1911.07.05
4,209 rows · 31,164 words · 420 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 131.
Τῆς 5 Ἰουλίου 1911
(Τρίτη)
Προεδρία Ν. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 6 καὶ 13′ μ. μ. παρόντων 125 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν· 1) Ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Μελιταίας· 2) Αἴτησιν τῶν καπνοπαραγωγῶν Τιθορέας· 3) Αἴτησιν τῶν ἱερέων Ὑπάτης· 4) Ἀναφορὰν τοῦ δημάρχου Λευκαδίων κλπ. 5) Αἴτησιν τῶν ἱερέων Κυκλάδων· 6) Αἴτησιν τῶν ἐν Ναυπλίῳ μετόχων τῆς «Ἀμοιβαίας»· 7) Αἴτησιν τῶν καταδίκων Χαλκίδος πρὸς ψήφισιν τοῦ περὶ χαρίτων νομοσχεδίου· 8) Αἴτησιν κρατουμένων ἐν Παλαμηδίῳ· 9) Αἴτησιν τοῦ λαοῦ Σπαλάθρων σχετικὴν μὲ τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου· 10) Ἀναφορὰν τῶν οἰνοπαραγωγῶν κλπ. Θήρας διὰ τὸ προϊόν των· 11) Αἴτησιν περὶ βοηθήματος τῆς χήρας Γ. Πρωτογεροπούλου· 12) Αἴτησιν τῶν κατοίκων Καλυβίων ὑπὲρ κατασκευῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ Λάδωνος κλπ. 13) Ἀναφορὰν τοῦ ἱερέως Κορώνης Παπαχρίστου κατὰ τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Κορώνης· 14) Τροπολογίας τοῦ κτηματικοῦ συλλόγου Κορώνης εἰς τὸ περὶ οἴνων νομοσχέδιον· 15) Αἴτησιν τοῦ σωματείου ὑπηρετοπαντοπωλῶν Ἀθηνῶν περὶ συμπεριλήψεώς των εἰς τὰς τροπολογίας τοῦ περὶ κυριακῆς ἀργίας νόμου. Ἀνακοινῶ ἐπίσης: Πρότασιν τῶν βουλευτῶν κυρίων Δ. Λαζαρῆ καὶ Ἀ. Σακελλαρίου «περὶ χορηγίας ἐτησίου βοηθήματος εἰς τὴν ἐν Πειραιεῖ Σχολὴν «ὁ Προμηθεύς»»· Πρότασιν τῶν αὐτῶν Βουλευτῶν «περὶ χορηγίας ἐτησίου βοηθήματος τῇ ἑταιρείᾳ «Ἀθηνᾶ»»· Πρότασιν τῶν αὐτῶν Βουλευτῶν «περὶ χορηγίας βοηθήματος τῇ «Ἀθηναϊκῇ Μανδολινάτᾳ»· Πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου ἀμοιβῆς εἰς τοὺς συντάκτας τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς»· Ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τελωνιακῆς ἀστυνομίας»· Τροπολογίαν Βουλευτῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ναυτικῶν συντάξεων διατάξεων»· Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Χαριτάτου ὑποβάλλονται τροπολογίαι εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ θήρας»· Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Πολυχρονιάδου ὑποβάλλεται τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀποστολῆς εἰς Ἑσπερίαν ὑποτρόφων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς σπουδὴν τῆς Δασολογίας». Ἅπαντα τυπωθήσονται πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§2Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ὑπ’ ἀριθ. 43 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 331 καὶ 332 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου», κηρύσσουσα αὐτὸ κατεπεῖγον. Πιστεύω ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν ἡ Κυβέρνησις.
§3Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεμίαν.
§4Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 331 καὶ 332 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἰ. Τσιριμώκου, καθ’ ἣν τὰ ἄρθρα 331 καὶ 332 νὰ τροποποιηθῶσιν ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸν τρίτον στίχον τοῦ ἄρθρου 331 ἀντὶ «δέκα πέντε» ἐτῶν νὰ τεθῇ «δέκα τεσσάρων». Τὸ ἄρθρον 332 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἐάν τις ἔχων μὲν ὑπὲρ τὰ 14 ἔτη, ἀλλ’ ὄχι καὶ ὑπὲρ τὰ 21, ἀπήχθη ἑκουσίως ἀπὸ τῆς ἐξουσίας ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπόκειται, εἰς τὴν τοιαύτην περίστασιν, ὁ ἀπαγαγὼν τιμωρεῖται, ἐὰν συνελήρωσε τὸ 18ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, 1) μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους, ἐὰν ἡ πρᾶξις εἶχε σκοπὸν τὴν ἀσέλγειαν, ἐξ δὲ μηνῶν μέχρι δύο ἐτῶν, ἐὰν προσέτι ἐπληρώθη καὶ ὁ σκοπός, 2) μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνὸς μέχρις ἕξ μηνῶν, ἐὰν ἔγινεν ἡ ἀπαγωγὴ ἐπὶ σκοπῷ τῆς μετὰ τῆς ἀπαχθείσης νυμφεύσεως».
§6Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι πολὺ πρακτικὴ καὶ τροποποίησις δικηγόρου πολὺ πεπειραμένου καὶ ἐξόχως διακρινομένου.
§7Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεριελήφθη εἰς τὸ ἄλλο. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τσιριμώκου). Ἔχομεν ἑτέραν τροπολογίαν τῶν κυρίων Π. Κασίμη καὶ Χ. Δικαίου. (Ἀπορρίπτεται καὶ ἡ τροπολογία αὕτη καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν).
§8Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Καὶ τὸ περὶ ἀποπλανήσεως, κ. Πρόεδρε.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ ἀποπλανήσεως εἰς ἀσέλγειαν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». (Γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο).
§10Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν σειρὰν παρακαλῶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ προβῶμεν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος».
§12Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶχε δηλώσει ὅτι ὁ πρόσθετος φόρος ἦτο 10% καὶ ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς εἶναι 10%. Ἀλλὰ βλέπω ὅτι ὡς πρὸς αὐτὸ ἀφήνεται τὸ 30%.
§13Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Καὶ περιλαμβάνεται ἡ διάταξις ὅτι αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 40%.
§14Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁπωσδήποτε ὑφίσταται τὸ 30% ἀντὶ τοῦ 10%.
§15Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἰς τὸ τέλος εἶπον ὅτι αὐτὰ οὐδέποτε δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν ὑπέρ τὰ 40%.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει καὶ ἄλλα λάθη. Εἰς τὸ ἄρθρον 5, τελευταῖον ἐδάφιον, δέον νὰ γραφῇ «ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν» καὶ οὐχὶ «αὐτοῦ».
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῶσιν αὐτά. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀδείας συνομολογήσεως χρεολυτικοῦ δανείου δραχμῶν 3.000.000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου καὶ περὶ μεταρρυθμίσεως, συμπληρώσεως καὶ προσθήκης διατάξεων ἐν τοῖς νόμοις ͵ΓΣΒʹ τῆς 7 Ἀπριλίου 1907, ͵ΓΤΘʹ τῆς 14 Μαΐου 1908, ͵ΓΤΞΘʹ τῆς 6 Ὀκτωβρίου 1909, ͵ΓΦΚΑʹ τῆς 9 Ἰανουαρίου 1910 καὶ ͵ΓΦϠΑʹ τῆς 6 Μαρτίου 1910 περὶ συνοικισμοῦ καὶ διανομῆς γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ περὶ ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§19Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δηλῶ ὅτι ἀπηλείφθη ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ θίξῃ τὸ Θεσσαλικὸν Γεωργικὸν ταμεῖον. Καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ συνάψῃ δάνειον διὰ λογαριασμόν της, τὰ δὲ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν γαιῶν, θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§20Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μεταβάλλεται ἡ βάσις καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον;
§21Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὄχι· δὲν μεταβάλλεται, ἀλλὰ μένει ὅπως ἔχει, καὶ θὰ λάβωμεν μέτρα ἐν ἀνάγκῃ βραδύτερον. Σήμερον ἄλλως θὰ κάμωμεν τὰς τροποποιήσεις. Θὰ τὰς ὑποβάλω τώρα.
§22Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Περὶ ἄλλου τινός. Εἶναι μὲ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, κύριε Πρόεδρε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τῇ 30ῇ Μαΐου 1911.
§24Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μὲ τὸ παλιόν.
§25Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται καθόλου περὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου. Ἑπομένως, ἐὰν λάβητε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου, δὲν ὑπάρχει λόγος. Πρὸ τούτου παρακαλῶ ὑποβάλλω ἓν μικρὸν νομοσχέδιον «περὶ προσωρινῆς ἀτελείας πρώτων ὑλῶν ἐπὶ ἐξαγωγῇ αὐτῶν μεταπεποιημένων εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα», παρακαλῶ δὲ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον. Πρόκειται νὰ δοθῇ προσωρινὴ ἀτέλεια εἰς τὸ εἰσαγόμενον ἀμυλοσάκχαρον, ἵνα δι’ αὐτοῦ κατασκευάζωνται γλυκύπηκτα καὶ ἄλλα γλυκύσματα ἐκ καρπῶν ἑσπεριδοειδῶν καὶ λοιπῶν φυτῶν καὶ οἱωνδήποτε ἄλλων προϊόντων δυνάμενα νὰ ἐξάγωνται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Εἶναι μία βιομηχανία ὁμολογουμένως, ἡ ὁποία παράγεται ἀπὸ τὰ προϊόντα τῆς Ἑλλάδος ὅλης.
§26Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ δεκτόν.
§27Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε καὶ τὸ «περὶ συστάσεως τελωνειακῆς ἀστυνομίας» νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν, διότι ὄχι μόνον πρέπει νὰ περιφρουρήσωμεν τὸ δασμολόγιον, ἀλλὰ καὶ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν. Ἐὰν τὸ λαθρεμπόριον ἐξακολουθῇ ἔχον περισφίγξει τὴν Ἑλλάδα, εἶναι φόβος μήπως ἡ χολέρα εἰσέλθῃ εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ λαθρεμπορίου.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινούσης τῆς Βουλῆς προτάσσεται κηρυσσόμενον κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσωρινῆς ἀτελείας πρώτων ὑλῶν ἐπὶ ἐξαγωγῆς αὐτῶν μεταπεποιημένων εἰς βιομηχανικὰ προϊόντα». (Ψηφίζεται τοῦτο κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν».
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλεται νομοσχέδιον «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1911 πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως διὰ τὴν σύνταξιν μελέτης διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς σιδηρᾶς στέγης κλπ. τοῦ ἐκ πυρκαϊᾶς καταστραφέντος ἀνακτόρου». (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ 2ον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νομοσχέδιον «περὶ ἀδείας συνομολογήσεως χρεολυτικοῦ δανείου 3 ἑκατομμυρίων δραχμῶν κλπ. διὰ τὸ Γεωργικὸν Ταμεῖον Θεσσαλίας». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἀνέγερσιν στρατιωτικῶν κτιρίων». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ ἀποπερατώσεως τῶν ἀνεγειρομένων ἤδη στρατώνων, τοῦ ἀνεγειρομένου Στρατιωτικοῦ Νοσοκομείου ἐν Λαρίσῃ καὶ περὶ ἀνεγέρσεως ἀποθηκῶν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐπιστρατεύσεως». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 1500 εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1910». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιμισθίων θέσεως ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ».
§31Π. ΓΚΙΝΗΣ. Προκειμένου περὶ τροπολογίας μου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν δεχθῇ. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Η. Γκίνη ἥτις ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν κυβερνήτην δραχμ. 100· εἰς τὸν ὕπαρχον δραχμ. 90 κλπ.» Ἐπίσης ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Ἰ. Πατσουράκου, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ μηχανικοὶ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰ καταδυόμενα πλοῖα προάγονται κατ’ ἐκλογὴν καὶ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἡμίσεος ἀπαιτουμένου κατὰ νόμον χρόνου πρὸς προβιβασμὸν αὐτῶν».
§33Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐκ τῶν δύο τροπολογιῶν ἡ μὲν τοῦ κ. Γκίνη πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, ἡ δὲ τοῦ κ. Πατσουράκου δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ ληφθῇ πρόνοια εἰς τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ τοῦτο κατὰ τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γκίνη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πατσουράκου ἀποσύρεται. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§35Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 6 «περὶ πιστώσεως 1500 δραχμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας» ἐψηφίσθη, κ. Πρόεδρε;
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
§37Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἔχω τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν καὶ νὰ ἴδητε τί λέγει. Μοιράζει κόλλυβα εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἑκατομμυρίων δραχμῶν περιουσίαν. Εἶναι ἐντροπή.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντελήφθην ἂν εἴχετε ζητήσει τὸν λόγον. Νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὑπηρεσιακόν. Γʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐνεργοῦ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1911». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ ἐγχωρίου ἀνθρακασβεστίου». Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§39Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνθρακασβεστίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, εἶναι πολὺ καλλίτερον τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἔχοντος ἀριθμὸν 75, ἤτοι «περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων». Ὁλόκληρος ὁ οἰνοπαραγωγικὸς κόσμος ἀνακινεῖται αὐτὴν τὴν στιγμήν, τηλεγραφήματα δὲ ἀποστέλλονται ἐκ Κερκύρας, ἐκ Κύμης καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν, διότι δὲν λαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ τῆς οἰνοπαραγωγῆς, ἐνῷ φροντίζομεν περὶ τόσων καὶ τόσων ζητημάτων. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον καὶ πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα. Ἔλαβον ἀφορμὴν καὶ ἄλλοτε, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἑταιρεία ἡ Ἑνιαία, τὴν ὁποίαν ὁ κόσμος φαντάζεται ὅτι πανταχοῦ ἔχει τὸν δάκτυλόν της, ἐγὼ δὲ τοῦτο δὲν τὸ παραδέχομαι, ὅτι καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ἔχει τὸν δάκτυλόν της καὶ ὅτι αὐτὴ ἐνήργησε νὰ λάβῃ τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον τὸν ἀριθμὸν 75 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, ἐπαναλαμβάνω, ταῦτα, ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον (θόρυβος). Διατί ἀσχάλλετε; Ποῖος ὁ λόγος;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ· ἀφήσατε νὰ διατυπώσῃ τὴν γνώμην του ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§41Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐλάβομεν τηλεγραφήματα μακροσκελέστατα (θόρυβος)
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε νὰ τελειώσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ τότε ἀπαντᾶτε.
§43Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρεμία χρειάζεται.
§44Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Προτείνω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς εὑρισκομένου ἤδη νομοσχεδίου, καὶ κατόπιν τοῦ τηλεγραφήματος ἐκ Κύμης καὶ κατόπιν τῶν ὅσα γνωρίζετε. Ὁ λαὸς αὐτὸς ὁ ἄλλοτε ἀνθηρὸς οἰκονομικῶς στενάζει ἤδη στερούμενος καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου του, δι’ αὐτὸ δὲ καὶ μὲ εἴδετε καταληφθέντα ὑπὸ τοιαύτης νευρικότητος. Κατόπιν τοῦ τηλεγραφήματος τῶν συμπολιτῶν μου, λέγω...
§45Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Εἶσθε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου;
§46Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὰς τροπολογίας.
§47Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει νὰ δεχθῇ τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§48Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Πολὺ καλά.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχετε τὸν λόγον καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§50Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ καλλίτερος τρόπος εἶναι νὰ συνεννοηθῇ προηγουμένως μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐνδιαφερόμενος καὶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Πᾶσα προσπάθεια περὶ μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καταναλίσκει χρόνον εἰς βάρος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§51Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Δὲν εἶμαι συνηθισμένος νὰ κωλυσιεργῶ, ἀλλά, ἂν ὁμιλῶ οὕτω πως, ὁμιλῶ ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἐνδιαφέροντος, ὅπερ ἔχω πρὸς τὸν τόπον μου. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 75 νομοσχέδιον;
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§54Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὸ ἐγγράψῃ αὔριον πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, διότι πολλαὶ πόλεις ἔχουσι καταστραφῆ.
§55Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Ἡ ἀγορὰ τοῦ Ἐσωτερικοῦ ἔχει πλημμυρήσει ἀπὸ σταφιδίτην οἶνον προερχόμενον ἐκ ξηρᾶς σταφίδος.
§56Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἐρωτηθεῖσα δὲν ἀπεδέχθη τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
§57Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Εἶναι κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον.
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ καταναλίσκωμεν τὸν χρόνον, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§59Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Θὰ λάβω πάντα τὰ μέτρα· τὴν στιγμὴν ταύτην ὅμως εἶσθε ἔξω τοῦ Κανονισμοῦ.
§60Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε τὰ μέτρα σας πρὸ τῶν διακοπῶν, διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν μετὰ τῶν τόσων ἄλλων.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις δέκα Βουλευτῶν «περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων».
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μὴ προταχθῇ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§64Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ὑπεβλήθη τροπολογία ὑπογεγραμμένη ὑπὸ ἑπτὰ συναδέλφων καὶ μετὰ τοῦτο ὑπόμνημα ἐνδιαφερομένων τινῶν. Ὑποθέτω ὅτι πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν εἶναι σύμφωνοι περὶ τῆς εὐρείας χρήσεως, ἡ ὁποία γίνεται, τοῦ λεγομένου φωτὸς τῆς ἀσετυλίνης. Τοῦτο εἶναι σημαντικόν. Ἐπίσης βεβαιοῦται, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐγὼ δὲν βεβαιῶ, ἀλλά, ἐὰν εἶναι ἀληθές, εἶναι σημαντικόν, ὅτι τὸ ἀνθρακασβέστιον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρώτη ὕλη χημικὴ τῶν λιπασμάτων. Εἶναι σημαντικὸν τὸ πρᾶγμα. Γίνεται δὲ λόγος περὶ συμβάσεώς τινος, ἣν ὁμολογῶ ὅτι δὲν μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ μελετήσω. Τὰ δύο ταῦτα εἶναι σημαντικά, τὸ ὅτι δηλαδὴ φωτίζεται μέγα μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος δι’ ἀσετυλίνης καὶ ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ τὸ ἀνθρακασβέστιον πρὸς παρασκευὴν χημικῶν λιπασμάτων. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῶν κυρίων συναδέλφων.
§65Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὁ διευθυντὴς τοῦ ἐνδιαφερομένου ἐργοστασίου ἦλθε πρός με καὶ ἐζήτησε τὴν προστασίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐζήτησε πρὸ πάντων ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως· τοῦτο δυστυχῶς δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ, διότι ὑπάρχει σύμβασις μετὰ τῆς Γερμανίας. Ἐγὼ ὑποβάλλω τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας δίδω πλειότερον παρ’ ὅ,τι ζητοῦσι, δηλαδὴ νὰ ὑπολογίζηται καὶ ἡ φύρα. Καὶ ἡ γνώμη τῆς ὑπηρεσίας πρὸ καιροῦ καὶ ἡ ἡμετέρα ἦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ κατώτερον τὸ ἀπόβαρον τοῦ εἰσαγομένου. Πρόκειται διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης νὰ μεταβληθῇ ὁ τρόπος τῆς φορολογίας τοῦ ἐγχωρίου ἀνθρακασβεστίου.
§66Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὸ ζήτημα τῶν ἀζωτούχων λιπασμάτων, ἐφ’ ὅσον δὲν γεννᾶται τοιοῦτον ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ κατὰ πόσον ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἐργοστασίου θὰ εἶναι ὠφέλιμος διὰ τὰ ἀζωτοῦχα λιπάσματα. Πρόκειται περὶ τῆς ἀσετυλίνης· τὸ φῶς τοῦτο εἶναι διαδεδομένον τόσον πολύ, ὥστε καὶ εἰς αὐτὰ τὰ χωρία εἶναι ἐν χρήσει, μολονότι τὸ οἰνόπνευμα ἔχει κατωτέραν φορολογίαν. Τοῦτο δέ, διότι εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνος ἡ ἀσετυλίνη καὶ ἔχει ἰδιαιτέραν ἐγκατάστασιν. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀπορωτέρας τάξεις, ἐὰν ἤθελεν ἐλαφρύνει τὴν φορολογίαν. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἔστω καὶ κατὰ 5 λεπτά, διότι πρόκειται περὶ ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἥτις πρέπει νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὴν ἐξωτερικήν. Μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη, ὅταν τονωθῇ ἡ βιομηχανία αὕτη, τότε ἂς ἐπιβαρυνθῇ μὲ φόρον. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ διὰ τὸ ἀπόβαρον ὑποβάλλω τροπολογίαν.
§67Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐκτελέσεως. Ἀφήσατε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ῥυθμίσῃ τὰ τοῦ ἀποβάρου.
§68Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθοῦν τὰ τοῦ ἀποβάρου εἰς δράμια. Ἐδῶ ὑπάρχει διαφορά. Ἑπομένως ὡς ἔγγιστα πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ. Καὶ δεύτερον, ὡς διὰ τὴν κατανάλωσιν καὶ ἐξαγωγὴν τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ οἰνοπνεύματος δίδεται ἐγγύησις, δύναται καὶ ἐδῶ νὰ δοθῇ ἐγγύησις, ἵνα μετὰ τὴν ἐξαγωγὴν ὡρισμένου ποσοῦ πληρωθῇ τὸ τέλος. Αὐτὴ ἡ ἐγγύησις δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν ἔχει νὰ χάσῃ τι τὸ Δημόσιον.
§69Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ξηρός.
§71Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§72Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐλαττώσῃ τὸν δασμόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν τὸ νομοσχέδιον συνδέηται μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, δὲν ἔχω νὰ ἐπιμείνω.
§73Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Εἶναι γνωστὴ πρὸς ὑμᾶς ἡ ὑπόθεσις τοῦ ποταμοῦ Γοργοποτάμου. Ἀπὸ τῆς 5 Μαρτίου κατὰ καθῆκόν μου ὡς ἀντιπροσώπου τῆς ἐπαρχίας παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐγείρων ἀγωγὴν κατὰ τῶν ἁρπάγων τοῦ ὕδατος τοῦ εἰρημένου ποταμοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου εὑρισκομένη, φαίνεται, ἐν ἀντιδικίᾳ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ μὴ θέλουσα νὰ προστατεύσῃ ταῦτα, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον, ἀφοῦ τόσον πασιφανῆ εἶναι τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, δὲν ἐγείρει ἀγωγὴν κατ’ αὐτῶν.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ ὅμως ἀνάγεται εἰς ἐπερώτησιν.
§75Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία, καθ’ ἣν διὰ Δ. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδιδομένου θέλουσι κανονισθῆ τὰ περὶ τῆς μειώσεως τοῦ βάρους τῆς παραγωγῆς τοῦ ἀνθρακασβεστίου.
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτύχητε, θὰ ματαιώσητε τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§77Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ ἐφάπαξ θὰ κανονισθῇ, παραιτοῦμαι. (Ψηφίζεται μετὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ συζήτησιν).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δελακοβίας ζητεῖ τρίμηνον ἄδειαν διὰ τὸ Ἐξωτερικόν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ τῷ παραχωρηθῇ;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραχωρεῖται ἡ ἄδεια. Γʹ συζήτησις τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἑλβετίας συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας περὶ κληρονομικῶν τελῶν ἐπὶ κινητῶν περιουσιῶν». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μ. Βρεττανίας». Ἄρθρον πρῶτον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ αʹ ἄρθρου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ροντήρης.
§81Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μ. Βρεττανίας, ἐπέφερε τροποποιήσεις τινὰς εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, αἱ ὁποῖαι παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι χρήσιμοι καὶ ἄνευ αὐτῶν θὰ παρουσιασθῶσι δυσχέρειαι.
§82ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ εἰδοποιήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ καταμετρήσεως καὶ ἀνακαταμετρήσεως τῶν ἐμπορικῶν πλοίων διατάξεων». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ναυτικῶν συντάξεων διατάξεων). (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως πράξεων συνταχθεισῶν κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ͵ΓΤϞΑʹ τοῦ 1909 νόμου περὶ φορολογίας κληρονομιῶν, κληροδοσιῶν καὶ αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν».
§84Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, ἐὰν εἶναι δυνατόν, μίαν στιγμήν, ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔχω τι νὰ προσθέσω.
§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄς μείνῃ ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πληρωμῆς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τῆς δαπάνης διὰ τὴν διαπλάτυνσιν τῆς εἰσόδου τῆς μεγαλειτέρας τῶν μονίμων δεξαμενῶν Πειραιῶς». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων ἐκ τῶν πόρων τοῦ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 3.137.71 εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1910». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Καλαμῶν».
§87Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἠδυνάμην νὰ προβάλω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τοῦτο πρὸς ἐξέτασιν, δὲν ἐδημοσιεύθη καὶ δὲν διενεμήθη εἰς τὴν Βουλήν· ἄλλως δὲ ἡ ἔκθεσις αὕτη καὶ παρατύπως συνετάχθη, ἅτε μὴ προσκληθέντων εἰς συνεδρίασιν κἄν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν πράττω ὅμως τοῦτο, ἀλλὰ προβαίνω εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν, ὅπως γνωσθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τί κυρίως ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Ὁ ἀναγινώσκων τὴν περίληψιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Καλαμῶν θὰ ἐφαντάζετο ὅτι πρόκειται ἴσως περὶ πραγματικῆς ὑδρεύσεως, δηλαδὴ περὶ ἔργου, τοῦ ὁποίου ἐγένετο ὁ Προϋπολογισμὸς ἢ τοὐλάχιστον ἡ μελέτη· ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον συμβαίνει. Ἁπλῶς ἐπιδιώκεται ἐμμέσως πως νὰ ληφθῇ ἄδεια πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως, χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὸν ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ τίνος πραγματικῶς πρόκειται νὰ συμβληθῇ ὁ μέλλων ἀνάδοχος πρὸς τὸν δῆμον Καλαμῶν. Ὁ προσεκτικώτερον ἀναγινώσκων τὸ νομοσχέδιον βλέπει τί κυρίως ἐπιδιώκεται· νὰ παρασχεθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὸν δήμαρχον Καλαμῶν, ἵνα συνομολογήσῃ σύμβασιν, δι’ ἧς νὰ ἐκχωρήσῃ μέρος τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἐκ τῆς συμβάσεως ἀπαιτήσεων τοῦ ἀναδόχου· πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως τῶν δικαιωμάτων τῆς παροχῆς ὕδατος· τέλος ἐπιδιώκεται ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ συμβολαίου τῆς ἐργολαβίας ἀπὸ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου καὶ μόνον περὶ πραγματικῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Καλαμῶν δὲν πρόκειται, ἀφοῦ, ὡς ἀκούω λεγόμενον, μόνον περὶ τεχνητῆς ἀνυψώσεως τῶν ὑπαρχόντων φρεατίων ὑδάτων δίδῃ ὑπόνοιαν ἡ σύμβασις ὅτι πρόκειται. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον καὶ τὸ κυριώτερον, τὴν ἐκχώρησιν μέρους τοῦ φόρου ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, ἠδύνατο ὁ δῆμος Καλαμῶν νὰ ἐπιχειρήσῃ καὶ ἄνευ νομοθετικῆς ἐγκρίσεως. Τὸ δεύτερον εἶναι ἴσως ἀναγκαῖον, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ὑδρεύσεως πραγματικῆς, τὸ δὲ τρίτον εἶναι δικαίωμα τοῦ Κράτους νὰ παραχωρήσῃ καὶ τὸ παραχωρεῖ συνήθως, ὅταν βλέπῃ σπουδαίαν μέριμναν ἐπιχειρήσεως ἔργων. Οὐχὶ ὅμως ὕδρευσις τῶν Καλαμῶν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐπιδιωχθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τετριμμένον προεκλογικὸν τέχνασμα, τοῦ ὁλόκληρον τὴν τετραετῆ δημαρχοντίαν του κατασπαταλήσαντος εἰς διασπάθησιν τοῦ πολλοῦ δημοτικοῦ χρήματος, ἐνθυμηθέντος δὲ μόλις κατὰ τὴν λῆξιν τῆς δημαρχικῆς του περιόδου ὅτι ἐπίκεινται ἐκλογαί, ὅτε ἐνεθυμήθη νὰ προβάλῃ τὸ πυροτέχνημα τῆς ὑδρεύσεως, ὑποθετικῆς ὅλως. Πρὸ καιροῦ εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Καλαμῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο τοιαύτης τινὸς συμβάσεως ἡ ἔγκρισις. Τότε ἐπανειλημμένα τηλεγραφήματα ἀφίκοντο ἐκ Καλαμῶν πρὸς τοὺς Βουλευτὰς Μεσσηνίας καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τῶν ὁποίων παριστάνετο ὅτι Βουλευτὴς ἢ Βουλευταὶ Μεσσηνίας, ἀντέδρασαν κατὰ τῆς ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας παραδοχῆς τῆς ἐν λόγῳ συμβάσεως.
§88Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Εἷς Βουλευτὴς ἀντέδρα· ὅλοι οἱ ἄλλοι ἦσαν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§89Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ λαμβάνῃ πληροφορίας σαφεῖς καὶ ἔπειτα νὰ ὁμιλῇ.
§90Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος.
§91Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρὼν εὐτυχῶς, δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι τὸ τηλεγράφημα τοιοῦτόν τι ἔλεγε: «Βουλευτὴς ἢ Βουλευταὶ Μεσσηνίας». Οἱ Βουλευταὶ Μεσσηνίας ὅλοι τότε ἐκ συμφώνου ἀπετάθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ παρεκάλεσαν νὰ τοῖς δηλώσῃ ἄν τις ἤ τινες τῶν Βουλευτῶν Μεσσηνίας ἀντέδρασαν, ἢ κἂν τῷ ἀνέφεραν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ δηλώσῃ ὅτι πρώτην φορὰν παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν λαμβάνει γνῶσιν ὅτι τοιαύτη σύμβασις εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Τότε οἱ Βουλευταὶ παρεκάλεσαν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ, ὅπως καὶ ὤφειλε, τὴν σύμβασιν διὰ τῆς ὑπηρεσίας καί, ἐὰν τὴν εὕρισκε συμφέρουσαν, νὰ τὴν ἐγκρίνῃ, ἐὰν δὲ δὲν τὴν εὕρισκε συμφέρουσαν, νὰ τὴν ἀπορρίψῃ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἦτο ὀρθὸν καὶ φυσικὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἔγκρισιν ἡ σύμβασις, ὡς διεμορφώθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ὑποβάλλεται οὔτε ὑπεβλήθη τοιαύτη οὔτε διενεμήθη πρὸς τὴν Βουλήν. Ὑποβάλλεται μόνον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια πρὸς ἐκχώρησιν μέρους τοῦ φόρου ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, ἡ ἄδεια τῆς ἀναγκαστικῆς εἰσπράξεως τῶν ἐκ τῆς παροχῆς ὕδατος δικαιωμάτων καὶ ἡ μὴ φορολογία τοῦ συμβολαίου τῆς ἐργολαβίας.
§92Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐζήτησέ τις Βουλευτὴς τὴν κατάθεσιν τῆς συμβάσεως; Οὐδεὶς τὴν ἐζήτησε.
§93Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπεδίωξα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ διὰ τοῦτο προέβην εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, ὡς βλέπετε. Ἐγὼ ὅμως ὡς ἀντιπροσωπεύων κυρίως τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν, ὡς ἐξ αὐτῆς καταγόμενος, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης ἀγνώστου συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας οὐδὲν ἄλλο ἐπιδιώκεται, ἂν πραγματοποιηθῇ ἡ τοιαύτη ἐκχώρησις τῆς ὑδρεύσεως, εἰμὴ νὰ περιορισθῇ τὸ μέλλον τῶν Καλαμῶν δι’ ὁλόκληρον πεντηκονταετίαν. Θὰ ἤμην πρόθυμος πᾶσαν σύμβασιν σπουδαίαν προβλέπουσαν περὶ ὑδρεύσεως τῶν Καλαμῶν πραγματικῆς εὐχαρίστως νὰ ψηφίσω, ὡς ἐδήλωσα τοῦτο εἰς τοὺς συναδέλφους μου τοὺς ἐκ Μεσσηνίας κυρίους Βουλευτάς, ὡς ἐδήλωσα εἰς τὴν ἁρμοδίαν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἀορίστως, χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὸν πόθεν θὰ ληφθῇ τὸ ὕδωρ, πόση ἡ ποσότης του, ποῖος ὁ τρόπος τῆς διοχετεύσεως αὐτοῦ, ὁ τρόπος τῆς κατασκευῆς τοῦ ὑδραγωγείου, βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθόν, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τοὐλάχιστον γνώμην, νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλά, ἂν θέλωμεν εἰδικώτερον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου Καλαμῶν, δυνάμεθα νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅτι ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν δημαρχεύει ἐν Καλάμαις ὁ διὰ προσφάτου νόμου λαβὼν τυπικὴν παράτασιν τῆς ἐξουσίας του ἐπὶ ἓν ἔτος, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εὑρὼν 240 χιλ. δραχμὰς κατατεθειμένας εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὑπόλοιπον δανείου, συνομολογηθέντος ἐπὶ τοῦ προκατόχου του, κατώρθωσε νὰ καταδαπανήσῃ ταύτας ἀσκόπως.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινός.
§95Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχαίρω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτι, ἀφοῦ συνετέλεσε τὴν διαρρύθμισιν τῶν συμφερόντων τοῦ νομοῦ του, ἐπεκτείνει ἤδη τὴν προστασίαν του εἰς ξένους νομούς, εἰς ξένους δημάρχους. Ἐπαναλαμβάνω ἱστορικὰ γεγονότα ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως, ὅτι ὁ νῦν τύποις δήμαρχος Καλαμῶν εὗρεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 240,000 δρ. ὑπόλοιπον δανείου συνομολογηθέντος ὑπὸ τοῦ προκατόχου του δημάρχου καὶ κατώρθωσε νὰ καταδαπανήσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο ἀσκόπως, χωρὶς οὐδενὸς ἐπὶ τοῦ προκατόχου του ἀρξαμένων ἔργων νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν περάτωσιν. Κατώρθωσεν ἐπὶ τετραετίαν μόνον δὶς νὰ παρουσιάσῃ προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου, τὸ πρῶτον ἔτος καὶ τὸ τελευταῖον. Κατὰ δὲ τὰ μεσάζοντα ἔτη κατώρθωσε νὰ διοικήσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ, κατηνάλωσε δὲ ὁλόκληρον τὴν τετραετίαν, χωρὶς κανένα ἀπολογισμὸν νὰ ὑποβάλῃ. Εἰς τοιοῦτον δήμαρχον τύποις πλέον, κατ’ ἀνοχὴν διευθύνοντα τὰς τύχας τῶν Καλαμῶν, πῶς θέλετε νὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν ἀμελέτητον προεξόφλησιν τοῦ μέλλοντος τῶν Καλαμῶν ἐπὶ πεντηκονταετίαν ὁλόκληρον; Ἀλλά, ἐὰν θέλητε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, θὰ εὕρωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ πρώτου ἄρθρου ὅτι ἀνακρίβειά τις παρεισέφρησε, διὰ νὰ μὴ εἴπω κακὴ πίστις τοῦ εἰσηγητοῦ πρὸς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, διότι, ἐνῷ διατάσσει ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δήμαρχον Καλαμῶν νὰ παραχωρήσῃ μέρος τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ τοκοχρεολυσίου τοῦ δανείου τοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὀφειλομένου, παρέλειψε νὰ ἀναφέρῃ καὶ ἄλλην μεγάλην ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ δῆμος Καλαμῶν, διὰ τὸν φωτισμὸν τῆς πόλεως. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρας ὑποχρεώσεις ἐκ τοῦ νόμου ἔχει ὁ δῆμος Καλαμῶν, τὰς ὁποίας βεβαίως ἐκ τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ, τὰς πρὸς τὰ ὑδραυλικὰ ταμεῖα τοῦ Παμίσου καὶ τοῦ Νέδοντος. Τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας οὐδόλως προβλέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐξασφαλίσῃ, καίτοι ἐκ τοῦ νόμου ὀφειλομένας. Ἐγὼ οὔτε σκοπεύω νὰ ἀντιδράσω οὔτε λόγον τινὰ ἔχω βεβαίως πρὸς τοῦτο· ἐθεώρησα ὅμως καθῆκόν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς πόλεως Καλαμῶν. Ἐθεώρησα δὲ καθῆκόν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ οὐχὶ ἰδιαιτέρως, ὅπως θὰ ἠδυνάμην, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως αὕτη ὑπέχῃ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἐν ᾗ περιπτώσει γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ νομοσχέδιον, ὁπότε ὄχι μόνον δὲν θὰ ὠφελήσῃ τὴν πόλιν τῶν Καλαμῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ τὴν βλάψῃ, θέλω νὰ ἔχω ἀκεραίαν τὴν ἱκανοποίησιν ὅτι μόνος ἐγὼ διεμαρτυρήθην κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀσυμφόρου διὰ τὸ μέλλον τῆς πόλεως τῶν Καλαμῶν.
§96ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§97Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται ὅτι ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου θὰ γίνηται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων τῶν δημοτικῶν. Ἐπειδὴ οἱ νόμοι αὐτοὶ αὔριον θὰ μεταβληθοῦν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ τὸ μέρος αὐτὸ καὶ νὰ τεθῇ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων.
§98Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν συζήτησιν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτοῦνται ὅλοι. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν).
§100Ε. ΜΠΕΝΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ ἄρθρον 47 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ». Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§102ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§103Ε. ΜΠΕΝΑΚΗΣ. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ εἰδικοῦ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ τὴν δαπάνην τῆς συστάσεως καὶ ὀργανώσεως γεωργικῶν ἐκθέσεων καὶ ἱπποδρομιῶν» Παρακαλῶ καὶ τοῦτο νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς καὶ συστάσεως τελωνειακῶν θέσεων». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων μέχρις ὁριστικότητος τῶν οἰκείων φορολογικῶν καταλόγων». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§105Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς γνωστόν, οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι τῶν οἰκοδομῶν συντάσσονται καὶ ἰσχύουσι διὰ μίαν πενταετίαν. Ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ κενωθῇ οἰκία τις ἢ ἀποθήκη, ὁ ἰδιοκτήτης ὑποβάλλει κατ’ ἔτος ἔνστασιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἢ γίνεται δεκτὴ ἢ ἀπορρίπτεται. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δικάζει ἀνεκκλήτως ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συμβαίνει εἴτε ἐξ ἀγνοίας τοῦ νόμου ἢ ἄλλου λόγου νὰ μὴ ὑποβάλλωσι τοιαύτας ἐνστάσεις οἱ ἰδιοκτῆται καὶ ἑπομένως γίνονται ὁριστικοὶ οἱ κατάλογοι, οὕτω δὲ πληρώνουσι τρία ἢ τέσσαρα ἔτη φόρον οἰκοδομῶν, τὰς ὁποίας δὲν εἶχον ἐνοικιάσει. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ διάταξις, δι’ ἧς ἡ ἀπόφασις νὰ μὴ εἶναι ἀνέκκλητος, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέπηται προσφυγὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§106Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἰς αὐτὸν τὸν νόμον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῇ διάταξις, ἀλλὰ μελετᾶται ὁ νόμος καὶ θὰ διαρρυθμισθῇ ῥιζικῶς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρέχεται εὐκολία εἰς τοὺς φορολογουμένους, ὅπως γνωρίσωσι τί θὰ πληρώσωσι.
§107Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ βραδύνῃ ἡ ῥιζικὴ διαρρύθμισις τοῦ νόμου, ὑπάρχουσι δὲ πολλοὶ ἰδιοκτῆται ἀποθηκῶν παρακαταθήκης πληρώνοντες ἀδίκως φόρον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐξακολουθήσεως καὶ πάλιν τῶν ἔργων τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην καὶ ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον). Γʹ συζήτησις τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεως τῶν ἀπολυομένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
§109Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπεῖγον.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγραφῆς ἐτησίως πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον).
§111ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε ζητήσει προσαγωγὴν ἐκθέσεως ἀναφερομένης εἰς τὰ τῶν προσφύγων. Τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἠδύναντο νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι. Ἐπειδὴ ὅμως ἦτο ἀρκετὰ ὀγκώδης, ἐθεώρησα καλὸν νὰ μὴ διανύσῃ τὸ ταξίδιον μέχρις ἐνταῦθα, ἀλλὰ νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§112Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ παρακκαλέσω νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη κατὰ τὸ θέρος, ὥστε νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι Βουλευταί.
§113ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε ἡ ἔκθεσις θὰ τυπωθῇ.
§114Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἀφοῦ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐργασθῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ τὸ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τώρα καὶ νὰ ὁρισθῇ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ τὸ μελετήσῃ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ θέρους.
§115Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Νὰ γίνῃ ἐπιτροπή.
§116ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἀλλὰ σταματῶ πρὸ τῆς γνώμης, ἂν πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἢ ἄλλο κατόπιν συλλογῆς πλειοτέρων πληροφοριῶν ἀποβλεπουσῶν εἰς τὸ θέμα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς μεταναστεύσεως» (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον).
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου, δι’ οὗ παρέχεται ἀναβολὴ κατατάξεως καὶ εἰς τοὺς διατρέχοντας τὸ πρῶτον ἔτος τῆς φοιτήσεως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τὸ κηρύξῃ κατεπεῖγον.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῆς αʹ § τοῦ ἄρθρου 41 μέχρι τοῦ αʹ ἐδαφ. αὐτῆς συμπεριλαμβανομένου τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου». Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον συναινέσει τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον μόνον).
§121Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐλαττοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγραμμάτων κληρωτῶν, ἰδίως τῶν φοιτητῶν, περιορίζομεν τὸν ἀριθμὸν τῆς σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἔχωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς σχολῆς τῶν ἐφέδρων ἐπὶ τοσοῦτον μεμορφωμένους, ὅσον θὰ τοὺς εἴχομεν, ἂν εἴχομεν τοὺς φοιτητὰς ὡς μαχητάς. Μόνον αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ὑποβάλλω, διὰ νὰ ἐξετασθῇ κατόπιν.
§122ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καλῶς· ἀλλ’ αὐτοὶ θὰ ὑπηρετήσωσι καὶ πρόκειται μόνον νὰ τοῖς δοθῇ ἀναβολὴ κατατάξεως ὅπως καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Δι’ ἓν ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα θὰ ὑπάρξῃ μεταβολή τις.
§123Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπανερχόμενοι ἐκ τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως δὲν θὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν σχολήν.
§124Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσοι οἱ κατατασσόμενοι εἰς τὴν σχολὴν τῶν ἐφέδρων, ὥστε κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη προυτιμήθησαν οἱ διδάκτορες, οἱ δὲ φοιτηταὶ καὶ οἱ ἐκ τῶν διδασκαλείων ἐξερχόμενοι κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατόν. Ὅτε τῷ 1907 ἦτο εἰς τὴν σχολὴν ὁ υἱός μου, ἦσαν 300 μαθηταὶ καὶ διὰ ταῦτα κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη 1908, 1909 καὶ 1910 μόνον κατὰ προτίμησιν οἱ διδάκτορες κατετάσσοντο. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κεντρικοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως».
§126ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἀνεγνώσαμεν.
§127Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Προνοεῖται δι’ αὐτοῦ, ὅπως ἀντὶ τοῦ σεβασμιωτάτου Ἐπισκόπου πρόεδρος τοῦ συμβουλίου εἶναι ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν καὶ μέλη αὐτοῦ ὁ γυμνασιάρχης καὶ ὁ ἐπιθεωρητής, ἤτοι λείπουσι τὰ αἱρετὰ μέλη. Κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ συμβουλίου χωρεῖ ἔφεσις εἰς τὸ κεντρικὸν συμβούλιον.
§128Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως ἀπὸ τοῦ συμβουλίου τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ ἀπομακρύνωμεν τὰ αἱρετὰ μέλη, διότι ἀπεδείχθη μέχρι τοῦδε ὅτι κατ’ οὐδὲν συνετέλεσαν εἰς βελτίωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως τὰ μέλη ταῦτα. Τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ Ἐπισκόπου διὰ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν δὲν τὴν εὑρίσκω συντελεστικὴν εἰς βελτίωσιν τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως.
§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά.
§130Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ ἀναμείνωσι τὸ πόρισμα τῶν σκέψεών μου, ἵνα κατόπιν προβάλωσι τὰς ἀντιρρήσεις των, διότι ἐγὼ δὲν θὰ ὑποστηρίξω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος εἰς τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον, διότι καὶ τὸν Ἐπίσκοπον εὑρίσκω ἀκατάλληλον, ἀλλὰ καὶ δὲν εὑρίσκω καὶ τὴν ἀναπλήρωσιν διὰ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν ὀρθήν. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐκλέξω μεταξὺ Ἐπισκόπου καὶ προέδρου Πρωτοδικῶν, πλησιέστερον πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν θεωρῶ τὸν Ἐπίσκοπον καὶ ὄχι τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις εἶναι πάντοτε ἀπησχολημένος ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ προέδρου τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου. Θὰ ἐπεθύμουν ἀντὶ ὅλων τούτων νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἄλλη τις γνώμη, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται συγγενεστέρα πρὸς τὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἄν εἰς τὴν ἕδραν, ὅπου εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ συμβούλιον, ὑπάρχῃ Γυμνάσιον, ὁ σύλλογος τῶν καθηγητῶν εἶναι ὁ συγγενέστερος πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν καὶ ἀντὶ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, ἀντὶ τοῦ Ἐπισκόπου — ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἔχομεν δεδομένον, νομίζω δ’ ὅτι διὰ νόμου ἐγένετο τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπηρετοῦσιν ἐντόπιοι, ἢ ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ ἐντόπιοι δὲν θὰ λαμβάνωσι μέρος — ὁ σύλλογος τῶν καθηγητῶν θὰ ἀπετέλει τὸ τελειότερον συμβούλιον διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, διότι οἱ καθηγηταὶ τοῦ Γυμνασίου εἶναι οἱ μόνοι δυνάμενοι νὰ ἐκτιμήσωσιν ἢ τὰ προσόντα ἢ τὰς ἀτελείας ἑνὸς δημοδιδασκάλου, οἱ μόνοι δυνάμενοι νὰ κατανοήσωσιν ἂν οὗτος ἔχει τὴν προσήκουσαν μέθοδον, ἂν ἔχει τὴν προσήκουσαν πρὸς τοὺς μαθητὰς συμπεριφοράν, ἂν πληροῖ τοὺς ὅρους τοῦ ἐπαγγέλματος ὁ δημοδιδάσκαλος. Ἄν δὲν ἔχητε ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Γυμνασίου, εἶναι ἕτερον ζήτημα· αὐτὸ ἂς τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή. Ἀλλά, ὅτι οἱ ἁρμοδιώτεροι πάντων τῶν ἄλλων, ἵνα κρίνωσιν, εἶναι αὐτοί, τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον. Πρότασιν δὲν ὑποβάλλω· τὴν σκέψιν αὐτὴν ὑποβάλλω καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἂν νομίσῃ ὅτι δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ τοιαύτη τις σκέψις, εἰς τὴν βʹ ἢ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίαν.
§131Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ ἀναβάλωσι διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τὴν συζήτησιν, ὁπότε θὰ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ ἰδικαί μου γνῶμαι ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§132Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Βεβαίως, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βοζίκης, ὁ σύλλογος τῶν καθηγητῶν εἶναι ὁ καλλίτερος πρὸς ἐπισκόπησιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσι καὶ οἱ καθηγηταὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, διότι ἡ ἐξουσία τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου εἶναι εὐρυτάτη ἐπὶ τῶν δημοδιδασκάλων. Ἤδη ὅμως νομίζω ὅτι καλῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃ τὸ συμβούλιον ἀπαρτίζεται ὑπὸ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ξένου, ὑπὸ τοῦ γυμνασιάρχου ὑπαγομένου εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων καὶ ὑφ’ ἑνὸς προσώπου ἀπροσίτου ὡς πρὸς τοὺς δημοδιδασκάλους καὶ πρὸς τοὺς προστάτας αὐτῶν καὶ ἄλλος τοιοῦτος ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν δὲν ὑπάρχει, μολονότι δὲν εἶναι ὡς τοιοῦτος κατάλληλος νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Βεβαίως ἡ γνώμη τοῦ κ. Βοζίκη θὰ ἦτο ἴσως ἡ ὀρθοτέρα, ἂν ἠδύναντο ὅλοι οἱ καθηγηταὶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ἀλλά, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, ἐγὼ δέχομαι τὸ νομοσχέδιον.
§133Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω, προκειμένου κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ συζητήσωμεν, ὅτε καὶ θὰ ἔχωμεν τὰς γνώμας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἵνα λάβῃ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι τὸ ἑξῆς: Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν μὲ τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ποίαν ἰδέαν ἔχουσιν οἱ δικασταὶ περὶ τῶν δημοδιδασκάλων καὶ πῶς ἐκφράζονται περὶ αὐτῶν καὶ ἂν θὰ εἶναι εἰς θέσιν εἷς πρόεδρος Πρωτοδικῶν καὶ ἂν θὰ ἔχῃ καιρὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς συζητήσεις περὶ μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς δημοδιδασκάλων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἕτερον συνάδελφον, εἶναι ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεως συμβουλίου διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν. (Μεθ’ ὅ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον).
§134Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ ψηφισθῇ τὸ «περὶ τροφοδοτικῆς μερίδος ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ», διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται οἰκονομία καὶ γίνεται ποικιλωτέρα ἡ τροφὴ ἡ παρεχομένη εἰς τοὺς ναύτας καὶ τοὺς ὑπαξιωματικούς.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροφοδοτικῆς μερίδος ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον).
§136Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ ὡς κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως τελωνειακῆς ἀστυνομίας».
§137Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς κατεπεῖγον κηρύσσεται κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν καὶ δὲν παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν.
§138ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ νεώτερον Σύνταγμα νὰ κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον καὶ τώρα· ἡ κήρυξις αὐτοῦ ὡς κατεπείγοντος θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι θὰ συντομευθῇ ὁ μεσολαβῶν χρόνος τῆς μιᾶς ἡμέρας.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε κηρύσσεται κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως τελωνειακῆς ἀστυνομίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§140Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸ Καποδιστριακόν.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυριακῆς ἀργίας».
§142Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ Καποδιστριακόν. Ἡ Κυβέρνησις οὐδενὸς ἑτέρου δέχεται τὴν πρόταξιν.
§143ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἡ Βουλὴ περιορισθῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Καποδιστριακοῦ· ὅταν ὅμως ὑπάρχῃ φόβος γενικεύσεως τῆς συζητήσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ.
§144Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συγκρούονται διάφορα συμφέροντα καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ Βουλή.
§145ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τότε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σῖμος.
§147Σ. ΣΙΜΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα),
§148Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ δαπάνη τοῦ ἀειμνήστου Δόμπολη ὁρίζει ὅτι 30 ἕως 40 νέοι καταγόμενοι ἐξ Ἠπείρου θέλουσι σπουδάζει δωρεὰν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, τὸ ὁποῖον θέλει ἱδρυθῆ. Πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς θελήσεως ταύτης τοῦ ἀειμνήστου Δόμπολη τίθεται εἰδικὴ διάταξις εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§149Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δωρεάν, ἄνευ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν;
§150Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δωρεὰν καθ’ ὅλα.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὑπὸ τῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νομοσχεδίων ἐπιτροπῆς ὑποβάλλεται ἡ ἔκθεσίς της εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τῶν ναυτικῶν συντάξεων διατάξεων». Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Λαμπρινοπούλου ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας». Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κυρίων Ἀ. Κοκκέβη, Π. Ἰατροπούλου, Ε. Μπαρδοπούλου, Ἀ. Ζησιμοπούλου ὑποβάλλεται τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐπαναδιορισμοῦ τῶν προϋπηρετησάντων ταχυδρομικῶν διανομέων». Τυπωθήσονται ἀμφότεραι πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Ἤδη ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§152Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δικαιολογεῖται βεβαίως ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν οὐ μόνον ἡ τάσις τῆς Βουλῆς σοβαρῶς καὶ μετὰ πάσης προσοχῆς νὰ συζητήσῃ τὰ ὑπὸ συζήτησιν πανεπιστημιακὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ καὶ ἡ συγκίνησις τῆς κοινῆς γνώμης, μετ’ ἀγωνίας ἀναμενούσης νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἤθελε λάβει ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνωτάτην παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσιν. Ἡ σοβαρότης τοῦ ζητήματος τούτου γίνεται ἔτι καταφανεστέρα, ἅμα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ Πανεπιστήμιον δὲν παρέσχε μόνον ὑπηρεσίας σχετιζομένας πρὸς τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐπίτευξιν τῶν ἐθνικῶν μας σκοπῶν οὐκ ὀλίγον συνέτεινεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον κυρίως θὰ θίξω, δὲν φαίνεται εὐνοϊκή, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται βεβαίως ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις δὲν συμμερίζεται τὴν γνώμην ταύτην, δέον νὰ παραλείπῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ ὁποίου ἀκριβῶς εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐπιβάλλεται ἔτι μᾶλλον. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν οἱ κοινοβουλευτικοὶ ἀγῶνες νὰ διεξάγωνται μόνον μέχρις οὗ γίνῃ καταφανὴς ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, διότι, ἂν τοῦτο συνέβαινεν, οὐδεὶς ἀγών ποτε θὰ διεξήγετο, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι σχεδὸν πάντοτε ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας ἐκ τῶν προτέρων εἶναι γνωστή. Ἡ ὑπὸ πάντων ποθουμένη ἀναδιοργάνωσις τῆς ἀνωτάτης παρ’ ἡμῖν ἐκπαιδεύσεως θέλει ὑποβοηθηθῆ μεγάλως συνεπείᾳ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἤδη, καὶ ὡρισμένως ἀπὸ τοῦ 1906, ἀπέκτησε τὸ Κράτος, ὅπως διαθέσῃ γενναιοτάτην κληροδοσίαν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἀφεθεῖσαν. Ἀλλά, ὡς εἰκός, ἡ διάθεσις τοῦ κληροδοτήματος τούτου δέον νὰ ἐνεργηθῇ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν οὐ μόνον τοῦ συμφέροντος τῆς παρ’ ἡμῖν ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως τῆς θελήσεως τοῦ διαθέτου τοῦ καταλιπόντος ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους τὴν περιουσίαν αὑτοῦ. Ἐντεῦθεν ἡ ἔρευνα ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου δέον διττῶς νὰ διεξαχθῇ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἐρευνηθῇ τοῦτο μὲν κατὰ πόσον τὰ προτεινόμενα μέτρα ἀνταποκρίνονται ἀληθῶς πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου, τοῦτο δέ, ἂν ἀληθῶς τὰ ὑποδεικνυόμενα ταῦτα μέτρα ἄγουν τῳόντι εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀμφισβητήτως ἀποβλέπουν. Ὁ πολύτιμος φίλος μου καὶ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἐρευνῶν τὸ πρῶτον τῶν τεθέντων ὑπὸ ἐξέτασιν ζητημάτων νὰ φρονῶ, καὶ μάλιστα ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ ὑποδεικνυόμενος τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τῶν τελευταίων διατάξεων τοῦ ἀειμνήστου Δόμπολη βεβαίως διαρρήδην ἀντίκειται πρὸς τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ θέλησιν. Ὁ ἀείμνηστος Δόμπολης διὰ τῆς διαθήκης αὑτοῦ, ἧς τμῆμα μνημονεύεται καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει, ἀποθανὼν 13 ἢ 14 ἔτη μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ἐθνικοῦ μας Πανεπιστημίου καὶ καταλιπὼν τὴν περιουσίαν αὑτοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν αὐτῇ σκοπῶν δὲν προέθετο βεβαίως νὰ ἀφιερώσῃ τὴν περιουσίαν του ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ συγχωνεύσῃ ταύτην μετὰ τῆς περιουσίας τούτου, καθόσον, ἐὰν τοιοῦτον ἤθελε, βεβαίως δὲν θὰ ὥριζε νὰ ἱδρυθῇ διὰ τῆς περιουσίας αὑτοῦ νέον Πανεπιστήμιον, ἀλλὰ θὰ ἔλεγεν ὅτι κληροδοτεῖ τὴν περιουσίαν αὑτοῦ εἰς τὸ ὑπάρχον Πανεπιστήμιον, ὡς ἄλλοι ἄνδρες ἔπραξαν. Παραδόξως ὅμως διὰ τῶν ὑποδεικνυομένων μέτρων ἐπέρχεται κατ’ οὐσίαν πλήρης καὶ ὁλοσχερὴς συγχώνευσις, καθόσον ἁπλῶς διὰ τοῦ δῆθεν Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου οὐδὲν ἕτερον ἐπιτυγχάνεται ἢ νὰ συμπληρωθῶσι τὰ κενὰ τοῦ Ἐθνικοῦ, ἀμφότερα δὲ τὰ Πανεπιστήμια ἐν τῷ αὐτῷ κτιρίῳ ἑδρεύοντα, ὑπὸ τῆς αὐτῆς συγκλήτου διευθυνόμενα καὶ τὴν ὑπαλληλίαν ἔχοντα κατ’ οὐσίαν ἀποτελοῦν ἓν καὶ μόνον Πανεπιστήμιον, φρονῶ δ’ ὅτι ἤθελον ἀδικήσει τὴν ἀντίληψίν σας ἐπιμένων πλειότερον εἰς τὴν ἀπόδειξιν ὅτι οὐσιαστικῶς πρόκειται περὶ συγχωνεύσεως τῶν δύο περιουσιῶν, ἀφοῦ, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο ἡ ναυαγήσασα κατ’ οὐσίαν ἀπόφασις, τοῦ νὰ τηρηθῶσι δηλαδὴ τὰ τυπικὰ προσχήματα, καὶ κατέληγε τὸ ζήτημα εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ νὰ ἐπέλθῃ πλήρης συγχώνευσις, οὐδὲν ἕτερον θὰ ἐγίνετο τοῦ ὅ,τι διὰ τῶν προτεινομένων μέτρων ἐπιδιώκεται. Ἡ δὲ ἀπόφασις τοῦ νὰ τηρηθῶσι τὰ τυπικὰ προσχήματα, καθ’ ἃ τὸ δῆθεν ἱδρυόμενον Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον ἀποτελεῖ ἴδιον νομικὸν πρόσωπον φέρον ἰδίαν προσωνυμίαν, βεβαίως οὐσιαστικῶς ἀποτυγχάνει, καθόσον διὰ τῶν μέτρων τούτων δὲν πληροῦται ἀναμφισβητήτως ἡ θέλησις τοῦ διαθέτου. Ὁ ἀείμνηστος Δόμπολης διέθεσεν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν αὐτοῦ πρὸς διάδοσιν τῆς ἐν Ἑλλάδι δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἰδίᾳ δὲ «πρὸς ἀνίδρυσιν ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν οἱᾳδήποτε ἄλλῃ πόλει, ἥτις ἔσεται πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος τῷ 1906, Πανεπιστημίου», δηλῶν προσέτι «ὅτι εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Πανεπιστημίου, μετὰ παρεκκλησίου ὀρθοδόξων, βιβλιοθήκης καί τινων ἐπιστημονικῶν συλλογῶν, ὁρίζει τὸ ¼ ἢ τὸ πολὺ τὸ ⅓ τοῦ ὅλου κεφαλαίου τῶν ἀθροισθησομένων μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1906». Καὶ ἐρωτᾶται: πληροῦνται οἱ ὅροι οὗτοι διὰ τῶν ὑποδεικνυομένων μέτρων; Βεβαιότατα ὄχι. Λέγων ὁ διαθέτης Πανεπιστήμιον ἐνόει προφανέστατα πᾶν ὅ,τι ἐνόει πᾶς τις κατὰ τὸ ἔτος 1849, ὅτε συνετάσσετο ἡ διαθήκη, ἐννοεῖ δὲ καὶ σήμερον ὁμιλῶν περὶ Πανεπιστημίου, δηλαδὴ Ἐκπαιδευτήριον ἀνώτατον περιλαμβάνον ἁπάσας τὰς Σχολὰς καὶ μάλιστα ἐν τόπῳ ἰδιαιτέρῳ ὑποδεικνυομένῳ ὡσαύτως διὰ τῆς διαθήκης· τοῦτο δ’ ἐξάγεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπὲρ τοῦ οὕτω πως ἱδρυθησομένου Πανεπιστημίου ὁ διαθέτης κατέλιπε καὶ ποσὸν διὰ συλλογάς, αἵτινες βεβαίως θὰ εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστοι διὰ τὰς Σχολάς, αἵτινες προορίζονται διὰ τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον. Ἀλλ’ ὁ διαθέτης ἀπῄτει καὶ ἴδιον κτίριον καὶ τοῦτο βεβαίως διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν αὐτοτέλειαν τοῦ ἱδρύματος, ἐνῷ διὰ τῶν ὑποδεικνυομένων μέτρων πρόκειται τὸ κτίριον τοῦ Καποδιστριακοῦ νὰ συγχωνευθῇ μετὰ τοῦ Ἐθνικοῦ, χάριν μάλιστα τοῦ ὁποίου πρόκειται τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον ν’ ἀπορροφήσῃ μέγα μέρος τῆς κληρονομικῆς περιουσίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐκπλήρωσις τῆς θελήσεως τοῦ Δόμπολη, ἀλλὰ τοὐναντίον καταπάτησις αὐτῆς ἡ ἥκιστα εὐφυὴς ἐφεύρεσις, καθ’ ἣν τρεῖς ἐκ τῶν Σχολῶν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Πανεπιστημίου θὰ λεχθῇ ὅτι ἀνήκουσι δῆθεν εἰς ἕτερον Πανεπιστήμιον, ὅπερ παίζοντες δυνάμεθα βεβαίως νὰ ὀνομάσωμεν Καποδιστριακόν, ἐνῷ καὶ αἱ Σχολαὶ αὗται ὡς καὶ ἅπασαι αἱ λοιπαὶ θὰ ἑδρεύωσιν ἐν τῷ αὐτῷ κτιρίῳ καὶ θὰ ὑπάγωνται ὑπὸ τὸν αὐτὸν Πρύτανιν καὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν διοίκησιν. Ποῦ ὁ ὀρθόδοξος οὕτως εἰπεῖν τύπος μετὰ παρεκκλησίου, ὃν ὠνειρεύθη ὁ ἀείμνηστος Δόμπολης, διὰ νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τῶν θρησκευτικῶν ἐπιρροῶν τῆς δύσεως; Χειρίστη λοιπὸν ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ καταπατηθῇ τοσοῦτον σοβαρῶς ἡ θέλησις τοῦ διαθέτου, προκειμένου μάλιστα περὶ συστάσεως τοιαύτης γενναίας καὶ ἐθνικῆς κληροδοσίας. Καὶ λέγω ὅτι εἶναι ὀλεθρία ἡ ἀρχὴ αὕτη οὐ μόνον διὰ τὴν ἠθικὴν τῆς ὑποθέσεως ἄποψιν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν εἰς τὴν μνήμην καὶ τὴν θέλησιν τοῦ ἀειμνήστου διαθέτου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν καθιερουμένην ἀρχὴν τῆς διὰ νόμου παραβιάσεως; καὶ προβολῆς τῶν τελευταίων διατάξεων, ἀρχὴν τὰς ἐπιβλαβεῖς τῆς ὁποίας συνεπείας βεβαίως δὲν θὰ βραδύνωμεν νὰ θρηνήσωμεν, διότι τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ παράδειγμα ὀλεθριώτατον διὰ πάντα, ὅστις ἤθελε συλλάβει κατὰ νοῦν νὰ διαθέσῃ τὴν περιουσίαν του ὑπὲρ ἀγαθοεργῶν καὶ γενικωτέρων ἐν γένει σκοπῶν, καὶ δὲν εἶναι εὐτυχῶς ὀλίγοι οἱ Ἕλληνες ἐκεῖνοι, οἵτινες τὰς κολοσσιαίας αὐτῶν περιουσίας ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους ἀλλὰ καὶ πρὸς ὡρισμένους σκοποὺς καταλείπουσιν. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ζήτημα κυρίως εἶναι ἐξεταστέον ἀπέναντι τῆς προφανοῦς παραβιάσεως τῶν θελήσεων τοῦ διαθέτου, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ δικαίωμα τῶν ἐξ ἀδιαθέτου κληρονόμων τοῦ ἀειμνήστου Δόμπολη, οἵτινες ὡρισμένως ὑπάρχουσι, τοῦ νὰ ζητήσωσι τὴν διάρρηξιν τῶν γενησομένων ὑφ’ οἱουσδήποτε ὅρους. Ἀλλ’ ἡ ἥκιστα εὐφυὴς καταστρατήγησις τῆς θελήσεως τοῦ διαθέτου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ καταστρατήγησις αὕτη εἶναι τοσοῦτον καταφανής, ὥστε οὐδὲ εὐφυὴς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνομασθῇ, γίνεται ἀφορμὴ καὶ ἄλλου ἀτόπου, ἀτόπου ἀναφαινομένου βεβαίως ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι πλεῖσθ’ ὅσα κληροδοτήματα διετέθησαν ἤδη ὑπὲρ τοῦ ἔχοντος νομικὴν προσωπικότητα Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν σκοποῦ ἀναφερομένου βεβαίως εἰς τὰς ἄλλας Σχολάς, ἐξ ὧν θὰ ἀποτελεσθῇ τὸ δῆθεν ἱδρυόμενον Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς ἐφευρέτας τῆς καταστρατηγήσεως τῶν τελευταίων διατάξεων τοῦ Δόμπολη τίνι τρόπῳ ἀπὸ νομικῆς καὶ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως θὰ διατεθῶσι κληροδοτήματα ἀφεθέντα ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ χάριν Σχολῶν καταργουμένων ἤδη; Ὑποστηρίζω λοιπὸν ὡς ἀπολύτως ὀρθὴν καὶ ἐπιβαλλομένην τὴν ἀρχὴν τοῦ σεβασμοῦ τῶν τελευταίων διατάξεων τοῦ διαθέτου, καθ’ ἃς δέον ἀνεξαρτήτως πρὸς τὸ νῦν ὑπάρχον Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον νὰ ἱδρύσωμεν σοβαρῶς ἕτερον Καποδιστριακόν, ἡ ἔκτασις τοῦ ὁποίου βεβαίως θὰ κανονισθῇ ἀναλόγως τῶν διατιθεμένων πρὸς τοῦτο πόρων, ὑπὸ τοὺς ὅρους δὲ τούτους καὶ μόνον θὰ εἶναι ἔντιμον νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ τῆς ξένης περιουσίας. Ὁ Δόμπολης ἀναμφισβητήτως διέταξε τὴν ἵδρυσιν αὐτοτελοῦς Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὸ τότε ὑφιστάμενον ἕτερον τοιοῦτον, τοιαύτη δὲ δὲν ἐπέρχεται διὰ τῶν ὑποδεικνυομένων μέτρων. Ἀλλ’ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἀναφαίνεται ἀμέσως τὸ ἀναμφισβήτητον ζήτημα ὅτι περὶ ἱδρύσεως δευτέρου Πανεπιστημίου ἐν τῇ αὐτῇ πόλει δὲν δύναται νὰ γίνῃ σοβαρὸς λόγος καὶ ἐξεταστέον ἐστὶν ἂν καὶ κατὰ πόσον τοῦτο συμφέρον εἶναι νὰ ἱδρυθῇ ἐν ἄλλῃ Ἑλληνικῇ πόλει καὶ τίνι. Πρὸ τούτου ὅμως δέον νὰ ἐξετασθῇ ἂν καὶ κατὰ πόσον ἡ ἵδρυσις τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου ἐν ἄλλῃ πόλει ἀντίκειται πρὸς τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Δόμπολη, διότι τοιαύτη ἴσως θὰ εἶναι ἡ ἐντύπωσις, ἥτις ἐκ πρώτης ὄψεως παρουσιάζεται. Τῳόντι ὁ διαθέτης ὁρίζει ὅτι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συνιστάμενον Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον θέλει ἱδρυθῆ ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν ἄλλῃ πόλει, ἥτις θὰ εἶναι πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κατὰ τὸ 1906. Εἶναι βεβαίως καταφανὴς ἡ ἀντίληψις τοῦ ἀειμνήστου διαθέτου, ἐξ ἧς ἤχθη εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς τοιαύτης διατάξεως, καὶ αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν πεποίθησιν ὅτι μέχρι τοῦ 1906 βεβαίως θὰ εἶχον ἐκπληρωθῇ τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη. Ὑπὸ τοιούτους δὲ ὅρους καὶ τοῦτο ἔχων ὡς δεδομένον ὁ ἀείμνηστος Δόμπολης, φρονῶν δὲ συγχρόνως ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης ὑφιστάμενον Πανεπιστήμιον ἤθελε μεταφερθῆ μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν ἐκεῖ ἔνθα ὁ Δόμπολης ὠνειρεύετο τὴν πρωτεύουσαν, ὁρίζει ὅτι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συνιστώμενον ἵδρυμα ἔδει νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν Ἀθήναις, ἥτις θὰ ἦτο ἡ παλαιὰ πρωτεύουσα, ἢ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὸ ἔκτοτε ὑφιστάμενον Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον ἐξηκολούθει παραμένον ἐν Ἀθήναις καὶ μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν, τότε τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συνιστάμενον Καποδιστριακὸν ἔδει νὰ ἱδρυθῇ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τῷ 1906. Τοῦτο δὲ γίνεται καταφανὲς ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ διαζευκτικοῦ ὅρου «ἤ», οὗτινος ὁ διαθέτης ποιεῖται χρῆσιν. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὁ διαθέτης ἀναχωρεῖ ἐκ μιᾶς σφαλείσης προϋποθέσεως, ἧς ἀτονησάσης ἀτονεῖ καὶ ἡ ἀναγραφεῖσα σχετικὴ διάταξις, ἥτις δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ γραφεῖσα καὶ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὡς ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν ἡ σχετικὴ διάταξις, πάντως ὅμως συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ διαθέτου. Ὁ διαθέτης προφανέστατα δὲν ἐνόει καὶ δὴ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς διαθήκης αὐτοῦ τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον νὰ ἱδρυθῇ ἀπολύτως ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἥτις θὰ εἶναι τοιαύτη κατὰ τὸ 1906, τοῦτο δ’ ἐξάγεται ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ διαζευκτικοῦ ὅρου «ἤ», οὗτινος ποιεῖται χρῆσιν. Καὶ ὡρισμένως, ἐὰν πρὸ τοῦ 1906 εἶχον ἐκπληρωθῆ τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη καὶ ἤθελεν ἀπὸ τῆς πραγματοποιήσεως ταύτης μεταφερθῆ ἡ ἕδρα τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἐκεῖ ἔνθα ὁ Δομπόλης ὠνειρεύετο, θὰ ὑπῆρχεν ἐκ τῆς διαθήκης ἀκυρότης ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον ἱδρύετο ἐν Ἀθήναις, ἔνθα δὲν θὰ ἦτο ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀφοῦ ὁ διαθέτης διὰ τῆς χρήσεως τοῦ διαζευκτικοῦ ὅρου «ἤ» συμπεριέλαβε καὶ τὰς Ἀθήνας; Βεβαίως ὄχι. Ἐξ οὗ φανερὸν ὅτι κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς διαθήκης τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἱδρυθῇ ἐν τῇ πρωτευούσῃ. Εἶναι δὲ φανερὸν ὅτι, ἂν ὁ διαθέτης δὲν ἀνεχώρει ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ἐκείνης προϋποθέσεως, δὲν θὰ κατέληγε καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ἕδρας, ὡς ὑπ’ αὐτοῦ ἀνεγράφη. Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁμιλῶν χθὲς τὴν ἑσπέραν παρεμπιπτόντως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐρευνῶν τὴν θέλησιν καὶ τὰ αἴτια, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατέληξεν εἰς τὰ συμπεράσματά του ὁ διαθέτης, ὑπεστήριξεν ὅτι οὗτος ἀφῆκε τὴν περιουσίαν αὐτοῦ ὑπὸ τοὺς ἐν τῇ διαθήκῃ ὅρους, ἐκτιμήσας ὅτι ἡ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὕπαρξις τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἦτο ὀνομαστικὴ καὶ τούτου τοῦ λόγου ἕνεκα ἀφῆκε τὴν περιουσίαν αὐτοῦ διὰ τὴν σύστασιν αὐτοτελοῦς Πανεπιστημίου. Ἀλλὰ τοιαύτη ἑρμηνεία οὐδαμόθεν προκύπτει καὶ μάλιστα εἶναι ἀντίθετος πρὸς αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης, ἐφ’ ὅσον τοῦτο μὲν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς κληροδοσίας του ἀναβάλλει μέχρι τοῦ 1906, δηλαδὴ ἐπὶ 50 ὁλόκληρα ἔτη, καὶ δὲν εἶναι οὐδόλως πιθανὸν ὅτι ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἐφρόνει ὅτι τὸ πρὸ δωδεκαετίας ἀπὸ τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης ἱδρυθὲν Πανεπιστήμιον θὰ παραμείνῃ ὀνομαστικῶς ἐπὶ 50 εἰσέτι ἔτη, τοῦτο δὲ ὁμιλεῖ περὶ ἑτέρας πόλεως, τὴν ὁποίαν ὀνειρεύεται πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους διὰ τὸ 1906 καὶ ἐξ οὗ καταφανῶς ἐξάγεται ἡ περὶ ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου ῥήτρα. Ἀλλά, καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποστηρίζει, οὐδόλως κλονίζεται ἡ ἀλήθεια καὶ ἀκρίβεια τῶν ἰσχυρισμῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα, ἐφ’ ὅσον καὶ ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ὁ διαθέτης ἀνεχώρησεν ἐκ σφαλείσης ὡσαύτως προϋποθέσεως, ὑπολογίσας ὅτι τὸ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης ὑφιστάμενον Πανεπιστήμιον θὰ ἐξακολουθῇ ὂν ὀνομαστικὸν μέχρι τοῦ 1906.
§153Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ἡ διαθήκη ὁρίζει ῥητῶς τὰς Ἀθήνας.
§154Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος νομικοῦ, μὴ εὑρισκομένου δηλαδὴ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρμοδιότητός σας. Ἄλλως, καὶ ἐὰν τὸ ζήτημα δὲν ἔχῃ οὕτω, πάντως δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις περὶ τῆς ἕδρας τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ συνιστωμένου Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου δὲν εἶναι ἐκ τῶν οὐσιωδῶν καὶ δὲν ἀνεγράφη ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς ὅλης διαθήκης, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ σκοποῦ τοῦ διαθέτου, ὅστις συστήσας τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ εὐεργετήσῃ ὡρισμένην πόλιν ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ἰδίᾳ δὲ τοὺς ὑποδούλους πληθυσμούς, ὑπὲρ ὧν πλείστας ὅσας εὐνοϊκὰς διατάξεις σχετικῶς πρὸς τὸ συνιστώμενον Πανεπιστήμιον ἀναγράφει. Ὑπὸ τοιούτους δὲ ὅρους φανερὸν ὅτι οὐχὶ ἀντίθετος πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου, ἀλλὰ τοὐναντίον σύμφωνος πρὸς ταύτην ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἵδρυσις Πανεπιστημίου ἐν ἑτέρᾳ πόλει, ἀφοῦ ἡ ἵδρυσις τούτου ἐν Ἀθήναις, ἔνθα ἑδρεύει καὶ ἕτερον Πανεπιστήμιον, πᾶν ἄλλο ἐκπληροῖ ἢ τοὺς ἐθνικοὺς σκοποὺς τοῦ ἀειμνήστου Δόμπολη. Ὥστε οὐδεμία ὑπολείπεται ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι τοῦτο μὲν δέον νὰ ἱδρυθῇ σοβαρῶς καὶ ἀληθῶς δεύτερον Πανεπιστήμιον, τοῦτο δὲ ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς ἐκ τῆς διαθήκης ὑπάρχει βάσιμος περὶ ὑποχρεωτικῆς ἱδρύσεως ἐν ὡρισμένῃ πόλει. Ἀλλά, καὶ ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἤθελε γίνει δεκτὸν ὅτι δέον καὶ τὸ τυπικὸν γράμμα τῆς διαθήκης νὰ σεβασθῶμεν καὶ νὰ θεωρήσωμεν τοῦτο ὑπέρτερον τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος, πάλιν λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι δύο Πανεπιστήμια ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ πόλει εἶναι ἀδύνατον νὰ συνυπάρξωσιν, ἐξεταστέον ἐστὶν εἰς ποίαν ἑτέραν πόλιν σκοπιμώτερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐγκατασταθῇ τὸ ἕτερον τῶν δύο Πανεπιστημίων, ἔστω δὲ καὶ τὸ Ἐθνικόν, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον οὐδὲν κώλυμα παρουσιάζεται. Ἀλλ’ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου, διότι μοὶ δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ εὐχηθῶ, ὅπως ἡ περίπτωσις τῆς ἱδρύσεως καὶ δευτέρου Πανεπιστημίου καὶ δὴ ἐν ἄλλῃ πόλει ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς συστήματος ἀποκεντρωτικωτέρου, ὅπερ ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ ταχέως, θὰ ἐπέλθῃ ταχύτατα πλήρης μαρασμὸς τῶν ἐπαρχιῶν, ἐπὶ προφανεῖ καταστροφῇ ὄχι πλέον τῶν ἐπαρχιῶν ἀλλὰ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου. Εἶναι βεβαίως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ὑπέχει μικροτέραν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἢ μᾶλλον, διὰ νὰ εἶμαι πληρέστερος, εἶναι ἐκείνη, ἥτις οὐδεμίαν ἀπολύτως εὐθύνην ὑπέχει. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἥτις καλεῖται νὰ δώσῃ νέαν ζωὴν καὶ νέαν ὤθησιν εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ ἡμῶν πράγματα, ἀναμένομεν νὰ ἐφαρμόσῃ σύστημα ἀποκεντρωτικώτερον, οὐ μόνον διότι οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ζῶντες ἔχουν τὰ αὐτὰ δικαιώματα ὑλικῆς καὶ διανοητικῆς ἀναπτύξεως, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ μαρασμὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἀποτελεῖ μαρασμὸν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Καὶ ἀπ’ αὐτῆς λοιπὸν τῆς ἀπόψεως συμφέρει ἡ ἵδρυσις δευτέρου Πανεπιστημίου καὶ δὴ ἐν ἄλλῃ πόλει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι βεβαίως τοῦτο καὶ μόνον τὸ συμφέρον ἐκ τῆς ἱδρύσεως καὶ δευτέρου Πανεπιστημίου, καθόσον δὲν εἶναι δυνατόν τις νὰ παρίδῃ τὸ ὕψιστον πνευματικὸν συμφέρον, ὅπερ ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς ἱδρύσεως δευτέρου Πανεπιστημίου λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐπιστημονικῆς ἁμίλλης, ἥτις ἀναγκαίως θέλει ἀναπτυχθῆ. Δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ τις ὅτι ἕνεκα πλείστων ὅσων αἰτίων οὐ μόνον κατέπεσε μέχρις ἀπελπιστικοῦ σημείου ἡ ἀνωτάτη παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσις ἀλλ’ οὐδὲ συνετελέσθη μέχρι σήμερον ἀξία λόγου ἐπιστημονικὴ ἐργασία, οὔτε ἀνεπτύχθη νεοελληνικὴ ἐπιστήμη. Ἀλλ’ ἐκ τῶν αἰτίων τούτων τὸ σπουδαιότερον ἔγκειται ἐν τῇ ἐλλείψει πάσης ἁμίλλης ἐπιστημονικῆς, ἥτις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναπτυχθῇ ἐκεῖ ἔνθα ἓν μόνον Πανεπιστήμιον ὑπάρχει. Σήμερον ἔχομεν ἓν καὶ μόνον Πανεπιστήμιον, καὶ ἓν καὶ μόνον θὰ ἔχωμεν καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τούτου σοβαρὸς λόγος περὶ ὑπάρξεως δύο Πανεπιστημίων καὶ τῆς ἐκ τούτων ἀναπτύξεως ἁμίλλης ἐπιστημονικῆς. Τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων, φανερὸν ὅτι πλεῖστοι ὅσοι ἑκάστοτε διαγωνίζονται, ὅπως καταλάβωσι τὰς διαφόρους ἕδρας. Ἀλλ’ ἡ ἐκ τῆς ἁμίλλης ταύτης ὠφέλεια ἀναγκαίως παρατείνεται μέχρι συμπληρώσεως τῆς ἕδρας, ὁπότε οἱ μὴ ἐπιτυγχάνοντες ἐπιδίδονται εἰς ἄλλα καὶ δὴ τὰ πρακτικὰ αὑτῶν ἔργα, οἱ δὲ ἐπιτυγχάνοντες πρὸς οὐδένα ἔχοντες πλέον νὰ διαγωνισθῶσι, πάσας τὰς μελέτας αὐτῶν συνηθέστατα ἐγκαταλείπουσιν, οὐδὲν πλέον ἀναμένοντες. Ἄλλως βεβαίως θὰ εἶχον τὰ πράγματα, ἐὰν ὑπῆρχον παρ’ ἡμῖν δύο Πανεπιστήμια καὶ καθιεροῦντο, ὡς ἀλλαχοῦ συμβαίνει, αἱ δημόσιαι ἐξετάσεις νὰ ἐφαρμόζωνται ἀνεξαρτήτως προελεύσεως τῶν ἐξεταζομένων ἐκ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου Πανεπιστημίου. Οἱ καθηγηταί, οἵτινες θὰ ἐγνώριζον ὅτι οἱ φοιτηταὶ θὰ ἦσαν ἐλεύθεροι νὰ ἀκολουθήσωσι καὶ ἄλλον καθηγητήν, θὰ ἦσαν ὁμολογουμένως ἐργατικώτεροι καὶ διὰ τοῦτο παραγωγικώτεροι καὶ θὰ ἐπροθυμοποιοῦντο διαρκῶς νὰ γίνωνται κρείττονες, τὰ δὲ ἐκ τῆς ἁμίλλης ταύτης πνευματικὰ καὶ ἐπιστημονικὰ ὠφελήματα πᾶς τις ἐννοεῖ. Ἀλλ’ ἡ ἵδρυσις καὶ δευτέρου Πανεπιστημίου προσέκρουσεν εἰς ἄλλας σκέψεις καὶ δὴ εἰς παρατηρήσεις σχετιζομένας πρός τε τὸ ζήτημα τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ, ὡς καὶ πρὸς τὸ ζήτημα τῶν ἐν αὐτοῖς διδαχθησομένων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι πλείονες τοῦ δέοντος θὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐπιστημῶν. Προφανὲς ὅμως εἶναι ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα οὐδεμίαν ἀξίαν ἀληθῆ ἔχουσι. Καὶ δὴ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον οὐδεὶς δύναται σοβαρῶς νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσιν ἀληθεῖς ἐπιστήμονες ἔν τε τῇ πρωτευούσῃ κυρίως, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς ἐπαρχίαις, οἵτινες χαίρουσιν ἅπαντα τὰ προσόντα, διὰ νὰ ἀποβῶσι καλοὶ διδάσκαλοι, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐὰν εἰσέτι δὲν ἔχωσιν ἀποκτήσει τὰ προσόντα ταῦτα, ἔχουσιν ὅμως ὅλα τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ τὰ ἀποκτήσωσιν. Εἶναι δὲ φανερὸν ὅτι τοῦ μέσου ὅρου καθηγηταί, οἵτινες ἀναμφισβητήτως θ’ ἀποτελέσωσι τὴν πλειονότητα τοῦ ἑνὸς Πανεπιστημίου, πλεῖστοι ὅσοι ὑπάρχουσι δυνάμενοι νὰ ἐπαρκέσωσιν οὐχὶ μόνον διὰ δύο, ἀλλὰ καὶ διὰ πλείονα Πανεπιστήμια. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πᾶς τις διαβλέπει ὅτι, ἂν παρ’ ἡμῖν ἐπῆλθε μείωσις τῶν ἐπιστημονικῶν κορυφῶν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν πάσης ἁμίλλης, ἧς ὅμως ἀναπτυσσομένης ἀναγκαίως διὰ τῆς ἱδρύσεως καὶ δευτέρου Πανεπιστημίου θὰ ἀποκτήσωμεν ἐπιστήμονας ἀξίους τοῦ τε ὀνόματος καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν. Ἄλλως τε τὸ ζήτημα δὲν ἔγκειται εἰς τὸ ἂν ὑπάρχει σήμερον ὁ ἀναγκαῖος ἀριθμὸς καθηγητῶν διὰ δύο Πανεπιστήμια, καθόσον ὁμολογουμένως μὲ τὴν διαρρεύσασαν πανεπιστημιακὴν κατάστασιν καὶ τὴν ἔλλειψιν πάσης ἐπιστημονικῆς ἁμίλλης ἀποβαίνει ἀπορίας ἄξιον πῶς ἔχομεν καὶ τόσους ἐπιστήμονας! Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἔγκειται εἰς τὸ ἂν ἡ φυλή μας ἔχει τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια καὶ συστατικὰ ὡς καὶ τὸ ἀπαιτούμενον ποιόν, διὰ νὰ δημιουργήσῃ ὅσους ἐπιστήμονας θὰ ἀπῄτουν δύο Πανεπιστήμια, καθόσον ὁμολογουμένως, ἐὰν τοιοῦτον ὑλικὸν δὲν ἔχῃ, βεβαίως τὸ τοιοῦτόν τι θὰ ἦτο ἀπελπιστικόν, ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ δεχθῶ. Ἀλλά, ὡς εἶπον, ὑπεστηρίχθη ὡσαύτως ὅτι ἡ ἵδρυσις δευτέρου Πανεπιστημίου ἤθελε συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐπιστημῶν πλείονες τοῦ δέοντος. Εἶναι τοῦτο ἀληθές; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν συμπερασμάτων τούτων δέον πρὸ παντὸς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἀνωτάτη παρ’ ἡμῖν ἐκπαίδευσις δὲν ὑπάρχει μόνον διὰ τὰ 2½ ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ζῶσιν εἰς τὸ ἐλεύθερον Κράτος, ἀλλὰ εἶναι προωρισμένη νὰ θεραπεύσῃ τὰς πνευματικὰς ἀνάγκας ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ τε δούλου δηλαδὴ καὶ τοῦ ἐλευθέρου. Ἅμα δὲ τοῦτο σκεφθῇ τις καὶ ῥίψῃ ἓν βλέμμα καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ὡς ἐπὶ παραδείγματι τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Ἰταλίαν, θὰ πεισθῇ ἀδιστάκτως ὅτι ὁ πληθυσμὸς πρὸς τὰ δύο Πανεπιστήμια ἵσταται ἐν μεγαλειτέρᾳ ἀναλογίᾳ ἐκείνης, εἰς ἣν ἵστανται αἱ ἀναλογίαι εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα. Ἄλλως τε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπερβάλλω τὰ πράγματα ὑποστηρίζων ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστημόνων κατὰ τὰ συμφέροντα ὅρια εἶναι ζήτημα, ὅπερ ὑπόκειται καὶ κανονίζεται ἐκ νόμων ἀνωτέρων τῶν δυνάμεων ἡμῶν καὶ διὰ τοῦτο μὴ ἀπεχόντων πολὺ τῶν φυσικῶν νόμων, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἅμα ὁ ἀριθμὸς οὗτος φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἐπιζήμιον νὰ ὑπερβῇ, ἄρχονται οἱ νέοι κατανοοῦντες τὸ συμφέρον αὑτῶν καὶ ἐπιδιδόμενοι εἰς ἄλλα ἔργα. Ὥστε καὶ σύμφωνος πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ ἀειμνήστου Δόμπολη, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν, καὶ σύμφωνος πρὸς τὸ ἀληθὲς καὶ πραγματικὸν συμφέρον τοῦ ἔθνους εἶναι ἡ ἵδρυσις δευτέρου Πανεπιστημίου. Ἄπορον δὲ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι πῶς ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων δὲν ἠθέλησε νὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά της πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργου τοσοῦτον σοβαροῦ καὶ τοσοῦτον ὠφελίμου. Θεωροῦντες λοιπὸν ὠφέλιμον καὶ ἐπιβαλλομένην τὴν ἵδρυσιν δευτέρου Πανεπιστημίου ἐξεταστέον ἐστὶν εὐθὺς ἀμέσως τὸ ζήτημα τῆς πόλεως, ἔνθα τοῦτο σκόπιμον καὶ ἐπιβαλλόμενον εἶναι νὰ ἱδρυθῇ. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ συνομολογήσω καὶ νὰ ἀναγνωρίσω μετὰ τοῦ πολυτίμου φίλου μου κ. Μαβίλη τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πλεῖσται ὅσαι πόλεις τῆς Ἑλλάδος νὰ τύχωσιν ἐξαιρετικῆς μερίμνης, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ὅπερ ὑπάρχει ἐκ τῆς ἐγκαταστάσεως διαφόρων ἱδρυμάτων εἰς τὰς διαφόρους πόλεις. Τὸ κατ’ ἐμὲ ὅμως φρονῶ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἀναπτύξω δι’ ὀλίγων τὰ δικαιώματα τῆς πόλεως, τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε τὸ ἔθνος ἐκ τῆς ἱδρύσεως ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ δευτέρου Πανεπιστημίου. Ὅπως δὲ ἀναπτύξω ἅπαντα ταῦτα, ἀντλῶ τὸ θάρρος οὐ μόνον ἐκ τῆς συναισθήσεως ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς γνώμης, ἣν ὑπεστήριξαν πολλοὶ πολύτιμοι καὶ διαπρεπεῖς συνάδελφοι, οἵτινες, καίπερ μὴ καταγόμενοι ἐκ Κερκύρας, μολαταῦτα διὰ πλείστων ὅσων ἐπιχειρημάτων τὴν πόλιν ἐκείνην προέκριναν. Ἀλλὰ συγχρόνως ὀφείλω νὰ συνομολογήσω ὅτι δὲν ἤθελον θεωρήσει ἧτταν τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε προκρίνει ἑτέραν πόλιν, διότι εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐγὼ κυρίως ἀποβλέπω εἰς τὴν λῆψιν μέτρου ἀποκεντρωτικοῦ καὶ τὴν ἵδρυσιν δευτέρου Πανεπιστημίου ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἔνθα ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἕν. Ἡ ἵδρυσις δευτέρου Πανεπιστημίου ἐν Κερκύρᾳ οὐ μόνον θὰ ἀποτελέσῃ ἐκπλήρωσιν ἠθικῆς ὀφειλῆς τοῦ Κράτους πρὸς τὴν πόλιν ἐκείνην, ἀλλὰ καὶ θὰ συμβάλλῃ τὰ μάλιστα εἰς τὴν καθόλου πνευματικὴν καὶ διανοητικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἔθνους ὡς καὶ τὴν ἐπίτευξιν καὶ προαγωγὴν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἡ Κέρκυρα, παλαιὰ πρωτεύουσα τοῦ συγχωνευθέντος Ἰονίου Κράτους, ἔχουσα ὅλα τὰ πλεονεκτήματα πάσης πρωτευούσης, χαίρουσα δὲ μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑπτανήσου καὶ ἐλευθερίας καὶ αὐτοδιοικήσεως, περιεφρόνησε μετὰ ταύτης πάντα ταῦτα, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ἐθνικὴν αὑτῆς ἀποκατάστασιν ὡς ταύτην ἀνέκαθεν ὠνειρεύθη, καὶ ἀποτελέσῃ ἓν μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος Κράτος. Καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐξετέλεσε μὲ ὅλον ἐκεῖνον τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ ὅλην ἐκείνην τὴν αὐταπάρνησιν, ἧς ἕνεκα ἐθαυμάσθη ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου.
§155Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλαι αἱ Ἑλληνικαὶ πόλεις ὑπέστησαν θυσίας, διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τὴν ἐλευθερίαν των.
§156Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Μάλιστα, μὲ μόνην ὅμως τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ Κέρκυρα δὲν ἐτέλει ὑπὸ ζυγόν. Ἕνωσιν χωρὶς ὅρους, ἕνωσιν χωρὶς ψωμί, ἐφώναζεν ὁλόκληρος ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, τοῦτο δ’ ἀπετέλεσε τὸ σύνθημα τῶν πολιτικῶν διαδηλώσεων τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπάντησιν εἰς ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ὑπεστήριζον τὴν ἐπιβολὴν ὅρων, καὶ τῶν ὁποίων κίνδυνον μέγιστον διέτρεξε καὶ αὐτὴ ἡ ζωή, διότι τοιαῦτά τινα ὑπεστήριζον. Καὶ βεβαίως συνέπεια τῆς μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος ἑνώσεως ὑπῆρξεν ἡ ἀπώλεια ὅλων τῶν κεντρικῶν γραφείων καὶ ὑπηρεσιῶν, ἅτινα ἁρμόζουν διὰ τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστου Κράτους. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἶδεν ἑαυτὴν στερουμένην λόγῳ τοῦ ἐφαρμοσθέντος δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου παρ’ αὐτῇ Δικαστηρίου, λόγῳ δὲ οἰκονομιῶν εἶδεν ἑαυτὴν στερουμένην τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας, οὗ ἕνεκα οὐ μόνον οὐσιωδέστατα ἐμειώθη ἡ διανοητικὴ καὶ ἡ πνευματικὴ ἀνάπτυξις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐθνικὴ ὑπόθεσις οὐχὶ ὀλίγον ἐβλάβη. Σπουδαιοτάτη δὲ συλλογὴ χειρογράφων ἀφιερωθεῖσα ὑπὸ τοῦ φιλέλληνος Γκύλφορδ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Ἰονίου Πολιτείας ἀφῃρέθη ἅμα τῇ καταργήσει τοῦ ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Σὺν τῷ χρόνῳ δὲ εἶδεν ὡσαύτως ἑαυτὴν στερουμένην τοῦ Ἱεροσπουδαστηρίου της, τῶν ἀνωτέρων αὑτῆς σχολῶν, πλείστων ὅσων ἄλλων γραφείων, ἐν τέλει δὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ διδασκαλείου της. Πλὴν τούτων κτίρια ἀξίας πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἀνήκοντα εἰς τὴν νῆσον Κέρκυραν, χρησιμοποιούμενα δὲ διὰ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τῆς Ἀρχῆς, ὡς εἶναι ἐπὶ παραδείγματι τὰ ἀνάκτορα, τὸ κτίριον τῆς βασιλικῆς νομαρχίας, τὰ δικαστήρια, αἱ φυλακαί, τὸ τελωνεῖον, τὸ ταμεῖον, τὸ μέγα κτίριον, εἰς ὃ ἄλλοτε ὑπῆρχον ἐγκατεστημένα ἅπαντα τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα καὶ τόσα ἄλλα γραφεῖα καὶ ἅτινα ἔδει νὰ περιέλθωσιν εἰς τοὺς δήμους τῆς Κερκύρας, ἀφοῦ εἰς ὁλόκληρον τὴν Κέρκυραν ἀνῆκον, κατελήφθησαν ὡς μὴ ὤφελεν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ὅπερ οὐ μόνον παρέλειψε τὴν πληρωμὴν τῶν μισθωμάτων, ἀλλὰ καὶ διὰ νόμων ὅλως αὐθαιρέτως τὴν ἰδιοκτησίαν ἐσφετερίσθη. Καὶ ταῦτα πάντα ἀγογγύστως ἔβλεπεν ὁ Κερκυραϊκὸς λαός, καὶ μάλιστα οὐ μόνον ἀγογγύστως, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ εὐχαρίστως, διότι ἠρέσκετο εἰς τὸ νὰ θυσιάζῃ τὰ πάντα, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐπίσημον Κράτος προσεδόκα ὠφέλειαν οἱανδήποτε. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀποκρύψω, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ὅτι ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς τῆς νήσου ἐκείνης, ὅτε ἐπληροφορεῖτο ὅτι γενναία κληροδοσία προωρίζετο διὰ τὴν ἵδρυσιν δευτέρου Πανεπιστημίου, ἔθετεν ἐκτὸς ἀμφιβολίας καὶ συζητήσεως ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμή, ὅπως καὶ τὸ Κράτος ἀνταποδώσῃ τι εἰς τὴν νῆσον ἐκείνην, ἥτις τὰ πάντα παρεῖδε χάριν τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς ἀποκαταστάσεως, θεωροῦσα μάλιστα ὡς εὐτύχημα τὸ ὅτι ἠδυνήθη νὰ προσφέρῃ τι πρὸς ἐπίτευξιν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Καὶ δὲν θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος ἡ πεποίθησις αὕτη τοῦ Κερκυραϊκοῦ λαοῦ, ὅστις, ἐὰν ἐδικαιοῦτο νὰ κρίνῃ ἐκ τῶν ἀλλαχοῦ συμβάντων καὶ πλείονας ἐλπίδας τῶν ὅσας εἶχεν ἠδύνατο νὰ σχηματίσῃ. Καὶ ἀληθῶς δὲν ἀποτελεῖ γεγονὸς μικρᾶς σημασίας ἡ παρατήρησις, καθ’ ἣν ἅπαντα ἐκεῖνα τὰ Κράτη, ἅτινα ἐσχηματίσθησαν ἐκ τῆς συγχωνεύσεως πλειόνων μικρῶν Κρατῶν, ἐσεβάσθησαν καθ’ ὅλα αὐτῶν τὰ σημεῖα ὅλα τὰ προνόμια καὶ ὅλα τὰ ἱδρύματα, ἅτινα εἶχον αἱ πρωτεύουσαι τῶν συγχωνευθέντων κρατιδίων, διὰ τοῦτο δὲ βεβαίως βλέπομεν καὶ τὴν πληθὺν τῶν Πανεπιστημίων καὶ λοιπῶν ἱδρυμάτων ἐν τε τῇ Γερμανίᾳ καὶ τῇ Ἰταλίᾳ, ἔνθα τὰ πάντα ὑπὲρ τῶν παλαιῶν πρωτευουσῶν ἐσεβάσθησαν καὶ σέβονται, ἀφοῦ μάλιστα ἐν Ἰταλίᾳ ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ διατηρήσωσι 4 ἀκυρωτικὰ παρὰ τὸν προορισμὸν τοῦ ἀκυρωτικοῦ, ἐπιδιώκοντος πρωτίστως τὴν ἑνότητα τῆς νομολογίας. Ἀποτελεῖ λοιπὸν τὴν ἐκπλήρωσιν ἠθικῆς ὀφειλῆς διὰ τὴν Κέρκυραν ἡ εἰς τὴν νῆσον ἐκείνην σύστασις δευτέρου Πανεπιστημίου, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο καὶ μόνον τὸ καλόν, ὅπερ ἐκ τῆς τοιαύτης ἱδρύσεως θέλει προκύψει. Ἡ γεωγραφικὴ τῆς νήσου ἐκείνης θέσις οὐχὶ ὀλίγον ἤθελε συμβάλει εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν μας ὑποθέσεων· ἀρκεῖ νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι ὑπάρχοντος τοῦ Διδασκαλείου ἐν Κερκύρᾳ, ἐκ τῶν 80 ὡς ἔγγιστα κατὰ μέσον ὅρον δημοδιδασκάλων, οἵτινες ἐξήρχοντο κατ’ ἔτος μὲ τὸ σχετικὸν πτυχίον, πλέον τοῦ ἡμίσεος ἦταν Ἠπειρῶται ἐρχόμενοι ἐν Κερκύρᾳ ἐκ τῆς πλησίον καὶ μόλις ἡμίσειαν ὥραν ἀπεχούσης Ἠπείρου, καὶ οἵτινες ἐκπαιδευόμενοι ἐν Ἑλλάδι ἐγένοντο οἱ διδάσκαλοι τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν παραδόσεων δι’ ἅπαντας τοὺς ὑποδούλους ἡμῶν ἀδελφούς. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἄλλα Κράτη πολλὰ ἑκατομμύρια διαθέτουν, διὰ νὰ ἐπιτύχουν ἀκριβῶς εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐλάχιστον μέρος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν διατηροῦντες ἀνωτάτην σχολὴν ἐν Κερκύρᾳ, ἔνθα οἱ σκοποὶ θὰ ἐξεπληροῦντο τὰ μάλιστα ἐναργῶς καὶ ἐπιτυχέστερον τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκπληροῦνται, διατηροῦντες τοιαύτας σχολὰς ἐν Ἀθήναις. Προβλέπεται λόγου χάριν καὶ διὰ τῶν ὑποδεικνυομένων μέτρων καὶ λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἱδρύσεως ἐν τῷ Καποδιστριακῷ Πανεπιστημίῳ ἕδρας Ἀλβανικῆς γλώσσης καὶ ὁ σκοπὸς τοιαύτης ἱδρύσεως εἶναι προφανής. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ὁ σκοπὸς οὗτος ποῦ ἀσφαλέστερον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ; Δύναταί τις ν’ ἀμφιβάλλῃ περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ θὰ ἦτο πλήρης, ἂν ἡ ἕδρα ὑπῆρχεν ἐν Κερκύρᾳ, ἅμα μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν οὐ μόνον ἡ γεωγραφικὴ θέσις τῆς Κερκύρας, ἀλλὰ κυρίως ἡ ἕνεκα ταύτης ἀναπτυχθεῖσα ἐπικοινωνία τῶν τε Ἀλβανῶν καὶ Ἠπειρωτῶν μὲ τὴν Κέρκυραν καὶ τοὺς κατοίκους αὐτῆς, μεθ’ ὧν διὰ πλείστων ὅσων συμφερόντων συνδέονται; Ἀλλὰ δὲν εἶναι ταῦτα τὰ μόνα ἐπιχειρήματα, ἅτινα συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἐν Κερκύρᾳ ἱδρύσεως καὶ δευτέρου Πανεπιστημίου, καθόσον πλὴν τούτων ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ θὰ εἶναι περιττὴ ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἀνέγερσιν κτιρίων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει μέγιστον κτίριον, εἰς ὃ ἄλλοτε ἦσαν συγκεντρωμένα ἡ Ἰόνιος Ἀκαδημία, τὸ λύκειον, τὸ γυμνάσιον καὶ τὸ ἱεροσπουδαστήριον. Τὸ κτίριον δὲ τοῦτο διὰ μικρᾶς δαπάνης θὰ ἠδύνατο τελείως νὰ ἐπαρκέσῃ. Δέον δὲ εἰσέτι νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ βιβλιοθήκη ἀριθμοῦσα περὶ τοὺς 40.000 τόμους εὕρηται ἐν τῷ κτιρίῳ ἐκείνῳ, δυναμένη νὰ ὑποβοηθήσῃ τὰς μελέτας τῶν τε μαθητῶν καὶ τῶν διδασκόντων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μικρᾶς σημασίας τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κέρκυρα οὐ μόνον ἵσταται πλησιέστερον παντὸς ἄλλου τόπου πρὸς τὴν πατρίδα τοῦ διαθέτου, τὴν ὁποίαν πρωτίστως ἤθελε νὰ εὐεργετήσῃ, ἀλλὰ καὶ ἀποτελεῖ τὴν πατρίδα τοῦ Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος Καποδιστρίου, παρ’ οὗ ὁ διαθέτης ἐνεπνεύσθη καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου διέθεσε τὴν περιουσίαν αὑτοῦ, ὅπως δι’ αὐτῆς ἱδρυθῇ Πανεπιστήμιον φέρον τὸ ὄνομα ἐκείνου, ὅστις ἐν Κερκύρᾳ ἐγεννήθη καὶ ἐν Κερκύρᾳ ἐτάφη. Ἂν εἰς ὅλα ταῦτα προσθέσητε τὸ γλυκὺ καὶ ὑγιεινὸν τοῦ κλίματος, ὅπερ δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀφ’ ἧς μάλιστα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης πρόκειται νὰ ἐγκατασταθῇ τὸ οἰκοτροφεῖον δι’ ἀριθμὸν Ἠπειρωτῶν φοιτητῶν, τὸ διανοητικὸν περιβάλλον τῆς πόλεως ἐκείνης, τὸ μικρὸν τῆς δαπάνης, ὅπερ ἀπαιτεῖται διὰ τὸν καθημερινὸν βίον, τὸ ὀλιγάριθμον σχετικῶς τῶν κατοίκων αὐτῆς, ὧν ἕνεκα οἱ φοιτηταὶ εὐχερέστερον θὰ ἐπιδίδωνται εἰς τὰς μελέτας αὐτῶν, ὡς προέκυψε καὶ ἐκ τῆς πρακτικῆς τῶν λοιπῶν Κρατῶν, ἔνθα τὰ εἰς μικρὰς πόλεις Πανεπιστήμια — καὶ ὑπάρχουν τοιαῦτα ἄπειρα καὶ μάλιστα καὶ εἰς πόλεις ἀκόμη μικροτέρας — ἀναμφισβητήτως ηὐδοκίμησαν, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κέρκυρα ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον σημεῖον διὰ τὸν ἐξ Εὐρώπης καταφθάνοντα, ἐξ οὗ ἕπεται καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἡμετέρου Κράτους, ὅπως παρίσταται εὐπροσωπότερον, τότε θὰ καταλήξητε ἅπαντες μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸ συμπέρασμα, καθ’ ὃ τὸ ἀπολύτως χρήσιμον καὶ ἐπιβαλλόμενον νὰ συσταθῇ δεύτερον Πανεπιστήμιον δέον νὰ ἱδρυθῇ ἐν Κερκύρᾳ ὑπὲρ πᾶσαν ἑτέραν πόλιν. Τούτου γενομένου, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, θὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κέρκυραν μέρος τῶν ἱδρυμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχε καὶ τὰ ὁποῖα ἔχων ὑπ’ ὄψει ὡς καὶ τὰς λοιπὰς τῆς νήσου συνθήκας ὁ Λένορμαν ἔγραφε τὴν ἑπομένην τῆς μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος ἑνώσεως, θαυμάζων τὸν ἡρωισμὸν καὶ τὴν αὐταπάρνησιν τῶν Κερκυραίων, ὅτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἔχει ὑποχρέωσιν τιμῆς ἀπέναντι τῆς Κερκύρας νὰ μεταφέρῃ ἐκεῖ τινα τῶν ἐν Ἀθήναις ἱδρυμάτων. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐγὼ θεωρῶ σκόπιμον καὶ ἐπιβαλλομένην τὴν ἵδρυσιν δευτέρου Πανεπιστημίου, ἀλλ’ ἐρευνῶν συγχρόνως τὰς ἀρχάς, ἐφ’ ὧν τὰ συζητούμενα νομοσχέδια στηρίζονται, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι κατ’ ἀρχὴν θὰ ἐκηρυσσόμην κατὰ παντὸς μέτρου, ὅπερ ὁπωσδήποτε ἤθελε προσβάλει τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας, αἵτινες δέον νὰ πρυτανεύσωσι κατὰ τὴν κρίσιν μου κατά τε τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν σχετικῶν ἱδρυμάτων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐθεωρήθη ὅτι ἡ ἀνηθικότης καὶ φαυλότης τοῦ χαρακτῆρος θὰ ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ διὰ καθιερώσεως πλείστων ὅσων διατυπώσεων, αἵτινες ὅμως τιθέμεναι, μακρὰν τοῦ νὰ ἐπιτύχωσι τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, πολλῶν ἐπιβλαβῶν συνεπειῶν πλειστάκις γίνονται πρόξενοι. Ἀλλ’ ἐκ τούτου βεβαίως δὲν ἕπεται ὅτι ἀπόλυτος ἐλευθερία ἐν παντὶ δέον ν’ ἀφεθῇ, καθόσον ἀκριβῶς τὰ περὶ ἡμῶν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη συντελεσθέντα μᾶς διδάσκουσιν ὅτι φραγμός τις ἐν πολλοῖς δέον νὰ τεθῇ. Διότι ὁμολογουμένως ἀπόλυτος ἐλευθερία ἀφίετο εἰς τοὺς καθηγητάς, διὰ τοῦτο καὶ οὗτοι ἐπεδίδοντο διαρκῶς εἰς πλεῖστα ὅσα ἔργα ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ των, παραμελοῦντες τὴν διδασκαλίαν αὐτῶν. Διότι ἀπόλυτος ἐλευθερία ἀφίετο περί τε τὴν μελέτην καὶ τὴν φοίτησιν τῶν μαθητῶν, διὰ τοῦτο οὗτοι συνήθως οὔτε ἐμελέτων οὔτε ἐφοίτων. Καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο σκόπιμος εἶναι ἡ ἐπιβολὴ περιορισμῶν τινων ψηφισθέντων ἤδη διὰ τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, χωρὶς ὅμως ἐν παντὶ νὰ συμφωνῶ πρὸς ὅσα διὰ τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον ἐψηφίσθησαν, συνομολογῶν ὅμως συγχρόνως ὅτι ἡ προηγηθεῖσα ἀτυχῶς ψήφισις τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ὑποστηρίζω τὰς ἀρχάς, ἃς θὰ ἐθεώρουν ἐπιβαλλομένας, ἐφ’ ὅσον φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἦτο ποσῶς σκόπιμος κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου ἡ παραδοχὴ ἀρχῶν ἀντιθέτων ἐκείνων, οἵτινες ἐγένοντο δεκταὶ διὰ τὸ Ἐθνικόν. Ἄν ὑπὸ τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐξέθεσα, ἠθέλομεν νομοθετήσει, φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι τότε καὶ μόνον θὰ ἦτο δυνατὸν μετὰ πιθανότητος ν’ ἀναμείνωμεν νέαν ἐπιστημονικὴν καὶ σοβαρὰν ἐργασίαν, ἐξ ἧς πολλὰ καλὰ ἤθελον προκύψει. Ἐγὼ ὀνειρεύομαι νέους ἐπιστήμονας ἐξερχομένους ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ μὴ φέροντας μόνον ὅσα ἐφόδια ἐπαγγελματικὰ ἀπαραιτήτως ἀπαιτοῦνται, διὰ νὰ ἐξασκήσωσι τὰ πρακτικὰ αὐτῶν ἔργα, ἀλλὰ καὶ φέροντας τὰ ἀπαιτούμενα ἠθικὰ καὶ πνευματικὰ ἐφόδια, διὰ νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς μελέτας εὐρυτέρας, ἐξ ὧν πολλαχῶς θὰ ἀποβῶσιν ὠφέλιμοι. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῶσιν ὅμως ἅπαντα ταῦτα, ὑπάρχει ἀνάγκη πρωτίστως ἁμίλλης ἐπιστημονικῆς, μὴ δυναμένης ἄλλως νὰ ἐπιτευχθῇ ἢ διὰ τῆς σοβαρᾶς ἱδρύσεως δύο Πανεπιστημίων. Δύο Πανεπιστήμια λοιπὸν ἐγὼ ὀνειρεύομαι λειτουργοῦντα κατὰ τὰς θεμελιώδεις αὐτῶν ἀρχὰς ἐπὶ τῇ βάσει φιλελευθέρων συστημάτων. Πεισθῆτε δὲ ὅτι, ἂν δημιουργήσωμεν ἀληθῆ ἐπιστημονικὴν ζωήν, καὶ νέα κεφάλαια ἀληθῶς θὰ διαπλάσωμεν. Εὔχομαι δέ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων μὴ ἀφήσῃ νὰ διαφύγωσιν εἰς αὐτὴν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις, ὅπως ὑπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα, δώσῃ εἰς τὴν χώραν ἀληθῆ ἐπιστημονικὴν ζωὴν λαμβάνουσα οὐχὶ ἡμίμετρα, ἀλλὰ μέτρα ῥιζικά, ὡς ἀπαιτοῦσι τῳόντι αἱ σημεριναὶ περιστάσεις. Ἂς εἶναι δὲ βεβαία ὅτι οὕτω πράττουσα οὐ μόνον θέλει ἀνταποκριθῆ πρὸς τὰ ὄνειρα τῶν φίλων της καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ καὶ θὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά της μετὰ ἔργου, ἀνάλογον τοῦ ὁποίου οὐ μόνον οὐδὲν μέχρι τοῦδε συνετέλεσεν, ἀλλ’ οὐδὲ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσῃ. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ τῇ 10ῃ καὶ ἡμισείᾳ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τοῦ οἰκοπέδου, ἐφ’ οὗ ἵδρυται ἡ Πολικλινικὴ Ἀθηνῶν». Ἐπίσης ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως διατάξεων εἰς τὸν νόμον ΓΨΚʹ (3120). Παρακαλῶ νὰ θεωρηθῶσι κατεπείγοντα ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια καὶ νὰ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχήν, χωρὶς νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν. Δέχεται ἡ Βουλή;
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ψηφίζονται ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια).
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ «περὶ συντάξεως τῶν ἀπολυομένων ὑπαλλήλων», διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεως τῶν ἀπολυομένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Θ. Πέρρου, ἔχουσα οὕτως· (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀπολυθέντες ἢ ἀπολυθησόμενοι εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν οἱ ἔχοντες συμπεπληρωμένην δικαστικὴν ὑπηρεσίαν 35 ἐτῶν λαμβάνουσιν ὡς σύνταξιν ποσὸν ἴσον πρὸς τὸν μισθόν των». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Θ. Πέρρου). Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Θ. Πέρρου καὶ Κ. Ῥακτιβάν, ἔχουσα οὕτως: «Ἄρθρον δεύτερον. Ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 14 παράγραφος 2 τοῦ ͵ΓΥΛΖʹ νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΩʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1911, ὁριζομένη σύνταξις παρέχεται καὶ εἰς τοὺς κατὰ τὴν προτέραν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14, § 2, τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ ἀποχωρήσαντας πρωτοδίκας». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τῶν κυρίων Θ. Πέρρου καὶ Κ. Ρακτιβάν).
§162Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπερρίφθη ἡ τροπολογία σας.
§164Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ τῆς 30 Νοεμβρίου 1909 ἐν ἄρθρῳ 14, § 2, ἔχει ὁρισθῆ ὅτι ὅσοι πρωτοδίκαι ἔχουσι 35 ἐτῶν ἐν συνόλῳ ὑπηρεσίαν, ἐὰν ἀποχωρήσωσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, θὰ λαμβάνωσι σύνταξιν, ἥτις θὰ κανονίζηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν. Ἀλλὰ δι’ ἑτέρου νόμου ͵ΓΩʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1911 ἐν ἄρθρῳ 7 ὁρίζεται ὅτι ὅσοι πρωτοδίκαι ἔχουσιν ὑπηρεσίαν 25 ἐτῶν, ἐὰν ἀποχωρήσωσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, θὰ λαμβάνωσι σύνταξιν κανονιζομένην ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μεγαλειτέρου μισθοῦ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν. Δὲν δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ὁ νόμος ἢ μᾶλλον ὁ νομοθέτης ἐνόησεν ὅτι οἱ ἔχοντες μικροτέραν ὑπηρεσίαν λαμβάνουσι μεγαλειτέραν σύνταξιν. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ λοιπὸν ἡ ἀντίθεσις αὐτὴ τῶν δύο διατάξεων, ὑπεβάλομεν τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιμνημόσυνος συζήτησις ἔληξεν. Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔχει οὕτως: «Ἡ ἔννοια τῆς λέξεως ἀποχωροῦντες τοῦ ἄρθρου 14, § 2, τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ (3437) τοῦ 1909, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ͵ΓΩʹ (3800) τοῦ 1911, εἶναι ὅτι ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν οἱ δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀποχωροῦντες καὶ δι’ ἁπλῆς παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τῆς διατάξεως ταύτης ὡς ἐδαφίου 2ου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται οὕτω δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Καποδιστριακοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Δ. Κουλούμπαρδος ἔχει τὸν λόγον.
§166Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ὅ,τι ἐνέπνευσε τὸ θάρρος εἰς ἐμὲ—ὁ ὁποῖος ἔχω τόσην ὑπερευαισθησίαν εἰς τὸ νὰ μὴ γίνωμαι ὀχληρός, ὥστε νὰ μὴ θελήσω ἐπὶ οὐδενὸς θέματος νὰ ὁμιλήσω αὐτὰς τὰς ἡμέρας—ὅ,τι, λέγω, μοὶ ἐνέπνευσε τὸ θάρρος νὰ λάβω ἤδη τὸν λόγον εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι τόσον διὰ τὸ ἀποτέλεσμα, ὅσον ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐνδιαφέρομαι δὲ διὰ τὰς σκέψεις αὐτῆς, διότι νομίζω ὅτι παρομοίου εἴδους σκέψεις ἔπρεπε νὰ πρωτοστατήσωσιν εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων ζητημάτων παρεμφερῶν. Παρίσταται οὕτως εἰς ἐμὲ τὸ ζήτημα ὑπὸ γενικωτέραν μορφήν, δι’ ὃ καὶ ἀνώτερον πάσης ἐφεκτικότητος. Ὁμολογῶ ὅτι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας θὰ εἴπω, εἶναι ἰδέαι μετριόφρονες μὲν καὶ στερούμεναι τῆς θεατρικότητος, μεθ’ ἧς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αἱ ἰδέαι περιβάλλονται καὶ ὑποστηρίζονται ἐνώπιον τῶν Βουλῶν, εἶναι ὅμως πάντοτε ἀήθεις. Ἀλλὰ πολλάκις μέχρι τοῦδε ἡ παροῦσα Βουλὴ ἔδωκε δείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἀποστέργει κάποτε καὶ νὰ ὑψιπετῇ, συνηθέστατα δὲ νὰ ἐξέρχηται ἐκ τῆς κοινῆς τροχιᾶς τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἐπεκράτησαν εἰς τὰς συναδέλφους αὐτῆς. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐνεθάρρυναν εἰς τὸ νὰ θελήσω νὰ εἴπω τὰς ἰδέας μου αὐτάς, τὰς ὁποίας ἐγὼ πρῶτος σπεύδω νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἁρμόζει αὐταῖς καὶ τὰς ὁποίας συντόμως θὰ ἐκθέσω, ἐπικαλούμενος τὴν εὐμενῆ ὑμῶν ἀκρόασιν. Ἐκ τῆς προσεκτικῆς μελέτης τῆς ἱστορίας τῆς νεωτέρας τοῦ ἔθνους ἡμῶν βλέπει τις ὅτι τὸ ἡμέτερον ἔθνος, ἀφ’ ὅτου ἀπώλεσε μετὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν ἐθνικὴν αὑτοῦ αὐθυπαρξίαν, ἔπαυσε νὰ ἐπηρεάζῃ ὡς ζῶν πολιτισμὸς τοὺς ἄλλους τοῦ κόσμου λαούς, ἤρχισε δὲ αὐτὸ ἀπεναντίας ἔξωθεν νὰ δέχηται ἐπηρεασμούς. Ἐντεῦθεν τὸ νεώτερον Ἑλληνικὸν πνεῦμα, τὸ πνεῦμα δηλονότι, τὸ ὁποῖον ἀπέμεινεν ἀπὸ τοὺς τελευταίους χρόνους τοῦ ἐθνικοῦ βίου καὶ τὸ ὁποῖον διεμορφώθη καὶ ἐξειλίχθη — ὅπως ἐγένετο — κατὰ τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας μέχρι τῶν ἡμερῶν ἡμῶν, δύο κυρίας ἐπιδράσεις ὑπέστη ἐκ τοῦ ἔξω πολιτισμοῦ. Ὑπέστη ἕνα ἐπηρεασμὸν ἀπὸ τῆς νοτιωτέρας Εὐρώπης καὶ ἕνα ἐπηρεασμὸν ἐκ τῆς βορειοτέρας Εὐρώπης. Ἐκ τοῦ ἐπηρεασμοῦ τοῦ πρώτου, τοῦ προελθόντος ἐκ τῆς νοτιωτέρας Εὐρώπης, τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν πράγματι προφανῆ καὶ ἀξιοσημείωτα. Ὑποχρεούμενος δὲ συντόμως ν’ ἀναφέρω παραδείγματά τινα τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκ τοῦ πρώτου ἐπηρεασμοῦ, τοῦ ἐπελθόντος ἀπὸ τὴν νοτιωτέραν Εὐρώπην, μνημονεύω, ὡς τοιαῦτα ἀποτελέσματα, τὰς κατ’ ἐξοχὴν ἱστορικὰς προσωπικότητας, ὡς τὸν Βούλγαρην, τὸν Καποδίστριαν, τὸν Θεοτόκην, τὸν Φώσκολον, τὸν Σολωμόν, τὸν Μάντζαρον, τὸν Μηνιάτην, τὸν Κορνάρον — περὶ τοῦ ὁποίου κάτι βεβαίως θὰ ἔχῃ ἀκούσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — καὶ ἄλλους, τοὺς ὁποίους συντομίας χάριν παραλείπω. Ἐν γένει δὲ ἀναφέρω, ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ ἐπηρεασμοῦ τούτου, καὶ ἕνα ὁλόκληρον πολιτισμόν, ἰδιόρρυθμον καὶ ἀξιοσημείωτον, ὁ ὁποῖος ἤνθησε μὲν εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, ἐξετυλίχθη ὅμως καὶ ἐπεξετάθη μέχρι τοῦ Αἰγαίου πελάγους, μέχρι τῶν ἀκροτάτων κρασπέδων τοῦ Ἰονίου πελάγους καὶ τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Ἐκ τοῦ δευτέρου ὅμως ἐπηρεασμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθεν εἰς τὸ νεώτερον Ἑλληνικὸν πνεῦμα ἐκ τῆς βορειοτέρας Εὐρώπης, οὐδὲν ἀξιοσημείωτον ἀποτέλεσμα βλέπομεν. Ἐξετάζων τις μάλιστα τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἱστορίας τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ πνεύματος, παραδόξως βλέπει ὅτι, ἐκτὸς ἄλλων ἠθοπλαστικῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπῆλθον ἐκ τοῦ ἐπηρεασμοῦ τούτου, δὲν ἐπῆλθε καὶ ἓν ἕτερον ἁπλούστατον γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ προσδοκᾷ τις ἐκ τοῦ ἐπηρεασμοῦ τούτου: ὅτι, τουτέστιν, ὁ ἐπηρεασμὸς αὐτός, ὁ ἐπελθὼν ἐκ τῆς βορειοτέρας Εὐρώπης, δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας οὔτε εἰς τὸ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐννοήσωμεν, νὰ εἰσδύσωμεν μετ’ ἀληθείας εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων, δηλαδὴ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, ἐνῷ κυρίως τοῦτο ἦτο τὸ μέλημα τῆς πνευματικῆς ἐρεύνης τῶν λαῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξήσκησαν τὸν δεύτερον αὐτὸν ἐπηρεασμόν. Ἐντεῦθεν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι, ὁ ἐπηρεασμός, ὁ ἐπελθὼν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα ἐκ τῆς βορειοτέρας Εὐρώπης, δὲν ἴσχυσεν, ὄχι μόνον ὅπως ἀναπλάσωμεν τὸν ἑαυτόν μας, ἀλλ’ οὔτε ὅπως ἐπανεύρωμεν αὐτόν. Δύναταί τις μάλιστα νὰ εἴπῃ ἀκόμη ὅτι ἡ ἀποτυχία τοῦ ἐπηρεασμοῦ τούτου εἶναι καὶ θετική, ὄχι μόνον ἀρνητική. Ἐνῷ τουτέστιν ἡμεῖς δὲν προσωκειώθημεν ἐκ τοῦ πνεύματος τῶν βορειοτέρων λαῶν οὐδὲν τῶν οὐσιαστικῶν πνευματικῶν αὐτῶν χαρισμάτων, ἀπεναντίας ἀπρὶξ προσεκολλήθημεν καὶ μετ’ ἀφοσιώσεως διετηρήσαμεν ὅλην τὴν σχολαστικότητα τῶν τύπων τῶν λαῶν αὐτῶν ἢ μᾶλλον τὴν σχολαστικότητα, τὴν ὁποίαν ἔλαβον οἱ τύποι αὐτοὶ εἰς χεῖρας ἡμῶν, δόντων εἰς αὐτοὺς μίαν σοβαρότητα καὶ μίαν σημασίαν, τὴν ὁποίαν οὔτε παρὰ τοῖς λαοῖς αὐτοῖς εἶχον. Ἐντεῦθεν βλέπομεν αἴφνης ὅτι ἡ βαθυτάτη καὶ ὑψηλοτάτη συγχρόνως Γερμανικὴ φιλοσοφία κατήντησεν, εἰς χεῖρας τῶν ἐπαϊόντων Ἑλλήνων, μωροσοφία καραγκιόζη τῶν τριόδων. Ἡ αἰσθητικωτάτη αὐτῶν φιλολογία, ἡ σχετικὴ τουτέστιν ἐν γένει ἔρευνα, κατήντησεν εἰς χεῖρας ἡμῶν μία ἀνούσιος καὶ ξηρὰ γραμματικὴ ἐπασχόλησις τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις ἡμῶν νὰ ἐννοήσῃ καὶ ν’ ἀπορῇ μάλιστα ἐνδομύχως, ποῦ οἱ Γερμανοὶ καὶ ἄλλοι βόρειοι λαοὶ ἀνευρίσκουσι τὰ ἀξιοθαύμαστα, ὡς διακηρύττουσι, προτερήματα τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πνεύματος—δηλαδὴ τῶν προγόνων μας—εἰς τὰ συγγράμματα αὐτῶν! Ἡ ἀποτυχία μάλιστα τοῦ δευτέρου τούτου ἐπηρεασμοῦ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος θὰ ἦτο ἀποτροπαιοτέρα καὶ μεγαλειτέρα, ἐὰν δὲν ἤθελε παρεμβῆ τρίτος τις μεσάζων ἐπηρεασμός, λίαν εὐεργετικός, καὶ εἰς τὴν εὐεργετικότητα τοῦ ὁποίου πολλὰ ὀφείλει ἡ ἀνεπίσημος παιδεία καὶ ἡ καλαισθησία ἡ Ἑλληνική. Ὁ ἐπηρεασμὸς οὗτος, ὁ εὐεργετικός, ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ πνεύματος καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὄχι διὰ τῆς ἐπισήμου ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ διὰ τοῦ βίου, τοῦ συρμοῦ, τοῦ τύπου—οὗτινος ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμέ, τὸ κυριώτερον καύχημα—τῶν θεάτρων, τῶν μυθιστορημάτων, καὶ δι’ ἄλλων μέσων πλέον τοῦ δέοντος συκοφαντηθέντων. Ἐὰν τώρα ἤθελέ τις νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐπέτυχεν ὁ πρῶτος ἐπηρεασμὸς—ὁ μεσάζων δὲν εἶναι ἡ ἁπλῆ παραλλαγὴ τοῦ πρώτου—ἀπέτυχε δ’ ἐντελῶς ὁ ἕτερος, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάγῃ πολὺ μακράν, οὔτε νὰ κουρασθῇ ἐρευνῶν. Οἱ λόγοι δὲν εἶναι πολλοί, ἀλλά, ὁσοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι, εἷς εἶναι ὁ κύριος καὶ προεξάρχων· ὁ λόγος τῆς πνευματικῆς συγγενείας. Ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως τῆς πνευματικῆς συγγενείας εἰς τὴν πρώτην περίστασιν, μεταξὺ τοῦ ἐπηρεαστοῦ καὶ τοῦ ἐπηρεασθέντος στοιχείου ἐπῆλθε μία πραγματική, ἀληθὴς καὶ χημικὴ ἕνωσις, ἀποτελέσασα, ὅπως καὶ εἰς τὴν Φυσικήν, σῶμα ἐντελῶς νέον. Ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἀκριβῶς τῆς συγγενείας ταύτης εἰς τὴν ἑτέραν περίστασιν, δὲν ἐπῆλθεν ἢ ἁπλῶς μία μῖξις μηχανική, δυναμένη εἰς πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀποσυντεθῇ καὶ ἕνεκα τούτου ἐντελῶς ἄνευ ἀποτελέσματος ἀπομείνασα. Ἐὰν τώρα πάλιν ἤθελέ τις, εὑρισκόμενος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις, εἰς μίαν θέσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δύναται, ἐπωφελούμενος τῶν διδακτικωτάτων καὶ ἀληθεστάτων αὐτῶν συμπερασμάτων τῆς ἐμβριθοῦς ἐρεύνης τῆς νεωτέρας ἡμῶν ἱστορίας, νὰ μεταχειρισθῇ ταῦτα ὅπως φανῇ ὠφέλιμος εἰς τὸ Ἔθνος, τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ; Τί ἄλλο βεβαίως προκύπτει ἐκ τῆς φυσικῆς αὐτῆς σειρᾶς τῶν σκέψεων εἰμὴ ὅτι ἀκριβῶς εἰς τὴν μοναδικὴν αὐτὴν περίστασιν ἔπρεπε νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀποτελεσματικὸν ἐπηρεασμὸν αὐτὸν εἰς τὴν πρώτην του ἕδραν, ἱδρύων τὸ νέον Πανεπιστήμιον εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος τῆς Ἑλλάδος, ὅπου τὸ συγγενικὸν αὐτοῦ πνεῦμα ἔφερε τόσον καλὰ ἀποτελέσματα, δηλαδὴ εἰς τὴν Κέρκυραν; Εἰς τὴν Κέρκυραν, πρωτεύουσαν τοῦ ἰδιορρύθμου καὶ τοσοῦτον καρποφόρου ἐκείνου πολιτισμοῦ, τοῦ προελθόντος ἐκ τῆς ἐγκεντρίσεως τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ ὑπὸ τοῦ γειτονικοῦ καὶ συγγενοῦς πνεύματος τῆς νοτιωτέρας Εὐρώπης; Ἀλλ’ εἰς τὴν Κέρκυραν, λέγω ἐγώ, ἔπρεπε νὰ ἱδρυθῇ τὸ νέον Πανεπιστήμιον διὰ τοὺς βαθυτάτους τούτους λόγους, ὄχι διὰ τὰ ἁπλᾶ ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέφεραν ἄλλοι προλαλήσαντες, καὶ τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἐσωτερικὴν σημασίαν ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐκ τούτου ἤθελον ἐπέλθει οὐ μόνον πολλὰ καλὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ καὶ τὰ μὲν μείζονα τῶν δέ. Τούτων τὸ πρῶτον κατὰ σειρὰν ἡ ἅμιλλα· ἀλλὰ καὶ ἐδῶ μία ἅμιλλα ὅλως ἐσωτερικῆς σημασίας, ἥτις θὰ ἐπήγαζεν ὄχι μόνον ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τοπικοῦ στοιχείου, ἀλλὰ καὶ τοῦ πνευματικοῦ, τοῦ αἰωνίως παρ’ ἡμῖν διττοῦ: Πετώσῃ δὲ γλώσσῃ ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσωμεν περὶ τῆς διαφορᾶς ταύτης καὶ τῆς σημασίας της, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ ποιήματα τοῦ Ὁμήρου καὶ οἱ ἐν αὐτοῖς ἐξυμνούμενοι δύο ἥρωες, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ δύο ἀθάνατα μνημεῖα τοῦ περιέργου τούτου τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος δυαδισμοῦ, ὅστις, διήκων καθ’ ὅλην τὴν ἱστορίαν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, φαίνεται καὶ αὐτὸς ἀθάνατος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ ἐκεῖ ἵδρυσις Πανεπιστημίου ἤθελε χρησιμεύσει, ὥστε νὰ ἐπανέλθῃ τὸ στοιχεῖον τὸ συγγενές, νὰ ἐπαναδροσίσῃ τὸν ἐκεῖ πολιτισμόν, τὸν μαρανθέντα, ὁ ὁποῖος ἐξ ἐπαφῆς ἤθελεν εἶτα ἐπιδράσει ἐπὶ τοῦ ὅλου τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας, ἀφ’ ἧς ἤθελεν ἄρει τὴν μούχλαν τῆς σχολαστικότητος, διότι κύριον χαρακτηριστικὸν — σημειωθήτω καλῶς — τοῦ ἑπτανησιακοῦ πολιτισμοῦ ὑπῆρξεν ὅτι δὲν ἦτο σχολαστικός· τοῦτο δὲ εἶναι τὸ σπουδαιότερον πάντων, διότι δυστυχῶς τὸ ἔθνος εἶναι σχολαστικόν! Εἶναι γεγονὸς ὅτι τὸ ἔθνος πάσχει ἀπὸ ἔλλειψιν καλαισθησίας, ὅπερ ἔχει πολὺ μεγαλειτέραν σημασίαν παρ’ ὅσον φαίνεται. Καὶ βλέπω βεβαίως ὅτι ἡ περίστασις εἶναι ὅλως διόλου ἀπροσδιόνυσος πρὸς τοιαύτας ἀναπτύξεις, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ καλαισθησία, ἢ ἐκφραστικώτερον τὸ γοῦστο, εἶναι ὁ ὀρθὸς λόγος τῆς καρδίας ἤ, πεζότερον μέν, ἀλλ’ ἀκριβέστερον ἐκφραζόμενον τὸ πρᾶγμα, ὁ ὀρθὸς λόγος τῆς αἰσθήσεως. Φαντασθῆτε λοιπὸν τί εἶναι διὰ τὸ ἔθνος νὰ τῷ λείπῃ ὁ ὀρθολογισμὸς ἀπὸ τὴν μίαν κατατομὴν αὐτοῦ, τὴν αἰσθητικήν, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσον ὀρθολόγον καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν, τὴν πνευματικήν! Ἐγὼ εἰς τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν ἀποδίδω μέγα μέρος τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐπέδρασαν ἐπιζημίως ἐπὶ τοῦ ἔθνους καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ βίου. Εἶναι δύσκολον βεβαίως νὰ δώσῃ κανεὶς διὰ λόγων τὴν σχέσιν τοιούτων πραγμάτων τοῖς ἀνθρώποις, τὴν πολυποίκιλον αὐτὴν σχέσιν, ὅταν ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχωσι καὶ τόσην διάθεσιν νὰ τὰ ἀκούσωσιν ἤ, ὡς πολλάκις συμβαίνει, δὲν θεωροῦσιν ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι ἢ τεταγμένοι νὰ τὰ ἀκούωσιν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι πράγματα, ἅτινα δύναταί τις καὶ ἐξ αἰσθήσεως ν’ ἀντιληφθῇ μόνος του. Ἐν τούτοις ἐγώ, διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ καὶ σᾶς ἀπασχολῶ ἐπὶ πλέον, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δὲ μόνον ἀποτεινόμενος, λέγω, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα αὐτή, πέποιθα, οὐχὶ μόνον δύναται νὰ τὰ αἰσθανθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ σκεφθῇ ἡ ἰδία καὶ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, ἡ ὁποία δὲν παρουσιάζεται συνήθως. Διότι ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ἐσωτερικὴν ἔρευναν τῆς παιδείας καὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ πνεύματος τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος καὶ ἐὰν μὲ τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν ἢ παρεμφερῆ — ἀνεξαρτήτως τῆς ἀκριβείας τῶν σκέψεων ἐμοῦ — ἤθελε νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὰς σκέψεις τὰς ἰδικάς της καὶ ἐνεργήσῃ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, νομίζω ὅτι ἤθελε δείξει διὰ τοῦ τρόπου τούτου, ὅτι ἀναγνωρίζει ὅτι πολλὰ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι φέρει τὴν παροῦσαν κατάστασιν, δὲν εἶναι αἴτια ἐξωτερικὰ καὶ ἐπιπόλαια, ἀλλ’ ἐσωτερικῆς σημασίας καὶ ψυχολογικά. Νομίζω δ’ ὅτι καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν μέχρι τοῦδε εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως καὶ δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον...
§167Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Αὐτὰς τὰς ἰδέας σας τὰς ἠκούσαμεν πολλάκις. Ἀρχίζετε νὰ θίγητε τὸ ζήτημα τῆς κακοδαιμονίας τῆς Ἑλλάδος σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον; Ἐὰν ἐξακολουθήσητε οὕτω πως, θὰ ξημερωθῶμεν. Ἐὰν ἔχητέ τι διὰ τὸ Δομπόλειον, εἴπατέ μας. Ἀφήσατε τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν κακοδαιμονίαν τῆς Ἑλλάδος.
§168Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐμακρηγόρησα οὔτε τώρα πολὺ πλέον. Ἀλλ’ αὐτὰ ἔχουσι μεγάλην σχέσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ πρώτην ἄλλως τε φορὰν ἤδη τὰ λέγω. Ἔχουσι σχέσιν ἐσωτερικήν, τὸ ἀναγνωρίζω ἅπαξ ἔτι, δι’ αὐτὸ δὲν ἀνευρίσκεται ἡ σχέσις αὐτῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον σας. Ἀκριβῶς δὲ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ παρακινήσας με νὰ εἴπω τὰς ἰδέας αὐτάς, μολονότι εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ θελήσουν νὰ τὸν ἐννοήσουν οἱ ἄλλοι, ὅπως δὰ φαίνεται ἐκ τῶν παρατηρήσεων ὑμῶν τοῦ πρώτου Ἱεροφάντου τῆς Παιδείας! Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις αὐτὴ τῆς ἐσωτερικῆς ἐρεύνης τοῦ πνεύματος δὲν δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ διὰ συζητήσεων ὁμοίων πρὸς τὰς περὶ τοῦ ἀνθρακασβεστίου, περὶ οὗ ἠσχολούμεθα πρὸ ὀλίγου. Εἶναι ἄλλος ἐδῶ ὁ τρόπος τῆς ἐρεύνης. Τὸ ἐρευνητικὸν ὅμως αὐτὸ πνεῦμα οὐδαμοῦ τὸ εἶδον εἰς τὰ νομοσχέδιά σας, κ. Ὑπουργέ. Καὶ ἡ ἔλλειψις τοῦ πνεύματος αὐτοῦ ἔφερε τὴν παροῦσαν κατάστασιν. Ἄλλως τε ἀπὸ ὅλα τἆλλα ζητήματα, ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας κατατομὰς τῆς διοικήσεως αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ περιμένῃ ἄλλους τίτλους, πλὴν τοῦ τῆς ἁπλῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Ἀπὸ τοιαῦτα δὲ μόνον ζητήματα θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρυσθῇ τίτλους ἀληθοῦς Κυβερνήσεως ἀναμορφωτικῆς. Ἐπὶ τέλους τὸ ζήτημα διὰ μίαν Κυβέρνησιν, ἄνευ τοιαύτης ἐσωτερικωτάτης ἐρεύνης τῶν πραγμάτων, εἰς μίαν τοιαύτην περίστασιν, δὲν καταντᾷ ζήτημα κυβερνητικῆς δεξιοτεχνίας καὶ βεβαίως εἰς τοῦτο ἡ παροῦσα ἐφάνη ἀξιοθαύμαστος. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν· ὅτι δὲν δύναται διὰ τούτου καὶ μόνου νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου ψυχολογικὰ καὶ κοινωνικὰ φαινόμενα, στοιχεῖα καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι τ’ ἀληθῆ καὶ ἄμεσα αἴτια τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Αὐτὰ ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἤθελεν ἴσως νὰ θαυμάζω μόνον, καὶ ἐν σιωπῇ, τὴν πολιτικὴν δεξιοτεχνίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἤμην τότε ἀληθὴς θιασώτης τοῦ ἀγῶνός της· ἐξ αὐτοῦ δὲ ἀκόμη ἀναγκάζομαι νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, ἵνα μὴ τὸν ἐνοχλῶ. (Χειροκροτήματα).
§169Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ἐν βραχυλογίᾳ ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ σχετικά τινα πρὸς τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ Δομπολείου κληροδοτήματος, καίτοι γνωρίζω ὅτι ἡ φωνή μου δὲν θὰ εὕρῃ ἠχὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πλὴν ἕκαστος ἔχει οὐ μόνον δικαίωμα ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν αὕτη θὰ γένηται ἀποδεκτὴ ἢ οὔ, ἰδίᾳ ἐπὶ σπουδαίων ἀντικειμένων, ὅταν μάλιστα πρόκειται ν’ ἀμυνθῇ τῶν συμφερόντων τῆς ἰδιαιτέρας αὑτοῦ ἐπαρχίας ἢ τοῦ νομοῦ, ὃν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῇ, διότι ναὶ μὲν οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουν τὸ ἔθνος, ἀλλὰ δὲν παύουσι ν’ ἀντιπροσωπεύωσι καὶ τὰς ἰδιαιτέρας αὐτῶν ἐπαρχίας, καὶ τοὺς νομούς, οἵτινες ἐξελέξαντο αὐτοὺς ἀντιπροσώπους καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων δέον νὰ μεριμνῶσι πάντοτε. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ὁ ἀείμνηστος Δομπόλης ἢ Δόμπολης διὰ τῆς διαθήκης του σκοπὸν προέθετο νὰ ἱδρύσῃ ἐν Ἀθήναις ἴδιον καὶ αὐτοτελὲς Πανεπιστήμιον, ὅλως ἀνεξάρτητον τοῦ ἐν τῇ πρωτευούσῃ ὑπὸ ἴδιον τύπον καὶ μὲ ἴδιον ὀργανισμόν. Ἐὰν ἤθελε νὰ τὸ συγχωνεύσῃ πρὸς τὸ ὑπάρχον, ἀναντιρρήτως θὰ ἐκληροδότει τὴν περιουσίαν του εἰς τὸ ἐν Ἀθήναις Πανεπιστήμιον, ὡς ἔπραξαν καὶ τόσοι ἄλλοι ὁμογενεῖς· τοὐναντίον ὅμως ὁ ἀείμνηστος διαθέτης ἐν τῇ διαθήκῃ του ὄχι μόνον ποιεῖται λόγον περὶ ἰδίου κτιρίου, ἀλλὰ καὶ περὶ ἀνιδρύσεως ἰδίου Πανεπιστημίου αὐτοτελοῦς ὑπὸ ἴδιον ὄνομα, μὲ ἴδιον ὀργανισμὸν καὶ τύπον. Καὶ ἐγείρεται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα· διὰ ποῖον λόγον ὁ ἀείμνηστος Δόμπολης ἠθέλησε νὰ ἱδρύσῃ ἐν Ἀθήναις ἴδιον Πανεπιστήμιον φερώνυμον τοῦ Καποδιστρίου, οἱονεὶ ἀντιμέτωπον τοῦ τότε καλουμένου Πανεπιστημίου Ὄθωνος; Ἀναντιρρήτως θὰ εἶχε σοβαρὸν λόγον, ὅστις ἐξάγεται ἄλλως ἐξ αὐτῆς τῆς διαθήκης. Ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἐν τῇ διαθήκῃ διατάξεων ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἐκείνης, ἣν μέχρι τοῦδε ἐξήνεγκον οἱ προαγορεύσαντες. Ἐκ τῶν διατάξεων τούτων καὶ ἰδίᾳ ἐκ τῆς διατάξεως περὶ προσθήκης εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὀρθοδόξου παρεκκλησίου καὶ τῆς διατάξεως ὅπως ἡ ἐν τῷ Καποδιστριακῷ Πανεπιστημίῳ παίδευσις στηρίζηται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ἐκ τῆς διατάξεως, δι’ ἧς χορηγεῖται πρὸς τὴν Ῥωσικὴν Κυβέρνησιν ψῆφος ἴση πρὸς τὴν τῆς Ἑλληνικῆς, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐσχημάτισα τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἀείμνηστος Δόμπολης στερρῶς ἐχόμενος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὡς πάντες οἱ τῆς ἐποχῆς του, καὶ εὐλόγως, ζῶν δὲ ἰδίᾳ ἐν Ῥωσίᾳ, ἔνθα ἰδίᾳ τότε ζωηρότατον τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα...
§170Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ σήμερον στερρῶς ἐχόμεθα τῆς πίστεως.
§171Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Τότε δὲν ὑπῆρχον οἱ ὑλισταὶ τόσοι ὡς σήμερον, δὲν ὑπῆρχον πολλοὶ οἱ ἀδιάφοροι· τότε τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα ἦτο ζωηρότατον καὶ ἀκμαιότατον, τοῦθ’ ὅπερ δυστυχῶς σήμερον δὲν συμβαίνει.
§172Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ τώρα ὑπάρχει καὶ ἀπόδειξις ἡ ἀγόρευσίς σας. (Ἱλαρότης).
§173Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ζῶν δὲ ὁ ἀείμνηστος Δόμπολης ἰδίᾳ ἐν Ῥωσίᾳ, ἔνθα καὶ ἐκεῖ ἦτο ἀκόμη ζωηρότερον ἢ σήμερον τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα, κατείχετο ὑπὸ τοῦ φόβου, ἀδιάφορον ἂν δικαίως ἢ μή, τὸν ὁποῖον ὅμως καὶ ἄλλοι εἶχον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἱδρύσαντες καὶ τὸν λεγόμενον Φιλορθόδοξον Σύλλογον, μὴ τυχὸν ἡ ἐν τῷ τότε καλουμένῳ Πανεπιστημίῳ Ὄθωνος παίδευσις ἐπηρεασθῇ ὑπὸ τῶν ἀρχῶν τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο λίαν ἀφιερωμένος ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος Βασιλεύς, ὡς ὑπάρχουσι καὶ σήμερον οἱ φοβούμενοι τὴν ἔξωθεν ὑπονόμευσιν τῆς ἐθνικῆς γλώσσης, καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῆς διατάξεως ἐκείνης, δι’ ἧς ὁρίζεται νὰ προστεθῇ εἰς τὸ κτίριον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ὀρθόδοξον παρεκκλήσιον. Ποῖος ὁ λόγος νὰ τονίσῃ τὸ «ὀρθόδοξον» προκειμένου περὶ ἱδρύματος ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ Ἑλλάδι, ἂν δὲν κατείχετο ὑπὸ τοῦ φόβου, περὶ ὧν προεῖπον—ὡς ἐπίσης ἐκ τῆς διατάξεως, δι’ ἧς ὁρίζεται, ὅπως ἡ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ του ἐκπαίδευσις στηρίζηται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας—, πρὸς τί προκειμένου περὶ τῆς Ἑλλάδος, ὀρθοδόξου Κράτους, ἂν δὲν κατείχετο ὑπὸ τοῦ φόβου μὴ τυχὸν καὶ δὲν στηριχθῇ; Καὶ ποῖος ὁ λόγος νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ῥωσικὴν Κυβέρνησιν ἴσην ψῆφον πρὸς τὴν τῆς Ἑλληνικῆς ἐφ’ ὅλων τῶν σχετικῶν ζητημάτων, πρὸ πάντων ὅσον ἀφορᾷ τὴν συντήρησιν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τὸν ἐσωτερικὸν αὐτοῦ ὀργανισμόν, ὥστε ἡ ἐν αὐτῷ παίδευσις νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ὀρθοδοξίας; Ἐκ τούτου ἕπεται ὅτι ὁ διαθέτης δὲν προέβλεπε τὰς πολιτειακὰς μεταβολὰς ἐν Ἑλλάδι, οὔτε ἠδύνατο νὰ τὰς προΐδῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· διὸ καὶ ἀνέθηκεν εἰς τὴν Ῥωσίαν τὴν θεωρουμένην ὡς προστάτιδα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, ἀκριβῶς διότι κατείχετο ὑπὸ τῶν φόβων, τοὺς ὁποίους προεῖπον. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ ἄλλως ἡ παραχώρησις πρὸς τὴν Ῥωσικὴν Κυβέρνησιν ἴσης ψήφου πρὸς τὴν τῆς Ἑλληνικῆς, ὅπερ ἀποτελεῖ καὶ ἀνάμιξιν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ξένης Δυνάμεως, οὕτως ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἵδρυσις ἐν Ἀθήναις Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου ἐν ἀντιμετώπῳ τοῦ Πανεπιστημίου Ὄθωνος. Εἶναι ἑπομένως φανερὸν ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ συντάξῃ τὴν διαθήκην του ὁ ἀείμνηστος Δόμπολης, ἄλλως πως ἤθελε κανονίσει τὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Πανεπιστημίου του.
§174Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλως πως θὰ συνέτασσε τὴν διαθήκην του· ἑπομένως θὰ ἦτο ἄλλη ἡ διαθήκη.
§175Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Πάντοτε Καποδιστριακὸν θὰ ἦτο. Προκειμένου δὲ περὶ ἁρμονίας διαθήκης δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ξηρὸν γράμμα, ἀλλ’ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ διαθέτου, ὁ ὁποῖος ἐκδηλοῦται ἐκ τοῦ συνόλου τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης, καὶ εἰς τοὺς λόγους, ἐξ ὧν ὡρμήθη εἰς τὴν ἵδρυσιν δευτέρου Πανεπιστημίου ἐν Ἀθήναις, ἐξαγομένους ἐξ αὐτῆς τῆς διαθήκης. Ἔχω δὲ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι, μὴ ὑφισταμένων σήμερον τῶν λόγων, ἀφ’ ὧν ὡρμήθη ὁ διαθέτης, ἵνα ὁρίσῃ τὰς Ἀθήνας ἕδραν τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου καὶ δὴ ὡς ἀντιμετώπου τοῦ τότε Πανεπιστημίου Ὄθωνος, πάντως τὸ Καποδιστριακὸν δέον νὰ ἱδρυθῇ ἀλλαχοῦ καὶ δὴ ἐκεῖ, ἔνθα ἐξ αὐτῆς τῆς διαθήκης προκύπτει, ὅτι αὐτὸς ὁ διαθέτης ἤθελε τὸ ἱδρύσει, ἐὰν ἔζη σήμερον. Ἀλλά, ἐὰν ἤθελέ τις νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ ξηρὸν γράμμα τῆς διαθήκης, εἶναι πρόδηλον ὅτι ὁ διαθέτης ἤθελε πάντως τὴν ἵδρυσιν ἐν Ἀθήναις ἰδίου καὶ αὐτοτελοῦς Πανεπιστημίου ἀνεξαρτήτου τοῦ ὑφισταμένου, δι’ ἰδίου κτιρίου καὶ μὲ ἴδιον ὀργανισμὸν καὶ τύπον. Ἀλλὰ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν ἱδρύεται τοιοῦτον Πανεπιστήμιον· πολλοῦ γε καὶ δεῖ· μόνον ἀποσπῶνται Σχολαί τινες ἐκ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου πρὸς ἵδρυσιν τοῦ Καποδιστριακοῦ, διαιρουμένου οὕτω τοῦ Ἐθνικοῦ εἰς δύο τμήματα ὑπὸ ἑνιαίαν διοίκησιν, ἀπαρτίζοντα ὁμοῦ ἓν ὅλον, ἓν Πανεπιστήμιον. Πρόκειται περὶ προφανοῦς παραβιάσεως τῆς διαθήκης καὶ δὴ παραβιάσεως οὐσιώδους· διότι οὐ μόνον οἰκοδομεῖται ἴδιον κτίριον ὑφ’ ὃν ὥρισεν ὁ διαθέτης τύπον, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἱδρύεται Πανεπιστήμιον αὐτοτελὲς περιλαμβάνον τὰς Σχολὰς ὡς ἓν Πανεπιστήμιον δέον νὰ ἔχῃ τὰς κληροδοσίας χρησιμοποιουμένας μόνον πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ὑπάρχοντος. Ἀφοῦ λοιπὸν οὕτως ἄρδην παραβιάζεται ἡ διαθήκη κατὰ τὰς διατάξεις αὐτῆς τὰς οὐσιώδεις, διατί νὰ μὴ προτιμηθῇ παράβασις μικρὰ ἄλλως τε καὶ ἀσήμαντος, ἥτις δὲν ἀλλοιοῖ ποσῶς τὴν οὐσίαν τῶν τῆς διαθήκης διατάξεων, ἀλλ’ ἁπλῶς μεταλλάσσει τὴν πόλιν, ἐν ᾗ ἱδρυθήσεται τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον συμφώνως καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου, ὅστις ἀναντιρρήτως ἤθελε τὸ ἱδρύσει ἀλλαχοῦ, ἐὰν ἔζη σήμερον, ὅτε μετεβλήθησαν οἱ ὅροι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπηρέασαν αὐτόν, ὅτε ἔγραφε τὴν διαθήκην; Προκειμένου δὲ περὶ ἄλλης πόλεως, εἰς ἃς ἔδει νὰ ἱδρυθῇ τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον, προφανῶς αὕτη ἐνδείκνυται ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων· αὐτὰ τὰ πράγματα ἐνδεικνύουν ὡς τοιαύτην τὴν Κέρκυραν, ὡς ὑπεστήριξαν καὶ ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων τινές, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἔχουν συμφέροντα ἐν Κερκύρᾳ, διότι ἐκπροσωποῦσιν ἄλλας ἐπαρχίας, ἀλλ’ ὡρμήθησαν εἰς τοῦτο ἐκ τοῦ ὀρθοῦ καὶ δικαίου. Καὶ ὄντως, ἐὰν ὁ διαθέτης σήμερον ἔγραφε τὴν διαθήκην του, πάντως ἤθελεν ὁρίσει ἕδραν τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου τὴν Κέρκυραν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ γενέτειρα ἐκείνου, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ ὁποίου ὁ διαθέτης ἠθέλησε νὰ τιμήσῃ τὸ Πανεπιστήμιόν του, τὴν Κέρκυραν, ἡ ὁποία κεῖται πλησιέστατα τῆς Ἠπείρου, πατρίδος τοῦ διαθέτου, τὴν Κέρκυραν, ἥτις εἶχε Πανεπιστήμιον, ὅτε ὁ διαθέτης ἔγραφε τὴν διαθήκην, εἶχε τὴν Ἰόνιον καλουμένην Ἀκαδημίαν, τὸ πρῶτον ἱδρυθὲν Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον ὑπὸ τοῦ φιλέλληνος λόρδου Γκύλφορδ, ὅστις μετὰ τοῦτο ἠσπάσατο καὶ τὸ ὀρθόδοξον δόγμα καὶ ὅπερ Πανεπιστήμιον ὑπῆρξε τὸ φυτώριον τοῦ Πανεπιστημίου Ὄθωνος, νῦν δὲ Ἐθνικοῦ, διότι εἰς τὸ ἐν Κερκύρᾳ ἐδίδαξαν τὸ πρῶτον ὁ Ἀσώπιος, ὁ Βάμβας καὶ ἄλλοι, τοὺς ὁποίους μετεκάλεσε κατόπιν εἰς Ἀθήνας ὁ βασιλεὺς Ὄθων, ὅτε ἵδρυσε τὸ φερώνυμον αὐτοῦ Πανεπιστήμιον. Τὸ ἱστορικὸν δὲ τοῦτο Πανεπιστήμιον τῆς Κερκύρας μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου κατηργήθη ὡς μὴ ὤφελεν, ἐνῷ ἄλλα Κράτη μετὰ τὴν ἐθνικήν των ἑνότητα ἐσεβάσθησαν καὶ τὰ εἰς μικρὰς πόλεις ὑπάρχοντα Πανεπιστήμια, ὡς συνέβη ἐν Ἰταλίᾳ, ἔνθα καὶ σήμερον ὑπάρχουσι τοιαῦτα καὶ δὴ εἰς πολίχνας, ὡς εἰς Camerino καὶ Urbino, τοῦτο μὲν διότι τὰ Πανεπιστήμια ταῦτα ἦσαν ἀρχαῖα καὶ ἱστορικά, τοῦτο δὲ ἵνα μὴ ἡ ἐθνικὴ ἑνότης ἐπιφέρῃ εἰς τὰς μικρὰς πόλεις τὴν διαίρεσιν τῶν ὠφελειῶν, ἃς πάντως παρέχει ἡ ἐν αὐταῖς λειτουργία Πανεπιστημίου. Βεβαίως ἡ Κέρκυρα δὲν ἐγόγγυσε διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ ἱστορικοῦ της Πανεπιστημίου· ἐθυσίασε καὶ τοῦτο ὡς πάντα τὰ πλεονεκτήματα, ἃ ὡς πρωτεύουσα ἀπελάμβανεν, εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, χάριν τῆς ὁποίας, ὅτε τινὲς ἔλεγον εἰς τοὺς Κερκυραίους ὅτι τὰ πάντα θὰ ἀπολέσωσιν, ὁ ἐνθουσιώδης Κερκυραϊκὸς λαὸς ἀπήντα «ἂς πᾶνε καὶ τὰ σπίτια μας», ὑπὸ μιᾶς κατεχόμενοι ἰδέας, τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ ἀποκαταστάσεως.
§176Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ αὐτά, κύριε Λάσκαρι.
§177Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Οὐδεὶς τὰ ἀμφισβητεῖ, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἱστορικῶς. Προκειμένου ἑπομένως σήμερον νὰ ἱδρυθῇ ἕτερον Πανεπιστήμιον συμφώνως πρὸς τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Δόμπολη, διατί νὰ μὴ ἀποδοθῇ εἰς τὴν Κέρκυραν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχασε καὶ τὸ ὁποῖον τοσοῦτον χρήσιμον ὑπῆρξεν εἰς τὸ Ἔθνος; Ἀντίκειται, λέγουν, τὸ γράμμα τῆς διαθήκης, ἀλλὰ μήπως σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκτελεῖται ἡ διαθήκη; Μήπως ἱδρύεται ἴδιον καὶ αὐτοτελὲς Πανεπιστήμιον καὶ δὴ ὑφ’ ὃν τύπον καὶ ὀργανισμὸν ὥρισεν ὁ διαθέτης; Ἀναντιρρήτως ὄχι, τοῦ κληροδοτήματος χρησιμοποιουμένου μόνον καὶ μόνον πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ὑπάρχοντος Πανεπιστημίου. Διατί λοιπὸν προκειμένου περὶ παραβιάσεως νὰ μὴ προτιμηθῇ ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἀλλοιοῖ τὴν οὐσίαν τῆς διαθήκης, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἀσήμαντον παράβασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ διαθέτης, ἐὰν ἔζη σήμερον, θὰ ἐνέκρινε, διότι, ἐὰν ἔβλεπε τὴν πατρίδα τοῦ Καποδιστρίου στερουμένην σήμερον τοῦ Πανεπιστημίου της, πάντως τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον θὰ ἵδρυεν ἐν Κερκύρᾳ. Ἐξ ἄλλου δὲ Πανεπιστήμιον ἐν Κερκύρᾳ ἔσται φάρος φαεινὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἔναντι τῆς πλησιεστάτης Ἠπείρου καὶ τῆς γειτνιαζούσης Ἀλβανίας, οὐχὶ ὀλίγοι δὲ θὰ προσήρχοντο εἰς αὐτὸ φοιτηταὶ διὰ τὸ εὐωνότερον καὶ ἠρεμώτερον τοῦ ἐν Κερκύρᾳ βίου, οὕτω δὲ θὰ ἐπήρχετο καὶ ἀραίωσις τῶν ἐν Ἀθήναις φοιτητῶν καὶ συνεπῶς στενώτερος ὁ συγχρωτισμὸς μεταξὺ διδασκόντων καὶ διδασκομένων ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ἐκπαιδεύσεως, εὐγενὴς δὲ ἅμιλλα ἤθελεν ἀναπτυχθῆ μεταξὺ τῶν δύο Πανεπιστημίων ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἐπιστήμης. Πρὶν ἢ περάνω τὸν λόγον ἐπιτραπήτω μοι νὰ ἀναγνώσω μικρὰν περικοπὴν ἐκ τῆς περὶ Γερμανῶν πραγματείας τοῦ Père Didon σχετικῶς πρὸς τὰ ἐν μικραῖς πόλεσι Πανεπιστήμια, (ἀναγινώσκει): «Ἐν τοιαύταις πόλεσι δέον νὰ διαμένῃ τις, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἴδῃ ἐκ τοῦ πλησίον τὸν ἤρεμον πνευματικὸν βίον τῆς γερμανικῆς νεολαίας. Ἐν Βερολίνῳ, ἐν Βιέννῃ, ἐν Παρισίοις ἡ ἐπιστημονικὴ ἐνεργητικότης καίπερ ἰσχυροτάτη ἀπόλλυται ἐν τῷ θορύβῳ καὶ ταῖς ταραχαῖς τοῦ ἐν γένει βίου· ἀκούει τις εὐχερέστερον ἐκεῖ τοὺς θορυβώδεις γέλωτας τῶν διασκεδαζόντων καὶ τὰς ὀδυνηρὰς προσπαθείας τῶν καταναλισκομένων ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὸν δαπανηρὸν βίον μᾶλλον ἢ τὸ βαθὺ κελάρυσμα τῶν ἐργαζομένων πνευμάτων. Ἐν ταῖς μεγάλαις ἐκείναις πόλεσι τὸ πνεῦμα ἀφαιρεῖται εὐχερέστερον ὑπὸ τῶν κοσμικῶν περιπλοκῶν καὶ τῶν πολιτικῶν φιλοδοξιῶν ἢ ὑπὸ τῆς σταθερᾶς καὶ ἐμβριθοῦς ἐργασίας». Συμπεραίνων λέγω ὅτι μεταξὺ δύο παραβάσεων τῆς διαθήκης προτιμητέα πάντως εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἀλλοιοῖ τὴν οὐσίαν τῶν ἐν αὐτῇ διατάξεων, ἀλλὰ μόνον μεταλλάσσει τὴν πόλιν, ἔνθα δέον νὰ ἱδρυθῇ τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον, ἐνῷ, ὡς σήμερον προτείνεται, ἀνατρέπεται ἄρδην οὕτως ἡ οὐσία τῆς τοῦ διαθέτου βουλήσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ νόμον, καὶ νόμον μὴ δυνάμενον κἂν νὰ μεταβληθῇ ὑφ’ ἑτέρου νόμου, κατὰ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔθετο ἡ σοφία τῶν Ῥωμαίων νομοδιδασκάλων: «Pater familias uti legas-sit ita ius esto».
§178Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγράφη καὶ ἐλέχθη ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν προέτεινα, ὅπως τὸ δεύτερον Πανεπιστήμιον ἱδρυθῇ ἐν Σπάρτῃ ἢ ἐν Γυθείῳ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἱκανοποίησιν ἡ Βουλή, νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι οὐδὲ ὑπαινιγμὸν ἔκαμον.
§179Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἴπετε ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ἐν Ἀθήναις. Τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἵδρυσιν τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω χθὲς πρὸς τὴν Βουλήν. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὤφειλε τὸ Πανεπιστήμιον τοῦτο νὰ ἱδρύσῃ ἐν Ἀθήναις, ἦσαν τοσοῦτον βάσιμοι, τοσοῦτον ἑδραῖοι, στηριζόμενοι εἰς τὴν σαφῆ θέλησιν τοῦ διαθέτου, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ παρίδῃ τὴν θέλησιν ταύτην τοῦ διαθέτου καὶ ἔχει ἀπόφασιν ἀναπότρεπτον νὰ τηρήσῃ ταύτην.
§180Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν δύνασθε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ παραβιάσητε τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου.
§181ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον, κύριοι Βουλευταί, αἱ εὔγλωττοι ἄλλως ἀγορεύσεις καὶ τοσοῦτον μακραὶ δὲν δύνανται νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ γνώμην, διότι ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης αὐτῆς εἶναι κατάφωρος ἀντίθεσις πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ εὐαρεστηθῶσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ συναινέσωσιν, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου.
§182Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνταποκρινόμενος, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ αἰσθανόμενος ἐμαυτὸν οὐχὶ ἀρκούντως προητοιμασμένον διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θὰ εἶμαι συντομώτατος. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὁ ἄνθρωπος, ἵνα καταστῇ ἐπιτήδειος πρὸς εἰσδοχὴν καὶ ἀνεύρεσιν τῶν ἀληθειῶν τῆς ἐπιστήμης, ἔχει ἀνάγκην προπαρασκευῆς καὶ διδασκαλίας καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐπιβάλλει τὴν ἵδρυσιν τῶν Πανεπιστημίων. Οὕτως ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχαιότητος κατενοήθη ἡ χρησιμότης τῶν τοιούτων Σχολῶν, οἷα τὰ σημερινὰ Πανεπιστήμια, πάντες δὲ γινώσκετε ὅτι εἰς τὰς πάλαι Ἀθήνας ὑπῆρχον πλεῖστοι τοιοῦτοι ναοὶ τῆς σοφίας καὶ τῶν ἐπιστημῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς ὅλη ἐγένετο μήτηρ τοσούτων ἐνδόξων ἀνδρῶν καὶ διδασκάλων τῆς ἀνθρωπότητος. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπὸ τῶν χρόνων τῆς ἀναγεννήσεως ἀναπτερωθεῖσα καὶ βαθμηδὸν μεγαλυνομένη καὶ γιγαντουμένη ὁσημέραι πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις ἐπιστημονικὴν δρᾶσιν ὀφείλεται. Οὐδὲ δύναται νὰ νοηθῇ σήμερον λαός, θέλων νὰ καλῆται πεπολιτισμένος, ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ τὸ Πανεπιστήμιόν του, τὸ ὁποῖον ὡς παλλάδιον ἱερὸν νὰ περιβάλλῃ διὰ τῶν φροντίδων καὶ τῆς ἀγάπης του. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι τοῦ 1821 ἄνδρες, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς νέας Ἑλλάδος, συνελθόντες ἐπὶ τῶν καπνιζόντων ἔτι ἐρειπίων αὐτῆς, ἐσκέφθησαν, ἵνα ἱδρύσωσι τὸ Πανεπιστήμιόν των, καὶ πανταχόθεν οἱ ὁμογενεῖς ἔσπευδον νὰ συνεισφέρωσι γενναίας δωρεὰς πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ τεμένους αὐτοῦ, ἀφ’ οὗ τόσα προσεδόκα ἡ ἀναγεννωμένη πατρίς.
§183Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Πολὺ ὀρθὰ εἶναι αὐτά, κύριε συνάδελφε, ἀλλὰ τώρα τί θέλετε νὰ κάμωμεν;
§184Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἀμέσως. Οὕτως ἐτέθη ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ ἱδρύματος· οἱ διδάσκαλοι τοῦ Γένους ἔσπευσαν τότε νὰ ὑποδείξωσι τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ αἱ ὑποδείξεις αὐτῶν αὗται περιελήφθησαν ἐν τῷ ἱδρυτικῷ τοῦ Πανεπιστημίου Διατάγματι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργόν· τὸ Διάταγμα περὶ ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν ὑποδειχθέντων μέτρων ἐξετελέσθη; Δυστυχῶς ὄχι· καὶ μὴ νομίζετε ὅτι πρόκειται περὶ μικροῦ τινος καὶ ἐλαχίστου· οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ συντάξαντες αὐτό, εἶχον τὸν νοῦν ἐπιστημονικώτατα κατηρτισμένον καὶ διαυγεστάτην τὴν ἀντίληψιν περὶ τῶν ἀναγκῶν, ἃς εἶχεν ἡ Ἑλλάς, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν τὰ ἐν τῷ Διατάγματι ἐκείνῳ ὁριζόμενα ἐξετελοῦντο ἀκριβῶς, ἄλλα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Πανεπιστημίου μας. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν μεθ’ ὅλας του τὰς ἀτελείας ἔσχε καὶ ἔχει μεγίστην τὴν ἐκπολιτιστικὴν αὑτοῦ δύναμιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ὅτι ἀπεστάλησαν καὶ ἀποστέλλονται ἐντεῦθεν ἀνὰ τὰς ἐσχατιὰς τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ χιλιάδας τρόφιμοι αὐτοῦ, οἵτινες γίνονται διαπρύσιοι κήρυκες τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν δικαίων τοῦ ἔθνους ἡμῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει συγχρόνως ἡμεῖς πρῶτοι νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι οἱ καρποὶ τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἐκπαιδευτικοῦ ἱδρύματος ἠδύναντο καὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι πλουσιώτεροι, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν παρημελήθη ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας· καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀμελείας αὐτῆς ἐπέρχονται σήμερον ῥαγδαῖα καὶ μέγιστα· οἱ ἡμέτεροι διδάκτορες, ἐφ’ ὅσον μὲν δὲν ὑπῆρχον ἀνταγωνισταὶ αὐτῶν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Χερσονήσῳ καὶ τῇ Ἀνατολῇ, κατεῖχον τὰ σκῆπτρα ἐν τῇ ἐπιστημονικῇ αὐτῶν σταδιοδρομίᾳ, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ἐξάρω ἐγὼ τὴν ἠθικὴν ὠφέλειαν καὶ τὸ μεγαλεῖον, τὸ ὁποῖον ἠρύετο τὸ ἔθνος ἐν τῇ ὑπεροχῇ αὐτῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου τὰ γειτονικὰ ἡμῶν Κράτη προέβησαν εἰς τὴν ἵδρυσιν ἰδικῶν των Πανεπιστημίων, φροντίσαντα μάλιστα νὰ περιβάλωσι καὶ δι’ ἰδιαιτέρων πλεονεκτημάτων τοὺς τροφίμους αὐτῶν ἀπέναντι τῶν ξένων, ἀφ’ ὅτου αἱ πρὸς τὰ εὐρωπαϊκὰ Πανεπιστήμια ὁδοὶ κατέστησαν εἰς πάντας εὐκολώτεραι, οἱ ἡμέτεροι διδάκτορες — λυπηρὰ μὲν ἡ ἀλήθεια, ἀλλ’ ἀναγκαῖον νὰ λεχθῇ — ἤρχισαν νὰ χάνωσι τὴν προτέραν λαμπρὰν αὐτῶν θέσιν καὶ ὑπόληψιν. Πρέπει νὰ ἐξέλθητε τοῦ Πειραιῶς καὶ νὰ μεταβῆτε εἰς τὴν Σμύρνην καὶ τὰ ἐνδότερα τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἐκεῖ θέλετε ἴδει μετ’ ἄλγους ἐθνικοῦ τοὺς διδάκτορας τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου ἡττωμένους ἐν τῷ ἐπιστημονικῷ αὐτῶν σταδίῳ ὑπὸ τῶν τροφίμων τοῦ Τουρκικοῦ Πανεπιστημίου ἢ τῆς ἐν Βηρυτῷ Ἰατρικῆς καὶ Φαρμακευτικῆς Σχολῆς, ἵνα παραλίπω τοὺς ἐκ τῶν εὐρωπαϊκῶν Πανεπιστημίων προερχομένους. Πρὸ τοιούτων ἰσχυρῶν ἀνταγωνιστῶν εὑρεθὲν τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ; Ἔπρεπε βεβαίως νὰ τονωθῇ εἰς καθηγητάς, νὰ μεγαλυνθῇ εἰς ἀρτιωτέραν ἐπιστημονικὴν δρᾶσιν, νὰ ἰσχυροποιηθῇ μὲ πᾶσαν νέαν πρόοδον καὶ βελτίωσιν τῆς ἐπιστήμης, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς τροφίμους αὑτοῦ μόρφωσιν καλλιτέραν ἢ τοὐλάχιστον ἴσην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠδύναντο νὰ εὕρωσιν εἰς ξένα Πανεπιστήμια. Ἀντὶ τούτου ὅμως οὐδὲν ἐγένετο καὶ ἕνεκα τῆς ἐνόχου ἀδιαφορίας τῆς Πολιτείας τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν παρέμεινεν ἐν τῇ αὐτῇ καταστάσει, εἰς ἣν εὑρίσκετο πρὸ τεσσαρακονταετίας, στάσιμον καὶ λυπηρὸν εἰπεῖν καὶ χειρότερον ἔν τισι τοῦ παλαιοῦ. Ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης στασιμότητος καὶ χειροτερεύσεως; Τὰ εἶπον ἤδη· ἀλλά, καὶ ἐὰν δὲν τὰ ἔλεγον, θὰ ἤρκει μόνον νὰ παραβάλῃ τις τοὺς ἀριθμοὺς τῶν παλαιοτέρων ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐγγραφομένων φοιτητῶν πρὸς τοὺς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐγγραφομένους, ἵνα πεισθῇ ὅτι αἱ ἀτέλειαι τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου ἐγένοντο ἤδη παγκοίνως γνωσταί, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔσπευδον ἄλλοτε ἀθρόοι ἐνταῦθα, ἵνα ἀρυσθῶσι τὰ ἐπιστημονικὰ φῶτα, ἐτράπησαν ἤδη, πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἰς ἄλλας ὁδούς. Διὰ πάντα ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία συγχαρητηρίων ἡ Κυβέρνησις, διότι πρῶτον μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ τὸ πανεπιστημιακόν, ἀνομολογοῦσα οὕτω καὶ αὕτη τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην, ἥτις ἐπιβάλλει τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον διόρθωσιν τῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κακῶς κειμένων. Ἀλλά, ἵνα ἀκριβῶς ἐπιτευχθῇ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, εἶναι ἀνάγκη πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου λεπτομερῶς νὰ ἐξονυχισθῶσιν, εἰσφερόντων ἐν τῇ συζητήσει πάντων τῶν δυναμένων νὰ εἰσφέρωσί τι. Ὑπὸ τῆς σκέψεως ταύτης ἀγόμενος ἐτόλμησα καὶ ἐγὼ μετὰ τοὺς ἀγορεύσαντας νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐπιθυμῶν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἐπί τινων σημείων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἅτινα κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχουσι καλῶς. Ἱδρύομεν νῦν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ δεύτερον Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ ἂν πρόκειται, ὡς πολὺ ὀρθῶς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ ἔχωμεν καὶ δεύτερον Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ ἀτελές, ὡς τὸ πρῶτον, κάλλιον εἶναι νὰ ἔχωμεν ἓν μόνον, ἀλλὰ τέλειον. Τὴν τελειότητα δὲ ταύτην ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι δὲν βλέπω εἰς τὸ νέον ἱδρυόμενον καὶ ἤδη ὑπάρχον καὶ μεταρρυθμιζόμενον Πανεπιστήμιον, ἐφ’ ὅσον δὲν γίνονται δεκτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέδειξε. Φρονῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι παρεσκευάσαμεν τέλειον Πανεπιστήμιον, ἐφ’ ὅσον τὰς νεωτέρας οἰκονομικὰς ἐπιστήμας, διὰ τῶν ὁποίων προάγεται ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον, δὲν θέλομεν νὰ τὰς προσθέσωμεν εἰς τὸ Πανεπιστήμιόν μας. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, εἶπεν ὅτι θὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ ἑδρῶν στατιστικῆς, ἀγορανομίας κλπ., οὐδεμίαν τοιαύτην βλέπομεν ἤδη προστιθεμένην ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ (θόρυβος).
§185Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ συστήσητε σιωπὴν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, διότι τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ὁ ῥήτωρ, εἶναι μεγίστης προσοχῆς καὶ ἂς μὴ νομισθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ θορύβου νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ποθούμενον. Ἔχομεν τὰ μέσα, ὅπως παραταθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον δὲν περιμένει κανείς.
§186Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ ἄλλο τι ἔχω νὰ προσθέσω ἐν συντομίᾳ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ἵνα μὴ καταπονῶ τὴν καὶ ἤδη καταπεπονημένην Βουλήν. Πολλὰ ἐλέχθησαν ἐνταῦθα καὶ πολλὰ ἐγένοντο δεκτὰ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀλλ’ ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς λόγος ἐγένετο, εἶναι ὅτι οὐδὲν ὁρίζεται περὶ τῶν φοιτητῶν καὶ διὰ τοῦτο πολὺ φοβοῦμαι μὴ ἡ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ μας ἐρήμωσις ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ δὴ ἐπιταθῇ. Ὡμίλουν πρό τινος μετὰ μέλους τοῦ Μικρασιατικοῦ συλλόγου, ὅπερ μοὶ ἔλεγεν· οἱ φοιτηταί, ἐκ τῶν ὁποίων ἀρκεταὶ ἑκατοντάδες καὶ δὴ ἐκ τῶν τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἶναι πτωχοί, ἀποζῶντες ἐκ μικρῶν κομποδεμάτων καὶ διὰ προσωπικῆς πολλάκις ἐνταῦθα ἐργασίας, ποῦ θὰ εὕρουν ὅλας ἐκείνας τὰς δαπάνας καὶ τὰ ἐξέταστρα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται κατὰ τὸ ὑποβληθὲν ἤδη νομοσχέδιον;
§187ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ποῦ εἴδετε, κύριε Βουλευτά, αὐξανόμενα τὰ ἐξέταστρα;
§188Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διπλασιάζονται, κ. Ὑπουργέ· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν μόνον ἐκ τῶν νέων διατάξεων, τὴν ὁποίαν ἔχω πρόχειρον (ἀναγινώσκει)· «οἱ ὑποβαλόντες διατριβὴν ἐπὶ διδακτορίᾳ καταβάλλουσι δραχ. 200». Ποῦ θὰ εὕρουν τὰς 200 αὐτὰς δραχμάς;
§189Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Γνωρίζετε πόσα ἔδιδον; Ἔδιδον 510 δραχμάς. Νομίζω καλὸν νὰ εἴπω ὅτι, ὅταν ἐρχώμεθα νὰ ὁμιλῶμεν, πρέπει νὰ εἴμεθα παρεσκευασμένοι.
§190Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω ἀνὰ χεῖρας πρόχειρόν τινα λογαριασμὸν τῶν διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένων εἰς τοὺς φοιτητὰς δαπανῶν, τὸν ὁποῖον ἔκαμα ἐν σχέσει πρὸς τὰς ὑπὸ τὸ ἤδη καθεστὼς ἐπιβαλλομένας, ἵνα σᾶς ἀποδείξω κατὰ πόσον αὗται εἶναι μικρότεραι πρὸς ἐκείνας. Ἐπιφυλάσσομαι ὅμως εἰς πρώτην εὐκαιρίαν νὰ τὸν φέρω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην τινὰ παρατήρησιν ἔχω νὰ φέρω σχετικῶς πρὸς τὰ περὶ ἐξετάσεων ὁριζόμενα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἄν μετρήσῃ τις τοὺς καθηγητὰς καὶ τὸν χρόνον, ὅστις ἀπαιτεῖται, ἵνα ἐξετάζωσι τοὺς φοιτητάς, καθ’ ὃν τρόπον τοὐλάχιστον ἐνδείκνυται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ ἴδῃ ὅτι ὁ χρόνος δὲν εἶναι ἐπαρκὴς νὰ τοὺς ἐξετάσωσιν, ὄχι καὶ διὰ νὰ τοὺς διδάξωσι. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο δέον νὰ ῥυθμισθῇ κατὰ λογικώτερον καὶ ἐπωφελέστερον διὰ τοὺς φοιτητὰς τρόπον.
§191Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἱδρυθῇ τὸ δεύτερον Πανεπιστήμιον ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν. Βεβαίως ἡμεῖς οἱ καταγόμενοι ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος δὲν εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ θελήσωμεν ν’ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλὴν πλειότερον, ἀφοῦ γνωρίζομεν ὅτι εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ διαθέτου, ὅπως τὸ Πανεπιστήμιον ἱδρυθῇ ἐν Ἀθήναις. Ἐν τούτοις ἐγὼ φρονῶν ὅτι ὅλοι οἱ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφοί μου θὰ συμμερίζωνται τὴν γνώμην μου ταύτην ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ οὐχὶ κατὰ τῶν ἐντίμων ἐκ Κερκύρας συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοσαύτης λεπτότητος ὑπερήσπισαν τὴν πατρίδα αὐτῶν, ἔχω καθῆκον, λέγω, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ ἐκείνων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν πρὸς τοὺς ἐκ Κερκύρας καταγομένους συναδέλφους, ἐνόμισαν ὀρθὸν νὰ εἴπωσιν ὅτι ὅλη ἡ Ἑλλὰς εἶναι νεκροταφεῖον πνευματικῆς μορφώσεως καὶ ὅτι μόνον ἡ Κέρκυρα ἔχει τὸ πνευματικὸν γέρας καὶ τὰ σκῆπτρα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εὔχομαι νὰ τὸ ἔχῃ τὸ πνευματικὸν γέρας καὶ εὔχομαι, ὅπως τὰ σκῆπτρα τῆς πνευματικῆς μορφώσεως τὰ ἔχῃ πᾶσα Ἑλληνικὴ γωνία, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ γνωρίζουσιν ὅτι ἐνταῦθα παρακάθηνται 32 ἀντιπρόσωποι τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, λέγουσιν ὅτι ἐν Πάτραις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρυθῇ τὸ Πανεπιστήμιον, διότι αἱ Πάτραι στεροῦνται πνευματικῆς μορφώσεως προσηκούσης(;)—Τὴν διαμαρτυρίαν, ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλω νὰ κάμω, οὐχὶ διὰ νὰ μεμφθῶ τοὺς ἐκ Κερκύρας συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ἄλλως νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν πατρίδα αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἰδέας τῶν ἐκ Κερκύρας συναδέλφων, δὲν προσηνέχθησαν μετὰ τῆς δεούσης λεπτότητος εἰς τὴν μεγαλόπολιν τῆς Πελοποννήσου.
§192Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Πανεπιστημίου πολὺ ἀπησχόλησε τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, καὶ πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων διὰ μακρῶν ὡμίλησαν, ἰδίως δὲ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν τάξιν τῶν ἰατρῶν.
§193Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Οἱ ἰατροὶ ὑπέδειξαν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ὑποδείξουν· δὲν ἀνέρχονται εἰς τὸ βῆμα νὰ ἀεροκοπανίζουν. (Θόρυβος).
§194Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δέχομαι διακοπὰς καὶ θεωρῶ ἀνευλαβεῖς καὶ ἀσεβεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι τοιαύτας διακοπὰς εἰς τοὺς ῥήτορας.
§195Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐμὲ ἐννοεῖτε, κύριε συνάδελφε;
§196Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὄχι· ὁλόκληρον τὴν Βουλήν. Εἶπον καὶ πάλιν, Κύριοι, ὅτι πραγματικῶς τὸ ζήτημα τὸ πανεπιστημιακὸν πολὺ ἀπησχόλησε τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ ἔπρεπε πράγματι νὰ ἀπασχολήσῃ ταύτην, διότι πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μακρὰν ἀπὸ τοῦ ταπεινοῦ ἐδάφους τῶν προσωπικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων ἠδύναντο νὰ εἰσφέρωσί τι ἐπὶ ζητήματος καθαρῶς ἐθνικοῦ, ἔπρεπε νὰ εἴπωσι τὰς σκέψεις των. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον· δὲν θὰ πιστεύσω βεβαίως ὅτι θὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν ἐγώ, ἐφ’ ὅσον ἔχει ἔμμονον τὴν ἰδέαν καὶ παγιωμένην τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον δέον νὰ ἱδρυθῇ εἰς ἐπαρχιακὴν πόλιν· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι συντρέχομεν καὶ ἡμεῖς συνεισφέροντες τὰς σκέψεις ἡμῶν ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἕδραν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἔχει συστηθῆ γενικῶς, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἰδίᾳ οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι αἱ Ἀθῆναι ἔχουσιν ἀπορροφήσει πᾶσαν ὑλικὴν ὑπόστασιν τοῦ τόπου, πᾶσαν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀνακριβὲς νὰ εἴπωμεν ὅτι μεταξὺ τοῦ κέντρου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχει, ἂς τὸ εἴπωμεν, μῖσός τι ἀδιάλλακτον.
§197ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι δά. Διαμαρτυρόμεθα.
§198Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δύνασθε νὰ διαμαρτύρησθε, ἀλλ’ αἱ διαμαρτυρίαι αὗται δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς· εἶναι διαμαρτυρίαι ὑστερικαί, εἶναι διαμαρτυρίαι ἀνειλικρινεῖς. Θὰ ἦσθε ὑποκριταὶ τοῦ χειροτέρου εἴδους, ἐὰν ὑπεστηρίζετε ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα διαμαρτύρεσθε, σοβαρῶς καὶ σπουδαίως.
§199Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποδείξητε εἰς τὸν Κύριον νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν ὕβριν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπηύθυνεν, ὅτι εἴμεθα τοῦ αἰσχίστου εἴδους ὑποκριταί.
§200Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὅποιος θέλει νὰ μοῦ ζητήσῃ ἔξω τὸν λόγον.
§201Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤλθετε νὰ δημοκοπήσητε ἐδῶ καὶ ὑβρίζετε τοὺς ἄλλους.
§202Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὑπάρχουν, Κύριοι, Βουλευταί τινες, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς νομίζουν ὅτι ἀπεστάλησαν ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ μόνον διὰ νὰ διατυποῦν μερικὰς φράσεις καὶ νὰ διακόπτουν τοὺς ῥήτορας. Αὐτὸ παρατηρῶ μετὰ λύπης μου.
§203Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγια δὲν χρειάζονται, καί, ὅταν χρειάζωνται, δὲν λέγονται πρὸς ἐπίδειξιν καὶ δημοκοπίαν.
§204Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀπὸ δεκαετηρίδων ὅλων τοὐλάχιστον αἱ Πάτραι εἶχον διατυπώσει ἄλλοτε ὑπόμνημα καὶ εἶχον ὑποβάλει εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ὅπως ἡ Πολιτεία σκεπτομένη νὰ ἱδρύσῃ τὸ Δομπόλειον Πανεπιστήμιον λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σοβαρῶς καὶ τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν. Δύναται, Κύριοι, εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἤθελε σκεφθῆ νὰ ἱδρύσῃ τὸ Πανεπιστήμιον εἰς μίαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος, πέρα τῶν Ἀθηνῶν, δύναται ἡ Πολιτεία νὰ εἴπῃ ὅτι γίνεται παράβασις τῆς διατάξεως καὶ συνεπῶς ἀσεβεῖ πρὸς τὴν μνήμην τοῦ μεγάλου δωρητοῦ. Ἀλλὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔχομεν δεδομένον ὅτι ἔχουν λάβει χώραν παρανομίαι σοβαραί, ὅτι πολλάκις ἐγένοντο παραβάσεις τῶν νόμων, ὅτι συμφέροντα σοβαρὰ ἐστραγγαλίσθησαν ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας, θὰ ἦτο δίκαιον, λέγω, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν ἑνὸς τύπου, μιᾶς διατάξεως, νὰ εἴπωμεν ὅτι πᾶσα ἄλλη Ἑλληνικὴ γῆ πρέπει νὰ ἐκπνεύσῃ καὶ πρέπει νὰ ζωογονηθοῦν μόνον αἱ Ἀθῆναι καὶ μόνον αὗται. Δὲν ἀρνεῖταί τις ὅτι αἱ Ἀθῆναι συμβολίζουν τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ δὲν ἀρνεῖταί τις ὅτι ἐν Ἀθήναις ὑπάρχει ἓν κέντρον πάσης ἐπιστημονικῆς κινήσεως· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὰς σκέψεις τῆς Πολιτείας δυστυχῶς ἔχει ἀπορροφήσει μόνον τὸ κέντρον καὶ μόνον αὐτό. Ἐὰν ἔδιδε ποιάν τινα προσοχὴν καὶ εἰς τὰς πέρα τῶν Ἀθηνῶν πόλεις, βεβαίως μόνον διὰ τῆς ἐπιδείξεως τῶν ἀγαθῶν διαθέσεων αὐτῆς θὰ ἐδίδετο ποιά τις ὤθησις καὶ εἰς τὰς πέρα τῶν Ἀθηνῶν πόλεις. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ πλέον, διότι θὰ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους ἐνιαυτοὺς τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου δυστυχῶς ἐμειώθη ἐπαισθητῶς τόσον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔσω, ὅσον καὶ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τελευταίως καὶ ἰδίᾳ ἀπὸ τῆς θεσπίσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν—καὶ τοῦτο εἶναι πραγματικῶς μία ἀποτυχία τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη—ἐμειώθη ἐπαισθητῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν φοιτητῶν καὶ δὴ τῶν καταγομένων ἐκ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς ἀφ’ ἑνὸς λόγῳ τῶν ὅρων τῆς ζωῆς, ἐξ ἄλλου διὰ τὰ πρόσθετα ἐκπαιδευτικὰ τέλη τρέπονται πρὸς τὴν Ἑσπερίαν. Ἐλησμόνησεν ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον δὲν εἶναι φιλάργυρος οὔτε τοκιστὴς καὶ τοκογλύφος, διὰ νὰ εἰσπράττῃ χρήματα. Τὸ Πανεπιστήμιον εἶναι κέντρον πάσης ἐθνικῆς ζωῆς καὶ χρησιμεύει ὡς τηλαυγὴς φάρος πάσης Ἑλληνικῆς ἰδέας. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, καὶ πάλιν τονίζω, δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ μετατρέψωμεν τὰς σκέψεις καὶ τὰς πεποιθήσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διαιρέσωμεν τὸ Πανεπιστήμιον εἰς δύο διάφορα καὶ ἐγκαθιδρύσωμεν τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν εἰς μίαν τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ταχθῶμεν ὑπὲρ τοῦ νὰ ἱδρυθῇ τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον ἐν τῇ πόλει ταύτῃ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διδάξωσιν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διδαχθῶσι, θὰ φανῶσιν ἀντάξιοι τῆς μεγάλης αὑτῶν ἀποστολῆς καὶ τοῦ μεγάλου αὑτῶν προορισμοῦ.
§205Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ πάλιν νὰ παρακαλέσω θερμῶς τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ λάβουν τὸν λόγον, νὰ παραιτηθῶσι, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§206Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παραιτοῦμαι, ἀλλὰ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὸ δικαίωμα τῆς ὑποτροφίας διὰ τοὺς ἐξ Ἠπείρου φοιτητὰς ἐκανόνισε τὸ ζήτημα συμφώνως τῇ θελήσει τοῦ δωρητοῦ, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§207Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐκφράζω τὴν μεγάλην εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅστις ἀνέλαβε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαθήκης τοῦ μεγάλου εὐεργέτου καὶ ἐτήρησε ῥητῶς αὐτήν.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). Ἄρχεται ἤδη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων· πρὸ τούτου ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταβολῆς ἀποζημιώσεως τοῦ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἀπαλλοτριωθέντος μέρους τοῦ παρὰ τὸ Λυσσιατρεῖον κτήματος Ἀ. Κοκκώνη». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Φ. Βακαλόπουλος Π. Ἠλιόπουλος, Γ. Θρόνος, Β. Μιχαλέας, Γ. Κατσιμπίρης καὶ Γ. Γαζέπης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων μέχρις ὁριστικότητος τῶν οἰκείων φορολογικῶν καταλόγων». Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διορισμοῦ τῶν προϋπηρετησάντων ταχυδρομικῶν διανομέων». Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Κυρέλλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Θίσβης». Οἱ βουλευταὶ κύριοι Π. Φλέσσας, Ἀ. Περρωτῆς καὶ Ἀ. Παπαχελᾶς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς § 1 τοῦ ἄρθρ. 7 τοῦ νόμου ͵ΓΨΖΕʹ».
§209ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν εἶναι δυνατόν, χάριν τῆς ἑνότητος τοῦ νομοσχεδίου νὰ διορθωθῇ τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ νὰ τεθῇ ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον ἀποτελεῖται ἐκ τῶν Σχολῶν: Θεολογικῆς κλπ., νὰ τεθῇ δηλ. πρώτη ἡ Θεολογική, ὡς ἔχει ἡ σειρὰ καὶ κατωτέρω.
§210Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον, ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–6 καὶ ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βάρθη.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογία τοῦ κ. Ξηροῦ.
§212ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σχετικῶς πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν ἑδρῶν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅ,τι χθὲς εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ αὐξήσῃ τὰς ἕδρας. Καίπερ θεωροῦσα πολλὰς γνώμας σοφὰς καὶ συνοδευομένας ὑπὸ ἐπιχειρημάτων ἀξίων πάσης ἐκτιμήσεως ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν, ἐν τούτοις φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ τὰ φῶτα καὶ ἄλλων εἰδικῶν ἐχόντων εἰδικὴν ἀξίαν, διότι οἱ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ διαμένοντες ἐπὶ πολλὰ ἔτη γνωρίζουσιν ὅλας τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ καὶ τὴν γνώμην τούτων δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν, χωρὶς νὰ φοβώμεθα ὅτι θὰ ἀποτύχωμεν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ σήμερον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέχεται μόνον τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ξηροῦ, ὅπως καθορισθῶσιν αἱ ἕδραι κατὰ ποσόν, ἀφεθῇ δ’ ὁ κατ’ εἶδος καθορισμὸς εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἀφοῦ ζητήσῃ τὴν γνωμάτευσιν τῶν Σχολῶν, ἥτις γνωμάτευσις θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁρίζονται 8 διὰ τὴν Θεολογικὴν Σχολήν, 13 διὰ τὴν Νομικὴν καὶ 17 διὰ τὴν Φιλοσοφικήν.
§214Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. 14 διὰ τὴν Νομικήν.
§215Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πολὺ καλά· 14.
§216Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας τρεῖς θὰ μείνωσι;
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν 14 διὰ τὴν Νομικήν;
§218ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε αἱ ἕδραι τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου ὁρίζονται εἰς 39. Ὁ κ. Γαλανὸς ἔχει τὸν λόγον.
§220Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§221Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν ἑδρῶν ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ. Ὀργανοῦντες ὡς ἐμπρέπει τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν ἐκπληροῦμεν κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν θέλησιν τοῦ ἀειμνήστου Δόμπολη. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησα καὶ ζητῶ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπὸ ἐκτίμησιν πολλήν· ἐπρότεινα νὰ χωρισθῇ ἡ ἕδρα τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογίας ἀπὸ τῆς Πατρολογίας, διότι δὲν ἔχει θέσιν ἡ συνένωσις αὕτη. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ καθηγητὴς τῆς Πατρολογίας νὰ διδάσκῃ καὶ τὸ μάθημα τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογίας. Ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογία διαφωτίζει ἡμᾶς, κύριοι Βουλευταί, περὶ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς διοικήσεως τῶν πρώτων χριστιανῶν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, περὶ τοῦ τρόπου τῆς λατρείας, καὶ περὶ τοῦ τύπου καὶ τῆς μορφῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβον αἱ ἑορταὶ καὶ αἱ τελεταί, τὰς ὁποίας ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς ἀκολουθεῖ μέχρι σήμερον ἡ ἡμετέρα θρησκεία, ὡς τέχνη δὲ ἰδιαιτέρα ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογία δεικνύει εἰς ἡμᾶς πῶς ἀπὸ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τέχνης μετεβιβάσθη αὕτη εἰς τὴν χριστιανικὴν βυζαντιακὴν τέχνην, καὶ πῶς αὕτη, ἡ χριστιανικὴ βυζαντιακὴ τέχνη, ἐπέδρασεν ἐπὶ τοῦ λαοῦ τῆς Δύσεως καὶ ἐδημιούργησε τὴν μεγάλην κατόπιν τέχνην, τὴν τέχνην καὶ τὴν ἐποχὴν τῆς Ἀναγεννήσεως. Τὸ Πανεπιστήμιον τοῦ Μονάχου, τὸ τοῦ Βερολίνου καὶ ἄλλα Πανεπιστήμια, ὅπου ὑπῆρχεν ἰδιαιτέρα ἕδρα, καὶ λαμπρὰ μάλιστα, μεγάλην ἀπέδωκαν σημασίαν εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογίαν· ἑπομένως νομίζω ὅτι μεγαλειτέραν ἀξίαν ἔχει καὶ ὠφέλειαν διὰ τὸ Πανεπιστήμιον τὸ ἰδικόν μας καὶ τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν ἡ εἰρημένη ἕδρα. Μὴ λησμονῶμεν δὲ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ὅτι συνδεόμεθα τόσον μετὰ τοῦ ναοῦ τοῦ Παρθενῶνος, ὅσον συνδεόμεθα μετὰ τῆς ἐποχῆς τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου. Ὅλαι αἱ τελεταὶ καὶ αἱ θρησκευτικαὶ ἡμῶν ἑορταὶ δὲν ἐμορφώθησαν ἐπὶ τοῦ ναοῦ τοῦ Παρθενῶνος, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς θόλους τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Καί, ἂν χαίρει ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Παρθενῶνος, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας σκιρτᾷ καὶ ἀγάλλεται. Καὶ οἱ ναοὶ ἀκόμη, εἰς τοὺς ὁποίους εἰσερχόμεθα καὶ προσευχόμεθα, εἶναι αὐτοὶ οὗτοι οἱ ναοί, εἰς τοὺς ὁποίους προσηυχήθησαν οἱ πατέρες ἡμῶν, καὶ ὡς ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἀνερευνῶμεν τὰ βάθη τῆς γῆς τῆς πατρίδος μας, ἵνα ἀνακαλύψωμεν καὶ ἀνασύρωμεν τὴν ἀρχαίαν πατρίδα, οὕτως ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνερευνήσωμεν τὰς διαφόρους ἐποχὰς τῆς Χριστιανικῆς ἡμῶν ἱστορίας, ἥτις ἀρχίζει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ φθάνει μέχρις ἡμῶν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ βʹ παράγραφος τοῦ 7 ἄρθρου προτείνεται ὅπως τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «§ 2. Ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς 20 τακτικῶν ἑδρῶν διδασκαλίας ἐν τῷ Καποδιστριακῷ Πανεπιστημίῳ ὁρίζεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 39, ἤτοι 8 εἰς τὴν Θεολογικήν, 14 εἰς τὴν Νομικὴν καὶ 17 εἰς τὴν Φιλοσοφικήν». Ἡ τροπολογία εἶναι πανομοιότυπος ὡς ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Λαζαρῆ. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία συναινέσει τῆς Βουλῆς. Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 8). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§223Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ὡς πρὸς τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν καθηγητῶν πρὸς τὴν θέσιν τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἢ πρὸς τὰ καθήκοντα ἐν γένει οἱασδήποτε ἄλλης ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως. Τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς ὅ,τι ἐψηφίσαμεν ἐπὶ ὁμοίας διατάξεως τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, καὶ φρονῶ ὅτι οἱ αὐτοὶ λόγοι τῆς σκοπιμότητος, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, οἱ αὐτοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσι τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ ἐπιβάλλεται νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἐν αὐτῷ ἡ διάταξις αὕτη.
§224Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχω συμπεριλάβει αὐτήν: «Ἡ θέσις τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν τοῦ ἰδιωτικοῦ ὑπαλλήλου ἢ διευθυντοῦ ἰδιωτικῶν μὴ καὶ ἐκπαιδευτικῶν ἐπιχειρήσεων».
§225Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον λέγεται: «οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ λαμβάνουσι μηνιαίως μισθὸν δραχμῶν 200». Φρονῶ ὅτι ὁ μισθὸς δέον νὰ εἶναι τοὐλάχιστον τόσος, ὅσον λαμβάνουσιν οἱ καθηγηταὶ τῶν Γυμνασίων, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐὰν παρουσιασθῇ νὰ γίνωσι καθηγηταὶ ἔκτακτοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Γυμνάσιον, οὐδέποτε θὰ στέρξωσι νὰ γίνωσι τοιοῦτοι, διότι διατρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ χάσωσι καὶ τὴν θέσιν των.
§226ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Σκόπιμον θεωρῶ τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Νομίζω ὅτι πρὸς πληρεστέραν κύρωσιν τῆς διατάξεως καὶ μεγαλειτέραν ἐγγύησιν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς πρέπει νὰ προστεθῇ τοῦτο, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ὁ συνεταιρισμὸς μετ’ ἄλλων δικηγόρων. Εἶναι σκοπιμώτατον τοῦτο, διότι οὕτως ἀποφεύγομεν καταστρατήγησιν τῆς διατάξεως.
§227Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Πρόστυχη κάπως εἶναι ἡ διάταξις αὐτή, ἂν καὶ εἶναι σκόπιμος.
§228Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐξ Ἄρτης συνάδελφος κ. Καραπᾶνος, νομίζω ὅτι ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται, δὲν εἶναι ἀναγκαία, διὰ τὸν λόγον ὅτι, ὅταν ὁ νόμος ἀπαγορεύῃ τὴν δικηγορίαν εἰς τὸν καθηγητήν, τὴν ἀπαγορεύει καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, εἴτε αὐτοπροσώπως, εἴτε δι’ ἄλλου, εἴτε συμβατικῶς μετ’ ἄλλων, εἴτε διατηρῶν ἓν δικηγορικὸν γραφεῖον.
§229Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει δικηγορία δι’ ἄλλου προσώπου;
§230Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πρακτικῶς δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Εἶναι ἔργον τῆς διοικήσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλέγχῃ τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων, νὰ ἐξετάζῃ ἂν καθηγητής τις πληροῖ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν θεωρῇ ἀναγκαίαν τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, τάσσομαι ὁλοψύχως ὑπὲρ τοῦ μισθοῦ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν ἐφ’ ὅσον οὗτοι δὲν πρόκειται νὰ συνηγορῶσιν. Οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ τῆς Θεολογικῆς καὶ Φιλοσοφικῆς Σχολῆς πρέπει νὰ λαμβάνωσι μισθὸν ἀνώτερον τοῦ μισθοῦ τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Γυμνασίου καὶ οὐχὶ κατώτερον, διότι, ἐὰν αὐτοὶ δὲν ἦσαν ἔκτακτοι καθηγηταί, θὰ ἦσαν καθηγηταὶ Γυμνασίου. Πρέπει νὰ λαμβάνωσι πάντες μισθὸν γυμνασιάρχου· ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως οὐδέποτε κατώτερον τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν, ἐὰν εἶναι καθηγηταὶ Γυμνασίου. Εἶναι ἔργον στοιχειώδους προνοίας διὰ πρόσωπα καλούμενα νὰ διδάξωσι νὰ μὴ ἔχωσι τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ἔχουσιν οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς, καὶ νὰ ὑποχρεῶνται νὰ ἀκολουθῶσι τὴν ἐπιστήμην μεθ’ ὅλης τῆς ἀνέσεως, τὴν ὁποίαν προϋποθέτει πάντως ἡ ἐπιστημονικὴ ἐνασχόλησις. Τάσσομαι λοιπὸν ὁλοψύχως ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς.
§231Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διατί ὄχι τῆς Νομικῆς;
§232Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Διότι οἱ νομικοὶ ἐφ’ ὅσον δικηγοροῦσιν εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῶσιν· ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, διότι εἶμαι νομικός, ἂς τὸ εἴπῃ εἷς μὴ νομικός. Ἐγὼ τάσσομαι ὑπὲρ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν τῆς Θεολογίας καὶ τῆς Φιλοσοφίας.
§233ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι αὐτή.
§234Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ξηρός, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ παρελείφθη, ἀφοῦ ὑπάρχει εἰς τὸ ἄλλο.
§235Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὴν εἶχον προσθέσει.
§236Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπίσης συμφωνῶ ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν παράγραφον, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς τακτικοὺς καθηγητὰς καὶ τοὺς ἐκτάκτους τὸ δικηγορεῖν. Ὅπως φαίνεται ἐδῶ ἀπαγορεύεται τὸ δικηγορεῖν εἰς ἅπαντα τὰ δικαστήρια πλὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, τουτέστιν εἰς τοὺς τακτικοὺς καὶ ἐκτάκτους.
§237Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἰς τοὺς τακτικοὺς πρέπει νὰ ἀπαγορεύηται, ὄχι εἰς τοὺς ἐκτάκτους.
§238Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀλλ’ ἐπίσης εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν ἕνα φόβον, τὸν ὁποῖον ἔχω, μήπως διὰ τῶν ἀπαγορεύσεων τούτων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον παρέχομεν ἀφ’ ἑτέρου εἰς τοὺς καθηγητὰς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ προσελκύσωμεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητὰς ἀνταξίους τῆς θέσεώς των, διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, προκειμένου περὶ τῶν ἰατρῶν, ἐθεωρήθη ὀρθὸν καὶ σκόπιμον ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου τοὺς ἰατρούς, εἶναι πολὺ περιοριστικὸν ν’ ἀπαγορεύηται τὸ δικαίωμα τοῦ δικηγορεῖν εἰς τοὺς δικηγόρους καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ ἀπαγόρευσις μὲν αὕτη εἶναι σκόπιμος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ἀντιστάθμισμα, πρέπει νὰ ἔχῃ αὔξησιν μισθοδοσίας, διότι οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι τὰ κέρδη τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἐκ τοῦ δικηγορεῖν εἶναι πολὺ μεγάλα. Θὰ προτιμήσουν νὰ θυσιάσωσι τόσα κεφάλαια λόγῳ τῆς διδασκαλίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ τόσον οἱ τακτικοί, ὅσον καὶ οἱ ἔκτακτοι καθηγηταί; Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν, αὐξανομένης δὲ τῆς μισθοδοσίας θὰ κατορθώσωμεν ὄντως, ὅπως οἱ κράτιστοι προσέλθωσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, καὶ δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν διὰ τὴν αὔξησιν ταύτην, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀριθμοῦ πολλῶν καθηγητῶν, τὸ δὲ κέρδος, ὅπερ θὰ προσπορισθῇ ἡ ἐπιστήμη, θὰ εἶναι ἀνώτερον τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ δώσωμεν. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγω, ἐξετάζων τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ φόβου μήπως οἱ κράτιστοι δὲν εἰσέλθουν.
§239Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§240ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ῥοντήρη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποδεχθῇ αὐτήν.
§241Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ ἓν «καί», διότι ἄλλως θὰ ἔχῃ ἀντίθετον ἔννοιαν.
§242Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ ὑπὲρ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διετύπωσεν ὁ κ. Γόντικας, διότι πραγματικῶς εἶναι λίαν σκόπιμα. Θὰ εἶναι ἄδικον καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ἐξασκῶν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ νὰ μισθοδοτῆται ὁμοίως μὲ τὸν καθηγητὴν τῆς Νομικῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται μόνον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Φρονῶ ὅτι εἶναι τελεία ἀνισότης, διότι 400 δραχμαὶ δὲν φθάνουσιν οὔτε διὰ περιοδικὰ ἐπιστημονικά. Ὅλοι γνωρίζομεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν καθηγητῶν.
§243Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐνόσῳ ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς καθηγητὰς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς ὡς καὶ τῆς Θεολογίας νὰ παραδίδωσιν εἰς ἰδιαίτερα ἐκπαιδευτήρια, δὲν ἐννοῶ διατί νὰ λαμβάνωσι περισσότερον μισθὸν παρὰ οἱ ἰατροί. Ἑπομένως εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ὁ μισθὸς τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν τῆς Φιλοσοφικῆς ὡς καὶ τῆς Θεολογίας δὲν πρέπει νὰ αὐξήσῃ, ἀλλὰ νὰ εἶναι εἰς ἴσην μοῖραν μὲ τὸν μισθὸν τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν τῆς Ἰατρικῆς.
§244Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὅλα, κύριοι Βουλευταί, εἶναι θαυμάσια καὶ θαυμασίως ψηφίζομεν. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὸ ἑξῆς ὑπὸ σημείωσιν. Ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν καθηγητῶν εἶναι βεβαίως πολὺ δικαία, ἀλλὰ δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει διὰ νόμου νὰ ληφθῇ μέτρον διὰ τὸν ἐκβιασμὸν τῶν σπουδαστῶν, ὅπως ἀγοράζωσι τὰ βιβλία τῶν καθηγητῶν καὶ τὰς φυλλάδας των ἀκόμη; Γνωρίζω Μακεδόνα, ὁ ὁποῖος προχθὲς ἤθελεν ὁ δυστυχὴς νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐξετάσεις, ἀλλ’ ἡ φυλλάδα ἔλειπε! Μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι γνωρίζετε τὰ συγγράμματα τὰ ἐν Ἑλλάδι.
§245Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ὁ φοιτητὴς αὐτός, τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε, εἶχε καὶ ἀδελφὸν ἐπίσης φοιτητὴν τῆς Ἰατρικῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε τὰ βιβλία αὐτά, καὶ τὰ προσήγαγε καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἐξετάσεις!
§246Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὁ πτωχὸς ἐκεῖνος σπουδαστὴς Μακεδὼν ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς συνάδελφον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ εὑρέθη ὁ συνάδελφος αὐτὸς ἐκ γενναιοδωρίας νὰ τῷ δώσῃ τὸ χρηματικὸν ποσὸν νὰ ἀγοράσῃ τὴν φυλλάδαν, νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐξετάσεις καὶ νὰ λάβῃ τὸ πτυχίον του! Παρακαλῶ ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς νὰ δύναται διὰ νόμου νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὴν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει.
§247Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ὁ βουλευτὴς αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Νεγροπόντης, ὁ ὁποῖος τῷ ἔδωκε τὰ βιβλία του, καὶ νὰ ληφθῇ μέτρον, ὥστε νὰ ἀσκῇ ὁ Ὑπουργὸς πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐναντίον τῶν καθηγητῶν αὐτῶν.
§248Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ὅτι ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπαγόρευσις τῆς ἀσκήσεως τῆς δικηγορίας περιλαμβάνει καὶ τὴν ἔμμεσον ἄσκησιν, οἵα εἶναι ὁ συνεταιρισμός. Θὰ εἶχον τὴν λέξιν «ὁπωσδήποτε», ὅτι δηλαδὴ «ἀπαγορεύεται ὁπωσδήποτε εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ν’ ἀσκῶσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου», ἀλλὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὅτι δύναται νὰ παρεξηγηθῇ ἡ φράσις. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν ἔθηκα τὴν λέξιν, διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι δύναται νὰ προσφεύγῃ μέχρι τοῦ σημείου τοῦ ν’ ἀπαγορεύσῃ ὁ Ὑπουργός. Ὄσον ἀφορᾷ τοὺς μισθοὺς ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἐπαρκῶς ἱκανοποιητικοί, διότι ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν ὅτι μέχρι σήμερον οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἀπεζημιοῦντο διὰ 350 δραχμῶν τὸν μῆνα· διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως ὁ μισθὸς ὁ μηνιαῖος αὐξάνει κατὰ 50 δραχμάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· αὐξάνει κατὰ 100 δραχμὰς διὰ τὸ φροντιστήριον, καὶ ἔγιναν 500. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· μετὰ δύο πενταετίας αὐξάνει κατὰ 100 δραχμάς, καὶ γίνονται 600. Ἀλλὰ προσέτι δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· τὰ ἐξέταστρα ἀνέρχονται εἰς 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ὥστε σήμερον εἶναι ἐξησφαλισμένος μισθὸς 700 δραχμῶν τὸν μῆνα διὰ τοὺς καθηγητάς. Καὶ ἄλλας δὲ ἀπολήψεις ἔχουσιν οὗτοι. Ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν τοὺς μισθούς, διὰ τοὺς αὐτοὺς περίπου λόγους, εὑρίσκω καλούς, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν πάντων τῶν στενῶν ὁρίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. (Διάλογοι). Ὁ κ. Μιχαλέας τελευταίως ἔθηκε τὴν πρότασιν, ὅπως ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἐκβιάζωσι τοὺς σπουδαστὰς πρὸς ἀγορὰν τῶν βιβλίων των. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, ν’ ἀρνηθῶ ὅτι πιθανὸν νὰ τύχωσι σήμερον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοιαῦται ἐκβιάσεις ἐκ μέρους τῶν καθηγητῶν· ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τοῦ κακοῦ τούτου ἡ πρόληψις ἢ μᾶλλον ἡ καταστολὴ δύναται νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δύναμαι δ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ὅτε μόλις εἰς ἐμὲ παράδειγμα τοιοῦτον κατηγγέλθη, ἀμέσως διέταξα ἀνάκρισιν διοικητικήν, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον, ἐὰν δὲ ἀποδειχθῇ ὅτι ὑπῆρξε πραγματικῶς καθηγητὴς ἐκβιαστὴς εἰς τοὺς φοιτητάς, θὰ τιμωρηθῇ οὗτος. Ἐν τούτοις διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας θέτω εἰς τὸ ἄρθρον 11, προβλέπεται τὸ τοιοῦτον καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλων διατάξεων, ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι οὐδεὶς Ὑπουργὸς θὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου νὰ τῷ καταδοθῇ τοιαύτη περίπτωσις ὡς ἡ ὑμετέρα καὶ νὰ μὴ τιμωρήσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων τὸν παρεκτραπέντα.
§249Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅτι ὑπῆρξε λίαν ἐπιεικὴς καὶ λίαν γενναιόφρων εἰς τὰς κρίσεις του. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ἐκβιασμὸς κατὰ τρόπον ἀσύστολον· ὀφείλω δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὅλαι αἱ κατόπιν Κυβερνήσεις δὲν θὰ ἐμπνέωνται ὑπὸ τῶν ἰδίων αἰσθημάτων καὶ ἡμεῖς τέλος πάντων οἱ πτωχοὶ δὲν θὰ δυνάμεθα ν’ ἀντικρύσωμεν τοὺς μεγαλοσχήμους ἐκείνους, καθόσον καὶ εἰς τὸ μέλλον ὁ νόμος θ’ ἀσκῆται ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν καὶ τῶν ἐπιτηδείων. Ἔχω καθῆκον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δι’ οἱουδήποτε μέτρου, ἀλλ’ ὅμως τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ πᾶς τις, θέσῃ φραγμὸν εἰς αὐτὸν τὸν ἐπαίσχυντον ἐκβιασμόν.
§250Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Β. Μιχαλέας, εὑρίσκω λογικωτάτην, ἀπορρέουσαν δὲ ἴσως ἐκ τῶν πραγμάτων.
§251Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὄχι ἴσως.
§252Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι διὰ διατάξεως, ἡ ὁποία τίθεται εἰς τὸ ἄρθρον 11, προβλέπεται τοῦτο, καὶ ὅτι οὐδεὶς Ὑπουργός, ὅταν δοθῇ μία περίστασις τοιαύτη, θὰ διστάσῃ νὰ τιμωρήσῃ τὸν καθηγητήν.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ἐπερατώθη. Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἥτις ἔχει διατυπωθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου πρὸ τῆς λέξεως «ἔκτακτοι καθηγηταὶ» καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: «ἡ θέσις τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων ἢ διευθυντῶν ἰδιωτικῶν μὴ ἐκπαιδευτικῶν ἐπιχειρήσεων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§254Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἰς τὴν ἐνάτην σελίδα νὰ διαγραφῶσι τέσσαρες σειραὶ εἰς τὰς ἀρχὰς ἀπὸ τῆς λέξεως «πέρα τῆς ἡλικίας ταύτης».
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἄρθρον 11ον (ἀναγινώσκεται). Οἱ κύριοι Ἀραβαντινὸς καὶ Γαϊτᾶνος εἶναι ἀπόντες. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§256Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ νὰ διδάξῃ καθηγητὴς ξένας γλώσσας, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ (ἀναγινώσκει) «πτυχίον κλπ». Τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ποῖος θὰ τοὺς ἐξετάσῃ;
§257Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι σήμερον, διὰ νὰ λάβῃ τις τὴν ἄδειαν τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός του ἐν Ἑλλάδι, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἓν πτυχίον ξένης Σχολῆς. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀρκεῖ καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλονται εἰς μίαν ἐξέτασιν οἱ ἔχοντες πτυχίον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐθεωρήθη ἤδη ὅτι προκειμένου νὰ καθιερωθῇ θέσις διδασκάλου ξένων γλωσσῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, νὰ ληφθῇ μία πρόνοια. Ὑπάρχει καὶ μία ξένη γλῶσσα, ἥτις δὲν ἔχει πτυχίον καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ Ἑβραϊκή· ἡ ἐξέλεγξις λοιπὸν τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ θὰ γίνῃ ἐνώπιον τῶν καθηγητῶν.
§258Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀναγνωρίζω τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἱκανότητος τοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἑβραϊκῆς, διότι εἰς οὐδεμίαν Σχολὴν δὲν διδάσκεται ἡ γλῶσσα αὕτη καὶ θ’ ἀφεθῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἱκανότητος τοῦ καθηγητοῦ εἰς τὴν καλὴν πίστιν τῶν καθηγητῶν τῶν Σχολῶν. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν καθηγητῶν τῶν ἄλλων γλωσσῶν πρέπει οὗτοι νὰ ἔχωσιν ὡρισμένα πιστοποιητικά.
§259Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Νὰ θέσωμεν «ἢ διὰ τὴν Ἀλβανικήν», ἀφοῦ ἐπιτύχῃ ἐν τῷ διαγωνισμῷ ἐνώπιον τῆς Σχολῆς. Ἡ διάταξις δέ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἔχων πτυχίον ξένης Σχολῆς οἱασδήποτε δύναται νὰ διορισθῇ, ἀφοῦ ὑποστῇ τὴν δοκιμασίαν, ἐγένετο παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχουσιν, ἀπορῶ δὲ πῶς αὐτοὶ διωρίσθησαν.
§260Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὴν σημασίαν τῆς δοκιμασίας ἐνώπιον τῆς Σχολῆς· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονῶ, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσι συμπληρωτικὰ προσόντα διὰ τοὺς καθηγητὰς τῶν ξένων γλωσσῶν, οἵτινες θὰ ὑποστῶσι δοκιμασίαν, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν κάμνει μνείαν περὶ αὐτῶν.
§261Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Αὐτὰ θὰ κανονισθῶσι διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Μὴ θέλετε νὰ κάμωμεν πολλὰς διατάξεις.
§262Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Παρατηρῶ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 11 ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔλλειψις. Βλέπω ὅτι ἐκ λόγων ἐθνικῶν εἰσηγεῖσθε, ὅπως διδάσκηται ἡ Ἀλβανικὴ γλῶσσα, ἐκ λόγων δὲ γενικωτέρου πολιτισμοῦ εἰσηγεῖσθε, ὅπως διδάσκηται ἡ Ἰταλική, ἡ Γερμανικὴ καὶ ἡ Ἀγγλική, παραμελεῖτε δὲ ἐντελῶς μίαν κατηγορίαν γλωσσῶν, τῶν Σλαυικῶν γλωσσῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη συμβάλει πολὺ εἰς τὴν Φιλολογίαν, ἰδιαίτατα δὲ ἡ Ρωσικὴ εἰς τὴν Θεολογίαν. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ αὐτὴ ἐκ λόγων γενικωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἐκ λόγων ἰδιαιτέρων διὰ τὴν Θεολογικὴν Σχολήν, διὰ νὰ παρακινηθῶσι καὶ οἱ ἡμέτεροι θεολόγοι εἰς τὴν Θεολογικὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγουσιν αἱ ῥωσικαὶ ἔρευναι. Ὡς εἶναι γνωστόν, αἱ ἔρευναι τῶν Ρώσων θεολόγων εἶναι ἔρευναι κύρους, αἱ ὁποῖαι καθοδηγοῦσιν ἢ συμβάλλουσιν εἰς τὴν καλλιτέραν γνῶσιν τῶν θεολογικῶν πραγμάτων. Νομίζω ὅτι ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶναι καιρὸς νὰ διορθωθῇ, δὲν θέλω δὲ νὰ εἴπω καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι ἐξ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Ρωσικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία παρῃτήθη τῶν δικαιωμάτων της, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν....
§263Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς σας.
§264Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πολὺ καλά.
§265Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀρκετὰ ἔχει φορτωθῇ ὁ Προϋπολογισμός.
§266Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου περὶ διδασκαλίας ξένων γλωσσῶν, ἡ ὁποία εἶναι μία καινοτομία λίαν εὐεργετικὴ διὰ τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, τοὺς ἀπορωτέρους ἰδίως, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμενοι ἐκ τῶν Γυμνασίων ὅλως ἀμαθεῖς ἀπὸ τὰς ξένας γλώσσας θὰ ἔχωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ διδάσκωνται μίαν χρησιμωτάτην ξένην γλῶσσαν. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διότι παρενέβαλε λίαν εὐστόχως τὴν ὄντως εὐεργετικὴν αὐτὴν διάταξιν. Ἀλλά, ἵνα λειτουργήσῃ τὸ τμῆμα αὐτὸ τὸ ξένων γλωσσῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐπ’ αἰσίοις οἰωνοῖς, καλὸν εἶναι νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν τροπολογίαν μου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διδασκαλία τῶν ξένων γλωσσῶν κλπ.». Ἡ προσθήκη αὕτη εἶναι ἀναγκαιοτάτη, δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον διατί ὁ μισθὸς τῶν διδασκόντων δὲν θὰ ὑπάγηται εἰς κράτησιν. Πρὸς τούτοις καὶ ἡ διατήρησις τῶν δικαιωμάτων τῶν τυχὸν μετατεθησομένων.....
§267Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πρὸ ὀλίγου εἶπον ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου φαίνεται ὅτι ἀναγράφεται κώλυμα ἑνὸς κατέχοντος θέσιν δημοσίαν, ὅπως ἀναλάβῃ καὶ ἑτέραν θέσιν.
§268Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ διδάσκηται καὶ ἡ Ἰαπωνικὴ γλῶσσα. Τὸ Ἰαπωνικὸν ἔθνος εἶναι ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐργάζεται καὶ θαυμάζεται.
§269Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Προσδοκᾶτε ὠφελείας, κ. Βουλευτὰ ἐκ Κυκλάδων;
§270Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Βεβαίως. Ἐγὼ βλέπω μεγίστην ὠφέλειαν. Ἐπειδὴ ὑπηρέτησα εἰς τὰ Γυμνάσια ἐπὶ 25 ἔτη καὶ γνωρίζω ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς Γαλλικῆς γλώσσης εἶναι ἐντελῶς ἄγονος λόγῳ τῆς καταστάσεως τῶν διδασκόντων, δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ φοιτητὴς ἐρχόμενος εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐν ἡλικίᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν εὐχερῶς δύναται νὰ μάθῃ μίαν ξένην γλῶσσαν, ὅτι, ἐὰν τακτοποιηθῶσι τὰ πράγματα ὅπως πρέπει, καὶ ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῶν ξένων γλωσσῶν θὰ εὐδοκιμήσῃ. Φρονῶ ἰδίᾳ ὅτι αὐτὸ τὸ τμῆμα τῶν ξένων γλωσσῶν ἠδύνατο ν’ ἀποβῇ τὸ μᾶλλον καρποφόρον διὰ τοὺς ἀπορωτέρους τῶν φοιτητῶν, οἵτινες θὰ σπεύσωσι νὰ ἐγγραφῶσι καὶ θὰ παρακολουθήσωσι τακτικῶς τὴν διδασκαλίαν τῶν ξένων γλωσσῶν, κατανοοῦντες τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκμαθήσεως μιᾶς ξένης γλώσσης. Ἡ αὔξησις ἑπομένως τῆς μισθοδοσίας θὰ συντελέσῃ νὰ σχηματισθῇ μικρὸν κατὰ μικρὸν ἱκανὸς ἀριθμὸς ἀρίστων διδασκάλων, διότι ἄλλως, ἂν μείνῃ ὁ μισθὸς ὡς ἔχει, θὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη καὶ μὲ τὴν διδασκαλίαν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν διδασκαλίαν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὅπου λόγῳ τοῦ περιορισμοῦ τῆς μισθοδοσίας οὐδεὶς διωρίσθη μέχρι σήμερον οὔτε θὰ διορισθῇ, διότι οὐδεὶς βεβαίως εἶναι τόσον ἀνόητος, ὥστε ν’ ἀφήσῃ θέσιν ὀργανικὴν ἐν τῷ Γυμνασίῳ καὶ ἀναλάβῃ ὑπηρεσίαν μὲ 200 δραχ. μηνιαίως καὶ ταύτας ἄνευ αὐξήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ τελευταῖον αὐτό, περὶ τοῦ ὁποίου μεριμνᾷ πολὺ δικαίως ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ διδασκαλία, ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἐὰν γίνῃ προσθήκη τις, τὰ πάντα διορθώνονται, διότι θὰ εἶναι εὔκολον ν’ ἀρθῶσι τὰ κωλύματα, διὰ τὰ ὁποῖα νομίζει ὁ κ. Κουλουμβάκης ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς αὐτός. Ἡ προσθήκη αὕτη....
§271Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ καθηγητὴς ξένης γλώσσης ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ δὲν θὰ διδάσκῃ μὲ τὴν μέθοδον τοῦ Ὀλλενδόρφου, ὥστε νὰ ἔχῃ 45 μαθητάς. Θὰ διδάσκῃ φιλολογίαν· ἑπομένως εἴτε τὸν ἀκούσουν 100 εἴτε εἷς, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.
§272Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς διδασκαλίας τῶν ξένων γλωσσῶν ἀποτελεῖ σπουδαιότατον συντελεστὴν εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς σπουδῆς τῶν φοιτητῶν ἐν γένει, ἰδίως δὲ τῶν φοιτητῶν ἐκείνων, οἵτινες λόγῳ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν μέσων δὲν δύνανται νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ὅπως συμπληρῶσι τὰς ἑαυτῶν σπουδάς. Τὸ ζήτημα ὅμως τοῦτο ἐνέχει καὶ σοβαρότητά τινα ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν τῶν λόγων, οἵτινες ἐπιβάλλουσι νὰ μὴ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αἱ ξέναι γλῶσσαι, αἵτινες θὰ διδάσκωνται ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Καὶ ἄλλοτε ἡ Πολιτεία ἠσχολήθη μὲ τὸ ζήτημα τῶν ξένων γλωσσῶν καί, ἐνῷ ἐλήφθη ὡρισμένη ἀπόφασις, κατόπιν τὰ πράγματα καὶ αἱ περιστάσεις ὑπέδειξαν ὅτι ἡ διδασκαλία ὡρισμένων γλωσσῶν δὲν ἐνεδεικνύετο οὔτε διὰ σκοποὺς ἐθνικοὺς οὔτε διὰ σκοποὺς πολιτικούς. Διὰ τοῦτο θὰ ὑπεδείκνυον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδοθησομένου κανονισθῶσι τὰ τῆς διδασκαλίας τῶν ξένων γλωσσῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
§273Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶμαι ἀπολύτως ἀντίθετος πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν διδασκαλίας ξένων γλωσσῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν κατώρθωσα νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθῇ ξένη γλῶσσα ἀπὸ πανεπιστημικῆς ἕδρας. Ἀλλά, ἀφοῦ οὕτως ἔδοξε τῇ Κυβερνήσει, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὑποκύψωμεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω, εἶναι τὸ ἑξῆς· «διὰ νὰ διορισθῇ τις διδάσκαλος ξένης γλώσσης, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ πτυχίον τοῦ μαθήματος, ὃ πρόκειται νὰ διδάξῃ». Δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτό. Πρέπει νὰ διορθωθῇ «πτυχίον τῆς γλώσσης, ἣν πρόκειται νὰ διδάξῃ». Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω ὡσαύτως, εἶναι τὸ ἑξῆς: εἰς τὸ 6ον ἐδάφιον λέγεται· «ὁ διορισμὸς ἑκάστου διδασκάλου ξένων γλωσσῶν ἰσχύει ἐπὶ ἕξ πανεπιστημιακὰ ἔτη». Τὸ πανεπιστημιακὸν ἔτος νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ πρὸς τὸ ἔτος τὸ πολιτικόν. Εἶναι ἐπίτηδες τεθειμένη ἡ λέξις αὕτη, διὰ νὰ ἐννοῇ τὸν χρόνον τῆς διδασκαλίας; Θὰ μισθοδοτῆται δηλ. ἐπὶ δέκα μῆνας; Αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις ἤθελον νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, παρακαλῶ δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ διόρθωσις τῆς λέξεως «μαθήματος».
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. (Ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως αἱ τροπολογίαι τῶν κυρίων Π. Ἀραβαντινοῦ, Γ. Γαϊτάνου, Π. Καραπάνου καὶ Ἰ. Πατσουράκου. Γίνονται εἶτα δεκτὰ δι’ ἀναστάσεως τὰ ἄρθρα 11–13 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§275Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἐκλεγεὶς καθηγητὴς ὑποχρεοῦται ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του νὰ ἐκδώσῃ διὰ τοὺς φοιτητὰς εἰς σύγγραμμα εὐσύνοπτον τὰς παραδόσεις τοῦ μαθήματος, ὃ διδάσκει». Κατὰ τὰ λοιπὰ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 15 ὡς ἔχει).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§277ΑΘ. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐν ἐδαφίῳ 5ῳ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀναγράφεται ὅτι θὰ δίδηται δίπλωμα «νομικῶν ἐπιστημῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιστημῶν». Ἐνταῦθα προκύπτει εἷς σκόπελος, καθ’ οὗ δέον νὰ λάβωμεν μέτρα, διὰ νὰ παρακωλύσωμεν εἴτε τὴν ἐπέκτασιν εἴτε τὴν διάδοσιν ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὴν διατήρησιν τῆς ἡμιμαθείας, δηλ. τὸ νὰ ἀποκτῶνται διπλώματα πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἄνευ καταρτίσεως νομικῆς. Ἐπικρατεῖ παρὰ πολλοῖς ἐν Ἑλλάδι ἡ ἰδέα ὅτι δύναταί τις νὰ καταρτισθῇ εἰδικὸς εἰς ἕνα κλάδον, χωρὶς νὰ εἶναι ἀρτίως κατηρτισμένος εἰς τὴν βάσιν τῆς ἐπιστήμης. Πολλοὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ καταρτισθῶσιν εἰδικοὶ εἰς ἕνα κλάδον καὶ νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ γίνωσι πολιτειολόγοι, χωρὶς νὰ γνωρίζωσι τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον.
§278Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὑπάρχει εἰδικὸν ἄρθρον περὶ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν.
§279Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τότε ἀναβάλλω τὰς παρατηρήσεις μου.
§280Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, «ἐὰν ἀπουσιάσῃ ἢ ἀπομακρυνθῇ εἷς τῶν ἐξεταστῶν, διακόπτονται αἱ ἐξετάσεις» λέγει τὸ νομοσχέδιον. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν τὰ ἄλλα, ἐρχόμεθα καὶ ἐπιβάλλομεν μίαν ποινήν. Διατί νὰ ξεσπάσῃ ἡ τυχαία ἀπομάκρυνσις ἑνὸς ἐξεταστοῦ εἰς βάρος τῶν φοιτητῶν;
§281Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Προσπαθεῖτε νὰ προσβάλητε τὴν σοφωτέραν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν ὑπάρχῃ διάταξις, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τῆς πείρας τῆς Ἑλληνικῆς, εἶναι αὕτη, διότι, ἂν πράγματι θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἐξετάσεις δεικνυούσας τὸ πνεῦμα καὶ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τοῦ ἐξεταζομένου, εἶναι νὰ μὴ ἀνταποκρίνηται μόνον πρὸς τὸ ξηρὸν γράμμα, τὸ ὁποῖον ἔμαθεν ὁ φοιτητής, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιστήμης καὶ ν’ ἀφήνῃ εἰς τὸν ἐξεταστὴν καθηγητὴν τὴν ἐντύπωσιν τῆς κρίσεως τοῦ ἐξεταζομένου· μόνον διὰ τοιούτων ἐξετάσεων θὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο. Διότι τί συνέβη μέχρι σήμερον; Κατηρτίζετο μία ἐπιτροπὴ καὶ ἤρχετο ὁ καθηγητὴς μόνος ἐν τῷ τμήματι καὶ ὑπέβαλλε τὸν φοιτητὴν εἰς μίαν ἐξέτασιν ἑνὸς μαθήματος καὶ ἂν ἐπετύγχανεν εἰς τὸ μάθημα τοῦτο τυχαίως, παπαγαλιστικῶς, ἐκτάκτως ὅλως, ὁ καθηγητὴς ἔδιδε τὸν μεγαλείτερον βαθμόν, ἀδιαφορῶν διὰ τὰ ἄλλα μαθήματα καὶ τὴν ἐν γένει κατάρτισιν καὶ κρίσιν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὁ ἐξεταζόμενος. Ἐν ᾧ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς τὰ ἄλλα Πανεπιστήμια οὐδεὶς ἐξετάζεται πλέον τῶν δύο ἢ τριῶν μαθημάτων, ἀλλὰ πάντες οἱ καθηγηταὶ ἐκεῖ εὑρισκόμενοι, παρακολουθοῦντες τὴν ἐξέτασιν, σχηματίζουσι γνώμην περὶ τῆς ὅλης καταρτίσεως αὐτοῦ καὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μορφώνωσι γνώμην ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου μαθήματος ἢ ζητήματος.
§282Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε· ἀλλά, ἀντὶ νὰ εἶναι εἰς βάρος τοῦ καθηγητοῦ, θὰ εἶναι εἰς βάρος τοῦ φοιτητοῦ.
§283Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ τιμωρῆται ὁ προεδρεύων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§284Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ζητεῖται νὰ γράφηται ἡ διεύθυνσις καὶ ἡ ἐν Ἀθήναις κατοικία τοῦ φοιτητοῦ, γνωστοῦ ὄντος ὅτι οἱ φοιτηταὶ ἀλλάσσουσι κατοικίαν καθ’ ἕκαστον μῆνα· προσέτι νὰ ἔχῃ περιθώριον ἕκαστος φοιτητὴς διὰ νὰ γράφῃ: συνοικία Βλασαροῦς, ὁδὸς δεῖνα, ἀριθμὸς δεῖνα· καὶ κατωτέρω: συνοικία Γαργαρέττας κλπ. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς περιττὸν καὶ δὲν ἁρμόζει εἰς πανεπιστημιακὸν ὀργανισμόν.
§285Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι εὐκολώτατον νὰ τηρηθῇ, ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἓν βιβλίον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ Πανεπιστήμια.
§286Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αὐτὰ μᾶς διώρθωσαν! (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 15–17).
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§288Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ. Ἀναγράφεται ὅτι οἱ ὑποβαλόντες διατριβὴν καταθέτουσι 200 δρ. Ὡς γνωστόν, ἡ αἴτησις τοῦ φοιτητοῦ πρὸς τὸν κοσμήτορα, ὅπως τῷ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα πρὸς ἐξετάσεις, γράφεται ἐπὶ χαρτοσήμου 250 δραχ. Ἤδη θὰ πληρώσῃ αὐτὰς τὰς 250 δραχμὰς καὶ ἄλλας 250, ἤτοι 500. Αὐτὴ ἡ ἐξήγησις πρέπει νὰ δοθῇ.
§289ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι τὸ δίπλωμα τοῦ διδάκτορος ἀποτελεῖ διὰ τὸν ἐπιστήμονα ἐξαιρετικόν τι ἀκαδημαϊκὸν προνόμιον. Δυστυχῶς μέχρι σήμερον παρηρμηνεύθη ἡ παροχὴ τοῦ τίτλου καὶ ἐδίδετο ἀφειδῶς εἰς πάντας. Ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν εἰς τὸ ὅτι ὀφείλομεν νὰ θεωρήσωμεν τὸ δίπλωμα ὡς σταθμὸν ὑπέρτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θὰ ἀποκτήσῃ ὁ φοιτητὴς διὰ τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξερχόμενος ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἐπιστημονικὸν ἐπάγγελμα ὁ φοιτητής, αἱ γνώσεις αὐτοῦ πρέπει νὰ εἶναι περισσότεραι ἐκείνων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἀπόκτησιν ἑνὸς διπλώματος, τοῦ ὁποίου ἔχει πάντοτε ἀνάγκην, ὅπως βιοποριστικῶς παλαίσῃ. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ καταβαλλόμενα πρὸς τὴν Πολιτείαν εἶναι μικρότερα. Ἀλλά, ἂν θέλῃ νὰ ἔχῃ καὶ τὰ ἄλλα, πρέπει νὰ ὑποστῇ μίαν δαπάνην, ἥτις θὰ εἶναι μικρὰ ἀπέναντι τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ.
§290Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ὑποχρεοῦτε τὸν φοιτητήν, ὅπως ἐκτυπώσῃ τὴν ἐναίσιμον διατριβήν. Δὲν πιστεύω νὰ ζημιωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ ἐπιστήμη, ἂν δὲν τυπωθῶσι τὰ φοιτητικὰ δοκίμια. Ἔχομεν δαπάνας 500 δραχμῶν καὶ ἄλλων 100 διὰ τὴν ἐκτύπωσιν, γίνονται 600. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 18–20 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 21ον).
§291Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Ἐπειδὴ ὁ νόμος προβλέπει περὶ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἤδη εὑρίσκονται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὁρίζει ὅτι θέλουσι διατηρηθῆ ἐν αὐτῇ κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῆς Συγκλήτου, πρὸς ἣν δίδει τὸ δικαίωμα τῆς αὐξήσεως καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα ἤδη ἔχουσι, νὰ δηλωθῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι οἱ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπάλληλοι διατηροῦσι τὸ δικαίωμα τῆς τε προσαυξήσεως καὶ τῆς προαγωγῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι. Τοῦτο δέ, διότι νομίζω ὅτι ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπαλείψαντος τὴν διάταξιν ταύτην δὲν ἦτο ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον κέκτηνται ἤδη οἱ εἰρημένοι ὑπάλληλοι.
§292ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καίτοι νομίζω ὅτι εἶναι πλεονασμός, δέχομαι νὰ γραφῇ καὶ ἑρμηνευτικὴ διάταξις εἰς τὰ Πρακτικά. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 21, ὡς ἐτροποποιήθη).
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται).
§294Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ τεθῇ «καὶ δέκα ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης».
§295ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί ὄχι γενικῶς διὰ τοὺς Ἠπειρώτας;
§296Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ διαθήκη τοῦ ἀειμνήστου Δόμπολη ὁμιλεῖ περὶ φοιτητῶν προερχομένων ἐξ Ἠπείρου· δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει καὶ ὁ διαθέτης τὴν πολιτειακὴν θέσιν τῆς Ἠπείρου, ὁποία εἶναι σήμερον. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ τμῆμα τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι μικρότερον τοῦ ὑποδούλου, δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἄλλην κατάτμησιν παρ’ αὐτήν, ἥτις ἐγένετο πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν καὶ μόνον. Ὁ ἀριθμὸς εἶναι οἷος ὤφειλε νὰ εἶναι ἐκ τῆς διαθήκης.
§297Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. 30 καὶ 10.
§298Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει ἐπιστήμων, ὁ ὁποῖος θέλει δι’ ἄλλην τινὰ ἀπαίτησιν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς σπουδάς του, βεβαιωθῆτε ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον θὰ δώσῃ πρὸς αὐτὸν τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας.
§299ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι καλὸν νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τὸ δοθησόμενον;
§300Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡρίσθη· τὰ τέλη καὶ λοιπὰ ἔξοδα ἐκπαιδεύσεως.
§301Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐν συνόλῳ τὰ τέλη· ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εὐρεῖαν ἑρμηνείαν εἰς τὴν λέξιν δωρεάν· δωρεὰν τὴν ὅλην ἐκπαίδευσιν. Ἐγὼ θέτω τὴν λέξιν δωρεάν, ὑποθέτω δὲ ὅτι ἐκ μέρους τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον εὐγνῶμον πρὸς τὴν δωρεὰν ταύτην, θὰ δοθῇ ἡ εὐρύτης τῆς ἑρμηνείας τῆς ὀφειλομένης εἰς τὸν σκοπόν.
§302ΝΙΚ. ΡΟΥΣΗΣ. Ὁ ἀείμνηστος Δόμπολης διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς διαθήκης του ὁρίζει νὰ δίδωνται κατὰ μῆνα 150 δραχμαί.
§303Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἔθηκε τὴν λέξιν ταύτην δωρεὰν σπουδῆς, ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἔκφρασις αὐτὴ εἶναι εὐρυτέρα. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι κάλλιον εἶναι ν’ ἀφεθῇ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἡ ἑρμηνεία τῆς λέξεως ταύτης, ἀφοῦ ὅλων ἡ γνώμη εἶναι ὅτι ὀφείλει νὰ εἶναι εὐρυτάτη ἡ ἀντίληψις τῆς λέξεως δωρεάν.
§304ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§305ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαιότατα.
§306ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Νὰ σημειωθῇ παρακαλῶ, ὅτι τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπεδέχθη καὶ ἡ Βουλή.
§307ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 22).
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
§309Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον ἀπεδέχθην, δέχομαι καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως τεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν οἱ ὑπάρχοντες σήμερον ὑφηγηταὶ θεωρηθῶσιν ἀπολυθέντες, ἐπαναδιορισθῶσι δὲ αὖθις, ὅταν διὰ τῆς δοκιμασίας τῆς ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου κριθῶσιν ἄξιοι νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν ταύτην.
§310Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ τῶν μεταβατικῶν διατάξεων, κύριοι Βουλευταί, τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου λαμβάνω τὴν τιμήν, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ἵνα ἀπὸ κοινοῦ ὑποβάλωμεν τροπολογίαν προκειμένου περὶ διορισμοῦ τακτικῶν καθηγητῶν εἰς ἀμφότερα τὰ Πανεπιστήμια, τὴν ὁποίαν καὶ θὰ ἀναπτύξω. Ἡ ὡς μεταβατικὴ διάταξις δυναμένη νὰ τεθῇ τροπολογία αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καθηγηταὶ τῶν μέχρι τοῦδε ἐν ἐνεργείᾳ ἑδρῶν τακτικῆς διδασκαλίας, πασῶν τῶν ἀποτελουσῶν τὸ μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου λειτουργοῦν Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον Σχολῶν, δύνανται ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου νὰ διορισθῶσι προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκ τῶν διδασκόντων ἐν ἀλλοδαποῖς Πανεπιστημίοις ὡς τακτικῶν ἢ ἐκτάκτων καθηγητῶν τὴν αὐτὴν ἢ συναφῆ ὕλην, ἢ ἐξ Ἑλλήνων ἐπιστημόνων συγγραψάντων ἔργα ἀνεγνωρισμένης ἐπιστημονικῆς ἀξίας, ὧν ἓν τοὐλάχιστον πρωτότυπον καὶ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ὕλην τῆς οἰκείας ἕδρας, εἴτε διδαξάντων καὶ προϋπηρετησάντων ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δύναται, ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὰς συνεπεία τοῦ νόμου ͵ΓΨΛΑʹ ληφθείσας περὶ τῶν πρῴην καθηγητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἀποφάσεις, κλπ.». Ἡ ὑποβολὴ τῆς τροπολογίας ταύτης, κύριοι Βουλευταί, ἐθεωρήθη σκόπιμον ὅπως γίνῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν εἶχον παραπεμφθῆ ἀμφοτέρων τῶν Πανεπιστημίων οἱ ὀργανισμοί, καθόσον ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ πάντων καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον σήμερον εὑρίσκεται κολοβωμένον ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ καθηγητῶν. Τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ τις νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ ὅτι ὡς ἔχουσι σήμερον αἱ Σχολαὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ὀργανισμοί, τοὺς ὁποίους ἐψηφίζομεν, ἑπομένως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπιβάλλεται νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ διορίσῃ καθηγητὰς κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον διαλαμβάνει ἡ τροπολογία αὕτη ἐν τῇ μεταβατικῇ διατάξει, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποδεχθῆ ταύτην. Πολλάκις ἠκούσθη προκειμένου περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ ἐπανάστασις, ὅτι αὕτη ἐνήργησε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐπεβάλλετο διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς παρ’ ἡμῖν διοικήσεως. Ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε οἱ πλεῖστοι, ἐπεκρίθη μάλιστα τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως, ὅτε μετὰ 4 μῆνας ἀπὸ τῆς ἐκρήξεώς της δὲν εἶχεν ἐπιβληθῆ, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους. Καὶ ὅτε ὑπεβλήθη τὸ μέτρον τοῦτο καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἤρχισεν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου τῆς ἐκκαθαρίσεως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶχε λάβει τὴν ἐντολὴν ταύτην. Ὅ,τι δὲ ἐγένετο διὰ τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς διοικήσεως, προκειμένου π. χ. περὶ τῶν δημοσίων ἔργων, περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου, τῶν ἀξιωματικῶν κλπ., δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλ’ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅροι ὅλως διάφοροι τῶν ληφθέντων κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν ἄλλων κλάδων· διότι, ὅτε ἐπεβλήθη ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ὑπαλλήλων τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ τῶν ἄλλων διοικητικῶν ὑπαλλήλων, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μέτρου τούτου, εἶχε στοιχεῖα καὶ ἠδύνατο νὰ λάβῃ τοιαῦτα ὑπευθύνως· ἠδύνατο νὰ κρίνῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους ἀναλόγως τοῦ φύλλου τρόπον τινὰ τῆς ποιότητος τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων, διότι ὑπῆρχον ἀποφάσεις περὶ καταχρήσεων, ὑπῆρχον ποιναί, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐπιβληθῆ διὰ ποικίλους λόγους, ἦσαν δὲ τρόπον τινὰ ἁρμόδιοι οἱ ἐκκαθαρισταὶ νὰ κρίνωσι περὶ τούτου. Ὁμοίως, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἀξιωματικῶν, ἥτις καὶ συνεζητήθη διὰ μακρῶν, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἐγένοντο καὶ ἀδικήματα, ὡς συμβαίνει εἰς πᾶσαν ἐπαναστατικὴν ἐποχήν, διέπραξαν ὅμως ταῦτα οἱ ἁρμόδιοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠδύναντο νὰ κρίνωσιν ἔχοντες ὑπ’ ὄψει φύλλα ποιότητος, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ἰδιαιτέρας πληροφορίας ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἥτις ἐγένετο βαρεῖα καὶ ἀμείλικτος ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, αἱ συνθῆκαι ἦσαν ἐντελῶς διάφοροι. Οἱ κληθέντες ἵνα ἐνεργήσωσι τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Πανεπιστημίου δὲν ἦσαν συγχρόνως καὶ ἁρμόδιοι οὐδὲ ἠδύνατό ποτε νὰ πιστευθῇ ὅτι εἶχον τὴν εἰδικότητα καὶ διορατικότητα οὕτως εἰπεῖν νὰ κρίνωσι τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Ὅτι ἔπρεπε καὶ τὸ Πανεπιστήμιον νὰ ἀποκαθαρθῇ οὐδ’ ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὑπῆρχον στοιχεῖα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρισθῶσι, καθὼς ὅμως καὶ ἕτεροι συνάδελφοι ἀνεγνώρισαν ἔμειναν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφεθῶσιν ἐκεῖ, ὅπερ ἀποδεικνύει ὅτι ἐγένοντο ἀδικίαι καὶ μάλιστα σκληραί. Διότι, ὡς εἶπον, προκειμένου νὰ κριθῶσι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ὑπὸ Ὑπουργῶν μὴ κατεχόντων στοιχεῖα τοιαῦτα, ὥστε νὰ τοὺς κρίνωσιν ὡς ἀποβλητέους, ἔπρεπε μετὰ πολλοῦ τοῦ δισταγμοῦ νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ἔργου αὐτοῦ καὶ μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἐν συνειδήσει νὰ ληφθῶσιν αἱ ἀποφάσεις, ὡς ἐνέπρεπεν εἰς τὸ ἀνώτατον ἡμῶν ἐκπαιδευτικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον συμβολίζει τὴν πνευματικὴν κίνησιν τοῦ Πανελληνίου. Καὶ διὰ τοῦτο εὐθὺς ὡς συνετελέσθη ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ Πανεπιστημίου ἠκούσθησαν ὄχι τὰ συνήθη παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀκούονται εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις, οὐχὶ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τοῦ στενοῦ κύκλου, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα, ἐκ τῶν σχέσεων καὶ γνωριμιῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀναπτύξει, ἀλλ’ ἠκούσθησαν κραυγαὶ ὀδύνης καὶ πόνου διὰ τὸν τοιοῦτον ἀκρωτηριασμὸν τοῦ Πανεπιστημίου παρὰ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ὡς ἔγκλημα ἐχαρακτηρίσθη ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῶν ἐκκαθαριστῶν. Καὶ ἀμέσως ἠρωτήθησαν πῶς ἔκριναν τέλος πάντων τοὺς καθηγητάς, διὰ τίνων μέσων. Ὡς εἴπομεν, διὰ τοὺς ἄλλους κλάδους ἐχρησίμευσαν φύλλα ποιότητος, πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας, πληροφορίαι ἄλλων ἀνωτέρων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ εἶναι κάτοχοι τοιούτων, ἔστω ψευδῶν καὶ συκοφαντικῶν, εἶχον ὅμως τὴν προέλευσιν τῶν εἰδικῶν, τῶν ἁρμοδίων, τῶν φυσικῶν τρόπον τινὰ δικαστῶν των. Τὰς πληροφορίας προκειμένου περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ Πανεπιστημίου ἔλαβε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον παρὰ διαφόρων εἴτε ἐνδιαφερομένων εἴτε ἐχόντων λόγους νὰ συκοφαντήσωσι τοὺς κρινομένους καὶ καρπωθῶσιν ὠφελήματα ἐκ τῆς ἀπωλείας τῆς θέσεώς των διαδεχόμενοι αὐτούς. Διότι, ὅπως εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐπεκράτει μία κατάστασις, ἡ ὁποία ἦτο εἰς ὅλους γνωστή. Καὶ ὑπῆρχον ἐκεῖ κόμματα μεταξὺ τῶν Σχολῶν ὄχι πλέον ὅπως ἦσαν ἐν τῇ διαπάλῃ τῇ ἐκλογικῇ, ἀλλὰ κἄτι τι περισσότερον· τὸ κόμμα τοῦ ἑνὸς καθηγητοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὑπὲρ αὐτοῦ ἓξ ἢ ἑπτὰ ψήφους, ἵνα προσφέρῃ εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐκδούλευσιν διὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ τὸν προσηλυτισμὸν ἄλλου, καὶ ἐκ μιᾶς τῶν κομματικῶν τούτων μερίδων ἐζητήθησαν πληροφορίαι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ οὕτως ἐπετεύχθη ὁ ἀλληλοσπαραγμός, σὺν τῇ ἀπωλείᾳ τῆς ὑπολήψεως τοῦ Πανεπιστημίου.
§311Ν. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Συνηγορεῖτε ὑπὲρ τῶν ἐκκαθαρισθέντων καὶ ὁμιλεῖτε ἤδη ἐναντίον αὐτῶν.
§312Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ ἐναντίον αὐτῶν, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἠδύναντο νὰ δοθῶσι καὶ ἐδόθησαν αἱ διάφοροι πληροφορίαι εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, παρὰ πηγῶν δηλ. ὑπόπτων καὶ ἰδιοτελῶν.
§313Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν ὅλοι.
§314Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν ὅλοι, ἂν ἠδύναντο εὐκόλως νὰ ἀντικατασταθῶσιν ἢ εὑρίσκοντο οἱ ὑπέρτεροι. Τοιοῦτον ἦτο τὸ πλῆγμα κατὰ τῆς ὑπολήψεως τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, τοῦ ἀνωτάτου ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανδιδακτηρίου, ὥστε, ὅπως εἶναι γνωστόν, οἱ βαλῆδες τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας δὲν ἤθελον νὰ ἀναγνωρίσωσι καὶ νὰ συνεργασθῶσι μετὰ ἰατρῶν, διπλωματούχων τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου, διότι ἔλεγον ὅτι προέρχονται ἀπὸ Πανεπιστήμιον, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ Πολιτεία ἀνεγνώρισεν ὅτι δὲν ἦτο οὐ μόνον εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλ’ εἰς κατάστασιν οἰκτράν. Περιοδικὸν τῆς Βουλγαρίας καὶ ἄλλων Βαλκανικῶν Κρατῶν ἀνέφερον τὰ τῆς καταστάσεως αὐτῆς τῆς ἐκκαθαρίσεως φιλοπαιγμόνως, ὁ δὲ διαπρεπὴς πολιτευτὴς τῆς Γαλλίας κ. Κλεμανσώ, ὅτε ἠρωτήθη τίνα ἐντύπωσιν ἔκαμεν εἰς αὐτὸν ἡ ἐκκαθάρισις, εἶπε: μόνον ὡς βάρβαρον ἠδύνατο νὰ κριθῇ τὸ μέτρον τοῦτο.
§315Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ποῦ τὸ εἶπε;
§316Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ἠρωτήθη παρ’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν καὶ ἐζήτησαν τὴν γνώμην του.
§317Ν. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐν τούτοις ἡ πατρίς του μᾶς ἔδωκε τὸ παράδειγμα τῆς ἐκκαθαρίσεως.
§318Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλήφθη παρὰ τῶν ἐπιτετραμμένων εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ μία σκαπάνη ἀνὰ χεῖρας, καὶ ἐνῷ τέλος πάντων ἔχομεν εἴτε ἓν οἰκοδόμημα, ἔστω καὶ σαθρόν, εἴτε μίαν καλύβην, ἂν δύναμαι οὕτω νὰ χαρακτηρίσω, κατέσκαψαν καὶ ἀνέτρεψαν τὸ οἰκοδόμημα, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωσιν ἂν εἶχον ὑλικὰ πρὸς ἀνέγερσιν νέου μεγαλοπρεποῦς τοιούτου, ὡς ὑπεσχέθησαν, καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα ἐν ὑπαίθρῳ, χωρὶς νὰ ἔχωμεν καὶ σαθρὸν ἔστω οἴκημα, εἴμεθα δηλ. ἄνευ Πανεπιστημίου, πρὸς ζημίαν κοινωνικὴν καὶ ἐθνικὴν μεγίστην. Καὶ τοῦτο καταδείκνυται ἐκ τοῦ ὅτι ἤλθομεν ἀμέσως καὶ προέβημεν εἰς τοιαύτην ἐσπευσμένην ἐνέργειαν· φαίνεται ὅθεν ὅτι κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν δὲν ἐπεκράτησε τὸ δίκαιον, διότι δὲν εὑρέθησαν οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἀναπληρώσωσι τοὺς ἐκκαθαρισθέντας, ἐνῷ, κύριε συνάδελφε ἐξ Εὐβοίας, ἐν Γαλλίᾳ ἐγένετο μὲν ἐκκαθάρισις, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἐπικουρία ἀρκετὴ ἐπιστημόνων, ὅπως ἀναπληρώσωσι τοὺς ἐκκαθαρισθέντας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι προκειμένου περὶ πανεπιστημιακοῦ ζητήματος συζητῶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑστεροβουλίας, οὐδὲ ἐπιδιώκω τι ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως γνωρίζει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτε συνεζητήσαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ κατ’ ἰδίαν, καὶ οὐδεμίαν ἄλλην ὑστεροβουλίαν ἔχω ἢ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι ὑπῆρξα τρόφιμος αὐτοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ὀφείλω περισσότερον διὰ τοῦτο νὰ ὑπερασπίσω αὐτό. (Χειροκροτήματα). Ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ὥστε νὰ παραστήσω τίνος εἴδους κατάστασις ἐπεκράτησε κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Πανεπιστημίου.
§319Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ........
§320Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα ὅμως ὑμᾶς, κύριε Δεμερτζῆ, ὅτε ὡμιλήσατε ἐπὶ τοῦ πανεπιστημιακοῦ ζητήματος, νὰ εἴπητε ὅτι αἱ Σχολαὶ εἶναι ἐκφαυλισμέναι, ὅτι εἶναι αἰσχραί, ἐνῷ ταυτοχρόνως ὑπεστηρίξατε ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἀπόλυτος ἐλευθερία ἐνεργείας πρὸς αὐτάς. (Χειροκροτήματα). Εἴδετε, κύριοι Βουλευταί, καὶ εἶναι γνωστὸν ἐξ ἐπισήμων πραγμάτων καὶ πληροφοριῶν ὅτι κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ἐκκαθαρίσεως ἔλαβον χώραν ἐγκλήματα, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν, διότι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Ῥάλλη τροπολογία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ διορίσῃ καθηγητὰς ξένων Πανεπιστημίων, τί ἐγένετο, νομίζετε; Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν στέλλει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκκαθαρίσεως, καὶ παραλαμβάνει τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά, ὡς καὶ τὴν τροπολογίαν, ἥτις δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ἐπὶ τούτῳ βιβλίον, τὰ ὁποῖα ἀνέγραφον αὐτὴν τὴν φράσιν, καὶ ἀντὶ «ξένων Πανεπιστημίων» ἔθεσεν «ἀνεγνωρισμένων Πανεπιστημίων». Ζητοῦνται κατόπιν τὰ Πρακτικά, τὰ ὁποῖα διελάμβανον τὴν τροπολογίαν, ἥτις σημειωτέον ἦτο χειρόγραφος, καὶ ἀναγράφουσι τὰ πρωτότυπα: «ἐνταῦθα ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν αὐτοῦ ὁ κ. Ῥάλλης»· Τί δὲ νομίζετε ὅτι ἔχει γράψει ὁ μακαρίτης Πολυζωίδης ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν Πρακτικῶν; «Τὰ Πρακτικὰ ταῦτα παρελήφθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας διά τινος τῶν τμηματαρχῶν καὶ δὲν ἐπεστράφησαν». Καὶ σήμερον ταῦτα δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅστις θέλει δύναται νὰ λάβῃ ἐπισήμους πληροφορίας, ἵνα κατανοήσῃ ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, δηλαδὴ τὴν ἐκκαθάρισιν, δὲν ὑπηγόρευσε πνεῦμα δικαιοσύνης οὔτε πνεῦμα ἀναστηλώσεως τοῦ γοήτρου τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ ταπεινὰ συμφέροντα ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐμπάθεια ἐξ ἄλλου.
§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ἵνα εἴμεθα ἐν τάξει σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς. Ὁ μακαρίτης Πολυζωίδης ἦτο ἐπιθεωρητὴς τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν καὶ οὐχὶ συντάκτης τῶν Ἐπισήμων τοιούτων. Λοιπὸν τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, εἶναι ὅτι πρόκειται περὶ παραλαβῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν καὶ οὐχὶ τῶν Ἐπισήμων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται τετυπωμένα.
§322Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀνομολογῶ ὅτι ἤθελον νὰ εἴπω περὶ τῶν Ἐστενογραφημένων.
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ ἂν παρελήφθησαν καὶ οὐδαμῶς ἐπεστράφησαν, τοῦτο δύναται νὰ διορθωθῇ, διότι τὰ πρωτότυπα κρατοῦνται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ πᾶς ὁ θέλων δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν.
§324Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς γίνῃ ἡ μετάφρασις ἐκ τοῦ πρωτοτύπου, ἵνα ἴδωμεν ἂν εἶναι ξένων ἢ ἀνεγνωρισμένων Πανεπιστημίων, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς τροπολογίας δὲν δύναται νὰ διευκρινισθῇ, διότι ἐξηφανίσθη αὕτη καὶ τὰ Πρακτικὰ διαλαμβάνουν μόνον «ἐνταῦθα ἀναγινώσκει κλπ.» ἄνευ τοῦ περιεχομένου.
§325Ν. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ γίνῃ ἡ μετάφρασις αὕτη, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς εἶναι πραγματικός.
§326Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως εἶναι διατετυπωμένη ἡ μεταβατικὴ διάταξις δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἐκκαθαρισθέντων οὐδὲ περὶ εἰσαγωγῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ὡρισμένων προσώπων, οὐδὲ ὑπεραμύνομαι τοιούτων. Πρόκειται νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὡς ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, ἥτις ἐψήφισε καὶ τὰ δύο πανεπιστημιακὰ νομοσχέδια, καὶ ἀκριβῶς, ὡς εἶπον, πρὸς ἀνύψωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ Πανεπιστημίου, ἵνα, ἀφοῦ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα, ἀποκαταστήσῃ τὸ Πανεπιστήμιον εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ πάντες τὸ ὠνειροπολήσαμεν, ἵνα ἐκπληρώσῃ τοὺς μεγάλους καὶ ἐθνικοὺς αὐτοῦ σκοπούς. (Χειροκροτήματα).
§327Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 23, διότι τροπολογία τις, κυρίως εἰπεῖν, εἰς τὸ ἄρθρον 23 δὲν προτείνεται. Προτείνεται μόνον ἡ παρεμβολὴ διατάξεως μεταβατικῆς, τῆς ὁποίας ἡ ἔκτασις ζητεῖται νὰ περιλάβῃ καὶ τὸ χθὲς ψηφισθὲν ἕτερον νομοσχέδιον. Εἶναι δὲ ἴσως ἀμφίβολον ἂν διὰ διατάξεως περιλαμβανομένης κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν ὡς τροπολογίας, θὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν ἐγκύρως ἀπόφασιν, οἵα ζητεῖται ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τῆς ὁποίας ἡ ἰσχὺς θὰ ἐπεξετείνετο καὶ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου καὶ ἤδη ψηφισθέντος. Διὰ τοῦτο ὀρθότερον θὰ ἦτο ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία προτείνεται, νὰ συζητηθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὡς πρότασις ἰδίου νόμου, ἀναφερομένου καὶ εἰς τὰ δύο νομοσχέδια. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 23, καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν γνώμην της.
§328Ν. ΞΗΡΟΣ. Καὶ πότε θὰ ψηφισθῇ, κύριε Πρόεδρε, εἰς βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν;
§329Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὰς ἑπομένας συνεδρίας.
§330Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὡς πρότασις νόμου, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἄνευ συζητήσεως καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ταύτην ὡς ἐπιθυμοῦμεν κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν.
§331Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι πολὺ λογική. Θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας κατὰ τὴν βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν.
§332Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, παραιτουμένων τῶν ῥητόρων.
§333Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ψήφισις κατ’ ἀρχὴν σημαίνει ὅτι μόνον ἐν ταῖς λεπτομερείαις εἶναι δυνατὴ ἡ συζήτησις.
§334Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§335Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διαφωνοῦμεν ῥιζικώτατα εἰς τὴν βάσιν καὶ ἐνιστάμεθα μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μας. Νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ ἐξαντλήσωμεν ὁλόκληρον τὴν δύναμίν μας, ὅπως τοιαύτη διάταξις μὴ ψηφισθῇ ἀλλ’ ἀπορριφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Νομίζω μάλιστα ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ τοιαύτη διάταξις, καθ’ ὃν χρόνον ὑπολείπονται τόσαι ἡμέραι, ὅσαι δὲν ἀρκοῦσι πρὸς συζήτησιν σοβαρωτέρας ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶναι ὁ Προϋπολογισμός. Ἐὰν περισσεύσῃ χρόνος, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην. Νομίζω ὅτι κατόπιν τῆς χθεσινῆς ὁλονυχτίας πρέπει νὰ μᾶς δοθῇ τὸ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα, ὅπως ἀναγνώσωμεν τοὐλάχιστον τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἔχω δηλώσει ὅτι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἔλαβον καιρὸν οὐδὲ νὰ φυλλομετρήσω τὰς δηλώσεις ταύτας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δυνάμεθα κατόπιν τῆς χθεσινῆς ὁλονυκτίας νὰ ὑποστῶμεν καὶ ἑτέραν τοιαύτην σήμερον. Θὰ τὴν ὑποστῶμεν συζητοῦντες ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ νόμου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρὸ ταύτης εἶναι ἀνάγκη νὰ προτάξῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν Προϋπολογισμόν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ σκοπὸν ἐπιτρέπουσα νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις αὕτη νὰ ἀφήσῃ νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ πολὺ χειρότερον τρόπον παρ’ ὅ,τι συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.
§336Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρωτίστως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 23 καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ταύτης. Λοιπὸν ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
§338Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς 3ης παραγράφου κατὰ λάθος λέγει «ἐὰν ἀποτύχωσιν».
§339Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. «Ἐὰν ἐπιτύχωσι».
§340Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. «Ἐὰν ἐπιτύχωσιν ἐν αὐτῷ, ὁ χρόνος τῆς μέχρι τοῦδε.....».
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 23 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Ῥούση περὶ προσθήκης ἰδίου ἄρθρου, ὅτι «εἴκοσι νέοι καταγόμενοι ἐξ Ἠπείρου θέλουσι σπουδάζει ἄνευ τελῶν».
§342ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐλήφθη πρόνοια.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούση. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου συναινέσει τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται. Ἔχομεν τώρα τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως νόμου πλέον.
§344Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου, κ. Πρόεδρε, ἀνεβλήθη.
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀνεβλήθη. Ἔχομεν τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως νόμου τῶν βουλευτῶν κυρίων Γ. Λαμπρινοπούλου καὶ Ε. Κουλουμβάκη «περὶ προσθήκης μεταβατικῆς διατάξεως κανονισμοῦ τῆς πληρώσεως τῶν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ ἑδρῶν». Ἐπὶ τοῦ κατεπείγοντος δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία.
§346Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Καὶ ἐπὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§347ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὑπερβολή.
§348Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Πιθανὸν νὰ ἔχητε τὴν γνώμην σας, καὶ νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου.
§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε λοιπόν.
§350Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἴσως εἶναι μᾶλλον κατεπείγουσα ἄλλη πρότασις νόμου, ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 18 «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων» καὶ παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα καὶ προταχθῇ.
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον τῆς συζητήσεως καὶ προτάξεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων κλπ.» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΒΡΖʹ τοῦ 1893 περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). «Τὰ ἐδάφια 2 καὶ 4 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΒΡΖʹ τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς: 2) «διετῆ ὑπηρεσίαν γραμματέως Εἰρηνοδικείου ἢ τριετῆ ὑπηρεσίαν ἐμμίσθου ὑπογραμματέως ἢ γραφέως πολυμελοῦς Δικαστηρίου ἢ τετραετῆ ὑπηρεσίαν ὑπογραμματέως Εἰρηνοδικείου». 4) «ἀπολυτήριον Ἑλληνικοῦ σχολείου μετὰ προηγουμένην ἐξέτασιν συμφώνως τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ 2». Διάταξις προσωρινή. «Ἡ συμπλήρωσις τῶν κενῶν θέσεων εἰσαγγελέων Ἐφετῶν καὶ ἀντεισαγγελέως Ἀρείου Πάγου, ἐντὸς προθεσμίας τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου γίνεται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, κατ’ ἐκλογὴν ἐκ τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν παρ’ ἐφέταις ἀντεισαγγελέων τοῦ Κράτους, ἢ καὶ ἐκ δικηγόρων ἐχόντων δωδεκαετῆ τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν».
§352Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄλλο κατωτέρω δὲν εἶναι εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§353Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τετυπωμένον. (Διάλογοι). Θέλετε νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν εἰς δεκαετῆ; Τὴν ἐλαττώνομεν.
§354Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι ἐν ἐνεργείᾳ δικηγόροι εἰσῆλθον ἀπὸ τὸν δικηγορικὸν κλάδον εἰς τὸν εἰσαγγελικὸν ηὐδοκίμησαν ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὅμως δικηγόρων.
§355Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν θὰ εἶχον, διότι ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν ὅτι δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσιν ἐκ τῶν δικηγόρων οἱ κατάλληλοι διὰ τὰς θέσεις τῶν εἰσαγγελέων, καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ τούτου μόνον δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Ἀλλά, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἡ προσωρινὴ διάταξις, περιλαμβάνει τοὺς ἐφέτας καὶ τοὺς παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελεῖς καὶ ὡρισμένον ἀριθμὸν δικηγόρων, ἀποκλείει δὲ ὡρισμένην τάξιν δικαιουμένων νὰ ζητήσωσι νὰ διορισθῶσι, τὴν τάξιν τῶν πρώην εἰσαγγελέων Ἐφετῶν καί.....
§356Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δά!
§357Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄν γίνῃ δήλωσις ὅτι δὲν ἀποκλείονται αὐτοί......
§358Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν ἀποκλείονται. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ αὐτῶν. Ἐὰν καὶ αὐτοὶ δὲν ἐμποδίζωνται ἐξ ἄλλης διατάξεως τοῦ νόμου καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐμποδίζονται ὡς δικηγόροι, δύνανται ἄριστα νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν. Δὲν ἀποκλείει ποτὲ ὁ νόμος αὐτούς. Λέγει «δικηγόροι ἔχοντες δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν». Ἑπομένως, ἐὰν ἐξ ἄλλης διατάξεως δὲν κωλύωνται, δυνάμει αὐτῆς δύνανται νὰ ὑπάγωνται εἰς αὐτήν.
§359Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐννοούμεθα κάλλιστα. Πρέπει δὲ νὰ ἀποκαλύψω ὁλόκληρον τὸ πραγματικὸν μέρος, διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν καλλίτερον, καὶ ἐπὶ τούτου θέλω νὰ προκαλέσω τὴν γνώμην σας. Ἀπελύθησαν οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν οἱ πέντε δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Διὰ νὰ ἀναδιορισθῶσιν αὐτοί, χρειάζεται γνωμάτευσις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§360Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§361Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλὰ γνωμάτευσις, ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ, ἀφοῦ παρέλθῃ διετία.
§362Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς αὐτὸ ἰσχύει ἡ διάταξις.
§363Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως ἰσχύει. Ἡ διετία συμπληροῦται μετὰ ἕξ μῆνας. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀποκλείονται ἐντελῶς ἐκεῖνοι καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀναδιορισθῶσι, διότι θὰ συμπληρωθῶσιν αἱ θέσεις.
§364Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν συμπληρωθῶσι, βεβαίως ὄχι.
§365Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν συμπληρωθῶσι, βεβαίως ὄχι. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον καὶ θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αὐτοὶ μετὰ γνωμάτευσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, δηλαδή, ἀντὶ νὰ γνωματεύσῃ περὶ αὐτῶν τὸ Συμβούλιον μετὰ ἕξ μῆνας, νὰ γνωματεύσῃ μετὰ παρέλευσιν τεσσάρων μηνῶν, νὰ λάβωσι προθεσμίαν δύο μηνῶν, καὶ ἐπὶ τούτου ἤθελον τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§366Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο κατάργησις τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, δὲν νομίζω δὲ ὅτι δύναμαι νὰ εἰσαγάγω κατάργησιν.
§367Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς κατωτέρας θέσεις δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐκεῖνοι;
§368Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα. Ἐλύθη τὸ ζήτημα συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βοζίκη.
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ. Ζητῶ τὸν λόγον καὶ ἐγώ. (Καταλαμβάνει τὴν προεδρικὴν ἕδραν ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Παπαϊωάννου).
§370ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§371Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀποσύρῃ τὴν προσωρινὴν διάταξιν, ἡ ὁποία προστίθεται· ἤθελον παρακαλέσει δὲ τοῦτο διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Κατ’ οὐσίαν εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν διάταξιν, διότι νομίζω ὅτι ἀκριβῶς πρέπει νὰ εὐρυνθῇ τὸ στάδιον τῆς ἐκλογῆς τῶν εἰσαγγελέων Ἐφετῶν, διότι τὸ ἤδη στάδιον ἐκλογῆς εἶναι στενόν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν νόμον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, προσῆκεν, ἵνα διάταξις ἀφορῶσα εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν προσωπικὸν εἶχε τεθῇ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν σήμερον, τὸ ὁποῖον εἶναι πρότασις νόμου «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων», δὲν ἔχει καμμίαν ἁρμοδιότητα νὰ περιλάβῃ διάταξιν τροποποιοῦσαν τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἔχει ἡ πρότασις νόμου. Ἡ πρότασις ἔχει ὑποβληθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ξηροῦ καὶ ἔχει οὕτω· «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΒΡΖʹ τοῦ 1893 περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων». Σήμερον τροποποιεῖται ὁ τίτλος εἰς γʹ ἀνάγνωσιν καὶ γίνεται «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων» καὶ εἰσάγεται διάταξις, ἥτις ἤδη θὰ ψηφισθῇ διὰ μιᾶς μόνον ἀναγνώσεως, ἐνῷ εἶναι διάταξις περὶ νέας ὕλης, ἥτις ἔδει εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις νὰ ψηφισθῇ.
§372Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ προσόντων.
§373Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ναί· ἀλλ’ εἰσάγεται διάταξις θίγουσα ἄλλον νόμον, ἡ ὁποία θέλει ψηφισθῇ εἰς μίαν καὶ μόνην ἀνάγνωσιν. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποσυρθῇ ἡ προσωρινὴ διάταξις καὶ νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀφορῶσα τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας. Θὰ ἐπικροτήσω δὲ πληρέστατα καὶ θὰ ψηφίσω πρῶτος ἐγώ, ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰσαχθῇ ὡς ἴδιον νομοσχέδιον τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ψηφισθῇ ἐπειγόντως. Θὰ εἴμεθα δ’ οὕτως ἐντελῶς ἐν τάξει. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω.
§374Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ἡ πρότασις, Κύριοι, ὑποβάλλεται καλῶς διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω προλαβόντως εἰς τὴν Βουλὴν ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς προτάσεως νόμου, τὴν ὁποίαν ἐκύρωσεν ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως, καὶ ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀναμνησθῶ ἴσως ταύτης ἐσχάτως ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ ὁποίου ἐψηφίσθησαν τέσσαρα ὅλα ἄρθρα. Ἔρχονται ἄλλαι διατάξεις τοῦ αὐτοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, καὶ τότε ἡ Βουλὴ παρεῖδεν ἴσως μικράν τινα ἀταξίαν· ἀπέβλεψεν ὅμως εἰς τὴν σκοπιμότητα τῆς διατάξεως καὶ ἐπεκύρωσε ταύτην σχεδὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως, διότι αἱ ἀντιρρήσεις ὑπῆρχον εἰς ἄλλα τινὰ σημεῖα. Ἡ διάταξις ἐκείνη ἡ προσωρινὴ εἶναι ἐξαιρετικῆς σκοπιμότητος, ἀλλὰ καὶ ἐπειγούσης φύσεως, δύναμαι νὰ εἴπω, ἴσως δὲ ἐνταῦθα κεῖται ὁ λόγος τῆς ἀντικρούσεως αὐτῆς· εἶναι ἐπειγούσης φύσεως, διότι πρέπει νὰ πληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις τῶν παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελέων· τὰ ὅρια δέ, τὰ ὁποῖα ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία τάσσει, εἶναι στενά, καὶ νομίζω ὅτι παρέχει ἐπαρκῆ ἐγγύησιν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὅπως παράσχωμεν εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσῃ περὶ πληρώσεως τῶν θέσεων τούτων. Συνιστῶ ἑπομένως εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑπερψηφίσῃ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐὰν θέλῃ νὰ ὀργανώσῃ τὰς Εἰσαγγελίας τοῦ Κράτους κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ὑψηλὴν αὐτῶν ἀποστολήν.
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§376Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τυπικῶς θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Στράτος· ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσω οὐσιαστικῶς τὸ πρᾶγμα. Ὑπῆρξα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐνθουσιωδῶς ἐπεκρότησαν τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου· ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ παλινῳδήσω. Ἀλλὰ καὶ δὲν νομίζω ὅτι τὸ ὀρθῶς παρουσιασθὲν κενὸν πληροῦται ἐπίσης ὀρθῶς διὰ τῆς ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν προτάσεως. Ὡς καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ἡ σπουδαιοτάτη πασῶν τῶν δικαστικῶν θέσεων εἶναι ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, διότι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἶναι ὁ ἐπιθεωρητὴς τῆς δικαιοσύνης, ἐκεῖνος ὅστις διὰ τῶν ἐκθέσεων αὑτοῦ συχνὰ καὶ πυκνὰ διαφωτίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ γνωρίζει τὴν πολιτικὴν τὴν νομοθετικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν δικαστικῶν πραγμάτων. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν πρέπει νὰ εἶναι μία εὐρεῖα διάνοια, εἷς ὀφθαλμὸς τῆς δικαιοσύνης, ὅστις νὰ βλέπῃ καὶ εὐρύτατα καὶ βαθύτατα, καὶ ἡ θέσις ἑπομένως ἐκείνου οὐδαμῶς συμβιβάζεται πρὸς τὸ στενὸν γραφειοκρατικὸν πνεῦμα τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ, πρὸς τὸ στενὸν πνεῦμα τὸ συναδελφικὸν τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ, ὅστις μεταβαίνει δῆθεν νὰ ἐπιθεωρήσῃ, πράγματι ὅμως ἵνα συμφάγῃ καὶ συνδιασκεδάσῃ μετὰ τῶν συναδέλφων αὑτοῦ. Ἐὰν θέλητε νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην εἰς τὴν περιωπὴν αὐτῆς, ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε τὸν σπουδαιότατον τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν πραγματικῶς εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἔχητε λαμβάνοντες αὐτὸν ἐκ τῆς τάξεως τῶν ἐφετῶν καὶ ἐκ τῆς τάξεως τῶν ἀντεισαγγελέων τῶν Ἐφετῶν· θὰ ἦτο θαυμάσιον ἂν ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, περὶ οὗ τόσος πρό τινων μηνῶν ἐγένετο λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀνήρχετο εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ περιορίσητε τὴν πρότασίν σας, κ. Ὑπουργέ, — τὴν πρότασιν, ἣν υἱοθετεῖτε, ἑπομένως εἶναι πρότασις ὑμῶν — νὰ τὴν περιορίσητε μόνον εἰς τὸ τελευταῖον μέρος αὐτῆς, δηλαδὴ οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν νὰ ληφθῶσι μόνον ἐκ τῆς τάξεως τῶν δικηγόρων.
§377Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἴ! μά!
§378Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αἴ! μά! Αἴ! μά! Δὲν ὑπάρχει ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὅστις νὰ τολμᾷ νὰ εἴπῃ ὅτι δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν.
§379Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν εἴπῃ τις δὲν θὰ τὸν κάμωμεν.
§380Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ τὸν κάμητε σεῖς, ἀλλὰ θὰ τὸν κάμῃ ἄλλος. Δὲν ὑπάρχει ἐφέτης, ὅστις νὰ δύναται νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν ἐκείνην.
§381Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ὁμολογοῦσι μόνοι των.
§382Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ὅτι τὸ ὁμολογοῦσι μόνοι των, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐκεῖνος, ὅστις διετέλεσε τακτικὸς δικαστής.
§383Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μανωλίδης τῶν Πατρῶν. Ἔχετε ὡρισμένον ἀντεισαγγελέα ὑπ’ ὄψει σας.
§384Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Προέρχεται ὅμως ἐκ δικηγόρων. Εἶναι δικηγόρος πρὸ πενταετίας.
§385Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τοὺς παίρνετε ὅλους σβάρνα.
§386Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφήσατε τώρα δι’ ὡρισμένα πρόσωπα, ἀφήσατέ με νὰ ὁμιλῶ ὅσον δύναμαι καὶ ὅσον πρέπει νὰ ὁμιλῶ περὶ τῶν δικαστικῶν προσώπων καὶ πραγμάτων, περὶ ὧν ὑμεῖς ἔχετε περιωρισμένην τινὰ γνῶσιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ ἀπησχόλησα μίαν πενταετίαν τοῦ βίου μου ὁλόκληρον. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἱκανὸς νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μακρὰ ἔτη διετέλεσε τακτικὸς δικαστής, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ εἷς εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν κοινωνικὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν. Διότι δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰ δικαστικὰ πράγματα οὐχὶ τοῦ τόπου ἡμῶν ἀλλὰ παντὸς τόπου, ὅτι οἱ τακτικοὶ δικασταὶ κέκτηνται τὸ προνόμιον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης κατ’ ἀκρίβειαν καὶ ἰσότητα, ἀλλὰ στεροῦνται τοῦ πνεύματος τοῦ διοικητικοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ εἰσαγγελεύς, τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνεξαρτήτου, τοῦ πνεύματος τοῦ εὐρέος. Ἑπομένως ἐπιβάλλεται ἀπαραιτήτως νὰ περιορίσητε τὴν πρότασίν σας, κ. Ὑπουργέ, καὶ τὴν περιωρίσατε μάλιστα, ἐὰν δὲν πλανῶμαι καὶ ἐὰν δὲν λησμονῶ, κατὰ τὰς γνώμας τὰς ὁποίας καὶ ὑμεῖς ἄλλοτε εἴχετε, ὅτε ἐπεδοκιμάζετε ἐκείνους, οἵτινες καθ’ ἑκάστην ἔγραφον ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων καὶ τοιαύτας ὑπεστήριζον γνώμας.
§387Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἡ συζητουμένη πρότασις νόμου, κύριοι Βουλευταί, ὡς ἐκ τῆς ὑποβαλλομένης κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τροπολογίας ἀποβαίνει σπουδαιοτάτη καὶ πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ, ὡς εἶπον καὶ οἱ προλαλήσαντες, μετὰ τῆς ἐπιβαλλομένης προσοχῆς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ὑποβαλλομένη τροπολογία, καὶ ἀπὸ τυπικῆς καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως ἐξεταζομένη, πάντοτε εἶναι ἀτυχής. Ἐὰν ἐξετάσῃ τις τὴν τυπικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος, θὰ ἴδῃ ὅτι αὕτη ἀποτρέπει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς τροπολογίας ταύτης. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πρόκειται περὶ παραβάσεως καταφανοῦς, ἡ ἔρευνα τῆς ὁποίας οὐδεμίαν παρέχει δυσχέρειαν. Ὑπεβλήθη ἀληθῶς νομοσχέδιον, ὅπερ ἐπικαλοῦνται οἱ ἔχοντες τὴν ἀντίθετον τῆς ἰδικῆς μου γνώμην καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθησαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ τότε ἀληθῶς ἐγένετο κατάχρησις, διότι κατὰ τὴν τρίτην ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπεβλήθησαν ὅλαι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπεδεικνύοντο ὡς ἐκ τῆς ἐν τῷ μεταξὺ ψηφίσεως τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Ἀλλ’ ἡ τυπικὴ αὐτὴ παράλειψις, ἡ ὁποία συνετελέσθη τότε, ὑπηγορεύετο ἐκ λόγων οὐσιαστικωτέρων· ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε νὰ ληφθῇ μέτρον τι προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἐν τῷ μεταξὺ ψηφισθεῖσαι συνταγματικαὶ διατάξεις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐντελῶς διάφορον. Ὑποβάλλεται ἤδη νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων, μεταβάλλεται ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νόμου καὶ προτείνεται τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἢ ὁ κανονισμός, ἡ τύχη αὐτὴ τῶν πέντε εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους. Πρόκειται περὶ προτάσεως νέας, αὐτοτελοῦς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τύχῃ τῆς τακτικῆς νομοθετικῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ὑποστῇ ὅλην τὴν βάσανον, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται ὅλοι οἱ νόμοι. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ τυπικῶς αὐτὸ κατακριτέον εἶναι καὶ οὐσιαστικῶς κατακριτέον, λόγῳ τῆς οὐσιαστικῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν ἔχει. Πρόκειται, νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ πέντε εἰσαγγελικαὶ θέσεις τῶν Ἐφετῶν τοῦ Κράτους, δηλαδὴ νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ θέσεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι δίδουσι τὴν κίνησιν εἰς ὅλην τὴν δικαστικὴν μηχανήν, νομίζω δ’ ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητῇ τώρα κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ψηφισθῇ τοιαύτη πρότασις, ἐνῷ ἔπρεπεν ὄχι μόνον εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς περιπτώσεως εἰς ἓξ ἀναγνώσεις. Αἱ παρατηρήσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ἂν δὲν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀληθεῖς, οὐχ ἧττον εἶναι παρατηρήσεις λίαν συζητήσιμοι. Ἐγὼ εἶχον πάντοτε καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω ἰσχυροὺς ἐνδοιασμοὺς περὶ τῶν προσώπων· δυνατὸν νὰ ὑπηρέτησέ τις ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὡς δικαστής, καὶ νὰ εἶναι ἄριστος δικαστής, ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν εἰσαγγελίαν. Δύναταί τις νὰ εἶναι ἄριστος δικαστής, ἀλλὰ νὰ μὴ παρέχῃ καὶ καμμίαν ἐγγύησιν ὅτι δύναται νὰ εἶναι καὶ ἄριστος εἰσαγγελεύς· παρέχεται δ’ ἄλλως καὶ ἡ ὑπόνοια ὅτι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔμαθε νὰ μελετᾷ, δὲν ἔχει τὸν νοῦν του κατηρτισμένον, διὰ νὰ εἶναι ἐπαρκὴς εἰσαγγελεύς. Καὶ ὅταν πρόκειται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἔχω τὴν ὑπόνοιαν ὅτι τοῦτο θὰ στραφῇ εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ τότε ἡ διάταξις αὕτη, ἡ εὐεργετικωτέρα πάσης ἄλλης, ἡ ὁποία ἐτέθη εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως διὰ δικηγόρων συμπληρωθῶσιν αἱ εἰσαγγελικαὶ θέσεις, ἀποβῇ ματαία, διότι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον φυσικὸν εἶναι νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξοικονομηθῶσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν εἰσαγγελικῶν θέσεων. Καὶ δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅταν εἰς αὐτὸ ἐπαφίεται ἡ συμπλήρωσις τῶν θέσεων τῶν εἰσαγγελικῶν, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὅλους ἐκείνους ὡς δικαστὰς τοὺς σεβόμεθα, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὡς εἰσαγγελεῖς, καθόσον ἀπέτυχον σχεδὸν γενικῶς. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν τοιαύτην γενικὴν ἀποτυχίαν τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθησαν προσωρινῶς τὰ καθήκοντα αὐτά, δικαιοῦμαι, νομίζω, νὰ πιστεύω ὅτι ἡ ἀποτυχία ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἦσαν ἀριστότατοι δικασταί, κόσμημα διὰ τὴν δικαιοσύνην, οὐχὶ ὅμως καὶ καλοὶ εἰσαγγελεῖς, διότι ἔμαθον νὰ σκέπτωνται ὡς δικασταὶ καὶ οὐχὶ ὡς εἰσαγγελεῖς. Δώσατέ μας εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καλοὺς καὶ τότε θὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην· ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τοιούτους δὲν ἔχομεν δικαιοσύνην. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι μεγίστης σημασίας καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι τοιαύτη πρότασις εἰς μίαν ἀνάγνωσιν δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, διότι πρέπει νὰ γίνῃ μελέτη μεγάλη. Ἐγώ, Κύριοι, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συνομολογήσω ὅτι καὶ μεταξὺ τῶν ἐκκαθαρισθέντων εἰσαγγελέων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ὁπωσδήποτε δὲν κατεδίκασεν ἐντελῶς, διότι τοῖς ἔδωκε τὸ δικαίωμα μετὰ διετίαν νὰ ἐπανέλθωσι, καὶ μεταξὺ αὐτῶν, ὑπάρχουσι πρόσωπα ἄξια ἐκτιμήσεως, περὶ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ γίνῃ συζήτησις σοβαρὰ ἐκ μέρους τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἂν κριθῶσιν ἐπαρκῆ, νὰ δύνανται νὰ ἐπανέλθωσι, καθόσον δὲν δύναμαι, νὰ πιστεύσω ὅτι ἐκεῖνοι ἔχουσι κατώτερα προσόντα ὅλων τῶν ἐφετῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ μίαν ἑξαμηνίαν νὰ ἀποκλεισθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, διότι εἶναι δυνατὸν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ καὶ δὲν πρέπει νὰ στερηθῶσι τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους κρίνω ὅτι εἶναι ἀπαραιτήτως ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ ἐξύψωσις τοῦ γοήτρου καὶ ἡ ὑπόληψις τῆς δικαιοσύνης.
§388Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ θέσεις τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν. Εἶναι δὲ ἀδύνατον οἱ ἐκκαθαρισθέντες νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ πλήρωσις τῶν εἰσαγγελικῶν θέσεων ἐπείγει. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε στέρξει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως ταύτης, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο τὸ αὐτό. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ὑποβάλῃ ἐρώτημα εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, τὸ δὲ συμβούλιον θὰ συμπληρώσῃ αὐτὸ ἀπὸ ὑλικὸν περιωρισμένον, δὲν θὰ ἔχῃ δὲ τὴν εὐρύτητα αὐτήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη, δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ στραφῇ εἰς ἐφέτας ἔχοντας μικροτέραν ὑπηρεσίαν, δὲν θὰ δύναται νὰ στραφῇ εἰς τὴν τάξιν τῶν δικηγόρων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι βλαπτική, ἂς μὴ τὴν ψηφίσῃ, ἡμεῖς ὅμως νομίζομεν ὅτι εἶναι ὑπηρετικὴ καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§389Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐνόμισα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμέ, ἀνήκοντα εἰς τὸ σῶμα τὸ δικαστικόν, νὰ σκεφθῶ ὅτι ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ τοῦ εἰσαγγελικοῦ κλάδου τοῦ ἀνωτέρου νῦν δὲν ἔχουσι καλῶς καὶ ὅτι δέον νὰ διαρρυθμισθῶσιν ἐπὶ τὸ καλλίτερον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος ὁ ἀνώτερος χωλαίνει, ἐνόμισα ὅτι ἦτο ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τῆς συμπληρώσεως τῶν θέσεων αὐτῶν διὰ καταλλήλων προσώπων. Εἶχον δὲ τὴν γνώμην ἐπίσης ὅτι ἡ εὐρύτης τοῦ κύκλου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ κληθῶσι τὰ πρόσωπα, νὰ ἦτο μεγαλειτέρα, διὰ τοῦτο δὲ ὑπέβαλον καὶ τὴν πρότασιν ταύτην.
§390Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ αἰσθάνηται δισταγμόν τινα, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν ἀποσύρω καὶ νὰ ἀφήσω τὰ πράγματα ὅπως ἦσαν.
§391Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἑπομένως εὑρίσκω ὅτι ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ὑποβάλλων τὴν πρότασιν ταύτην δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει ἂν ἐξ αὐτῆς ἀπεκλείετο ὁ Α ἢ Β ἢ Γ, διότι οὐδέποτε ἐσκέφθην περὶ προσώπων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως ταύτης, ἦτο μόνον τὸ συμφέρον τῆς δικαιοσύνης καὶ περὶ αὐτοῦ μόνον ἐμερίμνησα.
§392Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἂν λαμβάνω, Κύριοι, τὸν λόγον, πράττω τοῦτο, διότι θέλω νὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς ἐμαυτόν. Τὸ νὰ παρεντίθενται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐν τῇ τελευταίᾳ συζητήσει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ τύχωσι τριπλῆς ψηφίσεως, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τακτικόν. Ἂν καὶ εἶμαι κατ’ οὐσίαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τούτοις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ κανονικῶς καὶ νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ ὁρίου, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται. Κατ’ οὐσίαν νομίζω ὅτι ἡ πρότασις εὐρύνει τὸν κύκλον τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ γίνῃ δεκτή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀντικανονικὸν νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ νὰ μὴ τὸ ψηφίσωμεν διὰ τῆς τακτικῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν καθώρισε τὸ Σύνταγμα.
§393Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ἅπαξ ἔτι νὰ διακηρύξω ὅτι εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος. Ἔχω δὲ ἀνάγκην νὰ διακηρύξω καὶ ἕτερόν τι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ δικαίως καὶ ὀρθῶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμείνῃ ἡ Πολιτεία τὸν χρόνον, ὃν ἤθελον συμπληρώσει οἱ τυχὸν ἀπελθόντες ἐκ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, νὰ ἀναμείνῃ τὸν χρόνον τοῦτον, κρατοῦσα ἐκκρεμεῖς καὶ κενὰς τὰς ἕδρας τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, ἵνα ἐκεῖνοι, συμπληροῦντες τὴν διετίαν, τὴν ὁποίαν ἔταξεν εἰς αὐτοὺς ὁ νόμος, ὑποστῶσι νέαν κρίσιν.
§394ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ ἐζήτησε κανεὶς αὐτό.
§395Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν τὸ ἐζήτησε κανείς· ἐγὼ λέγω ὅτι ἐγκρίνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἀφοῦ οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, οἵτινες προΐστανται τῆς Δικαιοσύνης, ἐκρίθησαν ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου ὡς ἐλλιπεῖς κατὰ γνώσεις εἴτε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλο στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ κατέχωσιν ἐπαξίως τὰς θέσεις ταύτας, δὲν θὰ ἦτο πρᾶξις φρόνιμος, ἐὰν οἱ εἰσαγγελεῖς οὗτοι ἤθελον ἀποκατασταθῇ καὶ πάλιν εἰς τὴν θέσιν, ἣν εἶχον, διότι βεβαίως εἰσαγγελεύς, οὕτως ὑποτιμώμενος, δὲν δύναται νὰ ἀσκῇ τὸ προσῆκον κῦρος ἐπὶ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ. Ταῦτα πρεσβεύω καὶ κατὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὰ αὐτὰ πρεσβεύει δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διετύπωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του ὢν ὑποχρεωμένος νὰ ἀσκῇ μετριωτέραν φράσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἣν ἁπλοῦς Βουλευτὴς δύναται νὰ μεταχειρισθῇ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι χάριν τοῦ κύρους τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξεως τῶν συζητήσεων ἔδει νὰ χωρισθῶσι τὰ θέματα καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐν τῇ αὐτῇ ἑσπέρᾳ νὰ προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν ἐντελῶς ἀντίθετον τῆς πρὸ ὀλίγου ληφθείσης προκειμένου περὶ τῆς μεταβατικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθησαν διάφοροι συνάδελφοι εἰς τὸ Καποδιστριακὸν νομοσχέδιον, διατάξεως ἀφορώσης τοὺς καθηγητὰς τοὺς ἐκκαθαρισθέντας τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Βουλὴ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ κυρία διάταξις ὡς τροπολογία τοῦ Καποδιστριακοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ νομοσχέδιον ψηφισθὲν ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
§396Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε ψηφισθῆ ὅμως εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὸ ἄλλο νομοσχέδιον καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ὑπὸ μορφὴν τροπολογίας νὰ τροποποιηθῇ ἐψηφισμένον νομοσχέδιον.
§397Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ σεῖς θέλετε νὰ τροποποιήσητε δι’ ἁπλῆς τροπολογίας νόμον ἰσχύοντα. Ζητεῖτε κάτι πλέον.
§398Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἐν θυμῷ) Δὲν ζητῶ νὰ τροπολογήσω ἄλλον νόμον.
§399Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ εἶσθε ὀλίγον ἠρεμώτερος, ὅταν συζητῆτε. Σεῖς νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τροπολογίας τοῦ νομοσχεδίου, ψηφιζομένου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν σήμερον, νὰ ἀναιρέσητε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προχθὲς ἐψηφίσαμεν.
§400Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐρωτοτροπίαι αὐταὶ πρὸς τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ἠμποροῦν νὰ λείψουν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων.
§401Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐρωτοτροπίας πρὸς τοὺς ἐκκαθαρισθέντας δὲν κάμνω ἐγὼ καὶ παρακαλῶ εἰς τὰς φράσεις σας νὰ προσέχητε, ὅταν ὁμιλῆτε πρὸς ἐμέ. Σᾶς καθιστῶ προσεκτικὸν διὰ τὴν φρασεολογίαν σας, διότι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ παρατήρησιν παρ’ οἱουδήποτε, σᾶς εἰδοποιῶ δὲ ὅτι ἐγὼ ἐνταῦθα δὲν ἐδίστασα νὰ διακόψω πᾶσαν πολιτικὴν σχέσιν πρὸς τὸν κ. Ῥάλλην, διότι ἐνόμισεν οὗτος ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μοὶ ἀποτείνῃ παρατηρήσεις. Δὲν δέχομαι δὲ παρατηρήσεις παρ’ οὐδενός, διότι οὐδένα θεωρῶ ἀνώτερόν μου. Τοῦτο διὰ τὸ μέλλον καὶ διὰ τὸ παρόν. Δηλῶ λοιπὸν ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι αὕτη, ὅτι, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου δὲν ἐκρίθη ὀρθὸν νὰ εἰσαχθῇ τροπολογία εἰς τὸ σήμερον εἰσαχθὲν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν νομοσχέδιον περὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, τροπολογία, ἥτις ἤθελεν ἰσχύσει καὶ διὰ τὴν τροποποίησιν ψηφισθέντος νόμου, κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον εἶναι σπουδαιότερον τὸ ἤδη ζητούμενον, ὅσον ἡ πρότασις νόμου, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ξηροῦ, δὲν εἶναι πρότασις ἀφορῶσα τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ εἰς τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ δικαστικῶν κλητήρων· εἰς τὴν τρίτην δὲ ἀνάγνωσιν ἡ πρότασις αὕτη μεταβάλλεται διὰ τροπολογίας εἰς πρότασιν νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὥστε ἔχομεν μεταβολὴν πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦ τίτλου. Δὲν ἦτο δὲ ὀρθὸν τοιαύτη διάταξις τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ εἰσαχθῇ, ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἐδικαιοῦτο καὶ ὤφειλε νὰ κάμῃ τοῦτο διὰ νομοσχεδίου ἰδίου, ἀφοῦ ἔχει ἡμᾶς συμφώνους κατ’ οὐσίαν. Ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἐγὼ δ’ εἶμαι διατεθειμένος οὐ μόνον νὰ ὑποστηρίξω τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποστηρίξω ἔτι ὅτι δέον νὰ ψηφισθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ὡς κατεπεῖγον, ἵνα πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν ψηφισθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
§402Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρεξήγησε πάντας τοὺς προλαλήσαντας, ἐφ’ ὅσον ἐνόμισεν ὅτι οἱ προλαλήσαντες ἐσκόπουν νὰ ἀναβληθῇ οἱονδήποτε μέτρον μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ἡ ἐκκαθάρισις.
§403Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπόν τι περὶ ὑμῶν.
§404Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὁπωσδήποτε, ἐπειδὴ ὡμίλησα καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ ζητήματος, ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς, διότι πιθανὸν νὰ ὑφίσταται καὶ ἁπλῆ ὑπόνοια. Οὔτε ἐγὼ οὔτε ἄλλος τις ὑπεστήριξεν ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ λῆψις οἱουδήποτε μέτρου μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ἡ ἐκκαθάρισις. Ἐγὼ ἁπλῶς μόνον εἶπον, ἀποβλέπων εἰς τὴν εὐρύτητα τοῦ κύκλου τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων, ὅτι καὶ αὐτοὶ ἠδύναντο νὰ ἔχουν περισσότερα προσόντα οὐσιαστικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὅλοι οἱ τακτικοὶ ἐφέται καὶ οἱ ἀντεισαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ θὰ ἔχουν τὰ προσόντα. Τοῦτο μόνον εἶπον· τίποτε περισσότερον. Θεωρῶ μάλιστα ὡς ἐπιβεβλημένην τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον, ἀλλὰ κατόπιν μελέτης καὶ ὄχι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ ἑπομένως νὰ τηρηθῇ ὅλη ἡ διαδικασία, διὰ τὴν ὁποίαν ἀγωνιζόμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ ἀγωνισθῶμεν. Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ἐπέβαλλε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σπεύσωμεν νὰ κανονίσωμεν τὸ ζήτημα δι’ ἑνὸς τοιούτου μέτρου, διὰ νὰ συμπληρωθοῦν τὰ κενά, βεβαίως εἶναι μία πληροφορία, ἡ ὁποία κατὰ τύπους μὲν εἶναι ἀληθής, ἀλλ’ ἡ ὁποία βεβαίως δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως. Καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμῶ τὴν εὐρύτητα ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν προσώπων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ γίνωνται οἱ εἰσαγγελεῖς, προτιμῶ νὰ μετέλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ μέσον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὅτι θέλει μετέλθει, διότι τότε δὲν θὰ εἶναι διαρκεῖς εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν, θὰ εἶναι προσωρινοὶ δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ νέου.
§405Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Μὲ συγχωρεῖτε· ἔχετε λάθος. Ὑπάρχει μεταβατικὴ διάταξις, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἐντὸς πενταετίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου δικαιοῦται τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ διορίζῃ εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν ἐκ τῶν ἐφετῶν τῶν ἐχόντων ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν.
§406Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην δὲν τὴν γνωρίζω.
§407Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπήρξαμεν σύμφωνοι νὰ χωρισθῇ ἡ πρότασις εἰς δύο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἐδέχθη.
§408Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὄχι, δὲν τὸ ἐδέχθην. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω πρὸς τὴν Βουλήν. Θεωρῶ σκόπιμον καὶ ὀρθὴν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος.
§409Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι ἡ τροπολογία ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου Ξηροῦ καὶ υἱοθετηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τῆς δικαιοσύνης, διότι ἐπεκτείνει τὸν κύκλον τῶν προσώπων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐκλεγοῦν οἱ κατάλληλοι, διὰ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τῶν εἰσαγγελέων. Ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐγεννήθη καὶ ἕτερον ζήτημα, κ. Ὑπουργέ, καὶ νομίζω ὅτι εὑρίσκεται καὶ ἡ Βουλὴ σύμφωνος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι ἡ γενομένη ἐκκαθάρισις τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ κοινωνία ἀνεγνώρισε καὶ σεῖς τὰ ἀναγνωρίζετε καὶ ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος.
§410Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξέφερα γνώμην.
§411Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐρχόμεθα νὰ κανονίσωμεν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα, προτείνω νὰ συμπληρωθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ξηροῦ, ὥστε εἰς τοὺς δικηγόρους τοὺς ἔχοντας δωδεκαετίαν νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς, οἵτινες ἠδύναντο μετὰ πάροδον ἓξ μηνῶν νὰ διορισθῶσιν. Ἀφοῦ μετὰ ἓξ μῆνας θὰ εἶναι ἱκανοί, διατί νὰ μὴ εἶναι καὶ σήμερον; Τοῦτο τὸ ἀναγνωρίζει ἅπας ὁ νομικὸς κόσμος καὶ ἅπασα ἡ κοινωνία διά τινας ἐξ αὐτῶν.
§412ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ συζήτησις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ξηρὸν νὰ συναινέσῃ.
§413ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας τῶν κυρίων Ἐ. Κουλουμβάκη καὶ Γ. Λαμπρινοπούλου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23 τῶν μεταβατικῶν διατάξεων τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, ἥτις εἰσάγεται ὡς πρότασις νόμου. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα;
§414ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§415Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι Βουλευταί, ἐζήτησεν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ πανεπιστημιακὸν νομοσχέδιον καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ ἄρθρα, διότι, ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ τροποποίησις ἡ φερομένη εἰς μεταβατικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλῃ διάταξιν, ἀλλ’ ἐπρόκειτο ν’ ἀποτελέσῃ διάταξιν συμπληρωματικὴν ἐπιπρόσθετον. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως ἡ διάταξις αὐτὴ προστεθῇ ἐν τῷ ὀργανισμῷ, ἀφοῦ ἐπρόκειτο διὰ τῆς τοιαύτης ἡμῶν ἐκδοχῆς νὰ ὑπάρξῃ ὁ φόβος ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος ἡ διάταξις ὡς σκοποῦσα τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, τοῦ ὁποίου χθὲς ἐψηφίσαμεν τὸν ὀργανισμόν. Προκειμένου νὰ συζητηθῇ μία πρότασις, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ὑπὸ τόσων Βουλευτῶν καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ συζητηθῇ, καλὸν εἶναι νὰ συζητηθῇ μονομερῶς καὶ ἰδιαιτέρως ὅλως. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως δεχομένη τὴν συζήτησιν ἐπιφυλάσσεται νὰ εἴπῃ τὰς γνώμας αὐτῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως εἰς τὴν βʹ συζήτησιν, ὁπότε θὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς περιεχομένης εἰς τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Δι’ αὐτὸ ἡ Βουλή, ἂν ἐπιθυμῇ, δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως ἀπόψε, διὰ νὰ συντομευθῇ ὁ χρόνος, νὰ ἀφεθῇ δὲ νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἑπομένην συζήτησιν.
§416ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ πρότασις κηρύσσεται κατεπείγουσα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§417ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παραμείνωσι, διὰ νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ κυριακῆς ἀργίας, περὶ ταχυδρομικοῦ ἐνσήμου, καὶ περὶ ἀπαλλοτριώσεως κτήματός τινος παρὰ τὸ Λυσσιατρεῖον.
§418ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τοὺς νόμους ͵ΓΥΝΕʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3455) τῆς 3 Δεκεμβρίου 1909, ͵ΓΦΝΔʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3544) τῆς 22 Ἰανουαρίου 1910, καὶ ͵ΓΧΙϚʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3616) τῆς 11 Μαρτίου 1910» «περὶ κυριακῆς ἀργίας καὶ ἑορτῶν καὶ τροποποιήσεως αὐτῶν»;
§419ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφίζεται ἡ ἀρχή).
§420ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης ἑτέρων 2 παραγράφων εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου ͵ΓΥϞʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3490) τοῦ 1910 περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΘʹ περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταβολῆς ἀποζημιώσεως τοῦ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ἀπαλλοτριωθέντος μέρους τοῦ παρὰ τὸ Λυσσιατρεῖον κτήματος Ἀ. Κοκκώνη». (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 μετὰ τὸ μεσονύκτιον).