1911.11.04
5.157 στίχοι · 40.329 λέξεις · 255 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 158
τῆς 4ης Νοεμβρίου 1911.
(Πέμπτη, ὥρα 5 μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Κάτοικοι Γαργαλιάνων ζητοῦσιν ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν τῶν ἐκ δόσεων φυτικῶν· 2) Κατάδικοι τοῦ σωφρονιστηρίου Κερκύρας αἰτοῦνται ἀναστολὴν ποινῆς· 3) Κοινότης παραλίας Ἄστρους αἰτεῖται συνδρομὴν κινδυνεύουσα ἐξ ὑπερεκχειλίσεως Τάνου ποταμοῦ· 4) Ὁ Σύνδεσμος Συντεχνιῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ Συμβουλίου Ἐργασίας νόμου· 5) Πρόσφυγες ἐξ Εὐξεινουπόλεως αἰτοῦνται παραχώρησιν γειτονικῶν γαιῶν καὶ τῶν δύο Ἰντζελιῶν τῶν γειτονικῶν καὶ 6) Κατάδικοι Παλαμηδίου αἰτοῦνται ἀναστολὴν ποινῆς. Ζητεῖται ἐπίσης νὰ παρασχεθῇ ἄδεια ἀπουσίας 1) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ι. Παπαθανασιάδην 15 ἡμερῶν. 2) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Μιχ. Φωτιάδην 23 ἡμερῶν. 3) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Φ. Ζαρζάμπαν 1 μηνός. 4) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Κ. Κυριαζόπουλον 15 ἡμερῶν. 5) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Π. Ἀγγελίδην 6 ἡμερῶν. 6) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ι. Βέρροιον 6 ἡμερῶν. 7) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Γ. Μπένον 1 μηνός, 8) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ἀθ. Τριγώνην 15 ἡμερῶν. 9) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Γ. Δρίβαν 15 ἡμερῶν. 10) Εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Λ. Ροῦφ. Κανακάρην 10 ἡμερῶν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ χορηγηθῇ;
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθιστῶ γνωστὸν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς ὅτι, οἱ ἔχοντες λάβει ἄδειαν Βουλευταὶ συνεπλήρωσαν τὸ ἀπαιτούμενον ⅙ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ. Ὡς ἐκ τούτου δὲν θὰ δοθῶσι πλέον ἄδειαι, ἐὰν μὴ λήξωσιν αἱ δοθεῖσαι ἤδη τοιαῦται. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Μάνθος, Τρ. Παπαδὰμ καὶ Θ. Σκάσης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων εἰς τὸν νόμον ΓΨΚʹ (3920) περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πιστώσεως πρὸς συνδρομὴν τοῦ Κράτους εἰς δημοσυντήρητά τινα γυμνάσια καὶ εἰς φιλανθρωπικὰ καὶ ἄλλα ἱδρύματα». (Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Χριστόπουλος, Γ. Παπασπυρόπουλος, Γ. Οἰκονομόπουλος καὶ Γ. Βλάσης, ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ διορισμοῦ εἰδικῶν τῆς εἰσπράξεως γραμματέων καὶ εἰς τὰ γʹ τάξεως ταμεῖα». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Ροῦφος Κανακάρης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 32ου τοῦ νόμου ΓΦΝϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατοῦ». (Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Τεῦχ. Βʹ) Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Πατσουρᾶκος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τί γνωρίζει περὶ τῆς ἐν Στοκχόλμῃ κατακρατήσεως πραγμάτων ὑπὸ τοῦ Προξένου ἡμῶν.
§5Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ ἐρώτησις αὕτη τοῦ κ. Πατσουράκου συνδέεται ἀρρήκτως μὲ μίαν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ διεβίβασε τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, διότι πρόκειται περὶ αὐτῆς ταύτης ὑποθέσεως. Ἑπομένως ἐὰν ἦτο παρὼν θὰ τὸν παρεκάλουν ὅπως συναινέσῃ ἵνα συνενώσῃ τὰς δύο ταύτας αἰτήσεις του εἰς μίαν καὶ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν εὐθὺς ὡς κατατεθῇ ὁ φάκελος.
§6Γ. ΠΩΠ. Κατετέθη ὁ φάκελος;
§7Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Δὲν κατετέθη· πιθανώτατα νὰ κατατεθῇ αὔριον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαποστόλου ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐὰν ἤρξαντο καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως Κυπαρισίας ἀνακρίσεις διὰ τὸ σκάνδαλον πρὸς ὑφισταμένην του οἰκογένειαν».
§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ προχθὲς ἀπήντησα εἰς ὁμοίαν ἐρώτησιν ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου μετέβη ἐπιτοπίως καὶ ἐνεργεῖ ἀνακρίσεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἤδη εἰς τὸ πέρας των.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος Βουλευτὴς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν «διατὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεων ταχυδρομικῶν διανομέων Καρδίτσης ἐπεκυρώθη ὡς πρὸς τὸν αʹ ἐπιτυχόντα, ἠκυρώθη δὲ καὶ πρὸς τὸν βʹ».
§11Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπήντησα ὡς πρὸς τοῦτο.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μαυρίκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν «διατὶ ἡ Ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Λαρίσης δὲν κατεσκεύασεν ὑπόστεγον εἰς τὸν σταθμὸν Σχηματαρίου πρὸς ἀναμονὴν τῶν ἐπιβατῶν, καὶ ἐὰν μεταλλευτικαὶ ἐργασίαι ἐν Ἑλλάδι διευθύνονται κατὰ νόμον ὑπὸ μηχανικῶν ἢ καὶ ἐξ ἐμπειρικῶν, καὶ διατὶ τὸ ἄτοπον τοῦτο».
§13Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μετ’ ὀλίγον θὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος καὶ θὰ δώσω ἀμέσως τὰς σχετικὰς πληροφορίας.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν κατοίκων Πύργου.
§15Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μᾶς διεβιβάσθη, κύριοι συνάδελφοι, ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Πύργου, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρὸ παντὸς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ἥτις εἶναι ὑπογεγραμμένη ἀπὸ πλέον τῶν 400 κατοίκων παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λάβῃ ὡς ἀπόφασιν, ἵνα εἷς λόχος, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν τάγμα, μετασταθμεύσῃ εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πύργου. Εἶναι πολλοί, κ. Πρόεδρε, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς μετασταθμεύσεως αὐτῆς. Καὶ ἔχουν δίκαιον οἱ συμπολῖταί μου νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐν μέρει νὰ ἐκφράζωσι τὸ πικρὸν παράπονον ὅτι τέλος πάντων μέχρι τοῦδε ἡ Πολιτεία ἔδειξεν ἀδιαφορίαν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὡς λόγοι τῆς τοιαύτης ἀναφορᾶς, τῶν ὁποίων ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀπήχησις, φέρονται πρῶτον οἰκονομικοί. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι καὶ λόγοι οἰκονομικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦσιν εἰς τὴν μεταστάθμευσιν ἑνὸς λόχου ἢ τάγματος. Ἡ πόλις τοῦ Πύργου δυστυχῶς, ἡ ὁποία θὰ ἦτο πόλις περισσότερον προωδευμένη, δυστυχῶς δὲν ἐτονώθη ποτὲ ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων. Ἐκμυζηταὶ μᾶλλον ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διῴκησαν τὸν τόπον ἐκεῖνον παρὰ τονωταί, δύναταί τις εἰπεῖν, τῆς πόλεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τῶν οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν ὅπως μετασταθμευθῇ ἕνα τάγμα, ἐπὶ πλέον λέγουν οἱ συμπολῖταί μου ὅτι μεταξὺ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐξαναγκάζουν νὰ ἐκπατρίζωνται εἰς τὴν Ἀμερικήν, εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις ὑπάρξεως τάγματος ἐν Πύργῳ. Ἐὰν ὑπῆρχε τάγμα ἐν Πύργῳ καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ Δήμου Λετρίνων ἢ τῆς Ἠλείας ἐτοποθετοῦντο εἰς τὸν Πύργον, καθὼς οἱ Πατρινοὶ εἰς τὰς Πάτρας, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος ἐκπατρισμοῦ.
§16Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ ὄχι καὶ αὐτό, ὅτι δηλαδὴ ἐκπατρίζονται οἱ συμπολῖται ἡμῶν εἰς Ἀμερικὴν διὰ νὰ μὴ ὑπηρετήσουν εἰς τὸν στρατόν. Εἶναι ἀρκετὰ ὑπερήφανοι οἱ συμπολῖταί μου προκειμένου περὶ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς Πατρίδος.
§17Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Φαίνεται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ ἀποστείλουν πρὸς ἐμὲ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καὶ ἔχουν ὑπογράψει 400 ἐν ὅλῳ, φαίνεται ὅτι δὲν εἶχον τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφον. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσω τὴν περικοπὴν τὴν σχετικὴν διὰ νὰ πεισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐγὼ γίνομαι ἀπήχησις τῆς φωνῆς τῶν συμπολιτῶν μου. (Ἀναγινώσκει). «Διότι πρέπει νὰ γίνῃ γνωστὸν κτλ.». Ἐν πάσῃ περιπτώσει, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τῶν συμπολιτῶν μου, τὴν ὁποίαν καταθέτω ἐνταῦθα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων τοῦ δήμου Μεσσαπίων ὁ κ. Μπουρνιᾶς.
§19Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθανασούλας. Ἀπών. Διαγράφεται ἡ ἀναφορά. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κουρουκλάτων καὶ Κατωγητῶν, ὁ κ. Χαριτάτος.
§21Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι κύριε Πρόεδρε, τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης. Οἱ κάτοικοι τῶν δύο αὐτῶν χωρίων Χουδάτων καὶ Κουρουκλάτων παραπονοῦνται ὅτι ἐστερήθησαν τελείως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ἀνεφέρθην τηλεγραφικῶς καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ μηνῶν καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ συστήσῃ νὰ ἐπιδιορθωθῇ καὶ ἐπισκευασθῇ ἡ γέφυρα ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης εἰς τὸ χωρίον Χουδάτα ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς διέταξεν ἀμέσως τηλεγραφικῶς νὰ συνταχθῇ ὁ σχετικὸς προϋπολογισμός. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐμερίμνησε περὶ αὐτοῦ ἐγκαίρως καὶ κατέρρευσεν ἡ γέφυρα, ἀντὶ δὲ νὰ δαπανήσῃ τὸ Δημόσιον 1000 δρ. δι’ ἐπισκευήν, θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ δαπανήσῃ σήμερον πλέον τῶν δέκα χιλιάδων δρχ., αὐτὸ δὲ συνέβη ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῶν ἐκεῖ μηχανικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐνισχυθῇ τὸ γραφεῖον τοῦ Νομομηχανικοῦ Κεφαλληνίας δι’ ἑνὸς καταλλήλου προσώπου, τὸ ὁποῖον νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰ παράπονα τῶν κατοίκων. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἄλλαι ὁδοὶ τῆς Κεφαλληνίας εὑρίσκονται εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, μετ’ ὀλίγον δὲ ἐὰν δὲν ἐπισκευασθοῦν σήμερον, θὰ ἀναγκασθῇ τὸ Δημόσιον νὰ δαπανήσῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν τούτων, αἵτινες ἔχουσι κατασκευασθῆ διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις μου ταύτας καὶ θὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς τὴν σύνταξιν προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν ξυλίνης γεφύρας εἰς στάσιν Κλατούρας τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Χουδάτων, καὶ ἀμέσως τὴν κατασκευὴν αὐτῆς, ὅπως ἀποκατασταθῇ προσωρινῶς διὰ ταύτης ἡ συγκοινωνία, ὡς θὰ διατάξῃ τὴν σύνταξιν προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν λιθίνης γεφύρας ἐκεῖ καθὼς θὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς τὴν σύνταξιν προϋπολογισμοῦ πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ Κουρουκλάτων, καὶ ἀμέσως τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης τηλεγραφικῶς, ὅπως ἀποκατασταθῇ, ἡ συγκοινωνία τῶν δύο τούτων χωρίων, ἥτις ἔχει τελείως διακοπῆ πρὸς μεγίστην βλάβην τῶν κατοίκων.
§22Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὰς αὐτὰς συστάσεις κάμνω καὶ ἐγώ.
§23Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§24Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς λήψεως ταχίστης μερίμνης διὰ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν ὁδῶν καὶ τῶν γεφυρῶν ἐν Κεφαλληνίᾳ. Ὁ τόπος μας εἶναι ὀρεινὸς καὶ σχηματίζονται χείμαρροι, οἱ ὁποῖοι καταστρέφουν τὰς γεφύρας, καὶ ἅμα διακοπῇ ἡ συγκοινωνία, ἡ κατάστασις γίνεται ἀφόρητος.
§25Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κατόπιν τῆς συνηγορίας τῶν κ. κ. συναδέλφων εἶναι περιττὴ πᾶσα ἄλλη σύστασις.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ δικηγορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου ὁ κ. Πολυχρονιάδης.
§27Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δυνάμει τοῦ Διατάγματος τῆς 10 Μαΐου 1910 μεταξὺ τῶν καταργηθέντων δύο Πταισματοδικείων κατηργήθη καὶ τὸ Πταισματοδικεῖον Αἰγίου. Τὸ ἄσκοπον τοῦ μέτρου τούτου προεκάλεσεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἐφαρμογῆς του τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἰδιωτῶν, τῶν ὁποίων κυρίως τὰ συμφέροντα παρεβλάπτοντο, διότι τὸ Εἰρηνοδικεῖον, τὸ ὁποῖον μόνον ἀπομένει εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην, ὅπως ἐπιδικάζῃ τάς τε ποινικὰς καὶ πολιτικὰς ὑποθέσεις, δὲν ἐπαρκεῖ καὶ ἡ δικαιοσύνη χωλαίνει. Ἀλλ’ εἰς τὰς φωνὰς τῶν ἰδιωτῶν καὶ ἰδίως τῶν Συλλόγων Κτηματικῶν, Ἐμπορικῶν ὡς καὶ εἰς τὴν εὐχὴν τὴν διαβιβασθεῖσαν ἐκ μέρους τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Αἰγίου ἐκώφευσαν ἔκτοτε αἱ Κυβερνήσεις. Ἀλλ’ ἂν ἐκώφευσαν τότε εἰς τὰς φωνὰς ταύτας, νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κωφεύσῃ καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀφ’ οὗ προστίθεται καὶ ἡ φωνὴ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀναγνωρίζουσι τὸ ἀπαραίτητον τῆς ἀνασυστάσεώς του. Διότι ἥ τε πολιτικὴ καὶ ποινικὴ δικαιοσύνη ἐν Αἰγίῳ εἶχον κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν περὶ τὰς 3,000 ἀποφάσεις μόνον ἄνευ τῶν ἄλλων διοικητικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶχε νὰ συντελέσῃ ὁ Εἰρηνοδίκης, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, Πρόεδρος Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς κλπ. ὡς δύνασθε νὰ ἴδητε ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῶν ἁρμοδίων εἰσαγγελέων, Συμβουλίου, καὶ Εἰρηνοδίκου ἐν αἷς ἐκτίθενται ἐν ἐκτάσει ταῦτα. Αἱ ἐκθέσεις αὗται εἶναι ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ Διατάγματος περὶ καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου.
§28Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε σκοπιμώτερον νὰ τὰ εἴπητε αὐτά, ὅταν θὰ ὑποβληθῇ, ἡ πρότασις νόμου;
§29Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἑξῆς μόνον· ὅτι ἤδη αἱ ἐργασίαι τούτων ηὐξήθησαν, διότι αἱ ἐργασίαι τοῦ 1911 ἀνῆλθον ἀπὸ 3.500 εἰς 6.660. (ἀναγινώσκει) «Ποινικαὶ ἀποφάσεις 1375, πολιτικαὶ ἀποφάσεις 533, ἀνακριτικαὶ ὑποθέσεις 500, ἐκθέσεις 373, εἰσηγήσεις 60, ἀλληλογραφία δικαστική, διοικητική, καὶ λιμενικὴ ἐν ὅλῳ 3.618 ἔγγραφα, ἤτοι σύνολον 6.462». Ἀλλὰ πλὴν τούτων ἔχομεν καὶ ἐκκρεμεῖς πολιτικὰς ὑποθέσεις ὑπὸ διάσκεψιν 200, ἤτοι ἐν ὅλῳ 6.662.
§30Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἔχητε τὴν ὑπομονὴν νὰ περιμένητε ἕνα χρόνον ἀκόμη, τότε νὰ μοῦ δώσητε τὴν στατιστικήν.
§31Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Καὶ ἡ στατιστικὴ αὕτη εἶναι περίπου ἑνὸς ἔτους καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας, κ. Ὑπουργέ. Εἶναι ἀπὸ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, κύριε Ὑπουργέ, μέχρι πρώτης Νοεμβρίου· Στατιστικὴ δηλ. δέκα μηνῶν· εἰς οὓς ἂν προσθέσωμεν καὶ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας θὰ ἔχωμεν ἄνω τῶν 7.000 ὑποθέσεων. Ἀλλ’ εἶναι καὶ Πρόεδρος τῆς Λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Αἰγίου, ἔχει δὲ καὶ τόσα ἄλλα καθήκοντα. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἂν αἱ παρελθοῦσαι Κυβερνήσεις δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰς δικαίας συστάσεις τῶν τε πολιτικῶν καὶ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, πέποιθα ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων, τῆς ὁποίας κύριον μέλημα εἶναι ἡ ταχυτέρα καὶ ἀκριβεστέρα ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἡ μηδεμιᾶς φεισθεῖσα δαπάνης πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, θέλει καὶ εἰς τοῦτο φανῆ πρόθυμος καὶ θέλει προβῆ εἰς τὴν ἀνασύστασιν τοῦ Πταισματοδικείου Αἰγίου ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν εὐχὴν τοῦ δικηγορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου, καὶ ψηφίζουσα μεταξὺ τῶν ἄλλων μέτρων πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν ἀπαραίτητον πλέον καταστᾶσαν ἀνασύστασιν τοῦ Πταισματοδικείου Αἰγίου, περὶ ἧς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σχετικὴν πρότασιν νόμου.
§32Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μετὰ τὸν κύριον Πολυχρονιάδην, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἐξ Αἰγίου καὶ γνωρίζει καλῶς τὰ πράγματα δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε.
§33Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν δικαίων αἰτημάτων τοῦ δικηγορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνεργήσῃ, ὅ,τι εἶναι δίκαιον καὶ ὠφέλιμον.
§34Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Πολυχρονιάδης κατάγεται ἐξ Αἰγίου καὶ διὰ τοῦτο ἀπέδειξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῶν σχετικῶν πινάκων τὴν ἀνάγκην ὅπως ἀνασυσταθῇ τὸ Πταισματοδικεῖον Αἰγίου. Εἰς τὰς συστάσεις τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων τάσσομαι καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὡς δικηγόρος ἐν Πάτραις γνωρίζω ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης Αἰγιαλείας λόγῳ τῆς καταργήσεως τοῦ Πταισματοδικείου καθίσταται πλέον ἀνεπαρκὴς εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν διαδίκων. Διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται ἡ ἀνασύστασις, ἐδήλωσε δὲ χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ ὑποβληθῇ πρότασις νόμου τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ φέρῃ ἵνα τὴν συζητήσωμεν καὶ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό.
§35Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς εὐλόγους συστάσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη. Ἑνώνω καὶ ἐγὼ ἑπομένως τὴν παράκλησίν μου καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τῶν δικηγόρων τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Αἰγίου περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Πταισματοδικείου, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας κατέθηκε καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν ἀρχῶν καὶ τὴν ἀνάγκην ἐδικαιολόγησεν.
§36Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τῶν λόγων τοὺς ὁποίους τόσον εὐφραδῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Πολυχρονιάδης, συνηγορεῖ καὶ εἷς ἄλλος λόγος ἐπὶ πλέον περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ Πταισματοδικείου Αἰγίου, ὁ νόμος περὶ κοινοτήτων, ὁποῖος πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὁσονούπω ἀπὸ τὴν παροῦσαν Διπλῆν Βουλήν. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ὡς γνωστὸν ἀνατίθενται εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην πλεῖστα ὅσα καθήκοντα. Καταργουμένης τῆς διοικητικῆς ἐπεμβάσεως ὁ Εἰρηνοδίκης εἶναι ὁ φυσικὸς ἀντιλήπτωρ τῶν κοινοτήτων, ἀσκῶν τὸ veto ἐπὶ πάσης κοινοτικῆς ἀποφάσεως καὶ ἑρμηνεύων ὀρθῶς τοὺς κοινοτικοὺς θεσμούς. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης ἐπεβαρύνθη ἀρκετὰ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ Πταισματοδικείου, καὶ τῆς προσθήκης τῶν ποινικῶν καὶ πταισματικῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ πρόκειται ὁσονούπω νὰ προστεθῶσι εἰς αὐτὸν καὶ ἄλλα βάρη καὶ ἄλλα καθήκοντα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ κατασταθῇ ἀδύνατος εἰς αὐτὸν ἡ ἀκριβὴς ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον ὁ ὁποῖος θὰ προκύψῃ ὁσονούπω ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ πεισθῇ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνασυστάσεως καὶ νὰ προβῇ τὸ ταχύτερον, εἰς τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, ὑπὲρ οὗ τόσον εὐγλώττως συνηγορεῖ τὸ ἔγγραφον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Αἰγίου.
§37Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι λυπηρόν, κύριε Πρόεδρε, μία πόλις ὡς τὸ Αἴγιον ἀριθμοῦσα ὑπὲρ τὰς ὀκτὼ χιλιάδας κατοίκων νὰ στερῆται Πταισματοδικείου. Διὰ τοῦτο κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων θεωρῶ περιττὸν ὅπως προσθέσω τι. Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ ἐτονίσθη ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνασυστάσεως αὐτοῦ.
§38Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἀναφερόμενος καὶ ἐγώ, πρὸς τὴν Βουλήν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, διαβιβάζω τὰς ἀναφορὰς τῶν κατοίκων ἑνὸς ἐκ τῶν πολυπληθεστέρων χωρίων τῆς ἐπαρχίας μου, ἀναφορὰς αἵτινες ἀπηυθύνθησαν πρὸς ἐμὲ καὶ τὰς ὁποίας ἐπισυνάπτω εἰς τὴν προκειμένην. Ἐν τῷ χωρίῳ ἐκείνῳ, καλουμένῳ Δράγανον, ἐλειτούργει πρὸ πολλῶν ἐτῶν δημοτικὸν σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφοίτων πλέον τῶν 60 μαθητῶν. Πρὸ διετίας ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἐμειώθη ἐπαισθητῶς, ἐμειώθη ὅμως οὐχὶ διότι ὁ πληθυσμὸς τοῦ χωρίου ἠλαττώθη, οὐχὶ διότι ἐξέλιπεν ὁ ζῆλος τῶν χωρικῶν ὅπως μορφώσωσι τὰ τέκνα των, ἀλλ’ ἐξ αἰτίων ἄλλων, ἴσως δ’ ὡς ἰσχυρίζονται ἐν τῷ χωρίῳ ἐκείνῳ ἐκ τῆς ἀβελτερίας τοῦ τότε διωρισμένου δημοδιδασκάλου. Ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς ἐφαρμόζων τὸν νόμον, ὡς ἐπείσθη, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἠλαττώθη, προέβη εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ δημοτικοῦ ἐκείνου σχολείου καὶ τὴν σύστασιν γραμματείου, ἀλλ’ ἀπὸ τότε καὶ μέχρι σήμερον, κατὰ τὸ διάστημα δηλονότι διετίας ὁλοκλήρου, τὸ γραμματεῖον τοῦτο δὲν λειτουργεῖ, διότι οἱ ἑκάστοτε διοριζόμενοι ὡς γραμματισταί, ὄντες δημοδιδάσκαλοι ἀποφεύγουν νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ, ἐπιδιώκοντες τὴν θέσιν δημοδιδασκάλου. Ἐπειδὴ ἐκ τῶν ἀναπτυχθέντων ἀναμφιβόλως πείθεσθε, ὅτι οὐσιαστικῶς τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, ὁ τύπος δὲ μόνον ἠνάγκασε τὸν κ. Ἐπιθεωρητὴν νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν, ἐπειδὴ τὸ τοιοῦτον βεβαιοῦται καὶ ἐκ ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τοῦ δήμου Ἀπολλωνίων, διαβιβασθέντος μετὰ αἰτήσεως πρὸς τὸν κ. Ἐπιθεωρητήν, φρονῶ ὅτι ὑμεῖς, ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ὑπουργὸς τῆς οὐσίας, ὁ ἀποβλέπων πρὸ παντὸς εἰς τὸ πνεῦμα τῶν νόμων καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ξηρὸν γράμμα αὐτῶν, θέλετε ἐξεύρει τὴν λύσιν, ἥτις προσήκει ἐν προκειμένῳ καὶ ἥτις ἐνδείκνυται πρὸ παντὸς ἐξ ὅλης τῆς μακρᾶς λειτουργίας τοῦ δημοτικοῦ ἐκείνου σχολείου, ἐπικρατεστέρας, φρονῶ, ὅπως πείσῃ ὑμᾶς, ἀπὸ μίαν σύμπτωσιν παροδικήν, τὴν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δηλονότι ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν. Φρονῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι διὰ νὰ μὴ ἀδικῆται τὸ χωρίον τοῦτο, τοῦ ὁποίου τὰ τέκνα πρὸς διετίας ἔπαυσαν νὰ φοιτῶσιν εἰς τὸ σχολεῖον, καὶ συνεπῶς ἔπαυσαν νὰ μανθάνωσι γράμματα, πρέπει ν’ ἀνασυσταθῇ τάχιστα τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, ἀφοῦ τοῦτο εἶναι καὶ ἀναγκαῖον καὶ δίκαιον. Τὸ πῶς θ’ ἀνασυσταθῇ, ἂν δηλαδὴ πρέπῃ νὰ λειτουργήσῃ κατὰ πρῶτον τὸ γραμματεῖον, ἐπί τινα χρόνον ἵνα πεισθῆτε ὅτι θὰ φοιτήσωσιν εἰς αὐτὸ καὶ πλέον ἴσως τῶν 60 μαθητῶν, εὐθὺς δ’ ἀμέσως νὰ γίνῃ ἡ ἀνασύστασις τοῦ δημοτικοῦ, τοῦτο ἐπαφίεται εἰς ὑμᾶς· παρακαλῶ θερμότατα τὴν ταχίστην ἐνέργειάν σας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω καὶ σύντονον καὶ ἀποτελεσματικήν, διότι εἶναι κρῖμα, ἐπαναλαμβάνω, κατόπιν τῶν διαμαρτυριῶν τοῦ χωρίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλπίζει εἰς ὑμᾶς καὶ ἀπὸ ὑμᾶς περιμένει τὴν διόρθωσιν, νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη ἡ κατάστασις αὕτη.
§39ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἡ σύστασις καὶ ἡ κατάργησις καὶ ὁ προβιβασμὸς σχολείων γίνεται τῇ προτάσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κατόπιν ἐρεύνης περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν. Τοιαύτην τινὰ πρότασιν ἐγὼ μέχρι τοῦδε δὲν ἔσχον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ σύστασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ μοὶ δίδει ἀφορμήν, θέλω σπεύσει νὰ ἀποστείλω τῷ ἐπιθεωρητῇ τὸ ἔγγραφον, συνιστῶν εἰς αὐτὸν ὅτι, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε ὅτι εἶναι ἀκριβές, δέον νὰ σπεύσῃ νὰ μοὶ ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ συστάσεως τοῦ σχολείου, ἐγὼ δὲ νὰ ὑποβάλω διάταγμα περὶ συστάσεως αὐτοῦ.
§40Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς κατοίκων Ἁγίου Γεωργίου περὶ τμηματικῆς ἐνοικιάσεως γαιῶν ἐν τῷ Καστελλοκάμπῳ.
§42Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βέρροιος.
§44Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, κύριε Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν αἰτημάτων αὐτῶν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ τότε.
§46Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη.
§48Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Πῶς ἀνεβλήθη;
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὄντος παρόντος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐζητήθη νὰ ἀναβληθῇ καὶ ἀνεβλήθη.
§50Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δι’ ἡμᾶς δυνατὸν νὰ μὴ ἀνεβλήθη.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ συνάδελφός σας παρεκάλεσε νὰ ἀναβληθῇ, ἡ ἁβρότης ἀπαιτεῖ νὰ ἀναβληθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§52ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Καταθέτω τὸν φάκελον τῶν αἰτηθέντα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Ἀγγελίδου καὶ Σλῆμαν, τὸν ἀφορῶντα τὴν κατασκευὴν ἀποβάθρας καὶ ἀποθηκῶν ἐν τῷ ὅρμῳ Στομίου δαπάναις τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Στομίου– Πηγαδίων. Καταθέτω ἐπίσης τὸν φάκελον τὸν αἰτηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πολυχρονιάδου ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ κ. Γ. Λαμπρινοπούλου περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Αἰγίου διὰ τὰ καταληφθέντα οἰκόπεδα ἐν τῇ παραλίᾳ Αἰγίου. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, περὶ χορηγίας 5000 δραχμῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατὰ τὸν προσεχῆ Μάρτιον πρόκειται νὰ συνέλθῃ ἐν Ἀθήναις ἀρχαιολογικὸν Συνέδριον τῶν ἀνατολιστῶν, εἰς τοῦτο δ’ ἐδήλωσαν ὅτι θὰ λάβωσι μέρος πολλοὶ διαπρεπεῖς ἐπιστήμονες ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τὰ ἔξοδα τοῦ συνεδρίου θέλουσι καθολοκληρίαν ἐπιβαρύνει τὸ Πανεπιστήμιον. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς καὶ ἡ Πολιτεία, διότι ὁ σκοπὸς εἶναι ἐθνικὸς καὶ δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τὸ Πανεπιστήμιον. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι κατὰ τὴν πυρκαϊὰν τοῦ χημείου στρατιῶται τινες τοῦ πυροσβεστικοῦ λόχου, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ σώσωσι τοῦτο εὗρον τὸν θάνατον ἐκεῖ, τὸ Πανεπιστήμιον θέλον νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν παθόντων ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ χορηγηθῇ βοήθημα ἐκ 1000 δραχμῶν. Ἐπιθυμοῦντες, ὅπως ἐπιτελέσωμεν τὴν θέλησιν ταύτην τοῦ Πανεπιστημίου ὑποβάλλομεν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐφάπαξ;
§54ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα. Αὐτὸ δίδεται ὑπὸ τοῦ Πανεπιστημίου.
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΧΝΖʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3657) περὶ κτηματικοῦ χάρτου καὶ ὁροθεσίας ἀκινήτων κτημάτων. Παρακαλῶ ὅπως δεχθῇ ἡ Βουλὴ ἵνα κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ δὲ μετὰ τοῦτο εἰς ἐπιτροπήν. Πρόκειται περὶ διευκολύνσεως τῆς συντάξεως τοῦ κτηματικοῦ χάρτου. (Κηρύσσεται εἶτα δι’ ἀναστάσεως κατεπεῖγον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, παραπεμπόμενον εἰς ἐπιτροπήν). Ὁ κ. Θ. Κουτσομητόπουλος καὶ κ. Μᾶρκος Δαζέας, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης διατάξεών τινων εἰς τὸν νόμον ΓΨΚʹ (3920). Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, Τεῦχ. Β) Ὁ κ. Διομήδης ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων.
§56ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπεβλήθη ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, τῆς συσταθείσης πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων, θέλει δέ, ὡς ἐλπίζω, διανεμηθῆ αὔριον τὸ σχετικὸν τεῦχος, τὸ περιέχον τὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ τροπολογηθὲν ὑπ’ αὐτῆς νομοσχέδιον. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι βεβαίως ἓν ἐκ τῶν σημαντικωτέρων, τὰ ὁποῖα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐξ ἐκείνων δὲ, τὰ ὁποῖα καλοῦνται νὰ ἀσκήσουν ἐπίδρασιν βαθυτάτην ἐπὶ τῆς ὅλης διαμορφώσεως τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας. Ὡς ἐκ τούτου εὔλογον ἦτο ὅτι ἀνεμένετο τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς μετά τινος ἀδημονίας, ἐὰν δ’ ἐβράδυνέ πως ἡ ὑποβολὴ τῆς μελέτης, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς λεπτομεροῦς ἐξονυχίσεως τῶν πολυπλόκων τούτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐσχετίζοντο πρὸς τὸ προκείμενον θέμα. Πρὶν ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν διαφόρων ἀρχῶν, ἀφ’ ὧν ὁρμᾶται τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποίησε τοῦτο ἡ ἐπιτροπή, ζητῶ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς ὅπως μοὶ ἐπιτραπῇ βραχυτάτη ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον τόσον κατηγορεῖται ὡς συντελέσαν εἰς τὴν ὀλεθρίαν κατάστασιν τῶν Δήμων, ἐννοῶ δὲ οὐχὶ τὸ πολιτικὸν παρελθόν, ἀλλὰ τὸ νομοθετικὸν παρελθόν. Δὲν ὑπάρχουσι δριμεῖαι φράσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἐξετοξεύθησαν ἐναντίον τοῦ ἀτυχοῦς δημοτικοῦ νόμου. Ὁ δημοτικὸς ἡμῶν νόμος εἶναι προϊὸν τῆς πρώτης νομοθετικῆς ἐργασίας τοῦ νεοσυστάτου Ἑλληνικοῦ βασιλείου. Ἡ Ἀντιβασιλεία τῶν Βαυαρῶν ἐπὶ τῆς ἀνηλικιότητος τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος ἐπελήφθη καὶ τοῦ θέματος τούτου, μεταξὺ τῶν πολλῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἐκαλεῖτο νὰ ῥυθμίσῃ καὶ κατήρτισε τὸ περίφημον διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῶν χρόνων ἐκείνων σχεδὸν ἄνευ μεταβολῆς τινος οὐσιώδους ἐξηκολούθησεν ἰσχῦον μέχρι τῆς σήμερον. Κατεκρίθη δὲ καὶ κατακρίνεται τὸ δημοτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ὡς μονονουχὶ καταστρέψαν τὴν τοπικὴν διοίκησιν ἐν Ἑλλάδι. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω ὑπὸ τὴν ὑπεράσπισίν μου τοὺς νομοθέτας τοῦ 1833, πρὸ πάντων δὲ τὸν περίπυστον ἐκεῖνον Μάουερ, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔχουσι γράψει καὶ εἴπει, καὶ ἐγὼ δὲν εἰξεύρω πόσα, φορτώνοντες εἰς αὐτὸν ὅλας τὰς ἁμαρτίας τῆς διοικήσεως, θεωροῦντες αὐτὸν ὡς τὴν κυρίαν αἰτίαν τῆς κακοδαιμονίας, τῆς τοπικῆς καὶ κεντρικῆς διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐρωτήσω, ὁποία τις ἦτο ἡ ἀντίληψις περὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους; Ἡ Ἑλλὰς ἐστερεῖτο πάσης νομοθεσίας κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀφίξεως τῶν Βαυαρῶν, δὲν ἐγνώριζε τὰ ζητήματα, οἱ δὲ εἰσηγηταὶ τῆς νομοθεσίας Βαυαροὶ ἐθεώρησαν σκόπιμον νὰ προικίσωσι τὴν Ἑλλάδα μὲ τὰ γνησιώτερα προϊόντα τῆς ἐπιστήμης τῶν τότε χρόνων. Καὶ τὸ δημοτικὸν σύστημα τοῦ διατάγματος τοῦ 1833 εἶναι πιστὸν ἀπαύγασμα τῶν νομοθετικῶν ἀντιλήψεων ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῆς ἐποχῆς. Ὅ,τι τελειότερον πόρισμα εἶχεν ἀποδώσει ἡ τότε ἐπιστημονικὴ ἀντίληψις, ἐτοποθετήθη εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1833 καὶ ἐχρησίμευσεν ὡς ἡ πρώτη διοικητικὴ νομοθεσία τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Τὸ σύστημα τὸ δημοτικόν, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον τότε ὑπῆρξεν ἀληθῶς φιλελεύθερον σύστημα. Σήμερον τὸ λέγομεν ἀνελεύθερον, τότε ὅμως ἴσως ἦτο ὑπεράγαν ῥιζοσπαστικόν. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἦτο ὑπεράγαν ῥιζοσπαστικόν, διότι εἰσῆγε τοπικὴν ἡμιαυτοδιοίκησιν εἰς χρόνους, καθ’ οὓς εἰς ἄλλα Κράτη τοὐλάχιστον τῆς Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ἦσαν τότε μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα εἰς τὰ ἤθη καὶ τὴν μόρφωσιν, δὲν ὑπῆρχεν ἀκόμη εἰσηγμένον τοιοῦτο σύστημα. Κατεκρίθησαν οἱ Βαυκροὶ νομοθέται ὅτι δὲν ἀνασυνέστησαν τὰς περιπύστους κοινότητας τῆς Τουρκοκρατίας, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἤνθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι συνετέλεσαν μεγάλως εἰς τὴν ἀναγέννησιν τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ βίου, εἰς τὴν ἀναδημιουργίαν Κράτους ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ ζητῶ τὴν ἄδειαν παρεκβάσεως βραχείας. Θὰ εὑρεθῶ ἀντίθετος πρὸς δοξασίας, αἱ ὁποῖαι γενικῶς ἐπικρατοῦσιν, αἱ ὁποῖαι ἐπιστημονικῶς ὅμως εἶναι ἀνύπαρκτοι. Αἱ κοινότητες αἱ ἐπὶ Τουρκοκρατίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνασυσταθῶσι μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἀνασυσταθῶσι, διότι ἦσάν τι ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς τὸ νεώτερον Κράτος, ἦσαν αὐτὴ ἡ ἄρνησις τοῦ νεωτέρου Κράτους. Αἱ κοινότητες ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἤνθησαν, ἤκμασαν καὶ ἀπέδωκαν τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἀπέδωκαν, διότι ἐγεννήθησαν καὶ ἐξειλίχθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν ἐντὸς περιβάλλοντος, ὅπερ ἦτο πρόσφορον εἰς τὴν γένεσιν καὶ προαγωγὴν αὐτῶν. Οἱ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ τῆς Χερσονήσου τοῦ Αἵμου, ζῶντες ἐν μέσῳ Κράτους ἐχθρικῶς διακειμένου πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς τούτους, ἠναγκάσθησαν ἐξ αὐτῆς τῆς ὁρμῆς τῶν πραγμάτων ἀγόμενοι νὰ συσπειρωθῶσι πέριξ τῶν τοπικῶν ἀρχόντων των, πέριξ τῆς τοπικῆς ἀριστοκρατίας, καὶ νὰ ἀπαρτίσωσι πρὸς αὐτοσυντήρησιν ὁμάδας ἰδίας, ἰσχυρὰς ἢ ἀνισχύρους, ἀναλόγως τῆς δυνάμεως τῶν ἀποτελούντων αὐτὰς στοιχείων. Αἱ κοινότητες αὐταὶ ἔργον καὶ ἀποστολὴν εἶχον νὰ ἀντικαταστήσωσιν ἐν μέρει τὴν ἀνυπαρξίαν Κράτους, ἐν μέρει δὲ νὰ προασπίσωσι τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς κατὰ τοῦ ἐχθρικῶς πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς διακειμένου Κράτους. Οὐδεμία μέριμνα περὶ παιδείας καὶ οὐδεμία περὶ θρησκείας προήρχετο ἐκ τοῦ Κράτους, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ προσδοκᾶται παρ’ αὐτοῦ. Μέ τινα ἀοριστίαν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ πράγματος καὶ ἀνωμαλίαν ἐν τῇ πολιτικῇ ἀντιλήψει τοῦ δεσπότου, ἡγέτης τοῦ Ἔθνους ἐθεωρεῖτο ὁ Πατριάρχης–Ἐθνάρχης, ἀσκῶν τρόπον τινὰ σὺν τοῖς ἄλλοις ἐκπαιδευτικὴν καὶ θρησκευτικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ Γένους ὁλοκλήρου. Εἰς τοῦτον ἦσαν ὑποτεταγμέναι ἀορίστως δι’ ἠθικοῦ μᾶλλον ἢ πολιτικοῦ δεσμοῦ αἱ διάφοροι κοινότητες, καθ’ ὅ,τι ἀφεώρα ἀκριβῶς τὰ ζητήματα τῆς παιδείας καὶ τῆς θρησκείας. Καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ αἱ κοινότητες ἀπέδειξαν πράγματι δραστηριότητα ἐντελῶς ἀσυνήθη, δραστηριότητα ἡνωμένην μετὰ συνέσεως πολιτικῆς καὶ ἐθνικῆς, αἱ ὁποῖαι συνετέλεσαν εἴπέρ τι καὶ ἄλλο εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ ἤθους, εἰς τὴν ἀφύπνισιν τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν χρόνων ἐκείνων. Παρὰ ταῦτα ὅμως, παρὰ τὴν περιωρισμένην ταύτην ἀποστολήν, αἱ κοινότητες ἀπετέλουν καὶ εἶδός τι ἡμιαυτονόμων πολιτειῶν αἱ ὁποῖαι ἔζων μὴ ἀναγνωριζόμεναι ὡς τοιαῦται ἐντὸς Κράτους ἐχθρικῶς διακειμένου, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ὑπερήσπιζον κατὰ τὸ ἐνὸν ἑαυτάς. Εἴχομεν ἑπομένως τὸ Κράτος τὸ Τουρκικόν, τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν, ἡ ὁποία ἀπετέλει τὸν μέγαν ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους καὶ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ὀργανισμοῦ εἴχομεν ἄλλους μικροοργανισμοὺς ἡμιαυτονόμους, ἀσκοῦντας ἔν τινι μέτρῳ ἐξουσίαν, ἀσκοῦντας κυριαρχικά τινα δικαιώματα νομικῶς ἀκαθόριστα καὶ πολιτικῶς μὴ ἀναγνωριζόμενα, ἀλλ’ ὑπάρχοντα πράγματι, καὶ ὀργανισμοὺς ὁπωσδήποτε ἐχθρικῶς διακειμένους πρὸς τὸν ἄλλον, τὸν εὐρύτερον, τὸν ὀργανισμὸν τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀνεκτοὺς δὲ ἕνεκα διαφόρων λόγων, ἴσως ἕνεκα ἀδιαφορίας τοῦ δεσπότου, ἴσως ἕνεκα ὑστεροβουλίας αὐτοῦ, ἴσως ἕνεκα περιφρονήσεως. Οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοὶ ἔζησαν ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας, ἔζησαν καὶ ἀπέδωκαν καρπούς, οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς ὑπῆρξαν θαυμαστοί, καρποὺς οἱ ὁποῖοι ἴσως ὑπῆρξαν διὰ τὰ ἀποτελέσματά των ἔν τισιν ἀνώτεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους προήγαγε τὸ νεώτερον Κράτος, τὸ συσταθὲν ἐπὶ βάσεων ἐντελῶς διαφορετικῶν. Αἱ κοινότητες αὗται συνετέλεσαν τὰ μέγιστα εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἱδρυθέντος...
§57Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πόσαι νὰ ἦσαν ἆρά γε;
§58Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Στατιστικὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ.
§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πόσον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἀπετέλει κοινότητας;
§60Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶναι γνωστὸν καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω μάλιστα ἂν θέλητε νὰ κάμητε σχετικὴν μελέτην περὶ τούτου. ... Αἱ κοινότητες αὗται ἱδρυθέντος τοῦ Κράτους τοῦ νεωτέρου, παρέδωκαν ὅλην των τὴν ζωὴν καὶ ἰκμάδα εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ δημιουργηθὲν Κράτος καὶ μοιραίως μετὰ τὴν δημιουργίαν ταύτην ἔπρεπε νὰ ἀποθάνουν. Ἡ τραγικότης εἰς τὴν τύχην τῶν κοινοτήτων τούτων ἦτο ὅτι τὸ νεώτερον Κράτος, τὸ Ἑλληνικόν, ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ ἀνεχθῇ τὴν ὕπαρξίν των, διότι τὸ Κράτος τοῦτο εἶχεν ἱδρυθῇ ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς ἐννοίας τοῦ νεωτέρου Κράτους, τοῦ Κράτους τοῦ 19ου αἰῶνος. Τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι ὀργανισμὸς παμφάγος, ὀργανισμὸς μὴ ἀνεχόμενος οὐδένα ἕτερον ὀργανισμὸν αὐτόνομον ἐντὸς αὐτοῦ. Τὸ Κράτος αὐτό, τὸ νεώτερον, ἀξιοῖ ὅλοι οἱ ὀργανισμοὶ οἱ ἐντὸς αὐτοῦ ὑπάρχοντες καὶ ζῶντες ἐξ αὐτοῦ νὰ ἀπορρέουν, ἐξ αὐτοῦ νὰ λαμβάνουν τὴν ζωήν, καὶ ἂν δίδεται εἰς αὐτοὺς αὐτονομία τις ἡ αὐτονομία αὕτη νὰ εἶναι αὐτονομία μόνον κανονιστικὴ λεπτομερειῶν. Ἀλλ’ αἱ κοινότητες ἐκεῖναι δὲν ἦσαν κοινότητες ὑπὸ τὴν μορφὴν τὴν νεωτέραν, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν κοινοτήτων, ὡς ὀργάνων τῆς αὐτοδιοικήσεως, ἃς ἠδύνατο νὰ ἀνεχθῇ αὐτὸ τὸ νεώτερον Κράτος, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπέθανον αἱ κοινότητες ἐκεῖναι καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀνασυνεστάθησαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνασυσταθῶσιν. Ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ τρόπος τῆς λειτουργίας τῶν κοινοτήτων ἐκείνων νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπόδειγμα διὰ τὴν ῥύθμισιν τῆς λειτουργίας τῶν νεωτέρων δήμων, ἀλλ’ οἱ χρόνοι ἐκεῖνοι καθ’ οὓς εἰσήχθη ὁ δημοτικὸς νόμος δὲν ἦσαν διόλου πρόσφοροι εἰς τοιαύτας ἱστορικὰς μελέτας καὶ ἐπιρροάς· ὡρμῶντο οἱ νομοθέται τότε ἐκ διαφόρων θεωριῶν ἐκ τῶν προτέρων κατασκευαζομένων, καὶ τὰς θεωρίας αὐτάς, τὰς ἐφήρμοζον κατὰ γράμμα, ἀδιαφοροῦντες ἐὰν τὰ πράγματα κατὰ ἄλλα ἔλεγον, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἡ λογικὴ τῶν ἀφῃρημένων συλλογισμῶν εἶναι ἀνωτέρα τῆς λογικῆς τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ὑποχωρῇ εἰς ἐκείνην. Οὕτως οἱ Βαυαροὶ μὴ ἀγνοοῦντες τὴν ὕπαρξιν τῶν Ἑλληνικῶν κοινοτήτων, διότι ἦσαν γνωσταὶ εἰς αὐτοὺς αὗται ἐκ τῶν μελετῶν τοῦ Μάουερ, ὁ ὁποῖος ἐπελήφθη βαθείας μελέτης ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν τὰς ἀνασυνέστησαν, καὶ δὲν τὰς ἀνασυνέστησαν σκοπίμως, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερα· ἐδημιούργησαν δὲ τὸ δημοτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον ἰσχύει καὶ τὸ δημοτικὸν σύστημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦτο σύστημα ἐξαίρετον διὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, δὲν ἠδυνάμεθα δὲ νὰ προσδοκῶμεν τίποτε τὸ καλλίτερον, διότι ἦτο τὸ γνησιώτερον προϊὸν τῶν ἐπιστημονικῶν ἀντιλήψεων τῶν χρόνων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ὀλέθριον δὲν ὑπῆρξεν ἡ νομοθετικὴ τῆς Ἀντιβασιλείας ἐργασία, ὀλεθρία ὑπῆρξεν ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος νομοθετικὴ πολιτική, ἡ ἀπὸ τῶν χρόνων ἐκείνων κρατήσασα. Βραδύτερον δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωμεν τὴν συγγνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ Βαυαροὶ νομοθέται καὶ ἐν τούτοις περιεπέσαμεν ἀπὸ λάθους εἰς λάθος ἀδιαφοροῦντες ἐντελῶς διὰ κάθε ἰδέαν αὐτοδιοικήσεως, μὴ ἐπιζητοῦντες νὰ ῥυθμίσωμεν τὰς διαφόρους τοπικὰς ἐπιρροὰς ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς διοικήσεως. Ἠρκέσθησαν δηλαδὴ οἱ κατὰ καιροὺς ἰθύνοντες κύκλοι τὴν Ἑλλάδα, ἠρκέσθησαν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὰς τοπικὰς ἐπιρροὰς οὐχὶ βεβαίως οὔτε ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κράτους οὔτε ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς τοπικῆς διοικήσεως. Οἱ κυβερνῶντες κύκλοι ἐξεμεταλλεύθησαν ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ τὰς τοπικὰς ἐπιρροάς, τὸ ἐπίσημον Κράτος ἐξεμεταλλεύθη τὰ ὑπάρχοντα αὐτὰ ἀτελῆ ὄργανα τῆς αὐτοδιοικήσεως, τὰ ὁποῖα εἶχον πλασθῇ. Οἱ μὴ κυβερνῶντες κύκλοι ψυχολογικῶς ἐπέδρασαν κάκιστα ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων, ἐπὶ τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἔδρων ἐν τῷ δήμῳ ὡς παράγοντες αὐτοῦ. Τὸ ἐπίσημον Κράτος ἐξεμεταλλεύθη τὸν δῆμον ὡς δῆμον, ἀδιαφοροῦν ἐντελῶς, ἐὰν ἡ διοίκησις θὰ ὑπάγῃ καλὰ ἢ κακά. Ἐξεμεταλλεύθησαν τὸ ὄργανον τοῦ δήμου καὶ τὸν ὑπερεβάρυναν διὰ διαφόρων καθηκόντων, διὰ διαφόρων ὑπηρεσιῶν, διὰ διαφόρων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐντελῶς δυσβάστακτοι διὰ τοὺς ὤμους τοὺς ἀσθενεῖς ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς τῶν τοπικῶν αὐτῶν ὀργανισμῶν. Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν ἴσως τότε οὐ φροντὶς Ἱπποκλείδῃ, μόνον δ’ ὅταν ἀταξίαι αὐθάδεις ἐνεφανίζοντο ἐπιτακτικῶς ζητοῦσαι διόρθωσιν, τότε μόνον καιροσκοπικῶς ἐντελῶς ὑπεβάλλοντο νομοσχέδια ἐκ τοῦ προχείρου, ἄνευ τινὸς συστήματος, ἄνευ ἀρχῆς, τὰ ὁποῖα κάθε ἄλλον σκοπὸν εἶχον παρὰ νὰ διαρρυθμίσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει ἀρχῆς τινος τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως τῆς τοπικῆς. Ἀπ’ ἐναντίας τὴν ὅλην νομοθετικὴν πολιτικὴν ἐν τῷ θέματι τούτῳ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τὴν διακρίνει ἄκρα δυσπιστία πρὸς τοὺς πληθυσμούς. Ἀληθῶς, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι σχῆμα μόνον, ἀληθῶς ἐθεώρουν οἱ νομοθέται τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος τοὺς δήμους, αὐτὸν τὸν λαὸν δηλαδή, ὡς ἀνηλίκους δεομένους προστασίας. Ἐὰν δὲ ὁ δημοτικὸς ἡμῶν νόμος δὲν λέγῃ τοῦτο καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, ἐν τῇ πράξει ὅμως, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ οἱ νομοθέται καὶ ἡ ἐνεργὸς διοίκησις ἐθεώρησαν πράγματι ὡς ἀνηλίκους τοὺς δήμους, ἀνηλίκους ἔχοντας ἀδιάκοπον καὶ συνεχῆ ἀνάγκην τοῦ ἐπιτρόπου. Συνέβη ὅμως ὅτι ὁ ἐπίτροπος ἐξεμεταλλεύθη ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ τὸν ἐπιτροπευόμενον καὶ οὕτως εἴχομεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν διαφθορὰν καὶ τοῦ ἐπιτρόπου καὶ τοῦ ἐπιτροπευομένου, ἀμοιβαίως διαφθειρομένων καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἀναπόδραστον εἶναι ἡ ἀξιοθρήνητος κατάστασις τῶν δήμων, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ διαμόρφωσις, δὲν λέγω μόνον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρὸ πάντων τῆς κοινωνίας, δὲν ἀνέχεται πλέον μεθ’ ὅσης ἄλλοτε εὐκολίας συγκεντρωτικὰ συστήματα ἐν τῇ διοικήσει. Τὸ ἐνδιαφέρον τῶν κατοίκων τῶν διαφόρων τόπων διὰ τὸν ἴδιον τόπον ἔχει ἀφυπνισθῇ κάπως ζωηρότερον, ἔχει γίνει πραγματικώτερον. Ὁ ἴδιος ὁ τόπος ἀξιοῖ νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, θεωρεῖ δὲ πᾶσαν σχετικὴν διαταγὴν ἐρχομένην μακρόθεν, ἐκ τοῦ κέντρου, ὡς διαταγὴν οἱονεὶ ξένην, ὡς διαταγήν, ἡ ὁποία ἔρχεται ἐκ δυνάμεώς τινος ἄλλης, οὐχὶ εὐεργετικῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία ἔχει τὴν τάσιν νὰ ἐκμεταλλεύηται μᾶλλον, ἴσως δὲ ἐν τοῖς πράγμασι, ἴσως ἐξ αὐτῆς τῆς ἀμέσου ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων νὰ ἐδικαιολογεῖτο ἡ ἀόριστος αὐτὴ συνείδησις τοῦ λαοῦ. Καὶ σήμερον ἀξιοῖ ἐπιτακτικῶς ὁ λαὸς τὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ τοπικοῦ του βίου ἐπὶ βάσεων τοιούτων, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐγγυῶνται εἰς αὐτὸν τὴν πραγματικήν, τὴν ἀποτελεσματικὴν αὐτοδιοίκησίν του. Τὴν αὐτοδιοίκησίν του αὐτὴν θὰ τὴν ἀποκτήσῃ μόνον ἐὰν χορηγηθῇ εἰς αὐτὸν κατὰ δικαίωμα ἡ αὐτοδιοίκησις, ἐὰν τὰ αὐτοδιοικούμενα σώματα ἐν τῷ Κράτει προικισθῶσι διὰ δικαιωμάτων. Ἐννοῶ δηλαδὴ ὅτι τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοδιοίκησιν πρέπει νὰ εἶναι οὕτω νόμῳ προστατεύσιμον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δῶρον ἄδωρον, ὡς ἦτο κατὰ τὸ παρελθόν, ἐν ᾧ μέτρῳ ἦτο. Πρέπει δηλαδὴ ἡ ἁρμοδιότης τὴν ὁποίαν κέκτηται ἢ θὰ κέκτηται τὸ αὐτοδιοικούμενον σῶμα νὰ εἶναι ἁρμοδιότης προστατεύσιμος ἐκ τοῦ νόμου ἀποτελεσματικῶς, οὕτως ὥστε ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ ὑποχρεοῦται καὶ ἄκουσα εἰς σεβασμὸν τῶν ὁρίων αὐτῶν τῆς ἰδίας ἐνεργείας τῶν τόπων. Μόνον ἐφόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐγγύησις τηρήσεως ἀκριβοῦς καὶ σεβασμοῦ, ἐπιβολῆς πραγματικῆς τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοῦ αὐτοδιοικουμένου σώματος, μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δυνατὴ ἡ πραγματικὴ αὐτοδιοίκησις, μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ αὐτοδιοίκησις τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων καὶ οἱουδήποτε ἄλλου σώματος εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἀποτελεσματικὴν ἐγγύησιν τοῦ νόμου. Ἀνυψοῦμεν δηλαδὴ τὰ δημόσια αὐτὰ δίκαια εἰς κεκτημένα δικαιώματα. Ὅπως δὲ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ ἀναγνωρίζομεν τὰ διάφορα δικαιώματα τῶν προσώπων, ἡ δὲ πραγματική των ἀναγνώρισις ἀσφαλίζεται διὰ τῆς ὑπάρξεως δικαστικῆς λειτουργίας ἐγγυωμένης τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων αὐτῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπονεμημένα εἰς τὰ αὐτοδιοικούμενα σώματα, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὁμοία ἐγγύησις. Ἄνευ ταύτης, ἂν ἐξαρτήσωμεν μόνον ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν τῆς διοικήσεως ἢ ἀπὸ τὴν ἰσχυρὰν θέλησιν τοῦ δήμου τὴν τήρησιν τοῦ δικαίου, οὐδὲν πράττομεν, εἶναι δὲ ἐντελῶς περιττὸν νὰ προσδοκᾶται οἱαδήποτε ἵδρυσις ἀληθοῦς, πραγματικῆς, ἑδραίας, συστηματικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐπὶ τοιούτων βάσεων ἔχει ἱδρυθῇ, ἔχει παγιωθῇ ἡ αὐτοδιοίκησις εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα Κράτη τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, δὲν λέγω τῆς Εὐρώπης μόνον, ἀλλὰ παντοῦ ὅπου ἔχει εἰσαχθῇ ἀληθὴς νεωτεριστικὴ διοίκησις. Εἴμεθα δὲ ἴσως χρονικῶς τὸ ἔσχατον πάντων τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐκ λάθους ἢ ἐξ ἀδιαφορίας ἀφήσαμεν νὰ παρέλθουν δεκαετηρίδες ὁλόκληροι, χωρὶς νὰ εἰσαγάγωμεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν τὴν πνοὴν ἐκείνην τοῦ ῥεαλιστικοῦ δικαίου, τὴν ὁποίαν τὰ ἄλλα Κράτη ἔχουσιν ἤδη πρὸ μακροῦ εἰσαγάγει ἐπ’ εὐτυχίᾳ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν. Ἐπὶ τῶν βάσεων αὐτῶν εἶναι ἐστηριγμένον τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τῆς μελέτης μετὰ τῆς προσηκούσης εἰς θέμα τοιαύτης σπουδαιότητος στοργῆς, ἐπιμελείας καὶ λεπτομερειακῆς ἐξακριβώσεως καὶ τὸ πόρισμα αὐτῆς, τηροῦν τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει διὰ τοῦ τροπολογηθέντος σχεδίου, ἐφαρμόζοντος ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἀνέφερον. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἐξάρωμεν σημεῖα τινὰ μόνον κύρια, διότι ἡ ἀνάλυσις τοῦ ὅλου θὰ ἦγεν εἰς μακρὰς λεπτομερείας κουραστικὰς καὶ ἀχρήστους ἴσως σήμερον. Ἐν τῇ καθ’ ἕκαστα συζητήσει θέλουσιν ἀναπτυχθῆ τὰ διάφορα ζητήματα καθόσον προκύπτουσι· σήμερον περιορίζομαι εἰς τὴν ἔξαρσιν σημείων τινῶν μόνον τοῦ νομοσχεδίου, σημείων τινῶν τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι ἔχουσι κεφαλαιώδη σημασίαν διὰ τὴν κατανόησιν τοῦ ὅλου συστήματος. Καὶ τὰ σημεῖα ταῦτα εἶναι πρῶτον αὐτὴ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου ποία εἶναι; Εἶναι ὅτι πᾶς συνοικισμὸς ἔχων ὑπὲρ τοὺς 300 κατοίκους δικαιοῦται εἰς νομικὴν αὐθυπαρξίαν, δικαιοῦται νὰ ἀποτελέσῃ ἰδίαν κοινότητα. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει ὡς δικαίωμα ὁ συνοικισμός. Ὁ συνοικισμός, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀποκατασταθῇ εἰς ἰδίαν αὐθύπαρκτον κοινότητα, πρέπει νὰ ἔχῃ συγχρόνως καὶ σχολὴν στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις. Ἡ βάσις αὐτὴ ἐπολεμήθη ὑπὸ πολλῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι συνοικισμὸς οὕτω μικρὸς εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ ἀποτελέσῃ ὀργανισμὸν ἰσχυρόν, ὀργανισμὸν βιώσιμον, διότι ἐλλείπουσιν ἀπ’ αὐτοῦ τὰ στοιχεῖα τὰ ἀπαραίτητα εἰς τὴν ζωήν, ἐλλείπουσι τὰ στοιχεῖα τὰ οἰκονομικὰ καὶ λείπουσι τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνθρωπίνου ὑλικοῦ, διότι ὁ ὁρίζων ὁ στενὸς καὶ περιωρισμένος τοῦ βίου ἐν τῷ χωρίῳ θὰ καθίστα ἐντελῶς ἀδύνατον, κατὰ κανόνα, τὴν εὕρεσιν τοῦ καταλλήλου προσωπικοῦ πρὸς χειρισμὸν τῶν ἔστω καὶ ἁπλουστάτων ζητημάτων διοικήσεως. Ἀπὸ ἀπόψεως δὲ οἰκονομικῆς πολεμοῦσι τὴν βάσιν, διότι ἐκ διαφόρων στατιστικῶν δεδομένων, οἱ πίνακες τῶν ὁποίων εὑρίσκονται δημοσιευμένοι ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, προκύπτει ὅτι οἱ συνοικισμοὶ αὐτοὶ ὀλιγίστους μόνον πόρους δύνανται νὰ ἔχωσι, διότι κατὰ κανόνα μόνον ἐξ ἀμέσου φορολογίας θὰ πορίζωνται τὰ ἔσοδά των, οὐχὶ δὲ καὶ ἐξ ἐμμέσου, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀνεφάρμοστος. Εἰς τὰς δύο ταύτας κεφαλαιώδεις ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου δύναταί τις, νομίζω, νικηφόρως νὰ ἀντεπεξέλθῃ ἀπαντῶν δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐννοίας, ἥτις κεῖται εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Μία τῶν αἰτιῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἠστόχησε τὸ σημερινὸν δημοτικὸν καθεστώς, ποία εἶναι; Ἡ ἀπάρτισις τῶν σημερινῶν 445 δήμων ἐκ πληθύος ὅλης συνοικισμῶν μὴ συνδεομένων πρὸς ἀλλήλους δι’ ἐσωτέρου τινὸς δεσμοῦ συναφείας, διὰ πραγματικῆς κοινότητος αἰσθημάτων ἢ συμφερόντων, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς ἀπαρτισθέντων εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, διότι ἔτσι ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης. Καὶ τὸ κατασκεύασμα αὐτὸ τοῦ νόμου, τὸ ἐντελῶς αὐθαίρετον, τὸ ξένον ἐν πολλοῖς πρὸς τὴν ὀργανικὴν ζωήν, ἀπετέλεσε τὴν ὀργανικὴν μονάδα τοῦ ὅλου διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ μονὰς αὐτὴ βεβαίως δὲν ἦτο βιώσιμος, διότι ὡς ἐκ τῆς συστάσεώς της δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι βιώσιμος, ὡς ἀπέδειξαν ἄλλως τε αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα, διότι ἔχομεν ὀλιγίστους δήμους, πράγματι, ἀφ’ ἑαυτῶν ἀνθοῦντας, λέγω δὲ πράγματι ἀνθοῦντας ἀνεξαρτήτως τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ Κράτος ἐπεβάρυνεν αὐτοὺς καὶ δι’ ἄλλων ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ξέναι πρὸς αὐτούς. Δὲν ἤνθησαν οἱ δῆμοι οἱ σημερινοί, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνθήσωσι, διότι ἀποτελοῦνται ἐν πολλοῖς ἐκ στοιχείων ἐντελῶς ἑτερογενῶν, διότι ὁ συνοικισμὸς τρόπον τινὰ τῶν διαφόρων αὐτῶν μεμονωμένων συνοικισμῶν εἶναι συνοικισμὸς βεβιασμένος, εἶναι συνοικισμὸς προερχόμενος κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ νόμου καὶ μὴ προερχόμενος αὐτομάτως ἐξ αὐτῆς τῆς βίας τῶν πραγμάτων, ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδίας προαιρέσεως αὐτῶν τούτων τῶν ἐνδιαφερομένων. Σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τί ἐπιζητεῖται; — καὶ τὸ αἰτούμενον τοῦτο εἶναι ἴσως ἓν ἐκ τῶν σοβαρωτέρων σημείων τοῦ νομοσχεδίου ἐγκρύπτον ἀληθῶς καὶ ποιούς τινας κινδύνους. Ἐπιζητεῖται τί; Αὐτὸς ὁ σκελετὸς τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον ἔχει δημιουργήσει αὐθαιρέτως ὁ νομοθέτης καὶ ὁ ὁποῖος ἐπεκάθησεν ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτειακοῦ σώματος τῆς Ἑλλάδος, ὁ σκελετὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι τεχνητὸς καὶ ἑπομένως περισφίγγει αὐτὸ τοῦτο τὸ σῶμα τῆς Ἑλλάδος, αὐτὸς ὁ σκελετὸς νὰ διασπασθῇ καὶ νὰ ἀποτελεσθῇ τοῦ λοιποῦ ἐκ τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς φύσεως δίδονται. Ἡ παρατήρησις δὲ τῶν πραγμάτων τί δίδει ὡς ἀποτέλεσμα; Ποῖος εἶναι ὁ ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων δεδομένος σκελετὸς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς πολιτείας; Ὁ συνοικισμὸς ὁ ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων δεδομένος, ὁ συνοικισμὸς δὲ οὗτος εἶναι τὸ χωρίον, τὸ χωρίον τὸ ὁποῖον ἔχει ὡρισμένον ἀριθμὸν κατοίκων. Θὰ ἠδυνάμεθα ὄντες ἐντελῶς συνεπεῖς πρὸς τὴν ἀρχήν, νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱοσδήποτε συνοικισμὸς πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ δικαίωμα αὐθυπαρξίας, πρὸ τῆς ἰδέας δὲ ταύτης ἄλλαι νομοθεσίαι δὲν ὀρρωδοῦσι δημιουργοῦσαι κοινότητας καὶ ἐξ ἐλαχίστων κατοίκων. Ἡμεῖς ὅμως ἐθεωρήσαμεν σκόπιμον νὰ σταματήσωμεν εἰς τὸν κατήφορον αὐτὸν καὶ νὰ δεχθῶμεν ὡς βάσιν τὸν συνοικισμόν, τὸν ἔχοντα ὑπὲρ τοὺς 300 κατοίκους, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἕτερον στοιχεῖον, τὸ στοιχεῖον τοῦ ἰδίου σχολείου, διότι ἡ ὕπαρξις παρ’ αὐτῷ σχολείου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι δίδει τὸν τύπον τῆς αὐθυπάρκτου ὀντότητος, εἰς τὸν κατώτατον αὐτὸν ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐὰν θεωρήσωμεν ὡς μονάδα ὀργανικὴν τοῦ ὅλου τὸν τοιοῦτον συνοικισμόν, ἀποβάλλομεν τὰ δεσμά, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος περισφίγγουν ὁλόκληρον τὸ κοινωνικὸν σῶμα, ἀφήνομεν ἀβιάστους τὰς κινήσεις του, ἀφήνομεν ἐλευθέραν τὴν ἀνάπτυξίν του, ἀνάπτυξιν ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐξ αὐτῶν τῶν δεδομένων τῆς φύσεως. Αὐτοὶ μόνοι τους τοῦ λοιποῦ δύνανται νὰ κανονίσουν τὰ τῆς ζωῆς των, δὲν εἶναι ὅμως ὑποχρεωμένοι νὰ ζῶσι καὶ πάντοτε κατὰ μόνας, διότι δύνανται καὶ νὰ ἑνωθῶσιν, ἐξ ἰδίας προαιρέσεως ὅμως. Ἐφ’ ὅσον ἴδωσιν, ἐφ’ ὅσον διαγνώσωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσουν μόνοι των, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θὰ ἑνωθοῦν μεταξύ των, ἀλλὰ θὰ ἑνωθοῦν μετ’ ἐκείνων τῶν συνοικισμῶν καὶ διὰ τοὺς λόγους ἐκείνους τοὺς ὁποίους αὐτοὶ γνωρίζουσι καὶ μόνον αὐτοὶ δύνανται νὰ γνωρίζωσιν. Εἶναι δὲ αὐθαίρετος ἐκεῖνος ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ὑποκατασταθῇ εἰς τὴν κρίσιν τὴν αὐτόματον αὐτοῦ τούτου τοῦ λαοῦ, τοῦ ἀμέσως ἐνδιαφερομένου, καὶ νὰ τῷ ὁρίσῃ ὅτι θὰ συνοικήσῃ μετὰ τοῦ δεῖνα ἢ τοῦ τάδε. Θὰ ἑνωθῇ τὸ χωρίον, ἂν θὰ ἑνωθῇ, μετ’ ἐκείνων μόνον, μετὰ τῶν ὁποίων θέλει καὶ ἐφ’ ὅσον θέλει. Τὴν ἰδέαν ταύτην τὴν εἶχε παρίδει ἡ νομοθετικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ ἀκριβῶς τὴν ἰδέαν ταύτην νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν νομοθεσίαν. Ἀπὸ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἰδέας αὐτῆς προσδοκᾶται πολὺ ἀγαθὸν διὰ τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος, προσδοκᾶται δὲ διότι ἀκριβῶς στηρίζεται ἡ ἰδέα αὕτη ἐπὶ τῆς ἰδέας τῆς πλήρους ἐλευθερίας καὶ τῆς πλήρους ἀνεξαρτησίας, ἀναγνωρίζεται δηλαδὴ ὅτι οἱαδήποτε ὑποδούλωσις εἰς ξένην βούλησιν ἑνὸς ὀργανισμοῦ, δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν εἰς ἐπιτυχίαν. Μοιραίως ἂν ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς ἔχει ἐν ἑαυτῷ στοιχεῖα κάποιας εὐγενείας, ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς δὲν δύναται νὰ εὐημερήσῃ ἐν τῇ δουλείᾳ. Ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς πῶς θὰ λειτουργήσῃ; Αὐτὸ εἶναι ἄλλο σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ ἐξάρω, διότι καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἀφίσταται τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τοῦ μέχρι τοῦδε κρατοῦντος συστήματος. Μέχρι τοῦδε τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως ἦτο σύστημα ἀτομικῆς ἐνεργείας, δηλαδὴ συνεκεντροῦτο ὅλη ἡ δύναμις τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς ἐκτελέσεως εἰς χεῖρας ἑνός, ἔχομεν δὲ τὴν διάκρισιν τῶν ὀργάνων τοῦ Δήμου κατὰ μίαν παλαιὰν θεωρίαν εἰς βουλευόμενα καὶ εἰς ἐκτελεστικὰ ὄργανα, σήμερον συγχωνεύομεν ἐν μέρει τὰ δύο ταῦτα ὄργανα, τὰ συγχωνεύομεν δὲ διότι ἡ συγχώνευσίς των ἐπιβάλλεται, διότι ἔχομεν τὴν πεῖραν ἂν ὄχι ἡμῶν αὐτῶν, ἔχομεν τὴν πεῖραν τοῦ μᾶλλον προηγμένου Κράτους εἰς τὰ ζητήματα τῆς αὐτοδιοικήσεως, τοῦ Κράτους ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐμιμήθησαν ὅλα τὰ λοιπὰ Κράτη, οὐδεὶς δὲ λόγος συντρέχει, ὅπως ἡμεῖς νομίσωμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρακολουθήσωμεν τὰς ἀρχὰς ταύτας. Ἐν Ἀγγλίᾳ μόνον ἡ ἔννοια τοῦ συλλογικοῦ συστήματος ἐν τῇ τοπικῇ διοικήσει ὑπάρχει, ἡ ἔννοια τοῦ ἀτομικοῦ εἶναί τι ἄγνωστον. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἐφαρμόζομεν καὶ εἰς τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῶν κοινοτήτων. Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον δηλαδὴ δὲν εἶναι μόνον βουλευόμενον, ἀλλὰ καὶ διοικοῦν σῶμα, καλούμενον ὄχι μόνον νὰ βουλεύεται περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἄλλος καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ καὶ ἄλλος καλεῖται νὰ εἰσαγάγῃ εἰς αὐτό, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ σῶμα, αὐτὸ τοῦτο τὸ συμβούλιον μόνον ἰδίῳ δικαίῳ βουλεύεται καὶ ἐνεργεῖ ἀμέσως αὐτό, ἀφῆνον εἰς τὸν προϊστάμενό του οὐδὲν ἕτερον εἰμὴ ἁπλῆν μηχανικὴν ἐκτέλεσιν καὶ ταύτην κατὰ τὸ πλεῖστον οὐχὶ εἰς τὴν κατὰ μόνας ἐνέργειάν του, ἀλλὰ τῇ συμπράξει καὶ ἄλλου. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἰσήγαγε καινοτομίαν εἰς τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεως τοῦ Συμβουλίου, καινοτομίαν, ἡ ὁποία ἴσως θὰ θεωρηθῇ ὑπὸ πολλῶν ὡς εἰς ἄκρον ἐλευθεριάζουσα, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν οὐχὶ μικρὰν καὶ μετὰ συζήτησιν μακροτάτην ἐδέχθη αὐτήν, ἀποδεχομένη ἐντεῦθεν πολλὴν ὠφέλειαν. Δύο τινὰ εἶναι τὰ σημεῖα τῆς καινοτομίας, τὸ μὲν ἓν ἀφορᾷ τὰ ψηφοδέλτια διὰ τὴν ψηφοφορίαν τῶν τοπικῶν Συμβουλίων, τὸ δὲ ἕτερον, ἀληθῶς καινοφανὲς διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς μειονοψηφίας. Ὅταν παρέλθῃ ἡ πρώτη ἐντύπωσις, ὅταν ψυχραιμοτέρα σκέψις ἀρχίσῃ νὰ δρᾷ, νομίζω ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων βουλευτῶν θὰ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι ἡ καινοτομία αὕτη οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ φέρῃ εἰς καλλίτερα ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀποτελέσματα. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὰ ψηφοδέλτια ἀφήνω τὴν συζήτησιν κατὰ μέρος, ἐπιφυλασσόμενος τὰ περὶ τούτων νὰ συζητήσω εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς συζήτησιν· καὶ ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς μειονοψηφίας. Ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς μειονοψηφίας, ἂν καὶ ἐπροτάθησαν καὶ ἄλλα συστήματα, διότι ἐθεώρησε σκοπιμώτερον νὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα αὐτὸ ὡς ἀσφαλέστερον καὶ ἁπλούστερον. Ἐπροτάθη τὸ σύστημα τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου, ἐπροτάθη τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ἀντιπροσωπείας. Τὸ ἑνιαῖον τὸ ἀπέκρουσε, διότι ἐν τοῖς πράγμασιν ἁπλῆ ἀριθμητικὴ πρᾶξις δεικνύει ποῦ ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ τὸ σύστημα τοῦτο εἰς ἐκλογὰς στενωτάτης ψηφοφορίας. Τὴν καθαρῶς ἀναλογικὴν ἀντιπροσωπείαν τὴν ἀπέκρουσε, διότι νομίζει ὅτι ἐν τῇ κοινοτικῇ κοινωνίᾳ δὲν ἔχουσι δημιουργηθῆ εἰσέτι τὰ ὁμαδικὰ ἐκεῖνα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην ἰδιαιτέρας ἐκπροσωπήσεως καὶ διότι ὁ χειρισμὸς τοῦ συστήματος αὐτοῦ εἶναι οὕτω πολύπλοκος, ἀπαιτῶν τοιαύτην δεξιότητα εἰς τὸν χειρισμὸν καὶ τοιαύτην τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὰ ὄργανα τὰ ἐντεταλμένα αὐτόν, ὄργανα τὰ ὁποῖα δυστυχῶς οὔτε ἔχομεν οὔτε δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν. Ἐδέχθη ὅμως ἡ ἐπιτροπή, νομίζουσα συγχρόνως ὅτι τὸ κρατοῦν σύστημα τῶν καλπῶν εἰς ἐκλογὰς τοπικῶν συμβουλίων θὰ ἦγεν εἰς διοικητικὸν ἀδιέξοδον, τὰ ψηφοδέλτια εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς μειονοψηφίας, τὴν ἀντιπροσωπείαν δὲ τῆς μειονοψηφίας ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ γνωστὸν, ἀπὸ τὴν φράσιν vote limitee, δηλαδὴ τὸ σύστημα τοῦ ἀριθμητικῶς περιωρισμένου τῆς ψήφου. Ἕκαστος δηλαδὴ ἐκλογεὺς δικαιοῦται νὰ ψηφίσῃ τὰ ¾ ἢ τὰ ⅘ τῶν ὑποψηφίων, οὕτως ὥστε μένει πάντοτε δυνατὸν εἰς ἰσχυρὰν μειονοψηφίαν νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ ἀντιπροσωπείαν ἐντὸς τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας μεγαλειτέρας ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι ὑποθέτω ὅτι ταῦτα θὰ συζητηθῶσι διὰ μακρῶν βραδύτερον κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν. Τὸ κύριον σημεῖον τῆς αὐτοδιοικήσεως τῶν Δήμων καὶ τῶν κοινοτήτων εἶναι τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ ἐκτελεστὸν τῶν ἀποφάσεων τῶν τοπικῶν συμβουλίων ἀφ’ ἑαυτῶν καὶ ἄνευ ἐπικυρώσεως τῶν ἀποφάσεων τούτων ὑπὸ ἄλλης τινὸς ἀρχῆς. Τὸ σημεῖον δὲ τοῦτο εἶναι ἴσως τὸ σπουδαιότερον, ἴσως εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὸ μέχρι τῆς σήμερον κρατοῦν σύστημα ἐπέδρασεν ὀλεθριώτατα χορηγῆσαν ὅπλα καὶ εἰς τὴν διοίκησιν ἀφ’ ἑνὸς καὶ εἰς τοὺς δήμους ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐνεργήσουν ἕκαστος ὑστεροβούλως τὰ ἴδια ἐγωϊστικὰ συμφέροντα. Μέχρι σήμερον εἰς πᾶσαν ἔκφρασιν τῆς δημοτικῆς ζωῆς ἀπαιτοῦμεν τὴν ἐπίνευσιν τῆς διοικήσεως, δηλαδὴ ἡ διοίκησις ὡς τις ἰσχυροτέρα δύναμις, ὡς γνωρίζουσα κάλλιστα τὰ τοπικὰ πράγματα καλεῖται πάντοτε νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν δῆμον: Μάλιστα, ἔκαμες καλά, ἢ δὲν ἔκαμες καλά, ἢ μεταρρυθμίζω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμες, διότι ἐγώ, ἡ διοίκησις, γνωρίζω καλλίτερον τὰ πράγματα, παρ’ ὅ,τι οἱ ἀπαίδευτοι καὶ ἀγροῖκοι πληθυσμοὶ δύνασθε νὰ γνωρίζετε. Τὸ σύστημα τοῦτο τὸ ἀνετρέπομεν, τὸ ἀνατρέπομεν μὴ δυσπιστοῦντες πρὸς τοὺς πληθυσμούς, ἔχοντες δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ διαπαιδαγώγησις αὐτῶν θὰ γίνῃ μόνον ἀφοῦ κάμωσι πολλὰ λάθη, ἀφοῦ ὑποπέσωσιν εἰς ἄπειρα σφάλματα, ἀφοῦ γίνωσι πολλαὶ καταχρήσεις. Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας, τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης θὰ φέρῃ ἀμέσως ἀγλαοὺς καρπούς, ἀλλ’ οὐδ’ εἶναι καὶ δυνατὸν νὰ φέρῃ. Θὰ φέρῃ τοὺς καρπούς του, ἀφοῦ προηγουμένως οἱ ἰθύνοντες τοὺς Δήμους, τὰ αὐτοδιοικούμενα σώματα, μάθουν τί θὰ εἴπῃ ὑπεύθυνος διοίκησις τῶν ἰδίων συμφερόντων, τί θὰ εἴπῃ εὐθύνη καὶ ἀφοῦ αὐτὸς ὁ λαὸς μάθῃ νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς ἄρχοντάς του καὶ μάθῃ διὰ τῆς ἀγρύπνου ἀσκήσεως τῶν δικαιωμάτων του νὰ τοὺς προλαμβάνῃ εἰς τὴν διάθεσιν τὴν καταχρηστικὴν τῆς ἐξουσίας. Καὶ δι’ αὐτὸ κάμνομεν τὸ ἅλμα τοῦτο τὸ μέγα· καταλύομεν τὸ περιβόητον ἐκεῖνο 119 ἄρθρον τοῦ δημοτικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον δι’ ὅλας σχεδὸν τὰς ἐκδηλώσεις τῆς δημοτικῆς ζωῆς ἀπῄτει τὴν ἐπίνευσιν τοῦ Νομάρχου, τῆς διοικήσεως, τοῦ συμφέροντος ἑπομένως τοῦ ἀτομικοῦ ἢ κομματικοῦ εἰς πλείστας περιπτώσεις, καὶ ἐπιτρέπομεν εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας νὰ κανονίζουν κατ’ οὐσίαν αὐτοτελῶς τὰ τοῦ ἰδίου οἴκου. Τίνα περιορισμὸν μόνον θὰ ἔχουν ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ἐξουσίας ταύτης; Τὸν περιορισμὸν ὅτι ἡ λειτουργία τῆς διοικήσεως αὐτῶν πρέπει νὰ ἀσκῆται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, ὅτι πρέπει νὰ ἀσκῆται ὑπὸ τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐπιτάσσει, τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ὑπαγορεύει. Τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τούτων μόνον τῶν σημείων, τὴν ἐποπτείαν δηλαδὴ καθαρῶς τῆς νομιμότητος τῆς πράξεως, ἀφήνομεν εἰς τὴν διοίκησιν, οὐχὶ τὸν ἔλεγχον τῆς σκοπιμότητος τῆς πράξεως, τῆς οὐσίας τῆς ἐνεργείας. Καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς νομιμότητος ἀσκεῖ ἡ διοίκησις οὐχὶ μόνον αὐτεπαγγέλτως μόνη της δηλαδὴ τιθεμένη εἰς κίνησιν, ἀλλὰ τιθεμένη εἰς κίνησιν καὶ ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἐνδιαφερομένων δημοτῶν, δηλαδὴ εὐρύνομεν τὸν κύκλον τῶν νομιμοποιουμένων, ὅπως προσβάλωσιν ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου τὰς ἀποφάσεις τῶν δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν συμβουλίων. Χορηγοῦμεν τὸ δικαίωμα προσφυγῆς, δηλαδὴ χορηγοῦμεν ἔνδικον μέσον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐκλογεῖς ὅπως οἱ ἐκλογεῖς αὐτοὶ προσβάλλοντες ὡς παράνομον πρᾶξίν τινα τοῦ τοπικοῦ Συμβουλίου, φέρουν τὸν ἔλεγχον τῆς ἀποφάσεως ἐνώπιον τῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία ὅμως ἐξελέγχουσα τὴν πρᾶξιν καὶ εὑρίσκουσα αὐτὴν ἀληθῶς παραβαίνουσαν τὸν νόμον, δὲν τὴν μεταρρυθμίζει αὐτὴ ἡ ἰδία, ἀλλὰ μόνον τὴν ἀκυροῖ καὶ τὴν στέλλει ὀπίσω εἰς τὸ συμβούλιον τῆς τοπικῆς διοικήσεως, ὅπως ἐπανερχόμενον τοῦτο ἐπὶ τὰ αὐτὰ ἀποφασίσῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν κειμένων κανόνων τοῦ δικαίου. Ἡ διοίκησις δὲν δικαιοῦται, τοὐλάχιστον κατὰ κανόνα, νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀποφάσεως, δικαιοῦται μόνον νὰ ἀκυρώσῃ αὐτήν, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκει ὅτι ἐγένετο κατὰ παράβασιν νόμου. Ἀλλ’ ἡ κρίσις τῆς διοικήσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους εἶναι κρίσις περὶ δικαίου, δὲν εἶναι κρίσις περὶ οὐσίας, συνεπῶς δὲν ἔχει ἢ περιωρισμένην διακριτικὴν ἐξουσίαν, ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ νόμου καὶ δὲν δύναται, ἐπειδὴ ἄλλως φρονεῖ περὶ τοῦ ἀντικειμένου εἰς ὃ ἀναφέρεται ἡ ἀπόφασις, νὰ μεταρρυθμίσῃ αὐτήν. Ἀλλὰ προβαίνομεν καὶ ἔτι περαιτέρω. Ἂν ἡ διοίκησις, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ὁ Νομάρχης ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, εἴτε διότι παρερμηνεύει τοῦτον, εἴτε διότι πιέζεται δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ ἐκ τίνων λόγων, ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ νομάρχου ἀποτελεῖ αὐτὴ παράβασιν νόμου, ὡς παράνομος δὲ ὑπόκειται πλέον αὐτὴ εἰς ἀναίρεσιν, προσβαλλομένη ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας δικαιοδοσίας. Καὶ ἡ ἀπόφασις ἡ μετ’ ἀναίρεσιν ἐκδιδομένη θέτει αὐτὴ πλέον τὰ ζητήματα εἰς τὴν τάξιν, καθορίζουσα τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς διοικήσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοδιοικουμένου σώματος ἀφ’ ἑτέρου. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δικαιωμάτων τῆς κοινότητος ἢ τῶν δήμων, αὐτὰ εἶναι τὰ κυριώτερα σημεῖα, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι εἶχον ἀνάγκην ἰδιαιτέρως ἐξάρσεως. Ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων τούτων ἡ αὐτοδιοίκησις εἶναι κενὴ φράσις ἄνευ πραγματικῆς σημασίας. Τὰ ζητήματα τῆς μειώσεως τῶν ὑποχρεωτικῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὅπλον φοβερὸν εἰς τὰς χεῖρας τῆς διοικήσεως δυναμένης ν’ ἀναμιγνύεται πάντοτε εἰς τὰ τῶν δήμων, ὁ τρόπος τῆς καταρτίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ μείνῃ ἐντὸς ὁρίων εἰς τὴν ἐλευθέραν κρίσιν τῆς κοινότητος νὰ τὸν καταρτίσουν ὅπως θέλει ἑκάστη αὐτῶν, ἀρκεῖ νὰ τηροῦν τὰς διατάξεις τῶν νόμων, τούτων ὅλων τῶν ζητημάτων τὴν ἀνάπτυξιν παραλείπω, διότι θὰ ἠγόμεθα εἰς μακρηγορίαν.
§61Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἔχωσι καὶ πόρους;
§62Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ἔχωσιν ὡρισμένους τινὰς πόρους ἐπαρκεῖς. Θέλω ὅμως νὰ ἐξάρω ἄλλο τι σημεῖον τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε σκόπιμον ὄχι νὰ καινοτομήσῃ, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐθεώρησε σκόπιμον νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Κατὰ τὸ 1864 ἐξεδόθη νόμος, ὁ ὁποῖος ἀκολουθῶν μεσαιωνικάς τινας ἰδέας περὶ Κράτους, ἴσως δὲ ὁ κατασκευαστὴς αὐτοῦ ἐπηρεασμένος ὀλίγον καὶ ἀπὸ Μουσουλμανικὰς περὶ δικαίου ἰδέας, διέταξεν ὅτι παραχωροῦνται εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν νομὴν τῶν δήμων καὶ τῶν κοινοτήτων βοσκήσιμοι τόποι. Δηλαδὴ συγχίζων ὁ νομοθέτης τῶν χρόνων ἐκείνων τὴν ἔννοιαν τῆς κυριότητος μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς κυριαρχίας, καὶ νομίζων ὅτι ἐπειδὴ τὸ Κράτος εἶναι κυρίαρχον, ἄρα εἶναι καὶ κύριον, ἐθεώρησεν ὅτι ὡρισμέναι γαῖαι, τὰς ὁποίας οἱ κάτοικοι τῶν διαφόρων τόπων ἀνέκαθεν ἀπὸ χρόνων ἀμνημονεύτων ἐκαλλιέργουν, ἢ ἔβοσκον ἐπ’ αὐτῶν τὰ ζῷά των ἢ ἐξεμεταλλεύοντο ὁπωσδήποτε, ὅτι αἱ γαῖαι ἐκεῖναι, οἱ τόποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν ἀναμφισβητήτως μέρος τῶν περιουσιακῶν δικαιωμάτων τῶν κατοίκων ἐκείνων ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς συλλογικῆς ἰδιοκτησίας, ὅτι οἱ τόποι ἐκεῖνοι ἀνήκουν κατὰ κυριότητα εἰς τὸ Κράτος. Τοὺς τόπους τούτους τὸ Κράτος ἐν τῇ μεγαλοθυμίᾳ αὑτοῦ παρεχώρησεν εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν νομὴν τῶν δήμων ἢ τῶν κοινοτήτων, δηλαδὴ τοὺς ἔδωκεν ὅ,τι ἤδη εἶχον, διότι ἴσως τοιαύτη ἦτο ἡ ἀντίληψις τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον. Ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει, ὅτι δύναται νὰ προτείνῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ τὴν παραχώρησιν τῶν τόπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι τόποι ἀνήκοντες κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν δήμων καὶ τῶν κοινοτήτων, τὴν παραχώρησιν, λέγω, οὐχὶ εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν νομήν, ἀλλὰ εἰς τὴν κυριότητα, ὅπως οἱ δῆμοι καὶ αἱ κοινότητες ἀποκτήσωσι κατὰ κυριότητα τοὺς τόπους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους σήμερον ἁπλῶς νέμονται. Οὐδεμία ζημία ταμιακῶς δὲν θὰ προκύψῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον εἰσπράττει σήμερον ἐλάχιστα ἐκ δικαιωμάτων ἐπικαρπίας. Τὰ δικαιώματα ταῦτα θὰ τὰ εἰσπράξῃ ὑπὸ ἄλλην μορφήν, τὴν μορφὴν τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν κοινοτικῶν βοσκῶν, συνεπῶς μεταβολὴ δὲν θὰ ὑπάρξῃ, ἁπλῶς δὲ ἡ ὑπόστασις ἡ νομικὴ τῆς σχέσεως θέλει εἶσθαι ἑδραιοτέρα, ἀποτέλεσμα δὲ ταύτης θὰ εἶναι ὅτι αἱ κοινότητες γενόμεναι πράγματι ἰδιοκτήτριαι θ’ αὐξήσωσι τὴν παραγωγικότητα τῆς γῆς, αὐξάνουσαι συγχρόνως καὶ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ἀποδόσεις. Καὶ νῦν εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῶν λεγομένων ἀστικῶν δήμων, εἰς τὸ ζήτημα δηλαδὴ τῆς διοικήσεως τῶν πόλεων. Καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἐκαινοτόμησεν ἡ ἐπιτροπή, ἀπομακρυνθεῖσα ἐν μέρει τῶν ἀρχῶν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ περιωρίζετο ἐν σχέσει πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν δήμων εἰς τὴν θέσιν διατάξεών τινων, αἱ ὁποῖαι μετέβαλλον τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῆς διοικήσεως τῶν ἀστικῶν δήμων, παρενέβαλλε δηλαδὴ εἰς τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ὄργανα τῆς διοικήσεως αὐτοῦ καὶ ἄλλο ὄργανον, τὴν δημαρχιακὴν ἐπιτροπήν, ἄφηνε δὲ κατὰ τὰ λοιπὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν νὰ διέπῃ καὶ ἐφεξῆς τὰ τῶν κυρίως αὐτῶν δήμων, οὕτως ὥστε ἡ νομοθεσία ἡ δημοτικὴ θὰ εὑρίσκετο ὑπὸ τὸ κράτος δύο συστημάτων, τὸ μὲν συστήματος πλήρους αὐτοδιοικήσεως ἀναφερομένου εἰς τὰς κοινότητας, τὸ δὲ συστήματος ἡμιαυτοδιοικήσεως, ἀναφερομένου εἰς τοὺς δήμους, θὰ εἴχομεν δὲ κατ’ ἀκολουθίαν σύγχυσιν μεταξὺ τῶν δύο τούτων συστημάτων καὶ ἀντιφατικὰς ἀποφάσεις καὶ κρίσεις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε σκόπιμον, ὅπως τὸ εὐεργέτημα τῆς αὐτοδιοικήσεως μὴ περιορίσῃ μόνον εἰς τὰς κοινότητας, ἀλλ’ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς τοὺς δήμους τοὺς ἀστικούς, τοῦτο δέ, διότι ἴσως μὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ σκόπιμον τῆς ἀπονομῆς αὐτοδιοικήσεως εἰς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς ἕνεκα τοῦ εἰσέτι ἀπαιδαγωγήτου αὐτῶν, οὐδεὶς ὅμως ἀμφισβητεῖ, οὔτε ἠμφισβήτησέ ποτε τὸ ὀρθὸν τῆς ἀπονομῆς αὐτοδιοικήσεως εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμωμένη ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξέτεινε τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ εἰς τοὺς δήμους, περιέλαβε δὲ ἐν τῷ σχεδίῳ αὐτῆς καὶ τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως τῶν δήμων. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον κυριώτατα ἐνδιαφέρει πολλοὺς ἂν μὴ πάντας. Ἡ ἐπιτροπὴ διὰ πλειονοψηφίας ἀπεδέχθη τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δημοτικοῦ ἄρχοντος, δηλαδὴ τῶν Δημάρχων. (Χειροκροτήματα).
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μπράβο, μπράβο.
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ τὸ σύστημα αὐτὸ θὰ εἶναι εὐκολωτέρα ἡ δωροδοκία.
§65Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δημάρχου. (Χειροκροτήματα).
§66Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὄχι, ὄχι.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μπράβο, μπράβο. (Χειροκροτήματα).
§68Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Στραγγαλίζετε τὸν λαόν, εἰσάγοντες καινὰ δαιμόνια. (Θόρυβος).
§69Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁμοφώνως ἢ κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπή, κύριε συνάδελφε;
§70Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν.
§71ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν βλέπω τὸν λόγον τοῦ γινομένου θορύβου. Σήμερον γίνεται εἰσήγησις τῆς ἐπιτροπῆς· δὲν καταρτίζεται ὁ νόμος.
§72Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ πάλιν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη τὸ ἔμμεσον τῆς ἐκλογῆς, ἀπεδέχθη δὲ συγχρόνως ὡς ὄργανον τῆς διοικήσεως παρὰ τὸν Δήμαρχον καὶ τὴν δημαρχιακὴν ἐπιτροπήν. Ἡ νομοθεσία ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι ἡ μόνη ἐξ ὅσων ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, πλὴν τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία εἶναι ὁ τόπος τῆς καταγωγῆς τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, εἶναι ἡ μόνη, ἡ ὁποία ἔχει τὸ σύστημα τὸ ἀτομικὸν ἐν τῇ διοικήσει τῶν δήμων. Τὸ σύστημα δὲ τοῦτο τὸ ἀτομικόν, τὸ συγκεντρῶνον τὴν δύναμιν εἰς χεῖρας τοῦ Δημάρχου, εἶναι προϊὸν τῆς νομοθεσίας τῆς συγκεντρωτικῆς τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος. Ἐν Γαλλίᾳ, ὅταν εἰσήγαγον τὴν δημοτικὴν νομοθεσίαν, ἀνέθεσαν τὴν διοίκησιν οὐχὶ εἰς σύλλογον διοικοῦντα, ἀλλ’ εἰς ἄτομον διοριζόμενον, ὅπως ᾖ δυνατὴ ἡ ἄμεσος ἐπ’ αὐτοῦ ἐπίδρασις, ὅπως τὸ ὄργανον τοῦτο δύναται νὰ κατασταθῇ πειθήνιον ὄργανον εἰς τὰ κελεύσματα τῆς κεντρικῆς διοικήσεως. Τὸ ὄργανον τοῦτο, τὸ ἀτομικόν, παρεδέχθησαν οἱ περισσότεροι λαοὶ τῶν χρόνων ἐκείνων, θαμβωθέντες ἀπὸ τὸ καινοφανὲς τοῦ πράγματος, τάχιστα ὅμως μετὰ βραχεῖαν πεῖραν, γνωρίσαντες τὰ ὀλέθριά του ἀποτελέσματα, ἀπέρριψαν τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰ ἀνέκαθεν κρατοῦντα. Σήμερον δὲ μόνη ἡ Ἑλλάς, ἐκτὸς τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς τοῦ θεσμοῦ, ὅπου ὅμως καὶ ἐκεῖ συζητεῖται σπουδαιότατα ἡ ὀρθότης αὐτοῦ, μόνοι ἡμεῖς ἔχομεν τὸν δήμαρχον, ὡς μόνην ἀρχὴν ἐκπροσωποῦσαν τὸν δῆμον, ὡς ἀποκλειστικὸν ὄργανον διοικήσεως τῆς τοπικῆς διοικήσεως. Παντοῦ ὑπάρχει παρὰ τῷ δημάρχῳ ἐπιτροπὴ πολυμελὴς ἐκ δημοτικῶν συμβούλων, ἥτις συνδιοικεῖ μετὰ τοῦ δημάρχου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν συλλογικὴν ἀρχὴν τῆς διοικήσεως τῶν δήμων. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἀκολουθοῦσα ἐν τῷ θέματι τούτῳ τὸ σύστημα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, δὲν ἐθεώρησε σκόπιμον ν’ ἀποδεχθῇ ἀμιγὲς τὸ σύστημα τῆς συλλογικῆς διοικήσεως, ὡς τοῦτο λειτουργεῖ εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ἡ συλλογικὴ διοίκησις νοεῖ ὅτι ἡ ὅλη διοίκησις τῶν τοπικῶν συμφερόντων εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς ἐπιτροπήν, ἧς ἁπλῶς προΐσταται ὁ δήμαρχος. Μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης κατανέμονται καθ’ ὕλην αἱ διάφοροι δημοτικαὶ ὑπηρεσίαι, ἐφαρμοζομένου δηλαδὴ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐν τῇ διαρρυθμίσει τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, εἰς τὴν διοίκησιν τὴν τυπικήν. Ὑπάρχει τουτέστι συμβούλιον διοικητικόν, ἕκαστον μέλος τοῦ ὁποίου διαχειρίζεται ἀναλόγως τῆς εἰδικότητός του ὡρισμένον κλάδον ὑποθέσεων τοῦ δήμου. Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς εἰς κεχωρισμένας ἁρμοδιότητας κατανομῆς τοῦ ἔργου τῆς διοικήσεως, ὅπερ ἔχει ἀποδώσει παντοῦ ὅπου ἐφαρμόζεται καρποὺς ἀρίστους, δὲν ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπὴ σκόπιμον νὰ παραδεχθῇ καθ’ ὅλα ἀμιγές, διότι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει ἀντίθετος ἐξέλιξις δεκαετηρίδων ὁλοκλήρων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀφήσει σαφῆ ἴχνη εἰς τὰς παραδόσεις ἡμῶν, τὰ ὁποῖα οὔτε συμφέρον εἶναι, ἀλλ’ οὔτε δυνατὸν νὰ σβύσωμεν ἀπὸ τὴν διοίκησίν μας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δεχόμεθα τὸν δήμαρχον ὡς ἐκτελεστικὴν ἀρχήν, ἀλλὰ παρὰ τὸν δήμαρχον θέτομεν καὶ ἐπιτροπὴν ἐκ δημοτικῶν συμβούλων, οἵτινες τὸ μὲν θὰ ἐπιτηρῶσι συνεχῶς τὴν ὅλην διοίκησιν τοῦ δήμου, τὸ δὲ εἰς ὡρισμένα ζητήματα διοικήσεως θὰ ἔχωσι συνδιοίκησιν μετὰ τοῦ δημάρχου. Σήμερον εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ δήμαρχος συγκεντρώνει κατὰ δικαίωμα ὅλην τὴν ἰσχὺν τῆς διοικήσεως εἰς χεῖράς του, δὲν εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι τὴν χειρίζεται πάντοτε ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Εἶναι ἴσως περιττὸν νὰ λεχθῇ ὅτι πᾶσα συγκέντρωσις ὑπέρμετρος εἰς χεῖρας ἑνὸς δὲν ἀποβαίνει κατ’ ἀρχὴν ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου. Πρέπει αἱ χεῖρες, αἱ ἔχουσαι τοιαύτην ἰσχὺν νὰ εἶναι ἀπολύτως ἁγναὶ καὶ ἀπολύτως ἰσχυραὶ διὰ νὰ μὴ ὀλισθήσουν ἐπὶ κακῷ· ὅταν ὅμως, ὅπως συνηθέστατα συμβαίνει, αἱ χεῖρες, αἱ συγκεντροῦσαι δύναμιν ὑπέρμετρον, εἶναι χεῖρες ἀναξιόπιστοι, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι τὰ τοπικὰ συμφέροντα κατρακυλοῦν, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι θὰ γίνωνται συνεχῶς καταχρήσεις, τὰς ὁποίας εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ προλάβωμεν καὶ νὰ καταστείλωμεν, ὅταν ἔχωμεν μεγάλην συγκέντρωσιν. Προσθέτω καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναφέρεται τόσον εἰς τὴν καθ’ ἑαυτὸ διοίκησιν, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν πολιτικὴν ψυχολογίαν. Ἡ συγκέντρωσις ἰσχύος μεγάλης εἰς χεῖρας ἑνὸς τί ἄλλο δημιουργεῖ ἢ ἀριστοκρατίσκους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὅλα τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀριστοκρατίας, χωρὶς νὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν τῶν ἀρετῶν αὐτῶν, χωρὶς τὴν παράδοσιν, χωρὶς τὸ ἦθος καὶ τὴν γνῶσιν τῶν πραγμάτων; (Μπράβο καὶ χειροκροτήματα). Τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἐξουσίας ταύτης τῆς ὑπερμέτρου ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, κατανέμομεν τὴν ἰσχὺν αὐτὴν εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία εἰς τὰ ζητήματα ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δίδουσι χώραν εἰς ὀλισθήματα διοικητικὰ καὶ πολιτικά, θὰ συλλειτουργῇ, ὅπως ἀφ’ ἑνὸς συγκρατῇ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προλαμβάνῃ. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπὸ τοιοῦτο σύστημα ἐν τῇ διοικήσει τῶν δήμων, τὸ κύριον εἶναι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον. Γνωρίζετε πάντες ποία ἕως σήμερον ἡ κρατοῦσα τακτική, ποία σημασία δίδεται εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, πῶς δηλαδὴ ἐκλέγεται τοῦτο ἄνευ οὐδεμιᾶς προσοχῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἰδιαιτέρας μερίμνης περὶ τῶν ἐκλεκτέων ὑποψηφίων, διότι τὸ πᾶν συγκεντροῦται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ δημάρχου, ὁ ὁποῖος θὰ προσπαθήσῃ καὶ συνηθέστατα θὰ κατορθώσῃ νὰ μεταχειρισθῇ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ὅπως αὐτὸς θέλει. Δηλαδὴ ὑπὸ τὸ σημερινὸν σύστημα ἐθεωρεῖτο, ὅτι ὁ λαὸς ἐντέλλεται εἰς τὸν δήμαρχον δηλαδὴ εἰς ἓν ἄτομον, εἰς ἕνα Καίσαρα ἐν μικρογραφίᾳ τὴν διοίκησιν τοῦ δήμου, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὅπως θέλῃ, καὶ πέριξ τοῦ Καίσαρος αὐτοῦ ἐτοποθετεῖτο καὶ ἓν ὀλιγομελὲς συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν εἶχε νὰ ἐποπτεύῃ ἢ νὰ ἐπιτηρῇ, πράγματι δὲ οὔτε ἐπετήρει, οὔτε ἐβουλεύετο, ἀλλ’ ἢ ἐγίνετο τὸ ὄργανον τοῦ δημάρχου, ἢ ὅπου δὲν ἦτο τὸ ὄργανον τοῦ δημάρχου ἠμπόδιζε τὸν δήμαρχον νὰ πράξῃ ὅ,τιδήποτε. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιζητεῖται νὰ δοθῇ μείζων προσοχὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν συμβούλων, διότι οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι ἀποτελοῦσι τοῦ λοιποῦ ἓν εἶδος ἐκκλησίας τοῦ δήμου, ἓν εἶδος ἐκλογικῆς συνελεύσεως, ἓν εἶδος μικρᾶς Βουλῆς, διότι ἔχει δικαιώματά τινα κανονιστικὰ ἐπί τινων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον τὰ κανονίζει ὁ δήμαρχος μόνος καὶ τὰ ὁποῖα ὀρθότερον εἶναι νὰ κανονίζωνται μετὰ εὐρυτέραν συζήτησιν καὶ κατὰ δύσκολον τρόπον νὰ τροποποιῶνται πάλιν ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ συμβουλίου. Διὰ διαφόρων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐπιζητεῖται τοῦτο, πῶς τὸ συμβούλιον αὐτὸ θὰ ἀπαρτισθῇ τοῦ λοιποῦ ἐκ στοιχείων, τὰ ὁποῖα θέλουσι παρέχει ἐγγυήσεις περισσοτέρας ἢ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐν συντόμῳ διαγράμματι αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως τῶν δήμων, ἀφιστάμενον ἔν τισι τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει σκόπιμον νὰ τονίσῃ, ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων δὲν λύεται ῥιζικῶς τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως τῆς Ἑλλάδος. Βεβαίως εἶναι μία ἀπαρχὴ καὶ μία ἀπαρχὴ σπουδαία, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ βεβαιότατα καρποὺς καλλιτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀπέφερε τὸ παρελθὸν σύστημα. Ἀλλὰ τονίζει ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἀνάγκην, ὅπως πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπαγγελία, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἀναφέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξαίρει δηλαδὴ τὴν ἀνάγκην ἱδρύσεως εὐρυτέρου κύκλου αὐτοδιοικήσεως, τοῦ νομοῦ, ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν τὴν σημερινὴν ἢ ἄλλην. Δὲν ἐρευνῶ δὲ διόλου σήμερον τὴν ἔκτασιν τῆς περιφερείας τοῦ δημιουργηθησομένου τούτου σώματος τοπικῆς διοικήσεως, ἀφήνω τὸ ζήτημα κατὰ μέρος, ἔρχομαι δὲ εἰς τὴν χρησιμότητά του, ἡ ὁποία θὰ εἶναι διττὴ θὰ ἔχῃ διττὰ καθήκοντα· τὸ μὲν θὰ χρησιμεύῃ διὰ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ ὡς ὁ κριτής, ὡς τὸ Δικαστήριον τῶν διαφόρων ἀμφισβητήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγείρωνται ἐν τῇ διοικήσει τῶν δήμων καὶ τῶν κοινοτήτων τῶν ἐντὸς τῆς περιφερείας του κειμένων, οὕτως ὥστε ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ δικαιοδοσία τῶν ὀργάνων τῆς καθαρᾶς διοικήσεως ἀπὸ τῶν δημοτικῶν ὑποθέσεων. Ἡ αὐτοδιοίκησις εἶναί τι πολὺ λεπτεπίλεπτον, δὲν ἀνέχεται οὔτε ἀντέχει εἰς τὴν βιαιότητα, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην διακρίνει τὰ ὄργανα τῆς καθαρᾶς διοικήσεως. Τὰ ὄργανα ταῦτα λειτουργοῦσι κατὰ διακριτικὴν ἐξουσίαν· τὰ ὄργανα αὐτῆς ἐν τῇ ἐνεργείᾳ των βλέπουσι τὴν οὐσίαν καὶ ἀδιαφοροῦσι διὰ τὸν τύπον, ἀδιαφοροῦντα ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ διὰ τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς βλέψεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τοὺς διαφόρους τόπους. Ἑπομένως ἔργον φρονήσεως εἶναι, ἂν θέλῃ τις πράγματι εἰλικρινῶς τὴν προαγωγὴν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως, νὰ δώσῃ τὴν ἐπὶ τῶν κοινοτήτων δικαιοδοσίαν οὐχὶ εἰς ὄργανα τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, ἀλλ’ εἰς ὄργανα αὐτοδιοικήσεως εὐρυτέρου κύκλου· μόνον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπάρχει πραγματικὴ ἐγγύησις, ὅτι ἀποτελεσματικῶς θὰ προασπισθῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπονέμει ὡς δικαιώματα καὶ οὐχὶ ὡς δῶρον ἄδωρον. Ἀλλὰ σὺν τοῖς ἄλλοις πλὴν τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς, τὰ αὐτοδιοικούμενα σώματα εὐρυτέρου κύκλου θὰ ἔχωσιν ὡς ἔργον αὐτῶν ὅ,τι οἱ δῆμοι ἢ αἱ κοινότητες δὲν θὰ δύνανται νὰ ἐκτελῶσιν, ἔργα δηλαδὴ τοπικῆς ἀνάγκης εὐρυτέρου τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἔργα ἔχοντα ἀνάγκην ἀφθονωτέρων μέσων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουσιν ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ τὸν τόπον καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον μένουσιν ὅπως καὶ ἔμειναν εἰς τὸ παρελθὸν ἐντελῶς ἀνεκτέλεστα. Σήμερον μὲ τὸν ὀργανισμὸν τὸν διοικητικόν, τὸν ὁποῖον ἐλάβομεν ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τῶν Βαυαρῶν, χωρὶς ἔκτοτε νὰ τὸν μεταρρυθμίσωμεν, ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὸν δῆμον, ὡς κατωτάτην μονάδα αὐτοδιοικήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ Κράτος, δηλαδὴ ἕνα παμμέγιστον ὀργανισμὸν καὶ ἕνα μικρότατον ὀργανισμόν, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ δὲν ἔχομεν τίποτε, ἔχομεν τὸ κενὸν καὶ ἔχομεν μόνον ὄργανα διοικητικά, τὰ ὁποῖα, ὅπως δράσωσιν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἐπινεύσεως καὶ ὁδηγίας τῆς κεντρικῆς διοικήσεως, ἔχουσι δηλαδὴ ἀνάγκην τῆς γνώμης τῶν διαφόρων κατὰ καιροὺς ἀρχόντων. Ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς διοικήσεως εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη ἤδη παντοῦ ὡς τελείως χρεωκοπῆσαν, ἡ χρεωκοπία του δὲ ἀποδεικνύεται καὶ παρ’ ἡμῖν. Καθημερινῶς εἶναι ἀντιληπτὸν τὸ τί δὲν γίνεται εἰς τοὺς διαφόρους νομοὺς καὶ καθ’ ἡμέραν παράπονα ἐγείρονται ὅτι ἐδῶ δὲν γίνεται γέφυρα, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος, ἐκεῖ συμβαίνουσι πλημμύραι μὴ προλαμβανόμεναι ἕνεκα ἐλλείψεως ἔργων καὶ ἀλλοῦ δὲν ἠξεύρω τι. Διατί τοῦτο; διότι πάντες νομίζουσιν, ὅτι διὰ τὰς ἀνάγκας των, τὰς διαφόρους τοπικὰς ἀνάγκας, εἷς πρέπει νὰ φροντίσῃ, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πάσχον ἀπὸ πληθώραν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ δὲν ἐκτελεῖ οὐδεμίαν, διότι δὲν δύναται πολλάκις νὰ ἐκτελέσῃ· διότι οὔτε τὰ μέσα τὰ ὑλικὰ ἔχει νὰ ἐνεργήσῃ, ἀλλ’ οὔτε τὸν καιρόν, οὔτε καὶ τὴν ἀναγκαίαν γνῶσιν τῶν πραγμάτων. Τοῦτο ἐθεραπεύθη ἀλλοῦ καὶ ἐθεραπεύθη πρὸ δεκαετηρίδων, διὰ τῆς δημιουργίας διαμέσων κύκλων μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας, διὰ τοῦ διαμέσου αὐτοῦ κύκλου ἐδόθη αὐτοδιοίκησις εἰς εὐρυτέρας περιφερείας, ἀπέκτησαν αὗται ἰδίους πόρους καὶ διὰ τῶν πόρων τούτων ἐκπληροῦσιν ἐκεῖνα ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὸν καιρὸν νὰ ἐκτελέσῃ, δὲν ἔχει τὰ χρήματα νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἐπίσης δὲ τὸ Κράτος οὔτε δίκαιον εἶναι, οὔτε σκόπιμον νὰ φορολογῇ ἀδιαφόρως ἐξ ἴσου ὅλην τὴν κοινωνίαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐνδιαφέρουν ὅλην τὴν κοινωνίαν. Βεβαίως δυσφορία θὰ ὑπάρχῃ τῶν φορολογουμένων, ἐφ’ ὅσον γνωρίζουσιν ὅτι οἱ καταβαλλόμενοι φόροι δὲν ἔχουσι σκοπὸν τὴν θεραπείαν ἀναγκῶν, τῶν ὁποίων αἰσθάνονται αὐτοὶ ἀμέσως τὴν ἀνάγκην. Ὅταν ἔχωμεν διάμεσον κύκλον, ἡ φορολογία θὰ διατίθηται ὑπὲρ αὐτῶν τῶν φορολογουμένων καὶ τῶν συμφερόντων των καὶ συνεπῶς οἱ φορολογούμενοι βλέποντες τ’ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας ἁπτὰ ἐνώπιόν των, εἶναι φυσικὸν ὅτι μετ’ ὀλιγωτέρας δυσφορίας θὰ φέρωσι τὰ βάρη, διὰ τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ γογγύζωσι. Θὰ παύσῃ τέλος ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία, ἀσχολουμένη καὶ ἐνοχλουμένη ἀπὸ ὅλας ἐκείνας τὰς ἐνοχλήσεις καὶ τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα καθημερινῶς φθάνουσι μέχρι αὐτῆς. Θὰ παύσῃ δέ, διότι αὐτὰ τὰ παράπονα καὶ αἱ ἀξιώσεις θὰ σταματοῦν μίαν βαθμίδα κατωτέρω, εἶναι δὲ πολὺ ἐνδεχόμενον ὅτι πολὺ εὐκολώτερον καὶ πολὺ συχνότερον θὰ πραγματοποιοῦνται αἱ αἰτήσεις καὶ αἱ ἀξιώσεις αὗται. Ἄνευ λοιπὸν τῆς ἱδρύσεως τῶν διαμέσων αὐτῶν κύκλων δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προσδοκᾷ τις ὅτι ἡ ἀναδιοργάνωσις ἡ διοικητικὴ τῆς Ἑλλάδος θέλει πραγματικῶς συντελεσθῆ πλήρης, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τονίζει ἡ ἐπιτροπὴ τὴν εὐχήν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ σπουδαίως τὰς παρατηρήσεις ταύτας, τὴν ὀρθότητα τῶν ὁποίων ἄλλως τε καὶ αὐτὸς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀναγνωρίζει καὶ αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ βαθυτάτης ἐπιγνώσεως τοῦ μελετωμένου θέματος. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ, εἶναι νομοσχέδιον καλούμενον νὰ ἀσκήσῃ ψυχικὴν ἐπίδρασιν βαθυτάτην ἐπὶ ὅλων τῶν στρωμάτων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ἡ εἰλικρινὴς ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θέλει συντελέσει εἰς διαπαιδαγώγησιν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι ἐγκαταλελειμμένοι ἐντελῶς εἰς τὴν κακήν των τύχην. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς, ἰδιαίτατα νομίζει ἀναγκαῖον νὰ προσθέσῃ, ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἔχουσι βαθεῖαν συνείδησιν τῆς ἀτελείας τοῦ ἔργου των, διότι τὸ θέμα τοῦ ὁποίου τὴν ῥύθμισιν ἐπιλαμβάνεται τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, εἶναι θέμα πολυποικιλώτατον, πολυσχιδέστατον, ἁπτόμενον πλείστων ὅσων οὐσιαστικωτάτων ζητημάτων, θιγόντων ζωτικώτατα συμφέροντα τῆς κοινωνίας ἐν συνόλῳ ἀλλὰ καὶ τῶν ἀτόμων. Προσεπαθήσαμεν ἐν συνειδήσει νὰ ῥυθμίσωμεν καλῶς καὶ δικαίως τὰ ζητήματα ταῦτα, πολὺ ἐνδεχόμενον ὅμως ὅτι ἐν πολλοῖς ἠστοχήσαμεν, ἀλλ’ οὔτε ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν ἐντελῶς τοῦτο. Μόνον ἡ ἐφαρμογὴ ἡ εἰλικρινὴς καὶ ὁ χρόνος θὰ δείξουν τὰς ἀτελείας, καὶ μόνον τότε θὰ εἶναι δυνατὸν μελετώμεναι αἱ ἀτέλειαι νὰ φέρουν εἰς σαφῆ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νομοθετικῶς νὰ κυρωθοῦν. Ἡ Βουλὴ διὰ τῆς λεπτομεροῦς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου προσδοκᾶται ὅτι θὰ ἀνεύρῃ πολλὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα διέλαθον τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκ τῆς συζητήσεως δὲ αὐτῆς εἶναι εὔλογον νὰ ἐλπίζηται, ὅτι θὰ προκύψῃ θετικὴ ὠφέλεια διὰ τὸ ὅλον νομοθέτημα. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκίνης.
§74Π. ΓΚΙΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, καίτοι ἀναγνωρίζων τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ὑπέχω ἀπέναντι ἐκείνων οἵτινες μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀποστείλωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ λύσω τοὺς δεσμοὺς τοὺς ὁποίους ἔχω πρὸς τὸ ναυτικόν. Διὰ τοῦτο ὅτε ἐκλήθην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀναλάβω τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ναυτικοῦ δὲν ἐδίστασα νὰ δεχθῶ ταύτην. Πρὸς ἐπιτέλεσιν τῆς ἐπιθυμίας ταύτης ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀποβάλω τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. (Χειροκροτήματα).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τὴν νομοθετικήν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ἀλ. Θανόπουλος, Σ. Ντολιόπουλος, Λ. Περιστέρης, Γ. Σχινᾶς, Γ. Σπυρόπουλος, Ε. Μαντόπουλος, Β. Γρίβας, Χ. Βλάτσιος, Γ. Ζούκας, Δ. Θεοδοσόπουλος, Α. Παπαποστόλου, Γ. Δρίβας, Μ. Δαζέας Δ. Γκλαβᾶς καὶ Γ. Καθάριος, ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ προτάξεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου πρὸς ἀνανέωσιν ἐγγραφῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ καὶ Καποδιστριακῷ Πανεπιστημίῳ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ ἄνω νομοσχέδιον).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ κ. Κατσιμπίρης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§78Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἔλεγον, κ. Βουλευταί, κατὰ τὴν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου λόγῳ τῆς ὑποβληθείσης ἐνστάσεως ἀπαρτίας, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ὅπως τὸ νομοσχέδιον τὸ προκείμενον ψηφισθῇ, διότι εἶναι τόσον ἄτονα, τόσον ἀσθενῆ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀντιταχθέντα, ὅτι τουτέστιν ἀρκούντως ἐπεβαρύναμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ φόρων. Ἀλλὰ ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ἔχοντες ταύτην τὴν γνώμην, νὰ τοῖς εἴπω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατέχεται ὑπὸ τῆς δίψης καὶ τοῦ πόθου, ὅπως ἴδῃ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ εἰς τὴν προσήκουσαν αὐτῆς θέσιν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς οἱανδήποτε θυσίαν καὶ ἂν ὑποβληθῇ δὲν θέλει γογγύσει. Ἂν ὁ κλάδος ὁ δικαστικὸς εἶναι τὸ κυριώτερον ὄργανον τῆς Πολιτείας, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι οἱ πόδες τῆς δικαιοσύνης εἶναι τὸ κατώτερον προσωπικόν, καὶ οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐνισχυθῶσιν λόγῳ ὅτι ὁ δικαστικὸς κλάδος ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ αὐτοῦ ἀποτελεῖ τὸν πνεύμονα διὰ τοῦ ὁποίου ἡ κοινωνία μετὰ τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς ἢ θὰ μαρανθῇ ἢ θὰ ἀναπνεύσῃ τὸ ζωογόνον σφρίγος τῆς ἠθικῆς. Διὰ τοῦτο ὁλοψύχως θέλω ὑπερψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως ἡ ἀναλογικὴ κλῖμαξ μετὰ δικαιοσύνης περισσοτέρας περιλάβῃ ὅλους τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. (Χειροκροτήματα).
§79Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τάσσομαι καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, κυρίως διότι ἐκλαμβάνω αὐτὸ ὡς προσανατολισμὸν εἰς μίαν νέαν πολιτικήν, τὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία ὑπὲρ πᾶν ἄλλο θὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ μέλλον εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους διὰ τὰς ὁποίας ἀνενδοιάστως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ ὠργανωμέναι εἰσί. Ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, θὰ ἴδητε ὅτι ἐκ τῶν 135 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα καταβάλλει ὁ λαὸς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οὔτε τὸ ⅓ αὐτῶν χρησιμοποιεῖται εἰς τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἀνέλαβε νὰ θέσῃ ἐν ἐνεργείᾳ, εἰς ἀντάλλαγμα τῆς φορολογίας τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει εἰς τὸν πολίτην. Καὶ τὴν ἀπόδειξιν τούτου σᾶς παρέχω ἀμέσως. Ἐκ τῶν 135,000,000 τούτων 33,080,311 δρ., κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1911, ἀπορροφᾷ τὸ δημόσιον χρέος, 11.933.329.61 ἀπορροφῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, αἱ συντάξεις δηλαδή, καὶ ἡ χορηγία ἡ Βασιλική, 30.093 441.41 τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, 10,610,291 αἱ ἀποδόσεις εἰς τὰ διάφορα εἰδικὰ ταμεῖα—Ἀμύνης καὶ λοιπά,—καὶ 6,016,412 τὰ μονοπωλειακὰ εἴδη καὶ τὰ διάφορα ποσοστὰ τὰ πληρωνόμενα εἰς τὴν ἑταιρείαν τῶν ὑπεγγύων προσόδων. Ἔχομεν λοιπὸν 92,000,000, καὶ ἐὰν προσθέσω καὶ τὰς πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων δαπάνας, ἑκατὸν ἑκατομμύρια περίπου, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ εἴπῃ χρησιμοποιοῦνται εἰς ὑπηρεσίας—ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπηρεσίας, ἣν ἀπεκδεχόμεθα ἀπὸ τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα ἀπὸ γενικωτέρας ἐθνικῆς ἀπόψεως—κατ’ οὐδὲν συντελούσας εἰς ἐξυπηρέτησιν τοῦ φορολογουμένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον· ὁ πολίτης πληρώνει ἐτησίως φόρον πεντήκοντα δραχμὰς καὶ τῷ ἐπιστρέφονται δέκα τρεῖς. Καιρὸς λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν καὶ διὰ πληρεστέραν ἐξυπηρέτησιν τοῦ πολίτου. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ σοβαρῶς, κύριοι Βουλευταί, τὴν γλισχρότητα τῶν μισθῶν ἁπάντων τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Κράτους, καὶ τὴν γλισχρότητα ταύτην καθιστᾷ ἐμφανῆ εἴτε ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν χρειωδῶν τοῦ βίου, εἴτε ἡ αὔξησις αὐτῶν τούτων τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐδημιουργήσαμεν βαθμιαίως καὶ ἠρέμα διὰ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὰ ἤθη ἡμῶν τοῦ ψευδοπολιτισμοῦ τῆς Δύσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη παρά τινος τῶν ῥητόρων, ὅτι ὁ βίος ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι ἀκριβός, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἄλλα πεπολιτισμένα Κράτη καὶ ἑπομένως δύναται νὰ ζήσῃ ὁ δικαστὴς εὐθηνότερον ἐν Ἑλλάδι, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ ἀμφισβητήσω, διότι οὐδαμοῦ, νομίζω, τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου τὸ γάλα τιμᾶται 80 λεπτὰ ἡ ὀκᾶ, οὐδαμοῦ, ἡ ζάκχαρις πληρώνεται 1,90 ἡ ὀκᾶ, οὐδαμοῦ ὁ ἄρτος τρώγεται πρὸς 60 λεπτά, οὐδαμοῦ ἓν ζεῦγος ὠῶν ἀξίζει 30 λεπτά. Αὐτὰ δὲ κυρίως εἶναι τὰ εἴδη τὰ ὁποῖα καταναλίσκει ἡ ὑπαλληλία τοῦ Κράτους, διότι ἡ ὑπαλληλία τοῦ Κράτους δὲν θὰ καταναλώσῃ εἰμὴ τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης. Καὶ αὐτὰ τὰ λάχανα ἀκόμη παρ’ ἡμῖν, κύριοι Βουλευταί, κατήντησαν ἔδεσμα πολυτελείας. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι οἱ μισθοὶ ἐν Ἑλλάδι εἶναι μισθοὶ ἐπαρκοῦντες εἰς ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τῆς ὑπαλληλίας. Ἀναμφισβητήτως δέ, ἐὰν οἱ μισθοὶ ἤθελον θεωρηθῆ ἀνεκτοὶ διὰ πᾶσαν οἱανδήποτε ἄλλην ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι ὅμως ἀνεκτοὶ βεβαίως διὰ τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξομοιώσωμεν τὸν δικαστὴν πρὸς οἱονδήποτε ἄλλον ὑπάλληλον τοῦ Κράτους. Ὅταν ἀναθέτωμεν εἰς αὐτὸν τὴν τιμήν, τὴν ζωήν, καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ὀφείλομεν νὰ στρατολογήσωμεν αὐτὸν ἀπὸ ὡρισμένην κοινωνικὴν τάξιν, ἡ ὁποία καὶ ἀπὸ ἀνατροφῆς, καὶ ἀπὸ παιδεύσεως, καὶ ἀπὸ ἤθους καὶ ἀπὸ χαρακτῆρος θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ζήσῃ, καὶ ὀφείλει νὰ ζήσῃ πολὺ διαφορετικὰ ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον ὑπάλληλον.
§80Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οἱ στρατιωτικοὶ καλῶς πληρώνονται;
§81Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οἱ διδάσκαλοι;
§82Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, μήπως τάχα ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἡ σήμερον ζητουμένη, ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ τὴν ἄρνησιν αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, ὅταν τὸ Κράτος θὰ εἶναι οἰκονομικῶς εἰς κατάστασιν νὰ αὐξήσῃ καὶ τούτων τοὺς μισθούς; Ἐὰν ἐγκαινίζωμεν τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον ὅτι ὀφείλομεν νὰ χαράξωμεν, τὴν πολιτικὴν τῆς ὀργανώσεως Κράτους—διότι Κράτος ὠργανωμένον δὲν ἔχομεν—ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν εἰς πᾶσαν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἐπαρκῆ τὰ μέσα πρὸς ἀξιοπρεπῆ διαβίωσιν ἀναλόγως πρὸς τὰς σημερινὰς κοινωνικὰς συνθήκας καὶ βιωτικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ κἄποιον κλάδον, καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸν δικαστήν, διότι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ βάσις παντὸς πολιτικοῦ οἰκοδομήματος. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἔχομεν ἱκανοὺς δικαστάς, καὶ ἀξίους τῆς ἀποστολῆς των, καὶ ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ βελτιώσωμεν αὐτοὺς καὶ κατόπιν νὰ τοῖς παράσχωμεν μέσα ἐπαρκέστερα δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιχείρημα σοβαρόν· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καλοὺς δικαστάς, ὅταν οἱ ἄξιοι καὶ οἱ ἱκανοὶ γνωρίζωσιν ὅτι εἰσερχόμενοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ θ’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν στέρησιν καὶ πολλάκις θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ κάμπτωνται—ναί, νὰ κάμπτωνται— ὅπως λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ—ὄχι βεβαίως δεκαζόμενοι, ἀλλὰ κοινωνικῶς ταπεινούμενοι, καὶ ἐξευτελιζόμενοι πρὸ τοῦ παντοπώλου ἢ τοῦ ῥάπτου των ἢ τοῦ πρώτου τυχόντος τοκογλύφου. Δὲν δύνασθε νὰ ἀξιώσητε ἀπὸ ἕνα δικαστὴν νὰ μὴ ἐνδύηται εὐπρεπῶς, οὔτε νὰ ζῇ μονήρης ὡς ἐρημίτης. Ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ δικαστὴς νὰ εἶναι πρὸ παντὸς κοινωνικός, διότι δικαστὴς μακρὰν τῆς κοινωνίας ζῶν, δὲν θὰ γίνῃ ποτὲ καλὸς δικαστής.
§83Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ ἴδωμεν τί λέγει καὶ ὁ κ. Κορομηλᾶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§84Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν λέγει τίποτε.
§85Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀδιαφορία τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἐπαρκῆ μισθοδοσίαν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἡ ἐκ ταύτης στέρησις συνετέλεσεν ἴσως ὥστε πλεῖστοι ὅσοι δικασταὶ νὰ γίνωσι μισάνθρωποι, πλεῖστοι ὅσοι δικασταὶ νὰ εἶναι ἐχθροὶ τῶν κοινωνικῶν ἐκείνων τάξεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀφθονώτερα τὰ μέσα τῆς ζωῆς, διότι δὲν δύνανται ἐκεῖνοι νὰ ἐξηγήσωσι πῶς μεμορφωμένοι ὡς εἶναι, ἀποτελοῦντες τὴν ὑψηλοτέραν ἱεραρχίαν τοῦ Κράτους, ἐγείρονται ἀνὰ πᾶσαν πρωΐαν μὲ ἄλυτον τὸ οἰκονομικόν των πρόβλημα, μὲ τὸ δίλημμα τοῦ ζῆν ἢ μὴ ζῆν. Καὶ πῶς ἔχετε τὴν ἀξίωσιν ἵνα ὁ δικαστής, καὶ ἰδίᾳ ὁ οἰκογενειάρχης δικαστής, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνὰ πᾶσαν πρωΐαν νὰ λύσῃ τὸ οἰκονομικόν του πρόβλημα ἐν ψυχραιμίᾳ, ἐν καλῇ ψυχολογικῇ καταστάσει, ἐν διαυγείᾳ πνευματικῇ νὰ κρίνῃ τὸ δίκαιον ἢ τὸ ἄδικον τοῦ πολίτου; Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν στέργω καὶ συμφωνῶ κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸ νὰ αὐξήσῃ ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσω ταυτοχρόνως εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν φιλοδοξίαν νὰ ἑδραιώσῃ στερεὸν καὶ ἀσάλευτον τὸ θεμέλιον τῆς Δικαιοσύνης, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ μεταβολῆς ἐπὶ τὰ βελτίω τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς τῶν δικαστῶν εἰς τὸν κλάδον, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς ὁ τρόπος ὁ νῦν ἐν χρήσει πρὸς εἰσαγωγὴν δικαστῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§86Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὥστε νὰ ἀναβληθῇ.
§87Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀπομνημόνευσις νομικῶν τινων κανόνων καὶ ὁρισμῶν εἰς ἕνα νέον μόλις καταλιπόντα τὰ ἑδώλια τοῦ Πανεπιστημίου καὶ δικηγορήσαντα ἐπὶ 2–3 ἔτη διὰ νὰ μορφωθῇ ὡς δικαστής, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνατίθενται ὕψιστα συμφέροντα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου, διότι εἶναι ἀρκετὰ ὀξυδερκὴς καὶ δύναται διαγινώσκων τὰς πληγάς, αἱ ὁποῖαι χαίνουσιν εἰς τὸν κλάδον ὃν διευθύνει, νὰ θέσῃ τὸν δάκτυλον ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου διὰ τοῦ ὁποίου εἰσάγονται οἱ δικασταὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι ἀναγκαία καὶ μεταρρύθμισις τοῦ δικονομικοῦ καθεστῶτος καὶ τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐργασία καὶ ἑπομένως καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν. Παρεκάλεσα πολλάκις τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸν παρακαλῶ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ πάλιν, νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον περὶ διαδικασίας, τὸν ἐν Ἀγγλίᾳ ψηφισθέντα κατὰ τὸ 1889, ὁ ὁποῖος ἠλάττωσε κατὰ τὰ 90% ἂν μὴ περισσότερον τὰς ἐμπορικὰς διαφορὰς καὶ δίκας ἐν Ἀγγλίᾳ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐλαττουμένων τῶν διαφορῶν θὰ ἐλαφρώσωμεν καὶ τὰ διάφορα Δικαστήρια ἀπὸ ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἔχουσι σήμερον, ὥστε μειοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν νὰ μὴ αἰσθανθῶμεν τὸ βάρος τῆς αὐξήσεως, μὲ τὴν ὁποίαν σήμερον πρόκειται νὰ βαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, «ἐν τῇ δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσα ἀρετὴ» ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τοὺς ἀσκοῦντας τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ περιφρουρήσωμεν ἀπὸ πάντα πειρασμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔθετεν ἐν κινδύνῳ τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀρετήν, διὰ τῆς παροχῆς τῶν πρὸς τὸν βίον ἀπολύτως ἀναγκαίων. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δὲ ταύτην, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συλλογισμῶν καὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβο, τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, δηλῶ ὅτι θέλω ψηφίσει κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΧΝΖʹ περὶ κτηματικοῦ χάρτου καὶ ὁροθεσίας ἀκινήτων κτημάτων παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κ. κ. Ν. Στράτου, Α. Μιχαλακοπούλου, Π. Ἀραβαντινοῦ, Γρίβα, Παπαλουκᾶ καὶ Μανωλίτση.
§89Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχον ὑποβάλει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, θὰ ὤφειλεν ἡ Βουλὴ ἡμῶν ἐν τῇ ἀνορθωτικῇ αὑτῆς μερίμνῃ νὰ προτείνῃ καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου. Λέγω δὲ τοῦτο, ὄχι μόνον διότι θεωρῶ, ὡς καὶ πάντες ὑμεῖς θεωρεῖτε, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ θεμελιωδεστάτη λειτουργία τοῦ Κράτους καὶ εἷς τῶν κυριωτάτων τοῦ Κράτους σκοπῶν, παρὰ τὸν σκοπὸν τῆς ἐκ τῶν ἔξωθεν κινδύνων ἀσφαλείας, ἀλλὰ καὶ διότι φρονῶ ὅτι ἡ ἀμοιβὴ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαλλήλων, περὶ ὧν πρόκειται, θέλει συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῆς ταύτης τῆς λειτουργίας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐὰν ἡ ἀμοιβὴ αὕτη συνδεθῇ πρὸς ὅρους τινὰς περὶ τῶν ὁποίων ἀμέσως θέλω εἴπει ὀλίγας λέξεις. Ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τρίτον εἶμαι, διότι σκέπτομαι ὅτι τοῦτο θέλει ἀποτελέσει τὸ σύνθημα καὶ τὴν ἀπαρχὴν πρὸς ἐπέκτασιν ἀναλόγων μέτρων καὶ ὑπὲρ ἄλλων ἐπίσης σπουδαίων κλάδων δημοσίων ὑπηρεσιῶν, οἷος εἶναι ὁ καθηγητικὸς καὶ ὁ πολὺ μοχθῶν, ἀλλ’ ἀνεπαρκῶς ἀμειβόμενος διδασκαλικὸς κλάδος, οἷοι εἶναι καὶ ἄλλοι ἔτι κλάδοι, πρὸς οὓς δι’ ἀναλόγων μέτρων πρέπει νὰ ἔλθωμεν οἰκονομικῶς ἐπίκουροι ἐν τῷ συμφέροντι τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Οἱ ὅροι δὲ περὶ τῶν ὁποίων λέγω, κατὰ τὴν ταπεινήν μου κρίσιν εἶναι οἱ ἑξῆς, πρὸς οὓς πρέπει νὰ συνδεθῇ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν καὶ ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων. Πρῶτον μὲν ἡ αὔξησις τῶν προσόντων, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὀρθῶς κατὰ τὴν γνώμην μου παρετήρησεν, ἡ αὔξησις τῶν προσόντων, ὁπότε θὰ ἔχωμεν ἐκλογὴν προσωπικοῦ καλλιτέραν, ὅπερ θεωρῶ σπουδαιότατον. Δεύτερον ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ πρέπει φρονῶ, νὰ συνδεθῇ πρὸς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας. Διότι ὀρθὸν εὑρίσκω, ὅπως ἡ αὔξησις γίνηται ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς τὸν μετέπειτα χρόνον, ὅτε καὶ αἱ ἀνάγκαι τῶν ὑπαλλήλων καὶ μάλιστα τῶν οἰκογενειαρχῶν θὰ εἶναι περισσότεραι. Τρίτον δὲ σημεῖον καὶ ὅρος, πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ συνδέσωμεν τὴν αὔξησιν ταύτην, εἶναι, ὄχι μόνον διὰ τὸν κλάδον τὸν δικαστικόν, ἀλλὰ καὶ διὰ πάντα κλάδον, ὁ ἔλεγχος ὄχι μόνον ὁ ἐπιτηρητικός, ἀλλὰ καὶ ὁ διαφωτιστικὸς ἔλεγχος, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θέλει συντελέσει βεβαίως εἰς βελτίωσιν τῆς ὑπηρεσίας· διότι μόνη ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ, μόνη ἡ ἀμοιβή, μὴ συνδεομένη πρὸς τοὺς εἰρημένους ὅρους, δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκὴς νὰ φέρῃ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν. Ἤθελέ τις ἴσως προβάλει λόγους οἰκονομικοὺς κατὰ τῶν τοιούτων μέτρων. Ἀλλ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν δικαστικὸν κλάδον, τὸ ὑποβαλλόμενον καὶ συζητούμενον νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ τούτων. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τούτων φρονῶ γενικῶς, ὄχι μόνον περὶ τοῦ δικαστικοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἄλλων κλάδων, ὅτι τὰ ἀντισηκώματα ἠθικῆς φύσεως, ὅσα ἐκ τῆς βελτιώσεως τῶν κλάδων τούτων θέλουσι προκύψει, εἶναι τοσοῦτον μεγάλα καὶ σπουδαῖα, ὥστε δικαιολογοῦσι πᾶσαν ὑλικὴν ὑπὲρ τούτων γενησομένην δαπάνην. Φρονῶ προσθέτως ὅτι τὰ ἠθικὰ ταῦτα ἀντισηκώματα θέλουσι γίνει πρόξενα καὶ οἰκονομικῶν πλεονεκτημάτων εἰς τὸ Κράτος, διότι ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς λειτουργίας τῆς οἰκονομικωτέρας καὶ ἐπιτυχεστέρας τῶν διαφόρων δημοσίων κλάδων ἤθελε καλῶς ὑπηρετηθῆ, ἡ κοινωνία αὕτη βεβαίως θὰ ἤθελε καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως καὶ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν προαχθῆ, καὶ πρὸς τὸ Κράτος δὲ γίνει ὠφέλιμος ἐμμέσως, διότι ὅταν ἡ κοινωνία εὐπορῇ καὶ ἀσφαλίζωνται οἱ πολιτειακοὶ ὅροι τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς εὐεξίας, ἐμμέσως παρέχονται καὶ πόροι οἰκονομικοὶ πρὸς τὸ Κράτος. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι τὰ εἰρημένα ἐὰν συντελεσθῶσι θὰ εἰσαγάγωσι κατ’ ἀνάγκην καὶ ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, τόσον εἰς τὸν κλάδον τοῦτον ὅσον καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους, διότι ἡ ὑπηρεσία θὰ γίνηται ἐπιτυχεστέρα ὑπὸ τοῦ ὀλίγου ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἐπιθυμῶ προσέτι νὰ τονίσω καὶ τὸ ἑξῆς. Ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸν μισθὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν τὸν βίον πολυδάπανον σήμερον, καὶ ἑπομένως καὶ τὸν βίον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, αὐτοὶ οὗτοι οἱ λόγοι συνετέλεσαν καὶ συντελοῦσιν ἐμμέσως καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὁ ὑπάλληλος σήμερον πληρώνει ἐνοίκιον διπλάσιον ἢ τριπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατέβαλλε πρὸ δεκαετηρίδων, ὁ αὐτὸς λόγος, ὁ ὁποῖος κατέστησε τὸ ἐνοίκιον ἀκριβώτερον, ὁ αὐτὸς λόγος συνετέλεσε καὶ συντελεῖ, ὅπως καὶ τὸ Δημόσιον εἰσπράττῃ ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν περισσότερα· ὁμοίως δὲ καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ποικίλων ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων. Σήμερον ὁ δημόσιος ὑπάλληλος συνεισφέρει εἰς τὸ Δημόσιον περισσότερον παρ’ ὅσον συνεισέφερε πρὸ δεκαετηρίδων· ἓν μέρος δὲ τῶν αὐξηθεισῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου προέρχεται ἐκ τῆς αὐξηθείσης φορολογίας τοῦ συνόλου τῶν ὑπαλλήλων καὶ διὰ τοῦτο τὸ μέρος τοῦτο τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ἀποδώσῃ τὸ Κράτος εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὑτοῦ, ἐκ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ τῶν ὁποίων τὸ λαμβάνει.
§90Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰ μέτρα, κύριοι Βουλευταί, τὰ ὁποῖα ἡ παροῦσα Βουλὴ ἐψήφισε πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, μέτρα, τὰ ὁποῖα καταπληκτικῶς ηὔξησαν τὴν ἐργασίαν καὶ τὰς εὐθύνας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου μέχρι τοῦ γραφέως τῶν Πρωτοδικείων, ἐπιβάλλουσι, νομίζω, τὴν προτεινομένην αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν τούτων ὑπαλλήλων, διότι ἂς μὴ λησμονῶμεν ὅτι διὰ τοῦ νέου Συντάγματος εἰς τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοὺς Ἐφέτας ἀνετέθη σπουδαιοτάτη ἐργασία, ἡ ἐκδίκασις τῶν δικαστικῶν ἐκλογῶν, ἃς μὴ λησμονῶμεν ὅτι διὰ προγενεστέρου νόμου εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἀποκλειστικῶς ἀνετέθη ἔτι σπουδαιοτέρα ταύτης ἐργασία, ἀνετέθη ἡ προαγωγή, ἡ τοποθέτησις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ πᾶσα ἐπ’ αὐτῶν πειθαρχικὴ ἐξουσία. Ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι ἐψηφίσαμεν ὅριον προσωρινὸν καὶ ὁριστικὸν ἡλικίας, ἐν τῷ νέῳ Συντάγματι περιελάβομεν ὅριον ἀποχωρήσεως λόγῳ ἀνεπαρκείας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων πρὸς ἐκκαθάρισιν βραδεῖαν καὶ φυσιολογικὴν τοῦ κλάδου τούτου, ἡ δὲ ἀπειρία τῶν ψηφισθέντων νόμων ἀστικῶν καὶ ποινικῶν ηὔξησε καταπληκτικῶς τὴν ἐργασίαν ἰδίως τῶν Πρωτοδικείων, τὴν ηὔξησεν εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δικαστήρια ταῦτα εἰς ἄκρον ἦσαν βεβαρημένα ἐκ πληθώρας ἐργασίας, ἐπὶ πλέον ηὔξησε τὴν ἐργασίαν αὐτῶν καὶ ἡ στιβαρὰ διοίκησις τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἔχω δὲ τὴν ἀσφαλῆ πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἐργασία τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὑπερέβη, κύριοι Βουλευταί, πᾶν ὅριον. Ἐψηφίσαμεν, λέγω, νόμον κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ Πρωτοδίκαι θὰ καταλαμβάνωσι τὰς κενωθείσας θέσεις τῶν Εἰρηνοδικῶν, ὁ δὲ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος πιθανὸν ν’ ἀσκήσῃ ἐπίδρασιν ὠφέλιμον εἰς τὴν δικαιοσύνην, θὰ καταστήσῃ ὅμως ἀσφαλῶς τὴν προαγωγὴν τῶν Πρωτοδικῶν ἰδίως βραδυτάτην. Ἀπέναντι λοιπὸν ὅλων αὐτῶν ἔχω, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων τούτων εἶναι ἐπιβεβλημένη, μισθοῦ πανθομολογουμένως γλίσχρου, γλισχροτάτου, μισθοῦ κανονισθέντος πρὸ πενταετίας καὶ πλέον, μισθοῦ τοῦ ὁποίου τὴν αὔξησιν δὲν τὴν προτείνουν καὶ τὴν ζητοῦν σήμερον, ἀλλ’ ἀνέκαθεν ὑπῆρξεν ἡ γενικὴ ἰδέα ὅτι μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην ἀληθῆ. Εἶναι γνωσταί, κύριοι Βουλευταί, εἰς ὑμᾶς αἱ βιοτικαὶ ἀνάγκαι τῶν πόλεων, εἶναι γνωστὴ ἡ ὑπερτίμησις ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης· ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις ὅτι ζῶμεν ἐν Ἀθήναις, ἐν Πάτραις, καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι τῆς Ἑλλάδος καὶ πληρώνομεν ἐν Λονδίνῳ, διότι ἐκεῖ λέγουν, ὅτι εἶναι ὁ ἀκριβώτερος βίος τοῦ κόσμου. Ἀνεξαρτήτως τοῦ γλίσχρου τοῦ μισθοῦ ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῶν νέων βαρῶν καὶ εὐθυνῶν εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβάλομεν τὸν δικαστικὸν κλάδον νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἂν πάντα ταῦτα ἔλειπον καὶ ἡ αὔξησις ἡ καταπληκτικὴ τῆς ἐργασίας καὶ ἡ γλισχρότης τοῦ μισθοῦ διὰ μίαν τοιαύτην δικαιοσύνην, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἐντιμοτάτη ἐν μέσῳ μυρίων πειρασμῶν, καὶ μυρίων κατὰ τὸ παρελθὸν ἀδυναμιῶν, διὰ μίαν τοιαύτην ἐντιμότητα, ὡς ἔπαθλον ἀκόμη, μία τοιαύτη αὔξησις δύναται νὰ δοθῇ. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τὸν κλάδον ἀποκλειστικῶς αὐτὸν μέχρι τοῦ γραφέως τῶν Πρωτοδικείων ὁμιλῶ μὲ τόσον ἐνθουσιασμόν, διὰ τὸν ἄλλον δικαστικὸν κλάδον τὸν κατώτερον, τῶν Εἰρηνοδικῶν, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι δὲν συντρέχουσιν αἱ συνθῆκαι αὗται θὰ ἐξέφραζον τὴν εὐχήν, εἰ δυνατόν, ἡ αὔξησις αὕτη νὰ περιορισθῇ, νὰ μετριασθῇ, διότι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν ζῶσιν ἐν ταῖς πόλεσι, διότι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἔχουσιν ἐκεῖνο τὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι ἄλλων κλάδων ἔχουσι καὶ τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, τὸ πλεονέκτημα τῆς δωρεὰν οἰκήσεως, καὶ δὲν ἔχουσι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα, ἔχουσιν ἀπολαυὰς ἐξ ἀνακριτικῆς ἐνεργείας, ἐκ συμβολαιογραφικῶν πράξεων, ἐξ ὑποθηκοφυλακείων, ἐκ συγγενικῶν συμβουλίων καὶ ἐκ προσωρινῶν μέτρων, τὸ δὲ παρελθὸν τῶν πλείστων, διότι δυστυχῶς ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ κλάδου αὐτοῦ δὲν ἐγένετο τελεία, δὲν δικαιολογεῖ μίαν τοιαύτην ἀμοιβήν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συγκατετίθετο εἰς μετριασμὸν τῆς αὐξήσεως τῶν Εἰρηνοδικῶν κατὰ 10 ἢ 15 τοῖς ἑκατὸν καὶ τὸ περίσσευμα αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι περίσσευμα πραγματικὸν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἴσως καὶ περισσότερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργός, διετίθετο ὑπὲρ ἄλλου κλάδου, ὁ ὁποῖος κυριολεκτικῶς πένεται, κλάδου τοῦ ὁποίου δὲν θὰ καταστήσωμεν ἐὰν αὐξήσωμεν ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον τὸν μισθὸν τὸν βίον ἀξιοπρεπῆ καὶ ἄνετον ἀλλὰ ὑποφερτόν, καὶ ὁ κλάδος αὐτὸς εἶναι ὁ κλάδος τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡ κοινωνία ἀξιοῖ ἀξιοπρεπῆ παράστασιν, καὶ ἡ Πολιτεία ἀξιοῖ ἔτι ἀξιοπρεπεστέραν· μὲ τίνας μισθοὺς, καὶ μὲ ποίαν διάρκειαν εἰς τοὺς αὐτοὺς βαθμούς; Μὲ 149 δραχ. τὸν μῆνα καὶ διάρκειαν 10, 15 καὶ 20 ἐτῶν ἀκόμη. Ποῖοι δὲ εἶναι αὐτοί, κύριοι Βουλευταί; εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι αὔριον θὰ κληθοῦν νὰ προασπίσωσι τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος των. Ποῖοι δὲ εἶναι αὐτοί, κύριοι Βουλευταί; ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὅταν συνέλαβον τὴν ἐθνοσωτήριον ἰδέαν τῆς Ἐπαναστάσεως κατὰ τῆς ἀθλίας καταστάσεως, ὡς πρῶτον κεφάλαιον ἀνέγραψαν ἐν τῷ προγράμματι αὐτῶν τὴν περικοπὴν τῶν γλίσχρων μισθῶν των.
§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι τῆς ὥρας αὐτά. Εἰς τὴν Βουλὴν θὰ ὑποβληθῇ ἐν καιρῷ καὶ νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐκεῖ ἐλπίζω θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν κατωτέρων βαθμίδων τοῦ στρατοῦ.
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μπράβο, μπράβο.
§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὰ γίνονται μὲ σειρὰν καὶ τάξιν. Ἡ Κυβέρνησις, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι θεωρεῖ ὡς μᾶλλον ἐπεῖγον ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην μέριμναν περὶ αὐξήσεως μισθῶν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἥτις περιελήφθη καὶ ἐν τῷ κυβερνητικῷ προγράμματι, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Λοιπὸν θὰ γίνῃ ἐν καιρῷ καὶ ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν κατωτέρων βαθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν, πρέπει δὲ νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι εἰς προσεχὲς μέλλον θὰ καταστῶσι τὰ δημόσια οἰκονομικά μας τοιαῦτα, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐπάρκεια διὰ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν καὶ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων.
§94Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Μίαν μόνον παράκλησιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· ἄλλοτε ἰδιαιτέρως ὑπέδειξα πρὸς αὐτόν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον οἱ Πρωτοδίκαι, οἱ τὸ πρῶτον εἰσερχόμενοι εἰς τὸν κλάδον, ἀμέσως νὰ λαμβάνωσι τὴν αὔξησιν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔστερξε καὶ εἰς τοῦτο καὶ ἐβελτίωσε τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἡ αὔξησις γίνεται μετὰ πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, διότι ὁ μισθὸς τῶν 275 καὶ 300 δραχ. εἶναι ἀρκετὸς διὰ τὸν κατὰ πρῶτον εἰσερχόμενον εἰς τὸν κλάδον, ἀλλὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἰσχύσῃ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπογραμματέων τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν γραφέων, ἐπειδὴ ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ἀφαιρεθῇ ὅ,τι εἶχον μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν ἀντιγραφικῶν.
§95Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοὺς ἀφῃρέθη ἀκόμη.
§96Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τώρα τοὺς δίδομεν.
§97Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ εἶναι ἐπιβεβαρημένοι μὲ πολλὴν ἐργασίαν. Δι’ αὐτοὺς δὲ τοὺς ὑπαλλήλους ἡ αὔξησις πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως.
§98Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὡς τοῖς πᾶσι τυγχάνει, ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταί, γνωστὸν αἱ ὑπὸ τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου ὁριζόμεναι ἐξουσίαι, εἶναι τρεῖς, ἡ Νομοθετική, ἡ Ἐκτελεστικὴ καὶ ἡ Δικαστική. Ἀπὸ θεωρίας, ἀνωτέρα πασῶν τῶν ἐξουσιῶν τούτων εἶναι ἡ Νομοθετική, καθόσον αὕτη παρασκευάζει τοὺς νόμους, τινὰς τῶν ὁποίων ἐκτελεῖ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καί τινας ἡ δικαστική, ἀπὸ πράξεως ὅμως ἀνωτέρα καὶ τῶν δύο ἄλλων εἶναι ἡ Δικαστικὴ, καθόσον ἡ ἐνέργεια αὐτῆς παρουσιάζεται πάντοτε εἰς τὰς κοινωνίας εἰς τὰς ὁποίας παρουσιάζονται ἔριδες ἔχουσαι ἀνάγκην διαλύσεως, καὶ κολάσιμοι πράξεις χρήζουσαι τιμωρίας, ἑπομένως ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς μορφώσεως τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας ταύτης ἐξαρτᾶται ἡ ἐνίσχυσις τοῦ αἰσθήματος τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ εὐημερία τῆς κοινωνίας καὶ διὰ τοῦτο θεωρεῖται ὡς βάσις πάσης καλῆς καὶ εὐνομουμένης Πολιτείας. Ὁ Ἀριστοτέλης χαρακτηρίζει ὡς ἀκολούθως τὴν δικαιοσύνην «Δικαιοσύνη ἀρετὴ μέν ἐστὶ τελεία, ἀλλ’ οὐχὶ ἁπλῶς, ἀλλὰ πρὸς ἕτερον, καὶ διὰ τοῦτο κρατίστη τῶν ἀρετῶν ἐστί, διὸ καὶ δικαιοσύνη συλλήβδην πᾶσα ἀρετὴ ἐστὶ καὶ τελεία μάλιστα ἀρετή». Αἱ ἀναμφισβήτητοι αὗται ἀλήθειαι, ἠνάγκασαν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὸ πρόγραμμά του, τὸ ὁποῖον τὸ πρῶτον ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν λαὸν τῆς Λαρίσης καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν καὶ ἐν γένει τὴν βελτίωσιν τῶν νόμων διὰ τῆς ἀνακαινίσεως τούτων. Ὅτε δὲ ἀνηγγέλθη καὶ ὑπεβλήθη τὸ συζητούμενον τοῦτο νομοσχέδιον συνεχάρην οὐ μόνον τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀξιότιμον Ὑπουργόν. Τὰ συγχαρητήρια ταῦτα ἐπαναλαμβάνω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δηλῶν ὅτι θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη, ἀφ’ οὗ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιφρονούντων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μοὶ μεταβάλωσι γνώμην, ἣν ἔχω πρὸ πολλοῦ, διότι, τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι σοβαρὰ ταῦτα, ἀλλ’ ἡ σοβαρότης τοῦ νομοσχεδίου περιορίζει πολὺ τὴν σοβαρότητα αὐτῶν, καθόσον πρόκειται περὶ ὑποστηρίξεως τῶν ἀπονεμόντων τὴν τελειοτέραν τῶν ἀρετῶν, ἑπομένως φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θὰ ἀκυρώσῃ τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ λαμπρύνῃ αὐτό. Οὐδείς, εἶμαι βέβαιος, μετὰ σοβαρότητος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν δικαστῶν, εἶναι ἐπαρκεῖς καὶ ἀνάλογοι πρὸς τὸ ἀξίωμα, ὃ ἔχουσι, καὶ τὰς σημερινὰς βιοτικὰς ἀνάγκας, καθόσον, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐκανονίσθησαν κατὰ τὸ 1859, ὅτε αἱ κοινωνικαὶ συνθῆκαι καὶ βιοτικαὶ ἀνάγκαι ἦσαν πολὺ διαφορετικαὶ τῶν σημερινῶν καὶ αἱ δαπάναι τῆς συντηρήσεως πολὺ μικραί, διὰ τοῦτο οὐ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, πολλάκις συνεζητήθη τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως καὶ πάντοτε ἀνεγνωρίσθη ὡς λίαν δεδικαιολογημένη ἡ αὔξησις. Ὁ δικαστής, ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων δι’ ὧν εἶναι ὑπὸ τῆς πολιτείας περιβεβλημένος, πρέπει ὅσῳ τὸ δυνατὸν νὰ μὴ περισπᾶται εἰς ἐξοικονόμησιν τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, διότι ὅταν βασανίζηται ἀπὸ τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας, οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ παρακολουθῇ τὰς προόδους τῆς Νομικῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν συνήθη ἐργασίαν του νὰ ἐκτελέσῃ δεόντως. Ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ εἶναι ἥσυχος, ἀξιοπρεπής, ἵνα προκαλῇ τὸν σεβασμὸν τῶν πολιτῶν. Καὶ ἐνῷ αἱ βιοτικαὶ ἀνάγκαι εἶναι τοιαῦται, καὶ οἱ μισθοὶ ἀνεπαρκέστατοι, πάντες σχεδὸν οἱ δικασταί μας μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐξετέλουν τὸ καθῆκον των, ἀποδεικνυόμενοι ἥρωες ἀληθεῖς. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατί τινες ἀρνοῦνται τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἀφοῦ δὲν ἀρνοῦνται ὅτι αἱ δαπάναι τῆς σημερινῆς συντηρήσεως εἶναι λίαν ὑπερβολικαί. Μήπως οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἔχοντες οὐ μόνον τὰς συνήθεις βιοτικὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν κοινωνίαν ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματός των, ἃς οἱ ἄλλοι δὲν ἔχομεν; Ἀπέκρουσαν τινὲς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἰς τὸν δικαστ. κλάδον ἀπέμειναν εἰσέτι ἀνίκανοι. Δὲν ἀρνοῦμαι τοῦτο, διότι ἔχω πολλὰ παραδείγματα ὡς ἐκ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, ἀλλὰ ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οἱ ἀνίκανοι δικασταὶ εἶναι ἐλάχιστοι καὶ τάχιστα θ’ ἀποχωρήσωσι. Χάριν δὲ τῶν ἐλαχίστων τούτων, δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ τιμωρῆται τὸ μέγιστον μέρος τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ὅπερ εἶναι ἄριστον. Εἶναι ἀδικία. Καὶ οὐ μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀπέκρουσαν τὴν αὔξησιν, ἀλλὰ καὶ διότι διὰ τῆς αὐξήσεως θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἡ αὔξησις αὕτη θὰ καλυφθῇ διὰ νέων φόρων, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Κερκύρας ἀξιότιμος συνάδελφος.
§99Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοῦτο. Εἶπον ὅτι ἔχομεν πολλά. Ἔχομεν 60 ἑκατομμύρια δάνειον.
§100Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ ἐπήρκει ὁ προϋπολογισμός, καὶ ἡ αὔξησις νὰ ἐγίνετο μὲ τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλων οἰκονομιῶν. Ἀλλὰ οἰκονομίαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν, ὡς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐβεβαίωσεν ὁ ἐπὶ τῆς Ἐπαναστάσεως ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Μὲ τὸν λαόν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, δὲν συναναστρέφεσθε μόνον οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὸ νομοσχέδιον, συναναστρεφόμεθα καὶ πάντες ἡμεῖς, οἵτινες εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διὸ καὶ γνωρίζομεν ὅτι ὁ λαὸς θέλει τὸν δικαστήν του ἀξιοπρεπῆ, ἐργατικόν, ἀπονέμοντα δικαίως τὴν δικαιοσύνην καὶ οὐχὶ κατ’ ἐπιταγὴν τῶν ἰσχυρῶν. Ὁ λαὸς βλέπων τὸν δικαστήν του εἰς τοιοῦτον ὕψος τῆς θέσεώς του, βεβαίως δὲν θὰ δυσαρεστηθῇ, ἐὰν πληρώσῃ φόρον διὰ νὰ ἔχῃ τὸν δικαστήν του ὡς τὸν ἀξιοῖ. Ὄντως διὰ τῶν ψηφισθέντων νόμων ἐν σχέσει μὲ τὴν δικαιοσύνην, ἐπιβάλλεται φορολογία τις, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι δι’ ἄλλων νόμων ἀπηλλάγη ὁ λαὸς μεγάλης φορολογίας. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἡ κατάργησις τοῦ Βελλιανείου δόγματος τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου, ἡ ψήφισις τοῦ νόμου περὶ διαθηκῶν καὶ ἄλλων νόμων ἁπλοποιούντων τὴν δικαστικὴν διαδικασίαν, ἀπήλλαξε τὸν λαὸν μεγάλων δαπανῶν καὶ στρεψοδικιῶν, καθόσον ἡ πολυτελὴς διαδικασία, καὶ ἡ ἰσχὺς τῶν καταργηθέντων νόμων παρείλκυον τὰς δίκας καὶ προεκάλουν μεγάλας δικαστικὰς δαπάνας, εἰς ἃς ὑπεβάλλετο ὁ πολίτης. Μία ἔνστασις ἐκ τῶν καταργηθεισῶν, οἷον ἡ τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου, οὐ μόνον ἐβράδυνε τὴν περαίωσιν τῆς δίκης, ἀλλὰ ἐπεβάρυνεν ἀμφοτέρους τοὺς διαδίκους μὲ δαπάνας τοὐλάχιστον 100 δρχ. ἂν μὴ μεγαλητέρας, ἐνῷ ἤδη δὲν θὰ ὑφίστανται τὴν δαπάνην ταύτην, καὶ τὰς ἄλλας, ἃς προεκάλει ἡ καταργηθεῖσα διαδικασία. Φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὅπως ἔχει καὶ οὐχὶ μὲ ἠλαττωμένα ποσά.
§101Γ. ΠΩΠ. Πόσοι ὑπολογίζονται ὅτι εἶναι οἱ πρωτοδίκαι;
§102ΝΙΚ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. 400 περίπου, ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§103Γ. ΠΩΠ. Γνωρίζετε πόσοι θὰ γίνωσιν εἰς ἓν ἔτος;
§104Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας. Θὰ συνίστων ὡς δικαίαν καὶ ἐπιβαλλομένην τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν κατωτέρων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προσεχῶς θὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, κρίνω περιττὸν νὰ προσθέσω ἄλλο τι, καὶ ὑποβάλλω μόνον τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργόν, ἵνα διὰ νόμου κανονίσῃ καὶ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν γραμματέων Εἰσαγγελιῶν καὶ τοῦ βοηθητικοῦ τούτων προσωπικοῦ, καὶ μὴ ἀφήνεται εἰς τὴν κρίσιν τῶν κ. Εἰσαγγελέων ὁ κανονισμὸς τῆς μισθοδοσίας τούτων.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Βʹ). Ὁ κ. Φουρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§106Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τὰ τρία τέταρτα τῆς ἀσφαλείας τοῦ λαοῦ, κύριοι Βουλευταί, ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς δικαιοσύνης, ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν δικαστῶν καὶ ἐκ τῆς ἀνεπηρεάστου ὑπ’ αὐτῶν ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι συλλήβδην ἀποσκοποῦσιν εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ τούτου, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον μέρος τῆς εὐημερίας αὐτοῦ, ὡς εἶπον, ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν δικαστῶν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὁ δικαστὴς μεταβαίνων εἰς τὴν οἰκίαν ἢ εἰς τὸ γραφεῖόν του δὲν σκέπτεται περὶ τῶν ὑποθέσεων τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν, τὰς ὁποίας ἔχει εἰς τὸ γραφεῖον του, ἀλλὰ σκέπτεται πῶς θὰ πληρώσῃ τὸν παντοπώλην ἢ τὸν ῥάπτην ἢ τὸν Α ἢ τὸν Β, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ὤφειλεν, αὐτὸς δὲν θὰ εἶναι δικαστής, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπονείμῃ πραγματικὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ θ’ ἀπασχολῆται ἀπὸ τόσας ἄλλας σκέψεις, ὥστε ἐλάχιστον χρόνον νὰ διαθέτῃ πρὸς μελέτην καὶ γνῶσιν καὶ ἀπόδοσιν τοῦ δικαίου. Ἕνεκα λοιπὸν τοῦ λόγου τούτου, ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, διότι ὡς καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀνομολογεῖται καὶ πληρέστατα δικαιολογεῖται, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶμεν, αἱ βιοτικαὶ συνθῆκαι εἶναι ἐντελῶς διάφοροι ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἦσαν κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι αὐτοί, οἱ καθορίσαντες τοὺς δικαστικοὺς μισθούς. Ἀλλ’ ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἢ μᾶλλον μίαν σκέψιν, ὅτι ἴσως ἡ τηρηθεῖσα ἀναλογία, ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα.
§107Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφήνετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§108Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ οὐσιαστικῆς παρατηρήσεως. Ἐφ’ ὅσον ὡς βάσις σκέψεως, ἡ ὁποία μᾶς ἤγαγεν εἰς τὸ ν’ αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν τῶν δικαστῶν, εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ μισθοῦ τούτου, καὶ νομίζομεν ὅτι οἱ δικασταὶ οἱ πρωτοδίκαι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κοινωνικὰς ὑποχρεώσεις ἴσας μὲ τοὺς Προέδρους καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν, διότι ζῶσιν ἐν τῷ αὐτῷ περιβάλλοντι, εἰς τὴν αὐτὴν πόλιν, ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας καὶ τῆς αὐτῆς τάξεως ἄνθρωποι εἶναι, ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἀναγνωρίζομεν ὅτι διὰ τοὺς Πρωτοδίκας ὁ μισθὸς τῶν 400 δραχμῶν, εἰς ἃς φθάνει τὸ τελευταῖον ὅριον εἶναι ἐπαρκής, διατί νὰ μὴ νομίσωμεν ὅτι μὲ μικρὰν μόνον αὔξησιν ὡς τιμητικὴν διάκρισιν 50 ἢ 100 δραχμῶν κατὰ μῆνα, θὰ εἶναι ἐπαρκὴς καὶ διὰ τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν τὸν ζῶντα ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας; Διατὶ νὰ θέσωμεν διαφορὰν 200 δραχμῶν; Θὰ ἐπέλθῃ δ’ ἐκ τούτου οἰκονομία μεγίστη, διότι πρόκειται περὶ ἑξηκοντάδος ὑπαλλήλων καὶ συγχρόνως περὶ ἑξηκοντάδος ἑκατονταδράχμων κατὰ μῆνα καὶ περὶ 50000 ἢ 60000 κατ’ ἔτος. Ἐπὶ πλέον διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἐφέτου, ἐφ’ ὅσον ὡς βάσις ἐτέθη τὸ ποσὸν τῶν 400 δραχμῶν, ὅπερ ἐθεωρήθη ἐπαρκές, διατί νὰ μὴ ἔχωμεν μίαν μικρὰν διαβάθμισιν 50 δραχμῶν ἐπὶ πλέον, ἀπὸ τοὺς Προέδρους καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν ὡς τιμητικὴν διάκρισιν; Νομίζω ὅτι ἡ σκέψις μου αὕτη εἶναι ὀρθή, θὰ ἐπέλθῃ δ’ ἐντεῦθεν μία οἰκονομία, ἥτις χρησιμοποιουμένη δι’ ἄλλας ἀνάγκας ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, θὰ καθίστα προσφορωτέραν τὴν χρησιμοποίησιν τῶν χρημάτων. Ἐπὶ πλέον δὲ καὶ ἑτέραν παράκλησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω, ὡς πρὸς τοὺς εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι διαιροῦνται εἰς τρεῖς τάξεις, θὰ ἦτο δυνατὸν οἱ μὲν πρῶτοι καὶ δεύτεροι νὰ ἑνωθοῦν, οἱ δὲ συμβολαιογραφοῦντες εἰρηνοδίκαι νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τὴν νῦν βʹ τάξεως. Διότι εἶπε πρὸ ὀλίγου συνάδελφός τις ὅτι εἰς τὸν κλάδον τοῦτον ἔχουν ἐναπομείνει πολλὰ ὑπολείμματα τοῦ παρελθόντος, καὶ πολλοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἂν εἶναι τοιοῦτοι, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδειξεν ὅτι δύναται νὰ τοὺς πατάξῃ, ἐφ’ ὅσον λοιπὸν διατηροῦνται, τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι καλοὶ ὑπάλληλοι καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ φθάσῃ καὶ μέχρις αὐτῶν ἡ εὐεργετικὴ πνοὴ τοῦ νομοσχεδίου.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαποστόλου.
§110Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ὀλίγα θὰ εἴπω· κηρύσσομαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εὑρίσκω ὅτι πάντες οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ λοιποὶ λογάδες αὐτῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὅτι ἐπιβάλλεται δηλ. νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τοὺς δικαστὰς κατὰ τὸ δυνατὸν οἰκονομικὴν ἀνεξαρτησίαν, συμφωνοῦσι, καὶ οὐδεὶς ποτὲ τὸ ἠμφισβήτησε, ἀλλ’ εὑρίσκοντο πρὸ σκοπέλου ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους προερχομένου, διότι οἱ πρώην Κυβερνῆται καὶ οἱ διάφοροι πολιτευόμενοι εὕρισκον ὅτι τὸ Κράτος εἶναι πολὺ πτωχὸν καὶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐπέτρεπεν αὔξησιν τῶν μισθῶν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου συνεπαγομένην αὔξησιν δαπάνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου «ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀναφέρει». Πλὴν ἀφ’ οὗ ἡ νῦν Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἀντίληψίν της, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐννοεῖται δὲν εἶμαι σύμφωνος, ἐξησφάλισε τὸ οἰκονομικὸν μέρος δὲν πρέπει νὰ εἶμαι ἀντίθετος τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ ψηφίσω τοῦτο. Φρονῶ ὅμως ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει, ἠστόχησεν εἴς τι μέρος κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου καθ’ ὅσον ἡ ἀπονομὴ τοῦ δικαίου εἶναι τὸ λεπτότερον πρᾶγμα. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνδείκνυσιν εἰς τοὺς δικαστὰς ὅτι ἀπὸ τὸ ποινικὸν μέρος ἡ πολιτεία δὲν πρέπει νὰ χάνῃ οὔτε ὀβολόν, διότι ὑπολογίζει ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἐσόδων, τὸ ἐκ τῆς καταψηφίσεως τῆς δαπάνης εἰς τοὺς μηνυτὰς ἢ ἐγκαλοῦντας, ὅπερ θέλει συντηρεῖ αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν κατὰ μέγα μέρος. Αὐτὸ θέτει εἰς ἓν δίλημμα τὸν δικαστήν, διότι πλαγίως τῷ ὑποδεικνύει ὅτι ἡ πολιτεία, ἀνεπαρκὴς οὖσα οἰκονομικῶς ἐξοικονομεῖ τὰ πρὸς αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας του κατὰ μέγα μέγα μέρος ἐκ τῆς μὴ ἐπιβαρύνσεως αὐτῆς ἐκ τῶν ἐξόδων πρὸς ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Δηλαδὴ ὑποδεικνύει αὐτῷ ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεώς του, δέον ὁ κατηγορούμενος ἢ ὁ μηνυτὴς ἢ ἐγκαλῶν νὰ καταδικασθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν δαπάνην, διότι ἄλλως τὸ ἐξ αὐτῆς ἔσοδον μειούμενον θὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας του. Αὐτὸ λοιπὸν ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐγράφετο εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἐὰν δὲ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀκουσθῶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελον ὑπενθυμίσει αὐτῷ, ὅτι ἔπρεπε διὰ τὴν δικαιοσύνην νὰ σκεφθῇ πολὺ σκοπιμώτερον πρὶν ἢ παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἤτοι ἔπρεπε νὰ εἶχεν εἰσαγάγει ἢ τοὐλάχιστον συγχρόνως καὶ ἐπειγόντως νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ βελτιώσωσι τὴν δικαιοσύνην καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐπαναλαμβάνω τὴν ἣν ἐποιήσατο πρὸ ὀλίγου πρὸς αὐτὸν σύστασιν ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Βουρλούμης, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔδει καλῶς νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀκόμη δὲν ἔχομεν τελείους ποινικοὺς Δικαστάς, ὅτι δὲν ἀρκοῦν διὰ τὸν ποινικὸν Δικαστὴν αἱ γνώσεις αἱ θεωρητικαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι συνέπειαι μιᾶς μελέτης, καθόσον ὁ δικαστὴς ὅπως σήμερον εἰσάγεται εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, κατόπιν διετοῦς ἢ τριετοῦς δῆθεν ἐργασίας ὡς δικηγόρος, εἶναι σχεδὸν ἀνίκανος νὰ ἀποδώσῃ ποινικὴν δικαιοσύνην, καθ’ ὅσον στερεῖται παντελῶς τῶν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένων ἐφοδίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρωτίστως στερεῖται πείρας, γνώσεων κοινωνικῶν καὶ ἐθίμων ὑφ’ ἃ ζῶσιν αἱ διάφοροι κοινωνίαι τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ καὶ φέρῃ περὶ τούτου νομοθετικὰ μέτρα πράγματι βελτιοῦντα τὴν δικαιοσύνην μας, καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὸ προκείμενον, δι’ οὐ τῷ ὄντι θὰ ἐπέλθῃ βελτίωσίς τις, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἣν καὶ ἐκδηλῶ κηρυττόμενος κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας.
§112Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ζητῶ τὴν εὐμένειαν καὶ τὴν ἐπιείκειαν τῶν εἰδικῶν, ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ νομικοῦ ζητήματος. Ἐὰν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον προταθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ὁποῖον νὰ ἐξυπηρετῇ οὐσιωδέστερον καὶ πρακτικώτερον τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ὑπὸ τὴν καθαρὰν σημασίαν τῆς λέξεως, εἶναι τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον. Ὅτι δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, δὲν ἔχει τις παρὰ νὰ συμβουλευθῇ τὴν παγκόσμιον ἱστορίαν τὴν νέαν καὶ τὴν ἀρχαίαν. Ἐκπλήσσομαι δὲ ἀληθῶς πῶς συνάδελφοι, μύσται καὶ κάτοχοι τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, ἀντιστρατεύονται τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον. Ἄν τις, κύριοι Βουλευταί, ἀποβλέψῃ πρὸς τὴν ἀρχαίαν ἱστορίαν, πρὸς τοὺς ἀρχαίους λαούς, θέλει ἴδει καὶ θέλει πεισθῆ ὅτι, ὅπου οἱ νόμοι καλῶς ἐλειτούργουν, ἐκεῖ τὰ ἔθνη ἔβαινον πρὸς τὴν ἀκμὴν καὶ τὸ μεγαλεῖον. Καὶ προϋποτίθεται ὅτι, διὰ νὰ λειτουργήσωσι καλῶς οἱ νόμοι, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι καλοὶ δικασταί, καὶ διὰ νὰ ὑπάρξωσι τοιοῦτοι, ἀπαραίτητον ὅπως ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄνθρωπος, νὰ ἔχῃ ἐξασφαλίσει πρὸ παντὸς τὰ πρὸς τὴν ζωὴν ἐν σχετικῇ εὐμαρείᾳ. Διότι, Κύριοι, παρῆλθεν ἡ ὡραία ἐκείνη ἐποχὴ τοῦ Σολομῶντος, καθ’ ἣν ἡ δικαιοσύνη ἐχορηγεῖτο δωρεάν. Σήμερον ὁ κόσμος ἤλλαξε, καὶ τὰ μέσα τῆς ζωῆς εἶναι διαφορετικά· οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δικαιοσύνη, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σχετικὴ ὑλικὴ ἀνεξαρτησία. Δύναται εἷς ἄνθρωπος νὰ εἶναι ὅσον θέλει ἔντιμος, καὶ χαρακτήρ, ὅταν ὅμως πρὸ αὐτοῦ προβάλλῃ πάντοτε τὸ φάσμα τῆς πενίας, καὶ τῆς ἀνεχείας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιπαλαίσῃ νικηφόρως. Θᾶττον ἢ βράδιον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποκύψῃ, διότι μὴ λησμονῆτε ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ Ὀλύμπιοι, οἱ ὕψιστοι τῶν θεῶν, ὑπέκυπτον εἰς τὴν ἀνάγκην, καὶ ἐὰν πρὸ τῆς ἀνάγκης ὑπέκυπτον οἱ θεοί, κατὰ μείζονα λόγον οἱ ἄνθρωποι. Ἐκ τῶν σημερινῶν ἐθνῶν εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ ἰσχυρότερον καὶ τὸ εὐρωστότερον εἶναι τὸ Ἀγγλικόν, ὀφείλει δὲ τὴν εὐρωστίαν του, τὴν ἀκμὴν καὶ τὴν ἰσχύν του ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν δικαιοσύνην.
§113Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἰς τὰ ἤθη.
§114Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι τὰ ἤθη τὰ διαμορφώνει ἡ ἀμερόληπτος δικαιοσύνη καὶ ἡ διάδοσις παρὰ τῷ λαῷ τῆς παιδείας. Πρέπει νὰ προϋπάρξῃ δικαιοσύνη, διὰ νὰ ἐπακολουθήσωσι τὰ ἤθη.
§115Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Προηγοῦνται τὰ ἤθη.
§116Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὄχι, θὰ προηγηθῇ ἡ μόρφωσις τῶν λαῶν καὶ ἀκολούθως θὰ ἔχωμεν μόρφωσιν ἠθῶν, ἅτινα πάλιν ἄνευ δικαιοσύνης θᾶττον ἢ βράδιον θὰ διαφθαρῶσι Θὰ ἦτο δὲ προτιμώτερον εἰς ἡμᾶς νὰ μειώσωμεν κατὰ τι τὰς πολεμικὰς ἡμῶν παρασκευὰς καὶ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἀλλὰ νὰ προικίσωμεν τὴν ἡμετέραν πατρίδα μὲ δικαιοσύνην ἀνταξίαν τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς. Ὅταν, Κύριοι, ἐλλείπῃ δικαιοσύνη ἡ ὁποία διαμορφώνει πολιτικὰ ἤθη, αὐξάνει τὸν πλοῦτον τῆς χώρας; διὰ τῆς προστασίας, ἀνδρίζει τὴν ψυχήν, οἱ στρατοὶ καὶ οἱ στόλοι δὲν εἶναι παρὰ ὄργανα ἀκίνδυνα, προωρισμένα νὰ ἐκκολάψωσιν αἴσχη καὶ νὰ δημιουργήσωσιν ἐθνικὰς συμφοράς. Ἐὰν δὲ ἡ ἡμετέρα πατρὶς περιῆλθεν εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθε, τὰ πολιτικὰ ἤθη διεφθάρησαν, καὶ χαρακτῆρες δὲν ὑπάρχουσιν, ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως τὸ ἔθνος πένεται, τοῦτο ὀφείλεται, διότι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη. Ἔτυχε πρὸ ἐτῶν νὰ ταξιδεύσω εἰς ξένην χώραν, καὶ ἐκεῖ συνήντησα πλείστους Ἕλληνας, οἵτινες, ὡς μοὶ ἔλεγον, προθύμως θὰ κατήρχοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα διαθέτοντες τὰ κολοσσιαῖα αὐτῶν κεφάλαια εἰς ἐπιχειρήσεις δίδοντες οὕτω ἐργασίαν εἰς πλείστας χεῖρας καὶ καὶ ἐξυγιαίνοντες ἐδάφη νοσογόνα, διότι δὲ ἐλλείπει ἡ δικαιοσύνη, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ παραμένουν ἐκεῖ εἰς ξένην χώραν ἀνεχόμενοι τοὺς ἐξευτελισμοὺς καὶ δοκιμάζοντες τὰς πικρίας καὶ ταπεινώσεις, ἃς ὑφίσταται πᾶς ἄνθρωπος ζῶν εἰς ξένην πατρίδα.
§117Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἀληθέστατον.
§118Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Φρονῶ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἂν σκεφθῇ τις ὅτι ἡ ἀκμὴ τῆς δικαιοσύνης δημιουργεῖ καὶ τὴν ἀκμὴν καὶ τὴν εὐρωστίαν τῶν ἐθνῶν, καὶ ἐὰν ἡ παρακμὴ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἡ ἀνυπαρξία αὐτῆς δημιουργῇ τὴν διαφθοράν, τὴν ἔκλυσιν καὶ τὴν πενίαν, δὲν θὰ διστάσῃ ἔχουσα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἀσμένως τὸ παρὸν νομοσχέδιον. (Χειροκροτήματα).
§119Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἤμην μεταξὺ τῶν πρώτων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ποθοῦντες ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, καθόσον ἔχων τὴν ἀπαίτησιν, ὅπως οἱ δικασταὶ εὐόρκως ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, ὀφείλω ἐξ ἄλλου νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν παρέχει εἰς αὐτοὺς τὰ ἐπαρκῆ μέσα, ὅπως ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἐπαγγέλματός των. Διὰ τοῦτο δηλῶ ὅτι θέλω ὑπερψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ παρέχῃ εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ὁ ὁποῖος καὶ ἠθικῶς καὶ πνευματικῶς ἐργάζεται πάντων τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους περισσότερον, ὅπως παράσχῃ τὰ μέσα καὶ πρὸς τὰς βιοτικὰς αὐτῶν ἀνάγκας νὰ ἀνταποκρίνωνται, καὶ τὴν νομικὴν ἐπιστήμην νὰ παρακολουθῶσιν ἀγοράζοντες τὰ πρὸς τοῦτο συγγράμματα τὰ νομικά, καὶ τοὺς νόμους οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε ἐκδίδονται, διότι διὰ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ, τὸν ὁποῖον σήμερον τοῖς παρέχομεν, οὔτε εἰς τὰς βιοτικὰς αὐτῶν ἀνάγκας δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὰς 9 καὶ 30′. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις· ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§122Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κύριοι Βουλευταί, ἐπιδιώκεται ὡς φαίνεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, ἡ βελτίωσις τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἡ βελτίωσις τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστικῶν μισθῶν συμφέρει ὄχι βεβαίως μόνον εἰς τοὺς δικαστικοὺς λειτουργούς, ἀλλὰ συμφέρει κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἐπόψεως ὡς ἀρχὴ δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς βελτιώσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Λέγω ὡς ἀρχή, καὶ μάλιστα ὄχι ὡς ἀρχὴ ἀφορῶσα εἰδικῶς τοὺς λειτουργοὺς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὡς ἀρχὴ ἀφορῶσα γενικῶς τοὺς λειτουργοὺς πάσης δημοσίας ἐξουσίας. Εἶναι ἀρχὴ ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, κεῖται πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς κοινωνίας καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν σωμάτων καὶ ταγμάτων εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι διαπεπιστευμένη ἡ διαχείρησις τῆς δημοσίας ἐξουσίας. Κατὰ τοῦτο διαφωνῶ ῥιζικῶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει ἰδιαιτέραν ἀπονέμει σημασίαν εἰς τὸ ἔργον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Διαφωνῶ ἐπίσης καὶ πρὸς τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφον κ. Βουρλούμην, ὅστις εἶπεν ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν κράτος, ὅτι πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν κράτος· καὶ ἐπειδὴ πρώτη βάσις τοῦ κράτους εἶναι ἡ δικαιοσύνη πρέπει πρῶτον νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, κύριοι συνάδελφοι, προσωποποιεῖ τὴν κατασταλτικὴν ἐνέργειαν τοῦ κράτους, ἐὰν δὲ χωρίζῃ τι τὰς νεωτέρας ἀντιλήψεις περὶ τοῦ δημοσίου βίου ἀπὸ τὰς παλαιοτέρας, εἶναι ἡ ἀντίληψις ὅτι τὸ νεώτερον κράτος πρέπει νὰ θεμελιωθῇ μᾶλλον ἐπὶ τῆς λειτουργίας τῆς προληπτικῆς ἢ ἐπὶ τῆς κατασταλτικῆς. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἐπόψεως, ἀπὸ τῆς ἐπόψεως ὅτι κατὰ τὰς σημερινὰς κοινωνικὰς ἀντιλήψεις ἡ προληπτικὴ λειτουργία τοῦ κράτους, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖται κυρίως ὑπὸ τῶν ἐκπαιδευτικῶν, ἀστυνομικῶν καὶ ἐν γένει διοικητικῶν ὀργάνων, ἔχει ἴσην ἂν ὄχι μείζονα βαρύτητα εἰς τὸν δημόσιον βίον, εἶπον ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διαφωνῶ καὶ πρὸς τὸν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἔντιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐτόνισεν ὅτι ἡ ἀρχὴ ἡ ἄλλως ὀρθή, τὴν ὁποίαν θέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς πρὸς τοὺς μισθούς, εἶναι ἀρχὴ προσιδιάζουσα ἐξαιρετικῶς εἰς τοὺς δικαστάς, ἡ ὁποία πρέπει ἐξαιρετικῶς νὰ κυρωθῇ κατὰ πρῶτον λόγον ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ αὐτοὶ οἱ λόγοι συντρέχουσι προκειμένου περὶ ὅλων τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Τὴν φράσιν δὲ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ὅτι «τὸ τοῦ δικαστοῦ ἀξίωμα ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἐπιβάλλει εἰς τὸν δι’ αὐτοῦ τετιμημένον οὐ μόνον ἀνεπιλήπτως ἀξιοπρεπῆ τὴν ἐν τῇ κοινωνίᾳ παράστασιν ἀλλὰ καὶ ἀπερίσπαστον πρὸς τὸ καθῆκον ἀφοσίωσιν ἀπηλλαγμένην δηλαδὴ ἀπὸ τῶν παντοίων βιοτικῶν μεριμνῶν.» τὴν φράσιν ταύτην πρέπει, Κύριοι, νὰ τὴν γενικεύσωμεν, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν καὶ πρέπει νὰ ἐπιχειρήσωμεν νὰ πραγματώσωμεν δι’ ὅλους τοὺς κλάδους, διὰ τῶν ὁποίων δρᾷ ὁ δημόσιος βίος διὰ τῶν ὁποίων ῥέει ὁ δημόσιος βίος, καὶ διὰ τοὺς διδασκάλους καὶ διὰ τοὺς χωροφύλακας καὶ ἐν γένει δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους.
§123Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ κλάδων, λάβετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν κορμόν.
§124Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς βελτιώσεως τῶν λειτουργιῶν τοῦ Κράτους διὰ τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν ὅρων τῆς ζωῆς τῶν ὀργάνων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι διαπεπιστευμέναι αἱ λειτουργίαι τοῦ κράτους εἶναι ἀρχή, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ ὄχι τῶν ἀτόμων τῶν διαφόρων δημοσίων ὑπηρετῶν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραγνωρίζωμεν ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῷ τῆς κοινωνίας ὑπάρχει καὶ ἡ ἄλλη ἀρχή· ὅπως μὴ ἐπιβαρύνηται ὑπερμέτρως ὁ λαός, ὅπως μὴ ἐπιβαρύνηται ὑπερμέτρως ὁ κορμός, κατὰ τὴν εὐφυᾶ φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μεϊτάνη. Πρέπει οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι τοὺς ὁποίους ἐξασφαλίζει τὸ κράτος εἰς τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ νὰ εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Δὲν εἶναι προσῆκον θέλοντες νὰ βελτιώσωμεν τὴν δικαιοσύνην χάριν τῆς κοινωνίας, δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαόν. Ἐὰν τύχῃ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν, νὰ ἐπιφέρωμεν ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ, ἐὰν τύχῃ νὰ ἐπιφέρωμεν ἐπιβάρυνσιν τῶν ὅρων τοῦ βίου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὄχι μόνον ἐν τῷ παρόντι ὁ λαὸς θὰ αἰσθανθῇ τὰ βάρη τῆς φορολογίας, θὰ αἰσθανθῇ βαρύτερα τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν ἡ Πολιτεία, ἀλλὰ δημιουργοῦμεν καὶ νέαν αἰτίαν, ὅπως ἐν μέλλοντι οὐχὶ ἀπωτέρῳ ζητηθῇ νέα αὔξησις τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν δικαστῶν καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων, διότι δὲν θὰ δύνανται νὰ ὑπερνικῶσι τοὺς δυσχερεῖς βιοτικοὺς ὅρους, τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους θὰ καταστήσῃ ἔτι μᾶλλον δυσχερεῖς ἀκριβῶς ἡ ὑπὲρ τὸ μέτρον ἐπιβάρυνσις τοῦ λαοῦ διὰ τῆς φορολογίας. Διὰ νὰ κατανοήσητε, κύριοι συνάδελφοι, τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ τὸ ὁποῖον λέγω, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν 2αν παράγραφον τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ δι’ ἄλλους τε λόγους καὶ διότι οἱ μισθοὶ κατέστησαν ἀνεπαρκεῖς ὡς ἐκ τῆς τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν χρειωδῶν τοῦ βίου. Ἐν ἄλλῳ κύκλῳ ἰδεῶν, προκειμένου περὶ ἄλλου νομοσχεδίου, κατέδειξα ὅτι δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβὲς ὅτι τὰ τοῦ βίου χρειώδη ὑπερετιμήθησαν· ἀναγνωρίζω ὅτι εἰδικῶς ἐν Ἑλλάδι ὁ βίος κατέστη δυσχερής, κατέστη ὅμως δυσχερέστερος ὡς ἐκ τῆς αἰσχρᾶς φορολογικῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν. Ἐὰν χωρὶς νὰ μεταβάλωμεν φορολογικὴν πολιτικὴν ἐπιφέρωμεν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ῥίψωμεν τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀντικρύσωσι τὰ ἔξοδα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας, καθ’ ὃν τρόπον μέχρι τοῦδε φορολογικῶς ἐπολιτεύθημεν, εἰς ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης ἢ εἰς ἀμέσους φόρους, τόσον ἀνίσως ἐπιβαλλομένους, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μετ’ ὀλίγα ἔτη, μετὰ δεκαετίαν, διότι καὶ ἡ προηγουμένη αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν πρὸ 10 ἐτῶν ἐγένετο, θὰ εὑρεθῇ πάλιν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσῃ νέαν αὔξησιν, διότι τὰ χρειώδη ἀνετιμήθησαν καὶ τοιουτοτρόπως εἰς τὸ ἄπειρον δι’ αὐτοῦ τοῦ φαύλου κύκλου δυνάμεθα νὰ ζητῶμεν αὐξήσεις καὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν διαρκῶς τὸν λαόν. Εἶπον ταῦτα διὰ νὰ καταδείξω ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν εὑρίσκεται ἐν ἀναγκαίᾳ συναρτήσει πρὸς τὴν ἄλλην ἀρχὴν τοῦ νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται ὁ λαός. Ὅλον λοιπὸν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγείρεται κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, εἶναι ζήτημα οἰκονομικὸν καὶ μᾶλλον ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως δέον νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος ὅτι πρέπει, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη, νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἐγὼ μάλιστα βαίνω, ὡς εἴδετε, καὶ περαιτέρω, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τοῦ μισθοῦ ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι κυρίως ζήτημα οἰκονομικόν, ὀφείλω ὅμως, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, νὰ τονίσω ὅτι ἐν τῇ πολιτικῇ τοῦ κανονισμοῦ τῶν μισθῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρῶτος καὶ θεμελιώδης κανὼν ἀναγνωρίζεται καὶ ἀναγράφεται εἰς ὅλα τὰ ἐγχειρίδια πολιτικῆς ὁ κανὼν ὅτι διὰ νὰ δίδωνται ἐπαρκεῖς μισθοί, ἱκανοποιοῦντες τὸν δημόσιον ὑπάλληλον καὶ καθιστῶντες εἰς αὐτὸν δυνατὴν τὴν ἀφοσίωσιν ἐκείνην τὴν ἰδιαιτέραν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ θέσις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, πρέπει αἱ ὑπαλληλικαὶ θέσεις νὰ μὴ εἶναι περισσότεραι τῶν ὅσας ἀπαιτεῖ ἡ καλὴ διαχείρισις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Τοῦτο εἶναι θεμελιώδης κανὼν καὶ τὸν κανόνα τοῦτον ἔπρεπε νὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅταν ἐσκέφθη περὶ βελτιώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Ἠκούσατε ἀπὸ τὸν ἔντιμον ἐκ Λακωνίας συνάδελφον κ. Κουτούπην ὅτι κατά τινα ὑπολογισμὸν ἡ ἐργασία 32 Ἄγγλων δικαστῶν ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὴν ἐργασίαν 780 Γάλλων καὶ ἀντιστοίχως καὶ Γερμανῶν δικαστῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ἐπεχείρει τὸν περιορισμὸν τῶν δικαστῶν, θὰ ἤμην ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως ἕτοιμος νὰ ἐγκρίνω οἱανδήποτε ἐπαύξησιν μισθοδοσίας, φυσικὰ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀντοχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως τὸν περιορισμὸν τῶν δικαστῶν τὸν ἀφήνει εἰς τοὺς διαδόχους αὐτοῦ. Δὲν ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀληθῶς σοβαρὰ ἀντιμετώπισις τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὑπισχνεῖται ὅτι θὰ περιορισθῶσιν οἱ δικασταὶ βραδύτερον ἀπὸ τοὺς διαδόχους του. Δυνάμεθα, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δεχθῶμεν ὡς σοβαρὰν αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν ἐν μέλλοντι; Παρακαλῶ νὰ ἀναπολήσητε εἰς τὴν μνήμην σας ὅτι προκληθεὶς ὑπ’ ἐνίων συναδέλφων καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργός, ὡμολόγησεν ἄλλοτε οὐχὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸν περιορισμὸν τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ἐν σχέσει πρὸς τὸν περιορισμὸν τῶν δικαστηρίων — οὐσιαστικῶς εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό — ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσεν ἡ ἐπανάστασις, δὲν ἐπεχείρησεν οὐδὲ ὁ ἴδιος νὰ πράξῃ. Ἐὰν λοιπὸν μία Κυβέρνησις ἐρχομένη μετὰ ἐπανάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἰδέα τοῦ περιορισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ τῶν δικαστῶν ἦτο ῥητῶς ἐκπεφρασμένη, ἐὰν μία Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία τιμᾷ σήμερον διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐτόλμησε νὰ εἰσηγηθῇ μέτρον ἐν τῷ συμφέροντι τῆς δικαιοσύνης, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς κοινωνίας, περιορίζον τὰ δικαστήρια, πῶς δύνασθε νὰ περιμένητε ὅτι μεθαύριον θὰ εὑρεθῇ ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ εἰσηγηθῇ τοιοῦτο μέτρον; Ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, κύριοι συνάδελφοι, μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀντιμετώπισε μετὰ τῆς προσηκούσης σοβαρότητος τὸ πράγματι σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα ἢ μᾶλλον δὲν ἀντιμετώπισεν αὐτὸ μετὰ τοῦ προσήκοντος θάρρους. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν ὄψιν τῆς προτεινομένης διαρρυθμίσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔκαμεν εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν ὅτι ἐνῷ πρόκειται περὶ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἑκάστη δὲ ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἔχῃ ἀντίστοιχα ἀντικρύσματα εἰς ἔσοδα, ταῦτα δὲ πάντα εἶναι κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔθηκεν ὑπὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν αἰτιολογικὴν αὐτοῦ ἔκθεσιν τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ. Ἆρά γε δὲν συμμερίζεται τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμούς, τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ ἐὰν τοῦτο συμβαίνῃ, μήτοι συμβαίνει, διότι οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι ἔχουσιν ἐλαχίστην σχέσιν πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην ἢ πρὸς τὴν λογιστικήν; Ἡ σκέψις αὕτη ὀφείλει νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς ὅπως μετὰ μεγαλητέρας προσοχῆς διερευνήσωμεν τὸ διάγραμμα τὸ οἰκονομικόν, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησε μόνος πλέον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου θέλουσιν ἐπιβαρύνει τὸ Κράτος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπολογίζει ταῦτα περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον. Ὑπολογίζει ὅμως τὰ ἔξοδα τὰ ἐκ τῆς αὐξήσεως εἰς ἓν ἑκατομμύριον περίπου χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν δύο τινά, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἐν νῷ προκειμένου νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν μεταβολήν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ πρωτοδῖκαι θὰ καταλαμβάνωσι θέσεις εἰρηνοδικῶν καὶ οἱ εἰρηνοδῖκαι θὰ προάγωνται εἰς πρωτοδίκας. Διὰ τοῦ νόμου τούτου πολλαπλασιάζονται οἱ εἰρηνοδῖκαι ἢ μᾶλλον πολλαπλασιάζεται ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν εἰρηνοδικῶν. Δὲν θὰ εἶναι οἵα δηλοῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ θὰ εἶναι κατ’ ἀνάγκην ἴση πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν πρωτοδικῶν. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην ἐντεῦθεν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει περιλάβει εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τί ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ αὕτη; Δὲν δύναμαι προχείρως σήμερον νὰ εἴπω.
§125Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ἔχω ὑπολογίσει. Εἰς 1,660,000.
§126Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ ἑξῆς σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης δὲν ἔχει λάβει ὑπ’ ὄψιν του, οὔτε τονίζει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει του ὁ κ. Ὑπουργὸς — δὲν εἰξεύρω δὲ ἂν ἐτονίσθη ἀπὸ ἄλλον τινὰ τῶν ῥητόρων — εἶναι ἡ αὔξησις, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰς συντάξεις. Δὲν ἔχω κάμει τὸν ὑπολογισμὸν διὰ νὰ ἴδω πόση θὰ εἶναι ἡ αὔξησις αὕτη.
§127ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ ὑποβληθῇ τροπολογία σχετικὴ μὲ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγετε.
§128Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ συμβαίνῃ δὲ καὶ τοῦτο ἀκόμη Ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις κατὰ τοὺς κειμένους νόμους οἱ δικασταὶ λαμβάνουσιν ἀποχωροῦντες ὁλόκληρον τὸν μισθὸν καὶ ἡ διάταξις δὲ αὕτη θὰ ἰσχύσῃ.
§129ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ τῆς συντάξεως θὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τέως ἰσχύοντος μισθολογίου.
§130Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ τώρα μᾶς τὸ λέγετε· δὲν τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὥστε ἐγὼ εἶμαι λίαν δεδικαιολογημένος ὑποβάλλων αὐτοὺς τοὺς ἐνδοιασμούς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§131ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ σᾶς πληροφορήσω περὶ τοῦ πράγματος, διότι ἔχω συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ ὑποβληθῇ σχετικὴ τροπολογία.
§132Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἕως τώρα, εἴδομεν, Κύριοι, τὰς δαπάνας. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ δεύτερον σημεῖον, τὸ τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων, διορθοῦται τὸ πρᾶγμα συμφώνως πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον παραμένει ἀκεραία ἡ παρατήρησίς μου ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀντικρύσωμεν ὄχι 1.000000, ἀλλὰ ἀναντιρρήτως μεγαλύτερον ποσόν. Αὐτὸ παραμένει ἀδιάσειστον. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ ἔσοδα, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ ἀντικρύσματα, τὰ ὁποῖα προβλέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ νόμου τῆς καταψηφίσεως εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτὰς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι θέλει εἰσπράξει ἐξ αὐτῶν ἔσοδον 160,000. Οἱ σχετικοὶ ὑπολογισμοὶ ὅμως μοὶ φαίνεται καὶ ἐκ τῆς ὁμολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ἔχουσι γίνει προχείρως, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναί τις ἀσφαλὴς εἰς τὸ ποσὸν τῶν 160,000. Δυνατὸν νὰ σφάλληται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἴτε ἐπὶ πλέον εἴτε ἐπὶ ἔλαττον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δεχθῶμεν τὴν αὔξησιν ταύτην δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, συγχρόνως ἐψηφίσθη καὶ ἕτερος νόμος, ὅστις ηὔξησε τὸ προσωπικὸν τῶν ἐμμίσθων κλητήρων, ηὔξησε δὲ συνάμα καὶ τὸν μισθὸν αὐτῶν, καὶ ὑπελογίσθη τὸ ποσὸν τῆς ἐντεῦθεν ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς δρ. 110,000. Δὲν ἔχομεν ἀπολογισμὸν ὑπ’ ὄψιν διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν δὲν εἶναι καὶ περιπλέον. Πάντως ὅμως αἱ 110,000 εἶναι θετικαί, τότε δὲ ἐθεωρήθη ὅτι θὰ ἐκαλύπτοντο ἐκ τοῦ ἐσόδου τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ 110,000 αὐταὶ εἶναι δίκαιον νὰ ἐκπέσωσιν ἐκ τῶν 160,000 καὶ θὰ μείνωμεν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μὲ μόνον 50,000. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα δύο ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προβλέπει ὡς ἀντίκρυσμα ὁ κ. Ὑπουργός, ὑπολογίζονται τόσον μικρὰ (40+80 χιλ.=120, 000) ὥστε δὲν ἀξίζει νὰ γίνῃ λόγος περὶ αὐτῶν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλο ἔσοδον τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου περισσότεραι θὰ ἐκδίδωνται ἀποφάσεις.
§133Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φαινομενικόν.
§134Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ἔσοδον τοῦτο τὸ θεωρῶ καὶ ἐγώ, κύριε συνάδελφε, φαινομενικόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν στηρίζεται ἐπὶ δεδομένων τοιούτων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῶσι δι’ ἀριθμῶν. Ἔχομεν περαιτέρω τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἔσοδον νόμιμον τοῦ Κράτους· τοῦτο εἶναι ἔσοδον, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει ὑποβάλει ἓν νομοσχέδιον, ἐλπίζων ὅτι θέλει ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐλπὶς ὅμως εἶναι φρούδη, διότι ἂν καὶ πρὸ ἑνὸς ἔτους ἔχει ὑποβληθῆ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοσαύτη ὑπῆρξε ἡ κατ’ αὐτοῦ καταφορὰ μεταξὺ τῶν κύκλων τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε δὲν ἐτόλμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὀρθὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ στηρίζῃ τοὺς ὑπολογισμούς του ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ τύχη εἶναι λίαν ἀμφίβολος. Ἐὰν θέλῃ διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ δεσμεύσῃ ἡμᾶς εἰς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐννοῶ νὰ δεσμεύσω τὴν ψῆφόν μου προκαταβολικῶς, ὥστε νὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν ὅτι θὰ ἐγκρίνω τὴν ψήφισιν καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου. Τὸ νομοσχέδιον περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου τὸ θεωρῶ ἄδικον. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα πρὸς εὐρεῖαν συζήτησιν, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς θὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ. Ἤδη συνοπτικῶς λέγω, ὅτι τὸ θεωρῶ ἐντελῶς ἄδικον καὶ καταδικαστέον ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομικῶν ἀρχῶν καὶ δημοσιονομικῆς ἐπιστήμης. Θέλω ἄλλοτε ἀποδείξει εἰς ὑμᾶς ὅτι ἐν τῇ τοιαύτῃ καταδίκῃ ἔχω σύμφωνον αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἄλλοτε ἐδημοσίευσεν, ὅτι εἶναι χειρίστη πρᾶξις τοῦ νομοθέτου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀσκήσῃ φορολογίαν διὰ τῆς δικαστικῆς τοῦ Κράτους ἐξουσίας. Ταῦτα εἶπον πολὺ γενικῶς, διότι δὲν συζητεῖται σήμερον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐνσήμου· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας νὰ θέτητε ἓν μέγα ἐρωτηματικὸν ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ νὰ θεωρήσητε τὸ ἐκ τούτου ἔσοδον ὡς ἀνύπαρκτον. Ἐπίσης καὶ τὸ ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἀγωγῶν ἔσοδον ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἔλθει εἰς συζήτησιν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ θεωρῶ ὡς ἀνύπαρκτον. Μοὶ γεννᾶται ὅμως καὶ μία ἄλλη σκέψις ἐν σχέσει πρὸς τὸ πρῶτον ἔσοδον. Παρατηρῶ μίαν παλιμβουλίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών του ὅτε εἰσῆγε τὸ νομοσχέδιον περὶ καταψηφίσεως εἰς τοὺς μηνυτὰς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, ὅτε ἐζήτει νὰ θεσμοθετηθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τοὺς μηνυτὰς ἔλεγεν ὅτι εἰσηγεῖται τὸ μέτρον τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων διὰ νὰ περιορίσῃ τὰς ψευδεῖς μηνύσεις. Ἐὰν λοιπὸν ἐπιτύχῃ ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ σταματήσωσιν αἱ μηνύσεις καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἔσοδον. Ἐὰν ὅμως ἔχωμεν ἔσοδον, τοῦτο θὰ σημαίνῃ ὅτι ἀπέτυχεν ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος καὶ τότε θὰ ἐνισχυθῶσιν αἱ ἀντιρρήσεις, ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι σήμερον ἀντιστρατεύεται ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὰς ἀρχὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐζήτησε τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Τώρα δι’ αὐτῶν τῶν ἀντιρρήσεων, κύριοι Βουλευταί, θέλω νὰ πολεμήσω τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Πολλοῦ γέ καὶ δεῖ· θέλω νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔχῃ τὸ θάρρος ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ εἰσηγηθῇ μέτρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ καλύπτωσι τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν καὶ νὰ ὑπολογίσῃ τὴν δυνατὴν αὔξησιν τῶν δικαστῶν ἐν συναφείᾳ πρὸς τὰ μέτρα ἐκεῖνα. Τοῦτο καὶ μόνον ἐπιδιώκω.
§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τότε εἶναι εὔθετον νὰ συζητήσωμεν.
§136Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, διότι τότε θὰ εἶναι δεσμευμένη ἡ πλειονοψηφία σας. Τώρα εἶναι καιρὸς ἡ πλειονοψηφία σας νὰ σκεφθῇ καὶ διὰ τὰς οἰκονομικὰς συνεπείας τῶν μέτρων σας. Εἰς τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν δυνάμεθα νὰ παίξωμεν, δὲν δυνάμεθα εἴπωμεν: Τώρα αὐξάνομεν τὸν μισθὸν τῶν δικαστῶν καὶ νὰ διανοίξωμεν εἰς ἐντιμωτάτους ὑπαλλήλους ἐλπίδας οἰκονομικῆς βελτιώσεως τῆς θέσεώς των, ἵνα ἔλθωμεν ἔπειτα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νὰ εἴπωμεν. Τὴν αὔξησιν αὐτὴν τὴν κόπτομεν, διότι πειθόμεθα ὅτι κακῶς ὑπελογίσαμεν τὰς δυνάμεις μας. Πρέπει νὰ προνοήσωμεν νὰ αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἐν τῷ μέτρῳ ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ πράξωμεν καὶ δι’ ἐσόδων σοβαρῶν καὶ σπουδαίων καὶ τὰ ὁποῖα νὰ ἐγγυῶνται, ὅτι πράγματι ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ θὰ βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§137ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§138Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι δυνατόν. Ὑπάρχουσι πόροι ἐὰν φορολογηθῶσιν οἱ οἰκονομικῶς ἰσχυρότεροι. Ἡ φορολογία τοῦ ἐνσήμου βέβαια δὲν θίγει τοὺς ἰσχυροτέρους, ἡ φορολογία τοῦ ἐνσήμου εἶναι ἀδικωτάτη φορολογία, ἡ ὁποία θίγει περισσότερον τὸν πτωχὸν παρὰ τὸν πλούσιον. Τὴν σοβαρὰν μέριμναν περὶ τῶν πόρων τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν αὔξησιν θέλω νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν δύναται νὰ παρακαμφθῇ ἡ ἀξίωσίς μου αὕτη διὰ τῆς ἀντιρρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντέταξε κατ’ ἄλλου ῥήτορος προχθὲς εἰπὼν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἀνεχθῇ τὴν ἐπιβάρυνσιν, διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἀγρόται ζητοῦσι τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν βεβαιώσω, ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶδον χιλιάδας καὶ μυριάδας ἀγροτῶν ὄχι ὅπως αὐτὸς ἐκ τοῦ μακρόθεν ἀλλ’ ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ συνωμίλησα μετ’ αὐτῶν οὐδέποτε ἤκουσα τοιαύτην ἀξίωσιν.
§139Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τοὺς ἀγρότας ἐνδιαφέρει ἀγροτικὴ ἀσφάλεια.
§140Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐὰν θελήσωμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἴσως ἀνταποκρίνεται περισσότερον εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἀγροτῶν ἡ ὕπαρξις καλῶν δικαστῶν, ἐὰν τοιοῦτό τι ἐνόησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὅτι πρωτίστως ἡ βελτίωσις τοῦ μισθοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν ἐνδιαφέρει τοὺς ἀγρότας. Διὰ τοὺς ἐφέτας καὶ τοὺς ἀρεοπαγίτας μετὰ τὴν νομοθέτησιν τοῦ ἀνεκκλήτου τῶν ἀποφάσεων μέχρι ποσοῦ 1000 δραχμῶν δὲν ἐνδιαφέρονται οἱ ἀγρόται· ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ πρωτοδίκης τοὺς ἐνδιαφέρει καὶ αὐτῶν κατὰ πρῶτον λόγον εἶναι ἀναγκαία ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ. Ἀλλὰ τοὺς ἀγρότας τοὺς ἐνδιαφέρει, ὅπως καὶ ὁ κ. ἐκ Λακωνίας συνάδελφος παρετήρησεν, ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ ἀγροτικὴ ἀσφάλεια. Διὰ τὸν ἀγρότην δὲν ὑπάρχει Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ὡς παρετηρήθη ἄλλοτε εἰς τὸν ἀείμνηστον Ὄθωνα, διὰ τὸν ἀγρότην Βασιλεὺς εἶναι ὁ χωροφύλαξ καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων, ἡ βελτίωσις τοῦ μισθοῦ ὅλων ἐν γένει τῶν μικρῶν ὑπαλλήλων εἰς τὰς ἀγροτικὰς περιφερείας, αὐτὴ ἐνδείκνυται πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῶν ἀγροτικῶν. Ἀλλ’ ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων σημείων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κάμωσιν ἐντύπωσιν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὸ ὁποῖον ἤδη ἐτονίσθη ἀπὸ ἄλλους ῥήτορας, εἶναι καὶ τοῦτο: Θέλομεν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν καὶ ἔστω ὅτι ἐμετρήσαμεν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, διατί δὲν εἰσάγομεν ἀμέσως σήμερον τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν κρίνομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν; Δὲν εἶναι ἀνδρικὸν ἐκ μέρους μιᾶς Κυβερνήσεως νὰ διανοίγῃ ἐλπίδας εἰς τοὺς δικαστὰς καὶ νὰ μεταρρίπτῃ τὸ βάρος τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐλπίδων τούτων εἰς χρόνον μέλλοντα, εἰς χρόνον εἰς τὸν ὁποῖον δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ βεβαιώσῃ ὅτι θὰ εἶναι αὐτὴ ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἄλλη διάδοχος αὐτῆς.
§141Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Εἰς ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους ὁ μισθὸς αὐξάνει κατὰ πενταετίαν.
§142Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ἐπροσέχετε εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου δὲν θὰ ἐκάμνετε τὴν ἄσχετον παρατήρησίν σας, κ. Πέρρε. Κύριοι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σοβαρῶς σκέπτεται τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, δὲν θὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ ψηφίσωμεν ταύτην, ἀρκεῖ ὅμως νὰ πεισθῶμεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τούτων ἔχει μελετηθῆ καὶ δὲν εἶναι ὑπὲρ τὸ μέτρον ἐπαχθὴς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· ἀρκεῖ ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νομίζει ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ μέχρι τοῦ Α ποσοῦ ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν καὶ πείθεται ὅτι δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς αὐξήσεως ταύτης, ἀνδρικῶς φερομένη νὰ λάβῃ τὸ θάρρος εἰς τὸν παρόντα προϋπολογισμὸν νὰ παρουσιάσῃ ὁλόκληρον τὴν αὔξησιν καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς αὐξήσεως ταύτης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἔχῃ τις ἀκόμη νὰ παρατηρήσῃ γενικῶς ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὅτι ἡ ἰδιαιτέρα στοργή, διὰ τῆς ὁποίας περιβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοὺς ἀνωτάτους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη. Οὐχὶ ἀναλόγως τῆς θέσεως αὐξάνουν καὶ αἱ ἀνάγκαι τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν λειτουργῶν τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ μεγαλύτεραι ἀνάγκαι ὑπάρχουν ἴσως εἰς τὰς μικροτέρας θέσεις, ἐκεῖ δὲ πρέπει κατ’ ἀναλογίαν νὰ γίνωσιν αἱ αὐξήσεις μεγαλύτεραι. Θὰ ἐθεώρουν μάλιστα ὅτι καὶ προσκρούει πως καὶ εἰς τὴν ἱεραρχίαν, ἐὰν ὁ πρόεδρος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου λαμβάνωσιν 900 δραχμὰς κατὰ μῆνα, εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λαμβάνει 800 δραχ. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη στοργὴ ἐπιδεικνύεται εἰς τοὺς ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους δὲν ἐπιδεικνύεται ἡ ἀντίστοιχος στοργὴ εἰς τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους. Οὐδαμῶς δικαιολογεῖται ἡ κατάργησις τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπόκεινται εἰς μεταθέσεις. Οἱ ἀρεοπαγῖται δὲν ὑπόκεινται εἰς μεταθέσεις, διατί καταργοῦνται τὰ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα τῶν πρωτοδικῶν; Δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον αὐτό. Ἐμὲ δὲν μὲ ἔπεισεν ἡ αἰτιολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει. Παρατηρῶ ἐπίσης ὅτι διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν εἰσαγγελιῶν οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται, διότι βεβαίως δὲν εἶναι πρόνοια τὸ νὰ ἀφήνεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν εἰσαγγελέων νὰ κανονίζεται ὁ μισθός των ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος περισσεύματος καὶ ἐκ τοῦ κονδυλίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγράφῃ ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Οἱ κατώτεροι δὲ ὑπάλληλοι τῶν εἰσαγγελιῶν, ὡς γνωρίζετε οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοί, εἶναι μεγίστης σημασίας διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἐκ τῆς ἐντιμότητος αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἡ τιμὴ καὶ ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν πολὺ περισσότερον ἢ ἐκ τῆς ἐντιμότητος καὶ αὐτῶν τῶν ἀνακριτῶν ἢ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων.
§143Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πληρώνεται κατ’ ἀποκοπήν, πρέπει νὰ γίνῃ νόμος.
§144Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ τί ἄλλο κάμνομεν τώρα παρὰ συζητοῦμεν περὶ νόμου; Ἀφοῦ ἐπιλαμβανόμεθα τῆς αὐξήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 2,000,000, βεβαίως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ τὸ ἐσκέφθη πολὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ πεισθῇ νὰ ἐπιφέρῃ αὐτὴν τὴν αὔξησιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ ὀλίγον χρόνον, ὅπως βελτιώσῃ καὶ τὴν θέσιν τῶν κατωτέρων ὀργάνων, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ οἱ ἀληθινοὶ βιοπαλαισταὶ καὶ τὰ ὁποῖα δικαίως ἀξιοῦν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ τύχωσι μεγαλητέρας στοργῆς ἢ ὅσην δεικνύει πρὸς αὐτοὺς ὁ κ. Ὑπουργός.
§145Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἀξιοπρεπείας.
§146Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ κατώτερον προσωπικὸν ἔχει πολὺ μεγαλητέραν ἀνάγκην τῆς προστασίας τῆς Πολιτείας καὶ ἐκ τῆς ἐντιμότητος αὐτοῦ ἐξαρτῶνται πολὺ περισσότερον τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν ἢ ἐκ τῆς ἐντιμότητος τῶν δικαστῶν. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ποτὲ δικαστήν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἔντιμος· ἀλλ’ εἶναι ἀληθινὸς ἡρωϊσμὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐπιδεικνύουν καθ’ ἑκάστην τὰ κατώτερα ὄργανα τῶν δικαστηρίων κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ὑπηρεσίας ἥτις στοιχίζει εἰς αὐτὰ κόπους ἀπείρους καὶ ἥτις ὅμως ἀμείβεται γλισχρότατα. Ἐὰν δὲ συνέβησαν καί τινα κρούσματα, σπάνια κρούσματα, ὡς συνέβησαν εἰς τὸ παρελθόν, οὐχὶ ἐντίμου διαχειρίσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ, βεβαίως τοῦτο συνέχεται μὲ τὸν τρόπον τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, περὶ τῆς θεραπείας τοῦ ὁποίου ὅμως οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θελήσῃ νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῶν, ἵνα ἴδωμεν πῶς δυνάμεθα νὰ ἀπολήξωμεν εἴς τι πρακτικῶς δυνατόν, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι καὶ πρακτικῶς ὠφέλιμον, διότι πιστεύσατε ὅτι, ἐὰν καὶ πάλιν κάμωμεν τὸ λάθος νὰ ψηφίσωμεν αὔξησιν ἐπιβαρύνοντες ὑπερμέτρως τὸν προϋπολογισμὸν θὰ ἔλθῃ πάλιν Κυβέρνησις, ὡς συνέβη ἐν ἔτει 1892, ἡ ὁποία θὰ καταργήσῃ τὴν αὔξησιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἀγαπῶμεν καὶ ὅλοι συμπονοῦμεν. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοιαῦτα ζητήματα νὰ παίζωμεν· ὅ τι ἀποφασίζομεν, πρέπει νὰ εἶναι ἀπόρροια σοβαρᾶς σκέψεως καὶ νὰ ἀποκρυσταλλωθῇ εἰς νόμον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ συμβῇ, ὅ τι συνέβη κατὰ τὸ παρελθόν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ καταργηθῇ ἀμέσως ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν.
§147Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εὐχάριστον, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, τὸν ἔχοντα ἀσάλευτον τὴν ἰδέαν ὅτι αἱ εὐθηνὰ πληρωνόμεναι ἐργασίαι εἶναι αἱ χειρότεραι κατὰ τὸ ποιὸν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, εἶναι εὐχάριστον λέγω, ὅτι ὁμόθυμος ἡ Βουλή, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων τάσσεται ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤχθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν πολεμοῦσιν αὐτὸ κατὰ βάσιν, τείνουσιν ὅμως νὰ πολεμήσωσι τὸ νομοσχέδιον ἐκ τοῦ πλαγίου, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισίς του, ἀναβολὴ δὲ τῆς ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἰσοδυναμεῖ πρὸς ματαίωσιν αὐτοῦ διὰ χρόνον μέγαν. Αἱ ἀντιρρήσεις συνίστανται εἰς τὰ ἑξῆς, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἠδυνήθην νὰ παρακολουθήσω τὰς ἀγορεύσεις τῶν κυρίων συναδέλφων. Ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις τινὲς ὡς πρὸς τὸ σύστημα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας, αἱ ἀντιρρήσεις δὲ αὗται θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ ὑποστηριχθῶσι ζωηρῶς, ἂν δὲν ἠδύνατο κατ’ αὐτῶν ἐπαρκῶς νὰ ἀντιταχθῇ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ γίνῃ ῥιζικωτέρα συστηματοποίησις, καλλιτέρα τις διευθέτησις τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν, ἐφόσον δὲν εἶναι δυνατόν, κατὰ ταύτην τὴν στιγμήν, νὰ λάβωμεν μέριμναν γενικωτέραν περὶ λογικωτέρας τακτοποιήσεως τῶν μισθῶν πάντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ὑπῆρξεν ἄλλη ἀντίρρησις, ὅτι ἐξ ἴσου ὅπως ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωσιν οἱ δικαστικοὶ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν αὐτῶν, καὶ ὅπως ἔχομεν ἡμεῖς τὸ καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν αὐτῶν, ἐξ ἴσου ὑπάρχει δικαίωμα καὶ καθῆκον διὰ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, ὑπῆρξε δὲ καὶ ζωηρὰ ὑπόδειξις ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν ἄλλοθεν, ἐξ ἄλλων ὑπαλληλικῶν τάξεων, τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν. Κατὰ τῆς ἀντιρρήσεως ταύτης ἠδύνατό τις, Κύριοι, νὰ ἀντιτάξῃ ἀνενθυμούμενος λίαν ἐπικαίρως τὴν παροιμίαν τοῦ μεταφυσικοῦ ὄνου τοῦ asinus metaphysicus. Γνωρίζετε πάντες τὴν παροιμίαν τοῦ μεταφυσικοῦ ὄνου...
§148Γ. ΠΩΠ. Ὄχι τοῦ Κυπρίου ὄνου γνωρίζομεν.
§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους ὁ μεταφυσικὸς ὄνος ἔχει τὸ ἄχυρον καὶ ἀπὸ τοῦ ἑτέρου τροφήν, ἐσκέπτετο δ’ ἐπὶ μακρὸν καὶ ἀμφεταλαντεύετο ἂν ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸ ἓν ἢ ἀπὸ τὸ ἄλλο καί, εὑρισκόμενος ἀμφίρροπος, πόθεν νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸ ἓν ἢ ἀπὸ τὸ ἄλλο εἶδος τροφῆς, ἐδέησε ν’ ἀποθάνῃ τῆς πείνης. Ἐὰν θελήσωμεν ν’ ἀρχίσωμεν τὴν αὔξησιν ἀπὸ τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν εὑρίσκομεν πολεμίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν στρατιωτικῶν, τῶν χωροφυλάκων ἢ ἄλλων τινῶν ὑπαλλήλων, ὅταν δὲ θὰ εἰσαγάγωμεν νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τούτων, θὰ εὕρωμεν ἀντιθέτους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοὺς δικαστὰς καί, ἀμφιταλαντευόμενοι ὁποτέραν τῶν προθέσεων τῶν δύο ὁμάδων νὰ ἀκολουθήσωμεν, θὰ τελειώσωμεν νὰ μὴ αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν οὐδενὸς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Ἐδέησεν ἐπὶ τέλους νὰ γίνῃ μία ἀρχὴ καὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης, ὅταν δὲν ἀποκρύπτηται ἀπὸ οὐδένα ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ καὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, κατὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης δὲν ἔπρεπε νὰ ἀντιτάσσηται ἀντίρρησις, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀρξώμεθα ἀπὸ τῶν δικαστικῶν ἀλλ’ ἀπὸ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὅλοι ἀνομολογοῦμεν καὶ θὰ ἦτο μία ἐπανάληψις πράγματος πολλάκις ἐπαναληφθέντος ὅτι τὸν δικαστὴν πρέπει νὰ θάλψωμεν ἰδιαζόντως, διότι ἐπὶ τὸν δικαστὴν καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ βασίσωμεν καὶ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἀκριβῆ λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας ὅλων τῶν ὑπαλλήλων. Θέλετε νὰ ἔχητε καλοὺς ἀστυνομικούς; Ἐὰν οἱ ἀστυνομικοὶ παραβῶσι τὸ καθῆκόν των, εἰς τὸν δικαστὴν θὰ τοὺς παραπέμψητε. Θέλετε νὰ ἔχητε καλοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους; Ἂν οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι φανῶσι καταχρασταὶ ἢ ἄλλως πως παραβάται τοῦ ποινικοῦ νόμου εἰς τὸν δικαστὴν πάντοτε θὰ τοὺς παραπέμψητε. Θέλετε νὰ ἔχητε οἱονδήποτε κλάδον καλῶς κατηρτισμένον; Ἂν δὲν ἔχητε δικαστὰς καλοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι θὰ ἔχητε κανένα ἄλλον κλάδον καλῶς λειτουργοῦντα. Εἶναι ἐπιβεβλημένον λοιπὸν ἐντεῦθεν νὰ ἀρχίσωμεν, ἀφοῦ, ὡς καὶ ἐν τῇ εἰσηγήσει τῆς ἐπιτροπῆς εἶπον καὶ ἀπέδειξα, μισθοδοτεῖται ὁ δικαστὴς ὀλιγώτερον ἐν Ἑλλάδι ἢ εἰς πάντα τὰ ἄλλα Κράτη. Ὑπῆρξε καὶ ἀντίρρησις ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους θέλουσι βαρυνθῆ ὑπερμέτρως, ἐν τῇ ἀντιρρήσει δὲ ταύτῃ ἀνεπτύχθησαν ἄλλαι, μικρότεραι ἢ λεπτομερέστεραι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη, ὑποθέτω ἰδιαιτέρας μνείας περὶ τῆς τυπικῆς ἐκείνης ἀντιρρήσεως, τῆς ἐλλείψεως ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι γνωστὸν τὸ δόγμα τῆς ἀλληλεγγυότητος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὑπῆρξεν εἰδικὴ ἀντίρρησις ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὰ ἀντικρύσματα, τὰ ὁποῖα θὰ καλύψωσι τὴν δαπάνην ταύτην. Ἡ ἀντίρρησις δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι προέρχεται ἐκ συνετῆς προνοίας, ἡ ὁποία θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐπρυτάνευεν ἔκπαλαι ἐν τῇ ῥυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ἡμῶν, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἄν, προβαίνοντες εἰς δαπάνας ὡρισμένας, πάντοτε προενοοῦμεν νὰ ἔχωμεν τὰ κατάλληλα ἀντικρύσματα πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἡ πρόνοια αὕτη δὲν πρέπει ποτὲ νὰ εἶναι ἡ ἁπλῆ, πρωτογενής, μικρολόγος πρόνοια τοῦ οἰκοδεσπότου ἢ τοῦ διευθυντοῦ μικρᾶς ἐπιχειρήσεως, ὁ ὁποῖος φροντίζει ὡρισμένην δαπάνην νὰ τὴν καλύψῃ ἀμέσως ἀπὸ ὡρισμένον κέρδος. Ἡ πρόνοια αὕτη τῶν Κρατῶν εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι πρόνοια γενικωτέρα, ἡ πρόνοια τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει. Θὰ κριθῇ ἄρα ὅταν θὰ κριθῇ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνηται ἐπὶ ἑκάστου ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Θὰ κριθῇ ἅπαξ διὰ παντός, θὰ κριθῇ ἐκεῖ ὅπου θὰ παρουσιασθῶσιν οἱ πόροι, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι τὰ ἔσοδα καὶ θὰ καλύψωσι τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας παρουσιάζουσι τὰ διάφορα κυβερνητικὰ σχέδια. Τὰ νομοσχέδια τίθενται, ὅπως συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμός, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τῶν ὑπαρχόντων καὶ ἐκείνων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν διοικητικήν, τὴν δικαστικήν, τὴν στρατιωτικήν, τὴν ἐκπαιδευτικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐν καιρῷ θὰ παρουσιάσῃ καὶ τὴν φορολογικὴν αὐτῆς πολιτικήν, καὶ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην θὰ κριθῇ ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα κεκριμένη, μετὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἥτις θὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔσοδα τὰ χρησιμεύοντα εἰς ἀντίκρυσμα τῶν δαπανῶν ἐκείνων. Ἐὰν δὲν ἐπιδοκιμασθῇ, ναυαγεῖ ὅλη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δίκαιον βεβαίως πρὸς ἀποσόβησιν παντὸς φόβου, οὐχὶ ἀδικαιολογήτου ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος, νὰ ὑπάρξῃ πρόνοια, ὅτι δὲν θὰ παρουσιασθῇ χάσμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ αὕτη εἶναι πρόνοια περισσή, τῆς ὁποίας αἱ λεπτομέρειαι δὲν δύνανται νὰ σταθμισθῶσιν ἐπὶ βάσεως ἀσφαλοῦς, ἐὰν γένηται προκαταβολικὴ κρίσις τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἀντίθετον ἤθελεν ἀνατρέψει τὰ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα κρατοῦντα καὶ τὸν Κανονισμὸν ἡμῶν ἔτι, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρίσαμεν ὡρισμένην ἡμέραν διὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν κρίσιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπῆρξεν ἄλλη ἀντίρρησις, ὅτι ἡ δαπάνη ἔσται πολὺ μεγαλητέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία προϋπολογίζεται, ἡ δὲ ἀντίρρησις αὕτη συνδυαζομένη μὲ τὴν ἀντίρρησιν τῆς ἐλλείψεως τοῦ ἀντικρύσματος, τοῦ ἀντικρύσματος τοῦ μνημονευομένου, ὅπως εἶπον, ἐκ περισσῆς προνοίας ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀντίρρησις, λέγω, αὕτη ἐστηρίζετο εἰς τοῦτο, ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς παρ’ ἡμῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ πρωτοδίκαι καταλαμβάνουσι τὰς θέσις τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ συνεπῶς αὐξάνει ἡ μισθοδοτικὴ δαπάνη. Φαίνεται εὔλογος ἡ ἀντίρρησις καὶ ἀναμφισβητήτως θέλει παραχθῆ αὔξησίς τις, ἀλλ’ οὐχὶ ἡ κολοσσιαία αὔξησις, τὴν ὁποίαν ἤκουσα ψιθυριζομένην, οὐχὶ αὔξησις ἑκατομμυρίου. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐγένετο ἵνα ὑπάρξῃ ὡς πάγιος νόμος. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐγένετο, διότι ἐλέχθη, καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ, τὸ ἐναντίον, ὅτι ἔπρεπεν ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη νὰ ὑψωθῇ, ὅτι ἔπρεπεν ὁ εἰρηνοδίκης νὰ καταστῇ ἄξιος τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ὁ ὑψηλὸς αὐτὸς θεσμὸς ἔχει· διὰ νὰ ὑψωθῇ δὲ ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη ἔπρεπε νὰ συνηθίσῃ ὁ χωρικός, ὁ ἀγρότης, ὁ πολίτης, ὁ καταφεύγων εἰς τὸν εἰρηνοδίκην νὰ μὴ βλέπῃ αὐτὸν μὲ τὸ ὄμμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἔβλεπε μέχρι τοῦδε τὸν ἁπλοῦν, πιεζόμενον εἰρηνοδίκην, πρὸς τοῦτο δὲ ἡ παράστασις τοῦ πρωτοδίκου ἤθελεν ἀναμφισβητήτως συντελέσει ψυχολογικῶς πρὸς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ θεσμοῦ καὶ ἤθελε προσελκύσει εἰς τὸν κλάδον τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προσέλθωσιν, ἵνα σὺν τῷ χρόνῳ κατορθωθῇ νὰ ἀρθῇ ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της καὶ κατορθωθῇ νὰ γίνῃ ὁ πρῶτος βαθμὸς τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, ὁ εἰσερχόμενος δὲ ἐκεῖ νὰ προσδοκᾷ νὰ φθάσῃ μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς θέσεως τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ νόμος λοιπὸν εἶναι προσωρινὸς καὶ ταχέως θέλει ἐπέλθει ἡ ὁριστικὴ ῥύθμισις τῶν κατὰ τὸν θεσμὸν τῶν εἰρηνοδικῶν, ὥστε νὰ καταστῇ περιττὸς ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μικρὰν δαπάνην ἐπί τινα ἔτη θέλει ἐπιφέρει. Ἀλλ’ ἀπέναντι τούτου δὲν πρέπει νὰ παροραθῇ ἕτερόν τι· δὲν πρέπει νὰ παροραθῇ ὅτι ἡ μικρὰ ἐκείνη αὔξησις, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς μεταθέσεως πρωτοδικῶν εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, θὰ καλυφθῇ ἄλλοθεν. Δὲν πρέπει νὰ παροραθῇ ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἐμετριάσαμεν τὸ ἐκκλητὸν τῶν ἀποφάσεων, ὄχι μόνον διὰ τὰς προδικαστικὰς ἀποφάσεις, ὅπου σχεδὸν ἐξέλιπεν ἡ ἔφεσις, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ὁριστικὰς ἀποφάσεις, ὅπου περιωρίσθη. Ἐψηφίσαμεν καὶ ἄλλους νόμους διὰ τῶν ὁποίων περιωρίσαμεν τοὺς λόγους τῆς ἀναιρέσεως. Τεθέντων τούτων ποῖον ἕπεται φυσικὸν καὶ ἀναγκαῖον συμπέρασμα; Ἔπεται τοῦτο, ὅτι αἱ ἐφέσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐκδικάζωσιν οἱ ἐφέται καὶ αἱ ἀναιρέσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐκδικάζωσιν οἱ ἀρεοπαγῖται, θὰ εἶναι ὀλιγώτεραι κατὰ πολύ· καὶ ἕτερον ἄμεσον συμπέρασμα, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν ἀρεοπαγιτῶν θέλει περιορισθῆ· θὰ ἔχητε ἐν τῷ μέλλοντι ὀλιγωτέρους ἐφέτας, ὀλιγωτέρους ἀρεοπαγίτας, θὰ πληρώνητε ὀλιγώτερα καὶ ἡ οἰκονομία ἡ ἐντεῦθεν ἐπερχομένη ἀναμφισβητήτως, θὰ καλύψῃ τὴν μικρὰν δαπάνην, ἡ ὁποία προσωρινῶς θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς μεταθέσεως τῶν Πρωτοδικῶν...
§150ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ χαρτόσημον ἐλαττοῦται διαρκῶς.
§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ αὐξάνωσι πάντοτε τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου. Ἂν θέλητε νὰ κάμω τὴν παρέκβασιν αὐτὴν διὰ νὰ σᾶς ἐξαγάγω τῆς πλάνης, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὅταν ἀποκαταστήσητε τὴν δικαιοσύνην, ἀκεραίως καὶ ταχέως λειτουργοῦσαν, βεβαίως θὰ ἔχητε περισσοτέραν κατανάλωσιν χαρτοσήμου, διότι αἱ συναλλαγαὶ δὲν κινοῦνται, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ δικαιοσύνη· ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ δανείσωσι, θέλουν νὰ συνεταιρισθῶσι, θέλουν νὰ συναλλαγῶσι καὶ δὲν δύνανται νὰ προέλθωσιν εἰς τοιαύτας συμβάσεις, διότι ἔχουσι μέγαν φόβον ἐκ τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης. Ἅμα λοιπὸν ἐξυψώσητε τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἐμπνεύσητε εἰς τὰ κεφάλαια τὴν ἐμπιστοσύνην ἐπ’ αὐτήν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι θὰ ἴδητε τὰ ἔσοδα τὰ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου αὐξανόμενα, καὶ οὐχὶ μειούμενα, ὡς νομίζετε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, κατ’ ἐμέ, ἀμφίβολον, ὅτι, ὡς ὑποδεικνύεται ἤδη ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὡς βλέπω, ὑπὸ στοιχεῖον Β. τοῦ πέμπτου κεφαλαίου αὐτῆς περί τινος ἀναλογικῆς φορολογίας τῶν ἀγωγῶν, θὰ χρησιμεύσῃ ἡμέραν τινά, οὐχὶ ἀπωτέρω κειμένην, ὡς βάσις, ὅπως μεταρρυθμισθῇ, καθὼς παρετήρησε καὶ ὁ κ. συνάδελφος Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἐπὶ τὸ δικαιότερον καὶ λογικώτερον καὶ ἀναλογικώτερον ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου, παρ’ ἡμῖν. Διότι, ὡς εἶναι σήμερον ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀποδίδωνται πρὸ πάντων ἐκ τῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα ἔρχονται εἰς τὴν Δικαιοσύνην ἢ εἰς τὴν συναλλαγὴν ἀπὸ τοὺς πλουσιωτέρους. Γνωρίζετε οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν, εἴτε ἐκ πείρας εἴτε ἄλλοθεν, ὅτι σήμερον ἡ δίκη εἴτε ἔχει ἀντικείμενον 2 ἢ 3 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, εἴτε 800 μόνον δραχμὰς θέλει τὰς αὐτὰς δαπάνας εἰς τέλη χαρτοσήμου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι λογικὸν καὶ βεβαίως δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν περὶ ἐπιπτώσεως τῶν φόρων εἰς τοὺς δυναμένους νὰ παράσχωσιν αὐτούς. Κατὰ συνέπειαν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν βέβαιον ὅτι τὸ ὑποδεικνυόμενον ἐν τῇ ἐκθέσει δὲν εἶναι ἕτερόν τι ἢ μία ἀρχὴ περὶ δικαίας καὶ ἀναλόγου ῥυθμίσεως τοῦ φόρου περὶ χαρτοσήμου, ὅστις κατὰ τοιοῦτον τρόπον ῥυθμιζόμενος δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποδώσῃ πολλῷ πλείονα.
§152Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι εὐχερὴς τοιαύτη μεταρρύθμισις;
§153Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ ἡμέτερον Κράτος θὰ ἔλεγον ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀδύνατος, ἀρκεῖ νὰ πιστεύσητε ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐντεῦθεν αὔξησις, θὰ ἀποταθῆτε δὲ εἰς ἀνθρώπους γνωρίζοντας τὰ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, γνωρίζετε δὲ καὶ ἐκεῖνοι γνωρίζουν κάλλιον ὑμῶν, πόσην ἀπόδοσιν ἔδωκε τοιαύτη μεταρρύθμισις ἐν Γερμανίᾳ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀποβλέψωσιν εἰς τὰ ἀλάθητα πορίσματα τῆς πείρας. Προεβλήθησαν ἐπίσης ἀντιρρήσεις καὶ ὑπεβλήθησαν ὑποδείξεις πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ μισθοῦ ἄλλων ὑπαλλήλων, δικαστικῶν καὶ ἐκείνων, ὅτι ἔπρεπε νὰ μισθοδοτηθῇ ἀναλόγως καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν γραφείων τῶν εἰσαγγελιῶν καὶ ἄλλη ἀντίρρησις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μισθοδοτῶνται, καθ’ ὃν τρόπον τὸ νομοσχέδιον ὑποδεικνύει, οἱ ἀνώτεροι δικαστικοί, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς κατωτέρους. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἀντίθετον σκέψιν. Γνωρίζομεν πάντες πόσον γλίσχρως ἀμείβονται οἱ γραμματεῖς τῶν εἰσαγγελιῶν. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῶν γραφείων τῶν Δικαστηρίων δύναται νὰ βλάψῃ, ἔχω ὅμως τὴν ἰδέαν, καὶ σεῖς βεβαίως τὴν αὐτήν, ὅτι τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῶν γραφείων τῶν Εἰσαγγελιῶν εἶναι ἀναμφισβητήτως δυνατὸν νὰ βλάψῃ. Πιεζόμενοι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τοῦ καθ’ ἡμέραν βίου, πρέπει νὰ ἔχουν μεγίστην ἀντοχὴν χαρακτῆρος διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἀντιστῶσιν, ὅταν προσέρχηται ὁ κατηγορούμενος, ὁ θέλων νὰ ἀποσοβήσῃ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας του, καὶ θέλῃ νὰ δελεάσῃ, νὰ δωροδοκήσῃ διὰ νὰ ἀποκρύψῃ ἔγγραφα βλαβερὰ δι’ αὐτόν. Σήμερον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ εἰσαγγελέως ἢ ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβουν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι μεγαλύτερον ἢ μικρότερον ποσὸν ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ὡς ἀντίρρησις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ἐν τῇ ὕλῃ τοῦ νομοσχεδίου. Ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ὑπὸ πνεῦμα ὑποδείξεως, παρακλήσεως ἢ ἀξιώσεως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τάχιστα εἰσαγάγῃ καὶ νόμον περὶ ὀργανώσεως τῆς τάξεως τῶν ὑπαλλήλων τῶν Εἰσαγγελιῶν τοῦ Κράτους, διότι ὡς εἶναι γνωστόν, δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ὀργανώνῃ τελείως τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Ἡ ἄλλη δὲ ἀντίρρησις, ὅτι πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ οὐχὶ τῶν ἀνωτέρων, νομίζω ὅτι καταπίπτει ἀφ’ ἑαυτῆς ὡς ἀντικειμένη εἰς πᾶσαν πεῖραν. Ὁ νέος δικαστὴς πολὺ ὀλίγα ἐκέρδαινεν ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ αὐτοῦ ἐπαγγέλματος, ὡς πάντες γνωρίζετε. Οὐδεὶς δικηγόρος κερδαίνων πολλὰ εἰσέρχεται εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ γλίσχρου τῆς μισθοδοσίας, ἀπορῶ δὲ εἰλικρινῶς, πῶς εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τὰς τάξεις τὰς δικαστικὰς τῆς ἀνωτάτης ἱεραρχίας ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δικηγοροῦντες ἠδύναντο νὰ ἀποκερδαίνωσιν τριπλάσια καὶ τετραπλάσια ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δίδει εἰς αὐτοὺς ἡ Πολιτεία. Δικανικαὶ ἱκανότητες πρώτης τάξεως ἔχοντες παράδειγμα προκατόχων αὐτῶν, τοῦ ἀειμνήστου Ψαρρᾶ, ἠδύναντο νὰ κερδαίνωσιν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ τῆς δικηγορίας δράσει πενταπλάσια καὶ ἑξαπλάσια ἐκείνων τὰ ὁποῖα δίδει ἡ Πολιτεία εἰς αὐτούς.
§154Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἔχουν ἀκόμη σύνταξιν.
§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κατώτερον δικαστικὸν προσωπικὸν εἰσερχόμενον εἰς τὸν δικαστικὸν βίον δὲν αἰσθάνεται μείωσίν τινα ἐκ τῶν ἀπολαυῶν, τὰς ὁποίας εἶχε καθ’ ὃν χρόνον ἐδικηγόρει. Εἰς τὰ πρῶτα ἔτη εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ εἶναι πολὺ μεγάλαι αἱ δαπάναι αὐτῶν· δὲν ἔχουν τὰς οἰκογενειακὰς δαπάνας, ἀλλὰ προχωροῦντος τοῦ χρόνου ἀποκτῶσιν οἰκογένειαν, αἱ δαπάναι αὐξάνουσιν. Πῶς θὰ ἀπαιτήσητε ἀπὸ ἕνα ἐφέτην ἢ ἕνα ἀρεοπαγίτην νὰ ζήσῃ μὲ 400 δραχ. κατὰ μῆνα; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνθέξῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτός; Ὅταν ἐπέλθῃ μία ἀσθένεια τῶν τέκνων του, τίνα παρακαταθήκην θέλετε νὰ ἔχῃ μὲ τὸν μισθὸν τῶν 400 δραχμῶν; Θὰ προσφύγῃ κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν πρῶτον τυχόντα διὰ νὰ δανεισθῇ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ σκεφθῆτε ὅτι θὰ ἀφήσῃ τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ νὰ ἀποθάνῃ· καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης βεβαίως θὰ τριβῇ ἡ ἀξιοπρέπεια ἡ δικαστική. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ μισθοδοτῶνται οὗτοι ἐπαρκῶς ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀρχίζουν αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου νὰ γίνωνται ὀχληρότεραι δι’ αὐτούς. Ἤκουσα καὶ ἄλλην ἀντίρρησιν, Κύριοι, ἤκουσα τὴν ἀντίρρησιν ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν. Εἶναι μία ἀντίρρησις εὔλογος, ἀλλὰ μία ἀντίρρησις ἡ ὁποία δὲν δύναται ἐπίσης νὰ ἀγάγῃ εἰς καταπολέμησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅτι θὰ ἐπέλθῃ περιορισμὸς τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων, τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι πεποίθησις καὶ πεποίθησις ἀδιάσειστος. Οἱ περιορισμοὶ τῶν κακοπίστων ἐφέσεων καὶ ἀναιρέσεων εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μὴ καταλήξουν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικῶν ἐν τοῖς δικαστηρίοις τῶν ἀνωτέρων βημάτων, καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶναι λίαν μελετητέον τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ ἄλλην ὄψιν. Εἶναι βεβαίως δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, δὲν λέγω τῶν δικαστηρίων. Θὰ ἠδύνατο διὰ συνδυασμοῦ τινος νὰ ἐπέλθῃ μία ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστηρίων. Ἡ Ἰόνιος Πολιτεία ἔχει παράσχει εἰς ἡμᾶς τὸ δεῖγμα τοῦτο. Ἡ Ἰόνιος Πολιτεία, μὴ θέλουσα νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν τιμὴν ἀπὸ ὡρισμένας πόλεις νὰ ἔχωσι Πρωτοδικεῖα ἀφῆκεν εἰς αὐτὰς τὰ Πρωτοδικεῖα, ἀλλὰ τὰ κατέστησε μονομελῆ. Εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται καὶ πρέπει κάλλιστα νὰ μελετηθῇ. Εἶναι τρόπος δι’ οὗ δύναται νὰ συνδυασθῇ καὶ ὁ πόθος, τὸν ὁποῖον ἔχουσι πόλεις τινὲς νὰ ἔχωσι Πρωτοδικεῖον, καὶ ὁ πόθος τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν. Τοιαύτη ὀργάνωσις τῶν δικαστηρίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ, ἀλλ’ ἐκ τούτου καὶ μόνου δὲν εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ λέγωμεν ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν θὰ εἴπωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ὀργανώσωμεν ἄλλως τὰ τῶν δικαστηρίων. Ἐμελετήθη ἄλλοτε ἐπὶ πολὺ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔπρεπε τὰ Ἐφετεῖα ἀπὸ 7μελῆ νὰ γίνουν 5μελῆ, ἐμελετήθη τὸ ζήτημα καὶ μελετᾶται νῦν ἀκόμη, ἂν πρέπει τὰ Ἐφετεῖα ἀπὸ πενταμελῆ νὰ γίνωσι τριμελῆ, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀναλόγως πενταμελής. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλας τὰς μελέτας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, μόλις πέρυσιν ἀπετολμήθη νὰ ὑποβληθῇ ἐν Ἰταλίᾳ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθίστα τὰ Πρωτοδικεῖα μονομελῆ, τὰ Ἐφετεῖα τριμελῆ καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον πενταμελῆ· ἡ ὑποδοχὴ δὲν ὑπῆρξε καὶ πολὺ εὐμενὴς καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲν κατέπεσεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπεσύρθη. Κατὰ συνέπειαν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν ὅτι, σκοπεύοντες νὰ μεταρρυθμίσωμεν, ὅπως αἱ μελέται ὑποδεικνύουσιν αἱ νεώτεραι, τὸν ὀργανισμὸν τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης ἡμῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ καθιστᾷ τὸ προσωπικὸν ὀλιγώτερον, σκοπεύοντες νὰ πράξωμεν τοῦτο, πρέπει ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, αὔξησιν ἐπιβεβλημένην ἐκ τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι περιστοιχίζουσι βαρέως αὐτούς; Ὄχι βεβαίως, διότι ἐὰν δὲν ἀπαλλάξωμεν τοὺς δικαστὰς τῆς πιέσεως τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν δικαστικὸν σῶμα, ὅπερ νὰ ἀπονέμῃ πράγματι δικαιοσύνην, καὶ νὰ ἐξασφαλίζῃ πρὸ παντὸς τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἀσφαλῶς. Ἐγένετο, Κύριοι, καὶ ἄλλη ἀντίρρησις· εἶπον εἰς ὑμᾶς ὅτι τὸ χάος, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν εἶναι μέγα, καὶ ὅτι δὲν καλύπτεται ποσῶς ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Εἶπον ὅτι ἐὰν ἐπιτύχῃ ὁ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον καταψηφίζονται εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας ψευδεῖς μηνυτὰς τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, δὲν θὰ ἔχητε ἔσοδα. Εἶπον πρὸς τούτοις, ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων, ὁ ὁποῖος ηὔξησε τὴν δαπάνην τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 110,000 δραχμάς. Νομίζω ὅτι τὸ πρῶτον δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἐπὶ πολύ. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν κατωρθοῦτο ἡ τελεία ἐπιτυχία τοῦ νόμου ἐκείνου, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ἐξερριζοῦντο διὰ τῶν νόμων ἀπὸ τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου τὰ πάθη, καὶ τὰ ὀλισθήματα τὰ ἀνθρώπινα· θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν διὰ τῶν νόμων κατωρθοῦτο τοὺς ἀνθρώπους νὰ καταστήσωμεν ἀξίους ἰδανικῆς Πολιτείας πολίτας. Ἀλλ’ ἀτυχῶς τὰ ἀνθρώπινα πάθη καὶ τὰ ὀλισθήματα δὲν ἐξαλείφονται μόνον διὰ τῶν νόμων· δὲν θὰ λείψουν αἱ ψευδεῖς μηνύσεις· οἱ νόμοι δὲν τίθενται ὅπως ἐξαλείψωσιν, ἀλλ’ ὅπως περιορίσωσι τὰ ἀδικήματα. Διότι εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατον νὰ γίνῃ τελεία ἐξαφάνισις. Ἑπομένως θὰ ὑπάρξῃ ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου πάντως μία πρόσοδος, διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ περίπτωσις τῶν ψευδῶν μηνύσεων, τῶν ἐκ δόλου γενομένων, ἀλλὰ καὶ ἡ περίπτωσις τῶν μηνύσεων τῶν ἐκ βαρείας ἀμελείας γινομένων, κατὰ τὴν ὁποίαν καταψηφίζονται τὰ ἔξοδα εἰς τοὺς μηνυτάς. Ἐψηφίσαμεν νόμον πολλαπλασιάζοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀναγκαίως ἐπῆλθεν αὔξησις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους κατὰ 110,000. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ ἐλησμονήθη ὅτι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἔσχε τότε, διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ τοῦ περὶ ἐρημοδικιῶν, τὸν ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιον ὑμῶν, ἐναντίον τῆς καταφορᾶς, τῆς ὑπαρχούσης τότε ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τῶν νόμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχον ἄριστα, ὡς ὡμολογήθη καὶ ὑπ’ αὐτῶν, οἵτινες κατέκριναν τότε τούτους, ἐπετεύχθη τὸ μέγα πλεονέκτημα ὅτι αἱ δίκαι αἱ ἀναβαλλόμεναι, αἱ δίκαι αἱ πρόξενοι ζημίας καὶ δαπάνης μεγάλης εἰς τὴν Πολιτείαν, αἱ δίκαι, αἱ πρόξενοι διὰ τῶν ἀναβολῶν αὐτῶν τῶν ἐπανειλημμένων μεγάλης ζημίας εἰς τοὺς πολίτας, τοὺς μάρτυρας καὶ διαδίκους, αἱ δίκαι περιωρίσθησαν καὶ οὕτως οἱ νόμοι ἐκεῖνοι παρέσχον οὐ μόνον εἰς τὸ Κράτος ὑλικὰ ὠφελήματα, διότι θὰ πληρώνῃ πολὺ ὀλιγώτερα διὰ τὰ ἔξοδα μαρτύρων, δικαιώματα κλητήρων καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ καὶ καὶ εἰς τοὺς πολίτας ὠφελήματα πραγματικά· δὲν σύρονται πλέον ἐπανειλημμένως ὡς διάδικοι ἢ ὡς μάρτυρες, τρίς, ὀκτάκις καὶ δεκάκις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἵνα ἐξετασθῶσι, τὰ δὲ ὠφελήματα ταῦτα, ἀπέναντι τῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν 110,000 δραχμῶν, παρουσιάζουσιν ἀναμφισβητήτως ἀντίκρυσμα ἐλαττώσεως πολὺ μεγαλήτερον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη τις ἀντίρρησις, κατὰ παραλληλισμὸν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν ὑπῆρξεν ἐκ μέρους συναδέλφου, ὁ ὁποῖος καὶ τὰς σπουδὰς αὐτοῦ διεξήγαγεν ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἐπανειλημμένως ὡμίλησεν ἐνώπιον ἡμῶν περὶ τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ πραγμάτων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχουσιν ὀλίγοι δικασταί, ἐν Ἀγγλίᾳ μισθοδοτοῦνται ἄριστα οἱ δικασταί. Καὶ παρέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος τὴν ἐργασίαν τῶν ὀλίγων Ἄγγλων δικαστῶν πρὸς τὴν ἐργασίαν ὅλων τῶν ἄλλων δικαστῶν τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης, ἐλησμόνησεν ὅμως πράγματά τινα, ἐλησμόνησε λ. χ. ὅτι ἡ προσπλησίασις, ἡ προσφυγὴ πρὸς δικαστήριον ἀνωτέρου βαθμοῦ, εἶναι σχεδὸν ἀνέφικτος ἐν Ἀγγλίᾳ. Αἱ δαπάναι τὰς ὁποίας χρειάζεται ὁ πολίτης ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπως εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσίν του εἰς δικαστήριον ἀνωτέρου βαθμοῦ ἐκεῖ, εἶναι μυθώδεις. Ἐλησμόνησε καὶ ἄλλο ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅτι ὁ Ἄγγλος δικαστὴς δὲν ἔχει νὰ ὑποστῇ τὰς ταλαιπωρίας, τὰς ὁποίας ἔχουσι νὰ ὑποστῶσιν ὅλοι οἱ ἄλλοι δικασταὶ περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ὁ Ἄγγλος δικαστὴς δικάζει κατὰ τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον καὶ κατὰ τὰς παραδόσεις αὐτοῦ· δύναται ἑπομένως νὰ μὴ ταλαιπωρῆται μὲ τὴν σωρείαν τῶν ἐνστάσεων, τὰς ὁποίας θὰ προβάλῃ πρὸ πάντων ὁ Ἕλλην νομικός, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τούτῳ ὀξυνούστερος ἀπὸ τὸν Ἕλληνα νομικόν.
§156Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μὴ τὸ λέγετε αὐτό.
§157Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ γνώμη μου αὐτή.
§158Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν παρίστασθε καὶ ἐὰν ἠκούσατε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον, διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε δὲν εἶναι ἀπάντησις εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ περὶ μηνύσεων ἐν Ἑλλάδι. Ἐγὼ ἔλαβον τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπογεγραμμένην καὶ ὑμεῖς, καὶ εἶπον ὅτι οὐδεμία σύγκρισις ἐπιτρέπεται εἰς τὰς μισθοδοσίας μεταξὺ τῶν Ἄγγλων καὶ τῶν ἄλλων δικαστῶν, διότι ἐν Ἀγγλίᾳ 32 μόνον δικασταὶ ἐκτελοῦσι καθήκοντα 780 ἄλλων δικαστῶν. Ἐὰν τοιαύτη ἀναλογία ὑπῆρχε καὶ εἰς ἡμᾶς θὰ ἤμην συμφωνότατος, ὅπως δεκαπλασιασθῇ ὁ μισθός των. Δὲν δύναται δὲ νὰ γίνῃ σύγκρισις καὶ μὲ τὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ λόρδος Higt Chancellor, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων.
§159Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἤμην ἀπών, ὅτε ἠγόρευσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής· ὅσα εἶπον εἶχον ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκαν οἱ κύριοι συνάδελφοι. Ἡ ἀπουσία μου δικαιολογεῖ ἴσως παρανόησιν τῶν ὅσον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἀλλ’ ὁμιλεῖ ὁ κ. συνάδελφος, ὅστις βεβαίως ἦτο παρών, ὅτε ἀνεγίνωσκε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσίν μου διὰ τῶν ἰδίων του ὀμμάτων, καὶ ἔλεγεν ἐν τούτοις ὅτι ἐγώ, ὡς εἰσηγητὴς συγκρίνω τὴν Ἀγγλίαν, ἐνῷ ἡ ἔκθεσίς μου ῥητῶς λέγει «ὅτι πρὸς Κράτη τινὰ οὐδὲ ἰδέα συγκρίσεως ἐπιτρέπεται νὰ χωρήσῃ». Δὲν ἐπεκαλέσθην ἐν τῇ ἐκθέσει μου τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἀγγλίας, ἵνα συγκρίνω τούτους πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν. Καὶ ὅμως εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, παρανοῶν βεβαίως, ὅτι παραλλήλισα τοὺς μισθοὺς τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ πρὸς τοὺς τῶν Ἄγγλων, καὶ τοῦτο εἶπεν, ἀναγινώσκων τὴν ἔκθεσίν μου. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρω ἐγὼ τοῦτο, ἵνα ὑποδείξω, πῶς Κράτη ἰσχύος καὶ προόδου ἐννοοῦσι τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστικῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων. Ὅτε δὲ εἶδον ὅτι ἔκαμνε τοιοῦτον τινὰ παραλληλισμόν, τότε ἐδέησε νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν ὅτι εἶναι ὀλίγοι ὑπάλληλοι καὶ ὅτι δύνανται ὀλίγοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ἔργον αὐτῶν, διότι ἡ νομοθεσία δὲν εἶναι πολυδαίδαλος, ὅτι ὁ Ἄγγλος δικαστὴς δικάζει κατὰ τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον.....
§160Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κανταβουργίας λαμβάνει 15 χιλιάδας λίρας.
§161Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὰ τοιαῦτα παραδείγματα ἠδύνατο κανεὶς νὰ πολλαπλασιάσῃ ἀσφαλῶς.... Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγὼ μνημονεύσας ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ θέματος, εἶπον ῥητῶς ὅτι «δὲν ἐπιτρέπεται ἰδέα συγκρίσεως.» Ἐν τούτοις εἶναι εὐχάριστος ἡ μνεία τῆς Ἀγγλίας, ἣν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, διότι μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ὑπομνήσω καὶ ἐγὼ εἰς αὐτὸν καὶ νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐὰν δύναται Κράτος νὰ μᾶς παράσχῃ ὑπόδειγμα μεταρρυθμίσεως δικαστικῆς καὶ ἀποκτήσεως Δικαιοσύνης πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδὲν Κράτος δύναται νὰ παραβληθῇ, εἶναι ἀκριβῶς ἡ Ἀγγλία, νὰ ὑπομνήσω δὲ ὅτι ὑπῆρξε μία ἐποχή, μέχρι τέλους τοῦ προπαρελθόντος αἰῶνος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν Ἀγγλίᾳ ἐφρόνουν ὅτι οἱ δικασταὶ δὲν πρέπει νὰ ἀμείβωνται ποσῶς· οἱ δικασταὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἐξελέγοντο μεταξὺ τῆς ἀριστοκρατίας καὶ παρεῖχον τὰ φῶτα αὐτῶν καὶ τὰς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ ἀμείβωνται ὑπὸ τῆς διοριζούσης Κυβερνήσεως. Καὶ ἐγένετο ἀγὼν καὶ πάλη μεγάλη, κατὰ τὸ 1830, πρὸ καὶ μετὰ, ὁ ἀγὼν ὁ γνωστὸς ἐν τῇ Ἱστορίᾳ ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς μεταρρυθμίσεως ἐν Ἀγγλίᾳ, τῆς μεταρρυθμίσεως ἐν τῇ διοικήσει τῆς μεταρρυθμίσεως ἐν τῇ φορολογικῇ πολιτικῇ, τῆς μεταρρυθμίσεως ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ, ἐν τῇ δημοτικῇ διοικήσει, ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, ἐν παντὶ κλάδῳ. Καὶ τότε ἐκ τῶν πρώτων, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ Πὴλ ὑπῆρξεν ὁ ὑποστηρίξας ὅτι ἔπρεπε πρὸ πάντων νὰ ἀποκτήσωσι καλοὺς δικαστάς, καὶ ὅτι διὰ νὰ ἔχουν καλοὺς δικαστὰς ἔπρεπε νὰ τοὺς μισθοδοτήσωσιν ἁδρότατα, καὶ τότε ἐθεσπίσθησαν αἱ μεγάλαι ἀμοιβαὶ τῶν δικαστῶν καὶ κατωρθώθη, ὥστε οἱ δικασταὶ νὰ στρατολογῶνται ἀπὸ τὰ ἄριστα στοιχεῖα, διότι οἱ δικασταὶ ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν στρατολογοῦνται διὰ διαγωνισμῶν, ἀλλὰ ἐκ δικηγόρων, οἵτινες ὑπηρέτησαν καὶ διεκρίθησαν κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ κρίνωμεν τὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὰ τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, καθ’ ὃν τρόπον κρίνομεν τὰ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων. Εἶναι μία γενικὴ ἀντίληψις, κρατοῦσα εἰς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν πρέπει μόνον νὰ ἵσταται ὑψηλά, ἀλλὰ πρέπει καὶ διὰ τῆς ἐξωτερικῆς αὐτῆς ἐμφανίσεως καὶ παραστάσεως νὰ δεικνύηται ὅτι ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ καὶ νὰ ἐπιβάλληται. Τίνα λόγον, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἔχουσιν αἱ δαπάναι ἑκατομμυρίων ὅλων, ἵνα ἀνεγείρωνται τὰ μεγάλα δικαστικὰ μέγαρα; Ὅσοι εἶδον τὸ μέγαρον τῶν δικαστηρίων τῶν Βρυξελλῶν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 70 ἑκατομμύρια φράγκων, ἐσκέφθησαν ἆρά γε ὅτι ἠδύναντο νὰ δαπανηθῶσιν πολὺ ὀλιγώτερα; Ὅσοι ἐπεσκέφθησαν τὸ μέγαρον τῶν δικαστηρίων τῆς Βουδαπέστης, τὸν χρυσοποίκιλτον ἐκεῖνον ναὸν τῆς Θέμιδος, ἐσκέφθησαν ἆρά γε διατί ἐγένοντο τοιαῦται δαπάναι; Ὅσοι εἶδον τὴν θαυμασίως καὶ πλουσιώτατα κεκοσμημένην αἴθουσαν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τῶν Παρισίων, ἐσκέφθησαν ἆρά γε ὅτι αἱ δαπάναι ἐκεῖναι εἶναι περιτταί; Ὄχι, Κύριοι. Ἀσκοῦσι μεγίστην ἐπιρροὴν ἐπὶ τὴν πρὸς τὴν δικαιοσύνην πεποίθησιν τοῦ λαοῦ τὰ ἐξωτερικὰ φαινόμενα· ὁ λαὸς θέλει τὴν δικαιοσύνην ἐμφανιζομένην ὅπως ἐμπρέπει εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς αὐτῆς. Διὰ τοῦτο λαμβάνεται ἁπανταχοῦ ἐπιμελὴς μέριμνα. Κύριοι, πάντες ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ εἶναι ἀνεξάρτητος. Θεσπίζοντες εἰς τὸ Σύνταγμα τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, ἠθελήσαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν. Ψηφίζοντες νόμον περὶ ἀμεταθέτου τῶν δικαστῶν ἠθελήσαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα μόνα· ἡ ἀνεξαρτησία ἐξασφαλίζεται τελείως ἐὰν μισθοδοτηθῶσιν ἐπαρκῶς. Ἤκουσα μίαν μεγάλην ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ στόματος ἑνὸς τῶν μεγαλητέρων ἠθολογικῶν καὶ κοινωνικῶν ῥητόρων τῆς ἐποχῆς ἡμῶν, τοῦ Pére Didon: Soyez riches pour être independants (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ ἐπευφημίαι).
§162Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶμαι, κύριοι Βουλευταί, οὔτε ὑπὲρ τῆς γνώμης ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν ἵνα αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων, οὔτε καὶ ὑπὲρ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ μειωθῶσιν. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ προτιμότερον εἶναι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων νὰ μειωθῇ ἀλλὰ καὶ ὁ μισθὸς αὐτῶν νὰ περικοπῇ· διότι ἂν θελήσητε νὰ ἐξέλθητε τοῦ Βουλευτηρίου τούτου πᾶς τις τὸν ὁποῖον ἠθέλετε συναντήσει εἶναι κίνδυνος μήπως ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι τρόφιμος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος τρέφει τοὺς περισσοτέρους ἀργομίσθους ἀπὸ ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑφ’ ἃς καὶ ἡμεῖς περιστάσεις. Ὀφείλει νὰ γίνῃ σκέψις, ἐὰν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον ἐβασίλευσεν εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐπιζητεῖ ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ὅπου ἕκαστος γονεὺς ὡς μόνην εὐτυχίαν τοῦ βίου του θεωρεῖ νὰ συνδέσῃ τὸ τέκνον αὑτοῦ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ γνωρίσωμεν ποίαν πολιτικὴν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Καὶ ἐρωτῶ: Ποίαν πολιτικήν, κ. Πρωθυπουργέ, ἀκολουθεῖτε; Τὴν πολιτικὴν τὴν στρατιωτικήν, τὴν ἐθνικήν, ἢ τὴν πολιτικὴν τῆς περισυλλογῆς καὶ τῆς πολυτελείας; Διότι ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ πολιτικῆς τῆς περισυλλογῆς καὶ τῆς πολυτελείας εἶναι δεδικαιολογημέναι αἱ δαπάναι τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ κάμωμεν, ὡς ἐπίσης δεδικαιολογημένος καὶ ὁ πολυτελὴς ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων τὸν ὁποῖον ζητεῖτε· ἂν ὅμως πρόκειται νὰ χαράξωμεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν, τότε πρέπει νὰ στραφῶμεν πρὸς ὅλας τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, διότι τὸ Κράτος ἡμῶν εἶναι πτωχὸν καὶ ἑπομένως ἢ θὰ στραφῇ εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἐσωτερικὴν τῆς πολυτελείας ἢ πρέπει νὰ στραφῇ πρὸς τὴν ἀπόλυτον οἰκονομίαν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τῆς παραχωρήσεως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐπαρκῶν τῶν μέσων τῆς συντηρήσεως καὶ ὄχι μόνον εἰς τοὺς δικαστικούς, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους, ὅπως πρωτίστως διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς καὶ διὰ τοὺς διδασκάλους, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ κυρίως παράγοντες οἱ ἐθνικοί, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦσι τὰ γενναῖα φρονήματα καὶ τοὺς χαρακτῆρας, τῶν ὁποίων ἔχει σήμερον ἀνάγκην ἡ πατρὶς ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε νὰ φανῶ διστακτικός, καὶ τὸ ὁποῖον μὲ τρομάζει προκειμένου νὰ δώσω εὐνοϊκὴν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἡ σκέψις ὅτι διὰ νὰ ἐξυπηρετηθῇ ὁ μισθὸς οὗτος εἶναι ἀνάγκη ὁ λαὸς νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ πρόσθετον δαπάνην, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ. Πεινᾷ, Κύριοι, ὁ λαὸς σήμερον, τοῦτο δὲ τὸ γνωρίζομεν καλῶς ἡμεῖς οἱ καταγόμενοι ἀπὸ γεωργικὰς ἐπαρχίας, ὅπου αἱ ἀγροτικαὶ καὶ ἐργατικαὶ τάξεις ἀδυνατοῦσι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους αὑτῶν. Ἑπομένως μετὰ περισκέψεως μεγάλης ὀφείλομεν νὰ προβαίνωμεν, ὁσάκις πρόκειται περὶ αὐξήσεως μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἢ οἱασδήποτε ἄλλης δαπάνης. Οἱ δὲ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θὰ ἐξεύρῃ τοὺς πόρους ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐν συναφείᾳ ἐψηφίσαμεν, φοβοῦμαι ὅτι θ’ ἀποδειχθῶσιν ἀβάσιμοι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ πρόσθετοι αὗται δαπάναι θὰ ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν θυλακίων τοῦ λαοῦ, ἡ δὲ δικαιοσύνη θὰ ἀποβῇ τοσοῦτον δαπανηρά, ὥστε νὰ τρομάζῃ ὁ Ἕλλην πολίτης νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον αὐτῆς. Γνωρίζομεν δὲ πάντες ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη σήμερον πρωτίστως ἔχουσι πρὸ ὀφθαλμῶν ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν δικαιοσύνην παρέχωσιν εἰς τοὺς πολίτας αὑτῶν δωρεάν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ πιστεύω, ὅτι αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν δὲν θὰ ἐπιδράσῃ ἐπ’ αὐτῶν καθ’ ὃν προβλέπομεν τρόπον, εἶναι ὅτι, καίτοι τοὺς αὐτοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους περιεφρουρήσαμεν διὰ τοῦ Συντάγματος καὶ κατεστήσαμεν αὐτοὺς μονίμους καὶ ἰσοβίους δὲν μετέβαλον ἐν τούτοις τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ἐτήρουν μέχρι τοῦδε. Οἱ δικαστικοὶ τοὐλάχιστον ἀπέβησαν σήμερον ἀληθεῖς τύραννοι, οἱ ὁποῖοι δὲν σέβονται τοὺς πολίτας ὡς πολίτας φορολογουμένους καὶ δικαιουμένους νὰ ζητήσωσιν ἀνεπηρέαστον δικαιοσύνην, ἀλλὰ πολλάκις φέρονται σκαιῶς πρὸς αὑτοὺς καὶ τοὺς ὑβρίζουσι. Τοῦτο ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου καὶ ἑπομένως ἐγώ, ἐφ’ ὅσον ἔχω ποιὸν δικαστῶν τοιούτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύω ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῶσι καλλίτεροι.
§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις.
§164Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἐξαίρεσις. Εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου, καὶ ὀφείλω νὰ τονίσω τοῦτο ἐκ τῶν 5 δικαστῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, οἱ 2 δικασταὶ δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος αὐτῶν.
§165Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σεῖς δὲν δικηγορεῖτε εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου.
§166Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐκ τούτου δὲν μοὶ ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα νὰ ἔχω γνώμην περὶ τῶν δικαστῶν.
§167Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται κατ’ αὐτῶν κατηγορίαι τόσον ἀόριστοι. Ἐὰν ἔχητε αἰτιάσεις ὡρισμένας νὰ τὰς εἴπητε. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐθώπευσαν ποτὲ τοὺς δικαστάς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ νὰ λέγωνται τόσον ἀορίστως αἰτιάσεις κατὰ δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς περιφερείας μου.
§168Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι εὔλογον νὰ ὑπερασπίζητε σεῖς τοὺς δικαστάς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου νὰ προασπίσω αὐτοὺς ἀπέναντι τῆς συμπεριφορᾶς τῶν δικαστῶν ἐκείνων.
§169Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τότε νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ καθορίσητε τὰ πράγματα.
§170Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δύνασθε νὰ ἀποταθῆτε πρὸς τὰ ἑρμάρια τῆς ἀστυνομικῆς διευθύνσεως τοῦ Βόλου, διὰ νὰ ἴδητε τὰ ὄργια τῶν δικαστῶν.
§171Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ θάρρος τῆς γνώμης σας. Ὀφείλετε νὰ καταγγείλητε ὡρισμένως καὶ νὰ ἀφήσητε τὰ ἑρμάρια. Νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην τῆς πράξεώς σας.
§172Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Τὰ λεγόμενά σας σᾶς ἐπιβάλλουν ὡς καθῆκον τιμῆς, ὅπως εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν, καθ’ ἣν συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν δύνασθε νὰ ὑποβάλητε τὰ παράπονά σας, νὰ τὸ πράξητε, διότι ἄλλως βεβαίως δύναται νὰ σᾶς ἀποδοθῇ μία λέξις, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ὀνομάσω.
§173Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν θὰ μοῦ ὑποδείξητε σεῖς τί πρέπει νὰ κάμω ἐγώ. Ὅταν ἀνέρχωμαι ἐπὶ τοῦ βήματος, δύναμαι νὰ κανονίζω ὅπως θέλω τὴν ἀγόρευσίν μου, ἐφ’ ὅσον εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος.
§174Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐντὸς τοῦ θέματος, ἀφοῦ ὁμιλεῖτε περὶ ἑρμαρίων;
§175Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Μάλιστα, διότι δὲν θέλω ἐγὼ δικαστάς, οἱ ὁποῖοι κατήντησαν νὰ εἶναι ἐρασταὶ κοινῶν γυναικῶν ἐν Βόλῳ πρὸς κοινὸν σκάνδαλον τῆς κοινωνίας.
§176Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξακολουθεῖτε νὰ ὑβρίζητε ἀορίστως. Ἐκλέγετε τὴν ἀσυλίαν τοῦ βήματος, διὰ νὰ ἐκφέρητε τοιαύτας ὕβρεις, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πρέπον.
§177ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἀσυλία τοῦ βήματος ἐτέθη διὰ κάποιον λόγον καὶ ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἀκριβῶς διὰ νὰ καταγγέλλωνται αἱ πράξεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας δὲν δύναταί τις νὰ καταγγείλῃ κατ’ ἄλλον τρόπον. Διὰ τοῦτο ἐτέθη ἡ ἀσυλία τοῦ βήματος.
§178Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον συνάδελφον, διότι μὲ ἐνισχύει.
§179Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ καταγγείλητε ὡρισμένως, ὅπως πράττομεν ὅλοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσυλία τοῦ βήματος.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγητε τὰ προσωπικά.
§181Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν ἔχω προσωπικά. Ἐγὼ καταγγέλλω πράγματα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν εἰς τὸν τόπον μου. Ἡ ἀσυλία τοῦ βήματος βεβαίως προασπίζει τὸν Βουλευτήν, ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν δικαστῶν μὲ τὴν δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως τακτικήν των, διότι πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ καταγγείλωσιν ὡρισμένον εἰρηνοδίκην, τὸν εἰρηνοδίκην Ἀργαλαστῆς, δι’ ὡρισμένας παραβάσεις, διὰ τὰς ὁποίας ὑπῆρχον ἁπταὶ ἀποδείξεις, ὄχι μόνον δὲν ἱκανοποιήθησαν ὑπὸ τῆς προϊσταμένης δικαστικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐδικάσθησαν, ἐτιμωρήθησαν καὶ ἐφυλακίσθησαν, ἐνῷ ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος, ὁ ἔνοχος ἀπέναντι μιᾶς κοινωνίας ὁλοκλήρου, εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του καὶ ὑποστηρίζεται μέχρι σήμερον. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Μπουφίδης θὰ γνωρίζῃ καλῶς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ δὲν θὰ προκαλέσω τὰς διαμαρτυρίας του.
§182Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι κατήγγειλε τὸν κ. Παρρησιάδην διά τινα ἀξιόποινον πρᾶξιν καὶ ἐδικάσθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Βόλου καὶ κατεδικάσθη εἰς τριῶν ἡμερῶν φυλάκισιν.
§183Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ὅλως αὐθαιρέτως. Γνωρίζετε ἐν τούτοις τὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν....
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία διεξάγεται, ὀφείλει νὰ εἶναι ἀντικείμενον ἄλλης συζητήσεως. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν.
§186Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ τὸ φέρω εἰς τὸν ἔλεγχον, ἀλλ’ ἐφρόνουν ὅτι ἦτο περίπτωσις καὶ αὐτὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ σώματος, νὰ σᾶς εἴπω καὶ αὐτά, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι, διὰ τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν σήμερον μίαν τεραστίαν αὔξησιν, διὰ πολλοὺς ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι ἄξιοι.
§187Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε.
§188Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ ποῦ τὰ λέγω, κύριε συνάδελφε, κάτι ἠξεύρω καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ἐν τῇ ψυχῇ σας ἐνδομύχως θὰ τὰ πιστεύητε καὶ θὰ τὰ ἐννοῆτε καλῶς.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐξέρχεσθε τοῦ θέματος.
§190Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐφ’ ὅσον προκαλοῦνται ἀντεγκλήσεις, θὰ σᾶς παρακαλέσω, τοὺς Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν ταύτας, νὰ τοὺς ἐμποδίσητε. Τὸ βῆμα θὰ τὸ κρατήσω μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν θὰ ἐξαντλήσω τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνῆλθον. Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ὁποῖον μὲ κάμνει νὰ μὴ κρίνω εὐμενῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, χωρὶς νὰ κινδυνεύσω νὰ θεωρηθῶ ὅτι ἀπὸ ἀντιπολιτεύσεως πράττω τοῦτο, εἶναι, ὡς εἶπον, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον μὲ ἀπασχολεῖ κατὰ βαθμὸν λίαν ἀνήσυχον· διότι διὰ νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς δικαστὰς τὸν μισθὸν αὐτὸν ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ἐνισχύσωμεν τὰς ἐθνικάς, καὶ τὰς πλουτοπαραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, ἔπρεπε πρῶτον νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ἐργάτην ἐργασίαν, νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ἀγρότην τὰς τραπέζας αὐτοῦ, νὰ δώσωμεν τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ νὰ προοδεύσῃ, εἰς δὲ τοὺς ἀνεστίους, τοὺς ἀλήτας καὶ τοὺς πλάνητας γεωργούς, τοὺς μὴ ἔχοντας ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι ἔπρεπε πρῶτον νὰ δώσωμεν ὀλίγην γῆν καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔλθωμεν νὰ ζητήσωμεν τὴν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὰς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ—τὸ ὁποῖον βεβαίως θέλει συμβῆ,—θὰ ἐδεχόμην ἵνα γίνῃ καὶ ὅπως δήποτε μία συγκατάβασις, οὕτως ὥστε ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νὰ μὴ φθάσῃ αὕτη τοὐλάχιστον εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν 50% ἀλλὰ μέχρι 10–20%, οὕτως ὥστε νὰ μὴν ἐπιβαρυνθῇ καὶ ὁ λαὸς ὁ δυστυχὴς καὶ ταλαίπωρος μὲ τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα, ὡς ἠκούσαμεν καὶ ἠκούσατε προηγουμένως, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουτούπη θὰ φθάσωσι εἰς τὸ 1,000,000 περίπου· ἀλλ’ ἰδίως πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα σύντονος καὶ ἰδιάζουσα διὰ τοὺς μικροτέρους ὑπαλλήλους, διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς ἐργάζονται νυχθημερόν. Ὅλοι μας γνωρίζομεν πῶς ἐργάζονται οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι εἵλωτες, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν πρωΐαν μέχρι τῆς ἑσπέρας δὲν κάμνουσι τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ γράφωσι τὰ δικόγραφα καὶ τὰς ἀποφάσεις· αὐτοὶ μισθοδοτοῦνται μὲ ἕνα γλίσχρον μισθὸν ἀπὸ 75 καὶ 80 δραχμάς, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς τὰς δραχμὰς 140, καὶ 150, οὕτως ὥστε νὰ δύνανται καὶ αὐτοὶ νὰ ζήσωσιν ὅπως δήποτε ἀνετώτερον, διότι εἶναι καὶ αὐτοὶ οἰκογενειάρχαι πολλάκις, ἔχουσι πλείστας ὅσας ὑποχρεώσεις, δὲν δύνανται δὲ νὰ ἀντεπεξέλθωσιν ἀπέναντι αὐτῶν· δίκαιον λοιπὸν εἶναι νὰ αὐξηθῶσιν. Ἐπίσης ἔπρεπε νὰ δοθῇ μία ἄλλη κατεύθυνσις, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν. Οἱ δικαστικοὶ εἶναι πάρα πολλοὶ εἰς τὸν τόπον μας, καὶ εἶναι πάρα πολλοὶ οὐχὶ διὰ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ διότι ἐπεκράτησε τοιαύτη συνήθεια, νὰ προκηρύσσηται διαγωνισμός, νὰ γίνωνται ἑκάστοτε ἀνίκανοι καὶ μᾶλλον περιττοὶ δικασταί, οὕτως ὥστε νὰ ἔχωμεν σήμερον 600 καὶ 700 δικαστάς, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἀποτελοῦμεν ἡμεῖς παρὰ ἕν Κράτος ἀπὸ 2½ ἑκατομμύρια, τόσα δηλαδὴ ὅσα ἓν προάστειον τοῦ Λονδίνου. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἀτομικὴν γνώμην ὅτι ἠδύνατο ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστικῶν νὰ ἐλαττωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ. Ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν, διότι καίτοι, δὲν ἠσχολήθην εἰς τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, ἐν τούτοις ἐκ τοῦ σύνεγγυς παρακολουθήσας τοὺς δικαστικοὺς εὑρίσκω ὅτι οἱ δικαστικοὶ δὲν ἐργάζονται τόσας ὥρας καὶ ἐπὶ τόσον, ὅσον ἐργάζονται οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ φροντὶς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλαττωθῶσιν οἱ δικαστικοὶ καὶ νὰ μὴ προκηρύσσωνται ἡμέραν παρ’ ἡμέραν διαγωνισμοί, καὶ εἰσέρχωνται οὕτω ὁλονὲν δικαστικοὶ εἰς τὸν κλάδον, οἱ ὁποῖοι δὲν κάμνουσι τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀπορροφῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐγὼ μέν, Κύριοι, ἔχω αὐτὰς τὰς σκέψεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ἐὰν ἀποβῇ νόμος τοῦ Κράτους, εὔχομαι, Κύριοι, ἵνα ἡ αὔξησις αὕτη τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἀποβῇ ἡ ἀπαρχὴ καὶ ἀφετηρία νέας περιόδου, καὶ νέας ἀκμῆς, ζωῆς καὶ ἀναπλάσεως τῆς δικαιοσύνης ἡμῶν ἐν τῇ πατρίδι μας, διότι δυστυχῶς ἡ δικαιοσύνη εὑρίσκετο καὶ σήμερον ἀκόμη εὑρίσκεται εἰς οὐχὶ εὐχάριστον σημεῖον. Εὔχομαι ἵνα ἡ ὑστάτη αὐτὴ θυσία, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ λαός, ἐκτιμηθῇ πλήρως ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν, διὰ νὰ αἰσθανθῶσι καὶ αὐτοὶ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχουσι καὶ ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μισθοδοτεῖ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται εἰς τοσαύτας θυσίας. Ὀφείλουσι πρὸς τούτοις νὰ ἀναγνωρίσωσι, καὶ εἶναι καιρὸς ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν, νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξῃ ἡ πορεία καὶ ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν μέχρι σήμερον οἱ δικασταὶ ἠκολούθησαν· ὅτι ὀφείλουσι νὰ σέβωνται τοὺς πολίτας, νὰ σέβωνται τὸν λαόν, ὁσάκις προσέρχονται οἱ πολῖται ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, νὰ μὴ φαίνωνται τύραννοι, οὐδὲ νὰ εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι νὰ καθιστῶσι τοὺς πολίτας τοιούτους, ὥστε νὰ τρομάζωσιν ὁσάκις εἰσέρχονται εἰς δικαστικὸν γραφεῖον.
§191Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν γίνεται πλέον αὐτὸ σήμερον. Μὴ τὸ λέγετε.
§192Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἔχω ἰδίαν ἀντίληψιν ὅτι συμβαίνει τοῦτο. Δὲν γνωρίζω τί συμβαίνει εἰς τὴν πατρίδα σας.
§193Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν γνώμην.
§194Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Σεῖς ἔχετε τὴν γνώμην σας, ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδικήν μου. Ποῖος δὲ ἔχει τὸ δίκαιον ἂς τὸ εὕρῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἂς τὸ εὕρωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀκούσωσι τοὺς λόγους μου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι, λέγω, εὐκαιρία ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα ἀκουσθῇ ὅτι οἱ δικαστικοὶ πρέπει νὰ ἀλλάξωσι πλέον τακτικήν, πρέπει τὸν λαὸν νὰ τὸν περιποιοῦνται, καὶ νὰ μὴ μετέρχωνται τὰ μέσα ἐκεῖνα τὰ τυραννικά, τὰ ὁποῖα μετέρχονται μέχρι σήμερον, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον θὰ ἔλθῃ πάλιν ἐποχὴ καθ’ ἣν θὰ σαρωθῶσι καὶ αἱ δικαστικαὶ ἰσοβιότητες καὶ οἱ μισθοὶ καὶ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀρκετὰ τοῖς ἐδόθησαν.
§195Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐὰν ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο τὸ ἔπραξα οὐχὶ διὰ νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου καὶ τὴν στενοχωρίαν μου, διότι ἡ αἴθουσα τῆς Βουλῆς κινδυνεύει νὰ μεταβληθῇ εἰς αἴθουσαν διαλέξεων. Ὅταν εἰς ἓν νομοσχέδιον ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὁποίου εἴμεθα πάντες σύμφωνοι καταναλίσκομεν τόσας ὥρας, τί θὰ κάμωμεν διὰ τὰ ἄλλα νομοσχέδια; Δὲν δύναταί τις νὰ μεμφθῇ ὁλόκληρον τὴν δικαιοσύνην διὰ παραπτώματα μέλους τινὸς αὐτῆς. Ὅπως δὲν δύναταί τις νὰ ζητήσῃ τὸν περιορισμὸν τοῦ τύπου, διότι παρεκτρέπεται εἷς δημοσιογράφος ἢ ἄλλος· διότι ὁ τύπος εἶναι κτῆμα τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ ἡ δικαιοσύνη. Ἐὰν δικαστής τις ἔσφαλε, δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ τις νὰ ἐπιτεθῇ καθ’ ὅλου τοῦ δικαστικοῦ σώματος, διότι ἡ δικαιοσύνη εἶναι κτῆμα τοῦ λαοῦ. Ἐὰν εἶναι τινὲς ἀνάξιοι δέον ὀνομαστὶ νὰ καταγγέλλωνται, ἡ δὲ δικαιοσύνη δέον νὰ εἶναι σεβαστὴ ἐν τῷ συνόλῳ της.
§196ΕΥΣ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἐὰν ὑπῆρξε δυσχερεστέρα ἀπό τινος ἀπόψεως ἡ θέσις Βουλευτοῦ, ἀγορεύοντος ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅσον τὴν στιγμὴν ταύτην δι’ ἐμέ, διότι πιθανώτατα δὲν ὑπάρχει τις ζῶν ἐν Ἑλλάδι σήμερον, ὅστις περισσότερον καὶ ἐπιμονώτερον ἐμοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη οὐχὶ ἁπλῶς νὰ αὐξηθῇ, ἀλλὰ νὰ διπλασιασθῇ τοὐλάχιστον ὁ μισθὸς τῶν δικαστῶν. Οὔτε ἅπαξ, οὔτε δίς, κύριοι Βουλευταί, οὔτε δεκάκις, οὔτε πεντηκοντάκις ἔγραψα περὶ τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἐν τούτοις ἔχων ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι ἀτυχῶς καὶ τὸ ὄνειρον τοῦτο παντὸς Ἕλληνος πολίτου, παντὸς λειτουργοῦ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὸ ὄνειρον τοῦτο ὑφίσταται τραῦμα, εὔχομαι δὲ νὰ μὴ εἶναι ἀθεράπευτον, ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς δικαστικῆς πολιτικῆς, ὅπως ὠνομάσθη, τῆς σήμερον Κυβερνήσεως, εἶμαι ἠναγκασμένος οὐχὶ νὰ πολεμήσω γνώμην, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσης ἐπιμονῆς ὑπεστήριξα, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα διαμαρτυρηθῶ, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ ὄνειρον ὑφίσταται καίριον τραυματισμὸν ὑπὸ τῆς πληθύος ταύτης τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀσυνδέτων πρὸς ἄλληλα, διὰ μέσου τῶν ὁποίων οὐδεμία φαίνεται ὀργάνωσις, οὐδὲν πνεῦμα γενικῆς ἀναμορφώσεως τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων, οὐδεμία, λέγω, ὀργάνωσις, ἀλλ’ ἁπλῶς πληθὺς ἀσυνδέτων πρὸς ἄλληλα νομοσχεδίων καὶ πληθὺς ἀκαταμέτρητος, ἀφ’ ἑτέρου, διότι πρὸς τοῦτο κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὑπεβλήθη ἡ πληθὺς τῶν νομοσχεδίων, διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ πληθὺς ἀκαταμέτρητος τῶν δημοσιευμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἠγγέλλετο πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ δῆθεν τοῦτο μεγαλούργημα, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἀποκεκλεισμένη ἡ ὁδὸς πρὸς ἡμᾶς, ἵνα ἀποδείξωμεν τὴν πλάνην μὲ τὴν ὁποίαν ποτίζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι ὁποιουσδήποτε καὶ ἂν καταβάλωμεν ἀγῶνας, ὅσας δήποτε καὶ ἂν ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν δαπάνας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδείξωμεν τὴν ἀλήθειαν. Προσπαθοῦμεν, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, κύριοι Βουλευταί, τοὐλάχιστον πρὸς ἡμᾶς νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαστικὴ πολιτικὴ πραγματικῶς, ἀλλὰ ἀσύνδετα νομοσχέδια πρὸς ἄλληλα, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τραυματισμὸς καὶ τούτου τοῦ ὀνείρου μας. Μεταξὺ πλείστων ἄλλων, Κύριοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὀλίγας μόνον λέξεις. Ἐζητούμεθα τοὐλάχιστον τὸν διπλασιασμὸν τοῦ μισθοῦ καὶ ἐλέγομεν: «Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μεγίστων σκοπῶν, δι’ οὓς ἡ ἐφημερὶς αὕτη ἐξεδόθη καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐκδίδηται. Διὰ τοῦτο σχεδὸν δὲν ἐκδίδεται φύλλον αὐτῆς, χωρὶς νὰ ἀξιῶμεν τὴν αὔξησιν τῶν δικαστικῶν μισθῶν. Διότι θέλομεν νὰ καταστῇ κοινὴ ἔμμονος ἰδέα, κοινὸν καὶ σφοδρὸν συναίσθημα, ὅτι ἄνευ τούτου εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον ν’ ἀποκτήσωμεν δικαιοσύνην πεφωτισμένην, ἀξιοπρεπῆ, ἐργατικήν, ὑπερήφανον». Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὴν ἀνόρθωσιν τῶν δικαστικῶν πραγμάτων, μενόντων κατὰ πάντα τὰ ἄλλα ὁμοίων, θὰ τὴν ἐπιζητήσωμεν καὶ θὰ τὴν ἐπιτύχωμεν μόνον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ; Τὸ πρῶτον ἐρώτημα. Τὸ δὲ δεύτερον ἐρώτημα ἔχει τὴν ἀπάντησιν εἰς ῥητόν τι τῆς ἀρχαιότητος, τὴν ὁποίαν ἐγώ, καὶ ἐν τούτῳ ἀντιπολιτευόμενος τὴν Κυβέρνησιν, θαυμάζω εἰλικρινῶς· «Καιρὸς παντὶ πράγματι». Ἠκούσθη, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι προσφυὲς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι 32 Ἄγγλοι δικασταὶ ἐκτελοῦσιν ἐργασίαν, ἥτις εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς 780 δικαστὰς Γάλλους, διότι ἄλλως ἔχει ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ δικονομία, ὁ Ἄγγλος δικαστὴς κρίνει κατὰ τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον, διότι ἄλλη εἶναι ἡ δικονομία ἐν Ἀγγλίᾳ, διότι ὁ Ἄγγλος δικαστὴς κρίνει, λέγω, κατὰ τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Διὰ τοῦτο λέγουσι πρὸς ἡμᾶς· δὲν δυνάμεθα ἄλλως νὰ σκεφθῶμεν, παρὰ νὰ ἔχωμεν πολλοὺς δικαστὰς καὶ ἁδρῶς ἀμειβομένους. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιχείρημα τοιοῦτο δύναται νὰ ἀντίσχῃ εἰς ἁπλῆν κριτικήν, διότι τοῦτο σημαίνει ὡς ἐὰν λέγῃ πρὸς ἡμᾶς ἔχετε καταδικασθῆ νὰ μένητε ὑπὸ τὸ αἰώνιον κράτος ὡρισμένης δικονομίας, ἔχετε καταδικασθῆ νὰ ἔχητε αἰωνίως μέγαν ἀριθμὸν δικαστῶν καὶ ἁδρῶς ἀμειβομένων. Ἐρωτῶ, λοιπόν, τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κόμματος—τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν βλέπω—τῶν φιλελευθέρων—ἔννοιαν τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἀντελήφθην—διατί δὲν προσεπαθήσατε ὁπωσδήποτε νὰ βελτιώσητε τὴν Δικονομίαν ἐν ταύτῃ, διατὶ δὲν προσεπαθήσατε ἀκόμη νὰ ἐπιτύχητε ἔστω τὴν ἐφαρμογὴν τῆς κειμένης Δικονομίας; Καὶ προχωρῶ ἐρωτῶν: προσκομίζοντες σειρὰν ἀτελεύτητον νομοσχεδίων δικαστικῶν (πολλάκις ἐλάλησα περὶ τῆς προελεύσεως αὐτῶν) διατὶ δὲν ἐσκέφθητε, ὅταν ἐτολμᾶτε ἀκόμη νὰ μεταχειρισθῆτε καὶ τὰ ὀνόματα τοῦ Καίσαρος καὶ τοῦ Βίσμαρκ καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖα ἄλλα ἀκόμη, διατὶ δὲν ἐσκέφθητε καὶ δὲν προσεκομίσατε ἓν νομοσχέδιον ὀργανωτικὸν τῆς Δικαιοσύνης; Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, Κύριοι, τῆς ἀναλογίας ἐξ Ἀγγλίας, τὴν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι τὴν ἀναλογίαν. Ἐὰν συγκρίνητε τὴν ἐργασίαν τῶν δικαστῶν ἐν Ἀθήναις πρὸς τὴν ἐργασίαν τῶν δικαστῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, θέλετε ἴδῃ, ὅτι ἡ ἀναλογία εἶναι εἴκοσιν, ἴσως τὸ πολὺ εἰκοσιπέντε, πρὸς 150. Τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσιν ἐν Ἀθήναις 25 δικασταί, 150 ὅλοι ἐκτελοῦσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἀλλ’ εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀδύνατον, λέγουσι, νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἄλλης διαρρυθμίσεως τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Τότε πῶς λέγεσθε ὅτι εἶσθε Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως, καὶ Κυβέρνησις τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ οὐχὶ ἡ πλειονοψηφία, ἀλλ’ ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς; Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν ἀποτελοῦμεν ἀντιπολίτευσιν, εἴμεθα ἁπλαῖ μονάδες διαμαρτυρόμεναι, ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς ἀκολουθεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι δι’ ἁπλῆς Βουλῆς, ἀλλ’ Ἐθνοσυνελεύσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιοῦται τις νὰ φέρῃ τὸ ὄνομα Κυβερνήσεως ἀνορθωτικῆς, Κυβερνήσεως ἥτις θὰ χαράξῃ τὴν εὐρεῖαν λεωφόρον νέου πολιτικοῦ βίου, ὅταν ἔχουσα ὄπισθεν αὐτῆς τὴν παμψηφίαν μιᾶς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὁμολογοῦσα δὲ ὅτι κακῶς ἔχουσι διαρρυθμισθῆ τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα, προσομολογεῖ τὴν ἀδυναμίαν αὐτῆς ἀφ’ ἑτέρου νὰ τὰ βελτιώσῃ; Ἤλθομεν, λοιπόν, ἐπαγαλαμβάνω, ὡς καὶ προχθὲς ἔλεγον, νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν ἀρχὴν ὡς μέσον ἢ ὡς σκοπόν; Ἐὰν ὄντως ὡς μέσον, ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ μέσον τοῦτο, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἀλλὰ κατεβλήθη προσπάθεια ν’ ἀποφύγῃ, καὶ τὸ κυριώτερον νὰ ἀποκωλύσῃ καὶ τὴν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων. Ἡ οἰκονομικὴ ἄποψις, λέγουσι, τοῦ ζητήματος εἶναι ἐξεταστέα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, περιττεύει δὲ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀπόψεως τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ζητήματος, ὡς ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της τοὺς κειμένους νόμους, καθ’ οὓς θὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμός, ἢ ποία ἡ δύναμις τῶν κοινωνικῶν οἰκονομικῶν καὶ ποία κατ’ ἀκολουθίαν πρέπει νὰ εἶναι ἡ εἰσφορὰ αὐτῶν εἰς τὸν δημόσιον κορβανᾶν. Ὡς ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ στοιχειώδη ἐξέτασιν νὰ ζητῆται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρὰ τοῦ λαοῦ ἕτερον στρογγύλον ἑκατομμύριον δραχμῶν. Εἶναι ἡ δικαιοσύνη ὁ περιούσιος ἄρτος τοῦ λαοῦ. Ναί, νὰ δώσωμεν τὸν ἄρτον τῆς δικαιοσύνης εἰς τὸν λαόν, ἀλλ’ ἀφοῦ πρῶτον ἐξασφαλίσωμεν εἰς αὐτὸν τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς. Εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δαπανῶμεν διὰ τὸν ἄρτον τῆς δικαιοσύνης ἓν ἑκατομμύριον καὶ πλέον, ὅταν ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς βαρύνεται, ὡς ἔλεγε πρὸ μηνῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ 45%; Ἠρωτήσατε τοὺς Ἕλληνας ἀγρότας, οὓς ἐπεκαλέσθητε, ἐὰν ἔχωσι νὰ φάγωσιν, ἵνα δώσητε εἰς αὐτοὺς ἀκολούθως δικαιοσύνην; Χωρὶς νὰ διέλθῃ τῆς διανοίας ὑμῶν ἡ σκέψις ἡ ἁπλῆ, ὅπως ἐλαττώσητε τὸν φόρον τοῦ σίτου, σκέπτεσθε νὰ παράσχητε εἰς αὐτὸν πολυδάπανον δικαιοσύνην; Ἀλλ’ ἔχει τὰ ἀντικρύσματα τὸ νομοσχέδιον, δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός! Τὸ γνωρίζομεν καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸ λέγητε. Βεβαίως δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός, διότι αὐτὸς βέβαια δὲν πληρώνει! Εἶναι σοφιστεία αὐτή, σοφιστεία ἀπὸ τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται Κυβερνήσεις ἀνειλικρινεῖς πρὸς τοὺς λαούς, ἢ Κυβερνήσεις ἀδυνατοῦσαι νὰ ἐκπληρώσωσι τοὺς σκοποὺς τοὺς κοινωνικοὺς καὶ ἀποβλέπουσαι μόνον εἰς τοὺς σκοποὺς τοὺς κομματικούς. Δὲν πληρώνει ὁ προϋπολογισμός. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ἑκατομμύριον τοῦτο πρὸς τὰ 10 καὶ πλέον ἄλλα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπεβαρύνθη ὑπὸ τῆς Ἀνορθώσεως. Καὶ ἔχει ἀκόμη νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ ἑπτάδα ὁλόκληρον ἐντὸς ὀλίγου κατὰ πᾶσαν πιθανότητα. Μὲ ὅλην τὴν αὐστηρὰν καταδίκην, μὲ ὅλην τὴν κεφαλικὴν ποινήν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ δήμων θὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους. Κεῖται δὲ ἡ συνταγματικὴ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἔξοδα τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως ἀναλαμβάνει ἅπαντα τὸ Κράτος. Ποῦ θέλομεν φθάσει, Κύριοι, πῶς θὰ ζήσωμεν, ἐρωτῶ, διὰ νὰ ἔχωμεν καὶ δικαιοσύνην καὶ μάλιστα πολυδάπανον; 17 ἑκατομμύρια ἕως 18 προστίθενται εἰς τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Ἀνορθώσεως! Δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ εἶναι ὁ σήμερον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅστις θὰ εἴπῃ, ὡς ἔλεγεν ὑποβάλλων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1911, «ἀτυχῶς τὸ παρελθὸν μᾶς ἐκληροδότησεν 26 ἑκατομμυρίων ὁλοκλήρων ἔλλειμμα»! Εἰλικρινὴς προϋπολογισμὸς τοῦ 1912 ἀδύνατον νὰ ἔχῃ δαπάνας ὀλιγωτέρας τῶν 150 ἑκατομμυρίων, προσθέσατε τὰ ἔσοδα τὰ δημοτικά, τοὺς ἀδήλους φόρους, τοὺς κατ’ ἐκβίασιν δηλαδὴ φόρους, οὓς πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Εἰς 200 ἑκατομμύρια πάντως θέλετε φθάσῃ, ἀπέναντι τῶν 500 περίπου ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα δίδει ἡ ὅλη κοινωνικὴ πρόσοδος. Καὶ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν πόσοι ἕνεκα τῆς πληρωμῆς τῶν ἑκατομμυρίων τούτων ἀπέρχονται εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἵνα μὴ ἐπανέλθωσί ποτε, Ποῦ βαίνομεν; Πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν; Πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ αὐξήσωμεν καὶ τοὺς μισθοὺς καὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, ἵνα ἀρχίσωμεν ἀπὸ κἄπου, ὡς ἔλεγεν, ὁ τῳόντι διαπρεπὴς καὶ τῇ ἀληθείᾳ εὐγλωττότατος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μιχαλακόπουλος; Πῶς θέλομεν προχωρήσῃ εἰς τὴν αὔξησιν καὶ τῶν ἄλλων μισθῶν; Εἶναι εὔκολον νὰ εὑρίσκῃ τις ἐπιχειρήματα, εἶναι εὔκολον νὰ κατασκευάζῃ ὡραίας εἰκόνας, ὅταν εἶναι εὔγλωττος ῥήτωρ, εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ εὕρῃ τις ἐπιχειρήματα ἀπὸ μιᾶς καὶ μόνης ἀπόψεως, ὑπὲρ ἑνὸς νομοσχεδίου, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν, ὅταν πρόκηται βεβαιότατα περὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἵτινες ἀσκοῦσιν ἐξουσίαν, οἵτινες χειρίζονται τὰ μέγιστα τῶν συμφερόντων, τὰ σπουδαιότατα τῶν δικαιωμάτων, ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν γενικὴν τοῦ Κράτους κατάστασιν, ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν κατήφορον τὸν οἰκονομικόν, τὸν ὁποῖον ἐπῆρεν ἡ μεγαλομανία τῆς Ἀνορθώσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ καταληφθῇ ὑπὸ φόβων διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου τούτου. Τί σημαίνει δαπάνη 300000 δραχμῶν, τί σημαίνει δαπάνη 200,000 δραχμῶν, τί σημαίνει δαπάνη 50,000 δραχμῶν, τί σημαίνει δαπάνη ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν; Ταῦτα ἀκούομεν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς συνελεύσεως ταύτης. Τὸ ἄθροισμα νὰ ἴδωμεν, τὸ ἄθροισμα, λέγω, ὅπερ εἶναι τοὐλάχιστον 18 ὅλων ἑκατομμυρίων. Ἔχει ἀντικρύσματα τὸ νομοσχέδιον. Μεθ’ ὅσα εἶπον βεβαίως περιττεύει, οὐχὶ περιττεύει, βεβαίως δὲν προσήκει ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς νὰ ἐξετάσῃ τις τὰ ἀντικρύσματα, διότι καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἀντικρύσματα καὶ ταῦτα δὲν τὰ δίδει ὁ προϋπολογισμός, ὡς λέγουσιν οἱ σοφισταί, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰ δίδει καὶ ταῦτα, ἀλλὰ θὰ τὰ ἐξετάσω τὰ ἀντικρύσματα δι’ ἄλλους λόγους, διὰ νὰ πείσω ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, κατὰ ποῖον τρόπον καὶ τὴν φορὰν ταύτην οἱ σημερινοὶ κυβερνῆται ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ποίου εἴδους ἐπιχειρήματα μεταχειρίζονται, ἐὰν τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα καταδεικνύωσιν εἰλικρίνειαν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἂν καταδεικνύωσι Κυβέρνησιν, ἥτις πρέπει νὰ τυγχάνῃ ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὡς δυναμένη νὰ χειρίζηται τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀναθέσει πρὸς αὐτήν. Ἐκ τοῦ νόμου λέγει τὸ νομοσχέδιον, περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτὰς θὰ ἔχωμεν εἴσπραξιν 160,000 δρ. περίπου. Διὰ νὰ ἔχωμεν ὅμως 160,000 δρ., κύριοι Βουλευταί, πρέπει περίπου 3000 νὰ καταδικάζωνται ὡς ψευδεῖς μηνυταὶ κατ’ ἔτος. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολάβητε τοῦτο; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δικηγόρος μεταξὺ τῶν κυρίων συναδέλφων ὅστις νὰ μὴ καγχάσῃ ἢ νὰ μὴ οἰκτείρῃ, ὅταν εἴπητε πρὸς αὐτόν, ὅτι 3000 θὰ καταδικάζωνται κατ’ ἔτος ὡς ψευδεῖς μηνυταί; Ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου, ὅτι διὰ τῶν νόμων κακίαι ἐρριζωμέναι δὲν ἀποκόπτονται εὐθὺς ἀμέσως. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι τόσον μέγας ἀριθμὸς θὰ καταδικάζωνται κατ’ ἔτος ὡς ψευδεῖς μηνυταί; Ἀλλά, Κύριοι, ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, ἂς προχωρήσωμεν, διότι εἶναι ἀνάγκη τέλος πάντων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρχίσῃ ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς, ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἔχει ἀρχίσει ἐν τῇ συνειδήσει της, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι θὰ ἀρχίσῃ καὶ μετὰ παρρησίας νὰ ἐκφράζηται, ὅταν τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, μὲ ἀξιώσεις μάλιστα, φθάνωσιν ἐνώπιον αὐτῆς. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: διότι ἐψηφίσθη νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάκλησις τῆς ἐγκλήσεως διὰ τοῦτο θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις ἐτησίως, κατὰ τοὺς μετριωτάτους ὑπολογισμοὺς 40.000 δραχ. Πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, τὸ λέγω διὰ μυριοστὴν φοράν, νὰ μὴ σέβηταί τις παντάπασι τὴν Βουλήν, ἢ ν’ ἀγνοῇ καθ’ ὁλοκληρίαν πῶς λειτουργοῦσι τὰ δικαστήρια, ἵνα εἰσηγῆται τοιοῦτόν τι. Διότι ὑπῆρξαν οἱ παραιτηθέντες τῶν ἐγκλήσεων, διότι παραιτηθέντες κατέβαλον τὰ ἔξοδα, διὰ τοῦτο, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις! Καὶ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὸ στοιχειῶδες, ὅπερ θὰ τὸ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ὁ πολίτης, ὅστις θὰ συμβῇ ἐνίοτε νὰ εἰσέλθῃ ἁπλῶς εἰς δικαστήριον, καὶ δὲν λαμβάνει, λέγω, ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐὰν δὲν ἐγίνοντο αἱ παραιτήσεις θὰ ἐπήρχοντο ἀποφάσεις, καὶ θὰ ἐπήρχοντο ἀποφάσεις καταδικαστικαὶ κατὰ κανόνα, πλὴν ἐξαιρέσεων ὀλιγίστων; Διότι ἔχει τις ἐξ ὑμῶν ἀμφιβολίας, ὅτι τὰ ἔξοδα καταβάλλουσιν οἱ κατηγορούμενοι; Πότε ἀποφασίζει ὁ κατηγορούμενος νὰ καταβάλῃ τὰ ἔξοδα; ἀναμφιβόλως ὅταν ἔχῃ φόβους νὰ καταδικασθῇ. Ὅταν πρόκειται περὶ ὑποθέσεως παντελῶς ἀναποδείκτου, παντελῶς ἀστηρίκτου, πρὸς τίνα λόγον θὰ καταβάλῃ ὁ κατηγορούμενος τὰ ἔξοδα; Ἢ μήπως ὑποθέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι καταβάλλουσι τὰ ἔξοδα οἱ ἐγκαλοῦντες; Ὑπολογίζει λοιπὸν τὴν εἴσπραξιν, ἕνεκα τῶν παραιτήσεων καὶ δὲν ὑπολογίζει τί ἀπώλεσεν ἕνεκα τῶν μὴ γενομένων δικῶν καὶ εὑρίσκεται εὐχαριστημένος κατὰ πάντα, διότι ἀνεκάλυψε καὶ νέον ἔσοδον. Ἀλλ’ ἔχει ἄλλο ἀντίκρυσμα πολὺ σπουδαιότερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: 260.000 δραχ. ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων. Διατί; Διότι ἔχει τελεσιδίκους, δὲν ὑπολογίζει δὲ τὰς ἐρημοδικίας, δὲν ὑπολογίζει ὅτι ἔχει νὰ χάσῃ ἀναμφιβόλως πλέον τῶν 100.000 δραχμ. κατ’ ἔτος, ἀκριβῶς διότι εἶναι ἐλάχισται αἱ ἐρημοδικίαι. Ἀλλὰ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ἄλλο τι στοιχειῶδες· εἶναι ὀλιγώτεραι ἀναμφιβόλως αἱ ἀναβολαί, ἀναμφισβητήτως εἶναι ἐλάχισται αἱ ἐρημοδικίαι, ἀλλ’ αἱ ὑποθέσεις αἵτινες τέλος πάντων σήμερον ταχύτερον φθάνουσιν εἰς τὴν τελεσιδικίαν, δὲν ἔφθανον ἄλλοτε εἰς τὴν τελεσιδικίαν οὐδέποτε; Γενικῶς ἡ ἀπόληψις τοῦ δημοσίου Ταμείου ηὐξήθη; Ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν ὑποθέσεων δὲν εἶναι; Αἱ αὐταὶ ὑποθέσεις αἵτινες θὰ δικασθῶσι ταχύτερον ἢ βραδύτερον; Πόθεν ἡ ὠφέλεια διὰ τὸ δημόσιον Ταμεῖον; Ζημία ὑπάρχει, ζημία διότι εἶναι ἐλάχισται αἱ ἐρημοδικίαι, ὅπως ζημία ὑπάρχει καὶ κατὰ τὴν ἄλλην περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἀνέπτυξα, διότι ἐὰν δὲν ὑπῆρχε παραίτησις θὰ ἐπηκολούθει ἡ ἀπόφασις ἐκ τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἀπόληψις καθαρὰ διὰ τὸ Κράτος, διότι δὲν πρόκειται περὶ μαρτυρικῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα εἰσπράττει τὸ Κράτος ἀλλὰ καὶ πληρώνει. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀντικρύσματα; Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους θὰ δικαιολογηθῇ δαπάνη 1.000.000; Σοβαρά, σοβαρώτατα ἐπιχειρήματα, σοφώτατα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως, χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου Ταμείου, ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Σοβαρὰ καὶ σοφώτατα ἀναμφιβολώτατα, ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα ἔπρεπε νὰ προσκομισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἔπρεπε νὰ λέγηται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἀναμένει ἐκ τοῦ νόμου περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτὰς νὰ εἰσπράξῃ 160.000, ὅταν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φυγοδικίας ἔχῃ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν κατὰ τὴν ὁποίαν. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ καταπολέμησις τῆς ἐμπαθείας τῶν μηνυτῶν διὰ τῆς ἀπειλῆς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων κ.τ.λ.» Εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βεβαία; Πότε ἔχει ἀκριβεστέραν ἀντίληψιν τοῦ πράγματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Ὅταν συνέτασσε τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυγοδικίας, ἢ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις δι’ ἐκείνους οἵτινες θέλουν νὰ ἴδωσι τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν. Ἐν ὅλῳ 950.000 δραχ. περίπου κατ’ ἔτος θὰ ἔχωμεν νὰ ἀναγράφωμεν μετὰ 3 ἔτη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ μετά τινα ἔτη, ἐὰν ἰσχύσῃ ἡ δικαστικὴ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔχωμεν ὅλους τοὺς εἰρηνοδίκας ἀμειβομένους μὲ 450 δρ. κατὰ μῆνα. Ἀλλὰ μὴ ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ἄλλαι δαπάναι θὰ προστεθῶσι, διότι ἀναμφιβόλως θὰ ἔχητε αὔξησιν τῶν ἐνοικίων τῶν εἰρηνοδικειακῶν καταστημάτων, ὅταν θὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ οἱ πρωτοδίκαι. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιχείρημα, Κύριοι, τοῦτο τοὐλάχιστον δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ὅτι θὰ ἀνυψωθῇ ὁ εἰρηνοδικειακὸς κλάδος, διότι θὰ ἀναλάβουν τὰ ἔργα τῶν εἰρηνοδικῶν οἱ πρωτοδίκαι καὶ θὰ κατορθώσουν νὰ ἵστανται ἀκολούθως οἱ εἰρηνοδίκαι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ὑψηλὰ θέλει νὰ βλέπῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ ἔκτοτε θὰ ἀρχίσῃ, ἀγνοῶ πῶς, ἡ μείωσις τοῦ μισθοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ τὸ ἐννοήσῃ. Πῶς θὰ συμβῇ καὶ ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἀποχωρήσωσιν οἱ πρωτοδίκαι ἐκεῖθεν, οἱ πρωτοδίκαι οἵτινες θὰ εἶναι τριπλάσιοι τῶν ἀπαιτουμένων, πῶς θὰ κατορθωθῇ, ἀφ’ οὗ θὰ ἀποχωρήσωσιν οἱ πρωτοδίκαι, νὰ μὴ ὑποστῇ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης κατάπτωσιν ὁ εἰρηνοδικειακὸς κλάδος; Ἀλλὰ παρέρχομαι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, διότι ἀποκρούονται ὑπὸ τῆς στοιχειώδους λογικῆς, καὶ ἀποκρούονται ὑπὸ τῆς στοιχειώδους λογικῆς, διότι ἡ ἀνύψωσις τοῦ κλάδου ἐκείνου, ἡ βελτίωσις τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου θὰ ἐπέρχηται διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν διοριζομένων προσώπων, διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς κατὰ μέγιστον ὅρον ὀλιγοστεύσεως τῶν μεταθέσεων, ὥστε νὰ ἔχῃ ἤδη ἀρχίσῃ νὰ παρέχῃ θέλγητρα ὁ εἰρηνοδικειακὸς κλάδος, νὰ ἔχῃ ἀρχίσῃ βελτιούμενος, ὡς εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ, νὰ βελτιωθῇ ὁ δικαστὴς ὁ κατ’ ἐξοχὴν λαϊκός, ὁ δυνάμενος περισσότερον νὰ προσαρμοσθῇ εἰς τὰς ἀντιλήψεις τῶν μικρῶν κέντρων, εἰς τὰ συμφέροντα αὐτῶν, εἰς τὰς βλέψεις, εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου αὐτῶν, ἐν ᾧ διὰ τοῦ τεθέντος ἤδη νόμου ἀρχίζει νὰ θεωρῆται ὅτι ἀνώτερός τις δικαστικὸς πρέπει νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν ἐκείνην, ἅμα δὲ τῇ ἀποχωρήσει αὐτοῦ πρῶτον θὰ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τοὺς πρωτοδίκας ἐκείνους, δεύτερον δὲ θὰ ὑποστῇ ἀπότομον κατάπτωσιν ὁ κλάδος ἐκεῖνος καὶ ἐὰν θελήσωμεν μὲ μικροτέρους μισθοὺς νὰ διορίσωμεν εἰρηνοδίκας καὶ μάλιστα ἀποτόμως νὰ πληρώσωμεν τὰς θέσεις αὐτῶν, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ἐκείνους, οἵτινες προσηκόντως θὰ ἐξετέλουν τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Εἰς αὐτὰ τὰ ἄτοπα καταλήγει νομοθεσία, ἥτις καταρτίζεται ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν συλλέγουσα τὰς γνώσεις αὐτῆς, κατὰ τρόπον δὲ ἐντελῶς αὐθαίρετον καταρτιζομένη καὶ πρωτακούστως ἀντικρύζουσα τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Καθὼς φαίνεται, κύριοι Βουλευταί, καθὼς εἶναι βέβαιον θὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους καὶ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Δύνασθε νὰ διαφωνῆτε πρὸς ὅσα ἡμεῖς λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύσσωμεν πρὸς ὑμᾶς, κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεών μας, περὶ τῶν νομοθετημάτων τῆς Κυβερνήσεως, δύναται πᾶς τις ἐξ ὑμῶν καὶ ἐξ ἄλλων νὰ φρονῇ ὅτι σοβαρώτερον καὶ ἐπωφελέστερον εἶναι νὰ ψηφίσωμεν 200 νομοσχέδια καὶ οὐχὶ 20 μόνον καλῶς μεμελετημένα, καλῶς συζητούμενα ἐνταῦθα, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς πράγματος δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἀντίρρησιν, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἀντίρρησιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον θέτει φόρον ὡς ὁ τῶν σπειρομένων γαιῶν, νὰ προσκομίζῃ κατὰ πᾶσαν ἡμέραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια ἀπαιτοῦντα δαπάνας ἑκατομμυρίων. Δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἀντίρρησιν ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ Ἕλλην ἀγρότης ἀγοράζει τὸν σῖτον καὶ τὸ ἄλευρον πρὸς 60 καὶ 65 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ βαρύνηται ἐπὶ πλέον μὲ δαπάνας ἑκατομμυρίων. Δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις προσεκόμισε νομοσχέδια πολλά, περὶ τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ ἔχητε οἱανδήποτε γνώμην, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα σχεδὸν πάντα ἀπαιτοῦσι δαπάνας. Οὐδὲ ἓν ἴσως ἐπιφέρει οἰκονομίας. Δύνασθε νὰ ἔχητε λοιπὸν, οἱανδήποτε γνώμην, κρίνοντες μονομερῶς τὰ νομοθετικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι ἡ οἰκονομικὴ αὐτῆς πολιτικὴ δικαιολογεῖ τὴν γνώμην περὶ τοῦ ὅτι ὁ τόπος ἄγεται εἰς βάραθρον οἰκονομικὸν, εἰς παντελῆ οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν, εἰς παντελῆ οἰκονομικὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ οἱουσδήποτε σκοποὺς καὶ τὴν βελτίωσιν ἀκόμη τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ὑποθέτω ὅτι σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔχητε σοβαρὰν ἀντίρρησιν.
§197Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον τὸ πρῶτον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, προεξώφλησα ἢ μᾶλλον ἐμάντευσα τὴν γνώμην τῶν περισσοτέρων τῆς Βουλῆς, ὅτι θὰ παρήρχοντο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλοὶ νὰ ἐπαινέσωσι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὅλοι θὰ εὕρωσιν, ὅτι δικαιοσύνη καλῶς ἀμειβομένη, εἶναι ἡ καλλιτέρα δικαιοσύνη. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλους λόγους ἐστήριξα τὴν πρόβλεψίν μου αὐτήν, ὅτι πάντοτε αἱ Ἑλληνικαὶ Βουλαὶ—καὶ ἡ παροῦσα εἶναι ὁμοία πρὸς τὰς παρελθούσας—ἦσαν πρόθυμοι νὰ χορηγῶσι τὰ μέτρα πρὸς τὰς ἰσχυρὰς τάξεις, καὶ μόνον περὶ τῶν ἀσθενῶν τάξεων δὲν ἐφρόντισαν ποτέ. Ἡ τάξις τῶν δικαστῶν εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρὰ καὶ συνδέεται μεθ’ ἡμῶν εἰς βαθμὸν ἐπηρεάζοντα τὴν γνώμην ἡμῶν· οἱ ἀσθενεῖς, οἱ ἁπλοϊκοί, οἱ πολλοί, εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ ἀπατηθῶσιν ὑφ’ ἡμῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ψυχολογία ὅλων τῶν Βουλῶν τοῦ παρελθόντος, ὁμοία πρὸς τὰς ὁποίας εἶναι καὶ ἡ παροῦσα Βουλή, διότι ἔχει συγκροτηθῆ ἀκριβῶς μὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς αὐξήσεως τῶν συμφερόντων τῶν τάξεων τῶν ἰσχυρῶν. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἀνόητος ἐγὼ νὰ εἴπω ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν δὲν θὰ καλλιτερεύσῃ τὴν δικαιοσύνην, καὶ βεβαίως θὰ ἐκαλλιτέρευε καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἂν τὰ ὄργανα αὐτῆς ἠμείβοντο γενναιότερον, καὶ βεβαίως θὰ ἐκαλλιτέρευε καὶ ἡ διοίκησις, ἂν οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς ἠμείβοντο ἐπαρκέστερον, ἀλλ’ ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν· χρειάζονται πόροι, καὶ οἱ πόροι πρέπει νὰ ἐξευρεθῶσιν, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, καὶ ἰδιαιτέρως ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν ἐφρόντισε νὰ ἀποκτήσῃ τοὺς πόρους ἐκ τῶν ἰσχυρῶν τάξεων, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ δώσωσιν, ἀλλ’ ἐνῷ προκειμένου νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ ἀποβλέπει εἰς τὰς ἰσχυρὰς τάξεις, ὅταν πρόκειται νὰ λάβῃ, καταφεύγει εἰς τοὺς ἀσθενεῖς, καὶ συγχέεται ὁ σκοπὸς τῆς δικαιοσύνης μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς. Οἱ παρελθόντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μονονουχὶ παρέστησαν τοὺς δικαστὰς ὡς ἐπαίτας, μὴ δυναμένους νὰ ἐξοφλήσωσι τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους ἔχουσιν εἰς τὸν παντοπώλην καὶ τὸν ῥάπτην, ὡς ἐὰν οἱ δικασταὶ ἦσαν ῥακένδυτοι καὶ πειναλέοι, ὥστε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐξοφλήσεως τοιούτων λογαριασμῶν. Οἱ πολεμοῦντες τὸ νομοσχέδιον δὲν πολεμοῦσι τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πολεμοῦσι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μόνον διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι μέλος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ οὗτος κατακριτέος. Βεβαίως ὀρθῶς ἐσκέφθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δὲν συνεννοήθη προηγουμένως μὲ τὸν συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, μὲ φέρει λόγος τις ἐπὶ τὸ βῆμα, ὁ σπουδαιότερος εἶναι ὅτι κατὰ τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν δὲν ἐπρόσεξα ζητήματά τινα καὶ δὲν ἐμνημόνευσα αὐτά. Ἐπείσθην ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἦσαν ἀκριβεῖς, ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἐπεβαρύνετο μὲ δαπάνην 900.000 δραχμῶν μετὰ μίαν τριετίαν. Ἀλλ’ οἱ λογαριασμοί, τοὺς ὁποίους βραδύτερον ἔκαμον μὲ ἤγαγον εἰς ἐντελῶς διάφορα ἀποτελέσματα. Συνάδελφοι πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέφερον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ὅτι διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν εἰρηνοδικῶν εἰς πρωτοδίκας θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις, καὶ τὴν αὔξησιν αὐτὴν ἐγὼ ὑπελόγισα εἰς 650.000 δραχμάς. Ἡ ὅλη δαπάνη ἑπομένως, ὅταν ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐν συναφείᾳ πρὸς τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐψήφισεν ἤδη ἡ Βουλὴ σχετικῶς πρὸς τὰ ἔξοδα μόνον—διότι περὶ τῶν ἐσόδων δὲν ἐφρόντισεν ἀκόμη —ἡ ὅλη δαπάνη θὰ ἀνέλθῃ εἰς 1.660.000 δραχμάς. Καὶ ἔρχεται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν χρῆσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ μᾶς ὑποβάλῃ, μόνον μὲ δραχμὰς 315.000 κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως. 315.000 δραχμαὶ θὰ παρελάσουν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ὑπόλοιπον ἐξ 1.345.000 θὰ εἶναι κεκρυμμένον, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων τῶν μελλόντων ἐτῶν. Ἀλλὰ ποῦ θὰ φθάσωμεν, Κύριοι; Αἱ αὐξήσεις δαπανῶν βαίνουσι καθ’ ἑκάστην πρὸς τὰ πρόσω· ἡ Κυβέρνησις δὲν κάμνει ἄλλο παρὰ νὰ ὑποβάλλῃ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων αὐξάνονται αἱ δαπάναι. Οὐδεμία Κυβέρνησίς ποτε ηὔξησε τόσον τὰς δαπάνας ὅσον ἡ παροῦσα. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου μόνον τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἔρχονται εἰς τὴν μνήμην μου καὶ θὰ φρίξητε ἐὰν τὰ ἐπαναλάβω, καίτοι, ὅτε ἐψηφίζοντο τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο δὲν ἐσκέφθητε εἰς ποῖον σημεῖον θὰ ἔφθανον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Ἐψηφίσαμεν 350.000 δραχ. δι’ οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους· ἐψηφίσαμεν σῶμα τελωνοφυλακῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ 320.000 δραχ.· ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ χωροφυλακῆς καὶ δημοσίας ἀσφαλείας, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπαιτήσῃ 350.000 δραχ. Ὁ νόμος περὶ ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων θὰ ἀπαιτήσῃ 225.000 δραχ.· ἐψηφίσαμεν διὰ σῶμα δασοφυλάκων 320.000· δι’ ἔξοδα ξένων ἀποστολῶν 700.000, δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου 6.000.000, καὶ ἐπειδὴ ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1911 2.000.000 ἔχομεν ὑπηρεσίαν 4.000.000 ἐπὶ πλέον· κατηρτίσαμεν μίαν πολυτελῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Διὰ νέον σῶμα χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας ἐψηφίσαμεν 90.000 δραχμάς, διὰ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς καὶ δι’ ἀμοιβὴν ἡμῶν αὐτῶν 320.000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον, καὶ ἐρχόμεθα σήμερον νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἂν ὄχι τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ μετὰ 3–4 ἔτη κατὰ 1.660.000, ὥστε τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν νὰ εἶναι 8.400.000, καὶ νὰ φθάνωμεν εἰς τὸ κολοσσιαῖον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἠκούσατε, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει κατὰ πόσον θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ κονδύλιον τῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον εἶναι συναφὲς τόσον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων ὅσον καὶ πρὸς τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται καὶ ἡ σύνταξις. Καὶ ἔχομεν τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς, οἵτινες παρουσιάζουσι τὴν κατάστασιν. Ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἀποκαλοῦμεν φαυλοκρατίαν, ἐβάρυνε τὸν λαὸν μὲ 125 ἑκατομμύρια, ἡ ἐπανάστασις μὲ 135 ἑκατομμύρια, ἡ ἀνόρθωσις μὲ 150 ἑκατομμύρια. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὰ 150 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὰ ἰδιαίτερα ἐκεῖνα ταμεῖα, τὰ ὁποῖα ἐκμυζῶσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀδιάφορον κατὰ τίνα τρόπον· διότι δὲν πιστεύω νὰ ἰσχυρισθῇ τις μεταξὺ ἡμῶν ὅτι τὸ λαχεῖον ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας δὲν εἶναι φόρος· εἶναι φόρος καὶ φόρος βαρύτατος· καταφεύγει εἰς τὴν τύχην ὁ μὴ δυνάμενος ν’ ἀποκτήσῃ ὅ,τι χρειάζεται διὰ τῆς ἐργασίας· διότι ὁ πενόμενος καταφεύγει εἰς τὴν τύχην, ὡς ἀποδεικνύει ἡ ἐν Ἰταλίᾳ κατάστασις ἑκάστην Παρασκευήν, ὅτε πωλοῦνται τὰ λαχεῖα καὶ ὅτε καταναλίσκεται ἄρτος ὀλιγώτερος. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις παραπαίει μεθυσθεῖσα ἐκ τῆς λάμψεως, τὴν ὁποίαν παρουσιάζουσι τὰ ταμεῖα διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου. Δὲν γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ποῖον χάος ἀνοίγεται ἐνώπιόν της. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει ὅτι εἶναι ἀκόμη ὁ πρόξενος τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτε ἔλεγεν: il me faut des millions. Ἀλλὰ αἱ πιστώσεις εἶναι καλά, ὅταν ἄλλοι πρόκειται νὰ τὰς δώσωσι, σήμερον ὅμως πρόκειται αὐτὸς νὰ τὰς εὕρῃ. Ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν περιωρίσθη νὰ ζητήσῃ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ δευτερολογήσῃ καὶ εἰσῆλθεν εἰς ζητήματα οἰκονομικά, τὰ ὁποῖα ὅσον καὶ ἂν δὲν ἀπαιτῶσι γνώσεις, εἶναι ὅμως πολύπλοκα καὶ ἀπαιτοῦσι κάποιαν ἐπιμέλειαν, ἵνα τεθῶσι καθαρά. Δὲν ἀρκεῖται εἰς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, ἀλλὰ λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του «περὶ δὲ τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῶν Εἰσαγγελιῶν τοῦ Κράτους οὐδεμία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιελήφθη διάταξις ἕνεκα τῶν περὶ μισθοῦ αὐτῶν νενομισμένων, καθ’ ἃ τοῦτον ὁρίζει ὁ εἰσαγγελεύς. Ἀλλὰ θέλει χορηγηθῆ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνάλογος τοῦ κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ μέτρου αὐξήσεως πίστωσις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς, ἵνα διανείμωσι τὴν αὔξησιν εἰς τὸ παρ’ αὐτοῖς βοηθητικὸν προσωπικὸν κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν». Ὥστε ἑτοιμασθῆτε νὰ ψηφίσητε καὶ ἄλλην δαπάνην, ἡ ὁποία δὲν περιέχεται εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Καὶ λυπεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, διότι ἡ αὔξησις αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκής, εὑρίσκει μικρὰν τὴν αὔξησιν τῶν 50%, ἤθελεν αὔξησιν περισσοτέραν. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὸν διπλασιασμὸν τοῦ μισθοῦ καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ τὸν διπλασιασμόν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζει ὅτι ἡ δικαιοσύνη θ’ ἀπονέμηται καλλίτερον ἀμειβομένη περισσότερον. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος μᾶς ἔφερεν ὡς παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι διὰ τῆς μεγάλης ἀμοιβῆς, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ δικαιοσύνη ἔφθασεν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται, ἀλλ’ ἐφρόντισε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀντίφασιν, ὅτι εἶναι εἰς τὸ ὕψος της, ἀλλὰ δὲν εἶναι προσιτὴ εἰς τὸν πτωχὸν λαόν. Ὅταν ἡ δικαιοσύνη δὲν εἶναι προσιτὴ εἰς τὸν πτωχὸν λαόν, νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φέρωμεν αὐτὴν ὡς παράδειγμα. Οἱ κύριοι συνάδελφοι σᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἐσφαλμένοι ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, ἐπαναλέγω καὶ ἐγὼ δι’ ὀλίγων ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτηθῶσιν 160.000 δραχμῶν ἐκ τῶν ψευδῶν μηνύσεων, διότι ἢ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ καὶ θὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ψευδεῖς μηνύσεις ἢ θὰ παύσωσιν αἱ ψευδεῖς μηνύσεις καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τὸ ἔσοδον. Καὶ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουλευτὴς ὅτι οὐδέποτε ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα ὁλόκληρον, ἀλλ’ ἐπέρχεται ἐν μέρει, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐν μέρει θὰ ἐπέλθῃ καὶ τὸ ἔσοδον, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπολογίζει ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν ψευδῶν μηνύσεων εἰς τὰ ἔσοδα.
§198Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τί εἶναι ἡ καταδίκη τοῦ ψευδῶς μηνύοντος; Δὲν εἶναι ἡ ἀπόδοσις τῶν δαπανῶν εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη τὸ Κράτος; ἐὰν ὑπάρχωσι ψευδεῖς μηνύσεις καὶ ὑπεβλήθη τὸ Κράτος εἰς δαπάνας θὰ ἀποδοθῶσιν αἱ δαπάναι, ἐὰν δὲν ὑποβληθῶσι ψευδεῖς μηνύσεις δὲν θὰ ἔχωμεν τὸ ἔσοδον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωμεν καὶ δαπάνας.
§199Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσπράξεις ἐκ γενομένων ἐγκλημάτων ἓν ὡρισμένον ποσόν, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ὑπολογίζει καλῶς, διότι θὰ γίνωσι βεβαίως αἱ ψευδεῖς μηνύσεις, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ ὑπολογίσῃ, ὅτι ἡ κατάστασις θὰ εἶναι πάντοτε ἡ αὐτή, διότι πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι αὗται θὰ περιορισθῶσι.
§200Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὰ τὰ σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀγωνίζεσθε ἀπασχολοῦσι τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἐν τέλει, διότι εἰς ἐκείνην τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δίκαι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, θὰ εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἀνάγκη τῆς ἐλαττώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων.
§201Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἔσοδον τοῦ δικαστικοῦ ἐνσήμου, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ νόμου μὴ ψηφισθέντος ὑπελογίσθη καὶ τοῦτο. Τοῦτο ἤθελον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κρίσιν μας ὅλα τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀπόκτησις τοῦ ἀναγκαιοῦντος διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν ποσοῦ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἤρχοντο οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἐξυμνῶσι τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου. Θὰ εἶχε συγχρόνως νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ φόρον καὶ ὡρισμένον φόρον, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ ἦτο συμφώνως μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, αὔξησις τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἢ ἄλλου τινὸς φόρου, τοῦ καταλληλοτέρου ἴσως, πρὸς τὸν ὁποῖον κατέφυγον ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου σίτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀσφαλέστερος καὶ θετικώτερος, ὥστε νὰ κινῇ τὴν ἀγάπην τῶν δανειστῶν τοῦ Κράτους, ὅπως τὸν ἔχωσιν ὑπέγγυον. Εἶναι εὔκολον, Κύριοι, νὰ λέγωμεν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἀμειφθῶσιν οἱ δικασταί, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον δι’ ἔλλειψιν οὐχὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου κατ’ ἔτος, ἀλλὰ δι’ ὀλιγώτερον ποσὸν ἀποθνήσκουσιν ἄνθρωποι, ἢ εἶναι κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ χρόνου ἀσθενεῖς ἀπὸ τὰ ἕλη, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐρχώμεθα νὰ ψηφίζωμεν τοιαύτην δαπάνην καὶ πολὺ περισσότερον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὑποσχεθεῖσαν νὰ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν βάσανον αὐτήν, ἀπὸ τὸν θάνατον τὴν Ἑλλάδα, νὰ παραπέμπῃ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλλένδας τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, διὰ νὰ ἔρχηται νὰ ζητήσῃ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ὡς ἐὰν μὴ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμείνωσιν οἱ δικασταὶ ὀλίγα ἔτη, ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ περιμείνωσιν οἱ πάσχοντες καὶ ἀποθνήσκοντες.
§202Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Εἴπετε ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ποσὸν τοῦ 1.500,000, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν ἐκ τῶν προτέρων. Εἴπετε προσέτι ὅτι διὰ νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ θέσεις τῶν εἰρηνοδικῶν ὑπὸ τῶν πρωτοδικῶν δυνάμει τοῦ προηγουμένου νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, θὰ ἀπαιτηθῇ πρόσθετος δαπάνη 700,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐν ὅλῳ μετὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν θὰ συμποσωθοῦν εἰς 1.500,000. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε ἐπὶ τοῦ ἑξῆς· πότε θὰ συμπληρωθῶσιν αἱ θέσεις τῶν εἰρηνοδικῶν ὑπὸ τῶν πρωτοδικῶν;
§203Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει.
§204Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅταν τερματισθῇ ὁ φυσικὸς βίος τῶν εἰρηνοδικῶν. Ἑπομένως πόσοι κατ’ ἔτος εἰρηνοδίκαι ἀποθνήσκουσιν ἢ παραιτοῦνται καὶ πόσαι θέσεις κενοῦνται;
§205Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐρώτησις θὰ εἶχε λόγον εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐγὼ διετεινόμην ὅτι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ 1.500.000 θὰ πραγματοποιηθῇ ἀμέσως.
§206Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι βέβαιον ὅτι κατ’ ἔτος κενοῦνται 15–20 θέσεις Εἰρηνοδικῶν.
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 5–8.
§208Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. 8. Πολὺ καλά. Δηλαδὴ θὰ ἔχωμεν διαφορὰν αὐξήσεως 8 θέσεων, αἱ ὁποῖαι μᾶς κάμουν ἀπὸ 1.500 δραχ. ἑκάστη 12.000 καὶ ὄχι 700.000.
§209Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τοὺς ὑπολογισμούς σας τοὺς συμπληρώνετε καὶ μᾶς τοὺς δίδετε ἑτοίμους. Ὅταν ὅμως ψηφισθῇ εἷς νόμος, ἐξετάζονται αἱ συνέπειαι τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅταν περατωθῇ ὁλόκληρος ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἀκριβῶς τοῦτο, τὸ ὁποῖον νομίζετε σεῖς ὅτι ἀποτελεῖ ἀρετὴν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο ἀποτελεῖ κατ’ ἐμὲ τὸ χειρότερον ἐλάττωμα αὐτοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν τολμᾷ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν, ὅπως εἶπον καὶ προχθές, ἀλλ’ ἔρχεται νὰ ἐπιβάλῃ ἓν ἔξοδον εἰς τὸ Κράτος καὶ ἐκ τοῦ ἐξόδου ἐκείνου μόνον ἓν μέρος θὰ προσθέσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διὰ νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο πάντοτε: τὰ ἔξοδα νὰ αὐξάνωσιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ὥστε νὰ μὴ φαίνηται ὅτι παρίσταται ἀνάγκη νέου τινὸς φόρου, νὰ ἔρχηται δὲ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβολῆς αὐτοῦ ἀνὰ 5 ἢ 10 ἔτη, ὅτε ἐπιβάλλονται οἱ φόροι διὰ μέγα ποσὸν 5.000.000, διὰ νὰ καλυφθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τὰς ὁποίας δημιουργεῖ πάντοτε τὸ ἀπαίσιον παρελθὸν καὶ τὰς ὁποίας πάντοτε τὸ εὐγενὲς παρὸν θέλει νὰ θεραπεύσῃ. Κύριοι Βουλευταί, διάφορα ἐπιχειρήματα παρετάχθησαν ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν δικαστῶν καὶ μονονουχὶ ἐθεωρήθημεν ἡμεῖς μὴ ἐνδιαφερόμενοι ποσῶς διὰ τὴν Δικαιοσύνην τῆς Πατρίδος μας, θὰ ἤθελον ὅμως νὰ μᾶς ἔλεγον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶπον τοῦτο, πῶς ἐννοοῦν ἕνα καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου νὰ διδάσκῃ μὲ 350 δραχ. κατὰ μῆνα, ὅταν τοῦ ἀπαγορεύεται νὰ ἐξασκήσῃ ἄλλο ἐπάγγελμα, ὅταν νομίζουν ὅτι ὁ μισθὸς τῶν 450 δραχ. τοῦ δικαστοῦ ἀποτελεῖ ποσὸν μικρόν; Καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἔχει νὰ ἐλπίσῃ περισσότερον ποσὸν ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ὁ δικαστικὸς εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ σταδίου του. Δὲν πιστεύω δὲ ποτὲ νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ὑπάρχει ἔθνος εἰς τὸ ὁποῖον καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου νὰ λαμβάνῃ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν δικαστὴν τοῦ πρώτου βαθμοῦ. Ὡμίλησαν περὶ ξένων, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρουν ὅτι οἱ καθηγηταὶ τῶν Πανεπιστημίων κερδίζουν 20–50.000 δραχ. κατ’ ἔτος ἐκ τῶν διδάκτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν. Καὶ δὲν ἠρκέσθημεν μόνον εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐψηφίσαμεν νόμον καὶ ὡρίσαμεν τὸν μισθὸν τοῦ ἐκτάκτου καθηγητοῦ εἰς 200 δραχ. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, κρίνωμεν τὸν μισθόν τῶν 300–450 δραχ. ὡς ἀνεπαρκῆ διὰ νὰ ἐνδυθῇ καὶ πληρώσῃ τὸν λογαριασμὸν τοῦ παντοπώλου ὁ δικαστής, ποίους προωρίσαμεν νὰ μορφώσουν τὴν νεολαίαν; Τοὺς γυμνήτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ λαμβάνουν 200 δρ. καὶ οἱ ὁποῖοι βεβαίως πρέπει νὰ περιέλθωσι μὲ τὸν δίσκον τῆς ἐπαιτείας, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἀποκτήσωσι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἤδη λαμβάνουν οἱ δικασταί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν κρίσιν ὑμῶν τόσον κακῶς ἀμείβονται; Ἀλλὰ κάμπτονται οἱ δικασταὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἀμείβονται· δὲν ἐφροντίσαμεν ὅμως περὶ ἡμῶν αὐτῶν, διότι εἶναι μέγα τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικαστοῦ βεβαίως; ἀλλὰ δὲν πιστεύω τὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους νὰ εἶναι ὀλιγώτερον σπουδαῖον. Ἀλλ’ ἡμεῖς πῶς θὰ ζήσωμεν μὲ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν τῶν 250 δραχ. κατὰ μῆνα διὰ τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἀθήναις; Ἐκεῖνοι δὲν θὰ κάμπτωνται; Ἀλλὰ βλέπετε ὅτι ἐδῶ εἶναι τὰ δύο μέτρα καὶ τὰ δύο σταθμά. Εἶμαι καὶ ἐγὼ πρόθυμος νὰ προσθέσω τὴν φωνήν μου εἰς τὴν ἀμοιβὴν τῶν κατωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τοιαῦτα οἰκονομικὰ μέτρα, διότι καὶ ἄλλοι κατώτεροι ὑπάλληλοι ἀμείβονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος ὁ γραφεὺς ἑνὸς Ὑπουργείου νὰ ἀμείβηται ὀλιγώτερον τοῦ γραφέως ἑνὸς Δικαστηρίου. Ἀλλ’ ἐδῶ παρατηρεῖται ἡ ἀνισότης, ὅτι σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουσιν ἰσχυρὸν προστάτην, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ᾧ οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουν ἰσχυρὸν προστάτην. Τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, διότι ἐὰν τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε καὶ ὁ ἐπὶ τῆς Παιδείας βεβαίως εἶχε καθῆκον νὰ ὁρίσῃ πολὺ μεγαλύτερον μισθὸν εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐὰν ὑπουργοὶ τῆς δυνάμεως τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἦσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, βεβαίως θὰ ἐφρόντιζον ὅπως ὁ μισθὸς καὶ ἡ κατάστασις τῶν δημοδιδασκάλων εἶναι καλλιτέρα, θὰ ἐφρόντιζον βεβαίως ὅπως γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους καὶ ὄχι νὰ μείνῃ νομοσχέδιον ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ δημοδιδάσκαλοι ἐν ᾧ ἀπέκτησαν ἕνα βαθμὸν διὰ κόπων, δὲν λαμβάνουν τὸν μισθὸν τοῦ βαθμοῦ των, ἀλλὰ τῆς θέσεως καὶ ἐν ἀνάγκῃ πολλάκις, γινόμενοι ὑποδιδάσκαλοι λαμβάνουν 60 μόνον δραχ. διὰ νὰ ζήσουν ἀπορῶ πῶς, ὅταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν 300 δραχμὰς εὑρίσκωνται εἰς ἀνεπάρκειαν νὰ πληρώσουν τὸν λογαριασμὸν τοῦ ῥάπτου καὶ τοῦ παντοπώλου. Ἀλλ’ ὑποθέτουν ὅτι οἱ δημοδιδάσκαλοι οὔτε τρόφιμα καταναλίσκουν, οὔτε εἶναι ἐνδεδυμένοι, ἀλλὰ περιέρχονται μὲ τὴν στολὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τρέφονται μὲ ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον. Καὶ οἱ δυστυχεῖς δημοδιδάσκαλοι εἶναι οἱ παρέχοντες τὰς σπουδαιοτέρας ὑπηρεσίας ἐξ ὅλων τῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους. Ἡ κρίσις μου εἶναι ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ κἄτι τι, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν. Εἶναι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ νέα Ἑλληνικὴ Πολιτεία, διότι οὐδένα κλάδον ἐμόρφωσεν ἡ Πολιτεία, ὅπως ἐμόρφωσε τὸν κλάδον τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος μιμούμενος συμπολίτην του τινὰ δημοσιογραφήσαντα ἄλλοτε, ἐξέφερε τὴν μεγάλην γνώμην, ὅτι ὅταν ἔχῃ τις δικαιοσύνην ἔχει καὶ οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους καλούς, διότι τὰ πάντα ἐξαρτᾷ ἐκ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κύριος συνάδελφος ἔλεγεν ἄλλοτε ὅτι ἡ δύναμις τοῦ Κράτους εἶναι ἡ φυλακή. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ φυλακή. Ἡ δύναμις τοῦ Κράτους εἶναι τὸ σχολεῖον, διὰ νὰ μορφώσῃ πολίτας, ὅπως μὴ ὑπάγωσιν εἰς τὴν φυλακήν. Τὰ κράτη δὲν φροντίζουσι περὶ φυλακῶν. Φροντίζουσι πρῶτον περὶ σχολείων καὶ ἔπειτα περὶ φυλακῶν καὶ πολὺ πρότερον πρέπει νὰ φροντίσῃ ἡ Πολιτεία νὰ μὴ λάβῃ ἀνάγκην τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὸ καθῆκον του τὸν δημόσιον ὑπάλληλον. Ἐὰν πρέπει δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ ἀμείψῃ τὴν δικαιοσύνην, δι’ ἰσχυρότερον πρέπει νὰ ἀμείψῃ τὸν ἱκανὸν ὑπάλληλον, ὅπως μὴ καταργήσῃ τὴν θέσιν του. Ὁ δικαστὴς εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνος διὰ τὰς ἀστικὰς ὑποθέσεις, διότι ὑπάρχουσι καὶ δικαστήρια ἀνωτέρου βαθμοῦ, δικάζουσι δὲ διὰ ποσὰ ἐλάχιστα, ἀλλὰ εἰς ἕνα καὶ μόνον τελωνοφύλακα εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ ἐκφόρτωσις ἑνὸς ὁλοκλήρου ἀτμοπλοίου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος θὰ εἰσπράξῃ πολὺ μεγαλύτερον ποσὸν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ δικαστὴς νὰ ἐπιδικάσῃ εἰς τὸν ἕνα ἢ τὸν ἕτερον τῶν ἀντιδίκων. Ἀλλὰ ἡ συζήτησις ἔφερε δύο ζητήματα, τὸ μὲν ἓν εὐχάριστον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ πρόνοιαν ὅπως μὴ σὺν τῇ αὐξήσει τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων αὐξήσωσι καὶ αἱ συντάξεις, ἀλλὰ ἔφερε καὶ μίαν ἄλλην δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι καὶ περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν θὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον προχθές, ὅτι βεβαίως εἶναι ἀδύνατος ἡ ζωὴ εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος λαμβάνει 140 ἢ 160 δραχμάς· ἀλλ’ εἶναι δυσκολωτέρα ἡ ζωὴ εἰς τὸν χωροφύλακα, ὁ ὁποῖος λαμβάνει 70 δραχμάς· ἀλλ’ εἶναι δυσκολωτέρα εἰς τὸν στρατιώτην, ὁ ὁποῖος ἔχει τροφὴν ἐλαχίστην καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει δέκα λεπτὰ τὴν ἡμέραν. Εἶναι φοβερὸν νὰ ζῇ οὕτω, ὅταν δ’ ἡ Ἀγγλικὴ ἀποστολὴ ἠπόρει, πῶς τρέφεται ὁ ναύτης μὲ 80 λεπτὰ καθ’ ἑκάστην, ἀγνοῶ τί θὰ ἔλεγεν ὅταν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὴν τροφὴν τοῦ στρατιώτου. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐφρόντισε νὰ καλλιτερεύσῃ μίαν ἄλλην τάξιν, τῶν ἀξιωματικῶν· νὰ μὴ καλλιτερεύσῃ ἡ θέσις τοῦ στρατιώτου, νὰ εἶναι ὅμως καλλιτέρα τοῦ ἀξιωματικοῦ· ὁ χωροφύλαξ νὰ μείνῃ καὶ πάλιν μὲ τὸν αὐτὸν μισθόν· διὰ νὰ ζήσῃ τὴν οἰκογένειάν του, πῶς; Καὶ ὅμως αὐτὸς ὀφείλει νὰ ἀποκτήσῃ οἰκογένειαν ἀκολουθῶν τὸν γενικὸν κανόνα καὶ δὲν ἐλπίζει ἐκ τοῦ βαθμοῦ του νὰ ἀποκτήσῃ τίποτε ἐκ μέρους τῆς κοινωνίας, ἐνῷ ὁ δικαστὴς θὰ ἀποκτήσῃ τὰ μέσα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα νὰ θρέψῃ τὴν οἰκογένειάν του καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην ἐκ τῆς Πολιτείας, νὰ λάβῃ ἐκ προικὸς, τὴν συντήρησιν καὶ ἐκπαίδευσιν τῆς οἰκογενείας του. Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ὁλόκληρος ἡ ψυχολογία τῆς Κυβερνήσεως· προστασία τῶν ἰσχυρῶν καὶ ἐγκατάλειψις ὅλων αὐτῶν τῶν ἀσθενῶν εἰς τὴν τύχην των· αὐτοὶ δύνανται εὐκόλως δι’ ὑποσχέσεων νὰ πληρώνωνται, αὐτοὶ δύνανται νὰ ζῶσιν ἐλπίζοντες ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέτυχον ποτέ, ἵνα ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου ἐννοήσωσι τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσαν. (Χειροκροτήματα).
§210Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐπιθυμῶ νὰ διευκρινισθῇ ἓν σημεῖον κυρίως, ὅπερ καὶ κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν ἔθιξα Ὑποστηρίζων ἐκθύμως καὶ ἀνεπιφυλάκτως τὴν ἀρχὴν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ὑπέδειξα ἐν ταυτῷ τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἡ Πολιτεία λάβῃ καὶ ὑπὲρ αὑτῆς ἓν ἀντιστάθμισμα διὰ τῆς ἀκεραίας ἐφαρμογῆς καὶ ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος, ὅπερ διὰ τοῦ νέου Συντάγματος ἐδώκαμεν αὐτῇ πρὸς ἀπομάκρυνσιν τῶν ἀνεπαρκῶν καὶ ἀνικάνων δικαστῶν· ἐξέφρασα δὲ τὴν λύπην μου, ὅτι δὲν εἶδον νομοθέτημα πλήρως ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ Συντάγματος. Ἔσπευσε νὰ μὲ διακόψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγων, ὅτι ἐψηφίσθη τοιοῦτος νόμος. Παρετήρησα ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐγνώριζον, ὑπάρχει διάταξις μόνον διὰ τοὺς μονίμους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ αὐτὴ μὴ πληροῦσα τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅσον ἐπιτρέπει ἁπλῶς τὴν λόγῳ ἀνεπαρκείας ἀποχώρησιν αὐτῶν, χωρὶς νὰ προσδιορίσῃ τὰς περιπτώσεις καὶ τοὺς λόγους, ἐξ ὧν θὰ βεβαιοῦται ἡ ἀνεπάρκεια αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπανέλαβεν, ὅτι ὑπάρχει πλῆρες νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐφήρμοσεν ὁ Ἄρειος Πάγος.
§211Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπον ὅτι καὶ αὐτὸ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τῶν εἰσαγγελέων, ἀλλὰ δύναται νὰ εἶναι καὶ πληρέστερον.
§212Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πῶς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ; Ἐγὼ θέλω νὰ μὲ φωτίσητε, ἄν, πλὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς ὑπάρχῃ ἄλλη.
§213Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15, τὴν ὁποίαν βεβαίως θὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, αὐτὴ ἕνεκα τῆς ταυτότητος τῶν περιστάσεων, τὴν ὁποίαν ἠξίωσε τὸ Σύνταγμα, δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§214Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Φρονεῖτε σοβαρῶς ὅτι δύναται δι’ ἀναλογίας νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ ἰσοβίων δικαστῶν τοιαύτη διάταξις, ἡ ὁποία θεσπίζεται διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ εἰρηνοδίκας;
§215Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντικείμενον ἑρμηνευτικὸν εἶναι· Σᾶς ἐπαναλαμβάνω αὐτό, ὅτι θὰ ληφθῇ καὶ ἰδιαιτέρα πρόνοια, ἐν τούτοις δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ αὐτή.
§216Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀκριβῶς αὐτὸ μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ τὸ ζητήσω καὶ πάλιν.
§217Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ζητήσητε, διότι αὐτὸ θὰ γίνῃ συμφώνως τῷ νόμῳ τοῦ 1881 περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§218Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πολὺ καλά. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὸ ἴδωμεν γενόμενον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτόνισε καὶ πρὸς μεγάλην μου εὐχαρίστησιν, ἀφοῦ εἶμαι σύμφωνος ἐν τούτῳ, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως· βεβαίως δὲ συμπεριέλαβε ταύτην ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς, οὐχὶ διὰ νὰ παράσχῃ μείζονα εὐμάρειαν εἰς τοὺς δικαστὰς κατὰ πρῶτον λόγον, ἀλλὰ χάριν ἀνυψώσεως, χάριν βελτιώσεως τῆς Δικαιοσύνης.
§219ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§220Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νομίζω δὲ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται ἐξόχως νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον τῆς βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐκκαθάρισις, ἐν ᾧ μέτρῳ εἶναι δυνατή, κατὰ τρόπον, ὅστις εἶχε χαρακτηρισθῆ κατὰ τὰς γενομένας συζητήσεις ὡς τρόπος ὀργανικῆς εἴτε φυσιολογικῆς ἐκκαθαρίσεως δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, πρὸς τοῦτο δὲ ἀκριβῶς περιελήφθη καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 88 ἐν τῷ Συντάγματι, ἵνα καταστήσῃ εὐχερῆ τὴν κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἐκκαθάρισιν.
§221Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι προσπαθεῖτε νὰ ἀνοίξητε μίαν θύραν ὀρθάνοικτον. Μὲ τὴν σειράν των θὰ ἔλθουν καὶ τὰ πέντε–ἕξ νομοσχέδια, τὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων συνταγματικῶν διατάξεων ἐνδεικνυόμενα. Γνωρίζετε ὅμως διὰ τίνα λόγον ὑπεβλήθη καὶ εἰς τίνας ἐπειγούσας ἀνάγκας προέκειτο νὰ ἀνταποκριθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη καὶ ἐψηφίσθη καὶ εἰς τὸ ὁποῖον περιελήφθη ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία ἐλειτούργησε δι’ εἰρηνοδίκας καὶ διὰ συμβολαιογράφους καὶ διὰ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων.
§222Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὥστε δύναμαι νὰ λάβω ὑπὸ σημείωσιν δήλωσίν σας, ὅτι θὰ ὑποβληθῇ ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ νομοσχέδιον κανονίζον τὰ τῆς ἀποχωρήσεως ταύτης καὶ διὰ τοὺς ἰσοβίους δικαστάς.
§223Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ τοιαῦται δηλώσεις δὲν εἶναι δυναταί.
§224Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω τοιαύτην δήλωσιν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν βλέπω. Ἐψηφίσαμεν πληθὺν νομοσχεδίων, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ἐγὼ προσεπάθησα νὰ συμβάλω κατὰ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις· ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι μηδέν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν καὶ νόμον ὀργανικόν, ὅστις ἤθελε βελτιώσει τὰ ὄργανα τῆς ἀπονομῆς δικαιοσύνης. Ἴσως οἱ νόμοι οὗτοι, προσδίδοντες μείζονα εὐρύτητα εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, ἀποβαίνουσι καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς χεῖρας δικαστῶν ἀνικάνων. Δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ἐπίσης φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ τὸ προσῆκον ἐκ τοῦ Συντάγματος νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν μὴ ἀξίων τῆς αὐξήσεως ταύτης.
§225Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Φρονεῖτε ὅτι, ἐὰν ἰσχύσωσιν οἱ νόμοι περὶ συντάξεως οἱ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσι σήμερον, ἐφ’ ὅσον λαμβάνεται πρόνοια δι’ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ὅτι εὐκολύνεται ἡ ἐκκαθάρισις ἡ φυσιολογικὴ τῶν δικαστῶν;
§226Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Βεβαίως ὄχι· διότι θὰ παραμένωσι διὰ νὰ ἀπολαμβάνωσι τὸν μεγαλύτερον μισθόν.
§227Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐλάχιστα ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί, καθόσον ὅσοι ἀντιπαρῆλθον τοῦ βήματος τούτου ὅλοι ἀνεξαιρέτως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὡμίλησαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατ’ αὐτοῦ κατέληξαν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τούτου. Ὁ πρὸ μικροῦ κατελθὼν τοῦ βήματος ἔντιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς κ. Κουλουμβάκης ἰσχυρίσθη, ὅτι πάντοτε ἀπὸ ἐτῶν ἠγωνίσθη δημοσιογραφῶν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως καὶ μάλιστα ὑπὲρ τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν. Ἐρωτῶ αὐτόν: κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦσαν, τάχα, καλλίτεροι οἱ δικασταί; Τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἦσαν εἰς ἀνθηροτέραν κατάστασιν; ἦτο τότε τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε νὰ ἐπετρέπετο ἡ αὔξησις; Σήμερον, Κύριοι, οἱ δικασταὶ μισθοδοτοῦνται συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, τὸν πρὸ πεντηκονταετίας καὶ πλέον ψηφισθέντα, ἀλλ’ αἱ βιοτικαὶ συνθῆκαι τῆς σήμερον εἶναι αἱ αὐταὶ μὲ ἐκείνας τὰς πρὸ πεντηκονταετίας; ἀναμφιβόλως οὐχί· αἱ συνθῆκαι τοῦ βίου μετήλλαξαν ὁλοσχερῶς, ἑπομένως ἐπάναγκες ὅπως μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ δικαστοῦ, περὶ τοῦ προσώπου δηλονότι ἐκείνου, πρὸς ὃ ἐμπιστευόμεθα ὅ,τι πολύτιμον ἔχομεν, τὴν τιμήν, τὴν ζωήν, τὴν περιουσίαν ἡμῶν. Ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ δικαστὴς δέον νὰ ἵσταται εἰς περιωπήν, ἵνα οὕτω κινῇ τὸν σεβασμὸν καὶ πρεπόντως ἀπονέμῃ τὴν δικαιοσύνην. Ὅταν ἡ δικαιοσύνη ὑστερῇ, τότε καὶ τὸ κεφάλαιον φυγαδεύεται καὶ ὁ πολίτης ἐκπατρίζεται, ὅτε καὶ ὁ δημόσιος πλοῦτος μειοῦται καὶ οὐδὲν καλὸν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ὑπὲρ τῆς Πολιτείας. Τινὲς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἀντεπεξῆλθον κατὰ τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι μέγα μέρος αὐτῶν, ἂν μὴ ὅλοι, ἐν πενίᾳ εὑρίσκονται, ὅπερ δεικνύει καὶ τὴν ἐντιμότητα αὐτῶν. Ὁ γλίσχρος μισθὸς τῶν 300 δραχμῶν κατὰ μῆνα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτούς, διότι ἐὰν ὑπολογίσωμεν, ὅτι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν δι’ οἴκησιν καὶ τροφὴν θέλει 160–180 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἀπομένει ἐλάχιστον ποσὸν δι’ ἐνδυμασίαν, τυχοῦσαν ἀσθένειαν καὶ ἄλλας ἀπαραιτήτους ἀνάγκας. Ὁ δικηγόρος, ὁ ὁποῖος ἀποκερδαίνει πεντακοσίας δραχμὰς κατὰ μῆνα ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του, μὲ τοιοῦτον γλίσχρον μισθόν, οὐδέποτε θὰ ἐπιδιώξῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Κύριοι. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολῶ ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν, διότι ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου εἶπον, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐκ τῶν προαγορευσάντων οἱ λοιποὶ ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ὃ καταλήγων τὸν λόγον μου, κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§228Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν θὰ μοὶ φανῇ παράδοξον, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἴδω ὑμᾶς ἀδημονοῦντας, ὅταν ἀκούσητε καὶ ἐμὲ νὰ δηλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τάσσομαι.
§229Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί;
§230Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διότι τόσοι παρῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ εἶπον τόσα ὑπὲρ αὐτοῦ, ὥστε ἀποβαίνει πᾶσα συζήτησις περιττὴ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐγὼ ἀμέσως ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ τίτλου μόνον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐτάχθην ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἐτάχθην μόνον ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ εἶχον τὸν σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι νόμιμον καὶ δίκαιον εἶναι νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἀναλόγως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πᾶσα καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησις νομίζω ὅτι εἶναι περιττή, καθότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε σήμερον ὅτι μεταγενεστέρως θὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους. Εἶμαι δὲ τῆς ἰδέας, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὄχι μόνον πρέπει νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς καὶ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων ἀναλόγως καὶ ἐξ ἴσου, ἀλλ’ ἔτι περισσότερον, διότι οἱ μισθοὶ τούτων, δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς προμήθειαν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων εἰς τὸν βίον. Ἐν ᾧ τοὐναντίον οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων τείνουσιν εἰς τὴν ἀξιοπρεπεστέραν αὐτῶν παράστασιν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν προμήθειαν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων. Τῆς ἀρχῆς ταύτης ἑπομένως, κύριοι Βουλευταί, μολονότι δὲν ἀσπάζομαι τὴν περὶ τὰ οἰκονομολογικὰ γνώμην τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὴν Πολιτείαν, δὲν συμβαίνει ὅ,τι συμβαίνει εἰς ἰδιωτικήν τινα ἐπιχείρησιν, καὶ δὲν πρέπει δηλαδὴ νὰ ῥυθμίζῃ ἡ Πολιτεία τὰς δαπάνας (καὶ δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων τοιούτων), ἐκ τῶν ἐσόδων καὶ μόνον, ἀλλὰ ὀφείλει δημιουργήσῃ τοιαύτας, εἶτα δὲ νὰ ἀνευρίσκῃ τοὺς πόρους διὰ τὸ ἀπαιτούμενον ἀντιστάθμισμα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, εἶμαι τῆς ἀρχῆς ὅτι αἱ δαπάναι πρέπει νὰ ῥυθμίζωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων, καὶ οὐχὶ νὰ δημιουργῶμεν δαπάνας καὶ εἶτα νὰ προσπαθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὰ ἔσοδα πρὸς κάλυψιν τοῦ ποσοῦ τῶν δαπανῶν, διότι τότε, καθὼς πᾶς τις ἐξ ἡμῶν ἀντιλαμβάνεται, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ ἀκούσωμεν, καὶ αὖθις ἐπαναληφθησομένην τὴν βαρεῖαν, τὴν ἀπεχθεστάτην ἐκείνην φράσιν ἐκ τοῦ βήματος τούτου... Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἐκπλήσσει, κύριοι Βουλευταί, διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἶναι τὸ οἰκονομικὸν μέρος. Καὶ δὲν θὰ ἐποίουν ἐν προκειμένῳ λόγον περὶ αὐτοῦ, ἐὰν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀνέφερε τοὺς ὡρισμένους πόρους ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος θὰ πορισθῇ τὸ ἀντισήκωμα. Ἐὰν δὲν ἀνέφερε, λέγω, ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει τοὺς πόρους τούτους, δὲν θὰ εἶχον ἄλλο νὰ εἴπω, εἰμὴ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν καὶ καθ’ ὅσον τοῦτο ἦτο ἐφικτὸν εἰς αὐτόν, νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνόσῳ ὅμως ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφέρει πόθεν τὸ Κράτος θὰ προμηθευθῇ τοὺς πόρους, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τοῦτο. Καὶ πρῶτος πόρος κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὁ ψηφισθεὶς παρ’ ἡμῶν νόμος τῆς καταψηφίσεως εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας μηνυτὰς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Περὶ τούτου δὲν θέλω ποιήσει λόγον, κύριοι Βουλευταί, διότι πρὸ μικροῦ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐποιήσαντο μνείαν, λέγω μόνον ὅτι θέλει ἐκλείψει πλέον ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου τούτου, ἐὰν βασιζώμεθα, ὅτι θέλομεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἔχει τὰ αὐτὰ ἔσοδα ἐκ τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων, ἅτινα παρουσιάσθησαν καὶ κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν, ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Περιορίζομαι δὲ μόνον νὰ ἀντικρούσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς προλαλήσαντα συνάδελφον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει ὑποβάλλεται τὸ Κράτος εἰς δαπάνας, καὶ συνεπῶς δὲν θέλει πληρώνει, ἐπερχομένης οὕτω οἰκονομίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ Κράτος δὲν ὑποβάλλεται εἰς δαπάνας, ἀλλὰ μόνον ὑποβάλλονται οἱ κ. δικασταί εἰς μεγαλητέραν ἐργασίαν, οὐδεμίαν ὅμως δαπάνην περισσότεραν τὸ Κράτος ὑφίσταται διὰ τοῦτο. Αἱ ἀποφάσεις καὶ τὰ πρακτικὰ γράφονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Συνεπῶς, ἐὰν ἐκλείψωσι καθ’ ὁλοκληρίαν αἱ ψευδεῖς μηνύσεις, ὡς ἔχομεν τὴν ἐλπίδα καὶ ὡς ἐπιδιώκει ὁ ψηφισθεὶς νόμος, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ αὐτὴ μὲν δαπάνη ἐκ μέρους τοῦ Κράτους θέλει γίγνεται, δὲν θέλει ὅμως εἰσπράτεσθαι ἔσοδον ἐκ μέρους τῶν μηνυτῶν. Δεύτερος πόρος ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται ὁ ψηφισθεὶς παρ’ ἡμῶν νόμος περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς ποινικῆς δικονομίας, ὁ ἀφορῶν τὴν παραίτησιν τῆς γενομένης μηνύσεως. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω καὶ τὸν πόρον τοῦτον, ἐὰν πράγματι προσφέρει, πρόσοδόν τινα εἰς τὸ Κράτος, ἢ ἀπεναντίας ἐλαττώνει τὰς μέχρι τοῦδε προσόδους.
§231Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον. Αἱ ἄλλαι κρίσεις αἱ οἰκονομικαὶ θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ γίνωσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§232Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὴν κρίσιν θὰ ἐκφέρω καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑποβληθείσης δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως· ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι Βουλευτής, καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς Ὑπουργὸς μόνον τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλῃ νομοθετήματα, κατὰ πάντα καὶ ὑπ’ ἐμοῦ κρινόμενα ἄριστα, δι’ ὧν τὴν περὶ ἑαυτοῦ ἀγαθὴν φήμην ἐδημιούργησε, μεριμνῶν ὅμως περὶ ταύτης, ἀφίσταται τελείως τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον ὡς Βουλευτὴς νὰ ἐξετάσω καὶ τοῦτο. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν λέγων ὅτι καὶ ὁ πόρος οὗτος δὲν παρουσιάζει πλεόνασμα κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἔλλειμμα. Γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς δικηγοροῦντας εἶναι ὅτι οἱ μέχρι τοῦδε παραιτηθέντες μηνυταὶ τῶν μηνύσεων, καὶ καταβαλόντες τὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἔξοδα, βεβαίως δὲν κατέβαλον αὐτοὶ ταῦτα, ἀλλ’ οἱ παρ’ αὐτῶν καταμηνυθέντες φοβούμενοι τὰς καταδικαστικὰς ἀποφάσεις, συνεπείᾳ δὲ τοῦ ἐπελθόντος συμβιβασμοῦ ἀνέλαβον τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς παραιτήσεως. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι ἡ λογικὴ μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸ ἀναμφισβήτητον συμπέρασμα, ὅτι ἀθῷος κατηγορούμενος δὲν ἤθελε στέρξει ποτὲ εἰς ἀπότισιν τῆς δαπάνης ταύτης. Ἐὰν δὲ κατεδικάζετο θὰ ἐπλήρωνε βεβαίως περισσότερα μετὰ τὸ πέρας τῆς διαδικασίας, ἀφ’ ὅτι ἐπλήρωσε κατὰ τὸν χρόνον τῆς παραιτήσεως τῆς μηνύσεως. Ἐὰν ἔχωμεν λοιπὸν τὸν κατηγορούμενον, ὅπως προσφέρῃ εἰς τὸν μηνυτὴν τὰ ἔξοδα, ὅπως παραιτηθῇ τῆς μηνύσεως, θὰ ἔχωμεν τὸν κατηγορούμενον ἐκεῖνον μετὰ τὸ τέλος ὅλης τῆς διαδικασίας, μετὰ τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἀποτίνοντα πρὸς τὸ δημόσιον πολὺ μεγαλύτερον ποσὸν ἢ ὅτι θὰ ἀπέτιε πρὸς παραίτησιν τῆς μηνύσεως.
§233ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ἠθωοῦτο;
§234Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἠθωοῦτο, διότι ὁ πράγματι ἀθῷος δὲν θὰ ἐπλήρωνεν, ὅπως παραιτηθῇ τῆς μηνύσεως ὁ μηνυθείς. Τρίτος πόρος εἶναι ὁ περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων νόμος. Ποιεῖται μνείαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι κατὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον εἰσήχθησαν 8331 ὑποθέσεις, ὅτι ἐξ αὐτῶν μόνον ἐξεδικάσθησαν ἐρήμην ἢ ἀνεβλήθησαν κατ’ ἀναλογίαν 7%, ἐνῷ ἀπεναντίας κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου εἴχομεν ἐρημοδικίας 33% καὶ ἀναβολὰς 33%, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον νομίζω 26%. Δὲν νομίζω ὅτι ἀμφισβητεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ἐρημοδικία προσδίδει πρὸς τὸ δημόσιον ἔσοδον, διότι ἡ ἐρήμην ἀπόφασις...
§235Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Εἶναι τοῦτο βελτίωσις τῆς Δικαιοσύνης.
§236Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ὡμολόγησα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει ἀξίαν ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει. Εἶναι λοιπὸν γνωστὸν ὅτι προσδίδει ἡ ἐρήμην ἀπόφασις πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἐκ τῆς ἐλλείψεως δὲ ταύτης στερεῖται τὸ Δημόσιον τοῦ ἐσόδου τούτου. Εἰς ποίαν δαπάνην μεγαλητέραν ὑποβάλλεται τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ἐρημοδικίας; Οἱ κ. δικασταὶ ἴσως ἀπασχολοῦνται περισσότερον, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἐλάχιστον τοῦτο ἀπέναντι τῶν ὅσων προσδίδομεν αὐτοῖς. Ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ δὲ τούτου φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπὶ τῶν 26% ἐπὶ ἔλαττον, θὰ εἶναι 286 δραχ. ἐπὶ τῶν 100 ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας θὰ εἰσέπραττε τὸ Δημόσιον. Ἐπὶ δὲ τῶν 8831 ὑποθέσεων θὰ ἔχωμεν 25200 δρ. διὰ μίαν διμηνίαν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἑπομένως διὰ τὸ ἔτος ὁλόκληρον θὰ ἔχωμεν τὸ σεβαστὸν ποσὸν τῶν 151.000 δραχ. Ἐπίσης δὲ ἀνάλογον ποσὸν θὰ ἔχωμεν καὶ διὰ τὰς ἀναφερομένας ἀναβολάς, καθ’ ὅσον γνωστὸν τυγχάνει, ὅτι διὰ τὰς ἀναβολὰς ἐπιβαρύνονται οἱ κατηγορούμενοι καταψηφιζομένων τῶν ἐξόδων εἰς βάρος αὐτῶν. Ὑπὸ τοιοῦτον ἀριθμητικὸν ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ, θὰ παρουσιασθῇ ἔλλειμμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 300.000 δραχ. ἀντὶ τοῦ φαινομενικοῦ περισσεύματος τῶν 360.000. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ πλέον καὶ νὰ ἀνασκευάσω τὰ λοιπὰ τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου. Περιορίζομαι μόνον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἂν πρόκειται ὡς βάσις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου νὰ τεθῇ τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς ἔτι δὲν ἐψηφίσθη, περὶ ἐπιβολῆς δικαστικοῦ ἐνσήμου, θὰ προετίμων, Κύριοι, τὴν κατάλυσιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Διότι θὰ ἐθεώρουν αὐτὴν ἄσκοπον καὶ ἄχρηστον, καθ’ ὅτι ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο προσιτὴ ἡ δικαιοσύνη εἰς οὐδένα πλέον. Μεθ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἀντιστρατεύομαι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀπεναντίας λέγω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ εὔχομαι καὶ ὑπὲρ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων νὰ γίνῃ τὸ αὐτό. Συνιστῶ ὅμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προστρέξῃ καὶ ἀνεύρῃ ἄλλοθεν τοὺς πόρους πρὸς ἀντιστάθμισμα τῆς δαπάνης ταύτης, διότι δὲν εἶναι σταθεροὶ καὶ πραγματικοὶ οἱ προτεινόμενοι πόροι.
§237Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ καλλιτέρα συνηγορία ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ παραιτηθῇ τις τῆς συζητήσεως, ὅπως ψηφισθῇ τοῦτο καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἐν τούτοις θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προθέσω τὸ ἑξῆς· παρατηρῶ δηλαδὴ ὅτι καὶ ὅλοι οἱ κατ’ ἀρχὴν πολεμήσαντες τὸ νομοσχέδιον, ἐφρόντισαν νὰ ὑπερθεματίσωσιν, ἀρχόμενοι τοῦ λόγου των καὶ νὰ διαβεβαιώσωσιν ὅτι αὐτοὶ πρῶτοι κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι ἔδει νὰ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Μολαταῦτα ὅμως ὡμίλησαν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Παρατηρῶ πράγματι, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμβιβάσω τὴν ἀντιφατικὴν γνώμην των ταύτην. Πῶς κατώρθωσαν δηλαδή, ἐνῷ εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως, καὶ τινὲς μάλιστα ὑπὲρ τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐν τούτοις νὰ πολεμῶσι κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Ἄγομαι δὲ ἐκ τούτου νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ τοιαύτη τακτικὴ προδίδει πόλεμον οὐχὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἀλλὰ κατὰ τοῦ εἰσηγησαμένου αὐτὸ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὀφείλω ἐπίσης πρὸ τοῦ νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον μου ὑπὲρ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἤμην εἷς ἐκ τῶν ἐνθέρμων ὑποστηρικτῶν τῆς ἀναγκαστικῆς καὶ ἀθρόας καὶ εὐρείας ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος καὶ ὑπεστήριξα τὴν γνώμην μου ταύτην κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἐνῷ σήμερον ἐνθέρμως ὑποστηρίζω τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἴσως ἐκ τούτου μοὶ ἀποδοθῇ ὅτι ἔχω ἀντιφατικὴν γνώμην.
§238ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§239Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Νομίζω ἀκριβῶς, ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῶν προσώπων, πρόκειται περὶ τῶν θέσεων. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων πρόκειται νὰ ἐξυψώσῃ τὴν δικαστικὴν θέσιν, νομίζω δὲ ὅτι τείνει εἰς τὴν ἐξυγίασιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος, διότι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς ἐξυψώσεως τῆς θέσεως θὰ καταστῇ δυνατόν, εὔκολον καὶ ἐπιβεβλημένον εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνεργήσῃ τὴν φυσιολογικὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη, θέλει δὲ φροντίσει καὶ περὶ βελτιώσεως τοῦ τρόπου τῆς ἐπιλογῆς τῶν μελλόντων νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῆς οὕτω ἐξυψουμένης δικαιοσύνης. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἀντιλαμβανόμενος τὸ νομοσχέδιον τάσσομαι ἀδιστάκτως ὑπὲρ αὐτοῦ.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βάρθης.
§241Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Καίτοι γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὁποῖον θὰ εἶναι τὸ τέλος τῆς συζητήσεως, αἰσθάνομαι ὅτι ἐπιβεβλημένον μοι καθῆκον εἶναι νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὰ μέσα, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις μεταχειρίζεται πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, πρὸς ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν φόρων τῶν ἐπαχθεστάτων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, λέγω, νὰ ῥίψω δευτέραν φορὰν φωνήν, ἥτις διαπερῶσα τὰ στενὰ ὅρια τοῦ περιβόλου τούτου νὰ ἀντηχήσῃ εἰς τοὺς ἀγρούς, ὅπου ὁ πτωχὸς ἀγρότης νυχθημερὸν ἐργαζόμενος καταβάλλει τὰς δαπάνας πρὸς συντήρησιν τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους, νὰ ἀντηχήσῃ εἰς τὰς ἀκτὰς ἐκεῖ ὅπου ὁ ἐργάτης τῆς θαλάσσης κινδυνεύων ἡμέραν καὶ νύκτα καταβάλλει τὰ ἔξοδα αὐτὰ διὰ τοῦ αἵματός του, νὰ ἀντηχήσῃ ἡ φωνή μου εἰς τὰς ῥύμας τῶν πόλεων ἐκεῖ ὅπου ὁ ἐργάτης ἐργάζεται εἰς ἀνήλια ὑπόγεια νυχθημερόν, φθειρόμενος καὶ ἀεὶ πάσχων. Ὅλοι οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες ἔσπευσαν προθυμότατα νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ποικίλλοντες διὰ λέξεων καὶ ὡραίων φράσεων τὴν τόσον ἐξαιρέτως ἐξαρθεῖσαν ἀξιοπρέπειαν, παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς οὐδὲν ἕτερον κατέληξαν, εἰμὴ νὰ ὑποδείξωσιν εἰς ἡμᾶς, ὅτι οἱ κ. δικασταί, οἵτινες εἶναι ὑποχρεωμένοι αὐτοὶ καὶ μόνοι χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας νὰ ζῶσι κατὰ τρόπον, ἀνόμοιον ἐκείνου καθ’ ὃν καὶ οἱ λοιποὶ θνητοί, πρέπει νὰ ἔχωσιν ὡς ἀντιστάθμισμα παρὰ τοῦ Κράτους μισθοὺς ὑπερόγκους. Καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τούτου ἔφερον οἱ διάφοροι κ. συνάδελφοι ὡς παράδειγμα τὰ συμβαίνοντα καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ Ἀγγλία, ὄπισθεν σύρουσα τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν καὶ τὰς Βρυξέλλας, καὶ παρῆλθον πόλεις καὶ κωμοπόλεις τῆς Εὐρώπης καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐπανελήφθη καὶ σήμερον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ἔφερον εἰς ἡμᾶς παράδειγμα τὰ ἐν τῇ ξένῃ συμβαίνοντα καθ’ ὃν χρόνον ἔπρεπε νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ὅρων τῆς ζωῆς ἐν Ἑλλάδι καὶ τῶν ὅρων τῆς ζωῆς ἐν τῇ ξένῃ, ὡς εἰς τὴν Γαλλίαν, Ἀγγλίαν καὶ Ἰταλίαν, καὶ ἔφερον εἰς ἡμᾶς ὡς παράδειγμα τοὺς Ἄγγλους δικαστάς, ὡς ἔφερον ἄλλοι τὸν Ἄγγλον Πρόεδρον, ὅταν ἤθελον νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ ἀντιφιλελεύθερον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ὡς ἐτροποποιήθη τὸ ἀφορῶν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν χρόνον ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἀγγλία εἶναι τὸ πλουσιώτερον Κράτος, ἡμεῖς δὲ τὸ πενέστερον ὅλων, πλὴν τῶν ἄλλων διαφορῶν τῶν ἐκ τῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων καὶ τοῦ χαρακτῆρος προερχομένων. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον, ὡς εἶπον ὁμιλῶν καὶ τὴν ἄλλην φορὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καθ’ ὃν χρόνον καταδιώκονται ἀμειλίκτως οἱ ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου, καὶ σύρονται ἀστόργως εἰς τὰς φυλακὰς οἱ ὀφείλοντες ὀλίγα κερμάτια, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρουσιάσῃ τὸν πίνακα αὐτόν, τὸν ὁποῖον βεβαίως ἐὰν ἀνεύρῃ μετὰ δεκάδας αἰώνων ἀρχαιοδίφης τις θὰ νομίσῃ, ὅτι τὸ Κράτος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐσημείωνε βαθμὸν μεταβάσεως ἀπὸ τῆς οἰκτροτέρας πενίας εἰς πλοῦτον ἀφάνταστον. Αὐτὸ θὰ νομίσῃ βεβαίως, ἀλλ’ ἡμεῖς, οἵτινες γνωρίζομεν ἄριστα τὴν κοινωνίαν ἔχομεν καθῆκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τονίσωμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε διῆλθε τόσον μεγάλην κρίσιν οἰκονομικήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρέμεινεν ἀείποτε ἐγκεκλεισμένος ἐν τῷ γραφείῳ του, μὴ ἐρχόμενος εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν κοινωνικῶν τάξεων, μὴ κατερχόμενος εἰς τὰ κατώτερα στρώματα, δὲν ἠθέλησε ἢ δὲν ἠδυνήθη νὰ γνωρίσῃ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἡμᾶς, ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ νέας μεθόδους, ὅτι ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις παρακολουθοῦσα νέας ὁδοὺς θὰ προσπαθήσῃ πρὸ παντὸς νὰ γνωρίσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ σπεύσῃ νὰ ἀνορθώσῃ πᾶν τρωτόν, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἓν εἴδομεν, ν’ αὐξάνωνται αἱ δαπάναι καὶ ἀστόργως νὰ ἐπιβαρύνηται ὁ ἀτυχὴς λαός. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακωνίας κ. Κουτούπης ἀπέδειξεν ἄριστα, ὁποία ἡ πραγματικὴ κατάστασις καὶ κατὰ πόσον ἐπεβαρύνθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἐγένετο μία ἐπανάστασις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ καλέσω ἐπανάστασιν, διότι δὲν ἦτο ἐπανάστασις, ἦτο μία στάσις, ἥτις ἀπέβλεπε μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν ἐκδίκησιν προσωπικῶν παθῶν, καὶ εἰς τὴν πραγματοποίησιν προσωπικῶν βλέψεων, ἀτυχῶς δὲ εἰς οὐδὲν ἕτερον, καὶ ἥτις δὲν ἐσημείωσε οὐδὲν ὑψηλὸν καθ’ ὅλην τὴν διαδρομὴν αὐτῆς· ἀλλ’ ἦλθε μόνον καὶ ἐπεβάρυνε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν ἀνάδειξιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἥτις ἔσπευσε καὶ αὐτὴ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, καὶ ἀντὶ νὰ ἴδωμεν ἀπαλλασσόμενον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀπὸ τῶν βαρῶν τὰ ὁποῖα ἐπεβλήθησαν αὐτῷ κατὰ τοὺς παρελθόντας χρόνους, εἴδομεν τοὐναντίον νὰ ἐπιβαρύνηται μὲ πολὺ ἐπαχθεστέρους φόρους. Εἴδομεν τὴν δεκάτην νὰ ἐφαρμόζηται ἐκ νέου, ὅπως ἐπανέλθωσι πάλιν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν οἱ ἀρχαῖοι σπαχῆδες κατὰ τοῦ χωρικοῦ, οὐδαμῶς ὅμως εἴδομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνᾷ πραγματικῶς ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιδείξῃ εἰς ἡμᾶς ἔργον τι, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιδεικνύηται καὶ ἡ ἐλαχίστη προσπάθεια πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιδείξῃ εἰς ἡμᾶς ἔργον τι, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἠθέλησε νὰ εὐεργετήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἡ μετανάστευσις ὄχι μόνον ἐξακολουθεῖ, ἀλλ’ ὁσημέραι αὐξάνει· μετέβην εἰς τὴν Πελοπόννησον, μετέβην καὶ εἰς διαφόρους νήσους, καὶ πανταχοῦ εἶδον νὰ αὐξάνῃ τὸ ῥεῦμα τῆς μεταναστεύσεως, πανταχοῦ εἶδον τὰς πόλεις νὰ ἐρημῶνται καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Κέρκυραν, ὅπου οὐδέποτε μέχρι τοῦδε μετενάστευον οἱ κάτοικοι ἀθρόοι, ἤρχισε καὶ ἐκεῖ τὸ ῥεῦμα τῆς μεταναστεύσεως. Ἀλλ’ εἶπον εἰς ἡμᾶς οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι πρέπει τὸ δικαστικὸν σῶμα νὰ ἀμείβηται ἐπαρκῶς χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας του, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ πάντες οἱ τοῦ νομοσχεδίου συνηγορήσαντες, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τάξεις ἄλλας, ἀληθῶς τὰ πάνδεινα ὑφισταμένας ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, οὕτω αἱ πρῶται λεγόμεναι τάξεις ἐν Ἑλλάδι, ἢ ἐν Ἑπτανήσῳ τοὐλάχιστον, ὅπου γνωρίζω τὰ πράγματα ἄριστα, αἱ πρῶται λεγόμεναι τάξεις ὑφίστανται τὰς μεγαλητέρας ταλαιπωρίας καὶ τὰς μεγαλητέρας στενοχωρίας. Εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ κρατῶσι καὶ αὗται τὴν θέσιν των πολὺ ὑψηλὰ καὶ πρὸς τοῦτο ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τοῦ οἴκου των ὑφίστανται τὰς μεγαλητέρας ταλαιπωρίας, στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου πολλάκις. Ταλαιπωρεῖται ὁ ἰδιοκτήτης, ὁ ἐργάτης, ταλαιπωρεῖται ὁ κατώτερος ἀξιωματικός, ταλαιπωροῦνται πάντες οἱ Ἕλληνες, ἐξαιρουμένων ὀλίγων βιομηχάνων καὶ ὀλίγων κεφαλαιούχων. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιτρέπεται καθ’ ὃν χρόνον ὁ χωροφύλαξ λαμβάνει 70 δραχμὰς διὰ νὰ ἐργάζηται νυχθημερὸν μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του, παραμένων 3 καὶ 4 ὥρας τὸ ἡμερονύκτιον ἐκτεθειμένος εἰς τὰς δριμύτητας τοῦ καιροῦ, εἰς τὸ ψῦχος ἐν χειμῶνι τὰς ἡλιακὰς ἀκτίνας ἐν θέρει, καθ’ ὃν χρόνον ὁ ἐργάτης ὑφίσταται τὰ πάνδεινα, ὅπως διὰ τοῦ ἡμερομισθίου του διαθρέψῃ τὴν οἰκογένειάν του, ἐπιτρέπεται λέγω εἰς ὑμᾶς, νὰ ἔρχησθε καὶ νὰ αὐξάνητε κατὰ τὸ ἥμισυ τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστικῶν; Πάντες οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ συνηγορήσαντες ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς οὐδὲν ἄλλο κατέληξαν, παρὰ ποικίλαντες τὰ πράγματα δι’ ὡραίων φράσεων καὶ σχημάτων ῥητορικῶν, ἀναλόγως τῆς ἱκανότητος καὶ εὐγλωττίας ἑνὸς ἑκάστου νὰ μᾶς εἴπωσιν ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν δικαστῶν ἐπιβάλλει τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ. Ἀλλὰ καλὴ εἶναι ἡ ἀξιοπρέπεια, ἡ ἀνάγκη ὅμως τῶν πραγμάτων εἶναι πολὺ μεγαλητέρα τῆς ἀξιοπρεπείας. Τοιαῦται αὐξήσεις δὲν ἐπιτρέπονται καθ’ ὃν χρόνον πένονται οἱ πληθυσμοί, καὶ τοῦτο ὀφείλετε νὰ τὸ γνωρίζητε, ἀτυχῶς ὅμως δὲν τὸ γνωρίζετε, διότι ἐπαναλαμβάνω, καὶ πάλιν νὰ εἴπω, δὲν ἐπεσκέφθητε τὰς ἐπαρχίας, δὲν μετέβητε νὰ γνωρίσητε τὴν κατάστασιν, ἀλλὰ πάντες ἀπήλθετε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἰς τὰ διάφορα λουτρὰ τῆς ἡμετέρας χώρας.
§242Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν μετέβην.
§243Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Σεῖς ἐμείνατε εἰς τὸ γραφεῖόν σας περιφρουρούμενος ἀπὸ τοὺς δικαστικοὺς νόμους, μὲ τοὺς ὁποίους εἴχετε συζήτησιν ἀδιάκοπον, καθ’ ὃν χρόνον ὠφείλετε ἰδίως νὰ μεταβῆτε εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπως γνωρίσητε τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ σκληρὰ ἀλήθεια. Ἀρκοῦν πλέον αἱ αὐξήσεις, δὲν δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ δώσῃ περισσότερα εἰς ὑμᾶς, ἔδωσε τὸ αἷμά του, δὲν δύναται νὰ ἀποθάνῃ ἐκ τῆς πείνης. Ὀφείλετε δὲ νὰ ἀκούητε τὰς παρακελεύσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ μὴ ἔρχησθε ἐδῶ ἀποφασισμένοι νὰ ψηφίζητε οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβαλλόμενον παρά τινος τῶν Ὑπουργῶν, τῶν τμηματαρχῶν ἢ τῶν γραμματέων τῶν Ὑπουργείων. Ὀφείλετε μετὰ προσοχῆς νὰ παρακολουθῆτε ἡμᾶς, καὶ ὅταν εὑρίσκητε ὅτι ὅσα λέγομεν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὴν κατάστασιν, ὀφείλετε νὰ ὑποστηρίζητε ἡμᾶς καὶ ὄχι νὰ παρακολουθῆτε ἐκ πνεύματος κομματικοῦ ὅλας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔρχεσθε οὕτω διὰ τοῦ ἐμφαντικωτέρου τρόπου νὰ διαψεύσητε τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἐλάβετε, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ φροντίζει ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ. Ἐπαναλέγω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ὡς εἶχον καθῆκον ἀπαραίτητον, ὤφειλον νὰ ῥίψω καὶ διὰ δευτέραν φορὰν κραυγήν, ὅπως γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοὐλάχιστον ὁποῖαι εἶναι αἱ διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁποίαν πρόνοιαν λαμβάνει ὑπὲρ αὐτοῦ. Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ εἴπω.
§244Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἤκουσα ἀπόψε, Κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι εἰς κάποιον μέρος τῆς Εὐρώπης ὑπάρχει κύριός τις Πὲρ Ντιντὸν ὀνόματι, ὁ ὁποῖος ἐξήνεγκε τὸ ἑξῆς ἀπόφθεγμα: «Soyez riches pour être indépendants». Ὃ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον: ἔστε πλούσιοι διὰ νὰ εἶσθε τίμιοι. Ἔχω, Κύριοι, μαρτυρίαν ἀσαλεύτου κύρους μαρτυρίαν ἀνέρος ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ὁποίου οὐδέποτε ἐξῆλθεν ἀνακρίβεια, ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος εἶναι πτωχὸς καὶ τιμιώτατος. Γνωρίζετε, καὶ εἶναι πίστις ἑλληνικὴ αὐτὴ πλέον, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Δηλιγιάννης ἦτο πτωχός, ἀλλὰ τιμιώτατος. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐπίσης πτωχός, ἀλλὰ ἐντιμότατος. Ἀπέναντι τῶν παραδειγμάτων τούτων, ἐγὼ φασκελόνω καὶ τὸ ἀπόφθεγμα καὶ τὸν κ. Ντιντόν. (Χειροκροτήματα). Ἔντιμοι συνάδελφοι, δὲν μοῦ κάμνουν ἐντύπωσιν τὰ χειροκροτήματά σας· ἔχω πεῖραν ὅτι δὲν εἰξεύρετε νὰ χειροκροτῆτε! (Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Καὶ ἂν ὑπάρχωσι, Κύριοι, εἰς τὸν τόπον ἐκείνου τοῦ κυρίου ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τὸν θαυμάζουν διὰ τὸ ἀπόφθεγμά του τοῦτο, τοὺς οἰκτείρω καὶ ἐκείνους. Ἀνῆλθον, κύριοι συνάδελφοι, καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἵνα μὴ καταστήσητε νόμον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἄδικον νομοσχέδιον, αὐξάνει μισθοὺς τάξεως λίαν καλῶς πληρωνομένης καὶ ἀναλόγως τῶν ἄλλων τάξεων, ἀληθῶς, πλουσίως πληρωνομένης. Ὅσοι εἶσθε φίλοι πολιτικοὶ—ἐγὼ δὲν εἶμαι—τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσοι πιστεύομεν—ἐγὼ τὸ πιστεύω—ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ κ. Δημητρακόπουλος παρέχει ἐλπίδας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ βασισθῇ, νὰ ὑπολογίσῃ ἡ χώρα, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὸν ἀποτρέψωμεν ἀπὸ τὸ ὀλίσθημα τοῦτο. Εἶναι ὀλίσθημα αὐτό· τὸ εἶπον καὶ προχθές. Ἐκ τῆς μεγάλης ἐπιτυχίας τοῦ ἔργου του, ἐκ τῆς μεγίστης ἐπιτυχίας αὐτοῦ ἐμέθυσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὀφείλομεν ἡμεῖς, Κύριοι, νὰ ἀποφύγωμεν τὰς ἐκ μιᾶς τοιαύτης καταστάσεώς του ζημίας. Ἁρπάζομεν, Κύριοι, χρήματα ἀπὸ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πληρώνει κεφαλικὸν φόρον, διότι ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου εἶναι κεφαλικὸς φόρος, ἵνα τρώγῃ τὸν ἄρτον του, καὶ τὰ δίδομεν εἰς ἀνθρώπους χορτασμένους. Ποῦ εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ ἀκούσῃ ὅτι πληρώνομεν χαράτσι; Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἀνέμενεν ὁ λαὸς ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου· ἀλλὰ τίποτε. Θέλετε νὰ μοιράσητε χρήματα; πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ κάμητε, ἐν ὅσῳ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πληρώνει χαράτσι διὰ νὰ τρώγῃ ψωμί; Ἀλλὰ ἀφοῦ ἔχετε τὴν τάσιν αὐτήν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν, δὲν τὰ δίδετε τὰ χρήματα ταῦτα τοὐλάχιστον εἰς μίαν ἄλλην τάξιν ἐπίσης σπουδαίαν, ἐπίσης ἔχουσαν ὑπούργημα θεῖον, δὲν τὰ δίδετε εἰς τὴν τάξιν τῶν δημοδιδασκάλων, τῶν πτωχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς πένονται; Ποῦ εἶναι ὁ κ. Βέρροιος, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου καὶ συμπολίτης μου, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη εἰς αὐτοὺς ὅτι θὰ ζητήσῃ ὑπὲρ αὐτῶν οἰκονομικὴν ἀνακούφισιν; Διατί ὑπὲρ αὐτῶν σήμερον δὲν ζητεῖ τοῦτο; Πότε περιμένει; πότε ἄλλοτε θὰ λάβῃ χώραν τοιαύτη σπατάλη; 120 δραχμὰς κατὰ μῆνα πληρώνετε εἰς τοὺς ἀνθρώπους, αὐτούς, οἱ ὁποῖοι τρέφουσι διανοητικῶς τὰ τέκνα ἡμῶν, τὰς ἐλπίδας μας, τὴν νέαν γενεάν, μορφώνουσι τὸ ἦθος τῶν τέκνων μας. 120 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Καὶ θέλετε νὰ δώσητε 450 δραχμὰς εἰς ἕνα πρωτοδίκην; ὁποία τερατώδης δυσαναλογία, Κύριοι; Ἢ νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ βλέπωσι τὰ τέκνα μας τὸν διδάσκαλόν των ῥακένδυτον; Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης θὰ τὸν συνεκράτει, ἀπὸ τὴν κατωφέρειαν πρὸς τὴν ὁποίαν φέρεται, εἶμαι περὶ τούτου πλέον ἢ βέβαιος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ οὗτος δυστυχῶς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἔχει ἐκτεθῆ, ἔχει, λέγει, πρόγραμμα, ἔχει δώσει ἐπαγγελίαν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅτι θὰ μᾶς παραχωρήσῃ καὶ δικαιοσύνην ἀκεραίαν ἀλλὰ καὶ θὰ αὐξήσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· διατί προσέθηκε καὶ τὸ δεύτερον τοῦτο; μυστήριον! Τὸ πρῶτον μᾶς τὸ ἔδωκεν· αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου, ἡ πεποίθησις μου, διότι, κύριοι συνάδελφοι, οὐδέποτε ἔρχομαι ἐδῶ νὰ εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύω. Ἡ δικαιοσύνη μας ἐπαισθητῶς ἐβελτιώθη. Τώρα θέλει νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὴν ἑτέραν ἐπαγγελίαν, ἐπειδὴ τὸ εἶπε, καὶ τὸ εἶπεν εἰξεύρετε διατί; Διότι, ὅταν ἦλθεν ἐκ Κρήτης ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ἐγνώριζε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅπως τὸν γνωρίζει σήμερον. Σήμερον αἰσθάνεται τὸν πόνον τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, σήμερον βλέπει τὴν πτωχείαν αὐτοῦ, καὶ πολλάκις τὸ εἶπε τοῦτο ἐντεῦθεν. Εἴμεθα πτωχοί, τὸ εἶπε καὶ τὸ ἐπανέλαβεν, ἐν τούτοις εἶναι ἐκτεθειμένος. Ἀλλά, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐγὼ θὰ σᾶς βοηθήσω, ἐγὼ θὰ σᾶς ὑποδείξω τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ πράγματα θὰ συμβιβασθῶσιν. Ἐδώσατε ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ αὐξήσητε τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστῶν. Συμφωνῶ. Ὡρίσατε ὅμως κατὰ πόσον θὰ τοὺς αὐξήσητε; Δὲν ὡρίσατε· δὲν εἴπατε 50%· ὄχι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριε Πρωθυπουργέ, ἂν νομίζητε ὅτι μ’ ὅλας τὰς περὶ τούτου ἐπαγγελίας σας ἐν τούτοις ἡ συνείδησίς σας σᾶς λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐπὶ πλέον ὁ λαὸς αὐτὸς ὁ πτωχός, τότε ἂς αὐξήσωμεν, ἀφοῦ εἶσθε ἅπαξ ἐκτεθειμένος, τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστῶν. Παίρνουσι 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα; ἂς τοὺς αὐξήσωμεν εἰς 320, καὶ εἴμεθα ἐν τάξει, καὶ τὸν λαὸν οὕτω δὲν ἐπιβαρύνετε ἀφορήτως καὶ τὴν ἐπαγγελίαν σας πραγματοποιεῖτε, ὄχι ὅμως, ποτὲ ὅμως 450 δραχμὰς τὸν μῆνα! Ἀλλά, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐδώσατε λέγετε ἐπαγγελίαν; Ναί. Καὶ μὲ τοῦτο τί; Δύνασθε καὶ νὰ μὴ τὴν τηρήσητε. Ἡ ἐπαγγελία αὕτη εἶναι δευτερευούσης τριτευούσης σημασίας. Ἔχετε δώσει ἄλλας ἐπαγγελίας θεμελιώδεις. Ἀπὸ τὸν ἐξώστην τοῦ ξενοδοχείου ἐκείνου, ἀπὸ τοὺς ἐξώστας τῆς Θεσσαλίας εἴπετε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν: «Ἐὰν σὲ κυβερνήσω ἐγώ, δὲν θὰ εἶσαι ἄνθρωπος, δὲν θὰ εἶσαι Κράτος, δὲν θὰ εἶσαι ἔθνος πλέον, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλῇ, τὸ ὁποῖον θὰ ἱκετεύῃ, θὰ ἐπαιτῇ, ἀλλὰ θὰ σὲ καταστήσω λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἱκανὸς παντοῦ νὰ ποιῇ σεβαστὰ τὰ δικαιώματά του». Εἴπετε αὐτά, κύριε Πρωθυπουργέ;
§245ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι, ὅταν θὰ μὲ ἐκάλουν εἰς τὴν ἀρχήν, μετὰ 24 ὥρας θὰ μετέβαλλον τὴν κατάστασιν, διότι θαυματοποιὸς βεβαίως δὲν εἶμαι. Εἶπον ὅτι θὰ προσπαθήσω νὰ καταστήσω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τοιοῦτον, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι καθ’ ἑκάστην πράττω τοῦτο.
§246Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ὑμῶν ἐπεσωρεύθησαν ἐπὶ τοῦ λαοῦ τούτου καὶ τῆς φυλῆς μας ὁλοκλήρου τόσαι συμφοραί, τόσοι ἐξευτελισμοί, τόσαι ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἄλλοτε ἐπεσωρεύθησαν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι). Ἀφήσατέ με νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, σᾶς κακοφαίνεται νὰ τὴν ἀκούσητε ἢ θορυβεῖτε διὰ νὰ φανῆτε εὐχάριστοι; οὐδεμίαν ἔχω πρόθεσιν οὐδὲ κἂν νὰ στενοχωρήσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλὰ τὰ λέγω ταῦτα διὰ νὰ παύσωμεν πλέον αὐταπατώμενοι, καὶ νὰ συνετισθῶμεν καὶ νὰ ἴδωμεν, τί μέτρα πρέπει νὰ λάβωμεν διὰ τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν ἀφόρητον. Πότε ἄλλοτε, κύριε Πρωθυπουργέ, οἱ ὑπόδουλοι ἀδελφοί μας οἱ πρόκριτοι ἐξ αὐτῶν ἐσφάγησαν τόσον ἀθρόως ὅπως σήμερον;
§247ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§249Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι λέγων ταῦτα εὑρίσκομαι ἐντὸς τοῦ θέματος, διότι ἀφοῦ αἱ κεφαλαιώδεις ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν ἐξεπληρώθησαν, εἶναι περιττὸν νὰ ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἐπουσιώδεις· ἐνῷ λοιπὸν μᾶς ἐδώκατε τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι οὐχὶ δι’ ἄλλων τρόπων πλέον, ἀλλ’ ἰδίᾳ χειρὶ θὰ καθιστῶμεν σεβαστὰ τὰ δικαιώματα ἡμῶν, διατί δὲν ἐπιχειρεῖτέ τι, κύριε Πρωθυπουργέ; Ἡ Ἑλλὰς σήμερον εὑρίσκεται...
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Βουλευτά, νὰ μὴ ἐξέρχησθε τοῦ θέματος. Δὲν συζητοῦμεν περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς· ἐὰν ἐν παρόδῳ ἐφέρετε ἓν ἐπιχείρημα ἔχει καλῶς, ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται ν’ ἀγορεύσητε ἐπ’ αὐτοῦ εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§251Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Οὔτε εἶμαι ἐκτὸς τοῦ θέματος, οὔτε παρέκβασίς τις σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τούτου· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπιμένει ὅτι εἶμαι ἐκτὸς τοῦ θέματος ἀναγκάζομαι νὰ μὴ προχωρήσω, δηλῶ ὅμως ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θεωρεῖ ὡς ἐκτὸς τοῦ θέματος, ὅπερ ὅμως ἠδυνάμην καὶ ἐνταῦθα διὰ παρεκβάσεως νὰ συζητήσω, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἔγγραφον ἐπερώτησιν. Παρήλθον ἤδη δέκα ἡμέραι ἀφ’ ἧς κατέθεσα εἰς τὰ γραφεῖα του τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, ἐνῷ δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανειλημμένως εἶπεν, ὅτι προκειμένου νὰ ἐξασκηθῇ ἔλεγχος κατ’ αὐτοῦ, τὸν ἔλεγχον τοῦτον πάντοτε θὰ τὸν δεχθῇ· δέκα ἤδη ἡμέραι ἐπαναλαμβάνω παρῆλθον ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐκείνης καὶ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τὴν φέρει τελευταίαν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, τὸν ὁποῖον διακρίνει τὸ θάρρος νὰ δεχθῇ εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ ἀσκήσω τὸν ἔλεγχον ὃν προτίθεμαι νὰ ἀσκήσω κατ’ αὐτοῦ. Κατόπιν τούτων, κ. συνάδελφοι, δὲν ἔχω καμμίαν πλέον ὄρεξιν νὰ ἐπανέλθω καὶ νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν. Δι’ ἐμὲ τὸ θέμα τοῦτο κατήντησε πλέον ἀηδές. Κατέρχομαι μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ἂν τὸ ψηφίσητε καὶ ἂν γίνῃ νόμος δὲν θὰ τὸν ἐφαρμόσητε, διότι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ παρακούσητε τὰς φωνὰς τοῦ λαοῦ, καὶ ὁ λαὸς θὰ φωνάζῃ. Ἐστὲ βέβαιοι περὶ τούτου.
§252Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί, ὀλίγας λέξεις. Καὶ ἐγὼ αἰσθάνομαι τὴν θέσιν μου, ὅτι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἐπιστημόνων, οὐδὲ τοῦ λόγου τὴν δύναμιν ἔχω, οὔτε μακρὰν πεῖραν, ἀλλὰ πρέπει νὰ δίδεται προσοχὴ καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρακτικῶς ὁμιλοῦσιν ἀπὸ τοῦ βήματος· διότι καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιστήμη ἐκ τῆς πράξεως ἐγένετο. Ἐγὼ αἰσθάνομαι τὴν θέσιν μου, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐπειδὴ ἀνήκω εἰς τοῦ λαοῦ τὴν τάξιν, τῆς ὁποίας γνωρίζω τὰς ἀνάγκας, παρεδρεύων ἤδη μεθ’ ὑμῶν εἰς τὴν διπλῆν Βουλήν, νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς· ποία εἶναι ἡ ἐντολὴ τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν; Ἡ Διπλῆ Βουλή, γνωρίζουσα τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, ὀφείλει νὰ ἔλθῃ εἰς ἀνακούφισιν αὐτοῦ καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ αὐτὸν μὲ νέα βάρη. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου βλέπω ὅτι ἐπέρχονται αὐξήσεις ἐξόδων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ αἱ αὐξήσεις αὗται ἐπιβαρύνουσι τὸν λαὸν τὸν Ἑλληνικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις καὶ ὅλαι αἱ πρώην Βουλαὶ ἐφρόντιζον ἑκάστοτε νὰ ἐπιπίπτωσιν, ὁσάκις παρουσιάζετο ἀνάγκη αὐξήσεων φορολογικῶν. Ἕνεκα τούτων ὅλων ἠναγκάσθησαν νὰ ἐκπατρισθῶσιν εἰς τὰ ξένα Κράτη καὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς οἰκογενείας των χιλιάδες νέων ἀνδρῶν. Καὶ ἡμεῖς ἤλθομεν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰ αὐτά; Ἐγὼ ὡμίλησα πάντοτε ὑπὲρ τῶν κοινῶν, ὑπὲρ τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ, τοῦ ἐργαζομένου, ὁ ὁποῖος πεινᾷ καὶ δυστυχεῖ. Τὰ εἶπον, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἄλλοτε—ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν αὐξήσεις φόρων, ἀλλά, ἀπ’ ἐναντίας, πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς καταβαλλομένους μισθούς, ἀπὸ τοῦ μισθοῦ τοῦ πρώτου ἄρχοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι τοῦ πεντηκονταδράχμου μισθοῦ—νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτοὺς κατὰ 15% — ἵνα οὕτω δυνηθῶμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ δώσωμεν ζωὴν εἰς τὸν πενόμενον λαόν. Δυστυχῶς ὅμως δὲν βλέπω σήμερον, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐργαζώμεθα πρὸς ἀνακούφισιν αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἀλλὰ βλέπω νὰ ἐργαζώμεθα διὰ τὸν ἐκπατρισμὸν αὐτοῦ. Καὶ τότε, πρὸς τίνα λόγον νὰ σκεπτώμεθα καὶ ὁμιλῶμεν περὶ στρατοῦ, ὅταν βλέπομεν ὅτι πάντες οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ στρατευθῶσιν, ἀναγκάζονται νὰ φυγαδεύωνται εἰς τὰς ξένας χώρας; Βεβαίως ἡ δικαιοσύνη λειτουργεῖ, ἡ ἀσφάλεια εὑρίσκεται εἰς καλὴν κατάστασιν, ὁ λαὸς εἶναι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία κυβερνᾷ σήμερον τὸν τόπον καὶ τὸ Κράτος. Ἀλλὰ ἔχω καθῆκον, καὶ ὑμεῖς ἔχετε καθῆκον, ἐπειδὴ ἀνήκετε εἰς ὅλας τὰς τάξεις, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρέπει πρῶτοι ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα, νὰ ἀφήσωμεν τὸ ἥμισυ τῆς μισθοδοσίας μας. Δεύτερον πρέπει νὰ φορολογήσωμεν τὸ εἰσόδημα ὄχι ὡς φορολογεῖται σήμερον μὲ τὸ 2 καὶ τὸ 3%, ἀλλὰ μὲ τὸ 20%. Πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰς κληρονομίας, τὰς προῖκας καὶ τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας. Ὅλα τὰ μέσα τὰ δυνατὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσωμεν, διὰ νὰ περιορίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ δημιουργήσωμεν ἀνακούφισιν εἰς τὸν λαόν, ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶν μέσον διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν φορολογίαν τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἐὰν ἐλαμβάνοντο ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα, καί, ἀκόμη, τὸ σπουδαιότερον, ἡ ἑδραίωσις ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, ὥστε κάθε ἄνθρωπος νὰ γνωρίζῃ ὅτι ὅ,τι ἔχει εἶναι ἰδικόν του, ἐὰν ὅλα αὐτὰ ἐγίνοντο, ὁ λαὸς δὲν θὰ ἔφθανεν εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ὥστε νὰ δημιουργηθῇ ἐπανάστασις. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἀνορθωτικῆς ταύτης Βουλῆς.
§253ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ὑπεστήριζον τὸν διπλασιασμὸν τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, ἀπεδείκνυον ταυτοχρόνως ὅτι εἶναι τοῦτο δυνατὸν χωρὶς νὰ αὐξήσῃ ἡ δαπάνη τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ μίαν ἔστω δραχμήν, τὸ ἀπεδείκνυον μὲ ἀριθμούς, μὲ παρατηρήσεις, μὲ μελέτας μακρὰς καὶ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ παραξενευθῇ τις, διότι σήμερον ἐπολέμησα τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν, πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις εἶχε τὸ θάρρος νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τοῦ Πρακτορείου τῶν Ἐφημερίδων, πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐλέγξῃ, ὡς ἤλεγξε, διευθυντὰς ἐφημερίδων, πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ὑπεστήριξε τὴν κατάργησιν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ὄχι διὰ νὰ κατασπαράξῃ αὐτούς, ἀλλὰ διότι ἦτο πεπεισμένος ὅτι τοῦτο θὰ ὠφέλει τὸν τόπον, πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις καὶ σήμερον δὲν ἔρχεται, ἀφοῦ δὲν κατώρθωσε νὰ κατασπαράξῃ τοὺς δικαστάς, νὰ κολακεύσῃ αὐτούς, διότι ἀπέδειξε κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ὅτι ἔχει ἰδέας, ὅτι ἔχει πεποιθήσεις, εἰς τὰς ὁποίας πιστεύει—ὄχι τὴν μίαν ἡμέραν νὰ θέλωμεν νὰ κατασπαράξωμεν τοὺς δικαστὰς καὶ τὴν ἄλλην, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς κατασπράξωμεν νὰ κολακεύωμεν αὐτοὺς εἰς βάρος τοῦ πενομένου λαοῦ—εἶχον τὴν ἀξίωσιν μείζονος εὐλαβείας. Ἀλλὰ καὶ ἐπεβάλλετο, Κύριοι, διότι ἀπέδειξα περιτράνως, ἀναμφισβητήτως, μὲ τοὺς ἀριθμοὺς ὅτι προστίθεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπάνη πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου εὐθὺς ἀμέσως; καὶ ὅταν εἶναι ὡμολογημένον ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν πᾶν ἄλλο ἢ εὐχάριστον, ὅταν εἶναι ὡμολογημένον ὅτι ὁ λαὸς εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν πενίας, ἐπεβάλλετο, λέγω, ἀφοῦ δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ νὰ εἴπῃ προσθέτομεν δαπάνας εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διότι ἀποδεικνύομεν τὴν ἀνθηρότητα τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς οὐδένα Κυβερνήτην, ὅταν δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀνθηρότητα τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, νὰ προσθέτῃ δαπάνας ἑκατομμυρίων.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περαιωμένη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον).
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 11 καὶ 30′ μ. μ.)