῇ ὅτι αἱ κοινότητες αἱ ἔχουσαι ἔσοδον ὀλιγώτερον τῶν 500 δραχμῶν οὐδεμίαν ἔχουσιν ὑποχρέωσιν.
§27ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διαγράψῃ ἐντελῶς τὸν δημοδιδάσκαλον, καὶ ν’ ἀνατίθηται ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἰς ἕνα τῶν ἐγγραμμάτων πολιτῶν ἐπὶ ἀντιμισθίᾳ ὡρισμένῃ, διότι δὲν εἶναι συμφέρον ν’ ἀπασχολῶμεν τοὺς δημοδιδασκάλους εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν.
§28Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προκειμένου νὰ διασκευασθῇ τὸ ἄρθρον εἰς τὴν τελευταίαν συζήτησιν, ὅπως μὴ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων ὁ διορισμὸς ἑνὸς τῶν δημοδιδασκάλων, ἀλλὰ νὰ καθορισθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου ὅτι θὰ διορίζηται ὁ νεώτερος ἢ ἕτερος ὡρισμένως.
§29ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ὁρίζω ὅτι, ὑπαρχόντων δύο δημοδιδασκάλων, οὐδέποτε δύναται τὸ δεύτερον ἔτος νὰ παραμένῃ ὁ αὐτὸς γραμματεύς.
§30Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ἀναγκαῖον παρὰ τὸν ὁρισμὸν δημοδιδάσκαλος νὰ τεθῇ ἢ ὑποδιδάσκαλος.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§32Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργός, τάσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος πρέπει νὰ εἶναι κατὰ προτίμησιν τὸ πρόσωπον διὰ τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως, ἀλλὰ μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ γραμματέως τούτου πρέπει νὰ περιορίζηται μόνον εἰς τὴν γραφικὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ἐξέφρασεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὅτι ὁ δημοδιδάσκαλος διαχειριζόμενος καὶ περαιτέρω ἐξουσίαν θὰ δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διαχείρισιν. Ἐπὶ παραδείγματι νομίζω ὅτι περιττεύει ἐξ ὁλοκλήρου ἡ προσυπογραφὴ τοῦ γραμματέως εἰς τὰ ἐντάλματα, ἵνα μὴ φέρῃ τὸν δήμαρχον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συναλλάσσηται μεταξύ του, ὅπως ἐπιτυγχάνῃ τὴν ὑπογραφὴν τῶν ἐνταλμάτων ὑπ’ αὐτοῦ. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 53–56 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 57).
§33Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, λέγει ὅτι διὰ τὴν δημοτικὴν φορολογίαν τοῦ σταφιδοκάρπου ἰσχύουσιν οἱ μέχρι τοῦδε κείμενοι νόμοι. Κατὰ δὲ τὰ μέχρι τοῦδε κρατοῦντα ἡ φορολογία ἡ δημοτικὴ τοῦ σταφιδοκάρπου διείπετο ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1894, τοῦ 1897 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1905, τοῦ ψηφισθέντος καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐθεσπίσθη ἡ Προνομιοῦχος ἑταιρεία, καὶ ὁ ὁποῖος ἐκύρωσε τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν φορολογίαν τοῦ σταφιδοκάρπου ἐπήρχοντο τὰ ἑξῆς ἄτοπα· ἦτο ὑποχρεωμένος ὁ εἰσάγων σταφιδόκαρπον ἐκ ξένου δήμου εἰς τὸν δῆμον, ἔνθα ὑπῆρχε τὸ ὑποκατάστημα τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας—ἢ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης τότε—νὰ βεβαιώνῃ διὰ τῆς πιστοποιήσεως τοῦ δημάρχου ἢ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ δήμου, εἰς ὃν εἰσήχθη ὁ σταφιδόκαρπος, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει τὸ ὑποκατάστημα, ὅτι πράγματι προέρχεται τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου ἐκ ξένου δήμου. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου εἶχεν ἀνάγκην νὰ τῷ πιστοποιήσῃ ἢ ὁ ἐνοικιαστὴς ἢ ὁ δήμαρχος ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος προέρχεται ἐκ ξένου δήμου, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν εἰσαγάγῃ εἰς τὴν ἀποθήκην τῆς Προνομιούχου, ἀλλὰ πολλάκις οὗτοι ἐκ λόγων συμφεροντολογικῶν ἠρνοῦντο τοῦτο. Δι’ αὐτὸ ἐξεδόθη τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1897. Ἀλλὰ πάλιν συνέβαινε τὸ ἑξῆς ἄτοπον· ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ ὁ δήμαρχος τοῦ δήμου, ἔνθα τὸ ὑποκατάστημα, ἐκ λόγων συμφεροντολογικῶν δὲν ἐβεβαίωνεν ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος δὲν εἶναι τοῦ δήμου του καὶ ὅτι εἶναι ἑτέρου δήμου, τοῦτο δ’ ἐξεβίαζε τὸν ἔμπορον καὶ τὸν παραγωγὸν ἢ νὰ τὸν δηλώσῃ ὡς σταφιδόκαρπον τοῦ δήμου, εἰς ὃν ὑπάγεται τὸ κατάστημα τῆς Προνομιούχου, ἢ νὰ πληρώσῃ ποσόν τι χρηματικόν, διὰ νὰ τῷ κάμῃ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν ἐπήρχοντο ζημίαι φοβεραὶ εἰς τοὺς δήμους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἠναγκασμένοι τὸν σταφιδόκαρπον νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τοὺς δήμους, ἔνθα ὑπάρχουσιν ἀποθῆκαι τῆς ἑταιρείας τῆς Προνομιούχου. Πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου ἐξεδόθη ἕτερον Διάταγμα τοῦ 1898, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ὁ δήμαρχος ἢ ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν ἤθελον νὰ βεβαιώσωσιν ὅτι ὁ σταφιδόκαρπος προέρχεται ἐξ ἑτέρου δήμου, εἶχε τὸ δικαίωμα τὴν βεβαίωσιν ταύτην ἀντὶ τοῦ δημάρχου ἢ τοῦ ἐνοικιαστοῦ νὰ κάμῃ ὁ ἔφορος ἢ ὁ ταμίας ἢ ὁ εἰρηνοδίκης. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος τούτου συνέβη ἄλλο ἄτοπον ἐξ ἀντιθέτου, διότι ὁ ταμίας, ὁ ἔφορος καὶ ὁ εἰρηνοδίκης δὲν ἦταν εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσωσιν ὅτι προέρχεται ἀπὸ ἄλλον δῆμον καὶ ἀπὸ ποῦ ἀκριβῶς, διότι δὲν ἐπρόκειτο οὔτε περὶ ἑνὸς οὔτε περὶ δύο δήμων, καὶ συνέβαινεν, ὥστε δῆμοί τινες νὰ ζημιῶνται εἰς ὄφελος ἄλλων δήμων, ἐνοικιασταί τινες νὰ ὠφελῶνται εἰς βάρος τῶν ἐνοικιαστῶν ἄλλων δήμων, νὰ ζημιῶνται δὲ καὶ οἱ παραγωγοὶ πρὸ πάντων. Πλὴν τοῦ Διατάγματος τούτου κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον τοῦ 1905, ὅστις ἐκύρωσε τὴν σύμβασιν τῆς Προνομιούχου, διὰ νὰ εἰσαχθῇ σταφιδόκαρπος, πρέπει συγχρόνως νὰ προσαχθῇ καὶ διπλότυπον πληρωμῆς τοῦ δημοτικοῦ φόρου τοῦ σταφιδοκάρπου· ἑπομένως ὁ ἔμπορος, ἐκτὸς τοῦ πιστοποιητικοῦ, ἐξ οὗ θὰ βεβαιοῦται ἀπὸ ποῖον δῆμον προέρχεται ὁ σταφιδόκαρπος, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσῃ καὶ διπλότυπον τῆς πληρωμῆς τοῦ δημοτικοῦ φόρου τοῦ σταφιδοκάρπου, καὶ πολλὰ ἄτοπα συνέβαινον ἐκ τῆς ἐλλείψεως διπλοτύπων εἰς χεῖρας τῶν παραγωγῶν, οἵτινες δὲν εἶχον εἰς χεῖράς των ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς τοῦ δημοτικοῦ φόρου, διότι ταύτην ἐλάμβανεν ὁ ἔμπορος, ὅστις ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὰ ὑποκαταστήματα τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας. Καὶ ταῦτα συνέβαινον καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ δῆμοι σχετικῶς ἦσαν ὀλίγοι. Ἤδη ὅμως μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον διαιρεῖ τοὺς δήμους, ἰδίως τοὺς δήμους τῶν σταφιδοφόρων μερῶν, εἰς τοὺς ὁποίους πάντα τὰ χωρία τοῦ σήμερον δήμου θ’ ἀποτελέσωσι κοινότητας, θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐξακριβοῦται ὁ σταφιδόκαρπος ἐκ ποίας κοινότητος προέρχεται, διότι εἰς τὰ σταφιδοφόρα μέρη ἀσφαλῶς θὰ ὑπάρχωσι πάμπολλαι κοινότητες. Ἀφοῦ λοιπὸν σήμερον ὑπάρχουσι τόσαι δυσχέρειαι καὶ τόσαι ζημίαι εἰς τὰς κοινότητας πρὸς ὄφελος ἄλλων, καὶ εἰς τοὺς παραγωγούς, διότι καὶ οἱ παραγωγοὶ σήμερον ὑφίστανται, ὡς εἶπον, ζημίας, διότι ὁ παραγωγὸς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὸν πληρώσῃ εἰς τὸν ἔμπορον, διότι ὁ ἔμπορος πάλιν ἐκ τοῦ νόμου ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσαγάγῃ τὸ διπλότυπον εἰς τὸ ὑποκατάστημα τῆς Προνομιούχου, φαντασθῆτε τί θὰ συμβαίνῃ εἰς τὸ μέλλον μὲ τὸν νέον θεσμόν. Ὁ παραγωγὸς θὰ πληρώνῃ 4% π. χ., ὅσος εἶναι ὁ φόρος, δὲν θὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς του κανὲν διπλότυπον, ὁ ἔμπορος, ὅστις πάντοτε ἐκ τῆς τιμῆς κρατεῖ καὶ τὸν δημοτικὸν φόρον ἀπὸ τὸν παραγωγόν, συμβιβαζόμενος πολλάκις μὲ τὸν ἐνοικιαστὴν ἢ τὸν δήμαρχον τοῦ δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπήγετο τὸ ὑποκατάστημα τῆς Προνομιούχου, καὶ πληρώνων μόνον τὸ ἥμισυ θὰ λαμβάνῃ διπλότυπον τοῦ δήμου, εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὁποίου ἦτο τὸ ὑποκατάστημα, εἰς βάρος τοῦ δήμου, ἐκ τοῦ ὁποίου προῆλθεν ὁ σταφιδόκαρπος· θὰ ἐγείρῃ ὅμως ἀγωγὴν ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ δήμου ἐκείνου, ἐξ οὗ παρήχθη ὁ σταφιδόκαρπος, κατὰ τοῦ φορολογουμένου, διότι ὁ φόρος αὐτοῦ δὲν ἐπληρώθη, ὁ φορολογούμενος θὰ ἔχῃ πληρώσει εἰς τὸν ἔμπορον, ἀπόδειξιν ὅμως δὲν θὰ ἔχῃ εἰς τὰς χεῖράς του καὶ θ’ ἀναγκάζηται νὰ διεξάγῃ δικαστικοὺς ἀγῶνας καὶ ὑφίσταται ἔξοδα, χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἀποδείξῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, καὶ θὰ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ καὶ αὖθις. Ὅθεν χάριν τοῦ συμφέροντος τῶν κοινοτήτων καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῶν σταφιδοπαραγωγῶν δέον νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ νὰ μὴ ἰσχύωσιν οἱ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντες νόμοι διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, οἵτινες εἶναι τελείως περιττοί, διότι οἱ νόμοι οὗτοι ἐτέθησαν οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρείας τῆς Προνομιούχου ἢ τῆς Σταφιδικῆς τοιαύτης, ἀλλ’ ἐτέθησαν πρὸς τὸ κακῶς ἐννοούμενον συμφέρον μόνον τῶν δήμων. Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ δῆμοι ἤδη ὑφίστανται σπουδαίας καὶ προφανεῖς ζημίας, ἐὰν διατηρηθῶσιν ἐν ἰσχύι αἱ διατάξεις αὗται τῆς φορολογίας τῆς δημοτικῆς ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται χάριν τοῦ συμφέροντος καὶ τῶν δήμων καὶ τῶν παραγωγῶν νὰ καταργηθῶσιν. Ἢ τοὐλάχιστον ἀντὶ τῶν διπλοτύπων νὰ ἔχωμεν τριπλότυπα, ὥστε καὶ οἱ παραγωγοὶ νὰ ἔχωσιν εἰς χεῖράς των ἀπόδειξιν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου.
§34Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑποβάλει τροπολογίαν;
§35Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Εἶναι ἁπλουστάτη· θὰ τὴν ὑποβάλω τώρα. Δύναται ὅμως νὰ κανονισθῇ, ὥστε αἱ διατάξεις αὗται νὰ μὴ ἰσχύωσι μόνον διὰ τὰς κοινότητας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ὑποκατάστημα τῆς Προνομιούχου, ὅπου ὅμως ὑπάρχει ὑποκατάστημα νὰ διατηρηθῶσιν ἐν ἰσχύι.
§36Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐὰν ἀντὶ διπλοτύπων χρησιμοποιηθῶσι τριπλότυπα, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν νὰ λαμβάνῃ ὁ φορολογούμενος, ἕτερον ὁ ἔμπορος καὶ νὰ παραδίδῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι ζημίαι, καὶ τὸ κακὸν θεραπεύεται.
§37Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Αὐτὸ εἶπον, νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος. Τὸ διπλότυπον πρέπει νὰ γίνῃ διὰ νόμου τριπλότυπον. Εἶναι ἀπαραίτητον αὐτό, διότι ἄλλως θὰ ἔχωμεν τραγέλαφον.
§38Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διατί, ἐὰν εἶναι ἀντὶ διπλοτύπου γίνῃ τριπλότυπον, θεραπεύονται τὰ κακά;
§39Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐὰν εἶναι τριπλότυπον, θὰ ἔχῃ ἓν ὁ παραγωγὸς εἰς τὰς χεῖράς του.
§40ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τότε τὸ μέτρον τῆς θεραπείας εἶναι πολὺ εὔκολον.
§41Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Θεραπεύονται τὰ ἄτοπα μόνον ὡς πρὸς τὸν παραγωγόν, οὐχὶ ὅμως καὶ ὡς πρὸς τὰς κοινότητας, διότι αἱ κοινότητες θὰ εὑρίσκωνται πάντοτε ὑπὸ τὰς αὐτὰς τραγελαφικὰς διατάξεις καὶ θὰ ὑφίστανται καὶ αὐταὶ ζημίας.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§43ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Προκειμένου νὰ ὁμιλήσητε, ἐὰν ἔχητε γενικωτέρας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, θὰ σᾶς παρεκάλουν, ἐπειδὴ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Κάβουρας, ἀνάγεται εἰδικῶς εἰς τὸν φόρον τῆς σταφίδος, ν’ ἀφήσωμεν τοὺς ἐκ τῶν σταφιδοφόρων μερῶν συναδέλφους νὰ ὁμιλήσωσιν, ὅπως ἐξαντληθῇ προηγουμένως εἰδικῶς τὸ ζήτημα, διὰ νὰ μὴ ἐπέρχηται σύγχυσις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ σταφίδος προκειμένου ποῖος θὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων; Ὁ κ. Γόντικας.
§45Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου τούτου 57 ἐτέθη ἀπὸ σκοπιμότητος μεγάλης ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διότι προκειμένου μὲν περὶ τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων λαμβάνεται πρόνοια εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον· οἱ φόροι σταφίδος, ἐλαίου καὶ ἐλαιῶν εἶναι ὅλως εἰδικοὶ φόροι, εἰδικοὶ κατὰ τὴν ἐπιβολήν, ἀλλὰ καὶ εἰδικοὶ καὶ κατὰ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως, διότι ναὶ μὲν εἶναι ἄμεσοι φόροι, ἀλλὰ διαφέρει πολὺ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν. Ὡς εἶναι γνωστόν, καὶ κατὰ νόμον καὶ κατὰ τρόπον εἰσπράττονται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, διότι ἡ σταφὶς εἶναι προϊόν, τὸ ὁποῖον δὲν καταναλίσκεται ἐν τῷ τόπῳ, ἀλλ’ ἐξάγεται. Ἂν δ’ ὑπάρχῃ καὶ μέρος προϊόντος καταναλισκομένου ἐν τῷ τόπῳ, βεβαίως τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογηθῇ.
§46Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Εἰσπράττεται εἰς τὸν τόπον ἀπὸ τοὺς παραγωγούς. Τρόπος εἰσπράξεως εἶναι ἡ ἐξαγωγή· ὁ ἔμπορος συμπεριλαμβάνει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς πληρωμὴν τοῦ δημοτικοῦ φόρου.
§47Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ τρόπος οὗτος τῆς εἰσπράξεως διαρκεῖ ἐπὶ 50 ἔτη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἄλλως. Εἶναι νομοθεσία ὁλόκληρος· εἶναι νόμοι πολλοί, οἱ ὁποῖοι χρήζουσι μελέτης, εἶναι δ’ ἀδύνατον διὰ μιᾶς διατάξεως ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ νὰ κανονίσητε τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος καὶ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Πρὸς τούτοις οἱ δημοτικοὶ φόροι ἐπὶ τῆς σταφίδος κυμαίνονται. Ὑπάρχουσι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι πληρώνουσι φόρον 8, ἄλλοι 3, ἄλλοι 4 κατὰ χιλιάδα, ὑπάρχουσι δὲ καὶ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ ὑπέγγυον τὸν φόρον τοῦτον τῆς σταφίδος. Ὑπηρετεῖ δηλ. ὡρισμένα δάνεια· δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἐλαττωθῇ κἂν ὁ φόρος τῆς σταφίδος, ἂν εἶναι προωρισμένος νὰ ὑπηρετῇ δάνεια, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσωμεν αὐτὸν οὔτε κατὰ ποσοστόν. Διὰ τοῦτο ἐλήφθη πρόνοια καὶ ἐτέθη ἡ παράγραφος 3 καὶ προσετέθη εἰς αὐτὴν καὶ ἡ περίοδος ὅτι ἀσκοῦσι τὰ κοινοτικὰ συμβούλια τὰς ἐξουσίας, αἵτινες ἀνατίθενται ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια. Ταῦτα λέγω, διὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ παράγραφος τρίτη εἶναι πολὺ σκόπιμος, καί, ἂν θέλωσι νὰ τροποποιήσωσι ταύτην, τότε δι’ ἰδιαιτέρου νόμου μετὰ πολλὴν μελέτην πρέπει νὰ πράξωσι τοῦτο. Σήμερον ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιήσωμεν τὴν φορολογίαν καὶ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Εἶναι δὲ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ φορολογία αὕτη, ἂν μείνῃ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο εἰς μίαν ἐπαρχίαν, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ εἰς ἄλλην. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὑποστηρίζων ταῦτα, ὅτι, εὐθὺς ὡς ληφθῇ πρόνοια ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸ γενικὸν οὕτως εἰπεῖν νομοσχέδιον τῶν κοινοτήτων, ἐκεῖ θὰ κανονισθῶσιν ὁπωσδήποτε τὰ κατὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων τούτων. Δηλαδή, ἐὰν ἀποφασισθῇ κατὰ διαφόρους κοινότητας νὰ εἰσπράττηται ὁ φόρος οὗτος, κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν θὰ εἶναι τοῦτο ἀδύνατον. Θὰ εὑρεθῶμεν λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δημιουργήσωμεν ἐδῶ τὰς τελωνειακὰς ζώνας, διότι, ἂν ὁρισθῇ ἡ μία κοινότης νὰ πληρώνῃ 3, ἡ ἄλλη 5 καὶ ἡ ἄλλη 6 δραχμάς, ἔχομεν ἐξησφαλισμένον ἀπὸ τοῦδε πλῆρες τὸ ναυάγιον. Σήμερον ὑπάρχουσι δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι ποσοστὸν φόρου ἄλλος μὲν 9 δρ., ἄλλος δὲ 3 δρ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ ὑποδιαιρέσωμεν εἰς τόσα τεμάχια τὴν φορολογίαν, ὅσαι εἶναι καὶ αἱ κοινότητες, διότι ἀσφαλῶς θὰ ἔχωμεν τόσας κλοπάς, ὅσας καὶ κοινότητας. Πληρώνεται καὶ σήμερον δημοτικὸς φόρος καὶ πληρώνεται εἰς τοὺς δήμους, δυνάμει εἰδικοῦ νόμου, κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ἐπιτροπὴ δ’ ἐκ τοῦ νόμου καθωρισμένη ὁρίζει καθ’ ὑπολογισμὸν τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς ἑκάστου δήμου. Ἂν συμβαίνῃ μικρά τις διαφορά, δὲν εἶναι σπουδαῖον τοῦτο. Ἀλλ’ ὁριζομένου τοῦ ποσοῦ γίνεται εἴσπραξις ἀπὸ κοινοῦ· κατατίθενται τὰ χρήματα εἰς τὸ κατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ μετὰ ταῦτα διανέμονται εἰς τοὺς δήμους ἀναλόγως τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον ἐσχημάτισεν ἡ ἐπιτροπή. Λειτουργεῖ οὕτω καλῶς τὸ σύστημα τοῦτο καὶ δὲν λαμβάνεται κἂν ἀνάγκη νὰ ἐνοικιάζηται ὁ φόρος, διότι τὰ χρήματα εἰσάγονται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Φαντάζομαι λοιπὸν ὅτι διὰ τοῦ γενικοῦ νόμου θὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα αὐτὰ κατὰ ζώνας περιλαμβανούσας ὡρισμένον ἀριθμὸν δήμων ἢ κοινοτήτων, διὰ μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ κανονίζῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸ ἀνῆκον κατὰ λόγον τῆς παραγωγῆς εἰς ἕκαστον δῆμον, καὶ οὕτω δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τακτικὴν φορολογίαν καὶ τακτικὴν εἴσπραξιν. Ἂν τοῦτο δὲν πράξωμεν, βεβαίως ναυαγοῦσι καὶ κοινότητες καὶ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι ποσοστὸν δημοτικὸν ἔχουσι τὸν φόρον τῆς σταφίδος. Νὰ μελετηθῇ λοιπὸν τὸ ζήτημα, καὶ νὰ μελετηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ οἰκονομικὸν μέρος, καὶ κατόπιν τῆς μελέτης ταύτης νὰ κανονισθῶσι τὰ πράγματα, διότι, ἐὰν θίξωμεν τὴν παράγραφον ταύτην, ἡ ὁποία προσετέθη τῇ ἐπιμονῇ μου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀπὸ λόγους σκοπιμότητος, τὰ πράγματα θὰ τὰ χειροτερεύσωμεν ἀντὶ νὰ τὰ βελτιώσωμεν καὶ δὲν θὰ ἠξεύρωμεν ποῦ θὰ εὑρισκώμεθα.
§48Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δύο ἄτοπα, κύριοι Βουλευταί, γίνονται κατὰ τὴν φορολογίαν. Τὸ πρῶτον ὅτι ὁ φορολογούμενος δὲν εἶχε πρόχειρον τὴν ἀπόδειξιν ὅτι κατέβαλε τὸν φόρον εἴτε εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν εἴτε εἰς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα, καὶ πολλάκις συνέβαινεν ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ζητῇ φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσεν εἰς τὸν δημοτικὸν εἰσπράκτορα, ἀλλὰ παρέδωκε καὶ τὸ διπλότυπον, τὸ ὁποῖον διεβιβάσθη εἰς τὰς διαφόρους Ἀρχάς. Αὐτὸ θεραπεύεται διὰ τῶν τριπλοτύπων, οὕτως ὥστε ἓν μὲν νὰ δίδηται εἰς χεῖρας τοῦ καταβαλόντος τὸν φόρον, ἓν νὰ διαβιβάζηται εἰς τὰς διαφόρους Ἀρχὰς καὶ ἓν νὰ κρατῇ ὁ ἐκδοὺς τοῦτο εἰσπράκτωρ. Τὸ ἕτερον ἄτοπον προέρχεται ὁσάκις συμπέσῃ δύο ὅμοροι δῆμοι νὰ ἔχωσι διάφορον φορολογίαν τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι κατὰ φαντασίαν ἄτοπον, διότι τώρα θὰ εἶναι εὔκολος ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ ἐξακρίβωσις ποῖος ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν συνήνεσε νὰ παραδώσῃ τὴν σταφίδα του εἰς τὸν ἔμπορον κοινοτικοῦ δήμου καὶ ἐφορολογήθη ὡς σταφιδόκαρπος προερχόμενος ἐξ ἄλλου δήμου φορολογουμένου ἠπιώτερον, θὰ ἐνδιαφέρηται διὰ τὸν δῆμον ὁ παραγωγός. Ὅταν δὲ συσταθῶσι κοινότητες καὶ τὰ πρόσωπα τὰ φορολογούμενα θὰ εἶναι ὀλίγα, ἐνοικιασθῆ δὲ ὁ φόρος, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν οὔτε ὁ φορολογούμενος νὰ ἀποκρύψῃ, οὔτε ἐνοικιαστὴς ἄλλου δήμου νὰ μετάσχῃ τοιαύτης ἀποκρύψεως, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ συναντήσῃ τὸ συμφέρον ὁλοκλήρου τῆς κοινότητος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ συμφέρον τοῦ παραγωγοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐὰν πρόκειται νὰ κερδίσῃ 2–3 δραχμάς, ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὅτι θὰ κερδίσῃ ταῦτα ὁ ἐνοικιαστής, ἀλλ’ ἐπὶ ζημίᾳ ἰδικῇ του, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους ὑπάρχει καὶ ποινικὸς νόμος τιμωρῶν τὴν τοιαύτην πρᾶξιν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει ἐπιφέροντες μόνον τὴν τροπολογίαν ταύτην τῶν τριπλοτύπων.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σταφιδικὸν ἔληξεν.
§50Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι γενικῶς καὶ ὄχι διὰ μακρῶν νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν περὶ τοῦ ὅλου ζητήματος τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν κοινοτήτων. Ἤδη συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου κάμνω νύξεις τινάς, διὰ νὰ ἴδω κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι διατεθειμένη νὰ φέρῃ τροποποιήσεις τινάς, διότι πρόκειται περὶ ἐπουσιωδῶν μέν τινων παρατηρήσεων, ἀλλὰ καὶ περί τινων τὰ μάλιστα οὐσιωδῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπορῶ πῶς διέφυγον τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσῃ κανεὶς νὰ γενικεύσῃ τὸν τρόπον τῶν ἐσόδων παρὰ τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, ἡ φύσις ἔχει διαιρέσει ταύτας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατος κοινὸς τρόπος κτήσεως ἐσόδων παρ’ ὅλων τῶν δήμων καὶ τῶν κοινοτήτων. Ἡ φυσικὴ διαίρεσις, ἐπαναλαμβάνω, καὶ σήμερον τῆς τελευταίας αὐτῆς διαβαθμίσεως τῶν ὀργανισμῶν τοῦ δημοσίου δικαίου εἶναι τριπλῆ· εἶναι ἡ πόλις, εἶναι ἡ κωμόπολις, εἶναι καὶ τὸ χωρίον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἑνώσασα δήμους καὶ κοινότητας ὥρισε τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον αὐταὶ θὰ ὁρίζωσι τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων ἔργων ἔσοδα. Ἀλλά, ὁσονδήποτε καὶ ἂν γράφηται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ἀδύνατον ἐπὶ παραδείγματι ἀπὸ τὴν πόλιν νὰ εἰσπραχθῇ ἔρανος. Ἔρανος εἶναι κάτι τι ἀφύσικον διὰ τὴν πόλιν· ἡ πόλις φυσικά, καὶ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁρίζῃ τοῦτο τώρα, διὰ τοῦ χρόνου θ’ ἀποκτήσῃ ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους· ἡ πόλις θὰ ἔχῃ τὰ δικαιώματα, ὡς ἔχει καὶ τὸ Κράτος, διότι ἄλλως δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προορισμὸν αὑτῆς. Ἡ προσωπικὴ ἐργασία εἶναι γράμμα κενὸν διὰ μίαν πόλιν, διότι οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ οὔτε πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Οἱ πολῖται παρέχουσιν, οἱ πολῖται κερδίζουσι, καὶ διὰ τοῦ νομίσματος δύνανται νὰ μετάσχωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων ἔργων καὶ οὐχὶ διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, ἐνῷ ἐξ ἄλλου εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ συμβολὴ τοῦ ἀγρότου διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας. Ὁ ἀστὸς ἔχει τὸ χρῆμα, καὶ δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ προσωπικὴν ἐργασίαν, καὶ διαθέτων προσωπικὴν ἐργασίαν δὲν διαθέτει τίποτε, διότι δὲν δύναται νὰ ἐργάζηται. Οὔτε δὲ τὸ διπλοῦν σύστημα ἐφαρμοζόμενον εἶναι ὀρθόν, ὅτι θὰ ὁρισθῇ προσωπικὴ ἐργασία, καὶ ὁ μὴ παρέχων ταύτην θὰ παράσχῃ ἰσότιμον ποσὸν εἰς χρῆμα. Μόνον ὡς ποινὴ δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῶν ἀγροτῶν, διότι δύναται πᾶς τις νὰ παράσχῃ προσωπικὴν ἐργασίαν, καὶ εἰς ἐκεῖνον ἐκ τῶν ἀγροτῶν, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ παράσχῃ τοιαύτην προσωπικὴν ἐργασίαν, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἡ τοιαύτη πληρωμὴ ὡς ποινή.
§51Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶναι σκλάβοι αὐτοί!
§52Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κανεὶς δὲν εἶναι σκλάβος. Πάντες εἴμεθα δοῦλοι τῶν ἰδίων ἡμῶν συμφερόντων. Σκλάβος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δουλεύει χωρὶς νὰ θέλῃ ἀφ’ ἑνὸς καὶ χωρὶς νὰ ἐλπίζῃ τι ἐκ τῆς ἰδίας ἐργασίας ἀφ’ ἑτέρου. Πάντες οἱ ἄλλοι εἴμεθα δοῦλοι τῶν ἰδίων ἡμῶν ἀναγκῶν, τῶν ἰδίων ἡμῶν συμφερόντων. Ἡ κοινότης βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ χρέη, ἢ μᾶλλον τὸ χωρίον δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ χρέη, διότι χρέη δὲν πρέπει νὰ συνάψῃ· ἐξ ἄλλου ἡ πόλις πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπέραντον τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἄλλο ζήτημα ἂν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως μὴ τὸ προϊὸν τῶν δανείων κατασπαταλᾶται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ πόλις ἔχει πλείστους ὅσους σκοποὺς νὰ θεραπεύσῃ, καὶ ἑπομένως τὸ δικαίωμά της πρέπει νὰ εἶναι ἀπεριόριστον. Ἡ κωμόπολις ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ κατά τι τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ κάπως περιωρισμένον. Συνεπῶς ἡ καταγραφὴ τοῦ τρόπου τῆς ἀποκτήσεως τῶν ἐσόδων γενικῶς διὰ τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτυχής. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς διαγράφεται καὶ πρόσθετον εἶδος πορισμοῦ ἐσόδων, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶχε γράψει, τὰ τέλη καὶ δικαιώματα. Τέλη κατὰ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ ἐπιστήμη, καὶ οὐχὶ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, εἶναι ἡ πληρωμὴ ἀντὶ παροχῆς ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν. Ἐπὶ παραδείγματι, ἐὰν ἡ Πολιτεία κατασκευάσῃ μίαν ὁδὸν ἢ κατασκευάσῃ μίαν γέφυραν, ὁ χρησιμοποιῶν τὴν γέφυραν ἢ τὴν ὁδὸν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν ὡρισμένου τέλους, διότι παρέχεται εἰς αὐτὸν ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ κοινότης ἢ ἡ κοινωνία ἐν γένει δὲν ἤθελεν ἐκτελέσει τὸ ἔργον τοῦτο. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς τελῶν καὶ δικαιωμάτων δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι σημείου τινὸς τῆς ἐπιβολῆς διοδίων. Δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς ἐπιβολῆς διοδίων γεφυρῶν, τὰ ὁποῖα ἰσχύουσιν ἀκόμη μέχρι σήμερον καὶ εἰς μέρη πολὺ προηγμένα ἡμῶν. Προχωρῶν λέγω τινὰ καὶ ἐπὶ τῶν ἀκολούθων ἄρθρων, διότι δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συνδέσω πάντα ταῦτα καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ ἐπιτροπή, θέλουσα νὰ κανονίσῃ τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐμμέσους; ἐπεφυλάχθη δι’ ἰδιαιτέρου νόμου νὰ κανονίσῃ αὐτούς. Τὰ τῶν ἀμέσων ὅμως φόρων προσεπάθησε νὰ κανονίσῃ μετά τινος ἐνδιαφέροντος ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποβάλλωνται εἰς αὐτούς. Βλέπω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἓν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν δυναμένων νὰ καταβάλωσι τοὺς ἀμέσους φόρους. Οἱ ἄμεσοι φόροι δύνανται νὰ εἶναι εἰς οἱονδήποτε ποσὸν ἢ καὶ εἰς μικρὸν ποσόν, ἀλλὰ νὰ βαρύνωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ φέρωσι τὰ βάρη, οἱ δ’ ἔμμεσοι φόροι πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένοι. Καὶ τοῦτο μοὶ γεννᾷ τὴν μεγίστην ἀπορίαν. Ἀπορῶ πῶς ἡ ἐπιτροπὴ διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ μεγίστου καὶ σοβαρωτάτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ζητήματος φορολογικοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτῶσιν αἱ προηγμέναι πόλεις τὴν λύσιν τῶν ὅλων ζητημάτων τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Εἶναι ἡ φορολογία τῆς αὐξανούσης ἀξίας, ἡ φορολογία τοῦ ἐδάφους, τῶν οἰκοπέδων, ἡ ὁποία πρέπει νὰ περιέρχηται ἢ καθ’ ὅλον τὸ ποσὸν ἢ κατὰ τὸ περισσότερον μέρος εἰς τὴν κοινότητα. Καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι τὸν ὅρον τῆς ἀδηλώτου αὐξήσεως, λέγω ὅτι αἱ πόλεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δημιούργημα οὐχὶ τῶν κατόχων τῶν οἰκοπέδων, ἀλλὰ τοῦ λαοῦ, αἱ πόλεις αὐταὶ προάγονται καὶ τὸ ἔδαφος αὐτῶν αὐξάνεται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος σημαντικῶς. Εἰς αὐτὰς τὰς Ἀθήνας ἡ ἀξία τῆς γῆς ηὔξησε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη κατὰ ποσὸν ἀνυπολόγιστον, διὰ τῆς τοιαύτης δ’ αὐξήσεως ὁ κάτοχος τοῦ οἰκοπέδου οὐδεμίαν θυσίαν παρέσχε· μόνον ἔκλεισε τὸν χῶρον αὐτὸν ἀπὸ τὴν κοινὴν χρῆσιν ἐπὶ σκοπῷ κέρδους, χωρὶς νὰ καταβάλῃ οὐδεμίαν δαπάνην ἢ οὐδένα κόπον. Ἡ τοιαύτη αὔξησις δὲν πρέπει νὰ περιέλθῃ κατ’ οὐδένα λόγον, τοὐλάχιστον ὁλόκληρος, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔκαμον τίποτε, ὅπως ἀποκτήσωσι τὸ κέρδος τοῦτο. Ἡ αὔξησις ἀνήκει εἰς τὴν κοινωνίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ηὔξησε καὶ ἐμεγαλύνθη ἡ πόλις, ὀφείλεται εἰς τὸν δῆμον, ὅπως ἐκτελέσῃ ἔργα, ὥστε νὰ κατασταθῇ εὐχάριστος διαμονὴ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὐχὶ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ αὐξάνουσι τὴν πόλιν, ἀλλὰ νὰ προκαλέσῃ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσιν εἰς τὰ κάλλη τῆς πόλεως καὶ εἰς ἄλλας ἀναπαύσεις, τὰς ὁποίας παρέχει, ὅταν προσέρχωνται εἰς τὴν πόλιν ταύτην. Ὑπὲρ τὰς ἑκατὸν Γερμανικὰς πόλεις ἔχουσιν ἐφαρμόσει τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας, τῆς ἀδηλώτου αὐξήσεως, καὶ τὸ καλὸν αὐτὸ αὐξάνει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος πρὸς χάριν καὶ τοῦ λαοῦ καὶ γενικῶς τῆς ἐπιστήμης καὶ—πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων — οὐχὶ τῆς σοσιαλιστικῆς, ἀλλ’ ἀκριβῶς τῆς ὀρθοδόξου ἐπιστήμης, ἡ ὁποία τὸν φόρον τοῦτον εὑρίσκει ὡς τὸν κράτιστον τῶν φόρων.
§53ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων;
§54Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐξηγήθην. Ὁ φόρος τῶν οἰκοπέδων ἐπιβαλλόμενος κατὰ στρέμμα δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται ἐν Ἀθήναις. Ὑπάρχουσιν οἰκόπεδα, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἰς κεντρικὸν μέρος τῶν Ἀθηνῶν καὶ πρέπει νὰ φορολογῶνται, ὑπάρχουσι δὲ οἰκόπεδα εἰς τὰ προάστεια, τὰ ὁποῖα δὲν φορολογοῦνται, διότι δὲν ἐγένοντο ἐμπορικὰ καταστήματα ἢ πλατεῖαι. Ἐὰν ἡ Πολιτεία κατασκευάσῃ τροχιοδρομικὴν γραμμὴν εἰς ἀγρούς, οἱ ἀγροὶ θὰ γίνωσιν οἰκόπεδα, ἡ αὔξησις θὰ ἐπέλθῃ, καίτοι ὁ κάτοχος τοῦ οἰκοπέδου εἰς οὐδεμίαν δαπάνην θὰ ἐπιβληθῇ. Τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς αὐξανούσης ἀξίας, πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ θυλάκια τῆς κοινωνίας. Ἐὰν ὁ δῆμος θέλῃ νὰ σχηματίσῃ μίαν πλατεῖαν εἰς ἓν μέρος, ὅπου ἡ ἀξία τοῦ οἰκοπέδου ἔχει ὡρισμένην τιμὴν καὶ ἡ ἀξία αὐξάνει καταπληκτικῶς, τὴν ἀξίαν αὐτὴν πρέπει νὰ κερδίσῃ ὁ δῆμος, ὁ ὁποῖος ἐπετέλεσεν ἔργα, ὅτε δὲ λέγω δῆμος, ἐννοῶ τὴν κοινωνίαν, τὸν λαὸν καὶ οὐχὶ τὸν κάτοχον τοῦ οἰκοπέδου. Βεβαίως, ὅταν ἡ τοιαύτη φορολογία δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, ἐὰν τὸ 58ον ἄρθρον ψηφισθῇ ὡς ἔχει, βεβαίως αἱ ἑλληνικαὶ πόλεις δὲν θὰ προαχθῶσι ποτέ, δὲν θέλουσι προαχθῆ ἐφ’ ὅσον, ὡς λέγει τὸ ἄρθρον, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ πρόσθετος φορολογία ὑπὲρ τοῦ δήμου ἢ τῆς κοινότητος ἐπὶ τῶν ὑποκειμένων εἰς ἄμεσον δημοσίαν φορολογίαν ἀντικειμένων μέχρι 10% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἢ 1% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου ἀντικειμένου».
§55Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 59.
§56Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 61.
§57Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἔπειτα.
§58Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔθιξεν ἡ ἐπιτροπή, ἐν σχέσει πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ ἐλαίου: Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου πίπτει ἐπὶ τοῦ παραγομένου καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ παράγοντος· ἡ φορολογία εἶναι ἐπὶ τοῦ φορολογουμένου πράγματος καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ προσώπου· δὲν εἶναι ἀδιάφορον ποῖος θὰ παραγάγῃ τὸν σταφιδόκαρπον, διὰ νὰ κανονισθῇ ἡ φορολογία ἐπ’ αὐτοῦ. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως καὶ αἱ πόλεις μὴ ἀκολουθήσωσι τὸ παράδειγμα τῶν Πολιτειῶν. Ἐφ’ ὅσον ἡ σταφὶς αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ὑπόκειται εἰς ὡρισμένην φορολογίαν, ἡ τοιαύτη φορολογία εἶναι ἴση πρὸς τὴν ἔμμεσον φορολογίαν· πρέπει νὰ φορολογηθῇ ὁ παραγωγὸς ἐξαιρετικῶς, διὰ δὲ τὴν φορολογίαν τοῦ δήμου πρέπει νὰ εἶναι γνωστὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παράγει τὸν σταφιδόκαρπον. Ἀναμφιβόλως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει κτήματα, πρέπει νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν δαπάνην τοῦ δήμου, βεβαίως ἡ αὔξησις καὶ ἡ πρόοδος τοῦ δήμου θὰ ἐπιφέρῃ καὶ πρόοδον ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων, δυνατὸν ὅμως καὶ οὐδεμίαν νὰ ἐπιφέρῃ ἀξίαν ἐπὶ τῶν κτημάτων, πάντως ὅμως δὲν ἐπιφέρει ὠφέλειαν εἰς τὸν δῆμον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ φορολογία πρόκειται νὰ ἐπιβάλληται εἰς ἕνα δῆμον, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ φορολογῆται ὁ παράγων σταφιδόκαρπον εἰς τὸν δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον κεῖται τὸ κτῆμά του, καὶ ὄχι εἰς τὸν δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον κατοικεῖ. Δυνατὸν νὰ εἶναι ἓν μικτὸν σύστημα, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ δίκαιον. Ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, ὅπως ὁρίζει, δὲν θὰ εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ σταφιδοκάρπου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐν γένει παραγωγῆς. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅπως καὶ γενικώτερον ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§59Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τοὺς παλαιοτέρους χρόνους τὰ χωρία εἶχον ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν τύχην των, ἐπειδὴ ἀπετέλουν ἀνοργάνωτον κοινότητα, ἐφρόντιζον μόνα των τὰ χωρία νὰ προικίζωνται μὲ πόρους. Πρὸς τοῦτο ἐγίνοντο διάφοροι δωρεαὶ ἢ καὶ συνεισφοραὶ πρὸς τοὺς ναοὺς καὶ εἰς τὰ διάφορα χωρία, καὶ βλέπομεν ναοὺς ἔχοντας περιουσίαν μεγάλην. Αἱ πρόσοδοι τῶν ναῶν χρησιμεύουσι διὰ τὰς τοπικὰς ἀνάγκας· δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον καὶ πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἔχομεν κοινότητας, χωρία μᾶλλον εὐημεροῦντα, διότι ἔχουσι πραγματικοὺς πόρους. Ἤδη παρατηρῶ εἰς τὸ ἄρθρον 57 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ 62 ὅτι τὰ περισσεύματα ἐκ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν θεωροῦνται ὡς δυνητικαὶ πρόσοδοι τῶν δήμων· νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν ὡς ἀναγκαστικαὶ πρόσοδοι τῶν δήμων.
§60ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Λησμονεῖτε ὅτι αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς ὡρισμένον ταμεῖον.
§61Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἡ περιουσία τῶν ναῶν δὲν ἀνήκει εἰς αὐτούς, ἀλλὰ πραγματικῶς εἰς τὸ χωρίον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀνοργάνωτος κοινότης. Ἐν Τουρκίᾳ, ὅπου ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τῶν κοινοτήτων, καί, ἂν ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ τὸ ὡμολόγει, τὰ περισσεύματα τῶν ἐνοριακῶν ναῶν χρησιμοποιοῦνται πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κοινοτικῶν ἀναγκῶν.
§62Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἶναι, κύριοι Βουλευταί, εὐνόητος ἡ σπουδαιότης τοῦ ἄρθρου τούτου. Δὲν ἀρκεῖ ἡ καλλιτέρα ὀργάνωσις ἡ διοικητικὴ τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, διὰ τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε καταγινόμεθα, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσιν οἱ πόροι οἱ ἀναγκαῖοι πρὸς συντήρησιν τοῦ δήμου. Ἐὰν ἐξ ἀρχῆς μάλιστα ἀποτύχωμεν εἰς τὸ οἰκονομικὸν μέρος, τὸ ἔργον κινδυνεύει καθ’ ὁλοκληρίαν. Εἶναι ὡς εἷς νεαρὸς φυσικὸς ὀργανισμὸς ζωικὸς ἢ φυτικὸς νὰ μὴ ἔχῃ ἀρκετὴν τροφήν. Καὶ εἰς τοὺς δήμους λοιπόν, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἡ τροφὴ αὕτη ἀρχῆθεν, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμέν ποτε διοίκησιν εὔρωστον. Καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λοιπὸν ἐπιβάλλεται μεγάλη προσοχὴ εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Ὑπὸ τὰς ἰδέας ταύτας ἐμελέτησα τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ὁρίζει ὑπὲρ τῶν ἀπόρων δήμων τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν κατέληξα νὰ εἶμαι πολὺ αἰσιόδοξος ὡς πρὸς τὴν ἐπάρκειαν. Οἱ δῆμοι, ὡς εἶπον προηγουμένως, εὑρίσκοντο εἰς ὄχι καλὴν κατάστασιν. Τώρα, ὅτε διαιροῦμεν αὐτούς, ἔχομεν πολὺ πλέον ἀνάγκην καλλιτέρων οἰκονομικῶν, καθόσον δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ἐπειδὴ πρότερον ἦσαν συστημέναι πολλαὶ κοινότητες, ἡ διοίκησίς των ἦτο οἰκονομικωτέρα. Τώρα θὰ γίνωσι διάφορα νομικὰ πρόσωπα μὲ διάφορον διαχείρισιν. Τοῦτο ἐνόησεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἠθέλησε νὰ καλλιτερεύσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῶν δήμων, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον χαρίζει πρὸς τοὺς δήμους τὰ πρὸς τὸ Δημόσιον ἕνεκα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως χρέη των, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὰ χρέη ταῦτα πρέπει νὰ καταργηθῶσι. Δεύτερον δ’ ἐπροικοδότησε τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεῖχον κατὰ παράκλησιν ἐθνικὰ λιβάδια, μὲ τὰ λιβάδια αὐτά. Ἡ ἐπιτροπὴ δηλ. ἐθεώρησε καλὸν νὰ δώσωμεν τὰ ἐθνικὰ λιβάδια εἰς τοὺς δήμους, ἵνα ἀποτελέσωμεν νέαν περιουσίαν αὐτῶν, νὰ ἔχωσιν ἐξ αὐτῶν μίαν πρόσοδον. Ἄριστον τὸ μέτρον· τίς δύναται νὰ τὸ ψέξῃ; Ἐλυπήθην μάλιστα, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέφρασε συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 10 δισταγμούς τινας, ἤτοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀφέσεως τῶν χρεῶν. Θεωρῶ ὅτι καὶ τὰ δύο ταῦτα μέτρα εἶναι ἀναγκαιότατα πρὸς ἐξασφάλισιν καλλιτέρων οἰκονομικῶν τῶν νέων ἱδρυμάτων. Ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος, ἤτοι καὶ τῆς τῶν χρεῶν ἀφέσεως καὶ τῆς διὰ τῶν λιβαδίων προικοδοτήσεως, πάλιν δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι οἱ δῆμοι εὑρίσκονται ἐν ἐπαρκείᾳ, καὶ κάμνω τὴν ἑξῆς σκέψιν. Μεταξὺ τῶν 2200 δήμων μόλις 300 εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προικοδοτούμενοι μὲ τὰς ἐθνικὰς γαίας θ’ ἀποκτήσωσιν ἰδιοκτησίαν καὶ θὰ ἔχωσιν ἐξ αὐτῶν προσόδους. Ἑπομένως οἱ λοιποὶ διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ οὐδὲν ἀποκτῶσιν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ γενικώτερόν τι μέτρον περὶ τούτου; Εἶναι δυνατὸν νὰ προικισθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι δῆμοι; Αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι σχεδὸν διετέθησαν, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἀδιάθετοι, αἵτινες δύνανται διὰ τὸν ἴδιον λόγον, δι’ ὃν τὰ λιβάδια, νὰ παραχωρηθῶσιν ὡς ἰδιοκτησία τῶν δήμων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ Δημόσιον δύναται, φρονῶ, καὶ ἄλλως νὰ συντρέξῃ τὰς κοινότητας, παραχωροῦν εἰς αὐτὰς μέρος τοῦ φόρου τῶν ἐγγείων προσόδων. Ἡ δὲ πρότασις αὕτη εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐγὼ δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ σκεφθῶ περὶ τούτου, ἐὰν δὲν εἶχον περιφανῆ καὶ ἐπίσημα παραδείγματα ὅτι τοιοῦτον ἐγένετο καὶ ἄλλοθι. Ἀπὸ τοῦ 1906 εἰς τὴν Πρωσσίαν δὲν ὑπάρχει ἔγγειος φόρος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Πάντες παρεχωρήθησαν εἰς τοὺς δήμους. Ὅτε, Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Michaelis ἀνεθεώρησε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ προσέθεσε καὶ τὸν ἐπιπρόσθετον, τότε συγχρόνως προέτεινεν ὅτι πάντες οἱ ἔγγειοι φόροι πρέπει ν’ ἀφεθῶσι, καὶ ἀφέθησαν τῳόντι εἰς τοὺς δήμους. Ἐρωτῶ λοιπόν· ἐὰν σήμερον τὸ Δημόσιον ἀποβλέπον εἰς τὴν καλλιτέραν διαρρύθμισιν τῶν δήμων ἀπεφάσιζε ν’ ἀφήσῃ τὸ ¼ π. χ. τῶν ἐγγείων φόρων ὑπὲρ αὐτῶν, δὲν θὰ ἦτο τοῦτο συμφέρον τοῦ τόπου, ἀφοῦ ἐκ τῆς εὐημερίας τῶν δήμων ἐξαρτᾶται καὶ ἡ εὐημερία τοῦ Δημοσίου; Ῥίπτω τοῦτο ὡς μίαν ἰδέαν ὑπὸ τὴν σκέψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι τὸ ἔργον του αὐτὸ τῶν νέων δήμων ἔχει ἀνάγκην πρὸ πάντων οἰκονομικῶν βάσεων. Διότι, Κύριοι, τί θ’ ἀποδώσωσιν οἱ πόροι οἱ ἐνταῦθα ὡς δημοτικοὶ ἀναφερόμενοι; Οἱ ἔρανοι ἐφηρμόσθησαν καὶ ἀπέτυχαν. Ὁ νόμος τοῦ 1835 περὶ φθορᾶς τῶν δένδρων ἐφηρμόσθη, ἀλλ’ ἀπέτυχε τελείως, διότι οἱ δῆμοι οὐδὲν εἰσέπραξαν. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ὅπου εἰδικῶς ἐπετράπησαν εἴς τινας δήμους ἔρανοι καὶ ἠθέλησαν νὰ προβῶσιν εἰς ἐράνους, γενικὴ ἐπηκολούθησε κατακραυγή. Λοιπὸν ἐπὶ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπέτυχε, θὰ στηριχθῶμεν; Εἶναι ὡς νὰ θεμελιῶμεν ἐπὶ τῆς ἄμμου. Ἔχομεν ἀκόμη τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν, ἀλλ’ ἡ προσωπικὴ ἐργασία εἶναι τὸ ἀδικώτερον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, καθόσον καταντᾷ κεφαλικὸς φόρος. Διὰ κεφαλικῶν φόρων θὰ κυβερνηθῶσιν οἱ δῆμοι; Ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἀνέπτυξε πολὺ ὀρθῶς σύστημα ἄλλο φορολογικὸν δικαιότερον καὶ ἰδίως τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Πάντα ταῦτα λοιπὸν ἔχων ὑπ’ ὄψει διστάζω νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ διατύπωσις ἡ οἰκονομική, ὅπως γίνεται, θ’ ἀσφαλίσῃ τὴν ἐπάρκειαν τῶν δήμων. Ἕνεκα τούτου ὑποβάλλω πρότασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον θὰ παραχωρήσῃ ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων ὑπὲρ τῶν δήμων τὸ ¼ κατ’ ἀρχάς, θὰ ἴδωμεν δὲ ἂν θὰ ἔχωμεν ἐπάρκειαν ἢ ὄχι· τοὐλάχιστον δὲν πρέπει νὰ εὑρεθῶμεν ἐντελῶς ἄοπλοι ἀπέναντι τῶν ἐνδεχομένων.
§63Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Καὶ τὸ Δημόσιον πῶς θ’ ἀντικαταστήσῃ ἔπειτα αὐτοὺς τοὺς φόρους;
§64ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ φόρος τοῦ μέλλοντος. Ἐπὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ θὰ στηριχθῇ, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος δίκαιος φόρος, δι’ οὗ καταβάλλει ἕκαστος ἀναλόγως τῶν δυνάμεών του.
§65Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρου 57 δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς διατάξεις μόνον τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὁλόκληρον τὸ σχετικὸν κεφάλαιον τοῦ νομοσχεδίου τὸ περιλαμβανόμενον εἰς τὰ ἄρθρα 57–72, διότι τὸ προκείμενον ἄρθρον πραγματεύεται ἐν συναφείᾳ πρὸς τὰ λοιπὰ ἀκριβῶς τὸ θέμα τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν ἱδρυομένων κοινοτήτων καὶ δήμων, τὸ θέμα τῆς φορολογικῆς ἐξουσίας τῶν πρώτων αὐτῶν μονάδων τῆς καθισταμένης αὐτοδιοικήσεως διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Τὰ ἄρθρα ταῦτα θίγουσι τὸ καίριον ζήτημα, τίνα θὰ εἶναι καὶ κατ’ ἀκολουθίαν πόσα θὰ εἶναι τὰ οἰκονομικὰ ἐφόδια τῶν ἱδρυομένων κοινοτήτων, κατὰ τίνα τρόπον αἱ ἀνάγκαι τῶν κοινοτήτων προβλέπεται ὅτι θέλουσι πληρωθῆ, τίνες ἐξουσίαι φορολογικαὶ θ’ ἀπονεμηθῶσιν εἰς τὰς κοινότητας καὶ ποῖα δικαιώματα θὰ ἔχωσιν αὗται ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν δαπανῶν. Τὰ ζητήματα ταῦτα ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσιν ὑπὸ τὴν πρακτικὴν αὐτῶν μορφὴν ὁλόκληρον τὸ μέγα ζήτημα τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ ἢ τοιαύτης ῥυθμίσεως τῶν ζητημάτων τούτων, τοῦ εὐστόχου ἢ ἀστόχου αὐτῶν κανονισμοῦ ἐξαρτᾶται κατὰ μέγα μέρος ὁλόκληρος ἡ ἐπιτυχία τοῦ θεσμοῦ ἢ ἡ ἀποτυχία αὐτοῦ. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως ἀναπτύξω τὰς ἀρχάς, ἀφ’ ὧν ὡρμήθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ διατάξει τῶν ἄρθρων τῶν σχετικῶν τοῦ σχεδίου αὐτῆς, νομίζων ὅτι ἡ σπουδαιότης τοῦ θέματος ἐπιβάλλει τὴν λεπτομερῆ αὐτῶν ἀνάλυσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ κρίσει αὑτῆς ἄγεται ἐκ τῶν σκέψεων ὅτι πρωτίστως πρέπει νὰ καθορίσῃ ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων κατώτατόν τι ὅριον οἰκονομικῶν ἐφοδίων, κατώτατόν τι ὅριον προσόδων, αἱ ὁποῖαι ν’ ἀσφαλίζωσιν ὑπὲρ αὐτῶν τὰ ἀπαραίτητα ἔξοδα τῆς διοικήσεως, διότι στοιχειώδης ὑπὲρ αὑτῶν μέριμνα ἐπιβάλλει, ὅπως εἰσερχόμεναι αἱ νέαι κοινότητες εἰς τὴν ζωὴν ἔχωσι κατὰ προσέγγισιν ποσόν τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὰς τὴν κίνησιν τῆς διοικητικῆς των μηχανῆς. Νομίζω δὲ βασίμως ὅτι ἐπιτυγχάνεται τοῦτο διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 57, ἐδαφ. βʹ. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην μονιμοποιοῦνται ἐκ τοῦ νόμου οἱ ἄμεσοι φόροι, οἱ ἤδη προσθέτως ἐπιβεβλημένοι ἐπὶ τῶν ἀμέσων τοῦ Δημοσίου φόρων, τὰ 20% δηλαδή, τὰ ὁποῖα ἡ σημερινὴ δημοτικὴ φορολογία ἔχει ἐπιβάλει δυνάμει νόμου. Τὴν φορολογίαν ταύτην μονιμοποιεῖ καὶ θεωρεῖ κειμένην σταθερῶς τοῦ λοιποῦ, ὅπως ἡ ἐκ ταύτης πρόσοδος χρησιμοποιηθῇ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως, ὑπὲρ καλύψεως δηλαδὴ τῶν ἐξόδων τοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει, ἡ γνώμη της δ’ αὕτη στηρίζεται ἄλλως τε καὶ ἐπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἐκ τῶν πραγμάτων συναγομένων, ὅτι ἡ πρόσοδος ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης δὲν θὰ εἶναι οὕτως ἄφθονος, ὥστε ν’ ἀσφαλίσῃ ἐπάρκειαν ὑλικὴν καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας, ἃς θὰ ἔχῃ ἡ κοινότης καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ. Νομίζει δέ — ἀφιεμένων ἐπὶ τοῦ παρόντος κατὰ μέρος τῶν ζητημάτων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἔμμεσον φορολογίαν— ὅτι μία τῶν κυριωτάτων πηγῶν, ἐξ ὧν θ’ ἀντλῇ καὶ πρέπει ν’ ἀντλῇ τὰ ἔσοδα αὑτῆς ἡ κοινότης, πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἄμεσος φορολογία. Νομίζει δ’ ὀρθὸν ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τῶν ἀμέσων φόρων ἐνδείκνυται ἀπαραιτήτως ν’ ἀποστῇ ἡ ἐπιτροπή, συμφώνως ἄλλως τε καὶ πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς μέχρι τοῦδε κρατησάσης ἐν τῷ θέματι τούτῳ φορολογικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἦτο διατετυπωμένη εἰς τὸν νόμον ΞΗʹ τοῦ 1847, καθ’ ἣν ἡ φορολογικὴ ἐξουσία τοῦ δήμου ἐπὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπερβῇ τὰ 20% ἐπὶ τοῦ ἐπιβεβλημένου δημοσίου φόρου, ἢ τὰ 2% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ φορολογητέου ἀντικειμένου. Ἡ ἀρχὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν ἐπὶ ἑξηκονταετίαν περίπου, ὑπῆρξεν ἀρχή, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄμεσον φορολογίαν, ἀναμφισβητήτως κατακριτέα, ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ἔχουσι καταρρίψει πᾶσαι αἱ σύγχρονοι νομοθεσίαι, ἀγόμεναι ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι πρὸ παντὸς ἡ ἄμεσος φορολογία καθίσταται ἀνεκτικωτέρα, ὅταν κεῖται ὑπὲρ τῶν δήμων, ὅταν προορίζηται ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς κατὰ τόπους αὐτοδιοικήσεως, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, οὐχὶ πρὸς ἐπάρκειαν τοῦ δημοσίου Ταμίου. Ἀκολουθήσαντες ἐν Ἑλλάδι ἀνέκαθεν τὴν ἀντίθετον φορολογικὴν ἀντίληψιν καὶ ἐπιτρέψαντες εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ νὰ ἐπιβάλῃ ἀπεριορίστως φορολογίαν ἄμεσον, ἐπιτρέψαντες δὲ εἰς τὰ αὐτοδιοικούμενα σώματα μόνον ποσοστόν τι νὰ θέτωσιν ὑπὲρ αὑτῶν, ἀνεκόψαμεν ἀφ’ ἑνὸς τῶν αὐτοδιοικουμένων σωμάτων τὴν ἐξέλιξιν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐξ ἑτέρου δ’ ἀφήσαμεν ἐντελῶς ἐλεύθερον τὸ Κράτος νὰ ἐπιβαρύνῃ αὐτὸ δι’ ἀμέσου φορολογίας τὴν χώραν ὅλην. Καὶ λέγω ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη ὑπῆρξεν ἀπολύτως κατακριτέα καὶ εἶναι ὀλεθρία, διότι παραβλέπει ὅλην τὴν ψυχολογίαν τῆς ἀμέσου φορολογίας, λησμονεῖ ὅτι ἡ ἄμεσος φορολογία, οὖσα φύσει ἀντιπαθής, φύσει φορτική, πρέπει νὰ τίθηται ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις πρόκειται ἀμέσως νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ διὰ σκοπὸν ἄμεσον ὁρατόν, ἀμέσως ἁπτόν, οὕτως ὥστε ὁ φορολογούμενος ἀμέσως νὰ βλέπῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης φορολογίας.
§66Γ. ΠΩΠ. Ἀριθμοὺς νὰ μᾶς εἴπητε.
§67Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν λεγομένων καὶ ἱκανοποίησιν τοῦ διακόψαντος κ. συναδέλφου, ἐν σχέσει πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα καὶ ἀλλαχοῦ ἰσχύοντα, θὰ σᾶς ἀναφέρω τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς: Παρ’ ἡμῖν ἐπιτρέπεται ἄμεσος δημοτικὴ φορολογία μόνον ἕως 20% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἢ 2% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ φορολογητέου ἀντικειμένου, ἐξαιρετικῶς δὲ μόνον δύναται νὰ φθάσῃ τὸ ποσοστὸν τοῦτο μέχρι 3% δι’ ἔξοδα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1895. Ἀλλαχοῦ, ἐν Βελγίῳ, ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἐλβετίᾳ — παρὰ τὰ μειδιάματά σας, κύριε συνάδελφε,—σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἡ ἀναλογία φθάνει ἐν μὲν Βελγίῳ μέχρι 150%, ἐν Γαλλίᾳ συνήθως μέχρις 120%, εἰς τινας δὲ δήμους φθάνει καὶ μέχρι 170%, εἰς τινας δὲ καὶ μέχρι 250% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου, ἐν Ἑλβετίᾳ ὁμοίως καὶ ἐν Ἰταλίᾳ παραπλησίως. Ὑποθέτω ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἐπαρκεῖς, ἵνα δείξωσι τὴν δυσαναλογίαν, ἡ ὁποία ἐκράτησεν εἰς τὴν παρ’ ἡμῖν φορολογικὴν ἀντίληψιν.
§68Γ. ΠΩΠ. Πρέπει νὰ τὴν αὐξήσωμεν τώρα;
§69Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ὑπεστήριξα ὅτι πρέπει νὰ τὴν αὐξήσωμεν σήμερον, ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτοῦ καὶ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἀποδέχεται, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ὁρμᾶται ἐκ τῆς ὀρθῆς ἀντιλήψεως τῆς τοιαύτης φορολογίας, διότι ἀφήνει εἰς τὸν δῆμον, εἰς τὸ αὐτοδιοικούμενον σῶμα, τὴν ἐλευθερίαν νὰ θέσῃ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἄμεσον πρόσθετον φορολογίαν ὑπὲρ τὰ σταθερῶς κείμενα 20%, καὶ ἡ ἄμεσος αὕτη φορολογία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶναι πολὺ ἀνεκτικωτέρα καὶ θὰ εἶναι ὀλιγώτερον φορτική, καὶ περισσότερον ἀνέτως θὰ ὑποστῇ αὐτὴν ὁ φορολογούμενος, διότι θὰ ἴδῃ ἀμέσως, ὁρατῶς, ἁπτῶς τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκ ταύτης προσόδου εἰς τὰ ἐκτελούμενα ἔργα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποβῶσι πρὸς συμφέρον του. Συγχρόνως δέ, ὅταν οἱ δῆμοι προλαβόντες καταλάβωσι τὸ πεδίον τοῦτο τῆς ἀμέσου φορολογίας, τὸ Κράτος θὰ διστάσῃ ν’ αὐξήσῃ αὐτὸ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν ἄμεσόν του φορολογίαν, διότι θὰ εὕρῃ κεκλεισμένας τὰς θύρας, κατειλημμένον τὸ περιθώριον, καὶ ὁπωσδήποτε θὰ σταθῇ πρὸ νέας ἐπιβαρύνσεως καὶ θὰ σκεφθῇ ἄλλην νὰ τραπῇ ὁδὸν πρὸς εὕρεσιν τῶν ἀναγκαιούντων αὐτῷ πόρων. Λέγω δὲ ὅτι θὰ σταθῇ τὸ Κράτος καὶ θὰ σκεφθῇ ἄλλως, διότι εἶναι σκόπιμον διὰ τὸ Κράτος ν’ αὐξήσῃ αὐτὸ τὴν ἄμεσον φορολογίαν ὑπὲρ αὑτοῦ, διότι τιθεμένη αὕτη ὑπὲρ τοῦ Κράτους πρὸς κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν του βαρύνει πολὺ περισσότερον, πολὺ ἐπαχθέστερον ἢ τιθεμένη ὑπὲρ τῶν αὐτοδιοικουμένων σωμάτων, πρὸς θεραπείαν τῶν ἀμέσων τοπικῶν συμφερόντων των. Νομίζομεν κατὰ ταῦτα ὅτι τὰ ἐφόδια τὰ ὑλικὰ αὐτῶν θ’ ἀντλήσωσιν οἱ δῆμοι καὶ αἱ κοινότητες ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ πρωτίστως ἐκ ταύτης. Ἐκ ταύτης δὲ τῆς πηγῆς προώρισται ν’ ἀποκτήσωσι τὰ πρόσθετα ὑλικὰ ἐκεῖνα μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐκτέλεσιν προαγωγικῶν ἔργων τῶν τοπικῶν συμφερόντων καὶ θὰ καταστήσωσι τὴν αὐτοδιοίκησιν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων της εὐεργετικὴν εἰς αὐτοὺς τούτους τοὺς κατοίκους τῆς χώρας. Ταῦτα λέγων δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι πᾶσαι αἱ κοινότητες θὰ προστρέξωσιν εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν. Θὰ ἔχωσι πᾶσαι τὴν πρὸς τοῦτο ἐλευθερίαν. Ἐκ τῆς κατ’ ἀδέσμευτον κρίσιν λαμβανομένης ἀποφάσεώς των ἐξαρτᾶται ἂν θὰ θελήσωσι νὰ κάμωσι χρῆσιν τῆς ἐκ τῆς πηγῆς ταύτης ἀντλήσεως τῶν προσόδων, αἵτινες ἀναγκαιοῦσιν εἰς αὐτάς. Ἀλλὰ θὰ ἦτο πλάνη, καὶ πλάνη μεγάλη, ἐὰν ἠθέλομεν πιστεύσει ὅτι μόνη πηγὴ ἐσόδων, ἐξ ἧς θ’ ἀντλήσωσιν αἱ κοινότητες τοὺς πόρους αὐτῶν, θὰ εἶναι ἡ ἄμεσος φορολογία. Διότι ὑπάρχει καὶ ἑτέρα πηγὴ προσόδων, ἕτερος πόρος, ὁ ὁποῖος κακῶς δὲν ὑπολογίζεται ὅπου δεῖ ὑπὸ τῶν διαφόρων συζητητῶν καὶ ἐπικριτῶν τοῦ νομοσχεδίου, πρόσοδος, ἡ ὁποία εἶναι μεγάλη καὶ ἐν πολλοῖς ἀνεκμετάλλευτος πηγὴ προσόδου, ἡ ὁποία εἶναι πλουσία εἰς ἀπόδοσιν, ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἐγκλείει ἐν ἑαυτῇ τὴν δύναμιν τῆς ἀσκόπου αὐξήσεως, ἡ πρόσοδος ἡ ἐκ τῆς κοινοτικῆς λεγομένης περιουσίας. Ὁποία εἶναι ἡ πρόσοδος αὕτη, εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται, τοῦτο ἀτυχῶς ἕνεκα τῆς ἀσυγχωρήτου ἀμελείας τῆς διοικήσεως, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως πάσης στατιστικῆς πληροφορίας, ἕνεκα τῆς ἀσυγγνώστου ὀλιγωρίας τῶν διαφόρων κατὰ τόπους ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ κέντρου μέχρι τῶν κατωτάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ἐπακριβῶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ γνωρίζωμεν ἐπακριβῶς οὔτε ἐκ τῶν ὁρατῶν ἀποτελεσμάτων τῶν προσόδων τούτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιμελὴς φροντὶς τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ συνήθροισε καὶ ἐδημοσίευσεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ. Διότι αἱ σήμερον ὑπάρχουσαι κοινότητες αἱ ὠργανωμέναι καὶ αἱ ἀνοργάνωτοι ἀντελαμβάνοντο στρεβλότητα τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐν τῷ προκειμένῳ θέματι. Εἶχον κακίστην ἀντίληψιν περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῆς τῆς περιουσίας, ἡ ὁποία ἔκειτο εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν καὶ περὶ τῆς ἐπ’ αὐτῆς ἐκτάσεως τῶν δικαιωμάτων των. Ἡ περιουσία αὕτη, ἡ ὁποία θεωρεῖται περιουσία τῶν κοινοτήτων, δὲν ὑπῆρξέ ποτε περιουσία καθαρῶς ἰδιωτική, ὑπῆρξε περιουσία ἔχουσα ἐντελῶς δημόσιον χαρακτῆρα, προορισμὸν ἔχουσα δημόσιον καὶ διατειθεμένη ἐκ τῆς ἐννοίας αὐτοῦ τοῦ νόμου ὑπὲρ ἔργων μόνον, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν ὁλότητα τῆς κοινότητος, εἰς τὴν συλλογικὴν προσωπικότητα αὐτῆς καὶ οὐχὶ εἰς τὰ κατὰ μέρος ἄτομα. Ἡ περιουσία αὐτὴ μέχρι σήμερον ἕνεκα τῆς αὐτόχρημα ἐγκληματικῆς ἀδιαφορίας τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἰθυνόντων αὐτὸ ἢ ἐχάνετο ἐντελῶς ἢ ἐλάχιστα ἀγαθὰ προσεπόριζεν εἰς τὰς κοινότητας, τοῦτο δέ, διότι οὐδεὶς ὑπῆρχεν ὁ ὑπευθύνως διαχειριζόμενος αὐτήν, διότι ἐσβέννυτο κατ’ ὀλίγον ἀπὸ τὴν συνείδησιν τῶν κατοίκων ὁ καθαρῶς δημόσιος αὐτῆς χαρακτήρ, πολλάκις δὲ ἢ ἔργα ἐντελῶς ἀνάξια ἢ ἀσήμαντα ἐξετελοῦντο ἢ ἐλάμβανεν ἡ ἐντεῦθεν πρόσοδος συχνότατα τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς τὰ βαλλάντια διαφόρων χειριζομένων αὐτὴν ἰδιωτῶν. Πόσαι εἶναι αἱ πρόσοδοι αὐταί, δὲν δύναμαι νὰ τὰς ὑπολογίσω ἀσφαλῶς ἕνεκα τοῦ κυμαινομένου ἐδάφους τῶν πληροφοριῶν. Κατὰ προσέγγισιν ὅμως δυνάμεθα νὰ τὰς ἀναβιβάσωμεν εἰς 4,000,000 ἐτησίως, ἄνευ φόβου κατακρίσεως, ἴσως δὲ δὲν θὰ ἦτό τις ὑπερβολικός, ἐὰν ἰσχυρίζετο ὅτι καὶ ὑπερβαίνουσιν ἴσως κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν αὐτό. Τὰς προσόδους αὐτάς, αἱ ὁποῖαι χάνονται, αἱ ὁποῖαι εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσι σήμερον, αὐτὰς τὰς προσόδους θὰ συλλέγῃ ἀκριβῶς ἡ κοινότης αὐτή, καθισταμένη ἐπισήμως καὶ ὑπευθύνως κυρία καὶ διαχειριστὴς αὐτῶν. Ἡ κοινότης ὡς ὠργανωμένον σωματεῖον τοῦ δημοσίου δικαίου θὰ χειρίζηται καὶ θὰ διαθέτῃ αὐτὰς τὰς προσόδους ὑπὲρ τῶν σκοπῶν τῆς κοινότητος. Ἡ περισυλλογὴ ὅμως καὶ διαχείρισις αὐτῶν θὰ ὑπόκειται εἰς τοὺς κανόνας τῆς δημοσιότητος καὶ τοῦ κοινοῦ ἐλέγχου, οἵτινες ἐγγυῶνται καὶ τὴν διατήρησιν αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ἀρχικοῦ των σκοποῦ καὶ τὴν νόμιμον αὐτῶν διάθεσιν. Ἐκ τῶν δύο αὐτῶν πηγῶν ἐσόδων, ἐκ τῶν κοινοτικῶν προσόδων ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐκ τῆς ἀμέσου φορολογίας ἀφ’ ἑτέρου, δύναταί τις μετὰ πεποιθήσεως μείζονος ἐκείνης, ἣν ἔχουσιν οἱ ἐντεῦθεν κατακριταὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι αἱ κοινότητες, τοὐλάχιστον τὸ μέγιστον αὐτῶν μέρος—αἱ κοινότητες τῆς Θεσσαλίας ὁλοκλήρου, τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, τῆς Ἀκαρνανίας, μερῶν τινων τῆς Φθιώτιδος, πασῶν τῶν δυτικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου, πολλῶν νήσων— θέλουσιν οἰκονομικῶς ἔσται ἐπαρκεῖς, καὶ θέλουσι πολὺ κάλλιον ἢ οἱ σημερινοὶ δῆμοι ἐκτελέσει τὸν εὐεργετικὸν αὐτῶν προορισμόν. Ἀλλά, καὶ ἐὰν κοινότητές τινες εἴτε ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας συστάσεως αὐτῶν εἴτε ὡς ἐκ τοῦ πτωχοῦ εἰς ἀπόδοσιν περιβάλλοντος, ἐν τῷ ὁποίῳ κεῖνται καὶ κινοῦνται, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἐδάφους, ὡς ἐκ τῆς μακρὰν παντὸς ᾠκισμένου μέρους τοποθεσίας αὐτῶν, εἶναι οἰκονομικῶς ἀνεπαρκεῖς, ὁ λόγος τῆς ἀνεπαρκείας κοινοτήτων τινῶν δὲν δύναται οὔτε νὰ καταστρέψῃ οὔτε ποσῶς νὰ μειώσῃ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει καθ’ ἑαυτὸ τὸ νομοσχέδιον. Διότι καὶ σήμερον ἔχομεν πλείστους ὅσους δήμους, ἴσως πλέον ἢ τὰ ⅘ αὐτῶν, ἐντελῶς μὴ βιωσίμους. Ἐὰν δ’ ἀπέτυχεν οἰκτρῶς ὁ θεσμὸς τῶν δήμων, δὲν ἀπέτυχε κυρίως διότι ὑπῆρξαν αὐτοὶ οἱ δῆμοι ἀνεπαρκεῖς, ἀλλὰ διότι ἡ σύστασις τῶν δήμων, διότι ὁ τρόπος τῆς λειτουργίας αὐτῶν ὑπῆρξεν ἐλαττωματικὸς καὶ ἄσκοπος, διότι ἐπεβαρύνθη ἡ διοίκησις τῶν δήμων δι’ ὑπηρεσιῶν καὶ βαρῶν ἐπαχθῶν, διότι πολιτικῶς ὑπῆρξαν παράγοντες ὀλέθριοι. Καὶ γνωρίζομεν πάντες ποῖα ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα καὶ πῶς ἡ λεγομένη αὐτοδιοίκησις ἐν Ἑλλάδι ἐχρεοκόπησε, διότι κυριώτατα δὲν ἦτο αὐτοδιοίκησις. Ἐκ τῶν προσόδων αὐτῶν πρόκειται αἱ κοινότητες νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας των· ἐκ τῶν προσοδοφόρων τούτων πηγῶν καλοῦνται αὗται ν’ ἀντλήσωσι τὰ οἰκονομικὰ μέσα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὑπάρξεώς των. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐν σχέσει πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν πόρων τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, ἀκολουθοῦν τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἐπιβάλλονται ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν κοινοτικῶν καὶ δημοτικῶν ἐν γένει προσόδων, περιλαμβάνει διατάξεις ἀσφαλιζούσας κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν σκόπιμον διάθεσιν τῶν κοινοτικῶν χρημάτων. Κατ’ ἀντίθεσιν δηλαδὴ πρὸς τὸν τρόπον τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται εἰς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἐν τῇ διοικήσει τῶν τοῦ δήμου, πρέπει νὰ κρατῇ ἡ ἀρχὴ τῆς εἰδικεύσεως τοῦ σκοποῦ, ἐν μέρει δὲ καὶ τῆς εἰδικεύσεως τῶν πόρων, ἀπόρροια δὲ τῆς ἀρχῆς ταύτης εἶναι ἡ διάταξις τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 59, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ διάφοροι ἐπιβαλλόμενοι φόροι καὶ αἱ πρόσοδοι ἐκ τῶν διαφόρων περιουσιῶν δὲν ἀποτελοῦσιν ἑνιαῖόν τι σύνολον, ἐξ οὗ ἀορίστως καὶ ἀδιαφόρως καὶ ἀδεσμεύτως θ’ ἀντλῇ ἡ διοίκησις τῶν δήμων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διαφόρων σκοπῶν τῆς διοικήσεως αὐτῶν, ἀλλ’ εἰδικευομένων τῶν σκοπῶν καὶ εἰδικευομένων τῶν προορισμῶν μιᾶς ἑκάστης προσόδου θὰ διατίθηται αὕτη ἀποκλειστικῶς πρὸς θεραπείαν τοῦ σκοποῦ. Θέτομεν δὲ τοὺς περιορισμοὺς τούτους ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὑπὸ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ἀκολουθούμενον σύστημα, διότι ἡ ἀποστολὴ τοῦ αὐτοδιοικουμένου σώματος εἶναι στενῶς ὡρισμένη καὶ πρὸς πραγμάτωσιν τῆς ἀποστολῆς ταύτης μᾶλλον συνάδει ἡ στένευσις τῆς διαχειριστικῆς ἐλευθερίας τῶν διοικούντων τὸν δῆμον ὀργάνων. Πρὸς τοῦτο θέτομεν περιορισμὸν ἐκ νόμου εἰς τὴν τυχὸν ὑπάρξουσαν αὐθαιρεσίαν τῆς δημοτικῆς ἢ κοινοτικῆς διοικήσεως, δίδομεν δὲ συγχρόνως καὶ ἐγγυήσεις τινὰς πραγματικὰς περὶ ἐκτελέσεως πράγματι ὡρισμένων ἔργων κοινῆς ὠφελείας, περὶ ὀργανώσεως κοινοτικῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς προαγωγὴν τῶν συμφερόντων τῆς κοινότητος καὶ αἱ ὁποῖαι ἕως σήμερον ἢ ἀτελῶς ἢ ποσῶς δὲν ὠργανώθησαν. Ὁ περιορισμὸς αὐτὸς τῆς εἰδικεύσεως ἐπιβάλλεται καὶ ἐξ ἄλλου ἐπίσης λόγου, ἐκ τῆς ἐλευθερίας τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων περὶ τὸν καθορισμὸν τῶν δαπανῶν καὶ ἐκ τῆς ἐλευθερίας περὶ τὴν ἄσκησιν τῆς φορολογικῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐρχόμεθα νῦν εἰς τὰ μεγάλα καὶ σπουδαιότερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα πολλαχῶς συνεζητήθησαν ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ περὶ τῆς προσηκούσης ἐκτάσεως τῆς φορολογικῆς ἐξουσίας τοῦ δήμου καὶ τῆς κοινότητος, καὶ ἐρχόμεθα καὶ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κ. Κουτούπης. Ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡρίζετο ὅτι ἡ φορολογικὴ ἐξουσία τῆς κοινότητος εἶναι ἀπεριόριστος, ἠδύνατο τουτέστι δι’ ἰδίας ἀποφάσεως, κυριαρχικῶς λαμβανομένης, αἱ κοινότητες νὰ ἐπιβάλλωσι πρόσθετον ἄμεσον φορολογίαν ἐπὶ τῆς κειμένης ἀμέσου δημοσίας φορολογίας. Τὸ ἀπεριόριστον τοῦτο ἐν τῇ ἐξουσία ἡ ἐπιτροπή ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ περιορίσῃ ἔν τισι καὶ νὰ ὁρίσῃ ὅτι ἐπὶ πλέον τῶν 20%, τὸ ὁποῖον μονιμοποιεῖται διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, ἡ κοινότης καὶ ὁ δῆμος δικαιοῦνται δι’ ἀποφάσεως κυριάρχου νὰ ἐπιβάλλωσι προσθέτως μόνον ἕτερα 10% ποσοστά. Ἡ ἐπιβολὴ αὕτη τίθεται διὰ κυριάρχου ἀποφάσεως τῆς κοινότητος ἢ τοῦ δήμου, ἄνευ δηλαδὴ οὐδεμιᾶς ἐπεμβάσεως τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, διότι φρονεῖ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἡ ἐλευθερία αὕτη τῆς κινήσεως, τὸ περιθώριον αὐτὸ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέσων, πρέπει ἀκριβῶς ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν κοινότητα, ὅπως δύναται αὕτη ἄνευ ἀναμίξεώς τινος τῆς διοικήσεως νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων, τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὡρισμένων τοπικῶν σκοπῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία αὕτη δεσμεύεται κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ διάθεσις τοῦ ἐντεῦθεν εἰσπραττομένου ποσοῦ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ὑπὲρ οἱουδήποτε σκοποῦ, ἀλλ’ ὑπὲρ ὡρισμένων εἰδικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναγνωρίζωνται ὡς συντελεστικὰ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν συμφερόντων τῆς κοινότητος· τὰ χρήματα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ χάνωνται εἰς ἀγόνους δαπάνας προσωπικοῦ, ἀλλὰ θὰ χρησιμοποιῶνται μόνον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων. Πλὴν ὅμως τῶν 10% τούτων, τὰ ὁποῖα ἐλευθέρως ἡ κοινότης δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ, ἡ κοινότης καὶ ὁ δῆμος δύνανται ὑπὸ ὅρους νὰ ἐπεκτείνωσι καὶ πέρα τῶν 10% τὰ ποσοστὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας αὐτῶν. Θέτομεν ὅμως ὡς περιορισμὸν ὅτι ἡ ἐφορεύουσα διοίκησις δικαιοῦται ἐπὶ τούτων νὰ ἔχῃ γνώμην, δικαιοῦται δηλ. νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ τὴν νέαν φορολογίαν. Νομίζομεν τουτέστιν ὅτι, ἐπιβαλλομένης φορολογίας ὑπὲρ ὡρισμένον τι ποσοστόν, δίκαιον καὶ λογικὸν καὶ σκόπιμον εἶναι νὰ μὴ ἀποξενώσωμεν ἐντελῶς τὴν διοίκησιν ἀπὸ τῆς ἀναμίξεως εἰς τὰ ζητήματα αὐτά. Ἡ πρόσθετος φορολογία ὑπὲρ τὰ 30% θὰ ἀφορᾷ πάντοτε τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων σπουδαιοτέρων, εἶναι καθ’ ἑαυτὴν ἐπιβάρυνσις ὁπωσδήποτε ἀσυνήθης, εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις ὑπὲρ τὸ κοινὸν μέτρον τῆς ἐπιβαρύνσεως, δεδομένου ὅτι ἡ ἄμεσος φορολογία εἶναι ἤδη ὑπὲρ τοῦ Κράτους βαρεῖα. Πῶς ἑπομένως θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν κοινοτικὴν διοίκησιν πλήρης ἐλευθερία ἐν τῷ κανονισμῷ καὶ τῇ ἐπιβολῇ τοιαύτης προσθέτου ὑπὲρ τὸ σύνηθες μέτρον φορολογίας; Δὲν δικαιοῦται ὅμως ἡ κοινότης νὰ ἐπιβάλλῃ τοιαύτην ἄμεσον φορολογίαν μόνον ἐπὶ τῶν ὑποκειμένων εἰς ἄμεσον φορολογίαν ἀντικειμένων, ἀλλὰ δικαιοῦται ὡσαύτως καὶ ἐπὶ τῶν μὴ ὑπαγομένων εἰς ἄμεσον φορολογίαν ἀντικειμένων νὰ ἐπιβάλλῃ ἄμεσον δημοτικὴν φορολογίαν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς διοικήσεως. Ἐφ’ ὅσον δηλ. ἀντικειμένων δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένη ἄμεσος δημοσία φορολογία δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ὑπὸ τοῦ δήμου ἢ τῆς κοινότητος φορολογία, ἀλλὰ ἡ ἐπιβολὴ αὐτῆς δὲν θὰ γίνηται διὰ κυριάρχου ἀποφάσεως τῆς κοινότητος, ἀλλὰ προσπαιτεῖται καὶ ἡ ἄδεια τῆς διοικήσεως, τοῦτο δέ, διότι, μὴ κειμένης βάσεώς τινος φορολογικῆς ἀδιασείστου, ὀρθὸν εἶναι ἡ διοίκησις νὰ ἐρευνᾷ καὶ αὐτὴ τὸ σκόπιμον τῆς ἐπιβαρύνσεως. Ἑπομένως νομίζω ὅτι ἡ μομφή, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς περὶ τοῦ ὅτι κακῶς δὲν ἐπιτρέπομεν τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀνέφερε, δὲν εἶναι βάσιμος, διότι δύνανται ἀκριβῶς τὰ αὐτοδιοικούμενα σώματα νὰ ἐπιβάλλωσι ταύτην ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐγκρίσεως ταύτης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀναφορικῶς πρὸς τὰς δαπάνας τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, ὁ καθορισμὸς αὐτῶν εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουσιν οὐσιαστικώτερον τὴν αὐτοδιοίκησιν, καὶ τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν ἴσως ὑπῆρξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο καταστρεπτικῶς ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς τύχης τῶν δήμων ἐν Ἑλλάδι. Ὁ καθορισμὸς τῶν ὑποχρεωτικῶν δαπανῶν τινων, δηλαδὴ ὁ καθορισμὸς διὰ τοῦ νόμου δαπανῶν τινων ἀναφερομένων εἰς ὑπηρεσίας ἐντοπιζομένας καὶ ὑποχρεωτικῶς ἐνεργουμένας ὑπὸ τῶν δήμων, εἶναι, ὅταν γίνηται κατάχρησις αὐτῶν ἐπιβλαβέστατος εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν τῶν δήμων. Διότι ἀποκλείεται ἐπὶ τῶν δαπανῶν τούτων οἱαδήποτε γνώμη τῆς κοινότητος. Ἂν δὲ τυχὸν ἡ κοινότης δὲν θελήσῃ ἢ δὲν δυνηθῇ νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας ταύτας, εἰς τὴν ἐκλιποῦσαν βούλησιν τῆς κοινότητος ὑπεισέρχεται ἡ θέλησις τοῦ ὀργάνου τῆς διοικήσεως, ἀντικαθιστῶσα αὐτήν. Καὶ ἔχομεν τότε πράγματι ἀνυπαρξίαν αὐτοδιοικήσεως, ἔχομεν κοινότητα ἢ δῆμον μεταβαλλομένους ἀπὸ ὀργανισμῶν ζώντων καὶ κινουμένων εἰς διοικητικὰ αὐτόματα, εἰς ὄργανα ἄτονα τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα τάχιστα ἐξαντλοῦνται, τὰ ὁποῖα παύουσι νὰ λειτουργῶσι προσφόρως, διότι οὐδεμίαν διάθεσιν ἔχουσι νὰ διαθέτωσιν ὑπὲρ σκοπῶν, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἴσως δὲν ἐγκρίνουσι καὶ τοὺς ὁποίους καθώρισεν ἡ Πολιτεία, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ διόλου τὴν γνώμην τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι εἰσφέρουσιν ὑπὲρ αὐτῶν. Ζητοῦμεν ἀκριβῶς νὰ περιορίσωμεν διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας θέτομεν, εἰς τὸ ἐλάχιστον τὰς ὑποχρεωτικὰς δαπάνας· αἱ δαπάναι αὗται ἀναφέρονται εἰς τοιαύτας μόνον ὑπηρεσίας δημοτικὰς ἢ κοινοτικὰς ἄνευ τῶν ὁποίων νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κοινότης ἢ δῆμος, συγχρόνως δ’ αἱ δαπάναι αὗται νὰ κεῖνται ἐν αὐτῷ τῷ συμφέροντι τῆς κοινοτικῆς διοικήσεως, ὥστε δι’ αὐτῶν νὰ λειτουργῇ αὕτη. Ἀφήνομεν οὕτω τὰς κοινότητας, αἵτινες, διὰ νὰ προκόψωσι, πρέπει ν’ ἀποτελῶσιν ὀργανισμὸν ζωντανόν, νὰ ζήσωσιν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ καὶ δράσει, ἁμιλλώμεναι μεταξύ των περὶ ἐκτελέσεως ἔργων κοινῆς ὠφελείας καὶ προαγωγῆς τῶν τοπικῶν συμφερόντων αὐτῶν, χωρὶς διὰ τὴν κίνησιν αὐτήν, χωρὶς διὰ τὴν ζωήν των νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην τῆς ἑκάστοτε ἐπινεύσεως τῆς διοικήσεως, ἥτις οὔτε δύναται τὰ πάντα νὰ γνωρίζῃ οὔτε καὶ πάντοτε ὑπὸ ἀγαθῶν ἐμπνέεται διαθέσεων. Διὰ τῶν διατάξεων τούτων ἐπίσης ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ αὐτοτέλεια τῆς κοινότητος καὶ τοῦ δήμου ἐν τῷ ζητήματι τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπῆρξεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ μέχρι πρὸ μικροῦ ἄπειρα ζητήματα, καὶ ἐγένετο ἀφορμὴ καὶ αἰτία ποικιλωτάτων ἀλληλεπιδράσεων, αἵτινες ἐκ θεμελίων ἐκλόνισαν τὴν διοικητικὴν μηχανήν. Μέχρι τοῦδε ἡ διοίκησις ἐδικαιοῦτο ἐξετάζουσα τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων δήμων νὰ μεταβάλῃ αὐτοὺς κατὰ τὸ πλεῖστον, κατὰ τὸ δοκοῦν. Οὕτως οἱ μᾶλλον εὐνοούμενοι ἔβλεπον τὰς πιστώσεις αὐτῶν ἀφιεμένας ὡς εἶχον ἐγγραφῆ, οἱ δὲ ὑπὸ δυσμένειαν εὑρισκόμενοι ἔβλεπον αὐτὰς μειουμένας ἢ διαγραφομένας. Οὐδεὶς σχεδὸν ἐτηρεῖτο κανὼν ἢ σύστημα. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν δήμων ὑπῆρξε πάντοτε ἓν τῶν σημείων, εἰς ἃ ἡ ἑκάστοτε διοίκησις ἔδειξεν ἀσύγγνωστον μεροληψίαν, δικαιουμένη εἰς τοῦτο, διότι οὐδένα φραγμὸν νομικὸν εὕρισκεν εἰς ἀντίστοιχα δικαιώματα τῶν αὐτοδιοικουμένων σωμάτων. Σήμερον καθορίζοντες καὶ περιορίζοντες ἐκ τοῦ νόμου τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν διαφόρων πόρων, καθορίζοντες τὸν τρόπον τῆς ἐπιβολῆς τῶν διαφόρων φόρων, εἰδικεύοντες τὰς δαπάνας καὶ μειοῦντες τὰς ὑποχρεωτικὰς τοιαύτας ἀφαιροῦμεν κατ’ οὐσίαν ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας τῆς διοικήσεως τὴν ἔγκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀφήνομεν τὴν κοινότητα καὶ τὸν δῆμον νὰ καταρτίζωσιν αὐτοὶ μόνοι καὶ ψηφίζωσι τὸν προϋπολογισμόν των, ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ὁ νόμος, καὶ μόνον ἐφ’ ὅσον ἡ διοίκησις, εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος ἐρευνῶσα τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἴτε μετὰ προσφυγὴν δημότου τινὸς ἐξετάζουσα τὰ κεφάλαια αὐτοῦ, εὕρῃ παράβασίν τινα κειμένης ἐκ τοῦ νόμου διατάξεως, τότε καὶ μόνον δικαιοῦται, ὡς ἐπὶ πάντων τῶν κοινοτικῶν ἀποφάσεων, ἐπεμβαίνουσα νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν παρὰ τὸν νόμον ἔλαβεν ἡ κοινότης ἢ ὁ δῆμος, νὰ ἀναπέμψῃ ταύτην πρὸς ἀπόφασιν ἔγκυρον εἰς αὐτήν. Ἀντιστοίχως χορηγοῦμεν εἰς τὴν διοίκησιν, ἐφ’ ὅσον αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαὶ ἢ κοινοτικαὶ Ἀρχαὶ ποιοῦνται καταχρηστικὴν χρῆσιν τῶν εὐρυτάτων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπένειμεν εἰς αὐτοὺς ὁ νόμος, δίδομεν τὴν ἐξουσίαν, ν’ ἀσκήσῃ ὑπὸ πραγματικὰς ἐγγυήσεις τὴν πειθαρχικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν, καὶ ἀνευρίσκουσα παραπτώματα πειθαρχικὰ νὰ κολάσῃ τοὺς ὑπαιτίους τούτων, διὰ τῆς πειθαρχικῆς αὐτῆς ἐξουσίας, συγκρατοῦσα οὕτως ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νομίμως προσήκοντος τὰς διαφόρους Ἀρχὰς τῶν τοπικῶν αὐτοδιοικήσεων. Αὐταί, κύριοι Βουλευταί, εἶναι αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐκράτησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν ἄρθρων 57–72, ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι προϊόν καὶ πολλῆς μελέτης τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ μελέτης συγκριτικῆς νομοθεσίας, μελέτης δηλαδὴ ἐπιστημονικῆς, ἀλλὰ τῆς ἐπιστήμης τῆς ἀληθοῦς, οὐχὶ τῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς ἐκ τῶν προτέρων αὐθαίρετα κατασκευάσματα τῆς λογικῆς, ἀλλὰ τῆς ἐπιστήμης τῆς ἐρειδομένης ἐπὶ τῆς πείρας καὶ τῆς γυμνῆς παρατηρήσεως τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τούτων μόνον συναγούσης τὰ συμπεράσματα αὐτῆς. Τὰ συμπεράσματα ταῦτα προσεπαθήσαμεν νὰ τοποθετήσωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἔχοντες τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ ἔντιμος ἐφαρμογὴ αὐτῶν θ’ ἀγάγῃ εἰς καλλίτερα ἀποτελέσματα ἢ κατὰ τὸ παρελθόν.
§70Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω παρὰ ἐπὶ δύο ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων διεφώνησα τελείως πρὸς τὴν ἐπιτροπήν. Κατὰ τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα συζητοῦνται τὴν στιγμὴν ταύτην, πρῶτον διατηροῦνται οἱ ὑφιστάμενοι ἄμεσοι φόροι, ὅσοι μέχρι τοῦδε συνεισπράττοντο μετὰ τῶν δημοσίων φόρων, ἐπιτρέπεται δέ, ὅπως ἐπιβληθῇ πρῶτον μέχρι 10% πρόσθετος φορολογία ὑπὲρ τοῦ δήμου ἢ τῆς κοινότητος ἐπὶ τῶν ὑποκειμένων εἰς ἄμεσον δημοσίαν φορολογίαν ἀντικειμένων ἢ 1% ἐπὶ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου ἀντικειμένου ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, κατόπιν δ’ ἐγκρίσεως ἐπιτρέπεται, ὅπως ἐπιβληθῇ πρῶτον ἄμεσος δημοτικὴ ἢ κοινοτικὴ φορολογία ἐπὶ τῶν ὑποκειμένων εἰς ἄμεσον δημοσίαν φορολογίαν ἀντικειμένων, καὶ δεύτερον πέρα τοῦ 10% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἢ τοῦ 1% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος, τῶν ὁποίων ἡ ἐπιβολὴ ἐπετράπη, ὡς ἐλέχθη, ἄνευ ἐγκρίσεως τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν. Ῥητῶς ὅμως ἀναφέρεται ἐν τοῖς συζητουμένοις ἄρθροις ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπιπρόσθετος φορολογία, ἣν δικαιοῦνται νὰ ἐπιβάλωσιν αἱ κοινότητες καὶ οἱ δῆμοι, πρέπει ν’ ἀφιερωθῇ εἰς εἰδικοὺς σκοπούς, μὴ δυναμένη νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς γενικὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἐπὶ τῆς διατάξεως δηλαδὴ ὅτι πᾶσα νέα φορολογία πρέπει νὰ διατίθηται εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς μὴ δυναμένη νὰ διατεθῇ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, διαφωνῶ τελείως πρὸς τὴν ἐπιτροπήν. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις ὅτι πᾶσα ἐπιβληθησομένη φορολογία θέλει ἀφιερωθῆ ἀποκλειστικῶς εἰς εἰδικοὺς σκοποὺς καὶ οὐχὶ εἰς τὰς γενικὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως ἀντιτίθεται πρὸς αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι δὲ προωρισμένη, ὅπως πλείστας ἐκ τῶν νέων μικρῶν κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι θὰ δημιουργηθῶσι, καταστήσῃ εὐθὺς ἀμέσως ἀνεπαρκεῖς, νὰ καταστήσῃ δηλαδὴ εἰς αὐτὰς τὸν βίον ἀδύνατον, διότι δὲν θὰ ἔχωσι τὰ μέσα, ὅπως ἀντεπεξέλθωσι κατὰ τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτὰς νὰ ἑνωθῶσι μετ’ ἄλλων δήμων, δηλαδὴ νὰ κάμωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντιτίθεται ἐντελῶς εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου ὅτι αἱ μικραὶ κοινότητες — ὁμιλῶν δὲ περὶ μικρῶν κοινοτήτων ἐννοῶ τὰς κοινότητας ἀπὸ 300–500 κατοίκων, καὶ τοιαῦται κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν τοῦ Κράτους ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν χιλίων περίπου— δὲν θὰ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπαρκεῖς διὰ τὰ γενικὰ ἔξοδα καὶ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Παρὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. ἐκ Νέων Ψαρῶν Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιτιθέμενος κατὰ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου ἀνεβίβασε τὸ ποσόν, τὸ εἰσπραττόμενον ἐκ δημοτικῶν φόρων, κατὰ κεφαλὴν εἰς τρεῖς δραχμάς, ἐγὼ νομίζω ὅτι εἰς τὸ μέγιστον μέρος τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀδύνατον τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ μέσον ὅρον ν’ ἀνέλθῃ πέρα τοῦ ποσοῦ τῆς μιᾶς δραχμῆς καὶ 45 λεπτῶν.
§71Γ. ΠΩΠ. Ἀκριβῶς ἐγὼ εἶπον αὐτό, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι καὶ μὲ τρεῖς δραχμὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ, ὄχι μὲ μίαν δραχμὴν μόνον.
§72Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν δήμων ἔχομεν ὅτι εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα ὁ κάτοικος τῶν ἐπαρχιακῶν δήμων πληρώνει 1,80 εἰς δημοτικὸν φόρον κατὰ κεφαλήν. Εἰς τὴν Εὔβοιαν ὁ κάτοικος πληρώνει 1,70 κατὰ κεφαλήν. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον πληρώνει μόνον 90 λεπτὰ καὶ τέλος εἰς τὰς Κυκλάδας ὁ κάτοικος πληρώνει μόνον 1,40. Ἑπομένως ὁ μέσος ὅρος ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1 δραχ. καὶ 45 λεπτῶν.
§73Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Πελοπόννησον;
§74Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Θεσσαλίαν ἀνέρχεται εἰς μεγαλείτερον ποσόν, εἰς ποσὸν ὑπὲρ τὰς δύο δραχμάς, ὅταν ὅμως εἰς ἓν μέγα μέρος τοῦ Βασιλείου εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς εἰσπράξεως ἐξ ἀμέσων φόρων ἀνέρχεται εἰς 1,45, ἀμέσως θὰ ἔχωμεν, ὡς θὰ δείξω πρὸς ὑμᾶς εὐθὺς μετὰ ταῦτα ἀνεπαρκεῖς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰς μικρὰς κοινότητας εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἰσπράττηται παρὰ 1,45 κατὰ μέσον ὅρον κατὰ κεφαλήν.
§75Γ. ΠΩΠ. Ἐδῶ ἔχομεν ἐξ ἐπαρχιῶν συναδέλφους. Ἐρωτήσατε αὐτοὺς ἂν ἐξ 900 κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ γίνωσι, 800 δὲν θὰ ἔχωσιν 70, 40, ἴσως καὶ 20 λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν ἐξ ἀμέσων φόρων.
§76Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Αἱ κοινότητες πᾶσαι τῆς Πελοποννήσου, αἱ ὁποῖαι θὰ ἱδρυθῶσι, δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἕξ δραχμὰς κατὰ κεφαλήν.
§77Γ. ΠΩΠ. Μὴ χωρίζετε τὴν Ἑλλάδα εἰς Πελοπόννησον καὶ Στερεάν.
§78Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Βουλευτά, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑποβάλω τὴν παράκλησιν, ὅπως διακόπτητε ἐμὲ μόνον καὶ μὴ συζητῆτε μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον λέγει τις καὶ ἀριθμούς, νὰ σᾶς παρακολουθῶ, ὅταν συζητῆτε μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων. Ἀκριβῶς ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα περίπου λέγετε καὶ ὑμεῖς, θέλω νὰ στηρίξω τὰ ἐπιχειρήματά μου, διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διατεθῶσιν ἄλλοι πόροι ἐκ τῶν ἐπιβληθησομένων διὰ τὰς δαπάνας καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῶν κοινοτήτων, εἶναι διάταξις ὄχι μόνον ἐντελῶς ἄσκοπος, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης διάταξις, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν καταστροφὴν τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι θὰ παρακωλύσῃ τὴν ἵδρυσιν τῶν μικρῶν κοινοτήτων ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν ὑφισταμένων δημοτικῶν φόρων δὲν θ’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς γενικὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως. Λέγων δ’ ὅτι εἰσπράττονται 1,45 κατ’ ἀνώτατον ὅρον κατὰ κεφαλὴν δὲν ἀποκλείω εἰς ἐμαυτὸν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω, νὰ εἴπω εὐθὺς μετὰ ταῦτα ὅτι, ἐὰν εἰσπράττωνται 1,45 κατὰ κεφαλὴν εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς δήμους τῆς Στερεᾶς, τῆς Εὐβοίας, τῶν Κυκλάδων καὶ τῆς Ἑπτανήσου, δὲν νομίζω ὅτι εἰσπράττεται τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῶν μικρῶν κοινοτήτων, ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος ἐκ τῶν μεγάλων κέντρων καὶ ὅτι ἡ εἴσπραξις ἐκ τῶν μικρῶν κέντρων εἶναι πολὺ μικροτέρα. Ἀλλὰ πρὸς στιγμὴν λαμβάνω ὡς ἀληθὲς ὅτι ἐκ τῶν μικρῶν κοινοτήτων εἰσπράττεται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκ τῶν μεγάλων κοινοτήτων, καὶ καταλήγω εἰς τὸ ποσὸν τῶν 1.45 κατὰ κεφαλήν, εἰς ὃ κατέληξα, ὅπερ συμπέρασμα εἶναι ἀναμφισβήτητον, προκῦπτον ἐξ αὐτῶν τῶν ἀπολογισμῶν τῶν δήμων. Ἑπομένως, ἐὰν εἶναι ἀληθὲς — ὡς εἶναι ἀληθὲς — ὅτι εἰσπράττεται μόνον 1,45 κατὰ κεφαλὴν εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς δήμους, ἔχομεν, ἐὰν λάβωμεν ὡς μέσον ὅρον πληθυσμοῦ τῶν μικρῶν κοινοτήτων 400 κατοίκους, ὡς ἔσοδον εἰσπραττόμενον ἐκ τῶν τοιούτων κοινοτήτων τὸ ποσὸν τῶν 580 δραχ. ἐτησίως. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν, ὁ ὁποῖος καὶ μόνος — ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι — ἔθιξε τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν, ὁ ὁποῖος τὰ μὲν ἔσοδα ἀνεβίβασεν εἰς ποσὸν ὑπὲρ τὰς χιλίας δραχ., ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξοδα εἰς πολὺ μεγαλείτερον ποσόν, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Διότι ἐὰν παρακολουθήσῃ ὁ κύριος συνάδελφος πάντοτε τὴν μικρὰν κοινότητα τῶν 400 κατοίκων, θὰ συνομολογήσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῶσιν εἰς ἔξοδα λεγόμενα παραστάσεως πλέον τῶν 150 δραχ., διότι τοσαῦτα ἀναγράφει τὸ σχετικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Ἀλλ’ ἐγὼ πλειοδοτῶ ἔτι μᾶλλον, διότι δὲν ἐννοῶ τὰς μικρὰς κοινότητας μὴ ἐκπληρούσας καὶ αὐτὴν τὴν στοιχειώδη ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, τὴν ὑποχρέωσιν τῆς φιλαλληλίας καὶ εὐπρεπείας εἰς πολλὰς περιστάσεις. Ὑπολογίζω τὰ τοιαῦτα ἔξοδα παραστάσεως καὶ λοιπά, τὰ ὁποῖα θὰ κάμωμεν, εἰς 250 δραχμὰς κατ’ ἔτος κατ’ ἐλάχιστον ὅριον.
§79Γ. ΠΩΠ. Ἔξοδα παραστάσεως;
§80Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἔξοδα παραστάσεως, εἶπον, ὁδοιπορικὰ καὶ στοιχειώδους εὐπρεπείας. Νομίζω ὅτι τὰ τοιαῦτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνῃ ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος, διὰ νὰ δύναται ἀκολούθως καὶ εὐπρεπῶς νὰ ἐξασκήσῃ τὰ καθήκοντά του, ἀνέρχονται τοὐλάχιστον εἰς 250 δρ. κατ’ ἔτος. Ἐπίσης ὑπολογίζω 120 δρ. διὰ τὸν γραμματέα.
§81Γ. ΠΩΠ. Εἴκοσι δραχ. μηνιαίως διὰ τὸν δημοδιδάσκαλον.
§82Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι, διότι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀναβιβάζει τὰ ἔξοδα διὰ τὸν γραμματέα εἰς 120 δρ. κατ’ ἔτος. Πλὴν τούτου κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπίσης ὑπάρχει τὸ ἔξοδον τῶν 60 δραχμῶν διὰ τὸν κλητῆρα, καὶ πολὺ ὀρθῶς τὰ καθήκοντα τοῦ κλητῆρος τῆς κοινότητος ἀνατίθενται εἰς ἕνα ἀγροφύλακα.
§83Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀντὶ δραχμῶν;
§84Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἑξήκοντα κατ’ ἔτος.
§85Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πέντε δραχ. κατὰ μῆνα.....
§86Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Καὶ θὰ εἶναι πολὺ εὐτυχεῖς οἱ ἀγροφύλακες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσιν 60 δρ. κατ’ ἔτος, διὰ νὰ ἐκτελέσωσι καθήκοντα κλητῆρος τοιαύτης μικρᾶς κοινότητος. Εἶναι ὅμως ἐντελῶς ἄσχετον τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ποσὸν τῶν πέντε δραχμῶν μηνιαίως διὰ τὸν ἀγροφύλακα. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχομεν δεδομένον ὅτι τόσον θὰ εἶναι τὸ ποσὸν διὰ τὸν ἀγροφύλακα, τὸ ὁποῖον πρὸ μιᾶς στιγμῆς ἐψηφίσαμεν. Θὰ ἤμην φειδωλότερος ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Ψαρῶν εἰς τὴν γραφικὴν ὕλην. Ὁ κ. συνάδελφος ὑπελόγισεν 60 δραχ., ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, κατ’ ἔτος.
§87Γ. ΠΩΠ. Μὲ τὴν ἀγορὰν τῶν βιβλίων.
§88Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὰ βιβλία δὲν ἀγοράζονται κατ’ ἔτος· ἡ δαπάνη πρὸς ἀγορὰν βιβλίων εἶναι δαπάνη, ἡ ὁποία γίνεται ἐφάπαξ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ πλουσιοπαρόχως νομίζω ὅτι 30 δραχ. κατ’ ἔτος ἐπαρκοῦσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν ἔκπληξίν μου ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Ψαρῶν, εἶναι ὅτι ὑπελόγισεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, 250 δραχ. κατ’ ἔτος διὰ τόκους ἐξ ὑποχρεώσεων τῶν τοιούτων κοινοτήτων.
§89Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχω τὸν λογαριασμὸν μαζί μου· ἔκαμον ἕνα λογαριασμὸν ἐπὶ τοῦ γενικοῦ χρέους.
§90Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. ἐκ Ψαρῶν συναδέλφου εἶναι τερατωδῶς ἐσφαλμένοι.
§91Γ. ΠΩΠ. Ὑποθέτω 250 δραχ. κατ’ ἔτος.
§92Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι τερατωδῶς ἐσφαλμένοι.
§93Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Λίαν ἐσφαλμένοι.
§94Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Λίαν λέγει ὁ κ. Χριστίδης. Ἐκ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρέδωκεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, φαίνεται ὅτι τὰ δάνεια πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνέρχονται εἰς 18.000.000 περίπου. Ἀλλά, ἐὰν ἀναγνώσῃ τις τὴν κατανομὴν τῶν τοιούτων δανείων, θὰ ἴδῃ ὅτι ἐξ αὐτῶν τὰ 14 ἢ 15.000.000 ὀφείλονται ἀπὸ τὰ μεγάλα κέντρα· ὀφείλονται δηλαδὴ ἀπὸ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ ἀπὸ τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει καὶ ἀπὸ τὰς κωμοπόλεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἄνω τῶν 5,000 κατοίκων. Ἑπομένως ἀπομένουσι μόνον περὶ τὰ 3.000.000, ὀφειλόμενα παρὰ τῆς λοιπῆς ὑπαίθρου χώρας. Καὶ ἂν δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν καὶ πολὺ σοφῶς ἐψηφίσαμεν, ἡ κατανομὴ τῶν χρεῶν εἰς τὰς κοινότητας δὲν θὰ γίνῃ κατὰ κεφαλήν, ἀλλὰ κυρίως ἀναλόγως τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν εἶχον αἱ κοινότητες ἐξ ἐκτελεσθέντων ἔργων — τοιαῦτα δὲ ἔργα, ὡς γνωστόν, οὐδέποτε σχεδὸν ἐξετελέσθησαν εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας —, ἀλλά, καὶ ἂν δὲν λάβωμεν, λέγω, τὸ τοιοῦτον γεγονὸς ὑπ’ ὄψιν, ἀμέσως προκύπτει, ἐὰν δηλαδὴ κατὰ κεφαλὴν ἐπιμερισθῇ ἡ ὑποχρέωσις πρὸς πληρωμὴν τόκων, ὅτι ὅλη ἡ ὕπαιθριος χώρα, πλὴν τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν ἐχουσῶν ὑπὲρ τὰς 5,000 κατοίκων κωμοπόλεων, θὰ πληρώσῃ τόκους δανείων 3,000,000 δραχμῶν. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνέλθῃ τὸ ποσὸν τῶν τόκων τῶν 3.000.000 πέρα τῶν 210.000 ἢ 220.000 δραχ. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τοὺς πληθυσμοὺς τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομῶν καὶ τῶν ἄλλων πληθυσμῶν, ἀνερχομένων περίπου εἰς ἑξακοσίας χιλιάδας κατοίκων....
§95Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ τὰ ἰδιωτικὰ χρέη;
§96Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὰ ἰδιωτικὰ χρέη κατὰ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ δοθῶσι, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰ χρέη τῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000 ἢ 3,000,000 δραχμῶν· ἑπομένως ἡ ἀναλογία διὰ τὴν ὑπαίθριον χώραν καὶ τοὺς συνοικισμοὺς τοὺς μικροὺς εἶναι ἐλαχίστη. Ἑπομένως ὁμιλῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τὰ χρέη τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τῆς ὁποίας οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀναμφισβήτητοι. Καὶ λέγω ὅτι ἐκ τῶν 220,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὑπολογίζω ὅτι θὰ καταβάλῃ ὅλη ἡ ὑπαίθριος χώρα διὰ τόκους, κί κοινότητες κί μικραὶ τῶν 400 κατοίκων θὰ καταβάλωσι μόνον 40 δραχμὰς ἐτησίως, διότι ἀναλογεῖ πρὸς ἕκαστον τῶν κατοίκων τῆς ὑπαιθρίου χώρας 10 λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν ὡς τόκος, καὶ τοῦτο ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἡ κατανομὴ τῶν χρεῶν θὰ γίνῃ κατὰ κεφαλήν. Διότι, ἐὰν δὲν θὰ γίνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς ὠφελείας, ὡς προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, ἥτις παρεσχέθη εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας ἐξ ἐκτελέσεως ἔργων, αὗται θὰ καταβάλωσι διὰ τόκον πολὺ μικρότερον ποσόν. Ἑπομένως ἀναβιβάζω ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀριθμῶν τὰς δαπάνας εἰς 500· δέχομαι ἐπίσης καὶ θεωρῶ ἀναμφισβήτητον ὅτι δι’ ἀπρόοπτα ἔξοδα θὰ καταβάλωσι καὶ τὸ ὑπόλοιπον πρὸς συμπλήρωσιν τῶν 580 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὑπελόγισα ὡς ἔσοδον κοινότητος, ἂν καὶ αἱ μικραὶ κοινότητες εἰσπράττουσιν ἀπὸ ἀμέσους φόρους ὡς καὶ αἱ μεγάλαι. Ἡ ὑπόθεσις ὅμως αὕτη δὲν εἶναι ἀληθής. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἐκεῖ, ὅπου συγκεντροῦται ὁ πλοῦτος, ἐκεῖ αὐξάνουσι καὶ οἱ συνοικισμοί, καὶ ἐκεῖνοι θ’ ἀποδώσωσιν ἐκ τῶν φόρων τὸ μεῖζον ποσόν. Δὲν εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξῃ τις εἰς τὸ θεώρημα αὐτό· ἀρκεῖ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἑξῆς γεγονότα, ὅτι ὑπάρχουσι πληθυσμοὶ ὀρεινοί, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἀνάγκην δὲν τρέπονται πρὸς τὴν γεωργίαν, ἀλλ’ εἰς ἄλλα ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποδίδουσιν ἀπὸ ἀμέσους φόρους τόσα, ὅσα ἀποδίδουσιν οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοί. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὑπάρχουσι ναυτικοὶ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἐξ ἀμέσων φόρων εἰσοδήματα, τῶν ὁποίων ὁ πλοῦτος συνίσταται κυρίως εἰς τὴν ναυτιλίαν, ἐὰν λάβωμεν αὐτὰ τὰ δύο γεγονότα ὑπ’ ὄψιν, θὰ ἴδωμεν ὅτι οἱ συνοικισμοὶ οἱ ὀρεινοὶ καὶ οἱ ναυτικοὶ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποδώσωσι τὸ ὑπολογισθὲν ποσὸν τῶν 1,45 κατὰ κεφαλήν, ἀλλὰ θ’ ἀποδώσωσι πολὺ ὀλιγώτερα, θ’ ἀποδώσωσι τὸ πολὺ 70 ἢ 80 λεπτὰ κατὰ κεφαλήν. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὅτι τοιοῦτοι συνοικισμοὶ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ δώσωσι ποσὸν μεγαλύτερον τῶν 70 ἢ 80 λεπτῶν κατὰ κεφαλήν, θὰ ἔχωμεν κοινότητα 400 κατοίκων ἔχουσαν ἔσοδα 300 δραχ., μόνον ἐξ ἀμέσων φόρων, ἑπομένως ἔσοδα μὴ ἀνταποκρινόμενα μηδὲ εἰς τὸ ἥμισυ τῶν γενικῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποκλείσωμεν καὶ τὰς κοινότητας ταύτας, αἱ ὁποῖαι θὰ θελήσωσι νὰ ζήσωσιν ὡς κοινότητες, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα νὰ ζήσωσιν, ἐάν, λέγω, ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτὰς νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐπιβάλλωσι φορολογίαν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως, ἀμέσως θὰ φέρωμεν εἰς φῶς κοινότητας θνησιγενεῖς, θὰ πράξωμεν δηλαδὴ κάτι τι ἀντικείμενον εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας νὰ ζήσωσιν. Ἑπομένως εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ διατυπωθῇ τροπολογία κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς κοινότητας νὰ ἐπιβάλλωσι πρόσθετόν τινα φορολογίαν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Οὐδεὶς κίνδυνος, Κύριοι, ὑπάρχει ἐκ τοιαύτης διατάξεως, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς προείδομεν περὶ τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως. Ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσιν ἐκ τούτου καταχρήσεις. Ἑπομένως πᾶς λόγος συντρέχει νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὰς κοινότητας, ἐὰν θέλωμεν νὰ ζήσωσι, τὸ δικαίωμα ὅπως ἐπιβάλλωσι πρόσθετον φορολογίαν διὰ τὰς γενικὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως.
§97Γ. ΠΩΠ. Ὑπελογίσατε τὰ ἀρχικὰ ἔξοδα τῆς ἐγκαταστάσεως πόσα εἶναι;
§98Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὰ τοιαῦτα ἔξοδα κατὰ τοὺς ἰδικούς μου ὑπολογισμοὺς δὲν ὑπάρχουσι· μόνον τὸ κονδύλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς προσεθέσατε διὰ βιβλία 30 δρ., ἴσως κατά τι ἐπηυξημένον διὰ τὸ πρῶτον ἔτος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἄλλα ἔξοδα ἐγκαταστάσεως. Πρέπει νὰ εἴπω ὡσαύτως ὅτι ὑπελόγισα ὡς ἔσοδον τῶν τοιούτων κοινοτήτων, τῶν μικρῶν ἢ πτωχῶν κοινοτήτων, τὸ ποσὸν τῶν 300 δραχ. ἐξ ἀμέσων φόρων, χωρὶς νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν δύο ἕτερα γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία συντελεῖται κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν. Πρῶτον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἂν αἱ κοινότητες αἱ μικραὶ θὰ συνεισφέρωσι μεθαύριον διὰ τὰς δαπάνας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν ὑπεβλήθη εἰσέτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ καθορίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν θὰ συνεισφέρωσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὴν διαβεβαίωσιν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν θὰ συνεισφέρωσιν. Ἑπομένως, ἐὰν κάμωμεν τὴν ὑπόθεσιν ὅτι καὶ αἱ κοινότητες αὗται θὰ συνεισφέρωσι διὰ τὰς δαπάνας τῆς ἐκπαιδεύσεως...
§99Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι δυνατόν;
§100Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι, ἐὰν τμῆμα τῶν ἤδη εἰσπραττομένων ἀμέσων δημοτικῶν φόρων ἀφιερωθῇ διὰ τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀμέσως τότε θὰ ἔχωμεν μεγαλειτέραν ἀνεπάρκειαν τῶν κοινοτήτων διὰ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωσι ταύτας μόνον ἐκ τῶν ὑφισταμένων δημοτικῶν φόρων.
§101Γ. ΠΩΠ. Τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει αὐτό.
§102Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Καὶ βεβαίως νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δίκαιον, ὅπως μέρος τῶν ἤδη ὑφισταμένων ἀμέσων φόρων ἐκ τῶν μικρῶν κοινοτήτων ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀπαλλάξει αὐτὰς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, δι’ οὗ κυρίως καταβάλλονται αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δοθῇ πρὸς τὸ Κράτος πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν ἀνεπάρκειαν πολλῶν μικρῶν κοινοτήτων καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν μικραὶ κοινότητες οὐδὲν θὰ συνεισφέρωσι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅταν ἔχωμεν ἀνεπάρκειαν αὐτῶν καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελε χαρισθῆ εἰς αὐτὰς ὁ φόρος τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων καὶ δὲν ἤθελε ληφθῆ ποσοστὸν ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκπαιδεύσεως....
§103ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τί ἐννοεῖτε; Ἐννοεῖτε ὅτι ὁ ἐπιβεβλημένος φόρος ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων νὰ δίδηται εἰς τὰς κοινότητας;
§104Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἐννοῶ παντάπασιν αὐτό. Ἔκαμα ἁπλῶς ὑποθέσεις, διὰ ν’ ἀποδείξω τὴν ἀνεπάρκειαν διὰ τὰ ἔξοδα τῶν πολλῶν μικρῶν κοινοτήτων καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν οὐδὲν θὰ συνεισέφερον αὗται διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ἀκόμη, καθ’ ἣν θ’ ἀπηλλάσσοντο τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ἄνευ ἀνταλλάγματός τινος. Ὑποστηρίζω ἁπλῶς τὴν τροπολογίαν μου, διότι νομίζω ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς ἐπιτροπῆς θὰ προῆλθεν ἐκ τοῦ φόβου ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβωμεν μεγάλας καταχρήσεις εἰς τὰς κοινότητας καὶ διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς θὰ καταδικάσωμεν πολλὰς κοινότητας εἰς θάνατον ἕνεκεν ἐλλείψεως πόρων διὰ τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως.
§105ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος εἰς αὐτό.
§106Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἂς ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Κράτος. Τί θὰ κάμῃ τὸ δάνειον;
§107Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Καὶ ταῦτα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου ὅτι πρέπει ἐξάπαντος, ἐὰν θέλωμεν νὰ δημιουργήσωμεν μικρὰς κοινότητας, νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν φορολογίαν, ἀπεριόριστον κατ’ ἐμὲ καὶ ἄνευ ἐγκρίσεως διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, ὑπάρχει ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας. Ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ εἰς δεύτερον ζήτημα σχετιζόμενον μὲ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ὡς τὴν κυρίαν, πρὸς τὸ ζήτημα τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν δήμων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητέ ποτε ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἀληθὴς αὐτοδιοίκησις τῶν δήμων, δηλαδὴ δικαίωμα τῶν δήμων πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν καὶ πλήρωσιν τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν, ἄνευ προστασίας καὶ κηδεμονίας τῶν προϊσταμένων διοικητικῶν Ἀρχῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν τοῖς δώσητε καὶ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοδιοίκησιν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγητε ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἡ νομαρχία ἢ τὸ κέντρον νὰ ἐγκρίνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ἔργον, καὶ ὅτι ὁ νομάρχης δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν δαπάνην καὶ ὅτι αἱ κοινότητες θ’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς κηδεμονίας τῆς διοικήσεως, ὅταν εἰς τὴν διοίκησιν δώσητε τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀνεξελέγκτως ἐγκρίνῃ ἢ ἀπορρίπτῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν κοινοτήτων περὶ ἐπιβολῆς φόρου; Ἐφ’ ὅσον ἐπιδοκιμάζετε τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐν τῇ ἐννοίᾳ ὅτι δὲν πρέπει τὸ κέντρον νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ ὡρισμένας πράξεις τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ δώσητε εὐρέα φορολογικὰ δικαιώματα εἰς τὰς κοινότητας καὶ ν’ ἀποκλείσητε τὴν ἐπέμβασιν τῆς διοικήσεως. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω ὅτι τὸ ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς διδόμενον δικαίωμα, ὅπως μόνον 10% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἢ 1% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος ἐπιβάλληται ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκὲς καὶ ἀντιβαίνει εἰς τὴν οἰκονομικὴν αὐτοδιοίκησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀντίρρησιν, τὴν ὁποίαν προέβαλον ἐνώπιον αὐτῆς, ὅτι τὸ 10% εἶναι ἐπιβεβλημένον ν’ αὐξηθῇ εἰς 30%, ὑπέλαβεν ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοιούτου ἄρθρου ἀμέσως ὑπεβλήθη καὶ ἡ φορολογία καὶ ἀπέρριψε τὴν πρότασιν. Νομίζω ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις τῆς ἐπιτροπῆς καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο ἡ συζήτησις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀντετάχθη καὶ μετὰ μεγάλης φειδοῦς παρεχώρησε 10% ἐπὶ τῶν δημοσίων φόρων ἢ 1% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἦτο ἔνθερμος ὑποστηρίκτρια τῆς αὐτοδιοικήσεως. Πρέπει νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι εἰς τὴν Γερμανίαν ὑπάρχει ἀπεριόριστος ἡ ἄμεσος φορολογία ἡ διδομένη εἰς τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν. Εἰς τὴν Γερμανίαν ὑπάρχουσι φόροι ἄμεσοι, οἱ ὁποῖοι παραχωροῦνται εἰς τὰς κοινότητας καὶ τῶν ὁποίων ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ κάμῃ οἱανδήποτε χρῆσιν ἡ κοινότης ἄνευ οὐδεμιᾶς τοῦ κέντρου ἐγκρίσεως.
§108Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ εἶναι μοναρχικὸν Κράτος ἡ Γερμανία.
§109Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Καὶ εἶναι μοναρχικὸν Κράτος ἡ Γερμανία. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει περιορισμός, ἀλλ’ οὗτος ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 30% καὶ ἄνω, διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Γαλλικὰς κοινότητας μέχρι 30% φορολογία ἄμεσος ἐπὶ τῶν δημοσίων φόρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολυπληθέστεροι τῶν Ἑλληνικῶν, ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πρέπει νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἐπιτρέπεται ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβολὴ φορολογίας τοῦ 30%, δὲν εἶναι ὁ φόβος ὁ ἐνδεχόμενος ὅτι θὰ γίνωνται καταχρήσεις ὑπὸ τῶν κοινοτήτων, ὅτι θὰ ἐκτελῶνται ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐσήμαινον σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀλλ’ ὁ φόβος μήπως ἐπέλθῃ ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν φόρων, μήπως οἱ πολῖται ἐξαντλοῦνται εἰς δημοτικὰς εἰσφορὰς καὶ ἀδυνατοῦσιν ἔπειτα νὰ καταβάλωσι πρὸς τὸ Κράτος. Ἑπομένως ἐκ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς καὶ μόνον, ἐκ ταύτης θὰ εἶναι ἴσως ὀρθὸν νὰ τεθῇ τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς κυριαρχικῆς ἢ ἄνευ ἐγκρίσεως ἐξουσίας τῶν δήμων πρὸς ἐπιβολὴν φορολογίας εἰς 30% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξ ἄλλων ὁρμωμένη σκέψεων ἢ φοβουμένη τὰς καταχρήσεις ἴσως τῶν κοινοτήτων κατὰ τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας ὥρισεν ὡς ἀνώτατον ὅριον 10% τῶν δημοσίων φόρων ἢ τὸ 1% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἀντιλήψεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου νομίζω ὅτι πρέπει πάσει δυνάμει νὰ ἀντεπεξέλθωμεν, καὶ ὑποστηρίζω ὅτι μέχρι 30% ἐπὶ τῶν δημοσίων φόρων πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὰς κοινότητας, ὅπως ἐπιβάλλωσι φόρους κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἄλλως καταστρέφομεν αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ παραδίδομεν πάλιν τοὺς δήμους εἰς τὴν κηδεμονίαν καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν.
§110Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ συμφωνῶ κατ’ ἀρχὴν μεθ’ ὑμῶν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας τὴν ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν κάμνει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέν. Διότι ἀφήνω ἀπεριόριστον δικαίωμα εἰς τὰς κοινότητας πρὸς αὔξησιν τῶν ἀμέσων φόρων, ἐπιφυλάσσεται δὲ δικαίωμα παρεμβάσεως εἰς τὴν διοίκησιν μόνον ἐν περιπτώσει προκλήσεως ὑπὸ ὡρισμένου ἀριθμοῦ φορολογουμένων.
§111Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἔχω ταῦτα ὑπ’ ὄψει, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ὑποβάλω ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ τὴν γνώμην μου. Νομίζω ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας, εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀρθόν, διότι ὑπάρχει τοιουτοτρόπως διαμαρτυρία τῶν κατοίκων ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν λόγῳ ἐλλείψεως ἐνδεχομένων τοπικῶν ἀναγκῶν ἢ λόγῳ καταχρήσεων. Ἀλλ’ ὅμως νομίζω ὅτι διὰ τοῦ μέτρου σας δίδεται μεγάλη διακριτικὴ ἐξουσία εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐπιλαμβάνηται τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας, ἐφ’ ὅσον ζητήσωσι τὴν ἐπέμβασιν αὐτοῦ 50 κάτοικοι τῆς κοινότητος. Συνομολογῶ μὲν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὰ συμβούλια τῶν κοινοτήτων, ἰδίως τὰ ὀλιγομελῆ, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὰ συμβούλια εἰς τὰς μικρὰς κοινότητας, αἱ ὁποῖαι ἐνδεχομένως ἐκ διαφόρων λόγων ν’ ἀποφασίσωσι φορολογίαν μὴ ἀνταποκρινομένην εἰς τὰς ἀνάγκας ἢ ὑπάρχει τὸ ἐνδόσιμον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι καταχρήσεις ἐν τῇ ἐπιβολῇ τῆς φορολογίας, εἶναι δίκαιον, ὅπως ὡρισμένος ἀριθμὸς δημοτῶν δώσῃ τὸ δικαίωμα ἢ τὴν ἀφορμὴν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ψηφισθείσης ὑπὸ τοῦ συμβουλίου φορολογίας, ἀλλ’ ὅμως ὁ ἀριθμὸς τῶν πεντήκοντα κατοίκων τῆς κοινότητος εἶναι ἐλάχιστος. Θὰ ἤθελον ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀποφάσεως τῶν δημοτικῶν συμβουλίων περὶ τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας ἂν ἀπεδεικνύετο ἀποδεδειγμένως, ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς τῶν κατοίκων, ὁ ὁποῖος ποιεῖται τρόπον τινὰ ἔφεσιν ἐπὶ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν φορολογικὴν αὐτοδιοίκησιν, ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς κατοίκων, λέγω, τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ τῶν ψηφισάντων κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογήν, δὲν θέλει τὴν φορολογίαν, καὶ τότε τὸ Ὑπουργεῖον —καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ κάμω χρῆσιν τῶν κατὰ κόρον ἐπαναληφθεισῶν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ λέξεων νομιμότητος καὶ σκοπιμότητος— νὰ μὴ ἀποβλέψῃ μόνον εἰς τὴν σκοπιμότητα, ἀλλ’ εἰς τὴν νομιμότητα τῆς τοιαύτης φορολογίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τοιοῦτον σύστημα ἐφέσεως, εἴτε μετὰ διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ εἴτε ἄνευ τοιαύτης, ἀρκεῖ μόνον ἡ ἔφεσις τῶν κατοίκων ν’ ἀσκῆται ὑφ’ ἱκανοῦ ἀριθμοῦ κατοίκων ἀντιπροσωπευόντων τὴν γνώμην τῆς κοινότητος ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου, θὰ ἤμην προθυμότατος νὰ συμφωνήσω μεθ’ ὑμῶν. Ἀλλ’ ὀφείλω τελευτῶν νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ πάλιν κατὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον περιώρισεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν φορολογικὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ δὲν ἀφῆκεν ἐλεύθερον τὸ στάδιον δράσεως εἰς τὰς κοινότητας. Ἂν δὲν ἐξηντλήθη ἡ Βουλή, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ ἑνὸς ἑτέρου πόρου τῶν κοινοτήτων, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ ἔλεγον δὲ τὴν γνώμην μου ταύτην, ἂν δὲν ἀντεπεξήρχετο κατ’ αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος φίλος καὶ συνάδελφος κ. Θεοδωρίδης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξανέστη κατὰ τῶν ὑποχρεωτικῶν ἐράνων, τοὺς ὁποίους καθορίζει ἡ ἐπιτροπή, ἐξανέστη δὲ λέγων ὅτι οἱ ἔρανοι οὗτοι ἐχρεοκόπησαν ἐφαρμοσθέντες εἰς τὸ ἀκρότατον μέρος τῆς Ἑλλάδος, τὴν Μάνην. Πρῶτον δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ἐχρεοκόπησε τὸ ἐρανικὸν σύστημα ἐν Μάνῃ, ἀλλ’ ἐγένοντο ἁπλῶς μόνον καταχρήσεις τινές.
§112Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐγένοντο καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων.
§113Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Παραδέχομαι ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτοῦ ὁ φόρος οὗτος ὄχι μόνον δὲν ἐχρεοκόπησεν, ἀλλὰ διὰ τὰς μικρὰς κοινότητας εἶναι καὶ θ’ ἀποβῇ ὁ μόνος ἐνδεδειγμένος φόρος, καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ φόρου θὰ προέλθῃ ἡ αὔξησις καὶ ἡ εὐημερία τῶν μικρῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καταδικάσωμεν ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς τὸν νέον τοῦτον δημιουργούμενον πόρον τῶν κοινοτήτων, διότι οὗτος εἶναι προωρισμένος νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁ κύριος πόρος τῶν μικρῶν κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι, ἅμα ἐξασφαλίσωσιν ἐκ τῶν ἄλλων φόρων τῶν ὑφισταμένων τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλλωσι φόρους εἰσπραττομένους ἐξ ἄλλων εἰδῶν, οἵτινες καὶ ἐτησίως ἐπιβάλλονται καὶ χρησιμεύουσιν εἰς πλήρωσιν διαρκῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας συνήθως δὲν ἔχουσιν αἱ μικραὶ κοινότητες, ἀλλά, ἅμα παρουσιασθῇ τοπικὴ ἀνάγκη, εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ διὰ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τούτου ἐράνου, ὁ ὁποῖος διὰ τὸ ἔκτακτον τῆς ἀνάγκης καὶ τὸ μὴ ἐτήσιον ἀνέρχεται κατὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς εἰς πολὺ μεγαλύτερον ποσοστὸν τῶν ἄλλων φόρων. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ δεχθῶμεν τὸν φόρον τοῦτον ὡς μέλλοντα νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς μικρὰς κοινότητας, αἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην τοῦ ἐκτάκτου τούτου φόρου πρὸς πλήρωσιν ἐκτάκτων τοπικῶν ἀναγκῶν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλω πρῶτον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὴν εὐμένειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνδεχόμενον νὰ ἦσαν πεπλανημέναι, ἦσαν παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι θίγουσιν αὐτὴν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου θὰ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν δοθῇ ἡ κατάλληλος στιγμὴ ἐπὶ τῶν γενομένων παρατηρήσεων.
§114ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν διστάζω νὰ σᾶς ἀναγνωρίσω ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι συμφωνότατος πρὸς τὰς γνώμας ὑμῶν. Τοῦτο ἄλλως τε ἐξάγεται καὶ ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑποβληθέντι ὑπ’ ἐμοῦ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς διανομῆς τῶν Ζαππείων κτημάτων ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§116Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι προκειμένου νὰ συζητηθῇ ἡ οἰκονομικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ἐγένετο σύγχυσίς τις μεταξὺ τοῦ ἀντικτύπου τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοπικῆς διοικήσεως ἐπὶ τῶν δημοτικῶν προϋπολογισμῶν καὶ τοῦ ἀντικτύπου τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἐν γένει Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Αἱ κύριαι μεταβολαὶ αἵτινες θὰ ἐπέλθωσι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι μεταβολαὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δήμων ἢ κοινοτήτων. Πρώτη βάσις συγκρίσεως καὶ ἐλέγχου ἢ μᾶλλον μόνη βάσις εἶναι αἱ δαπάναι διοικήσεως. Ἐπὶ τῇ βάσει στατιστικῆς τινος ἐργασίας τὴν ὁποίαν ἔκαμα θὰ σᾶς εἴπω ἀριθμούς τινας, οἵτινες θὰ δείξωσι πόσον κακὴν ὁδὸν ἐξέλεξαν ἥ τε ἐπιτροπὴ καὶ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες. Οἱ ἄμεσοι ἐπαρχιακοὶ φόροι ἀνέρχονται εἰς 4.615.000. Ποίας δαπάνας καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον; Ἡ μεταβολὴ τὴν ὁποίαν φέρει τὸ νομοσχέδιον ποίας δαπάνας συνεπάγεται; Συνεπάγεται τὰς καθαρῶς δαπάνας διοικήσεως, διότι αἱ δαπάναι δαμαλισμοῦ φέρ’ εἰπεῖν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ψαρῶν Βουλευτής...
§117Γ. ΠΩΠ. Κατ’ ἀναφορὰν ὡμίλησα περὶ τοῦ δαμαλισμοῦ.
§118Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. .. δὲν εἶναί τι τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον ἐπακολούθημα τῆς μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος, τὸ ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ νέος θεσμός. Εἰς πόσον ἀνέρχονται αἱ δαπάναι διοικήσεως τῶν κοινοτήτων καὶ τί δαπανᾶται σήμερον ἰδοὺ τί πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μόνον. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εὐρέως ὡμίλησεν ἐπὶ τούτου, θὰ ἐπιφυλαχθῶ δὲ καὶ ἐγὼ εὐρύτερον νὰ ἐπανέλθω. Σπεύδω νὰ εἴπω ὅμως ἀπὸ τοῦδε ὅτι αἱ δαπάναι αὗται θ’ ἀνέλθωσι κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου εἰς 1.800.000 περίπου. Μέχρι τοῦδε αἱ δαπάναι αὗται ἀνήρχοντο διὰ τοὺς ἐπαρχιακοὺς δήμους εἰς 2.250.000, ὑπάρχει δηλαδὴ διαφορὰ 450.000 περίπου ἐπὶ ἔλαττον.
§119ΙΩ. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Ἐπὶ ἐξόδων πόσων δήμων ὑπολογίζετε;
§120Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ὑπελόγισα τὰς δαπάνας ὅλων τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κάτω τῶν 10.000 κατοίκων.
§121Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ποῦ στηρίζετε τὴν βάσιν τῶν ὑπολογισμῶν σας.
§122Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Δὲν ἐγένοντο μέχρι τοῦδε παρὰ μόνον δύο ἐργασίαι καὶ αὗται εἶναι ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν, αἱ ἐκθέσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. συναδέλφου.
§123Γ. ΠΩΠ. Τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη μᾶλλον.
§124Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Καὶ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη. Ἐπὶ τῇ βάσει κυρίως τῶν ἐξ αὐτῶν δεδομένων ἔκαμον μίαν μελέτην εὐρυτάτην κάπως καὶ εἰδικωτέραν ἐπὶ τούτου λαβὼν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς νεωτέρους προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων.
§125ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως ἐπαναλαμβάνω τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ψαρῶν, ὅτι θὰ ἦτο ἀσφαλέστερον νὰ ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ἔξοδα διοικήσεως τῶν τελευταίων ἐτῶν ἐκ τῶν δημοσίων προϋπολογισμῶν τῶν δήμων, ἔχω δ’ ἐγὼ νὰ σᾶς δώσω πίνακα, ἵνα μὴ ὑποβληθῇ ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἰς τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ νὰ κάμῃ προσθέσεις· ἔχω πίνακα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δαπανῶν τοῦ 1910 καὶ 1911, εἰς τὴν βάσιν δὲ τῶν ἐξόδων τῶν ἐκεῖ ἀναγραφομένων νὰ στηριχθῆτε, διότι μέχρι σήμερον ἔχουσιν ἐπέλθει πολλαὶ μεταβολαί.
§126Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ βεβαίως δὲν θὰ διαφέρωσι πολὺ ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέφερον. Τὰ ἔξοδα εὑρίσκω 2.250.000 διὰ τὴν διοίκησιν τῶν ἀγροτικῶν δήμων καὶ κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου ἐπέρχεται διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον 450.000 δρ., ὡς εἶπον. Ἀσχέτως ὅμως πρὸς τὸ ἂν θὰ ἐπέλθῃ διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον ἢ ὄχι, μολονότι νομίζω ὅτι, ὅταν τὸ ζήτημα τοῦτο μελετηθῇ προσεκτικώτερον, θὰ μὲ δικαιώσῃ εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου, ἀσχέτως ὅμως, λέγω, πρὸς τοῦτο, ποῖα ἔσοδα ἀπομένουσιν εἰς τὰς κοινότητας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημερινῶν ἀμέσων φόρων, ἀφοῦ θὰ καταργηθῶσιν οἱ ἔμμεσοι; Τὰ ἔσοδα ταῦτα εἶναι 4.615.000. Ἔχουσι λοιπόν, ἂν βασισθῶμεν εἰς μόνον τὸ νομοσχέδιον, ἔσοδα 4.615.000 τὰ ὁποῖα οἱ δῆμοι δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσιν ὡς βούλονται, διότι δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη τίποτε περὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς συμμετοχῆς τῶν κοινοτήτων εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα δυνάμει τοῦ Συντάγματος ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀτελὲς ὡς εἶναι, ἐπέρχεται καλλιτέρευσις εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῶν δήμων, διότι αἱ δαπάναι τῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους ὑπελόγισα ὅτι ἀνέρχονται εἰς 5.500.000 δραχ. Τὸ Δημόσιον ἤρχετο ἀρωγὸν διὰ 1.200.000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξ ὁλοκλήρου ἐδίδοντο εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους ἐκτὸς ἑνὸς βοηθήματος ἐκ δραχμῶν 7000 εἰς τὸν δῆμον Λαμιέων. Οἱ ἔμμεσοι φόροι συνεισέφερον δρ. 3.100.000 καὶ τὸ ὑπόλοιπον διὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 5.500.000, ἤτοι 1.200.000, κατεβάλλετο ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων.
§127ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ναί, ἀλλ’ οἱ ἄμεσοι φόροι δὲν κατανέμονται ἐξ ἴσου εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
§128Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Τότε τί ἤθελον οἱ κύριοι προλαλήσαντες τὸν μέσον ὅρον τῆς ἀναλογίας ἀμέσων φόρων κατὰ κεφαλήν, ἀφοῦ τίποτε δὲν ἀποδεικνύει;
§129Γ. ΠΩΠ. Ὁμιλεῖτε περὶ ἀμέσων φόρων, ἀλλά, ὡς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, ὑπάρχουσι κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι 5 δραχμὰς κατὰ κεφαλήν· ὑπάρχουσι κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν 6 δραχμὰς κατὰ κεφαλήν· ὑπάρχουσι κοινότητες, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι 2,20· ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὑπὲρ τὰς 800 κοινότητας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι 40 λεπτὰ κατὰ κεφαλήν. Ἐπικαλεσθῆτε τὴν μαρτυρίαν ὄχι συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ Ἑλβετίαν, ἀλλ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὴν Αἰτωλίαν καὶ Ἀκαρνανίαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας.
§130Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Οἱ ἀριθμοί, κύριε συνάδελφε, ἔχουσι μίαν γλῶσσαν καὶ διὰ τοὺς εἰς Αἰτωλίαν καὶ Ἀκαρνανίαν μεταβάντας καὶ διὰ τοὺς εἰς Ἑλβετίαν καὶ εἰς Νέα Ψαρὰ ἀκόμη ὁ χειρισμός των διαφέρει, διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον.
§131Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ σᾶς λέγω καὶ ἐγώ· σᾶς ὁμιλῶ μὲ τὴν γλῶσσαν τῶν ἀριθμῶν.
§132Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει περισσότερον νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο· εἰδικῶς ὡς ἔθηκαν τὸ ζήτημα οἱ κ. προλαλήσαντες, ὀρθῶς καὶ σκοπίμως τὸ ἔθηκαν συμφώνως πρὸς τὰς σκέψεις των, διότι ἠθέλησαν ν’ ἀποδείξωσι τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν κοινοτήτων. Ἀλλὰ συζήτησις εὐρεῖα, διεξαγομένη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως ἀποδειχθῇ ἡ ἐπάρκεια τῶν ἀμέσων φόρων, νομίζω ὅτι θέλει μᾶς παρελκύσει εἰς μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπου κυρίως θὰ προσηρμόζετο ἡ τοιαύτη συζήτησις.
§133Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Εἶπον πρὸ ὀλίγου ὅτι ἐκεῖ ἤθελον νὰ κάμω τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐπιμένω ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον διεξάγεται ἡ συζήτησις, ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου κακῶς γίνεται, διότι ἢ θὰ ἐξετάσωμεν ἐπαρχίαν πρὸς ἐπαρχίαν ὅλον τὸ Κράτος ἢ πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τοὺς μέσους ὅρους οἱ ὁποῖοι τίποτε δὲν σημαίνουσιν. Ἓν εἶναι φανερόν, ὅτι οἱ καταργούμενοι ἔμμεσοι φόροι δὲν ἐπήρκουν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, ὅτε αὕτη ἀπερρόφα καὶ μέρος τῶν ἀμέσων φόρων, ὅτι οὗτοι παραμένουσιν ἀμετάβλητοι σήμερον καὶ ὅτι τὴν ἐκπαίδευσιν ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος. Ἐκ τῶν 4.615.000 ἀμέσων φόρων 1.800.000 θὰ εἶναι δαπάναι διοικήσεως· κατ’ ἐμὲ μένει ὑπόλοιπον ἐκ δραχμ. 2.815.000, τὸ ὁποῖον περιέχει 1) μέρος τι δαπανῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον, ὑποχρεώσεις ἐκ δανείων καὶ τὰ τοιαῦτα· 2) δρ. 1,200,000, τὰς ὁποίας ἀπερρόφα ἐκ τούτων ἡ ἐκπαίδευσις, καὶ 3) δρ. 450,000, τὰς ὁποίας ἐπὶ πλέον ἀπερρόφα ἡ διοίκησις. Ἀπορῶ πῶς ἐξῆλθε τῆς λογικῆς ταύτης σειρᾶς ἡ συζήτησις καὶ ζητεῖται νὰ περιπλέξωσι τὰ πράγματα. Ταῦτα τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω.
§134ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Περὶ τῆς οἰκονομικῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ προσθέσω τι, διότι θεωρῶ ἀρκετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων συναδέλφων, ἔχω ὅμως νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις περί τινος προσόδου δήμων τινῶν, ἐπιβεβλημένης δι’ εἰδικῶν νόμων, καὶ περὶ τῆς ὁποίας τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον δὲν προβλέπει. Ὑπάρχουσι νόμοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει ἐπιβληθῆ δι’ εἰδικοῦ νόμου πρόσθετος φορολογία, ἀφορῶσα εἰς ἐκτέλεσιν ἔργων τοπικῆς ἀνάγκης, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῆς, διότι μετὰ τὸν διαχωρισμὸν τῶν διαφόρων χωρίων ἐκ τῶν δήμων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι κοινότητας, θὰ εἶναι ἴσως ἄδικον αἱ νέαι κοινότητες νὰ συνεισφέρωσι καὶ αὗται δυνάμει τοῦ εἰδικοῦ τούτου νόμου ὑπὲρ μιᾶς μόνον κοινότητος, ἤτοι ἐκείνης, ἥτις θὰ ἀποτελεσθῇ ἐκ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου. Περὶ τούτου ὑποβάλλω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλὴν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐλπίζω ὅτι κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν θὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω, εἶναι ὅτι δύναται νὰ παραμείνῃ ἡ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐπιβεβλημένη φορολογία, διότι ἡ τοιαύτη φορολογία δὲν ἐπιβαρύνει τοὺς παραγωγούς, ὅπως π.χ. εἰς τὸν δῆμον Ἐχίνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει ἐπιβληθῆ πρόσθετος φορολογία 10 λεπτῶν ἐπὶ τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ, ἀλλὰ τὴν κατανάλωσιν, διότι τὸν φόρον αὐτὸν πληρώνουσι μὲν φαινομενικῶς οἱ παραγωγοί, ἀλλὰ κυρίως πίπτει ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ διατηρηθῇ ὁ φόρος αὐτός, διότι πολλὰ ἔργα εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῶσι δι’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρέπει νὰ κατανεμηθῇ εἰς τὰ διάφορα χωρία, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσιν ἰδίας κοινότητας, διὰ νὰ πορισθῶσι ταῦτα καὶ τὰς ἐκ τῆς φορολογίας ὠφελείας.
§135Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν προκειμένου περὶ τόσον σοβαροῦ νομοθετήματος, ἰδίᾳ δὲ τοῦ τμήματος τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖται ἤδη ἡ Βουλὴ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ἠκούσθησαν γνῶμαι πολὺ παράδοξοι, ἀφοῦ ἤδη εἶναι καταπεπονημένη ἡ Βουλή, ἤθελον παρακαλέσει, λέγω, νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν ἀπόψε.
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Θόρυβος).
§137Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μὴ ἀγανακτεῖτε, Κύριοι, διότι λυποῦμαι διὰ τοῦτο, διότι θέλω νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι θέλω νὰ θίξω τὸ ζήτημα τῶν ὑποθηκῶν, περὶ ὧν δὲν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος. Πρέπει ἡ Βουλὴ σοβαρῶς νὰ συζητήσῃ τὴν πρόσθετον φορολογίαν τῶν δήμων, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν λύονται μὲ τὰς βιβλιοθήκας καὶ μὲ τὰς γνώμας τὰς ἐν Γερμανίᾳ. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἴδωμεν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῶσιν. Ἐπιθυμῶ πολὺ νὰ γίνῃ σοβαρὰ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις γίνεται σοβαρά.
§139Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι δὲν γίνεται σοβαρά. Ἐγὼ σέβομαι τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες, καὶ πρέπει ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων νὰ εἶναι ἐπιβάλλουσα ἡ μορφὴ τῆς Βουλῆς.
§140ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι παντάπασι δίκαιαι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου. Ἐὰν ἔχῃ τις νὰ παρατηρήσῃ τι ἐπὶ τῆς συζητήσεως μάλιστα τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς ἡ εὐρύτης τῆς συζητήσεως, εὐρύτης τοιαύτη, ὥστε, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν σπουδαιότητα τὴν φορολογικὴν τὸ ἄρθρον, βεβαίως θὰ ἐθεωρεῖτο ἡ συζήτησις ὡς κωλυσιεργική. Θὰ ἐνόουν κάπως δεδικαιολογημένην τὴν αἴτησιν τοῦ κ. συναδέλφου, ὅπως διακοπῇ ἡ συνεδρίασις εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ἀπόψε καὶ δὲν ἐθεωρεῖτο ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν παρισταμένων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἀκόμη εἴμεθα εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ὑπάρχει δὲ περίπτωσις νὰ συζητηθῇ καὶ πάλιν τὸ ἄρθρον καὶ νὰ παρασχεθῶσι πληροφορίαι, ἐὰν θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη περὶ τούτου.
§141Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἡ τρίτη συζήτησις εἶναι τυπική.
§142Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀνησυχία τοῦ κ. συναδέλφου μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι ὁριστικῶς τὸ κυριώτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἀφορῶν τοὺς πόρους καὶ συνεπῶς καὶ τὰς δαπάνας. Ἐπὶ ἄλλων θεμάτων ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὄχι βεβαίως περιττή, ἀλλ’ ὑπερβολική, ὅσον ἀφορᾷ δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας, τῆς ἀμέσου ἢ ἐμμέσου ἐκλογῆς, διότι ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν ἡ Βουλὴ ἔχει σχηματίσει ὡρισμένην γνώμην. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν πόρων, τῶν δαπανῶν εἶναι τὸ κυριώτερον ζήτημα, καὶ ἴσως θὰ εἶναι δεδικαιολογημένον καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ χρόνου ἐὰν διατεθῇ, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι, ἂν μέχρι τοῦδε οἱ δῆμοι δὲν ηὐδοκίμησαν, εἶναι, διότι δὲν εἶχον πόρους, καὶ διότι ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχον, τοὺς διέθεσαν κακῶς. Βεβαίως πρόκειται νὰ θεραπεύσωμεν καὶ ἄλλας ἀνάγκας διὰ τῶν κοινοτήτων, τὸ κύριον ὅμως ἔργον εἶναι ἡ ἐκτέλεσις ἔργων, καὶ ἡ ἐκτέλεσις ἔργων προϋποθέτει τρόπον ἀποκτήσεως τῶν ἐσόδων. Μοὶ εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητὴς ὅτι τὸ ἄρθρον 59 ἀναπληροῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπεστήριξα· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θέλει τὸ ἄρθρον 58; Τὸ ἄρθρον 58 τιθέμενον καὶ ὁρίζον τὴν ἄμεσον δημοτικὴν φορολογίαν μέχρι 10% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἢ 1% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος βεβαίως θέτει μίαν βάσιν. Ἐὰν δίδῃ δι’ ἄλλου ἄρθρου δικαίωμα εἰς τὸν νομάρχην ν’ αὐξήσῃ τὴν ἄμεσον φορολογίαν, πάντοτε λέγει εἰς αὐτὸν ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ἀκριβῶς τὸν περιορισμόν, τὸν ὁποῖον θέτει ἡ νομοθεσία, ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς οὗτος δὲν ἀρκεῖ.
§143Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἑπομένως ἐγὼ εἶχον δίκαιον.
§144Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἴμεθα συμφωνότατοι μαζί. Ἄλλως τε τὸ ἄρθρον 59, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος κ. εἰσηγητὴς εἶπε, θέτει ἕνα περιορισμὸν διὰ τῆς τελευταίας παραγράφου, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅτι οὗτος ὁ περιορισμὸς ἐνέχει πολὺν ἐμπειρισμόν. Ἡ πρόνοια πρὸς πρόληψιν καταχρήσεων εἶναι ἐντελῶς περιττή, ὅταν ἐπιτρέπηται νὰ γίνῃ αὔξησις δαπανῶν, ἐφ’ ὅσον προώρισται δι’ ὡρισμένον σκοπόν. Τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ ἡ ὁλοκληρωτικότης, ὅπως χαρακτηρίζει καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς ἑνὸς Κράτους. Πάντα τὰ ἔσοδα πρέπει νὰ γράφωνται εἰς μίαν σειράν, καὶ πάντα τὰ ἔξοδα εἰς ἄλλην σειράν. Διατί ἆρά γε πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ νέα αὔξησις τῆς φορολογίας, ὅταν πρόκειται νὰ τελεσθῇ ἕν ὡρισμένον ἔργον, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ μία αὔξησις καὶ αὐτή, ὅταν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἄλλου σκοποῦ ἀρκετὰ καὶ αὐτοῦ ἰσχυροῦ καὶ ἐνδιαφέροντος διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου, ὅπως εἶναι π. χ. ἡ ἀπόσβεσις ἑνὸς χρέους ἢ ἡ μετατροπὴ αὐτοῦ διὰ συνάψεως ἑνὸς δανείου; Εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς συνάψεως ἑνὸς δανείου εἷς δῆμος ν’ ἀποκτήσῃ ἕν θετικὸν ὄφελος, διότι διὰ τῆς μετατροπῆς ταύτης θὰ πληρώνῃ ὀλιγώτερον χρέος, ἐξασφαλίζων τὸ συναφθησόμενον δάνειον δι’ ἑνὸς φόρου. Ἰδοὺ ὅτι ἄνευ εἰδικοῦ τινος σκοποῦ...
§145Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι εἰδικὸς σκοπός.
§146Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναται τοῦτο νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τοῦ τελευταίου ἄρθρου. Ἀκριβῶς πάντα τὰ ἔσοδα θὰ γράφωνται εἰς μίαν σειρὰν καὶ κατόπιν τῶν ἐσόδων θὰ γράφωνται τὰ ἔξοδα ἑκάστης κοινότητος καὶ ἑκάστου δήμου. Μᾶλλον οἱ περιορισμοὶ αὐτοὶ εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἄγουσι. Παραδέχομαι τὸν περιορισμόν, τὸν ὁποῖον θέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· αὐτὸ ἐπὶ τέλους εἶναι μία πρόνοια. Ἐπιτρέπεται εἰς τὰς κοινότητας καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ν’ αὐξάνωσι τὴν ἄμεσόν των φορολογίαν εἰς οἱονδήποτε σημεῖον θέλουσιν, ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν φθάνουσιν εἰς ἕνα παραλογισμόν, διατί ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία, ὅταν κρούσωσι τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου οἱ κάτοικοι μέχρις ἑνὸς ποσοῦ, νὰ μὴ θέτῃ χεῖρα, ἵνα σταματᾷ πλέον τὸ κακὸν αὐτό; Τοῦτο εἶναι μία πρόνοια, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ κατακρίνῃ. Ἀλλ’ ἡ ἄμεσος φορολογία οὐδέποτε δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ὑψηλὸν βαθμόν, χωρὶς νὰ συγκατατίθενται πρὸς τοῦτο οἱ κάτοικοι. Ἡ ἄμεσος φορολογία εἶναι καταφανὴς καὶ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ συμβούλιον ἤθελεν ἐπιβάλει βαρεῖς ἀμέσους φόρους, οἱ ὁποῖοι παρίστανται ζωηρότεροι πρὸ τῶν ὀμμάτων τῶν φορολογουμένων, ἡ κοινὴ διαμαρτυρία θ’ ἀναγκάσῃ αὐτὸ νὰ μετατρέψῃ καὶ μεταβάλῃ τὰς ἀποφάσεις του.
§147Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τοῦτο εἶναι συμφωνοτάτη καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ παραδεχθῇ τὴν ἄκραν αὐτὴν γνώμην.
§148Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας δὲν περιωρίσθη νὰ φέρῃ ἐπιχειρήματα ἐξ Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἠθέλησε μὲ ὅλην τὴν στενοχωρίαν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεταί τις, ὅταν καταφεύγῃ εἰς ἄλλους λαούς, νὰ φέρῃ ἀπὸ ἐκεῖθεν ἐπιχειρήματα τοιαῦτα. Πρέπει νὰ βλέπωμεν τί γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ὅταν ἓν μοναρχικὸν Κράτος ἔχον νομάρχας πρώτης τάξεως καὶ κεντρικὴν ὑπηρεσίαν φροντίζουσαν πράγματι περὶ τῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων, ὡς ἡ Γερμανία, οὐδεμίαν αἰσθάνηται δυσκολίαν ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν νὰ κανονίζῃ τοὺς ἀμέσους φόρους, καθ’ ὃν τρόπον ἤθελον κρίνει οὗτοι ὀρθόν, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα τοῦτο, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ἔχομεν καῆ ἀπὸ τοὺς μέχρι τοῦδε διοικοῦντας ἄρχοντας, βεβαίως δὲν εἴμεθα περισσότερον ηὐχαριστημένοι ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας. Ὅλη μας ἡ ὀργὴ ἐξεδηλώθη ἐναντίον τῶν διαφόρων δημάρχων, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ὀργή μας δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη. Θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ὀργή μας, ἐὰν ἦτο ἐκδεδηλωμένη καὶ ἐναντίον τῶν νομαρχῶν καὶ τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ ἄμεσος φορολογία λοιπὸν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ν’ ἀφήσωμεν τοὺς κατοίκους Ἕλληνας νὰ διοικῶσι τὰ κατ’ αὐτούς. Τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, δὲν δύνανται νὰ παρακολουθῶσιν, ἀλλὰ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν εἰς τὸν στενὸν κύκλον, τὸν ὁποῖον δημιουργοῦμεν, δύνανται κάλλιστα νὰ παρακολουθήσωσιν. Ἑκάστην Κυριακὴν ὁ χωρικὸς θὰ ἐξετάσῃ, διατί ἐδαπανήθη ἓν τάλληρον θὰ διαμαρτυρηθῇ, καὶ ἐὰν κακῶς ἐδαπανήθη, καὶ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ διαμαρτυρία αὐτοῦ, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε δὲν ἠκούετο ἀπὸ τὸν δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπή, ἐνῷ ἔθεσε διάταξιν ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι διατηροῦνται, ἐφρόντισε νὰ θέσῃ τὸν περιορισμόν, καὶ περιορισμὸν πολὺ μέγαν διὰ τοὺς ἀμέσους φόρους. Διὰ τοὺς ἐμμέσους φόρους ἔπρεπε νὰ θέσῃ φραγμόν, οὐχὶ διὰ τοὺς ἀμέσους. Περὶ τῶν ἀμέσων θὰ φροντίσωσιν οἱ κάτοικοι· εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ ἄμεσος φόρος δὲν εἶναι ὀρθός, ὁ τοιοῦτος φόρος θὰ πέσῃ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φροντίσῃ ἡ Πολιτεία· θὰ φροντίσωσιν οἱ ἰδιῶται οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Ἐὰν ἀλλαχοῦ παρατηρῶμεν ἕν ὅριον, τὸ ὁποῖον θέτει ἡ Πολιτεία εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου ὑπὲρ τῆς αὐτοδιοικήσεως, τοῦτο δὲν εἶναι διότι θέλει νὰ δώσῃ περισσότερον εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν, ἀλλὰ διότι θέλει νὰ κρατήσῃ τὴν μερίδα τοῦ λέοντος ὑπὲρ ἑαυτῆς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει φόρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔθεσε χεῖρα ἡ Πολιτεία, ἡ Πολιτεία δὲν πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηται εἰς ποῖον σημεῖον θὰ φθάσῃ ὁ φόρος οὗτος. Δὲν ἠξεύρω, ἂν τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀγαπητοῦ ἐκ Σπετσῶν συναδέλφου, τοῦ ὁποίου θαυμάζομεν καὶ τὴν ἀντίληψιν, ἀλλὰ περισσότερον θαυμάζομεν καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, ἀποτείνεται εἰς ἐμέ, τὸ συμπέρασμα ὅτι ταῦτα εἶναι συμπεράσματα τῆς πείρας. Συμπεράσματα τῆς πείρας βεβαίως εἶναι, ἀλλὰ τίνος πείρας; Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωμεν ὅτι παρακολουθοῦμεν πεῖραν ἀορίστως· τὴν πεῖραν παρηκολούθησε καὶ νέον Κράτος, ἡ Ἰταλία, ἀλλὰ ποίαν πεῖραν παρηκολούθησε; Παρηκολούθησε τὴν τελευταίαν λέξιν τῆς πείρας, καὶ διὰ τοῦτο κατέστη μεγάλη. Πεῖραν, ἐὰν θελήσῃ νὰ δανεισθῇ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὸ μᾶλλον προηγμένον Κράτος, ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, θὰ ναυαγήσῃ.
§149Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ λόγος, κύριοι Βουλευταί, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ σταφιδοκάρπου, τῶν ἐλαίων καὶ ἐλαιῶν, παρουσιάζεται καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ βαλανιδοκάρπου, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι καὶ ὁ φόρος αὐτὸς πληρώνεται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἐν τῇ 3 § τοῦ ἄρθρου 57 μεταξὺ τοῦ σταφιδοκάρπου, τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν ἐλαιῶν νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ βαλανιδόκαρπος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἶναι ἀρκετόν· νομίζω ὅτι, ἂν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ νόμος κανονίζων τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς εἰς τὰς κοινότητας, νόμος ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο δύσκολον κατ’ ἐμὲ νὰ ψηφισθῇ εὐθὺς ἀμέσως, νομίζω ὅτι μία γενικὴ διάταξις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν νόμον αὐτόν. Πρέπει δὲ νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ διανομὴ μεταξὺ τῶν δήμων ἢ τῶν κοινοτήτων θὰ γίνηται κατ’ ἀναλογίαν τῆς παρασχεθείσης ποσότητος ἐξ ἑκάστης κοινότητος, ἡ παραγωγὴ δὲ θὰ βεβαιοῦται ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς. Ἄλλος τρόπος ἐξακριβώσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως ταύτης ἤθελον νὰ ὑποβάλω καὶ τὴν ἑξῆς: ὅτι ὑπάρχουσιν εἰδικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι φορολογίαν δημοτικὴν κατ’ ἐπέκτασιν πρὸς εἰδικοὺς σκοπούς· νομίζω ὅτι αἱ διατάξεις τῶν νόμων αὐτῶν τῶν εἰδικῶν πρέπει νὰ τηρηθῶσιν· ἀλλὰ θὰ παρατηρηθῇ τὸ ἑξῆς· ὅτι ἐπεβλήθησαν οἱ φόροι αὐτοὶ οὐχὶ πρὸς σκοπὸν ὡρισμένης πόλεως ἢ ὡρισμένης κώμης, ἀλλὰ διὰ τὸ σύνολον τῶν κοινοτήτων· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί γενήσεται; Νομίζω ὅτι, ἂν συμπεριληφθῇ ἡ διάταξις ὅτι διατηροῦνται οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν μέχρι τοῦδε, καὶ ἐὰν εἰσεπράχθησαν πολλὰ ποσά, νὰ ὁρισθῇ ὅτι καὶ τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν καὶ τὸ εἰσπραττόμενον θέλει κατανέμεσθαι εἰς τὰς κοινότητας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι καταβάλει, ἢ ἐξακολουθοῦσι νὰ καταβάλωσιν, ἡ διάταξις θὰ εἶναι πλήρης· διότι θὰ ἦτο ἄδικον νὰ καταργήσωμεν τὸν φόρον αὐτὸν ἢ ν’ ἀφήσωμεν ἰσχύοντα τὸν φόρον, καὶ νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ καταβάλωσι φόρον πᾶσαι αἱ κοινότητες ὑπὲρ μιᾶς ἐξ αὐτῶν ἢ ὑπὲρ τῆς πρωτευούσης.
§150Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλετε μίαν τροπολογίαν, ἵνα συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς.
§151ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ γενικοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος τῶν δήμων ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας συναδέλφους νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ στρέψω τὸν λόγον ἐπὶ εἰδικοῦ τινος θέματος σχετικοῦ μὲ τὰ δημοτικὰ οἰκονομικά, περὶ τοῦ ὁποίου, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια θεμελιώδης εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον 57. Εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἐγκύπτοντας εἰς οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς μελέτας ὅτι ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ἐξέλιξις ἐδημιούργησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη νέαν ἀντίληψιν περὶ τοῦ θεσμοῦ τοῦ δήμου· ὅτι ὁ δῆμος δὲν θεωρεῖται πλέον μία κοινοτικὴ ὁμάς, ἀλλὰ συγχρόνως εἶδος ἰδιορρύθμου προσώπου νομικοῦ, κειμένου μεταξὺ τοῦ πεδίου τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου καὶ τοῦ πεδίου τοῦ δημοσίου δικαίου· δηλαδὴ ἓν εἶδος ἑταιρείας μεταξὺ τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτὴν ἀτόμων, τῆς ὁποίας τὴν διεύθυνσιν καὶ διαχείρισιν ἔχουσιν οἱ ἐντεταλμένοι αἱρετοὶ ἄρχοντες, διαφέρουσα οὐσιωδῶς κατὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς κερδοσκοπικὰς ἑταιρείας, ὅτι τὰ κέρδη δὲν εἰσέρχονται εἰς τὰ θυλάκια τῶν μετεχόντων, ἀλλά, ἐλάχιστα ὄντα, χρησιμοποιοῦνται διὰ τὴν κοινὴν ὠφέλειαν, διατιθέμενα εἰς ἄλλας κοινωνικὰς ἀνάγκας, ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἐργατικοῦ κυρίως κόσμου. Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἀνεγνωρίσθη πλέον ὡς ἀρχὴ ὅτι ὁ δῆμος δικαιοῦται νὰ κάμνῃ ἐπιχειρήσεις μεγάλης κοινωνικῆς ὠφελείας καὶ ἀμέσου ἀνάγκης, ἀκριβῶς διὰ νὰ παρεμποδίζωνται τὰ μεγάλα κέρδη, τὰ ὁποῖα ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι ἢ μεγαλοεπιχειρηματίαι ἰδιῶται ἀπολαμβάνουσι, καὶ νὰ ὑποβιβάσῃ τὰς τιμὰς εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης καὶ πραγμάτων καθημερινῆς χρήσεως. Ἐδημιουργήθη μάλιστα εἰδικὸς κλάδος τῆς ἐπιστήμης, ἡ «Δημοποίησις κοινωνικῶν ὑπηρεσιῶν» ἢ «Ἄμεσος διαχείρισις» «Municipalisation des services publics» ἢ «Régie directe») καὶ ὑπάρχουσιν ἄπειροι συγγραφαὶ καὶ περιοδικὰ εἰδικά, καὶ κλασσικὰ συγγράμματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἄριστον θεωρεῖται τὸ τοῦ καθηγητοῦ Giovanni Montemartini, διευθυντοῦ τοῦ «Γραφείου Ἐργασίας» τῆς Ῥώμης. Τοιαύτην ἐπιχείρησιν δημοτικὴν παρ’ ἡμῖν ἔχομεν τὴν τῆς παροχῆς ὕδατος μόνον· ἐνῷ ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσι πολλαί· Ἐν Βουδαπέστῃ ὑπάρχει ἀρτοποιεῖον δημοτικόν, ἀλλαχοῦ δὲ ἐπιχείρησις φαρμακείων, γαλακτοκομείων, τροχιοδρόμων, φωτισμοῦ, λαϊκῶν κατοικιῶν, ἀκόμη καὶ νεκρικῶν πομπῶν. Δυστυχῶς μέχρις ἡμῶν δὲν ἔφθασεν ἡ ἀπήχησις τῆς κινήσεως ταύτης, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ὁ πρῶτος δῆμος τοῦ Κράτους, προκειμένου νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ φωτισμοῦ ἐσχάτως οὔτε ἐσκέφθη νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοιαύτης βάσεως· ἔχομεν ὅμως ἓν παράδειγμα, τοῦ δήμου Ἀργοστολίου, ὁ ὁποῖος καὶ λουτρὰ δημοτικὰ ἵδρυσε καὶ ἀρτοποιεῖον δημοτικὸν ἔχει ἐν λειτουργίᾳ, καὶ ἐπέτυχε θαυμασίως. Λοιπόν, διὰ νὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἐντὸς τῆς κινήσεως ταύτης καὶ νὰ προλειάνωμεν τὸ ἔδαφος τῆς δημοποιήσεως παρ’ ἡμῖν, ὀφείλομεν νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 57 ὡς ἑβδόμην παράγραφον τὴν προσθήκην: «Αἱ πρόσοδοι ἐξ ἀμέσων ἐπιχειρήσεων δημοτικῶν»· διὰ τῆς φράσεως ταύτης νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὠθηθῇ τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῶν ἀμέσων δημοτικῶν ἐπιχειρήσεων, καὶ ὑποβάλλω σχετικὴν τροπολογίαν, ἥτις παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτή.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰγγλέσης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57.
§153Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ ἰσχύει ἀνέκαθεν ἡ ἔμμεσος φορολογία· ὁ λαὸς λοιπὸν εἶναι συνηθισμένος εἰς τὴν ἔμμεσον καὶ ἀποστρέφεται τὴν ἄμεσον φορολογίαν. Διὰ τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων ἐπιβάλλεται φόρος ἄμεσος, τὸν ὁποῖον ὁ λαὸς εἶναι πολὺ πιθανὸν ν’ ἀποστρέφηται, καὶ ναὶ μὲν ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας οἱ δῆμοι τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου, Κεφαλληνίας καὶ Κερκύρας, ἀλλὰ διὰ τῆς αὐτῆς τροπολογίας τὰ κοινοτικὰ συμβούλια ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσι φόρον ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν, ἀλλ’ οἱ φόροι αὐτοὶ εἶναι ἄνευ περιορισμοῦ. Καὶ τὰ μὲν Δημοτικὰ Συμβούλια κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰ κοινοτικὰ ὅμως δὲν θὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἔλεγχον. Νομίζω λοιπὸν καλόν, ἵνα τὰ κοινοτικὰ συμβούλια ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωσι φορολογίαν ἄμεσον, ἀλλ’ ἂν ταύτην ζητήσωσι τὰ δύο τρίτα τῶν κατοίκων τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς καταλόγοις καὶ παρόντων. Αὐτὴν τὴν τροπολογίαν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 57).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 58 (ἀναγινώσκεται).
§155Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57, διότι οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ μέχρι τοῦδε ὁμιλήσαντες ἐξήντλησαν τὸ ζήτημα. Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἑπομένων ἄρθρων, διότι τὸν λόγον ἔλαβον καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ὑπεστήριξα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὡς εἶναι γνωστόν, Κύριοι, μέχρι τοῦδε τὸ Δημόσιον μόνον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ φορολογῇ τὰ μεταλλεῖα, καὶ ὑπάρχει διάταξις ῥητή, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν, καθ’ ἣν «δασμὸς δημοτικός, λιμενικός, κοινοτικὸς ἢ ἄλλης οἱασδήποτε φύσεως δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὸ μεταλλεῖον ἢ ἐπὶ τῶν προϊόντων αὐτοῦ ἄνευ εἰδικοῦ νόμου». Ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ μεταλλείων, εἶχον ἐπεκταθῆ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ τότε εἶχε τεθῇ ὁ ὅρος οὗτος, ὁ ὁποῖος σήμερον πρόκειται νὰ καταργηθῇ. Ἔκτοτε ἐπεβλήθησαν ἐπὶ τῶν μεταλλείων φόροι 20% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, καὶ εἶναι δυνατὸν οἱ δημοτικοὶ φόροι ν’ ἀνέλθωσιν εἰς 15%. Σήμερον τὰ μεταλλεῖα εἰσφέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἄνω τῶν 40%· ἂν πρόκειται λοιπὸν νὰ τὸν αὐξήσωμεν κατὰ 15%, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ζητῶμεν ὅλην τὴν ἐκμετάλλευσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριγώνης.
§157Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, συζητοῦμεν ἄνευ κειμένου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιφυλάσσεται νὰ φέρῃ ἰδικάς του τροπολογίας, διότι οὐδεμίαν ἐννοεῖ νὰ δεχθῇ τροπολογίαν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ φέρῃ τὰς τροπολογίας του, διότι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθησαν τὰ ζητήματα, ὑπεβλήθησαν δὲ καὶ τροπολογίαι ἄπειροι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δύναται νὰ καταρτισθῇ ἓν σχέδιον μὲ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας θέλει νὰ φέρῃ.
§158ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχω μεμορφωμένας γνώμας ἐπὶ πάντων τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ πρὶν προβῶ εἰς διατύπωσιν τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ πάντων, τὰς ὁποίας δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ μεταβάλω, ἐθεώρησα ὅτι φρονιμώτερον, διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρεῖαν λέξιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, καὶ σκοπιμώτερον ὅτι εἶναι ν’ ἀκούσω προηγουμένως τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ οὐδὲν ἤκουσα.
§159ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Θ’ ἀκούσητε. Εἰς τὴν γʹ συζήτησιν τί τὰ θέλετε; Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 57 καλῶς διατηρεῖτε τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ἐννοεῖτε δήμους ὄχι τοὺς ἀστικοὺς βεβαίως.
§160ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ τὸ ἴδητε καὶ αὐτό.
§161ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν καὶ αὐτό. Εἴτε ἐννοεῖτε ἀστικοὺς εἴτε τοὺς ὑπάρχοντας, ἐφ’ ὅσον δὲν φέρετε νόμον περὶ τῶν ἐμμέσων φόρων τῶν κοινοτήτων, ποῖοι θὰ εἰσπράττωσι τοὺς φόρους;
§162Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Εἶναι ἄλλο ἄρθρον.
§163ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω.
§164ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θ’ ἀπαντήσω.
§165ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τέλος πάντων αὐτὴν τὴν διάταξιν θέλω. Διότι ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι εἷς δῆμος σήμερον, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἓν χωρίον καὶ ἔχει καὶ δέκα ἄλλα χωρία· αὐτοὺς τοὺς φόρους ἡ πρωτεύουσα θὰ τοὺς λάβῃ καὶ οἱ ἄλλοι δῆμοι δὲν θὰ λάβωσι τίποτε; Τέλος πάντων δώσατέ μας ἓν κείμενον ὡρισμένον νὰ ἠξεύρωμεν νὰ συζητήσωμεν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 58 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 59 (ἀναγινώσκεται).
§167ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «ὀρυχείων,» διότι δυνάμει τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων δὲν ὑπόκεινται εἰς δημοσίαν φορολογίαν.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 59 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ εἶτα καὶ τὰ ἄρθρα 60–64). Ἄρθρον 65 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν χωρὶς ἀγόρευσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 65 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 66 (ἀναγινώσκεται).
§169Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ δύο λέξεις, διότι νομίζω ὅτι ἀκριβῶς τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων, διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι οὐδέποτε ὁ προϋπολογισμὸς ἐν Ἑλλάδι ἐξηλέγχθη πρεπόντως ὑπὸ τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, ἐὰν δὲ ἀπέτυχον οἱ δῆμοι — καὶ ὁμιλῶ γενικῶς περὶ τῶν δήμων — ἀπέτυχον, ὄχι τόσον διότι ὁ θεσμὸς δὲν ἦτο καλός, ἀλλὰ διότι κυρίως ἀφέθη τοιαύτη ἐλευθερία εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δήμων, ὥστε οὐδεὶς ἔλεγχος ὑπῆρχε, διότι ἀπολογισμὸς οὐδεὶς εἰς πολλὰ μέρη ἔχει δοθῆ ἀπὸ τόσον μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν. Πῶς θέλετε λοιπὸν δῆμος, τοῦ ὁποίου ἡ διαχείρισις ἀνέρχεται εἰς ἑκατομμύρια ἐσόδων, νὰ ἐξελέγχηται ὑπ’ ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖον διώριζε μέχρι τῆς χθὲς ἡ φατρία; Πῶς θέλετε ἑκατομμύρια ὁλόκληρα νὰ μὴ ὑπόκεινται εἰς κανένα ἔλεγχον; Καὶ ἐνῷ προκειμένου περὶ ἑκατόν, διακοσίων, πεντακοσίων δραχμῶν συνέρχεται τὸ Δικαστήριον καὶ ἀπονέμει τὸ δίκαιον, προκειμένου περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δήμων θέλετε νὰ ἐξελέγχῃ ταύτην ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς χθές, ἄνευ μάλιστα ὀργανικῆς διατάξεως, διωρίζετο ὑπὸ τῆς Νομαρχίας, διότι μόλις χθὲς ἐλήφθη πρόνοια, διότι προσελαμβάνοντο αὐτοβούλως ὑπὸ τῆς Νομαρχίας οἱ δημολογισταί, οἱ ὁποῖοι ἐξήλεγχον τοὺς δημοτικοὺς διαχειριστάς. Ἤμην, Κύριοι, ἔνορκος εἰς δίκην ἐν Καλάμαις, κατὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτο εἷς ἐκ τῶν δημάρχων τῶν μεγαλειτέρων δήμων τῆς Πελοποννήσου καὶ ἐξελεγχθεὶς ὑπὸ τῆς Νομαρχίας τῆς διαχειρίσεώς του εὑρέθη ὅτι ἦτο ἐν τάξει καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀντίρρησιν καὶ καταγγελίαν δημότου τινὸς εὑρέθη ὅτι εἶχε σφετερισθῆ 35,000 δραχμῶν, ἐνῷ ὁ ὑπολογισμός του εὑρέθη ἐν τάξει! Διὰ τοῦτο ἐποιησάμην τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω ὅτι μετὰ μεγάλης εὐμενείας θ’ ἀκούσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν θέλῃ ἐφεξῆς νὰ περιστείλῃ τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν προϋπολογισμῶν, τροπολογίαν, λέγω, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνεται, ὅπως τὰς ἐξελέγξεις τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τὰς κάμνῃ εἰδικὴ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παρεμβαίνῃ καὶ ἡ δικαστικὴ Ἀρχή. Τὴν παρέμβασιν δὲ τοῦ δικαστοῦ θέλω ὄχι τόσον διὰ τὰς λογιστικάς του γνώσεις, ἀλλὰ κυρίως διὰ τὴν ἐγγύησιν, ἥτις θὰ ὑφίσταται, διότι εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις θὰ ἐξελέγχῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ ἀπολογισμούς, θὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ δικαστικὸς ὑπάλληλος. Θὰ ὑπάρχῃ λοιπὸν λογιστικὸς ὑπάλληλος, θὰ εἶναι ὁ νομάρχης πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ θὰ εἶναι ταυτοχρόνως καὶ εἷς δικαστὴς τῆς ἕδρας τοῦ οἰκείου Πρωτοδικείου ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ προέδρου· ἡ δὲ συνεδρίασις θὰ ᾖ δημοσία· θὰ ἔχῃ ἕκαστος δημότης τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται καὶ προτείνῃ προτάσεις· διὰ Διατάγματος δέ, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίζῃ τὴν συνεδρίασιν, θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἕκαστος δημότης νὰ παρεμβαίνῃ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τὴν διαχείρισιν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν δὲ ν’ ἀκούσητε, Κύριοι, τοὺς Ἕλληνας πάντας, θὰ σᾶς ἔλεγον ὅτι: Κύριοι, μὴ μεριμνᾶτε καὶ τυρβάζετε περὶ πολλὰ προκειμένου περὶ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως· ἑνός ἐστὶ χρεία, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῆς δημοτικῆς περιουσίας.
§170Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τίνι τρόπῳ;
§171Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Σᾶς εἶπον. Νὰ παρεμβαίνῃ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀπολογισμῶν, νὰ παρεμβαίνῃ ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς παρουσίας του δὲν θ’ ἀφήνῃ νὰ γίνωνται αἱ ἐξελέγξεις τῶν προϋπολογισμῶν, ὅπως γίνονται μέχρι σήμερον ὑπ’ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους διώριζεν ἡ φατρία. Ἔχω δὲ ἔντυπον τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐκδίκασις τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων ὡς καὶ τῶν ἀπολογισμῶν ὑπὸ τῶν οἰκείων νομαρχῶν δὲν ἐγένετο κανονικῶς καὶ κατὰ τρόπον ἀπομακρύνοντα πᾶσαν ὑπόνοιαν ἐπεμβάσεως τῆς κεντρικῆς Ἀρχῆς, εἰς πλείστους δὲ δήμους μέχρι σήμερον οὐδεὶς ἀπολογισμὸς ἔχει ὑποβληθῆ, προτείνομεν, ὅπως ἡ ἐκδίκασις αὐτῶν διενεργῆται ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἑξῆς: Ἡ ἐκδίκασις τῶν προϋπολογισμῶν καὶ ἀπολογισμῶν τῶν δήμων γίνεται ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἢ Δικαστηρίου ἀποτελουμένης ὑπὸ τοῦ οἰκείου νομάρχου ὡς προέδρου, τοῦ δημολογιστοῦ καὶ ἑνὸς δικαστοῦ τῆς ἕδρας τοῦ οἰκείου Πρωτοδικείου, ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ προέδρου, ἡ δ’ ἐκδίκασις γίνεται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει κατὰ τὰ ἐν Βασιλικῷ Διατάγματι εἰδικώτερον καθορισθησόμενα».
§172Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Καὶ σήμερον ἡ ἀναθεώρησις τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων αὐτὴ εἶναι, διὰ τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἐν τούτοις κάμνουσι τὰς ἀποφάσεις οἱ ὑπογραμματεῖς.
§173Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Φέρει ὅμως τὴν εὐθύνην τὸ Δικαστήριον. Τί εἶναι αὐτὰ ποῦ λέγετε, καὶ εἶσθε καὶ δικηγόρος; Ἂς τὴν κάμῃ ὅποιος θέλει. Τὴν εὐθύνην ποῖος φέρει;
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἡ διαλογικὴ ἂς παύσῃ. Ὑποβάλετε τὴν τροπολογίαν;
§175Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Λοιπὸν ὑποβάλλω, Κύριοι, τὴν τροπολογίαν καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ γίνῃ δεκτή, διότι ἄλλως δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι βλέπομεν τὸ ἄτοπον καὶ δὲν θέλομεν νὰ τὸ διορθώσωμεν.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 66 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 67 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 68 (ὡσαύτως). Ἄρθρον 69 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 69 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 70–72). Ἄρθρον 73 (ἀναγινώσκεται).
§177Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 73 γίνεται λόγος περὶ τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας τῶν κοινοτήτων, ἥτις ἀνατίθεται εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα ἢ ὑποταμεῖα τῆς περιφερείας ἐπὶ ποσοστῶν 2%. Φρονῶ ὅτι ἡ ἀνάμιξις τοῦ ταμείου θὰ εἶναι πρὸς ζημίαν τῶν συμφερόντων τῶν κοινοτήτων καὶ οὐχὶ πρὸς ὠφέλειαν αὐτῶν. Σύμβουλοι 5 ἢ 6 μιᾶς μικρᾶς κοινότητος, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἔχουσιν εἰς τὰ θυλάκιά των περισσότερον ἀπὸ ἓν ἑκατοστάρικον, εἶναι δυνατὸν νὰ διοικήσωσι καὶ νὰ μὴ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ ταμεῖον. Ἄλλως τε, διὰ νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ ταμεῖον ἀπὸ τὸ χωρίον, ὅπως ἐξοφλήσωσι τὸ ἔνταλμά των, θὰ δαπανήσωσι περισσότερα ἀπὸ ὅσα θὰ λάβωσιν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 73 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 74–78). Ἄρθρον 79 (ἀναγινώσκεται).
§179Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 79 λέγει· «Ὁ ἐντελλόμενος πληρωμὴν δαπάνης μὴ ἐκκαθαρισμένης ἢ μὴ στηριζομένης ἐπὶ νομίμως ἐγκεκριμένης πιστώσεως τιμωρεῖται πειθαρχικῶς ὑπὸ τοῦ νομάρχου διὰ προστίμου 20–500 δραχ.» Ἐὰν γίνῃ κατάχρησις 1000 ἢ 2000 δραχμῶν;
§180ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἐπιφυλάσσεται τότε ποινικὴ καταδίωξις. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 79).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 80 (ἀναγινώσκεται).
§182Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει· «Ἡ ἐκτέλεσις κοινοτικῶν ἔργων καὶ ἡ προμήθεια πραγμάτων χρησίμων τῇ κοινότητι ἀξίας ἑκάστου ὑπὲρ τὰς 200 δραχμὰς γίνεται κατὰ τὰς περὶ ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων καὶ προμηθειῶν τοῦ Κράτους κειμένας διατάξεις, ἐφ’ ὅσον δὲν τροποποιοῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου». Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἄνευ ὁδοιπορικῶν, διότι δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ ποσόν.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν παρατήρησίν σας ἐσημείωσεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§184Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δ’ ἐδάφιον λέγει: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον μετ’ ἀπόφασιν αὐτοῦ, ἐν ᾗ βεβαιοῦται ὁ ἐκ τῆς ἀναβολῆς κίνδυνος ἢ ἡ ζημία». Ἐδῶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὁ ὅρος, ὅπως τὸ Συμβούλιον δύναται νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις προκειμένου περὶ νόσου ἢ ἐπιδημίας.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διατυπώσητε τροπολογίαν, διὰ νὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Ὑπουργός. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 80, 81 καὶ 82). Ἄρθρον 83 (ἀναγινώσκεται).
§186Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον παρατηρήσει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔκαμον, ὤφειλε νὰ προσθέσῃ καὶ μεγάλην δαπάνην δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 80, 81, 82, καὶ ἰδιαίτατα τὸ 83, ὅπου γίνεται λόγος περὶ δημοπρασιῶν. Διὰ τὰ καλλιτεχνικὰ ἔργα, ἀγνοῶ ποῦ πρέπει νὰ γίνωσι ταῦτα. Ἴσως πρόκειται περὶ ἀγαλμάτων ἢ περὶ ἀνδριάντων διὰ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς· εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνεται δημοπρασία ἐνώπιον συμβολαιογράφου, ὁ ὁποῖος θὰ λαμβάνῃ 20 δραχμὰς καθ’ ἡμέραν.
§187Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐν συνόλῳ.
§188Γ. ΠΩΠ. Πόσας δημοπρασίας θὰ κάμῃ; Ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ν’ ἀνασκευάσῃ τὰς συμβολαιογραφικάς της σκέψεις.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 83 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 84–92). Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ κεφάλαιον «περὶ διοικήσεως τῶν δήμων», περὶ οὗ θὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.)