1911.11.05
2.481 στίχοι · 19.003 λέξεις · 175 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 159
τῆς 5ης Νοεμβρίου 1911.
(Σάββατον, ὥρᾳ 5 μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Γόντικας.
§2Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως μοὶ συγχωρήσῃ νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπὶ ἓν λεπτὸν τοὐλάχιστον, προκειμένου νὰ κάμω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν. Λυποῦμαι δὲ διότι εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην θὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ συγγνώμην παρ’ ὑμῶν. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, κύριοι Βουλευταί, εἷς τῶν κυρίων συναδέλφων ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξεν ἀναφορὰν κατοίκων Πύργου. Μεταξὺ ἄλλων ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα ἔφερε προσήγαγε καὶ τὸ ἑξῆς, καὶ ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τῆς τε Βουλῆς καὶ τοῦ Προεδρείου. Ἰσχυρίσθη δηλαδὴ ὅτι οἱ στρατεύσιμοι Πύργου ἀποδημοῦσιν εἰς Ἀμερικήν, διότι δὲν ὑπάρχει τάγμα ἐν Πύργῳ. Μὲ τρόπον προσήκοντα καί, ὡς νομίζω, ὅτι εἶμαι συνειθισμένος, ἀπήντησα εἰς τὸν ὁμιλοῦντα τότε, ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς κατὰ τὰ ἄλλα εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀναγκαία ἡ μεταστάθμευσις τάγματος ἐν Πύργῳ, οὐχ’ ἧττον ὅμως διεμαρτυρήθην ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ ὅτι οἱ στρατεύσιμοι κληρωτοὶ τῆς πόλεως Πύργου ἀποδημοῦσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν, διότι δὲν ὑπάρχει τάγμα ἐν Πύργῳ. Προσέθεσα μάλιστα ὅτι ὁ λαὸς Ἠλείας εἶναι πολὺ ὑπερήφανος, περισσότερον δηλαδὴ τοῦ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν νὰ μετασταθμεύσῃ εἰς Ἀμερικὴν διὰ νὰ μὴ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του. Νομίζω ὅτι εἶμαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ταῦτα λέγων, Κύριοι, καὶ ἐπικαλοῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἀντίληψιν πάντων ὑμῶν ὡς καὶ τοῦ Προεδρείου. Εἰς τὴν παρατήρησίν μου ταύτην ὁ ὁμιλῶν ἀπήντησε διὰ βαρυτάτης φράσεως. Ἀτυχῶς δι’ ἐμὲ ἀνταπήντησα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθησαν ἐξηγήσεις καὶ ἔληξε τὸ ἐπεισόδιον.
§4Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὰ Πρακτικὰ ὅμως, κ. Πρόεδρε, δὲν ποιοῦνται λόγον περὶ τούτου. Αἱ διάφοροι ἐφημερίδες καὶ σήμερον, πλὴν δύο, ἀναγράφονται τὰ Πρακτικὰ ἀφηγοῦνται τὰ γεγονότα κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀνόμοιον πρὸς τὰ λαβόντα χώραν παριστάνουσι δηλαδὴ πράγματα μὴ λαβόντα χώραν, λέξεις μὴ λεχθείσας. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς φράσεις αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν μετὰ τὴν διακοπήν. Ἐπιμένω ὅμως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, φρονῶν ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν διέκοψα τὸν ὁμιλοῦντα καὶ διὰ τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας εἶπον ἐν τῇ διακοπῇ, εἶμαι ἐν τάξει. Τὰ περαιτέρω ἀφορῶσιν ἐμὲ καὶ ἐγὼ βεβαίως ἐκανόνισα ἢ θὰ κανονίσω τὴν συμπεριφοράν μου ἀναλόγως τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ ὁμιλήσαντος χθές· τὸ γεγονὸς τοῦτο ὅμως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, ἐὰν εἶναι ἀληθῆ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεγόμενα, διότι δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, ἅπασαι αἱ σημεριναὶ ἐφημερίδες διέστρεψαν εἰς βάρος μου τὰ λεχθέντα χθές.
§5Γ. ΠΩΠ. Ὄχι ἅπασαι.
§6Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἅπασαι πλὴν τῶν «Ἀθηνῶν» καὶ τῆς «Πατρίδος». Τὸ γεγονὸς ὅτι διεμαρτυρήθην κατὰ τῶν λεγομένων ὅτι ἐκπατρίζονται διὰ νὰ ἀποφύγωσι τὴν στρατείαν οἱ συμπολῖταί μου περιέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἐγὼ δὲ μάλιστα ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης διέκρινα καὶ τὴν δυσφορίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου τὴν μαρτυρίαν ἐπικαλοῦμαι, ὡς καὶ πολλῶν ἄλλων, διότι οὐχὶ ὡς βουλευτὴς Πύργου πλέον, οὐχὶ ὡς ἀντιπρόσωπος, ἀλλ’ ὡς πολίτης ἁπλοῦς θὰ ᾐσθανόμην τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ, ὅταν ἀκούω ὅτι πολῖται στρατεύσιμοι μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν, διότι ἓν τάγμα δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν πατρίδα των.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ δὲν ἐσημειώθησαν τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, διότι δὲν πρέπει νὰ σημειωθῶσιν. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ διακόπτων ἐνῷ ὑπεβάλλοντο ἀναφοραί. Ἑπομένως καλῶς δὲν ἐσημειώθησαν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τὰ πράγματα. Τὸ παράπονόν σας κατὰ τὰ λοιπὰ εἶναι ὀρθόν.
§8Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διεμαρτυρήθην διὰ τὴν μὴ ἀναγραφήν, διότι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ εἰς τὰς ἐφημερίδας τοιαύτη.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γκλαβᾶ, ἔχετε παράπονόν τι κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§10Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὄχι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔδωκα τὰς ἐξηγήσεις, διατὶ αἱ φράσεις δὲν ἔπρεπε νὰ σημειωθῶσιν.
§12Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δύο λέξεις. Κύριοι συνάδελφοι. Ὅταν λαμβάνωμεν οἱανδήποτε ἀναφορὰν ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μας, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν πέρα τῶν ὅσων ἀναφέρει αὕτη, διότι δυνατὸν νὰ προσκρούσωμεν εἰς συμφέροντα ἀτόμων εἴτε ὁμάδων, εἴτε καὶ γενικῶν συμφερόντων. Ἡμεῖς περιοριζόμεθα νὰ γίνωμεν πιστοὶ διερμηνεῖς τῶν ὅσων ἐν τῇ ἀναφορᾷ περιέχονται. Ἀκριβῶς ἐγὼ αὐτὸς ἐγενόμην, τίποτε περισσότερον τίποτε ὀλιγώτερον, παρὰ ἁπλοῦς διερμηνεὺς τῶν ὅσων ἐν τῇ ἀναφορᾷ περιέχονται. Δυνατὸν σημεῖον τῆς ἀναφορᾶς νὰ μὴ ἤχησε καλῶς εἰς τὰ ὦτα τοῦ Α. καὶ τοῦ Β. συναδέλφου καὶ εἰς τὰ ὦτα τοῦ πρὸ ὀλίγου κατελθόντος. Εἰς τοῦτο δὲν εὐθύνομαι ἐγὼ ἀλλ’ οἱ ὑψηλοὶ ἐντολεῖς μου, οἵτινες ἀπέστειλαν τὴν ἀναφορὰν τὴν ὑπὸ συζήτησιν. Ἐλέχθη, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐστρεβλώθησαν τὰ λεχθέντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ μέρους τῶν χειριστῶν τοῦ καλάμου, τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ τύπου, οἱ ὁποῖοι ἀντιπρόσωποι τοῦ τύπου εἶναι καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, διότι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ Πίτ, ὅταν δὲν κυβερνῶ, συγκυβερνῶ μετὰ τοῦ τύπου. Ἔχουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τύπου συμπαθείας πρὸς ἐμὲ ἢ ἀντιπαθείας πρὸς τὸν συνάδελφον; Ἡ συμπαθείας πρὸς τὸν συνάδελφον καὶ ἀντιπαθείας πρὸς ἐμέ; Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τύπου κινούμενοι ἀπὸ ἐλευθέρας σκέψεως καὶ ἀνεπηρεάστου τοιαύτης ἀπεκρυστάλλωσαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθησαν ἐν χρηστῷ συνειδότι καὶ ἀντιλήψει πεφωτισμένῃ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν των ἔγραψαν οἱ δημοσιογράφοι. Αὐτὸ δὲν θέλετε νὰ εἰπῆτε;
§14Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μάλιστα. Θλίβομαι, κύριοι συνάδελφοι, περισσότερον ἐγὼ διὰ τὸ ἐπεισόδιον. Ὁμολογῶ ὅτι θλίβομαι, διότι πρὸ παντὸς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ δὲν πρέπει νὰ γίνωνται ἥρωες ἐπεισοδίων ἐν τῷ ἐθνικῷ Συνεδρίῳ. Ἐὰν ὁ ἔντιμος συνάδελφος Ἀχαϊοήλιδος ὑπεξέλαβε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ὅτι ἐσκόπουν νὰ τὸν προσβάλω, φρονῶ ὅτι καὶ ὁ μέχρι τοῦδε ἰδιωτικός μου βίος καὶ ὁ μέχρι τοῦδε δημόσιός μου βίος ἀπέδειξαν πᾶν ἄλλο ἢ ὅτι θέλω νὰ ἀμαυρώσω τὴν ὑπόληψιν οἱουδήποτε ἄλλου.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν βλέπω νὰ σημειοῦται εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἀνεκλήθησαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι εἰς τὴν τάξιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνεκλήθησαν, διότι ἔδωσαν ἐξηγήσεις.
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸ προεδρεῖον, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον εὑρίσκω, ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ συναδέλφου κ. Γόντικα προέρχονται ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὸ σῶμα. Ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο περὶ ἱκανοποιήσεώς του θὰ ἐπερίττευεν αὕτη, διότι πιστεύω ὅτι ἔχει τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐξηγήσεων.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ τὰ λεχθέντα δὲν ἐσημειώθησαν εἰς τὰ Πρακτικά. Αἰσθανόμεθα ὑπόληψιν πρὸς ἀμφοτέρους τοὺς συναδέλφους. (Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.) Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Κάτοικοι Σπάρτης αἰτοῦνται ἐπισκευὴν τῶν πρὸς Γύθειον–Τρίπολιν ὁδῶν· 2) Κάτοικοι Ἄσσου τῆς Κορινθίας αἰτοῦνται συνδρομὴν διὰ πρωτοφανῆ πλημμύραν ἀπειλοῦσαν τὰς οἰκίας των· 3) Γονεῖς καὶ κηδεμόνες Πειραιῶς αἰτοῦνται ὅπως μὴ καταργηθῇ ἡ διδασκαλία τῆς γαλλικῆς ἐν ταῖς δημοτικαῖς σχολαῖς· 4) Ὁ ἐμποροκτηματικὸς σύλλογος Μελιγαλᾶ, αἰτεῖται παράτασιν τῆς πρὸς παραγραφὴν χρεῶν προθεσμίας· 5) Κτηματίαι Κερκύρας αἰτοῦνται ἀπαλλαγὴν τοῦ δασμοῦ τῶν ἐλαιοπυρήνων· 6) Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Α. Σκιαδαρέσης αἰτεῖται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ μηχανικοῦ Λευκάδος τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ Λευκάδος–Βονίτσης τὸ διῆκον διὰ τῆς πόλεως Λευκάδος· 7) Ὁ ἐκ Καρδίτσης Ἀναστ. Ἀλεξόπουλος αἰτεῖται ὅπως τὸ 3ον ἱππικὸν Σύνταγμα προμηθεύηται τὸν σανὸν ἐκ τοῦ κτήματός του, ὅπερ εἶναι συμφερώτερον διὰ τὸ Δημόσιον· 8) Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ κρατούμενος ἱερομόναχος Νίκανδρος Πλιατσικούρας αἰτεῖται ἀναστολὴν ποινῆς· 9) Ὁ Ν. Βαλαώρας, γεωργοποιμὴν ἐκ Σμοκόβου, καταγγέλλει τὸν ἀνθυπασπιστὴν τῆς χωροφυλακῆς Δημητρακόπουλον ἐπὶ παρανομίαις· 10) Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Λάσκαρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεων διατάξεών τινων εἰς τὸν νόμον ͵ΓΨΚʹ (3720) περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πιστώσεως πρὸς συνδρομὴν εἰς δημοσυντήρητά τινα γυμνάσια καὶ εἰς φιλανθρωπικά, καὶ ἄλλα ἱδρύματα· 11) Ὁ βουλευτὴς κ. Ἰ. Μάνος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀτελείας τοῦ εἰσαγομένου πρὸς μεταποίησιν καὶ ἐξαγωγὴν σίτου καὶ τοῦ πρὸς ἐκκοκισμὸν βάμβακος ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· 12) Οἱ βουλευταὶ κύριοι Δ. Γκλαβᾶς, Δ. Οἰκονόμου, Λ. Πετρόπουλος, Α. Κοκκέβης, Δ. Δεδούσης, Γ. Σπυρόπουλος, Ἰ. Χρυσοβελώνης, Γ. Δρίβας, Π. Ἀποστολίδης, Ν. Γαρδικιώτης, Α. Σχλῆμαν, Γ. Συγγούρης, Α. Ἀναστασιάδης, Μ. Γαλανός, Κ. Χρυσοχοΐδης, Γ. Ράμμος, Π. Πετροπουλάκης, Λ. Περιστέρης, Π. Ἀγγελίδης, Ν. Γιουβρῆς, Θ. Παπαϊωάννου, Γ. Νοταρᾶς, Β. Σηλυβρίδης, Γ. Βλάχος, Δ. Κουκιάδης, Ε. Μαντόπουλος, Γ. Σχινᾶς, Δ. Κλάδης, Σ. Θεοδωρόπουλος, Γ. Φικιώρης, Σ. Γρανίτσας, Ι. Καναβός, Α. Παπαποστόλου, Δ. Μπούσδρας, Δ. Θεοδοσόπουλος, Δ. Βρατσάνος, Π. Φλέσσας Ν. Ξηρός, Ι. Λιμπερόπουλος, Α. Μονοκροῦσος, Γ. Κατσιμπίρης, Β. Μιχαλέας, Δ. Κάβουρας, Ν. Συριόπουλος. Σ. Ντολιόπουλος, Α. Παπαχελᾶς, Ι. Κοττίκας, Ἀ. Χριστίδης, Κ. Ἀλαβάνος. Φ. Ζαρζάμπας, Ὀθ. Τετενές, Ἰ. Καλαντζόπουλος, Εὐθ. Βελιανίτης, Ν. Δελακοβίας, Α. Βάρβογλης, Γ. Σπηλιόπουλος, Ἰ. Μανέτας, Θ. Κουτσομητόπουλος, Ι. Μαμάης, Α. Βαλσαμάκης, Γ. Στρατούλης, Π. Ἠλιόπουλος, Π. Γκίκας, Χρ. Καρᾶς, Χρ. Μεϊτάνης, Μ. Μπουφίδης, Ν. Βάρθης, καὶ Σ. Βαρβιτσιώτης, ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ κατατάξεως ἐν τῷ Στρατιωτικῷ Σχολείῳ τῶν Εὐελπίδων μαθητῶν καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὑπὸ τοῦ ἀπὸ 17 Μαρτίου 1911 Β. Διατάγματος ὁρισθέντος ἀριθμοῦ». Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. 13) Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. Ἠλιόπουλος ὑποβάλλει προσθήκην ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. 14) Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Χαριτᾶτος καὶ Ι. Δογάνης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, Τεῦχ. Β) Αἱ περὶ ἀδειῶν αἰτήσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν ἀναγγέλλονται εἰς τὴν Βουλήν, καθόσον δὲν ἔληξεν ἀκόμη οὐδεμία ἄδεια ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ληφθεισῶν.
§19Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ζητῶ ἄδειαν ἀπὸ τῆς 8 Νοεμβρίου.
§20Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἀπὸ τοῦδε διὰ τοὺς κατοίκους Ἄσσου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω ὅτι ἐπιμένετε, ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα.
§22Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀνωτέρας βίας.
§23Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Χθὲς ἐλήφθη τηλεγράφημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τούτου, κύριοι Βουλευταί, αὐθωρεὶ δὲ διετάχθη ὁ Νομομηχανικὸς Πατρῶν νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, νὰ ἐξετάσῃ τί ζημία ἔγινε καὶ νὰ διαβιβάσῃ ἐνταῦθα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ λάβωμεν τὰ ἀναγκαῖα μέτρα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§25Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει ὑποβληθῆ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Σπάρτης διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν ὁδῶν καὶ δὲν ἀνεκοινώθη.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀνεκοίνωσα καὶ σᾶς ἐσημείωσα πρῶτον. Ὁ κ. Γόντικας «περὶ τῆς βραδύτητος τῆς συντάξεως τῶν σχεδιαγραμμάτων τῶν νέων συνοικισμῶν τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ τοῦ 1909 καταστραφέντων χωρίων».
§27Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, γινόμεθα βεβαίως ὀχληροὶ ἐπαναφέροντες ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πολλάκις τὸ αὐτὸ ζήτημα κατὰ διαφόρους τρόπους καὶ ὑπὸ διαφόρους μορφάς. Εἴμεθα συγγνωστοὶ ὅμως κατὰ τοῦτο καὶ μόνον, διότι δὲν ἔχομεν ποῦ ἀλλοῦ νὰ ἀπευθυνθῶμεν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἀκούσῃ ἐπ’ ὀλίγας στιγμάς, ὅσας μᾶς ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμός, τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει μᾶς δικαιώσει, διότι κατ’ ἐπανάληψιν ἀπηυθύνθημεν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποστηρίζοντες ἀναφορὰς ἐπὶ τοιούτου πράγματος καὶ ὑποβάλλοντες ἐρωτήματα εἰς τοὺς ἑκάστοτε κυρίους Ὑπουργούς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὸ 1909 σεισμοὶ κατέστρεψαν ὁλόκληρα χωρία τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας. Μετὰ τὴν καταστροφὴν τῶν χωρίων τούτων τὴν ὁλοσχερῆ, τὴν ἐξ ὁλοκλήρου καταστροφήν, ἀτυχῶς, καὶ τονίζω τὴν λέξιν ἀτυχῶς, ἀπεφάσισεν ἡ Πολιτεία νὰ ἐπέμβῃ πρὸς προστασίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, καὶ ἐνόμισεν ὅτι τοὺς προστατεύει, ἐὰν τοὺς ἐπιβάλλῃ νὰ μετοικήσωσιν εἰς ἄλλο μέρος, ἐνόμισεν ὅτι τοὺς προστατεύει ἐὰν ἱδρύσῃ νέους συνοικισμούς, διότι τὰ χωρία των κατεστράφησαν ὁλόκληρα. Καὶ ἤδη ἔχομεν τὸ τρίτον ἔτος. Μετέβησαν μηχανικοὶ ἐπανειλημμένως εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, αἱ ἁρμόδιοι ἀρχαὶ ἐπελήφθησαν καὶ ἐβεβαίωσαν τὴν κατάστασιν τῶν χωρίων καὶ ἀπεφασίσθη ἡ μεταφορὰ τῶν χωρίων εἰς ἕτερον μέρος. Ὁ ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἶχε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ εἰς τοὺς ἑκάστοτε Ὑπουργοὺς καὶ πρῶτον μετὰ δύο ἡμέρας παρουσιάσθη εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Στράτον, ἐζήτησε τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας καὶ ἐδόθη αὐτῷ ὑπόσχεσις. Κατόπιν παρουσιάσθη ἐνώπιον ἄλλου Ὑπουργοῦ, τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου νομίζω, παρὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὰς αὐτὰς ὑποσχέσεις. Παρῆλθον ἔκτοτε δύο ἔτη καὶ ἤδη ἐμφανίζεται καθημερινῶς ἐνώπιον καὶ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διαρκῶς λαμβάνων τὰς αὐτὰς ὑποσχέσεις. Καὶ τότε μὲν δὲν εἶχον ἰδιότητά τινα καὶ ἦλθον ἐπίτηδες εἰς Ἀθήνας δὶς ἢ τρίς, νομίζω· ἤδη δὲ ὅτε συμπίπτει νὰ εἶμαι καὶ βουλευτὴς ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ μεταβαίνω συχνὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὅστις μὲ βλέπει νομίζει Κύριος οἶδε διατί μεταβαίνω. Μεταβαίνω τακτικὰ ἐνοχλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τοῦτο. Μετὰ τὰς ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐν τῇ Βουλῇ, μετὰ τὰς ἑκάστοτε ἀναφορὰς εἶναι ἀληθὲς ὅτι δίδονται σπασμωδικῶς διαταγαί, στέλλεται ἓν τηλεγράφημα εἰς τοὺς ἐκεῖ μηχανικούς, γίνεται ποιά τις κίνησις, ἔκτοτε ὅμως τὰ πράγματα μένουσι στάσιμα καὶ νεκρά. Κύριοι Βουλευταί, οἱ ἄνθρωποι ὅλων τῶν χωρίων εἶναι ἄστεγοι, διότι δυστυχῶς εἶπον ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ἐπενέβη ἡ Πολιτεία νὰ τοὺς προστατεύσῃ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἀπαγορεύει εἰς τοὺς κατοίκους τοὺς σεισμοπλήκτους νὰ κτίσουν οἰκίας, διότι θέλει νὰ κτισθοῦν ἐπὶ σχεδιαγράμματος ἐγκεκριμένου παρὰ τοῦ οἰκείου νομομηχανικοῦ. Νομομηχανικοὶ ἀλληλοδιαδόχως μετέβησαν ἐκεῖ, πολλὰ σχεδιαγράμματα κατηρτίσθησαν, κατήρτισε τὸ πρῶτον σχεδιάγραμμα ὁ πρῶτος νομομηχανικός, ἂς μὴ ἀναφέρω τὸ ὄνομά του· παρῆλθον μῆνες ὁλόκληροι, ὑπεβλήθη εἰς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἀκυροῖ τὸ σχεδιάγραμμα, διότι ἦτο κακῶς συντεταγμένον. Εἰς δευτέρας παραστάσεις συντάσσεται νέον σχεδιάγραμμα καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ νομομηχανικὸς ἐκεῖνος εἶχεν ἀποφασίσει νὰ κτισθῶσιν αἱ οἰκίαι ἐντὸς λάκκου. Ἠκυρώθη καὶ τὸ σχεδιάγραμμα ἐκεῖνο. Οἱ κάτοικοι ἀκόμη δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν ἀδείας πρὸς οἰκοδομήν, παρῆλθε καὶ τὸ δεύτερον ἔτος, τρίτη διαταγὴ ἐδόθη εἰς τὸν νομομηχανικὸν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος μετέβη ἐκεῖ ἐπὶ τούτῳ, ἐσχάτως δὲ παραγγέλλεται ὁ ἐργοδηγὸς ἐν Πύργῳ, ὅπως συντρέξῃ τὸν νομομηχανικόν. Στέλλονται διαταγαὶ ἐπανειλημμένως ὑπογεγραμμέναι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τί ἀπαντᾷ ὁ ἐργοδηγός, προκειμένου περὶ στεγάσεως ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄστεγοι ἐπὶ τρία ἔτη; ἔχω ἄλλην ἐργασίαν ἐπείγουσαν καὶ δὲν εὐκαιρῶ νὰ κάμω αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶμαι πολὺ συγκεκινημένος καὶ φροντίζω νὰ μεταδώσω μέρος τῆς συγκινήσεώς μου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Κύριε Ὑπουργέ, ἀναγνωρίζω τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ Ὑπουργείου, αἱ διαταγαὶ στέλλονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, κατήντησε μάλιστα νὰ γίνῃ φάκελος ὀγκωδέστατος, τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως εἶναι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μένουν ἄστεγοι καὶ δὲν ζητοῦν οὔτε χρήματα, οὔτε προστασίαν, ἀλλὰ μόνον νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ οἰκοδομήσουν. Τοὺς ἀπαγορεύουσι νὰ οἰκοδομήσωσι καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ἀτυχῶς ἡ Πολιτεία ἐπενέβη νὰ τοὺς προστατεύσῃ. Ἐκ τούτου δύναταί τις νὰ κρίνῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς γραφειοκρατίας. Εἶναι θλιβερὸν τῳόντι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀπαντᾷ καθημερινῶς, κατὰ δὲ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις ἐν τῷ τάπῳ, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ ὁ Ἡρακλῆς, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸ ἄγος τῆς γραφειοκρατίας. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι παραμύθια, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τῆς γραφειοκρατίας, ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρεθῇ ὁ Ἡρακλῆς ἐκεῖνος, ὥστε νὰ ἀποκτήσωμεν σύστημα τοιοῦτον, ὥστε αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνεται ἐντὸς 3 ἡμερῶν νὰ μὴ κατορθώνῃ νὰ γίνεται ἐντὸς τριῶν ἐτῶν. Βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δίκαιον θὰ εἶχον ἂν οἱ πολῖται ηὔχοντο, ὅπως ὁ Ὕψιστος ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς τοιαύτης προστασίας τῶν ὡρισμένων αὐτῶν ἀρχῶν. Μετὰ τὰ λεχθέντα νομίζω, ὅτι θὰ συγκινηθῆτε, κύριε Ὑπουργέ.
§28Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Γόντικα καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις του.
§29Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἔχω λάβει ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐρωτήσεώς σας, ἡ ὁποία ἦτο ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ ἐκάλεσα τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην καὶ ἠρώτησα αὐτὸν τί γίνεται ἡ σχετικὴ ὑπόθεσις, ἔλαβον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι εὐχερὲς ἔργον, διότι πρόκειται νὰ συνταχθῶσι σχεδιαγράμματα, ἀλλ’ ὅτι ἐργάζονται πυρετωδῶς πρὸς περαίωσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Δὲν ἐγνώριζον τότε ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἀπὸ τριετίας ἦτο ἐκκρεμὴς καὶ ὅτι τόσα συνέβησαν ἐν τῷ μεταξύ· ἤδη ἀκούων ταῦτα, βεβαίως συγκινοῦμαι ἐξ ὅσων ἀνεπτύχθησαν καὶ φρονῶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ ἀφήνουσα ἐπὶ τριετίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν ἐκκρεμῆ. Διὰ τοῦτο τὴν ἑσπέραν ταύτην μεταβαίνων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον θέλω ζητήσει τὸν φάκελον καὶ θέλω τιμωρήσει ἀμειλίκτως τὸν ὑπάλληλον· (χειροκροτήματα).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δογάνης ἐρωτᾷ τί ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τῶν χωρίων τοῦ δήμου Λαπαθῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιφυλάσσεται νὰ ἀπαντήσῃ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς καλεῖται ὅπως καταθέσῃ μερικὰς ἀναφοράς.
§31Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀποσταλεῖσα ἀναφορὰ ἀπὸ τὴν κοινότητα τοῦ χωρίου Καράτουλα. Ὑπάρχει μία γέφυρα ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης ἀπὸ Καράτουλα εἰς Πύργον, εἰς θέσιν Παληολάγκαδο, ἥτις ἔχει καταστραφῆ πρὸ ἑνὸς ἔτους. Οἱ κάτοικοι ἐπανειλημμένως ἀνεφέρθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκώφευσεν. Σημειωτέον ὅτι ἡ δαπάνη εἶναι μικροτάτη, συγκοινωνοῦσι δὲ διὰ τῆς γεφύρας αὐτῆς ὄχι μόνον ἡ κοινότης Καράτουλα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ γειτονικὰ χωρία τῆς πόλεως Πύργου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Ἐπίσης καταθέτω ἀναφορὰν τῶν μοναχῶν Πεπελενίτσης. Αἱ μοναχαὶ τῆς μονῆς Ταξιαρχῶν ἀνερχόμεναι εἰς 100 τὸν ἀριθμὸν ἀναφέρονται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ καταγγέλλουσι καταχρήσεις ἀνερχομένας εἰς πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Παρακαλῶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἵνα λάβῃ μίαν μέριμναν διὰ τὰ μοναστήρια ἢ νὰ τὰ κλείσῃ ἢ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Εἰσαγγελίας Πατρῶν διὰ τὰ περαιτέρω. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Λόγκου, τὸ ὁποῖον κεῖται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Αἰγιαλείας. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνας χείμαρρος, ὁ ὁποῖος καταπλημμυρίζει. Ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία κατεσκεύασεν ἔργα ἀντιπλημμυρικὰ καὶ ἔσωσε τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἤδη ἐξηντλήθη ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία καὶ παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν, ἵνα μὴ πνιγῶσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι. Ἐπίσης ἑτέραν ἀναφορὰν διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ εἰσπράκτορες ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπανειλημμένως ὅτι κατέστησαν τυραννικοὶ καὶ τῷ ὄντι μοὶ καταγγέλλεται ὑπὸ τοῦ συμπολίτου μου Δ. Κανελῆ ἐκ Καλαβρύτων, ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ εἰσέπραξεν ἀπ’ αὐτὸν διὰ φόρον τινὰ 38 δραχ. καὶ ὀλίγα λεπτὰ ἐπανειλημμένως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ταμίαν Καλαβρύτων νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ ποσόν. Ἐπίσης ἑτέραν ἀναφορὰν τῶν καταδίκων Πύργου, ἥτις παρακαλῶ νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Συντεχνιῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς.
§33Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ συμβουλίου ἐργασίας κανονίζονται τὰ τῆς συμμετοχῆς τῶν ἐργατικῶν σωματείων εἰς τὸ συμβούλιον αὐτὸ δι’ ὡρισμένου ἀριθμοῦ ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Τὸ συμβούλιον αὐτό, ὡς γνωστόν, θὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν ἑκάστοτε ἀναφυομένων ἐργατικῶν ζητημάτων καὶ ἐν γένει εἰς τὴν ἁρμονικὴν ῥύθμισιν τῶν σχέσεων μεταξὺ ἐργασίας καὶ κεφαλαίου. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ εἰς αὐτὸ συμμετοχὴ τῶν ἐργατικῶν σωματείων εἶναι ἀπαραίτητος καὶ ἐπιβεβλημένη. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιοῦτον μέγαν κοινωνικὸν σκοπὸν πρόκειται νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ Συμβούλιον τοῦτο, μεγάλαι ἐργατικαὶ ὁμάδες, πολυάριθμα ἐργατικὰ σωματεῖα δὲν ἀντιπροσωπεύονται εἰς αὐτὸ καὶ τοιαῦτα εἰσὶ τὰ σωματεῖα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸν σύνδεσμον τῶν Συντεχνιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Κατὰ πρόχειρον ὑπολογισμὸν ὑπὲρ τὰ 35 τοιαῦτα σωματεῖα, σωματεῖα καθαρῶς ἐργατικά, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι μέγα μέρος τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ, δὲν ἀντιπροσωπεύονται εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀντιπροσωπεύεται τὸ Ἐργατικὸν κέντρον, εἰς τὸ ὁποῖον συμμετέχουσιν ὑπὲρ τὰ 20 ἐργατικὰ σωματεῖα, ἀλλὰ τὰ σωματεῖα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτό, ἀλλ’ εἰς τὸν σύνδεσμον τῶν Συντεχνιῶν καὶ εἶναι ὀρθὸν καὶ ταῦτα νὰ ἀντιπροσωπεύωνται δι’ ἀναλόγου ἀριθμοῦ ἀντιπροσώπων. Ἀλλὰ καὶ ἡ πόλις τοῦ Πειραιῶς, πόλις ἐξόχως βιομηχανικὴ καὶ συνεπῶς ἔχουσα μέγαν ἀριθμὸν ἐργατῶν, ἀντιπροσωπεύεται μόνον δι’ ἑνὸς ἀντιπροσώπου, ἐνῷ εἶναι δίκαιον ν’ ἀντιπροσωπεύηται ὑπὸ πλειόνων. Ἀπὸ τῶν δύο τούτων ἀπόψεων παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου τῶν Συντεχνιῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ συμπληρώσῃ τὸν νόμον ὑποβάλλων νομοσχέδιον κανονίζον τὸ ζήτημα συμφώνως πρὸς τὸ προφανὲς δίκαιον τοῦ Συνδέσμου τῶν Συντεχνιῶν.
§34Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως γραφείου ἐργασίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ ἐκ συναδέλφων, εἰς ἣν ἔλαβον μέρος καὶ ἐγώ. Ἐνθυμοῦμαι τότε ὅτι τῇ εἰσηγήσει ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκανονίσαμεν ὥστε νὰ ἀντιπροσωπεύηται ἐν τῷ γραφείῳ ἐκείνῳ ἓν ἀπὸ τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα. Μᾶς ὑπέδειξε τότε ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ὅλα τὰ σωματεῖα συμπεριλαμβάνονται ἐν τῷ Ἐργατικῷ Κέντρῳ. Ἡμεῖς οἱ μὴ ἐγκατεστημένοι ἐνταῦθα, δὲν ἐγνωρίζομεν ποῖοι σύνδεσμοι καὶ ἐργατικὰ σωματεῖα συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον, καὶ ποῖα εἰς τὸν Σύνδεσμον τῶν Συντεχνιῶν. Διὰ τοῦτο ὡρίσαμεν ἵνα εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ἑδρεύσωσι 7 μέλη, 2 ἀνήκοντα εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον, ἀφοῦ πάντα συμπεριελαμβάνοντο ἐν αὐτῷ καὶ τὰ ἄλλα εἰς 5 μεγάλας ἀγορὰς τῶν ἐπαρχιῶν· τὴν Σῦρον, τὸν Βόλον κλπ. Ὁ σύνδεσμος ὅμως τῶν Συντεχνιῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παραπονεῖται κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἰσχυριζόμενος, ὅτι τὸν ἠδικήσαμεν, διότι εἰς αὐτὸν συμπεριλαμβάνονται 47 σωματεῖα, μὴ συμπεριλαμβανόμενα εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον, τὸ ὁποῖον ἀριθμεῖ 13 μόνον σωματεῖα, ὡς λέγει ἡ ἀναφορά, ἥτις ἀναφέρει λεπτομερῶς, ποῖα σωματεῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸν σύνδεσμον τῶν συντεχνιῶν καὶ ποῖα εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον. Νομίζω ὅτι τὰ παράπονα εἶναι δίκαια, καὶ πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ μέλος τοῦ ἐργατικοῦ κέντρου καὶ ἀντικατασταθῇ διὰ μέλους τῶν συντεχνιῶν καὶ οὕτω ἀντιπροσωπεύηται καὶ ὁ σύνδεσμος τῶν συντεχνιῶν· καὶ ἀντὶ τῶν δύο μελῶν τοῦ ἐργατικοῦ κέντρου τῶν ἐν τῷ νόμῳ νὰ τεθῇ ἓν δι’ αὐτὸ καὶ ἓν διὰ τὸν σύνδεσμον τῶν συντεχνιῶν καὶ οὕτως ἱκανοποιοῦνται καὶ τὰ δύο σωματεῖα.
§35ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ τεθῶσιν εἰς μίαν κληρωτίδα οἱ Πρόεδροι ἑκάστου σωματείου καὶ νὰ κληρωθῶσι καὶ νὰ λείψῃ τὸ κέντρον τὸ ἐργατικὸν καὶ ὁ σύνδεσμος τῶν συντεχνιῶν.
§36Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν παράκλησιν ὑποβάλλω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ μάλιστα, ὡς μανθάνω, σκέπτεται καὶ μελετᾷ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν καὶ δὲν ἐδημοσιεύθη εἰσέτι, καὶ δέον νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ τροποποίησις αὐτή, εἰς τὸν νόμον ὥστε νὰ ἀντιπροσωπεύωνται καὶ αἱ συντεχνίαι καὶ τὸ ἐργατικὸν κέντρον.
§37Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι προκειμένου περὶ ῥυθμίσεως τοιαύτης διατάξεως πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ σπουδαίως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἀθηνῶν ἀποτελεῖ πρὸ παντὸς τὴν ἐργατικὴν ψυχήν, τὰ δὲ σωματεῖα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἀποτελοῦσι τάξεις, αἱ ὁποῖαι δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐκπροσωποῦσι μᾶλλον τὸ κεφάλαιον. Ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἀπόψεως δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐπέρχεται δυσαρμονία ἐν τῇ κινήσει καὶ τῇ σκέψει τῶν ἀντιπροσώπων τῶν συντεχνιῶν Ἀθηνῶν Πειραιῶς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ μείνῃ τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀνακινήσωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος ἀκόμη δὲν ἐφηρμόσθη καὶ ὁ ὁποῖος, ἂν δὲν δείξῃ μεγάλα σημεῖα μεταβολῆς πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ντολιόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Γαργαλιάνων.
§39ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ ἰδικιτέρως τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως μοὶ χαρίσῃ πέντε λεπτῶν ἀκρόασιν καὶ ἀκροασθῇ τοῦ σοβαρωτάτου ζητήματος τοῦ κρατοῦντος ἐν δικαίᾳ ἐξεγέρσει τὸν Μεσσηνιακὸν λαὸν καὶ ἰδίᾳ τὸν λαὸν τῆς Τριφυλίας. Εἰς τὸ βῆμα μὲ παρώθησεν ἡ ἐκ μέρους τῶν φιλησύχων κατοίκων τῆς πόλεως Γαργαλιάνων, ὑποβληθεῖσα ἀναφορά, οἵτινες ἔχουσι ἐξαναστῆ διὰ τὴν παράνομον καὶ αὐθαίρετον κατακράτησιν τῶν ἐκ τῆς ἐκριζώσεως τῶν σταφιδαμπέλων των προερχομένων ὀλίγων χρημάτων, παρὰ τοῦ ταμείου Τριφυλίας, ἐκ τῆς ἀναλήψεως τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς σκοποὺς ἱεροὺς καὶ εἰς ἐπούλωσιν πολλῶν πληγῶν. Ἐν ὀλίγοις θὰ σᾶς ἐξιστορήσω, Κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον, περιλαμβάνει ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς εἰρημένης ἐπαρχίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὡς μόνον εἰσόδημα τὴν σταφίδα, ἀναγκάζονται λόγῳ πολλῶν ἀναγκῶν νὰ ἐκριζώνωσι σταφιδαμπέλους, ὅπως διὰ τῆς λήψεως τῶν χρημάτων πληρώσουν χρέη ἢ ἄλλας αὐτῶν ἀνάγκας. Ἀτυχῶς κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν ὑπάρχουσαν τῆς ἐκριζώσεως τῶν σταφιδαμπέλων ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία καλῶς πράττουσα καταθέτει τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τῆς ἐκριζωνομένης σταφιδαμπέλου εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τῆς περιφερείας ὅπου ἐκριζώνονται ἔναντι τῶν καθυστερουμένων δόσεων, ἀλλ’ ἂν ἐγίνετο τοῦτο μόνον ἐπὶ τῶν καθυστερούντων τὰς δόσεις τῶν φυτειῶν, ἐφ’ ὧν ἔχει ὑποθήκην τὸ δημόσιον, δὲν θὰ εἶχέ τις ἀντίρρησιν, οὐδ’ αὐτοὶ οἱ κτηματίαι, δυστυχῶς ὅμως τοῦτο γίνεται καὶ προκειμένου περὶ κτηματιῶν, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν τακτικῶς πληρώνοντες νὰ ἀποπληρώσωσι τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλήν των λαβόντες ἕνεκεν τούτου καὶ παραχωρητήριον καὶ ἔχοντες τὰ διπλότυπα τὰ παρὰ τῶν εἰσπρακτόρων διδόμενα. Καθημερινῶς μεταβαίνουσιν εἰς τὸν ταμίαν Τριφυλίας, ὅπως προβῇ εἰς ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν καὶ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ὅλως ἀδικαιολογήτως κρατουμένων χρημάτων, ἀλλ’ οὗτος ὅλως ἀδικαιολογήτως ἀρνεῖται καὶ λέγει πρὸς αὐτοὺς δὲν δύναμαι νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν, διότι δὲν ἔχω κατάλογον κτηματικόν. Αὐτὴ ἡ δικαιολογία νομίζω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητος.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρεκάλεσε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§41Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Εἶναι ἐντελῶς ἀκατανόητος, διότι τοῦτο δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἀφορᾷ τοὺς κτηματίας ἀλλὰ τὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία δὲν ἐμερίμνησε διὰ τὴν εὔρρυθμον λειτουργίαν τῆς διοικήσεως. Τὸ τοιοῦτον μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ἄλλοτε νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἄλλοτε νὰ συστήσω ἰδιαιτέρως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην λυποῦμαι καὶ ὅστις μοὶ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ λάβῃ μέριμναν νομοθετικήν, ἥτις ὅμως ἀτυχῶς, δὲν ἀνεφάνη εἰς τοὺς ὁρίζοντας τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἂν καὶ κατ’ ἐμὲ περιττεύει ἡ πρόνοια ἡ νομοθετικὴ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δύναται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ μιᾶς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τοὺς ταμίας, ὅπως ἐπὶ τῇ παρουσιάσει τοῦ διπλοτύπου καὶ τοῦ παραχωρητηρίου, ἐπιστρέφωνται τὰ χρήματα. Διὰ τοῦτο ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σᾶς παρακαλῶ ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μετὰ τοσαύτης ἐμπιστοσύνης καὶ ἀγάπης σᾶς περιέβαλεν, ὅπως μεριμνήσητε περὶ τοῦ ζωτικοῦ αὐτοῦ ζητήματος.
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν.
§43ΑΝ. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ παράπονον τῶν κατοίκων Γαργαλιάνων, εἶναι λίαν δεδικαιολογημένον. Ἐφ’ ὅσον ἔχουσιν οὗτοι προεξοφλήσει τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον δόσεις, νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ σταλῇ μία διαταγὴ εἰς τὸν ἁρμόδιον ταμίαν, ἵνα ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα κακῶς κρατοῦνται. Συνιστῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§44Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· ὁ Ταμίας καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δὲν ἀρνεῖται νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ χρέη, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐργάζεται ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐργάζεται 13 ὥρας τὴν ἡμέραν, ἀλλὰ δὲν ἔχει ὑπαλλήλους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐσχάτως προσεκολλήθη εἰς τὸ ταμεῖον τῇ παρακλήσει ἡμῶν εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος καθὸ νέος εἶναι ἄπειρος, ἀλλὰ καὶ ἐμπειρίαν ἂν εἶχε περὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τὰ ἐκκαθαρίσῃ. Πρέπει νὰ συστηθῇ συνεργεῖον, διότι εἶναι 150 τοιαῦται ἀναφοραί. Τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐν ᾧ οἱ πολῖται καταδιώκονται, συλλαμβάνονται, καὶ φυλακίζονται διὰ χρέη τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν ἅπαξ, ἐξ ἄλλου δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀδίκως κατέθεσαν, ἔχουσι δὲ δίκαιον νὰ παραπονῶνται κατὰ τῶν ἀρχῶν καὶ τῆς πολιτείας. Αἱ ἀναφοραί των εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον χωρὶς οὐδὲν νὰ γίνῃ ἐπ’ αὐτῶν, ἔχουσι δὲ δίκαιον νὰ παραπονῶνται ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν θέλει νὰ τοὺς ἐπιστρέψῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται νὰ λάβωσι. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ νὰ ἐκκαθαρισθῶσι ταῦτα, διότι ἤρχισαν οἱ ἐκμεταλλευταὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων νὰ λέγωσιν εἰς τὸν λαόν: βλέπετε τί σᾶς ἔκαμεν ἡ Ἀνόρθωσις; Δὲν δύνασθε ἐπὶ 8 μῆνας νὰ λάβητε τὰ χρήματά σας καὶ προσέτι σᾶς καταδιώκουσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τοὺς δικαιούχους ἀναφερομένους.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης. Ὁ κ. Δαζέας.
§46Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν διαφόρων ταμιῶν νὰ ἀποδώσωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὀφείλουν πρὸς τοὺς ἐκριζώσαντας, διότι τὸν ζῆλον τῶν κατοίκων πρὸς ἐκρίζωσιν τῶν σταφιδαμπέλων πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ περιθάλψωμεν προστατεύοντες οὕτω συγχρόνως τὸν σταφιδικὸν πληθυσμόν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς ἐργασίας Δευτέρα συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀτελείας τοῦ εἰσαγομένου πρὸς μεταποίησιν καὶ ἐξαγωγὴν σίτου καὶ τοῦ πρὸς ἐκκοκισμὸν βάμβακος.»
§48ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰς ἄλλας διατάξεις τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν γνώσει τούτων νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§49ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ὅμως ἐντὸς 5 ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἐλπίζω ὅτι οὕτω θὰ οἰκονομήσωμεν χρόνον εἰς ἀγορεύσεις.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων. Ἀναβάλλεται διότι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τροπολογίαν. Θὰ διαταχθῇ ἡ ἀνατύπωσις αὐτοῦ μετὰ τῆς τροπολογίας. Πρώτη συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν Δικαστικῶν ὑπαλλήλων.» Ἄρθρον αʹ. ὁ κ. Πατσουρᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§51Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος ἐγὼ τοὐλάχιστον, κ. Βουλευταί, νὰ διαμφισβητήσω ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ ἁπάντων τῶν ὑπαλλήλων, διότι δὲν εἶναι ἱκανοποιητικός, οὐδὲ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς σημερινὰς βιοτικὰς ἀνάγκας καὶ τὰς νῦν κοινωνικὰς συνθήκας. Ἀλλὰ ὡσαύτως ὑποθέτω ὅτι καὶ οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς θὰ εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι τὸ κράτος ἡμῶν εἶναι πενέστατον, ὅτι ὁ λαὸς ἡμῶν δὲν ἀντέχει εἰς νέα βάρη, εἰμὴ μόνον ἐὰν ταῦτα ἀφορῶσι τὴν ἐνίσχυσιν τῶν πολεμικῶν αὐτῆς κατὰ γῆν, καὶ θάλασσαν δυνάμεων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐνόμιζον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ παρεσύρετο ἐκ τῆς χαραχθείσης πορείας ὑπὸ τῆς Ἀνορθώσεως πρὸς τὴν πολυτέλειαν καὶ τὴν σπατάλην, ἵνα ἐπιβαρύνῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δι’ ἑνὸς ἔτι ὁλοκλήρου ἑκατομμυρίου πρὸς αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν. Βεβαίως εἶχον δίκαιον οἱ παραπονούμενοι συνάδελφοι ὑποστηρίζοντες ὅτι ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ παρίσταται ἀξιοπρεπής, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ ἐπιτρέψατε νὰ ἔχω ἀντίρρησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν δικαστῶν, ὅταν αὕτη πρόκειται νὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς αὐξήσεως, ἢ μὴ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, διότι δὲν πιστεύω ποτὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσιν οἱ χαρακτῆρες τῶν δικαστῶν ἐκ τῶν ψιχίων τὰ ὁποῖα θὰ τοὺς δοθῶσι διὰ τῆς αὐξήσεως. Δὲν θέλω μάλιστα νὰ τονίσω, ὥς τινες ἄλλοι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὕβρισε τὴν Δικαιοσύνην εἰπὼν ὅτι θὰ ἐξετέλει καλλίτερον τὰ καθήκοντα αὐτῆς, ἐὰν παρίστατο ἀξιοπρεπεστέρα διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τοῦτο· ἄριστον εἶναι τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἶναι γενικόν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τούτου προέχει ἡ ἐρώτησις—ἐπιτρέπει ἆρά γε τὸ τοιοῦτον καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους; Ἂς ἐρωτηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν εἴπῃ εἰς ἡμᾶς ὅτι ἔχομεν περισσεύματα, περισσεύματα ὅμως μὴ ὀφειλόμενα εἰς τὸ δάνειον, διότι τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα εἶναι προωρισμένα δι’ ἄλλον σκοπόν, πλὴν ἂν πρόκειται ν’ ἀκολουθήσωσι καὶ ταῦτα τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν τὰ διάφορα δάνεια μέχρι τοῦδε, εἰς τὸ νὰ πληρώσωσι δηλονότι τὰ κενὰ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐλησμονήσατε πόσα ἐλέχθησαν καθ’ ἡμῶν, διότι ἐζητήσαμεν νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἀποζημίωσιν ἡμῶν; Ἀλλὰ δὲν θέλω ἤδη νὰ ἐξετάσω τίς εἶναι ὁ Βουλευτὴς καὶ τίνα βάρη ἔχει καὶ τίς ἡ ἀποζημίωσις τὴν ὁποίαν λαμβάνει. Ἀλλὰ θὰ ἦτο βεβαίως δικαιότατον νὰ ἐδίδετο ποιά τις αὔξησις, ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη παραβαλλομένη πρὸς τὸν μισθὸν τὸν ἤδη νὰ μὴ εἶναι τόσον ὑπερβολική, διότι Πρόεδρος καὶ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐνῷ λαμβάνουν ἤδη ἑξακοσίας δραχμάς, αὗται γίνονται ἐννεακόσιαι. Τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἀπὸ 500 ἀναβιβάζονται εἰς 750 καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς κατ’ ἀναλογίαν. Τὸ ὅλον δὲ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι βάρος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀνερχόμενον εἰς ἓν ἑκατομμύριον περίπου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ μερίμνῃ αὑτοῦ προέβλεψε βεβαίως τίνι τρόπῳ θὰ καλύψῃ καὶ τὰ κενὰ διὰ τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: Αἱ εἰσπράξεις αὗται ἀπὸ τίνα θυλάκια θὰ ἐξέλθωσιν; Μήπως ἆρά γε δὲν θὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὰ θυλάκια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὰ θυλάκια Ἑλλήνων πολιτῶν; Ἀλλ’ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ πολὺ δικαίως ἐτονίσθη ὅτι δικαιοῦνται περισσότερον παντὸς ἄλλου οἱ δικασταί. Ἀλλ’ οἱ στρατιωτικοὶ τὶ πρέπει νὰ εἴπωσιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Δὲν θὰ θελήσω νὰ ἀρνηθῶ βεβαίως ὅτι δικαιοῦνται καὶ οἱ δικασταί, ἀλλὰ θὰ ἀμφισβητήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι αὐτοὶ δηλονότι πρωτίστως παρουσιάζουσι τὸ Κράτος ἀξιοπρεπές, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχουσι μεγάλους μισθούς, διότι ἐκ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν ἐξαρτᾶται καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους ἐξαρτᾶται περισσότερον, Κύριοι, ἐκ τῶν Στρατιωτικῶν· οἱ δὲ ἀνθυπολοχαγοί, παρὰ τῶν ὁποίων ἡ κοινωνία καὶ ἡ πολιτεία ἀκόμη ἀξιοῖ νὰ παρίστανται πανταχοῦ καὶ πάντοτε ἀξιοπρεπεῖς λαμβάνουσι μόνον δραχμὰς 120 κατὰ μῆνα. Βεβαίως δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶπε προχθὲς ἀπαντῶν εἰς ἔντιμον συνάδελφον, ὅτι θὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ δι’ ἐκείνους. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἠρωτᾶτο εὐθὺς ἀμέσως καὶ παρὰ τῶν δύο ὑπουργῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πῶς θὰ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιασθῶσιν ὅταν ἀρχίσωσι τὰ κόλλυβα ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας; Ἆρά γε ἐκ τοῦ δανείου καὶ ἐκεῖνα; Ἀλλὰ τότε κατὰ τὶ διαφέρομεν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεθόδους τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τοῦ παρελθόντος; Ἐξαντλοῦμεν τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ἐπιζητοῦμεν εἶτα ἢ διὰ φόρων νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἢ διὰ δανείων, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ αἰσθάνεται μόνον ὁ ἀτυχὴς Ἑλληνικὸς λαός. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ἡ Ἀνόρθωσις ἐξακολουθῇ τὴν αὐτὴν πορείαν, δὲν εὑρίσκω κατὰ τὶ διαφέρομεν καὶ πάλιν λέγω, τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην μου σωφρονῇ, νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα παρουσιάσῃ πρῶτον τὸν προϋπολογισμόν, ἵνα ἴδωμεν τὰ διάφορα κονδύλια καὶ ἴδωμεν τὰς αὐξήσεις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ ἀντιληφθῶμεν, κατὰ πόσον θὰ καλυφθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται ἐκ τῶν περισσευμάτων, ἢ κατὰ πόσον αὗται θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν ἀτυχήσαντα αὐτὸν καὶ ἐπαναστατήσαντα διὰ τοῦτο Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι, ἐν ᾧ καὶ αὐτὴν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν βουλευτῶν, περὶ τῆς ὁποίας προηγουμένως εἶπον ὀλίγα τινά, ἐπολέμησα, θὰ ἐθεώρουν ὅτι εἶμαι ἀνακόλουθος πρὸς ἐμαυτόν, ἐὰν δὲν παρηρχόμην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα διαμαρτυρηθῶ ὅτι διὰ τῆς προσθήκης ταύτης ἐπιβαρύνεται σοβαρώτατα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον.
§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, διὰ σειρᾶς μελετῶν καὶ βαθείας ἐρεύνης τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους παρέχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὑπεστηρίζομεν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν γενικῶς μὲν ἄλλον ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, εἰδικῶς δὲ ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν εἴσοδον πρώτης τάξεως νομικῶν, πρώτης τάξεως ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, εἰς τὰς τάξεις τὰς δικαστικάς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῶν τοιούτων νομικῶν τῆς πρώτης τάξεως ὑπὸ ἔποψιν διανοητικὴν καὶ χαρακτῆρος, εἰσερχομένων εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις, τὴν συγκράτησιν εἰς ἐπίπεδον ὑψηλότερον ἀξιοπρεπείας καὶ παραστάσεως. Εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς μέγας πολιτικὸς σύγχρονος καὶ ἔξοχος ῥήτωρ, μεταρρυθμιστὴς ἀληθὴς τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἰταλίας, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Zanardelli — οὕτως ἐλέγετο — ἔλεγεν· (ἀναγινώσκει): «Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἀνάγκη ὅπως, πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ποθουμένου δικαστικοῦ σώματος, ἐπιτύχωμεν τοιούτους διὰ τοὺς δικαστικοὺς ὅρους, ὥστε νὰ δύνανται οὗτοι νὰ συναγωνίζωνται πρὸς τὸ δικηγορικὸν σῶμα». Διότι ἄλλως, λέγει, τὰ ἐξοχώτερα πνεύματα τῶν νομικῶν, οἱ μᾶλλον ὑπερήφανοι χαρακτῆρες, οἱ νομικοί, οἵτινες αἰσθάνονται ἐν ἑαυτοῖς τὴν δύναμιν νὰ ἀγωνισθῶσι, καὶ δικαίως ἐπιζητοῦσι καὶ τὴν εὐμάρειαν ἐν τῷ βίῳ καὶ τὴν ἄνεσιν καὶ τὴν ὑπεροχήν, θὰ μείνωσιν εἰς τὰς δικηγορικὰς τάξεις, ὅπου θὰ ἔχωσι μεγάλας ἀμοιβὰς, καὶ δὲν θὰ ζητήσωσι τὰς τάξεις τὰς δικαστικάς, ὅπου οὐδὲν θέλγητρον παρέχει ἡ ἐλαχίστη ἀμοιβή. Εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν θὰ ἐπακολουθήσωσιν οἱ νόμοι, οἵτινες ἐπηκολούθησαν ἐπὶ ἐπαναστάσεως καὶ ἐπὶ ἀνορθώσεως, καταρτιζόμενοι πάντοτε ἀπὸ τῆς ταπεινῆς ἀπόψεως, τῆς δικαστικῆς γραφειοκρατικῆς, ὥστε οἱ αὐτοί, οἵτινες ἀποτελοῦσι σήμερον τὰς δικαστικὰς τάξεις, οἱ αὐτοὶ ὅλοι θὰ μείνωσιν ἐκεῖ συσπειρούμενοι, ἀλληλοβοηθούμενοι, ἀλληλοϋποστηριζόμενοι καὶ ἀνερχόμενοι εἰς τὰς ἀνωτέρας δικαστικὰς βαθμίδας, ὥστε, ἵνα μὴ γένηται εἰς τὸ μέλλον σύγκρισις μεταξὺ αὐτῶν καὶ νεωτέρων, θὰ εἰσέρχωνται κατὰ τὸ αὐτὸ σύστημα εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις οὐχὶ οἱ νομικοὶ οἱ ὑπερέχοντες διά τε τὸ πνεῦμα αὐτῶν, διά τε τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ὁρμὴν καὶ τὴν ζέσιν πρὸς ἐργασίαν καὶ πρόολον ἐπιστημονικὴν καὶ ἀνάδειξιν ἐπαγγελματικήν. Ἴδετε τὸν νόμον, ὅστις ἐψηφίσθη ἀρχομένης τῆς ἐπαναστάσεως. Καὶ περὶ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἐγράφομεν (ἀναγινώσκει): «Δὲν ἀποκρύπτομεν, ὅτι ἐνέτειναν τὴν ἀπογοήτευσίν μας —τὴν δυσπιστίαν μας λέγομεν — τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν δικαστικὰ νομοσχέδια. Οὔτε μίαν γραμμὴν γενικὴν δὲν ἀνέγνωμεν· οὔτε μίαν διάταξιν τολμηρῶς ἀνορθωτικήν· οὔτε μία λέξις ὑπάρχει κατὰ τοῦ γραφειοκρατικοῦ συστήματος· οὔτε μία φράσις κατὰ τῆς ἀγρίας δικαστικῆς συναδελφότητος, ἥτις ἔχει ἐξαφανίσει σχεδὸν ὁλοκλήρως πᾶσαν εὐθύνην τῶν δικαστῶν δι’ ὅ,τι καὶ ἂν πράξωσιν. Εἶναι ζήτημα μορφῆς καὶ οὐχὶ ὑποστάσεως τὸ ὅτι τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια εἶναι μετὰ τέχνης ἐξειργασμένα». Τὰ νεώτερα νομοσχέδια οὔτε ταύτην ἔχουσι τὴν ἀρετήν. Καὶ προεχωροῦμεν ἀναλύοντες τὰ ὑποβληθέντα τότε νομοσχέδια καὶ ἐλέγομεν (ἀναγινώσκει). «Ποῖος δύναται νὰ ἔχῃ μίαν ἀμυδρὰν ἐλπίδα ἐκ τοῦ διαλαληθέντος ἀπὸ ἡμερῶν φυτωρίου τῶν ἀντεισαγγελέων; Πόσοι θὰ ὦσιν οἱ ἀντεισαγγελεῖς, τέσσαρες, πέντε, ἕξ, πόσοι; Ποῖοι δὲ θὰ ὦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ στέρξωσι τὴν βάσανον ἑνὸς διαγωνισμοῦ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι πιθανῶς μετὰ πολλὰ ἔτη θὰ προαχθῶσιν εἰς εἰσαγγελεῖς; Αὐτοὶ δὲ θὰ προάγωνται μετὰ δεκαετηρίδας καὶ εἰς εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, καταλαμβάνοντες τὴν σημαντικωτάτην ἐκείνην θέσιν ὅλης τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, τὴν θέσιν τοῦ πραγματικοῦ καὶ γενικοῦ κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἐπόπτου, ὅστις πρέπει νὰ ᾖ ἀκαμάτου δραστηριότητος, ἀλυγίστου εὐσυνειδησίας, ὑψίστης ἀξιοπρεπείας, φιλοσοφικῆς μορφώσεως, ἐκτάκτου εὐγλωττίας, ἐξόχου ἐμπειρίας καὶ μορφώσεως εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς κλάδους τοῦ δικαίου. Καὶ ὁ θεσμὸς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων σχεδὸν μένει ἄθικτος· ἀρκεῖ πάλιν διετὴς δικηγορία, ὡς πασίγνωστον ψευδὴς δικηγορία, καὶ καταρτίζονται δικασταὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Καὶ ἀπαγορεύεται νὰ γείνῃ ἔμμισθος πάρεδρος ὁ συμπληρώσας τὸ 35ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἐνῷ ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι ἀντεισαγγελεύς, εἰσαγγελεύων πολλάκις, νὰ εἶναι ποινικὸς δικαστὴς ὁ νεανίσκος 23 ἐτῶν, ὁ μηδέποτε δικηγορήσας, ὁ μηδέποτε ἰδὼν ἐγγύθεν τὰς κοινωνικὰς ἀρετάς, τὰς κακίας, τὰ συμφέροντα καὶ τὰ πάθη ἐξ αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεταρρύθμισις, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπανάστασις, ἥτις διήνοιξε τὸν δρόμον των». Ὁμοίως ἐξηκολούθησεν ἡ δικαστικὴ νομοθεσία, ἀδιάφορον, λέγω, ἂν ἀχαλινώτως διεφημίσθη ὡς ἔργον μεγάλου τινὸς ἀνδρὸς τῶν νεωτέρων χρόνων εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἠρώτων χθὲς καὶ ἐρωτῶ καὶ σήμερον: Ποῦ βλέπετε μίαν πνοὴν γενικήν, ποῦ βλέπετε τὸ πνεῦμα τὸ ὀργανωτικόν, ποῦ βλέπετε νὰ σύρηται μία γραμμὴ ἀληθοῦς ἀναδιοργανώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου; καὶ πῶς, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, εἰς τὴν αὐτὴν στασιμότητα, εἰς τὴν αὐτὴν στενότητα τοῦ πνεύματος τοῦ γραφειοκρατικοῦ, πῶς δὲν εὑρίσκετε ἀσυγχώρητον τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν; ὅταν βλέπητε, ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ σταδίου του ἔχει μισθὸν 350 δραχμῶν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἔμενεν εἰς τὰς τάξεις τὰς δικηγορικάς, θὰ ἦτο, τοὐλάχιστον ἀπίθανον, ἀδύνατον, κατ’ ἐμέ, νὰ κερδαίνῃ 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα; Διότι δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῆτε, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ὡς ἐνεργοῦνται οἱ διαγωνισμοὶ τῶν Εἰσαγγελιδίων καὶ Παρεδριδίων...! ὥριμοι ὅμως ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ Εἰσαγγελεῖς, ὥριμοι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν νόμων καὶ τῶν πραγμάτων, καὶ ἔπρεπε νὰ συναγωνισθῶσιν ἐπὶ ἔτη εἰς τὸ ὑπερήφανον ἐπάγγελμα τῶν δικηγόρων, ὅπου ἐξετάζονται καθ’ ἡμέραν δημοσίως, ὡς ἔχουσι, λέγω, τὰ πράγματα, οἱ ἐξέχοντες δὲν θὰ καταδεχθῶσι νὰ ἐξετάζωνται ἐκεῖ περὶ λεξιδίων καὶ ὁρισμῶν, ἵνα καταφύγωσιν εἰς τὰς τάξεις τὰς δικαστικάς. Αὐταὶ ἦσαν αἱ ἀπόψεις, αὐταὶ ἦσαν αἱ πολιτικαὶ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ὡδήγουν ἡμᾶς εἰς τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους ἐπὶ ἔτη διεξηγάγομεν, πρὸς αὔξησιν τῶν δικαστικῶν μισθῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχησθε καὶ ἀφήνετε τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι καὶ δὲν σύρετε οὐδεμίαν γραμμὴν γενικήν, πῶς πλέον δικαιολογεῖσθε, ἐπιβαρύνοντες πτωχὸν λαόν, κατεστραμμένα δημόσια οἰκονομικά, μὲ δαπάνας ἑκατομμυρίων ὁλοκλήρων; Ἀπὸ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμώμενοι προεχωροῦμεν καὶ ἐλέγομεν (ἀναγινώσκει): «Ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστηρίων. «Ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν. «Καθημεριναὶ συνεδριάσεις πολιτικῶν καὶ ποινικῶν δικαστηρίων. «Προφορικὴ κατὰ τὸ δυνατὸν συζήτησις. «Διπλασιασμὸς μισθῶν. «Ἐπιθεώρησις καὶ ἄσκησις πειθαρχίας. «Τρόπος, ὅπως λειτουργῇ ἡ ἀγωγὴ κακοδικίας. «Τρόπος καταρτισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου. «Σύστημα φυλακῶν. «Καθορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικηγόρων». Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόγραμμα τῶν ἀληθῶν γενικῶν γραμμῶν, τῆς ἀληθοῦς ἀναδιοργανώσεως τῆς δικαστικῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν υἱοθετήσει ἡ ἀληθὴς ἀντίληψις τῶν δικηγόρων τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία εἶχε κάμῃ τὴν τιμὴν εἴς τινας Συναδέλφους νὰ διερμηνεύωμεν τὰς γνώμας τῶν ἐν Ἀθήναις δικηγόρων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀγῶνες, τοὺς ὁποίους κατὰ πᾶν Σάββατον ἀπεθαύμαζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐξεφράζετο μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, αὐταὶ ἦσαν αἱ μελέται, ἐκ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ ὠφεληθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσεν, εἴτε διότι δὲν τὸ ἠθέλησεν, εἴτε διότι ἀπησχολημένος νυχθημερὸν εἰς τὸ δικηγορικὸν γραφεῖόν του δὲν εἶχε προετοιμασθῆ, ἵνα ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, μεταξὺ τῶν ἄλλων, κ. Βουλευταί, τὸ γενόμενον κατὰ Ἰούλιον, νομίζω, τὸν παρελθόντα, ἢ Ἰούνιον, ὅτε πρότασις Βουλευτῶν περὶ δικαστικῶν κλητήρων ἐψηφίσθη εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν. Καὶ ἡ πρότασις ἐκείνη κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν περιεῖχε τοὺς κατὰ τὴν Αʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν κεραυνοὺς τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὓς περιέγραφε τότε ὡς μεγάλους κινδύνους τοῦ Κράτους, καὶ ἡ πρότασις ἐκείνη, λέγω, διεσκευάσθη ὑπ’ αὐτοῦ εἰς νομοσχέδιον μὲ ἄλλον τίτλον, μὲ ἄλλο περιεχόμενον, μετὰ προσθήκης περὶ διορισμοῦ Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν! Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, γενομένου νόμου; Εἴδετε τοὺς Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, τοὺς Ἐπόπτας τῆς Δικαιοσύνης, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ εἶναι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κορυφαὶ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, εἴδετε ἀνταποκρινομένους εἰς τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀναθέτει εἰς αὐτοὺς ἡ νομοθεσία; Εἴδετε τίνες οἱ γενόμενοι Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, οἱ δικαστικοὶ ἐκεῖνοι λειτουργοί, οἵτινες δικαιοῦνται εἰς μισθὸν 750 δραχμῶν κατὰ μῆνα; Θεωρῶ ἐπαρκῆ ταῦτα, διότι ἀπόγνωσις θὰ κατελάμβανε τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἐὰν ἐπεχείρουν τινὰ τούτων νὰ ἀνατέμω. Θὰ ἦτο περίεργον, Κύριοι, ἐὰν συνέβαινε νὰ ἔχῃ τις γνῶσιν, ὅτι ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ Ἱεραρχίᾳ τῇ δικαστικῇ ὑπάρχει δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὅστις διαιτᾶται αὐτόχρημα, χωρὶς ἐλαχίστην ὑπερβολήν, ὡς ὁ χοῖρος, χωρὶς ἐλαχίστην, ἐπαναλαμβάνω, ὑπερβολήν, ὡς ὁ χοῖρος· ὁλόκληρος ἡ δίαιτά του, ὁλόκληρος ἡ παράστασίς του, ὁλόκληρος ὁ συγκυλισμὸς αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ του ἢ ἐκτὸς αὐτῆς δὲν εἶναι παρὰ παράστασις χοίρου. Δὲν θὰ ἦτο περίεργον ἂν δικαστικὸς ὑπάλληλος τοιοῦτος εὑρίσκετο εἰς τὴν κορυφὴν τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας; Ἐγένετο τοιαύτη ἔρευνα προκειμένου νὰ καταρτισθῇ ἡ Δικαστικὴ νομοθεσία τοῦ Κράτους καὶ νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς; Ἂν δὲ ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπὲρ τοιούτου τινὸς ἀνθρώπου ἀπεφάνθη ἤδη ἡ Πολιτεία, κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, νομίζετε πλέον ὅτι ἡ νομοθεσία αὕτη πρέπει νὰ βαδίσῃ τὴν αὐτὴν ὁδόν, καὶ θέλετε ἀρνηθῆ, ὅτι, βαδίζουσα τὴν αὐτὴν ὁδόν, βαίνει ἄνω ποταμῶν; Τίς ἀγνοεῖ ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, οἵτινες ἐμελέτησαν τὴν Ἱστορίαν τῶν Δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων, τίς ἀγνοεῖ ὅτι εἰς τὰ 1873 εἰσῆλθον ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰς ἀνωτέρας Δικαστικὰς τάξεις Δικηγόροι, καὶ ὅτι οὗτοι ἦσαν, οἵτινες ἔχυσαν νέον αἷμα, νέαν δύναμιν εἰς τὰς τάξεις τὰς Δικαστικάς, καὶ ἀληθῶς ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν τότε χωρὶς νὰ εἶναι ἐπανάστασις; καὶ τώρα, ὅτε ἐγένετο ἐπανάστασις, καὶ ἐπηκολούθησεν ἀνόρθωσις, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι παρὰ ἔμπνευσις καὶ ἐργασία ῥουτίνας, πῶς ἀπὸ τῶν κατωτέρων νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις καὶ οὐδὲν ἄλλο! Ἀνόρθωσις ὅμως ἀληθής, θέλουσα νὰ φέρῃ ἀνακαίνισιν εἰς τὰς τάξεις τὰς Δικαστικάς, θὰ ἐνήργει μίαν γενναίαν ἐκκαθάρισιν, τοὐλάχιστον εἰς τὰ ἀνώτερα Δικαστήρια, καὶ θὰ ἔχυνε νέον αἷμα εἰς τὰς Δικαστικὰς τάξεις, καὶ θὰ προσελάμβανε τοὺς ἀρίστους νομικοὺς καὶ τὰ ἀνώτερα δικηγορικὰ πνεύματα, τότε δὲ θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη καὶ ἡ αὔξησις τῶν Δικαστικῶν μισθῶν, καὶ θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη, διότι εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τὴν ἔχουσαν πραγματικὴν δύναμιν, δυνατὴν πυγμὴν καὶ οὐχὶ πομφόλυγα, θὰ ἦτο εὔκολον νὰ διπλασιάσῃ τοὺς μισθοὺς τοὺς Δικαστικούς, μηδὲ κατὰ μίαν δραχμὴν αὐξάνουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Διότι δὲν δικαιοῦταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι 12 μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκῆ, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ· εἶναι πολλοὶ λέγουσιν οἱ πλεῖστοι μεταξὺ ἡμῶν. Τριάκοντα πέντε μέλη τῶν Ἐφετείων εἶναι πλέον ἢ ἀρκετά, περιοριζομένων ἀπὸ πέντε τῶν Ἐφετείων εἰς τρία.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα πόσοι εἶναι;
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πλέον τῶν 50. Διότι οὐδεμία ἀνάγκη ὑπῆρχε νὰ εἶναι τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν πλῆρες ὑπογραμματέων καὶ γραφέων, ἀνθρώπων πολλάκις παντελῶς ἀπαιδεύτων. Ὀλιγώτεροι ὑπάλληλοι ἀλλὰ μεμορφωμένοι καὶ καλῶς μισθοδοτούμενοι θὰ ἐπήρκουν εἰς τὴν ἐργασίαν ἐκείνην. Τί νῦν συμβαίνει; ἀναλαμβάνοντες τὴν ὑπεράσπισιν ὑποθέσεώς τινος ὑποχρεούμεθα νὰ καταβάλωμεν τὸ φορόσημον, κατὰ πᾶσαν δὲ συνεδρίασιν εὑρισκόμεθα πρὸ ἄλλου τοιούτου ὑπαλλήλου καὶ κατὰ πᾶσαν συνεδρίασιν ἐρωτῶμαι ἐγὼ αὐτὸς πῶς λέγομαι, διότι ἔχει ὑπερπληρωθῇ τὸ κατάστημα ἀπὸ γραμματεῖς καὶ γραφεῖς. Ἀλλὰ εἶναι τὸ δικαστικὸν πρόγραμμα! Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ δικαστικὸν πρόγραμμα, εἶναι καὶ τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα! Ἦτο θαυμασία ἡ εἰκών, ἣν παρουσίασαν προχθὲς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, ἀγορεύοντός τινος τῶν κ. κ. συναδέλφων. Ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, «εἶναι ὁλοκληρωτικὸν μέρος τοῦ Κυβερνητικοῦ προγράμματος». «Ναί, ναί, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὸ ἐψήφισεν ὁ λαός!!! τὸ ἐψήφισεν ὁ λαός!!!» Ἐψήφισεν ὁ λαὸς τὴν αὔξησιν τῶν δικαστικῶν μισθῶν, χωρὶς νὰ βελτιωθῇ ἡ Δικαστικὴ νομοθεσία, χωρὶς νὰ γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ σώματος, χωρὶς νὰ ἐξασφαλισθῇ κατὰ τοὺς νόμους ἡ εἴσοδος νέων στοιχείων εἰς τὰς τάξεις τὰς δικαστικάς, χωρὶς νὰ γείνουν ὅλαι αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι, χωρὶς νὰ καταβληθῇ προσπάθεια τοὐλάχιστον πρὸς οἰκονομίας; Ἐψήφισεν ὁ λαός, νὰ αὐξήσουν οἱ φόροι κατὰ ἑκατομμύρια, ἐψήφισεν ὁ λαὸς καὶ τὴν αὔξησιν τῶν δικαστικῶν μισθῶν; Διὰ τοῦτο ἔλεγον πρὸς ἕνα κ. συνάδελφον, ὅτε ἠπόρει διότι δὲν ἔβλεπε καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔχει ἄδικον, διότι μετὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ ὑπογραφὴ τοῦ λαοῦ, ἐγένετο referendum. Αὐταὶ εἶναι αἱ νέαι μέθοδοι, ὅλα ὅσα ἐψήφισεν ὁ λαὸς τὰ ἐψήφισεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ οὐδὲν ἐξ ὅσων δὲν ἐψήφισεν ὁ λαὸς δὲν εἰσηγήθη καὶ ἐψήφισεν ἡ Κυβέρνησις! Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, τὸ ἀμείλικτον, τὸ στυγνὸν πρᾶγμα εἶναι τοῦτο: ὅτι χωρὶς ἀληθῶς νὰ ἀναμορφώσωμεν τὴν Δικαιοσύνην, χωρὶς νὰ προσφέρωμεν μίαν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν λαόν, ἐπεβαρύναμεν αὐτὸν μὲ ἑκατομμύρια φόρων καὶ ἑκατομμύρια δαπανῶν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον πρῶτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀτελείας τοῦ εἰσαγομένου πρὸς μεταποίησιν καὶ ἐξαγωγὴν σίτου καὶ ἐκκοκισμὸν βάμβακος» κατήρτισα ἐκ τῶν κυρίων Χ. Βοζίκη, Ἰ. Βαβανάκου, Γ. Πολίτη, Μ. Νεγροπόντη, Μ. Μπουφίδου, Ἀ. Σχλῆμαν, Ἰ. Κανναβοῦ, Π. Ἀγγελίδου, Στ. Σουμαρίπα, Κ. Λιδωρίκη, Ἰ. Μπουρνιᾶ, Π. Ἀποστολίδου, Ἰ. Ἀθανασάκη, Ἰ. Μάνου καὶ Θ. Κουτούπη. Ἄρθρον 2ον. Ὁ κ. Δογάνης ἔχει τὸν λόγον.
§56Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ζητήσω, κύριοι Βουλευταί, οὔτε νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, οὔτε θὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτοῦ ὡς οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐκ Λακωνίας συνάδελφοι ἔπραξαν, καθόσον ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι διαμαρτυρίαι καὶ αἱ τυχὸν γενησόμεναι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωσιν, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην ἀρκούντως τὴν αἰτιολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τοὺς μὴ συμπληρώσαντας πενταετίαν πρωτοδίκας καὶ τοὺς παρέδρους τῶν πρωτοδικῶν δὲν πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ αὔξησις ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1912, ἀλλὰ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς πενταετίας. Κύριοι Βουλευταί, ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διατυποῦται καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, εἶναι ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν θὰ συντελέσῃ εἰς βελτίωσιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἑπομένως καὶ εἰς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης. Κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν εἶσθε δικηγόροι καὶ δικηγορεῖτε, βεβαίως δὲν θὰ ἔχητε ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο, ὅτι ἐκεῖνοι πρωτίστως, ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, οἱ ὁποῖοι πρωτίστως ἔχουσιν ἀνάγκην ὑλικῆς ἀνεξαρτησίας εἶναι οἱ κατώτεροι δικαστικοί, διότι καὶ ὀλιγώτερον μισθὸν λαμβάνουσιν ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ τὸ πρῶτον εἰσερχόμενοι εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον οἱ πλεῖστοι, ὅπως γνωρίζομεν, δὲν ἔχουσι τίποτε ἄλλο ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ των.
§57Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ποῖος ὁ λόγος; Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τοῖς δοθῇ ἡ αὔξησις ἀπὸ τοῦδε.
§58Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Διότι οἱ ἄλλοι, οἱ ἀνώτεροι δηλονότι δικαστικοί, ὑποτίθεται ὅτι κἄτι θὰ ἔχωσιν ἐξασφαλίσει καὶ κἄτι θὰ ἔχωσιν ἐναποταμιεύσει, ἐὰν ὑπηρετῶσι 10–15 ἔτη καὶ οἱ πλεῖστοι θὰ ἀποκατεστάθησαν ἐν τῷ μεταξὺ αὐτῷ. Ἐγὼ γνώμην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐὰν κριθῇ ὀρθὴ ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ὀλίγον τοῦ μισθοῦ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀνωτέρους δικαστικούς, ἀλλ’ εἶναι καὶ οἱ μόνοι ἔχοντες ἄμεσον ἀνάγκην ἵνα συμπληρώσωσι καὶ τὴν βιβλιοθήκην των καὶ νὰ παρασταθῶσι κατὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισίν των ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικαστικοῦ των ἐπαγγέλματος ὅσον οἷόν τε εὐπρόσωποι· ἀλλὰ καὶ εἰς μεταθέσεις ὑπόκεινται, ἐνῷ οἱ ἀρεοπαγῖται δὲν ἔχουσι μεταθέσεις, ἔχουσι κανονίσει τὰ τῆς συντηρήσεώς των καὶ τὰ τῆς κατοικίας των· οἱ ἐφέται ὀλιγώτερον. Διατὶ λοιπὸν νὰ ἀρχίσῃ δι’ αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα μετὰ τὴν πενταετίαν καὶ ὄχι εὐθὺς ἀμέσως, ἀφοῦ μάλιστα δὲν τηρεῖται καὶ ἴση κλῖμαξ διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ, διότι διὰ μὲν τοὺς ἀνωτέρους εἶναι 50%, δι’ αὐτοὺς δὲ 30% μόνον; Αὐτὸ εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐὰν νομίσῃ ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐπὶ πολὺ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπαιτηθῶσι διὰ τῶν αὐξήσεων αὐτῶν, νομίζω δίκαιον νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθω δὲ καὶ νὰ λάβω τὸν λόγον, τὴν αὐτὴν παράκλησιν ἔχω νὰ κάμω καὶ διὰ τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, δηλαδὴ τοὺς ὑπογραμματεῖς, γραμματεῖς καὶ γραφεῖς τῶν δικαστηρίων, οἱ ὁποῖοι σήμερον μὲ ὅλην τὴν πολυτέλειαν καὶ τὴν ποικιλίαν τῆς ἐργασίας ἣν ἐδημιούργησαν τὰ ψηφισθέντα δικαστικὰ νομοσχέδια ἰδίως ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ, εἶναι ἄτλαντες ἐργαζόμενοι ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας. Διὰ αὐτοὺς τοὺς ἀτυχεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους δίδεται μόλις 20%, διατὶ νὰ αὐξηθῇ μετὰ πενταετίαν;
§59Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἀπὸ σήμερον.
§60Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Νὰ αὐξήσῃ ἀπὸ σήμερον, ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας. Ἐγὼ μάλιστα θὰ ἐδεχόμην νὰ τοῖς ἐδίδετο ὡρισμένος μισθὸς καὶ ὄχι ἐντὸς τριετίας αὐξανόμενος κλιμακηδόν.
§61Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον, κύριοι Βουλευταί, ἐκ δευτέρου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλήν, τίνα γνώμην ἔχει ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Μοὶ γράφει πολίτης ἀξιόλογος τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, εἰς ἣν εἶναι ὑπογεγραμμένοι καὶ ἄλλοι, ὅστις ἔγραψε καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Ῥοντήρην (ἀναγινώσκει ἐπιστολήν): «Ἐφ’ ὅσον διατελοῦμεν ἐν χρεοκοπίᾳ ὑφισταμένου τοῦ ξενικοῦ ἐλέγχου καὶ μετὰ τὰς ἐσχάτως ἐξ 20,000,000 περίπου προστεθείσας φορολογίας, δι’ ὧν καὶ πάλιν ἀμφίβολον θὰ εἶναι ἴσως ἂν θὰ καλυφθῶσι τὰ χαίνοντα ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ λόγῳ τῶν ἐκτάκτων ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν δαπανῶν τῶν ξένων ὀργανωτῶν καὶ τῶν ἐνδεχομένων περιπλοκῶν, ἐξ ἄλλου δὲ ἡ ἐκ τῆς πολυτελείας ἐν πᾶσι τοῖς κλάδοις τῆς Διοικήσεως τεραστία αὔξησις τῶν δαπανῶν ὑπὸ τῆς ἀνορθωτικῆς λεγομένης Κυβερνήσεως νομίζω ὅτι ἐπιβάλλει πᾶν ἄλλο ἢ αὔξησιν μισθῶν, ὅσον δεδικαιολογημένη καὶ ἂν φαίνηται ἡ αἰτία. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις λησμονεῖ τόσον ταχέως καὶ διατὶ τὴν ἔφερεν ὁ δυστυχὴς αὐτὸς λαός, ἀλλὰ καὶ πρὸς τίνα σκοπόν; Ἐλησμόνησε τόσον ταχέως ὅτι τὰ ῥαπίσματα τοῦ Σεφκὲτ πρὸ πάντων ἐξηνάγκασαν αὐτὸν στασιάσαντα νὰ ζητήσῃ πρωτίστως περισυλλογὴν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας μόνον καὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ταχίστης συγκροτήσεως τῶν πολεμικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἵνα μὴ αὕτη ὑφίσταται καθ’ ἑκάστην τὰς ὕβρεις καὶ τὰς γνωστὰς Ἐθνικὰς ἀτιμώσεις; Ὁ λαὸς λοιπὸν ἐν ἀγανακτήσει κραυγάζει, Στῆτε εἰς τὴν κατωφέρειαν τῆς σπατάλης. Οὐδεμία, κύριοι, χωρεῖ ἐν τῷ παρόντι ἠτιολογημένη αὔξησις μισθοῦ.... κ.λ.π. Διατελῶ μετ’ εὐλαβείας κ.τ.λ.». Αὐτὰ λέγει ὁ λαὸς καὶ αὐτὰ ἀξιοῖ παρ’ ἡμῶν. Δὲν ἀξιοῖ αὔξησιν δαπανῶν, ἀξιοῖ ἐλάττωσιν αὐτῶν. Δὲν ἀπαιτεῖ πολυτέλειαν, ἀπαιτεῖ περισυλλογήν. Βεβαίως ὅλοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ πάλιν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ εἰς ἅπαντας τοὺς κλάδους· ἀλλὰ τίνα ἔθνη ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκέπτωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον; Μόνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γνωρίζουσιν ὅτι οἱ λαοὶ αὐτῶν ἀντέχουσιν εἰς τοιαῦτα βάρη. Ἀλλὰ ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν, ἀλλὰ οἱ ὦμοι τοῦ λαοῦ ἐπὶ πόσον χρόνον τέλος πάντων θὰ ἀντέχωσιν εἰς τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἐπισωρεύονται ἐπ’ αὐτῶν καὶ διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ σοβαροί; Ἐννοεῖ βεβαίως, καὶ πάλιν τονίζω, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ στέργει νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς ἄλλα βάρη, πλὴν ἐκείνων εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη ἐσχάτως, στέργει, λέγω, ἐὰν περισυλλεγῶσι πρῶτον τὰ οἰκονομικά του νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτὸν καὶ ἕτερα βάρη, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον ἵνα καταρτίσῃ τὰς στρατιωτικὰς αὐτοῦ δυνάμεις κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἵνα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ὁ ὁποῖος ἴσως δὲν θὰ βραδύνῃ, ὡς οἱ πάντες γνωρίζομεν, διεκδικήσῃ τὰ δίκαια αὐτοῦ. Μόνον ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ὁ λαὸς δέχεται νὰ φορολογηθῇ ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νομίζω ὅτι θὰ παρέλειπον καθῆκον ἐπιβεβλημένον οὐχὶ πλέον ὡς Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς πολίτου Ἕλληνος, ἂν δὲν διεμαρτυρόμην ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος ἐναντίον τῆς καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένης φοβερᾶς σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3ον. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§63Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ προτείνω τὴν προσθήκην νέου ἄρθρου μεταξὺ τοῦ 4ου καὶ τοῦ 5ου. Ἐγένετο λόγος εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν περὶ τοῦ μὴ κανονισμοῦ τῆς συντάξεως τῶν αὐξανομένων ὑπαλλήλων. Εἶναι φανερόν, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ληφθῇ τοιαύτη, διότι ἄλλως ἐπέρχεται ζημία φανερὰ εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τὰς αὐξήσεις τῶν συντάξεων.
§64Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Εἰς τὴν ἑπομένην ἀνάγνωσιν.
§65Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Προτείνω τὴν προσθήκην ἄρθρου, τὸ ὁποῖον θέλω ἀναγνώσει. Τὸ προτεινόμενον ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ ὡς ἄνω ὁρισθεῖσαι αὐξήσεις δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ἐπὶ μίαν δεκαπενταετίαν πρὸς ὑπολογισμὸν τῶν συντάξεων, θέλουσιν ὅμως ὑποβάλλεσθαι εἰς τὴν κράτησιν 9% ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου». Ὀφείλω δὲ νὰ δικαιολογήσω τὴν προσθήκην ταύτην.
§66Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἀφίσταται τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως.
§67Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους ἡ καταβολὴ τῶν 9% ἀπὸ τῆς προσλήψεως τοῦ ὑπαλλήλου μέχρι τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως ἀντιπροσωπεύει, ὡς ἔγγιστα τὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι μετὰ πολυετῆ ὑπηρεσίαν, ὄχι μικροτέραν δὲ τῶν 25 ἐτῶν· ὅπως λοιπὸν μὴ ὑπάρξῃ ζημία διὰ τὸ Δημόσιον, δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αὔξησις κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως, ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Ὑπολογίζω δὲ ὅτι περιορίζοντες τὸν χρόνον καθ’ ὃν δὲν θὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ αὔξησις καὶ τῶν ἀπονομῶν τῶν συντάξεων εἰς 15 ἔτη φθάνομεν ὡς ἔγγιστα εἰς τὸ σημεῖον, ὅπως τὸ Δημόσιον μὴ ἔχῃ ζημίαν. Ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ εἴπω ἀντὶ 15ετίας, νὰ τεθῇ 18ετία, καί τι περιπλέον, ἀλλ’ ἐνόμισα καλὸν νὰ τεθῇ ὡς ὅριον 15ετία, μόνον καὶ μόνον ὅπως οἱ καταθέτοντες τὸ 9% ἔχωσιν ἐλπίδα ὅτι θὰ φθάσωσι καὶ αὐτοὶ μέχρι τοῦ ὁρίου τούτου καὶ θὰ καρπωθῶσι τὴν ἀνάλογον σύνταξιν. Ἐὰν ἐπεκτείνωμεν τὴν προθεσμίαν καὶ πέρα τῶν 15 ἐτῶν θὰ ἀπολέσωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι πᾶσαν ἐλπίδα ἀπολαύσεως τοῦ ἀντιτίμου τῶν καταβολῶν των καὶ εἶναι τοῦτο ἄδικον. Καὶ δικαίως ἴσως μοὶ γίνῃ καὶ οὕτω ἡ παρατήρησις αὕτη. Εἶναι ἀληθῶς ἄδικον, νὰ καταβάλλουν ἐπὶ 15 ἔτη ἄνευ οὐδενὸς δικαιώματος καθ’ ὅλον αὐτὸν τὸν χρόνον, ἀλλ’ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νόμου περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων ἐν Ἑλλάδι. Ὁ μηχανισμὸς τῶν συντάξεων ἐν Ἑλλάδι εἶναι τί ὅμοιον μὲ τὸν μηχανισμόν, ὡς εἶπον ἄλλοτε, τῆς Ἀμοιβαίας, οἱ μὲν ὠφελοῦνται οἱ δὲ ζημιοῦνται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει σήμερον τοῦτο εἶναι τὸ παραδεδεγμένον καὶ τὸ ἰσχῦον· προκειμένου δὲ τὴν στιγμὴν ταύτην οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι νὰ ὠφεληθῶσι σημαντικῶς ἐκ τῆς αὐξήσεως, νομίζω ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ παραπονεθῶσιν, ἀναγνωρίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν αὐτοῖς ἐλπίδα, τοὐλάχιστον ὅτι θὰ φθάσωσι τὸ ὅριον τῆς 15ετίας, ὅπως δυνηθῶσι νὰ καρπωθῶσι τὴν ἀνάλογον σύνταξιν. Διὰ τοῦτο τάσσομαι ὑπὲρ τῆς 15ετίας, ἔστω καὶ μὲ μικρὰν ζημίαν τοῦ Δημοσίου.
§68Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάκρισιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς κατωτέρας ἢ λαϊκῆς δικαιοσύνης. Ἡ κατωτέρα δικαιοσύνη προσφέρει πολυτίμους ὑπηρεσίας, ἀποτελεῖ δὲ τὴν βάσιν τοῦ δικαίου, δι’ αὐτῆς δὲ διοχετεύεται, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων ἡ ἰδέα περὶ δικαίου. Οἱ πλείονες ἐκ τῆς κατωτέρας δικαιοσύνης, πταισματοδίκαι κτλ. εἶναι οἰκογενειάρχαι καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ λάβωσι τὸ ἀνάλογον ποσόν.
§69Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ καὶ μία προσθήκη, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸν μισθὸν τῶν εἰρηνοδικῶν. Παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ ἡ φράσις «ὅσοι μὲν συνεπλήρωσαν πενταετίαν ἐν ᾧ κατέχουσι βαθμῷ» ὡς ἑξῆς· «ὅσοι συνεπλήρωσαν πενταετῆ ἐν γένει δικαστικὴν ὑπηρεσίαν». Διότι ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἷς ὑπογραμματεὺς ἔχει 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, λαμβάνει κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἤδη μισθὸν δραχ. 135 μηνιαίως, ἐὰν διορισθῇ εἰρηνοδίκης θὰ λαμβάνῃ μισθὸν δραχ. 100 ἐπὶ πέντε ἔτη καὶ μετὰ ταῦτα θ’ ἄρχηται ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ του. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν τοῦ ἀτόπου καὶ ἀδίκου τούτου πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ὑποβληθεῖσα τροποποίησις.
§70Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μελετήσω τὴν τροπολογίαν σας.
§71Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησίς μου εἶναι πλέον ἢ δικαιοτάτη. Ἐὰν ὁ γραμματεὺς ἔχει ὑπηρετήσει ἐπὶ μίαν 20ετίαν καὶ διορισθῇ κατόπιν εἰρηνοδίκης θὰ καταντήσῃ νὰ λαμβάνῃ 100 δραχμάς. Ἡ τροπολογία μου εἶναι δικαιοτάτη.
§72Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ μιᾶς ἀδικίας, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν Δικαστηρίων, διότι ὅπως φαίνεται ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου εἷς ἐκ τῶν πόρων, οἱ ὁποῖοι θὰ καλύψωσι τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, θὰ εἶναι αἱ συνεπείᾳ τοῦ νόμου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου εἰσπράξεις. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν ἀφαιροῦνται τὰ δικαιώματα τὰ ἀντιγραφικὰ ἀπὸ τὸν γραμματέα καὶ δίδονται εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ψηφίζεται αὔριον, οἱ γραμματεῖς θὰ στερηθῶσιν ἀμέσως τῶν ἀντιγραφικῶν δικαιωμάτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν θὰ ἀπολαύσωσι τῶν πλεονεκτημάτων τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ παρὰ μετὰ μίαν πενταετίαν. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἄδικον. Μὲ τὰς 120 δραχμὰς ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἀθηνῶν δὲν δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ, διότι θὰ δαπανήσῃ 60 δραχμὰς δι’ ἐνοίκιον, ὑπολείπονται δὲ ἕτεραι 60 πρὸς συντήρησιν τῆς οἰκογενείας του. Παρακαλῶ πάντα ταῦτα νὰ τὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα ἀσυζητητὶ τὸ 5 ἄρθρον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§74Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐδήλωσε κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ τροποποιήσεις τινάς.
§75Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§76Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅμως ὅτι ἐκτὸς τῶν τροποποιήσεων τούτων ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς ἐὰν ὑποτίθεται, ὅτι ἐπὶ νομοσχεδίου τοιαύτης σπουδαιότητος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ἔλαβον μέρος οἱ σπουδαιότεροι τῶν νεωτέρων δὲν πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἡ Κυβέρνησις.
§77Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρηκολούθησα μετὰ πάσης προσοχῆς πάσας τὰς ἀναπτύξεις καὶ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν θὰ δώσω ἐξηγήσεις καὶ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἐκ μέρους τῶν διαφόρων Βουλευτῶν καὶ ἐπὶ ἐκείνων τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, περὶ ὑγιεινῆς καὶ ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν καὶ περὶ ὡρῶν ἐργασίας. Ἐπὶ τοῦ συνόλου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τσαξίρης.
§79Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Μετ’ ὀλίγας στιγμάς, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἔχωμεν ψηφίσει τὸ πρῶτον ἐργατικὸν νομοσχέδιον. Ἡ μετεπαναστατικὴ περίοδος τῆς ἐθνικῆς μας ζωῆς ἄρχεται δίδουσα ἁπτὰ σημεῖα διακρίσεως ἀπὸ τῆς προεπαναστατικῆς τοιαύτης. Διότι ἡ ἀναμφισβήτητος μεταβολὴ τῆς διοικήσεως, ἡ ψήφισις νομοθετικῶν μέτρων σοβαρωτάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ν’ ἀκολουθήσῃ τὰ λοιπὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ πολιτισμοῦ δὲν ὑποπίπτει εὐκόλως εἰς τὴν ἀντίληψιν μεγάλης τάξεως πολιτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους αἱ καθημεριναί των ἀσχολίαι δὲν ἀφήνουσι καιρόν, ὅπως ἐμβαθύνωσι περισσότερον εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν. Ὁ Ἕλλην ἐργάτης ὅταν κάμνῃ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς ἀνορθώσεως κατὰ βάθος ἴσως λέγει, ὅτι δὲν προσεπορίσθη ἄμεσα ὀφέλη, ὅπως θὰ ἐπερίμενε κατόπιν ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς διὰ τῆς υἱοθετήσεώς του ἔκαμε νὰ εὐδοκιμήσῃ. Τοῦ λοιποῦ ὑπάρχουσι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ τοῦ δεικνύουν σαφῶς, ὅτι ἡ ἀντίληψις τῆς Πολιτείας περὶ αὐτοῦ εἶναι πολὺ διάφορος· ἀντὶ ὑποσχέσεων, κολακειῶν, καὶ παχυλόγων ἀγορεύσεων δίδονται θετικὰ ὀφέλη, ὀφέλη ἀναμφισβήτητα κατὰ διάκρισιν τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων. Μέχρι τῆς χθὲς τὸ πολιτικὸν στάδιον ἠκολουθεῖτο ἐκτὸς ἀξιολόγων καὶ σεβαστῶν ἐξαιρέσεων ὑπὸ εὐπόρων τινῶν ἀέργων, ἢ ὑπὸ προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ οἰκονομικὰ αὑτῶν συμφέροντα. Ἐρχόμενοι οὗτοι ἐνταῦθα ἐνομοθέτουν ἄνευ σαφοῦς τινος κατευθύνσεως, ἀφοῦ δὲ αὐτοὶ προσεπορίζοντο τὰ θετικὰ ὀφέλη, ἔρριπτον ὡραίας τινας φράσεις καὶ εἰς τὸν πεινῶντα λαόν. Σήμερον ψηφίζονται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέτουσι σοβαρωτάτους περιορισμοὺς εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ ἄλλου. Τὰ ἐργατικὰ ζητήματα κατέχουσιν εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως μέγα μέρος, διότι ἀφορῶσι μίαν μεγάλην ὁμάδα, μίαν μεγάλην μᾶζαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐνῷ δὲ αἱ μεταβολαὶ αὗται ὁπουδήποτε ἐγένοντο ἦσαν ἀποτέλεσμα ἀγώνων μακρῶν καὶ αἱματηρῶν, τὸ εὐτύχημα εἶναι, ὅτι παρ’ ἡμῖν, ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν ὁδὸν τῆς ἀποσπάσεως ὑπὸ ἀντιπολιτεύσεως συντεταγμένης καὶ ἰσχυρᾶς τεμαχίων τινῶν προστασίας ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θὰ εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτῆς διὰ νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν ἀρχήν, κατὰ προτίμησιν ἐννοεῖται συμμαχοῦσα πρὸς αὐτήν, ἀντὶ πρὸς κόμμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον νὰ ἀπέχωσι περισσότερον αἱ ἀντιλήψεις της, ἀντὶ νὰ συμβῇ τοῦτο, ὡς πανταχοῦ σχεδὸν μέχρι τοῦδε συνέβη, ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα Κυβέρνησιν αὐθορμήτως παρουσιάσασαν νομοσχέδια ἐργατικά, ἄνευ οὐδεμιᾶς πιέσεως οὔτε ἔξω τοῦ περιβόλου τούτου, οὔτε καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης. Ἡ ἐκλογὴ δὲ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἐργατικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ βαθμιαία αὐτῶν εἰσαγωγὴ εἶναι ἀπολύτως σύμφωνος καὶ πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῆς ἐργατικῆς τάξεως καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Διότι ἡ Ἑλληνικὴ ἐργατικὴ τάξις δὲν ἔχει ἰδέας, αἱ ὁποῖαι περιπατοῦσιν εἰς τὰ σύνορα τοῦ ἀναρχισμοῦ. Διότι οἱ δικαίως ἀγωνιζόμενοι, ὅπως καταστήσωσι καλλιτέραν τὴν ἑαυτῶν τύχην, ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐστοίχισαν πανταχοῦ δεκαετηρίδας ἀγώνων, ἐστοίχισαν δεκαετηρίδας στερήσεων, πενίας καὶ ἀθλιότητος, αἵτινες συνοδεύουσι τοὺς ἀγῶνας, τὰ μέτρα λέγω ταῦτα δὲν ἠδύναντο οὔτε καὶ ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσιν ἀποτόμως. Διότι ἀντελήφθησαν, ὅτι μία τοιαύτη μεταβολὴ θὰ ἔχῃ μεγάλην ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας καὶ ὅτι τὴν ἐπίδρασιν ταύτην αὐτοί, οἱ ὄντες ὑποχρεωμένοι νὰ κερδίζωσιν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν ζωήν των, αὐτοὶ θὰ εἶναι πρῶτοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τὴν ὑποστῶσιν, ἐὰν δηλαδὴ ἐπήρχετο κλονισμὸς οἰκονομικός, ἐὰν ἐπήρχετο οἰκονομικὴ κρίσις, πρῶτοι αὐτοὶ θὰ τὴν ἠσθάνοντο διὰ τῆς στερήσεως ἐργασίας, καὶ διὰ τῆς στερήσεως κατὰ συνέπειαν καὶ τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις εἰσάγουσα βαθμιαίως τὰς φιλελευθέρας ταύτας διατάξεις εἰς τὴν νομοθεσίαν μας εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος καὶ ἀσφαλέστερον θὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα, καὶ ταχύτερον δύναμαι νὰ εἴπω, διότι βεβαίως εἶναι καλὸν νὰ λαμβάνωνται προστατευτικὰ μέτρα, πρέπει ὅμως ταυτοχρόνως νὰ λαμβάνωνται ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε νὰ μὴ λείπῃ αὐτὴ ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν τὰ μέτρα ἔρχονται νὰ προστατεύσωσι.
§80Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ θὰ ἐφαρμόζωνται.
§81Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Διὰ τὴν ἐφαμογὴν θὰ τὸ ἴδωμεν. Ἀκόμη σήμερον ὑποβάλλονται καὶ ψηφίζονται.
§82Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐψηφίσθη νόμος περὶ συμβουλίου ἐργασίας, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφαρμόζεται.
§83Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι, ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν γενικὸν γραμματέα τοῦ ὑπουργείου. Ἔμαθον ὅτι μόνον ἀτελὴς διατύπωσις τοῦ νόμου βραδύνει τὴν δημοσίευσίν του.
§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχει διάταξις ἀνεφάρμοστος.
§85Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι Κυβέρνησις διὰ νὰ μὲ ἐλέγξητε διὰ τοῦτο.
§86Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τότε μὴ ὑμνεῖτε.
§87Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Παρατηρῶ μόνον, ὅπως παρετήρησα κατὰ τὰ ἔτη τῆς ἐν Εὐρώπῃ διαμονῆς μου τὰς αἱματηρὰς μάχας, τὰς ὁποίας οἱ ἐργάται ἀναγκάζονται νὰ κάμωσι πρὸς τὸ κεφάλαιον. Ὅπως παραλλήλως πρὸς τὴν μελέτην τῶν αἰτίων καὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν αἰτημάτων τῶν ἐργατῶν παρετήρησα πόσα κακὰ προὐξένησαν εἰς τὰ ἐργατικὰ ζητήματα, οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος ὑποστηρικταί των. Εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, εἰς τὸ ὁποῖον διὰ νὰ φθάσῃ τις μέχρι τῆς αἰθούσης ταύτης, χρειάζεται ἡ ὑποστήριξις τῶν πολλῶν, εἰς πολλοὺς κινδύνους εἶναι ἐκτεθειμένοι οἱ πολλοὶ καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἐργάται, διότι τὰ ἰδανικά των καὶ οἱ ἱεροί των πόθοι γίνονται πολλάκις ἀντικείμενα ἐκμεταλλεύσεως ἐκ μέρους καιροσκόπων καὶ φιλοδόξων. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι τοιαύτη τις ἐνέργεια οὔτε ἐγένετο παρ’ ἡμῖν, οὔτε εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ, διότι τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν ἐργατικῶν συμφερόντων ἔχει κόμμα ἰσχυρόν, κόμμα σοβαρόν, κόμμα κοινοβουλευτικόν. Τῆς κινήσεως ταύτης ἡγεῖται κόμμα τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν παμψηφίαν σχεδὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, κόμμα τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑποστηρίξῃ ἐναντίον τῶν ἐνδεχομένων εἰς τὸ μέλλον κινδύνων τὴν ἐργατικὴν νομοθεσίαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ὅλην τὴν ἐπείγουσαν νομοθετικὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ παρουσιάσῃ πρὸ ἡμῶν καὶ νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφόν μας, τὸ ὑπόλοιπον τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοθετικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἀφορῶντος τὴν προστασίαν τῶν ἐργατῶν.
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Παρεκάλεσα τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἐργασίαν τὸ ταχύτερον καὶ ὑπέμνησα εἰς αὐτὴν ὅτι εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων ζητημάτων τὸ ζήτημα τῆς ῥυθμίσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν κινδύνων. Παρακαλῶ δ’ αὐτὴν καὶ τώρα ἐπισήμως νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἐργασίαν ὑποσχόμενος νὰ ἀναγράψω τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρῶτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§89ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§90Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βλέπετε πῶς συναγωνίζονται εἰς τοὺς λόγους;
§91Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ψηφίζονται νομοσχέδια, πῶς εἶναι λόγοι;
§92Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε ἐπερίττευον οἱ λόγοι· ἂς ἔλθουν τὰ ἔργα καὶ κατόπιν ἀκούομεν τοὺς λόγους.
§93Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Αὐτὴν τὴν παράκλησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε βλέπω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδέχθη. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Βουλή, ἥτις προῆλθεν ἐκ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῶν τῶν τάξεων ἀκριβῶς τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ προστατεύσῃ, ζητεῖ νὰ λάβῃ πρώτῃ αὐτὴ τὴν τιμὴν νὰ θεμελιώσῃ τὸ νέον πολιτικὸν καθεστὼς τοῦ τόπου. (Χειροκροτήματα).
§94Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὡς νὰ μὴ ἤρκει, Κύριοι, ἡ παράστασις τῶν πραγμάτων ὑπὸ τοῦ τύπου, τοῦ φιλικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διακειμένου, ὅτι δῆθεν κατὰ τὴν συζήτησιν μέτρου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐθεράπευε κατὰ πολὺ τὰς ἀνάγκας τῶν ἐργατῶν, εὑρέθη μία ὁμὰς νὰ δημοκοπήσῃ, προστίθενται δὲ καὶ ἄλλοι ἐρχόμενοι σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν, ὅπως δείξωσιν ἂν ὄχι τόσον καθαρῶς ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐμμέσως ὅμως ὅτι μεριμνῶσι περὶ τῶν ἐργατῶν κατὰ διάφορον τρόπον ἀπὸ ἐκεῖνον ὃν ἡμεῖς ὑπεδείξαμεν.
§95Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ὑπολαμβάνετε ὅτι ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν κοινωνιολογικὴν ὁμάδα εἰπὼν ὅ τι εἶπον. Εἶναι εἰς βάρος σας καὶ νὰ λέγητε τοῦτο, διότι ἐγὼ ὡμίλησα γενικῶς περὶ δημοκόπων.
§96Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἀπηυθύνθητε πρὸς τὴν κοινωνιολογικὴν ὁμάδα. Τὸ λάθος αὐτὸ ἔκαμε μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν ὁμάδα αὐτὴν τὴν ἀπεκάλεσε δημοκοποῦσαν, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ ἴδιος ἐθεώρει ὅτι αὕτη ἤθελε νὰ βελτιώσῃ τὸ ἔργον του. Ἀλλ’ ὡς εἶπον διακόπτων ἔντιμον συνάδελφον ἡ Κυβέρνησις ἀνέχεται ὅπως ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ ἐργατῶν παραβιάζηται καὶ δὲν ἐκπληροῖ ὑπόσχεσιν δοθεῖσαν ἐπισήμως, ὅτι ταχέως θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον κανονίζον τὰ κατὰ τὴν Κυριακὴν Ἀργίαν, ὅστις παραβιάζεται ἀτιμωρητί. Ἀλλ’ ἐκ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτε ἀπεκάλει τὴν κοινωνιολογικὴν ὁμάδα δημοκοποῦσαν, ἐξάγεται ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ τῆς ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν καὶ ἄλλα ἔλεγεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐνώπιον τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ ἔλεγεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως θὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῆς βιομηχανικῆς ἐργασίας καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων προσέθετε ὅτι θὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ προστασίας κατὰ τῶν ἐπαγγελματικῶν κινδύνων. Αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον ζήτημα. Καὶ βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ἡ Κυβέρνησις ὡς ἀπὸ μηχανῆς νὰ λύσῃ τὸ ἐργατικὸν ζήτημα. Παραδέχομαι ὅτι χρειάζεται χρόνος, χωρὶς νὰ φθάνω μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ πιστεύω ὅτι χρειάζονται δεκαετηρίδες ὁλόκληροι. Ὑπάρχουσι ζητήματα, περὶ ὧν δύναται νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Κυβέρνησις πολὺ μεγαλητέρας σημασίας καὶ σπουδαιότητος ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν. Ἐκτὸς τοῦ ζητήματος περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐν τῇ ἐργασίᾳ ἀτυχημάτων, ὑπάρχει ἄλλο ζήτημα περὶ ἐργατικῶν ἑνώσεων, περὶ πληρωμῆς τῶν ἡμερομισθίων τῶν ἐργατῶν. Πολλοὶ ἐργάται οὐ μόνον δὲν τυγχάνουσι προστασίας τινός, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀπαιτήσωσι τὸ ἡμερομίσθιον, ὅπερ ἡ σκληρότης τοῦ ἐργοδότου δίδει εἰς αὐτούς. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας νόμον, τὸν ὁποῖον τόσον ἠθέλησαν νὰ ὑμνήσωσι διάφοροι τῆς Κυβερνήσεως φίλοι, τὸν νόμον περὶ ὑγιεινῆς καὶ ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι τίποτε. Οἱ ἐργάται ἤλπισαν ὅτι θὰ ἀποκτήσωσι κἄτι τι, οὐσιαστικὸν καὶ ὄχι ἐλπίδας. Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν ἐτέθη ὅριον ἐργασίας, ὥστε κἄτι τι θετικὸν νὰ ἀποκτήσωσιν οἱ ἐργάται, ὁ νόμος αὐτὸς ὑπόσχεται, ἀλλὰ δὲν κάμνει τίποτε. Αὐτὸν τὸν εἰδικὸν νόμον θέλομεν, τὸν ὁποῖον ὑπόσχεται ὁ ψηφισθεὶς νόμος, αὐτὰ θέλομεν, θέλομεν τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐποπτεύωσι, διότι ἄνευ αὐτῶν οὐδεμία ἐποπτεία εἶναι δυνατή. Ἡ ἀστυνομία εἶναι ἀκατάλληλος καὶ ἡ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ἐπιβάλῃ πρόστιμα, εἶναι γνωστὸν ἀπὸ ποίας διαθέσεις ἐμπνέεται. Κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην ὁ ἐργάτης δὲν δύναται νὰ ἔχῃ δίκαιον, διότι οὔτε δύναται νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν προσηκόντως. Ἀλλὰ τί παρατηροῦμεν; Πᾶν ὅ τι ἀπαιτεῖ δαπάνας δύναται νὰ ἑτοιμασθῇ, πᾶν ὅ τι δὲν ἀπαιτεῖ δαπάνας καὶ θὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑτοιμασθῇ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει χρόνον πρὸς τοῦτο, ἔχει χρόνον μόνον νὰ μᾶς ζητῇ ἑκατοντάδας χιλιάδων ὑπὲρ μιᾶς τάξεως, ἡ ὁποῖα εὑρίσκεται πολὺ καλὰ εἰς τὴν θέσιν της καὶ δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τόσων καὶ τόσων χιλιάδων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο ζητοῦσι παρὰ προστασίαν, ἐκεῖνο δηλ. τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύναντο νὰ λάβωσιν εἰς οἱανδήποτε κακῶς διοικουμένην Πολιτείαν. Δὲν λαμβάνεται οὐδεμία πρόνοια, ὅταν ὁλόκληρος πληθυσμὸς ἐν μέσαις Ἀθήναις, ὁλόκληρος ἡ ὑπηρεσία τῶν γυναικῶν, ὅλαι αἱ ὑπηρέτριαι, διότι πρὸ παντὸς ἡ ἐργασία τῶν γυναικῶν μένει ἐντελῶς ἀπροστάτευτος, ἡ ὑπηρέτρια εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὸν μισθόν της, τὸν μικρὸν αὐτὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ παρ’ ἐκείνου τὸν ὁποῖον ὑπηρετεῖ. Καὶ ἠρκέσθη ἡ Πολιτεία εἴς τινα ἀστυνομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μετέβαλον τὴν ὑπηρέτριαν εἰς δούλην, εἰς ἐγκληματίαν, νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ὑπηρέτρια αὕτη νὰ ἔχῃ βιβλιάριον, ἵνα γίνῃ χειροτέρα ἡ θέσις της, ἐν ᾧ δὲν ἐφρόντισε νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸ ἀνυποστήρικτον καὶ ἀμαθὲς ἐκεῖνο ὄν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πάρῃ τὸν ὀλίγον μισθόν, τὸν ὁποῖον δῆθεν δέχεται νὰ δώσῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπασχολεῖ αὐτήν. Δὲν δημοκοποῦμεν ἡμεῖς, Κύριοι, ἰδιαιτέρως δὲ ἐγώ, ὅστις οὐδένα λόγον ἔχω, διότι ἐργάται δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸν νομόν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω· ἐκεῖ, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ὅλοι ἐργάζονται καὶ ἐργατικὰ ζητήματα δὲν ἀνεπτύχθησαν, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ νομίζουσιν ὅτι τοιαῦτα δὲν ἐγεννήθησαν· οὐδεὶς λόγος πρὸς δημοκοπίαν καὶ οὐδὲν ἐζητήσαμεν· μόνον τὸν καθορισμὸν τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἠθέλησε διὰ διατάγματος νὰ τὸ κανονίσῃ εἰς τρόπον ὥστε νὰ γεννηθῶσι διακρίσεις, ἵνα εἰς μίαν βιομηχανίαν ὑπάρχῃ ἓν ὅριον ἐργασίας καὶ εἰς ἄλλην ἄλλο ὅριον ἐργασίας κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ ἐμβάλῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποψίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἡ παροῦσα εἴτε ἡ μέλλουσα δύναται νὰ χαρίζηται ὑπὲρ μιᾶς βιομηχανίας, διότι θὰ ἀντιπροσωπεύηται ὑπὸ ἰσχυρῶν. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν ἡμεῖς δημοκόποι, ἡμεῖς ζητοῦμεν καθορισμὸν τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξε πᾶσα εὐνομουμένη Πολιτεία. Δὲν ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ γένηται ἀπόψε νόμος τοῦ Κράτους, ἐδόθη μόνον μία ἐλπίς, ἀλλὰ ἐλπίδας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐλάμβανε πάντοτε καὶ ἐλπίδας μιᾶς τελείας λύσεως τοῦ ἐργατικοῦ ζητήματος ἔλαβεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπισήμως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀπὸ Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους, ὅστις ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφον, τὸν κ. Νέγρην, ἀγωνιζόμενον ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν εἶπεν, ὅτι ταχέως τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ· ἐλπίδας εἶχε καὶ τοιαύτας ἐλπίδας λαμβάνει καὶ τώρα, ἀλλὰ μὴ πλανᾶται, ὅτι ἔλαβε κἄτι τι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πράγματι ἔλαβεν, εἶναι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἐπέτυχε διὰ τῆς ἐπαναστάσεως, ὁ νόμος τῆς Κυριακῆς ἀργίας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς παραβιάζεται καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν ὑπὸ τὴν ἀνοχὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§97Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τὸ ἐργατικὸν νομοσχέδιον, Κύριοι, ἀπασχολεῖ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς ὑπεβλήθη, ῥυθμίζεται ἢ μᾶλλον προσδιορίζεται ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διαιτᾶται ὁ ἐργάτης, πόση θὰ εἶναι ἡ ἐργασία του, πόσας ὥρας θὰ ἐργάζηται· ὁ ἐργάτης ὅμως θέλει ἓν ἄλλο· θέλει ἐργασίαν, διότι ἀπ’ αὐτὴν ἔχει ἔλλειψιν μεγίστην ἐπὶ τοῦ παρόντος. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, Κύριοι, βλέπω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητούμενον, δὲν ἤθελον ὅμως νὰ ἀναμιχθῶ, διότι ἴσως νὰ μὴ εἶμαι ἱκανὸς νὰ ἀναμιχθῶ εἰς αὐτὴν τὴν οὕτως εἰπεῖν φιλοσοφικὴν σχολὴν διὰ νὰ δύναμαι νὰ μεταδώσω καὶ τὰς γνώμας μου καὶ τὰς σκέψεις μου, τὰς ὁποίας ἔχω ἀποκρυσταλλώσει ἐκ τῆς ἑκάστοτε ἀναμίξεώς μου μετὰ τῶν διαφόρων ἐργατῶν μὲ τοὺς ὁποίους ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εὑρίσκωμαι καθ’ ἑκάστην καὶ ἀπὸ τῶν ὁποίων ὁρμῶμαι. Εὑρίσκω, Κύριοι, ὅτι ὅλα αὐτὰ δίδουν μὲν εἰς τὸν ἐργάτην μίαν παρηγορίαν, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δίδουν πρὸς αὐτὸν τίποτε χρήσιμον, διότι νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοῖς δίδεται δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦσι καὶ τὸ ὁποῖον θεραπεύει τὴν ἀνάγκην των καὶ οὔτε ὀφείλουσι νὰ ζητῶσι πρὸ τῶν ἄλλων τῶν ἀναγκαιοτέρων. Πρέπει νὰ μάθῃ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ τὴν χεῖρα του εἰς τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ κεφάλαιον τὴν χεῖρα του εἰς τὸν ἐργάτην, διότι ἐδῶ βλέπω διϊσταμένας τὰς δύο ταύτας δυνάμεις. Ὁ ἐργάτης πένεται ἕνεκα τῶν μεγάλων ἀναγκῶν τὰς ὁποίας ἐδημιούργησε τὸ Κράτος εἰς αὐτὸν διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Διαρκῶς ἀναπτύσσονται διάφοροι βιομηχανίαι καὶ δῆθεν, διὰ νὰ ζήσωσιν αἱ βιομηχανίαι, ἐνῷ εἶναι ἐν θανάτῳ καταδεδικασμέναι, τίθεται φορολογία, ἡ ὁποία βαρύνει τὸν ἐργάτην, μὲ τὴν παρηγορίαν τῆς ἐργασίας, ὡς ἔχομεν σήμερον τοὺς ἐργάτας τῶν ὑαλουργείων αἰτουμένων τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου. Ἡ βάσις τοῦ ἡμερομισθίου εἰς ἕκαστον τόπον εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν ἀνάγκην τοῦ ἐργάτου καὶ βλέπετε ὅτι εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἡ βάσις τοῦ ἡμερομισθίου εἶναι τὸ δολλάριον, ὡς ἐδῶ ἡ δραχμὴ καὶ ἀναλόγως εἰς τὰ μέρη ὅπου ὑπάρχει οἰκονομία ἐλαττοῦται καὶ τὸ ἡμερομίσθιον. Λοιπόν, ἐὰν θέλητε νὰ εὐημερήσῃ ὁ ἐργάτης ἢ θὰ τοῦ αὐξήσετε τὸ ἡμερομίσθιον ἢ θὰ ἐλαττώσητε τοὺς φόρους, ἐὰν ὁ βιομήχανος δηλαδὴ δὲν δύναται νὰ αὐξήσῃ τὸ ἡμερομίσθιον, πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἐλαττώσῃ τὴν φορολογίαν διὰ νὰ ὑπάρξῃ βίος ἐργάτου. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι ἐδῶ, ἐὰν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου θὰ εὕρῃ ὁ ἐργάτης ἀνακούφισιν; Λέγω ὄχι ἐγώ, διότι ὁ ἐργάτης ὡς προεῖπον, δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, διότι τὸ ἡμερομίσθιον εἶναι μικρόν, οἱ δὲ βιομήχανοι δὲν δύνανται νὰ αὐξήσωσι τὴν βάσιν ἢ διότι δὲν τοὺς συμφέρει ἢ διότι θέλουσι νὰ ἔχωσι κέρδη πολλά, καὶ ἐδῶ κατ’ ἐμὲ εἶναι τὸ πᾶν. Ἂν καὶ βλέπω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ὅλον αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδιορισθῇ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἑπομένως πᾶσα συζήτησις περιττεύει, ἐν τούτοις ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἵνα ὡς πρώτην ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ κάμῃ, νὰ ἐξετάσῃ πέριξ πόσοι καὶ ποῖοι ἐκ τῶν ἐχόντων κεφάλαια, δύνανται νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸν ἀγῶνα, νὰ κάμωσιν ἐργασίας, διὰ νὰ ἐργασθῇ ὁ ἐργάτης, καὶ τότε τὰ πάντα τακτοποιοῦνται, διότι θὰ τὰ τακτοποιήσῃ ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεκάωρον, ὁ ἐργάτης ἔχει δίκαιον οὐχὶ διὰ νὰ ἀναπαυθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν καθ’ ὥραν τιμὴν τοῦ ἡμερομισθίου, πέραν δ’ αὐτοῦ νὰ ἀμείβηται, ὡς γίνεται παντοῦ, δὲν ἀρνεῖται δηλαδὴ νὰ ἐργασθῇ, ἐὰν ἔχῃ ὁ προϊστάμενός του ἐργασίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀμοιβήν του. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ συζητῶμεν πλέον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, παρὰ νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὰς ὥρας μας, καὶ ἡ Κυβέρνησις κατόπιν θὰ φροντίσῃ νὰ λύσῃ τὸ σπουδαιότατον αὐτὸ ζήτημα, καὶ ἐὰν εἰσηγητικῶς δίδητε εἰς τὸν ἐργάτην πράγματα ἀνεφάρμοστα, εἶναι ὡς νὰ δίδητε εἰς τὸ μικρὸ παιδὶ ἓν πηροῦνι, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζει τὴν χρῆσιν καὶ ὑπάρχει πιθανότης νὰ βγάλῃ τὰ μάτια του, ὅπως ἐγένετο εἰς πολλοὺς κλάδους διὰ τοῦ θορύβου. Αὐτὰ λέγω ἐγὼ ὁ ὁποῖος εἶμαι ἐργάτης καὶ αὐτὸ αἰσθάνομαι, αἰσθάνομαι δὲ τὸν πόνον περισσότερον παντὸς ἄλλου. Ὁ ἐργάτης θέλει τὴν ὕπαρξίν του. Ἐν Εὐρώπῃ ἔχει λυθῆ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι ἡ Πολιτεία ἐφρόντισε καὶ διὰ τὴν νοσηλείαν του καὶ διὰ τὰ πάντα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω ὅτι θὰ φροντίσῃ νὰ παράσχῃ καὶ ἐδῶ ἡ Πολιτεία, διότι ἤδη στερεῖται πάντων καὶ ἰδοὺ ἡ μεγάλη δυσχέρεια τοῦ ἐργάτου· ὅσα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ ἐργάτου, ὅτι στερεῖται, ὅτι ὑποφέρει, εἶναι πάντα καλά, ἀλλὰ δὲν λύεται τὸ ζήτημα ἄλλως ἢ διὰ τῆς ἐργασίας. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀφήσωμεν τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ μὴ φωνάζωμεν ὅλοι: ὁ λαὸς καὶ ὁ λαός, ἀλλὰ νὰ φωνάζωμεν ἐργασίαν, ἐργασίαν, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην μεγίστην. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ εἴπω, Κύριοι, ἀλλὰ νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα·
§98Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι. Μὲ ἀναγκάζει νὰ παρέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λαρίσης συναδέλφου. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀγόρευσις αὕτη ἦτο δι’ ἐμὲ ἐντελῶς ἀπροσδόκητος· τὴν παρηκολούθησα δὲ χωρὶς νὰ δυνηθῶ νὰ ἐννοήσω, ἂν ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν ἐργατικῶν συμφερόντων, ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν δικαίων ἀξιώσεων τῶν ἐργατῶν, ἢ ἂν ἦλθεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος αὐτόκλητος συνήγορος καὶ ἐπίκουρος τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου. Ἄν ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος ἦλθεν ἐνταῦθα ὡς ἐκπροσωπῶν τὰ ἐργατικὰ συμφέροντα, ὡς πραγματικὸς φίλος τῆς ἐργατικῆς τάξεως καὶ τῆς ἐργατικῆς ἰδέας, ἄν, λέγω, ὡς τοιοῦτος παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα, πολὺ κακὴν ἀντιπροσώπευσιν τῶν τοιούτων συμφερόντων καὶ τῆς τοιαύτης ἰδέας παρέσχεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐζήτησαν τὴν τοιαύτην ἀντιπροσώπευσιν ἐκ μέρους αὐτοῦ· διότι βεβαίως οἱ ἐργάται δὲν δύνανται νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπιτυγχάνουσι διὰ τοῦ μέχρι τοῦδε νομοθετικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἀκόμη δὲ καὶ διότι δὲν βλέπουσιν ἐκπληρουμένας μέχρι τοῦδε τὰς νομοθετικὰς αὐτῆς ἐπαγγελίας. Ἐὰν ἦλθεν ὁ ἐκ Λαρίσης ἔντιμος συνάδελφος ὡς αὐτόκλητος συνήγορος καὶ ἐπίκουρος τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς αὐτόν, ὅτι πολὺ βραδέως ἦλθεν, ἐὰν ἤθελε νὰ παράσχῃ οὐσιαστικὴν συνδρομήν, διότι ἦλθε μόνον νὰ πλέξῃ πανηγυρικόν, ἐνῷ, ἐὰν ἤθελε νὰ παράσχῃ οὐσιαστικὴν συνδρομήν, ἔπρεπε νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν. Ἦλθε δὲ νὰ πλέξῃ πανηγυρικόν, τὸν ὁποῖον, ὑποθέτω, δὲν ἤθελεν ὑπὲρ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς ἐδήλωσεν ὅτι ἐν τῷ μέχρι τοῦδε νομοθετικῷ της ἔργῳ, τῷ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, δὲν διαβλέπει εἰ μὴ τὴν ἀρχήν, εἰ μὴ τὴν ἀφετηρίαν τοῦ ἐργατικοῦ νομοθετικοῦ αὐτῆς ἔργου. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος καὶ μίαν ἀνακρίβειαν ἱστορικήν, κατὰ τῆς ὁποίας διαμαρτύρομαι. Εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λαμβάνουν ἢ μέλλουν νὰ λάβουν οἱ Ἕλληνες ἐργάται παρέχονται πρὸς αὐτοὺς ὑπὸ κυβερνήσεως ἰδεολόγου, ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν εὑρίσκεται εἰς ἐπαφὴν μετ’ αὐτῶν, ἡ ὁποία προλαμβάνει τὰς μὴ ἀναπτυχθείσας, τὰς μὴ ἐκδηλωθείσας ἔτι ἀξιώσεις των, ἠρνήθη δηλαδὴ ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος τὴν ὕπαρξιν οἱασδήποτε ἐργατικῆς κινήσεως παρ’ ἡμῖν, ἠμφισβήτησε δὲ τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι τὸ ἐργατικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἀπεσπάσθη ὡς λαϊκὴ κατάκτησις διὰ τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ ἀρνηθεὶς ὅτι οἱ ἐργάται εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν πρώτων συνεσπειρώθησαν περὶ τὸν πολιτικὸν πυρῆνα, ὁ ὁποῖος ἐξειλίχθη εἰς κόμμα Φιλελευθέρων, παρεγνώρισε τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας τοῦ ἐργατικοῦ στοιχείου πρὸς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἑπομένως ἐδείχθη, νεοφώτιστος αὐτός, οὐχὶ ὁ κατάλληλος ἀντιπρόσωπος τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον νεωστὶ κατετάχθη. Ἡμεῖς οἱ ἀντιπροσωπεύοντες ἐνταῦθα τὴν ἐργατικὴν ἰδέαν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατὰ ἰδεολογίαν πολιτικὴν ἐκηρύχθημεν ὑποστηρικταὶ τῆς ἐργατικῆς κινήσεως, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀποκλειστικῶς ἐπιδιώκομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὰς ἐργατικὰς βλέψεις καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῶν ἐργατικῶν συμφερόντων ἐρχόμεθα εἰς ἀντιθέσεις πολλάκις πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀντιπαθείας ἴσως ἀρυόμεθα ἐκ τῆς τοιαύτης ἡμῶν στάσεως, ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατ’ αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως, ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία παρουσιάζει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὡς κόμμα παρέχον δωρεάς, συγκαταβάσεις πρὸς τίνας; Πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλητέραν μάζαν τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται καὶ πρέπει νὰ στηρίζηται τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἂν θέλῃ πράγματι νὰ εἶναι κόμμα Φιλελευθέρων. Ἡμεῖς, οἱ οὕτω πως παρακολουθοῦντες τὸν ἐργατικὸν ἀγῶνα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔχομεν συναντήσει μέχρι τοῦδε νομοθετικὰς ἐπαγγελίας, δὲν ἔχομεν ὅμως συναντήσει ἀκόμη καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐπαγγελιῶν, καὶ ἔχομεν ἔλθει εἰς συγκρούσεις πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν ἀκριβῶς ἕνεκα αὐτῆς τῆς διαψεύσεως τῶν τοιούτων ἐπαγγελιῶν αὐτῆς.... Ἐνόμιζον ἑπομένως ὅτι δὲν ἦτο πρέπον ἐκ μέρους τοῦ ἐκ Λαρίσης συναδέλφου ὄχι μόνον νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ παρουσιάσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον ἀρχίζει νὰ κάμνῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς κάτι τι τὸ ὁποῖον ἦτο ἀνάγκη νὰ τονισθῇ πανηγυρικῶς. Τὸ καθ’ ἡμᾶς, ἐργαζόμενοι ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, θέλομεν, κύριοι συνάδελφοι, παρακολουθεῖ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλομεν ἐξελέγχει κατὰ πόσον αἱ νομοθετικαὶ αὐτῆς ἐπαγγελίαι ὄχι μόνον πραγματοποιοῦνται ἐν τῷ δυνατῷ μέτρῳ, ἀλλὰ προσέτι καὶ κατὰ πόσον, νομοθετικῶς πραγματοποιούμεναι, ἐφαρμόζονται.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλομενόπουλος.
§100Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κοινωνία ἡμῶν, νεκρὰ οὖσα ἀκόμη καὶ ἀκατάρτιστος, δὲν γνωρίζει εὐτυχῶς τὰς διαιρέσεις ἐκείνας, αἵτινες κατατρύχουσι τὰς γηραιὰς κοινωνίας τῆς Εὐρώπης. Αἱ διαιρέσεις ἐκεῖναι ἀποτελοῦσι σάρακα κατατρώγοντα τὰ βάθρα ἐφ’ ὧν ἑδράζονται τὰ Κράτη τῆς Δύσεως, γεννῶσι μίση, καὶ ἐπιφέρουσιν, ἔστιν ὅτε, τὴν διατάραξιν τῆς ἐννόμου τάξεως· διὰ τοῦτο μεριμνῶντες περὶ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν οὐδόλως πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπόδειγμα ἀπολύτως τὰ ἀλλαχοῦ τελούμενα καὶ διδασκόμενα, διότι ἄλλως θὰ φθάσωμεν εἰς συμπεράσματα σφαλερὰ λόγῳ τῆς ῥιζικῆς διαφορᾶς τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν παρ’ ἡμῖν, ἀπὸ τὰς κοινωνικὰς συνθήκας τῆς Δύσεως, φθάνοντες δὲ εἰς σφαλερὰ συμπεράσματα θὰ ἀστοχήσωμεν τοῦ σκοποῦ ἡμῶν, θὰ βλάψωμεν ἀντὶ νὰ ὠφελήσωμεν. Σκοπὸς καὶ καθῆκον πάσης Πολιτείας εἶναι ἡ μέριμνα περὶ τῆς εὐημερίας τῶν πολιτῶν αὐτῆς, ἀδιακρίτως τοῦ ἐπαγγέλματος τὸ ὁποῖον μετέρχονται, καὶ καθῆκον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ εἶναι νὰ λαμβάνωσι τὴν δέουσαν νομοθετικὴν πρόνοιαν περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν πολιτῶν, καὶ νὰ μὴ περιορίζωνται μεριμνῶντες περὶ τῶν μέν, ἀδιαφοροῦντες δὲ περὶ τῶν λοιπῶν. Τὸ Κράτος ἐξησφάλισε τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, κανονίσαν οὐ μόνον τὸν μισθὸν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἡμέρας καὶ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας αὐτῶν, τὸν τρόπον τῆς ἀποχωρήσεως αὐτῶν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἀπονομὴν συντάξεως εἰς αὐτούς· ἀνάλογον πρόνοιαν νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἵνα λάβῃ καὶ περὶ ἑτέρων τάξεων συμπολιτῶν μας. Θὰ εἴπῃ τις ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐργάζονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου καὶ διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἐξάρτησιν αὐτοῦ, ὡς ἐκ τούτου δὲ καὶ ἡ περὶ αὐτῶν ἐξαιρετικὴ πρόνοια, ἀλλὰ ἆρα γε καὶ πάντες οἱ λοιποὶ πολῖται, ἕκαστος ἐν τῷ ἰδίῳ κύκλῳ στρεφόμενος, δὲν ἀποτελεῖ παράγοντα τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς μηχανῆς συντελοῦντα εἰς τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου τῆς Πολιτείας; Βεβαίως ναί· καὶ διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία ἡμῶν δὲν παρέλειψεν ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ἐπιδείξῃ μέριμνάν τινα περὶ τῶν πολιτῶν της, ἀλλὰ ἡ μέχρι τοῦδε ἐπιδειχθεῖσα μέριμνα ἦτο περιωρισμένη, ἐπιβάλλεται δ’ εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν τῆς Πολιτείας μέριμναν, καὶ νὰ νομοθετήσωμεν περὶ τῶν ἐπαγγελμάτων, ἰδίᾳ ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία μέχρι τοῦδε ἐλήφθη πρόνοια. Ἡ τοιαύτη μέριμνα ἀποτελεῖ καθῆκον, ὅπερ ἐπῆλθεν ἡ ὥρα νὰ ἐπιτελέσωμεν, ἐκτελοῦντες δὲ τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἀπολύτως τὰ ἐν τῇ Δύσει λαμβάνοντα χώραν, διότι εὐτυχῶς παρ’ ἡμῖν δὲν ἔχομεν τὰς βαθείας κοινωνικὰς διαιρέσεις, αἵτινες ἐκεῖσε καθιστῶσι δυσχερῆ, καὶ πολλάκις ἀνέφικτα τὰ μέτρα, ἅτινα παρ’ ἡμῖν δύνανται ἀκόπως νὰ ληφθῶσι πρὸς τὸ κοινὸν καλόν. Παρ’ ἡμῖν εἴτε τὸν πενέστατον ἀγρότην καὶ χειρώνακτα, εἴτε τὸν ἐν τῇ μεγαλητέρᾳ εὐμαρείᾳ βιοῦντα τραπεζίτην ἐξετάσητε, θὰ εὕρητε πρόσφατα τὰ ἴχνη τῆς κοινῆς αὐτῶν καταγωγῆς, καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ ἀποβαίνει εὐχερὴς ἡ μέριμνα ἐκείνη, ἥτις εἶναι τὸ ἀντικείμενον τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου... Δὲν εἶναι χάριτι θείᾳ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία χωρισμένη εἰς τάξεις ἀλληλομισουμένας, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔγκαιρος πρόνοια τῆς Πολιτείας περὶ διακανονισμοῦ τῶν ὅρων τῆς βιοτεχνικῆς καὶ βιομηχανικῆς ἐργασίας θὰ προλάβῃ τὸν τοιοῦτον χωρισμόν, καὶ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν θὰ μεταπέσῃ ποτὲ εἰς τὰς κοινωνικὰς διαμάχας, αἵτινες εἰς τὴν Δύσιν ἤγαγον καὶ μορφωμένους ἔτι ἀνθρώπους, εἰς παράφρονας ὑπερβολάς. Ἐννοῶ ὅτι εἰς πᾶσαν κοινωνίαν δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ χωρίζωνται οἱ ἄνθρωποι εἰς διαφόρους καταστάσεις, καὶ εἰς ἀντιμαχόμενα συμφέροντα, ἀλλ’ ἡ ἀντίθεσις τῶν συμφερόντων, ὅταν κανονίζηται καταλλήλως ὑπὸ τῆς Πολιτείας, τῆς ἐχούσης αὐτὸν τὸν προορισμόν, δὲν ἄγει εἰς μίση κοινωνικά, δὲν δημιουργεῖ χάσματα μεταξὺ τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων, ἀλλ’ εὐρύθμως ῥυθμιζομένη καὶ κανονιζομένη ὀξύνει τὸν ζῆλον μιᾶς ἑκάστης τάξεως καὶ συντελεῖ εἰς τὴν κοινὴν πρόοδον. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις εἰσάγει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν συμφωνῶ ὅτι καλούμεθα νὰ μεριμνήσωμεν περὶ καταδιωκομένων πολιτῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔχομεν ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ τῶν ἐργατῶν καὶ περὶ τῶν ὑπαλλήλων, ὅπως προνοοῦμεν περὶ πάντων τῶν συμπολιτῶν μας. Ἑνιαία ἡ μέριμνα, καὶ ὅταν εἶναι ἑνιαία ἡ μέριμνα, τότε εἶναι ἀσφαλής· ὁ ὑπερβολικὸς δὲ ζῆλος ὑπὲρ μιᾶς τάξεως ὁμοιάζει πρὸς τὴν ὑπερβολικὴν μέριμναν γονέως τινος, ὁ ὁποῖος φροντίζει περισσότερον ὑπὲρ τοῦ φωνάζοντος τέκνου του ἀδικῶν τὰ λοιπά. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐστάλημεν ἐνταῦθα ἵνα ἀδικήσωμέν τινα, ἐστάλημεν ὅπως μεριμνήσωμεν ἐξ ἴσου ὑπὲρ ὅλων.
§101Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπὲρ τῶν ἀδυνάτων πρὸ παντός.
§102Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, κύριε συνάδελφε, πάντες οἱ πολῖται εἶναι ἀδύνατοι. Ἀπέναντι τῆς Πολιτείας δὲν γνωρίζω ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῇ δημοκρατικῇ Ἑλλάδι, τάξιν, ἡ ὁποία νὰ μὴ εἶναι ἀδύνατος, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ἀρωγῆς τῆς Πολιτείας. Εἰς ἄλλας κοινωνίας ὑπάρχουσι τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτῶν καὶ τῷ μεγαλείῳ των, οὐχὶ τόσον τώρα ὅσον ἄλλοτε, παρέρχονται πρὸ τοῦ Κράτους καὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτοῦ. Παρ’ ἡμῖν ὅλοι εἴμεθα ἀδύνατοι, ὅλοι ἔχομεν ἀνάγκην τῆς μερίμνης τῆς Πολιτείας. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐξετάζω τὸ ζήτημα, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως καὶ ἀπὸ τοιούτων ἀρχῶν ἐμφορουμένη ἡ Κυβέρνησις εἰσάγει τὸ σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἐπρονόησε τὸ Κράτος περὶ τοῖς ἐν τοῖς μεταλλείοις ἐργασίας κατὰ τρόπον κανονίζοντα ἀρκετὰ καλὰ τὰ τῆς ἐργασίας ταύτης, καὶ τόσον ὥστε δὲν ἀκούονται παράπονα ἐκ μέρους τῶν ἐν τοῖς μεταλλείοις ἡμῶν ἐργαζομένων.
§103Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὰ τὰ ὀφείλουν εἰς τὸν κ. Νέγρην.
§104Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλομεν λοιπὸν ὅπως ἐμεριμνήσαμεν περὶ τῶν ἐν τοῖς μεταλλείοις ἐργαζομένων, νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῶν ἐν τοῖς βιομηχανικοῖς καταστήμασι τοιούτων.
§105Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ νομοθεσία ἡ μεταλλευτικὴ εἶναι πρὸ 10–12 ἐτῶν, ὀφείλεται δὲ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν κ. Νέγρην.
§106Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. .. ψηφίζοντες ἀνάλογα νομοθετήματα. Ἡ μέχρι τοῦδε ἀδιαφορία τοῦ Κράτους ἐδημιούργησε κατάστασιν ἡ ὁποία, δι’ ὅσους θέλουν νὰ προσέξουν, καὶ ὅσους προσέχουν, εἶναι λυπηρὰ καὶ ἐπικίνδυνος, διότι εἰς τὰ βιομηχανικὰ ἡμῶν καταστήματα, ἐλλείπει ἡ τοῦ Δημοσίου ἐπίβλεψις, οἵα ἀσκεῖται ἀλλαχοῦ, παραμελοῦνται δὲ οἱ κανόνες προσλήψεως τῶν ἐργατῶν καὶ διαρκείας τῆς ἐργασίας, οἱ ὁποῖοι ἐξασφαλίζουσι τὴν ὑγείαν τῶν ἐργαζομένων καὶ τὴν καλὴν ἐργασίαν. Βλέπομεν παιδία ἀμφοτέρων τῶν φύλων, ὀκταετῆ καὶ δεκαετῆ, ἐργαζόμενα ἴσας ὥρας μὲ τοὺς γονεῖς αὐτῶν καὶ ἀσχολούμενα εἰς τὰς αὐτὰς καὶ οἱ ὥριμοι τὴν ἡλικίαν ἐργασίας. Βλέπομεν τὴν μητέρα εἰσερχομένην μὲ τὸ θυγάτριον αὐτῆς τὴν 6ην ἢ 7ην πρωινὴν ὥραν εἰς τὴν ἐργασίαν, καὶ ἐξερχομένην μετὰ τοῦ αὐτοῦ θυγατρίου τὴν ἑβδόμην ἢ ὀγδόην ἑσπερινὴν ὥραν. Ἀμφότεραι εἰργάσθησαν τὰς αὐτὰς ὥρας εἰς τὴν αὐτὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ τί ἐπακολουθεῖ; Ἡ μήτηρ σπεύδει τὸ ἑσπέρας κατάκοπος καὶ πίπτει ἡμιθανὴς εἰς τὸν οἶκον της, τὸ δὲ τέκνον δὲν δύναται οὔτε νὰ φάγῃ. Τὸ μικρὸν αὐτὸ παιδίον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς ὀκταετοῦς ἢ δεκαετοῦς ἡλικίας ἤρχισεν ἐργαζόμενον ὑπὸ τοιούτους ὅρους, εἶναι προωρισμένον νὰ καταστρέψῃ τὴν ὑγείαν του, καὶ ἂν δὲν γίνῃ φθισικόν, βεβαίως θὰ γίνῃ καχεκτικόν, ἡ ἀνάπτυξίς του θ’ ἀνασταλῇ, καὶ ὅταν φθάσῃ εἰς τὴν εἰκοσαετῆ ἢ εἰκοσιπενταετῆ ἡλικίαν θὰ εἶναι νευρασθενικόν, ἀνίκανον νὰ δημιουργήσῃ οἰκογένειαν, ἀνίκανον νὰ ζήσῃ ἀνθρωπίνως. Ἐκ τῆς ἐξαντλήσεως δὲ ἐπέρχεται ἡ τάσις πρὸς τὸν πότον καὶ ὅλα τὰ ἐπακολουθοῦντα σωματικὰ καὶ ἠθικὰ κακά. Τοιαῦται καὶ ἄλλαι εἶναι, Κύριοι, αἱ συνέπειαι τῆς ἄνευ κανόνος λογικοῦ, ἄνευ ἐπιβλέψεως τοῦ Δημοσίου ἐργασίας εἰς τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, ἐπειδὴ ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§108Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ἐκάμνομεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν ἀγόρευσιν, θὰ εἴχομεν ἤδη λάβει τὴν μομφὴν ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι κωλυσιεργοῦμεν.
§109ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό.
§110Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ παντὸς δύναται νὰ ἀποδοθῇ ἡ μομφὴ ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, ἀλλ’ οὐχὶ κατ’ ἐμοῦ, διότι δὲν λαμβάνω συχνὰ τὸν λόγον. Ἀλλά, Κύριοι, ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν παρακολουθῶν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανικῆς ἐργασίας ἐν Σύρῳ καὶ τὴν μεγάλην καὶ ζηλευτὴν πρόοδον αὐτῆς, βλέπω τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἡ πρόοδος αὐτῆς συνεπάγεται, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἴδια μόνον τῆς ἐν Σύρῳ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐν Πειραιεῖ καὶ τῆς ἐν ἅπαντι τῷ Κράτει βιομηχανικῆς ἐργασίας, καὶ συναισθάνομαι ὅτι ἔχω ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ζητήματος, καιρίαν ἔχοντος ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τῆς ἑλληνικῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Τὰ ἄτοπα ταῦτα περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ δὲν ἀποδίδω οὔτε εἰς ἀδιαφορίαν τῶν ἐργατῶν περὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν τύχης, οὔτε εἰς τὴν σκληρότητα ἢ πλεονεξίαν τῶν ἐργοδοτῶν, ἀλλὰ τὰ ἀποδίδω εἰς τῆς Πολιτείας τὴν ἀμέλειαν, διότι ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία δὲν παρεμβῇ καὶ δὲν κανονίσῃ τὰ σχετικὰ ζητήματα, οὔτε ἡ ἀτομικὴ πρόνοια τοῦ ἐργάτου, οὔτε ἡ καλὴ θέλησις τῶν ἐργοδοτῶν εἶναι ἱκαναὶ νὰ ἐπενέγκωσι τὴν διόρθωσιν. Διὰ τοῦτο καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη εἰσαγαγοῦσα εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς τὸ ζητούμενον νομοσχέδιον. Οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ νομοσχέδιον προενόησε περὶ πάντων, καὶ ὅτι εἶναι τέλειον, ἠδύνατο μάλιστα νὰ παρατηρήσῃ τις ὅτι ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὁρισθήσονται ἑκάστοτε δι’ ἑκάστην βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας καὶ λοιπά, εἶναι διάταξις ἐπιδεκτικὴ σχολίων καὶ ἀντιρρήσεων.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι συζητοῦμεν τὸ σύνολον.
§112Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκθέτῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἡ ἐμὴ δὲ γνώμη εἶναι ὅτι ζητήματα θίγοντα ἑκατοντάδας βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, καὶ μυριάδας συμπολιτῶν μας δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ κανονίζωνται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἐν τούτοις ἡ παρατήρησις αὕτη, ἣν εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδόλως μὲ ἀποτρέπει τοῦ νὰ ψηφίσω αὐτό. Τοὐναντίον, χαρακτηρίζω τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀπαρχὴν θετικῆς μερίμνης τῆς Πολιτείας περὶ σπουδαιοτάτου κεφαλαίου τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, μερίμνης ἣν ὀφείλομεν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ ἥτις προώρισται νὰ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὰ κακὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατατρύχονται ἄλλα Κράτη καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ παρ’ ἡμῖν κοινωνικὴν ἁρμονίαν, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητον ἐφόδιον διὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐθνῶν. (Εὖγε! Χειροκροτήματα).
§113Σ. Κ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου καὶ τὰ συγχαρητήριά μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις ἐμερίμνησε περὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν.
§114Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Σᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν θέλει συγχαρητήρια.
§115Σ. Κ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐγὼ θὰ τὰ κάμω. Τίς μέχρι τοῦδε ἐφρόντισε διὰ τὸν πτωχὸν ἐργάτην, ὅταν κατακρημνίζηται ἐκ τοῦ ὕψους πολυτελοῦς μεγάρου τοῦ τυχόντος νεοπλούτου καὶ τερματίζῃ οἰκτρῶς τὸν βίον; τίς ἐμερίμνησέ ποτε διὰ τὴν κόρην τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου, ἡ ὁποία συντηρεῖ πολλάκις πολυμελῆ οἰκογένειαν διὰ τῆς τιμίας ἐργασίας της, ὅταν αὕτη κατάκειται πυρέσσουσα ἐπὶ τῆς ταπεινῆς αὐτῆς κλίνης, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ θυγάτηρ τοῦ πλουσίου βιομηχάνου, τοῦ ζῶντος καὶ πλουτίζοντος διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου, στροβιλίζεται ἐν χρυσοτεύκτοις αἰθούσαις ὑπὸ τοὺς ἤχους τῆς μουσικῆς; Τίς ἐφρόντισε μέχρι τοῦδε διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου, τοῦ ὁποίου ἡ δριμύτης τοῦ χειμῶνος ἢ τὸ καῦμα τοῦ θέρους διέκοψε τὸ νῆμα τῆς ζωῆς προώρως; Οὐδείς. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀνορθωτικὴ εἶναι ἀξία συγχαρητηρίων. Ἡ ἐργασία, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ ὑψηλοτέρα λειτουργία, ἡ ὁποία τελεῖται ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ Δημιουργοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ ἐργάτης εἶναι ἄξιος πάσης συμπαθείας. Ἡ ἐργασία εἶναι ἐκδήλωσις ζωῆς, καὶ ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ ἐκδήλωσις κινήσεως. Ἀλλὰ πᾶσα κίνησις προκαλεῖ κατανάλωσιν δυνάμεως καὶ ἡ κατανάλωσις τῆς δυνάμεως πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν ἱκανότητα τῆς πηγῆς, ἐξ ἧς ἐκπορεύεται. Ἡ ἐργασία εἶναι κίνησις μετὰ λογικῆς, ὡρισμένης κατευθύνσεως. Ἡ ἐργασία ἀποβλέπει ἢ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἰδίου ἐργαζομένου ἢ πρὸς ἐκεῖνο τῶν ὁμοίων του. Ἐργασίαν, Κύριοι, ἐκτελεῖ καὶ ἡ χελιδών, ἡ δι’ ὅλης τῆς ἡμέρας συλλαμβάνουσα ἔντομα, ὅπως θρέψῃ τοὺς νεοσσούς της. Ἐργασίαν ἐκτελεῖ καὶ ὁ λέων, ὅταν ἐν καιρῷ νυκτὸς περιφέρεται εἰς τὰ δάση, ὅπως κορέσῃ τὴν πεῖναν αὑτοῦ. Ἐργασίαν ἐκτελεῖ καὶ ὁ ἁλιάετος, ὅστις ἱπτάμενος εἰς τὰς ἀχανεῖς ἐκτάσεις τῶν ὠκεανῶν προμηθεύεται τὴν τροφὴν αὐτοῦ δι’ ἁρπαγῆς ἀπὸ τοῦ ῥάμφους ἄλλων ὑδροβίων πτηνῶν. Ἀλλὰ ἡ ἐργασία αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσιν οἱ ἀδυσώπητοι νόμοι τῆς φύσεως, καίτοι ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητος, δὲν εἶναι ὅμως ἡ εὐγενεστέρα. Ἐργασία εὐγενὴς εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τὸ ἄτομον ἐκτελεῖ ὑπὸ λογικὰς συνθήκας ὑπὲρ τῆς ὁμάδος, τῆς ὁλομελείας τῶν ἀτόμων. Τὴν ὑπὲρ τῶν ἀτόμων ἐργασίαν, τὴν ἀλληλεγγύην, δὲν ἐφεῦρεν, ὡς ἄλλα τινά, ἡ ἰδεολογία, ἀλλ’ ὑπαγορεύει αὐτὴ αὕτη ἡ φύσις. Ὅπως πεισθῆτε περὶ τούτων ἀρκεῖ νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν μελισσῶν, εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν μυρμήκων. Ἡ λογική, ἡ δικαιοσύνη ἐπιβάλλει, ὅπως ἐργάζωνται πάντες οἱ δυνάμενοι ἀναλόγως τῆς ἱκανότητος αὐτῶν ἕκαστος καὶ νὰ ἀπολαμβάνῃ ἀναλόγως τῆς τελουμένης ὑπ’ αὐτοῦ ἐργασίας ἢ καὶ πλέον, ἐὰν τὸ ἔλλειμμα τῆς ἐργασίας προέρχηται οὐχὶ ἐκ κακῆς θελήσεως, ἀλλ’ ἐκ φυσικῆς ἀδυναμίας. Τοῦτο εἶναι λογικὸν καὶ ἑπομένως δίκαιον, διότι δὲν εἶναι ὅλα τὰ ἄτομα πεπροικισμένα ὑπὸ τῆς φύσεως καὶ τῆς τύχης διὰ τῆς αὐτῆς δικνοητικότητος καὶ ἀντοχῆς. Διὰ ταῦτα ἐπιβάλλεται νὰ ὡρισθῶσιν αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας καὶ τὸ ποιὸν αὐτῆς δι’ ἕκαστον ἐργάτην. Ὁ δὲ καθορισμὸς τούτων δέον νὰ ἑδράζηται ἐπὶ τῶν δεδομένων τῆς ἐπιστήμης. Τὴν ἐργασίαν παρακολουθεῖ ἡ κόπωσις, καὶ κατὰ φυσικὸν νόμον εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀνάλογος ἀνάπαυσις. Πᾶσα ὑπέρβασις ἐργασίας ἄγει εἰς βλάβην, εἰς καταστροφήν. Ὅπως καθορισθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι διὰ τὰ ζητήματα ταῦτα ἀπαιτεῖται χρόνος καὶ μελέτη μακρά. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Δὲν ἀπορῶ ποσῶς ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι τέλειον. Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι, ἀφ’ ὅτου, πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1802, τὸ φιλάνθρωπον Ἀγγλικὸν ἔθνος ἔλαβε τὴν πρώτην φροντίδα διὰ τοὺς ἐργάτας, τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐπιληφθῶσι τοῦ ἐργατικοῦ ζητήματος καὶ αἱ περὶ αὐτοῦ μελέται ἐξακολουθοῦσι πανταχοῦ. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι διὰ τοῦ χρόνου θὰ λυθῇ τελείως καὶ ὁριστικῶς τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα καὶ θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ποθουμένη ἀποκατάστασις ἀληθοῦς ἰσορροπίας μεταξὺ τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Κατερχόμενος τοῦ βήματος, δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν νομοσχέδιον, τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου θεωρῶ ὡς τὴν ἀνατολὴν ἀληθοῦς παρ’ ἡμῖν κοινωνικῆς προόδου καὶ ἀναμορφώσεως.
§116Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, Κύριοι, εἰμή, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου εἶχε ζητήσει τὴν συνδρομὴν τῶν Βουλευτῶν διὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἰδίως ὡμίλησε περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἐργατικῶν τάξεων. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν θὰ εὕρῃ κακόν, ὅπως δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινα ἰδίως ἀπαιτοῦσι κατὰ προτίμησιν αἱ ἐργατικαὶ τάξεις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπαγγελματικοὺς κινδύνους, δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τοὺς κινδύνους ἐκ τῶν δυστυχημάτων μὲ τοὺς κινδύνους τοὺς προερχομένους ἐξ ἄλλων αἰτιῶν, συναφῶν ἐπίσης μὲ τὴν ἐπιχείρησιν αἰτιῶν, αἱ ὁποῖαι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ὑπούλως ἐνεργοῦσαι καταστρέφουσι τὴν ὑγείαν τοῦ ἐργάτου χωρὶς νὰ δύναται νὰ διαφύγῃ οἰκτρὸν τέλος. Καὶ διὰ μὲν τοὺς κινδύνους ἐκ τῶν δυστυχημάτων ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος ἤδη λειτουργεῖ εἰδικῶς διὰ τοὺς ἐργάτας τῶν μεταλλείων. Τὸν νόμον τοῦτον εἶχον ὑποβάλει ἐγὼ αὐτὸς ἄλλοτε γενικὸν δι’ ὅλας τὰς βιομηχακίας. Δυστυχῶς ἡ Βουλὴ περιώρισε τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ τότε εἰς τὰ μεταλλεῖα. Σήμερον ἕτερος συνάδελφος, ὁ κ. Καφετζόπουλος, ὑπέβαλε πρότασιν, ὅπως ἐπεκταθῇ ἤδη ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ εἰς τὰς ἄλλας βιομηχανίας.
§117Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶσθε εὐχαριστημένος, κύριε συνάδελφε, μὲ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ τὸ ταμεῖον τῶν μεταλλευτῶν;
§118Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ ταμεῖον τῶν μεταλλευτῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἀτελείας τινάς, ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον λειτουργεῖ καλλίτερον ἀπὸ τὰς πλείστας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Πρόκεινται ἤδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τροπολογίαι ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ συναδέλφου κ. Μπουρνιᾶ μελετηθεῖσαι ὑπὸ κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ζήτημα, τὰς συντάξεις δι’ ἀνικανότητα ἐκ φυσικῶν παθήσεων, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ἐπίσης σπουδαῖον, ἂν ὄχι σπουδαιότερον, δυστυχῶς εἶναι πολὺ δυσκολώτερον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, Κύριοι, τολμῶ ἐγὼ νὰ εἴπω τινά, διότι ἔζησα μεταξὺ τῶν ἐργατῶν ἐπὶ πολὺ καὶ ἐνόησα τὸν πόνον αὐτῶν, καὶ προσεπάθησα κατὰ τὸ ἐφικτὸν νὰ ἐξυπηρετήσω τούτους. Ἡ σπουδαιοτέρα ἐπιθυμία τοῦ ἐργάτου εἶναι, ὅπως, ὅταν φθάσῃ εἰς τὸ γῆρας, ὅταν καταστῇ ἀνίκανος, εἴτε ἐκ φυσικῆς παθήσεως ἢ ἐκ τοῦ γήρατος, νὰ μὴ μείνῃ εἰς τοὺς δρόμους, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ἀνακούφισίν τινα. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, Κύριοι, εἶχον ὑποβάλει ἕτερον νομοσχέδιον σχετικόν, ἀφορῶν ὄχι μόνον τοὺς ἐργάτας τῶν μεταλλείων, ἀλλὰ πάντας τοὺς ἐργάτας ὅλων τῶν βιομηχανιῶν. Τότε συνέβη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας ἀνέφερεν, ὁ τότε Πρωθυπουργός, ἐνῷ ἐπεβάλλετο νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας, δὲν ἄφησε νὰ ψηφισθῇ, ἵνα ἀσφαλισθῇ τοὐλάχιστον μικρά τις σύνταξις εἰς τὸν ἐργάτην τὸν καταστάντα ἀνίκανον, ἔστω καὶ διὰ τὸν ἄρτον του μόνον. Ἐπανέφερον ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον, ἀλλὰ καὶ πάλιν δυστυχῶς ἔτυχε τῆς αὐτῆς τύχης. Τέλος, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, καὶ εὑρισκόμεθα πλέον ἐν πλήρει ἀνορθώσει, ἤλπισα ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ ὑψώσω τὴν φωνὴν ἐκ νέου ὑπὲρ τῶν θυμάτων τῆς ἐργασίας, τῶν ἀποκλήρων ἐκείνων τῆς κοινωνίας καὶ εἶπον· πρὶν φορολογήσητε τὰς ἐκρηκτικὰς ὕλας χάριν τοῦ Δημοσίου, σκεφθῆτε ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν σύνταξιν εἰς τοὺς πάσχοντας ἐν τῇ χρησιμοποιήσει αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀνόρθωσις περὶ ὀλίγου ἐποιήσατο τοὺς δυστυχεῖς αὐτούς. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶχον ἐγκαίρως ψηφισθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ἀπεργιῶν, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς ἔλαβον χώραν δὲν θὰ εἶχον συμβῆ. Ἀλλ’ ἔκτοτε τὰ πράγματα ἤλλαξαν δυστυχῶς· αἱ κρίσεις, εἰς ἃς περιεπλάκη ὁ ἐργάτης, ἡ ἀδυναμία, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὡς ἄτομον νὰ ἀμυνθῇ ἐναντίον τῶν ἀδικιῶν τῆς Πολιτείας τὸν ἠνάγκασαν νὰ συνασπισθῇ μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ καὶ νὰ σχηματίσῃ σωματεῖα, νὰ καταβάλῃ χρήματα, ὅπως δυνηθῇ νὰ παλαίσῃ ἐναντίον τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει καὶ θεωρεῖ ἐχθρόν του. Διατί τοῦτο; διότι δὲν ἔβλεπε τί τοῦ ἔμενε εἰς τὸ γῆράς του ἐξ ὅλης τῆς ἐργασίας, εἰς τὴν ὁποίαν καθ’ ὅλην τὴν ζωὴν ὑπεβάλλετο. Καὶ σήμερον, ὅταν πρόκειται νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ ἐργάτου καταβολὴν νέαν, ἀπαντᾷ· «Ἰδού, καταβάλλω εἰς τὸ σωματεῖον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς βοήθειαν τῶν νοσούντων καὶ γηρασάντων. Δὲν ἐπαρκῶ νὰ συνεισφέρω καὶ εἰς ἄλλο ταμεῖον». Δὲν σκέπτεται δὲ ὅτι τὸ ταμεῖον τοῦ σωματείου τάχιστα ἐξαντλούμενον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ χορηγῇ τὰ βοηθήματα, ἅτινα χορηγεῖ εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτε αἱ καταβολαὶ γίνονται τακτικαί, αἱ δὲ βοήθειαι εἰσέτι εἶναι ὀλίγαι.
§119Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ σιδηροδρόμου ΣΠΑΠ.
§120Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καλὰ ποῦ μοῦ τὸ ὑπενθυμίσατε, κύριε συνάδελφε. Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ σιδηροδρόμου ΣΠΑΠ εἶχον παρακκαλέσει ἐπιτροπὴν συνισταμένην ἐκ τοῦ κ. Ῥέπουλη, νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐτωτερικῶν, ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μομφεράτου, ὅπως συντάξωμεν κατασττατικὸν ταμείου περιθάλψεως καὶ συντάξεων τῶν ὑπαλλήλων. Εἰργάσθημεν ἐπὶ μῆνας πολλοὺς καὶ συνετάξαμεν τὸ καταστατικὸν καὶ μεταξὺ τῶν ἄρθρων ὑπάρχει διάταξις περὶ κρατήσεως 5% ἐπὶ τῶν ἀπολαυῶν ἐκτὸς τῶν καταβολῶν τῆς ἑταιρείας. Πρὸ τριετίας τὸ ταμεῖον ἱδρύθη καὶ ἤδη ἔχει κεφάλαιον 1,200,000 εἰς ὃ μετὰ χαρᾶς προσβλέπουν οἱ μέτοχοι, ὡς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ μέλλοντος αὐτῶν. Ἀλλὰ τί συνέβη. Μέρος τοῦ προσωπικοῦ, οἱ μηχανουργοί, συνεδέθησαν μὲ τὸ σωματεῖον τοῦ Πειραιῶς, εἰς ὃ καταβάλλουσι ποσόν τι καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι εἰς αὐτοὺς βαρὺ νὰ καταβάλλωσι καὶ εἰς τὸ ταμεῖον περιθάλψεως τῆς Ἑταιρείας τῶν ΣΠΑΠ καὶ ζητοῦν μὲ πάντα τρόπον νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἀναλάβει πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦτο. Πάντα ταῦτα σᾶς τὰ λέγω διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι.....
§121Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἐξ ἴσου ἠσφαλισμένοι οἱ μηχανουργοὶ ὅπως εἶναι διὰ τοῦ νόμου ἠσφαλισμένοι οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἐντεῦθεν ἡ ἔρις αὐτῶν.
§122Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα θὰ σᾶς ἐξηγήσω ὅτι δὲν ἔχουσι δίκκιον, εἶναι ἐπίσης ἠσφαλισμένοι.
§123Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπίσης παρ’ ἡμῖν. Εἶναι ἡμερομίσθιοι.
§124Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅτε κατὰ πρῶτον ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεων ἐγένετο ἀσπαστὸν παρ’ ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων εὐχαρίστως καὶ ἂν εἶχε ψηφισθῆ θὰ εἴχομεν σήμερον τὰ ταμεῖά των τόσον εὐποροῦντα, ὥστε πάντες οἱ ἐργάται ἔχοντες τὸ μέλλον αὐτῶν ἠσφαλισμένον θὰ ἡσύχαζον. Τὴν σήμερον ὅμως τί νὰ πράξωμεν; Ἐγὼ ὁ ἴδιος δειλιῶ νὰ ὑποβάλω ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐμόν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ λάβω ἀμέσως διαμαρτυρίας παρ’ ὅλων τῶν σωματείων καὶ ἰδοὺ ποῦ ἔγκειται ἡ δυσκολία καὶ δὲν διαβλέπω πῶς θὰ δυνηθῶμεν πλέον τὴν δυσκολίαν ταύτην νὰ ὑπερπηδήσωμεν. Ταῦτα εἶπον ὑμῖν, ὅπως ἀποδείξω ποῖαι εἶναι αἱ ἀληθεῖς ἀνάγκαι καὶ αἱ δυσκολίαι. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἐὰν ὅλος ὁ κόσμος σήμερον ζητῶσι νὰ γίνωσιν ὑπάλληλοι, ἔστω καὶ μὲ μικρὸν μισθόν, τὸ ζητοῦσι, διότι ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν σύνταξιν, εἰς τὸ μέλλον· οὕτω καὶ ὁ ἐργάτης, ἐὰν ἔβλεπε τὸ μέλλον ἑαυτοῦ ἠσφαλισμένον, θὰ τὸν ἐβλέπετε ἥσυχον. Ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν εἶναι καλὰ καὶ ἅγια ἐὰν ἐφαρμοσθῶσιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ κύριον εἶναι τὸ τῶν συντάξεων καὶ περὶ τούτου δὲν προνοοῦν τὰ νομοσχέδιά σας. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅταν σκεπτώμεθα νὰ φορολογήσωμεν οἱανδήποτε βιομηχανίαν εἰς τὸ μέλλον, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πρὶν τὴν φορολογήσωμεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου νὰ τὴν φορολογήσωμεν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, χάριν τῶν συντάξεων αὐτῶν. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι εἶδον εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων ὅτι ἤδη δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰς κοινότητας νὰ φορολογήσωσι τὰ μεταλλεῖα μὲ 1%! ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν προϊόντων καὶ διεμαρτυρήθην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ θὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὄχι μόνον ἐφορολογήσαμεν ἤδη ἀπηνῶς τὰ μεταλλεῖα κατὰ ποσὰ σπουδαιότατα, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς κατώρθωσα διαμαρτυρόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ δύο ἐτῶν νὰ περιορίσω, ἄλλως τὰ μεταλλεῖα θὰ εἶχον κλείσει. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπεδέχοντο τὰ μεταλλεῖα νέαν φορολογίαν, δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ θίξωμεν πλέον τοιοῦτο ζήτημα, πρὶν σκεφθῶμεν πῶς νὰ τὰ φορολογήσωμεν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν καὶ ὄχι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Τὰ αὐτὰ ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων βιομηχανιῶν. Ταῦτα νομίζω ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἀναπτύξω μετὰ τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅπως συντρέξωμεν τὸ ἔργον αὐτοῦ.
§125Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω διὰ βραχέων νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπῆρξε προσωπικὸν ζήτημα. Ἐγὼ ἐφορεύων ἐκ τῆς θέσεως ταύτης δὲν ἀντελήφθην προσωπικόν τι, κύριε Βουλευτά. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κατσιμπίρης. (Διαμαρτυρίαι).
§127Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ κανονισμοῦ νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Τσαξίρης.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Κατσιμπίρης, ἐκτὸς ἐὰν παραχωρῇ.
§129Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Παραχωρῶ τὴν θέσιν μου.
§130Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς—δὲν θέλω βεβαίως νὰ τὸν ψέξω, διότι κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου εἶπε ταῦτα—ἠναγκάσθην νὰ ἐξέλθω δι’ ὀλίγας στιγμὰς—ὡμίλησε περὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔθιξε καὶ ἐμὲ προσωπικῶς. Ἐγὼ ὡμίλησα διότι ἠθέλησα νὰ θέσω ἓν ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του καὶ διότι ὅταν ψηφίζωνται τοιαῦτα νομοσχέδια τοιαύτης σημασίας ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τούτων καὶ τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἐγέννησαν ταῦτα. Ἠθέλησα νὰ θέσω εἰς τὴν θέσιν του τὸ ζήτημα· διότι εἶναι εὔκολον εἰς πάντα εὑρισκόμενον ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς νὰ δίδῃ ἐπαγγελίας εἰς τὸν λαόν, εἶναι εὔκολον εἰς πάντα νὰ πλειοδοτῇ ἐν λόγοις εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δίδει ἡ Κυβέρνησις, διότι μόνον ὅταν ἔρχηταί τις εἰς τὰ πράγματα ἀντιλαμβάνεται πόσον εἶναι δύσκολον νὰ ἐφαρμόσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτει.
§131Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀποδεικνύει ἡ κοινοβουλευτικὴ ἱστορία.
§132Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι εἶναι εὔκολον ὅταν δὲν ἔχητε τὴν Ἀρχὴν—τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἔχητε συντόμως—νὰ μὴ σκέπτησθε διόλου τὸν ἀντίκτυπον, τὸν ὁποῖον μία ἄμεσος καὶ βεβιασμένη ἐνέργεια δύναται νὰ ἔχῃ. Τὴν εὐθύνην τοῦ ἀντικτύπου, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, δὲν θὰ τὴν φέρητε σεῖς, ὅπως καὶ σεῖς δὲν θὰ εἶσθε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχητε νὰ ὑποστῆτε τὴν πεῖναν καὶ τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας θὰ συνεπιφέρῃ ἡ οἰκονομικὴ κρίσις ἥτις θὰ εἶναι ἡ συνέπεια μιᾶς ἐσπευσμένης καὶ ἀμελετήτου ὑποβολῆς καὶ ψηφίσεως ἐργατικῶν νομοσχεδίων.
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅπως καὶ σεῖς δὲν θὰ πάθητε τίποτε, ἐὰν πάθωσιν οἱ ἐργάται.
§134Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἀλλ’ οὔτε καὶ σεῖς. Εἴπετε—διότι εἶδον ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ μεταφράσῃ ὁ κ. στενογράφος—ὅτι δὲν ἔπραξεν αὐθορμήτως ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον. Ἀλλά, κύριε Βουλευτά, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι μόνον τότε πιέζεται μία Κυβέρνησις ὅταν ἔχητε ἐντὸς τῆς Βουλῆς μία ἀνίσχυρος πλειονοψηφία καὶ μία ἰσχυρὰ μειονοψηφία πρὸς τὴν ὁποίαν νὰ εἶναι ἠναγκασμένη νὰ συμμαχήσῃ ἡ κρατοῦσα μερίς, ὅπως συμβαίνει εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη. Εἶναι δηλαδὴ ἡ πολιτικὴ τοῦ Bloc. Εἶναι μία σύμπραξις ὁμάδων κοινοβουλευτικῶν, ἐξ ὧν μία ἀναλαμβάνει νὰ ὑποστηρίξῃ μέρος τοῦ προγράμματος τῆς ἄλλης, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς ἐν τῇ Βουλῇ. Τοῦτο βεβαίως δὲν συμβαίνει, διότι ὁσηδήποτε καὶ ἄν εἶναι ἡ ἀξία σας, ὁ ἀριθμός σας εἶναι μικρὸς καὶ ἄχρηστος εἰς τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ὁλότητα σχεδὸν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς σήμερον. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἔξωθεν τῆς Βουλῆς ἐγένετο πίεσις. Διότι γνωρίζετε ποία ὀργάνωσις καὶ τί χρήματα ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα τοὺς ἀγῶνας των, ἐναντίον τοῦ κεφαλαίου καὶ ὅτι καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου στεροῦνται οἱ Ἕλληνες ἐργάται τουλάχιστον εἰς βαθμὸν τοιοῦτον ὥστε νὰ καταστήσωσι τὴν πίεσιν αἰσθητήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου μὲ ὠνόμασεν εἰρωνικῶς νεοφώτιστον φιλελεύθερον, λησμονεῖ ὅμως ὁ κ. συνάδελφος ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἄγουσα εἰς τὸ Μέγα Ξενοδοχεῖον ὁδὸς ἦτο ἡ πλέον συχναζομένη ὁδὸς τῆς Πρωτευούσης—καὶ γνωρίζετε τοῦτο καλῶς, διότι ὅλοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ὁμάδα τὴν διήλθετε ἀφοῦ διὰ τῶν Βενιζελικῶν συνδυασμῶν ἤλθετε ἐδῶ— ἐγώ, δὲν τὴν ἠκολούθησα· ἀλλὰ μετέβην εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὅπου ἐξελέγην ἐκτιμηθεὶς ὡς ἄτομον χωρὶς νὰ ὀφείλω τὴν ἐπιτυχίαν μου εἰς τὸν Βενιζελισμόν. Ἀντὶ νὰ προεξοφλήσω τὴν γνώμην μου ὑπὲρ τοῦ κ. Βενιζέλου ἐγὼ ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακολουθήσας τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξα αὐτό, διότι περισσότερον παντὸς ἄλλου κόμματος ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν τοῦ πολιτικῶς χρησίμου διὰ τὸ ἀγαθὸν τῆς χώρας. Ἦλθον ἐνταῦθα μὲ ὡρισμένας μὲν ἀρχάς, ἀλλ’ ἐκλεγεὶς χωρὶς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν πρὸς οὐδένα, εἰμὴ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου. Ἄν δὲ ὑποστηρίζω τὴν Κυβέρνησιν πράττω τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ πράξω, ἀφοῦ βλέπω ταύτην ἐργαζομένην ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου, τοῦτο δὲ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ ἀμερολήπτως κρίνων τὰ πράγματα. (Χειροκροτήματα).
§135Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου περιεῖχε δύο σημεῖα. Πρῶτον τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον αὐτός, ἀπὼν τῆς αἰθούσης ταύτης κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεώς μου, φυσικὸν ἦτο νὰ μὴ γνωρίζῃ ἀκριβῶς, τί εἶπον καὶ πῶς τὸ εἶπον, καὶ νὰ μὴ ἀντιληφθῇ, ὅτι ἐγὼ ἀκριβῶς ἐτόνισα τοῦτο, ὅτι ἂν ἤθελε νὰ παράσχῃ οὐσιαστικὴν συνδρομὴν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ προσφέρῃ τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, καὶ νὰ μὴ ἔρχηται νὰ ἀπαγγέλλῃ πανηγυρικὸν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου.
§136Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἤμην συμφωνότατος εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον.
§137Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος, ἐν τῇ ἀγορεύσει του τῇ τελευταίᾳ, ἣν πρὸ ὀλίγου ἔκαμεν, ἠθέλησεν ἀκόμη νὰ προκαλέσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ μιᾶς φράσεως, τὴν ὁποίαν πράγματι εἶπον, χαρακτηρίσας τὸν ἐκ Λαρίσης συνάδελφον ὡς νεοφώτιστον τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, διότι ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ ὁμιλῇ διὰ τοῦ στόματος τοῦ συναδέλφου, ὑποστηρίζοντος ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξεν. Νομίζω, ὅτι οὕτω τὴν ἀλήθειαν μόνον ἐξέφρασα, προσωπικὸν δὲ ὑπαινιγμὸν οὐδένα ἠθέλησα νὰ ἐκφέρω ἐναντίον τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ὅπως ὑποθέτω ὅτι καὶ αὐτὸς οὐδὲν προσωπικῶς ἤθελεν ἐκφέρει περὶ ἡμῶν, ἐὰν ἐπαρκῶς ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε, χαρακτηρίσας ὁλόκληρον ὁμάδα παρακαθημένην ἐνταῦθα συναδέλφων ὡς καιροσκοποῦσαν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει πολὺ καλὰ πῶς παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, γνωρίζει ὅτι παρακάθημαι, ἐκτεθεὶς μὲν μετ’ αὐτοῦ, πλὴν ὡς μέλος πολιτικῆς ὁμάδος, ἐχούσης ὡρισμένας ἰδέας, ὡρισμένας κατευθύνσεις καὶ ἡ ὁποία εἶχεν ἀναλάβει ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσῃ τὴν αὐτὴν κατεύθυνσιν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ἂν ἡ τήρησις αὐτῆς τῆς κατευθύνσεως ἦτο δυνατὸν νὰ δυσαρεστήσῃ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα οὐδεὶς λόγος θὰ ὑπῆρχε νὰ μὴ διάκειμαι καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης συνάδελφοί μου λίαν συμπαθῶς. Γνωρίζει ἐπίσης ὁ κ. συνάδελφος, τοὐλάχιστον ὤφειλε νὰ τὸ γνωρίζῃ, διότι παρεκάθητο καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Βουλῇ, τῇ διαλυθείσῃ, ὅτι ἐγὼ τὴν ὡς Βουλευτοῦ ἐκλογήν μου δὲν τὴν ὀφείλω εἰς τὸ γεγονὸς μόνον ὅτι περιελήφθην ἐν συνδυασμῷ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων· διότι ἤδη εἶχον ἐκλεχθῆ Βουλευτὴς πρὶν περιληφθῶ ἐν τοιούτῳ συνδυασμῷ, καὶ ἴσως τὸ γεγονὸς ὅτι ἤμην ἤδη Βουλευτὴς ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ λάβω μίαν θέσιν τιμητικὴν ἐν συνδυασμῷ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀκριβῶς δὲ ἀποδεικνύει καὶ τοῦτο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν τῇ προτέρᾳ μου ἀγορεύσει εἶπον, ὅτι ὁ συνάδελφος δὲν ἐξεπροσώπει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ὁμιλήσας, ὅπως ὡμίλησεν. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν κ. συνάδελφον εἰς τὰς ἐκλογικάς του προσπαθείας, ὅπως ἀναδειχθῇ Βουλευτής, μοὶ εἶναι αὗται ἐντελῶς ἀδιάφοροι. Ἐμὲ ἐνδιαφέρει μόνον ἡ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δρᾶσις τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτε δὲ εἶδον αὐτὸν ἐπιτιθέμενον ἐναντίον τῆς πολιτικῆς ὁμάδος, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, καὶ ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ προσελκύσῃ ἂν μὴ τὴν ἐκτίμησίν του, τοὐλάχιστον τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀνοχήν του, ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ τῷ ἀπαντήσω. Ἀπήντησα κοινοβουλευτικῶς οὐδένα προσβαλών, οὐδένα προσωπικῶς θίξας. (Χειροκροτήματα ἀριστερόθεν).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσιμπίρης.
§139Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ..........
§140ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σεῖς ὡμιλήσατε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· δι’ ὄνομα Θεοῦ θὰ ὁμιλήσητε καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου; Δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τελειώσωμεν ποτέ!
§141Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, διότι δὲν εἶχε τὴν καρτερίαν νὰ ἀναμείνῃ νὰ ἀκούσῃ ἕνα τῶν κρατίστων φίλων του. Εἶχον δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω, διότι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ βλέπετε, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἔλαβε τὴν κανονικὴν αὐτῆς μορφήν, καὶ ἀντὶ νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου διημείφθησαν προσωπικὰ ζητήματα καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην· προχθὲς δέ, Κύριοι, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος βεβαίως συμπαθῶς θὰ ἀκούσῃ τοὺς λόγους μου, ἐλέχθη ὅτι προχθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠκούσθη φωνὴ παρ’ ἀνθρώπου μηδέποτε ἐργασθέντος δι’ οὐδὲν καὶ δὴ εἰς ἐργατικὰ ζητήματα, φωνή, βάναυσος δύναμαι νὰ εἴπω, κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν χωρὶς νὰ ζητήσωσί τι παρὰ τῆς ἐργατικῆς τάξεως, διότι δὲν εἶναι ἑτερόφωτα, διότι ἔχουσιν ἀτομικὴν ὑπόστασιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐν τῇ ὁποίᾳ δρῶσι, ἠκούσθη, λέγω, φωνὴ ἐντεῦθεν, δηλητηριώδης δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ἐργάται πρέπει νὰ παύσουν τοὺς προέδρους αὐτῶν, ἂν θέλωσι νὰ ἴδωσι τὴν προκοπήν των, καὶ ἡ φωνὴ αὕτη ἦτο ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε εἰργάσθη ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, καὶ ἠκούσθη ἡ φωνὴ αὕτη σκοπίμως, διότι δυστυχῶς ἐνταῦθα παρακάθηνται καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουγ τὰ κεφάλαια μόνον, καὶ ὄχι τὸ σύνολον τῆς Πολιτείας. Ἡ παρέμβασίς μου ὡς προέδρου εἰς τὰ ἐργατικὰ ζητήματα ἐν Πάτραις ἔθεσε τὴν ἰσορροπίαν, ἔθεσε τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ ἐργοδοτῶν καὶ ἐργατῶν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι μοῦ περιττεύουν διὰ τὸ σωματεῖόν μου οἱ νόμοι σας, διότι ἐγὼ χωρὶς νὰ ἀνατρέξω εἰς ἄλλας νομοθεσίας ἐργατικὰς κατώρθωσα ἀπὸ τοῦ 1907 νὰ συμπτύξω σύνδεσμον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν πρωτοπορείαν ὅλην τῶν ἐργατικῶν σωματείων, ἐν Πάτραις τοὐλάχιστον.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν οὐδεμίαν αὐτά.
§143Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ταῦτα, Κύριοι, ἤθελον νὰ εἴπω καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὰς δηλώσεις μου νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι μὲ ἠδίκησε, μὲ ἠδίκησεν ὡς φίλον, μὲ ἠδίκησεν ὡς Βουλευτήν, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι πᾶς τις ὅστις ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, νομίζω, ὅτι ἔχει κρίσιν περὶ τίνος θὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐνώπιον τίνων θὰ ὁμιλήσῃ. Ἐγὼ λοιπόν, Κύριοι, δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω, ἐὰν δὲ ἔλαβον τὸν λόγον, τὸν ἔλαβον ἀκριβῶς, διότι ἐρρίφθησαν τοιοῦτοι ὑπαινιγμοὶ κατὰ ἀνθρώπων ἐργαζομένων, ὅπως εἶναι οἱ κοινωνιολόγοι, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως εἶναι ὅλοι ὅσοι ἐργάζονται.
§144Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ἱστορία μας εἶναι πολὺ μικρά.
§145Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Διότι πρέπει ὅλοι, ὅσοι ἀγωνίζονται τιμίως ἕνα ἀγῶνα, πρέπει νὰ τύχωσι καὶ τῆς προσηκούσης ἐκτιμήσεως τῶν ἄλλων. Ἐγὼ ἀποβλέπω πάντοτε οὐχὶ εἰς λόγους, διότι καὶ ἂν περιαυτολογήσω πῶς ἐξελέγην Βουλευτής, βεβαιῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ἐργατικόν σωματεῖόν μου δὲν τὸ ἀνέμιξα εἰς τὰς ἐκλογάς, τοῦτο δὲ γνωρίζουσιν ὅλοι οἱ συνάδελφοί μου· εἰς τὸ ἐργατικὸν κέντρον, τὸ ὁποῖον διευθύνω δὲν ἤνοιξα τὰς πύλας αὐτοῦ κατὰ τὰς ἐκλογὰς διότι φρονῶ, ὅτι οἱ πρόεδροι τῶν ἐργατικῶν σωματείων, ἀναμιγνύοντες εἰς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας τὰ σωματεῖα των, οὗτοι εἶναι οἱ χείριστοι ἐχθροὶ τῶν σωματείων αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἐκ τῶν μακρῶν καὶ ἐνδελεχῶν παρατηρήσεών μου γνωρίζω ποῖα νομοθετήματα ἐργατικὰ εἶναι τὰ ἐπείγοντα καὶ διὰ τὰ σωματεῖα ὁλοκλήρου τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου τοῦ κ. Θεοδωροπούλου, ὁ ὁποῖος ὄντως προσφέρει μετ’ ἄλλων συναδέλφων πολύτιμον συμβολὴν εἰς τὰ ἐργατικὰ ζητήματα. Ἔρχομαι ἤδη νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως μελετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου περὶ πληρωμῆς ἡμερομισθίου εἰς τοὺς ἐργάτας, διότι ἡ ἐργατικὴ ἰδέα δὲν ἐξεκολάφθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἡ ἐργατικὴ ἰδέα ἔχει πρὸ πολλοῦ δημιουργηθῆ καὶ ἔχει προηγηθῆ μακρὰ ἐργασία παρ’ ἐκείνων οὓς ὑπηνίχθησαν ἐχθροὶ τῶν ἐργατῶν καὶ οἱ ἐργάται ἄνευ νόμου ἀντιτάσσουσιν ἄμυναν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς καταπιέζουσι. (Χειροκροτήματα).
§146Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἡ φωνὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ προχθές, ἡ φωνὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ εὐτυχήσωσιν οἱ ἐργάται πρέπει νὰ λακτίσωσι τοὺς προέδρους αὐτῶν, τοὺς μὴ προερχομένους ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν τάξεων τῶν ἐργατῶν, ἀλλὰ τοὺς ἐκμεταλλευτὰς προέδρους αὐτῶν, ἡ φωνὴ ἐκείνη ἦτο ἰδική μου φωνή. Τὴν φωνὴν ταύτην ὁ κ. συνάδελφος τὴν ἀπεκάλεσε βάναυσον. Ποίαν ἀπάντησιν νὰ δώσω εἰς αὐτόν; Ἐὰν δὲν ἤμην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ τὸν ἐρράπιζον· μὴ δυνάμενος ἄλλην ἀπάντησιν νὰ τοῦ δώσω τὸν περιφρονῶ. (Θόρυβος).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί εἴπετε;
§148Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀντὶ νὰ τῷ ἀπαντήσω τὸν περιφρονῶ.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακαλέσατε τὴν φράσιν σας, ἡ φράσις αὐτὴ δὲν εἶναι φράσις κοινοβουλευτική.
§150Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μοὶ εἶπεν, ὅτι ἦτο ἡ φωνὴ βάναυσος.
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὠνόμασεν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ φωνὴ βάναυσος δὲν σημαίνει τίποτε. Ὁ κ. Κατσιμπίρης νὰ ἐξηγήσῃ τί ἐννοεῖ.
§153Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Τὸν τρόπον κατέκρινα ὡς τοιοῦτον καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀνέφερον τὸ ὄνομα τοῦ κ. συναδέλφου. Τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ὡμίλησεν, αὐτὸν ἔψεξα. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ λεχθέντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν θέλω νὰ ἀπαντήσω.
§154Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου λέγω, ὅτι οἱ λόγοι του ἦσαν λόγοι εἰς τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ δώσῃ κανεὶς σημασίαν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ σᾶς θίξῃ προσωπικῶς, ὑμεῖς ὀφείλετε νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἴπετε.
§156Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἀνακαλῶ. Δὲν ἐννοῶ νὰ δώσω πλέον σημασίαν, ἀφοῦ ἐδόθη τοιαύτη ἐξήγησις.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§158Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδιστάκτως φρονοῦσιν ὅτι ἐὰν ἐπετεύχθη τι μέχρι τοῦδε, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τοὺς ἐργάτας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω πρὸς τὸν συνάδελφον ἐκ Κυκλάδων κ. Καλομενόπουλον εἶναι ὅτι ἀντιτάσσομαι κατὰ τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι διάκρισις μεταξὺ τῶν διαφόρων τάξεων. Κατὰ τοιαύτης θεωρίας ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος, διότι ὁ κ. συνάδελφος δὲν εἶδε τοὺς συμπολίτας του νὰ καταπιέζωνται καὶ νὰ καταδιώκωνται, ὅπως καταδιώκονται οἱ ἡμέτεροι συμπολῖται, οἵτινες δὲν ἔχουσιν οὔτε ἄρτον, οὔτε στέγην. Ἐν Θεσσαλίᾳ, τῆς ὁποίας εἶμαι ἀντιπρόσωπος, ἐκεῖ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς τάξεως τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν τσιφλικούχων, μέγα χάσμα. Τοῦτο δὲν πρέπει διόλου νὰ ἀποκοιμίζῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἂν αὕτη δὲν λάβῃ ἐγκαίρως τὰ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν καὶ γεωργῶν μέτρα ὀφείλει νὰ μάθῃ ὅτι ἐγκυμονοῦνται μεγάλοι κίνδυνοι.
§159Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν πρόκειται μὲ δύο λέξεις, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω νὰ μεταβάλω τὰς βλέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἢ νὰ τροποποιήσω τὸ νομοσχέδιον. Βεβαίως ἡ μεγαλητέρα ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν θὰ προσφέρωμεν εἶναι νὰ μὴ ὁμιλήσῃ κανείς.
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητοῦντος τὸν λόγον προβαίνομεν εἰς ψήφισιν τοῦ συνόλου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 198 καὶ 249 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 251 παράγραφος 2 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§162Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κυρίως δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐπὶ λεπτομερείας, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησίς μου κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν κανονίζεται τὸ ζήτημα τῶν παλαιῶν βουλευμάτων τῶν παυόντων πρὸς καιρόν, ἐνῷ δίκαιον θὰ εἶναι ἢ νὰ κηρυχθῶσι ταῦτα παραγεγραμμένα ἢ νὰ διαταχθῇ ἡ ἐξακολούθησις καὶ ἡ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος ἀποπεράτωσις τῆς προανακρίσεως. Δὲν θεωρῶ δίκαιον νὰ διατηρηθῶσι τοιαῦτα παλαιὰ βουλεύματα ἀφ’ οὗ καταργοῦνται διὰ τὸ μέλλον. Δὲν πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐκκρεμότης αὕτη, ἥτις καὶ εἰς ἐκβιάσεις δύναται νὰ δώσῃ λαβήν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά, ὅπως ἐκάμαμεν ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς τοκογλυφίας, δι’ οὗ δὲν ἐπιτρέπεται μὲν νὰ συστήσῃ τις δάνειον μὲ τόκον ἄνω τῶν 9%, ἀλλὰ δύναται νὰ εἰσπράξῃ συσταθὲν μὲ τόκον 12%. Αὐταὶ αἱ ἀντιφάσεις πρέπει νὰ ἐκλείψουν ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν μας, προκειμένου περὶ κανόνων δημοσίας τάξεως.
§163Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἠννόουν νομοσχέδιον, καταργοῦν παντελῶς τὴν διάκρισιν, διότι δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον τῆς διατηρήσεως τῶν τοιούτων βουλευμάτων προκειμένου περὶ ἀνθρωποκτονίας, λῃστείας, κλοπῆς καὶ τῆς μὴ διατηρήσεως προκειμένου π. χ. περὶ ζῳοκλοπῆς καὶ ἐκβιάσεως, ὅπου εἶναι δυσχερεστέρα ἡ ἀπόδειξις. Διατί διατηρεῖται προκειμένου περὶ ἀναιρέσεως, διότι περιλαμβάνονται πάντα τὰ εἴδη τῶν ἀνθρωποκτονιῶν, ὅπου τὰ πράγματα εἶναι κατάφωρα, καὶ δὲν διατηρεῖται εἰς τὴν ἐκβίασιν; Ἡ γνώμη μου, γνώμη δικηγόρου κυρίως τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, εἶναι ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ καταργήσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ δικηγόρος μεταξὺ ἡμῶν ἀναγνώσας ποτὲ δικογραφίαν καὶ εἰπών, «ἰδοὺ μία τελεία ἀνάκρισις». Δὲν τὸ πιστεύω. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ τις τὸ ἄτοπον νὰ μένῃ βούλευμά τι ἐπαμφοτερίζον εἰς βάρος τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς ὑπολήψεως πολίτου τινός. Ἡ θεραπεία ὅμως ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Τὰ βουλεύματα τὰ παύοντα πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν ἔχουσιν ἰσχὺν ὡρισμένον χρόνον. Τοῦτο θὰ ἦτο τὸ μᾶλλον προσῆκον, ἐὰν μετὰ πάροδον ἓξ μηνῶν ἢ ἑνὸς ἔτους δὲν ἐπιληφθῇ ἡ ἀνάκρισις, νὰ θεωρῶνται ὡς ἀθωωτικά, διότι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ διακρίσεις αὗται δὲν δικαιολογοῦνται πλέον καὶ μὴ οὔσης τῆς ἀνακρίσεως, κατὰ κανόνα παρ’ ἡμῖν, θὰ ἔλεγον ἄνευ ἐξαιρέσεων, ἐν καταστάσει νὰ μᾶς δώσῃ ὅλην τὴν εἰκόνα καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, δὲν δικαιολογεῖται παντελῶς ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως ταύτης. Ἐὰν δὲν διετάσσετο μετὰ βούλευμα, δι’ οὗ ἔπαυεν ἡ κατηγορία πρὸς καιρόν, περαιτέρω ἀνάκρισις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, θὰ προσεκόμιζον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως ταύτης ἓν βούλευμα καὶ ἤθελον πείσῃ τοὺς πάντας ὅτι δὲν δικαιολογεῖται ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως ταύτης, ἐνῷ, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω τὰ πάντα οἰκονομοῦνται.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 271 τοῦ ποινικοῦ νόμου.
§165Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ κατ’ ἄλλων πιστοποιητικῶν, τὰ ὁποῖα ἐὰν δὲν ἀφορῶσι τὴν πολιτείαν, ζημιώνουν ὅμως τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Εἶναι αἱ ψευδεῖς πιστοποιήσεις, τὰς ὁποίας δίδουσιν ἐργοστάσια, δυνάμει τῶν ὁποίων οἱ λαμβάνοντες αὐτὰ ἀποκτῶσι προσόντα, ὅπως λάβωσι μέρος εἰς διαφόρους διαγωνισμούς, διὰ τοὺς ὁποίους ἀρκεῖ πιστοποιητικὸν ὅτι εἰργάσθη τις εἰς ὡρισμένον ἐργοστάσιον. Ὑπάρχουσι παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐκ τοιούτων πιστοποιητικῶν ἠπατήθη καὶ αὐτὴ ἡ δημοσία ὑπηρεσία.
§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις νόμου ἀναγνωρίζουσα κῦρος καὶ σπουδαιότητα εἰς αὐτὰ τὰ πιστοποιητικά;
§167Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§168Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν, τὰ πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα χορηγοῦσιν ἰδιωτικὰ ἐργοστάσια, νὰ εἶναι ἀληθῆ.
§169Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Προτείνω ἓν πρακτικὸν μέτρον, ὅπως τοιαῦτα πιστοποιητικὰ ἐξάγωνται ἐκ βιβλίου τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ διατηρῇ τὸ ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον διαθέτει ἐργάτας. Τὸ βιβλίον αὐτὸ δύναται νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Πολιτεία, ὅπως εἶναι ἐπισημοποιημένον, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἓν ἐργοστάσιον χάριν ἑνὸς ἐργάτου νὰ τὸ ἀλλοιώσῃ.
§170Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ τεθῇ εἰς τὸν ἄλλον νόμον, τὸν εἰδικόν, οὐχὶ εἰς τὸν ποινικὸν νόμον.
§171Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως μὴ φθάνωσι τὰ γεγονότα αὐτὰ εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ προλαμβάνωνται, διότι ἐπέρχεται μεγάλη ζημία ἐξ αὐτῶν. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς τὸ Π. Ναυτικὸν ὑπάρχουσι μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἐπισκεφθῆ ἐργοστάσιον καὶ ἐν τούτοις προσῆλθον μὲ ψευδῆ πιστοποιητικά, ἐπέτυχον εἰς διαγωνισμοὺς διεξαγομένους ὡς γνωστόν, καὶ σήμερον εἶναι βάρος τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλόν, νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως καὶ τὰ πιστοποιητικὰ τῶν ἰδιωτῶν περὶ μισθοδοσίας τῶν ἀμειβομένων ὑπαλλήλων, εἶναι καὶ ταῦτα ἀληθῆ, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐδὲν εἶναι εὐκολώτερον παρὰ ἡ ἐπιτυχία ἑνὸς λαμπροῦ πιστοποιητικοῦ.
§172Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τῶν δικηγόρων...
§173Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ βεβαίως περιλαμβάνονται, διότι τὰ ἀναγνωρίζει ὁ νόμος.
§174Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τῶν κυρίων διὰ τὰς ὑπηρετρίας.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ.).