1911.06.25
4,875 rows · 37,713 words · 348 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 123.
Τῆς 25ης Ἰουνίου 1911.
(Σάββατον).
Προεδρία κ. Νικολάου Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου περὶ ὥραν 11 π. μ.
προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Θ. Παπαϊωάννου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 132 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ὁ λαὸς Ἀγρινίου ζητεῖ, ὅπως μὴ διαγραφῇ ἐκ τοῦ περὶ συμβατικοῦ τόκου νομοσχεδίου ἡ διάταξις περὶ ἀναδρομικῆς ἰσχύος· 2) Οἱ ἐν Ἀθήναις πλανόδιοι ὀπωροπῶλαι διαμαρτύρονται, ἀπαγορευθείσης εἰς αὐτοὺς τῆς εἰς τὰς κεντρικὰς ὁδοὺς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των· 3) Οἱ ἔμποροι Πύργου ζητοῦσιν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τοῦ ἀπεστειρωμένου Ἑλβετικοῦ γάλακτος. Ὁ κ. Π. Βουρλούμης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων» καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων καὶ τῶν ἀφορώντων τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους». Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
§2Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς 23 Ἰουνίου παρατηρῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγεγραμμέναι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου διὰ τὴν λίμνην Δύστον ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἀπαλλοτριωθῶσιν αἱ γαῖαι, ὡμίλησε δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οἱ δύο συνάδελφοι καὶ ἐν τούτοις τὰ Πρακτικὰ οὐδὲν ἀναφέρουν.
§3Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμητε ἀγόρευσιν δι’ αὐτό. Δώσατε μίαν σημείωσιν.
§4Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Τὴν σημείωσιν αὐτὴν δέον νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ τίνα σημείωσιν νὰ δώσω;
§5Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπόμνησιν νὰ κάμητε, καὶ λαμβάνονται ἐκ τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν τὰ παραλειφθέντα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δογάνης.
§7Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν εἶχεν ὑποβληθῆ πρότασις νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἐτῶν 1909–1910». Ἡ πρότασις αὕτη εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ περὶ τούτου εἶχε παρακληθῆ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, εἰς ἐμὲ μάλιστα εἶχε δώσει τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ υἱοθέτει τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ θὰ ἐψηφίζετο.
§8Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ σᾶς εἶχον δώσει τὴν ὑπόσχεσιν αὐτήν; Μὲ συγχωρεῖτε.
§9Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἴσως δὲν τὸ ἐνθυμεῖσθε. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν ὅμως διάταξιν τὴν σημερινὴν οὐδαμοῦ φαίνεται ἀναγεγραμμένη ἡ ἐν λόγῳ πρότασις. Τί ἐγένετο, δὲν ἠξεύρω. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀναγραφῇ.
§10Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔδωκα ὑπόσχεσιν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φόρους 1909–1910. Δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως νὰ ἐπανερχώμεθα καὶ δίδωμεν παρατάσεις.
§11Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἡ λῆξις τῆς χρήσεως εἶναι τὴν 1 Ἰανουαρίου.
§12Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1909 ἐδόθη παράτασις 8 μηνῶν.
§13Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἐγὼ παραπονοῦμαι, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ πρότασις ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§14Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἰδοὺ τί συμβαίνει. Χθὲς ἐφθάσαμεν εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγινώσκετο ἐφώναξαν πολλοὶ Βουλευταὶ ὅτι περιελήφθη εἰς ψηφισθὲν νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐντεῦθεν ἀπεσύρθη. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν ἀναγράψω ἐκ νέου.
§15Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Διὰ τὸ 1910 παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910 ἐκ φράγκων 2.853.622,40.» (Γίνεται δεκτόν).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων καὶ τῶν ἀφορώντων τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους νόμων».
§18Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρὶν ἢ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν θέλῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Θέλομεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου πραγματοποιεῖται μία σημαντικὴ δαπάνη, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν πόσος εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Διότι βεβαίως ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν μᾶς ἀρκεῖ. Προϋπολογισμὸς ἀψήφιστος θὰ εἴπῃ Προϋπολογισμὸς ἄγνωστος.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐγένοντο καὶ αἱ δηλώσεις.
§20Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς διὰ τὸ τρέχον ἔτος οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, καθόσον ἐν μέρει ἐπραγματοποιήθη, ὥστε νὰ μὴ μᾶς ἐπιτρέπῃ νὰ στηριζώμεθα εἰς προβλέψεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρὰ εἰς γεγονότα, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἀψηφίστου Προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν γνωρίζομεν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ψήφισις, πραγματοποιεῖται μία δαπάνη πολὺ μεγάλη, μεγαλειτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διαλαμβάνουσι τὰ νομοσχέδια, ὅπως δύναταί τις νὰ ἀποδείξῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔγκρισιν δαπάνης, πρὶν ἢ γνωρίσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἀντίστοιχοι εἰσπράξεις τοῦ Κράτους. Ὑπεβλήθη εἷς Προϋπολογισμός, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς 135,000,000. Ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰ ἑκατομμύρια αὐτὰ προϋπελογίσθησαν καὶ τὰ ἔξοδα. Ἔκτοτε τὰ ἔξοδα ηὐξήθησαν διὰ διαφόρων νόμων, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν, εἷς τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῶμεν ψηφίζοντες νόμους, οἱ ὁποῖοι συνεπάγουσι δαπάνας, πρὶν ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ὑποβάλῃ καὶ νέον σχέδιον φόρου, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπόσχεται νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιφέρουν τόσον οἱ ψηφισθέντες νόμοι, ὅσον καὶ οἱ νόμοι οἱ σημερινοί, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ψήφισις. Δεύτερον δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ σπεύδωμεν, ὅπως ψηφίσωμεν μεταρρύθμισιν τῆς ταμειακῆς καὶ ἐφοριακῆς ὑπηρεσίας, διὰ τὸν λόγον ὅτι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσι δύο νέοι φόροι, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθησαν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἕτερος, φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τὸ ἑπόμενον ἔτος· ἑπομένως οὐδεμιᾶς μεταβολῆς ἐπερχομένης εἰς αὐτὸν τὸν φόρον διὰ τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φόρων δὲν ὑπάρχει ἡ δικαιολογία αὕτη νὰ σπεύδωμεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐφοριακοῦ καὶ ταμειακοῦ προσωπικοῦ. Νομίζω ὅτι καὶ δι’ ἄλλους λόγους νομοσχέδιον τοιαύτης σημασίας δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ εἰς τοιαύτην ἐποχὴν τοῦ ἔτους, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῶσιν ὑπηρεσιακά τινα νομοσχέδια ἀσυζητητὶ ἢ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπάς, ἐφ’ ὅσον ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν διοίκησιν ἡ εὐχέρεια νὰ ἄρῃ μερικὰ ἐλαττώματα καὶ ἐφαρμόσῃ νέας τινὰς ἀρχάς. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ συνεπαγάγωσι δαπάνην ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, βεβαίως δὲν εἶναι κατάλληλος στιγμὴ νὰ συζητῶμεν καὶ ψηφίζωμεν τοιαῦτα νομοσχέδια, πολὺ δὲ περισσότερον ὅτε ὁ ὀλίγος ὑπολειπόμενος χρόνος πρέπει νὰ διατεθῇ εἰς πολὺ σπουδαιότερα πράγματα. Ἔχομεν 7 ἕως 8 ἢ 10 συνεδριάσεις νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ ἀκόμη δὲν ἠρχίσαμεν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§21Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὔτε θὰ ἀρχίσωμεν.
§22Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ὁλόκληρος ὁ χρόνος νὰ διατίθηται εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσωσι μακρὰν συζήτησιν, πρὶν ἢ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι δύναται κάλλιστα νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι σκοπίμως πρόκειται νὰ καταναλωθῇ ὁλόκληρος ὁ χρόνος μέχρις ὅτου ἐπέλθωσιν αἱ διακοπαὶ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ψηφισθῇ, ὅπως ἐψηφίζετο εἰς ἄλλας περιστάσεις. Καὶ ἐπρονόησε μὲν τὸ Σύνταγμα νὰ ψηφισθῇ τοὐλάχιστον εἰς τέσσαρας ἡμέρας καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ χωριστὰ δι’ ἕκαστον Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν αἱ τέσσαρες ἡμέραι νὰ χρησιμοποιηθῶσι δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν καὶ νὰ ψηφισθῇ καὶ αὐτὸς ὁ Προϋπολογισμός, ὅπως ἐψηφίζοντο καὶ οἱ ἄλλοι, ὅπου ἐψηφίζετο κατὰ τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας, κακῶς πάντοτε; Ὑπῆρχον ὅμως τὰ κόμματα καὶ ἦσαν ἄνδρες πεπειραμένοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ συνεζήτουν τὸν Προϋπολογισμόν. Ἤδη πρόκειται νὰ συμβῇ πολὺ χειρότερον, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὰ ὁποῖα θὰ καταναλώσωσιν ὅλον τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος μένει εἰς τὴν διεύθυνσιν ἡμῶν καὶ ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ αὐξηθῇ ἐπ’ ἄπειρον κατὰ τὴν ὥραν αὐτὴν τοῦ ἔτους καὶ μετὰ τὴν κόπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλή. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἐρωτηθῇ οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν ποῖα εἶναι τὰ τρωτότερα σημεῖα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία διῴκησε τὴν χώραν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, εἰς τὸ στόμα ἑνὸς ἑκάστου θὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις Θεοτόκη ὡς ὑπαίτιος, διότι διέφθειρε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους μὲ τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰς Νομαρχίας. Καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἐγίνετο παρὰ ἡ ἰδία Κυβέρνησις νὰ προσπαθῇ νὰ καταργήσῃ τὰ Πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ, νὰ μετατρέπῃ Νομαρχίας καὶ πάντοτε νὰ γίνηται λόγος ὅτι αὐξάνονται τὰ ἔξοδα ἀπὸ τῆς σπατάλου αὐτῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται ὅτι ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα κατὰ 150,000 δρ. καὶ κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς τῆς σφοδροτέρας Ἀντιπολιτεύσεως τῆς Κυβερνήσεως τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν ἀνήρχετο εἰς 700,000 δραχμῶν. Καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς διὰ 700.000 δρ. δεδικαιολογημένης βεβαίως ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἀπέδιδε τὴν κακοδαιμονίαν τῆς χώρας εἰς μίαν ὡρισμένην Κυβέρνησιν. Νὰ ἐρχώμεθα λοιπὸν εἰς μίαν στιγμὴν εἰς τὸ τέλος τῆς Περιόδου νὰ ψηφίσωμεν μίαν δαπάνην θετικὴν πολὺ μεγαλειτέραν ταύτης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ, ὡς ἄλλαι δαπάναι, διότι νομάρχας δύνασθε νὰ παύσητε, ἀλλ’ οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θὰ δημιουργηθοῦν, δὲν δύνασθε νὰ τοὺς παύσητε, καὶ θὰ εἶναι πάντοτε βάρος τῆς Πολιτείας, δὲν τὸ εὑρίσκω ὀρθόν.
§23Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ποσοστά.
§24Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀφήσατε ταῦτα. Εἶναι καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν φαίνονται. Εἶναι παρατηρημένον πρὸ παντὸς ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ ὅλων τῶν Ὑπουργῶν ἀπεπειράθη νὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τούτου καὶ καλλιτέρευσιν τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων, ὅτι δὲ δὲν κατώρθωσαν οἱ ὑπάλληλοι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας Σιμοπούλου ἀπεπειράθησαν μὲ τοὺς Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι διεδέχθησαν αὐτόν, καὶ διάφορα νομοσχέδια ὑπεβάλλοντο, διὰ νὰ μὴ ψηφίζωνται οὐδέποτε εὐτυχῶς. Καὶ κατώρθωσαν μὲν ἐπὶ τῆς Ἐπαναστάσεως ὅτε οἱ νόμοι ἐψηφίζοντο ταχέως, καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὰ ἄλλα νομοθετικὰ ἔργα τῆς Ἐπαναστάσεως εὗρε καιρὸν νὰ παραβάλῃ καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐξυπηρέτουν τὰ συμφέροντα τῶν ὑπαλλήλων. Οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι κατώρθωσαν ἀρκετὰ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Εὕρισκον τὴν εὐκαιρίαν νὰ πείσωσι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη, διότι βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἄλλον τινὰ λόγον ἢ ὅτι ἐπείσθη ὅτι ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας εἶναι. Ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητῶμεν περὶ αὐξήσεως τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας, ὅταν ἐπιβεβλημένον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ ἓν τῶν πρώτων μελημάτων της ἡ διαρρύθμισις τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ ἐντελῶς ἄλλων βάσεων. Θὰ συνεχώρουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπέβαλλεν ἓν ἐκ τῶν πρώτων νομοθετημάτων, ὅπερ εἶναι τὸ τῆς διαρρυθμίσεως τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὄχι μὲ αὐξήσεις προσωπικοῦ καὶ μετατροπὴν γραμματέων καὶ ταμιῶν, ὄχι, λέγω, αὐξήσεις προσωπικοῦ, ἀλλὰ τὴν διαρρύθμισιν τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ βάσεων ἁπλουστέρων, ὀλιγώτερον δαπανηρῶν, καὶ μάλιστα κατὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθησαν πανταχοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι νομοσχέδια τοιαῦτα θ’ ἀπαιτήσωσι πολὺν μακρὸν χρόνον πρὸς συζήτησιν, διότι βεβαίως ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ πεισθῇ διὰ τίνα λόγον καλεῖται νὰ αὐξήσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους καὶ νὰ ῥίψῃ εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν καιάδαν καὶ ἄλλας 700.000 δρ. τὸ μέγα ποσὸν τὸ ὁποῖον διατίθεται δι’ ὑπαλλήλους παρέχοντας τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν πάντες.
§25Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ διὰ τὰ τρία ἑπόμενα νομοσχέδια τὰς αὐτὰς ἰδέας ἔχετε;
§26Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. Θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐξαίρεσίς τις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰ πράγματα ὡς εἶναι, δικαιολογοῦσι μέριμνάν τινα περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅπως τοῦτο γίνῃ ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, διότι σήμερον ἕνεκεν τῆς ἀκαταστασίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὀφειλομένης οὐχὶ εἰς σημερινὴν κατάστασιν, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διηύθυνεν ἐπὶ σειρὰν πολλῶν ἐτῶν τὸ Λογιστήριον, μᾶς παρουσιάζει τὸ Κράτος χωρὶς δεφτέρια καὶ καλὸν εἶναι τὸ Κράτος νὰ γίνῃ μὲ τὰ δεφτέρια του. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον κατόπιν τῆς μετακλήσεως τόσων καὶ τόσων ξένων ὀργανωτῶν πρὸς ὀργάνωσιν διαφόρων ὑπηρεσιῶν νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὅπως μετακληθῇ καὶ εἷς Ἰταλός, ὀργανωτὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, διότι οἱ Ἰταλοὶ ἔχουσι τὸ καλλίτερον σύστημα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ χορηγήσωμεν τὴν δαπάνην αὐτήν, δηλαδὴ νὰ δώσωμεν τὸ μέσον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διορθώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Νομίζω ὅτι μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ τῆς δαπάνης αὐτῆς ἀναλόγως τῶν ὑποδείξεων, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ ὁ ὀργανωτὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε κληθῆ ἀκριβῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἡ πρόσκλησις δὲ ἑνὸς δι’ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα θὰ ἀπαιτήσῃ ἀσήμαντον δαπάνην δικαιολογουμένην πληρέστατα ὅπως πολὺ ὀρθῶς καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν νομοσχεδίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν διότι εἴμεθα εἰς ἓν χάος, εἰς μίαν σύγχυσιν ἐγγράφων καὶ βιβλίων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ σημερινὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας. Νομίζω ὅτι μᾶς ἐπιβάλλεται, καὶ ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ μὴ θελήσωμεν, ὅπως διὰ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων συντελέσωμεν εἰς τοῦτο, ἐκτὸς ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε δηλώσει ὅτι θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν, ὅπως κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν καὶ τότε τὸ πρᾶγμα ἀλλάσσει· νὰ μὴ θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἤδη καὶ πρέπει νὰ τὴν φέρῃ εἰς πέρας, τόσον τὰ νομοσχέδια τὰ φορολογικά, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ὕπαρξις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁ Προϋπολογισμός, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἀπέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ πανεπιστημιακόν, τοῦ ὁποίου ἡ χρησιμότης εἶναι πολὺ ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας. Ἀναμφιβόλως ἂν διατρέξῃ τις τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν θὰ ἴδῃ καὶ ἄλλα τινὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι μᾶλλον ἐπείγοντα ἀπὸ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κρίνωμεν. Καθ’ ἑκάστην δὲ προσάγει ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ζητεῖ τὴν ψήφισιν, πρὶν αὐτὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι, διότι χαρακτηρίζει ταῦτα ἐπείγοντα. Νομίζω λοιπὸν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος καὶ διαθέσεως τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ γίνῃ, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία βεβαίως πρέπει διὰ μακρῶν νὰ ἐξετάσῃ ἓν τόσον σοβαρὸν ζήτημα, φέρῃ τὸ πόρισμα κατὰ τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον.
§27Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, ἵνα καταπολεμήσω τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι συναφέστατα πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ κρίνω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ οὗτος, ἂν δὲν ψηφισθῶσι ταῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιδράσωσι σημαντικῶς καὶ ἐπὶ τῶν ἐξόδων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἀντιθέτως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε. Δὲν εἶναι ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία μὲ ἔπεισε νὰ ὑποβάλω τὰ νομοσχέδια ταῦτα· εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔπεισα τὴν ὑπηρεσίαν νὰ τὰ συντάξῃ καὶ τὰ ὑποβάλῃ, διότι ἐκ πείρας γνωρίζω ὅτι εἶναι ἀφόρητος ὁ βίος τῶν πολιτῶν ἕνεκα τῆς κακῆς διαρρυθμίσεως τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς κακῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων. Γνωρίζετε ὅτι τύραννοι νέοι ἐγεννήθησαν, οἱ λεγόμενοι εἰσπράκτορες, πρὸ παντὸς δὲ οἱ ἄμισθοι. Γνωρίζετε δὲ πάντες ὅτι οἱ φορολογούμενοι, ὡς ἄλλοτε εἶπον, καὶ πόσα ὀφείλουσιν ἀγνοοῦσι, καὶ πότε πρέπει νὰ πληρώσωσιν, ὅταν δὲ μεταβαίνῃ ὁ εἰσπράκτωρ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἰσχυρὸς κομματάρχης ἢ ἄνθρωπος τοῦ κομματάρχου, μεταβαίνει, ἵνα πιέσῃ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς ἀδυνάτους, νὰ τοὺς ῥίψῃ εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ τοὺς ἀφήσῃ ἐκεῖ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ κατορθώσωσι νὰ ἐξέλθωσι τῶν φυλακῶν. Οἱ εἰσπράκτορες αὐτοὶ συχνότατα εἰσπράττουσιν εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων, χωρὶς νὰ δώσωσι τίποτε εἰς τὸ Δημόσιον. Βεβαίως πρέπει νὰ βελτιωθῇ τὸ ὅλον σύστημα τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ ὅλον λογιστικὸν ἡμῶν σύστημα. Ἀλλὰ διότι ἡ περὶ Συντάγματος συζήτησις ἀπερρόφησεν ὅλον σχεδὸν τὸν χρόνον τῆς Κυβερνήσεως τὸ νὰ ζητήσῃ τις νὰ μὴ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἄμεσον διόρθωσιν καταφανοῦς κακῆς διαρρυθμίσεως τῶν ταμειακῶν πραγμάτων, νὰ μὴ βελτιώσῃ κατὰ τὸ ἐνὸν ὅ,τι δύναται νὰ βελτιωθῇ, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλῃ τὸ πρᾶγμα μέχρι ῥιζικωτέρας διαρρυθμίσεως καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑποφέρουσα τὴν νῦν κατάστασιν ἡ Ἑλλάς, εἶναι, νομίζω, μέγα σφάλμα. Ἕν ἀπὸ τὰ κύρια μελήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἦτο νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοὺς τυράννους τοὺς λεγομένους εἰσπράκτορας, νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν ἀπὸ τὰς κακὰς βεβαιώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ὑπέφερε λόγῳ τῶν κακῶν εἰσπρακτόρων. Καὶ ἀπορῶ διατί, ἐνῷ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς εἰσπρακτορικῆς ὑπηρεσίας....
§28Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς βελτιοῦται; Δυσχεραίνεται.
§29Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τοὐναντίον φρονῶ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου βελτιοῦται, πρῶτον διότι καταργοῦνται οἱ ἄμισθοι εἰσπράκτορες, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ παράσιτα, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε πῶς διωρίζοντο· γνωρίζουσιν ἐκ τῶν προτέρων οὗτοι ὅτι δὲν ἔχουσι ἐπαρκεῖς νομίμους ἀπολήψεις, ἀλλὰ διορίζονται μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ λάβωσι ἔννομα καὶ ἄνομα ὠφελήματα, καὶ δεύτερον διότι οἱ ἔμμισθοι ἀντὶ νὰ λαμβάνωσι τὸν γλίσχρον μισθὸν 40 δραχμῶν, ὅστις ἄγει αὐτοὺς εἰς τὰς αὐτὰς τῶν φορολογουμένων καταπιέσεις, θὰ λαμβάνωσι νῦν διπλάσιον. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ πληρώνῃ φόρους ἀμέσους 16.000.000 ἢ 20.000.000 ἐπλήρωνε μέχρι τοῦδε εἰς τοὺς εἰσπράκτορας 3.000.000 ἢ 4.000.000, ἅτινα πάντοτε εἰσεπράττοντο, ἐνῷ δὲν εἰσεπράττοντο πάντοτε τὰ εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλόμενα! Πλὴν τούτου διὰ τοῦ νομοσχεδίου βελτιοῦται τὸ ποιὸν τῶν εἰσπρακτόρων, διότι θὰ διορίζωνται διὰ διαγωνισμοῦ, διαγωνισμοῦ ἔχοντος ὡς βάσιν προσόντα. Οὕτω δὲν θὰ ἀρκῇ νὰ εἶναί τις ὁ τυχὼν ἰσχυρὸς ἐν τῷ χωρίῳ του, ἵνα διορισθῇ εἰσπράκτωρ. Διὰ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου οἱ ταμίαι ἀπαλλάσσονται τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἶχον καὶ τὸ ὁποῖον ἠμπόδιζεν αὐτοὺς νὰ καταγίνωνται εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ταμείου καὶ θὰ δύνανται οὕτω νὰ ἐπιτηρῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν εἰσπρακτόρων. Πάντα ταῦτα νομίζω ὅτι θὰ ἔπειθον τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ οἱουδήποτε ἄλλου νομοσχεδίου, τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὅπερ ἐπείγει ἀληθῶς. Ἀφοῦ δὲ ἔλθῃ ἐκ τούτου ἄνεσίς τις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ δυνηθῇ νὰ ἀναπνεύσῃ, θὰ εἰσαχθῶσιν αἱ ἄλλαι ῥιζικαὶ βελτιώσεις. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία ἐπαίνου ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔκρινεν ὅτι ἓν ἐκ τῶν πρώτων ἔργων αὐτῆς ἦτο νὰ προτάξῃ τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διότι πλὴν ἄλλων ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀντιθέτως πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, θὰ εἶναι πενταπλασία τῶν ἐξόδων, εἰς ἃ θὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμός, δὲν θὰ βαρύνῃ δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1911, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος πρὸ τοῦ τελευταίου τριμήνου τοῦ παρόντος ἔτους.
§30ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὔτε τὰ ἔσοδα θὰ αὐξηθῶσι.
§31Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὰ ἔσοδα θὰ αὐξηθῶσιν ἀμέσως, διότι τὰ ἔσοδα τοῦ 1911 ὑπὸ τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας θὰ εἰσπραχθῶσι τῷ 1912. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν.
§32Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πᾶς ὁ ἀναγνοὺς τὴν μακρὰν ἔκθεσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πείθεται ἀκραδάντως περὶ τῆς σκοπιμότητος αὐτοῦ· πείθεται ἀκραδάντως, λέγω, περὶ τῆς σκοπιμότητος αὐτοῦ, διότι μεταρρυθμιζομένη, ὅπως προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους θὰ καταστῇ πολὺ ἱκανωτέρα διὰ τὰς εἰσπράξεις τῶν δημοσίων προσόδων, δὲν συμφωνῶ δὲ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λακωνίας ζητήσαντος τὴν ἀναβολήν, τοὐναντίον θεωρῶ τοῦτο κατεπεῖγον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον. Δὲν συμφωνῶ δὲ ὅτι αὐξάνει τὰς δαπάνας, ὅπως ἔφθασαν νὰ εἴπωσιν οἱ ἀντιλέγοντες πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι εἰς ἀντίρροπον ἔπρεπε νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νομοσχέδιον φορολογικόν, διὰ νὰ καλύψωμεν τὰς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου αὐξανομένας δαπάνας τοῦ Κράτους, διότι προβλέπω ὅτι ἐκ τῆς καλλιτέρας εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θὰ ὑπερκαλυφθῶσι πολλαπλασίως αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπαιτηθῶσι διὰ τὸ νέον προσωπικόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προβάλλω ὡς πρότασίν μου καὶ ὡς γνώμην ὀρθὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἐξηγμένην εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ἵνα οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες, οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθῶσι, ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν μισθοδοτήσωμεν μὲ μόνον τεσσαράκοντα δραχμὰς μηνιαίως τοὺς διορισθησομένους εἰσπράκτορας, καὶ μὲ ἄλλας τόσας ἀπορρεούσας ἐκ τῶν ποσοστῶν των, θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν εἰσπράκτορας ἀρίστους· καὶ θὰ ἀπολαύσωμεν οὕτω καὶ οἰκονομίαν ὑπερεβδομήκοντα χιλιάδων δραχμῶν παρ’ ὅ,τι δαπανῶμεν σήμερον, καὶ ἡ εἴσπραξις θὰ γίνεται καλλιτέρα.
§33Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καίτοι ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν συμφωνῶ τελείως μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς θέλω ἀποδείξει ἐντὸς ὀλίγου, ἐν τούτοις εἶμαι καὶ ἐγὼ ἠναγκασμένος νὰ παραδεχθῶ τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς δι’ ἄλλον λόγον. Κύριοι, ὅτι συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀποδεικνύεται ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγραψα πρὸ 2 ἐτῶν ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἀθῆναι» κατ’ Αὔγουστον 1909. Ὅταν ἀκούσητε ταῦτα, θὰ νομίσητε ὅτι ὁμιλοῦντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἠκούετε ὄχι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁμιλοῦντος, ἀλλ’ ἐμοῦ αὐτοῦ, διότι ἔλεγον (ἀναγινώσκει): «ἐν τοῖς χωρίοις ὅμως ὁ δυστυχὴς χωρικὸς ποσάκις δὲν περιμένει ματαίως τὸν εἰσπράκτορα, γίνεται δὲ ὑπερήμερος ἐκ τῆς μὴ προελεύσεως αὐτοῦ, ὑποβαλλόμενος εἰς τόκους καὶ ποινάς· τὸ δὲ χείριστον πάντων, ἂν ἀνήκῃ εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα, ὁδηγεῖται δέσμιος εἰς τὸ ταμεῖον τὸ εὑρισκόμενον πολλάκις ἡμέραν καὶ ἡμέρας μακράν, καὶ μετὰ προπηλακίσεις καὶ ταλαιπωρίας μυρίας δαπανᾷ εἰς ἔξοδα πολλαπλάσια τῶν ὅσα ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον». Καὶ ἐνῷ ἔλεγον ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς εἰσπράκτορας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας, Κύριοι, ἔλεγον τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονικῶν, ὄχι μόνον οἰκονομίας δὲν βλέπω, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιβαλλομένας αὐξήσεις», καὶ ὑπεδείκνυον αὐτὰς ταύτας, ἃς προτείνει σήμερον ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε ὁ κ. Εὐταξίας ὑπέσχετο τὰς οἰκονομίας ἑκατομμυρίων. Τοῦτο, ἔλεγον, Κύριοι, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα παρουσίασαν αἱ μέχρι τοῦδε διοικήσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, μόνον τὸ αἴσθημα τῶν οἰκονομιῶν ἐπρυτάνευσε πάντοτε, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ δὲν ἐγένοντο αἱ σπατάλαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, δικαιοῦμαι δὲ νὰ τὸ εἴπω, διότι, ὡς γνωστόν, ἤμην ἀντιπολιτευόμενος καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διαρρεῦσαν διάστημα τῶν διαφημιζομένων σπαταλῶν. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν καὶ εἰς τὰ Ταμεῖα καὶ εἰς τὴν Ἐφορίαν καὶ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἀλλά, Κύριοι, ἐνῷ ταῦτα νομίζω καὶ ταῦτα πρεσβεύω, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἐν διαστήματι 9 ἡμερῶν, τὰς ὁποίας ἔχομεν μέχρι τῆς 8 Ἰουλίου, εἶναι ἀδύνατον νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε συγκινοῦσι τὴν Βουλὴν εἰς μέγιστον βαθμὸν καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτήσωσι συζητήσεις μεγάλας, νὰ ψηφισθῶσι, καὶ θὰ παρακωλύσωσι τὴν ἐπιψήφισιν ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, τῶν νομοσχεδίων τῶν φορολογικῶν καὶ τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§34Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸν συμβατικὸν τόκον καὶ τόσα ἄλλα.
§35Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω λοιπόν, καθὼς εἶπον, καίπερ θεωρῶν ἐπιβεβλημένην τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἐπὶ 3 μῆνας δὲν θὰ βλάψῃ τόσον πολύ, ἐνῷ σήμερον, ἐὰν ἐπιμείνητε νὰ τὸ ψηφίσητε, θὰ παραλύσητε τὴν ἄλλην ἀπόλυτον ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μένει πρὸς ψήφισιν μέχρι τοῦ τέλους τῆς Συνόδου.
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ εἶναί τις, Κύριοι, πολὺ ἰσχυρογνώμων, διὰ νὰ μὴ παραδέχηται ὅτι ἡ Βουλὴ ἡμῶν κατέστη ἀγνώριστος. Βουλή, οὖσα προϊὸν μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἥτις ἠγέρθη καὶ δι’ ἄλλους μὲν πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, ἀλλὰ κυριώτατα ὅπως περιορίσῃ τὰς δαπάνας τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν πράττει ἄλλο τι ἢ νὰ ψηφίζῃ δαπάνας ἐπὶ δαπανῶν. Καὶ θέλει εἶναι ἐπίσης πολὺ ἰσχυρογνώμων ἐκεῖνος, ὅστις δὲν θέλει παραδεχθῆ ὅτι εἶναι ἀκατανόητος ἰδίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοιαύτης Βουλῆς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοιούτων περιστάσεων διὰ τὸν τόπον τοῦτον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις δὲν στέργει εἰς ἀναβολὴν νομοσχεδίου, ὅπερ πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν ἄνευ λόγου μετὰ τόσων δαπανῶν. Τὰ πράγματα ταῦτα εἶναι ἀνεξήγητα. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος λέγει ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἀνθρώπινος νοῦς σαλεύεται, διότι εἶναι ἀληθῶς νὰ χάσῃ κανεὶς τὸν νοῦν του, εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τοιαύτης Βουλῆς νὰ μὴ πράττηται σχεδὸν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ψηφίζωνται δαπάναι. Ὅτε ὑπεβάλλετο, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἷς τῶν μᾶλλον μεμορφωμένων συναδέλφων καὶ τῶν ἀξιοπρεπεστέρων μελῶν τῆς παρούσης Βουλῆς εἶπε πρὸς ἐμὲ τὴν στιγμὴν ἐκείνην: «Σὲ παρακαλῶ, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἐξ Ἑλλάδος;».
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος;
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Γόντικας. Εἶναι ἐξ Ἑλλάδος; Ἐγώ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, διστάζω νὰ τὸ πιστεύσω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φαντάζεται αἴφνης ὅτι ὅλαι αἱ καταπιέσεις τῶν φορολογουμένων γίνονται ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων. Νομίζει ὅτι οἱ εἰσπράκτορες εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες μόνοι βασανίζουσι τοὺς φορολογουμένους, ὅταν ἀποφασίζηται ἡ διὰ καταναγκαστικῶν μέσων, ἥκιστα συνήθως νομίμων, εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Εἶναι γνωστὸν ὅμως εἰς πάντας, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅταν ἀποφασισθῇ, ἵνα ἐκβιασθῇ ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων, χρῆσις γίνεται μόνον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἀμφιβάλλω ἂν ὑπῆρξαν καὶ ἐλάχισταί τινες περιστάσεις ἐνιαχοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας ἄλλα καταναγκαστικὰ μέτρα ἐχρησιμοποιήθησαν. Ἐκδίδονται ἐντάλματα, ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν τὰ ἐντάλματα νὰ τὰ ἔχῃ ὁ εἰσπράκτωρ καὶ μόνος ὁ εἰσπράκτωρ; Τὰ ἐντάλματα τὰ ἐκτελεῖ ἡ Ἀστυνομία, οἱ ἐνωμοτάρχαι, οἱ ὑπενωμοτάρχαι, οἱ χωροφύλακες, οἵτινες εἶναι οἱ συνήθως βασανίζοντες τὸν κόσμον. Πρῶτον τοῦτο. Δεύτερον δέ, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀγνοῆτε τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ βάσανος τῶν πολιτῶν προήρχετο κυριώτατα, διότι τὰ ἐντάλματα ἐξεδίδοντο μόνον κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἰσχύοντος κόμματος, τὰ δὲ ἐντάλματα κατὰ τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἰσχύοντος κόμματος ἐτίθεντο εἰς τὰ ἑρμάρια τῶν ταμιῶν καὶ δὲν ἐξετελοῦντο, καὶ ἂν ἐξεδίδοντο. Τρίτον δὲ νομίζετε ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιόν σας καὶ ἂν ἔχῃ πλήρη ἐπιτυχίαν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἀμφιβάλλω, περὶ τῆς ἐντελοῦς δηλαδὴ ἐπιτυχίας, νομίζετε ὅτι δὲν ἀρκοῦσι τὰ καθυστερούμενα, ἵνα ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ βάσανος τῶν φορολογουμένων; Ἐκτὸς τούτου ἔχομεν, λέγω, ἀνάγκην νὰ περιορίσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν τὰς δαπάνας. Ἔχομεν βέβαια ἀνάγκην νὰ εἰσπράξωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα, ἐντὸς ὅμως τῶν νόμων πάντοτε καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς ἠθικῆς, ἀλλά, ἐὰν γένηται νόμος τὸ νομοσχέδιόν σας, θὰ παρεμποδισθῇ ἡ εἴσπραξις, διότι μέχρις ὅτου διορίσητε τοὺς νέους εἰσπράκτορας, μέχρις ὅτου οὗτοι ἀντιληφθῶσι τὴν ὑπηρεσίαν θὰ παρέλθῃ ἓν διάστημα χρόνου.
§39Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀπατᾶσθε, διότι δὲν πρόκειται νὰ σταματήσῃ τὸ ἤδη ὑπάρχον προσωπικόν.
§40Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἀκόμη νομίζετε ὅτι, ἐὰν δώσητε μισθόν τινα εἰς τοὺς εἰσπράκτορας, ὅτι θὰ ἐξομαλυνθῇ τὸ οἰκονομικὸν πεδίον. Λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, ἀγνοεῖτε καὶ τοῦτο ἀκόμη, διότι φαίνεται ὅτι ἡ ἀπορία τῶν κυρίων συναδέλφων εἶναι ὁπωσδήποτε δεδικαιολογημένη, ἀγνοεῖτε ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἐν Ἑλλάδι εἶναι τοιαύτη, ὅτι ἡ ἀνατροφὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε οἱ χείριστοι τῶν πολιτῶν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν μέχρι τῆς πρώτης, δευτέρας, τρίτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου. Αὐτοὶ εἶναι οἱ χείριστοι τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἄεργοι καὶ κενοὶ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, διαμένοντες εἰς τὰ χωρία των καὶ ἀναμένοντες μίαν προστασίαν, ἵνα εἰσέλθωσιν ὡς παράσιτοι τοῦ Δημοσίου, θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς ὑπηρεσίας, διὰ τὰς ὁποίας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προορίζονται, καὶ τότε ἀλλοίμονον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Νομίζετε ὅτι θὰ εἶναι αὐτοὶ ἠθικώτεροι; Πολὺ ἠθικώτεροι εἶναι οἱ περισσότερον ἀγράμματοι, ἀλλ’ ἔντιμοι ἄνθρωποι. Ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι τὰ βάσανα τὰ ὑφίστανται οἱ φορολογούμενοι, πρῶτον διότι εἶναι μεροληπτικὴ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, καὶ δεύτερον διότι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐνταλμάτων ἀναλαμβάνουσι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Οἱ εἰσπράκτορες οὔτε ἐπαρκοῦσιν οὔτε θὰ ἐπαρκέσωσι. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶναι ἀνάγκη νὰ σταματήσωμεν εἰς τὴν αὔξησιν αὐτὴν τῶν δαπανῶν καὶ πολλῷ μᾶλλον ἕνεκα τῶν δηλώσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβητε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι σκοπεῖτε νὰ μεταρρυθμίσητε τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν.
§41Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶπον ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ῥιζικῆς μεταρρυθμίσεως τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν θ’ ἀναμείνωμεν τὴν πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης ἀφήνοντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ὑφίσταται ὅσα ὑφίσταται σήμερον.
§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς βασανίζεται καὶ θὰ βασανίζηται. Δὲν τὸν σώζετε διὰ τοῦ νόμου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου μόνον νέας δαπάνας ἐπάγετε.
§43Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Οἰκονομίας πᾶσα Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ, ὅταν αἱ οἰκονομίαι πράγματι ὠφελῶσι τὸ Κράτος. Ἀλλ’ οἰκονομίαι, ἐμποδίζουσαι τὴν εἴσπραξιν, δυσχεραίνουσαι τὸν βίον τῶν πολιτῶν, εἶναι οἰκονομίαι παράλογοι, οἰκονομίαι ἐντελῶς καταδικαστέαι. Μέγα εἶναι τὸ λάθος ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες ἐνόμισαν ὅτι κολοβοῦντες τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν προσέφερον ὑπηρεσίαν εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τὸ Κράτος. Προβαίνω εἰς τὰς αὐξήσεις αὐτὰς τῶν δαπανῶν, διότι φρονῶ πεποιθότως ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀληθῶς βελτιοῦται ἡ εἰσπρακτορικὴ ὑπηρεσία, ἀληθῶς βελτιοῦται ἡ ταμειακὴ ὑπηρεσία. Προέτεινα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θ’ αὐξηθῶσιν οὐσιωδῶς αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους· αἱ δαπάναι, αἵτινες θὰ παρακολουθήσωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέτρων τούτων, εἶναι δαπάναι παραγωγικαί, εἶναι δαπάναι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐλαφρυνθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα σήμερον, καταβάλλει ὁ λαὸς ἀδήλους φόρους, ἀπὸ τῶν ὁποίων θ’ ἀπαλλαγῇ ἐφεξῆς. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προβῶμεν εἰς παραγωγικὰς δαπάνας, ἵνα μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως κατὰ τὸ παρελθόν, ν’ αὐξάνωμεν διαρκῶς τοὺς φόρους. Ἀπορῶ δὲ πῶς δὲν ἀντιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ ὅτι τὰ ἐντάλματα, περὶ τῶν ὁποίων τόσοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡμίλησαν, θὰ ἐκλίπωσιν ἐν τῷ μέλλοντι ἢ θὰ περιορισθῶσι κατὰ πολύ. Δὲν βλέπετε ὅτι τὰ ἐντάλματα ταῦτα εἶναι εἰς χεῖρας τῶν χωροφυλάκων, διότι οἱ ταμίαι προέβησαν εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν, μὴ γνωρίζοντες πῶς νὰ εἰσπράξωσι τὰ ὀφειλόμενα; Ὁ ταμίας νομίζει ὅτι ἐκδώσας τὸ ἔνταλμα ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ὅτε ἤλθομεν ἐπὶ τὴν Ἀρχήν, εὕρομεν ἴσως 130.000 ἐκδεδομένα ἐντάλματα συλλήψεως· 10.000 περίπου ἐντάλματα εὕρομεν ἐκδεδομένα ἐδῶ ἐν Ἀθήνας. Ἐὰν σᾶς ἀρέσκῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, τότε καταψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον.
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς θὰ διορθωθῇ αὐτό;
§45Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Διὰ τῆς καλλιτέρας ὑπηρεσίας· διὰ τῆς καλλιτέρας εἰσπράξεως, διότι ὁ εἰσπράκτωρ θὰ μεταβαίνῃ, ἵνα εἰσπράττῃ, ὄχι ἵνα φυλακίζῃ. Οὐδεὶς εἰσπράκτωρ μετέβη ποτὲ ἀνὰ τὰ διάφορα χωρία, ἵνα εἰδοποιήσῃ τοὺς φορολογουμένους ὅτι μετὰ ἕνα μῆνα λόγου χάριν ἔχουσι νὰ καταβάλωσι τὰ ὀφειλόμενα, καὶ ὅτι μετὰ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου τούτου θὰ ἐπανέλθῃ, ἵνα τὰ εἰσπράξῃ. Ἀπορῶ πῶς δὲν βλέπετε τὴν ἐκ τούτου αἰσθητὴν βελτίωσιν καὶ ἀρνεῖσθε ὅτι εἶναι ὁ μόνος τρόπος ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ φορολογούμενοι τῶν βασάνων, ἃ ὑφίστανται, καὶ τῶν προσθέτων δαπανῶν, εἰς ἃς ἐξαναγκάζονται.
§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πάντοτε κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας βλέπομεν περίεργα πράγματα. Ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα δέχομαι ὅτι συμβαίνουσι καὶ διὰ τὰ ὁποῖα πλειοδοτῶ, ὡς διὰ μαγείας θὰ ἐκλείψωσι, διότι θὰ διορισθῶσιν εἰσπράκτορες μετὰ προσόντων! Δὲν εἰσέπραττε, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε ἦτο γνωστὸν ὅτι ἡ εἴσπραξις ἐγίνετο μεροληπτικωτάτη, καὶ ἐν τούτοις συνεσωρεύοντο 120 ἑκατομμύρια. Δὲν μοὶ λέγετε, πῶς θὰ παύσῃ νὰ βασανίζηται ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Διότι θὰ διορίσητε εἰς μίαν περιφέρειαν ἕνα ἔμμισθον εἰσπράκτορα, διὰ τοῦτο νομίζετε ὅτι ὁ εἰσπράκτωρ ἐκεῖνος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιέρχηται ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, νὰ εὑρίσκῃ ἕκαστον τῶν φορολογουμένων, τὸν καθυστεροῦντα τὸν φόρον του, μὲ ὅλην τὴν ἁβρότητα, μὲ ὅλην τὴν προσοχήν, ἵνα μὴ θίξῃ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ, φορολογουμένου; Καθ’ ὅμοιον τρόπον, καθ’ ὃν μέχρι τοῦδε, θὰ γίνηται ἡ εἴσπραξις καὶ εἰς τὸ μέλλον. Κατὰ τίνα τρόπον, θὰ γίνηται ἡ εἴσπραξις καλλίτερον, δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ τὸ ὑποδείξω· αὐτὸ μόνον σᾶς λέγω, ὅτι τὸ μέτρον τὸ ἰδικόν σας δὲν συντελεῖ πρὸς τοῦτο. Ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι αἱ παραγωγικαὶ πάντες γνωρίζομεν, ἀλλὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι δὲν ἐφροντίσατε διὰ δαπάνας παραγωγικάς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐφροντίσατε νὰ ἐπιβάλητε φόρους. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιόν σας αὐτὸ δὲν ψηφισθῇ, εἶναι περιττὸν νὰ ψηφισθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, διότι τόσα περίπου θὰ δαπανήσητε διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου. Καὶ πῶς θὰ παύσῃ, λέγω, νὰ βασανίζεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός; διότι θὰ διορισθῶσιν εἰσπράκτορες ἔμμισθοι; Πρέπει τέλος πάντων νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις!
§47Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι Βουλευταί, περὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀφεώρων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἢ τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως ἡ Βουλὴ λίαν ἐπειγόντως καὶ ἀφηνομένη εἰς τὰ φῶτα τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ ψηφίσῃ τὰς δαπάνας ταύτας ὡς καὶ ἔπραξε μέχρι τῆς ὥρας ταύτης. Ἀλλὰ τὸ καθῆκόν της εἶναι, νομίζω, προκειμένου περὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι βαρύνουσι τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, δαπανῶν δι’ ὧν δημιουργοῦνται νέαι θέσεις, ὑπὸ τὴν δικαιολογίαν τὴν πραγματικὴν ἢ τὴν πεπλανημένην ὅτι ἀναδιοργανοῦνται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι, καθῆκόν της, λέγω εἶναι καλῶς νὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα, διότι καὶ εἰδικὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν λαὸν ἔχει νὰ φανῇ αὐστηρά, πολὺ αὐστηρὰ διὰ τυχὸν προβληθησόμενα τοιαῦτα μέτρα, συνεπαγόμενα δαπάνας ὑφ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης, καθόσον ὁ λαὸς ἐντολὴν εἰδικὴν μᾶς ἔδωκεν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ διοργανώσωμεν τὰς ὑπηρεσίας, νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, ἀλλ’ ὄχι νὰ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας.
§48Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι συζήτησις περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς ἀρχῆς. Δὲν εἶναι συζήτησις περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§49Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Διὰ τοῦ προκειμένου ταμειακοῦ νομοσχεδίου καταβάλλεται πᾶσα φροντὶς ν’ ἀναδιοργανωθῇ ἡ ὑπηρεσία, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ λαὸς ἐπιβαρύνεται μὲ δαπάνας. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ μελετήσει καὶ ἐξετάσει καλῶς τὸ ζήτημα ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ἀλλὰ καὶ πρωτίστως πρακτικῶς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δικαιολογεῖ τὸ νομοσχέδιον ἀναφερόμενος εἴς τε τὰς καταπιέσεις τοῦ λαοῦ, ἀσκουμένας διά τε τῶν εἰσπρακτόρων καὶ λοιπῶν ὀργάνων ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως ἐνταλμάτων καὶ εἰς τὴν ἀνεισπραξίαν τῶν φόρων ἕνεκα ἐλλείψεως ὀργάνων καὶ ὑποσχόμενος θεραπείαν πάντων τούτων. Ὅλαι δ’ αὗται αἱ αἰτιολογίαι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς σήμερον, καθόσον πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ἀποκεντρωτικόν, ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον νῦν μᾶς διέπει, κατὰ πόσον οἱ ταμίαι, οἱ εἰσπράκτορες καὶ τὰ λοιπὰ ὄργανα, ἐκτελοῦντα τὸ καθῆκόν των συμφώνως μὲ τὴν νέαν κατάστασιν, θὰ ἐπήρκουν εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ὑπάρχουν εἰσπράκτορες, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ λείψουν τὰ ἐντάλματα, διότι αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη ἀναπόφευκτος τῆς ὑπηρεσίας, ἀφοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι συνηθισμένος νὰ σπεύδῃ νὰ πληρώνῃ τοὺς φόρους, πολλάκις δὲ καὶ δὲν ἔχει. Μέχρι τῆς σήμερον ὅμως ὑπῆρχε καὶ ἄλλος λόγος νὰ μὴ σπεύδῃ εἰς τὴν πληρωμήν, ὁ λόγος τῆς παρεμβάσεως τοῦ ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας, τοῦ κομματάρχου, ὅστις ὡμίλει εἰς τὸν ταμίαν καὶ ἐματαιοῦτο ἡ εἴσπραξις. Νῦν ἔχομεν τὸ νέον σύστημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ ἀντιληφθῶμεν τίνα καλὰ ἔχει, καὶ κατόπιν, ἐὰν ἴδωμεν ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι δὲν ἐπαρκοῦν, τότε ἐπιτρέπεται βεβαίως νὰ βαρύνωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ μὲ νέας δαπάνας διὰ νέας θέσεις. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἔχομεν δοκιμάσει τοῦτο, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι θὰ δώσωμεν εἰς τὸν εἰσπράκτορα 20 ἢ 30 δρχ. ἐπὶ πλέον κατὰ μῆνα. Ὁ εἰσπράκτωρ ἔχει καὶ ἤδη συμφέρον καὶ τρέχει νὰ εὕρῃ τὸν πολίτην, καθόσον ἐκ τῆς εἰσπράξεως ἤρτηται ἡ ἀμοιβή του· οὔτε μεταβάλλεται τὸ ποιόν του, ἐὰν τῷ δώσητε 20 ἢ 30 ἐπὶ πλέον δρχ. Ἐὰν δὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἦτο σπουδαῖον, τότε θὰ ἦτο καὶ διὰ τὰ ἄλλα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε πρὸς ἐπιψήφισιν, διότι, ὅταν δημιουργῶμεν θέσεις μὲ 60 δρ. ἢ 70 δρχ. μηνιαίως, δὲν φθάνομεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν. Ἐκεῖ ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον δὲν λέγει τὰ ἴδια, ἀλλὰ καὶ ἀποκρούει διαρρήδην τὰ ἐπιχειρήματά μας, φρονοῦσα λ. χ. ὅτι ἐπαρκεῖ διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν καὶ μία δραχμὴ ἡμερησίως διὰ τὸν βεβαιωτήν, ἐνῷ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ προτείνει μισθὸν ἢ ἀποζημίωσιν διπλάσιον καὶ μέγαν ἀριθμὸν ὑπαλλήλων. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι διὰ τῶν αὐξήσεων τούτων δὲν μεταβάλλονται τὰ πράγματα, δι’ αὐτὸ καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἰδίᾳ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, ὃν ἀνέφερα ἐξ ἀρχῆς, νὰ ἴδωμεν τουτέστι κατὰ πόσον μὲ τὸ ἐφαρμοζόμενον σύστημα ἐπαρκοῦσιν αἱ ὑπηρεσίαι καὶ κατόπιν τὸν Ὀκτώβριον βλέπομεν τί θὰ κάμωμεν. Τώρα ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντά των μετ’ αὐστηρότητος ἴσης πρὸς πάντας οἱ ταμίαι.
§50Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τί θέλετε νὰ γίνῃ, ὅταν τὸ παρελθὸν ἔρχηται καὶ καταστρέφῃ τὸ μέλλον; Πρέπει λοιπὸν νὰ καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος. Ὅλα τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα καταπιέζουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πρέπει νὰ τακτοποιηθοῦν καὶ ἔπειτα νὰ βαδίσωμεν ἐπὶ νέου ἐδάφους.
§51Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἤθελον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν ἀνεισπράκτων φόρων, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐκ τούτου ἂν αἱ καθυστερήσεις προῆλθον ἐξ ἀνεπαρκείας τῶν ταμειακῶν ὀργάνων ἢ ἐξ ἄλλων λόγων καὶ εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχονται, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀφοῦ βλέπει ὅτι συζητοῦμεν περὶ βαρῶν καὶ ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων διὰ τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν μας, ἤρχισε νὰ συνηθίζῃ, καὶ θὰ συνηθίσῃ τελείως, νὰ πληρώνῃ τὰς ὑποχρεώσεις του· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν μᾶς χρειάζεται νέα ταμειακὴ ὑπηρεσία, οὔτε νέα ἐφοριακὴ τοιαύτη, οὔτε ἄλλο εἶδος, καθόσον μὲ τοιοῦτον χρῖσμα δικαιολογεῖται πλῆθος νέων ὑπαλλήλων, ὑπαλλήλων οὐχὶ τόσον παραγωγικῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἀπασχολοῦσιν αὐτήν, ἀφορῶσι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν τοῦτο ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅταν τοῦτο ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, θὰ ἐννοήσωσι καλῶς ὅτι πᾶσα πρότασις πρὸς παρέλκυσιν τῶν συζητήσεων, πᾶσα ἀναβλητικὴ πρότασις, οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ παρὰ νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐργαζώμεθα ἕνεκα τοῦ καύσωνος, παρατείνωμεν τὰς ἐργασίας μας ἐπὶ μακρότερον. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν, θ’ ἀπέδιδον πολὺ ὀλίγην σοβαρότητα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν τιμὴν σήμερον νὰ κάθηται εἰς τὰς ἕδρας ταύτας, ἐὰν ὑπέθετον ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιάσῃ τὸ οἰκονομικόν της πρόγραμμα, διὰ νὰ τὸ ἀφήσῃ ἔκθετον, καὶ νὰ ἔρχηται νὰ περιμένῃ ἀπὸ τὰς γνώμας τῶν ἀντιπολιτευμένων αὐτήν, διὰ νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει σήμερον νὰ τὸ ψηφίσῃ ἢ ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις αὐτὴ ἐγκρίνῃ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ψηφισθῇ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας σᾶς εἶπεν ὅτι ζητοῦμεν διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν νέα βάρη παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι αὐτὴ ἡ ἀντίληψίς του, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι εὑρίσκεται, ἂν καὶ ἀντιπολιτευόμενος, ἐν ἀγαθῇ πίστει· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἀποτελοῦν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἔχουν σκοπὸν κυριώτατον, καὶ σκοπὸν τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιτύχωσι, νὰ ἀνακουφίσωσι τουτέστιν αὐτὸν οἰκονομικῶς, ἀκριβῶς διότι αἱ δαπάναι αὗται, ὡς εἶπεν ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι δαπάναι κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικαί. Ἐὰν εἰς ταύτας προβαίνοντες πρόκειται νὰ αὐξήσωμεν κατὰ δέκα τὸ σκέλος τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ αὐξήσωμεν κατὰ τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα τὸ σκέλος τῶν ἐσόδων, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαὸν διὰ νέων φόρων, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς καλλιτέρας εἰσπράξεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων, διὰ τῆς ἐξομοιώσεως ὅλων τῶν πολιτῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰ βάρη, ὥστε νὰ μὴ συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον νὰ πληρώνουν οἱ μέν, καὶ νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀσύδοτοι οἱ ἄλλοι. Δυνατὸν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν νὰ φρονῶσιν ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι αὗται τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσιν, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δηλ. διὰ τῆς νέας διαρρυθμίσεως τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας δὲν θὰ ἐπιτύχῃ νὰ προλάβῃ τὰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποβοηθήσῃ τὸν φορολογούμενον διὰ τῆς διηνεκοῦς ὑπομνήσεως κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι σκόπιμον νὰ ὑπομιμνήσκηται εἰς αὐτὸν τὸ μέλλον ληξιπρόθεσμον τῆς ὑποχρεώσεώς του, δυνατὸν, λέγω, νὰ φρονῶσι ταῦτα οἱ ἀντιπολιτευόμενοι. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως φρονεῖ ὅτι δι’ ὅλων τούτων θὰ κατορθώσῃ νὰ ὑποβοηθῇ τὸν φορολογούμενον, ἵνα ἐκπληροῖ ἐγκαίρως τὰς ὑποχρεώσεις του, χωρὶς νὰ ὑποβάλληται εἰς τὰ πρόσθετα βάρη καὶ χωρὶς νὰ ἐρχώμεθα ἡμεῖς ἐνταῦθα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ ψηφίζωμεν νόμον περὶ διακανονισμοῦ τῶν παλαιῶν χρεῶν. Ὁ νόμος περὶ διακανονισμοῦ τῶν παλαιῶν χρεῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ βελτιώσεως τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας. Τίποτε ἄλλο δὲν θὰ ἐκάμνομεν, ἐὰν δὲν ἐψηφίζομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, παρὰ νὰ περικόψωμεν σπουδαίως τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἔχω λοιπὸν καθῆκον νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ περατωθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἂν μὴ πάντα τὰ νομοσχέδια ταῦτα ψηφισθῶσιν, ὅτι προσέτι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν ἔχουσα τὰς εὐθύνας τῆς ἐφαρμογῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ ὡς αὐτὴ ἀντιλαμβάνεται. Ἔχει βεβαίως καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀποκρούῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει καθῆκον, ἀφοῦ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἐλέγξῃ τὸ ἄσκοπον τῶν νομοσχεδίων αὐτῆς, ἀφοῦ ἐπιρρίψῃ εἰς αὐτὴν τὰς εὐθύνας τῆς ἀποτυχίας, τὴν ὁποίαν προσδοκᾷ, νὰ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἴδῃ ψηφιζόμενον τὸ νομοθετικόν της πρόγραμμα, νὰ ὑποβοηθήσῃ μάλιστα αὐτὴν πρὸς τοῦτο. Ταύτας τὰς δηλώσεις ἐνόμισα καθῆκον νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλήν, νομίζω δ’ ὅτι ἡ ἔκκλησις, τὴν ὁποίαν κάμνω πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅπως οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν ὁμιλῶσι μόνον διὰ νὰ ἐπιρρίψωσι τὰς εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ δὲ καὶ νὰ παρακωλύσωσι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετικοῦ αὐτῆς προγράμματος, νομίζω ὅτι ἡ ἔκκλησις αὕτη θὰ ἀκουσθῇ ὑπ’ αὐτῆς.
§53Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἦτο περίεργον, ἐὰν ἐφαντάζετό τις ὅτι ἡμεῖς λαμβάνομεν τὸν λόγον, ἵνα πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ μέτρα αὐτῆς καὶ δὴ τὰ μέτρα τὰ φορολογικά· ἀλλὰ θὰ ἦτο περιεργότερον ἔτι, ἐὰν ἐφαντάζετό τις ὅτι ἡμεῖς θὰ συλλογισθῶμεν κίνδυνόν τινα διὰ τὴν χώραν, ἐὰν ἤθελε καταλίπει τὴν Ἀρχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις· ἀλλὰ θὰ ἦτο περιεργότατον ἔτι, ἐὰν ἐφαντάζετό τις ὅτι ἦτο δυνατὸν τὸ καθῆκον ἡμῶν ἡμεῖς νὰ τὸ μετρήσωμεν κατὰ χρόνον. Τὸ καθῆκον ἡμῶν τὸ ἐρρυθμίσαμεν καὶ τὸ ἐσταθμίσαμεν πάντοτε κατὰ ποιὸν καὶ θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν τοῦτο, ἵνα διαφωτίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔχομεν, περὶ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ, καὶ ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι ὅτι καὶ τὸ ἐλάχιστον μέρος τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως δὲν συντελεῖ εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν καὶ ἐν συνόλῳ εἰς τὴν βαράθρωσιν τῆς χώρας. Ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι ὅτι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον βελτιοῦται ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, διότι θὰ διορισθῶσιν εἰσπράκτορές τινες ἔμμισθοι. Περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται παρὰ περὶ ἀμύνης κατὰ τῶν νόμων τῶν ἀποκεντρωτικῶν. Μὴ δυναμένη νὰ παρασκευάσῃ τὸ ἐκλογικὸν ἔδαφος κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφορεῖ περὶ τῶν κινδύνων τῶν οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσι τὴν χώραν, καὶ προσπαθεῖ κατὰ πάντα τρόπον νὰ δημιουργήσῃ θέσεις καὶ συνεπῶς θεσιθήρας, νὰ παρασκευάσῃ τὸ ἔδαφος τὸ ἐκλογικόν. (Διαμαρτυρίαι). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πῶς φαντάζεται τὰ δικαιώματά του, ὅτε ῥητῶς καὶ ἀποτόμως ἀπαγορεύει εἰς τοὺς φίλους αὑτοῦ νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, σήμερον δ’ ἔφθασε καὶ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ὑπαινιχθῇ ἢ μᾶλλον ῥητῶς νὰ εἴπῃ καὶ πρὸς ἡμᾶς ἀκόμη ὅτι καὶ ἡμεῖς ἀκόμη δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν· εἰς τί; Εἰς τὸ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς πρόγραμμα! Ἐπικαλεῖσθε τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅπως ἐφαρμοσθῇ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην διακηρύσσομεν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα αὐτῆς εἶναι ὁ οἰκονομικὸς ὄλεθρος τῆς χώρας. Εἶναι αὕτη περίεργος ἀντίληψις πολιτική. Εἶναι περίεργος ἡ τακτικὴ αὕτη, ἡ εἰσαγομένη εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο. Ἀδιαφορῶ ἐπὶ πόσον θὰ διαρκέσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Οὔτε τὸ ἐσκέφθην ποτὲ οὔτε θὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, ἐκεῖνο τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θὰ τηρήσωμεν, θὰ εἶναι νὰ διακηρύσσωμεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πρόγραμμα σπατάλης, εἶναι πρόγραμμα οἰκονομικῆς ἐξαντλήσεως, εἶναι πρόγραμμα ἀπειλοῦν διὰ μαρασμοῦ, διὰ θανάτου τὴν χώραν ταύτην.
§54Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἶναι περίεργος ἡ ἀξίωσις, Κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως ἀξιούσης παρὰ πάντων τῶν Βουλευτῶν ἀπόλυτον σιγὴν εἰς τὰ εἰσαγόμενα ὑπ’ αὐτῆς μέτρα, μέτρα τὰ ὁποῖα τείνουσι μόνον καὶ μόνον νὰ φορολογήσωσιν ἀπηνῶς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως ἐπαγγελλομένη τὴν σωτηρίαν τοῦ Ἔθνους καὶ βλέπομεν ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς ἁμιλλωμένους ποῖος ἐξ αὐτῶν τὴν σπατάλην νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνει. Ἦλθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδια καὶ εἰς ὅλα αὐτοῦ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, βλέπομεν τὴν σπατάλην καὶ τὸ πολυδάπανον καὶ τὸν πλοῦτον, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο περὶ Προϋπολογισμοῦ Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, περὶ Προϋπολογισμοῦ τῆς Ἀγγλίας. Ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου τὸ αὐτὸ νὰ πράξῃ, νὰ δημιουργήσῃ θέσεις, ὅπως τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων σχηματίσῃ στελέχη εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπου οὐδεμίαν θέσιν ἔχει. (Διαμαρτυρίαι). Παρατηρῶ, κύριοι συνάδελφοι, τὸ περίεργον ὅτι, ἐνῷ τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων συνίσταται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ Κυρίων προβεβηκότων τὴν ἡλικίαν, δεικνύει ὁρμὰς πολὺ νεανικάς! (Ἱλαρότης). Ζητεῖ λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῶν μέτρων ἐκείνων, ἅτινα, ἐπαναλαμβάνω, ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχουσι, πῶς νὰ φορολογήσωσιν ἀπηνῶς τὸν λαόν, πῶς δ’ ἀφ’ ἑτέρου νὰ δημιουργήσωσι θέσεις, ὡς τὰ εἰσαγόμενα νομοσχέδια ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐρχόμενοι ἐνταῦθα ἓν καὶ μόνον ἔχομεν καθῆκον, νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, τοῦτο δὲ θὰ τὸ πράξωμεν ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ τοῦτο. Οἱανδήποτε συνέπειαν καὶ ἂν ἔχῃ, μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Ἐὰν σεῖς φοβῆσθε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς τὴν ἐπιθυμοῦμεν. Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα. Φοβεῖσθε νὰ ἀντιμετωπίσητε τὴν λαϊκὴν ὀργήν, διότι ἐπὶ 5–6 μῆνας ἐνταῦθα οὐδὲν ἐπράξατε, ἀλλ’ ἐφορολογήσατε ἀπηνῶς τὸν λαόν, κατεστρέψατε τὸ στράτευμα, κατεστρέψατε τὸ ναυτικὸν καὶ αὐτὸ καὶ μόνον ἔχετε νὰ ἐπιδείξητε ὡς κατόρθωμα τῆς μεγάλης ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως.
§55Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐστήριξε τὰ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων τὴν ψήφισιν ἐπιζητεῖ, ὅπως διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ κατορθωθῇ ἡ εἴσπραξις περισσοτέρου ποσοῦ καὶ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ φορολογούμενοι. Πάντοτε τοῦτο ἐπιζητεῖ. Πᾶσα δαπάνη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δικαιολογεῖται, ὡς σκοποῦσα νὰ φέρῃ ἀγαθὰ εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος μόνον μέχρι τοῦδε τὰς συνεπείας ὑφίσταται, χωρὶς ἀκόμη οὐδὲ πόρρωθεν νὰ ἴδῃ τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλλον τοὺς φόρους, ὑπισχνοῦντο! Καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἐπ’ ἄπειρον αἱ αὐξήσεις τοῦ προσωπικοῦ, καὶ ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ἐπὶ τοσοῦτον αὐξάνει καὶ ἡ λαιμαργία τοῦ προσωπικοῦ, ὅπως αὐξήσῃ ἔτι περισσότερον, διότι ὁ ὀκνηρὸς ὀκνηρότερος γενόμενος διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην περαιτέρω αὐξήσεως. Εἶναι ὅπως ὁ ἀλκοολικός, ὁ ὁποῖος, ὅσῳ περισσότερον πίνει καὶ ὅσῳ περισσότερον ἀλκοολικὸς γίνῃ, τόσῳ περισσότερον αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τοῦ οἰνοπνεύματος. Εὑρέθη καὶ μία βάσις, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε εἶναι δικαιολογητική· διότι ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω καὶ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀποκρούσω, ὅτι ἐπὶ τέλους ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδείξῃ ποῖα εἶναι ἐκεῖνα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιτύχῃ τὸ οἰκονομικόν της πρόγραμμα· εὑρέθη μία βάσις τῶν εἰσπρακτόρων, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι πάντες γνωρίζομεν ὅτι τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων διὰ τῶν εἰσπρακτόρων πᾶν ἄλλο παρὰ ἀγαθὸν ἀποβαίνει καὶ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς μετατροπῆς τοῦ συστήματος τούτου.
§56Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ αἴτησις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως; Ἐὰν ἔχῃ ὑποβληθῆ, θὰ ὁμιλήσω· ἄλλως δὲν θὰ ὁμιλήσω.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων.
§58Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὅμως πρὸς θεραπείαν μιᾶς ἀνάγκης εὑρίσκουσιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν, ὅπως στηριζόμενοι ὄπισθεν τῆς ἀνάγκης ταύτης ζητήσωσι καὶ τὴν αὔξησιν μεγάλου ἀριθμοῦ ταμιῶν καὶ ταμειακῶν ὑπαλλήλων. Μᾶς ὑπόσχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι διὰ τῆς δαπάνης ταύτης θὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα, διότι ἡ δαπάνη αὕτη θὰ ᾖ παραγωγική. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι πᾶν ἄλλο λέγεται παρὰ παραγωγική. Ταμειακὴ ἴσως εἶναι, ἀλλὰ παραγωγικὴ δὲν εἶναι· παραγωγικαὶ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι αὐξάνουσι τὸν πλοῦτον, τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Κράτος δρᾷ. (Θόρυβος). Νομίζω ὅτι, ἐὰν διὰ τῆς ἀνησυχίας πρόκειται νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἀγόρευσις, θὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα πρὸ παντὸς ἔχομεν καταδικάσει. Οἱ κύριοι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θέλουσι, δύνανται νὰ ἐξέλθωσιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θορυβοποιῶσι. Δαπάνη λοιπόν, λέγω, δὲν εἶναι παραγωγικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπόσχεται αὔξησιν εἰσπράξεων, ἀλλὰ δαπάνη παραγωγικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία αὐξάνει τὸν πλοῦτον. Ἀλλ’ αὔξησις τοῦ πλούτου τῆς χώρας δὲν εἶναι ἡ αὔξησις τῶν πόρων τοῦ Κράτους, ὅταν ἡ αὔξησις αὕτη ἐπέρχηται ἐκ φορολογίας. Εἶναι λοιπὸν οὐχὶ παραγωγικὴ δαπάνη· εἶναι ταμειακή· θὰ ἤθελον νὰ φρονῶ ὅτι εἶναι ταμειακή, ἀλλὰ δὲν εἶναι οὔτε ταμειακή. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι θὰ ἐξέλθωσιν ὁριστικῶς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἑκατοστύες χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον κατόπιν τῆς ψηφίσεως· εἶναι ὅμως ἐντελῶς προβληματῶδες ἂν θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις καὶ ἂν αὕτη θὰ εἶναι ἴση ἢ μεγαλειτέρα, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι εἶναι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Πολὺ ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις θὰ κανονίσῃ τὸ πρόγραμμά της καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καί, δὲν ἀμφισβητῶ, καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ ἀπολύτως, ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς οἰκονομικῆς της πολιτικῆς. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ ταύτην ἐν μηνὶ Ἰουνίῳ; Τοῦτο εἶναι ἄτοπον. Ἐὰν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κανονίσῃ τὴν πολιτικήν της, ὤφειλεν ἐγκαίρως νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι τῷ 1911 εἶναι τοῦτο τὸ πρόγραμμά της· κανεὶς δὲν τὴν κατηγόρησεν· ἀλλὰ πρέπει ἐγκαίρως νὰ ζητήσῃ τοῦτο, διότι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ στηρίζηται εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ζητοῦσα πράγματα ἀντικοινοβουλευτικά. Ποῦ ἠκούσθη, Κύριοι, ὅτε τὸ ἥμισυ τοῦ ἔτους ἔχει παρέλθει, ἡ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάζῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν; Αὐτὸ τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς μεθ’ ὅλων τῶν δηλώσεων ὑποβάλλεται κατὰ τὸ νέον Σύνταγμα τρεῖς μῆνας πρὶν ἢ ἀρχίσῃ τὸ ἔτος. Καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις ἐννέα ὁλοκλήρους μῆνας ἀπὸ τῆς χρονολογίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς μάθῃ ποῖον εἶναι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπὶ ταύτης στηρίζει αὐτὸ καθ’ ὃν χρόνον δὲν προέβλεψεν ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις νὰ συμπεριλάβῃ τὰς δαπάνας ταύτας εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε πολὺ βραδέως εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἔπταισεν ἡ Κυβέρνησις μὴ γνωστοποιήσασα τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐγκαίρως, πταίει αὐτὴ καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσιν, ὅπως ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ἀναβληθῇ εἰς τὴν κατάλληλον στιγμήν, καὶ κατάλληλος στιγμὴ θὰ εἶναι ἡ χρονολογία ἐκείνη, ἡ ὁποία ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, τὰς δαπάνας τοῦ ὁποίου ἀποβλέπουσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἀλλ’ ἐπὶ ποίας βάσεως, Κύριοι, στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ὅτε ἡ αἰτιολογικὴ βάσις τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Ἀκόμη ἡ τύχη τοῦ νομοσχεδίου τῶν σπειρομένων γαιῶν καὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ἄγνωστος· δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιμείνῃ πρῶτον τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων καὶ κατόπιν νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν τῶν δαπανῶν; ἢ πρέπει νὰ γίνῃ, Κύριοι, ὅ,τι ἔγινε καὶ μὲ τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ Κράτος εἰς τὸν Ζωγράφον διὰ τὸ σακχαροποιεῖον ἐν Θεσσαλίᾳ; Ἐστηρίχθη ἡ Κυβέρνησις εἰς ἓν μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἵδρυεν ἐπὶ τῆς σακχάρεως, καὶ ἐφρόντισε καλῶς ἢ κακῶς—κάκιστα βεβαίως—νὰ παράσχῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου μίαν τοιαύτην κολοσσιαίαν ἀποζημίωσιν εἰς ἕνα ἰδιώτην, καὶ τὸ μὲν μονοπώλιον δὲν ἐφηρμόσθη,—οὔτε θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτε—, τὸ δὲ ἓν ἑκατομμύριον ἐξῆλθεν ἐκ τῶν θυλακίων τοῦ λαοῦ καθ’ ὃν χρόνον ὁ λαὸς πληρώνει τὸ αἷμά του διὰ τὴν τροφήν του, καὶ ἐπλήρωσεν ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ ἑκατομμύριον, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὰ θυλάκια ἑνὸς πλουσίου δι’ ἐπιχείρησιν, ἡ ὁποία ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον ἐπὶ 15 ἔτη ἐννέα ἑκατομμύρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις! Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια! Πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ τὸ μονοπώλιον ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ δώσῃ τὸ ἓν ἑκατομμύριον.
§59Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαμαρτυρομένου ἐμοῦ καὶ μόνου.
§60Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μάλιστα ὁ νῦν Προϋπολογισμὸς ἐφρόντισε νὰ ἀναγράψῃ καὶ 40,000 ἀκόμη δραχ. διὰ τόκον τῆς καθυστερουμένης δόσεως ἐκ 500 χιλιάδων. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις! Πρὶν ἢ ψηφίσωμεν νομοσχέδια, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογεῖται μία αὔξησις δαπάνης, ἔρχεται πρῶτον νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν τῆς δαπάνης ταύτης! Ἀλλά, Κύριοι, δὲν νομίζετε ὅτι κοινοβουλευτικῶς δὲν εὑρισκόμεθα ἐν τάξει καὶ ὅτι τὰ νομοσχέδια, καθ’ ὅσον ὑποβάλλονται, πρέπει νὰ ψηφίζωνται καὶ νὰ μὴ γίνηται ἡ μετατροπὴ αὐτὴ ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου τῶν σπειρομένων γαιῶν εἰς τὸ τοῦ εἰσοδήματος καὶ τὰ πανεπιστημιακά, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ καμμίαν σειράν; Εἶναι τρόπος συζητήσεως αὐτὸς ἢ μόνον εἶναι σκοπὸς ὅπως ἐξαντλήσωσι τὸ δικαίωμά των ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ νὰ φουρνίσωσιν αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἴπωσι καὶ ἄρα–μάρα; Τὸ πανεπιστημιακὸν νομοσχέδιον, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ—καὶ ὁμολογῶ τὴν ἀνάγκην—, πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ κατὰ συνέχειαν. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμβληθῇ μία ἡμέρα ἀπὸ συζητήσεως εἰς συζήτησιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διακόπτηται ἡ συζήτησις ἑνὸς τοιούτου νομοσχεδίου, ἵνα εἰσέλθωσιν ἄλλα νομοσχέδια, διὰ νὰ διακοπῶσι καὶ ταῦτα καὶ νὰ εἰσέλθωσιν ἄλλα καὶ τὰ λοιπά. Διότι τοῦτο μόνον γίνεται. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ τηρήσῃ τὴν σειράν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἕκαστος Βουλευτής, διὰ νὰ μορφώσῃ γνώμην, ἐὰν τὰ νομοσχέδια ψηφίζωνται ὅπως ψηφίζονται. Βεβαίως τὰ διάφορα ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, κατὰ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν εἰς τὴν ἀντίληψιν ἑνὸς ἑκάστου ἔχουσι φέρει σύγχυσιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνῃ τις ποῖα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ποῖα τὰ ὑπὲρ καὶ ποῖα τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τῇ δίδει ἡ πλειονοψηφία, ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, ὀφείλει, νομίζω, νὰ ἐπιμείνῃ μὲν νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀλλ’ ἀφοῦ ψηφισθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσι πρὸ αὐτῶν, καὶ ἀφοῦ καθ’ ἣν ἔχει στοιχειώδη ὑποχρέωσιν ψηφισθῶσι ταῦτα νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ Βουλὴ ἐδέχθη νὰ δώσῃ ἓξ δωδεκατημόρια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· τὰ ἔδωκε, διότι ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἐπηλήθευον οἱ ὅροι τοῦ Συντάγματος, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσι τὴν χορήγησιν αὐτήν, οὐχὶ διὰ νὰ μᾶς φέρῃ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν δαπάνας, αἱ ὁποῖαι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐδώκαμεν ὁλόκληρα τὰ ἓξ δωδεκατημόρια. Ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις οὐχὶ νὰ φέρῃ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα αὐξάνουσι τὰς δαπάνας καὶ τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐδώσαμεν ὁλόκληρα τὰ ἓξ δωδεκατημόρια, ἀλλ’ ἔχει καθῆκον, ἐὰν νομίζῃ ὅτι εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, νὰ σπεύσῃ ἀμέσως εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν εὑρίσκεται ἐν συνταγματικῇ τάξει ἐφ’ ὅσον ἐπ’ ἄπειρον ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις αὐτοῦ. Οὐδεμίαν δικαιολογίαν ἔχει ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ ζητήσῃ τὰ δωδεκατημόρια τὰ ἄλλα, καὶ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ εἶναι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον περιττή. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, ὅπως τὰ νομοσχέδια ψηφισθῶσι κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προτάξῃ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, νὰ ψηφίσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν νομοσχέδια. Καὶ βεβαίως πρέπει νὰ προηγηθῶσιν αὐτὰ καὶ κατόπιν νὰ κρατήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἀφοῦ νομίζει ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ τρίμηνος ἀναβολή, διὰ νὰ μελετηθῶσι τὰ νομοσχέδια. Ἡ διαρρύθμισις ἡ οἰκονομικὴ εἶναι ὅπως καὶ τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐζήτουν αὔξησιν δαπανῶν. Πολλὰ τῶν νομοσχεδίων δὲν ἀποτελοῦσι διαρρύθμισιν τῆς ταμειακῆς ὑπαλληλίας, ὅταν τὰ ταμεῖα γίνωσιν ἀπὸ εἴκοσιν εἰς εἴκοσι πέντε καὶ οἱ δευτέρας τάξεως ταμίαι προαχθῶσιν εἰς ταμίας πρώτης τάξεως. Ἐάν, Κύριοι, διατρέξητε τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, θὰ ἴδητε ὅτι καὶ κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχουσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι ψηφισθῆ εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ ταῦτα ἀπὸ πολλῶν ἑβδομάδων, ἀναβάλλεται δὲ ἡ ψήφισις αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐκήρυξεν ἐπείγοντα ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ βραδύτερον, ὅταν θὰ ἔχωμεν λησμονήσει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν καὶ συνεζητήθησαν σχετικῶς πρὸς τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προηγηθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα τῶν ὅλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐψηφισμένα, τῶν ὁποίων τινὰ δὲν ἐψηφίσθησαν μέχρι τοῦδε, ὅπως εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ναυτικῆς δυνάμεως τοῦ ἔτους 1911, ἀφοῦ τὸ ὅμοιον νομοσχέδιον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ἐψηφίσθη πρὸ δύο μηνῶν. Ὅταν ὑπάρχωσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ψηφισθῶσι, δὲν εἶναι δὲ δικαιολογημένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι συνδεδεμένα μὲ τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὸ 1911, ἐὰν ἀφορᾷ τὸ 1911. Ἐὰν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ὡρισμένας ἰδέας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματός της, νὰ τὰς ὑποβάλῃ διὰ νομοσχεδίου εἰς κατάλληλον περίστασιν, αὕτη δὲ εἶναι ἡ προσεχὴς Σύνοδος τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ τὸ μέσον τοῦ ἔτους.
§61Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ὅπως μεριμνήσω, ἵνα πείσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀσυμφόρου τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα παρατηρήσω δύο τινὰ ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέκρινε τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ παρελθόντος, διότι δὲν ηὔξησαν τὰς δαπάνας. Ἐπέκρινε, λέγω, τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ παρελθόντος, διότι ἦσαν φειδωλοὶ περὶ τὴν δαπάνην. Καὶ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ μόνη κατηγορία κατὰ τοῦ παρελθόντος ἦτο ἡ σπατάλη αὐτῶν. Καὶ ἔρχεται αὐτὸς οὗτος σήμερον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ κατηγορήσῃ αὐτοὺς ἐπὶ φειδωλείᾳ. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀνακόλουθον. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος ταύτην τὴν στιγμὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς ὑπῆρξα καὶ πάντοτε καὶ εἰς ὅλον τὸν βίον μου κατὰ πάσης σπατάλης. Ἀλλ’ ὁμιλῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ αὔξησις αὐτὴ τῶν δαπανῶν εἶναι δαπάνη παραγωγική. Ἠκούσατέ ποτε, κ. Βουλευταί, τρομακτικωτέραν ἰδέαν ταύτης, ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι μετὰ προσοχῆς ἀκούετε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; Εἶναι ὡς νὰ ἔλεγε· «διασχίζω τὴν Ἑλλάδα διὰ σιδηροδρόμων, ἀποξηραίνων ἕλη καὶ τέλματα, ἵνα δώσω ζωὴν εἰς τὸν τόπον καὶ ἀναπτύξω τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου». Ἠκούσατε ὅμως αὐξήσεις δαπανῶν δι’ εἰσπράκτορας καὶ διὰ γραφεῖς καὶ δι’ ἄλλους τοιούτους, ὅτι εἶναι παραγωγικαὶ δυνάμεις! Εἶναι αὔξησις παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας τὸ μισθολόγιον; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπέρχεται κατόπιν, καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν οὔτε ἐσκέφθη ποτὲ νὰ ἀποτείνῃ παράπονον πρὸς ἡμᾶς τοὺς γνωστοὺς ἀντιπολιτευομένους αὐτὸν ὅτι παρημποδίσαμεν αὐτόν ποτε ἀπὸ τὰ ἔργα του· ἴσως ἐδείξαμεν ὑπομονὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ δεχθῶμεν καὶ ὅσα ἡ συνείδησις ἡμῶν ἀπέκρουε, καὶ δὲν ἠθέλομεν νὰ ἀπασχολήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπὸ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ πολλὰ ἀπέναντι ἐλαχίστης δαπάνης, τὴν ὁποίαν αὐξάνει, καὶ ἵνα μὴ ἐπιβάλῃ ἄλλην φορολογίαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, ὑπ’ ὄψει ἡμῶν καὶ ὑπὸ συζήτησιν ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν φορολογίαν τῶν σπειρομένων γαιῶν. Πιστεύει λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ αὐξήσῃ τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον; Πρὸς τί τότε, δύναμαι νὰ ἐρωτήσω ἐγὼ καὶ μετ’ ἐμοῦ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐπιβάλλει τοιαύτας φορολογίας, αἱ ὁποῖαι θίγουσι καὶ πλήττουσι τὸ πολὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἀλλ’ ἤκουσα καὶ πολλὰ ἄλλα ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες οἱ σημερινοὶ εἶναι ἐκβιασταὶ κλπ., καὶ ἐρωτῶ· ὅταν αὐξήσῃ αὐτούς, ἂν πράγματι αὐτοὶ εἶναι πιεσταὶ καὶ ἐκβιασταί, δὲν θὰ αὐξήσωσιν οἱ πιεσταὶ καὶ οἱ ἐκβιασταί; Ἀλλὰ προχωρῶν εἰς τὴν ὁμιλίαν του ἐβεβαίωσεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁ φορολογούμενος δὲν εὑρίσκει ὑπαλλήλους, ἵνα πληρώσῃ τοὺς φόρους του. Οὐδὲν ἀναληθέστερον τούτου. Πάντες γνωρίζετε, Κύριοι, ὅσοι προέρχεσθε ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι γνωρίζει τὰς ὑποχρεώσεις του ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καί, ὅταν δύναται, καταβάλλει ταύτας, καὶ ὁ εἰσπράκτωρ καὶ ὁ ταμίας προθύμως δέχονται καὶ πανταχοῦ ὑπῆρξαν διὰ νὰ λάβωσι τὰ χρήματα. Ὅταν ὅμως ὑπάρχῃ ἀδυναμία πληρωμῆς καὶ εἰδοποιῶνται οἱ φορολογούμενοι ὅτι φθάνει ὁ εἰσπράκτωρ εἰς τὸ χωρίον των, οἱ φορολογούμενοι τρέχουσιν εἰς τὰ ὄρη, διότι δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖται παρ’ αὐτῶν. Καὶ ὅτε τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπιβαρύνεται αὐτὸς διὰ δαπανῶν ἀσκόπων καὶ προσθέτων, αἱ ὁποῖαι δαπάναι αὐτὸν τοῦτον θὰ ἐπιβαρύνωσι καὶ οὐδένα ἄλλον. Νομίζω λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσωσιν αἱ χρυσαλοιφαὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι βάρος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ νὰ μὴ θέλωμεν διὰ τοῦ λόγου νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὰ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ γίνονται. Αἱ δαπάναι αὐταὶ πλήττουσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐπειδὴ δὲ εἶναι τοιαῦται, ἐγὼ οὐδέποτε θὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ αὐτῶν, διότι οὐδεμίαν προσθήκην δαπάνης δέχομαι πλὴν τῶν ἀφορωσῶν τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν βελτίωσιν τῆς χώρας, οὐδεμίαν δὲ ἄλλην δαπάνην θὰ δεχθῶ ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ἀναβολῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§63Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πατσουράκος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§65Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀμφισβητήτω ὑπὲρ ἐμοῦ τὸ μονοπώλιον τοῦ πατριωτισμοῦ, οὐδὲ νὰ κηρύξω ὅτι μόνος ἔχω τὸ ῥεκὸρ τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ κοινωνικῶν γνώσεων. Εἶμαι ὅμως, δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ ἀμφισβητήσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ ὅτι ἀπέδωκαν πάντοτε συμφώνως πρὸς τὴν συνείδησίν των τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι. Ἐνῷ, λέγω, ἐγὼ αὐτὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔψεξα ὅ,τι ἐνόμισα ψεκτὸν ἐκ τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὁμολογήσω ἐνώπιον ὑμῶν ὅτι, πλὴν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, ἐὰν ὑπάρχῃ ἕν φωτεινὸν σημεῖον ἐν τῇ καθόλου σταδιοδρομίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου, ἀδιάφορον ἂν ἔχει ἀτελείας καὶ ἂν κατὰ τοῦτο ἢ κατ’ ἐκεῖνο τὸ σημεῖον εἶναι πλημμελής. Ἔχω λοιπὸν νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι παραδόξως, ἐνῷ ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς εἰσήχθη πρὸς συζήτησιν....
§66Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ ὁμιλήσητε περὶ κανονισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως;
§67Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θέλετε νὰ κατέλθω τοῦ βήματος; Ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁμιλῶ.
§68Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις αὐτὴ γίνεται κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως.
§69Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχω λοιπὸν νὰ καταγγείλω ἐνώπιον ὑμῶν ὅτι παρατηρεῖται παρ’ ὑμῖν τὸ παράδοξον φαινόμενον τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις τονίζει ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ σπειρομένων γαιῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἀποτελοῦσιν αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ τονίζει, λέγω, ὅτι ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ψηφίσῃ ταῦτα, αὐτὴ αὕτη κωλυσιεργεῖ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὰ λέγω ταῦτα κατόπιν τῆς πρὸς ἐμὲ παρατηρήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι, ἐνῷ ἡ ὥρα ἦτο μία παρὰ τέταρτον, μοὶ ἔκαμε παρατήρησιν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως;
§71Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ζητῶ νὰ εἴπω ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προτάξῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς χάριν αὐτοῦ τοῦ γοήτρου τοῦ Πανεπιστημίου, ὅσον καὶ ἂν εἶναι καὶ γλωσσικῶς ἀκόμη ἀτελής.
§72Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ. (Θόρυβος).
§73Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶσαι ἀνάξιος νὰ μὲ διδάξῃς.
§74Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον πρὸς ὑμᾶς, οὔτε καταδέχομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§75Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Γελῶ, βλέπετε· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ ἀπαντήσω, εἶναι ὅτι οἱ κωλυσιεργοῦντες καὶ οἱ παρεμβάλλοντες μείζονας δυσχερείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι οἱ ἐκλεχθέντες ὑπὸ τὴν σημαίαν της. Παρατηρεῖται, ἐπαναλαμβάνω, ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ τὸ παράδοξον φαινόμενον τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ φωτεινότερον σημεῖον τοῦ προγράμματος αὐτῆς, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κωλυσιεργοῦσι καὶ παρεμβάλλουσι δυσχερείας, εἴτε ἐν γνώσει αὐτῆς εἴτε τῇ ἀνοχῇ της, εἶναι αὐτοὶ οὗτοι οἱ φίλοι καὶ οἱ σύμμαχοί της.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§77Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προτάξῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ νομίζω ὅτι ψηφίζουσα αὐτὸν ψηφίζει ἓν φωτεινὸν σημεῖον δι’ ἑαυτήν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτέθημεν ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ ἤδη. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀπερρίφθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων καὶ τῶν ἀφορώντων τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οὐδένα βλέπω ἐγγεγραμμένον· ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου γίνεται δεκτή. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄρθρα 1 ἕως 32 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 33ον).
§79Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κανονίζεται ἡ ταμειακὴ ὑπηρεσία καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸ ἄρθρον 33 ἐμπεριέχονται διατάξεις μεταβάλλουσαι διατάξεις ἐκ τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 33 ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ χρηματικαὶ ποιναὶ καὶ τὰ πρόστιμα κλπ.». Τὰ πρόστιμα, ὡς γνωρίζετε, ἐπιβάλλονται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πταισματοδικείου. Πᾶσα ἀπόφασις δικαστικὴ καταδικάζουσα τὸν κατηγορούμενον εἰς πρόστιμον, ὑφ’ οἱουδήποτε δικαστηρίου καὶ ἂν ἐκδοθῇ, θεωρεῖται ἀπόφασις ἐκδοθεῖσα ὑπὸ Πταισματοδικείου. Κατὰ δὲ τὰ ἄρθρα 549 καὶ 550 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας τὰ καθορίζοντα τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων αἱ μὲν ἀποφάσεις τοῦ Κακουργιοδικείου παραγράφονται μετὰ 20 ἔτη, τοῦ Πλημμελειοδικείου μετὰ 10 ἔτη, τοῦ Πταισματοδικείου αἱ ἀποφάσεις αἱ καταδικάζουσαι εἰς πρόστιμον τοὺς κατηγορουμένους παραγράφονται μετὰ 2 ἔτη. Τοῦτο δὲ ἐκράτει ἄχρι τοῦδε· ἤδη μεταβάλλετε τὴν διάταξιν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ καταργεῖτε τὴν παραγραφὴν πάσης ἀποφάσεως καταδικαζούσης εἰς πρόστιμον. Ἡ διάταξις, ἂν μείνῃ ὡς ἔχει, θίγει κεκτημένα δικαιώματα, διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν συζητεῖται ἡ διάταξις αὐτή, πολλαὶ ἀποφάσεις τοῦ Πταισματοδικείου ἔχουσι παραγραφῆ, διότι ἔχει παρέλθει ἡ διετία. Διὰ τὸ μέλλον δὲ δὲν εἶναι ἀνάγκη τοιαύτης διατάξεως, διότι ἅμα τῇ καταδίκῃ ὁ κατηγορούμενος πληρώνει. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ μεταβάλλωνται διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας εἶναι κάτι τι νομοθετικῶς ἄτοπον. Δὲν ἀφήνετε τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὡς ἔχουσι, κατὰ τὰς ὁποίας ὁρίζεται ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς ἑκάστης ἀποφάσεως; Ταῦτα εἶχον νὰ παρατηρήσω. Ἄλλοτε εἰσήχθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον ἐπεγράφετο περὶ διαγραφῆς ἐκ τῶν βιβλίων τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας χρεῶν παρῳχημένων χρήσεων, καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐν ἄρθρῳ 50ῷ, ὅτε ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποκάμει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ, ἔγραφε· «πᾶσα ἔνστασις παραγραφῆς προτεινομένη κατὰ τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀπαράδεκτος». Τοιοῦτόν τι, παρόμοιον, συμβαίνει καὶ ἐνταῦθα.
§80Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις σας.
§81Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εὑρίσκω εὔλογον τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, διότι, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, θὰ ἔχωμεν δύο διατάξεις ἀντικρουομένας πρὸς ἀλλήλας, διότι διὰ μὲν τὰ πρόστιμα τὰ ἐπιβαλλόμενα δυνάμει ἀποφάσεως τοῦ Πταισματοδικείου θὰ ἰσχύῃ ἡ διάταξις τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου, ἀλλά, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τοῦ Πταισματοδικείου καταγινώσκῃ κράτησιν, δύναται νὰ μεταβάλῃ ἡ διάταξις αὕτη τὴν δικονομικήν; Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν δύο διατάξεις συγκρουομένας καὶ ἀντιφασκούσας πρὸς ἀλλήλας, ὅπερ ἄτοπον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 33ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 33, 34, 35, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 167 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΓΚΖʹ τοῦ 1906 καὶ ͵ΓΦΜΘʹ τοῦ 1910 περὶ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Συζήτησις κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς μηνιαίας περιθάλψεως εἰς τὸν τέως Ἐπίσκοπον Λαρίσης Ἀμβρόσιον». Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ἡ ἀρχή, διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον).
§83Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἔχομεν ὑποβάλει πρότασιν «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως μέρους τῆς ποινῆς καταδίκων». Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§84Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως μέρους τῆς ποινῆς καταδίκων». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐκτελέσεως τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων ἐπιβληθεισῶν ποινῶν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ παραπέμπεται τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελεσθεῖσαν ὑπὸ τῶν κυρίων Π. Μερλοπούλου, Ἀ. Χριστοπούλου, Ν. Χαριτάτου, Ν. Πετροπουλάκη, Ἐπ. Λαμπρακάκη, Ἀν. Σκιαδαρέση, Δ. Γκλαβᾶ, Δ. Κλάδη, Ἰ. Πατσουράκου, Γ. Ἰατρίδου καὶ Ν. Γαρδικιώτου).
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 20.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μετατροπῆς μικρῶν ποινῶν κρατήσεως ἢ φυλακίσεως εἰς χρηματικάς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τῇ 5ῃ μετὰ μεσημβρίαν. Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ὥρα 6 καὶ 7′ μ. μ.)
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὑποβάλλω πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 75 καὶ 76 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Τυπωθήσεται πρὸς διανομήν. (Ὄρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, τεῦχος Αʹ.) Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§89Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ προστίθενται νέαι θέσεις πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὑπουργικῆς. Πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ἄλλου τοῦ ταμιακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὴν πρωίαν, καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀπαιτεῖται δαπάνη 410,000 δραχμῶν. Δὲν νομίζω ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ προστιθέμενοι διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων, θὰ προσφέρωσι τοσαύτας ὑπηρεσίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὥστε νὰ καλύψωσι τὴν ἀξίαν τῶν 410,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ δαπανήσῃ δι’ αὐτοὺς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὸ ῥηθὲν δέ, ὅτι αἱ δαπάναι αὐταὶ θέλουσιν ἀποβῆ παραγωγικαὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι, ὅσον αὐξάνουσιν οἱ ταμειακοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἐφοριακοί, τόσαι βδέλλαι προστίθενται ἐκμυζῶσαι καὶ τὴν τελευταίαν οἰκονομικὴν ἰκμάδα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο «περὶ ὀργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν», καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἄλλο «περὶ ὀργανώσεως τῆς ταμιακῆς ὑπηρεσίας», ἐγὼ θὰ καταψηφίσω. (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄρθρα 1–6 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7)
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἔχει τὸν λόγον.
§91Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. (Ὅρα Παράρτημα).
§92Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν ἔχω νὰ κάμω καὶ ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, ἤτοι πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, οἵτινες ἐπιδοθέντες εἰς τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο καὶ μόνον καὶ ὑπηρετοῦντες ἐπὶ δεκαετίαν καὶ πλέον ἐν τῇ προσδοκίᾳ αἰσιωτέρου μέλλοντος, εἶναι ἄδικον νὰ τοὺς στερήσῃ ἡ Πολιτεία ἤδη τὴν προαγωγήν, ἀφοῦ μάλιστα ἔχουσι καὶ τὴν πεῖραν ἀποκτήσει. Διὰ τῶν ἤδη ὁριζομένων προσόντων παρεμποδίζονται οὗτοι εἰς τὴν προαγωγήν των. Τὸ δίπλωμα χρησιμεύει μόνον πρὸς ἀπόκτησιν δημοσίας τινὸς θέσεως καὶ οὐχὶ πρὸς προαγωγήν. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη εἰργάσθησαν, ἔλαβον τὴν προσήκουσαν πεῖραν καὶ εἶναι καλλίτεροι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δυνάμει διπλώματος διορισθέντες, ἔχουσιν ὀλιγώτερον χρόνον ὑπηρεσίας, τοσοῦτο δὲ μᾶλλον, καθόσον, ἐφ’ ὅσον δημιουργεῖται ἡ προαγωγὴ διὰ διαγωνισμοῦ, δὲν βλέπω τὸν λόγον τί ἔχει νὰ χάσῃ ἡ ὑπηρεσία, ἂν καὶ οὗτοι διαγωνισθῶσι μετὰ τῶν ἄλλων διπλωματούχων ὑπαλλήλων. Θὰ ἦτο ἀδίκημα εἰς αὐτοὺς τὸ ἐναντίον. Λαμβάνω ὡς παράδειγμα ἕνα πρῶτον γραμματέα Ἐφορίας τρίτης τάξεως, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο μετὰ ὑπηρεσίαν πέντε ἐτῶν νὰ γίνῃ ἔφορος τρίτης τάξεως, καὶ ἤδη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὀνομάζεται γραμματεὺς τρίτης τάξεως μὴ δυνάμενος νὰ προαχθῇ οὔτε εἰς ἔφορον τετάρτης τάξεως. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, ὅπως λάβητε ὑπὸ σημείωσιν τὴν σύστασιν τοῦ προλαλήσαντος κ. συναδέλφου.
§93Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ μελετήσω τὴν τροπολογίαν καὶ θὰ λάβω ταύτην ὑπ’ ὄψιν. (Ψηφίζονται εἶτα δι’ ἀναστάσεως τὰ ἄρθρα 7–23, ὡς καὶ τὸ σύνολον, εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν». Ὁ κ. Ἀγγελίδης ἔχει τὸν λόγον.
§95Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι θεωρῶ τὸ εἶδος τοῦ φόρου δικαιότατον· ἔλαβον ὅμως τὸν λόγον, ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδικίτατα τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δεχθῇ καὶ ἐπιφέρῃ βελτιώσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον δι’ αὐτοῦ ὡρισμένη τάξις φορολογουμένων φορολογεῖται βαρύτατα. Ἡ τάξις αὕτη, κ. Ὑπουργέ, εἶναι ἡ τάξις τῶν μικροκαλλιεργητῶν, ἢ μᾶλλον αὐτοκαλλιεργητῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ ἥμισυ τοῦ γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ πληθυσμοῦ. Ὡς γνωστόν, ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία εἶναι διῃρημένη εἰς 560 χωρία· ἐκ τούτων τὰ 210 εἶναι κεφαλοχώρια, δηλαδὴ μικροϊδιοκτησίαι, τὰ δὲ λοιπὰ τσιφλίκια. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐνισχύσῃ τοὺς αὐτοκαλλιεργητὰς τούτους, διότι αὐτοὶ ἐφαρμόζουν τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν, ἐνισχύουσα δὲ αὐτοὺς θὰ τοὺς ἀναγκάσῃ ν’ αὐξήσωσι τὰς γαίας των, νὰ βελτιώσωσι τὴν καλλιέργειαν αὐτῶν, διὰ τῆς ἐνισχύσεως δὲ καὶ βελτιώσεως τούτων αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας θ’ αὐξήσωσι καὶ θὰ βελτιωθῶσι. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου οἱ αὐτοκαλλιεργηταὶ οὗτοι, ἂν ἔχωσι μίαν μετριωτάτην ἀπόδοσιν, θὰ πληρώνωσι διπλάσια τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν ὅτι εἰς 200 στρέμματα ὁ αὐτοκαλλιεργητὴς θὰ σπείρῃ σπόρον σίτου 160 κοιλῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργέ, νὰ μὲ προσέξητε ὀλίγον, διότι θέλω νὰ πεισθῆτε ὅτι ἔχω δίκαιον, ὅτι αὐτὴ ἡ τάξις φορολογεῖται βαρέως. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι, ἂν ἔχωμεν, ὡς ἀνωτέρω ἐρρήθη, αὐτοκαλλιεργητήν, ὁ ὁποῖος θὰ σπείρῃ τὸ ἔτος 160 κοιλά, θὰ τὰ σπείρῃ εἰς 200 στρέμματα μεγάλα, ἕκαστον δὲ στρέμμα τοιοῦτον ἔχει 1236 τετραγωνικὰ μέτρα. Ἐὰν αὐτὸς ἔχῃ ἀπόδοσιν 1 πρὸς 4, τότε θὰ ἐσοδεύσῃ 640 κοιλά· τὸ νομοσχέδιον τῷ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπέσῃ 20%· θὰ ἔχωμεν λοιπὸν καθαρὰν φορολογήσιμον πρόσοδον 512 κοιλῶν. Εἶναι 5% ὁ δημόσιος φόρος καὶ 2% ὁ δημοτικός· συνεπῶς θὰ πληρώσῃ φόρον δημόσιον καὶ δημοτικὸν 35 κοιλὰ καὶ 84/100· τὸ κοιλὸν σίτου ἔχει 22 ὀκάδας, ὡς ὑπολογίζεται ἐν Θεσσαλίᾳ, ἑκάστη δ’ ὀκᾶ τιμᾶται 32 λεπτά, ἤτοι 22 ὀκάδας τὸ κοιλὸν πρὸς λεπτὰ 32 τὴν ὀκᾶν δρ. 7· ἄρα διὰ τὰ 35 κοιλὰ καὶ 84 ἑκατοστὰ θὰ πληρώσῃ ἐν ὅλῳ δρχ. 250, ἐνῷ θὰ ἐπλήρωνε μόνον 139 δρχ. φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν, μὲ ἀπόδοσιν δὲ ἓν πρὸς τέσσαρα.
§96Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἴπετε ὅτι θὰ καλλιεργῇ 200 στρέμματα;
§97Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Θὰ καλλιεργῇ 200 καὶ θὰ σπείρῃ 160 κοιλά, ἰδίως εἰς τὸ ἔδαφος τὸ ἰδικόν μας, μὲ ἀπόδοσιν ἑνὸς πρὸς τέσσαρα, ὁπότε αἱ δαπάναι τῆς καλλιεργείας εἶναι ἶσαι πρὸς τὰ ἔσοδα αὐτῆς, θὰ πληρώσῃ δὲ 250 δρχ. δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου σας, ἐνῷ, ἂν ἐπλήρωνε φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν, θὰ ἐπλήρωνε μόνον 139. Καὶ θὰ ἐπλήρωνε μόνον τόσον, διότι τὰ 200 στρέμματα θὰ τὰ καλλιεργήσῃ μὲ δύο ζεύγη ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐγὼ δὲ προσθέτω ἀκόμη ἕν.
§98Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν φθάνουν.
§99Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Φθάνουν. Καὶ τρία ἂν θέσητε, πάλιν εἶναι διπλάσιος ὁ νέος φόρος, παραβαλλόμενος πρὸς τὸν παλαιόν. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατον· ὁ ἰσχυρισμός σας οὗτος δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀληθείας· ἀρκοῦσι δύο ζεύγη ἀροτριώντων, διὰ νὰ καλλιεργήσῃ τις 200 στρέμματα; οὐχί· δέον νὰ ἔχῃ ὁ γεωργὸς καὶ ἓν ζῷον ἀκόμη, διὰ νὰ συναλλάσσῃ τὰ ἐργαζόμενα. Ἀλλὰ παραβάλετε τὴν τάξιν αὐτήν, κ. Ὑπουργέ, μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνοικιάζουν τοὺς ἀγρούς των. Ἐὰν ἔχω ἐγὼ 200 στρέμματα καὶ τὰ ἐνοικιάσω, τὸ ἐνοίκιον εἰς Θεσσαλίαν καὶ ἰδίως εἰς τὰς ἐπαρχίας Τυρνάβου, Ἁγυιᾶς καὶ Λαρίσης εἶναι 8 δρχ. τὸ στρέμμα τὸ σπειρόμενον. Ὅταν λοιπὸν δὲν σπείρω τὰ 200 στρέμματα, ἀλλὰ τὰ ἐνοικιάσω, θὰ λάβω 1600 δρχ. μίσθωμα, ὥστε μὲ φόρον 7% θὰ πληρώσω 112 δρχ. Καὶ ταῦτα ἂν τὰ ἐνοικιάσω, ἐνῷ, ἂν ἐγὼ ὁ ἴδιος θελήσω νὰ τὰ καλλιεργήσω καὶ ὄχι νὰ τὰ μισθώσω καὶ ἔχω μίαν ἀπόδοσιν ἓν πρὸς τέσσαρα, θὰ πληρώσω 251 δρχ., καὶ ἐνῷ λοιπὸν οὐδεμίαν ἔχω ὠφέλειαν, διότι ἡ δαπάνη τῆς καλλιεργείας θὰ εἶναι ἴση μὲ τὰ ἔσοδα, ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσω διπλάσιον φόρον. Ἀλλὰ παραβάλετε αὐτὸν τὸν μικροκαλλιεργητήν, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζει, ὡς εἶπον, τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν, διότι καὶ οὗτος λιπαίνει τοὺς ἀγρούς του, μὲ τὸν μεγάλον, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζει ἐπίσης τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν. Ἐκεῖνος τί θὰ πληρώσῃ; 6% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Τὸ εἰσόδημα τὸ ἐκ τῶν ἀγρῶν τῶν σπειρομένων ἐκ σίτου συμψηφίζεται μὲ τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, ὅταν εἶναι ἓν πρὸς τέσσαρα. Ἂν λοιπὸν ὁ τσιφλικιοῦχος ἔχῃ ἀπόδοσιν ἓν πρὸς τέσσαρα, οὐδὲν θὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον, ἂν ἡ ἀπόδοσις εἶναι μεγαλειτέρα τοῦ ἑνὸς πρὸς τέσσαρα, καὶ μόνον ἐὰν εἶναι 1 πρὸς 5, 1 πρὸς 6, 7, 8, 9, 10, τότε μόνον θὰ πληρώσῃ. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ τσιφλικιοῦχος, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζει τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζω καὶ ἐγὼ ὁ μικρός, δὲν θὰ πληρώσῃ τίποτε, ὅταν ἔχῃ ἀπόδοσιν ἓν πρὸς τέσσαρα, ἐγὼ θὰ πληρώσω 251 δρχ. διὰ τὰ 200 στρέμματα. Φρονῶ λοιπόν...
§100Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Συγκρίνετε τὴν ἀπόδοσιν μὲ τὴν ἐντατικήν; Ἔχω κατώτατον ὅριον.
§101Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. 6% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος.
§102Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κατώτερον ἀπὸ 0,45.
§103Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Νὰ ἴδητε καὶ μὲ τὰ 45 λεπτὰ...
§104Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐπὶ παντὸς εἴδους καλλιεργουμένου.
§105Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Δηλαδὴ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στρέμματα, τὰ ὁποῖα θὰ σπείρῃ;
§106Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα.
§107Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι σπουδαῖον.
§108Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι σπουδαιότατον.
§109Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Πόσον ὑπολογίζετε ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὰ 0,45 λεπτά; Ἄλλα 15 λεπτὰ δι’ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε; Ἔχομεν 60 ἑπομένως λεπτὰ δι’ ἕκαστον στρέμμα. Κατ’ ἀκολουθίαν διὰ τὰ 200 στρέμματα θὰ πληρώσωσιν 120 δραχμάς.
§110Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐκεῖνος θὰ ἔχῃ 400 στρέμματα, δὲν θὰ ἔχῃ 200, διότι ἐγὼ ὑπολογίζω ἐπὶ τῆς ὅλης ἐκτάσεως.
§111Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον· τὸ νομοσχέδιόν σας φορολογεῖ τὰς σπειρομένας γαίας. Συνεπῶς δὲν θὰ σπαρῶσι τὰ 400 στρέμματα, ἀλλὰ μόνον τὰ 200, καὶ θὰ λάβητε φόρον μόνον ἐπὶ τῶν 200. Ἀλλ’ ἐὰν λάβητε ὡς παράδειγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔφερον ἐγὼ ἐξ ἀρχῆς, ἐὰν δηλαδὴ αὐτὸς ὁ τσιφλικιοῦχος ὁ ἀσκῶν καὶ ἐφαρμόζων ἐντατικὴν καλλιέργειαν ἔχῃ ἀπόδοσιν ἓν πρὸς τέσσαρα, θὰ πληρώσῃ τί; Οὐδέν.
§112Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Βεβαίως. Διότι ἔχει κατώτατον ὅρον.
§113Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Νομίζω ὅμως, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι αὐτὸ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔφερον ἐγώ, εἶναι ἀρκετὸν καὶ ἱκανὸν νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δεχθῆτε ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον καὶ αὐτοὶ οἱ αὐτοκαλλιεργηταὶ νὰ πληρώνωσιν ὅσον πληρώνουσιν οἱ τριτάρηδες, νὰ ἔχωσι τουτέστι δικαίωμα ν’ ἀφαιρέσωσι 30% ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ νὰ πληρώσωσι καὶ αὐτοὶ 4% ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου.
§114Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κατ’ ἄρθρον αὐτά. Εἴμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§115Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὡμίλησα ἐγὼ τώρα καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συνοπτικῶς. Δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὴν παράκλησίν μου, ὅπως βελτιώσητε τὸ νομοσχέδιόν σας, ὅπερ ὄντως χρήζει βελτιώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δεχθῇ τὴν τροποποίησιν τοῦ κ. Μπουφίδου, ὥστε νὰ γίνηται ἡ βεβαίωσις διὰ δηλώσεως. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δεχθῇ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ κ. Μπουφίδης, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, διότι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου εἶναι πράγματι ἐπαχθής, οὐχὶ τόσον διὰ τοὺς βεβαιωτάς, ὅσον διότι, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, ἔχει δικαίωμα ὁ βεβαιωτὴς νὰ μεταβαίνῃ οἱανδήποτε ὥραν θέλει εἰς τὴν ἀποθήκην τοῦ φορολογουμένου καὶ νὰ τῷ λέγῃ ὅτι δὲν εἶναι 400 κοιλὰ αὐτά, ἀλλ’ εἶναι 500. Αὐτὸ εἶναι βαρύτατον καὶ ἀπελπιστικόν. Οἱ βεβαιωταὶ δυνατὸν νὰ παρεστάθησαν ὑπὸ ἐνίων ἐκ τῶν συναδέλφων ὅτι εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τοὺς σπαχῆδες καὶ δὲν γνωρίζω τί ἄλλο. Τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι ὅτι ὁ βεβαιωτὴς οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τοὺς σπαχῆδες. Ὁ βεβαιωτὴς εἶναι ὁ σημερινὸς χαβαλές. Ὑμεῖς ὑπηρετήσατε ἐν Τουρκίᾳ καὶ γνωρίζετε τί εἶναι οἱ χαβαλέδες. Κατὰ τὴν γνώμην μου μάλιστα δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὁρίζηται, ὅπως ὁρίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 6ῳ, ὅτι πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν πρὸ τοῦ λιχνίσματος ὀφείλουσι νὰ εἰδοποιῶσι τὸν βεβαιωτήν.
§116Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Λέγει «τὸ πολύ».
§117Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ περιλάβητε τοιαύτην διάταξιν, διότι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος πληρώνεται διὰ δύο μῆνας ἀπὸ μίαν δραχμὴν ἕως τέσσαρας, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κάλλιστα δύναται νὰ κοιμᾶται ἔξω, ἐν ὑπαίθρῳ, ὅπως κοιμῶνται ὅλοι οἱ χαβαλέδες. Λοιπὸν εἰς τὰ χωρία μας οἱ βεβαιωταὶ μεταβαίνουσι καὶ κατασκευάζουσι μίαν καλύβην εἰς τὸ ὑψηλότερον μέρος τῶν ἁλωνίων καὶ ἐκεῖθεν ἀντιλαμβάνονται ποῦ λιχνίζουσι καὶ ποῦ δὲν λιχνίζουσι, καὶ μεταβαίνουσι καὶ σφραγίζουσι τὸν σῖτον ἢ οἱονδήποτε εἶδος δημητριακῶν καρπῶν, μόλις λιχνισθῶσιν οὗτοι.
§118Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ εἶναι καὶ δημόσιος ὑπάλληλος μὲ μίαν δραχμὴν τὴν ἡμέραν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ;
§119Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Μίαν ἕως τέσσαρας, λέγει τὸ νομοσχέδιον. Θὰ εὑρεθῶσι τοιοῦτοι ἀρκετοί. Μὴ ἀμφιβάλλετε. Οἱ βεβαιωταὶ λοιπὸν δὲν εἶναι διάφορόν τι τῶν χαβαλέδων.
§120Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἔχουσιν ὁμοιότητα. Ἀλλὰ γνωρίζετε τὸ νομοσχέδιον μὲ τί τοὺς ὁπλίζει; Δίδει εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ βεβαιῶσιν ἀδικήματα συνεπαγόμενα ποινὴν χρηματικὴν καὶ ποινὴν φυλακίσεως.
§121Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν θὰ ζητήσωμεν νὰ βελτιωθῇ. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ βεβαιωτὴς νὰ εἰσέρχηται ἐντὸς τῆς ἀποθήκης τοῦ Α ἢ τοῦ Β καὶ νὰ λέγῃ ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι 300 σταμπόλια, ἀλλ’ εἶναι 500. Ἐπὶ πέντε μῆνας μάλιστα οὔτε τοιαῦτα δικαιώματα νὰ ἔχῃ. Βεβαίως ταῦτα πρέπει νὰ τροποποιηθῶσιν.
§122Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦ 1911, λέγει τὸ νομοσχέδιον, ἔχει δικαίωμα.
§123Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τὰ ἐξαλείψῃ. Αὐτοὶ οὐδὲν ἄλλο θὰ κάμνωσι τότε ἢ νὰ πιέζωσι τοὺς γεωργοὺς καὶ ἐν τέλει θὰ ἔρχωνται μὲ αὐτοὺς εἰς τὰς γνωστὰς συμφωνίας ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου.
§124Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Χρειάζεται ἄδεια τοῦ εἰρηνοδίκου.
§125Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καί, ὅταν τὸ νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπιφέρω τὰς δεούσας τροπολογίας, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου καὶ τὸν κανονισμὸν τοῦ ποσοστοῦ τούτου, ἐκτὸς ἐὰν πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ βελτιώσῃ τὸ νομοσχέδιόν του.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ συμπληρωτικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Τυπωθήσεται πρὸς διανομήν. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ἀ. Θεοδωρίδου ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
§127Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Αἱ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, κύριοι Βουλευταί, καταδηλωθεῖσαι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ κατέστησαν ἀναγκαίαν τὴν ἐπιβολὴν νέων φορολογιῶν καὶ διὰ τοῦτο δύσκολον εἶναί τις νὰ ἀδικήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλοντα φορολογικὰ νομοσχέδια. Ἀλλὰ δὲν θεωρῶ ἄσκοπον νὰ ἀναμνησθῶ μιᾶς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ἔκαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, συζητουμένης μιᾶς συνταγματικῆς προτάσεως. Ἐγωιστικώτατα εἶπε τότε πρὸς τὸν κ. Δραγούμην: — Ἐὰν ἀκούσῃς τὰς ἀντιρρήσεις μου, ἐλπίζω νὰ παραιτηθῇς τῆς προτάσεώς σου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τὴν δήλωσιν ἐκείνην δὲν ὑπεδέχθη ἡ Βουλὴ ἐπιδοκιμαστικῶς διὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτήν, καὶ μολονότι καὶ διὰ τὴν μετριοφροσύνην αὐτοῦ διατρέχω τὸν κίνδυνον τοῦ αὐτοῦ παθήματος, αἰσθάνομαι ἐν τούτοις ἐν ἐμαυτῷ τοιαύτην αὐτοπεποίθησιν, ὥστε θὰ ἐπαναλάβω τὴν δήλωσιν ἐκείνην ἐν τῷ αὐτῷ μάλιστα τόνῳ, ὅτι, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὐαρεστηθῇ νὰ παρακολουθήσῃ τὰς πληροφορίας μου, εἰμὶ βέβαιος ὅτι θὰ στέρξῃ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀναβάλλων τὴν κανονικωτέραν ῥύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ σπειρομένων γαιῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων, ὅτε θὰ εἶναι δυνατόν, ἀκινδύνως, ἄνευ καταθλίψεων καὶ ἄνευ δαπανῶν, νὰ συνδυάσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν παραγωγῶν. Ἀπὸ τοιούτου πνεύματος ἀγόμενος ὑποβάλλω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν 4,000,000 δραχ., διότι τόσων ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ καλύψῃ τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πρῶτον λοιπὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή, καὶ πρῶτον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι ἐκείνη μὲν νὰ ἐξετάσῃ, ἐκεῖνος δὲ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν θὰ εἰσπραχθῶσι 4,000,000 ἢ περίπου 4,000,000 δραχ. ἀντὶ τῶν 2,200,000, τὰ ὁποῖα δίδει ἀσφαλῶς ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι ἐπιβεβαιοῦνται 2,200,000 μὲ προσδοκίαν αὐξήσεως καὶ τῆς βεβαιώσεως ἀλλὰ καὶ τῆς εἰσπράξεως ἀκόμη, οὕτως ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ πρόσοδος 2,600,000. Καὶ ἐρωτῶ: ποῦ ἆρά γε ἐστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τὰς προβλέψεις αὐτοῦ περὶ εἰσπράξεως ἐκ τοῦ φόρου τούτου 4,000,000 δραχμῶν; Θὰ παρακολουθήσω, Κύριοι, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν μηδεμίαν ἀμφισβητῶν αὐτοῦ στατιστικὴν πληροφορίαν, διότι, ἐὰν ἀρχίσῃ ἡ ἀμφισβήτησις, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις. Ἄρα θὰ δεχθῶ τὴν παραγωγὴν ὡς ἀνερχομένην κατὰ μέσον ὅρον κατ’ ἔτος εἰς 20,000,000 κοιλῶν, μολονότι ὑστέρως θὰ ἀποδείξω ὅτι εἶναι πολὺ κατωτέρα. Ἡ παραγωγὴ αὕτη, διὰ νὰ ἀποδώσῃ πλήρη τὴν ἀπόδοσιν, τὴν ὁποίαν ἀναμένει ὁ κ. Ὑπουργός, πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἀνήκει εἰς μίαν οἰκογένειαν—καὶ διὰ νὰ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω χρῆσιν παραδείγματός τινος οὐχὶ διὰ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσω νὰ διασαφηνίσω ἐγὼ εὐκρινέστερον τὰς σκέψεις μου. Ὑποθέσατε παραγωγὴν 140 κοιλῶν. Ἐὰν εἶναι εἷς ὁ παραγωγός, θὰ ἐξαιρεθῶσι κατὰ τὸν νόμον 20%· ἄρα θὰ ἐξαιρεθῶσιν 28 κοιλά· ἐὰν εἶναι δύο οἱ παραγωγοὶ καὶ διανεμηθῇ μεταξύ των τὸ νόμιμον προνόμιον, θὰ ἀφαιρεθῶσι 40%· ἐὰν εἶναι τρεῖς, θὰ ἀφαιρεθῶσιν 60· ἐὰν δὲ φθάσῃ μέχρι τοῦ ἑπτά, θὰ μείνῃ ἐντελῶς ἀφορολόγητον. Ἄρα δὲν εἶναι ἀδιάφορος ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰκογενειῶν, ὁ ὁποῖος θὰ διανείμῃ τὴν παραγωγὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ἐὰν ἐπὶ παραγωγῆς 140 κοιλῶν εἶναι δύο οἱ παραγωγοὶ καὶ ὁ εἷς παράγῃ 20 καὶ ὁ ἄλλος 120, τότε ἐκ τοῦ μὲν θὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ 20, ἐκ τοῦ ἑτέρου 20% Χ 120, 24 καὶ 20=44. Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν ἀφαίρεσιν 44 κοιλῶν. Ἐὰν οἱ δύο παράγωσι 200 κοιλά, ὁ εἷς παράγῃ 20 καὶ ὁ ἄλλος 180, θὰ ἀφαιρεθῶσι διὰ τὸν ἕνα 36 καὶ 20 διὰ τὸν ἄλλον, τὸ ὅλον 56. Ἄρα ἔχει σημασίαν καὶ τοῦτο ἀκόμη, οὐχὶ μόνον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἰδιοκτητῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ διανεμηθῇ τὸ σύνολον τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναλογία τῆς διανομῆς μεταξὺ αὐτῶν. Ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ ἀπόστασις τοῦ ἑνὸς πρὸς τὰ ἄνω καὶ τοῦ ἄλλου πρὸς τὰ κάτω, τόσον θὰ εἶναι μεγαλειτέρα ἡ ἐξαίρεσις· ἑπομένως τόσον θὰ εἶναι ὀλιγωτέρα ἡ φορολογία. Ὑπάρχει καὶ τρίτη περίπτωσις ἐλαττώσεως τοῦ φορολογητέου ποσοῦ, ἡ περίπτωσις ἐκείνη—ἡ σπανία, ὁμολογῶ, ἀλλ’ ἐν ταῖς λεπτομερείαις οὐχὶ ἀνίσχυρος—, καθ’ ἣν τὰ ἐννέα διάφορα εἴδη τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὰ φορολογούμενα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ εἶναι δυνατὸν ἀνερχόμενα π. χ. εἰς 180 κοιλά, νὰ ἀνήκωσι μόνον εἰς ἕνα καὶ τοιουτοτρόπως ἐπὶ 180 κοιλῶν θὰ μείνωσι τὰ ποσὰ ἐκεῖνα ἀφορολόγητα. Σημειῶ διὰ τῶν παραδειγμάτων τούτων, ἢ μᾶλλον ἐπιφυλάσσομαι νὰ σημειώσω ἀνισότητας φορολογικάς, αἱ ὁποῖαι μαρτυροῦσιν ὅτι ἔν τισι περιπτώσεσι δὲν ἔχει τὸ νομοσχέδιον ὑπὲρ αὑτοῦ καὶ τὸ δίκαιον τῆς ἰσότητος, ὡς ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Παραδέχομαι ὅλας αὐτὰς τὰς ἀντιξόους συνθήκας· ὑπολογίζω τὰς οἰκογενείας εἰς μίαν, εὑρίσκω δ’ ὅτι ἐπὶ 20.000.000, κατὰ στατιστικήν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὴν ὁποίαν ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν αὑτοῦ, ἡ παραγωγὴ διαιρεῖται εἰς 12.000.000 κοιλῶν σίτου, εἰς 4.000.000 κοιλῶν ἀραβοσίτου καὶ εἰς 4.000.000 κοιλῶν διαφόρων ἄλλων καρπῶν. Ἐὰν λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τῶν 20.000.000, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 12.000.000 εἶναι σῖτος, ἀφαιρεθῶσιν 20% κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐκ τῶν ἄλλων δὲ ὀκτὼ εἰδῶν ἀφαιρεθῶσι 15%, τὸ σύνολον τῶν ἐξαιρέσεων θὰ ἀνέλθῃ εἰς 3.600.000 κοιλῶν, τὸ δὲ φορολογητέον εἰς 16.400.000 κοιλῶν. Εἶπον ὅτι, ἐὰν ἀλλάξωμεν τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐθεμελίωσε τὸ σύστημα αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ ὑπάρξῃ διαφορά. Δέχομαι τὰς βάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ φανταστικὰς καὶ ὑποτιθεμένας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ προκύψῃ ἡ ἀνωτέρω πρόσοδος, τὸ ἀνώτερον ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ἐγὼ λαμβάνω τὰς ἀντιξόους περιστάσεις, τὰς ἐγγύτερον πρὸς τὴν ἀλήθειαν εὑρισκομένας, διὰ νὰ κατορθώσωμεν διὰ σειρᾶς πινάκων νὰ εὕρωμεν τὴν μέσην πρόσοδον, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον. Ἤδη, ἐπαναλαμβάνω, ἐρευνῶν τὴν πρόσοδον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς πλήρους αἰσιοδοξίας βλέπω ὅτι ἔχομεν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ 16.000.000 πρὸς 15% κλπ.». Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ ἀμφισβητηθῶσιν.
§128Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ μέσον ὅρον.
§129Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Μάλιστα. Ὁ μέσος ὅρος εἶναι αὐτός. Ἂς ἴδωμεν τώρα ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 4.100.000 δραχμῶν πόσον θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀφαιρῶ 123.000 δραχμῶν καθυστερουμένων ἐκ τῶν ἐνοικίων, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθυστερουμένων ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐνοικίου, ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, ὅστις φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου κανονίζεται καθ’ ὃν τρόπον κανονίζεται καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι τῶν ἐνοικιαστῶν, σημειωτέον ὅτι ἀναγκαιότεραι εἶναι αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι διὰ τὸ Δημόσιον, ὥστε ὀλιγώτερα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι καθυστερούμενα. Ἀλλὰ δὲν ἀπασχολῶ περὶ τούτου τὴν Βουλήν. Ἀποδέχομαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποδεδειγμένον, τὸ ὁποῖον εἶναι μεμαρτυρημένον. Ἐπιθυμῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ μοὶ δώσητε πληροφορίας, διὰ νὰ θέσω καὶ αὐτὰς ὡς ἀσφαλῆ βάσιν περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δαπανῶν τῆς βεβαιώσεως, ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου τῶν σπειρομένων γαιῶν. Ἐὰν ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ ἀσχοληθῆτε...
§130Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Πεντακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν.
§131Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐὰν δεχθῶμεν, Κύριοι, τὰ συμπεράσματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 500.000 δραχμῶν· ἀφαιρουμένων δὲ τῶν 500.000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ δαπανηθῶσιν εἰς βεβαίωσιν, εὑρίσκω ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὑπὸ τὰς αὐτὰς προϋποθέσεις, εἶναι 3.477.000. Ἀμφιβάλλετε, Κύριοι, περὶ αὐτοῦ; Μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ ἔχομεν φόρον εἰσπράξεως 3.500.000 δραχμῶν περίπου, δαπάνην δὲ 623.000 δραχμῶν, δηλαδὴ περίπου δαπάνην βεβαιώσεως κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπερβαίνουσαν τὰ 17%. Νομίζω ὅτι καὶ μόνον τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς δυσαναλογίας τῶν δαπανῶν τῆς βεβαιώσεως πρὸς τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ κάμῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διστάσῃ νὰ προτείνῃ αὐτὴν τὴν φορολογίαν, μολοντοῦτο δὲν εἶναι μόνον αὐταὶ αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν δὲν ἐνδιαφέρωσιν ἀμέσως τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐνδιαφέρουσιν ὅμως πάντως τὸ Κράτος, διότι πᾶσαι αἱ ζημίαι τῶν παραγωγικῶν αὐτῶν δυνάμεων, ἐὰν ἐννοηθῇ ὅτι δὲν ἐνδιαφέρουσι τὸ Κράτος, εἶναι ὅμως ζημίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσιν εἰς τοὺς γεωργούς. Ποῖαι ὅμως εἶναι αὗται; Ὅτι θὰ κερδίσῃ ὁ ἐνοικιαστής, ὅτι θὰ δαπανήσῃ ὁ ἐνοικιαστὴς μεταφέρων τὸν καρπὸν αὐτοῦ ἀπὸ τὸ ἁλώνιον εἰς τὰς ἀποθήκας, καὶ ἀπὸ τῶν ἀποθηκῶν εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως, προσθέτων καὶ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ. Τοῦτο θὰ εἶναι ζημία ἀναμφισβήτητος τοῦ παραγωγοῦ, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ διάμεσα κέρδη, μεταφερόντων τῶν παραγωγῶν διὰ τῶν ἰδίων ζώων των τὰ προϊόντα τῶν κτημάτων των εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως, θὰ τὰ κερδίσῃ ὁ ἐνοικιαστής, ἀλλ’ ὅ,τι θὰ κερδίσῃ ὁ ἐνοικιαστὴς τὸ χάνει ἀναμφισβητήτως ὁ παραγωγός. Ποία θὰ εἶναι ἡ διαφορὰ αὐτή; Δύναται νὰ εἶναι παμμεγίστη· δύναται ὁ ἀγοραστὴς νὰ ἀγοράσῃ πρὸς πέντε λεπτὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως ἔχει τεσσαράκοντα λεπτά, καὶ τὸ διάμεσον κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι παμμέγιστον, θὰ τὸ ζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης. Δὲν εἶναι δὲ ἀδιάφορον τοῦτο διὰ τὸν φορολογοῦντα. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, Κύριοι, διὰ νὰ τεθῶ ἐπὶ μιᾶς βάσεως ἐντελῶς ἀναμφισβητήτου καὶ ἀσφαλοῦς, ἀντλῶ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὸ ἄρθρον 18 ἢ μᾶλλον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ διατάξεως τοῦ ἄρθρου 18, σοφῆς ὄντως, προνοητικῆς ὄντως ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν, ἐπέτρεψεν εἰς τὸν παραγωγὸν νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον ἀμέσως εἰς χρῆμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς, μὲ τὴν ὁποίαν ἠγόρασεν ὁ ἀγοραστὴς ἀπὸ τὸ Δημόσιον, μὲ προσθήκην 6% ἐπὶ τοῦ φόρου. Ἐὰν ἄρα τὸ ἀποδοτέον ποσὸν ἀνέρχηται εἰς 25 δρ., ὁ ἀγοραστὴς ἔχει νὰ τῷ δώσῃ 6 ✕ 25 καὶ νὰ τῷ εἴπῃ πήγαινε ’ς τὴ δουλειά σου, διότι ἐγὼ θὰ κερδίσω τὸ ἀγῶγί μου καὶ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς. Ἂν εἶναι εὔκολον τοῦτο, κρίνατέ το ὑμεῖς διὰ πάσας τὰς περιπτώσεις· ἐγὼ δέχομαι ὅτι ἡ ἀγορὰ τῶν δημητριακῶν καρπῶν θὰ εἶναι ὑψωμένη, θὰ ἔχωσιν ὅλα τὰ μέσα οἱ φορολογούμενοι νὰ πληρώνωσιν, ἀλλὰ πληρώνοντες θὰ πληρώσωσιν 6%. Ἐὰν ἄρα πληρωθῶσιν ὅλοι οἱ φόροι καὶ εἰσπραχθῶσι 4.100.000 δραχ. ἐπὶ εἰσπράξεων τοιούτων μὲ 6%, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσῃ ἐπὶ πλέον ὁ ἐνοικιστής, θ’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν παραγωγὴν 250.000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο, ὀφείλω νὰ εἴπω, ἀφοῦ εἶναι δαπάναι τῶν γεωργῶν, ἀφαιρεῖται ἐκ τῶν θυλακίων των. Ἔχομεν λοιπὸν ποσὸν 375.000 δραχ. δαπάνης ἐν συνόλῳ, ἀντὶ τῆς ὁποίας θὰ γίνωνται εἰσπράξεις 3.477.000 δραχ., δηλαδὴ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ περιέλθῃ τὸ ποσοστὸν τῶν ζημιῶν ἀπὸ 15%, ὡς ὑπελογίσαμεν, εἰς 25%, διότι ἡ αὐτὴ ἀναλογία εἶναι μεταξὺ τῶν 873.000 καὶ τῶν 3.377.000 δραχμῶν. Ὥστε καὶ ἡ προσθήκη τῆς λεπτομερείας ταύτης δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀδιάφορος, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἀδιάφορος διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Σημειῶ ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο ἀπολύτως νὰ ἐπιβληθῇ τὸ πρῶτον ἡ φορολογία αὐτή, θὰ ἦτο δεδικαιολογημένος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τοιαύτη δαπάνη παρομαρτεῖ εἰς τὰς φορολογίας αὐτὰς καὶ ἀναλόγως μεταξὺ δαπανῶν καὶ εἰσπράξεων δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι συνήθως πρέπει νὰ εἶναι, τὰς ὁποίας δέχεται ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ λογική, ὡς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τῶν παραγωγῶν. Ἀλλὰ ποιοῦμαι τὴν σύγκρισιν πάντοτε πρὸς τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸν ἀσφαλῆ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα, καὶ σκέπτομαι ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων, θὰ εἰσεπράττοντο 2.200.000 δραχμῶν τοὐλάχιστον, ὡς εἶναι ἐντελῶς βεβαιωμένον ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ ὅμως ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν φορολογίαν αὐτὴν διὰ τῆς φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν, διὰ νὰ εἰσπράξῃ 3.777.000 δραχμῶν, δηλ. μία διαφορὰ ἐξ 1.277.000 δραχμῶν. Ἤδη μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀξιοῦντος εἰσπράξεις μείζονας, καὶ τῶν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι στέργουσιν, ἐὰν στέργωσιν ὅλοι, καθ’ ὅσον τοὐλάχιστον δύναμαι ν’ ἀντιπροσωπεύσω τοὺς παραγωγοὺς τῆς ἐπαρχίας μου, αὐτοὶ στέργουσι· διότι ὀφείλω νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ μείνωσιν ἐντελῶς ἀφορολόγητοι, ἐὰν θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ σπειρομένων γαιῶν, διότι ἐκεῖ δυστυχῶς αἱ ἐκτάσεις εἶναι τόσον μικραί, αἱ οἰκογένειαι εἶναι τόσον πολυπληθεῖς, ὥστε εἶναι ἀμφίβολον ἂν θὰ εὕρητε δέκα μεταξὺ τῶν ἑκατόν, οἱ ὁποῖοι παράγουσι περισσότερα τῶν πεντήκοντα κοιλῶν· εἰς τὴν Τριφυλίαν π. χ., ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἐκ γεωργικῶν πληθυσμῶν, εἷς ἰδιοκτήτης ὑπάρχει ἔχων γαίας ἄνω τῶν 100 στρεμμάτων.
§132Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τοὐλάχιστον εἴκοσι.
§133Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἀκαίρως παρεμβαίνετε ν’ ἀμφισβητήσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω. Ὁμιλῶ ἐκ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα γνωρίζω πολὺ καλῶς, καὶ σεῖς ὁμιλεῖτε μὲ τὴν ὑπόθεσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν.
§134Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἀναιρῶ μίαν ἀνακρίβειαν.
§135Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Τέλος πάντων μεταξὺ τῶν παραγωγῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἔρις καὶ ἡ ἀμφιβολία εἶναι περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 1.277.000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θέλει νὰ εἰσπράξῃ ἐπὶ πλέον ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νόμου περὶ σπειρομένων γαιῶν, τὸ ὁποῖον δὲν τῷ ἔδιδον οἱ γεωργοὶ διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐὰν πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ 1.277.000, διὰ νὰ δαπανήσῃ 873.000, διότι περὶ τούτου πρόκειται, ἡ δαπάνη τῶν 873.000—δρ. σκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν δαπάνην τῶν 1.277.000—, εἴπατέ μοι ποίαν δικαιολογίαν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐπιστήμῃ θὰ εὕρῃ πρότασις νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ 80% τῶν εἰσπράξεων θὰ φύγουν ἐκ τοῦ θυλακίου τοῦ παραγωγοῦ, ἵνα διανεμηθῶσιν εἰς διάφορα θυλάκια;
§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἐπιδιωκόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουγοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑπομένως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἁπλῶς νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα παρ’ ὅ,τι εἰσπράττονται διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά σας τὰ στηρίζετε εἰς τοῦτο: ὅτι πρόκειται νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον 1.200.000 καὶ θὰ ὑποβληθῇ εἰς πολλὰς δαπάνας. Ἀλλὰ τὸ ἐπιδιωκόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι αὐτό· εἶναι ἡ δικαιοσύνη ἐν τῇ φορολογίᾳ. Ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦτο ἄνισος, ἐπέρριπτε τὰ περισσότερα βάρη εἰς τοὺς ἀπορωτέρους γεωργοὺς καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς εὐπορωτέρους· εἶχε δ’ ἐπὶ πλέον καὶ τὸ κακὸν ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἀνεπιστημονικὸς καὶ περιώριζε τὰ ὄργανα τῆς παραγωγῆς καὶ τὸν παραγωγὸν ἐν γένει· ὥστε ταῦτα ἐπιδιώκομεν διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ φόρου καὶ κατόπιν ἔρχεται τὸ ζήτημα τῶν περισσοτέρων εἰσπράξεων. Ἔχει καὶ ἄλλο τι τὸ ἐπιδιωκόμενον διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν πλεονέκτημα· ἔχει τὴν εὐκολίαν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου ἐκ μέρους τοῦ παραγωγοῦ, ὁ ὁποῖος πληρώνει αὐτὸν εἰς εἶδος, ἀποφεύγων τὴν πληρωμὴν εἰς χρήματα, ἡ ὁποία ἐξ ὑμῶν καὶ ἐξ ἄλλων ἔχω ἀκούσει ὅτι εἶναι βαρύτατον πρᾶγμα, ἀναγκαζομένου τοῦ γεωργοῦ νὰ ἐξαγοράζηται εἰς διαφόρους ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς καταφυγῆς εἰς τοὺς ὄνυχας τοῦ τοκογλύφου, ὁ ὁποῖος θὰ δανείσῃ τοὺς φορολογουμένους διὰ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§137Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἀλλ’ ἐρευνῶν ἤδη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς εἰσφορᾶς πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς ἑτέρας σκοπιμότητος αὐτοῦ, τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ γεωργοῦ, ἀναγνωρίζω τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἀπηγγείλατε, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς σπουδαῖα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου φορολογίας. Συνδυάζων τὴν σκοπιμότητα μὲ τὰ καταθλιπτικά, ἂς ὁμολογήσω κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, μέτρα τὰ βεβαιωτικά, εὑρίσκω ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ γεωργοῦ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προέχῃ —διότι πρέπει τοὺς φόρους νὰ τοὺς ἐπιβάλλωμεν ἀπολύτως καὶ ὄχι κρατοῦντες εἰς τὰς χεῖράς μας τὰ δημοσιονομικὰ συγγράμματα, ἀλλ’ ἀποβλέποντες καὶ εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ— εὑρίσκω, λέγω, ὅτι περισσότερον συμφέρει εἰς τὸν γεωργὸν νὰ πληρώσῃ καὶ πέντε δραχμὰς ἐπὶ πλέον ἢ νὰ αἰσθανθῇ τὸν χαβαλέν, ὅπως τὸν ὠνόμασαν οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, εἰς τὸν τράχηλόν του. Θὰ προετίμα ὁ γεωργός, ἵνα ἀποφύγῃ τὰς ἐνοχλήσεις τοῦ βεβαιωτοῦ, ὡς τὸν ὀνομάζετε ὑμεῖς, νὰ πληρώσῃ καὶ πέντε δραχ. ἀνακτῶν τελείως τὴν ἐλευθερίαν του καὶ μὴ δηλώνων τὴν περιουσίαν του. Ἤδη περιορίζομαι εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους καὶ τῆς σκοπιμότητος αὐτοῦ, ὅπως καταλήξωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόδοσιν τὴν πραγματικὴν τοῦ φόρου τούτου, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἠδύνατο ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη καὶ ἡ λογικὴ νὰ εὕρῃ φράσεις ἢ λέξεις ἐπιδοκιμαστικάς. Ἵνα λοιπὸν καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, ἐπλεύσαμεν αὐτόχρημα εἰς μερικὰς αἰσιοδοξίας, περὶ παραγωγῆς 20.000.000 κοιλῶν τὸ ὀλιγώτερον. Ἀλλὰ μία οἰκογένεια, ὡς εἴπομεν, ἡ ὁποία θὰ διανεμηθῇ ὄχι πλέον τῶν 180 κοιλῶν, δὲν θὰ πληρώνῃ σχεδὸν τίποτε, ὥστε αἱ καθυστερήσεις δὲν θὰ ὑπερβῶσι τὸ ἤδη καθιερωμένον ἐκ συνηθείας μέτρον. Οἱ βεβαιωταὶ ἐξ ἄλλου θὰ εἶναι ἔντιμοι, χρηστοί, πρόθυμοι. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦσι τὰ προσόντα αὐτὰ ταῦτα· πρέπει νὰ εἶναι καὶ πρώτης τάξεως λογισταί, νὰ ἔχωσι δὲ καὶ ἀρκετὰς γνώσεις νομικάς, διὰ νὰ λύωσιν ὅλας τὰς διαφορὰς τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας, τῆς μισθοδοσίας εἰς εἶδος καὶ εἰς χρῆμα κλπ., πράγματα τὰ ὁποῖα, μόνον ἐὰν συντρέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι καὶ νὰ ἐξασφαλισθῶσιν οὕτως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὰ ὑπολογιζόμενα. Καὶ ἐρωτῶ· ἐὰν μεταβάλωμεν μίαν τῶν προϋποθέσεων, ἐκ τῶν ὁποίων ὡρμήθησαν, ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα; Ὑποθέσατε π. χ. ὅτι διαταράσσεται ἡ παραγωγή, ὅτι δὲν θὰ παραχθῶσιν 20.000,000, ἀλλ’ ὀλιγώτερα· τί θὰ συμβῇ τότε; Θὰ ἤθελον ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἔχωμεν μᾶλλον ἐξηκριβωμένας πληροφορίας, διότι ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν ἐλλείπουσιν αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ψηφίσωμεν. Βεβαιωθῆτε ὅμως ὅτι ἡ παραγωγὴ οὐδέποτε ἀνῆλθε τὰ 20.000.000 κοιλῶν. Ἀποδεικνύεται δὲ τοῦτο μέχρι προσαγωγῆς ἀντιθέτου ἀποδείξεως ἐκ τοῦ ἑξῆς: Εἶναι κοινῶς παραδεδεγμένον ὅτι ἕκαστον ἄτομον καταναλίσκει 7 κοιλὰ σίτου· ἐπὶ 2.631.000 λοιπὸν πληθυσμοῦ ἀπαιτοῦνται 18.417.000 κοιλῶν, τὰ ὁποῖα θὰ θρέψωσιν ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· εἰσάγομεν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ κατὰ μέσον ὅρον 7.500.000 κοιλῶν.
§138ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. 5,500,000 κοιλῶν.
§139Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ μέσος ὅρος δὲν εἶναι αὐτός.
§140Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Μὴ ἀμφισβητεῖτε δι’ ὅ,τι λέγω, καθόσον εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ ἀποδείξω. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου στατιστικὴν τοῦ 1907, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθησαν 155,000,000 ὀκάδες σίτου καὶ 18,000,000 ὀκάδων ἄλλων καρπῶν.
§141Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ μέσος ὅρος.
§142Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ποῖον θέλετε;
§143Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. 130,000,000 ὀκάδων σίτου.
§144Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Θέλετε 130,000,000; Ἄρα ἔχετε 6,500,000.
§145ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. 6,000,000, διὰ νὰ εἶσθε ἀκριβής.
§146Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ἡ στατιστικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῷ 1905 ἀναφέρει 121,000,000 καὶ τῷ 1906 157,000,000 καὶ τῷ 1907 158,000,000.
§147Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐδέχθην 6,000,000, ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα συμφωνεῖτε καὶ ὑμεῖς, διότι διὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ σπουδαίως δὲν μεταβάλλονται τὰ πράγματα. Εἰσφέρει λοιπὸν τὸ Ἐξωτερικὸν διὰ τὴν διατροφήν μας 6,000,000 κοιλῶν σίτου ἀπέναντι τῶν 18,000,000, τὰ ὁποῖα θέλομεν. Ἄρα παράγομεν 12,000,000 βρωσίμου ποσοῦ δημητριακῶν καρπῶν.
§148Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπολογίσητε καὶ τὸν σπόρον.
§149Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὅταν ὁμιλῇ ἡ στατιστικὴ περὶ παραγωγῆς, μὴ νομίζετε ὅτι ἐξαιρεῖ τὸν σπόρον. Ὑπολογίζει τὰ τῆς παραγωγῆς κατὰ σύνολον.
§150Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἴπετε βρώσιμον.
§151Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἔχετε δίκαιον. Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι ἀκριβής. Τὸ ὑπολογίζω ὅλον ὡς βρώσιμον· εἶναι 12,000,000. Πόσον ἔχετε ἐκ τῶν ἄλλων κατὰ τὴν στατιστικήν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας; Ὑποθέτω ὅτι ἡ στατιστική, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὁ μακαρίτης Κασσελίδης ἐν τῇ Οἰκονομικῇ Ἑλλάδι, εἶναι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ βεβαιοῦται ἐξ αὐτῆς ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τῆς παραγωγῆς, τὸ μὴ βρώσιμον, εἶναι 3,000,000 κοιλῶν.
§152Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Διὰ νὰ εἶσθε ἀκριβής, πρέπει νὰ ὑπολογίσητε τὴν παραγωγήν τινων ἐτῶν. Φρονεῖτε ὅτι 12,000,000 καταναλίσκονται ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν. Πρέπει νὰ ὑπολογίσητε 14,500,000, διότι πρέπει νὰ ὑπολογίσητε τὸν σπόρον, ἐὰν ὑπολογίσητε τὴν παραγωγήν, καθόσον αὐτὸ ἔχει μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν ἀφαίρεσιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν, ἐάν, ὡς εἴπετε, 12,000,000 καταναλίσκωνται ὑπὸ τῶν ἐδῶ παραγομένων, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν παραγωγήν. Ἡ παραγωγὴ εἶναι εἶναι 14,500,000 κοιλῶν.
§153Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Τὸ ἀνεγνώρισα. Ἐὰν θέλητε, καὶ νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ ἀσχοληθῆτε ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας παρέχω εἰς τὴν Βουλήν, δύνασθε νὰ κρατήσητε λογαριασμόν, διότι τὴν ἀφαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπεδείξατε ὑμεῖς, μολονότι τὴν ἀναγνωρίζω ὡς βάσιμον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν λάβω καὶ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν. Μεταβάλλει αὕτη τοὺς ὅρους καὶ τοὺς λογαριασμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς δὲ τούτους πρόκειται περὶ 500,000 κοιλῶν. Ἐν τῷ γενικῷ ἀθροίσματι θὰ προσθέσω τὰς 500,000· ἀλλὰ τὰ μερικὰ ποσά, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω καταθέσει, τί θὰ ἀπογίνωσι;
§154Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ Torri ὁ συγγράψας περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος ὁρίζει ὅτι ἡ παραγωγὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς δημητριακοὺς καρποὺς ἀνέρχεται εἰς 370,000,000 ὀκάδων, δηλαδὴ εἰς 16,000,000 ἕως 17,000,000 κοιλῶν.
§155Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἵνα συνεχίσω λοιπόν, ἔχομεν παραγωγὴν βρόμης 500,000, σικάλεως 150,000 κλπ.· τὸ ὅλον 14,650,000. Καὶ ἐπειδὴ μὲ ἠναγκάσατε καὶ ἀφῄρεσα ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰσαγομένου, καὶ διαμαρτύρομαι διὰ τὴν ὑποχώρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ἵνα λύσωμεν τὴν ἀμφισβήτησιν 2 ἑκατομ. κοιλῶν, προσθέτων τοῦτο εὑρίσκω ὅτι τὸ ὅλον ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 16,650,000. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, Κύριοι, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε ποσὸν ἀνάλογον, ἀνῆκον εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἀνάλογον πρὸς τὸν πληθυσμὸν καὶ ἰδίᾳ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑπτανήσου.
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν καλλιεργεῖται ἐκεῖ σῖτος.
§157Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Θὰ ἀκούσητέ τι, τὸ ὁποῖον ἐξέπληξε καὶ ἐμέ. Ἐν Κερκύρᾳ ἐπὶ πληθυσμοῦ 99,000 κατοίκων αἱ 11,000 εἶναι γεωργοί.
§158ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἔλαιον καὶ οἶνον παράγουν.
§159ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν γεωργικαὶ οἰκογένειαι;
§160Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ναί· ἀλλὰ δὲν παράγουν παρὰ πολὺ ὀλίγον σῖτον. Ἐκεῖ γεωργοὶ ὀνομάζονται ὅλοι οἱ ἀγρόται, ἐνῷ ἐν τῇ λοιπῇ Πελοποννήσῳ ἀποβλέπουν μετά τινος περιφρονήσεως εἰς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γεωργοῦ καὶ ὅλοι εἶναι κτηματίαι. Ὁπωσδήποτε, ὑπολογιζομένης τῆς Λακωνικῆς, ἡ ὁποία δὲν φορολογεῖται, καὶ τῆς Ἑπτανήσου, ἡ ὁποία ἐπίσης δὲν φορολογεῖται, πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς, ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 14,650,000, πόσον θέλετε; Ἔχω ὑπολογίσει ⅕% δι’ ὅλην τὴν Ἑπτάνησον, ἐξ οὗ θὰ ἔχητε φορολογητέον ποσὸν 12,850,000.
§161Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον;
§162Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. 13,000,000 διὰ τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὴν Λακωνικήν.
§163Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν παράγει σιτηρὰ ἡ Κέρκυρα.
§164Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἄλλους δημητριακοὺς καρποὺς δὲν παράγει; Παράγει κάτι τι· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παράγῃ τι.
§165Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ἀπὸ τὴν στατιστικὴν ἀποδεικνύεται ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον καλλιεργοῦνται δημητριακοὶ καρποὶ 149,660 στρεμμάτων ἐν συνόλῳ.
§166Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἄν θέλητε, νὰ ἀποφεύγητε τὰς Ἑλληνικὰς στατιστικάς. Εἶναι ὅλαι ἀνακριβεῖς. Μὴ βασίζεσθε ἑπομένως ἐπὶ τοιούτων ἀριθμῶν.
§167Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Οἱ ὑπολογισμοὶ οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν γενικῶν δεδομένων τῶν στατιστικῶν, ἐὰν δὲν προσαρμόζωνται τελείως εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναι λογαριασμοί, καὶ τούτους δὲν ὀφείλετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Ὅτε σᾶς λέγω ἐντεῦθεν ὅτι κατὰ τὰς γενικὰς στατιστικὰς δι’ ἕκαστον ἄτομον ἀπαιτοῦνται 7 κοιλά...
§168Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐπιτρέπετε; Τὸ 7 πόθεν τὸ ἐξάγετε;
§169Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς στατιστικῆς.
§170Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ποίας;
§171Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἔχετε τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς φέρω τὴν στατιστικήν; Ἐκ τῶν στατιστικῶν καὶ τῶν διαφόρων συγκριτικῶν μελετῶν ἔχουν δεχθῆ κατὰ μέσον ὅρον ὅτι τὸ ἄτομον χρειάζεται πρὸς κατανάλωσιν 7 κοιλά.
§172Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐδέχθητε ὡς τελευταῖον ὅριον 12,800,000 καὶ ἀκολούθως εἴπετε 14,000,000· διατί;
§173Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἅμα ἀφαιρέσητε τὰ 6 ἐκ τοῦ 12, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, θὰ εὕρητε ὅτι μόνον 6 παράγονται. Ἀφαιρέσατε ἐκ τῶν 18 τὰ 6, μένουν 12 ἐν συνόλῳ.
§174Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ ἐρωτήσω τι, διὰ νὰ ἐννοήσω τί εἴπετε; Ὑπελογίσατε 7 κοιλὰ σίτου ὡς κατανάλωσιν;
§175Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δημητριακῶν καρπῶν.
§176Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Διατί ἕκαστος ἄνθρωπος θὰ φάγῃ 7 κοιλὰ δημητριακῶν ἢ σίτου;
§177ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 300 δράμια εἶναι ἡ στρατιωτικὴ μερίς.
§178Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Σίτου.
§179Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δημητριακῶν καρπῶν ἐν γένει.
§180Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Νὰ συνεννοηθῶμεν. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἄρτου, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν πόθεν προέρχεται ὁ ἄρτος.
§181ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω ἀπὸ σῖτον.
§182Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τότε, ἐὰν νομίζητε ὅτι 7 κοιλὰ σίτου ἀναγκαιοῦν δι’ ἕκαστον Ἕλληνα, ἐκ τῶν 2.650.000, ἔχομεν ἀνάγκην ποσοῦ σίτου διὰ τὴν Ἑλλάδα 19.000.000.
§183Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ παρέχω πληροφορίας ἐκ τῶν στατιστικῶν. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας παρέχω καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐστήριξα τὰς σκέψεις καὶ τὰ συμπεράσματά μου, εἶναι ἀνακριβεῖς, πολὺ θὰ χαρῶ ὁμολογῶν ἐγὼ πρῶτος τὴν πλάνην μου. Ἤδη ὅμως ποῦ θέλετε νὰ στηριχθῶ παρὰ εἰς τοιαύτας πηγάς, αἱ ὁποῖαι παρέχουν τι ἐπίσημον;
§184Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀκριβέσταται αἱ πηγαὶ αὗται.
§185Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐάν, κύριε Ὑπουργέ, διεταράχθη ἡ αἰσιοδοξία σας κατὰ τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς, θὰ σᾶς εἴπω κατωτέρω ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν 12.850.000 τί θὰ εἰσπράξητε, διότι δὲν θέλω νὰ ἀναμίξω νῦν τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλὰ λέγω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαταραχθῇ ἡ παραγωγή. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τοῦ πληθυσμοῦ, τὸ ὁποῖον διαταράσσει τὸ ποσοστὸν τῶν ἐξαιρουμένων, διαταράσσει ἑπομένως καὶ τὸ ποσοστὸν τῶν φορολογουμένων. Πόσος εἶναι ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς ἐν Ἑλλάδι; Βεβαίως, ὅταν ἐπιβάλλωμεν φορολογίαν, νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τοιαῦτά τινα δεδομένα, διὰ νὰ μὴ ἀναγκαζώμεθα κατ’ ἰδίαν οἱ Βουλευταὶ νὰ ζητῶμεν πληροφορίας βασίμους μέν, διότι σεβόμενός τις ἑαυτὸν δὲν δύναται νὰ παρέλθῃ τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἀερολογῶν, ἀλλὰ τὰς ὁποίας θὰ δύνασθε ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀμφισβητῆτε, διὰ νὰ διασαλεύηται τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει τις τοὺς ὑπολογισμούς του. Λοιπὸν ἔλεγον ὅτι ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς ἐν Ἑλλάδι εἶναι 170,000.
§186Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Πόθεν τὸ ἐξάγετε;
§187Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Σᾶς παρέχω τὴν πηγήν: 170,000 ἐδήλωσαν ἀροτριῶντα κτήνη. Ἐπειδὴ ἕκαστος δηλωτὴς ἀποτελεῖ οἰκογένειαν γεωργικήν, ἔχετε ἀναμφισβητήτως 170,000 γεωργικὰς οἰκογενείας. Θὰ ὑπολογίσητε 10% ἐπ’ αὐτῶν ἀποκρυβέντας, μὴ δηλοῦντας δηλ. τὰ κτήνη των· θὰ φθάσητε νὰ εὕρητε τὸν πραγματικὸν ἀριθμὸν 190,000 Ἀλλὰ μόνον αἱ γεωργικαὶ οἰκογένειαι θὰ μετάσχωσι τῆς διανομῆς; Ἐγὼ εἶμαι ἰδιοκτήτης, ἔχω ἀγρούς, τοὺς ὁποίους παρέχω εἰς καλλιέργειαν, καὶ θὰ μετάσχω καὶ ἐγώ.
§188Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι πολλοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀροτριῶντα.
§189Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὅλα θὰ τὰ εἴπω. Εἶναι ὁ ἰατρὸς τοῦ χωρίου, ὁ παντοπώλης τοῦ χωρίου, ὁ ἱερεὺς τοῦ χωρίου. Εἰς πόσον ποσὸν θὰ ἀνέλθουν αἱ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι θὰ μετάσχουν τῆς διανομῆς, ἐκτὸς τῶν 190,000; Φοβοῦμαι μήπως φθάσουν τὸ ποσὸν τῶν 300,000. Στηρίζω δὲ τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἐκ τῆς στατιστικῆς διδομένου ὑπολογισμοῦ. Ἐκ τοῦ συνόλου, Κύριοι, τοῦ πληθυσμοῦ ὑπελογίσθη ὅτι 77% ἐν Ἑλλάδι ἀποτελοῦσι τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν—παρακαλῶ μὴ συγχέετε τὸν καθαρῶς γεωργικὸν πληθυσμόν, διότι τοιοῦτον ἐννοῶ τὸν ἔχοντα ἐπάγγελμα τὸ ἄροτρον, ἐνῷ ἀγροτικὸν τὸν ὁπωσδήποτε ἀπολαύοντα ἐκ τῶν ἀγρῶν ἀμέσως, τῶν ἰδιοκτήτων δηλαδή—. Ὑπελογίσθησαν δὲ τὰ 77% ὡς ἀποτελοῦντα τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν, ἀφοῦ ἐγράφησαν ἐν τῇ στήλῃ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ πάντες οἱ κάτοικοι, ὅσοι κατοικοῦσι πόλεις μὴ ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 3000 κατοίκων. Καὶ στρέφω, Κύριοι, τὰ βλέμματά μου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου νὰ ἴδω εἰς τοὺς συνοικισμοὺς τοὺς ἔχοντας κάτω τῶν 3000 ἕνα κἄν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει κτῆμα γῆς, καὶ στρέφω τὸ βλέμμα μου πρὸς τοὺς συνοικισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πληθυσμὸν ἄνω τῶν 3000 κατοίκων. Διηρχόμην προχθὲς ἐκ τῶν Μεγάρων καὶ εἶχον τὴν περιέργειαν, διότι μὲ ἀπησχόλει τὸ ζήτημα, νὰ ἐπισκοπήσω ὁπωσδήποτε καὶ ἴδω τί κάμνει ἐκεῖνος ὁ πληθυσμός, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν στατιστικὴν εἶναι ἀστικὸς πληθυσμός, διότι ἔχει πληθυσμὸν ἄνω τῶν 3000 κατοίκων. Ἐζήτησα πληροφορίας τινὰς καὶ μοὶ εἶπον ὅτι ὅλοι εἶναι γεωργοὶ καὶ κτηματίαι. Ὑπολογίζω ἄρα ὅτι ὁ κατὰ τὴν στατιστικὴν ἀγροτικὸς πληθυσμὸς εἶναι καὶ ὁ γεωργοκτηματικός, ὁ ὁποῖος θὰ μετάσχῃ τῆς διανομῆς. Τὰ 77% ἐπὶ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ ἄρα φθάνουσι μέχρι τῶν 300.000. Ἀλλὰ διὰ νὰ θέσωμεν μίαν βάσιν ὁπωσδήποτε ἀναμφισβήτητον, μολονότι δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν στατιστικήν—καὶ μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν—, λυποῦμαι, διότι εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανώσεως στατιστικῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας, ἐπιφυλάσσομαι δὲ ν’ ἀντικρούσω τὰς σκέψεις του, προκαταβολικῶς ὅμως λέγω ὅτι πολὺ χρήσιμος θὰ εἶναι αὐτὴ ἡ στατιστική, ὡς τοῦτο κατανοεῖται εὐχερῶς, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς προκειμένης συζητήσεως. Λοιπὸν ἐπανέρχομαι· ἀφ’ ἑτέρου ἐκ τῶν 77% τὰ 27%, μολονότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ παρατήρησις καὶ ἡ γνῶσις τῶν πραγμάτων δὲν ἐπιτρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν πλέον τῶν 10%, καὶ ἂν ἀφαιρέσωμεν αὐτά, πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἐκ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν εἰς τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμούς, ἀλλ’ ἐπειδὴ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Λακωνίας, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ φορολογηθῇ, κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς εὑρίσκω ὅτι αἱ γεωργοκτηματικαὶ οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι θὰ μετάσχωσι τῆς διανομῆς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπολογισθῶσι κάτω τῶν 250.000 οἰκογενειῶν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι 180.000 εἶναι αἱ ὁμολογήσασαι ἑαυτὰς γεωργικὰς οἰκογενείας· ὑπολογίζω ὅτι θὰ ὑπάρχωσιν 60000 οἰκογένειαι ἐκ τῶν λοιπῶν, ἀφοῦ ἀμφιβάλλω ἂν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκ τῶν 360 θὰ εἶναι 100, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι χωράφια, ἐκτὸς ἐὰν ὅλοι εἴμεθα μεγιστᾶνες. Ἐάν, κύριε Ὑπουργέ, ἀναχωρήσητε ἀπὸ τὴν βάσιν αὐτήν, ὑπολογίσητε δὲ τὴν παραγωγὴν εἰς δραχμὰς 20,000,000, ὅπως τὴν θέλετε, τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι ἀπελπιστικά. Τὰ ταμειακὰ θὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε καὶ ὑμεῖς ὁ ἴδιος νὰ σκεφθῆτε ὅτι τοιαύτην φορολογίαν θὰ ἦτο εὔλογον χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ χάριν τῆς ἡσυχίας ἐπὶ τέλους τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν τὴν θέλουσι, νὰ τὴν ἀντικαταστήσητε διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Θὰ σᾶς εἴπω, ὅταν θ’ ἀναγνώσω τὸν σχετικὸν πίνακα, ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νομοσχεδίου, ὑπολογιζομένου τοῦ πληθυσμοῦ τῶν οἰκογενειῶν εἰς 250,000, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ τεμαχίσω τὸν εἱρμὸν τῶν σκέψεών μου θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ τὸ πράξω κατόπιν. Τρίτη διατάραξις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐν τῷ πρώτῳ ὑπολογισμῷ, ὄχι δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἀλλ’ ἀσφαλῶς θὰ ἐπέλθῃ, ἡ ὁποία θὰ αὐξήσῃ τὰς ἀφαιρέσεις καὶ ἑπομένως θὰ ἐλαττώσῃ τὸ φορολογητέον ποσόν, εἶναι ἡ ἑξῆς. Παραγωγὴ 20,000,000· σίτου 12,000,000· ἄλλων εἰδῶν 8,000,000· ἐξ αὐτῶν τῶν ἄλλων εἰδῶν θ’ ἀφαιρεθῶσι 15%· ἀλλ’ ἐὰν ἀνήκωσιν εἰς ἕνα, διότι, ἐὰν τὰ 8,000,000 ἀνήκωσιν εἰς τὰς 250,000 οἰκογενείας, θ’ ἀφαιρεθῶσιν 20 κοιλὰ δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν, ἤτοι θ’ ἀφαιρεθῶσι 5,000,000.
§190Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἕκαστον εἶδος.
§191Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσητε ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀφαιρεθῶσιν 20 ἐκ τοῦ ἀραβοσίτου, 20 ἐκ τῆς βρόμης, 20 κριθῆς καὶ 20 ἐκ τῶν ἄλλων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι 9, ὀφείλετε νὰ παραδεχθῆτε ὅτι διατρέχετε τὸν κίνδυνον ἡ πρόσοδος αὕτη ν’ ἀποσβεσθῇ ἐντελῶς διὰ τῶν ἀφαιρέσεων. Ἀλλ’ ἐγὼ πρὸς χάριν σας, μολονότι ἡ ἀντίληψίς μου ἡ ἐκ τοπικῆς ἐρεύνης τῶν πραγμάτων προερχομένη, μοὶ παρέχει αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῆς πλήρους ἀφαιρέσεως, διότι ἐκεῖ καλλιεργοῦνται ὅλα τὰ εἴδη τῶν δημητριακῶν καρπῶν λόγῳ τοῦ εἴδους τῶν τοπικῶν συνθηκῶν, οὐχ ἧττον ὅμως, διὰ νὰ συμφωνήσωμεν, κύριε Ὑπουργέ, εἰς ἓν ὅριον ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῆς λογικῆς καὶ τῆς βίας τῶν πραγμάτων, δέχομαι ὅτι τὰ 4,000,000 τῶν ἄλλων δημητριακῶν καρπῶν θὰ διανεμηθῶσι καὶ θὰ ἐξαιρεθῶσι καὶ ἑπομένως θὰ φορολογήσητε 4,000,000, θὰ φορολογήσητε ἄρα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει 12,000,000 σίτου καὶ 4,000,000 δημητριακῶν καρπῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ 16,000,000. Θὰ ἀφαιρέσητε ἐκ τῶν 12,000,000 20% ἐπὶ τοῦ σίτου, θὰ μείνωσιν 9,600,000. Θ’ ἀναγνώσω κατόπιν τὸν πίνακα, διὰ νὰ ἴδητε τὰς εἰσπράξεις. Σᾶς καθιστῶ ὅμως ἀπὸ τοῦδε φανερὸν τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχετε, νὰ μὴ φορολογήσητε 20,000,000, ἀλλ’ ἀσφαλῶς κατὰ 4,000,000 ὀλιγώτερον, τὰ ὁποῖα θὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα ἐκτὸς τῆς γενικῆς ἀφαιρέσεως κατὰ 5,000,000, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψῃ. Ἄλλη διατάραξις· δύνανται, κύριε Ὑπουργέ, νὰ σᾶς ἔλθωσιν ὅλα ἀντίξοα, λέγων δ’ ἀντίξοα ἔχω ὑπ’ ὄψει πάντοτε τὴν αἰσιοδοξίαν ὑμῶν καὶ τὸν πρῶτον πίνακα, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον, διότι κατ’ ἐμὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα ὀνομάζω ἀντίξοα, αὐτὰ εἶναι τὰ πραγματικά, αὐτὰ εἶναι τ’ ἀληθῆ, αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ θεμελιώσητε τοὺς ὑπολογισμοὺς ὑμῶν, διὰ νὰ ἴδητε ἂν πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν φορολογίαν τῶν σπειρομένων γαιῶν ἢ νὰ ἀντικαταστήσητε δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου εἴτε διὰ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸν ὁποῖον προτιμῶσιν οἱ γεωργοί, εἴτε τέλος πάντων δι’ ἄλλου τινὸς τὸν φόρον τοῦτον. Ὑπολογίζω τὴν συνδρομὴν ὅλων τῶν ἀντιξόων περιστάσεων καὶ ἀντίξοον περίστασιν θεωρῶ, ὅταν δὲν θὰ παραχθῶσι 20,000 000, ἀλλὰ 15,000,000, μολονότι 13,000,000 παρουσιάζει ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον. Εἶναι ἄλλη ἀντίξοος περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διανομὴ θὰ γίνῃ μεταξὺ τῶν 250,000 οἰκογενειῶν, μολονότι δὲν εἶναι ἀντίξοος περίστασις, εἶναι τὸ πρᾶγμα. Εἶναι ἀντίξοος ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ 8,000,000 τῶν ἄλλων δημητριακῶν καρπῶν εἶναι δυνατὸν νὰ διανεμηθῶσι μεταξὺ τῶν 250,000 οἰκογενειῶν κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἰσπράξητε τίποτε· νὰ μὴ μείνῃ πρὸς φορολογίαν τίποτε. Ἀλλ’ ἐν τούτοις καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην σᾶς ὑπολογίζω περὶ τὰ 3,000,000. Αὐτὴ ἡ ἀντίξοος περίστασις ἠξεύρετε, κύριε Ὑπουργέ, ποῦ καταλήγει εἰς τὴν φορολογίαν; Νὰ εἰσπράξητε ὑμεῖς 212 κοιλὰ ἐπὶ 5 δρ. 1,000,000, νὰ δαπανήσητε δὲ κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς σας 717,500 δραχμὰς καὶ δὲν προσθέτω τἆλλα, διότι σᾶς ἐνοχλοῦν.
§192Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ παραγωγή, δὲν θὰ δαπανήσω.
§193Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Τὸ οὐσιῶδες, τὸ κεφαλαιῶδες σφάλμα τοῦ νομοσχεδίου σας εἶναι αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον μὲ προκαλεῖτε. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ παραγωγή; Παραγωγὴ ὑπάρχει πάντοτε καὶ ἑπομένως εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ διορίσητε τὸν βεβαιωτήν· εἶσθε ὑποχρεωμένος, ἀφοῦ ὑπάρχει παραγωγή, νὰ καταμετρήσητε, ἐκτὸς ἂν θεωρήσητε τὸν βεβαιωτὴν ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζοντα πόσον παράγουσιν οἱ καλλιεργηταί. Δὲν πρέπει νὰ λέγωνται αὐτά, νομίζω. Οἱ βεβαιωταὶ — αὐτὸ εἶναι τὸ κακὸν — εἴτε θὰ γίνῃ εἴτε δὲν θὰ γίνῃ παραγωγή, θὰ ὑπάρχωσιν, ἡ δαπάνη θὰ γίνεται, διότι ἡ καταμέτρησις θὰ γίνῃ εἰς τὰ αὐτὰ πρόσωπα, εἰς τὰ αὐτὰ μέρη. Ἐὰν ἀνατραπῶσιν αἱ τρεῖς κυριώτεραι βάσεις τῶν ὑπολογισμῶν σας, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς θ’ ἀνατραπῶσι, διότι τὰ πράγματα εἶναι ὡς ἐγὼ τὰ ἐξέθηκα, θὰ καταντήσῃ νὰ εἰσπράξητε πολὺ ἐλάσσονα, τὰ ἡμίση ἀπὸ ὅ,τι εἰσπράττετε ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐνῷ συγχρόνως — καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ λυπηρὸν — θὰ βαρύνητε τοὺς γεωργοὺς μὲ 300,000 δραχμῶν, χωρὶς ταῦτα νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ εἶναι μόνη αὐτὴ ἡ αἰσιοδοξία ἤ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, μεθυσμένη αἰσιοδοξία — καὶ αἰτοῦμαι συγγνώμην, διότι δὲν ἀναφέρομαι εἰς ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ, ἀλλὰ θέλω νὰ παραστήσω τὴν ἄνευ χαλινοῦ αἰσιοδοξίαν —, ἐὰν προσθέσητε ὅτι τὰ καθυστερούμενα δὲν θὰ εἶναι 3%, ὅσον τὰ ὑπολογίζετε, ὅτι οἱ βεβαιωταὶ δὲν θὰ εἶναι τόσον ἔντιμοι, ὅσον τοὺς ὑπολογίζετε, καὶ εἴδετε κατὰ τίνα τρόπον τοὺς ὑπολογίσαμεν, τότε συγκρίνοντες τὰ ἀποτελέσματα καὶ μὲ αὐτὰς τὰς λεπτομερείας ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπηρεάσωσι τὴν ἀπόδοσιν, διότι δὲν φθάνω ἀκόμη μέχρι τοῦ σημείου τί θὰ γίνῃ καὶ κατὰ πόσον θὰ καταθλιβῇ ὁ γεωργός, ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ τὸ Δημόσιον, ἄν, λέγω, ὑπολογίσητε αὐτό, θὰ φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐν τῷ παρόντι θὰ ἦτο εὔλογον ν’ ἀναβληθῇ ἡ φορολογία. Ἀλλὰ πλὴν ὅλων τούτων ἐρευνῶ, κύριε Ὑπουργέ, ἓν ἄλλο σημεῖον τῶν βάσεων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίχθητε, τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν διὰ τὴν βεβαίωσιν. Εἴπετε ὅτι θέλετε 500.000 δρ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μὲ βοηθήσητε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς παράσχω, νὰ ὑπολογίσωμεν περίπου ἀσφαλῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν χρησιμοποιουμένων βεβαιωτῶν τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς θὰ χρησιμοποιηθῇ, καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου. Ἐγὼ σᾶς παρέχω τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ὅτι εἰς τὸ Κράτος ὑπάρχουσι συνοικισμοὶ 1162 ἔχοντες πληθυσμὸν ἀπὸ μιᾶς οἰκογενείας μέχρις ἑκατόν. Ἐγὼ ὑπελόγισα ὅτι θὰ χρειάζηται ἕκαστος ἐξ αὐτῶν τῶν συνοικισμῶν ἕνα βεβαιωτήν, μολονότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀραιῶς κατῳκημένον, καὶ ὑποθέτω τοὺς βεβαιωτὰς μὴ κοιμωμένους, ἀεικινήτους, προθύμους καὶ ἑπομένως ὅτι δύναται εἷς ἐκ τούτων ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς δύο συνοικισμοὺς καὶ ἑπομένως ὑπολογίζω 581. Ἔχομεν συνοικισμοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν ἀπὸ 100–200, δηλαδὴ ἀπὸ 20 οἰκογενείας μέχρι 40 οἰκογενειῶν, 939· καὶ ὑπολογίζω ἕνα βεβαιωτὴν δι’ ἕκαστον τῶν συνοικισμῶν τούτων. Ἔχομεν συνοικισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι 200–300 κατοίκων, 735. Ὑπολογίζω ἕνα βεβαιωτὴν δι’ ἕκαστον. Ἔχομεν 300– 400 συνοικισμούς, ἤτοι 566. Ὑπολογίζω ἕνα. Ἔχομεν συνοικισμοὺς ἀπὸ 400–500, δηλαδὴ ἐξ 100 οἰκογενειῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ὑπολογίσω δι’ αὐτοὺς δύο βεβαιωτάς. Εἰς τοὺς συνοικισμοὺς ἀπὸ 500–1000 ὑπολογίζω τρεῖς, εἰς τοὺς συνοικισμοὺς ἀπὸ 1000–2000 ὑπολογίζω τέσσαρας καὶ εἰς τοὺς συνοικισμοὺς ἀπὸ 2000 καὶ ἄνω ὑπολογίζω πάλιν τέσσαρας. Κατὰ ταῦτα ἀπαιτοῦνται 7960 βεβαιωταί.
§194Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὑπολογίζετε καὶ τὴν Ἑπτάνησον;
§195Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὑπολογίζω καὶ τοὺς συνοικισμοὺς αὐτούς, ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ἑπομένως θὰ ἀφαιρεθῶσιν οἱ συνοικισμοὶ τῆς Ἑπτανήσου. Εἶναι λοιπὸν 8000 βεβαιωταί. Σημειώσατε ὅτι, ὅτε ἴσχυεν ὁ νόμος τῆς δεκάτης ἐν τῷ παρελθόντι, ὑπελόγιζον ὅτι 11000 πρόσωπα ἠσχολοῦντο εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐξαιρουμένης τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἄρτης, διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν ἐν γένει. Ἐὰν ἄρα ὑπολογίσω τοὺς βεβαιωτὰς εἰς 8000 καὶ ἐλαττώσω κατὰ 2000 διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἔχομεν βεβαιωτὰς 6000. Τί θὰ τοῖς πληρώσητε, κύριε Ὑπουργέ; Τέσσαρας δραχμὰς καθ’ ἑκάστην. Καὶ ὁ βεβαιωτὴς πρέπει νὰ εἶναι πρὸ παντὸς φερέγγυος, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 11 ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως ἀμέσως τοῦ φόρου εἰς χρῆμα. Καὶ εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐμπιστεύεσθε ἕνα δημόσιον εἰσπράκτορα, ἐὰν δὲν σᾶς καταθέσῃ ἐγγύησιν καὶ διατελῇ ὑπὸ τὴν διηνεκῆ ἐπίβλεψίν σας, ἵνα ἐνεργήσῃ εἰσπράξεις, ἔχων καὶ ὡρισμένα προσόντα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι βεβαιωτής, θὰ ἔχῃ ὀλιγώτερα προσόντα ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς εἰσπράκτορας καὶ θὰ παρέχῃ ὀλιγωτέρας ἐγγυήσεις; Ἄρα πρέπει πρῶτον νὰ εἶναι φερέγγυος καὶ δεύτερον νὰ εἶναι ἐγγράμματος. Ἀπορῶ πῶς ἀνεγράψατε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοὺς ἀγροφύλακας καὶ χωροφύλακας ὡς βεβαιωτάς, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀκόμη ἔχοντες εἰς χεῖράς των τὰ ἐντάλματα τῆς ἐκτελέσεως κατὰ τῶν φορολογουμένων, ἐντάλματα διὰ 25 δραχμάς, τὰ πωλοῦσιν ἀντὶ δύο. Βεβαίως οὐδένα θέλω νὰ ψέξω, σπανιώτατον καὶ μεμονωμένον εἶναι τὸ παράδειγμα ἐν τῷ παρόντι, τὸ ὁποῖον ἦτο σύνηθες ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀλλὰ τέλος πάντων συνέβη. Πῶς θέλετε νὰ ἐμπιστευθῆτε τοὺς δασοφύλακας; Ἀλλά, κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἀνομολογήσητε ὅτι οἱ βεβαιωταὶ πρέπει νὰ εἶναι καὶ λογισταὶ καὶ ἐγγράμματοι καὶ τίμιοι καὶ φερέγγυοι. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον θὰ εὕρητε κανένα, ἐπὶ οἱᾳδήποτε πληρωμῇ, εἰς τοὺς διαφόρους συνοικισμούς, θὰ εὕρητε 8000 τοιούτων ἀνθρώπων; Ἀλλά, ἐὰν εὕρητε τοιούτους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι μικροοικοκυραῖοι, ἀπόφοιτοι τῶν Σχολαρχείων, ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι κατὰ τὸν Ἰούνιον, ὅταν τὸ ἡμερομίσθιον ἔχῃ 10 δραχμὰς καὶ ἐξακολουθῇ τὸν Ἰούλιον καὶ τὸν Αὔγουστον καὶ ἀρχίζῃ ἀπὸ τὸν Μάϊον, ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ εὕρητε ἕνα ἄνθρωπον μὲ τοιαῦτα ἐφόδια καὶ τοιαῦτα προσόντα νὰ τὸν πληρώνητε μὲ τέσσαρας δραχμὰς τὴν ἡμέραν καὶ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος τὴν μίαν ὥραν νὰ εἶναι εἰς τὸ ἓν βουνόν, τὴν ἄλλην εἰς τὸ ἄλλο, τὴν ἄλλην νὰ τὸν ζητοῦν εἰς τὸ ἄλλο, καὶ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβῇ, διότι ἄλλως κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου θὰ τὸν ῥίψητε εἰς τὰς φυλακάς; Ἀπορῶ πῶς ἀξιότιμος συνάδελφος προαγορεύσας ἐβεβαίωσεν ὅτι εὑρίσκονται ἐν Θεσσαλίᾳ βεβαιωταί. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ χωρία εἶναι εἰς τὸ κέντρον τῶν κτηματικῶν περιφερειῶν· ἑπομένως, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, τὰ χειρόβολα συγκεντροῦνται πέριξ τῶν χωρίων· ὁ βεβαιωτὴς ἑπομένως διαμένων ἐν τῷ χωρίῳ δύναται νὰ παρακολουθῇ τὸν ἁλωνισμὸν καὶ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου. Ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς Θεσσαλίαν, εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν γίνεται εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος· ὅτι πολλάκις αἱ ἀποστάσεις μεταξὺ τῶν διαφόρων ἁλωνίων εἶναι πωλύωροι, δίωροι, μονόωροι, ἐξ οὗ εἶναι βέβαιον ὅτι οὐδένα θὰ εὕρητε βεβαιωτὴν ἐκτὸς ἂν ὑπολογίζητε νὰ βεβαιώσῃ αὐτὸς δι’ ἑαυτόν. Καὶ δυστυχῶς εἰς τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχουσιν ὅλαι αἱ προϋποθέσεις, ὥστε νὰ πιστευθῇ ὅτι θὰ τὰ βεβαιώσῃ δι’ ἑαυτόν, καὶ καλῶς μέν, ἂν εἶναι ὀλίγον τίμιος· ἂν ὄχι, τότε; Ὑποθέσατε ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς ἀγοράζει πρὸς 30 λεπτὰ τὴν κριθήν· αὐτὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν πληρώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον πρὴς 30 λεπτὰ καὶ θὰ τὴν πωλήσῃ πρὸς 25. Ζημιοῦται. Τί ἄλλο ἔχει νὰ κάμῃ παρὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν παραγωγόν· ἀφοῦ δὲν ἔχω συμφέρον νὰ τὸ φορολογήσω, ἔχω μάλιστα ἀντίθετον συμφέρον νὰ μὴ τὸ φορολογήσω, τί ἄλλο ἔχω νὰ κάμω ἢ νὰ εἴπω: ἐγὼ δὲν σὲ φορολογῶ; Τώρα εἴπατέ μοι· ἐὰν ὁ βεβαιωτὴς εὑρεθῇ μεταξὺ τῶν δύο ταυτιζομένων συμφερόντων, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντοχήν, ἐὰν δύναται νὰ μὴ δεχθῇ δύο, πέντε ἢ δέκα δραχμάς, διὰ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι τόση ἦτο ἡ ποσότης ἡ βεβαιωθεῖσα, ἢ ὅτι ἀνήκει εἰς δύο οἰκογενείας, τί θὰ συμβῇ; Ἡ σύμπτωσις, Κύριοι, αὕτη τῶν συμφερόντων, ἡ ὁποία ἄγει νὰ καταδολιεύωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἡ σύμπτωσις τῶν συμφερόντων, λέγω, τῶν προσώπων εἶναι διαβολικὴ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἀναμφισβήτητα, τὰ μὴ δυνάμενα νὰ ἐννοηθῶσι πρὸς τὸ ὅλον σύστημα τῆς διοικήσεως, τουτέστι τὸ νὰ διορίσωμεν εἰσπράκτορας, εἰσπράττοντας χρήματα, ἀνθρώπους ἀφερεγγύους, ἀποτελοῦσι τὴν ἐλάσσονα σκέψιν τοῦ συλλογισμοῦ μου, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω διότι ὑπολογίζω ὅτι ἡ ἐπιμέλεια τῶν ἐποπτῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖται νέα δαπάνη, θὰ προσέχῃ ἀπὸ τὰς καταχρήσεις, μολονότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο. Λοιπὸν ὑπολογίζω 6,000 τοὺς βεβαιωτάς, καὶ ἂν τοὺς εὕρητε μὲ 4 δραχμὰς τὴν ἡμέραν, πόσας ἡμέρας θέλετε, Κύριοι, οἱ βεβαιωταὶ νὰ ἀσχοληθῶσιν, ἀφοῦ ἔχουν νὰ βεβαιώσωσι τὴν σωρείαν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἀφοῦ ἔρχονται νὰ βεβαιώσωσι τὴν σωρείαν τῶν ἑσπεριδοειδῶν; Διαρκῶς δηλ. πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμοι ἀπὸ τῆς 15 Μαΐου μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου κατ’ ἐλάχιστον ὅρον.
§196Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Μέχρι τῆς 15 Σεπτεμβρίου.
§197Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Φαίνεται ὅτι πᾶς τις τὴν εἰκόνα τὴν ἔχει ἀπὸ τὸν τόπον του. Μοὶ λέγετε 15 Σεπτεμβρίου, ἐνῶ εἰς τὴν πατρίδα μου ὁ ἀραβόσιτος καὶ οἱ φασίολοι εἰσπράττονται μέχρι τῆς 15 Ὀκτωβρίου. Ὁ βεβαιωτής, ἀπασχολούμενος ἐπὶ πεντάμηνον ἢ ἑξάμηνον περίπου, ἀλλ’ ἔστω πεντάμηνον, δὲν θὰ πληρωθῇ μόνον διὰ δύο μῆνας, διότι κατὰ τὸν νόμον θὰ πληρωθῇ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἐργασίαν· τὸν ὑποθέτω εὐσυνείδητον καὶ ἔντιμον ἄνθρωπον, διὰ νὰ μὴ γράφῃ ὅτι ἔχει κατ’ ἑκάστην ἐργασίαν, διότι θὰ μεταβῇ εἰς ἕνα τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι τρία ἁλώνια, καὶ ἐὰν δὲν εἶναι εὐσυνείδητος ἢ εἶναι συγγενής, θὰ εἴπῃ εἰς ἐκεῖνον· θὰ τοῖς τὰ μετρήσω ὅλα, διὰ νὰ μὴ ἔλθω ἀλλὰ θὰ γράψωμεν ὅτι ἦλθον· θὰ ἔχωμεν τότε πλαστογραφίας, διὰ νὰ ἔχωμεν ὅλους τοὺς τύπους, ὡς εἴχετε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τῶν πλαστῶν ἐνταλμάτων· θὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἕνα «θὰ σοὶ μετρήσω· διὰ σὲ θὰ ἔλθω τὴν ἄλλην ἡμέραν», διὰ νὰ μὴ στενοχωρηθῇ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ εὕρῃ τὸν μπελᾶ του, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τοιουτοτρόπως θὰ εἶναι δυνατὸν οἱ μὲν ἀσυνείδητοι νὰ ἔχουν ἐργασίαν διὰ πέντε μῆνας. Ἀλλ’ ὑπολογίζω καὶ ἐπὶ εὐσυνειδήτων, οἱ ὁποῖοι θὰ βεβαιώσωσι τὰς πραγματικῶς ἐργασίμους ἡμέρας, καὶ δι’ ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας πράγματι εἰργάσθησαν, διότι θὰ ὑπάρχουν καὶ ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἔχουν ἐργασίαν, ἀλλὰ δὲν θὰ δύνανται νὰ τὸ ἀποδείξωσι. Ὁ γεωργὸς θὰ εἴπῃ πρὸς αὐτούς: θὰ λιχνίσω τὴν δεῖνα ἡμέραν. Θὰ μεταβῇ ὁ βεβαιωτὴς καὶ ἐνῷ ἐλίχνιζεν ἔπαυσεν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἄνεμος καὶ δὲν δύναται νὰ ἀπολιχνίσῃ. Πότε θὰ ἀπολιχνίσωμεν, κ. βεβαιωτά; Ὅταν φυσήσῃ ἄνεμος. Θὰ μεταβῇ ἐκ δευτέρου ὁ βεβαιωτὴς καὶ πιθανὸν καὶ πάλιν νὰ μὴ πνέῃ ἄνεμος. Νομίζω ὅτι ὁ οὕτω κοπιάζων καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἀποδείξῃ τὴν καταμέτρησιν θὰ χάσῃ τὰς ἡμέρας του. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ὑπολογισμῶν αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ ὅτι αὐτὸς θὰ εὕρῃ νομίμως ἐργασίαν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 5½ μηνῶν. Ἔχομεν ἐργασίαν διὰ δύο μόνον μῆνας, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἐπὶ 6000 βεβαιωτῶν ἠξεύρετε πόσα θέλετε, κ. Ὑπουργέ, ἀντὶ τῶν 500,000 δρ., ἃς ὑπολογίζετε, 1,200,000 δρ., μὴ ὑπολογιζομένων τῶν δαπανῶν τῶν ἐποπτῶν, μὴ ὑπολογιζομένων τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἐνοχλήσεων τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία θὰ ἀποσπάσῃ διαφόρους ὑπαλλήλους ἐδῶ καὶ ἐκεῖ καὶ διὰ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὴν διεξαγωγὴν ὅλης τῆς ἐργασίας. Ἐπὶ τῇ βάσει, κύριοι Βουλευταί, αὐτῶν τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν εἶναι δικανικῶς ἀποδεδειγμένα, ὑπεστηρίχθησαν ὅμως διὰ στατιστικῶν πληροφοριῶν τοιούτων καὶ διὰ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς βίας τῶν ἀριθμῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε εἰς οὐδένα ἄνθρωπον καλῆς πίστεως ἐπιτρέπεται νὰ προβάλῃ ἀμφισβήτησιν, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νομοσχεδίου σας θὰ εἶναι τὸ ἑξῆς· καθ’ ἣν περίπτωσιν γίνῃ διαταραχὴ ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας εἶπον, ἐὰν δηλ. ὑπάρξῃ διαταραχὴ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς, θὰ συμπέσῃ, ὥστε νὰ εἰσπράξητε 1,322,000 δρ., καὶ θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον, περιλαμβανομένων καὶ τῶν μικρῶν ζημιῶν τοῦ ἰδιοκτήτου, 1,798,000 δρ. (Ἱλαρότης). Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας ὁ πίναξ, διὰ νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐλέγξητε.
§198Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸν ἀφήσητε εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§199Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, κύριε Ὑπουργέ, διαταραχθῇ ὁ πληθυσμὸς πλέον τῶν 250,000, ἂν ὄχι πλέον, ἀλλὰ μέχρι τῶν 250,000, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἔκαμον τὸν ὑπολογισμόν, διότι, ἂν διαταραχθῇ πλέον τῶν 250.000, ἀλλοίμονον, δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑπολογίσω πλέον πόσα θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἰσπράξητε, κύριε Ὑπουργέ, 1,528,000 δρ. καὶ θὰ δαπανήσητε, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ζημιῶν τῶν ἰδιοκτητῶν, 1,846,000 δρ., σεῖς δὲ τὸ ταμεῖον, δηλ. μὴ ὑπολογιζομένων τῶν ζημιῶν τῶν γεωργῶν, 1,284,000. Εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διαταραχὴ γίνῃ ὡς πρὸς τὰ εἴδη τῆς παραγωγῆς, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ εἰσπράξητε 2,098,000 δραχμὰς καὶ κατὰ παράβασιν— δὲν γίνεται ὑπέρβασις ἐδῶ—θὰ δαπανήσητε 1,992,000 δραχμάς. Θὰ ἐργασθῆτε δηλαδὴ διὰ τοὺς βεβαιωτάς. Εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν παρουσιασθῶσιν αἱ ἀντίξοοι περιστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι σχεδὸν γεγονότα, αἱ ἐγγύτερον πρὸς τὴν ἀλήθειαν, μὴ ὑπολογιζομένης οὐδεμιᾶς καταχρήσεως καὶ οὐδεμιᾶς καταθλίψεως τῶν παραγωγέων, θὰ εἰσπράξητε 1,060,000 δραχμῶν, καὶ θὰ δαπανήσητε 1,200,000 δραχμῶν, θὰ δαπανήσωσι δὲ καὶ οἱ γεωργοὶ 2,120,000, τὸ ὅλον δηλαδὴ ἐπὶ εἰσπράξεων ἰδικῶν σας 1,060,000 θὰ πετάξωσιν ἐκ τῶν θυλακίων τοῦ κόσμου 1,400,000 δραχμῶν.
§200Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ καταθέσητε τοὺς πίνακας τοὺς στατιστικούς.
§201Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Οἱ λογαριασμοὶ εἶναι ἐδῶ· οἱ στατιστικοὶ πίνακες, ἐκ τῶν ὁποίων ἔχω τὰς στατιστικὰς πληροφορίας, ἐκ τῶν ὁποίων κατήρτισα τὰ συμπεράσματα, εἶναι εἰς τὰ Γεωπονικὰ τοῦ Γενναδίου, εἰς τὰ Γεωπονικὰ τοῦ Χασιώτου, τὴν «Οἰκονομικὴν Ἑλλάδα» τοῦ Κατσελίδου. Εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ προσκομίσω;
§202Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὺς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἔχετε, νὰ κατατεθῶσι καὶ νὰ τυπωθῶσι.
§203Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Αὐτά, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι τὰ συμπεράσματα τὰ ταμειακά, χωρὶς νὰ ἐρευνήσω τὸ νομοσχέδιόν σας ἀπὸ τῶν ἄλλων ἀπόψεων καὶ χωρὶς νὰ συνδυάσω παντάπασι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὴν ἐργασίαν ἡμῶν. Εἶμαι πεπεισμένος ἐντελῶς ὅτι οἱ ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ἀγνοοῦντες δυστυχῶς τὴν Ἑλλάδα, διαρκῶς διαμένοντες ἐν Ἀθήναις, μὴ δυνάμενοι πέρα τῶν γραφείων των νὰ γνωρίζωσι τίποτε ἄλλο, δὲν σᾶς παρέσχον τὰς πληροφορίας ἐκείνας ἐκ τῶν πραγμάτων, τὰς ὁποίας εὐλόγως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ εἷς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατόν, σκεπτόμενος ἴσως οἰκονομικώτερον, ἐμβριθέστερον, ἀναμφισβητήτως πολὺ καλλίτερον παρ’ ὅσον σκέπτομαι ἐγώ, νὰ πεισθῆτε ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἀναβάλωμεν χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἵνα μεταβάλωμεν κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον τὰς βάσεις αὐτοῦ συνδυάζοντες ταύτας πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῶν κοινοτήτων. Τοῦτο πράττοντες καὶ τοὺς παραγωγοὺς τοὺς δυστυχεῖς, ἂς τὸ εἴπω καὶ ἐγώ, μολονότι ἤθελον νὰ τὸ ἀποφύγω, δὲν θὰ καταθλίψωμεν, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως θὰ καταθλιβῶσιν, ὡς θὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ἀσχέτως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ συνεισφέρουν οἱ παραγωγοί, ὅτι ἐξασφαλίζοντες τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν τοῦ Κράτους ἐξασφαλίζομεν τὴν οἰκονομικὴν εὐρωστίαν ἑκάστου τῶν ἰδιωτῶν. (Χειροκροτήματα).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κυρίων Μ. Μπουφίδου, Ἰ. Καλαντζοπούλου, Σ. Σομμαρίπα, Δ. Οἰκονόμου, Ἰ. Κανναβοῦ, Ν. Ξηροῦ, Ἰ. Τσιριμώκου καὶ Ἰ. Μπουρνιᾶ ὑποβάλλεται ὑπόμνημα «περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν». Ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ἐ. Ῥέπουλη ὑποβάλλεται σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τοὺς νόμους περὶ κυριακῆς ἀργίας κλπ.». Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν καὶ τὰς τροπολογίας της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων». Ἅπαντα τυπωθήσονται πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
§205Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος, εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ λόγου του ἠσχολήθη εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ὑπολογισμῶν τῆς ἀποδόσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν φόρου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι βεβαίως μεγίστης σπουδαιότητος, ἀλλὰ προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ νέος φόρος, τὸ ζήτημα τῆς ἀκαθαρίστου ἀποδόσεως, δηλ. τῆς ἀποδόσεως ἀνεξαρτήτως τῶν δαπανῶν τῆς εἰσπράξεως, ἔχει δευτερεύουσαν σημασίαν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διακόπτων τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας εἶπεν ὅτι δὲν ἀποβλέπει ἡ Κυβέρνησις κυρίως τόσον εἰς τὸ ποσὸν τῆς εἰσπράξεως, ὅσον εἰς τὴν ἐπὶ τὸ δικαιότερον, ἐπὶ τὸ ἐπιστημονικώτερον διαρρύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος. Κατὰ συνέπειαν αὐταὶ αἱ βάσεις ἢ μᾶλλον αὐτοὶ οἱ σκοποὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρέπει πρωτίστως νὰ ἐξετασθῶσιν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουρλούμης χθές, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ἄλλου φορολογικοῦ νομοσχεδίου, εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει μεγάλην ἐκτίμησιν εἰς τὰς οἰκονομικὰς θεωρίας. Εἰς ἐμὲ συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ἀλλά, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ οἰκονομικῶν θεωριῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν πλήρη συνείδησιν τῆς ἐννοίας, τῆς σημασίας αὐτῶν, διότι τὰ οἰκονομικὰ θεωρήματα στηρίζονται ἐπὶ πλείστων ὅρων καὶ κατὰ συνέπειαν τότε μόνον ἰσχύουσιν, ὅταν συντρέχουν ὅλοι οἱ σχετικοὶ ὅροι· εἶναι δηλαδὴ αἱ οἰκονομικαὶ θεωρίαι πολὺ συνθετώτεραι ἀπὸ τὰς φυσικὰς θεωρίας, διότι τὰ φυσικὰ φαινόμενα εἶναι δυνατὸν νὰ ἁπλοποιηθοῦν, καὶ ἁπλοποιοῦνται διὰ τοῦ πειραματισμοῦ, ἐνῷ εἶναι δυσχερεστάτη, ἂν μὴ ἀδύνατος, ἡ ἁπλοποίησις τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων καθ’ ὅμοιον τρόπον. Μολοντοῦτο ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη κατορθώνει δι’ ἄλλων μέσων νὰ ἐξακριβώνῃ τὰς σχέσεις τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων καὶ νὰ ἀνευρίσκῃ τὰς αἰτίας αὐτῶν εἰς βαθμὸν ἱκανοποιητικόν. Ἑπομένως, ὁσάκις ἐξετάζομεν οἱονδήποτε οἰκονομικὸν ζήτημα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ στρεφώμεθα πρὸς τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης, τὰ ὁποῖα στηρίζονται ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως χιλιάδων ἀνθρώπων, ἐπὶ τῆς πείρας ἑκατονταετηρίδων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐξ ἀμέσου ἀντιλήψεως νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς ὅλα τὰ πράγματα. Κατ’ ἀνάγκην, ἵνα καταλήξωμεν εἰς πρακτικὰ ἀποτελέσματα, θὰ συμβουλευθῶμεν ἑκάστοτε τὰς παρατηρήσεις, τοὺς ὑπολογισμούς, τὰς σκέψεις τῶν ἄλλων, τῶν παρελθουσῶν γενεῶν, θὰ τροποποιήσωμεν δὲ κατὰ τοσοῦτον τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης, καθ’ ὅσον ἠθέλομεν ἔχει ἀντίθετα πρὸς αὐτὰ δεδομένα. Ἄνευ τηρήσεως τῆς στοιχειώδους αὐτῆς ἀρχῆς οἱαδήποτε συζήτησις εἶναι ἐντελῶς ἄγονος. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ προσπαθήσω νὰ στηρίξω τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῆς Οἰκονομικῆς. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι θέλει νὰ διαρρυθμίσῃ ἐπὶ τὸ δικαιότερον, ἐπὶ τὸ ἐπιστημονικώτερον τὸ φορολογικόν μας σύστημα. Ἐνῷ δὲ τοιαύτην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὡς λέγει, πρόθεσιν, εἶναι περίεργον ὅτι εἰσάγει σύστημα φορολογικὸν ἐντελῶς ἀπηρχαιωμένον, σύστημα τὸ ὁποῖον ἦτο ἐν ἐφαρμογῇ σχεδὸν πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου καὶ πανταχοῦ σχεδὸν κατηργήθη. Ὁ πρῶτος καὶ σπουδαιότερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ εἰς εἶδος καὶ ποσοστὸν τῆς παραγωγῆς συνισταμένη φορολογία κατηργήθη, εἶναι ὅτι ἀπετέλει ἐμπόδιον εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ παραγωγὴ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων δὲν αὐξάνει εἰς βαθμὸν ἀνάλογον τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῆς καλλιεργείας, ἀλλ’ εἰς βαθμὸν μικρότερον, τοσοῦτο μικρότερον, ὅσον αἱ δαπάναι εἶναι μεγαλύτεραι καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ κέρδος τοῦ παραγωγοῦ ἐπὶ ἀνωτέρας ἐντατικῆς καλλιεργείας κινδυνεύει νὰ καλυφθῇ ὑπὸ τῆς δεκάτης, ἀφοῦ ὑπολογίζεται αὕτη ἐπὶ τῇ βάσει ὁλοκλήρου τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τῆς εἰς εἶδος καὶ ποσοστὸν τῆς παραγωγῆς τῆς φορολογίας εἶχεν ὑπ’ ὄψει του καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ τὸ νομοσχέδιον ἐπεξεργασθεῖσα ἐπιτροπή, ὡς ἰσχυρίζονται. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς νομίζουν ὅτι αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται παρ’ ἡμῖν ἡ γεωργία, ἐπιτρέπουν τὴν ἐκ νέου εἰσαγωγὴν τοῦ συστήματος τῆς δεκάτης καὶ τὴν τοιαύτην αὐτῶν σκέψιν στηρίζουν ἐπὶ ὡρισμένης ἀντιλήψεως περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τῶν ὅρων τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου περὶ τῆς καταστάσεως τῆς γεωργίας παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ πρὶν ἐξετάσω κατὰ πόσον αἱ γνῶμαι αὗται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς βουλευτικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὀρθαί, θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικοὺς ἀριθμούς, ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται ἡ ἀλήθεια τοῦ νόμου τῆς ἐλαττουμένης προσόδου, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, ἡ μὴ δηλαδὴ αὔξησις τῆς παραγωγῆς εἰς βαθμὸν ἀνάλογον τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῆς καλλιεργείας, ὅπως καταστῇ περισσότερον ἀντιληπτὸς ὁ κίνδυνος παρεμποδίσεως τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας διὰ τῆς εἰς εἶδος καὶ ποσοστὸν τῆς παραγωγῆς φορολογίας. Ἀναφέρω ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἔχει εὕρει δι’ ὑπολογισμῶν ὁ πολὺς Roscher καὶ τοὺς ὁποίους ἔχει χρησιμοποιήσει εἰς τὸ περὶ ἀγροτικῆς πολιτικῆς γνωστὸν δίτομον σύγγραμμά του ὁ Buchenberger. Ἐνῷ ἐπὶ ἐντελῶς ἐκτατικῆς καλλιεργείας καὶ παραγωγῆς ἐπὶ παραδείγματι 400 στατήρων αἱ δαπάναι ἀνέρχονται εἰς 200 μάρκα, ἐπὶ καλλιεργείας κάπως προωδευμένης κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἀγραναπαύσεως τῶν τριῶν ἀγρῶν ἡ παραγωγὴ τοῦ αὐτοῦ, ἐννοεῖται, ἀγροῦ αὐξάνει εἰς τὸ τριπλάσιον, ἀλλ’ αἱ δαπάναι τῆς καλλιεργείας, ὑπολογιζομένης πάντοτε ἴσης τῆς ἀξίας τοῦ σίτου, αὐξάνουν εἰς τὸ ἑξαπλάσιον. Ἐπὶ ἔτι βελτιωμένης καλλιεργείας, τῆς λεγομένης μέσης ἐντατικῆς καλλιεργείας, ἡ παραγωγὴ αὐξάνει 7½ φορὰς· ἀνέρχεται εἰς 3000 στατῆρας, αἱ δὲ δαπάναι αὐξάνουν εἰς τὸ εἰκοσαπλάσιον· ἀνέρχονται εἰς 4000 μάρκα. Ἡ διαφορὰ εἶναι ἀκόμη μεγαλειτέρα ἐπὶ τῆς ἀνωτέρας ἐντατικῆς καλλιεργείας. Παρομοίους δὲ ὑπολογισμοὺς εὑρίσκει τις εἰς πᾶν ἐγχειρίδιον γεωργικῆς οἰκονομίας. Εἶναι ἐκ τούτου φανερὸν ὅτι, ὅταν τὸ δέκατον ἢ καὶ τὸ εἰκοστὸν ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ διὰ τοῦ φόρου ἀπὸ τὸν καλλιεργητήν, θέλει ἀμβλυνθῆ καὶ ἡ φιλοπονία καὶ ἡ διάθεσις αὐτοῦ πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν καὶ βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, δύναται ἐπὶ ἀνωτέρας ἐντατικῆς καλλιεργείας οὐ μόνον νὰ καλύψῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπερβῇ ὁλόκληρον τὴν καθαρὰν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπαναλαμβάνω, ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ἔχει εἰσαχθῆ εἰς τὸν τόπον μας ἡ ἐντατικὴ καλλιέργεια καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν φόρου δὲν θὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ ἐνέργειαν ἐπὶ τῆς γεωργίας ἡμῶν. Ὡς ὅρους δὲ τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας θεωρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν χρῆσιν φυσικῶν ἢ χημικῶν λιπασμάτων, τὴν ἐπιμελεστέραν τοῦ ἐδάφους κατεργασίαν καὶ σπορὰν ἐξ ὑπαμοιβῆς. Ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς αὐτὸν τὸν ὁρισμόν, θέλομεν συλλάβει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἢ ἀντιφάσκοντα πρὸς ἑαυτὸν ἢ ἀγνοοῦντα ἀπολύτως τὴν κατάστασιν τῆς γεωργίας τοῦ τόπου μας. Διότι εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος ἐπικρατεῖ καλλιέργεια ἐκπληροῦσα τοὺς ὅρους τούτους καὶ δυναμένη κατὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐντατικὴ καλλιέργεια. Πανταχοῦ δὲ τῆς Ἑλλάδος γίνεται καλλιέργεια ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν ἐντελῶς ἐκτατικήν. Εἰς τὴν Πελοπόννησον μάλιστα ἐπικρατεῖ ὄχι πλέον καλλιέργεια κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἀγραναπαύσεως, οὐδὲ κατὰ τὸ σύστημα τῆς μετρίας ἀγραναπαύσεως τῶν τριῶν ἀγρῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον εἰς τὸν τόπον μας, ἀλλὰ καλλιέργεια ἐντελῶς ἐξ ὑπαμοιβῆς, ἐνισχυομένη διὰ πλουτισμοῦ τοῦ ἐδάφους, διὰ φυσικῶν λιπασμάτων, δι’ ἀποστραγγίσεως, διὰ βαθυτέρας ἀροτριάσεως καὶ διὰ πλείστων ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν μεγαλειτέρας δαπάνας καὶ περισσοτέρους κόπους· μὲ ἄλλους λόγους ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Πελοπόννησον ἡ λεγομένη μετρία ἐντατικὴ καλλιέργεια. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν γεωργίας ποῦ στηρίζεται ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ εἰς εἶδος καὶ ποσοστὸν τῆς παραγωγῆς φορολογία εἶναι ἐπιβλαβὴς μόνον ἐκεῖ ὅπου ἐπικρατεῖ ἐντατικὴ καλλιέργεια καὶ ὄχι, κατὰ τὴν φρασεολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, «διὰ χώρας ὑφ’ ἁπλᾶς καὶ ὁμοειδεῖς γεωργικὰς συνθήκας ἐκτατικῆς καλλιεργείας καὶ ὑπὸ ὅρους οἰκονομικοὺς μὴ προηγμένους; Ἐξ ὅσων προηγουμένως ἐξέθηκα ἔχει καταστῆ φανερὸν ὅτι ἡ ἐπιβολὴ δεκάτης ἐκεῖ ὅπου ἐπικρατεῖ ἀνωτέρα ἐκτατικὴ καλλιέργεια συντελεῖ εἰς τὴν χειροτέρευσιν, εἰς τὴν ὀπισθοδρόμησιν τῆς καλλιεργείας, ἐκεῖ δ’ ὅπου ἡ καλλιέργεια γίνεται κατ’ ἔκτασιν ἐμποδίζει τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας, τὴν προαγωγὴν τῆς γεωργίας εἰς ἀνώτερον στάδιον καλλιεργείας, ἀπαιτούσης περισσοτέρας δαπάνας καὶ κόπους. Πρὸς ἐνίσχυσιν δὲ τῆς γνώμης μου ταύτης θὰ σᾶς ἀναγνώσω μερικὰς περικοπὰς ἑνὸς παλαιοτάτου Γερμανοῦ οἰκονομολόγου, τοῦ Michael Wuz, συγγράψαντος πρὸ ἑκατὸν καὶ πλέον ἐτῶν εἰδικὴν μελέτην περὶ δεκάτης, ὁ ὁποῖος ἐπαναλαμβάνει μὲν τὰ πορίσματα τῆς Ἀγγλικῆς κλασσικῆς σχολῆς, ἀλλὰ πραγματεύεται τὰ ζητήματα μετὰ γλαφυρότητος. Ἐκ τῶν περικοπῶν, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς ἀναγνώσω, θὰ ἴδητε πόσον παλαιαὶ εἶναι αἱ ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, καὶ θὰ πεισθῆτε ὅτι εἰς μέγα ἐπιστημονικὸν σφάλμα περιέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ οἱ τῆς ἐπιτροπῆς, ὑποστηρίξαντες ὅτι ἡ δεκάτη εἶναι ἀβλαβὴς εἰς τόπους, ἔνθα ἐπικρατεῖ ἡ ἐκτατικὴ καλλιέργεια. Λοιπὸν λέγει ὁ Γερμανὸς συγγραφεύς (ἀναγινώσκει): «Ἤδη ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, διότι ἡ δραστηριότης τοῦ λαοῦ ἐξασθενίζει διὰ τῆς εἰς εἶδος δεκάτης, καθίσταται φανερὸν ὅτι ἀναγκαίως πολὺ ἐξ αὐτῆς ζημιοῦται ἡ καλλιέργεια τῆς γῆς, αὕτη ἡ εὔγλωττος μάρτυς τῆς φιλοπονίας ἢ τῆς ὀκνηρίας ἑνὸς Ἔθνους. Ἀκριβὴς ἐπισκόπησις τῆς κυρίας φύσεως τῆς δεκάτης ὡς φόρου θὰ καταστήσῃ τοῦτο ἔτι ἐμφανέστερον. Δὲν ὑπάρχει κανὲν ἀσφαλέστερον μέσον πρὸς κατάπνιξιν πάσης βελτιώσεως τῆς γεωργίας ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν φόρου τινός, εὑρισκομένου διαρκῶς καὶ φανερῶς εἰς ἀναλογίαν πρὸς τὴν παραγωγὴν τῶν γαιῶν. Τοῦτο τὸ ἐλάττωμα ἔχουν ἐν ἑαυταῖς αἱ δεκάται Πρὸς τοῦτο ἔχουν ἐξευρεθῆ κυρίως, ὅπως ἐκφοβίζουν ἀπὸ πάσης βελτιώσεως, διότι πᾶσα ἐπιχείρησις πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας καὶ καλλιεργείας εὐγενεστέρων προϊόντων συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ ἀσυνήθεις δαπάνας καὶ μόνον ἡ πιθανὴ ἐλπὶς ὅτι θέλει τις ἀμειφθῆ δι’ ὅλα τὰ δαπανηθέντα καθιστᾷ αὐτὴν ἐπαγωγόν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ γεωργὸς εἶναι πεπεισμένος ὅτι οἱ καρποὶ τῆς ἐπιχειρήσεως γίνονται λεία τρίτου τινός, ἐὰν ἐκ τῶν προτέρων βλέπῃ ὅτι μόνον αἱ δαπάναι τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας θὰ τῷ ἀποδοθοῦν ἐκ τῶν προϊόντων, τότε πρέπει, λογικῶς σκεπτόμενοι, νὰ δεχθῶμεν ὅτι πᾶσα καλλιτέρευσις θέλει παραλειφθῆ. Ὅσον εὐγενέστερα εἶναι τὰ προϊόντα, τόσον ἀσφαλέστερον ἰσχύουν ἐπ’ αὐτῶν οἱ ἀνωτέρω κανόνες, διότι ἡ παραγωγὴ αὐτῶν συνδέεται μετὰ τῶν πλείστων δαπανῶν καὶ διότι ἡ ἀπώλεια αὐτῶν διὰ τῶν δεκατῶν εἶναι τὰ μέγιστα αἰσθητή». Περαιτέρω δὲ ἀναφέρει ὁ ἐν λόγῳ συγγραφεύς; παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται καὶ ὁ Ἀδὰμ Σμίθ, τὸ τῶν Ἡνωμένων Κάτω χωρῶν, ὅπου δὲν εἶχεν ἐπιβληθῆ ἡ δεκάτη καὶ ὅπου ἕνεκα τούτου ἐκαλλιεργεῖτο ἀποκλειστικῶς τὸ ἐρυθρόδανον, τὸ λεγόμενον ῥιζάρι, τὸ ὁποῖον ἀπῄτει διὰ τὴν καλλιέργειάν του μεγαλειτέρας δαπάνας καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε καταστῆ μονοπωλιακὸν προϊόν τῶν Ἡνωμένων Κάτω Χωρῶν, διότι παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας δὲν εἶχε καταστῆ δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ τοῦτο εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης, ὅπου ἦτο ἐπιβεβλημένη ἡ δεκάτη. Εἰς δὲ τὴν Ἀγγλίαν κατέστη δυνατὴ ἡ καλλιέργεια τοῦ ἐν λόγῳ χρησίμου φυτοῦ μόνον ἀφοῦ ἀντικατεστάθη ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἐπὶ τῶν ἀγρῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκαλλιεργεῖτο ἐρυθρόδανον, δι’ ἐλαφρᾶς τινος στρεμματικῆς φορολογίας. Προχωρῶν δὲ περαιτέρω ὁ αὐτὸς συγγραφεύς καὶ μὴ ὁμιλῶν περὶ ἀνωτέρας ἐντατικῆς καλλιεργείας, τὴν ὁποίαν καὶ μόνον φαντάζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δύναται νὰ ἐμποδίσῃ ἡ δεκάτη, ἀλλὰ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ συστήματος τῆς «ἀγραναπαύσεως διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐξ ὑπαμοιβῆς καλλιεργείας», λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἀγραναπαύσεως αἱ δεκάται φαίνονται ἀποτελοῦσαι ἐξαιρετικὸν ἐμπόδιον. Αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ διαρκῶς καλλιεργουμένου ἀγροῦ φυσικὰ ἐλαττοῦνται εἰς ἑκάστην χρονικὴν περίοδον, μόνον δι’ αὐξήσεως τῆς φιλοπονίας καὶ τῶν δαπανῶν δύναται νὰ ἀρθῇ ἡ ἐξασθένησις αὕτη. Διὰ τῆς καταργήσεως λοιπὸν τῆς ἀγραναπαύσεως δύναται κατὰ μέσον ὅρον πολλῶν ἐτῶν νὰ αὐξηθοῦν αἱ καθαραὶ πρόσοδοι τοῦ γαιοκτήμονος, διότι οἱ ἀγροὶ ἀποφέρουν κατ’ ἔτος καρπούς, ἐνῷ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγραναπαύσεως ἀπέφερον μόνον κατὰ μακροτέρας περιόδους, ἀλλ’ αἱ καθαραὶ πρόσοδοι ἑνὸς ὡρισμένου ἔτους εἶναι ὡς ἐκ τῶν μεγάλων δαπανῶν καὶ κόπων ἀσυγκρίτως μικρότεραι, καὶ ἂν ἀκόμη αἱ ἀκαθάριστοι πρόσοδοι ἤθελον εἶσθαι αἱ αὐταί· κατ’ ἀκολουθίαν ἀφαιρουμένου ἐξ αὐτῶν κατ’ ἔτος τοῦ δεκάτου μέρους περιέρχεται ὁλόκληρον τὸ κέρδος εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ κυρίου τῆς δεκάτης, δὲν μένει δὲ εἰς τὸν γαιοκτήμονα παρὰ μόνον πενιχρὰ ἀνταπόδοσις τῶν δαπανῶν του καὶ ἄμισθος κόπος. Κατάργησις τῆς ἀγραναπαύσεως, λύσις τῆς δεσμεύσεως τῶν κτημάτων, ἄρσις τῶν κοινοτικῶν ἀγρῶν, οἱ ἄριστοι κανονισμοὶ καλλιεργείας ἐνεργοῦν ἡμιτελῶς· αἱ δεκάται δεσμεύουν ἀναγκαίως τὰς χεῖρας παντὸς θέλοντος νὰ βελτιώσῃ τὴν καλλιέργειαν, ἀποτελοῦν ἀναπόφευκτον ποινὴν διὰ πᾶσαν καλλιτέρευσιν τῆς γεωργίας, διὰ πάντα ἐξευγενισμὸν τῶν προϊόντων». Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι: εἶναι δίκαιον, εἶναι ὀρθόν, νὰ θεωρηθῇ ἡ γεωργία ἐν Ἑλλάδι ὡς εὑρισκομένη σήμερον εἰς στάδιον καλλιεργείας πολὺ κατώτερον ἀπ’ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο πρὸ ἑκατὸν καὶ πλέον ἐτῶν ἡ γεωργία ἐν Γερμανίᾳ; Οἱ τοιαῦτα ὑποστηρίζοντες φωρῶνται ἀγνοοῦντες τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς γεωργίας, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εἰς πλεῖστα μέρη ἔχει εἰσέλθει εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐξ ὑπαμοιβῆς καλλιεργείας, εἰς πολλὰ εἰς τὸ τῆς μετρίας ἐντατικῆς καλλιεργείας, εἴς τινα δὲ εἰς τὸ τῆς ἀνωτέρας ἐντατικῆς καλλιεργείας, ἀφοῦ ἤρχισεν ἤδη νὰ γίνηται χρησιμοποίησις τελειοτέρων μηχανῶν καὶ χημικῶν λιπασμάτων, ὡς ἀποδεικνύει ἡ ἵδρυσις ἐν Πειραιεῖ ἐργοστασίου χημικῶν λιπασμάτων. Δὲν εἶναι δ’ ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης ὅτι δῆθεν δὲν εἶναι δυνατὴ καθ’ ὅλου παρ’ ἡμῖν ἡ χρῆσις χημικῶν λιπασμάτων, διότι δὲν εἶναι παρ’ ἡμῖν εὔκολος ἡ ἀνάλυσις τοῦ ἐδάφους. Δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητος πρὸς χρησιμοποίησιν λιπασμάτων ἡ ἀνάλυσις τοῦ ἐδάφους, ἥτις ἄλλως δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι, διότι πολλάκις γίνεται ἐμπειρικῶς χρησιμοποίησις λιπασμάτων, ἀφοῦ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν ποῖα στοιχεῖα χρειάζονται διὰ τὴν εὐδοκίμησιν ἑκάστου γεωργικοῦ προϊόντος. Ἀλλά, εἰς οἱανδήποτε κατάστασιν καὶ ἂν εὑρίσκηται ἡ Ἑλληνικὴ γεωργία, δὲν εἶναι φανερὸν ὅτι τοιούτου εἴδους φορολογία ἤθελεν ἐμποδίσει ἀκριβῶς αὐτὴν νὰ προαχθῇ, νὰ ἀνέλθῃ εἰς ἀνώτερον στάδιον καλλιεργείας; Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἕτοιμος νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του καὶ τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν καὶ ἔλαβε πρόνοιαν καὶ περὶ ἐνισχύσεως αὐτῆς διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5ου, κατὰ τὴν ὁποίαν καθίσταται δυνατὸν ἐπὶ μεγάλων κτημάτων ἐκτάσεως χιλίων στρεμμάτων καὶ ἄνω — καλλιεργουμένων ἐντατικῶς ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν — ὁ εἰς εἶδος καὶ ποσοστὸν τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου φόρος νὰ μεταβληθῇ εἰς φόρον καταβαλλόμενον εἰς χρῆμα καὶ συνιστάμενον εἰς ποσοστὸν τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἀλλὰ καὶ ἡ διάταξις αὕτη πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξυπηρετῇ τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ἐτέθη, τὴν ἐνίσχυσιν δηλαδὴ τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἐντατικὴ καλλιέργεια δὲν εἶναι μόνον δυνατὴ εἰς τὰ μεγάλα κτήματα ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μικρά. Λέγοντες δὲ ἐντατικὴν καλλιέργειαν δὲν ἐννοοῦμεν ἐπιστημονικῶς μόνον τὴν χρησιμοποίησιν μεγαλειτέρων κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ τὴν χρησιμοποίησιν περισσοτέρων ἀνθρωπίνων δυνάμεων. Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν τὴν στηριζομένην ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν τὴν στηριζομένην ἐπὶ τῆς ἐργασίας. Ἀκριβῶς δὲ τὸ τελευταῖον εἶδος τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι πρόσφορον εἰς τὸν τόπον μας καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως κεφαλαίων καὶ ἕνεκα τῆς κατανομῆς τοῦ ἐδάφους καὶ ἕνεκα ἀκόμη τῶν καλλιεργουμένων προϊόντων. Αὐτὸ δὲ τὸ εἶδος ἔχει εἰσαχθῆ παρ’ ἡμῖν εἰς τὰ μικρὰ κτήματα. Εἰς τὰ μεγάλα κτήματα, ὅπου θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἐπὶ κεφαλαίων στηριζομένης ἐντατικῆς καλλιεργείας, ἔχουν γίνει μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις πρόοδοι γεωργικαί, διότι τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν καλλιεργοῦνται κατὰ τὸ κολληγικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει πᾶσαν γεωργικὴν καλλιτέρευσιν. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐὰν μόνον περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐντατικῆς καλλιεργείας εἰς τὰ μεγάλα κτήματα προνοῇ τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲν πράττει, ἔχει δὲ καὶ τὸ ἄλλο σπουδαῖον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ὑπηνίχθησάν τινες τῶν προαγορευσάντων, ὅτι θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἔξωσιν τῶν κολληγῶν ἐκ τῶν τσιφλικίων.
§206Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ κάμωσι βοσκάς.
§207Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὕτη ἡ τάσις παρατηρεῖται πρὸ πολλοῦ. Ἕνεκα τῶν ἐλαφρῶν ὅρων, οἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς χαρακτηρισμὸν καλλιεργείας τινὸς ὡς ἐντατικῆς, καὶ ἕνεκα τῆς μεγάλης διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ φόρου εἰς εἶδος καὶ εἰς ποσοστὸν τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου καὶ τοῦ εὐεργετικοῦ φόρου εἰς χρῆμα καὶ εἰς ποσοστὸν τῆς καθαρᾶς προσόδου, δὲν θὰ βραδύνωσιν οἱ τσιφλικιοῦχοι, ἐν μέρει ἐκδιώκοντες τοὺς κολλήγας αὐτῶν καὶ ἐν μέρει ὑποβιβάζοντες αὐτοὺς εἰς μισθωτοὺς ἐργάτας, νὰ κατορθώσωσι νὰ χαρακτηρισθῶσι τὰ κτήματα αὐτῶν ὡς ἐντατικῶς καλλιεργούμενα καὶ οὕτω νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν εὐεργετικὸν φόρον τῶν ἐντατικῶς καλλιεργουμένων μεγάλων κτημάτων. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὄχι ἡ βελτίωσις τῆς καλλιεργείας, ἀλλ’ ἡ δυστυχία τῶν κολληγῶν καὶ ἡ σπάνις τῶν ἐργατικῶν χειρῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἥτις θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα βραδύτερον τὴν μετατροπὴν τῶν τσιφλικίων εἰς λιβάδια. Ἀλλ’ ἡ παρεμπόδισις τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας δὲν εἶναι τὸ μόνον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχει τοῦτο καὶ ἄλλα ἐπίσης σπουδαῖα ἐλαττώματα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ ἐχαρακτήρισεν, ὡς εἶπον, μόνον ὡς εἰσαγαγὸν ἐπιστημονικωτέραν διαρρύθμισιν τῆς φορολογίας, πρᾶγμα, ὡς ἀπέδειξα, ἐντελῶς ἀνακριβές.
§208ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον ἐπιστημονικωτέραν διαρρύθμισιν· εἶπον ὅτι ἀποτελεῖ βελτίωσιν.
§209Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι εἶναι δικαιότερος ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν.
§210Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Οὔτε ὁ εἷς εἶναι δίκαιος οὔτε ὁ ἄλλος. Πρέπει νὰ ἔχῃ τις πολὺ λεπτὴν ζυγαριάν, διὰ νὰ εὕρῃ ποῖος εἶναι ὁ ὀλιγώτερον ἄδικος ἐκ τῶν δύο. Ἡ πρώτη ἀναφορικῶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦ δικαίου τοῦ φόρου ἀντίρρησις, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη, εἶναι ὅτι οὗτος ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεώς του δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογήσῃ καὶ δὲν φορολογεῖ ὅλα τὰ γεωργικὰ προϊόντα. Ἐξαιρεῖ ἐπὶ παραδείγματι ἕν σπουδαιότατον εἶδος τῆς παραγωγῆς, τὸν καπνόν.
§211ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Φορολογεῖται ἐμμέσως ὁ καπνός.
§212Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Προστατεύεται ἐμμέσως.
§213Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαγορεύεται καὶ ἡ καλλιέργειά του εἰς τὰς μὴ καπνοφόρους ἐπαρχίας.
§214Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ βαρύνει τοὺς καταναλωτὰς καὶ ὄχι τοὺς παραγωγούς, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἄλλου προστατεύονται διὰ τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ δασμὸς οὗτος εἶναι ἀνώτερος τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ φέρω τὸ παράδειγμα τοῦ καπνοῦ, ἐπειδὴ κατάγομαι ἐξ ἐπαρχίας, ἥτις ἐφορολογήθη βαρύτατα χάριν ἄλλων καπνοπαραγωγῶν ἐπαρχιῶν, διότι πρὸς προστασίαν τῶν καπνοπαραγωγῶν, ὡς γνωρίζετε, ἐγένετο ἡ μετὰ τῆς Αἰγύπτου ἐμπορικὴ σύμβασις, εἷς ἐκ τῶν ὅρων τῆς ὁποίας ἦτο ἡ βαρυτάτη φορολογία τῆς Ἰνδικῆς καννάβεως, ἥτις ἀποτελεῖ ἕν τῶν κυρίων προϊόντων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας. Ἄλλη ἀνισότης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν φόρου εἶναι ὅτι δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν παραγωγικότητα ἑκάστου ἐδάφους καὶ ἑπομένως βαρύνει ἐξ ἴσου τοὺς ἔχοντας ἴσον μὲν ποσὸν παραγωγῆς ἀλλ’ ὑποβαλλομένους εἰς ἀνίσους δαπάνας καλλιεργείας ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς παραγωγικότητος τῶν κτημάτων αὐτῶν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἔχοντας ἀνίσους καθαρὰς προσόδους. Ἀλλὰ πλὴν τούτου τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι διερρυθμισμένον, κάμνει διακρίσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας, αἵτινες προκαλοῦσιν ἀνισότητας μεταξὺ τῶν κολληγῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν μικρογεωργῶν ἐξ ἄλλου. Οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταί, εἰς ὅσον δήποτε ποσὸν καὶ ἂν ἀνέρχηται τὸ εἰς αὐτοὺς ἀναλογοῦν μέρος τῆς παραγωγῆς τῶν ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργουμένων κτημάτων, θὰ πληρώνωσιν ὀλιγώτερα ἀπὸ τοὺς ἔχοντας τὸ αὐτὸ εἰσόδημα μικροϊδιοκτήτας γεωργούς. Ἡ διάκρισις αὕτη στηρίζεται εἰς τὴν πρόθεσιν φορολογίας καὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας τοῦ μικρογεωργοῦ. Ἀλλὰ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ ἀγρός, ὁ ὁποῖος τυπικῶς ἀνήκει εἰς τὸν μικρογεωργόν, πιθανὸν ἕνεκα τῆς χρεώσεως αὐτοῦ νὰ ἀνήκῃ οὐσιαστικῶς εἰς ἄλλον, εἰς τὸν δανειστήν, καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ θέσις τοῦ μικροϊδιοκτήτου γεωργοῦ νὰ εἶναι πολὺ χειροτέρα ἀπὸ τὴν τοῦ κολλήγα. Ἐν γένει δὲ ἡ μὴ λῆψις ὑπ’ ὄψιν πρὸς ὑπολογισμὸν τοῦ φόρου τῶν ὑποχρεώσεων τῶν γεωργῶν καθιστᾷ τὸν φόρον ἐντελῶς ἄνισον καὶ ἄδικον, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μικρὰν μὲν παραγωγήν, ἀλλ’ εἶναι ἀπηλλαγμένοι χρεῶν, θὰ πληρώσωσιν ὀλιγώτερα ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι μὲν μεγαλειτέραν παραγωγήν, ἀλλ’ εἰς τοὺς ὁποίους, λόγῳ τῶν βαρυνόντων αὐτοὺς χρεῶν, περιέρχεται πραγματικῶς μικρότερον ποσὸν παραγωγῆς. Εἶναι δίκαιον τοῦτο;
§215Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναλόγως τῶν δυνάμεών μας κατὰ τὸ Σύνταγμα.
§216Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἀνισότης δὲ αὕτη καθίσταται μεγαλειτέρα ἕνεκα τοῦ ὕψους τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον κάμνει ἐμφανέστερον ἁπλῆ σύγκρισις πρὸς τὴν ἀνάλογον φορολογίαν ξένων Κρατῶν. Εἰς τὴν Πρωσσίαν, ἐπὶ παραδείγματι, εἶναι ἐπιβεβλημένοι δύο δημόσιοι φόροι εἰς τοὺς γεωργούς, ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος καὶ ὁ συμπληρωτικός, ὁ ἐπὶ τῆς περιουσίας. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται ἐπὶ παντὸς εἴδους καθαροῦ, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν χρεῶν, εἰσοδήματος, ἐξαιρεῖ τὰ κάτω τῶν 900 μάρκων εἰσοδήματα, εἶναι δὲ ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων 900 ἕως 1050 μάρκων 6 μάρκα, δηλαδὴ ἓξ ἐπὶ τοῖς χιλίοις περίπου, προοδευτικῶς δὲ αὐξανόμενος ἀνέρχεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπὶ τῶν μεγίστων εἰσοδημάτων εἰς 4%. Ἡμεῖς ἐξ ἀντιθέτου ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τῶν μικρῶν γεωργικῶν εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα ἐν Πρωσσίᾳ ἀπαλλάσσονται πάσης ἀμέσου δημοσίας φορολογίας, φόρον 5%, δηλαδὴ βαρύτερον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται ἐν Πρωσσίᾳ εἰς τὰ μέγιστα εἰσοδήματα τῶν 100,000 μάρκων καὶ ἄνω. Εἶναι τοῦτο ἢ δὲν εἶναι βαρεῖα φορολογία;
§217Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ αἱ ἐνοχλήσεις τῶν βεβαιωτῶν;
§218Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο.
§219ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Καὶ ἡ ἀπασχόλησις τοῦ γεωργοῦ ἀποτιμᾶται εἰς χρήματα.
§220Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως· ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ εἴπω βραδύτερον τὰ δέοντα. Εἰς τὴν Πρωσσίαν λοιπὸν πλὴν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἐπιβάλλεται καὶ συμπληρωτικὸς φόρος ἐπὶ παντὸς εἴδους περιουσίας, κινητῆς ἢ ἀκινήτου, ὁ ὁποῖος σκοπὸν ἔχει νὰ ἐξώσῃ τὰς ἀνισότητας τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος βαρύνοντος ἀδιακρίτως τὰ ἐκ κεφαλαίων καὶ τὰ ἐξ ἐργασίας πηγάζοντα εἰσοδήματα. Τοῦ συμπληρωτικοῦ τούτου φόρου ἐπὶ τῆς περιουσίας ἀπαλλάσσονται αἱ κάτω τῶν 6000 μάρκων περιουσίαι. Ἐπὶ τῶν περιουσιῶν ἀπὸ 6000 μέχρι 8000 μάρκων ὁ φόρος εἶναι 3 μάρκα, δηλαδὴ ½–⅓ ἐπὶ τοῖς χιλίοις περίπου, ἐπὶ περιουσιῶν 10,000 μάρκων ἀνέρχεται εἰς 4, ἐπὶ περιουσιῶν 50,000 μάρκων εἰς 24 μάρκα καὶ οὕτω καθεξῆς. Συγκρίνοντες τώρα τὴν φορολογίαν αὐτὴν μὲ τὴν ἐπιδιωκομένην νὰ ἐπιβληθῇ παρ’ ἡμῖν, συγκρίνοντες τὴν εὐπορίαν τοῦ Πρωσσικοῦ λαοῦ μὲ τὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ, συγκρίνοντες τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ Κράτος εἰς τὸν Πρῶσσον γεωργόν, πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ Κράτος εἰς τὸν Ἕλληνα γεωργόν, δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε πόσον εἶναι βαρὺς ὁ ὑπὸ συζήτησιν φόρος, δύνασθε νὰ κρίνητε ἂν ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ ἡ παρ’ ἡμῖν γεωργία. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὴν Πρωσσίαν καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς ἄλλα Κράτη. Εἰς τὴν Σαξωνίαν ἡ ἔγγειος πρόσοδος ὑπόκειται εἰς διπλῆν φορολογίαν, εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἢ τῆς ἐγγείου προσόδου καὶ εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τοῦ τελευταίου τούτου φόρου ἀπαλλάσσονται τὰ μικρὰ εἰσοδήματα τὰ κάτω τῶν 400 μάρκων. Ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν 400 μάρκων ὁ φόρος εἶναι ¼ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, προοδευτικῶς δὲ αὐξανόμενος φθάνει μέχρι 4% κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπὶ τῶν μεγίστων εἰσοδημάτων. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἐγγείου προσόδου εἶναι πολὺ χαμηλός· ἀνέρχεται εἰς 1%. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν εἶναι ἠπιωτέρα ἡ φορολογία διὰ τοὺς μικροὺς καὶ μέσους εἰσοδηματίας καὶ ἑπομένως διὰ τοὺς μικροὺς καὶ μέσους γεωργούς, διότι ἐκεῖ ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος γενικῶς ὅλα τὰ κάτω τῶν 4000 δραχμῶν εἰσοδήματα. Πλὴν ὅμως τῆς σχετικῶς ἐλαφροτέρας φορολογίας τὰ ξένα Κράτη, ὡς ἡ Ἀγγλία, ἡ Πρωσσία, ἡ Δανία, φροντίζουν διὰ παντοίων ἄλλων μέσων νὰ ἐνισχύσωσι τοὺς μικροὺς γεωργούς, νὰ πολλαπλασιάσωσι τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, διότι γενικῶς ἀνεγνωρίσθη ἡ μεγάλη σημασία, ἣν ἔχει διὰ τὴν κοινωνικὴν εὐρωστίαν, διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν, διὰ τὴν ἐθνικὴν ἐν γένει οἰκονομίαν ἡ μικρὰ καὶ μέση γεωργικὴ τάξις. Αὕτη δὲ ἡ ἐνίσχυσις τῆς τάξεως ταύτης ἀποτελεῖ ἓν ἀπὸ τὰ κυριώτερα γνωρίσματα τῆς σημερινῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν. Καὶ ἡμεῖς, ἐνῷ ἔχοντες τοιαῦτα παραδείγματα ἔπρεπε διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν γεωργικὴν τάξιν, ζητοῦμεν διὰ βαρυτάτης, ἀνίσου, ἀπηρχαιωμένης καὶ ἀνεπιστημονικῆς φορολογίας νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν γεωργικὴν τάξιν πᾶσαν ἐλπίδα προαγωγῆς καὶ καλλιτερεύσεως τῆς θέσεώς της, νὰ σαλεύσωμεν τὰ θεμέλια τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς. Ταῦτα δὲ πάντα, ἐνῷ ὑφιστάμεθα τὴν αἱμορραγίαν τὴν κοινωνικήν, τὴν μετανάστευσιν, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖ κατ’ ἔτος σπουδαιοτάτας δυνάμεις ἀπὸ τὸν τόπον καὶ ἀραιώνει εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον τὸν γεωργικόν μας πληθυσμόν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα εἶναι ἐνάτη καὶ ὡς ἐκ τούτου κρίνω καλὸν νὰ διακόψωμεν ἐπὶ μίαν ὥραν.
§222ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ὥρα 10 καὶ 45′ μ. μ.)
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Παπαναστασίου παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§225ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Σᾶς ὡμίλησα, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τοῦ ἐλαττώματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὸν φόρον αὐτὸν ποινήν, ὅπως λέγει ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος Γερμανὸς συγγραφεύς, διὰ πᾶσαν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας. Σᾶς ἐξέθηκα τὴν ἀνισότητα καὶ τὴν ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει ὁ φόρος οὗτος μεταξὺ τῶν γεωργῶν, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ἀνισότης μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς τῶν γεωργῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν ἄλλων ἐπαγγελματιῶν, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων φορολογοῦνται ἀμέσως πολὺ ἐλαφρότερον διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀνεξαρτήτως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος δὲν θίγει τὰ κάτω τῶν 4000 δραχ. εἰσοδήματα. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς οὐσιώδη δικαιολογίαν τοῦ προτεινομένου φόρου ἐπεκαλέσθησαν τὸν δασμὸν ἐπὶ τοῦ σίτου, τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ὁ ὑπὸ συζήτησιν φόρος δὲν πρόκειται ν’ ἀφαιρέσῃ τι ἀπὸ τοὺς γεωργούς, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐξαναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοῖς δίδει αὐτὸ διὰ τοῦ δασμοῦ, συνεπείᾳ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ σίτου. Ὁ συλλογισμὸς οὗτος στηρίζεται εἰς ἀντίληψιν περὶ κατανομῆς τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς παραγωγῆς ἐν Ἑλλάδι ἐντελῶς ἐσφαλμένην. Δυστυχῶς οὐδεμίαν ἀκριβῆ στατιστικὴν τῶν ἐπαγγελμάτων ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν, οὔτε τῆς ἐκτάσεως τοῦ καλλιεργουμένου ἐδάφους οὔτε τῆς κατανομῆς αὐτοῦ, καὶ δυστυχῶς ὑπάρχει φόβος ὅτι πολὺ θὰ βραδύνωμεν νὰ ἀποκτήσωμεν τοιαύτην, ἐὰν ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ ὀργανώσεως τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας. Τοῦτο δὲ λέγω εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος περὶ ἀντιρρήσεων, τὰς ὁποίας ἔφερον, ὡς πρὸς τὴν ὀργάνωσιν τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἔχομεν, λέγω, στατιστικὴν καὶ δὲν γνωρίζομεν τὴν κατανομὴν τοῦ ἐδάφους μεταξὺ τῶν γεωργικῶν οἰκογενειῶν ὡς καὶ τὴν κατανομὴν τῆς ὅλης ἐθνικῆς ἐγγείου παραγωγῆς· ἀλλ’ ἐξ ὅσων δυνάμεθα πάντες νὰ κρίνωμεν ἐξ ἀμέσου ἀντιλήψεως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐξαιρέσει τῆς Θεσσαλίας, τῆς Εὐβοίας, καὶ τῆς Φθιώτιδος, εἰς ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα εἰς μέγιστον βαθμὸν πλεονάζουν οἱ μικροὶ καλλιεργηταί, τῶν ὁποίων ἡ παραγωγὴ δὲν ὑπερβαίνει τὰ 60 ἢ 70 κοιλά, ἅτινα ἐξαρκοῦν μόνον διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ σπόρου καὶ συντήρησιν τοῦ παραγωγοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Εἰς τὸ αὐτὸ δὲ συμπέρασμα θέλομεν καταλήξει, ἐὰν διαιρέσωμεν ὅλην τὴν κατὰ προσέγγισιν ὑπολογιζομένην παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν κατὰ προσέγγισιν ἐπίσης ὑπολογιζομένων γεωργικῶν οἰκογενειῶν. Διὰ τοὺς μικροὺς τούτους γεωργοὺς ὁ δασμὸς τοῦ σίτου εἶναι δῶρον ἄδωρον· οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Εἶναι βεβαίως καὶ ἔτη εὐφορίας, κατὰ τὰ ὁποῖα παράγουν οὗτοι περισσοτέρους δημητριακοὺς καρποὺς τῶν ἀναγκαιούντων διὰ τὴν συντήρησιν των καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα ἑπομένως πωλοῦν μέρος τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης καὶ ἔτη ἀφορίας, κατὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἀγοράζουν δημητριακοὺς καρποὺς πρὸς συντήρησίν των καὶ κατ’ ἀκολουθίαν νὰ καταβάλλουν καὶ αὐτοὶ τὸν βαρὺν ἐπὶ τοῦ σίτου δασμόν, τὰ περισσότερα δὲ τῶν τελευταίων ἐτῶν ἦσαν τοιαῦτα ἔτη ἀφορίας. Εἰς αὐτοὺς τοὺς γεωργοὺς λοιπόν, οἵτινες δὲν κερδίζουν τίποτε ἀπὸ τὸν δασμόν, πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ βαρυτάτη φορολογία, ἄνισος, ἀνεπιστημονική, ἡ ὁποία θίγει ὄχι τὴν πρόσοδον, ἥτις εἶναι προωρισμένη διὰ τὴν ἱκανοποίησιν δευτερευουσῶν ἀναγκῶν, ἀλλὰ τὴν εἰς σῖτον πρόσοδον, ἡ ὁποία χρησιμεύει πρὸς τροφὴν τοῦ ἐργάτου· διότι καὶ ὁ γεωργός, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει μεγάλας ἐκτάσεις παρὰ μόνον τόσας, ὅσαι ἐξαρκοῦν πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του, εἶναι τοῦτ’ αὐτὸ ἐργάτης, ἓν δὲ τῶν ὀργάνων τῆς βιομηχανίας του εἶναι ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν καλλιεργεῖ. Ἀπὸ τοὺς ἐργάτας τούτους ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ προτεινομένου φόρου θὰ ἀφαιρέσῃ ἓν ποσοστὸν τῆς παραγωγῆς των, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν συντήρησίν των. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν συντήρησιν τοῦ ὀργάνου τῆς παραγωγῆς θέτει εἰς κίνδυνον ὁ ὑπὸ συζήτησιν φόρος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου δὲν εἶχε μόνον λόγον τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἂν αὐτὸν εἶχε τὸν λόγον μόνον ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ ἂν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον μόνην δικαιολογίαν εἶχε τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἐπιβαλλομένων βαρῶν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων δημητριακῶν καὶ τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ παραγομένων, τότε καὶ ὁ δασμὸς ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν θὰ ἦσαν φόροι ἀδικώτατοι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ γίνουν δεκτοὶ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν οἰκονομία, ἥτις πάσχει ἐκ τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλὰ δὲν εἶχε μόνον λόγον ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Εἶχε καὶ ἄλλον λόγον, πολὺ σπουδαῖον, τὴν προστασίαν τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς. Βεβαίως ἐγὼ εἶμαι ἀντίθετος παντὸς ὑπερβολικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ θεωρήσω ὡς κατὰ βάθος ἐξετάζοντας τὰ πράγματα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φαντάζονται ὅτι παρ’ ἡμῖν ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου οὐδένα ἔχει προστατευτικὸν σκοπόν. Ἀντετάχθη κατὰ τοῦ δασμοῦ ὅτι εἰς τὰς μεγάλας ἰδιοκτησίας, ὅπου κυρίως ἐπρόκειτο νὰ ἐνισχύσῃ ὁ δασμὸς τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας, ὡς μόνον ἀποτέλεσμα εἶχε τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν κτημάτων. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο δὲν ἦτο λάθος τοῦ δασμοῦ, ἦτο λάθος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἀγροτικοῦ, ὁ ὁποῖος ἰσχύει εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα κυριαρχεῖ ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία. Δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ δασμὸς νὰ συντελέσῃ εἰς βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας τῶν μεγάλων κτημάτων, ἀφοῦ οἱ ἰδιοκτῆται, αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν μέγα μέρος τῆς ἐγγείου προσόδου, ὅλην τὴν καθαρὰν πρόσοδον καὶ οἵτινες εἶναι οἱ κυρίως πωληταὶ τοῦ παραγομένου εἰς τὰ κτήματά των σίτου δὲν εἶναι καλλιεργηταί, ἡ δὲ καλλιέργεια ἔχει ἀφεθῆ εἰς κολλήγας, ἀγνοοῦντας ἐπὶ πόσον καιρὸν θὰ παραμείνουν εἰς τὸ αὐτὸ κτῆμα καὶ μὴ ἔχοντας λόγους νὰ βελτιώσουν τὴν καλλιέργειαν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ ζητήματος τούτου τῆς ἐπιδράσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν μεγάλων κτημάτων, σήμερον ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς λεγομένης ὀρθοδόξου οἰκονομικῆς σχολῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς σοσιαλιστικὰς τάξεις ὑποστηρίζεται μετὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων ὅτι, καίτοι ὁ δασμὸς τοῦ σίτου βαρύνει τὰς ἐργατικὰς τάξεις, ἐν τούτοις εἶναι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ προστασία τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς εἶναι ἀπαραίτητος, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐκτεθῇ αὕτη εἰς ἀνταγωνισμὸν ξένον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ὑπὸ ἐξαιρετικῶς εὐνοϊκὰς περιστάσεις, ὅπως συνέβη ἐσχάτως εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν παραγωγὴν ἕνεκα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Ῥωσίας, εὑρισκομένων ὑπὸ ἐξαιρετικῶς εὐνοϊκὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι διαρκεῖς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ μεριμνήσουν τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη περὶ προστασίας τῆς γεωργίας αὐτῶν μέχρις ὅτου παρέλθῃ ἡ ἐποχὴ τῶν εὐνοϊκῶν ὅρων διὰ τὰς ξένας χώρας καὶ δυνηθοῦν τότε ταῦτα νὰ καταργήσουν τοὺς δασμοὺς αὐτῶν, χωρὶς νὰ κινδυνεύσουν νὰ χάσουν τὸν ἀγροτικόν των πληθυσμὸν καὶ νὰ ἴδουν τὴν γεωργίαν των ὑποβιβαζομένην. Ἐὰν δὲ εἰς ἄλλα Κράτη περισσότερον ἡμῶν προηγμένα, ὅπως εἰς τὴν Γερμανίαν, τὴν Αὐστρίαν, τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἰταλίαν, ἐθεωρήθη ἀπαραίτητος ὁ δασμὸς ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ὑπεστηρίχθη, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀνάγκη αὐτοῦ ὄχι μόνον ἐκ μέρους τῶν ἀγροτικῶν τάξεων, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους τῶν ἐργατικῶν τάξεων, κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐλαφρὰ φορολογία ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν θὰ ἦτο ἐν πάσῃ περιπτώσει παρ’ ἡμῖν σήμερον ἐπιβεβλημένη χάριν τῆς προαγωγῆς τῆς γεωργικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, ἥτις δὲν ἔχει προαχθῆ ἐπαρκῶς καὶ εὑρίσκεται εἰς συνθήκας παροχῆς κεφαλαίων, ἀσφαλείας, συγκοινωνίας πολὺ κατωτέρας ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ γεωργικὴ οἰκονομία τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὴν ξένην παραγωγήν. Ἕτερος λόγος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τοὺς ἰσχυρισμούς της, νὰ εἰσηγηθῇ τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι μέγιστον μέρος τῆς ἐθνικῆς προσόδου, ἡ ἔγγειος πρόσοδος, ἡ ὁποία ὑπολογίζεται ὅτι ἀποτελεῖ τὸ ⅕ τῆς ἐθνικῆς προσόδου, ἔμεινεν ἀφορολόγητον, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου τὰ ἄλλα εἴδη τῆς ἐθνικῆς προσόδου φορολογοῦνται καὶ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως βαρύτατα. Ἀλλ’ ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς εἶναι ἥκιστα ὀρθός, διότι, ὅταν θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν ἄμεσον φορολογίαν, δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ δὲν ἀποβλέπομεν ἰδανικῶς εἰς τὸ δεῖνα εἶδος τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἀποβλέπομεν εἰς τὰς καθ’ ἑκάστην ἰδιωτικὰς οἰκονομίας, ἀποβλέπομεν εἰς τὰ ἄτομα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὡς βάσις φορολογίας τὸ ποσὸν τῆς ἐγγείου παραγωγῆς· ὡς βάσις ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν αἱ καθ’ ἑκάστην ἰδιωτικαὶ οἰκονομίαι, τὰ ἄτομα, μεταξὺ τῶν ὁποίων κατανέμεται ἡ ἔγγειος παραγωγή, ἡ οἰκονομικὴ αὐτῶν κατάστασις. Ἐὰν δὲν ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ ληφθῇ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ἔπρεπε νὰ φορολογήσωμεν καὶ τοὺς ἐργάτας τῶν βιομηχανικῶν ἐργοστασίων διὰ τὰ βιομηχανικὰ προϊόντα. Εἶναι πολὺ ποικίλαι σήμερον αἱ οἰκονομικαὶ τῶν ἀνθρώπων σχέσεις. Αὗται συντελοῦν, ὥστε νὰ μεταβιβάζωνται τὰ πράγματα ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ παράγουν, εἰς ἄλλους μὴ ἐργαζομένους. Ὀρθὴ λοιπὸν οἰκονομικὴ πολιτικὴ ἐπέβαλλεν ἀκριβῶς, ἵνα τὰς σχέσεις ταύτας ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ ἐπιβάλωμεν τὴν φορολογίαν ἡμῶν σκοπιμώτερον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς οἰκονομικῆς ἱκανότητος ἑκάστου. Καὶ ὁ ἄλλος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἠθέλητε νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς λέγει, ὁ ὅρος τῆς διευκολύνσεως δῆθεν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ πρὸς μὴ πληρωμὴν εἰς χρῆμα τοῦ φόρου, ἀλλὰ πληρωμὴν αὐτοῦ εἰς εἶδος, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ γεωργικοῦ μας πληθυσμοῦ. Παρῆλθεν ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν συνηλλάσσοντο οἱ γεωργοὶ διὰ τοῦ σίτου καὶ τῶν ἄλλων προϊόντων· αὐτὴ ἡ ἐποχὴ εἶναι τῆς προηγουμένης γενεᾶς. Σήμερον τὸ χρῆμα δὲν σπανίζει· οἱ γεωργοὶ ἀντὶ χρήματος πωλοῦν τὰ προϊόντα αὐτῶν καὶ ἀντὶ χρήματος ἀγοράζουν τὰ εἰς αὐτοὺς χρεώδη. Τὸ χρῆμα εἶναι τὸ μέσον τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πραγμάτων καὶ τὸ μέσον τῶν πληρωμῶν. Ἡ λεγομένη χρηματικὴ ἢ ἀνταλλακτικὴ οἰκονομία ἔχει εἰσδύσει καὶ εἰς τὰς ἐσχατιὰς τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι λοιπὸν σήμερον ἡ δυσκολία τῆς εὑρέσεως χρημάτων, δηλ. ἡ δυσκολία τῆς ἀντὶ χρημάτων πωλήσεως τῶν προϊόντων καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ εἰς χρῆμα καταβολὴ τῶν φόρων, ἥτις πιέζει τοὺς χωρικούς· ἄλλοι ὅροι τῆς παρ’ ἡμῖν φορολογίας εἶναι καταθλιπτικοί. Τὸ εἶδος καὶ τὸ ὕψος τῆς φορολογίας, ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως, ἦσαν καὶ εἶναι βαρεῖς, ἄνισοι, ἀνεπιστημονικοί. Ὁ ἰσχυρισμὸς λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι διὰ τῆς εἰσπράξεως εἰς εἶδος τοῦ ἐγγείου φόρου θέλουν λυτρωθῆ οἱ γεωργοὶ ἀπὸ τὴν δυσχέρειαν τῆς ἐξευρέσεως τοῦ πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου ἀπαιτουμένου χρήματος, εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμος.
§226Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἡ ἐξεύρεσις χρημάτων εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς προχείρως εἶναι δύσκολος.
§227ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι δύσκολος ἡ ἐξεύρεσις χρημάτων, ὅταν ὑπάρχουν προϊόντα πρὸς πώλησιν. Ἐὰν μεταβῆτε εἰς τὸ τελευταῖον χωρίον τῆς Ἑλλάδος, θὰ εὕρητε πανταχοῦ ἐμπορευομένους, προθυμοποιουμένους νὰ ἀγοράσουν τὰ γεωργικὰ προϊόντα ἀντὶ χρημάτων. Ἑπομένως ὁ γεωργὸς ὁ ἔχων περίσσευμα εἰς γεωργικὰ προϊόντα δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ προμηθευθῇ ἰσάξια χρήματα πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἂν ὁ σκοπὸς οὗτος τοῦ φόρου, ἡ καταβολὴ δηλ. αὐτοῦ εἰς εἶδος, ἐκπληρωθῇ, διότι, ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν πώλησιν τῶν προϊόντων εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ φόρου εἰς τιμὴν κατωτέραν κατὰ 6% τῆς ἀγοραίας ἀξίας των, ἀφοῦ κατὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12 τοῦ νομοσχεδίου θὰ δύναται νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον τὸ αὐτὸ ποσὸν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους ἄνευ μεσολαβήσεως ἐνοικιαστῶν, δὲν θὰ εὑρεθοῦν εὐχερῶς ἐνοικιασταὶ διατεθειμένοι νὰ ἀγοράσουν τὸν σῖτον χονδρικῶς, διότι δὲν θὰ μένῃ ἐπαρκὲς περιθώριον πρὸς κερδοσκοπίαν, ἐὰν ὑπολογισθοῦν ὅλαι αἱ δαπάναι τῆς συλλογῆς τῶν προϊόντων, τῆς μεταφορᾶς των εἰς τοὺς τόπους τῆς ἀγορᾶς, ἐπὶ πλέον δὲ ἡ διακύμανσις τῶν τιμῶν καὶ τέλος ἡ ἀβεβαιότης τοῦ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ὡς ἐκ τῆς εὐκολίας, ἣν παρέχει τὸ νομοσχέδιον εἰς τοὺς φορολογουμένους, νὰ καταβάλλουν εἰς χρῆμα τὸν φόρον ηὐξημένον κατὰ 6%, τῆς ὁποίας εὐκολίας θὰ κάμνουν ἀσφαλῶς χρῆσιν οὗτοι ἐν περιπτώσει ὑπερτιμήσεως τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἢ εὐθηνῆς πωλήσεως αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν ἐνοικιαστήν. Ἑπομένως ἓν ἀπὸ τὰ δύο θὰ συμβῇ, ἢ ὁ σκοπὸς αὐτὸς τῆς διευκολύνσεως τῶν γεωργῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐβασίσθη ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ, ἤ, ἂν πραγματοποιηθῇ, θὰ πωληθοῦν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τὰ προϊόντα εἰς τιμὴν πολὺ κατωτέραν τῆς ἀγοραίας καὶ κατ’ ἀκολουθίαν αἱ δαπάναι τῆς εἰσπράξεως θὰ εἶναι πολὺ ἀνώτεραι ἀπὸ τὰς ὑπολογισθείσας. Λέγοντες δὲ δαπάνας εἰσπράξεως εἰσερχόμεθα εἰς ἄλλην κατηγορίαν ἐλαττωμάτων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν φόρου, τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως ἀνεπτύχθησαν ἤδη μὲ θαυμαστὴν σαφήνειαν καὶ διὰ πειστικωτάτων ἐπιχειρημάτων. Ὅπως ἀποδειχθῇ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι αἱ δαπάναι τῆς εἰσπράξεως θὰ εἶναι τόσον ὑπερβολικαί, ὥστε νὰ καθίσταται ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου ἀσύμφορος, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ κάμωμεν πολλοὺς ὑπολογισμούς. Ἀρκεῖ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς ἕκαστον χωρίον, ἔχον ἐπὶ παραδείγματι 200 οἰκογενείας· θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ διορίζωνται κατ’ ἔτος δύο τοὐλάχιστον βεβαιωταί, οἵτινες θὰ ἀπασχολῶνται εἰς τὴν καταμέτρησιν τῆς παραγωγῆς ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου ἐπὶ ἕνα ἢ καὶ ἐπὶ δύο μῆνας, ὅτι ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ βεβαιωτοῦ καὶ φορολογουμένου θὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ καταμέτρησις, συμπραττόντων καὶ ἄλλων προσώπων, ὅτι τὴν καταμέτρησιν θὰ παρακολουθῇ ὁ ἀγοραστὴς τῶν καρπῶν, ὅστις κατόπιν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταφέρῃ αὐτοὺς ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει ἀγορὰ πωλήσεως, ὅτι τέλος μετὰ τοῦ βεβαιωτοῦ θὰ συμπράττῃ καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ δήμου, ὑπεράνω δὲ αὐτῶν θὰ εἶναι ὁ ἐπόπτης. Ὅλη αὐτὴ ἡ πληθώρα τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐνασχολῶνται μὲ τὴν μέτρησιν, τὴν παραλαβήν, τὴν μεταφορὰν τῶν καρπῶν, εἶναι προφανὲς ὅτι θὰ προκαλῇ μεγίστας δαπάνας. Εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ὅπου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τρὶς ὑπεβλήθη ὁ φόρος τῆς δεκάτης καὶ τρὶς κατηργήθη, τὴν τελευταίαν μάλιστα φορὰν δι’ ἐπαναστάσεως, γνωρίζετε εἰς ποῖον ποσὸν ἀνῆλθον αἱ δαπάναι τῆς εἰσπράξεως κατὰ τὸ 1900; Εἰς 25% περίπου.
§228ΟΘΩΝ ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἐκεῖ δὲν στοιχίζει τίποτε. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ Τουρκικὸν καὶ τὸ Βουλγαρικὸν δὲν στοιχίζει τίποτε, διότι πᾶν χωρίον πωλεῖ τὸν σῖτον καὶ παρουσιάζεται εἷς ἀγοραστής, ὅστις ἀγοράζει ὁλόκληρον τὸ πρᾶγμα.
§229ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τὴν Βουλγαρίαν δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1900 ἐνοικιαστής, διότι τὸν φόρον εἰς εἶδος εἰσέπραττε τὸ Κράτος, αὐτὸ δὲ τὸν ἀποθήκευε καὶ τὸν ἐπώλει ἔπειτα. Κατὰ τὸ 1900 λοιπὸν εἰσέπραξεν ἡ Κυβέρνησις 22,000,000 φράγκα καὶ ἐδαπάνησε 5,000,000 διὰ τὴν εἴσπραξιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πολυτελῆ καὶ πολυδάπανον διαδικασίαν τῆς βεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν ἡμεῖς. Σήμερον ἰσχύει ἐν Βουλγαρίᾳ ἕτερον φορολογικὸν σύστημα, τὸ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἥτις εἶναι παγία, δηλαδὴ ἐπιβάλλεται ἀνεξαρτήτως τῆς αὐξήσεως τῆς προσόδου καὶ εἶχεν ὡς ἐπακόλουθον τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας καὶ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ καλλιεργουμένου ἐδάφους, ἰδίως εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀραιωθῆ ὁ πληθυσμὸς ἕνεκα τῆς μεταναστεύσεως τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ὅπου ἐκ τούτου εἶχεν ὀπισθοδρομήσει ἡ καλλιέργεια. Ἀλλὰ πλὴν τῆς δαπάνης τῆς μεγίστης, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιφέρῃ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου εἰς εἶδος καὶ ἥτις μόνη εἶναι ἀρκετὴ νὰ μᾶς πείσῃ ν’ ἀποκρούσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἔχομεν καὶ τὴν ἄλλην δαπάνην ἐκ μέρους τῶν γεωργῶν, τὴν δαπάνην εἰς ἀπώλειαν χρόνου, τὴν δαπάνην ἐκ τῆς ἐνδεχομένης καταστροφῆς τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων, ἐκτεθειμένων ἐπὶ ἡμέρας καὶ μῆνας εἰς ἁλώνια μέχρις οὗ κατορθώσῃ νὰ τὰ μετρήσῃ ὁ βεβαιωτής, τέλος τὴν δαπάνην, ἥτις θὰ προέλθῃ ἀσφαλῶς ἀπὸ τὰς πιέσεις καὶ ἐνοχλήσεις τῶν ὀργάνων τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως. Ἐπὶ πλέον ἔχομεν τὴν δυσχέρειαν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσιν οἱ γεωργοὶ τὴν ἡμέραν τοῦ λιχνίσματος, ὥστε νὰ εἰδοποιῶσι τέσσαρας ἡμέρας προηγουμένως τὸν βεβαιωτήν; Εἶναι φανερὸν ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ διαδικασία τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου, ἥτις ἄλλοτε κατέστησε μισητὸν τὸν φόρον τῆς δεκάτης, θὰ εἶναι εἰς ἄκρον δαπανηρά, ἐπικίνδυνος καὶ ἐπαχθὴς διὰ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Ὅλα δὲ ταῦτα διατί; Διατί αὐτὴ ἡ ἐπιμονὴ πρὸς ἐπιβολὴν τοιούτου ἀπηρχαιωμένου φόρου, ἔχοντος τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα ἐλαττώματα; Ἐὰν πάντες εἴχομεν, ὡς ἔπρεπε, πεποίθησιν εἰς τὰς ἠθικὰς ἰδιότητας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀντελαμβανόμεθα τὴν ἠθικὴν ἐξύψωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆλθεν ἐσχάτως, δὲν θὰ ἐφοβούμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν ἄλλο φορολογικὸν σύστημα, δικαιότερον μὲν διὰ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, ἥκιστα δὲ δαπανηρὸν διὰ τὸ Κράτος.
§230Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ποῖον;
§231Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν ἄλλο τι παρὰ νὰ γενικεύσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Γενικεύοντες τὸν φόρον αὐτὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τὸν ἑδραιώνομεν ἐπὶ ἀσφαλεστέρων βάσεων, διότι, ὅσον ὀλιγώτερον γενικὸς εἶναι οὗτος, τόσον αἱ καταδολιεύσεις αὐτοῦ δι’ εὐνοήτους λόγους εἶναι μεγαλείτεραι. Κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς γενικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος διαρκῶς προβάλλεται τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὰ ἠθικὰ ἐκεῖνα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα, ὅπως εὐδοκιμήσῃ ὁ τοιοῦτος φόρος. Ἐναντίον τοῦ στερεοτύπου τούτου ἐπιχειρήματος ἄλλοτε, εἰς ἐπιστημονικὸν συνέδριον, συζητουμένης τῆς εὑρέσεως πόρων δι’ ἐθνωφελῆ σκοπόν, ὑπεστήριξα ὅτι, καίτοι ὁ λαὸς ἡμῶν ὁμολογουμένως δὲν ἔχει ἀνεπτυγμένας τὰς ἀρετὰς τῆς φιλαλληλίας, τῆς ἀγάπης τοῦ Δημοσίου, τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων εἰς τὸν βαθμόν, εἰς ὃν ἔχουσιν αὐτὰς ἀνεπτυγμένας οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ηὐδοκίμησεν ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, καὶ ἐπὶ πλέον ὑστερεῖ κατὰ πολὺ παρ’ ἡμῖν ἡ ἐφοριακὴ καὶ ταμειακὴ ὑπηρεσία, ἐν τούτοις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκλιματισθῇ παρ’ ἡμῖν εὐχερῶς τοιοῦτος γενικὸς φόρος, ἐὰν ἤθελον τηρηθῆ οἱ ἑξῆς τρεῖς ὅροι· πρῶτον τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου νὰ εἶναι σχετικῶς μικρὸν κατ’ ἀρχάς, δεύτερον νὰ παραχωρηθῇ ποσοστὸν τοῦ φόρου εἰς τὰς κοινότητας ἢ τοὺς δήμους καὶ τρίτον νὰ ἀφιερωθῇ μέγα μέρος τῶν ἐξ αὐτοῦ ἐσόδων ὑπὲρ ἐθνωφελοῦς σκοποῦ, προκαλοῦντος τὴν γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν καὶ τὸν ἐνθουσιασμόν, ὅπως οὕτως ὑπάρχῃ ψυχολογικὸν ἀντίρροπον κατὰ πάσης τάσεως πρὸς ἀπόκρυψιν τῶν εἰσοδημάτων καὶ καταδολίευσιν τοῦ φόρου. Τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ τώρα ἀντιτάσσω κατὰ τῶν ὑποστηριζόντων τὸ ἀδύνατον τῆς εὐδοκιμήσεως παρ’ ἡμῖν γενικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Μετ’ εὐχαριστήσεως δὲ παρετήρησα ὅτι καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν τὴν αὐτὴν δέχεται γνώμην. Δώσατε εἰς τὰς κοινότητας ἓν ποσοστὸν γενικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, θεμελιώσατε ταύτας οἰκονομικῶς ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου καὶ θὰ ἴδητε ὅτι αἱ καταδολιεύσεις δὲν θὰ εἶναι μεγάλαι. Βεβαίως θὰ ὑπάρξωσι καταδολιεύσεις, ὅπως ἐπὶ παντὸς φόρου ὑπάρχουσι τοιαῦται, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ θὰ εἶναι αὕτη, ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν φόρου, ἐκτὸς τῶν καταδολιεύσεων τῶν φορολογουμένων καὶ τῶν ὀργάνων τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου, θὰ ἔχωμεν καὶ τὰς διὰ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένας ἀνισότητας καὶ ἀδικίας, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέπτυξα, διὰ τοῦ ἄλλου συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, δὲν θὰ ἐπιβάλλωνται ἀδικίαι δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, αἱ δὲ καταδολιεύσεις δὲν ὑπάρχει φόβος ὅτι θὰ εἶναι μεγαλείτεραι.
§232Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θέτετε ὡς δεδομένον ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ τεθῇ φόρος.
§233Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ δέχομαι ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ τεθῇ βάσις πρὸς βαθμιαίαν μεταρρύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος. Ἂν δὲ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, θὰ ὑπεστήριζον τὴν ἐπιβολὴν τοῦ γενικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος πρὸς ἐλάττωσιν ἄλλων φόρων, ὅπως ἐπέλθῃ φορολογικὴ δικαιοσύνη, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογῶνται ἀμέσως πάντες οἱ ἄλλοι ἐπαγγελματίαι καὶ νὰ μένουν ἀπηλλαγμένοι παντὸς ἀμέσου φόρου οἱ γεωργοί. Τονίζω ἀμέσου φόρου, διότι οἱ ἔμμεσοι φόροι βαρύνουν ἐπίσης καὶ τοὺς γεωργούς, ἐὰν δὲ συμβαίνῃ τὸ μεγαλείτερον μέρος αὐτῶν νὰ καταβάλληται ὑπὸ τῶν ἀστικῶν τάξεων, προέρχεται τοῦτο, διότι αὐτοὶ ἔχουν περισσότερα εἰσοδήματα καὶ διάγουν βίον ἀνετώτερον.
§234Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλο τι· ὅτι, ἐὰν τοιοῦτος φόρος ἀνατεθῇ νὰ εἰσπράττηται εἰς τὰς κοινότητας, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἔχητε τὰ κόμματα τὰ δημοτικὰ ἀγριώτερα μεταξὺ τῶν κοινοτήτων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρέπει νὰ σκεφθῆτε ὀλίγον καὶ τὴν ἐγκληματικότητα, διότι θὰ σκοτώνωνται καθ’ ἑκάστην.
§235Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ δημιουργήσητε κοινότητας χωρὶς οἰκονομικὴν βάσιν.
§236Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ ἰδέα περὶ κοινοτήτων θέλει συζήτησιν.
§237Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ εἶδον ἐργασίας ἐκτελεσθείσας ὑπὸ κοινοτήτων, ὁμοίας τῶν ὁποίων δὲν ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν οἱ ἀγροτικοὶ δῆμοι.
§238Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡμεῖς εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἔχομεν κοινότητας καὶ εὐδοκιμοῦν θαυμάσια.
§239Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρηκολούθησα τὴν λειτουργίαν μερικῶν κοινοτήτων καὶ εἶδον ἐκ τοῦ σύνεγγυς πῶς αἱ κοινότητες, αὐτοδιοικούμεναι, κατανέμουσι δικαίως τὰ βάρη τῶν κοινοτικῶν ἔργων μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῶν, καὶ εἶμαι διὰ τοῦτο πεπεισμένος ὅτι, ἐὰν ποσοστὸν γενικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἐδίδετο εἰς τὰς κοινότητας, ὅπως ἄλλως τε λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν εὑρισκομένου νομοσχεδίου περὶ μερικωτέρου φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, εἶμαι, λέγω, πλέον ἢ βέβαιος ὅτι αἱ κοινοτικαὶ ἀρχαὶ συμπράττουσαι μετὰ τῶν Ἀρχῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς βεβαίωσιν τοῦ εἰσοδήματος ἑκάστου ἀγρότου ἤθελον κατορθώσει, ὅσον εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν, νὰ προσεγγίσουν εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς πραγματικῆς οἰκονομικῆς ἱκανότητος ἑκάστου.
§240Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Βεβαίως ἐπιστημονικῶς εἶναι τὸ τελειότερον εἶδος τοῦ φόρου ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ προϋποθέτει πολίτευμα τελείως ὠργανωμένον καὶ προωδευμένον, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐδοκιμήσῃ.
§241Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔκαμνε καλοὺς ψυχολογικοὺς ὑπολογισμούς, θὰ ἦτο κακὸς νομοθέτης, ἐγὼ ὅμως στηρίζω τὴν γνώμην μου ἐπὶ ψυχολογικῶν ὑπολογισμῶν, οἵτινες εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἀκριβεῖς. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐπαναλαμβάνω, δὲν βλέπω χάριν ποίου σκοποῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ ἀπηρχαιωμένον, τὸ ἀνεπιστημονικὸν φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι προσωρινόν, διότι εἶναι ἀδύνατον ἐπὶ μακρὸν χρόνον ν’ ἀνεχθῇ ὁ λαὸς τοιούτου εἴδους φορολογίαν· ἐὰν ὁ λαός, μὴ ἀντιλαμβανόμενος τὸ ἴδιον συμφέρον, ἤθελεν ἀνεχθῆ τοῦτο, δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ εὑρεθοῦν ταχέως κυβερνῆται πεφωτισμένοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀπαλλάξουν τὸν λαὸν ἀπὸ τοιοῦτον ἐπαχθῆ φόρον. Οἱ ὑποστηρικταὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἰσχυρίζονται ἐπὶ πλέον ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν θέλει εἶναι ἐλαφρότερος ἀπὸ τὸν φόρον, τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ἀβάσιμος. Οἱονδήποτε ὑπολογισμὸν καὶ ἂν κάμητε, θὰ ἴδητε ὅτι εἶναι βαρύτερος ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν. Ἐὰν λάβητε ὡς παράδειγμα γεωργόν, ὁ ὁποῖος παράγει 150 κοιλὰ σίτου καὶ κατοικεῖ εἰς περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ μέσος ὅρος τῆς παραγωγῆς κατὰ κτῆνος ἀροτριῶν ἔχει ὑπολογισθῆ εἰς 100 κοιλὰ σίτου, θὰ εὕρητε ὅτι δυνάμει τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν θὰ πληρώσῃ 14 δραχμὰς καὶ 40 λεπτά, ἐὰν ἔχῃ ἓν ζῷον, ἐὰν δὲ ἔχῃ ζεῦγος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύνηθες, 28 δραχμὰς καὶ 80 λεπτά, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου διὰ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν θὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὸν φόρος 40 δραχ. μὲν περίπου, ἐὰν ἡ τιμὴ τοῦ σίτου εἶναι 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, 29 δὲ δραχμῶν, ἐὰν ἡ τιμὴ τοῦ σίτου εἶναι 22 λεπτά, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε σχεδὸν συμβαίνει.
§242Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύναται νὰ εἶναι ὀλιγώτερον τῶν 30 λεπτῶν.
§243Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ ἀνέφερα καὶ τὴν τιμὴν τῶν 22 λεπτῶν, διότι αὐτὴν τὴν τιμὴν ἀναγράφει διαρκῶς καὶ ἀμεταβλήτως ἡ στατιστική μας τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου. Ὥστε βλέπετε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐλαφρύνσεως τῆς γεωργικῆς τάξεως, ἀλλὰ περὶ ἐπιβαρύνσεως αὐτῆς. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἐπιτελέσωμεν τόσον ῥιζικὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ἀκριβῶς τὰ ἀποτελέσματα τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῆς καταστρεπτικὰ διὰ τὴν ἑλληνικὴν γεωργίαν, πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν τὰς ἀνισότητας, τὰς ὁποίας θέλει δημιουργήσει αὕτη, πρέπει νὰ μὴ παραβλέψωμεν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θέλει προκαλέσει ἡ εἴσπραξις τοῦ προτεινομένου φόρου, καὶ τὰς καταπιέσεις τῶν γεωργῶν, πρὸ παντὸς δὲ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτήν, ἵνα μὴ διαπράξωμεν τὸ σφάλμα, ἐνῷ ἡ ἁρμόζουσα κατεύθυνσις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας δέον νὰ συνίσταται εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς γεωργίας, τὴν ἐνίσχυσιν τῆς μικρᾶς γεωργικῆς τάξεως, νὰ εἰσαγάγωμεν ἡμεῖς φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίθετα ἐπιφέρουν ἀποτελέσματα, καὶ τὴν μικρὰν γεωργικὴν τάξιν καταστρέφουν καὶ τὴν καλλιέργειαν ἐμποδίζουν ἀπὸ τοῦ νὰ βελτιωθῇ καὶ τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμὸν ἀραιώνουν. Ἐπιχειροῦντες σοβαρὰς φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν οἰκονομίαν, ὁμοιάζομεν ναυτικόν, ὁ ὁποῖος ἀποπειρᾶται νὰ ἀναχθῇ θυελλώδη τινὰ νύκτα εἰς τὸ πέλαγος, χωρὶς νὰ ἔχῃ πυξίδα. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Τυπωθήσεται πρὸς διανομήν. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς Τεῦχος Αʹ). Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§245Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δεκαετία καὶ πλέον παρῆλθε, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐθεωρήθη ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, ἵνα ἡ τύχη τῶν γεωργῶν καλλιτερεύσῃ· ἅπασαι δὲ αἱ ἐπιτροπαὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ δεκαετίας καὶ πλέον συνίστων διὰ παμψηφίας τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς γεωργίας ἀπὸ παντὸς βάρους. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ πολλαὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐγένοντο ἐπιτροπαὶ ἐκ Βουλευτῶν, ἵνα κατορθωθῇ καὶ ἐξευρεθῇ τὸ ποσὸν ἄλλοθεν, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνεν ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· πρὸ διετίας μάλιστα ἐνθυμοῦμαι ὅτι τοσαύτην ἐμμονὴν ἔδειξεν ἡ Βουλή, ὥστε πολυμελὴς ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἐντίμου καὶ σεβαστοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Νέγρη συνέστη καὶ ἐπὶ πολὺ καὶ ἐμπεριστατωμένως εἰργάσθη πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνεν ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Μετ’ ἀγῶνας μακροὺς κατωρθώθη ἐπὶ τέλους νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος αὐτὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν....
§246Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Μερικῶς.
§247Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. καὶ ἐθεωρήθη εὐτύχημα ὑπὸ πάντων, διότι ἡδραιώθησαν αἱ ἐλπίδες ὅτι ἡ θέσις τῶν γεωργῶν ἤθελε καλλιτερεύσει· εἰς ἀντάλλαγμα μάλιστα τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπεβλήθησαν εἰς τὸν λαὸν φορολογικὰ βάρη, δεκάδες ὅλαι ἑκατομμυρίων καὶ ἠνέχθη τὰ βάρη αὐτὰ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι δίδεται μία κατεύθυνσις εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἵνα δυνηθῇ, ἀνακουφιζομένη τῶν βαρῶν, νὰ προοδεύσῃ καὶ δυνηθῇ μετὰ πάροδον χρόνου νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα σιτάρκη. Ἀλλά, κακῇ μοίρᾳ, μετὰ τὰς ἐλπίδας αὐτὰς καὶ ἐνῷ πάντες ἐθεώρουν ἀναγκαίαν τὴν προστασίαν τῆς γεωργίας, χρήσιμον εἰς τὸν τόπον τὴν προστασίαν αὐτῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πλήσσει αὐτὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ν’ ἀνθέξῃ οὔτε νὰ ζήσῃ πλέον ἡ γεωργία ἐν Ἑλλάδι. Ἐθεωρήθη, λέγω, ἀπὸ μερικοὺς τότε ὅτι τὰ δύο ἑκατομμύρια περίπου, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωνεν ἡ γεωργία διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀφήσωσιν αὐτὴν νὰ προοδεύσῃ. Ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν βελτιοῖ τὴν γεωργίαν ζητῶν παρ’ αὐτῆς 4,000,000 κατὰ πρῶτον. Ἐὰν τοῦτο κρίνηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅτι βελτιοῖ τὴν γεωργικὴν τάξιν, τὸ νὰ πληρώσῃ διπλάσιον φόρον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπλήρωνε, τότε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ὅμως τις ἐξ ὑμῶν νομίζῃ καὶ πιστεύῃ ὅτι, ὅσον περισσότερον ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰς τάξεις ἐκείνας, τόσον περισσότερον πίπτει ἡ τάξις ἡ γεωργική, τότε βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπαναλάβω, ἵνα ἀποδείξω καὶ ἐγὼ πόσα θὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ πόσα θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ματαιοπονία μετὰ τὴν ἀνατομικήν, οὕτως εἰπεῖν, ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ κ. Κασίμη, ὁ ὁποῖος μὲ ὅλην τὴν γενναιότητα, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν, ἀπέδειξε τρανότατα, καὶ οὐδείς, νομίζω, εἶναι ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ εἰσέλθωσιν ὀλιγώτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωσιν οἱ διάφοροι βεβαιωταὶ καὶ τὰ διάφορα ὄργανα, τὰ ὁποῖα προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐὰν σκεφθῶμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι, διὰ νὰ εἰσπράξωμεν φόρον τινά, πρέπει νὰ δαπανῶμεν περισσότερα, νομίζω ὅτι δὲν ὑπηρετοῦμεν τὰς τάξεις ἐκείνας, ἐκ τῶν ὁποίων λαμβάνομεν τὸ χρῆμα, ἀλλὰ πλήσσομεν καὶ καταστρέφομεν αὐτάς, ἐνῷ ἐνθαρρύνομεν ἐξ ἄλλου καὶ βελτιοῦμεν ποίους; Τὰ σμήνη τῶν βεβαιωτῶν καὶ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ τὰ σμήνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἔχουσιν ἐπάγγελμα καὶ οὐδαμόθεν ἔχουσι πρόσοδον, περιμένουσι δὲ ὡς κόρακες νὰ πέσωσιν ἐπὶ τοῦ ὀδωδότος πτώματος ἐν καιρῷ καὶ νὰ κατασπαράξωσι τὸ πτῶμα αὐτό, τὴν γεωργικὴν τάξιν. Δὲν εἶναι σήμερον μόνον ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοιαύτη. Πρὸ πολλοῦ, κύριοι Βουλευταί, πολλοὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν θέλοντες νὰ αὐξήσωσι τοὺς φόρους κατέφευγον εἰς τὸ προσφιλέστερον καὶ ἁπλούστερον μέσον· ἐφορολόγουν, Κύριοι, τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ! Ἐνθυμοῦμαι πρὸ ὀλίγου χρόνου, ὅτε ἐπεβάλλετο δύο λεπτῶν πρόσθετος φόρος ἐπὶ τοῦ σίτου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεδεόμην φιλικώτατα, ἔσχον τὸ θάρρος, Κύριοι, μόνος, καὶ μόνος ἐγώ, νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα καὶ νὰ καυτηριάσω τὴν τοιαύτην φορολογίαν. Δυστυχῶς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἑπτὰ εὑρέθημεν καταψηφίσαντες —νομίζω, καὶ ὁ κ. Νέγρης—, ἀλλὰ μετὰ διετίαν ἄλλη φορολογία ἐζητήθη ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀλεύρων. Δυστυχῶς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διεφώνησεν ὁ κ. Νέγρης μαζί μου, κηρυχθεὶς ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐνόμισεν ὅτι προστατεύει τοὺς ἀλευρομύλους τοῦ Πειραιῶς.
§248Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὴν βιομηχανίαν τῆς Ἑλλάδος.
§249Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ποίαν βιομηχανίαν; Τὸ λαθρεμπόριον.
§250Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ βιομηχανία καὶ κατεστήσαμεν τὸν βίον τοῦ πτωχοῦ λαοῦ ἀβίωτον, προστατεύοντες δῆθεν βιομηχανίαν μὴ ὑπάρχουσαν ἐν Ἑλλάδι καὶ κατεστήσαμεν εἰσπράκτορας καὶ ταμίας τοὺς λεγομένους βιομηχάνους, οἵτινες εἰσπράττουσι τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰσπράττουσι καὶ λαμβάνουσιν ἐκεῖνοι τὴν διαφορὰν τοῦ ἐμπορεύματός των τῆς πρώτης ἀνάγκης τοῦ λαοῦ καὶ κτίζουσι μέγαρα καὶ παρουσιάζονται ζῶντες ἐν ὅλῃ τῇ εὐμαρείᾳ, καὶ ἄν τίς ποτε ἐξ αὐτῶν σκεφθῇ νὰ δώσῃ καὶ βοήθημά τί που, κηρύσσεται εὐεργέτης. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐξέλιξις, Κύριοι, τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ μηνῶν ἐπανελθὼν ἐξ Ἀμερικῆς, ὅπου ἀντεπροσώπευε τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν ἐπαξίως λίαν, φρονῶ ὅτι ἐδόθη εἰς αὐτὸν εὐκαιρία νὰ μελετήσῃ τὰ τῶν μεταναστευόντων ἐν Ἀμερικῇ, καὶ θὰ εἶδεν ὅτι οἱ μετανάσται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι γεωργοί. Δύο τάξεις πρωτεύουσιν εἰς τοὺς μετανάστας, ἡ γεωργικὴ καὶ ἡ ποιμενικὴ τάξις....
§251Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὰ ἐννέα δέκατα εἶναι γεωργοί.
§252Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ αἱ δύο τάξεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ προστατεύωνται ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, καὶ αἱ δύο τάξεις αὐταί, λέγω, εὑρίσκονται ἐν διωγμῷ. Ἀλλ’ ἐὰν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ παρὸν νομοσχέδιον, καὶ ἡ μικρὰ γεωργία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, θὰ ἐγκαταλειφθῇ τελείως, θὰ τρέξωσι δὲ καὶ ἐκεῖνοι εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἵνα εὕρωσιν ἄρτον, διὰ νὰ ζήσωσι. Καὶ ὅτε σκεπτόμεθα περὶ διοργανώσεως στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, καὶ ὅτε μετακαλοῦμεν ξένους ὀργανωτὰς καὶ ὑποβαλλόμεθα εἰς τοιαύτας θυσίας ὑπερτέρας τῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, δύναμαι νὰ ἐρωτήσω· ὅταν ἐξακολουθῇ, καὶ θὰ ἐξακολουθῇ, ἡ μετανάστευσις, ποῦ θὰ εὕρῃ ἡ Ἑλλὰς τὸν στρατόν; Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἂν ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὴν τελευταίαν κλήρωσιν τῶν κληρωτῶν. Καὶ ἂν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του θὰ ἠρώτων αὐτὸν ποία ἀναλογία παρουσιάσθη κατὰ τὴν κλήρωσιν τῶν παρόντων.
§253Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν προσῆλθον.
§254Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θέλετε ἴδει ἐκεῖθεν τὸν καθρέπτην, Κύριοι, θέλετε ἴδει ὅτι ἡ ἡλικία ἐκείνη ἡ μὴ δυναμένη νὰ εὕρῃ ἄρτον ἐν τῷ τόπῳ, τρέχει εἰς τὴν ξένην, ἵνα προμηθεύηται τὸν ἄρτον. Καὶ ἐρωτᾶται· τί θὰ διοργανώσωμεν; Πρὸς τί αἱ τοσαῦται καὶ τηλικαῦται δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται τὸ Κράτος; Δὲν γνωρίζω, ἵνα δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν τί γίνεται εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα· γνωρίζω ὅμως ἀσφαλῶς τί γίνεται εἰς τὸν νομόν, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω καὶ ὁ ὁποῖος κατ’ ἐξοχὴν εἶναι τόπος γεωργικὸς καὶ ποιμενικός. Αἱ κληρώσεις τῶν τελευταίων χρόνων δίδουσιν ἀναλογίαν τῶν παρόντων 9–13% ἕως 16%, ὅτε δὲ τοιαῦτα ἔχετε ἀποτελέσματα ἐκ τῆς μεταναστεύσεως, προσάγετε μέτρα τοιαῦτα, ἵνα ἀποδιώξητε ἐντεῦθεν καὶ τὸ ὑπόλοιπον; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σκεπτόμενοι δὲν σκεπτόμεθα εἰλικρινῶς καὶ ἀποτελεσματικῶς ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος μας. Ἀλλὰ νὰ ἔλθῃ τις καὶ νὰ ἐλέγξῃ ἑκάστην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τί τὸ ὄφελος, ὅτε ἔχομεν ἀποδεδειγμένον ὅτι ὁ γεωργὸς μόλις ἐπαρκεῖ στενοχωρούμενος νὰ ζήσῃ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του ἐκ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον παράγει; Ἔχομεν ἀποδεδειγμένον ὅτι ἡ πτωχοτέρα καὶ ἐλεεινοτέρα τάξις τῶ συμπολιτῶν μας εἶναι ἡ γεωργική, καθ’ ἑκάστην δὲ βλέπομεν αὐτὴν γυμνὴν καὶ ἀνυπόδητον. Καὶ ἐνῷ βλέπομεν ὅτι οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι οὐδὲν ἔχουσιν εἰσόδημα ἐρχόμεθα νὰ τοὺς πνίξωμεν, ἐρχόμεθα νὰ τοὺς φορολογήσωμεν. Βεβαίως πρέπει νὰ συνεισφέρῃ ἕκαστος ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει. Ἀλλὰ τί ἐστὶν εἰσόδημα; Νομίζω καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς θὰ διαφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ ὅτι εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παράγεται, ἀφοῦ ἀφαιρεθῇ πᾶσα δαπάνη. Καὶ ὁ γεωργὸς ἔχει εἰσόδημα. Ὁ γεωργός, διὰ νὰ παραγάγῃ 100 κοιλὰ σίτου, πρέπει νὰ ἐργάζηται ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος καὶ αὐτὸς καὶ ὁλόκληρος ἡ οἰκογένειά του, ἡ ὁποία κατὰ μέσον ὅρον ἀποτελεῖται ἀπὸ πέντε πρόσωπα. Ποῖον εἶναι τὸ ἡμερομίσθιον κατὰ τὴν ἐργασίαν, κατὰ τὴν σποράν, κατὰ τὴν συλλογὴν τῶν καρπῶν, κατὰ τὴν μεταφορὰν τῶν καρπῶν; Κάμετε ὑπολογισμὸν καὶ θέσατε οὐχὶ δύο δραχμὰς τὸ ἡμερομίσθιον, οὐχὶ μίαν καὶ ἡμίσειαν, ἀλλὰ μίαν δραχμήν· θὰ εὕρητε ποσὸν μεῖζον τῶν ἡμερομισθίων; Καὶ ἡμερομισθίων τοιαύτης εὐτελείας; Τί ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤδη; Νὰ ἀφαιρέσῃ μέρος τοῦ εἰσοδήματος ἢ νὰ λάβῃ ποσοστὸν τῆς ἐργασίας τοῦ ἡμερομισθίου αὐτοῦ τοῦ ἐλεεινοῦ γεωργοῦ καὶ τοῦ γλίσχρου; Αὐτὸ ζητεῖ; Καὶ δὲν ὁμιλῶ διὰ τὰ ἄλλα μέρη· δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἡ ὁποία ἔχει εὐρυτέραν πεδιάδα· ὁμιλῶ διὰ τὸν νομὸν ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον, διὰ νὰ γίνῃ σπορά, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐργάται, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀξίνης νὰ βοηθῶσι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη. Ὅστις διέλθῃ ἐκ Τριπόλεως μεταβαίνων εἰς Καλάμας θὰ ἴδῃ ὅτι οἱ συμπολῖταί μου Κυνουριεῖς καὶ Μαντινεῖς διὰ τῆς ἀξίνης σπείρουσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ νὰ φορολογήσῃ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὸ αἷμα πλέον αὐτοῦ τοῦ ἐργάτου. Ἐρρήθη ὅτι ζητεῖται ὁ φόρος αὐτὸς ὡς ἀντάλλαγμα τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης αὐτῶν λόγῳ τοῦ δασμοῦ τοῦ ἐπιβληθέντος. Ἐβελτιώθη, ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, ἡ τύχη τῶν γεωργῶν ἐκ τοῦ δασμοῦ αὐτοῦ;
§255Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Γορτυνίαν τρέφονται μὲ σῖτον Ῥωσικὸν ἀπὸ μιᾶς δεκαετίας.
§256Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀπὸ δεκκετίας, Κύριοι, οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ τρέφονται μὲ ἄλευρον ξενικὸν καὶ οἱ γεωργοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλετε τὴν φορολογίαν αὐτήν, πληρώνουσι τὸν δασμὸν αὐτόν. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημά σας ὅτι ἐβελτιώθη ἡ τύχη τῶν γεωργῶν διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ δασμοῦ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀκριβὲς εἶναι ὅτι μεγάλοι κτηματίαι καὶ μεγάλοι εἰσοδηματίαι, ὁπουδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ὠφελήθησαν καὶ ἐβελτιώθησαν διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ μεγάλου δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ ἐπὶ τοῦ ἀλεύρου, οἱ γεωργοὶ ὅμως ὄχι μόνον δὲν ἐβελτιώθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐζημιώθησαν, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν δὲν ὑπῆρξαν σιτάρκεις. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους....
§257Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ μὴ γένοιτο.
§258Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ἀπεύχομαι καὶ ἐγώ. Ἐὰν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, τί ἔχουσι νὰ πάθωσιν οἱ πληθυσμοὶ οἱ γεωργικοὶ οὐδεὶς δύναται ἐκ τῶν προτέρων ἀσφαλῶς νὰ συμπεράνῃ. Ἀλλ’ ἀναμφιβόλως θὰ δοκιμάσωσιν ὅλας τὰς πικρίας καὶ ὅλας τὰς πιέσεις. Καὶ βλέπετε διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ ὁποία λέγει ὅτι πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν πρὸ τοῦ λιχνίσματος νὰ εἰδοποιῆται ὁ βεβαιωτής. Δὲν γνωρίζω ποία σοφὴ κεφαλὴ ἐξεῦρε τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω οὐδὲ νὰ ὑπολογίσω πῶς θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ εἰδοποιήσῃ πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν τὸν βεβαιωτὴν ὅτι θέλει νὰ λιχνίσῃ, διότι εἰς οὐδένα εἶναι γνωστὸν πότε θὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτόν, πότε θὰ δυνηθῇ νὰ ἁλωνίσῃ καὶ πότε θὰ τῷ ἐπιτρέψῃ ὁ καιρὸς νὰ λιχνίσῃ ὁ γεωργός, ἐκτὸς ἂν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐν τοῖς θυλακίοις τοῦ φορολογουμένου θὰ εὑρίσκωνται καὶ μηχαναὶ ἁλωνιστικαὶ καὶ τὰ ζῷα ν’ ἀλωνίσουν, καὶ ὁ ἄνεμος, ἵνα ἀφήσουν αὐτὸν ἐλεύθερον, ὅταν θελήσῃ νὰ λιχνίσῃ· οὔτε γνωρίζει ὁ γεωργὸς πότε θὰ γίνῃ τὸ λίχνισμα. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον εἰς τὸν φορολογούμενον νὰ γνωρίζῃ πότε θὰ γίνῃ ὁ ἀλωνισμός. Ἀλλά, Κύριοι, διὰ νὰ γίνῃ καταμέτρησις, ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοῦ βεβαιωτοῦ, ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία ἀντιπροσώπου τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς, ἀπαιτεῖται ὁ ἀγοραστὴς καὶ ἐν ἐλλείψει τοῦ Α. ἢ τοῦ Β. ὁ ἱερεύς, ὁ διδάσκαλος ἢ δύο μάρτυρες ἐγγράμματοι. Ἀλλ’ αὐτούς, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, τίς θὰ διαθρέψῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην; Πῶς φαντάζεται τὸν ἀλωνισμὸν καὶ τὰ ἀλώνια ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν; Θὰ φαντάζηται τὰ ἀλώνια ἐνυπάρχοντα ἐν τῷ χωρίῳ καὶ πέριξ τοῦ χωρίου. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Ἀρκαδίας ἔχουσι τὰ ἀλώνια αὐτῶν ὅπου ἔχουσι καὶ τοὺς ἀγρούς των καὶ ἄλλα δὲ μέρη ἀπέχουσι τῶν ἁλωνίων, διότι εἶναι διεσπαρμένα μίαν ἢ δύο ὥρας ἀπὸ τοῦ χωρίου καὶ ἐκεῖ γίνεται τὸ ἁλώνισμα. Πῶς λοιπὸν θὰ μεταβῇ τὸ σμῆνος αὐτό, διὰ νὰ καταμετρήσῃ, καὶ τί θὰ εὕρῃ νὰ φάγῃ καὶ ποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διαθρέψῃ αὐτούς; Δὲν θὰ ἔλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας, διότι εὑρίσκει τις πανταχοῦ τὴν ἀνισότητα· ὡς λ. χ. μεταξὺ καλλιεργητοῦ καὶ ἰδιοκτήτου· ἀπὸ μὲν τὸν ἰδιοκτήτην λαμβάνεται ὄντως εἰσόδημα καθαρόν, ποσοστὸν τοῦ εἰσοδήματος τοῦ καθαροῦ, ἀλλὰ λαμβάνεται εἰσόδημα καθαρόν, ποσοστὸν τοῦ εἰσοδήματος τοῦ καθαροῦ ἀπὸ τὸν χωρικόν; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Θὰ συνίστων, ἂν ἡ φωνή μου ἠκούετο, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλω νὰ εἴπω πρὸς αὐτοὺς ὅτι ὑπεσχέθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι θ’ ἀφαιρέσωσι τὰ βαρέα βάρη ἀπὸ τοὺς ὤμους τοῦ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ, διότι δὲν δύνανται νὰ βαστάσωσι τὰ βάρη αὐτὰ οἱ τοιοῦτοι ὦμοι. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπείσθη εἰς τὰς διαβεβαιώσεις αὐτὰς καὶ τοῖς ἔδωκε παμψηφίαν. Ἐὰν δὲν τηρήσωσι τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ λαὸς αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ ζητήσῃ λόγον παρ’ αὐτῶν.
§259Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων ἐπλήρωσαν οἱ ἰδικοί σᾶς χωρικοί;
§260Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἠδύναντο νὰ μὴ πληρώσουν;
§261Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Οἱ Ἀρκάδες εἶναι ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου.
§262Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Ἀρκάδες οὐδέποτε καθυστέρησαν τὸν φόρον.
§263Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν ἔντιμον συνάδελφον ὅτι οὐδεὶς νομὸς εἶναι συνεπέστερος τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω αὐτὸν ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα οὐδεὶς ὀφειλέτης ὑπάρχει, οὐδεὶς ὑπάρχει καθυστερῶν εἰς τὸν δημόσιον φόρον. Θὰ ἀπηύθυνον λοιπὸν τὴν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν χάριν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ χάριν τῆς μεγαλειτέρας τάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, τῆς πασχούσης τάξεως, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ οὐ μόνον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δώσωμεν ὤθησιν πρὸς βελτίωσιν τῆς γεωργίας, καί, ἂν ἴδωμεν αὐτὴν βελτιουμένην καὶ προκόπτουσαν, τότε καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως καὶ αὐτὴ ἡ τάξις εἰσφέρῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἤδη πάσχει ἡ τάξις αὐτή. Ἂν ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πλήττετε αὐτὴν καὶ τὴν θανατώνετε. (Χειροκροτήματα).
§264Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως, πολλάκις ἀπέφυγον νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ συνεδρίου τούτου, ἵνα μὴ ἀγορεύων παρεμβάλλω προσκόμματα εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἤδη ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο μὲ φέρει ἡ δικαιολογικὴ βάσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τῶν σπειρομένων γαιῶν καὶ ὁ πόλεμος, ὅστις ἐγένετο κατ’ αὐτοῦ ὑπὸ τῶν προλαλησάντων. Κύριοι Βουλευταί, παρηκολούθησα ἐπισταμένως τὴν συζήτησιν καθ’ ὅλα τὰ στάδια αὐτῆς καὶ δὲν βλέπω τὸν πόλεμον στηριζόμενον ἐπὶ βάσεων σαθρῶν. Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῶν αὐτῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἃς μετεχειρίσθησαν καὶ οἱ προλαλήσαντες — ἂν δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἐν Ἑλλάδι στατιστικαὶ πληροφορίαι, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ γεωργικὴ στατιστική.
§265Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Εἰς τὸν νομόν σᾶς ἔχετε, κύριε Βουλευτά, φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν;
§266Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἔχομεν ἔγγειον φόρον ἐξαγωγικὸν εἰς ὅλα τὰ Λακωνικὰ προϊόντα, ἐξ ὧν τὸ Δημόσιον εἰσπράττει ἱκανοποιητικὰ ποσά. Θὰ ὁμιλήσω, ἔλεγον, ἀκριβῶς, κύριοι Βουλευταί, στατιστικῶς καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσῃ, διότι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ κάμω συγκριτικὴν στατιστικήν. Θὰ λάβω τὸ βορειότερον μέρος τῆς Ἑλλάδος, τὴν Θεσσαλίαν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Σκοπέλου, καὶ τὸν νομὸν Ἄρτης, θὰ συγκρίνω δὲ πρὸς τὸ νοτιώτερον μέρος αὐτῆς τὰς δύο ἐπαρχίας τοῦ νομοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος τουτέστι καὶ τὴν ἐπαρχίαν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ ὁλόκληρον τὸν νομὸν Μεσσηνίας, οἵτινες ἔχουσι τὸ αὐτὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα. Ὁ πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἄρτης εἶναι 315.514 κάτοικοι, ἐνῷ τῶν δύο ἐπαρχιῶν καὶ τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας εἶναι 304.615, ἔκτασις δὲ χιλιομετρικὴ τετραγωνικὴ τετραπλασία ἡ πρώτη τῆς δευτέρας περιφερείας. Καὶ ἐπὶ πλέον ἡ μὲν εἶναι χώρα πεδινή, ἡ δέ, ἐκτὸς τῆς Μεσσηνίας, δὲν ἔχει πεδιάδας, καθόσον ἡ Λακωνία ἔχει μόνον τὰς πεδιάδας τοῦ Ἕλους καὶ τοῦ Εὐρώτα.
§267Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν γνωρίζετε ἀκριβῶς ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τούτων;
§268Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Δυστυχῶς, καίτοι προσέτρεξα δι’ ὡρισμένας πληροφορίας περὶ τὴν ἔκτασιν εἰς εἰδικούς, δὲν κατώρθωσα τοῦτο. Ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ δικαιολογικὴ βάσις, ὡς εἶπον, μὲ φέρει ἐπὶ τὸ βῆμα, διότι μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων, δύο φόρων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἔσοδον μέγα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν προηγουμένων ἐτῶν, περίπου 3.500.000 δραχμῶν, θὰ στερηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ μετὰ τὴν μεγάλην σιτοπαραγωγήν, ἣν ἔχει ἐφέτος ὅλη ἡ Ἑλλὰς καὶ ἰδίως ἡ Θεσσαλία, τὸ Δημόσιον δὲν θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ φόρου τὰ δέκα ἢ δώδεκα ἑκατομμύρια, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερα· ἴσως μόνον 7.000.000. Ἑπομένως θὰ ὑστερήσῃ ὁ ἐφετινὸς Προϋπολογισμὸς καὶ κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσαχθῶσι τὰ 130.000.000 σίτου ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ... Μεθ’ ὅσα εἶπον, Κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, διὰ ν’ ἀναπληρώσῃ οὗτος τὸ χάσμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς τὰς μεταρρυθμίσεις καὶ τὰς παρασκευάς, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην. Δεύτερος λόγος δικαιολογικὸς εἶναι ἡ ἀνισότης ἡ φορολογική, ἡ ὁποία ὑπάρχει μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν δύο αὐτῶν φόρων, διότι ὑπάρχουσι πληθυσμοὶ φορολογούμενοι βαρύτατα, ἐνῷ ὡρισμέναι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους εἶναι παντελῶς ἀφορολόγητοι. Καὶ κατὰ τὴν στατιστικὴν τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Βόλου, ὁ ὁποῖος τιμᾷ τὴν πόλιν τοῦ Βόλου, φαίνεται ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἔτος δυσετηρίας, ἡ Θεσσαλία εἰσέπραξεν ἐκ τῶν προϊόντων της 33.000.000. Τί ἐπλήρωσεν εἰς τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὰ 33.000.000;
§269ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδέν.
§270Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Οὐδέν. Ἑπομένως ποῖος ὁ λόγος τοῦ τοιούτου πολέμου ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὸ Δημόσιον νὰ συνεισφέρῃ καὶ ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖνος κατὰ τὰς δυνάμεις του; Ἕτερος λόγος ἐπίσης σοβαρὸς τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου αὐτοῦ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀνάγκη νὰ προσφέρωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν ἐκ τοῦ φόρου τῆς εἰσαγωγῆς. Εἶναι δὲ πεπλανημένη ἡ ἰδέα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι κατὰ τὰ ἔτη τῆς ἀφορίας ἀγοράζοντες σῖτον φορολογοῦνται καὶ ἑπομένως ἀποδίδουσι τὸν φόρον, διότι ἔχω εἰς χεῖράς μου στατιστικὴν τοῦ τελωνείου Βόλου, ὡς ἐπίσης καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Βόλου, καθ’ ἃς τῷ 1906 διὰ τοῦ τελωνείου Βόλου εἰσήχθη μεγάλη ποσότης σίτου, 10.600.000. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι τὰ 10.600.000 ὀκάδων τὰ κατηνάλωσεν ἡ περιφέρεια τῆς Θεσσαλίας; Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ ὅτι ὁ Βόλος ἔχει καὶ ἀτμομύλους καὶ ὑδρομύλους, ὡς καὶ τὰ Τρίκκαλα ἔχουσιν ἀτμόμυλον, καὶ ὅτι ἄνευ τῆς εἰσαγωγῆς σίτου ἐκ Ῥωσίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαγάγωσιν εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα τοὺς ντεβέδες, τοὺς ὁποίους παράγει ἡ Θεσσαλία. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν θὰ κάμῃ εἰσαγωγὴν ἡ Θεσσαλία Ῥωσικοῦ σίτου, διὰ νὰ ἀναμίξῃ τὰ σιτηρά της καὶ ἐξαγάγῃ ταῦτα εἰς ἄλευρα, καὶ ἀπὸ τὰ 10.600.000 ὀκάδ. τοῦ 1906 ἐξήγαγε τὸ αὐτὸ ἔτος εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα τὰ 4.600.000 εἰς καθαρὸν ἄλευρον. Ἀλλ’ ἂν προσθέσωμεν εἰς αὐτὰ τὰ πίτυρα 18% 1.000.000, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν καὶ 1.500.000 ὀκάδων ἐξαγωγὴν ἀλεύρων Ἀμβούργου, τί ἀπομένει πρὸς ἐπιτόπιον κατανάλωσιν ἐκ τοῦ εἰσαχθέντος Ῥωσικοῦ σίτου; 2.900.000, δηλ. 200.000 δρ. εἶναι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἐπλήρωσαν. Ἂς ἴδωμεν τώρα, ἂν ὅ,τι πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰσπράττει τοῦτο τὸ Κράτος ἢ τὰ περισσότερα λαμβάνουσιν οἱ σιτοπαραγωγοί. Ἐπὶ εἰσαγωγῆς μέσης παραγωγῆς 130.000.000 ὀκάδων, διότι ἔφθασε νὰ εἰσαχθῶσιν ἐφέτος 210.000.000, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές, καθόσον μέση εἰσαγωγὴ ἀπὸ τὸ 1902 καὶ ἐντεῦθεν εἶναι 130.000.000, ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῆς θὰ ἴδωμεν τί πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τί πληρώνει εἰς τοὺς σιτοπαραγωγούς. Ὀκτὼ καὶ 86 εἶναι ὁ καθαρὸς δασμὸς μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν λιμενικῶν καὶ δημοτικῶν ἐπὶ 130 ἑκατ. τὸ Δημόσιον εἰσπράττει μέσον ὅρον ἐσόδων 10.500.000. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν πληρώνει μόνον τὰ 10.500.000· πληρώνει καὶ ἄλλα εἰς τοὺς σιτοπαραγωγούς. Κατὰ τὴν τελευταίαν στατιστικὴν ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι 2.700.000· ἂν ὑπολογίσωμεν ἡμίσειαν ὀκᾶν ἄρτου κατ’ ἄτομον ἡμερησίως, ἔχομεν ἐτησίαν κατανάλωσιν 492.000.000 ὀκάδας ἄρτων, ἀλλ’ ἀπὸ αὐτὰ πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν 30% διὰ τὸ πίτυρον καὶ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον προστίθεται κατὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἄρτου, ὅτε ἔχομεν κατανάλωσιν σίτου ἐτησίαν 345.000.000. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτῶν 130.000.000 εἰσαγωγὴν ξένου σίτου, ἀπομένουσι 215.000. 000· μεῖον ὀκάδες 35.000.000 ἀκόμη διὰ σπορὰν ἀπομένουσιν 180.000.000 σίτου ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πρὸς 8.86% κατ’ ὀκᾶν, δραχ. 16.000.000· πληρώνει ταύτας εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παράγουν σιτηρά, γνωρίζετε δ’ ὅτι σιτηρὰ πρὸς ἐξαγωγὴν παράγουν μόνον αἱ πεδιάδες τῆς Θεσσαλίας.
§271Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποῖος τὰ ὠφελεῖται αὐτά;
§272Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Οἱ τσιφλικιοῦχοι. Διότι πρὸ ἡμερῶν εἶχεν ἀρχίσει ἡ συγκομιδή σας, ἠξεύρετε δὲ σεῖς πῶς ἐξάγετε τὰ σιτάρια σας, ἀκαθάριστα καὶ ἀναμεμιγμένα μετὰ χώματος, δεῖγμα δὲ ὄχι καλῆς ποιότητος εἶχε στείλει εἰς Πειραιᾶ μία χήρα τσιφλικιοῦχος ἐκ Βόλου καὶ ἐζήτησε νὰ πωληθῇ εἰς ἀνωτέραν τιμὴν ἀπὸ τὰ Ῥωσικά· ἐζήτησε 36 λεπτά, ἐνῷ τὰ Ῥωσικὰ ἔχουσι 34¾. Ὅθεν ὄχι μόνον τὸν φόρον ὁλόκληρον καρποῦσθε, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἀκόμη κερδίζετε. Ἐὰν δ’ ἐφέτος λόγῳ τῆς μεγάλης ἐσοδείας, ἣν ἔχετε, καὶ τῶν δυσμενῶν εἰδήσεων περὶ τῆς ἐσοδείας τῆς Ῥωσίας αἱ τιμαὶ διατηρηθῶσιν εἰς τὰ λεπτὰ 35, τότε δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ τοποθετήσητε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβητε οἱ σιτοπαραγωγοί.
§273Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μὴ κάμετε παρεκβάσεις, διότι αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τῆς ἀγορεύσεώς σας, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς παρακολουθήσωμεν.
§274Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Ἐκ τῶν πολλῶν διακοπῶν ἀπεμακρύνθην τοῦ θέματός μου καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν συγκριτικὴν μελέτην τῆς φορολογικῆς κλίμακος μεταξὺ Θεσσαλίας καὶ τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας καὶ τῶν δύο ἐπαρχιῶν Λακεδαίμονος καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Ἡ Μεσσηνία καὶ ἡ Λακωνία κατὰ τὸ 1909 ἐπλήρωσαν ἐλαιοδεκάτην δραχ. 661.013. Δυνάμει δὲ τοῦ νόμου ͵ΒΠʹ τῆς 17ης Ἰουλίου 1905 μετεβιβάσθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος 16.50 κατὰ χιλιόλιτρον εἰς τὴν Προνομιοῦχον, καὶ ἐπειδὴ μέση παραγωγὴ εἶναι 320.000.000, ἡ δὲ Μεσσηνία παράγει τὸ ⅓ τῆς ὅλης παραγωγῆς, ἀπὸ τὴν ὅλην παραγωγὴν τὸ Δημόσιον εἰσπράττει μέσῳ τῆς Προνομιούχου δραχ. 4.000.000, ἐνίοτε φθάνει καὶ 4.500.000, ὅτε ἔχομεν ὑπέρβασιν τῆς ἐξαγωγῆς τῶν 240.000.000 χιλιολίτρων· ἄρα τὸ ⅓ πληρώνει ἡ Μεσσηνία, δηλ. πληρώνει φόρον 1.700.000. Ἐπίσης πληρώνουσι δρ. 7.50 κατὰ χιλιόλιτρον εἰς τὴν Προνομιοῦχον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς τιμῆς τῶν δρ. 115· ἄρα ἐπὶ 140.000.000 χιλιολίτρων σταφίδος ἔχομεν ἑτέρας 980.000 δραχ. Πληρώνουσι δὲ οἱ ἴδιοι πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τιμῆς τοῦ προϊόντος των, ἐνῷ διὰ τοὺς σιτοπαραγωγοὺς πληρώνει ὅλος ὁ ἄλλος Ἑλληνικὸς λαὸς περίπου 26.000.000 δραχ., διὰ νὰ κρατηθῇ ἡ τιμὴ τοῦ σίτου εἰς τὰ 35 καὶ 36 λεπτά.
§275Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· δὲν ἐπιτρέπω.
§277Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε. Ὅτε ἐπὶ ὁλοκλήρους ὥρας ἠγόρευον οἱ Κύριοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ προεκάλουν τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεκράτει ἄκρα σιγὴ μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ αὐτὸ ἐπιβάλλεται καὶ ἐκ τοῦ συμφέροντος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιδρῶσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἡσυχάσωσιν.
§278ΙΩ. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Ἐπίσης διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΠʹ ἐπεβλήθη φόρος 2 δραχ. κατὰ στατῆρα ἐπὶ τῶν σύκων· εἰς τὴν Μεσσηνίαν καὶ τὴν ἐπαρχίαν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἔχομεν μίαν ἐξαγωγὴν 250.000 στατήρων, ἑπομένως πληρώνει ἡ περιφέρεια ἐκείνη τῶν 305.000 κατοίκων ἑτέρας 500.000 δρ. Εἰσπράττει λοιπὸν τὸ Δημόσιον, μὴ διαφεύγοντος οὐδὲ λεπτοῦ λόγῳ τῆς διὰ τῶν τελωνείων εἰσπράξεως, ἀπὸ τὴν περιφέρειαν αὐτὴν ἐν συνόλῳ 3.841.013 δραχ. Ἂς ἴδωμεν τώρα τί πληρώνετε σεῖς οἱ Θεσσαλοί. Διὰ τὴν ἐλαιοδεκάτην οἱ νομοὶ Λαρίσης, Τρικκάλων, Ἄρτης, περιλαμβανομένης καὶ τῆς Σκοπέλου, ἐπλήρωσαν τῷ 1909 δραχμὰς 450.362. Αὐτὴ εἶναι ἡ φορολογία τῶν 315.000 κατοίκων τῆς Θεσσαλίας καὶ 50.000 ἐπὶ 25.000 στατήρων σύκων τοῦ Βόλου, ἀπέναντι τῆς φορολογίας 3.841.013 δραχμῶν, ἣν πληρώνουσιν οἱ 305.000 κάτοικοι τῆς Μεσσηνίας καὶ τῶν ἐπαρχιῶν Λακεδαίμονος καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ πληρώσῃ ἡ μόνη σιτοφόρος περιφέρεια τοῦ Κράτους καὶ νὰ βοηθήσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ὥστε νὰ γίνῃ ἰσοσκελὴς καὶ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους; Διότι, ὡς εἶπον, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Θεσσαλία εἰσέπραξε δραχ. 33.000.000, ἐφέτος δὲ θὰ εἰσπράξῃ ἄνω τῶν 45.000.000, τί θὰ πληρώσῃ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων; Μόνον δραχ. 900.000.
§279Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἄλλως τε δὲν θὰ φορολογηθῇ μόνον ἡ Θεσσαλία.
§280Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν θὰ φορολογηθῇ καὶ ἡ περιφέρεια, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμον λόγον, ἡ Μεσσηνία καὶ αἱ δύο ἐπαρχίαι τῆς Λακωνίας θὰ πληρώσωσι καὶ αὐταὶ φόρον 477.000 δραχμῶν.
§281Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὸν φόρον αὐτὸν τῶν σπειρομένων γαιῶν. Καὶ πρότερον ἐπλήρωνον ἄλλους βαρεῖς· θὰ ἀπαλλαγῶσιν ἐκείνων;
§282Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Ὄχι.
§283Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶσθε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου;
§284Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Βεβαίως νὰ φορολογηθῶσι καὶ ἡ Μεσσηνία καὶ αἱ ἐπαρχίαι Λακεδαίμονος καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐφ’ ὅσον ἔχουσι γαίας· ἀσκεπεῖς καὶ ἐξ αὐτῶν ἀπολαμβάνουσιν, ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ γείτων του ὁ καλλιεργῶν σταφίδα φορολογεῖται βαρέως, ἐνῷ αὐτὸς θὰ φορολογηθῇ ἐλαφρῶς. Τέλος ὁ φόρος εἶναι δίκαιος, διότι ἡ Θεσσαλία, ἂν παραγάγῃ, θὰ πληρώσῃ, ἂν δὲ δὲν παραγάγῃ, δὲν θὰ πληρώσῃ, διότι ὁ φόρος οὗτος καταβάλλεται ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει παραγωγή. Δὲν ὑπάρχει φόρος δικαιότερος τούτου, τὸν εὑρίσκω δὲ πολὺ δικαιότερον ἀπὸ τὸ βάρβαρον σύστημα τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τοῦ ὁποίου ζητεῖτε τὴν ἐπάνοδον.
§285Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος εἶπε νὰ ἐπανέλθῃ;
§286Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Οἱ περισσότεροι τῶν ἀγορευσάντων αὐτὸ ἐζήτησαν. Καὶ πάλιν λέγω ὅτι ἡ φορολογία τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἣν ἐπιβάλλετε, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν εἶναι ἡ δικαιοτέρα φορολογία, ἥτις δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, καὶ μάλιστα μετὰ τὰς τροποποιήσεις, ἃς ἐδέχθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤτοι τῆς διαβαθμίσεως τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου ἀναλόγως τοῦ καλλιεργητοῦ ὡς καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ 20% καὶ τῆς βαρυτέρας φορολογίας τῶν τσιφλικιούχων, ὥστε διὰ δηλώσεων νὰ φορολογῆται τὸ καθαρὸν εἰσόδημα, διότι, ἂν τοῦτο ἐπιτύχῃ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ εἰς μικροτέρας μονάδας τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, ὥστε νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος τῆς δικαίας φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω λυπούμενος ἂν δι’ αὐτῶν δυσηρέστησά τινας τῶν κυρίων συναδέλφων.
§287Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προλαλήσας, κύριοι συνάδελφοι, θελήσας νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἐποιήσατο σύγκρισιν τοῦ τί πληρώνει ἡ Θεσσαλία ἐν σχέσει πρὸς τὴν Λακωνίαν καὶ ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν, ἦτο ἐντελῶς σφαλερά, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ τὸ τί συνεισφέρει εἰς τὸ Δημόσιον ἑκάστη τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ νὰ ἐξετασθῇ ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ προτεινόμενος φόρος εἶναι δίκαιος, καὶ ἴσως ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, οὔτε ἄλλως τε πρόκειται νὰ πληρώσῃ μόνον ἡ Θεσσαλία, ἀλλὰ πρόκειται νὰ φορολογηθῶσι καὶ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω, εἶναι τὸ ἑξῆς. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, πανταχόθεν τῆς Ἑλλάδος οἱ γεωργοὶ διεμαρτυρήθησαν καὶ δι’ ὑπομνημάτων περιέγραφον διὰ μελανῶν χρωμάτων τὸ ἐπαχθὲς τοῦ φόρου καὶ καθικέτευον τὴν μὲν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀποσύρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἡμᾶς δὲ τοὺς Βουλευτάς, ὅπως καταψηφίσωμεν αὐτό, καὶ ἀπορῶ πῶς μετὰ τὴν τόσῳ πασιφανῶς ἐκδηλωθεῖσαν κοινὴν συνείδησιν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἠκολούθησε τὴν πορείαν τῆς προσαρμογῆς πρὸς τὴν ὁπωσδήποτε ἐκδηλωθεῖσαν κοινὴν συνείδησιν ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων, πῶς ἐν προκειμένῳ δὲν θέλει νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν τόσῳ τρανῶς κοινὴν συνείδησιν. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον ἀπορῶ σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καθόσον ἡ Κυβέρνησις κινδυνεύει νὰ εὑρεθῇ ἐν δυσαρμονίᾳ καὶ πρὸς τὸ πρόγραμμά της. Δὲν διαφεύγει τὴν ἀντίληψιν πάντων ὑμῶν ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 28 Νοεμβρίου καὶ μετὰ ταῦτα, ὁσάκις ἐδόθη περίστασις, διελάλησεν ὅτι τὸ πρώτιστον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ πρὸ παντὸς τῆς γεωργίας, περὶ τῆς ὁποίας πολλὰ εἶπεν ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν ἐνισχύεται ἡ γεωργία ἢ καταστρέφεται ἐντελῶς;
§288ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐνισχύεται.
§289ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐνισχύεται, ἀλλὰ τοὐναντίον καταστρέφεται παντελῶς. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν μὴ φορολογίαν τῶν προϊόντων· κατακρίνομεν μόνον τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ εἰσηγούμενον ἐνταῦθα, τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, διότι δεκάτη εἶναι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ὀνομασθῇ, τὸ σύστημα τοῦτο, παραβιάζει πάντας τοὺς ὅρους τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, διότι καὶ ἄνισος εἶναι ὁ φόρος καὶ ἄδικος καὶ καταθλιπτικός. Ἄνισος καὶ ἄδικος εἶναι, ὡς πολλοὶ τῶν προλαλησάντων κυρίων συναδέλφων ἀπέδειξαν, διότι φορολογεῖ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον. Καὶ βεβαίως φορολογεῖ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, διότι, ἐὰν λάβῃ τις ὡς βάσιν ὅτι ἓν κοιλὸν σπόρου δίδει 5 κοιλὰ κατὰ μέσον ὅρον καὶ ὅτι ἐπὶ 100 στρεμμάτων γῆς ἀναγκαιοῖ σπόρος 60 κοιλῶν, θὰ ἔχωμεν μέσον ὅρον παραγωγῆς 300 κοιλά, γνωρίζομεν δὲ πάντες ὅτι διὰ τὴν παραγωγὴν τῶν 300 κοιλῶν, ἤτοι διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν 400 στρεμμάτων, ἀπαιτεῖται δαπάνη οὐχὶ μικροτέρα τῶν 4½ κοιλῶν δι’ ἔξοδα καλλιεργείας. Θὰ ἔχωμεν δαπάνην ἐπὶ 300 κοιλῶν 273 κοιλά.
§290Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μείνωσι 30.
§291Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μείνωσι 30 καθαρὸν εἰσόδημα, δεδομένου ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἶναι 5% κατὰ μέσον ὅρον· μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 20%, ἤτοι 60 κοιλῶν ἐπὶ τῶν 300, ἔχομεν 240· ἐκ τῶν 240, διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν δημόσιον φόρον, τὰ 5% θὰ μᾶς δώσωσι 12½ κοιλὰ περίπου.
§292Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Διατί δὲν ὑπολογίζετε τὸν δημοτικόν;
§293ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι μόνον τὸν δημόσιον. Ἤτοι δὲν ἀναλογεῖ οὔτε τὸ τρίτον. Τί λέγω; Εἶναι ὀλιγώτερον καὶ τοῦ τρίτου τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ δέχομαι τοῦτο ἐπιεικῶς, διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν μὴ καλὴν ἀπόδοσιν τῆς γεωργίας, θὰ ἔχωμεν φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς. Οὐ μόνον τοῦτο, Κύριοι, ὅτι φορολογεῖται ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος, ἀλλ’ εἶναι ἄνισος ἡ φορολογία, διότι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς. Ἐὰν ἐπὶ παραδείγματι, διὰ νὰ λάβωμεν πρόσοδον 5 κοιλῶν σίτου ἢ 4 κοιλῶν σίτου, ἔχομεν ἀνάγκην καλλιεργείας ἑνὸς στρέμματος γονίμου γῆς, διὰ νὰ παραγάγωμεν τὸ αὐτὸ ποσὸν ἐξ ἀγόνου γῆς, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καλλιεργήσωμεν δύο στρέμματα, βεβαίως θὰ ὑποβληθῶμεν εἰς διπλασίαν δαπάνην ἀπὸ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβληθῶμεν, ἐὰν καλλιεργήσωμεν ἓν στρέμμα γονίμου γῆς· καὶ ἐν τούτοις θὰ φορολογήσωμεν ἐξ ἴσου καὶ τὴν γόνιμον γῆν καὶ τὴν ἄγονον. Ἐκ τοῦ προκειμένου λοιπὸν προκύπτει ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄνισος ἡ φορολογία. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς φορολογίας, ἔχει ἐπὶ πλέον τι καταθλιπτικόν, ὁσασδήποτε καὶ ἂν θελήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ ποιήσηται τροπολογίας κατὰ τὴν εἴσπραξιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν ἐν γένει τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔγκειται ἐν τῇ φύσει αὐτοῦ, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 6 εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ παραγωγὸς τὸ πολὺ πρὸ 4 ἡμερῶν νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν βεβαιωτήν, ἵνα προσέλθῃ κατὰ τὸ λίχνισμα νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν κατώρθωσεν ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ αὐτοῦ διαστήματος νὰ λιχνίσῃ τὸν σῖτον ἢ δὲν ἔρχεται ὁ βεβαιωτής, οὐδεμίαν δὲ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἔλθῃ ἐφ’ ὅσον τάσσεται προθεσμία ἐκ τοῦ νόμου, τί θὰ ἐγίνετο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς ἕκαστον συνοικισμὸν τὰ ἁλώνια δὲν εἶναι συγκεντρωμένα, θὰ ἴδωμεν ὅτι δὲν θὰ προφθάνῃ νὰ μεταβαίνῃ νὰ μετρῇ, νὰ εἰσπράττῃ ἐντὸς τοῦ ὁριζομένου χρόνου. Ἐπίσης βεβαίωσις τοῦ φόρου διὰ τῶν ἀγροφυλάκων, τῶν εἰδικῶν παρέδρων, τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν καὶ λοιπῶν, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπωφελῶνται οἱ ἴδιοι θὰ ἐπιβάλλωσι διαφόρους πιέσεις εἰς τοὺς παραγωγούς, ἀλλὰ καὶ αἱ ποιναὶ αἱ ἐπιβαλλόμεναι ἐκ μέρους τῶν βεβαιωτῶν οὐχὶ ὀλίγον εἶναι καταθλιπτικαί. Ἡ εἴσοδος εἰσέτι τοῦ βεβαιωτοῦ καὶ παντὸς δημοσίου ὑπαλλήλου καθ’ οἱανδήποτε ὥραν, μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, ἐπίσης εἶναι οὐκ ὀλίγον καταθλιπτικὴ καὶ ἀνελεύθερος. Καὶ ὅλαι ἐν γένει αἱ ποινικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι τίθενται κατὰ τοῦ παραγωγοῦ, θὰ καταπιέσωσι πολὺ τοὺς παραγωγούς. Ἐπὶ τοιούτων βάσεων ἐρειδομένη ἡ φορολογία αὕτη ἐγκατελείφθη ὑπὸ πάντων ἐν γένει τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐγκαταλειφθῇ. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο ἀπευθύνεται πρὸ παντὸς εἰς τοὺς μικροπαραγωγούς, διότι οἱ μικροπαραγωγοὶ ἐλάχιστα ἐπωφελοῦνται ἐκ τῆς καλλιεργείας τῶν καρπῶν. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον ἔχω προσέτι νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον 19. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραψε διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Θεσσαλία ὑποχρεοῦται νὰ πληρώνῃ 30% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἐπὶ πλέον τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τοῦ Θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου. Δὲν διαφεύγει τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν ὅτι τὸ Θεσσαλικὸν γεωργικὸν ταμεῖον συνέστη, ἵνα περιθάλψῃ καὶ ἐγκαταστήσῃ τοὺς ἐποίκους ὁμοεθνεῖς καὶ ἀπὸ τῆς συστάσεώς του συνῆψε δάνειον 10 ἑκατομμυρίων, κατόπιν ποσὸν ἑτέρων πέντε ἑκατομμυρίων, καὶ οὕτως ἀνῆλθε τὸ δάνειον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 15 ἑκατομμυρίων, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου δαπανᾷ ἐτησίως 900,000 δραχμῶν. Ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγήσατο, ὡς γνωρίζετε, καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ συνάψεως δανείου ἑτέρων τριῶν ἑκατομμυρίων. Οὕτω τὸ ὅλον δάνειον τοῦ ταμείου αὐτοῦ θ’ ἀνέλθῃ εἰς 18,000,000 δραχμῶν, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου θὰ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη κατ’ ἔτος εἰς 1,200,000. Δὲν γνωρίζω, ἀφοῦ διὰ τοῦ ταμείου σκοπεῖται ἡ περίθαλψις καὶ ἐγκατάστασις τῶν ἐποίκων ὁμοεθνῶν, διατί μόνη ἡ Θεσσαλία ὑποχρεοῦται νὰ πληρώνῃ περισσοτέρους φόρους. Βεβαίως καὶ αὕτη φέρει εὐθύνην διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἐποίκων ὁμοεθνῶν, ἀλλ’ ἐπίσης φέρει εὐθύνην ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς καὶ ὄχι μόνον ἡ Θεσσαλία, καὶ ἂς λέγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἔχει καὶ ἄλλον σκοπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι ἔχει καὶ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν Θεσσαλῶν μορτιτῶν, δι’ ἣν δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ Θεσσαλία. Ἐπὶ πλέον ποίαν ὑποχρέωσιν ἔχουσιν οἱ μὴ Θεσσαλοί, οἱ μὴ ὄντες μορτῖται, νὰ πληρώνωσιν εἰς τὸ ταμεῖον; Καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγραψε τοιαύτην διάταξιν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θεωρήσας τοὺς Θεσσαλοὺς ὡς δοριαλώτους τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Εἶπον ὅτι πλὴν τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ἐν σχέσει πρὸς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, ἔχει καὶ τὸ ἐλάττωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται κατὰ τῶν Θεσσαλῶν καὶ μᾶλλον περιέχει ὑβριστικόν τινα χαρακτῆρα. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ τῆς φορολογίας ταύτης ἐσκοπεῖτο ἡ κάλυψις ἢ ἡ εἴσπραξις ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀναγκαίων, ἠδυνάμεθα καὶ τὴν φορολογίαν ταύτην ν’ ἀποδεχθῶμεν· ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τῆς φορολογίας ταύτης, ὡς κατεδείχθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων, οὐ μόνον τοῦτο δὲν συμβαίνει, ἀλλὰ καὶ ἡ δαπάνη θὰ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας θὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§294ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἁρμόδιος κύριος Ὑπουργός, κ. Πρόεδρε, ἔχει ἑτέραν συζήτησιν παρ’ αὐτῷ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πλησιάζωσι κατὰ τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἰς τὰ ἑδώλια τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ ἀπασχολῶσιν αὐτούς (θόρυβος). Αὐτὸ δὲν εἶναι εὐπρεπές (θόρυβος).
§295ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος συστηματικῶς θέλει νὰ δίδῃ μαθήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἀχαρακτήριστος. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα τὴν Δευτέραν εἰσαγάγῃ τὰς τροπολογίας τοῦ διαρκοῦς Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐκλίπῃ ἡ κατάστασις αὕτη.
§296ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τούτων ἕνεκα θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν πρόκειται νὰ εἰσπράξῃ πλείονα τῶν ὅσα θὰ εἰσέπραττεν ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν προσωρινῶν διατάξεων.
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§298Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία ἡ ὥρα, κ. Πρόεδρε.
§299ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴκοσιν ἑπτὰ εἶναι ἐγγεγραμμένοι· ἂς ἀγορεύσωσί τινες ἀκόμη καὶ ἔπειτα διακόπτομεν. Βλέπετε δυστυχῶς ὅτι ἔχομεν καὶ τοῦτο ἀκόμη, νὰ ἀνέρχωνται εἰς τὸ βῆμα οἱ ῥήτορες καὶ ἐπαναλαμβάνωσι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἠκούσαμεν λεχθέντα ἤδη. Τοῦτο μόνον ἐνταῦθα συμβαίνει. Βεβαίως, ἂν ἐπρόκειτο νέα ἐπιχειρήματα νὰ προσάγωνται, μετ’ εὐχαριστήσεως θὰ ἠκούομεν αὐτά.
§300ΑΛΚ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας προλαλήσας βουλευτὴς κ. Βαββανάκος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι ὁ νομὸς Μεσσηνίας καὶ δύο ἐπαρχίαι τοῦ νομοῦ Λακωνίας εἰσφέρουσιν εἰς τὸ Κράτος πλείονα ἢ ὅσα ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Κράτος εἰσπράττει ἐκ τῆς θεσσαλικῆς πεδιάδος. Λέγων δὲ ταῦτα παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περίφημον ἐκείνην στατιστικήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρει μόνον τὰ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰσπραττόμενα εἰς τὴν Θεσσαλίαν, παρέλειψε δὲ ν’ ἀναφέρῃ πόσα τὸ Κράτος εἰσπράττει ἐκ τῶν λιβαδίων, ἐκ τῶν δασῶν καὶ τόσων ἄλλων, χωρὶς νὰ προσθέσω ὅτι ἡ Θεσσαλία εἶναι ἡ χώρα ἐκείνη, ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχὴν ὑπέστη τὰ πάνδεινα καὶ μόλις πρὸ δεκατετραετίας κατεστράφη ἐντελῶς καὶ δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνακύψῃ εἰσέτι ἐκ τῆς καταστροφῆς ἐκείνης. Ἐλησμόνησεν ὡσαύτως ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ἢ μᾶλλον παρέλειψε ν’ ἀναφέρῃ ὅτι ἡ Θεσσαλία εἶναι ἡ χώρα ἐκείνη, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἰσέτι σῴζονται καπνίζοντα ἔτι τὰ ἐρείπια ἐκ τῆς καταστροφῆς, οὐδὲ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Θεσσαλία εἶναι ἡ χώρα ἐκείνη, ἡ ὁποία καὶ πάλιν κινδυνεύει, ἐὰν μὴ ἐντὸς ὀλίγου, πάντως ὅμως μετ’ οὐ πολὺ ὑποστῇ τὴν καταστροφὴν δεχομένη ἐκ τῶν πρώτων τὸν ἐπισειόμενον καθ’ ἑκάστην κατὰ τοῦ Κράτους ἡμῶν ἄσπλαγχνον τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας πέλεκυν. Καὶ ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἔντιμον ἐκ Λακωνίας πολιτευτὴν εἰς ἀπάντησιν καὶ ἀντίκρουσιν τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων καὶ τῆς περιφήμου στατιστικῆς του, διότι ἄλλο ἔσται τὸ πνεῦμα τῆς ἀγορεύσεώς μου. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι Βουλευταί, ὁποία ὑπῆρξεν ἡ χαρὰ καὶ ὁποῖος ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὁποίαν ἀνακούφισιν ᾐσθάνθη οὗτος, ὅτε ἐν τῇ ἐπιγνώσει τῆς λαϊκῆς αὑτοῦ κυριαρχίας οὗτος, ἀνδρωθεὶς ἔθραυε τὰς συνεκτικὰς ἁλύσεις καὶ κατασυνέτριβεν ὑπὸ τὸ κράτος αὑτοῦ τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον διὰ ποικιλίας ἐπωνυμιῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ τῷ Κοινοβουλίῳ ἐκοσμήθη. Βεβαίως ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ἐγερθεὶς ἐκ τοῦ ληθάργου, ἤλπισεν ἢ μᾶλλον ἐπίστευσεν ἀκραδάντως ὅτι μετὰ πολυετεῖς ἀγῶνας, μετὰ πολυετῆ ἐγκατάλειψιν τοῦ λαοῦ εἰς τὴν τύχην του ὑπὸ τῆς Πολιτείας, μετὰ τοσαύτας τοσούτων ἐτῶν καταθλίψεις καὶ καταπιέσεις, μετὰ τὴν μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀτομικὴν δουλείαν, καὶ ἀναφέρω ταῦτα διὰ τοὺς Θεσσαλούς, μετὰ πολυετῆ ἀφαίμαξιν ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας καὶ τῶν κατὰ τόπους τυράννων, μετὰ μίαν τέλος ἐπανάστασιν, ἤλπισε, λέγω, ὅτι αὕτη ὡς πᾶσαι αἱ ἐπαναστάσεις, αἱ ἐκ τῆς Ἱστορίας γνωσταί, σκοπὸν θὰ εἶχε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰ δεινὰ τοῦ καταδυναστευομένου λαοῦ, ὅτι ἔμελλε νὰ ἀποδώσῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν διοίκησιν, νὰ πατάξῃ τὴν ἀδικίαν καὶ ἐν γένει νὰ ἀποκόψῃ τὰ σεσηπότα μέλη τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν κακοδαιμονίας, ἤλπισε, λέγω, καὶ πάλιν ὁ λαὸς διὰ τῆς ἐπαναστάσεως ὅτι θὰ ἐτίθετο τέρμα εἰς τὰ δεινὰ αὑτοῦ καὶ ὅτι θὰ ἀπέσειεν οὗτος ἀπὸ τῶν ὤμων αὑτοῦ τοὺς βαρεῖς φόρους, καὶ ὅτι ἡ Πολιτεία θὰ ἀπέδιδεν εἰς αὐτὸν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, τοῦ ὁποίου ἐστερεῖτο. Εἰς τὸν ἀγῶνα βεβαίως τοῦτον τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ Κράτους ἡμῶν ἐκ τῶν πρώτων συνέβαλον οἱ Θεσσαλοί, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχοντες ἐκείνους, καὶ δύναμαι νὰ καυχῶμαι ἐπὶ τούτῳ, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον παρίστανται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀντιπρόσωποι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπον τοὺς συμπολίτας αὑτῶν πενομένους καὶ καταδυναστευομένους, ἀλλὰ καὶ καταδιωκομένους ἐν ταὐτῷ, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπον τὸ Κράτος τοῦτο, τὸ πάλαι ποτὲ ἔνδοξον καὶ ἰσχυρόν, νὰ ἄγηται εἰς τὸν ὄλεθρον, νὰ ἄγηται κατὰ κρημνῶν. Καὶ τοιοῦτος, κύριοι Βουλευταί, ὑπῆρξεν ὁ ἐνθουσιασμὸς ἡμῶν, ὥστε μικροῦ δεῖν, ἢ μᾶλλον ἐπιστεύθη ἔστω καὶ ἐπὶ στιγμήν, ὅτι δημοκόποι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠνειρεύθησαν τὴν ἐριβώλακα τοῦ Ὁμήρου Θεσσαλίαν, τὴν γαλακτοφόρον τροφὸν καὶ περικαλλῆ παρθένον Θεσσαλίαν, εὐτυχῆ, ἐκ τῶν μαστῶν τῆς ὁποίας θὰ ἐθήλαζε τὸ ἀτυχὲς Κράτος ἡμῶν ἐν ἀφθονίᾳ τὸν πλοῦτον τῆς κτηνοτροφίας καὶ τὸν θησαυρὸν τῆς γεωργίας. Καὶ λέγων ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, βεβαίως δὲν θέλω νὰ ἐπιτιμήσω τινά, οὐδὲ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὰς πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον δοθείσας ὑποσχέσεις ἔν τε τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπισήμως, διότι ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τούτων, τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως συντελουμένου, βεβαίως οὐδένα θὰ βλάψῃ, ἀλλὰ τὸ πολιτικὸν γόητρον τοῦ ἀνδρὸς μᾶλλον θὰ ἀμαυρώσῃ.
§301Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Τί εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ὅ,τι ὑπεσχέθη τὸ ἔπραξε. Τὸν λόγον, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος).
§302ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς Λαρίσης κύριος Βλάχος, ἂν δὲν ἀρέσκηται εἰς τὰ λεγόμενα, δύναται νὰ ἀπέλθῃ. (Διαμαρτυρίαι).
§303Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ ἀπέλθητε σεῖς. Ἀλλά, καὶ ὅλοι σας ἂν ἀπέλθητε, ἐγὼ θὰ μείνω. (Θόρυβος).
§304ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Λαρίσης δὲν θὰ ἀπαντήσω, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι μεταμεσημβρινός. Καὶ λέγω ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, διότι ἔρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων πρὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑπεσχημένων, μάλιστα διὰ σωρείας νομοσχεδίων, ὡς τὸ τοῦ δανείου τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων τοῦ Θεσσαλικοῦ ταμείου καὶ διὰ τοῦ περιποθήτου τούτου τῶν σπειρομένων γαιῶν, νὰ πλήξῃ καιριώτατα τὸν ἀγρότην Θεσσαλόν, τὸν ἐργάτην, ὁ ὁποῖος, ἐξεγερθείς, ἐζήτησεν ἀκριβῶς τὴν ἐλευθερίαν του, νὰ πλήξῃ, λέγω, αὐτὴν τὴν γεωργικὴν ζωήν. Ἀλλὰ ματαιοπονῶ καὶ μὴ θέλων ἐπὶ πλέον νὰ σᾶς κουράζω, κύριοι Βουλευταί, εἰσέρχομαι δι’ ὀλίγων, ἵνα ἐξετάσω τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλόμενον σήμερον κατεπειγόντως νομοσχέδιον, διότι βλέπω τὰ πρόσωπα ἐνίων τῶν κυρίων Βουλευτῶν δυσανασχετοῦντα λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας.
§305ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι ὅλων, κύριε συνάδελφε.
§306ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὅλων, κ. συνάδελφε, ἐνίων, γνωστῶν ἄλλως τε, ὡς εἶπον. Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἐπιβάλλεται ἡ βαρυτάτη τῶν φορολογιῶν; Ἐκτὸς τῶν ὅσα ἠθέλησε νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος, τὰ ὁποῖα πάντως δὲν θὰ εἶναι πλείονα τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραττομένων διὰ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θέλει εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κλέψει τὸ τετράδραχμον, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνωσιν οἱ βεβαιωταί, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς μεθόδου τῶν καταθλίψεων καὶ διὰ τῆς καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς πάντοτε συμβαίνει ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἀφαιρῶσιν ἀπὸ τὸν πτωχὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀπὸ τὸν ἀγρότην Θεσσαλὸν καὶ ἐν γένει ἀπὸ πάντας τοὺς γεωργοὺς περὶ τὰ ὀκτὼ ἑκατομμύρια, κατὰ τοὺς σταθεροὺς ὑπολογισμούς, ἐνῷ τὸ Κράτος μόλις περὶ τὸ ἕν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον θὰ εἰσάγῃ εἰς τὸ ταμεῖον του.
§307Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε καὶ αὐτὸ δὲν θὰ εἰσάγῃ.
§308ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ἤθελεν ἀμφισβητήσει ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι καταθλιπτικώτατον διὰ τὸν ἁπλοϊκὸν ἀγρότην, ἀφοῦ αὐτὴ αὕτη ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου εἰς τὰ ὀρεινὰ μάλιστα γεωργικὰ μέρη εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατος, πάντως ἀδύνατος, διότι ὁ πτωχὸς ἐκεῖνος γεωργὸς ἐν ἑκάστῃ γωνίᾳ τοῦ ἀγροῦ του ἔχει στήσει τὸ ἁλώνιόν του καὶ ἡ μεταφορὰ τοῦ προϊόντος εἶναι, λέγω, ἀδύνατος, ἄνευ τῆς ἐντελοῦς καταστροφῆς αὐτοῦ, ἂν ἡ μεταφορὰ ἤθελε γίνει ἐν τοῖς ἁλωνίοις, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον; Ὡσαύτως θὰ εὕρητε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν ὀσπρίων, διότι ἡ συλλογὴ διαρκεῖ ἕνα μῆνα, πολλάκις δὲ καὶ δύο, καὶ οὕτως ἡ βεβαίωσις τῶν ὀσπρίων, ὡς εἶπον, ἀποβαίνει ἀδύνατος, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἐν τῷ τόπῳ τῆς συλλογῆς, διότι οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι γεωργοὶ ἐπανέρχονται περὶ τὸ μεσονύκτιον κεκμηκότες καὶ μόλις κατορθώνουν νὰ ἀναπαυθῶσι μίαν ὥραν, διὰ νὰ ἐπανέλθωσι πάλιν εἰς τὸ ἔργον των· ἔπειτα θὰ βλέπωσι τὸν βεβαιωτὴν ἄγριον, ἐπιτιθέμενον ἔμπροσθέν των καὶ θὰ ἀκούωσιν αὐτὸν νὰ τοῖς λέγῃ τὰ συνήθεια συνήθη, νὰ τοῖς λέγῃ «ἀπέκρυψες τὸ πραγματικῶς συλλεγὲν προϊόν· θὰ σοὶ ἐπιβληθῇ πρόστιμον»· καὶ τὰ τούτοις συναφῆ.
§309Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τοῖς λέγῃ ὅτι θὰ ῥιφθοῦν εἰς τὰς φυλακάς.
§310ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ παρόμοια, εἶπον. Καὶ ἵνα πεισθῆτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὕτως ἀκριβῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἀρκεῖ νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα ἐκ τοῦ νόμου περὶ σφαζομένων ζώων. Ἐκεῖ βλέπετε, διότι καὶ ἐγὼ εἶδον ἰδίοις ὄμμασι καὶ ἐπανειλημμένως μάλιστα τὸν ἐνοικιαστὴν τοῦ φόρου ἐκείνου νὰ παρουσιάζηται εἰς τὸν ἀτυχῆ χωρικὸν καὶ νὰ τῷ λέγῃ «ὀφείλεις τὸν φόρον πέντε ὑπὸ σοῦ σφαγέντων ζώων», καὶ ἐπὶ τῇ διαμαρτυρίᾳ τοῦ ἁπλοϊκοῦ χωρικοῦ ὅτι αὐτὸς ἔσφαξεν ἓν μόνον, ἀκολουθοῦσιν αἱ ἀγωγαί.
§311Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἱ καταγγελίαι.
§312ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· αἱ ἀγωγαὶ καὶ αἱ καταγγελίαι καὶ τὰ πρωτόκολλα συλλήβδην, πρὸ παντὸς ὅμως προτιμῶσι νὰ συντάσσωσιν ἀγωγάς, ἵνα δικαιολογῶσιν ἔξοδα καὶ χαρτόσημα δι’ αὐτάς. Ἔρχονται κατόπιν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, καὶ ἐπακολουθεῖ πρώτη ἀναβολή, δευτέρα ἀναβολή, καὶ τρίτη πολλάκις ἀναβολή, μέχρις ὅτου τέλος κατορθωθῇ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐρήμην καταδίκη εἰς βάρος τοῦ ἁπλοϊκοῦ χωρικοῦ καὶ νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἐρήμην ἀπόφασις, ὁπότε αἱ διαμάχαι παύουσιν, ὑποχωροῦντος διὰ τὸν φόβον τῆς ἀποφάσεως τοῦ χωρικοῦ, καὶ κατόπιν ἐπακολουθεῖ συμβιβασμὸς μεταξὺ αὐτῶν καὶ λήστευσις τοῦ πτωχοῦ γεωργοῦ ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ, καὶ ὁ ἀτυχὴς χωρικὸς πληρώνει 40 ἢ καὶ 50 δραχμάς, ἐνῷ πράγματι ἦτο ὀφειλέτης μιᾶς δραχμῆς καὶ 20 λεπτῶν.
§313Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δικαιοῦται οὔτε πεντήκοντα λεπτὰ νὰ λάβῃ ὁ ἐνοικιαστής, διότι ὁ νόμος τὸν ἀπαλλάσσει παντὸς φόρου, ὅταν σφάξῃ ἓν μόνον ζῷον.
§314ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Θεσσαλίᾳ τοὐλάχιστον ἐπεκράτησεν ἔθιμον ἢ μᾶλλον ἡ ἰσχὺς τοῦ ἐνοικιαστοῦ νὰ μὴ ἐξαιρῆται τῆς φορολογίας οὔτε εἷς ἀμνὸς οὔτε ἓν ἐρίφιον. Καὶ δύνασθε νὰ μὴ πιστεύσητε, Κύριοι, ὅτι ἀφοῦ βλέπομεν ὅτι τοιαῦτα συμβαίνουσιν ἐν νόμῳ σαφεῖ καὶ ὡρισμένῳ, δὲν θὰ συμβῶσι παρόμοια καὶ μάλιστα ἔτι πλείονα καὶ ἔτι καταθλιπτικὰ εἰς νόμον, ὁ ὁποῖος παρέχει διὰ τῶν ποινικῶν αὑτοῦ διατάξεων καὶ τῶν ἄρθρων του τῶν ἄλλων ἐν γένει πλεῖστα ὅσα, τὰ μέσα ἐκεῖνα τῶν καταθλίψεων καὶ τῶν καταπιέσεων; Βεβαίως δὲν δύνανται νὰ γίνωσι παραδεκταὶ γνῶμαι τοιαῦται, ὑφ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν ὑποστηρίζωνται αὗται ἐνταῦθα. Ὡσαύτως δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, τῶν τοσοῦτον ἁδρῶν, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλαμβάνωνται, καὶ ἄλλα· ἀρκεῖ μόνον τὸ ἁδρότερον ἐξ ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων, τὸ μᾶλλον ἐμφανέστερον, νὰ ἀναφέρω, αὐτὴν ταύτην τὴν διαμαρτυρίαν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀφήνω δὲ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῷ ἀκούσματι καὶ μόνῳ τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, οὔτε ἄφρονες οὔτε ἀνόητοι θὰ ἦσαν οἱ νομοθέται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ παντὸς μέσου ἐφρόντισαν νὰ ἐπιβαρύνωσι τοὺς λαοὺς δι’ ἐμμέσων φορολογιῶν, καὶ ἀκριβῶς ὁ σκοπὸς οὗτος τῆς ὑπεκφυγῆς τῶν καταθλίψεων καὶ καταπιέσεων διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἐμμέσου φορολογίας ἐπεζητεῖτο. Καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπικαθίσῃ ἐπὶ τῶν ὤμων ἡμῶν καὶ ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ χωρικοῦ τὸν χωροφύλακα Σπαχῆν καὶ τὸν τυχοδιώκτην ἀγροφύλακα, ἡ ἀνάμνησις τοῦ ὁποίου καὶ μόνου ἐμποιεῖ τὸν ἀποτροπιασμὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸν πάντοτε ὑπερήφανον καὶ μηδέποτε διστάσαντα νὰ καταβάλλῃ φόρους καὶ νὰ συμβάλλῃ εἰς τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος του. Πάντα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὰ νὰ πείσωσιν ὑμᾶς, ὅπως μὴ θελήσητε νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἀρχικῶς ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην σας καὶ ἐπιβάλητε τὸν καταθλιπτικώτατον καὶ βαρύτατον τοῦτον φόρον ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι βεβαίως ὑμεῖς, οἱ σεμνυνόμενοι νὰ ἀποκαλῆτε ὑμᾶς αὐτοὺς νέους ἄνδρας καὶ μάλιστα ἀνορθωτάς, ἐπιβάλλοντες τοιοῦτον φόρον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν οὐδὲν ἄλλο θὰ δείξητε εἰμὴ ὅτι οὐδόλως διαφέρετε τῶν προκατόχων τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ τὴν μῆνιν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν ἐκείνου θὰ προκαλέσητε, ἐνῷ συγχρόνως θὰ ἀποδείξητε εἰς αὐτὸν ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα τίποτε ἄλλο ἢ μία ἔκδοσις βελτιουμένη ὁσημέραι, φορομανῶν.
§315Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Ἐχειροκρότησα, Κύριοι, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ὑπέβαλε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι ἐπίστευσα καὶ ἐγὼ ὅτι καταργεῖται διὰ παντὸς πλέον καὶ ἀνεπιστρεπτὶ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο καὶ θεωρεῖται πάντοτε ἐπαχθής, ἤκουσα δὲ ὅτι θὰ ἀντικαθίστατο δι’ ἄλλου φόρου —καὶ δικαιοτάτου φόρου—, ὁποῖος εἶναι ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἀλλ’ ἐπίστευσα πάντοτε ὅτι θὰ καθιεροῦτο ὁ φόρος οὗτος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ γεννήσῃ διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁμολογῶ ὅτι ἐψήφισα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ παραξενευθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν τὸν παρακαλέσω νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ μερικῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον παρουσιάζει. Καὶ ἐν πρώτοις τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὸ ἐλάττωμα ὅτι φορολογεῖ εἰσόδημα ἀκαθάριστον καὶ πολλάκις φορολογεῖ καὶ τὸ κεφάλαιον αὐτό, ὁσάκις ἡ ἀπόδοσις τῆς γεωργίας ὑπερβαίνει ἓν ὡρισμένον ποσοστόν· π.χ. ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅπως κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτι ἡ ἀπόδοσις θὰ εἶναι τὸ ἓν ἄλλο ἕν, τότε ἀσφαλέστατα φορολογεῖται καὶ ἡ ἐργασία τοῦ γεωργοῦ καὶ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον καταβάλλει πρὸς ἐργασίαν, διότι σπείρει 50 κοιλά, ἔκαμε τὸ ἓν ἄλλο ἕν, 100 κοιλά, ἀφαιρέσατε τὰ 20, τὰ ὁποῖα δὲν τοῦ φορολογεῖτε, μένουσιν 80, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ φορολογηθῇ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν κοιλῶν αὐτῶν τῶν 80 τὰ 50 εἶναι σπόρος.
§316ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τριάκοντα, διότι ἀφῃρέσαμεν τὰ εἴκοσι.
§317Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Θὰ εἶναι τὰ 10 ἐκ τοῦ σπόρου τότε καὶ τὰ 10 ἐκ τῆς παραγωγῆς.
§318ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὰ ἀφαιροῦνται, ἀκριβῶς διότι ὑποτίθεται ὅτι εἶναι σπόρος.
§319Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Καλῶς. Εἰς τὴν μικρὰν ἀπόδοσιν θὰ φορολογηθῇ πάντοτε τὸ κεφάλαιον. Ὁ ὑπολογισμός μου δὲν εἶναι μεμακρυσμένος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ αὐτό. Λοιπὸν κατὰ τοῦτο εἶναι ἐλαττωματικὸς ὁ νόμος, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ βελτιωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ἐλάττωμα αὐτό. Ἕτερον ἄτοπον τοῦ νόμου εἶναι ὅτι ἡ βεβαίωσις καθ’ ὃν τρόπον ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ὄντως καὶ δύσκολος καὶ ἐπαχθής· ἐπαχθής, διότι δεσμεύει τὸν παραγωγὸν καὶ τὸν ὑποχρεώνει νὰ ἀναμένῃ τοὺς βεβαιωτάς, ὅταν αὐτοὶ θελήσωσι καὶ ὅταν δυνηθῶσι, διότι συμπίπτει πολλάκις κατὰ τὴν αὐτὴν ὥραν νὰ εἶναι 5–6–10 ἁλώνια, δὲν δύνανται δὲ αὐτοί, ἐὰν εἶναι ὀλίγοι βεβαιωταί, ἑκάστοτε νὰ βεβαιώσωσι τὰ ἁλώνια ἐκεῖνα καὶ καθ’ ἣν ὥραν μετρεῖται ἓν ἁλώνιον ὁ ἄλλος περιμένει· δύσκολος δὲ διότι ἠμπορεῖ νὰ μετρηθῶσι δύο, τρία, τέσσαρα, ἐν τῷ μεταξὺ ὁ καιρὸς χαλᾷ, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ὁ γεωργὸς ὁ ἄλλος ἀναγκάζεται νὰ ἀφήσῃ τὸ προϊόν του νὰ βλαβῇ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ βροχὴ δὲν βλάπτει τὸν σῖτον. Εἶναι ἀνεγνωρισμένον ὅτι ὁ σῖτος βρεχόμενος ὑποτιμᾶται πάντοτε, διότι ὑφίσταται βλάβην, ἡ ὁποία ἐπιδρᾷ σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ἄρτου. Λοιπὸν πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὥστε καὶ ὁ γεωργὸς νὰ μὴ δεσμεύηται νὰ κάμῃ τὴν ἀποκομιδὴν τοῦ σίτου του, τοῦ προϊόντος του, ἐκ τοῦ ἁλωνίου του. Ἐφ’ ὅσον δεσμεύεται, εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νόμου· τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τοῦ νόμου πρέπει νὰ βελτιωθῇ. Ἕτερον ἐλάττωμα τοῦ νόμου εἶναι ὅτι οἱ βεβαιωταὶ δύνανται κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς ἀποθήκας τῶν γεωργῶν καὶ νὰ ἐνεργῶσιν ἔρευναν καὶ καταμετρῶσι τὸν σῖτον, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι αὐτοὶ δὲν ἀπεκόμισαν λάθρα ἐκ τοῦ ἁλωνίου εἰς τὸν οἶκόν των. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὀλίγιστοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰδικὰς ἀποθήκας, ἢ μᾶλλον μόνον οἱ τσιφλικιοῦχοι ἔχουσιν· ὅλοι οἱ ἄλλοι γεωργοὶ τὴν ἀποθήκην τὴν ἔχουσιν εἰς τὸ δωμάτιον, ὅπου καὶ τὴν οἰκογένειάν των.
§320Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατοικοῦσιν ἐν ταῖς ἀποθήκαις.
§321Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Αὐτὸ λέγω. Λοιπὸν εἶναι πρᾶγμα εὐχάριστον νὰ εἰσέρχηται μία ὁλόκληρος κουστωδία ἐκεῖ, νὰ μετρῇ 10–20–30 κοιλὰ ἐπὶ ὑπονοίᾳ μιᾶς ψευδοῦς μηνύσεως ὅτι αὐτὸς ἀπεκόμισε λάθρα ἓν — δύο — τρία κοιλὰ εἰς τὴν ἀποθήκην του; Βεβαίως καὶ αὐτὸ εἶναι ἓν μέγα ἐλάττωμα, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὥστε αὐτὸ τὸ ἄτοπον νὰ μὴ γίνηται καὶ νὰ ἀναστατώνηται μία ὁλόκληρος οἰκογένεια διατί; διὰ μίαν ἁπλῆν ὑπόνοιαν ἢ μίαν κακὴν εἰσήγησιν ἑνὸς κακοβούλου πρὸς τὸν βεβαιωτὴν ὅτι ὁ παραγωγὸς ἀπεκόμισε λάθρα μέρος τοῦ εἰσοδήματός του. Αὐτὰ καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων θὰ ὑποδειχθῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§322Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἔχετε κανένα τρόπον θεραπείας αὐτῶν τῶν κακῶν νὰ ὑποδείξητε σεῖς;
§323Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, μεθ’ ὅλα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, θὰ προετίμων τὸ σύστημα αὐτὸ πάντοτε, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι, καίτοι οἱ γεωργοὶ διὰ τῶν δηλώσεων θὰ ἀποκρύψωσιν ἓν μικρὸν ποσόν, πάντοτε ἐκεῖνο θὰ εἶναι ὀλιγώτερον τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς βεβαιωτὰς τοῦ φόρου. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω. Ἐὰν μάλιστα τεθῶσι καὶ μερικαὶ ποιναὶ —καὶ πρέπει νὰ τεθῶσιν—εἰς τοὺς ψευδῶς δηλοῦντας, ἀσφαλέστατα θὰ ἔχωμεν κατὰ προσέγγισιν τὸ ποσὸν τὸ παραγόμενον ἄνευ δαπάνης, ἐνῷ ἐξ ἐναντίας διὰ τοῦ συστήματος τῶν καταμετρήσεων καὶ τῶν βεβαιωτῶν θὰ ἔχωμεν τὴν δαπάνην πάντοτε, τὴν ὁποίαν θὰ καταβάλλῃ τὸ Δημόσιον, καὶ τὸ Δημόσιον ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ γεωργὸς παραγάγῃ τίποτε δὲν θὰ ἀποκομίσῃ τίποτε, διότι, ὅταν ἔχωμεν μίαν τοιαύτην παραγωγὴν μικράν, ὅπως εἶπον, τὸ ἓν ἄλλο ἕν, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἐγὼ μὲν ὁ γεωργὸς θὰ φορολογηθῶ, τὸν δὲ φόρον, τὸν ὁποῖον θὰ καταβάλω, δὲν θὰ τὸν εἰσαγάγῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλὰ θὰ τὸν πληρώσῃ εἰς τὸν βεβαιωτήν.
§324Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὥστε ἀφήνεται εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ παραγωγοῦ.
§325Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Ναί. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα, κ. Ὑπουργέ, εἶχον νὰ εἴπω καὶ παρακαλῶ νὰ τὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὥστε νὰ βελτιώσητε τὸ νομοσχέδιόν σας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ τὸ ψηφίσω, διότι εἶναι σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει βάσεις ὑγιεῖς. Πιθανὸν νὰ μὴ ἔχῃ στερεὰς βάσεις ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόσοδον τοῦ Δημοσίου, διότι αὐτὸ θὰ ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς παραγωγῆς· ἀλλ’ αὐτὸ πλέον ἂς τὸ κανονίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ τακτοποιῇ κατὰ τὴν ἰδικήν του κρίσιν τὸν Προϋπολογισμόν του.
§326Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μέλος, Κύριοι, καὶ ἐγὼ τῆς τάξεως ἐκείνης, παρ’ ἧς ζητεῖται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἡ ἐν αὐτῷ ἐπαχθὴς φορολογία, ἔρχομαι νὰ παρακαλέσω ἐν ὀνόματι τοῦ πενομένου καὶ γυμνητεύοντος λαοῦ, ἐν ὀνόματι τοῦ αἰωνίου καὶ μοναδικοῦ τούτου θύματος τῆς Πολιτείας, τὴν Κυβέρνησιν τῶν φιλελευθέρων, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἀποσύρῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς εἰς ἄλλας φορολογησίμους πλουτοπαραγωγοὺς πηγάς. Δὲν θὰ εἶμαι βεβαίως, Κύριοι, ξένος πρὸς τὴν ἀλήθειαν οὔτε ἀσυνεπὴς πρὸς ἐμαυτόν, ἂν εἴπω ὅτι, ὅτε κατῆλθον πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐζήτησα παρὰ τούτου τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, βεβαίως οὐδαμῶς, οὐδέποτε, οὔτε εἰς τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς ὁμιλίας μου ἀφῆκα νὰ ἐννοηθῇ ὅτι εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἤθελον συντελέσει καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ. Τουναντίον ὑπεσχόμην πρὸς αὐτὸν ὅτι εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐκδηλώσει πρὸς ἡμᾶς τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, τὸ πρῶτον ἡμῶν μέλημα καὶ ἡ κυρία φροντὶς ἤθελεν εἶσθαι τὸ πῶς νὰ διαρρυθμίσωμεν δικαιότερον τὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία καταθλιπτικῶς ἐβασάνιζε τὰς πενομένας γεωργικὰς τάξεις· διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, ἂν ἐφθάσαμεν ὁπωσδήποτε εἰς τὸ γεγονὸς τῆς 15 Αὐγούστου 1909, ἕν σημεῖον, τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν εἰς τὸ φθάσωμεν εἰς τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀναμφιλέκτως συνέτεινε τὸ ὅτι καταθλιπτικῶς καὶ βαρέως ἐφορολογοῦντο αἱ πενόμεναι ἐργατικαὶ τάξεις· καὶ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, διότι πάντες ἐκεῖνοι ἐστάλησαν ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τοῦτον ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς σχέσεις. Δυστυχῶς εἰσελθόντες ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐλησμόνησαν τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν καὶ οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν ἐλησμόνησαν τὴν καταγωγήν των. Καὶ ἐνῷ ἔπρεπε, Κύριοι, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 νὰ καθιερωθῇ δικαιοσύνη φορολογικὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δυνάμεων ἑνὸς ἑκάστου, δυστυχῶς τὸ μὲν κεφάλαιον οὐδαμῶς ἐφορολογήθη, οὐδαμῶς, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ἐθίχθη. Τουναντίον δ’ ἐφορολογήθησαν αἱ ἀνάγκαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἄμεσον συντήρησιν τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι τοῦτο εἶναι ὁ κλῆρος τῶν ἐπαναστάσεων. Εἶναι δόγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἱστορία πρὸς ἡμᾶς ἐκληροδότησε. Συνετρίβησαν οἱ εὐγενεῖς ἐν Γαλλίᾳ, συνετρίβησαν οἱ κληρικοί, ἀνυψώθησαν οἰκονομικῶς αἱ τάξεις τῶν οἰκοκυραίων καὶ κατεβαραθρώθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐν προκειμένῳ. Καὶ ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως ταύτης καὶ τοῦ γεγονότος, ἐπαναλαμβάνω, τῆς 15 Αὐγούστου 1909 δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μετὰ θάρρους ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν πρὸ παντός, δὲν ὑπῆρξαν αἱ τάξεις αἱ πενόμεναι, αἱ ἐργατικαί, δὲν ὑπῆρξαν αἱ τάξεις αἱ ἀποζῶσαι διὰ τοῦ τιμίου αὐτῶν ἱδρῶτος, ἀλλὰ τουναντίον αἱ τάξεις αὐταὶ ἐφορολογήθησαν ἀπηνῶς δι’ 25 ἑκατομμυρίων καὶ δι’ ἑνὸς δανείου 125 ἑκατομμυρίων ὅλων, καὶ τὸ πόρισμα τῆς φορολογίας ταύτης τῶν 125 ἑκατομμυρίων εἰς ἓν καὶ μόνον ἀπέβλεπεν, εἰς τὸ νὰ γυμνασθῶσιν οἱ ἔφεδροι 40 καὶ μόνον ἡμέρας. Ἀλλὰ τέλος πάντων οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι, ὁσάκις ἡ Πολιτεία ἀπετάθη πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, αὐτὸς προσέφερε προθύμως καὶ τὸν τελευταῖόν του ὀβολὸν χάριν τῶν ἰδανικῶν αὐτοῦ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ χώρα αὐτὴ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, δὲν ἀρνοῦμαι ὡσαύτως ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο ἔχει μεγάλας ὑποχρεώσεις. Δὲν ἀρνοῦμαι ὡσαύτως ὅτι ἐκ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν φορολογούμεθα ἀπηνέστερον, ὅτι ἐκ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν διατελοῦμεν ἐν ἀνωτέρᾳ πενίᾳ, ἐν πενίᾳ τοιαύτῃ, εἰς τὴν ὁποίαν μόνον οἱ μεσημβρινοὶ ἴσως λαοὶ τῆς Ἰταλίας εὑρίσκονται. Μεθ’ ὅλα ταῦτα ἐν τούτοις, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποτείνεται ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, οὗτος συνεισφέρει, εἶναι δὲ ἕτοιμος ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἐὰν ἡ πατρὶς ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως ἤθελε κινδυνεύσει, νὰ προσφέρῃ πᾶν πολύτιμον αὐτοῦ χάριν τῶν ἰδεωδῶν καὶ χάριν τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ πόθων. Ἀλλά, ἂν γνωρίζει ἡ Ἑλλὰς τὴν διεθνῆ αὐτῆς θέσιν, πρέπει πάντως καὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες κυβερνῶσι τὴν χώραν ταύτην, πρέπει, λέγω, νὰ γνωρίζωσιν ἀσφαλῶς εἰς ποῖα σημεῖα καὶ εἰς ποίας πηγὰς ν’ ἀποταθῶσι. Διότι θὰ εἶναι σκληρὸν καὶ αὔθαδες, ἐφ’ ὅσον εἶναι γεγονὸς ἀναντίλεκτον ὅτι βλέπομεν τὴν πλουτοκρατίαν καὶ δὴ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὸν περισσότερον πλοῦτον, μετὰ θρασύτητος ν’ ἀκολασταίνωσι, θὰ ἦτο αὔθαδες ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας ν’ ἀμβλυωπήσῃ διὰ τὰς τάξεις αὐτὰς καὶ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς πρὸς τάξιν πενομένην καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ τὴν φορολογήσῃ εἰς τὸν ἄρτον αὐτῆς. Καὶ ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, δὲν καθιεροῦμεν φορολογικὴν ἰσότητα...
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως ἢ περὶ σπειρομένων γαιῶν;
§328Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄκαιρος ἡ διακοπὴ καὶ ἀκατανόητος.
§329Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτο αὐτό;
§330Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ φαίνεται ὅτι ἦτο ἄδικος ἡ διακοπή.
§331Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἔχετε δικαίωμα νὰ διακόπτητε τὸν ὁμιλοῦντα; Ποῦ ἠκούσθη αὐτό;
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατέ τα αὐτά.
§333Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ Κράτος, Κύριοι, τοῦ ὁποίου ἡ θεμελιώδης βάσις δὲν ἦτο ἡ ἰσότης τῶν ἀποτελούντων αὐτὰ μελῶν, Κράτος τὸ ὁποῖον ἀποδιώκει ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ τὴν ἰσότητα, εἶναι Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐκμεταλλεύεται καὶ καταδυναστεύει, εἶναι κοινωνία, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ δικαιοσύνη εἶναι ψευδής, εἶναι Κράτος ἔκφυλον καὶ συνεπῶς μὴ βιώσιμον. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, καίτοι ἔχει πολὺ κουρασθῆ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις ἐξ ὑπερτάτου καθήκοντος. Βεβαίως πολλὰ ἐπιχειρήματα ἐρρίφθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, σοβαρῶς καὶ πεφωτισμένως ἀνελύθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἠκούσθησαν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὰ κατ’ αὐτοῦ, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ εἴπω ὅτι ἐν πολλοῖς ἡ συζήτησις ἦτο καὶ ἐν μέρει παράχορδος, διότι, ἐνῷ οἱ ῥήτορες διετύπουν καὶ ἀπεκρυστάλλουν τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν, ἠκούοντο φωναὶ ἄναρθροι ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν κατὰ τρόπον ἥκιστα τιμῶντα τὸ Κοινοβούλιον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τοῦτο ἂς τὸ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἀπειρίαν τῶν περιστάσεων ἡμῶν. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ μὴ εἴπω ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τυγχάνει ἄδικον. Ἄδικος πραγματικῶς τυγχάνει ἡ φορολογία αὕτη, διότι, διὰ νὰ ζητήσωμέν τι ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ζητοῦσι τὴν φορολογίαν ταύτην, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὡς προϋπόθεσιν ὅτι ἡ Πολιτεία συνεισέφερε μέχρι τοῦδε εἰς τὴν τάξιν ταύτην, διότι εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητήσωμεν βάρη φορολογικὰ ἐκ μέρους τῶν γεωργικῶν τάξεων, ἐφ’ ὅσον δὲν προϋποθέτομεν καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς τάξεως ταύτης, τοῦτο εἶναι ἀναίρεσις τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ τῆς δημοσιονομίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἡ Πολιτεία μέχρι τοῦδε ἐνίσχυσε τὴν τάξιν ταύτην διὰ τῆς συγκοινωνίας, διὰ σιδηροδρομικῶν ἔργων, δι’ ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων, δι’ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, ἰδίως δι’ ἱδρύσεως γεωργικῆς Τραπέζης; Οὐδαμῶς τοιοῦτόν τι ἔπραξε. Τοὐναντίον ἐπροικοδότησε πρὸ παντὸς τὴν τάξιν ταύτην μὲ τὴν ἑλονοσίαν καὶ οὐδὲν περιπλέον. Εἶδον, Κύριοι, στατιστικήν, ἡ ὁποία λέγει ὅτι κατὰ τὸ 1905 εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ ἐξ ἑλονοσίας, ἡ ὁποία εἶναι προϋπόθεσις τῆς μὴ προνοίας ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας, ἀναφορικῶς διὰ τὴν τάξιν, περὶ τῆς ὁποίας ζητοῦμεν τὴν φορολογίαν, ὅτι κατὰ τὸ 1905 ἀπέθανον περὶ τὰς ἕξ χιλιάδας, ἡ στατιστικὴ δὲ ἀποδεικνύει προφανῶς ὅτι κατ’ ἔτος ἔχομεν θύματα περὶ τὰς τρεῖς χιλιάδας. Τοῦτο ἀποδεικνύει προφανῶς ὅτι ἡ Πολιτεία οὐδὲν προσέφερε μέχρι τοῦδε εἰς τὰς τάξεις αὐτάς. Καὶ ἔρχεται σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ γεωργικὴ τάξις εὑρίσκεται ἐν ἐλεεινῇ καταστάσει, νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον παρουσιάζει καὶ τὴν μορφὴν τῆς ἀνισότητος. Ὑπεβλήθη ἀπὸ μέρους τοῦ ἐντίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου τοῦ εἰσοδήματος καὶ τὸ ὁποῖον ὡς βάσιν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἔχει ὄχι τὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὸ διατυπωθὲν ἀπὸ μέρος τοῦ ἐντίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ φορολογία θὰ γίνηται ἐπὶ ποσοῦ ἄνω τῶν 5000 δραχμῶν καθαροῦ εἰσοδήματος εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὸν Α ἀφήνει ποσὸν 5000 δραχμῶν, ὁ ὁποῖος προϋποτίθεται ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχει 5000 δραχμῶν ἀσφαλῶς θὰ ἔχῃ 15.000 καὶ 100.000 δραχμῶν. Καὶ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ συμπολίτης μου κ. Βουρλούμης, διὰ νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι κερδίζει 100.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος καὶ συνεπείᾳ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἐκάμαμεν χθὲς ἕνα λογαριασμὸν καὶ εἴδομεν ὅτι θὰ πληρώνῃ 500 δραχμάς. Εἰς περίπτωσιν δέ, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὴν τάξιν τὴν εὐημεροῦσαν οἰκονομικῶς ἀφήνομεν ἀφορολόγητον ποσὸν 4.000 δραχμῶν, διατί ἀπὸ τὴν τάξιν τὴν γεωργικήν, ἀπὸ τὴν τάξιν τὴν πενομένην, τὴν ἐν ἀπογνώσει οἰκονομικῶς διατελοῦσαν, ἀφήνομεν μόνον 150 ἕως 200 δραχμὰς ἀφορολογήτους;
§334Ν. ΞΗΡΟΣ. Τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων δὲν τοὺς πληρώνει ἡ εὐημεροῦσα τάξις;
§335Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μοὶ ἀρέσκει ἡ φωνὴ αὐτή, διότι εἶναι φωνὴ εὐημεροῦντος ἀνθρώπου.
§336Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἶναι φωνὴ ἀνθρώπου ἐργαζομένου περισσότερον ἀπὸ πάντα ἄλλον.
§337Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ἄνισον σημεῖον. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ἔχει καὶ τὴν δέουσαν οἰκονομικὴν σκοπιμότητα, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς αὐτὸ ἔδωκεν. Ὑπελόγιζεν ὁ ἔντιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, νόμου τοῦ Κράτους γενομένου, ἤθελον εἰσρεύσει εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον 4.500.000 δραχμῶν περίπου. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς παρουσίασεν ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν 5076 συνοικισμούς· ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰς νήσους τοῦ Ἰονίου Πελάγους, ὡς καὶ τὴν ἐπαρχίαν Γυθείου καὶ Οἰτύλου, μένουσι περὶ τὰς 4000. Βεβαίως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν διατυποῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν βεβαιωτῶν, ἀλλὰ σκέψις ἐγένετο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν βεβαιωτῶν εἶναι δύο εἰς ἕκαστον χωρίον. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ἔχωμεν συνεπείᾳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 4000 χωρίων 8000 βεβαιωτάς, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἡμερομίσθιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι κατὰ μέσον ὅρον 3 δραχμαί...
§338Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δύο δραχμαί.
§339Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ θέρος οὐδεὶς μεταβαίνει νὰ ἐργασθῇ μὲ δύο δραχμάς. Λαμβανομένου λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἡμερομισθίου πρὸς δύο δραχμάς, θέλομεν δι’ ὀκτὼ χιλιάδας βεβαιωτὰς διὰ τρεῖς μῆνας ἕν ποσὸν ἀρκετόν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ πέντε μῆνας ὑποχρεοῦνται νὰ καιροφυλακτῶσιν, ἐφ’ ὅσον δὲ τὸν ἔχεις καὶ φυλάττει θὰ εἴπῃ ὅτι ἐργάζεται.
§340Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Θὰ μείνῃ εἰς ἓν χωρίον πέντε μῆνας;
§341Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Οὕτω πως λέγει τὸ νομοσχέδιον. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ἄρθρου 9 (ἀναγινώσκει)· «οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, ἀστυνομικαὶ Ἀρχαὶ κλπ.». Ὅταν τὸν ἔχῃς διωρισμένον καὶ τῷ λέγῃς νὰ ἐργασθῇ, θὰ ἐργασθῇ, ἐκτὸς ἐὰν οἱ τοιοῦτοι εἶναι τεμπέληδες καὶ δὲν τοὺς μισθοδοτῆτε· τότε ἀπολύσατέ τους εἰς τὴν κοινωνίαν πρὸς ἐκδίκησιν. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομικῆς σκοπιμότητος τοῦ προκειμένου νόμου. Ἀλλ’ ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλο τι. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω ὅτι ἀγνοεῖ καὶ τὴν λεγομένην κοινωνικὴν ψυχολογίαν. Ὅτε ἡ ἐπανάστασις, εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς, κατήργησε τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν...
§342Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν τὸν κατήργησεν, ἀλλ’ ἀντήλλαξεν αὐτὸν πρὸς τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ ἐγένετο σύμβασις.
§343ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πληρώνεται ὑπὸ τῶν γεωργῶν.
§344Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὑπὸ τῶν γεωργῶν πληρώνεται· ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἀμπέλου παράγεται τὸ οἰνόπνευμα. Ἐγένετο σύμβασις μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ οἱ παριστάμενοι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον δύνανται νὰ τὸ βεβαιώσουν.
§345Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ λαὸς ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατηργήθη, καὶ ἐφ’ ὅσον κατηργήθη φαίνεται ἐντελῶς ἀνεξήγητον εἰς τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ καὶ ἐντελῶς παράδοξον πῶς ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπαναφέρει πάλιν, ἂν ὄχι τὸν φόρον τὸν καταργηθέντα, ἀλλὰ τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν. Εὐθὺς ὡς κατηργήθη ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπῆλθεν ἡ γαλήνη εἰς τὰς τάξεις τῶν γεωργῶν καὶ ἀνεκουφίσθη ὁλόκληρος ἡ γεωργικὴ τάξις. Ὅτε λοιπὸν ἐπαναφέρομεν τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπεχθεῖς ἀναμνήσεις, διότι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν προώδευσεν ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη, ὁσασδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἀσφαλεστέρας ἐγγυήσεις περὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἠπλοποιήθησαν οἱ βεβαιωταί, ἐν τούτοις τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅτι αἱ ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος ἔχουσι ἐξασκήσει τοιαύτην ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, ὥστε, εἴτε βεβαιωταὶ ὀνομάζονται οὗτοι, εἴτε ἐνοικιασταί, εἴτε πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἴτε πρόεδρος τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, πάντοτε ὡς ἐκβιασταὶ θὰ λαμβάνωνται ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ. Ἔχω προσέτι νὰ παρατηρήσω καὶ τὸ ἑξῆς: Ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν Πρωσσίαν ὑπάρχει ὁ νόμος τῆς 25 Μαΐου 1861, ὁ ὁποῖος δὲν φορολογεῖ τὰς σπειρομένας γαίας, αἱ ὁποῖαι παράγουσιν ἐθνικὸν πλοῦτον, κατ’ ἔντασιν. Τοὐναντίον φορολογοῦνται καὶ μάλιστα ἀπηνῶς αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουν ἀπὸ συνήθη καλλιέργειαν, ἵνα ἀκριβῶς κινήσῃ τὸν ζῆλον ἐκ μέρους τῶν γεωργικῶν τάξεων καὶ ἵνα δώσῃ κατεύθυνσιν εἰς τὴν λεγομένην κατ’ ἔντασιν καλλιέργειαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριε Ὑπουργέ, ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς ἐπίκλησιν: εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, καίτοι ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, θὰ παρακαλέσω νὰ αὐξηθῇ τοὐλάχιστον ἡ βάσις τοῦ μὴ φορολογησίμου ποσοῦ διὰ τὰς πενεστέρας τάξεις, εἰς τὰ 70 κοιλά, ἢ τέλος πάντων εἰς τὰ 60. Μὴ θέλετε ὅμως διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ ἀφαιρέσητε καὶ τὸν ἄρτον τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ λαοῦ, διότι ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ἄρτου εἶναι κακὸς σύμβουλος.
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Κύριοι Βουλευταί, σήμερον κατὰ τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς συνεδριάσεως μοὶ ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ Αὐλαρχείου ἐπισήμως, ἵνα καταστῇ γνωστὸς εἰς τὴν Βουλήν, ὁ θάνατος τῆς Μεγάλης Δουκίσης Ἀλεξάνδρας, μητρὸς τῆς ἡμετέρας Βασιλίσσης. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐξουσιοδοτήσῃ τὸ Προεδρεῖον, ἵνα ἐκφράσῃ πρὸς τὸν Ἄνακτα καὶ τὴν Βασίλισσαν τὴν θερμοτάτην λύπην τῆς Βουλῆς διὰ τὸ ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον ἔπληξε τὴν Βασιλικὴν Οἰκογένειαν.
§347ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς Δευτέρας θέλει ἔχει πρῶτον ἀντικείμενον τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν. Κατὰ τὰ λοιπὰ θὰ μείνῃ ὡς ἔχει σήμερον. Καθιστῶ γνωστὸν προσέτι ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 55′ τῆς νυκτός).