1911.10.29
2,813 rows · 21,422 words · 210 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 153
Τῆς 29ης Ὀκτωβρίου 1911.
(Σάββατον, ὥρα 4 καὶ 45′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ἐπιτυχόντες εἰς τὸν διαγωνισμὸν ταμιακῶν γραμματέων πλὴν τῶν διορισθέντων πέντε αἰτοῦνται καταρτισμὸν πίνακος πρὸς πλήρωσιν τῶν παρουσιασθησομένων κενῶν· 2) Κατάδικοι Ἰθάκης αἰτοῦνται ἀναστολὴν ποινῆς· 3) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Νεοχωρίου αἰτοῦνται, ὅπως δοθῇ ἀναστολὴ ποινῆς εἰς τὸν ἐν ταῖς φυλακαῖς Καλαμῶν συμπολίτην των Θεόδ. Μιχαλόπουλον· 4) Οἱ κατάδικοι Παλαμηδίου Παυλᾶκος καὶ Νικολούλιας ὑποβάλουσιν ἀναφορὰν περὶ ἀναστολῆς ποινῶν· 5) Κάτοικοι Καναλίων Ἰθώμης καὶ ἰδιοκτῆται κτηματικῆς θέσεως Σαρακίνας τοῦ δήμου Καρδίτσης αἰτοῦνται εἰσαγωγὴν ταύτης εἰς τὴν περιφέρειαν Καναλίων· 6) Κάτοικοι Μεσενικόλα αἰτοῦνται ἀπαλλαγὴν φόρου ἀμπέλων ἔτους 1910 διὰ καταστροφὴν ἐκ θεομηνίας· 7) Οἱ Ἐπ. Καθάριος, Ν. Κεφαλέας καὶ Κ. Πανώριος ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ ἄρσεως χορηγηθείσης ἀδείας πωλήσεως καπνῶν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τοῦ Δημοσίου παρὰ τὰ Χαυτεῖα περιπτέρου· 8) Ὁ ἐκ Λαμίας συνταξιοῦχος ἐπιλοχίας Σπ. Ἀποστόλου ὑπηρετήσας ἐπὶ 32 ἔτη ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς του· 9) Κάτοικοι Παραλογγοῦς αἰτοῦνται βοήθημα, καταστραφέντων τῶν προϊόντων των· 10) Κάτοικοι Γαβαλοῦς αἰτοῦνται διορισμὸν ἑλληνοδιδασκάλου· 11) Ἔμποροι Λαυρίου αἰτοῦνται παράτασιν τῆς πρὸς διαγραφὴν χρεῶν προθεσμίας· 12) Οἰνοπαντοπῶλαι αἰτοῦνται ὅπως ὡς πρὸς τὸν περὶ Κυριακῆς ἀργίας νόμον τὰ ἐν τῇ θέσει Τουρκοβούνια καταστήματά των θεωρηθῶσιν ὡς ἐξοχικά. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ἀβάζος καὶ Σπηλιόπουλος ζητοῦσιν ἄδειαν 10 ἡμερῶν, ὁ κ. Παπακυρίτσης 15 ἡμερῶν, καὶ ὁ κ. Κουρκουμέλης 20 ἡμερῶν. Χορηγεῖ ἡ Βουλὴ τὴν τοιαύτην ἄδειαν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Συγγούρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κοινοποιήσεως τῶν διαδικαστικῶν ἐγγράφων. Θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Τεῦχ. Βʹ) Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διατί ὁ διευθύνων τὴν Ἐφορίαν Κυνουρίας Λουμβαρδέας διετάχθη ἐσπευσμένως νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐνῷ μόλις πρὸ μηνὸς ἐτοποθετήθη αὐτόθι. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Γρηγορίου ἐρωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ποίας ἐνεργείας προέβη διὰ τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 3877. (1910) χρημ. ἐντάλμ. ἐπὶ τοῦ Ταμείου Κυνουρίας ἀφορῶντος τὸν δημοτ. Εἰσπράκτορα Ν. Κοσμόπουλον. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Μαμάης ἐρωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διατί δὲν ἐνηργήθη τι ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ ὅρμου Μπατσίου τοῦ δήμου Ἄρτης. Ἀναβάλλεται ἡ ἀπάντησις, διότι δὲν ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Κουτούπης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ συνδέσμου τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων περὶ τῆς ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων.
§4Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἦτο ἐνταῦθα ὁ μόνιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε δείξει μέγα ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς τάξεως τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων, παραπονουμένων κατὰ τῆς ἑταιρείας τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν Πειραιῶς. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι πιθανὸν νὰ βραδύνῃ ἡ ὑπόθεσις καὶ δὲν θέλω νὰ παραμείνῃ ἡ αἴτησις τοῦ σωματείου τούτου ἐπὶ μακρότερον χρόνον ἐκκρεμής, θὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ὅπως γνωρίζετε μὲ τὴν μετατροπὴν τῆς ἕλξεως τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἐγένετο σύμβασις, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐπετράπη εἰς τὴν ἑταιρείαν νὰ μετατρέψῃ τὸν ἱπποκίνητον τροχιόδρομον εἰς ἠλεκτροκίνητον. Ἀλλὰ ἡ ἑταιρεία κάμνουσα κατάχρησιν τῆς ἰσχύος τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ παρὰ τὴν σύμβασιν παρεβίασεν αὐτὴν εἰς πολλὰ σημεῖα. Μετέβαλε τὸ πλάτος τοῦ τροχιοδρόμου ἀπὸ ἑνὸς μέτρου εἰς ἓν καὶ τεσσαράκοντα τέσσαρα ἑκατοστά. Τοῦτο βεβαίως εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ, δὲν εἶχεν ὅμως δικαίωμα νὰ κάμῃ τὴν μετατροπὴν αὐτὴν καθ’ ὃν τρόπον αὐτὴ ἤθελε, δηλαδὴ νὰ ἀφήσῃ χάσματα μεταξὺ τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ μέρους τῆς σιδηρᾶς ῥάβδου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ διέρχωνται τὴν ὁδὸν αἱ ἅμαξαι ἄνευ βλάβης. Ἐγένετο μέγας θόρυβος· οἱ ἰδιοκτῆται ἁμαξῶν καὶ κάρρων εἶχον προβῆ εἰς παραστάσεις καὶ ἠπείλουν νὰ κάμουν καὶ διαδήλωσιν, καὶ ἐσταμάτησεν ἡ ἑταιρεία τότε. Ἔκτοτε ὅμως, δὲν ἠξεύρω πῶς, κατώρθωσε νὰ ἐφαρμόσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε· καὶ παρατηρεῖται τὸ μοναδικὸν φαινόμενον νὰ ὑπάρχῃ τρὰμ ἠλεκτρικόν, τοῦ ὁποίου ὅμως αἱ ῥάβδοι νὰ ἐξέχουν, ὡς νὰ ἦσαν οὐχὶ εἰς τὴν κεντρικωτέραν ὁδὸν τοῦ Πειραιῶς, ἀλλὰ εἰς ἕνα ἀγρόν, ὅπερ φέρει εἰς μεγάλην ἀσχημίαν, ἐκτὸς τῆς βλάβης, τὴν ὁποίαν προξενεῖ εἰς τὰς ἁμάξας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ ἑταιρεία κατώρθωσε νὰ ἑνώσῃ τὸν τροχιόδρομον μὲ τὸν σταθμὸν Πειραιῶς, ἐνῷ δικαίωμα εἶχε μόνον νὰ μετατρέψῃ τὴν κίνησιν τοῦ τρὰμ εἰς ἠλεκτρικήν. Ἥνωσε λοιπὸν τὴν γραμμήν, καὶ οὕτω δύναται νὰ μεταφέρῃ ὅλα τὰ ἐμπορεύματα ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Ἀθήνας διὰ τοῦ ἠλεκτρικοῦ σιδηροδρόμου, οὕτω δὲ νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν πενίαν τοὺς καρραγωγεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι δύο ἥμισυ χιλιάδας οἰκογενείας, τὰς ὁποίας οὗτοι τρέφουσι διὰ τοῦ ἐπαγγέλματός των. Οὐδὲν δ’ ἀγαθὸν θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς τοιαύτης μετατροπῆς, οὔτε τὸ ἐμπόριον θὰ ἐξυπηρετηθῇ, θὰ γίνῃ μόνον μονοπώλιον ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας ἐναντίον τόσων καὶ τόσων πτωχῶν ἀνθρώπων, καὶ οὔτε ταχυτέρα θὰ γίνῃ ἡ μεταφορὰ οὔτε οἰκονομικωτέρα, διότι τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς δὲν ἀποτελεῖ ἡ μεταφορὰ καθ’ ἑαυτήν, ἀλλὰ ἡ φόρτωσις καὶ ἡ ἐκφόρτωσις τῶν ἐμπορευμάτων, οὔτε θὰ προκύψῃ ζημία τις εἰς τὸ ἐμπόριον ἂν τὰ ἐμπορεύματα δὲν φθάσωσιν ἓν τέταρτον προτήτερα, ἀλλ’ οὔτε καὶ θὰ φθάσωσι ταχύτερον διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, διότι ἡ μεταφορὰ θὰ γίνεται ἐν καιρῷ νυκτός. Ἑπομένως οὐδεμία οἰκονομία θὰ ἐπέλθῃ. Τὸ μόνον ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι θὰ κερδίσῃ ἡ ἑταιρεία εἰς βάρος ἑνὸς πτωχοῦ ἐπαγγέλματος. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα ὁ προσωρινὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν μόνιμον συνάδελφόν του, ὅστις ἔδειξε τόσον ἐνδιαφέρον τότε ὑπὲρ τῶν καρραγωγέων ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, καὶ εἰς βαθμόν, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν θὰ κάμῃ ὅ,τι πρέπει.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
§6Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω εἶναι ὅτι τέλος πάντων πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι παραβιάζουσι καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν τὰς συμβάσεις. Δὲν θέλω νὰ εἴπω διὰ τὴν ἄλλην ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἔχει ἀφήσει ἄνευ σταθμοῦ τὸ Φάληρον καὶ ὑποφέρει ὅλος ὁ κόσμος τοῦ Πειραιῶς, ἀλλά, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παροῦσαν, αὕτη παρεβίασε τὴν σύμβασιν, διότι τὴν γραμμὴν τῆς παραλίας τὴν ἔκαμε 1 καὶ 44)00 παρὰ τὴν σύμβασιν. Ἐκτὸς τούτου ἥνωσε καὶ τὴν γραμμὴν τοῦ τροχιοδρόμου μὲ τὴν τοῦ σιδηροδρόμου διὰ νὰ δύναται νὰ μεταφέρῃ τὰ ἐμπορεύματα ἀπὸ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς εἰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ ἐντεῦθεν οὔτε ταχύτης εἰς τὴν μεταφορὰν προέρχεται οὔτε οἰκονομία εἰς τοὺς ἐμπόρους, ὡς εἶπε καὶ ὁ προλαλήλας, ἡ δὲ ἑταιρεία δικαίωμα εἶχε μόνον νὰ μετατρέψῃ τὴν κίνησιν εἰς ἠλεκτρικήν. Ἀφήνω τὴν κατάχρησιν ἐπὶ τῆς ὁδοστρωσίας, ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ λάβω τὸν λόγον, παρακαλῶ μόνον τώρα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέριμναν διὰ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ προσγίνῃ εἰς μίαν τάξιν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι τρέφουσι τόσας οἰκογενείας. Ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν κατὰ μείζονα λόγον νὰ φροντίσῃ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Μαραθέας περὶ συστάσεως ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ.
§8Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τὸ χωρίον Μαραθέα, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ζητοῦσι τὴν σύστασιν ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ εἶναι τὸ κέντρον τοῦ νοτίου τμήματος τοῦ δήμου Μαλευρίου, τὸ ὁποῖον τμῆμα ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο καὶ πλέον χιλιάδας κατοίκων. Ἐπὶ πλέον δὲ εἶναι ἡ μόνη πεδινὴ ἔκτασις τοῦ δήμου Μαλευρίου, εἰς τὴν ὁποίαν κατέρχονται κατὰ τὸν χειμῶνα περὶ τοὺς χιλίους ξένους ἀνθρώπους λόγῳ βοσκῆς τῶν ζῴων των ἐν τοῖς χειμερινοῖς λιβαδίοις καὶ λόγῳ τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων καὶ ἄλλων αἰτίων. Ἐπὶ πλέον δὲ καὶ τὸ θέρος λόγῳ τῆς συγκομιδῆς τῶν κτημάτων τῆς πεδινῆς ἐκείνης ἐκτάσεως ἔρχεται πάλιν πολὺς κόσμος καὶ συνεπῶς, ὡς ἐκ τῆς συγκεντρώσεως ἐκεῖ τόσου πληθυσμοῦ, παρουσιάζονται πολλὰ τὰ κακά, πολλὰ τὰ ἔκτροπα καὶ ἐνίοτε ἔρχονται οἱ κάτοικοι ἐκεῖ ἢ οἱ ξένοι, οἱ ἐν τῷ μεταξὺ ἐρχόμενοι, εἰς σύγκρουσιν. Ἐὰν δὲ ἦτο εἷς ἀστυνομικὸς σταθμὸς ἐκεῖ θὰ ἠδύνατο νὰ προλάβῃ ὅλα τὰ ἔκτροπα αὐτά.
§9Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ζητοῦσι τὸ νομιμώτερον πρᾶγμα οἱ ἄνθρωποι.
§10Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ αἴτησίς των εἶναι δικαιοτάτη. Δὲν ζητοῦσιν οὔτε ἄφεσίν τινα φόρου, οὔτε χορηγίαν εὐεργετήματός τινος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ αὐτοῦ σταθμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ περιουσία αὐτῶν καὶ ἡ ζωή των.
§11Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Χωρὶς νὰ ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος περὶ συστάσεως ἀστυνομικῶν σταθμῶν νομίζω ἢ μᾶλλον φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως δὲν ἐλήφθη πρόνοια καὶ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν κατοίκων τῆς Συκιᾶς τῶν Μολάων, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα ἄλλοτε. Συνέστη καὶ ἐκεῖ πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους σταθμός, ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος Μολάων, δὲν ἠξεύρω ποίους λόγους ἔχει, καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ συστήσῃ τὸν σταθμὸν αὐτόν. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὄχι μόνον νὰ διατάξῃ, ὅπως συστηθῇ ὁ σταθμὸς ὁ αἰτούμενος εἰς τὸν Μαραθέαν, ἀλλὰ νὰ λάβῃ καὶ πρόνοιαν, ὅπως καὶ πραγματοποιηθῇ ἡ σύστασις, ὅπως ἐπίσης νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἡ σύστασις ὁμοίων σταθμῶν εἰς ἄλλα μέρη, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι δὲν ζητοῦσι τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον διὰ τακτικῆς ἀστυνομικῆς δυνάμεως νὰ ἀπολαύσωσι τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀσφαλείας οἱ κάτοικοι οὐ μόνον τῶν πόλεων, ἀλλὰ καὶ μερικῶν χωρίων ἀποκέντρων.
§12Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ δύναμις ἡ ἀστυνομικὴ συγκεντροῦται εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων, συμβαίνει δὲ πολλάκις ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου νὰ μὴ εἶναι τὸ μεγαλείτερον χωρίον, συμβαίνει δὲ ἀκόμη πολλάκις αἱ ἀποστάσεις νὰ εἶναι μεγάλαι καὶ χωρία μεγάλα καὶ ἔχοντα ἀνάγκην νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῆς ἐν αὐτοῖς δημοσίας τάξεως, νὰ στερῶνται ἀστυνομικῆς δυνάμεως. Ὁπωσδήποτε δὲ ἔχει ἐπέλθη μία κατάστασις πραγμάτων εἰς τὸν νομὸν τὸν ἰδικόν μου, ὥστε νὰ μὴ θεωρῇ τις, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, ἀναγκαίαν τὴν συγκέντρωσιν πολλῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν δήμων. Δὲν εἶναι διατεταραγμένη ἡ δημοσία τάξις ὡς ἦτο πρὸ ἐτῶν, ὥστε ν’ ἀπαιτῆται συγκέντρωσις ἰσχυρᾶς δυνάμεως, ἑπομένως ἡ διασπορὰ σήμερον τῆς δυνάμεως θὰ συνετέλει εἰς ὠφέλειαν τοῦ τόπου, καὶ διὰ τοῦτο συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν.
§13Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ συστήσω τὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου, διότι, νομίζω, ὅτι κατόπιν τῶν ὅσων ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἐπιβάλλεται ἡ σύστασις ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ χάριν τῆς τάξεως, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τίποτε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Σώστη περὶ ἀνασυστάσεως σχολείου των, ὁ κύριος Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§15Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔρχομαι νὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ νὰ συστήσω τὸ ἑξῆς. Ἀπὸ ἑπταετίας, κύριε Ὑπουργέ, ἐλειτούργει εἰς τὸ χωρίον Σώστη, τοῦ δήμου Ἤλιδος, δημοτικὸν σχολεῖον. Δυστυχῶς δὲν γνωρίζω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθη ἡ ὑπηρεσία νὰ τὸ καταργήσῃ. Σημειωτέον δέ, ὅτι ἀριθμεῖ ἑπτακοσίας ψυχὰς καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἶναι πλέον τῶν 80. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, εἶναι, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ κοινότης αὕτη ἀδικεῖται, ἐξ ἄλλου δὲ περὶ τὴν κοινότητα αὐτὴν ζῶσι κατὰ ὁμάδας εἰς ἓν δάσος καλούμενον Ῥουπάκι πεντακόσιαι ψυχαί, καὶ τροφοδοτοῦνται πνευματικῶς ἀπὸ τὸ σχολεῖον τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸ χωρίον Σώστης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, καθόσον πρόκειται περὶ δικαιοτάτης ἀξιώσεως, πρόκειται περὶ πνευματικῆς τροφῆς τῶν διαμενόντων ἐκεῖ.
§16Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ σύστασις καὶ ἡ κατάργησις καὶ ἡ ἀνασύστασις σχολείων, γίνεται προτάσει τοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ὄχι τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ πράξω εἶναι νὰ παρακαλέσω, ἵνα ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἤ τις τῶν κατοίκων ἐπιθυμῇ, ὑποβάλῃ αἴτησίν τινα, διὰ νὰ καλέσω τοὺς ἁρμοδίους καὶ νὰ ζητήσω καὶ μάθω τίνες εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν αὐτοὺς νὰ καταργήσωσι τὸ σχολεῖον αὐτό.
§17Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ σχετικῆς συστάσεως διὰ νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα.
§18Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχε, Κύριοι, δημοτικὸν σχολεῖον ἐκεῖ· ἦτο γραμματεῖον. Ἀκριβῶς δὲ οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σώστης παραπονοῦνται εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι παρανόμως ὁ ἐπιθεωρητὴς κατήργησε τὸ γραμματεῖον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει πρὸ τριετίας. Εἶναι δὲ τὸ περίεργον ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἄλλα χωρία τοῦ δήμου, ἐνῷ ὑπάρχουσι δέκα πέντε μαθηταί, διατηροῦνται τὰ σχολεῖα. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὑφίσταται ὁ νόμος τοῦ 1909, ὅστις ἐπιβάλλει ὅτι δέον νὰ προηγηθῇ πρᾶξις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀναγράφουσα τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον οὐδαμῶς ἐγένετο· ἑπομένως δέον ὁ νομάρχης νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν δήμαρχον, ὅπως ἀναγράψῃ τὸ οἰκεῖον ποσὸν πρὸς διατήρησιν τούτου· διότι πολὺ λογικὰ ὁ νομοθέτης ἐσκέφθη ὅτι δὲν πρέπει 50 μαθηταὶ νὰ μένωσιν ἄνευ διδασκαλίας. Ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν παρανομίαν θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς ἕνεκα κομματικῶν λόγων κατήργησεν αὐτὸ τὸ γραμματεῖον.
§19ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κάμετε μίαν αἴτησιν νὰ τὴν ἐνεργήσω.
§20Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ καθ’ ὑμῶν. Ἔχω νὰ διατυπώσω τὰ παράπονα διὰ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας αὐτὰ καὶ νὰ παραγγείλητε εἰς τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον ἵνα διορθώσῃ αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, διότι δέον νὰ καταστῇ γνωστὸν ὅτι ἐν τῷ πρώτῳ γραμματείῳ εἰσὶν ἄνω τῶν 50 μαθητῶν· τὸ δὲ χωρίον Μπουχιώτη, εἰς ὃ ὑπάγεται τοῦτο, ἀπέχει πλέον τῆς ὥρας, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, ὅπως ὁ οἰκεῖος Ὑπουργὸς ἀμέσως ἀπευθύνῃ ἔγγραφον εἰς τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον καὶ τῷ παραστήσῃ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου, διότι εἶναι σκληρὸν νὰ στερῆται σχολείου τὸ χωρίον τοῦτο, νὰ διατηρῆται δ’ ἡ κατάστασις αὕτη καὶ νὰ μὴ συνιστᾶται σχολεῖον, ὅπερ εἶναι ἀναγκαιότατον ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις.
§21Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας γνωρίζει ὅτι εἶναι παράνομος ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας κατήργησε τὸ ἐκεῖ σχολεῖον. Οἱ κάτοικοι ἐκεῖ καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐπιθυμοῦσι τὴν ἀνασύστασιν τοῦ σχολείου. Εἶναι γνωστὸν ἄλλως τε ὅτι καὶ εἰς διάφορα ἄλλα μέρη ἐν Ἠλείᾳ παντελὴς ἔλλειψις σχολείων ὑπάρχει. Τελευταῖον ἐπισκεφθεὶς ἡ Α.Β.Υ. ὁ Διάδοχος τὴν Μανωλάδα εὗρεν ἐκεῖ πληθυσμὸν εἰς ἀγρίαν κατάστασιν καὶ συνέστησε τὴν ταχυτάτην θεραπείαν· ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θέλει διορθώσει τὸ κακὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἰδίως παρατηρεῖται εἰς τὴν Ἠλείαν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ βιβλιοδέτου Π. Καρούσου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Πὼπ.
§23Γ. ΠΩΠ. Θὰ παρακαλέσω ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος προκειμένου περὶ ὁμοίας ὑποθέσεως ἐπέδειξε μέγα καὶ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον. Ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος δὲ τούτου ὁρμώμενος ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφοράν του, προσέφυγε καὶ εἰς ἐμέ, ὅπως ὑποστηρίξω τὸ ὄντως δίκαιον. Πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου διὰ τοῦ ὁποίου καλοῦνται νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον οἱ πολῖται. Εἷς βιβλιοδέτης συντηρῶν μικρὸν βιβλιοδετεῖον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἱπποκράτους ἐφορολογήθη τὸ πρῶτον δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐπιτηδευμάτων ὡς βιβλιοδέτης, μετὰ ταῦτα προκηρυχθείσης δημοπρασίας ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν κατασκευὴν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων ἠναγκάσθη νὰ προσλάβῃ ἐργάτας καὶ ἑπομένως ἐφορολογήθη ὡς ἐργοστασιάρχης ἔχων ἀριθμὸν πέντε ἐργατῶν. Οὕτω παρήρχοντο τὰ πράγματα, ὅτε αἰφνιδίως ἐμφανίζεται ὁ εἰσπράκτωρ μετὰ τοῦ χωροφύλακος ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ νὰ τὸν ἀπαγάγωσιν εἰς τὰς φυλακάς, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀμέσως δὲν ἐπλήρωνε νέον δασμὸν ὡς ἐργολάβος τοῦ Δημοσίου. Ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ὁ πολίτης αὐτὸς κατεδικάσθη εἰς τὴν πληρωμὴν τριῶν ἐπιτηδευμάτων. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο πρῶτα ὑπάρχει δικαιολογία τις. Τὸ πρῶτον εἶναι νόμιμον τὸ δὲ δεύτερον μετὰ τὴν προσθήκην πέντε ἐργατῶν σχεδὸν καθίσταται κατὰ τύπους νόμιμον, ἑπομένως ἡ πληρωμὴ δὲν προκαλεῖ παράπονα τοῦ ἀνθρώπου τούτου. Ἔχετε ὅμως τὸ τρίτον· Ἐὰν δὲν ἐπιστραφῇ τὸ ποσὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν διὰ πέντε ἐργάτας ὁ βιβλιοδέτης, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μικροῦ ποσοῦ δὲν θὰ παραπονεθῇ, διότι αἱ μεταβάσεις του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον θὰ στοιχίσουν πολὺ εἰς ὑλικὴν δαπάνην παρ’ ὅ,τι θὰ ἐκέρδιζεν ἐργαζόμενος. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ τρίτου πρόκειται καὶ περὶ αὐθαδείας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐν γνώσει ὅτι ψευδῶς ἀνέφερε νόμον ἔλεγεν, ὅτι τὸν φορολογεῖ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἀνέφερε ῥητῶς, διὰ νὰ ἀναγκάσῃ τὸν πολίτην τὸν ἀνίδεον νὰ πληρώσῃ, ἀνέφερε τὸν νόμον ͵ΓΥΖΔʹ, ὁ ὁποῖος εἰς ὡρισμένην κλάσσιν ἀναφέρει ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας «ἐργολάβων προμηθευτῶν διαφόρων εἰδῶν». Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ προμηθευτοῦ διαφόρων εἰδῶν. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐργάτου, ὁ ὁποῖος κληθεὶς δυνάμει δημοπρασίας προκηρυχθείσης καὶ δημοσιευθείσης εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως προσῆλθε καὶ ἀνέλαβεν ἐργασίαν τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ὁποίας τὸ κέρδος δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς πεντήκοντα ἕως ἑκατὸν δραχ. Ἀπέναντι δὲ τοῦ κέρδους τούτου ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν πρόσθετος φορολογία ὡς ἐργοστασιάρχου καὶ δεύτερον ὡς ἐργολάβου προμηθείας διαφόρων εἰδῶν. Ὁ πολίτης αὐτὸς ἐνθαρρυνόμενος ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δεινῶς ἐπετίμησε τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ φαίνωνται ὑπηρετικοὶ πρὸς τοὺς πολίτας καὶ ἰδίως πρὸς τοὺς καταβάλλοντας χρηματικὸν ποσὸν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι «ὡραῖαι εἶναι αἱ θεωρίαι, ἀλλὰ πῶς θέλει νὰ τῷ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἅπαξ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον», διότι τὸ εἰσαγόμενον δὲν ἐξάγεται ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου δι’ ἐκεῖνον ὅστις τὸ καταβάλλει. Ὁ πολίτης αὐτὸς ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἐμὲ παρακαλῶν νὰ εἰσηγηθῶ τὰ παράπονα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ὄντως εὗρον νόμιμα. Παρακαλῶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως δι’ αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατάξῃ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ δεχθῇ καὶ ἐπιστρέψῃ τοὐλάχιστον τὰ χρήματα εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν ἄνθρωπον.
§24Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Χωρεῖ καὶ ποινὴ καταδιώξεως ἐπὶ καταπιέσει.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ δικηγορικοῦ Συλλόγου Λαρίσης περὶ παραγραφῆς χρεῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης.
§26Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ ἡμερῶν πανταχόθεν διαβιβάζονται διαμαρτυρίαι καὶ δημοψηφίσματα καὶ εὐχαὶ περὶ παρατάσεως προθεσμίας τοῦ νόμου περὶ παραγραφῆς χρεῶν.
§27Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχει ὑποβληθῆ καὶ πρότασις νόμου. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ καταρτίσητε μίαν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῇ, καὶ ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της μετὰ μελέτην διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ῥίου περὶ ἀναστολῆς ποινῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§29Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις νόμου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§31Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρίσταται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζω πρὸς αὐτόν, ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς, τῶν διὰ χρέη κρατουμένων ἐν Τριπόλει, κρατοῦνται δύο πολῖται, ὁ εἷς πρὸ τριῶν μηνῶν ὁ δὲ ἕτερος πρὸ μηνός. Οἱ πολῖται οὗτοι κρατοῦνται συνεπείᾳ ἐντάλματος τοῦ Ταμίου Γόρτυνος περὶ πληρωμῆς δραχμῶν 860, προερχομένων ἐξ ὀφειλῆς αὐτῶν ὡς ἀνυποτάκτων τοῦ ἔτους 1882 καὶ 1884. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἂν νομίμως ἢ συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον, τὸ στρατολογικὸν γραφεῖον ἔστειλε τὰς ἀποδείξεις ταύτας εἰς τὸν Ταμίαν, διότι διὰ μὲν τὸν ἕνα φαίνεται ἐκ τῶν βιβλίων τῶν στρατολογικῶν γραφείων ὅτι διεγράφη ἡ ὑποχρέωσίς του δυνάμει ἀποφάσεως ὡρισμένης, ἡ ὁποία ὅμως δὲν εὑρίσκεται. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἄλλον φαίνεται ὅτι οὗτος καίτοι εἶχε λόγον ἀπαλλαγῆς ὡς πρῶτος ὀρφανὸς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἦτο ὑπόχρεος νὰ καταβάλῃ 150 δραχμὰς διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ, φαίνεται, λέγω, ὅτι οὗτος κατέβαλε τὰς ἑκατὸν δραχμὰς ἀντὶ τῶν 150. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω πάντα ταῦτα, ἀλλὰ ἀφοῦ προσφάτως ἐψηφίσθη νόμος καὶ διεγράφησαν ὅλα τὰ ὀφειλόμενα μέχρι τοῦ 1900 πρὸς τὸ Δημόσιον, εἶναι ὀρθὸν νὰ κατακρατῶνται οἱ εἰρημένοι πολῖται πρὸς πληρωμὴν ὡς ὀφειλέται τοῦ 1882 καὶ 1884; Οἱ πολῖται αὐτοὶ εἶπον, κρατοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς πρὸ τριῶν μηνῶν ὁ εἷς καὶ πρὸ ἑνὸς μηνὸς ὁ ἕτερος διὰ χρέη, τὰ ὁποῖα καὶ ἂν ὠφείλοντο ἄλλοτε ἤδη δὲν δύνανται νὰ καταζητηθῶσι, κατόπιν τοῦ ψηφισθέντος νόμου. Δὲν προσέχετε, κύριε Ὑπουργέ, τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τοὺς Βουλευτάς! Πρώτην φορὰν βλέπω τὸ τοιοῦτον. Περιμένομεν πολὺν καιρὸν τέλος πάντων νὰ ἔλθητε, ἀφοῦ δὲ ἤλθετε συνομιλεῖτε μετ’ ἄλλων.
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀκούεσθε.
§33Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὀφθαλμούς.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν ἀκούεσθε.
§35Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παραπονοῦμαι ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§36Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ παραπονεῖσθε κατὰ τῶν κ. Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ μοὶ ὁμιλοῦσιν.
§37Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ πρὸς κυρίους Βουλευτάς. Ἐὰν ἔχετε δοσοληψίας δύνασθε νὰ ἀκούητε τοὺς κ. Βουλευτὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Λέγω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ὁ ταμίας Γόρτυνος ἐξέδωκεν ἐντάλματα κατὰ πολιτῶν διὰ χρέη ὀφειλόμενα ἀπὸ τοῦ 1882–1885 καὶ συλλαβὼν κρατεῖ τούτους πρὸ μηνὸς εἰς τὰς φυλακάς. Νόμος, ὁ ὁποῖος ἀρτίως ἐψηφίσθη, δὲν ἐπιτρέπει τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν διὰ τοιαῦτα χρέη καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ζητήσητε παραχρῆμα τηλεγραφικῶς νὰ δοθῇ ἐλευθερία εἰς τοὺς πολίτας ἐκείνους τῶν ὁποίων ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἐστερημένη, ἐκτὸς ἐὰν ἔχῃ ἰδέαν ἄλλην ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἄλλον νόμον καὶ οὐχὶ τοὺς ὑφισταμένους καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀρτίως ἐψηφίσθησαν. Πρέπει νὰ μᾶς τὸ δηλώσῃ διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποῖα μέτρα πρέπει νὰ λάβωμεν διὰ τοὺς συμπολίτας μας.
§38Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ἔχουσι ψηφισθῆ τόσοι νόμοι σχετικοί, ὥστε οὐδεὶς γνωρίζει τὰς λεπτομερείας.
§39Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ στοιχειώδους ἀναφορᾶς. Δύνανται νὰ κρατηθῶσιν ἐν φυλακῇ πολῖται διὰ τὰ χρέη πρὸ τοῦ 1892, τὰ ὁποῖα διεγράφησαν;
§40Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§41Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Συλλογισθῆτε τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ λάβετε μέτρα διὰ τὸν ταμίαν, ὅστις τόσον ἐλαφρῶς προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων προσωπικῆς κρατήσεως τῶν πολιτῶν.
§42Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐγκύκλιον ἐξέδωκε καὶ μετὰ μεγίστου ἐνδιαφέροντος, εὐλόγου καὶ δεδικαιολογημένου, παρηκολούθησε τὸν τραγικὸν θάνατον δύο στρατιωτῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν πυροσβεστικὸν λόχον, οἱ ὁποῖοι κατεκάησαν εἰς τὴν πυρκαϊὰν τοῦ Χημείου. Ἡ ἰδιωτικὴ φιλανθρωπία εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐξεδηλώθη. Ἐπίσης εἶχον ἀναφέρει κάτι καὶ αἱ ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι συνεπεῖς καὶ πρὸς τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἐπισήμου Κράτους, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὴν κηδείαν τῶν θυμάτων παρηκολούθησεν ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ βαρυτιμότατοι στέφανοι κατετέθησαν καὶ ἐγκύκλιοι διδακτικαὶ ἀπεστάλησαν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου, παύει ἡ ἰδεολογικὴ παρέμβασις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄρχεται τὸ μαρτύριον καὶ ἡ δυστυχία. Μία τῶν χηρῶν τοῦ ἑνὸς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ μία ἄλλη γραῖα, ἡ ὁποία δὲν ὑπέβαλεν ἀναφορὰν μένουσιν ἄστεγοι ἄνευ ἄρτου καὶ προστάτου.
§43Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ Πολιτεία ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ μέτρα σχετικὰ περὶ αὐτῶν, ἀποβλέπουσα εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας προσέφερον εἰς αὐτήν, καὶ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ θύματα εὗρον τὸν θάνατον ἐν τῇ ἐξυπηρετήσει τῆς Πολιτείας. Προέλαβε ὅμως τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἐψήφισε σχετικὴν πίστωσιν. Ἐπειδὴ δὲ ἔπρεπε νὰ γίνῃ νόμος, ἡ σύγκλητος ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας τὸ ὁποῖον κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ αὔριον ἢ ἀπόψε.
§44Γ. ΠΩΠ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας παρέλκει πᾶσα συζήτησις, διότι προκειμένου περὶ συντάξεως εἴτε ἐκεῖθεν δοθῇ, ἴσως δὲ εἶναι καὶ τὸ καλλίτερον, εἴτε ἐκ τοῦ Δημοσίου τὸ αὐτὸ συμβαίνει.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐμπόρων ἐκ Λαμίας περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν βραχυπροθέσμων παραγραφῶν, ὁ κ. Βελλόπουλος.
§46ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Συγγούρης. Ἀπών. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ καταδίκου Πύλου Β. Κατσιάβα περὶ Β. Χάριτος, ὁ κ. Πετρέας.
§48Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας ἀναφοράς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σχινᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἀποτυχόντων κατὰ τὸν διαγωνισμὸν ταμιακῶν γραμματέων εἰδικῶν δι’ εἰσπράξεις.
§50Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰς ἡμέρας ταύτας συνέβη σοβαρὸν σκάνδαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγίνοντο αἱ ἐξετάσεις τῶν εἰδικῶν ταμιακῶν γραμματέων εἰσπράξεων καὶ ἐξηνέχθησαν τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ἐπικύρωσιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ εἷς ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ἀποτυχόντων, δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον, ἀνεκάλυψε λάθη τινά, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀποτελεσμάτων. Τὸ λάθος τοῦτο συνέτεινεν οὕτως ὥστε τηλεφωνικῶς νὰ ἀνασταλῇ ἡ δημοσίευσις τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων καὶ νὰ ἀποσταλῶσιν ἄλλα ἀποτελέσματα διὰ τῶν ὁποίων 10 ἢ 15 ἀποτυχόντες κατὰ τὸν πρῶτον πίνακα ἔρχονται ἐπιτυχόντες διὰ τοῦ ἤδη πίνακος, οἱ δὲ ἄλλοι ἐπιτυχόντες ἔρχονται ἀποτυχόντες. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λίαν σοβαρὸν καὶ σκανδαλῶδες καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον καὶ διὰ ποῖον σκοπὸν ἐγένετο αὐτὴ ἡ μεταβολή.
§51Γ. ΠΩΠ. Ἔγινε παρερμηνεία τοῦ Διατάγματος καὶ μετὰ ταῦτα τὸ μετέβαλον· ἐντελῶς ἄκυρον πρᾶγμα.
§52Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ παρέχεται εἰς ἐμὲ ἡ ὑπόνοια ὅτι εἴτε πλάνη εἰσεχώρησεν ἐν τῷ μεταξύ, εἴτε δυνατὸν καὶ ὑστεροβουλία, ἢ οἱαδήποτε ἄλλη περίπτωσις, ἐκ τούτου συντρέχουσι πλεῖστοι ὅσοι λόγοι νὰ ἀκυρωθῶσιν αἱ ἐξετάσεις καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ νὰ ὁρισθῶσιν ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἑβδομάδος αἱ ἐξετάσεις.
§53ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ τὰ αὐτὰ πιστοποιητικὰ καὶ μὲ τὴν αὐτὴν καταβολήν.
§54Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Βεβαίως. Ἵνα λοιπὸν παρέχωσι τὸ κῦρος αἱ ἐξετάσεις, ὅτι δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα πλάνης εἴτε ὑστεροβουλίας καὶ μεροληψίας, εἴτε ἄλλων ἐλατηρίων, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, διὰ ποῖον σκοπὸν ἢ ἕνεκα ποίας αἰτίας ἐγένοντο ὅλα αὐτὰ καὶ ἂν σκοπεῖ νὰ ἀκυρώσῃ αὐτάς.
§55Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὰ τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν γραμματέων τῶν εἰσπράξεων ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Ἔμελλον νὰ πληρωθῶσι θέσεις 50, οἱ προσελθόντες ὅπως ἐξετασθῶσιν ἦσαν περίπου 165. Τὴν τόσην ἔκτασιν τοῦ διαγωνισμοῦ δὲν εἶχε προβλέψει ἡ ἐπιτροπὴ ὡς ἐπίσης δὲν εἶχε προΐδει, πόσον δύσκολον ἦτο νὰ ἐξετασθῶσι τόσοι ὑποψήφιοι ἐντὸς τοῦ ὁρισθέντος ὀλίγου χρόνου καὶ νὰ γίνωσιν καὶ οἱ μετὰ τὰς ἐξετάσεις ὑπολογισμοί, ἵνα καταρτισθῇ ὁ γενικὸς πίναξ τῆς κατατάξεως. Κατὰ τὸ Β. Διάταγμα τὸ κανονίζον τὴν δοκιμασίαν ταύτην τὰ μαθήματα ὡρίζοντο εἰς 5, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν τὸ δημόσιον λογιστικὸν καὶ οἱ νόμοι περὶ εἰσπράξεως. Ἔλεγε δὲ τὸ Διάταγμα, ὅτι οἱ διαγωνιζόμενοι θὰ ὑφίσταντο καὶ προφορικὰς ἐξετάσεις εἰς τὸ δημόσιον λογιστικὸν ἢ τοὺς νόμους περὶ εἰσπράξεως. Οὕτως ὡρίσθησαν προφορικαὶ ἐξετάσεις ἀναφερόμεναι ἀδιαφόρως εἰς τὸ ἓν ἢ εἰς τὸ ἄλλο μάθημα.
§56Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αἱ γραπταὶ καὶ διὰ τὰ δύο μαθήματα;
§57Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα. Ἐγένοντο αἱ γραπταὶ καὶ αἱ προφορικαὶ ἐξετάσεις, αἵτινες, ὡς εἶπον, ἦσαν δυσχερέστατον νὰ διεξαχθῶσι, διότι ἐπρόκειτο περὶ κρίσεως 165 ὑποψηφίων. Οἱ ἐξετασταὶ δὲ ἐπετέλεσαν τὸ ἔργον αὑτῶν μετὰ περισσῆς ἱκανότητος. Ἐξ αὐτοψίας τῶν γραπτῶν διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ ἐξετασταὶ ἔκρινον ἐν ἀπολύτῳ δικαιοσύνῃ, ἐν δυνατῇ παρ’ ἀνθρώποις δικαιοσύνη.
§58ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος τῶν ἐξετάσεων διὰ νὰ κρίνωμεν καὶ ἡμεῖς.
§59Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ ἰδική σας κρίσις τὴν ὁποίαν θὰ κάμητε μὲ τὰ ἰδικά σας φῶτα. Κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν οἱ διαγωνισθέντες ἐβαθμολογήθησαν δικαιότατα, ὅταν δὲ λάβητε εἰς χεῖράς σας τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἀντιληφθῆτε τοῦτο. Ὅτε ὅμως ἔμελλον νὰ γίνωσιν οἱ διὰ τὸν γενικὸν πίνακα ὑπολογισμοί, δι’ ὧν συναρμολογοῦνται ὅλα τὰ ἀποτελέσματα, ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ἀρχῇ ἔλαβε τὸν μέσον ὅρον ἐκ μόνον τῶν γραπτῶν τοῦ μαθήματος περὶ εἰσπράξεων, καὶ τῆς προφορικῆς ἐξετάσεως. Ἀλλ’ ὅμως αὕτη ἀνεφέρετο καὶ εἰς τὸ δημόσιον λογιστικόν, ὥστε προσέθηκε μόνον τοὺς βαθμοὺς τῶν γραπτῶν περὶ εἰσπράξεως, εἰς τοὺς βαθμοὺς τῆς προφορικῆς ἐξετάσεως, καὶ ἐκ τῶν δύο αὐτῶν ἐξήγαγε μέσον ὅρον. Ἀλλά, ὡς εἶπον ὑμῖν, κατὰ τὸ Διάταγμα, ἡ προφορικὴ ἐξέτασις ἀνεφέρετο καὶ εἰς τὰ δύο μαθήματα, ἑπομένως δέ, ὁ μέσος ὅρος ἔπρεπε νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῶν τριῶν βαθμολογιῶν, τῶν γραπτῶν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τῶν γραπτῶν περὶ εἰσπράξεως καὶ ἐκ τῆς προφορικῆς ἐξετάσεως. Ἀφοῦ ὑπελόγισεν οὕτω τὴν βαθμολογίαν ἀντελήφθη, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἀντέκειτο εἰς τὸ γράμμα καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ Διατάγματος καὶ ἐν ἑπομένῃ συνεδριάσει ἐπανώρθωσε τὸ τοῦ ὑπολογισμοῦ λάθος, δηλώσασα, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς βαθμολογίας ἦτο λελανθασμένος καὶ ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς ἀδικήματα, ἀφοῦ ἡ προφορικὴ ἐξέτασις ἀνεφέρετο καὶ εἰς τὰ δύο μαθήματα, καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβε τὸν μέσον ὅρον τοῦ μαθήματος τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, τοῦ μαθήματος τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως καὶ τῆς προφορικῆς ἐξετάσεως καὶ ἐξήγαγε διὰ τούτου τελικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν μου. Οὕτως ἔχουσι τὰ τοῦ πίνακος. Τὰ τῆς βαθμολογίας εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα καὶ δύνασθε νὰ τὰ ἐλέγξητε, ὅταν λάβητε τὸν φάκελον.
§60Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐξ ὅσον ἐξετέθησαν, πείθομαι ὅτι τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἁμαρτωλά, καὶ ἑπομένως εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ γίνῃ νέα ἐξέτασις, ἄλλως τὸ πρᾶγμα θὰ εἶναι καὶ θὰ παραμένῃ σκανδαλῶδες.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς ναυτικῶν ἐκ Σπετσῶν περὶ συντάξεων, ὁ κ. Γκίνης.
§62Π. ΓΚΙΝΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην, κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ τὴν διαβιβάσῃ εἰς τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ, ὅταν δὲ τοῦτο καταστῇ οἰκονομικῶς ἐπαρκές, νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἀναφερομένων. Ὡσαύτως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εὐνοϊκὴ λύσις διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας ὑπὸ ξένην σημαίαν Ἕλληνας ἐργάτας θαλάσσης, διότι αὐτοὶ ἤδη δὲν καταθέτουσι καὶ δὲν ἀπολαύουσιν τῶν εὐεργετημάτων τῆς ὑπάρξεως τοῦ ταμείου. Εἶναι σοβαρώτατον αὐτό, ἐπὶ πλέον δὲ χάνεται πολὺς πληθυσμὸς ἐκπατριζόμενος.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. τὴν νομοθετικήν.
§64ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λαρίσης κ. Σχινᾶς ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸν πληροφορήσῃ, ποῖον ποσὸν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου διετέθη εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς Λευκάδος καὶ Ἠλείας. Ἀπαντῶ καταθέτων σημείωμα περὶ τούτου, ἵνα λάβῃ γνῶσιν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδια τινὰ νόμου τὰ ἑξῆς· νομοσχέδιον 1) Περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Βόλῳ ἑδρευούσης Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας Πηλίου. 2) Περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Γκόντενβουργ ἑδρευούσης Σουηδικῆς ἀτμοπλοΐας «Ivenska Levant Linien Dan Brostrom». καὶ 3) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΓΣΑʹ νόμου «περὶ διδακτικῶν βιβλίων». Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἐψηφίσθη νόμος τις, δι’ οὗ τὰ διδακτικὰ βιβλία ἐν τῇ μέσῃ καὶ τῇ δημοτικῇ ἐκπαιδεύσει περιορίζονται εἰς ἓν βιβλίον δι’ ἕκαστον μάθημα καὶ διὰ μίαν τάξιν. Τὸ βιβλίον τοῦτο ἤθελεν εἰσαχθῆ κατόπιν διαγωνισμοῦ, ἤθελε τυπωθῆ ἐπίσης κατόπιν μειονοδοτικῆς δημοπρασίας καὶ εἰς φύλλα τυπογραφικὰ ὡρισμένα, ἡ τιμὴ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο κατὰ τὸ ἄρθρον 10 εἴκοσι λεπτὰ διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, διὰ δὲ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν κατά τι ὀλιγώτερον. Τὰ τυπογραφικὰ ταῦτα φύλλα, τὰ ὁποῖα ἦσαν καθωρισμένα, πόσα εἶναι δι’ ἕκαστον βιβλίον κατὰ τὸ πρόγραμμα, ἐλήφθη ἀνάγκη, ὅπως αὐξηθῶσι, διότι ἡ ὕλη τοῦ βιβλίου δὲν δύναται νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ ποσὸν τῶν φύλλων, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς ἐν τῷ προγράμματι εἶχε καθορισθῆ. Ἐκ τούτου ηὔξησεν ἡ τιμὴ τῶν βιβλίων, ηὔξησε δὲ κατ’ ἀναλογίαν καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε τὸ Κράτος, διότι, ὡς εἶναι γνωστὸν, τὸ Κράτος ἐλάμβανε ποσοστὸν ἐκ τῶν βιβλίων, τὸ ὁποῖον ἦτο ἴσον πρὸς τὴν προσφοράν, τὴν ὁποίαν ἔκαμνεν ὁ μειονοδότης, ὁ ἀναλαμβάνων τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ βιβλίου. Τὰ ποσὰ ταῦτα θὰ ἐλαμβάνοντο παρὰ τοῦ Δημοσίου διὰ νὰ ἀγορασθῶσιν ὄργανα τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, διὰ νὰ πληρωθῶσιν οἱ κριταί, διὰ νὰ ἀγορασθῇ τὸ βιβλιόσημον καὶ διὰ νὰ δοθῇ ἡ δέουσα ἀμοιβὴ εἰς τὸν συγγραφέα τοῦ βιβλίου. Εὐτυχῶς ὅμως οἱ διάφοροι ἐκδόται κατὰ τὰς προσφορὰς αὐτῶν παρουσίασαν αὔξησιν τοιαύτην, οἵα οὐδέποτε ἀνεμένετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, τὸ δὲ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς εἶχεν ὑπολογισθῆ εἰς 100,000 δραχμῶν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν ὅλων τῶν βιβλίων, ἀνῆλθεν εἰς τὰς 200,000 καὶ πλέον. Ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τῆς ὕλης, τὸ ὁποῖον περιελήφθη ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως εἶναι πολὺ μεγαλύτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχε προϋπολογισθῆ. Τούτου ἕνεκα ἡ τιμὴ τοῦ βιβλίου κατὰ πολὺ ηὔξησε, ἐπιβαρύνουσα σπουδαίως τὸν μαθητήν, ὁ ὁποῖος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διεμαρτύρετο κατὰ τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία οὕτω πως ἐπεβάρυνε σπουδαίως τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἡ Κυβέρνησις, ἐπιθυμοῦσα νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς καὶ νὰ διορθώσῃ τὸ δίκαιον παράπονον τῶν πολιτῶν, ὑποβάλλει σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλαττοῖ τὴν κατὰ τυπογραφικὸν φύλλον ἀξίαν τοῦ βιβλιοσήμου. Κατὰ τὸν πίνακα, Κύριοι, τὸν ὁποῖον προσκολλῶμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν βιβλίων τῶν σήμερον ἐν κυκλοφορίᾳ ἐλαττοῦται κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ πολλάκις καὶ κατὰ τὰ ⅔ τοῦ συνόλου. (Ἐπιδοκιμασίαι). Κατὰ τοῦτο λοιπὸν ἐπέρχεται μία ἐλάττωσις φορολογικὴ τοῦ λαοῦ ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐκπαιδεύσει, ἡ ὁποία τελευταίως εἶχε κατὰ πολὺ ἐπιβαρυνθῆ. Προκειμένου δὲ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, δι’ οὗ καθίσταται ὑποχρεωτικὴ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἐπὶ ἑξαετίαν, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εὐκολύνῃ τὴν τοιαύτην ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, εὐκολύνουσα οὕτω καὶ τὴν προσέλευσιν τῶν μαθητῶν εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν πολλῶν βαρῶν, ἅτινα βαρύνουσιν αὐτούς. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, συνέβαινε καί τι ἄλλο. Δυστυχῶς οἱ ἐκδόται οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἔκδοσιν τῶν εἰρημένων βιβλίων ἦτο ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν τύπωσιν τοῦ βιβλίου νὰ μὴ ἐκπληρώσωσι τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἀνελάμβανον διὰ τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Πολιτείαν. Καὶ ἠγέρθησαν τελευταίως παράπονα κατὰ τῶν ἐκδοτῶν, ὅτι ἐν τῇ ἐκδόσει καὶ τῇ τυπώσει παρεβίασαν τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως.
§65Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἀποδείξεις ἁπταί.
§66ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ ὑπάρχουσι καὶ ἀποδείξεις μὴ ἀπέχουσαι πολὺ τῆς ἀληθείας.
§67Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὰς ἀποδείξεις.
§68ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοιαῦται τινές. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατά τι εἶναι ὑπερβολικαὶ αἱ τοιαῦται αἰτιάσεις κατὰ τῶν τυπογράφων. Βεβαίως ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐλήφθη πᾶσα μέριμνα νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν αἰτιάσεων καὶ διετάχθη μάλιστα καὶ χημικὴ ἀνάλυσις διὰ νὰ γνωσθῇ, ἂν ὁ χάρτης εἶναι κατώτερος ἐκείνου μὲ τὸν ὁποῖον εἶχον συμβληθῆ ὅτι θὰ τυπώσωσι τὰ βιβλία. Διετάχθη ἐπίσης ἡ κατάσχεσις τῶν βιβλίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχε βιβλιόσημον, καὶ δὲν εὑρέθησαν πλέον τῶν 5 ἐν ὅλῃ τῇ κυκλοφορίᾳ ἐκ 250,100 βιβλίων.
§69Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐλήφθη πρόνοια ἐναντίον τοῦ παραβάτου;
§70ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς θὰ ὁμιλήσω. Δυστυχῶς, ὁ νόμος περὶ διδακτικῶν βιβλίων ἐθεώρησεν, ὅτι ὁ ἐκδότης διδακτικῶν βιβλίων θὰ ἦτο ἐν καλῇ πίστει καὶ οὐδέποτε θὰ ἐδολιεύετο τὸ Δημόσιον. Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ καὶ ἐκδότης κακῆς πίστεως, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία ποινὴ ἐπεβάλλετο, ἂν ἐφωρᾶτο παραβαίνων τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Ἡ μόνη ποινὴ εἶναι ἡ τῆς ἐκπτώσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται, ἂν πράγματι αὐτὸς φωρᾶται, ὅτι ἐκτυποῖ βιβλία ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται, οὐχὶ βιβλία τὰ ὁποῖα κατά τι εἶναι διάφορα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπ’ ὄψει, ὅταν ἔδιδε τὴν ἄδειαν τῆς τοιαύτης ἐκδόσεως. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἡ ποινὴ τῆς ἐκπτώσεως εἶναι ποινή, ἡ ὁποία δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Δημόσιον. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ κατὰ πᾶσαν ὥραν, διότι ὅταν ἔχωμεν βιβλία 200,000 δὲν δυνάμεθα νὰ παρεμποδίσωμεν ὅλην τὴν κυκλοφορίαν, διὰ νὰ διατάξωμεν νέαν μειονοδοτικὴν δημοπρασίαν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὰ σχολεῖα ἐπὶ ἓν ἔτος ἄνευ βιβλίων. Ὥστε ἡ μόνη ποινὴ τῆς ἐκπτώσεως εἶναι ποινή, ἥτις δὲν προασπίζει τὸ Δημόσιον καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τοῦτο διὰ τῆς συμβάσεως ἐπέβαλεν εἰς τὸν ἐκδότην. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω σχέδιον νόμου τροποποιοῦν τὸν νόμον καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται διάφοροι ποιναί, ὡς ποινὴ φυλακίσεως, ποινὴ προστίμου μέχρι χιλίων καὶ δύο χιλιάδων δραχμῶν. Διὰ τῶν ποινῶν τούτων θέλει προέλθει ἡ πρόληψις τοιούτων ἐκ μέρους τοῦ ἐκδότου παραβάσεων καὶ ἡ πραγματικὴ τιμωρία τοῦ ἐκδότου, ἐφ’ ὅσον οὗτος παραβαίνει ὅρους τινας συμφωνίας. Διότι ὑποθέσατε ὅτι διαπράττει μικρὰν παράβασιν τῆς συμφωνίας. Ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν νὰ κηρύξητε τὸν ἐκδότην εἰς ἔκπτωσιν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχει δαπανήσει μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ποσὸν 100 καὶ 150 χιλιάδων δραχμῶν; Δέον ἄρα νὰ ὑπάρχῃ ποινὴ μικροτέρα, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται τὸ κῦρος τοῦ νόμου, νὰ μὴ καταστρέφηται δὲ καὶ ὁ ἐκδότης. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω σχέδιον νόμου διὰ τοῦ ὁποίου μεταρρυθμίζονται διατάξεις τινές.
§71Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ἐν ἰσχύϊ Ποινικὸς Νόμος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, προκειμένου περὶ ζημίας τοῦ Κράτους;
§72Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐν ὅσῳ ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ γενικός. Ποία δὲ θὰ εἶναι ἡ ποινὴ ἡ ἐπιβληθησομένη ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, ὅταν ἔρχηται ὁ ἐκδότης καὶ σᾶς λέγει· κύριε Ὑπουργέ, εἶχον 250,000 βιβλία νὰ ἐκτυπώσω, εἶχον 100 ὑπαλλήλους, εἶναι ἐνδεχόμενον ὑπάλληλός τις, ὅταν πρόκειται νὰ θέσῃ τὸ ἐξώφυλλον νὰ παρέλιπεν αὐτό, ἢ ὅταν ἔχω νὰ σφραγίσω 250 βιβλιόσημα νὰ παραβλέψω εἰς ἓν βιβλίον τὸ βιβλιόσημον· πρέπει διὰ τοῦτο νὰ κηρυχθῶ ἔκπτωτος; Δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου διὰ τῆς ὁποίας θὰ ὑπάρχωσι καὶ μικρότεραι ποιναί.
§73Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος θὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ μέλλοντος;
§74Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι· διότι ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν ἔκδοσιν ὁ ἴδιος ἐκδότης· ἑπομένως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὸν νόμον καὶ ἀναδρομικὴν δύναμιν ὡς πρὸς αὐτό.
§75Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἤμην παρών, ὅταν ἐγένετο ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. ἐκ Ψαρῶν Βουλευτοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ βιβλιοδέτου Καρούσου. Δυστυχῶς ὁ νόμος τοῦ 1909 λέγει ῥητῶς, ὅτι οἱ ἐργολάβοι προμηθειῶν φορολογοῦνται ἀνεξαρτήτως παντὸς ἄλλου ἐπιτηδεύματος. Ὁ κύριος Καροῦσος ἀνέλαβε νὰ κατασκευάσῃ βιβλιάρια προμηθεύσας ὁ ἴδιος καὶ τὸ ὑλικόν, κατετάχθη ἑπομένως κατὰ τὸ γράμμα καὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου ὡς ἐργολάβος προμηθειῶν τοῦ Δημοσίου. Ἔχω νὰ προσθέσω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς τοῦ 1909 εἶναι ἄδικος ἐν πολλοῖς. Πολλοὶ μικροεργολάβοι προμηθειῶν πληρώνουσι φόρον ἀνώτερον τοῦ κέρδους αὐτῶν. Καὶ βεβαίως σκόπιμον εἶναι νὰ διορθωθῇ νομοθετικῶς ἡ προσγιγνομένη οὕτως ἀδικία.
§76Γ. ΠΩΠ. Δύο λέξεις μόνον θὰ προσθέσω, ἵνα διευκολύνω τὸν κ. Ὑπουργόν. Θὰ παρατηρήσω, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κήρυξις τῆς δημοπρασίας καὶ ἑπομένως δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐργολαβίας προμηθείας, ἀλλὰ περὶ ἐργολαβίας κατὰ τὴν δικονομικὴν σημασίαν τῆς λέξεως κατασκευῆς ἔργων. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τούτου, ὅτι ὅλοι οἱ βιβλιοδέται δὲν ἐπλήρωσαν καὶ φόρον ὡς ἐργολάβοι τοῦ Δημοσίου, ἑπομένως δὲν ὑπάγεται καὶ οὗτος εἰς τὴν κλάσσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐκανονίσθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1909 δημοσιευθέντος τὸ 1910. Διὰ τοῦτο ὑποβοηθουμένης ὑπὸ τοῦ νόμου τῆς καλωσύνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως φανῇ χρήσιμος εἰς τὸν πολίτην αὐτόν, θέλει ληφθῆ πρόνοια, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος καὶ δι’ αὐτόν, ὅπως ἐφαρμόζεται διὰ τοὺς ἄλλους ἀναλαβόντας τοιαῦτα ἔργα, ὅτε θὰ φθάσωμεν νομίζω εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸν πολίτην αὐτὸν τὰς 80 ἢ 90 δραχμὰς μὲ τὰς ὁποίας ἀδίκως τὸν ἐφορολόγησαν, αἱ ὁποῖαι εἶναι δι’ αὐτὸν ἀρκετὸν ποσόν, ὅπως ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα συντηρηθῇ ἡ οἰκογένειά του.
§77Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ διδακτικῶν βιβλίων παρετήρησα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐδείχθη πρόθυμος πρὸς ψήφισιν αὐτοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ εἰς ά ἀνάγνωσιν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Δέχεται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν γενόμενον κατ’ ἀρχὴν δεκτόν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητ. Βουλῆς. Τεῦχ. Βʹ).
§79Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν, ἀφοῦ καταρτισθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοιαύτη.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ καταρτίσω ἐγὼ τὴν ἐπιτροπήν;
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ἡ ἐπιτροπὴ καταρτίζεται ἐκ τῶν κ. κ. Κ. Ζαβιτσάνου, Π. Λαγοπάτη, Θρ. Πετμεζᾶ, Διον. Γκλαβᾶ, Δημ. Δεδούση, Γ. Παρασκευοπούλου, Α. Ἀναστασιάδου, Ἀν. Πετρομαγιάτη καὶ Παν. Πετροπουλάκη καὶ παραπέμπεται πρὸς αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐπεξεργασίαν. Συνέχεια τῆς ά συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Ἰγγλέσης ἔχει τὸν λόγον.
§83Σ. Κ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν, κύριοι Βουλευταί, ὁρμώμενος ἐξ ἐπιστημονικῶν λόγων νὰ θεωρῶ τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα διὰ τοὺς καταδίκους, ὡς σύστημα μὴ συμβιβαζόμενον πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ὡς σύστημα ἀπᾷδον πρὸς τὴν φιλανθρωπίαν. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ἄνθρωποι διαπρεπεῖς, πεπαιδευμένοι καὶ φιλοπρόοδοι ἀπεδέχθησαν τὸ σύστημα αὐτὸ ὡς ὀρθὸν καὶ ὑπεστήριξαν αὐτὸ διὰ συγγραφῶν καὶ διὰ ζώσης ἐν συνεδρίοις. Κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀποδεκτόν, εἰμὴ εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις καὶ ὑπὸ συνθήκας ἰδιαιτέρας, πάντοτε δὲ ὡς κακὸν ἀναγκαῖον. Μόνον διὰ τοὺς φύσει ἐγκληματίας, τοὺς ἐπικινδύνους τοὺς ὑποτρόπους, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν, ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτοι διορθώσεως, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι καταδεδικασμένοι εἰς ἰσόβια δεσμά, διὰ τὰ γαγγραινώδη τέλος πάντων μέλη τῆς Πολιτείας δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα αὐτό. Ὑπάρχουσι βεβαίως περιπτώσεις εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τοὺς ὑποδίκους, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἱδρυθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν ὑποδικεῖα κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τοὺς ὑποδίκους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνελήφθησαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκληματοῦντες καὶ περὶ τῆς ἐνοχῆς τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀπομόνωσις θὰ εἶναι πρόσκαιρος καὶ δὲν θὰ ἔχῃ σκοπόν, ἢ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ συμφέρον τῆς ἀνακρίσεως. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἀπομονωτικὸν εἶναι ἀπήχησις τῶν ποινικῶν συστημάτων τῆς ἀρχαιότητος, ὅτι εἶναι γνήσιον τέκνον τῶν παραδόσεων τοῦ ζοφεροῦ μεσαίωνος. Τότε ὑπῆρχον τὰ σκοτεινὰ καὶ ἀπαίσια ἀπομονωτήρια εἰς τὰ ὑπόγεια τῶν τιμαριωτικῶν Πύργων, τότε ὑπῆρχον αἱ φρικταὶ κυψέλαι εἰς τὰς ὁποίας ἐνέκλειον τὰ θύματά των μέχρις ἐξοντώσεως ἀμαθεῖς διεφθαρμένοι καὶ φανατικοὶ καλόγηροι. Σήμερον ἡ ἀπομονωτικὴ κυψέλη, ἡ πάντοτε ἀπελπιστική, δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ ὑπόγεια, ὑπάρχει εἰς μέγαρα, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε παρέχουσιν εὐάρεστον ὄψιν εἰς τοὺς διαβάτας, καὶ ὑποτίθεται ἐκ τούτου ὅτι οἱ διαμένοντες ἐν αὐτοῖς διάγουσι καλῶς τὸν βίον. Τὸ σύστημα τὸ ἀπομονωτικὸν εἰσήχθη πρὸ πολλοῦ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἀποκαλεῖται Segregazione Cellulare. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ γνωρίζετε, τί κατέδειξεν ἡ στατιστική; Ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ὡς ἀποτέλεσμα ἔχει τὴν νευρασθένειαν, τὴν φθίσιν καὶ τὴν παραφροσύνην, καίτοι ἐν Ἰταλίᾳ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραταθῇ ἡ ἀπομόνωσις πέρα τοῦ πέμπτου ἔτους. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ τὸ σύστημα τοῦτο ὑφίσταται, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ὡς ἐφαρμόζεται, ἂν δύναται νὰ ἀποδώσῃ τοὺς προσδοκωμένους καρπούς, διότι ἐκεῖ οἱ ἀπομονωθέντες κατάδικοι διάγουσι πολὺ καλῶς. Ὑπάρχει εἰς τὰς κυψέλας αὐτῶν τοιαύτη εὐμάρεια, ὥστε ὁ σκοπὸς τῆς ποινῆς βεβαίως ματαιοῦται. Ἀνέγνωσα ὅτι, κατὰ τινα στατιστικήν, ἐν Παρισίοις κατηναλώθη διὰ τὴν θέρμανσιν τῶν καταδίκων ποσὸν ἀνθράκων μεγαλείτερον, παρ’ ὅ,τι κατηναλώθη διὰ τὴν θέρμανσιν τῶν στρατώνων, ὅπου διαιτῶνται τὰ τέκνα τῶν Γάλλων, τὰ προωρισμένα ὅπως ὑπερασπίσωσι τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν τιμὴν τῆς Γαλλίας! Μὴ σᾶς φαίνεται, Κύριοι, παράδοξον τοῦτο. Καὶ τὰ παραλογώτερα πράγματα δύναταί τις νὰ συναντήσῃ εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον. Τοῦτο, ὡς καὶ ἄλλα παραπλήσια, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἔργον ἀτόμων τινων ἀέργων καὶ πολυταλάντων, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦντα ἵνα ἐπιδειχθῶσι καὶ γίνῃ θόρυβος περὶ τὸ ὄνομα αὐτῶν συλλέγουσιν ἐράνους καὶ καταβάλλουσιν παντοίας προσπαθείας πρὸς ἐπίδειξιν φιλανθρωπικοῦ τινος σκοποῦ. Βεβαίως ἡ πρᾶξις αὕτη ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται καλὴ καὶ φιλάνθρωπος, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐάν τις θελήσῃ καὶ ἐξετάσῃ ταύτην κατὰ βάθος, θέλει πεισθῆ ὅτι πολλάκις εἶναι πρᾶξις ἐπιπολαία, ἀπαύγασμα κατ’ ἐπίφασιν φιλανθρωπίας, νευρασθενικῆς φιλανθρωπίας. Ἠκούσατε χθὲς ἔντιμον συνάδελφον ἐξιστοροῦντα εἰς ἡμᾶς τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν εἰς τοὺς καταδίκους τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα, καὶ ἠκούσατε τοὺς ἀδυσωπήτους ἀριθμοὺς τῶν στατιστικῶν. Τοῦτο εἶναι φυσικόν, διότι τοὺς μὲν νόμους τῶν ἀνθρώπων δύναταί τις ἐνίοτε νὰ παραβιάσῃ ἀτιμωρητί, τοὺς τῆς φύσεως ὅμως οὐδέποτε. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζῷον κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ μεταβληθῇ καὶ μάλιστα ἀποτόμως; Εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλῃ τις τὸν ἀεικίνητον σκίουρον εἰς ἀδρανῆ χελώνην ἢ τὴν λάλον ἀηδόνα εἰς ἄφωνον ἰχθῦν; Εἶναι ὀρθόν, εἶναι λογικὸν ὅτι πρέπει νὰ μελετῶμεν τὰ γινόμενα εἰς ἄλλα Κράτη, τὰ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀντιγράφωμεν αὐτὰ πιστῶς. Οἱ νόμοι πρέπει νὰ προσαρμόζωνται εἰς τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα καὶ εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν ἑκάστου λαοῦ. Οἱ βόρειοι λαοὶ δύνανται ἴσως νὰ ὑποστῶσι τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα ἐπὶ χρόνον μακρόν, χωρὶς νὰ πάθῃ πολὺ ἡ ὑγεία αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ τοὺς μεσημβρινοὺς δὲν δύναται νὰ συμβῇ τὸ αὐτό, ἰδίως δὲ διὰ τὸν Ἕλληνα, ὁ ὁποῖος εἶναι ζωηρός, ἀεικίνητος καὶ λάλος, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ νοῦς ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν μεταπηδᾷ ἀπὸ μιᾶς ἰδέας εἰς ἄλλην, ὅπως ἡ χρυσαλλὶς ἀπὸ ἄνθους εἰς ἄνθος. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα εἶναι βαρεῖα ἐπίτασις τῆς ποινῆς, καὶ ὅτι συμβάλλει μᾶλλον εἰς τὸ νὰ παράγῃ ἀσθενεῖς ἐκ φυματιώσεως καὶ παραφροσύνης, παρὰ εἰς τὸ νὰ διαπλάττῃ τὸν χαρακτῆρα τῶν φυλακιζομένων. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παρεδέχθη τὸ σύστημα τῆς ἐν κοινῷ συμβιώσεως τῶν καταδίκων ἐν καιρῷ ἡμέρας, παραδέχεται δὲ τὴν ἀπομόνωσιν μόνον ἐν καιρῷ νυκτός. Τὴν ἀπομόνωσιν ἐν καιρῷ νυκτὸς θεωρῶ οὐ μόνον ὠφέλιμον, ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβλημένην. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτὴ ἡ παρατονία, τῆς διατάξεως, τουτέστιν νὰ ἐφαρμόζηται ἡ ἀπομόνωσις ἀδιακρίτως εἰς τοὺς ὑποδίκους καὶ τοὺς καταδίκους μέχρις ἑνὸς μηνός; Διατὶ νὰ τιμωρῶνται τόσον σκληρῶς ἐλαφρόποινοι κατάδικοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλάκις συμβαίνει νὰ ὑπάρχωσιν ἔντιμοι καὶ ἐπίλεκτοι πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε μοιραίως νὰ ὑποπέσωσιν εἰς παράβασίν τινα τοῦ Ποινικοῦ νόμου, ἕνεκα τυχαίων καὶ ἀναποτρέπτων περιστάσεων; Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν θερμῶς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργόν, τὸν ἀληθῶς ἀνορθωτὴν καὶ φιλάνθρωπον, νὰ ἀπαλείψῃ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τὴν διάταξιν ταύτην, διότι αὕτη ἀντίκειται ἐντελῶς πρὸς τὸ πνεῦμα τὸ διέπον τὴν ἀνορθωτικὴν αὐτοῦ ἐργασίαν.
§84Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ τοῦ ἄρτι καταβάντος τοῦ βήματος, καὶ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας χθὲς τὸ ἑσπέρας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐβοίας βουλευτὴς κ. Γεωργιάδης, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον συγκεντροῦσι τὰ κυριώτερα τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο περιωρίσθη ἡ ἐναντίον τοῦ συστήματος τούτου πολεμική· κυρίως ἐστράφη εἰς τὴν δυσχέρειαν τῆς ἐφαρμογῆς καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν τῆς πραγματώσεως τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ὅμως οὐδαμῶς ἔπεισαν τοὺς εἰδικῶς ἀσχολουμένους εἰς τὰ τῆς σωφρονιστικῆς ἐπιστήμης αἱ ἀντιρρήσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, ὅπως ἀποτρέψωσι τὴν ἐφαρμογὴν τούτου ἰδίᾳ ἐπὶ τῶν βραχυχρονίων φυλακίσεων. Ἰδιαίτατα δὲ τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐτονίσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὰ σημεῖα τουτέστι τῶν κινδύνων, νόσων ἀπειλουμένων, νόσων σωματικῶν καὶ νόσων διανοητικῶν, ἀπεδείχθησαν σημεῖα ἀσθενέστατα, καὶ οἱ φόβοι οἱ διατυπωθέντες ἀπεδείχθησαν μάταιοι. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω τὰ κυριώτερα καὶ τὰ οὐσιωδέστερα σημεῖα τοῦ συστήματος εἶναι τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν δυσχέρειαν τῆς ἐφαρμογῆς καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν δυσκολίαν τῆς πραγματώσεως τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος. Διότι ἐξαιρουμένων τῶν δυσχερειῶν τούτων προέχει ἀναμφισβητήτως ὑπὸ σωφρονιστικὴν ἔποψιν τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα. Ὥστε, ἐὰν αἱ δυσχέρειαι τῆς ἐφαρμογῆς δὲν ὑπῆρχον, καὶ ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα ἦτο δυνατὸν εὐχερῶς νὰ λυθῇ, ἔπρεπέ τις ἀναμφισβητήτως νὰ καταλήξῃ εἰς πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον καὶ μόνον θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ τὸ σύστημα τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπελευθερώσεως νὰ τύχῃ τῆς προσηκούσης ἐφαρμογῆς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀφορμᾶται ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς ταύτης. Δὲν ἀφορμᾶται δὲ ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς ταύτης οὔτε διὰ τὸ μέγα πλῆθος τῶν καταδίκων, οὔτε κἂν διὰ τοὺς ὑποδίκους καὶ τοὺς καταδίκους τοὺς καταδεδικασμένους εἰς βραχυχρόνιον φυλάκισιν ἐξικνουμένην μέχρι τοῦ ἑνὸς μηνός. Δὲν ἀφορμᾶται δὲ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς ταύτης, ἕνεκα τῶν ἀναπτυχθέντων κυρίως λόγων, καὶ ἕνεκα ἄλλων εἰδικῶν λόγων, ἀναγομένων εἰς τὸ κλῖμα ἡμῶν, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, καὶ εἰς τὰς προσωπικὰς ἀκόμη τῶν καθέκαστα καταδίκων ἢ ὑποδίκων συνθήκας. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ ἄρθρον 8 ἀνοίγεται στάδιον ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ λάβωσι τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε νὰ κάμψωσι πάσας ἐν γένει τὰς τραχύτητας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος. Καὶ δὲν θὰ εἶναι διόλου ἀπίθανον, ἐὰν καθιεροῦντες ἔν τινι ἐκτάσει εὐρυτέρᾳ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων, εὑρεθῶμεν τελείως σύμφωνοι, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ πλεῖστον, πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τῶν ἀντιφρονούντων, κυρίων Βουλευτῶν, τὰς ἀντιλήψεις αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὰς ἀντιρρήσεις τὰς διατυπωθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου. Διότι αἱ ἐξαιρετικαὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ εἶναι δυνατὸν ὑπὸ ὡρισμένας ἐγγυήσεις καὶ οἱ ὑπόδικοι καὶ οἱ μέχρις ἑνὸς μηνὸς φυλακίσεως κατάδικοι νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ σύστημα μικτὸν ἢ συμβιώσεως ἐν κοινῷ γενικωτέρας μορφῆς, αἱ περιπτώσεις, λέγω, αἱ ἐξαιρετικαὶ δύνανται νὰ κεῖνται οὐ μόνον εἰς τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν καὶ τὴν ἡλικίαν τοῦ ἀτόμου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐνδέχεται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπικινδύνως ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος, ἀλλὰ δύναται νὰ εὕρωσι καὶ ἄλλας περιστάσεις νὰ χωρήσωσιν ἐπὶ τῶν ὑποδίκων καὶ τῶν καταδίκων εἰς φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς μηνός. Οὕτω λόγου χάριν καθιεροῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ δυνητικόν, τὸ προαιρετικὸν τῆς ἐργασίας. Δύναται ἄριστα λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπονται πάντα ταῦτα διὰ τοῦ ἄρθρου 8, ὅτι καὶ ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν δηλοῖ ὁ ὑπόδικος ἢ ὁ κατάδικος μέχρις ἑνὸς μηνός, ὅτι θέλει νὰ ἐργασθῇ, ἀποτελεῖ καὶ αὕτη μίαν ἐξαιρετικὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ ἐργασία νὰ γίνῃ ἐκτὸς τοῦ κελλίου. Καὶ ἄλλαι ἀκόμη περιπτώσεις δύνανται νὰ ὁρισθῶσιν, αἱ ὁποῖαι, ἐπαναλαμβάνω, δύνανται νὰ κάμψωσι τὴν τραχύτητα τῆς ἀπομονώσεως μέχρι σημείου καθιστῶντος σχεδὸν προαιρετικὴν τὴν ἀπομόνωσιν. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ γενικωτέρα ἡμῶν ἀντίληψις. Ἦτο ὅμως ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὡς βάσις τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ εἶναι ἐνδεδειγμένη τούτου ἡ ἐφαρμογή, καθόσον ἀπεδείχθη ὅτι αἱ βραχυχρόνιοι φυλακίσεις εἶναι ἀπολύτως ξέναι πάσης ἐπιρροῆς, εἶναι σχεδὸν ἀσήμαντοι διὰ τὸν κατάδικον ὑπὸ σωφρονιστικὴν ἔποψιν, κἂν ἀφήσωμεν τοῦτον ὑπὸ σύστημα συμβιώσεως ἢ καὶ μικτὸν ἔστω σύστημα. Καταλήγων συμπεραίνω εἰς τοῦτο ὅτι ἀπὸ τὸ ἄρθρον 7 § 2 θὰ ἀφαιρεθῇ ἡ φράσις «ἐντὸς τοῦ κελλίου» καὶ τοιουτοτρόπως πλησιάζει νὰ κατασταθῇ σχεδὸν προαιρετικὴ ἡ κάθειρξις αὐτῶν ἐν τῷ κελλίῳ. Αὐτὰς τὰς δηλώσεις εἶχον νὰ κάμω, ἐκτὸς ἂν ἤθελε κριθῇ προτιμότερον νὰ ἀφεθῶσι πάντα ταῦτα, ὅπως κανονισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§86Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν περιεβάλλοντο τὸ κῦρος τοῦ νόμου διὰ σαφοῦς διατυπώσεως εἰς τὸ ἄρθρον 7, θὰ ἀφῄρουν βεβαίως μέρος τῶν μομφῶν, τὰς ὁποίας δύναταί τις νὰ ἀποδώσῃ ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§87Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λέξεις τινὲς αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι διὰ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ἀσάφεια.
§88Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀφοῦ ἀπησχόλησα χθὲς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ὁμιλῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ἐδικαιολογούμην σήμερον ἀποκρούων μερικὰς ἰδέας αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν ὑπὸ συναδέλφου κατὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἀπομονωτικοῦ. Τὸ μονωτικὸν σύστημα ἂν κατακρίνεται καὶ κατακρίνεται δικαίως, κατακρίνεται ἐφ’ ὅσον ἐφαρμόζεται εἰς φυλάκισιν χρόνου σχετικῶς μεγαλειτέρου, δὲν δύναται ὅμως νὰ κατακριθῇ ἀπολύτως προκειμένου περὶ φυλακίσεων ὀλιγοχρονίων. Τουναντίον ἐκ τῆς σωφρονιστικῆς ἐπιστήμης ἐπιβάλλεται, εἰς φυλακίσεις μικροτέρου χρόνου νὰ ἐφαρμόζηται τὸ μονωτικὸν σύστημα. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον κοινῶς παραδεδεγμένον, ὥστε δὲν θὰ ἤθελον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον ἀναπτύσσων τοῦτο. Σήμερον προκειμένου περὶ τῶν καταδικαζομένων εἰς ποινὴν ὑπερβαίνουσαν ὡρισμένον βραχὺν χρόνον, δύο εἶναι τὰ συστήματα τὰ συνιστώμενα ὑπὸ τῶν εἰδημόνων, τὸ Ὠβούρνειον, τὸ ὁποῖον θέτει ὡς βάσιν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ τὸ Ἰρλανδικόν, ἢ σύστημα τοῦ Κρόφτον, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύει πολὺ ὀρθῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον, ὡς τὸ τελειότερον. Τώρα, τὸ Ἰρλανδικὸν σύστημα θεωρητικῶς εἶναι τελειότερον, παρουσιάζει ὅμως δυσχερείας πρακτικὰς κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, δυσχερείας τὰς ὁποίας ὁ νομοθέτης ὀφείλει νὰ ὑπερνικήσῃ, διότι ἀναντιρρήτως εἰς τοῦτο ὀφείλομεν νὰ τείνωμεν, καὶ ὀφείλει νὰ ἀπαιτήσῃ ἡ Βουλή, ὅπως διατυπωθῇ ἄλλο νομοσχέδιον προνοοῦν διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῶν φυλακῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ἰρλανδικοῦ συστήματος. Προκειμένου ὅμως περὶ βραχυτάτων φυλακίσεων ἐπιβάλλεται τὸ μονωτικὸν σύστημα, διότι μόνον δι’ αὐτοῦ ἐξασφαλίζεται ὁ κατάδικος ἀπὸ τῆς ψυχικῆς λοιμώξεως, ἐκ τῆς μετ’ ἄλλων καταδίκων ἐπικοινωνίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιολογικὴ βάσις τῆς μονώσεως. Δὲν εἶναι μόνος σκοπὸς αὐτῆς νὰ τιμωρηθῇ ὁ κατάδικος, ἀλλὰ ὁ κύριος σκοπὸς εἶναι νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ τῆς ψυχικῆς λοιμώξεως. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς τὰς βραχυχρονίους καταδίκας νὰ προφυλάσσηται ὁ κατάδικος ἀπὸ τῶν ἐπιρροῶν τῶν ψυχικῶν τῶν ἄλλων καταδίκων. Ὁ χρόνος τὸν ὁποῖον ἔταξε, τὸν ὁποῖον προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι οὕτω βραχύς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα συνήθως παρατηροῦνται ὡς πρός τε τὴν σωματικὴν καὶ τὴν διανοητικὴν ὑγείαν τοῦ καταδίκου, μετὰ τὴν ἐπὶ μακρότερον χρόνον ἔκτισιν τῆς ποινῆς ἐν κελλίῳ ἐν ἀπομονώσει. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐβοίας συνάδελφος διὰ τῆς εὐγλώττου ἀγορεύσεώς του κατὰ τῆς μονώσεως τῶν εἰς μικρὰν φυλάκισιν καταδίκων, συντάσσομαι ὅμως πληρέστατα μετὰ τοῦ ἐξ Εὐβοίας συναδέλφου ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑποδίκους. Ἐπιθυμῶ δὲ ἐντελῶς νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου ὡς ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπομόνωσις τῶν ὑποδίκων. Ἄν λάβητε ὑπ’ ὄψιν μετὰ πόσης εὐχερείας οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι τῆς Ἑλλάδος ἀποφαίνονται ὑπὲρ τῆς προφυλακίσεως κατηγορουμένων, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ὑποδικία ἐν Ἑλλάδι διαρκεῖ ἐπὶ μῆνας πολλοὺς καὶ πλέον τοῦ ἔτους πολλάκις, ἂν λάβητε πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἀποβλέψητε δὲ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἡ ὁποία ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλει τὴν ἐν κελλίοις ἔγκλεισιν τῶν ὑποδίκων, θὰ ἴδητε ὅτι καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν τελευταίαν, ἡ εἰς κελλία ἔγκλεισις, τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα ἐπὶ τῶν ὑποδίκων παραμένει ὡς μία βαρυτάτη καταδίκη, καταδίκη τοιαύτη, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνεχθῶμεν. Ὡς πρὸς τοὺς ὑποδίκους εἶναι λίαν ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ ἐκ Κεφαληνίας ἔντιμος συνάδελφος. Καὶ ἡ ὑγεία αὐτῶν ἡ σωματική, καὶ ἡ ὑγεία αὐτῶν ἡ διανοητικὴ νὰ πάθῃ. Ἐγὼ δὲν λησμονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὅτε εἰσήλθομεν ἐδῶ κατὰ τὰς πρώτας συνεδρίας ἐξερράγη ἡ τροχιοδρομικὴ ἀπεργία. Τότε διετάχθη προκαταβολικῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν τόπον τῆς ἀπεργίας ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς μὲ ἕτοιμα ἐντάλματα συλλήψεως. Τὰ ἐντάλματα ταῦτα συνεπληρώθησαν κυβερνητικῇ διαταγῇ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ συλληφθῶσιν οἱ ἀπεργοί, νὰ ἐγκλεισθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ δυνηθῇ οὕτως ἡ ἑταιρεία νὰ λειτουργήσῃ τὰ τραῖνά της. Ἐνεκλείσθησαν εἰς τὰς φυλακὰς ἔντιμοι βιοπαλαισταὶ μηδένα ἀδικήσαντες καὶ ἔμειναν ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ὑπόδικοι καὶ ἦλθεν ἡ λαϊκὴ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία εἶπεν, ὅτι οὐδὲν στοιχεῖον ἀδικήματος ὑπῆρξε, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ οὐχὶ καταδίκην ἀλλ’ οὐδὲ τὴν προφυλάκισίν των. Ὅτε δ’ ἔχω τοιαῦτα παραδείγματα ὅτι μὲ τόσον ἐλαφρὰν συνείδησιν παρ’ ἡμῖν ἐκδίδονται ἐντάλματα συλλήψεως κατ’ ἐπιταγὴν κυβερνητικήν, μὲ τόσον ἐλαφρὰν συνείδησιν διατάσσεται ἡ προφυλάκισις ἀνθρώπων, ἰδίως δὲ τῶν λαϊκῶν στρωμάτων καὶ τῶν ἐργατικῶν τάξεων, δὲν δύναμαι νὰ στέρξω εἰς τὸ ζητούμενον σύστημα. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι καὶ ὑμεῖς λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, πῶς λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη, θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ συστήματος τῆς ἀπομονώσεως τῶν ὑποδίκων θὰ ἀποτελέσῃ μίαν βάρβαρον διάταξιν εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν. Τὸν κατάδικον, ἐὰν καταδικασθῇ μέχρις ἑνὸς μηνός, αὐτὸν θὰ τὸν ἔχητε ὑπὸ ἀπομόνωσιν· ἂν καταδικασθῇ εἰς ἑνὸς μηνὸς καὶ μιᾶς ἡμέρας φυλάκισιν, δὲν τολμᾶτε νὰ τὸν θέσητε ὑπὸ ἀπομόνωσιν κατὰ τὸ σύστημα τῆς πλήρους ἀπομονώσεως. Τὸν κατηγορούμενον ὅμως μεθ’ ὅσης εὐκολίας εἶναι γνωστὸν εἰς ἡμᾶς ὅτι πλάσσεται ἡ κατηγορία ἐπὶ κακουργήματι — διότι γνωρίζετε πῶς μεταβαπτίζονται ἁπλᾶ πλημμελήματα εἰς κακουργήματα, πῶς μία ἄδικος ἐπίθεσις λαμβάνει τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀποπείρας ἀναιρέσεως — αὐτὸν τὸν προφυλακίζετε, αὐτὸς θὰ παραμείνῃ εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας, ὅπως μοῦ συνέβη νὰ δικάσω ὡς ἔνορκος πρὸ δύο ἐτῶν τοιοῦτον ὑποθετικὸν ἐγκληματίαν ἀθωωθέντα, τὸν ἐγκλείετε ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας καὶ πλέον καὶ τὸν καταδικάζετε νὰ μείνῃ χωριστὰ ἐν κελλίῳ ἡμέρας τε καὶ νυκτός. Εἶναι τοῦτο λογικόν, εἶναι τοῦτο φιλάνθρωπον; Λέγει τώρα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης: ἐὰν θέλῃ νὰ ἐργασθῇ δύναται τοὐλάχιστον τὴν ἡμέραν νὰ μὴ εἶναι ἔγκλειστος· Ἀφίνω ὅτι δὲν εἶναι αὐτὰ κεκανονισμένα ἐν τῷ ἄρθρῳ ὅπερ συζητοῦμεν, ἀλλ’ ἐδῶ βλέπομεν τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας, ὡς ἔλεγον χθές, δὲν ἔχει μελετήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν ἄλλου εἴδους, ἄλλα ἐργαστήρια ὑποδίκων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπίπτῃ ἡ ἐργασία τῶν καταδίκων καὶ τῶν ὑποδίκων; Θὰ ὀργανώσωμεν ἄλλο σύστημα ἐργασίας ὑποδίκων, ἄλλα ἐργοστάσια ἐργασίας ὑποδίκων καὶ θὰ ἔχωμεν ἄλλα ἐργοστάσια καὶ ἄλλο σύστημα ἐργασίας καταδίκων; Ἡ διάκρισις αὕτη ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ, ἀλλὰ τοιουτοτρόπως πολλαπλασιάζονται αἱ δυσχέρειαι, οὕτως ὥστε ἐκ τῶν προτέρων νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας θὰ παρουσιάσῃ, καὶ διὰ τὰς δαπάνας τὰς μεγάλας τὰς ὁποίας θ’ ἀπῄτει, ἂν σοβαρῶς ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐκτὸς τούτου δὲν βλέπω πῶς δικαιολογεῖται αὐτὸς ὁ ψυχολογικὸς ἐξαναγκασμὸς τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία λέγει εἰς ἕνα, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσι μόνον ἐνδείξεις, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος δὲν ἐδικάσθη ἀκόμη, ἐὰν εἶναι ἔνοχος ἢ ὄχι ἀδικήματός τινος: Ἢ θὰ ἐργασθῇς ἢ θὰ μείνῃς ἔγκλειστος ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ἐν τῷ κελλίῳ σου. Νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰσάγομεν μίαν βάσανον ἠθικὴν ἢ μᾶλλον καὶ σωματικὴν ἀκόμη διὰ τοὺς ὑποδίκους. Τοὺς καταδικάζομεν εἰς ἀναγκαστικὰ ἔργα. Τί ἄλλο εἶναι τοῦτο, ὅταν τοὺς ἀναγκάζομεν διὰ νὰ ἀπολαύσωσι τὴν ἐπικοινωνίαν μετ’ ἄλλων νὰ δηλώσωσιν ὅτι θὰ ἐργασθῶσιν καὶ δὴ εἰς ἔργα χειρωνακτικά; Ὡς βλέπετε, Κύριοι, καὶ διὰ τῆς τελευταίας δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν διορθοῦνται τὰ πράγματα καὶ ἂν ἤθελε νὰ παρουσιασθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀνθρωπινὸν ἔπρεπεν ἐντελῶς νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ φράσις, ἡ ὁποία καθιστᾷ νόμιμον ὑποχρέωσιν τῶν ὑποδίκων, ὅπως διάγωσι μεμονωμένοι ἐν κελλίοις. Εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον πολλάκις τοῦ ὑποδίκου, καὶ θὰ τὸ ζητήσῃ ὁ ἴδιος, τὸ νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀπομόνωσιν· ἀφήσατε ὅμως ἐξηρτημένον ἐκ τῆς προθέσεως αὐτοῦ, ἂν θέλῃ, νὰ ζήσῃ ἐν κελλίῳ διὰ νὰ μὴ διασυρθῇ ἡ ὑπόληψίς του, ἡ τιμή του, εἰς τὰ ὄμματα διαφόρων ἄλλων ὑποδίκων· ἀφήσατέ τον, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐργασθῇ, νὰ ἐργασθῇ ἐν τῷ κελλίῳ του καὶ ἀπαλείψατε τὴν φράσιν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου. Μὴ τὸ ἐπιβάλλετε ὡς ὑποχρέωσιν· εἶναι τέλειος μεσαιωνισμός, εἶναι βάρβαρον μέτρον,—βάρβαρον καὶ καθ’ ἑαυτὸ—ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τῆς προσαρμογῆς του πρὸς ὅλας τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας διεξάγεται σήμερον ἡ διαχείρισις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι, συνθήκας αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι βεβαίως συνθῆκαι ἀντάξιαι πεπολιτισμένου Κράτους. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς ἕτερον σημεῖον. Εἰς τὸ ἕβδομον ἄρθρον λαμβάνεται ἡ πρόνοια περὶ τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων. Εἶπον καὶ χθές, κύριοι συνάδελφοι, συζητουμένου τοῦ 1 ἄρθρου, ὅτι ἐν γένει ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἀλλὰ ἰδίως τὸ ἄρθρον 7 καὶ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 8 εἶναι λίαν ἀόριστα περὶ τὴν διατύπωσιν, λίαν ἀόριστα περὶ τὴν σύλληψιν τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται ὅτι διὰ διαταγμάτων καὶ κανονισμῶν θὰ εἰσαγάγῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Χθὲς εὑρέθη μία πρόχειρος ἀντίκρουσις εἰς ὅσα εἶπον, ὅτι τάχα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον ἦσαν ζητήματα λεπτομερειῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προνοήσῃ ὁ νόμος καὶ ὤφειλε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἀνατεθῇ ἡ ῥύθμισις αὐτῶν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ γίνῃ διὰ διατάγματος. Ἔχω τὴν ἰδέαν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς, ὁ τρόπος τοῦ περιορισμοῦ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων θίγουσι δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ ἐφόσον θίγουσι δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἡ ῥύθμισις αὐτῶν ὀφείλει νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τὸ κανονικὸν εἶναι νὰ γίνῃ ἡ ῥύθμισις αὕτη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι οὐσιαστικῶς κανόνες δικαίου εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θέτομεν. Εἶναι ἀντικανονικὸν τὸ νὰ ἐπαφήσωμεν τὴν ἐνάσκησιν λειτουργιῶν νομοθετικῶν εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν εἶναι δὲ ἐπουσιώδεις αἱ λεπτομέρειαι, τὰς ὁποίας ὑπεδείξαμεν ὁ συνάδελφος ἐκ Λακωνίας κ. Κουτούπης καὶ ἐγώ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύστημα τῆς ἐργασίας, νομίζω δὲ ὅτι ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τοῦ σώματος τούτου νὰ τεθῶσιν ὡρισμένοι φραγμοὶ καὶ ὡρισμέναι ἐγγυήσεις διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων. Ἔχετε διαφορὰς ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως σωφρονιστικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων ἀναλόγως τοῦ τοιούτου ἢ τοιούτου συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀκολουθήσητε διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐργασίας καὶ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων. Ὑπάρχουσι δὲ ἀποκρυσταλλωμένα συμπεράσματα, ὑπάρχει ἀποκρυσταλλωμένη καταδίκη τῆς ἐπιστήμης ἐναντίων ὡρισμένων συστημάτων. Καὶ ἀναφέρω τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐργολαβίας ἐπιχειρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων. Εἶναι σύστημα καταδεδικασμένον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ εἶναι σύστημα τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν δὲν εἶναι ἀπίθανον, ἐὰν δὲν ληφθῇ διὰ νόμου πρόνοια, αὐτὸ νὰ κατισχύσῃ. Δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἴδητε ἐγκαθιστάμενον καὶ κανὲν μέγα μονοπώλιον ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἐργασίας τῶν φυλακισμένων, ἓν μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποκτήσῃ τοσαύτην δύναμιν εἰς τὸ Κράτος τοῦτο τὸ μικρόν, ὅσην, ἂν ὄχι καὶ μεγαλειτέραν ἔχει τὸ μονοπώλιον τῆς πωλήσεως τῶν ἐφημερίδων. Γνωρίζομεν πάντες πόσον ἡ κοινωνία μας κλονίζεται καὶ συνταράσσεται λόγῳ τῆς σμικρότητος καὶ τῆς πενίας αὐτῆς ἐξ ὡρισμένων μονοπωλιακῶν ἐπιχειρήσεων, τὰς ὁποίας ἠνέχθη τὸ Κράτος τοῦτο νὰ βλαστήσωσιν. Ἐὰν ἀφήσωμεν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ αὐτὴ τὸ σύστημα τῆς ἐργασίας, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ δεχθῇ τὸ σύστημα τῆς ἐργολαβίας, καὶ νὰ παραδώσῃ τὴν ἐργασίαν τῶν καταδίκων μονοπωλιακῶς εἰς ἕνα κύριον ἢ εἰς μίαν ὁμάδα κεφαλαιούχων. Σημειώσατε δὲ ὅτι αὐταὶ αἱ ἰδέαι ἐδῶ βλαστάνουσιν εὐκόλως, ἠκούσθησαν δὲ καὶ γνῶμαι, ὅπως καὶ αὐτὰ τὰ τελωνεῖα δοθῶσιν εἰς ὁμάδα κεφαλαιούχων διὰ νὰ εἰσπράττωσιν αὐτοὶ τὰ τελωνικὰ δικαιώματα, μὲ τὴν πρόφασιν ὅτι τὸ Κράτος θὰ κερδίσῃ περισσότερα. Ἐγὼ προβλέπω, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία πιεζομένη θὰ θελήσῃ νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐργασίαν τῶν καταδίκων εἰς ἕνα κεφαλαιοῦχον ἢ εἰς ὁμάδα κεφαλαιούχων, ἡ ὁποία θὰ ἐγκαθιδρύσῃ μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον θὰ σημαίνῃ δουλείαν τῶν καταδίκων πρῶτον καὶ δεύτερον καταστροφὴν ἀντιστοίχων ἐλευθέρων βιοτεχνιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐργάζονται ἔντιμοι ἄνθρωποι. Θὰ σχηματισθῇ μονοπώλιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι τόσον στενῶς συνυφασμένα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους μὲ τὰ συμφέροντα τῶν κεφαλαιούχων, ὥστε καὶ ἂν ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης καταγγέλλονται ὡς καὶ θὰ καταγγέλλωνται, ὅπως κατηγγέλθησαν διὰ τὴν «Ἑνιαίαν» παρανομίαν, τὸ Κράτος πάντοτε θὰ εὑρίσκηται ἐν δυσκολίᾳ τί νὰ πράξῃ, ἂν θὰ συμφέρῃ νὰ χάσῃ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ δίδουσιν οἱ κύριοι κεφαλαιοῦχοι καὶ νὰ καταργήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἄλλο σύστημα, τὸ μόνον ὅπερ συνιστᾶται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, τὸ σύστημα τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους διοργανώσεως καὶ ἐνεργείας τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων. Ἀπαιτοῦνται λοιπὸν ἐγγυήσεις ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐναντίον τοιούτων ἐνδεχομένων κινδύνων μονοπωλήσεως τῆς ἐργασίας, κινδύνων εἰς βάρος καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ τῶν καταδίκων, εἰς βάρος καὶ τῆς ἐλευθέρας ἐργασίας τῶν ἐντίμων πολιτῶν. Ἀπαιτοῦνται νὰ ληφθῶσιν ἐγγυήσεις, ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ ἐλήφθησαν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ προσδιορίζηται τὸ ἡμερομίσθιον τῶν ἐργατῶν, ἐπίσης τίνας βιοτεχνίας δύνανται νὰ ἀσκήσωσιν οἱ κατάδικοι καὶ εἰς ὄφελος τίνος θὰ παράγωσι, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ πωλῶσιν εἰς τὴν ἀγοράν, καὶ συναγωνίζωνται ἐμπορεύματα τῆς ἀγορᾶς, τὰ ὁποῖα εὐκολώτατα θὰ ἐκτοπίσωσι, διότι οἱ κατάδικοι παράγουσιν εὐθηνότερα. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μεθ’ ὅσα εἶπον πείθεσθε ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀφήνει πολλὰ κενὰ καὶ πολλὰ τὰ ἀόριστα, σήμερον δὲ καθ’ ἣν στιγμὴν ψηφίζετε τὸ νομοσχέδιον αἱ ἀοριστίαι πρέπει νὰ ἐκλείψωσι, διὰ νὰ μὴ ψηφίσητε κινδύνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι μακρὰν οὔτε ἀόρατοι, ἀλλὰ πολὺ φανεροὶ εἰς τὰ ὄμματα ὅλων ὅσοι ἔχουν μελετήσει καὶ φιλοσοφήσει ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ὅσοι ἔχουν μελετήσει καὶ παρατηρήσει τὸν τρόπον καθ’ ὃν συνιστῶνται καὶ λειτουργοῦν εἰς βάρος τοῦ Κράτους, εἰς βάρος τῆς κοινωνίας τοιαῦτα ἔργα, ὅπως τὸ ἔργον τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων. Ἐγὼ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ἐμμένω εἰς τὴν ἀντίληψίν μου τὴν χθεσινήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ψηφισθῇ. Τοῦτο δι’ ἐμὲ εἶναι τὸ ceterum censeo.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατήρτισα ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῆς προτάσεως νόμου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν βραχυπροθέσμων παραγραφῶν χρεῶν ἐκ τῶν κ. κ. Π. Λαγοπάτη, Θ. Πετμεζᾶ, Δ. Γκλαβᾶ, Κ. Ζαβιτσάνου, Γ. Παρασκευοπούλου, Δ. Δεδούση, Α. Ἀναστασιάδου, Α. Πετρομανιάτη καὶ Παν. Πετροπουλάκη. Ὁ κ. Α. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§90ΑΡΙΣΤ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰ λεχθέντα χθὲς καὶ σήμερον ἐπὶ τοῦ 7ου ἄρθρου τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ἴσως εἶναι περιττὸς πλέον πᾶς λόγος, διότι τὸ ζήτημα ἐκαθαρίσθη, ἐγὼ δὲ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν ἡ σπουδαιότης τῶν ζητημάτων τῶν σχετικῶν μὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν μὲ ἔθετεν εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ ἐκφράσω μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ μιᾶς λεπτομερείας. Τὸ ἄρθρον, Κύριοι, αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν δευτέραν βάσιν, τὸ δεύτερον σκέλος, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ὅλου νομοσχεδίου· ὅπως ἡ οἰκοδόμησις τῶν φυλακῶν εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ἵνα ὑπάρχῃ φυλακὴ καὶ ὄχι καταγώγιον, τοιουτοτρόπως ἡ ἐγκαθίδρυσις ἑνὸς συστήματος ἐν αὐταῖς εἶναι ὅρος ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο καθιεροῖ τὸ σύστημα τὸ προτιμητέον, συγχρόνως δὲ εἰσάγει καὶ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἐργασίαν, τὴν ἐργασίαν, ἥτις ἐπίσης εἶναι ὅρος ἀναπόφευκτος παντὸς συστήματος φυλακῶν. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν μικρὰν ἀνάπτυξιν τὴν ὁποίαν θὰ κάμω, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις σχετικὰς μὲ τὰ προηγούμενα ἄρθρα. Τὸ ἄρθρον 1ον λέγει τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, ὅτι εἶναι ἡ ἵδρυσις σωφρονιστηρίων καὶ ἡ ὀργάνωσις αὐτῶν, ὀρθῶς δὲ μεταχειρίζεται τὴν λέξιν ὀργάνωσις, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀναδιοργανώσεως, ἀλλὰ περὶ τελείας ὀργανώσεως, διότι φυλακαὶ παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουν. Θὰ ἐπανελάμβανον κοινοὺς τύπους, ἐὰν παρίστανον τὴν κατάστασιν τῶν φυλακῶν. Πολλοὶ συνάδελφοι ἐξετραγώδησαν ταύτην. Ἀπορίας ὅμως ἄξιον εἶναι, πῶς αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ οἱ ἐκτραγῳδήσαντες τὴν κατάστασιν ἠδυνήθησαν νὰ πείσωσιν ἑαυτοὺς ὅτι δυνάμεθα καὶ νὰ περιμένωμεν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι πρόκειται περὶ πραγμάτων ἀμελετήτων. Καὶ γνωρίζετε ἀπὸ πότε εἶναι ἀμελέτητα, εἶναι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, ἀπὸ τοῦ 1836, ὁπότε ἐξεδόθη τὸ πρῶτον διάταγμα τὸ μεῖναν ἀνεφάρμοστον. Τί γίνεται ἔκτοτε; Σχέδια καὶ ἐπιτροπαί· καὶ μᾶς προτείνουσιν ἀκόμη τὸ ἀμελέτητον. Τὰ ἑπόμενα ἄρθρα 2–6 διαγράφουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ γίνωσι τὰ οἰκοδομήματα, τοὺς πόρους καὶ τὰς κατηγορίας τῶν φυλακῶν. Ἐφ’ ὅλων αὐτῶν ἐγένετο μακρὰ ἀνάπτυξις, αἱ ἀντιρρήσεις δὲ ὅταν δὲν ἦσαν τι ἀμελέτητον, ἐστηρίζοντο εἰς κάτι ἄλλο, ὄχι ὀλιγώτερον παράδοξον. Δὲν ἐμέμφοντο ὡς κακὰ τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, παρεπονοῦντο διότι ὑπάρχουσι παραλείψεις. Κατηγορεῖται τὸ νομοσχέδιον δι’ ὅσα δὲν λέγει, δι’ ὅσα ἀφήνει ὁριστέα διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλὰ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι καὶ θετικαὶ ἐξηνέχθησαν μομφαὶ καὶ ἐναντία ἀνεπτύχθησαν συστήματα ἰδίως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 7ου ἄρθρου. Καὶ πρῶτον κατεκρίθη τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα, ἐὰν θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀπομονωτικὸν καὶ ἐξετέθησαν μὲ ζωηρότατα χρώματα ἡ φρίκη καὶ τὰ ἄτοπα, τὰ δυνάμενα νὰ ἐπέλθωσιν ἰδίως προκειμένου περὶ λαοῦ ὡς ὁ Ἑλληνικός. Δὲν συμμερίζομαι, Κύριοι, τοὺς φόβους τούτους, μετὰ τὰς δηλώσεις μάλιστα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης οὐδεὶς φόβος τοιοῦτος μοὶ φαίνεται νὰ ὑπάρχῃ, διότι καὶ ἐπὶ τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν ἰδίως κατεκρίθη τὸ τελείως ἀπομονωτικὸν σύστημα, ἐπὶ τῶν προφυλακίσεων καὶ τῶν μικρῶν φυλακίσεων ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ ἀφεθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἢ εἰς πρόσωπα ἁρμόδια, ἐὰν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἀπολύτως μονωτικὸν ἢ τὸ μικτὸν σύστημα. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀφήσῃ τὴν κρίσιν ἀπολύτως εἰς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἀπαλείψῃ δηλαδὴ τὴν διαστολήν, καθ’ ἣν οἱ προφυλακισμένοι καὶ οἱ μέχρις ἑνὸς μηνὸς κατάδικοι τότε μόνον θὰ ἀποφεύγωσι τὸ τελείως ἀπομονωτικόν, ἂν συναινῶσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἐν κοινῷ ἐργασίαν. Ἂς ἀφεθῇ καὶ τοῦτο εἰς τὴν κρίσιν ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐμπιστεύεται τόσα ἄλλα, αἱ ἐπιτροπαὶ ἃς ὁρίζωσι τὰ πάντα χωρὶς ἡ ἐργασία νὰ εἶναι νόμῳ ὑποχρεωτική. Αὐτὸ ἰδίως ἔλαβον τὸν λόγον ἵνα ἀναπτύξω.
§91Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ ὑπονοεῖται.
§92ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν πρόσθετον ταύτην δήλωσιν, δὲν θεωρῶ πλέον δικαιολογούμενον τὸν πόλεμον τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος· συνεπάγεται βεβαίως στενοχωρίαν τοῦ κρατουμένου, ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς καταδίκης. Οἱ φυλακισμένοι δὲν κρατοῦνται πρὸς εὐχαρίστησιν αὐτῶν ἐκεῖ. Φυλακὴ θὰ εἴπῃ τιμωρία, πόνος. Λοιπὸν δὲν εἶναι λόγος καταδίκης τοῦ συστήματος τοῦ ἀπομονωτικοῦ τὸ ὅτι ἔχει τι τὸ θλιβερόν, τὸ ἐπαχθὲς διὰ τὸν κρατούμενον αὐτὸς πρέπει νὰ συλλογισθῇ ὅτι τιμωρεῖται, καὶ τιμωρεῖται ὄχι μὲ τὰς βασάνους βεβαίως τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ μὲ τὸ πεπολιτισμένον σύστημα τὸ εἰσαχθὲν εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, σύστημα ἠθικῆς περισυλλογῆς πρὸς μετάνοιαν. Ἐὰν θελήσητε καταργοῦντες τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα νὰ ἐπικοινωνήσητε τοὺς κρατουμένους, ὥστε νὰ μὴ στενοχωρῶνται, τότε θὰ κάμητε ἐντευκτήρια, τόπους εὐαρέστου διαμονῆς τὰς φυλακάς. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι τὸ κοινωνικὸν συμφέρον. Ἐὰν δὲ οὔτε τὸ τελευταῖον τοῦτο θέλετε, οὔτε τὸ σύστημα τὸ μονωτικόν, τότε δὲν ἀπομένει τίποτε ἄλλο ἢ τὸ σημερινὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον βασανίζει, φονεύει, ἀτιμάζει. Ἀλλ’ ὁ κόσμος ἐξανέστη κατ’ αὐτοῦ καὶ ἀναμένει ταχεῖαν διόρθωσιν, δὲν μᾶς μένει δὲ τίποτε ἄλλο ἢ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου τὸ γενικῶς ἀνεγνωρισμένον καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ κηρύσσομαι. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς μίαν ἀντίρρησιν περὶ τῆς ἐργασίας. Οὐδεὶς τῶν κ. συναδέλφων ἐπέκρινε τὴν ἐργασίαν, διότι, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, εἶναι ἀκατάληπτον σύστημα φυλακίσεως ἄνευ ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐξετάσαντες τὸ πρᾶγμα ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, εὗρον κινδύνους οἰκονομικοὺς καὶ εἶπον εἰς τὸν Ὑπουργὸν προσέξατε. Καθιεροῦντες ἓν εἶδος ἐργασίας ἀναγκαστικῆς καὶ εὐθηνοτέρας, θὰ δημιουργήσητε τεχνουργικὰ προϊόντα δυνάμενα νὰ συναγωνισθῶσι δι’ ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς των τὴν ἐλευθέραν ἐργασίαν, καὶ θὰ παραβλάψητε τὰς ὑφισταμένας τεχνουργίας. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; τὸ ἀποτέλεσμα, εἶπον, θὰ εἶναι ὅτι θὰ ἐξαναγκάσῃ καὶ τοὺς χειροτέχνας τοὺς ἄλλους νὰ καταβιβάσωσι τὰς τιμάς των, θὰ φέρῃ μίαν κρίσιν τῶν χειροτεχνιῶν. Καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως τὸ πρᾶγμα φαίνεται εὐλογοφανές, ἀνεπτύχθη δὲ μετὰ πολλῆς δυνάμεως καὶ τόσον λεπτομερῶς, ὥστε ἐπέχυσε πολὺ φῶς ἡ ἀνάπτυξις αὕτη. Ἀλλὰ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ διεξαγαγόντες τὸν ἀγῶνα τοῦτον νὰ τοῖς εἴπω ὅτι περιπίπτουσιν εἰς ὑπερβολὰς καὶ φαντάζονται τὸ κακὸν πολὺ μεγαλείτερον ἀφ’ ὅ,τι εἶναι, καθόσον δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἐνδέχεται διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ χειροτεχνίαι τινὲς νὰ πάθωσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς συναδέλφους καὶ ποῖον πρᾶγμα εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, καὶ ποία ἐνέργεια νομοθετικὴ ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας καθ’ ἡμέραν κάμνομεν, ποία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δὲν ἐπηρεάζει συμφέροντα ὑφιστάμενα ἤδη; Ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι ἀέναος ἀνταγωνισμός, ὁ μαθητευόμενος ἑνὸς καταστήματος ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ κατάστημα εἰς τὸ ὁποῖον εἰργάζετο καὶ ἀνοίγει παραπλεύρως ἕτερον κατάστημα συναγωνιζόμενον τὸ πρῶτον.
§93Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ἰδιώτης ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ, ἡ Πολιτεία ὅμως ὄχι.
§94ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καὶ ἡ Πολιτεία δύναται νὰ τὸ κάμῃ, ὅταν θέτῃ γενικὸν κανόνα χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ὅτε τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα πρέπει νὰ σιωπήσωσιν. Ἄλλως τε ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τῶν ὑφισταμένων χειροτεχνιῶν εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ κρατουμένου νὰ ἐργάζηται, εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς κοινωνίας νὰ ἔχῃ μέλη ἐργαζόμενα, νὰ μὴ μένουν ὡς τώρα 10 χιλιάδες φυλακισμένοι ἄεργοι, καὶ οἱ ὁποῖοι τότε ἅμα ἐξέρχονται ἀπὸ τὰς φυλακὰς θὰ ἐξέρχωνται μὲ κάποιον χρηματικὸν κεφάλαιον τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ εἰς αὐτοὺς ὡς πρῶτον ἐφόδιον τῆς μετὰ ταῦτα ζωῆς των. Νομίζω, Κύριοι, οἱ λόγοι οἱ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκτεθέντες δέον νὰ τεθῶσιν ἐκποδών. Τελευτῶν ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν θεωρῶ δικαίαν, οὔτε τὴν μομφὴν τὴν ἐπὶ πολυπραγμοσύνῃ, τὴν γενομένην κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἠθέλησεν εἰς ὅλα τὰ πράγματα νὰ ἐπεμβῇ, ὅτι δὲν ἄφησε πεδίον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ εἰσπηδήσῃ. Ἄν, Κύριοι, τὰ καθ’ ἡμᾶς δὲν εἶχον ὡς ἔχουν κακῶς, ἂν δὲν εἶχον παραλειφθῇ νὰ γίνουν ὅλα τὰ δέοντα ἀναβαλλόμενα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τῳόντι ἀκόρεστος. Ἀλλ’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοθετικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον ἡμῶν πληροῦν ὑφισταμένας κοινωνικὰς ἀνάγκας. Ποῖον ἐξ αὐτῶν δύνασθε νὰ θεωρήσητε ὡς περιττόν; τὸ προκείμενον μάλιστα νομοσχέδιον παρὰ πᾶν ἄλλο ἐπεβάλλετο καὶ ἔπρεπε μάλιστα νὰ ὑποβληθῇ ἐκ τῶν πρώτων, διότι, Κύριοι, ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν ηὔξησε τὴν ἐγκληματικότητα κατὰ πρῶτον λόγον, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον ηὔξησεν αὐτὴν ἡ παράνομος ὁπλοφορία, καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου τούτου θέματος νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν του. Ἂν οἱ Ἕλληνες πλέωσιν ἐγκληματικῶς εἰς τὸ αἷμα αὐτῶν καὶ πρότερον καὶ σήμερον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν παράνομον ὁπλοφορίαν. Τὰ ἀδικήματα τὰ ἐκ προμελέτης γινόμενα εἶναι συγκριτικῶς ἐλάχιστα, ἐκεῖνα δὲ τὰ ὁποῖα γίνονται εἰς βρασμὸν ψυχικῆς ὁρμῆς θὰ προελαμβάνοντο βεβαίως, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ παράνομος ὁπλοφορία κατὰ τῆς ὁποίας δὲν βλέπω εἰσέτι εἰσαγομένην αὐστηροτέραν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ καλὰς συνεπείας, πάντοτε ὅμως ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Τελευτῶν, Κύριοι, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐνθυμηθῶ ὅ,τι εἶπον πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, δυσπιστοῦντες διὰ τὸ μέλλον. Εἶπον πρὸς τί ἡ διάταξις αὕτη, πρὸς τί ἡ διάταξις ἐκείνη μὲ τόσην ἐλευθερίαν, ὁπόταν ἐνδέχεται νὰ μὴ ἔχωμεν τὸν σημερινὸν Ὑπουργόν, τὸν τηρητὴν τὸν αὐστηρὸν τῶν νόμων, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ ἔχωμεν ἄλλον; Αἴ, Κύριοι, ἂν φοβῆσθε ὅτι θὰ ἔχητε τοιαύτην κατάστασιν, (καὶ ὁ Θεὸς νὰ μὴ δώσῃ νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη κατάστασις) κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐπιτηροῦν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων οἱ Ὑπουργοὶ ἀλλὰ θὰ καταγίνωνται εἰς ἄλλα τινὰ περὶ τῶν ὁποίων δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω, τότε ἂς ἀπελπισθῶμεν παντελῶς περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς. Ἐγὼ ὅμως ἐλπίζω ὅτι τεθείσης ἀρχῆς καλῆς διὰ τοῦ δρόμου τὸν ὁποῖον ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐτήρησε, διὰ τοῦ δρόμου ὁ ὁποῖος ἐνέπνευσε πεποίθησιν εἰς τὴν κοινωνίαν περὶ τῆς χρηστότητος τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς χρηστῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ὅτι οἱ αὐτοὶ καὶ εἰς τὸ μέλλον ὅροι θὰ ἐξακολουθήσουν καὶ θὰ εἶναι δυσκολώτατον εἰς πάντα ἄλλον κακὸν νὰ χαράξῃ ἐναντίαν πλέον ὁδόν. Ὅθεν μὴ διστάσητε νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης.
§96Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ συζητουμένου ἄρθρου θὰ ἐπεθύμουν τὸ ποσοστὸν τοῦ περιερχομένου εἰς τοὺς καταδίκους ἐκ τῆς ἐργασίας των ποσοῦ νὰ αὐξηθῇ, ἂν μάλιστα πρόκειται περὶ τοῦ καθαροῦ ποσοῦ τοῦ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν.
§97Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§98Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ θὰ εἶναι τερατῶδες.
§99Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γίνῃ μεταρρύθμισις, καθ’ ἣν προκειμένου περὶ βαρειῶν ποινῶν θὰ λαμβάνῃ τὰ ⅔ τὸ Κράτος, προκειμένου δὲ περὶ ἐλαφρῶν τὸ ½.
§100ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸ καθαρὸν προϊόν δὲν δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ.
§101Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ μέσος ὅρος τοῦ προϊόντος τῆς ἐργασίας τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς εἶναι τὸ ½ τοῦ προϊόντος τῆς ἐλευθέρας ἐργασίας, κατέρχεται δὲ πολλάκις εἰς τὸ ⅓ καὶ ¼ αὐτῆς. Ἂν δὲ ἀναλογισθῶμεν ὅτι τὰ ἡμερομίσθια ἐνταῦθα εἶναι 2 ἢ καὶ 3 δραχμῶν, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ φυλακισμένοι δὲν θὰ παράγωσι πλέον τῶν 50 λεπτῶν ἡμερησίως. Τὰ ⅔ αὐτῶν θὰ λαμβάνῃ τὸ Κράτος καὶ τὸ ⅓ ὁ φυλακισμένος; Τὸ προϊόν τοῦτο οὐδόλως θὰ συντείνῃ νὰ ὠθῇ τὸν φυλακισμένον, ὅπως ἐργάζηται καὶ παράγῃ. Δὲν θὰ ὑπάρχωσι δὲ καὶ μέσα τῆς Πολιτείας ἐκβιαστικὰ κατὰ τῶν μὴ ἐργαζομένων.
§102Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶναι ὁλόκληρον πειθαρχικὸν σύστημα τῶν φυλακῶν.
§103Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ καὶ τὸ κέρδος θὰ προωθῇ τὴν ἐργασίαν.
§104Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δὲν τὸ ἀποκρούω.
§105Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦτο θὰ ἐνόμιζον ὅτι ποσοστὸν μεγαλείτερον ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ, πρέπει δὲ νὰ μὴ καθορισθῇ ἐνταῦθα καὶ τὸ ζήτημα τῆς καθαρᾶς ἐργασίας, μήπως ἡ λεπτομέρεια αὕτη φέρῃ ζημίαν ἀντὶ ὠφελείας.
§106Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἑβδόμου ἄρθρου, διότι ἐθεώρησα αὐτὸ ὡς τὸ σπουδαιότερον τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον λύει διὰ παντὸς ζήτημα, ὅπερ, καὶ ἂν ἀκόμη ἔχει μελετηθῆ ἐν Ἑλλάδι, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶχε μελετηθῆ προσηκόντως, ἢ μᾶλλον ὅτι ἔχει μελετηθῆ πειραματικῶς, λύει δηλονότι τὸ ζήτημα τοῦ ἐπιλεκτέου συστήματος τῶν φυλακῶν. Καὶ ἐγώ, ἀπὸ θεωρίας ὁρμώμενος, εἶμαι τῆς ἀρχῆς ὅτι τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα εἶναι καθ’ ἑαυτὸ τὸ τελειότερον, προκειμένου ἰδίως νὰ ἀποφευχθῇ δι’ αὐτοῦ ἡ λοίμωξις τῆς ψυχῆς τοῦ κατὰ πρώτην φορὰν καταδικαζομένου, ἡ ἀπειλουμένη ἐκ τῆς ἐπικοινωνίας αὐτοῦ μετ’ ἐπικινδύνων κακούργων. Εἶναι δ’ ὄντως τὸ σύστημα τοῦτο τὸ τελειότερον σύστημα οὐ μόνον ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐπιδιώξεως τοῦ σκοποῦ τῆς ποινῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρητικὴ γνώμη μου, ἣν ἀπεκόμισα καὶ ἐγὼ ἐκ μελετῶν, ἀλλὰ συγχρόνως ἀπεκόμισα καί τι, ὅπερ μὲ καθιστᾷ ἐνδοιαστικὸν ἀπέναντι τῆς ἀποτόμου λύσεως ἑνὸς ζητήματος, τῆς γινομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου...
§107Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπότομος.
§108Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὡς διατυποῦται, εἶναι. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν ἄλλην διατύπωσιν παρέχουσαν πλήρη ἐλευθερίαν εἰς σᾶς. Ἔλεγον ὅτι ἐκ τῆς θεωρητικῆς μελέτης μου ἀπεκόμισα τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ ἐπιλογὴ ἑνὸς συστήματος φυλακῶν δὲν εἶναι μόνον ζήτημα γνώσεως τῶν ἀλλαχοῦ ἐφαρμοζομένων, ἀλλὰ καὶ ἀποτέλεσμα ψυχολογικῆς μελέτης τοῦ τόπου, ἔνθα θὰ λειτουργήσωσιν αἱ φυλακαί, τῆς ψυχῆς τοῦ λαοῦ, καθ’ οὗ θὰ ἐφαρμόζωνται αἱ ποιναί, τῶν ἐγκληματολογικῶν ὅρων τοῦ τόπου κ.λ.π. Ἀκριβῶς σεβαστός μοι καθηγητής, ὁ Krohne, ὅστις ἔχει γράψει περὶ τῶν συστημάτων τῶν φυλακῶν, τονίζει τοῦτο καὶ ἐφιστᾷ, καίπερ ἐνθουσιώδης ὀπαδὸς τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος, τὴν προσοχὴν τοῦ μελετητοῦ εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐπιλογῆς τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος εἶναι δυνατὸν πολλάκις εἰς ὡρισμένους λαούς, ὡς ἐκ τῶν κλιματολογικῶν τῶν συνθηκῶν, νὰ μὴ εἶναι κατάλληλον.
§109Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ λέγει καὶ ὁ Ferri.
§110Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Περιορίζομαι εἰς τὰς ἐλαχίστας ἐγκυκλοπαιδικάς μου γνώσεις. Δεδομένου λοιπὸν ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀποτέμνει τὸ ζήτημα ὅτι ἐπὶ φυλακίσεων βραχυποίνων πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ πάντως τὸ μονωτικὸν σύστημα, ἐνδοιάζω νὰ παραδεχθῶ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἐπεθύμουν ἄλλην, ἡ ὁποία νὰ ἄφηνεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐκδώσῃ Β. Διάταγμα, ἀφοῦ διὰ Διατάγματος πρόκειται δυστυχῶς, νὰ καθορισθῶσι τὰ τῶν φυλακῶν παρ’ ἡμῖν, εὐχέρειαν ἡ ὁποία νὰ ἄφηνεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τοὺς διαδόχους του τὸ δικαίωμα νὰ προσαρμόσωσι πρὸς τὰ ἀρχιτεκτονικὰ σχέδια τῶν φυλακῶν τελειότερον σωφρονιστικὸν σύστημα. Διότι κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον γνώμην, ἀρκεῖ νὰ κατασκευάσῃ τις φυλακὰς κατὰ κελλία, ὥστε νὰ ἐφαρμόσῃ οἱονδήποτε σύστημα.
§111Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλα τὰ κελλία τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος καὶ ἄλλα τοῦ μικτοῦ.
§112Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι κατὰ τὸ σημερινὸν πρότυπον κελλίον.
§113Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰξεύρετε ποία διαφορὰ τιμῆς ὑπάρχει τοῦ ἀπομονωτικοῦ καὶ τοῦ κοινοῦ κελλίου;
§114Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δύναται καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι τὸ κελλίον ἀνάλογον πρὸς τὸν Ἕλληνα κατάδικον. Διότι ὁ Ἕλλην πρέπει νὰ ζήσῃ συμφώνως πρὸς τοὺς ἰδικούς του κλιματολογικοὺς ὅρους. Δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ὁ Ἕλλην ὡς ὁ Γερμανός.
§115Γ. ΠΩΠ. Ὁ Ἕλλην ζῇ καὶ μὲ τὴν ἀνόρθωσιν.
§116Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀπ’ αὐτῆς λοιπὸν τῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι λύεται τὸ ζήτημα χωρὶς νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καιρὸν νὰ συμπληρώσῃ τὰς σκέψεις του καὶ νὰ τῷ ἀφήσωμεν ἐλευθερίαν νὰ κινηθῇ ἐλευθερώτερον, ἀφ’ οὗ τῷ δίδομεν en blanc τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ κάμῃ φυλακὰς, ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι ἔπρεπε διὰ τῆς ἐξευρέσεως καταλληλοτέρας φρασεολογίας, ἔστω καὶ τῆς φράσεως προτύπου συστήματος, ἡ ὁποία ὑπάρχει διὰ τὰς φυλακὰς Κοργιαλενίου, νὰ ἀφεθῇ εἰς τὰ μέλλοντα νὰ ἐκδοθῶσι νομοθετικὰ διατάγματα ἡ ἐλευθερία νὰ κανονίσωσι οἱονδήποτε καταλληλότερον σύστημα ἤθελεν ἐξευρεθῆ. Διότι ἐγὼ εἶμαι πολὺ διστακτικός, ἂν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν βραχειῶν ποινῶν τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα καὶ ἰδίως, ὅταν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπομονωτικὸν σύστημα, ἐνῷ δὲν ἔχομεν τὸ τέλειον προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ σύστημα τὸ μονωτικόν. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι τὸ τέλειον σύστημα θέλει καὶ τελειότητα ἐφαρμογῆς πολὺ μεγαλητέραν. Διότι δὲν εἶναι τελεία ἀπομόνωσις αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται διὰ τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος. Εἶναι ἀπομόνωσις ἀπὸ παντὸς ἐπιβλαβοῦς καὶ προσεγγίσεως τοῦ καταδίκου εἰς πᾶσαν ἀγαθὴν ἐπίδρασιν δηλ. τὴν τοῦ διδασκάλου, τοῦ ἱερέως κ. λ. π. Δι’ αὐτὸ λοιπόν, χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἶμαι ἀντίθετος τοῦ νομοσχεδίου γενικῶς, θὰ ἐπεθύμουν μίαν τοιαύτην εὐρυτέραν διατύπωσιν, διότι ἀκριβῶς καὶ ἐγὼ θέλω νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὰ μέσα νὰ καταστήσῃ τὰς φυλακὰς ὅσῳ τὸ δυνατὸν καλλιτέρας. Ἀλλὰ θὰ ἤμην ἀκόμη πολὺ ἐπιφυλακτικώτερος νὰ δεχθῶ τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα, προκειμένου περὶ ὑποδίκων. Διότι δυστυχῶς ἐπὶ μακρὸν χρόνον δὲν θὰ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι πᾶς κρατούμενος εἰς τὰς ἑλληνικὰς φυλακὰς πρέπει καὶ νὰ κρατῆται, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν ποινικὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία τὸ μέτρον τῆς δικαστικῆς προφυλακίσεως τὸ ἀντιλαμβάνεται ὡς διοικητικὸν μέτρον. Καὶ τὸ ἤκουσα αὐτὸ δυστυχῶς, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ πολλοὺς καὶ νεαροὺς ἀκόμη πρωτοδίκας: «ἀπεφάσισα τὴν προφυλάκισιν τοῦ κατηγορουμένου ὡς μέτρον διοικητικόν». Ὅταν δικασταὶ ἀντιλαμβάνωνται τὴν δικαστικὴν προφυλάκισιν, τὴν στέρησιν τοῦ πολίτου ἀπὸ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὡς μέτρον διοικητικόν, ὡς ποινὴν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ συνταγματάρχης εἰς τὸν στρατιώτην, τὸν ὁποῖον ἔχει ὑπὸ τὸν ἐξουσίαν αὐτοῦ, τότε ἐγὼ δὲν δύναμαι εἰς τοιούτους ὑποδίκους νὰ δεχθῶ ἀπομονωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμοζόμενον, καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τοὺς καταδίκους, εἶναι ποινή. Οὔτε δὲ ἡ παλαιοτέρα ἀντίληψις τοῦ Βαυαροῦ νομοθέτου, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ νεωτέρα εἶναι, ὅτι ὁ ὑπόδικος εἶναι κατάδικος, οὔτε καμμίαν νομοθεσίαν ἔχω συναντήσει, ἡ ὁποία ν’ ἀναγνωρίζῃ τὸν ὑπόδικον ὡς ὑπολειπόμενον εἰς τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Πολιτείας ἐξ ἴσου πρὸς τὸν κατάδικον. Καὶ αὐτὴ ἡ Γερμανικὴ Ποινικὴ Δικονομία, ἡ ἀναθεωρουμένη, τὸν ὑπόδικον δὲν τὸν ἀναγκάζει νὰ ἐργάζηται.
§117Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ αὐτοῦ.
§118ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ καὶ δὲν τὸν ἀναγκάζει νὰ συναγελάζηται μετὰ καταδίκων οὔτε ἀκόμη τοῦ παρέχει ὡς μέσον ἀναψυχῆς τὸν τοιοῦτον συναγελασμόν. Διότι αἱ φυλακαί μας δὲν εἶναι δυστυχῶς, οὔτε θὰ εἶναι αἱ προσήκουσαι, καὶ τοῦτο, διότι δὲν εἴμεθα μέγα Κράτος, διότι κάμνομεν φυλακὰς ὑποδίκων καὶ καταδίκων μαζῆ ἐν ἑνὶ κτιρίῳ. Θὰ εἶναι φυλακισμένοι εἰς τὰς αὐτὰς φυλακὰς καὶ οἱ κατάδικοι καὶ οἱ ὑπόδικοι, ὁ δὲ ὑπόδικος, ὅστις θὰ ἤθελε νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ κελλίου του, θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν κλωβὸν τῶν λεόντων, δηλαδὴ εἰς ἐπικοινωνίαν πρὸς τοὺς καταδίκους, μεθ’ ὧν κατ’ ἀνάγκην θὰ συναγελασθῇ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν ὑποδίκων τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα, οὔτε ὅμοιον σύστημα ἐργασίας, ἀλλ’ ὅτι τηροῦντες τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς ὑπαρχούσης Δικονομίας μας πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ Διατάγματος νὰ εὕρωμεν ἀπασχόλησιν διὰ τὸν ὑπόδικον ἀνάλογον πρὸς τὴν ἰδιότητα αὐτοῦ, ὡς μὴ ἐνόχου, καὶ νὰ μὴ λάβωμεν τὸ αὐτὸ μέτρον, ἀκόμη καὶ ὅσον ἀφορᾷ, εἰ δυνατόν, τὴν ἐνδιαίτησιν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀναστροφῆς αὐτοῦ ἐν τῇ φυλακῇ, πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν περὶ τῶν καταδίκων. Αὐτὰ μόνον γενικῶς εἶχον σκοπὸν νὰ παρατηρήσω. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τοῦ συστήματος τῆς ἐργασίας ἀφίεμαι εἰς τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἂν καὶ κατ’ ἐμὲ θὰ περιέχωσι πολλὰ νομοθετικὰ στοιχεῖα, ἡ Κυβέρνησις ἀτόπως καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς ζητεῖ νὰ τὰ καθορίσῃ μόνη αὐτὴ ἐν τῷ συνόλῳ. Τὸ περιεχόμενον τῶν τοιούτων διαταγμάτων δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, καὶ ἑπομένως ἐπ’ αὐτῶν δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἐκ τῶν προτέρων οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ γνώμην.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης.
§120Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· δὲν εἶχον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ὁμολογῶ, ὅτι μετὰ χαρᾶς εἶδον τὴν ἐμφάνισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ ἔτη πολλὰ τακτικῶς καὶ κατ’ ἔτος ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅπως ὑποδείξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἀνεγερθῶσι φυλακαί, τὴν ἀνάγκην ὅπως ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς ἀσχημίας, εἰς τὴν ὁποίαν πάντες ὁμολογουμένως σήμερον εὑρισκόμεθα. Μετὰ χαρᾶς εἶδον, λέγω, τὴν ἐμφάνισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι, κατὰ τὸ ῥητὸν τοῦ λαοῦ, ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντός. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τέλειον δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἔχω τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους ἔχουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι δύνανται ἕνεκα τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ προέλθωσι ὅλα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα διεξετραγῴδησαν. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτὴ θὰ γίνῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Θέλει κατὰ πρῶτον ἱδρυθῆ μία φυλακὴ ἐκ τῶν 31, νομίζω, τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Πρὶν δὲ προβῶμεν εἰς ἵδρυσιν ἄλλης θὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς λειτουργίας τῆς πρώτης καὶ βεβαίως ἡ κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους Βουλή, ἂν τὰ ἀποτελέσματα τῆς λειτουργίας τῆς πρώτης δὲν εἶναι εὐάρεστα, θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸν νόμον τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τῆς πείρας τροποποιήσεις. Ὥστε οὐδεμίαν ἔχω ἀνησυχίαν περὶ τοῦ καλοῦ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προσγίνῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ προκειμένου ἰδιαιτέρως διὰ τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἐνόμισαν τὸ ἕτερον σκέλος τοῦ ὅλου νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὰς ἐμὰς συστάσεις πρὸς τὰς συστάσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι δυστυχῶς σήμερον, ὡς εἶπον ἀξιότιμοι συνάδελφοι ὀλίγον πρὸ ἐμοῦ ὁμιλήσαντες, ὑπάρχουσιν ἀνακριταὶ οἱ ὁποῖοι περὶ ὀλίγου ποιοῦνται τὴν σημασίαν τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν καὶ ἀφήνουσι τὸν ὑπόδικον ὄχι μόνον μῆνα, ἀλλ’ ὡς ἐπληροφορήθην καὶ ἔτος ὁλόκληρον. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, γνωρίζων, ὅτι εὑρισκόμενος αὐτὸς ἐν τῇ ἀρχῇ δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ τοιοῦτόν τι, νομίζει, ὅτι τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ μετ’ αὐτόν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅσας καὶ ἂν ἔχωμεν ἐλπίδας εἰς τὴν Ἀνόρθωσιν, ὅτι τόσον ταχέως τὸ ἔθνος θὰ χάσῃ τὰς παλαιὰς αὐτοῦ συνηθείας καὶ πρέπει νὰ φροντίζωμεν, ὅπως νομοθετοῦντες προφυλάττωμεν τὸν συμπολίτην ἡμῶν ἀπὸ τὰς συνεπείας τοιούτου μέλλοντος. Δι’ αὐτὸ θέλω καὶ ἐγὼ παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως μὴ ψηφίσωμεν ἐν τῷ νόμῳ τὴν ἀπομόνωσιν καὶ διὰ τὸν ὑπόδικον, ἥτις παρατεινομένη ἐπὶ μῆνας δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ποινὴ αὐστηροτάτη καὶ μὴ δεδικαιολογημένη. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 8, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, προβλέπει ἐξαιρέσεις. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἂν κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι, δὲν εἶναι δίκαιον ν’ ἀφήσωμεν ἓν ζήτημα τόσον σπουδαῖον εἰς τὰς ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ ὁριστικῶς καὶ ἀνεκκλήτως. Καὶ τέλος περαίνων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 θέλω κάμει τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Ὁρίζει τὸ ἄρθρον ποῖοι δὲν εἶναι ὑπόχρεοι εἰς ἐργασίαν καὶ προσθέτει, ὅτι ἅπαντες οἱ ἄλλοι κατάδικοι εἶναι ὑπόχρεοι, ἀλλ’ εἰς τοὺς μὴ ὑποχρέους εἰς ἐργασίαν δὲν ἀναφέρει τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη.
§121Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀναμφισβητήτως αὐτοὶ δὲν ὑπάγονται.
§122Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν βλάπτει νὰ σημειωθῇ.
§123Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν δικαιοσύνην.
§124Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ βεβαίωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μοὶ ἀρκεῖ.
§125Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἢ ὀλίγας λέξεις, διότι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον πρὸς τὴν συνείδησίν μου νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ψηφίσω. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐναντίον τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος, ἂν δὲ ψηφισθῇ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς βαρείας ποινάς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι μετ’ ὀλίγον χρόνον θὰ τροποποιηθῇ τὸ σύστημα τοῦτο, διότι δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὸ κλῖμα μας καὶ εἰς τὸν χαρακτῆρα μας. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑποδίκους, δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πετμεζᾶς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω, ὅτι μετὰ λύπης βλέπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοὺς ὑποδίκους εἶναι πολὺ αὐστηρός. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καταδίκους μικρᾶς ποινῆς, ὑπάρχει, ἔστω, καὶ ὁ λόγος τῆς ἐπιβολῆς μιᾶς προσθέτου ποινῆς, ὁ λόγος, ὅπως μὴ ἐξαχρειώνωνται ἐν ταῖς φυλακαῖς, παραμένοντες ἐπὶ μῆνα μαζὺ μὲ τοὺς ἄλλους φυλακισμένους· ἀλλὰ διὰ τοὺς ὑποδίκους δὲν ὑπάρχει λόγος οὐδεὶς πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Οἱ ὑπόδικοι δὲν εἶναι τιμωρητέοι. Τελευταῖον παρατηρῶ ὡς πρὸς τὴν πρόσοδον τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων, νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ τόσον πολύ, διότι αὐτοὶ οἱ κατάδικοι πολλάκις ἔχασαν καὶ τὴν περιουσίαν των ὁλόκληρον μέχρις οὗ φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς καταδίκης, πωλήσαντες ἢ ὑποθηκεύσαντες αὐτήν, ἐγκλειόμενοι δὲ εἰς τὰς φυλακάς, πολλάκις ἀφήνουσιν ἀπροστατεύτους συζύγους μητέρας, τέκνα, ἀδελφάς. Αἱ δὲ οἰκογένειαι αὗται ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας, καὶ ἀφοῦ δίδομεν ἐργασίαν τοῖς φυλακισμένοις τὸ προϊόν αὐτῆς ἔστω ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν των ὁλόκληρον.
§126Γ. ΠΩΠ. Ὀλίγας λέξεις μόνον ἔχω νὰ παρατηρήσω ἐξ ἀφορμῆς παρατηρήσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἰδίως ἐκ τῆς παρατηρήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνώριζεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ποινῆς, τῆς ὁποίας ἐξῆρε τὴν τραχύτητα. Ἐδέχθη ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀπομονώσεως εἶναι σύστημα τραχύτητος. Καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, προκειμένου περὶ ὑποδίκων, οἵτινες κατὰ πλάσμα ἔχουσιν ὑπὲρ αὐτῶν τὸ τεκμήριον τῆς ἀθωότητος νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς αὐτούς.
§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ καταδιωκόμενοι διὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. (Ἱλαρότης).
§128Γ. ΠΩΠ. Πιθανὸν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταδικασθῇ εἰς τὸ μέλλον ὄχι κἂν διὰ πολιτικὸν ἔγκλημα καὶ φυλακισθῇ, διότι καὶ ὀξύθυμος δύναται νὰ γίνῃ ἐκ τῶν πολλῶν κόπων καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον ἐν τῇ ἀπομονώσει, ἀνίκανος πρὸς χειρωνακτικὴν ἐργασίαν, νὰ καταγίνῃ εἰς τὴν σύνταξιν νομοσχεδίων, καὶ ὅταν τὸν ἐπαναφέρωμεν Ὑπουργόν, νὰ φέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ ὄγκον νέον νομοσχεδίων χειροτέρων καὶ αὐτῶν ποῦ μᾶς ἐκόμισεν ἤδη. (Ἱλαρότης). Ἀλλὰ νομίζω πρὸς τούτοις, ὅτι καὶ τὸ σύστημα, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς ἀπόψεως, εἶναι κίνδυνος νὰ προσκόψῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῆς 4ης παραγράφου ἡ τετάρτη γραμμή.
§129Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐργάζωνται μόνον ἐν τοῖς κελλίοις.
§130Γ. ΠΩΠ. Συνεπῶς καταλύεται μέρος τοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ φαίνεται ὅτι ζητεῖ νὰ ὑποχωρήσῃ, ἐν τούτοις τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀποδειλιᾷ, φοβούμενος μήπως ὑποστῇ μείωσίν τινα τῆς ἐπιστημονικῆς αὑτοῦ ἀξίας καὶ φέρεται δι’ ἑλιγμῶν ἐκεῖ ὅπου ἐνδιαθέτως ἡ ψυχή του θέλει νὰ τὸν ὁδηγήσῃ, διότι γνωρίζει καὶ τὸν χαρακτῆρα τὸν Ἑλληνικόν, γνωρίζει καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀπομονώσεως, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδωμεν εἰς Δικαστήρια γονυκλινεῖς τοὺς κατηγορουμένους ἱκετεύοντας, ἵνα τὸ Δικαστήριον τοὺς καταδικάσῃ πέρα τοῦ μηνὸς ἢ νὰ προβαίνωσι καὶ εἰς ἐκτέλεσιν νέας ποινικῆς παραβάσεως εἰς ἐπιζήτησιν ὑπὲρ ἑαυτῶν πλέον ἐπιβαρυντικῶν, ἵνα τύχωσι φυλακίσεως ἑνὸς ἔτους, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἐλαφροτέρα τῆς ἀπομονώσεως τοῦ μηνός. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θέλω νὰ φθάσω εἰς ὑπόδειξιν μιᾶς διευκολύνσεως. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει παράγραφος, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογῇ δάνεια, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ἄλλαι διατάξεις, τῶν ὁποίων ὁ ὁριστικὸς κανονισμὸς ἀφίεται εἰς Βασιλικὰ Διατάγματα, ἤθελον παρακαλέσει, ἵνα δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος κανονισθῇ τὸ σύστημα τῆς φυλακίσεως ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει, καὶ μὴ ὁρισθῇ τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ.
§131Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ θὰ τὸ ἐξετάσω.
§132Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἐθεωρεῖτο ἐξηντλημένον τὸ θέμα, ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένον, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦσιν ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀπομονώσεως τῶν ὑποδίκων, διότι ἡ ἐξακολούθησις αὕτη τῶν ἀντιρρήσεων πείθει ἐπὶ πλέον πάντα, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 δὲν θὰ τεθῇ καλῶς, ἂν τεθῇ παρὰ τὴν σχεδὸν καθολικῶς ἐκδηλουμένην ἀντίθετον πρὸς αὐτὴν γνώμην. Θὰ παρεκάλουν πρὶν τούτου, ὅπερ τὸ σπουδαιότερον, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἀφοῦ τὸ σύστημα τῆς ἀπομονώσεως θεωρεῖται ἐπιβλαβέστατον εἰς τὸ νευρικὸν σύστημα τῶν ἀπομονουμένων, πρέπει νὰ συμφωνήσῃ, ὅτι δὲν προσήκει εἰς τοὺς ὑποδίκους, τῶν ὁποίων, ὡς ἔλεγον καὶ ἐν τῇ χθεσινῇ μου διακοπῇ, τὸ νευρικὸν σύστημα εὑρίσκεται ἐν διαρκεῖ ἐρεθισμῷ, διότι ὁ κατάδικος, ὡς κοινῶς λέγομεν, τὸ παίρνει ἀπόφασιν καὶ εὑρίσκεται εἰς μίαν κατάστασιν ὁριστικήν, ἐνῷ ὁ ὑπόδικος εὑρίσκεται, λέγω, εἰς διαρκῆ ἀγωνίαν. Ὅταν μάλιστα συμβαίνῃ νὰ εἶναι ἀθῷος καὶ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν παραδείγματα δικαστικῶν πλανῶν καὶ σκληρᾶς διαρκείας τῶν ὑποδικιῶν, ἡ ἀγωνία αὐτοῦ εἶναι ἀπερίγραπτος. Γίνεται λόγος περὶ τῶν συμβαινόντων ἐνταῦθα καὶ ἐκεῖ. Ἐν τούτοις ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ἓν παράδειγμα καὶ μόνον: Ἐν Ἑλλάδι εἶναι καταπληκτικῶς πολλαπλάσια τὰ ἀθωωτικὰ βουλεύματα τῶν παραπεμπτικῶν. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1908 ἐπὶ ἐκδοθέντων βουλευμάτων ὑπὲρ τὰς 200 χιλιάδας ἐξεδόθησαν ἀθωωτικὰ βουλεύματα 187, διότι τὰς ὑποθέσεις τὰς καθαρίζει ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτής, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι περιμένομεν τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς προδικαστικῆς ἐνεργείας ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου. Εἶναι ἐντελῶς διάφορον τὸ σύστημα τῆς προδικασίας. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου καθίσταται σημαντικωτέρα, ἂν ψηφισθῇ, ὅπερ δὲν ἐλπίζω καὶ ἀπεύχομαι, τὸ περὶ φυγοδικίας νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἀποδεκτὴ εἶναι μία καὶ μόνη διάταξις. Ὅταν θὰ συζητηθῇ, θὰ τὰ εἴπωμεν. Διότι θὰ εἶναι ἀνυπολογίστως μέγα τὸ πλῆθος τῶν ὑποδίκων, ἂν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο κατασταθῇ νόμος, καὶ ἑπομένως καθίσταται σπουδαιοτέρα ἡ διάταξις. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω κατὰ τὸ 1769, πάντως μεταξὺ τοῦ 1760 καὶ 1770, εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς ἐπιτροπὴν Ῥώσων νομομαθῶν ἡ κατάρτισις Κώδικος Ποινικῆς Δικονομίας, καὶ ἔγραφε περίπου πρὸς αὐτὴν ἡ Αἰκατερίνη ἡ Βʹ, ἡ καὶ Μεγάλη δικαίως ἀποκαλουμένη: «Προκειμένου νὰ καθορίσητε τοὺς ὅρους τῆς ὑποδικίας προσέχετε, ἵνα εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον καταθλιπτική, διότι δὲν ὑπάρχει δίκαιον, δὲν ὑπάρχει σκοπός, δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ πολιτισμοῦ, ἥτις νὰ ἐπιτρέπῃ κατάθλιψιν ὑποδίκου. Ὁ ὑπόδικος εἶναι κατὰ τεκμήριον ἀθῷος». Ἐν Ἑλλάδι δὲ ὁ ὑπόδικος εἶναι κατὰ τὸ μεῖζον τεκμήριον ἀθῷος καὶ κατὰ τὸ ἔλασσον ἔνοχος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, διὰ νὰ περαίνω, νομίζω, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα συμβιβασμόν, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔστεργε τοιαύτην τινὰ τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου: «Οἱ ὑπόδικοι καὶ οἱ εἰς ποινὴν φυλακίσεως μικρᾶς διαρκείας ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἀπομονώσεως ἐγκλειόμενοι κατὰ τὴν νύκτα ἕκαστος χωριστὰ εἰς κελλία», δηλαδὴ οὐχὶ κατὰ τὴν ἡμέραν. Τὴν δευτέραν δὲ παράγραφον νὰ τροποποιήσῃ οὕτω: «Διὰ τοὺς ὑποδίκους καὶ τοὺς εἰς φυλάκισιν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὸν μῆνα καταδίκους καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους τῶν κανονισμῶν ἡ ἐργασία εἶναι προαιρετική», δηλαδὴ νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «ἐντὸς τῶν κελλίων των». Κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς συμβιβασμόν, θὰ ἀφίετο δὲ ἡ δικαιοδοσία εἰς τὸ Β. Διάταγμα νὰ καθορίσῃ, ὅπερ ἐγὼ θὰ ηὐχόμην, καὶ θὰ προέτεινον μάλιστα νὰ τεθῇ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἀκόμη, ὅταν θὰ ἤθελέ τις ὑπόδικος ἢ καταδικασθεὶς εἰς ἐλαφρὰν ποινὴν νὰ μένῃ εἰς τὸ κελλίον του, νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος, ὅπως μόνος μένῃ, νὰ ἀπαγορεύηται δηλαδὴ εἰς αὐτὸν νὰ εἶναι ἐν τῷ κελλίῳ του μεθ’ ἑνὸς ἢ καὶ πλειόνων καταδίκων, ἀλλὰ νὰ εἶναι οὗτος ἐλεύθερος κατὰ τὴν ἡμέραν νὰ ἐλευθεροκοινωνῇ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξέρχωνται. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς καὶ τὰς διατυπώσεις καὶ τοὺς περιορισμούς, δύναμαι νὰ εἴπω, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν πρέποντα συμβιβασμόν.
§133Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑποδίκους, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶμαι ἀπολύτως ἀντίθετος τοῦ μονωτικοῦ συστήματος, καὶ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον, καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς προφυλακίσεως ἐν Ἑλλάδι τὸν εὔκολον, ἀλλὰ κυριώτατα ἀπὸ θεωρίας, τῆς ὁποίας λάτρης τυγχάνει ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἤθελεν εἶναι τὸ πρᾶγμα ἀκατανόητον, νὰ ὑποβάλωμεν δηλαδὴ τοὺς ὑποδίκους εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς ὠνόμασε σύστημα τραχείας ἐκτίσεως τῆς ποινῆς. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι αἱ τραχύτητες αὗται τοῦ συστήματος τούτου κατὰ τὴν ἔκτισιν τῶν ποινῶν θὰ μετριασθῶσι διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλει λάβει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἔλεγε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός, ἀναμφισβήτητον ὅμως εἶναι ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ σκοπός, δι’ ὃν στερεῖται τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας ὁ κατάδικος, καὶ ἄλλος εἶναι ὁ σκοπός, ἐντελῶς ἀλλότριος καὶ ξένος τοῦ σκοποῦ ἐκείνου, ὁ σκοπός, δι’ ὃν στερεῖται τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας ὁ ὑπόδικος. Ἀποβλέποντες ἤδη εἰς τὸν σκοπὸν ἑκατέρας τῶν στερήσεων τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, δὲν δυνάμεθα ἄνευ μεγάλης παραβλέψεως ὅλων τῶν κανόνων τῆς θεωρίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ δεχθῶμεν μονωτικὸν σύστημα διὰ τοὺς ὑποδίκους. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι κατὰ πρόληψιν τοῦ νόμου ὁ ὑπόδικος θεωρεῖται ἀθῷος μέχρι τῆς καταδίκης του, καθ’ ἑκάστην λαμβάνονται νομοθετικαὶ μέριμναι ὑφ’ ἁπάντων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν καὶ ὑφ’ ἡμῶν, ὅπως, καὶ τὰς περιπτώσεις, δι’ ἃς ἀπαγγέλλεται ἡ προφυλάκισις, μειώσωμεν, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκτελεῖται αὕτη, καταστήσωμεν ἠπιώτερον. Καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς παρέχομεν τὸ μέσον τῆς ἐπὶ ἐγγυήσει ἀπολύσεως εἰς τὸν ὑπόδικον, ἀφ’ ἑτέρου καθιεροῦμεν ἓν σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὸν τὸν σκληρότερον τρόπον τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς, οἷος εἶναι ὁ μονωτικός, ἀλλὰ καί τι πλέον ἐπιβάλλομεν εἰς αὐτὸν καὶ καταναγκαστικὴν ἐργασίαν. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν του τὰς ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐνδείξεις, ἀλλὰ κυρίως τὰς ἀπὸ θεωρίας τοιαύτης, τῆς ὁποίας αὐτὸς εἶναι τοσοῦτον λάτρης, θὰ θελήσῃ νὰ ἀπαλείψῃ τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑποδίκους ἐν σχέσει πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7, καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ὑποβάλῃ τούτους εἴτε δυνητικῶς εἴτε προαιρετικῶς εἴτε κατὰ θέλησιν ἐπιτροπείας οἱασδήποτε εἰς τὸ ἐπαχθὲς μέτρον τῆς μονώσεως, καὶ τὸ ἐπαχθέστερον μέτρον τῆς ἀναγκαστικῆς ἐργασίας.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
§135Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8ον.
§137Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 8, κύριοι συνάδελφοι, ἐγκατοπτρίζεται ἡ σπουδή, μετὰ τῆς ὁποίας συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ ὁποία καθίστα ἀπαραίτητον, ὅπως πλεῖσται οὐσιώδεις διατάξεις ἀφορῶσαι τὴν ὀργάνωσιν τῶν φυλακῶν παραπεμφθῶσιν εἰς Β. Διατάγματα χάριν εὐκολίας. Ἀλλὰ ἐὰν βεβαίως εἶναι πρακτικὸν πολλάκις νὰ παραπέμπηται ὁ κανονισμὸς λεπτομερειῶν ἐντὸς τῶν ὑπὸ τῶν νόμων τασσομένων ὁρίων εἰς Β. Διατάγματα, προκειμένου ὅμως περὶ ἐπιβολῆς ποινῶν τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀσυμβίβαστον. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς μεταθέσεως ἑνὸς καταδίκου ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συστήματος φυλακίσεως εἰς ἄλλο. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὰ ἀνεγνωρισμένα Δημόσια δίκαια τῶν Ἑλλήνων, διότι ἡ μετάθεσις ἀπὸ ἑνὸς συστήματος ἐλαφροτέρου φυλακίσεως εἰς δυσμενέστερον τοιοῦτο εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐπιβάρυνσις τῆς ποινῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀφεθῇ ὁ κανονισμὸς τῶν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐπιτρέπηται ἡ μετάθεσις ἀπὸ ἐλαφροτέρου εἰς βαρύτερον σύστημα φυλακίσεως εἰς Β. Διατάγματα. Ἀλλὰ πλὴν τούτου τὸ ἄρθρον 8 περιέχει καὶ ἄλλην τινὰ διάταξιν ἐπικινδυνωδεστέραν, καθ’ ἣν διὰ Β. Διατάγματος θέλουν κανονισθῆ τὰ ἀστυνομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνωνται μετὰ τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσιν τῶν καταδίκων. Ποῖα καὶ τίνος εἴδους θὰ εἶναι τὰ ἀστυνομικὰ ταῦτα μέτρα, δὲν γνωρίζομεν. Τὰ ἀστυνομικὰ μέτρα δύναται νὰ εἶναι παρακολούθημα μιᾶς ποινῆς, ὡς ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει εἶναι καὶ αὐτὰ ποινή. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος τίθενται ποιναί; Τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ τελευταία διάταξις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου νὰ ἀπαλειφθῇ τελείως, νὰ καθορισθῶσι δὲ εἰδικῶς αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐπιτρέπηται ἡ μετάθεσις ἑνὸς καταδίκου ἀπὸ ἑνὸς συστήματος φυλακίσεως εἰς ἄλλο.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§139Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου εἶναι λίαν εὔστοχοι καὶ ὀρθόταται. Ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὥστε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ κανονίζῃ αὐτὴ τὰς περιπτώσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἐπιβάληται ποινὴ εἰς πολίτας Ἕλληνας, διότι τοῦτο σημαίνει ἡ μετάπτωσις μιᾶς καταδίκης ἀπὸ ἑνὸς συστήματος εἰς ἕτερον τραχύτερον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ζητεῖ νὰ μεταβάλῃ διὰ Β. Διατάγματος τὸν ποινικὸν νόμον, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τίνα ἄλλην ἔννοιαν ἔχει ἡ τελευταία φράσις περὶ ἀστυνομικῶν μέτρων ληπτέων μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, εἰμὴ τὸ νὰ εἰσαχθῇ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἐφ’ ὅλων τῶν καταδίκων. Οὕτως ὅμως θὰ μεταβληθῇ ὁ Ποινικὸς Νόμος, ὁ ὁποῖος μόνον ὑπὸ ὡρισμένας περιπτώσεις ἐπιτρέπει τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν. Ἐὰν ὅμως περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως δὲν πρόκειται, τότε εἰς τί ἄλλο θὰ συνίστανται τὰ μέτρα ταῦτα; Δὲν δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀπεμπολήσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα καθορίζον τὴν λειτουργίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὡς τοιαύτης καθορίζει καὶ ὡρισμένον κύκλον ἁρμοδιότητος, εἰς τὸν κύκλον δὲ αὐτὸν ἀναντιρρήτως ἀνάγεται ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Ὁ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν ὑπὸ οἱανδήποτε ἔννοιαν, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς Ποινικῆς εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικητικῆς ἐπεμβάσεως, π.χ. εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ πολίτου, εἶναι ἀναντιρρήτως τῆς ἁρμοδιότητος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἀπεκδυθῇ τῶν δικαιωμάτων της τούτων καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν διὰ διαταγμάτων ἀναλόγως τῶν διαφόρων περιπτώσεων, ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πολιτικῶν αὐτῆς ἰδεῶν, νὰ εἰσάγῃ μέτρα περιοριστικὰ τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν; Τίνες ἐγγυήσεις λαμβάνονται; Ποῖον εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία; Καὶ τὶς μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις ἡ ὁποία νὰ μεταβάλῃ σύστημα διαίτης, σύστημα τροφῆς, σύστημα ἐργασίας, τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας, εἰς ὡρισμένην φυλακὴν τοῦ Κράτους εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐγκαθειργμένος εἷς πολιτικὸς ἀντίπαλος καὶ νὰ διατάξῃ κατ’ αὐτοῦ μετὰ τὴν ἀπόλυσίν του ἔκτακτα ἀστυνομικὰ μέτρα; Τὶς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ εἰς ἡμᾶς, ὅτι δὲν θὰ ἴδωμεν καὶ τοιαύτας παρεκτροπὰς εἰς τὸ μέλλον; Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ κατανοεῖ τὴν σπουδαιότητα τοῦ θέματος, κατανοεῖ ὅτι εἶναι ἀνευλαβὴς ἡ ἀξίωσις τῆς Κυβερνήσεως ζητούσης τοιαύτην ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, κατανοεῖ ὅτι θὰ εἶναι ἐπιλήσμων τῶν καθηκόντων της, ἂν τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν τὸ ἐπιστρέψῃ ὀπίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀψήφιστον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 ὡς καὶ τὸ 9). Ἄρθρον 10. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
§141Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἔχει κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν κοινὴν ὁμολογίαν μεγάλην ὄντως σπουδαιότητα, καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς τε κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας, ἅμα δὲ καὶ εἰς πανελλήνιον πόθον. Διὸ καθῆκον θεωρῶ παντὸς ἐξ ἡμῶν, ὅπως συντελέσῃ τὸ καθ’ ἑαυτὸν εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι τελειοτέραν πραγματοποίησιν τῆς ἐπιβόλου προθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, προσφέρων ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην αὐτοῦ πρὸς τοῦτο συμβολήν. Συμφωνοῦμεν πληρέστατα πρὸς ὅσα ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἐδαφίῳ εʹ ἀναφέρει, ὅτι «ἐξαιρετικὴν ἀποδίδει τὸ νομοσχέδιον σπουδαιότητα εἰς τὸ πρόσωπον, εἰς ὃ θέλει ἀνατίθεσθαι ἡ διοίκησις καὶ διεύθυνσις τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ εἰσαγομένου σωφρονιστικοῦ συστήματος». Ἀκριβῶς δ’ ἀπὸ τῶν τοιούτων ἀρχῶν καὶ σκέψεων ἀφορμώμενοι καὶ ἡμεῖς ὑπεβάλομεν τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας ἡμῶν, ἡ ὁποία πρόκειται ἐνώπιον τῶν κ. συναδέλφων. Τὸ ἄρθρον 10, προκειμένου περὶ τῶν προσόντων τῶν μελλόντων νὰ διευθύνωσι φυλακάς, ἀναφέρει ὡς τοιαῦτα «δίπλωμα τῆς Νομικῆς ἢ Ἰατρικῆς Σχολῆς Ἑλληνικοῦ ἢ ξένου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου, πενταετῆ τοὐλάχιστον ἐνάσκησιν τῆς Ἰατρικῆς ἢ τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ἐνώπιον πολυμελοῦς Δικαστηρίου» καὶ προσέτι «εὐδοκίμησιν ἐν διαγωνισμῷ κλπ.». Ἀποβλέπων λοιπόν, ὡς εἶπον, συμφώνως καὶ ταῖς ἰδέαις τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν μεγάλην σπουδαιότητα τοῦ ἔργου τοῦ διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν, εἰς τὰ πολυειδῆ καθήκοντα, τὰ ποικίλλα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὸν καὶ ἑπομένως τὴν πολυμερῆ μόρφωσιν, τὴν ὁποίαν οὗτος ὀφείλει νὰ ἔχῃ, εὑρίσκω καὶ ὑποβάλλω τὴν γνώμην ταύτην καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἀνεπαρκῆ εἶναι τὰ προσόντα ἅτινα ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 ἀναγράφονται, τοῦ μέλλοντος διευθυντοῦ καὶ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἀνώτερα προσόντα καὶ ἀνωτέραν ἱκανότητα εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα τί θὰ ἐμπιστευθῶμεν; τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ὅλου συστήματος. Διότι βεβαίως δὲν πρέπει νὰ παραβλέπωμεν ὅτι ἡ ψυχὴ τῆς ὅλης ἐπιτυχίας, τῆς ὅλης λειτουργίας τῶν μελλουσῶν τούτων προτύπων ἄλλως φυλακῶν θὰ εἶναι ὁ διευθυντὴς αὐτῶν, καὶ ἐκ τῆς ποιότητος καὶ ἱκανότητος τοῦ διευθυντοῦ τούτου θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ πραγματοποίησις ὅλων τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ὅλοι ἡμεῖς ἔχομεν ἐκ τῶν ἱδρυμάτων τούτων. Διὰ ταῦτα προτείνω ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου, ὅπως προτιμῶνται τῶν τοιούτων οἱ ἔχοντες ἀποδείξεις εἰδικῶν σπουδῶν περὶ φυλακῶν, σπουδῶν γενομένων ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ· διότι, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ ὑπάρχουσιν ἤδη σχολαὶ εἰδικαί.
§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τροπολογίαν;
§143Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν ἀπὸ προχθές.
§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ δώσατε τὴν τροπολογίαν σας.
§145Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχω ὑποβάλει.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὑπεβλήθη.
§147Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω λοιπὸν ὅπως, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, ἔχοντες εἰδικὰς σπουδὰς περὶ τὰ ζητήματα τῶν φυλακῶν, προτιμῶνται. Φρονῶ μάλιστα ὅτι, ἐὰν περιλάβωμεν τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ δώσωμεν νύξιν εἰς πολλούς, ὅπως ἐπιδοθῶσιν εἰς τοιαύτην σπουδήν· διότι τὰς φυλακὰς αὐτὰς δὲν τὰς ἔχομεν ἑτοίμους, μέλλομεν νὰ τὰς οἰκοδομήσωμεν.
§148Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία διανεμημένη τοιαύτη;
§149Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἡ ἰδική μας, κ. Ὑπουργέ.
§150Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν φυσικομαθηματικῶν, νομίζω, ἠθέλετε;
§151Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτοῦ, κύριε Ὑπουργέ. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας μου εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκθέτω καὶ φρονῶ, λέγω, ὅτι θὰ δώσωμεν νύξιν εἰς πολλούς, ὅπως χρησιμοποιήσωσι τὸν χρόνον ὅστις θὰ μεσολαβήσῃ κατ’ ἀνάγκην ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου μέχρι τῆς ἀνεγέρσεως τῶν κτιρίων τῶν φυλακῶν, χρόνον οὐχὶ ὀλίγον, ἵνα ἐπιδοθῶσιν εἰς τοιαύτας σπουδὰς ἐπ’ ἀγαθῷ βεβαίως τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἴσως μάλιστα θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον καὶ σκόπιμον ἂν καὶ αὐτὴ ἡ πολιτεία προεκήρυσσε διαγωνισμὸν ἢ ἀπέστελλε κατ’ ἐκλογὴν κατάλληλα πρόσωπα, ἐν ᾗ περιπτώσει τοιαῦτα οἴκοθεν δὲν θὰ προσεφέροντο, ὅπως σπουδάσωσιν ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ τὴν σωφρονιστικὴν καὶ πάντα τὰ λοιπὰ σχετικὰ ζητήματα τῶν φυλακῶν καθ’ ὃν χρόνον, ἐπαναλέγω, θὰ γίνωνται ἐνταῦθα τὰ προκαταρκτικὰ τῶν φυλακῶν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰ κύρια ὄργανα τῆς λειτουργίας τοῦ ὅλου συστήματος. Ἀφοῦ ἄλλως θὰ δαπανήσωμεν ἑκατομμύρια ὅλα, ἀσήμαντος θὰ ἦτο ἡ δαπάνη ἡ ὁποία θὰ ἀπῃτεῖτο ἵνα ἀποσταλῶσιν ὀλίγα τινὰ πρόσωπα κατάλληλα μετὰ ἐκλογήν, ἵνα συμπληρώσωσι τὰς σπουδὰς αὐτῶν οὕτως. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς τροπολογίας μου ἀφορᾷ εἰς ἐπέκτασιν τῶν προσόντων καὶ πέρα τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ 10 ἄρθρῳ. Διότι θεωρῶ ὀρθόν, ὅπως ἐκτὸς τῶν διδακτόρων τῆς Νομικῆς καὶ τῆς Ἰατρικῆς ἐπεκτείνωμεν τὸν τρόπον καὶ εἰς τοὺς διδάκτορας τῆς τε Φιλοσοφικῆς καὶ Φυσικομαθηματικῆς σχολῆς. Καὶ τοῦτο διότι φρονῶ ὅτι καὶ οἱ διδάκτορες τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς θὰ ἦσαν ἐπίσης κατάλληλα πρόσωπα ἕνεκα τῆς ἱστορικῆς καὶ τῆς ἐν γένει ἀνθρωπιστικῆς αὐτῶν μορφώσεως, ὅπως διευθύνωσι τοιαῦτα ἱδρύματα. Περὶ τούτου δὲ εὐχαρίστως παρατηρῶ ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς ἀποφαίνεται ὡς ἑξῆς: «Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10ου προκειμένου περὶ τῶν προσόντων τοῦ Διευθυντοῦ φυλακῆς, ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει ὅτι καὶ οἱ ἔχοντες δίπλωμα Φιλοσοφικῆς σχολῆς πρέπει νὰ θεωρηθῶσι κατάλληλοι διὰ τὴν θέσιν ταύτην, ὡς πλείονας κεκτημένοι παιδαγωγικὰς γνώσεις, αἵτινες μεγάλως συμβάλλονται εἰς τὴν ἐπιτυχῆ ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τῆς διευθύνσεως σωφρονιστικοῦ καταστήματος.» Τῷ ὄντι δὲ ἡ ἱστορική, ὡς εἶπον μόρφωσις τῶν τοιούτων προσώπων καὶ ἐν γένει ἡ ἀνθρωπιστικὴ αὐτῶν μόρφωσις παρέχει εἰς αὐτοὺς προσόντα οὐχὶ κατώτερα τῶν προσόντων τοῦ διπλώματος τῆς Ἰατρικῆς, φερ’ εἰπεῖν, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται ἐν τῷ 10 ἄρθρῳ.
§152Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ προστεθῇ δηλαδὴ καὶ τῆς Φιλοσοφικῆς, λέγετε.
§153Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, τοῦτο λέγω. Ἐὰν δὲ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς εἰδικὴν παιδαγωγικὴν μόρφωσιν,—ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου λέγω «προτιμωμένων τῶν ἐχόντων εἰδικὰς παιδαγωγικὰς σπουδάς»—ἐὰν οἱ διδάκτορες τῆς Φιλοσοφικῆς σχολῆς ἔχωσιν ἐγκύψει εἰς παιδαγωγικὰς σπουδὰς ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ, νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι πρόσθετος λόγος ἱκανὸς ὅπως προτιμῶνται. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων σκοπῶν τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης, πλὴν τῶν ἄλλων, ὡς καὶ ἄλλοτε διελάβομεν περὶ τούτων, εἶναι καὶ ἡ θεραπεία τῶν καταδίκων, ἡ δὲ βελτίωσις τῶν καταδίκων, ἡ ἠθικὴ θεραπεία αὐτῶν, αὐτὴ ἀπαιτεῖ εἰδικότητα· διότι ὅπως ἡ νόσος ἡ σωματικὴ ἀπαιτεῖ διάγνωσιν καὶ θεραπείαν, ὁμοίως ἀπαιτεῖ διάγνωσιν καὶ θεραπείαν καὶ ἡ ἠθικὴ νόσος. Ἀλλ’ ὅπως εἰς τὴν διάγνωσιν τῆς σωματικῆς νόσου προαπαιτεῖται ἡ γνῶσις τῆς ἀνατομίας καὶ τῆς φυσιολογίας, οὕτως εἰς τὴν διάγνωσιν τῆς ἠθικῆς νόσου, ἥτις εἶναι ψυχικὴ νόσος, προαπαιτεῖται ἐξάπαντος ψυχολογικὴ μόρφωσις· διὰ τὴν θεραπευτικὴν δὲ τὰ μὲν μέσα τῆς θεραπείας θὰ τὰ ὑποδείξῃ καὶ πάλιν αὐτὴ ἡ ψυχολογία, τὴν δὲ κατεύθυνσιν καὶ τὸν σκοπὸν ἡ περὶ τὰ ἠθικὰ ἐπιστήμη, ἡ ἠθικὴ δηλ. φιλοσοφία, καὶ εὐχῆς βεβαίως ἔργον θὰ ἦτο, ἂν κατωρθοῦμεν νὰ προσελκύσωμεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν φυλακῶν καὶ τοιαύτην εἰδικὴν μόρφωσιν ἔχοντα πρόσωπα. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ δευτέρου μέρους τῆς τροπολογίας μου. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ἔτι ὀλίγας λέξεις, τὰς ἑξῆς· ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ λέγουσα «δίπλωμα τῆς Φιλοσοφικῆς σχολῆς» ἐνόει κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον καὶ τὸ δίπλωμα τῆς Φυσικομαθηματικῆς σχολῆς καὶ ἰδίως τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, αἱ ὁποῖαι, ὡς γνωρίζομεν, μέχρις ἐσχάτων ὑπὸ τὸν κοινὸν τίτλον τῆς Φιλοσοφικῆς σχολῆς περιελαμβάνοντο.
§154Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἰδέαι σας ἀνεπτύχθησαν ἐπαρκῶς.
§155Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς Φυσικομαθηματικῆς ἔχω νὰ προσθέσω.
§156Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ αὐτή;
§157Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Μὲ ὀλίγας λέξεις.
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι προσὸν τῆς σχολῆς αὐτό.
§159Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ ἦτο περιττὸς πᾶς λόγος· Φρονῶ ὅτι εἷς ἀληθὴς φυσικομαθηματικὸς ἀσχοληθεὶς εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ὁποίου ζῶμεν καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ὁποίου καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ζῇ ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμός, εἷς γνώστης, λέγω, τῆς ποικιλίας τῶν ὄντων καὶ τῶν φαινομένων τοῦ περιβάλλοντος ἡμᾶς φυσικοῦ κόσμου καὶ τῆς σχέσεως τούτων πρὸς τὸν πρακτικὸν βίον τοῦ ἀνθρώπου, ἔτι δὲ καὶ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν φύσιν τὴν περιβάλλουσαν ἡμᾶς ἐπικρατοῦσι καὶ ἰσχύουσιν, εἷς φυσικός, ἔχων τοιαύτην τὴν μόρφωσιν, θὰ ἦτο βεβαίως κατάλληλον πρόσωπον, θὰ ἐχρησιμοποίει τὰς γνώσεις αὑτοῦ σπουδαίως εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ὅλης ἐργασίας, ἡ ὁποία μέλλει νὰ γίνεται ἐντὸς τῶν φυλακῶν, καὶ ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τῆς ὑγείας, καθαρειότητος, τροφῆς, ἐνδυμασίας, διαίτης, κινήσεως καὶ ὕπνου τῶν καταδίκων, καὶ ὡς πρὸς τὰς ἀσχολίας καὶ τὰ ἔργα αὐτῶν, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς ἀγροτικαῖς φυλακαῖς, καὶ ὡς πρὸς τὴν τάξιν καὶ τὴν πειθαρχίαν καὶ ἐν γένει τὴν τήρησιν τῶν θετῶν νόμων, ὑφ’ οὓς καὶ καθ’ οὓς θὰ διέπηται τὸ ὅλον ἵδρυμα. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι τὸ τοιαῦτα προσόντα ἔχον πρόσωπον δὲν πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ διευθυντοῦ τῶν φυλακῶν. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω, κύριε Ὑπουργέ.
§160Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι. Δὲν σᾶς ἐκούρασα καὶ πολλάκις, ὥστε νὰ μοὶ προτείνετε νὰ παραιτηθῶ τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον πολὺ σπανίως λαμβάνω. Θὰ ἐπεθύμουν πολὺ νὰ μὲ προσέξητε ἐπ’ ὀλίγον, διότι βεβαίως δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀναπτύσσων τὰς γνώμας μου θ’ ἀπαιτήσω νὰ τὰς ἐπιβάλω πρὸς ὑμᾶς. Πλὴν ὅμως θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καθ’ ὃ ἔχω δικαίωμα καὶ καθ’ ἣν καὶ ὑμεῖς ἔχετε ὑποχρέωσιν δέον νὰ μὲ ἀκούσητε.
§161ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§162Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι. Κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπῆλθε μία ἀντίδρασις τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀνέμενον, πιθανὸν δὲ καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν τὰ 9)10 ἐκ τῶν Βουλευτῶν εὐσυνειδήτως σκεπτόμενοι δὲν ἀνεμένετε. Ἡ ἀντίδρασις, Κύριοι, πιθανῶς λόγον εἶχε μόνον νὰ εὑρισκώμεθα ἐν ἀντιθέσει γνωμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔρχομαι νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὑπὲρ τοῦ ἔργου του, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγόρου, φρονῶ δέ, ὅτι οὔτε τὰ ἔργα του ἔχουσιν ἀνάγκην συνηγορίας παρ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ οὔτε καὶ παρ’ ἄλλου. Φρονῶ ὅμως πεποιθότως ὅτι ἡ ἀντίδρασις ἡ τόσον τεραστία ἡ γινομένη διὰ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς ὅλος ὁ κόσμος ποθεῖ, ὅπως λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ .......
§163Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§164Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§165Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἤρξαντο, κύριοι Βουλευταί, οἱ ἀντιδρῶντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου πρῶτον ἀπὸ τῆς ὀνομασίας αὐτοῦ. Ἤρξαντο λέγοντες, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ὠνομάζετο οὐχὶ ὀργάνωσις τῶν φυλακῶν, ἀλλὰ κατασκευὴ τῶν φυλακῶν. Ἄλλο τοῦτο καὶ ἄλλο ἐκεῖνο. Ἤρξαντο ἐκ δευτέρου ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι «ἡμεῖς ποθοῦμεν πράγματι τὴν κατασκευὴν φυλακῶν, τὴν κατασκευὴν ἔργων ἐν ταῖς φυλακαῖς πλὴν ὅμως ἡ ἐργασία αὐτὴ θὰ προσβάλῃ τὴν ἐλευθέραν ἐργασίαν». Τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα, Κύριοι κατήγοροι, τοῦ σχεδίου αὐτοῦ νὰ διαιρέσητε τὴν ἐργασίαν εἰς ἐλευθέραν καὶ εἰς δεσμευομένην; Μὴ γὰρ οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐγκεκλεισμένοι δὲν εἶναι Ἕλληνες; Δὲν δικαιοῦνται νὰ ἐργασθῶσιν;
§166Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἐὰν ἦσαν ἔξω δὲν θὰ εἰργάζοντο;
§167Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Βεβαιότατα. Ἤρξαντο ἔπειτα λέγοντες ὅτι «ἐκτὸς τῆς ἐλευθέρας ἐργασίας ἔχομεν ὑπόνοιάν τινα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σκέπτεται κεντρικήν τινα φυλακὴν νὰ ἱδρύσῃ ἐν Τριπόλει».
§168Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχουσι σχέσιν αὐτὰ μὲ τὸ ἄρθρον;
§169Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Ὅλοι οἱ συζητηταὶ τοῦ νομοσχεδίου συνεζήτησαν ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου, καὶ ὅλοι ἀνέτρεξαν εἰς τὸ ὅλον νομοσχέδιον. Ἐγὼ ὅμως θὰ καταλήξω ἀσφαλῶς εἰς τὸ δέκατον. Πάντες οἱ ῥήτορες ἠκολούθησαν τὴν ὁδὸν αὐτήν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ θ’ ἀκολουθήσω.
§170ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διαμαρτύρομαι. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἐξαιρέσητε.
§171Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Σᾶς ἐξαιρῶ, κύριε Βουλευτά, διότι ὑπήρξατε ὁ μετριώτερος πολεμιστὴς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἤρξαντο εἰσηγούμενοι περὶ τοῦ δανείου καὶ ἐμερίμνησαν καὶ περὶ τῶν ἀειμνήστων εὐεργετῶν, ὅτι δῆθεν δὲν θὰ ἐκπληρωθῇ ἡ θέλησίς των, ἡ ὁποία ὥριζε φυλακὰς πρωτοτύπους. Καὶ ἤρξαντο νὰ ἐπεξηγῶσι τὴν λέξιν «πρωτότυπος». Θὰ γίνωσιν ἆρά γε πρωτότυποι, ὅπως ἐννοεῖ ὁ ἀείμνηστος διαθέτης; ἔχετε ὑμεῖς ἐμπιστοσύνην νὰ δώσωμεν τὴν ἐντολὴν νὰ ὀργανώσῃ τὰς φυλακάς; Ἔχει ἡ Βουλὴ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἡ ὁποία νὰ τὴν πείθῃ ὅτι καὶ δίδουσα τὴν ἐντολὴν νὰ ὀργανώσῃ τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους ἔστω καὶ ἐν λευκῷ τὴν δίδει μὲ τὴν συνείδησιν ἐλευθέραν ἀναπεπαυμένην. Ὅτε δέ, κύριοι, ἔφθασαν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν προσόντων καὶ εἰς αὐτὸ ἐπροτάθησαν πολλά. Ὁ κ. Κουτούπης, ἐθεώρησε τὰ προσόντα τοῦ δικηγόρου τοῦ ἔχοντος πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἀνεπαρκῆ, ἐθεώρησε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δικηγόρου ἀνεπαρκῆ καὶ μὴ δυναμένην νὰ παρέχῃ εἰς τὸν δικηγόρον τὸν ἔχοντα πενταετίαν τὸν δοκιμάσαντα ἐν τοῖς δικαστηρίοις τόσα καὶ τόσα, ἐθεώρησεν ἀνεπαρκῆ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Καὶ ἐπὶ πλέον ἔχω νὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, τὴν ὁποίαν εἶδον ὅτι ἔστερξεν ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§172Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά.
§173Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀποδείξεις, νὰ προτιμῶνται οἱ φέροντες ἀποδείξεις εἴτε παιδαγωγικῆς εἴτε σωφρονιστικῆς. Βεβαιότατα ἡ προτίμησις θὰ ἐπέρχηται ἀπὸ Ὑπουργὸν εὐσυνείδητον· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ τοιαύτη διάταξις, διότι πάντες γνωρίζομεν πῶς λαμβάνονται αἱ ἀποδείξεις ἀπὸ τὰ Πανεπιστήμια. Ἀρκεῖ νὰ μεταβῇ τις εἰς Εὐρώπην καὶ θὰ φέρῃ τοιαύτας, ὅτι ἐσπούδασε παιδαγωγικὴν ἢ σωφρονιστικήν. Ἐὰν πράγματι λοιπὸν ἐσπούδασαν καὶ ἠσχολήθησαν εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα βεβαίως εὐσυνείδητος Ὑπουργὸς θὰ ἠδύνατο καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ τὸν προτιμήσῃ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῶν φυλακῶν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ συμπληρώσω τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συνέστη ὅπως ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν ἡ πρότασις νόμου περὶ ἀπαλλαγῆς ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν βαρῶν. Ἡ συμπλήρωσις ἐγένετο διὰ τῶν κ. κ. Καβαλλιεράτου, Βαλσαμάκη καί Ῥούφου. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§175Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ τρέμων ἐκ τοῦ φόβου, μήπως μὲ κεραυνοβολήσωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὡς κωλυσιεργόν, ἀρκοῦμαι νὰ συστήσω τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν προσθέτων μόνον ὅτι ὁ διασημότερος ἐπιστήμων Krohne περὶ τοῦ ζητήματος τούτου λέγει ὅτι καὶ τὸ καλλίτερον σύστημα φυλακῶν θέλει ναυαγήσει, ἂν δὲν χρησιμοποιηθοῦν πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ πρόσωπα κατάλληλα, διότι ἐκ τῆς ἱκανότητος τούτων ἐξαρτᾶται τὸ πᾶν. Ἔχομεν δὲ παράδειγμα ἐν Ἑλλάδι τὰς φυλακὰς Κερκύρας, αἱ ὁποῖαι ἐφ’ ὅσον διηυθύνοντο ὑπὸ τοῦ Κατσίρη, ἐπετέλουν τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὅταν αὐτὸς ἀπέθανεν, αἱ φυλακαὶ ἐκεῖναι, καίτοι εἶχον οἰκοδομηθῆ μὲ καλὸν σύστημα, ἔπαυσαν νὰ διαφέρουν τῶν ἄλλων φυλακῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐξαιρετικῶς πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τῶν διευθυντῶν.
§176Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνάπτυξις ἡ γενομένη ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἦτο ἀναγκαιοτάτη, διότι ἀπεδείχθη ὅτι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ θιασῶται τοῦ ἀπομονωτικοῦ συστήματος Julius, Cramfort καὶ Russel ἀπῄτησαν ὡς ἕνα τῶν πρώτων ὅρων τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ τὴν ἐπανειλημμένην ἐπίσκεψιν παρὰ διδασκάλου, ἱερέως καὶ διευθυντοῦ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς καταδίκων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, δεχθεὶς τὸ ἀπομονωτικὸν σύστημα, ἔστερξε νὰ τὸ δεχθῇ, καθόσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀκούῃ, νὰ σκέπτηται καὶ νὰ ὁμιλῇ, διότι μόνον διὰ τῶν τριῶν τούτων ὅρων δύναται νὰ τελειοποιηθῇ καὶ ἐλπίζω νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐν τῷ Διατάγματι. Οὐχ ἧττον ὅμως οἱονδήποτε σύστημα καὶ ἂν δεχθῶμεν, δέον νὰ μὴ παρίδωμεν τὴν τελείαν χειραφέτησιν τῶν φυλακῶν καὶ τὴν καλὴν διεύθυνσιν αὐτῶν, διότι ἐκτὸς ἐκείνων, ὅσα εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ προλαλήσας ἐκ στόματος τοῦ Krohne, ἀκούσατε τί λέγει καὶ ὁ διευθυντὴς τῶν φυλακῶν τοῦ Βελγίου Stevens (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἄριστα τῶν συστημάτων τῶν φυλακῶν, οὐδὲ τὰ ἐλάχιστα ἀποτελέσματα θέλουσιν ἔχει, ἐὰν ὁ διευθυντὴς στερῆται τῆς δεούσης ἐνεργητικότητος, κρίσεως, ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὑτοῦ. Τὰ πάντα ἤρτηνται ἐκ τοῦ διευθυντοῦ». Λοιπὸν φρονῶ ὅτι καλὸν εἶναι, ὅπως ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τοῦ νόμου περιλάβωμεν εἰδικὰς γνώσεις διὰ τὸν διευθυντήν.
§177Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ τὰ βάλετε αὐτὰ εἰς τὸν νόμον;
§178Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Αὐτὰς τὰς γνώσεις ὑποθέτω ὅτι θὰ τὰς ἔχωσι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν εἰδικῶς εἰς τὴν ἐπιστήμην αὐτὴν καὶ καλὸν εἶναι νὰ τεθοῦν οὐ μόνον χάριν τῆς κανονικῆς λειτουργίας αὐτῶν ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀπαλλαγὴν ἀκριβῶς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὰς γνωστὰς πιέσεις πρὸς κατάληψιν τῆς θέσεως.
§179Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ περιληφθοῦν καὶ αὐτὰ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§180Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχῆς ἔργον θὰ εἶναι, καθ’ ὅσον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἀποκτήσωμεν φυλακάς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10ον ὡς ἔχει).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11ον (ἀναγινώσκεται).
§182ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φοβοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἐφθάσαμεν πρὸ προσκόμματος ἀνυπερβλήτου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μικρόν τινα πρόλογον. Ὅταν προσηγόρευε τὴν πρώτην Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ὁ τότε ὑπ’ αὐτῆς ἐκλεχθεὶς Πρόεδρος συνέπεσε νὰ παρακάθημαι τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τῇ προσαγορεύσει του ὁ τότε Πρόεδρος ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ὀπαδὸς ἀφωσιωμένος τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος. Μιᾷ φωνῇ διεκόψαμεν αὐτὸν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἴπομεν «τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ». Ἀλλ’ ἡ ψυχολογία, Κύριοι, διδάσκει τὸ ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ μία ἰδέα, ἐφόσον μένει ἰδέα ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ ἔχοντος αὐτήν. Διὰ νὰ εὕρῃ τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς ἡ ἰδέα, πρέπει νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς σφαίρας τῆς διανοήσεως εἰς τὴν ὑποσυνείδητον χώραν τῶν συναισθημάτων, καὶ τότε, καθισταμένη στοιχεῖον τοῦ χαρακτῆρος, εἶναι δυνατὸν νὰ δράσῃ, νὰ πραγματοποιήσῃ τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει. Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταί, ἀνατρέπει τὸ λογιστικὸν σύστημα, συγχέει τὴν διαίρεσιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, παραβαίνει καταφώρως ἀρχὰς κοινοβουλευτικάς. Κατώρθωσε νὰ διαπλεύσῃ καὶ νὰ φθάσῃ συζητούμενον μέχρι τοῦ ἄρθρου 11ου. Δὲν ὑποθέτω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερπηδήσῃ καὶ ῥητὰς πλέον κατηγορηματικάς, ἐπιτακτικὰς καὶ ἀπαγορευτικὰς ἔτι διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 11. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ δώσῃ προσοχήν, διότι ψηφίζουσα τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὑπερβαίνει τὰ δικαιώματα αὑτῆς, ἐπὶ πλέον δὲ παραβαίνει τὰ καθήκοντα αὑτῆς πρὸς τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς ὑπόληψιν, διότι θέλει θέσει νόμον μάταιον, νόμον τὸν ὁποῖον οὐδεὶς Ὑπουργὸς θὰ τολμήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ, διότι ἐφαρμόζων αὐτὸν θὰ εὑρίσκηται ἤδη εἰς τὴν εὐρεῖαν λεωφόρον.....τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον. Τὸ ἄρθρον λέγει ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀποτελέσοντες τὸ λοιπὸν προσωπικὸν ἑκάστης τῶν φυλακῶν, ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος καὶ τοῦ προορισμοῦ τούτων, τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ὁ βαθμός, ὁ μισθός, καὶ τὰ προσόντα ἑκάστου τούτων κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος». Παρακαλῶ ἀκούσατε καὶ τὰς διατάξεις τοῦ ὑφ’ ὑμῶν ἄρτι ψηφισθέντος Συντάγματος. (Ἀναγινώσκει) Ἄρθρον 61 «Μισθός, σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου». Ἄρθρον 102: «Τὰ προσόντα τῶν διοικητικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων ὁρίζονται διὰ νόμου». Δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις ὅτι πρόκειται περὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Οὔτε τὸν μισθὸν αὐτῶν λοιπόν, οὔτε τὰ προσόντα αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρίσῃ Β. Διάταγμα. Θὰ ἔλεγέ τις ἴσως, ἀντὶ νὰ εἴπωμεν «ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος» νὰ εἴπωμεν «ὁρισθήσονται διὰ νόμου». Τὸ πρᾶγμα ὅμως θὰ καθίστατο καταδήλως κωμικόν, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ἄλλου νόμου, διὰ νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος οὗτος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι κωμικόν. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅπως συμπληρώσωμεν τὸ ἄρθρον, οὕτω δὲ νὰ ὁρίσωμεν τὸ προσωπικόν, νὰ ὁρίσωμεν τὰ προσόντα αὐτοῦ, τοὺς μισθοὺς αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν...
§183Γ. ΠΩΠ. Τὸν ἀριθμὸν τῶν φυλακῶν.
§184Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν ἀριθμὸν τῶν φυλακῶν· ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν ἀνάγκην τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φυλακῶν ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ συστήματος τῆς ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν. Πόσοι θὰ εἶναι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, ποίαν θέσιν θὰ κατέχῃ ἕκαστος ἐξ αὐτῶν, ποῖον μισθὸν ἕκαστος ἐξ αὐτῶν θὰ λαμβάνῃ; Διὰ τοῦτο ἔσφαλε νομίζω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μὴ ἀποδεχθεὶς τὴν χθεσινὴν πρότασίν μου, νὰ παραπεμφθῇ καὶ αὖθις εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον, πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ τὸ ἔχῃ τις ἐν τῇ διανοίᾳ αὑτοῦ πρέπει νὰ τὸ ἔχῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα καὶ εἰς τὸ συναίσθημα αὑτοῦ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικὸς ἀνήρ, πρέπει καὶ νὰ συναισθάνηται ὡς κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ οὐχὶ νὰ λέγῃ πρὸς τοὺς ἄλλους: Ἔστε κοινοβουλευτικοί, νὰ λέγῃ δὲ πρὸς ἑαυτόν: Ἔσο ὑπεράνω τῆς Βουλῆς, ὑπεράνω τοῦ πολιτεύματος, διότι σὺ εἶσαι σύ! Ἰδοὺ ποῦ φθάνουσιν ἐλαττώματά τινα, προχωροῦντα μέχρι τῶν ἄκρων ὁρίων. Ἰδοὺ διατὶ ὑπῆρξαν δυσχέρειαι εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ταύτης, ἐν τῇ ὁποίᾳ, ὅταν ψυχραίμως συζητῶμεν, εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ὅτι πάντες ὑπὸ ἀγαθῶν ἀγόμεθα προθέσεων, ἀλλὰ, ὀξυνόμενοι εἰς τὴν συζήτησιν, φθάνομεν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἀρνῆται ὁ εἷς τοῦ ἄλλου καὶ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεγνώριζε καὶ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος μάλιστα τούτου τῶν φυλακῶν, ἂν μὴ περισσότερον—θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν περισσότερον—πάντως ὅσον καὶ αὐτὸς ἔχομεν ἀσχοληθῆ, θὰ παρηκολούθει τὴν συζήτησιν μετὰ μεγαλητέρας προσοχῆς, θὰ ἐπείθετο ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ περιέχει ἐλλείψεις τοὐλάχιστον κατ’ ἄνθρωπον, ὥστε νὰ μὴ καταναλώσωμεν ἐπὶ ματαίῳ τοσοῦτον χρόνον, νὰ ἀναπτύξωμεν τόσα πείσματα καὶ νὰ φθάνωμεν πρὸ προσκόμματος ἀνυπερβλήτου. Τὸ λέγω ἀδιστάκτως, διότι εἶναι τόσον κατάφωρον τὸ πρᾶγμα, εἶναι τόσον ἀμάχητος ἡ ἀντίρρησις ἡμῶν, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ δὲν τὸ φαντάζομαι, δὲν τὸ πιστεύω καὶ ὅταν θὰ τὸ ἀκούω—ἂν τὸ ἀκούσω—ὅτι θὰ ἀντιταχθῇ ἀντίρρησις εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἡμῶν. Ἤρκει ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ συζητουμένου ἄρθρου καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας εἶπον, διότι εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς τοὐλάχιστον κατ’ ἄλλο σύστημα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν, διότι ἐὰν ἐντεῦθεν παρατηρῶνται ὑπερβάσεις τῶν προσηκόντων ὁρίων κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐκεῖθεν πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ὑπάρχει καταναγκασμὸς πρὸς τὰς ὑπερβάσεις ἐκείνας, ἂν δ’ ὑποθέτῃ τις, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν καταναγκασμὸν πέρα καὶ τῶν ὑπερβολικῶν μέχρι σήμερον ὁρίων πλανᾶται, ἂν νομίζῃ, ὅτι δὲν θὰ συναντήσῃ τοιαύτην ἄμυναν, ὥστε νὰ μετανοήσῃ, διότι προέβη, εἴτε εἰς συμβουλὰς εἴτε εἰς παροτρύνσεις εἴτε εἰς σκέψεις, ὅπως ὑπερβῇ τὰ ὅρια τοῦ καταναγκασμοῦ.
§185Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε· ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ τινι προφανῶς, καὶ ἡ πλάνη κατὰ τὴν πεποίθησίν μου εἶναι ἡ ἀκόλουθος: Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδ’ ἐγὼ νὰ ἀμφιβάλλω, ὅτι οὔτε μισθός, οὔτε βαθμός, οὔτε προσόντα δύνανται νὰ ὁρισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος· διὰ Διατάγματος δηλαδὴ ἐκδιδομένου ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως τῆς συνταγματικῆς καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων Διατάγματα. Δυνάμει τοιούτων τινῶν Διαταγμάτων βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρισθῶσι προσόντα, νὰ ὁρισθῇ μισθός, νὰ ὁρισθῶσιν ἀμοιβαί. Τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ νόμον. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἀναμφιβόλως δὲν δύναται νὰ γίνῃ διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς συνταγματικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἀναμφιβόλως τοῦτο καὶ πλέον τούτου δύναται νὰ γίνῃ, διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου κατ’ εἰδικὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς συνταγματικῆς ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ ἄρθρου 35, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων Διατάγματα, ἀναμφιβόλως δὲν δύναται νὰ γίνωσιν ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται νόμος· ἀλλὰ διὰ Διατάγματος ἐκδιδομένου δι’ εἰδικῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως δύνανται καὶ ταῦτα καὶ πλέον τούτων νὰ γίνωσι κατὰ σταθερῶς ἀνεγνωρισμένην ἐν τῷ δημοσίῳ δικαίῳ ἀρχήν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐπιφυλασσόμενος, ἂν ταῦτα δὲν κριθῶσιν ἐπαρκῆ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νὰ συζητήσωμεν εὐρύτερον τὸ πρᾶγμα.
§186Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὸ ἡμέτερον Πολίτευμα τοιαῦτα Διατάγματα κατὰ νομοθετικὴν ἐντολὴν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκδοθῶσι, διότι οὐδαμοῦ ἀναγράφονται.
§187Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ζήτημα, ἂν ἔχετε αὐτὴν τὴν γνώμην.
§188Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτε συνεζητοῦμεν ἐν τῇ Συνεταγματικῇ Ἐπιτροπῇ — τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε πρὸς τὴν Βουλὴν — εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν σχετικὰς διατάξεις ἀναγραφομένας εἰς τὸ προσχέδιον τῶν κυρίων Ὑπουργῶν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τοιαύτας διατάξεις, ἀναγραφείσας εἰς προσχέδιόν τι περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὑπὸ ὑποεπιτροπῆς τῆς μεγάλης Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἀπερρίφθησαν κατὰ παμψηφίαν ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς διατάξεις ξέναι πρὸς τὸ Πολίτευμα ἡμῶν, ἂν δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπῆρξέ τι προηγούμενον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ ἡμετέρου κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ προηγούμενον ἐκεῖνο ἀπεδείκνυε πάντοτε ἀσέβειαν πρὸς τὸ πολίτευμα, νοθείαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος. Ὑπάρχουσι πολιτεύματα ξένα, πολιτεύματα στηριζόμενα ἐπὶ τῆς μοναρχικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις διαταγμάτων τοιούτων, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὰ ἔτι μόνον εἰς ὡρισμένας περιστάσεις. Τοιοῦτό τι Διάταγμα ἐξεδόθη εἰς τὰ 1830 ἐν Γαλλίᾳ, κατ’ εὐρεῖαν ἑρμηνείαν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1814, ἀλλὰ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τόσον πολὺ κατεκρίθη ὑπὸ συμπάσης τῆς κοινοβουλευτικῆς τότε Γαλλίας, ὑπ’ ἁπάσης τῆς ἐπιστήμης τῆς Γαλλικῆς, ὥστε ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμή, ἂν μὴ ἡ αἰτία, νὰ γένηται ἡ Ἰουλιανὴ ἐπανάστασις καὶ νὰ ἔχωσι μεταβολὴν δυναστείας ἐν Γαλλίᾳ. Ἡ ἐπιστήμη ἡ ἀξιωματική, οἱ συγγραφεῖς οἱ σπουδαιότατοι κατακρίνουσι τὰ τοιαῦτα διατάγματα ὡς ἀνελεύθερα, ὡς ὄντα ἐναντίον τοῦ Πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἐπιτετραμμένον ὅπως ἀρχίσωμεν νοθεύοντες τὸ Πολίτευμα, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐψηφίσαμεν; Ἀρκεταὶ εἶναι αἱ διατάξεις, αἵτινες, κατὰ τὴν γνώμην τοὐλάχιστον ἡμῶν, περιορίζουσι τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἂς μὴ ἀρχίσωμεν καὶ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς νοθεύοντες καὶ καταδολιευόμενοι τὸ Πολίτευμα τὸ ὁποῖον χθές, λέγω, ἐθέσαμεν. Ἂν θέλωμεν νὰ θέσωμεν ἑδραίαν τὴν βάσιν τοῦ νεωτέρου ἡμῶν πολιτικοῦ βίου, πολιτικοῦ βίου ἐλευθέρου, πρέπει νὰ σεβώμεθα αὐστηρῶς τὰς διατάξεις τοῦ Πολιτεύματος· καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν δὲν θὰ προέλθωμεν εἰς αὐτόχρημα ἀναρχίαν, ἐὰν μετὰ τοιαύτας ἀντιλήψεις, προκυψάσας ἐν πολυμελεστάτῃ ἐπιτροπῇ, ἀρχίσωμεν νὰ ἐκδίδωμεν διατάξεις ξένας πρὸς τὸ Πολίτευμα. Καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε συζήτησις κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ γένηται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὡς ἐπιτρεπομένη ἡ τοιούτου Διατάγματος ἔκδοσις.
§189Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ἄρθρον 11 ὡς διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, προσκρούει πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐγώ, ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐπιτροπῇ, συζητήσεις αἵτινες ἔσχον τὴν ἀπήχησιν αὐτῶν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐγένετο λόγος, κυρίως συζητουμένων τῶν ἄρθρων τῶν ἀφορώντων τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως ἀναγνωρισθῶσι διὰ φράσεως τινὸς ἐν τῷ Συντάγματι τὰ διατάγματα τὰ ἐκδιδόμενα κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὰ ἐκδιδόμενα par délégation, ἀλλ’ ὁμοφώνως ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισεν ὅτι εἶναι τόσον ἀνώμαλον τὸ πρᾶγμα, τόσον προσκρούει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀρχὴν τεθειμένην, ἵνα προασπίσῃ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, τὰ συμφέροντα τῶν φορολογουμένων πολιτῶν, ὥστε ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἐκβληθῇ ὁ ὅρος τῶν κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδιδομένων διαταγμάτων, νὰ ἀφεθῇ δὲ εἰς τὸ ἄρθρον τὸ σχετικὸν μὲ τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἰς τὸ ἄρθρον 35, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ὅρος τῶν ἐκτελεστικῶν διαταγμάτων. Ἡ συζήτησις ἐκείνη τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ λησμονήσωμεν, ὅσοι ἔσχομεν τὴν τιμὴν νὰ εἴμεθα μέλη τῆς παρούσης Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀνεθεώρησε τὸ Σύνταγμα, ἡ συζήτησις αὕτη καὶ αἱ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἀναπτυχθεῖσαι γνῶμαι δεικνύουσι σαφῶς ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, πνεῦμα καθιερωθὲν καὶ ἐν τῷ γράμματι αὐτοῦ διὰ τῆς ἀποκρούσεως τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ διήνοιγον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τοιαύτας ἐν λευκῷ ἀδείας ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως ῥυθμίζῃ διὰ διαταγμάτων θέματα τῆς νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως τοῦ ἐλέγχου τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐλέγχου ἀσκουμένου ὑπὸ τὴν δυσπιστίαν τὴν ἔμφυτον εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὑπὸ τὴν δυσπιστίαν, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐλευθέρα ἀφιεμένη θὰ ἀκολουθήσῃ ἀρχὰς κομματικάς, θὰ ἀκολουθήσῃ βλέψεις νεπωτισμοῦ. Καὶ ἐκυρώθη, ἐπαναλέγω, διὰ τῆς ἀποκρούσεως αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ γράμμα αὐτοῦ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει νὰ ἐνδιατρίψω περὶ τὴν ἑρμηνείαν τὴν εὐρυτάτην τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲν ἀποκλείεται εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἡ ἔκδοσις νομοθετικῶν διαταγμάτων κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τοῦτο δύναται νὰ συμβαίνῃ ἐνίοτε, ἀλλ’ ὅταν συμβαίνῃ, εἶναί τι ἀνώμαλον καὶ δὲν δύναται νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἀρχή.
§190Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀπαγορευτέα ἡ διάταξις ἀκριβῶς καὶ εἰδικῶς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 65.
§191Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὲ στενοχωρεῖ ὅτι τόσον ταχέως ἐσβέσθη ἀπὸ τῶν τοίχων τῆς αἰθούσης ταύτης ἡ ἠχὼ τῶν συνταγματικῶν συζητήσεων, ὥστε πρὶν παρέλθῃ τετράμηνον ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος νὰ διαπορῇ τις, ἂν διεπόμεθα ὑπὸ τοῦ ψηφισθέντος Συντάγματος ἢ κατηργήθη τοῦτο. Θαυμάζει τις, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ μεγάλου ποιητοῦ, πῶς τόσον ταχέως «εἰς εὐτελῆ μόλυβδον μετεβλήθη ὁ ἄπεφθος χρυσός». Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καθωρίσαμεν ὡς ἐγγυήσεις τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος, τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκρίθησαν ἀναγκαῖαι ἐκ τῶν ἀτασθαλιῶν τοῦ παρελθόντος, πῶς τὰς ἐγγυήσεις ταύτας λησμονοῦμεν, πῶς ζητεῖ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ λάβῃ ἐν λευκῷ τὴν ἄδειαν νὰ ὁρίσῃ θέσεις, βαθμούς, προσόντα, μισθοὺς δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν. Μήπως νομίζετε ὅτι πρόκειται περὶ μικροῦ προσωπικοῦ; Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὴν φυλακὴν τὴν ἱδρυθεῖσαν ἐν ἔτει 1898 παρὰ τὸ Tegel τοῦ Βερολίνου, τὴν ὁποίαν ἐπεσκέφθην μετὰ τοῦ καθηγητοῦ μου κ. Κρόνε, δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι μία φυλακὴ λειτουργοῦσα ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀπαιτεῖ προσωπικὸν τοὐλάχιστον 125 ὑπαλλήλων. Καὶ φαντασθῆτε πρὸς στιγμὴν παρὰ τὰς κομματικὰς πιέσεις, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον μέχρι πεντήκοντα ὑπαλλήλων δι’ ἑκάστην φυλακήν. Θὰ δώσωμεν λοιπὸν τὴν ἄδειαν διὰ τὰς 30 φυλακὰς νὰ δημιουργηθῶσι 1,500 θέσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τίνα προσόντα θὰ ἀπαιτηθῶσι, τίς μισθὸς θὰ ἀπονεμηθῇ. Εἶναι εὔκολον νὰ μᾶς εἴπουν, ὅπως μᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ τότε εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ἐγκρίνωμεν ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνωμεν τὰς δαπάνας. Ναί, ἀλλὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν ἐγνώριζε τὸ Σύνταγμα καὶ ἐν τούτοις ἀπήτησε τὴν ὑπὸ μορφὴν νόμου ψήφισιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα συνεπάγονται τοιαύτας δαπάνας εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦσι θέσεις καὶ ἀπήτησε νὰ ὁρίζωνται διὰ νόμου τὰ προσόντα, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἔλεγχος τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ προληπτικός, διὰ τὴν μὴ κατάχρησιν τῶν τοιούτων εὐκαιριῶν πρὸς δημιουργίαν προσωπικῶν κομμάτων. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὡς εἶπον, τὸ νομοσχέδιον προσκρούει εἰς τὰ στοιχεῖα τοῦ πολιτεύματος, προσκρούει εἰς τὰ στοιχεῖα τῆς ἐπιστήμης, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ ὅτι δὲν ἔχουν ὡριμάσει ἐν τῷ νῷ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ὤφειλον νὰ εἶχον ὡριμάσει πρὶν εἰσηγηθῇ τοιαῦτα μέτρα εἰς τὴν Βουλήν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον· ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐκ τοῦ Συντάγματος, ζητῶ νὰ τεθῇ ζήτημα συνταγματικοῦ ἀπαραδέκτου ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνταγματικὰς παρατηρήσεις, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι ἀπολύτως εἰς ὅσα εἶπον. Ἀναγνωρίζω ἐν τούτοις ὅτι ὑπάρχει ἄποψις πολιτική, ἄποψις κοινοβουλευτική, ἡ ὁποία ἑκάστοτε πρέπει νὰ ἐξετάζηται. Ὑπὸ κοινοβουλευτικὴν ἔποψιν νὰ καθιερωθῇ ὡς ἀρχὴ ἡ ἑκάστοτε ἐξουσιοδότησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν εἰς ἔκδοσιν Β. Διαταγμάτων, νομοθετικῆς ὕλης, βεβαίως δὲν εἶναι ἐπιδοκιμαστέον. Μόνον δὲ ὅπου ἡ ἀνάγκη ἢ ἡ σκοπιμότης ἢ πολιτικὴ ἐπιβάλλει τοῦτο πρέπει νὰ τὸ στέργῃ τις. Εἶναι ὅμως ἐνδεδειγμένον ἐν προκειμένῳ νὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἡ ἐντολὴ αὕτη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως μετὰ τοῦ ὅλου ὀργανισμοῦ τῶν φυλακῶν καὶ τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες διὰ τούτου θὰ δειχθῶσι καὶ ἐν τοῖς καθέκαστα, καθορισθῶσι καὶ τὰ τοῦ προσωπικοῦ. Θὰ ἦτο ἴσως ἄξιον πλείονος λόγου τὸ πρᾶγμα, δικαιολογοῦν τὴν ἀπὸ μέρους τῶν ἀντιφρονούντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δυσπιστίαν πρὸς αὐτήν, ἂν ἐπρόκειτο ἰδιαιτέρως καὶ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως νὰ γίνῃ χρησιμοποίησις καὶ συμπλήρωσις τῶν ἱδρυθησομένων θέσεων. Ἀλλ’ εἶναι προφανές, καθιστῶν πλέον ἀδικαιολογήτους τοὺς δισταγμοὺς τῶν ἀντιθέτων πολιτικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἓν ἔχει νὰ πράξῃ· διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδοθησομένου συγχρόνως μετὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, νὰ καθορίσῃ τὰς κατ’ ἰδίαν θέσεις, τὰ προσόντα τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, καὶ ἀντιστοίχως τὸν μισθὸν αὐτοῦ. Μόνον δὲ μετὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν θὰ γίνῃ διορισμὸς τοῦ προσωπικοῦ, ἄρα ἀπὸ μέλλουσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πάλιν θὰ δεσμεύηται ἐκ τοῦ ἐκδοθέντος Β. Διατάγματος εἰς πᾶσαν ὑποτιθεμένην ὑπερβασίαν ἐν τῇ ἐγκαταστάσει τοῦ νέου προσωπικοῦ. Ὥστε καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν εἶναι δεδικαιολογημένοι, νομίζω, οἱ φόβοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§193Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι υἱοθετῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ, διότι πιστεύω ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Συντάγματος.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ἐγκατέλειψεν ὁ κ. Ἀραβαντινός, ἵνα τὴν υἱοθετήσητε σεῖς.
§195Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐννοῶ δηλαδὴ ὅτι τὴν συμμερίζομαι καὶ ἐγώ.
§196Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεως ἐν νομοσχεδίῳ ὑπαρχούσης καὶ ὅλως ἀντιθέτου καὶ πρὸς αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα τὰ κρατοῦντα καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀτυχῶς ἡ σκοπιμότης, τὴν ὁποίαν καὶ νῦν προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐγένετο ἀφορμή, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Βουλὴ ἡμῶν παράσχῃ εἰς λευκὸν πλέον ἢ ἅπαξ καὶ ἐναντίον τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀρχῶν καὶ ἐναντίον ἐνδεδειγμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ὅμοια, ἴσως δὲ καὶ μεγαλύτερα δικαιώματα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Εὑρέθημεν ἐνώπιον τοῦ μοναδικοῦ φαινομένου, ὅπως, προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς φόρου βαρυτάτου εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀφήσωμεν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἦτο τότε ἀπαράσκευος, ἀφήσωμεν, λέγω, ἐν λευκῷ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ οὐσιωδέστατον τῆς εἰσπράξεως ἑνὸς φόρου μέτρον κανονίσῃ διὰ Β. Διατάγματος. Προκειμένου περὶ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν ἐδώσαμεν εἰς λευκὸν τὴν ἄδειαν, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος κανονισθῇ κατ’ ἀρέσκειαν καὶ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, ἐνῷ ταῦτα, συμφώνως καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ προσέτι συμφώνως καὶ πρὸς τὰ κρατοῦντα κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τῆς εὐλαβείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς αὑτὴν ταύτην τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐξ ἧς προέρχεται, κανονίζει διὰ τῆς πλειονοψηφίας τὰ ἄμεσα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ λαοῦ. Τὴν φορὰν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐμπλακεὶς ἀναμφισβητήτως ἐνώπιον ἀδιεξόδου τεθέντος ἐκεῖθεν μὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας, ἐντεῦθεν δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἠθέλησε νὰ προβάλῃ πρὸς ἀπόκρουσιν ἐμφανοῦς ἀντισυνταγματικότητος, ἡ ὁποία ὅμως ἀντισυνταγματικότης ἔχει προηγούμενον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ τὴν ἰσχὺν τῆς συνταγματικότητος, δι’ ἣν παραδείγματα ἀνέφερον, ἠθέλησε νὰ προβάλῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τῆς σκοπιμότητος.
§197Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιθέτως.
§198Γ. ΠΩΠ. Ἠθέλησε πλὴν τῆς σκοπιμότητος νὰ καταδείξῃ ὅτι δὲν θὰ εἶναι οὗτος, ὁ ὁποῖος θὰ χρησιμοποιήσῃ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι τὴν ἀντισυνταγματικὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ παρέχομεν. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἀνατρέξῃ εἰς πιθανότητας, ἀντὶ νὰ ἀναζητήσῃ ν’ ἀνεύρῃ ἑρμηνείας διατάξεων ἑρμηνευθεισῶν πρὸ μικροῦ ὑφ’ ἡμῶν αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνατρέξῃ εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περὶ φυλακῶν προκειμένου ὑπεβλήθη κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, καὶ ἐκεῖ θὰ ἐνεδεικνύετο ὅτι καὶ ὁ ἰσχυρισμός, τὸν ὁποῖον προέβαλε περὶ ἀγνοίας τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τοῦ μισθοῦ, ὅστις θὰ ὀφείληται εἰς ἕκαστον ὑπάλληλον διοριζόμενον, προκειμένου περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς θὰ δύναται νὰ παύῃ καὶ νὰ διορίζῃ προκειμένου ...
§199Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἔχει τὴν προσήκουσαν ἐπάρκειαν.
§200Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι ἦλθον συνήγορος τοῦ νομοσχεδίου· ἠθέλησα ἁπλῶς νὰ τοῦ καταδείξω ὅτι προκειμένου περὶ Ὑπουργοῦ ἰσχυριζομένου ὅτι ἔρχεται νὰ κομίσῃ νομοσχέδια ἐπαρκέστερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψηφίσθησαν ἢ ὑποβληθέντα παρέμειναν ἔκθετα, ὤφειλε νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀνεπάρκειαν ἐκείνων ἀντὶ νέας ἀτελείας, ἐξ ὑπερμέτρου ἴσως σπουδῆς πρὸς ὑποβολὴν νομοσχεδίων, ἢ ἐξ ἀδιαφορίας πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι εἰς λευκὸν ὅ,τι καὶ ἂν ἐζητεῖτο θὰ ἐδίδετο. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο κανονίζονται ῥητῶς οἱ μισθοὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων.
§201Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω.
§202Γ. ΠΩΠ. Ἆρά γε ἐγένετο τοῦτο ἀπὸ κακῆς προθέσεως καὶ κακῆς διαθέσεως;
§203Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθε ἄλλο.
§204Γ. ΠΩΠ. Ἐγένετο, διότι τοῦτο ἐγίνετο πάντοτε ἄνευ ἐξαιρέσεως, καθόσον πρόκειται περὶ ἀπαγορευτικῆς συνταγματικῆς διατάξεως τῆς τοῦ ἄρθρου 61 κατὰ τὸ παρελθόν, τῆς τῶν ἄρθρων 61 καὶ 107 τοῦ Συντάγματος νῦν. Καὶ μήπως ἤλθομεν ἐδῶ, ὅπως ἐμφανιζώμεθα ἐπαρκέστεροι ἐργαζόμενοι καὶ ἀνατρέποντες καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίμως ἐγίνοντο κατὰ τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης ὑπερηφανείας οἱ ἀντιθέτως πρὸς αὐτὸ εὑρισκόμενοι ἀποκαλοῦσι φαυλοκρατίαν; Ἡ φαυλοκρατία ἐκείνη, ὅταν ἐνεφανίζετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δὲν ἐτόλμησεν οὐδέποτε νὰ ζητήσῃ ἀπὸ μίαν Βουλὴν προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς φόρων, προκειμένου περὶ καθορισμοῦ θέσεων, προκειμένου περὶ συνομολογήσεως δανείων, προκειμένου περὶ καθορισμοῦ μισθῶν, προκειμένου περὶ δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς μόρφωσιν προνομίων αὐτῆς, τὴν δημιουργίαν πάντων τούτων ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶν Διαταγμάτων, δὲν ἐτόλμησε, λέγω, οὐδέποτε νὰ ζητήσῃ ἐν λευκῷ τὴν τοιαύτην ἄδειαν. Μὴ θέλωμεν διαρκῶς, ἢ μᾶλλον μὴ θέλητε ὅπως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐμφανίζηται διαρκῶς ἐπιμένουσα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ συζήτησις ἐνδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι ὀρθά. Ἀναμφισβητήτως δὲ πρόκειται περὶ σφάλματος. Ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νομίζει τις, ὅτι ἀπερχόμενος ἀπὸ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρόκειται νὰ γίνῃ Πάπας καὶ μόνον περὶ τοῦ ἀλαθήτου αὐτοῦ ἀσχολεῖται. Ἀλλὰ τὸ ἀλάθητον δὲν εἶναι ἀνθρώπινον, Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ εἴπῃ ὅτι ἀναμφισβητήτως οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Λακωνίας καὶ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφοι εὑρίσκονται ἐν τῷ δικαίῳ ὅτι ἀπὸ καλῆς πίστεως καὶ ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ἐκόμισεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον τοιοῦτον. Καὶ νὰ προσθέσῃ ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐρρίφθη ἡ ὑπόνοια κατ’ αὐτόν, ἡ πίστις ὅμως καθ’ ἡμᾶς, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται εἰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 61 καὶ 107 τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ὡς πρότασις πάντη ὑπερφίαλος ἐνώπιον τῆς πλειονοψηφίας διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς ὁποίας εἶναι περιβεβλημένος, εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ διὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ νὰ προσκομίσῃ μετὰ νέαν μελέτην τὸ νομοσχέδιον. Οὕτω θὰ δυνηθῇ νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἀντιθέτων, ἀλλὰ καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ ἡ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν ὀφειλομένη ἐκ μέρους αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ εὐλάβεια τῷ ἐπιβάλλουσι νὰ φέρῃ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς συμφωνῶν τέλος πρὸς πάντα ταῦτα θὰ θελήσῃ ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ νὰ κομίσῃ τὸν κατάλογον τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ διορίσῃ, τοὺς μισθούς, τοὺς ὁποίους θὰ δίδῃ καὶ πάσας ἐκείνας τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ καὶ οὐχὶ ἡ ἐκτελεστική, εἰς Κράτη, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον θέλουσι νὰ θεωρῶνται ὅτι εἶναι ἐλεύθερα, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ τὴν ἀξίωσιν οἱ κυβερνῆται αὐτῶν νὰ λέγωσιν ὅτι ἦλθον νὰ ἀνορθώσωσι καὶ συμπληρώσωσιν οὐχὶ δὲ νὰ συντρίψωσι καὶ νὰ ἀφανίσωσιν.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβληθείσης κανονικῶς προτάσεως περὶ ἀπαραδέκτου, τίθεται ἐρώτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἂν δέχεται τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχεδίου ἢ ὄχι. (Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ πρότασις).
§206Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δι’ ἀναστάσεως θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε;
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11ον ὡς ἔχει, εἶτα δὲ καὶ τὸ 12ον). Ἄρθρον 13ον (ἀναγινώσκεται).
§208Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 13ου. Δὲν ζητεῖ πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὴν ἐκπροσωπουμένην ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἡ ἔκδοσις νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ ζητεῖ ν’ ἀνατεθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἰδίου κανονισμοῦ νὰ συμπληρώσῃ τὸν ὀργανισμόν.
§209Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13ον ὡς ἔχει).
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 55′ μ. μ.).