Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Συνεδρίαση 138

1911.10.08

1.051 στίχοι · 7.747 λέξεις · 29 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1911.10.08
Προεδρεία
ΙΩΑΝΝΟΥ Δ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ
Περίοδος
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Σύνοδος
—
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 138.

Τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1911.

(Σάββατον)

Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου

(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 129 Βουλευτῶν).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν τῆς Γαλλίας, χώρας μεγάλης καὶ φίλης, συνέβη ἀτύχημα συγκινῆσαν βαθέως τὸ εὐγενὲς καὶ φιλελεύθερον Γαλλικὸν ἔθνος. Ἓν τῶν ἰσχυροτέρων θωρηκτῶν τῆς Γαλλίας, ἡ «Ἐλευθερία», κατεποντίσθη, ἀπωλέσθησαν δὲ ὑπερτριακόσιοι ναῦται ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ. Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι διηρμήνευον τὰ συναισθήματα ὑμῶν ἁπάντων σπεύσας νὰ ἀπευθύνω ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων συλλυπητήριον τηλεγράφημα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς. Εἰς τὸ τηλεγράφημα ἡμῶν ὁ Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ἀπήντησε τὴν ἐπιοῦσαν τηλεγραφικῶς ἐκφράζων ἐξ ὀνόματος τῶν συναδέλφων του τὴν εὐγνωμοσύνην του διὰ τὴν συμμετοχὴν τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ πένθος τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ καὶ τὴν λύπην του, διότι μὴ συνεδριαζούσης τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ τηλεγράφημα ἡμῶν πρὸς αὐτήν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐδημοσίευσεν ἀμέσως διὰ τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν μεταφράσει τὸ κείμενον τῶν τηλεγραφημάτων ἀμφοτέρων.

§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Αὐτοῦ Ἐξοχότητα τὸν Πρόεδρον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς κ. H. Brisson Παρισίους. Ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ τῆς καταστροφῆς τοῦ ἰσχυροῦ θωρηκτοῦ «Ἐλευθερία» καὶ τῆς ἀπωλείας γενναίων τέκνων τῆς Γαλλίας ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, βαθύτατα συγκεκινημένη διὰ τὸ πλῆξαν τὸ ἔνδοξον Γαλλικὸν ναυτικὸν ἀτύχημα, συμμερίζεται εἰλικρινῶς τὴν ὀδύνην τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους καὶ παρακαλεῖ τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα, ὅπως γίνῃ διερμηνεὺς τῶν τοιούτων αἰσθημάτων της πρὸς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἰ. Δ. Τσιριμῶκος Αὐτοῦ Ἐξοχότητα κύριον Ἰωάννην Τσιριμῶκον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἀθήνας Μετὰ συγκινήσεως εὐχαριστῶ τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα ἐπὶ τῷ τηλεγραφήματι, δι’ οὗ μοὶ ἀναγγέλλετε τὴν ἐκδήλωσιν τῶν αἰσθημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ εἰδήσει τοῦ ἡμετέρου μεγάλου πένθους. Τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς μὴ συνελθούσης δὲν δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω αὐτῇ τὴν πολύτιμον ταύτην ἔνδειξιν συμπαθείας εἰμὴ διὰ τῆς καταχωρίσεως αὐτῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπ’ ὀνόματι πάντων τῶν συναδέλφων μου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω Ὑμᾶς, ὅπως γίνητε παρὰ τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων διερμηνεὺς τῆς ἡμετέρας ἐνθέρμου εὐγνωμοσύνης. Henri Brisson Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.

§3Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Νὰ δημοσιευθῶσι καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κρῆτες φοιτηταὶ αἰτοῦνται, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ πρὸς ἀνανέωσιν τῆς ἐγγραφῆς τέλους. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συγκινῇ νὰ ἀποσταλῇ πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν μετὰ τῆς δεούσης συστάσεως.

§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐν Ἀμαλιάδι κτηματικὸς σύνδεσμος ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαισύνης ἔχει τὸν λόγον.

§7ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε μετὰ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὁ Ὑπουργός, ὡς εἶναι γνωστόν, κατὰ τὸν Κανονισμόν, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσῃ εἰς πᾶσαν ὥραν πρὸ παντὸς Βουλευτοῦ.

§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν τελευταίαν σειρὰν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Εἰς τὴν σειρὰν ταύτην ἀνήκουσι τὰ ἀκόλουθα 13 νομοσχέδια. Τὸ πρῶτον ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τοιαύτης ἀποστολῆς νομίζω ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐξαίρων τὴν σπουδαιότητα τοῦ νομοθετικοῦ τούτου μέτρου, ἢ ὑποδεικνύων τὸ ἐπεῖγον τῆς λήψεως αὐτοῦ. Ἐν τούτοις παρατηρήσεις τινὲς σχέσιν ἔχουσαι πρὸς τὰς θεμελιώδεις βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἴσως δὲν ἤθελον κριθῆ ἐντελῶς περιτταί. Αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, Κύριοι, ἀνεξαρτήτως τῶν κεντρικῶν γυναικείων φυλακῶν καὶ τῶν φυλακῶν τοῦ Ἐφηβείου Ἀβέρωφ, περὶ τῶν ὁποίων καὶ μόνον δὲν προβλέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι ἐγκατεστημέναι, ὡς εἶναι γνωστόν, εἰς διάφορα κτίρια, τὸ μὲν δημόσια, τὸ δὲ ἰδιωτικὰ μεμισθωμένα. Ἀνέρχονται δὲ τὰ κτίρια ταῦτα ἐν ὅλῳ εἰς 91, ἐξ ὧν εἴκοσι μόνον ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν ἐξαιρεθῶσιν αἱ φυλακαὶ τοῦ Συγγροῦ, αἱ ὁποῖαι ἀνηγέρθησαν κατὰ τὸ 1887, αἱ φυλακαὶ τῆς Ἀμφίσσης, ἀνεγερθεῖσαι κατὰ τὸ 1895, αἱ φυλακαὶ τῆς Λευκάδος, αἱ ὁποῖαι ἀνηγέρθησαν ἐν ἔτει 1899, καὶ αἱ φυλακαὶ τῆς Κερκύρας, τῆς Κεφαλληνίας, τῆς Ζακύνθου καὶ τῆς Ἰθάκης, τὰς ὁποίας ἐκληροδότησεν εἰς ἡμᾶς ἡ πρὸ τῆς ἑνώσεως πολιτειακὴ κατάστασις τῆς Ἑπτανήσου, πᾶσαι αἱ φυλακαὶ αἱ λοιπαὶ εἶναι ἐγκατεστημέναι εἰς κτίρια, τὰ ὁποῖα πάντα ἄλλον προορισμὸν θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ πληρώσωσιν, οὐδέποτε ὅμως νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὡς φυλακαί. Ἀλλὰ καὶ αἱ φυλακαὶ αὗται, τὰς ὁποίας ἐσημείωσα ἤδη ὡς διαφόρους τῶν λοιπῶν, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς καὶ ἀνεκταί, ὡς κτίρια, ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον, ἀλλ’ ὑπὸ ἔποψιν σωφρονιστικὴν ἐλέγχονται καὶ νῦν ἔτι ἀκατάλληλοι· διότι ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ ἐν αὐταῖς τοῦ εἰσαγομένου σωφρονιστικοῦ συστήματος ἀποβαίνει ἐν πολλοῖς ἀδύνατος. Ἀπόπειρα δὲ οἱαδήποτε πρὸς μεταρρύθμισιν αὐτῶν, ὅπως κατασταθῶσιν ἐπιτήδειοι εἰς ἐφαρμογὴν σωφρονιστικοῦ συστήματος, βεβαίως ἤθελε στεφθῆ ὑπὸ πλήρους ἀποτυχίας. Παρόμοιαι ἀπόπειραι γενόμεναι ἀλλαχοῦ μετὰ εἰσαγωγῆς νέου σωφρονιστικοῦ συστήματος ἀπέτυχον καὶ ἤδη κατακρίνονται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Εἶναι ἄρα ἐνδεδειγμένον ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς βίας τῶν πραγμάτων, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν ἄρτιον σωφρονιστικὸν σύστημα φυλακῶν, πληροῦν τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει ἡ ποινὴ κατὰ τὴν σύγχρονον ἐπιστημονικὴν καὶ κοινωνικὴν περὶ αὐτῆς ἀντίληψιν, νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀνεγέρσεως νέων φυλακῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀνεγέρσεως βαθμιαίας καὶ συστηματικῆς χωρούσης ὑπὸ ὡρισμένας συνθήκας. Εἰς τοιοῦτο σύστημα καὶ εἰς τοιαύτας ἀντιλήψεις στηρίζεται τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Κατὰ τὸ σύστημα αὐτοῦ αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους διαιτοῦνται εἰς δικαστικὰς καὶ κεντρικάς. Ἴδιον δὲ εἶδος φυλακῶν ἀποτελοῦσιν αἱ ἀγροτικαί. Αἱ δικαστικαὶ φυλακαὶ θὰ εἶναι ἰσάριθμοι πρὸς τὰ Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους, ἑκάστη δὲ τούτων θὰ ἀνεγερθῇ εἰς τὴν πόλιν, ἔνθα καὶ ἡ ἕδρα τοῦ Πρωτοδικείου. Αἱ κεντρικαὶ φυλακαί, ἀνάλογοι κατ’ ἀριθμὸν πρὸς τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας, ὑπολογίζομεν ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰς πέντε. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν δύο τούτων εἰδῶν τῶν φυλακῶν, εἰς τὰς ὁποίας κυρίως στηρίζεται τὸ εἰσαγόμενον σωφρονιστικὸν σύστημα, προτείνομεν καὶ τὴν ἵδρυσιν ἀγροτικῶν φυλακῶν κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν ἐν Εὐρώπῃ εὐδοκίμως λειτουργουσῶν τοιούτων φυλακῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικῶς ἐφικτὸν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τοιούτου συστήματος ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ταῦτα κυρίως. Ὅτι ἐκ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ καὶ ἐκ τοῦ νεωτάτου κληροδοτήματος τοῦ Κοργιαλενίου συμποσοῦται ποσὸν 3,000,000 περίπου· κατὰ τινας δὲ ὑπολογισμοὺς τοῦ ὅλου σωφρονιστικοῦ συστήματος ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ κατ’ αὐτὸ ἀνέγερσις ὅλων τῶν φυλακῶν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος δὲν θὰ ἀπαιτήσῃ ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰ 9 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Δύναταί τις ἑπομένως νὰ ὑπολογίσῃ ἀσφαλῶς ὅτι διὰ τοῦ ὑπάρχοντος χρηματικοῦ ποσοῦ τοὐλάχιστον τὸ ἓν τρίτον τῶν φυλακῶν δύναται νὰ ἀνεγερθῇ. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς τὰς νέας φυλακὰς θέλει εἰσαχθῆ ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐργασία τῶν καταδίκων ὑπὸ ὅρους ἀπολήψεως τῶν δύο τρίτων ἐκ τῶν προσόδων ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ λαμβανομένου ἐξ ἄλλου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἤδη τὸ Κράτος δαπανᾷ ἤδη δι’ ἐνοίκια τῶν φυλακῶν καὶ διὰ τροφοδοσίαν τῶν πενομένων καταδίκων ἕν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον κατ’ ἔτος, δύναται μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας νὰ ἀχθῇ τις εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἔχῃ δαπανηθῆ τὸ ἤδη ἕτοιμον ποσὸν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, θὰ ἔχῃ ἀνεγερθῆ τὸ ἓν τρίτον τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτοῦ θὰ ἔχῃ ἀνακουφισθῆ ἐκ 500 περίπου χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκὲς εἰς συνομολόγησιν δανείου χρεολυτικοῦ κατὰ τὰς βάσεις τοῦ πρὸ μηνῶν ὀλίγων ψηφισθέντος νόμου περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων, τοῦ ὁποίου ἤρξατο ἤδη ἡ ἐφαρμογὴ σύμφωνος ἐν πᾶσι πρὸς τοὺς ἡμετέρους ὑπολογισμούς. Δυνάμεθα ἑπομένως μετὰ πάσης βεβαιότητος νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι ὁλόκληρον τὸ εἰσαγόμενον περὶ φυλακῶν σύστημα δύναται νὰ συμπληρωθῇ χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ παράπαν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Δύναμαι δὲ νὰ προσθέσω ὅτι ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου τούτου συστήματος, οὐ μόνον ὅταν ὁλόκληρον τοῦτο συμπληρωθῇ, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἐξαντληθῇ τὸ ὅλον διαθέσιμον ποσόν, θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀνακούφισις οὐσιώδης. Διότι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συναφθησομένων τοκοχρεολυτικῶν δανείων, θὰ εἶναι βεβαίως πολὺ μικρότερον τῶν ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων ἀπολήψεων τοῦ Κράτους. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σωφρονιστικὸν σύστημα ἠκολουθήσαμεν ταύτην τὴν ὁδόν. Τοὺς μὲν ὑποδίκους καὶ τοὺς εἰς βραχυτάτην φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς μηνὸς καταδίκους ὑποβάλλομεν εἰς τὸ σύστημα τῆς πλήρους ἀπομονώσεως ἐντὸς τῶν κελλίων· τοὺς δὲ λοιποὺς καταδίκους ὑποβάλλομεν εἰς τὸ λεγόμενον ὠβούρνειον, μικτὸν σύστημα, καθ’ ὃ τὴν μὲν νύκτα εὑρίσκονται οἱ κατάδικοι ἐν ἰδίῳ κελλίῳ ἀπομεμονωμένοι, τὴν δὲ ἡμέραν συμβιοῦσιν ὑπὸ ὡρισμένους κανόνας, τῆς πλήρους τουτέστι σιωπῆς εἴτε ἐν τοῖς ἐργοστασίοις, εἴτε κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ περιπάτου, εἴτε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διδασκαλίας. Αἱ ἀγροτικαὶ φυλακαί, αἱ ὁποῖαι τυγχάνουσι κατὰ τὸ πλεῖστον παρ’ ἡμῖν ἐνδεδειγμέναι ἰδιαίτατα ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὰ ἑξήκοντα τοῖς ἑκατὸν τῶν καταδίκων ἀσχολοῦνται εἰς ἀγροτικὰ ἐπαγγέλματα, διότι εἶναι γεωργοὶ καὶ βοσκοὶ κ.λ.π., αἱ ἀγροτικαὶ φυλακαί, αἱ ὁποῖαι τοσοῦτον εὐδοκιμοῦσιν ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Βελγίῳ, ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, θέλουσιν ἀνοικοδομηθῆ ὑπὸ σύστημα ἐντελῶς διάφορον, ὑπὸ σύστημα πληροῦν ἐντελῶς τοὺς ὅρους τῆς συμβιώσεως εἰς μέρη τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἱκανὰ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοιούτων ἐπαγγελμάτων. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον κατὰ τὰς βάσεις αὐτοῦ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σήμερον εἰσηγούμεθα. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ τύπου καὶ ἐξυβρίσεως ἐν γένει. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν προβλέπονται μόνον τὰ διὰ τοῦ τύπου τελούμενα ἀδικήματα. Πρόκειται περὶ πλήρους συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται εἰς ἀντικατάστασιν ὁλοκλήρου τοῦ νόμου περὶ ἐξυβρίσεως καὶ τύπου τοῦ ἔτους 1863, ὁ ὁποῖος δὲν προβλέπει μόνον διὰ τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου, ἀλλὰ διὰ πάσας ἐν γένει τὰς προσβολὰς κατὰ τῆς τιμῆς καὶ τὰς συναφεῖς πρὸς ταύτας ἀδικοπραγίας. Τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον ἀποτελεῖ, σχεδὸν εἰπεῖν, κώδικα ὁλόκληρον· διότι ἀποτελεῖται ἐξ ἄρθρων 84, μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς δὲ ἐκθέσεως καταλαμβάνει σχεδὸν ἐνενήκοντα σελίδας ἐντύπους. Βεβαίως δὲν ἀναμένει ἡ Βουλὴ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνάλυσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὡρισμέναι ὑποδείξεις εἶναι ἀναγκαῖαι, ὑποδείξεις ἀναγόμεναι εἰς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἰς τὰς βάσεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφορμᾶται. Κατὰ τὴν τελευταίαν 15ετίαν, Κύριοι, τὰ ζητήματα τῆς ἐξυβρίσεως ἐν γένει, ἰδιαίτατα δὲ τὰ διὰ τοῦ τύπου συντελούμενα ἀδικήματα, ἐμελετήθησαν παρ’ ἡμῖν μετ’ ἐξαιρετικῆς ἐνδελεχείας ἀπὸ θεωρίας καὶ πράξεως. Συνέβησαν ἐθνικαὶ περιπέτειαι καὶ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσαν τὸν τύπον εἰς ὑπερβασίας, αἱ ὁποῖαι προυκάλεσαν τὴν προσοχὴν τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν· ἐξ ἄλλου δὲ ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις ἐπιλαθόμεναι τῆς ἀποστολῆς τοῦ τύπου καὶ ἐκτραπεῖσαι πολλάκις εἰς ἀδίκους καταδιώξεις. Ἐκ τῶν ἀμοιβαίων τούτων ὑπερβασιῶν ἐδημιουργήθησαν δίκαι κατ’ ἐξοχὴν πεισματώδεις, εἰς τὰς ὁποίας διώκοντες καὶ διωκόμενοι ὑπῆρξαν πρόσωπα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀνεμένετο φυσικὴ ἡ ἐξονύχισις τῶν ζητημάτων τούτων καὶ ἡ ἀνένδοτος ἄμυνα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ὑπῆρξεν ἀνάγκη ἐπὶ περίοδον παραταθεῖσαν ἐπὶ ἑξαετίαν περίπου νὰ μελετηθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα μετ’ ἐξαιρετικῆς ἐνδελεχείας, ὑπῆρξε δὲ Κυβέρνησις ἐν τῷ μεταξὺ, ἡ ὁποία ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς δημοσίας γνώμης ἀξιούσης τὸ μὲν ὑπὲρ τοῦ τύπου, τὸ δὲ ἐναντίον αὐτοῦ ἀναλόγως τῶν ὑπερβασιῶν, αἵτινες ὑπεδείχθησαν εἴτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐκ μέρους τοῦ τύπου, καὶ κατηρτίσθησαν ἐπιτροπαί, εἰς τὰς ὁποίας ἔλαβον μέρος ἀντιπρόσωποι τῶν καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν καὶ ἄλλοι νομομαθεῖς, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων εἶχον κληθῆ, ἵνα πρωταγωνιστήσωσιν εἰς τὰς δίκας ἐκείνας, καὶ εἰδικῶς ἠσχολήθησαν εἰς τὰ συναφῆ ζητήματα. Ἐκεῖθεν συνεκομίσθη ὕλη ἐπιστημονικὴ πολύτιμος μετὰ μακρὰν ἐργασίαν, δὲν κατωρθώθη δ’ ὅμως νὰ ἔλθῃ αὕτη εἰς φῶς, διότι οἱ τότε ἐργασθέντες, ἄλλοι ἐξ ἄλλων ὁρμώμενοι ἀρχῶν, δὲν κατέληγον εἰς σύμφωνον ἀποτέλεσμα. Ἐν τούτοις ἐξ ὅλης τῆς ἐργασίας ἐκείνης συνεκομίσθη κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου πολύτιμος ὕλη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ ἤδη εἰσαγομένου νομοσχεδίου. Ἡ ἐργασία ἐκείνη συνεπληρώθη, ἐννοεῖται, μὲ τὰ ἔκτοτε ἐπιστημονικὰ καὶ πρακτικὰ ἐφόδια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς νομοθετικὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπεκράτησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 14ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Θεμελιώδης χαρακτὴρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Γαλλικῆς Ἐπιστήμης καὶ Νομολογίας, ἀλλ’ εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ὁποίου ἐκλήθη καὶ ἡ Γερμανικὴ Ἐπιστήμη, ἡ Γερμανικὴ Νομολογία, θεμελιώδης χαρακτὴρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ὅτι πλεονεκτοῦσι κατ’ αὐτὸ αἱ χρηματικαὶ ποιναὶ καὶ τὰ πρόστιμα, σπανίζουσι δὲ αἱ ποιναὶ αἱ περιοριστικαὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἀλλά, καὶ ὅπου αὗται αἱ ποιναὶ καθιεροῦνται, διαβαθμίζονται μετριώτερον οὐ μόνον τοῦ νόμου τοῦ 1836, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων τῶν ποινῶν, τὰς ὁποίας εἰς ἀντιστοίχους περιστάσεις ἀπαγγέλλουσιν οἱ ἀλλοδαποὶ νόμοι. Τὴν τοιαύτην διαρρύθμισιν ἐθεώρησα πολλαχόθεν ἐπιβαλλομένην. Διότι, ἂν πάντοτε εἶναι μελετητέος ὑπὸ τοῦ νομοθέτου ὁ χαρακτὴρ τοῦ λαοῦ, δι’ ὃν νομοθετεῖ, τοῦτο κρατεῖ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τοιαῦτα ἀδικήματα, εἰς τὰ ὁποῖα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, παίζει μέγαν ῥόλον ἡ ἰδιοσυγκρασία καὶ τὸ κλῖμα. Ἐπὶ τοιαύτης ἑπομένως νομοθετικῆς ὕλης ἡ σπουδὴ τοῦ ἡμετέρου χαρακτῆρος ἦτο ἰδιαιτέρως ἐνδεδειγμένη. Τὸ νομοσχέδιον καταλύει ἀδικήματά τινα, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζει ὁ ἰσχύων ἤδη περὶ τύπου νόμος τοῦ 1863. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐξ ἄλλου θεμελιοῖ ἄλλα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἠγνόει ὁ νόμος τοῦ 1836. Ἀνιδρύει ἀδικήματα αἴφνης, καθ’ ἃ ψευδεῖς δημοσιεύσεις, δημοσιεύσεις ψευδῶν εἰδήσεων ἐν γένει καὶ κακοβούλως γενομένων, δημοσιεύσεις πλαστῶν ἐγγράφων, ἐν γνώσει καὶ κακοβούλως γινόμεναι, ἐπάγουσαι δὲ διατάραξιν τῆς δημοσίας ἡσυχίας ἀποτελοῦσιν ἀδικήματα. Σειρὰ ὁλόκληρος διατάξεων καὶ ἄρθρων ἀναγορεύει εἰς ἀδικήματα ὡρισμένας δημοσιεύσεις· δημοσιεύσεις ὡρισμένων ἐγγράφων, πρακτικῶν, δικῶν περὶ διαζυγίου, βουλευμάτων κλπ.· δημοσιεύσεις, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο οὐδενὸς ὑπάρχοντος νόμου κωλύοντος ταύτας. Πρακτικὰ Δικαστηρίων ἐπὶ ὡρισμένων δικῶν, οἷαι αἱ δίκαι περὶ διαζυγίου, βουλεύματα ἢ ἄλλα ἔγγραφα ἐπὶ ὑποθέσεων ποινικῶν, αἱ ὁποῖαι κεῖνται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Ἀρχῶν, δημοσιεύσεις, αἵτινες ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα πόσον ὀλεθρίως ἐπέδρασαν ἐπὶ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων καὶ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, καὶ τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν καὶ κρίσιν αὐτῆς, ἀπαγορεύονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποτελοῦσαι αὐτοτελῆ ἀδικήματα, συμφώνως καὶ πρὸς τὰ ἀλλαχοῦ ἐπὶ τούτου κρατοῦντα. Ἀνεξαρτήτως ὅμως αὐτοῦ διὰ σειρᾶς διατάξεων ἐπιβάλλεται ὑπὸ τὴν ἀπαγγελίαν ὡρισμένων ποινῶν ἡ ἐπανόρθωσις οὐχὶ ἁπλῶς τῶν ὕβρεων καὶ προσβολῶν, ἃς εἴτε δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ἰδιώτης θὰ ἠδύνατο νὰ ἴδῃ εἰς βάρος του ἀναγραφομένας ἐν τῷ τύπῳ, ἀλλὰ δι’ οἱασδήποτε αἰτιάσεις καὶ γεγονότα ἢ ἀνακοινώσεις ψευδεῖς. Κατὰ πάσας τὰς περιπτώσεις ταύτας παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πολίτην καὶ ἐπιβάλλεται ἀντίστοιχος ὑποχρέωσις εἰς τὸν δημοσιογράφον νὰ δημοσιεύσῃ τὴν διδομένην αὐτῷ ἐπανόρθωσιν εἰς ὡρισμένον φύλλον, εἰς τὴν αὐτὴν σελίδα, εἰς τὴν αὐτὴν στήλην, ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔκτασιν καὶ ὑπὸ τὰ αὐτὰ τυπογραφικὰ στοιχεῖα, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθη καὶ τὸ γεγονὸς τὸ ἀφορῶν τὸν δημόσιον ὑπάλληλον ἢ ἰδιώτην. Ἀντιστοίχως εἶπον ὅτι πλεῖστα ὅσα ἀδικήματα, πλεῖσται πράξεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρει ὁ περὶ τύπου νόμος ὡς ἀδικήματα, καί τινες νομοθεσίαι θεωροῦσι τοιαῦτα, αἴρονται ἐκ τοῦ μέσου διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἰδίᾳ τοῦ ἐλέγχου τοῦ δημοσίου βίου καὶ τῆς ἐπιθέσεως, δύναμαι νὰ εἴπω, κατὰ τῶν δημοσίαν ἐξουσίαν ἀσκούντων ἀφορμᾶται ἀπὸ ἀρχῶν ἀκράτως φιλελευθέρων. Ἐκ τοῦ φόβου μήπως καὶ ὁ κολασμὸς ὑπερβασίας τινὸς δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν ἐν δεδομένῃ περιστάσει εἰς Κυβέρνησιν ἀνελευθέραν νὰ βλάψῃ τὰς ἀληθεῖς ἐλευθερίας τοῦ τύπου καὶ νὰ πνίξῃ τὸν ἔλεγχον τοῦ δημοσίου βίου παρεσχέθη ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐλευθερία ἄκρατος. Ἀφωρμήθημεν ἐν τῇ σκέψει ταύτῃ ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ στέρξῃ τις ὑπερβασίαν τινὰ ἀποτελοῦσαν κατὰ τὴν κοινὴν συνείδησιν ἀδίκημα ἢ νὰ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, ἧς θὰ ἠδύνατο ἴσως ἐν δεδομένῃ περιστάσει Κυβέρνησις ἀνελευθέρα νὰ ἐπωφεληθῇ ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυριαρχοῦσα ἀντίληψις εἰς ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Εἰδικώτερον ἐπὶ παραδείγματι δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι, ἐνῷ προστατεύονται προσηκόντως οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπέναντι τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ τύπου, εἰσάγονται διατάξεις καθιστῶσαι ἀπολύτως δυνατὸν καὶ εὐχερῆ καὶ ἄφοβον τὸν ἔλεγχον καθ’ ὅλην τὴν προσήκουσαν ἔκτασιν. Ἀρκοῦμαι νὰ σημειώσω διάταξιν ἄρθρου τινός, καθ’ ἣν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, καθ’ οὗ ἡ προσβολὴ ἢ ἐξύβρισις ἐγένετο, δὲν δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς Ἀρχάς, διότι ἡ προσβολὴ ἢ αἱ ὕβρεις δὲν ἀποτελοῦσιν ἀδίκημα, ὅτε προεκάλεσε ταύτας ἢ διὰ παραλείψεις τῶν καθηκόντων του ἢ δι’ ὑπερβασίας τῶν ὁρίων τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Ἐκτὸς τούτου ὡρισμένη ἀρχὴ κυροῦσα τὰς ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐφάνησαν ἐπικρατοῦσαι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 14ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Δικαστηρίων εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἐπαναλαμβάνεται ἁπλῶς ἡ συνταγματικὴ Ἀρχή, καθ’ ἣν ἐξυβρίσεις καὶ προσβολαὶ ἀφορῶσαι τὸν δημόσιον βίον δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ἀλλ’ ἐκτείνεται καὶ περαιτέρω καθοριζομένης σαφέστερον τῆς διατάξεως ταύτης καὶ κυρουμένων τῶν ἀντιλήψεων τῶν ἐπικρατουσῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ διατάξεων, αἵτινες θὰ καταστήσωσιν ἀδυνάτους ἐφεξῆς τὰς παρατηρηθείσας ὑπερβασίας. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, καὶ ἡμεῖς δὲ ἐθίξαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τὸ γεγονὸς ὅτι συνέβη πολλάκις, εἴτε ἁπλῶς ἐκ πεπλανημένης εἴτε ἐξ ἄλλης ἀντιλήψεως μὴ προσκειμένης εἰς ἀκραιφνῆ δικαστικὴν κρίσιν, ἐξυβρίσεις ἢ προσβολαί, αἱ ὁποῖαι πράγματι ἀνήγοντο εἰς τὸν δημόσιον βίον, διότι ἀνευρέθη νὰ περιέχωσι μίαν μόνον φράσιν μὴ ἁπτομένην ἀμέσως τοῦ δημοσίου βίου, κατωρθώθη νὰ χωρισθῶσιν ἡ μία τῆς ἄλλης, καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς Πλημμελειοδικεῖον δημοσιογράφοι λόγῳ μὲν ὅτι ὕβρισαν ἢ προσέβαλον ἐξελέγχοντες τὸν ἰδιωτικὸν βίον, πράγματι δέ, διότι ἔπληξε τοὺς ἐλεγχομένους ὁ ἔλεγχος τοῦ δημοσίου βίου. Εἰσηγούμεθα ἑπομένως διάταξιν, καθ’ ἣν εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ αὐτοῦ μέσου καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον καὶ τρόπον ἐγένετο ἐξύβρισις ἀφορῶσα εἴς τε τὸν δημόσιον βίον καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικόν, ἡ τοιαύτη ἐξύβρισις, ἡ τοιαύτη προσβολὴ ἀποτελεῖ πάντοτε ἀδίκημα δικαζόμενον πάντοτε ὑπὸ τῶν ἐνόρκων. Ἀνεξαρτήτως τούτου ἀδικήματα ἐναντίον ὡρισμένων προσώπων, ἅτινα κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν δὲν ἔχουσιν ἰδιωτικὸν βίον μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον, προσβολαὶ καὶ ἐξυβρίσεις οἱαιδήποτε ἐναντίον τοιούτων προσώπων ἄνευ τινὸς ἐρεύνης, ἐὰν ἡ ὕβρις ἀνάγηται εἰς τὸν δημόσιον βίον ἢ τὸν ἰδιωτικόν, προσῆκον εἶναι καὶ κατὰ τὴν ἐνταῦθα πεῖραν καὶ κατὰ τὰ ἀλλαχοῦ διδασκόμενα νὰ ὑπαχθῶσι, καὶ ὑπάγονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐνόρκων. Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, κατὰ τὰς κυριωτέρας αὐτοῦ βάσεις τὸ περὶ ἐξυβρίσεως καὶ τύπου νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτοῦ σπουδαιότητα· πρέπει νὰ σημειώσῃ ὅμως ὅτι ἡμεῖς ἀφωρμήθημεν ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς νὰ προστατεύσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς κοινωνίας ἀπέναντι τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ τύπου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς ἡ προστασία αὕτη νὰ μὴ ἐκταθῇ εἰς σημεῖον πλῆττον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρόκειται νὰ πληγῇ, ὡς κακῶς ὑπολαμβάνεται, τάξις ὡρισμένη προσώπων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξ ἄλλης πλευρᾶς, ἐξ ἄλλης θύρας πρόκειται νὰ παραβιασθῶσιν ἐπίσης τιμιώτερα δικαιώματα αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνίας προστατευόμενα διὰ τοῦ τύπου. Νομίζομεν ὅτι ἐν τῇ δυσχερείᾳ τῆς ἐκλογῆς τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συμπέσῃ ἡ προστασία τῶν δικαιωμάτων καὶ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ, ἐτύχομεν τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ προσήκοντος. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει ἐξαιρετικὴν σπουδαιότητα καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δέ, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἐμπεριστατωμένως ἀσχοληθῆ καὶ δώσει τὴν προσήκουσαν λύσιν. Τρίτον ἐν τῇ σειρᾷ τῶν νομοσχεδίων εἶναι τὸ περὶ φυγοδικίας. Ἡ ἐξάλειψις τῆς φυγοδικίας βεβαίως δὲν εἶναι προσῆκον ὑπὸ ἔποψιν θεωρητικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ μέτρων τοσοῦτον ὀξέων, οἷα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσηγοῦμαι διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὑμεῖς εἶσθε τελείως πεπεισμένοι ὅτι μετὰ πάροδον χρόνου οὐχὶ μακροῦ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἤδη ἡ Βουλὴ αὕτη, τοῦ νόμου κατὰ τῆς προφυλακίσεως, ὅστις κατέστησε τὴν προσωρινὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν καὶ ἐπὶ κακουργημάτων δυνατήν, τοῦ νόμου κατὰ τῶν ἐρημοδικιῶν, δι’ οὗ ἐπλήγησαν αἱ ἀναβολαὶ καὶ αἱ ἐρημοδικίαι αἱ διαιωνίζουσαι τὰς δίκας καὶ πολλαπλασιάζουσαι τὰς φυγοδικίας, διὰ τοῦ συστήματος τῶν φυλακῶν καὶ τῆς καθόλου λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐνημερότητος τῶν Δικαστηρίων, θὰ ὑποστῇ καίριον καὶ οὐσιαστικὸν τραῦμα ἡ φυγοδικία καὶ θὰ ἐπέλθῃ φυσιολογικὴ ἡ θεραπεία τῆς πληγῆς ταύτης. Ἐν τούτοις ἐνεστώτως τὰ πράγματα περιῆλθον εἰς σημεῖον δυσάρεστον, ἰδιαίτατα δὲ εἰς ὡρισμένα μέρη τῆς ὑπαίθρου χώρας ἡ φυγοδικία σοβεῖ κατὰ τρόπον δεινόν, εἶναι δ’ ἀνάγκη βεβαίως ὀξέων μέτρων, ἵνα τεθῇ εἰς ταύτην ἄμεσον τέρμα. Τὰ μέτρα ταῦτα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐστηρά, εἶναι ἐν τούτοις τὰ προσφορώτερα τῶν μέτρων ἐκείνων, εἰς τῶν ὁποίων τὴν λῆψιν καταφεύγει κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην ἡ Πολιτεία, ἵνα προστατεύσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν. Βεβαίως εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὴν στιγμὴν ταύτην ἔρχεται ὁ θεσμὸς τῆς ἐπικηρύξεως ὁ λειτουργῶν παρ’ ἡμῖν, ὅστις ἀποτελεῖ ἄρνησιν δικαιοσύνης καὶ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἐσχάτην, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀναπόδραστον εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, καὶ τὴν μᾶλλον ὀδυνηρὰν ἄμυναν τῆς Πολιτείας κατὰ τοῦ ἀτόμου. Τὸ νομοσχέδιον τίθησι τὰς ἑξῆς βάσεις. Ἐν πρώτοις ἡ φυγοδικία ἀναγορεύεται εἰς ἰδιώνυμον ἀδίκημα. Αὐτὸ τοῦτο τὸ φυγοδικεῖν ἀποτελεῖ ἴδιον ἀδίκημα, κολαζόμενον αὐτοτελῶς, ἀναλόγως τῆς διαρκείας τῆς φυγοδικίας καὶ ἀναλόγως τῆς συμπεριφορᾶς, τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν χρόνον τῆς φυγοδικίας ἐτήρησεν ὁ φυγοδικῶν. Πλήττοντες ὡρισμένας συνηθείας σταθερῶς ὑπὸ παντὸς φυγοδίκου ἀκολουθουμένας ἀπαγγέλλομεν ἀκυρότητα ὅλων τῶν πράξεων τῶν μεταβιβαστικῶν τῆς περιουσίας, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς φυγοδικίας του συνάπτει ὁ φυγοδικῶν. Τρίτον καθιεροῦμεν σύστημα καταδιώξεως τῶν φυγοδίκων κατά τινα τρόπον παρεμφερὲς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόδειξιν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀμοιβάς, τὰς συνεργίας καὶ καθεξῆς πρὸς τὸν νόμον περὶ ληστείας. Ὄχι βεβαίως μὲ τὰς βαρύτητας ἐκείνας καὶ τὰς ἀκρότητας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀναγκαῖαι, ἀλλὰ καθ’ ὑπόδειγμα καὶ σύστημα, τοῦ ὁποίου ἡ τελεσφόρησις εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἠγγυημένη· καὶ ἐν τέλει διὰ καταληκτικῆς διατάξεως τιθέμεθα προθεσμίαν μηνὸς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου εἰς τοὺς διατελοῦντας ἐν φυγοδικίᾳ, ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὰς Ἀρχάς, ὅπως μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου. Τέταρτον ἐν τῇ σειρᾷ ταύτῃ ὑποβάλλεται νομοσχέδιον προνοοῦν οὐχὶ πλέον περὶ τῆς ὑπαίθρου χώρας, ἀλλὰ περὶ ἀναλόγου πληγῆς καὶ μάστιγος πληττούσης τὰ κέντρα τὰ ἀστικά. Πρόκειται περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν τυχηρῶν παιγνίων. Ποία ἡ κατάστασις εἰς τὰ κέντρα, ἰδιαίτατα δ’ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, εἶναι περιττὸν ἴσως νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· δὲν δύναμαι ἐν τούτοις νὰ παραλίπω ἀπὸ τοῦ νὰ γνωρίσω εἰς αὐτὴν ἀπόσπασμα ἐκθέσεως προσφάτως ὑποβληθείσης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, εἰς τὴν ὁποίαν μετ’ ἐμπεριστατωμένης ἀκριβείας τιμώσης αὐτὸν γίνονται γνωστὰ καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐτύγχανον ἐν ὅλῳ τῷ πλάτει αὐτῶν ἄγνωστα. Ὁμιλῶν περὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐν Ἀθήναις ἰδιαίτατα καὶ ἐν Πειραιεῖ τονίζει σημεῖα σκοπητέα, ἐν σχέσει δὲ πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, παρατηρεῖ ταῦτα, ὅτι «Ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ἑκατοντάδες ὁλόκληροι ἐντοπίων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ξένων ἀποζώντων ἐκ τῶν χαρτοπαιγνίων, ἀπογυμνοῦντες δι’ ἀπάτης ἐνίοτε καὶ διὰ τῆς βίας τοὺς εἰς τὰ χαρτοπαίγνια συστηματικῶς καὶ μεθοδικῶς παρασυρομένους ἀγαθοὺς πολίτας, ἀναγκαζομένους κατόπιν ἐνδείας νὰ τραπῶσιν εἰς ἀδικήματα, καὶ πρόθυμοι νὰ τραπῶσιν εἰς οἱανδήποτε κλοπὴν ἢ ἀπάτην, ὅταν δὲν εὑρίσκωσι θύματα ἐν τοῖς χαρτοπαιγνίοις ἢ ἀτυχήσωσιν εἰς αὐτά». Ἡ καταδίωξις τῶν χαρτοπαιγνίων, ἰδιαίτατα δὲ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα τροφοδοτοῦνται ἐξ αὐτῶν, ἀπετέλεσε τὸ ὀνειροπόλημα, δύναμαι νὰ εἴπω, πλείστων Κυβερνήσεων· ὁμιλῶν δ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν δύναμαι νὰ παραλίπω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν φωτεινήν τινα περίοδον, καθ’ ἣν ἡ φιλοδοξία τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων πολιτευτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ὑπαγορεύσει σύντονα μέτρα μετ’ ἐμπεριστατωμένης μελέτης καὶ σπουδῆς καὶ ἐνδελεχείας πρὸς καταδίωξιν τῶν χαρτοπαιγνίων ἐν Ἀθήναις. Δυστυχῶς ἡ ἀτέλεια τῆς νομοθεσίας κατέστησεν ἀδρανῆ πᾶσαν ἐνέργειαν καὶ ματαίας πάσας αὐτοῦ τὰς ἀγαθὰς προθέσεις καὶ προσδοκίας. Εἶναι δ’ ἐντελῶς ἀνεπαρκής, Κύριοι, ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία. Εἶναι ἀνεπαρκὴς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ οὐσιαστικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικονομικοῦ δικαίου, ὑπὸ τὴν ἔποψιν δηλαδὴ τῶν ὅρων καὶ τοῦ τρόπου τῆς καταδιώξεως. Τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ ἀμφοτέρων τῶν σημείων. Καὶ ἐνταῦθα κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν ἀλλαχοῦ κρατούντων περὶ τῆς καταδιώξεως τῶν χαρτοπαιγνίων εἰσηγούμεθα σύστημα οὐσιαστικοῦ καὶ δικονομικοῦ δικαίου, τὸ τελευταῖον τοῦτο ἰθαγενὲς ἐκ τῶν ὅρων τῶν παρ’ ἡμῖν ὑπαγορευόμενον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν καταδιώκονται οἱ ἱδρυταὶ καὶ διατηροῦντες ἐν γένει ἀπηγορευμένα τυχηρὰ παίγνια εἰς δημοσίους τόπους, ἀλλ’ οὐχὶ μόνον εἰς δημοσίους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς τόπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι μὲν ἰδιωτικοί, ἀλλὰ προσιτοὶ εἰς τὸ κοινόν. Ἐπίσης μεταξὺ τῶν ὑπευθύνων καὶ καταδιωκομένων συνεπῶς εἶναι καὶ οἱ παίζοντες εἰς τοιαῦτα ἀπηγορευμένα τυχηρὰ παίγνια. Οὐσιωδέστατοι ὅμως εἶναι οἱ δικονομικοὶ ὁρισμοὶ οἱ εἰσαγόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἐγγυῶνται πλήρη καὶ ἄμεσον τὸν τερματισμὸν τῆς καταστάσεως. Κατὰ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα πᾶσα παράβασις ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀνακαλύψεως αὐτῆς δέον νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου. Οἱ ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλαμβανόμενοι, συμφώνως πρὸς τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, προσάγονται ἐντὸς 24 ὡρῶν τὸ βραδύτερον ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὁ Εἰσαγγελεύς, ὑπαρχουσῶν ἀποχρωσῶν ἐνδείξεων παραβάσεως τοῦ νόμου, διατάσσει τὴν κράτησιν αὐτῶν, ὑποχρεωτικῶς δ’ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ὁρίζεται ἡ δίκη. Ἀναβολὴ δὲν δύναται νὰ δοθῇ παρὰ μόνον εἰς περίπτωσιν ἐξαιρετικὴν κατ’ αἴτησιν τοῦ κατηγορουμένου καὶ μόνον ἐφάπαξ καὶ μόνον ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας. Ἀλλὰ συγχρόνως τὸ Δικαστήριον ἀποφαινόμενον τὴν ἀναβολὴν ἠτιολογημένην διατάσσει τὴν προφυλάκισιν τοῦ κρατηθέντος. Τοιαῦται περίπου εἶναι αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταδιώξεως τῶν ἀπηγορευμένων παιγνίων. Πέμπτον εἰς τὴν σειρὰν ταύτην εἰσάγεται νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετὰ τῶν λοιπῶν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς εἴχομεν προαναγγείλει. Εἶπον ἔκτοτε ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν νομοσχέδιον περὶ αὐτοκινήτων, νομοσχέδιον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς νέας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὸ νέον τοῦτο μέσον τῆς συγκοινωνίας ἐδημιούργησε, νομοσχέδιον, προνοοῦν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ποινικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀστικοῦ δικαίου. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ἰδίᾳ δεκαετίαν σπουδαιότατον μέλημα καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς νομοθεσίας τῆς ἀλλοδαπῆς ἀπετέλεσεν ἡ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ εἰσαγωγῆς εἰδικῆς νομοθεσίας διὰ τὰ αὐτοκίνητα. Ἡ φύσις αὐτῶν, οἱ ὅροι τῆς λειτουργίας αὐτῶν, ἡ τάξις ἀκόμη, εἰς τὴν ὁποίαν ταῦτα ἀνήκουσι, προεκάλεσαν ζωηροτάτην ἐπιστημονικὴν συζήτησιν· ἐπειδὴ δὲ καὶ παρ’ ἡμῖν παρετηρήθησαν δυστυχῶς καὶ ὁσημέραι παρατηροῦνται λάθη τινὰ ἢ ὑπερβάσεις τινές, κατὰ τὰς ὁποίας ἄοπλος εἶναι ἡ κοινωνία καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ποινικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἀστικήν, εἶναι καιρὸς νὰ προνοήσωμεν, ὑπόδειγμα ἔχοντες καὶ παράδειγμα ἔχοντες τὰ ἀλλαχοῦ διδασκόμενα καὶ γενικῶς σχεδὸν ἐφαρμοζόμενα νὰ προνοήσωμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν τούτων. Τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ δύο σημείων. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ποινικὴν ὁρίζεται ὡς αὐτοτελὲς ἀδίκημα ἡ φυγὴ τοῦ ὁδηγοῦ αὐτοκινήτου εὐθὺς μετὰ τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα· ὑπεστηρίχθη ἀλλαχοῦ ὅτι ὁ ὁδηγὸς μετὰ τὸ συμβὰν ἀτύχημα ὁπωσδήποτε, εἴτε ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτοῦ, εἴτε ἐκ τύχης, εἴτε ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ θύματος, ὀφείλει νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν του. Διότι λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ αὐτοκίνητον μετὰ τὸ ἀτύχημα ἐξαφανίζεται, ἐσχάτως δὲ τοιαύτη ἐξαφάνισις πρὸ ἡμερῶν καὶ παρ’ ἡμῖν παρετηρήθη καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων ἀνεκοινώθη, γεννᾶται διὰ τῆς ἐξαφανίσεως αὐτοῦ διπλοῦν ἀτόπημα· πρῶτον ὅτι ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ ἀποβαίνει ἄοπλος εἰς συλλογὴν τῶν ἐνδείξεων πρὸς καταδίωξιν τοῦ τυχὸν ὑπάρξαντος ἀδικήματος, ἐξ ἄλλου δὲ καὶ τὸ θῦμα τοῦ αὐτοκινήτου εὑρισκόμενον ἴσως εἰς μέρος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἄμεσος βοήθεια εἶναι ἀδύνατος, μένει ἐκτεθειμένον καὶ ἀπροστάτευτον. Ἑπομένως καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ θύματος, ἀλλὰ καὶ αἱ ὑπαγορεύσεις τῆς φιλανθρωπίας πρὸς προστασίαν τοῦ θύματος ὑπηγόρευσαν τὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνηγορεύθη εἰς ἀδίκημα αὐτὴ καὶ μόνον ἡ μετὰ τὸ ἀτύχημα φυγὴ τοῦ αὐτοκινήτου. Ἐξ ἄλλου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἀστικὴν ἐλήφθησαν εἰδικαὶ πρόνοιαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἄρχον καὶ κύριον χαρακτηριστικὸν εἶναι τοῦτο, ὅτι ὑποχρέωσις πρὸς ἀποζημίωσιν ὑφίσταται ἀνεξαρτήτως πάσης ὑπαιτιότητος καὶ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τυχαῖον ἦτο τὸ ἀδίκημα, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἦτο ὑπαίτιον τὸ θῦμα. Ἐκρίθη ὡς ὀρθὸν καί, ἐπαναλαμβάνω, γενικῶς διδάσκεται καὶ νομοθετεῖται ὅτι ἐξαιρετικῶς εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην λόγοι φιλανθρωπίας ἐπιβάλλουσι τὸ βάρος τῶν τυχηρῶν εἰς τὸν ὁδηγὸν ἢ ἰδιοκτήτην καθ’ ὡρισμένας περιπτώσεις. Μετὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, Κύριοι, ἐπακολουθεῖ σειρά τις νομοσχεδίων συμπληρωματικῶν ὑποβληθέντων ἤδη ἄλλων δικονομικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θεραπεύουσιν ὡρισμένας τινὰς ἀτελείας τῆς Ποινικῆς ἢ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἐν πρώτοις νομοσχέδιον, δι’ οὗ μεταρρυθμίζεται τὸ ἄρθρον 251, παράγραφος δευτέρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργεῖται ἡ τάξις τῶν βουλευμάτων τῶν παυόντων πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν. Οἱ παρακολουθοῦντες τὰ δικαστηριακὰ ἡμῶν πράγματα γνωρίζουσιν ὅτι αἱ νομοθετικαὶ ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐστηρίχθησαν εἰς τὴν τάξιν ταύτην τῶν βουλευμάτων, δὲν ἔτυχον τοῦ σκοποῦ. Σχεδὸν πάντοτε εἰς τὰ βουλεύματα ταῦτα ἐζήτησαν προσφυγὴν δι’ ἀσθένειαν χαρακτῆρος πολλοὶ δικασταὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῆς παραπομπῆς τῶν κατηγορουμένων καὶ ὅτι βουλεύματα παύοντα πρὸς καιρὸν τὴν καταδίωξιν καὶ αἱ σχετικαὶ δικογραφίαι ἐβάρυναν καὶ βαρύνουσι τὰ ἀρχεῖα τῶν καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν, σπανιώταται δὲ εἶναι αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι, καθ’ ἃς ἐπηκολούθησαν νέα γεγονότα, ἵνα ἀκολουθηθῇ ἡ διαδικασία ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς συνέχισιν τῆς καταδιώξεως. Ἀνεξαρτήτως δὲ τούτου καὶ διὰ τοὺς διαδίκους ἀποτελοῦσι τὰ βουλεύματα ταῦτα πληγὴν ἀνίατον, διότι ἀφήνουσι στίγμα τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον εἰς ταῦτα καὶ ἕνεκα τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τινας διατάξεις τῆς Δικονομίας, νὰ θέσωσιν ἐκποδών. Ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, ὑπέδειξαν ἀνάγκαι τινές, ἀνακύψασαι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, τὰς ὁποίας ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶχον προΐδει. Μέγα μέρος τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας οὐσιωδέστατα στηρίζεται πολλάκις εἰς τὰς ἀνωμότους πιστοποιήσεις τῶν ἰατρῶν. Προσελεύσεις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἄδειαι δικαστῶν καὶ ἄλλων δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἄλλα δικαστικὰ μέτρα στηρίζονται ἀναγκαίως εἰς τὰς πιστοποιήσεις τῶν ἰατρῶν, τὰς ἀνωμότους. Συνέβη ὅμως δυστυχῶς αἱ ἀνώμοτοι αὗται πιστοποιήσεις νὰ ἀφίστανται τοσοῦτον τοῦ ἀληθοῦς, ὥστε ἰατροὶ νὰ εὑρεθῶσιν εἰς ἀντίθεσιν καὶ νὰ πιστοποιήσωσι καὶ πρὸς ἐμὲ αὐτὸν ὅτι ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον πιστοποίησις τοιαύτη νὰ ὑποβληθῇ ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος καὶ εὐθείας θελήσεως. Εἰς τοιαύτην ἀνάγκην περιελθὼν προεκάλεσα τὴν ἐνέργειαν τῶν καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν ἐπὶ τῇ βάσει προχείρου ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸ ἄρθρον 271 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Δυστυχῶς καὶ ἡ ἑρμηνεία ἡ γενομένη ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν καὶ ἡ ἐμὴ μελέτη παρήγαγον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔπρεπε πολὺ νὰ πιεσθῇ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, διὰ νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ στηριχθῇ δημοσία κατηγορία. Αὐτὰ μὲ ἤγαγον περαιτέρω καὶ κατὰ τὸ ὑπόδειγμα καὶ τῆς Γαλλικῆς καὶ Ἰταλικῆς ἰδίᾳ νομοθεσίας συνέταξα νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἀνώμοτα ταῦτα πιστοποιητικὰ ὑφ’ ὡρισμένας περιπτώσεις ἀποτελοῦσιν ἴδιον ἀδίκημα κολαζόμενον καὶ καταδιωκόμενον ποινικῶς. Ἕτερον νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν μεταρρύθμισιν ὡρισμένων διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ δικαστικὰ πράγματα γνωρίζουσιν, ὅτι ὑπάρχουσι δευτερεύουσαί τινες δίκαι, διὰ τὰς ὁποίας ἡ προσφυγὴ ἐνώπιον ὁλοκλήρου Δικαστηρίου ἀποτελεῖ πολυτέλειαν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτῶν. Αἰτήσεις περὶ παρατάσεως προθεσμίας, αἰτήσεις περὶ διορισμοῦ εἰσηγητοῦ, περὶ ἀντικαταστάσεως εἰσηγητοῦ, σκοπιμώτερον θὰ ἦτο ἐὰν εἰσήγοντο ἐνώπιον τοῦ προέδρου ἢ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου. Εἰς τοιαύτην τινὰ ἀντίληψιν στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον καὶ παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τὸν εἰρηνοδίκην νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν τοιούτων αἰτήσεων. Εἰς περίπτωσιν δέ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴτε κατὰ τὴν πρώτην εἴτε κατὰ τὴν δευτέραν φορὰν ἤθελεν ἀπορριφθῇ ἡ αἴτησις, ἡ ὑπόθεσις εἰσάγεται πρὸς περαιτέρω συζήτησιν κατ’ οὐσίαν ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ Δικαστηρίου δικαιουμένου τούτου νὰ κρίνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἂν κακῶς ἀπερρίφθη ἡ αἴτησις, καὶ νὰ παρατείνῃ ταύτην, ἐὰν νομίζῃ τοῦτο προσῆκον. Ἕτερον νομοσχέδιον προβλέπει καὶ κανονίζει τὰς μεταξὺ διαδίκων καὶ δικηγόρων κοινοποιήσεις τῶν διαδικαστικῶν ἐγγράφων, ἰδιαίτατα δὲ τῶν προτάσεων. Πρὸς νομικοὺς κατὰ τὸ πλεῖστον ὁμιλῶν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποδείξω τίνα ἀνάγκην σκοπεῖ νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ πρὸς ποῖον κακὸν νὰ ἀνταποκριθῇ, κακὸν τὸ ὁποῖον ὑποθάλπει πολλάκις τὴν κακὴν πίστιν, ὅπου ὑφίσταται, κακὸν τὸ ὁποῖον, ἀνεξαρτήτως τῆς κακῆς πίστεως, καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἄνετον ἀπὸ μέρους τῶν δικηγόρων ἀνασκευὴν τῶν ἐναντίων ἰσχυρισμῶν. Ἄλλαι τινὲς μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλομεν, ἀφορῶσι σημεῖά τινα τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου· εἶναι μεταρρυθμίσεις κυρίως, αἱ ὁποῖαι αἴρουσιν ἐκ μέσου ἀμφισβητήσεις τινὰς εἴτε δικαστικάς τινας πολυτελείας. Αἴφνης πολυτέλειαν θεωροῦμεν τὴν σύνταξιν τριῶν πρακτικῶν, πρακτικοῦ συνεδριάσεως, διασκέψεως καὶ δημοσιεύσεως, πολυτέλεια ἡ ὁποία αὐξάνει τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τὴν ἐργασίαν. Ἡ εἰσαγομένη μεταρρύθμισις ὁρίζει ἓν καὶ μόνον πρακτικόν. Ἐπίσης μικρὰ βεβαίως εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ ὅτι πολλάκις ἡ ἀνεπάρκεια τῆς προκαταβολῆς καθιστᾷ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀδύνατον τὴν κατάρτισιν τῆς ἀποφάσεως. Προνοεῖ καὶ περὶ τούτου τὸ νομοσχέδιον ὡς καὶ ἐπὶ ἄλλων σημείων τοιαύτης περίπου φύσεως ἀναγομένων εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου καὶ τούτων ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ὑποβάλλομεν· τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον προαναγγείλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶχον ὑποδείξει τὰς βάσεις αὐτοῦ ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγινώσκετο καὶ συνεζητεῖτο ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον περὶ τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδῶν συμβάσεων. Εἶπον τότε, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου συμπλήρωμα ἀπαραίτητον θὰ εἶναι νομοσχέδιον προνοοῦν καὶ προστατεῦον καὶ τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν ἀπέναντι τῶν κακοπίστων ὀφειλετῶν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδῶν συμβάσεων ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ προσήκοντος ἐπροστάτευσε τοὺς ὀφειλέτας ἀπέναντι αἰσχροκερδῶν δανειστῶν καὶ τοκογλύφων, καθώρισεν ὅρια καὶ ἐφρούρησε ταῦτα διὰ διατάξεων ὡρισμένων καὶ αὐστηρῶν, δεόντως αὐστηρῶν. Καθώρισε, λέγω, ὅρια τῶν νομίμων δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν. Ἀλλὰ συνεπὲς εἶναι καὶ φυσικὸν νὰ ἀξιώσωσιν οἱ δανεισταί, ὅπως εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, ἐν οἷς ἡ Πολιτεία περιώρισε τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, προστατευθῶσι τοὐλάχιστον ἀπέναντι τῆς κακῆς πίστεως. Πρέπει δὲ νὰ δεχθῶμεν, ὅτι, ὅσον ἡ τοκογλυφία καὶ ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν δανειστῶν ἐσόβει πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ, κατ’ ἴσον σχεδὸν λόγον ἐλυμαίνετο τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ ἡ κακοπιστία τῶν ὀφειλετῶν. Δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ἡ πρώτη παρῆγε καὶ ἐγέννα τὴν ἄλλην καὶ ἴσως ἴσως ἡ μία καθίστα ἀναπόδραστον τὴν ἄλλην. Διότι οἱ καταδιωκόμενοι ὀφειλέται εἶχον ὑπὲρ ἑαυτῶν ἓν ἐπιχείρημα μέγα, συνηθέστατα δὲ καὶ ἀληθές, ὅτι ἠμύνοντο ἐναντίον τοκογλύφων καὶ αἰσχροκερδῶν δανειστῶν. Ἐξώθουν δὲ τὰ σημεῖα τῆς ἀμύνης μέχρις ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἠδίκει τοὺς αἰσχροκερδοῦντας δανειστάς, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσιν οὔτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐκέρδαινον ἐξ ἄλλου ἐκ τῆς τακτικῆς ταύτης οἱ ὀφειλέται, διότι ὅ,τι ὤφειλον νὰ δώσωσιν ἢ θὰ ἔδιδον, ἂν ὑπῆρχε προστατευτικὸς νόμος δι’ ἑαυτοὺς καὶ τοὺς πιστωτάς, τὸ ἐδαπάνων εἰς τὰ Δικαστήρια, τὸ ἐδαπάνων στρεψοδικοῦντες χωρὶς οὐδὲν νὰ κερδίσωσιν. Ἡ κατάστασις αὐτὴ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν δανειστῶν ἀναμφισβητήτως θὰ εὕρῃ τὸν θάνατον καὶ τὸ τέρμα αὐτῆς διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ προστάτις ἡ Πολιτεία τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἀπένειμεν ἤδη εἰς τοὺς δανειστάς, ἀπέναντι τῶν κακοπίστων ὀφειλετῶν. Ἐν πρώτοις ἡ ἀπόκρουσις ἢ ἡ ψευδὴς καὶ εἰκονικὴ μεταβίβασις τῆς περιουσίας ἀπαγορεύεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς εἰδικὸν ἀδίκημα ποινικῶς καταδιωκόμενον καθορίζεται. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων τὸ οὐσιωδέστερον εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγομεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εὐδοκιμεῖ καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ, τοῦ λεγομένου βεβαιωτικοῦ ὅρκου περὶ τῆς περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου. Εἰς περίπτωσιν τουτέστι, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δανειστής, ἐπιδιώκων τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀπαιτήσεών του, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἐκ τῆς φαινομένης περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου του δὲν ἱκανοποιεῖται ἡ ἀπαίτησις, δικαιοῦται νὰ καλέσῃ τὸν ὀφειλέτην καὶ νὰ προσφύγῃ ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου προέδρου καὶ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτοῦ τὴν ὑποβολὴν σημειώσεως πλήρους περὶ τῶν στοιχείων τῆς περιουσίας αὐτοῦ, περὶ τῶν ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας ἔχει κατὰ τρίτων, περὶ τῶν τίτλων, εἰς τοὺς ὁποίους στηρίζονται αἱ ἀπαιτήσεις, καὶ περὶ τῶν ἀποδεικτικῶν στοιχείων τῶν ἀπαιτήσεων αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως ὀμόσῃ ὁ ὀφειλέτης, ὅτι ἡ σημείωσις εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἀδολίευτος. Ἡ ἄρνησις ὑποβολῆς τοιαύτης σημειώσεως ἢ ἡ ἄρνησις δόσεως ὅρκου περὶ τῆς εἰλικρινείας, τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ἀδολιεύτου αὐτῆς ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ ὀφειλέτου, προσωπικὴν κράτησιν, ἡ ὁποία λήγει ἅμα τῇ στιγμῇ, καθ’ ἣν ἤθελε πεισθῇ οὗτος νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ὅτι ἡ περιουσία αὐτοῦ τοιαύτη καὶ μόνη εἶναι. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει παρατείνεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἡ προσωπικὴ κράτησις ἐπὶ ἑξάμηνον. Ὁ ὅρκος οὗτος, τοιαύτην ἔχων δικαιολογικὴν βάσιν καὶ πρόληψιν τρόπον τινὰ περιέχουσαν τῆς ὑπάρξεως ἀδικήματος, ἀποκρύψεως περιουσίας, ὁ ὅρκος αὐτὸς ἐπιβάλλεται καὶ κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων νομικῶν προσώπων, διότι καὶ οὗτοι ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παράσχωσι σημείωσιν εἰς τὸν πιστωτὴν καὶ νὰ βεβαιώσωσι ταύτην ἐνόρκως. Τοῦτο γίνεται καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὡρισμένον κινητὸν διεκδικεῖται, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ ὀφειλέτου. Καὶ τότε ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ ὀφειλέτης νὰ ὀμόσῃ, ὅτι δὲν κατέχει τοῦτο καὶ ὅτι ἀγνοεῖ τίς κατέχει τοῦτο. Τοιαῦται, Κύριοι, περίπου εἰσὶν αἱ βάσεις τοῦ ἑνδεκάτου νομοσχεδίου. Τὸ δωδέκατον νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὸν ὀργανισμὸν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἴσως Κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τὸ μόνον Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ ἤδη νὰ διέπηται λόγῳ μὲν ὑπὸ τοῦ Διατάγματος περὶ Γραμματειῶν τοῦ ἔτους 1833, πράγματι δὲ ὑπ’ οὐδενὸς νόμου, ἀλλ’ ὑπὸ ἐθίμων τινῶν καὶ συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς βίας τῶν πραγμάτων ἄνευ προσωπικοῦ σχεδὸν ὑφισταμένου διὰ νόμου ὡρισμένου ἢ διὰ Διατάγματος, ἀλλὰ διὰ προσωπικοῦ δανείου. Διότι εἶναι ἄξιον πολλῆς περιεργείας, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐν πολλοῖς ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν διεξάγεται σχεδὸν διὰ δανείου προσωπικοῦ. Ὑπάλληλοι τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ ὑπάλληλοι τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, μετακαλούμενοι ἐκεῖ, εἰργάζοντο, ἵνα ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, συνέβη δ’ ἅπαξ κατὰ τὰς πληροφορίας μου καὶ τὸ περίεργον γεγονὸς γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, προστασίαν ἔχοντος ἐν τῷ κέντρῳ, ἀντιτιθεμένου δὲ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, γραμματέως ὁ ὁποῖος δι’ ἐγγράφου του ἀνεκάλεσεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τοὺς ἐκεῖ ὑπηρετοῦντας ὑπαλλήλους καὶ περιήγαγε τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν εἰς δυσκολίαν, ἡ ὁποία, ἂν δὲν παρενέβαινεν ἡ εὐμένεια τοῦ γραμματέως, θὰ ἠπείλει τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ὑπουργείου. Ἂν τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, Κύριοι, τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης μέχρις ἐσχάτων, ἐννοεῖ τις πόσον πολλαπλαῖ καὶ πόσον μεγάλαι καὶ πόσον βαρεῖαι εἶναι αἱ δυσχέρειαι, κατὰ τῶν ὁποίων ἤδη παλαίει, ἤδη, ὅτε αἱ ἐργασίαι τοσοῦτον ῥιζικῶς ἐπολλαπλασιάσθησαν. Διότι καὶ προσετέθησαν νέαι σημαντικαὶ ὑπηρεσίαι, οἷαι αἱ ὑπηρεσίαι τῆς στατιστικῆς, καὶ ἐδιπλασιάσθησαν ἄλλαι, οἷον αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἡ ὑπηρεσία τῶν προσφυγῶν καὶ ἀναφορῶν τῶν πολιτῶν καὶ τῆς ἀνταποκρίσεως τῆς πλήρους πρὸς τὰς προσφυγὰς καὶ τὰς ἀναφορὰς ταύτας καὶ καθεξῆς. Εἶναι ἀνάγκη ἤδη εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ὀργανισμοῦ πλήρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ βάθρων ἀνατρέποντος τὰ νῦν κατ’ ἔθιμον ἢ κατ’ ὀργανισμὸν κρατοῦντα, καὶ διοργανοῦντος καὶ διαιροῦντος τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ὑπ’ αὐτῆς ὑποδεικνυομένας. Εἰς ταύτας τὰς ἀνάγκας σκοπεῖ νὰ ἀνταποκριθῇ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Σημεῖον σημαντικὸν τούτου ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων εἶναι καὶ ἡ ἵδρυσις συμβουλευτικοῦ Σώματος, ἐκ τῆς γνώμης τοῦ ὁποίου θὰ ἐξαρτηθῇ ἐφεξῆς ἡ τύχη καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ ἄλλων διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἐξαρτωμένων ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, μὴ προστατευομένων δὲ ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος, ὡς εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τῶν φυλακῶν καὶ ἄλλοι τινὲς δευτερεύοντες ἐξαρτώμενοι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Δέκατον τρίτον καὶ τελευταῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχε προαγγελθῆ ἔκτοτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὰς αὐτὰς δὲ βάσεις τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων κατὰ 50% εἰς διάστημα τριετίας ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους. Μία καὶ μόνη τάξις ἐνομίσθη προσῆκον νὰ ἐξαιρεθῇ ἐκ τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου, καὶ ἡ τάξις αὐτὴ εἶναι ἡ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, διὰ τοὺς ὁποίους καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὴν διετίαν ἢ τριετίαν τὸ πολύ, ἐκρίθη ἐπαρκὴς ἡ ὑφισταμένη καὶ νενομοθετημένη ἤδη μισθοδοσία. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτῶν ἡ κλῖμαξ τῆς τριετοῦς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγούμεθα, δὲν ἐκρίθη σκόπιμον νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς καὶ ἐπὶ τῶν πρωτοδικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι συμπληρώσει ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ πενταετῆ τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως διὰ μὲν τοὺς ἐμμίσθους παρέδρους δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ νομοσχέδιον, διὰ δὲ τοὺς πρωτοδίκας ἄρχεται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ χρονικοῦ σημείου τῆς συμπληρώσεως τῆς πενταετίας καὶ περιλαμβάνει κατὰ τὰ λοιπὰ πάντας ἐν γένει τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τοῦ Ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς καὶ κρίσεις δικαιολογητικὰς τοῦ μέτρου τούτου τῆς Κυβερνήσεως. Ἴσως εἶναι εὔλογον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι ἐν γένει οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ προσῆκον σημεῖον καὶ ὅτι ἀνάγκη ἀναπόδραστος πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τὴν προσήκουσαν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἶναι ἡ αὔξησις ἐν γένει τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἴσως δὲν θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη οὐδέποτε ἐσχετίσθη καὶ οὐδέποτε συνεδέθη πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὅτι ἐν γένει ἄλλη ἀρχὴ ἐτηρήθη σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὴν ἰδιότητα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, πρὸς τὴν ἰδιάζουσαν φύσιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ τὴν ἐξαιρετικὴν λεπτότητα τῆς ἀποστολῆς των. Πάντοτε δὲ καὶ πανταχοῦ τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν πρὸς καθορισμὸν τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν μισθῶν τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐν τούτοις δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν παρατήρησιν ταύτην· δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν ἑτέραν, ὅτι ἡ αὔξησις θὰ γίνῃ ἤδη χωρὶς οὐδόλως οὐδὲ τὸ παράπαν νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Καὶ μόνοι ἐκεῖνοι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἤδη ἡ παροῦσα Βουλή, καὶ ταῦτα τὰ εἰδικὰ μέτρα τὰ πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δικαιοσύνης ἀποσκοποῦντα, ἐκεῖνοι ἀκριβῶς καὶ μόνοι ἀκόμη ἂν πρόκειται νὰ μείνωσι, παρέχουσι τὰ ἐφόδια, διὰ τῶν ὁποίων ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν προτεινομένην αὔξησιν.

§10Γ. ΠΩΠ. Πόσην ὑπολογίζετε τὴν αὔξησιν;

§11Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 50%.

§12Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸ σύνολον τοῦ προσωπικοῦ.

§13Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ τρέχον ἔτος περὶ τὰς 300,000.

§14Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὸ 1914;

§15Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸ 1914 θὰ εἶναι 800,000.

§16Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Καὶ μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ προσόντων;

§17Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.

§18Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ συζητηθῇ ἄλλως τε.

§19Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὅλα θὰ συζητηθῶσιν.

§20Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. 915000 ἀναγράφετε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας.

§21Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔστω· 800,000 εἶπον; Εἶναι 915,000. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι τὸ ἀκριβές. Ὁ νόμος περὶ καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτάς, ὁ νόμος περὶ ἀνακλήσεως τῶν μηνύσεων, ὁ νόμος περὶ μετατροπῆς τῶν μικρῶν ποινῶν φυλακίσεως ἢ κρατήσεως εἰς χρηματικὰς καὶ ὁ νόμος κατὰ τῶν ἐρημοδικιῶν, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε στατιστικὰ δεδομένα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γεγενημένης ἤδη ἐφαρμογῆς, θὰ εἶχον καὶ μόνοι ἀρκετὴν δύναμιν, ἀνεξαρτήτως ἄλλων διαρρυθμίσεων ἐντελῶς ἀσχέτων πρὸς οἱανδήποτε τάξιν, νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὴν δαπάνην, διότι ἀποδίδουσι ποσὰ ἀνερχόμενα κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς 650 ἢ 700 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν ἀντιλήψεων τούτων τοῦτο καὶ μόνον περιορίζομαι νὰ τονίσω ὑπὲρ τῆς προτεινομένης αὐξήσεως. Παραλείπω πάντα ταῦτα καὶ ἀποβλέπω εἰς ἓν καὶ μόνον σημεῖον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δικαστῶν καὶ ἐν γένει τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ζητήματα ἐξαρτώμενα πάντοτε ἐκ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, παρατηρῶ ὅμως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σκέψις σπουδαία περὶ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, περὶ βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἄνευ προηγουμένης ἀνορθώσεως καὶ βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν σπουδαίως, ὅτι θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν διατήρησιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον τῶν ὑπαρχόντων ὑγιῶν στοιχείων καὶ τὴν προσέλκυσιν νέων στοιχείων ἀξίων τῆς ἀποστολῆς των ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἤδη ἡ Πολιτεία ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Ἂν δὲ δὲν δυνάμεθα βασίμως νὰ ἐλπίσωμεν ἐπὶ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τὴν προσήκουσαν ἄνευ τοιούτων θυσιῶν, εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοήσῃ τις, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς λόγος εἶναι ὁ κυρίως, ὁ πρωτίστως ἐπιβάλλων τὸ μέτρον τοῦτο. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δύναμαι θαρρούντως νὰ εἴπω, εἰδωλοποιῶν καὶ ἐξωτερικεύων κατ’ ἄλλον τρόπον τὰς ἰδέας μου, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀκριβῶς τὸ πρῶτον μέτρον πρὸς αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν γένει, τὸ πρῶτον μέτρον εἶναι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ταῦτά εἰσι, Κύριοι, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ ὑποβάλω σήμερον εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶπον δὲ προλαβόντως καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν συμπληροῦται τὸ ἐπηγγελμένον καὶ προεπηγγελμένον ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς σύστημα ἡμῶν πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας. Ἁπλῆ ἀντιπαραβολὴ τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰσηγούμενοι τὸ νομοθετικὸν ἡμῶν πρόγραμμα ὑπεσχέθημεν, πρὸς τὰ ἔκτοτε τμηματικῶς ὑποβληθέντα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, πείθει πάντα ὅτι οὐ μόνον οὐδὲν ἀπολύτως ἐξ ἐκείνων παρελίπομεν, ἀλλὰ καὶ ἔτι πλέον, αἱ τότε γενόμεναι ἐπαγγελίαι ἡμῶν ὑπολείπονται ἐν πολλοῖς τῶν πράγματι συντελεσθέντων. Ἀλλὰ καὶ αἱ προβλέψεις ἡμῶν αἱ τότε διατυπωθεῖσαι πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὴν σκοπιμότητα τῶν νομοθετικῶν μέτρων καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν καλοῦνται ταῦτα νὰ ἀσκήσωσιν ἐπὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, μέχρι κεραίας ἐπληρώθησαν. Τὸ δημοσιευθὲν ἤδη πρῶτον τεῦχος τῆς ἐπετηρίδος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης περιέχει στοιχεῖα κυροῦντα ἐπαρκῶς τοὺς λόγους μου. Ἀλλὰ κυρίως τὸ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας δημοσιευθησόμενον δεύτερον τεῦχος τῆς ἐπετηρίδος, τὸ περιέχον τὴν καθόλου δικαστηριακὴν κίνησιν καὶ πάσας τὰς πληροφορίας τὰς ἀφορώσας τὴν δευτέραν τριμηνίαν ἐνεστῶτος ἔτους, περιέχον δὲ καὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τῶν νέων τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὸ βραχὺ τοῦτο χρονικὸν διάστημα, θὰ παράσχῃ, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, εἰς πάντας οὐχὶ ἁπλῆν ἀνακούφισιν, ἀλλ’ αἴσθημα ὑπερηφανίας διὰ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς λειτουργοῦσι τὰ Δικαστήρια. Θὰ πεισθῇ πᾶς τις καὶ θὰ ἴδῃ ὀφθαλμοφανῶς ἀναφαινομένην πανταχόθεν τὴν νέαν δικαστηριακὴν ζωήν, θὰ ἴδῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ τὴν δικαστικὴν ζωὴν ἀνακαινιζομένην ὁσημέραι, θὰ ἴδῃ ἐνημερότητα, ἡ ὁποία προαγγέλλει ὅτι τάχιστα ἡ δικαιοσύνη τῆς χώρας θὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν θέσιν καὶ τὴν ἀποστολήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ φύσις αὐτῆς καὶ ὁ προορισμός της τὴν θέλουσιν. Ἀλλὰ αἱ προβλέψεις ἡμῶν καὶ αἱ ἐπαληθεύσεις τούτων δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο· ἐξετάθησαν καὶ ἀλλαχοῦ. Εἰσηγούμενοι τὸ πρόγραμμα τῆς δικαστικῆς ἡμῶν ἀναδιοργανώσεως ἐξεφράσαμεν τότε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε συγκεντρώσει πᾶσαν αὑτῆς τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν, ἤθελε συγκεντρώσει τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν αὑτῆς εἰς τὸ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δικαστηριακὰς ἀνάγκας, ὑπερψηφίζουσα τῶν εἰσηγουμένων νομοθετικῶν μέτρων, ἐξελέγχουσα καὶ συμπληροῦσα ταῦτα. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι μυστικὸν πόσον τελείως ἡ Βουλὴ ἀνταπεκρίθη καὶ εἰς τὰς προσδοκίας ἡμῶν ταύτας. Παρὰ τὰ μεγάλα καὶ σοβαρὰ αὑτῆς ἔργα, τὰ κύρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκαλεῖτο τὸ Σῶμα, τὰ ἔργα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς θεμελιώσεως ἐπὶ ἀσφαλεστέρων βάσεων τοῦ πολιτεύματος, κατώρθωσε νὰ εὕρῃ καιρόν, ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐργαζόμενον, κατὰ τρόπον, δύναμαι νὰ εἴπω ἀσφαλῶς καὶ ἄνευ φόβου διαψεύσεως, πρωτοφανῆ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικά, ἠδυνήθη, λέγω, νὰ εὕρῃ καιρὸν νὰ ἐπιψηφίσῃ μεταξὺ ἄλλων σπουδαίων νομοθετικῶν μέτρων ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ δικαστικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐξελέγχουσα τὰ ὑποβεβλημένα μέτρα καὶ βασανίζουσα πάσας τὰς διατάξεις αὐτῶν, συμπληροῦσα τὰ ἀτελῆ, διορθοῦσα τὰ ἡμαρτημένα, παρέδωκε δὲ εἰς τὸ Κράτος νόμους, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογή, ὡς θέλετε ἰδεῖ καὶ ὡς θὰ ἀντιληφθῇ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐκ τῶν ἐπισήμων δεδομένων, τὰ ὁποῖα θὰ προέλθωσι τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς φῶς, παρέδωκε, λέγω, νόμους, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἐγγυᾶται τὴν πλήρη διοργάνωσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὑπολείπεται νὰ συνεχίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν μέριμναν αὐτῆς, τὴν τόσῳ ἐναργῶς δηλωθεῖσαν ὑπὲρ τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως, νὰ συνεχίσῃ ταύτην καὶ εἰς τὰ σήμερον ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι εἰς τὴν καθολικὴν ἀνάπλασιν καὶ τὴν ἀναγέννησιν τῆς χώρας θὰ προσφέρῃ τοιουτοτρόπως ἕνεκα τῆς ἰδιαιτέρας φύσεως καὶ τῆς ἰδιαιτέρας ἀποστολῆς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὸν πρώτιστον παράγοντα καὶ τὸν κυριώτατον συντελεστήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).

§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ στέργῃ, ἐπειδὴ διενεμήθησαν ἤδη τὰ νομοσχέδια, νὰ καταρτίσω τὰς ἐπιτροπὰς καὶ νὰ παραπέμψω εἰς αὐτὰς τὰ νομοσχέδια.

§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αʹ) «περὶ φυγοδικίας» καὶ βʹ) «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 271 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου» ὁρίζονται οἱ κύριοι Χ. Δικαῖος, Ἰ. Καναβός, Ἀ. Καφετζόπουλος, Ἰ. Ἀκρίδας, Ἰ. Σομμαρίπας, Κ. Λιδωρίκης καὶ Ν. Γαρδικιώτης. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αʹ) «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 198 καὶ 249 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας», βʹ) «περὶ κοινοποιήσεως τῶν διαδικαστικῶν ἐγγράφων» καὶ γʹ) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ τελῶν χαρτοσήμου» οἱ κύριοι Κ. Ῥακτιβάν, Γ. Νέζος, Γ. Πολίτης, Ἰ. Χρυσοβελόνης, Ἰ. Παπαλουκᾶς, Π. Κασίμης καὶ Π. Ἰατρόπουλος. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν δανειστῶν» οἱ κύριοι Ἀ. Θεοδωρίδης, Κ. Δεμερτζῆς, Κ. Γόντικας, Κ. Χρυσοχοΐδης καὶ Δ. Δεδούσης. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αʹ) «περὶ αὐτοκινήτων» καὶ βʹ) «περὶ καταδιώξεως τῶν ἀπηγορευμένων τυχηρῶν παιγνίων» οἱ κύριοι Μ. Μπουφίδης, Θ. Πετμεζᾶς, Π. Καραπᾶνος, Μ. Νεγροπόντης καὶ Ἰ. Μᾶνος. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τύπου» οἱ κύριοι Τ. Ἠλιόπουλος, Γ. Πὼπ, Σ. Σῖμος, Στ. Γρανίτσας, Χ. Βοζίκης, Ἰ. Μπακόπουλος, Σ. Τσαγκάρης, Κ. Ζαβιτσᾶνος καὶ Εὐστρ. Κουλουμβάκης. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αʹ) «περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους», βʹ) «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης» καὶ γʹ) «περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων» καὶ δʹ) «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 251 § 2 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας» οἱ κύριοι Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος, Ἀ. Ῥοντήρης, Σ. Λάσκαρις, Τ. Ἠλιόπουλος, Π. Λαγοπάτης, Εὐάγ. Γεωργιάδης καὶ Ν. Ξηρός.

§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀνεξαρτήτως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον, εἰσάγω καὶ ἕτερα δύο νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων ἤθελον προκαλέσει τὴν ταχεῖαν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς· νομοσχέδιον περὶ προπληρωμῆς ἐξόδων διατροφῆς τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νομοσχέδιον περὶ προαγωγῆς ἐμμίσθων παρέδρων εἰς θέσιν πρωτοδίκου. Ἐκ διαφόρων περιστάσεων ἐσημειώθησαν οὐσιώδη κενά, εἶναι δ’ ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ ληφθῇ ἄμεσος πρόνοια. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα κατεπείγοντα, νὰ ψηφισθῶσι σήμερον κατ’ ἀρχήν, τὴν δὲ ἑπομένην ἑβδομάδα τὰ ψηφίζομεν εἰς δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν.

§26Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν διενεμήθησαν.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντίρρησις..... Ταύτην τὴν στιγμήν, Κύριοι, μοὶ ἀνηγγέλθη ὁ θάνατος συναδέλφου, τοῦ σεβαστοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ ἐπιφανεστάτου πολίτου Παναγῆ Χαροκόπου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἐὰν συναινῇ, ἵνα καταθέσω στέφανον ἐπὶ τῆς σοροῦ τοῦ θανόντος, νὰ ἐκφράσω δὲ τὰ συλλυπητήρια Αὐτῆς εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος καὶ λύσω τὴν συνεδρίασιν εἰς ἔνδειξιν πένθους.

§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 138.
2Τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1911.
3(Σάββατον)
4Προεδρία κ. Ἰωάννου Δ. Τσιριμώκου
5(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἡ
6Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 129 Βουλευτῶν).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν τῶν ἐρ-
8γασιῶν τῆς Βουλῆς, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ πολεμικὸν
9ναυτικὸν τῆς Γαλλίας, χώρας μεγάλης καὶ φίλης, συνέβη
10ἀτύχημα συγκινῆσαν βαθέως τὸ εὐγενὲς καὶ φιλελεύθερον
11Γαλλικὸν ἔθνος. Ἓν τῶν ἰσχυροτέρων θωρηκτῶν τῆς Γαλ-
12λίας, ἡ «Ἐλευθερία», κατεποντίσθη, ἀπωλέσθησαν δὲ ὑπερ-
13τριακόσιοι ναῦται ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ.
14Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι διηρμήνευον τὰ συναισθήματα
15ὑμῶν ἁπάντων σπεύσας νὰ ἀπευθύνω ἐξ ὀνόματος τῆς Βου-
16λῆς τῶν Ἑλλήνων συλλυπητήριον τηλεγράφημα πρὸς τὸν
17Πρόεδρον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς.
18Εἰς τὸ τηλεγράφημα ἡμῶν ὁ Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς
19Βουλῆς ἀπήντησε τὴν ἐπιοῦσαν τηλεγραφικῶς ἐκφράζων ἐξ
20ὀνόματος τῶν συναδέλφων του τὴν εὐγνωμοσύνην του διὰ
21τὴν συμμετοχὴν τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ πένθος
22τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ καὶ τὴν λύπην του, διότι μὴ συνεδρια-
23ζούσης τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνακοι-
24νώσῃ τὸ τηλεγράφημα ἡμῶν πρὸς αὐτήν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐδη-
25μοσίευσεν ἀμέσως διὰ τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος.
26Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς
27τὴν Βουλὴν ἐν μεταφράσει τὸ κείμενον τῶν τηλεγραφη-
28μάτων ἀμφοτέρων.
29§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
30Αὐτοῦ Ἐξοχότητα
31τὸν Πρόεδρον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς
32κ. H. Brisson
33Παρισίους.
34Ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ τῆς καταστροφῆς τοῦ ἰσχυροῦ θωρη-
35κτοῦ «Ἐλευθερία» καὶ τῆς ἀπωλείας γενναίων τέκνων τῆς
36Γαλλίας ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, βαθύτατα συγκεκινημένη
37διὰ τὸ πλῆξαν τὸ ἔνδοξον Γαλλικὸν ναυτικὸν ἀτύχημα,
38συμμερίζεται εἰλικρινῶς τὴν ὀδύνην τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους
39καὶ παρακαλεῖ τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα, ὅπως γίνῃ διερ-
40μηνεὺς τῶν τοιούτων αἰσθημάτων της πρὸς τὴν Γαλλικὴν
41Βουλήν.
42Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων
43Ἰ. Δ. Τσιριμῶκος
44Αὐτοῦ Ἐξοχότητα
45κύριον Ἰωάννην Τσιριμῶκον
46Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων
47Ἀθήνας
48Μετὰ συγκινήσεως εὐχαριστῶ τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα
49ἐπὶ τῷ τηλεγραφήματι, δι’ οὗ μοὶ ἀναγγέλλετε τὴν ἐκδήλω-
50σιν τῶν αἰσθημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ εἰδή-
51σει τοῦ ἡμετέρου μεγάλου πένθους. Τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς
52μὴ συνελθούσης δὲν δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω αὐτῇ τὴν πο-
53λύτιμον ταύτην ἔνδειξιν συμπαθείας εἰμὴ διὰ τῆς καταχω-
54ρίσεως αὐτῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
55Ἐπ’ ὀνόματι πάντων τῶν συναδέλφων μου λαμβάνω τὴν
56τιμὴν νὰ παρακαλέσω Ὑμᾶς, ὅπως γίνητε παρὰ τῇ Βουλῇ
57τῶν Ἑλλήνων διερμηνεὺς τῆς ἡμετέρας ἐνθέρμου εὐγνωμο-
58σύνης.
59Henri Brisson
60Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
61§3Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Νὰ δημοσιευθῶσι καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας
62Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
63§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κρῆτες φοιτηταὶ αἰτοῦνται, ὅπως ἀπαλ-
64λαγῶσι τοῦ πρὸς ἀνανέωσιν τῆς ἐγγραφῆς τέλους.
65Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συγκινῇ νὰ ἀποσταλῇ πρὸς
66τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν μετὰ τῆς δεούσης συστάσεως.
67§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
68§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐν Ἀμαλιάδι κτηματικὸς σύνδεσμος
69ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώ-
70σεως τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου.
71Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δι-
72καισύνης ἔχει τὸν λόγον.
73§7ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ
74τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.
75§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε μετὰ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὁ Ὑπουρ-
76γός, ὡς εἶναι γνωστόν, κατὰ τὸν Κανονισμόν, δικαιοῦται
77νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσῃ εἰς πᾶσαν ὥραν πρὸ παν-
78τὸς Βουλευτοῦ.
79§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
80καιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, κύριοι Βου-
81λευταί, ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν τελευταίαν σειρὰν
82τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Εἰς τὴν σειρὰν ταύτην ἀνή-
83κουσι τὰ ἀκόλουθα 13 νομοσχέδια.
84Τὸ πρῶτον ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀφορᾷ τὴν ὀρ-
85γάνωσιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους.
86Εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τοιαύτης ἀπο-
87στολῆς νομίζω ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βου-
88λὴν ἐξαίρων τὴν σπουδαιότητα τοῦ νομοθετικοῦ τούτου μέ-
89τρου, ἢ ὑποδεικνύων τὸ ἐπεῖγον τῆς λήψεως αὐτοῦ.
90Ἐν τούτοις παρατηρήσεις τινὲς σχέσιν ἔχουσαι πρὸς τὰς
91θεμελιώδεις βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομο-
92σχέδιον, ἴσως δὲν ἤθελον κριθῆ ἐντελῶς περιτταί.
93Αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους, Κύριοι, ἀνεξαρτήτως τῶν κεν-
94τρικῶν γυναικείων φυλακῶν καὶ τῶν φυλακῶν τοῦ Ἐφηβείου
95Ἀβέρωφ, περὶ τῶν ὁποίων καὶ μόνον δὲν προβλέπει τὸ
96ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι ἐγκατεστημέναι, ὡς εἶναι
97γνωστόν, εἰς διάφορα κτίρια, τὸ μὲν δημόσια, τὸ δὲ ἰδιω-
98τικὰ μεμισθωμένα. Ἀνέρχονται δὲ τὰ κτίρια ταῦτα ἐν
99ὅλῳ εἰς 91, ἐξ ὧν εἴκοσι μόνον ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον.
100Ἐὰν ἐξαιρεθῶσιν αἱ φυλακαὶ τοῦ Συγγροῦ, αἱ ὁποῖαι
101ἀνηγέρθησαν κατὰ τὸ 1887, αἱ φυλακαὶ τῆς Ἀμφίσσης,
102ἀνεγερθεῖσαι κατὰ τὸ 1895, αἱ φυλακαὶ τῆς Λευκάδος, αἱ
103ὁποῖαι ἀνηγέρθησαν ἐν ἔτει 1899, καὶ αἱ φυλακαὶ τῆς
104Κερκύρας, τῆς Κεφαλληνίας, τῆς Ζακύνθου καὶ τῆς Ἰθά-
105κης, τὰς ὁποίας ἐκληροδότησεν εἰς ἡμᾶς ἡ πρὸ τῆς ἑνώ-
106σεως πολιτειακὴ κατάστασις τῆς Ἑπτανήσου, πᾶσαι αἱ
107φυλακαὶ αἱ λοιπαὶ εἶναι ἐγκατεστημέναι εἰς κτίρια, τὰ
108ὁποῖα πάντα ἄλλον προορισμὸν θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ πλη-
109ρώσωσιν, οὐδέποτε ὅμως νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὡς φυλακαί.
110Ἀλλὰ καὶ αἱ φυλακαὶ αὗται, τὰς ὁποίας ἐσημείωσα ἤδη
111ὡς διαφόρους τῶν λοιπῶν, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς
112καὶ ἀνεκταί, ὡς κτίρια, ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον, ἀλλ’ ὑπὸ ἔπο-
113ψιν σωφρονιστικὴν ἐλέγχονται καὶ νῦν ἔτι ἀκατάλληλοι·
114διότι ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ ἐν αὐταῖς τοῦ εἰσαγομένου σω-
115φρονιστικοῦ συστήματος ἀποβαίνει ἐν πολλοῖς ἀδύνατος.
116Ἀπόπειρα δὲ οἱαδήποτε πρὸς μεταρρύθμισιν αὐτῶν, ὅπως
117κατασταθῶσιν ἐπιτήδειοι εἰς ἐφαρμογὴν σωφρονιστικοῦ συ-
118στήματος, βεβαίως ἤθελε στεφθῆ ὑπὸ πλήρους ἀποτυχίας.
119Παρόμοιαι ἀπόπειραι γενόμεναι ἀλλαχοῦ μετὰ εἰσαγωγῆς
120νέου σωφρονιστικοῦ συστήματος ἀπέτυχον καὶ ἤδη κατα-
121κρίνονται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Εἶναι ἄρα ἐνδε-
122δειγμένον ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς βίας τῶν πραγμάτων, ἐὰν
123θελήσωμεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν ἄρτιον σωφρονιστικὸν σύ-
124στημα φυλακῶν, πληροῦν τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπι-
125διώκει ἡ ποινὴ κατὰ τὴν σύγχρονον ἐπιστημονικὴν καὶ κοι-
126νωνικὴν περὶ αὐτῆς ἀντίληψιν, νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀνεγέρ-
127σεως νέων φυλακῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀνεγέρσεως βαθμι-
128αίας καὶ συστηματικῆς χωρούσης ὑπὸ ὡρισμένας συνθήκας.
129Εἰς τοιοῦτο σύστημα καὶ εἰς τοιαύτας ἀντιλήψεις στη-
130ρίζεται τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον.
131Κατὰ τὸ σύστημα αὐτοῦ αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους διαι-
132τοῦνται εἰς δικαστικὰς καὶ κεντρικάς. Ἴδιον δὲ εἶδος φυ-
133λακῶν ἀποτελοῦσιν αἱ ἀγροτικαί.
134Αἱ δικαστικαὶ φυλακαὶ θὰ εἶναι ἰσάριθμοι πρὸς τὰ Πρω-
135τοδικεῖα τοῦ Κράτους, ἑκάστη δὲ τούτων θὰ ἀνεγερθῇ εἰς
136τὴν πόλιν, ἔνθα καὶ ἡ ἕδρα τοῦ Πρωτοδικείου. Αἱ κεντρικαὶ
137φυλακαί, ἀνάλογοι κατ’ ἀριθμὸν πρὸς τὰς ὑφισταμένας
138ἀνάγκας, ὑπολογίζομεν ὅτι δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὰς πέντε.
139Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν δύο τούτων εἰδῶν τῶν φυλακῶν,
140εἰς τὰς ὁποίας κυρίως στηρίζεται τὸ εἰσαγόμενον σωφρο-
141νιστικὸν σύστημα, προτείνομεν καὶ τὴν ἵδρυσιν ἀγροτικῶν
142φυλακῶν κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν ἐν Εὐρώπῃ εὐδοκίμως
143λειτουργουσῶν τοιούτων φυλακῶν.
144Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικῶς ἐφικτὸν τῆς ἐφαρμογῆς
145τοῦ τοιούτου συστήματος ἔχω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν
146τῆς Βουλῆς ταῦτα κυρίως. Ὅτι ἐκ τοῦ κληροδοτήματος
147τοῦ ἀειμνήστου Συγγροῦ καὶ ἐκ τοῦ νεωτάτου κληροδοτή-
148ματος τοῦ Κοργιαλενίου συμποσοῦται ποσὸν 3,000,000
149περίπου· κατὰ τινας δὲ ὑπολογισμοὺς τοῦ ὅλου σωφρονι-
150στικοῦ συστήματος ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ κατ’ αὐτὸ ἀνέγερσις
151ὅλων τῶν φυλακῶν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος δὲν θὰ ἀπαι-
152τήσῃ ποσὸν ὑπερβαῖνον τὰ 9 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Δύ-
153ναταί τις ἑπομένως νὰ ὑπολογίσῃ ἀσφαλῶς ὅτι διὰ τοῦ
154ὑπάρχοντος χρηματικοῦ ποσοῦ τοὐλάχιστον τὸ ἓν τρίτον
155τῶν φυλακῶν δύναται νὰ ἀνεγερθῇ. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν
156ὅτι εἰς τὰς νέας φυλακὰς θέλει εἰσαχθῆ ἡ ὑποχρεωτικὴ
157ἐργασία τῶν καταδίκων ὑπὸ ὅρους ἀπολήψεως τῶν δύο
158τρίτων ἐκ τῶν προσόδων ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ λαμβανο-
159μένου ἐξ ἄλλου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἤδη τὸ Κράτος δαπανᾷ ἤδη
160δι’ ἐνοίκια τῶν φυλακῶν καὶ διὰ τροφοδοσίαν τῶν πενομέ-
161νων καταδίκων ἕν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον κατ’ ἔτος, δύ-
162ναται μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας νὰ ἀχθῇ τις εἰς τὸ
163συμπέρασμα ὅτι καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἔχῃ δαπανηθῆ τὸ ἤδη
164ἕτοιμον ποσὸν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων, θὰ ἔχῃ ἀνεγερθῆ
165τὸ ἓν τρίτον τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὁ Προϋπολογι-
166σμὸς αὐτοῦ θὰ ἔχῃ ἀνακουφισθῆ ἐκ 500 περίπου χιλιάδων
167δραχμῶν κατ’ ἔτος. Τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι πλέον ἢ ἐπαρ-
168κὲς εἰς συνομολόγησιν δανείου χρεολυτικοῦ κατὰ τὰς βά-
169σεις τοῦ πρὸ μηνῶν ὀλίγων ψηφισθέντος νόμου περὶ ἀνεγέρ-
170σεως δικαστικῶν καταστημάτων, τοῦ ὁποίου ἤρξατο ἤδη
171ἡ ἐφαρμογὴ σύμφωνος ἐν πᾶσι πρὸς τοὺς ἡμετέρους ὑπολο-
172γισμούς. Δυνάμεθα ἑπομένως μετὰ πάσης βεβαιότητος νὰ
173ὑπολογίσωμεν ὅτι ὁλόκληρον τὸ εἰσαγόμενον περὶ φυλακῶν
174σύστημα δύναται νὰ συμπληρωθῇ χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ
175παράπαν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Δύναμαι δὲ νὰ
176προσθέσω ὅτι ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου τούτου συστήμα-
177τος, οὐ μόνον ὅταν ὁλόκληρον τοῦτο συμπληρωθῇ, ἀλλὰ καὶ
178πρὶν ἐξαντληθῇ τὸ ὅλον διαθέσιμον ποσόν, θὰ ἐπέλθῃ εἰς
179τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀνακούφισις οὐσιώδης.
180Διότι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν
181τῶν συναφθησομένων τοκοχρεολυτικῶν δανείων, θὰ εἶναι
182βεβαίως πολὺ μικρότερον τῶν ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν κατα-
183δίκων ἀπολήψεων τοῦ Κράτους.
184Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σωφρονιστικὸν σύστημα ἠκολουθή-
185σαμεν ταύτην τὴν ὁδόν. Τοὺς μὲν ὑποδίκους καὶ τοὺς εἰς
186βραχυτάτην φυλάκισιν μέχρις ἑνὸς μηνὸς καταδίκους ὑπο-
187βάλλομεν εἰς τὸ σύστημα τῆς πλήρους ἀπομονώσεως ἐντὸς
188τῶν κελλίων· τοὺς δὲ λοιποὺς καταδίκους ὑποβάλλομεν εἰς
189τὸ λεγόμενον ὠβούρνειον, μικτὸν σύστημα, καθ’ ὃ τὴν μὲν
190νύκτα εὑρίσκονται οἱ κατάδικοι ἐν ἰδίῳ κελλίῳ ἀπομεμο-
191νωμένοι, τὴν δὲ ἡμέραν συμβιοῦσιν ὑπὸ ὡρισμένους κανόνας,
192τῆς πλήρους τουτέστι σιωπῆς εἴτε ἐν τοῖς ἐργοστασίοις,
193εἴτε κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ περιπάτου, εἴτε κατὰ τὴν
194διάρκειαν τῆς διδασκαλίας. Αἱ ἀγροτικαὶ φυλακαί, αἱ
195ὁποῖαι τυγχάνουσι κατὰ τὸ πλεῖστον παρ’ ἡμῖν ἐνδεδει-
196γμέναι ἰδιαίτατα ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὰ ἑξήκοντα τοῖς
197ἑκατὸν τῶν καταδίκων ἀσχολοῦνται εἰς ἀγροτικὰ ἐπαγγέλ-
198ματα, διότι εἶναι γεωργοὶ καὶ βοσκοὶ κ.λ.π., αἱ ἀγροτικαὶ
199φυλακαί, αἱ ὁποῖαι τοσοῦτον εὐδοκιμοῦσιν ἐν Γαλλίᾳ, ἐν
200Βελγίῳ, ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, θέλουσιν ἀνοικοδομηθῆ
201ὑπὸ σύστημα ἐντελῶς διάφορον, ὑπὸ σύστημα πληροῦν ἐν-
202τελῶς τοὺς ὅρους τῆς συμβιώσεως εἰς μέρη τὰ ὁποῖα θὰ εἶ-
203ναι ἱκανὰ εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοιούτων ἐπαγγελμάτων.
204Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον κατὰ τὰς βάσεις αὐτοῦ τῶν νο-
205μοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σήμερον εἰσηγούμεθα.
206Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ τύπου καὶ ἐξυβρί-
207σεως ἐν γένει. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν προβλέ-
208πονται μόνον τὰ διὰ τοῦ τύπου τελούμενα ἀδικήματα.
209Πρόκειται περὶ πλήρους συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται
210εἰς ἀντικατάστασιν ὁλοκλήρου τοῦ νόμου περὶ ἐξυβρίσεως
211καὶ τύπου τοῦ ἔτους 1863, ὁ ὁποῖος δὲν προβλέπει μόνον
212διὰ τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου, ἀλλὰ διὰ πάσας ἐν γένει
213τὰς προσβολὰς κατὰ τῆς τιμῆς καὶ τὰς συναφεῖς πρὸς
214ταύτας ἀδικοπραγίας. Τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον ἀποτε-
215λεῖ, σχεδὸν εἰπεῖν, κώδικα ὁλόκληρον· διότι ἀποτελεῖται
216ἐξ ἄρθρων 84, μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς δὲ ἐκθέσεως κατα-
217λαμβάνει σχεδὸν ἐνενήκοντα σελίδας ἐντύπους. Βεβαίως
218δὲν ἀναμένει ἡ Βουλὴ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνάλυσιν τοῦ
219νομοσχεδίου τούτου· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὡρισμέναι ὑποδεί-
220ξεις εἶναι ἀναγκαῖαι, ὑποδείξεις ἀναγόμεναι εἰς τοὺς ὅρους,
221ὑπὸ τοὺς ὁποίους κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἰς τὰς
222βάσεις, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀφορμᾶται.
223Κατὰ τὴν τελευταίαν 15ετίαν, Κύριοι, τὰ ζητήματα
224τῆς ἐξυβρίσεως ἐν γένει, ἰδιαίτατα δὲ τὰ διὰ τοῦ τύπου
225συντελούμενα ἀδικήματα, ἐμελετήθησαν παρ’ ἡμῖν μετ’
226ἐξαιρετικῆς ἐνδελεχείας ἀπὸ θεωρίας καὶ πράξεως. Συνέ-
227βησαν ἐθνικαὶ περιπέτειαι καὶ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα
228ἐξέθεσαν τὸν τύπον εἰς ὑπερβασίας, αἱ ὁποῖαι προυκάλεσαν
229τὴν προσοχὴν τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν δικαστικῶν Ἀρ-
230χῶν· ἐξ ἄλλου δὲ ὑπῆρξαν Κυβερνήσεις ἐπιλαθόμεναι τῆς
231ἀποστολῆς τοῦ τύπου καὶ ἐκτραπεῖσαι πολλάκις εἰς ἀδί-
232κους καταδιώξεις. Ἐκ τῶν ἀμοιβαίων τούτων ὑπερβασιῶν
233ἐδημιουργήθησαν δίκαι κατ’ ἐξοχὴν πεισματώδεις, εἰς τὰς
234ὁποίας διώκοντες καὶ διωκόμενοι ὑπῆρξαν πρόσωπα, ἐκ
235τῶν ὁποίων ἀνεμένετο φυσικὴ ἡ ἐξονύχισις τῶν ζητημά-
236των τούτων καὶ ἡ ἀνένδοτος ἄμυνα ἐνώπιον τῶν Δικαστη-
237ρίων. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ὑπῆρξεν ἀνάγκη ἐπὶ περίο-
238δον παραταθεῖσαν ἐπὶ ἑξαετίαν περίπου νὰ μελετηθῶσι τὰ
239ζητήματα ταῦτα μετ’ ἐξαιρετικῆς ἐνδελεχείας, ὑπῆρξε δὲ
240Κυβέρνησις ἐν τῷ μεταξὺ, ἡ ὁποία ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ
241ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς δημοσίας γνώμης ἀξιού-
242σης τὸ μὲν ὑπὲρ τοῦ τύπου, τὸ δὲ ἐναντίον αὐτοῦ ἀναλό-
243γως τῶν ὑπερβασιῶν, αἵτινες ὑπεδείχθησαν εἴτε ἐκ μέρους
244τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐκ μέρους τοῦ τύπου, καὶ κατηρτί-
245σθησαν ἐπιτροπαί, εἰς τὰς ὁποίας ἔλαβον μέρος ἀντιπρόσω-
246ποι τῶν καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν καὶ ἄλλοι νομομαθεῖς, οἱ
247ὁποῖοι ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων εἶχον κληθῆ, ἵνα πρωτα-
248γωνιστήσωσιν εἰς τὰς δίκας ἐκείνας, καὶ εἰδικῶς ἠσχολήθη-
249σαν εἰς τὰ συναφῆ ζητήματα.
250Ἐκεῖθεν συνεκομίσθη ὕλη ἐπιστημονικὴ πολύτιμος μετὰ
251μακρὰν ἐργασίαν, δὲν κατωρθώθη δ’ ὅμως νὰ ἔλθῃ αὕτη εἰς
252φῶς, διότι οἱ τότε ἐργασθέντες, ἄλλοι ἐξ ἄλλων ὁρμώμενοι
253ἀρχῶν, δὲν κατέληγον εἰς σύμφωνον ἀποτέλεσμα. Ἐν τού-
254τοις ἐξ ὅλης τῆς ἐργασίας ἐκείνης συνεκομίσθη κατὰ τὴν
255ἀντίληψίν μου πολύτιμος ὕλη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν
256τοῦ ἤδη εἰσαγομένου νομοσχεδίου. Ἡ ἐργασία ἐκείνη συνε-
257πληρώθη, ἐννοεῖται, μὲ τὰ ἔκτοτε ἐπιστημονικὰ καὶ πρα-
258κτικὰ ἐφόδια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς νομοθετικὰς ἀντιλήψεις,
259αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπεκράτησαν κατὰ τὴν
260συζήτησιν τοῦ 14ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
261Θεμελιώδης χαρακτὴρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ
262ὁποῖον συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἐπὶ
263τῇ βάσει τῆς Γαλλικῆς Ἐπιστήμης καὶ Νομολογίας, ἀλλ’
264εἰς ἐπικουρίαν τοῦ ὁποίου ἐκλήθη καὶ ἡ Γερμανικὴ Ἐπι-
265στήμη, ἡ Γερμανικὴ Νομολογία, θεμελιώδης χαρακτὴρ
266τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ὅτι πλεονε-
267κτοῦσι κατ’ αὐτὸ αἱ χρηματικαὶ ποιναὶ καὶ τὰ πρόστιμα,
268σπανίζουσι δὲ αἱ ποιναὶ αἱ περιοριστικαὶ τῆς προσωπικῆς
269ἐλευθερίας. Ἀλλά, καὶ ὅπου αὗται αἱ ποιναὶ καθιεροῦνται,
270διαβαθμίζονται μετριώτερον οὐ μόνον τοῦ νόμου τοῦ 1836,
271ἀλλὰ καὶ ἐκείνων τῶν ποινῶν, τὰς ὁποίας εἰς ἀντιστοίχους
272περιστάσεις ἀπαγγέλλουσιν οἱ ἀλλοδαποὶ νόμοι. Τὴν τοιαύ-
273την διαρρύθμισιν ἐθεώρησα πολλαχόθεν ἐπιβαλλομένην.
274Διότι, ἂν πάντοτε εἶναι μελετητέος ὑπὸ τοῦ νομοθέτου ὁ
275χαρακτὴρ τοῦ λαοῦ, δι’ ὃν νομοθετεῖ, τοῦτο κρατεῖ κατ’
276ἐξοχὴν εἰς τοιαῦτα ἀδικήματα, εἰς τὰ ὁποῖα, ἂς μοὶ
277ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, παίζει μέγαν ῥόλον ἡ ἰδιοσυγκρασία
278καὶ τὸ κλῖμα. Ἐπὶ τοιαύτης ἑπομένως νομοθετικῆς ὕλης
279ἡ σπουδὴ τοῦ ἡμετέρου χαρακτῆρος ἦτο ἰδιαιτέρως ἐνδε-
280δειγμένη.
281Τὸ νομοσχέδιον καταλύει ἀδικήματά τινα, τὰ ὁποῖα
282ἀναγνωρίζει ὁ ἰσχύων ἤδη περὶ τύπου νόμος τοῦ 1863.
283Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐξ ἄλλου θεμελιοῖ ἄλλα ἀδικήματα,
284τὰ ὁποῖα ἠγνόει ὁ νόμος τοῦ 1836.
285Ἀνιδρύει ἀδικήματα αἴφνης, καθ’ ἃ ψευδεῖς δημοσιεύ-
286σεις, δημοσιεύσεις ψευδῶν εἰδήσεων ἐν γένει καὶ κακοβού-
287λως γενομένων, δημοσιεύσεις πλαστῶν ἐγγράφων, ἐν γνώ-
288σει καὶ κακοβούλως γινόμεναι, ἐπάγουσαι δὲ διατάραξιν
289τῆς δημοσίας ἡσυχίας ἀποτελοῦσιν ἀδικήματα. Σειρὰ ὁλό-
290κληρος διατάξεων καὶ ἄρθρων ἀναγορεύει εἰς ἀδικήματα
291ὡρισμένας δημοσιεύσεις· δημοσιεύσεις ὡρισμένων ἐγγρά-
292φων, πρακτικῶν, δικῶν περὶ διαζυγίου, βουλευμάτων κλπ.·
293δημοσιεύσεις, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο οὐδενὸς ὑπάρ-
294χοντος νόμου κωλύοντος ταύτας. Πρακτικὰ Δικαστηρίων
295ἐπὶ ὡρισμένων δικῶν, οἷαι αἱ δίκαι περὶ διαζυγίου, βου-
296λεύματα ἢ ἄλλα ἔγγραφα ἐπὶ ὑποθέσεων ποινικῶν, αἱ
297ὁποῖαι κεῖνται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Ἀρχῶν, δημοσιεύσεις,
298αἵτινες ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα πόσον ὀλεθρίως ἐπέδρασαν ἐπὶ
299τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων καὶ τὸ κῦρος τῆς δικαστι-
300κῆς Ἀρχῆς, καὶ τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν καὶ κρίσιν αὐτῆς,
301ἀπαγορεύονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποτελοῦσαι αὐτοτελῆ
302ἀδικήματα, συμφώνως καὶ πρὸς τὰ ἀλλαχοῦ ἐπὶ τούτου
303κρατοῦντα. Ἀνεξαρτήτως ὅμως αὐτοῦ διὰ σειρᾶς διατά-
304ξεων ἐπιβάλλεται ὑπὸ τὴν ἀπαγγελίαν ὡρισμένων ποινῶν
305ἡ ἐπανόρθωσις οὐχὶ ἁπλῶς τῶν ὕβρεων καὶ προσβολῶν, ἃς
306εἴτε δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ἰδιώτης θὰ ἠδύνατο νὰ ἴδῃ εἰς
307βάρος του ἀναγραφομένας ἐν τῷ τύπῳ, ἀλλὰ δι’ οἱασδή-
308ποτε αἰτιάσεις καὶ γεγονότα ἢ ἀνακοινώσεις ψευδεῖς. Κατὰ
309πάσας τὰς περιπτώσεις ταύτας παρέχεται τὸ δικαίωμα
310εἰς τὸν πολίτην καὶ ἐπιβάλλεται ἀντίστοιχος ὑποχρέωσις
311εἰς τὸν δημοσιογράφον νὰ δημοσιεύσῃ τὴν διδομένην αὐτῷ
312ἐπανόρθωσιν εἰς ὡρισμένον φύλλον, εἰς τὴν αὐτὴν σελίδα,
313εἰς τὴν αὐτὴν στήλην, ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔκτασιν καὶ ὑπὸ τὰ
314αὐτὰ τυπογραφικὰ στοιχεῖα, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθη
315καὶ τὸ γεγονὸς τὸ ἀφορῶν τὸν δημόσιον ὑπάλληλον ἢ
316ἰδιώτην.
317Ἀντιστοίχως εἶπον ὅτι πλεῖστα ὅσα ἀδικήματα, πλεῖ-
318σται πράξεις, τὰς ὁποίας ἐθεώρει ὁ περὶ τύπου νόμος ὡς
319ἀδικήματα, καί τινες νομοθεσίαι θεωροῦσι τοιαῦτα, αἴ-
320ρονται ἐκ τοῦ μέσου διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου.
321Τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἰδίᾳ τοῦ ἐλέγχου
322τοῦ δημοσίου βίου καὶ τῆς ἐπιθέσεως, δύναμαι νὰ εἴπω,
323κατὰ τῶν δημοσίαν ἐξουσίαν ἀσκούντων ἀφορμᾶται ἀπὸ
324ἀρχῶν ἀκράτως φιλελευθέρων. Ἐκ τοῦ φόβου μήπως καὶ ὁ
325κολασμὸς ὑπερβασίας τινὸς δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν ἐν
326δεδομένῃ περιστάσει εἰς Κυβέρνησιν ἀνελευθέραν νὰ βλάψῃ
327τὰς ἀληθεῖς ἐλευθερίας τοῦ τύπου καὶ νὰ πνίξῃ τὸν ἔλεγ-
328χον τοῦ δημοσίου βίου παρεσχέθη ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην
329ἐλευθερία ἄκρατος. Ἀφωρμήθημεν ἐν τῇ σκέψει ταύτῃ ἀπὸ
330τῆς ἐκδοχῆς ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ στέρξῃ τις ὑπερ-
331βασίαν τινὰ ἀποτελοῦσαν κατὰ τὴν κοινὴν συνείδησιν
332ἀδίκημα ἢ νὰ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, ἧς θὰ ἠδύνατο ἴσως ἐν
333δεδομένῃ περιστάσει Κυβέρνησις ἀνελευθέρα νὰ ἐπωφεληθῇ
334ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου.
335Αὐτὴ εἶναι ἡ κυριαρχοῦσα ἀντίληψις εἰς ὅλας τὰς δια-
336τάξεις τοῦ νομοσχεδίου.
337Εἰδικώτερον ἐπὶ παραδείγματι δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι,
338ἐνῷ προστατεύονται προσηκόντως οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι
339ἀπέναντι τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ τύπου, εἰσάγονται διατάξεις
340καθιστῶσαι ἀπολύτως δυνατὸν καὶ εὐχερῆ καὶ ἄφοβον τὸν
341ἔλεγχον καθ’ ὅλην τὴν προσήκουσαν ἔκτασιν. Ἀρκοῦμαι νὰ
342σημειώσω διάταξιν ἄρθρου τινός, καθ’ ἣν ὁ δημόσιος ὑπάλ-
343ληλος, καθ’ οὗ ἡ προσβολὴ ἢ ἐξύβρισις ἐγένετο, δὲν δύνα-
344ται νὰ προσφύγῃ εἰς Ἀρχάς, διότι ἡ προσβολὴ ἢ αἱ ὕβρεις
345δὲν ἀποτελοῦσιν ἀδίκημα, ὅτε προεκάλεσε ταύτας ἢ διὰ
346παραλείψεις τῶν καθηκόντων του ἢ δι’ ὑπερβασίας τῶν
347ὁρίων τῶν καθηκόντων αὐτοῦ.
348Ἐκτὸς τούτου ὡρισμένη ἀρχὴ κυροῦσα τὰς ὑποσχέσεις
349τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐφά-
350νησαν ἐπικρατοῦσαι καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 14ου ἄρ-
351θρου τοῦ Συντάγματος ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν
352Δικαστηρίων εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν
353ἐπαναλαμβάνεται ἁπλῶς ἡ συνταγματικὴ Ἀρχή, καθ’ ἣν
354ἐξυβρίσεις καὶ προσβολαὶ ἀφορῶσαι τὸν δημόσιον βίον δι-
355κάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ἀλλ’ ἐκτείνεται καὶ περαιτέρω
356καθοριζομένης σαφέστερον τῆς διατάξεως ταύτης καὶ κυ-
357ρουμένων τῶν ἀντιλήψεων τῶν ἐπικρατουσῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ
358ταύτῃ διὰ διατάξεων, αἵτινες θὰ καταστήσωσιν ἀδυνάτους
359ἐφεξῆς τὰς παρατηρηθείσας ὑπερβασίας.
360Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, καὶ ἡμεῖς δὲ ἐθίξαμεν
361κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τὸ γεγονὸς ὅτι συνέβη πολλά-
362κις, εἴτε ἁπλῶς ἐκ πεπλανημένης εἴτε ἐξ ἄλλης ἀντιλή-
363ψεως μὴ προσκειμένης εἰς ἀκραιφνῆ δικαστικὴν κρίσιν,
364ἐξυβρίσεις ἢ προσβολαί, αἱ ὁποῖαι πράγματι ἀνήγοντο εἰς
365τὸν δημόσιον βίον, διότι ἀνευρέθη νὰ περιέχωσι μίαν μό-
366νον φράσιν μὴ ἁπτομένην ἀμέσως τοῦ δημοσίου βίου, κα-
367τωρθώθη νὰ χωρισθῶσιν ἡ μία τῆς ἄλλης, καὶ νὰ εἰσαχθῶ-
368σιν εἰς Πλημμελειοδικεῖον δημοσιογράφοι λόγῳ μὲν ὅτι
369ὕβρισαν ἢ προσέβαλον ἐξελέγχοντες τὸν ἰδιωτικὸν βίον, πρά-
370γματι δέ, διότι ἔπληξε τοὺς ἐλεγχομένους ὁ ἔλεγχος τοῦ
371δημοσίου βίου. Εἰσηγούμεθα ἑπομένως διάταξιν, καθ’ ἣν
372εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ αὐτοῦ μέσου καὶ
373κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον καὶ τρόπον ἐγένετο ἐξύβρισις ἀφο-
374ρῶσα εἴς τε τὸν δημόσιον βίον καὶ εἰς τὸν ἰδιωτικόν, ἡ
375τοιαύτη ἐξύβρισις, ἡ τοιαύτη προσβολὴ ἀποτελεῖ πάντοτε
376ἀδίκημα δικαζόμενον πάντοτε ὑπὸ τῶν ἐνόρκων. Ἀνεξαρ-
377τήτως τούτου ἀδικήματα ἐναντίον ὡρισμένων προσώπων,
378ἅτινα κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν δὲν ἔχουσιν ἰδιωτικὸν
379βίον μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον, προσβολαὶ
380καὶ ἐξυβρίσεις οἱαιδήποτε ἐναντίον τοιούτων προσώπων
381ἄνευ τινὸς ἐρεύνης, ἐὰν ἡ ὕβρις ἀνάγηται εἰς τὸν δημόσιον
382βίον ἢ τὸν ἰδιωτικόν, προσῆκον εἶναι καὶ κατὰ τὴν ἐνταῦθα
383πεῖραν καὶ κατὰ τὰ ἀλλαχοῦ διδασκόμενα νὰ ὑπαχθῶσι,
384καὶ ὑπάγονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν
385τῶν ἐνόρκων.
386Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, κατὰ τὰς κυριωτέρας αὐτοῦ βά-
387σεις τὸ περὶ ἐξυβρίσεως καὶ τύπου νομοσχέδιον.
388Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν
389τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτοῦ σπουδαιότητα· πρέπει νὰ σημειώσῃ
390ὅμως ὅτι ἡμεῖς ἀφωρμήθημεν ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς νὰ προστα-
391τεύσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς κοινωνίας ἀπέναντι τῶν ὑπερ-
392βασιῶν τοῦ τύπου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς ἡ προστασία
393αὕτη νὰ μὴ ἐκταθῇ εἰς σημεῖον πλῆττον τὴν ἐλευθερίαν
394τοῦ τύπου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρόκειται νὰ
395πληγῇ, ὡς κακῶς ὑπολαμβάνεται, τάξις ὡρισμένη προσώ-
396πων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξ ἄλλης πλευρᾶς, ἐξ ἄλλης θύρας
397πρόκειται νὰ παραβιασθῶσιν ἐπίσης τιμιώτερα δικαιώματα
398αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνίας προστατευόμενα διὰ τοῦ τύ-
399που. Νομίζομεν ὅτι ἐν τῇ δυσχερείᾳ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ση-
400μείου, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συμπέσῃ ἡ προστασία τῶν
401δικαιωμάτων καὶ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ, ἐτύχομεν τοῦ ὀρθοῦ
402καὶ τοῦ προσήκοντος. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ζήτημα
403ἔχει ἐξαιρετικὴν σπουδαιότητα καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δέ, εἰς ἣν
404θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει ἐμπερι-
405στατωμένως ἀσχοληθῆ καὶ δώσει τὴν προσήκουσαν λύσιν.
406Τρίτον ἐν τῇ σειρᾷ τῶν νομοσχεδίων εἶναι τὸ περὶ
407φυγοδικίας. Ἡ ἐξάλειψις τῆς φυγοδικίας βεβαίως δὲν
408εἶναι προσῆκον ὑπὸ ἔποψιν θεωρητικὴν καὶ ἐπιστημο-
409νικὴν νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ μέτρων τοσοῦτον ὀξέων, οἷα
410ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσηγοῦμαι διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς
411τὴν Βουλήν. Καὶ ὑμεῖς εἶσθε τελείως πεπεισμένοι ὅτι μετὰ
412πάροδον χρόνου οὐχὶ μακροῦ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων,
413τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἤδη ἡ Βουλὴ αὕτη, τοῦ νόμου κατὰ
414τῆς προφυλακίσεως, ὅστις κατέστησε τὴν προσωρινὴν δι’
415ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν καὶ ἐπὶ κακουργημάτων δυνατήν, τοῦ
416νόμου κατὰ τῶν ἐρημοδικιῶν, δι’ οὗ ἐπλήγησαν αἱ ἀναβο-
417λαὶ καὶ αἱ ἐρημοδικίαι αἱ διαιωνίζουσαι τὰς δίκας καὶ
418πολλαπλασιάζουσαι τὰς φυγοδικίας, διὰ τοῦ συστήματος
419τῶν φυλακῶν καὶ τῆς καθόλου λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης
420καὶ τῆς ἐνημερότητος τῶν Δικαστηρίων, θὰ ὑποστῇ καίριον
421καὶ οὐσιαστικὸν τραῦμα ἡ φυγοδικία καὶ θὰ ἐπέλθῃ φυσι-
422ολογικὴ ἡ θεραπεία τῆς πληγῆς ταύτης.
423Ἐν τούτοις ἐνεστώτως τὰ πράγματα περιῆλθον εἰς ση-
424μεῖον δυσάρεστον, ἰδιαίτατα δὲ εἰς ὡρισμένα μέρη τῆς
425ὑπαίθρου χώρας ἡ φυγοδικία σοβεῖ κατὰ τρόπον δεινόν, εἶ-
426ναι δ’ ἀνάγκη βεβαίως ὀξέων μέτρων, ἵνα τεθῇ εἰς ταύτην
427ἄμεσον τέρμα. Τὰ μέτρα ταῦτα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι
428αὐστηρά, εἶναι ἐν τούτοις τὰ προσφορώτερα τῶν μέτρων
429ἐκείνων, εἰς τῶν ὁποίων τὴν λῆψιν καταφεύγει κατ’ ἀνα-
430πόδραστον ἀνάγκην ἡ Πολιτεία, ἵνα προστατεύσῃ τὴν δη-
431μοσίαν τάξιν. Βεβαίως εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὴν στιγμὴν
432ταύτην ἔρχεται ὁ θεσμὸς τῆς ἐπικηρύξεως ὁ λειτουργῶν
433παρ’ ἡμῖν, ὅστις ἀποτελεῖ ἄρνησιν δικαιοσύνης καὶ ὁ ὁποῖος
434ἀποτελεῖ τὴν ἐσχάτην, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀναπόδραστον εἰς
435ὡρισμένας περιστάσεις, καὶ τὴν μᾶλλον ὀδυνηρὰν ἄμυναν
436τῆς Πολιτείας κατὰ τοῦ ἀτόμου.
437Τὸ νομοσχέδιον τίθησι τὰς ἑξῆς βάσεις. Ἐν πρώτοις ἡ
438φυγοδικία ἀναγορεύεται εἰς ἰδιώνυμον ἀδίκημα. Αὐτὸ τοῦτο
439τὸ φυγοδικεῖν ἀποτελεῖ ἴδιον ἀδίκημα, κολαζόμενον αὐτο-
440τελῶς, ἀναλόγως τῆς διαρκείας τῆς φυγοδικίας καὶ ἀναλό-
441γως τῆς συμπεριφορᾶς, τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν
442χρόνον τῆς φυγοδικίας ἐτήρησεν ὁ φυγοδικῶν. Πλήττοντες
443ὡρισμένας συνηθείας σταθερῶς ὑπὸ παντὸς φυγοδίκου ἀκο-
444λουθουμένας ἀπαγγέλλομεν ἀκυρότητα ὅλων τῶν πράξεων
445τῶν μεταβιβαστικῶν τῆς περιουσίας, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν
446διάρκειαν τῆς φυγοδικίας του συνάπτει ὁ φυγοδικῶν. Τρί-
447τον καθιεροῦμεν σύστημα καταδιώξεως τῶν φυγοδίκων
448κατά τινα τρόπον παρεμφερὲς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόδειξιν,
449ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀμοιβάς, τὰς συνεργίας καὶ καθεξῆς πρὸς
450τὸν νόμον περὶ ληστείας. Ὄχι βεβαίως μὲ τὰς βαρύτητας
451ἐκείνας καὶ τὰς ἀκρότητας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι
452ἀναγκαῖαι, ἀλλὰ καθ’ ὑπόδειγμα καὶ σύστημα, τοῦ ὁποίου
453ἡ τελεσφόρησις εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἠγγυημένη· καὶ ἐν
454τέλει διὰ καταληκτικῆς διατάξεως τιθέμεθα προθεσμίαν
455μηνὸς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου εἰς τοὺς διατε-
456λοῦντας ἐν φυγοδικίᾳ, ὅπως προσέλθωσιν εἰς τὰς Ἀρχάς,
457ὅπως μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου.
458Τέταρτον ἐν τῇ σειρᾷ ταύτῃ ὑποβάλλεται νομοσχέδιον
459προνοοῦν οὐχὶ πλέον περὶ τῆς ὑπαίθρου χώρας, ἀλλὰ περὶ
460ἀναλόγου πληγῆς καὶ μάστιγος πληττούσης τὰ κέντρα τὰ
461ἀστικά. Πρόκειται περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν τυχηρῶν παι-
462γνίων. Ποία ἡ κατάστασις εἰς τὰ κέντρα, ἰδιαίτατα δ’ ἐν
463Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, εἶναι περιττὸν ἴσως νὰ ὑποδείξω εἰς
464τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· δὲν δύναμαι ἐν τού-
465τοις νὰ παραλίπω ἀπὸ τοῦ νὰ γνωρίσω εἰς αὐτὴν ἀπό-
466σπασμα ἐκθέσεως προσφάτως ὑποβληθείσης πρὸς τὴν Κυ-
467βέρνησιν ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, εἰς
468τὴν ὁποίαν μετ’ ἐμπεριστατωμένης ἀκριβείας τιμώσης αὐ-
469τὸν γίνονται γνωστὰ καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ
470ἐτύγχανον ἐν ὅλῳ τῷ πλάτει αὐτῶν ἄγνωστα. Ὁμιλῶν
471περὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐν Ἀθήναις ἰδι-
472αίτατα καὶ ἐν Πειραιεῖ τονίζει σημεῖα σκοπητέα, ἐν σχέσει
473δὲ πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον,
474παρατηρεῖ ταῦτα, ὅτι «Ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν
475Πειραιεῖ ἑκατοντάδες ὁλόκληροι ἐντοπίων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς
476ξένων ἀποζώντων ἐκ τῶν χαρτοπαιγνίων, ἀπογυμνοῦντες
477δι’ ἀπάτης ἐνίοτε καὶ διὰ τῆς βίας τοὺς εἰς τὰ χαρτοπαί-
478γνια συστηματικῶς καὶ μεθοδικῶς παρασυρομένους ἀγα-
479θοὺς πολίτας, ἀναγκαζομένους κατόπιν ἐνδείας νὰ τραπῶ-
480σιν εἰς ἀδικήματα, καὶ πρόθυμοι νὰ τραπῶσιν εἰς οἱανδή-
481ποτε κλοπὴν ἢ ἀπάτην, ὅταν δὲν εὑρίσκωσι θύματα ἐν τοῖς
482χαρτοπαιγνίοις ἢ ἀτυχήσωσιν εἰς αὐτά».
483Ἡ καταδίωξις τῶν χαρτοπαιγνίων, ἰδιαίτατα δὲ τῶν
484στοιχείων, τὰ ὁποῖα τροφοδοτοῦνται ἐξ αὐτῶν, ἀπετέλεσε
485τὸ ὀνειροπόλημα, δύναμαι νὰ εἴπω, πλείστων Κυβερνή-
486σεων· ὁμιλῶν δ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν δύναμαι νὰ
487παραλίπω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν φωτεινήν τινα πε-
488ρίοδον, καθ’ ἣν ἡ φιλοδοξία τοῦ κ. ἐκ Καλαβρύτων πολι-
489τευτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ὑπαγορεύσει
490σύντονα μέτρα μετ’ ἐμπεριστατωμένης μελέτης καὶ σπου-
491δῆς καὶ ἐνδελεχείας πρὸς καταδίωξιν τῶν χαρτοπαιγνίων
492ἐν Ἀθήναις.
493Δυστυχῶς ἡ ἀτέλεια τῆς νομοθεσίας κατέστησεν ἀδρανῆ
494πᾶσαν ἐνέργειαν καὶ ματαίας πάσας αὐτοῦ τὰς ἀγαθὰς
495προθέσεις καὶ προσδοκίας.
496Εἶναι δ’ ἐντελῶς ἀνεπαρκής, Κύριοι, ἡ ἰσχύουσα νομο-
497θεσία. Εἶναι ἀνεπαρκὴς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ οὐσιαστικοῦ
498νόμου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικονομικοῦ δικαίου,
499ὑπὸ τὴν ἔποψιν δηλαδὴ τῶν ὅρων καὶ τοῦ τρόπου τῆς κα-
500ταδιώξεως. Τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ ἀμφοτέρων τῶν
501σημείων. Καὶ ἐνταῦθα κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν ἀλλαχοῦ
502κρατούντων περὶ τῆς καταδιώξεως τῶν χαρτοπαιγνίων
503εἰσηγούμεθα σύστημα οὐσιαστικοῦ καὶ δικονομικοῦ δικαίου,
504τὸ τελευταῖον τοῦτο ἰθαγενὲς ἐκ τῶν ὅρων τῶν παρ’ ἡμῖν
505ὑπαγορευόμενον.
506Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν καταδιώ-
507κονται οἱ ἱδρυταὶ καὶ διατηροῦντες ἐν γένει ἀπηγορευμένα
508τυχηρὰ παίγνια εἰς δημοσίους τόπους, ἀλλ’ οὐχὶ μόνον εἰς
509δημοσίους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς τόπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶ-
510ναι μὲν ἰδιωτικοί, ἀλλὰ προσιτοὶ εἰς τὸ κοινόν. Ἐπίσης
511μεταξὺ τῶν ὑπευθύνων καὶ καταδιωκομένων συνεπῶς εἶναι
512καὶ οἱ παίζοντες εἰς τοιαῦτα ἀπηγορευμένα τυχηρὰ παί-
513γνια.
514Οὐσιωδέστατοι ὅμως εἶναι οἱ δικονομικοὶ ὁρισμοὶ οἱ εἰσα-
515γόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἐγγυῶνται πλήρη καὶ ἄμεσον τὸν τερ-
516ματισμὸν τῆς καταστάσεως. Κατὰ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα
517πᾶσα παράβασις ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀνακαλύψεως
518αὐτῆς δέον νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου.
519Οἱ ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλαμβανόμενοι, συμφώνως πρὸς τὰς
520ἰσχυούσας διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, προσάγονται
521ἐντὸς 24 ὡρῶν τὸ βραδύτερον ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως.
522Ὁ Εἰσαγγελεύς, ὑπαρχουσῶν ἀποχρωσῶν ἐνδείξεων παρα-
523βάσεως τοῦ νόμου, διατάσσει τὴν κράτησιν αὐτῶν, ὑπο-
524χρεωτικῶς δ’ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ὁρίζεται ἡ δίκη. Ἀνα-
525βολὴ δὲν δύναται νὰ δοθῇ παρὰ μόνον εἰς περίπτωσιν ἐξαι-
526ρετικὴν κατ’ αἴτησιν τοῦ κατηγορουμένου καὶ μόνον ἐφά-
527παξ καὶ μόνον ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας. Ἀλλὰ συγχρόνως τὸ Δι-
528καστήριον ἀποφαινόμενον τὴν ἀναβολὴν ἠτιολογημένην δι-
529ατάσσει τὴν προφυλάκισιν τοῦ κρατηθέντος. Τοιαῦται πε-
530ρίπου εἶναι αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταδιώξεως
531τῶν ἀπηγορευμένων παιγνίων.
532Πέμπτον εἰς τὴν σειρὰν ταύτην εἰσάγεται νομοσχέδιον,
533τὸ ὁποῖον μετὰ τῶν λοιπῶν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς
534ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς εἴχομεν προ-
535αναγγείλει. Εἶπον ἔκτοτε ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν
536νομοσχέδιον περὶ αὐτοκινήτων, νομοσχέδιον ἀνταποκρινό-
537μενον εἰς τὰς νέας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὸ νέον τοῦτο μέσον
538τῆς συγκοινωνίας ἐδημιούργησε, νομοσχέδιον, προνοοῦν καὶ
539ὑπὸ ἔποψιν ποινικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀστικοῦ δικαίου. Εἶναι
540γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν ἰδίᾳ δεκαετίαν σπου-
541δαιότατον μέλημα καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς νομοθε-
542σίας τῆς ἀλλοδαπῆς ἀπετέλεσεν ἡ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ
543εἰσαγωγῆς εἰδικῆς νομοθεσίας διὰ τὰ αὐτοκίνητα. Ἡ φύσις
544αὐτῶν, οἱ ὅροι τῆς λειτουργίας αὐτῶν, ἡ τάξις ἀκόμη, εἰς
545τὴν ὁποίαν ταῦτα ἀνήκουσι, προεκάλεσαν ζωηροτάτην
546ἐπιστημονικὴν συζήτησιν· ἐπειδὴ δὲ καὶ παρ’ ἡμῖν παρε-
547τηρήθησαν δυστυχῶς καὶ ὁσημέραι παρατηροῦνται λάθη
548τινὰ ἢ ὑπερβάσεις τινές, κατὰ τὰς ὁποίας ἄοπλος εἶναι ἡ
549κοινωνία καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ποινικὴν καὶ ὑπὸ τὴν
550ἔποψιν τὴν ἀστικήν, εἶναι καιρὸς νὰ προνοήσωμεν, ὑπό-
551δειγμα ἔχοντες καὶ παράδειγμα ἔχοντες τὰ ἀλλαχοῦ διδα-
552σκόμενα καὶ γενικῶς σχεδὸν ἐφαρμοζόμενα νὰ προνοήσω-
553μεν περὶ τῶν ἀναγκῶν τούτων. Τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ
554περὶ δύο σημείων. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ποινικὴν ὁρίζεται
555ὡς αὐτοτελὲς ἀδίκημα ἡ φυγὴ τοῦ ὁδηγοῦ αὐτοκινήτου εὐ-
556θὺς μετὰ τὸ ἐπελθὸν ἀτύχημα· ὑπεστηρίχθη ἀλλαχοῦ ὅτι
557ὁ ὁδηγὸς μετὰ τὸ συμβὰν ἀτύχημα ὁπωσδήποτε, εἴτε ἐξ
558ὑπαιτιότητος αὐτοῦ, εἴτε ἐκ τύχης, εἴτε ἐξ ὑπαιτιό-
559τητος τοῦ θύματος, ὀφείλει νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν
560του. Διότι λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ αὐτοκίνητον μετὰ
561τὸ ἀτύχημα ἐξαφανίζεται, ἐσχάτως δὲ τοιαύτη ἐξαφάνισις
562πρὸ ἡμερῶν καὶ παρ’ ἡμῖν παρετηρήθη καὶ διὰ τῶν ἐφη-
563μερίδων ἀνεκοινώθη, γεννᾶται διὰ τῆς ἐξαφανίσεως αὐτοῦ
564διπλοῦν ἀτόπημα· πρῶτον ὅτι ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ ἀπο-
565βαίνει ἄοπλος εἰς συλλογὴν τῶν ἐνδείξεων πρὸς καταδίωξιν
566τοῦ τυχὸν ὑπάρξαντος ἀδικήματος, ἐξ ἄλλου δὲ καὶ τὸ
567θῦμα τοῦ αὐτοκινήτου εὑρισκόμενον ἴσως εἰς μέρος, κατὰ
568τὸ ὁποῖον ἡ ἄμεσος βοήθεια εἶναι ἀδύνατος, μένει ἐκτε-
569θειμένον καὶ ἀπροστάτευτον. Ἑπομένως καὶ αἱ ἀνάγκαι
570τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ θύματος,
571ἀλλὰ καὶ αἱ ὑπαγορεύσεις τῆς φιλανθρωπίας πρὸς προστα-
572σίαν τοῦ θύματος ὑπηγόρευσαν τὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν
573ἀνηγορεύθη εἰς ἀδίκημα αὐτὴ καὶ μόνον ἡ μετὰ τὸ ἀτύ-
574χημα φυγὴ τοῦ αὐτοκινήτου. Ἐξ ἄλλου ὑπὸ τὴν ἔποψιν
575τὴν ἀστικὴν ἐλήφθησαν εἰδικαὶ πρόνοιαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων
576ἄρχον καὶ κύριον χαρακτηριστικὸν εἶναι τοῦτο, ὅτι ὑπο-
577χρέωσις πρὸς ἀποζημίωσιν ὑφίσταται ἀνεξαρτήτως πάσης
578ὑπαιτιότητος καὶ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τυχαῖον
579ἦτο τὸ ἀδίκημα, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἦτο ὑπαίτιον τὸ θῦμα.
580Ἐκρίθη ὡς ὀρθὸν καί, ἐπαναλαμβάνω, γενικῶς διδάσκε-
581ται καὶ νομοθετεῖται ὅτι ἐξαιρετικῶς εἰς τὴν περίπτωσιν
582ταύτην λόγοι φιλανθρωπίας ἐπιβάλλουσι τὸ βάρος τῶν τυ-
583χηρῶν εἰς τὸν ὁδηγὸν ἢ ἰδιοκτήτην καθ’ ὡρισμένας περι-
584πτώσεις.
585Μετὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, Κύριοι, ἐπακολουθεῖ σειρά
586τις νομοσχεδίων συμπληρωματικῶν ὑποβληθέντων ἤδη
587ἄλλων δικονομικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θεραπεύουσιν
588ὡρισμένας τινὰς ἀτελείας τῆς Ποινικῆς ἢ τῆς Πολιτικῆς
589Δικονομίας. Ἐν πρώτοις νομοσχέδιον, δι’ οὗ μεταρρυθμί-
590ζεται τὸ ἄρθρον 251, παράγραφος δευτέρα τῆς Ποινικῆς
591Δικονομίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταργεῖται ἡ
592τάξις τῶν βουλευμάτων τῶν παυόντων πρὸς καιρὸν τὴν
593καταδίωξιν. Οἱ παρακολουθοῦντες τὰ δικαστηριακὰ ἡμῶν
594πράγματα γνωρίζουσιν ὅτι αἱ νομοθετικαὶ ἀντιλήψεις, αἱ
595ὁποῖαι ἐστηρίχθησαν εἰς τὴν τάξιν ταύτην τῶν βουλευμά-
596των, δὲν ἔτυχον τοῦ σκοποῦ. Σχεδὸν πάντοτε εἰς τὰ βου-
597λεύματα ταῦτα ἐζήτησαν προσφυγὴν δι’ ἀσθένειαν χαρα-
598κτῆρος πολλοὶ δικασταὶ πρὸς ἀποφυγὴν τῆς παραπομπῆς
599τῶν κατηγορουμένων καὶ ὅτι βουλεύματα παύοντα πρὸς και-
600ρὸν τὴν καταδίωξιν καὶ αἱ σχετικαὶ δικογραφίαι ἐβάρυναν
601καὶ βαρύνουσι τὰ ἀρχεῖα τῶν καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν, σπα-
602νιώταται δὲ εἶναι αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι, καθ’ ἃς ἐπηκο-
603λούθησαν νέα γεγονότα, ἵνα ἀκολουθηθῇ ἡ διαδικασία ἡ
604προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς συνέχισιν τῆς καταδιώ-
605ξεως. Ἀνεξαρτήτως δὲ τούτου καὶ διὰ τοὺς διαδίκους ἀπο-
606τελοῦσι τὰ βουλεύματα ταῦτα πληγὴν ἀνίατον, διότι ἀφή-
607νουσι στίγμα τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον εἰς ταῦτα καὶ
608ἕνεκα τῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τινας διατάξεις
609τῆς Δικονομίας, νὰ θέσωσιν ἐκποδών.
610Ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, ὑπέδειξαν
611ἀνάγκαι τινές, ἀνακύψασαι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, τὰς ὁποίας
612ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶχον προΐδει. Μέγα μέρος τῆς δημοσίας
613ὑπηρεσίας οὐσιωδέστατα στηρίζεται πολλάκις εἰς τὰς ἀνω-
614μότους πιστοποιήσεις τῶν ἰατρῶν. Προσελεύσεις ἐνώπιον
615τῶν Δικαστηρίων, ἄδειαι δικαστῶν καὶ ἄλλων δημοσίων
616ὑπαλλήλων καὶ ἄλλα δικαστικὰ μέτρα στηρίζονται ἀναγ-
617καίως εἰς τὰς πιστοποιήσεις τῶν ἰατρῶν, τὰς ἀνωμότους.
618Συνέβη ὅμως δυστυχῶς αἱ ἀνώμοτοι αὗται πιστοποιήσεις
619νὰ ἀφίστανται τοσοῦτον τοῦ ἀληθοῦς, ὥστε ἰατροὶ νὰ εὑρε-
620θῶσιν εἰς ἀντίθεσιν καὶ νὰ πιστοποιήσωσι καὶ πρὸς ἐμὲ
621αὐτὸν ὅτι ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον πιστοποίησις τοιαύτη
622νὰ ὑποβληθῇ ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος καὶ εὐθείας θελή-
623σεως. Εἰς τοιαύτην ἀνάγκην περιελθὼν προεκάλεσα τὴν
624ἐνέργειαν τῶν καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν ἐπὶ τῇ βάσει προχεί-
625ρου ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸ ἄρθρον 271 τοῦ
626Ποινικοῦ Νόμου. Δυστυχῶς καὶ ἡ ἑρμηνεία ἡ γενομένη ὑπὸ
627τῶν Ἀρχῶν καὶ ἡ ἐμὴ μελέτη παρήγαγον τὴν πεποίθησιν
628ὅτι ἔπρεπε πολὺ νὰ πιεσθῇ τὸ κείμενον τοῦ νόμου, διὰ νὰ
629κατασταθῇ δυνατὸν νὰ στηριχθῇ δημοσία κατηγορία. Αὐτὰ
630μὲ ἤγαγον περαιτέρω καὶ κατὰ τὸ ὑπόδειγμα καὶ τῆς
631Γαλλικῆς καὶ Ἰταλικῆς ἰδίᾳ νομοθεσίας συνέταξα νομο-
632σχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἀνώμοτα ταῦτα πιστοποιητικὰ
633ὑφ’ ὡρισμένας περιπτώσεις ἀποτελοῦσιν ἴδιον ἀδίκημα κο-
634λαζόμενον καὶ καταδιωκόμενον ποινικῶς.
635Ἕτερον νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν μεταρρύθμισιν ὡρισμέ-
636νων διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Οἱ ἀσχολούμε-
637νοι εἰς τὰ δικαστικὰ πράγματα γνωρίζουσιν, ὅτι ὑπάρ-
638χουσι δευτερεύουσαί τινες δίκαι, διὰ τὰς ὁποίας ἡ προσ-
639φυγὴ ἐνώπιον ὁλοκλήρου Δικαστηρίου ἀποτελεῖ πολυτέλειαν
640ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτῶν. Αἰτήσεις περὶ πα-
641ρατάσεως προθεσμίας, αἰτήσεις περὶ διορισμοῦ εἰσηγητοῦ,
642περὶ ἀντικαταστάσεως εἰσηγητοῦ, σκοπιμώτερον θὰ ἦτο
643ἐὰν εἰσήγοντο ἐνώπιον τοῦ προέδρου ἢ ἐνώπιον τοῦ εἰρη-
644νοδίκου. Εἰς τοιαύτην τινὰ ἀντίληψιν στηρίζεται τὸ νομο-
645σχέδιον καὶ παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πρόεδρον τῶν
646Πρωτοδικῶν καὶ τὸν εἰρηνοδίκην νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν
647τοιούτων αἰτήσεων. Εἰς περίπτωσιν δέ, κατὰ τὴν ὁποίαν
648εἴτε κατὰ τὴν πρώτην εἴτε κατὰ τὴν δευτέραν φορὰν ἤθε-
649λεν ἀπορριφθῇ ἡ αἴτησις, ἡ ὑπόθεσις εἰσάγεται πρὸς πε-
650ραιτέρω συζήτησιν κατ’ οὐσίαν ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ
651Δικαστηρίου δικαιουμένου τούτου νὰ κρίνῃ κατὰ τὴν συζή-
652τησιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἂν κακῶς ἀπερρίφθη ἡ
653αἴτησις, καὶ νὰ παρατείνῃ ταύτην, ἐὰν νομίζῃ τοῦτο προσ-
654ῆκον. Ἕτερον νομοσχέδιον προβλέπει καὶ κανονίζει τὰς
655μεταξὺ διαδίκων καὶ δικηγόρων κοινοποιήσεις τῶν διαδι-
656καστικῶν ἐγγράφων, ἰδιαίτατα δὲ τῶν προτάσεων. Πρὸς
657νομικοὺς κατὰ τὸ πλεῖστον ὁμιλῶν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ
658ὑποδείξω τίνα ἀνάγκην σκοπεῖ νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομοσχέ-
659διον καὶ πρὸς ποῖον κακὸν νὰ ἀνταποκριθῇ, κακὸν τὸ ὁποῖον
660ὑποθάλπει πολλάκις τὴν κακὴν πίστιν, ὅπου ὑφίσταται,
661κακὸν τὸ ὁποῖον, ἀνεξαρτήτως τῆς κακῆς πίστεως, καθιστᾷ
662ἀδύνατον τὴν ἄνετον ἀπὸ μέρους τῶν δικηγόρων ἀνασκευὴν
663τῶν ἐναντίων ἰσχυρισμῶν. Ἄλλαι τινὲς μεταρρυθμίσεις,
664τὰς ὁποίας ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
665μικῶν ὑποβάλλομεν, ἀφορῶσι σημεῖά τινα τοῦ νόμου περὶ
666χαρτοσήμου· εἶναι μεταρρυθμίσεις κυρίως, αἱ ὁποῖαι αἴρου-
667σιν ἐκ μέσου ἀμφισβητήσεις τινὰς εἴτε δικαστικάς τινας
668πολυτελείας. Αἴφνης πολυτέλειαν θεωροῦμεν τὴν σύνταξιν
669τριῶν πρακτικῶν, πρακτικοῦ συνεδριάσεως, διασκέψεως
670καὶ δημοσιεύσεως, πολυτέλεια ἡ ὁποία αὐξάνει τοῦ κατω-
671τέρου προσωπικοῦ τὴν ἐργασίαν. Ἡ εἰσαγομένη μεταρρύ-
672θμισις ὁρίζει ἓν καὶ μόνον πρακτικόν. Ἐπίσης μικρὰ βεβαίως
673εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ ὅτι πολλάκις ἡ ἀνεπάρκεια τῆς
674προκαταβολῆς καθιστᾷ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀδύνατον τὴν κα-
675τάρτισιν τῆς ἀποφάσεως. Προνοεῖ καὶ περὶ τούτου τὸ νο-
676μοσχέδιον ὡς καὶ ἐπὶ ἄλλων σημείων τοιαύτης περίπου
677φύσεως ἀναγομένων εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου καὶ
678τούτων ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς
679Δικονομίας. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ὑποβάλλομεν·
680τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον προαναγγείλει εἰς τὴν
681Βουλὴν καὶ εἶχον ὑποδείξει τὰς βάσεις αὐτοῦ ἀκριβῶς τὴν
682ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγινώσκετο καὶ συνεζητεῖτο ἐν-
683ταῦθα τὸ νομοσχέδιον περὶ τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδῶν
684συμβάσεων. Εἶπον τότε, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομο-
685σχεδίου τούτου συμπλήρωμα ἀπαραίτητον θὰ εἶναι νομο-
686σχέδιον προνοοῦν καὶ προστατεῦον καὶ τὰ συμφέροντα τῶν
687δανειστῶν ἀπέναντι τῶν κακοπίστων ὀφειλετῶν. Τὸ νομο-
688σχέδιον περὶ τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδῶν συμβάσεων ἐν-
689τὸς τῶν ὅρων τοῦ προσήκοντος ἐπροστάτευσε τοὺς ὀφειλέ-
690τας ἀπέναντι αἰσχροκερδῶν δανειστῶν καὶ τοκογλύφων,
691καθώρισεν ὅρια καὶ ἐφρούρησε ταῦτα διὰ διατάξεων ὡρι-
692σμένων καὶ αὐστηρῶν, δεόντως αὐστηρῶν. Καθώρισε, λέγω,
693ὅρια τῶν νομίμων δικαιωμάτων τῶν δανειστῶν. Ἀλλὰ
694συνεπὲς εἶναι καὶ φυσικὸν νὰ ἀξιώσωσιν οἱ δανεισταί,
695ὅπως εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, ἐν οἷς ἡ Πολιτεία περιώρισε τὴν
696ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, προστατευθῶσι τοὐ-
697λάχιστον ἀπέναντι τῆς κακῆς πίστεως. Πρέπει δὲ νὰ δε-
698χθῶμεν, ὅτι, ὅσον ἡ τοκογλυφία καὶ ἡ αἰσχροκέρδεια τῶν
699δανειστῶν ἐσόβει πρὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ, κατ’ ἴσον σχεδὸν
700λόγον ἐλυμαίνετο τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ ἡ κακοπιστία
701τῶν ὀφειλετῶν. Δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ἡ πρώτη παρῆγε
702καὶ ἐγέννα τὴν ἄλλην καὶ ἴσως ἴσως ἡ μία καθίστα ἀναπό-
703δραστον τὴν ἄλλην. Διότι οἱ καταδιωκόμενοι ὀφειλέται
704εἶχον ὑπὲρ ἑαυτῶν ἓν ἐπιχείρημα μέγα, συνηθέστατα δὲ
705καὶ ἀληθές, ὅτι ἠμύνοντο ἐναντίον τοκογλύφων καὶ αἰσχρο-
706κερδῶν δανειστῶν. Ἐξώθουν δὲ τὰ σημεῖα τῆς ἀμύνης μέ-
707χρις ὁρίου, τὸ ὁποῖον ἠδίκει τοὺς αἰσχροκερδοῦντας δανει-
708στάς, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσιν οὔτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
709ἔπρεπε νὰ λάβωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐκέρδαινον ἐξ ἄλλου ἐκ τῆς
710τακτικῆς ταύτης οἱ ὀφειλέται, διότι ὅ,τι ὤφειλον νὰ δώ-
711σωσιν ἢ θὰ ἔδιδον, ἂν ὑπῆρχε προστατευτικὸς νόμος δι’ ἑαυ-
712τοὺς καὶ τοὺς πιστωτάς, τὸ ἐδαπάνων εἰς τὰ Δικαστήρια,
713τὸ ἐδαπάνων στρεψοδικοῦντες χωρὶς οὐδὲν νὰ κερδίσωσιν.
714Ἡ κατάστασις αὐτὴ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν δανειστῶν
715ἀναμφισβητήτως θὰ εὕρῃ τὸν θάνατον καὶ τὸ τέρμα αὐ-
716τῆς διὰ τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
717εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ προστάτις ἡ Πολιτεία τῶν δικαιω-
718μάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἀπένειμεν ἤδη εἰς τοὺς δα-
719νειστάς, ἀπέναντι τῶν κακοπίστων ὀφειλετῶν.
720Ἐν πρώτοις ἡ ἀπόκρουσις ἢ ἡ ψευδὴς καὶ εἰκονικὴ με-
721ταβίβασις τῆς περιουσίας ἀπαγορεύεται διὰ τοῦ νομοσχε-
722δίου καὶ εἰς εἰδικὸν ἀδίκημα ποινικῶς καταδιωκόμενον κα-
723θορίζεται. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων τὸ οὐσιωδέστερον εἶ-
724ναι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγομεν τὸ σύστημα, τὸ
725ὁποῖον εὐδοκιμεῖ καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ, τοῦ λε-
726γομένου βεβαιωτικοῦ ὅρκου περὶ τῆς περιουσίας τοῦ ὀφει-
727λέτου. Εἰς περίπτωσιν τουτέστι, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δανει-
728στής, ἐπιδιώκων τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀπαιτήσεών του, ἤθε-
729λεν ἴδει, ὅτι ἐκ τῆς φαινομένης περιουσίας τοῦ ὀφειλέτου
730του δὲν ἱκανοποιεῖται ἡ ἀπαίτησις, δικαιοῦται νὰ καλέσῃ
731τὸν ὀφειλέτην καὶ νὰ προσφύγῃ ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου
732προέδρου καὶ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτοῦ τὴν ὑποβολὴν σημειώ-
733σεως πλήρους περὶ τῶν στοιχείων τῆς περιουσίας αὐτοῦ,
734περὶ τῶν ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας ἔχει κατὰ τρίτων, περὶ
735τῶν τίτλων, εἰς τοὺς ὁποίους στηρίζονται αἱ ἀπαιτήσεις,
736καὶ περὶ τῶν ἀποδεικτικῶν στοιχείων τῶν ἀπαιτήσεων
737αὐτοῦ, καὶ νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως ὀμόσῃ ὁ ὀφειλέτης, ὅτι ἡ ση-
738μείωσις εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἀδολίευτος. Ἡ ἄρνησις ὑπο-
739βολῆς τοιαύτης σημειώσεως ἢ ἡ ἄρνησις δόσεως ὅρκου περὶ
740τῆς εἰλικρινείας, τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ἀδολιεύτου αὐτῆς
741ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ ὀφειλέ-
742του, προσωπικὴν κράτησιν, ἡ ὁποία λήγει ἅμα τῇ στιγμῇ,
743καθ’ ἣν ἤθελε πεισθῇ οὗτος νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ὅτι ἡ πε-
744ριουσία αὐτοῦ τοιαύτη καὶ μόνη εἶναι. Ἐν ἐναντίᾳ περι-
745πτώσει παρατείνεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἡ προσωπικὴ
746κράτησις ἐπὶ ἑξάμηνον. Ὁ ὅρκος οὗτος, τοιαύτην ἔχων δι-
747καιολογικὴν βάσιν καὶ πρόληψιν τρόπον τινὰ περιέχουσαν
748τῆς ὑπάρξεως ἀδικήματος, ἀποκρύψεως περιουσίας, ὁ ὅρ-
749κος αὐτὸς ἐπιβάλλεται καὶ κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων νομι-
750κῶν προσώπων, διότι καὶ οὗτοι ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
751παράσχωσι σημείωσιν εἰς τὸν πιστωτὴν καὶ νὰ βεβαιώσωσι
752ταύτην ἐνόρκως.
753Τοῦτο γίνεται καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὡρισμέ-
754νον κινητὸν διεκδικεῖται, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν
755κατοχὴν τοῦ ὀφειλέτου. Καὶ τότε ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ ὀφει-
756λέτης νὰ ὀμόσῃ, ὅτι δὲν κατέχει τοῦτο καὶ ὅτι ἀγνοεῖ τίς
757κατέχει τοῦτο.
758Τοιαῦται, Κύριοι, περίπου εἰσὶν αἱ βάσεις τοῦ ἑνδεκά-
759του νομοσχεδίου.
760Τὸ δωδέκατον νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὸν ὀργανισμὸν τῆς
761κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
762Ἴσως Κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τὸ
763μόνον Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ ἤδη νὰ διέπη-
764ται λόγῳ μὲν ὑπὸ τοῦ Διατάγματος περὶ Γραμματειῶν
765τοῦ ἔτους 1833, πράγματι δὲ ὑπ’ οὐδενὸς νόμου, ἀλλ’ ὑπὸ
766ἐθίμων τινῶν καὶ συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν ἐκ τῆς
767ἀνάγκης καὶ τῆς βίας τῶν πραγμάτων ἄνευ προσωπικοῦ
768σχεδὸν ὑφισταμένου διὰ νόμου ὡρισμένου ἢ διὰ Διατάγμα-
769τος, ἀλλὰ διὰ προσωπικοῦ δανείου. Διότι εἶναι ἄξιον πολ-
770λῆς περιεργείας, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δι-
771καιοσύνης ἐν πολλοῖς ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν διεξάγεται σχεδὸν
772διὰ δανείου προσωπικοῦ.
773Ὑπάλληλοι τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ ὑπάλληλοι
774τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, μετακαλούμενοι ἐκεῖ, εἰργάζοντο,
775ἵνα ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, συνέβη
776δ’ ἅπαξ κατὰ τὰς πληροφορίας μου καὶ τὸ περίεργον γε-
777γονὸς γραμματέως τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, προστασίαν
778ἔχοντος ἐν τῷ κέντρῳ, ἀντιτιθεμένου δὲ πρὸς τὸν Ὑπουρ-
779γὸν τῆς Δικαιοσύνης, γραμματέως ὁ ὁποῖος δι’ ἐγγράφου
780του ἀνεκάλεσεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τοὺς
781ἐκεῖ ὑπηρετοῦντας ὑπαλλήλους καὶ περιήγαγε τὴν κεντρι-
782κὴν ὑπηρεσίαν εἰς δυσκολίαν, ἡ ὁποία, ἂν δὲν παρενέβαινεν
783ἡ εὐμένεια τοῦ γραμματέως, θὰ ἠπείλει τὴν διακοπὴν τῶν
784ἐργασιῶν τοῦ Ὑπουργείου.
785Ἂν τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, Κύριοι, τῆς ὑπηρεσίας
786καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης μέ-
787χρις ἐσχάτων, ἐννοεῖ τις πόσον πολλαπλαῖ καὶ πόσον με-
788γάλαι καὶ πόσον βαρεῖαι εἶναι αἱ δυσχέρειαι, κατὰ τῶν
789ὁποίων ἤδη παλαίει, ἤδη, ὅτε αἱ ἐργασίαι τοσοῦτον ῥιζι-
790κῶς ἐπολλαπλασιάσθησαν. Διότι καὶ προσετέθησαν νέαι
791σημαντικαὶ ὑπηρεσίαι, οἷαι αἱ ὑπηρεσίαι τῆς στατιστικῆς,
792καὶ ἐδιπλασιάσθησαν ἄλλαι, οἷον αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ἀναγόμεναι
793εἰς τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν δικαστι-
794κῶν λειτουργῶν, ἡ ὑπηρεσία τῶν προσφυγῶν καὶ ἀναφο-
795ρῶν τῶν πολιτῶν καὶ τῆς ἀνταποκρίσεως τῆς πλήρους πρὸς
796τὰς προσφυγὰς καὶ τὰς ἀναφορὰς ταύτας καὶ καθεξῆς.
797Εἶναι ἀνάγκη ἤδη εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ὀργανισμοῦ πλή-
798ρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐκ βάθρων ἀνατρέ-
799ποντος τὰ νῦν κατ’ ἔθιμον ἢ κατ’ ὀργανισμὸν κρατοῦντα,
800καὶ διοργανοῦντος καὶ διαιροῦντος τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὰς
801ἀνάγκας τὰς ὑπ’ αὐτῆς ὑποδεικνυομένας.
802Εἰς ταύτας τὰς ἀνάγκας σκοπεῖ νὰ ἀνταποκριθῇ τὸ
803ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον.
804Σημεῖον σημαντικὸν τούτου ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων
805εἶναι καὶ ἡ ἵδρυσις συμβουλευτικοῦ Σώματος, ἐκ τῆς γνώ-
806μης τοῦ ὁποίου θὰ ἐξαρτηθῇ ἐφεξῆς ἡ τύχη καὶ τῶν ὑπαλ-
807λήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ
808ἄλλων διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἐξαρτωμένων ἐκ τοῦ Ὑπουρ-
809γείου τῆς Δικαιοσύνης, μὴ προστατευομένων δὲ ὑπὸ τῆς
810συνταγματικῆς ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος, ὡς εἶναι οἱ
811ὑπάλληλοι τῶν φυλακῶν καὶ ἄλλοι τινὲς δευτερεύοντες
812ἐξαρτώμενοι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
813Δέκατον τρίτον καὶ τελευταῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ
814αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
815Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχε προαγγελθῆ ἔκτοτε ὑπὸ
816τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὰς αὐτὰς δὲ βάσεις τῆς αὐξήσεως
817τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων κατὰ 50% εἰς διάστημα
818τριετίας ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους.
819Μία καὶ μόνη τάξις ἐνομίσθη προσῆκον νὰ ἐξαιρεθῇ ἐκ
820τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου, καὶ ἡ τάξις αὐτὴ εἶναι ἡ
821τῶν ἐμμίσθων παρέδρων, διὰ τοὺς ὁποίους καθ’ ὅλον τὸν
822χρόνον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ
823ὑπερβαίνῃ τὴν διετίαν ἢ τριετίαν τὸ πολύ, ἐκρίθη ἐπαρκὴς
824ἡ ὑφισταμένη καὶ νενομοθετημένη ἤδη μισθοδοσία. Ἀλλ’
825ἀνεξαρτήτως αὐτῶν ἡ κλῖμαξ τῆς τριετοῦς αὐξήσεως, τὴν
826ὁποίαν εἰσηγούμεθα, δὲν ἐκρίθη σκόπιμον νὰ τύχῃ ἐφαρ-
827μογῆς καὶ ἐπὶ τῶν πρωτοδικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν
828ἔχουσι συμπληρώσει ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ πενταετῆ τοὐ-
829λάχιστον ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως διὰ μὲν τοὺς ἐμμίσθους
830παρέδρους δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ νομοσχέδιον, διὰ δὲ τοὺς
831πρωτοδίκας ἄρχεται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ χρονικοῦ
832σημείου τῆς συμπληρώσεως τῆς πενταετίας καὶ περιλαμ-
833βάνει κατὰ τὰ λοιπὰ πάντας ἐν γένει τοὺς δικαστικοὺς
834ὑπαλλήλους ἀπὸ τοῦ Ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου.
835Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς
836καὶ κρίσεις δικαιολογητικὰς τοῦ μέτρου τούτου τῆς Κυ-
837βερνήσεως. Ἴσως εἶναι εὔλογον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ
838παρατηρηθῇ, ὅτι ἐν γένει οἱ μισθοὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλή-
839λων δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ προσῆκον σημεῖον καὶ ὅτι
840ἀνάγκη ἀναπόδραστος πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τὴν προσήκου-
841σαν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἶναι ἡ αὔξησις ἐν γένει τῶν
842μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἴσως δὲν θὰ ἦτο
843περιττὸν νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη οὐδέποτε ἐσχε-
844τίσθη καὶ οὐδέποτε συνεδέθη πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν δικα-
845στικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὅτι ἐν γένει ἄλλη ἀρχὴ ἐτηρήθη
846σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὴν ἰδιότητα τῶν δικαστικῶν ὑπαλ-
847λήλων, πρὸς τὴν ἰδιάζουσαν φύσιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν
848καὶ τὴν ἐξαιρετικὴν λεπτότητα τῆς ἀποστολῆς των. Πάν-
849τοτε δὲ καὶ πανταχοῦ τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἐλήφθησαν ὑπ’
850ὄψιν πρὸς καθορισμὸν τῶν μισθῶν τῶν δικαστικῶν ὑπαλ-
851λήλων ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν μισθῶν τῶν
852λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
853Ἐν τούτοις δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν
854παρατήρησιν ταύτην· δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν ἑτέραν,
855ὅτι ἡ αὔξησις θὰ γίνῃ ἤδη χωρὶς οὐδόλως οὐδὲ τὸ παράπαν
856νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Καὶ μόνοι
857ἐκεῖνοι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἤδη ἡ παροῦσα Βουλή,
858καὶ ταῦτα τὰ εἰδικὰ μέτρα τὰ πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς δικαιο-
859σύνης ἀποσκοποῦντα, ἐκεῖνοι ἀκριβῶς καὶ μόνοι ἀκόμη ἂν
860πρόκειται νὰ μείνωσι, παρέχουσι τὰ ἐφόδια, διὰ τῶν ὁποίων
861ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἶναι
862δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν προτεινομένην αὔ-
863ξησιν.
864§10Γ. ΠΩΠ. Πόσην ὑπολογίζετε τὴν αὔξησιν;
865§11Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 50%.
866§12Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸ σύνολον τοῦ προσωπικοῦ.
867§13Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ τρέχον ἔτος περὶ
868τὰς 300,000.
869§14Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὸ 1914;
870§15Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὸ 1914 θὰ εἶναι
871800,000.
872§16Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Καὶ μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἐφαρμογὴν
873τοῦ νόμου περὶ προσόντων;
874§17Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
875§18Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ συζητηθῇ ἄλλως τε.
876§19Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὅλα θὰ συζη-
877τηθῶσιν.
878§20Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. 915000 ἀναγράφετε εἰς τὴν ἔκ-
879θεσίν σας.
880§21Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
881καιοσύνης). Ἔστω· 800,000 εἶπον; Εἶναι 915,000. Αὐτὸ
882βεβαίως εἶναι τὸ ἀκριβές.
883Ὁ νόμος περὶ καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων
884εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτάς, ὁ νόμος περὶ ἀνακλήσεως τῶν μη-
885νύσεων, ὁ νόμος περὶ μετατροπῆς τῶν μικρῶν ποινῶν φυλα-
886κίσεως ἢ κρατήσεως εἰς χρηματικὰς καὶ ὁ νόμος κατὰ
887τῶν ἐρημοδικιῶν, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε στατιστικὰ δεδο-
888μένα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γεγενημένης ἤδη ἐφαρμογῆς, θὰ
889εἶχον καὶ μόνοι ἀρκετὴν δύναμιν, ἀνεξαρτήτως ἄλλων
890διαρρυθμίσεων ἐντελῶς ἀσχέτων πρὸς οἱανδήποτε τάξιν, νὰ
891ἀντιμετωπίσωσι τὴν δαπάνην, διότι ἀποδίδουσι ποσὰ
892ἀνερχόμενα κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς 650 ἢ 700 χιλιάδας
893δραχμῶν κατ’ ἔτος.
894Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν ἀντιλήψεων τούτων τοῦτο καὶ
895μόνον περιορίζομαι νὰ τονίσω ὑπὲρ τῆς προτεινομένης αὐ-
896ξήσεως. Παραλείπω πάντα ταῦτα καὶ ἀποβλέπω εἰς ἓν καὶ
897μόνον σημεῖον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν
898τῶν δικαστῶν καὶ ἐν γένει τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν
899μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι ζητήματα ἐξαρ-
900τώμενα πάντοτε ἐκ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, παρα-
901τηρῶ ὅμως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σκέψις σπουδαία
902περὶ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, περὶ βελ-
903τιώσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἄνευ προηγουμένης
904ἀνορθώσεως καὶ βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης.
905Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν σπουδαίως, ὅτι θὰ
906ἐξασφαλίσωμεν τὴν διατήρησιν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον
907τῶν ὑπαρχόντων ὑγιῶν στοιχείων καὶ τὴν προσέλκυσιν
908νέων στοιχείων ἀξίων τῆς ἀποστολῆς των ὑπὸ τοὺς ὅρους,
909ὑφ’ οὓς ἤδη ἡ Πολιτεία ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας
910αὐτῶν. Ἂν δὲ δὲν δυνάμεθα βασίμως νὰ ἐλπίσωμεν ἐπὶ
911τὴν ἀναδιοργάνωσιν τὴν προσήκουσαν ἄνευ τοιούτων θυσιῶν,
912εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοήσῃ τις, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς λόγος εἶναι
913ὁ κυρίως, ὁ πρωτίστως ἐπιβάλλων τὸ μέτρον τοῦτο. Ὑπὸ
914τὴν ἔποψιν ταύτην δύναμαι θαρρούντως νὰ εἴπω, εἰδωλο-
915ποιῶν καὶ ἐξωτερικεύων κατ’ ἄλλον τρόπον τὰς ἰδέας μου,
916δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἀκριβῶς τὸ πρῶτον μέτρον πρὸς αὔ-
917ξησιν τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν γένει, τὸ
918πρῶτον μέτρον εἶναι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν δικαστι-
919κῶν ὑπαλλήλων.
920Ταῦτά εἰσι, Κύριοι, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ
921ὑποβάλω σήμερον εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶπον δὲ προ-
922λαβόντως καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων
923αὐτῶν συμπληροῦται τὸ ἐπηγγελμένον καὶ προεπηγγελμέ-
924νον ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργα-
925σιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς σύστημα ἡμῶν πρὸς ἀναδιορ-
926γάνωσιν τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας.
927Ἁπλῆ ἀντιπαραβολὴ τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα
928κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰσηγούμενοι τὸ νομοθετικὸν ἡμῶν
929πρόγραμμα ὑπεσχέθημεν, πρὸς τὰ ἔκτοτε τμηματικῶς ὑπο-
930βληθέντα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, πείθει πάντα ὅτι οὐ
931μόνον οὐδὲν ἀπολύτως ἐξ ἐκείνων παρελίπομεν, ἀλλὰ καὶ ἔτι
932πλέον, αἱ τότε γενόμεναι ἐπαγγελίαι ἡμῶν ὑπολείπονται ἐν
933πολλοῖς τῶν πράγματι συντελεσθέντων. Ἀλλὰ καὶ αἱ προ-
934βλέψεις ἡμῶν αἱ τότε διατυπωθεῖσαι πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν
935σχέσει πρὸς τὴν σκοπιμότητα τῶν νομοθετικῶν μέτρων
936καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν καλοῦνται
937ταῦτα νὰ ἀσκήσωσιν ἐπὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, μέ-
938χρι κεραίας ἐπληρώθησαν. Τὸ δημοσιευθὲν ἤδη πρῶτον τεῦ-
939χος τῆς ἐπετηρίδος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης περιέ-
940χει στοιχεῖα κυροῦντα ἐπαρκῶς τοὺς λόγους μου. Ἀλλὰ κυ-
941ρίως τὸ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας δημοσιευθησόμενον δεύ-
942τερον τεῦχος τῆς ἐπετηρίδος, τὸ περιέχον τὴν καθόλου δικα-
943στηριακὴν κίνησιν καὶ πάσας τὰς πληροφορίας τὰς ἀφορώ-
944σας τὴν δευτέραν τριμηνίαν ἐνεστῶτος ἔτους, περιέχον δὲ
945καὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τῶν νέων τῶν ψηφισθέν-
946των κατὰ τὸ βραχὺ τοῦτο χρονικὸν διάστημα, θὰ παράσχῃ,
947οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, εἰς πάντας οὐχὶ ἁπλῆν ἀνα-
948κούφισιν, ἀλλ’ αἴσθημα ὑπερηφανίας διὰ τοὺς ὅρους, ὑφ’
949οὓς λειτουργοῦσι τὰ Δικαστήρια. Θὰ πεισθῇ πᾶς τις καὶ
950θὰ ἴδῃ ὀφθαλμοφανῶς ἀναφαινομένην πανταχόθεν τὴν νέαν
951δικαστηριακὴν ζωήν, θὰ ἴδῃ τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ
952τὴν δικαστικὴν ζωὴν ἀνακαινιζομένην ὁσημέραι, θὰ ἴδῃ
953ἐνημερότητα, ἡ ὁποία προαγγέλλει ὅτι τάχιστα ἡ δικαιο-
954σύνη τῆς χώρας θὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν θέσιν καὶ τὴν ἀπο-
955στολήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ φύσις αὐτῆς καὶ ὁ προορισμός της
956τὴν θέλουσιν. Ἀλλὰ αἱ προβλέψεις ἡμῶν καὶ αἱ ἐπαλη-
957θεύσεις τούτων δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο·
958ἐξετάθησαν καὶ ἀλλαχοῦ. Εἰσηγούμενοι τὸ πρόγραμμα τῆς
959δικαστικῆς ἡμῶν ἀναδιοργανώσεως ἐξεφράσαμεν τότε τὴν
960πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε συγκεντρώσει πᾶσαν αὑτῆς
961τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν, ἤθελε συγκεντρώσει τὴν δρᾶσιν καὶ
962τὴν ἐνέργειαν αὑτῆς εἰς τὸ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δικα-
963στηριακὰς ἀνάγκας, ὑπερψηφίζουσα τῶν εἰσηγουμένων νο-
964μοθετικῶν μέτρων, ἐξελέγχουσα καὶ συμπληροῦσα ταῦτα.
965Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι μυστικὸν πόσον τελείως ἡ Βουλὴ ἀν-
966ταπεκρίθη καὶ εἰς τὰς προσδοκίας ἡμῶν ταύτας. Παρὰ τὰ
967μεγάλα καὶ σοβαρὰ αὑτῆς ἔργα, τὰ κύρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκα-
968λεῖτο τὸ Σῶμα, τὰ ἔργα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντά-
969γματος καὶ τῆς θεμελιώσεως ἐπὶ ἀσφαλεστέρων βάσεων τοῦ
970πολιτεύματος, κατώρθωσε νὰ εὕρῃ καιρόν, ἡμέρας καὶ νυ-
971κτὸς ἐργαζόμενον, κατὰ τρόπον, δύναμαι νὰ εἴπω ἀσφαλῶς
972καὶ ἄνευ φόβου διαψεύσεως, πρωτοφανῆ εἰς τὰ κοινοβουλευ-
973τικὰ χρονικά, ἠδυνήθη, λέγω, νὰ εὕρῃ καιρὸν νὰ ἐπιψηφίσῃ
974μεταξὺ ἄλλων σπουδαίων νομοθετικῶν μέτρων ὁλόκληρον
975σχεδὸν τὸ δικαστικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐξε-
976λέγχουσα τὰ ὑποβεβλημένα μέτρα καὶ βασανίζουσα πάσας
977τὰς διατάξεις αὐτῶν, συμπληροῦσα τὰ ἀτελῆ, διορθοῦσα
978τὰ ἡμαρτημένα, παρέδωκε δὲ εἰς τὸ Κράτος νόμους, τῶν
979ὁποίων ἡ ἐφαρμογή, ὡς θέλετε ἰδεῖ καὶ ὡς θὰ ἀντιληφθῇ
980ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐκ τῶν ἐπισήμων δεδομένων, τὰ ὁποῖα θὰ
981προέλθωσι τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς φῶς, παρέδωκε, λέγω, νό-
982μους, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ ἐγγυᾶται τὴν πλήρη διοργά-
983νωσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὑπολείπεται νὰ συνεχίσῃ
984ἡ Βουλὴ τὴν μέριμναν αὐτῆς, τὴν τόσῳ ἐναργῶς δηλωθεῖ-
985σαν ὑπὲρ τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως, νὰ συνεχίσῃ
986ταύτην καὶ εἰς τὰ σήμερον ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, ἐν
987τῇ πεποιθήσει ὅτι εἰς τὴν καθολικὴν ἀνάπλασιν καὶ τὴν
988ἀναγέννησιν τῆς χώρας θὰ προσφέρῃ τοιουτοτρόπως ἕνεκα
989τῆς ἰδιαιτέρας φύσεως καὶ τῆς ἰδιαιτέρας ἀποστολῆς τῆς
990δικαστικῆς ἐξουσίας τὸν πρώτιστον παράγοντα καὶ τὸν
991κυριώτατον συντελεστήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθού-
992σης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
993§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ στέργῃ, ἐπειδὴ διενεμήθη-
994σαν ἤδη τὰ νομοσχέδια, νὰ καταρτίσω τὰς ἐπιτροπὰς καὶ
995νὰ παραπέμψω εἰς αὐτὰς τὰ νομοσχέδια.
996§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
997§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αʹ) «περὶ φυγοδι-
998κίας» καὶ βʹ) «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 271
999τοῦ Ποινικοῦ Νόμου» ὁρίζονται οἱ κύριοι Χ. Δικαῖος,
1000Ἰ. Καναβός, Ἀ. Καφετζόπουλος, Ἰ. Ἀκρίδας, Ἰ. Σομμαρί-
1001πας, Κ. Λιδωρίκης καὶ Ν. Γαρδικιώτης.
1002Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αʹ) «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν
1003ἄρθρων 198 καὶ 249 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας», βʹ) «περὶ
1004κοινοποιήσεως τῶν διαδικαστικῶν ἐγγράφων» καὶ γʹ) «περὶ
1005τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ τελῶν χαρτοσήμου» οἱ κύ-
1006ριοι Κ. Ῥακτιβάν, Γ. Νέζος, Γ. Πολίτης, Ἰ. Χρυσοβελό-
1007νης, Ἰ. Παπαλουκᾶς, Π. Κασίμης καὶ Π. Ἰατρόπουλος.
1008Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ
1009τῶν δανειστῶν» οἱ κύριοι Ἀ. Θεοδωρίδης, Κ. Δεμερτζῆς,
1010Κ. Γόντικας, Κ. Χρυσοχοΐδης καὶ Δ. Δεδούσης.
1011Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αʹ) «περὶ αὐτοκινήτων» καὶ βʹ)
1012«περὶ καταδιώξεως τῶν ἀπηγορευμένων τυχηρῶν παιγνίων»
1013οἱ κύριοι Μ. Μπουφίδης, Θ. Πετμεζᾶς, Π. Καραπᾶνος, Μ.
1014Νεγροπόντης καὶ Ἰ. Μᾶνος.
1015Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τύπου» οἱ κύριοι Τ. Ἠ-
1016λιόπουλος, Γ. Πὼπ, Σ. Σῖμος, Στ. Γρανίτσας, Χ. Βοζί-
1017κης, Ἰ. Μπακόπουλος, Σ. Τσαγκάρης, Κ. Ζαβιτσᾶνος
1018καὶ Εὐστρ. Κουλουμβάκης.
1019Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αʹ) «περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλα-
1020κῶν τοῦ Κράτους», βʹ) «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου
1021τῆς Δικαιοσύνης» καὶ γʹ) «περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν
1022δικαστικῶν ὑπαλλήλων» καὶ δʹ) «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ
1023ἄρθρου 251 § 2 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας» οἱ κύριοι Ἀνδρ.
1024Μιχαλακόπουλος, Ἀ. Ῥοντήρης, Σ. Λάσκαρις, Τ. Ἠλιό-
1025πουλος, Π. Λαγοπάτης, Εὐάγ. Γεωργιάδης καὶ Ν. Ξηρός.
1026§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1027καιοσύνης). Ἀνεξαρτήτως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέ-
1028βαλον, εἰσάγω καὶ ἕτερα δύο νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων
1029ἤθελον προκαλέσει τὴν ταχεῖαν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς· νο-
1030μοσχέδιον περὶ προπληρωμῆς ἐξόδων διατροφῆς τῶν ὑπο-
1031δίκων καὶ καταδίκων, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω ἀπὸ κοινοῦ μετὰ
1032τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νομοσχέδιον περὶ
1033προαγωγῆς ἐμμίσθων παρέδρων εἰς θέσιν πρωτοδίκου. Ἐκ
1034διαφόρων περιστάσεων ἐσημειώθησαν οὐσιώδη κενά, εἶναι
1035δ’ ἀνάγκη κατεπείγουσα νὰ ληφθῇ ἄμεσος πρόνοια. Ἤθε-
1036λον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὰ νομοσχέδια
1037ταῦτα κατεπείγοντα, νὰ ψηφισθῶσι σήμερον κατ’ ἀρχήν,
1038τὴν δὲ ἑπομένην ἑβδομάδα τὰ ψηφίζομεν εἰς δευτέραν καὶ
1039τρίτην ἀνάγνωσιν.
1040§26Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν διενεμήθησαν.
1041§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντίρρησις.....
1042Ταύτην τὴν στιγμήν, Κύριοι, μοὶ ἀνηγγέλθη ὁ θάνατος
1043συναδέλφου, τοῦ σεβαστοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας,
1044καὶ ἐπιφανεστάτου πολίτου Παναγῆ Χαροκόπου. Παρακαλῶ
1045τὴν Βουλὴν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἐὰν συναινῇ, ἵνα καταθέσω
1046στέφανον ἐπὶ τῆς σοροῦ τοῦ θανόντος, νὰ ἐκφράσω δὲ τὰ
1047συλλυπητήρια Αὐτῆς εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος
1048καὶ λύσω τὴν συνεδρίασιν εἰς ἔνδειξιν πένθους.
1049§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1050§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1051(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.).