1911.11.11
2,287 rows · 17,252 words · 217 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 164
τῆς 11ης Νοεμβρίου 1911.
(Παρασκευή, ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§4Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πλήν τινων παροραμάτων τυπογραφικῶν, περὶ τῶν ὁποίων κατὰ τὸ κρατῆσαν σύστημα θὰ δώσω σχετικὴν διόρθωσιν πρὸς τὸν συντάκτην τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, μὲ ἐνδιαφέρει, κύριοι Βουλευταί, σπουδαιότατα, νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι, ὅταν μοὶ ἐδόθη ὁ λόγος μετὰ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴν κ. Γόντικαν, εἶπον ἐπὶ λέξει ταῦτα: «Ἡ Κυβέρνησις, κύριε Πρόεδρε, φαίνεται ἀδιαφοροῦσα πῶς θὰ τεθῶσι τὰ ζητήματα καὶ κατὰ ποίαν ἔκτασιν». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην, ἀντιληφθεὶς πάραυτα ποῦ ἐσκόπει ἡ παρατήρησίς μου αὕτη, νὰ εἴπῃ σχεδὸν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Νομίζετε, κύριε Βουλευτά, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσω ἐγὼ πρῶτον, ἵνα περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δηλώσεών μου;» Ἀπήντησα, ὅτι «νομίζω τοῦτο ὀρθότερον». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε ἔλαβε τὸν λόγον καὶ εἶπεν ὅσα εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι ἡ στιχομυθία αὕτη μὲ ἐνδιαφέρει σπουδαίως νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά, καὶ παρακαλῶ ὅπως ὑπάρξῃ ἡ κατὰ τὸν Κανονισμὸν συναίνεσις νὰ περιληφθῇ τὸ μέρος τοῦτο τῆς χθεσινῆς συζητήσεως εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ἐπίσης, ὅταν ἐτέθη ἡ πρότασις εἰς ψηφοφορίαν εἶπον ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ πρότασις ἐκείνη ἦτο ματαία, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολίτευσις συντεταγμένη εἰς κόμμα, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ πολιτικὸς ἀνταγωνισμός, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ πολίτευμα, ἵνα κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἔχῃ τὸ προσῆκον κῦρος, τὴν πρέπουσαν σημασίαν κατὰ τὸ πολίτευμα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς. Τὴν παρατήρησιν ταύτην θεωρῶ ἐπίσης, λέγω, σπουδαίαν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως προστεθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Ἀλλὰ νομίζω περισσότερον σπουδαίαν τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅτι εὐρυτάτη περίληψις τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περιλαμβάνεται εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅταν ἐτέθη ἡ πρότασις εἰς ψηφοφορίαν ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, εἰπὼν ἐλαχίστας μὲν λέξεις, ἀλλ’ ὡς ἐγὼ φρονῶ καὶ πιστεύω σημαντικωτάτας, ἀλλ’ ἐνῷ τόσον εὐρεῖα περίληψις τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περιλαμβάνεται εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω ἀντίρρησιν, διότι ἐπὶ λέξει δὲν περιλαμβάνονται ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτής, σημαντικώτατα καὶ ἐμποιήσαντα μεγίστην αἴσθησιν. Ἔχω μάλιστα καὶ γεγονός τι σήμερον, ὅπερ μὲ πείθει, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ τεθῶσι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη κατὰ διόρθωσιν τοῦ διανεμηθέντος αὐτῶν ἐντύπου νὰ τεθῶσι τώρα. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν ἐφημερίδα ἐκδιδομένην ἐν Καλάμαις, ἣν ἔλαβον σήμερον, ἥτις δημοσιεύει ἐπιστολήν, ὡς λέγει, βουλευτοῦ ἐγγύτατα κειμένου τῇ Κυβερνήσει, δυναμένου, ὡς βεβαιοῖ ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη, νὰ γινώσκῃ πῶς καθορίζει τὴν ἐξωτερικὴν αὐτῆς πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις, ἐπιστολήν, ἥτις διαβεβαιοῖ τὸν διευθυντὴν τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης ὅτι ὄντως εἶναι ἀληθῆ, ὑποστατά, καθωρισμένα ἤδη, συμπεφωνημένα, τὰ τηλεγραφηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Dillon πρὸς τὸν «Ἡμερήσιον Τηλέγραφον» τοῦ Λονδίνου.
§5Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ποῖος Βουλευτὴς εἶναι αὐτός;
§6Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸν ὀνομάζει ἡ ἐφημερίς.
§7Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ἐκ Μεσσηνίας πάντοτε.
§8Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν πιστεύω τὴν ἐφημερίδα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναγράφει τὸ ὄνομα τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος θὰ κατήγγελλε τὴν ἐφημερίδα ἀφοῦ θὰ ὀνομασθῇ. Ἀλλ’ εἶναι περίεργος ὅμως ἡ σύμπτωσις, διότι εἶναι ἐπακριβῶς τὰ αὐτὰ πράγματα.
§9Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ποίας ἡμερομηνίας εἶναι;
§10Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προχθεσινῆς. Ἔχουσι παρέλθη δύο ἤδη ἡμέραι, πάντως δὲ εἶχον παρέλθῃ καὶ δύο ἄλλαι, ἵνα ἀποσταλῇ καὶ φθάσῃ ἐκεῖ ἡ ἐπιστολή. Ὥστε πρὸ ἡμερῶν, βλέπετε, διετέλουν ἐν γνώσει ἐκεῖ τοιούτων τινῶν συμβαινόντων ἢ μὴ συμβαινόντων—ἀδιάφορον—πάντως εἰδήσεων, αἵτινες, ἐὰν ἠλήθευον, θὰ συνεκίνουν βαθύτατα τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, ἀλλὰ καὶ μὴ ἀληθεύουσαι ἀκόμη ἐμβάλλουσιν ἡμᾶς εἰς τὴν ταραχὴν διὰ ποῖον λόγον, διὰ ποίους σκοποὺς τοιαῦται εἰδήσεις κυκλοφοροῦσι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἀντίρρησιν ἔχετε ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§12Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον καὶ ἀνέπτυξα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ περίληψις τῶν λεγομένων τίθεται εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§14Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον προηγουμένως ὅτι τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπάρχει εὐρυτάτη περίληψις περιλαμβάνουσα ὁλοκλήρους σελίδας, ἐνῷ ἐκ τῶν ὀλίγων λέξεων τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, δὲν περιλαμβάνονται ἀκριβῶς ἐκεῖναι αἱ λέξεις αἱ ὁποῖαι ἦσαν αἱ σημαντικώτεραι, τὸ ὅτι δηλαδὴ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσι τὴν ἔννοιαν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὸ ἐπίσημον Κράτος δὲν ἀποδέχεται τὴν ἔλευσιν τῶν Κρητῶν βουλευτῶν ἐνταῦθα, τοῦτο δ’ ἀκριβῶς ἀπὸ τριετίας ἐπιμόνως ἐπεζήτει ἡ Τουρκία. Καὶ φθάνω εἰς τὴν τελευταίαν μου παρατήρησιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ παρατηρήσῃ τὸ ἔντυπον τοῦτο τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ πρακτικὸν τῆς ψηφοφορίας, διότι βλέπω ὀνόματα βουλευτῶν ψηφισάντων, οἵτινες δὲν ἦσαν παρόντες καὶ δὲν ἐψήφισαν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων παρατηρῶ ὡς ψηφίσαντα τὸν ἁγνότερον καὶ αἰθεριώτερον Ἕλληνα, τὸν ἐθνικὸν Ποιητήν, τὸ χάρμα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, τὸν Σπῦρον Ματσούκαν, τὸν βλέπω ψηφίσαντα, ἐνῷ αὐτὸς οὗτος μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι δὲν ἐψήφισε. Νὰ συγκρίνητε παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἔντυπον τοῦτο πρακτικὸν πρὸς τὸ πρωτότυπον πρακτικόν σας, διότι ἂν τὸ πρακτικόν σας περιέχει ὡς ψηφίσαντα τὸν κ. Ματσούκαν ἐπιβάλλεται νὰ τὸ σχίσητε.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιβάλλεται νὰ τὸ σχίσωμεν ἀλλὰ νὰ τὸ διορθώσωμεν. Ἐρωτᾶται ὁ κ. Ματσούκας, ἐψηφοφόρησε κατὰ τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν ναὶ ἢ ὄχι;
§16ΣΠ. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ. Δὲν ἐψηφοφόρησα· ἀλλ’ ἐὰν ἤμην παρὼν θὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς ἐκφραζούσης τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν (εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν. 1) Γεωργοκτηματίαι Ἀργολίδος αἰτοῦνται ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν ἀγροφυλάκων· 2) Ἔμποροι Ἀλιβερίου αἰτοῦνται ἀναστολὴν τοῦ περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν νόμου· 3) Κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀργιθέας αἰτοῦνται ὑπαγωγὴν διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τρικκάλων· 4) Ὁ ἐργολάβος τῆς ταχυδρ. γραμμῆς Καλαβρύτων Σοπωτοῦ κλπ. αἰτεῖται ἐπανόρθωσιν τοῦ γενομένου ἀδικήματος εἰς αὐτὸν κατὰ τὴν πληρωμήν· 5) Ἡ σηροτροφικὴ Ἑταιρεία αἰτεῖται ὅπως ψηφισθῇ καὶ εἰς γʹ συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου περὶ παροχῆς αὐτῇ βοηθήματος· 6) Ὁ δήμαρχος Ἐράνης ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ τῶν ἐνοριῶν· 7) Κατάδικοι Αἰγίνης αἰτοῦνται ἀναστολὴν ποινῆς· 8) Ὁ Σύλλογος «Ἅγιοι Πάντες» Καλαβρύτων αἰτεῖται ἵδρυσιν Πρωτοδικείου· 9) Σμυρδοεργάται Νάξου αἰτοῦνται βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς των· 10) Ὁ ἐκ Πειραιῶς Ἀνδρ. Βεργόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ ἀποστολῆς ἀνωτέρου δικαστικοῦ πρὸς ἐνέργειαν ἀνακρίσεων· 11) Ὁ βουλευτὴς κ. Σκιαδερέσης αἰτεῖται ἐπισκευὴν τῆς πλωτῆς γεφύρας τῆς ὁδοῦ Βονίτσης–Λευκάδος, καὶ 12) Ἐπίτροποι τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγ. Νικολάου Μουσιάτου, Ἄνω Λειβαθοῦς αἰτοῦνται διορισμὸν Ἐφημερίου· Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Λαμπρινόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν δήμων Ἐλευσῖνος καὶ Θελπούσης τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν μεγάλου δικαστικοῦ ἐν Τριπόλει ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ν. Ῥούσης, Ν. Σπηλιώτης, Δ. Βρατσάνος, Α. Μονοκροῦσος, Δ. Βινιεράτος, Δ. Γκλαβᾶς, Π. Ἠλιόπουλος, Α. Βαλσαμάκης καὶ Μ. Νεγροπόντης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐλαττώσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ κλάσσεών τινων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΩΜʹ νόμου τῆς 25 Ἰουλίου 1911 περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς». ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ Βουλευτὴς κ. Φ. Νέγρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων. Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, Τεῦχ. Β) Ἀνακοινῶ ὑμῖν ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ αἰτήσεις ἀδειῶν, ἐξ ὧν ὅμως μόνον πέντε θέλουσι χορηγηθῆ κατὰ χρονολογικὴν σειράν. Οὕτω χορηγοῦνται αἱ κάτωθι ἄδειαι. 1) εἰς τὸν κ. Ν. Παπαλέξην 1 μηνὸς 2) εἰς τὸν κ. Α. Βαρούχαν 2 μηνῶν 3) εἰς τὸν κ. Ν. Κόνδην 15 ἡμερῶν 4) εἰς τὸν κ. Ι. Ἀναγνώστου 20 ἡμερῶν καὶ 5) εἰς τὸν κ. Α. Ἀνάργυρον 1 μηνὸς Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατί οἱ Συμβολαιογράφοι Ἀλιβερίου ἐξακολουθοῦσι καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ ἐσχάτως ψηφισθέντος νόμου περὶ τοκογλυφίας καὶ συμβατικοῦ τόκου νὰ συντάσσωσιν οὗτοι συμβόλαια δανειστικὰ 300 καὶ ἄνω δραχμῶν πρὸς 12% ἐτησίως.
§18Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ἀπάντησιν δύναται νὰ δώσῃ μόνον ὁ Εἰσαγγελεύς. Ὁ νόμος περὶ τοκογλυφίας καὶ συμβατικοῦ τόκου προβλέπει τὰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐνεργήσῃ καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος ὁ Εἰσαγγελεύς, ἀλλ’ αὗται εἶναι ἐντελῶς ἐξαιρετικαί. Εἰς τὰς πλείστας τῶν περιπτώσεων, σχεδὸν εἰς πάσας, πρέπει νὰ γίνῃ ἔγκλησις ἐκ μέρους τοῦ ὀφειλέτου. Ἐγένετο τοιαύτη ἔγκλησις πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα;
§19Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐξαιτοῦμαι παρ’ ὑμῶν τὴν ἀποστολὴν μιᾶς ἐγκυκλίου πρὸς τοὺς Συμβολαιογράφους.
§20Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγκύκλιος εἶναι ὁ νόμος.
§21Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ τοκογλυφίας ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶπον ὄχι ὅπως εἰσήχθη ὁ νόμος, ἀλλ’ ὅπως ἐτροπολογήθη, θὰ καθίστατο παντάπασιν ἀνεφάρμοστος...
§22Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητεῖται ὁ νόμος ἤδη.
§23Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. .. ἀλλὰ δὲν ὑπέθετον ποτὲ ὅτι θὰ ἦτο τοσοῦτον ἀκόρεστος ἡ πλεονεξία....
§24Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος λέγει νὰ καταγγέλλεται τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν εἰσαγγελέα.
§25Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Δὲν καταγγέλουν οἱ ὀφειλέται διότι φοβοῦνται τοὺς δανειστάς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Καβαλιεράτος ἐρωτᾷ τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς πρὸ ἐννέα περίπου μηνῶν δοθείσης διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ γραφεῖον τοῦ νομομηχανικοῦ Κεφαλληνίας διὰ τὴν μελέτην ἐπὶ τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου Σάμης. Ἐπίσης ἐρωτᾷ διατί δὲν διετάχθη ἡ μελέτη τῆς κατασκευῆς τῶν Δημοτικῶν σχολείων Ζερβάτων, Πουλάτων, Χαλιωτάτων καὶ Τσοκαρισιάνων τοῦ δήμου Σαμαίων. Ἐπίσης ἐρωτᾷ διατί ὑπηρετεῖ ὡς ἐπιστάτης τοῦ φανοῦ Διχαλίων Σάμης ἄνθρωπος ἀνίκανος. Ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπουσιάζει ἀναβάλλονται δι’ αὔριον. Ὁ κ. Μπουρνιᾶς ἐρωτᾷ πότε θὰ καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ πρακτικὰ δημοπρασίας πρὸς μίσθωσιν ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ καταστήματος ἐν Καρύστῳ, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἀπὸ τῆς 20 Ὀκτωβρίου δι’ ἐγγράφου αἰτήσεώς του. Ἀναβάλλεται ἐπίσης. Ὁ κ. Μαυρίκης ἐρωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διατί ἐντὸς πενταμήνου ἐγένοντο τρεῖς διαγωνισμοὶ γραφέων βʹ. τάξεως, ἐνῷ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ὁ πίναξ ἐπὶ ἓν ἔτος, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐξετάσεων. Ἐρωτᾷ ἐπίσης διατί δὲν προάγονται διὰ δοκιμασίας οἱ διὰ διαγωνισμοῦ εἰσελθόντες γραφεῖς γʹ. τάξεως. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι θέμα ἐπερωτήσεως μᾶλλον, διότι εἶναι ἔλεγχος ἐπὶ πράξεων τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργός. Ὁ κ. Χηνιάδης καλεῖται νὰ καταθέσῃ ἀναφοράς.
§27Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Καταθέτω ἀναφορὰν τοῦ ἐργολάβου δημοσίων ἔργων Ι. Γεωργίου ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διότι δι’ αὐτῆς καταγγέλλονται οἱ ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουν συνδικάτον μεταξύ των πρὸς καταστρατήγησιν καὶ τοῦ νόμου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τοῦ νόμου περὶ ἐργολαβιῶν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου, συνεννοούμενοι ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀθεμίτους βλέψεις των καὶ οὐχὶ πρὸς τὰς βλέψεις τῆς ἐντίμου ὠφελείας, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω τῆς ἀτίμου τοιαύτης. Καὶ ἤδη ἐπὶ τῆς δευτέρας ἀναφορᾶς ἐχούσης ὑπόθεσιν δι’ ἣν καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα, ἤτοι περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῆς πολυτόξου γεφύρας Τουμπιτσίου ἐπὶ τοῦ Λάδωνος ποταμοῦ, δι’ ἧς διέρχεται ἡ ἐθνικὴ ὁδὸς Τριπόλεως–Πύργου, καὶ ἧς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1906 παρεσύρθη ἓν τόξον ὅπερ εἰσέτι δὲν ἐπεσκευάσθη, ὡς καὶ περὶ τῆς ἀποπερατώσεως τῆς αὐτῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Τριπόλεως–Πύργου, ὑπολειπομένων 20 μόνον χιλιομέτρων πρὸς τελείαν ἀποπεράτωσιν. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης οἱ ἐμπορευόμενοι Τροπαίων —οἵτινες ὑφίστανται μεγάλας ζημίας ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας—ὑποβάλλουσι δι’ ἐμοῦ ἔκθεσιν διὰ τῆς ὁποίας παριστῶσι τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπισκευῆς τῆς γεφύρας καὶ ἀποπερατώσεως τῆς ἐθνικῆς ταύτης ὁδοῦ, καθόσον ἐμπορεύονται μᾶλλον μὲ τὸν Πύργον καὶ τὰς Πάτρας, καὶ ἤδη ὡς ἐκ τῆς ὑπερχειλίσεως τῶν ποταμῶν καὶ τῆς ἀθλίας ἐν γένει καταστάσεως τῶν ὁδῶν, ἡ συγκοινωνία διακόπτεται. Πρὸς τούτοις δι’ ὅτι ὑποφέρουσιν ἄπειρα δεινὰ οἱ Γορτύκιοι, οἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον ἔχουσι κτήματα εἰς τὴν Ἠλείαν καὶ πολλάκις ἐλλείψει συγκοινωνίας μένουσι ταῦτα ἀκαλλιέργητα. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ σταλῶσιν αἱ ἀναφοραὶ αὗται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐνεργηθῶσι τάχιστα τὰ δέοντα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Γαλανὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐν Ζακύνθῳ συλλόγου «Παντοκράτορος» περὶ Κυριακῆς ἀργίας. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς φιλοπροόδου ἀδελφότητος «περὶ διορθώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ των σχολείου». Ὁ κ. Πετρέας ἔχει τὸν λόγον.
§29ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἡ «Φιλοπρόοδος ἀδελφότης», Κύριοι, σύνδεσμος ἐν Ἀρεοπόλει, ἀντιπροσωπεύων τοὺς κατοίκους Ἀρεοπόλεως, διὰ τῆς ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ ἀναφορᾶς ἰδικιτέρας, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καταγγέλλει τοὺς διδασκάλους τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Ἀρεοπόλεως, ὅτι διὰ τῆς πρὸς ἀλλήλους συμπεριφορᾶς των, καὶ τῆς ἀνεπαρκοῦς διδασκαλίας των, γίνονται πρόξενοι βλάβης εἰς τοὺς μαθητάς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἵνα διατάξῃ τὴν προσήκουσαν ἀνάκρισιν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἀποδειχθῆ παραπτώματα τῶν διδασκάλων, καὶ συμπεριφορὰ αὐτῶν μὴ ἁρμόζουσα εἰς διδασκάλους ἐνεργήσῃ ὅ,τι ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς αὐτόν.
§30Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Φαίνεται ὅτι τὸ σχολεῖον αὐτὸ τῆς Ἀρεοπόλεως, ὅπως ἐκθέτουσιν οἱ συμπολῖταί μου εἰς τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι ἁμαρτωλόν, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι παρατηρῶ ὅτι πρὸ τριῶν καὶ πλέον ἐτῶν πάλιν οἱ διδάσκαλοι ἐκεῖνοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμονοήσωσιν.
§31Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σχολεῖον εἶναι ἁμαρτωλόν;
§32Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὸ φαίνεται. Τὸ σχολεῖον θὰ εἶναι ἁμαρτωλὸν διότι φαίνεται ὅτι τὸ σχολεῖον κάμνει τοὺς διδασκάλους νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμονοήσωσι, καὶ διὰ τοῦτο βλέπω ὅτι καὶ πρὸ τριῶν καὶ πλέον ἐτῶν πάλιν εὑρίσκοντο εἰς διχονοίας οἱ διδάσκαλοι. Μετέβη τότε ἐπιθεωρητὴς καὶ ἀντελήφθη τὴν λυπηρὰν κατάστασιν, δύο δ’ ἐκ τῶν ἑλληνοδιδασκάλων ἐκείνων, ὡς νομίζω, ἐτιμωρήθησαν, ἀλλὰ τοῦτο δυστυχῶς δὲν ἐγένετο μάθημα καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ κατάστασις ἀπὸ δύο καὶ πλέον ἐτῶν. Ἡ διδασκαλία δὲ τὴν ὁποίαν κάμνουσιν αὐτοί, ὡς παρατηρῶ εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου, καταλήγει εἰς τὴν ἀποστροφὴν πρὸς τὴν ἐργασίαν, καὶ τὴν πρὸς τοὺς νόμους ἀπείθειαν, καὶ τὴν ἐχθρότητα πρὸς τὸν πλησίον. Αὐτὰ τὰ διδάγματα δίδουσιν οἱ ἤδη ἑλληνοδιδάσκαλοι. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἐγνώρισα εἰς τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ μόνον ἁρμόδιον· ὅταν ἔλαβον τὴν ἀναφοράν, μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον· μετέβην ἐκεῖ καὶ παρετήρησα ὅτι τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν ἐγνώριζε τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον ἐκ παλαιοτέρας ἐποχῆς. Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ὁποῖον ἔκαμεν, ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν, εἶναι νὰ παραγγείλῃ τὸν ἐπιθεωρητὴν κ. Σακελλαρίου εὑρισκόμενον ἐν Τριπόλει, ἵνα μεταβῇ ἀμέσως εἰς Καρδαμύλην καὶ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις διὰ τὰ καταγγελλόμενα, μετὰ δὲ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἀνακρίσεων ὑποβάλῃ τὸ πόρισμά του καὶ ἐνεργηθῇ ὅ,τι πρέπει. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἀντικείμενον ἔχει ἡ ἀναφορὰ ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινωθεῖσα. Βεβαίως τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου ἤτοι εἰς τί καταλήγει ἡ διδασκαλία τῶν διδασκάλων αὐτῶν, φυσικὰ δέον νὰ ἐπισύρωσιν ἀμέσως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ λάβῃ ἓν μέτρον, διότι ὁ σκοπὸς τῆς διδασκαλίας δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον καταγγέλλουσιν οἱ συμπολῖταί μου καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει, ἐὰν βεβαιωθῶσι τὰ γεγονότα αὐτά, νὰ συστήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπέλθῃ ὁ πέλεκυς ἀμείλικτος εἰς τοὺς ὑπευθύνους.
§33Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ τὴν καλωσύνην καὶ γένηται εἰσηγητὴς τῶν παραπόνων μας παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ Ὑπουργῷ. Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ σχολείου ἐκεῖ εἶναι πλέον ἢ ἀφόρητος, ὅτι οἱ γονεῖς παραπονοῦνται ὅτι ἔχασαν κυριολεκτικῶς τὰ παιδιά των, ὅτι μάλιστα ἡ ἀνόρθωσις οὐδόλως ἐξέτεινε τὴν χεῖρα της ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἀρεοπόλει. Εἶναι φυσικόν, κύριε Πρόεδρε, ὅλοι ἡμεῖς νὰ ἀσχάλλωμεν ἐπὶ τούτῳ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, νὰ μεσολαβήσῃ ὥστε νὰ ἀπονεμηθῇ δικαιοσύνη εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ δυστυχεῖς ἐκείνους πατέρας, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται ὅτι τὰ παιδιά των βλάπτονται ἐκ τῆς αἰτίας αὐτῆς.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ τὰς ἀκούσῃ ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, διότι ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἔχω ὀλίγας ἐλπίδας, προκειμένου περὶ τῆς Μάνης ὅπου ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ καταργεῖ ἑλληνικὰ σχολεῖα ὁλόκληρα, ὅπως τοῦ Κάμπου τῆς Ἀβίας, ἓν τῶν τελειοτέρων καὶ ἀρχαιοτέρων ἑλληνικῶν σχολείων τοῦ Κράτους.
§35Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν διετάχθη ἡ ἀνασύστασις;
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἀνασυνεστάθη ἀκόμη. Ἕτερον σχολεῖον ἑλληνικόν, τῆς Λαγείας, ἀφῆκεν ἄνευ τῶν δύο ἑλληνοδιδασκάλων, μὲ ἕνα σχολάρχην παντελῶς καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἐλλιπῆ. Ἐπιδιώκει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἀπολύσῃ πολλοὺς Μανιάτας ἑλληνοδιδασκάλους, καταδιώκει τοὺς ἐκ Μάνης καταγομένους χωροφύλακας πανταχοῦ μέν, ἀλλ’ ἰδίᾳ ἐν Ἀθήναις, ἀμειλίκτως, κατὰ τρόπον ἀντικείμενον πρὸς πάντα νόμον. Διὰ τοῦτο ἐλαχίστας ἐλπίδας ἔχω ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν παροῦσαν ἀναφοράν, ἀλλὰ τὰ καταγγέλλω διὰ νὰ γίνωσι γνωστά, διὰ νὰ τὰ μάθῃ ἡ Βουλή.
§37Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς καὶ πρωτοφανὲς ὅ,τι ἀναφέρεται διὰ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων αὐτῶν, ὥστε μὲ προάγει νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου καὶ διὰ τοῦτο ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω καὶ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν, ἐὰν λαβὼν γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν σπεύσῃ νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ τιμωρήσῃ τοὺς ὑπευθύνους ἀμειλίκτως.
§38Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Οἱ Θηραῖοι οἰνοπῶλαι, κύριε Ὑπουργέ, παραπονοῦνται διὰ τὰς ἀρχὰς τὰς τελωνιακάς. Αὐτοὶ φορτώνουσιν ἀπὸ τὴν πατρίδα των οἶνον. Εἰς τὸ τελωνεῖον δὲ ἐπειδὴ πληρώνουσι φόρον ἐξαγωγικὸν τακτοποιοῦσι τὰ ἔγγραφά των πληρώνοντες τὸ νόμιμον ἐξαγωγικὸν τέλος. Λαμβάνουσι τὰ ἔγγραφα, φορτώνουσι τὸ πρᾶγμα καὶ ἔρχονται εἰς τὸν Πειραιᾶ. Εἰς τὸν Πειραιᾶ δὲν ὑπάρχουν τὰ μέσα διὰ νὰ ζυγίσωσι τὰ βαρέλιά των, ἑπομένως ἔπρεπε μετρικῶς ἢ νὰ ἀποδεχθῶσι τὰ ἔγγραφά των ἢ νὰ εὕρωσι τὸ μέσον τῆς ἐξακριβώσεως αὐτῶν.
§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθε καὶ ἄλλοτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§40Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Ὑπουργέ. Τί γίνεται λοιπόν. Οἱ τελωνοφύλακες ἀρνοῦνται νὰ δεχθῶσι τὰ δηλωτικὰ τὰ ὁποῖα ἔχουσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Μένουσι λοιπὸν τὰ πράγματα εἰς τὴν παραλίαν ἐκτεθειμένα ὅπου οἱ ἄνθρωποι δὲν γνωρίζουσι τί νὰ πράξωσιν. Ἂς ἴδωμεν τώρα ἀπὸ τὸ σημεῖον αὐτὸ τί συμβαίνει. Νομίζω ὅτι τοῦτο γίνεται ὅπως τὰ χαρτιὰ συνοδεύωνται μὲ κἄποιο φιλοδώρημα. Αὐτὴ εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐγίνετο ἄλλοτε· πρέπει νὰ γίνηται καὶ τώρα μὲ τὴν ἀνόρθωσιν; Αὐτὴ εἶναι ἡ μία περίπτωσις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὄργανα τοῦ τελωνείου. Τώρα εἶναι δεύτερος ἀγών, ὅτι ἔρχεται ἐκεῖ ὅλη ἡ κουστωδία τῶν διαφόρων ὀργάνων δημοτικοῦ φόρου, λιμενικῆς, μολικοῦ καὶ λοιπῶν. Ὅλοι αὐτοὶ δὲν τοὺς φορολογοῦσιν τοὺς ἀνθρώπους ἀναλόγως τῆς ἀξίας τῶν πραγμάτων ἀλλὰ αὐθαιρέτως ζητοῦσιν ὅσον αὐτοὶ νομίζουσι καὶ οὐχὶ ὅσα δικαιοῦνται.
§41Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί χρονολογίαν ἔχει ἡ ἀναφορά;
§42Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἔχει χρονολογίαν 7 Νοεμβρίου 1911. Τί γίνεται λοιπόν. Ἐὰν καταναλωθῶσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ ἔχει καλῶς· πληρώνει· ἀλλὰ δὲν θὰ καταναλωθῶσιν ἐκεῖ. Ἐπειδὴ οἱ τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπιμένουσιν νὰ πληρώσῃ ὁ ἄνθρωπος διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ τοῦ καταθέτει ἕν ποσόν. Ἅμα τοῦ καταθέσῃ ἓν ποσὸν διέρχεται ἀπὸ τὸν φόρον Ἀθηνῶν καὶ πληρώνει τὸν φόρον, λαμβάνει τὸ διπλότυπον, ἐπιστρέφει εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ φόρου, ζητεῖ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων καὶ ἀρνοῦνται, ὅτε ἀναγκάζεται νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Νομαρχίαν, νὰ κάμῃ ὅλην αὐτὴν τὴν διαδικασίαν διὰ νὰ διατάξῃ ὁ νομάρχης τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων. Πηγαίνει ὀπίσω μὲ τὸ διπλότυπον καὶ τοῦ δίδει εἴκοσι δραχμὰς ἐνῷ κατέθεσεν 25 δηλαδὴ τὸν φορολογεῖ ἐκβιαστικῶς, ἀφοῦ τοῦ κρατεῖ τὸ τάλληρον. Ὅ,τι συμβαίνει δι’ αὐτόν, συμβαίνει εἰς πάντα ἐμπορευόμενον καὶ ὅταν τὸ κατατεθὲν ποσὸν εἶναι μικρὸν προτιμῶσι νὰ τὸ χάνωσι καθολοκληρίαν καὶ οὕτω θρασύνονται περισσότερον οἱ κύριοι ἐνοικιασταί, τοὺς ὁποίους εὑρίσκετε παρατεταγμένους εἰς τὰ διάφορα σημεῖα φορολογοῦντας τοὺς ἀνθρώπους, διότι δὲν δύνασθε νὰ ἐξέλθητε κρατοῦντες μίαν ὀκᾶν λουκούμι χωρὶς νὰ φορολογηθῆτε ἀπὸ αὐτοὺς εἰς σταθμόν, εἰς σιδηρόδρομον καὶ παντοῦ. Εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τοὺς διέπει, διὰ νὰ εἶναι αὐτοὶ οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ νὰ πατάσσῃ τὴν παρανομίαν καὶ ἡ νομαρχία νὰ τοὺς κηρύσσῃ ἐκπτώτους τοὺς ἐνοικιαστὰς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποῦ ὀργιάζουσιν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐτοὺς τοὺς κυρίους καὶ ἀποζῶσιν εἰς βάρος τῆς κοινωνίας. Δὲν δύνασθε νὰ ἐξέλθητε μήτε ἀπὸ τὸν σιδηρόδρομον, μήτε ἀπὸ κανὲν μέρος καὶ νὰ μὴ σᾶς πιάσῃ ὁ ὑπάλληλος τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος καίτοι ἔχει διπλότυπον εἰς τὴν τσέπη του δὲν σοῦ δίδει, ἀλλὰ τὸν ἔχουν ἐκεῖ διὰ νὰ ἀποζῇ. Εἶναι οἱ λεγομένοι εἰς τὸ Θέατρον Λιονταρῆδες, οἱ ὁποῖοι σοῦ λέγουν πάντοτε μὲ θράσος: τόσα θέλω, πρέπει νὰ τὰ πληρώσῃς! Ἕκαστος τί νὰ κάμῃ; τὰ πληρώνει, διότι τὸν σταματᾷ μὲ τὴν βαλίτσαν του, καὶ ἀναγκάζεται νὰ φορολογηθῇ καὶ νὰ περάσῃ· καὶ ἅμα ἀντισταθῇ τις, τοῦ λέγουσι, θὰ τὰ ζυγίσω τὰ πράγματα, καὶ οὕτως ἀναγκάζονται οἱ ἄνθρωποι νὰ πληρώσωσι διὰ νὰ ἀπαλλαχθῶσιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ μία ὑπηρεσία ἐκεῖ ἀστυνομικὴ κρυφία, ἡ ὁποία νὰ παρακολουθῇ τὰς τοιούτου εἴδους πιέσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ἅμα τὸν συλλαμβάνῃ νὰ τὸν τιμωρῇ συμφώνως μὲ τὸν νόμον, ἀφοῦ ὁ νόμος τοῦ ἐπιτρέπει νὰ λαμβάνῃ 4% καὶ 3% ἀναλόγως τοῦ φόρου· νομίζω αὐτὸ ὅτι εἶναι ἡ βάσις τῆς φορολογίας πᾶν ἄλλο εἶναι κλοπή. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι εἰς τὰς ἡμέρας τῆς Ἀνορθώσεως δὲν πρέπει νὰ γίνωνται αὐτά. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καθ’ ἡμέραν ὑφίστανται αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἑπομένως νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον καὶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶναι καὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐδῶ καὶ τῆς τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ.
§43Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Θὰ ἐτόλμων καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω ὅπως εἴτε διὰ τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἴτε διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν λάβῃ μέτρα ὁ κ. Ὑπουργός, τὰ μέτρα ταῦτα θὰ ὀφελήσωσι πολὺ τὴν ἐγχώριον παραγωγήν.
§44Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον, κύριε Πρόεδρε, οἱ φορολογούμενοι καταβάλλουσι τοὺς φόρους των νόμιμον καὶ δίκαιον εἶναι νὰ τύχωσι πάσης προστασίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας πρὸς ἐξάσκησιν τῆς ἐμπορίας των. Δι’ αὐτὸ συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§45Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ πάντα καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ λαοῦ Βρασίων περὶ ἐπαναλήψεως τῆς ἐκ θυέλλης διακοπείσης συγκοινωνίας. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Γρηγορίου.
§47Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως διαβιβάσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως λάβῃ μέριμναν καὶ περὶ αὐτῶν, οἵτινες συνεπείᾳ τῆς θυέλλης ὑπέστησαν καταστροφὴν μεγάλην.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πέρρος εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Πολίτης ἔχει τὸν λόγον.
§49Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως διαβιβάσῃ τὴν αἴτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ λάβῃ μέριμναν διὰ τοὺς καταστραφέντας ἐκ τῆς θυέλλης καὶ ἰδίως εἰς τὰ Δολιανά.
§50Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρὶν παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαβιβάσῃ τὴν παράκλησιν μου ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας της εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἀπουσιάζει ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις, ἐνῷ σπανιώτατα βλέπομεν, πλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοὺς ἄλλους ὑπουργούς. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ γίνηται συζήτησις ἐπὶ ἀναφορῶν. Καὶ εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἀναφορὰν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει διαβιβάσει τὰς αἰτήσεις τῶν ἀναφερομένων οὐχὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐχὶ κατὰ τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε πολλάκις, ὅτι ἐκπροσωπεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὡς Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἐνδιαφερόμενος. Ἀλλ’ ὡς Βουλευτὴς νομίζω ὅτι ἔχω δικαίωμα καὶ αὖθις νὰ τονίσω τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι κατάστασις νὰ συζητῶμεν ἀναφορὰς πολιτῶν καὶ νὰ μὴ παρευρίσκηνται οὐδεὶς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν διὰ νὰ μᾶς ἀκούσῃ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται αἱ ὑπ’ ἀριθ. 13, 14, 15 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24 καὶ 25 ἀναφοραί, διότι ἀπουσιάζουσιν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί. Ὁ κ. Μαυρίκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κύμης περὶ παραγραφῆς χρεῶν.
§52Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Αἱ ἀναφοραὶ ἀποτείνονται πρὸς τὴν Βουλήν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§54Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 23 ἀναφορὰ ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἶναι παρών. Διατὶ νὰ ἀναβληθῇ;
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφορᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§56Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, προκειμένου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν βραχυπροθέσμων παραγραφῶν, θὰ παρακαλέσω δὲ ἰδιαίτατα τὴν ἐπιτροπὴν ἵνα καταθέσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν ἔκθεσίν της, διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, διότι ἄλλως διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μείνουν ὁλόκληροι περιουσίαι ἐκτεθειμέναι. Δι’ αὐτό, κ. Ὑπουργέ, θὰ παρακαλέσω, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη, ὥστε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις.
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἔχει κατατεθῆ ἡ ἔκθεσις;
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ταχθῇ προθεσμία μέχρι τῆς αὔριον καὶ νὰ κατατεθῇ διὰ νὰ τὴν ἐγγράψωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Τρίτης.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ δοθῇ τριήμερος προθεσμία.
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τριήμερος ἔστω.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τάσσεται τριήμερος προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§63Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Ἐστάλησαν πανταχόθεν ἀλεπάλληλα τηλεγραφήματα καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν προσοχήν, διότι εἶναι, σοβαρώτατον τὸ ζήτημα καὶ εἶναι κρῖμα νὰ διατρέξουν ἄμεσον κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν μας.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον διὰ νὰ καταθέσῃ μερικὰς ἀναφοράς.
§65Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καταθέτω, κ. Πρόεδρε, ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καστριτσίου Πατρῶν. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φροντίσῃ νὰ συστηθῇ ἐκεῖ τηλεφωνικὸν γραφεῖον, καὶ πράγματι ἔχουν δίκαιον, διότι πρόκειται περὶ 1000 κατοίκων, οἱ ὁποῖοι συνεισφέρουσι πολλά, παραθερίζουν δὲ κατ’ ἔτος πλέον τῶν 60 οἰκογενειῶν ἐκ Πατρῶν καὶ τὸ τηλεφωνικὸν γραφεῖον εἶναι ἀπαραίτητον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς τοποτηρητὴν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διαβιβάσῃ τὰ δέοντα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὡσαύτως καταθέτω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Στρουσίου Μυρτουντίων τῆς Ἠλείας· διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης οἱ συμπολῖται μου δὲν ζητοῦν τίποτε περισσότερον ἢ νὰ ἱδρυθῇ ἐκεῖ ἓν κοινὸν δημοτικὸν σχολεῖον, πρόκειται μάλιστα περὶ ἀνασυστάσεως, διότι πρὸ δύο ἐτῶν ὁ ἐκεῖ ἐπιθεωρητὴς θέλων διὰ λόγους προσωπικοὺς νὰ ἀπολύσῃ τὸν διδάσκαλον προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἐκεῖ λειτουργοῦντος κοινοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Δὲν παραλείπω νὰ εἴπω ὅτι πρῶτον τὸ χωρίον αὐτὸ ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ πρὸς ὃ ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην. Ὁμοίως καταθέτω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Μπεζαΐτη. Πρόκειται περὶ τῶν μερῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν ἐκ σεισμοῦ· τέλος πάντων ἡ φιλανθρωπία ἐκίνησε τὰ αἰσθήματα μερικῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα κατέθεσαν 100 χιλιάδας δραχμῶν φαίνεται ὅτι εἶναι πεπρωμένον τὰ λεπτὰ αὐτὰ νὰ μείνωσι νεκρὰ καὶ νὰ μὴ χρησιμοποιῶνται διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Παρακαλῶ δι’ ὑστάτην φορὰν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Μερικοὶ συμπολῖται μου ἀπὸ τὸ χωρίον Ἁγίας Βαρβάρας τοῦ δήμου Καλαβρύτων κατεδικάσθησαν ὡς λιπομάρτυρες ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου Ναυπλίας. Ἔκαμαν τὰς σχετικὰς ἀνακοπὰς καὶ ἀπηλλάγησαν. Φαίνεται ἐνταῦθα τὸ ἀπόσπασμα τῆς ἀποφάσεως. Ἀλλὰ τὰ ἔξοδα ἐξεκαθαρίσθησαν καὶ ἐπλήρωσαν τὰ λιπομαρτυρικά. Παρακαλοῦν λοιπὸν νὰ ἐπιστραφοῦν τὰ ἔξοδα ἐφ’ ὅσον ἀπηλλάγησαν. Ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ πατρὸς τοῦ θύματος ἐκείνου, τοῦ Ζαΐμη, τὸ ὁποῖον ἔπεσεν ἐκεῖ εἰς τὸ Χημεῖον ὑπὲρ τοῦ καθήκοντος ἀπανθρακωθέν. Ὁ πατήρ του εἶναι μόνος χωλὸς καὶ πρόκειται τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ νόμον....
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δίδεται χιλιόδραχμον βοήθημα.
§67Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ πρότασις νόμος καὶ νὰ δοθῇ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Πολιτεία καὶ τὸ Χημεῖον ἀπεφάσισαν. Δεκαὲξ παραχωρητήρια διὰ τῶν ὁποίων παρεχωροῦντο κτήματα ἐκ μέρους τοῦ Κράτους,—πρόκειται περὶ φυτειῶν, εἰς τὸ χωρίον Χατζῆ τῆς Αἰγιαλείας— ἠκυρώθησαν, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπληρώθησαν τὰ λεπτὰ εἰς τὸ Κράτος· τοὺς ἔδωκαν κτήματα ἀνύπαρκτα· ἐπληρώθησαν καὶ μάλιστα τώρα ἔχουν ἐκδώσει καὶ ἄλλα ἐντάλματα καὶ καταδιώκονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἐνῷ κτήματα δὲν ἔχουν. Παρακαλοῦν λοιπὸν συνεπείᾳ τῆς ἀκυρώσεως νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ πληρωθέντα χρήματα, ἢ ἂν δὲν ἐπιστραφῶσι νὰ μὴ καταδιώκωνται, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπλήρωσαν διὰ κτήματα ἀνύπαρκτα. Ὁμοίως καταθέτω ἀναφορὰν τοῦ συμπολίτου μου Ἀθαν. Δασκαλοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐπλήρωσε χωρὶς νὰ ὀφείλῃ. Ἔχει τὰς ἀποδείξεις μέσα καὶ παρακαλεῖ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματά του. Ὁμοίως καταθέτω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Νιφορεΐκων, Στριγγλέϊκων, Βιδόβης καὶ Ἀχαΐας, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τίποτε περισσότερον ἢ νὰ ἐπέμβῃ ἡ πολιτεία νὰ πάρῃ τὸ κτῆμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει ἀγοράσει τὸ δημόσιον ἀντὶ 2,500 δραχμῶν διὰ νὰ γίνῃ δημόσιος δρόμος, διότι πλεονέκται ἰδιοκτῆται κατέλαβον τὴν δημοσίαν ὁδὸν καὶ οἱ κάτοικοι ζητοῦν τὴν ἐπέμβασιν τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία ἔχει καταναλώσει περὶ τὰς 4500 δραχμὰς χάριν ὁδοποιΐας. Ὑποβάλλω καὶ τὴν ὑστάτην ἀναφορὰν τῶν ἐδῶ συνοικιῶν Ἀκροπόλεως, Θησείου, Ἁγ. Φιλίππου καὶ Ἁγ. Ἀσωμάτων. Καθὼς γνωρίζετε ὅλοι λειτουργεῖ ἐνταῦθα εἷς μόνον σταθμὸς πρώτων βοηθειῶν. Παρακαλοῦν λοιπὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐνισχύσῃ μίαν κλινικήν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρουν οἱ κάτοικοι τῶν συνοικιῶν αὐτῶν, ἡ ὁποία λειτουργεῖ εἰς τὸ Θησεῖον ἑνὸς.....
§68Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγράψωμεν αὐτὴν εἰς τὰς ἀναφορὰς καὶ νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, διότι εἶναι ἀξία συστάσεως; Ἀφήσατε μὴ κάμνετε εἰσήγησιν.
§69Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 23 ἀναφορᾶς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σχινᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Βλάχος.
§71Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ Πυργετοῦ διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται κατὰ κολλήγων κτήματος τοῦ κ. Μεταξᾶ, ἐναντίον τοῦ ὁποίου δὲν ἀποδίδω τὴν μομφὴν ὅτι διατελεῖ ἐν γνώσει τῆς διαρπαγῆς τὴν ὁποίαν διαπράττουσιν ὑπηρέται. Οἱ χωρικοὶ κατήγγειλαν αὐτοὺς ἐπανειλημμένως ἀλλὰ τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἠθώωσεν αὐτούς, διότι ἐβεβαιώθη ὅτι φέρει ἡ ὑπόθεσις χαρακτῆρα πολιτικῆς διαφορᾶς. Οὐχ ἧττον ὅμως τὸ νὰ μεταβαίνωσι κατ’ ἐπανάληψιν οἱ χωρικοὶ ἀπὸ Πυργετοῦ εἰς τὴν Λάρισαν προκαλεῖ δαπάνας αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, διότι δὲν πρόκειται περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἀλλὰ περὶ ἁρπαγῆς, δηλαδὴ οἱ ὑπηρέται τοῦ κ. Μεταξᾶ, ἐν ἀγνοίᾳ πάντοτε αὐτοῦ, μεταβαίνουσιν εἰς τοὺς ἀγρούς, τοὺς ὁποίους καλλιεργοῦσιν οἱ χωρικοὶ καὶ θέλουσι νὰ λάβωσι τὸ ⅓ τῆς ἐσοδείας, νὰ διατάξῃ, λέγω, τὸν Εἰσαγγελέα, νὰ ὑπάγῃ καὶ ἐξετάσῃ ἐπιτοπίως τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἂν τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ τῶν χωρικῶν νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπηρέτας τοῦ κ. Μεταξᾶ νὰ ἀπόσχωσι παρανόμων ἐνεργειῶν, διότι θὰ ἀναγκασθῶσιν οἱ χωρικοὶ νὰ ἀμυνθῶσι.
§72Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπεδόθη καταγγελία εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα;
§73Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἔχομεν τηλεγράφημα.
§74Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ αὐτό. Πρέπει νὰ ἐπιδοθῇ καταγγελία καὶ ἂν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἀμελήσῃ, τότε νὰ προσφύγητε εἰς ἐμέ.
§75Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Δὲν μειοῦται ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν διατάξητε νὰ μεταβῇ ὁ Εἰσαγγελεύς.
§76Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ οἰκειώσω τοὺς πολίτας πρὸς τὴν προσφυγὴν εἰς τὰς ἁρμοδίους ἀρχάς.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουκουλέτσος; Ἀπών. Ὁ κ. Σταμούλης.
§78Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἀφορμώμενος ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἔχω νὰ ὑπομνήσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐπισήμως ἔδωκε περὶ διαρρυθμίσεως τῶν σχέσεων τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν κολλήγων.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ θέμα τῆς συζητήσεως.
§80Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἔχει συνάφειαν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα ἔχουν συνάφειαν.
§82Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Διὰ νὰ λείψουν αἱ ἔριδες μεταξὺ κολλήγων καὶ ἰδιοκτητῶν πρέπει νὰ ῥυθμισθῶσιν αἱ σχέσεις αὗται. Διότι ἡμεῖς οἱ παρακολουθοῦντες ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν προφητεύοντες μάλιστα ὅτι δὲν θὰ εἶναι μακρὰν ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν δὲν θὰ ζητοῦμεν διαρρύθμισιν τῶν σχέσεων.
§83Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω ἐπερώτησιν ἐναντίον τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι οἱ κάτοικοι Πυργετοῦ καίτοι, ὡς γνωστὸν ἔχουσι περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν ἄλλων χωρίων τῆς Θεσσαλίας, ὡς ἔχοντες γαίας καὶ λαμβάνοντες τὸ γεώμορον αὐτοὶ ὡς ἰδιοκτῆται, ἐν τούτοις αὐτὴν τὴν στιγμὴν οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ κάτοικοι οἱ ὁποῖοι κατεστράφησαν μὲ τὰ δικαστήρια, εὑρίσκονται μεταξὺ Σκύλλης καὶ Χαρύβδεως, διότι ἀφ’ ἑνὸς ἔχουσι τὸν διοικητικὸν ἀντιπρόσωπον πλουτοκράτην, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν δικαιοσύνην τοῦ τόπου ἀντιπροσωπευομένην ἀπὸ εἰρηνοδίκην, τὸν ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν κατήγγειλαν τόσον αὐτοὶ ὅσον καὶ ὁ Δήμαρχος Ὀλύμπου χωρὶς νὰ ἀκουσθῶσιν. Ἐν Ὀλύμπῳ ὑπηρετεῖ ὡς εἰρηνοδίκης ὁ κ. Καφαγιάνης ἐπὶ πενταετίαν. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω ἐὰν εἶναι ἔντιμος ἐκτελεστὴς τοῦ καθήκοντος, ἀλλ’ ἐξετάζω τοῦτο μόνον, ὅτι ἐτοποθετήθη ἐκεῖ καθ’ ὃν χρόνον ἄλλαι συνθῆκαι διεῖπον τότε τὴν πολιτικὴν καὶ τώρα χαλάει τὸν κόσμον, καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἀνεφέρθη πρὸς ὑμᾶς, νὰ μείνῃ ἐκεῖ, διότι λαμβάνει 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἤδη πρὸ ὀλίγου παρεπονέθην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν ἀρέσει εἰς ἐμὲ ν’ ἀναφέρωμαι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ νὰ ἀπειλῶ ὅτι θὰ κάμω ἐπερωτήσεις, ἀνεφέρθην, λέγω, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸν παρεκάλεσα, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ συστήσῃ εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μεταθέσῃ τὸν εἰρηνοδίκην, διότι ἐπὶ πενταετίαν νέμεται τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ κατέστη μεταξὺ τῶν κατοίκων πολὺ κακός. Ὁ εἰρημένος εἰρηνοδίκης κατηγγέλθη ἀπὸ τὸν δήμαρχον Ὀλύμπου, ἀπὸ τοὺς κατοίκους Πυργετοῦ καὶ εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, διότι ἔχει συγγενῆ του τινὰ παρ’ αὐτῷ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔλαβε καμμίαν πρόνοιαν, ὅπως τὸν μεταθέσῃ. Ἐὰν καὶ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον κανονίζῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰς μεταθέσεις τοῦ εἰρηνοδίκου τότε ἐρρέτω καὶ τὸ δικαστικὸν συμβούλιον.
§84Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς νομίζω ὅτι ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἐγχαράσσει εἰς αὐτὸν καὶ ἡ θέσις ἀφ’ ἧς ὁμιλεῖ καὶ τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τύπου, ἀλλὰ περὶ τῆς οὐσίας καὶ ἡ οὐσία εἶναι κατ’ αὐτοῦ, ὥστε νὰ ἐλέγχῃ ἀδικαιολογήτους τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ καὶ ἔτι μᾶλλον τὰς μομφάς, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε καὶ κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου, πολλῷ δὲ μᾶλλον κατὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὰς εὐχὰς αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων κατοίκων, ἵνα μεταθέσῃ τὸν Εἰρηνοδίκην. Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνώριμον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι προσφυγή τις αἴτημα ἔχουσα τὴν μετάθεσιν τοῦ Εἰρηνοδίκου ἐγένετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐγγράφως καὶ ὅτι παραστάσεις προφορικαὶ ἱκαναὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἐγένοντο. Ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν αἰτιάσεων τούτων καὶ τῶν παραπόνων, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν ἦτο ἐνδεδειγμένη ἡ μετάθεσις ἐκείνη συμφώνως πρὸς τὰς νομίμους διατυπώσεις. Τὰ ἐντεῦθεν προκύψαντα γεγονότα διεβιβάσαμεν πρὸς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς αἱ αἰτιάσεις διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ ἐξελεγχθεῖσαι εὑρέθησαν ἀνακριβεῖς, ἐπίσημοι δὲ ὑπηρεσιακαὶ πιστοποιήσεις, διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ὁποίων οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλλω, ἐβεβαίωσαν ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης εἶναι ἐκ τῶν κρατίστων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Δὲν ἤρκεσαν ταῦτα. Μετὰ τοῦτο ἐγένετο νέα προσφυγὴ μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς πρώτης. Ἐξηλέγχθησαν τὰ πορίσματα ἐκείνης ὡς μὴ προσηκόντως ἐξακριβωθέντα. Ἐδόθησαν εἰς ἡμᾶς νέοι μάρτυρες παρ’ αὐτῶν τῶν ἀπευθυνάντων τὰς αἰτιάσεις κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ παρηγγείλαμεν τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης, ἴσως δὲ δὲν εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης, ἦτο ὁ ἤδη Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν ὁ ὁποῖος ἐξήτασε πάντας τοὺς προβληθέντας μάρτυρας, ἀπηύθυνε δὲ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον μακροτάτην ἔκθεσιν, δι’ ἧς ἐβεβαίου ὅτι αἱ αἰτιάσεις ἦσαν ἀνακριβεῖς, ὅτι προῆλθον ἐκ τοπικῆς ἀντιδράσεως, ὅτι ὑπάρχει μερίς τις, ἥτις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ μὴ εἶναι ἐκεῖ ὁ Εἰρηνοδίκης, ἀλλ’ ἡ μερὶς αὕτη προβάλλει λόγους ἀβασίμους, διότι πρόκειται περὶ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου εὐόρκως ἐκπληροῦντος τὸ καθῆκον του.
§85Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὁ κ. Καφαγιάννης βεβαίως εἶναι ἐντιμότατος ἐκτελεστής τοῦ καθήκοντός του· ἀλλ’ ἐρωτῶ, δὲν εἶναι καὶ αὐτὸς ἄνθρωπος; Μήπως εἶναι ὑπερφυσικόν τι ὄν; Καὶ αὐτὸς ὡς ἄνθρωπος ἔχει τὰ πάθη του. Καὶ ἀφοῦ παρέμεινε τόσον χρόνον, τὰ πάθη αὐτὰ θὰ ἐφανερώθησαν. Ἐὰν ἦτο ὑπεράνθρωπος, τότε θὰ ἠδύνασθε νὰ ἔχητε ἐμπιστοσύνην.
§86Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Χαίρω πολύ, διότι ἀνοίγετε μίαν ὁδὸν εἰς τὴν συζήτησιν, ὁδὸν εἰς τὴν ὁποίαν σπεύδω νὰ εἰσέλθω διὰ νὰ ἐξαγάγω καὶ ὑμᾶς καὶ πάντα ἄλλον ἐκ τῆς πλάνης εἰς τὴν ὁποίαν πιθανώτατον εἶναι νὰ ὑποπέσητε. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καθιερωθῇ ὡς ἀρχή, ὅτι προσφυγαὶ τοιαῦται ἐναντίον ὑπαλλήλων εὐόρκως ἐκπληρούντων τὸ καθῆκόν των δύνανται νὰ δημιουργῶσι λόγον μεταθέσεως. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν δικαστικὸς ὑπάλληλος νὰ μείνῃ ἐν τῇ θέσει του. Θὰ ἤρκει μόνον εἷς δύο ἢ τρεῖς δήμαρχοι, πρώην δήμαρχοι εἴτε πολῖται, εἰς τοὺς ὁποίους θ’ ἀπήρεσκεν ὁ ὑπάλληλος οὗτος νὰ προσφεύγωσι ζητοῦντες τὴν μετάθεσιν καὶ νὰ φέρωσιν ἐπιχειρήματα καὶ εἶναι ἔντιμος ὁ ὑπάλληλος αὐτός, ἀλλὰ προσετρίβη, «διότι ὅπως δήποτε κατηγγέλθη παρ’ αὐτῶν, διότι ὑπηρετεῖ πολλὰ ἔτη» καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιαύτην τακτικὴν νὰ συντηρηθῇ δικαστικὸν καθεστώς, ὅπως τὸ ἐννοεῖ ὁ νόμος, καὶ νὰ τηρηθῇ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου. Διὰ τοῦτο, εἶπον πρὸς τοὺς προσφεύγοντας πρὸς ἐμὲ καὶ τοὺς ἐρίζοντας δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἐρίζοντας εἴτε πρὸς ἑαυτοὺς εἴτε πρὸς πολίτας ὅτι ἀποτέλεσμα τῶν ἐρίδων καὶ τῶν προστριβῶν θὰ εἶναι ἡ ἀμείλικτος δίωξις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ οὐχὶ ἀναγκαίως ἡ μετάθεσις. Διότι εἶναι δυνατὸν ὑπάλληλος εὑρισκόμενος ἔν τινι τόπῳ καὶ μὴ θέλων νὰ παραμείνῃ ἐν αὐτῷ, νὰ προκαλῇ τοιαύτας ἔριδας καὶ προστριβάς, καὶ κατόπιν νὰ ἐξαναγκάζῃ τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ τὸν μεταθέτῃ· καὶ ἀντιθέτως νὰ εἶναι εἰς μέρος ἀπὸ τὸ ὁποῖον μερίς τις θέλει νὰ τὸν ἐκτοπίσῃ καὶ αὕτη νὰ δημιουργῇ τοιαύτας ἔριδας διὰ νὰ ἐξαναγκασθῇ ἡ διοίκησις τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ. Εἶπον ὅτι ταῦτα πάντα θὰ διεξάγωνται διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀμειλίκτου πειθαρχικῆς διώξεως καὶ δι’ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ὁδοῦ. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι τῆς ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑπαγορεύσωσι τὴν μετάθεσιν τῶν ὑπαλλήλων, οὐδέποτε ὅμως δημιουργήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ὡμολογήσατε τὴν στιγμὴν ταύτην. Εἴπετε, εὐσυνειδήτως ὁμιλοῦντες, ὅτι ὁ ὑπάλληλος εἶναι ἄρτιος δικαστικὸς ὑπάλληλος· ἐγὼ δὲν τὸν γνωρίζω προσωπικῶς, ἀλλὰ τὸν βλέπω διὰ τῶν ὑπηρεσιακῶν ὀφθαλμῶν, εἰς τὴν διαύγειαν τῶν ὁποίων δὲν ἔχω κανένα λόγον ν’ ἀμφιβάλλω. Καὶ βλέπω ὅτι ἀληθῶς εἶναι τοιοῦτος. Λοιπὸν ὁ ὑπάλληλος οὗτος θὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του· Θὰ καταδιωχθῇ δὲ καὶ θὰ τιμωρηθῇ ἂν πταίσῃ· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοιούτων προσφυγῶν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου ἢ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας νὰ δημιουργηθῶσι λόγοι, ἵνα τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον προβῇ εἰς μετάθεσιν αὐτοῦ.
§87ΠΕΛ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἔχει τρία ἔτη.
§88Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα τρία νὰ ἔχῃ ἀδιάφορον.
§89ΠΕΛ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὁ δὲ νόμος λέγει ὅτι ἅμα παρέλθῃ ἡ τριετία, τὸ Συμβούλιον δύναται νὰ τὸν μεταθέσῃ, ἔπρεπε δὲ νὰ μετατεθῇ, διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι οἱ Πυργετινοὶ ἔχουσι κανὲν συμφέρον ἢ τοὺς ὠθοῦσιν οἱ διάφοροι πολιτευόμενοι διὰ νὰ ζητήτωσι τὴν μετάθεσιν τοῦ εἰρηνοδίκου.
§90Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο· δὲν θέλω ν’ ἀδικήσω οὔτε τοὺς πολίτας ἐκείνους, οὔτε τοὺς ἐνταῦθα ὁμιλοῦντας. Ἀναχωρῶ ἀπὸ τοῦ ἀσαλεύτου δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ δικαστικοῦ ὑπαλλήλου ἐκπληροῦντος τὸ καθῆκόν του. Τούτου τεθειμένου, τούτου ἐξηκριβωμένου καὶ εὐτυχῶς ὁμολογουμένου, οὐδεὶς λόγος μεταθέσεως ὑπάρχει. Τὸ ὅτι παρῆλθε τριετία δὲν σημαίνει τίποτε· ἠδύνατο νὰ παρέλθῃ δεκαετία καὶ ὁ ὑπάλληλος νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν του.
§91Α. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν θὰ εἰσέλθω, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὸν εἰρηνοδίκην, διότι νομίζω ὅτι ἐξηντλήθη τὸ θέμα ὑπὸ τοῦ ἐπερωτήσαντος ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θέλω ὅμως νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Εἰς τὸ κτῆμα τοῦτο αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν εἶναι πολὺ τεταμέναι, περισσότερον ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλο μέρος τῆς Θεσσαλίας καὶ διὰ τοῦτο ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Σταμούλη δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν δὲν συμφέρει εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῶν τσιφλικίων τούτων, διότι εἰς ταῦτα ἐπὶ ἑκατονταετίαν, τῇ συγκαταθέσει τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀμφισβητοῦσι τὰ δικαιώματα, τὰ δικαιώματα ταῦτα τῶν καλλιεργητῶν εἶναι μεγαλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ θεσπίσῃ οἱοσδήποτε νόμος περὶ διακανονισμοῦ σχέσεων. Ὁ μόνος τρόπος, διὰ νὰ παύσωσιν ὑπάρχοντα τὰ ζητήματα ταῦτα, εἶναι ἡ ἐξαγορὰ τῶν κτημάτων ἐκ μέρους τῶν καλλιεργητῶν, ἡ ἐξαγορά, ἡ ὁποία κατ’ ἐπανάληψιν ἐπεζητήθη. Τὸ ζήτημα εἶναι πολύπλοκον τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐντὸς τοῦ τσιφλικίου τούτου ὑπάρχουσιν ἰδιόκτητα κτήματα ἀνήκοντα εἰς τοὺς καλλιεργητὰς καὶ ἀκριβῶς πρόκειται τὴν στιγμὴν ταύτην, περὶ τῶν ἰδιοκτήτων κτημάτων ἢ τῶν ἀμφισβητουμένων τοιούτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ τσιφλικίου. Ἡ μόνη λύσις εἶναι ἡ ἐξαγορὰ τοῦ κτήματος, ἵνα μὴ ἔχωμεν εἰς τὴν ὀξυτάτην φάσιν αὐτοῦ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἰς Θεσσαλικὴν γῆν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην πλουσία. Εὐτυχῶς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν προσκόπτει οὔτε εἰς τὴν καλὴν θέλησιν τῶν καλλιεργητῶν οὔτε εἰς τὴν καλὴν θέλησιν τῶν ἰδιοκτητῶν, ἔχει δὲ μάλιστα ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν καλλίστην θέλησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐπανάληψιν ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ κακὸν ὅμως εἶναι ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῆς ἑξῆς ἐπιπλοκῆς, ἐνῷ ὑπάρχουσι δύο ἰδιοκτῆται ἐξ ὧν ὁ εἷς ἰδιοκτήτης, ὁ κ. Μεταξᾶς, εὐχαρίστως συγκατατίθεται εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ κτήματός του εἰς τιμὴν εὐτελεστάτην, ἤτοι νὰ παράσχῃ καλλίστας γαίας ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸς 15 δραχμὰς τὸ στρέμμα.
§92Γ. ΠΩΠ. 15 δραχμάς; Τότε πῶς θὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἀγορὰ τῶν κτημάτων Μουφίτ;
§93Α. ΣΛΗΜΑΝ. Τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ καλλιεργηταὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων τούτων εἶναι πολὺ μεγαλήτερα τῶν δικαιωμάτων τῶν καλλιεργητῶν ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ Μουφίτ, ἡ δὲ τιμὴ τῶν κτημάτων εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογος πρὸς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα, ἔχουσιν οἱ καλλιεργηταί.
§94Σ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε· ὁ κ. Μεταξᾶς ἂν ἤθελε φέρει ἐμπόδια ἠδύνατο νὰ πωλήσῃ τὸ κτῆμα αὐτοῦ εἰς μεγαλητέραν τιμὴν ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ πωλήσῃ.
§95Α. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ εὕρισκεν ἀγοραστήν, ἐπειδὴ τὰ ζητήματα τὰ ἀγροτικὰ ἐκεῖ εἶναι πολύπλοκα καὶ ὀξύτατα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ἄλλου συνιδιοκτήτου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ ¼ καὶ δὲν συγκατατίθεται εἰς τὴν πώλησιν ταύτην, ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἠσχολήθη γνωρίζω δὲ μετὰ ποίας ζέσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτόν, ἵνα ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐν ἀνάγκῃ δὲ ἂν ὁ ἕτερος τῶν ἰδιοκτητῶν ἤθελεν ἐναντιωθῆ, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐναντίον αὐτοῦ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως προκειμένου περὶ ζητήματος δημοσίας τάξεως.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν πληροφορίαν ἐπεθύμουν νὰ δώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα. Ὁ κ. Μεταξᾶς ἦλθε παρ’ ἐμοὶ πρὸ 20 ἢ 25 ἡμερῶν καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσε τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, ἦλθε κατὰ πρόσκλησίν μου, διότι μοὶ εἶχον ὁμιλήσει οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας. Εἰς τὸν κ. Μεταξᾶν ἐκθέσαντα εἰς ἐμὲ τὰ τῆς ὑποθέσεως εἶπον, ὅτι ζητῶ νὰ μοῦ ὑποβάλῃ ἀναφορὰν ἐκθέτων τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ νὰ πωλήσῃ τὸ κτῆμα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὄντως ἔδιδεν εἰς τιμὴν εὐτελεστάτην ἐν σχέσει πρὸς τὰς τιμὰς τῶν ἄλλων κτημάτων. Παρεκάλεσα δὲ προσέτι αὐτὸν νὰ μοὶ ὑποβάλῃ μίαν ἔκθεσιν διὰ νὰ παραπέμψω αὐτὴν εἰς τὸν Νομάρχην Λαρίσης, ὅπως οὗτος, ἐπιτοπίως μεταβαίνων, ἐξετάσῃ τὰ πράγματα καὶ μοὶ ἀναφέρῃ ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ὅπως παρέμβῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ κανονίσῃ τὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ κτήματος εἰς τοὺς χωρικούς. Ἔκτοτε δὲν ἔχω ἀπάντησιν τοῦ κ. Μεταξᾶ. Ὅτε ὁ κ. νομάρχης Λαρίσης ἦτο πρὸ ἡμερῶν ἐδῶ, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὸν ἐρωτήσω ἂν γνωρίζει τὰ τῶν κτημάτων ἐκείνων καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι μετέβη εἰς τὸ κτῆμα καὶ νομίζει, ὅτι ἡ τιμὴ εἶναι συμφέρουσα διὰ τοὺς χωρικοὺς καὶ ἑπομένως καὶ διὰ τὸ Κράτος....
§97Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ὑπάρχει ἡ δυσκολία τοῦ συνιδιοκτήτου· ἂν ἦτο δυνατὸν περὶ αὐτοῦ νὰ μεριμνήσητε.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐδήλωσα ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δυσκολεύεται νὰ φροντίσῃ ὅπως ἐξαγορασθῶσι τὰ ¾ τοῦ κτήματος τὰ εἰς τὸν κ. Μεταξᾶν ἀνήκοντα. Τὶ θὰ γίνῃ διὰ τὸ λοιπὸν ¼ κανονίζουσιν οἱ νόμοι· γίνεται διανομὴ μεταξὺ τῶν συνιδιοκτητῶν.
§99Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ἑπομένως δὲν μᾶς μένει παρὰ νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§100Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν διέλαθεν ἴσως τὴν προσοχὴν ὑμῶν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἡ μετριοπάθεια, τὴν ὁποίαν ἐτήρησα, προκειμένου νὰ ὑποστηρίξω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Γρέκα θίγουσαν ἕνα συνάδελφον καὶ ἡ εὐλάβεια, μετὰ τῆς ὁποίας διεξῆλθον ὥστε νὰ μὴ προκαλέσω οὐδεμίαν κἂν διαμαρτυρίαν τοῦ κ. συναδέλφου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀπηυθύνετο ἡ ἀναφορά. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, Κύριοι, παρέλιπον νὰ ἀναφέρω γεγονότα πολλά, παρέλιπον δὲ νὰ πράξω τοῦτο, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι δὲν ἐκαλεῖτο ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, παρέλιπον νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σειρὰν τῶν κατὰ παλαιοτέρους χρόνους μαρτυρίων, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι καὶ χρῆσις ἐγχειριδίου ἀκόμη ἐγένετο, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ ἐξαναγκασμὸς τῶν πτωχῶν καὶ δυστυχῶν ἐκείνων κατοίκων εἰς τὴν ὑποδούλωσιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ζῶσι σήμερον. Παρέλιπον ἐπίσης νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ γεγονότα, τὰ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος συμβάντα εἰς τοὺς χωρικοὺς ἐκείνους, τὰ ὁποῖα ἐν συνόψει ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκθέσω χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Ἀκούσατε, Κύριοι! Οἱ χωρικοὶ πρό τινων μηνῶν, μετέβησαν ἐν σώματι, ἔχοντες ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν καὶ τὸν διδάσκαλον τοῦ χωρίου των, εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, ἵνα παρουσιασθῶσιν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην καὶ τὸν ἀστυνόμον, ὅπως διαδηλώσωσι νομοταγῶς τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν πρόθεσιν αὐτῶν νὰ προσφέρωσι ἐκεῖνο, ὅπερ ὤφειλον καὶ ὅπερ ἀνέκαθεν ἔδιδον πρὸς τὸν κ. Παπαλέξην, ἤτοι 10% ἐκ τῶν συλλεγομένων καρπῶν τῶν ὑπὸ μορφὴν κτημάτων τούτου. Παρεκάλεσαν δὲ τὰς ἀρχὰς νὰ μεριμνήσωσιν ὅπως ἀπομακρύνουν ἐκ τοῦ χωρίου των τοὺς ὁπλοφόρους, διὰ τῶν ὁποίων ἠπειλοῦντο ὅτι θὰ ἐξαναγκασθῶσι νὰ δώσωσιν 20%. Ἡ πρᾶξις των αὕτη, τὸ νόμιμον τοῦτο δικαίωμα ὅπερ ἤσκησαν, νὰ προσέλθωσι δηλαδὴ ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς, ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀντίστασις. Καὶ συλλαμβάνονται, Κύριοι, περὶ τοὺς 20 χωρικοί, οἵτινες περιάγονται ἀνὰ τὰ χωρία πρὸς ἐκφοβισμὸν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν δυστυχίαν νὰ ἔχῃ πολλοὺς χωροδεσπότας, καὶ φυλακίζονται καὶ παραμένουσιν εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ 20 καὶ πλέον ἡμέρας. Καὶ ἡ φυλάκισις αὕτη ἐγένετο βεβαίως κατὰ διαταγὴν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Κυπαρισίᾳ πλημμελειοδικῶν. Καὶ προηγήθη ἡ πρᾶξις αὕτη διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἄλλη, ἀκούσατε ποία, κατὰ διαταγὴν ἐπίσης τοῦ αὐτοῦ εἰσαγγελέως. Μετ’ ὀλίγας δηλονότι ἡμέρας ὁ ἀστυνόμος ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς δεκάδος χωροφυλάκων, ἐχόντων μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοὺς ὁπλοφόρους τοῦ κ. Παπαλέξη ἐγκαθίστανται εἰς τὸ χωρίον ἐπὶ 20–25 ἡμέρας, καὶ ἐκτελοῦντες πάντοτε διαταγὰς τοῦ αὐτοῦ εἰσαγγελέως, θραύουσι θύρας, καὶ δέρουσι τοὺς ἀνθισταμένους διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, ἤτοι νὰ κατάσχωσιν ἐκ τῶν καρπῶν ἑκάστου χωρικοῦ 25%, διότι τοιαύτην εἶχον διαταγήν. Αἱ πράξεις αὗται ἐνεργοῦντο ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὅτι οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι ἔκλεψαν δῆθεν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῶν καρπῶν αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ ἀποδώσωσι εἰς τὸν κ. Παπαλέξην. Παρέλιπον ὅμως τὰς τοιαύτας πράξεις προχθὲς νὰ καταγγείλω, ἵνα μὴ προκαλέσω θόρυβον, ἄκαιρον μάλιστα, ἀφοῦ δὲν ἐπρόκειτο νὰ προκληθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Ἀλλ’ αἱ ὑποχωρήσεις μου ἐκεῖναι ἠμείφθησαν ἀναξίως καὶ ἀνάνδρως διὰ τοῦ νομίσματος τῆς συκοφαντίας. Ὁ κ. Παπαλέξης διαδεχθεὶς ἐμὲ εἰς τὸ βῆμα εἶπεν ὅτι μετέβην ἐγὼ εἰς τὸ χωρίον ἐκεῖνο καὶ ἐγένοντο ἔρανοι καὶ μοὶ ἐδόθησαν χρήματα διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὰς ὑποθέσεις των. Καὶ εἰς παρατήρησιν, ἡ ὁποία τῷ ἐγένετο ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἐμοῦ, ἐθεώρησεν ὅτι κολάζει τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων αὐτοῦ ἐναντίον μου, ἐξηγῶν ὅτι ἔλαβον χρήματα ὅπως τοὺς ὑπερασπίσω ὡς δικηγόρος. Καὶ εἰξεύρετε, Κύριοι, διατὶ χλευαστικῶς πως ἀνεμνήσθη τοῦ γεγονότος, ὅτι μετέβην ἐγὼ εἰς τὸ χωρίον, ὡς νὰ ἀπετέλει καταφρόνησιν ἐὰν εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους κατεδέχθη νὰ ἴδῃ τοὺς πτωχοὺς καὶ δυστυχεῖς ἐκείνους σκλάβους τοῦ τοῦ κ. Παπαλέξη; Διότι τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν μετέβην ἐγώ, εἴτε διότι εἶχε ληφθῇ τοιαύτη ἀπόφασις, εἴτε διότι ἠσθάνθησαν ἐντροπὴν τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας νὰ παραμένωσιν ὀργιάζοντα ἐν τῷ τόπῳ ἐν ᾧ θὰ παρευρίσκετο εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἔφυγαν τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ὁ ἀστυνόμος καὶ οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ ὁπλοφόροι τοῦ κ. Παπαλέξη καὶ δὲν ἐπανῆλθον πλέον, ἠσθάνθησαν ἐντροπὴν νὰ παραμείνωσιν ἐκεῖ βεβαίως, διότι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἐκεῖ δὲν ἐχρησίμευον παρὰ ὡς ἀπάχηδες τοῦ Παπαλέξη. Διότι δὲ μετὰ τὴν μετάβασίν μου εἰς τὸ χωρίον ἔπαυσαν ἔκτοτε τὰ ὄργανα τῆς ἀρχῆς τὴν κατάσχεσιν τῶν καρπῶν, ἐσοφίσθη νὰ εἴπῃ ὁ κ. Παπαλέξη; ὅτι ἐγένοντο ἔρανοι διὰ νὰ μοὶ δοθῶσι πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν χωρικῶν. Ἐγένοντο, Κύριοι, καὶ ἄλλαι συζητήσεις ἐν τῷ Συνεδρίῳ τούτῳ περὶ ὑποθέσεων εἰς τὰς ὁποίας εἶχον ἐγὼ ἀναμιχθῆ εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν ὡς δικηγόρος· τοιαύτη ὑπόθεσις ἦτο καὶ ἡ ἀπασχολήσασα τὴν Βουλὴν διὰ τὰς κατηγορίας τῆς Οἰνοποιητικῆς ἑταιρείας, κατηγορηθείσης ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ. Καίτοι δὲ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπερασπίσω ὡς δικηγόρος τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην, καὶ παρ’ ὅλην τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν εἶχον ὅτι ἡ κατηγορία ἐκείνη ἐστηρίζετο ἐπὶ παρεξηγήσεων, ἐν τούτοις δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, διότι ἐφοβήθην μήπως θὰ ἔπασχον τότε εὐλόγως, ὅ,τι ἤδη σήμερον πάσχω ἀναξίως.
§101Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Προχθὲς ἐζητήσατε ἐξηγήσεις καὶ σᾶς εἶπον ὅτι χωρικοὶ μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι μετέβητε εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ καὶ ὅτι οἱ χωρικοὶ ἀνέθεσαν εἰς ὑμᾶς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ὑποθέσεώς των ὡς δικηγόρον καὶ εἶπον ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν ὑπόθεσις ὑπερασπιζομένη ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλήν. Οὐδεὶς σᾶς ἔψεξε οὔτε σᾶς ἔθιξε προσωπικῶς.
§102Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἔχω πολὺ διάφορον ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχω καὶ ὡς δικηγόρος καὶ ὡς Βουλευτής.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ ζητήματος, διότι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον.
§104Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Κύριοι Βουλευταί, τὸ λεχθὲν ὅτι συνελέχθησαν χρήματα ἵνα δοθῶσιν εἰς ἐμὲ ὡς δικηγόρον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὸν ἁπλούστατον, τὸν αὐταπόδεικτον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην κατὰ νόμον νὰ εἶμαι δικηγόρος τῶν ἀντιδίκων τοῦ κ. Παπαλέξη, διότι αἱ ὑποθέσεις αὐτῶν ὑπάγονται εἰς δικαστήριον ξένης περιφερείας, εἰς τὸ δικαστήριον τῆς Κυπαρισσίας, ἐνῷ ἐγὼ δικηγορῶ ἐν Καλάμαις. Νομίζω δὲ μάλιστα ὅτι ἕτερος κ. συνάδελφος παριστάμενος νῦν ἐνταῦθα εἶναι ἐκ τῶν δικηγόρων τῶν ὑπερασπιστῶν τῶν ἀντιδίκων τοῦ κ. Παπαλέξη, ὁ κ. Κασίμης.
§105Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ καταδεχθῆτε νὰ ἀπαντήσητε εἰς τοιαύτην ποταπὴν συκοφαντίαν.
§106Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Λοιπὸν ἐφόσον, Κύριοι, ὑπὸ τοιαύτην πρόφασιν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συλλεχθῶσι καὶ δοθῶσιν εἰς ἐμὲ χρήματα, ἵνα τοὺς ὑπερασπίσω ὡς δικηγόρος, ἐννοεῖτε πλέον ὁποία εἶναι ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Παπαλέξης; Μοὶ ἐδόθησαν ἄρα τὰ χρήματα διὰ νὰ ὑπερασπίσω αὐτοὺς ὡς Βουλευτής.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Παπαλέξης.
§108Γ. ΠΩΠ. Ὄχι δά! Δὲν εἶπε τοιοῦτό τι.
§109Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀλλοίμονον τότε!
§110Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφόσον ἐπισήμως ἔκαμε τὴν δήλωσιν ταύτην ὁ κ. Παπαλέξης, δὲν ὑπάρχει καμμία τοιαύτη κατηγορία.
§111Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὁ κ. Παπαλέξης ἔβαλε διὰ τῆς συκοφαντίας καὶ μὲ βάθος πονηρίας, εἰπὼν ὅτι ἔλαβον χρήματα ὡς δικηγόρος, ἵνα γίνῃ πιστευτὸν εὐκολώτερον.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐσυκοφάντησε κανένα.
§113Γ. ΠΩΠ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ κ. Παπαλέξης δὲν προσέβαλε κανένα.
§114Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀλλὰ ἡ δύναμις τῶν λόγων παραμένει εἰς βάρος τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ἡμῶν. Ὁ νομὸς Μεσσηνίας, τοῦ ὁποίου τυγχάνομεν ἀμφότεροι ἀντιπρόσωποι, θὰ ἠδύνατο εἴπέρ τις καὶ ἄλλος νὰ καυχηθῇ, ὅτι διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ συνετέλεσεν εἰς τὴν εὐκοσμίαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῆς νέας Κυβερνητικῆς μηχανῆς τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν συνέβη νὰ μὴ ἐξέλθῃ ἀλώβητον τὸ γόητρον ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Νομοῦ ἐκείνου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι οὐδεὶς προσεβλήθη, οὐδεὶς ὑβρίσθη: Παρακαλῶ νὰ κατέλθητε τοῦ βήματος. Δὲν ἐπιτρέπω πλέον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τούτου ζητήματος.
§116Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω μίαν τελευταίαν σκέψιν μου.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Ὅλη ἡ Βουλὴ λέγει ὅτι δὲν προσεβλήθητε.
§118Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις. Κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν λόγων τοῦ κ. Παπαλέξη παρήχθη κάτω εἰς τὸν νομόν μας...
§119Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ δημοσιευθῶσι καὶ αἱ ἐξηγήσεις.
§120Μ. ΔΑΖΕΑΣ. ... δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι λίαν δυσμενὴς ἡ ἐντύπωσις, λέγω, ἡ ὁποία παρήχθη ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ. Καὶ βεβαίως εἷς ἐκ τῶν δύο ἡμῶν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἵνα ὑπερασπίσῃ ἴδια συμφέροντα, ἵνα ὑπερασπίσῃ κατάπτυστον αἰσχροκέρδειαν, εἷς ἐκ τῶν δύο μας εἶναι ὁ ἀνήθικος ὁ δολοφονῶν διὰ τοῦ ψεύδους.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνήθικος οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οὐδὲ λέγονται τοιαῦται λέξεις.
§122Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῶ. Δὲν ἀπέδωκα ἐγὼ ὡρισμένως εἰς τὸν κ. Παπαλέξην τὴν κατηγορίαν ὅτι αὐτὸς εἶναι τοιοῦτος· ἐνδεχόμενον νὰ εἶμαι ἐγώ. Ἀλλ’ εἰς τίνα ἁρμόζει ἡ τοιαύτη κατηγορία θὰ κρίνωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐδῶ μᾶς ἀπέστειλαν, οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ἐκεῖνοι, οἵτινες κάλλιον ἕκαστον ἡμῶν γνωρίζουσιν, οἵτινες εἶναι ἁρμοδιώτεροι νὰ κρίνωσι μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαλέξης ἔχει τὸν λόγον. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριε Παπαλέξη, νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως ὁμιλήσητε μετὰ ψυχραιμίας. Θέμα προσωπικὸν δὲν ὑπάρχει. Ἂν οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας σας ἀμφισβητοῦνται, τοῦτο θὰ κριθῇ ἀπὸ τὰ Δικαστήρια. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ οὐδὲ ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ εἰς ποίους ἀνήκουσι τὰ κτήματα.
§124Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ χαρακτῆρος καὶ ἐξ ἀνατροφῆς ἐφρόντισα πάντοτε καὶ κατὰ τὸν ἰδιωτικόν μου καὶ κατὰ τὸν πολιτικόν μου βίον, ὅσον μοὶ ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατόν, νὰ μὴ θίξω οὐδὲ νὰ ἀδικήσω κανένα, καὶ πάντες, ὅσοι μὲ ἐγνώρισαν, ὡς τοιοῦτον μὲ ἐκτιμῶσιν. Εἶπον κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ὅτι χωρικοὶ μὲ ἐβεβαίωσαν ὅτι ὁ κ. Δαζέας βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας μετέβη εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ καὶ ὅτι οἱ χωρικοὶ δι’ ἐράνων ἀνέθηκαν τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ζητήματός των εἰς αὐτὸν ὡς δικηγόρον.
§125Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀντελήφθητε σεῖς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶμαι δικηγόρος των.
§126Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. Καὶ εἶπον ὅτι οὐδεὶς ψέγει αὐτόν, ἐὰν ὡς δικηγόρος ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν οἱουδήποτε ζητήματος εἴτε δικαίου εἴτε ἀδίκου, συνεβούλευσα δὲ τότε ὅτι δὲν ἦτο πρέπον τοιαῦται ὑποθέσεις νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τοιαύτην δὲ συμβουλὴν δίδω καὶ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλὰ προβαίνων καὶ περαιτέρω λέγω ὅτι οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν δημόσιον βίον τοῦ πολιτευομένου, τοιαῦτα ζητήματα ἀναρχικὰ οὔτε καὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων πρέπει νὰ ὑπερασπίζωσι, καὶ τοιαῦτα ἀναρχικὰ ζητήματα, οἷον τὸ προκείμενον, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κύριος οὗτος ὑποστηρίζει καὶ συντρέχει ἐνταῦθα, ἀντιληφθεῖσα ἐκτύπησεν ἀμειλίκτως, ἡ δὲ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος μας ἔθεσεν ἕκαστον εἰς τὴν θέσιν του ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου.
§127Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε γνῶσιν, κύριε συνάδελφε.
§128Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Τί συνέβη, Κύριοι; Διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ ἐν τῷ σκότει, πρέπει νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα, διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἕκαστος περὶ τίνος πρόκειται, καὶ νὰ αἰσθανθῇ ὅτι ἔχομεν νόμους, καί, ἐὰν εἰσερχόμενοι ἐδῶ ὡς Βουλευταί, ἐννοοῦμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τούτους, καὶ νὰ μὴ γινώμεθα ὄργανα ἰδεῶν ἀναρχικῶν. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, Κύριοι, ἀπέδειξα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ προσαγωγῆς ἐπισήμων ἐγγράφων ὅτι τὸ κτῆμα τοῦτο πρὸ 105 ἐτῶν περιῆλθεν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν προγόνων μου καὶ τῶν λοιπῶν συνιδιοκτητῶν, ὅτι διὰ δικαστικῶν ἀποφάσεων ἀνεγνωρίσθησαν πάντα τὰ δικαιώματά μας. Κατὰ τὸ μακροχρόνιον δὲ τοῦτο διάστημα δὲν ἐγεννήθη κἂν ζήτημα μεταξὺ χωρικῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ ἔζων ἐν ἁρμονίᾳ καὶ ζῶσιν ἀκόμη καὶ σήμερον λίαν εὐγνωμόνως διακείμενοι πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι τὸ κτῆμα τοῦτο, καθὼς καὶ ἄλλα ἐν Πελοποννήσῳ δὲν εἶναι ὅπως τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ. Οἱ πρόγονοί μου καὶ ἡμεῖς οἱ μεταγενέστεροι εἴχομεν τὴν πρόνοιαν νὰ διαθέσωμεν τὰ κεφάλαιά μας εὐεργετικῶς ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, οὐ μόνον ὑπὲρ τῶν ὀλίγων τῶν ἐκεῖ ἀνέκαθεν ἐγκατεστημένων, ἀλλὰ καὶ ἄλλων χωρικῶν προερχομένων ἐκ Γορτυνίας, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν Βουλευτῶν, οἵτινες ὑπάρχουσιν ἐδῶ ἐκ Γορτυνίας, διότι εἰς τὰ κτήματα ἐκεῖνα ὑπάρχουσι πλέον τῶν 100 οἰκογενειῶν Γορτυνίων, εἰς τοὺς ὁποίους παρεχωρήσαμεν τὰς γαίας μας καὶ εἴπομεν εἰς αὐτούς: Λάβετε τὸ κεφάλαιόν μας, καλλιεργήσατε αὐτό, λαμβάνετε σεῖς ἐκ τοῦ εἰσοδήματος ὀκτὼ ποσοστὰ καὶ δίδετε εἰς ἡμᾶς δύο, αὐτοὶ δὲ εἶναι σχετικῶς πλουσιώτατοι οἰκοκυραῖοι, τὰ χωρία ἐκεῖνα ἔγιναν κωμοπόλεις, διεξάγεται ἐκεῖ ἐμπόριον κινήσεως ἐξωτερικῆς καὶ ἐσωτερικῆς ἑκατομμυρίων ὁλοκλήρων· ἐκεῖ εἶναι πρωτεύουσαι δήμων, τὰ χωρία αὐτά, ἔχουσι σχολεῖα, τηλεγραφεῖα καὶ τόσα ἀγαθά, ὁ χειρότερος δὲ ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ εὐπορώτερος ἐκ τῶν κτηματιῶν τῶν εἰς ἐθνικὰς γαίας εὑρισκομένων. Ἀλλὰ τί ἐγένετο, Κύριοι, ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1911; Καθ’ ὃν χρόνον ἠγέρθη ζήτημα ἀγροτικὸν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐνεφανίσθησαν δημαγωγοὶ πολιτευόμενοι θέλοντες δι’ εὐνοήτους λόγους νὰ ἐξεγείρωσι τοὺς χωρικοὺς ἐκείνους, καὶ νὰ τοὺς πείσωσιν ὅτι ὑφίσταται καὶ ἐκεῖ ζήτημα ἀγροτικόν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει δῆθεν ἑκατομμύρια νὰ διαθέσῃ πρὸς ἀγορὰν τῶν κτημάτων αὐτῶν, νὰ πληρώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ νὰ λάβωσι δωρεὰν τὰ κτήματα ταῦτα. Καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε τὸ χρῆμα αὐτό, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤνοιξε τοὺς ἀσκούς της νὰ διανείμῃ τὸ χρῆμα αὐτὸ πρὸς ὑπηρεσίαν τῶν τοιούτων ἰδεῶν, εἶπον εἰς τοὺς κατοίκους κατόπιν: Κύριοι, ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ τόκου εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου προνοεῖται ὁ συμβατικὸς τόκος, νὰ κατέλθῃ εἰς 10%. Τοιαύτην ἔννοιαν ἔχει τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἰδικάς σας καὶ εἶπον εἰς τοὺς ἁπλοϊκοὺς χωρικούς: Ζητήσατε νὰ καταβιβάσητε τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς 10% ἀρνηθῆτε τὰς νομίμους καὶ συμβατικὰς πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις σας, ἐπαναστατοῦντες κατ’ αὐτῶν καὶ πράγματι αὐτοὶ ἀποπλανηθέντες ἐκ τῶν τοιούτων δημαγωγικῶν καὶ ἀναρχικῶν συμβουλῶν καὶ δώσαντες πίστιν εἰς ταύτας συνῆλθον ἐν συλλαλητηρίῳ καὶ ἀπεφάσισαν νὰ τεθῶσιν ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ἐξεδίωξαν ἐκεῖθεν τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἰδιοκτησίας καὶ διήρπασαν τοὺς καρπούς. Ἡ Κυβέρνησις τότε εἰς τὴν ὁποίαν ὁμολογουμένως ὀφείλεται δίκαιος ἔπαινος, λαβοῦσα γνῶσιν τῶν γενομένων κατέστειλε τὸ κίνημα τοῦτο, ἡ δὲ δικαιοσύνη ἔθεσεν εἰς τὴν θέσιν των τοὺς χωρικοὺς ἐκείνους τοὺς ἀτυχεῖς, τοὺς ὁποίους λυποῦμαι, διότι πλανηθέντες εὑρέθησαν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Ἐγὼ τότε ἤμην ἐδῶ ἐνασκῶν τὰ βουλευτικά μου καθήκοντα οἱ δὲ εὑρισκόμενοι ἐκεῖ ἰδιοκτῆται κατήγγειλαν τὰς πράξεις ταύτας, εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, ἥτις μετὰ τὴν δέουσαν ἀνάκρισιν ἀπέστελε νὰ κατάσχῃ τοὺς παρανόμως καὶ κρύφα ἀλλαγέντας καὶ διαρπαγέντας καρπούς, οἱ ὁποῖοι κατασχεθέντες νομίμως παρεδόθησαν εἰς μεσεγγυούχους καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ ἐνέργεια τῆς δικαιοσύνης. Ἔχει τι τὸ ψεκτὸν ἡ ἐνέργεια αὕτη τῆς δικαιοσύνης; Ἔχει τι τὸ ψεκτὸν ἡ ἐνέργεια τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς; ἢ ἡ ἐνέργεια τῶν ἰδιοκτητῶν; τί θέλουσιν αὐτοί; ἔχομεν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ ἑκατοντάδων ἐτῶν, θέλουν νὰ μᾶς τὴν διαρπάσουν νὰ τὴν δώσουν εἰς τοὺς χωρικοὺς δι’ ἐκλογικοὺς σκοπούς· βεβαίως δὲν εἶναι τοῦτο δυνατὸν οὔτε σοβαρὸν νὰ λέγηται, διότι ἡ ἰδιοκτησία δὲν ἀφαιρεῖται τοιουτοτρόπως, θεωρουμένη ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ὡς ἓν τῶν ἱερῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου. Ἂν ὅμως θέλουσι καὶ δύνανται νὰ ἀγοράσωσι τὰς ἰδιοκτησίας ἡμεῖς προσφερόμεθα νὰ τὰς πωλήσωμεν καὶ μὲ λίαν εὐνοϊκοὺς ὅρους. Οὕτως ἔχουσι τὰ πραγματικὰ γεγονότα καὶ ἐκ τούτων θὰ κρίνωσιν ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς περὶ τοῦ δικαίου καὶ θὰ χαρακτηρισθῶσι δεόντως αἱ πράξεις ἑκάστου.
§129Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, κύριε Πρόεδρε.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα πρὸς συζήτησιν. Ἦτο ζήτημα προσωπικὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔληξεν ἡ συζήτησις.
§131ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει, κύριε Πρόεδρε, αἴτησις πολλῶν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κυρίων βουλευτῶν ζητούντων νὰ προταχθῶσι τὰ ὑπ’ ἀριθ. 15 καὶ 39 νομοσχέδια περὶ ἀγροφυλακῆς καὶ βοσκῆς ζώων. Παρακαλῶ, ἐὰν δέχεται ἡ Βουλὴ τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ προταχθῶσιν ἵνα ἀποσταλῶσιν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ αἱ σχετικαὶ προτάσεις.
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως τὰ ὑπ’ ἀριθ.15 καὶ 39 νομοσχέδια περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΙΗʹ περὶ ἀγροφυλακῆς καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ᾼΨΟ’ πορὶ βοσκῆς ζώων καθὼς καὶ αἱ σχετικαὶ προτάσεις νόμου ὑπ’ ἀριθ. 76 καὶ 79 παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὴν Ἐπιτροπὴν θὰ ἐκλέξῃ ἡ Βουλὴ ἢ ὁ Πρόεδρος;
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ Πρόεδρος.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§138Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν πρόταξιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 35 σχεδίου νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν μεγάρου δικαστηρίων ἐν Τριπόλει.
§139Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα, μάλιστα.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν μεγάρου Δικαστηρίων ἐν Τριπόλει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§141Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν ἡ πρότασις νόμου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν ἐγγραφῶν τῶν φοιτητῶν. Παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀπεδέχθη αὐτὴν καὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν της ἥτις ἐξετυπώθη, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως δεχθῇ νὰ προταχθῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§142Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔχει ἀναγραφῇ νομοσχέδιον ὑπὸ σειρὰν 11 περὶ μεταθέσεως τοῦ τμήματος τῆς Ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν συσταθεῖσαν ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ παραιτηθέντος συναδέλφου μας κ. Γκίνη μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ ὁποίου δὲν ὡρίσθη ἕτερον μέλος καὶ ἑπομένως ἡ Ἐπιτροπὴ οὔτε συνῆλθεν, οὔτε ἐκλήθη.
§143Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Πρόεδρος, νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἐπιτροπήν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν δανειστῶν». Ὁ κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§145Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρὶν προχωρήσω εἰς τὴν συζήτησιν θὰ παρακάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δηλώσῃ, ἐὰν εἶναι διατεθειμένος ἐπὶ τοῦ αʹ. ἄρθρου νὰ δεχθῇ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας προτείνει ἡ Ἐπιτροπή.
§146Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι κανονικόν. Ἐφ’ ὅσον δὲν συζητοῦνται τὰ ἄρθρα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γένωνται δηλώσεις ἐπ’ αὐτῶν.
§147Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τότε ἀναβάλλω νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.
§149Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἔχω δισταγμοὺς πολλούς, κύριοι Συνάδελφοι, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ οἱ δισταγμοί μου οὗτοι δὲν φθάνουσι μέχρι τῶν κραυγῶν καὶ διαμαρτυριῶν, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ μέρους τινῶν τῶν προλαλησάντων κυρίων συναδέλφων. Ἐλησμόνησαν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαμβάνονται διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν ἀρκέσωσι τὰ ληφθέντα μέτρα πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ δανειστοῦ. Ἑπομένως πρέπει νὰ προστατεύσωμεν αὐτόν, ἀφορῶσι δὲ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων καὶ ἐνδιαφέρονται οἱ πάντες καὶ οὐ μόνον οἱ τοκογλύφοι. Ἐὰν ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, ὅπως διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἐπιβολὴ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἤθελε θεωρηθῆ παρ’ ὑμῶν ὡς βάσις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ βάσις θεμελιώδης αὐτοῦ τότε ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ τὸ θεωρῶ ὠφέλιμον δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον μέχρι τοῦδε. Προκειμένης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς δύναμαι νὰ κάμω τὴν ἐπιφύλαξιν, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ἐὰν τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8ου τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ἐπιβλαβῆ.
§150Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ εἶναι λεπτομέρεια, κύριε Βουλευτά.
§151Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Προκειμένου περὶ προσωπικῆς κρατήσεως δὲν εἶναι λεπτομέρεια καὶ μάλιστα ὅταν δὲν ἐμφανίζεται ὁ καλούμενος.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δογάνης, ἀλλὰ εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Βάρθης.
§153Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πρό τινος εἶχεν ὑποβληθῆ νομοσχέδιον, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τῆς τοκογλυφίας σκοποῦν νὰ προστατεύσῃ τοὺς πληθυσμοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ περιπίπτωσιν εἰς τοὺς ὄνυχας τῶν τοκογλύφων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει οὐδόλως προστατεύει τοὺς πληθυσμούς, οὐδὲ ἀπαλλάσσει αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν ῥυπαρῶν σπειρῶν, αἱ ὁποῖοι νέμονται ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νομίσας, ὅτι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος τότε νομοσχεδίου ἐθεράπευσε πλέον τὸ τρωτὸν τοῦτο μέρος τοῦ κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ προστατεύῃ ἤδη τὸ ἄοπλον καὶ ἀσθενὲς αὐτὸ ὑποκείμενον τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας τὸν δανειστήν!! Γεννᾶται εὐλόγως ἡ ἀπορία εἰς τίνα ἀναφέρεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ποῖον εἶναι τὸ ἄοπλον καὶ ἀσθενὲς ὑποκείμενον, τὸ ὁποῖον δεῖται τῆς προστασίας τῶν νόμων; ἀλλοίμονον. Τὸ ἄοπλον καὶ ἀσθενὲς ἐκεῖνο ὑποκείμενον εἶναι ὁ αἰσχρὸς τοκογλύφος, ὅστις διαμένων εἴτε ἐν τῇ ἐξοχῇ εἴτε ἐν τῇ πόλει καὶ παραφυλάττων τὰ θύματα αὐτοῦ, τὰ ἕτοιμα ὅπως ἐμπέσωσιν εἰς τὰ δίκτυα αὐτοῦ, προβάλλει τοὺς ὄνυχας αὐτοῦ, ὅπως ἀπορροφήσῃ καὶ τὴν τελευταίαν ῥανίδα τοῦ αἵματός των. Τὸ ὑποβληθέν, Κύριοι, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐσκέφθη νὰ κτυπήσῃ τὴν τοκογλυφίαν οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν εἰμὴ νὰ διανοίξῃ νέας ὁδοὺς εἰς τοὺς τοκογλύφους, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἀτυχῶς ἀσυστόλως ἐκτελοῦσι τὸ ἐπαίσχυντον αὐτῶν ἔργον. Ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, νομίζουσα ὅτι ἐπετέλεσε πλέον ὅ,τι ἐπεβάλλετο αὐτῇ νὰ ἐπιτελέσῃ, καὶ ὅτι ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε, κληθεῖσα διὰ παμψηφίας σχεδὸν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, ἀνέλαβε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ θεραπεύσῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ πάσης νόσου καὶ πάσης μαλακίας, ἀτυχῶς ὅμως ὁ Ἕλλην πολίτης, ὁ ἀτυχὴς Ἑλληνικὸς λαὸς ὁλόκληρος, ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ἀνυπεράσπιστος εἰσέτι. Ἐὰν μεταβῆτε, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξοχήν, θὰ ἰδῆτε πανταχοῦ ὁλοκλήρους κοινωνίας νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς ἓν ἄτομον, θὰ ἴδητε ὅτι ὁ Ἕλλην πολίτης δὲν εἶναι ἐλεύθερος, ὅτι εἰσέτι διατελεῖ ὑπὸ πίεσιν, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἐκτελῇ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ὡς δὲν ἁρμόζει εἰς πολίτην φιλελεύθερον, πολιτεύματος φιλελευθέρου Κράτους, οἷον εἶναι τὸ ἡμέτερον. Ὑφίσταται πανταχοῦ ὁ πολίτης τὴν βίαν, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἐμερίμνησε νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακόν, νὰ πατάξῃ ἀμειλίκτως τοὺς δηλητηριώδεις παράγοντας τῆς κοινωνίας, ὅπως καταστήσῃ τοὺς πολίτας ἐλευθέρους καὶ διανοίξῃ ἡμέρας νέου μέλλοντος διὰ τὸ Κράτος ἡμῶν. Ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξε, Κύριοι, ὅτι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ εἶναι οἱ μᾶλλον πιεζόμενοι ὑπὸ τῶν ἁπανταχοῦ ἐγκατεσπαρμένων δανειστῶν, τῶν βδελλῶν αὐτῶν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, τοῦ ἄγους τούτου τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ βασιλείου. Ἀλλὰ εἶναι ἆρά γε μόνον οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοί, οἱ ἐργατικοὶ τοιοῦτοι τῶν πόλεων, οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνωτάτην κοινωνικὴν κλίμακα! ἐξαιροῦνται; Ἐξαιρεῖται ἡ τάξις ἐκείνη, τῆς ὁποίας τὰ μέλη ὑποχρεοῦνται ὑπὸ τῆς κοινωνικῆς ὑποχρεώσεως νὰ ὑφίστανται ὅλας τὰς ταλαιπωρίας, νὰ ὑφίστανται ὅλα τὰ δεινὰ χωρὶς νὰ δύνανται νὰ λάβωσι οὐδεμίαν προφύλαξιν κατ’ αὐτῶν. Βεβαίως ὄχι· ἀλλ’ ὑπόχρεως οὖσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν λόγῳ τῶν κοινωνικῶν ὑποχρεώσεων νὰ τηρῇ ὡρισμένην στάσιν, ἀφ’ ἑτέρου στερουμένη σχεδὸν τῶν πάντων, παρέδοσεν ἑαυτὴν ἄοπλον εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. Ἐὰν ἤθελον εἰσέλθει, Κύριοι, εἰς λεπτομερείας, ἐὰν ἤθελον ἀπαριθμήσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οἱ ἀτυχεῖς ὀφειλέται, ἐὰν ἤθελον ἀπαριθμήσει ὁποίου εἴδους δάνεια λαμβάνουσι χώραν, καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις, θὰ ἔβλεπεν ἡ Βουλὴ αὕτη ὅτι οὐδόλως ἐθεραπεύθη τὸ κακὸν αὐτό, ὅτι τὸ κακὸν αὐτὸ βασανίζει πολλαχῶς καὶ τοὺς πληθυσμοὺς τῶν πόλεων καὶ τοὺς πληθυσμοὺς τῆς ἐξοχῆς. Καὶ διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προστατεύσῃ τὴν ῥυπαρὰν ἐκείνην τάξιν τῶν δανειστῶν, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὄχι μόνον νὰ προστατεύσῃ τὴν τάξιν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ ἐπαίσχυντον θεσμόν, τὸν θεσμὸν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τὴν ὁποίαν κατήργησαν πρὸ δέκα ἐτῶν ὑπὸ τὰς εὐχὰς καὶ τὰς ἐπευφημίας ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Δι’ αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅπως ἀποκρούσω τὸ νομοσχέδιον, νομοσχέδιον οὐδὲν ἕτερον ἐπιδιῶκον εἰμὴ νὰ καταστήσῃ ἐπὶ μᾶλλον αὐθάδη τὴν τάξιν ἐκείνην, τὴν καταπιέζουσαν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων ὁλοκλήρους τοὺς πληθυσμοὺς τῆς ἐξοχῆς καὶ τῶν πόλεων τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἔρχομαι νὰ ἀποκρούσω, λέγω, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπαναφέρεται, ὡς προεῖπον, ἐν ἰσχύϊ ἡ προσωπικὴ κράτησις, τὴν ὁποίαν κατήργησε πρὸ δεκαετίας ὁ ἀείμνηστος Ὑπουργὸς Καράπαυλος ὑπὸ τὰς εὐχὰς καὶ τὰς ἐπευφημίας ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας νέαι φιλοσοφικαὶ θεωρίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπηγγέλθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, συνεπείᾳ τούτων πιθανῶς καὶ ἡ ὑψηλὴ ἰδέα τῆς προστασίας τῆς ἀσθενοῦς τάξεως τῶν τοκογλύφων. Οὕτω ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πρό τινος ἔλεγεν, ὅτι ἀείποτε ὁ πολίτης ἐν Ἑλλάδι, συνεπείᾳ ἱστορικῶν λόγων, εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος πρὸς τὸ Κράτος, χωρὶς νὰ ν’ ἀναγνωρίζῃ, ὅτι ἐὰν ὁ πολίτης εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος τοῦ Κράτους, πρᾶγμα ὅπερ πανταχοῦ συμβαίνει, τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ κοινωνικοῦ συμβολαίου, πηγάζουσα ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ κοινωνικοῦ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον οἱ πρῶτοι κάτοικοι τῆς γῆς συνελθόντες εἰς κοινωνίαν συνῆψαν μεταξύ των, ἀφαιρέσαντες ἀφ’ ἑαυτῶν ἐλευθερίας τινάς, ὅπως ἀπολαμβάνουσι τῆς ἀσφαλείας τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὴ γνωρίζων καλῶς, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε τὴν κοινωνίαν, ἄριστος μὲν νομικός, ἐλθὼν πράγματι ὅπως θεραπεύσῃ ὅλα τὰ τρωτὰ τὰ ὁποῖα παρουσίαζεν ὁ δικαστικὸς κλάδος θεραπεύσας πράγματι ταῦτα ἐν πολλοῖς, δὲν ἐπεδίωξε μόνον νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἀνεύρῃ ὅλους τοὺς παράγοντας οἱ ὁποῖοι δέονται θεραπείας, νὰ προσπαθήσῃ νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὰ κατώτερα κοινωνικὰ στρώματα καὶ ν’ ἀνεύρῃ τὰ αἴτια καὶ τὰς ἀφορμὰς ἐκείνας αἵτινες καθιστῶσιν εἰς αὐτὰ τὸν βίον δυστυχῆ, καὶ τότε νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὰ ἐφόδια τῆς κοινωνικῆς παρατηρητικότητος, μὲ τὰ ἐφόδια τῆς πείρας, ὅπως τῇ βοηθείᾳ τῆς θεωρίας δώσῃ τὴν πρέπουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὰ πράγματα τῆς χώρας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δίκαιον τοῦ πολίτου. Ταῦτα, κ. Ὑπουργέ, εἶχον νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν εἶμαι νομικός, δὲν εἶμαι εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα, οὐχ ἧττον ἀείποτε ἐπεζήτησα κατερχόμενος εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ ἀνεύρω ὅλους τοὺς παράγοντας οἵτινες δέονται θεραπείας, καὶ νὰ ἀναζητήσω ὅλους τοὺς λόγους οἵτινες καθιστῶσι τοὺς ἀνθρώπους εὐτυχεῖς ἢ δυστυχεῖς. Ἀλλὰ δεόμεθα πολὺ σπουδαιοτέρων νομοθετημάτων ῥιζικῶν τοιούτων, γεωργικῶν Τραπεζῶν, συνεργατικῶν τοιούτων κατὰ τὰ ἰσχύοντα ἀνὰ τὰ πλεῖστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν, ὅπως ἀποφύγωμεν τοὺς τοκογλύφους δανειστάς, δὲν εἶναι τὰ νομοσχέδια μόνον τὰ ὑποβαλλόμενα παρ’ ὑμῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαλλάξωσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς μάστιγος ἐκείνης. Πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης ὑφίστανται Τράπεζαι συνεργατικαί, πανταχοῦ αἱ διάφοροι ὁμάδες ὀργανούμεναι ἀποτελοῦσι νομικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πολὺ ταχέως θὰ ἀποκτήσωσιν καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἰδιαιτέρους ἀντιπροσώπους. Αἱ ὁμάδες αὗται ἤδη λαμβάνουν μόναι των τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κρίνουσιν, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ καταστήσωσιν εἰς τὰ ἄτομα τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὰς τὸν βίον ἀνετώτερον, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἐπέλθῃ ἡ μετατροπὴ τῆς κοινωνίας συμφώνως πρὸς τὸ σήμερον ἐπικρατοῦν πνεῦμα, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη καταφυγῆς εἰς τὰ ὅπλα καὶ χωρὶς νὰ ἐπακολουθήσουν σφαγαὶ καὶ καταστροφαί.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς.
§155Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Κηρύσσομαι, Κύριοι, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐναντίος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Καὶ κηρύσσομαι ἐναντίος διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ σκέπτηται βουλευτής, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπὸ τὴν καλύβην τοῦ πτωχοῦ, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦτο ὁ ἐνδεδειγμένος νὰ δώσῃ ψῆφον εἰς νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ παραδώσῃ τὴν τάξιν τῶν ἀπορωτέρων πολιτῶν εἰς τοὺς ὄνυχας τῶν τοκογλύφων. Ἐξενίσθην ἀληθῶς, Κύριοι, πῶς νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ καταθλίψῃ μᾶλλον τὴν τάξιν τῶν ἀπορωτέρων ἦλθεν ἐνώπιον Βουλῆς, ἡ ὁποία ἔχει λαϊκὴν τὴν προέλευσιν, ἡ ὁποία ἦλθεν ἐνταῦθα διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰ ἕλκη ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατατρύχεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἓν τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ καταδυνάστευσις τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἀπὸ τοὺς πλουτοκράτας καὶ τοκογλύφους. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φέρει ὡς ἐπιχείρημα ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀντιστάθμισμα τοῦ νόμου περὶ συμβατικοῦ τόκου. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ σταθῇ, ὅτι εἶναι μόνον φενάκη, διότι ὁ νόμος περὶ συμβατικοῦ τόκου οὐδαμῶς ὠφέλησεν, ἀλλ’ οὐδὲ ἴσχυσε τὸ παράπαν, παρὰ μόνον διὰ νὰ καταδολιευθῶσιν ὅλαι αἱ διατάξεις αὐτοῦ καὶ ὅλοι οἱ ἠθικοὶ νόμοι, καὶ διὰ νὰ δοθῇ ἀφορμὴ ὥστε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἔτι περισσότερον ἡ ἐργατικὴ τάξις. Πῶς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ δυνηθῆτε νὰ καταστείλητε τὴν ἀγρίαν τοκογλυφίαν ἡ ὁποία λυμαίνεται τὴν Θεσσαλίαν, τὴν χώραν ἐκείνην, ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχὴν πλήσσεται ἀπὸ τοὺς τοκογλύφους; καὶ νομίζετε ὅτι ἴσχυσεν ὁ νόμος ἐκεῖνος ὥστε ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ χωρικοὶ ἀπὸ τοὺς τοκογλύφους;
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παράδειγμα.
§157Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Παράδειγμα. Ὅταν προσέρχεται ὁ ἀγρότης διὰ νὰ ζητήσῃ τὸν σπόρον ἢ μᾶλλον χρήματα διὰ νὰ ἀγοράσῃ τοιοῦτον, ἀπὸ τὸν τοκογλύφον ἢ ἰδιοκτήτην, οὗτος τῷ λέγει, «δὲν σοῦ δίδω χρήματα, θὰ σοῦ δώσω σπόρον», ἀλλ’ ὁ σπόρος ἐκεῖνος δίδεται μὲ κοιλὸν 16 ὀκάδων, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐποχὴ τῆς συγκομιδῆς δὲν ζητεῖ τὰ χρήματα ἀλλὰ ζητεῖ τὸ πρᾶγμα· ἀλλὰ μὲ κοιλὸν 24 ὀκάδων!
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἔγινεν.
§159Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ καλοκαῖρι.
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδόθη καταγγελία; Ἠξεύρετε αὐτὰ καταδιώκονται κατ’ ἔγκλησιν.
§161Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Χθὲς ἀκόμη ἐκ Βελεστίνου μοὶ κατηγγέλθη.......
§162Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς δὲν εἶσθε Εἰσαγγελεύς, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα πρέπει νὰ καταγγείλουν.
§163Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα! εἶμαι λαϊκὸς εἰσαγγελεύς. Ἀλλ’ ὁ χωρικὸς ἐκεῖνος ὅστις κατατρύχεται ἀπὸ τὴν πενίαν καὶ πηγαίνει νὰ ζητήσῃ 20 ὀκάδας ἀλεῦρι δὲν δύναται νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα νὰ εἴπῃ ὅτι τοῦ ἔδωκε τὸ ἀλεῦρι πρὸς 80 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, διότι καὶ δὲν τιμωρεῖται ὅποιος πωλεῖ ἀκριβώτερα τὸ ἀλεῦρι.
§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταδιώκονται ἐξ ἴσου καὶ αἱ αἰσχροκερδεῖς συμβάσεις, ἀλλοίμονον τότε ἐὰν μόνον τὰ χρηματικὰ αἰσχροκερδῆ δάνεια κατεδιώκοντο.
§165Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ τουλάχιστον τῆς Ἐπαρχίας μου ὅτι θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ δεχθῶ νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος οὗτος ἀρκεῖ μόνον νὰ εἴχετε τὴν διάθεσιν νὰ ἀποσύρητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἂν θεωρεῖται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἀντιστάθμισμα τοῦ νόμου περὶ συμβατικοῦ τόκου εὐχαρίστως δέχομαι νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος αὐτὸς ἀποσυρομένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§166Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Μόνον ἐὰν ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτὸς τότε θὰ γίνουν τὰ κεφάλαια προσιτά. Καὶ αὐτοὶ οἱ ὀφειλέται τὸ ζητοῦσι διὰ νὰ ἔχωσιν εὐχέρειαν πρὸς δανεισμόν.
§167Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ὁ λαὸς πλέον θὰ εὑρίσκηται ὑπὸ ἀληθῆ τρομοκρατίαν ἀπέναντι τοῦ κεφαλαίου, ὅταν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ δανειστὴς εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι ὁ ὀφειλέτης εὑρισκόμενος εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην ἢ νὰ μεταβιβάσῃ ἢ ἀνταλλάξῃ ἢ πωλήσῃ μέρος τῆς περιουσίας αὐτοῦ νὰ τὸν σύρῃ εἰς τὰ δικαστήρια νὰ ἐπιβάλῃ ὅρκους, νὰ ἀναγκάζῃ τὸν ὀφειλέτην νὰ παρουσιάζῃ ἐξευτελιστικοὺς πίνακας τῆς περιουσίας αὐτοῦ καὶ τὸν ὑποβάλῃ οὕτω εἰς μυρίας ὅσας διατυπώσεις; πῶς θέλετε νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον γράφει διατάξεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ καθιέρωσις ἐμπλοκῆς τῶν ὀφειλετῶν ἀπὸ τῶν ὀνύχων τῶν τοκογλύφων εἰς τοὺς ὄνυχας τῶν δικηγόρων; πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ ὁποῖον εἶναι ὡπλισμένον μὲ τοιαύτας νομικὰς διατυπώσεις νὰ ἀποβῇ ὠφέλιμον εἰς τὰς ἀπορωτέρας τάξεις τὰς συνήθως δανειζομένας, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὰς μὲ ἀνωφελῆ καὶ μάταια δικαστικὰ ἔξοδα; Ὅταν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἤθελε καταγγείλει ὁ δανειστὴς ὅτι μέρος ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου εἴτε ἐπωλήθη εἴτε ἐδόθη διὰ τὸν ἕνα ἢ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, ὅταν ὡσαύτως δίδωμεν τὸ δικαίωμα ἵνα καταγγείλῃ ὁ δανειστὴς ὅτι δῆθεν ἐζημίωσεν ὁ ὀφειλέτης τὴν περιουσίαν του ἢ ὅτι ἠλάττωσεν αὐτὴν κατά τι καὶ τῷ ἐπιβάλλομεν πρόστιμον δραχμὰς 500, εἶναι τοῦτο προστασία τοῦ δανειστοῦ ἢ τυραννία τοῦ ὀφειλέτου; Ἀλλά, τὸ σπουδαιότερον πάντων, ἀπαγγέλλομεν ἐναντίον τῶν ὀφειλετῶν καὶ τὰς συνεπείας τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου, δηλαδὴ ἐὰν χρεωστῶ ἐγὼ 500 δραχμὰς καὶ ἔχω ἀντικείμενα ἀξίας 800 δραχμῶν καὶ ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ πωλήσω ἓν ἀντικείμενον ἀξίας 100 δραχμῶν καὶ μὲ καταγγείλῃ ὁ δανειστὴς τότε κινδυνεύω νὰ τιμωρηθῶ μὲ πρόστιμον 500 δραχμῶν, ἀλλὰ συγχρόνως, Κύριοι, καὶ τὸ σπουδαιότερον πάντων, καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν, εἶναι κίνδυνος νὰ ἀπαγγελθῇ καὶ ποινὴ κατὰ τὴν ὁποίαν στερεῖται ὁ ὀφειλέτης καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων, ἥτις οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ ἀτιμία περίπου, διότι ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἰσοδύναμος εἶναι μὲ τὴν ἀτιμίαν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, ὡς καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἀναγράφει, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐρανίσματα ἐκ τῶν διαφόρων νόμων, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσιν εἴτε εἰς τὴν Αὐστρίαν εἴτε εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἀλλ’ ἐκεῖ, Κύριοι, δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡμεῖς· ἐκεῖ ὁ κύκλος εἶναι μέγας· ἐκεῖ πολλάκις ὁ ὀφειλέτης δὲν γνωρίζει ἐκεῖνον ἀπὸ τὸν ὁποῖον μεταβαίνει νὰ δανεισθῇ· ἐδῶ ὅμως ὁ κύκλος εἶναι μικρός.
§168Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἴπετε ὅτι εἶναι ἐρανίσματα ἀπὸ διαφόρους νόμους;
§169Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Βεβαίως.
§170Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι εἴπετε ἀπὸ διάφορα κατάστιχα διαφόρων τοκογλύφων.
§171Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἀνεθέτομεν εἰς τοὺς ἁπανταχοῦ τοκογλύφους νὰ συντάξωσι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξασφαλίσωσι ἀσφαλέστερον τὰ κεφάλαιά των ἔχω πεποίθησιν ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον, οἷον τὸ συζητούμενον δὲν θὰ ἔφερον. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ λέγω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ ὁποῖον, ὅπως λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, προέρχεται ἀπὸ ἐρανίσματα διαφόρων νόμων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν ἰδικήν μας χώραν, διότι ἡ ἰδική μας κοινωνία εἶναι πολὺ μικρά, ὁ ὀφειλέτης γνωρίζει καλῶς τὸν δανειστήν, ὅπως καὶ ὁ δανειστὴς τὸν ὀφειλέτην, ἑπομένως δύναται νὰ ἀσφαλισθῇ καθ’ ὃν τρόπον θέλει, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε πρέπον, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ τὰ μεταφυτεύωμεν ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν, ἰδίως μάλιστα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ βλάψωσιν ὁσάκις νομοθετοῦνται ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν. Περαίνων, κύριοι Βουλευταί, ἔχω νὰ σᾶς κάμω μίαν ἔκκλησιν· πρὶν ἢ δώσητε τὴν ψῆφον σας εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὀφείλετε νὰ σταθμίσητε καλῶς τὴν ψῆφον σας ταύτην, ὀφείλετε νὰ γνωρίζητε ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης θὰ καταστήσητε καὶ πάλιν ὑποχείριον τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος μόλις ἀνένηψεν, εἰς τὸ χρῆμα, εἰς τὴν τυραννίαν, εἰς τὴν ἰσχύν, εἰς τὴν βίαν. Καὶ θὰ ἴδωμεν πάλιν τὸ θέαμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴδομεν μέχρι χθὲς ἀκόμη, θὰ ἴδωμεν τὸ θέαμα κατὰ τὸ ὁποῖον ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐχρεώστουν δὲν εἶχον οὔτε κἂν γνώμην οὔτε περὶ τῶν ἰδίων ἀλλὰ πολὺ περισσότερον περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος ἡμῶν καὶ διὰ τοῦτο τὸ Κράτος ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντες καταδικάζομεν. Ἑπομένως πρὶν ἢ δώσητε τὴν ψῆφον σας ὀφείλετε νὰ σταθμίσητε καλῶς τὴν ἀπόφασίν σας, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν συμπολιτῶν σας, πρὸς αὐτὸ τὸ συμφέρον τῶν ἀπορωτέρων τάξεων, αἱ ὁποῖαι συνήθως εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβαίνωσι καὶ νὰ ἀνοίγωσι τὴν θύραν τοῦ τοκογλύφου, καθ’ ὅσον ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν δὲν ὑπάρχουσι δυστυχῶς μήτε πιστωτικὰ καταστήματα, μήτε ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τοῦ τοκογλύφου. Λυποῦμαι διότι τοιοῦτον νομοσχέδιον, Κύριοι, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, πολὺ δὲ περισσότερον διότι ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν πιστεύω νὰ λησμονῇ ὅτι καὶ αὐτὸς κατάγεται ἀπὸ τὴν πτωχὴν καλύβην, καὶ ἑπομένως ἔτρεφον τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ προωρισμένος νὰ φέρῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι προωρισμένον παρὰ νὰ τυραννήσῃ καὶ νὰ χαλκεύσῃ νέα δεσμὰ διὰ τὸν λαόν.
§172Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι ἤθελε προσκομίσει εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτο νομοσχέδιον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἐφανταζόμην, λέγω, ποτέ, διότι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι καὶ παρὰ τῷ λαῷ ἀλλὰ καὶ παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ ἔρεισμα τῆς ἀνορθώσεως ὑπῆρξεν εἷς καὶ μόνος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τοῦτον στηριζόμενοι ἀκόμη συγκρατοῦσι τὸν λαὸν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀνορθώσεως. Ὁ λαὸς ὅλος ἐν συνειδήσει ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ἀνόρθωσις ὀφείλει τὴν ὑπόστασίν της καὶ σήμερον ἀκόμη —ἂν καλῶς ἢ κακῶς, ὁ χρόνος θὰ ἀποδείξῃ τοῦτο—εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ δὲν ἐφανταζόμην, λέγω καὶ πάλιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσηγηθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ τὸ ἀντιστάθμισμα καὶ τὸ ἀντίρροπον ἐκείνου τοῦ φιλανθρώπου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἤδη ψηφισθὲν ἐγένετο νόμος, νοῶ τὸ κατὰ τῆς τοκογλυφίας. Ἀλλὰ μὴ ἆρά γε δὲν ἦσαν ἀρκετοὶ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπροστάτευον τοὺς δανειστάς; Μήπως πάντοτε οἱ νόμοι δὲν ἔχουσι κηρυχθῆ ἀναφανδὸν καὶ παρὰ τοὺς νόμους; Καὶ αὐτοὶ οἱ νόμοι δὲν ἦταν κεκηρυγμένοι πάντοτε ὑπὲρ τῶν δανειστῶν; Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ ἐν συνειδήσει ὅτι οἱ δανεισταί, μεγάλοι καὶ μικροὶ ἀδιάφορον, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἀριθμοῦνται ἴσως ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν εἰς τὰ δάκτυλα, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἦσαν εἰμὴ βδέλλαι ἐκμυζῶσαι τὸν ἱδρῶτα καὶ τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ κατ’ ἀπομίμησιν ἐκείνου τὸ ὁποῖον πράττει πρῶτον τὸ κράτος; Διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ μεγαλυτέρα βδέλλα εἶναι τὸ Κράτος ἡμῶν.
§173Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ὁ λαὸς ἐκλέγει τοὺς Βουλευτάς.
§174Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ λαὸς ἐκλέγει ὑμᾶς, κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ ὑποστηρίζητε τὰ γενικὰ συμφέροντα καὶ μετὰ ταῦτα τὰ μερικά. Ὅταν λοιπὸν ἡμεῖς κατάχρησιν ποιούμενοι τῆς ἐντολῆς ἡμῶν ψηφίζωμεν τοιαῦτα νομοθετήματα, νομίζω πᾶν ἄλλο εἴμεθα ἢ ἀντιπρόσωποι τῆς πραγματικῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ.
§175Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν εἶναι κατάχρησις τὸ νὰ νομοθετῶμεν. Πῶς εἶναι κατάχρησις;
§176Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ γνώμη σας, κύριε συνάδελφε, εἶναι ὅτι τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ψηφίζετε σεῖς, εἶναι ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ἀδιάφορον ἐὰν δὲν ἐλάβετε καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπὶ παραδείγματι γνῶσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ λέγοντες τὸ ναί, δι’ ἐκεῖνον ὅμως, ὁ ὁποῖος λέγει τὸ ὄχι, βεβαίως συμβαίνει ὅλως τὸ ἐναντίον, τουτέστιν ὅτι τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ λαοῦ.
§177Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ὅταν ἡ πλειονοψηφία τὰ θέλει, θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι τοῦ λαοῦ θέλησις.
§178Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§179Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Τότε ἀλλοίμονον!
§180ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατά πλάσμα εἶναι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ.
§181Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἠκούσατε, κ. συνάδελφε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κατὰ πλάσμα εἶναι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐν τῇ πραγματικότητι.
§182Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Βεβαίως.
§183Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ἐτόνισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ τῇ εἰσηγητικῇ ὅτι ἠρανίσθη τὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκ τῶν νομοθεσιῶν τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Γερμανίας, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀντίθεσιν τῶν ἐκεῖ πρὸς τὰ καθ’ ἡμᾶς. Δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τί συμβαίνει εἰς τὰ Κράτη περὶ τῶν ὁποίων ἕτεροι συνάδελφοι προχθὲς εἶπον εἰρωνικῶς, ὅτι δὲν εἶναι πεπολιτισμένα, ἐκεῖνο ἐνόουν, ὅτι τουτέστιν ἐκ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν πρέπει νὰ ἐρανιζώμεθα τὰ πάντα. Ἀλλὰ ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων καὶ ἐν τοῖς ἐθίμοις, καὶ ἐν ταῖς σκέψεσι καὶ ἐν ταῖς βιοτικαῖς ἀνάγκαις, καὶ ἐν ταῖς κοινωνικαῖς συνθήκαις, ὑπάρχει πολλάκις διαφορὰ μεταξὺ ἐκείνων καὶ ἡμῶν, ὥστε ὄχι μόνον νὰ μὴ μεταφυτεύηται παρ’ ἡμῖν τὸ Α ἢ Β νομοθέτημα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποκρούηται πάσῃ δυνάμει παρ’ ἡμῶν ὡς ἀντικείμενον πρὸς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ; Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐὰν τοῦτο γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ γίνῃ νὰ πολλαπλασιασθῶσι καὶ τὰ ἐγκλήματα, πλὴν τῶν ἄλλων περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσω κατόπιν. Καί τὰ ἐγκλήματα θὰ πολλαπλασιασθῶσι, καὶ ἡ διαφθορά, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, θὰ πολλαπλασιασθῇ. Τὸ λέγω καὶ τὸ τονίζω τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἄρθρον 15 κατὰ τὸ ὁποῖον: «Ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἄρθρα προσωπικὴ κράτησις ἀπαγγέλλεται καὶ κατὰ τῶν γυναικῶν καὶ κατὰ χηραφέτων ἀνηλίκων ὡς καὶ κατὰ τῶν ἐπιτρόπων ἢ ἀπηγορευμένων, καὶ κατὰ ἀντιπροσώπων νομικῶν προσώπων».
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι λεπτομέρεια, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὰ ἄκρα τότε δύναται νὰ γίνῃ μεταβολὴ καὶ νὰ τὸ καταστήσωμεν ἐπιεικέστερον.
§185Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς ὁμολογίας του ταύτης εἶναι ἄξιος παντὸς ἐπαίνου, διότι θὰ δεχθῇ πᾶσαν δυνατὴν τροποποίησιν ἵνα καταστήσῃ ἐπιεικέστερον τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σκεφθῇ ὅπως ἐσκέφθη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναστολῆς τῶν ποινῶν, ὥστε νὰ τὸ καταστήσῃ καὶ τοῦτο ἔτι χεῖρον διὰ τὸν πενόμενον λαόν. Θὰ πολλαπλασιασθῶσι, λέγω, οἱ φόνοι καὶ ἡ διαφθορά, διότι θὰ δανείζωνται ὡρισμέναι γυναῖκες ὄχι ἵνα φυλακίζωνται πλέον, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ φυλακίζωνται. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ θέσῃ εὐθὺς ἀμέσως εἰς ἐφαρμογὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ φυλακῶν καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ πολλαπλασιάσῃ τὸ ταχύτερον ταύτας, διότι θὰ εὑρεθῇ λίαν ταχέως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πολλαπλασιάσῃ ταύτας. Ἐκτὸς τούτου ὅμως νομίζω ὅτι δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς καὶ πάντες ἡμεῖς, ὅτι χάσμα χωρίζει τὸν δανειστὴν ἀπὸ τοῦ δανειζομένου.
§186Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Χάσμα ἀγεφύρωτον.
§187Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Χάσμα, τὸ ὁποῖον ἔφθασε πολλάκις μέχρι ἀφαιρέσεως καὶ τῆς ζωῆς τοῦ πλουσίου, ἐὰν δὲ τινες τῶν δανειζομένων δὲν ἐφοβοῦντο τὸν νόμον πάντας σχεδὸν τοὺς δανειστὰς αὐθημερὸν θὰ τοὺς ἔσφαζον ἀνοικτιρμόνως. Χάσμα λοιπὸν χωρίζει τὸν δανειστὴν καὶ τὸν δανειζόμενον καὶ τὸ χάσμα αὐτὸ μεγεθύνεται ἔτι μᾶλλον. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει γνώμην ἐναντίαν περὶ τούτου, δὲν θὰ ἀρνηθῇ δὲ ὅτι ταῦτα καὶ μόνα ἔχοντες ὑπ’ ὄψει οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, ὁ μὲν ἀείμνηστος, ὁ δὲ ζῶν, Καράπαυλος καὶ Μομφερρᾶτος, εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νόμος γενόμενος προυκάλεσε τὰ χειροκροτήματα καὶ τὰς ἐπευφημίας τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ σύμπαντος καὶ τοῦτο διότι δὲν πρέπει βεβαίως ἡ Πολιτεία ν’ ἀφήνῃ ἄνευ προστασίας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαθέτουσι τὰ κεφάλαια αὑτῶν πρὸς χρῆσιν τῶν ὁμοίων αὑτῶν πρὸς χρῆσιν τῶν πλησίων αὑτῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εὑρίσκω μέχρι τοῦδε ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἐπροστάτευσαν, ἢ ἠδίκησαν ποτὲ οὐδένα τῶν ἐχόντων οὔτε εἴδομεν ποτὲ οὐδένα τῶν δανειστῶν καταστραφέντα, εἴτε τραπεζίτης λέγεται αὐτός, εἴτε ἑταιρεία, εἴτε τοκογλύφος; Ἡ λέξις δανειστής, κύριοι συνάδελφοι, ἀτυχῶς ἰσοδυναμεῖ πρὸς τοκογλύφον, οἱ δὲ τοκογλύφοι ἰσοδυναμοῦσι κατὰ τὸ πλεῖστον πρὸς τὸ ἀπάνθρωπος. Διὰ τοῦ παρόντος λοιπὸν νομοσχεδίου κατὰ τὴν γνώμην μου οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, ἢ πολλαπλασιάζομεν ὅλα τὰ κακὰ καὶ ἀνοίγεται χάσμα τὸ ὁποῖον χωρίζει τὸν πολίτην Ἕλληνα ἀπὸ πολιτῶν Ἑλλήνων. Τούτων οὕτως ἐχόντων δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν «ἴδε ἡ ἀνόρθωσις». Φόροι ἐντεῦθεν, φόροι ἐκεῖθεν, φόροι ἄλλοθεν εἰς βάρος πάντοτε ἑνὸς καὶ μόνου θύματος, τοῦ πενομένου λαοῦ. Φόροι ἐντεῦθεν, ἐπαναλαμβάνω, ἵνα πληρωθῶσιν αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι, φόροι ἐκεῖθεν ἵνα πληρωθῶσι προσωπικαὶ ἀνάγκαι, φόροι ἄλλοθεν, ἵνα πληρωθῶσιν ὕποπτοι ἀνάγκαι. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι ὡσαύτως νὰ τονίσω «ἴδε λοιπὸν καὶ ἡ κορωνὶς τῶν ἀνορθωτικῶν μέτρων». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅταν συνέγραφε τὸ νομοσχέδιον βεβαίως θὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἐπαναφέρει σκληρότατα ὑπὸ τὴν εἰδεχθεστέραν αὐτῆς μορφήν, τὴν προσωπικὴν κράτησιν, τὴν ὁποίαν μετὰ τοσαύτης ἀγανακτήσεως ἠνείχετο καὶ μετὰ τοσαύτης χαρᾶς κατέρριψε διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ τῇ εἰσηγήσει τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οὓς προανέφερον ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 8 ἐπανέρχεται ἡ προσωπικὴ κράτησις ὑπὸ τὴν ἀγριωτέραν αὐτῆς μορφήν. Μήπως τὰ ἄλλα ἄρθρα εἶναι ἀμέτοχα τοιαύτης σκληρότητος πρὸς τὸν πενόμενον λαόν. Μήπως τὸ ἄρθρον λέγει τι περισσότερον; Μήπως δὲν φέρει ἐν ἰσχυΐ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα κλπ. (ἀναγινώσκει) δηλαδὴ ἐπανέρχεται ἐν ἰσχύϊ ἐκεῖνο τὸ ἄρθρον παρέχον τὰς ἀτιμωτικωτέρας ποινὰς εἰς τὸ ἄτομον.
§188Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Δὲν εἶναι κατηργημένον.
§189Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν εἶναι κατηργημένον. Μὴ νομίσητε ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνομαι τὰ νομικά, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι νομικός; Προστίθεται καὶ εἷς ἐπὶ πλέον νόμος διὰ νὰ φυλακίζεται ὁ πολίτης.
§190Γ. ΠΩΠ. Οἱ ὀλιγώτερον γνωρίζοντες τοὺς νόμους εἶναι οἱ δικηγόροι.
§191Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύεται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐπανερχομένης τῆς προσωπικῆς κρατήσεως δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ προσωπικὴ κράτησις θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐναντίον οὐδενὸς ἄλλου εἰμὴ ἐναντίον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀδυνατεῖ νὰ πληρώσῃ.
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται νὰ πληρώσῃ.
§193Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ ἐφαρμοσθῇ δηλαδὴ ἐναντίον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Τί ἄλλο πράττει; Ἐκβιάζει αὐτὸν νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα ζητήσῃ καὶ δι’ ὅρκου καθ’ ἑαυτοῦ ἐφαρμόσῃ τὴν στέρησιν τῆς τιμῆς του. Καὶ γνωρίζετε ὁ Ἕλλην, πόσον ὑπερήφανος εἶναι καὶ μετὰ πόσης δυσφορίας εἷς οἰκογενειάρχης δυστυχὴς θὰ προσέλθῃ μὲ τὴν κεφαλὴν κάτω εἰς τὸ Δικαστήριον, ἵνα στερήσῃ αὐτὸς ἑαυτὸν τὴν τιμήν του. Γνωρίζετε πόσον ὑπερήφανος εἶναι ὁ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος δὲν δυσκολεύεται ὄχι μόνον νὰ ἐκπατρίζηται καὶ πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἀλλοίμονον, διὰ τὴν μίαν κοινωνίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεισέρχεται τοιοῦτος σπόρος διαφθορᾶς. Μετὰ ταῦτα δὲν ἔχω οὐδὲν ἄλλο νὰ προσθέσω εἰμὴ μόνον νὰ τονίσω τὴν γνώμην μου, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἰμὴ ἡ χάλκευσις νέων ἁλύσεων κατὰ τοῦ πενομένου λαοῦ. Δικαίωμα τῆς Βουλῆς βεβαίως εἶναι, δικαίωμα καὶ ὑμῶν κύριοι Βουλευταὶ ὡσαύτως εἶναι νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω καὶ ἐγὼ εἶναι τοῦτο: ψηφίσατέ το, ψηφίσατέ το, ἀλλὰ θὰ εἶναι ὄντως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ ἐξουθένωμα τῶν λαῶν, ἐὰν καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον γενόμενον νόμον δὲν καταλογίσῃ εἰς βάρος τῆς ἀνορθώσεως.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ὑποβάλλει σχετικὴν τροπολογίαν.
§195Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῆς τροπολογίας θέλω νὰ εἴπω δύο λέξεις. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πρόωρον ἐν τούτοις εὐθὺς μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐδήλωσα ὅτι τοιαύτη τις τροπολογία καθιστῶσα ἐντελῶς πλέον ἐπιεικὲς τὸ νομοσχέδιον, ἠδύνατο νὰ γίνῃ δεκτή, ἀλλὰ τοῦτο θὰ γίνῃ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐπίσης εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἠδύνατο νὰ γίνουν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι ἵνα καταστήσωσι τὸ νομοσχέδιον ἐπιεικέστερον. Διὰ ταῦτο νομίζω ὅτι ὅλη ἡ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου πολεμικὴ εἶναι πρόωρος. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ ἐπιεικέστερον τὸ νομοσχέδιον: διότι σκοπὸς αὐτοῦ δὲν εἶναι νὰ προστατευθῶσιν μόνον οἱ δανεισταὶ κατὰ τῶν ὀφειλετῶν, ἀλλὰ νὰ κατασταθῇ δυνατὸν καὶ οἱ ὀφειλέται νὰ προσφεύγουν εἰς τοὺς δανειστάς. Διότι ἄλλως ἕνεκα κυρίως τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου «περὶ τοκογλυφίας», ὁ ὁποῖος εἶναι εὐεργετικώτατος διὰ τοὺς ὀφειλέτας, εὑρισκόμεθα ὑπὸ νομοθετικὸν καθεστὼς δυσχερέστατον διὰ τοὺς δανειστάς, ἐὰν δὲ δὲν ληφθῇ πρόνοιά τις ὁποία ἡ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ εἶναι ἀδύνατον ἐφεξῆς ὁ ἔχων ἀνάγκην νὰ γίνῃ ὀφειλέτης νὰ εὑρίσκῃ πιστωτήν. Δὲν ἀρνοῦμαι ἐπαναλαμβάνω ὅπως ὅσαι διατάξεις θεωρηθῶσιν αὐστηραὶ γίνωσιν ἐπιεικέστεραι· δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀποφύγωμεν τὰ μέτρα ταῦτα, διότι θὰ στραφῇ ἡ κατάστασις ἐναντίον τῶν ὀφειλετῶν. Παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ταῦτα, καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ ἴδητε ὅτι πᾶσα παραχώρησις καθιστῶσα ἐπιεικέστερον τὸ νομοσχέδιον, θὰ γίνῃ δεκτή.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω καὶ πάλιν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γκλαβᾶ (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).
§197Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν θὰ τὴν δεχθῶ.
§198Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον κατὰ τῆς τοκογλυφίας καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν εἶναι οὔτε τὸ μὲν ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν οὔτε τὸ δὲ ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, ἀλλ’ ἀμφότερα σκοπὸν ἔχουν τὴν διευκόλυνσιν τῆς κυκλοφορίας τοῦ κεφαλαίου. Καὶ τὸ μὲν ἕν νομοσχέδιον ἐσκόπει τὸν περιορισμὸν τῶν ὑπερβολῶν τῶν τοκογλύφων τὸ δὲ ἕτερον σκοπεῖ τὸν περιορισμὸν τῶν καταχρήσεων τῶν γινομένων ὑπὸ τῶν ὀφειλετῶν εἰς βάρος τῶν δανειστῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν συζητούμενον τὸ νομοσχέδιον εἶναι δικαιότατον καὶ θὰ εἶναι συμφερτώτερον εἰς τοὺς ὀφειλέτας παρὰ εἰς τοὺς δανειστάς. Οἱ ἀμειλικτότεροι δὲ πολέμιοι τοῦ νομοσχεδίου τούτου νομίζω ὅτι διὰ τῶν λεχθέντων πρό τινων συνεδριάσεων εἶναι οἱ ἐνθερμότεροι ὑποστηρικταὶ αὐτοῦ, καὶ ἀναφέρω τὸν κ. Γκλαβᾶν καὶ τὸν κ. Καφετζόπουλον, οἵτινες πρό τινων ἡμερῶν ἦλθον ἐνταῦθα κατὰ τὴν συζήτησιν μιᾶς ἀναφορᾶς σταλείσης ἀπό τινος δήμου τοῦ νομοῦ των καὶ ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ Γεωργικὴ Τράπεζα, διότι οἱ γεωργοὶ δὲν εὑρίσκουν δάνεια, δὲν τοὺς δίδουν, τί νὰ κάμουν, θέλουν νὰ καλλιεργήσουν τὴν περιουσίαν των, καὶ δὲν ἔχουν. Ἀλλὰ δὲν μοῦ λέγετε σᾶς παρακαλῶ πῶς θὰ εὑρεθοῦν τὰ κεφάλαια αὐτὰ ἐφ’ ὅσον διὰ μυρίων στρεψοδικιῶν, ἐνστάσεων καὶ μέσων κατορθοῦται ὥστε τὰ κεφάλαια αὐτὰ λαμβανόμενα ἅπαξ νὰ μὴ ἀποδίδωνται, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ κτηματικὰ δάνεια, τὰ γεωργικὰ δάνεια τὰ δοθέντα ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν δὲν ἀποδίδουν τόκον οὔτε 2% ἐν τῷ συνόλῳ;
§199Γ. ΠΩΠ. Διατί;
§200Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Διότι δὲν πληρώνονται, διότι καίτοι ἦσαν ἐνυπόθηκα δάνεια, εἶχον δοθῆ ὑποθῆκαι ἐπὶ κτημάτων ξένων, ἀχρήστων, ἐπὶ κτημάτων τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο ἐὰν ἤθελε νὰ λάβῃ ἡ Τράπεζα. Λοιπὸν ἐφ’ ὅσον ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ διευκόλυνσις τῆς κυκλοφορίας τοῦ κεφαλαίου νομίζω ὅτι εἶναι ἐξ ἴσου ἐξυπηρετικὸν καὶ πρὸς τοὺς δανειζομένους καὶ πρὸς τοὺς δανείζοντας. Τώρα ὁμολογῶ ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αἵτινες εἶναι ἄγαν αὐστηραὶ καὶ δύνανται νὰ ἀγάγωσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἰς ὑπερβολὰς καὶ καταπιέσεις, ὁ κ. ὅμως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πλειστάκις ἔδωκεν ἀποδείξεις ὅτι ὅταν ἐπείθετο ὅτι ὑπῆρχεν ὑπερβολή τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἦτο διατεθειμένος πάντοτε νὰ δεχθῇ τροποποιήσεις καθιστώσας αὐτὸ ἐπιεικέστερον, νομίζω δὲ ὅτι καὶ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔκαμε δήλωσιν τοιαύτην καὶ θὰ κάμῃ καὶ ἄλλας ὑποχωρήσεις ἀκόμη, διὰ τῶν ὁποίων θὰ παύσῃ νὰ εἶναι αὐστηρὸν καὶ ἐπικίνδυνον. Ὑπὸ τοιαύτην λοιπὸν προϋπόθεσιν καὶ μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ δεχθῇ τροποποιήσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καθόσον θεωρῶ τοῦτο ὡς ἐπωφελέστατον διὰ τοὺς ὀφειλέτας.
§201Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας βουλευτής, ὁ κ. Θεοδωρίδης, διεμαρτύρετο προχθὲς ἐντονώτατα διότι βλέπει νομοσχέδιον ὑπὲρ τῶν δανειστῶν καὶ δὲν βλέπει ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν. Ἄλλων συναδέλφων ἔχω ἀκούσει ἄλλοτε, καὶ ἀπήντησα, λεγόντων, οἱ νόμοι οἱ ποινικοὶ πλήττουσιν αὐστηρῶς τοὺς κατηγορουμένους, πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τοὺς κατηγορουμένους. Διεφώνησα τότε, Κύριοι, καὶ εἶπον, οἱ νόμοι οἱ ποινικοὶ ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τῶν παθόντων κυρίως, μεριμνῶσι μόνον περὶ τούτου, ὅπως μὴ ἀδικήσωσι τοὺς κατηγορουμένους, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς αὐτῶν ὁ κύριος εἶναι ὅπως ἱκανοποιήσωσι καὶ προστατεύσωσι τοὺς παθόντας καὶ τοὺς πάσχοντας. Καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ σήμερον λέγω, δὲν εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου ἐὰν ἀποβλέπῃ εἰς προστασίαν τῶν δανειστῶν, διότι οὗτος εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, νὰ προστατεύσῃ δικαιώματα, δικαιώματα δὲ ἔχουσι κυρίως οἱ δανεισταὶ καὶ ὄχι οἱ ὀφειλέται. Ἐν τούτοις παγκάλως θὰ μὲ ἠρώτα τις: τάσσεσθε εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, οἵτινες πολεμοῦσι τὸ νομοσχέδιον; Καὶ θὰ ἀπήντων καταφατικῶς, ἐνῷ τοιαύτην ἔχω γνώμην. Δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, τείνοντος καὶ σκοποῦντος πρὸς προστασίαν τῶν δανειστῶν, ἀλλὰ κηρύσσομαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον αὐτοῦ διὰ δύο λόγους. Πρῶτον διότι ἀντιτίθεμαι εἰς πάσας αὐτοῦ τὰς διατάξεις, δεύτερον δὲ διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἰδέας καὶ γνώμας, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως διὰ βραχέων, ἀλλ’ εὐρύτερον πως, ἀναπτύξω. Ἠκούσατε τὰ λεχθέντα καὶ ἀναπτυχθέντα περὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Ἠκούσατε περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν ἀτιμωτικῶν. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸν καταναγκασμὸν τοῦ ὀφειλέτου πρὸς ὅρκον καὶ τὸ δυνατὸν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑποβληθῇ ὁ ὀφειλέτης καὶ αὖθις εἰς ὅρκον. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωπικὴν κράτησιν τῶν γυναικῶν καὶ ἀνηλίκων. Ἐπιτρέψατέ μοι ἤδη νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ πρῶτον ἄρθρον. «Ὅστις ἐπὶ σκοπῷ βλάβης τῶν δανειστῶν αὐτοῦ βοηθεῖ δι’ οἱωνδήποτε ἀπατηλῶν πράξεων τινὰ ἐκ τούτων ἢ συνομολογεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ ἰδιαίτερα περιουσιακὰ ὠφελήματα μετὰ τὴν ἀρχικὴν σύστασιν τοῦ πρὸς αὐτὸν χρέους του, ἢ ὅστις, ἵνα ζημιώσῃ τινὰ ἐξ αὐτῶν ἢ ἐπὶ σκοπῷ ἐν γένει τοῦ νὰ ματαιώσῃ καθ’ ὅλου ἢ ἐν μέρει τὴν ἱκανοποίησιν αὐτοῦ, βλάπτει, καταστρέφει ἢ καθιστᾷ ἄνευ ἀξίας ἴδια αὐτοῦ πράγματα, κινητὰ εἴτε ἀκίνητα, ἀποκρύπτει οἱαδήποτε περιουσιακὰ στοιχεῖα αὐτοῦ ἢ ἀπαλλοτριοῖ ὅπως δήποτε ταῦτα ἄνευ ἰσοτίμου καὶ ἀξιοχρέου ἀνταλλάγματος, πλάττει ψευδῆ χρέη ἢ ψευδεῖς δικαιοπραξίας, καθ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα δεινοτέρου ἀδικήματος, τιμωρεῖται, ἂν μὲν ἡ προξενηθεῖσα ζημία δὲν ὑπερβαίνῃ τὰς 500 δραχμάς, διὰ κρατήσεως μέχρις τριῶν μηνῶν, ἐὰν δὲ εἶναι μείζων, διὰ φυλακίσεως ἑνὸς μηνὸς μέχρι ἑνὸς ἔτους καὶ τὰ λοιπά». Ἐλησμόνησα νὰ παραλάβω ἐκ τῆς οἰκίας μου βιβλίον τι, ἵνα ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν σελίδας ὁλοκλήρους ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλην τὴν παράλειψίν μου ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀνέκαθεν μὲν ἔν τινι μέτρῳ ἀλλὰ κυριώτατα κατὰ τοὺς χρόνους ἡμῶν κρατεῖ, παρά τισι πεπαιδευμένοις ἀνθρώποις, φιλοσοφικός τις μηδενισμός, ὅστις μὲ ἄλλην ὀνομασίαν καλεῖται πεσιμισμός, ὅστις ἔχει ὁμοιότητά τινα πρὸς τὸν καλούμενον παρ’ ἡμῖν ὠχαδερφισμὸν πρὸς τὸ λεγόμενον παρ’ ἡμῖν «καὶ τοῦτο μία ἰδέα εἶναι, καὶ τὸ ἄλλο μία ἰδέα εἶναι». Ἡ ἀπιστία, Κύριοι, πρὸς τὰς ἰδέας, ἡ μὴ πεποίθησις εἰς ἰδέας, ἡ μὴ ἐμπιστοσύνη εἰς ἠθικὰς ἀρχὰς ποίαν ἔχει συνέπειαν ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων; Νὰ ἀπολέσῃ ὁ ἄνθρωπος τὴν πίστιν πρὸς ἑαυτόν. «Ὁ τὴν πίστιν ἀπολέσας καὶ τὴν ἐλπίδα ἀπώλεσεν» ἔλεγον πρὸ ἡμερῶν πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ ὁ θεμελιωτὴς τῆς Θρησκείας ἡμῶν ὁ ἐνανθρωπίσας Θεὸς ἐδίδαξεν «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Μὴ πιστεύοντες λέγει ὁ συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖον ἐλησμόνησα νὰ φέρω ἀπὸ τῆς οἰκίας μου, μὴ πιστεύοντες σήμερον οἱ λαοὶ ἰδίως οἱ Λατινικοί, εἰς ἰδέας καὶ ἀρχὰς ἠθικάς, νομίζουσιν ὅτι θὰ εὕρωσι τὴν σωτηρίαν ἀποβλέποντες πρὸς τὸ Κράτος καὶ ἀναμένοντες παρ’ αὐτοῦ νόμους καὶ ἄλλους νόμους, διατάξεις καὶ ἄλλας διατάξεις, μὴ ἀντιλαμβανόμενοι ὅτι ἀναμφισβητήτως οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσι παρὰ τοῦ Κράτους ἢ νὰ χαλκεύῃ δι’ αὐτοὺς ἁλύσσεις. Τοῦτο προέρχεται ἕνεκα τῶν λόγων, περὶ τῶν ὁποίων εἶπα, ἀλλὰ καὶ ἐκ πνεύματος ἐμπειρισμοῦ, ἀφιλοσοφήτου ἐμπειρισμοῦ, ἐκ πνεύματος ἐστερημένου παντελῶς ἀληθοῦς ἐπιστημονικῆς μορφώσεως καὶ ἀσκήσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχητε ὑπ’ ὄψει τὸ πολλάκις λεγόμενον καὶ ἀκουόμενον παρ’ ἡμῖν ἐκ μέρους διαφόρων συμπολιτῶν μας. Συμβαίνει ἐκεῖνο τὸ ἄτοπον, νὰ θέσητε ἕνα νόμον, συμβαίνει ἄλλο ἄτοπον, νὰ θέσητε ἄλλον νόμον, καὶ νομίζομεν, ὅτι μὲ τὸν ἕνα νόμον καὶ μὲ τὸν ἄλλον νόμον θὰ καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἐπίγειον παράδεισον. Τὸ πνεῦμα τοῦτο τοῦ ἐσχάτου ἐμπειρισμοῦ, ὁρμώμενον ἀληθῶς ἀπὸ ἀγαθωτάτης προθέσεως—δὲν θέλω νὰ εἴπω ἀπὸ προθέσεως, οὔτε τὸ πιστεύω, ἀπὸ προθέσεως ἐκλογικῆς ῥεκλαμοειδοῦς κερδοσκοπίας, ἀλλ’ ἀπὸ ἁγνοτάτης, ἐπαναλαμβάνω, προθέσεως—τὸ πνεῦμα τοῦ ἐμπειρισμοῦ ἤγαγε καὶ μέχρι τῆς τροπολογίας, ἥτις πρὸ μικροῦ ἀνεγνώσθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγράψουν αὔριον αἱ ἐφημερίδες πρὸς τὸν πενόμενον Ἑλληνικὸν λαόν! Ἐπολεμήθη τὸ νομοσχέδιον ἢ δὲν ἐπολεμήθη, διότι εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένους οἰκονομικοὺς ὅρους, ὡρισμένας ἠθικὰς ὑποστάσεις, ἀντιλήψεις ἕξεις, ἀνάγκας, τάσεις, ναὶ ἤ ὄχι; Ἐὰν ταῦτα ὦσιν ἀληθῆ, τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα θὰ παρέχωνται καὶ θὰ λαμβάνωνται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου θὰ συνομολογῶνται ὑπὸ ἄλλους οἰκονομικοὺς ὅρους, ὑπὸ ἄλλας ἠθικὰς ἀντιλήψεις καὶ ὑπὸ ἄλλας ἀνάγκας, ἢ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ πραγματικὴ κατάστασις, ἡ κοινωνικὴ κατάστασις ἡ αὐτὴ ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον; Ἄλλος ἐμπειρισμός, παντελῶς ἀφιλοσόφητος, καὶ αὖθις καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνιστόρητος. Εἶπον καὶ ἄλλοτε πρὸς τὴν Βουλήν, οἱ θεσμοὶ δὲν δημιουργοῦσι κοινωνικὴν κατάστασιν καὶ διὰ τοῦτο ἕπονται τῶν κοινωνικῶν μεταβολῶν. Εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ εἴπῃ τις: διατί ἀγωνίζεσθε ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν; Δὲν ἐψηφίσαμεν τὸν τόκον περὶ αἰσχροκερδείας καὶ τοκογλυφίας καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο; Διότι πιστεύουσιν, ὅτι, μόλις ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος ἐκεῖνος εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρῆλθε τὸ 10ήμερον διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχύς του, εὐθὺς ἀμέσως ἡ κοινωνικὴ κατάστασις ἐν Ἑλλάδι μετεβλήθη. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους μετεβλήθη ἡ κοινωνικὴ κατάστασις, εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ καὶ ἀπὸ τοῦ ἄλλου· ἰδοὺ καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς προστασίας τῶν δανειστῶν, ἰδοὺ ἐνώπιόν σας ὁ ἐπίγειος παράδεισος ἐν Ἑλλάδι. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ μὲ ἀδικήσητε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ὑπολάβητε, ὅτι ἀναμένω νὰ μεταπεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπει ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα νὰ πιστεύσω εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη ἰδέαι τινὲς νὰ τυγχάνωσιν εὐρυτέρας κυκλοφορίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποδεικνύωμεν κατὰ πᾶσαν ἡμέραν πόση εἶναι ἡ ἀνάγκη ἡ ἐπιβλητική, ὅπως ἡ νομοθεσία ἕπεται τῶν κοινωνικῶν μεταβολῶν καὶ νὰ μὴ καταρτίζηται εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, καὶ ἂν οἱ νόμοι εἶναι προβλήματα μαθηματικὰ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ λύσῃ τις κλειόμενος εἰς τὸ γραφεῖον του, θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ μὲ παρακολουθήσητε ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γνώμης μου, διατί καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος τάσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἐξηφανίσθη, Κύριοι, ἐν Ἑλλάδι, σᾶς ἐρωτῶ ἡ ἀντίληψις κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δαπανῶντες τὰ χρήματα αὐτῶν, πολλάκις μέχρι σπατάλης, θεωροῦνται ἄνθρωποι κοινωνικῶς φίλτατοι, κοινωνικῶς τὰ μάλιστα ἀξιάγαστοι, ἄξιοι πάσης ὑπολήψεως; Ὑποθέτω ὄχι. Ἐξηφανίσθη ἀκόμη ἡ ἀντίληψις ἐν Ἑλλάδι, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δανειστὴς ὁ ἐπιζητῶν κατὰ πάντας τοὺς νομίμους τρόπους, οὐχὶ μετ’ αὐστηρότητος, ἀλλ’ ἁπλῶς μετ’ ἐπιμελείας νὰ λάβῃ τὰ χρήματά του, ἀμέσως τυγχάνει τῆς ἐπωνυμίας τοῦ τοκογλύφου; Ἐὰν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταστῇ νόμος, ὑπὸ πάντων τῶν κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἀντίληψιν δανειστῶν ἐντίμων καὶ ἠθικῶν ἀναμφιβόλως δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν ὑπάρχει δανειστής, ὅστις νὰ μὴ ἀξίζῃ καθ’ ὅλην τὴν κυριολεξίαν καὶ τὴν σημασίαν τῆς λέξεως τὸν τύπον τοῦ τοκογλύφου, ὅστις θὰ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τοιοῦτον νόμον, χωρὶς νὰ φοβῆται ἀπώλειαν τῆς κοινωνικῆς του ὑπολήψεως. Ἐπικαλοῦμαι τὴν διανοητικὴν ὑμῶν προσήλωσιν, τὴν ἐντεταμένην ὑμῶν προσοχὴν ἐπὶ τῆς σκέψεώς μου ταύτης, διότι δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶμαι ἀλάθητος, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὴν ἐβασάνισα. Ἔχω τὴν ἰδέαν λέγω πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι οἱ δανεισταί, τοὺς ὁποίους ἐπιζητεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ προστατεύσῃ, τοὺς ὁποίους θὰ ἔπρεπε νὰ προστατεύσῃ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι προστασίας, οὐδέποτε θὰ ἐφαρμόσωσι τοιοῦτον νόμον, διότι καὶ αὐτοὶ οὗτοι θὰ ἀπαξιῶσι νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτόν, καὶ ἐπὶ πλέον θὰ αἰσθάνωνται περὶ ἑαυτοὺς τὴν καταφρόνησιν, ὡς Ἕλληνες ἀντιλαμβανόμενοι καὶ ὡς Ἕλληνες συναισθανόμενοι, ἔχοντες Ἑλληνικὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν, ἐπὶ πλέον, ἐπαναλαμβάνω, ἔχοντες τὸ φόβον, ὅτι καὶ κοινωνικῶς θὰ καταστῶσι κατακριτέοι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τοιοῦτος νόμος ποίους πράγματι προστατεύει; Φθάνω εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὴν σειρὰν τῶν σκέψεων, ὥστε νὰ ἀποδείξω, κατὰ τὴν γνώμην μου πάντοτε, μὴ ὑπερβολικὰ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τοῦ νοκοσχεδίου, ὁμολογῶν πράγματι ὅτι ὑπερβολικὰ ὑπῆρξαν κατὰ τὴν ἔκτασιν, ἐνῷ κατὰ τὴν ἔντασιν, λέγω, οὐδαμῶς ὑπῆρξαν ὑπερβολικά. Δὲν δέχομαι ἐγώ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει ἀπειρία τοκογλύφων, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι δὲν ὑπάρχουσι πολλοὶ τοκογλύφοι ἐν Ἑλλάδι. Ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπάρχουσιν, ἀληθῶς εἰσὶν ἀδυσώπητοι, ἀληθῶς εἰσὶ τερατώδους ὑποστάσεως καὶ ἰδιοσυγκρασίας, διότι ἀκριβῶς, ἐπειδὴ εἶναι τοκογλύφοι ἐν Ἑλλάδι, ζῶντες ἐν μέσῳ περιβάλλοντος, τὸ ὁποῖον ἀποκαλεῖ τοκογλύφον καὶ τὸν ἐντιμότατον δανειστήν, ὄντα ὅμως ἁπλῶς ἐπιμελῆ εἰς ἐπιδίωξιν προστασίας τῶν δικαιωμάτων του, ἀκριβῶς διότι ἐντὸς τοιούτου περιβάλλοντος ζῶσι καὶ εἶναι τοκογλύφοι, διὰ τοῦτο, λέγω, εἶναι τερατώδους τοκογλυφικῆς ἰδιοσυγκρασίας. Τοὺς τοιούτους τοκογλύφους προστατεύει τὸ νομοσχέδιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχω ἄδικον, λέγων, ὅτι ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ ταχθῶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μὴ ἀναγνωρίζων καὶ σκοπιμότητα εἰς αὐτό; Περαίνω, Κύριοι, τὰς σκέψεις μου· ταῦτα καὶ μόνον εἶχον νὰ εἴπω. Δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος τρόπος νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ πράγματα τῆς χώρας ἡμῶν δι’ ἑκατοντάδων νόμων, δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος τρόπος νὰ ἀνορθώσωσι τὴν Ἑλλάδα οἱ ἀναλαβόντες μετὰ τὴν 15 Αὐγούστου νὰ πραγματοποιήσωσι τοὺς πόθους τοῦ ἐξεγερθέντος ἔθνους καὶ ἐπιζητήσαντος μετοβολὴν πολιτικοῦ βίου, ὁ κύριος τρόπος ἦτο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῇ δικαίᾳ καὶ ἀμερολήπτῳ τῶν κειμένων νόμων, ἐν τῇ μεταρρυθμίσει αὐτῶν ὅπου θὰ ἀπεδεικνύετο ἐλαττωματικότης αὐτῶν καὶ ἔλλειψις ἐν ἐφαρμογῇ τιμίᾳ καὶ ἀμερολήπτῳ, νομιμόφρονι καὶ λογικῶς αὐστηρᾷ. Διότι ὅταν δέχησθε ὅτι ἀνέκαθεν παρ’ ἡμῖν ἐκράτησε πολιτικὸς βίος πᾶν ἄλλο ἢ κόσμιος, πᾶν ἄλλο ἢ νομιμόφρων, πᾶν ἄλλο ἢ δίκαιος καὶ ἀμερόληπτος, ὅταν δέχεσθε ὅτι ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν ἀκαταστασία καὶ ἀλλοπροσαλλισμός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζητε πλέον, ἂν θέλετε νὰ εἶσθε ἄξιοι τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐπιστήμονος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξητε ἐνώπιον λογικῶν ἀνθρώπων, ὅτι διεκρίναμεν ἡμεῖς ποῖαι εἶναι αἱ ἐλλείψεις τῆς νομοθεσίας καὶ τὰ ἐλαττώματα αὐτῆς, διεκρίναμεν ἡμεῖς ποῦ ὑπάρχουν αἱ κοινωνικαὶ καταστάσεις αἱ δεόμεναι προστασίας νομοθετικῆς. Ἡ παρατήρησις τῶν πραγμάτων, ἡ συστηματοποίησις τῶν παρατηρήσεων ἐπὶ τῶν πραγμάτων δημιουργεῖ τὴν ἐπιστήμην. Ἐκεῖνος, ὅστις λέγει ὅτι τὰ πράγματα, τὴν σειρὰν αὐτῶν, τὴν κατάστασιν αὐτῶν τὴν ἔχει αὐτὸς ἐν τῇ κεφαλῇ του, δὲν εἶναι ἁπλῶς ὑπερφίαλος ἐγωϊστής, ἀλλ’ εἶναι ἀνάξιος τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐπιστήμονος.
§202Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως πάντοτε, κύριοι Βουλευταί, καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην θὰ ἐπιχειρήσω νὰ εἶμαι βραχύτατος. Καὶ μάλιστα δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐντελῶς ἂν μή, ὡς γεννηθεὶς καὶ ἀνατραφεὶς ἐν μέσῳ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, δὲν εἶχον πλεῖστα ὅσα παραδείγματα αἰσχρῶν τοκογλύφων, οἱ ὁποῖοι δύναμαι νὰ εἴπω καὶ λέγω τοῦτο μετὰ πεποιθήσεως; διότι κατ’ ἐμὲ οὗτοι εἶναι ἡ κυρίως αἰτία τῆς κακοδαιμονίας, τῆς ἀθλιότητος καὶ τῆς πενίας, τῆς ὁποίας μάρτυρες παριστάμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ἄλλως τε καὶ ὑποχρέωσιν εἶχον καὶ καθῆκον στοιχειῶδες νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχεδίου. Βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πείσῃ ἐμέ, τὸν κατέχοντα τὸ βῆμα, οὐδὲ καὶ τὴν πλειονότητα τῆς Βουλῆς, ὡς ἐλπίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὀφείλεται ἡ διαμόρφωσις τῶν δικαστικῶν πραγμάτων τῆς χώρας ἡμῶν, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ μὲ πείσῃ τονίζω ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον καθιστάμενον νόμος τοῦ Κράτους, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντισήκωμα ἁπλοῦν ὡς ἰσχυρίζεται τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐπιψηφισθέντος, καὶ τὸ ὁποῖον παρέσχεν εἰς τοὺς ὀφειλέτας ποιάν τινα ἀνακούφισιν. Δὲν δύναται λέγω εἰμὴ ἐξ ἀντιθέτου νὰ λογισθῇ μόνον ὡς ἀντιστάθμισμα ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, καὶ τοσοῦτον μέγα ὥστε ἐντελῶς νὰ ἄρῃ τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον τὸ ψηφισθὲν ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν καὶ μέχρι τοιούτου βαθμοῦ μάλιστα, νὰ ἄρῃ ὥστε ἐξ ἀντιθέτου καὶ ὑπερακοντίζον ἐκεῖνο, τὸ παρόν, μόνον πρὸς πλήρωσιν τῶν φυλακῶν, τὰς ὁποίας μέλλομεν νὰ κατασκευάσωμεν νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τῆς ἀθρόας φυλακίσεως πτωχῶν ἀνθρώπων, ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι σήμερον φυλακιζόμενοι πολλάκις δι’ 8 καὶ 10 μόνον δραχμὰς δὲν δύνανται ἀφ’ ἑαυτῶν νὰ ἀποφυλακισθῶσι. Καὶ δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πληθὺς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νομίμων ἐπιχειρημάτων παρέχεται εἰς τοὺς δανειστάς, ὥστε προσφορώτατα νὰ ἐξευρίσκωσι τρόπον καταδιώξεως καὶ νὰ ἐπιτυγχάνωσι τὴν φυλάκισιν τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων, ἄλλοτε μὲν παριστῶντες τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε καὶ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀποκτήσῃ βραδύτερον ὡς εἰκονικὴν καὶ ἄλλοτε ὅτι δῆθεν εἶχεν ἀποκρύψει ταύτην καὶ πλεῖστα ὅσα ἄλλα. Διὰ τοῦτο εἶχον, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοιούτου νομοσχεδίου, δηλῶν συγχρόνως ὅτι θέλω καταψηφίσει τοῦτο, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συντελέσω, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον εἰς ἀπόξεσιν πληγῶν μόλις πρὸ δεκαετίας ἐπουλωθεισῶν, ἢ μᾶλλον ἀκόμη διατηρουσῶν ἀποτυπώματα τοῦ κατενεχθέντος ὑπὸ τῆς Πολιτείας πλήγματος· τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως διαφέρουσιν ἀπὸ τοῦ σημερινοῦ πλήγματος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καταφέρεται κατὰ τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἀπὸ τοιαύτης πεποιθήσεως ἐχόμενος νομίζω ὅτι ἔχω καὶ ἑτέραν ὑποχρέωσιν νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ὁποίου τὰ ὑποβληθέντα ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχέδια πάντοτε ὑπερεψήφισα, διότι πραγματικῶς εἰς ταῦτα διέκρινα πραγματικὴν ἀνόρθωσιν τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐπισύρῃ ἅλυσιν βαρεῖαν ἐπὶ τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων, βέβαιος ὤν ὅτι διὰ τῆς καταστρατηγήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθισταμένου μετ’ οὐ πολὺ νόμου τοῦ κράτους οἱ τοκογλύφοι ἀκάθεκτοι, ἀμειλίκτως θὰ καταδιώξωσι τοὺς πτωχοὺς καὶ ἂς εἶναι βέβαιος ἐν ταὐτῷ ὅτι οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξῃ ἢ νὰ πληρώσῃ τὰς φυλακὰς δυστυχῶν ἀνθρώπων καὶ ἂς εἶναι καὶ ἐπὶ πλέον πάλιν βέβαιος ὅτι θὰ ἀνακινήσῃ ἴσως καὶ ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 συμβόλαια καὶ δίκας ἐκκρεμεῖς· διὰ τῆς ἀνανεώσεως τούτων.
§203Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δὲν θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν.
§204Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ ἔχει δικαίωμα ὁ τοκογλύφος ἀνανεώσεως συμβολαίου τινός, τὸ ὁποῖον ἐγκατέλειψε, μηδόλως κοινοποιήσας τοῦτο διότι δὲν ἤλπιζεν, ὅτι θὰ πάρῃ τὰ χρήματά του, εἰμὴ μόνον ἐὰν τὸν θέσῃ εἰς τὰς φυλακάς. Τώρα δὲν τὸν θέτει μὲν εἰς τὰς φυλακάς, ἀλλὰ παρέχει τόσα ἐπιχειρήματα νόμιμα εἰς τὸν δανειστὴν τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετύγχανεν ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως διὰ τῆς ἀπ’ εὐθείας ὁδοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν ὡς προέφην εἰπὼν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, τοῦ ὁποίου πάντοτε ὑπερεψήφισα νομοσχέδια, νὰ ἀποσύρῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§205Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιφυλάσσεσθε εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν; Νομίζω ὅτι θὰ μείνητε σύμφωνος.
§206Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ φαίνεται, ὅτι, οἱανδήποτε τροπολογίαν καὶ ἂν φέρητε, δὲν θὰ συμφωνήσω.
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ζήτημα ἐὰν τὸ ἀποκρούετε κατ’ ἀρχήν.
§208Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν διότι τὸ θεωρῶ ὡς τὴν μεγαλειτέραν μάστιγα, τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε εἰς χεῖρας αἰσχρῶν τοκογλύφων, ἵνα δι’ αὐτῆς καταγάγωσι ἀλλεπάλληλα καὶ καίρια κτυπήματα κατὰ τοῦ λαοῦ.
§209ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Δὲν μᾶς λέγετε πῶς δυνάμεθα νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν μάστιγα αὐτὴν τῶν τοκογλύφων;
§210Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως ὄχι μὲ αὐτὰ τὰ μέτρα.
§211ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Τὸ κεφάλαιον διὰ νὰ κυκλοφορήσῃ ἔχει ἀνάγκην προστασίας.
§212Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιωθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὰ κεφάλαια, τὰ ἐντίμως διατιθέμενα καὶ κυκλοφοροῦντα, πάντοτε ἔτυχον τῆς προστασίας, πάντοτε ἐπροστατεύθησαν καὶ ηὐδοκίμησαν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ προστασίας τῶν κεφαλαίων, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε ὑμεῖς, ἀλλὰ περὶ τῶν κεφαλαίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦσι καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ διότι οἱ κάτοχοι αὐτῶν οἱ χθὲς μηδὲν ἔχοντες κατώρθωσαν διὰ τῆς αἰσχροκερδείας καὶ μόνον νὰ γίνουν κάτοχοι περιουσίας ἑκατομμυρίων.
§213ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Τὸ Κράτος τὸ ἐπιτρέπει.
§214Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τὸ κράτος τὸ ἐπιτρέπει καὶ πταίει δι’ αὐτό, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναλογισθῆτε ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πταίει, διότι ἔφερε πρὸς ἐπιψήφισιν τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον, ἀφ’ οὗ δὲν ἐσκέφθη ὅτι ἔπρεπε πάντως καὶ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ λάβῃ μεγάλα προστατευτικὰ μέτρα διὰ τῆς ἱδρύσεως φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων καὶ τραπεζῶν, ὅπως ἀπανταχοῦ εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ συμβαίνει ὑπὲρ τῶν πτωχῶν αὐτῶν γεωργῶν. Καὶ λέγω ὅτι τοιαῦτα μέτρα ἔπρεπε πρότερον νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις διότι ἐγνώρισα ἰδιοκτήτας, Κύριοι, ἔχοντας κολλήγους, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ θεωρῶνται ὑπ’ ἐκείνων καὶ νὰ ὀνομάζωνται τέκνα των, μέχρι τοιούτου σημείου τοκογλυφίας ἐξικνουμένους, ὥστε νὰ δίδωσιν εἰς τοὺς συνεταίρους αὐτῶν τούτους σπόρον 10 κοιλὰ πρὸς 18 ὀκάδας καὶ νὰ κάμνωσι συμβόλαια 14 κοιλῶν ἀποδόσεως σπόρου κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ πρὸς 24 ὀκάδας τὸ κοιλόν. Καὶ διατὶ νομίζετε, Κύριοι; διὰ νὰ ἀποφύγωσιν ἀκριβῶς τὴν τιμωρίαν τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀκριβῶς καὶ ἄλλους ἀναριθμήτους θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀμαυρώσῃ τὸ μέχρι τοῦδε συντελεσθὲν ὑπ’ αὐτοῦ ἀνορθωτικὸν τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἔργον τοῦ ὁποίου πραγματικῶς εἶναι ὁ πρῶτος κρατήσας τὴν σημαίαν, διὰ τῆς ἐμμονῆς πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§215Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Κηρύττομαι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν νομίζω, καὶ μάλιστα διὰ τοὺς οἰκείως ἔχοντας πρὸς τὰ νομικά—διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ— ὅτι εἰσάγεται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καινόν τι καὶ ἐντελῶς ξένον πρὸς αὐτήν, εἰμὴ μόνον ὅτι διὰ τὴν παράβασιν αὐτῶν τῶν μέχρι σήμερον ὑπαρχουσῶν διατάξεων προστίθενται καὶ ἄλλαι διατάξεις περὶ προσωπικῆς κρατήσεως καὶ ποινικῆς εὐθύνης. Ἔχομεν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ ὁ πωλῶν ἐνυπόθηκον ὑποβάλλεται εἰς προσωπικὴν κράτησιν; Διατὶ διαποροῦμεν ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἀπαγγέλλει τὴν ποινὴν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως; Ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπατῶμεν ἑαυτούς, οὐδὲ πρέπει νὰ φαινώμεθα ὅτι συνηγοροῦμεν πάντοτε ὑπὲρ τῆς κατωτέρας τάξεως ὡς δῆθεν δεινοπαθούσης. Ἡ τάξις ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδράζεται αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τῆς Πολιτείας, εἶναι ἡ τάξις ἡ μεσαία ἡ ἀγωνιῶσα ὑπὸ τὸ βάρος τῶν φόρων καὶ τῶν ποικίλων βαρῶν ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ τῆς Πολιτείας· εἶναι ἡ τάξις, τὴν ὁποίαν ἐκμυζᾷ καὶ αὐτὸς ὁ μικρὸς λαός, διὰ τὸν ὁποῖον δῆθεν κοπτόμεθα, αὐτὸς εἶναι ὁ συντηρούμενος ἀπὸ τὴν μεσαίαν τάξιν, τὴν ὁποίαν πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ περιποιηθῶμεν. Ὅσοι ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν μὲ γνωρίζουν, μὲ γνωρίζουν ὅτι δὲν εἶμαι οὔτε τοκογλύφος, οὔτε ἐκβιαστής· ἀπεναντίας μάλιστα εἶχον πάρα πολλὰς ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ἀφῆκα, οὐ μόνον μὴ εἰσπράξας τὰ κεφάλαια, οὐ μόνον μὴ εἰσπράξας τοὺς τόκους, ἀλλὰ τὰς ἀφῆκα καὶ ὁσημέραι παραγράφονται. Ὀφείλω νὰ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ὀφείλω νὰ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ κεφαλαίου, διότι ὅταν ὑπερισχύσῃ ἡ κακὴ πίστις καὶ ἡ εἰκονικότης, φυγαδεύεται ἀσφαλῶς τὸ κεφάλαιον, καὶ τοῦτο ἔβλαψε καὶ βλάπτει τὴν πρόοδον καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Κράτους. Ἐὰν μεταβῆτε εἰς οἱονδήποτε συμβολαιογραφεῖον, εἰς οἱονδήποτε ὑποθηκοφυλακεῖον, θὰ ἴδητε ἀπειρίαν εἰκονικῶν πράξεων, κακοηθεστάτων πράξεων. Δικηγορῶ ἐπὶ 22 ὁλόκληρα ἔτη καὶ συχνάκις μοῦ συμβαίνει νὰ ἔρχωνται πελάται διερωτῶντες με πῶς θὰ καταδολιευθῶσι τοὺς δανειστὰς αὐτῶν. Ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ τόκου παρεκάλεσα καὶ ἐγὼ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ μὴ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως, διότι ἦτο ἀδίκημα κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκθέσει τὰ κεφάλαιά των, μὲ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα νὰ περιορισθῇ ὅμως ὁ τόκος εἰς 12%, διότι τοῦτο ἴσχυεν ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους ὡς εὔλογον καὶ δίκαιον. Ἀλλὰ καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ἐκείνου κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται τόκος 12%, παρεκάλεσα νὰ ἐπεκτείνῃ διότι δυσχεραίνει τὰ πρὸς καλλιέργειαν δάνεια ὁ πολὺς περιορισμός.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, νὰ διακόψητε τὴν ἀγόρευσίν σας, διότι ὑποβληθείσης ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου).
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις τὴν 9 καὶ 5′ τῆς νυκτός).